Author Archives: admin

Δεύτερο κοινό σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου

Πρώτο κοινό σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου
Λίμνη Πλαστήρα, 20 Μαρτίου 2009. Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών δημοσίου δικαίου

Τιμή: €18,00
ISBN: 978-960-445-529-4
Σελίδες: VIII + 198
Copyright: 2010

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Στις 20 Μαρτίου 2009, στη Λίμνη Πλαστήρα, στα πλαίσια του 10ου Επιστημονικού Συνεδρίου του «Ομίλου Μάνεσης», φιλοξενήθηκε ημερίδα συνάντησης φοιτητών των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Δημοσίου Δικαίου των Νομικών Σχολών Θεσσαλονίκης και Αθηνών. Ήταν η πρώτη φορά που οργανώθηκε παρόμοια συνάντηση. Σε αυτήν, δέκα φοιτητές (ακριβέστερα: ένας φοιτητής και εννέα φοι-τήτριες) των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών Δημοσίου Δικαίου των δύο Σχολών -η Νατάσα Αθανασιάδου, η Φανή Γκρίτση, η Μάγδα Γόγολα, η Δή-μητρα Καββαδά, η Έλενα Κατσιαούνη, η Μελίνα Κατσικάρη, η Χρύσα Μανογιαν-νάκη, ο Άγγελος Χασαπόπουλος, η Χρυσούλα Χατζηδάκη και η Αγάπη Χουζουράκη- παρουσίασαν τις εργασίες που δημοσιεύονται στον παρόντα τόμο. Τα θέματα που αναπτύχθηκαν και τα πρόσωπα που τα παρουσίασαν επιλέξαμε οι υπογράφοντες και άλλοι διδάσκοντες Συνταγματικό Δίκαιο μεταξύ των φοιτητών των οικείων Προγραμμάτων του ακαδημαϊκού έτους 2008-2009. Οφείλονται ευχαριστίες στον κ. Παναγιώτη Σάκκουλα και στον εκδοτικό οίκο του που ανέλαβαν την έκδοση του τεύχους αυτού, όπως και στην κα Αγάπη Χουζουράκη, που επιφορτίσθηκε με μια σειρά από όχι απλές εργασίες οι οποίες κατέστησαν την έκδοση αυτήν πραγματικότητα. Τα κείμενα είναι, κατά βάση, πρωτολειακές εργασίες των συγγραφέων τους. Υπέστησαν, όλες, μία κάποια θεώρηση από επιβλέποντες καθηγητές, παραδίδονται όμως στη δημοσιότητα και στην κρίση των αναγνωστών με τα χαρακτηριστικά που τους προσέδωσαν οι συγγραφείς τους. Αν και όχι στον ίδιο βαθμό, σε όλες τις εργασίες είναι εμφανής η προσπάθεια των συγγραφέων να εμφανίσουν στη νομική δημοσιότητα κείμενα με όλα τα διακριτικά των δόκιμων νομικών κειμένων, την κατασκευή του συλλογισμού, την τεκμηρίωσή του εντός κειμένου και παρά πόδα, τη διατύπωση γνώμης με τη μορφή συμπεράσματος κ.ο.κ. Είναι επίσης αλήθεια ότι σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις εργασίες -σε άλλες περισσότερο, σε άλλες λιγότερο- υπάρχουν και ελαττώματα συγγραφικής νεότητας, όπως αδεξιό τητες στη διατύπωση, ανισομέρειες στην έμφαση, ασυνέπειες στις υποσημειώσεις, έλλειψη οικονομίας ή ασάφειες και ανακριβολογίες (ελπίζουμε πάντως να μην παρεισέφρησαν και σοβαρά νομικά λάθη, διότι αυτά θα βάρυναν όσους επιβλέψαμε). Δεν πειράζει, έτσι μαθαίνει κανείς. Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα ελαττώματα της νεότητας δεν είναι κατ’ ανάγκη αρνητικό πράγμα. Ποιος από όσους διάβασαν τον Πόλεμο και Ειρήνη του Τολστόι δεν θυμάται την πρώτη συνάντηση του Πρίγκηπα Αντρέι Μπολκόνσκι με τη νεαρή κόμισα Ροστόβα, σε ένα grand gala, όπου τον κραταιό και περιζήτητο Πρίγκηπα δεν γοήτευσε το άψογο φέρσιμο και η τελειότης τρόπων που είχαν να επιδείξουν οι πολύπειρες και ξεσκολισμένες υψηλές κυρίες της Πετρούπολης, αλλά η κάποια αμηχανία στο πρόσωπο της νεαρής débutante, μια κάποια αδεξιότητα στους τρόπους της, τα λάθη της στα γαλλικά…Ελπίζουμε η προσπάθεια που άρχισε με τη συνάντηση των φοιτητών των δύο αυτών μεταπτυχιακών προγραμμάτων να συνεχισθεί και να προχωρήσει και να διευρυνθεί.
Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2010
Καθηγητής Αντώνης Μανιτάκης,
Διευθυντής του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Νομικής Θεσσαλονίκης
Καθηγητής Γιάννης Ζ. Δρόσος,
Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής Αθηνών
Δεύτερο κοινό σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου
Κορυσχάδες Ευρυτανίας, 12 Μαρτίου 2010. Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών δημοσίου δικαίου
Τιμή: €22,00
ISBN: 978-960-445-663-5
Σελίδες: ΙΧ + 333
Copyright: 2011
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το κοινό σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων των Νομικών Τμημάτων Αθηνών και Θεσσαλονίκης φαίνεται ότι δημιουργεί παράδοση. Η παράδοση άρχισε στις 20 Μαρτίου 2009 στην Λίμνη Πλαστήρα και οι εργασίες που παρουσιάσθηκαν εκεί ήδη κυκλοφορούν σε τόμο. Τώρα κρατάτε στα χέρια σας τον τόμο με τις εργασίες του δεύτερου κοινού σεμιναρίου των Προγραμμάτων μας, που έγινε στις 12 Μαρτίου 2010 στους Κορυσχάδες της Ευρυτανίας, λίγο έξω από το Καρπενήσι, ενώ το τρίτο σεμινάριο προσδιορίσθηκε για τις 24 Μαρτίου 2011, στον Βόλο.
Όπως και στο σεμινάριο του 2009, τους εισηγητές και τα θέματα του παρόντος τόμου επέλεξαν, από τον ευρύτερο κύκλο της διδασκόμενης ύλης, οι διδάσκοντες Συνταγματικό Δίκαιο στα Μεταπτυχιακά Προγράμματα των δύο Τμημάτων. Θα προσπαθήσουμε ώστε στο μέλλον το κοινό σεμινάριο να αρχίσει να αποκτά αυτοτέλεια έναντι της διδασκόμενης ύλης και το αντικείμενό του, στο πλαίσιο πάντοτε του Συνταγματικού Δικαίου, να προσδιορίζεται από τα ενδιαφέροντα και να προκύπτει από τις συζητήσεις των φοιτητών των δύο Προγραμμάτων.
Στον παρόντα τόμο συνέπραξαν δώδεκα φοιτητές, οι Νατάσα Αθανασιάδου (αυτή τη φορά ως δευτεροετής φοιτήτρια του Προγράμματός της), Γιώργος Γεωργόπουλος, Αλίκη Γκερλιώτη, Μαρία- Αθηνά Καπαρδέλη, Παναγιώτα Κιορτσή, Σταυρούλα Κουστένη, Κασσιανή Μανωλάκογλου, Στέργιος Μαρτίνοβιτς, Μαργαρίτα Παναγοπούλου, Φωτεινή Σαραντοπούλου, Ευγενία Τζουρτζουκλή, Αγγελική Τσιάπρα. Ως μία από τις ενδείξεις της προωθημένης επιστημονικής όσμωσης μεταξύ των δύο Νομικών Τμημάτων, τα κείμενα δημοσιεύονται με αλφαβητική σειρά των συγγραφέων τους και όχι σε δύο ξεχωριστές ομάδες, Αθηναίους και Θεσσαλονικείς. Και η παρούσα έκδοση έγινε εφικτή χάρη στην καλή συνεργασία με τον κ. Παναγιώτη Σάκκουλα και τον εκδοτικό του οίκο, και του οφείλονται ευχαριστίες για αυτό, όπως οφείλονται και στην κα Βασιλική Χρήστου, ΔΝ, Ειδική Επιστήμονα στο Νομικό Τμήμα Αθηνών, που την επιμελήθηκε.
Τα δημοσιευόμενα κείμενα φέρουν, και αυτά, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τα ίχνη της συγγραφικής νεότητας, όπως επίσης και τα ίχνη της ανισομέρειας στην προσπάθεια που κατέβαλαν οι συγγραφείς τους: άλλοι και άλλες δούλεψαν περισσότερο και καλύτερα κι άλλοι και άλλες λιγότερο, αυτό αποτυπώνεται στα δημοσιευόμενα κείμενα και τα ακολουθεί. Κάποια στιγμή σκεφθήκαμε μήπως –μια και οι νέοι συγγραφείς μπορεί εύλογα να αισθανθούν ότι με τα δημοσιεύματα αυτά πατούν το πρώτο σκαλί στην σκάλα της επιστήμης τους και αυτό πρέπει να το πατούν μόνο αν έχουν κατακτήσει το δικαίωμά να είναι πολίτες εις των ιδεών την πόλι-, μήπως λοιπόν έπρεπε να ήμασταν περισσότερο απαιτητικοί, όχι βεβαίως απέναντι στις απόψεις τους (τι παράδειγμα politicalcorrectness θα δίναμε άλλωστε…), αλλά όσον αφορά την επεξεργασία του κειμένου, της γλώσσας, του ύφους, της τεκμηρίωσης, την αρτιότητα του συλλογισμού κ.ο.κ., και ό,τι η απαιτητικότητα αυτή ίσως συνεπαγόταν. Μετά το ξανασκεφθήκαμε, θυμηθήκαμε ότι η επιδίωξη του άριστου, οδηγεί συχνά σε απραξία. Άλλωστε οι εργασίες των φοιτητών μας –γιατί περί αυτού πρόκειται- απηχούν και κάτι από τη δική μας δουλειά, και γι΄ αυτό αναλαμβάνουμε την ευθύνη που μας αναλογεί ευελπιστώντας ότι με περισσότερη δουλειά όλων μας θα έχουμε ακόμη καλύτερα αποτελέσματα στο μέλλον.
Τα δημοσιευόμενα κείμενα πάντως, όλα, μαρτυρούν ικανότητα και προσπάθεια και ευφυΐα και θέληση, όλα δηλαδή όσα απαιτούνται για να μπορέσει ένας νέος νομικός να μεταβάλει τις νομικές του σπουδές σε συγκροτημένο νομικό λόγο.
Αθήνα – Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2011
Αντώνης Μανιτάκης,
Διευθυντής του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών
του Τμήματος Νομικής Θεσσαλονίκης
Γιάννης Ζ. Δρόσος,
Διευθυντής του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών
Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής Αθηνών
Καταχώρηση: 03-01-2012     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Τιμητικοί Τόμοι για τον Ι. Μανωλεδάκη Ι,ΙΙ. ΙΙΙ.

Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη Ι
Δημοκρατία – Ελευθερία – Ασφάλεια

Τιμή: €36,00
ISBN: 978-960-301-961-5
Σελίδες: 457
Copyright: 2005

Τον Ιούνιο του 2004 ο καθηγητής του Ποινικού Δικαίου κ. Ιωάννης Μανωλεδάκης, ολοκλήρωσε τη θητεία του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ο Τομέας Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών, θέλοντας να τιμήσει τη μακρόχρονη και ουσιαστική προσφορά του στην ποινική επιστήμη αλλά και στην ακαδημαϊκή και πολιτική ζωή, αποφάσισε να οργανώσει προς τιμήν του Συνέδριο, με θέμα «Δημοκρατία – Ελευθερία – Ασφάλεια».
Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη από 13-15 Μαΐου 2004.
Η Οργανωτική Επιτροπή και από τη θέση αυτή θέλει να εκφράσει τις βαθύτατες ευχαριστίες της σε όλους εκείνους που βοήθησαν στην υλοποίησή του. Ιδιαίτερα θέλει να εκφράσει τις ευχαριστίες της στους κ. Ιωάννα και Παναγιώτη Σάκκουλα, οι οποίοι με εξαιρετική προθυμία υποστήριξαν το Συνέδριο και ανέλαβαν την έκδοση του Τιμητικού Τόμου για τον καθηγητή κ. Ιωάννη Μανωλεδάκη, όπως αυτή αποφασίστηκε από το Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τον Οκτώβριο του 2004.
Στο παρόν πρώτο Μέρος δημοσιεύονται οι εισηγήσεις που έγιναν στο Συνέδριο. Η έκδοση θα συνεχισθεί με άλλες επιστημονικές συμβολές ελλήνων και ξένων νομικών.
Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη ΙΙ
Μελέτες ποινικού δικαίου – Εγκληματολογίας – Ιστορίας του εγκλήματος

Τιμή: € 65,00
ISBN: 978-960-445-135-7
Σελίδες: XXVIII + 1313
Copyright: 2007

Πρόλογος
Τον Ιούνιο του 2004 ο καθηγητής Ιωάννης Μανωλεδάκης ολοκλήρωσε τη θητεία του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το Τμήμα Νομικής, μετά από πρόταση του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών, αποφάσισε ομόφωνα την έκδοση Τιμητικού Τόμου ως ελάχιστο δείγμα σεβασμού και ευγνωμοσύνης για τη μακρόχρονη και ουσιαστική προσφορά του στην ποινική επιστήμη, στην ακαδημαϊκή και κοινωνική ζωή του τόπου.
Στα τριάντα εννέα χρόνια της πανεπιστημιακής του θητείας στις Νομικές Σχολές των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Θράκης ο Ιωάννης Μανωλεδάκης παρουσίασε πλουσιότατο συγγραφικό έργο, μέσα από το οποίο ανέδειξε τον πρωταρχικό ρόλο της εγγυητικής λειτουργίας του ποινικού δικαίου, την αξία γεφύρωσης θεωρίας και πράξης και την ιδιαίτερη σημασία μιας αυτόνομης εθνικής ποινικής επιστήμης. Η τελευταία εισφορά υπήρξε στο παρελθόν πολύτιμη για την κριτική αντιμετώπιση των επιρροών ξένων δικαίων, ενώ σήμερα αναδεικνύει και πάλι την αξία της ενόψει των ρευμάτων μιας παγκοσμιοποιημένης θεσμικής τάξης που αγνοεί συχνά σημαντικές ιστορικές παραδόσεις και κατακτήσεις των επιμέρους κρατών. Το τρίτομο έργο του «Γενική Θεωρία του Ποινικού Δικαίου», το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά μεταξύ των ετών (1976-1981), είναι χαρακτηριστικό δείγμα μιας συστηματικής σύλληψης του ποινικού φαινομένου που άνοιξε νέους δρόμους επιστημονικής σκέψης, ενώ η μονογραφία του για «Το έννομο αγαθό ως βασική έννοια του ποινικού δικαίου» έχει σφραγίσει με την πρωτοτυπία και τη δυναμική των θέσεών της το νεότερο δόγμα της ελληνικής ποινικής επιστήμης.
Η παρουσία του τεκμηριωμένου επιστημονικού λόγου του Ιωάννη Μανωλεδάκη υπήρξε καίρια σε όλες τις σημαντικές τομές αντεγκληματικής πολιτικής που καταγράφηκαν θεσμικά στη χώρα μας. Με παρρησία και αγωνιστικότητα πρόβαλε πάντα τους συνταγματικούς πόλους ελέγχου των ποινικών ρυθμίσεων και αφιέρωσε την επιστημονική του προσπάθεια στην προώθηση ενός ποινικού δικαίου που σέβεται χωρίς συμβιβασμούς τις ελευθερίες του πολίτη.
Η επιστημονική κοινότητα και ειδικότερα οι μαθητές του είχαν την τύχη να γνωρίσουν στο πρόσωπο του Ιωάννη Μανωλεδάκη πρώτα απ’ όλα το δάσκαλο που δίδαξε με το λόγο και το παράδειγμα ζωής. Η αφιέρωσή του σε αρχές και αξίες που μετατρέπονταν σε καθημερινή πράξη, η ακούραστη προσφορά του και η διαρκής πνευματική αναζήτηση συνόδευσαν κάθε βήμα της ακαδημαϊκής του παρουσίας.
Η τιμητική έκδοση για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη αποτελείται από τρεις τόμους. Στον πρώτο, που κυκλοφόρησε το 2005, δημοσιεύονται οι εισηγήσεις του Συνεδρίου, με θέμα «Δημοκρατία- Ελευθερία-Ασφάλεια», το οποίο πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν από την ολοκλήρωση της θητείας του (13-15.5.2004). Στο δεύτερο και τρίτο τόμο περιλαμβάνονται οι επιστημονικές συμβολές ελλήνων και ξένων νομικών που ανταποκρίθηκαν με συγκινητική προθυμία στη σχετική πρόσκληση συμμετοχής που απηύθυνε ο Τομέας Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών. Ειδικότερα, ο δεύτερος τόμος περιλαμβάνει συμβολές στο πεδίο των ποινικών και εγκληματολογικών επιστημών και ο τρίτος συμβολές σε άλλους κλάδους του δικαίου και στο πεδίο των πολιτικών επιστημών.
Η Συντακτική Επιτροπή εκφράζει και από τη θέση αυτή βαθύτατες ευχαριστίες σε όλους εκείνους, χωρίς την προσπάθεια των οποίων δε θα είχε καταστεί εφικτή η τιμητική έκδοση. Ιδιαίτερα θέλει να ευχαριστήσει τους κ. Ιωάννα και Παναγιώτη Σάκκουλα, οι οποίοι ανέλαβαν την έκδοση του τρίτομου αυτού έργου, αλλά και την κ. Σ. Γιοβάνογλου, Δ. Ν. –Επιστημονική Συνεργάτιδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών, καθώς και τους υποψήφιους διδάκτορες κ. Α. Γιαννακούλα, Κ. Θεοδωρίδη, Α. Καζανά και Α. Παπαδόπουλο, που είχαν την επιμέλεια των διορθώσεων των κειμένων.
Νοέμβριος 2006
Για τη Συντακτική Επιτροπή
Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι
Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη ΙΙΙ
Φιλοσοφία δικαίου – Ιστορία δικαίου – Διεθνές δημόσιο δίκαιο – Ιδιωτικό δίκαιο – Πολιτική δικονομία – Πολιτικές επιστήμες
Τιμή: €55,00
ISBN: 978-960-445-140-1
Σελίδες: XXVI + 1029
Copyright: 2007
Καταχώρηση: 03-01-2012     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Σκέψεις για το Δήμο και τη Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Λίνα Παπαδοπούλου

Σκέψεις για το Δήμο και τη Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Αναδημοσίευση από: «Α. Μανιτάκη (επιμ.), Η Δημοκρατία μεταξύ Ουτοπίας και Πραγματικότητας, Μελέτες Χαριστήριες στον Ζήση Παπαδημητρίου, Αθήνα: Σαββάλας 2011, σελ. 152-174»

 
I. Προλογικά
Η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η σταδιακή απίσχνανση του εθνικού κράτους ως αποκλειστικού πεδίου άσκησης δημόσιας εξουσίας δημιουργούν εύλογα την πεποίθηση ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση και διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων δεν αρκεί να οργανώνεται σε κρατικό μόνο επίπεδο· αντίθετα, η εθνική δημοκρατία υποσκάπτεται αν και στο βαθμό που οι ενωσιακές αρμοδιότητες εκφεύγουν των δημοκρατικών -διαδικαστικών και ουσιαστικών- εγγυήσεων. Ωστόσο, η δυνατότητα ενύλωσης της δημοκρατικής αρχής σε ενωσιακό επίπεδο αμφισβητείται από μερίδα της θεωρίας και εκπροσώπων της πολιτικής, με κυριότερο επιχείρημα την ανυπαρξία ενός ευρωπαϊκού λαού (ή δήμου). Γύρω από τον άξονα αυτό υφαίνεται μια πλούσια και ενδιαφέρουσα συζήτηση με πολώσεις, αποχρώσεις αλλά και συνθέσεις. Στη συζήτηση αυτή φιλοδοξεί να παρέμβει η παρούσα μελέτη προσθέτοντας λίγες σκέψεις σχετικά με τις έννοιες του δήμου (υπό ΙΙ) και της δημοκρατίας (υπό ΙΙΙ) στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εκτίθενται κριτικά οι διαφορετικές θεωρητικές απόψεις και εξετάζονται συνοπτικά τα επιχειρήματα υπέρ της δυνατότητας οικοδόμησης ενός ευρωπαϊκού μοντέλου δημοκρατίας, παρά την ανυπαρξία ενός λαού υπό οργανική έννοια.
Σε αδιάρρηκτη σχέση με την έννοια του ‘λαού’ τελεί η έννοια της δημοκρατίας. Σε σειρά αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων η δημοκρατία αποτέλεσε την έσχατη θεμελίωση της υπεροχής του Συντάγματος έναντι του κοινοτικού δικαίου, βάσει δύο αλληλοδιαπλεκόμενων επιχειρημάτων. Πρώτον, η εθνική δημοκρατία, η αναγωγή δηλαδή όλων των αποφάσεων στο λαό-έθνος που αποτελεί την έσχατη πηγή νομιμοποίησης κάθε πολιτικής απόφασης και νομοθετικής παραγωγής, δεν πρέπει να τεθεί υπό διακινδύνευση· το τελευταίο θα συνέβαινε, αν το εθνικό Σύνταγμα αδρανούσε, προκειμένου να επιτρέψει την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Δεύτερον, δεδομένης της ανυπαρξίας λαού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν υφίσταται ούτε ευρωπαϊκή δημοκρατία· συνεπώς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να απολαύει ‘υπεροχής’, καθώς δεν είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένο. Οι δύο αυτοί ισχυρισμοί, που απηχούν και στηρίζουν –περισσότερο ή λιγότερο– τις αντιλήψεις του δημοκρατικού μονισμού, θα εξεταστούν στο τρίτο μέρος της παρούσας μελέτης. Η θεωρία του συνταγματικού πλουραλισμού, αντίθετα, η οποία γίνεται δεκτή εδώ, εκκινεί από μια διαφοροποιημένη εκδοχή της δημοκρατίας, περισσότερο συμπεριληπτική και αποτελεσματική και θα εξεταστεί σε αντιπαραβολή με τις προαναφερθείσες απόψεις.
Βασική θέση της παρούσας μελέτης αποτελεί η πεποίθηση ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία, δηλαδή το ιδεώδες του ατομικού και συλλογικού αυτοκαθορισμού, ως περιεχόμενο του συνταγματισμού, μπορεί να υπηρετηθεί πλέον -μετά τη μεταβίβαση πλείστων αρμοδιοτήτων στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης- μόνον αν υλοποιείται και σε υπερκρατικό ευρωπαϊκό επίπεδο.[1] Η δημοκρατικοποίηση, και δη κοινοβουλευτικοποίηση,[2] της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας αποτελεί τη μόνη οδό διάσωσης της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Στην αντίθετη περίπτωση, το πολιτικό και δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εισχωρεί αναγκαστικά στο εθνικό κράτος, απομειώνοντας τη συνταγματική του ουσία.[3] Και αντιστρόφως, το κοινοτικό ‘έλλειμμα δημοκρατίας’ επιτείνεται από το αντίστοιχο εθνικό.[4] Τα δύο αυτά αλληλένδετα και αλληλεξαρτώμενα ‘ελλείμματα’ πρέπει να αντιμετωπιστούν ταυτοχρόνως και στα δύο επίπεδα: τόσο στο εθνικό επίπεδο, με επίρρωση των δομών κοινοβουλευτικού και λαϊκού ελέγχου των αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας, όταν αυτή ενεργεί ως τμήμα των κοινοτικών οργάνων, όσο και στο υπερεθνικό επίπεδο.[5] Υπό αυτή και μόνον την προϋπόθεση, τη μεταφορά της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της κοινωνικής αρχής, των πολιτισμικών δηλαδή επιτευγμάτων του συνταγματισμού, σε υπερεθνικό επίπεδο, η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης επιτρέπεται να οδηγήσει ακόμη και σε απίσχνανση ή υπέρβαση του κράτους.[6]
 
II. Δήμος
Η αναπόδραστη σχέση μεταξύ ενός κράτους και ενός λαού-έθνους, από τον οποίο πηγάζει η έσχατη εξουσία και ο οποίος είναι φορέας της κυριαρχίας, αποτελεί το κεντρικό αξίωμα της θεωρίας του δημοκρατικού κρατισμού. Η θεωρία αυτή ερείδεται στην πεποίθηση περί αδιάσπαστης ενότητας ανάμεσα στις έννοιες έθνος-λαός-κράτος και στη βαθιά πεποίθηση ότι το τρίγωνο αυτό αποτελεί τη μοναδική δυνατή βάση δημοκρατικής εξουσίας και, συνεπώς, νομιμοποιημένης συνταγματογένεσης και δικαιοθεσίας.
Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, ο λαός είναι μια έννοια με έντονο το υποκειμενικό-κοινωνιοψυχολογικό στοιχείο, παρ’ ότι το τελευταίο οικοδομείται πάνω σε αντικειμενικές, οργανικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα, οι υποκειμενικές εκφάνσεις της ύπαρξης ενός λαού διαθέτουν τόσο περιγραφική όσο και κανονιστική χροιά και μπορούν να αναζητηθούν στο αίσθημα κοινωνικής συνοχής, κοινής μοίρας και συλλογικής ταυτότητας, το οποίο καταλήγει στην παραγωγή νομιμοφροσύνης έναντι της εθνικής κοινότητας και του εθνικού κράτους. Οι υποκειμενικές αυτές εκφάνσεις είναι προϊόντα, αλλά ταυτοχρόνως και προϋποθέσεις μερικών αντικειμενικών στοιχείων, όπως η κοινότητα γλώσσας, ιστορίας, πολιτιστικών εθίμων και συναισθημάτων, ακόμη και θρησκείας και καταγωγής. «Χωρίς ένα συγκεκριμένο βαθμό ομοιογένειας δεν μπορεί να υπάρξει κανένα κράτος. Η θέληση για πολιτική ενότητα, η οποία επιτρέπει σε ένα σύνολο ανθρώπων να γίνουν λαός -υπό την έννοια του έθνους- και πιθανό υποκείμενο δημοκρατικής αυτοδιάθεσης συνδέεται με αντικειμενικά δεδομένα, όπως η γεωπολιτική κατάσταση, οικονομικά συμφέροντα, ιστορία, γλώσσα, πολιτισμικό επίπεδο, ήθος, κουλτούρα, θρησκεία».[7]
Κατ’ αυτή την άποψη τα κράτη «διαφυλάσσουν την ιδιαιτερότητά τους υπό τη μορφή ενός λαού, που συνδέεται εσωτερικά βάσει γέννησης και καταγωγής, ενός χώρου που τους ανήκει και της πολιτισμικής ομοιότητας της γλώσσας, θρησκείας, τέχνης και ιστορικής εμπειρίας».[8] Η δικαιική ενότητα του λαού δεν μπορεί να διατηρηθεί ζωντανή σε διάρκεια χρόνου, παρά μόνο αν στηρίζεται σε ένα αντικειμενικό θεμέλιο: σε ένα μίνιμουμ αποτελεσματικής ομοιογένειας που πηγάζει από ομοιότητες, τις οποίες μπορούν να προσδώσουν η καταγωγή, η ιστορία, η γλώσσα, η κουλτούρα και τα συμφέροντα…».[9]
Κατά προέκταση, ένας λαός προηγείται ιστορικά και προϋποτίθεται πολιτικά κάθε σύγχρονου κράτους. Με άλλα λόγια, κάθε κράτος υπάρχει, επειδή προϋπήρχε ο λαός (έθνος) που το δημιούργησε και αποτέλεσε το θεμέλιό του.[10] Παραδείγματα όπως αυτά των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής (1787), της Ελβετίας (1848) και της Βορειογερμανικής Ένωσης (1866) παρατίθενται για να αποδείξουν ότι «εκεί υπήρχαν τα θεμέλια της δημιουργίας κράτους: ένας λαός με θέληση για κοινό κράτος, οικονομική και πολιτισμική ομοιογένεια και μία -με την εξαίρεση της Ελβετίας- σημαντική ομοιότητα της γλώσσας».[11] Τα μέλη του έθνους γεννιούνται με την εθνικότητά τους, όπως γεννιέται κανείς με τα φυσικά του χαρακτηριστικά.[12] Οι ρομαντικές, εθνικιστικές και δημοκρατικές απόψεις καθώς και η γαλλική πολιτική θεωρία, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Rousseau επικαθόρισαν σημαντικά και προώθησαν την ιδέα αφενός της ταύτισης της πολιτισμικής έννοιας του έθνους με την πολιτική και αφετέρου της ενιαίας βούλησης του λαού με τη volonté rale του κράτους,[13] παραγνωρίζοντας την κοινωνική πραγματικότητα κάθε λαού, που χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις και ανταγωνισμούς.[14]
Σύμφωνα με την προσέγγιση του δημοκρατικού κρατισμού, η δημοκρατική νομιμοποίηση στηρίζεται στην ομοιογένεια, υπό την έννοια ότι η υπακοή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία οφείλεται στο γεγονός ότι αμφότερες εντάσσονται σε ένα κοινό, ομοιογενές σύνολο, το λαό του κράτους, το έθνος. Βάσει της αντίληψης αυτής η ‘υγιής’ στάση κάθε μέλους του έθνους είναι η ‘κριτική νομιμοφροσύνη’, καθώς η αντίρροπη τάση αμφισβήτησης της εθνικής ενότητας και διαμαρτυρίας θα οδηγούσε σε αντίσταση κατά της κρατικής εξουσίας.[15] Η πολιτική διαφοροποίηση και αντίθεση μεταφράζεται έτσι σε εθνική μειοδοσία. Η επισήμανση υπονοεί και τη σημασία της αποξένωσης του διαφορετικού, του Άλλου. Ο Άλλος δεν είναι μόνον ο φυλετικά διαφορετικός,[16] αλλά και ο εθνικά ή εθνοτικά διαφορετικός. Το θεωρητικό αυτό ρεύμα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαφοροποίηση μεταξύ φίλου και εχθρού[17] και συμβαδίζει με την αποκλείουσα έννοια της ‘ιθαγένειας’ ή ‘υπηκοότητας’ που διακρίνει τους ‘υπηκόους’ του κράτους, αυτούς που ανήκουν στο ίδιο ‘γένος’, από όλους τους υπόλοιπους. Η διακριτική αυτή αντιμετώπιση, ωστόσο, αντιστοιχεί στα παραδοσιακά κράτη και όχι στη σύγχρονη έννοια της δημοκρατίας,[18] η οποία -πολύ περισσότερο σε ενωσιακό επίπεδο- οφείλει να είναι συμπεριληπτική.
 
Ως άμεση απόρροια της παραπάνω οργανικής-πολιτισμικής πρόσληψης του λαού συνάγεται άμεσα και αβίαστα το συμπέρασμα περί μη ύπαρξης ενός ευρωπαϊκού λαού / δήμου (No-Demos-These),[19] δεδομένου ότι λείπουν τόσο τα υποκειμενικά στοιχεία (η συνείδηση μιας κοινής συλλογικής ταυτότητας και νομιμοφροσύνης) όσο και οι αντικειμενικές προϋποθέσεις, δηλαδή οι οργανικές-πολιτισμικές ομοιότητες που θα μπορούσαν να γεννήσουν τις πρώτες.[20]
Θα μπορούσαν να διακριθούν δύο εκδοχές της θεωρίας περί μη ύπαρξης ευρωπαϊκού δήμου:[21] Η ήπια εκδοχή δέχεται ότι δεν υφίσταται ακόμη ευρωπαϊκός δήμος, ενόψει της απουσίας ή της υποτυπώδους μόνο ύπαρξης μιας ευρωπαϊκής δημόσιας σφαίρας, την οποία ο δήμος προϋποθέτει, δεν μπορεί, ωστόσο, να αποκλειστεί η ανάδυσή του στο μέλλον.[22] Η σκληρή εκδοχή όχι μόνον αποκλείει μια τέτοια εξέλιξη ως μη ρεαλιστική αλλά και την απορρίπτει ως μη ευκταία. Το επιχείρημα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ως σκοπό ή στόχο τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού έθνους αλλά την ολοένα στενότερη ένωση των λαών της Ευρώπης.
Το πρόβλημα με τη θεωρία αυτή είναι ότι εμφανίζει το ζήτημα του ‘ευρωπαϊκού λαού’ και το ζήτημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ένωσης υπό τη μορφή διλήμματος: είτε ο ‘ευρωπαϊκός λαός’ θα διαμορφωθεί, υποκαθιστώντας τους εθνικούς λαούς και αποτελώντας την υποκειμενική βάση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, είτε, εν απουσία του, η νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συνεχίσει να απορρέει κατά κύριο λόγο από τα κράτη με αποτέλεσμα η Ένωση να μην απολαμβάνει πρωτογενούς νομιμοποίησης, επομένως να μη δικαιούται να αξιώνει ‘υπεροχή’ για το δίκαιό της.
Όταν οι θιασώτες της εθνο-πολιτισμικής πρόσληψης αποδέχονται ότι δεν υπάρχει ακόμη ευρωπαϊκός λαός, υπονοούν και ότι η Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία βρίσκεται σε μια προ-κρατική κατάσταση και στερείται δημοκρατικής νομιμοποίησης. Αυτή η λανθασμένη κατανόηση είναι που επιφέρει τη σχέση αποκλεισμού ή μηδενικού αθροίσματος μεταξύ της Ένωσης και των Κρατών-Μελών της. Αν ο δήμος ταυτίζεται με το λαό υπό οργανική έννοια, τότε είναι προφανές ότι ένας ευρωπαϊκός δήμος δεν μπορεί να υπάρχει παρά σε αντικατάσταση των εθνικών/κρατικών δήμων. Σύμφωνα με αυτή την πρόσληψη, η εθνικότητα, με την οργανική της έννοια δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ιθαγένεια (το νομικό δεσμό με ένα κράτος) και την πολιτότητα (την απόλαυση δικαιωμάτων και την υπαγωγή στις αντίστοιχες υποχρεώσεις).
Η θεωρία περί ανυπαρξίας ευρωπαϊκού λαού, υπό την εθνο-πολιτιστική έννοιά του, έχει δεχτεί κριτική από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες,[23] οι οποίες και σηματοδοτούν μια ευρωκεντρική και μια πλουραλιστική πρόσληψη της ίδιας έννοιας αντίστοιχα.
Το πρώτο ρεύμα σκέψης που προσπαθεί να καταρρίψει τη θεωρία περί ανυπαρξίας ευρωπαϊκού λαού στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η θεωρία αυτή προβαίνει σε λανθασμένη ανάγνωση των ανθρωπολογικών δεδομένων στην Ευρώπη. Αντίθετα με ό,τι διαλαμβάνεται ως υφιστάμενη κατάσταση, στην πραγματικότητα υπάρχει μια ευρωπαϊκή συνείδηση κοινωνικής συνοχής, μια κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα[24] και ένα συλλογικό συναίσθημα που γεννάει νομιμοφροσύνη προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και προσδίδει σε αυτούς δημοκρατική νομιμοποίηση, πέραν της έμμεσης και διαμεσολαβημένης από τις κυβερνήσεις. Υπάρχει σε μεγάλο βαθμό κοινή ιστορία και κοινές πολιτιστικές συνήθειες, καθώς και κοινές σταθερές μιας ευρωπαϊκής συνείδησης.[25] Η ύπαρξη κοινής μητρικής γλώσσας, εξάλλου, δεν μπορεί να αποτελεί conditio sine qua non, όπως αποδεικνύουν τα παραδείγματα της Ελβετίας και του Βελγίου. Συνεπώς υπάρχει ένας ευρωπαϊκός λαός και το πρόβλημα επικεντρώνεται στη λειτουργία των θεσμών ή/και στο μεταξύ τους συσχετισμό δυνάμεων. Δηλαδή, το δημοκρατικό έλλειμμα περιορίζεται στις διαδικασίες παραγωγής της πολιτικής βούλησης, όπως π.χ. στην αδύναμη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο υφιστάμενος, ωστόσο, ευρωπαϊκός λαός μπορεί, μέσω των κατάλληλων θεσμικών διαρρυθμίσεων, να προσδώσει δημοκρατική νομιμοποίηση στο κοινοτικό νομοπαραγωγικό σύστημα και να αξιώσει αυτό να ‘υπερέχει’ έναντι των επιμέρους εθνικών νομικών συστημάτων.[26]
Το δεύτερο ρεύμα σκέψης, με μεγαλύτερη μάλλον πειστικότητα και αξία, εκκινεί από την παραδοχή ότι η συνείδηση συμμετοχής σε έναν λαό και η εθνική ταυτότητα, ειδικά σε συγκεκριμένες μεταβατικές φάσεις, παράγεται από μηχανισμούς κοινωνικής μηχανικής και συνιστά μια τεχνητή κατασκευή, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που θα ομολογούσαν οι υποστηρικτές της οργανικής πρόσληψης του λαού.[27] Από αυτή την άποψη η εθνική ταυτότητα και συνείδηση είναι στοιχεία πολύ πιο ρευστά, ασταθή και μεταβαλλόμενα. Μπορούν αναντίρρητα να δομηθούν[28] ως αποτέλεσμα μιας συνειδητής απόφασης και δεν χρειάζεται απαραιτήτως να είναι αντανάκλαση μιας ήδη υπάρχουσας συνείδησης.[29] Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, παρ’ ότι θεωρητικά η ύπαρξη ενός έθνους λειτούργησε ως προϋπόθεση ίδρυσης ενός κράτους, η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει ότι συχνά το κράτος ήταν αυτό που κατασκεύασε και συγκρότησε το έθνος, τόσο μέσω του Συντάγματος,[30] όσο και ορίζοντας ως επίσημη μια συγκεκριμένη γλώσσα ή διάλεκτο και προωθώντας μια συγκεκριμένη ανάγνωση της ιστορίας.[31] Αν τα παραπάνω γίνουν αποδεκτά, καθίσταται σαφές ότι η κατασκευή ενός ευρωπαϊκού λαού δεν είναι αδύνατη, προϋποθέτει, όμως, τη σχετική πολιτική βούληση και μπορεί να συντελεστεί στο προσεχές μέλλον. Είναι, ωστόσο, προφανές ότι τόσο η εθνοκεντρική προσέγγιση του δήμου, όσο και η άποψη περί ύπαρξης ή δυνατότητας ‘κατασκευής’ ενός ευρωπαϊκού δήμου δεν αποτελούν παρά τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, καθώς υφαίνονται γύρω από την αξιωματική παραδοχή ότι η πολιτική κοινότητα δεν μπορεί να δομηθεί παρά βάσει ενός ομογενοποιημένου δήμου.[32]
 
