Author Archives: admin

Διοικητικές κυρώσεις – Αντίθεση του αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ, στο Σύνταγμα

ΣτΕ 2067/2011 Τμ. B΄ επτ.

Διοικητικές κυρώσεις – Αντίθεση του αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ, στο Σύνταγμα

[…]

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2117/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 1206/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε προσφυγή των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 10/19.8.1997 πράξεως του ΣΤ΄ Τελωνείου Ε.Τ.Σ. Θεσσαλονίκης, με την οποία (α) αποδόθηκε στον πρώτον των αναιρεσειόντων, …. ……… , συμμετοχή σε τέσσερεις παραβάσεις λαθρεμπορίας υγρών καυσίμων με το τέχνασμα της εικονικής εξαγωγής, του καταλογίστηκαν διαφυγόντες φόροι συνολικού ύψους 17.968.436 δραχμών, για την καταβολή των οποίων κηρύχθηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος με τον …………. , και επιβλήθηκε στους συμμετέχοντες στις παραβάσεις αυτές, ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υποχρέους, πολλαπλούν τέλος συνολικού ύψους 143.747.488 δραχμών και κατ’ επιμερισμό στον πρώτο αναιρεσείοντα πολλαπλό τέλος ποσού 64.686.370 δραχμών, και (β) κηρύχθηκε η δεύτερη των αναιρεσειόντων, εταιρία ……….. , αστικώς συνυπεύθυνη για την πληρωμή του συνόλου των καταλογισθέντων ποσών διαφυγόντων φόρων και πολλαπλού τέλους, ύψους 161.715.924 δραχμών. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιορίστηκε στο ποσό των 158.196 ευρώ (53.905.308 δραχμών) το συνολικό ύψος του πολλαπλού τέλους για την καταβολή του οποίου κηρύχθηκε αλληλεγγύως υπεύθυνος ο πρώτος αναιρεσείων και αστικώς συνυπεύθυνη η δεύτερη αναιρεσείουσα, ήτοι στο τριπλάσιο των διαφυγόντων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, μειώθηκε στο ποσό των 71.188 ευρώ (24.257.389 δραχμών) το συνολικό ποσό του πολλαπλού τέλους που επιβλήθηκε ατομικώς σε βάρος του πρώτου των αναιρεσειόντων, ενώ απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η έφεσή τους.

3. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 3182/2010 παραπεμπτικής αποφάσεως του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση, λόγω μείζονος σπουδαιότητος, νομίμως δε συζητείται, κατ’ άρθρο 21 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α’ 8), παρά την απουσία των αναιρεσειόντων, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελητού του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης Ευστρατίας Μπαρμπέρη με ημερομηνία 2.11.2010, αντίγραφο της ως άνω παραπεμπτικής αποφάσεως, με την οποία είχε ορισθεί και δικάσιμος ενώπιον της παρούσης επταμελούς συνθέσεως, κοινοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2944/2001 (ΦΕΚ Α΄ 222).

4. Επειδή, στην παρούσα αναιρετική δίκη παρεμβαίνουν με το από 15.3.2011 κοινό δικόγραφο οι ομόρρυθμες εταιρίες «………….» και «………………………………..», επικαλούμενες την υπ’ αυτών άσκηση εννέα (9) αιτήσεων αναιρέσεως που αφορούν τα αυτά ζητήματα που τίθενται στην παρούσα υπόθεση και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο οι ως άνω εταιρίες δεν παρέστησαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε εμφανίσθηκαν οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους για να δηλώσουν ότι εγκρίνουν την άσκηση της εν λόγω παρεμβάσεως, ενώ, εξ άλλου, δεν προσκομίσθηκε, μέσω της Γραμματείας του Δικαστηρίου, συμβολαιογραφική πράξη παροχής πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο. Συνεπώς, η ως άνω παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη προεχόντως ελλείψει νομιμοποιήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 27 του π. δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), όπως ισχύει.

5. Επειδή, με το ν. 2127/1993 «Εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 48), ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: στο άρθρο 1 αυτού ότι «Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά» και ότι «καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου», στο άρθρο 2 ότι «1. Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας. 2. Ως εισαγωγή νοείται η είσοδος των προϊόντων αυτών από τρίτες χώρες στο εσωτερικό της χώρας. Εάν όμως τα προϊόντα έχουν τεθεί υπό τελωνειακό καθεστώς κατά την είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας, η εισαγωγή τους λογίζεται ότι γίνεται τη στιγμή που εξέρχονται από αυτό το καθεστώς. Με την επιφύλαξη των εθνικών και κοινοτικών διατάξεων, όσον αφορά τα τελωνειακά καθεστώτα, όταν τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και προέρχονται ή προορίζονται για τρίτη χώρα… βρίσκονται α) υπό κοινοτικό τελωνειακό καθεστώς διαφορετικό από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή β) έχουν τοποθετηθεί σε ελεύθερη ζώνη ή σε ελεύθερη αποθήκη… θεωρείται ότι βρίσκονται υπό καθεστώς αναστολής της επιβολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης… Επί των εισαγομένων και εξαγομένων προϊόντων του άρθρου 1 εφαρμόζονται οι διατάξεις της τελωνειακής και συναφούς νομοθεσίας», στο άρθρο 3 ότι «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) … γ) εγκεκριμένος αποθηκευτής: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές να παράγει, να μεταποιεί, να κατέχει, να παραλαμβάνει και να αποστέλλει κατά την άσκηση του επιτηδεύματός του προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη υπό καθεστώς αναστολής», στο άρθρο 4 παρ.1 ότι «Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση… Θεωρείται ως θέση σε ανάλωση των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης: α) κάθε έξοδος, ακόμα και αντικανονική, από καθεστώς αναστολής…», στο άρθρο 11 παρ. 3 ότι «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος ο εγκεκριμένος αποθηκευτής α) ….. β) επέχει ευθύνη έναντι του Δημοσίου για τους φόρους που αναλογούν στα προϊόντα», στο άρθρο 61 παρ. 3 ότι «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 67, η ευθύνη του εγκεκριμένου αποθηκευτή, ο οποίος πραγματοποίησε την αποστολή και ενδεχομένως του μεταφορέα, λήγει μόνο με την απόδειξη της παραλαβής των προϊόντων από τον παραλήπτη, που γίνεται με την προσκόμιση του θεωρημένου αντιτύπου του συνοδευτικού εγγράφου που προβλέπεται από τα άρθρα 64 και επόμενα», στο άρθρο 65 ότι «1. Το καθεστώς αναστολής του εδαφίου α΄ του άρθρου 3 λήγει με τη θέση των προϊόντων που υπάγονται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης σε τελωνειακό καθεστώς της παραγράφου 2 του άρθρου 2 … 2. Επίσης, το καθεστώς αναστολής λήγει όταν τα προϊόντα εξάγονται. Για την απόδειξη της πραγματοποίησης της εξαγωγής προσκομίζεται πιστοποιητικό που χορηγεί το τελωνείο εξόδου των προϊόντων από το κοινοτικό έδαφος. Το τελωνείο αυτό αποστέλλει στον αποστολέα επικυρωμένο το επιστρεπτέο αντίτυπο του συνοδευτικού εγγράφου που προορίζεται γι΄ αυτόν. 3. Σε περίπτωση μη τακτοποίησης του καθεστώτος αναστολής ο αποστολέας υποχρεούται εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία αποστολής των προϊόντων να ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του εσωτερικού της χώρας. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί επί δίμηνο, εφόσον υπάρχει δικαιολογητικός λόγος». Και, τέλος, στο άρθρο 67 ότι «4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δρχ. για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας».

6. Επειδή η ελληνική έννομη τάξη αντιμετώπιζε ανέκαθεν ιδιαίτερα αυστηρά την λαθρεμπορία, προκειμένου να την καταστήσει αποτρεπτική για τους ενδιαφερόμενους παρά τα τεράστια κέρδη που συνεπάγεται. Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 100 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, ΦΕΚ Α΄ 73), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του α.ν. 2081/1939 (ΦΕΚ Α΄ 495), «Λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, υποκειμένων είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ΄ αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των υπ΄ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον», σύμφωνα δε με την περίπτωση θ΄ της επόμενης παρ. 2, που προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952 (ΦΕΚ Α΄ 113), ως λαθρεμπορία θεωρείται και «η αγορά, πώλησις και κατοχή εμπορευμάτων εισαχθέντων ή τεθέντων εις την κατανάλωσιν κατά τρόπον συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας». Εξ άλλου, με το άρθρο 3 του α.ν. 1514/1950 (ΦΕΚ Α΄ 240) ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 1591/1950 (ΦΕΚ Α΄ 295), προστέθηκε παράγραφος 2 στο άρθρο 89 του Τελωνειακού Κώδικα, βάσει της οποίας το κατά το άρθρο 100 του Τελωνειακού Κώδικα περιγραφόμενο (περιπτωσιολογικώς και εννοιολογικώς) αδίκημα της λαθρεμπορίας χαρακτηρίζεται νόμω και ως τελωνειακή παράβαση, ασχέτως του αν τούτο ήθελε κριθεί ή μη υπό των ποινικών δικαστηρίων αξιόποινο. Ούτω, σύμφωνα με την διάταξη αυτή της παρ. 2 του άρθρου 89 «Ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται … η καθ΄ οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσι δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου, και αν έτι ήθελε κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας». Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του α.ν. 1514/1950 προστέθηκαν παρ. 3 και 8 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, στις οποίες, όπως η παρ. 3 τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του ν. 495/1976 (ΦΕΚ Α΄ 337), ορίζεται αντίστοιχα ότι «Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παρ. 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών επιβάλλεται κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επομ. του παρόντος ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενο ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων εν συνόλω, δια πάντας τους συνυπαιτίους» και ότι «Ουδεμίαν επιρροήν εξασκεί επί των αποφάσεων των Δικαστηρίων η αθωωτική ή καταλογιστική απόφασις των Διοικητικών Δικαστηρίων και Επιτροπών ουδέ τανάπαλιν». Εν όψει του νομοθετικού αυτού καθεστώτος, καθώς το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι «στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει….» και στο άρθρο 96 παρ.1 ότι «στα τακτικά ποινικά δκαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι», γίνεται παγίως και ανεξαιρέτως δεκτό ότι επί λαθρεμπορίας, το Σύνταγμα ανέθεσε λόγω εξειδικεύσεως την επίλυση των μεν διαφορών από πράξεις της τελωνειακής αρχής στα διοικητικά δικαστήρια, των δε ποινικών στα ποινικά. Ελλείψει, μάλιστα, διατάξεως αντίστοιχης του άρθρου 94 παρ. 3, που κατ’ εξαίρεση επιτρέπει, σε ειδικές περιπτώσεις να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών στα πολιτικά, η εν λόγω υπαγωγή των επιμάχων διαφορών στα διοικητικά και ποινικά δικαστήρια αντίστοιχα είναι αποκλειστική. Εξ άλλου, το άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α΄ 97), υπό τον τίτλο «Δέσμευση από αποφάσεις άλλων δικαστηρίων», ορίζει ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη».

7. Επειδή, όπως γίνεται παγίως δεκτό (βλ. ΣτΕ 990/2004 Ολομ. κλπ), οι μνημονευθείσες διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σε συνδυασμό ερμηνευόμενες, έχουν την έννοια ότι η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία και το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει επί υποθέσεως επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αλλά υποχρεούται απλώς να την συνεκτιμήσει κατά την διαμόρφωση της κρίσεώς του. Αν και κατά την γνώμη του Προέδρου, του Συμβούλου Εμμ. Κουσιουρή και του Παρέδρου Ι. Σύμπλη, η ρητή διάταξη του άρθρου 97 παρ. 8 του Τελωνειακού Κώδικα, ως έχει μετά την μερική τροποποίησή της με το άρθρο 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, ενόσω δεν κρίνεται αντίθετη στο Σύνταγμα, απαγορεύει, πλην της περιπτώσεως της αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως, τόσο στο διοικητικό, όσο και στο ποινικό δικαστήριο να λάβει υπ’ όψη ως νόμιμο στοιχείο κρίσεως απόφαση δικαστηρίου του άλλου κλάδου. Δεν τίθεται, συνεπώς, κατά την άποψη αυτή, θέμα συνεκτιμήσεως μιας τέτοιας αποφάσεως.

8. Επειδή, αφ’ ετέρου, η Ελλάδα, η οποία είχε κυρώσει με το ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256) την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κύρωσε με τον ν. 1705/1987 (ΦΕΚ Α΄89) και το 7ο Πρόσθετο Πρωτόκολλό της, που, με διάταξη ανάλογη του άρθρου 57 παρ. 1 του Κώδικα της Ποινικής Δικονομίας (π.δ. 258/1986, ΦΕΚ Α΄121), κατά το οποίο «Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ` αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός», στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζει ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού».

9. Επειδή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο, κατά το άρθρο 19 της ΕΣΔΑ, έχει συσταθεί προκειμένου να διασφαλισθεί ο σεβασμός των συμβαλλομένων Κρατών προς τις υποχρεώσεις τους και το οποίο έχει, κατά το άρθρο 32 της ΕΣΔΑ, δικαιοδοσία σε όλα τα θέματα που αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων της, ερμηνεύει την διάταξη αυτή με τρόπο ανάλογο εκείνου του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που αναφέρεται σε «κατηγορία ποινικής φύσεως». Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να μην διαφεύγει κάθε Κράτος των υποχρεώσεών του μεταμφιέζοντας καταδίκες και διώξεις που, ως εκ της φύσεώς τους, είναι πράγματι ποινικές σε άλλης μορφής κυρώσεις, όπως π.χ. σε διοικητικές, έκρινε ότι η ένταξη μιας κύρωσης στην ύλη του διοικητικού δικαίου κατά την εσωτερική έννομη τάξη, δεν αρκεί για να αποκλείσει την υπαγωγή της στις “κατηγορίες ποινικής φύσεως” κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Προς τούτο χρησιμοποίησε τρία κριτήρια, τα γνωστά και ως «κριτήρια Engel» (από την απόφαση αρχής του ΕΔΔΑ της 8 Ιουνίου 1976, Engel και λοιποί κατά Ολλανδίας, σκ. 85, Series A no. 22), το αν η σχετική νομοθετική διάταξη ανήκει στην ύλη του εθνικού ποινικού δικαίου, την φύση της παραβάσεως και, τέλος, την φύση και τον βαθμό σοβαρότητας της κυρώσεως που κινδυνεύει να υποστεί ο ενδιαφερόμενος. Με βάση αυτά, ενέταξε στις ποινικής φύσεως τις κυρώσεις που προβλέπονται στο ελληνικό δίκαιο για τελωνειακές παραβάσεις (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 24.9.1997, Γαρυφάλλου ΑΕΒΕ κατά Ελλάδος, 93/1996/712/909), κάτι που αποδέχθηκε και η νομολογία του Δικαστηρίου τούτου (ΣτΕ 689/2009 επταμ.), έστω και αν τα πολλαπλά τέλη, ως απλές οικονομικές κυρώσεις, δεν έχουν, ανεξαρτήτως του ύψους τους, τον ατιμωτικό χαρακτήρα των στερητικών της ελευθερίας κυρώσεων που, πράγματι, δικαιολογεί μια τέτοια κρίση. Στην συνέχεια, το ΕΔΔΑ διευκρίνισε ότι η έννοια της ποινικής διώξεως ή καταδίκης στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου είναι αντίστοιχη της εννοίας της κατηγορίας ποινικής φύσεως του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και, συνεπώς, ισχύουν και στην περίπτωση αυτή τα κριτήρια Engel, διευρυμένα ώστε να περιλαμβάνουν και το κατά πόσο ένα μέτρο επιβάλλεται ως επακόλουθο ποινικής καταδίκης και των διαδικασιών λήψεως και επιβολής του μέτρου (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ επί του παραδεκτού της 11.12.2007, Haarvig κατά Νορβηγίας, 11187/05, υπό κεφ. Β’). Ένας ειδικότερος προβληματισμός που αναπτύχθηκε στους κόλπους του ΕΔΔΑ σε σχέση με το πότε συντρέχει η «ίδια παράβαση», κατέληξε με την απόφασή του σε μείζονα σύνθεση της 10.2.2009, Zolotukhin κατά Ρωσίας, 14939/03, σκ.82-84, καθώς και την απόφαση της 16.6.2009, Ruotsalainen κατά Φινλανδίας, 13079/03,σκ. 49 επομ., ότι υφίσταται ταυτότητα αδικημάτων, όταν πρόκειται για ταυτόσημα ή ουσιωδώς όμοια πραγματικά περιστατικά, στα οποία εμπλέκεται ο ίδιος δράστης και τα οποία έχουν ενότητα τόπου και χρόνου, ανεξάρτητα από το νομικό τους χαρακτηρισμό.

10. Επειδή, η εφαρμογή της νομολογίας αυτής του ΕΔΔΑ στην ελληνική έννομη τάξη οδηγεί σε απροσδόκητα αποτελέσματα. Έτσι, όταν οι δυο διαδικασίες, διοικητική και ποινική, κινούνται η μια κατά νομικού προσώπου, και η άλλη κατά του νομίμου εκπροσώπου του, έστω και αν πρόκειται για την ίδια ουσιαστικά επιχείρηση, δεν υπάρχει για το ΕΔΔΑ κανένα απολύτως πρόβλημα, αφού τυπικά πρόκειται για δυο διακεκριμένα πρόσωπα (βλ. ΕΔΔΑ της 6.12.2007, Γιαννετάκη Ε. & Σ. Μεταφορική ΕΠΕ κλπ. κατά Ελλάδος, 29829/2005). Όταν, όμως, οι δυο διαδικασίες κινούνται κατά του αυτού φυσικού προσώπου, όπως εν προκειμένω, τότε, κατά το ΕΔΔΑ, τίθεται θέμα προσβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τούτου. Γιατί οι δυο διαδικασίες δεν εμποδίζονται μεν να κινηθούν παράλληλα, όμως, η πρώτη που οριστικοποιείται, οποιαδήποτε, καθιστά επιβεβλημένη την ακύρωση της άλλης λόγω παραβάσεως της αρχής non bis in idem. Όταν, λοιπόν, το διοικητικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η οικεία διαδικασία στα ποινικά δικαστήρια έχει ολοκληρωθεί με αμετάκλητη απόφαση, είτε καταδικαστική είτε αθωωτική, υποχρεούται όχι να δεσμευθεί εν μέρει από αυτήν, είτε, έστω την συνεκτιμήσει, αλλά, εκ τούτου και μόνο, να ακυρώσει το πολλαπλό τέλος που επιβλήθηκε από τις τελωνειακές αρχές. Αντίστοιχα, όταν το ποινικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η διαδικασία στα διοικητικά δικαστήρια έχει ολοκληρωθεί με αμετάκλητη απόφαση, οφείλει, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, εκ τούτου και μόνο, να παύσει την ποινική δίωξη. Είναι προφανές ότι, για το ΕΔΔΑ, το σύστημα που έχει κατά νουν ο έλληνας νομοθέτης, συντακτικός και κοινός, δεν μπορεί να λειτουργήσει. Θα πρέπει, κατά την βούλησή του, να υπάρξει ένα εξ αρχής νέο, στο οποίο όλες οι κυρώσεις, διοικητικές και ποινικές, να επιβάλλονται από ένα μόνο δικαστήριο. Αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι επιτρεπτό αφού, μάλιστα, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το Σύνταγμα, ελλείψει διατάξεως αντίστοιχης εκείνης του 94 παρ. 3, στο μεν διοικητικό δικαστήριο ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα η επίλυση των διοικητικών διαφορών, στο δε ποινικό η των ποινικών υπό την έννοια που τους δίνει όχι το ΕΔΔΑ, αλλά η ελληνική έννομη τάξη.

11. Επειδή, είναι μεν αναμφισβήτητο ότι η αρχή του non bis in idem έχει πεδίο εφαρμογής όταν ο πολίτης, που εύλογα πιστεύει ότι κατόπιν μιας αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως έληξε οριστικά η δικαστική του εμπλοκή, βρίσκεται ξαφνικά και πάλι αντιμέτωπος με νέα, αυτό, όμως, δεν φαίνεται να συμβαίνει, ώστε να τίθεται ζήτημα καταπατήσεως των ανθρώπινων δικαιωμάτων του, και όταν αυτός εξ αρχής γνωρίζει ότι, λόγω του θεσπισμένου δικονομικού συστήματος, ένα μέρος της ευθύνης του θα κριθεί από ένα κλάδο δικαστηρίων, και ένα άλλο από άλλο, όπως επί τόσες δεκαετίες συμβαίνει στην Ελλάδα. Περαιτέρω, εφ’ όσον το ρητό γράμμα του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αναφέρεται σε «ποινική» καταδίκη και δίωξη και σε «ποινική δικονομία» των Κρατών, η Ελλάδα, προσχωρώντας σε αυτό και αποβλέποντας στο γράμμα της σχετικής διατάξεως, ανάλογης, όπως αναφέρθηκε, της ρυθμίσεως του άρθρου 57 παρ. 1 της Ποινικής της Δικονομίας, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι μέσω μιας συνεχώς σε βάθος χρόνου εξελισσομένης νομολογίας του ΕΔΔΑ, αναλάμβανε διεθνείς δεσμεύσεις αντίθετες σε πάγια ριζωμένες νομικές της παραδόσεις και στο ίδιο της το Σύνταγμα, όταν, μάλιστα, η διάταξη αυτή δεν έχει διατύπωση και σκοπό που συμπίπτουν κατ’ ανάγκη με το αναφερόμενο στο δικαίωμα για χρηστή απονομή της δικαιοσύνης άρθρο 6 της ΕΣΔΑ η οποία θεσπίσθηκε σε άλλο χρονικό σημείο. Έστω, λοιπόν, και αν η ΕΣΔΑ έχει αναθέσει στο ΕΔΔΑ την ερμηνεία της, δεν είναι προφανές ότι η, εξ αγαθής, ασφαλώς, προαιρέσεως τούτου, διορθωτική ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως συνάδει με το γράμμα και τον σκοπό της, την στιγμή, μάλιστα, που η Ελλάδα, η οποία έχει θεσπίσει από το 1950 την νομοθεσία που αναφέρθηκε, ασφαλώς δεν την θέσπισε για να αποφύγει τις προς το 7ο πρόσθετο Πρωτόκολλο διεθνείς υποχρεώσεις της, το οποίο υπέγραψε 35 χρόνια μετά, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΕΔΔΑ ύστερα από 20 ακόμη χρόνια. Άλλωστε, η διατύπωση αποφάσεων του ίδιου του ΕΔΔΑ, όταν αυτό έχει ασχοληθεί με την ελληνική νομοθεσία και, ειδικότερα, η αποφυγή κάθε σχετικής επισημάνσεως αφήνουν να εννοηθεί ότι δεν υπάρχει σχετική αντίθεσή της προς την επίμαχη διάταξη (αποφάσεις της 11.1.1997, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, 35533/04, σκ. 30 και της 6.12.2007, Γιαννετάκη Ε. και Σ. Μεταφορική ΕΠΕ κλπ. κατά Ελλάδος, σκ. 36). Εν πάση περιπτώσει, και αν, ακόμη, είναι εφαρμοστέα η νομολογία του ΕΔΔΑ όπως διευκρινίσθηκε τελικά με την απόφαση Zolotukhin, πρέπει, κατ’ αναλογία με τα ισχύοντα στην εσωτερική έννομη τάξη βάσει της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, να θεωρηθεί ότι καταλαμβάνει τις υποθέσεις που δημιουργούνται μετά την διαμόρφωσή της, και όχι πριν από αυτήν. Και αυτό, αφ’ ενός για να δίνεται στα Κράτη η δυνατότητα προσαρμογής της νομοθεσίας, ενδεχομένως δε και του Συντάγματός τους προς την εκάστοτε εξελισσομένη νομολογία του ΕΔΔΑ που, στην προκειμένη περίπτωση, καταλύοντας το ερειδόμενο σε διαφορετικές αντιλήψεις σύστημα του έλληνα νομοθέτη, καταστρέφει εντελώς τον αποτρεπτικό για την λαθρεμπορία στόχο του με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αφ’ ετέρου δε για να αποφευχθούν εντελώς συμπτωματικές, άνισες, λύσεις και να μην δίνεται σε ενδεχόμενους δράστες λαθρεμπορίας, η δυνατότητα, κατ’ επίκλησή της, να διαφεύγουν τις κυρώσεις που τους επιφυλάσσει μια νομοθεσία, την οποία από μακρού γνωρίζουν. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω γιατί θα αντέβαινε προς τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ.1 του Συντάγματος. Πράγματι, εφ’ όσον, κατά τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη, το διοικητικό δικαστήριο που διαπιστώνει ότι έχει υπάρξει αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου υποχρεούται εκ τούτου και μόνο να ακυρώσει το πολλαπλό τέλος που επιβλήθηκε από τις τελωνειακές αρχές, το δε ποινικό δικαστήριο, σε ανάλογη περίπτωση, να παύσει εκ τούτου και μόνο την ποινική δίωξη, η διάταξη αυτή του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, έτσι εφαρμοζομένη, καταλήγει κατ’ ουσίαν να στερεί το δικαστήριο, διοικητικό ή ποινικό, της υποχρεώσεώς του να κρίνει την διαφορά, διοικητική ή ποινική, που του έχει αναθέσει το Σύνταγμα, το οποίο δεν αντιλαμβάνεται τους σχετικούς όρους με τον τρόπο που τους αντιλαμβάνεται το ΕΔΔΑ κατά την ερμηνεία του εν λόγω Πρωτοκόλλου. Και ναι μεν η ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλά της έχουν στο ελληνικό δίκαιο, όπως κάθε διεθνής σύμβαση, την υπερνομοθετική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυτό όμως ούτε ορίζει, ούτε αφήνει να νοηθεί ότι έχουν και υπερσυνταγματική ισχύ. Έτσι, μπορεί μεν εύλογα τα Κράτη που υπογράφουν μια διεθνή σύμβαση να περιμένουν την τήρησή της εκ μέρους των λοιπών συμβαλλομένων Κρατών υπό την έννοια ότι αυτά δεν θα μπορούν να αντιτάξουν τα συντάγματά τους, όμως, από καμία διάταξη του Συντάγματος δεν συνάγεται ότι ο έλληνας δικαστής μπορεί να το παραμερίσει χωρίς να εξέρχεται του πλαισίου των υποχρεώσεων που του διαγράφουν τα άρθρα 87 παρ. 2 («Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους, και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος») και 93 παρ. 4 («Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα»), τούτο δε έστω και αν η στάση του έχει ως συνέπεια να τεθεί ζήτημα διεθνούς ευθύνης της Ελλάδας. Συνεπώς, εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ εν προκειμένω. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει και η συγκλίνουσα γνώμη της Παρέδρου Κ. Λαζαράκη, μόνον, όμως, για τον λόγο της αντισυνταγματικότητας. Κατά την περαιτέρω γνώμη του Παρέδρου Ι. Σύμπλη, δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης των άρθρων 89 παρ. 3 και 100 του ΤΚ προς την αρχή non bis in idem, προεχόντως διότι δεν αντίκειται στην αρχή αυτή η σωρευτική επιβολή πλειόνων ποινών (πρβλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ της 2.7.2002, Goktan κατά Γαλλίας, 33402/96, σκ. 44-50, της 14.9.1999, επί του παραδεκτού, Ponsetti και Chesnel κατά Γαλλίας, 36855/97 και 41731/98), ούτε η ανάθεση σε διαφορετικά όργανα της αρμοδιότητας για την επιβολή της κάθε μιάς από τις ποινές αυτές (αποφάσεις ΕΔΔΑ της 21.9.2006, Maszni κατά Ρουμανίας, 59892/00 σκ. 66-70, της 13.12.2005, επί του παραδεκτού, Christoffer Nilsson κατά Σουηδίας, 73661/01). Εξ άλλου, στον εθνικό νομοθέτη απόκειται να επιλέξει αν η μία ποινή θα είναι απλώς παρεπόμενη (αν δηλαδή η καταδικαστική απόφαση της μιάς αρχής θα είναι δεσμευτική για την άλλη – πρβλ. Maszni κατά Ρουμανίας), ή αν οι δύο παράλληλες διαδικασίες θα είναι (όπως προβλέπουν τα άρθρα 89 και 100 του ΤΚ) ανεξάρτητες και αυτοτελείς, εφ’ όσον μάλιστα τούτο αποτελεί συνέπεια της συνταγματικά καθιερωμένης διάκρισης μεταξύ ποινικής και διοικητικής δικαιοδοσίας (αποφάσεις ΕΔΔΑ επί του παραδεκτού της 11.1.2000, Andr? Le Meignen κατά Γαλλίας, 41544/98, Ponsetti και Chesnel κατά Γαλλίας, της 24.6.2003, Bernard Gauthier κατά Γαλλίας, 61178/00, της 11.5.2010, Antoine Versini κατά Γαλλίας, 11898/00, σκ. 39- 40, 49, 52, 57, 71-72). Άλλωστε, τα πολλαπλά τέλη δεν αποσκοπούν αυτοτελώς στον ποινικό κολασμό του δράστη, αλλά είναι παρακολούθημα της καταλογιστικής πράξης και έχουν άλλη βαρύτητα (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ επί του παραδεκτού της 4.3.2008, Garretta κατά Γαλλίας, 2529/04, σκ. 79-92), προϋποθέσεις επιβολής (δεν προσαπαιτείται σκοπός περιουσιακής βλάβης του Δημοσίου – ΣτΕ 594/2011, 522/2005 κ.ά.), και σκοπό (και αντίστοιχους κανόνες επιμέτρησης), που είναι να διασφαλίσουν τα δημοσιονομικά δικαιώματα του δημοσίου, και την τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 14.9.2004, επί του παραδεκτού, Rosenquist κατά Σουηδίας, 60619/00, βλ. και αποφάσεις ΕΔΔΑ της 8.6.1995, Jamil κατά Γαλλίας, 11/1994/458/539, σκ. 14, Goktan κατά Γαλλίας, σκ. 48, της 24.10.1986, Agosi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 9118/80, σκ. 63-67), καθιστώντας την παράβαση οικονομικά ασύμφορη. Τον ίδιο σκοπό (τον εξαναγκασμό σε επιμέλεια κατά τις συναλλαγές) υπηρετεί και ο θεσμός της αστικής συνυπευθυνότητας. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Ευ. Νίκα, η οποία διετύπωσε την ακόλουθη γνώμη: εφ’ όσον επί λαθρεμπορίας προβλέπεται από το νομοθέτη η επιβολή κυρώσεων, αφ’ ενός μεν, από τα ποινικά δικαστήρια, αφ’ ετέρου δε, από την Διοίκηση, η δε διαδικασία ενώπιον της Διοικήσεως και περαιτέρω ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, απολήγουσα ή δυναμένη να απολήξει στην επιβολή πολλαπλού τέλους, έχει και αυτή, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων Engel, ποινικό χαρακτήρα, η όλη ρύθμιση, συνισταμένη σε δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες αλλήλων ποινικές διαδικασίες, εμπίπτει, σύμφωνα με την απόφαση Zolotukhin, που αναθεώρησε όλη την προγενέστερη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, στο πεδίο εφαρμογής της αρχής nοn bis in idem του άρθρου 4 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου αριθμ. 7 της ΕΣΔΑ, το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ, και, συνεπώς, κατά τα προαναφερθέντα, εφ’ όσον η μια διαδικασία καταλήξει σε κρίση καταδικαστική ή αθωωτική, η άλλη διαδικασία (δίωξη) πρέπει να παύσει. Υπογραμμίζεται ότι αυτή ακριβώς η διπλή διαδικασία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αρχής nοn bis in idem και όχι η δυνατότητα του κράτους να επιβάλει πλείονες κυρώσεις για την ίδια παράβαση, εφ’ όσον αυτές αποτελούν αντικείμενο αποφάσεως στο πλαίσιο μιας ενιαίας διαδικασίας (una via). Εξ άλλου, η δέσμευση των δικαστηρίων μιας δικαιοδοσίας από το δεδικασμένο των αποφάσεων των δικαστηρίων άλλης δικαιοδοσίας δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. άρθρ. 5 παρ. 2 ΚΔΔ, άρθρο 2 ΚΠολΔ), εφ’ όσον πρόκειται για απολύτως ταυτόσημη παράβαση, αντιθέτως εναρμονίζεται πλήρως προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Σημειωτέον δε, ότι στη περίπτωση της λαθρεμπορίας, η οποία, λόγω της σοβαρότητάς της έχει αναχθεί σε ποινική παράβαση, ήτοι αποτελεί «έγκλημα», κατά την διατύπωση του άρθρου 96 παρ. 1 του Συντάγματος, ο εν λόγω ποινικός χαρακτήρας της είναι παρών και στις δύο διαδικασίες και, συνεπώς, η πρόβλεψη επιβολής κυρώσεων για το εν λόγω ποινικό αδίκημα στα πλαίσια διοικητικής διαδικασίας, που δεν θα πληρούσε τους όρους της “δίκαιης”, κατά την ΕΣΔΑ, ποινικής διαδικασίας, ως μη δεσμευομένη, μεταξύ άλλων, από την αρχή ne bis in idem, θα αντέκειτο, αυτή πλέον, στο άρθρο 96 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Επιπροσθέτως, η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στο σύστημα των κυρώσεων της λαθρεμπορίας δεν οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα, αναλόγως εάν οι δυο διαδικασίες κινηθούν κατά του ιδίου προσώπου ή η μια κατά νομικού προσώπου και η άλλη κατά του νομίμου εκπροσώπου του διότι, κατά την πάγια νομολογία, δεν μπορεί να καταλογισθεί λαθρεμπορία σε νομικό πρόσωπο και, αποκλείεται, κατά νόμο, η επιβολή πολλαπλού τέλους για λαθρεμπορία σε νομικό πρόσωπο, το οποίο, σε περίπτωση που ο εκπρόσωπός του διέπραξε λαθρεμπορία, μόνον αλληλέγγυο αστική ευθύνη κατά τους όρους των άρθρων 108-110 Τ.Κ. μπορεί να έχει (Σ.τ.Ε. 671/2010, 2803/2003 , 2242/1997 , 230/1931 ). Περαιτέρω, η επίκληση της αρχής της ασφαλείας του δικαίου δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την μη εφαρμογή της αρχής non bis in idem, ήτοι να δικαιολογήσει την στέρηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος προστατευομένου από την ΕΣΔΑ, δοθέντος μάλιστα ότι κατά το ΕΔΔΑ, η ελευθερία επιλογής ως προς τα μέσα συμμορφώσεως προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από την Σύμβαση δεν μπορεί να διευρυνθεί ώστε να περιλάβει και την αναστολή εφαρμογής της Συμβάσεως και των Προσθέτων Πρωτοκόλλων της μέχρι την αναμόρφωση του εσωτερικού δικαίου (απόφαση EΔΔΑ της 29 Νοεμβρίου 1991, Vermeire κατά Βελγίου, 12849/87, σκ. 26, απόφαση Cour de cassation, assembl….. , της 15 Απριλίου 2011, P 10- 17.049, F 10-30.313, J 10-30.316 και D 10- 30.242). Τέλος, εν όψει του εφαρμοστέου στην προκειμένη υπόθεση ν. 2127/1993 που συνιστά εναρμόνιση του εθνικού δικαίου προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος, μεταξύ άλλων, των πετρελαιοειδών προϊόντων και δεδομένου ότι η αρχή ne bis in idem αποτελεί αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου (βλ.απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006, C-308/04 P, SGL Carbon AG κατά Επιτροπής), και περιεχόμενο του άρθρου 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ισχύει μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λισσαβώνας, ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξασφαλίζει την τήρησή της και, επομένως, στον βαθμό που οι εθνικές δικονομικές διατάξεις εμποδίζουν την αποτελεσματική διασφάλιση της ως άνω αρχής ο εθνικός δικαστής δεν πρέπει να τις εφαρμόσει (βλ. αίτηση του Haparanda Tingsratten, Σουηδία, προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, C-617/10, Hans Akerberg Fransson).

12. Επειδή, περαιτέρω, η ΕΣΔΑ ορίζει στο άρθρο 6 παρ. 2 ότι «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του». Το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας την διάταξη αυτή, δέχεται παγίως ότι δικαστικές αποφάσεις που έπονται της τελεσίδικης αθωώσεως κατηγορουμένου δεν πρέπει να την παραβλέπουν ηθελημένα, έστω και αν εχώρησε λόγω αμφιβολιών (απόφαση της 27.9.2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, 35522/04). Και ναι μεν, κατά το ΕΔΔΑ, σκοπός τούτου δεν είναι να εξετάσει τον βαθμό δεσμεύσεως των διοικητικών δικαστηρίων από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, καθώς, κατ’ αυτό, η ερμηνεία της εγχώριας νομοθεσίας είναι έργο των εθνικών δικαστηρίων (σκέψη 37 της ως άνω αποφάσεως), καταλήγοντας, πάντως, στην κρίση ότι υπάρχει παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας όποτε το διοικητικό δικαστήριο δεν ακολουθεί προηγούμενη αθωωτική απόφαση του ποινικού, κατ’ ουσίαν δεν του αφήνει κανένα περιθώριο. Θα πρέπει, συνεπώς, να ακυρώσει την σχετική διοικητική πράξη. Προφανώς, με την ίδια λογική, αφού, όπως αναφέρθηκε, και διοικητικές κυρώσεις εντάσσονται με βάση τα «κριτήρια Engel» στις ποινικής φύσεως, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι και η τελεσίδικη απαλλαγή από αυτές με ακυρωτική απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου έχει ανάλογες συνέπειες, συνιστώντας αθωωτική απόφαση και κωλύοντας, συνεπώς, το ποινικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται εκ των υστέρων να ασχοληθεί με την ουσία της ενώπιόν του ποινικής υποθέσεως. Όμως, η νομολογία αυτή του ΕΔΔΑ, που έχει διαμορφωθεί σε περιπτώσεις που καταλογίζεται στον ενδιαφερόμενο μια συμπεριφορά η οποία είτε συνιστά διακεκριμένη διοικητική και ποινική παράβαση που, καταστρωμένη στην νομοθεσία υπό διάφορες προϋποθέσεις, κολάζεται αυτοτελώς, και διοικητικά και ποινικά, όπως σε ένα πειθαρχικό και ποινικό αδίκημα ή σε μια παράβαση του ΚΟΚ και του Ποινικού Κώδικα, είτε, αν δεν αποτελεί διοικητική παράβαση, πάντως, εντάσσεται σε σχετική διοικητική διαδικασία, όπως επί υποβολής ψευδούς δηλώσεως για χορήγηση εργατικής κατοικίας στην υπόθεση Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, δεν έχει πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση που καταλογίζεται στον ενδιαφερόμενο μια μόνο παράβαση η οποία, υπό τις αυτές προϋποθέσεις, αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα ελεγχόμενο από τον ποινικό δικαστή, και διοικητική παράβαση, ελεγχόμενη από τον διοικητικό, όπως η λαθρεμπορία κατά τις ως άνω διατάξεις του ελληνικού δικαίου, γιατί τότε απορροφάται από το ζήτημα που κατ’ εξοχήν προτάσσεται, το κατά πόσο έχει ή όχι πεδίο εφαρμογής η αρχή non bis in idem (πρβλ. Carlberg κατά Σουηδίας αιτ. 9631/04, 3ο Τμήμα, επί του παραδεκτού, σκ. 63-70, Ponsetti & Chesnel σκ. 6, Versini σκ. 76-78, Ruotsalainen σκ. 59). Άλλωστε, και αν ακόμη έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η ως άνω νομολογία, δεν αποκλείει, κατά την έννοιά της, να στηρίξει την κρίση του το εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο σε στοιχεία διαφορετικά εκείνων στα οποία είχε στηρίξει την κρίση του το ποινικό, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Πάντως, αν, σε αντίθεση με τα παραπάνω, θεωρηθεί ότι το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ καταλαμβάνει την παρούσα υπόθεση υπό την έννοια ότι αποκλείει στο διοικητικό δικαστήριο να την λύσει διαφορετικά από ό,τι το ποινικό, θα αντέβαινε και αυτό προς τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος για τους λόγους που αναφέρθηκαν αναλυτικά στις προηγούμενες σκέψεις. Aν και κατά την γνώμη της Συμβούλου Ε. Νίκα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, το διατακτικό μιας αθωωτικής αποφάσεως επί ποινικής υποθέσεως πρέπει να γίνεται σεβαστό από κάθε άλλη αρχή, δικαστική ή διοικητική, η οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας (μη ποινικής) που έπεται της (ποινικής) αθωώσεως, αποφαίνεται άμεσα ή έμμεσα περί της διαπράξεως της αυτής ποινικής παραβάσεως (πρβλ. ΣτΕ 116/2010, 1670/2009, 2690, 2072/2008), τούτο δε ισχύει ιδίως στην περίπτωση που η Διοίκηση και περαιτέρω τα διοικητικά δικαστήρια αποφαίνονται για την έκδοση πράξεων και την επιβολή προσθέτων κυρώσεων εν όψει αυτής ταύτης της παραβάσεως για την οποία έχει προηγηθεί αθώωση με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Δεν αποκλείεται, όμως, η Διοίκηση και τα διοικητικά δικαστήρια να στηριχθούν σε στοιχεία διαφορετικά εκείνων στα οποία στήριξε την κρίση του το ποινικό δικαστήριο, εφ’ όσον τα εν λόγω διαφορετικά στοιχεία παρίστανται ικανά να παράσχουν αυτοτελώς έρεισμα στην έκδοση πράξεως ή την επιβολή κυρώσεως από την Διοίκηση και τα διοικητικά δικαστήρια, περίπτωση που πάντως δεν μπορεί να συντρέχει επί επιβολής κυρώσεων για την ίδια παράβαση. Συνεπώς, επί αθωώσεως από την κατηγορία της λαθρεμπορίας με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, η τελωνειακή αρχή και περαιτέρω τα διοικητικά δικαστήρια, επιλαμβανόμενα του καταλογισμού των διαφυγόντων φόρων και της επιβολής πολλαπλού τέλους (υπό την ανωτέρω γενομένη δεκτή εκδοχή ότι η διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους δεν έχει χαρακτήρα ποινικό, αλλά είναι αμιγώς διοικητική), δεσμεύονται από την προηγηθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, δοθέντος ότι αποφαίνονται περί της διαπράξεως (ή μη) απολύτως ταυτόσημης παραβάσεως (πρβλ. προαναφερθείσα απόφαση Σταυρόπουλος σκ. 31, απόφαση της 14.1.2020, υπόθεση Νο 29889/04, Vanjak σκ. 71 in fine).

13. Επειδή, εξ άλλου, ναι μεν η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ορίζοντας ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη», χωρίς ανάλογη πρόβλεψη και για τις αθωωτικές, ρυθμίζει διαφορετικά το ζήτημα της δέσμευσης του διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ανάλογα με το εάν πρόκειται για καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση. Όμως, το ποινικό δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική απόφαση, πρέπει να είναι απολύτως σίγουρο για την ενοχή του δράστη, ενώ, προκειμένου να καταλήξει σε αθωωτική απόφαση, δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη να έχει τον αυτό βαθμό βεβαιότητας, εφ’ όσον μπορεί μεν να αθωώσει κάποιον γιατί πείσθηκε ότι είναι αθώος, μπορεί, όμως, και να τον αθωώσει, όπως εν προκειμένω, ελλείψει σχετικών αποδείξεων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογεί την ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. υπό την έννοια ότι, κατά το μέρος που η σχετική διάταξη δεν αναφέρεται και σε αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις λόγω ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων, αυτή δεν αντίκειται στην απορρέουσα από το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1) αρχή της ισότητας των διαδίκων. Κατά την ειδικότερη γνώμη του Παρέδρου Ι. Σύμπλη, η διαφοροποίηση μεταξύ καταδικαστικών και αθωωτικών αποφάσεων δεν προσκρούει στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος και, κατ’ επέκταση ούτε και στο άρθρο 6 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ, προεχόντως διότι η ποινική και η διοικητική δίκη διέπονται από διαφορετικούς κανόνες απόδειξης, εν όψει των οποίων το απαιτούμενο επίπεδο, δηλαδή οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι νόμω επιτρεπτός ο σχηματισμός πλήρους δικανικής πεποίθησης, είναι ουσιωδώς υψηλότερο στην ποινική δίκη απ’ ότι στην διοικητική. Ειδικότερα, στα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται από την διοικητική δικονομία, περιλαμβάνονται τα τεκμήρια, ενώ εξ άλλου η αποδεικτική ισχύς των εγγράφων διέπεται από ειδικούς κανόνες, ενώ, αντιθέτως, τα τεκμήρια δεν περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται από την ποινική δικονομία, τα δε έγγραφα εκτιμώνται πάντοτε ελευθέρως από τον ποινικό δικαστή. Έτσι, κατά την διοικητική δικονομία (όχι όμως κατά την ποινική δικονομία – πρβλ. ΑΠ 135/2010, 1418/2008, 1827/2008 κ.ά.) η διάπραξη (ή μη) της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας είναι δυνατόν να αποδειχθεί και διά δικαστικού τεκμηρίου, αν, κατά συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, προκύπτουν ισχυρές και συγκλίνουσες ενδείξεις (ΣτΕ 1371/2010, 1469/2009, κ.ά., πρβλ. και 3750-1/2010). Κατά τούτο μάλιστα, το περιεχόμενο του τεκμηρίου αθωότητος, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στο Ελληνικό ποινικό δίκαιο, υπερακοντίζει τις απαιτήσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, το οποίο, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, ούτε την προσφυγή σε δικαστικά τεκμήρια, ούτε την μερική αντιστροφή του βάρους αποδείξεως σε ποινικής φύσεως κατηγορίες, εκτός αν αυτό καταλύει την ουσία του δικαιώματος υπεράσπισης. Η διαφοροποίηση εξ άλλου αυτή μεταξύ του επιπέδου απόδειξης που ισχύει στην ποινική δίκη και αυτού που ισχύει στην διοικητική (ή την αστική) δίκη δεν προσκρούει στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (Αποφάσεις της Επιτροπής επί του παραδεκτού, της 6.10.1992, X κατά Αυστρίας, 9295/81, D.R. 30, σελ. 227, της 7.10.1987, M.C. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 11882/85, D.R. 54, σελ. 162, αποφάσεις ΕΔΔΑ της 11.2.2003 Y κατά Νορβηγίας, 56568/00, σκ. 41, της 14.1.2010, Vanjak κατά Κροατίας, σκ. 68, της 15.7.2010, ikic κατά Κροατίας, 9143/08, σκ. 53), ούτε επιβάλλεται από την ΕΣΔΑ η επέκταση των κανόνων απόδειξης της ποινικής δικονομίας και η εφαρμογή του ποινικού επίπεδου απόδειξης στις διοικητικές κυρώσεις (Napp v Director General of Fair Trading [2002] CAT 1 (“Napp”) σκ. 98 – 109, Argos Ltd & Littlewoods Ltd v. OFT [2004], CAT, σκ. 157-166, JJB and Allsports v. OFT [2004], CAT, σκ. 175- 186, κ.ά.). Μειοψήφησε η Σύμβουλος Ε. Νίκα, η οποία διετύπωσε την ακόλουθη γνώμη: η διάκριση που εισάγει η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας μεταξύ αμετακλήτων αθωωτικών και καταδικαστικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, ήτοι μεταξύ αμετακλήτων αποφάσεων της αυτής δικαιοδοσίας με μόνο κριτήριο το διατακτικό τους (αθώωση ή καταδίκη), είναι διάκριση που είναι δυσμενής για τον ιδιώτη διάδικο και δεν δικαιολογείται αντικειμενικά. Και ναι μεν πράγματι ο ποινικός δικαστής, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, οδηγείται σε αθωωτική απόφαση, όμως, πράττει τούτο κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής in dubio pro reo, η οποία αποτελεί ειδικότερη έκφανση του τεκμηρίου αθωότητας, και δεν μπορεί αυτή ταύτη η εφαρμογή από τα ποινικά δικαστήρια των αρχών αυτών, τις οποίες κατοχυρώνει το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, να αποτελέσει έρεισμα δυσμενούς ποιοτικής διακρίσεως σε βάρος των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων. Συνεπώς, κατά την γνώμη αυτή, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ. Διοικ. Δικονομίας, πέραν της αντιθέσεώς της προς το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, αντίκειται πάντως και στην απορρέουσα από το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1) αρχή της ισότητας των διαδίκων (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2807/2002 , 1663/2009 ). Περαιτέρω, προς αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης, πρέπει να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως αυτής, ώστε να δεσμεύεται το διοικητικό δικαστήριο που κρίνει υπόθεση επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων λόγω συμμετοχής του σε λαθρεμπορία από αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που αφορά σε κατηγορία περί λαθρεμπορίας κατά του ιδίου προσώπου, βάσει των ιδίων κατ’ ουσίαν πραγματικών περιστατικών, και αθώωσε τον κατηγορούμενο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι διέπραξε το αποδιδόμενο σε αυτόν ποινικό αδίκημα.

14. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη, καθ΄ ό μέρος αυτή επικυρώθηκε από το δικάσαν διοικητικό εφετείο, προκύπτουν τα ακόλουθα: ο αναιρεσείων …………. είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, την διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία της επίσης αναιρεσείουσας εταιρίας «………», η οποία διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας πετρελαιοειδών στην Αλεξανδρούπολη με εγκαταστάσεις και στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης. Η ως άνω εταιρία, κάτοχος σχετικής αδείας εξαγωγής και εγκεκριμένη αποθηκευτής, κατέθεσε στο ΣΤ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης την υπ’ αριθμ. 18987/24.8.1994 διασάφηση εξαγωγής στην Βουλγαρία υγρών καυσίμων που αγόρασε από τα διϋλιστήρια της Ε.Κ.Ο. και που τελούσαν υπό τελωνειακό καθεστώς αναστολής καταβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως. Ως παραλήπτρια των καυσίμων εφέρετο στη διασάφηση η βουλγαρική εταιρία «……………» με έδρα το Σαντάσκι Βουλγαρίας. […] Δοθέντος ότι τα καύσιμα τελούσαν υπό καθεστώς αναστολής επιβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως και των λοιπών επιβαρύνσεων, τα βυτιοφόρα αυτοκίνητα μολυβδοσφραγίσθηκαν αρμοδίως μετά την φόρτωσή τους και αφού εφοδιάσθηκαν με τα απαραίτητα συνοδευτικά τελωνειακά παραστατικά (άδεια φόρτωσης Ε, Carnet TIR, αντίτυπο Νο3 της διασαφήσεως εξαγωγής και Σ.Δ.Ε.) παραδόθηκαν στους εντεταλμένους από τον ……… οδηγούς προκειμένου να τα οδηγήσουν στο Τελωνείο εξόδου (Προμαχώνα) και στη συνέχεια στον τελικό προορισμό τους. Όμως, όπως διαπιστώθηκε μεταγενέστερα, μετά από έρευνα από αρμόδια όργανα του ΣΤ΄ Τελωνείου και της Ε.Υ.Τ.Ε. Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, τα εν λόγω βυτιοφόρα ουδέποτε εξήλθαν από το ελληνικό έδαφος, αλλά τα φορτία τους διατέθηκαν στην εσωτερική κατανάλωση μέσω (κατά τα γενόμενα δεκτά από τον έλεγχο) του δικτύου διακινήσεως υγρών καυσίμων της αναιρεσείουσας εταιρίας ………» με διαφυγή του ειδικού φόρου καταναλώσεως. […] Η αναιρεσείουσα εταιρία, παρότι κλήθηκε σχετικώς, δεν επέδειξε σε σχέση με τις επίδικες τέσσερεις (τμηματικές) εξαγωγές, κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η σύναψη σχετικής συμφωνίας με την εταιρία “………………” (δηλωτικό εισαγωγής συναλλάγματος έναντι της αξίας των επιδίκων ποσοτήτων καυσίμων, δελτίο παραγγελίας ή συμβόλαιο) ούτε κατείχε το αντίτυπο με αριθμό 3 της επίμαχης διασαφήσεως. Ούτε για τις 65 διασαφήσεις, τις οποίες αφορούσε η γενικότερη έρευνα της τελωνειακής αρχής, επέδειξε η ως άνω εταιρία στοιχεία που να αποδεινύουν την κανονικότητα των πωλήσεων προς τις βουλγαρικές εταιρίες ούτε κατείχε τα αντίτυπα με αριθμό 3 των εν λόγω διασαφήσεων εξαγωγής. Πέραν των ανωτέρω, η τελωνειακή αρχή προέβη και σε λήψεις διοικητικών απολογιών καθώς και μαρτυρικών καταθέσεων εμπλεκομένων και μη στην υπόθεση προσώπων […] Εν όψει των ανωτέρω εκδόθηκε η επίδικη υπ’ αριθμ. 10/19.8.1997 καταλογιστική πράξη του Διευθυντού του ΣΤ΄ Τελωνείου Ε.Τ.Σ. Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων …………… κρίθηκε υπαίτιος λαθρεμπορίας με το τέχνασμα της εικονικής εξαγωγής για καθεμία από τις ως άνω τέσσερεις (4) περιπτώσεις τμηματικών φορτώσεων, συνυπαίτιοι δε κρίθηκαν ο …….. και οι εκάστοτε οδηγοί των βυτιοφόρων (Χ.Π., Χ.Ζ. και Σ.Π.), εις βάρος των οποίων επιβλήθηκαν πολλαπλά τέλη συνολικού ύψους 143.747.488 δραχμών, ανερχόμενα στο οκταπλάσιο των αναλογούντων και διαφυγόντων σε κάθε περίπτωση φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, τα οποία, ακολούθως, επιμερίσθηκαν ανάλογα με την συμμετοχή του καθενός στην λαθρεμπορία. Ειδικότερα, εις βάρος του αναιρεσείοντος επιβλήθηκαν πολλαπλά τέλη σε ποσοστό 45%, συνολικού ύψους 64.686.370 δραχμών, για την καταβολή δε του ποσού αυτού καθώς και των επιβληθέντων σε βάρος των λοιπών συμμετόχων πολλαπλών τελών κηρύχθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεοι όλοι οι συμμετέχοντες. Επίσης εις βάρος του αναιρεσείοντος και του ……….. καταλογίσθηκαν οι διαφυγόντες φόροι συνολικού ύψους 17.968.436 δραχμών, για την καταβολή των οποίων κηρύχθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνα τα δύο αυτά πρόσωπα. Τέλος, με την επίδικη πράξη κηρύχθηκε η αναιρεσείουσα εταιρία «……..» αστικώς συνυπεύθυνη για την καταβολή του συνόλου των πολλαπλών τελών και διαφυγόντων φόρων. Κατά της ανωτέρω πράξεως οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 4.9.1997 προσφυγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1206/2001 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι στοιχειοθετείται στις επίμαχες τέσσερεις (4) περιπτώσεις η αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας και ότι αποδεικνύεται πλήρως ο δόλος του πρώτου των αναιρεσειόντων που συνίσταται στην υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και εκπροσώπου της εταιρίας «…… » εν γνώσει συμμετοχή του στην χρησιμοποίηση του τεχνάσματος της εικονικής εξαγωγής και στην παράνομη διάθεση των επιδίκων ποσοτήτων καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας και διαφυγή, προς ίδιο όφελος, του αναλογούντος ειδικού φόρου καταναλώσεως.

15. Επειδή, με την από 31.8.2001 έφεσή τους οι αναιρεσείοντες αμφισβήτησαν την ορθότητα της κρίσεως του διοικητικού πρωτοδικείου σχετικά με την συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του πρώτου εξ αυτών προσκομίζοντας παραδεκτώς τα ακόλουθα στοιχεία της κινηθείσης ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέκυψαν μετά την συζήτηση της προσφυγής (7.3.2000): 1) την υπ’ αριθμ. 3145/14.11.2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη λόγω μη ασκήσεως ενδίκου μέσου κατ’ αυτής, με την οποία, κατ’ επικύρωση της υπ’ αριθμ. 5825/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε ο πρώτος των αναιρεσειόντων αθώος της εναντίον του ποινικής κατηγορίας για λαθρεμπορία και πλαστογραφία με χρήση στις επίμαχες τέσσερεις (4) περιπτώσεις τμηματικών εξαγωγών, ενώ ένοχος για τα αντίστοιχα ποινικά αδικήματα κηρύχθηκε ο ………. , γενομένου δεκτού ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής στη λαθραία διακίνηση μέσα στην Ελλάδα των καυσίμων ούτε στην κατάρτιση και χρήση των πλαστών εγγράφων 2) το υπ’ αριθμ. 242/21.2.2001 βούλευμα (σε απόσπασμα) του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, παύθηκε, λόγω παραγραφής, η σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία στις λοιπές 180 περιπτώσεις εμφανιζομένων τμηματικών εξαγωγών και δεν απαγγέλθηκε κατηγορία σε βάρος του για πλαστογραφία ή χρήση πλαστών εγγράφων. Στο προσκομισθέν αυτό απόσπασμα περιέχονται οι νεότερες από 9.11.1998 και 8.10.1998 ένορκες καταθέσεις του …….. . . …… , αντιστοίχως, ενώπιον του ανακριτή Σερρών, τις οποίες επίσης επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες, ως ερχόμενες σε πλήρη αντίθεση με τις καταθέσεις των ιδίων προσώπων που ελήφθησαν υπ’ όψη για την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως. Ειδικότερα, ο …. …. ….. , που αρχικώς είχε κατονομάσει τον αναιρεσείοντα ως υπαίτιο της λαθρεμπορίας, κατά την ως άνω από 9.11.1998 νεώτερη κατάθεσή του, όπως το περιεχόμενό της έχει καταχωρισθεί στο βούλευμα, κατέθεσε ότι κύριος εμπνευστής του τεχνάσματος των εικονικών εξαγωγών, της υλοποίησης αυτών και της δωροδοκίας των τελωνειακών υπαλλήλων του Τελωνείου Προμαχώνα για την ψευδή βεβαίωση της εξόδου των βυτιοφόρων ήταν ο …………. , γιατρός στη Θεσσαλονίκη, από τον οποίο έπαιρνε οδηγίες ο ίδιος (ο ………… ) και οι Βούλγαροι οδηγοί, που προέβαιναν στην μετάγγιση των καυσίμων, τα οποία ακολούθως διοχετεύονταν σε διάφορα πρατήρια (δύο της «…» στην Πυλαία και το Πανόραμα Θεσσαλονίκης), ενώ μεγάλες ποσότητες διοχετεύονταν στις εγκαταστάσεις του «….» στην Άνω Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης. Στην ίδια κατάθεση πάντως ο ανωτέρω επιβεβαίωσε τις αρχικές καταθέσεις του καθ’ ό μέρος αυτές ανεφέροντο στην πρωτοβουλία του αναιρεσείοντος ……… για την σύναψη συμβάσεως μισθώσεως των βυτιοφόρων της «…….» στην εταιρία «………….» και την πραγματοποίηση της συμφωνίας αυτής με τον φερόμενο ως εκπρόσωπο της τελευταίας εταιρίας ………… , τον οποίο, όμως, κατονόμασε πλέον ως συνεργάτη του ……. . Επίσης κατέθεσε ότι οι Έλληνες οδηγοί, τους οποίους χρησιμοποιούσε ο ίδιος (ο ………..) για την διεκπεραίωση της φορτώσεως στο ΣΤ΄ Τελωνείο στις περιπτώσεις που οι Βούλγαροι οδηγοί της «……….» δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα και δεν μπορούσαν μόνοι τους να διεκπεραιώσουν την φόρτωση, «πληρώνονταν από αυτόν το ποσό των 5.000 δραχμών κάθε φορά γι’ αυτή τους την εργασία, χρήματα που ο ίδιος στη συνέχεια έπαιρνε από τον λογαριασμό που η εταιρία «…………» διατηρούσε στην εξαγωγική εταιρία πετρελαιοειδών «………» καθώς και ότι «απ’ ό,τι ξέρει ο τότε υπάλληλος του Τελωνείου …… ………. ,που στο μεταξύ έχει πεθάνει, έφερνε σ’ επαφή τον ……… με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας …………. ………… , για τον οποίο πιστεύει ότι γνώριζε ότι γινόταν λαθρεμπορία καυσίμων με την μέθοδο των εικονικών εξαγωγών και το κέρδος του ήταν ότι αυτός πραγματοποιούσε στον …….. μεγάλες πωλήσεις καυσίμων και είχε μεγάλο τζίρο». Εξ άλλου, σύμφωνα με την νεώτερη από 8.10.1998 κατάθεση του ….. , απόσπασμα της οποίας επίσης περιέχεται στο βούλευμα, αυτός κατέθεσε, επικαλούμενος την προσωπική του αντίληψη, ότι πίσω από το όλο τέχνασμα των εικονικών εξαγωγών και των πλαστογραφιών βρισκόταν ο ιατρός …….. , ενώ επανέλαβε όσα είχε καταθέσει αρχικώς περί συνάψεως συμβάσεως μισθώσεως των βυτιοφόρων της «…………..» στην εταιρία «………….» με πρωτοβουλία του ……………. , με την διαφορά ότι ως παρόντα στην συνάντηση που είχε γίνει για τον σκοπό αυτό με τον φερόμενο ως εκπρόσωπο της τελευταίας αυτής εταιρίας ………. στις 11.11.1993 στα γραφεία της ………. στην Αλεξανδρούπολη ανέφερε τον ………. , αναιρώντας τα περί παρουσίας του αναιρεσείοντος. Γ) την υπ’ αριθμ. 13255/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατόπιν της από 12.2.1997 εγκλήσεως των αναιρεσειόντων καταδικάσθηκε ερήμην ο …. σε φυλάκιση 15 μηνών, διότι κρίθηκε ένοχος της τελέσεως εις βάρος τους, μεταξύ άλλων, του αδικήματος της ψευδούς ανωμοτί καταθέσεως κατ’ εξακολούθηση, αδικήματα που αφορούν το περιεχόμενο των από 30.4.1996 και από 27.5.1996 ανωμοτί καταθέσεών του, στις οποίες είχε κατονομάσει ως υπαίτιο της λαθρεμπορίας τον πρώτο των αναιρεσειόντων και οι οποίες καταθέσεις ελήφθησαν υπ’ όψη από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Δ) την υπ’ αριθμ. 332/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη λόγω μη ασκήσεως κατ’ αυτής ενδίκου μέσου, με την οποία, κατόπιν της από 1.9.1997 εγκλήσεως των αναιρεσειόντων και κατ’ επικύρωση της υπ’ αριθμ. 6014/20.3.2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο ………….. σε φυλάκιση 10 μηνών διότι κρίθηκε ένοχος του αδικήματος, μεταξύ άλλων, της ψευδορκίας μάρτυρα για την από 18.3.1997 ένορκη κατάθεσή του. Στην κατάθεση αυτή, η οποία λήφθηκε υπ’ όψη από το Διοικητικό Πρωτοδικείο, ο ανωτέρω είχε δηλώσει ότι είχε παρακολουθήσει στο πρατήριο του ……… , δυο ή τρείς φορές κατά το διάστημα από το 1993 έως και τον Απρίλιο του 1994, μετάγγιση καυσίμων από έμφορτα βουλγαρικά βυτιοφόρα οχήματα σε βυτιοφόρα με ευδιάκριτο το σήμα της «…….», ενώ στην απολογία του στην οποία στηρίχθηκε μεταξύ άλλων η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αυτός ανέφερε ότι «Για την εσωτερική διάθεση των καυσίμων δεν ξέρω και ζητώ συγγνώμη. Είναι ψέμα, όπως διαπιστώθηκε αργότερα για τις μεταγγίσεις. Τα είπα χωρίς να θέλω … Δεν είδα να ξεφορτώνουν τα βουλγαρικα αυτοκίνητα καύσιμα στα βυτία της «…..». Χωρίς να θέλω τα είπα…» Ε) την από 11.4.2000 (με ημερομηνία καταθέσεως 13.4.2000) έγκληση του πρώτου των αναιρεσειόντων …………….ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά του…………. για ψευδορκία και κατά του …………… για ηθική αυτουργία στην τέλεση της πράξεως αυτής, η οποία αφορά την από 8.10.1998 ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του …………. ενώπιον του Ανακριτή Σερρών, το περιεχόμενο της οποίας περιέχεται στην έγκληση και είναι, κατά την έγκληση, ψευδές κατά το μέρος που ο ………. καταθέτει τα περί πρωτοβουλίας του αναιρεσείοντος …………. για την μίσθωση των βυτιοφόρων της «………………….» και περί των συνθηκών συνάψεως της συμφωνίας (συνάντηση …………… αρχικά στις εγκαταστάσεις του αναιρεσείοντος στην Αλεξανδρούπολη και ακολούθως στις εγκαταστάσεις του στο Καλοχώρι) καθώς και κατά τα σημεία που αυτός, αναφερόμενος στον τελωνειακό υπάλληλο……… , που κατονομάσθηκε ως συνεργός στις πλαστογραφίες, καταθέτει ότι «Γνωρίζω επίσης καλά ότι ο …….. βρισκόταν σχεδόν συνέχεια στο γραφείο της «…….», δηλαδή στα γραφεία του Εξακουστού, στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης», ότι «ο ………… … γνώριζε ότι τα καύσιμα που πουλούσε δεν εξάγονταν ποτέ από την Ελλάδα. Δηλαδή αυτό που επεδίωκε ο ……… ήταν να κάνει μεγάλο τζίρο, πουλώντας μεγάλες ποσότητες καυσίμων, μολονότι γνώριζε ότι τα καύσιμα αυτά κατέληγαν λαθραία στην εσωτερική αγορά» και ότι «Απ’ ό,τι ξέρω ο …………. έχουν πολύ καλές σχέσεις». Επίσης οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν τις υπ’ αριθμ. 3972/1998 και 4054/1999 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχαν προσκομίσει πρωτοδίκως, οι οποίες αφορούν το ζήτημα της λαθρεμπορίας των καυσίμων της προαναφερθείσης υπ’ αριθμ. 22679/1994 διασαφήσεως εξαγωγής της αναιρεσείουσας εταιρίας. Με την πρώτη από τις αποφάσεις αυτές (3972/1998) καταδικάσθηκε ο …………. ερήμην, κατόπιν της από 17.6.1996 εγκλήσεως των αναιρεσειόντων σε φυλάκιση 12 μηνών για το αδίκημα της εις βάρος τους απάτης, διότι ψευδώς παρέστησε ότι αγόρασε τα καύσιμα της ανωτέρω διασαφήσεως προς εξαγωγή, ενώ με την δεύτερη απόφαση (4054/1999) κηρύχθηκε ο………… ένοχος λαθρεμπορίας των εν λόγω καυσίμων μετά την επ’ αυτοφώρω κατάληψη της μεταγγίσεως αυτών στις 29.9.1994 στο πρατήριό του, αδίκημα, για το οποίο δεν κατηγορήθηκε ο πρώτος των αναιρεσειόντων. Τέλος, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν με την έφεσή τους ότι στα έγγραφα της δικογραφίας που τέθηκαν υπ’ όψη του Διοικητικού Πρωτοδικείου υπήρχε και φάκελλος του Τελωνείου που περιείχε δύο πρωτότυπες καρτέλες της ……….. , στις οποίες εμφανίζεται η έκδοση από την αναιρεσείουσα εταιρία των υπ’ αριθμ. 3081, 3085, 3086 και 3149/1994 τιμολογίων, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, αφορούν τις επίμαχες τέσσερεις (4) τμηματικές φορτώσεις.

16. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι προς διαμόρφωση της κρίσεώς του σχετικά με το ζήτημα της συνδρομής δόλου στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος δεν λαμβάνει υπ’ όψη του την αρχική από 18.3.1997 κατάθεση του …… δεσμευόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, από την αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 332/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης περί καταδίκης του ανωτέρω για ψευδορκία αναφορικά με την κατάθεση αυτή. Επίσης, παρά το ότι δεν εδεσμεύετο από την υπ’ αριθμ. 13255/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης περί καταδίκης του ……….. για ψευδείς ανωμοτί καταθέσεις (30.4.1996 και 27.5.1996) ούτε από την υπ’ αριθμ. 3972/1998 απόφαση του ιδίου ποινικού δικαστηρίου περί καταδίκης του για απάτη, εφ’ όσον δεν προέκυπτε ότι οι αποφάσεις αυτές είχαν καταστεί αμετάκλητες, και, επιπλέον, όσον αφορά την έγκληση κατά του …….. , δεν προσκομίσθηκε σχετική καταδικαστική απόφαση, έκρινε ότι οι καταθέσεις των δύο αυτών μαρτύρων και η απολογία του πρώτου ενώπιον της τελωνειακής αρχής κατά την διοικητική προανάκριση, όπως και οι καταθέσεις τους ενώπιον του Ανακριτή Σερρών (που ελήφθησαν υπ’ όψη για την έκδοση του υπ’ αριθμ. 242/21.2.2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης), είναι επικουρικώς ληπτέες υπ’ όψη, ιδίως κατά το μέρος που δεν αμφισβητήθηκαν από τους αναιρεσείοντες και δεν περιέχουν ουσιώδεις αντιφάσεις. Περαιτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε την υπ’ αριθμ. 3145/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα στοιχεία στα οποία αυτή στηρίχθηκε καθώς και τα λοιπά νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και τα εν γένει στοιχεία του φακέλλου.

