50 χρόνια μετά την κύρωση της ΕΣΔΑ: Νίκος Αλιβιζάτος και Ιωάννης Κτιστάκης αποτιμούν την επίδρασή της στην ελληνική έννομη τάξη

Γιώργος Γούλας, Δικηγόρος αρχισυντάκτης του NOMIKI BIBLIOTHIKI Daily

Η αποτίμηση της Μεταπολίτευσης δεν νοείται ξέχωρα από τα μεγάλα νομοθετικά ορόσημα που τη σημάδεψαν. Η (δεύτερη) κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το Νοέμβριο του 1974, λίγους μόλις μήνες μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα και λίγες μέρες μετά τις πρώτες εκλογές, αποτελεί δίχως αμφιβολία ένα από αυτά.

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, υπό την προεδρία του Επίκουρου Καθηγητή της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης Ανδρέα Τάκη, ξεδιπλώνοντας το κουβάρι κορυφαίων δικαιωμάτων της Σύμβασης, από την προστασία των προσφύγων και τους κινδύνους για την ελευθερία του Τύπου και την ασφάλεια των επικοινωνιών έως τις προκλήσεις στην προστασία των έμφυλων και ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων και τις επίμονες εκκρεμότητες γύρω από την αστυνομική βία και τις συνθήκες κράτησης στα σωφρονιστικά καταστήματα, έθεσε στο τραπέζι του διαλόγου, παρουσία εκλεκτών ομιλητών, το Σάββατο 25 Μαΐου στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, τα κενά που αντιμετωπίζουν τα δικαιώματα σήμερα, αλλά και τις προκλήσεις για την προστασία τους.

Παρακολουθήσαμε τα κριτικά σχόλια και τις εισαγωγικές παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν από τον Ομότιμο Καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών Νίκο Αλιβιζάτο και τον εκλεγμένο δικαστή για την Ελλάδα στο ΕΔΔΑ Ιωάννη Κτιστάκη, για τις σχέσεις της χώρας μας με την ΕΣΔΑ, 50 χρόνια μετά την κύρωσή της.

 

Νίκος Αλιβιζάτος

«Η απόδοση βαρύτητας στα πραγματικά περιστατικά, η αποφυγή φορμαλιστικών προσεγγίσεων και η θεωρία του ζωντανού Συντάγματος αποτελούν τη μεγάλη κληρονομιά της ΕΣΔΑ»

Τον λόγο έλαβε αρχικά ο κ. Αλιβιζάτος, ο οποίος έκανε αποτίμηση των πενήντα ετών από την κύρωση της ΕΣΔΑ στην ελληνική έννομη τάξη. Όπως αρχικώς παρατήρησε, το 1953 η Ελλάδα κύρωσε τη Σύμβαση της Ρώμης, τέσσερα δηλαδή χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και τον Ψυχρό Πόλεμο να είναι σε εξέλιξη, αν σκεφθούμε ότι υπήρχαν ακόμη στρατεύματα στην Κορέα. Την εποχή εκείνη, όπως τόνισε, το κλίμα ήταν σαφώς απελευθερωτικό, καθότι είχε ολοκληρωθεί ο εμφύλιος πόλεμος, εντούτοις ήταν ιδιαίτερα σκληρό για τους ηττημένους του εμφυλίου.

Ένα από τα ελληνικά παράδοξα είναι ότι στο τέλος του εμφυλίου, σε αντίθεση με το συνήθως συμβαίνον, δεν κηρύχθηκε δικτατορία, με το σκεπτικό ότι η δημοκρατία είναι που κέρδισε τον κομμουνισμό και όχι ο φασισμός, όπως συνέβη για παράδειγμα στην Ισπανία μετά το τέλος του εμφυλίου. Επί τη βάσει αυτής της λογικής, όπως υπογράμμισε ο Καθηγητής, κυρώθηκε η ΕΣΔΑ. Συμπλήρωσε, όμως, ότι η Αριστερά είδε στην αρχή τη συγκεκριμένη κύρωση με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα, στηρίζοντας τη θέση του αυτή στην περίφημη κατ’ άρθρο ερμηνεία του Συντάγματος του 1952. Όπως υπενθύμισε ο Καθηγητής Αλιβιζάτος, ο διαπρεπής Έλληνας συνταγματολόγος Αλέξανδρος Σβώλος και ο συνεργάτης του Γεώργιος Βλάχος, στο σχετικό κεφάλαιο του πολύ σημαντικού αυτού έργου, ανέφεραν ότι η Σύμβαση της Ρώμης εμφορείται κατά τρόπο επιδεικτικό και αδικαιολόγητο από πνεύμα συντηρητικό και περιοριστικό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, όπως τονίστηκε, καθότι ήταν εξαιρετικοί νομικοί, είχαν ήδη από τότε παρατηρήσει ότι ο έλεγχος επί των κρατών, που καθιερώνουν οι διατάξεις, δεν εντοπίζεται μόνο στο πρόσωπο της Διοίκησης αλλά και επί των πράξεων της νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας, για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η Σύμβαση, παρά τις ατέλειές της, συνιστά ένα θετικό βήμα προς τη διεθνή κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων.