Η κριτική στην παραπάνω αντίληψη ερείδεται στον ισχυρισμό ότι η οργανική και εθνοπολιτισμική πρόσληψη του έθνους δεν είναι η μοναδική· αντίθετα, μπορεί να οραματιστεί κανείς έναν ευρωπαϊκό δήμο, ο οποίος να νομιμοποιεί την εξουσία και να προσδίδει δημοκρατική αυθεντία σε μια πολιτική κοινωνία χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς της εθνο-πολιτισμικής πρόσληψης. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα είναι που διαφοροποιεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και της προσφέρει μια ηθικοπολιτική υπεροχή, το γεγονός δηλαδή ότι προσφέρει μια διαφορετική κατανόηση της έννοιας του ‘ανήκειν’ σε έναν λαό ή δήμο,[33] βασιζόμενη στις κοινές αξίες και σε μια κοινή αντίληψη δικαιωμάτων και κοινωνικών υποχρεώσεων, η οποία υπερβαίνει τις εθνοτικές και εθνικές διαφορές. Οι αξίες αυτές δεν μπορεί παρά να είναι τα ιδανικά του συνταγματισμού, και ειδικότερα η ελευθερία, η πολιτική συμμετοχή και η κοινωνική αλληλεγγύη.[34]
Ο διαχωρισμός του δήμου από το έθνος καθιστά θεωρητικά δυνατό το μοντέλο των πολλαπλών δήμων, οι οποίοι συνυπάρχουν, εν είδει ομόκεντρων κύκλων, επιτρέποντας σε ένα υποκείμενο να φέρει πολλαπλές συντρέχουσες ταυτότητες. Το αίσθημα της ταυτότητας και της ταυτοποίησης πηγάζει από την ίδια πηγή της ανθρώπινης πρόσδεσης, αν και με διαφορετική ένταση (variable geometry).[35] Στην περίπτωση της εθνο-πολιτισμικής ταύτισης, η πρόσδεση αυτή ερείδεται στη γλώσσα, τη μουσική, τα ήθη, τα φαγητά· στην περίπτωση της πολιτικής ταύτισης στις πολιτικές αξίες. Συνεπώς, δεδομένης της ομοιογένειας των αξιών μεταξύ κρατών και κοινότητας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θεωρία του μηδενικού αθροίσματος, σύμφωνα με την οποία η υιοθέτηση μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας θα έθετε σε διακινδύνευση την εθνική, επειδή οι οργανικές-πολιτισμικές ταυτίσεις είναι βαθιά ριζωμένες στο υποκείμενο. Αντιθέτως, η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει ότι υπό την ευρωπαϊκή σκέπη αναδύονται εντονότερες και οι ιδιαίτερες εθνοτικές, περιφερειακές και τοπικές ταυτότητες. Ο λαός υπό αυτή του την έννοια δεν προϋπάρχει του Συντάγματος, υπάρχει επειδή τον ανήγαγε το Σύνταγμα σε πολιτική ενότητα.[36]
Υπό το φως της θεωρίας του συνταγματικού πλουραλισμού, ο ευρωπαϊκός συνταγματισμός, νοούμενος ως σύνθεση των συνταγμάτων των επιμέρους επιπέδων, δεν προϋποθέτει, αλλά συνδυάζεται με την ύπαρξη ή τη διαμόρφωση πολλαπλών ‘δήμων’,[37] που λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα και τους οποίους συνέχουν διαφορετικά στοιχεία. Οι ‘δήμοι’ αντανακλούν και παρακολουθούν τις πολλαπλές ταυτότητες των ευρωπαίων πολιτών· και αντιστρόφως, οι τελευταίοι συμμετέχουν σε πολλαπλούς δήμους.[38] Οι τομές στο σώμα των ευρωπαίων πολιτών και, άρα, οι ταυτοποιήσεις τους είναι τόσο κάθετες (εθνικές, περιφερειακές / χωρικό επίπεδο) όσο και οριζόντιες (κοινότητα συμφερόντων, ιδεολογιών, φυλετικών, έμφυλων ή σεξουαλικών ταυτοτήτων και αισθητικών επιλογών).
Ο ευρωπαϊκός ‘δήμος’ ως πολιτική έννοια, απαλλαγμένη ομογενοποιητικών φιλοδοξιών, αποτελεί και αυτός μια οντότητα νοούμενη σε συνεχή διαδικασία διαμόρφωσης, σε «αέναη ολοκλήρωση»,[39] όπως, εξάλλου, και το ίδιο το Σύνταγμα της Ευρώπης. Ορθότερα, «ο ίδιος ο λαός αποτελεί μια διαδικασία».[40] Και βέβαια, είναι αναγκαστικά ένας δήμος πλουραλιστικός, υπό την έννοια ότι είναι πολυεθνικός, πολυγλωσσικός, πολυθρησκευτικός και πολυκρατικός,[41] και μάλιστα βάσει μιας συνειδητής απόφασης.[42] Συντίθεται δε από τα υποκείμενα που «αναδεικνύει η θεσμικά πολυεπίπεδη και πολυκρατικά οργανωμένη συμβίωση των πολιτών» της ευρωπαϊκής Συμπολιτείας.[43] Χαρακτηρίζεται από την αρχή της συνταγματικής ανοχής[44] και τοποθετείται στην καρδιά της ευρωπαϊκής υπερεθνικότητας. Συνέχεται από την υιοθέτηση ενός «ευρωπαϊκού συνταγματικού πατριωτισμού» και γενικότερα ενός κοινού ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού,[45] υποστασιοποιείται με την ελεύθερη κίνηση και εγκατάσταση στο εσωτερικό της «ευρωπαϊκής επικράτειας», με την υλοποίηση ευρωπαϊκών πολιτικών συνοχής και, γενικότερα, με την απόλαυση ολοένα διευρυνόμενων στην ενωσιακή σφαίρα πολιτικών, ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
 
Από μια άλλη οπτική γωνία[46] του συνταγματικού πλουραλισμού μπορεί να ασκηθεί η κριτική ότι και αυτή ακόμη η ασθενής και πολιτική έννοια του δήμου αποτελεί μια συντηρητική κατασκευή, καθώς, σε επίπεδο θεωρητικής πρόσληψης, αφήνει ανέπαφη τη συμβατική κρατοκεντρική δομή, αναζητώντας έναν -οπωσδήποτε νοούμενο- λαό, που θα ασκήσει τη συντακτική του εξουσία για να θέσει σε ισχύ ένα Σύνταγμα. Αντίθετα, αυτό που έχει αξία είναι η απελευθέρωση και από το βολονταρισμό που ακολουθεί τις νεωτερικές αντιλήψεις και τοποθετεί τον -με όποιο τρόπο νοούμενο- λαό στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, αυτό που έχει σημασία είναι η προσήλωση στις αρχές του φιλελεύθερου δημοκρατικού συνταγματισμού, οι οποίες πρέπει να καθοδηγούν τις δικαιικές πρακτικές. Δεν μπορεί να γίνει, συνεπώς, δεκτή η θέση ότι για να υπάρξει Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να προϋπάρχει ένας ευρωπαϊκός λαός, έστω και με την πολιτική του έννοια.[47]
Η αντίληψη αυτή αρνείται τον κεντρικό ρόλο και τη σημασία του λαού, και γενικότερα οποιουδήποτε υποκειμένου. Εμφανίζεται έτσι πιο ριζοσπαστική ιδεοτυπικά, επικαλούμενη ένα διαφορετικό κανονιστικό θεμέλιο: τις αρχές της δημοκρατικής και φιλελεύθερης πολιτικής ηθικής, όπως τις κατανοούν, τις επεξεργάζονται και τις μετατρέπουν σε πρακτική τα πολιτικά υποκείμενα στην Ευρώπη. Αντίθετα, τόσο η ιδέα ενός έσχατου νομικού κανόνα, ο οποίος εγκαθιδρύει και συντάσσει μια έννομη τάξη, όσο και η βολονταριστική πίστη στην ύπαρξη ενός συλλογικού υποκειμένου που συνιστά την έσχατη πηγή εξουσίας, έστω και υπό τη μορφή ενός συνταγματικά ανεκτικού δήμου, συνδέονται με μια κρατικιστική πρόσληψη του νομικού και πολιτικού κόσμου. Η ιδέα της λαϊκής ή εθνικής κυριαρχίας αντικατέστησε εκείνη της κυριαρχίας του Μονάρχη, ως έσχατη πηγή νομιμοποίησης και ως τόπος της κυριαρχίας το 18ο αιώνα σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης της κυρίαρχης εξουσίας με τη δημοκρατία.[48] Από την άλλη πλευρά, η ιδέα ενός έσχατου νομικού κανόνα και ενός ιστορικού πρώτου Συντάγματος που αποδίδεται στο λαό φαίνεται να είναι ικανή να συμφιλιώσει τη λαϊκή κυριαρχία με μια θετικιστική και εθνοκεντρική πρόσληψη του συνταγματισμού.
Με αυτό τον τρόπο δομείται ένας νομικός και πολιτικός κόσμος γύρω από την έννοια του κράτους που εγκαθιδρύει το δικό του νομικό σύστημα. Το τελευταίο ανάγεται στο ιστορικά πρώτο Σύνταγμα που αποτέλεσε προϊόν της βούλησης του λαού ή του έθνους και απολαύει υπεροχής. Το διεθνές δίκαιο, που ασχολείται με τη σχέση μεταξύ κρατών, νομιμοποιείται βάσει της δικής τους συναίνεσης. Υπό αυτό το δυαδικό μοντέλο, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να είναι είτε διεθνής οργανισμός, βασισμένος σε συνθήκες, τις οποίες έχουν συνομολογήσει τα κράτη (οπότε υπερισχύει καθέκαστο εθνικό Σύνταγμα), είτε κράτος, που νομιμοποιείται από τον ευρωπαϊκό λαό (οπότε ισχύει η ‘υπεροχή’ του κοινοτικού δικαίου). Ιδεοτυπικά δεν υπάρχει χώρος για μια τρίτη εκδοχή. Ειδικότερα, δεν υπάρχει χώρος για την Ευρωπαϊκή Ένωση ως κοινότητα αξιών, που δεν είναι ούτε διεθνής οργανισμός ούτε κυρίαρχο κράτος.[49] Ωστόσο, αυτή ακριβώς, η τρίτη εκδοχή είναι η καταλληλότερη και προσφορότερη πρόσληψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[50]
Η κριτική αυτή στην ιδέα του πολιτικού δήμου είναι μάλλον αυστηρή, καθώς η αντίληψη του συνταγματισμού ως ιδανικού φαινομενικά μόνο απομακρύνεται από την ιδέα αυτή. Στο βαθμό που ο δήμος ή λαός συγκροτείται ακριβώς με άξονα και ενοποιητικό στοιχείο αρχές και αξίες, δικαιώματα και υποχρεώσεις, η δημοκρατική και φιλελεύθερη πολιτική πρακτική αποκτάει σάρκα και οστά, δεδομένου ότι γίνεται αποδεκτή και από τα ατομικά υποκείμενα, αλλά και από το συλλογικό υποκείμενο που καλείται να την υλοποιήσει. Επομένως, η αποδοχή της δυνατότητας συγκρότησης ενός πολιτικού ευρωπαϊκού δήμου όχι μόνο δεν έρχεται σε αντίθεση με την κεντρική σημασία των αρχών του συνταγματισμού, αλλά δικαιώνει τις τελευταίες και αποδεικνύει στην πράξη τη δύναμή τους. Ακόμη περισσότερο: ο δήμος υπό την πολιτική του έννοια δεν χρειάζεται και δεν μπορεί να νοηθεί ως προϋπόθεση του Συντάγματος, στην ιδανική του πρόσληψη ως νομική αποτύπωση της κοινωνικής και φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά ως απαύγασμά του.[51] Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις παραμένει, συνεπώς, μόνο στο επίπεδο της θεωρητικής σύλληψης και αναφέρεται στο φιλοσοφικό ερώτημα της σημασίας ή μη του συλλογικού υποκειμένου ή του υποκειμένου εν γένει.
Σε κάθε περίπτωση, είτε αποδώσει κανείς σημασία στη συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού δήμου, ως πολιτικής ενότητας, είτε αρκεστεί στις θεμελιώδεις αρχές και αξίες του συνταγματισμού, ο τελευταίος -και σε ευρωπαϊκό επίπεδο- δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως μια διαρκής διαδικασία με κινηματικά χαρακτηριστικά. Η σύλληψη του ευρωπαϊκού συνταγματισμού και του ευρωπαϊκού ‘δήμου’ ως διαδικασιών και, άρα, η άρνηση αναγνώρισης οποιασδήποτε τελεολογίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης προκαλούν αναγκαστικά μια αβεβαιότητα, που απεικονίζεται στη συνεχή αναζήτηση, ανεύρεση και διαφοροποίηση της ταυτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα από την ανάπτυξη των δυναμικών της και ως αποτέλεσμα συνεχών διαπραγματεύσεων και αναθεωρήσεων. Αυτή η διαρκής εξέλιξη αποτελεί και το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της, γιατί ακριβώς διαφυλάσσει την πολλαπλότητα και τη διαφορά που αποτελεί την ουσία της Ευρώπης. Η ίδια αβεβαιότητα συνοδεύει και δεν μπορεί παρά να συνοδεύει και το ερώτημα περί ‘υπεροχής’, το οποίο, όπως πολλές φορές επισημάνθηκε ήδη, δεν μπορεί να επιλύεται με κανόνες ιεραρχικής κατάταξης.
 
 
Σε ένα πρώτο επίπεδο, υποστηρίζεται ότι το εθνικό κράτος αποτέλεσε το απαραίτητο και αναφαίρετο κέλυφος ανάπτυξης της δημοκρατίας. Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, που εξυμνεί τη δημοκρατική αρετή των Κρατών-Μελών, τα τελευταία έχουν κατακτήσει ένα τέτοιο πλέγμα δημοκρατικών δομών και θεσμών προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ώστε η διακυβέρνηση από το λαό για το λαό είναι διασφαλισμένη μόνο στο πλαίσιο των εθνών-κρατών και κατά συνέπεια οι κυβερνήσεις και τα δικαστήρια των τελευταίων νομιμοποιούνται επαρκώς να αποφασίζουν κυριαρχικά.
Στο πλαίσιο αυτό, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση απειλεί την εθνική αντιπροσωπευτική δημοκρατία, καθώς η κοινοτική νομοπαραγωγική εξουσία, ιδιαίτερα δε οι Κανονισμοί που διαθέτουν άμεση ισχύ, εκφεύγουν του ελέγχου των εθνικών κοινοβουλίων και, συνεπώς, της οποιασδήποτε αναφοράς στον (εθνικό) λαό. Παράλληλα, η οικονομική και νομισματική πολιτική αποφασίζεται και διενεργείται από τη μη ελεγχόμενη δημοκρατικά Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία εξοπλίζεται με ανεξαρτησία απέναντι στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και στα Κράτη-Μέλη.[52] Η εξαίρεση από τη δημοκρατική αρχή με σκοπό την προστασία της σταθερότητας του νομίσματος και την αποφυγή πολιτικών παρεμβάσεων νομιμοποιείται, βέβαια, εφόσον και καθόσον προβλεφθεί συνταγματικά. Αυτό, ωστόσο, δεν θεωρείται επαρκές για να αναπληρωθεί η ‘δημοκρατική ουσία’ που χάνεται, λόγω της ανεξαρτησίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η μέσω του Κοινοβουλίου ασκούμενη εξουσία του λαού απομειώνεται και τα συμμετοχικά δικαιώματα των πολιτών υποσκάπτονται.
Η εξασθένιση της εθνικής δημοκρατίας λόγω της συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύεται από την επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης σε τομείς που θεωρούνται κλασικά εθνικοί ή κρατικοί, όπως το νόμισμα και το ποινικό φαινόμενο.[53] Η εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων από το κράτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση σημαίνει ότι τόσο το Κοινοβούλιο του Κράτους, όσο και κάθε πολίτης του, χάνουν μέρος της εξουσίας επιρροής τους στη διαδικασία λήψης των πολιτικών αποφάσεων, εφόσον μέρος των τελευταίων λαμβάνεται πλέον από όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν αντλούν τη νομιμοποίησή τους από τον (εθνικό) λαό. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έλκει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση (και) από τους λαούς των Κρατών-Μελών, οι οποίοι αντιπροσωπεύονται κυρίως στα εθνικά, αλλά και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,[54] η υπερβολική ενίσχυση των καθηκόντων και εξουσιών της θα εξασθένιζε τη δύναμη των εθνικών Κοινοβουλίων, με αποτέλεσμα τα τελευταία να μην μπορούν πλέον να νομιμοποιούν επαρκώς την εξουσία της Ένωσης. Συνεπώς, τα εθνικά Κοινοβούλια πρέπει να διατηρήσουν ουσιαστικά καθήκοντα και εξουσίες,[55] προκειμένου να ‘δανείζουν’ τη νομιμοποίησή τους αυτή και στα ενωσιακά όργανα.
 
β. Το ευρωπαϊκό δημοκρατικό έλλειμμα
Η άλλη όψη του επιχειρήματος επικεντρώνεται στο ευρωπαϊκό επίπεδο και διαπλέκεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι σε αντίθεση με τα Κράτη-Μέλη της, η Ένωση πάσχει από ‘δημοκρατικό έλλειμμα’,[56] το οποίο χαρακτηρίζει τις δομές παραγωγής του δικαίου της. Το ‘δημοκρατικό έλλειμμα’ αποτελεί απόρροια της ανυπαρξίας ενός ευρωπαϊκού λαού και για το λόγο αυτό είναι αναπόφευκτο.[57] Για τον ίδιο λόγο δεν αποτελεί τρόπο άρσης του ‘δημοκρατικού ελλείμματος’ η επίρρωση του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο είναι απλώς αντιπρόσωπος των ευρωπαϊκών λαών και, συνεπώς, δεν διαθέτει ανεξάρτητη εξουσία και πρωτογενή νομιμοποίηση.
Σε μια παραλλαγή της κρατοκεντρικής θεώρησης, η οποία απηχεί την άποψη του φιλελεύθερου διακυβερνητισμού, η Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνον δεν διαθέτει, αλλά και δεν χρειάζεται δημοκρατική νομιμοποίηση σε υπερεθνικό επίπεδο. Η νομιμοποίηση την οποία προσδίδουν στην Ένωση τα εθνικά Κοινοβούλια κατά την ψήφιση του κυρωτικού των Συνθηκών νόμου και οι κυβερνήσεις, μέσω της συμμετοχής των εκπροσώπων τους στα Συμβούλια Υπουργών, είναι αρκετή.
Βάσει και των δύο παραπάνω απόψεων, είναι προτιμότερο να περιορίζεται η συνεργασία με άλλα κράτη στη σύναψη διεθνών συνθηκών με περιορισμένο αντικείμενο και να αποφεύγεται έτσι η δημιουργία υπερεθνικών και δη δικαιοπαραγωγικών οργάνων. Οι συνθήκες αυτές συνομολογούνται από την εθνική κυβέρνηση και υπόκεινται στην κύρωση του Κοινοβουλίου και ισχύουν υπό τις προϋποθέσεις και με βάση τα ουσιαστικά δικαιικά κριτήρια των εθνικών Συνταγμάτων. Με αυτό τον τρόπο περιφρουρείται η δημοκρατία σε εθνικό επίπεδο, που είναι και η μόνη δυνατή.[58]
 
Μέσα από τη λογική αυτή διαδρομή το ζήτημα της δημοκρατίας συνδέεται με εκείνο της ‘υπεροχής’ ή μη του κοινοτικού δικαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι στο επιχείρημα αυτό κατέφυγαν πολλά συνταγματικά δικαστήρια, προκειμένου να θεμελιώσουν την υπεροχή του εθνικού τους Συντάγματος. Η διαφορά στο βαθμό δημοκρατικής νομιμοποίησης μεταξύ των Κρατών-Μελών και της Ένωσης παρέχει στα πρώτα μια ηθική υπεροχή και τα νομιμοποιεί να διεκδικούν την εφαρμογή του δικού τους δημοκρατικά νομιμοποιημένου, ως παράγωγου της συντακτικής εξουσίας του λαού, Συντάγματος, έναντι και σε βάρος ακόμη του προερχόμενου από δομές μειωμένης δημοκρατικής νομιμοποίησης κοινοτικού δικαίου. Χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση η Ευρώπη δεν δικαιούται να διεκδικεί δικαιική αυθεντία.
Το επιχείρημα περί υλοποίησης της αρχής κράτους δικαίου σε ενωσιακό επίπεδο, το οποίο επιστρατεύεται από τους υπέρμαχους της ‘υπεροχής’ του κοινοτικού δικαίου, προσκρούει στην επίκληση της εθνικής δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών να παραμερίζουν και να αφήνουν ανεφάρμοστο τον εθνικό νόμο, όταν έρχεται σε αντίθεση με άμεσα ισχύοντα κοινοτικό κανόνα δικαίου, συνεπάγεται την αποδυνάμωση του εθνικού νόμου και την ανεξαρτητοποίηση των δικαστικών και διοικητικών αρχών από τον εθνικό νομοθέτη. Το φαινόμενο περιγράφεται ως «παρακμή της κυριαρχίας του νόμου».[59] Περαιτέρω, η ‘υπεροχή’ του κοινοτικού δικαίου συνεπάγεται την ενδυνάμωση της εκτελεστική εξουσίας, οι εκπρόσωποι της οποίας μετατρέπονται στο ενωσιακό επίπεδο σε ‘νομοθέτες’, ως μέλη του Συμβουλίου των Υπουργών, σε βάρος, βέβαια, της νομοθετικής εξουσίας, η οποία χάνει τη σχετική αρμοδιότητα ψήφισης ή τροποποίησης των ευρωπαϊκών νομοθετικών πράξεων.[60]
Κατ’ αποτέλεσμα υποσκάπτεται όχι μόνον η δημοκρατική νομιμοποίηση της κρατικής δράσης, εφόσον παραγνωρίζεται η βούληση του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη, αλλά και η ασφάλεια του δικαίου,[61] λόγω της αδιαφάνειας του κοινοτικού και της συνθετότητας του ισχύοντος θετικού δικαίου που απορρέει από τη συνύπαρξη εθνικών και κοινοτικών κανόνων πέραν αναμφισβήτητης ιεραρχικής κατάταξης. Η συνθετότητα αυτή σε συνδυασμό με την εκ των πραγμάτων έλλειψη γλωσσικής ακρίβειας, δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο μεταφράζεται σε όλες τις επίσημες γλώσσες, έχει ως αποτέλεσμα ο νόμος να χάνει τη δύναμή του και η τελευταία να μεταφέρεται στους δικαστές.[62] Σε απάντηση των παραπάνω επιφυλάξεων, θα μπορούσε, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι οι ανησυχίες αυτές περί δημοκρατικής νομιμοποίησης, αν και έχουν κάποια βάση, δεν διαθέτουν πάντως τη δραματικότητα, με την οποία πολλές φορές παρουσιάζονται, δεδομένου ότι δεν φαντάζει καθόλου πιθανή η εξέλιξη της Ένωσης σε ένα αντιφιλελεύθερο και αυταρχικό καθεστώς, όπως αυτά που επικράτησαν σε αρκετά κράτη της Ευρώπης στον 20ο αιώνα. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν είναι αρκετή. Αναγκαία είναι η αναζήτηση, με τρόπο θετικό, της ειδικής μορφοποίησης της δημοκρατίας σε ενωσιακό επίπεδο, εγχείρημα που μόνον εισαγωγικά μπορεί να αναληφθεί στην παρούσα μελέτη.
 
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ασπάζεται τη δημοκρατική αρχή, εφόσον η τελευταία αποτελεί θεμελιώδη αρχή των μελών της. Ήδη το 1980 το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνήγαγε τη δημοκρατική αρχή από τις Συνθήκες,[63] ενώ η Συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης την επιβεβαίωσε και την τυποποίησε.[64] Πιο εμφατικά ακόμη αποτυπώθηκε η δημοκρατική αρχή στην Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη[65] και τη Συνθήκη της Λισαβόνας.[66] Δεδομένου, ωστόσο, του ιστορικού και αενάως εξελισσόμενου νοήματός της,[67] το ερώτημα τι είδους δημοκρατία αρμόζει στην Ένωση παραμένει ανοικτό στην ιστορική εξέλιξη και βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το μοντέλο που υιοθετεί κανείς για την εξέλιξή της.
Η δημοκρατική αρχή σε ενωσιακό επίπεδο δεν νοείται βεβαίως καθ’ ομοίωση εκείνης του κράτους. Αν η Ένωση υιοθετούσε ως πολιτικό σύστημα τις ίδιες ακριβώς θεσμικές δομές με εκείνες των εθνικών κρατών, αν δηλαδή αναγόταν αποκλειστικά και μόνον στη βούληση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού λαού, αυτό θα ήταν εν τέλει -τουλάχιστον στο παρόν στάδιο ιστορικής εξέλιξης- αντιδημοκρατικό, καθώς θα παραγνώριζε τη συγκρότηση των ευρωπαίων πολιτών σε εθνικούς λαούς και την ιστορικά διαμορφωμένη ιδιαιτερότητα των εθνικών κρατών. Επιπλέον, θα κατέληγε σε απομείωση της σημασίας, του πολιτικού βάρους και της έκτασης των δυνατοτήτων ελέγχου κάθε ατόμου εντός του νέου πολιτειακού μορφώματος. Η απομείωση αυτή θα συνιστούσε αναπόφευκτη συνέπεια της επέκτασης της συμμετοχής σε μια λειτουργική επικράτεια ευρύτερης του κράτους και της προσθήκης ενός επιπλέον επιπέδου άσκησης της διακυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που βρίσκεται πιο μακριά από τα υποκείμενα που της προσδίδουν νομιμοποίηση.[68]
Απαιτείται, συνεπώς, μια νοηματική ανασυγκρότηση της δημοκρατικής αρχής με σεβασμό στον υπερεθνικό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,[69] «…έτσι ώστε μέσα από την ιστορική της δυναμική να καταστεί πρόσφορη για την κανονιστική καθυπόταξη της ενωσιακής τάξης».[70] Οι αποφάσεις των οργάνων της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας δεν απαιτείται να ανάγονται σε ένα ομοιογενές σώμα, όπως το έθνος,[71] απαιτείται, όμως, να στηρίζονται στο αξίωμα της αυτοδιάθεσης των προσώπων[72] επί των οποίων ασκείται η δημόσια εξουσία, χωρίς αποκλεισμούς βάσει πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Η προστιθέμενη αξία του ευρωπαϊκού συνταγματισμού συνίσταται στη συμπεριληπτική, πέραν των εθνικών συνόρων, ουσία της δημοκρατίας σε ενωσιακό επίπεδο. «Αυτή η Δημοκρατία χωρίς εθνικισμό αποτελεί και το ύψιστο πολιτικό αγαθόν της ενοποιημένης Ευρώπης».[73]
Από τις παραδοχές αυτές προκύπτουν δύο συμπεράσματα: το πρώτο αφορά την πολλαπλή νομιμοποίηση της Ένωσης και το δεύτερο την κομβική σημασία της αρχής της επικουρικότητας, η οποία ανανοηματοδοτεί τη δημοκρατική αρχή.[74]
 
Υπό το φως της πλουραλιστικής θεώρησης της δημοκρατίας και του δικαίου, ειδικότερα δε του συνταγματικού πλουραλισμού, η δημοκρατία δεν προϋποθέτει ούτε συνεπάγεται αναγκαστικά ένα ομογενοποιημένο δήμο ή μία μόνον πηγή νομιμοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ερείδεται ούτε χρειάζεται να ερείδεται αποκλειστικά και μόνον στη νομιμοποίηση που απορρέει από έναν ευρωπαϊκό λαό. Όχι μόνον επειδή τέτοιος δεν υπάρχει υπό την κλασική έννοιά του, αλλά και επειδή θα ήταν αντιφιλελεύθερο και βαθιά αντιδημοκρατικό να δημιουργηθεί με τον ίδιο τεχνητό τρόπο που δημιουργήθηκαν οι εθνικοί λαοί, προκαλώντας αποκλεισμούς και καταπίεση στους εθνοτικά διαφορετικούς και στα έθνη, από τα οποία ακόμη και το πολυπληθέστερο αποτελεί μειονότητα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αντιθέτως, η τελευταία αποτελεί ένα σύνθετο πολιτικό σύστημα, στο οποίο η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν αντλείται μόνο από τους ευρωπαίους πολίτες, συνδεδεμένους με βάση κοινά πολιτικά δικαιώματα, αλλά και από τις ιστορικά διαμορφωμένες οντότητες, τα Κράτη-Μέλη, των οποίων την ύπαρξη προϋποθέτουν οι ιδρυτικές Συνθήκες, καθώς και από τους λαούς των κρατών αυτών. Κατά συνέπεια το συνταγματικό κεκτημένο της Ένωσης είναι εξ ορισμού πλουραλιστικό,[75] εφόσον η ίδια αποτελεί μια κοινοπραξία (‘joint venture’)[76] και η νομιμοποίησή της είναι τριπλή, πηγάζει από τα Κράτη, από τους εθνικούς λαούς και από τους πολίτες της ίδιας της Ένωσης. Η άποψη που υιοθετείται εδώ διαφοροποιείται μερικά από την κλασική και κρατούσα, σύμφωνα με την οποία ο ευρωπαϊκός χώρος χαρακτηρίζεται από έναν ιστορικοπολιτικό δυαδισμό, με αποτέλεσμα η Ευρωπαϊκή Ένωση να νοείται ως «ένωση κρατών και ένωση πολιτών οργανωμένων σε λαούς», να απολαμβάνει συνεπώς μια «διττή νομιμοποίηση».[77] Στην πολλαπλή αυτή νομιμοποίηση πρέπει να ανταποκρίνονται και οι θεσμοί της αντιπροσώπευσης και της συμμετοχής των πολιτών, και ειδικότερα, οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες των εθνικών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η δομή και η λειτουργία των εθνικών και των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων[78] και των υπόλοιπων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Περαιτέρω, συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής αρχής σε ενωσιακό επίπεδο αποτελεί η αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν εγγύτερα στον πολίτη.[79] Η αντίληψη αυτή συνάδει και με την πλουραλιστική προσέγγιση της Ένωσης, ως συστήματος πολυεπίπεδης διακυβέρνησης[80] με πολλαπλά και αλληλοελεγχόμενα κέντρα εξουσίας. Με το μοντέλο αυτό δεν είναι συμβατή, εξάλλου, η ‘υπεροχή’, ως κανόνας ιεραρχικής διάρθρωσης των πηγών του δικαίου, παρά μόνον ως κανόνας σύγκρουσης, δηλαδή ως ‘προτεραιότητα’.[81] Περαιτέρω, η εικόνα των πολλαπλών επιπέδων άσκησης της εξουσίας δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ανώτερα και κατώτερα επίπεδα άσκησης της εξουσίας, καθώς τα επίπεδα αυτά μπορούν ιδεατά να απεικονιστούν όχι ως υπερκείμενα ή υποκείμενα το ένα του άλλου αλλά ως αλληλοδιαπλεκόμενα.[82]
Μια τέτοια πλουραλιστική πρόσληψη της ευρωπαϊκής δημοκρατίας δεν προϋποθέτει ούτε επιτρέπει την ύπαρξη ενός ομογενοποιημένου λαού αλλά την αποδοχή θεσμών που διασφαλίζουν ότι παραμένουν ανοικτές οι οδοί της πολλαπλής νομιμοποίησης και ότι τα διαφορετικά κέντρα εξουσίας τελούν σε θεσμική ισορροπία. Η σημασία της θεσμικής διαρρύθμισης σημαίνει επίσης ότι η -όποια- ευρωπαϊκή συνείδηση αναμένει κανείς να διαμορφωθεί δεν μπορεί να θεωρηθεί προϋπόθεση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας· αντίστροφα μάλλον, θα αποτελέσει η ίδια προϊόν της λειτουργίας και θα είναι αντίστοιχη των θεσμών που θα διαρρυθμίζουν το πλουραλιστικό και πολυεπίπεδο ευρωενωσιακό πολιτικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό απαιτούνται θεσμοί συμμετοχής,[83] αντιπροσώπευσης των πολιτών και διαβούλευσης με τις οργανώσεις μιας υπερεθνικής ‘κοινωνίας πολιτών’ στην Ευρώπη.[84]
Τέλος, δεδομένου ότι η δημοκρατική αρχή δεν είναι μόνο διαδικαστική αλλά και βαθύτατα ουσιαστική αρχή, το περιεχόμενό της έχει και αξιακό χαρακτήρα.[85] Υπό την αξιακή εκδοχή της, η δημοκρατία δεν μπορεί να γίνει νοητή χωρίς την υποκειμενικοδικαιική διάσταση της πολιτικής ελευθερίας του πολίτη, άρα χωρίς σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων.[86] Η παρατήρηση αυτή συναντά την καρδιά του κανονιστικού πλουραλισμού, όπως αυτός περιγράφηκε παραπάνω: η δημοκρατία είναι λειψή αν δεν συνοδεύεται και από τις υπόλοιπες κατακτήσεις του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού, την ελευθερία, την κοινωνική και πολιτική ισότητα και την κοινωνική αλληλεγγύη.
 

 


[1] Προς την ίδια κατεύθυνση ο Κ. Χρυσόγονος, Το μετέωρο βήμα της Ευρώπης. Η Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης και το Μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αθήνα: Παπαζήση 2005, σ. 21 σημειώνει ότι «[μ]ακροπρόθεσμα η πιο ρεαλιστική λύση στο πρόβλημα [της διάβρωσης της συνταγματικής ποιότητας του κράτους] είναι η καθιέρωση αποτελεσματικών δημοκρατικών διαδικασιών και επαρκών δικαιοκρατικών εγγυήσεων σε επίπεδο ανώτερο του εθνικού κράτους».

 

[2] Πρβλ. Ι. Καμτσίδου, ‘Σχέσεις μεταξύ άμεσων οργάνων της Ε.Ε.: η χωλή διαρρύθμιση της κοινοβουλευτικής αρχής στην Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη’, σε: Π. Νάσκου-Περράκη, Διοικητικό Δίκαιο. Συνταγματικό Δίκαιο. Πρόσφατες εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 2005, σ. 95 επ. (98 επ.).

 

[3] Πρβλ. Βενιζέλου, ‘Η Συνθήκη του Μάαστριχτ και ο ευρωπαϊκός συνταγματικός χώρος. Οι αμοιβαίες επιδράσεις ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα συντάγματα των κρατών-μελών’, ΤοΣ 1993, σ. 453 επ. (477). Βλ. και K. Hänsch, (πρώην Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), σε: EA 7/1986, σ. 191, όπως παραπέμπεται από Deringer, ‘Europäisches Parlament und Maastrichturteil des Bundesverfassungsgerichts’,, σε: O. Due / M. Lutter / J. Schwarze (επιμ.), Festschrift f. U. Everling, Band I, Nomos: Baden-Baden 1995, σ. 245 επ. (245, υποσ. 3): «Όποιος δεν θέλει μια κοινοβουλευτικοποίηση της Κοινότητας, πρέπει, χάρη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην ίδια του τη χώρα, να απορρίψει την περαιτέρω ενοποίηση. Όποιος θέλει την περαιτέρω ενοποίηση, πρέπει, επίσης χάρη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη χώρα του, να επιδιώκει την κοινοβουλευτικοποίηση των ΕΚ».

 

[4] Γ. Παπαδημητρίου, ‘Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και Έλλειμμα Δημοκρατίας’, ΤοΣ 1992, σ. 241επ και σε: του ίδιου, Δημοκρατία και Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 1993, σ. 21 επ.· έτσι και Βενιζέλου, ‘Η Συνθήκη του Μάαστριχτ και ο ευρωπαϊκός συνταγματικός χώρος’, όπ.π., σ. 477-8.

 

[5] Υπό αυτή την οπτική γωνία δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του Α. Μανιτάκη, ‘Τα όρια της κοινοτικής αρμοδιότητας και η συνταγματική θεώρησή τους’, ΤοΣ 1984, σ. 472 επ. (498), ότι: «Το νόημα της συνταγματικής επιταγής είναι απλό: ώσπου να γίνει η πολιτική ένωση της Ευρώπης και να οικοδομηθεί η ευρωπαϊκή δημοκρατία, η προάσπιση των δημοκρατικών κατακτήσεων του ελληνικού λαού είναι υπόθεση κατ’ εξοχήν των εθνικών του οργάνων».

 

[6] U. Everling, ‘Das Maastricht-Urteil des Bundesverfassungsgerichts und seine Bedeutung für die Entwicklung der Europäischen Union’,Integration 1994, σ. 165 επ. (173)· Πρβλ. και Μανιτάκη, ‘Τα όρια της κοινοτικής αρμοδιότητας και η συνταγματική θεώρησή τους’, όπ.π., σ. 478: «[η] υπέρβαση του εθνικού κράτους και η δημιουργία μιας υπερεθνικής ενότητας, τότε μόνο αποτελούν διαδικασίες ιστορικά δικαιωμένες, όταν τείνουν στην πραγματοποίηση μιας ανώτερης από την εθνική μορφής δημοκρατίας και δεν αρκούνται στην εξυπηρέτηση απλώς των αγαθών της ειρήνης και της συνεργασίας μεταξύ των λαών».

 

[7] J. Isensee, ‘Nachwort. Europa – die politische Erfindung eines Erdteils’, σε: J. Isensee (επιμ.), Europa als politische Idee und rechtliche Form, Berlin: Duncker & Humblot 1993, σ. 103 επ. (122). Κριτικός απέναντι σε τέτοιου είδους προσέγγιση ο J. Habermas, Staatsbürgerschaft und nationale Identität, σε: του ίδιου, Faktizität und Geltung. Beiträge zur Diskurstheorie des Rechts und des demokratischen Rechtsstaates, Frankfurt a/M: VS Verlag für Sozialwissenschaften 1992, σ. 632 επ. (633).

 

[8] P. Kirchhof, ‘Der deutsche Staat im Prozeß der europäischen Integration’,σε: J. Isensee / P. Kirchhof (επιμ.), Handbuch des Staatsrechts, Bd. VII, Heidelberg: C.F. Müller 1992, σ. 855 επ., αρ.περ. 25.

 

[9] J. Isensee, ‘Abschied der Demokratie von Demos. Ausländerwahlrecht als Identitätsfrage für Volk, Demokratie und Verfassung’, σε: D. Schwab / D. Giesen / J. Listl / H.-W. Stätz (επιμ.), Staat, Kirche, Wissenschaft in einer pluralistischen Gesellschaft, FS z. 65 Geb. V. Paul Mikat, Berlin: Duncker & Humblot 1989, σ. 705 επ. (708).

 

[10] Πρβλ. C. Schmitt, Verfassungslehre (1928), Berlin: Duncker & Humblot 81993, σ. 251 και 231: «Ένα δημοκρατικό κράτος, το οποίο βρίσκει τις προϋποθέσεις της δημοκρατίας του στην ομοιότητα των πολιτών του, ανταποκρίνεται στη λεγόμενη αρχή της εθνικότητας, σύμφωνα με την οποία ένα έθνος οικοδομεί ένα κράτος, ένα κράτος εμπεριέχει ένα έθνος. Ένα εθνικά ομοιογενές κράτος εμφανίζεται ως κάτι το φυσιολογικό· ένα κράτος, που του λείπει η ομοιογένεια, έχει κάτι το ανώμαλο, το οποίο θέτει σε κίνδυνο την ειρήνη.» Κάπως διαφοροποιημένα ο Isensee, ‘Abschied der Demokratie von Demos’, όπ.π., σ. 709: «Η νομική κρατική ένωση (rechtlicher Staatsverband) δεν χρειάζεται να στηρίζεται σε εθνική ενότητα. Ούτε η δημοκρατία την προϋποθέτει. Ωστόσο, αποτελεί την ιδανική της προϋπόθεση. Ένα έθνος υπάρχει, ως ιδέα και αυτοσυνείδηση, πριν το κράτος και το Σύνταγμα. Αυτοκατανοείται ως πολιτική ενότητα και αγωνίζεται να οργανωθεί σε κρατική μορφή».

 

[11] Kirchhof, ‘Der deutsche Staat im Prozeß der europäischen Integration’, όπ., αρ.περ. 38.