17. Επειδή, ειδικότερα το δικάσαν διοικητικό εφετείο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε τα εξής: Α) ότι η συνομολόγηση της ρήτρας Free on Tracks (FOT) και η αναγραφή της στην επίμαχη διασάφηση ουδεμία έννομη συνέπεια έχει στην δημοσίου δικαίου ευθύνη της ……… ως εξαγωγέως των επιδίκων καυσίμων μέχρι την έξοδό τους από την χώρα, γεγονός που εγνώριζε ο πρώτος αναιρεσείων λόγω της μακρόχρονης εμπειρίας του (από το 1959) στον κλάδο Β) ότι ο αναιρεσείων όχι μόνον δεν απέδειξε την φυσική έξοδο των επιδίκων ποσοτήτων καυσίμων, δοθέντος ότι δεν κατείχε το μοναδικό αποδεικτικό, δηλαδή το αντίτυπο με αριθμό 3 της σχετικής διασαφήσεως εξαγωγής, αλλ’ ούτε ενδιαφέρθηκε να το αναζητήσει μέχρι που εκλήθη προς τούτο με το υπ’ αριθμ. 5888/9.7.1997 έγγραφο του ΣΤ΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης, την δε αδυναμία προσκομίσεως απέδωσε σε παραλείψεις του Τελωνείου Προμαχώνα, ισχυρισμός, όμως, που απερρίφθη ως αβάσιμος από το διοικητικό πρωτοδικείο με την μη αμφισβητηθείσα με την έφεση αιτιολογία -που στηρίζεται άλλωστε και στην από 8.10.1994 κατάθεση του αρμοδίου υπαλλήλου του Τελωνείου…………… κατά την διοικητική προανάκριση (βλ. και την όμοια ένορκη κατάθεση του ιδίου μάρτυρα στο 11ο φύλλο της υπ’ αριθμ. 3145/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης)- ότι το Τελωνείο αυτό εξαγωγής τηρούσε την επιβαλλομένη από το νόμο και την πρακτική διαδικασία παραδόσεως του αντιτύπου αυτού, με σχετική πράξη βεβαιώσεως εξόδου, στον οδηγό του βυτιοφόρου προς επιστροφή στον εξαγωγέα, όταν ολοκληρωνόταν η εξαγωγή. Επιπλέον ο αναιρεσείων δεν ενημέρωσε το ΣΤ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης για την μη επιστροφή του ως άνω αντιτύπου ούτε εντός της προβλεπομένης από το άρθρο 65 παρ. 3 του ν. 2127/1993 προθεσμίας ούτε και μεταγενέστερα Γ) ότι η αναιρεσείουσα εταιρία δεν διέθετε έγγραφα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη μιας κατ’ αρχήν νόμιμης συναλλαγής με την εταιρία «……………..» για την επίδικη ποσότητα καυσίμων, όπως συμφωνητικό ή δελτίο παραγγελίας, δηλωτικό εισαγωγής συναλλάγματος έναντι της αξίας αυτών, πληρεξούσιο έγγραφο προς τον …………. κλπ., ενώ η εμφανιζομένη στις προαναφερθείσες καρτέλλες έκδοση τιμολογίων για την επίδικη συναλλαγή δεν αποδεικνύει από μόνη της την κανονικότητα της πωλήσεως των επιδίκων ποσοτήτων καυσίμων, εφ’ όσον δεν αποδείχθηκε η εξόφληση των τιμολογίων αυτών με εισαγωγή και καταβολή συναλλάγματος υπέρ της ……… ή έστω με την προσκόμιση εξοφλητικών αποδείξεων για την, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, είσπραξη σε μετρητά του τιμήματος από την βουλγαρική εταιρία μέσω του ……. , τούτο μάλιστα δοθέντος ότι, όπως εδέχθη και το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ’ αριθμ. 3145/2000 απόφασή του στηριζόμενο σε καταθέσεις υπαλλήλων των εγκαταστάσεων της …… στην Θεσσαλονίκη, το τίμημα της πωλήσεως ήταν προκαταβλητέο, ήτοι προηγείτο της εκδόσεως των τιμολογίων Δ) ότι η συνεργασία της διοικήσεως της αναιρεσείουσας εταιρίας με τον ……. υπό τις ομολογούμενες από αυτήν συνθήκες, που είναι ταυτόσημες με εκείνες των λοιπών 180 τμηματικών φορτώσεων (ήτοι, παράδοση του εμπορεύματος, άνευ ετέρου, στον έμπορο υγρών καυσίμων ………… , που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και αναλαμβάνει ο ίδιος την μεταφορά του εμπορεύματος με οχήματα και οδηγούς που ορίζει, ελέγχει και πληρώνει αυτός, χωρίς την λήψη εκ μέρους της διοικήσεως της αναιρεσείουσας οποιουδήποτε μέτρου που να διασφαλίζει την πραγματοποίηση των εξαγωγών, χωρίς συμφωνητικό με την αλλοδαπή εταιρία, χωρίς να ζητηθεί πληρεξούσιο έγγραφο από τον εν λόγω έμπορο και χωρίς να επιβεβαιώνεται με οποιονδήποτε τρόπο -τηλεφωνικώς, με telex, fax- η άφιξη και παραλαβή των εμπορευμάτων στην Βουλγαρία, δεδομένης και της μη επιστροφής του αντιτύπου με αριθμό 3 των οικείων διασαφήσεων εξαγωγής, δηλαδή και των διασαφήσεων που προηγήθηκαν της επίμαχης στην προκειμένη υπόθεση), σε συνδυασμό με την μη ενημέρωση της τελωνειακής αρχής και στις λοιπές 180 περιπτώσεις για την μη επιστροφή του αντιτύπου με αριθμό 3 των διασαφήσεων και, συνεπώς, την μη τακτοποίηση του καθεστώτος αναστολής, καταδεικνύει συμπεριφορά όχι απλώς αμελή, αλλά εντελώς αδικαιολόγητη για μια εταιρία, όπως η αναιρεσείουσα, η οποία, ως αναγνωρισμένη από το Κράτος εξαγωγική εταιρία και εγκεκριμένη αποθηκευτής πετρελαιοειδών με μακροχρόνια εμπειρία, εγνώριζε τους κινδύνους και τις ευθύνες της για την καταβολή, σε περίπτωση διαφυγής, του ειδικού φόρου καταναλώσεως Ε) ότι, όπως, ορθά κατά το διοικητικό εφετείο, έγινε δεκτό με την πρωτόδικη απόφαση, ο πρώτος αναιρεσείων, λόγω της μακρόχρονης (30 ετών) γνωριμίας του με τον …………….. και της από τον Μάϊο του έτους 1993 προμηθείας του πρατηρίου του τελευταίου με καύσιμα της ……. , γνώριζε κατά τον χρόνο καταθέσεως της επίδικης διασαφήσεως εξαγωγής την προηγουμένη λαθρεμπορική δραστηριότητα του ………… κατά τον Απρίλιο του έτους 1993, αφού κατά κοινή πείρα τα γεγονότα αυτά (κατηγορίες λαθρεμπορίας υγρών καυσίμων) διαδίδονται τάχιστα στους άμεσα ενδιαφερομένους στους κύκλους της εμπορίας πετρελαιοειδών, κρίση η οποία και δεν αμφισβητήθηκε με την έφεση. Πέραν των στοιχείων τούτων, τα οποία το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι αρκούν και μόνα τους για να θεμελιώσουν την δόλια προαίρεση του αναιρεσείοντος για την τέλεση των επιδίκων τεσσάρων παραβάσεων λαθρεμπορίας, το δικαστήριο αυτό έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε ότι ο αναιρεσείων ως μέλος της διοικήσεως της εταιρίας, η οποία μάλιστα διατηρούσε γραφείο στην Σόφια, όφειλε να επιβεβαιώσει την ύπαρξη της εταιρίας «……………..», όμως, αυτός, μέχρι την κλήση του σε απολογία από την τελωνειακή αρχή δεν είχε επίσημα στοιχεία που να βεβαιώνουν την ύπαρξη αυτής, τα δε στοιχεία που προσεκόμισε στη συνέχεια αυτός, στην διοικητική απολογία του και ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, καταδεικνύουν, κατά το διοικητικό εφετείο, την γνώση του για την ανυπαρξία της αλλοδαπής αυτής εταιρίας και καθιστούν αναληθή τον ισχυρισμό του ότι δεν εζήτησε πληρεξούσιο από τον ……… γιατί είχε ελέγξει και εξακριβώσει την ύπαρξη της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρίας. Τούτο δε διότι από τα στοιχεία αυτά, που αφορούν την μονοπρόσωπη εταιρία …………….. , προκύπτει ότι μεταξύ των ποικίλων δραστηριοτήτων της εν λόγω εταιρίας δεν περιλαμβάνεται πάντως η εισαγωγή και εμπορία πετρελαιοειδών, όπως τούτο έγινε δεκτό και με την υπ’ αριθμ. 3145/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο εκτιμώντας τα αντίστοιχα στοιχεία που είχε προσκομίσει ενώπιόν του ο . …….. για την απόδειξη της υπάρξεως της εταιρίας «………….. εδέχθη ότι «εταιρία στην πόλη Σαντάσκι της Βουλγαρίας με αντικείμενο την εμπορία καυσίμων δεν υπάρχει. Τα προσκομιζόμενα … πιστοποιητικά με παρόμοια εταιρική επωνυμία (……………….) αφορούν εταιρία που αντικείμενο έχει την εμπορία ειδών διατροφής και ποτών όχι καυσίμων». Τέλος, το διοικητικό εφετείο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε την δήλωση του ….. που περιέχεται στην από 8.10.1998 κατάθεση αυτού και το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητήθηκε με την από 11.4.2000 έγκληση του αναιρεσείοντος, ότι κατά τα έτη 1992-1993 ήταν ασύμφορη για τις εταιρίες πετρελαιοειδών της Βουλγαρίας η εισαγωγή καυσίμων από την Ελλάδα λόγω της επιβολής στις εισαγωγές αυτές πολύ μεγάλων δασμών από την Βουλγαρία. Το περιεχόμενο της δηλώσεως αυτής, που θεωρήθηκε από το διοικητικό δικαστήριο ότι, αν και μνημονεύει ρητώς την περίοδο των ετών 1992-1993, αναφέρεται προφανώς και στην περίοδο του έτους 1994, δηλαδή σε όλη την χρονική περίοδο των επαναλαμβανομένων εικονικών εξαγωγών της εταιρίας «….» προς την Βουλγαρία (από τον Νοέμβριο του έτους 1993 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 1994), σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε εξηγήσεως εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος που να αντικρούει τα ανωτέρω και να καθιστά ευλογοφανείς τις επαναλαμβανόμενες πωλήσεις μεγάλων ποσοτήτων καυσίμων στην Βουλγαρία μέσα στο ανωτέρω χρονικό διάστημα, καθ’ όν χρόνον, μέσω του γραφείου της εταιρίας στη Σόφια, εγνώριζε επακριβώς το καθεστώς αναφορικά με τις εισαγωγές πετρελαιοειδών στην Βουλγαρία, οδήγησε το διοικητικό εφετείο στην κρίση ότι ο αναιρεσείων εγνώριζε την εικονικότητα των πωλήσεων αυτών και ότι η υποβολή υπό της εταιρίας του των 66 συνολικώς σχετικών διασαφήσεων, μεταξύ των οποίων και η επίμαχη, είχε ως πραγματικό σκοπό την λαθραία διάθεση των καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας εν όψει της εξασφαλισμένης καλύψεως που προσέφεραν οι συμμετέχοντες στο τέχνασμα τελωνειακοί υπάλληλοι του Τελωνείου Προμαχώνα για τη νομιμοφάνεια των εξαγωγών και την τακτοποίηση με παράνομες ενέργειες των διασαφήσεων εξαγωγής στο ΣΤ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι αποδεικνύεται πλήρως ο δόλος του αναιρεσείοντος για την τέλεση των επιδίκων τεσσάρων λαθρεμπορικών παραβάσεων, ο οποίος συνίσταται στην υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή και εκπροσώπου της δεύτερης των αναιρεσειόντων γνώση της ανυπαρξίας της εταιρίας «…….» και εν πάση περιπτώσει της μη υπάρξεως αντισυμβαλλομένης εταιρίας με κλάδο εμπορίας πετρελαιοειδών, στην γνώση της εικονικότητας της πωλήσεως προς αυτήν και στην εν γνώσει συμμετοχή του στην χρησιμοποίηση του τεχνάσματος των εικονικών εξαγωγών και στην παράνομη διάθεση των επιδίκων καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας και διαφυγή του αναλογούντος ειδικού φόρου καταναλώσεως, με συμμετοχή, μεταξύ άλλων, στο λαθρεμπορικό όφελος και με γνώση των παρανόμων ενεργειών της πλαστογραφίας των συνοδευτικών των καυσίμων φορτωτικών εγγράφων. Εξ άλλου, το δικάσαν διοικητικό εφετείο αιτιολόγησε την ανωτέρω αντίθετη κρίση του σε σχέση με την υπ’ αριθμ. 3145/2000 αθωωτική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (που δέχθηκε πάντως την αμέλεια της διοικήσεως της αναιρεσείουσας εταιρίας), επικαλούμενο τα μη υποβληθέντα υπ’ όψη του Εφετείου επιβαρυντικά για τον αναιρεσείοντα στοιχεία της διατηρήσεως γραφείου στην Σόφια, της γνώσεως του ασυμφόρου των εισαγωγών καυσίμων από την Ελλάδα στην Βουλγαρία και κυρίως της προσπαθείας του να αποδείξει την ύπαρξη της εταιρίας «……………» με στοιχεία όμοια με αυτά που προσκόμισε ο ………. ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, από την συνεκτίμηση των οποίων το εν λόγω ποινικό δικαστήριο κατέληξε στην καταδίκη του τελευταίου.

18. Επειδή, η ανωτέρω περί τον δόλο του πρώτου αναιρεσείοντος κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, στην οποία ήχθη μετά από συνεκτίμηση όλων των προεκτεθέντων στοιχείων, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Ειδικότερα, εν όψει όσων εξετέθησαν στις σκέψεις 11 έως 13, νομίμως το δικάσαν διοικητικό εφετείο δεν θεώρησε ότι δεσμεύεται από την αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 3145/2000 αθωωτική για τον πρώτο των αναιρεσειόντων απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αλλά την έλαβε υπ’ όψη του και την συνεκτίμησε προς μόρφωση της κρίσεώς του, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά την γνώμη, όμως, της Συμβούλου Ε. Νίκα, όπως αυτή εξετέθη στις προαναφερθείσες σκέψεις της παρούσας, το διοικητικό εφετείο υπεχρεούτο κατ’ εφαρμογή της αρχής ne bis in idem να τερματίσει την ενώπιόν του διαδικασία με απόφαση που θα ακύρωνε το επιβληθέν πολλαπλό τέλος ή, πάντως, υπό την εκδοχή ότι η διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους δεν είναι ποινική, αλλ’ αμιγώς διοικητική, έπρεπε το διοικητικό εφετείο να θεωρήσει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και, εν πάση περιπτώσει, κατ’ επέκταση της εφαρμογής της ρυθμίσεως του άρθρου 5 παρ. 2 του ΚΔΔ για τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, ότι εδεσμεύετο από την ανωτέρω αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, μη δυνάμενο πλέον να καταλήξει σε κρίση αντίθετη προς τα κριθέντα από το ποινικό δικαστήριο.

19. Επειδή, περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως ότι μη νομίμως η κρίση του διοικητικού εφετείου περί της συνδρομής του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος ως διαχειριστού και εκπροσώπου της αναιρεσείουσας εταιρίας στηρίχθηκε σε στοιχεία αντίθετα με αυτά που έγιναν δεκτά ως πραγματικά περιστατικά με την υπ’ αριθμ. 3145/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και με όσα στοιχεία υπάρχουν στον φάκελλο, όπως αυτά εξειδικεύονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, κατά τα προεκτεθέντα, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν εδεσμεύετο από τις κρίσεις που διατυπώνονται στην ανωτέρω ποινική απόφαση, την οποία υπεχρεούτο μόνον να συνεκτιμήσει προς διαμόρφωση της κρίσεώς του, όπως και έπραξε. Εξ άλλου, δεν υποστηρίζεται ότι είχαν προβληθεί ενώπιον του διοικητικού εφετείου ειδικότεροι ισχυρισμοί αναφερόμενοι σε συγκεκριμένο περιεχόμενο της ποινικής αυτής αποφάσεως ή και του προσκομισθέντος υπ’ αριθμ. 242/2001 βουλεύματος, που έμειναν αναπάντητοι ή έχρηζαν ειδικότερης αντιμετωπίσεως. Ως εκ τούτου, απαραδέκτως περαιτέρω με τον ως άνω λόγο οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν ευθέως την ορθότητα της ουσιαστικής κρίσεως του διοικητικού εφετείου αναφορικά με την μη κατοχή και επιστροφή του αντιτύπου με αριθμ. 3 της επίδικης διασαφήσεως, την μη κατοχή στοιχείων για την συναλλαγή με την εταιρία «…………» και την ύπαρξη και δραστηριότητα της εταιρίας αυτής, την μη λήψη μέτρων για την ολοκλήρωση της επίδικης εξαγωγής, την λαθρεμπορική δραστηριότητα του ……….. και το ασύμφορο των εξαγωγών πετρελαιοειδών στην Βουλγαρία.

20. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι μη νομίμως με την επίδικη καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του ΣΤ΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης καταλογίσθηκαν εις βάρος του πρώτου των αναιρεσειόντων οι διαφυγόντες φόροι εξ ολοκλήρου και όχι κατ’ επιμερισμό, ανάλογα με την ευθύνη του, και το Διοικητικό Εφετείο εσφαλμένως με την προσβαλλομένη απόφασή του παρέλειψε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την πλημμέλεια αυτή. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως διότι με την προσφυγή δεν αμφισβητήθηκε το ύψος των διαφυγόντων φόρων που καταλογίσθηκαν στον πρώτο των αναιρεσειόντων και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε περίπτωση αυτεπάγγελτης εξετάσεως από το Διοικητικό Πρωτοδικείο κατ’ άρθρο 79 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ούτε περαιτέρω, από το Διοικητικό Εφετείο, κατ’ άρθρο 97 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, της ως άνω προβαλλομένης πλημμελείας του οικείου κεφαλαίου της καταλογιστικής πράξεως.

21. Επειδή, μετά ταύτα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

[…]

Κυριαρχία κι ερμηνεία: αναζητώντας τον “κυρίαρχο λαό”

Γιώργος Καραβοκύρης - Δικηγόρος, Δ.Ν.

Κυριαρχία κι ερμηνεία: αναζητώντας τον “κυρίαρχο λαό”

Εισαγωγή

Στο μνημειώδες έργο του για την κυριαρχία, ο Ζαν Μποντέν (Jean Bodin) καταλήγει σε ένα διαχρονικό, σύμφωνα με τις διαυγείς αναλύσεις του Ολιβιέ Μπω (Olivier Beaud), ορισμό: “κυρίαρχος είναι αυτός που δίνει και ακυρώνει το νόμο σε όλους γενικά και τον καθένα ξεχωριστά”. Ανεξάρτητα από τον προνομιούχο φορέα της (αριστοκρατία, μονάρχης, λαός), η κυριαρχία συνίσταται στη δύναμη της εκφοράς του κανόνα δικαίου και αποτελεί οντολογική προϋπόθεση του Κράτους και της δημόσιας εξουσίας του[1]. Πρόκειται, καταρχάς, για πολιτική σχέση, εντός μιας κατάστασης πραγματικής που προηγείται του θετικού δικαίου και προϋποθέτει ένα παντοδύναμο υποκείμενο. Η πολιτική ισχύς μεταμορφώνεται σε μια (κρατική) “ακαταμάχητη επιταγή δικαίου, απρόσωπη, αφηρημένη και έλλογη”, με λίγα λόγια σε μια (νεωτερική) “συνταγματική” βούληση[2]. Στη συνταγματική θεωρία, η νομική όψη της κυριαρχίας αποδίδεται ως η “αρμοδιότητα της αρμοδιότητας”, η εξουσία δηλαδή του Κράτους να καθορίζει τα όρια της δικαιοδοσίας του και να εκφέρει την κρίσιμη “τελευταία λέξη”[3]. Θα παραλείψουμε, ωστόσο, σκόπιμα, να περιγράψουμε στη μελέτη μας τις -πολυσχολιασμένες- ιστορικό-πολιτικές διαδρομές της επίμαχης έννοιας[4] και θα σταθούμε σε ένα -κατά τη γνώμη μας- θεμελιώδες, και ίσως υποτιμημένο, χαρακτηριστικό της: το ότι αυτή, όπως αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο Μποντέν, “δίνεται”. Υπό αυτό το -διαλογικό- πρίσμα, θα επιχειρήσουμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι των διάφορων προσλήψεών της και να αναζητήσουμε εκείνη που ανταποκρίνεται, όσο το δυνατόν πιο πιστά, στη λειτουργία της έννομης τάξης. Έτσι, καμία απολύτως σημασία δεν έχει για το εγχείρημά μας η διάκριση της κυριαρχίας σε λαϊκή ή εθνική, αφού σε κάθε περίπτωση η ταυτότητα του φορέα της (λαός/έθνος) υπόκειται στην ίδια και απαράλλακτη συνθήκη διαπραγμάτευσης και ετερότητάς της: την εξάρτησή της από τον αποδέκτη του λόγου της και πιο συγκεκριμένα τον (αυθεντικό) ερμηνευτή της.
Η επικοινωνιακή διάσταση της κυριαρχίας προδιαγράφει την πολυπλοκότητα της έννοιας. Και αυτό γιατί η σχέση της συμπεριφοράς μας ή αλλιώς του είναι (η πράξη συμμόρφωσης στον κανόνα δικαίου) με τον κανόνα (η νομική υποχρέωση συμμόρφωσης), η οποία καίρια διαφοροποιεί, σύμφωνα με το διάσημο σχολικό παράδειγμα, την υπακοή στη διαταγή πληρωμής του άτεγκτου εφοριακού από αυτήν στην απειλή του όπλου του αδίστακτου ληστή, προϋποθέτει την αναγωγή της πρότασης των δύο “δανειστών” μας σε ένα κριτήριο ορθότητάς ή αλήθειάς της. Από τη θεμελίωση της υποταγής μας στην εντολή του συνομιλητή μας εξαρτάται τελικά η αναγνώρισή του ως κυρίαρχου, ως εκείνου δηλαδή που έγκυρα (τουλάχιστον) μας επιβάλλει τη βούλησή του. Για να συμβεί αυτό, πρέπει η υποκειμενική του δήλωση, η επαχθής για μας προσταγή, να σημανθεί αντικειμενικά ως νομικός κανόνας που παράγει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ακόμη, όμως, και αν επιμείνουμε σχολαστικά στο νόημα των λόγων ή ανατρέξουμε στην πρόθεση των συνομιλητών μας, είναι προφανές ότι δεν θα προκύψει η παραμικρή διαφορά διότι αμφότεροι βρίσκονται στη de facto ισχυρή θέση να απαιτούν αναντίρρητα την εκπλήρωση μιας συγκεκριμένης «οφειλής». Και οι δύο εκφέρουν την ίδια (σημασιολογικά) πρόταση: “πλήρωσέ με!”, η οποία συνοδεύεται από την απειλή μιας κύρωσης, π.χ. της επιβολής προστίμου στην περίπτωση της μη καταβολής του φόρου ή της βαριάς προσβολής της σωματικής ακεραιότητάς μας, εφόσον υπερασπιστούμε σθεναρά το πορτοφόλι μας[5]. Παράλληλα, αδιάφορη ως προς το χαρακτηρισμό της σχετικής υποχρέωσης παραμένει η ενδεχόμενη υπακοή ή ανυπακοή μας στην εντολή του ενός ή του άλλου[6].
Σύμφωνα με τον Κέλσεν (Kelsen), η υποχρέωση της συμμόρφωσής μας στην εντολή (διοικητική πράξη) του εφοριακού και όχι του ληστή ανάγεται σε ένα κανόνα δικαίου (νόμος), ο οποίος, με τη σειρά του, αντλεί το νομικό του χαρακτήρα από έναν ανώτερό του (Σύνταγμα), με κορυφή της πυραμίδας του δικαίου τη διάσημη επιστημολογική υπόθεση του θεμελιώδους κανόνα (Grundnorm). Ωστόσο, η συνεκτικότητα της εκ πρώτης όψης αρραγούς αυτής αλυσίδας δεν είναι άμοιρη αντιρρήσεων. Και αυτό γιατί στο έργο του Kέλσεν ανακύπτει μια τρομερή ένταση ανάμεσα στο νομικό χαρακτήρα της πρότασης και την ερμηνεία του νοήματός της. Ενώ λοιπόν ο maître του σύγχρονου νομικού θετικισμού υποστηρίζει ότι το στέρεο θεμέλιο της νομικότητας της πρότασης είναι μια πράξη γνώσης, στην οποία προβαίνει ο εξωτερικός παρατηρητής του συστήματος, δηλαδή ο νομικός, την ίδια στιγμή, σε ένα -μάλλον απροσδόκητο- τρισέλιδό του στο τέλος της “Καθαρής Θεωρίας του Δικαίου”, επισημαίνει ότι η ερμηνεία του γενικού κανόνα και η συναγωγή του μερικού από τα όργανα εφαρμογής του δικαίου είναι μια πράξη βούλησης[7]. Αυτό που δεν μας λέει ή καλύτερα δεν θα μπορούσε ποτέ να μας πει ο Κέλσεν, γιατί έτσι θα υπέσκαπτε παράλογα το λογικό του οικοδόμημα, είναι το κατά πόσο η ερμηνεία μιας πρότασης, του λόγου δηλαδή του κυρίαρχου που αποκαλούμε συμβατικά “Κράτος” ή “λαό” ή “έθνος”, δεν αφορά μόνο την κατανόηση και την εφαρμογή μιας απαγόρευσης/εξουσιοδότησης/άδειας μιας συμπεριφοράς, αλλά ταυτόχρονα και τον ίδιο το νομικό της χαρακτήρα, κατά πόσο δηλαδή η ερμηνεία προηγείται και του χαρακτηρισμού μιας πρότασης ως νομικής και κατά συνέπεια ως προστακτικής και δεσμευτικής για τα υποκείμενα του δικαίου. Η άλυτη -στον Kέλσεν τουλάχιστον- αυτή απορία εξηγεί εν μέρει, μαζί με την ισχυρή επιφύλαξή του απέναντι στις αόριστες έννοιες, γιατί ο ίδιος αποφεύγει ουσιαστικά να εξετάσει νομικά το ζήτημα της κυριαρχίας και επιλέγει να το μεταθέσει επιστημολογικά στη σφαίρα της πολιτικής φιλοσοφίας. Συνεπώς, εάν εγκλωβιστούμε στην κελσενική επικράτεια είναι μάλλον αδύνατο να κατανοήσουμε πως αντιλαμβάνονται την ένταξή τους στην έννομη τάξη τα ίδια τα υποκείμενα του δικαίου[8]. Η κελσενική οπτική παραμένει αθεράπευτα εξωτερική και όχι εσωτερική ως προς την κατανόηση του δικαίου.
Πέρα, λοιπόν, από τη συμπάθεια ή την αποστροφή μας για το νομικό θετικισμό, η ενασχόλησή μας με την ερμηνεία δεν εξαντλείται στο πως είναι ή πρέπει να είναι αλλά και -το σημαντικότερο, ίσως- στο τι είναι το δίκαιο, με αποτέλεσμα κάθε θεωρία ερμηνείας να αποτελεί, ουσιαστικά, μια μετά-νομική θεωρία. Η συμφωνία, για παράδειγμα, μιας διοικητικής πράξης με το νόμο, προϋποθέτει τόσο την υπαγωγή (qualification) των πραγματικών περιστατικών στη συγκεκριμένη πράξη ή την ανεύρεση του νοήματός της, όσο και τη σήμανση (signification) του νομικού χαρακτήρα και του περιεχομένου του ίδιου του γενικού νόμου που αποτελεί το δεσμευτικό πλαίσιο συμμόρφωσης της διοίκησης καταρχάς και του διοικούμενου στη συνέχεια. Αυτή η απόδοση μιας συγκεκριμένης σημασίας στο πράγμα είναι η ερμηνεία του[9].
Συνεπώς, για να επανέλθουμε στο διδακτικό παράδειγμα του εφοριακού και του ληστή, η αξιολόγηση της δήλωσής τους δεν μπορεί να περιοριστεί στην καθαρά λογική ανάλυση του συντακτικά και γραμματικά απαράλλακτου λόγου τους, αλλά πρέπει να συμπεριλάβει την πραγματολογική διάσταση της πράξης της εκφοράς της. Η σήμανση, δηλαδή, της εντολής δεν μπορεί να υπακούει αποκλειστικά στο αυστηρά ενδο-γλωσσικό κριτήριο της δήλωσης, καθώς αποδεικνύεται εξαιρετικά κρίσιμη για την κατανόηση και την ερμηνευτική της υποδοχή από τον άτυχο, σε κάθε περίπτωση, αποδέκτη της η θέση του εκφορέα της. Δύσκολα, όμως, και αυτή ακόμη μπορεί να προαχθεί σε ασφαλές κριτήριο της νομικοποίησης της εντολής του εφοριακού ή του ληστή, αφού ακόμη και αν προφέρεται, όπως στην περίπτωση του πρώτου, από θεσμικά αρμόδια χείλη θα πρέπει στη συνέχεια να χαρακτηρισθεί ως νομική πρόταση από τον αυθεντικό ερμηνευτή της συγκεκριμένης διαφοράς, δηλαδή το δικαστή, ο οποίος θα επωμιστεί το δύσκολο έργο της ερμηνείας όχι μόνον της πράξης του εφοριακού ή του ληστή, αλλά και του κανόνα στον οποίο αυτή θα πρέπει να υπαχθεί. Η επίμαχη φράση “πλήρωσέ με!”, η οποία αποδίδεται στον εκφορέα – δημιουργό μιας σχέσης εξουσίασης, αποτελεί το γλωσσικό ενέργημα που εκκινεί τη διαδικασία της ερμηνείας, την απαραίτητη αναφορά που γεννά ένα αισθητό “πράγμα”, ένα “έργο” που καταλογίζεται αναπόφευκτα στον εμπνευστή/δημιουργό του. Ο αναγκαίος, όμως, για την ταυτότητα του “έργου” καταλογισμός του στο “συγγραφέα” του δεν αρκεί, όπως φαίνεται, για την αποκρυστάλλωση του νοήματός του. Και τούτο γιατί, από τη στιγμή που προφέρονται, οι επιτελεστικές λέξεις εκτίθενται, δίχως άλλο, στην εκτίμηση του αποδέκτη τους, του εκάστοτε δηλαδή συνομιλητή του επίδοξου “κυρίαρχου”. Αυτή ακριβώς η διαδικασία της επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, το συγγραφέα και τον αναγνώστη της νόρμας, φανερώνει ότι η κυριαρχία δεν είναι δυνατό να αποσυνδεθεί από το προνόμιο της ερμηνείας. Στην πραγματικότητα, η εξουσία νοείται ως δύναμη της ερμηνείας. Αν τούτο όντως ισχύει, τότε τα όρια της ελευθερίας του ερμηνευτή προσδιορίζουν τελικά το πεδίο δράσης και την ταυτότητα του κυρίαρχου[10].
Ίσως γι' αυτό η ερμηνεία αντιμετωπιζόταν παραδοσιακά ως μια απειλή για την κυριαρχία. Η κεντρομόλος δύναμη της δεύτερης δεν συμπλέει αρμονικά με την κεντρόφυγη τάση της πρώτης[11]. Η επιμονή, λοιπόν, των νομικών στην καταλληλότερη ερμηνευτική μέθοδο, τόσο στο ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο δίκαιο, υπονοεί την ακαταμάχητη έλξη τους από τη μονοσημαντότητατης πρότασης. Οι δημοφιλείς μέθοδοι ερμηνείας (γραμματική, τελολογική, συστηματική) αποσκοπούν καταστατικά στην εξάλειψη της γλωσσικής αυθαιρεσίας και την ταύτιση του κειμένου με τον κανόνα δικαίου. Ωστόσο, είναι προφανές, σε πείσμα της νομικής αυτοαναφορικότητας, ότι μετά την περίφημη γλωσσική και την ερμηνευτική στροφή[12], η οποία προαναγγέλλεται στο καινοτόμο μήνυμα της κλασικής ερμηνευτικής των Ντίλταϋ (Dilthey) και Σλέιερμαχερ (Schleiermacher)[13], δύσκολα μπορεί κανείς να αγνοήσει την απόστασηπου χωρίζει ριζικά το κείμενο από το συγγραφέα του.
Η συνταγματική θεωρία παραμένει, όμως, επιφυλακτική ως προς τα πορίσματα της φιλοσοφίας της γλώσσας και -κυρίως- της πραγματολογίας[14]. Ίσως γιατί στην πιο ριζική -έως και αντιδραστική- τους εκδοχή υπονομεύουν βάναυσα το ιερό θεμέλιο του σύγχρονου συνταγματισμού, την κατοχύρωση δηλαδή ενός αυτάρκους και αυθόρμητου, κατά τα πρότυπα του (ατομικού) νεωτερικού υποκειμένου, Κυρίαρχου, στον οποίο συστηματικά αποδίδονται οι εκφάνσεις της κυριαρχίας. Οι οπαδοί, καταρχάς, του (κλασικού) λογικού θετικισμού υπερασπίζονται την αυστηρά σημασιολογική τεκμηρίωση της ερμηνείας[15]. Η αλήθεια του κειμένου συνιστά την προ-ερμηνευτική επιλογή τους, με συνέπεια την αντί-ερμηνευτική επιμονή τους στην ιεραρχία των κανόνων και όχι των οργάνων. Αντιθέτως, η σύγχρονη ερμηνευτική υπερβαίνει τη φιλολογική προσήλωση στην εξήγηση του κειμένου και αναζητά την εξωκειμενική – ηθικοπολιτική κατανόησή του. Ωστόσο, και σε αυτήν την περίπτωση, όπου συχνά οι νομικοί καταφεύγουν, έστω άρρητα, σε σύγχρονες ερμηνευτικές θεωρίες, όπως των Γκάνταμερ (Gadamer), Χάμπερμας (Habermas) και Ρικέρ (Ricoeur), η ελευθερία του ερμηνευτή υπόκειται σε μια σειρά από σημαντικές δεσμεύσεις (αυθεντία, συνεκτικότητα, ορθολογικότητα, ειλικρίνεια) με αποτέλεσμα την έμμεση ή και άμεση, όπως θα δούμε στη συνέχεια, παραδοχή ενός μεταφυσικού και μονολογικού κυρίαρχου, ενός προσώπου δηλαδή που υπάρχει πραγματικά στο κείμενο (§1).
Αυτή η μεταφυσική πίστη της πλήρους και αδιαμεσολάβητης παρουσίας διέπει σε μεγάλο βαθμό τη συνταγματολογική πρόσληψη της κυριαρχίας, με κύρια έκφανσή της την αναγνώριση του δεσμευτικού χαρακτήρα της βούλησης της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας, δηλαδή του “κυρίαρχου λαού”. Η άκριτη, όμως, αποδοχή μιας ενσαρκωμένης και αποκρυσταλλωμένης ταυτότητας του κυρίαρχου, στο όνομα του “λαού” ή του “έθνους”, δεν συνιστά, όπως θα δούμε στη συνέχεια, παρά τη θεολογική πεποίθηση σε ένα αυτοδύναμο και φανερωμένο ιστορικά υποκείμενο του λόγου. Από την άλλη, λίγοι είναι εκείνοι που επιχειρούν να κατασκευάσουν ένα εναλλακτικό μοντέλο κυριαρχίας, με άξονα την απόλυτη ελευθερία του ερμηνευτή του κανόνα. Η γαλλική “ρεαλιστική σχολή”, με κύριους εκπροσώπους της τους Μισέλ Τροπέρ (Μichel Troper) και Ολιβιέ Κελά (Olivier Cayla), υιοθετεί μια ριζική κριτική της έννοιας του κειμένου για να καταλήξει σε μια διαφορετική αντίληψη της κυριαρχίας[16]. Υπό το αιρετικό πρίσμα της ερμηνευτικής αυθαιρεσίας του αναγνώστη, υποστηρίζεται ότι η πράξη της κυριαρχίας ολοκληρώνεται σε δύο και όχι σε έναν χρόνο[17]. Και τούτο γιατί το υπο-κείμενο είναι μονάχα ένα -απαραίτητο για την εκκίνηση της διαδικασίας της ερμηνείας- σημείο αναφοράς κι επ' ουδενί ένας φορέας νοήματος. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στο κείμενο και τη νόρμα είναι αυτός που αποτυπώνει στο δίκαιο το οριστικό διαζύγιο ανάμεσα στο συγγραφέα και τον αναγνώστη και προωθεί, τελικά, μια ριζοσπαστικά ερμηνευτική θεωρία της ταυτότητας του Κυρίαρχου. Επιγραμματικά, εάν για τους σύγχρονους θεωρητικούς της γλώσσας είναι σαφές ότι το “νόημα της λέξης είναι η χρήση της”, γι’ αυτή τη “σχολή”, η οποία ασπάζεται σε μεγάλο βαθμό τις θέσεις του νομικού ρεαλισμού[18], το νόημα του “Συντάγματος είναι η εφαρμογή του”. Η ερμηνευτική πρόσληψη της κυριαρχίας καταλήγει μοιραία στην απόλυτη ματαιότητα της αναζήτησης ενός πραγματικού κυρίαρχου, όπως ο “λαός” ή το “έθνος”. Αντιθέτως, αυτός τελεί συνεχώς υπό διαμόρφωση κι επικαιροποίηση από εκείνους που αναλαμβάνουν να μιλήσουν στο “όνομά” του, τους αυθεντικούς δηλαδή ερμηνευτές του. H πραγματική έλευση, λοιπόν, του κυρίαρχου αναβάλλεται εις το διηνεκές[19](§2).
 
1. Ο ερμηνευτικός μονολογισμός
 
Οι δύσπιστοι “αντιμοντέρνοι”[20] επικεντρώνουν τη θυελλώδη κριτική τους στη νεωτερική ανακάλυψη της κυριαρχίας του υποκειμένου. Η “μεταφυσική αφέλεια” του Καρτέσιου (Descartes), του Χομπς (Hobbes), του Ρουσσώ (Rousseau) και του Καντ (Kant) εξηγεί τη μονολογική αντίληψη όχι μόνο του ατόμου αλλά και του συλλογικού υποκειμένου, όπως π.χ. της γενικής βούλησης στον Ρουσσώ[21]. Έτσι, η νεωτερικότητα, με αφετηρία τη θεολογική αντίληψη περί απόλυτης κυριαρχίας ενός Δημιουργού που συνομιλεί αποκλειστικά με τον εαυτό του, εντός ενός περίκλειστου και μοναδικού σύμπαντος, γεννά ένα θεϊκών δυνατοτήτων ον, τον άνθρωπο, που χαρακτηρίζεται από την απόλυτη διαφάνεια και αυθυπαρξία της υποκειμενικότητάς του. Καμία αμφιβολία ως προς το λόγο του, αλλά ταυτόχρονα και καμία αναστολή της βούλησής του, δεν μπορεί να αποτρέψει την εμφάνιση και τη ξεδίπλωση του εγωϊστικού και αυτοαναφορικού αυτού υποκειμένου. Το νεωτερικό υποκείμενο δεν χρήζει τελικά καμίας αμφιβολίας και κατά συνέπεια ερμηνείας.
Η “μοναδολογική” αντίληψη περί του νεωτερικού υποκειμένου, η οποία, ωστόσο, μάλλον παραγνωρίζει αφελώς τις βασικές ανθρωπολογικές και πολιτικές σταθερές της νεωτερικότητας, δηλαδή την απαισιοδοξία και τη διαμεσολάβηση/αντιπροσώπευση[22], αιχμαλωτίζει το βλέμμα των περισσότερων από μας στη μοντέρνα κυριαρχία. Η ανασύσταση, λοιπόν, της “καλής” κυριαρχίας, η οποία ενέχει την ευθύνη και τη λογοδοσία, προϋποθέτει την εγκατάλειψη της υποκειμενιστικής και αυτοαναφορικής εσωστρέφειας των μοντέρνων για χάρη της διαλογικής εξωστρέφειας των σύγχρονων. Για να επιτευχθεί αυτό, τα διάφορα φιλοσοφικά προγράμματα εστιάζουν στην επεξεργασία και τη ριζική επαναδιατύπωση του (νεωτερικού) Λόγου του Κυρίαρχου[23]. Σε αυτήν την κατεύθυνση προσανατολίζεται και η σύγχρονη ερμηνευτική θεωρία, η οποία αναδεικνύει τις ιστορικές και όχι μόνο προκείμενες του Λόγου και κατά συνέπεια τη διαμεσολαβημένη έως και προσδιορισμένη/καθορισμένη από τις εξωτερικές συνισταμένες -κάθε προσώπου- βούληση του κυρίαρχου. Η τελευταία δεν είναι διόλου αυτάρκης ή αυθύπαρκτη, αλλά εμφανίζεται να ενσωματώνει αναπόφευκτα την ετερότητα ως θεμελιακό στοιχείο της ταυτότητάς της. Το υποκείμενο, δηλαδή, που αποκαλείται κυρίαρχος δεν συνιστά μια αυτοτελή μονάδα εκφοράς λόγου αλλά την ευμετάβλητη ύπαρξη μιας σειράς προηγούμενων, παρελθοντικών και παροντικών, εμπειριών, αρχών, γεγονότων και κανόνων, όπως για παράδειγμα -ή μάλλον κατεξοχήν- η γλώσσα, που συντελούν στην ανίχνευση του νοήματος της βούλησής του. To cogito δεν θέτει τον εαυτό του αλλά είναι -τεθειμένο- μέσα στο είναι[24]. Αυτή η θέση δεν λειτουργεί μονάχα ως μια εξηγητική αρχή που καθιστά δυνατή την κατανόηση του υποκειμένου. Ταυτόχρονα, προωθεί το στοίχημα της αυθεντικής ερμηνείας του και της επαλήθευσης του λόγου του. Πιο απλά, κάθε φορά που το -οποιοδήποτε- υποκείμενο μιλά, η ερμηνευτική προσέγγιση του λόγου του εμπερικλείει την αντιπαραβολή αυτού που λέει με εκείνο που -κατά τη γνώμη του εκάστοτε ερμηνευτή- θα ήθελε πραγματικά να πει. Αντιλαμβανόμαστε, από τα παραπάνω, τη φοβερή δύναμη που η ερμηνευτική μπορεί να αναγνωρίσει στον ερμηνευτή, με συνέπεια να επαπειλείται η πλήρης υποκατάσταση του τελευταίου στο ζηλευτό αξίωμα του πραγματικού κυρίαρχου. Γι' αυτό, ίσως, στις δημοφιλέστερες ερμηνευτικές θεωρίες, στις οποίες θα αφιερώσουμε τις παρακάτω -σύντομες- αναλύσεις (Γκάνταμερ, Ρικέρ, Χάμπερμας), τα κριτήρια ή καλύτερα τα όρια που διαφεντεύουν την πράξη της ερμηνείας αποσκοπούν ακριβώς στο να διαφυλάξουν την αυτονομία του συγγραφέα του κειμένου έναντι του βουλιμικού αναγνώστη του.
Αξίζει, προκαταβολικά, να σημειωθεί ότι παρόλο που το ζήτημα της ερμηνείας ουδέποτε έπαψε να απασχολεί τη φιλοσοφική σκέψη, η γέννηση της ερμηνευτικής σηματοδοτεί μια σπουδαία αλλαγή παραδείγματος. Η έμφαση στην πράξη της κατανόησης σε αντιδιαστολή με την εξήγηση, μαζί με την αναγωγή στη θεμελιώδη για το υποκείμενο σημασία της ιστορικότητας και της κοσμικότητας επιχειρούν να αποκαθηλώσουν τη φιλοσοφία της συνείδησης. Η εισαγωγή στην κατανόηση του κειμένου ψυχολογικών και ιστορικών παραμέτρων, με άλλα λόγια εξωκειμενικών πραγματολογικών στοιχείων, υπονομεύει την καθαρότητα και προωθεί το δεδομένο βαθμό αυθαιρεσίας που υποβόσκει στην ερμηνεία. Αν και η κλασική σχολή της ερμηνευτικής του 19ου αιώνα παραμένει προσανατολισμένη στην εξεύρεση του αντικειμενικού νοήματος του κειμένου, μέσω της χρήσης βέβαια των νέων και καταλληλότερων εργαλείων κατανόησής του, είναι προφανές ότι ανοίγει το δρόμο, σαν πιονιέρος, στις μετέπειτα λιγότερο ή περισσότερο ριζικές θεωρίες περί ερμηνείας[25]. Έτσι, στη φιλοσοφία της γλώσσας του 20ού αιώνα και στην ύστερή της φιλοσοφία της επικοινωνίας, η προβληματική της κατανόησης και της επιτελεστικής εκφοράς των γλωσσικών ενεργημάτων αντιμάχεται διαρκώς τη φαινομενολογική εξήγηση, περιγραφή και θεμελίωσή τους. Για μια ακόμη φορά, το σπουδαίο φιλοσοφικό δίπολο της βούλησης και του λόγου συνιστά τον αξεπέραστο επιστημολογικό ορίζοντα της σχετικής προβληματικής. Όπως, όμως, ήδη προαναγγείλαμε, η διαμάχη για την ερμηνεία οδηγεί στη διατύπωση μιας θεωρίας περί κυριαρχίας. Η αποσαφήνιση των ορίων του αναγνώστη προδιαγράφει την ελευθερία του συγγραφέα. Στις δημοφιλέστερες ερμηνευτικές θεωρίες, διακρίνεται η προστασία του κειμένου από την ερμηνευτική αυθαιρεσία και η υποδόρια πίστη στο πραγματικό νόημα της γραπτής αποτύπωσης της βούλησης του δημιουργού και όχι στο υποθετικό ή φτιαχτό πόρισμα εκείνης του αναγνώστη. Για να το πούμε διαφορετικά, στους πατέρες της σύγχρονης ερμηνευτικής, όπως ο Γκάνταμερ και ο Ρικέρ, το κείμενο δεν στερείται μιας κυρίαρχης και στεντόρειας φωνής που το ζωντανεύει και δεσμεύει ανεπιστρεπτί τους ακροατές της. Στον πρώτο, μαθητή του Χάιντεγγερ (Heidegger), o ευγενής αυτός ρόλος αποδίδεται στην αυθεντία και την παράδοση (Ι) ενώ στο δεύτερο το ίδιο το κείμενο μεταμορφώνεται τελικά σε ένα αύταρκες πρόσωπο (ΙΙ). Έτσι το εγχείρημα της κριτικής στάσης έναντι του νεωτερικού Λόγου, μέσω της υπαγωγής του στην αμφισβήτηση της βούλησης, του συναισθήματος και, γενικά, των ιστορικών, ψυχολογικών και υπαρκτικών παραγόντων διαμόρφωσής του, καταλήγει σε μια παράδοξη επανεπιβεβαίωση του μονολογισμού, αυτού δηλαδή που εξαρχής έχει θέσει ως προνομιακό του στόχο. Και τούτο γιατί ενώ εκκινεί καταστατικά από την υποψία έναντι του λόγου καταλήγει στην επιλεκτική αποθέωσή του. Στην ίδια θεμελιώδη αντίφαση, φαίνεται να υποπίπτει και η διαλογική θεωρία της επικοινωνίας του Χάμπερμας (ΙΙΙ).
 
Ι. Η κυρίαρχη παράδοση
 
Ο αφηρημένος και καθολικός λόγος της νεωτερικότητας συνιστά το νέο θεμέλιο της κυριαρχίας. Η αναγωγή των αποφάσεων του Κυρίαρχου σε μια δικαιολογητική και -κυρίως- ορθή βάση συμβάλλει καταστατικά στην κανονοκρατία και την υπέρβαση της αυθαιρεσίας του ισχυρού. Ως ανεξάλειπτο λοιπόν στοιχείο της υποκειμενικότητας των μοντέρνων αναγνωρίζεται η έλλογη ικανότητα, η δυνατότητα της απελευθέρωσης από τα ανορθολογικά στοιχεία του μεσαιωνικού ή και του αρχαίου κόσμου, όπως η θρησκεία και η Φύση. Η καθυπόταξη του κατεξοχήν δυναμικού κι εν πολλοίς ανερμήνευτου παράγοντα της Φύσης ή ακόμη και του μεταφυσικού όντος που ακούει στο όνομα Θεός και η “έξοδος” από τη θρησκεία, η περίφημη δηλαδή “απομάγευση” κατά τον Μαρσέλ Γκωσέ (Marcel Gauchet) του κόσμου[26], προϋποθέτει την αποσύνδεση του δικαίου -και όχι μόνο- από την αυθαίρετη βούληση γενικότερα και ειδικότερα από κάθε λογής κοινοτισμούς, ιδιαιτερότητες, προκαταλήψεις και προκατανοήσεις[27]. Πάνω απ' όλα το διαφωτιστικό πρόταγμα δίνει τη μάχη κατά της προνεωτερικής άλογης πίστης ούτως ώστε το δίκαιο και η πολιτική να στερεωθούν σε έλλογες βεβαιότητες και σε αντικειμενικές διαπιστώσεις.
Η φαινομενολογική-ερμηνευτική, όμως, στροφή του Μάρτιν Χάιντεγγερ, επιτίθεται μετωπικά στο νεωτερικό λόγο και αποκαλύπτει την περατότητά του. Το υποκείμενο είναι στρεβλό γιατί ο λόγος του δεν έχει ως πηγή το ίδιο, όπως αφελώς νόμισαν οι μοντέρνοι, αλλά την ιστορική του ύπαρξη. Η έλξη της φιλοσοφίας, από τον Πλάτωνα κι έπειτα, από τη μεταφυσική του υποκειμένου επέφερε τη μοιραία για τον άνθρωπο λήθη του είναι και αναπόφευκτα τη γνωστική, επιστημολογική και τελικά φιλοσοφική αδυναμία προσέγγισης της α-λήθειας[28]. Έτσι, μοιάζει πλέον επιτακτική, η οριστική εγκατάλειψη της καρτεσιανής βεβαιότητας της συνείδησης και η είσοδος στην εξαιρετικά αβέβαιη αλλά και πολλά υποσχόμενη εποχή της ερμηνευτικής και κριτικής υποψίας, η οποία ήδη εντοπίζεται, σύμφωνα με κάποιους μελετητές του Καντ, στην τρίτη Κριτική[29]. Για τον Χάιντεγγερ, τα δεσμά του υποκειμενισμού μας καθιστούν δυστυχώς ανίκανους να συλλάβουμε και να κατανοήσουμε το Dasein, το οποίο αποτελεί μέρος της εξελισσόμενης και απρόβλεπτης κοσμοϊστορίας. Πιο απλά, σε ό,τι βρίσκεται εγγύτερα στο θέμα μας- καθώς ανούσιο θα ήταν να παραθέσουμε εδώ τις γενικές γραμμές μια τόσο σύνθετης φιλοσοφικής σκέψης-, η χαιντεγγεριανή ανάδειξη της χρονικότητας και της κοσμικότητας ως συγκροτητικών στοιχείων της υποκειμενικότητας ή ακριβέστερα του εξω-υποκειμενικού Dasein αποδομεί επαναστατικά την ιδέα της αυτονομίας του υποκειμένου · το τελευταίο είναι πάντα και εκ των προτέρων “ριγμένο στον κόσμο” και η κατανόησή του ανατρέχει σε μια ιστορική και χρονική διάστασή του.
Τόσο στο έργο του Χάιντεγγερ, όσο και σε εκείνο του επιφανούς μαθητή του Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, η γλώσσα προσδιορίζει τη θέση του ατόμου στον κόσμο. Ο ίδιος ο κόσμος γίνεται αντιληπτός πρωτίστως ως ένα κείμενο[30]. Για τον Γκάνταμερ, η κατανόηση του κειμένου αυτού δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις προκαταλήψεις και τις προκατανοήσεις της εκάστοτε ιστορικής εποχής. Αντιθέτως, συνίσταται σε ένα αμάλγαμα παρελθόντος και παρόντος ή αλλιώς σε μια κάθε φόρα διαφορετική και δυναμική σύντηξη των οριζόντων του νοήματος και των βιοτικών εμπειριών των ανθρώπων. Στην πράξη της εφαρμογής, η οποία ολοκληρώνει την κατανόηση, είναι προφανές ότι σημαντικό ρόλο κατέχει η βούληση. Ο βολονταρισμός, όμως, αυτός, υποκύπτει τελικά στην επιστημολογική και γνωσιολογική επιταγή της αλήθειας. Και τούτο γιατί ο Γερμανός φιλόσοφος επιμένει στην ύπαρξη αληθών προκαταλήψεων ή προκατανοήσεων που είναι σε θέση να καθοδηγήσουν την ερμηνεία και να τη θωρακίσουν από κάθε λογής αυθαιρεσίες[31]. To κείμενο της φύσης, όπως και κάθε κείμενο, μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί σωστά και αντικειμενικά. Το νόημά του δηλαδή προάγεται σε αντικείμενο γνώσης και όχι υπόθεσης. Στην πραγματικότητα, η έγκυρη ανάδειξη των αληθών προκατανοήσεων υπονοεί την αναγνώριση ενός κυρίαρχου υποκειμένου, του οποίου το λόγο αναλαμβάνει να εκφωνήσει, εν είδει πιστής ηχογράφησης, στον εμπειρικό κόσμο, ο ερμηνευτής: πρόκειται για την αυθεντία της παράδοσης. Ανάμεσα ή μάλλον πίσω από τις γραμμές του κειμένου μιλά -και πάλι- σαν σοφό και αλάνθαστο πρόσωπο η ιστορική συνείδηση[32]. Για να το πούμε διαφορετικά, η ορθή ερμηνεία ταυτίζεται άρρητα με την ιστορική αλήθεια της κάθε εποχής. Και μπορεί η συγγένεια του ιστορικού ρεαλισμού με το σχετικισμό να αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια στην ελευθερία του ερμηνευτή, αλλά η σύλληψη της αυθεντικής προκατάληψης δύσκολα συμβαδίζει με μια μοντέρνα αντίληψη περί κυριαρχίας γιατί αφενός κείται εκτός σύμβασης και συναίνεσης και αφετέρου απορρίπτει εκ των προτέρων τις ρήξεις με την ίδια την παράδοση[33]. Κατά συνέπεια, αποδυναμώνονται σημαντικά αμφότερες η διαλογική διάσταση της κυριαρχίας και η ανάγκη της δημοκρατικής νομιμοποίησης των βουλητικών ενεργημάτων της αυθεντίας. Η αναγωγή του νοήματος στην αυθεντία ή την παράδοση αντιβαίνει στη βασική προκατανόηση της νεωτερικότητας, την έλλειψη δηλαδή οποιασδήποτε προκατανόησης. Η γκανταμεριανή κριτική της αφηρημένης raison των μοντέρνων καταλήγει στην κατοχύρωση μιας μορφής κοινοτισμού, ενώ την ίδια στιγμή υποτιμά ή παρανοεί, όπως αυτό διαφαίνεται στο σχετικό διάλογο ανάμεσα στον Γκάνταμερ και τον Χάμπερμας, το ρόλο που διαδραματίζει η παράδοση, ως ιδεολογία, στη διαμόρφωση της συμφωνίας που προϋποθέτει η ανεύρεση του νοήματος[34].
 
ΙΙ. Το αυτόνομο κείμενο
 
Στην ερμηνευτική του Πωλ Ρικέρ, η κεντρική για τον συγγραφέα έννοια της μεταφοράς καθώς και η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο ανοίγουν το κρίσιμο ζήτημα της ερμηνευτικής ελευθερίας. Κρίσιμη όμως για την κατανόηση όχι μόνο της ερμηνείας αλλά και της ίδιας της ταυτότητας του υποκειμένου είναι η επιμονή του Ρικέρ στην αφηγηματική της διάσταση. Η προσωπική ταυτότητα, η οποία όπως είδαμε στην ερμηνευτική παράδοση υπόκειται στη χρονικότητα και την ιστορικότητα, αναλύεται στον Ρικέρ σε ταυτότητα-idem και ταυτότητα-ipse. Η πρώτη αναφέρεται στο «ταυτόν» (mêmeté) του ατόμου, δηλαδή τη δυνατότητα του να εμφανίζεται ως “ίδιος”, με την έννοια της μονιμότητας μέσα στο χρόνο, και η δεύτερη στη συνεχώς εξελισσόμενη εαυτότητά (ipseité) του, τις ασταμάτητες μεταβολές της προσωπικότητάς του, τις πράξεις δηλαδή που τον καθορίζουν ως μια αφηγηματική περσόνα. Κι είναι προφανές ότι η εαυτότητα περικλείει την ετερότητα, την επαφή και αναγνώριση από τους άλλους, ούτως ώστε -κάθε φόρα που δρα- το υποκείμενο να εμφανίζεται ο “ίδιος” του ο εαυτός ως “άλλος”[35]. Συνεπώς, εάν ακολουθήσουμε πιστά τη θεωρία του Ρικέρ για την προσωπική ταυτότητα είναι αδύνατον να καταλήξουμε σε μια αποκρυσταλλωμένη ταυτότητα του υποκειμένου. Αντιθέτως, αυτή εκτυλίσσεται, όπως και το δίκαιο στον Ντουόρκιν (Dworkin), σαν αλυσιδωτό μυθιστόρημα (chain novel). Κοντολογίς, η ρικεριανή κριτική στο “θραυσμένο cogito” της νεωτερικότητας δηλώνει ανοιχτά ότι η κυριαρχία ανακύπτει ως διαλογική ετερότητα και όχι ως μια μεταφυσικά αφελής μονολογική ταυτότητα.
Ανατρέχοντας, όμως, από την άλλη, στη θεωρία περί ερμηνείας του ίδιου συγγραφέα, διαπιστώνει κανείς την έλξη του από τον αντικειμενισμό και την αγωνία της ανάδειξης της καλύτερης απάντησης. Η ανάγνωση δηλαδή του κειμένου και η ερμηνεία του, την οποία ο Ρικέρ γλαφυρά περιγράφει ως μια «άσκηση υποψίας»[36], στοχεύει στην καρδιά του κειμένου, εκεί που περιμένει, σε κατάσταση ύπνωσης, την ανακάλυψή του το περίφημο “πράγμα” ή ο “κόσμος του κειμένου”[37]. Ο τελευταίος δεν ταυτίζεται με τη βούληση του συγγραφέα ή με εκείνην του ερμηνευτή του. Πρόκειται, αντιθέτως, για τη μεταμόρφωση του ίδιου του κειμένου σε ένα αυτόνομο πρόσωπο που επενεργεί δραστικά πάνω στο συνομιλητή του. Το πράγμα, για παράδειγμα, του Συντάγματος περιμένει το δικαστή να το εντοπίσει και το φέρει στην επιφάνεια. Πίσω από τις γραμμές του Συντάγματος κρύβεται, όπως και στη σημαντική για το δίκαιο θεωρία του Ντουόρκιν, το καλύτερο «νόημα» που μπορεί να βρεθεί στο κείμενο[38]. Παρόλο που ο Ρικέρ αναδεικνύει διεξοδικά την ερμηνευτική ένταση ανάμεσα στο «νεκρό γράμμα» και τη «ζωντανή φωνή» του κειμένου, δεν προσχωρεί στο ριζικό σχετικισμό ή τον άκρατο υποκειμενισμό. Σε κάθε κείμενο, ο αναγνώστης επιφορτίζεται με τον υψηλό ρόλο της αναπαράστασης του απόντος πνεύματος του συγγραφέα. Σε κάθε ανάγνωση, επιτελείται η καθοριστική για την ερμηνευτική πράξη της εκτέλεσης, η οποία στην πραγματικότητα συνίσταται στην υποκατάσταση του ερμηνευτή στη θέση του συγγραφέα. Αυτή η εκτέλεση, σύμφωνα με τον Ρικέρ, δεν (πρέπει) να είναι διόλου αυθαίρετη. Αντιθέτως, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι κάθε κείμενο είναι έτοιμο να μας παραδώσει το πράγμα του, το βαθύτερο και αληθινό νόημά του. Ο Ρικέρ δεν μένει αιχμάλωτος του ιστορικισμού ή του κειμενισμού (textualism), αλλά ενός ιδιαίτερου περσοναλισμού καθώς αντιλαμβάνεται το κείμενο ως ένα πρόσωπο που υποστασιοποιείται μέσα από τον αναγνώστη, δίχως όμως να ταυτίζεται με αυτόν. Στο θολό αυτό πρόσωπο μπορεί λοιπόν κανείς να εντοπίσει τον κυρίαρχο. Έτσι και η θεωρία του Ρικέρ μοιάζει να μην ξεφεύγει από το μονολογισμό αφού το πράγμα του κειμένου υπάρχει πέρα από το βλέμμα του ερμηνευτή κι επενεργεί από μόνο του[39]. Σε συνέχεια των παραπάνω, ο Ζεράρ Τιμσίτ (Gérard Timsit) υπογραμμίζει ότι αυτό που (πρέπει να) μιλά μέσα από το κείμενο και (να) δεσμεύει τον ερμηνευτή, ανεξάρτητα από τις δικές του προθέσεις ή του ίδιου του συγγραφέα, είναι η (επικαιροποιημένη) φωνή της κοινωνίας[40].
 
ΙΙΙ. Η διαλογική (;) επικοινωνία
 
Την ερμηνευτική επανάσταση μοιάζει να ακολουθεί, ως τελευταία αλλαγή παραδείγματος, η φιλοσοφική έρευνα πάνω στην έννοια της επικοινωνίας. Στο έργο των Καρλ-Όττο Άπελ (Karl-Otto Apel) και Γιούργκεν Χάμπερμας διαφαίνεται η φιλοδοξία της διάσωσης του «ύστατου Λόγου», σύμφωνα με τον εύστοχο όρο του Μάνφρεντ Φρανκ (Manfred Franck)[41]. Και αυτός είναι σαφές ότι δεν μπορεί να ανήκει αποκλειστικά, αυτοαναφορικά και αυτοκαταστροφικά στο υποκείμενο, αλλά να το εμπεριέχει και να το υπερβαίνει. Μόνον έτσι, με την κατασκευή της διυποκειμενικής υπόστασης του λόγου και την αναγωγή του στον ορθό λόγο είναι εφικτή η μετάβαση από την αυτονομία-ανεξαρτησία των μοντέρνων στην αυτονομία-ευθύνη των σύγχρονων. Διαχωρίζοντας τη θέση του από τον Apel και την υπερβατολογική θεμελίωση του λόγου, ο Χάμπερμας επιχειρεί μια -ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και για το δίκαιο[42]– αναγωγή της κανονιστικότητας στην ιδανική συνομιλιακή ή επικοινωνιακή κατάσταση. Η πρότασή του εμφανίζεται καταρχήν πραγματιστική και συγκεκριμένη, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με το αφαιρετικό κοινωνικό συμβόλαιο του Τζων Ρωλς (John Rawls)[43]. Παράλληλα, υπερασπίζεται μια κριτική, έλλογη και καθολική θεμελίωση των αποφάσεων ή καλύτερα των κρίσεων που δεν συμβαδίζει με τις -συντηρητικές- επιλογές του Γκάνταμερ[44]. Ο ορθολογιστής Χάμπερμας δεν ανατρέχει στην αυθεντία ή την προκατάληψη αλλά στον επικοινωνιακό λόγο για να νομιμοποιήσει ή για την ακρίβεια να καταργήσει την κυριαρχία.
H ηθική του διαλόγου συνιστά μια δικαιοπολιτική πρόταση, η οποία εδράζεται σε μια μάλλον ανθρωπολογικής τάξεως παραδοχή: την ικανότητα του ανθρώπου να ακολουθεί, θεωρητικά και πρακτικά, τον ορθό λόγο, να αυτο-συνειδητοποιείται και να επικοινωνεί ειλικρινά και ανιδιοτελώς με τον πλησίον του. Το χαμπερσμασιανό υποκείμενο διακατέχεται από ηθικά συναισθήματα[45], τα οποία καλούνται να καθορίσουν και τη διαλογική του συμπεριφορά. Διαπιστώνει κανείς, λοιπόν, το πρώτο παράδοξο της χαμπερμασιανής θεωρίας: ενώ αυτή τοποθετείται στο κριτικό ρεύμα (ερμηνευτική, φαινομενολογία, σχολή της Φρανκφούρτης) υιοθετεί τελικά μια αντίληψη περί αυτόνομου και γνωστικά ικανού υποκειμένου που η ίδια έχει προηγουμένως καταλογίσει ως αφελή και μονολογική στην καρτεσιανή νεωτερικότητα[46]. Παρότι, δηλαδή, το φιλοσοφικό πλαίσιο της θεωρίας εγγράφεται σε μια υποψιασμένη αντίληψη του υποκειμένου, με αιχμή την «έλλειψη» του λόγου του, η χαμπερμασιανή συνομιλιακή κατάσταση ανατρέχει σε ένα τέλειο, αγγελικό ή υπεράνθρωπο, υποκείμενο, το οποίο απαλλάσσεται μεταφυσικά από όλες τις βλαβερές ιδιότητες του λόγου (κακοβουλία, ίδιον όφελος, πλάνη κ.λπ.) ώστε να λάβει μέρος στην ιδανική επικοινωνιακή-πολιτική κοινότητα του Γερμανού φιλοσόφου, εκεί που οι κανόνες, νομικοί, ηθικοί και πολιτικοί, δεν συνιστούν προϊόν βίας ή συσχετισμού δυνάμεων ή αυθεντίας, καθώς προκύπτουν από την ισότιμη κι έντιμη διαβούλευση μεταξύ των ορθολογικών συνομιλητών. Πιο συγκεκριμένα, το θεμέλιο της χαμπερμασιανής συζήτησης δεν είναι άλλο από τον επικοινωνιακό λόγο, αυτόν που εγγυάται, σαν άλλος θεμελιώδης κανόνας, τη διεξαγωγή του διαλόγου. Επιπρόσθετα, οι ειλικρινείς, συνειδητοποιημένοι, σοβαροί και ορθολογικοί συνομιλητές είναι εξορισμού προσανατολισμένοι στη συμφωνία[47]. Αυτομάτως, όμως, εύλογα αναρωτιέται κανείς αφενός ποιος προσδιορίζει τις αόριστες έννοιες του ορθού λόγου ή ελέγχει τη σοβαρότητα των συνομιλητών και αφετέρου αν είναι εφικτή και υπό ποιους όρους η έκφραση της διαφωνίας σε ένα διάλογο που αποσκοπεί εκ των προτέρων στη συναίνεση μεταξύ των συμμετεχόντων. Ο καθορισμός των κριτηρίων ένταξης στην κοινότητα του διαλόγου δεν μπορεί παρά να ανήκει σε τελευταίο βαθμό στον ίδιο τον Χάμπερμας ή στο χαμπερμασιανό φιλόσοφο, σε εκείνον δηλαδή που τα θέτει στην κοινότητα.
Εκτός αυτών των σχετικών με την ελευθερία του υποκειμένου αμφιλεγόμενων σημείων, η θεωρία του Χάμπερμας φαντάζει εντελώς παράδοξη όταν εξετάζει την έννοια της κυριαρχίας. Και τούτο γιατί οι βασικές αρχές της διεξαγωγής του διαλόγου αποδεικνύονται εμφανώς ασύμβατες με τη μοντέρνα αντίληψη της τελευταίας, η οποία διαπνέει και το δημόσιο δίκαιο. Η διυποκειμενική παραγωγή του κανόνα προϋποθέτει ρητά την απουσία οιουδήποτε εξαναγκασμού. Για να το πούμε διαφορετικά, στη χαμπερμασιανή κοινότητα απουσιάζει παντελώς ο κυρίαρχος, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, αφού κανείς δεν φαίνεται να διαθέτει το προνόμιο να υποχρεώνει, σε ύστατο βαθμό, τους άλλους. Εάν η συμφωνία αποτελεί την κατάληξη μιας ελεύθερης και ισότιμης διαβούλευσης, στην οποία, πρέπει να το σημειώσουμε, δεν έχουν εξορισμού θέση οι κακές προθέσεις και οι ανορθολογικές βουλήσεις, είναι προφανές ότι στο σχήμα δεν είναι απαραίτητος ο εγγυητής της. Κοντολογίς, κανείς δεν αναλαμβάνει το ύπατο αξίωμα να κλείσει κυριαρχικά το διάλογο. Η απουσία του ισχυρού διαμεσολαβητή που απολαμβάνει την «εξουσία της τελευταίας λέξης» επί οποιουδήποτε θέματος, όπως ο κυρίαρχος στο νεωτερικό δίκαιο που ονομάζεται «Κράτος» ή «λαός» ή για την ακρίβεια τα όργανά του, υπονοεί την α-νομική τελικά διάσταση της χαμπερμασιανής θεωρίας ή την κατασκευή μιας εναλλακτικής σε σχέση με τη νεωτερικότητα αντίληψης του δικαίου. Η υποκατάσταση της διαλογικής διυποκειμενικότητας στη μονολογική υποκειμενικότητα φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ανταποκρίνεται στο αίτημα του εξορθολογισμού και της λογοδοσίας της κυριαρχίας. Δύσκολα, όμως, μπορεί κανείς να αγνοήσει τον ιδεαλιστικό έως και μεταφυσικό χαρακτήρα μιας θεωρίας που απομονώνει τον λόγο από την ισχύ και τη δύναμη του ομιλητή. Και τούτο γιατί η θεωρία του Χάμπερμας αφαιρεί από τα γλωσσικά ενεργήματα των συνομιλητών της φανταστικής κοινότητάς του την επιτελεστικότητά τους. Από τη στιγμή που τα υποκείμενα διαλέγονται δίχως να έχουν σκοπό να επιβάλουν τις απόψεις τους ή να προκαλέσουν μια συναισθηματική κατάσταση στον αποδέκτη τους, είναι σαφές ότι ο λόγος τους δεν επενεργεί, δεν απευθύνεται δηλαδή σε κάποιον άλλο παρά μόνο, παραδόξως, στον ίδιο τους τον εαυτό. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Χάμπερμας, τα γλωσσικά ενεργήματα των μελών του διαλόγου του δεν είναι περιλεκτικά, δεν προκαλούν δηλαδή μια ενδιάθετη κατάσταση στο συνομιλητή τους[48]. Μόνον έτσι μπορεί να διασφαλιστεί ότι είναι «αδιάβροχα» στις κακές προθέσεις ή στην κακοβουλία των εκφορέων τους. Ταυτόχρονα, όμως, αναπόφευκτα, καθίστανται και επικοινωνιακά «κολοβά» διότι στερούνται την αιχμή τους, αυτή ακριβώς που κατορθώνει να διεισδύσει στο forum internum του αποδέκτη τους.
Ακόμη, όμως, και αν παρακάμψουμε τις εύλογες θεωρητικές αντιρρήσεις για την επιτελεστικότητα των χαμπερμασιανών γλωσσικών ενεργημάτων και δεχθούμε τη διαλογική φύση της χαμπερμασιανής διαβούλευσης, η διυποκειμενική δομή της παραγωγής των ηθικοπολιτικών κανόνων, η οποία στον κόσμο του δικαίου και της πολιτικής μεταγράφεται σε μια μορφή διαβουλευτικής δημοκρατίας, υπονοεί τελικά την πλήρη υποβάθμιση του δικαίου, ως κανονιστικού φαινομένου, και την άκριτη εμπιστοσύνη στην (επικοινωνιακή) ηθική. Η απουσία κεντρικής διαμεσολάβησης ή εγγύησης του διαλόγου, πέρα από την ηθική δέσμευση των «παικτών» στις αρχές που πηγάζουν από τον επικοινωνιακό λόγο, ισοδυναμεί με την επιστροφή σε μια φυσική κατάσταση συνομιλίας, πριν δηλαδή από τη συμβολαιική εγκαθίδρυση του κυρίαρχου και το πέρασμα στο κοινωνικό πλαίσιο. Είναι, ωστόσο, σαφές ότι σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα π.χ. με τον Χομπς και τον Ρουσσώ, η απευθείας σχέση μεταξύ των ατόμων είτε οδηγεί αναπόφευκτα στον γενικευμένο πόλεμο είτε είναι απλώς αδύνατη. Σε αυτά ακριβώς τα δύο ενδεχόμενα, μοιάζει να παραπέμπει η χαμπερμασιανή θεωρία, εάν ωθήσουμε, βέβαια, τα επιχειρήματά της στα άκρα. Η διεξαγωγή ενός διαλόγου δίχως τη δεσμευτική παρουσία του νόμιμου εγγυητή του συνεπάγεται την ισχυρή πιθανότητα του χομπσιανού πολέμου όλων εναντίων όλων και την ανάδειξη τελικά ενός de facto κυρίαρχου. Ο μονολογικός χαρακτήρας, από την άλλη, των γλωσσικών ενεργημάτων των συνομιλητών μοιάζει να παραπέμπει στη ρουσσωική κατάσταση της αφόρητης μοναξιάς και της εκκωφαντικής σιωπής των ατόμων στο état de nature[49]. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι παρά τον καταρχάς γοητευτικό της χαρακτήρα, καθότι θεωρία που υπόσχεται την ατομική και συλλογική ελευθερία άνευ εξαναγκασμού και την εξάλειψη της κυριαρχίας στις σχέσεις μεταξύ των υποκειμένων, η χαμπερμασιανή πρόταση ενέχει καταστατικά τα στοιχεία της αναίρεσης του διαλογικού αλλά και του ίδιου του επικοινωνιακού της χαρακτήρα. Ακόμη και αν, για χάρη της σχετικής συζήτησης, δεχτούμε ότι η κοινότητα του Χάμπερμας είναι διαλογική και επικοινωνιακή και ότι δεν προκύπτει καμία σχέση εξουσίασης ανάμεσα στα μέλη της, παραμένει σκοτεινό το ίδιο το θεμέλιο της εξουσίας που η θεωρία του Χάμπερμας έμμεσα εκχωρεί σε αυτόν που αναλαμβάνει να προσδιορίσει το κριτήριο της ορθολογικότητας, τον ύπατο ελεγκτή με άλλα λόγια της συμμετοχής του κάθε συνομιλητή στο διάλογο. Αυτός, είναι, τελικά και ο κρυφός πλην παντοδύναμος κυρίαρχος της χαμπερμασιανής κοινότητας, μια “καλά γεννημένη ψυχή” ή για την ακρίβεια ο φρόνιμος[50] φιλόσοφος που αποφασίζει ποιος από τους επίδοξους συνομιλητές μπορεί να περάσει το κατώφλι της ορθολογικότητας και να πάρει μέρος στο διαλογικό παιχνίδι. Και είναι προφανές ότι η απόφαση που τον χαρακτηρίζει ως φρόνιμο και κατά συνέπεια ως οργανωτή/ρυθμιστή του παιχνιδιού δεν μπορεί παρά να προέρχεται αποκλειστικά από τον ίδιο, ως μια απόλυτα κυριαρχική και αντι-νεωτερική αυτο-εγκατάστασή του.
 