Είχαν, άραγε, δίκιο οι δύο μεγάλοι νομικοί στην καταρχήν απαισιόδοξη αξιολόγησή της ΕΣΔΑ στις αρχές της δεκαετίας του ’50, διερωτήθηκε ο καθηγητής, για να σημειώσει ότι υπό το Σύνταγμα του 1952 η απάντηση είναι ασφαλώς καταφατική. Χαρακτηριστικό άλλωστε παράδειγμα είναι ότι η ΕΣΔΑ, αν και εσωτερικό πλέον δίκαιο μετά την κύρωσή της το 1953, δεν εμπόδισε την απόλυτη εφαρμογή όλων των εκτάκτων μέτρων του εμφυλίου πολέμου, του γνωστότερου ως παρασυντάγματος.

Περαιτέρω, προκειμένου να δώσει το «κλίμα» που επικρατούσε την εποχή εκείνη σχετικά με την ΕΣΔΑ, αναφέρθηκε σε έναν εξίσου φιλελεύθερο νομικό, τον Φαίδωνα Βεγλερή, σύμφωνα με τον οποίο η Σύμβαση αποτελούσε κείμενο άχρηστο στη ζωή του δικαίου μας, νησίδα ακατοίκητη μέσα σε ένα αρχιπέλαγος νόμων, τα δε δικαστήρια, σπανίως την επικαλούνταν.

Η μεγάλη συμβολή της ΕΣΔΑ και του Συμβουλίου της Ευρώπης στην προδικτατορική και δικτατορική Ελλάδα, τελικά, δεν ήταν η εφαρμογή της Σύμβασης, αλλά η ελληνική υπόθεση επί Χούντας, σύμφωνα με τον κ. Αλιβιζάτο.

Επιπροσθέτως, υπενθύμισε ότι αμέσως μετά την επιβολή της δικτατορίας, οι τρεις σκανδιναβικές χώρες, στις οποίες προστέθηκε αργότερα και η Ολλανδία, προσέφυγαν με διακρατική προσφυγή εναντίον της Ελλάδας στο Στρασβούργο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συνταχθεί έκθεση, σύμφωνα με την οποία η αποβολή της Ελλάδας ήταν βέβαιη, γεγονός που εξώθησε τη χώρα στην καταγγελία της Σύμβασης.

Η μεγάλη τομή, όπως τονίστηκε, για τη σχέση της ΕΣΔΑ με τη χώρα μας δεν ήταν η δεύτερη κύρωσή της με το νομοθετικό διάταγμα 53 του 74, αλλά η αναγνώριση της ατομικής προσφυγής από τον Θεόδωρο Πάγκαλο, τον Νοέμβριο του 1985. Έκτοτε και σε συνάρτηση με την έκδοση των πρώτων αποφάσεων στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η ΕΣΔΑ ήταν παρούσα τόσο στην ελληνική έννομη τάξη όσο και στα δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούσαν πλέον να παραβλέπουν το ερμηνευτικό δεδικασμένο της.

Παράλληλα -επέμεινε στο γεγονός ότι- η ΕΣΔΑ αλλά και η εν γένει εμπειρία του Στρασβούργου μας έχουν επηρεάσει καθοριστικά ως προς τον τρόπο που προσεγγίζουμε το δίκαιο. Με την κύρωση της ΕΣΔΑ και την εμπειρία του Στρασβούργου, καταλάβαμε ότι πρέπει να αποδίδουμε μεγαλύτερη σημασία στα πραγματικά περιστατικά, στις λεπτομέρειες. Προς την ίδια κατεύθυνση μάλιστα σημείωσε ότι ένα πρόβλημα των νομικών σχολών σήμερα είναι πως οι νέοι επιστήμονες, στα πρώιμα στάδια της καριέρας τους, αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στη σύνταξη ενός λεπτομερούς χρονολογικού πίνακα της υπόθεσης, διότι εξαρχής σκέπτονται με όρους ενστάσεων. Υπό την έννοια αυτή, ανέφερε ότι η έκθεση των πραγματικών περιστατικών στις αποφάσεις του Στρασβούργου αποτελεί μια σημαντική ώθηση και συμβολή για τους Έλληνες νομικούς.