 

[12] Πρβλ. J.H.H. Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’. Demos, Telos und die Maastricht-Entscheidung des Bundesverfassungsgerichts’, σε: P. Häberle (επιμ.), Jahrbuch des öffentlichen Rechts der Gegenwart, Bd. 44, Tübingen: J.C.B. Mohr 1996, σ. 91 επ. (99).

 

[13] Η. Heller, Staatslehre, Leiden 1934, ανατύπωση Tübingen: J.C.B. Mohr (Paul Siebeck) 51983, σ. 83-4.

 

[14] Heller, Staatslehre, σ. 185.

 

[15] Ρ. Kirchhof, ‘Der deutsche Staat im Prozeß der europäischen Integration’, όπ.π., αρ.περ. 18.

 

[16] Πρβλ. την εξαιρετική ανάλυση του τιμώμενου στον ανά χείρας τόμο, Ζ. Παπαδημητρίου, Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός. Εισαγωγή στο φυλετικό μίσος, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα 2000, 117 επ., ιδίως 126.

 

[17] Βλ. C. Schmitt, Der Begriff des Politischen (1932), Berlin: Duncker & Humblot 1979, σ. 13 επ. (κυρίως 17 επ.).

 

[18] Έτσι και Τζ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, Κριτική θεώρηση των σχέσεων πριν και μετά το Μάαστριχτ, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 1996, σ. 114-5.

 

[19] Isensee, ‘Nachwort. Europa – die politische Erfindung eines Erdteils’, όπ.π., σ. 133-4: «Δεν υπάρχει ευρωπαϊκός λαός, μόνον οι λαοί των ευρωπαϊκών κρατών. … Η εισαγωγή μιας δικαιικά τυποποιημένης ενωσιακής πολιτότητας, η οποία προσδίδεται βάσει της ιθαγένειας ενός Κράτους-Μέλους, δεν μπορεί να δημιουργήσει έναν λαό της Ένωσης, ως πολιτική ενότητα, ένα ευρωπαϊκό έθνος. Συνεπώς, λείπει και το υποκείμενο μιας πιθανής ευρωπαϊκής Δημοκρατίας: ο ευρωπαϊκός λαός. Δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς δήμο. … Αφού λείπει ο λαός, λείπει και ένα στοιχείο του κράτους, και μ’ αυτό η συνταγματικοπολιτική ικανότητα ανάδυσης μιας δημοκρατίας».

 

[20] S. Dellavalle, ‘Für einen normativen Begriff von Europa: Nationalstaat und europäische Einigung im Lichte der politischen Theorie’, σε: Armin v. Bogdandy (επιμ.), Die europäische Option, Baden-Baden: Nomos 1993, σ. 237 επ. (253). Πρβλ. την κριτική παρατήρηση του Δ. Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, Αθήνα: Πόλις 2007, σ. 92: «Οι ισχυρισμοί ότι δεν υφίσταται ‘ευρωπαϊκός δήμος’ προϋποθέτουν την αποδοχή ενός αδιανόητου εννοιολογικού θετικισμού, που αρνείται την ιστορικότητα των εννοιών κι έτσι αποδίδει στους όρους ‘δήμος’ ή ‘κοινή γνώμη’ ένα οριστικό και αμετάβλητο, δηλαδή ιστορικά αποστεωμένο περιεχόμενο, που δεν αγγίζεται από την εξέλιξη του ιστορικού χώρου εφαρμογής τους ή και τη μεταφορά τους σε ετεροειδείς ιστορικούς όρους».

 

[21] Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 102.

 

[22] Την εκδοχή αυτή δείχνει να αποδέχεται και το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφασή του Maastricht. Έτσι και Χρυσόγονου, Το μετέωρο βήμα της Ευρώπης, σ. 55· Α. Μανιτάκη, ‘«Πλήθος – Δήμος – Λαός», τρία πλάσματα αναγκαία της αρχαίας, της σύγχρονης και της ευρωπαϊκής δημοκρατίας’, σε: Εταιρία Παιδείας και Πολιτισμού Εντελέχεια. Λ. Βάσση (επιμ.), Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Αθήνα: Ταξιδευτής 2006, σ. 87 επ. (102).

 

[23] Πρβλ. Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 112 επ.

 

[24] Πρβλ. F. Mayer / J. Palmowski, ‘European Identities and the EU – The Ties that Bind the Peoples of Europe’, Journal of Common Market Studies 2004, σ. 573 επ. (591 επ.).

 

[25] Πρβλ. P. Häberle, ‘Gemeineuropäisches Verfassungsrecht’, σε: R. Bieber / P. Widmer (επιμ.), Der europäische Verfassungsraum, Zürich: Schulthess 1995, σ. 361 επ. (364-5). Ο Isensee, ‘Vorrang des Europarechts und deutsche Verfassungsvorbehalte’,– offener Dissens’, σε: J. Burmeister (επιμ.). Verfassungsstaatlichkeit, Festschrift r K. Stern z. 65. Geb., Μόναχο: C.H. Beck 1997, σ. 1239 επ. (1251-2), κάνει ακόμη λόγο και για κοινές παραδόσεις, κυρίως την κληρονομιά του λατινικού Χριστιανισμού, πνευματική ομοιογένεια, που οφείλεται σε καταγωγή και τρόπο ζωής, και βάσει της οποίας διαφοροποιούνται τόσο από τους μουσουλμανικούς λαούς της Αφρικής και της Ασίας, όσο και από τους ορθόδοξους της ευρωπαϊκής Ανατολής.

 

[26] Πρβλ. G.Robbers, ‘Ο Ευρωπαϊκός Λαός ως Φορέας της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας’, σε: Α. Μανιτάκη / Λ. Παπαδοπούλου (επιμ.), Η προοπτική ενός Συντάγματος για την Ευρώπη, Αθήνα – Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας 2003, σ. 203 επ. (206).

 

[27] Τη σημασία της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ φύσης και πολιτισμού στη δημιουργία ενός λαού επισημαίνει ήδη το 1934 (1η έκδοση) ο Heller, Staatslehre, σ. 182, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η ρομαντική θεωρία σχετικά με την ύπαρξη μιας πρωτογενούς ουσίας του πνεύματος του λαού, η οποία επενεργεί ως δημιουργός κάθε πολιτικής και άλλης πολιτισμικής πραγματικότητας στο βάθος του ιστορικού βίου δεν βρίσκει έρεισμα στην εμπειρική ιστορία και ανήκει στο βασίλειο της καθαρής μεταφυσικής. Από την άλλη, πεπλανημένη είναι και η σκέψη ότι ο λαός μπορεί να νοηθεί ως μετρήσιμο σύνολο μεμονωμένων επιρροών του περιβάλλοντος ή ως το σύνολο των μελών του που ζουν μια δεδομένη στιγμή. Ο λαός έχει το χαρακτήρα μιας ιστορικής κατασκευής.»

 

[28] Πρβλ. S. Hall / D. Held / A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική, Πολιτισμός, Αθήνα: Σαββάλας 2003,σ. 426 επ.

 

[29] Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 113.

 

[30] Πρβλ. H. Kelsen, Vom Wesen und Wert der Demokratie, Tübingen: J.C.B. Mohr 21929, σ. 15, ο οποίος επιχειρώντας να ορίσει το λαό καταλήγει ότι η ενότητα του λαού δεν είναι παρά μια, κατά βάση, νομική πραγματικότητα, «είναι η ενότητα της κρατικής δικαιικής τάξης, η οποία ρυθμίζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων που υπόκεινται στους κανόνες της».Αμφίσημος ο Α. Μανιτάκης, Το «Σύνταγμα» της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, Αθήνα: Παπαζήση 2004, σ. 114-5, διακηρύσσει: «Ο ευρωπαϊκός δήμος θα είναι, τελικά και ταυτόχρονα, το δημιούργημα και ο δημιουργός του ευρωπαϊκού Συντάγματος. Το ίδιο το Σύνταγμα θα αποτελεί, παράλληλα, πράξη συστατική της πολιτικής συγκρότησης αυτού του πολιτικού υποκειμένου και ταυτόχρονα το πιο λαμπρό και το πιο αδιάψευστο κατασκεύασμά του».

 

[31] Heller, Staatslehre, σ. 186: «Ούτε το έθνος ούτε ο λαός επιτρέπεται να θεωρούνται ως φυσικές ενότητες, οι οποίες προϋπήρχαν της κρατικής ενότητας, την οποία και συγκρότησαν αυτοδυνάμως. Συχνά ήταν … αντίθετα η κρατική ενότητα, η οποία καλλιέργησε τη ‘φυσική’ ενότητα του λαού και του έθνους. Το κράτος δύναται με τα μέσα εξουσίας που διαθέτει, ακόμη και από γλωσσικά και ανθρωπολογικά διαφορετικούς λαούς να φτιάξει έναν ενιαίο.».

 

[32] K. Nicolaïdis, “We all the Peoples of Europe…”, ForeignAffairs 2004, σ. 97 επ. (101).

 

[33] Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο K. Παπανικολάου, ‘Η αναθεώρηση των Συνθηκών και η συνταγματική προοπτική της Ένωσης’,σε: Παπαδημητρίου / Καριψιάδη / Παπανικολάου, Η Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σ. 45 επ. (51): «Όσο η Ευρώπη αναζητά το δικό της Λαό με όρους της πολιτικής θεωρίας του Διαφωτισμού, τόσο δεν θα βρίσκει το δικό της Σύνταγμα και, συνεπώς, ούτε την πρωτογενή ούτε την τεκμαιρόμενη δημοκρατική νομιμοποίηση του θεσμικού της συστήματος».

 

[34] Τα δύο τελευταία στοιχεία θεωρεί αξιοποιήσιμα για την κατασκευή της ευρωπαϊκής ταυτότητας και ο Π. Μαντζούφας, ‘Εθνική και ευρωπαϊκή ταυτότητα: ένα παλιό πρόβλημα σε ένα νέο πεδίο’, σε: Π. Νάσκου-Περράκη, Διοικητικό Δίκαιο. Συνταγματικό Δίκαιο. Πρόσφατες εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 2005, σ. 143 επ. (146).

 

[35] Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ., σ. 130.

 

[36] M. Troper, ‘L’ Europe politique et le concept de souveraineté’, σε: Beaud O. / Lechevalier A. / Pernice I./ S. Strudel (επιμ.), L’ Europe en voie de constitution – Pour un bilan critique des travaux de la Convention, Bruxelles: Bruylant 2004, σ. 117 επ. (132)· Α. Μανιτάκη, ‘Το τέλος της ‘συνταγματοποίησης’ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή η αρχή μιας άλλης, ΤοΣ – Ειδικό τεύχος 2007, Η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης και η ανάδυση του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, σ. 3 επ. (14).

 

[37] Για την θεωρία των πολλαπλών Δήμων, της παράλληλης, δηλαδή, ένταξης ενός πολίτη στην εθνική, τοπική και ευρωπαϊκή πολιτική κοινότητα, βλ. κυρίως τις αναλύσεις του J.H.H. Weiler, ‘European Neo-constitutionalism: in Search of Foundation for the European Constitutional Order’, Political Studies 1996, σ. 517 επ. (526), του ίδιου, ‘Does Europe Need a Constitution?’, Demos, Telos and the German Maastricht Decision’,European Law Journal 1995, σ. 219 επ;, του ίδιου, ‘Demos, Telos and the German Maastricht Decision’, European Law Journal 1995, σ. 219 επ.,(224-245). Προς την ίδια κατεύθυνση και Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Θεμελιώδεις έννοιες, Τόμος Ι, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα 2004, σ. 400 επ.

 

[38] Πρβλ. και Τσάτσου, Η έννοια της δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 42.

 

[39] Τσάτσου, ibid, σ. 99.

 

[40] Robbers, ‘Ο Ευρωπαϊκός Λαός ως Φορέας της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας’, όπ.π., σ. 205.

 

[41] Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 95.

 

[42] Ξ. Γιαταγάνα, Η μακρά πορεία συνταγματοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το διεθνές δίκαιο στην ομοσπονδία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα 2003, σ. 28.

 

[43] Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 93.

 

[44] Βλ. J.H.H. Weiler, ‘To Be a European Citizen: Eros and Civilization’, σε: του ίδιου, TheConstitutionofEurope. "Do the new clothes have an emperor?" and other essays on the European Integration, Cambridge: CUP 1999, σ. 324 επ.

 

[45] Πρβλ. και Ε. Βενιζέλου, ‘Το ευρωπαϊκό Σύνταγμα ως βάση ενός νέου πολιτικού πολιτισμού: αμηχανίες και δυνατότητες’, σε: του ίδιου, Η πρόκληση του ευρωπαϊκού Συντάγματος, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα 2003, σ. 65 επ. (75): «…ο πολιτικός πολιτισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης οριοθετείται από τον πολιτικό πολιτισμό των κρατών μελών της. Ο δεύτερος θέτει όρια στην ανάπτυξη και ολοκλήρωση του πρώτου».

 

[46] Μ. Kumm,‘The jurisprudence of Constitutional Conflict: Constitutional Supremacy in Europe before and after the Constitutional Treaty’,European Law Journal 2005, σ. 262 επ. (306).

 

[47] Contra J.H.H. Weiler, ‘σε: J.H.H. Weilerεπιμ.), European Constitutionalism Beyond the State,Cambridge: CUP 2003, σ. 7 επ.· Μανιτάκη, Το «Σύνταγμα» της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, σ. 112. / M. Wind (In Defence of the Status Quo: Europe's Constitutional Sonderweg’,

 

[48] Πρβλ. Α. Jakab, ‘Neutralizing the Sovereignty Question. Compromise Strategies in Constitutional Argumentations before European Integration and Since’, EuConst 2006, σ. 375 επ. (377-8).

 

[49] Kumm, ‘The Jurisprudence of Constitutional Conflict’, όπ.π., σ. 305.

 

[50] Βλ. διεξοδικότερα Μ. Kumm, ‘Beyond Golf Clubs and the Judicialization of Politics: Why Europe has a Constitution Properly So Called’, AmericanJournalofComparativeLaw2006- Supplement, σ. 505 επ. (517 επ.).

 

[51] Τελικά έτσι και ο Μανιτάκης, ‘«Πλήθος – Δήμος – Λαός», τρία πλάσματα αναγκαία της αρχαίας, της σύγχρονης και της ευρωπαϊκής δημοκρατίας’, όπ.π., σ. 103: «Δεν είναι ο Δήμος ή ο Λαός που έφτιαξε τη δημοκρατία, αλλά το αντίστροφο. Το αίτημα και οι πρακτικές της δημοκρατίας, του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, κατασκευάζουν για τις ανάγκες τους τον Δήμο ή τον Λαό. Ο λαός δεν προϋπάρχει του Συντάγματος, είναι δημιούργημα του Συντάγματος».

 

[52] Άρθρο 108 (πρώην 107) ΣυνθΕΚ. Πρβλ. και Κ. Γώγου, ‘Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών ως φορέας ‘παράπλευρης’ κοινοτικής εξουσίας. Ζητήματα δημοκρατικής νομιμοποίησης υπό την οπτική γωνία του ελληνικού Συντάγματος’, ΤοΣ 2003, σ. 49 επ.

 

[53] Ο Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 105, σημειώνει ότι ποιοι είναι αυτοί οι τομείς δεν είναι δεδομένο και μπορεί να συμπεριλαμβάνουν τα πιο γελοία, όπως την αντικατάσταση του βρετανικού pint, έως τα πιο υποδόρια (π.χ. το δικαίωμα στη ζωή του εμβρύου στην Ιρλανδία).

 

[54] Άρθρο 137 ΣυνθΕΚ. Πρβλ. και τις αποφάσεις του ΔΕΚ C-138/79, SA Roquette Frères κ Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 29.10.1980, ΣυλλΝομ 1980, 313, σκέψη 33 και C-139/79, Maizena GmbH κ Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 29.10.1980, ΣυλλΝομ 1980, σ. 359, σκέψη 34, στις οποίες τονίζεται ότι σύμφωνα με τη θεμελιώδη και ισχύουσα σε κοινοτικό επίπεδο δημοκρατική αρχή «…οι λαοί πρέπει να συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας μέσω μιας αντιπροσωπευτικής Συνέλευσης».

 

[55] Ρ. Kirchhof, ‘Η «απόφαση Μάαστριχτ» του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου’, ΕΕΕυρΔ 1995, σ. 85 επ. (95), με παραπομπή στην απόφαση Maastricht του ΓΟΣΔ, C.Ι.3., EuGRZ 1993, σ. 438.

 

[56] Βλ. Βενιζέλου, ‘Η Συνθήκη του Μάαστριχτ και ο ευρωπαϊκός συνταγματικός χώρος’, όπ.π., σ. 469 επ., ο οποίος επιμένει (ibid, σ. 474), κυρίως, στο έλλειμμα πολιτικής και ιδεολογίας σε ενωσιακό επίπεδο· Παπαδημητρίου, Δημοκρατία και Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, σ. 21 επ.· Δ. Θ. Τσάτσου, Επίμαχες έννοιες της ευρωπαϊκής ενωσιακής τάξης. Μεθοδολογική συμβολή στην ερμηνεία των ευρωπαϊκών ενωσιακών θεμάτων, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 1997, σ. 52 επ· Ξ. Κοντιάδη, ‘Η δημοκρατική αρχή ως οργανωτική βάση της ευρωπαϊκής ενωσιακής τάξης’, σε: Μανιτάκη / Παπαδοπούλου (επιμ.), Η προοπτική ενός Συντάγματος για την Ευρώπη, όπ.π., σ. 243 επ.

 

[57] Γράφει χαρακτηριστικά ο Kirchhof, ‘Der deutsche Staat im Prozeß der europäischen Integration’, όπ.π., αρ.περ. 52: «Μια ευρωπαιοποίηση χωρίς την προηγούμενη ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής συνείδησης και, συνεπώς, χωρίς έναν ευρωπαϊκό λαό με συγκεκριμένη ικανότητα και επιθυμία για κοινή κρατικότητα θα ήταν, από την άποψη της ιστορίας των ιδεών, αντι-ευρωπαϊκή».

 

[58] Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 103.

 

[59] L. Dubouis, ‘Der Einfluss des Europarechts auf die Entwicklung der Normenhierarchie in der französischen Rechtsordnung’, σε: C.D. Classen / A. Dittmann / F. Fechner / U. Gassner / M. Kilian (επιμ.), “In einem vereinten Europa dem Frieden der Welt zu dienen …”, Liber amicorum Thomas Oppermann, Berlin: Duncker und Humblot 2001, σ. 489 επ. Από γερμανικής πλευράς προς την ίδια κατεύθυνση E. Schmidt-Aßmann, ‘Allgemeines Verwaltungsrecht in europäischer Perspektive’, ZÖR 2000, σ. 159 (167 επ.).

 

[60] Ξ. Weiler / Α.-Μ. Slaughter / Α. Stone Sweet, ‘Prologue – The European Courts of Justice’, σε: των ίδιων (επιμ.), The European Court and National Courts Doctrine and Jurisprudence: Legal Change in Its Social Context,Oxford: Hart 1998, σ. v επ.(xiv).

 

[61] Τ. öhlinger, ‘Die Transformation der Verfassung’, JB 2002, σ. 1 επ. (4).

 

[62] Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίστηκε «δομική αμερικανοποίηση» του ηπειρωτικού δικαίου, βλ. Τ. Öhlinger, ‘Die Auswirkungen der europäischen Integration auf die Rechtssysteme der Mitgliedstaaten’, σε: F. Breuss / G. Fink / S. Griller (επιμ.), Vom Schuman-Plan zum Vertrag von Amsterdam. Entstehung und Zukunft der EU, Βιέννη-Νέα Υόρκη: Springer 2000, σ. 51 επ. (66 επ.).

 

[63] Βλ. υποθέσεις 138/79, Roquette Frères κ Συμβουλίου, ECR 1980, 3333 (σ. 3360)· 139/79, Maizena κΣυμβουλίου, ECR 1980, 3393 (σ. 3424)· C-300/89, Επιτροπή κ Συμβουλίου, ECR 1991, I-2867 (σ. 2900). Η αρχή είχε ήδη προταθεί νωρίτερα από τη θεωρία, βλ. M. Zuleeg, ‘Der Verfassungsgrundsatz der Demokratie und die europäischen Gemeinschaften’, Der Staat 1978, σ. 27 επ. (44).

 

[64] Βλ. τρίτο και έκτο εδάφιο του προοιμίου, άρθρα 6 παρ. 1, 7, 49 παρ. 1 ΣυνθΕΕ.

 

[65] Άρθρα Ι-46 (αρχή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας) και Ι-47 (αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας).

 

[66] Άρθρα 10 και 11 ΣυνθΕΕ (Λισαβόνα).

 

[67] Πρβλ. Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 49 επ.

 

[68] Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 105, ο οποίος μάλιστα παρομοιάζει τη μείωση της δημοκρατικής επιρροής με εκείνη που επέρχεται όταν μια εταιρεία εκδίδει και πουλάει νέες μετοχές.

 

[69] Α. Deringer, ‘Europäisches Parlament und Maastrichturteil des Bundesverfassungsgerichts’,, σε: O. Due / M. Lutter / J. Schwarze (επιμ.), Festschrift f. U. Everling, Band I, Nomos: Baden-Baden 1995, σ. 245 επ. (262)· E. Cannizzaro, ‘Italy. EU Law and National Constitution. A Pluralist Constitution for a Pluralist Legal Order?’, σε: FIDE, XX. Congress, London 30.10-02.11.2002, Vol. I, National Reports,London: FIDE & The British Institute of International and Comparative Law 2002, σ. 243 επ. (247).

 

[70] Τσάτσου, Επίμαχες έννοιες της ευρωπαϊκής ενωσιακής τάξης, σ. 60. Για μια κατατοπιστική ανάλυση της προβληματικής αυτής βλ. και Μ. Τσινισιζέλη / Δ. Χρυσοχόου, Ευρωπαϊκή Ένωση και Δημοκρατία, Αθήνα 1995, passim.

 

[71] Μ. Zuleeg, ‘The European Constitution under Constitutional Constraints: The German Scenario’, European Law Review 1997, σ. 19 επ. (30). Πρβλ. και B.-O. Bryde, ‘Die bundesrepublikanische Volksdemokratie als Irrweg der Demokratietheorie’, Staatswissenschaften und Staatspraxis 1994, σ. 305 επ.

 

[72] Έτσι και το ΓΟΣΔ στην παλιότερη της Maastricht απόφασή του Öffentlichkeitsarbeit (BverfGE 44, 125, 142) της 02.03.1977.

 

[73] Δ. Μαρκή, Η κατασκευή της Ευρώπης. Παραδοξίες της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, Αθήνα: Κριτική 2000, σ. 61, ο οποίος, βέβαια, συμπληρώνει ότι η ενοποιημένη Ευρώπη είναι, από την άλλη μεριά, υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της και την άλλη εκδοχή της Δημοκρατίας, τη λαϊκή ή εθνική.

 

[74] I. Ward, ‘Identity and Difference: The European Union and Postmodernism’, σε: J. Shaw / G. More (επιμ.), New Legal Dynamics of European Union, Oxford: Clarendon Press 1995, σ. 15 επ. (24).

 

[75] Cannizzaro, ‘Italy. EU Law and National Constitution’, όπ.π., σ. 245-6· Γιαταγάνα, Η μακρά πορεία συνταγματοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σ.33.

 

[76] M. Zuleeg, ‘Die Europäische Gemeinschaft als Integrationsverband’, σε: B. Börner / H. Jahrreiß / K. Stern (επιμ.), Einigkeit und Recht und Freiheit. FS f. Carl Carstens z. 70. Geburtstag, Bd. 1, Köln u.a.: C. Heymann 1984, σ. 289 επ. (296).

 

[77] Βλ. Δ. Θ. Τσάτσου, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία. Για μια Ευρωπαϊκή Ένωση των Κρατών, των Λαών, των Πολιτών και του Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Πολιτισμού, Αθήνα: Λιβάνη 2007, σ. 116 επ.· Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 59 επ.· Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Ψήφισμα σχετικά με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, Α4-0347/1997, 19.11.1997 (βάσει εισήγησης των I. Méndez de Vigo και Δ. Τσάτσου), σε: Δ. Τσάτσου, Τα μεγάλα θεσμικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Α. Πασσάς (επιμ.), Αθήνα: Σαββάλας 2005, σ. 77 επ., (81 και 82: ένωση κρατών και ένωση λαών)· K. Nicolaïdis, “We all the Peoples of Europe…”, Foreign Affairs 2004, σ. 97 επ. (101: κοινότητα πολιτών και κρατών)· έτσι και Παπαγιάννη, Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, σ. 54: «Τα θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος αποτελούν πλέον όχι μόνον τα κράτη μέλη, αλλά και οι πολίτες των κρατών μελών»· Δεληγιάννη-Δημητράκου, Συγκριτικό Δίκαιο και Νομικός Πλουραλισμός, 17 (ένωση ευρωπαίων πολιτών και κρατών). Διαφοροποιημένα, Μανιτάκη, ‘«Πλήθος – Δήμος – Λαός», τρία πλάσματα αναγκαία της αρχαίας, της σύγχρονης και της ευρωπαϊκής δημοκρατίας’, όπ.π., σ. 104: «Προς το παρόν πάντως η ΕΕ είναι μόνον ένωση κρατών. Σε ένα μεταβατικό στάδιο θα μπορούσε να γίνει συνένωση κρατών και λαών, για να καταλήξει σε μια συνένωση λαών ως δήμων και πολιτών».

 

[78] Για την αναγκαιότητα πολιτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, βλ. Papadopoulou, Politische Parteien auf europäischer Ebene, Baden-Baden: Nomos 1999, σ. 53 επ.

 

[79] Πρβλ. δωδέκατο εδάφιο Προοιμίου και άρθρο 1 εδ. 2 ΣυνθΕΕ.

 

[80] Πρβλ. και Δ. Χρυσοχόου, Δοκίμιο για τη Διεθνή Θεωρία. Νέες Μορφές Κυριαρχίας και Συναρχίας, Αθήνα: Παπαζήση 2006, σ. 136 επ.

 

[81] Μ. Nettesheim, ‘EU-Recht und nationales Verfassungsrecht’, FIDE – XX. Congress, London 30.10-02.11.2002, Vol. I, National Reports, London: FIDE & The British Institute of International and Comparative Law 2002, σ. 81 επ. (146).

 

[82] F. Mayer, Kompetenzüberschreitung und Letztentscheidung: Das Maastricht-Urteil des Bundesverfassungsgerichts und die Letztentscheidung über Ultra vires-Akte in Mehrebenensystemen. Eine rechtsvergleichende Betrachtung von Konflikten zwischen Gerichten am Beispiel der EU und der USA, Μόναχο: C.H. Beck 2000, σε: www.whi-berlin.de/mus150.htm σ. 37 με περαιτέρω παραπομπές.

 

[83] Όπως παρατηρεί ο Χρυσοχόου, Σχεδίαση Μετακρατικής Πολιτείας, , Αθήνα: Παπαζήση 2007, σ. 23-4: «Το ζητούμενο είναι να ανταποκριθούν οι κοινοί θεσμοί στο ηχηρό αίτημα για διευρυμένη συμμετοχή σε μια κοινή δημόσια σφαίρα, προκειμένου να διευθετηθούν αποτελεσματικά τα δημοκρατικά αιτήματα των πολιτών, μεταφέροντας τους κανονιστικούς προσανατολισμούς τους ‘πέραν του εθνικού κράτους’ ή, έστω, σε ένα σύνθετο δημόσιο χώρο –κρατών και πολιτών– παράλληλα με αυτό».

 

[84] Βλ. Ν. Σκανδάμη, ‘Ανασύσταση της κοινωνίας των πολιτών στην ενοποιημένη Ευρώπη’, σε: Κράτος, Δίκαιο και Κοινωνία στην Ενοποιημένη Ευρώπη, Διεπιστημονικές προσεγγίσεις με άξονα το Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 1994, σ. 211 επ. (218 επ.).

 

[85] Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 44 επ.

 

[86] Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 49.

 

Βραβείο Μνήμη Μανωλεδάκη.


Βραβείο Μνήμη Μανωλεδάκη.

Ο Όμιλος ‘Αριστόβουλος Μάνεσης” και ο Τομέας Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών διοργανώνουν δημόσιο διαγωνισμό για την συγγραφή μελέτης στο Συνταγματικό Ποινικό Δίκαιο, στη Μνήμη του Γιάννη Μανωλεδάκη”.

Ανακοίνωση
Ο Όμιλος ‘Αριστόβουλος Μάνεσης’ και ο Τομέας Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών του Τμήματος Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διοργανώνουν από κοινού στην Μνήμη του καθηγητού Ιωάννη Μανωλεδάκη δημόσιο διαγωνισμό για τη συγγραφή μελέτης στο Συνταγματικό Ποινικό Δίκαιο.
Η μελέτη θα πρέπει να είναι πρωτότυπη και αδημοσίευτη και να αξιοποιεί, θετικά ή κριτικά, την σκέψη του Μανωλεδάκη στον αντικείμενο που πραγματεύεται. Θα πρέπει να υποβληθεί σε ηλεκτρονική και γραπτή μορφή (τρία αντίτυπα) το αργότερο μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου 2012.
Δικαίωμα συμμετοχής έχουν φοιτητές ή διπλωματούχοι Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών καθώς και υποψήφιοι διδάκτορες.
Η καλύτερη μελέτη θα βραβευθεί και ο συγγραφέας της θα λάβει επιταγή με ένα συμβολικό ποσό. Οι μελέτες που θα κριθούν άξιες δημοσίευσης θα παρουσιαστούν σε επιστημονικό συμπόσιο που θα διοργανωθεί στη Θεσσαλονίκη, το τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 2012 ή το πρώτο του Δεκεμβρίου.
(Οι μελέτες θα πρέπει να μη υπερβαίνουν τις 12.000 λέξεις και θα κριθούν από ειδική Επιτροπή. Τα πρόσωπα της Επιτροπής θα επιλεγούν από τους διοργανωτές και θα ανακοινωθούν μετά την αξιολόγηση των μελετών. Οι μελέτες θα κατατεθούν στην έντυπή τους μορφή στη Γραμματεία του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών, Τμήμα Νομικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 541 24 Θεσσαλονίκη και σε ηλεκτρονική μορφή (σε Wordκαι κατά προτίμηση σε pdf) στην ηλεκτρονική διεύθυνση, email: omilosmanesi@law.auth.gr ή nfo@ constitutionalism.gr)
Θεσσαλονίκη 12 Δεκεμβρίου 2012
Καταχώρηση: 22-12-2011     Κατηγορία: Λοιπά    

IΔ’ Διεθνές Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης»


IΔ’ Διεθνές Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης»

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

IΔ’ Διεθνές Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης»
Το προσεχές συμπόσιο του Ομίλου “Αριστόβουλος Μάνεσης” θα πραγματοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη στις 28, 29 και 30 Απριλίου με τη συνεργασία του Πανεπιστημίου Bilgi (http://www.bilgi.edu.tr/en/university/ ) και με την υποστήριξη του “Συνδέσμου Στήριξης Ρωμαίικων Κοινοτικών Ιδρυμάτων” (http://www.rumvader.org ).
Θέματα του συνεδρίου θα είναι:
Η συνταγματική προστασία των μειονοτήτων σε Ελλάδα και Τουρκία” και
Η αναθεώρηση του Συντάγματος σε Ελλάδα και Τουρκία: αδυναμίες και αρετές ημι-προεδρικού και κοινοβουλευτικού συστήματος”.
Κοινή γλώσσα του συνεδρίου και των εισηγητών, τα αγγλικά.
Χώρος διεξαγωγής του συμποσίου είναι η Θεολογική Σχολή της Χάλκης και οι εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου Bilgi στον Κεράτιο κόλπο στην Πόλη (Santral campus, http://www.bilgi.edu.tr/en/student-life/campuses/?student-life-campuses-menu ).
Οι εισηγήσεις και παρεμβάσεις να πρέπει να είναι έτοιμες σε ηλεκτρονική μορφή ένα μήνα πριν από την έναρξη του συνεδρίου.Οι γενικές εισηγήσεις, μία για κάθε εθνική αποστολή και για κάθε ένα θέμα θα καταβληθεί προσπάθεια να αποσταλούν στους συνέδρους για σχολιασμό αμέσως μετά τις γιορτές, ώστε πάνω σε αυτές θα γίνουν οι παρεμβάσεις και η συζήτηση.
Περισσότερες λεπτομέρειες θα ανακοινωθούν ευθύς ως οριστικοποιηθούν.

To Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

του καθηγητή Βασίλειου Σκουρή Προέδρου Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

To Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

(Αντιφώνηση του τιμωμένου κατά την ανακήρυξή του σε Επίτιμο Διδάκτορα Νομικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου)