2. Ο συνταγματoλογικός μονολογισμός
 
Η σύντομη περιήγησή μας στους δημοφιλείς τόπους της σύγχρονης ερμηνευτικής δεν έχει, όμως, μόνο φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Αντιθέτως, ο -άρρητος- μονολογισμός των παραπάνω θεωριών προαναγγέλλει και τις κυρίαρχες ερμηνευτικές τάσεις της νομικής δογματικής. Κι αυτό γιατί ο νομικός λόγος έπεται φυσιολογικά του φιλοσοφικού σε ό,τι αφορά το μείζον ζήτημα της ερμηνείας. Από τη στιγμή που το δίκαιο είναι ένας κόσμος προτάσεων, δεν θα μπορούσε να παρεκκλίνει από τις κατευθύνσεις της φιλοσοφίας της γλώσσας γενικότερα και της ερμηνευτικής ειδικότερα.
Όπως προαναφέραμε, στο πεδίο της ερμηνείας του δικαίου επικρατούν, παρά την αδιαμφισβήτητη συνεκτικότητα και τον υψηλό βαθμό αφαίρεσης των διαφόρων θεωριών, από τη μία η αυστηρά σημασιολογική-γραμματική πρόσληψη του νοήματος του κειμένου και από την άλλη η προσανατολισμένη στην ανεύρεση του αντικειμενικού νοήματος του κανόνα ηθικοπολιτική ανάγνωση. Στην πρώτη περίπτωση, η θετικιστική προσήλωση στο γράμμα του νόμου και τη λογική συναγωγή του νοήματός του παραπέμπει στο λογικισμό των αρχών-μέσων του περασμένου αιώνα (Κύκλος της Βιέννης)[51]. Πιο κοντά στην προβληματική μας εμφανίζεται η δεύτερη, σε γενικές γραμμές πάντα, περίπτωση, η προσπάθεια δηλαδή να εντοπιστεί, μέσω του ηθικοπολιτικού εμπλουτισμού της -ανεπαρκούς καθεαυτής- νομικής ερμηνείας, η καλύτερη δυνατή απάντηση στο υπό κρίση νομικό ζήτημα[52]. Και στις δύο, ωστόσο, περιπτώσεις, δηλαδή τη θετικιστική διακρίβωση του γράμματος και την ηθικοπολιτική ανακάλυψη του πνεύματος του νομικού κανόνα, υπονοείται ανοιχτά ότι η ερμηνεία είναι μια πράξη γνώσης και όχι βούλησης. Η εξορισμού απόρριψη της ερμηνευτικής αυθαιρεσίας σηματοδοτεί τη διαδεδομένη πίστη της νομικής δογματικής στην εξάλειψη της διαφοράς ανάμεσα στο κείμενο και τον κανόνα δικαίου, όπως εύστοχα σημειώνει ο Mισέλ Τροπέρ, ή αλλιώς ανάμεσα στο συγγραφέα και τον αναγνώστη του νομικού κειμένου (Ι). Αυτή η πεποίθηση, όμως, αποδεικνύεται καθοριστική όχι μόνο για την ερμηνεία των νομικών κειμένων, αλλά αναπόφευκτα και για την αντίληψη της κυριαρχίας. Πιο συγκεκριμένα, εφόσον αποδεχτούμε ότι είναι δυνατόν να γνωρίσουμε με ασφάλεια αυτό που θα ήθελε να πει ο συγγραφέας του κανόνα είναι σαφές ότι θεωρούμε ότι το νόημα του κανόνα βρίσκεται κατά πρώτο και κύριο λόγο στη σύνταξη και όχι την ερμηνεία του. Συνεπώς, η ταυτότητα του κυρίαρχου, του εμπνευστή δηλαδή της νόρμας, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι επέρχεται οριστικά και αμετάκλητα όταν ο τελευταίος «λέει» τον κανόνα δικαίου.
Στη συνταγματική θεωρία και πράξη, η παραπάνω πεποίθηση αποτυπώνεται στη δεσμευτική βούληση ενός κυρίαρχου (συλλογικού) υποκειμένου, το οποίο ακούει στο όνομα “λαός” ή “έθνος”. Η θέληση του υποβλητικού αυτού και ομοιογενούς Όλου εκδηλώνεται συνταγματικά -και πανηγυρικά- στην επιβλητική περσόνα της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας και κατ' επέκταση στην αδιαμφισβήτητη υπεροχή της συντακτικής έναντι της αναθεωρητικής λειτουργίας. Έτσι, ο κυρίαρχος λαός θεωρείται ότι υπάρχει πραγματικά, ότι εμφανίζεται σε κάποιες ιδιαίτερες συνταγματικές στιγμές[53] και μετά απουσιάζει, συνεχίζοντας, εντούτοις, να δεσμεύει τους αντιπροσώπους του, μέχρι την επόμενη, ιστορικά και δικαιικά, εμφάνισή του. Η ανωτερότητα του κυρίαρχου λαού έναντι των αντιπροσώπων του συνιστά το αναγκαίο σημείο καταλογισμού των εκφάνσεων της κυριαρχίας, των ποικίλλων δηλαδή (αυθεντικών) ερμηνειών του συνταγματικού κειμένου. Η ενότητα και η ομαλή λειτουργία του συνταγματικού συστήματος προϋποθέτει (ιδεο)λογικά την ύπαρξη αυτού του αρχιμήδειου σημείου, στον οποίο τελικά αναφέρεται η υπακοή μας, γιατί έτσι θεωρείται ότι υπακούμε στους εαυτούς μας. Πάνω απ' όλα, όμως, υπονοείται η μεταφυσική παραδοχή της τέλειας αυτονομίας του λαού, της πραγματικής δηλαδή προσωποποίησης, παρουσίας και ομιλίας του στο γραπτό σώμα του Συντάγματος. Η ουσιοκρατική-μεταφυσική θεωρία της κυριαρχίας ακολουθεί πιστά τις παραπάνω ερμηνευτικές θεωρίες, με στόχο να προικίσει το σύγχρονο συνταγματισμό με το σταθερό και αμετάβλητο υποκείμενό του. Αυτό (πρέπει να) εμφανίζεται ως ενικό, ομογενές και αυτεξούσιο, ως η κανονιστική αποκάλυψη της ουσίας της λαϊκής/εθνικής βούλησης. Με άλλα λόγια, εάν αποδεχτούμε αυτή τη θεώρηση της κυριαρχίας είναι ξεκάθαρο ότι σε κάποιες ιδιαίτερες νομικές[54] ή ιστορικό-πολιτικές συνθήκες ο λαός δεν αποτελεί την παράγωγη και πλασματική φιγούρα μιας ανα-παράστασης, αλλά το ενσαρκωμένο πρόσωπο μιας εντυπωσιακής παράστασης(ΙΙ).
Μια προσεκτική, ωστόσο, παρατήρηση του συνταγματικού μας βίου μάλλον συσκοτίζει τη φιγούρα του παντοδύναμου συλλογικού υποκειμένου. Στην πραγματικότητα, ο “κυρίαρχος λαός” κατοικεί στο φαντασιακό της συνταγματικής θεωρίας καθώς αποδεικνύεται μια ανεύρετη νομικά, κοινωνιολογικά και πολιτικά σύλληψη[55]. Θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε στη συνέχεια, ανατρέχοντας στις σχετικές μελέτες των Tροπέρ και Κελά, τις θεωρητικές αλλά και πρακτικές αντιφάσεις στις οποίες υποπίπτει η αφελής υπεράσπιση της σταθερής και ιδανικής ταυτότητας του κυρίαρχου. Και αυτό όχι για να αποδομήσουμε αντιδραστικά ή να αγνοήσουμε επιδεικτικά, ως agents provocateurs, τη θεμελιώδη συνταγματικά και πολιτικά έννοια της κυριαρχίας, λαϊκής ή εθνικής[56], αλλά για να υπηρετήσουμε μια κριτική πρόσληψη και κατ' επέκταση κατανόησή της (ΙΙΙ).
 
Ι. Νομική μέθοδος και αλήθεια: η αντι-πραγματολογική θέση της νομικής δογματικής
 
Ήδη από το καινοτόμο έργο του Zαβινύ (Savigny) στην Γερμανία, στις αρχές του 19ου αιώνα, και αργότερα του Ζενί (Gény) στην Γαλλία, συστηματοποιείται η νομική μέθοδος σχετικά με την ερμηνεία των κανόνων δικαίου[57]. Η διάσημη, έκτοτε, κατηγοριοποίηση των τρόπων ανακάλυψης του νοήματος των νομικών κανόνων (γραμματική, ιστορική, λογική, συστηματική, τελολογική ερμηνεία) έχει αποτελέσει προνομιακό πεδίο έρευνας της νομικής δογματικής. Αφορά, άλλωστε, όλους τους επίδοξους ερμηνευτές του δικαίου, αυθεντικούς και μη. Στην παρούσα μελέτη, δεν θα επεκταθούμε στις γνωστές μεθόδους ερμηνείας. Οι μεθοδολογικές και επιστημολογικές τους προκείμενες είναι γνωστές, όπως επίσης κι η κανονιστική τους εμβέλεια[58].
Από την άλλη, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι προσανατολισμένες στο θετικισμό μέθοδοι, όπως κατεξοχήν η γραμματική και η λογική, προωθούν μια ξεκάθαρα αντι-ερμηνευτική θέση, τη δυνατότητα δηλαδή μιας αυστηρά επιστημονικής, δίχως άμεσες ή έμμεσες αξιολογήσεις, διάγνωσης του νοήματος του κανόνα δικαίου, ενώ οι μέθοδοι που προϋποθέτουν ότι ο κανόνας δικαίου δεν μπορεί να είναι θετικιστικά αυτοαναφορικός ή αυτοποιητικός, επειδή εμπεριέχει αναπόφευκτα και ηθικοπολιτικές παραμέτρους, όπως η συστηματική και η τελολογική, οι μέθοδοι δηλαδή που εξαρχής αποσκοπούν στη δημιουργική “ανακάλυψη” του “σκοπού” (ratio) της διάταξης ή της “φύσης του πράγματος”, συγκροτούν τη -νομική- αιχμή των ερμηνευτικών θεωριών[59]. Η κρίσιμη διαφορά τους μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να συνοψιστεί ως εξής: οι “θετικιστικές” μέθοδοι ερμηνείας παραμένουν λιγότερο ή περισσότερο δέσμιες της πρόθεσης του συγγραφέα ενώ οι -αποκαλούμενες για την περίσταση- “ερμηνευτικές” μάλλον αδιάφορες ως προς αυτήν.
Και τα δύο, ωστόσο, κρατούντα (γενικά) μοντέλα ερμηνείας τέμνονται σε ένα κοινό -και καθοριστικής σημασίας για τη μελέτη μας- σημείο: την πίστη στην αντικειμενική γνώση του νοήματος του κανόνα. Είτε πρόκειται για το ορατό γράμμα του κανόνα είτε για τον καλά κρυμμένο σκοπό του, ο ερμηνευτής αποδέχεται ως οντολογικό του προαπαιτούμενο την αλήθεια, αυτό που ο συγγραφέας του-και όχι μόνο- θα ήθελε ο κανόνας να σημαίνει. Ο Ντουόρκιν, για παράδειγμα, σημειώνει ότι η ερμηνεία αποσκοπεί στο να καταστήσει κανείς ένα αντικείμενο ή μια πρακτική το καλύτερο παράδειγμα (“the best”, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο συγγραφέας) του γένους στο οποίο ανήκει[60]. Ανεξάρτητα από τις εύλογες αντιρρήσεις που εγείρει η παραπάνω θέση[61], οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι συλλαμβάνει την κυρίαρχη αντίληψη ή αλλιώς το κοινό νόημα (common sense) περί του ρόλου της ερμηνείας. Θα ήταν παράδοξο να αποδεχτεί κανείς, όταν προχωρά στην ερμηνεία του κανόνα, ότι επιδιώκει να τον παρερμηνεύσει. Διόλου, ωστόσο, προφανές δεν είναι ότι από αυτή την καθαρά λογική θέση συνάγεται απαραίτητα ότι πρέπει να αποκλείει κανείς την πιθανότητα η ερμηνεία του να είναι όντως λανθασμένη ή ότι υπάρχει, στην πραγματικότητα, αντικειμενικά καλύτερη ερμηνεία από μία άλλη. Για να το πούμε διαφορετικά, η αξίωση αλήθειας που ενέχει ο λόγος δεν πρέπει να συγχέεται με την αποδοχή της ύπαρξης της αλήθειας[62].
Εξίσου προβληματικό αποδεικνύεται και το επιχείρημα περί της αποστασιοποίησης των “ερμηνευτικών” μεθόδων και θεωριών ερμηνείας από την πρόθεση του συγγραφέα. Η επιλογή του δεύτερου μοντέλου ερμηνείας, παρά την αντι-θετικιστική του διάσταση και την έμμεση αναγνώριση ενός βουλησιαρχικού χαρακτήρα της πράξης της ερμηνείας, έχει ως δομικό στοιχείο την αναγόρευση της ερμηνευτικής απόφασης σε γνωστικά τέλεια κρίση. H αναπόφευκτη παρείσφρηση των αξιολογήσεων στην ερμηνεία δεν συνεπάγεται την αυθαιρεσία του ερμηνευτή ή την επιθετική πλην ειλικρινή παραδοχή εκ μέρους του της πλήρους υποκατάστασής του στη θέση του συγγραφέα. Παρότι στις ερμηνευτικές θεωρίες, όπως σε αυτήν του Ντουόρκιν, είναι σαφής η αναγνώριση μιας διευρυμένης εξουσίας-και άρα κυριαρχίας- στον ερμηνευτή, ιδιαίτερα μάλιστα στις περιπτώσεις που το ισχύον δίκαιο δεν παρέχει την -εύκολη, αν υποτεθεί ότι υπάρχει αυτή- λύση, κανείς δεν μοιάζει διατεθειμένος να προβιβάσει την αυθαιρεσία σε συστατικό στοιχείο της ερμηνείας και κατά συνέπεια να επισημάνει τη σχέση της τελευταίας με την αποφασιοκρατία[63]. Τουναντίον, η πράξη της (ιδανικής) ερμηνείας επενδύεται με τις πιο ισχυρές επιστημολογικές εγγυήσεις και χαρακτηρίζεται ως μια σκληρή, επίμονη και ατέρμονη, μια ηράκλεια, όπως θα έλεγε ο Ντουόρκιν, προσπάθεια ανεύρεσης της καλύτερης απάντησης ούτως ώστε η τελευταία να μην αποδοθεί καθαρά στο ελλιπές υποκείμενο του ερμηνευτή, αλλά σε ένα σοφό πρόσωπο που κατορθώνει να αγγίζει αντικειμενικά το ιστορικό και ηθικοπολιτικό νόημα του υπό κρίση νομικού κανόνα. Η σχέση του ερμηνευτή με το κείμενο δεν ακολουθεί τους απρόβλεπτους ρυθμούς του σχετικιστικού “anything goes”: αντιθέτως, διατρανώνει ότι ο “συγγραφέας” του κανόνα θα επιθυμούσε αυτολεξεί το νόημα που επιμελώς “ανακάλυψε” ο ερμηνευτής. Ελάχιστη σημασία έχει λοιπόν η διάκριση ανάμεσα στα δύο σχήματα ερμηνείας με βάση τη σημασία που αποδίδεται στο συγγραφέα και τις προθέσεις του. Η μετάβαση, για παράδειγμα, από τη γραμματική στην τελολογική μέθοδο ερμηνείας δεν αλλοιώνει την πεποίθησή μας ότι είναι εφικτή η πλήρης πρόσβαση στην επικράτεια του λόγου του συγγραφέα, με άλλα λόγια η πλήρης σύγχυσή μας με εκείνον και τελικά η ριζική κατάργηση της απόστασης ανάμεσα στη γραφή και την ανάγνωση του κειμένου. Στο τέλος της ημέρας, ο πραγματικός κυρίαρχος αναγνώστης του κανόνα πάντα αποδίδει την ερμηνεία του, την άσκηση δηλαδή της κυριαρχίας, στην ουσιαστική συμφωνία της με τη βούληση του πλασματικού κυρίαρχου, του συντάκτη του κανόνα. Κάθε φορά δηλαδή που ο ερμηνευτής μιλά είναι -παραδόξως- σαν να μιλά ο ίδιος ο συγγραφέας.
Σε αυτή τη μονολογική θεώρηση της ερμηνείας αντιτίθεται ο νομικός ρεαλισμός του Τροπέρ και η πραγματολογική αντίληψη για τον κανόνα δικαίου του Κελά. Ο Τροπέρ επισημαίνει ότι ανάμεσα στον κανόνα δικαίου και το κείμενό του υπάρχει πάντα ένα κενό, το οποίο -ήδη- στην κελσενική θεωρία εμφανίζεται ως διαφορά ανάμεσα στην υποκειμενική και την αντικειμενική σήμανση του κανόνα δικαίου[64]. Οποιοδήποτε κείμενο, ακόμη κι εκείνο που προέρχεται από αρμόδια νομικά όργανα[65], δεν είναι καν… νομικό πριν χαρακτηρισθεί ως τέτοιο από τον ερμηνευτή του. Πιο συγκεκριμένα, πριν ερμηνευτεί, το κείμενο δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Η ρεαλιστική θεωρία αναγνωρίζει, όπως ο Κέλσεν, τον βουλητικό χαρακτήρα της ερμηνείας και την απελευθέρωση του ερμηνευτή από κάθε σημασιολογική δέσμευση[66]. Το κείμενο είναι εξορισμού σιωπηλό μέχρι να το ζωντανέψει ο αναγνώστης του, το νομικό όργανο που καλείται αυθεντικά να το ερμηνεύσει και να του προσδώσει ή να του αφαιρέσει το νομικό του χαρακτήρα καθώς και το νόημά του. Από τη στιγμή, λοιπόν, που οι νομικοί κανόνες συνίστανται στις πράξεις ερμηνείας διαφόρων εκφορών των κανόνων (και όχι των ίδιων των κανόνων), σε αυτές δηλαδή τις πράξεις βούλησης και όχι γνώσης, είναι σαφές για τον Τροπέρ ότι οι κανόνες δικαίου δεν τίθενται από τους δημιουργούς των εκφορών/προτάσεων, αλλά από τους αυθεντικούς ερμηνευτές τους[67]. Τα όργανα εφαρμογής του δικαίου είναι λοιπόν αυτά που αναλαμβάνουν κάθε φορά να σημάνουν τα κείμενα. Και μπορεί ο εφαρμοστής του δικαίου να υφίσταται στρατηγικές ή άλλες (π.χ. ψυχολογικές, κοινωνικές κ.λπ.) δεσμεύσεις, ανάλογα με τη θέση του στη νομική-πολιτική σκακιέρα και τους συσχετισμούς με τους άλλους (συμ)παίκτες του τη δεδομένη στιγμή, αλλά είναι σαφές ότι δεν δεσμεύεται από λογικά ή σημασιολογικά εμπόδια ή βέβαια από οποιαδήποτε μέθοδο ερμηνείας. Η απόλυτη ερμηνευτική ελευθερία ισοδυναμεί με την υπονόμευση ή την υποβάθμιση της αξίας της νομικής μεθόδου και την παραδοχή της αυθαιρεσίας του νοήματος. Ο Τροπέρ επιμένει στην απροσδιοριστία του κειμένου και ταυτόχρονα διευκρινίζει, θετικιστικά, ότι η πράξη της αυθεντικής ερμηνείας δεν μπορεί τελικά να είναι ψευδής ή αληθής. Η ρεαλιστική θεωρία του δικαίου είναι, όπως για παράδειγμα ο νεο-ρεαλισμός στον κινηματογράφο ή ο ρεαλισμός στη ζωγραφική και τη γλυπτική, μια προσπάθεια ακριβούς περιγραφής των σημάνσεων των προτάσεων του δικαίου, μια καταγραφή της νομικής πραγματικότητας, όπως αυτή είναι ή καλύτερα γίνεται, η οποία αδιαφορεί εκ των προτέρων για το δέον-είναι ή το Δίκαιο[68]. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια ανάλυση των πράξεων των αυθεντικών ερμηνευτών του δικαίου, των ποικίλλων προσδιορισμών δηλαδή των σημάνσεων και όχι των… ίδιων των σημάνσεων από τα όργανα που αποτελούν τη θεσμική ραχοκοκκαλιά της έννομης τάξης. Γι’ αυτό και αν κανείς ακολουθήσει πιστά τη θεωρία του Τροπέρ ή παρόμοιες εκδοχές του νομικού ρεαλισμού, θα καταλήξει στην αντικατάσταση της πυραμίδας των κανόνων από εκείνη των οργάνων του δικαίου. Παράλληλα, υποδηλώνεται ότι ο κυρίαρχος δεν είναι αυτός που γράφει τον κανόνα, αλλά εκείνος που τον διαβάζει. Έτσι, το παραδοσιακό σχήμα της κυριαρχίας ανατρέπεται πλήρως και οφείλουμε μάλλον να παραδεχτούμε αφενός ότι δεν υπάρχει ή καλύτερα δεν μπορούμε να γνωρίσουμε καμία ουσία της κυριαρχίας (π.χ. το αντικειμενικό νόημα ενός συνταγματικού κανόνα) και αφετέρου ότι αυτή ασκείται από τα κάτω προς τα πάνω (π.χ. από το συνταγματικό δικαστή και όχι το συντακτικό νομοθέτη). Σύμφωνα με τα παραπάνω, η κλασική διάκριση ουσίας και άσκησης της κυριαρχίας καθώς κι εκείνη ανάμεσα στο φορέα της και τους αντιπροσώπους του αναιρούνται πανηγυρικά[69].
Η θεωρία του Τροπέρ στηρίζεται, όπως είδαμε, σε μια επιστημολογική και φιλοσοφική θέση: η ερμηνεία είναι μια πράξη βούλησης και όχι γνώσης. Η μεταμόρφωση μια δήλωσης βουλήσεως σε κανόνα δικαίου, η απόδοση δηλαδή της σημασίας στο πράγμα, συνιστά την ελεύθερη πράξη της ερμηνείας. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Κέλσεν, η νόρμα είναι η σήμανση μια πράξης βούλησης και η ερμηνεία μια πράξη βούλησης. Από την κελσενική αυτή θέση εκκινούν οι αναλύσεις του Κελά για την ερμηνεία και κατ’ επέκταση για την κυριαρχία. Αποδεχόμενος την (τροπεριανή) διάκριση ανάμεσα στη νόρμα και το κείμενο, ο Κελά βασίζει την απόλυτη ελευθερία του ερμηνευτή απέναντι στις σημασιολογικές δεσμεύσεις του κειμένου στην πραγματολογική θεωρία του Ώστιν για τα ομιλιακά ενεργήματα. Εφόσον αποδεχτούμε ότι η νομική εκφορά, όπως κάθε άλλωστε εκφορά, αρθρώνεται ως ομιλιακό ενέργημα, ως μια πράξη δηλαδή επιτελεστική και όχι περιγραφική ή διαπιστωτική, σύμφωνα πάντα με τον Ώστιν, είναι σαφές ότι η σήμανσή της δεν είναι μονολογική αλλά διαλογική. Η εγγραφή της νομικής εκφοράς στο πραγματολογικό πλαίσιο εξυπηρετεί, σύμφωνα με τον Κελά, την ανάλυση της σήμανσης του λόγου σε δυο ξεχωριστά στοιχεία, τα οποία όμως είναι αδύνατον να υπάρξουν το ένα δίχως το άλλο: το νόημα (sens) και τη δύναμη (force)[70]. Πιο συγκεκριμένα, η πλήρης σημασία μιας εκφοράς προϋποθέτει τόσο το πρώτο, το αυστηρά δηλαδή λεκτικό περιεχόμενό της, όσο και τη δεύτερη, την ενδολεκτική δηλαδή διάστασή της, την πλήρη ανάδειξή της σε ένα συγκεκριμένο επικοινωνιακό/συνομιλιακό περιβάλλον (contexte). Το νόημα του κειμένου προσδιορίζεται από τη δύναμη και vice-versa, ενώ είναι ασύλληπτο να υπάρξει νόημα δίχως δύναμη ή δύναμη δίχως νόημα, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση η (οποιαδήποτε) εκφορά καθίσταται ατελής και κατά συνέπεια ακατάληπτη. Ο ερμηνευτής αναλαμβάνει, θέλοντας και μη, την πράξη του προσδιορισμού τόσο του νοήματος όσο και της δύναμης του κειμένου ή γενικότερα του λόγου που υποδέχεται. Έτσι, π.χ. όταν ένα συνταγματικό δικαστήριο εξετάζει τη συμφωνία του νόμου με το Σύνταγμα προβαίνει στην ανασύσταση όχι μόνο του λόγου του νομοθέτη αλλά και της δύναμης της εκφοράς του, το κατά πόσο δηλαδή πρόκειται για κανόνα δικαίου με δεσμευτικό χαρακτήρα ή για μια απλή σύσταση ή συμβουλή κ.λπ. Την ίδια στιγμή, η υπαγωγή του νόμου στο τεστ του Συντάγματος σημαίνει ότι ομοίως αξιολογείται και ερμηνεύεται και ο συνταγματικός κανόνας. Συνεπώς, ο δικαστής αναλαμβάνει να σημάνει τόσο το λεκτικό περιεχόμενο (νόημα) όσο και το ενδολεκτικό κύρος (δύναμη) όχι μόνο του νόμου αλλά και της συνταγματικής διάταξης[71]. Η σύνταξη δηλαδή του νόμου και του Συντάγματος δεν σημαίνει απολύτως τίποτα πριν ανασυσταθεί συνολικά, ως νόημα και δύναμη, από τον αρμόδιο αναγνώστη τους. Η πραγματολογική αυτή προσέγγιση της ερμηνείας, η οποία έχει ως αναφορά της τη φιλοσοφία της κοινής γλώσσας, καταλήγει, σύμφωνα με τον Κελά, σε μια ριζοσπαστική θεώρηση της κυριαρχίας: επειδή το δίκαιο είναι εξορισμού προορισμένο για να διαβαστεί και να εκτελεστεί, η πράξη της κυριαρχίας απαιτεί δύο ξεχωριστούς χρόνους, τη γραφή και την ανάγνωση. Η πραγματολογία του Ώστιν και γενικότερα η φιλοσοφία της αποδόμησης, όπου το κείμενο υποβιβάζεται σε προ-κείμενο, αλλά και η εμπειρική παρατήρηση της νομικής πραγματικότητας, με σημείο αναφοράς τις νομολογιακές συγκρούσεις και ανατροπές[72], συνηγορούν στην αναγνώριση του ερμηνευτή σε πλήρη κυρίαρχο της σημασίας της εκφοράς.
Διαβάζοντας προσεκτικά τους Τροπέρ και Κελά αντιλαμβανόμαστε ότι η σχετικιστική και αποδομητική τους θεωρία, η οποία έχει ως φιλοσοφική αναφορά τη βούληση και όχι τον ορθό λόγο, αποκαλύπτει προκλητικά τη ματαιότητα κάθε νομικής μεθόδου. Και αυτό γιατί πριν από αυτήν υπάρχει -σαν δαίμονας για τους νομικούς- ο βουλητικός προκαθορισμός του νοήματος και της δύναμης. Στην πραγματικότητα, οποιαδήποτε μέθοδο και αν ακολουθήσει ο ερμηνευτής δεν μπορεί να γνωρίζει αντικειμενικά αυτό που θα ήθελε να πει ο συγγραφέας γιατί εκείνος είναι απών ή “νεκρός”, σύμφωνα με τη διάσημη φράση του Ρολάν Μπαρτ (Roland Barthes), από τη στιγμή που υπέγραψε το πόνημά του. Η απελευθέρωση του ερμηνευτή από τα δεσμά του κειμένου δεν είναι, ωστόσο, αδιαπραγμάτευτη. Ο τελευταίος υφίσταται πάντα κάποιες δεσμεύσεις (στρατηγικές, ιστορικές, πολιτικές). Σίγουρα, όμως, θα ήταν τελείως ανώφελο να αναζητήσει κανείς σημασιολογικές δεσμεύσεις ή να θεωρήσει, όπως επιχείρησε να το κάνει, ανεπιτυχώς, ο ίδιος ο Τροπέρ, ως νομικές κάποιες πραγματολογικές[73].
Η ρεαλιστική ερμηνευτική αλυσίδα, όπου το νόημα του κανόνα προκύπτει από τα «κάτω προς τα πάνω», αντιστρέφει πλήρως την κελσενική πυραμίδα και την ίδια τη δομή του σύγχρονου συνταγματισμού. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει την ήδη γνωστή από τη φιλοσοφική ερμηνευτική αποσύνδεση της μεθόδου από την αλήθεια. Η επιμονή των νομικών στη μέθοδο γίνεται αντιληπτή ως το πλέον ευφυές μασκάρεμα των ερμηνευτικών τους επιλογών και κατανοήσεων. Πάνω απ’ όλα, όμως, η μετάθεση της κυριαρχίας από το συγγραφέα στον αναγνώστη και η κατάργηση του θεμελιώδους δίπολου ανάμεσα στην άσκηση και την ουσία της έχει ως συνέπεια μια ριζικά διαφορετική αντίληψη ως προς την ταυτότητα του κυρίαρχου. Αυτή, όπως θα δούμε στη συνέχεια, προσκρούει μετωπικά στην κρατούσα συνταγματολογική αντίληψη.
 
ΙΙ. Ο “κυρίαρχος” και ο “δέσμιος” λαός: η ουσία και η άσκηση της κυριαρχίας
 
Από την ανάγνωση και μόνο του Συντάγματος -χώρια εκείνη των εγχειριδίων ή των σχετικών πραγματειών συνταγματικού δικαίου- διαπιστώνει κανείς ότι ο θεμελιώδης χάρτης της έννομης τάξης έχει χαραγμένο στο σώμα του το ύπατο πρόσωπο καταλογισμού και νομιμοποίησής του[74]. Στο άρθρο 1 παρ.2 και 3 του Συντάγματος του 1975 κατοχυρώνεται η λαϊκή/εθνική κυριαρχία. Κοντολογίς, σε θεμέλιο της έννομης τάξης ανακηρύσσεται με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο ο κυρίαρχος “λαός” και το κυρίαρχο “έθνος”. Κάθε συνταγματική διάταξη “αναφέρεται” δηλαδή στην ανώτερη όλων των άλλων βούληση αυτών των δύο υποκειμένων. Το συνταγματικό κείμενο αποτελεί ακριβώς το αποτέλεσμα της άσκησης της κυριαρχίας από την πρωτογενή συντακτική εξουσία. Γι’ αυτό και ο αδιαπραγμάτευτος πυρήνας της πολιτειακής βούλησης φωτογραφίζεται στο άρθρο 110 παρ.1 περί των μη αναθεωρήσιμων διατάξεων του Συντάγματος, ενώ παράλληλα στο άρθρο 28 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η εθνική κυριαρχία απέναντι στις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας. Kοινή συνισταμένη των παραπάνω διατάξεων είναι ο άμεσος καταλογισμός των -σύμφωνων με αυτές- πράξεων των νομικών και των πολιτικών οργάνων στα αόριστα πρόσωπα του “λαού” ή του “έθνους”. Είτε πρόκειται για το νομοθέτη είτε για το δικαστή, κάθε φορά που δημοσιεύεται ένας νόμος ή εξετάζεται η συνταγματικότητά του, εκείνος χρησιμοποιεί την κυριαρχία (λαϊκή/εθνική) ως μια αρχή καταλογισμού της πράξης του. Πιο συγκεκριμένα, ο νόμος θεωρείται ότι είναι σύμφωνος ή αντίθετος, σε περίπτωση αντισυνταγματικότητας, με αυτό που ο λαός ή το έθνος θα ήθελε να πει, ως γενική βούληση, επί του ζητήματος. Από τη στιγμή που είναι αδύνατον πρακτικά να καταφύγουμε στο συλλογικό υποκείμενο για να το ρωτήσουμε και στη συνέχεια να νομοθετήσουμε, ο αντιπρόσωπος αναλαμβάνει το ρόλο να ερμηνεύσει τη γενική βούληση, όπως αυτή έχει εκφρασθεί στο κείμενο του Συντάγματος. Έτσι “δένουν” η κυριαρχία και η αντιπροσώπευση. Ανοικτή, όμως, και αμφίβολη παραμένει η οριοθέτηση της σχέσης τους. Ο Αντώνης Μανιτάκης υποστήριξε σε πρόσφατο κείμενό του ότι η κυριαρχία πρέπει να αποσυνδεθεί από την αντιπροσώπευση καθώς η νεωτερική-νομιναλιστική ταύτισή τους συμβάλλει στην άκριτη νομιμοποίηση των αντιπροσωπευτικών εκφάνσεων της κυριαρχίας και την κανονιστική αποδυνάμωση της λαϊκής/εθνικής κυριαρχίας[75]. Για να συμβεί αυτό πρέπει να νομικοποιηθεί η φυσική απόσταση ανάμεσα στους κυβερνώντες και κυβερνωμένους και κατ’ επέκταση η υποχρέωση συμμόρφωσης των πρώτων στις επιταγές των δεύτερων. Εκτός αυτού, ο διαχωρισμός κυβέρνησης και κυριαρχίας προσδίδει σημαντική πολιτική και νομική σημασία σε συλλογικά υποκείμενα, όπως το “πλήθος”, σε πλουραλιστικές δηλαδή οντότητες που ξεφεύγουν ή μάλλον διορθώνουν ριζικά την ενική-μοναδική, με την αριθμητική αλλά και ποιοτική έννοια του όρου, οντότητα του λαού και κατά συνέπεια είναι σε θέση να υποβάλουν συνεχώς τις αποφάσεις της κυριαρχίας – εξουσίας στην κρίσιμη δικαιοπολιτικά δοκιμασία της δημοκρατικότητας και της συμφωνίας τους με το πολύχρωμο κοινωνικό μωσαϊκό των συμφερόντων και των αξιών[76]. Η σχετική ή απόλυτη διάκριση της κυριαρχίας από την αντιπροσώπευση συνιστά την παραδοχή της αποτυχίας του κοινοβουλευτικού μοντέλου και κυρίως της πολιτικής ευθύνης των κυβερνώντων απέναντι στους κυβερνώμενους. Αν, όμως, όπως ορθά παρατηρεί στη διδακτορική του διατριβή ο Πιερ Μπρυνέ (Pierre Brunet), η νεωτερικότητα σηματοδοτεί τη μετάβαση από την κυριαρχία στην αντιπροσώπευση[77], στη σύγχρονη συνταγματική θεωρία αυτή η προσπάθεια “διόρθωσης” του νεωτερικού μονολογισμού καταλήγει, όπως θα δούμε παρακάτω, στο ακριβώς αντίθετο: στην (θεωρητική τουλάχιστον) επιστροφή από την αντιπροσώπευση στην αντιμοντέρνα επιβεβαίωση της (άρρητης) μονολογικής κυριαρχίας[78]. Η γλαφυρή σύλληψη της “δυαδικής δημοκρατίας” (démocratie dualiste), με άλλα λόγια της καταστατικής διαφοράς ανάμεσα στη βούληση του λαού και των αντιπροσώπων του, είναι αυτή που ως μήτρα γεννά τις πολιτικές και συνταγματικές προτάσεις που από κοινού υπονομεύουν το νεωτερικό μοντέλο της κυριαρχίας, αντλώντας (φιλοσοφική) νομιμοποίηση, μεταξύ άλλων, από τις διάσημες θέσεις του Ρουσσώ (για την αντιπροσώπευση) και του Σιεγές (για τη συντακτική εξουσία)[79].
Στη θετικιστική-νομιναλιστική εκδοχή της αντιπροσώπευσης, όπως για παράδειγμα στον Κέλσεν[80] ή -κυρίως- στον Καρέ ντε Μαλμπέρ (Carré de Malberg)[81], διακρίνουμε αυτό που ο Χομπς είχε σοφά θεμελιώσει: ότι για να υπάρξει το (οποιοδήποτε) πρόσωπο πρέπει προηγουμένως να αντιπροσωπευθεί ή αλλιώς ότι κάποιος πρέπει να δημιουργήσει τη βούλησή του. Η βούληση του αντιπροσώπου δεν εκπροσωπεί η επανασυστήνει ή εκτελεί, αλλά εγκαθιστά ή δημιουργεί τη βούληση του αντιπροσωπευόμενου γιατί πολύ απλά τον υποστασιοποιεί ως πρόσωπο του λόγου[82]. Σε αυτό το νομιναλιστικό σχήμα, όπου ο ελεύθερος αντιπρόσωπος είναι αυτός που δεσμεύει τον υποτελή του αντιπροσωπευόμενο (bound author-free actor), είναι τελικά ανέφικτη η νομική διάκρισή τους. Έτσι, εάν αναζητήσει κανείς, με κάθε τρόπο, στο θετικιστικό στρατόπεδο μια αυστηρή νομικά σχέση ανάμεσα στον αντιπρόσωπο και τον αντιπροσωπευόμενο μάλλον θα αναγκαστεί να προσφύγει στην -αδόκιμη μέχρι τώρα συνταγματικά- τεχνική της επιτακτικής εντολής ή κατά μια άλλη και -ίσως πιο πειστική- θεώρηση στο θεσμό του δημοψηφίσματος, όπου ο λαός ή ακριβέστερα το “εκλογικό σώμα” εκφέρει (;) νομο-παραγωγική βούληση[83].
Εξίσου αδιάφορος, αποδεικνύεται, ως γνωστό, ο θετικισμός και απέναντι στο νομικό χαρακτήρα της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας. Αυτή κείται κατά κανόνα εκτός δικαίου και μπορεί, ενδεχομένως, να απασχολήσει επιστημονικά τον πολιτικό φιλόσοφο αλλά ουδόλως ενδιαφέρει το –λογικό– θετικιστή. Και αυτό γιατί κυρίαρχη είναι τελικά η απρόσωπη θεμελιώδης νόρμα, αυτή που επιτρέπει στην έννομη τάξη να συγκροτηθεί και κυρίως να τεθεί, ενώ ο λαός είναι κυρίαρχος μόνον “ονομαστικά” και διόλου “πραγματικά”, ως ένα σημείο καταλογισμού αλλά σε καμία περίπτωση ως μια διαπιστωμένη και εκφρασμένη εμπειρικά βούληση[84]. Έτσι, ελάχιστη σημασία έχει το αν μιλά κανείς για λαϊκή ή εθνική κυριαρχία, τουλάχιστον για την κατανόηση της έννοιας και κυρίως του φορέα της. Και στις δύο περιπτώσεις, η ταυτότητα του φορέα της είναι πλασματική και η βούλησή του πάντα παράγωγη και συντεταγμένη, ως το αποτέλεσμα και όχι ως αιτία της βούλησης των αντιπροσώπων του.
Υπάρχει, όμως, στη θετικιστική θεωρία η γέφυρα με τη φυσικοδικαιική ή τη συνταγματική ουσιοκρατική: είναι η διάκριση ανάμεσα στη συντακτική και την αναθεωρητική λειτουργία και κατ' επέκταση η αναγνώριση των -νομικών ορίων- της τελευταίας. Και αυτό γιατί και η θετικιστική πεποίθηση της δέσμευσης της αναθεωρητικής λειτουργίας, υπονοεί την ύπαρξη δύο ξεχωριστών συνταγματικών στιγμών, της γραφής και της ανάγνωσης του Συντάγματος. Κι είναι προφανές ότι εφόσον αναγνωρίζουμε πλήρη δεσμευτικότητα στη βούληση του συγγραφέα έναντι του ερμηνευτή του, είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε ότι η πρώτη καθορίζει τη δεύτερη.
Σε αυτή τη θέση ανάγεται και η ουσιοκρατική θεωρία της κυριαρχίας, με εμβληματικά σημεία αναφοράς τον Σιεγές και τον Σμιττ (Schmitt). Στην ορθολογική αντίληψη του πρώτου, η βούληση του έθνους προϋπάρχει και πάνω απ' αυτήν ίπταται μόνον ο Λόγος[85]. Ο Σιεγές διακρίνει ανάμεσα στην (κυρίαρχη) συντακτική εξουσία, η οποία λειτουργεί αδέσμευτα και αυτόνομα, και τις (δέσμιες) συντεταγμένες εξουσίες, οι οποίες καλούνται να ασκήσουν την κυριαρχία, σύμφωνα, βέβαια, με τις εντολές της πρώτης. H πρωτογενής συντακτική εξουσία φέρει την ουσία της κυριαρχίας καθώς μιλά σε κρίσιμες πολιτειακές στιγμές και ταυτίζεται με τη βούληση του συλλογικού υποκειμένου του έθνους. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Σιεγές φθάνει μονάχα η εκφορά του συνταγματικού λόγου από την (πρωτογενή) συντακτική εξουσία για να θεμελιωθεί ο συνταγματικός και άρα δεσμευτικός χαρακτήρας του κειμένου[86].
Η συνοπτική παρουσίαση της θέσης του Σιεγές μας εισάγει, δίχως βέβαια να ταυτίζεται-καθώς ο Σιεγές παραμένει ένθερμος υπερασπιστής της αντιπροσώπευσης-,[87] στην κρίσιμη για την αντι-θετικιστική/φυσικοδικαιική όχθη της συνταγματικής θεωρίας προβληματική του “πραγματικού” ή “συγκεκριμένου” λαού. Η αναγνώριση, εκ μέρους των συνταγματολόγων, της βούλησης που εκφέρεται πραγματικά σε αντιδιαστολή με την κατασκευασμένη βούληση των αντιπροσώπων αποτυπώνεται και στη σμιττιανή διάκριση ανάμεσα στη συντακτική πράξη και τους συνταγματικούς νόμους. Όπως είναι γνωστό, για τον Σμιττ, ο λαός αποτελεί πολιτική και όχι νομική οντότητα, η οποία αποφασίζει κυρίαρχα το πολιτειακό και το συνταγματικό της μέλλον. Ο ντεσιζιονισμός του στοχαστή της “εξαίρεσης” δεν είναι ωστόσο διόλου κενός ουσίας[88]. Και αυτό γιατί το ίδιο το “πράγμα” του Συντάγματος αλλά και η ελευθερία της τροποποίησης/αναθεώρησής του προϋποθέτει την αξιακή διάκριση των διατάξεων σε περισσότερο και λιγότερο ουσιώδεις. Παρότι δηλαδή, σύμφωνα με τη γνωστή θέση του Σμιττ, η νόρμα προκύπτει από το μηδέν[89], ως δηλαδή πρωτογενής εμφάνιση μιας κυρίαρχης και υπαρκτής πολιτικά βούλησης, είναι προφανές ότι δεν είναι όλες οι νόρμες το ίδιο σημαντικές. Η συντακτική πράξη, αυτή η εκδήλωση ριζικής κι επαναστατικής πολιτικής αυτονομίας, μπορεί να αφορά μόνο τον χαρακτήρα του πολιτεύματος, την οργάνωση δηλαδή της εξουσίας και τελικά την ουσία της κυριαρχίας (π.χ. στο Σύνταγμα της Βαϊμάρης τα αντίστοιχα άρθρα για το δημοκρατικό πολίτευμα, τον κοινοβουλευτισμό, την ομοσπονδιακή δομή του Κράτους). Αντιθέτως, οι συνταγματικοί νόμοι συνίστανται σε επουσιώδεις -στην ουσία, πρόκειται για συνταγματοποιημένες διατάξεις που θα έπρεπε να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του νομοθέτη- ρυθμίσεις του Συντάγματος, σε εκείνες που δεν θα μπορούσαν ποτέ να αξιώσουν την εξίσωσή τους με το δικαιοπολιτικό μεγαλείο των συντακτικών πράξεων[90]. Παρόμοια λογική διατρέχει το έργο του αμερικανού συνταγματολόγου Μπρους Άκερμαν (Bruce Ackerman) και πιο συγκεκριμένα τη διάσημη θεωρία του για τις “συνταγματικές στιγμές”. Ο Άκερμαν επαναλαμβάνει, με άλλες λέξεις, την πεποίθηση των συνταγματολόγων ότι σε ορισμένες ιστορικές-συνταγματικές στιγμές, όπως κατεξοχήν οι (επιτυχημένες) επαναστάσεις και αλλαγές πολιτειακού παραδείγματος, ο λαός “υπάρχει” και συμπίπτει απόλυτα με τον εαυτό του, είναι δηλαδή αυτόνομος και αυθύπαρκτος, και το κυριότερο “συγκεκριμένος” και ταυτοποιήσιμος. Από τη στιγμή που ο λαός μιλά, ο λόγος του αποδίδεται αποκλειστικά σε αυτόν και σε κανέναν άλλον. Αντιθέτως, στις ομαλές πολιτειακά περιόδους, όταν ο λαός απουσιάζει ή κάνει διάλειμμα από τα επαναστατικά του καθήκοντα, η άσκηση της κυριαρχίας επαφίεται σε έναν διαφορετικό λαό, ο οποίος αποκλίνει αναγκαστικά από τον εαυτό του διότι η βούλησή του δεν είναι άλλη από εκείνη των αντιπροσώπων του[91]. Πιο απλά, ο “πραγματικός” λαός βρίσκεται εν υπνώσει, έτοιμος πάντα να αναλάβει τον άμεσο και ύψιστο ρόλο του, να διαφυλάξει δηλαδή ή να αλλάξει την κυριαρχία ως κάτοχος της ουσίας της, ενώ οι αντιπρόσωποί του, ο “κοινός” και “καθημερινός” λαός, οφείλουν να παραμείνουν πιστοί στις καθαρές -αυτές δηλαδή που δεν χρήζουν ερμηνείας- επιταγές της βούλησής του, που δεν είναι άλλες από τις μη αναθεωρήσιμες διατάξεις του Συντάγματος.
Στη “συντακτική εξουσία”, το “πλήθος” και τον “κυρίαρχο λαό”, ανακαλύπτουμε τον πραγματικό και τυχερό φορέα της λαϊκής κυριαρχίας. Λίγη σημασία έχει τελικά για τη μερίδα αυτή της συνταγματικής θεωρίας η πολιτική ή νομική κανονιστικότητα της βούλησης του παντοδύναμου συλλογικού υποκειμένου. Είτε αναγνωρίσουμε τον αμφισβητούμενο νομικό χαρακτήρα της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας είτε εναποθέσουμε τις ελπίδες μας για τη λύτρωση από τα δεινά του θετικισμού και την εθελούσια δουλεία της αντιπροσώπευσης στην πολύχρωμη δύναμη του πλήθους, ισχυρή παραμένει εντός μας, σαν συνταγματικός ρυθμός του νομικού μας κόσμου, μια μεταφυσική πεποίθηση: η παραδοχή της πραγματικής ύπαρξης ενός τέλειου υποκειμένου, του οποίου η -ζηλευτή για τον καθένα- αυτονομία ταιριάζει μάλλον σε μεταφυσικά η υπερφυσικά όντα. Και τούτο επειδή αυτό το συλλογικό υποκείμενο, το οποίο διεκδικεί φανατικά τη φωνή του λαού, βρίσκεται στην πανευτυχή θέση της απόλυτης αυτοσυνειδησίας, της εξωπραγματικής και θαυματουργής δηλαδή ταύτισης αυτού που λέει με εκείνου που θέλει να πει. Πιο απλά, ο κυρίαρχος λαός της ουσιοκρατικής συνταγματικής παράδοσης αγγίζει την πιο καθαρή μορφή αυτονομίας: από τη στιγμή που όταν μιλά είναι βέβαιο ότι εκφράζει πάντα αυτό που όντως σκέπτεται, είναι σαφές ότι δεν υφίσταται καμία διαφορά και καμία καθυστέρηση ανάμεσα στη (νομοθετική) βούλησή του, την (εκτελεστική) πράξη της και φυσικά την (δικαστική) κρίση της. Ο συντακτικός λαός προφέρει αυτόματα, όπως ο δικαστής στο έργο του Μοντεσκιέ (Montesquieu), το “Σύνταγμα” που θέλει ο ίδιος να προφέρει και κατά συνέπεια μπορεί να είναι απολύτως ευχαριστημένος με το (συντακτικό) έργο του: η απόλυτη σύγχυση του νομοθετικού και του εκτελεστικού καθιστά περιττό το δικαστικό καθώς δεν συντρέχει κανένα ζήτημα ερμηνευτικής διαφοράς ανάμεσα στα δύο προηγούμενα. Ο κυρίαρχος λαός, λοιπόν, για να επανέλθουμε στη συνταγματική μετάφραση των παραπάνω συνισταμένων της τέλειας αυτόνομης πράξης, δεν χρειάζεται να ερμηνευτεί συνταγματικά ούτε πολύ περισσότερο να ερμηνεύσει τον εαυτό του καθώς απολαμβάνει τον πιο αυτοαναφορικό νομικό και πολιτικό μονόλογό του. Η θαυμαστή, με την πλήρη έννοια, νοηματικά πράξη του (σαν μια υπέροχη acte clair) είναι μια ενέργεια θεϊκής δημιουργίας, η οποία δεν γνωρίζει όμοιά της[92]. Έτσι, οποιαδήποτε άλλη συνταγματική εκφορά, όπως για παράδειγμα η αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν μπορεί να ανέλθει, από την άποψη των φυσικών χαρισμάτων της, στο ίδιο δυσθεώρητο επίπεδο αυτονομίας και υφίσταται συνεχώς την ερμηνευτική -και κυρίως τη δικαστική– βάσανο της συμφωνίας της με την ανώτερή της συντακτική πράξη[93].
Η σύλληψη του κυρίαρχου λαού συνιστά στο συνταγματικό δίκαιο την πιο δημοφιλή έκφανση του φιλοσοφικού ρεαλισμού. Στον κόσμο του τελευταίου, οι λέξεις συμφωνούν απολύτως με τα πράγματα. Έτσι, στο παράδειγμά μας, η λέξη “κυρίαρχος” που παραπέμπει συνταγματικά στο “λαό” δεν αποδίδει στο συλλογικό σώμα των υποκειμένων μια συμβατική ιδιότητα, ένα “όνομα” δηλαδή στο οποίο μπορούν να καταλογιστούν άπειρες πράξεις, αλλά μια πραγματική και φυσική ιδιότητα-ταυτότητα, αυτή του ενσαρκωμένου υποκειμένου που πραγματικά εκφράζεται σαν ομιλούν πρόσωπο. Με άλλα λόγια, ο κυρίαρχος δεν είναι μια μάσκα ή ένα προσωπείο, σύμφωνα με το νεωτερικό ορισμό του προσώπου[94], αλλά μια πραγματική-φυσική φιγούρα. Η θεμελίωση της εξουσίας του δεν παραπέμπει σε οποιοδήποτε συμβόλαιο, αλλά σε μια προ-συμβολαιική φυσική κατάσταση, στην ύπαρξη δηλαδή ενός συγκεκριμένου και διακριτού εμπειρικά και ιστορικά Όλου. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς “πράγματι, από τη στιγμή που η “κοινωνία” δεν επιτρέπεται να αναπαριστάνεται ως προκύπτουσα από την εξουσία, αλλά αντίθετα λογίζεται ως θεμελιώνουσα τη λογική εξουσία, η Ολότητα θα πρέπει να μπορεί να αναπαρασταθεί προ-συμβολαιακά, ως εάν δηλαδή “ήταν” ήδη “υπάρχουσα”, απτή και διαγνώσιμη ιστορική πραγματικότητα”.[95] Αυτήν ακριβώς την αναγκαία για την -ιδεολογική- θεμελίωση της εξουσίας “φυσικοποίηση” του φορέα της συναντάμε και στο συνταγματικό discours, με υπέρτατο στόχο τη θεμελίωση και την πίστη στη δημοκρατικότητα και κυρίως την κανονιστικότητα του Συντάγματος. Το ίδιο ισχύει και για την αντιφατική, όπως πάλι εύστοχα σημειώνει ο Τσουκαλάς, δόμηση της σημασίας της πολιτικής κυριαρχίας, η οποία εκφράζεται και στη νομική της πρόσληψη ή καλύτερα εφαρμογή. Το γνωστό φιλελεύθερο παράδοξο έγκειται στο ότι ο αρχικά κυρίαρχος λαός αποδέχεται στο εξής την έκπτωση από το θρόνο του, ότι δεν θα μπορεί δηλαδή να υλοποιήσει στο μέλλον ελεύθερα τις θεμελιώδεις πολιτειακές του επιλογές[96]. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι η αυτοδέσμευση του λαού και η οικειοθελής αποχώρησή του από το πολιτειακό προσκήνιο συγκροτούν την αξεπέραστη δικαιολογητική βάση του έλλογου συνταγματικού πολιτισμού, δύσκολα μπορούμε να απαλλαγούμε, όσο και αν το θέλουμε, από τη βασική αντίρρηση που πολεμά στη ρίζα της τη διάκριση ανάμεσα στο συντακτικό και το συντεταγμένο λαό: ότι ο λαός είναι πάντοτε παράγωγος και συντεταγμένος, δηλαδή “ριγμένος στον κόσμο”, και ποτέ αυτόνομος, αυτεξούσιος και πρωταρχικός. Η διαφορά ανάμεσα στο “φυσικό” και τον “πλασματικό” λαό είναι το πανίσχυρο ιδεολόγημα του σύγχρονου συνταγματισμού, η ανεστραμμένη όψη δηλαδή της πολιτικής, κοινωνικής και νομικής πραγματικότητας. Και αυτό γιατί όπως θα δούμε στη συνέχεια, ο “κυρίαρχος λαός” δεν αποδεικνύεται μόνο μια μεταφυσική και αντιφατική φιλοσοφικά σύλληψη αλλά είναι αδύνατον να εντοπιστεί τόσο πολιτικά όσο και νομικά με αυτούς τους όρους. Στο πλούσιο έργο του, ο Πιερ Ροζανβαλλόν (Pierre Rosanvallon) ερευνά συστηματικά την αδιάκοπη ένταση που διατρέχει τη σχέση ανάμεσα στη λαϊκή κυριαρχία ως πολιτική αρχή και την κοινωνιολογική της διάσταση, τη λαϊκή κυριαρχία ως υπαρκτό σώμα[97]. Η ίδια ένταση καθίσταται εξόφθαλμη όταν επιχειρήσει κανείς να παρατηρήσει τον παράξενο-είναι αλήθεια- κόσμο του δικαίου.
 