Η δεύτερη μεγάλη συμβολή της ΕΣΔΑ, όπως τονίστηκε, συνδέεται με την εγκατάλειψη της τυπολατρίας και του υπέρμετρου σχολαστικισμού (excessive formalism) – μία συμβολή που ακόμη και σήμερα έχει εν μέρει υιοθετηθεί. Ενώ η τρίτη και πιο σημαντική συμβολή της Σύμβασης -τόνισε ότι- είναι η θεωρία του ζωντανού συντάγματος (living instrument). Άλλωστε, όπως υπενθύμισε στο κοινό, το Δικαστήριο του Στρασβούργου χρησιμοποίησε για πρώτη φορά αυτή τη διατύπωση, ότι δηλαδή η Σύμβαση δεν είναι ένα νεκρό και αποστεωμένο κείμενο, αλλά ζωντανό, δυναμικό και εξελισσόμενο, ήδη από το 1978, στην υπόθεση Τάιλερ κατά Ηνωμένου Βασιλείου.

Όσον αφορά τους παραδοσιακά ανοιχτούς Έλληνες δικαστές, ο κ. Αλιβιζάτος εντοπίζει μια παραδοξότητα σχετικά με την τελολογική ερμηνεία, η οποία -ως γνωστόν- δεν αποβλέπει στο γράμμα του Συντάγματος, αλλά στο πού απέβλεπε αντικειμενικά ο νομοθέτης. Όπως τόνισε, η θεωρία του ζωντανού Συντάγματος προχωράει πιο πολύ, καθότι δέχεται πως τα νεότερα στοιχεία πρέπει να λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη για την ερμηνεία του συνταγματικού κειμένου. Ο ίδιος, κομίζοντας ένα παράδειγμα στην εισήγησή του, τόνισε ότι το γεγονός πως το άσυλο της κατοικίας δεν περιλαμβάνει μόνο το εν στενή εννοία σπίτι αλλά και το γραφείο κάποιου, είναι κάτι που μπορεί να συναχθεί με τελολογική ερμηνεία. Αντιθέτως, όμως, κάτι τέτοιο, όπως παρατήρησε, δεν συμβαίνει στην περίπτωση του γάμου, δεν είναι δηλαδή εφικτό με την αξιοποίηση της τελολογικής ερμηνείας να συναχθεί ότι ο γάμος περιλαμβάνει τη σχέση μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μόνο με τη θεωρία του ζωντανού Συντάγματος μπορούμε ερμηνευτικά να προχωρήσουμε.

Πιο συγκεκριμένα και επί της ουσίας, ο ίδιος ανέφερε ότι η πρώτη μεγάλη συμβολή της Σύμβασης εντοπίζεται στην θρησκευτική ελευθερία. Υπενθύμισε μάλιστα ότι έως το 1993 – έτος κατά το οποίο άρχισαν να εκδίδονται οι πρώτες αποφάσεις του Στρασβούργου για το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ, την ελευθερία δηλαδή της συνείδησης και την θρησκευτική ελευθερία, δεν είχαν αχθεί ενώπιον του Στρασβούργου υποθέσεις με αυτό το αντικείμενο. Οι πρώτες αποφάσεις ήταν ελληνικές (Κοκκινάκης κατά Ελλάδας, Μανουσάκης κατά Ελλάδας), για να φτάσουμε σε μία υπόθεση που, κατά τη γνώμη του, είναι σταθμός στη νομολογία γύρω από αυτά τα θέματα, την υπόθεση Bayatyan κατά Αρμενίας, η οποία αναγνώρισε, μετά από 40 χρόνια αντίθετης νομολογίας, ότι υπάρχει δικαίωμα κατοχυρωμένο στην ΕΣΔΑ για την αντίρρηση συνείδησης. Αυτό, όπως τόνισε, πάλι με τη θεωρία του ζωντανού Συντάγματος, αποτέλεσε μια μεγάλη συμβολή, ειδικά στην Ελλάδα, όπου ο ρόλος της Εκκλησίας της Ελλάδος εναντίον των βασικών παραδοχών για την κατοχύρωση θρησκευτικής ελευθερίας είναι γνωστός.