Η σημερινή εκδήλωση έχει για μένα διπλή σημασία. Πρώτον διότι ολοκληρώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ένας κύκλος είτε πραγματικής συμμετοχής είτε συμβολικής ένταξής μου στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που καλλιεργούν την επιστήμη μας. Ξεκίνησα πολύ νέος στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, που με τίμησε αργότερα με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα, συνέχισα για πολλά χρόνια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης που μου απένειμε τη μέγιστη διάκριση του χρυσού Αριστοτέλη, πρόσφατα ανακηρύχθηκα επίτιμος διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου και σήμερα παραλαμβάνω τα διάσημα του επίτιμου διδάκτορα του αρχαιότερου ελληνικού Πανεπιστημίου. Είναι λοιπόν φυσικό να αισθάνομαι τιμή και συγκίνηση και να χρωστώ ευγνωμοσύνη στους συναδέλφους της Νομικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου για την πρωτοβουλία και στους ομοτέχνους μου του Τομέα Δημοσίου Δικαίου για την πρότασή τους. Απευθύνω ιδιαίτερες ευχαριστίες στον Πρύτανη του Πανεπιστημίου, στον Κοσμήτορα της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, στον Πρόεδρο του Τμήματος Νομικής, κυρίως όμως στη συνάδελφο και καλή φίλη καθηγήτρια κ. Ηλιοπούλου-Στράγγα για την πολύ θετική μέχρι υπερβολική αποτίμηση του επιστημονικού μου έργου και τη διάθεσή της να σκιαγραφήσει τη σταδιοδρομία μου με τα ζωηρότερα χρώματα, να αγνοήσει αδυναμίες και ελαττώματα και να μεγιστοποιήσει τις επιτυχίες μου, αλλά και για την αποφασιστική της συμμετοχή στη διοργάνωση της εκδήλωσης. Ο δεύτερος λόγος που καθιστά τη σημερινή ημέρα ξεχωριστή είναι η παρουσία του Χρήστου Ροζάκη, με τον οποίο μάς συνδέει η παράλληλη πορεία στους δύο ευρωπαϊκούς δικαιοδοτικούς μηχανισμούς. Γνωρίζω πόσο βαθιά είναι η εκτίμηση που τρέφουν στο πρόσωπο του κ. Ροζάκη οι συνάδελφοί του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, γνωρίζω πόσο σπουδαία υπήρξε η συμβολή του στην εμπέδωση και διάδοση της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Ευρώπη και νιώθω μεγάλη χαρά που μετέχω και εγώ στην απόδοση τιμής στο πρόσωπό του.
Η αποψινή τελετή, όπως άλλωστε περιέγραψε και ο καθηγητής κ. Κλαμαρής, τιμά όχι μόνο τα πρόσωπα, αλλά εμμέσως και τα δύο Δικαστήρια στα οποία θητεύουμε και αποτελεί αναγνώριση της συμβολής τους τόσο στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπό την ευρεία της έννοια όσο και στη νομική επιστήμη γενικότερα. Και πρέπει να τονίσω ότι, στην παρούσα συγκυρία η αναγνώριση αυτή καταδεικνύει ότι στην Ελλάδα, η οποία ομολογουμένως διέρχεται την πιο σύνθετη και πιο σοβαρή πολιτικοοικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, τα δικαιοδοτικά όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) εξακολουθούν να αποτελούν σημείο αναφοράς.
ΕΙΣΑΣΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Θεωρώ πως οι λόγοι για τους οποίους επέλεξα για την αποψινή μου ομιλία ένα θέμα που άπτεται της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι προφανείς και δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Η πρόσφατη αναγωγή του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε νομικά δεσμευτικό κείμενο ίδιας τυπικής ισχύος με τις Συνθήκες αποτέλεσε ένα αναμφισβήτητο βήμα προόδου, καθώς με την εξασφάλιση ενός επιπέδου διαφάνειας, σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου στον τομέα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ενισχύεται η δημοκρατική νομιμοποίηση της ΕΕ και προωθείται αποφασιστικά η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Επιπλέον η επικείμενη ένταξη της ΕΕ στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αναμένεται να δημιουργήσει τις συνθήκες για μια πιο αρμονική συνύπαρξη των συστημάτων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρώπη.
Ο ΧΑΡΤΗΣ ΩΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΚΑΙ ΩΣ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
Οι εξελίξεις αυτές συνιστούν το αποτέλεσμα μιας σταθερής πορείας προς την κατεύθυνση του σεβασμού και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στo πλαίσιο της ΕΕ, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).
Συγκεκριμένα, ήδη από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70 το Δικαστήριο συνειδητοποίησε ότι οι ιδρυτικές συνθήκες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν αποτελούσαν απλά διεθνείς συμφωνίες, αλλά εγκαθίδρυαν μία υπερεθνική έννομη τάξη με οιονεί συνταγματικό χαρακτήρα. Μία τέτοιου είδους έννομη τάξη δεν θα ήταν δυνατό να αγνοεί την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών. Σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκε η νομολογία σύμφωνα με την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων εξασφαλίζει το Δικαστήριο. Προς τούτο, το Δικαστήριο εμπνεύσθηκε από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και από τα στοιχεία που παρέχουν οι διεθνείς πράξεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τις οποίες τα κράτη μέλη έχουν συνεργασθεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ΕΣΔΑ.
Όσον αφορά ειδικότερα το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, με την κύρωση της συνθήκης της Λισσαβόνας και την αναγωγή του Χάρτη σε νομικά δεσμευτικό κείμενο ανώτερης τυπικής ισχύος, δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, ο Χάρτης καθίσταται μέρος του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης και επιτελεί πλέον την εξής τριπλή λειτουργία. Πρώτον, αποτελεί βοήθημα για την ερμηνεία του δικαίου εν γένει καθώς τόσο το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης όσο και το εθνικό δίκαιο, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ευρωπαϊκού δικαίου, πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των διατάξεων του Χάρτη. Δεύτερον, οι διατάξεις του μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για τον δικαστικό έλεγχο νομοθετικών πράξεων τόσο των οργάνων της Ένωσης όσο και των εθνικών αρχών, όταν αυτές βρίσκονται εντός του πεδίου εφαρμογής του Ευρωπαϊκού δικαίου. Τέλος, εξακολουθεί να συνιστά πηγή έμπνευσης για την άντληση γενικών αρχών του Ευρωπαϊκού δικαίου.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να επισημάνω ότι η αναγωγή του Χάρτη σε νομικά δεσμευτικό κείμενο δε συνεπάγεται τον μετασχηματισμό της ΕΕ σε οργανισμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ούτε κατ’επέκταση καθιστά το ΔΕΕ ένα δεύτερο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Από τη μια πλευρά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως όργανο μιας άλλης έννομης τάξης, εφαρμόζει ένα σύστημα, το οποίο συγκροτούν τα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αντίθετα, το ΔΕΕ, ως το ανώτατο δικαστήριο της ΕΕ, εφαρμόζει και ερμηνεύει τη νομοθεσία της Ένωσης, μια εκτεταμένη νομοθεσία που άπτεται πολλών διαφορετικών πεδίων. Συναφώς το ΔΕΕ αποφαίνεται ως προς τη συμβατότητα με τα θεμελιώδη δικαιώματα των πράξεων των οργάνων της Ένωσης εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων οι οποίες της έχουν παραχωρηθεί, καθώς και των πράξεων των κρατών μελών όταν αυτές εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του δικαίου της Ένωσης. Κύρια αποστολή του ΔΕΕ και σε αυτή τη διαδικασία παραμένει η εξασφάλιση της ενότητας και τήρησης του δικαίου της Ένωσης.
Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΕ ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΙΣΣΑΒΟΝΑΣ
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συνέπειες της υποχρεωτικής εφαρμογής του Χάρτη έγιναν αμέσως εμφανείς στη νομολογία του ΔΕΕ. Κατά τη διάρκεια του 2010, ο Χάρτης αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς σε τριάντα αποφάσεις.
Ως προς τη μέθοδο άντλησης θεμελιωδών δικαιωμάτων, είναι αξιοσημείωτο ότι, σε αντιδιαστολή προς την παλαιότερη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και κυρίως η ΕΣΔΑ αποτελούσαν προνομιακή πηγή, πλέον ο Χάρτης καθίσταται σημείο εκκίνησης και αναφοράς. Ειδικότερα, στα πλαίσια μιας νέας προσέγγισης, το Δικαστήριο λαμβάνει ως αφετηρία τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο Χάρτη, τα εφαρμόζει με βάση την προϋπάρχουσα νομολογία του, καθώς και τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και επικαλείται μόνο σε μια δεύτερη φάση και μόνο αν είναι απαραίτητο, τις διατάξεις της ΕΣΔΑ.
Καθώς ο Χάρτης απασχολεί με ολοένα αυξανόμενη συχνότητα αλλά και υπό πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες το ΔΕΕ, είναι φυσικό να προκύπτουν ζητήματα σχετικά με το ακριβές πεδίο εφαρμογής του, την ορθή ερμηνεία των διατάξεών του, το επίπεδο προστασίας που καθιερώνει καθώς και τη σχέση του με άλλες πηγές προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ιδίως την ΕΣΔΑ, δεδομένης και της επερχόμενης προσχώρησης της ΕΕ στο σύστημα της τελευταίας.
i) Πεδίο εφαρμογής
Το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη ρυθμίζεται καταρχήν από τις γενικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στον τίτλο VII και συγκεκριμένα στο άρθρο 51 του Χάρτη. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Παράλληλα, υπενθυμίζεται ότι ο Χάρτης δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης ούτε θεσπίζει νέες αρμοδιότητες και υποχρεώσεις για την Ένωση, ούτε τροποποιεί τις ήδη υπάρχουσες και οριζόμενες στις Συνθήκες.
Με το άρθρο 51 του Χάρτη τίθεται εκ πρώτης όψεως ένα σαφές πλαίσιο στις σχέσεις μεταξύ των διακριτών συστημάτων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, οι απόψεις διχάζονται όσον αφορά την ερμηνεία του σημείου, όπου ορίζεται ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη όταν τα τελευταία καλούνται να εφαρμόσουν το δίκαιο της Ένωσης.
Ειδικότερα, ερωτηματικά ανακύπτουν καθώς η διατύπωση της διάταξης δίνει την εντύπωση ότι ο Χάρτης δεσμεύει τα κράτη μέλη αποκλειστικά στις περιπτώσεις μεταφοράς διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στην εθνική έννομη τάξη. Αντίθετα, σύμφωνα με το σχετικό σημείο των επεξηγήσεων του Χάρτη, η υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων που καθορίζονται στο πλαίσιο της Ένωσης επιβάλλεται στα κράτη μέλη όταν ενεργούν εντός του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, δηλαδή σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις που αφορούν πράξεις εθνικού δικαίου οι οποίες συνδέονται με το δίκαιο της Ένωσης, αλλά δεν πηγάζουν από την ανάγκη εφαρμογής του στην εσωτερική έννομη τάξη.
ii) Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών
Περνώντας στο ζήτημα της εμβέλειας και ερμηνείας των δικαιωμάτων και των αρχών του Χάρτη παρατηρούμε ότι ο ίδιος ο Χάρτης, τόσο στο προοίμιό του όσο και στο άρθρο 52, θεσπίζει κανόνες για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνεύονται οι διατάξεις του. Για παράδειγμα, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το άρθρο 52 παράγραφος 7, τα δικαστήρια της Ένωσης και των κρατών μελών λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους τις επεξηγήσεις οι οποίες έχουν εκπονηθεί με σκοπό την παροχή κατευθύνσεων για την ερμηνεία του παρόντος Χάρτη.
Ένα ζήτημα που έδωσε αφορμή για προβληματισμό ανάγεται στο γεγονός ότι ο Χάρτης προβλέπει ρητά τη διάκριση μεταξύ δικαιωμάτων και αρχών. Ειδικότερα το άρθρο 52 παράγραφος 5 προβλέπει ότι: «Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη που περιέχουν αρχές μπορούν να εφαρμόζονται με νομοθετικές και εκτελεστικές πράξεις των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης και με πράξεις των κρατών μελών όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους. Η επίκληση των διατάξεων αυτών ενώπιον δικαστηρίου είναι παραδεκτή μόνον για την ερμηνεία των εν λόγω πράξεων και τον έλεγχο της νομιμότητάς τους.» Δεδομένης της διάκρισης μεταξύ δικαιωμάτων και αρχών υποστηρίζεται ότι, ειδικά στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων, περιορίζεται πολύ η ουσιαστική δυνατότητα επίκλησης των δικαιωμάτων αυτών ενώπιον του δικαστή, καθώς η διατύπωση πολλών από τις σχετικές διατάξεις είναι κάπως αόριστη και γενικόλογη.
Έναντι αυτής της κριτικής θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η αναγωγή των αρχών αυτών σε νομικά δεσμευτικές διατάξεις ίδιας τυπικής ισχύος με τις συνθήκες είναι από μόνη της ικανή να δώσει νέα ώθηση για νομοθετικές πρωτοβουλίες στους αντίστοιχους τομείς. Επιπλέον, και η νομολογιακή ερμηνεία του παράγωγου δικαίου όταν γίνεται υπό το φως νομικά δεσμευτικών διατάξεων ανώτερης τυπικής ισχύος αποκτά άλλη δυναμική και άλλες προοπτικές.
Ένα δεύτερο σημείο το οποίο χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς λόγω της σημασίας του για την αρμονική ανάπτυξη της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, συνιστά η εξασφάλιση της συνοχής κατά την ταυτόχρονη εφαρμογή του Χάρτη και των άλλων πηγών προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η ΕΣΔΑ και οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών.
Εν προκειμένω, όσον αφορά κατά πρώτο λόγο τη σχέση μεταξύ των διατάξεων του Χάρτη με αυτές τις ΕΣΔΑ, το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη ορίζει ότι εάν κάποιο από τα δικαιώματα του Χάρτη αντιστοιχεί σε δικαίωμα που διαφυλάσσεται από την ΕΣΔΑ, η έννοια και το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω δικαιώματος πρέπει να συμπίπτει με αυτό που ορίζει η ΕΣΔΑ. Ωστόσο, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, η νομοθεσία της ΕΕ δεν αποκλείεται να παρέχει ακόμη πιο εκτεταμένη προστασία. Όσον αφορά κατά δεύτερο λόγο τη σχέση μεταξύ των διατάξεων του Χάρτη και των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών μελών, αυτή ρυθμίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 52, δυνάμει της οποίας κάθε δικαίωμα που προκύπτει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των χωρών της ΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις εν λόγω παραδόσεις.
Περνώντας τώρα στη σχετική νομολογία, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στη σχέση μεταξύ των διατάξεων του Χάρτη και της ΕΣΔΑ στην υπόθεση ΜcB[1]. Η υπόθεση αυτή αφορούσε νομοθεσία κράτους μέλους, η οποία για να αναγνωρίσει στον πατέρα τέκνου που δεν έχει συνάψει γάμο με τη μητέρα, δικαίωμα επιμέλειας, απαιτούσε την προηγούμενη έκδοση δικαστικής απόφασης. Ετέθη λοιπόν το ερώτημα εάν μια τέτοια νομοθεσία είναι συμβατή με τον κανονισμό 2201/2003, ερμηνευόμενο σύμφωνα με το άρθρο 7 του Χάρτη, σχετικά με τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι δεδομένου ότι το άρθρο 7 του Χάρτη διασφαλίζει δικαιώματα τα οποία αντιστοιχούν σε όσα κατοχυρώνει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ., η έννοια και η έκταση αυτού του άρθρου του Χάρτη πρέπει να συμπίπτουν με αυτές που έχει το αντίστοιχο άρθρο της ΕΣΔΑ, όπως αυτό ερμηνεύεται στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Συναφώς, εμπνεόμενο και από τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός πως ο φυσικός πατέρας, σε αντίθεση προς τη μητέρα, δεν αποκτά αυτοδικαίως το δικαίωμα επιμέλειας του τέκνου του, δεν θίγει τον πυρήνα του δικαιώματός του στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται το δικαίωμά του να αποταθεί στο αρμόδιο δικαστήριο για να ζητήσει να του ανατεθεί η επιμέλεια του τέκνου.
Εξάλλου, ανάμεσα στις σχετικές εκκρεμείς υποθέσεις χρήζει υπόμνησης η NS[2] δυνάμει του Κανονισμού 343/2003[3], γνωστού και ως Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο θέτει εκτός άλλων το ερώτημα εάν η προστασία που παρέχεται δυνάμει των γενικών αρχών του δικαίου της ΕΕ και, ειδικότερα, των δικαιωμάτων που προστατεύονται με τα άρθρα 1, 18 και 47 του Χάρτη σε πρόσωπο ως προς το οποίο έχει εφαρμογή κανονισμός είναι ευρύτερη από την προστασία που παρέχει το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Αναφορικά με αυτό το ζήτημα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι γεγονός ότι η δυνατότητα παροχής ευρύτερης προστασίας σε επίπεδο ΕΕ αντανακλά τον αυτόνομο χαρακτήρα του δικαίου της Ένωσης. Από την άλλη πλευρά όμως, η χορήγηση εκτεταμένης προστασίας σε ένα δικαίωμα εμπεριέχει τον κίνδυνο της αποδυνάμωσης της προστασίας άλλων δικαιωμάτων. Επ’ αυτού του ζητήματος η απόφαση του Δικαστηρίου αναμένεται να δώσει χρήσιμες κατευθύνσεις. Εξάλλου, η συγκεκριμένη υπόθεση θίγει ένα επίσης αμφιλεγόμενο θέμα, αυτό των υποχρεώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου στο συγκεκριμένο πεδίο, λαμβανομένου υπόψη του Πρωτοκόλλου (αριθ. 30) σχετικά με την εφαρμογή του Χάρτη στην Πολωνία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ως γνωστόν, το εν λόγω Πρωτόκολλο ορίζει ότι ο Τίτλος IV του Χάρτη δεν μπορεί να αποτελέσει νομική βάση για την παροχή στους ιδιώτες δικαιωμάτων που να μπορούν αυτοί να επικαλούνται απευθείας στην Πολωνία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, εκτός εάν αυτά τα κράτη μέλη προβλέπουν τέτοια δικαιώματα στην εθνική τους νομοθεσία. Έχει γίνει αποδεκτό όμως ότι ένας αριθμός των κοινωνικών δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται στον Τίτλο ΙV του Χάρτη αποτελούν ταυτόχρονα τμήμα των γενικών αρχών του Ευρωπαϊκού δικαίου οι οποίες έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου και συνεπώς δεσμεύουν όλα τα κράτη μέλη. Η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου και για αυτό το λόγο δε θα επεκταθώ περισσότερο. Απομένει να δούμε ποιες θα είναι οι λύσεις που θα δώσει το Δικαστήριο στην απόφασή του. . Η υπόθεση αυτή, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χώρα μας, αφορά την απόφαση απέλασης ενός αιτούντος άσυλο από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ελλάδα
Η ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΕ ΣΤΗΝ ΕΣΔΑ
Τέλος, θα ήθελα να κλείσω τη σημερινή μου ομιλία με μια αναφορά στην προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ. Όπως προανέφερα, γίνεται κατανοητό ότι η ταυτόχρονη εφαρμογή του Χάρτη και των άλλων πηγών προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, και κυρίως της ΕΣΔΑ, εγείρει προβληματισμούς όσον αφορά την εξασφάλιση της συνοχής της νομολογιακής ερμηνείας των εν λόγω δικαιωμάτων. Οι προβληματισμοί αυτοί αναμένεται να διευθετηθούν με την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ, οι βάσεις για την οποία τέθηκαν με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας.
Η επικείμενη προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ θα έχει, χωρίς αμφιβολία, συνέπειες σε ολόκληρο το σύστημα της παροχής ενδίκου προστασίας της Ένωσης. Για το λόγο αυτό, το Δικαστήριο παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη αυτής της διαδικασίας και συμβάλλοντας στις προσπάθειες που καταβάλλονται για την υλοποίηση του σχεδίου προσχώρησης, το οποίο θέτει αρκετά περίπλοκα νομικά ζητήματα, διατύπωσε τις πρώτες του σκέψεις επί μιας ειδικής πτυχής που αφορά τον τρόπο λειτουργίας του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης σε έγγραφό του το οποίο δημοσίευσε στις 5 Μαΐου 2010[4] Foto-frost[5], πρέπει να υφίσταται μηχανισμός ικανός να εξασφαλίζει ότι το Δικαστήριο θα μπορεί να επιλαμβάνεται, κατά τρόπο αποτελεσματικό, ζητημάτων κύρους πράξης της Ένωσης πριν το ΕΔΔΑ αποφανθεί επί της συμφωνίας της πράξης αυτής προς την ΕΣΔΑ. . Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι προς στήριξη της εγγενούς στην ΕΣΔΑ αρχής της επικουρικότητας και προς παράλληλη εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης, το οποίο υπαγορεύει ότι το ΔΕΕ είναι το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να κηρύξει το ανίσχυρο πράξεων των οργάνων της Ένωσης όπως προκύπτει και από τη νομολογία
Πρέπει να επισημανθεί ότι η πρόταση θέσπισης ενός μηχανισμού ο οποίος θα εγγυάται ότι το ΔΕΕ θα μπορεί σε κάθε περίπτωση να προβαίνει σε (εσωτερικό) δικαστικό έλεγχο προτού αποφανθεί το ΕΔΔΑ αποτελεί πλέον κοινή θέση και των δύο Δικαστηρίων.[6] Απομένει να διευκρινισθεί ο τρόπος με τον οποίο θα επιτευχθεί η παρεμβολή του ΔΕΕ στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Εναπόκειται σ’αυτούς που διαπραγματεύονται τη συμφωνία προσχώρησης να επιλέξουν μία πρόσφορη λύση που θα διατηρήσει τις ισορροπίες και θα διαφυλάξει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ένωσης και του δικαίου της, όπως ακριβώς επιβάλλει το άρθρο 1 του προσαρτημένου στη Συνθήκη της Λισσαβόνας Πρωτοκόλλου υπ’ αριθμ. 8.
Θα μπορούσα να τελειώσω εδώ. Ωστόσο και παρά την προσοχή που οφείλω να επιδείξω λόγω της ιδιότητάς μου δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι η οικονομική και πολιτική κρίση, την οποία διέρχεται η χώρα μας, έχει οδηγήσει ακόμη και σε αμφισβήτηση της ίδιας της ευρωπαϊκής ιδέας και της σημασίας της για το μέλλον μας.
Η Ελλάδα συμπλήρωσε φέτος 30 χρόνια πορείας στην ΕΕ. Η ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια αποτελούσε όραμα επί δεκαετίες, ήταν η βασική επιδίωξη της γενιάς μου και διασφάλισε την ισότιμη συμμετοχή μας στην ενωμένη Ευρώπη. Έφερε αποτελέσματα και οφέλη στο ελληνικό κράτος και στους Έλληνες πολίτες που είναι απτά και μετρήσιμα. Παράλληλα το πολιτικό σύστημα, που σήμερα τελεί υπό έντονη αμφισβήτηση, ανταποκρίθηκε επί μεγάλο χρονικό διάστημα στις προκλήσεις, μας ενέταξε χωρίς έντονους κλυδωνισμούς πρώτα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και μετά στον σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης. Και αν δυσκόλεψαν πολύ τα πράγματα, αν σημειώθηκαν σοβαρά λάθη και υπήρξαν παραλείψεις, η ανάπτυξη ενός ευρωσκεπτικισμού και η αναζήτηση των αιτίων στη ευρωπαϊκή συμμετοχή μας δεν είναι στη σωστή κατεύθυνση και μόνο θα επιτείνει τις συνέπειες της κρίσης.
Για τους Ευρωπαίους πολίτες, δύο είναι τα μεγάλα επιτεύγματα της ενωμένης Ευρώπης στην καθημερινότητά τους, ο χώρος Σένγκεν και το ευρώ. Δηλαδή μία έκταση πολλών εκατοντάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων, όπου υπάρχει ελεύθερη κίνηση χωρίς ελέγχους και αποκλεισμούς, καθώς και 16 χώρες με ενιαίο και σκληρό νόμισμα. Όσοι συζητούν άλλες λύσεις, ας αναλογισθούν γιατί άραγε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτελεί μόνιμο στόχο και σταθερή αξία για όλους αυτούς που βρίσκονται στη γειτονιά μας και που αναμένουν και επιθυμούν διακαώς να ενταχθούν στην ευρωπαϊκή οικογένεια, δέχονται και εισάγουν το ευρώ ως εθνικό νόμισμα χωρίς να μετέχουν στην Ευρωζώνη, είναι πρόθυμοι να υποστούν μεγάλες θυσίες, για να κερδίσουν ακριβώς αυτό που πολλοί από εμάς, νομίζω εκ του ασφαλούς, κατακρίνουν ως δυσανάλογη απώλεια εθνικής κυριαρχίας.
Εγώ, κυρίες και κύριοι, δεν κατανοώ τι θα πεί τέλος της μεταπολίτευσης και τι θα πεί αλλαγή ή απόρριψη του πολιτικού συστήματος. Ίσως γιατί έμαθα και τολμώ ακόμη να αναζητώ λύσεις μέσα από αυτό.


[1] Απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 2010, υπόθεση C-400/10 PPU, J. McB.., δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στη Συλλογή.
[2] Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, υπόθεση C-411/10, NS, ΕΕ C 274 της 9.10.2010, σ. 21 έως 22.
[3] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας, ΕΕ L 50 της 25.2.2003, σ. 1 έως 10.
[4] Έγγραφο προβληματισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 5ης Μαΐου 2010, “επί ορισμένων πτυχών της προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών”.
[5] Απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 1987, Foto-frost, Υπόθεση 314/85, Συλλογή 1987, σελίδα 4199.
[6] Σε κοινή Ανακοίνωσή τους τον Ιανουάριο του 2011, οι Πρόεδροι των δυο Δικαστηρίων τέθηκαν υπέρ της θέσπισης ενός τέτοιου μηχανισμού.

Δημόσιος Ακαδημαϊκός έπαινος Βασίλειου Σκουρή

Από την καθ. Τζούλια Ηλιουπούλου- Στράγγα

Δημόσιος Ακαδημαϊκός έπαινος Βασίλειου Σκουρή

Κύριε Πρόεδρε του Συμβουλίου της Επικρατείας , Κύριε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κύριε Πρόεδρε του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Κύριε Υπουργέ, Κύριε Πρέσβυ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Κύριοι Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου Επικρατείας. Κύριε Πρύτανη, Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι, Κυρίες και κύριοι, Αγαπητοί φοιτήτριες και φοιτητές!

Θεωρώ μεγάλη τιμή και ταυτόχρονα είναι ιδιαίτερη χαρά για μένα το γεγονός ότι η Νομική Σχολή μου ανέθεσε να εκφωνήσω τον δημόσιο ακαδημαϊκό έπαινο κατά την ανακήρυξη σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Νομικής του κ. Βασίλη Σκουρή, Προέδρου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καθηγητή της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Και αυτό για πολλούς λόγους, στους οποίους και θα αναφερθώ εν συντομία στη συνέχεια.
Πριν όμως παρουσιάσω το ακαδημαϊκό και λοιπό έργο του τιμώμενου Βασίλη Σκουρή, θα ήθελα να πω ότι η χαρά μου είναι σήμερα διπλή. Στην ίδια τελετή τιμάται και μια άλλη διακεκριμένη νομική προσωπικότητα με διεθνή ακτινοβολία, ο Έλληνας Δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Χρήστος Ροζάκης, ο οποίος διετέλεσε και Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και με τον Χρήστο Ροζάκη με συνδέουν από δεκαετίες αισθήματα φιλίας και αλληλεκτίμησης, από την εποχή που γνωριστήκαμε στο Ίδρυμα Μαραγκοπούλου και στη συνέχεια όταν συμμετέσχε σε επιστημονικές εκδηλώσεις που οργάνωσα και τις συναφείς δημοσιεύσεις. Το 1996 μου έκανε μάλιστα την τιμή να προλογίσει το βιβλίο μου για την «Εκτέλεση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου».
Καταχρώμαι όμως του βήματος και ξεπερνώ την εντολή που μου έδωσε η Σχολή μας, αν συνεχίσω να αναφέρομαι στον Χρήστο Ροζάκη. Με την παρουσίαση του έργου και της προσωπικότητας κ. Ροζάκη έχει επιφορτισθεί ο συνάδελφος και συμφοιτητής μου κ. Νίκος Αλιβιζάτος.
Επανέρχομαι στον πρώτο εκ των τιμωμένων, τον καθηγητή και Πρόεδρο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κ. Βασίλη Σκουρή, με τον οποίο γνωριστήκαμε τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν συνυπήρξαμε κάποια εξάμηνα κατά τον χρόνο των πρώτων ακαδημαϊκών μας βημάτων στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Αμβούργου.
Κυρίες και κύριοι, με τον Βασίλη Σκουρή το Πανεπιστήμιο μας τιμά σήμερα ένα μεγάλο και πολύπλευρο νομικό, ο οποίος όχι απλώς, όπως απαιτείται από την ελληνική νομοθεσία περί απονομής του τίτλου του επίτιμου διδάκτορα, διέπρεψε στην επιστήμη και προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο Πανεπιστήμιο, και μάλιστα στην ευρωπαϊκή πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά εδώ και πολλά χρόνια με το έργο του και τη συνολική του παρουσία στον ευρωπαϊκό χώρο,και όχι μόνον, τιμά την χώρα μας στο εξωτερικό.
Στον λίγο χρόνο που εκ των πραγμάτων διαθέτω θα προσπαθήσω να παρουσιάσω εν συντομία στοιχεία του έργου και της πορείας του Βασίλη Σκουρή, τα οποία συνέθεσαν την προσωπικότητα ενός Έλληνα με διεθνή ακτινοβολία και διεθνές κύρος, παραλείποντας τα αυτονόητα, όπως λ.χ. λεπτομερή καταγραφή ή έστω και κατηγοριοποίηση των έργων του, διαλέξεις του σε αλλοδαπά εκπαιδευτικά ιδρύματα, απονομή τίτλων επιτίμου διδάκτορα από σειρά διακεκριμένων ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων, αλλά και άλλων Ανωτάτων εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της χώρας μας, ή, τέλος απονομή παρασήμων ή άλλων διακρίσεων.
Ο Βασίλης Σκουρής είναι ήδη από το ξεκίνημά του ένας ευρωπαίος νομικός. Μετά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του στη Θεσσαλονίκη, όπου και γεννήθηκε (το 1948), σπούδασε ως υπότροφος του Γερμανικού Ιδρύματος Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών από το 1965 νομικά στο Νομική Σχολή του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου, όπου και τον Απρίλιο του 1970 έλαβε το πτυχίο της νομικής. Στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Αμβούργου (από το 1970 μέχρι το 1972). Εκεί ξεκίνησε και την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του. Από το 1972 μέχρι το 1977 υπηρέτησε αρχικώς ως βοηθός και κατόπιν ως επιμελητής στην έδρα που κατείχε ο διακεκριμένος καθηγητής Karl August Bettermann, καθηγητής ο οποίος διακρίθηκε, μεταξύ άλλων, και για το εύρος του γνωστικού του αντικειμένου, διδάσκων και συγγράφων από Πολιτική Δικονομία μέχρι Δημόσιο Δίκαιο. Το 1973 ο Βασίλης Σκουρής ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της νομικής με την διάκριση “Magna cum Laude” και το 1978 υφηγητής του Συνταγματικού και Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Αμβούργου.
Από τη Βόρεια Γερμανία ο Βασίλης Σκουρής μετακινήθηκε το 1977 στη Βόρεια Ελλάδα. Αρχικά στην Κομοτηνή, όπου σε ηλικία 29 ετών εξελέγη έκτακτος καθηγητής του Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (1977-1980). Μετά δε από μια διετή παραμονή στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Bielefeld Γερμανίας (1980-1982) ως τακτικός καθηγητής του Δημοσίου Δικαίου, ο Βασίλης Σκουρής επέστρεψε στη γενέτειρά του την Θεσσαλονίκη, όπου το 1982 εξελέγη τακτικός καθηγητής της Β’ έδρας του Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου εξακολουθεί να υπηρετεί και σήμερα, τελώντας σε αναστολή για το διάστημα της θητείας του στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Ο Βασίλης Σκουρής ανέπτυξε στην Ελλάδα πολλαπλή επιστημονική δραστηριότητα. Όλως ενδεικτικά θα αναφέρω εδώ στην από το 1985 μέχρι σήμερα ανελλιπή ενασχόλησή του στο Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου στη Θεσσαλονίκη, το οποίο υπηρέτησε και υπηρετεί υπό διάφορες ιδιότητες: αρχικά ως Διευθυντής Ερευνών (1985-1990), στη συνέχεια ως Γραμματέας (1990-1997) και, τέλος, από τον Σεπτέμβριο 1997 μέχρι σήμερα ως πρώτα ως Διευθυντής και στη συνέχεια ως Πρόεδρος του Δ.Σ. Επίσης διετέλεσε επί διετία Πρόεδρος της Ελληνικής Ενώσεως Ευρωπαϊκού Δικαίου (1992-1994), της οποίας σήμερα είναι Αντιπρόεδρος.
Οι δραστηριότητές του στην Ελλάδα δεν περιορίστηκαν όμως στα αυστηρά ακαδημαϊκά καθήκοντα, αλλά ο Βασίλης Σκουρής έχει να επιδείξει και κοινωνικοπολιτικό έργο. Όλως επιλεκτικά και πάλι αναφέρω ότι υπήρξε Μέλος της Διοικούσας επιτροπής του Πανεπιστημίου Κρήτης (1984-1986), Μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) (1994-1996), Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εξωτερικών (1997-1999), Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1998-1999) και, τέλος, Υπουργός Εσωτερικών για τη διενέργεια των εκλογών της 5ης Νοεμβρίου 1989 και της 22ας Σεπτεμβρίου 1996.
Από τις πολλαπλές επιστημονικές του ιδιότητες στο εξωτερικό θα αναφέρω και πάλι επιλεκτικά τη συμμετοχή του ως μέλους του δικαιοδοτικού οργάνου των ευρωπαϊκών σχολείων για την εκδίκαση ενστάσεων του προσωπικού τους (1989-1998) και τη συμμετοχή του ως μέλους του Επιστημονικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Δικαίου, Trier (από το 1995), ή, ακόμη, την συμμετοχή του στην επιστημονική εκδοτική ομάδα του εγκυρότερου γερμανικού νομικού περιοδικού στο χώρο του ευρωπαϊκού δικαίου, του « Europarecht» (από το 2008).
Το πλαίσιο της σημερινής, πανηγυρικής θα έλεγα, τελετής δεν προσφέρεται, όπως ήδη ανέφερα, για μια διεξοδική κριτική παρουσίαση του έργου ενός τόσο μεγάλου επιστήμονα και διακεκριμένου ευρωπαίου δικαστή. Εκ των πραγμάτων θα περιορισθώ να κάνω μικρές μόνο αναφορές στα σημαντικότερα έργα του και στις σημαντικότερες συμβολές του στην εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σήμερα Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με τη διδακτορική του διατριβή, η οποία φέρει τον τίτλο “Teilnichtigkeit von Gesetzen” [Μερική ακυρότητα των νόμων] (1973), ο τιμώμενος προσέτρεξε για την εξεύρεση λύσης στο αστικό δίκαιο τασσόμενος με τον τρόπο αυτό υπέρ της ενότητας των διαφόρων κλάδων του δικαίου. Εφαρμόζοντας αναλογικά την αντίστοιχη με το άρθρο 181 του ελληνικού Α.Κ. διάταξη του γερμανικού Α.Κ. (άρθρο 139 BGB), θεώρησε με πειστικά επιχειρήματα ότι η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα ολόκληρου του νόμου, αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί η ψήφιση του νόμου χωρίς το άκυρο μέρος. Αποφασιστική για τη διατήρηση ενός εν μέρει ακύρου νόμου είναι συνεπώς η (υποτιθέμενη) βούληση του νομοθέτη, λύση η οποία συνάδει και με την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών διότι προφυλάσσει από δικαστικές «παρεμβάσεις».
Με το θέμα την υφηγεσίας του “Verletztenklagen und Interessentenklagen im Verwaltungsprozess” [σε ελεύθερη απόδοση: Αγωγές των εχόντων άμεσο και έμμεσο έννομο συμφέρον ή, κατ’άλλη διατύπωση, Αγωγές των εχόντων υποκειμενικό δικαίωμα και των εχόντων (απλώς) έννομο συμφέρον στη διοικητική δίκη] (1978), ο Βασίλης Σκουρής μεταπήδησε από το Συνταγματικό στο Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο. Η υφηγεσία αυτή του τιμωμένου κινείται επιπλέον στον χώρο του συγκριτικού δικαίου, αφού προσπάθησε να αναδείξει την τότε υπάρχουσα σημαντική διαφορά μεταξύ γαλλικού και γερμανικού δικαίου στο ζήτημα των τρόπων νομιμοποίησης στις ακυρωτικές διοικητικές διαφορές, διαφορά η οποία σήμερα έχει αμβλυνθεί.
Μετά από σοβαρή, συνεχή και συνεπή επιστημονική παρουσία στη θεωρία του εθνικού και του συγκριτικού Δημοσίου δικαίου, ο τιμώμενος, όπως οι περισσότεροι δημοσιολόγοι της γενιάς αυτής, αντελήφθη ότι το εθνικό δημόσιο δίκαιο δεν είναι πλέον αύταρκες και ότι χωρίς τη λήψη υπόψη του ευρωπαϊκού, ιδιαίτερα δε του κοινοτικού δικαίου δεν είναι δυνατόν να ανταπεξέλθει στις σύγχρονες απαιτήσεις και προκλήσεις και, γιατί όχι, να επιβιώσει ο ευρωπαίος νομικός. Έτσι ο Βασίλης Σκουρής έστρεψε, όπως είναι γνωστό, τα ενδιαφέροντά του στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, αυτή δε η στροφή του χάραξε και την μετέπειτα πορεία του.
΄Ηδη πριν από την έναρξη το 1999 της θητείας του στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σήμερα Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Βασίλης Σκουρής είχε εκπροσωπήσει την Ελλάδα σε σημαντικές υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού. Τίποτε όμως δεν προοιώνιζε την μεγάλη επιτυχία που θα είχε ο Βασίλης Σκουρής στο Δικαστήριο αυτό κατά την άσκηση του νέου, δικαιοδοτικού του έργου. Όπως περίτρανα καταδεικνύουν οι αλλεπάλληλες εκλογές του επί τρεις συνεχόμενες φορές ως Προέδρου (από το 2003 μέχρι σήμερα) ο Βασίλης Σκουρής τυγχάνει όχι μόνον της επιστημονικής αναγνώρισης των συναδέλφων του, αλλά προφανώς κατέδειξε ότι διαθέτει ιδιαίτερη ικανότητα και στα διοικητικά καθήκοντα που βαρύνουν τον Πρόεδρο ενός υπερεθνικού Δικαστηρίου, αποτελούμενου από 27 σήμερα δικαστές προερχόμενους από 27 διαφορετικές έννομες τάξεις και από διαφορετικές νομικές κουλτούρες.
Η επιτυχημένη λειτουργία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης προϋποθέτει ικανότητες σύνθεσης των διαφορετικών συχνά αντιλήψεων περί ευρωπαϊκού δικαίου στο εσωτερικό του και παράλληλα ικανότητες επιτυχούς εκπροσώπησής του προς τα έξω γενικώς και ειδικώς και στις σχέσεις του Δικαστηρίου με τα εθνικά, ιδιαίτερα δε τα ανώτατα δικαστήρια των Κρατών μελών. Το έργο αυτό κάθε άλλο παρά εύκολο είναι. Ο Βασίλης Σκουρής θεωρείται κατά γενική ομολογία και σε αυτό το δύσκολο έργο του επιτυχημένος.
Η υπερδεκαετής θητεία του Βασίλη Σκουρή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έστρεψε πλέον οριστικά το επίκεντρο των ενδιαφερόντων του και της ενασχόλησής του στο ευρωπαϊκό δίκαιο, το οποίο υπηρετεί τόσον ως δικαστής όσον όμως και ως θεωρητικός του δικαίου.
Ως δικαστής ο Βασίλης Σκουρής έχει συμπράξει σε σημαντικές ή και αποφάσεις-σταθμούς στη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως λ.χ. αυτές που αφορούσαν στην ελευθερία εγκατάστασης εταιρειών και τα όρια της (Cartesio), στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών (Laval), στην ελευθερία διακίνησης κεφαλαίων (Manninen), στην έννοια της επιχείρησης στο ευρωπαϊκό δίκαιο του ανταγωνισμού (FENIN), στην Οδηγία για την ανάκληση συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος (Schulte), στη σύμφωνη με την απόφαση-πλαίσιο ερμηνεία του εθνικού δικαίου (Pupino) και στη σχέση του κοινοτικού δικαίου με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (van Parys).
Οι επιστημονικές δημοσιεύσεις του είναι πλέον εμπλουτισμένες με την δικαστική του εμπειρία και καλύπτουν ένα τόσο ευρύ φάσμα θεμάτων όσο και η νομολογία του Δικαστηρίου του οποίου προΐσταται. Ενδεικτικά και μόνον αναφέρω ότι έχει ασχοληθεί :
1) με ζητήματα της λειτουργίας του Δικαστηρίου στο πεδίο έντασης μεταξύ δικαστικής προστασίας του πολίτη της Ένωσης και της διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας των Κρατών μελών,
2) με θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Ένωσης, όπως αυτές της υπεροχής και της επικουρικότητας,
3) με ζητήματα που αφορούν τις αμφίρροπες, πάντοτε όμως επίμαχες σχέσεις μεταξύ Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ανωτάτων εθνικών Δικαστηρίων, όπως την επίδραση της νομολογίας εθνικών δικαστηρίων και εθνικής νομικής σκέψης στο ευρωπαϊκό δίκαιο ή τις συνέπειες της παραβίασης του ευρωπαϊκού δικαίου από ανώτατα εθνικά δικαστήρια,
4) με θέματα που αφορούν τις κοινοτικές ελευθερίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα του δικαίου της Ένωσης και
5) με θέματα των ευρωπαϊκών κανόνων του ανταγωνισμού
Πριν κλείσω την εκ των πραγμάτων σύντομη παρουσίαση του τιμώμενου και της συμβολής του στην επιστήμη, στη διάπλαση της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη διαδικασία προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση, θεωρώ ότι θα αποτελούσε παράλειψη να μην αναφερθεί ότι από την αρχή της λαμπρής αυτής πορείας του μέχρι σήμερα ο τιμώμενος συνοδευόταν από τη γυναίκα του τη Βάσω, την ήρεμη δύναμη, όπως θα μπορούσε να την χαρακτηρίσει κάποιος σε σύγκριση με την πληθωρική προσωπικότητα του Βασίλη, καθώς και από τα δύο παιδιά του, τον Παναγιώτη και την Κατερίνα, που ευτύχισε να τα δει επιτυχημένους νομικούς της θεωρίας και της πράξης, διδάκτορες και τους δύο γερμανικών Πανεπιστημίων, του Regensburg ο Παναγιώτης και της Χαϊδελβέργης η Κατερίνα.
Κυρίες και κύριοι, προσπαθώντας να παρουσιάσω στο μικρό χρονικό διάστημα που είχα στη διάθεσή μου το έργο και την προσωπικότητα μιας τόσο πολυσχιδούς, πολύπλευρης και –για να παραφράσω τη γνωστή θεωρία του ευρωπαϊκού δικαίου- πολυεπίπεδης προσωπικότητας είναι σχεδόν βέβαιο ότι συνειδητά δεν ανέφερα ή εκ παραδρομής παρέλειψα κάποιες από τις δραστηριότητες ή και τις διακρίσεις, οι οποίες του απενεμήθησαν μέχρι σήμερα και ίσως ο ίδιος να θεωρεί ότι έπρεπε να αναφερθούν σήμερα. Ας μου το συγχωρήσεις αυτό, αγαπητέ Βασίλη.
Πιστεύω όμως ότι εκφράζω την επιθυμία όχι μόνον του Τμήματος Νομικής και του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου που μου ανέθεσαν να παρουσιάσω το έργο και την προσωπικότητα του Βασίλη Σκουρή, αλλά όλων μας που συγκεντρωθήκαμε εδώ απόψε, να ευχηθούμε στον τιμώμενο πρώτα από όλα υγεία και συνέχιση της λαμπρής αυτής πορείας του σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, όχι μόνον για το προσωπικό του καλό αλλά και για το καλό της χώρας μας.

Τα συνταγματικά της κυβερνητικής σταθερότητας

Κώστας Μποτόπουλος, Συνταγματολόγος, Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Τα συνταγματικά της κυβερνητικής σταθερότητας

Το κείμενο θα μπορούσε να ονομάζεται «οι συνταγματικές ιδιοτυπίες μιας μεταβατικής κυβέρνησης συνεργασίας». Όμως, επειδή πιστεύω πως η διακομματική κυβέρνηση που συγκροτήθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα έχει ακριβώς ως απώτατη αποστολή την επαναφορά μιας στοιχειώδους σταθερότητας -ώστε να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες που θα εξασφαλίσουν τον δηλωμένο στόχο, δηλαδή τη διατήρηση της χώρας μας εντός Ευρωζώνης και Ευρωπαϊκής Ένωσης-, μοιράζομαι τις παρακάτω σκέψεις υπό τη διπλή ιδιότητα του συνταγματολόγου και του θεσμικού παράγοντα. Όλα όσα θα πω τα διαπερνά η αγωνία όχι μόνο να πετύχει το σχεδόν πρωτόγνωρο πείραμα (οι διαφορές με την κυβέρνηση Ζολώτα είναι κατά τη γνώμη μου μεγαλύτερες από τις ομοιότητες), αλλά και να αναζωογονηθούν οι θεσμοί της καταπονημένης μας Δημοκρατίας.