ΙΙΙ. Η “ρεαλιστική” κατανόηση της κυριαρχίας
 
Η αντίθεση ανάμεσα στο “λαό-αρχή” και το “λαό-σώμα”, σύμφωνα με τον Ροζανβαλλόν, η οποία διατρέχει κάθε θεωρία λαϊκής/εθνικής κυριαρχίας και αντιπροσώπευσης από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά, αναιρείται τις λιγοστές στιγμές που ξεπηδά με ορμή ο “λαός-γεγονός[98]”. Στην Γαλλία, το 1789 ή το 1830 και το 1848, για παράδειγμα, ο “λαός-γεγονός”, μια υπέρ-δύναμη σε κίνηση, είναι ο ενσαρκωμένος λαός, ο οποίος από τεχνητό πρόσωπο μεταμορφώνεται σε πραγματικό ον.
Η θελκτική έννοια, ωστόσο, του “πραγματικού” κυρίαρχου λαού δημιουργεί μια ατελείωτη σειρά προβλημάτων ως προς τον ορισμό της ταυτότητάς του. Πολιτικά, καταρχάς, η απόδοση της υψηλής αυτής ιδιότητας στο συλλογικό σώμα εξαρτάται, όπως και να χει το πράγμα, από την αντίστοιχη τοποθέτησή μας στο ευρύ φάσμα των πολιτικών πεποιθήσεων. Από τη στιγμή που το φυσικό άθροισμα των ατόμων που επιδιώκουν και καταφέρνουν μια πολιτειακή αλλαγή παραδείγματος είναι αδύνατον να συμπέσει με το αντίστοιχο των ατόμων-ομάδων που ζουν σε ένα συγκεκριμένο χώρο ή έστω κατέχουν την ιδιότητα του πολίτη, είναι προφανές ότι ήδη μολύνει την καθαρότητα και την πραγματικότητα του λαού το στοιχείο της διαμεσολάβησης, της αναπαράστασης και της αντιπροσώπευσης των βουλήσεων (δίχως, βέβαια, να ξεχνάμε τους συναφείς αποκλεισμούς). Μπορεί ποσοτικά ο όγκος των επαναστατών του 1789 να διαφέρει από εκείνον των χουντικών πραξικοπηματιών του 1967 ή των Γάλλων μοναρχικών του 1830 ή των Ελλήνων φοιτητών του 1974 ή ακόμη και των ομόλογών τους Γάλλων του Μάη του 1968, αλλά σε όλες τις παραπάνω -και τόσο διαφορετικές- περιστάσεις εκείνοι ποιοτικά μιλούν στο όνομα όλων των Ελλήνων και Γάλλων πολιτών, ενώ ταυτόχρονα δρουν εκτός του θετικού δικαίου, με αποτέλεσμα ο χαρακτηρισμός και η δικαίωση του λαϊκού/εθνικού χαρακτήρα της αντίδρασης καθώς και η ιδιοποίηση της ταυτότητας του “ουσιαστικού” και “πρωτογενούς κυρίαρχου” να απαιτούν ήδη την απο-φυσικοποίηση και τη συμβατική αξιολόγησή του. Έτσι, στο πιο πρόσφατο σε μας παράδειγμα, η αβίαστη απόδοση στο “πλήθος” των “αγανακτισμένων” της πλατείας Συντάγματος ή των πυκνών διαδηλωτών κατά του Μνημονίου της ιδιότητας του κυρίαρχου λαού δεν αποτελεί ένα φυσικό πολιτειακό δεδομένο, εκ μόνης της συγκέντρωσης κάποιων εκατοντάδων χιλιάδων ή και περισσότερων ανθρώπων, αλλά μία -ανάμεσα σε άλλες- ερμηνευτική επιλογή που υπάγει πολιτικά στο όνομα “κυρίαρχος λαός” τη συγκεκριμένη συλλογική δράση. Φαντάζει, ως εκ τούτου, αδύνατον να διακρίνουμε πολιτικά με βεβαιότητα την “επανάσταση” που δικαιώνει τη λαϊκή κυριαρχία από εκείνην που τη διαψεύδει αν δεν προβούμε απαραίτητα σε μια πράξη ερμηνείας των γεγονότων, την οποία όμως, όπως είδαμε, ο μονολογισμός των αντίστοιχων θεωριών περί “πραγματικού” λαού λογικά αποκηρύσσει. Και αυτό γιατί με το να εξαφανίζει αυτόματα από το χάρτη το στοιχείο της διαμεσολάβησης και της εξορισμού αναγκαίας για την εκδήλωση της οποιασδήποτε βούλησης αντιπροσώπευσης/αναπαράστασης, η πίστη στον ενσαρκωμένο κυρίαρχο λαό δεν μπορεί καν, αν δεν θέλει να αυτοακυρωθεί, να εξετάσει κατά πόσο η βούληση των εξεγερμένων ταυτίζεται με εκείνη των υπολοίπων και σε τελική ανάλυση με αυτό που υποθέτουμε ως σύμφωνο με τη βούληση όλων ή των περισσότερων από μας. Εφόσον, λοιπόν, η επαναστατική πράξη δεν χρειάζεται ερμηνεία γιατί ο φορέας της είναι μια (αδιευκρίνιστου μεγέθους) μάζα ανθρώπων, τότε επιστρέφουμε στο απόλυτο και αντινεωτερικό κριτήριο της δύναμης για να προσδιορίσουμε τον αυθεντικό λαό. Αν, από την άλλη, προσδώσουμε αξιακό περιεχόμενο στις διεκδικήσεις της ίδιας μάζας, τότε αναπόφευκτα εισάγουμε στη συζήτηση το ερμηνευτικό και άρα μη φυσικό-πραγματικό στοιχείο της εξέτασης αυτών που η μάζα εκπροσωπεί με εκείνο που ο λαός θα ήθελε να είναι. Έτσι, επιστρέφουμε, θέλοντας και μη, σε ένα σχήμα παράγωγης και πλασματικής βούλησης, διότι το κριτήριο της συμφωνίας του λαού με τον ίδιο του τον εαυτό δεν είναι άμοιρο ηθικοπολιτικών αντιλήψεων, αρχών ή αξιών και κυρίως της προσωπικής μας ηθικοπολιτικής πρόσληψης για το τι σημαίνει κυρίαρχος λαός. Πιο απλά, και πάλι, για να “μιλήσει”, ο λαός αποκτά τον -κυρίαρχο- porte-parole του![99]Στο πολιτικό, λοιπόν, επίπεδο, ο χαρακτηρισμός “κυρίαρχος λαός” παραμένει αδύνατον να εντοπιστεί με την πραγματική-οντολογική έννοια του όρου αφού προϋποθέτει την προσφυγή σε έναν ερμηνευτικό κύκλο που διαφεύγει από τη φυσική πραγματικότητα και συνιστά μέρος μιας -ακόμη- σήμανσής της. Σε κάθε δηλαδή περίπτωση, είμαστε υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουμε τον κόσμο των (αληθινών) πραγμάτων ή των (καθαρών) ιδεών και να καταφύγουμε στη διαπλαστική δύναμη των ονομάτων. Όταν, όμως, διακηρύσσουμε ότι ο λόγος μας δεν ανήκει στο δεύτερο (φτιαχτό) κόσμο και τοποθετείται καθαρά στην ουσία του (πραγματικού) πρώτου, τότε μάλλον οφείλουμε να αρνηθούμε πέρα για πέρα το δημοκρατικό χαρακτήρα των θετικών συμβάσεων και των ονομασιών. Συνοπτικά, η επένδυση των αξιών με το μανδύα της αντικειμενικότητας καθιστά λιγότερο αναγκαία τη συναίνεσή μας σε αυτές.
Από την άλλη, όταν ξορκίσουμε τα εφιαλτικά “φαντάσματα” του θετικισμού[100], και αναγνωρίσουμε τη φυσική αναγνωσιμότητα της πραγματικότητας μάλλον επιλέγουμε ένα ολότελα διαφορετικό πολιτικό μοντέλο, αυτό των αρχαίων. Στο φιλοσοφικά ρεαλιστικό κόσμο των τελευταίων, η λέξη ή καλύτερα το σημείο “κυριαρχία” θα στερούνταν ερμηνείας αφού το πράγμα “κυριαρχία” θα ταυτιζόταν αυτομάτως με το φωνητικό ήχο “κυριαρχία”. Και αυτό γιατί το φυσικό πρόσωπο, π.χ. ο μονάρχης ή η εκκλησία του δήμου, ως πραγματικό σώμα ανθρώπου/ων, δεν θα αποτελούσε μια απλή αναφορά, τη σημασία της οποίας θα έπρεπε να αναζητήσουμε (όπως αναφορά θα αποτελούσε στη νεωτερική πρόσληψη της γλώσσας πχ. το φυσικό αντικείμενο “τριαντάφυλλο” στο οποίο θα αποδίδαμε λεκτικά με τον ήχο-σημαίνον “τριαντάφυλλο” τη σύλληψη-σημαινόμενο της “τριανταφυλλότητας”), αλλά ένα έμπλεο της ουσίας της κυριαρχίας, δηλαδή της “κυριαρχότητας”, πρόσωπο/πράγμα. Το συγκεντρωμένο, ως εκ τούτου, στην πλατεία Συντάγματος “πλήθος” των “αγανακτισμένων” μόνο σε αυτήν την αντι-μοντέρνα και αντι-νομιναλιστική οπτική της εξάλειψης της αναφοράς και της απευθείας ταύτισης σημαίνοντος και σημαινομένου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραπέμπει απευθείας στην “κυριαρχότητα”, στην καθαρή με άλλα λόγια “ιδέα” της κυριαρχίας, αφού δεν θα αποτελούσε μια αδιευκρίνιστη και έκθετη σε αυθαίρετη ονομασία οντότητα, αλλά ένα ευκρινές και φέρον καθαρό νόημα πράγμα. Έτσι, ο χαρακτηρισμός κάποιου ως “κυρίαρχου” δεν συνιστά αντικείμενο συμφωνίας, σύμβασης ή συναίνεσης αλλά συρρικνώνεται σε μια (μονολογική) κυριαρχική διαπίστωση/διακήρυξη από τους πραγματικούς, τελικά, κυρίαρχους, αυτούς που μπορούν να διαβάσουν αλάνθαστα την εγγενή “κυριαρχότητα” των “πραγμάτων” ή ακριβέστερα κάποιων εξ 'αυτών (όπως π.χ. των διαδηλωτών και όχι των βουλευτών)[101]. Γι' αυτό, διόλου τυχαία, η αρχαία εκδοχή της άμεσης και αδιαμεσολάβητης δημοκρατίας λειτουργούσε πάντοτε με (φυσικούς) αποκλεισμούς (π.χ. δούλοι, γυναίκες) ενώ στη νεωτερική σύλληψη της δημοκρατίας, ως αντιπροσωπευτικής, αυτό που παρατηρούμε είναι η συνεχής ενσωμάτωση, μέσω της αντίστοιχης λειτουργίας της αντιπροσώπευσης, των διάφορων κοινωνικών ομάδων[102].
Όταν εγκαταλείψουμε το πολιτικό και μεταβούμε, εν είδει μιας συνέχειας και όχι ενός δογματικού διαχωρισμού, στο νομικό και πιο συγκεκριμένα το συνταγματικό πεδίο εφαρμογής των παραπάνω θέσεων, οι αντιφάσεις του φιλοσοφικού ρεαλισμού καθίστανται ακόμη πιο εμφανείς στον (υποψιασμένο) παρατηρητή του νομικού συστήματος. H συσχέτιση της κυριαρχίας με το ζήτημα της ερμηνείας και πιο συγκεκριμένα η ερμηνευτική αναγνώριση της απόστασης που χωρίζει το κείμενο από τον κανόνα δικαίου, σε συνδυασμό με τη ρεαλιστική θέση (νομικός ρεαλισμός) για τη δύναμη του εφαρμοστή του δικαίου στα σύγχρονα νομικά συστήματα μας οδηγεί σε μια εναλλακτική θεώρηση τόσο της κυριαρχίας όσο και της ταυτότητας του φορέα της. Και αυτό γιατί η κυριαρχία εκτελείται σε δύο χρόνους, με αποτέλεσμα ο φορέας της (λαός/έθνος) να μην είναι ποτέ ο “ίδιος” αλλά να εμφανίζεται συνεχώς ως “άλλος” και να παίρνει τη μορφή του αυθεντικού ερμηνευτή της. Συνεπώς, η κυριαρχία δεν πρέπει να εντοπίζεται στην ουσία ή στο μεγαλείο της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας γιατί πίσω από την -προφανή για όλους- μάσκα της κρύβονται οι πολλαπλές και αδιάλειπτες εκφάνσεις της, οι καθοριστικές για τη σήμανσή και την κανονιστικότητα του Συντάγματος πράξεις των συντεταγμένων οργάνων της, οι οποίες της προσδίδουν μια δυναμική διάσταση και την επικαιροποιούν συνεχώς[103]. Όσο, λοιπόν, ο ερμηνευτικός αυτός τροχός βρίσκεται σε κίνηση είναι αδύνατον για τον κυρίαρχο να αποκτήσει μια σταθερή ταυτότητα καθώς στην πραγματικότητα τελεί συνεχώς υπό διαμόρφωση και υπόκειται στην αδιάκοπη δύναμη της ετερότητας των εφαρμοστών του.
Σύμφωνα με τη ρεαλιστική αυτή θεώρηση, ο νομικός χαρακτήρας και το νόημα του συνταγματικού κειμένου δεν επέρχονται με τη σύνταξή του. Συνεπώς, κυρίαρχος είναι ο αυθεντικός ερμηνευτής του κειμένου, αυτός που χαρακτηρίζοντάς το του αποδίδει κύρος, νόημα και τελικά αξία. Υπό το “όνομα” λοιπόν του κυρίαρχου λαού ή της “λαϊκής κυριαρχίας” του άρθρου 1 παρ.3 Σ. δεν πρέπει να υπαχθεί κάποιος πραγματικός λαός, ο οποίος ως υπαρκτό πρόσωπο μίλησε και δέσμευσε τους αποδέκτες του, αλλά τα όργανα που διαβάζουν το 1 παρ.3 Σ., όπως το Κοινοβούλιο, η Διοίκηση και ο Δικαστής. Κι είναι προφανές, εάν ασπαστούμε τη ριζική ερμηνευτική θεωρία των Τροπέρ και Κελά, ότι τα όργανα αυτά δεν υφίστανται σημασιολογικές δεσμεύεις από τη συντακτική ή τη γραμματική δομή του 1 παρ.3 Σ., όσο ξεκάθαρο ή ανοιχτό σε ερμηνεία και αν μας φαίνεται αυτό, παρά μόνο πραγματολογικές (π.χ. στρατηγικές)[104]. Πιο συγκεκριμένα, το περίφημο άρθρο του 1 παρ.3 Σ. και η ρητή αναφορά στη λαϊκή κυριαρχία παραμένει από μόνο του σιωπηλό γιατί του λείπει εξορισμού, από μόνη την πράξη της γραφής, η δύναμή του. Συντάσσοντας το 1 παρ.3 Σ., όπως και κάθε άλλη συνταγματική διάταξη, ο συγγραφέας αποδέχεται παραδόξως, όπως θα έλεγε και ο Ρικέρ, τη σιωπή του. Στο αρμόδιο όργανο, ως εκ τούτου, εμπίπτει η κρίσιμη για τη διάταξη διαδικασία της σήμανσής της, η αναπαράσταση δηλαδή του πνεύματος του συντακτικού νομοθέτη και κατ’ επέκταση η διάγνωση αυτού που θα ήθελε να εννοήσει ως λαϊκή κυριαρχία. Έτσι, ο νομοθέτης που εκδίδει ένα νόμο που θεωρεί σύμφωνο με το 1 παρ.3 Σ. ή ο δικαστής που εξετάζει τη συμβατότητα του νόμου με το επίμαχο άρθρο επιτελούν στην πραγματικότητα την ίδια ακριβώς λειτουργία: συνταγματοποιούν (ή το αντίθετο εξουδετερώνουν) και συγκεκριμενοποιούν τη δύναμη και το νόημα της αιχμάλωτης στην απροσδιοριστία του γράμματός της διάταξης του 1 παρ.3 Σ., υπονοώντας ανοιχτά ότι η πλήρης σημασία που της αποδίδουν είναι σύμφωνη με αυτό που ο λαός (του 1975) θα θεωρούσε “λαϊκή κυριαρχία”. Κάθε φορά που το νομικό όργανο εφαρμογής του Συντάγματος αγγίζει το νόημα μιας συνταγματικής διάταξης καλείται τελικά να εξετάσει, ως αντιπρόσωπος του “σημερινού” λαού εάν η εφαρμογή της είναι σύμφωνη με αυτό που ο “πραγματικός” λαός είπε το 1975. Όταν για παράδειγμα, με αφορμή το Μνημόνιο ή το Μεσοπρόθεσμο, εξετάζουμε τη συμβατότητα της εκχώρησης της κυριαρχίας με την ουσία της, η οποία έχει τεθεί το 1975, στην πραγματικότητα αντιπαραβάλλουμε την “ιδέα” περί κυριαρχίας του 1975 με την “εφαρμογή” της το 2011[105]. Βέβαια, οι σύγχρονες έννοιες του “πραγματικού” ή “ζωντανού” Συντάγματος, καθώς και η προσφυγή του ερμηνευτή σε ηθικοπολιτικές θεωρίες ανάγνωσής του, θεμελιώνουν μια εξελικτική ανάγνωση του Συντάγματος και όχι την ξεπερασμένη ιστορική ή τη -φιλολογικά εμμονική- γραμματική. Στις παραπάνω θεωρίες υποδηλώνεται η επικαιροποίηση των συνταγματικών εννοιών και η αποσύνδεσή τους από τη βούληση ενός συγκεκριμένου ιστορικού υποκειμένου[106]. Και πάλι, όμως, τα όρια της ερμηνείας ανάγονται στη βούληση του πραγματικού λαού που συνέταξε το Σύνταγμα και τη διάκριση συντακτικής και αναθεωρητικής λειτουργίας. Πέραν, όμως, από τα δεδομένα φιλοσοφικά προβλήματα στα οποία εκτενώς αναφερθήκαμε ως προς την ανύψωση του λαού σε αυτόνομο και κυρίαρχο υποκείμενο, η συνταγματική πραγματικότητα αποδεικνύεται ιδιαίτερα διδακτική όταν εξετάζουμε τη νομική εγκυρότητα αλλά και τη χρησιμότητα της παραπάνω ουσιοκρατικής θεώρησης. Και αυτό γιατί στο συνταγματικό -και όχι μόνο- δίκαιο είναι μάλλον μάταιη η αναζήτηση μιας πρωταρχικής βούλησης με την έννοια του πραγματικού, όπως αυτή του «κυρίαρχου λαού».
Ακόμη και αν αγνοήσει επιδεικτικά κανείς τα ερμηνευτικά ζητήματα που αποσιωπά η μονολογική σύλληψη του πραγματικού λαού θα είναι δύσκολο να τον “ανεύρει” όχι μόνο κοινωνικά ή πολιτικά, αλλά και νομικά, αφού η συνταγματική του περσόνα, η πρωτογενής δηλαδή συντακτική εξουσία, είτε κείται εκτός δικαίου είτε αποτελεί τη συντεταγμένη και όχι τη συντακτική συνέχειά του. Στον περίεργο κόσμο του δικαίου, εκεί που τα ονόματα πλάθουν συνεχώς εικονικές πραγματικότητες, η συντακτική εξουσία παραπέμπει πάντα στην προηγούμενή της. Έτσι, δύσκολα, για παράδειγμα, μπορεί να αναγνωριστεί ως νομικά πρωταρχικός και συνεπώς κυρίαρχος ο λαός του 1975 αφού αυτός αποτελεί ρητά τη νομική συνέχεια εκείνου του 1952, οποίος με τη σειρά του παραπέμπει σε εκείνον του 1927 και αυτός στο λαό του 1911. Όμως, και η περίφημη “επανάσταση” του 1911 παραπέμπει συνταγματικά με τη σειρά της στο 1864. Σε όλες τις παραπάνω, λοιπόν, συνταγματικές στιγμές ο “κυρίαρχος λαός” δεν συνιστά μια νομική “παρθενογένεση” αλλά τη νέα και επικαιροποιημένη εκδήλωση κάτι ήδη συντεταγμένου, ενός υποκειμένου που είναι νομικά ήδη εκεί, “ριγμένο στον κόσμο”. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο νομικά παράδοξο είναι να αναζητήσει την πρωταρχική εμφάνιση του κυρίαρχου λαού ως πραγματικής οντότητας ή ως πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας. Αντιθέτως, κάθε τομή της πολιτικής μας ιστορίας, κάθε αλλαγή παραδείγματος, εμφανίζεται πάντα ως μια νομική συνέχεια. Δεν υπάρχει δηλαδή αναγνώριση της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας, με την έννοια της γέννησης από το μηδέν, ή, για να επιστρέψουμε σε θεολογικούς όρους, της παρθενογένεσης, αλλά κάθε νέο Σύνταγμα εμφανίζεται παραδόξως ως συνέχεια του παλιού, ως δηλαδή μια “άλλη” έκφανση κυριαρχίας του “ίδιου” κυρίαρχου λαού, του αφηρημένου δηλαδή πλάσματος και όχι -δεν θα σταματήσουμε να το επαναλαμβάνουμε- ενός πραγματικού συλλογικού υποκειμένου. Έτσι, αντιλαμβανόμαστε ότι η νομιναλιστική-μοντέρνα θεωρία της κυριαρχίας και της αντιπροσώπευσης περιγράφει με ακρίβεια την λειτουργία της συνταγματικής τάξης: στην πραγματικότητα, οι συντάκτες-αυτουργοί κάθε νέου Συντάγματος τελούν σε απόλυτη ισότητα και σε καμία ιεραρχία μεταξύ τους ως προς την αντιπροσώπευση – στην ουσία την ανασύσταση- του αφηρημένου συγγραφέα του Συντάγματος που αποκαλούμε συμβατικά “λαό”.
“Ανεύρετος”, επίσης, παραμένει ο “πραγματικός” λαός και στις αμεσοδημοκρατικές μορφές πολιτειακής βούλησης, όπως τα δημοψηφίσματα. Και στο δημοψήφισμα, φορέας της ταυτότητας του κυρίαρχου που νομοθετεί, είτε ως συντακτική είτε ως νομοθετική εξουσία, δεν είναι ο «πραγματικός» λαός αλλά το «εκλογικό σώμα», μία δηλαδή -και πάλι- συγκεκριμένη ανα-παράσταση του λαού. Όλοι γνωρίζουμε ότι ακόμη και όταν ο λαός παρουσιάζεται ως κατεξοχήν πρωτογενής και αυτεξούσιος, όπως για παράδειγμα στο δημοψήφισμα του 1974, δεν αποτελεί παρά τη συντεταγμένη και όχι τη συντακτική εκδήλωση μιας προσδιορισμένης, βάσει προηγούμενου νόμου και ερωτήματος, βούλησης[107]. Στην πραγματικότητα, η διαφορά ανάμεσα στο δημοψήφισμα και την κοινοβουλευτική οδό δεν έγκειται στο ότι στην πρώτη περίπτωση η βούληση του εκλογικού σώματος καταλογίζεται άμεσα, δίχως αντιπροσώπευση, στον κυρίαρχο λαό αλλά στο ότι συνιστά μια νομικά σημαντική απόφαση, σε αντίθεση με την πράξη, για παράδειγμα, της εκλογής των αντιπροσώπων, η οποία σε τίποτα δεν έχει να κάνει νομικά με τη νομοθετική διαδικασία, όπου η απόφαση προκύπτει μετά από τη διαβούλευση των βουλευτών[108].
Χωρίς αμφιβολία, το ζήτημα του νομικού εντοπισμού του “πραγματικού” λαού καθίσταται ακόμη πιο σύνθετο όταν επιχειρήσουμε την αναγωγή σε αυτόν της ενωσιακής έννομης τάξης και να οριοθετήσουμε τη σχέση μεταξύ κοινοτικού δικαίου και εθνικού Συντάγματος. H αναζήτηση ενός ευρωπαϊκού “κυρίαρχου λαού” αναδεικνύεται αλυσιτελής όταν προσπαθούμε να του αποδώσουμε μια συγκεκριμένη και σταθερή ταυτότητα. Πώς όμως είναι δυνατόν από τη μία να διαπιστώνουμε την ανυπαρξία μιας πρωτογενούς ευρωπαϊκής συντακτικής εξουσίας[109]– και πολύ περισσότερο την αδύνατη συγκρότηση ή μάλλον ανάδειξη ενός συγκεκριμένου ευρωπαϊκού λαού και από την άλλη να μην παραδεχόμαστε ότι όπως και στο εθνικό-κρατικό επίπεδο έτσι και στο ευρωπαϊκό αυτός ο λαός νομικά μόνο παράγωγος μπορεί να είναι και η ύπαρξη του να περνά μέσα από τη διαμεσολάβηση, την αναπαράσταση και την αντιπροσώπευση των οργάνων που μιλούν στο όνομά του;
Το ίδιο αντιφατικός, πρακτικά και θεωρητικά, αποδεικνύεται και ο δημοφιλής στη συνταγματική θεωρία διαχωρισμός ανάμεσα στη συντακτική και την αναθεωρητική λειτουργία, είτε αυτός προκύπτει ουσιοκρατικά, όπως για παράδειγμα στο έργο του Σμιττ, είτε θετικιστικά, όπως στον Κέλσεν και τους επίγονούς του λογικούς θετικιστές. Παρά τη σημασία της για την εδραίωση της κανονιστικότητας του Συντάγματος, η αναγνώριση ενός σημασιολογικά δεσμευτικού πυρήνα των μη αναθεωρήσιμων συνταγματικών διατάξεων έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας υβριδικής λειτουργίας με μικτή φύση, δηλαδή της συντεταγμένης συντακτικής εξουσίας[110]. Σύμφωνα με τον Κελά, η δέσμευση της αναθεωρητικής συντακτικής εξουσίας από την πρωτογενή δημιουργεί ένα εντυπωσιακό παράδοξο: η αναθεωρητική λειτουργία εξισώνεται με τη συντακτική καθώς μπορεί ελεύθερα να επινοήσει νέες συνταγματικές διατάξεις -άρα θεωρείται εκ φύσεως ομότιμη και ομότεχνή της- ενώ την ίδια στιγμή θεωρείται κατώτερή της, διότι δεν μπορεί εξορισμού να προβεί σε μια σειρά άλλων συνταγματικών επιλογών. Έτσι, η αναθεωρητική λειτουργία αρθρώνεται ταυτόχρονα ως συντακτική και ως συντεταγμένη, ως το ίδιο πράγμα δηλαδή και το αντίθετό του, παραπέμποντας στην περίφημη θεολογική κατηγορία της ενσάρκωσης, όπου ο πατέρας και υιός, θεϊκή και ανθρώπινη φύση, ενώνονται στο σώμα του δεύτερου. Αυτή η sui generis φύση, όπου η συντακτική εξουσία ενσαρκώνει τη θεϊκή αυτονομία και η αναθεωρητική την ανθρώπινη ετερονομία, επιτείνει σημαντικά τη σύγχυση ως προς την κατανόηση του χαρακτήρα της αναθεωρητικής λειτουργίας. Κοντολογίς, ο αναθεωρητικός “λαός” είναι ταυτόχρονα κυρίαρχος και κυριαρχούμενος, κυβερνών και κυβερνώμενος.
Ακόμη, ωστόσο, και αν παρακάμψουμε τα παραπάνω θεωρητικά ζητήματα, πάλι θα σταθούμε μάρτυρες ενός εύγλωττου νομικού γεγονότος: της πρακτικής αναποτελεσματικότητας της διάκρισης ανάμεσα στη συντακτική και την αναθεωρητική λειτουργία. Και αυτό γιατί μια πρόχειρη ματιά στη συνταγματική μας ιστορία- χώρια το συγκριτικό παράδειγμα άλλων έννομων τάξεων, όπως η Γαλλία[111]– φανερώνει ότι όλες ανεξαιρέτως οι συνταγματικές μας μεταβολές, παράνομες και νόμιμες, ανέπτυξαν πλήρως τα κανονιστικά τους αποτελέσματα, είτε ήταν δημοκρατικές και προοδευτικές είτε δικτατορικές και απροκάλυπτα πραξικοπηματικές. Για την ακρίβεια, η εγκαθίδρυση κάποιων από των πιο δημοκρατικών – δικαιοκρατικών μας πολιτειακών καθεστώτων πέρασε από τη μεγαλοπρεπή καταστρατήγηση των ισχυουσών συνταγματικών διατάξεων, όπως για παράδειγμα στην αναθεώρηση του 1911[112]. Παράλληλα, κανένα δικαστήριο δεν τόλμησε ποτέ να ελέγξει τη συνταγματικότητα των αναθεωρητικών ακροβασιών για να περιφρουρήσει τη λαϊκή κυριαρχία[113]. Ακόμη και αν τούτη η διαρκής αποχή οφείλεται, ενδεχομένως, στην εκούσια υποχώρηση του δικαστή έναντι της “μεγάλης” πολιτικής[114], η πλήρης αναποτελεσματικότητα της νόρμας δεν μπορεί παρά να ενισχύει παρά να αποδυναμώνει την πεποίθησή μας ως προς την πενιχρή χρησιμότητα της διάκρισης ανάμεσα στη συντακτική και τη αναθεωρητική λειτουργία. Για να παραμείνουμε, όμως, συνεπείς με τις ρεαλιστικές και πραγματολογικές μας αρχές πρέπει να σημειώσουμε, προς αποφυγή παρανοήσεων, ότι ακόμη και αν ένα ανώτατο δικαστήριο, όπως για παράδειγμα στην Γερμανία, αναλάμβανε τον ευγενή αυτό ελεγκτικό ρόλο δεν θα σήμαινε ότι υπάρχει πραγματικά κυρίαρχος λαός, αλλά ότι στη θέση του θα μιλούσε το εν λόγω (δικαστικό) όργανο, το οποίο κυριαρχικά θα αναλάμβανε να τον ερμηνεύσει.
Παρότι όλες οι παραπάνω σημαντικές αντιφάσεις διέπουν το συνταγματικό λόγο περί κυριαρχίας, η πίστη μας στον κυρίαρχο λαό ή στην πρωτογενή συντακτική εξουσία ελάχιστα κλονίζονται. Ίσως γιατί μόνον έτσι μπορούμε να διασφαλίσουμε επιστημολογικά ότι η ανάλυση του συνταγματικού φαινομένου και της κανονιστικότητας του συνταγματικού κειμένου έχουν ένα σταθερό και αναλλοίωτο σημείο αναφοράς, αυτό της βούλησης του κυρίαρχου λαού. Έτσι, άλλωστε, μπορούμε να προικίζουμε τις συνταγματικές και πολιτικές μας πεποιθήσεις με ένα ύπατο και αξιακά-ιδεολογικά αξεπέραστο σημείο καταλογισμού και -το σπουδαιότερο- νομιμοποίησης[115]. Όταν, όμως, επικαλούμενοι την ιδιότητα του συνταγματολόγου, υπερασπίζουμε μια συγκεκριμένη ερμηνεία του Συντάγματος ή ακόμη και μια πολιτική δράση ως σύμφωνη με τη βούληση του πραγματικού λαού, π.χ. του λαού των διαδηλώσεων και όχι του κοινοβουλίου, οφείλουμε μάλλον να παραδεχτούμε ότι αναπόφευκτα προβαίνουμε σε μια πράξη ερμηνείας, σύμφωνα με τις δικές μας προσωπικές δικαιοπολιτικές πεποιθήσεις.
Η ερμηνεία είναι μια πράξη εξουσίας. Η θερμή υποστήριξη των ακαταμάχητων πολιτικά εννοιών, όπως ο κυρίαρχος λαός ή –για άλλους, σίγουρα πιο συντηρητικούς- το κυρίαρχο έθνος, συνιστά τελικά μια ξεκάθαρη δήλωση πίστης, όταν οι παραπάνω έννοιες φυσικοποιούνται και ταυτίζονται με ενσαρκωμένα υποκείμενα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο συνταγματολόγος γοητεύεται από τους μεγάλους μύθους της επιστήμης του και ταυτίζει αφελώς τις λέξεις με τα πράγματα. Η σύλληψη του κυρίαρχου λαού επιτελεί τη λειτουργία του συνταγματικού μύθου: παραμορφώνει την πραγματικότητα και με το βαρύ της φορτίο την εξαγνίζει, την εξωραΐζει και την καθιστά απλή και κατανοητή, δίχως αντιθέσεις και παράδοξα[116]. Έτσι, επιλύεται κάθε απορία για την κυριαρχία και εδραιώνεται η ψευδαίσθηση μας ότι είμαστε δημοκρατικά κύριοι του εαυτού μας, επιγραμματικά αυτόνομοι. Αντιθέτως, τελείως διαφορετική είναι η σημασία που πρέπει να αποδοθεί στα “πλάσματα” του δικαίου, στα ονόματα δηλαδή που διαμορφώνουν και συστηματοποιούν τη νομική πραγματικότητα. Σε ευθεία αντιδιαστολή με τον “μύθο”, το “πλάσμα”, η περίφημη fictio που έλκει την καταγωγή της από το πρώτο μοντέρνο δίκαιο, δηλαδή το ρωμαϊκό, λειτουργεί ως η ψευδής “αλήθεια” του δικαίου, αυτή που μας επιτρέπει να το κατανοήσουμε και συνεπώς να ασκήσουμε κριτική[117]. Με άλλα λόγια, αυτή μας δίνει μεθοδολογικά και επιστημολογικά τα εργαλεία για να ξεχωρίσουμε με ευκρίνεια, όσο είναι δυνατόν, και να αντισταθούμε, ενδεχομένως, στους κυρίαρχούς μας. Σε αυτή τη συχνά δυσδιάκριτη -αλλά θεμελιώδους σημασίας- διάκριση ανάμεσα στο μύθο του “ενσαρκωμένου κυρίαρχου λαού” και το πλάσμα του “ονόματός του” κορυφώνεται η αγεφύρωτη και σπουδαία διαφορά ανάμεσα στην ουσιοκρατική και τη νομιναλιστική αντίληψη όχι μόνο της κυριαρχίας αλλά και του ίδιου του Συντάγματος.
 


[1] O. Beaud, La puissance de l’Etat, Léviathan, P.U.F., Paris, 1994, σελ.52 (η υπογράμμιση δική μας). Για την ακρίβεια, η κυριαρχία είναι: “la puissance de donner et casser la loy à tous en général, et à chacun en particulier”. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η κυριαρχία είναι προϋπόθεση της κρατικότητας και το ανάποδο. O Μπω αντιλαμβάνεται την κυριαρχία με ουσιοκρατικούς και όχι νομιναλιστικούς όρους, εμφανώς επηρεασμένος από τις αντίστοιχες θέσεις του Καρλ Σμιττ (Carl Schmitt) και κυρίως τη σύνδεση ανάμεσα στη λαϊκή κυριαρχία και την πρωτογενή συντακτική εξουσία.

[2] Βλ. Αντ. Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Ι, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2004, σελ.211 επ.

[3] Όταν οι νομικοί γενικά και οι συνταγματολόγοι ειδικότερα προσδιορίζουν νομικά την έννοια της κυριαρχίας την αντιλαμβάνονται συνήθως ως την “αρμοδιότητα της αρμοδιότητας” ή αλλιώς την εξουσία της “τελευταίας λέξης”. Το ζήτημα φυσικά ανακύπτει με τρομερή ένταση στη σύνθετη σχέση ανάμεσα στο εσωτερικό και το κοινοτικό δίκαιο. Αντ. Μανιτάκης, To “Σύνταγμα” της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2004 και Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της “υπεροχής”, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2009, σελ. 378. Σύμφωνα με τον Μανιτάκη, “η νομική θεώρηση της κυριαρχίας οδηγεί σε έναν ορισμό που σχετικοποιεί τη δύναμή της, αφού ως κυριαρχία νοείται “η ικανότης της κρατικής εξουσίας να μην περιορίζεται από κανόνες ειμή μόνον αφ'εαυτής, δηλαδή μόνον εφόσον η ίδια το θέλει”. Με άλλες λέξεις, κυριαρχία είναι η αποκλειστικά αρμοδιότητα της πολιτείας να καθορίζει την αρμοδιότητά της, δηλαδή η “αρμοδιότητα αρμοδιότητας” (Κοmpetenz-Kompetenz). Κυρίαρχο δεν είναι επομένως το κράτος που δεν υπακούει σε κανένα κανόνα, αλλά το κράτος που δεν υπόκειται σε κανόνες που έχουν τεθεί χωρίς τη συναίνεσή του · και τέτοιο είναι το κράτος το οποίο νομικά έχει τη δυνατότητα να περιορίζεται μόνον με τη δική του θέληση”. Βλ. Ιδίου, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σελ.217.

[4] Βλ. αντί πολλών O. Beaud, Souveraineté, σε P. Raynaud – S. Rials (επιμ.), Dictionnaire de la philosophie politique, P.U.F., Paris, 2001, σελ.625 επ. και La puissance de l'État, ό.π. Πάντα στο πλαίσιο της πολιτειολογικής ή και της φιλοσοφικής ανάλυσης της έννοιας της κυριαρχίας βλ. R. Legros, La question de la souveraineté, Droit Naturel et contrat social, Ellipses, Paris, 2001 και την κριτική ως προς τη μοντέρνα έννοια της κυριαρχίας θέση του G. Mairet, Le principe de souveraineté, Gallimard, Paris, 1997. Από την ελληνική βιβλιογραφία Π. Δαγτόγλου, Περί Κυριαρχίας, εκδ, Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1986. Αν επιχειρήσει κανείς μια πρόχειρη περιοδολόγηση της έννοιας θα πρέπει, καταρχάς, να διακρίνει τους φορείς της: από την (αρχαία) Φύση στον (μεσαιωνικό) Μονάρχη και τέλος στο (νεωτερικό) Λαό/Έθνος. Παράλληλα με το υποκείμενό της μεταβάλλεται καίρια και το θεμέλιό της: από τη σοφία ή τη φρόνηση της Φύσης και των ερμηνευτών της στους αρχαίους, περνάμε στη θεολογική νομιμοποίηση της δύναμης στο μεσαίωνα κι έπειτα στη νεωτερική αναγωγή της κυριαρχίας στη βούληση του λαού και του έθνους. Βέβαια, από τον Μποντέν (Bodin) στον Ρουσσώ (Rousseau) και τον Xoμπς (Hobbes) η απόσταση είναι μάλλον μικρή: και αυτό γιατί η κυριαρχία παραμένει τόσο στο μεσαίωνα όσο και στη νεωτερικότητα μία, ενιαία, αδιαίρετη και κυρίως -απεριόριστη-. Εκτός των άλλων, το τελευταίο αυτό χαρακτηριστικό της θέτει -ιδιαίτερα- σε δοκιμασία ο σύγχρονος συνταγματισμός με την υπαγωγή του κυρίαρχου στην κανονιστική εμβέλεια του Συντάγματος ή για να το πούμε διαφορετικά με την υποκατάσταση του Συντάγματος στη θέση του κυρίαρχου. Ταυτόχρονα, ο συνταγματισμός επεξεργάζεται το ίδιο το υποκείμενο της κυριαρχίας και κατασκευάζει το πλάσμα του “κυρίαρχου λαού” ή “έθνους”. Χαρακτηριστικές είναι, όπως θα δούμε παρακάτω, οι αναλύσεις του Σιεγές (Sieyès) και η γαλλική αναγωγή της κυριαρχίας σε μια αφηρημένη σύλληψη όπως το έθνος. Στη ρομαντική (γερμανική) παράδοση, το υποκείμενο της κυριαρχίας δεν είναι άλλο από το Κράτος, το οποίο αποτελεί την οντολογική προϋπόθεση της κανονιστικής ύπαρξης και δύναμης του λαού/έθνους. Με φιλοσοφική αφετηρία τον Χέγκελ (Hegel), η υπαγωγή του μονάρχη και του λαού στην οργανική σύλληψη του όλου που καλείται Κράτος, αυτής της αφηρημένης νομικής οντότητας που όμως έχει θεσμική διάσταση και νομική προσωπικότητα, εξουδετερώνει επίσης την προσωποπαγή εκδοχή της κυριαρχίας. Αυτή, ωστόσο, επανέρχεται δυναμικά στα χρόνια της Βαϊμάρης και το έργο του Σμιττ όπου, μέσω της ανακάλυψης της αυθεντικής ενσάρκωσης του λαού, εισάγεται ξανά στην προβληματική της κυριαρχίας η αποφασιοκρατία. Ενώ η κανονοκρατία συνιστά μια στρατηγική αποσιώπησης ή αποδυνάμωσης της κυριαρχίας, η αποφασιοκρατία την επαναπροσωποποιεί. Αντιθέτως, στην καταστατικά προσανατολισμένη σε μια “δημοκρατία των αντίβαρων” αμερικανική θεωρία, η κυριαρχία, τόσο ως προς το υποκείμενο όσο και ως προς την άσκησή της, εμφανίζεται κατεξοχήν διαιρεμένη και ισορροπημένη. Βλ. σχετικά A. Jakàb, La neutralisation de la question de la souveraineté. Stratégies de compromis dans l’argumentation constitutionnelle sur le concept de souveraineté pour l’intégration européenne, Jus Politicum, n.1, αναρτημένο σε http://www.juspoliticum.com/La-neutralisation-de-la-question,28.html. Βλ. επίσης Κ. Παπανικολάου, Συνταγματισμός και Κυριαρχία. Αναζητώντας τη συνταγματική εγκυρότητα του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Η ερμηνεία του άρθρου 28 ΕλλΣ., ΤοΣ, τ.2/2001, http://tosyntagma.ant-sakkoulas.gr/theoria/item.php?id=261.

[5] Ο Xαρτ (Hart) επιμένει ότι η αναζήτηση του νοήματος των εκφράσεων δεν μπορεί να αρκείται στη λεκτική τους διάσταση. Είναι σαφής η επιρροή του Χαρτ από την πραγματολογία και τη φιλοσοφία της “κοινής γλώσσας”, σύμφωνα με την οποία ο λεκτικός ή αλλιώς αυστηρά σημασιολογικός ορισμός των πραγμάτων αποδεικνύεται πολλές φορές ανεπαρκής ή ακατάλληλος για την ανεύρεση της σημασίας τους. Βλ. H.L.A Hart, The concept of law, Oxford University Press, 1961, σελ.14. Για τη στενή σχέση ανάμεσα στη φιλοσοφία της γλώσσας και τη φιλοσοφία του δικαίου βλ. A. Marmor – S. Soames (επιμ.), Philosophical foundations of Language in the Law, Oxford University Press, 2011.

[6] Το ζήτημα της υπακοής συνιστά μείζον θέμα για την αναλυτική και όχι μόνο φιλοσοφία του δικαίου και τη θεμελίωση της νομικής κανονιστικότητας. Η κλασική θέση του Τζ. Ώστιν (J. Austin), πατέρα του αγγλοσαξωνικού θετικισμού, ότι κυρίαρχος είναι αυτός στον οποίο συνήθως υπακούει ένας συγκεκριμένος πληθυσμός γνώρισε την κριτική του Χαρτ, η οποία εστιάζει στη νομική διάσταση της κυριαρχίας. Σύμφωνα με τον Χαρτ, είναι δύσκολο να αναγορεύσουμε την κυριαρχία σε θεμέλιο του δικαίου γιατί ακριβώς είναι το δίκαιο αυτό που θεμελιώνει την κυριαρχία. Έτσι, ο Χαρτ, όπως και ο (πρώτος) Κελσεν (Kelsen), μοιάζει μάλλον να εξουδετερώνει την κυριαρχία καθώς αμφισβητεί την αντίληψη του δικαίου ως σύστημα προσταγών του κυρίαρχου και καταλήγει στη θεμελίωσή του σε κοινωνικές συμβάσεις και κανόνες. Το πρόβλημα όμως παραμένει άλυτο γιατί ο Χαρτ δεν μας εξηγεί πειστικά τους λόγους δέσμευσής μας από τους νομικούς κανόνες και μας παραπέμπει αποκλειστικά στην κοινωνική πρακτική. Αντιθέτως, σύμφωνα με τον Τζ. Ραζ (J. Raz), η κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στον εφοριακό και τον ληστή έγκειται στο ότι ο πρώτος διεκδικεί, ως εκπρόσωπος του νόμου, την αυθεντία του νόμου. Η νομική κανονιστικότητα δηλαδή δεν έχει να κάνει με την υπακοή στον νόμο, αλλά με το ότι ο νόμος πάντα φέρει και διεκδικεί την αυθεντία της νομιμοποιημένης αρχής. Βλ. A. Marmor, Philosophy of law, Princeton University Press, 2011, σελ.58 επ. (ιδιαίτερα το κεφάλαιο 3 “Authority, Conventions and the Normativity of Law”).

[7] Για την ερμηνεία στον Κέλσεν βλ. H. Kelsen, Théorie pure du droit, μετ. Ch. Eisenmann, 2η έκδοση, 1962, επανέκδοση σε Bruylant-L.G.D.J., Paris, 1999, σελ.339-342. Είναι, ωστόσο, σαφές ότι η συνδεόμενη με το ζήτημα της ερμηνείας έννοια της βούλησης συνιστά σημαντικό εργαλείο για την κατανόηση αλλά και την περιοδολόγηση του έργου του Κελσεν ειδικότερα και του ηπειρωτικού θετικισμού γενικότερα. Ο νορματιβισμός της “Καθαρής Θεωρίας του Δικαίου” μετατρέπεται σε ένα βολονταριστικό ρεαλισμό στον ύστερο Κέλσεν και πιο συγκεκριμένα στη “Γενική Θεωρία των Κανόνων.” Βλ. σχετικά S. Paulson, Towards a Periodization of the Pure Theory of Law, σε Hans Kelsen’s legal theory : a diachronic point of view, επιμ. L. Gianformaggio, εκδ. Giappichelli, Turin, 1990, σελ.10 επ.

[8] O. Cayla, L’obscure théorie du pouvoir constituant originaire, Mélanges Troper, Εconomica, Paris, 2006, σελ.250.

[9] Μ. Τroper, Une théorie réaliste de l'interprétation σε Ιδίου, La théorie du droit, le droit, l'Etat, Léviathan, P.U.F., Paris, 2001, σελ.69 επ.

[10] Σε αυτήν την κατεύθυνση, ενδεικτικά βέβαια, το έργο του U. Eco, Les limites de l'interprétation, μετ. M. Bouzaher, Grasset, Paris, 1992.

[11] O. Beaud, La puissance de l'Etat, ό.π., σελ.195.

[12] Βλ. στην ελληνική βιβλιογραφία τη μελέτη του Γ. Ξηροπαϊδη, Η διαμάχη των ερμηνειών. Gadamer-Habermas, Πόλις, Αθήνα, 2008. Ακόμη, F. Recanati, La transparence et l'énonciation. Pour introduire à la pragmatique, Seuil, Paris, 1979 καιγιατηνερμηνευτικήΗ.-G. Gadamer, L'herméneutique en retrospective, μετ.-παρ.-σχ. J. Grodin, Vrin, Paris, 2005. Ως προς τη γλωσσική στροφή, καθοριστικό υπήρξε το Tractatus του Βίτγκενσταιν (Wittegenstein), όπως επίσης το Language, Truth and Logic του Άγερ (Ayer). Επειδή είναι αδύνατον να αποδώσουμε εδώ τη σημασία ή και τους φορείς αυτού του σημαντικού φιλοσοφικού παραδείγματος βλ. W. Kymlicka, Η πολιτική φιλοσοφία της εποχής μας, εισαγωγή-μετάφραση Γρ. Μολύβας, Πόλις, Αθήνα, 2005, σελ.14 επ.

[13] Βλ. σχετικά W. Dilthey, Η γένεση της ερμηνευτικής, εισ.-μετ.-σχ. Δημ. Υφαντής, Ροές/Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2010.

[14] Ο. Cayla, Les juristes à l’épreuve du tournant pragmatique σε D. Rousseau (διευθ.), Le droit dérobé, Montchrestien, Grands colloques, Paris, 2007, σελ. 37-46.

[15] Χαρακτηριστικές, ως προς τη λογική ανάλυση του δικαίου και κατά συνέπεια και της ερμηνείας του, είναι οι αναλύσεις του Ό. Πφέρσμαν (O. Pfersmann) σε O. Pfersmann και G. Timsit, Raisonnement juridique et interprétation, Publications de la Sorbonne, De Republica-3, Paris, 2001, σελ.11 επ. καθώς και O. Pfersmann, Une théorie sans objet – une dogmatique sans théorie. En réponse à Michel Troper, σε Analisi et dirritto, 2004, σελ.153 επ.

[16] Επιλέγουμε τον όρο “ρεαλιστική” για να αποδώσουμε κάποιες χαρακτηριστικές θέσεις των συγγραφέων και κυρίως τη σημασία που δίνουν στο ρόλο της ερμηνείας για την αναγνώριση της νομικότητας του κανόνα ή ακριβέστερα της εκφοράς της νομικής πρότασης. Ο Τροπέρ ακολουθεί μια συνεπή κελσενική θέση και θεωρεί την κυριαρχία ως ύπατο σημείο καταλογισμού -αόριστο, εντούτοις, νομικά- που συστηματοποιεί την έννομη τάξη. Παράλληλα, όμως, η θεμελιώδης τροπεριανή διάκριση ανάμεσα στο κείμενο και τον κανόνα δικαίου, στην οποία και θα επικεντρωθούμε στη συνέχεια, οδηγεί στην πλήρη ανατροπή της κελσενικής πυραμίδας και την αναγνώριση της κυριαρχίας του αναγνώστη και όχι του συγγραφέα του κανόνα. Σε αυτήν ακριβώς την ερμηνευτική ελευθερία εστιάζει ο Κελά. Κοινή συνισταμένη, κατά τη γνώμη μας, των δύο συγγραφέων παραμένει ο νομικός εντοπισμός του κυρίαρχου σε αυτόν που αυθεντικά ερμηνεύει τον κανόνα δικαίου. Βλ. αναλυτικά M. Troper, La souveraineté comme principe d'imputation, σε D. Maillard Degrées Du Loû (επιμ.), Les évolutions de la souveraineté, Collection Grands Colloques, Montchrestien, Paris, 2006, σελ.69 επ. Και O. Cayla, L’obscure théorie du pouvoir constituant originaire, ό.π. καθώςκαιΙδίου, La notion de signification en droit: contribution à une théorie du droit naturel de la communication, διδ.διατριβή, διεύθ. S. Rials, Université Paris II, Paris, 1992.

[17] Με αφετηρία τη σχετική μελέτη του Ανρί Γκουγιέ (Henri Gouhier) για το θέατρο, ο Κελά εφαρμόζει στο νομικό φαινόμενο τη σύλληψη της τέχνης σε δύο χρόνους: της συγγραφής και της ανάγνωσης. Κι είναι προφανές, για τον συγγραφέα, ότι ο νομικός κανόνας είναι εξορισμού προορισμένος για να διαβαστεί και να εφαρμοστεί. Συνεπώς, η σημασία του ολοκληρώνεται σε δύο και όχι σε έναν χρόνο. Βλ. O. Cayla, La souveraineté de l’artiste du second temps, Droits, 1990, τ.12, σελ.129 επ.

[18] Tην πεποίθηση, δηλαδή, ότι το δίκαιο είναι δημιούργημα ανθρώπινων συμπεριφορών και κατά συνέπεια αδυναμιών, ελλείψεων και αυθαιρεσιών. Αντί, λοιπόν, για τους κανόνες δικαίου οφείλει κανείς να μελετήσει και να περιγράψει τις συμπεριφορές των ερμηνευτών και τις εκφορές των νομικών προτάσεων. Βλ. σχετικά με το νομικό ρεαλισμό B. Leiter, American Legal Realism, University of Texas Public Law & Legal Theory, Research Paper Series, ν.42, αναρτημένο σε http://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=339562##. O Ερίκ Μιλάρ (Eric Millard) χαρακτηρίζει ως ρεαλιστικές τις νομικές θεωρίες που, παρότι αποκλίνουν σε σημαντικά σημεία, τελικά συγκλίνουν στην αξίωσή τους να εναντιωθούν σε κάθε είδους μεταφυσικό ορισμό του δικαίου. Και οι δύο διάσημες εκδοχές του νομικού ρεαλισμού, η αμερικανική και η σκανδιναβική, εκκινούν από την εμπειρική περιγραφή των νομικών γεγονότων (το δίκαιο όπως είναι) και στη συνέχεια περνούν στην εξέταση των δικαστικών αποφάσεων καθώς και του κοινωνικού περιβάλλοντος, με έμφαση στη ψυχολογία, την ανάλυση της γλώσσας, το σκεπτικισμό απέναντι στους κανόνες (αμερικανικός ρεαλισμός) ή την αποδόμηση της ιδεαλιστικής πρόσληψής τους (σκανδιναβικός ρεαλισμός). Αυτό, σημειώνει ο Μιλάρ, που διακρίνει την αμερικανική από τη σκανδιναβική σχολή είναι ότι η πρώτη αγγίζει, ενίοτε, ένα πραγματολογικό φυσικοδικαιισμό ενώ παράλληλα ο συμπεριφορικός της προσανατολισμός τη φέρνει πιο κοντά στην κοινωνιολογία του δικαίου. Αντιθέτως, η δεύτερη απορρίπτει τα παραπάνω στοιχεία κι επιχειρεί την πρωτότυπη κατασκευή μιας συνεκτικής θεωρίας του δικαίου. Βλ. E. Millard, Réalisme, σε D. Alland – S. Rials (επιμ.), Dictionnaire de culture juridique, P.U.F., Paris, 2003, σελ.1297 επ. Στο νομικό ρεαλισμό εντάσσονται lato sensu και μια σειρά άλλων και ετερογενών θεωριών, όπως τα Critical Legal Studies, το ρεύμα Law and Economics, η κριτική ανάλυση της γλώσσας, η ρεαλιστική θεωρία της ερμηνείας ή ο νομικός εμπειρισμός. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η αναφορά μας στο έργο των Τροπέρ και Κελά δεν σημαίνει την ένταξη των δύο θεωρητικών του δικαίου στο ίδιο ρεύμα του νομικού ρεαλισμού. Και αυτό γιατί ο ρεαλισμός-θετικισμός του Τροπέρ επιμένει στη θέση του αυστηρού διαχωρισμού γεγονότος-αξίας και την επιστημολογική δυνατότητα της περιγραφής των εκφορών του δικαίου από μια ουδέτερη αξιολογικά σκοπιά. Αντιθέτως, ο Κελά βρίσκεται πιο κοντά στην ερμηνευτική και την αποδόμηση και απορρίπτει το διαχωρισμό ανάμεσα στις διαπιστωτικές (περιγραφικές) και τις επιτελεστικές (αξιολογικές) προτάσεις. Παράλληλα, υποστηρίζει θερμά το σχετικισμό έως και το σκεπτικισμό περί των αξιών και απορρίπτει οποιαδήποτε ιδεαλιστική-μεταφυσική θεμελίωση των κανόνων. Στην πραγματικότητα, ο Κελά συμπίπτει με τον Τροπέρ στη ρεαλιστική θεωρία της ερμηνείας ενώ διαχωρίζει ριζικά τη θέση του ως προς το -καθοριστικό για τον ηπειρωτικό θετικισμό- ζήτημα της αξιολογικής ουδετερότητας. Το έργο του Τροπέρ, αποτελεί, βέβαια, μια συστηματική version του νομικού ρεαλισμού στην Γαλλία. Βλ. αντί πολλών, το σχετικό αφιέρωμα σε Droits, Michel Troper, τ.37, Paris, 2003.

[19] H έννοια της αναβολής παραπέμπει εδώ στη ντεριντιανή ιδέα της καθυστέρησης με την οποία το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον ίδιο του τον εαυτό. Από τη στιγμή, δηλαδή, που είναι αδύνατον κανείς να συλλάβει την εαυτότητά του είναι προφανές ότι ο κυρίαρχος δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ πραγματικά, αφού κάθε φορά ο λόγος του θα αποκλίνει από αυτό που λέει. Βλ. σχετικά J. Derrida, L' écriture et la différence, Point, Essais, Seuil, Paris, 1979.

[20] Υπό τη γενική αυτή κατηγορία μπορούν να υπαχθούν καταρχάς οι διάσημοι πολέμιοι του λόγου του Διαφωτισμού, όπως, για παράδειγμα, ο Έντμουντ Μπερκ (Edmund Burke) και ο Ζοζέφ Ντε Μαίστρ (Joseph de Maistre), οι οποίοι αμφισβήτησαν την καθολικότητα του νεωτερικού λόγου και βέβαια στη συνέχεια οι φιλόσοφοι της “υποψίας” (Νίτσε, Μαρξ και Φρόυντ), οι οποίοι ανέδειξαν την περατότητα και την ιστορικότητα της συνείδησης του υποκειμένου. Ριζοσπαστική κριτική κατά του νεωτερικού λόγου, με έμφαση στην τεχνική ορθολογικότητα και την επικίνδυνη εργαλειοποίησή του, άρθρωσαν οι στοχαστές της σχολής της Φρανκφούρτης (Χορκχάϊμερ, Μπένγιαμιν, Αντόρνο και ο πρώιμος Χάμπερμας) ενώ στην ίδια οπτική, αυτήν της αποδόμησης της νεωτερικής σύλληψης της κυριαρχίας κινείται και το φαινομενολογικό-αποδομητικό ρεύμα (Χάιντεγγερ, Ντεριντά). Με άλλα λόγια, η ηπειρωτική φιλοσοφική παράδοση του 20ου αιώνα στρέφεται ενάντια στο νεωτερικό υποκείμενο καταδεικνύοντας τη ψευδαίσθηση της αυτονομίας του. Βλ. αντί πολλών για τις διαδρομές του υποκειμένου το έργο του V. Descombes, Le complement de sujet, Gallimard, Paris, 2004 και για τις κριτικές του ατομισμού και του υποκειμενισμού της νεωτερικότητας την κλασική μελέτη του A. Renaut, L'ére de l'individu, Gallimard, Paris, 1989. Σχετικά με την αντιμοντέρνα νομική θεωρία και την κριτική της στην έννοια του νεωτερικού υποκειμένου βλ. Y. Thomas, Le sujet de droit, la personne et la nature, Le Débat, τ.100, Gallimard, Paris, 1998, σελ. 85-107.

[21] Αν και καθόλου ξεκάθαρο δεν είναι ότι στον Ρουσσώ (Rousseau) η γενική βούληση μονολογεί διότι διαλέγεται αναπόφευκτα με τον σοφό Νομοθέτη. Βλ. σχετικά O. Cayla, Rousseau, σεΙδίου-J.L. Halpérin, Dictionnaire des grandes oeuvres juridiques, Dalloz, Paris, 2008, σελ.495 επ.

[22] Στην πραγματικότητα, η ανθρωπολογική απαισιοδοξία των μοντέρνων, η οποία είναι εμφανής στην υποθετική κατασκευή του φυσικού πλαισίου, μεταφράζεται πολιτικά και νομικά στην αναγκαία διαμεσολάβηση-αντιπροσώπευση της βούλησης. Κοντολογίς, η αντιπροσώπευση είναι απαραίτητη για να υπάρξει πολιτικά η βούληση. Πριν από το λόγο του αντιπροσώπου δεν υφίσταται κανένας λόγος του αντιπροσωπευόμενου. Η αντιπροσώπευση δεν αναπαριστά απλώς αλλά δημιουργεί τη βούληση. Βλ. αντί πολλών την πρόσφατη διδακτορική διατριβή του B. Daugeron, La notion d'élection en droit constitutionnel, Dalloz, Nouvelle Bibliothèque de Thèses, Paris, 2011, σελ. 23 καθώς και τη διατριβή του P. Brunet, Vouloir pour la nation. Le concept de représentation dans la théorie de l'État, Publications de l'Université de Rouen – Bruylant-L.G.D.J., Rouen – Bruxelles – Paris, 2004. Αυτή η πρόσληψη της αντιπροσώπευσης, ως πράξης δημιουργίας και όχι ως παράγωγης απόδοσης και μεταγραφής μια βούλησης, βρίσκει τη φιλοσοφική της αφετηρία στη νομιναλιστική εκδοχή του χομπσιανού προσώπου, στην ιδέα δηλαδή της αναπόφευκτης αναπαράστασης του εαυτού. Βλ. περισσότερασεΗ. Pitkin, The concept of representation, University of California Press, 1967, σελ.14 επ.

[23] Στη “διόρθωση” του μονολογισμού των μοντέρνων αποσκοπούν -κυρίως- οι διαλογικές θεωρίες της επικοινωνίας των Καρλ-Όττο Άπελ (Karl-Otto Apel) και Γιούργκεν Χάμπερμας (Jurgen Habermas). Βλ. K.-O. Apel, Transformation de la philosophie, I, μετ. C. Bouchindhomme, Th. Simonelli και D. Trierweiler, Cerf, coll. Passages, Paris, 2007, J. Habermas, Théorie de l’agir communicationnel: rationalité de l’agir et rationalisation de la société, τ. 1, μετ. Jean – Louis Schlegel, Fayard, Paris, 1987 καιΙδίου, Morale et communication: conscience morale et activité communicationnelle, μετ. καιεισ. C. Bouchindhomme, Champs – Flammarion, Paris, 1999.

[24] Για την υπαρκτική διάσταση του υποκειμένου στην ερμηνευτική και την αναστοχαστική λειτουργία της τελευταίας ως φιλοσοφίας της ερμηνείας των ερμηνειών βλ. P. Ricoeur, Le conflit des interprétations. Essais d'herméneutique, Seuil, Paris, 1969, σελ. 7-28 (Existence et herméneutique).

[25] Βλ. W. Dilthey, Η γένεση της ερμηνευτικής, ό.π. σελ.38 επ. Ο Ντίλταϋ επιμένει στην ιστορικότητα και την περατότητα της ύπαρξης, ενώ παράλληλα διατηρεί την πίστη του στην αντικειμενικότητα των στοχασμών. Πάνω στο δικό του έργο, ως βάση και -βέβαια- ως υπέρβαση, τοποθετούνται ο Χάιντεγγερ, ο Χούσερλ και ο Γκάνταμερ.

[26]Βλ. Ιδίου, Le désenchantement du monde, Folio Essais, Gallimard, Paris, νέαέκδ. 2004.

[27]Βλ. τιςσχετικέςαναλύσειςπάλισε M. Gauchet, La Révolution des pouvoirs. La souveraineté, le peuple et la représentation 1789-1799, Gallimard, Essais, Paris, 1995.

[28] Τη μοιραία για τη φιλοσοφική σκέψη αυτή προσήλωση στη μεταφυσική του υποκειμένου έχει αναδείξει κυρίως ο Χάιντεγγερ στο έργο του Introduction à la métaphysique, μετ. G. Kahn, Gallimard, Tel, Paris, 1980.

[29] Σε αυτό το δρόμο της διαλογικής ανασύστασης του καντιανού υποκειμένου, το οποίο δεν είναι αυθύπαρκτο και αυθόρμητο, αλλά υπόκειται στην ανθρώπινη περατότητα κινείται το έργο των Αλάν Ρενώ (Alain Renaut) και Λυκ Φερρύ (Luc Ferry). Βλ. ειδικότεραL. Ferry-A. Renaut, Système et critique: essais sur la critique de la raison dans la philosophie contemporaine, Ousia, 1984. Στην ερμηνευτική παράδοση, ο Γκάνταμερ είναι αυτός που επισημαίνει στον Καντ της Τρίτης Κριτικής την ανακάλυψη του γούστου και της κριτικής δύναμης στις καλαισθητικές κρίσεις κι επανασυνδέει έτσι “την αισθητική εμπειρία με την ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης”. Βλ. σχετικά Γ. Ξηροπαϊδη, ό.π., σελ.17.

[30] Όπως σημειώνει ο Γ. Ξηροπαϊδης, “ένα από τα πλέον καίρια θεωρήματα της ερμηνευτικής φιλοσοφίας διαβεβαιώνει ότι είμαστε πάντοτε σε θέση να μεταθέσουμε το μη γλωσσικό στους όρους της γλωσσικής προσπέλασης του κόσμου και του εαυτού μας. Από την άποψη αυτή, η γλώσσα είναι το καθολικό μέσο που προσδίδει σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα εννοηματική δομή, καθιστώντας την έτσι διυποκειμενικά και διαπροσωπικά κοινοποιήσιμη”, βλ. Ιδίου, Επίμετρο, σε P. Ricoeur, O ίδιος ο εαυτός ως άλλος, μετ. Β. Ιακώβου, Πόλις, 2008, σελ.488.

[31] Σύμφωνα με τον Γκάνταμερ, ο Σλέιερμαχερ σωστά συνέδεσε τις προκαταλήψεις και τις προκατανοήσεις με την αυθεντία της παράδοσης, αλλά δεν αντιλήφθηκε ότι κάποιες από αυτές μπορεί όντως να είναι αληθείς. Βλ. Η.-G. Gadamer, Verité et méthode, ό.π., σελ.299. Άλλωστε, ακόμη και αυτή η απελευθέρωση του Διαφωτισμού από τις προκαταλήψεις δεν συνιστά, για τον Γκάνταμερ, παρά μία ακόμη προκατάληψη. Ο αληθινός Λόγος δεν μπορεί να είναι απαλλαγμένος από τις ιστορικές διαμεσολαβήσεις. Έτσι, ο Γκάνταμερ υποκαθιστά στον αφηρημένο νεωτερικό τον συγκεκριμένο ιστορικό Λόγο. Ibidem, ό.π., σελ. 297.

[32] Ο Γκάνταμερ σημειώνει χαρακτηριστικά ότι η ερμηνευτική συνείδηση εμπεριέχει την ιστορική. Ibidem, ό.π., σελ.320.

[33] Αυτήν την κατηγορία απευθύνει στην ερμηνευτική του Γκάνταμερ με συνέπεια ο Χάμπερμας. Σύμφωνα με τον τελευταίο, η αναστοχαστική κριτική συνείδηση είναι σε θέση να μεταθέσει το “το βάρος από την αυθεντία της παράδοσης στον έγκυρο Λόγο”. Βλ. Γ. Ξηροπαϊδη, ό.π. σελ.33.

[34] Η επιρροή του Χάμπερμας από τον Μαρξ και βέβαια από το φιλοσοφικό ρεύμα της σχολής της Φρανκφούρτης είναι εμφανής στην κριτική της ιδεολογίας, η οποία σαφώς παραγνωρίζεται από τον Γκάνταμερ σε ό,τι αφορά τη θεμελίωση της συμφωνίας των ερμηνευτών-υποκειμένων με την παράδοση. Βλ. Γ. Ξηροπαϊδη, ό.π. σελ. 41.

[35] Βλ. P. Ricoeur, Soi-même comme un autre, Seuil, Paris, 1996.

[36] P. Ricoeur, De l' interprétation. Essai sur Freud, Seuil, Paris, 1965, σελ.42-46. Με άλλα λόγια, οι στοχαστές της υποψίας, όπως ο Φρόυντ, ο Νίτσε και ο Μαρξ είναι αυτοί που αποκαλύπτουν τις αδυναμίες και τις ψευδαισθήσεις της συνείδησης. Βλ. επίσης, P. Ricoeur, Le conscient et l'inconscient σε Ιδίου, Le conflit des interprétations, ό.π., σελ.101.

[37] Έτσι, το κείμενο αυτονομείται και αποκτά τη δική του φωνή, αυτή που δρα και μου μεταδίδεται, αυτήν την οποία καλούμαι να διαβάσω αντικειμενικά. Βλ. αναλυτικά P. Ricoeur, Du texte à l'action, Essais d'herméneutique, II, Seuil, Paris, 1986, σελ.152-156.

[38] Στον Ντουόρκιν η διάκριση ανάμεσα στις νομιμοποιημένες και τις αθέμιτες ερμηνείες συνίσταται ακριβώς στο κατά πόσο η ερμηνεία αναφέρεται σε ένα νόημα που υπάρχει ή δεν υπάρχει εξαρχής στο κείμενο. Για παράδειγμα, μια ανάγνωση του Άμλετ είναι θεμιτή μόνον εφόσον το συγκεκριμένο νόημα ήταν ήδη παρόν, έστω δυνητικά, στο κείμενο. Βλ. R. Dworkin, Law's Empire, Belknap, Harvard, 1986, σελ.45 επ. και την κριτική του Β. Βix, Questions in legal interpretation σε A. Marmor, Law and interpretation, Essays in Legal Philosophy, Oxford Clarendon Press, 2006, σελ.146. Επίσης ο Μάρμορ υπογραμμίζει ότι η θεωρία περί ερμηνείας του Ντουόρκιν δεν λαμβάνει, όσο θα έπρεπε, υπόψη το ρόλο της αυθεντίας και της σύμβασης στο δίκαιο. Βλ. Α. Marmor, Interpretation and legal theory, Oxford Clarendon Press, 1992, σελ.35-84 καιΙδίου, Philosophy of law, ό.π., σελ.97 επ.

[39] Όπως γράφει ο Ξηροπαϊδης, ο Ρικέρ “δεν κατανοεί το κείμενο απλώς ως ένα τόπο όπου διαφυλάσσονται τα όσο ελέχθησαν προφορικώ τω τρόπω, ούτε αντιμετωπίζει τη γραφή και την ανάγνωση κειμένων ως ειδικές περιπτώσεις ενός προφορικού λόγου, αλλά, απεναντίας, ορίζει το κείμενο ρητά ως αυτόνομη δυνατότητα του ενεργού λόγου. Μέσω της γραφής ο μη αναγώγιμος λόγος του κειμένου αποδεσμεύεται από τις προθέσεις του συγγραφέα και αποκτά ένα δικό του αυτοδύναμο βίο”. ό.π. σελ.365

[40] Bλ. G. Timsit, Le roman à la chaîne. Les limites d'une métaphore, Révue internationale de philosophie, τ.233, 2005, σελ.393-411.

[41] Στην προσπάθεια του συγγραφέα να συμφιλιώσει τους δύο δρόμους της ερμηνευτικής: τη γερμανική ερμηνευτική του υποκειμένου και τη γαλλική ερμηνευτική του στρουκτουραλισμού. Βλ. Μ. Franck, L'ultime raison du sujet, μετ. V. Zanetti, Actes Sud, Paris, 1986.

[42] Βλ. χαρακτηριστικά ως προς το δίκαιο τα παρακάτω έργα: J. Habermas, Droit et démocratie: entre faits et normes, Essais, Gallimard, 1994 και L’intégration républicaine, essais de théorie politiqueΕπίσης, O. Cayla, L'angélisme d'une théorie pure (du droit) chez Habermas, R.D.P, 2007, L.G.D.J., Paris, σελ.1541 επ. , Fayard, 1998.

[43] Ο Χάμπερμας απορρίπτει το ρωλσιανό πλάσμα της “πρωταρχικής θέσης” και το μύθο του υποθετικού συμβολαίου για να προωθήσει την ιδέα της πρακτικής και πραγματικής συνομιλίας. Βλ. P. Ricoeur, Soi-même comme un autre, ό.π, σελ.327.

[44] J. Lenoble – A. Berten, Dire la norme. Droit, politique et énonciation, Bruylant-L.G.D.J., Bruxelles-Paris, 1996, σελ.133.

[45] J. Habermas, Morale et communication. Conscience morale et activité communicationelle, ό.π., σελ.197-198.

[46] Σύμφωνα με τις κλασικές αναλύσεις του Χάμπερμας σε J. Habermas, Le discours philosophique de la modernité, Gallimard, Paris, 1988. Bλ. τις κριτικές παρατηρήσεις του A. Renaut, Le sujet de la communication, Reseaux, τομ.9, ν.46-47, 1991, σελ. 91-101.

[47] J. Ηabermas, Idéalisations et communication: agir communicationnel et usage de la raison, μετ. Ch. Bouchindhomme, Fayard, Paris, 2006, σελ.56.

[48] J. Habermas, Théorie de l’agir communicationnel, ό.π., σελ.296-305. Τα ομιλιακά ενεργήματα που ταιριάζουν στην ιδανική διαλογική κοινότητα του Χάμπερμας συνίστανται αποκλειστικά σε ενδολεκτικές πράξεις, με στόχο να αποκλειστεί από το διάλογο κάθε πρόθεση εξαπάτησης του συνομιλητή. Η ειλικρίνεια, η σοβαρότητα και η καλή πρόθεση χαρακτηρίζουν το χαμπερσμασιανό διάλογο. Εφόσον η συμμετοχή στη χαμπερμασιανή κοινότητα λόγου προαπαιτεί τις αγνές προθέσεις και την καλώς εννοούμενη στρατηγική οι ενδολεκτικές πράξεις δεν μπορούν να έχουν περιλεκτικούς σκοπούς. Οι ορθολογικοί συνομιλητές έχουν αποδεχθεί εκ των προτέρων ως στόχο τους τη συμφωνία και ο διάλογος δεν μπορεί να μολυνθεί από τους συσχετισμούς της δύναμης και της κυριαρχίας. Στην πραγματικότητα, η χαμπερμασιανη θεωρία τοποθετείται στους αντίποδες της πραγματολογικής θεωρίας του Austin, αφού η απόλυτη διάκριση ανάμεσα στις ενδολεκτικές και τις περιλεκτικές πράξεις συνεπάγεται την κατασκευή του πιο παράλογου και τελικά ανόητου ομιλιακού ενεργήματος: αυτού που έχει μόνο νόημα και όχι βούληση/δύναμη εκφοράς του. Η επικοινωνιακή, λοιπόν, θεωρία του Habermas καταντά μάλλον αντι-επικοινωνιακή, δηλαδή αυστηρά μονολογική, διότι έγκειται σε γλωσσικά ενεργήματα που δεν προκαλούν καμία ενδιάθετη κατάσταση (και ούτε έχουν την πρόθεση να το κάνουν) στους αποδέκτες τους. βλ.O. Cayla, L'angélisme d' une théorie pure (du droit) chez Habermas, ό.π., σελ.1541 επ.

[49] Όπου το άτομο δεν συναντά κανέναν άλλο και αδυνατεί να κατανοήσει το οτιδήποτε, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του εαυτού του. Βλ. J.-J. Rousseau, Du Contrat social, I, Folio – essais, Gallimard, Paris, 1964 και Essai sur l’origine des languesεπιμ. J. Starobinski, Gallimard, Paris, 1990., Folio, Essais,

[50] Είναι προφανείς οι αναλογίες της σύγχρονης φρόνησης του Χάμπερμας με την αριστοτελική έννοια της φρόνησης, της δυνατότητας δηλαδή του έλλογου όντος να επιλέγει την καταλληλότερη λύση σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Βλ. για τη φρόνηση στον Γκάνταμερ τις αναλύσεις του Γ. Ξηροπαϊδη, ό.π., σελ.257 επ. Και για τις δύο αντιλήψεις της φρόνησης, τη μοντέρνα και τη σύγχρονη, βλ. τα αντίστοιχα έργα P. Aubenque, La prudence chez Aristote, Quadrige, P.U.F., 4ème éd, Paris, 2004, σελ.63 και Une prudence moderne ?, πρακτικά ημερίδας, Ph. Raynaud και S. Rials (διευθ.), Politique d’aujourd’hui, Institut la Boétie, 1992, Paris.

[51] F. Schmitz, Le Cercle de Vienne, Paris, Vrin, 2009. Bλ. επίσης για τα παρακλάδια του λογικού και του νομικού θετικισμού καθώς και του νομικού ρεαλισμού τη μελέτη του E. Millard, Positivisme logique et réalisme juridique, Analisi e Diritto, 2008, σελ. 177-189. Στην ελληνική βιβλιογραφία, βλ. Α. Τάκη, Η ηθική αδιαφορία του νόμου, Πόλις, 2006.

[52] Με πιο εμβληματική αναφορά, τη θεωρία περί ερμηνείας του R. Dworkin, Law's Empire, ό.π. Bλ. επίσης για την έννοια της αντικειμενικότητας στο δίκαιο, από μια ντουορκινική σκοπιά, Ν. Stavropoulos, Objectivity in law, Clarendon Press, Oxford, 1996.

[53] Η σύλληψη των “συνταγματικών στιγμών”, όπου η βούληση του “πραγματικού” λαού εκδηλώνεται και αποτυπώνεται στο σώμα του Συντάγματος ανήκει στον Μπρους Άκερμαν (Bruce Ackerman). Βλ. Iδίου, We the people, I, Foundations, Belknap Press, Harvard, 1993. Ο Αμερικανός συγγραφέας προωθεί τη σύλληψη της δυαδικής δημοκρατίας (dualist democracy) διαχωρίζοντας ανοιχτά το λαό από την κυβέρνησή του.

[54] Στο πεδίο του δικαίου αυτές οι στιγμές ταυτίζονται με τη συγγραφή κάθε νέου Συντάγματος ενώ στο χώρο της πολιτικής παραπέμπουν στις πολιτειακά επιτυχημένες επαναστάσεις. Σύμφωνα με τον Μανιτάκη, “η παλιά ρήση «η επανάσταση που επικράτησε δημιουργεί δίκαιο» και «πάσα επανάστασις αποτυχούσα μεν και καταπνιγείσα αποτελεί παρανομίαν, επιτυχούσα δε και θριαμβεύουσα και δη τη κοινή συμπράξει όλων των συνταγματικών και πολιτικών παραγόντων δημιουργεί δίκαιον», θα πρέπει σήμερα να διαβαστεί διαφορετικά και να συμπληρωθεί. Ο όρος «επικράτηση» θα πρέπει, ενόψει της καθιέρωσης της δημοκρατικής αρχής ως κριτηρίου νομιμότητας και νομιμοποίησης της εξουσίας οικουμενικής ισχύος, να νοηθεί ότι εμπεριέχει, τουλάχιστον, το στοιχείο της «λαϊκής αναγνώρισης» ή συναίνεσης μέσω της ενεργοποίησης της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας”. Βλ. Ιδίου, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σελ.274.

[55] Βλ. σχετικά τον όρο “ανεύρετος” στο έργο του P. Rosanvallon, Le peuple introuvable, Gallimard, Paris, 1998, όπου αναλύεται η ένταση ανάμεσα στην πολιτική και την κοινωνική διάσταση του λαού.

[56] Οι παρακάτω αναλύσεις αναπτύσσουν τις ελλειπτικές θέσεις του κειμένου μας: Το Μνημόνιο και ο λόγος περί κυριαρχίας, εισήγηση στο ΙΓ΄ Επιστημονικό Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», Βόλος 25-26 Μαρτίου 2011, ηλεκτρονική δημοσίευση στον ιστότοπο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», http://www.constitutionalism.gr/html/ent/961/ent.1961.asp. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, ο προσδιορισμός του φορέα της κυριαρχίας συχνά υποκύπτει στη γοητεία του συνταγματικού ρεαλισμού, με αποτέλεσμα να αποδίδεται στο λαό ή το έθνος η σωτήρια ιδιότητα μιας πραγματικής και ενσαρκωμένης οντότητας. Σε αυτήν ακριβώς την λανθασμένη, κατά τη γνώμη μας, παραδοχή θα εστιάσουμε την κριτική μας.

[57] Βλ. για τον Ζαβινύ σε Π. Σούρλα, Δικαϊκό σύστημα και τελολογική μέθοδος, Σκέψεις γύρω από το “Πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου”, ΝοΒ, 1979, σελ.1172 επ. Ο Ζαβινύ ανέπτυξε στο έργο του τη γραμματική, τη λογική και την ιστορική διάσταση της πράξης της ερμηνείας. Aκόμη, από τη γαλλική βιβλιογραφία βλ. αντί πολλών Υ. Aguila, Cinq questions sur l’interprétation constitutionnelle, R.F.D.C., τ.21, 1995, σελ.9-46.

[58] Βλ. αντί πολλών τη μελέτη του Φ. Κ. Σπυρόπουλου, Η Ερμηνεία του Συντάγματος, Εφαρμογή ή υπέρβαση της παραδοσιακής μεθοδολογίας του Δικαίου, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1999.

[59] Βλ. στην ελληνική βιβλιογραφία τις συμβολές των Φ. Κ. Σπυρόπουλου, ό.π., σελ.73 επ., Κ. Μαυριά, Η ερμηνεία του Συντάγματος μεταξύ πολιτικής αξιολόγησης και νομικού δόγματος, ΤοΣ, 1989 σελ.33 επ., Δ. Τσάτσου, Το πρόβλημα της ερμηνείας του Συντάγματος σε Ιδίου (επιμ.), Η ερμηνεία του Συντάγματος, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, σελ.19 επ. και Ν. Αλιβιζάτου, Ερμηνεία του Συντάγματος και δικανικός συλλογισμός, σε Η ερμηνεία του Συντάγματος, ό.π. σελ.65 επ., Δ. Φιλίππου, Τελεολογική ερμηνεία και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων (εις την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας), στο συλλογικό τόμο Σκοπός. Τελεολογία και δίκαιο, Εισηγήσεις στο Διεπιστημονικό Φροντιστήριο 2006/2007, επιμ. Ι. Στράγγα-Χ. Παπαχαραλάμπους, Πεπραγμένα της Ελληνικής Εταιρείας Δικαιοφιλοσοφικής και Δικαιοιστορικής Ερεύνης, τομ.4, εκδ. Σάκκουλα – NOMOS – L'Harmattan, 2010, σελ. 653-677.

[60] R. Dworkin, Law's Empire, ό.π., σελ.52.

[61] Σύμφωνα με τον Μάρμορ, για παράδειγμα, η θεωρία του Ντουόρκιν υπονοεί -εσφαλμένα- ότι πάντα χρειάζεται να ερμηνεύουμε τον νόμο, ενώ τις περισσότερες φορές η ερμηνεία του νόμου απαιτεί την κοινή λογική και γνώση. Βλ. Marmor, ό.π. σελ.136 επ.

[62] Ο Τζ. Λ. Μακί αναφέρει χαρακτηριστικά: “συμπεραίνω, λοιπόν, ότι οι κοινές ηθικές κρίσεις εγκλείουν την αξίωση για αντικειμενικότητα, την παραδοχή ότι υπάρχουν αντικειμενικές αξίες κατά την ίδια ακριβώς έννοια με την οποία ενδιαφέρομαι να την αρνηθώ. Και δεν θεωρώ παρακινδυνευμένο να πω ότι αυτή η παραδοχή έχει ενσωματωθεί στο βασικό, συμβατικό νόημα των ηθικών όρων. Οποιαδήποτε ανάλυση του νοήματος των ηθικών όρων, η οποία παραλείπει αυτή την αξίωση για αντικειμενική, εγγενή επιτακτικότητα είναι, σε αυτόν το βαθμό, ατελής. Και αυτό ισχύει και για οποιαδήποτε μη γνωσιοκρατική ανάλυση και για οποιαδήποτε φυσιοκρατική ανάλυση αλλά και για κάθε συνδυασμό αυτών των δύο. Επομένως, αν η ηθική δεύτερης τάξης περιοριζόταν στη γλωσσολογική και την εννοιολογική ανάλυση, θα έπρεπε να συμπεράνει ότι οι ηθικές αξίες είναι τουλάχιστον αντικειμενικές (…) Όμως, ακριβώς γι' αυτόν το λόγο, η γλωσσολογική και εννοιολογική ανάλυση δεν επαρκεί. Η αξίωση για αντικειμενικότητα, όσο βαθιά ριζωμένη και αν είναι στη γλώσσα και τη σκέψη μας, δεν επικυρώνει τον εαυτό της. Μπορεί και πρέπει να αμφισβητηθεί. Βλ. Ιδίου, Ηθική. Η επινόηση του ορθού και του εσφαλμένου, μετ. Δ. Μιχαήλ – επιμ. Μ. Θεοδοσίου – εισαγ. Αντ. Χατζημωϋσής, Εκκρεμές, Αθήνα, 2010, σελ.81-82.

[63] Και μάλιστα υπό τη θεολογικής τάξης επένδυση στη σοφία του ερμηνευτή, δηλαδή του δικαστή, που ο Rials αποκαλεί σύγχρονο ιερέα του δικαίου. Βλ. αντί πολλών, το άρθρο του S. Rials, Entre artificialisme et idôlatrie. Sur l'hésitation du constitutionnalisme, Le Débat, τ.64, 1991, σελ.167-178.

[64] Όπως ξέρουμε, για τον Kέλσεν, “κανόνας είναι η σημασία μιας πράξης βούλησης”. Ιδίου, Théorie Pure du droit, ό.π., σελ.13. Έτσι, στην “Καθαρή Θεωρία του Δικαίου”, για να αποκτήσει η πράξη της βούλησης νομικό χαρακτήρα δεν αρκεί η υποκειμενική της σήμανση από τον αυτουργό της, το γεγονός δηλαδή ότι αυτός θεωρεί ότι η πρότασή του έχει το χαρακτήρα του νομικού κανόνα, αλλά την αντικειμενική της σήμανση, με άλλα λόγια ότι αυτή η πρόταση είναι σύμφωνη με κάποιον -ανώτερό της- νομικό κανόνα. Η εξέταση της συμφωνίας της πράξης με τον κανόνα αυτό ανοίγει το καθοριστικό για τη νομική σήμανση ζήτημα της ερμηνείας.

[65] Στη γαλλική θετικιστική παράδοση, τη “θεσμική” θεωρία της νόρμας, η οποία υπονοεί ότι αυτή συνίσταται αποκλειστικά στην αντικειμενική της σήμανση από το όργανο του δικαίου, εισήγαγε ο Πωλ Αμσελέκ (Paul Amselek). Επιγραμματικά, ο νομικός χαρακτήρας της πρότασης πηγάζει αυτόματα από τη νομική ιδιότητα του εκφορέα της, με αποτέλεσμα αφενός να εξαφανίζεται η υποκειμενική της σήμανση, αυτό δηλαδή που ο τελευταίος ήθελε να πει, αλλά και η ίδια η ανάγκη της αναγωγής στο θεμελιώδη κανόνα. Βλ. P. Amselek, Norme et loi, Α.D.P, τ.25, 1980, σελ. 89 επ. και Ιδίου, Réflexions critiques autour de la conception kelsenienne de l’ordre juridique, R.D.P., 1978, σελ.519.

[66] M. Troper, Une théorie réaliste de l’interprétation, σε Ιδίου, La théorie du droit, le droit, l’Etat, P.U.F., Léviathan, Paris, 2001, σελ.70 επ.

[67] M. Troper, Une théorie réaliste d’interprétation, ό.π., σελ.74.

[68] Βλ. αναλυτικά M. Troper, Réplique à Otto Pfersmann, R.F.D.C., 2002/2, τ.50, σελ. 335-353.