Επιπροσθέτως, όπως υπογράμμισε, η δεύτερη δέσμη υποθέσεων η οποία διαφοροποίησε τις ερμηνευτικές μας προσεγγίσεις εντοπίζεται στο δίκαιο της ιδιοκτησίας. Χαρακτηριστική είναι, εν προκειμένω, η υπόθεση του Στρατή Ανδρεάδη κατά Ελλάδας, συνεργάτη της Χούντας και μεγάλου επιχειρηματία, όπως ασφαλώς και άλλες υποθέσεις περιβαλλοντικού δικαίου, με τις επιπτώσεις που αυτές κομίζουν στην ιδιοκτησία.

Από εκεί και πέρα -σημείωσε ότι- υπάρχουν και άλλες πολλές υποθέσεις του ΕΔΔΑ, οι οποίες έχουν παίξει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο και τα «χειροπιαστά τους αποτελέσματα δεν τα έχουμε δει ακόμη». Τέτοιες είναι οι υποθέσεις αστυνομικής βίας, με πρώτη την υπόθεση Μακαρατζής κατά Ελλάδας το 2004, στο πλαίσιο της οποίας το δικαστήριο θεώρησε ότι στοιχειοθετείται παραβίαση της προστασίας της ζωής. Το σκεπτικό της συγκεκριμένης απόφασης μας επιτρέπει να δίνουμε σήμερα σημαντικές μάχες εναντίον της συνεχιζόμενης αστυνομικής βίας στην Ελλάδα, όπως χαρακτηριστικά υποστήριξε. Ταυτόχρονα, εδώ πρέπει οπωσδήποτε, σύμφωνα με τον ίδιο, να προστεθεί η υπόθεση Molla Sali του 2019, με την οποία κρίθηκε το αθέμιτο της εφαρμογής της Σαρίας, καθώς και υποθέσεις μεταναστευτικού δικαίου, αλλά και επαναπροωθήσεων.

Ταυτόχρονα, ιδιαίτερη μνεία έκανε και στο πώς το ΕΔΔΑ μας έχει βοηθήσει σημαντικά στα ζητήματα της σεξουαλικής ελευθερίας. Άλλωστε, παρά την καταδίκη της χώρας μας στην υπόθεση Βαλλιανάτου, φέτος η ελληνική Πολιτεία, καθιερώνοντας τον γάμο ανεξαρτήτως φύλου, προχώρησε πέρα από το ελάχιστο προστασίας που καθιερώνει η ΕΣΔΑ.

Ο Καθηγητής Αλιβιζάτος ολοκλήρωσε την εισήγησή του, τονίζοντας ότι ο απολογισμός της ΕΣΔΑ στη χώρα μας είναι αναμφίβολα θετικός. Παρά το γεγονός ότι οι Σβώλος και Βλάχος δικαιώθηκαν το 1952, δεν κατάφεραν να δικαιωθούν στο σήμερα, και αυτό διότι ακόμα και το πιο συντηρητικό κείμενο στα χέρια ανεξάρτητων πραγματικά και προοδευτικών δικαστών, μπορεί, όπως επί λέξει παρατήρησε, «να δώσει θαύματα».

 

Ιωάννης Κτιστάκης

«Το γεγονός ότι πολλά δικαστήρια -όχι μόνο τα ανώτατα- κάνουν όλο και περισσότερες αναφορές στις αποφάσεις του Στρασβούργου επιβεβαιώνει ότι οι σχέσεις ανάμεσα στην ΕΣΔΑ και τη χώρα μας διανύουν μια εποχή ωριμότητας»

Εν συνεχεία, ακολούθησε ο εκλεγμένος δικαστής για την Ελλάδα στο ΕΔΔΑ Ιωάννης Κτιστάκης, ο οποίος υποστήριξε ότι υπάρχουν τρεις διακριτές περίοδοι της σχέσης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης με τη χώρα μας. Η πρώτη ξεκινάει το 1953 και ολοκληρώνεται με την αποχώρηση της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, το 1969. Η δεύτερη ξεκινάει τυπικά με τη δεύτερη επικύρωση, το 1974. Υπάρχει όμως και μια τρίτη περίοδος, η οποία ξεκίνησε το 2022 και την οποία ο ίδιος αποκαλεί η περίοδος της ωριμότητας της σχέσης της χώρας μας με την ΕΣΔΑ.