α) Μια πρώτη διευκρίνιση –και μια πρώτη ανησυχία- σχετίζονται με το ρόλο της ως χτες μείζονος αντιπολίτευσης. Το κόμμα που βγήκε δεύτερο στις εκλογές του 2009 συμφώνησε, ως γνωστόν, και μάλιστα μέσα από πολλές περιπέτειες, όχι μόνο να «στηρίξει» τη νέα κυβέρνηση, αλλά και να συμμετάσχουν στελέχη του σε αυτήν (κάποια μάλιστα πρώτης, αντικειμενικά, γραμμής, αφού πρόκειται για τους δύο αντιπροέδρους του κόμματος), ετοιμάζεται δε, ως «γραμμή» τουλάχιστον (θα δούμε εάν θα υπάρξουν διαφοροποιήσεις), να παράσχει ψήφο εμπιστοσύνης στη νέα κυβέρνηση. Υπ’ αυτή την έννοια είναι ίσως όχι ακατανόητη (ιδίως υπό το πρίσμα των επερχόμενων εθνικών εκλογών), πάντως θεσμικά μετέωρη, η εμμονή του αρχηγού του συγκεκριμένου κόμματος να το παρουσιάζει και εντός και εκτός κυβέρνησης. Ιδίως παραξενεύει η βούληση το κόμμα αυτό να συνεχίσει τυπικά (ή και ουσιαστικά;) να παίζει το ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μέσα από το στρατήγημα της μη συμμετοχής εν ενεργεία βουλευτών στο νέο κυβερνητικό σχήμα. Όμως το άρθρο 20 του Κανονισμού της Βουλής (γιατί το ίδιο το Σύνταγμα δεν λέει τίποτα επί του θέματος), όταν ορίζει ότι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι «ο αρχηγός της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που δεν μετέχει στην κυβέρνηση», δεν θέτει και ούτε υπονοεί το τυπικό κριτήριο της συμμετοχής εν ενεργεία βουλευτών, αλλά το ουσιαστικό της στήριξης ή μη της συγκεκριμένης κυβέρνησης και του πολιτικού της προγράμματος. Κρίσιμα συνεπώς κριτήρια για μια κυβέρνηση συνεργασίας είναι η προγραμματική συμφωνία των κυβερνητικών εταίρων, η σύνθεση της κυβέρνησης με πρόσωπα από διαφορετικούς κομματικούς χώρους, τους οποίους τα πρόσωπα αυτά δεν απεμπολούν (ασχέτως αν είναι ή εάν παραμένουν βουλευτές) και, ιδίως, η βαριά θεσμική στιγμή της έκφρασης εμπιστοσύνης, με παροχή σχετικής ψήφου στη Βουλή. Δεν νοείται «αντιπολίτευση», πόσο μάλλον αξιωματική, που να έχει συμφωνήσει στο πρόγραμμα, να βάζει υπουργούς σε μία κυβέρνηση και να της παρέχει ψήφο εμπιστοσύνης. Η επ’ αυτού παρατεινόμενη αμφισημία όχι μόνο δοκιμάζει πέρα από το όριο τους θεσμούς, αλλά και διαχέει στο κοινωνικό σώμα μια εντύπωση εκ των έσω αμφισβήτησης, που δυναμιτίζει την προσπάθεια επανάκτησης της πολιτικής και πολιτειακής σταθερότητας,
β) Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά τις επιλογές και κινήσεις μιας κυβέρνησης περιορισμένης ως προς τους στόχους («κυβέρνηση ειδικού σκοπού») και ως προς το χρόνο («μεταβατική», δηλαδή με όριο ζωής κοντινές εκλογές, τις οποίες και οφείλει να προετοιμάσει). Είναι μια τέτοια κυβέρνηση περιορισμένη και ως προς το χώρο και τα περιθώρια δράσης της; Οφείλει, ως προς τη δράση αυτή, να ζητά ad hoc επίνευση των κυβερνητικών εταίρων (δηλαδή των επιτελείων των κομμάτων που μετέχουν σε αυτή), πέραν της καλύπτουσας όλο της το πρόγραμμα παροχής κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης στην αρχή της θητείας της; Και στα δύο ερωτήματα η απάντησή μου είναι αρνητική. «Ειδικός σκοπός» δεν θα πει συγκεκριμένες, περιορισμένες και εκ των προτέρων γνωστές κινήσεις αλλά υπηρέτηση συγκεκριμένων δεσμεύσεων με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Πόσο μάλλον που, στην παρούσα περίπτωση, οι δεσμεύσεις της μεταβατικής κυβέρνησης συνεργασίας προϋποθέτουν όλες, ή πάντως οι σημαντικότερες, σημαντικά περιθώρια κινήσεων: και η εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση του προϋπολογισμού του 2012 και η συνέχιση (αν είχε αρχίσει) και ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης για το νέο Μνημόνιο που θα στηρίξει τη νέα δανειακή σύμβαση και η συμπλήρωση και διαμόρφωση των ιδιαίτερα γενικών όρων της Συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου για το «κούρεμα» και τη συμμετοχή των ιδιωτών (PSI). Όλες αυτές οι υποχρεώσεις ήταν, τη στιγμή που αναλάμβανε η νέα κυβέρνηση, άδεια κελύφη, που όφειλε αυτή να τα γεμίσει, προκειμένου, μαζί με την εκταμίευση της 6ης δόσης (που δεν προϋποθέτει κάτι πέρα από το γενικό ζητούμενο της κυβερνητικής σταθερότητας), να υλοποιήσει το ένα σκέλος του στόχου διάσωσης της χώρας. Το άλλο σκέλος, δομικότερο και γι’ αυτό υποστηρικτικό όχι μόνο της άμεσης διάσωσης αλλά και της μελλοντικής ανόρθωσης, το σκέλος των μεταρρυθμίσεων, εξυπακούεται ότι και αυτό δεν μπορεί να μείνει ανενεργό: στην πρώτη γραμμή των προτεραιοτήτων που δεν μπορεί παρά να προωθήσει στο πλαίσιο των προς τα έξω και προς τα μέσα δεσμεύσεων της η κυβέρνηση, αλλά και για να δημιουργήσει το νέο εκείνο κλίμα που θα αρχίσει να «ξεκλειδώνει» την ανάπτυξη και τις αγορές, εμφανίζονται η φορολογική μεταρρύθμιση και η μεταχείριση (μισθολογική, εργασιακή, πειθαρχική) των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα. Για όλα αυτά, και δεν είναι διόλου λίγα, τίποτα δεν κωλύει την κυβέρνηση να προχωρήσει με τον τρόπο που εκείνη θεωρεί σκόπιμο, σεβόμενη το δικό της πρόγραμμα (όπως θα διαμορφωθεί στη Βουλή κατά τη συζήτηση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης) και όχι το πρόγραμμα των κομμάτων που μετέχουν σε αυτή, μεταβάλλοντας ενδεχομένως παλαιές πρακτικές που απέβησαν ατελέσφορες, υποσχέσεις που αποδείχθηκε ότι δεν μπορούν, ή μπορούν μόνο με υπερβολικό τίμημα, να τηρηθούν, προσθέτοντας στοιχεία που μπορεί να εισφέρει ο νέος Πρωθυπουργός ή η ακόμα οξύτερη συναίσθηση του επείγοντος. Στην περίπτωση της κυβερνητικής δράσης, η σταθερότητα προϋποθέτει κινητικότητα, ευελιξία και φαντασία,
γ) Γενικότερο, τέλος, αλλά απόλυτα συνδεόμενο με τον ιδιότυπο χαρακτήρα της νέας κυβέρνησης είναι το ζήτημα –και από κάποιους αίτημα- ενός «νέου Συντάγματος». Πληθαίνουν οι φωνές, προερχόμενες συνήθως από μη ειδικούς, που συνδέουν το σχηματισμό της μεταβατικής κυβέρνησης συνεργασίας, και τον τρόπο που επήλθε αυτός, με ένα «νέο πολιτικό κύκλο» για τον οποίο θα χρειαζόταν ένα «νέο θεσμικό πλαίσιο». Συγκυριακό επιχείρημα θα μπορούσε ενδεχομένως κανείς να αντλήσει και από το γεγονός ότι το ισχύον Σύνταγμά μας πράγματι αποδείχθηκε ότι αφήνει στο χώρο του αρρύθμιστου μια σειρά από διαδικασίες που επιστρατεύθηκαν εν τοις πράγμασι για το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, όπως οι αρμοδιότητες (ή μάλλον μη αρμοδιότητες) του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι «διερευνητικές εντολές» με πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού και των κομμάτων, η δεσμευτικότητα και ο χαρακτήρας των συμβουλίων αρχηγών, ο τρόπος επιλογής των μελών μιας κυβέρνησης συνεργασίας και άλλα. Παρ’ όλα αυτά, η γνώμη μου είναι ότι η συζήτηση για ένα νέο Σύνταγμα όχι μόνο δεν είναι της παρούσης, αλλά και θα δυναμίτιζε τη λειτουργία και το συμβολισμό της νέας κυβέρνησης. Από τυπική, αλλά διόλου τυπολατρική, άποψη, τίποτα δεν δικαιολογεί, εντός του Συντάγματος αλλά και από τη λογική των θεσμών, την ανακοπή της κανονικότητας ως προς τη συνταγματική αναθεώρηση (παρέλευση 5ετίας από την προηγούμενη, δυνατότητα μόνο για ορισμένες διατάξεις, επεξεργασία και ψήφιση από δύο διαδοχικές Βουλές): μια «ειδική κυβέρνηση» δεν είναι μια εκτός συνταγματικών θεσμών κυβέρνηση και η ύπαρξή της, ακόμα και αν προήλθε λόγω οριακών συνθηκών, δεν μπορεί να δικαιολογήσει κάμψη των θεσμών. Αλλά και από ευρύτερα πολιτική άποψη, νομίζω ότι θα δινόταν λάθος σήμα αν, αντί για αποτελέσματα (κυβερνητικό έργο), αρχίζαμε αμέσως να μιλάμε για το πλαίσιο (το Σύνταγμα) –ένα πλαίσιο μάλιστα, το οποίο, δεν θα κουραστώ να το λέω, είναι, παρά τις ατέλειές του, το τελευταίο που ευθύνεται για το βάθος της κρίσης και τις δυσκολίες της νέας κυβέρνησης. Ως προς αυτό το σημείο, επομένως, σταθερότητα ίσον αφοσίωση στη «μικρή» κυβερνητική εικόνα αντί της «μεγάλης» συνταγματικής –με την επιτυχία στην πρώτη να είναι, στην πραγματικότητα, ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε κάποτε να βελτιώσουμε τη δεύτερη.

Το ΕΔΔΑ στη Δίνη της Ευρωπαϊκής Κρίσης Ταυτότητας

Χρήστος Ροζάκης, πρώην Αντιπρόεδρος του ΕΔΔΑ

Το ΕΔΔΑ στη Δίνη της Ευρωπαϊκής Κρίσης Ταυτότητας

Η κρίση που διανύει η Ευρώπη σήμερα δεν είναι απλά οικονομική, όσο κι αν για την Ελλάδα το σκέλος αυτό είναι το πιο ορατό, και το πιο επώδυνο. Είναι πιο συνολική, και σύνθετη, κι αφορά την ίδια την ταυτότητα της, τη μοναδικότητα της μέσα στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης. Αυτό που φαίνεται να έχει απομειωθεί, ελπίζω προσωρινά, είναι η Ευρώπη εκείνη που για πολλά χρόνια προετοίμαζε την πολιτική ολοκλήρωση της, και στην πορεία αυτήν διαμόρφωνε στρατηγικές και πρακτικές που κατέτειναν σε αυτόν τον ύπατο σκοπό. Και με τις οποίες είχε εκπλήξει τον κόσμο με τη συνοχή της στάσης της σε μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, την αλληλεγγύη που αναπτυσσόταν ανάμεσα στα μέλη της, και την εμμονή της σε θεμελιακές αξίες και αρχές, που ελάχιστες περιοχές του πλανήτη μας είχαν κατακτήσει. Αν και όλα αυτά ούτε εύκολα αποκτήθηκαν, ούτε ήταν απαλλαγμένα από αντιφάσεις, οπισθοδρομήσεις, και περιοδικές αδράνειες, κι ούτε πάντοτε απολάμβαναν την αμέριστη συναίνεση των μελών της, ωστόσο η Ευρώπη σημείωνε για πενήντα περίπου χρόνια πρόοδο σε πολλούς τομείς, έδινε σημεία ενθαρρυντικά για το μέλλον, και είχε, κατά συνέπεια, δημιουργήσει την πεποίθηση στον κόσμο, τόσο μέσα στην ήπειρο μας, όσο και εκτός αυτής, ότι βαθμιαία οι στόχοι επιτυγχάνονταν.

Αυτή η πεποίθηση – και η αισιοδοξία που τη συνόδευε – αρχίζει να υποσκάπτεται τα τελευταία δέκα χρόνια. Η επιλογή των παραδοσιακών «δυτικών» χωρών να εντάξουν στους κόλπους των ευρωπαϊκών οργανισμών ολοκλήρωσης σχεδόν όλες τις χώρες που απαλλάχθηκαν από τον υπαρκτό σοσιαλισμό, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το εναρκτήριο λάκτισμα σε μια μεταστροφή, καλύτερα αναστροφή, της ενοποιητικής πορείας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η ένταξη των πρώην σοσιαλιστικών χωρών στη θεσμική Ευρώπη σηματοδοτεί μια μείζονα ιστορική στιγμή, καθώς για πρώτη φορά όχι μόνο έχουμε μια γεωγραφική διεύρυνση που συμπίπτει σχεδόν – ή και ξεπερνάει – τα όρια της ηπείρου, αλλά και μια διασπορά των θεμελιακών αξιών, στις οποίες προαναφέρθηκα, σε χώρες που τις είχαν στερηθεί, ή που ποτέ δεν τις είχαν απολαύσει. Στον μακροπρόθεσμο ορίζοντα αυτή η ένταξη δεν μπορεί παρά να έχει ευεργετικά αποτελέσματα για την Ευρώπη γενικότερα, τόσο ως παράγοντα στις διεθνείς σχέσεις, όσο και ως κοινωνικοπολιτικής μονάδας, που θα εμφορείται από κοινές αξίες και αρχές.
Μεσοπρόθεσμα, όμως, οι εσπευσμένες εντάξεις έχουν αρνητικές επιπτώσεις για την ολοκλήρωση. Τα περισσότερα από τα κράτη που διείσδυσαν στους μηχανισμούς ήταν – και ορισμένα ακόμα είναι – θεσμικά ανέτοιμα να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις ενός εξαιρετικά προηγμένου συστήματος υπερεθνικής και διακυβερνητικής συνεργασίας, που απαιτεί σοβαρές μεταβολές των εσωτερικών δομών των κρατών. Περαιτέρω, οι λόγοι που τα ώθησαν σε ένα τέτοιο εγχείρημα αφορούσαν, κυρίως, την ανάγκη τους να εξασφαλίσουν, ως κράτη, ωφελήματα πολιτικά, – όπως η απαλλαγή τους από τις προηγούμενες διεθνείς εξαρτήσεις, η βελτίωση των θεσμών και των δομών τους στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, και της οικονομίας τους – και ελάχιστα τη συμβολή τους στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Εξάλλου, όπως προσφυώς έχει διατυπωθεί από ορισμένους ηγέτες τους, η εθνική τους ολοκλήρωση, η απόκτηση πραγματικής κυριαρχίας στα του οίκου τους, και όχι η υπαγωγή τους και πάλι σε ξένα κέντρα αποφάσεων, συνιστούν κεντρικό τους μέλημα. Κατά συνέπεια, έως ότου τα κράτη αυτά αποκτήσουν την αναγκαία εθνική αυτοπεποίθηση, και, κατανοήσουν την ανάγκη της υπερεθνικής οργάνωσης, ως του μόνου, μάλλον, τρόπου επιβίωσης μικρού και μεσαίου μεγέθους χωρών στον ανελέητο διεθνή ανταγωνισμό, πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση της εμβάθυνσης δύσκολα θα ληφθούν από τη δική τους πλευρά, και δύσκολα θα γίνουν αποδεκτές όταν προέρχονται από άλλες πηγές. Εκτός, βέβαια, των περιπτώσεων που οι ίδιες οι ανάγκες τους, ή ισχυρές πιέσεις από άλλα μέλη, τους οδηγήσουν σε πρώιμες αναθεωρήσεις των βασικών προτεραιοτήτων τους.
Θα πρέπει, επίσης, στο σημείο αυτό να υπογραμμιστούν οι πολλαπλασιαστικές συνέπειες του εθνοκεντρισμού που επέφερε η μαζική ένταξη των πρώην σοσιαλιστικών χωρών. Ένας εθνοκεντρισμός ο οποίος ενίσχυσε σημαντικά την ομάδα των ευρωσκεπτικιστών, των χωρών δηλ. εκείνων που είχαν αναπτύξει μια διαφορετική αντίληψη οργάνωσης της Ευρώπης, προσανατολισμένη περισσότερο στην κατεύθυνση μιας κοινής αγοράς, και της διακυβερνητικής συνεργασίας. Η δημιουργία ενός ισχυρού μετώπου κρατών, με την προσθήκη των νεήλυδων, είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνον να μεταφέρει το βάρος της λειτουργίας των ευρωπαϊκών μηχανισμών προς τη διακυβερνητική κατεύθυνση, αλλά και στην αποθάρρυνση των χωρών εκείνων – συμπεριλαμβανομένων και των πληθυσμών τους – που συντηρούσαν το όραμα της ολοκλήρωσης. Το αποτέλεσμα είναι πια ορατό, καθώς η εσωστρέφεια δείχνει να κυριαρχεί, η πίστη του κόσμου για το ρόλο της Ευρώπης να υποχωρεί, και η αλληλεγγύη ανάμεσα στα κράτη, που υπήρξε βασικό γνώρισμα της ενοποιητικής διαδικασίας, να χάνει έδαφος.
Στον μικρόκοσμο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου οι επιπτώσεις είναι ευθέως ανάλογες. Η Σύμβαση είχε υιοθετηθεί στη δεκαετία του ’50, στα χρόνια της ευφορίας για το πείραμα της ολοκλήρωσης, ως ένα σύστημα προστασίας που δεν περιοριζόταν στο να καταγράψει υποχρεωτικούς κανόνες συμπεριφοράς, αλλά να λειτουργήσει, μέσα από όργανα και διαδικασίες που προέβλεπε, και ως ένας μηχανισμός εναρμόνισης της προστασίας των δικαιωμάτων στην τότε Δυτική Ευρώπη. Θα πρέπει να δούμε τη Σύμβαση ως τμήμα του οράματος της ολοκλήρωσης: οι πατέρες της Ευρωπαϊκής ιδέας συνέλαβαν την ολοκλήρωση ως μια πορεία βαθμιαίας ενοποίησης, που θα διευκολυνόνταν από τη δημιουργία ευρωπαϊκών οργανισμών, καθένας από τους οποίους θα ανελάμβανε, μέσα σε μια λογική καταμερισμού της εργασίας, ένα συγκεκριμένο έργο προσέγγισης των δομών και των θεσμών των κρατών, με τρόπο που να επιτρέπει την εμπέδωση των θεμελίων εκείνων, που με την σειρά τους θα επέφεραν των ωρίμαση της πολιτικής ενοποίησης και την απρόσκοπτη επίτευξη τους. Και, φυσικά, ένας από τους τομείς στους οποίους τα συμμετέχοντα κράτη έπρεπε να έχουν μια κοινότητα αντιλήψεων ήταν ο τομέας της δημοκρατίας. Δημοκρατία ουσιαστική στηριγμένη στο κράτος δικαίου και στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ειδικότερα εκείνων των δικαιωμάτων που αποτελούσαν και τη φιλοσοφική βάση της δυτικής δημοκρατίας, δηλ. τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και οι ελευθερίες.
Η Σύμβαση, λοιπόν, έρχεται στον κόσμο όχι μόνον για να προστατεύσει ατομικά πολίτες απέναντι σε συγκεκριμένες συμπεριφορές κρατών-μερών, αλλά για να οικοδομήσει, βαθμιαία, μια εναρμονισμένη προστασία για το σύνολο των ατόμων που βρίσκονται μέσα στη δικαιοδοσία τους. Και τον ρόλο αυτόν της εναρμόνισης αναλαμβάνουν τα δικαιοδοτικά όργανα της Σύμβασης, στο παρελθόν το δίδυμο Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Δικαστήριο, σήμερα πια μόνο το τελευταίο. Με την ανάπτυξη μιας νομολογίας, που είναι το αποτέλεσμα μιας πανοραμικής οπτικής που προσφέρουν οι ατομικές προσφυγές οι οποίες στρέφονται εναντίον 47 ευρωπαϊκών κρατών, το Δικαστήριο εξειδικεύει το γράμμα των διατάξεων της Σύμβασης, δίνοντας σάρκα σε ένα εξαιρετικά στοιχειώδες και γενικόλογο κείμενο, που ακριβώς συντάχτηκε με τον τρόπο αυτόν, ώστε να αφήσει περιθώρια στο δικαιοδοτικό όργανο να το αναπτύξει με γνώμονες τον χρόνο και τις εξελίξεις.
Αν κανείς παρακολουθήσει τη λειτουργία της Σύμβασης, στα εξήντα χρόνια της εφαρμογής της, αντιλαμβάνεται τη σημασία του Δικαστηρίου γι’ αυτό που ονόμασα εναρμονιστικό ρόλο. Η εναρμόνιση επιτυγχάνεται μέσα από τις εξατομικευμένες δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες ενεργούν ως η κινητήρια δύναμη για την ατομική ικανοποίηση απέναντι σε μια παραβίαση, αλλά ταυτόχρονα και για την αλλαγή νόμων ή πρακτικών που οδήγησαν σε αυτήν. Εκτός από το άμεσα ενδιαφερόμενο κράτος, που πρέπει να μεταβάλει τη συμπεριφορά του για να αποφύγει μελλοντικές παραβιάσεις, και τα αμέτοχα κράτη σε αυτές, που όμως, έχουν θεσμικό πλαίσιο ή πρακτικές που προσομοιάζουν με εκείνες οι οποίες οδήγησαν στην παραβίαση είναι, στην ουσία, υποχρεωμένα να τροποποιήσουν τις συνθήκες προστασίας αν δεν θέλουν να βρεθούν, με τη σειρά τους, στο εδώλιο για συμπεριφορές που αναγνωρίστηκαν από το Δικαστήριο ως παραβατικές. Ο δεσμευτικός χαρακτήρας των δικαστικών αποφάσεων, και η νομολογιακή λογική την οποία ακολουθεί το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την αρχή του «stare decisis» συνιστούν τα θεμέλια της εναρμόνισης.
Αυτή η λειτουργία της Σύμβασης, μέσα από την παρέμβαση του Δικαστηρίου, έχει θεωρηθεί ως αυτονόητη, κι έχει οδηγήσει σε ένα υψηλό βαθμό εναρμόνισης της προστασίας των ευρωπαϊκών κρατών. Όπως έχει θεωρηθεί ως αυτονόητη και η δυναμική ερμηνεία της Σύμβασης, δηλ. η προσαρμογή της στις κάθε φορά ενεστωτικές πραγματικότητες, που προκαλούνται από τις μεταβολές οι οποίες πραγματοποιούνται στην κοινωνία, στην οικονομία και στην πολιτική στις ευρωπαϊκές χώρες, με την πάροδο του χρόνου. Η Σύμβαση έχει ιδωθεί ως ένας ζωντανός οργανισμός που προσαρμόζεται στις αλλαγές, και τις προστατεύει, μια κατάκτηση που όχι μόνο οδηγεί σε αλλαγές του περιεχομένου και της έκτασης της προστασίας, αλλά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, και στη δημιουργία νέων δικαιωμάτων, που διεισδύουν στην προστασία μέσα από την ερμηνεία των συμβατικών διατάξεων οι οποίες επιτρέπουν μια τέτοια διεύρυνση. Κλασσικό παράδειγμα του τελευταίου φαινομένου, η προστασία του περιβάλλοντος, που ενώ δεν είχε, βέβαια, εντοπιστεί από τους «νομοθέτες» της Σύμβασης, έχει βρει τη θέση της στην προστασία, μέσα από την υπαγωγή της στα παραδοσιακά άρθρα της προστασίας της οικογενειακής και της ιδιωτικής ζωής, ή, ακόμα, στο δικαίωμα στη ζωή.
Τον τελευταίο, όμως, καιρό αρχίζει να σημειώνεται μια δυσφορία για τις πρωτοβουλίες του Δικαστηρίου να ερμηνεύουν δυναμικά τη Σύμβαση, με διασταλτικό τρόπο, προσθέτοντας, μάλιστα, νέα προστατευόμενα δικαιώματα στα ήδη υπάρχοντα. Αυτή η δυσφορία, που ξεπερνάει τις συνήθεις, κι αναπόφευκτες αντιθέσεις που σχεδόν κάθε φορά εκδηλώνονται όταν κράτη καταδικάζονται για παραβίαση, ενώ είναι βαθύτατα πεπεισμένα για το δίκαιο της συμπεριφοράς τους, αποτελεί ένα ανησυχητικό φαινόμενο. Γιατί έχει εκδηλωθεί με μαζικό, θεσμικό τρόπο θα έλεγα, και έχει πάρει την μορφή επιχείρησης παρέμβασης στη λειτουργία του Δικαστηρίου, μέσα από προτάσεις μεταρρυθμίσεων που μπορεί να την επηρεάσουν. Το φαινόμενο αυτό πρωτοπαρουσιάζεται δύο χρόνια πριν, στη διακρατική συνάντηση του Interlaken, διατρέχει όλη την περίοδο που το ακολουθεί, στα πλαίσια της λειτουργίας της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης –με συχνές αναφορές αντιπροσώπων κρατών σε “αυθαιρεσίες” του Δικαστηρίου, κι επαναφέρεται στην πολύ πρόσφατη συνάντηση των κρατών στη Σμύρνη, όπου επιχειρήματα τα οποία είχαν και στο παρελθόν ακουστεί επαναλαμβάνονται. Αλλά πέρα από αυτό έχουμε και μεμονωμένες απειλές αποχώρησης κρατών από το σύστημα προστασίας, που, από ότι γνωρίζω, δεν είχαν παρουσιαστεί ανάλογα στα πενήντα χρόνια του έργου του Δικαστηρίου.
Οι κύριες αιτιάσεις που έχουν ακουστεί από πολλές πλευρές συνδέονται με την έλλειψη σεβασμού –κατά τις αιτιάσεις– του Δικαστηρίου στην αρχή της επικουρικότητας, στις δυναμικές ερμηνείες της Σύμβασης, και στην έλλειψη κατανόησης για τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας, ειδικότερα στη δύσκολη αυτή φάση του φαινομένου της τρομοκρατίας και του μαζικού μεταναστευτικού ρεύματος. Και οι προτάσεις που τις συνοδεύουν αφορούν στον περιορισμό του δικαστικού παρεμβατισμού, και, ειδικότερα, για το πρόβλημα της μετανάστευσης, τη διαφοροποίηση της πρακτικής του Δικαστηρίου να εμποδίζει την απέλαση ή την επαναπροώθηση αλλοδαπών, που έχουν ζητήσει πολιτικό άσυλο, σε περιπτώσεις που αυτό κρίνει ότι δεν υπήρξε ικανοποιητική εξέταση του αιτήματος. Μάλιστα, για την τελευταία περίπτωση, έχει προταθεί και η τροποποίηση του Άρθρου 39, του Καταστατικού του Δικαστηρίου, που αφορά τη λήψη προσωρινών μέτρων, από τα ίδια τα κράτη, ώστε να καταστεί δυσχερέστερη η χρήση του από το Δικαστήριο.
Στο θέμα της επικουρικότητας υπάρχει, αναμφίβολα, μια βάση λογική για τις αιτιάσεις. Είναι ακριβές ότι η πρωτογενής ευθύνη για την τήρηση των υποχρεώσεων της Σύμβασης βαρύνει το κράτος-μέλος κι ότι το Δικαστήριο παρεμβαίνει –και όχι, βέβαια, propriomotu,– όταν το κράτος δεν έχει τηρήσει αυτές τις υποχρεώσεις του. Κατά συνέπεια το κράτος έχει την ευχέρεια να προλαμβάνει τις παραβιάσεις, με τα δικά του μέσα, και με τα δικά του μέσα, επίσης, να επανορθώνει εκείνες τις παραβιάσεις που δεν αποτράπηκαν από τα όργανά του. Αν και η Σύμβαση δεν αναφέρεται ρητά στην επικουρικότητα, ωστόσο το πνεύμα της τη διατρέχει, ενώ ο κανόνας της προηγούμενης εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων την επισφραγίζει.
Ωστόσο η επικουρικότητα δεν παρέχει στο κράτος τη δυνατότητα μιας “κατά το δοκούν” ερμηνείας της Σύμβασης, και της ανάλογης οριοθέτησης των δικαιωμάτων στη βάση των εξατομικευμένων αναγκών και αντιλήψεων του κράτους της εφαρμογής. Μια τέτοια αντίληψη, εάν επικρατούσε, θα οδηγούσε στην ίδια την αναίρεση του διεθνούς ελέγχου της προστασίας, και κυριότατα, θα κατέληγε στην άρση του εναρμονιστικού ρόλου. Αν οι νομοθέτες της Σύμβασης είχαν κατά νου να χρησιμοποιήσουν τη Σύμβαση ως ένα όχημα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης τότε η επιστροφή στις εξατομικευμένες ερμηνείες της, και στην επίλυση των ιδιαιτεροτήτων –πέρα από τα όρια που το ίδιο το Δικαστήριο αποδέχεται με την επίκληση του περιθωρίου εκτίμησης– θα αποτελούσε προδοσία των στόχων τους. Η γραμμή που το Δικαστήριο ακολουθεί είναι, νομίζω, σύμφυτη με την πρόθεση των εμπνευστών του ευρωπαϊκού ελέγχου: η ερμηνεία της Σύμβασης πρέπει να λαμβάνει υπόψη της έναν ελάχιστο κοινό παρανομαστή που προσδιορίζεται όχι από τους νόμους και τις πρακτικές του εμπλεκόμενου σε μια παραβίαση κράτους, αλλά από τις συνιστώσες των νόμων και των πρακτικών που τη δεδομένη στιγμή ισχύουν στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να ενοχλεί στο εγκαλούμενο κράτος, αλλά είναι, ακριβώς, εκείνη που εκπληρώνει τους συμβατικούς στόχους.
Κατά συνέπεια, το κράτος, διατηρώντας το προνόμιο της πρωτογενούς εφαρμογής της Σύμβασης στο εσωτερικό του, θα πρέπει να την ερμηνεύει όχι απλά με τη χρήση του κειμένου της, και τις εσωτερικές ρυθμίσεις που την αφορούν, αλλά με βάση την ευρωπαϊκή νομολογία που τη συνοδεύει. Αυτή είναι, ακριβώς, η ορθή διάσταση της επικουρικότητας, όπως την προώθησαν οι ερμηνευτές της. Διαφορετικά, βέβαια, εκτός από το γεγονός ότι με τις εξατομικευμένες ερμηνείες δεν ικανοποιείται ο εναρμονιστικός ρόλος της Σύμβασης, το κράτος υπόκειται και στον έλεγχο του Δικαστηρίου, και στην καταδίκη της αποκλίνουσας συμπεριφοράς.
Η δεύτερη, και σχετικά συναφής με την πρώτη, αιτίαση αφορά το δυναμικό τρόπο με τον οποίον το Δικαστήριο ερμηνεύει τη Σύμβαση. Είναι ακριβές ότι το Δικαστήριο θεωρώντας ότι η Σύμβαση είναι ένας ζωντανός οργανισμός, προσαρμόζει, όπως τόνισα προηγουμένως, τις θέσεις του, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις στην ήπειρό μας, αλλά και γενικότερα. Αλλά και στο σημείο αυτό ακολουθεί τις επιταγές των εμπνευστών της. Επιταγές που προσδιορίζονται από τον τρόπο που συντάχθηκε το συμβατικό κείμενο, το οποίο ηθελημένα είναι στοιχειώδες και ανοικτό, χωρίς ορισμό και περιορισμό του περιεχομένου των δικαιωμάτων, και από την πρόθεση μακροβιότητας που το συνοδεύει, και την οποία τα κράτη-μέρη έχουν αποδεχθεί, αφού ουδέποτε επιχείρησαν να την τροποποιήσουν επί της ουσίας. Ταυτόχρονα θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η δυναμική ερμηνεία δεν σημαίνει αυθαίρετη ερμηνεία. Το Δικαστήριο προκειμένου να προχωρήσει σε αλλαγή της νομολογίας του, ή σε διαμόρφωση νέας νομολογίας, λαμβάνει υπόψη του την κατάσταση που επικρατεί στην ήπειρό μας σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα, και μόνο αν διαπιστώσει την ύπαρξη ενός consensus, ή μιας ισχυρής τάσης αποδοχής του περιεχομένου ενός δικαιώματος, προχωράει στη νομολογιακή επιλογή που ευνοείται από τη γενικότερη ευρωπαϊκή συμπεριφορά. Διαφορετικά απέχει από πρωτοβουλίες, που θα το τοποθετούσαν στην πρώτη γραμμή νομοθετικής παρέμβασης σχετικά με τα όρια της ευρωπαϊκής προστασίας.
Έρχομαι τώρα στις αιτιάσεις για την προσήλωση του Δικαστηρίου σε παραδοσιακές προστασίες τη στιγμή που φαινόμενα ακραία, όπως η Τρομοκρατία και το μεταναστευτικό ρεύμα, απαιτούν, στην αντίληψη ορισμένων κρατών προσαρμογές της προστασίας που να ανταποκρίνονται στις νέες εξαιρετικές περιστάσεις. Νομίζω ότι κι αυτές οι αιτιάσεις δεν ευσταθούν. Το Δικαστήριο ουδέποτε προσπάθησε να αναμιχθεί στην ουσία των κρατικών πολιτικών για την τρομοκρατία ή τη μετανάστευση. Έχει περιοριστεί στο να καταδικάζει πρακτικές οι οποίες αποκλίνουν από τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών σχετικά με τις διαδικασίες που ακολουθούνται για τις δύο αυτές περιπτώσεις, και που ανταποκρίνονται σε πάγια νομολογιακά προηγούμενα. Θα ήταν, αλήθεια, παράδοξο, αν λ.χ. το Δικαστήριο αποδεχόταν να σχετικοποιήσει τον απόλυτο χαρακτήρα της προστασίας του Άρθρου 3, επιτρέποντας βασανιστήρια και κακομεταχείριση πολιτών στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, ή, ακόμα, την απουσία οποιουδήποτε σοβαρού ελέγχου ενός αιτήματος πολιτικού ασύλου, με το δικαιολογητικό της υπερβολικής επιβάρυνσης των αρχών από την πληθώρα των αιτημάτων. Όπως, θα ήταν, εξίσου, παράδοξο αν αναμειγνυόταν στην ουσία του ελέγχου της βασιμότητας μιας κατηγορίας για τρομοκρατία ή ενός αιτήματος πολιτικού ασύλου, κάτι που παραμένει στα χέρια της εσωτερικής διοίκησης. Εκτός, βέβαια, αν θεμελιώνεται δικαίωμα, πέρα από τη διαδικαστική προστασία, το οποίο στηρίζεται σε διάταξη της Σύμβασης, και αφορά ουσιαστική προστασία, όπως αυτήν των άρθρων 8 και επόμενα.
Σε κάθε περίπτωση η αντοχή της Ευρώπης στις κεκτημένες κατακτήσεις της Δημοκρατίας και του Κράτους – Δικαίου, που με τόσο κόπο αποκτήθηκαν θα εξαρτηθεί, ακριβώς, από την ικανότητά της να αντιμετωπίσει τα νέα ερεθίσματα με αποτελεσματικότητα, χωρίς να θυσιάσει καμιά από τις βασικές αρχές, που την έχουν καθιερώσει ως το φωτεινότερο υπόδειγμα προστασίας αυτών των θεμελιακών αξιών. Και ο ρόλος του Δικαστηρίου, σε αυτές ακριβώς τις δύσκολες στιγμές, είναι να αντισταθεί σε προτροπές, υποδείξεις, ή, ακόμα, και έμμεσους εκβιασμούς, που το καλούν να υποστείλει την προστασία μπροστά στις νέες συνθήκες που το επιτάσσουν. Γιατί η συμπεριφορά του θα πρέπει να ελαύνεται από την αντίληψη ότι όλες αυτές οι νέες κρατικές συμπεριφορές είναι απλά συγκυριακές, ότι λύσεις μπορεί να βρεθούν χωρίς απομείωση της προστασίας, ενώ μια μεταβολή των ορίων της, προερχόμενη από αυτό, θα έχει μονιμότερες επιπτώσεις, που θα ριζώσουν και θα επηρεάσουν την ήπειρό μας, κι όταν η συγκυρία ανατραπεί, και τα πράγματα αλλάξουν.

Laudatio Χρήστου Ροζάκη

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος

Laudatio Χρήστου Ροζάκη

Γεννημένος στην Αθήνα, το 1941, ο Χρήστος Ροζάκης σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου μας στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960. Ανήκει, δηλαδή exofficio στη γενιά που έμεινε γνωστή στη χώρα μας με δύο αριθμούς: ένα ποσοστό, το 15% για την παιδεία, και ένα άρθρο του Συντάγματος, το 1-1-4. Δεν είναι, συνεπώς τυχαίο ότι, όπως ακριβώς συνέβη και με την πλειοψηφία των άλλων «εκδρομέων του ‘60» -για να θυμηθούμε το γνωστό τραγούδι του Διον. Σαββόπουλου- η πολιτική τον σημάδεψε από πολύ νωρίς. Θα τολμούσα μάλιστα να πω ότι, επί πλέον, τον γοήτευσε. Όχι βέβαια με την έννοια της εμμονής σε ιδεοληψίες ή μιας παραταξιακής στράτευσης, όσο με εκείνην της σταθερής ένταξης του αντικειμένου της δουλειάς του, δηλαδή του κανόνα δικαίου, στο φυσικό πλαίσιό του: τον συγκεκριμένο άνθρωπο με τις δεξιότητες και τις αδυναμίες του, και την ιστορικά προσδιορισμένη κοινωνία με τις διαιρέσεις, τις προσδοκίες και τα πάθη και τις εξάρσεις της.