[69] Οφείλουμε, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι ο ίδιος ο Τροπέρ δεν προχωρεί στη ριζική κατάργηση αυτής της διάκρισης, η οποία ενυπάρχει στη βουλητική στροφή του ύστερου Κέλσεν της “Γενικής Θεωρίας των Κανόνων”. Πιο συγκεκριμένα, όπως είδαμε προηγουμένως, στη νορματιβιστική θεωρία του Κέλσεν της πρώτης έκδοσης της “Καθαρής Θεωρίας” και του “Hauptprobleme” (πρόκειται για την υφηγεσία του Κέλσεν το 1911), κυρίαρχος αναδεικνύεται ο ίδιος ο “θεμελιώδης κανόνας”. Βλ. σχετικά C.-M. Herrera, Théorie juridique et politique chez Hans Kelsen, Kimé, Paris, 1997, σελ.117. Στο ύστερο έργο του Κέλσεν, η αναγνώριση της βούλησης σε θεμέλιο της κανονιστικότητας ανοίγει το δρόμο στη ρεαλιστική ανάγνωση της κελσενικής θεωρίας και την αναζήτηση της εξουσίας και του κυρίαρχου στην αμφίβολη -λογικά- σχέση μεταξύ των κανόνων του δικαίου. Από τη στιγμή που στη “Γενική Θεωρία των Κανόνων” ο Κέλσεν διευκρινίζει ότι δεν υπάρχει προσταγή χωρίς αυτόν που προστάζει (pas d’imperatif sans imperator), ενώ παράλληλα αποδέχεται τον ρόλο της βούλησης, ως ψυχικού φαινομένου, στη νομική κανονιστικότητα, είναι προφανές ότι ανακύπτει με ένταση στη θεωρία του το ζήτημα του κυρίαρχου. Βλ. σχετικά, O. Pfersmann, Le statut de la volonté dans la définition positiviste de la norme juridique, Droits, τ.28, 1999, σελ.93 και H. Kelsen, Théorie générale des normes, μετ. O. Beaud και F. Malkani, Léviathan, P.U.F., Paris, 1996, σελ.315. Η L. Gianfrommagio υπογραμμίζει ότι η βουλητική στροφή του Κέλσεν καταλήγει να αναγνωρίσει την ισότητα τόσο του συντάκτη όσο και του ερμηνευτή απέναντι στον κανόνα δικαίου και κατά συνέπεια διατυπώνει μια θεωρία περί κυριαρχίας που ο πρώτος Κέλσεν επιδίωξε με τον νορματιβισμό του να αποφύγει. Έτσι, το ύστερο έργο του Κέλσεν γεφυρώνει τη νομική με την πολιτική του θεωρία καθώς η περιγραφή της ιεραρχίας των κανόνων είναι τελικά μια θεωρία για τη νομή της εξουσίας. Βλ. σχετικά M. Troper, Réflexions autour de la théorie kelsenienne de l’Etat, σε Ιδίου, Pour une théorie juridique de l’Etat, Léviathan, P.U.F., Paris, 1994, σελ.158, M.Troper, εισαγ. σε H. Kelsen, La démocratie : sa nature, sa valeur, Paris, Economica, 1988, p.5-14. L. Gianfromaggio, ο.π., σελ.108. Έτσι, σε αυτήν την οπτική της επιστημολογικής αλλά και της πολιτικής ανάγνωσης του θεμελιώδη κανόνα τοποθετείται και η κριτική του C. Stamatis, La systématicité du droit chez Kelsen et les apories de la norme fondamentale, A.P.D., tome 31, 1986, Le système juridique, σελ.54-55. Σύμφωνα με το συγγραφέα, η κατασκευή της Grundnorm δεν πλήττεται μόνον από την αντίφαση ανάμεσα στον ορθολογικό φορμαλισμό και την ανορθολογική ουσία του Κέλσεν, αλλά πρέπει να θεωρηθεί ως μια ιστορικά προσδιορισμένη σύλληψη (σύμφωνη με τη σύγχρονη αστική πολιτική και νομική πραγματικότητα).

[70] Βλ. O. Cayla, La théorie de la signification de l’acte dans la pensée normativiste, Droits, τ.7, 1988, σελ.65.

[71]Σε αυτήν τη θέση δεν προσχωρεί, ωστόσο, ο Κέλσεν κι έτσι διασώζεται η ανάγκη του θεμελιώδη κανόνα για τη θεωρία του. Βλ. O. Cayla, ό.π., σελ.70-71.

[72] Ο Κελά υποστηρίζει ότι οι νομολογιακές ανατροπές επιβεβαιώνουν την ανυπαρξία των σημασιολογικών εμποδίων στην πράξη της ερμηνείας και κατά συνέπεια της εφαρμογής του δικαίου. Και αυτό γιατί από τη στιγμή που ο ερμηνευτής δεν καθορίζει μόνο το νόημα αλλά και τη δύναμη της πρότασης μπορεί να την ερμηνεύσει ως “το ίδιο και το αντίθετό του”. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει ο Κελά την αναγνώριση της συνταγματικής ισχύος της Διακήρυξης του 1789 από το γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο το 1971. Προσδίδοντας συνταγματική ισχύ στα άρθρα της Διακήρυξης το Συμβούλιο προσδιορίζει το νόημα και τη δύναμη, κοντολογίς τη σημασία, των ίδιων ακριβώς συντακτικά και γραμματικά προτάσεων-λέξεων με τον εντελώς αντίθετο τρόπο απ’ό,τι στο παρελθόν. Επιγραμματικά, η ερμηνεία του συνταγματικού κειμένου εμπεριέχει λογικά και τον προσδιορισμό της συνταγματικότητάς του. Όταν λοιπόν, για παράδειγμα, το άρθρο 55 του γαλλικού Συντάγματος έχει ερμηνευτεί τόσο ως δεσμευτικός νομικός κανόνας όσο και ως απλή συμβουλή είναι προφανές, για τον Κελά, ότι δύσκολα μπορεί κανείς, από την παρατήρηση και μόνο της νομικής πραγματικότητας, να αρνηθεί την απόλυτη ελευθερία και κατά συνέπεια την κυριαρχία του ερμηνευτή. Βλ. σχετικά O. Cayla, La chose et son contraire (et son contraire, etc), Les études philosophiques, τ.3, 1999, σελ.291-310 και πιο αναλυτικά Ιδίου, La notion de signification en droit, ό.π.

[73] Βέβαια, για τον Τροπέρ, πρόκειται για νομικές δεσμεύσεις. Βλ. Ιδίου, Théorie des contraintes juridiques, επιμ. Michel Troper, Véronique Champeil-Desplats et Christophe Grzegorczyk, L.G.D.J., La pensée juridique, Paris, 2005.

[74] Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Αντ. Μανιτάκης, στη νεωτερικότητα “η κυριαρχία έπαυσε να αποδίδεται ως ιδιότητα σε κάποιο φυσικό υποκείμενο και μετακενώθηκε: αρχικά είτε στην αφηρημένη υποκειμενικότητα του έθνους (εθνική κυριαρχία) είτε στο πλασματικό κατασκεύασμα της νομικής προσωπικότητας του κράτους, για να περάσει και να καταλήξει στη ζωντανή ενότητα του λαού (λαϊκή κυριαρχία). Έτσι λέμε ότι η κυριαρχία ανήκει στο έθνος ή στο λαό ή στο κοινοβούλιο ή στο ίδιο το κράτος, και κατά συνέπεια ο λαός ή το έθνος ή το κράτος είναι κυρίαρχα, που σημαίνει ότι κάποιο υποκείμενο είναι πάντα κυρίαρχο”. Βλ. Ιδίου, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Ι, ό.π., σελ.213 (η υπογράμμιση δική μας). Ο συγγραφέας, ωστόσο, αμφισβητεί την κλασική αυτή αντίληψη της κυριαρχίας κι επιχειρεί να την απο-υποκειμενικοποιήσει υποστηρίζοντας ότι αυτή, με τη συμβολή του δικαίου, είναι “συμβολικός κοινός τόπος και τρόπος διαχείρισης των δημόσιων ή των κοινών πραγμάτων”, ο “ιδανικός τόπος” της “εξουσιαστικής και αυτοδύναμης διαχείρισης των δημοσίων πραγμάτων ως πολιτικών υποθέσεων”(ό.π. σελ. 220-221). Στον ορισμό αυτό της κυριαρχίας, υπονοείται ανοιχτά η απελευθέρωση της έννοιας από την κλασική νεωτερική της πρόσληψη ως μονομερούς δύναμης καταναγκασμού και η διαλογική-διαδικαστική της δικαιολόγηση έως και εξουδετέρωση. Σε κάθε περίπτωση, στα εγχειρίδια του συνταγματικού δικαίου η κυριαρχία (λαϊκή/εθνική) συνήθως συνδέεται με τη δημοκρατική αρχή. Βλ. Ευ. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, αναθ.εκδ., εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2008, σελ.352. Ο Κ. Χρυσόγονος εντοπίζει το θετικό περιεχόμενο της λαϊκής κυριαρχίας στην άσκηση της υπεύθυνης πολιτικής απέναντι στον κυρίαρχο λαό. Βλ. Ιδίου, Συνταγματικό Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σελ.248.

[75] Έτσι, στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας διερευνά κριτικά τη δυνατότητα της αποσύνδεσης της δημοκρατίας από το Κράτος, με στόχο την ουσιαστική της πλήρωση. Βλ. αναλυτικά Αντ. Μανιτάκη, Λαϊκή κυριαρχία και αντιπροσώπευση στα έργα του Σπινόζα, του Χομπς και του Ρουσώ”, αναρτημένο σε https://sites.google.com/site/psychopedis/2010-2011-1/keimena_eishghseon_2010-11 και Ιδίου, Η έννοια του πλήθους και η ουτοπική προοπτική της παγκόσμιας δημοκρατίας (Με αφορμή τη “Δημοκρατία του πλήθους” στο έργο του Νέγκρι), αναρτημένο σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/910/ent.1910.asp.

[76] Βλ. σχετικά Α. Μανιτάκη, ό.π. Η νομική αποτύπωση του “πλήθους” είναι, βέβαια για τον Νέγκρι,, η πρωτογενής συντακτική εξουσία βλ. Ιδίου, Le pouvoir constituant, essais sur les alternatives de la modernité, Paris, PUF, 1997.

[77] P. Brunet, Vouloir pour la Nation. Le concept de représentation dans la théorie de l'Etat, ό.π. Ο Μπρυνέ αντιλαμβάνεται την αντιπροσώπευση πρωτίστως ως μια αρχή δικαιολόγησης. Με βάση τη νεωτερική αντίληψή της, το γεγονός δηλαδή ότι η αντιπροσώπευση δεν αναπαριστά απλώς αλλά εγκαθιστά τον κυρίαρχο, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η δικαιολόγηση αυτή έχει δύο όψεις: α. την αντιπροσώπευση της ενότητας και β. την ενότητα της αντιπροσώπευσης (σελ.21).

[78] Η απόρριψη της αντιπροσώπευσης ειδικότερα και της διαμεσολάβησης γενικότερα υπονοεί, όπως θα δούμε στη συνέχεια αναλυτικά, ότι το υποκείμενο της κυριαρχίας είναι ένα αύταρκες και αυτόνομο υποκείμενο του λόγου και κατά συνέπεια δεν επιδέχεται ερμηνείας. Η άμεση δημοκρατία προϋποθέτει επιστημολογικά και γνωσιοθεωρητικά αυτό ακριβώς που καταλογίζουμε στον Καρτέσιο και τους μοντέρνους ως καταστατική αδυναμία: την κατασκευή του παντοδύναμου υποκειμένου, του αυθύπαρκτου Cogito που δεν αμφιβάλλει για τον εαυτό του. Η αποσύνδεση της κυριαρχίας από την αντιπροσώπευση σημαίνει ότι το πρόσωπο μου μιλά υπάρχει πραγματικά και ενσαρκώνει αναμφίβολα τον ίδιο του τον εαυτό. Κοντολογίς, η ρεαλιστική φιλοσοφικά συνταγματική θεωρία προχωρεί σε μια λήψη του ζητουμένου: τη θαυματουργή σύμπτωση ανάμεσα στο υποκείμενο και τον ίδιο του τον εαυτό. Για να το πούμε διαφορετικά, η διαφορά ανάμεσα στην άμεση και την έμμεση δημοκρατία δεν εκλαμβάνεται ποσοτικά αλλά ποιοτικά, καθώς στην περίπτωση της πρώτης θεωρείται ότι επέρχεται η πραγματική εκπλήρωση της δημοκρατίας. Βλ. χαρακτηριστικά, σε αυτήν την κατεύθυνση της μεταφυσικής της λαϊκής κυριαρχίας την πρόσφατη παρέμβαση του Δ. Δημούλη, Πρόταση αναθεώρηση του Συντάγματος με σκοπό την Άμεση και Πραγματική/Ουσιαστική Δημοκρατία, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=2678. Αντίθετα, επιφυλακτικός ως προς την απουσία διαμεσολάβησης στη θεωρία του πλήθους/δημοκρατίας παραμένει ο Αντ. Μανιτάκης, Η έννοια του πλήθους και η ουτοπική προοπτική της παγκόσμιας δημοκρατίας (Με αφορμή τη “Δημοκρατία του πλήθους” στο έργο του Νέγκρι), ό.π.

[79] Στον Ρουσσώ, όπως γνωρίζουμε, η βούληση δεν μπορεί να αντιπροσωπευθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση απλώς υποδουλώνεται. Βλ. Ιδίου, Du Contrat Social, ό.π., σελ.190 επ. Αυτή η θεωρία περί κυρίαρχης βούλησης στον Ρουσσώ υποδηλώνει την έλξη του από τη μεταφυσική της παρουσίας του υποκειμένου, την αποδοχή δηλαδή της αδιαμεσολάβητης εκδήλωσης του εαυτού. Ωστόσο, και αυτή η αισιόδοξη ρουσσωική πεποίθηση υπονομεύεται από τη θεωρία… του Ρουσσώ για το Νομοθέτη, ο οποίος διδάσκει στη γενική βούληση πως αυτή θα μπορέσει να αρθεί στο ύψος της γενικής βούλησης και δεν θα εκπέσει στη “βούληση όλων”. Ακόμη λοιπόν και η διάσημη για την αμεσότητά της ρουσσωική δημοκρατία προϋποθέτει – και μάλιστα στη βάση της- τη διαμεσολάβηση του σοφού, εν είδει προφήτη, Νομοθέτη. Για το Νομοθέτη βλ. και πάλι J.-J. Rousseau, Du Contrat Social, ό.π., σελ.202 επ. Η ανάγκη της διαμεσολάβησης αυτής συνδέεται άμεσα με την ανθρωπολογική θέση του Ρουσσώ για τη βούληση, η οποία, σύμφωνα με τον Λέο Στράους, δεν χαρακτηρίζεται, μανιχαϊστικά, ως καλή ή κακή αλλά ως απόλυτα εύπλαστη. Κοντολογίς, η ανθρώπινη βούληση δεν είναι φυσικά καλή ή κακή γιατί απλά δεν υπάρχει κανείς φυσικός προσδιορισμός της παρά μόνον η δυνατότητά της, μέσω του Συμβολαίου, να αχθεί στο καλό ή το κακό. Βλ. Λέο Στράους, Φυσικό δίκαιο και ιστορία, μετ. Στ. Ροζάνης και Γ. Λυκιαρδόπουλος, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ.324. Στον αββά Σιεγές, η συντακτική εξουσία έχει ως υποκείμενό της την υπερβατική και ανιστορική οντότητα του έθνους. Για την ακρίβεια, η συντακτική εξουσία, η οποία θέτει το Σύνταγμα και δεσμεύει τις συντεταγμένες εξουσίες, συνιστά την ιστορική μορφή του έθνους και το Σύνταγμα το γραπτό σώμα της βούλησής του. Βλ. για τη συντακτική εξουσία στον Σιεγές το έργο του Cl. Klein, Théorie et pratique du pouvoir constituant, Paris, P.U.F., 1996, σελ.10 επ.

[80] Όταν ο Κέλσεν καλείται να εξετάσει την έννοια της αντιπροσώπευσης βρίσκεται σε προφανή αμηχανία. Και αυτό γιατί ο αυστριακός συγγραφέας υιοθετεί τη ρουσσωική κριτική της αντιπροσώπευσης και μοιάζει ως εκ τούτου να της αποδίδει καθαρά ιδεολογικό χαρακτήρα. Εφόσον, όμως, η αντιπροσώπευση είναι ιδεολογία, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να περιγράψει ως σύλληψη τι συμβαίνει στο δίκαιο. Βλ. αναλυτικά P. Brunet, ό.π., σελ.5 επ. Η αμφιλεγόμενη θέση του Κέλσεν για την αντιπροσώπευση συνδέεται δίχως άλλο και με την έντονη κριτική του, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 30, στην έννοια της λαϊκής κυριαρχίας. Ο Κέλσεν δεν δικαιολόγησε ποτέ τον κοινοβουλευτισμό με την αντιπροσώπευση, ενώ παράλληλα υπέβαλε τη λαϊκή κυριαρχία σε έντονη κριτική με βάση τα γραπτά του Φρόυντ. Έτσι, αποκάλεσε εύγλωττα τη λαϊκή κυριαρχία “τοτεμική μάσκα” και την εκλογή “οργιακή γιορτή”. Για τον Κέλσεν είναι οντολογικά ασύλληπτο το ότι η βούληση των εκλεγμένων προκύπτει από την βούληση των εκλογέων. Βλ. P. Brunet, ό.π., σελ.7, υποσημ. 6.

[81] Ο Καρέ ντε Μαλμπέρ υιοθετεί τη γερμανική θεωρία του οργάνου, με τους όρους του Γέλινεκ (Jellinek), και απορρίπτει τον ρεαλισμό του Γκίρκε (Gierke), ο οποίος εκλαμβάνει ως δεδομένη την ύπαρξη της πραγματικής βούλησης της κοινότητας. Πιο συγκεκριμένα, ο στρασβουργιανός νομικός υπερβαίνει το διαχωρισμό ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνωμενους με την κατασκευή της μίας και μοναδικής βούλησης του οργάνου. Η βούληση αυτή δημιουργεί την “αρχική βούληση” του Κράτους. Βλ. P. Brunet, ό.π., σελ.39 επ.

[82] Bλ. τις σχετικές αναλύσεις του Χομπς για την αντιπροσώπευση στο κεφ.16 του διάσημου έργου του “Λεβιάθαν”. Για την ελευθερία του αντιπροσώπου στον Χομπς βλ. H. Pitkin, ό.π., σελ.20. Η νομιναλιστική θεωρία του προσώπου στον Χομπς (το πρόσωπο είναι μάσκα) εξηγεί γιατί η πράξη του προσώπου προϋποθέτει, δίχως άλλο, την αντιπροσώπευση. Είτε πρόκειται για τον εαυτό του είτε για κάποιον άλλο, αυτός που πράττει πάντα αντιπροσωπεύει κάποιον. Έτσι, στη θεωρία περί κυριαρχίας του Χομπς, ο “πλασματικός” Λεβιάθαν αντιπροσωπεύει τον “λαό”, αυτό το άθροισμα ατόμων και βουλήσεων που δεν υπάρχει ως πρόσωπο παρά μόνο δια της αντιπροσώπευσης, όπως επίσης δεν υπάρχει ως πρόσωπο ο “Χ” αν δεν τον αναπαραστήσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος με τα λόγια/πράξεις. Βλ. για την κυριαρχία στον Χομπς και κυρίως για τη δημοκρατική της διάσταση, σε πείσμα των κλασικών αναγνώσεων που προσάπτουν απολυταρχικές διαστάσεις στον συγγραφέα, το έργο του F. Lessay, Souveraineté et légitimité chez Hobbes, Paris, P.U.F., 1992. Κοντολογίς, όπως εύστοχα σημειώνει ο Λυσιάν Ζωμ (Lucien Jaume) η αντιπροσώπευση στον Χομπς δεν αντικατοπτρίζει αλλά “λειτουργεί”. Βλ. Ιδίου, Hobbes et l'Etat représentatif moderne, P.U.F, 1986, σελ.185.

[83] Στην περίπτωση του δημοψηφίσματος, εφόσον βέβαια αυτό έχει δεσμευτική ισχύ, είναι σαφές ότι η βούληση του εκλογικού σώματος υποχρεώνει νομικά τους αποδέκτες της ή ότι λειτουργεί ως πράξη με νομικές συνέπειες. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την πράξη της εκλογής, η οποία δεν δεσμεύει τον αντιπρόσωπο ούτε συνιστά άσκηση κυριαρχίας παρά τελικά μια πράξη υπόδειξης ενός προσώπου, η ψήφος στο δημοψήφισμα ενέχει μια νομοπαραγωγική βούληση, έστω και με την ιδιότητα του συμπράττοντος αφού, ως γνωστόν, το ίδιο το θέμα του δημοψηφίσματος καθώς και το νομικό καθεστώς της διεξαγωγής του προκύπτουν διαμεσολαβημένα και όχι άμεσα από το εκλογικό σώμα. Βλ. γιατοδημοψήφισματοαφιέρωματου Pouvoirs, Le référendum, τ.77, Seuil, Paris, 1996, J.-Μ. Denquin, Référendum et Plébiscite. Essai de théorie générale, L.G.D.J., Paris, 1976 καιΙδίου, Réferendum et plébiscite σε D. Alland – S. Rials (διεύθ.), Dictionnaire de la culture juridique, Quadrige-Lamy-P.U.F., Paris, 2003, σελ.1130 επ. καιΑ. Δημητρόπουλο, Το δημοψήφισμα. Ο ρόλος και η σημασία του θεσμού στη σύγχρονη δημοκρατία, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1997.

[84] Στη θετικιστική οπτική, η πρωτογενής συντακτική εξουσία δεν ανήκει στην τάξη του δικαίου αλλά σε εκείνη του απλού γεγονότος. Έτσι, δεν μπορεί να αξιολογηθεί νομικά. Πρόκειται για την πράξη της εγκατάστασης ενός νέου Συντάγματος, η οποία, ως de facto επιτυχημένη πολιτειακή αλλαγή παραδείγματος, δημιουργεί το νέο συνταγματικό πλαίσιο. Bλ. αντί πολλών τις σχετικές αναλύσεις του R. Carré de Malberg, Contribution à la théorie générale de l'État, επανέκδ., Dalloz, 2004, σελ.483 επ., και επίσης την ίδια άποψη σε G. Burdeau, Essais d'une théorie de la révision des lois constitutionelles en droit français, Paris, 1930. Στην ελληνική συνταγματική θεωρία, ο Ευ. Βενιζέλος υποστηρίζει ότι “η συντακτική εξουσία είναι νομικά αδέσμευτη και απεριόριστη. Δεν υπακούει σε κάποιους νομικούς κανόνες και, ιδίως, δεν υπακούει σε κάποιους προγενέστερους και ισχύοντες συνταγματικούς κανόνες που την οργανώνουν και την οριοθετούν¨, βλ. Ιδίου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, ό.π. σελ.61. Στη θετικιστική οπτική τοποθετείται και ο Αντ. Μανιτάκης, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σελ.245 επ. Υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι στη νεωτερικότητα μοναδικός και αποκλειστικός φορέας της συντακτικής εξουσίας είναι ο λαός (σελ.260). Αντίθετα, ο Κ. Χρυσόγονος, αναζητά την “αυθεντική” συντακτική εξουσία, “η οποία εξορισμού αποσκοπεί στη θέσπιση ενός κανονιστικού Συντάγματος και στον ταυτόχρονο τερματισμό της”, ενώ παράλληλα σημειώνει ότι στη διαδικασία αυτή πρέπει να “εμπεριέχεται οπωσδήποτε η, λιγότερο ή περισσότερο καθοριστική, σύμπραξη ενός συλλογικού αντιπροσωπευτικού σώματος εκλεγμένου ελεύθερα (άρα με πολλαπλές υποψηφιότητες, μυστική ψηφοφορία κ.ο.κ) από τον λαό”. Βλ. Ιδίου, Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σελ.51-53. Όπως θα δούμε στη συνέχεια η αναφορά στην πρωτογενή συντακτική εξουσία, είτε θετικιστικά είτε ουσιοκρατικά, μάλλον αποδεικνύεται περιορισμένης έως ανύπαρκτης χρησιμότητας: και αυτό γιατί δεν μπορεί να περιγράψει νομικά τι συμβαίνει στο συνταγματικό μας κόσμο.

[85] Πρέπει, ωστόσο, να διατηρήσουμε κάποιες σημαντικές επιφυλάξεις ως προς αυτό το συμπέρασμά μας γιατί στη θεωρία περί αντιπροσώπευσης του Σιεγές δεν είναι σαφές εάν το έθνος προϋπάρχει ή εάν προκύπτει από τη βούληση των αντιπροσώπων. Η περίφημη φράση του αββά ότι “το Έθνος υπάρχει πριν από καθετί άλλο, είναι η πηγή όλων” μας παραπέμπει ευθέως στην πρώτη θέση. Από την άλλη, ο Σιεγές παραδέχεται αλλού ότι το έθνος μιλά δια των αντιπροσώπων του. Βλ. περισσότερα σε L. Jaume, Hobbes et l'Etat représentatif moderne, ό.π., σελ. 204-205. Στην πραγματικότητα, το Tiers-État είναι αυτό που συλλαμβάνει ιστορικά το έθνος. Βλ. E. Sieyès, Ç Qu’est-ce que le Tiers État, προλ. J-D. Bredin, Champs -Flammarion, Paris, 1988, σελ. 41. Για την έλξη του Σιεγές από τον ορθό λόγο και την αλήθεια, με αποτέλεσμα ο νόμος να ορίζεται ως μια πράξη γνώσης και όχι βούλησης των αντιπροσώπων του έθνους βλ. S.Rials, Sieyès ou la délibération sans la prudence: Eléments pour une interprétation de la philosophie de la Révolution et de l’esprit du légicentrisme, Droits, n.13, 1991, σελ.124. Ο Ριάλς επιμένει στο ότι στον Σιεγές το έθνος μιλά μόνο δια της αντιπροσώπευσης και ότι δεν έχει το ίδιο φωνή. Σ' αυτήν την οπτική, η οποία συμβαδίζει με τον ορθολογισμό του Σιεγές, δεν υπάρχει χώρος για την ιδέα της πραγματικής ενσάρκωσης του λαού ή του έθνους.

[86] Όπως, άλλωστε, σημειώνει ο Σιεγές το Σύνταγμα, ως υποχρεωτικό σύνολο κανόνων, δεν νοείται δίχως συντακτική εξουσία. Βλ. για τον Σιεγές τις πλούσιες αναλύσεις του Carré de Malberg, ό.π., σελ.512. Επίσης για την ιδέα του περί Συντάγματος το έργο του P. Bastid, Sieyès et sa pensée, Hachette, Paris, 1970, όπου ο Σιεγές αναδεικνύεται σε πατέρα της γαλλικής θεωρίας του δημοσίου δικαίου.

[87] Σε αυτό το σημείο ασκεί έντονη κριτική στον Σιεγές ο Καρλ Σμιττ, καθώς η σύνδεση που επιχειρεί ο Σιεγές μεταξύ της δημοκρατικής θεωρίας της συντακτικής εξουσίας και της αντιδημοκρατικής θεωρίας της αντιπροσώπευσης καταλήγει, σύμφωνα με τον Σμιττ, στη μεταμόρφωση της δημοκρατίας σε αριστοκρατία. Βλ. Ιδίου, Théorie de la Constitution, μετ. L. Deroche, προλ. Ο. Beaud, Léviathan, P.U.F., Paris, 1993, σελ.216.

[88] Η πολιτική ανάγνωση του Συντάγματος και η αντι-θετικιστική του θεμελίωση στην απόφαση και όχι τη νόρμα συνοδεύεται και από τον αξιακό προσδιορισμό της έννοιας. Το όνομα “Σύνταγμα” δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιοδήποτε κείμενο, εν είδει σύμβασης, αλλά σε ένα συγκεκριμένο “πράγμα” που συμπίπτει απόλυτα με τη λέξη. Ο ντεσιζιονισμός λοιπόν του Σμιττ δεν είναι μια σχετικιστική tabula rasa αλλά έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η μεταμόρφωση ή ενύλωση, για να μιλήσουμε σμιττιανά, της πολιτικής βούλησης σε Σύνταγμα προϋποθέτει αφενός το ότι η τελευταία θα καταξιωθεί από τον φορέα της (τον πραγματικό λαό και όχι τους αντιπροσώπους του) και αφετέρου ότι το ίδιο το Σύνταγμα θα προσδιοριστεί ουσιαστικά και όχι φορμαλιστικά. Η πολιτικοποίηση του Συντάγματος και η αναγωγή του σε μια καθολική ουσία είναι οι δύο όψεις του σμιττιανού συνταγματισμού. Συνιστούν, ωστόσο, και τη μήτρα των προφανών αντιφάσεών του καθώς η δημοκρατία της πολιτικής βούλησης υπονομεύεται από την ουσιοκρατική θεώρηση του Συντάγματος. Επίσης, η πολιτική δύναμη του “ενσαρκωμένου” λαού μεταφράζεται νομικά στην προσωποπαγή -και προφανώς αντι-μοντέρνα- εκδοχή του “κυρίαρχου”, αυτού δηλαδή που αποφασίζει στην κατάσταση ανάγκης και δεν είναι άλλος από τον ΠτΔ. Για τον Σμιττ και τα παραπάνω σημεία του έργου του εξαιρετική είναι η εισαγωγή του O. Beaud (Carl Schmitt ou le juriste engagé) σε C. Schmitt, Théorie de la Constitution, ό.π., σελ.5-128, επίσης βλ. S. Rials, Hobbes en chemise brune. Sur un livre de Carl Schmitt et le problème Schmitt, Droits,τ.38, 2003, σελ.183 επ., K. Löwith, Le décisionisme occasionnel de Carl Schmitt (1935), Les Temps Modernes, τ.544, σελ.15 – 50, J. Hummel, Carl Schmitt : l’irréductible réalité du politique, Michalon, Le Bien Commun, Paris, 2005, σελ.55.

[89] C. Schmitt, La dictature, μετ. M. Köller και D. Séglard, Paris, Seuil, 2000, σελ.38.

[90] Βλ. για τη διάκριση μεταξύ Συντάγματος και συνταγματικών νόμων C. Schmitt, Théorie de la constitution, ό.π., σελ.145 επ. Επίσης, C. Klein, Théorie et pratique du pouvoir constituant, ό.π., σελ. 146 επ.

[91] Βλ. B. Ackerman, ό.π.

[92] Τη θεολογική διάσταση της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας περιγράφει γλαφυρά ο Μανιτάκης: “Η συντακτική εξουσία ενεργοποιώντας τη θέληση ολόκληρου του Έθνους, ως φορέα της Κυριαρχίας, δημιουργεί μια νέα πολιτική τάξη, χωρίς να υπόκειται σε αυτήν. Επιθυμία και προορισμός ήταν και είναι -όπως της θείας εξουσίας- να δημιουργήσει τάξη από το χάος και να δει τον εαυτό της να ενσαρκώνεται σε ένα κείμενο με αντικειμενική υπόσταση, το Σύνταγμα. Αρνείται όμως να υπαγάγει τον εαυτό της στο δικό της δημιούργημα, για να μην απολέσει την υπερβατική ιδιότητα της υπέρτατης και ασύλληπτης εξουσίας. Παραμένει μια εξουσία αόρατη, που δεν δικαιούται να θίξει κανείς. Προϋπάρχει λογικά όλων των εξουσιών, χωρίς να ταυτίζεται ή να ενσαρκώνεται σε καμία από αυτές. Η βασιλεία της βρίσκεται εκτός του κόσμου τούτου, του συντεταγμένου. Κείται επέκεινά του. Πρόκειται για μια εξουσία που βρίσκεται πάνω, πριν και πέρα από το Σύνταγμα. Εμφανίστηκε μια φορά, έκανε το θαύμα της, έφερε στον κόσμο το ακριβό και έλλογο τέκνο της, και εξαφανίστηκε ως οπτασία. Κανείς δεν δικαιούται άρα να την υποκαταστήσει, να την οικειοποιηθεί, να ενεργήσει στη θέση της και για λογαριασμό της, να επέμβει στη δική της δικαιοδοσία και να θίξει ό,τι ανήκει στον απαραβίαστο χώρο της”. Βλ. Α. Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π. σελ.246 (οι υπογραμμίσεις δικές μας). Eύστοχα ο Μανιτάκης χρησιμοποιεί τον θεολογικό όρο του “θαύματος” για να χαρακτηρίσει την πρωτογενή συντακτική εξουσία. Αυτή προϋποθέτει μια μεταφυσική-ουσιοκρατική θεώρηση του “λαού” καθώς πρόκειται για την πιο “αυθεντική” στιγμή της εμφάνισής του. Ο Κλωντ Κλαν χαρακτηρίζει την πρωτογενή συντακτική εξουσία σαν ένα “θρύλο”, βλ. Ιδίου, ό.π., σελ. 187 επ.

[93] Στην υπεροχή της συντακτικής έναντι της συντεταγμένης εξουσίας αποδίδεται και η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των συνταγματικών αναθεωρήσεων. Η ταύτιση δηλαδή της αναθεωρητικής λειτουργίας με τον συντεταγμένο-παράγωγο και όχι με τον συντακτικό-πρωτογενή λαό υπονοεί ότι η βούληση του πρώτου υφίσταται τους νομικούς περιορισμούς του δεύτερου. Έτσι, ανοίγει το σύνθετο θεωρητικά και πρακτικά ζήτημα των ορίων, τυπικών και ουσιαστικών, της αναθεωρητικής λειτουργίας. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των συνταγματικών αναθεωρήσεων έχει απασχολήσει έντονα τη συνταγματική θεωρία και πράξη, ιδιαίτερα στην Γαλλία και την Γερμανία, με αφορμή, στην πρώτη, την προσαρμογή της στις ευρωπαϊκές συνθήκες (νομολογία Maastricht) και στη δεύτερη τη σχετική-μεταπολεμική-νομολογία του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της και την έλξη της συνταγματικής θεωρίας από την κατασκευή των “αντισυνταγματικών συνταγματικών κανόνων” (Bachoff). Σε ό,τι αφορά την Γαλλία, το σχετικό διχασμό της θεωρίας, ύστερα από την απόφαση Maastricht II, ξεκαθάρισε σε μεταγενέστερη απόφασή του το Conseil Constitutionnel (C.C., n.03 – 469 DC, 26 Μαρτίου 2003), στην οποία δεν έκανε κανένα διαχωρισμό ανάμεσα σε συντακτική και συντεταγμένη εξουσία, ενώ παράλληλα ρητά εξέφρασε την αναρμοδιότητά του ως προς τον έλεγχο των συνταγματικών αναθεωρήσεων. Αντιθέτως, στην Γερμανία, το Δικαστήριο της Καρλσρούης έχει ρητά αναγνωρίσει τη σχετική αρμοδιότητά του ως “σύμφωνη με την ιδέα του δικαίου”. Έτσι, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η ταυτότητα του κυρίαρχου αλλάζει κάτοχο από τη μία στην άλλη όχθη του Ρήνου. Ενώ στην Γαλλία η εξουσία της τελευταίας λέξης ανήκει αποκλειστικά στο Κοινοβούλιο, όταν αυτό φέρει τον μανδύα της συντακτικής εξουσίας, στην Γερμανία είναι προφανές ότι αυτή εναποτίθεται στο συλλογικό σώμα των συνταγματικών δικαστών. Βλ. αντί πολλών, τις σχετικές παρατηρήσεις του Luc Heuschling, État de droit, Rechtsstaat, Rule of law, Dalloz, Nouvelle Bibliothèque de Thèses, 2002, σελ.609 επ. Επίσης, Jean – Pierre Camby, La supra-constitutionnalité: la fin d’un mythe, R.D.P., τ.3 – 2003, σελ.671 επ, Xavier Magnon, Quelques maux encore à propos des lois de révision constitutionnelle : limites, contrôle, efficacité, caractère opératoire et existence, R.F.D.C., 2004, τ.59, σελ.617.

[94]Βλ. X. Bioy, Le concept de personne humaine en droit public. Recherche sur le sujet des droits fondamentaux, Dalloz, Nouvelle Bibliothèque de Thèses, Paris, 2003, καθώςκαιτηναναλυτικήμελέτητου Y. Thomas, Le sujet concret et sa personne, σε O. Cayla – Y. Thomas, Du droit de ne pas naître, Le Débat-Gallimard, Paris, σελ.88 επ. καιΑ. Μανιτάκη, Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1981, σελ.113. Ας μας επιτραπεί τέλος να παραπέμψουμε σε Γ. Καραβοκύρη, Το Πρόσωπο και ο Nόμος. H απαγόρευση της απόκρυψης του προσώπου στον δημόσιο χώρο (Conseil Constitutionnel, 2010 – 613 DC, 7/10/2010), υπό δημοσίευση στο “Σύνταγμα”, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Aθήνα-Κομοτηνή, τ. 4/201, ηλεκτρονική δημοσίευση σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/114/ent.2114.asp.

[95] Κ. Τσουκαλάς, Η εξουσία ως λαός και ως έθνος. Περιπέτειες σημασιών, Θεμέλιο, σελ.127.

[96] Όπως σημειώνει ο Τσουκαλάς, “η αντιφατική αυτή δόμηση της σημασίας της κυριαρχίας έχει όμως και περαιτέρω προεκτάσεις. Το έννομο όριο της φιλελεύθερης εξουσίας προδιαγράφει και ένα αντίστοιχο φαντασιακό όριο της κυριαρχίας του λαού. Ένας λαός που γνωρίζει και συναποδέχεται ότι δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ανά πάσα στιγμή για τα πάντα, εκφράζοντας μία, συνεχώς ανανεούμενη, ελεύθερη και αδέσμευτη συλλογική βούληση, παραμένει αιχμάλωτος των θεσμικών περιορισμών, τους οποίους υποτίθεται ότι παρήγαγε ο κατ' όνομα μεν “ίδιος” λαός, ο οποίος βέβαια δεν μπορούσε ποτέ να έχει υπάρξει πραγματικά “ίδιος”. Και έτσι μπορεί, και ίσως και οφείλει, να επαναπαύεται, να αδρανεί και να αδιαφορεί πλέον εσαεί ως προς τις οποιεσδήποτε περαιτέρω συνέπειες της ελλιπούς κυριαρχίας του. Ως μη δικαιούμενος να δράσει ενάντια στα δικαιώματα οποιουδήποτε από τα κατ' ιδίαν μέλη του, ο λαός αυτοσημαίνεται ως οντότητα ελαττωμένης βουλησιακής ικανότητας: καταστατικά περιτετμημένος, απεκδύεται από την ευχέρεία του να κρίνει επί όλων των θεμάτων που θα μπορούσε να θεωρήσει πως τον αφορούν, και κυρίως επί του θέματος “ποιός είναι”. Κ. Τσουκαλάς, ό.π., σελ.142-143.

[97] Βλ. P. Rosanvallon, Le peuple introuvable, Gallimard, 1998, σελ.15.

[98] Ibidem, σελ.52-55.

[99] Χαρακτηριστικές οι παρακάτω φράσεις του Κ. Στρατηλάτη σε Ιδίου, Περί του δήθεν ανεύρετου λαού και περί του θετικισμού. Απάντηση στον Γ. Καραβοκύρη, http://www.constitutionalism.gr/html/ent/018/ent.2018.asp: “Η πιο απτή απόδειξη ότι η λαϊκή κυριαρχία δεν συνιστά έννοια κενή περιεχομένου (εμπειρικού και ως εκ τούτου κανονιστικού, κατά τη συλλογιστική ενός κοινωνιολογικού αυτή τη φορά θετικισμού), αλλά επιταγή φορτισμένη κοινωνικο-πολιτικά, ενυλωμένη ή έστω υλοποιήσιμη θεσμικά, ικανή να επιφέρει αποτελέσματα ιστορικά και πάντως έγκυρη κανονιστικά, είναι η εξής: Ακόμη και σήμερα, ακόμη δηλαδή και υπό συνθήκες άκρατης και άμετρης προπαγάνδας, υπάρχουν κάποιοι, έστω και ελάχιστοι (και το ελάχιστο εδώ ισχυροποιεί ακόμη περισσότερο τη βασιμότητα της έννοιας) που διαδηλώνουν στο όνομα της λαϊκής κυριαρχίας.” (η υπογράμμιση δική μας). Κι είναι προφανές ότι έτσι ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται την λαϊκή κυριαρχία και τον φορέα της σαν αυτό που εξαρχής θέλει να αποφύγει, δηλαδή σαν ένα… απλό όνομα. Βλ. επίσης παρακάτω την υποσημ.115.

[100]Η προφανής αδιαφορία του θετικισμού για την υπακοή μας στο νόμο, καθώς ο θετικιστής αρκείται στην αξιολογικά ουδέτερη περιγραφή του δικαίου όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι, ερμηνεύεται συχνά ως μια έμμεση υπεράσπιση του νομικού status quo, όπως στην περίπτωση του ναζιστικού κράτους. Η παραπάνω κατηγορία όμως παραβλέπει ότι η αποχή του θετικισμού από τη θεμελίωση της αντικειμενικότητας των αξιών και η υπεράσπιση της αξιολογικής ουδετερότητας-η οποία κατά τη γνώμη μας δύσκολα μπορεί να σταθεί αν δεν μεταβληθεί σε μια σχετικιστική θέση περί της αλήθειας- συνιστά τη μεγαλύτερη επιστημολογική αμφισβήτηση του… ναζισμού και οποιουδήποτε -αυταρχικού- πολιτειακού συστήματος που εμπνέεται από ρεαλιστικές φιλοσοφικά βάσεις. Άλλωστε, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Τροπέρ, ο θετικισμός δεν απαγορεύει τη συζήτηση περί των αξιών, αλλά απλώς τη θέτει εκτός αυτού που αποκαλούμε επιστήμη του δικαίου και το οποίο έγκειται στην εμπειρική παρατήρηση και περιγραφή του νομικού φαινομένου, των κανόνων (νορματιβισμός) ή των πράξεων των εφαρμοστών τους (νομικός ρεαλισμός). Φαντάζει λοιπόν παράδοξος ο καταλογισμός στο θετικισμό όλων των δεινών του 20ού αιώνα, με κορύφωση βέβαια τις ναζιστικές θηριωδίες. Και αυτό γιατί το τρίτο Ράιχ και η θλιβερή έκπτωση του Rechtstaat στο ναζιστικό κράτος δεν οφείλεται στο θετικιστικό σχετικισμό και την αδιαφορία του απέναντι στις αξίες ή ακόμη περισσότερο στην εργαλειακή ορθολογικότητα, αν περάσουμε σε επίπεδο πιο φιλοσοφικό, των μοντέρνων, αλλά στο ακριβώς αντίθετο του θετικισμού: στον πιο χονδροειδή φυσικοδικαιισμό και την πιο άτεγκτη ουσιοκρατία. Χαρακτηριστική είναι η προσφυγή του Σμιττ στο φυσικοδικαιισμό και στην ταύτιση δικαίου και… προσώπου του Φύρερ, όταν ο συγγραφέας κλήθηκε να υπερβεί τη νομιμότητα και να δικαιολογήσει, με όρους μετα-θετικούς, τη ματωμένη νύχτα των μεγάλων μαχαιριών της 30ης Ιουνίου του 1934. Όπως εύστοχα αναφέρει ο Heuschling, τα θεωρητικά θεμέλια της ναζιστικής εκτροπής του κράτους εντοπίζονται στην προσωποποίηση του καθεστώτος (όπου ουσιαστικά ο λαός ταυτίζεται με τον Φύρερ) και στην πλήρη καταστροφή της (θετικιστικής ασφαλώς) ιεραρχίας των κανόνων δικαίου καθώς, τέλος, και στην εφαρμογή ενός “συγκεκριμένου” και εύπλαστου στα χέρια του Φύρερ φυσικού δικαίου. Η σμιττιανή υπεράσπιση του ναζισμού αναδεικνύει τις συγγένειες της ουσιοκρατίας (δίχως βέβαια να ισχυριζόμαστε αφελώς ότι πρόκειται για σχέση αιτιότητας) με τον ολοκληρωτισμό. Η κεφαλαιώδης για τον Σμιττ κατάσταση της εξαίρεσης, σε συνδυασμό με τον εντοπισμό του πραγματικού λαού, “ενυλώνεται” σε -αντι-μοντέρνα- προσωποποίηση του καθεστώτος. Παράλληλα, ο αποτρόπαιος ναζιστικός ρεαλισμός ή αλλιώς βιολογισμός, ο οποίος φυσικά εκδηλώθηκε ως ρατσισμός, πάλι τοποθετείται σε ένα πλαίσιο αναντίρρητης αντικειμενικότητας και υπεροχής συγκεκριμένων-φυσικοποιημένων αξιών (του γερμανικού λαού εν προκειμένω). Η αντι-θετικιστική ρητορική, λοιπόν, μάλλον παραγνωρίζει το σημαντικό ρόλο που η ίδια διαδραμάτισε, ως νομική όχι μόνο θεωρία αλλά και πράξη, με δημοφιλές moto τη φυσικοδικαιική επίκληση των αιώνιων και αντικειμενικών αξιών, στον ναζιστικό, και όχι μόνο, εξευτελισμό του κράτους δικαίου. Βλ. σχετικά το διάλογο ανάμεσα σε Ντ. Λοσάκ (D. Lochak) και Μ. Troper στα D. Lochak, La doctrine sous Vichy ou les mésaventures du positivisme σε Les usages sociaux du droit, CURAPP-PUF, 1989, σελ.252 επ. και στον ίδιο τόμο M. Troper, La doctrine et le positivisme (à propos d'un article de Danièle Lochak) αναρτημένο σε http://www.u-picardie.fr/labo/curapp/revues/root/23/troper.pdf. Για μια καταγγελία της σχέσης του θετικισμού με τον αυταρχισμό, σε συνδυασμό με την επίκληση μιας φυσικοποιημένης (με την έννοια του φιλοσοφικού ρεαλισμού) πρόσληψης του λαού βλ. Κ. Στρατηλάτη, Περί του δήθεν ανεύρετου λαού και περί του θετικισμού. Απάντηση στον Γ. Καραβοκύρη, ό.π. Για μια υπεράσπιση, αντιθέτως, του νομικού θετικισμού έναντι των διαστρεβλωτικών κριτικών του βλ. Γ. Ζ. Δρόσο, Δοκίμιο Ελληνικής Συνταγματικής Θεωρίας, ό.π, σελ.581 και 585 και τις αιχμηρές ως προς τον αντι-θετικισμό παρατηρήσεις του Α. Μάνεση, Συνταγματικό, Ι, Θεσσαλονίκη, 1980, σελ.43, υποσημ.35. Γράφει ο Μάνεσης: “ Στη Δυτική Γερμανία, π.χ., μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τη συντριβή του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος, θεωρήθηκε ότι υπεύθυνος για την εφαρμογή των νόμων του ήταν…ο νομικός θετικισμός! (…) Πάντως οι θεωρητικοί του “φυσικού δικαίου” μόνον εκ των υστέρων, μεταπολεμικά, φρόντισαν να αμφισβητήσουν, βάσει αυτού, το θετικό δίκαιο, φθάνοντας ως το σημείο να αναγνωρίζουν και δικαίωμα αντίστασης. Υπό το χιτλερικό όμως καθεστώς οι περισσότεροι από αυτούς, όχι μόνο συμμορφώνονταν προς τους κανόνες που θέσπιζε η τυραννική εξουσία, αλλά και τους αποδέχονταν σαν “αιώνιο ζωτικό δίκαιο του γερμανικού λαού” (“ewiges Lebensrecht des deutschen Volkes”) μέσα σε μια φρενίτιδα ιρρασιοναλισμού. Άλλωστε, στη γερμανική νομική επιστήμη, με την έντονη ιδεαλιστική παράδοση, δεν κυριαρχούσε ο θετικισμός, αλλά μάλλον η ιδεοκρατία”. Επίσης, για τις φυσικοδικαιϊκές θέσεις των Γερμανών νομικών που υποστήριξαν το καθεστώς όπως ο Μπίντερ (Binder), o Λάρενζ (Larenz) και φυσικά ο Σμιττ. Βλ. Μάνεση, ό.π, και κυρίως L. Heussling, ό.π. Βλ. επίσης, O. Jouanjan, Les fossoyeurs de Hegel. "Rénovation allemande du droit" et néo-hégélianisme sous le IIIe Reich, Droits, τ. 25, σελ.121 επ. Για τη σχέση του θετικισμού με τη δημοκρατία και την ελευθερία βλ. H. Kelsen, La démocratie, sa nature, sa valeur, ό.π.και Ph. Raynaud, Positivisme juridique et démocratie σεΙδίου, Le juge et le philosophe, Armand Collin, Paris, 2008, σελ.242 επ.

[101] Για παράδειγμα, η απόδοση στο υπαρκτό συλλογικό σώμα των αγανακτισμένων της πλατείας ή των διαδηλωτών κατά του Μνημονίου της ιδιότητας των φορέων της λαϊκής κυριαρχίας μπορεί να αναλυθεί ως εξής: τα άτομα των αγανακτισμένων και των διαδηλωτών, ως εμπειρικά αντιληπτά υποκείμενα, αποτελούν διάφανα “πράγματα” καθώς φέρουν εντός τους τις ιδιότητες της κυριαρχίας. Διαδηλώνοντας στο δρόμο, ο αγανακτισμένος ή ο αντιμνημονιακός, δεν αναπαριστά αλλά ενσαρκώνει τον κυρίαρχο λαό. Και αυτό, γιατί τα σώματά τους δεν αποτελούν αναφορές, τις οποίες θα μπορούσαμε να σημάνουμε, δηλαδή να ερμηνεύσουμε, με το σημαίνον/λέξη “κυρίαρχος” και μετά να συμφωνήσουμε ότι αναφέρονται στο σημαινόμενο “κυριαρχία”, αλλά ενσωματώνουν, με την πιο αυστηρή έννοια του όρου, την απόλυτη και αναμφισβήτητη ταύτιση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο. Έτσι, η φυσική πραγματικότητα, ο αγανακτισμένος ή ο διαδηλωτής, όπως και κάθε άλλο “πράγμα”, δεν θεωρείται δεκτικό ερμηνείας, αλλά δήλωσης και καταγραφής του. Το σημείο δηλαδή “κυρίαρχος” δεν αποτελείται από τρία μέρη, δηλαδή το σημαίνον (το φωνητικό σώμα “κυρίαρχος”), την αναφορά (το πραγματικό σώμα “κυρίαρχος”, δηλαδή ο αγανακτισμένος ή ο διαδηλωτής) και το σημαινόμενο (η σύλληψη του κυρίαρχου) αλλά από δύο, το σημαίνον (ο φωνητικός ήχος “κυρίαρχος” και το σώμα του διαδηλωτή/αγανακτισμένου) και το σημαινόμενο (η ιδιότητα της κυριαρχίας). Αυτή η λεπτή διαφορά ανάμεσα στο δυαδικό και το τριαδικό σχήμα αντίληψης του σημείου της “κυριαρχίας” και όχι μόνον, βέβαια, αλλά του κάθε σημείου, διαχωρίζει καθοριστικά τους αρχαίους από τους μοντέρνους. Και αυτό γιατί στη νεωτερική θεωρία, παρατηρείται εντός του σημείου μια διπλή λειτουργία της αντιπροσώπευσης που το καθιστά εξορισμού αυθαίρετο, όπως θα έλεγε ο Σωσσύρ (Saussure) ή σε κάθε περίπτωση θολό και όχι διάφανο, όπως στους αρχαίους. Έτσι, σε ό,τι αφορά την κυριαρχία, ο Κελά αναλύει ως εξής το σημείο της: η συλλογή των ατόμων (π.χ. οι αγανακτισμένοι) αποτελεί την αναφορά η οποία αναπαρίσταται από το σημαίνον, δηλαδή το συγκεκριμένο κυρίαρχο (Κοινοβούλιο, Δικαστής, ο porte-parole των ατόμων), το οποίο με τη σειρά του αναπαριστά το σημαινόμενο (τον αφηρημένο κυρίαρχο που ονομάζουμε Λαό, τον πλασματικό δηλαδή και ονομαστικό Κυρίαρχο Λαό). Βλ. σχετικά O. Cayla, La notion de signification en droit, ό.π., σελ.460-461.

[102] Ευχαριστούμε την Μαρίνα Μαροπούλου για την παρατήρηση αυτή. Το πέρασμα από τον αρχαίο στον μοντέρνο κόσμο δηλώνει ακριβώς αυτή τη διαφορετική σήμανση και τελικά διαχείριση των αποκλεισμών. Η αντιπροσώπευση λειτουργεί στη νεωτερικότητα ως το μέσο της υποστασιοποίησης και της ενσωμάτωσης στο πολιτικό σώμα των διάφορων κοινοτήτων. Και αυτό γιατί στην αντιπροσωπευτική διαδικασία οι αποκλεισμοί δεν είναι φυσικοί-βιολογικοί και άρα a priori αξεπέραστοι. Αντιθέτως, αποτελούν θέμα σύμβασης και συσχετισμών.

[103] Για να το πούμε διαφορετικά, η κυριαρχία είναι όλα αυτά τα μικρά και άπειρα κομμάτια ερμηνειών που τη σχηματοποιούν, σαν ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό. Η αναγωγή της κυριαρχίας στη βάση και όχι την κορυφή, στα μικρά-ασήμαντα και όχι στα υψηλά-σημαντικά είναι χαρακτηριστικό της αντίληψης της κυριαρχίας του Ζακ Ντεριντά (Jacques Derrida). Βλ. σχετικά Derrida politique. La déconstruction de la souverainetéτ. 30, P.U.F., Paris, 2003., Cités,

[104] Βλ. την κριτική στη θεωρία του Τροπέρ για τις νομικές δεσμεύσεις από τον O. Pfersmann, Critique de la théorie des contraintes juridiques, σε M. Troper, V. Champeil-Desplats – C. Grzegorczyk (διευθ.), Théorie des contraintes juridiques , Bruylant – L.G.D.J., Paris, 2005, σελ.123 επ.

[105] Βλ. Γ. Καραβοκύρη, Το Μνημόνιο και ο λόγος περί κυριαρχίας, ό.π.

[106] Έτσι, ο Α. Μανιτάκης σημειώνει χαρακτηριστικά ότι το Σύνταγμα δεν “είναι” αλλά “γίνεται”. Εάν, όμως, η κανονιστική εμβέλεια του Συντάγματος δεν προκύπτει από τη γραπτή αποκρυστάλλωσή του αλλά από την ερμηνευτική του διάπλαση εύλογα αναρωτιέται κανείς πότε προκύπτει. Εάν δηλαδή το Σύνταγμα είναι ένα ζωντανό κείμενο, υπονοείται πλέον ανοιχτά ότι ο λαός δεν βρίσκεται σε κατάσταση ύπνωσης, αλλά είναι συνεχώς παρών και μπορεί να τροποποιεί ή ακόμη και να ανατρέπει την προηγούμενη βούλησή του. Βέβαια, ο Μανιτάκης παραμένει πολέμιος της ερμηνευτικής αυθαιρεσίας υπογραμμίζοντας ότι: “το τυπικό Σύνταγμα από μόνο του δεν λέει τίποτε. Ο εφαρμοστής και ερμηνευτής του το κάνει να μιλάει. Λαλιά αποκτά το Σύνταγμα, όταν πραγματώνεται, και πραγματώνεται μέσα από τη συνταγματική πρακτική (τη νομοθετική, τη νομολογιακή, την κοινοβουλευτική, την κυβερνητική, τη διοικητική κ.λπ.), η οποία συντελείται χωρίς αμφιβολία μέσα στον κανονιστικό ορίζοντα που οριοθετούν οι εγγυητικές και προγραμματικές διατάξεις του τυπικού Συντάγματος”. Βλ. Α. Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σελ.56 (οι υπογραμμίσεις δικές μας). Η θέση, όμως, του Μανιτάκη παραμένει μετέωρη ανάμεσα στις δύο προτάσεις: αναρωτιέται εύλογα ο αναγνώστης πως από τη μια το τυπικό Σύνταγμα δεν λέει τίποτε και πως από την άλλη η πρακτική του συντελείται χωρίς αμφιβολία μέσα στον κανονιστικό ορίζοντα που οριοθετούν οι εγγυητικές και προγραμματικές διατάξεις του τυπικού Συντάγματος. Ο Μανιτάκης, κατά τη γνώμη μας, ακροβατεί εδώ ανάμεσα στο νομικό ρεαλισμό (το “σιωπηλό”Σύνταγμα) και τον ηθικοπολιτικό αντικειμενισμό (η δέσμευση από το πνεύμα του Συντάγματος και η ανεύρεση των αρχών και αξιών του “πραγματικού” Συντάγματος).

[107] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο J.-M. Denquin, ο λαός απαντά σε ένα ερώτημα που του τίθεται. Βλ. Ιδίου, Réferendum et plébiscite, ό.π. σελ.1311. Βλ. επίσης την ανάλυση του Hart για την αξιολόγηση της εντολής του εκλογικού σώματος με βάση κανόνες που προσδιορίζουν εκ των προτέρων την εγκυρότητά της σε H. L. Α. Hart, The concept of law, Ofxord University Press, 1961, σελ.74 επ.

[108] B. Daugeron, ό.π., σελ.381.

[109] Για παράδειγμα, η “νέα” συνθήκη της Λισαβόνας αποτελεί σε μεγάλο βαθμό τροποποίηση των “παλαιών” συνθηκών ενώ διατηρεί τις επιλογές της απορριφθείσας “Συνταγματικής”. Ακόμη, όμως, και η περίφημη Χάρτα των Δικαιωμάτων δεν συνιστά κάτι το πρωτοφανές, αφού αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το κείμενο της ΕΣΔΑ, τις επιλογές δηλαδή του Συμβουλίου της Ευρώπης. Για μια σύντομη παρουσίαση της συνθήκης της Λισαβόνας βλ. Κ. Μποτόπουλο, Οδηγός για τη Λισαβόνα. Ταξίδι στο νέο θεσμικό τοπίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2010. Επίσης, για το ζήτημα της συντακτικής εξουσίας και της Ευρώπης βλ. Ο. Cayla – P. Pasquino (επιμ.), Le pouvoir constituant et l'Europe, Dalloz, Thèmes et commentaires, Paris, 2011.

[110]Βλ. Ιδίου, La théorie obscure du pouvoir constituant, ό.π., σελ.253. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι και η ίδια η πρωτογενής συντακτική εξουσία χάνει τον κυρίαρχο χαρακτήρα της, αφού εμφανίζεται παραδόξως να είναι ταυτόχρονα κυρίαρχη και υποταγμένη. Ο G. Vedel ξεπερνά το παραπάνω παράδοξο και τάσσεται αναφανδόν υπέρ της δυνατότητας αναθεώρησης της συνταγματικής διάταξης περί αναθεώρησης. Βλ. Ιδίου, Schengen et Maastricht, RFDA, 1992, σελ.173 επ.

[111] Βλ. C. Klein, ό.π., σελ. 79 επ. και O. Cayla, L'obscure théorie du pouvoir constituant originaire, ό.π., σελ.255. Ο Kλαν αναπτύσσει μια διάσημη στη γαλλική θεωρία προβληματική: την παράνομη γέννηση τόσο της δικτατορίας του Vichy όσο και της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, μέσω της προσφυγής σε αντίστοιχους νόμους που αναθεωρούσαν τις συνταγματικές ρήτρες περί αναθεώρησης. Ο νόμος της 10ης Ιουλίου του 1940 που εκχωρούσε τη συντακτική εξουσία στον στρατηγό Πεταίν (Petain) και ο νόμος της 3ης Ιουνίου 1958 του στρατηγού Ντε Γκωλ (De Gaulle), ο οποίος εξαιρούσε τη συντακτική εξουσία από τις διατάξεις του άρθρου 90 του Συντάγματος του 1946 περί αναθεώρησης, έχουν ως κοινή συνισταμένη την προφανώς αντισυνταγματική αναθεώρηση της συνταγματικής διάταξης περί αναθεώρησης. Κοντολογίς, στη μήτρα του Vichy και της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας ενυπάρχει μια εξόφθαλμη παραβίαση του Συντάγματος ή αλλιώς, σύμφωνα με τον Kλαν, ένα “προπατορικό αμάρτημα”.

[112] Όπως σημειώνει ο Ν. Αλιβιζάτος, “μολονότι την πρόταση με τις αναθεωρητέες διατάξεις του Συντάγματος την είχε εγκρίνει η Βουλή με την πλειοψηφία που απαιτούσε το άρθρο 107, δηλαδή των 3/4 του όλου αριθμού των βουλευτών, η παρέκκλιση από την αναθεωρητική διαδικασία που προέβλεπε το ίδιο άρθρο ήταν προφανής: η Βουλή ψήφισε την αναθεώρηση μία μόνο φορά και όχι δύο, σε δύο συνεχείς βουλευτικές περιόδους, όπως όριζε η §2 του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1864. Στην παρέκκλιση αυτή προστέθηκε αργότερα και μια δεύτερη, καθώς -ως προς το εύρος της αναθεώρησης- η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύτηκε τελικά από την πρόταση της 18ης Φεβρουαρίου 1910 αλλά, αντίθετα, με κοινή συμφωνία των κομμάτων – την οποία ενέκρινε και ο Γεώργιος – επεξέτεινε το αναθεωρητικό της έργο και σε άλλες (μη θεμελιώδεις, είναι αλήθεια) διατάξεις του Συντάγματος του 1864”. Ν. Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του, Πόλις, 2011, σελ.160. Για το φιλελεύθερο και δημοκρατικό χαρακτήρα του Συντάγματος βλ. σελ.167. Σύμφωνα με τον Ε. Βενιζέλο, η πρωτογενής συντακτική εξουσία προσφεύγει συχνά σε «νομικές διαδικασίες, κρατικά όργανα και νομικές πράξεις που είναι λίγο ή πολύ γνωστά στην έννομη τάξη, ακόμη και αν οι σχετικοί κανόνες δεν τηρούνται, ή δεν τηρούνται πλήρως. Αυτό εξηγεί γιατί πολλές φορές και στην ελληνική συνταγματική ιστορία η πρωτογενής συντακτική εξουσία επιχείρησε να εμφανιστεί ως απλή αναθεωρητική διαδικασία, που σέβεται τα όρια και τις προδιαγραφές του ισχύοντος Συντάγματος. Αυτό συνέβη και όταν οι αναθεωρήσεις αυτές ήταν μερικές αναθεωρήσεις, εντοπισμένες σε συγκεκριμένα κεφάλαια και περιορισμένο αριθμό διατάξεων του Συντάγματος (όπως το 1910-11), αλλά και όταν επρόκειτο για ολικές αναθεωρήσεις, δηλαδή διαδικασίες οι οποίες οδηγούσαν σε εξαρχής κατάστρωση νέου συνταγματικού κειμένου, που διατηρούσε βεβαίως πολλά στοιχεία από το προηγούμενο Σύνταγμα (όπως το 1946-52)». Βλ. Ιδίου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, ό.π., σελ.66 (η υπογράμμιση του συγγραφέα).

[113] Έτσι, ο Ε. Βενιζέλος αναφέρει ότι «στην ελληνική συνταγματική ιστορία η δικαιοσύνη δέχτηκε, είτε ρητά είτε σιωπηρά, το κύρος όλων των συνταγματικών μεταβολών, είτε αυτές έγιναν κατ’ εφαρμογή των διατάξεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος είτε είχαν πρωτογενή χαρακτήρα, όπως το 1946-1952 και το 1974-75». Βλ. Ιδίου, ό.π., σελ.68.

[114] Σε αυτό το επιχείρημα καταλήγει ο Κ. Στρατηλάτης, ο οποίος παραπέμπει σε αντίστοιχη θέση του Α. Καϊδατζή (με αντικείμενο το δικαστικό έλεγχο της οικονομικής πολιτικής). Σύμφωνα με το συγγραφέα, “όταν η συνταγματική μεταβολή συντελείται σύμφωνα με τις περί αναθεώρησης διατάξεις του Συντάγματος (όπως συνέβη το 1986 και το 2001), τότε αυτή τεκμαίρεται ως σύμφωνη με τη λαϊκή κυριαρχία. Διότι η τελευταία, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Συντάγματος του 1975 (η οποία είναι παρόμοια με τις αντίστοιχες διατάξεις προγενέστερων ελληνικών συνταγμάτων), ασκείται «καθ’ όν τρόπο ορίζει το Σύνταγμα». Στις περιπτώσεις αυτές η αποφυγή επίκλησης της λαϊκής κυριαρχίας από τα δικαστήρια, εάν υποδηλώνει κάτι, αυτό δεν είναι ότι η λαϊκή κυριαρχία έχει καταστεί κενή περιεχομένου, αλλά ακριβώς το αντίθετο: ότι αυτή δικαιώνεται και από τα πράγματα. Εξ άλλου, το γεγονός ότι τα ελληνικά δικαστήρια απέφυγαν γενικώς στο παρελθόν να ανατρέξουν στην έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, ακόμα και όταν η συνταγματική μεταβολή συντελέσθηκε χωρίς τήρηση των συνταγματικών όρων και περιορισμών, δεν υποδηλώνει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι επισημαίνει ο Α. Καϊδατζής σε πρόσφατο άρθρο του σε αυτή την ιστοσελίδα: Ότι «όποτε έχουμε άσκηση “μεγάλης πολιτικής”, τείνει να μειώνεται η ένταση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων [ή και της νομιμότητας των παρα-συνταγμάτων, θα προσθέταμε εμείς] που υλοποιούν την πολιτική αυτή. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι το Σύνταγμα χάνει τη σημασία του. Σημαίνει όμως ότι η τήρηση του Συντάγματος δεν διασφαλίζεται τόσο στις δικαστικές αίθουσες όσο μάλλον στο πεδίο της πολιτικής». Δύσκολα, ωστόσο, μπορεί κανείς να αγνοήσει εδώ την κραυγαλέα αντίφαση που διέπει τον λόγο του συγγραφέα. Και αυτό γιατί σε λίγες μόλις σειρές ο Στρατηλάτης εκφέρει το ίδιο και το αντίθετό του. Ενώ λοιπόν θεωρεί ότι η σιωπή των δικαστηρίων πρέπει να αναχθεί σε τεκμήριο συνταγματικότητας των αναθεωρήσεων (όπως π.χ. το 1986/2001) αμέσως μετά ανατρέχει στο-ποιοτικά διαφορετικό- επιχείρημα του Καϊδατζή για να υποστηρίξει ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος, (και όταν δεν ασκείται σύμφωνα με το Σύνταγμα), δικαιώνεται περισσότερο πολιτικά-de facto παρά νομικά, στις αίθουσες των δικαστηρίων. Σε τι, όμως, διαφέρουν οι “πολιτικά” παράνομες από τις “συνταγματικά” νόμιμες (κατά τεκμήριο) αναθεωρήσεις όταν και οι δύο, τελικά ανάγονται, από τον συγγραφέα, στη σφαίρα της πολιτικής (και της δικαίωσής τους και από τα ίδια τα πράγματα); Αν, επίσης, μεταφέρουμε το επιχείρημα του Καϊδατζή, σύμφωνα με τον Στρατηλάτη, στο πεδίο της αναθεωρητικής λειτουργίας, τότε υπονοείται ανοιχτά ότι τα δικαστήρια μάλλον οφείλουν να απέχουν από κάθε έλεγχό της. Σε αυτήν την περίπτωση, είναι προφανές ότι καθίσταται πλέον αδύνατη η διάκριση ανάμεσα στη νόμιμη και την παράνομη αναθεώρηση ενώ βέβαια υπονομεύεται βάναυσα η δηλωμένη πίστη του συγγραφέα στην κανονιστική επιταγή του άρθρου 1 παρ.3 Σ. Απορεί κανείς πως μπορεί ο συγγραφέας να υποστηρίζει την άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας “«καθ’ όν τρόπο ορίζει το Σύνταγμα»” όταν μια υψηλής σημασίας, όπως υποθέτουμε τουλάχιστον για τον ίδιο, συντακτική πράξη απελευθερώνεται από τα συνταγματικά δεσμά και επαφίεται στη δύναμη της (μεγάλης) πολιτικής. Εφόσον non bis in idem, έχουμε την εντύπωση ότι ο Στρατηλάτης θα πρέπει είτε να αποδεχθεί τη συντεταγμένη άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας (την οποία επικαλείται στο πρώτο σκέλος του επιχειρήματός του) είτε να εγκαταλείψει τη -μάλλον επιφανειακή- προσήλωσή του στο συνταγματικό κανόνα (το δεύτερο σκέλος του συλλογισμού του) για χάρη της κανονιστικής δύναμη του πραγματικού. Έτσι, ο Στρατηλάτης, στην πραγματικότητα, μεταχειρίζεται, εκών άκων, την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας ως ένα “όνομα” στο οποίο μπορεί να υπαχθούν τα πάντα (τόσο το Σύνταγμα του 2001 όσο και τα παρασυντάγματα). Κοντολογίς, η αντιφατική θέση του μοιάζει να δικαιώνει την άποψη μας για τη ρητορική-ιδεολογική χρήση της έννοιας της κυριαρχίας στο συνταγματικό λόγο. Βλ. Γ. Καραβοκύρη, Το Μνημόνιο και ο λόγος περί κυριαρχίας, ό.π. Εκτός αυτού, η παραπάνω κριτική επιβεβαιώνει, με ένα παράδοξο, είναι αλήθεια, τρόπο την αλυσιτελή, όπως είδαμε, διάκριση της συντακτικής από την αναθεωρητική λειτουργία. Ως προς την ένταση του δικαστικού ελέγχου όταν ασκείται “μεγάλη” πολιτική στο πεδίο της οικονομίας βλ. Α. Καϊδατζή, Δικαστικός έλεγχος των μέτρων οικονομικής πολιτικής. Νομολογιακές τάσεις και προσαρμογές στο μεταβαλλόμενο οικονομικό-πολιτικό περιβάλλον, http://www.constitutionalism.gr/html/ent/616/ent.1616.asp. Στη σύγχρονη, ωστόσο, συγκυρία της οικονομικής κρίσης, η τελευταία λέξη δεν αποκλείεται να περιέλθει τελικά στους δικαστές, ακόμη και σε ζητήματα που παλαιότερα θα ενέπιπταν αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των πολιτικών, όπως ακριβώς η άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Βλ. το πρόσφατο κείμενο του N. C. Alivizatos, Who decides in last resort? Elected officials and judges, http://www.constitutionalism.gr/html/ent/160/ent.2160.asp.

[115] Εκεί έγκειται η ιδεολογική δύναμη της επίκλησης του κυρίαρχου λαού. Βλ. για τη δύναμη της ιδεολογίας τη μελέτη του Γ. Ζ. Δρόσου, Μία διάλεξη στο Χάρβαρντ και ένα δείπνο στο Μπουένος Άϊρες ή Φαντασία και νομική ιδεολογία στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, εκδ. ΤοΠέρασμα, Αθήνα, 2009.

[116] Βλ. R. Barthes, Mythologies, Seuil, Paris, 1970, σελ.217.

[117] Βλ. αντί πολλών, La fiction, Droits, τ.21, Paris, 1995 και κυρίως τις συμβολές των Ολιβιέ Κελά, Λυσιάν Ζωμ και Γιαν Τομά. Επίσης Γ. Μητσόπουλος, Το πρόβλημα της έννοιας του δικαιικού πλάσματος, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2003 και G. Wicker, Fiction, σε D.Alland – S. Rials (διευθ.), Dictionnaire de la culture juridique, PUF, Paris, 2003, σελ.716 επ.

Η οικονομική κρίση ως ευκαιρία για την επαναθεμελίωση του κράτους

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

25.10.2011
Η οικονομική κρίση ως ευκαιρία για την επαναθεμελίωση του κράτους

Η πρωτοφανής, για τα μεταπολεμικά δεδομένα, κρίση που έπληξε το παγκόσμιο οικονομικό –ιδίως δε το χρηματοπιστωτικό– σύστημα είχε και εξακολουθεί να έχει δυσμενέστατες συνέπειες σε όλες σχεδόν τις χώρες. Στην πρωτοκαθεδρία βέβαια των θυμάτων της βρίσκεται η χώρα μας, η οποία κλυδωνίζεται συνθέμελα από έναν εκρηκτικό συνδυασμό ελλειμμάτων, χρεών και βαθιάς ύφεσης και βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης.