Πιο συγκεκριμένα, όπως σημείωσε, το 2022 συνέβησαν τα εξής δύο νομικά γεγονότα: αφενός τέθηκε σε ισχύ το δέκατο πέμπτο Πρωτόκολλο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και αφετέρου έχουμε την «είσοδο» της επικουρικότητας στο προοίμιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Παράλληλα, όμως, έχουμε και την περάτωση μίας συμβολικής εκκρεμότητας, την επίσημη απόδοση στη δημοτική γλώσσα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, με υπογραφή της νυν Προέδρου της Δημοκρατίας, Αικατερίνης Σακελλαροπούλου.

Ακολούθως, όπως υπογράμμισε, έχουμε μια εκτεταμένη νομολογία του Δικαστηρίου σε ακανθώδη ζητήματα, μεταξύ των οποίων εντάσσονται η θρησκευτική ελευθερία, η προστασία της περιουσίας, η αστυνομική βία, οι μειονότητες, οι υποθέσεις μεταναστευτικού δικαίου, αλλά και θέματα που άπτονται της σεξουαλικής ζωής. Πιο συγκεκριμένα και με αριθμούς, σχετικά με την Ελλάδα, έχουν εκδοθεί 1104 αποφάσεις, εκ των οποίων οι 989 είναι καταδικαστικές, οι 47 απορριπτικές, οι 20 έχουν περατωθεί με εθνικούς διακανονισμούς, καθώς και 48 άλλου είδους αποφάσεις. Πρόκειται για ένα σώμα νομολογίας, το οποίο, όπως εκτίμησε, καθοδηγεί τόσο τις εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια όσο και τον Έλληνα νομοθέτη, ως προς το τι πρέπει να κάνει στα διάφορα ακανθώδη ζητήματα. Ο ίδιος στάθηκε στην υπόθεση Molla Sali, την τελευταία καταδικαστική σε βάρος της Ελλάδας απόφαση με ευρεία σύνθεση του Δικαστηρίου. Στην Molla Sali, το Δικαστήριο προκειμένου να ερμηνεύσει τις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης, στηρίχθηκε στη Σύμβαση Πλαίσιο για την Προστασία των Μειονοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, την οποία η Ελλάδα δεν έχει κυρώσει, αν και έχει υπογράψει εδώ και είκοσι χρόνια. Δηλαδή, όπως υπογράμμισε ο δικαστής Κτιστάκης, στηρίχθηκε σε μία διεθνή σύμβαση, που την έχουν βέβαια επικυρώσει 39 μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά για να μπορέσει να προσδιορίσει το δικαίωμα επιλογής της προσφεύγουσας να παραμείνει ή να αποχωρήσει από την αναγνωρισμένη μειονότητα, στηρίχθηκε σε ένα κείμενο το οποίο δεν δεσμεύει, σύμφωνα με το δημόσιο διεθνές δίκαιο, τη χώρα. Εν προκειμένω, όπως τόνισε, παρατηρείται μια νομολογιακή τάση που έχει ακολουθήσει το Δικαστήριο και σε άλλες περιπτώσεις, με πιο χαρακτηριστικό και επίκαιρο παράδειγμα εκείνο της ενδοοικογενειακής βίας.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι στοιχείο της ωριμότητας είναι και οι φιλικοί διακανονισμοί. Περισσότερο από ποτέ, το ελληνικό κράτος προβαίνει σε φιλικούς διακανονισμούς, κάτι που επιβεβαιώνει ότι η ελληνική κυβέρνηση γνωρίζει τις σταθερές της νομολογίας του Στρασβούργου. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι το 2023 εκδόθηκαν δεκαοκτώ αποφάσεις από το Δικαστήριο, 16 ήταν καταδικαστικές, 2 απορριπτικές, ενώ έγιναν και 855 φιλικοί διακανονισμοί. Επιπλέον, η εποχή της ωριμότητας επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι πολλά δικαστήρια -όχι μόνο τα ανώτατα- κάνουν όλο και περισσότερες αναφορές σε αποφάσεις του Στρασβούργου.