Μετά το πτυχίο Νομικής και τη στρατιωτική του θητεία, ο τιμώμενος συνέχισε τις σπουδές του στο University College του Λονδίνου και το University of Illinois του Σικάγου, όπου πήρε τα δύο Master’s του. Εκεί στράφηκε οριστικά προς το διεθνές δίκαιο. Έτσι, η διδακτορική διατριβή που ολοκλήρωσε το 1973 στην Αμερική και εκδόθηκε το 1976 στο Άμστερνταμ, είχε τίτλο την Έννοια του jus cogensστο δίκαιο των συνθηκών.
Στην Ελλάδα επέστρεψε, μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, έχοντας περάσει για λίγο και από το Institut des Hautes Etudes Internationales της Γενεύης. Το κλίμα των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων δεν τον άφησε βέβαια ανεπηρέαστο. Το νέο δίκαιο της θάλασσας και η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, με φόντο πλέον τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, βρέθηκαν στο επίκεντρο του δεύτερου βιβλίου του με τίτλο Το δίκαιο της θάλασσας και η διαμόρφωσή του από τις διεκδικήσεις των παράκτιων κρατών, που εκδόθηκε το 1976 και βάσει του οποίου αναγορεύθηκε υφηγητής στην Πάντειο, με πρόταση ενός σπουδαίου διεθνολόγου, του τότε πρύτανη Γιώργου Τενεκίδη.
Ο Χρήστος Ροζάκης ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία στην Πάντειο. Εντεταλμένος επιμελητής το 1975, υφηγητής το 1977, διεδέχθη τον Τενεκίδη ως τακτικός καθηγητής το 1980. Μεταπήδησε στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του δικού μας Πανεπιστημίου το 1986. Κοσμήτορας της Σχολής μας το 1991-94, ήταν πρόεδρος του Τμήματός του το 1995-96. Μέχρι την αφυπηρέτησή του, επισκέφθηκε ως διδάσκων και ερευνητής πολλά πανεπιστήμια σε Ευρώπη και Αμερική και, το 2004, δίδαξε στην Ακαδημία Διεθνούς Δικαίου της Χάγης. Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου μας από το 2008, είναι επίτιμος διδάκτωρ του Νομικού Τμήματος του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και, από το 2001, μέλος του Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου.
Παράλληλα, ο τιμώμενος υπηρέτησε επί 24 χρόνια συνολικά στα δικαιοδοτικά όργανα του Στρασβούργου, διάρκεια που, εξ όσων γνωρίζω, συνιστά ρεκόρ στα χρονικά της Ευρωπαϊκής Σύμβασης: πρώτα ως μέλος της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης, από το 1987 ως το 1998 και, ακολούθως, ως Δικαστής, Β’ και, εν συνεχεία, Α’ Αντιπρόεδρος του λεγόμενου «νέου» Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, από το 1998 έως σήμερα. Επρόκειτο για μια δεύτερη σταδιοδρομία, παράλληλη σε μεγάλο βαθμό με την ακαδημαϊκή, αφού ο τιμώμενος δεν διέκοψε ποτέ την επιστημονική παρουσία του με μονογραφίες, δεκάδες επιστημονικά άρθρα, σχόλια και παρεμβάσεις.
Ο μοναδικός αυτός συνδυασμός της ακαδημαϊκής με την δικαστική ιδιότητα είναι βέβαια η χαρά όποιου –καλή ώρα- αναλαμβάνει να παρουσιάσει ένα τόσο πολυσχιδές έργο. Είναι, ταυτόχρονα και πηγή ανησυχίας, μια και δεν περιορίζεται στην κλασική αντιπαράθεση νομικής θεωρίας και πράξης, αλλά αφορά τη στενή διαπλοκή διεθνούς, αφ’ ενός, και εσωτερικού δικαίου αφ’ ετέρου (αστικού, ποινικού, διοικητικού και, προπάντων συνταγματικού), με ό,τι η διαπλοκή αυτή μπορεί να συνεπάγεται για τις παραδοσιακές διακρίσεις του δικαίου σε μείζονες και ελάσσονες κλάδους.
Για τον Χρήστο Ροζάκη ως πανεπιστημιακό θα αρκεσθώ σε λίγα: ειδικός στο δίκαιο των συνθηκών και συγγραφέας του μεγαλύτερου τμήματος του σχετικού κεφαλαίου στο εγχειρίδιο που εξέδωσε με τους Ιωάννου, Οικονομίδη και Φατούρο, το 1983 (β’ έκδοση 1988 & 1990), μελέτησε περισσότερο το δίκαιο της θάλασσας, την εξέλιξη του οποίου, μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, παρουσίασε στο ομώνυμο βιβλίο του και σε σειρά άρθρων: μετά από 4 αιώνες επικράτησης, η αρχή της ελευθερίας των θαλασσών συρρικνώνεται, καθώς τα κυριαρχικά δικαιώματα των παράκτιων χωρών δεν περιορίζονται πια στην αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά επεκτείνονται στην υφαλοκριπίδα και τις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες (τις γνωστές ΑΟΖ). Ανάμεσα στις δύο αυτές διαμετρικά αντίθετες τάσεις, οι οποίες εκφράζουν και τις αντίστοιχες διεκδικήσεις των μεγάλων ναυτικών και αλιευτικών δυνάμεων από τη μια, και των πτωχών χωρών από την άλλη, πού βρίσκεται το σημείο ισορροπίας; Η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1982 για το νέο δίκαιο της θάλασσας επέλυσε πολλά ζητήματα, αλλά αρκετές εκκρεμότητες περιμένουν την εφαρμογή της στην πράξη. Πολύ περισσότερο που η Τουρκία, αρνείται ως γνωστόν, να την κυρώσει. Στον κορμό του διεθνούς δικαίου εντάσσεται και η τρίτη μεγάλη μονογραφία του τιμωμένου, που πραγματεύεται Το διεθνές νομικό καθεστώς των ελληνικών ποταμών και λιμνών, την οποία εξέδωσε το 1980.
Η άλλη μεγάλη «αδυναμία» του Χρήστου Ροζάκη ως πανεπιστημιακού δασκάλου και ερευνητή είναι οι διεθνείς σχέσεις. Aπό το βιβλίο του για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Κων. Καραμανλή από το 1974 ως το 1978, ως τον πρόλογό του στο βιβλίο του Στάνλεϋ Χόφμαν, Χάος και βία, που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε ελληνική μετάφραση (2011), οι διεθνείς σχέσεις ως ξεχωριστό επιστημονικό πεδίο κάπου μεταξύ διεθνούς δικαίου, συγκριτικής ιστορίας και πολιτικής επιστήμης, βρίσκονται στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του. Ξεχωρίζω τη συμβολή του στον συλλογικό τόπο των εκδόσεων «Γνώση» και του ΕΛΙΑΜΕΠ για τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, το 1988, και το κεφάλαιο για την «Γιουγκοσλαβική κρίση» σε άλλον συλλογικό τόμο, που επιμελήθηκε και εξέδωσε το 1994 ο Θάνος Βερέμης για τα Βαλκάνια. Εκεί ο τιμώμενος διερωτάτο μήπως η στάση των ελληνικών κυβερνήσεων έναντι του «νέου μακεδονικού» «επιβεβαιώνει τους φόβους για μια δομική απόσταση της Ελλάδας από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους εταίρους της, ανάλογη με αυτήν που χωρίζει (για διαφορετικούς λόγους) τη Μεγάλη Βρετανία ή τη Δανία από τη λογική της Ενωμένης Ευρώπης».
Δικαίωση του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος του Χρήστου Ροζάκη για τις διεθνείς σχέσεις ήταν ο διορισμός του ως εξωκοινοβουλευτικού υφυπουργού Εξωτερικών στη δεύτερη κυβέρνηση Σημίτη, το 1996. Αν και η θητεία του διεκόπη πρόωρα, το βραχύ πέρασμά του από την ενεργό πολιτική άφησε σημαντικά ίχνη. Κυριότερο από αυτά ήταν δίχως άλλο η νέα ελληνική εξωτερική πολιτική έναντι της Τουρκίας, όπως αποτυπώθηκε στα συμπεράσματα της συνδιάσκεψης κορυφής του Ελσίνκι, το 1999˙ μια πολιτική την οποία έκτοτε ακολουθούν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις. Παράπλευρη συνέπεια της στροφής αυτής ήταν, θα τολμούσα να πω, η τρίτη μετά την ένταξη μας στην τότε ΕΟΚ, το 1981, και την Ευρωζώνη, το 2000, μείζων επιτυχία του ελληνισμού τις τελευταίες δεκαετίες, που είναι βέβαια η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2003.
Έρχομαι τώρα στο έργο του Χρήστου Ροζάκη ως δικαστή στο Στρασβούργο, το οποίο βρίσκεται πιο κοντά στα δικά μου ενδιαφέροντα ως συνταγματολόγου.
Ως μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Πρόεδρος για λίγο του Πρώτου Τμήματός της, ο τιμώμενος βρέθηκε άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενος στον χειρισμό όλων των ελληνικών ατομικών προσφυγών στο Στρασβούργο, μετά την αναγνώριση του καινοτόμου αυτού διεθνούς ενδίκου βοηθήματος από την Ελλάδα, το 1985. Έτσι, συνετέλεσε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της νομολογίας της Επιτροπής και, κατ’ επέκταση, του Δικαστηρίου σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας, ένα πεδίο με το οποίο τα δικαιοδοτικά όργανα της ΕΣΔΑ είχαν παρεμπιπτόντως ως τότε ασχοληθεί. Αναφέρομαι ιδίως στις αποφάσεις που εκδόθηκαν τη δεκαετία του 1990 στις πολύκροτες υποθέσεις Κοκκινάκη κατά Ελλάδος, Μανουσάκη κατά Ελλάδος, Βαλσάμη και Ευστρατίου κατά Ελλάδος, και Καθολικής Εκκλησίας Κρήτης κατά Ελλάδος.
Εξ ίσου σημαντική ήταν η συμβολή του Χρήστου Ροζάκη στον χειρισμό των ελληνικών υποθέσεων παραβίασης περιουσιακών δικαιωμάτων. Πέρα από τις υποθέσεις Στραν και Παπαμιχαλόπουλου κατά Ελλάδος και την συντρέχουσα γνώμη του στην υπόθεση του Τέως βασιλιά, επιτρέψτε μου να επιμείνω στην μερική μειοψηφία του στην απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή στην υπόθεση Λοϊζίδου κατά Τουρκίας, το 1993. Επρόκειτο, υπενθυμίζω για προσφυγή Ελληνοκυπρίας από την Κυρήνεια, που είχε εγκαταλείψει την πατρική κατοικία της, το καλοκαίρι του 1974, μετά την τουρκική εισβολή, και η οποία διεκδικούσε να επιστρέψει σε αυτήν στα Κατεχόμενα. Το μείζον νομικό ζήτημα ήταν αν η Τουρκία, κράτος-μέλος της ΕΣΔΑ, μπορούσε από τη σκοπιά του Στρασβούργου να θεωρηθεί υπεύθυνη για παραβιάσεις που είχαν συντελεσθεί εκτός της επικρατείας της, κάτι για το οποίο η Επιτροπή αποφάνθηκε ομοφώνως θετικά. Το άλλο μείζον θέμα ήταν αν η απαγόρευση της πρόσβασης της Τιτίνας Λοϊζίδου στην ιδιοκτησία της συνιστούσε παραβίαση μόνο του δικαιώματος της για ελεύθερη διακίνηση, όπως είχε κρίνει η πλειοψηφία της Επιτροπής, ή μήπως και των περιουσιακών δικαιωμάτων της, όπως τα κατοχύρωνε το άρθρο 1 του Α’ Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Σε αυτό το σημείο διαφώνησε ο τιμώμενος με τους συναδέλφους του, δίνοντας έναν ορισμό της ιδιοκτησίας που θα ζήλευε κάθε συνταγματολόγος:
«Κατά τη γνώμη μου, υποστήριζε, η έννοια της ‘πρόσβασης’ , όταν αναφέρεται στην απόλαυση της ιδιοκτησίας […] είναι ευρύτερη από την απλή ελευθερία διακίνησης, η οποία καθισυτά απλώς δυνατή τη σωματική επαφή. Στην πραγματικότητα, [η πρόσβαση] περιλαμβάνει όλα τα συστατικά στοιχεία της έννοιας της απόλαυσης της ιδιοκτησίας, όπως για παράδειγμα, τη δυνατότητα επισκευής ενός ακινήτου, τη δυνατότητα εκμετάλλευσής του, τη δυνατότητα ανταλλαγής του κ.ο.κ. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η κατοχή από την Τουρκία της βόρειας Κύπρου εμποδίζει –και μάλιστα κατά τρόπο διαρκή- την ελεύθερη απόλαυση της ιδιοκτησίας της [από την προσφεύγουσα]».
Η δικαίωση για τον Χρήστο Ροζάκη ήρθε τρισήμισυ χρόνια αργότερα: κρίνοντας επί του βασίμου στην ίδια υπόθεση, το Δικαστήριο πλέον του Στρασβούργου -σε μείζονα σύνθεση- καταδίκασε το 1996 την Τουρκία με ψήφους 11 κατά 6 για παραβίαση του άρθρου 1 του Α’ Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και όχι του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, όπως του πρότεινε η Επιτροπή. Είναι νομίζω περιττό να τονισθεί η σημασία αυτής της διαφοροποίησης.
Ως μέλος πλέον του «νέου» Δικαστηρίου από το 1998 και εφεξής, και μάλιστα ως Αντιπρόεδρός του, ο τιμώμενος συνέβαλε ακόμη αποφασιστικότερα στην επιτυχία της ΕΣΔΑ και την εμπέδωση μιας ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η βαθμιαία διείσδυση της Σύμβασης στη Ρωσία και τις άλλες πρώην «Λαϊκές Δημοκρατίες» της Ανατολικής Ευρώπης -χώρες δηλαδή με μηδαμινή παράδοση στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και με νομικούς εκπαιδευμένους ως επί το πλείστον επί «υπαρκτού σοσιαλισμού»- ήταν ένα μεγάλο επίτευγμα, το οποίο, αν κρίνει κανείς από την πρόοδο που έχουν κάνει δημοκρατία και του κράτος δικαίου στις χώρες αυτές τα 20 τελευταία χρόνια, φαίνεται να αποδίδει ήδη καρπούς.
Από την άλλη, πρέπει να εξαρθεί η προσωπική συμβολή του Χρήστου Ροζάκη στη διαμόρφωση της νομολογίας του ΕΔΔΑ σε ζητήματα είτε κλασικά του διεθνούς δικαίου, όπως η εκλογίκευση της αρχής της επικουρικότητας, οι ασυλίες και τα εγκλήματα πολέμου και η κυριαρχία, ιδιαίτερα ή εξω-εδαφική, είτε πιο «μοντέρνα», με την έννοια των σύγχρονων αντιλήψεων για τα δικαιώματα του ανθρώπου: σεξουαλική ελευθερία, ελευθερία της έκφρασης, καταδίκη της δικονομικής τυπολατρείας (στο κεφάλαιο αυτό εντάσσονται και οι επανειλημμένες καταδίκες της Ελλάδος λόγω του υπέρμετρου φορμαλισμού που παλαιότερα τουλάχιστον επεδείκνυε ο Άρειος Πάγος).
Ιδιαίτερος λόγος πρέπει να γίνει εδώ και για τη νέα ερμηνεία του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, που προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή. Από τη μια, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι, κατ’ αντιδιαστολή προς το νεογέννητο, το έμβρυο δεν είναι φορέας του δικαιώματος αυτού˙ έτσι, σε αντίθεση προς τα συμβαίνοντα στην άλλη όχθη του Ατλαντικού -με την διαρκώς ανακυκλούμενη διαμάχη για την περίφημη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ουάσιγκτον στην υπόθεση Roev. Wade(1973)- επιβεβαιώθηκε ότι τα κράτη μέλη έχουν ευρεία ευχέρεια να ρυθμίζουν την άμβλωση, λαμβάνοντας υπ’ όψη τα ήθη και τις ανοχές των κοινωνιών τους.
Από την άλλη, το Δικαστήριο του Στρασβούργου δέχθηκε για πρώτη φορά ότι το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις μη θανατηφόρου τραυματισμού, αρκεί να κινδύνευσε σοβαρά η ζωή του θύματος. Επί πλέον, όπως έκρινε εν ολομελεία στην υπόθεση Μακαρατζή κατά Ελλάδος, το 2004, το δικαίωμα στη ζωή επιβάλλει στα κράτη μέλη να παίρνουν και θετικά μέτρα για την προστασία της ζωής των πολιτών, μεταξύ των οποίων, να ρυθμίζουν λεπτομερώς τη χρήση των όπλων από την αστυνομία και να μεριμνούν για την εκπαίδευση και την περιοδική επανεκπαίδευση των αστυνομικών. Αν η χώρα μας είχε συμμορφωθεί προς τη νομολογία αυτή, που έκτοτε –σημειωτέον- καθιερώθηκε, είναι πιθανόν να μην είχε σημειωθεί το ακραίο περιστατικό αστυνομικής βίας, που ήταν η δολοφονία του Αλ. Γρηγορόπουλου, τον Δεκέμβριο του 2008.
Αν έπρεπε να συνοψίσει κανείς τα βασικά χαρακτηριστικά των περί δικαίου αντιλήψεων του τιμωμένου, θα ξεχώριζε τα εξής τρία:
Πρώτον, μιαν αταλάντευτη προσήλωση στις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού, με ταυτόχρονη αναγνώριση σημαντικών περιθωρίων παρέμβασης του κράτους στην οικονομία για την άμβλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων. Στη χώρα μας όπου, ως γνωστόν, είναι διάχυτη –για να μην πω κρατούσα- μια νάλλον πατερναλιστική ερμηνευτική προσέγγιση των δικαιωμάτων, είναι περιττό να τονισθεί πόσο η αντίληψη αυτή συνέβαλε στην προστασία των μειονοτήτων και –γενικότερα- των «διαφορετικών».
Δεύτερο χαρακτηριστικό: με αφετηρία το γράμμα της ΕΣΔΑ, ο Χρήστος Ροζάκης προβαίνει για την ερμηνεία της σε μια συστηματική αναγωγή στις θεμελιώδεις ηθικοπολιτικές αρχές του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού. Υπερβαίνει έτσι τον καθαρό θετικισμό, που επηρεάζει «γενετικά» τους περισσότερους νομικούς της γενιάς του, και εκτίθεται στα μεγάλα ρεύματα της ηθικής φιλοσοφίας. Οι αρχές στις οποίες προσβλέπει δεν είναι υπερβατικές –δεν μας έρχονται ως θέσφατα από το 1950 ούτε ακόμη λιγότερο από το 1789 – αλλά είναι ιστορικά προσδιορισμένες. Χάρη στην αναγωγή αυτή, η ΕΣΔΑ –μια συντηρητική κατ’ αρχήν διακήρυξη, όπως μεταξύ άλλων τη χαρακτήριζε και ο Αλ. Σβώλος, το 1954- κατέστη ένα από τα «ζωντανότερα» δεσμευτικά κείμενα της σύγχρονης Ευρώπης, ανοιχτό στα μηνύματα και τις προσδοκίες των καιρών.

Τέλος, μια νέα αντίληψη της εθνικής κυριαρχίας, όχι ως οχυρού για την διατήρηση παρωχημένων στερεοτύπων, νεκρών παραδόσεων και αδικαιολόγητων προνομίων, τα οποία μας οφείλονται τάχα λόγω της «ένδοξης» ιστορικής διαδρομής μας, αλλά ως μέσου για τον σεβασμό της αξιοπρέπειάς μας, της ιδιαιτερότητάς μας ως λαού, και της πραγματικής συμβολής μας στη διαμόρφωση μιας ελεύθερης Ευρώπης των λαών, αντάξιας της ιστορίας και του πολιτισμού της.

Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία: σύζευξη ή σύγκρουση;

Οζενί Αθανασιάδου - ΔΜΣ Δημοσίου Δικαίου ΑΠΘ-Υποψήφιας διδάκτορα

Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία: σύζευξη ή σύγκρουση;