Η κρίση αυτή, όμως, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Τα προμηνύματα της κρίσης ήταν ευδιάκριτα, εδώ και πολλά χρόνια, καθώς υπήρχε σωρεία ανησυχητικών εξελίξεων, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε εθνικό επίπεδο, που ήταν φανερό, σε όποιον τουλάχιστον δεν έβλεπε με τις παρωπίδες ενός ισοπεδωτικού οικονομικού φιλελευθερισμού, ότι εγκυμονούσαν σοβαρά προβλήματα και προοιωνίζονταν τεράστιους κινδύνους ανατροπής του μεταπολεμικού status quo.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην πραγματικότητα η κρίση δεν είναι τίποτε άλλο παρά επιβεβαίωση των ανησυχιών που είχαν εκφρασθεί, προ πολλού, τόσο για την πορεία του σύγχρονου κόσμου, γενικά, όσο και για την πορεία της χώρας μας, ειδικότερα. Θα μπορούσαμε όμως παράλληλα να πούμε, για να φύγουμε από τον φαύλο κύκλο της ατομικιστικής περιχαράκωσης και της συλλογικής κατάθλιψης, ότι η κρίση μπορεί να αποδειχθεί, από μια άλλη σκοπιά, μοναδική ευκαιρία να αντιμετωπισθούν προβλήματα και παθογένειες που σοβούν εδώ και πολλά χρόνια και τα οποία συνδέονται, υπό την μια ή την άλλη εκδοχή, με την επαναθεμελίωση του κράτους και τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του με την οικονομία, την κοινωνία και τους πολίτες. Αυτόν λοιπόν τον διπλό χαρακτήρα της κρίσης, ως επιβεβαίωσης προϊουσών ανακατατάξεων και εξελίξεων και παράλληλα ως εν δυνάμει ευκαιρίας για την επαναθεμελίωση του κράτους, θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε στην παρούσα εισήγηση, ξεκινώντας από μια γενική προσέγγιση, που αφορά τις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές εξελίξεις (Ι) και εξειδικεύοντας στη συνέχεια τα δεδομένα της χώρας μας, τα οποία παρουσιάζουν, ούτως ή άλλως, πολλές ιδιαιτερότητες (ΙΙ).
 
Ι. Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Έχοντας ως δεδομένη την ως άνω διπλή οπτική γωνία, υπό την οποία θα εξετάσουμε την κρίση σε υπερεθνικό επίπεδο, θα ξεκινήσουμε με τον προσδιορισμό των στοιχείων από τα οποία προκύπτει ο επιβεβαιωτικός χαρακτήρας των σημερινών εξελίξεων (1) για να προχωρήσουμε στη συνέχεια στην ανάδειξη των στοιχείων που σηματοδοτούν τον χαρακτήρα της κρίσης ως ευκαιρίας για μια νέα θεώρηση των διεθνών και ευρωπαϊκών δεδομένων, με προέχον την επίτευξη του δημοκρατικού και κοινωνικού ελέγχου τους (2).
 
1. Η κρίση ως επιβεβαίωση των δυσμενών συνεπειών της παγκοσμιοποίησης
Η κρίση του διεθνούς οικονομικού συστήματος συνδέεται άρρηκτα με την φρενήρη και ανέλεγκτη πορεία αλλά και τις εγγενείς παθογένειες του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης, που κυριάρχησε σταδιακά στον κόσμο μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Ειδικότερα:
 
Α. Ο «φονταμενταλισμός της αγοράς»
Η ρίζα του όλου προβλήματος εντoπίζεται ιδίως στην αποχαλίνωση των διεθνών αγορών, οι οποίες, απαλλαγμένες πλέον από τους φραγμούς που έθετε ο μεταπολεμικός διπολισμός, διεκδικούν την άμεση και χωρίς όρους κατάρριψη των εθνικών οικονομικών συνόρων και την πλήρη υποταγή των εθνικών κρατών στις επιταγές τους, με σημεία αιχμής:
– Το διεθνές και εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο σταδιακά επέβαλε, σχεδόν ολοκληρωτικά έως το ξέσπασμα της κρίσης, αφ’ενός μεν την μονεταριστική πολιτική και την καταθλιπτική κυριαρχία των κεντρικών τραπεζών, συρρικνώνοντας την οικονομική πολιτική σε περιθωριακές κινήσεις διεκπεραιωτικού χαρακτήρα, αφ’ετέρου δε τον πολλαπλά αθέμιτο και βαθύτατα προκλητικό πλουτισμό των τραπεζιτών νέας κοπής (των διαβόητων πλέον “golden boys”).
– Τα διεθνή χρηματιστήρια, που κυριαρχούνται πλήρως από την αδίστακτη κερδοσκοπία των "νομαδικών κεφαλαίων" –των λεγόμενων θεσμικών επενδυτών– και παράλληλα αποστασιοποιούνται ολοένα και περισσότερο από την πραγματική οικονομία και διαφεύγουν κάθε κοινωνικό ή πολιτικό έλεγχο.
– Την ραγδαία ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων και υπηρεσιών που έχουν ζωτική σημασία για το κοινωνικό σύνολο, την ολοένα πολλαπλασιαζόμενη συγχώνευση τεράστιων ιδιωτικών –και ιδιωτικοποιούμενων– βιομηχανικών συγκροτημάτων, που δεσπόζουν πλέον στην διεθνή σκηνή, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και γενικότερα την συρρίκνωση ή και αχρήστευση παραδοσιακών εγγυήσεων και ιστορικών κατακτήσεων των εργαζομένων.
Πρόκειται για τις βασικότερες όψεις του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης, το οποίο απασχολεί ολοένα και περισσότερο την διεθνή πολιτική και επιστημονική σκηνή, με ποικίλες και συχνά αντικρουόμενες προσεγγίσεις ως προς το εύρος, τις επιπτώσεις και τις προεκτάσεις του. Όποια προσέγγιση πάντως και αν υιοθετήσει κανείς, είναι σχεδόν κοινή παραδοχή ότι τα εθνικά κράτη βρίσκονται στον παγκόσμιο στίβο αντιμέτωπα με έναν ακραίο "φονταμενταλισμό της αγοράς»[1] και ιδίως με γιγαντιαίες μονοπωλιακές και ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις, οι οποίες όχι μόνον έχουν προϋπολογισμούς πολλαπλάσιους από τους δικούς τους, αλλά, το σημαντικότερο, έχουν μεταμορφωθεί σε "ιστούς της αράχνης" και τα έχουν περισφίξει ασφυκτικά με τεράστια και πολυπλόκαμα οικονομικά δίκτυα, πλανητικής εμβέλειας, που συγκροτούν, παράλληλα, πανίσχυρους εξουσιαστικούς μηχανισμούς μη υποκείμενους σε οποιαδήποτε γνωστή μορφή εθνικού, κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου.
Πράγματι, έως πρόσφατα οι επιχειρήσεις, ακόμη και όταν ήταν πολυεθνικές, είχαν έντονες εθνικές αναφορές και ήταν κέντρα οικονομικής κατά βάση ισχύος, ενώ για την προαγωγή των συμφερόντων τους επεδίωκαν, ιδίως, την θεσμική και πολιτική αποτύπωση των όρων της οικονομικής κυριαρχίας τους τόσο στην οργάνωση όσο και στην λειτουργία των διοικητικών, κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών των αντίστοιχων κυρίαρχων κρατών. Δεδομένου δε ότι αυτό δεν γινόταν κατά βάση με μία κραυγαλέα και "εργαλειακή" χρησιμοποίηση αυτών των μηχανισμών αλλά μέσω πολλαπλών και συχνά αδιόρατων διαύλων και διαμεσολαβήσεων, τα εθνικά κράτη είχαν ένα σημαντικό βαθμό (σχετικής) αυτονομίας, που φαινόταν μάλιστα τόσο περισσότερο έντονη όσο ποιοτικότερη και διεκδικητικότερη αποδεικνυόταν η εγχώρια πολιτική. Έτσι ο οικονομικός χώρος, και ειδικότερα ο χώρος της αγοράς, εμφανιζόταν εμφανώς αποστασιοποιημένος από την άσκηση της πολιτικής, η οποία επαφίετο –τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο– στα αρμόδια για την λήψη των σχετικών αποφάσεων κρατικά όργανα.
Σήμερα, αντίθετα, η κατάσταση έχει ανατραπεί άρδην. Η σύγχρονη Δημοκρατία έχει βρεθεί ξαφνικά έρμαιο εν μέσω πανίσχυρων και αδίστακτων ιδιωτικών κέντρων ισχύος, που επιδιώκουν όχι μόνον να την χειραγωγήσουν αλλά σε τελευταία ανάλυση να την υποκαταστήσουν, καθιστώντας την κέλυφος κενό περιεχομένου. Δεν είναι συμπτωματικό, άλλωστε, ότι στο εσωτερικό αυτών των κέντρων έχει δημιουργηθεί ήδη το πρόπλασμα μιας τέτοιας πολιτικής υποκατάστασης, με την οργάνωση και λειτουργία ιδίων και εν πολλοίς ανέλεγκτων κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών. Πρόκειται αφ'ενός για ιδιωτικούς στρατούς και σώματα ασφαλείας, με δικά τους μέσα παρακολούθησης και επιβολής, και αφ'ετέρου για κολοσσιαία ηλεκτρονικά (και δευτερευόντως έντυπα) ΜΜΕ, που συρρικνώνουν δραματικά τον πολιτικό και πολιτιστικό πλουραλισμό, ως κορυφαία έκφραση και εγγύηση του αυτοκαθορισμού των πολιτών και της δημοκρατικής οργάνωσης και λειτουργίας των κρατών.
Αλλά και στο επίπεδο των διεθνών οικονομικών οργανισμών τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Στους περισσότερους από αυτούς (όπως η Παγκόσμια Τράπεζα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) τα προσχήματα τηρούνται ολοένα και λιγότερο, καθώς η κατά τρόπο κραυγαλέο διατεταγμένη και πειθήνια λειτουργία τους, σε σχέση με τις επιταγές των εξωθεσμικών κέντρων, είναι πλέον ο κανόνας.
Αυτή λοιπόν η βαθύτερη τάση του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος, που προσέλαβε τον χαρακτήρα του «αχαλίνωτου καπιταλισμού», οδήγησε στην πρόσφατη κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποκοπεί από τα δομικά προβλήματα και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.
 
Β. Το πρόβλημα της διαπλοκής
Η σημερινή κρίση του εθνικού κράτους δεν εκδηλώνεται βέβαια μόνον σε σχέση με τις απειλές που υφίσταται από το διεθνές οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Παράλληλα με την έξωθεν ασφυκτική πολιορκία, που έχει ασφαλώς ενταθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια και αποτελεί την πλέον ορατή πλευρά της κρίσης, τεράστιοι και σε τελευταία ανάλυση αλληλένδετοι κίνδυνοι υφίστανται ήδη προ πολλού και στο εσωτερικό του. Πράγματι, εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, και υπό την επίδραση της διεθνούς τάσης για επικράτηση των δυνάμεων της αγοράς πάνω στις δυνάμεις της πολιτικής, έχει δρομολογηθεί σε όλα τα εθνικά κράτη –με μεγαλύτερη όμως ένταση και με πολλές ιδιαιτερότητες στην Ελλάδα, όπως θα δούμε στη συνέχεια– μια εκ των ένδον και σε βάθος υπονόμευσή τους. Αιχμή του δόρατος σε μια τέτοια εξέλιξη αποτελούν αναμφισβήτητα τα διαβόητα "διαπλεκόμενα συμφέροντα", τα ιδιωτικά δηλαδή κέντρα οικονομικής ισχύος τα οποία επιδιώκουν την ικανοποίηση των συμφερόντων τους είτε με την χειραγώγηση –ή και απροκάλυπτη υπαγόρευση– κρίσιμων κρατικών αποφάσεων, ιδίως οικονομικής υφής, είτε με την αχρήστευση ελεγκτικών κρατικών μηχανισμών είτε με προκλητική υποκατάστασή τους στην θέση των δημόσιων υπηρεσιών, μέσω ευθείας ή έμμεσης και διαμεσολαβημένης ιδιωτικοποίησής τους.
Την ζοφερή αυτή εικόνα συμπληρώνει η συνεχής και συστηματική παραπλάνηση της κοινής γνώμης από τα ιδιωτικά ΜΜΕ, τα οποία ως γνωστόν αποτελούν την αιχμή του δόρατος της διαπλοκής. Αυτό αφορά ιδίως το ολιγοπώλιο των ιδιωτικών τηλεοπτικών μέσων, τα οποία συγκεντρώνονται πλέον σε ελάχιστα χέρια πανίσχυρων επιχειρηματιών και αποτελούν τους οιονεί ιδεολογικούς μηχανισμούς των ανωτέρω οικονομικών κέντρων ισχύος, επιδιώκοντας αφ'ενός μεν την προετοιμασία του εδάφους –με διατεταγμένη εξουδετέρωση των ιδεολογικών αντιστάσεων και εκκαθάριση των κοινωνικών και πολιτικών εμποδίων– αφ'ετέρου δε την προπαγανδιστική επιβολή των συμφερόντων των δυνάμεων της αγοράς.
Πρόκειται πράγματι για εξαιρετικά κρίσιμη διακινδύνευση της υπόστασης και της προοπτικής του εθνικού κράτους, αφού είναι προφανές ότι κατατείνει στην συρρίκνωση της εσωτερικής συνοχής και της αποτελεσματικότητάς του –ιδίως μέσω της διατεταγμένης κατασυκοφάντησης κάθε έννοιας δημόσιας υπηρεσίας– και στην σταδιακή υποβάθμιση ζωτικών λειτουργιών του, εν τέλει δε στην ευθεία αμφισβήτηση του ενοποιητικού πολιτικού και οικονομικού ρόλου που παραδοσιακά διαδραματίζει στο πλαίσιο ενός κοινωνικού σχηματισμού. Αυτό δε οδηγεί αναπόφευκτα στην βαθμιαία περιθωριοποίηση ή και απόσυρση του κράτους από κρίσιμους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας, ιδίως σε σχέση με την εποπτεία της αγοράς. Κραυγαλέα απόδειξη όλων αυτών είναι βέβαια η ίδια η οικονομική κρίση, η οποία υπήρξε απόρροια ακραίων χρηματοπιστωτικών παρεκτροπών, που οδήγησαν στην γνωστή «φούσκα» των τραπεζών, μέσω της ανέλεγκτης ανάπτυξης αθέμιτων «τοξικών προϊόντων» και της ασύδοτης κερδοσκοπίας των τραπεζικών στελεχών.
 
2. Η κρίση ως ευκαιρία για τον κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο της παγκοσμιοποίησης
Απέναντι στην ως άνω καταθλιπτική κυριαρχία των «αγορών» –αλλά και των ιδιωτικών εξουσιών που αυτές υπέθαλψαν ή εξέθρεψαν, στο θολό τοπίο μιας μονοδιάστατης παγκοσμιοποίησης– έχει αναπτυχθεί ένας έντονος προβληματισμός, με επίκεντρο την αναβίωση της πολιτικής και την επεξεργασία νέων θεσμικών μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να καταστεί εφικτό να διαμορφωθούν επαρκή αντίβαρα τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό, ιδίως δε σε ευρωπαϊκό, επίπεδο. Ειδικότερα:
 
Α. Τα εθνικά αντίβαρα: προς μια νέα θεώρηση του κράτους και της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας
Είναι γνωστό ότι η κρίση δεν ανέδειξε απλώς τις δομικές αδυναμίες του σύγχρονου κράτους. Παράλληλα, προκάλεσε ευρύτατες ιδεολογικές, πολιτικές και θεσμικές αντιδράσεις ως προς την προϊούσα ανατροπή της μεταπολεμικής ισορροπίας μεταξύ αγοράς και πολιτικής. Επίκεντρο δε και σημείο αιχμής αυτών των αντιδράσεων ήταν ο αναντικατάστατος ρόλος και η ουσιαστική χρησιμότητα του δημόσιου χώρου, όχι μόνον ως αντιβάρου απέναντι στην αποχαλίνωση των τραπεζών και του εν γένει χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και ως του μόνου έως σήμερα αξιόπιστου εγγυητή του δημόσιου συμφέροντος και της κοινωνικής συνοχής, απέναντι στον «φονταμενταλισμό» των αγορών.
Είναι λοιπόν φανερό ότι η κρίση αποτέλεσε ταυτόχρονα και μια ευκαιρία για έναν ευρύτατο αναστοχασμό ως προς τον ρόλο και την προοπτική του εθνικού κράτους, θέτοντας ιδίως επί τάπητος τις εξαιρετικά αρνητικές για τη δημοκρατία επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, που σχετίζονται με την ως άνω ραγδαία αποδυνάμωση και υπονόμευση της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας.
Θα μπορούσε βέβαια στο σημείο αυτό να αναρωτηθεί κανείς: γιατί είναι άραγε τόσο ζωτική η σημασία της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας για την πολιτική δημοκρατία;
Η απάντηση είναι απλή: γιατί αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή πάνω στην οποία στηρίχθηκε όχι μόνον η υπόσταση των εθνικών κρατών και η πολιτική οργάνωση και λειτουργία τους αλλά και ολόκληρος ο σύγχρονος συνταγματισμός, όπως τον γνωρίσαμε μέχρι σήμερα. Με άλλα λόγια, η αρχή της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί το τυπικό και ουσιαστικό υπόβαθρο της έως τώρα ισχύουσας παγκοσμίως συνταγματικής τάξης, ιδίως δε του λεγόμενου ευρωπαϊκού πολιτικοκοινωνικού μοντέλου. Πράγματι, όλες οι οργανωτικές βάσεις του σύγχρονου δημοκρατικού πολιτεύματος (λαϊκή κυριαρχία, αντιπροσωπευτική αρχή, κοινοβουλευτισμός, διάκριση των λειτουργιών, κράτος δικαίου, κοινωνικό κράτος) προϋποθέτουν και συνεπάγονται –άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα– την ισχύ της αρχής της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας, ως σημείου αναφοράς. Σε τελευταία δε ανάλυση, συνιστούν απαντήσεις είτε σε ό,τι αφορά την πηγή, τον φορέα, την κατανομή, και τον τρόπο άσκησης της κυριαρχίας είτε σε ό,τι αφορά την προστασία των ατόμων από αυτήν. Το δε εθνικό κράτος, ιδίως μετά την μεταπολεμική ολοκλήρωση των δημοκρατικών χαρακτηριστικών του, αναδείχθηκε σταδιακά σε ισχυρό πολιτικό δεσμό που συνέχει την κοινωνία και εμπνέει στους πολίτες αισθήματα αλληλεγγύης και συσπείρωσης γύρω από κοινά προβλήματα και στόχους.
Θα μπορούσαμε λοιπόν συμπερασματικά να πούμε ότι αποτέλεσε, παρά τις όποιες παρεκτροπές του "εθνικισμού", το πολιτικό θερμοκήπιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε και άνθισαν έως τώρα η πολιτική δημοκρατία και ο συνταγματικός φιλελευθερισμός. Ως εκ τούτου, η ελαφρά τη καρδία καταστροφή του εγκυμονεί τους ίδιους κινδύνους που εγκυμονεί η καταστροφή ενός πραγματικού θερμοκηπίου για τα φυτά του, που αναπτύχθηκαν υπό την σκέπη του και με την θαλπωρή του και εκτίθενται ξαφνικά στο άγνωστο και την αβεβαιότητα των εξωτερικών περιβαλλοντικών συνθηκών…
Αντίθετα, η ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών από τα σύγχρονα κράτη –ιδίως προς την κατεύθυνση αναδιάταξης του πολιτικού οπλοστασίου τους, ενίσχυσης των δημοκρατικών και δικαιοκρατικών χαρακτηριστικών τους και αναδιάταξης των αμυντικών, ελεγκτικών και αναδιανεμητικών μηχανισμών τους– προβάλλει σήμερα ως επιτακτική προτεραιότητα, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι πλέον ακραίες παρεκτροπές των αγορών και να προστατευθούν οι πλέον αδύναμες κοινωνικές ομάδες.
 
Β. Τα υπερεθνικά αντίβαρα: η αδήριτη αναγκαιότητα για μια άλλη Ευρωπαϊκή Ένωση
Η αντιμετώπιση, πάντως, της οικονομικής κρίσης ως εν δυνάμει ευκαιρίας δεν αφορά μόνο την επιβαλλόμενη αναδιάταξη του ρόλου του κράτους, υπό το πρίσμα μιας ανανεωμένης θεώρησης της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας. Ακόμη περισσότερο αφορά τον αναγκαίο αναπροσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι οι κραυγαλέες αδυναμίες και τα τεράστια πολιτικά κενά της ως προς την αντιμετώπιση των σημαντικότερων παρενεργειών αυτής της κρίσης, που δυστυχώς αποκαλύφθηκαν ανάγλυφα, αποτέλεσαν το έναυσμα για έναν ευρύτατο και ζωηρότατο διάλογο ως προς την φυσιογνωμία, την προοπτική και το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Επ’αυτού όμως απαιτούνται ορισμένες διευκρινίσεις:
Τα όσα προηγήθηκαν, ως προς τον ρόλο του κράτους και την σημασία της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας, δεν πρέπει να εκληφθούν σαν προτεινόμενη νομικοπολιτική μετάπτωση σε έναν στείρο κρατισμό αλλά ούτε και σαν μία άκριτη και συλλήβδην απόρριψη κάθε προοπτικής για την διαμόρφωση υπερεθνικών και διακρατικών θεσμών που θα αποβλέπουν στην πολιτική ενοποίηση μεγάλων περιοχών, ηπείρων ή και του κόσμου ολόκληρου.
Πρώτον, διότι το κράτος, υπό το πρίσμα μιας γνήσια δημοκρατικής αντίληψης, δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσον τόσο για την οικονομική ανάπτυξη –αλλά και την ανακατανομή του εισοδήματος– όσο και για την διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και της προσωπικής ελευθερίας.
Δεύτερον, διότι η αλματώδης ανάπτυξη της σύγχρονης τεχνολογίας των δικτύων δρα ήδη σαν αποφασιστικός καταλύτης προς την κατεύθυνση μερικής υπέρβασης του εθνικού κράτους, παρέχοντας τεράστιες και πρωτόγνωρες δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ και των πλέον απομακρυσμένων κρατών, και φέρνοντας έτσι κοντά λαούς και πολιτισμούς.
Άλλωστε, κανένα Σύνταγμα και κανένα εθνικό κράτος δεν μπορεί να γυρίσει βολονταριστικά προς τα πίσω τον ρου της ιστορίας. Ο ακραίος εθνικισμός, η δογματική περιχαράκωση στην παράδοση και την ιστορία, ο πείσμων θεσμικός και πολιτικός απομονωτισμός και η φυγή προς τα πίσω είναι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης οι πλέον σίγουρες συνταγές αποτυχίας…
Το κομβικό λοιπόν ζήτημα δεν είναι το αν αλλά το πως μιας μεταβίβασης αρμοδιοτήτων του εθνικού κράτους προς διεθνείς οργανισμούς και υπερεθνικά θεσμικά μορφώματα ειδικότερα δε το αν αυτή η μεταφορά θα γίνεται με όρους υποταγής στην οικονομική κυριαρχία των ιδιωτικών κέντρων ισχύος και στο ομογενοποιημένο παγκόσμιο αξιακό σύστημα που έχουν διαμορφώσει ή με όρους διευρυμένης αναπαραγωγής της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας, του συνταγματισμού και της πολιτικής δημοκρατίας. Με άλλα λόγια, το πρίσμα υπό το οποίο θα πρέπει να τίθεται κάθε φορά ο όποιος περιορισμός της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας είναι το αν οι διακρατικές ή παγκόσμιες ανακατατάξεις, στις οποίες εντάσσεται μια τέτοια κίνηση, και οι συνακόλουθες επιλογές των επί μέρους εθνικών κρατών, τελούν υπό την ηγεμονία της αγοράς ή της πολιτικής. Ειδικότερα:
– Στην πρώτη εκδοχή, που είναι δυστυχώς ο κανόνας –εξ ού και οι κίνδυνοι που σκιαγραφήσαμε– το κριτήριο είναι η πάση θυσία ενίσχυση των διεθνών αγορών, με κάθε θεσμικό κόστος και κατά προτίμηση με συνεχείς εκπτώσεις στα κεκτημένα της σύγχρονης δημοκρατίας, ώστε η καταπολέμηση των οικονομικών ελλειμμάτων να συναρτάται, αντιστρόφως ανάλογα, με την ανάπτυξη των ελλειμμάτων ελευθερίας, δημοκρατίας και κοινωνικής αλληλεγγύης. Κατ' επέκταση δε κομβικό σημείο είναι η καθυπόταξη των εθνικών κρατών και η αχρήστευση των εθνικών Συνταγμάτων –εκλαμβανομένων πλέον ως "εμποδίων" – με την προνομιακή κατοχύρωση και θεσμική πριμοδότηση του οικονομικού φιλελευθερισμού σε παγκόσμια κλίμακα, σαν πολιορκητικού κριού για την επικράτηση μιας "νέας διεθνούς τάξης" υπό την επικυριαρχία των αγορών και των κεντρικών τραπεζών. Αυτή είναι άλλωστε η γραμμή που επικράτησε έως τώρα στον ευρωπαϊκό χώρο, με την έμφαση στον μονεταρισμό και στην αγοραία ιδίως εκδοχή της ευρωπαϊκής οικονομικής ενοποίησης, υπό το πρίσμα όμως ενός έκδηλου και μονοδιάστατου οικονομικού φιλελευθερισμού και χωρίς την οικοδόμηση πολιτικών θεσμών που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν και ιδίως να ρυθμίσουν αυτή την ενοποίηση.
Τηρουμένων μάλιστα των αναλογιών θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την ολοκλήρωση θυμίζει σε πολλά την πορεία προς την συγκρότηση των εθνικών κρατών στην φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης και του πρώϊμου αστικού φιλελευθερισμού, καθώς και τώρα όπως και τότε ο συσχετισμός μεταξύ των αντιπροσωπευτικών σωμάτων και της εκτελεστικής εξουσίας αποβαίνει συντριπτικά υπέρ της δεύτερης, η οποία όμως στο πεδίο της οικονομίας περιορίζεται εν πολλοίς στον ρόλο του «νυχτοφύλακα», καθώς η προτεραιότητα έχει δοθεί στα οικονομικά δικαιώματα και γενικότερα σε εκείνα που αποτελούν την αναγκαία «βιόσφαιρα» για την απρόσκοπτη ανάπτυξη της αγοράς (ελευθερία ιδιοκτησίας, εμπορίου, βιομηχανίας, ελεύθερος ανταγωνισμός, ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, κεφαλαίων, υπηρεσιών και αγαθών). Ετσι η ΕΟΚ αρχικά και η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα, παρά τα κάποια δειλά βήματα, αποτελούν μία Ευρώπη των πολλαπλών ελλειμμάτων (δημοκρατικού κυρίως αλλά και κοινωνικού και δικαιοκρατικού) αλλά και της υποταγής του δημόσιου χώρου στην αγορά, όπως περίπου συνέβαινε και με το εθνικό κράτος για μεγάλο διάστημα μετά την Γαλλική Επανάσταση.
– Στην δεύτερη εκδοχή, που καθίσταται πλέον επιτακτική μετά την απόρριψη του Ευρωπαϊκού Συντάγματος και την κραυγαλέα αδυναμία που επέδειξε και εξακολουθεί να επιδεικνύει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην διαχείριση της κρίσης, η προτεραιότητα είναι αφ’ενός μεν η εγγύηση της ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση για κάθε θεσμική υπέρβαση του εθνικού κράτους, αφ’ετέρου δε η αλλαγή παραδείγματος στην διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων, με την οργάνωση ενός ισχυρού, αποτελεσματικού και δημοκρατικά νομιμοποιημένου μηχανισμού πολιτικής διεύθυνσης και κοινωνικού ελέγχου της ευρωπαϊκής οικονομικής ενοποίησης. Κάθε λοιπόν κίνηση προς την κατεύθυνση αυτή πρέπει να εμπεριέχει μια τριπλή ασφαλιστική δικλείδα:
Πρώτον, ότι η όποια απόφαση για σοβαρή θεσμική αποδυνάμωση του εθνικού κράτους θα διαθέτει μια συνταγματικά οριοθετημένη ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση (δηλαδή νομιμοποίηση που παρέχεται είτε με δημοψήφισμα είτε με αυξημένη πλειοψηφία στη Βουλή).
Δεύτερον, ότι οι μεταφερόμενες αρμοδιότητες θα ανατίθενται σε υπερεθνικά όργανα με την ίδια ή ανάλογη δημοκρατική νομιμοποίηση, ώστε να ενσωματώνεται σε αυτά ένα πολιτικό ισοδύναμο της μεταφερόμενης κυριαρχίας, που να μπορεί να συμβάλει στην σταδιακή διαμόρφωση δημοκρατικής θεσμικής παράδοσης αντίστοιχης με εκείνη των εθνικών κρατών.
Τρίτον, ότι θα αναζητηθούν θεσμικά αντίβαρα της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας και προς τα κάτω, όχι μόνον με την ως άνω αναδιάταξη του εθνικού κράτους αλλά και με την ουσιαστική ενίσχυση της τοπικής δημοκρατίας. Και τούτο διότι με την μεταφορά μέρους της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας πλησιέστερα προς την πηγή της άμεσης δημοκρατικής νομιμοποίησής της βελτιώνονται προδήλως και οι άμυνές της απέναντι στην απειλή υφαρπαγής και νόσφισης αρμοδιοτήτων του εθνικού κράτους από τα κέντρα ιδιωτικής ισχύος που περιγράψαμε προηγουμένως.
Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η προοπτική πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εγγυήσεις δημοκρατίας αλλά και αποτελεσματικότητας, όχι μόνον δεν είναι η χειρότερη εκδοχή για την αρχή της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας αλλά αντίθετα είναι η μόνη που διασφαλίζει την "διάσωσή της" μέσω μιας λελογισμένης, συντεταγμένης και διαφανούς αναδιάταξής της. Μιας αναδιάταξης η οποία θα βαίνει παράλληλα και θα αντιστοιχείται δημιουργικά με την ενδυνάμωση μιας νέας –ευρωπαϊκής– κυριαρχίας, σηματοδοτώντας τον ανακαθορισμό των προτεραιοτήτων της ευρωπαϊκής πολιτικής και την δημιουργική ανασύνθεση, σε (παν)ευρωπαϊκό επίπεδο, της σύγχρονης Δημοκρατίας, ως διαλεκτικής ενότητας των στοιχείων που συγκροτούν την πεμπτουσία του ευρωπαϊκού πολιτικοκοινωνικού μοντέλου: της ελευθερίας, της πολιτικής συμμετοχής, του κράτους δικαίου και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Μόνο μια τέτοια Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποτελέσει, μακροπρόθεσμα, αποτελεσματικό αντίβαρο στις στρεβλώσεις και τις παρεκτροπές των παγκόσμιων αγορών και γενικότερα στην καταθλιπτική κυριαρχία των παγκόσμιων ιδιωτικών εξουσιών. Έως τότε, όμως, κάθε προσπάθεια που κινείται προς την κατεύθυνση αυτή πρέπει να χαιρετίζεται και να ενθαρρύνεται, ακόμη και αν έμμεσα μόνον και εν δυνάμει μπορεί να ενταχθεί –ή έστω να αναχθεί– σε μια τέτοια προοπτική. Υπό αυτή την έννοια, οι μηχανισμοί που οικοδομούνται σταδιακά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έστω και αποσπασματικά ή αντανακλαστικά, υπό την πίεση της αντιμετώπισης των παρενεργειών της οικονομικής κρίσης (και ιδίως της κατάρρευσης των πλέον ασθενών οικονομικά χωρών), συμβάλλουν, εκ του αποτελέσματος, στην οικοδόμηση μιας άλλης Ευρώπης, που είναι ίσως η μεγαλύτερη ελπίδα για την οριστική και πλήρη αποκατάσταση της προ πολλού διαταραχθείσας ισορροπίας μεταξύ αγοράς και πολιτικής.
 
Ι. Η ΕΘΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΕΠΙΤΕΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Τα όσα προεκτέθηκαν παρέχουν, νομίζουμε, ένα γενικό θεωρητικό πλαίσιο για να προσεγγίσουμε την παγκόσμια οικονομική κρίση και τις προοπτικές υπέρβασής της από τη σκοπιά του εθνικού κράτους. Το πλαίσιο αυτό ισχύει ευλόγως και για τη χώρα μας και όποιος το αγνοήσει μπορεί εύκολα να εκτραπεί σε απλουστευτικές, λαϊκιστικές ή βολονταριστικές προσεγγίσεις και σε αδιέξοδες ασκήσεις επί χάρτου, που συσκοτίζουν την πραγματικότητα και θολώνουν την προοπτική μιας ουσιαστικής αντιμετώπισης των τεράστιων προβλημάτων που έχουν ανακύψει.
Ωστόσο, στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι τα προβλήματα αυτά δεν οφείλονται μόνο στην οικονομική κρίση ούτε ανάγονται στον ίδιο βαθμό στην εν γένει υπονόμευση του εθνικού κράτους λόγω του προεκτεθέντος «φονταμενταλισμού» των αγορών στο νέο τοπίο της παγκοσμιοποίησης. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των προβλημάτων, ίσως το μεγαλύτερο σε σχέση με όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οφείλεται σε ορισμένες κραυγαλέες παθογένειες του ελληνικού κράτους, οι οποίες πολλαπλασιάσθηκαν και παροξύνθηκαν υπό την πίεση των διεθνών εξελίξεων. Με άλλα λόγια, η παγκόσμια οικονομική κρίση συντέλεσε καθοριστικά για να αποκαλυφθούν σε όλη τους την έκταση και σε όλες τους τις εκφάνσεις τα εσωτερικά προβλήματα της ελληνικής πραγματικότητας. Ιδίως, δε, για να καταστεί σαφές ότι, παρά τα επιφαινόμενα, ο μεγάλος ασθενής αυτής της πραγματικότητας –σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με άλλες χώρες– δεν είναι η οικονομία αλλά το κράτος (1), του οποίου η μεταρρύθμιση προβάλλει πλέον, με καταλύτη την κρίση, ως πρώτιστη προτεραιότητα (2).
1. Η κρίση ως επιβεβαίωση και αποκάλυψη των δομικών παθογενειών του ελληνικού κράτους
Το τελευταίο διάστημα κατέστη σαφές ότι τόσο η προϊούσα οικονομική κατάρρευση όσο και πλείστες άλλες αγκυλώσεις και δυσλειτουργίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού ανάγονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε εγγενείς αδυναμίες και στρεβλώσεις του ελληνικού κράτους. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για παθογένειες που το καθιστούν ανίκανο να ανταποκριθεί, έστω και στοιχειωδώς, τόσο στον διοικητικό-συντονιστικό όσο και στον πολιτικό-θεσμικό ρόλο του (Α), ενώ ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί, για την σε βάθος εξέταση αυτών των παθογενειών, η ελληνική εκδοχή της «διαπλοκής», δηλαδή της γκρίζας ζώνης μέσα στην οποία αναπτύσσονται αθέμιτες συναλλαγές μεταξύ του ελληνικού κράτους και των ιδιωτικών συμφερόντων (Β).
 
Α. Οι παθογένειες του ελληνικού διοικητικού και πολιτικού συστήματος
α. Τα πλέον αρνητικά χαρακτηριστικά του ελληνικού διοικητικού συστήματος εντοπίζονται αναμφίβολα αφ’ενός μεν στον υπερσυγκεντρωτισμό και τον ανορθολογισμό ως προς την οργάνωση και λειτουργία του, με ιδιαίτερες εκφάνσεις τον νομικισμό, την προσκόλληση στη διαδικασία και την αδιαφορία για το αποτέλεσμα, αφ’ετέρου δε, και ιδίως, στην βαθύτατα πελατειακή λογική που το διαπερνά και το καθορίζει, με αποτέλεσμα την ευνοιοκρατία στην στελέχωσή του και την μεροληψία στην δράση του. Όλα αυτά, τα οποία είναι γνωστά και έχουν ήδη αναλυθεί επαρκώς τόσο σε πολιτικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο, συνθέτουν την εικόνα ενός κράτους το οποίο όχι μόνον δεν κατάφερε, έστω και στοιχειωδώς, να αντιστοιχηθεί στις προκλήσεις των καιρών –ιδίως όπως αυτές αναδείχθηκαν στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ενοποίησης– αλλά και συνέβαλε τα μέγιστα στην οικονομική κατάρρευση, λόγω αφ’ενός μεν της πλήρους αναποτελεσματικότητας, ως προς την διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων και την άσκηση των δημόσιων πολιτικών, αφ’ετέρου δε της υπερδιόγκωσης των κρατικών υπηρεσιών και της υποταγής τους στον συντεχνιασμό, τη διαφθορά και τη συναλλαγή, που μετέτρεψαν το κράτος πρόνοιας σε «κράτος μαστό», δηλαδή σε κράτος απομυζούμενο από τα πάσης φύσεως ιδιωτικά συμφέροντα.
β. Διαφορετικού χαρακτήρα αλλά στενά συνυφασμένες με τις ανωτέρω στρεβλώσεις και αγκυλώσεις του διοικητικού μας συστήματος είναι και οι παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν πάρει, δυστυχώς, εκρηκτικές διαστάσεις. Ειδικότερα:
Η κρίση αφορά προεχόντως το κομματικό σύστημα, το οποίο διέρχεται αναμφισβήτητα μια από τις χειρότερες φάσεις του. Τα κόμματα, αφού έχασαν σταδιακά την πολιτική αυτονομία τους και αποξενώθηκαν σταδιακά από τον ρόλο του ζωντανού και πολυσύνθετου πολιτικού διαμεσολαβητή μεταξύ κράτους και κοινωνίας, έχουν πλέον μετατραπεί σε γραφειοκρατικούς και αρτηριοσκληρωτικούς μηχανισμούς, ενσωματωμένους πλήρως σε κρατικιστικές ή συντεχνιακές λογικές αλλά και εξαρτώμενους, ταυτόχρονα, κατά κανόνα τουλάχιστον, από το μαύρο πολιτικό χρήμα, το οποίο εν πολλοίς είναι το γέρας της προσχώρησής τους στις γενικές ή τοπικές εκφάνσεις της «διαπλοκής».
Παράλληλα, όμως, η κρίση αφορά και τους ίδιους τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, καθώς και το πολιτικό προσωπικό που τους στελεχώνει. Η προκλητική αδράνεια και η πανθομολογούμενη αδυναμία των εν λόγω θεσμών να δώσουν ουσιαστικές απαντήσεις στα εκρηκτικά προβλήματα και τις προκλήσεις των καιρών, καθώς και η διαρκής εμπλοκή σε σκάνδαλα, σε συνδυασμό με την καταχρηστική αξιοποίηση των πελατειακών δικτύων και των πάσης φύσεως ασυλιών, που οδηγούν σε κραυγαλέα προνόμια, έχουν προκαλέσει βαθύτατη κρίση αξιοπιστίας τόσο της Βουλής όσο και της Κυβέρνησης που αναδεικνύεται από αυτήν, ενώ θέτουν επιτακτικά και ένα γενικότερο ζήτημα, που σχετίζεται με την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του πολιτικού κόσμου.
Τέλος, η κρίση αφορά και την συμμετοχή στα κοινά, που εκδηλώνεται όχι μόνον με την αποχή από εκλογικές διαδικασίες αλλά και με την αμφισβήτηση της ίδιας της πολιτικής χρησιμότητάς τους. Η κρίση αυτή απορρέει κατ’αρχήν από την ως άνω κρίση αντιπροσώπευσης, σχετίζεται όμως και με την έλλειψη εναλλακτικών συμμετοχικών θεσμών που θα έδιναν διέξοδο και θα δημιουργούσαν άλλους όρους δημοκρατικής νομιμοποίησης. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι άκρως ανησυχητικό, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να ακυρωθούν ή να περιθωριοποιηθούν σημαντικότατες ιστορικές κατακτήσεις, όπως η πολιτική δημοκρατία και το αντιπροσωπευτικό σύστημα, καθώς και τα πολιτικά δικαιώματα που τις υποστασιοποιούν.
 
Β. Η ελληνική ιδιαιτερότητα της «διαπλοκής»
Σε όλα αυτά, τα οποία συγκροτούν ένα εκρηκτικό μείγμα καταστροφικών ή παραλυτικών παθογενειών του ελληνικού κράτους, πρέπει να προσθέσουμε και τα διαβόητα «διαπλεκόμενα συμφέροντα», τα οποία στη χώρα μας αποτελούν μια όλως ιδιαίτερη πηγή κακοδαιμονίας και συναλλαγής. Στο σημείο αυτό βέβαια θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι στην πραγματικότητα, τα "διαπλεκόμενα συμφέροντα" δεν αποτελούν παρά την εγχώρια εκδοχή των ιδιωτικών κέντρων οικονομικής ισχύος, τα οποία κατά τα ανωτέρω αναπτύσσονται παγκόσμια –πρωτοστατούντων και πάλι των ΜΜΕ– στο πλαίσιο της καταθλιπτικής επικυριαρχίας της αγοράς και των μηχανισμών της. Υπό το πρίσμα δε αυτό, ευλόγως, και η θεσμική τους αντιμετώπιση θα έπρεπε να είναι ενιαία. Η άποψη αυτή, όμως, εν μέρει μόνον είναι σωστή, θα μπορούσε δε να οδηγήσει –ειδικά για την χώρα μας– σε ανελαστικές και απρόσφορες λύσεις. Ειδικότερα:
α. Στις περισσότερες ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες τα λεγόμενα "διαπλεκόμενα" όντως αποτελούν κατ'ουσίαν τις τοπικές εκφάνσεις των πολυπλόκαμων πολυεθνικών επιχειρήσεων, και πάντως ιδιωτικά κέντρα που αναπτύχθηκαν κατά βάση έξω από τους μηχανισμούς του κράτους, τους οποίους επιχειρούν να αλώσουν εκ των υστέρων. Εκεί λοιπόν έχει βάση, πράγματι, η θέση περί υπαγωγής των καθ'έκαστα θεσμικών λύσεων σε μια σχέση γενικού-μερικού, υπό την έννοια μιας απλής θεσμικής εξειδίκευσης της εν γένει άμυνας του εθνικού κράτους στο εσωτερικό μέτωπο.
β. Η χώρα μας, ωστόσο, και ορισμένες άλλες με ισχυρή παράδοση πελατειακών δικτύων ή ισχυρών προνεωτερικών κοινωνικών συσσωματώσεων(όπως πχ η Ιταλία, η Ιαπωνία κ.α.[2]), παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη ιδιαιτερότητα, που προϋποθέτει και συνεπάγεται την αναγκαιότητα συγκεκριμένων και σαφώς διατυπωμένων θεσμικών απαντήσεων, έστω και αν αυτές ορισμένες φορές φαίνεται να απαντούν στα αυτονόητα. Και τούτο διότι τα περισσότερα από τα ιδιωτικά κέντρα οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος αναπτύχθηκαν εξ αρχής υπό την σκέπη, με την ενθάρρυνση και πάντως υπό την προστασία του κράτους.
Δεν πρόκειται δηλαδή για μορφώματα της ιδιωτικής κοινωνίας που διαπλέκονται εκ των υστέρων με το κράτος αλλά, στην μεγάλη τους πλειονότητα, για γεννήματα του ίδιου του κράτους, τα οποία αναπτύσσονται γαντζωμένα παρασιτικά στους οικονομικούς μηχανισμούς του και απομυζώντας ένα μεγάλο μέρος από την ικμάδα της παραγωγικής βάσης της ελληνικής κοινωνίας. Σιγά-σιγά βέβαια γιγαντώνονται και από ένα σημείο και μετά αυτονομούνται από τους πολιτικούς πάτρωνές τους, φιλοδοξώντας να ανακαθορίσουν τους όρους του παιγνιδιού (δηλ. να αναδιατάξουν τους παγιωμένους πολιτικούς συσχετισμούς κυριαρχίας) υπέρ τους. Στην προοπτική αυτήν βεβαίως αναζητούν και νέες συμμαχίες, τόσο στο εσωτερικό, με τις λιγότερο κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις, όσο και στο εξωτερικό, με τους πολυεθνικούς κολοσσούς, προκειμένου να διασφαλίσουν ισχυρούς εταίρους για τον έλεγχο νευραλγικών τομέων της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας.
Η αυτονόμηση πάντως από τους πολιτικούς πάτρωνες δεν σημαίνει κατ' ανάγκην και ρήξη μαζί τους, διότι πάντοτε υπάρχουν αμοιβαία επωφελή σημεία επαφής. Ακόμη όμως και στην ακραία αυτή περίπτωση, η ρήξη αφορά αποκλειστικά και μόνον τους πολιτικούς διαχειριστές των πελατειακών δικτύων και δεν μεταφράζεται σε διάρρηξη των δεσμών τους με τους πραγματικούς εξουσιαστικούς μηχανισμούς του κράτους. Αυτοί παραμένουν πάντοτε πολλαπλά διακλαδισμένοι με τα ιδιωτικά κέντρα, τα οποία –διαθέτοντας πλέον τα μέσα που τους παρέχει η οικονομική ισχύς– τους αντιμετωπίζουν σαν οιονεί πολιτικές προεκτάσεις τους, ταγμένες για την προαγωγή των συμφερόντων τους (ακόμη κι όταν αυτά κινούνται στα όρια της νομιμότητας ή και εκτός αυτής).
Το επόμενο βήμα φυσικά, είναι να εντοπίσουν ποιες περιοχές της δραστηριότητας του κράτους παρουσιάζουν οικονομικό ενδιαφέρον, με όρους αγοράς, και να φροντίσουν, μέσω ιδίων ή φιλίων προπαγανδιστικών μηχανισμών, να τις υπονομεύσουν πολιτικά και ιδεολογικά ως αντιπαραγωγικές κλπ, ώστε να τις αποσπάσουν από την φυσική τους κοίτη, το κράτος. Να τις ενσωματώσουν, δηλαδή, πλήρως –άλλοτε απευθείας, μέσω ιδιωτικοποιήσεων και άλλοτε έμμεσα, μέσω αδιαφανών και συγκαλυμμένων υποκαταστάτων τους– στον ιστό οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας που εξυφαίνουν ερήμην και εις βάρος των χρηστών αυτών των υπηρεσιών, δηλ. των πολιτών. Πρόκειται για το φαινόμενο που έχει αποδοθεί εύστοχα με τον όρο "αποικιοποίηση" του δημοσίου από τα ιδιωτικά συμφέροντα και στο οποίο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η πλήρης ρευστότητα και ασάφεια που παρατηρείται σήμερα στην χώρα μας ανάμεσα στην δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα και η συνακόλουθη έλλειψη των συγκεκριμένων προϋποθέσεων που θα καθιστούν απτή και διακριτή την σφαίρα του δημόσιου συμφέροντος και της δημόσιας ηθικής.
 
2. Η κρίση ως ευκαιρία για μια ριζική μεταρρύθμιση του ελληνικού κράτους
Εν όψει των ανωτέρω, είναι φανερό ότι η βαθύτατη κοινωνικοοικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα μας αποτελεί την μεγάλη ευκαιρία για μια ριζική αντιμετώπιση των χρόνιων προβλημάτων και των πολλαπλών στρεβλώσεων και αγκυλώσεων του ελληνικού κράτους. Ωστόσο, η σχετική συζήτηση επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή αλλά και αυξημένη υπευθυνότητα. Είναι αναμφίβολο ότι η μεταρρύθμιση του κράτους ήταν και παραμένει, παρά τα σημαντικά βήματα που έγιναν στο παρελθόν, και ιδίως το τελευταίο διάστημα, η υπ’αριθμόν ένα πρόκληση για το πολιτικό μέλλον και την προοπτική της χώρας μας στον ραγδαία μεταβαλλόμενο σημερινό κόσμο.
Τί είναι όμως αυτή η μεταρρύθμιση και ποιος είναι ο στόχος της; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προϋποθέτει μια θεμελιακή προσέγγιση για το ίδιο το κράτος. Δεν μπορούμε να μιλάμε γενικά για μεταρρύθμιση αν δεν ξέρουμε τι θέλουμε να αλλάξουμε και για ποιον θα το αλλάξουμε. Το κράτος δεν είναι ούτε ουδέτερος ούτε άχρωμος μηχανισμός, που μπορεί να αλλάξει με ασκήσεις επί χάρτου. Είναι η πολιτική αποτύπωση συγκεκριμένων κοινωνικών συσχετισμών, όπως αυτοί διαμορφώνονται σε ένα βάθος χρόνου, προσδίδοντάς του συγκεκριμένη θεσμική παράδοση και συγκεκριμένη ιστορικότητα. Όποιος αγνοεί αυτά τα δεδομένα καταλήγει αναπόφευκτα σε απλουστευτικές και ανιστόρητες προσεγγίσεις, διότι αδυνατεί να κατανοήσει όχι μόνον την ισχύουσα –εν πολλοίς πελατειακή– υπερδιόγκωση του ελληνικού κράτους αλλά και τις άλλες παγιωμένες στρεβλώσεις και παθογένειές του, που συνδέονται με τις ιστορικές του καταβολές αλλά και με την παραδοσιακή ατροφία τόσο της αγοράς όσο –και ιδίως– της κοινωνίας των πολιτών, στην χώρα μας. Παράλληλα όμως αδυνατεί να κατανοήσει και τον συγκριτικά αυξημένο ρόλο του ελληνικού κράτους, που αποτέλεσε ιστορικά όχι μόνον τον ενοποιητικό αλλά και το πλέον προωθητικό, από την σκοπιά της ανάπτυξης, μοχλό του κοινωνικού μας σχηματισμού .
Με βάση αυτά τα δεδομένα, ο προβληματισμός για την μεταρρύθμιση δεν πρέπει να περιορίζεται απλώς σε ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό κράτος, διότι ακόμη και ένα τέτοιο κράτος μπορεί κάλλιστα να λειτουργεί σε βάρος των συμφερόντων των ευρέων λαϊκών στρωμάτων που εκπροσωπεί. Απαιτείται, παράλληλα, ένα κράτος με πλατιά δημοκρατική νομιμοποίηση –ώστε να υπηρετεί πράγματι το δημόσιο συμφέρον– αλλά και, με στοχεύσεις που θα προάγουν ισόρροπα την προσωπική ελευθερία και την κοινωνική συνοχή.
Αυτό σημαίνει, προεχόντως, ότι πρέπει να απορριφθεί η άκριτη και παθητική προσαρμογή στα σημερινά διεθνή και ευρωπαϊκά δεδομένα, που προβάλλεται από πολλούς σαν πανάκεια. Το ελληνικό κράτος, όπως άλλωστε και κάθε εθνικό κράτος, χρειάζεται μια συνολική αναδιάταξη του θεσμικού οπλοστασίου του, ώστε να είναι σε θέση να διηθήσει με προσοχή, κριτικά και δημιουργικά, αυτά τα δεδομένα, γνωρίζοντας τι πρέπει να κρατήσει και τι να αφήσει, με κριτήριο πάντοτε τις αρχές και τις αξίες της πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας.
Με βάση λοιπόν τον ανωτέρω προβληματισμό, μπορούμε πλέον να διατυπώσουμε κάποιες ειδικότερες προτάσεις, που αφορούν πρώτον την εθνική (κρατική) κυριαρχία, με κριτήριο την αντιμετώπιση της προϊούσας υπονόμευσής της (Α) δεύτερον το πολιτικό σύστημα, με κριτήριο τον εκδημοκρατισμό και την ενίσχυση της πολιτικής νομιμοποίησης του κράτους (Β) και τρίτον το διοικητικό σύστημα, με κριτήριο τον ριζικό εξορθολογισμό της λειτουργίας του και την βελτίωση της αποτελεσματικότητάς του (Γ).
 
Α. Η αντιμετώπιση των υπονομεύσεων της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας
Για την αντιμετώπιση της πολλαπλής υπονόμευσής του, είτε από τις διεθνείς ιδιωτικές εξουσίες είτε από τα εγχώρια «διαπλεκόμενα» συμφέροντα, το ελληνικό κράτος οφείλει, πρώτα και πάνω απ’όλα, να επαναφέρει στο προσκήνιο την "αυτονομία της πολιτικής". Αυτό σημαίνει, πολύ απλά, ότι το ελληνικό κράτος, παρά την εξαιρετικά δυσμενή διεθνή συγκυρία και τα ασφυκτικά όρια που τίθενται εν όψει της οικονομικής μας κατάρρευσης, δεν πρέπει να υποχωρήσει άτακτα, υπό την πίεση των διεθνών αγορών και των ιδιωτικών εξουσιών που διερμηνεύουν τις «θελήσεις» τους, διότι έτσι προδίδει παράλληλα την θεσμική του παράδοση –που δεν είναι αμελητέα– αλλά και την ιστορική προοπτική του. Οφείλει, αντίθετα, να αναδιατάξει τις δυνάμεις του, συντεταγμένα και αξιοπρεπώς, αναγνωρίζοντας βεβαίως τις απαιτήσεις της πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας και τις ιδιαιτερότητες των νέων παγκόσμιων και εθνικών δεδομένων, και να φροντίσει να αναδιοργανωθεί πλήρως, ώστε να ενσωματώσει κριτικά και δημιουργικά στην δομή και την λειτουργία του τις προϊούσες αλλαγές. Μια τέτοια θεώρηση και στάση συνεπάγεται ιδίως τα ακόλουθα:
α. Την παροχή ισχυρής δημοκρατικής νομιμοποίησης σε αποφάσεις που συνεπάγονται σοβαρούς περιορισμούς στην εθνική (κρατική) κυριαρχία, είτε από τη Βουλή, με πλειοψηφία των 3/5 του συνόλου των βουλευτών κατά το άρθρο 28 παρ. 3 του Συντάγματος (που δυστυχώς αγνοήθηκε κατά την ψήφιση του μνημονίου), είτε με ενεργοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας μέσω ειδικών δημοψηφισμάτων. Στα δημοψηφίσματα αυτά επιβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή, διότι η νομιμοποίηση στις ως άνω αποφάσεις, περιλαμβανομένων και όσον ανακύπτουν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται, όπως έως σήμερα, σαν υπόθεση των «ειδημόνων» και των «τεχνικών της εξουσίας» αλλά ως γνήσια έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Πολλώ δε μάλλον σήμερα, εν όψει των επώδυνων μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, δεδομένου ότι αναδεικνύονται νέες πτυχές των σχέσεών μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες δεν νοείται να εξελίσσονται και να παράγουν τα –όποια και όποιας χρησιμότητας– αποτελέσματά τους ερήμην του ελληνικού λαού.
β. Την ρητή αναοριοθέτηση, με βάση τα σημερινά δεδομένα, αλλά και ενίσχυση της θεσμικής προστασίας (αντί της εγκατάλειψης…) των ζωτικών για την υπόσταση του εθνικού κράτους –σε τελευταία δε ανάλυση και της Δημοκρατίας– δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, που συγκροτούν τον "σκληρό πυρήνα του κράτους", ώστε να αναδειχθεί συμβολικά και ουσιαστικά η ιδιαίτερη σημασία και αξία τους, που βάλλεται πανταχόθεν επιτηδείως και πολυτρόπως…
γ. Την αποτροπή, κατ'επέκταση, της πλήρους εμπορευματοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών και ιδίως της εκχώρησης νευραλγικών τομέων της υγείας, της πρόνοιας, της παιδείας, του πολιτισμού και του αθλητισμού σε ισχυρά –και συνήθως κρατικοδίαιτα κατά τα ανωτέρω– ιδιωτικά κέντρα οικονομικής ισχύος, που φιλοδοξούν να υποκαταστήσουν, με το αζημίωτο, αρμοδιότητες που θα έπρεπε να ανήκουν αποκλειστικά, ή έστω κατά βάση, στο κράτος.
δ. Την πλήρη οργανωτική αναδιάρθρωση του κράτους, κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται πλήρως τόσο στον ρόλο του ευέλικτου και αποτελεσματικού «κράτους στρατηγείου» όσο και στην παροχή των υπηρεσιών με τις οποίες είναι επιφορτισμένο. Αυτό σημαίνει καταμερισμό έργου, μεταξύ επιτελικού σχεδιασμού και εκτέλεσης, αποκέντρωση του δεύτερου, αναβάθμιση προσωπικού και λειτουργιών με ευρηματικό τρόπο και αντιγραφειοκρατικές τομές που θα προκαλέσουν στους πολίτες την αίσθηση ότι κάτι επιτέλους κινείται.
Υπό αυτό το πρίσμα, αλλά με ειδικότερες στοχεύσεις στην σχετική θεσμική πολιτική, πρέπει να αντιμετωπισθεί και το πρόβλημα της «διαπλοκής», η οποία παρουσιάζει, κατά τα προεκτεθέντα, μεγαλύτερη ένταση και πολλές ιδιαιτερότητες στη χώρα μας. Το κρίσιμο εν προκειμένω είναι να υπάρχει πολιτική βούληση πραγματικής αντιμετώπισης και όχι απλής διαχείρισής του εν λόγω προβλήματος, η οποία πρέπει να ξεκινάει, όπως αναφέραμε αναλυτικά προηγουμένως, από μια βασική παραδοχή: ότι τα ελληνικά "διαπλεκόμενα συμφέροντα" δεν είναι κατά βάση εξωγενή ως προς το κράτος ιδιωτικά συμφέροντα –που θέλουν απλώς να το αλώσουν– αλλά γνήσια αποκυήματά του, που κινούνται με άνεση στην γκρίζα περιοχή τόσο μεταξύ κράτους και ιδιωτικής κοινωνίας, μετέχοντας και στα δύο, όσο και μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας. Με άλλα λόγια, αντιμέτωπος μιας τέτοιας πολιτικής είναι συγκροτημένα και ισχυρά κέντρα οικονομικής ισχύος, τα οποία είναι ιδιωτικά μεν ως προς την διαχείριση και την κάρπωση των οικονομικών αγαθών και υπηρεσιών που διαχειρίζονται, κρατικογενή όμως και κρατικοδίαιτα μέχρι μυελού οστέων ως προς την ιδιοσυστασία και την πηγή της ισχύος τους.
Το βασικό λοιπόν ζητούμενο μιας θαρραλέας μεταρρύθμισης στην περίπτωσή μας δεν είναι απλώς η διάρρηξη συνήθων και γνωστών από άλλες χώρες δεσμών διαπλοκής του κράτους με –ενδογενη ή εξωγενή ή μικτά– ιδιωτικά συμφέροντα. Είναι η λήψη επί μέρους πρόσφορων μέτρων για την γενναία και ριζική αποκοπή του ομφαλίου λώρου που συνδέει το ελληνικό κράτος με το ιδιόμορφο και παρασιτικό οικονομικό παρακράτος των ιδιοκτητών ΜΜΕ, των χρηματιστών, των εργολάβων και των προμηθευτών…
Προς την κατεύθυνση αυτήν οι Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές αποτελούν, αναμφισβήτητα, την πρώτη γραμμή άμυνας του εθνικού κράτους. Ωστόσο δεν είναι και πανάκεια για την ίαση κάθε παθογένειάς του ούτε είναι δυνατόν να αντικαταστήσουν εκ βάθρων όλους τους διοικητικούς μηχανισμούς του εθνικού κράτους, το οποίο οφείλει να απαντήσει αποφασιστικά στις προαναλυθείσες προκλησεις της εποχής μας, επαναπροσδιορίζοντας αποφασιστικά τον ρόλο και τις λειτουργίες του. Πράγματι, ούτε η συνταγματοποίηση του ΑΣΕΠ, του ΕΣΡ και του Συνηγόρου του Πολίτη ούτε η καθιέρωση νέων διοικητικών αρχών είναι από μόνες τους αρκετές να προφυλάξουν το εθνικό κράτος από την επέλαση των πελατειακών και των "διαπλεκόμενων" ιδιωτικών συμφερόντων, δεδομένου ότι οι δυνατότητες των τελευταίων υπερακοντίζουν συχνά τις όποιες αποσπασματικές άμυνες και αντιστάσεις. Έτσι, όλες οι προαναφερθείσες λύσεις θα αποδειχθούν εμβαλωματικές και απρόσφορες αν δεν συνοδευθούν, σε τελευταία ανάλυση, από μια θεαματική αντεπίθεση του κράτους στον τομέα της επανάκτησης της χαμένης αξιοπιστίας του ως προς την διαχείριση των πολιτικών και οικονομικών υποθέσεων.
Με άλλα λόγια, προτού αντιμετωπίσει το κράτους παλαιούς και νέους κινδύνους πρέπει πρώτα και πάνω απ'όλα να πείσει για την ειλικρίνεια και συνέπεια των πράξεων και επιλογών του, ανακαθορίζοντας με περίσκεψη αλλά και θάρρος τον ρόλο του και τις προτεραιότητές του, με βάση την νέα πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα, και χαράσσοντας αποφασιστικά την νέα διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον –αναγκαίο– ρεαλισμό και τον –αποφευκτέο– ενδοτισμό απέναντι στις σειρήνες της αυτοπεριθωριοποίησής του.
 
Β. Η αποκατάσταση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος
Τα όσα προηγήθηκαν στοιχειοθετούν κατά την άποψή μας μια προχωρημένη γραμμή πολιτική άμυνας του ελληνικού εθνικού κράτους απέναντι στην εξωτερική και εσωτερική υπονόμευση και αμφισβήτησή του. Ωστόσο η άμυνα αυτή θα παραμείνει ελλιπής και επισφαλής αν δεν συνδυαστεί με μια νέα συνολική θεσμική αρχιτεκτονική, που θα συνοδεύεται από την εκ βάθρων αναδιάρθρωση των νομιμοποιητικών θεμελίων του. Μια τέτοια αρχιτεκτονική συνεπάγεται, ιδίως, αφ’ενός μεν την αποφασιστική διεύρυνση και ενίσχυση της δημοκρατικής βάσης του κράτους, μέσω της θαρραλέας μεταρρύθμισης του πολιτικού συστήματος, αφ’ετέρου δε την ριζική επαναδιατύπωση της ελευθερίας, κατά τρόπον ώστε να ενοποιεί και να δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο στα πολιτικά, κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα, συγκροτώντας μέσω της κοινωνικής συνοχής και των ατομικών αντιστάσεων μια δεύτερη γραμμή άμυνας απέναντι στα διεθνή και εγχώρια "διαπλεκόμενα συμφέροντα".
Πρωταρχικό μέλημα της μεταρρύθμισης του πολιτικού συστήματος, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, είναι η αντιμετώπιση της κρίσης της πολιτικής, που εκδηλώνεται αφενός μεν ως κρίση της αντιπροσώπευσης και ειδικότερα του κοινοβουλευτισμού αφ’ετέρου δε ως κρίση της πολιτικοποίησης και της συμμετοχής στα κοινά. Προς την κατεύθυνση αυτήν πρέπει να αξιοποιηθεί, ουσιαστικά και συμβολικά, ένα ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων, που εκτίθενται εδώ σε γενικές γραμμές –δεδομένου ότι ακολουθεί αναλυτική σχετική εισήγηση του Θανάση Ξηρού– αφορούν δε, ειδικότερα, πρώτον την αποκατάσταση της «τιμής» και της αξιοπιστίας του πολιτικού κόσμου, δεύτερον την αναζωογόνηση της δημοκρατικής αρχής και του αντιπροσωπευτικού συστήματος και τρίτον την περαιτέρω ενίσχυση των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων.
α. Ως προς το πρώτο σκέλος των μεταρρυθμίσεων η μεγαλύτερη σύγκλιση αναμφισβήτητα παρατηρείται στην κατάργηση των συνταγματικών προνομίων των βουλευτών και των υπουργών ως προς την ποινική τους αντιμετώπιση, η οποία, πλέον, έχει καταντήσει να είναι περισσότερο πολιτική αντιμετώπιση, τόσο στα θέματα της ασυλίας των βουλευτών όσο και στα θέματα της ποινικής δίωξης των υπουργών. Οι όποιες αλλαγές, βέβαια, πρέπει να γίνουν με αυτοσυγκράτηση, διότι η δικομανία και η ροπή προς την υπερβολή μπορεί να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Χρειάζεται, ως ασφαλιστική δικλείδα, ένας μηχανισμός διήθησης, συγκροτούμενος κατά την άποψή μου αποκλειστικά από δικαστές.
Πανθομολογούμενη είναι πλέον η ανάγκη και για την αλλαγή του τρόπου ανάδειξης της ηγεσίας της δικαιοσύνης, με προτιμότερη μάλλον την άποψη η όλη διαδικασία να αντιστοιχηθεί κατά κάποιο τρόπο προς την επιλογή της ηγεσίας των ανεξάρτητων αρχών αλλά και με ασφαλιστική δικλείδα, αν παρατηρηθεί δυστοκία ή κωλυσιεργία, την ανάθεση της εν λόγω αρμοδιότητας, μετά την παρέλευση συγκεκριμένης προθεσμίας, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Αλλαγές επιβάλλονται και ως προς την λειτουργία των εξεταστικών επιτροπών, στις οποίες θα ήταν μάλλον χρήσιμο να συμμετέχουν και ορισμένες ανεξάρτητες προσωπικότητες εκτός Βουλής, ώστε να περιορισθούν τα περιθώρια μικροκομματικών επιλογών.
Τέλος συζητήσιμη πρέπει να θεωρηθεί και η άποψη για ασυμβίβαστο βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας ή, έστω, η προτιμότερη κατά την άποψή μας, εν όψει της συγκεκριμένης παράδοσης του ελληνικού κοινοβουλευτικού συστήματος, καθιέρωση ενός ειδικού περιορισμού (πχ ενός ποσοστού 5%), ως προς τα μέλη της Βουλής που θα μπορούν να συμμετέχουν στην εκτελεστική εξουσία (όπως ισχύει στην Αγγλία).
β. Το δεύτερο –και σημαντικότερο ίσως– σκέλος των επιβαλλόμενων μεταρρυθμίσεων είναι κατά τα ανωτέρω αυτό που αφορά την ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας και των συμμετοχικών μας θεσμών, ως αντιβάρων στην σοβούσα κρίση αντιπροσώπευσης του πολιτικού μας συστήματος.
Σημαντικότερο μέτρο θα ήταν, υπό αυτό το πρίσμα, ο εμπλουτισμός του αντιπροσωπευτικού συστήματος, με την λελογισμένη υιοθέτηση μορφών άμεσης δημοκρατίας, τόσο ως προς την λήψη των αποφάσεων (δημοψήφισμα με πρωτοβουλία όλων των παραγόντων του πολιτεύματος –Βουλή, Κυβέρνηση, Πρόεδρος– με προέχοντα όμως, πλέον, τον ρόλο της λαϊκής πρωτοβουλίας) όσο και ως προς την άσκηση του νομοθετικού έργου (νομοθετική πρωτοβουλία από τον λαό, με συγκέντρωση αριθμού υπογραφών, αλλά και από άλλους φορείς με ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση, όπως πχ από τους κεντρικούς φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης).
Στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού του πολιτικού μας συστήματος – έμμεσα δε και της αποκατάστασης της τιμής του πολιτικού κόσμου– καθοριστικό ρόλο θα μπορούσε να διαδραματίσει και η αλλαγή του τρόπου χρηματοδότησης των κομμάτων, η οποία έχει ήδη δρομολογηθεί, με βάση την ευρύτατη σύγκλιση που παρατηρείται στον δημόσιο διάλογο ως προς την διασφάλιση όρων διαφάνειας και ουσιαστικού ελέγχου. Ωστόσο η αλλαγή αυτή, για να είναι περισσότερο αποτελεσματική, πρέπει να συνδυασθεί με μια άλλη ακόμη πιο απαραίτητη αλλαγή: την ριζική τροποποίηση του εκλογικού συστήματος, με άξονες πρώτον τον δικαιότερο δυνατό συνδυασμό μεταξύ της αντιστοίχησης ψήφων και εδρών και της κυβερνητικής σταθερότητας και δεύτερον την εξουδετέρωση της επιρροής του πολιτικού χρήματος και των ΜΜΕ στην ανάδειξη των αντιπροσώπων του λαού. Ιδιαίτερη δε έμφαση, ως προς το δεύτερο κριτήριο, πρέπει να δοθεί στην απαλλαγή από την καταδυνάστευση του σταυρού προτίμησης, ο οποίος οδηγεί, παρά τις όποιες τιμητικές εξαιρέσεις, στην άκρατη βουλευτοκρατία, στην έξαρση του πελατειασμού, στον εκμαυλισμό συνειδήσεων και στην καταθλιπτική επιρροή των –γενικών και τοπικών– διαπλεκόμενων συμφερόντων.
γ. Ως προς το τρίτο σκέλος των επιβαλλόμενων μεταρρυθμίσεων, το βάρος πρέπει να δοθεί σε μια νέα θεώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, κατ’επέκταση δε και των μηχανισμών προστασίας τους, με επίκεντρο την αντιμετώπιση, με νέους όρους, των καινοφανών κινδύνων που εγκυμονούν οι αναδυθείσες στο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης ιδιωτικές εξουσίες.
Καθοριστικής σημασίας είναι πλέον και η ουσιαστική θωράκιση της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, που υφίστανται μια ολοένα εντεινόμενη υπονόμευση από τις δυνάμεις τις αγοράς (με αποκορύφωμα βέβαια τα μέτρα που λήφθηκαν βάσει του «μνημονίου»). Η ρητή –και ορθή– αναγνώριση του κοινωνικού κράτους, στην τελευταία συνταγματική αναθεώρηση, δυστυχώς δεν αποδείχθηκε αρκετή. Πρέπει λοιπόν να συμπληρωθεί αφ’ενός μεν με την ενίσχυση της πολλαπλά βαλλόμενης συλλογικής αυτονομίας (προκειμένου να διασωθούν τουλάχιστον ορισμένες θεμελιώδεις κατακτήσεις του παγκόσμιου εργατικού κινήματος) αφ’ετέρου δε με την κατοχύρωση ενός «εγγυημένου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης». Ο όρος είναι κατά πολύ ευρύτερος του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος», που συζητείται κατά καιρούς, διότι μπορεί να συμπεριλαμβάνει κάθε είδους παροχές και μέτρα κοινωνικής προστασίας. Ως εκ τούτου μια τέτοια τροποποίηση μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο όλων των επί μέρους κοινωνικών δικαιωμάτων, καθιερώνοντας ένα είδος σκληρού πυρήνα τους, ενισχύοντας δηλαδή τον δεσμευτικό χαρακτήρα τους και καθιστώντας περισσότερο απτή και διεκδικήσιμη –πολιτικά και δικαστικά– την κοινωνική δικαιοσύνη.
Στα ανωτέρω πρέπει οπωσδήποτε να προστεθεί και μια νέα συνταγματική διευθέτηση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας, ώστε να ξεπερασθεί ο μόνος σοβαρός αντιδημοκρατικός και αντιδικαιοκρατικός αναχρονισμός που παρέμεινε στο Σύνταγμα του 1975. Με τα προσχήματα και τις υπεκφυγές που κυριάρχησαν στην προηγούμενη αναθεώρηση δυστυχώς χάθηκε μια χρυσή ευκαιρία να λήξει αυτή η ιστορική εκκρεμότητα και να ξεπερασθούν αντιλήψεις που υπονομεύουν τον ρόλο και την αξιοπιστία του ελληνικού κράτους. Είναι λοιπόν ευκαιρία τώρα, που τα ζητήματα δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη έξαρση, να αρχίσει ένας ευρύς και νηφάλιος διάλογος, προκειμένου να διατυπωθούν ολοκληρωμένες προτάσεις, που θα αποβλέπουν –με όρους τιμής και σεβασμού στην θρησκευτική μας παράδοση– τόσο στην αποεκκλησιαστικοποίηση του Κράτους όσο και στην αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας.
Τέλος, ιδιαίτερα σημαντική πτυχή του τρίτου σκέλους των επιβαλλόμενων μεταρρυθμίσεων είναι η τόνωση του πλουραλιστικού χαρακτήρα της σύγχρονης δημοκρατίας, τόσο γενικά, μέσω της πολλαπλής ενθάρρυνσης της αυτόνομης θεσμικής οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών –ως ισχυρής ενδιάμεσης βαθμίδας μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας των ιδιωτικών συμφερόντων και ως προνομιακού πεδίου των δικαιωμάτων, των κινημάτων και των κοινωνικών αντιστάσεων– όσο και, ειδικότερα, μέσω της νέας ρύθμισης του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, με κριτήριο την διαφάνεια του καθεστώτος των αδειοδοτήσεων και την αποτροπή ολιγοπωλιακού ελέγχου της πληροφόρησης. Η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή, όσον αφορά τις συχνότητες, παρέχει μια μοναδική ευκαιρία για να δοθούν οριστικές λύσεις προς αυτήν την κατεύθυνση, που πρέπει να αξιοποιηθούν στο έπακρο, προκειμένου να αλλάξει επιτέλους ριζικά το σημερινό καθεστώς, που αποτελεί τον ορισμό της διαπλοκής, της ιδεολογικοπολιτικής χειραγώγησης και της πολιτιστικής υποβάθμισης…
 
 
Β. Η επαναθεμελίωση του διοικητικού συστήματος
Είναι πανθομολογούμενο ότι οι παθογένειες του ελληνικού διοικητικού συστήματος –και ιδίως τα εκτεταμένα κρούσματα διαπλοκής, διαφθοράς, ευνοιοκρατίας και συναλλαγής που προαναφέραμε– αποτελούν τις σημαντικότερες γενεσιουργές αιτίες της σημερινής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Ως εκ τούτου, η ριζική αναβάθμιση της σημερινής δομής και λειτουργίας του δεν αποτελεί «πολυτέλεια», όπως ακούγεται από ορισμένες πλευρές, αλλά πρωταρχική προτεραιότητα. Η όποια δε κριτική δεν πρέπει να αφορά τις πρόσφατες σχετικές πρωτοβουλίες, που εν πολλοίς κινούνται σε σωστή κατεύθυνση, αλλά τον περιορισμένο και αποσπασματικό χαρακτήρα τους, καθώς και το έλλειμμα πολιτικής που χαρακτηρίζει πολλές πλευρές της κυβερνητικής δράσης.
Είναι γεγονός ότι ήδη έχουν καταγραφεί, σε ορισμένους τομείς, απτά δείγματα γραφής, τα οποία αλλάζουν το τοπίο, τόσο ως προς την κατοχύρωση της αποτελεσματικότητας και της διαφάνειας της κρατικής δράσης (ηλεκτρονική διακυβέρνηση, πρόγραμμα «διαύγεια», ανεξάρτητη αρχή για τις προμήθειες, νέα οργάνωση του πειθαρχικού ελέγχου) όσο και ως προς την πλήρη διασφάλιση της αξιοκρατίας στις προσλήψεις των υπαλλήλων και τις επιλογές των προϊσταμένων, οι οποίες τα τελευταία χρόνια είχαν υποταγεί πλήρως στις κραυγαλέα μικροκομματικές και πελατειακές πρακτικές.
Σημαντική, αναμφίβολα, υπήρξε και η αποφασιστική επιλογή για την αναδιάταξη της αποκεντρωμένης διοίκησης και της αυτοδιοίκησης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι μεγάλες αλλαγές που δρομολογήθηκαν (στην αρχική εκπόνηση των οποίων είχε και προσωπικά την τιμή να συμβάλει ο γράφων ως μέλος της σχετικής επιτροπής), θα στηριχθούν επαρκώς από τον προβλεπόμενο μηχανισμό παρακολούθησης, ώστε να ξεπερασθούν ως τάχιστα οι ποικίλες και σοβαρές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι αυτοδιοικητικοί και διοικητικοί φορείς στα πρώτα βήματα του μακρού, όπως φαίνεται, μεταβατικού σταδίου. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι πολύ σημαντικό να μην επικρατήσουν ορισμένες απλοϊκές και στενόμυαλες απόψεις ότι με το «Πρόγραμμα Καλλικράτης» ολοκληρώνεται η διοικητική μεταρρύθμιση. Οι πραγματοποιηθείσες αλλαγές είναι όντως κρίσιμες και χρήσιμες αλλά πρέπει να αντιμετωπισθούν απλώς σαν πρώτο βήμα, καθώς μια ολοκληρωμένη αναδιάρθρωση του διοικητικού μας συστήματος προϋποθέτει αλλά και συνεπάγεται μείζονες αλλαγές και πολλαπλές παρακαμπτήριες οδούς (“by pass”), προκειμένου να υποκατασταθεί σταδιακά, με παράπλευρες υγιείς διοικητικές λειτουργίες, η υφιστάμενη προβληματική και αρτηριοσκληρωτική δομή. Προς την κατεύθυνση αυτήν, ειδικότερα, απαιτείται:
α. Ο προσεκτικός διαχωρισμός, σε κάθε υπουργείο, των επιτελικών από τις εκτελεστικές αρμοδιότητες (μετά από προσεκτική χαρτογράφησή τους) και η διατήρηση στα υπουργεία μόνο των πρώτων, προκειμένου να επιτευχθεί πράγματι ο διακηρυγμένος –και απαραίτητος κατά τα ανωτέρω– στόχος για επιτελική κεντρική διοίκηση και, κατ’επέκταση, για «κράτος στρατηγείο».
β. Η ανάθεση αυτών των επιτελικών αρμοδιοτήτων σε ευάριθμες διευθύνσεις, οι οποίες και θα αποτελούν στο εξής, μόνες αυτές, τον διοικητικό μηχανισμό του κάθε υπουργείου. Οι εν λόγω διευθύνσεις θα στελεχώνονται με προσωπικό υψηλών προσόντων –και αντίστοιχων αμοιβών– που θα προσληφθεί με ανοιχτό διαγωνισμό, συνυπολογιζομένης πάντως της διοικητικής πείρας των ήδη υπηρετούντων, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στελεχών.
γ. Η μεταφορά όλων των άλλων (εκτελεστικών) αρμοδιοτήτων, σε φορείς είτε της καθ’ύλην αποκέντρωσης (δημόσιες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα) είτε της κατά τόπον αποκέντρωσης (δηλαδή στις νέες διοικητικές δομές που έχουν ήδη διαμορφωθεί, με την αναδιάταξη των κρατικών περιφερειακών οργάνων) είτε της τοπικής αυτοδιοίκησης (δηλαδή στους νέους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης που έχουν δημιουργηθεί με την αναβάθμιση των δήμων και την καθιέρωση της περιφερειακής –και της μητροπολιτικής – αυτοδιοίκησης).
δ. Η ριζική αναβάθμιση των ΚΕΠ, τόσο ως προς την στελέχωση (επίσης με ανοιχτό διαγωνισμό και με ιδιαίτερη έμφαση στην πρόσληψη ταλαντούχων νέων ανθρώπων με ιδιαίτερες γνώσεις στον χειρισμό ηλεκτρονικών μέσων) όσο και ως προς την λειτουργία, με την βαθμιαία μετατροπή τους σε ολοκληρωμένα τοπικά διοικητικά κέντρα, που θα διεκπεραιώνουν οιονεί εργολαβικά τις υποθέσεις των πολιτών.
ε. Η αναζήτηση και άλλων ευρηματικών «παρακαμπτήριων δρόμων», όπως για παράδειγμα οι «ομάδες διοίκησης έργου», οι οποίες έχουν ήδη λειτουργήσει σε κάποιον βαθμό ικανοποιητικά, σε ορισμένους τομείς άσκησης διοικητικών αρμοδιοτήτων.
στ. Η κατάργηση του προληπτικού συστήματος ελέγχων ως προς την παροχή διοικητικών αδειών και η αντικατάστασή του με αυστηρούς κατασταλτικούς ελέγχους –και με δρακόντειες ποινές ως προς τους συνυπογράφοντες τις σχετικές αιτήσεις (μέλη δικηγορικών συλλόγων, μέλη οικονομικού ή τεχνικού επιμελητηρίου κοκ)– προκειμένου να απεμπλακεί το διοικητικό μας σύστημα από γραφειοκρατικές καθυστερήσεις αλλά και από σημαντικές εστίες συναλλαγής και διαφθοράς[3].
Εν όψει των ανωτέρω απαιτούμενων αλλαγών, αλλά και άλλων ειδικότερων που δεν είναι του παρόντος[4], είναι φανερό ότι τόσο τα ήδη ληφθέντα θαρραλέα μέτρα κατά της αδιαφάνειας και του πελατειακού συστήματος όσο και το «Πρόγραμμα Καλλικράτης» είναι μεν εξαιρετικά σημαντικά και από μόνα τους αλλά δεν παύουν να είναι μόνον η αρχή. Αποτελούν στην πραγματικότητα το έναυσμα αλλά και την προϋπόθεση –δημιουργώντας πρόσφορο θεσμικό και οργανωτικό κέλυφος αλλά και κατάλληλες θέσεις υποδοχής– για μια ολοκληρωμένη και ριζική τομή στο διοικητικό μας σύστημα, που προβάλλει πλέον, επιτακτικότερα από ποτέ, ως το μεγάλο ζητούμενο…
ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΑΣΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
 
1. Για την προ του 2000 βιβλιογραφία παραπέμπω στο έργο μου:
Σωτηρέλης Γ., Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2000.
 