Εντούτοις, όπως επεσήμανε ο δικαστής Κτιστάκης, υπάρχουν και σημαντικές προκλήσεις οι οποίες συνίστανται στην εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου. Τονίζεται ότι, με βάση το άρθρο 46 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης που είναι επιφορτισμένο με την εκτέλεση των αποφάσεων είναι η Επιτροπή Υπουργών. Στην περίπτωση της Ελλάδας, εκκρεμούν ενώπιον της Επιτροπής Υπουργών, πέντε μεγάλες κατηγορίες ανεκτέλεστων αποφάσεων, κάτι παραπάνω από δεκαπέντε έτη. Για την ακρίβεια η Επιτροπή, καθότι δεν είναι ικανοποιημένη, δεν τις έχει «κλείσει». Ειδικότερα, η πρώτη από αυτές τις κατηγορίες είναι η αστυνομική βία, αυτό που ονομάζουμε ατιμωρησία των αστυνομικών οργάνων. Η δεύτερη κατηγορία σχετίζεται με τα σωματεία της Θράκης, της μειονότητας. Η τρίτη κατηγορία αφορά τις συνθήκες κράτησης και η τέταρτη το μεταναστευτικό. Ενώ η πέμπτη κατηγορία αφορά τη μη συμμόρφωση της ελληνικής διοίκησης στις ελληνικές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές λοιπόν οι πέντε κατηγορίες, όπως τόνισε, εκκρεμούν πάνω από μια δεκαπενταετία και δείχνουν μια μεγάλη και συστημική αδυναμία των ελληνικών αρχών να κλείσουν αυτά τα κεφάλαια. Αυτή τη στιγμή μάλιστα -ανέφερε ότι- υπάρχουν πάνω από δυόμισι χιλιάδες εκκρεμείς προσφυγές, εκ των οποίων παραπάνω από τις μισές αφορούν το άρθρο 3, δηλαδή τις συνθήκες κράτησης στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας.

Κατά τη γνώμη του δικαστή Κτιστάκη, η Ελλάδα αν συγκριθεί με άλλες χώρες, αυτή η σύγκριση πρέπει να γίνει με τις χώρες που «συνάντησε» το 1981, όταν μπήκε στην τότε ΕΟΚ, όπως και με την Ισπανία αλλά και την Πορτογαλία. Και αυτό διότι, το 1981, για πρώτη φορά η Ελλάδα μπήκε σε ένα οργανωμένο υπερεθνικό σύστημα.

Συμπερασματικά, όπως σημείωσε, το 2022 ήταν ένα πολύ σημαντικό έτος, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διότι με την εισαγωγή της επικουρικότητας για πρώτη φορά στο προοίμιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης τονίστηκε και κανονιστικά κάτι που βέβαια υπήρχε στη νομολογία και στην πρακτική του Δικαστηρίου, δηλαδή το ζήτημα της συνεργασίας και του ρόλου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε σχέση με τα εθνικά δικαστήρια. Ταυτόχρονα, όμως, την ίδια περίοδο έτυχε να έχουμε δύο πολύ σημαντικές εξελίξεις στην Ευρώπη γενικότερα. Η πρώτη είναι η κρίση του δικαίου στην Πολωνία, η οποία οδήγησε το Δικαστήριο στην έκδοση έντεκα αποφάσεων και στην εγκαινίαση της νομολογίας περί προσωρινών μέτρων για την προστασία δικαστών στο πλαίσιο της δίκαιης δίκης, όπως και η έκδοση μίας εξίσου σημαντικής απόφασης σε βάρος της Ισλανδίας, πάλι για το καθεστώς των δικαστών. Σε όλες αυτές τις αποφάσεις το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, για να λειτουργήσει η επικουρικότητα, θα πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι ο εθνικός δικαστής είναι ανεξάρτητος. Όταν δεν υπάρχουν οι εγγυήσεις για την ανεξαρτησία των εθνικών δικαστών, δεν νοείται να εναποθέσουμε επί τη βάσει της επικουρικότητας, τυφλά, φορμαλιστικά και αυτόματα, τη διαφύλαξη του κράτους δικαίου στους δικαστές, δεδομένου ότι οι ίδιοι, τη στιγμή που διακυβεύονται σημαντικές πτυχές του ζωτικού τους έργου, είναι προφανές ότι αδυνατούν να διασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αυτή η ιδιαιτέρως σημαντική εξέλιξη της νομολογίας σηματοδοτεί σε γενικότερο επίπεδο αυτή τη νέα εποχή που υπάρχει στη νομολογία του Δικαστηρίου μετά το 2022, παρατήρησε, ολοκληρώνοντας την αποτίμησή του.

 

* Δημοσιεύτηκε στο “ΝΒ Daily”, το νομικό/ειδησεογραφικό portal της Νομικής Βιβλιοθήκης.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

14 − 13 =