Εισαγωγή

Σε περιόδους κρίσης του αντιπροσωπευτικού συστήματος, που μεταφράζεται αυτόματα σε κρίση της σύγχρονης δημοκρατίας, γίνεται συχνά επίκληση στη θεραπευτική λειτουργία των αμεσοδημοκρατικών θεσμών[1], με την κατοχύρωση των οποίων επιδιώκεται η αυτοπρόσωπη συμετοχή του λαού ως συντεταγμένου οργάνου, παράλληλα με τα άλλα όργανα του κράτους, στη διαδικασία λήψης των κρατικών αποφάσεων[2]. Η αξιοποίηση της θεσμικής αυτής δυνατότητας αναμένεται ότι θα αποκαταστήσει τη χαμένη επαφή της κρατικής με τη λαϊκή βούληση, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την ορθή άσκηση και δι’ αυτής τη νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας στο σύνολό της. Η δημοκρατική λειτουργία των θεσμών αυτών ωστόσο είναι μάλλον προσδοκώμενη παρά δεδομένη, καθώς αμφισβητείται, τόσο η πιθανότητα αποτελεσματικής συμβολής τους στην αντιμετώπιση της κρίσης, όσο και η αληθινά δημοκρατική ποιότητα τους εν γένει. Το επιχείρημα που κυρίως προβάλλεται είναι, ότι η εφαρμογή τους συνοδεύεται ιστορικά μάλλον με διαστρεβλώσεις παρά με υγιείς φάσεις της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, οι οποίες όχι σπάνια αποδίδονται στην διαβρωτική επίδρασή τους στο πολιτικό σύστημα.
Οι ενστάσεις που διατυπώνονται ωστόσο κατά του θεσμού του δημοψηφίσματος, ενώ αναφέρονται στη στρεβλή φύση του, κατά κανόνα αφορούν συγκεκριμένες μόνο μορφές και τρόπους εμφάνισης του, που, όντας μονομερείς, δε θίγουν τον θεσμό στο σύνολό του. Τελικά, αυτό που συνήθως συγκρίνεται, δεν είναι παρά μια κακή πραγματικότητα των θεσμών άμεσης δημοκρατίας με την ιδεατή παράσταση του αντιπροσωπευτικού συστήματος[3]. Μια εγγύτερη πραγμάτευση των θεσμών αντίθετα, συνοδευόμενη και από διαπιστώσεις που προκύπτουν από τις σύγχρονες εμπειρίες στα διάφορα κράτη, δείχνει, ότι το δημοψήφισμα είναι έννοια τόσο άδεια και τόσο γεμάτη κατά περιεχόμενο, όσο και οποιοσδήποτε άλλος θεσμός της σύγχρονης δημοκρατίας. Η δε επίδρασή του στο πολιτικό σύστημα εξαρτάται κάθε φορά από ένα σύνολο παραγόντων, όχι δε λιγότερο από τη συγκεκριμένη θεσμική κατάστρωσή του.
Α. Αντιπροσωπευτικό σύστημα και άμεση δημοκρατία
Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν αποτελεί υποκατάστατο της άμεσης, που για πρακτικούς λόγους δεν μπορεί να εφαρμοστεί, αλλά μια άλλη μορφή δημοκρατίας, με αυτόνομη δικαιολόγηση[4]. Η δικαιολόγησή της αρχικά δε βρίσκεται στον όρο δημοκρατία, ο οποίος σε συνδυασμό με τη λέξη κοινοβούλιο αποτελούσε παράδοξο[5], αλλά στον όρο αντιπροσωπευτική, δηλαδη φιλελεύθερη[6]. Η ουσία του αντιπροσωπευτικού κοινοβουλίου εντοπίζεται στην αδέσμευτη ανταλλαγή επιχειρημάτων των μελών του που οδηγούν σε ορθολογική απόφαση[7]. Τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του κοινοβουλίου υπηρετεί το περιορισμένο δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι[8] και κυρίως ο θεσμός της ελεύθερης εντολής, χάριν της οποίας ο βουλευτής παρίσταται ως εκπρόσωπος όλου του έθνους και όχι συγκεκριμένων τάξεων[9]. Μόνος εντολοδόχος του είναι η συνείδηση του και με βάση αυτή συνδράμει μαζί με τους υπόλοιπους στην ανακάλυψη και διατύπωση της γενικής βούλησης, αντικείμενο της οποίας είναι το γενικό συμφέρον.
Έτσι, βούληση του λαού ξέχωρη από τη γενική βούληση, έτσι όπως εκφράζεται στο κοινοβούλιο, δεν υφίσταται κι έτσι η τελευταία δεν είναι δυνατό να ελεγθεί με κριτήριο την πρώτη[10]. Η αντιπροσώπευση δεν ταυτίζεται με την εκπροσώπηση συγκεκριμένων συμφερόντων αλλά αντιστοιχεί σε μια υποθετική βούληση του λαού[11]. Στοχεύει δε στην υπηρέτηση ενός γενικού συμφέροντος, το οποίο συνδέεται με συγκεκριμένες στοχοθεσίες και αγαθά, με μια συγκεκριμένη αντίληψη περί ορθού[12], στην ανακάλυψη του οποίου συντείνουν οι εγγυήσεις αλλά και οι περιορισμοί που την περιβάλλουν[13]. Για το λόγο αυτό το αντιπροσωπευτικό σύστημα δεν είναι κατ’ ανάγκη δημοκρατικό αλλά ούτε και είναι δεσμευμένο σε μια συγκεκριμένη οργανωτική αρχή[14].
Στη θεωρητική σύλληψη της άμεσης δημοκρατίας της νεωτερικότητας, αντίθετα, η απόφαση ανήκει κατ’ αρχήν στο λαό ως εμπειρικό μέγεθος και είναι αναπαλλοτρίωτη και αδιαίρετη, δεν μπορεί να εκχωρηθεί ούτε στο σύνολο ούτε μέρη της[15]. Τυχόν δε φορείς που επιλέγονται για την εκπλήρωση των αποφάσεων του λαού, δεσμεύονται απόλυτα σε αυτές[16] και είναι αμέσως ανακλητοί[17]. Η απόλυτη ισχύς των συγκεκριμένων αποφάσεων προκύπτει από το γεγονός και μόνο ότι υποκείμενο της απόφασης είναι ο λαός, είναι δε κατά περιεχόμενο απολύτως αδέσμευτες, εφόσον δεν μπορεί να νοηθεί κάποια αρχή ή αγαθό, που να είναι ανώτερα από τη γνήσια έκφραση της γενικής βούλησης. Το γενικό συμφέρον προκύπτει εδώ εκ του αποτελέσματος, η δε γενικότητα του συμφέροντος δεν είναι ποιοτικά προσδιορισμένη, αλλά προκύπτει τυπικά από τη γενικότητα του υποκειμένου (λαός) και του αντικειμένου (ρύθμιση γενική και αφηρημένη)[18]. Η «αμεσοδημοκρατική θεώρηση περί δημοκρατίας» είναι προσανατολισμένη στην κατάστρωση θεσμών και διαδικασιών, που εγγυώνται τη διαμόρφωση και έκφραση της καθαρότερης δυνατής βούλησης του λαού, ο οποίος αποφαίνεται άμεσα και αδιαμεσολάβητα για τα ζητήματα που τον αφορούν. Το αποτέλεσμα των διαδικασιών αυτών συνιστά κανόνα δικαίου δεσμευτικό για το σύνολο[19]. Το γενικό συμφέρον εδώ το ορίζει ο λαός (ως σύνολο) για τον εαυτό του χωρίς έξωθεν δεσμεύσεις.
Η καθιέρωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στο σύγχρονο κράτος ταυτίζεται λοιπόν κατ’ αρχήν με την επικράτηση του φιλελευθερισμού. Από το δεύτερο μισό του 19ο αι. κι έπειτα ωστόσο το κοινοβούλιο σταδιακά εκδημοκρατίζεται, μέσω της γενίκευσης του δικαιώματος εκλέγειν και εκλέγεσθαι, αλλά και της σύστασης των πολιτικών κομμάτων, που λαμβάνουν καθοριστικό ρόλο στην έκφραση και επικράτηση όχι πια ενός γενικού συμφέροντος αλλά επιμέρους συμφερόντων, που ανταγωνίζονται στο πλαίσιο της κοινωνίας[20]. Οι πραγματικές συλλογικές βουλήσεις, που βασίζονται σε πραγματικά ομαδικά συμφέροντα, και οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί, που προκύπτουν από αυτά, μεταφέρονται στο κοινοβούλιο. Οι αντιπρόσωποι του λαού εκλέγονται μέσα από τα κόμματα και δεν αποφασίζουν πλέον «επί παρθένου εδάφους συνειδήσεων»[21], αλλά διαπραγματεύονται με βάση συγκεκριμένα αιτήματα που προέρχονται από την κοινωνία. Σε σχέση δε με τις αποφάσεις που λαμβάνουν δεν είναι ελεύθεροι, αλλά ελέγχονται από το κόμμα στα πλαίσια της κομματικής πειθαρχίας[22]. Το φαινόμενο είναι εντονότερο όταν το πολίτευμα είναι κοινοβουλευτικό, καθώς εκεί η εξάρτηση της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της βουλής μετατρέπεται σε εξάρτηση της βουλής από την κυβέρνηση, η διάκριση μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας σχετικοποιείται και οι βουλευτές δεν απολαμβάνουν σχεδόν καμία ελευθερία απόφασης. Κυριότερα δε, όταν εντός των κομμάτων επικρατούν αυστηρά ιεραρχικές δομές[23].
Το γεγονός της διάσπασης του ομοιογενούς φιλελεύθερου κοινοβουλίου και της δέσμευσης των βουλευτών του σε αιτήματα που προέρχονται από την κοινωνία αποδίδεται από μερικούς ως κρίση του κοινοβουλευτισμού[24], από άλλους ταυτίζεται δυνάμει με τον πλουλαρισμό και με μια ουσιαστική έννοια κοινοβουλευτικής δημοκρατίας[25]. Με την είσοδο των κομμάτων στο πολιτικό σύστημα ορισμένοι συγγραφείς πανηγυρίζουν τον μετασχηματισμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε άμεση και τη νίκη της τελευταίας έναντι του φιλελευθερισμού[26]. Ταυτόχρονα η σύζευξη και συνύπαρξη των δύο μορφών δημοκρατίας θεωρείται αδύνατη[27]. Παρ’ όλα αυτά, τα κόμματα δεν ταυτίζονται με τον λαό[28], εφόσον το πρόγραμμα τους ούτε καταρτίζεται από τους πολίτες ως συλλογικότητα, ούτε αποτελεί θεσμικό κείμενο, το οποίο είναι υποχρεωμένα τα κρατικά όργανα να ακολουθούν, αλλά αποτελεί την τοποθέτηση μιας πολιτικής ομάδας στο παιχνίδι των κοινωνικών ανταγωνισμών. Επιπλέον, ο λαός, συμμετέχοντας σε ένα κόμμα ή ψηφίζοντας υπέρ αυτού, αποφασίζει μεν υπέρ συγκεκριμένου πολιτικού προγράμματος, δεν ψηφίζει ωστόσο δεσμευτικά υπέρ μιας συγκεκριμένης πολιτικής πρότασης, καθιστώντας την εφαρμογή της υποχρεωτική.
Έτσι, οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πρώτον και πάλι από τα αντιπροσωπευτικά όργανα, χωρίς επιπλέον να υφίσταται σε ένα δεύτερο επίπεδο η δυνατότητα άμεσου ελέγχου από τους πολίτες για την εκπλήρωση των προεκλογικών «υποσχέσεων» (ανάκληση ή επιτακτική εντολή), παρά μια γενική πολιτική ευθύνη, που συνδέεται με την περιοδικότητα των εκλογών[29]. Οι αντιπρόσωποι εξακολουθούν να απολαμβάνουν ένα περιθώριο ελεύθερης απόφασης στη βάση της ελεύθερης εντολής, απόλυτης σε ό,τι αφορά τους ψηφοφόρους, σχετικής, αλλά πάντως συνταγματικά κατοχυρωμένης, σε ό, τι αφορά το κόμμα από το οποίο προέρχονται[30]. Το μονοπώλιο των κομμάτων στη σφαίρα του πολιτικού αποκλείει κάθε δίοδο θεσμικής έκφρασής της πραγματικής βούλησης του λαού[31], προκάλωντας, υπό συνθήκες κρίσης αντιπροσωπευτικότητας της κομματικής δημοκρατίας, δυσπιστία απέναντι στην πολιτική, απομάκρυνση από αυτήν και πολιτική αδιαφορία[32], αν όχι πολιτική ανυπακοή[33]. Ως αντίδοτο προτείνεται η εισαγωγή στο πολίτευμα θεσμών άμεσης δημοκρατίας.
Β. Σύγχρονοι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί και αντιπροσωπευτικό σύστημα
Σημείο εκκίνησης του αιτήματος για περαιτέρω αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς δεν είναι οπωσδήποτε η θέση ότι η μόνη γνήσια δημοκρατία είναι η άμεση κι ότι άρα η κατοχύρωση του δημοψηφίσματος αποτελεί ακόμα ένα βήμα προς την ταύτιση κυβερνώντων-κυβερνωμένων[34]. Πόσο μάλλον αφού οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στο αντιπροσωπευτικό σύστημα ούτε έχουν ούτε μπορεί να έχουν την ίδια λειτουργία με αυτή που έχουν στο πλαίσιο της άμεσης δημοκρατίας ως κύριας μορφής του πολιτεύματος[35]. Τα επιχειρήματα που συνοδεύουν το αίτημα της εισαγωγής αμεσοδημοκρατικών στοιχείων στο πολίτευμα δεν στοχεύουν στην κατάργηση αλλά στη συμπλήρωση του αντιπροσωπευτικού συστήματος[36] και απορρέουν συνήθως από την προσδοκία, ότι με την άμεση συμμετοχή του λαού ως συντεταγμένου οργάνου στη λήψη των κρατικών αποφάσεων θα ενισχυθεί η εύρυθμη λειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος και θα αμβλυνθούν τα μειονεκτήματά του[37].
1. Η θέση των αμεσοδημοκρατικών θεσμών στο αντιπροσωπευτικό σύστημα
Καθεμιά από τις δύο μορφές δημοκρατίας περιλαμβάνει μεν στοιχεία της άλλης, τόσο η άμεση «αντιπροσωπευτικά» (εκπροσώπησης θα λέγαμε καλύτερα), όσο και η αντιπροσωπευτική άμεσα. Παρ’ όλα αυτά ωστόσο δεν πρόκειται για ποσοτική διαβάθμιση: τόσο οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί στην άμεση, όσο και οι άμεσοι στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχουν άλλη λειτουργία, από αυτήν που επιτελούν στο πολίτευμα από το οποίο προέρχονται ως σύνολο. Τα πολιτεύματα της άμεσης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν αποτελούν ένα άθροισμα μεμονωμένων θεσμών, αλλά ένα συνεκτικό σύνολο πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών παραγόντων, που προσδίδουν τελικά στο εκάστοτε πολίτευμα τον χαρακτήρα της αμεσότητας ή της αντιπροσωπευτικότητας. Όταν λοιπόν γίνεται λόγος για στοιχεία άμεσης δημοκρατίας σήμερα, δεν πρόκειται για παρείσφρυση θεσμικών ψηγμάτων αμεσότητας στις σύγχρονες δημοκρατίες, αλλά για νέους θεσμούς, που ονομάζονται άμεσοι σε αντιδιαστολή προς τους αντιπροσωπευτικούς[38]. Βασικό κριτήριο διαχωρισμού των θεσμών αυτών από τους αντιπροσωπευτικούς είναι η άμεση κατά περιεχόμενο λήψη από το λαό των κρατικών αποφάσεων[39].
Η κατοχύρωση του δημοψηφίσματος στα δημοκρατικά κράτη δικαίου δεν αποτελεί ρήγμα, αφού ενσωματώνεται στο πολίτευμα με τους όρους και τους προϋποθέσεις της σύγχρονης δημοκρατίας κι έτσι δεν εισάγεται ανταγωνιστικά προς το αντιπροσωπευτικό σύστημα[40] Η εισαγωγή αμεσοδημοκρατικών στοιχείων στο πολίτευμα, κυρίως αυτών που δεν οδηγούν σε δεσμευτική απόφαση, αντιμετωπίζεται λοιπόν καθ’ υπερβολή ως «διάσπαση» του αντιπροσωπευτικού συστήματος[43] ή κατοχύρωση ενός ημι-άμεσου πολιτεύματος.. Η δε δικαιολόγησή τους δε συνίσταται στην έκφραση της αναπαλλοτρίωτης γενικής βούλησης του λαού[41], αλλά στην αποσπασματική συμπλήρωση ή διόρθωση της δράσης των αντιπροσωπευτικών οργάνων, πάντα υπό το πρίσμα της κατανόησης και των κριτηρίων της σύγχρονης περιορισμένης δημοκρατίας[42].
2. Προσδοκώμενα οφέλη από την εισαγωγή των αμεσοδημοκρατικών θεσμών στο πολίτευμα
Λόγος για θεσμούς άμεσης δημοκρατίας γίνεται εκτενώς σε περιόδους κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας[44], που εμφανίζεται είτε στη σχέση των αντιπροσωπευτικών οργάνων μεταξύ τους[45] είτε κύρια στην ίδια τη σχέση αντιπροσώπευσης. Στο πλαίσιο αυτό οι θεσμικές δυνατότητες διορθωτικής ή συμπληρωματικής παρέμβασης των πολιτών είναι ελάχιστες και κυριότερα όχι άμεσα αποτελεσματικές, στο μέτρο που δεν είναι δεσμευτικές για τα κρατικά όργανα. Έτσι, οι πολίτες είναι ενεργοί μόνο κατά την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος, στο δε διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των εκλογών είναι απορροφημένοι στις ιδιωτικές τους υποθέσεις. Με την κατοχύρωση των θεσμών άμεσης δημοκρατίας θεωρείται ότι διανοίγεται η δυνατότητα ενίσχυσης της πολιτικής συμμετοχής μέσω της εμπλοκής στη διαδικασία απόφασης, γεγονός που θα οδηγήσει σε πληρέστερη ενημέρωση και σε αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος των πολιτών για τα κοινά και άρα σε συρρίκνωση του χάσματος μεταξύ αυτών και του κράτους[46]. Η προοπτική της άμεσης ψήφισης επί ενός ζητήματος θεωρείται ότι θα τονώσει το δημόσιο διάλογο στο πλαίσιο της πολιτικής κοινωνίας[47], οδηγώντας έτσι σε συνειδητότερη πολιτική συμμετοχή και κατά τις βουλευτικές εκλογές, εφόσον οι πολίτες θα είναι ήδη ενημερωμένοι και σε επαγρύπνιση και κατά το μεταξύ των εκλογών διάστημα.
Με την παραπάνω λειτουργία του δημοψηφίσματος συνδέεται και το γεγονός της αποσύνδεσης κατά το δημοψήφισμα της πολιτικής από τα πρόσωπα και η επικέντρωσή της στα πολιτικά ζητήματα[48]. Το δημοψήφισμα εμφανίζεται αποκαθαρμένο από μια πληθώρα φαινομένων, όπως η χρήση επικοινωνιακών μέσων με στόχο την προσωπική προβολή, η παραπλανητική διαφήμιση, η επιλογή προσώπων-κραχτών κατά τη στελέχωση του ψηφοδελτίου, αλλά και η σύναψη πελατειακών σχέσεων μεταξύ πολιτών και πολιτικών, που αλλοιώνει τα κριτήρια επιλογής ενός κόμματος. Χωρίς να υποτιμάται η συνδρομή των πολιτικών κομμάτων στη διαμόρφωση γνώμης και βούλησης πριν από το δημοψήφισμα, γεγονός το οποίο δεν είναι κατ’ ανάγκη αρνητικό, αλλά και μεμονωμένων προσώπων, των οποίων η γνώμη είναι συνήθως βαρυνουσα στο δημόσιο διάλογο, είναι σαφές, ότι στην περίπτωση του δημοψηφίσματος τα πρόσωπα διαδραματίζουν λιγότερο καθοριστικό ρόλο από ό, τι τα επιχειρήματα.
Παράλληλα ανοίγονται με το δημοψήφισμα δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ πολιτών και κρατικών οργάνων, όταν οι πρώτοι έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν ενεργά, προκειμένου να συμπληρώσουν ή να «διορθώσουν» τη δράση των των κρατικών οργάνων, με τρόπο που είναι δεσμευτικός για τη δράση των τελευταίων[49]. Η εξασφάλιση της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στις διαδικασίες απόφασης επιφέρει την ευαισθητοποίηση των κρατικών οργάνων απέναντι στα αιτήματα που προέρχονται από την κοινωνία, ακόμα κι αν η έκβαση μεμονωμένων δημοψηφισματικών πρωτοβουλιών δεν αποδειχθεί αποτελεσματική στην πράξη[50]. Έτσι το δημοψήφισμα επιδρά ήδη προληπτικά με ευνοϊκό τρόπο στο διάλογο μεταξύ κράτους και πολιτών: οι κυβερνητικές πλειοψηφίες υποχρεώνονται ήδη κατά την κατάστρωση της πολιτικής τους, ενόψει πιθανής ακύρωσης των πρωτοβουλιών τους, που μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση τη νομιμοποίηση του συνόλου της δράσης τους, να λαμβάνουν υπόψη τις αιτιάσεις που προέρχονται από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και τις οργανώσεις και συσσωματώσεις των πολιτών[51]. Το γεγονός αυτό της αλληλεπίδρασης μεταξύ κράτους και πολιτών αναδεικνύεται ως ο πραγματικός τόπος της πολιτικής[52].
Περαιτέρω, η ίδια αυτή δυνατότητα που δίνεται στους διάφορους πολιτικούς δρώντες να προωθήσουν τα αιτήματά τους στο πεδίο της πολιτικής, αποτελεί επιβεβαίωση του πλουραλιστικού χαρακτήρα της σύγχρονης δημοκρατίας[53]. Μέσω του δημοψηφίσματος παρέχεται έδαφος στα κόμματα που βρίσκονται στην αντιπολίτευση, σε μειοψηφίες εντός των κομμάτων της πλειοψηφίας και σε οργανώσεις των πολιτών για ίδιες πολιτικές πρωτοβουλίες, αποκτώντας έτσι ενισχυμένο ρόλο στις διαδικασίες λήψης απόφασης[54]. Έτσι εξασφαλίζεται η ανοικτότητα του πολιτικού συστήματος και οξύνονται τα αντανακλαστικά του απέναντι σε μονολιθικές πλειοψηφίες[55]. Με τον τρόπο αυτό προωθούνται επιπλέον διαφανείς διαδικασίες λήψης απόφασης, αφού είναι κάθε φορά ορατό από που προέρχεται η πρωτοβουλία αλλά και αμβλύνεται η αθέμιτη επίδραση ομάδων συμφερόντων[56]. Μέσω μιας τέτοιας συνδρομής στη διαμόρφωση του περιεχομένου των πολιτικών αποφάσεων υπηρετείται το δημοκρατικό πρόταγμα της πολιτικής ισότητας, ως ίσης δυνατότητας συμμετοχής στη λήψη των κρατικών κρατικών αποφάσεων[57].
3. Αντιρρήσεις κατά του δημοψηφίσματος
α. …που προέρχονται από την άρνηση της αμεσοδημοκρατικής ποιότητας του
Απέναντι στις προσδοκίες αυτές οι πολέμιοι του δημοψηφίσματος επισημαίνουν την αδυναμία του θεσμού να αναπτύξει όντως στην πράξη τις αρετές που του αποδίδονται, κυρίως ωστόσο προειδοποιούν για τους κινδύνους που συνεπάγεται η εισαγωγή του για το σύνολο του πολιτεύματος, επικαλούμενοι παραδείγματα δημοψηφισμάτων από τη συνταγματική ιστορία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι τα επιχειρήματα κατά του δημοψηφίσματος επαναλαμβάνονται ελαφρώς μόνο διαφοροποιημένα για πάνω από έναν αιώνα, γεγονός που κατά τους πολέμιούς του οφείλεται στο ότι οι κακές εμπειρίες με το θεσμό δεν αποτελούν μια ενδεχομενικότητα, αλλά προέρχονται αναγκαστικά από τη στρεβλή φύση του και τα εγγενή χαρκτηριστικά του. Αυτό γίνεται φανερό όταν εξετάζει κανείς τα επιχειρήματα που έχουν προβληθεί από τον Καρλ Σμιτ την εποχή της Βαϊμάρης και έχουν μεταφερθεί αυτούσια στην μεταπολεμική γερμανική και όχι μόνο συνταγματική θεωρία[58].
Ο Σμιτ εξηγεί, ότι οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, έτσι όπως εμφανίζονται στο σύγχρονο κράτος, δεν έχουν καμία συγγένεια με τη γνήσια δημοκρατία, όπου ο λαός συγκεντρωμένος σε μια πλατεία συζητά και επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει «επώνυμα» και όντας φυσικά παρών τις προτάσεις που προβάλλονται[59]. Στη σύγχρονη δημοκρατία αντίθετα αυτός που αποφαίνεται κατά τη δημοψηφισματική διαδικασία δεν είναι ο λαός ως πολιτικό υποκείμενο αλλά οι μεμονωμένοι ιδιώτες, που απομονωμένοι στα παραβάν τους αποφασίζουν ανώνυμα, μυστικά και ανεύθυνα πάνω σε ένα συγκεκεριμένο ερώτημα που τους τίθεται[60]. Η μέθοδος της μυστικής ψηφοφορίας μετατρέπει τον πολίτη σε ιδιώτη και του δίνει τη δυνατότητα να εκφράσει τη γνώμη του, χωρίς να εγκαταλείψει τη σφαίρα του ιδιωτικού[61]. Το συμπέρασμα της κριτικής αυτής είναι ότι εδώ δεν πρόκειται για το λαό ως το πολιτικό υποκείμενο κατ’ εξοχήν και άρα για κατά κυριολεξία αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς, που εκφράζουν την ταύτιση κυβερνώντων και κυβερνωμένων[62]: η έκφραση της βούλησης του «λαού» στο δημοψήφισμα στις σύγχρονες δημοκρατίες υπόκειται σε «φυσικούς» περιορισμούς, οι οποίοι για τον λόγο αυτό συνεπάγονται και τους αντίστοιχους νομικούς περιορισμούς[63].
Ένας από τους φυσικούς αυτούς περιορισμούς είναι η εξάρτηση της έκβασης της δημοψηφισματικής διαδικασίας από την ερώτηση. Το πρόβλημα είναι εδώ ότι από το πρόσωπο (ή εξουσία) αυτού που θέτει το ερώτημα και από τον τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένη η ερώτηση μπορεί ήδη να ελέγξει κανείς την τελική ετυμηγορία του λαού[64]. Χαρακτηριστικό της διαδικασίας αυτής είναι ότι ο λαός εδώ, στο μέτρο που αποφασίζει κατά τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω και όχι σε συνέλευση, μπορεί να απαντήσει στην ερώτηση που του τίθεται μόνο με ένα ναι ή ένα όχι[65], δεν μπορεί δηλαδή να συνδιαμορφώσει ή να διαπραγματευτεί το περιεχόμενο της πρότασης, στην οποία αργότερα θα απαντήσει.
Τούτο δε ισχύει όχι μόνο για τα referenda αλλά και για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία έχει υποτίθεται το χαρακτήρα μια πρότασης του λαού προς το λαό. Ο λαός στο πρώτο σκέλος, οι υπογράφοντες δηλαδή την πρόταση για την υπόβολή ενός νομοσχεδίου στη λαϊκή κρίση[66], απαντά και σε αυτήν την περίπτωση στο νομοσχέδιο που έχει καταρτισθεί από κάποιους ειδικούς με ένα ναι ή ένα όχι. Λείπει και πάλι δηλαδή το στοιχείο της διαβούλευσης, πράγμα που δε συμβαίνει σε μια συνέλευση ή στο κοινοβούλιο, όπου το νομοσχέδιο που υποβάλλεται είναι στην ουσία μια υπό διαμόρφωση πρόταση για συζήτηση, που οδηγεί στη λήψη μιας κοινής απόφασης[67].
Το επιχείρημα αυτό του Σμιτ είναι μεν σημαντικό, δεν πρέπει ωστόσο να υπερτιμάται, καθώς ο πηρύνας του προκύπτει από την απόρριψη των σύγχρονων αμεσοδημοκρατικών θεσμών ως γνήσιων θεσμών άμεσης δημοκρατίας[68]. Κατ’ αρχήν με ένα ναι ή με ένα όχι κλείνει οποιαδήποτε διαδικασία ψηφοφορίας για την κρίση ενός ζητήματος επί της ουσίας (όταν δηλαδή δεν αφορά την εκλογή προσώπων, τα οποία με τη σειρά τους με ένα ή ένα όχι θα απαντήσουν στα ερωτήματα που τίθενται)[69]. Το χαρακτήρα μιας θετικής ή αρνητικής απάντησης από την πλευρά των πολιτών έχουν επίσης και οι εκλογές, εφόσον δίνεται με αυτές το πράσινο φως στην πραγμάτωση ενός πολιτικού προγράμματος, που και πάλι δεν έχει καταρτισθεί από τους ίδιους τους πολίτες[70]. Το επιχείρημα στρέφεται κυρίως κατά της απουσίας της δημόσιας συζήτησης και διαβούλευσης πριν από το στάδιο της ψηφοφορίας, κατά το οποίο ο λαός είναι σε θέση σχηματίσει άποψη για το περιεχόμενό της απόφασης, αλλά και να το συνδιαμορφώσει. Έτσι, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι αποφάσεις που λαμβάνονται να απέχουν από το περιεχόμενο της πραγματικής βούλησης του λαού, όντας αποτέλεσμα προπαγάνδας ιδιωτών μέσω του τύπου ή των κρατούντων[71], πράγμα το οποίο δε συμβαίνει για παράδειγμα στον κλασσικό κοινοβουλευτισμό λόγω της ανοικτής διαβούλευσης και αντιπαράθεσης στο κοινοβούλιο.
Η κριτική αυτή μπορεί, εφόσον παραμένει κανείς στα πλαίσια της σύγχρονης δημοκρατίας, να θεωρηθεί σχετικοποιημένη κυρίως από δύο πλευρές: πρώτον, η δημόσια συζήτηση και διαβούλευση υπόκειται σήμερα σε άλλους όρους, από ό, τι πριν από έναν αιώνα περίπου. Σε αυτό συμβάλλουν τόσο η τεχνολογική εξέλιξη όσο και οι θεσμικές εγγυήσεις που τη συνοδεύουν (ελευθερία της γνώμης, του τύπου και της ενημέρωσης, πλουλαρισμός των ΜΜΕ)[72]. Δεύτερον, η υπόθεση περί ορθολογικότητας και αδιάβλητου των διαβουλεύσεων του κοινοβουλίου υπόκεινται τόσο σε μια θεσμική όσο και σε μια πραγματική ένσταση: θεσμικά η πρόταση αναφέρεται στο ομοιογενές φιλελεύθερο κοινοβούλιο του 19ου αι, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Αντίθετα στο σύγχρονο κοινοβούλιο η δημόσια διαβούλευση έχει αντικατασταθεί από μια τυπική αντιπαράταξη προειλημμένων θέσεων, με προκαθορισμένη από τους αριθμητικούς συσχετισμούς έκβαση[73]. Και εμπειρικά ωστόσο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η πραγματική επιρροή ομάδων συμφερόντων κατά τη λήψη των αποφάσεων στο εσωτερικό του κράτους, αλλά και στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών, στους οποίους τα κράτη συμμετέχουν χωρίς βέβαιο δημοκρατικό έρεισμα στη λήψη των αποφάσεων[74].
Περαιτέρω, η αντίρρηση αυτή αφορά ένα συγκεκριμένο τύπο δημοψηφίσματος, έτσι διαμορφωμένο, ώστε η ερώτηση που τίθεται να επιδέχεται ως απάντηση μόνο ένα ναι ή ένα όχι[75]. Στον τύπο αυτό δημοψηφίσματος δεν ανήκει ωστόσο ο τύπος εκείνος λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, κατά τον οποίο προβλέπεται παράλληλα η δυνατότητα υποβολής ανταγωνιστικού νομοσχεδίου από τη Βουλή[76]. Προκειμένου το δεύτερο αυτό νομοσχέδιο να συναντήσει αποδοχή θα πρέπει κατά την κατάστρωσή του να συνεκτιμηθεί το νομοσχέδιο που ήδη προβάλλεται, η πολιτική βούληση των κομμάτων στη Βουλή αλλά και ο δημόσιος διάλογος, έτσι όπως θα έχει διαμορφωθεί επ’ αφορμή της λαϊκής πρωτοβουλίας.
Η ένσταση αυτή απαντά λοιπόν και στην επέκταση του επιχειρήματος του Σμιτ, ότι η μορφή «άσπρο ή μαύρο» της απάντησης στο δημοψήφισμα δεν ευνοεί τη συμβιβαστική εξεύρεση λύσεων, που επιτυγχάνεται στο κοινοβούλιο[77]. Συμβιβασμός και συνυπολογισμός της άλλης άποψης πρέπει επίσης να επιτευχθεί και στα πλαίσια της κατά πρώτον κατάστρωσης ενός νομοσχεδίου από τη Βουλή, όταν προβλέπεται θεσμικά η δυνατότητα ακύρωσης του νομοσχεδίου από το λαό με δημοψήφισμα. Επιπλέον, η επικράτηση του όχι στο δημοψήφισμα δεν συνιστά μόνο νίκη της δεύτερης εναλλακτικής απέναντι στο ναι, αλλά και μια προτροπή για αναδιαμόρφωση του ερωτήματος, προκειμένου η λύση να προταθεί με τρόπο που θα βρει αποδοχή. Είναι προφανές λοιπόν ότι ο συμβιβασμός δε λείπει εξ ορισμού από τη δημοψηφισματική διαδικασία, αν είναι κατάλληλα οργανωμένη.
β. …που προέρχονται από την κατάφαση της αμεσοδημοκρατικής ποιότητας του
Με την έλλειψη της δυνατότητας συμβιβασμού των αντιτιθέμενων συμφερόντων συνδέεται από ορισμένους συγγραφείς και ο κίνδυνος για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, εφόσον, αντίθετα από ό, τι συμβαίνει στο κοινοβούλιο, όπου η ίδια η διαδικασία κατάστρωσης των νόμων αποτελεί ταυτόχρονα εχέγγυο για την προστασία των δικαιωμάτων, η κίνηση της δημοψηφισματικής διαδικασίας δεν προϋποθέτει παρά την κατάθεση ενός νομοσχεδίου, το οποίο αρκεί να ψηφιστεί από την πλειοψηφία, για να αποτελέσει δεσμευτική απόφαση[78]. Ο κίνδυνος αυτός είναι ακόμα πιο ορατός, όταν είτε δεν προσφέρεται στα δικαστήρια η δυνατότητα ελέγχου του δημοψηφίσματος[79], είτε ο έλεγχος κατοχυρώνεται μεν, τα δικαστήρια ωστόσο είναι επιφυλακτικά και προβαίνουν σε μεγαλύτερο αυτοπεριορισμό, λόγω της άμεσης νομιμοποίησης των κρατικών αποφάσεων[80].
Η σχετική προβληματική εντάσσεται στο σχήμα της σύγκρουσης δημοκρατίας και κράτους δικαίου, η οποία εδώ φαίνεται να παίρνει εντονότερη μορφή, εφόσον πράγματι η άμεση δημοκρατία στην ιδεοτυπική πρόσληψή της ως πολιτεύματος είναι απεριόριστη, γεγονός που αντιτίθεται θεωρητικά σε οποιουσδήποτε δικαιοκρατικούς περιορισμούς[81]. Όπως αναφέρθηκε ωστόσο, ο λαός δρα στο σύγχρονο συνταγματικό κράτος και κατά τη δημοψηφισματική διαδικασία ως συντεταγμένο όργανο και άρα υπάγεται όπως όλα τα κρατικά όργανα στο Σύνταγμα[82]. Το ζήτημα επομένως του δικαστικού ελέγχου δεν παίρνει άλλη μορφή στην άμεση νομοθεσία, από ό, τι στην κανονική διαδικασία νομοθέτησης. Άλλο είναι το ζήτημα, ποια είναι η παράδοση δικαστικού ελέγχου γενικά του εκάστοτε κράτους. Έτσι δεν είναι σπάνια η περίπτωση ακόμα και δύο ή τριών σταδίων προληπτικού και κατασταλτικού, πολιτικού και δικαστικού ελέγχου, ανάλογα με την πυκνότητα προστασίας των δικαιωμάτων σε κάθε χώρα[83]. Σε κάθε περίπτωση τα συνταγματικά εργαλεία προστασίας των δικαιωμάτων υφίστανται και ισχύουν το ίδιο για όλα τα νομοθετικά όργανα. Το δε ζήτημα της νομιμοποίησης τυχόν αντίθετων κρατικών αποφάσεων, εντείνει τον πολιτικό διάλογο, εμπειρικά ωστόσο δεν προκαλεί θεμελιακές αναταράξεις στο πολιτικό σύστημα[84].
Το παραπάνω επιχείρημα έχει και την αντίθετη όψη του, ότι δηλαδή παρέχεται η δυνατότητα κατάχρησης του θεσμού από πολιτικά δραστήριες μειοψηφίες και επιβολής της βούλησής τους στην πλειοψηφία[85]. Έτσι, μειοψηφίες που δεν κατάφεραν να κερδίσουν την πλειοψηφία στις εκλογές βρίσκουν διεξόδους επιβολής την θέσης τους σε συγκεκριμένα ζητήματα, χωρίς ταυτόχρονα να τίθεται ζήτημα πολιτικής ευθύνης.
Το επιχείρημα της αθέμιτης επιβολής της βούλησης μειοψηφιών στην πλειοψηφία δεν αναφέρεται ασφαλώς στη δημοψηφισματική διαδικασία την ίδια, αφού η απόφαση είναι κι εδώ πλειοψηφική. Η αντίρρηση σχετίζεται περισσότερο με τα ποσοστά συμμετοχής στην ψηφοφορία, εφόσον με το δημοψήφισμα δίνεται η δυνατότητα να αποφασίζει ένα μικρό μέρος των «ενδιαφερόμενων» πολιτών[86] για το σύνολο του λαού. Ο κίνδυνος αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μέσω της κατοχύρωσης ελάχιστων ποσοστών συμμετοχής, τόσο κατά το στάδιο της συλλογής υπογραφών όσο και κατά το στάδιο της ψηφοφορίας. Με τα ποσοστά αυτά εξασφαλίζεται, ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από ένα μέρος των πολιτών που θεωρείται αρκετό να εκπροσωπήσει τη βούληση του συνόλου[87].
Από πολλούς συγγραφείς προβάλλεται επιπλέον ότι στα δημοψηφίσματα ψηφίζουν μεμονωμένα άτομα με βάση όχι ένα γενικόαλλά ένα προσωπικό συμφέρον και άρα το τελικό αποτέλεσμα είναι το ανορθολογικό άθροισμα των επιμέρους βουλήσεων και όχι το κοινό καλό[88]. Έτσι στο δημόσιο διάλογο κυριαρχεί, αντί της ανταλλαγής επιχειρημάτων, η προσπάθεια συναισθηματικής διέργεσης των πολιτών. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το επιχείρημα ότι η άμεση δημοκρατία τείνει στην αυτοαναίρεσή της, γιατί προϋποθέτει την πολυδιάσπαση στο επίπεδο της κοινωνίας, η οποία με τη σειρά της ευνοεί την ανάδειξη καισαρικής εξουσίας (ανάδειξη ενός προσώπου ως συμβόλου ή εκφραστή της ενότητας)[89]. Οι συνθήκες αυτές ευνοούν τη δημαγωγία, καθως τα μεμονωμένα άτομα είναι πιο ευάλωτα στο λαϊκισμό ενός επίδοξου ηγέτη από ό, τι οι οργανωμένες συλλογικότητες.
Το επιχείρημα της δημαγωγίας θεμελιώνεται συνήθως με αναφορά σε δημοψηφίσματα που έλαβαν χώρα σε δικτατορικές περιόδους[90]. Τα δημοψήφισματα αυτά ωστόσο αποτελούν παρωδία του θεσμού, όπως και κάθε άλλος «δημοκρατικός» θεσμός σε παρόμοιες ιστορικές περιόδους, εφόσον είναι κατά κανόνα εξωσυνταγματικά[91] και εξαντλούνται συνήθως σε αυτό που ονομάζουμε προσωπικά δημοψηφίσματα[92]. Με αυτά επιδιώκεται η εκβιασμένη νομιμοποίηση αυταρχικών καθεστώτων, γεγονός που επηρεάζει τόσο τη θεματολογία τους, όσο και τον τρόπο διεξαγωγής τους, Έτσι, τα δικτατορικά δημοψηφίσματα αναφέρονται είτε στο πρόσωπο του δικτάτορα, είτε σε ήδη προειλημμένες, στην πραγματικότητα μη αναστρέψιμες αποφάσεις θεμελιώδους πολιτειακού χαρακτήρα, τις οποίες ο λαός καλείται συχνότατα ως «συντακτική εξουσία» εκ των υστέρων και μόνο κατά πλάσμα να επικυρώσει, αφού σε όλες τις περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι προϊόν εκβιασμού, προπαγάνδας ή/και νοθείας, με αποκλεισμό του δημοσίου διαλόγου και της αντίθετης άποψης[93].
Σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου αντίθετα, το οποίο θεμελιώνεται στην προϋπόθεση ότι ο πολίτης αποφασίζει και όχι απλά επικυρώνει, το δημοψήφισμα καταστρώνεται και εξοπλίζεται με συγκεκριμένες τόσο διαδικαστικές (πχ. σαφής διατύπωση του ερωτήματος, υποχρεωτική αποστολή στους πολίτες συνοδευτικών κειμένων με επιχειρήματα υπέρ και κατά της κάθε θέσης) όσο και ουσιαστικές προϋποθέσεις, που αναδεικνύουν το ρόλο και τη λειτουργία του. Γενικότερα ισχύει, ότι όπως οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί έτσι και τα δημοψηφίσματα πρέπει να διαμορφωθούν με τρόπο, που θα εγγυάται τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητά τους μέσα στα όρια της αλληλεπίδρασής τους με τους υπόλοιπους θεσμούς του κράτους[94]. Εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις αυτές, το επιχείρημα της δημαγωγίας αφορά σήμερα με τον ίδιο τρόπο τόσο την άμεση, όσο και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία[95].
Στο επιχείρημα της δημαγωγίας προστίθεται και η επίκληση της μειωμένης ικανότητας των πολιτών να κατανοήσουν τα περίπλοκα ζητήματα που συνιστούν το αντικείμενο των κρατικών αποφάσεων[96]. Στο μέτρο που κάθε δημοκρατία στηρίζεται στην υπόθεση ότι ο λαός είναι αυτός που λαμβάνει τις πολιτικές αποφάσεις, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί, θεωρητικά τουλάχιστον, να προβάλλεται με διαφορετικό τρόπο για τις εκλογές και με διαφορετικό για τα δημοψηφίσματα. Έτσι, σε σχέση με τα περισσότερα ζητήματα που τίθενται δεν απαιτούνται ειδικότερες γνώσεις από αυτές που χρειάζεται κανείς προκειμένου να επιλέξει το κόμμα το οποίο θα ψηφίσει[97] ή ακόμα κι από αυτές που έχουν οι ίδιοι οι βουλευτές όταν ψηφίζουν στο κοινοβούλιο[98]. Επιπλέον, στο πλαίσιο πολιτικών αποφάσεων βαρύνουσα είναι η πολιτική συνείδηση των ψηφοφόρων, η οποία δεν προσδιορίζεται από τη γνώση επιμέρους τεχνικών λεπτομερειών[99]. Σε σχέση με το σχηματισμό πολιτικής απόφασης οι πολίτες έχουν πολλές δυνατότητες πρόσβασης στις αναγκαίες πληροφορίες και διαμόρφωσης γνώμης πάνω στο εκάστοτε ζήτημα. Στο σημείο αυτό η συμβολή και των πολιτικών κομμάτων και ομάδων εμφανίζεται ιδιαίτερα σημαντική, μέσα από την πολύπλευρη ενημέρωση και την αντιπαράθεση.
Συμπέρασμα
Η παραπάνω ανάλυση δε στοχεύει στην απενεχοποίηση του θεσμού του δημοψηφίσματος εν γένει, αλλά ενέχει την παραδοχή ότι η ορθή ή λάθος λειτουργία και χρήση του δημοψηφίσματος, όπως και όλων των άλλων δημοκρατικών θεσμών, είναι μια συνισταμένη πολλών παραγόντων, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, σε συνδυασμό και με τον συγκεκριμένο τρόπο κατάστρωσής του. Οι κακές ιστορικές εμπειρίες ανάγονται σε συνθήκες γενικότερης έλλειψης πολιτικής ομαλότητας, τα χαρακτηριστικά της οποίας διαπερνούν το σύνολο των πολιτικών θεσμών και γίνονται αισθητά μεταξύ άλλων και στη διενέργεια δημοψηφισμάτων. Ανεξάρτητα λοιπόν από το ζήτημα αν οι προσδοκίες που συνδέονται με την κατοχύρωση θεσμών άμεσης δημοκρατίας στο πολίτευμα είναι δυνατό να εκπληρωθούν σε όλη τους την έκταση ή όχι, είναι αναμφισβήτητο ότι προσφέρεται με αυτούς μια ακόμα δυνατότητα δημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Επομένως, είναι η παράλειψη ή ατελής κατοχύρωσή τους[100] και όχι η θεσμοποίησή τους που χρήζει εμπεριστατωμένης δικαιολόγησης.