2. Για την μετά το 2000 βιβλιογραφία βλ. εν πρώτοις τα έργα του τιμωμένου με την παρούσα έκδοση:
Παπαδημητρίου Γ., Συνταγματικές Μελέτες, Τόμοι Ι και ΙΙ, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007.
Παπαδημητρίου Γ., Η δημοκρατία σε δοκιμασία, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2008.
καθώς και τα αφιερώματα στη μνήμη του:
Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών Ανδρέας Παπανδρέου (ΙΣΤΑΜΕ), Εκδήλωση μνήμης Γιώργου Παπαδημητρίου, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2009,
Τμήμα ΠΕΔΔ ΕΚΠΑ – Τμήμα Νομικής ΑΠΘ, Σύνταγμα, Δημοκρατία και Πολιτειακοί Θεσμοί, Μνήμη Γιώργου Παπαδημητρίου Ι, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2011.
Βλ. επίσης, ιδίως:
 
Α. Ελληνική βιβλιογραφία
 
Αλιβιζάτος Ν., Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία (1800-2010), εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011,
Βενιζέλος Ευ., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2008,
Βενιζέλος Ευ., Το αναθεωρητικό κεκτημένο, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2002,
Βούλγαρης Γ., Η πρόκληση της ηγεμονίας, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2003,
Βούλγαρης Γ., Η Ελλάδα από τη μεταπολίτευση στην παγκοσμιοποίηση, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2008,
Γιαταγάνας Ξ., Δικαίωμα αντίστασης και πολιτική ανυπακοή. Νομιμοποίηση κατά νομιμότητας, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2010,
Γιώτη-Παπαδάκη Ο., Ευρωπαϊκή Πολιτική Ολοκλήρωση και πολιτικές αλληλεγγύης, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2010,
Δαγτόγλου Π., Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, εκδ. Αντ. Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 2004,
Δελλής Γ., Κοινή ωφέλεια και αγορά, τ. Α΄ και Β΄, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2008,
Δρόσος Γ.Το «Μνημόνιο» ως σημείο στροφής του πολιτεύματος,σε: Constitutionalism.gr (Δικτυακός Τόπος του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης), Άρθρα 2010,
Ζαρίφης Π., Το κράτος και η «σύγκρουση των πολιτισμών», εκδ. Μαϊστρος, Αθήνα 2009,
Καϊδατζής Α., Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006,
Κόλλιας Χ. – Ναξάκης Χ. – Χλέτσος Μ., Μύθοι και πραγματικότητα την εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2003,
Κοντιάδης Ξ. (επιμ.), Πέντε χρόνια μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, τόμοι Ι και ΙΙ, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2008,
Κοντιάδης Ξ., Ελλειμματική Δημοκρατία. Κράτος και κόμματα στη σύγχρονη Ελλάδα, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2009,
Κοντιάδης Ξ. – Ανθόπουλος Χ. (επιμ.), Κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος; Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2008,
Κοτζιάς Ν., Παγκοσμιοποίηση. Η ιστορική θέση, το μέλλον και η πολιτική σημασία, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003,
Κοτζιάς Ν., Το ενεργητικό εθνικό κράτος. Εθνικό κράτος και παγκοσμιοποίηση, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2004,
Λαπαβίτσας Κ. – Μπασκόζος Ι. (επιμ.), Η πολιτική οικονομία της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2004,
Λιανός Α., Η γραφειοκρατία στον αστερισμό της ύστερης νεωτερικότητας – και η λανθάνουσα γοητεία του μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2007,
Λυμπερόπουλος Κ., Η αρπαγή της Ευρώπης, Η Ευρώπη στη σκιά της Πλανητικής Αυτοκρατορίας, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2005,
Μαϊστρος Π., Τα τρία κύματα των μεταρρυθμίσεων της δημόσιας διοίκησης [1975-2015+], εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2009,
Μάνεσης Αρ., Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, ΙΙ, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007 (με πρόλογο Γ. Παπαδημητρίου – Γ. Σωτηρέλη),
Μανιτάκης Αντ., Η συνταγματική οργάνωση του κράτους, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2009,
Μπακατσιάνος Γ., Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2007,
Ξηρός Θ., Ζητήματα Δικαίου των Πολιτικών Κομμάτων, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2010,
Παντελής Α., Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2007,
Παπούλιας Δ., Χρυσάφι είναι το δημόσιο. Ρητορεία και πραγματικότητα των μεταρρυθμίσεων, εκδ. Εστία, Αθήνα 2007,
Πασσάς Α. – Τσέκος Θ. (επιμ.), Εθνική Διοίκηση και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2009,
Πελαγίδης Θ. (επιμ.), Η εμπλοκή των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα. Μια αποτίμηση του εκσυγχρονισμού, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2005,
Σπηλιωτόπουλος Ε., Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, τόμος 1, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2010,
Σπυρόπουλος Φ., Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2006,
Σωτηρέλης Γ., Το αβέβαιο συνταγματικό μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συμβολή στον τόμο: «Σύνταγμα-Ελληνική Πολιτεία-Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, Αφιέρωμα στον Δημήτρη Τσάτσο», εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2004),
Σωτηρέλης Γ., Κωλύματα εκλογιμότητας και ασυμβίβαστα βουλευτών, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006,
Σωτηρέλης Γ., Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, προκλήσεις και προοπτικές, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2006,
Σωτηρέλης Γ., Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: Τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια, σε: Constitutionalism.gr (Δικτυακός Τόπος του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης), Μελέτες 2011,
Σωτηρέλης Γ. – Ξηρός Θ. (επιμ.), Από τη νομαρχιακή στην περιφερειακή αυτοδιοίκηση, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2010,
Σωτηρόπουλος Δ. (επιμ.), Η άγνωστη κοινωνία πολιτών: κοινωνικές κινητοποιήσεις, εθελοντισμός και κράτος στη σύγχρονη Ελλάδα, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2004,
Σωτηρόπουλος Δ., Κράτος και μεταρρύθμιση στη σύγχρονη νότια Ευρώπη, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2007,
Τασόπουλος Γ., Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2007,
Τσαϊτουρίδης Χρ., Δύναμη και Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2009,
Τσάτσος Δ., Η μεγάλη παρακμή, Συγκυριογραφία για θέματα αναξιοπιστίας της πολιτείας και της πολιτικής, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2006,
Τσάτσος Δ., Η έννοια της δημοκρατίας στην ευρωπαϊκή συμπολιτεία, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2007,
Τσάτσος Δ., Πολιτεία, εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2010
Τσουκαλάς Κ., Ανα-γνώσεις ενός κόσμου που θα μπορούσε να είναι άλλος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2002,
Τσουκαλάς Κ., Πόλεμος και Ειρήνη. Μετά το «τέλος της ιστορίας», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2006
Τσούκαλης Λ., Ποια Ευρώπη; Εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2004,
Χρυσόγονος Κ., Συνταγματικό Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2003,
Χρυσόγονος Κ., Η ιδιωτική δημοκρατία. Από τις πολιτικές δυναστείες στην κλεπτοκρατία, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2009,
Υπουργείο Εξωτερικών (συλλογικός τόμος), Όλοι μαζί από το 1957. Η ευρωπαϊκή Ένωση 50 χρόνια μετά τη συνθήκη της Ρώμης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2007.
 
Β. Ξένη Βιβλιογραφία (ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση)
 
BacheI. – GeorgeS., Politics in the European Union, Oxford University Press, Oxford 2006,
BaleT., Πολιτική στις χώρες της Ευρώπης. Πολυεπίπεδη διακυβέρνηση και αλληλεπιδράσεις, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2011,
Bartolini S., Restructuring Europe: Centre Formation, System Buildihg, and Political Stucturing between the Nation State and the European Union, Oxford University Press, Oxford 2007,
Cameron D. – Ranis G. – Zinn An. (Eds), Globalization and Self-Determination: Is the nation-state under siege?, Routledge, New York, 2006,
Castles M., The Future of the Welfare State: Crisis Myths and Crisis Realities, Oxford University Press, Oxford 2004,
Felice W. F., The Global New Deal: Economic and Social Human Rights in World Politics, Rowman & Littlefield, Lanham, MD 2010,
FerryJ.-M., Το ζήτημα του Ευρωπαϊκού Κράτους, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2006,
Fukuyama F., State – Building: Governance and World Order in the 21st Century, Profile Books Ltd, London 2004,
HabermasJ., Ο μεταεθνικός αστερισμός, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2003,
HemerijkA. – KnapenB. – VanDoorneE. (επιμ.), Μετά το σεισμό. Οικονομική κρίση και θεσμική επιλογή, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 2010,
Hutton W., Them and Us: Politics, Greed and Inequality – Why we need a Fair Society, Little Brown, London 2010,
Krugman P., The Conscience of a Liberal, W.W. Norton, New York 2007,
Krugman P., The Return of Depression Economics and the crisis of 2008, W.W. Norton, New York 2008,
LascoumesP. (Λασκούμ Π.), Διαφθορά, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003,
Lechner F. Globalization: The making of world society, Wiley – Blackwell, UK 2009,
Levy J. (επιμ.), The State after Statism: New State Activities in the Age of Liberalization, Harvard University Press, Gambridge 2006,
Ovortrup M., The politics of Participation, Manchester University Press, Manchester 2007,
RamonetI., Το απόλυτο Κραχ. Η κρίση του αιώνα και η ανασυγκρότηση του μέλλοντος, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2009,
Ranis G. – Vreeland J.R. – Kosack S. (Eds), Globalization and the Nation State: The impact of the IMF and the World Bank, Routledge, New York, 2006,
SiedentopL., Δημοκρατία στην Ευρώπη, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2002,
SidjanskiD., Η αναζήτηση μιας πρωτότυπης ευρωπαϊκής ομοσπονδίωσης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2002,
SchmidtH., H αυτοδυναμία της Ευρώπης. Προοπτικές για τον 21o αιώνα, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2003,
Schmidt V. A., Democracy in Europe: The EU and National Politics, Oxford University Press, Oxford 2004,
Starke P., Radical Welfare State Retrenchment, Palgrave Macmillan, Basinstoke 2007,
StiglitzJ. E., Ο θρίαμβος της απληστίας, εκδ. Παπαδόπουλος, Αθήνα 2011,
Tilly Ch., Democracy, Cambridge University Press, Cambridge 2007,
Zakaria F., The Post-American World, W.W. Norton, New York 2008,
Touscoz J., La Constitution de l’union Europeenne, Brylant, Bruxelles, 2002
Zurn M. – Joerges C., Law and Governance in Postnational Europe, Cambridge University Press, Cambridge 2007.
 


[1] Την πρώτη αναφορά στον όρο βρίσκουμε στον Geraskov, Emil Asenov, 1997, Market fundamentalisme and the paradoxes of transition, Published in: Durst, D.C., Dimitrova, M., Gungov, A., and Vassileva, B. (Eds.) (1997). Resurrecting the Phoenix. Proceedings from the Conference on Civil Society in South Eastern Europe: Ethical and Philosophical Perspectives (pp.96-102), Sofia: EOS Publishing House. Αμέσως μετά ο όρος υιοθετήθηκε από το σύνολο σχεδόν των δημοσίως τοποθετουμένων για την παγκοσμιοποίηση και τις συνέπειές της. Εντελώς ενδεικτικά Stiglitz, Joseph. Redefining the Role of the State – What should it do ? How should it do it ? And how should these decisions be made? Paper presented at the Tenth Anniversary of MITI Research Institute, Tokyo, March 1998. Soros, George, 2000, Open society: reforming global capitalism, PublicAffairs, USA, Stiglitz, Joseph. 2003, Globalization and its discontents, W.W. Norton, New York – London.

[2] Βλ. ενδεικτικά Kawata Junichi, 2006, Comparing political corruption and clientelism, Ashgate, Burlington, Roniger Luis, Güneş-Ayata Ayşe (Eds.), 1994,Democracy, clientelism, and civil society, Lynne – Rienner Publishers, Inc., USA

[3] Μια τέτοια επιλογή θα προϋπέθετε, ειδικότερα, μια συστηματική καταγραφή των υφιστάμενων ελέγχων (κατ’αντικείμενο, αρμοδιότητα κλπ) και στη συνέχεια τον διαχωρισμό των ολίγων, που παραμένουν προληπτικοί είτε για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης είτε λόγω ΕΕ, από τους πολλούς που θα υπαχθούν στην προτεινόμενη ρύθμιση. Οι τελευταίοι, ως δειγματοληπτικοί-κατασταλτικοί πλέον, πρέπει να αναμορφωθούν ριζικά (προστιθεμένων των κατά τα ανωτέρω υπολόγων) και να ομογενοποιηθούν – προτυποποιηθούν, διενεργούμενοι δικτυακά, υπό την εποπτεία ίσως του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, ώστε να αποφεύγονται καταχρηστικές εφαρμογές ή συναλλαγές.

[4] Όπως για παράδειγμα η αποφασιστική καταπολέμηση της πολυνομίας, η οποία, εκτός του ότι εκτρέφει την παρανομία και παραλύει την διοικητική δράση, έχει εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις και στην ίδια την ποιότητα του νομοθετικού έργου, λόγω της αδυναμίας των βουλευτών, λόγω του όγκου των υφιστάμενων και των προτεινόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων, να ανταποκριθούν έστω και στοιχειωδώς στα νομοθετικά καθήκοντά τους.

Ομιλία του Αριστοβουλου Μάνεση στο ανοικτό Πανεπιστήμιο του δήμου Βόλου, 1989

Aριστόβουλος Μάνεσης
Ομιλία του Αριστοβουλου Μάνεση στο ανοικτό Πανεπιστήμιο του δήμου Βόλου, 1989

ΜΑΝΕΣΗΣ: Θα ήθελα να ευχαριστήσω τονκ. Δήμαρχο για την ευγενική πρόσκληση του να μιλήσω στο πλαίσιο του Ανοιχτού Πανεπιστήμιου του Δήμου Βόλου καθώς και όλους εσάς που είχατε την καλοσύνη να έρθετε στην σημερινή ομιλία.

Το θέμα με το οποίο θα σας απασχολήσω είναι η νομικοπολιτική σημασία του Συντάγματος.

 

Το Σύνταγμα είναι ιστορικό προιόν των δύο τελευταίων αιώνων. Παλαιότερα δεν υπήρχαν Συντάγματα. Η εξουσία ασκούνταν κατά τρόπο εξαρτώμενο από την καλή η κακή  θέληση του μονάρχη η του οποιουδήποτε ευγενούς ,φεουδάρχη κ.ο.κ. Δηλαδή η οποιαδήποτε θέληση του μονάρχη ήταν κρατική θέληση και νομικά αδέσμευτη. Δεν υπήρχαν κανόνες νομικοί που να περιορίζουν την άσκηση κρατικής εξουσίας εκ μέρους του μονάρχη. Για παράδειγμα επί Λουδοβίκου του 14ου οι νόμοι τους οποίους εξέδιδε ο Λουδοβίκος, οι νόμοι για την ρύθμιση του οποιουδήποτε θέματος τελείωναν με μία χαρακτηριστική φράση: «cartelestnotreplaisir» δηλαδή «διότι έτσι μας αρέσει» Το ότι έτσι άρεσε στονμονάρχη, αυτό ήταν αρκετό για να ισχύσει σαν κρατική θέληση, η οποια δήποτε θέληση του. Υπήρχε μια ταύτιση της κρατικής θέλησης με τη θέληση του προσώπουτων κυβερνώντων. Ήδηαπότον 17οκαι 18ο αιώνα, ότανη αστική τάξη άρχισε να γίνεται οικονομικά κυρίαρχη, ζήτησε, απαίτησε να θεσπιστούν κάποιοι νομικοί κανόνες και να καταγραφούν σε ένα επίσημο κείμενο, που να ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης της μοναρχικής εξουσίας και να οριοθετούν την άσκηση της κρατικής εξουσίας έτσι ώστε να μην μπορεί να ισχύει σαν κρατική θέληση, η οποιαδήποτε θέληση, η οποιαδήποτε ιδιοτροπία του μονάρχη. Ήταν αίτημα της ανερχόμενης αστικής τάξης, η οποία αφ’ενόςμεν διεκδικούσε συμμετοχή στην άσκηση  της κρατικής εξουσίας, ηοποία ασκούνταν έως τότε από τον μονάρχη καιαπότους συγγενείς, τους φεουδάρχες, αφ’ ετέρου  δε ζητούσε τη θέσπιση περιορισμών στην άσκηση της κρατικής εξουσίαςκαι την καταγραφή σε ένα επίσημο κείμενο, ορισμένων νομικών κανόνων που να ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας και να θέτουν ορισμένα όρια στην άσκηση της. Έτσι ερχόμαστε στην Αμερικάνικη πρώτα επανάσταση και κατόπιν στη Γαλλική επανάσταση και έχουμε τα πρώτα Συντάγματα, δηλαδήστα 1776 στην Αμερική με το Σύνταγμα της πολιτείας της Βιργινίας (Virginia) και στη Γαλλία μετά τη Γαλλική επανάσταση του 1789 με τοπρώτο Γαλλικό Σύνταγματου 1791. Δηλαδή ονόμασαν Constitution αυτό το επίσημο κείμενο στο οποίο καταγράφηκαν οι κανόνες, βάσει των οποίων έπρεπε να ασκείται η κρατική εξουσία. Και ήρθε κατόπιν ο Κοραής και απέδωσε, μετέφρασε αυτόν τον όρο με τον όρο «constitution» με τον όρο «Σύνταγμα», τον οποίο τον βρίσκουμε και στην ελληνική αρχαιότητα. Στον αρειοπαγειτικό λόγο του Ισοκράτη υπάρχει ο όρος «το Σύνταγματης Πολιτείας» και  επίσης ο Ιστορικός Πολύβιος μιλάει για το Σύνταγμα  της Λακεδαίμονος λέγοντας ότι «ουδέν αιρετότερον του Λακωνικού καταστήματος και Συντάγματος», Κατάστημα, Σύνταγμα, δηλαδή πως είναι συντεταγμένη η εξουσία. Η λέξη «constitution» ξεκινάει από τα λατινικά, έλεγαν οι Ρωμαίοι «rempublicamconstituere», πως έχει συνταχθεί η πολιτεία. Το Σύνταγμα ή το κατάστημα κατά τον Πολύβιο είναι αυτό που λέμε σήμερα «καταστατικό χάρτη», όπως εννοούμε το καταστατικό ενός σωματείου. Τι είναι το καταστατικό του σωματείου; Η καταγραφή ορισμένων κανόνων που ρυθμίζουν τον τρόπο διοίκησης και λειτουργίας του σωματείου. Έτσι και το Σύνταγμα είναι το καταστατικό του Κράτους, το καταστατικό της Πολιτείας. Ρυθμίζει, επομένως, το Σύνταγμα τον τρόπο άσκησης της κρατικής εξουσίας.
Και ερωτάται: Τι εννοούμε λέγοντας κρατική εξουσία; Και πώς είναι δυνατόν η κρατική εξουσία να περιορίζεται, υπάρχει δυνατότητα να περιορίζεται η κρατική εξουσία;
Με τον όρο «εξουσία» εννοούμε την επιβολή μιας θέλησης σε άλλες θελήσεις π.χ. πριν από την τελευταία μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου με τον ν. 1329/1983, υπήρχε η πατρική εξουσία, εξουσία του πατέρα πάνω στα τέκνα, δηλαδή η επιβολή της θέλησης του πατέρα πάνω στη θέληση των παιδιών. Η κρατική εξουσία έχει την εξής ειδοποιό διαφορά σε σχέση με τις άλλες εξουσίες: έχει την ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής. Δηλαδή ενώ οποιαδήποτε άλλη εξουσία που ασκείται στο πλαίσιο του κράτους δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνον εφόσον η κρατική εξουσία το επιτρέπει, η κρατική εξουσία επιβάλλεται από μόνη της και με δικά της μέσα, επειδή η ίδια διαθέτει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, το μονοπώλιο του καταναγκασμού. Μόνον η κρατική εξουσία διαθέτει στρατό, αστυνομία, δικαστήρια, ώστε να μπορεί να επιβάλει και δια της βίας, εν ανάγκη, τη θέληση της εάν δεν συμμορφώνονται οι πολίτες προς τις διαταγές της. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κρατικής εξουσίας: η ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής. Είναι η κρατική, εξουσία ακαταμάχητη, είναι ασυναγώνιστη. Θα μου πείτε, καλά δεν υπάρχουν όρια; Όρια υπάρχουν μόνον από ένα συσχετισμό δυνάμεων, ο οποίος επιβάλλει στην κρατική εξουσία, την εξαναγκάζει να θεσπίσει περιορισμούς στον τρόπο άσκησης της. Εάν μέσα σε ένα κοινωνικό σχηματισμό υπάρξει κάποια άλλη δύναμη, η οποία θα μπορούσε να αντιταχθεί αποτελεσματικά στην κρατική εξουσία, έτσι ώστε η κρατική εξουσία να αποβάλει την ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής των θελήσεων της, τότε σε κρατική εξουσία αναδεικνύεται εκείνη η δύναμη η οποία κατόρθωσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την μέχρι πρότινος κρατική εξουσία. Η κρατική εξουσία, εφόσον αποδείχτηκε αδύναμη να επιβάλει τη θέλησή της, παύει να επιβάλλεται αποτελεσματικά.

 

 Επομένως τίθεται το ερώτημα: Είναι δυνατόν να θεσπιστούν περιορισμοί στην άσκηση της κρατικής εξουσίας; Πρώτα-πρώτα η κρατική εξουσία μόνη της αυτοπεριορίζεται, φροντίζει δηλ. η ίδια να θεσπίσει μερικούς κανόνες που να ρυθμίζουν τον τρόπο της άσκησης και της λειτουργίας ώστε η επιβολή της να είναι αποτελεσματικότερη. Τότε η εξουσία γίνεται νόμιμη. Έτσι η defacto έως τότε εξουσία πέρα από την ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής παύει να είναι απλώς εξουσία και γίνεται νόμιμη εξουσία. Κάθε εξουσία προσπαθεί κατ’ αρχήν να εμφανίζεται σαν νόμιμη, δηλαδή όχι αυθαίρετη, ότι ασκείται δηλαδή μέσα σε ορισμένα πλαίσια. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Δεν αρκεί διότι, όπως έχει πει ο Ρουσσώ, «και ο πιο δυνατός δεν μπορεί να είναι ποτέ αρκετά δυνατός για να παρατείνει την επιβολή του, εάν δεν μετατρέψει τη δύναμη του σε δίκαιο, και την υποταγή σε καθήκον», δηλαδή αν δεν καταφέρει εκείνος που ασκεί την εξουσία να πείσει ότι πρέπει να τον υπακούουν. Η κρατική εξουσία δεν αρκεί να έχει την ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής, αλλά πρέπει να έχει και ικανότητα να πείθει ότι πρέπει να επιβάλλεται. Προσπαθεί λοιπόν να εκμαιεύσει τη συγκατάθεση, τη συναίνεση, το λεγόμενο consensus των εξουσιαζόμενων. Εάν δεν καταφέρει να πείσει ότι πρέπει να επιβάλλεται και επομένως ότι η επιβολή της θέλησης της γίνεται με τη συγκατάθεση των εξουσιαζόμενων, η κρατική εξουσία θα πρέπει να επιβάλλεται μόνο διά της βίας. Αλλά μία κρατική εξουσία δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να επιβληθεί αποκλειστικά και μόνο διά της βίας. Το είχε πει και ο Πλάτων, ότι η εξουσία επιβάλλεται «πειθοίτε και βία», με την πειθώ και με την βία. Έτσι εκμαιεύει τη συγκατάθεση των εξουσιαζόμενων και έτσι μπορεί να λειτουργεί και να αναπαράγεται. Και ερχόμαστε στο Σύνταγμα πάλι.
 Το Σύνταγμα εκφράζει μια νομιμότητα του τρόπου άσκησης της κρατικής εξουσίας. Η εξουσία γίνεται με τη θέσπιση Συντάγματος νόμιμη. Υπάρχει τότε η λεγόμενη legalitas. Αλλά δεν αρκεί αυτό. Με το Σύνταγμα οι εκάστοτε κρατούντες προσπαθούν να πείσουν ότι η εξουσία τους ασκείται μέσα σε ορισμένα όρια, σύμφωνα με ορισμένους κανόνες, ότι δεν είναι αυθαίρετη, και να πείσουν έτσι τους εξουσιαζόμενους να την υπακούουν. Εφ’ όσον λοιπόν κατορθώνουν να εκμαιεύσουν τη συναίνεση τους, τότε η εξουσία λέγεται ότι έχει την νομιμοποίηση (legitimitas). Είναι όχι απλώς νόμιμη, βάσει κανόνων, αλλά και νομιμοποιημένη, αποδεκτή δηλαδή από εκείνους τους οποίους εξουσιάζει. Μέσα σ’ αυτή τη θεωρητική διάσταση του προβλήματος εντάσσεται το θέμα του Συντάγματος. Και το Σύνταγμα, αν θα θέλαμε να δώσουμε έναν ορισμό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο θεμελιώδης νόμος του Κράτους που περιέχει τους βασικούς κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο συγκρότησης και άσκησης και λειτουργίας της κρατικής εξουσίας. Επομένως, είναι θεμελιώδης νόμος το Σύνταγμα. Γιατί είναι θεμελιώδης νόμος; Που έγκειται το θεμελιώδες; Υπάρχει πρώτα ένα ουσιαστικό κριτήριο, υπάρχει δεύτερον ένα τυπικό κριτήριο. Ποιο είναι το ουσιαστικό κριτήριο; Το ουσιαστικό κριτήριο είναι ότι μέσα στο Σύνταγμα, σ’ ένα επίσημο κείμενο, έχουν κατάγραφε: χονδρικά (τα Συντάγματα δεν έχουν πολλά άρθρα, 120 έχει το σημερινό Σύνταγμα μας, ενώ ο Αστικός Κώδικας έχει 2.000 τόσα άρθρα), οι βασικοί, οι θεμελιώδεις κανόνες που ρυθμίζουν κατά βάση τον τρόπο άσκησης της κρατικής εξουσίας. Οι λεπτομέρειες δεν ρυθμίζονται από το Σύνταγμα, ρυθμίζονται από άλλους κλάδους του δικαίου, από το διοικητικό δίκαιο, το οικογενειακό δίκαιο, από το ποινικό δίκαιο, από το αστικό δίκαιο το εργατικό δίκαιο. Στο Σύνταγμα βρίσκονται οι γενικοί, θεμελιώδες κανόνες που ρυθμίζουν τη συγκρότηση και την λειτουργία της κρατικής εξουσίας. Επομένως υπ’ αυτή την έννοια κατ’ ουσίαν, είναι θεμελιώδης νόμος το Σύνταγμα. Αλλά εκτός από αυτό το ουσιαστικό κριτήριο υπάρχει και ένα τυπικό κριτήριο που καθιστά το Σύνταγμα θεμελιώδη νόμο. Ποιο είναι αυτό; Είναι ότι οι διατάξεις του Συντάγματος, οι κανόνες του Συντάγματος, έχουν αυτό που λέμε εμείς οι νομικοί «αυξημένη τυπική ισχύ», δηλαδή δεν είναι δυνατόν οι διατάξεις του Συντάγματος να τροποποιηθούν, να καταργηθούν, να ανασταλούν από τους συνηθισμένους νομούς. Έχουν αυξημένη τυπική ισχύ σε σχέση με τον νόμο, ο συνήθης νόμος δεν μπορεί να καταργήσει η τροποποιήσει, δεν μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με διάταξη του Συντάγματος. Το Σύνταγμα υπέρκειται των νομών και καθορίζει το ίδιο το Σύνταγμα πως πρέπει να ψηφίζονται οι νόμοι. Και οι νόμοι ισχύουν μόνον εφόσον είναι σύμφωνοι με το Σύνταγμα. Επομένως και υπ’ αυτή την τυπική έννοια είναι θεμελιώδης νόμος το Σύνταγμα. Επειδή οι διατάξεις του έχουν αυξημένη τυπική δύναμη, δεν μπορούν να τροποποιηθούν και να καταργηθούν με τη συνηθισμένη νομοθετική διαδικασία, με τους συνήθεις νόμους. Το Σύνταγμα, έτσι οριοθετούμενο είναι λοιπόν συνοπτικό, με άλλα λόγια ο κανονιστικός χαρακτήρας του Συντάγματος είναι ελλειπτικός. Υπάρχουν πάρα πολλές διατάξεις στο Σύνταγμα που παραπέμπουν στον νόμο την περαιτέρω ρύθμιση ορισμένων ζητημάτων π.χ. το Σύνταγμα στο άρθρο 5 λέει, στην παράγραφο 3, κανένας δεν καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, ούτε με κάποιον άλλον τρόπο περιορίζεται (γενικός κανόνας) παρά μόνον όταν και όπως ο νόμος ορίζει. Θέτει τον γενικό κανόνα ότι κανένας δεν καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται κ.λ.π., άλλα παραπέμπει στον νόμο, ο νόμος μπορεί να καθορίσει περιπτώσεις και ποιες είναι αυτές που μπορεί κάποιος να καταδιωχθεί, να συλληφθεί, να φυλακισθεί κ.λ.π. Άρα η προστασία και η αποτελεσματικότητα του Συντάγματος δεν έγκειται μόνο στο περιεχόμενο των επιταγών που το ίδιο το Σύνταγμα περιέχει, άλλα και στο τι θα κάνει ο νομοθέτης, ο νόμος, ο κοινός νόμος, ο οποίος θα καθορίσει το περιεχόμενο του συγκεκριμένου ατομικού δικαιώματος. Η π.χ. στο άρθρο 51 του Συντάγματος ορίζεται ότι οι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα όπως ο νόμος ορίζει. Είναι το περίφημο ζήτημα του εκλογικού νόμου. Το Σύνταγμα δεν ορίζει με ποιο εκλογικό σύστημα αναδεικνύονται οι βουλευτές, άλλα παραπέμπει στον κοινό νομοθέτη να ρυθμίσει τα της διαδικασίας της διεξαγωγής των εκλογών βέβαια μέσα στα όρια του Συντάγματος. Ποια είναι; Ότι πρέπει να είναι καθολική ψηφοφορία, πρέπει να είναι μυστική ψηφοφορία, πρέπει να είναι άμεση ψηφοφορία, πρέπει να είναι ίση η ψήφος, μέσα στα όρια αυτά θα έρθει ο κοινός νομοθέτης με νόμο να καθορίσει τις περαιτέρω διατάξεις. Αυτόν τον τρόπο λειτουργίας του Συντάγματος, ότι δηλαδή θέτει μονό τους γενικούς κανόνες καιπαραπέμπει στον νόμο για τα περαιτέρω τον ονομάζουμε «επιφύλαξη του νόμου».
 Εάν θα θέλαμε τώρα να πούμε συνοπτικά και σχηματικά – και, αν θέλετε, λίγο απλουστευτικά-ποια είναι η νομική σημασία του Συντάγματος; Σε τι έγκειται η νομική σημασία του Συντάγματος; Έγκειται στο ότι: Το Σύνταγμα εκφράζει την βούληση του λεγόμενου συντακτικού νομοθέτη, δηλαδή της Βουλής είτε ως αναθεωρητικής, είτε ως συντακτικής, η οποία ψηφίζει το Σύνταγμα και λέμε ότι το Σύνταγμα αποτελεί έκφραση της συντακτικής εξουσίας, μιας εξουσίας πρωτογενούς η οποία έχει ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής και θεσπίζει σε μία φάση ιστορική στα 1864 το ένα Σύνταγμα, στα 1911, στα 1927 το άλλο, στα 1952 το άλλο, στα 1975 το άλλο. Η συντακτική εξουσία συντάσσει το πολίτευμα θεσπίζοντας τις διατάξεις του Συντάγματος και ορίζει ότι: Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό κ.λ.π. πρέπει δε, να ασκούνται σύμφωνα με το Σύνταγμα, όλες οι άλλες εξουσίες είναι συντεταγμένες εξουσίες, σε σχέση με την συντακτική εξουσία που θεσπίζει ως συντακτική συνέλευση ή αναθεωρητική συνέλευση το Σύνταγμα, οι άλλες εξουσίες, η νομοθετική, η εκτελεστική, η δικαστική, πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με το Σύνταγμα, είναι συντεταγμένες, δεν μπορούν να κάνουν ότι θέλουν. Το λέει ρητά το Σύνταγμα, ότι όλες οι εξουσίες, οφείλουν να ασκούνται καθ’ ον τρόπον ορίζει το Σύνταγμα. Έτσι θεσπίζονται ορισμένα όρια στον τρόπο άσκησης της εξουσίας και από τη νομοθετική εξουσία, τη βουλή, και από την εκτελεστική εξουσία, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την κυβέρνηση και από την δικαστική εξουσία. Δηλαδή, με το Σύνταγμα καθιερώνεται μία ιεραρχική δομή των νομικών κανόνων που ισχύουν μέσα σε μια έννομη τάξη στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού. Στην κορυφή είναι το Σύνταγμα, κάτω από το Σύνταγμα είναι οι νόμοι, οι οποίοι ψηφίζονται και πρέπει να έχουν περιεχόμενο σύμφωνο με το Σύνταγμα, κάτω από τους νόμους είναι τα διατάγματα, τα οποία οφείλουν να είναι και αυτά στο πλαίσιο των νόμων, σύμφωνα με τους νόμους και το Σύνταγμα, κάτω από τα διατάγματα είναι οι υπουργικές αποφάσεις. Υπάρχει μία ιεραρχία των πηγών του δικαίου που σημαίνει τι; Σημαίνει ότι: κάθε πράξη οποιασδήποτε εξουσίας συντεταγμένης δεν ισχύει σαν κρατική πράξη και δεν υποχρεώνει σε συμμόρφωση παρά μόνον εφόσον είναι σύμφωνη προς τους ιεραρχικά ανώτερους κανόνες, βάσει των οποίων και μέσα στα πλαίσια των οποίων πρέπει να εκδίδεται. Έτσι βλέπουμε ότι το Σύνταγμα οριοθετεί τον τρόπο άσκησης των συντεταγμένων εξουσιών και δεν επιτρέπει την εκ μέρους αυτών των εξουσιών τροποποίηση ή κατάργηση των διατάξεων του.
 Το Σύνταγμα προβλέπει, αυτό το ίδιο, τον τρόπο μεταβολής των διατάξεων του. Πώς έχει προβλέψει το Σύνταγμα την τροποποίηση των διατάξεων του; Έχουμε την διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος. Έτσι προβλέποντας το Σύνταγμα την αναθεώρηση του εξασφαλίζει την εξέλιξη την πολιτική και κοινωνική μέσα στα πλαίσια του, ούτως ώστε η οποιαδήποτε εξέλιξη να μπορεί να ενταχθεί μέσα στην έννομη τάξη που καθορίζεται από το Σύνταγμα.Και εδώ υπάρχουν μερικοί ιδιαίτεροι τρόποι που ρυθμίζουν αυτά τα πράγματα. Δηλαδή ένα Σύνταγμα ενδέχεται πρώτον να μην προβλέπει τίποτε για την αναθεώρηση του, δηλαδή για τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατόν να τροποποιηθούν ή να καταργηθούν οι διατάξεις. Αυτό το Σύνταγμα λέμε ότι είναι απολύτως αυστηρό, δεν προβλέπει διαδικασία μεταβολής, τροποποίησης, αναθεώρησης του. Αυτό τι σημαίνει όμως; Αυτό σημαίνει ότι, καθώς είναι ευνόητο, δεν υπάρχει άλλος τρόπος τροποποίησης του Συντάγματος μέσα στα πλαίσια της έννομης τάξης. Τροποποίηση του Συντάγματος μπορεί να γίνει επέκεινα, πέρα και έξω από τα πλαίσια της έννομης τάξης, άρα όχι νόμιμα, αλλά διά της βίας, είτε εκ των κάτω με επαναστατική διαδικασία, είτε εκ των άνω με πραξικόπημα. Δεν αφήνει διέξοδο εξέλιξης των διατάξεων του το ίδιο το Σύνταγμα. Αν ένα Σύνταγμα δεν προβλέπει τρόπο αναθεώρησης του, αυτό σημαίνει ότι θα έρθει κάποια στιγμή που δεν θα τροποποιηθεί πλέον με νόμιμη διαδικασία, άλλα θα τροποποιηθεί έξω από τα πλαίσια της κατεστημένης συνταγματικής τάξης. Ένα άλλο ενδεχόμενο, δεύτερον, είναι να απαγορεύει το Σύνταγμα την αναθεώρηση του, να πει ότι δεν επιτρέπεται καμία αναθεώρηση του Συντάγματος. Αυτό μοιάζει κάπως σαν σνομπάρισμα της εξέλιξης της κοινωνικής και της πολιτικής. Στη γαλλική επανάσταση στο άρθρο 28 της διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη ορίζεται ότι «ένας λαός έχει πάντοτε το δικαίωμα να αναθεωρεί, να μεταρρυθμίζει και αν αλλάζει το Σύνταγμα του. Μία γενεά δεν μπορεί να υποτάξει στους νόμους της τις μελλοντικές γενεές». Και πράγματι, είτε απαγορεύει την αναθεώρηση του το Σύνταγμα, είτε δεν την προβλέπει διόλου, πάντως όταν έρθει η εξέλιξη, το Σύνταγμα θα ξεπεραστεί, θα ξεπεραστεί έξω από τα όρια του, με ανατροπή του Συντάγματος. Γι’ αυτό συνήθως τα Συντάγματα περιέχουν άλλες διατάξεις που προβλέπουν τρόπους αναθεώρησης τους. Μπορεί να απαγορεύει την αναθεώρηση του πριν να περάσει ορισμένος χρόνος έτσι και το ισχύον Σύνταγμα μας λέει ότι δεν μπορεί να γίνει νέα αναθεώρηση του Συντάγματος, παρά μόνον, αν παρέλθει πενταετία από τότε που έγινε η προηγούμενη αναθεώρηση. Όλα αυτά είναι μέσα σε μία συλλογιστική: ότι το Σύνταγμα είναι κάτι πάγιο, δεν μπορεί να είναι ευμετάβλητο, έχει μία σταθερότητα και μία διάρκεια και γι’ αυτό είναι περιληπτικό και γι’ αυτό δεν περιέχει λεπτομέρειες, ώστε να αφήνει ευρέα πλαίσια στην εξέλιξη, η οποία να γίνεται ομαλή και μέσα στα πλαίσια του. θέλει όμως να κατοχυρώσει ένα μίνιμουμ διάρκειας και παγιότητας. Και λέει όχι, δεν μπορεί να μεταρρυθμίζεται εύκολα και συχνά το Σύνταγμα, πράγμα που δημιουργούσε αυτό που λέμε ανασφάλεια δικαίου. Οι πολίτες πρέπει να ξέρουν ότι το Σύνταγμα έχει μια παγιότητα, δεν μπορεί επομένως να αναθεωρηθεί πριν περάσουν, π.χ. 5 χρόνια. Ένα άλλο ενδεχόμενο συναφές με την πάγια ιδιότητα του Συντάγματος είναι το Σύνταγμα να απαγορεύει την αναθεώρηση μόνον ορισμένων διατάξεων του, τις οποίες θεωρεί θεμελιώδεις π.χ. το Σύνταγμα μας ορίζει ότι: δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση οι διατάξεις που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος ως προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση ορισμένες άλλες διατάξεις του Συντάγματος όπως η διάταξη για την προστασία της αξίας του ανθρώπου ή για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.
 Όλα αυτά τα είπα για να επισημάνω το εξής: Ότι το Σύνταγμα καθιερώνει την λεγομένη αρχή της νομιμότητας, αποτελεί το θεμέλιο της νομιμότητας του πολιτικού και κοινωνικού βίου. Δηλαδή αυτό το ίδιο το Σύνταγμα ρυθμίζει τους όρους της θέσπισης και της ισχύος όλων των άλλων νομικών κανόνων, διατάξεων μέσα στην ισχύουσα έννομη τάξη, πως θα θεσπίζονται οι νόμοι, πώς θα εκδίδονται τα διατάγματα, πως θα ασκείται η δικαστική εξουσία, ούτως ώστε και οι άρχοντες και οι αρχόμενοι να ξέρουν που βρίσκονται, που είναι τα όρια της εξουσίας και της υποταγής και που είναι του καθενός τα δικαιώματα. Κατανέμοντας το Σύνταγμα βασικά την άσκηση της κρατικής εξουσίας σε διάφορα όργανα, στα κρατικά όργανα, κατορθώνει το εξής: Με το Σύνταγμα η εξουσία μεταβάλλεται σε αρμοδιότητα. Αυτό σημαίνει ότι δεν ισχύει σαν κρατική θέληση και δεν επιβάλλεται σαν κρατική θέληση και δεν υποχρεώνει σε συμμόρφωση οποιαδήποτε θέληση του Α ή Β κρατικού οργάνου παρά μόνον εκείνη που εκφράζεται μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, όπως αυτές καθορίζονται από το Σύνταγμα και τους νόμους, ενώ παλιότερα η οποιαδήποτε θέληση του μονάρχη ήταν κρατική θέληση και υποχρέωνε σε συμμόρφωση, το ίδιο γίνεται και στα δικτατορικά καθεστώτα. Σήμερα η οποιαδήποτε θέληση π.χ. του υπουργού τότε μόνον θεωρείται ότι εκφράζει την κρατική θέληση υποχρεωτική για τους πολίτες όταν ασκείται μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του. Δηλαδή όταν ένας υπουργός είναι καπνιστής και δεν έχει τσιγάρα, δεν μπορεί να πάει σε ένα περίπτερο και να πει «δώσε μου ένα κουτί τσιγάρα» και να το πάρει με το «έτσι θέλω». Δεν είναι μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του να κατάσχει το κουτί των τσιγάρων που υπάρχει στο περίπτερο. Άρα εάν θελήσει να το κάνει αυτό δεν εκφράζει κρατική βούληση, δεν ενεργεί ως κρατικό όργανο, ενεργεί ως ιδιώτης και δεν υποχρεώνει τον περιπτεριούχο να συμμορφωθεί προς τη θέληση του κυρίου Υπουργού. Εάν όμως ο Υπουργός ενεργεί, εκφράζει θέληση μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, ας πούμε ο κύριος Τσοβόλας θέλει να επιβάλει φόρο και εισάγει ένα σχετικό νομοσχέδιο προς ψήφιση στη Βουλή, τότε φυσικά εκφράζει κρατική θέληση η οποία με μορφή νόμου, υποχρεώνει σε συμμόρφωση και αν δεν συμμορφώνεται, θα υπάρχουν κυρώσεις εκ μέρους της εφορίας. Αυτός ο διαχωρισμός της προσωπικής θέλησης του φορέα της εξουσίας, από την ιδιότητα του συγκεκριμένου προσωπικού φορέα της εξουσίας, ο οποίος μόνο τότε εκφράζει κρατική θέληση όταν ενεργεί μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, αυτό είναι το επίτευγμα του Συντάγματος. Η εξουσία γίνεται αρμοδιότητα. Και δεν μπορεί να επιβληθεί και να υποχρεώσει σε συμμόρφωση τους πολίτες οποιαδήποτε θέληση, οποιουδήποτε κρατικού οργάνου. Είναι μεγάλο επίτευγμα αυτή η αρχή της νομιμότητας, που την είχε διατυπώσει ο Μοντεσκιέ, ήδη πριν από 250 περίπου χρονιά. Σε τι έγκειται αυτή η αρχή τηςνομιμότητας; Κανένας να μην εξαναγκάζεται να κάνει κάτι για το οποίο ο νόμος δεν τον υποχρεώνει να το κάνει και αντίστροφα κανένας να μην εξαναγκάζεται να μη κάνει κάτι που ο νόμος του επιτρέπει να το κάνει. Δηλαδή, πρώτον, κανένας να μην υποχρεώνεται να κάνει κάτι για το οποίο ο νόμος δεν τον υποχρεώνει. Ας πούμε επί δικτατορίας, επί Χούντας, πολλοί καθηγητές Γυμνασίου και δάσκαλοι στα διάφορα χωριά υποχρεώνονταν να ανεβούν στα στρατιωτικά τζιπ και τις Κυριακές να κάνουν περιοδεία και να μιλήσουν για τα έργα της «εθνικής» ή αντεθνικής κυβερνήσεως. Δεν υπήρχε καμία υποχρέωση νόμιμη-προβλεπόμενη από τους κείμενους νόμους-των καθηγητών των Γυμνασίων ή των δασκάλων να κάνουν διαφώτιση για την “εθνική” ή αντεθνική κυβέρνηση, υποχρεώνονταν όμως εξαναγκάζονταν να κάνουν κάτι για το οποίο ο νόμος δεν τους υποχρέωνε να το κάνουν. Και αντίστροφα: Όταν έγιναν τα δημοψηφίσματα επί δικτατορίας, βέβαια τυπικά ο καθένας είχε το δικαίωμα να ψηφίσει «όχι» στο Σύνταγμα της Χούντας. Όταν όμως τον υποχρέωναν είτε να πάρει ψηφοδέλτιο με το «ναι», είτε εάν ψηφίσει «όχι» κινδύνευε να υποστεί οποιεσδήποτε συνέπειες που μπορεί να άρχιζαν είτε από απόλυση από την εργασία του, είτε και χειρότερες συνέπειες, αυτό τι σήμαινε; Ότι εξαναγκαζόταν να μην κάνει κάτι που ο νόμος του επέτρεπε να κάνει, διότι ο νόμος του επέτρεπε να ψηφίσει «όχι» και όμως τον εξανάγκαζε η εξουσία να ενεργήσει διαφορετικά από τον νομό. Αυτή είναι η αρχή της νομιμότητας η οποία είναι συνάρτηση της νομικής σημασίας του Συντάγματος και αυτό δεν είναι λίγο, αυτό είναι το λεγόμενο «Κράτος Δικαίου». Ότι το κράτος, η εξουσία πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου, με τους νομικούς κανόνες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. «Κράτος Δικαίου» δεν σημαίνει δίκαιο κράτος, σημαίνει απλώς-και αυτό δεν είναι λίγο-να μπορείς ως πολίτης να ξέρεις ότι δεν μπορούν να σε υποχρεώσουν να κάνεις κάτι το οποίο δεν το προβλέπει ο νόμος.
 Εδώ υπάρχει μία ιδιομορφία των διατάξεων του Συντάγματος. Το Σύνταγμα ρυθμίζει τις σχέσεις και τον τρόπο λειτουργίας των κρατικών οργάνων. Ερωτάται: Τι θα γίνει εάν ένα κρατικό όργανο παραβιάσει το Σύνταγμα ή τον νόμο; Ας πούμε, στο οικογενειακό δίκαιο που ρυθμίζει ο Αστικός Κώδικας, τον τρόπο απονομής του διαζυγίου, έχει να κάνει με τον σύζυγο και τη σύζυγο, δεν έχει να κάνει με φορέα εξουσίας. Και ερωτάται: Εάν ο φορέας εξουσίας παραβιάσει το Σύνταγμα, υπάρχει δυνατότητα εξαναγκασμού του φορέα της εξουσίας, εφόσον αυτός εξορισμού χειρίζεται τον καταναγκαστικό μηχανισμό του κράτους; Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, ότι αναγκαστική εκτέλεση κατά του δημοσίου δεν χωρεί. Δηλαδή, εάν υποτεθεί ότι σας χρωστάει το δημόσιο και έχετε δικαιωθεί δικαστικώς, δεν μπορείτε να πάρετε έναν δικαστικό επιμελητή και να κάνετε κατάσχεση της περιουσίας του δημοσίου, ενώ το δημόσιο μπορεί να κάνει κατάσχεση της δίκης σας περιουσίας εάν του χρωστάτε ή μπορεί να κάνετε εσείς κατάσχεση της περιουσίας κάποιου άλλου εάν αυτός σας χρωστάει. Το δημόσιο, χρωστάει – δεν χρωστάει, δεν δέχεται τρόπο αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του. Αυτό είναι χαρακτηριστικό και είναι ενδεικτικό το ότι δεν είναι δυνατή η άσκηση καταναγκασμού απέναντι στους φορείς του καταναγκασμού που είναι οι φορείς της εξουσίας. Εδώ είναι μία ιδιορρυθμία του Συντάγματος, των κανόνων του Συντάγματος και μία αδυναμία των διατάξεων του Συντάγματος. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το Σύνταγμα δεν προβλέπει τόσο κατασταλτικές εγγυήσεις για την περίπτωση παράβασης των κανόνων του εκ μέρους της εξουσίας, αλλά προβλέπει κυρίως προληπτικές εγγυήσεις, προσπαθεί να επιτύχει μία εξισορρόπηση και έναν αμοιβαίο έλεγχο των εξουσιών. Και ο Μοντεσκιέ εδώ είχε πει πάλι ότι: «Κάθε άνθρωπος που ασκεί εξουσία τείνει μοιραία σε κατάχρηση αυτής της εξουσίας. Προχωρεί μέχρις ότου συναντήσει φραγμούς». Γι’ αυτό η εξουσία πρέπει να είναι έτσι οργανωμένη ώστε η μία εξουσία να αναχαιτίζει την άλλη εξουσία. Και αυτό επιτυγχάνεται με τη λεγόμενη διάκριση των εξουσιών. Εάν η νομοθετική εξουσία υπερβεί τα όρια του Συντάγματος, υπάρχει ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων εκ μέρους των δικαστηρίων. Εάν η εκτελεστική εξουσία, η διοίκηση, ο υπουργός, ο νομάρχης παραβιάσει τον νόμο είναι δυνατόν με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας να ζητήσετε την ακύρωση της διοικητικής πράξης η οποία είναι παράνομη ή αντισυνταγματική. Υπάρχει επίσης μία εξισορρόπηση εξουσιών όταν καθιερώνεται ο διαμεσολαβητικός και ρυθμιστικός ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας απέναντι στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η οποία ενδεχομένως με την πλειοψηφία που έχει, μπορεί να καταχραστεί την εξουσία. Πρέπει να υπάρχει μία δυνατότητα εκ μέρους του φορέα κάποιας άλλης εξουσίας, να αναχαιτίζει την εξουσία, όπως λέει ο Μοντεσκιέ, όχι για να της αντιταχθεί, αλλά για να προσφύγει στον λαό, με εκλογές, ως υπέρτατο κριτή, σε περίπτωση κατά την οποία η συγκεκριμένη κοινοβουλευτική κυβερνητική πλειοψηφία, τεκμαίρεται ότι, ενδεχομένως, είτε έχει χάσει την εμπιστοσύνη του λαού, είτε ενεργεί κατά τρόπο που δεν είναι σύμφωνος προς τη συνταγματική νομιμότητα. Αυτά σχετικά με τη νομική σημασία του Συντάγματος.
 Τώρα ποια είναι η πολιτική σημασία του Συντάγματος. Το Σύνταγμα είναι ο κατ’ εξοχήν πολιτικός νόμος, μάλιστα παλαιότερα στη Γαλλία το Συνταγματικό Δίκαιο το ονόμαζαν Πολιτικό Δίκαιο, «droitpolitique». Γιατί; Διότι το Σύνταγμα ρυθμίζει την άσκηση της κρατικής δηλαδή της πολιτικής εξουσίας. Μία ουσιώδη σημασία πολιτική του Συντάγματος ήδη την υπαινίχθηκα λέγοντας ότι με το Σύνταγμα η εξουσία γίνεται αρμοδιότητα και δεν μπορεί να επιβληθεί και να ισχύσει σαν κρατική θέληση ή θέληση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου παρά μόνο εφόσον εκφράζεται μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων του. Αυτό είναι σπουδαίο επίτευγμα, είναι πολιτικό επίτευγμα, διότι προστατεύει την εκάστοτε μειοψηφία απέναντι στην εκάστοτε πλειοψηφία. Στην εποχή μας, και εδώ είναι χαρακτηριστικό της πολιτικής σημασίας του Συντάγματος, δεν υπάρχει κράτος που να μην έχει Σύνταγμα. Δηλαδή η καταγραφή ορισμένων κανόνων βασικών, θεμελιωδών, που ρυθμίζουν την άσκηση της κρατικής εξουσίας, η καταγραφή τους σε ένα επίσημο κείμενο ούτως ώστε κυβερνώντες και κυβερνώμενοι να ξέρουν πως ασκείται η εξουσία και που είναι τα όρια της εξουσίας και που είναι τα δικαιώματα των εξουσιαζόμενων. Η θέσπιση Συντάγματος ξεκίνησε μεν από την άνοδο της αστικής τάξης, υπήρξε ιστορικά επίτευγμα του αστικού φιλελευθερισμού, σήμερα όμως, πλέον, αποτελεί ιστορική κατάκτηση. Δηλαδή, τι εννοώ μ’ αυτό. Εννοώ ότι το Σύνταγμα είναι μια μέθοδος οργάνωσης και οριοθέτησης της εξουσίας εν γένει, χρήσιμη για την προστασία των εξουσιαζόμενων από τις καταχρήσεις της οποιασδήποτε εξουσίας. Όπου υπάρχει κράτος, υπάρχει εξουσία. Και όπου υπάρχει εξουσία, υπάρχει ένας διαχωρισμός: εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι. Και εφόσον υπάρχουν εξουσιαστές αυτοί είναι, δυνάμει και εξ αντικειμένου, είναι πάντοτε επιρρεπείς σε κατάχρηση της εξουσίας, προχωρούν μέχρις ότου συναντήσουν φραγμούς, άσχετα ποιο είναι το οικονομικό ή κοινωνικό υπόβαθρο του συγκεκριμένου κράτους και εν ονόματι τίνος οι κρατούντες λένε ότι ασκούν την εξουσία. Εφόσον υπάρχει κράτος και όσο θα υπάρχει κράτος και όσο θα υπάρχουν εξουσιαστές, θα υπάρχει ανάγκη προστασίας των εξουσιαζόμενων, σε οποιοδήποτε πολίτευμα, σε οποιοδήποτε κοινωνικό καθεστώς. Άρα η πολιτική σημασία του Συντάγματος είναι προφανής. Είναι προφανής ως μία ιστορική κατάκτηση προστασίας των εξουσιαζόμενων απέναντι των οποιωνδήποτε, οπουδήποτε κυβερνώντων. Και είναι χαρακτηριστικό ότι τα οποιαδήποτε καθεστώτα, όπου γης, είτε αστικά, είτε καπιταλιστικά, είτε ανάγονται σε διάφορες μορφές, ιδιομορφίες ή παραμορφώσεις σοσιαλισμού υπαρκτού ή ανύπαρκτου, φροντίζουν να θεσπίζουν Συντάγματα. Γιατί; Διότι έτσι προσπαθούν να πείσουν πρώτα-πρώτα τον συγκεκριμένο λαό ότι η εξουσία είναι οριοθετημένη, δεν είναι αυθαίρετη, ασκείται σύμφωνα με κανόνες. Και δεύτερον να δώσουν αυτή την εντύπωση και στα ξένα κράτη, στη διεθνή κοινή γνώμη. Ακόμη και τα δικτατορικά καθεστώτα του τρίτου κόσμου ή της Λατινικής Αμερικής φροντίζουν να θεσπίζουν Συντάγματα. Και οι συνταγματάρχες στην Ελλάδα, κατά την δικτατορία, δύο Συντάγματα θέσπισαν. Για να τα τηρήσουν; Όχι. Για να εμφανισθούν ότι η εξουσία τους είναι οριοθετημένη, είναι νόμιμη, δεν είναι αυθαίρετη και να δημιουργήσουν αυτή την εντύπωση και προς τα έξω, αλλά και μέσα στην Ελλάδα, ώστε να λειτουργήσει ιδεολογικά η ύπαρξη Συντάγματος, δηλαδή να συγκαλύψει την αυταρχική άσκηση εξουσίας δημιουργώντας την εντύπωση στον λαό ότι η εξουσία δεν είναι παράνομη, αφού υπάρχει Σύνταγμα, το οποίο προβλέπει τον τρόπο της άσκησης της. Όμως, η θέσπιση Συντάγματος δεν είναι αρκετό στοιχείο για να πείσουμε ότι η εξουσία είναι περιορισμένη και ότι δεν είναι αυθαίρετη. Το Σύνταγμα δεν αρκεί να θεσπισθεί, πρέπει να τηρείται. Τα δικτατορικά καθεστώτα, έχουν τα λεγόμενα εικονικά ή πλασματικά Συντάγματα. Πλασματικά είναι τα Συντάγματα τα οποία δεν τηρούνται παρά μόνο εφόσον και στον βαθμό που οι κρατούντες ευδοκούν να τα τηρήσουν. Το γεγονός όμως ότι σήμερα κανένα κράτος και κανένα καθεστώς δεν λέει ότι είμαι δικτατορία, κανείς δεν το λέει, όλοι λένε ότι είναι δημοκρατίες, αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατική ιδέα ιστορικά έχει τόσο προχωρήσει, ώστε κάνεις δεν τολμάει πλέον να πει ότι δεν είναι δημοκράτης, ενώ παλιότερα, στον μεσοπόλεμο π.χ. ο Χίτλερ ή ο Μουσολίνι το έλεγαν ανοιχτά προσθέτοντας ότι οι δημοκρατίες είναι διεφθαρμένα και ανίκανα καθεστώτα. Είναι τούτο χαρακτηριστικό. Είναι ένα επίτευγμα ιστορικό, η ύπαρξη Συντάγματος και η οριοθέτηση της κρατικής εξουσίας.
 Για να ολοκληρώσω την πολιτική σημασία του Συντάγματος πρέπει να σημειώσω τα εξής: Κάθε Σύνταγμα εκφράζει και σταθεροποιεί ορισμένες κοινωνικοπολιτικές σχέσεις. Το Σύνταγμα αποτελεί την συμπυκνωμένη νομική έκφραση ενός συσχετισμού κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων. Δεν είναι απλώς ένα νομικό κείμενο. Η πολιτική σημασία του έγκειται στο ότι εκφράζει νομικά τον συσχετισμό των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων και τον καταγράφει σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Όπως αυτός ο συσχετισμός προκύπτει από την ιστορική εξέλιξη, αυτός αποκρυσταλλώνεται στο Σύνταγμα με ορισμένες διατάξεις και αποκρυσταλλώνεται είτε σαν συμβιβασμός των παλαιών κοινωνικών, ταξικών δυνάμεων με τις ανερχόμενες κοινωνικές δυνάμεις, είτε σαν επιβολή μιας νέας δύναμης πρωτογενούς, η οποία δια της βίας κατέκτησε την εξουσία και την ασκεί και θεσπίζει Σύνταγμα. Συνήθως σήμερα τα Συντάγματα, εφόσον δεν είναι προϊόν επαναστάσεων, αποτελούν έκφραση ενός συμβιβασμού, μιας εξισορρόπησης, μιας πολιτικής συμφωνίας. Στην εποχή μας ιδίως, το Σύνταγμα εκφράζει κατά κανόνα ένα συμβιβασμό ανάμεσα σε αντιμαχόμενες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις. Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν υπάρχει αντικειμενικά ισορροπία κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων. Στο πλαίσιο, δηλαδή, μιας συγκεκριμένης κοινωνίας το Σύνταγμα προσπαθεί ακριβώς να σταθεροποιήσει αυτόν τον συμβιβασμό με ρητή ή σιωπηρή, με ομολογούμενη ή ανομολόγητη συμφωνία, συγκατάθεση και από τις δύο πλευρές, οι οποίες, μη θέλοντας να διακινδυνεύσουν δυναμική αναμέτρηση, κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία και συμβιβάζονται. Το Σύνταγμα, δηλαδή, είναι απότοκο της εξισορρόπησης τους, υλοποιεί το Σύνταγμα έναν ιστορικό συμβιβασμό με κατάλληλους θεσμούς και διατάξεις οι οποίες εμφανίζονται ότι αποτελούν το μάξιμουμ των ειρηνικά εφικτών επιδιώξεων των αντιμαχόμενων κοινωνικών δυνάμεων. Δηλαδή για μεν τις κυρίαρχες τάξεις το Σύνταγμα αποτελεί το έσχατο όριο υποχώρησης τους, για δε τις ανερχόμενες κοινωνικές τάξεις αποτελεί το μεγαλύτερο δυνατό επίτευγμα των διεκδικήσεων τους. Πέρα απ’ αυτό θα επίκειται η δυναμική αναμέτρηση. Για να αποφευχθεί, συγκατανεύουν και συγκατατίθενται, ο καθένας σπρώχνοντας το μάξιμουμ των ειρηνικά εφικτών επιδιώξεων του. Έτσι το Σύνταγμα σταθεροποιεί τις υφιστάμενες κοινωνικοπολιτικές σχέσεις. Δηλαδή το Σύνταγμα συμβάλλει στη συντήρηση και στην αναπαραγωγή των υφισταμένων κοινωνικοπολιτικών σχέσεων, δηλαδή στη διατήρηση του συσχετισμού των δυνάμεων όπως αυτός έχει αποκρυσταλλωθεί στο Σύνταγμα.
Και ερωτάται: Ποιος έχει συμφέρον για την τήρηση του Συντάγματος; Συμφέρον έχουν πρώτα οι κρατούντες, διότι θέλουν να μην χρειασθεί να υποχωρήσουν άλλο σε διεκδικήσεις των ανερχομένων κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων. Αλλά συμφέρον έχουν και οι νέες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν τους θεσμούς που υπάρχουν στο Σύνταγμα για να μπορέσουν να προωθήσουν τι διεκδικήσεις τους. Δηλαδή, το Σύνταγμα ως συνισταμένη δυνάμεων αφενός υλοποιεί την μέριμνα των κρατούντων για την περιφρούρηση του κοινωνικού και πολιτικού statusquo, δηλαδή της υπάρχουσας κατάστασης, αφετέρου δε αποκρυσταλλώνει τις κατακτήσεις τω ανερχομένων τάξεων και στρωμάτων. Έτσι εξηγείται γιατί το Σύνταγμα περιέχει μερικές διατάξεις αντιφατικές, περιέχει αντινομίες κα γι’ αυτό ανακύπτουν ζητήματα ερμηνείας του Συντάγματος. Η κάθε πλευρά προσπαθεί να ερμηνεύσει το Σύνταγμα με όποιον τρόπο την συμφέρει. Διότι ως προϊόν συμβιβασμού είναι φυσικό το Σύνταγμα να εμπεριέχει αντιφάσεις. Έτσι όμως το Σύνταγμα γίνεται φορέας μιας ιστορικής δυναμικής, δηλαδή δεν εκφράζει μόνον τη θέληση και τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Κατοχυρώνει μεν την εξουσία τους, αλλά παράλληλα τις εξαναγκάζει να την ασκούν υπό όρους τέτοιους οι οποίοι παρέχουν στις ανερχόμενες τάξεις δυνατότητες για την έμπρακτη αμφισβήτηση της εξουσίας των κρατούντων. Και εδώ θα ήθελα να θυμίσω μία ρήση του Μαρξ ο οποίος είχε πει χαρακτηριστικά ότι το Σύνταγμα είναι ένα φρούριο που προστατεύει τους πολιορκητές και όχι τους πολιορκημένους. Δηλαδή, το Σύνταγμα προστατεύει τις έξω από το φρούριο υπάρχουσες νέες δυνάμεις οι οποίες πολιορκούν. Τι σημαίνει αυτό; Ότι οι ανερχόμενες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις διατάξεις και τους θεσμούς του Συντάγματος για να προωθήσουν τις διεκδικήσεις τους. Υπ’ αυτή την έννοια οι διατάξεις του Συντάγματος για ατομικές ελευθερίες και πολιτικές ελευθερίες δεν έχουν απλώς τυπικό χαρακτήρα, έχουν και ουσία. Αν είχαν απλώς τυπικό χαρακτήρα πρώτα-πρώτα οι κρατούντες δεν θα ανέστελλαν το Σύνταγμα, δεν θα καταργούσαν το Σύνταγμα όταν νιώθουν να σείεται το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Το γεγονός ότι κηρύσσουν τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας, ότι αναστέλλουν τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, σημαίνει ότι οι διατάξεις και οι θεσμοί του Συντάγματος έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο και επομένως μπορούν ενδεχομένως να λειτουργήσουν εναντίον των κρατούντων. Έτσι η πολιτική σημασία του Συντάγματος είναι διαλεκτική, είναι δισυπόστατη, έχει μορφή Ιανού, όπως ήταν ο θεός στην αρχαία Ρώμη που έβλεπε και προς το παρελθόν και προς το μέλλον. Η λειτουργία του Συντάγματος μπορεί να είναι αφενός μεν συντηρητική, στον βαθμό που διατηρεί, συντηρεί και αναπαράγει, προσπαθεί   να   αναπαράγει   τις   υπάρχουσες κοινωνικοπολιτικές σχέσεις και τις δομές της κρατικά οργανωμένης κοινωνικής  συμβίωσης και έχει έτσι συντηρητικό χαρακτήρα. Παράλληλα όμως έχει προοδευτικό χαρακτήρα στον βαθμό που ορισμένοι θεσμοί και ορισμένες διατάξεις του μπορεί να χρησιμοποιηθούν σαν προχωρημένες θέσεις μάχης για τις ανερχόμενες νέες κοινωνικές κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, διευκολύνοντας έτσι την πολιτική εξέλιξη. Αυτή χονδρικά είναι η πολιτική σημασία του Συντάγματος. Και τώρα γιατί ένας συνταγματολόγος μιλάει για τη νομική και για την πολιτική σημασία του Συντάγματος;
 Το Σύνταγμα ρυθμίζοντας την άσκηση της εξουσίας, της λεγόμενης πολιτικής εξουσίας, έχει εξ ορισμού πολιτικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό και το Συνταγματικό Δίκαιο, το οποίο, αυτός που σας μιλάει έχει την τιμή να υπηρετεί, άπτεται εξ ορισμού της πολιτικής. Και γι’ αυτό πολλές φορές μπορεί να παρεξηγηθεί ένας συνταγματολόγος ότι κάνει πολιτική, αλλά ένας σωστός συνταγματολόγος δεν μπορεί να πάψει να ορθοτομεί τον λόγο της συνταγματικής αληθείας και να λέει τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη, για να μην παρεξηγηθεί από τους πολιτικούς ότι κάνει πολιτική. Αυτή είναι η δύναμη και αυτή είναι η αδυναμία της επιστήμης του Συνταγματικού Δικαίου.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ: Πολύ όμορφος ο λόγος σας κύριες καθηγητά, εγώ θα ήθελα να στηριχτώ κάπου αλλού: Υπάρχουν ιστορικές περίοδες όπου σε οριακά κοινωνικές εξελίξεις δεν έχουμε ανερχόμενη κοινωνική τάξη και κυρίαρχη τάξη, αλλά έχουμε μορφές δυαδικής εξουσίας. Βέβαια στις μορφές δυαδικής εξουσίας ποτέ τα χρονικά διαστήματα δεν μπορεί να είναι μεγάλα.
 
ΜΑΝΕΣΗΣ: Στις μεταβατικές περιόδους διαταράσσεται η ισορροπία η οποία έχει αποκρυσταλλωθεί στο Σύνταγμα. Στις περιπτώσεις αυτές, είτε οι κρατούντες τείνουν, προσπαθούν να παραβιάσουν το Σύνταγμα, είτε οι αρχόμενοι προσπαθούν αμυνόμενοι να ενεργήσουν έτσι, ενδεχομένως παραβιάζοντας και αυτοί το Σύνταγμα, μέχρις ότου αποκατασταθεί μια νέα ισορροπία και αρχίσει έτσι ξανά η λειτουργία του Συντάγματος ως έκφρασης ισορροπίας και ως συμβιβασμό. Έτσι το βλέπω χονδρικά.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ: Κύριε καθηγητά σχετικά με το εκλογικό σύστημα.
 
ΜΑΝΕΣΗΣ: Μάλιστα υπάρχει σε ορισμένα Συντάγματα κρατών της Βόρειας Ευρώπης όπως στην Ολλανδία, στη Δανία, στη Νορβηγία, το Σύνταγμα προβλέπει ότι το εκλογικό σύστημα είναι της αναλογικής. Το ζήτημα είναι από κει και πέρα τι εστί αναλογική;
Στην Ελλάδα το ζήτημα αυτό της κατοχύρωσης συγκεκριμένου εκλογικού συστήματος είχε τεθεί, για πρώτη φορά όταν ψηφιζόταν το Σύνταγμα της δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας. Ονομάζουμε τρεις δημοκρατίες, η πρώτη δημοκρατία ήταν την εποχή της εθνικής επανάστασης του ’21-’27, η δεύτερη δημοκρατία ήταν το 1924-1935, η τρίτη δημοκρατία είναι αυτή που ζούμε από το 1975 και δώθε. Λοιπόν, τότε είχε τεθεί ζήτημα να θεσπιστεί στο Σύνταγμα διάταξη που να προβλέπει ότι το εκλογικό σύστημα είναι το σύστημα της αναλογικής. Δεν έγινε δεκτό. Όταν συζητούνταν στην Αναθεωρητική βουλή του 1946-1950 το κείμενο του Συντάγματος που έγινε κατόπιν Σύνταγμα του 1952, ο Αλέξανδρος Βαβέτσος, ένας νομομαθής μεγάλης κλάσεως της εποχής εκείνης, είχε προτείνει και είχε μπει στο σχέδιο Συντάγματος που είχε καταρτήσει μία επιτροπή, ότι το εκάστοτε ψηφιζόμενο εκλογικό σύστημα, ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές ώστε να μην μπορεί η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία ναθεσπίζει τις παραμονές των εκλογών, εκλογικό νόμο σύμφωνο με τα μέτρα της προσπαθώντας να οριοθετήσει τη βούληση του εκλογικού σώματος έτσι ώστε να αποβεί ευνοϊκή για αυτήν. Ούτε αυτό έγινε δεκτό. Το ζήτημα είχε συζητηθεί, επίσης και στην Ε αναθεωρητική βουλή του 1974-1975, αλλά η τότε κυβερνητική πλειοψηφία δεν δέχθηκε την πρόταση της τότε αντιπολίτευσης αλλά το περίεργο είναι ότι, και η τότε αντιπολίτευση, δηλαδή η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία που έκανε την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1985-1986, είχε την δυνατότητα αν ήθελε να υλοποιήσει την πρόταση που είχε η ίδια υποβάλλει στα 1975 και δεν το έκανε. Περιορίστηκε μόνο στις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας.
ΕΡΩΤΗΣΗ: θα ρωτήσω τρία πράγματα: Πρώτον, από ότι φάνηκε από την εισήγηση σας, εμφανίσατε ότι η κάποια δεδομένη ιστορική στιγμή, ενώ οι εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι βρίσκονται σε μια έντονη διαμάχη, υπάρχει προφανώς ένα κενό, διότι την ώρα που εξελίσσεται  αυτή η σύγκρουση δεν υπάρχει εκείνο που θα κατασιγάσει τα πράγματα και θα βάλει την ισορροπία, που αργότερα είναι το Σύνταγμα. Αυτή η διαδικασία είναι πάντα έτσι; Δηλαδή, πράγματι ένα Σύνταγμα είτε εξ υπαρχής, είτε η αναθεώρηση του προκύπτει από μια τέτοιου είδους διαδικασία κοινωνικοπολιτικής ζύμωσης όπου έρχεται το Σύνταγμα για να ισορροπήσει τις εκατέρωθεν αντιθέσεις και να δώσει τους κανόνες του παιχνιδιού για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα; Υπάρχει περίπτωση η αναθεώρηση του Συντάγματος να είναι επιλογή της μικροπολιτικής ή μικροκομματικής συγκυρίας της στιγμής που δεν έχει αντιστοιχία με  κάποια κοινωνικοπολιτική ζύμωση; Το δεύτερο, υπάρχει το γνωστό άρθρο του Συντάγματος – η γενιά της ηλικίας μου και οι προηγούμενες πολύ περισσότερο – το συνηθίσαμε με το ένα-ένα-τέσσερα, τώρα υπάρχει άλλη αρίθμηση, δίνει δικαίωμα βέβαια αντιστάσεως. Είναι η παθητική-αντίσταση μόνο ή είναι και ενεργητική αντίσταση; Μέχρι που φτάνουν τα όρια αυτής της αντίστασης της ενεργητικής, αν είναι αυτή; Ενεργοποιείται το άρθρο αυτό μόνο σε περίπτωση που έχουμε ριζική, ολοκληρωμένη δηλαδή κατάργηση του Συντάγματος από μία ομάδα που κάνει ένα πραξικόπημα ή αυτό το δικαίωμα υπάρχει για τον πολίτη και την κάθε μέρα όταν έχουμε επιμέρους παραβιάσεις του Συντάγματος; Και  ένα τελευταίο σε σχέση μ’ αυτό. Πώς προστατεύεται ο πολίτης από αυτές τις καθημερινές παραβιάσεις του Συντάγματος, όταν δηλαδή, αν πρέπει ας πούμε το δικαίωμα του να το ασκήσει μόνο προσφεύγοντας στο Συμβούλιο Επικρατείας, που κανένας πολίτης δεν το κάνει τουλάχιστον για τα καθημερινά ατομικά του ή κοινωνικά  δικαιώματα που παραβιάζονται και ποια φερέγγυα διαδικασία υπάρχει αναχαίτισης των εξουσιών, ειδικά μετά την αναθεώρηση, του Συντάγματος του 1985 όταν η Εκτελεστική εξουσία και ιδίως ο πρωθυπουργός συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες, ο ίδιος ο πρωθυπουργός ελέγχει τη κοινοβουλευτική πλειοψηφία της βουλής, άρα και τη νομοθετική εξουσία και διορίζει και του προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας.
 
ΜΑΝΕΣΗΣ: Σχετικά με το πρώτο ερώτημα. Βεβαίως, η αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να γίνει ενδεχομένως σε ορισμένες περιπτώσεις που δεν είναι προϊόν έντονης αντιπαράθεσης κοινωνικοπολιτικής ή ταξικής, άλλα να γίνει με βάση την πλειοψηφία, την αυξημένη που προβλέπει το Σύνταγμα, για λόγους μιας, είπατε μικροπολιτικής, για ανάγκες της συγκυρίας της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Βεβαίως, μπορεί να γίνει και σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά πάντοτε θα γίνει μόνον στο βαθμό που ο συσχετισμός δυνάμεων είναι τέτοιος που επιτρέπει στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία να χρησιμοποιήσει μια άλφα συγκυρία για να προχωρήσει σε μια αναθεώρηση του Συντάγματος. Εάν ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν διαφορετικός δεν θα μπορούσε η συγκεκριμένη εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία να εκμεταλλευθεί τη συγκυρία και για λόγους που αφορούν αποκλειστικά και μόνον αυτήν να προχωρήσει σε αναθεώρηση του Συντάγματος. Άρα σε τελική ανάλυση πάλι είναι θέμα συσχετισμού δυνάμεων. Μία κυβερνητική πλειοψηφία μπορεί να διαθέτει 151 βουλευτές, δεν μπορεί όμως να αναθεωρήσει το Σύνταγμα παρά μόνον με 180 τουλάχιστον στην πρώτη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Εάν δεν υπήρχαν άλλες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ας πούμε στην αναθεώρηση του 1985-1986, που δεν συνέπρατταν με την κυβερνητική πλειοψηφία που θέλησε για λόγους συγκυρίας, σε συνάρτηση με την αποπομπή του Καραμανλή, να τροποποιήσει το Σύνταγμα, δεν θα μπορούσε να γίνει αναθεώρηση του Συντάγματος. Υπήρξε αναθεώρηση του Συντάγματος διότι υποστηρίχθηκε και από το Κ.Κ.Ε., άρα σε τελική ανάλυση πάλι είναι θέμα συσχετισμού κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων. Υπήρχε ένας τέτοιος συσχετισμός ο οποίος επέτρεψε στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία να εκμεταλλευθεί μια συγκεκριμένη συγκυρία, όπως νόμισε αυτή, εξυπηρετική γενικότερων σκοπών είτε κομματικών, είτε εθνικών, είτε πολιτικών.
 Για το δεύτερο θέμα, σχετικά με το άρθρο 120 του Συντάγματος το οποίο δεν περιορίζεται όπως έλεγε το παλιό άρθρο 114 «να επαφίεται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων». Μάλιστα η διατύπωση εκείνη είχε προσλάβει ένα κάποιο υποτιμητικό νόημα: «επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων», «ο εστί μεθερμηνευόμενον» «άντε βρες τώρα άκρη». Και θέλησε ο συντακτικός νομοθέτης, ύστερα ιδίως από την εμπειρία την πικρή της δικτατορίας, να επισημάνει ιδίως στα κρατικά όργανα, ότι δεν μπορούν να ισχυρισθούν πλέον ότι «ξέρεις εγώ ως συνταγματάρχης δέχθηκα τη διαταγή του στρατηγού και δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά» η το Α ή Β δικαστήριο έλαβε υπόψη τη συντακτική πράξη που εξέδωσε μία δικτατορική κυβέρνηση και συμμορφώθηκε προς τη συντακτική πράξη, τι να κάνει; Όφειλε να εφάρμοσει τη συντακτική πράξη, έστω και αν οι διατάξεις της παραβίαζαν το Σύνταγμα, διότι η συντακτική πράξη αφ’ εαυτής είναι ισότιμη με το Σύνταγμα. Ήδη έχουμε το άρθρο 120 του Συντάγματος, το οποίο λέει στην παράγραφο 4 ότι, «η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων», αλλά δεν σταματάει, καλώς η κακώς στον πατριωτισμό, προσθέτει, «που δικαιούνται και υποχρεούνται». Ιδρύει και δικαίωμα και υποχρέωση, όλων των Ελλήνων πολιτών, άρα και του πολίτη και δημοσίου υπαλλήλου και του στρατιωτικού και του υπουργού και του προέδρου της δημοκρατίας, να αντιστέκονται με κάθε μέσον εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία. Προσέξτε τη διατύπωση. Κάθε μέσο τι σημαίνει; Υπάρχουν θεωρητική τρία είδη αντίστασης. Υπάρχει η παθητική αντίσταση, δηλαδή μου δίνεις μία διαταγή εγώ αρνούμαι να την εκτελέσω, αλλά αν με σύρεις διά της βίας θα την εκτελέσω. Υπάρχει η αρνητική αντίσταση, που σημαίνει ότι στη βία την οποία ασκείς εσύ προσπαθώντας να μου επιβάλεις να ενεργήσω κατά τον Α ή Β τρόπο, δικαιούμαι να αντιτάξω βία. Και υπάρχει και η λεγόμενη επιθετική αντίσταση μπροστά στη βία, η οποία έχει καθιδρυθεί, μπορώ εγώ να αναλάβω επιθετικά πρωτοβουλία να την ανατρέψω. Το Σύνταγμα λέγοντας με κάθε μέσον εννοεί και τον τύπο και την χειροβομβίδα και το περίστροφο και οποιοδήποτε μέσον για να αντιμετωπισθεί τι; Οποιοσδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία. Αυτό σημαίνει ότι ιδίως σε περίπτωση πραξικοπήματος, σε περίπτωση χρήσης του κατασταλτικού μηχανισμού του κράτους, δηλαδή σε περίπτωση πραξικοπήματος που σημαίνει ότι η κατάλυση του Συντάγματος προέρχεται εκ των άνω από τους φορείς της κρατικής εξουσίας. Στην περίπτωση αυτή, όπου διά της βίας καταλύεται το Σύνταγμα είτε επιχειρείται η κατάλυση, είτε έχει αρχίσει, πολύ περισσότερο όταν έχει ολοκληρωθεί, άρα και κατά το διάστημα που έχει εγκαθιδρυθεί ένα καθεστώς δικτατορικό που έχει καταργήσει το Σύνταγμα νομιμοποιούμαι εγώ, ως πολίτης, έχω και δικαίωμα και υποχρέωση να αντισταθώ, αλλά με δικό μου κίνδυνο. Τι σημαίνει αυτό «με δικό μου κίνδυνο»; Ότι εφόσον έχει επικρατήσει δικτατορία και έχει τα στρατοδικεία της και έχει τις εξορίες της, εάν με πιάσει δεν βγαίνει με το να πω «ξέρεις το Σύνταγμα μου δίνει το δικαίωμα και το καθήκον να σου αντισταθώ. Επομένως αθώωσε με». Δεν θα με αθωώσει, θα με πάει εξορία, όπως με πήγε, ή θα με πάει σε στρατοδικείο για να με καταδικάσει όταν όμως κάποτε πέσει ή καταφέρω εγώ να την ανατρέψω τη δικτατορία που κατέλυσε το Σύνταγμα, τότε πλέον-γι’ αυτό είπα πριν ότι εξουσία είναι εκείνη η οποία έχει την ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής-αλλάζουν τα πράγματα. 0 Παπαδόπουλος δεν θα καθόταν στο σκαμνί εάν δεν είχε πάψει η εξουσία του να επιβάλλεται κατά τρόπο αποτελεσματικό. Κάθισε στο σκαμνί όταν υπήρξε μια άλλη εξουσία, η οποία αυτή αντιτάχθηκε στην εξουσία του Παπαδόπουλου και επιβλήθηκε αυτή κατά τρόπο αποτελεσματικό και τον έβαλε μέσα. Δηλαδή εκείνοι που επιχειρούν να καταλύσουν το Σύνταγμα, εάν μεν το καταφέρουν γίνονται κυβερνήτες, εάν δεν το καταφέρουν ή από τη στιγμή που αποτύχουν η από τη στιγμή που ανατραπούν πηγαίνουν στον Κορυδαλλό. Είναι θέμα συσχετισμού δυνάμεων.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Στον Κορυδαλλό ή στο εκτελεστικό απόσπασμα;
ΜΑΝΕΣΗΣ: Στο εκτελεστικό, εάν τους πάνε. Είναι πάντως γεγονός το εξής: Ότι είναι μοναδική φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία που εκείνοι που επιχείρησαν και κατέλυσαν το Σύνταγμα και επέβαλαν τη δικτατορία πήγαν και έμειναν φυλακή. Εδώ βέβαια μπορούσε να πει κανείς, γιατί δεν τους εκτελέσανε; Αυτό είναι ένα θέμα πολιτικής εκτίμησης, δεν ξέρω εάν την εποχή εκείνη, τους εκτελούσαν, τι δυνάμεις ακόμα υπήρχαν στο στρατό και τι αντιδράσεις θα υπήρχαν εάν εκτελούνταν οι πρωταγωνιστές, οι πρωταίτιοι της δικτατορίας. Το γεγονός όμως που είπε ο τότε πρωθυπουργός ότι «όταν λέω ισόβια, εννοώ ισόβια» και υποτίθεται ότι εφόσον δεν αλλάξουν οι συσχετισμοί δυνάμεων, οι κατάδικοι σε ισόβια δεν πρόκειται να βγουν ζωντανοί από τη φυλακή. Λοιπόν, για να ξανάρθουμε στο άρθρο 120 του Συντάγματος: Η έννοια του άρθρου 120 είναι ότι, όταν αποκατασταθεί η έννομη δημοκρατική τάξη, όταν ξανά ισχύσει δηλαδή το 120, δεν μπορεί πια, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, να ισχυριστεί είτε κρατικό όργανο είτε απλός πολίτης, ότι έλαβε διαταγή από τον προϊστάμενο του ή από οποιονδήποτε άλλο και συνείργησε έτσι στην κατάλυση του Συντάγματος διότι όφειλε να υπακούσει σύμφωνα π.χ. με το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα ή το άρθρο 71 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και ότι εφόσον έλαβε διαταγή δεν υπέχει ευθύνη. – Δεν ισχύουν αυτά εν όψει του 120, δεν μπορεί να επικαλεσθώ ότι έλαβα διαταγή να κάνω το Α ή Β πράγμα και συνείργησα στην κατάλυση του Συντάγματος αθέλητα. Εν όψει του 120 θα μου πουν, όταν αποκαταστηθεί η έννομη τάξη, ότι κύριε όφειλες βάσει του άρθρου 120 και δικαίωμα είχες και υποχρέωση είχες να αντισταθείς στη βίαιη κατάλυση του Συντάγματος. Δεν το έκανες, άρα υπέχεις ευθύνη. Αυτά για το δεύτερο ερώτημα σας. Και το τρίτο. Η αναχαίτιση των εξουσιών. Βεβαίως, η εξουσία έλεγε ο Μοντεσκιέ πρέπει να αναχαιτίζει την εξουσία. Και υπάρχουν ορισμένοι θεσμοί. Είναι γεγονός ότι σε ένα κοινοβουλευτικό καθεστώς, υπάρχει ένας δυαδισμός της εκτελεστικής εξουσίας, υπάρχει ο πρόεδρος της δημοκρατίας και υπάρχει η κυβέρνηση. 0 πρόεδρος της δημοκρατίας δεν μπορεί να είναι ένα διακοσμητικό στοιχείο. 0 πρόεδρος της δημοκρατίας εφόσον υπάρχει, εκτός αν καταργηθεί σαν θεσμός, εφόσον υπάρχει σημαίνει ότι πρέπει να ασκεί ένα ρόλο. Είναι γεγονός ότι το Σύνταγμα του ’75, ανέθετε στον πρόεδρο της δημοκρατίας ορισμένες αρμοδιότητες τις οποίες τις ονόμασαν υπερ-εξουσίες. Ουσιαστικά η υπερ-εξουσία ήταν μία, ότι είχε δικαίωμα να παύει μία κυβέρνηση, έστω και αν αυτή είχε την πλειοψηφία της βουλής. Αυτό ήταν κοινοβουλευτικά και δημοκρατικά απαράδεκτο. Αυτό ήταν υπερ-εξουσία. Και αυτό προσωπικά το είχα επισημάνει το ’75 και το είχα επικρίνει. Αυτό σωστά καταργήθηκε το 1985-1986, διότι ήταν υπερ-εξουσία. Τα άλλα δεν νομίζω ότι ήταν υπερ-εξουσίες. Είπατε κάτι το οποίο είναι σωστό ότι τυπικά μεν, με την συνταγματική αναθεώρηση του 1986, ορισμένες εξουσίες του προέδρου μεταβιβάστηκαν στην κυβέρνηση ή στη Βουλή. Τυπικά, διότι όταν η Βουλή αποτελείται από μία συμπαγή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, οι εξουσίες αυτές μεταβιβάζονται ουσιαστικά στον πρωθυπουργό, ο οποίος κυριαρχεί σε τρία επίπεδα.
Πρώτον: Κυριαρχεί στην κοινοβουλευτική ομάδα.
Δεύτερον: Κυριαρχεί στην κεντρική επιτροπή του κόμματος.
Και τρίτον: Κυριαρχεί ο πρωθυπουργός στο υπουργικό συμβούλιο, στην κυβέρνηση. Επομένως η μεταφορά αρμοδιοτήτων του προέδρου της δημοκρατίας στην κυβέρνηση ή στη βουλή εφόσον ιδίως υπάρχει το δικομματικό σύστημα που οδηγεί σε μία μονοκρατορία του πρωθυπουργού. Υπ’ αυτή την έννοια, δεν υπάρχουν θεσμικά αντίβαρα τα οποία να μπορούν να λειτουργήσουν κατά τρόπο αποτρεπτικό για μία ενδεχόμενη κατάχρηση της εξουσίας. Η αναθεώρηση του Συντάγματος, όπως έγινε, έφτασε στο άλλο άκρο: από τις λεγόμενες υπερ-εξουσίες του προέδρου οδηγηθήκαμε στη συγκέντρωση υπερ-εξουσιών, κατ’ αποτέλεσμα, στα χέρια του οποιουδήποτε πρωθυπουργού ο οποίος διαθέτει μία πειθαρχημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Κύριε καθηγητά, ήθελα να κάνω μία ερώτηση ευθέως; Ποια είναι η θέση που παίρνουν σι Συνταγματολόγοι πάνω σε σοβαρά πολιτικά προβλήματα, εφόσον και αυτοί είναι πολιτικά τοποθετημένοι, σε μια πολιτική κρίση. Γίνεται παραβίαση του Συντάγματος διά λόγους σκοπιμότητας ; Λέγω για την εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας, άρθρο 32, παράγραφος 1, μυστική ψηφοφορία. Τι έχετε να μας πείτε για αυτά;

ΜΑΝΕΣΗΣ: Οι απόψεις των Συνταγματολόγων μπορεί να είναι διαφορετικές, σε περιπτώσεις οπού το Σύνταγμα επιδέχεται, μερικές φορές, διαφορετική ερμηνεία. Καθένας υποστηρίζει την άποψη, την οποία θεωρεί επιστημονικά ορθή.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ: Η ερώτηση μου είναι όταν επέλθει σύγκρουση πολιτικής ισχύος και νομικής ισχύος.
 
ΜΑΝΕΣΗΣ: Τι εννοείτε πολιτικής ισχύος και νομικής ισχύος; Σας είπα ότι το Σύνταγμα είναι νομικοπολιτικό φαινόμενο, δεν μπορεί να ξεχωρίσει η νομική από την πολιτική του διάσταση. Για αυτό μάλιστα σαν θέμα της σημερινής εισήγησης μου έβαλα τη νομικοπολιτική σημασία του Συντάγματος. – Το Σύνταγμα είναι  ταυτόχρονα νόμος και πολιτική, είναι αδιαχώριστα δεν μπορεί να  υπάρξει μεταξύ τους σύγκρουση. Αν υπάρξει παραβίαση Συντάγματος, υπάρχει παραβίαση, τόσο από πολιτική άποψη, όσο και από νομική. Η παραβίαση δεν παύει να είναι παραβίαση, όταν συμβαίνει να είναι πολιτικά σκόπιμη.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Το άρθρο 90 του Συντάγματος δεν αντιβαίνει στην διάκριση των εξουσιών;

ΜΑΝΕΣΗΣ: Ακριβώς αυτή η διάταξη του Συντάγματος παρέχει την αρμοδιότητα στην εκάστοτε κυβέρνηση να διορίζει την ηγεσία των τριών ανωτάτων δικαστηρίων όταν κενούνται οι αντίστοιχες θέσεις. Η διάταξη αυτή όφειλε να μην υπάρχει στο Σύνταγμα, διότι αποτελεί μία παρέκκλιση από την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης η οποίαθεσμοθετείται κατ’ αρχήν από το Σύνταγμα. Και ήταν μία από τις διατάξεις οι οποίες το ’75, όταν ψηφίσθηκε το Σύνταγμα είχαν επικριθεί από την τότε αντιπολίτευση και σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία, η οποία δεν επωφελήθηκε της αναθεώρησης του ’85-’86 για να την τροποποιήσει. Διότι κάθε κυβέρνηση θα ήθελε να χρησιμοποιεί τις διατάξεις του Συντάγματος προς όφελος της. Σας θυμίζω ότι ο Μιτεράν, ο σημερινός Γάλλος πρόεδρος της δημοκρατίας, είχε επικρίνει πάρα πολύ το γαλλικό Σύνταγμα του 1958 που ήταν έργο του Ντε Γκολ. Όταν όμως έγινε ο ίδιος πρόεδρος και είχε υπερ-εξουσίες ο Γάλλος πρόεδρος, είπε ότι το ένδυμα του στρατηγού μου πάει πολύ καλά και μένα τώρα που το φοράω. Το φόρεσε και του άρεσε, όταν δεν το φορούσε δεν του άρεσε.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς εξηγείται η άρνηση του νομοθέτη π.χ. να χορηγείται και λευκό ψηφοδέλτιο στην κάθε εκλογική αναμέτρηση που θα θεωρείται νομικά έγκυρο. Παραβιάζεται εδώ, ναι ή όχι η γενική αρχή του Συντάγματος που προβλέπει υποχρεωτικά και την μυστικότητα της ψηφοφορίας; Και μία ακόμα ερώτηση. Κατά πόσον νομιμοποιείται η αυτοδικία σαν απάντηση κάποιας ομάδας πολιτών όταν η πολιτεία αυθαιρετεί και παραβιάζει τους νομούς που η ίδια θέσπισε, άλλα αρνείται να εφαρμόσει, π.χ. νόμοι για την προστασία του περιβάλλοντος.
ΜΑΝΕΣΗΣ: Στην τελευταία ερώτηση σας απήντησα προηγουμένως. Εάν κάποιος παρανομήσει, απειθήσει, υπάρχουν οι νόμοι οι οποίοι τον τιμωρούν εάν δεν συμμορφωθεί προς τις διατάξεις τους. Και υπάρχουν ένδικα βοηθήματα, υπάρχει δυνατότητα, προσφυγής στα δικαστήρια, στο συμβούλιο επικράτειας, θα μου πείτε δύσκολη διαδικασία, έξοδα κ.λπ. Ναι. Αλλά πάντως υπάρχουν νόμιμοι τρόποι αντιμετώπισης της κρατικής αυθαιρεσίας και παρανομίας. Αυτό είναι το λεγόμενο “κράτος δικαίου”. Εάν οι νόμιμοι τρόποι αυτοί δεν επαρκούν κατά την άποψη κάποιου, ο οποίος νομίζει ότι δεν βρίσκει το δίκιο του παρά μόνο με την αντιδικία, τότε αυτός αναλαμβάνει τον κίνδυνο να υποστεί τις οποίες συνέπειες. Δηλαδή ο καθένας παίζει με ρίσκο δικό του. Μόνον εάν δια της βίας υπάρξει προσπάθεια κατάλυσης του Συντάγματος, τότε έχετε δικαίωμα να κάνετε απείθεια, η οποία απείθεια να μην τιμωρηθεί, εφόσον η εξουσία, η οποία υπάρχει, αποδέχεται την απείθεια της, δηλαδή ισχύει το άρθρο 120 παράγραφος 4 του Συντάγματος.
Τώρα όσον αφορά το πρώτο σας ερώτημα για την λευκή ψήφο. Κατά το Σύνταγμα κάθε Έλληνας πολίτης έχει το δικαίωμα, να εκφράσει οποιαδήποτε βούληση στις εκλογές. Είμαι μεν υποχρεωμένος να λάβω Μέρος στην ψηφοφορία, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είμαι υποχρεωμένος και να αποδεχθώ όλες τις εκλογικές εκδοχές των κομμάτων που μετέχουν στις εκλογές και των υποψηφίων βουλευτών. Ενδέχεται να μην θεωρώ κανέναν σωστό, να μην με ικανοποιεί κανένα πολιτικό πρόγραμμα, ως πολίτης πρέπει να έχω το δικαίωμα να τους αποδοκιμάσω και μπορώ να τους αποδοκιμάσω ρίχνοντας λευκή ψήφο. Αυτό το δικαίωμα προκύπτει από ορισμένες διατάξεις Συντάγματος που καθιερώνουν τη λαϊκή κυριαρχία και εγγυώνται την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης και την ισότητα του κύρους κάθε ψήφου, άρα είτε θετικής, είτε αρνητικής. Υπ’ αυτή την έννοια νομίζω ότι κατά το Σύνταγμα υπάρχει δικαίωμα λευκής ψήφου, άρα η διάταξη της νομοθεσίας η οποία ταυτίζει, τα άκυρα ψηφοδέλτια με τα λευκά, δηλαδή την έκφραση συγκεκριμένης αντιπολίτευσης, βούλησης αντιπολιτευτικής απέναντι στο σύνολο των κομματικών σχηματισμών, την ταυτίζει με το λάθος το οποίο μπορεί να κάνει κάποιος ρίχνοντας μη έγκυρο ψηφοδέλτιο, νομίζω ότι αυτή η διάταξη δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Το ζήτημα τέθηκε μετά τις δημοτικές εκλογές στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Και το Συμβούλιο της Επικρατείας δυστυχώς με μία αιτιολογία η οποία τουλάχιστον κατά την ταπεινή γνώμη μου είναι επιστημονικά απαράδεκτη, δεν θεώρησε ότι υπάρχει δικαίωμα λευκής ψήφου, δεν θεώρησε δηλαδή αντίθετη προς το Σύνταγμα τη διάταξη του εκλογικού νόμου που ταυτίζει όσον αφορά την εξαγωγή των αποτελεσμάτων, τα λευκά ψηφοδέλτια με τα άκυρα ψηφοδέλτια.

 

Οι αναγκαίες τομές και το δίλημμα

Γιάννης Δρόσος

Οι αναγκαίες τομές και το δίλημμα

Κανείς μας δεν είναι αθώος. Με λίγες εξαιρέσεις, εσμοί ερασιτεχνών πέρασαν από τους θώκους του υπουργείου Παιδείας φροντίζοντας πάντως για την διεύρυνση της εκλογικής και κομματικής τους επιρροής. Ενδεικτικά: πώς αλλιώς εξηγείται η διαρρήδην καταγγελία κομματικής συναλλαγής των φοιτητικών παρατάξεων από τα ίδια τους τα κόμματα στη Βουλή ή και στην κυβέρνηση, ενώ οι πρωταγωνιστές του καταγγελλόμενου κακούκυρίως πρόεδροι κλπ. της ΟΝΝΕΔ ή της ΠΑΣΠ- ανταμείβονται με ταχεία άνοδο στο πολιτικό σύστημα; Πώς αλλιώς εξηγείται η ίδρυση τμημάτων ΑΕΙ και ΤΕΙ σχεδόν σε κάθε επαρχιακή πόλη της Ελλάδας, χωρίς φοιτητές και χωρίς διδάσκοντες, ενώ κανείς υπουργός δεν τόλμησε έστω και εξαγγελία συγχωνεύσεων ή καταργήσεων ΑΕΙ ή Τμημάτων τους, κατονομάζοντάς τα όμως, όπως και τις πόλεις από τις οποίες προτείνει να φύγουν;

Αλλά ούτε εμείς που διδάσκουμε στα ΑΕΙ και τα διοικούμε ανταποκριθήκαμε στα αναμενόμενα. Και πάλι ενδεικτικά: Δεν εκλέξαμε ή δεν ανεχθήκαμε εν γνώσει μας την εκλογή ανάξιων διδασκόντων; Ανανεώνουμε πάντοτε, όλοι μας, σωστά και τακτικά, γνώσεις, συγγράμματα και παραδόσεις; Πάντα διοικούμε και βαθμολογούμε σωστά; Δεν ανεχθήκαμε αφόρητες ασχημίες, χωρίς να αξιοποιήσουμε τις πραγματικές δυνατότητες που μας παρέχει ο νόμος και επιβάλλει η αξιοπρέπεια της θέσης μας;

Κανείς μας δεν είναι αθώος, όμως το θέμα είναι τώρα τι λες.

Δημιουργική έκρηξη ήταν ο ν. 1268/82, πριν 29 χρόνια, εξάντλησε όμως την προωθητική του δύναμη. Το νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ εμφανίζεται με φιλοδοξία να αντικαταστήσει τα πάντα.

Εχει συνταγματικά ζητήματα το νομοσχέδιο, λιγότερα όμως από όσα θορυβωδώς προβάλλονται, και αυτά θα συζητηθούν και θα κριθούν σε καταλληλότερο τόπο.

Το νομοσχέδιο παλινδρομεί ανάμεσα σε μία τάση δημιουργικής τομής, ώριμης κοινωνικά, πολιτικά και ακαδημαϊκά και σε μία αφελή τάση ολοκληρωτικής απαξίωσης των πάντων και ιδεοληπτικής προσφυγής στους έξω και στα έξω.

Κομβικό σημείο της πρώτης είναι η θεμελίωση των σπουδών σε τρεις διακριτούς κύκλους με πολύπλευρη ενίσχυση του ανοίγματος των ΑΕΙ εκτός Πανεπιστημίου και εκτός Ελλάδας, καθώς και η εισαγωγή θεσμών ποιοτικού ελέγχου και ενίσχυση των θεσμών πάγιας αξιολόγησης και των τακτικών καθηγητών (η αγαρμποσύνη με την οποία επιχειρείται το τελευταίο δεν αναιρεί την ορθότητα της κεντρικής ιδέας). Σε αυτά μπορούν να προστεθούν ο προσδιορισμός χρόνου περάτωσης της φοιτητικής ιδιότητας, η αναμόρφωση του συστήματος παροχής συγγραμμάτων, η απολύτως συνταγματική ιδέα για την αξιοποίηση της υπνώτουσας πανεπιστημιακής περιουσίας από ένα ΝΠΙΔ πλήρως ελεγχόμενο από το ΑΕΙ, και άλλα.

Η τάση της απόλυτης απαξίωσης της λειτουργίας των ΑΕΙ και του προσωπικού τους είναι λαϊκιστική στην ουσία της, πλεγματική και συχνά χυδαία στην εκφορά της. Σε αυτήν υποτάσσονται, κυρίως, οι διατάξεις σχετικά με τη διοίκηση των ΑΕΙ και την εκλογή καθηγητών όπως δυστυχώς και ο δημόσιος διάλογος.

Η απαξίωση αυτή είναι λάθος, όχι επειδή οι εντός ΑΕΙ δεν δώσαμε λόγο για καταλυτική κριτική, αλλά επειδή το νομοσχέδιο έπρεπε να βρει περισσότερη δύναμη να μετρηθεί με τα καλά και δημιουργικά που σε όλα τα επίπεδα και υπάρχουν και αναπτύσσονται (κατά κανόνα αθόρυβα) μέσα στα ελληνικά πανεπιστήμια. Ιδεολογικό έδαφος της συνταγματικά προβληματικής δέσμης διατάξεων του νομοσχεδίου που αναφέρονται στη διοίκηση των ΑΕΙ είναι η ύβρις: ύβρις ως βρισιά συλλήβδην όλων μας και των φοιτητών μας και ύβρις ως αλαζονική βεβαιότητα των τιμητών μας.

Συνέπεια αυτού είναι η αντίληψη ότι το δημοκρατικό-συμμετοχικό θεμέλιο στη λειτουργία του Πανεπιστημίου αντιβαίνει δήθεν στην ποιότητα και την αξιοκρατία και ότι οι έλληνες πανεπιστημιακοί πρέπει να τελούμε υπό κηδεμονίες. Για αυτό και εμπιστεύεται ελάχιστα τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς (και από αυτούς μόνον τους τακτικούς καθηγητές- άραγε ως λιγότερο ενόχους για τα σημερινά κακά;) και μέγιστα τους εκτός Πανεπιστημίου, από τους οποίους κυρίως προσδοκά τα ουσιώδη. Πρόκειται για βαρύ λάθος. Το ότι ψηφίζουμε, επί τριάντα τόσα χρόνια, βουλευτές και υπουργούς που μας οδήγησαν στο ΔΝΤ είναι λόγος να καταφύγουμε στην πρόσληψη υπουργών (και Παιδείας;) με δημόσιο διεθνή διαγωνισμό;

Στο νομοσχέδιο απαντώνται, με ενοχλητική συχνότητα, αδεξιότητες- προϊόντα άλλοτε ιδεολογήματος και άλλοτε πλημμελούς γνώσης. Αυτά ίσως και να ματαιώσουν πολλά από τα καλά. Ενδεικτικά: είναι πολιτικά έτοιμη η κυβερνητική εξουσία, καταργώντας το σύμβολο του ακαδημαϊκού ασύλου αντί να εφαρμόσει αυστηρά τον ισχύοντα νόμο, να αστυνομεύει τα ΑΕΙ όσο αδιαλείπτως εμφανίζεται ότι χρειάζεται; Ενώ είναι ορθή η κατάργηση μιας βαθμίδας ΔΕΠ, είναι αναγκαίο να δημιουργείται ανεξήγητη εύνοια των λεκτόρων; Θα τους ωφελήσει; Ποιος είναι κατά νόμο «διαπρεπής» καθηγητής και ποιος σκέτος;

Στη Βουλή υπάρχει η δυνατότητα να απορριφθούν, προτιμότερο με κυβερνητική εισήγηση, όσα κάνουν την τομή αντίφαση. Μπορεί αντ΄ αυτού και να επιχειρηθεί το δίλημμα: με εμένα ή εναντίον μου; Η παράδοση των πανεπιστημίων μας θέλει τους καθηγητές τους, γενικώς, να συνεργάζονται με τις εξουσίες- τι επιστήμονες θα ήμασταν άλλωστε; Θέλει όμως και αρκετούς από εκείνους που ίσως μπορούν να κάνουν πράγματα να μην συνεργάζονται αν δεν πρέπει και, αν πρέπει, να είναι και απέναντι. Το δίλημμα επομένως αντιστρέφεται.

Ο κ. Γιάννης Ζ. Δρόσος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής Αθηνών.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 21 Αυγούστου του 2011.

Δημοψήφισμα, μια ατυχής πρωτοβουλία

Νίκος Αλιβιζάτος

Δημοψήφισμα, μια ατυχής πρωτοβουλία

“Στο άρθρο του ο καθηγητής Αλιβιζάτος υποστηρίζει, με αφορμή τη πρόσφατη ψήφιση του εκτελεστικού νόμου του Συντάγματος για τα δημοψηφίσματα, ότι ο νόμος είναι πρόχειρος και χωρίς επαφή με την πραγματικότητα επισημαίνοντας μερικές διαδικαστικές αδυναμίες του μεταξύ των οποίων και ζητήματα χρηματοδότησης”.

Είναι γνωστή από παλιά η αδυναμία του Γιώργου Παπανδρέου για την άμεση δημοκρατία και τους θεσμούς της. Υπό την ηγεσία του, το 2006, στο πλαίσιο της επιχειρούμενης τότε συνταγματικής αναθεώρησης, το ΠΑΣΟΚ είχε προτείνει να διεξάγεται δημοψήφισμα αν το ζητήσει το 5% των πολιτών και να συζητείται υποχρεωτικά στη Βουλή πρόταση νόμου που υποστηρίζει το 3% τουλάχιστον των εκλογέων. Είναι αλήθεια, εξ άλλου, ότι στο τελευταίο προεκλογικό πρόγραμμά του, το ΠΑΣΟΚ δεσμευόταν για τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων. Ο ψόγος, επομένως, περί κυβερνητικού αιφνιδιασμού δεν ευσταθεί. Πολύ περισσότερο που το σχετικό άρθρο του Συντάγματος (άρθρο 44 παρ. 2), αν και είχε αναθεωρηθεί το 1986, δεν είχε τον εκτελεστικό του νόμο.
Παρ’ όλ’ αυτά, λόγω συγκυρίας, η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να φέρει στη Βουλή νομοσχέδιο για τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων, την περασμένη εβδομάδα, χαρακτηρίσθηκε προσχηματική. «Απέλπιδα προσπάθεια να κρατηθείτε, την χαρακτήρισε βουλευτής της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενώ ακόμη κι ένα ιστορικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ όπως ο κ. Απ. Κακλαμάνης επέσεισε τον κίνδυνο το νομοσχέδιο να αποτελέσει «αρχή δεινών».
Οι επιφυλάξεις αυτές ήταν, κατά τη γνώμη μου, δικαιολογημένες. Διότι, σε συνθήκες πρωτοφανούς οικονομικής και κοινωνικής έντασης σαν κι αυτές που ζούμε, είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι ο λαός μπορεί να αποφασίσει για το μέλλον του με την απαιτούμενη νηφαλιότητα. Μοιραία, η λογική του μαύρου και του άσπρου θα επικρατήσει, εκεί όπου η λύση –όπως, άλλωστε, διδάσκει και η Ιστορία– περνάει πάντοτε μέσα από τις αποχρώσεις. Οταν τα πνεύματα είναι τόσο οξυμένα, τέτοιες αντιπαραθέσεις δεν συντελούν στο «βάθεμα» της δημοκρατίας, αλλά στη διεύρυνση των χασμάτων και των διαιρέσεων. Πολύ περισσότερο όταν το πότε θα διεξαχθεί το δημοψήφισμα και σε ποιο ακριβώς ερώτημα θα κληθούν να απαντήσουν οι εκλογείς τα αποφασίζει κατά το Σύνταγμα η κυβερνώσα πλειοψηφία. Διότι, ακόμη κι αν έχουν τις καλύτερες προθέσεις, είναι πέρα από βέβαιο ότι οι κυβερνώντες, σε στιγμές μεγάλης δοκιμασίας, θα κατηγορηθούν αν όχι για υφαρπαγή, τουλάχιστον για απόπειρα παγίδευσης της λαϊκής ετυμηγορίας.
Η συγκυρία, επομένως, δεν ήταν η καταλληλότερη για την ανάληψη της σχετικής πρωτοβουλίας.
Από εκεί και πέρα, ούτε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο βοήθησε στο να ξεπερασθούν οι δισταγμοί. Γιατί οι επί μέρους ρυθμίσεις του είναι κάτω των περιστάσεων. Καθώς κόμματα και πολιτικοί βάλλονται πανταχόθεν ως υπεύθυνοι για την κρίση, θα περίμενε κανείς από ένα νομοσχέδιο για το δημοψήφισμα να ευνοεί νέες μορφές συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Παρ’ όλ’ αυτά, το προβάδισμα δίνεται και πάλι στα κόμματα, αφού η θέση τους στις προβλεπόμενες «Επιτροπές Υποστήριξης» υπέρ του «ναι» ή υπέρ του «όχι» αντιστοίχως παραμένει κυρίαρχη.
Αν και δεν προβλέπεται ειδική επιδότηση των κομμάτων από το κράτος για την προ-δημοψηφισματική εκστρατεία τους (αυτό δα έλειπε!), αυτά, όπως ορίζεται, μπορούν να ξοδέψουν από την τακτική κρατική ενίσχυση σημαντικά ποσά (ώς το 30% της τελευταίας εκλογικής χρηματοδότησής τους). Αντίθετα, το ποσό που μπορούν να δαπανήσουν όλες μαζί οι άλλες ενώσεις προσώπων, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών κ.λπ. που θα συμμετάσχουν στη δημοψηφισματική διαδικασία, δεν μπορεί να υπερβεί το 50% της πιο πάνω δαπάνης. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι δεν προβλέπεται –και ορθώς– χρηματοδότηση των οργανώσεων αυτών από το κράτος. Επί πλέον, όπως παρατήρησε και η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, δεν λαμβάνεται η παραμικρή μέριμνα για τη διασφάλιση της διακριτής παρουσίας των οργανώσεων αυτών στις Επιτροπές Υποστήριξης και την τηλεοπτική εκστρατεία. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η σύνθλιψη των «νέων υποκειμένων» από τα κόμματα, πολύ εμπειρότερα σε τέτοιου είδους εγχειρήματα, προμηνύεται βέβαιη.
Εξ άλλου, για τον έλεγχο των δαπανών και την οργάνωση της προ-δημοψηφισματικής περιόδου, ο νέος νόμος επαναλαμβάνει τις ρυθμίσεις του διάτρητου Ν. 3023/2002: παραπλανητική τήρηση βιβλίων, προσχηματικοί έλεγχοι από την επιτροπή του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος (στην οποία μετέχουν κατά πλειοψηφία βουλευτές), παράλογοι περιορισμοί στη διάδοση μηνυμάτων κ.ά.
Αν στα ανωτέρω προσθέσει κανείς πρόχειρες διατυπώσεις, όπως αυτή του αρμόδιου υπουργού που προτάσσεται σ’ αυτό το άρθρο, αν λάβει υπ’ όψιν λάθη, όπως π.χ. ο χαρακτηρισμός του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα ως (νομικά) «δεσμευτικού» (για τη Βουλή; Τη διοίκηση; Τα δικαστήρια;) ή ακόμη και προσδοκίες που είναι βέβαιον ότι θα διαψευσθούν (όπως π.χ. ότι τα κανάλια, συμπεριλαμβανομένων και των ιδιωτικών, θα μεταδίδουν τάχα τα σχετικά μηνύματα δωρεάν), θα αντιληφθεί γιατί η ψήφιση ενός νομοσχεδίου με κατ’ εξοχήν διαδικαστικό περιεχόμενο προκάλεσε τόσα ερωτήματα, ακόμη και σε καλόπιστους παρατηρητές.
Ενώ λοιπόν μείζονες θεσμικές εκκρεμότητες για την εξυγίανση του πολιτικού μας συστήματος, όπως ο εκλογικός νόμος, η χρηματοδότηση των κομμάτων, η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης και η ευθύνη των υπουργών, περιμένουν να αναληφθούν με τόλμη οι ανάλογες πρωτοβουλίες, ήταν άραγε η στιγμή να τεθεί θέμα δημοψηφίσματος;
Αν κρίνει κανείς από τα λεγόμενα των αγορητών τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΛΑΟΣ, τα κόμματα αυτά τάσσονται υπέρ της διεύρυνσης του θεσμού του δημοψηφίσματος. Ο κ. Σαμαράς συμπεριέλαβε το θέμα στα 31 σημεία του για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ενώ ο κ. Καρατζαφέρης ζήτησε να διεξάγονται δημοψηφίσματα κάθε χρόνο, την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου. Ετσι, φρονούν, θα αναγεννηθεί η δημοκρατία.
Σε αυτούς, όσο και σε κάποιους από το ΠΑΣΟΚ που συμμερίζονται τέτοιες απλουστεύσεις, καλό θα ήταν κάποιος να θυμίσει ότι τα δημοψηφίσματα δεν συνδέονται μόνο με τις «δημοκρατικές επαναστάσεις περασμένων αιώνων», όπως αφελώς υποστήριξε στη Βουλή υπουργός εν ενεργεία. Συνδέονται και με τη χειραγώγηση της λαϊκής ψήφου από υπό εκκόλαψη δικτάτορες, όπως οι δύο Ναπολέοντες στη Γαλλία, και από σφετεριστές της εξουσίας, όπως ο Γ. Παπαδόπουλος σε εμάς.
Πρόχειρος, χωρίς έμπνευση και, προ πάντων, χωρίς επαφή με την πραγματικότητα, ο νέος νόμος πολύ φοβούμαι ότι αντανακλά την κόπωση μιας κυβέρνησης, που δείχνει να μην πιστεύει πια στις δυνάμεις της ούτε στα επιχειρήματά της. Μήπως έφθασε η ώρα να βγάλει ο πρωθυπουργός τα αναγκαία συμπεράσματα;
* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 10 Νοεμβρίου 2011.

GREECE. THE SOVEREIGNTY OF THE DEBT, THE SOVEREIGNS OVER THE DEBTS AND SOME REFLECTIONS ON LAW

Yiannis Z. Drossos

"Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε το εικονίδιο του pdf"

Who Decides in Last Resort? Elected Officials and Judges

Nicos C. Alivizatos

In July this year, the German Constitutional Court, the most important of the kind in Europe, heard in Karlsruhe the case against the first Greek bail-out package and the euro-rescue fund. Wolfgang Schäuble, the German Minister of Finance, appeared in person before the Court to defend the program, while, on behalf of the applicants, Karl Albrecht Schachtschneider, a professor of constitutional law at the University of Nűrnberg, widely known for having attacked –unsuccessfully as it was subsequently proved- before the same Court the ratification by Germany of the Lisbon Treaty, claimed that Germany’s commitment to lend money to Greece violated the right to property of the German people and the German Parliament’s discretion to adopt as it deems appropriate the country’s budget in the years to come.

Along with Switzerland, Germany is indeed the only European Country whose Constitution has an explicit debt containment rule.

[Spain, by the way, has just joined the group, by adopting a constitutional amendment ten days ago; Portugal and Italy have announced that they will soon do the same].

Recently amended to face the forthcoming deficit crisis, Article 115 of the Grundgesetz provides that, as from 2016, federal revenues and expenses should in principle be balanced and that, under normal circumstances, revenue through borrowing should not exceed 0.35% of the country’s GDP. Should Germany, by far the leading economic power of the European Union, break that rule, in the name of European solidarity?
In his opening statement, Andreas Vosskuhle, the 48 years old president of the Karlsruhe Court, a judge nominated by the Social-Democratic Party, left the question open: “the Court does not want to hear a debate on the measures’ economic merits”, he said, “because the right economic strategy is a matter for politicians and not for judges”. But, he added, his Court “has to consider the limits that the Constitution sets for politicians”.
I will address the issue “who decides in last resort” in modern democracies mainly from a historical standpoint. Starting with the French Revolution of 1789, how accurate has been the fundamental claim of modern democracies that they are based on government from the people, by the people and for the people? My perspective will be that of a European constitutional scholar, on whose judgment the past weighs in a more significant way than it does on this side of the Atlantic. For making this option though, I find consolation in the fact that the old continent’s experience in the various forms of government is more diverse than the American. Under the present economic crisis and for the purpose of drawing practical conclusions, this diversity might indeed be useful.
It has been said that, beyond national specificities, the slow advent of parliamentarism in Europe from the 17th century onwards reflects the rise and consolidation of democracy. This is obvious as far as the old European nations are concerned -and above all Britain: in the course of the years, their monarchies, although deeply rooted in their respective societies, were obliged to share power with representatives who were initially elected only by a small fringe of citizens –the aristocrats and the rich- and subsequently by the population at large. In Britain, this process lasted several centuries; its duration was in principle shorter in other countries. In the second half of the 19th century, the same monarchies –with one major exception though, that of the German Empire- made a great concession: in order to avoid the fate of their French counterparts, they preferred to transfer real power to elected officials; they thus succeeded to keep their thrones, though with no substantial prerogatives whatsoever.
What is striking however is that, beyond old monarchies, newly born nation-states followed the same path to modernity. Instead of establishing republics, which at the time were seen as a strange if not an awkward form of government in Europe, they preferred with one exception –that of Switzerland- to import monarchies from the outside, that is to say to name as kings persons having family ties with the old European dynasties. They were thus hoping to join the group of the old nations with the smallest possible cost. That was the case of Greece, whose attempt to adopt a republican form of government during the years of her war of independence failed. Subsequently, Serbia, Bulgaria and the other Balkan countries followed the same path.
The answer, therefore, to the question who decided in last resort in Europe before WW1 is not as clear as one would have imagined: the crowns decided; they were nevertheless gradually superseded by elected Parliaments. Along with the adoption of franchise, the latter reflected more and more the people’s will and managed to impose prime ministers and cabinets of their own choice. Significant particularisms from country to country of course persisted: for instance, in wilhelmian Germany, the Kaiser could completely ignore and effectively ignored the Parliament’s will on matters related to foreign affairs, the military and defense policies. In Britain the House of Lords remained very influential at least up until 1911, in spite of the fact that its members were not –and by the way still are not- elected. These specificities, though, did not affect the main tendency: to the extent that they reflected their people’s will, Parliaments put the monarchs aside; at the same time they claimed and gradually gained real power in their respective countries.
In the course of Europe’s “short” 20th century, things changed dramatically. In the interwar period, parliamentary democracy proved extremely weak in facing an unprecedented economic crisis with dramatic social effects, a crisis whose management needed quick state action and bold decisions. The loss of jobs, hyper-inflation and, above all, the lack of confidence in democracy’s capacity to face the crisis, favored the extremes. Communism, which had already come to power in Russia after the 1917 revolution, and the extreme right gained mass appeal. The Fascist and the Nazi Parties in particular became Italy’s and Germany’s strongest parties well before Mussolini’s and Hitler’s advent to power. Trapped between the two extremes the moderate parties, from the center to the right to the center to the left, resorted to punctual measures, which proved to be well below the circumstances: under the term “reinforcement of the executive”, they aimed first at reducing parliamentary obstruction and, second, at empowering the executive to legislate, either on the basis of legislative delegations granted without significant restrictions by the Legislator himself or even on its own, i.e. on an autonomous basis.
Nevertheless, this “rationalization of parliamentarism” –as it was called at the time- gave poor results and one after the other all countries of central and southern Europe found it easier to turn toward authoritarian forms of government. More than the Italian case, the rise and fall of the Weimar Republic in Germany symbolizes the weakness of the 19th century parliamentarism to face the new realities. Moreover, proportional representation, instead of enhancing consensus among moderate forces, favored fractional divisions, party politics and, as a result, immobilism in a context that needed urgently fast decisions and coordinated action. Might I remind you that in Italy, which was a constitutional monarchy, and in Germany, which was an uncrowned Republic, the advent of the fascist and the nazi party respectively occurred with legal means, that is through popular vote and with no straightforward violation of the letter of the Constitution. To some extent, that was also the case in Greece, where general Metaxas won an impressive vote of confidence in the Greek Chamber, well before imposing an open dictatorship, with the support of the crown. Seen from that angle, it may be more accurate to qualify the advent of fascist and nazi regimes in Interwar Europe as a suicide of parliamentary regimes rather than as a case study of violent overthrow of democracy.
It was the Executive therefore which decided in last resort in Interwar Europe, either on the fringe or openly against the Constitution. That was so, because Parliaments failed to adapt their rules to the increasing needs of government action in deeply divided societies; they lost therefore their previous legitimacy. The cost of that persistent inaptitude was the rise of authoritarian regimes for which Constitutions, if they survived, were reduced to a mere formality.
At the aftermath of WW2, two major changes occurred in the constitutional framework of European nations: first, the proclamation and inclusion into their national constitutions of bills of rights inspired by the French Declaration of 1789 and the first ten amendments of the American Constitution. And, second, the establishment of Constitutional Courts, with power to settle the relevant disputes and impose the respect of the protected rights in practice.
At this point, it is important to have in mind that, until WW2, contrary to what was the case in America, the proclamation of rights in Europe had a rather symbolic character. This was due to numerous factors, the most important of which was the widespread lack of trust if not respect toward judges. In France, in particular, under the ancient régime, judgeshad become notorious for their absence of independence and their loyalty toward nobility and the monarchs. Not surprisingly, as early as 1790, the French Revolution adopted a Statute (which, by the way, is still in force) explicitly forbidding judges from reviewing not only executive action but also legislative acts.
Though closely linked to this French originality, this distrust toward the judiciary spread all over continental Europe; judges were not seen as independent actors but rather as civil servants who were expected to act, as put by John Henry Merryman, an American authority on the civil law tradition, as “mere engineers of a machine designed by the legislator”. In this context, as explicitly proclaimed by the French Declaration of 1789, acts of Parliament were considered as reflecting the people’s will; as such, once they were adopted, they were considered as almost sacred and no one, could touch them.
In light of the above, Lochner and the well known opposition of the American Supreme Court to labor market regulation at the beginning of the 20th century was perceived in Europe as an extravagance. In a book that subsequently became famous, Edouard Lambert, a French professor of Civil Law, fustigated the gouvernment des juges as an intolerable anomaly. And Hans Kelsen, the famous Austrian legal philosopher who had invented in 1920 the first Constitutional Court in his homeland, vehemently opposed the consitutionalisation of the bill of rights. Should that be the case, he said, judges will necessarily abandon the domain of law and get involved into politics; as he concluded, this is not their role.
After the nazi defeat, the discovery of the concentration camps and the holocaust, such reserves could no longer obstruct the proclamation of human rights: bills of rights could not but be constitutionalized. However, the failure of national Parliaments to avert the rise of fascism and Nazism imposed the creation of special courts with power not only to enforce protected rights but to efficiently review the constitutionality of acts of Parliament which violated them. This role, though, was not assigned to ordinary judges, who continued to be regarded with reserve if not distrust, but to Constitutional Courts, whose members, according to the kelsenian model, were not supposed to be career judges but personalities with legal background, whose nomination was to be confirmed by Parliament. Thus, it was hoped that they would have the legitimacy to adjudicate “hard” cases, in the sense of Ronald Dworkin’s definition, i.e highly sensitive cases both politically and morally.
In that way, next to Parliament and the Executive, Constitutional Courts claimed for the first time in Europe a political role. Although initially that role was supposed to be limited within the realm of the Bill of Rights, it soon became evident that the respective jurisdictions of constitutional judges and legislators could not be clearly separated in advance. In line with the Supreme Court of Washington, European Constitutional Courts got more and more involved into the decision making process in the name not only of the Constitution, but also of the general principles the latter was supposed to contain.
Consequently, the answer to the question who decides in last resort changed once again: in modern European democracies, the last word belongs more and more to judges. This is the case not only in the domain of human rights but also in a wide variety of issues which affect the citizens’ day-to-day life. In our days, what is more important is that, for a variety of reasons, the judiciary’s role has an intrinsic tendency to increase and encompass the review of the constitutionality not only of major laws, but also of rules of secondary importance, for which one would expect that the last word belongs and should belong to legislators.
The obvious advantage of the evolutionary approach that I have discussed until now is that it shows the different stages through which modern democracy was built in Europe: the weight of history and the inevitable survival of deeply rooted traditions favored the interaction instead of the separation of powers. The fatal consequence of this interaction was the different perception of the concept of checks and balance in Europe than in America: while it has always been essential for understanding how presidential regimes function, in parliamentary democracies it is perceived almost as an oddity, as a singularity which might entail nasty consequences if left unchecked. The criticism provoked by judgments issued on political cases by constitutional judges all over Europe, including Germany, as opposed to the way in which the press reports Supreme Court judgments in America is one example. A second example is the famous French debate on the quinquennat, i.e. the reduction of the term of the French president to five instead of seven years, as previously provided, and the almost simultaneous holding of the presidential and the parliamentary elections, in order to avoid the recurrence of a cohabitation, that is of the co-existence of a conservative president and a socialist prime minister or vice-versa. Starting with Madison’s doctrine on factional struggle in republican government, as developed in the Federalist No 10, and going down to the recent conflict between the House Republican majority and President Obama on the debt ceiling, most European constitutional scholars find it difficult to understand why, on matters not related to fundamental constitutional choices but to day-to-day politics, a democratically elected president is not left free to enforce the platform for which he has been elected.
On the other hand, the historical approach to the question who decides in last resort has an important disadvantage: it takes for granted that the various nation-states which have followed the parliamentary path to modern democracy made their constitutional choices without outside pressure, as if their were free to determine their future in a sovereign way. The truth however is that, depending on their strength, economic, military if not strategic, some were much more independent from the others. In fact, behind the appearances, the margin of appreciation of smaller nations was by far narrower than the one benefited by the great European nations, from which small States remained economically and strategically dependent for long periods of time. I have in mind countries like Greece, where dependence from the so-called protecting powers was open for long and often institutionalized.
In our days, nevertheless, the freedom of smaller nations to chose their form of government and to decide in last resort on a wide range of issues is restricted in another way. For almost three decades, globalization is not just one among other choices offered to modern nations but the unique alternative for economic development. As a consequence, in determining their economic and financial policies, modern nations are bound to cope with an increasing number of fundamental rules, embodied in international treaties they have to respect. In these fields, a growing number of decisions are taken over and above nations, which are independent and sovereign only in theory.
Of course, this transfer of the decision making power to supra-national institutions is currently institutionalized to the highest degree in the European Union. In spite of the principle of subsidiarity, which is nevertheless officially proclaimed, a growing number of items falls currently under the realm of the competent European Authorities, namely the Commission, the Council and the Parliament. George Tsebelis has shown that by increasing the number of veto-players, the European decision making system does not favor change from the status quo; it favors instead stability. From a lawyer’s, standpoint, though, let me stress that, for a variety of reasons, the role of the European judiciary, that is of the Court of Luxemburg, is actually increasing. In fact it is increasing to such an extent that, on a wide range of issues, including the four fundamental freedoms and their enforcement, it would not be inaccurate to say that European judges decide in last resort. In other words, we witness at the EU level a devolution of power from elected officials to judges similar to the one observed at the national level.
I come now to the last part of my speech, which is devoted to the logic of the assignment of roles as described above. My point is that the growing role of judges is not an inevitable diversion of modern democracy, but is closely related to specific institutional choices.
Modern Constitutions tend to become longer and more bulky. As observed by Sartori, “constitutional graphomania begins, by and large, after WW2”. India’s Constitution of 1950 carries 395 Articles, Brazil’s of 1988 245 (plus 200 transitional items) while the Portuguese Constitution of 1976, one of the longest in Europe, has no less than 295 Articles. Russia and most of the former “People’s Republics” of Eastern Europe follow the trend, having adopted much longer Constitutions than most of Western European Democracies.
Although I believe that, in general, the shorter a Constitution the greater its constitutional merit, I shall avoid formulating a value judgment on this specific issue. I shall instead content myself with drawing your attention on the evident: by including into the Constitution what, under normal circumstances, ordinary legislation should provide for, judges become more and more powerful to the detriment of Parliament and elected officials. In other words, the longer and more detailed a Constitution is, the wider is the judges’ role and, as a consequence, the narrower the legislator’s freedom to decide.
To illustrate my point, I will take an example from the Greek case. For reasons that have to do with the country’s authoritarian past, Article 16 of the Greek Constitution of 1975 forbids private universities; moreover, it provides in detail for the legal form under which State universities should operate. The difficulties of university reform in Greece are closely linked to this specificity, which renders extremely difficult any departure from the status quo.
My second point is that the more difficult and complicated the procedure provided by the Constitution for its amendment, the more judges tend to invalidate important acts of Parliament. The reason of this correlation is easy to understand: as a general rule, judges tend to behave as legislators whenever they feel that their decisions will not be overruled and that their status is not threatened. It is important to note in this respect that the power of the judges to invalidate major political decisions does not have to be formally proclaimed by the Constitution. It can also be implicit, in the sense that the Courts, through the so-called constructive interpretation of statuses, can give the latter a different if not plainly opposite content to the one contemplated by the parliamentary majority which had adopted them, without leading to their formal invalidation. In legal systems without Constitutional Courts, this “implicit” method of constitutional adjudication has often been privileged over formal invalidation, to the extent that it is less provocative towards democratically elected majorities. As a general rule, it is achieved through the method of the so-called “interpretation of statutes in conformity with the constitution” (verfassungskonforme Gesetzesauslegung), in which the federal Constitutional Court of Germany has excelled itself from the beginning of the 1950s.
On the contrary, should judges feel menaced in the performance of their duties in an activist way, they would tend to abstain from contesting major political decisions. And they would feel menaced if their country’s Constitution is easy to amend. In that case their activism would be conditional and as a result selective, in the sense that they would avoid touching important policy decisions taken by clear-cut majorities. The relatively easy way in which the 1958 French and the 1949 German Constitutions may be amended (they have indeed both been amended more than twenty times in the past thirty years) is in my view the reason why the Conseil Constitutionnel in Paris and the Bundesverfassungsgericht in Karlsruhe restrain themselves from becoming excessively active political players, whenever major policy decisions are at stake in their respective countries.
To sum up, as shown by the American paradigm, the more difficult and complicated is the way in which the Constitution is amended, the less Parliaments have the last word and judges claim an increasingly significant role in the decision making process.
My third and last point is related to the political decision-making process in modern democracies and, in particular, to the number of veto players that exist in each country. To remind you Tsebelis’ definition, veto players are collective or individual actors, whose agreement, explicit or implicit, is necessary to change the status quo; they can be either institutional or partisan; while the first are provided by the Constitution, the latter are created by the political game. Tsebelis has convincingly shown that the greatest the number of veto players, the smaller the chances for important political decisions to be taken and for the status quo to be defeated.
In the past few decades, experience has shown that, whenever the number of parties in government is great, i.e. whenever countries are run by coalitions as opposed to single party governments, judges tend to have the last word on a wide range of issues, including important policy decisions. The role of judges is also significant, whenever specific institutions, such as the second Chamber, the president and a specific Court, have the power to veto decisions taken by the popularly elected lower Chamber. Brown and the Warren Court in regard to racial discrimination in the 1950s ands 1960s illustrate what I have in mind. Moreover, in Europe, it is a commonplace that, whenever subtle if not unpopular issues are at stake, the political actors openly seek judicial solutions to the relevant disputes, in the name of the Constitution. This has been particularly true in Germany and, to a lesser extent Italy, whose Constitutional Courts have been more than once deliberately invited by political decision makers to issue the last word on important societal, ideological and even foreign policy issues.
I have finally come to my concluding remarks. A few days ago, on September 7, the Second Senate of the German Constitutional Court issued its judgment on the first Greek bail-out package and the euro-rescue fund. As expected, it rejected the three constitutional complaints brought against the relevant national and European instruments, holding that they did not impair in a constitutionally impermissible manner the German Parliament’s right to adopt the budget and control its implementation by the government, as well as the budget autonomy of future Parliaments.
It is significant though that the German Court based its ruling on an assumption that may give rise to similar complaints in the future. The five German academics and the conservative politician who had brought the complaints had standing in their capacity as German citizens invoking their right to elect a free Parliament. That right, as held by the Court, implies the protection by the Constitution of the competences of present and future Parliaments from being undermined, which would make the realization of the citizens’ political will both legally and practically impossible. For this reason the Court imposed the German Government the obligation to always obtain prior approval by the Bundestag –namely the latter’s Budget Committee- before giving guarantees.
Needless to say that, by giving such a wide definition of the admissibility criteria in a politically highly sensible case such as the Euro bailouts, the Court reserved its right to review similar complaints on their merits. In other words, while in the past similar cases were put aside as involving “political questions”, under the present circumstances they seem to be treated as if they were “normal” legal cases.
What I am trying to say, though, is not that, under the influence of the current economic crisis, the judges already supersede elected officials, but that they reserve their right to do so, whenever they consider it appropriate.
In my view, this appropriation by the judges of the power to have the last word even on matters connected with pure politics such as the Euro rescue package –or the debt ceiling in the United States- is not just one more chapter in the history of western democracy. In most cases it is openly enhanced by the politicians, for a variety of reasons, the most importance of which is their lack of courage and determination to take decisions they consider unpopular. In some other cases, it is tightly related to specific ideological movements on which role should play the state, the markets and financial institutions in a globalized world. To take the notorious example of the Glass-Steagall Act, its repeal in 1999 had been sought by the banking industry since at least the 1980s. Many experts though believe that if it was maintained in force, the 2008 banking crisis in America and the subsequent debt crisis in Europe would not have occurred. Although I am not an expert in American Constitutional Law, I tend to believe that if Congress decided to re-enact a similar Act, there would be many in Washington claiming that it is unconstitutional and many more ready to bring the case before the Supreme Court hoping to obtain a 5-4 ruling in their favor. [Something that, to my knowledge, did not occur in the New Dear years].
My profound feeling, though, is that in democracies political questions should be dealt with by elected officials and not by judges. The latter should have the last word only on matters related to human rights, on which the rights of the individual and minority rights should be respected under all circumstances.
The problem, of course is how to define political questions on which politicians should have the last word, as opposed to human rights on which judges should decide in last resort? Starting with Holmes dissent in Lochner, going down through the debate on Footnote Four and the presumption of constitutionality, and up until Dworkin’s distinction between “principles” and “rules”, there are many in this country who have tried to answer that question. There are many more in Europe.
Don’t worry. I do not intend to remind them to you in the context of this lecture. I will just content myself with saying that, in modern democracies, there does not exist a rule defining in a clear-cut way the respective domains. And that the specific way this hard question is solved in any legal order is a clear indication on how constitutionally mature is the legal order in question.
Ann Arbor, 15 September 2011
UNIVERSITY OF MICHIGAN
15 September 2011