[1] Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι στη θεωρία δεν υφίστανται ενιαία κριτήρια ούτε για τη διάκριση μεταξύ των θεσμών αντιπροσωπευτικής και άμεσης δημοκρατίας, ούτε και για την κατηγοριοποίηση των τελευταίων. Στην παρούσα μελέτη οι όροι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί και δημοψήφισμα χρησιμοποιούνται ως συνώνυμοι, ενώ οι επιμέρους παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα αφορούν και το θεσμό της απεκλογής, λόγω της συνάφειάς του με την επιτακτική εντολή.
[2] Α. Σβώλος, Το Νέον Σύνταγμα, 1927, σ. 142 επ.
[3] T. Evers, Volksouveränität und parlamentarisches System, σε: Heußner/Jung (επιμ.), Mehr direkte Demokratie wagen, 1999, σ. 23.
[4] E. W. Böckenförde, Demokratie und Repräsentation. Zur Kritik der heutigen Demokratiediskussion, σε: του ίδιου, Staat, Verfassung, Demokratie, 1991, σ. 379 επ.
[5] E. Fraenkel, Die repräsentative und die plebiszitäre Komponente im demokratischen Verfassungsstaat, σε: Recht und Staat 219/220, 1958, σ. 3 επ., 7.
[6] Βλ. εντελώς ενδεικτικά σε Σβώλο, ό.π., σ. 121 επ. και C. Schmitt, Die geistesgeschichtliche Lage des heutigen Parlamentarismus, 1926, σ. 41 επ. Κατά τον Σμιτ η συμπόρευση δημοκρατίας και κοινοβουλευτισμού είναι μια ιστορική σύμπτωση, αφού ούτε η πρακτική αδυναμία εφαρμογής της άμεσης δημοκρατίας δεν δικαιολογεί την ύπαρξη του κοινοβουλίου, ούτε θεσμοί όπως η ελεύθερη εντολή συμβιβάζονται με τη δημοκρατία. Στην πραγματικότητα αντιπροσωπευτικότητα και δημοκρατία αλληλοαποκλείονται, εφόσον η αντιπροσώπευση συνιστά το ακριβώς αντίθετο του ιδεώδους της δημοκρατίας, που είναι η ταύτιση κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Βλ. του ίδιου, Verfassungslehre, 1928, σ. 218.
[7] Βλ. J. S. Mill, Considerations on Representative Government, 1861. Για τη διάκριση μεταξύ ratio και voluntas στη θεμελίωση των μορφών της αντιπροσωπευτικής και άμεσης δημοκρατίας αντίστοιχα βλ. U. Preuß, Plebiszite als Formen der Bürgerbeteiligung, ZRP 1993, σ. 133 επ.
[8] Ο βουλευτής είναι ο εκλεγμένος με βάση την ιδιοκτησία και την εκπαίδευση του «αντιπρόσωπος του έθνους», της πολιτικά και κοινωνικά δηλαδή κυρίαρχης αστικής τάξης. Βλ. σχετικά P. Badura, Parlamentarismus und parteienstaatliche Demokratie, σε: H-M. Pawlowski (επιμ.), Festschrift für Karl Michaelis zum 70. Geburtstag, 1972, σ. 15.
[9] Για τον θεσμό της ελεύθερης εντολής βλ. την κλασσική μελέτη του P. Badura, σε: R. Dolzer/K. Vogel (επιμ.), BonnerKommentarzum Grundgesetz (δεύτερη επεξεργασία), 1966, Άρθρο 38, passim. Κατά τον συγγραφέα ο θεσμός της ελεύθερης εντολής εισήχθη προκειμένου να σταθεροποιήσει την κυριαρχία της αστικής τάξης και να παρεμποδίσει τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό του κοινοβουλίου. Στο ίδιο, σ. 16.
[10] P. Badura, Bonner Kommentar, σ. 11-12.
[11] Βλ. E. Fraenkel, ό.π., σ. 6.
[12] Έτσι και ο J. Madison, σύμφωνα με τον οποίο η αμεσοδημοκρατική διακυβέρνηση του λαού ενθαρρύνει την αταξία και την κυριαρχία των παθών έναντι του Λόγου. Αντίθετα η δημόσια φωνή, όπως βγαίνει από το στόμα των αντιπροσώπων, είναι πιθανότερο να είναι πιο κοντά στο δημόσιο καλό από ό,τι όταν βγαίνει από το στόμα του λαού. Βλ. Federalist Papers, No 10. Η τελευταία αυτή διαπίστωση αποτέλεσε και το επιχείρημα του Sieyes υπέρ της αντιπροσώπευσης και ενάντι της δημοκρατίας του Ρουσσώ, που οδήγησε και στην κατοχύρωση της αντιπροσωπευτικής «και μόνο» μορφής του πολιτεύματος στο γαλλικό σύνταγμα του 1791.
[13] Το γεγονός ότι ένα τέτοιο γενικό συμφέρον προϋποτίθεται δε σημαίνει κι ότι διαλαμβάνεται από την αστική παράδοση ως εκ των προτέρων προσδιορισμένο κατά περιεχόμενο. Αντίθετα, ο θεσμός της ελεύθερης εντολής εξασφαλίζει θεωρητικά ακριβώς ότι οι βουλευτές θα ανακαλύψουν με ορθολογικές διαδικασίες που ευνοούν τον ελεύθερο ανταγωνισμό των γνωμών, ποιο είναι το συμφέρον του λαού. Το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής θεωρείται δηλαδή σχετικό. Βλ. Schmitt, Parlamentarismus, ό.π., σ. 45-6.
[14] E. Fraenkel, ό.π., σ. 8.
[15] Βλ. J. J. Rousseau, Το κοινωνικό Συμβόλαιο, 1762 [μετάφραση Β. Γρηγοροπούλου/Α. Σταϊνχάουερ, εκδ. Πόλις, 2004], Βιβλίο ΙΙ, Κεφάλαιο 1ο, σ. 73.
[16] J. J. Rousseau, ό.π., Βιβλίο ΙΙΙ, Κεφάλαιο 15ο, σ. 159-60.
[17] Στο Σύνταγμα των Ιακωβίνων του 1793, οι βουλευτές είναι «εντολοδόχοι» του Λαού, ενώ και κατά τον Μαρξ η απόλυτη δέσμευση των εκπροσώπων κατά την παρισινή Κομμούνα του 1871 αποτελεί στο κείμενό του Bürgerkrieg in Frankreich έκφραση μιας γνήσιας δημοκρατίας.
[18] Κατά τον Ρουσσώ, η γενική βούληση είναι γενική τόσο ως προς την προέλευσή της, όσο και ως προς το αντικείμενό της, το γενικό καλό. Βλ. ό.π., Βιβλίο ΙΙ, Κεφάλαιο 6ο, σ. 88-9.
[19] Βλ. ενδεικτικά U. Preuß, ό.π.,, σ. 132.
[20] Βλ. K. Hesse, Politische Parteien, σε: Evangelisches Staatslexikon, 1966, σ. 1483 επ.
[21] Α. Σβώλος, ό.π., σ. 127.
[22] Το ασυμβίβαστο ελεύθερης εντολής και αποτελεσματικής λειτουργίας των συνταγματικά κατοχυρωμένων πολιτικών κομμάτων διακήρυξε σε μια από τις πρώτες του αποφάσεις και το γερμανικό ομοσπονδιακό δικαστήριο. Βλ. BVerfGE 2, 1, 72.
[23] E. Fraenkel, ό.π., σ. 26.
[24] C. Schmitt, Parlamentarismus, ό.π., σ. 62 επ.
[25] Έτσι ο Α. Σβώλος, ό.π., σ. 126 επ.
[26] Μια εξορθολογισμένη μορφή εμφάνισης της άμεσης δημοκρατίας χαρακτηρίζει την κομματική δημοκρατία ο G. Leibholz, Parteienstaat und repräsentative Demokratie, σε: H. Rausch (επιμ.), Zur Theorie und Geschichte der Repräsentation und Repräsentativverfassung, 1968, σ. 241.
[27] Βλ. G. Leibholz, ό.π., σ. 236.
[28] H. Hofmann, Parlamentarische Repräsentation im Parteienstaat, σε: του ίδιου, Recht – Politik – Verfassung, 1986, σ. 255 επ.
[29] Έτσι η Θ. Αντωνίου, Στοιχεία άμεσης δημοκρατίας στο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1975. Από την αντιπροσώπευση στην ταυτότητα, 1988, σ. 15.
[30] D. Grimm, Repräsentation, σε: Staatslexikon v. der Görres-Gesellschaft, 7η έκδοση1988, τόμος IV, σ. 880. Έτσι και οι Η. Hofmann/Η. Dreier, Repräsentation, Mehrheitsprinzip und Minderheitenschutz, σε: H-P Schneider/W. Zeh (επιμ.), Parlamentsrecht und Parlamentspraxis, 1989, σ. 184-186.
[31] Βλ. Θ. Αντωνίου, ό.π., σ. 39.
[32] Βλ. Η. Hofmann, Parlamentarische Repräsentation, ό.π., σ. 256 και H. Kelsen, Το πρόβλημα του κοινοβουλευτισμού, 2η έκδοση, 1968 [μετάφραση Μ. Κυπραίου, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 1998], σ. 176.
[33] Βλ. σχετικά J. Fijalkowski, Neuer Konsens durch plebiszitäre Öffnung, σε: Randelzhofer/Süß (επιμ.), Konsens und Konflikt. 35 Jahre Grundgesetz, 1986, σ. 236 επ., ιδίως 247 επ. Βλ. όμως και την απορριπτική κριτική του J. Agnoli, Auf dem Wege zur unmittelbarer Demokratie?, σε: Randelzhofer/Süß (επιμ.), ό.π., σ. 305 επ., ο οποίος θεωρεί υπερβολικές τις προσδοκίες που συνδέονται με το δημοψήφισμα, αφού η εισαγωγή στοιχείων άμεσης δημοκρατίας στο πολίτευμα, μπορεί «θεσμοποιώντας» τον πολιτικό αγώνα, να δημιουργήσει μεν ένα πιο ελεύθερο κράτος, δεν μπορεί όμως να δημιουργήσει μια ελεύθερη κοινωνία ή ελεύθερους ανθρώπους.
[34] Βλ. U. Berlit, Soll das Volk abstimmen? Zur Debatte über direktdemokratische Elemente im Grundgesetz, Kritische Vierteljahresschrift 1993, σ. 335. Βλ. επίσης την κριτική στη σύλληψη της ταύτισης κυβερνώντων και κυβερνωμένων ως συστατικού στοιχείου της δημοκρατίας από τον E.-W. Böckenförde, ό.π., σ. 380.
[35] Βλ. εδώ την εννοιολογική διάκριση μεταξύ λαϊκής συνέλευσης στην αρχαία δημοκρατία και δημοψηφίσματος ως θεσμού της σύγχρονης δημοκρατίας από τον Χ. Σγουριτσα, Το Δημοψήφισμα εν τη Δημοκρατία, 1929, σ. 25 επ. και 225. Έτσι κατ’ αρχήν και ο Α. Δημητρόπουλος, Το δημοψήφισμα. Ο ρόλος και η σημασία του θεσμού στη σύγχρονη δημοκρατία, 1997, σ. 51-2 και 399.
[36] Βλ. ενδεικτικά A. Rinken, Volksgesetzgebung und Verfassung, σε: J. Bohnert / C. Gramm / U. Kindhäuser κ.α. (επιμ.), Verfassung – Philosophie – Kirche, Festschrift für Alexander Hollerbach zum 70. Geburtstag, 2001, σ. 407. Έτσι και Αντ. Μανιτάκης, Το Δημοψήφισμα για την ΕΟΚ και οι προεδρικές αρμοδιότητες, Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου, 3:1981. 738/9.
[37] H. Kelsen, ό.π., σ. 178. Και ΑΝΤ. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, ό.π., σ. 739.
[38] Αντίθετα ο Α. Δημητρόπουλος βλέπει ποσοτική και όχι ποιοτική διαφορά μεταξύ δημοψηφίσματος και άμεσης δημοκρατίας, η δε ποσοτική υπεροχή των στοιχείων της μιας ή της άλλης καθορίζει και τη μορφή του πολιτεύματος. Βλ. ό.π., σ. 400 επ.
[39] Βλ. ενδεικτικά H. Heußner/O. Jung, Εισαγωγή, σε: Των ίδιων (επιμ.), Mehr direkte Demokratie wagen, 1999, σ. 20.
[40] Βλ. Β. Βολουδακη, Ο θεσμός του δημοψηφίσματος μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος: διεύρυνση της λαϊκής κυριαρχίας ή δημοκρατική πρόσοψη;, 1995, σ. 27-8.
[41] Βλ. H. Dreier, σε: του ίδιου (επιμ.), GG Kommentar, τόμος ΙΙ, 2η έκδοση, 2006, Άρθρο 20 (Demokratie), σ. 83.
[42] T. Evers, ό.π., σ. 37.
[43] Θ. Αντωνιου, ό.π., σ. 95.
[44] Α. Σβωλος, ό.π., σ. 145, Δ. Μαντζουλινος, Οι θεσμοί της λαϊκής νομοθεσίας εν τη δημοκρατία, 1934, σ. 180 επ., A. Δημητρόπουλος, ό.π., σ. 1-3.
[45] Στην περίπτωση αυτή ο λαός έρχεται να λύσει μια διαφορά που έχει προκύψει ως προς ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα, επιτελεί δηλαδή το ρόλο του διαιτητή μεταξύ των κρατικών οργάνων. Με τη μορφή αυτή του δημοψηφίσματος σκοπείται η αναγωγή στη βούληση του λαού, ως πηγής της λαϊκής κυριαρχίας, ως ανώτατου κριτή ενόψει διαφωνιών που σχετίζονται με το Σύνταγμα. Υπερέχει δηλαδή η συντακτική ποιότητα της λαϊκής βούλησης. Βλ. τη σχετική κριτική σε σχέση με το ελληνικό δημοψήφισμα από τους A. Μανιτάκη, Το δημοψήφισμα για την ΕΟΚ και οι προεδρικές αρμοδιότητες, ΕΕΕυρΔ 1981, σ. 734 και A. Μάνεση, Η νομικοπολιτική σημασία της συνταγματικής αναθεώρησης του 1986, Δίκαιο και Πολιτική 13/14, σ. 63-4. Αντίθετα, σε πολιτικά συστήματα, όπου η σχετική αρμοδιότητα ανήκει στο συνταγματικό δικαστήριο, οι εν λόγω διαφωνίες είναι μέρος μιας συνταγματικής κανονικότητας, ο δε θεσμός του δημοψηφίσματος εμφανίζεται λιγότερο ανταγωνιστικός προς τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Βλ. U. Preuß, ό.π., σ. 137.
[46] Βλ. σχετικά J. Rux, Direkte Demokratie in Deutschland, 2008, σ. 83. Βλ επίσης T. Evers, ό.π., σ. 38 και J. Fijalkowski, ό.π., σ. 236.
[47] U. Berlit, ό.π., σ. 338.
[48] T. Fleiner-Gerster, Plebiszit, σε: Staatslexikonv. derGörresGesellschaft, 7η έκδοση 1988, τόμος IV, σ. 426 και Δ. Μαντζουλινος, σ. 185 επ.
[49] C. Pestalozza, Der Popularvorbehalt. Direkte Demokratie in Deutschland, 1981, σ. 10 και J. Rux, ό.π., σ. 86.
[50] H. Maurer, Plebiszitäre Elemente in der repräsentativen Demokratie, 1997, σ. 32.
[51] Βλ. K. Troitzsch, Volksbegehren und Volksentscheid. Eine vergleichende Analyse direktdemokratischer Verfassungsinstitutionen unter besonderer Berücksichtigung der Bundesrepublik Deutschland und der Schweiz, 1979, σ. 39.
[52] Evers, ό.π., σ. 34.
[53] K. Troitzsch, ό.π., σ. 131.
[54] Για την ανάγκη μετατόπισης του βάρους της αρχής της διάκρισης των εξουσιών στο δίπολο κυβέρνηση/αντιπολίτευση βλ. μεταξύ άλλων E. Βενιζέλο, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, 1991, σ. 292-3 και R. Sturm, Art. Parlamentarismus, σε: Evangelisches Staatslexikon, Νέα αναθεωρημένη έκδοση 2006, σ. 1735.
[55] U. Preuß, ό.π., σ. 138 και K. Troitzsch, ό.π., σ. 115 επ. Προϋποτίθεται βέβαια ότι η συγκεκριμένη διαμόρφωση του δημοψηφίσματος επιτρέπει κάτι τέτοιο. Βλ. τις συνοπτικές κριτικές παρατηρήσεις ως προς το ελληνικό «κοινωνικό» δημοψήφισμα από τον Μανιτάκη, Το πυροτέχνημα του «Ναι» ή του «Όχι», Άρθρο στο Βήμα της Κυριακής της 03.12.2006.
[56] H. Maurer, ό.π., σ. 31 και J. Fijalkowski, ό.π., σ. 264.
[57] Βλ. A. Bleckmann, Die Zulässigkeit des Volksentscheides nach dem Grundgesetz, Juristen Zeitung 1978, σ. 219.
[58] Η συζήτηση στη μεταπολεμική Γερμανία αφορούσε την κατοχύρωση ή μη στον ΘΝ του θεσμού του δημοψηφίσματος, ο οποίος αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία λόγω των κακών εμπειριών της Βαϊμάρης, καθώς θεωρήθηκε ότι το δημοψήφισμα, δίνοντας βήμα σε ακραίες πολιτικές θέσεις, ευνόησε την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Η θέση δε αυτή υποστηρίζεται από πολλούς συγγραφείς μέχρι και σήμερα. Βλ. ενδεικτικά P. Krause, Verfassungsrechtliche Möglichkeiten unmittelbarer Demokratie, σε: Isensee/Kirchhof (επιμ.), Handbuch des Staatsrechts, 3η έκδοση 2005, τόμος ΙΙΙ, § 35, σ. 61 επ.. Πρέπει ωστόσο εδώ να τονισθεί, ότι καμία από τις δημοψηφισματικές πρωτοβούλιες που εκκινήθηκαν την εποχή εκείνη και έφτασαν μέχρι τις κάλπες (επρόκειτο συνολικά για δύο από τις οκτώ συνολικά που έλαβαν χώρα, η μια εκ των οποίων υποκινήθηκε από το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, ενώ η άλλη από κοινού από το κομμουνιστικό και το σοσιαλιστικό) δεν επέφερε αποτέλεσμα, αφού δεν συμπληρώθηκε το απαραίτητο ποσοστό συμμετοχής στη δημοψηφισματική διαδικασία. Στη νεώτερη βιβλιογραφία υποστηρίζεται δε εμπεριστατωμένα, ότι ο φόβος που οδήγησε το 1949 στην απάλειψη των αμεσοδημοκρατικών θεσμών, που είχαν αρχικά περιληφθεί στα σχέδια των συνταγμάτων, τα οποία καταστρώθηκαν μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο, είχε να κάνει με την έναρξη του ψυχρού πολέμου και τη σημασία που φαινόταν να αποκτά το δημοψήφισμα στην ανατολική Γερμανία. Βλ. O. Jung, Grundgesetz und Volksentscheid, 1994, passim και U. Berlit, ό.π., σ. 340-1.
[59] Κεντρική είναι για τον Σμιτ η έννοια της Akklamation ή acclamatio στην πολιτική διαδικασία. Βλ. C. Schmitt, Volksentscheid und Volksbegehren. Ein Beitrag zur Auslegung der Weimarer Verfassung und zur Lehre von der unmittelbaren Demokratie 1927, σ. 34.
[60] C. Schmitt, Volksentscheid und Volksbegehren, ό.π., σ. 33 επ.
[61] Βλ. του ίδιου, Verfassungslehre, ό.π., σ. 280-1.
[62] Βλ. Α. Δημητρόπουλο, ό.π., σ. 55.
[63] C. Schmitt, Volksentscheid und Volksbegehren, ό.π., σ. 32. Η συνέπεια του φυσικού περιορισμού του ναι/όχι στη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία είναι για παράδειγμα κατά τον Σμιτ το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής ως όρος ισχύος του αποτελέσματος της διαδικασίας.
[64] Έτσι αντί άλλων και ο W. Weber, Mittelbare und unmittelbare Demokratie, σε: Festschrift für Hugelmann, 1959, σ. 768.
[65] Βλ. C. Schmitt, Volksentscheid und Volksbegehren, σ. 36. Έτσι κατ’ αρχήν ο Max Weber, Parlamentarisierung und Regierung im neugeordneten Deutschland (1918), σε: Gesammelte Schriften, 2η έκδ., 1958, σ. 370-392 και ανατύπ. στο K. Kluxen (επιμ.), Parlamentarismus, 1971, σ. 37. Ως δομικό στοιχείο του δημοψηφίσματος παρουσιάζει την απάντηση με ένα ναι/όχι και ο Böckenförde, ό.π., σ. 383, σύμφωνα με τον οποίο ο λαός δεν μπορεί να διατυπώσει ως συλλογικό υποκείμενο πολιτικές προτάσεις, εφόσον δεν υφίσταται ως τέτοιο. Τα μεμονωμένα άτομα από την άλλη μπορούν να απαντήσουν μόνο με ένα ναι ή ένα όχι. Το επιχείρημα υιοθετεί και ο K. Bugiel, Volkswille und repräsentative Entscheidung. Zulässigkeit und Zweckmäßigkeit von Volksabstimmungen nach dem Grundgesetz, 1991, σ. 468.
[66] Και κατά τον H. Schneider εδώ χρησιμποιείται καθ’ υπερβολήν ο όρος λαός, αφού ο λαός ως σύνολο δεν μπορεί να θέτει ερωτήσεις. Βλ. Η. Schneider, Volksabstimmungen in der rechtsstaatlichen Demokratie, σε Bachof/Drath κ.α (επιμ.), σε: Gedächtnisschrift für Walter Jellinek, 1955, σ. 155-1, σ. 172.
[67] C. Schmitt, Volksentscheid und Volksbegehren, ό.π., σ. 38.
[68] Έτσι, είναι χαρακτηριστικό, ότι ενώ στο κείμενό του αυτό φαίνεται να τίθεται υπέρ της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, σε ένα άλλο κείμενό του, το οποίο αποτελεί ένα από τα πιο κλασσικά κείμενα κριτικής του κοινοβουλευτισμού, την απορρίπτει χάριν της δικτατορίας. Κατά τον Σμιτ η δικτατορία είναι πολιτειακή μορφή εγγύτερη στη γνήσια δημοκρατία, καθώς το κοινοβούλιο την εποχή της κομματικής δημοκρατίας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια κακή επικάλυψη της κυριαρχίας των κομμάτων και των οικονομικών συμφερόντων. Βλ. C. Schmitt, Parlamentarismus, ό.π., σ. 22-28. Το δε δημοψήφισμα με τη συγκεκριμένη του μορφή εξυπηρετεί ακριβώς την κοινοβουλευτική δημοκρατία, η οποία έχει συμφέρον στο να παραμένουν οι πολίτες α-πολιτικοί και πολλά ζητήματα αναπάντητα. Βλ. του ίδιου, Verfassungslehre, ό.π., σ. 280-1.
[69] H. Maurer, ό.π., σ. 28 επ.
[70] U. Berlit, ό.π., σ. 350. Βλ. και Α. Δημητρόπουλο, ό.π., σ. 40 και τις εκεί παραπομπές.
[71] C. Schmitt, Volksentscheid und Volksbegehren, ό.π.
[72] Η πρακτική του δημοψηφίσματος στην Ελβετία δείχνει, ότι οι πληροφορίες που λαμβάνουν οι πολίτες πριν τη διενέργεια του δημοψηφίσματος, τόσο από τα συνοδευτικά κείμενα όσο και από τον έντυπο, αλλά και τον ηλεκτρονικό τύπο, διαδραματίζουν πραγματικά σημαντικό ρόλο στην ενημερωμένη και συνειδητή άσκηση του δικαιώματος τους. Αυτό συμβαίνει, διότι η συζήτηση είναι θεματικά ήδη προσδιορισμένη και περιορισμένη από το αντικείμενο του δημοψηφίσματος, αλλά και διότι βαρύτητα δίνεται από τους ίδιους τους ψηφοφόρους στο έγκυρο ενημερωτικό υλικό που παραλαμβάνουν, αλλά και σε συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, που περιλαμβάνουν όλη τη γκάμα των επιχειρημάτων. Βλ. J. Klein, Plebiszite in der Mediendemokratie, σε: G. Rüther (επιμ.), Repräsentative oder plebiszitäre Demokratie – Eine Alternative?, 1996, σ. 251-255 και τις εκεί παραπομπές.
[73] Βλ. Α. Σβώλο, ό.π., σ. 137-8.
[74] Βλ. την κριτική στην κατεύθυνση αυτή ήδη το 1959 από τον W. Weber, ό.π., σ. 778 επ. Επίσης Α. Σβώλο, ό.π., σ. 138 και 147 υποσ. 1 και H. Maurer, ό.π., σ. 30.
[75] Βλ. και το άρθρο 3 του νόμου 350/1976 που κάνει λόγο για απάντηση εκφραζόμενη δια των λέξεων Ναι, Όχι, είτε κατ’ άλλον, δια του προεδρικού διατάγματος καθοριζόμενο τρόπον. Κριτικά ο Δ. Τσούρκας, Ζητήματα εφαρμογής του θεσμού του δημοψηφίσματος κατά το Σύνταγμα του 1975, Αρμενόπουλος 1982, σ. 871.
[76] H.-P. Hufschlag, Einfügung plebiszitärer Komponenten in das Grundgesetz? Verfassungsrechtliche Möglichkeiten und verfassungspolitische Konsequenzen direkter Demokratie im vereinten Deutschland, 1999, σ. 283.
[77] Το επιχείρημα αυτό μεταξύ άλλων στον v. Danwitz, Plebiszitäre Elemente in der staatlichen Willensbildung, Die Öffentliche Verwaltung 1992, σ. 606.
[78] Στο ίδιο.
[79] Τέτοιο είναι το παράδειγμα της Ελβετίας, όπου επιτρέπεται μεν προληπτικός διαδικαστικός, όχι όμως και κατασταλτικός δικαστικός έλεγχος. Βλ. S. Möckli, Direkte Demokratie. Ein internationaler Vergleich, 1994, σ. 228.
[80] Βλ. v. Danwitz, ό.π., σ. 608 και Α. Bleckmann, ό.π., σ. 220-1.
[81] W. Kägi, RechtsstaatundDemokratie, σε: Demokratie und Rechtsstaatσ. 124 επ., Festgabe für Zaccaria Giacometti, 1953,
[82] U. Berlit, ό.π., σ. 344 επ.
[83] Για μια τυπολογία της διαδικασίας στα γερμανικά κρατίδια βλ. S. Przygode, Die deutsche Rechtsprechung zur unmittelbaren Demokratie. Ein Beitrag zur Praxis der Sachentscheide in Deutschland, 1995, σ. 73 επ., ιδίως 102 επ. Αυστηρός έλεγχος διενεργείται και στις ΗΠΑ, όπως αναφέρει ο S. Möckli, ό.π., σ. 26 επ.
[84] Άλλο είναι το ζήτημα όταν ο λαός έρχεται να αποφασίσει ως οιονεί συντακτική δύναμη για ένα εξαιρετικά κρίσιμο πολιτειακό ζήτημα και άρα οι κραδασμοί που προκαλούν οι αποφάσεις του είναι λογικό να είναι τεράστιοι και να οδηγήσουν σε εντονές πολιτικές ανακατατάξεις. Στην περίπτωση αυτή το δημοψήφισμα μάλλον καθιστά την κρίση εμφανή, τη διακηρύττει, παρά την προκαλεί το ίδιο. Όταν το δημοψήφισμα αντίθετα είναι ενσωματωμένο στο πολιτικό σύστημα ως συνήθης και όχι εξαιρετική διαδικασίας λήψης απόφασης δίπλα στις υπόλοιπες, ατονεί και η παραπλανητική ταύτιση των σχετικών αρμοδιοτήτων με αυτή του λαού ως συντακτικής εξουσίας. Έτσι και ο Preuß, ο οποίος επισημαίνει ότι ο τρόπος κατοχύρωσης του δημοψηφίσματος στο Σύνταγμα θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, ώστε να αποφεύγεται η ψευδαίσθηση μιας ποιοτικής ανωτερότητας των σχετικών αποφάσεων. Όταν συμβάινει αυτό η σχετική αρμοδιότητα του λαού εντάσσεται στο σχήμα checks and balances μεταξύ των διαφορετικών κρατικών οργάνων. Βλ.U. Preuß, ό.π., σ. 136 επ.
[85] P. Lerche, Grundfragen repräsentativer und plebiszitärer Demokratie, σε: Huber/Mößle/Stock (επιμ.), Zur Lage der parlamentarischen Demokratie, 1995, σ. 180-1.
[86] E. W. Böckenförde, ό.π., σ. 385.
[87] Ενδιαφέρουσα είναι εδώ η περίπτωση κατάργησης το 1999 της βαυαρικής γερουσίας, συνταγματικού οργάνου του κρατιδίου της Βαυαρίας, με συνταγματικό δημοψήφισμα (λαϊκή πρωτοβουλία), το οποίο υποκινήθηκε από το οικολογικό κόμμα, εκλογικής δύναμης στο κρατίδιο 2%. Από το βαυαρικό Σύνταγμα δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής στη δημοψηφισματική διαδικασία, με αποτέλεσμα την αναθεώρηση του βαυαρικού Συντάγματος με συμμετοχή στην ψηφοφορία του 27,3% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ενστάσεις σε σχέση με τα δημοκρατικά εχέγγυα της διαδικασίας, η οποία κατακρίθηκε επιπλέον ως ασύμβατη με τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος. Το τελευταίο επιχείρημα έγινε αποδεκτό από το βαυαρικό συνταγματικό δικαστήριο, το οποίο όρισε το ίδιο ως προϋπόθεση εγκυρότητας των εφεξής διενεργούμενων δημοψηφισμάτων ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής 25% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων κατά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Βλ. τη γνωμοδότηση υπέρ της απουσίας ελάχιστων ποσοστών συμμετοχής του H. Dreier, Landesverfassungsänderung durch quorenlosen Volksentscheid aus der Sicht des Grundgesetzes, Bayerische Verwaltungsblätter, 1999, S. 513–523 και τη γνωμοδότηση με αντίθετο περιεχόμενο του J. Isensee, Verfassungsreferendum mit einfacher Mehrheit. Der Volksentscheid zur Abschaffung des Bayerischen Senatsals Paradigma, 1999, passim.
[88] Βλ. σχετικά Krause, ό.π., σ. 82 και Lerche, ό.π., σ. 174.
[89] Έτσι ο E. Fraenkel, ό.π., σ. 10-11. Ο M. Weber κατατάσσει την άμεση δημοκρατία στις μορφές χαρισματικής εξουσίας, όπου ο ηγέτης-δημαγωγός αντλεί υπακοή, που οφείλεται στο πρόσωπό του και μόνο. Βλ. M. Weber, Wirtschaft und Gesellschaft, 5η έκδοση 1972, σ. 156.
[90] Βλ. M. Weber, ό.π., ο οποίος αναφέρει, ότι κάθε φορά που επιδιώκεται η νομιμοποίηση δικτατορικών καθεστώτων, γίνεται προσφυγή στην αμεσοδημοκρατική αναγνώριση του δικτατορικού καθεστώτος από τον κυρίαρχο λαό.
[91] Βλ. Ε. Βολουδακη, ό.π., σ. 29.
[92] Βλ. Ε. Σπηλιωτοπουλο, Η νομική φύση του δημοψηφίσματος του άρθρου 44§2 του Συντάγματος, σε: Σύμμεικτα Βεγλερή, 1988, τόμος Ι, σ. 320. Για τη ανάγκη διαχωρισμού και διαφορετικής αντιμετώπισης των δύο μορφών δημοψηφισμάτων βλ. επίσης Δ. Μαντζουλινο, ό.π., σ. 64 και 89 επ. και Ε. Βενιζελο, ό.π., σ. 265.
[93] Για τα ελληνικά δημοψηφίσματα βλ. ενδεικτικά τον Α. Δημητρόπουλο, ό.π., σ. 328-352 για τα δε χιτλερικά H. Schneider, ό.π., σ. 163 και O. Jung, Die Volksabstimmungen der Nationalsozialisten, σε: Heußner/Jung (επιμ.), Mehr direkte Demokratie wagen, ό.π.,, σ. 61-73.
[94] A. Rinken, ό.π., σ. 418.
[95] Ο κίνδυνος της δημαγωγίας επισημάνθηκε ήδη από τα γεννοφάσκια της κομματικής δημοκρατίας στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, καθώς θεωρήθηκε ότι ο πολιτικός αρχηγός δεν επιλέγεται, όπως πριν οι βουλευτές, με αναγνώριση της προσωπικής του αξίας, αλλά εξασφαλίζοντας την πίστη και την εμπιστοσύνη των μαζών με δημαγωγικά μέσα. Βλ. Μ. Weber, ό.π., σ. 33. Βλ. επίσης P. Badura, FS Michaelis, ό.π., σ. 22. Η προπαγάνδα δεν είναι άγνωστη πρακτική ούτε για τα κόμματα τα ίδια, εφόσον το σημαντικότερο στον εκλογικό αγώνα είναι να κερδηθεί η πλειοψηφία. Βλ. C. Schmitt, Parlamentarismus, ό.π., σ. 11.
[96] Το επιχείρημα αυτό οδηγεί τον Σβώλο και τον διδακτορά του Μαντζουλίνο στην απόρριψη του θεσμού του δημοψηφίσματος, τον οποίο κατά τα άλλα αποδέχονται ως κατ’ εξοχήν δημοκρατικό, καθώς συμβάλλει στη διαμόρφωση και έκφραση της πραγματικής βούλησης του λαού. Η απόρριψή τους βασίζεται στο μεγάλο ποσοστό αναλφαβητισμού στις αρχές του 20ου αιώνα στη χώρα μας, ενώ η κρίση τους για άλλες χώρες, όπως η Ελβετία ή οι ΗΠΑ είναι θετική. Βλ. Α. Σβωλο, ό.π., σ. 156 επ. και Δ. Μαντζουλινο, ό.π., σ. 208. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με το επιχείρημα αυτό ή όχι, σήμερα στερείται πραγματικής βάσης. Παρ’ όλα αυτά παραμένει αποφασιστικό και στην κλασσική μελέτη του Κ. Bugiel, ό.π., σ. 467. Αντίθετα, «αριστοκρατική» χαρακτηρίζει την αντίληψη αυτή για το πολίτευμα ο Γ. Σωτηρέλης, Πλεονεκτήματα και εγγυήσεις του δημοψηφίσματος, Άρθρο στα Νέα, 05.03.2001.
[97] J. Rux, ό.π., σ. 94.
[98] H. Maurer, ό.π., σ. 30.
[99] C. Schmitt, Volksbegehren und Volksentscheid, ό.π., σ. 41.
[100]Παράδειγμα ενός τέτοιου τρόπου κατοχύρωσης αποτελεί το ελληνικό δημοψήφισμα, οι όροι διενέργειας του οποίου δημιουργούν συνθήκες αυτοεκπληρούμενης προφητείας: κρίσιμο εθνικό ή σημαντικό κοινωνικό ζήτημα, εξαιρετική αρμοδιότητα του ΠτΔ, δυσθεώρητες πλειοψηφίες στο κοινοβούλιο, περιορισμένη μόνο στη διαδικασία της ψηφοφορίας αρμοδιότητα ελέγχου του ΑΕΔ. Επόμενο είναι λοιπόν το δημοψήφισμα να θεωρείται θεσμός εξαιρετικός, η διενέργεια του οποίου προϋποθέτει συνθήκες πολιτικής κρίσης και κοινωνικής αναταραχής, οι οποίες με το δημοψήφισμα λαμβάνουν απλά θεσμική σάρκα και οστά. Έτσι και κατά τον Δ. Τσούρκα «… μόνο σε έσχατη ανάγκη συγχωρείται να διακινδυνεύεται η πανηγυρική εκδήλωση του διχασμού». Βλ. ό.π., σελ. 873. Βλ. περαιτέρω και την κριτική του Α. Μανιτάκη, Το αποφασιστικό και συμβουλευτικό δημοψήφισμα, Άρθρο στην Ελευθεροτυπία, 19.02.1986.

Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων μέσα από το φακό του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή.

Χριστίνα Μ. Ακριβοπούλου

Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων μέσα από το φακό του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή.

Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων μέσα από τον φακό του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή [1]

Της Χριστίνας Μ. Ακριβοπούλου [2]
I. Εισαγωγικά. Ποια είναι η αξία της ιδιωτικότητας;
Το κείμενο που ακολουθεί φιλοδοξεί να προσεγγίσει το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 9Α[3], του αναθεωρημένου το 2001 ελληνικού Συντάγματος και να αναλύσει την ιδιαίτερη φύση και κανονιστικότητά του. Η ανάλυση αυτή επιχειρείται αυτοτελώς αλλά και μέσα από το ‘φακό’ της προστασίας της ιδιωτικότητας του προσώπου, το δικαίωμα στο πλαίσιο του οποίου κατεξοχήν αναπτύχθηκε και αναπτύσσεται ακόμη, η θεωρητική συζήτηση γύρω από την προστασία του δικαιώματος στα προσωπικά δεδομένα. Βασική θέση του κειμένου είναι ότι το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν ταυτίζεται με το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή του προσώπου. Παρόλα αυτά, η σχέση μεταξύ τους εμφανίζεται ως εγγενής στο βαθμό που το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων διαπλάθεται προκειμένου να αντιμετωπίσει τις καινοφανείς διακινδυνεύσεις που γεννά για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, η σύγχρονη, πανοπτική κοινωνία της πληροφορίας. Αυτό που πάντως οδηγεί στην αναγνώριση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, νομοθετικά[4] ή συνταγματικά δεν είναι παρά ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των πληροφοριών που η σύγχρονη τεχνολογία παράγει. Πρόκειται για πληροφορίες, όχι ανώνυμες αλλά «επώνυμες»[5] με την έννοια ότι όχι απλώς είναι δυνατόν να συνδεθούν με ένα συγκεκριμένο υποκείμενο αλλά και με ειδικότερες, ουσιαστικές πτυχές και στοιχεία της ταυτότητάς του, όπως η ηλικία, το φύλο, η εθνική καταγωγή, η θρησκευτική πεποίθηση ή ο σεξουαλικός προσανατολισμός κλπ.
Μπορεί το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων να μην ταυτίζεται με το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, ωστόσο η αξία της δικαιϊκής αναγνώρισής του εντοπίζεται στην αξία της προστασίας της ιδιωτικότητας του ατόμου. Η αξία της ιδιωτικότητας έγκειται στην ικανότητα της να παρέχει στο πρόσωπο αρνητική, αμυντική προστασία από κάθε εισβολή ή παρέμβαση στον ιδιωτικό του χώρο, καθώς και από κάθε είδους καταπιεστική, χειραγωγική, ελεγκτική ή πατερναλιστική συμπεριφορά, η οποία στοχεύει στον περιορισμό της ελευθερίας του προσώπου να αναπτύσσει απρόσκοπτα την προσωπικότητά του και της αυτονομίας του να διαμορφώνει και να απολαμβάνει τις σχέσεις του με τους οικείους του, καθώς και τις επιλογές εκείνες μέσα από τις οποίες τελικά αυτοπροσδιορίζεται[6]. Στο πλαίσιο αυτό, η προστασία του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή εξασφαλίζει σαν αόρατη ασπίδα στο πρόσωπο ότι η ταυτότητα, η αξιοπρέπεια του, η δυνατότητα του να υιοθετεί εναλλακτικές μορφές ζωής (όσον αφορά την σεξουαλικότητα ή τις σχέσεις οικειότητάς του) προστατεύονται από κάθε κριτική, χειραγωγική ή εξευτελιστική συμπεριφορά. Επιτρέπει έτσι στο πρόσωπο να προστατευθεί έναντι κάθε συμπεριφοράς που ωθείται από προκατάληψη ή οδηγεί σε κομφορμισμό[7]. Υπό τη σκέπη αυτής της αρνητικής-αμυντικής προστασίας, η ιδιωτικότητα επιτρέπει στο πρόσωπο, θετικά[8], να διαμορφώσει και να αναπτύξει ελεύθερα την προσωπικότητά, τη σεξουαλικότητα, την επικοινωνία και την έκφρασή του, καθώς και τον τρόπο με τον οποίo παρουσιάζει τον εαυτό του στους άλλους και έτσι να διαπλάσει μια συγκροτημένη, διακριτή ταυτότητα βασισμένη σε ένα σύνολο ηθικών αρχών και αξιών που ο ίδιος αυτόνομα έχει επιλέξει. Ουσιαστικά η αξία της ιδιωτικότητας έγκειται στο ότι καθιστά το πρόσωπο ελεύθερο, αυτόνομο, αυτεξούσιο και ανεξάρτητο στη συγκρότηση του εαυτού του.
Την αξία της ιδιωτικότητας είναι δυνατόν να την προσδιορίσει κανείς με μεγαλύτερη ενάργεια, αν εντοπίσει τις συνέπειες που η απώλειά της επιφέρει στο πρόσωπο. Είναι στο σημείο αυτό που ο ρόλος της προστασίας των προσωπικών δεδομένων εμφανίζεται ως ιδιαίτερα κρίσιμος, αφού η ιδιαιτερότητά της φύσης τους διευκολύνει την απώλεια ελέγχου του προσώπου επί της ιδιωτικότητάς του. Πράγματι, η απώλεια ελέγχου επί της ιδιωτικότητας αφήνει το πρόσωπο γυμνό, ευάλωτο και θέτει σε διακινδύνευση τον πυρήνα της αυτονομίας του, την ταυτότητά του[9]. Η απώλεια της ιδιωτικότητάς μπορεί να επιφέρει μια σειρά από αρνητικές για το υποκείμενο συνέπειες, οι οποίες κυμαίνονται από την τάση του προσώπου να υιοθετήσει μια πιο κομφορμιστική μορφή ζωής, να περιορίσει τη διαφορετικότητα, την ατομικότητα, την έκφραση και τη δημιουργία του, μέχρι την απώλεια του αυτοσεβασμού, την κοινωνική περιθωριοποίηση, απομόνωση ή στιγματισμό, την οικονομική του ζημία, την ανασφάλεια[10] ή έκθεση του σε διακρίσεις εξ αιτίας ταυτοτικών του χαρακτηριστικών (πχ. στο χώρο της εργασίας), την εκμετάλλευση ή τη χειραγώγηση του[11].
Οι δυνατότητες που η σύγχρονη τεχνολογία παρέχει για τη δημιουργία και τη διακίνηση «επώνυμων» πληροφοριών, αυτών που ονομάζουμε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, ενισχύει την πιθανότητα εμφάνισης τέτοιων απειλών, εξ αιτίας της ιδιαίτερης φύσης που οι πληροφορίες αυτές εμφανίζουν[12]. Αν οι απλές, συμβατικές πληροφορίες μπορούσαν να διαχέονται γρήγορα (πχ. μέσω του τύπου), η σύγχρονη τεχνολογία και ιδίως η χρήση του διαδικτύου επιτρέπουν την κυκλοφορία τους σε μηδενικό χρόνο, πέρα από τα εθνικά σύνορα και προς εκατομμύρια ανώνυμους αποδέκτες[13]. Η σύγχρονη πληροφορία είναι δυνατόν να συλλέγεται, να αποθηκεύεται, να συγκρίνεται, να ταυτοποιείται και να καθίσταται αντικείμενο επεξεργασίας μέσα από τη χρήση της σύγχρονης πληροφορικής τεχνολογίας, πρακτική, η οποία σήμερα διευκολύνεται από τη λειτουργία όλο και περισσότερων ιδιωτικών, κρατικών[14] και υπερεθνικών[15] ‘τραπεζών δεδομένων’. Κυρίως, η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει τη δημιουργία της «επώνυμης» πληροφορίας, υπερβαίνοντας με τον τρόπο αυτό την ανθρώπινη και φυσική διάσταση του ανθρώπινου εαυτού, διασπώντας την ιδιωτικότητά του και τελικά τον ίδιο σε ένα ψηφιδωτό πληροφοριών, σε αυτό που πολύ εύστοχα στην αμερικανική θεωρία αποκαλούν, digital man[16]. Το μεγαλύτερο ωστόσο κίνδυνο τον εγκυμονεί η δυνατότητα επεξεργασίας, σύγκρισης και ταυτοποίησης των πληροφοριών αυτών, που η σύγχρονη πληροφοριακή τεχνολογία διευκολύνει[17]. Πράγματι, η συλλογή καθενός κομματιού ξεχωριστά από αυτό το ανθρώπινο ψηφιδωτό πληροφοριών παραμένει ουδέτερη μόνο στο βαθμό που δεν επιχειρείται η σύνθεσή τους, η οποία μπορεί με την κατάλληλη επεξεργασία να αποδώσει στο σύνολό της την εικόνα του προσώπου, διακινδυνεύοντας πτυχές της ταυτότητας, της ατομικότητας και της διαφορετικότητάς του[18]. Ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι και η δευτερογενής επεξεργασία των «επώνυμων» πληροφοριών, η οποία εμπεριέχει έντονο τον κίνδυνο της αλλοίωσής τους και κυρίως της μεταβολής του αρχικού σκοπού της συλλογής τους[19]. Στη βάση αυτών των παρατηρήσεων, το συμπέρασμα μπορεί να είναι μόνο ένα: αν η προστασία του δικαιώματος στα προσωπικά δεδομένα σήμερα εμφανίζεται ως απολύτως αναγκαία είναι ότι διαφορετικά η διακινδύνευση της ιδιωτικότητας του προσώπου στις σύγχρονες συνθήκες της κοινωνίας της πληροφορίας εμφανίζεται απλά ως αναπόδραστη.
ΙΙ. Τα «επώνυμα» δεδομένα μεταξύ ιδιωτικής ζωής και προσωπικότητας
Ως «επώνυμα», είναι δυνατόν να ονομάσουμε τα δεδομένα που επιτρέπουν τη άμεση διασύνδεση με το υποκείμενό τους. Η βασική κατηγορία δεδομένων στα οποία η διασύνδεσή αυτή παρουσιάζεται ως άμεση και εγγενής είναι αυτά που στη θεωρία και τη νομοθεσία χαρακτηρίζονται ως ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα[20]. Σε αυτά, η ταύτιση με το υποκείμενο τους είναι απόλυτη και αδιαμεσολάβητη, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στα γενετικά, βιομετρικά και ιατρικά δεδομένα (πχ. γενετικό υλικό, δακτυλικό αποτύπωμα και ιατρικός φάκελος αντίστοιχα)[21]. Τα δεδομένα αυτά διαθέτουν μοναδικά χαρακτηριστικά, είναι αδύνατον δηλαδή να ταυτιστούν με οποιαδήποτε άλλα και είναι ιδιαίτερα περιεκτικά[22] διότι εμπεριέχουν πληροφορίες του προσώπου που συνδέονται με την ιδιωτικότητά του, όπως δεδομένα τα οποία αφορούν την υγεία ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την εθνική καταγωγή ή κληρονομικές ασθένειες του προσώπου. Τα δεδομένα αυτά καλύπτουν μια εσώτερη σφαίρα του προσώπου με την έννοια του ιδιαίτερου εκείνου χώρου διαμόρφωσης της αυτονομίας και των ιδιωτικών επιλογών του, ως πεδίου προετοιμασίας του για την εξωτερίκευση, την έκφραση και την επικοινωνία του με τον κοινωνικό και δημόσιο χώρο. Η προστασία των δεδομένων αυτών έχει την ιδιότητα να επιτρέπει στο πρόσωπο να διατηρεί τη διαφορετικότητά του και για το λόγο αυτό, η παραβίαση των δεδομένων αυτών, μέσα από την πρόσβαση σε αυτά, τη συλλογή, επεξεργασία, αποκάλυψη ή δημοσιοποίησή τους συνιστά συνήθως μια ολική παραβίαση της ιδιωτικής σφαίρας και της αξιοπρέπειας του προσώπου. Πρόκειται για μια απώλεια του ελέγχου των δεδομένων του προσώπου, η οποία ουσιαστικά ισοδυναμεί με ολική απώλεια της αυτονομίας του[23].
Υπάρχουν όμως και δεδομένα τα οποία χαρακτηρίζονται ως «απλά» από τη νομοθεσία και τη θεωρία. Τα δεδομένα αυτά εμφανίζουν προσωπικό χαρακτήρα ως προς ότι αναφέρονται σε ένα υποκείμενο, μολονότι η σύνδεση τους είναι περισσότερο χαλαρή, πιο έμμεση, ανάγονται δηλαδή στην εξωτερικότερη προσωπική σφαίρα του υποκειμένου, αφορούν για παράδειγμα την επαγγελματική ή κοινωνική του ζωή, με κλασικότερα παραδείγματα το όνομα και την εικόνα του προσώπου[24]. Τα δεδομένα αυτά συνδέονται με επιμέρους πτυχές της προσωπικότητας του υποκειμένου και το εξατομικεύουν, η συλλογή και επεξεργασία τους είναι δυνατόν να προσβάλει την ηθική και φυσική ακεραιότητά του προσώπου αλλά δεν εισδύει με τον ίδιο τρόπο στην αυτονομία του, στο πεδίο διαμόρφωσης της ταυτότητας και των θεμελιακών, αξιακών επιλογών του. Τα δεδομένα αυτά συνιστούν μια ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ «επώνυμων», ευαίσθητων και απλών δεδομένων, μια γκρίζα ζώνη και είναι οι ειδικότερες συνθήκες της κάθε περίπτωσης που είναι δυνατόν να τα αναπροσδιορίσουν το χαρακτήρα τους. Η βασικότερη διαφορά τους προς τα «επώνυμα» δεδομένα, για τα οποία και μόνο η πρόσβαση σε αυτά και η συλλογή τους είναι δυνατόν να αποτελέσει προσβλητική πρακτική, είναι ότι στην περίπτωση των απλών δεδομένων προσβλητική για την αυτονομία του προσώπου μπορεί να είναι μόνο η παρούσα ή μελλοντική τους επεξεργασία. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η απώλεια «απλών» δεδομένων δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει παρά μόνο σε μερική απώλεια της αυτονομίας του υποκειμένου τους. Η τελευταία κατηγορία είναι τα «ανώνυμα»[25] δεδομένα, τα οποία καταρχάς είναι αδιάφορα για το δίκαιο αλλά πάντως εγκυμονούν τον κίνδυνο, αν καταστούν αντικείμενο επεξεργασίας να οδηγήσουν σε ένα συγκεκριμένο υποκείμενο, ιδίως μέσα από τη σύγκριση τους με άλλες «επώνυμες» πληροφορίες ή δεδομένα[26]. Η επεξεργασία αποτελεί τον κύριο κίνδυνο και για τις τρεις κατηγορίες δεδομένων, αφού καθιστά δυνατή την αλλοίωση τους αλλά και τη μετατόπιση-παρέκκλιση από την αρχική τους χρήση, χωρίς τη συναίνεσή του υποκειμένου τους.
Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων εμφανίζεται στη νομολογία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου με τις υποθέσεις των ερωτηματολογίων, Mikrozensus[27] και Zensus (Volkszälung)[28].Πρόκειται με την έννοια αυτή για ένα δικαίωμα νομολογιακά μεταπλασμένο, το οποίο οδήγησε αρχικά στην αναγνώριση σχετικής προστασίας σε υπερεθνικό επίπεδο, από το Συμβούλιο της Ευρώπης[29] και από την Ευρωπαϊκή Ένωση[30], αλλά και από τον έλληνα νομοθέτη[31], ενώ στη συνέχεια αναγνωρίστηκε ρητά ως συνταγματικό δικαίωμα στο άρθρο 9Α με την αναθεώρηση του 2001. Ωστόσο, το ελληνικό συνταγματικό δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, σε αντίθεση με το γερμανικό παράδειγμα, όπου η προστασία του δομήθηκε με άξονα την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητα, τα άρθρα 1(1) και 2(1) του Γερμανικού Βασικού Νόμου (GG)[32], συνδέθηκε και μοιράστηκε μεταξύ προσωπικότητας και δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, στη βάση της διάκρισης μεταξύ ευαίσθητων και απλών προσωπικών δεδομένων που εισήγαγε ο Ν. 2472/1997[33]. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων αποδίδεται στη θεωρία με τους όρους, πληροφοριακή ιδιωτικότητα, πληροφοριακός αυτοκαθορισμός, πληροφοριακή αυτοδιάθεση[34]. Η μεγαλύτερη συμβολή της συνταγματικής του αναγνώρισης έγκειται στην ανάπτυξη του αγνοημένου -αν και από τα πλέον σύγχρονα στο Σύνταγμα του 1975, δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, το οποίο εμπλούτισε σε περιπτωσιολογία μέσα από τη δράση της η συνταγματικά κατοχυρωμένη Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα[35]. .
Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, πράγματι, θεμελιώνεται στα δικαιώματα της προσωπικότητας[36] και της ιδιωτικότητας χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται με αυτά. Στο σημείο αυτό έγκειται όπως θα δούμε και ο ιδιόμορφος χαρακτήρας του δικαιώματος, το οποίο αναπτύσσεται ως ετεροαναφορικό, αντλώντας από άλλα δικαιώματα την ηθική του θεμελίωση, λειτουργώντας όμως παράλληλα ως εγγυητής, ως αμυντικός μηχανισμός της προστασίας τους έναντι των σύγχρονων απειλών της τεχνολογίας και της πληροφορικής. Τα προσωπικά δεδομένα συνδέονται αλλά δεν ταυτίζονται με την ιδιωτικότητα. Πολλές πληροφορίες είναι δυνατόν να διαθέτουν μυστικό ή απόρρητο χαρακτήρα (όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τα απόρρητα στρατιωτικά έγγραφα), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ιδιωτικά ή ακόμη περισσότερο «επώνυμα» εφόσον είναι ή παραμένουν πληροφορίες χωρίς συγκεκριμένο υποκείμενο[37]. Αντίστοιχα, υπάρχουν κατηγορίες δεδομένων που δεν μπορούν, δεν είναι δυνατόν να προστατευθούν στο πλαίσιο της προσωπικότητας, διότι υπερβαίνουν τα όρια της ατομικότητας του προσώπου και διεισδύουν σε έναν βαθύτερο ποιοτικά χώρο και πεδίο, αυτόν που προστατεύει η ιδιωτικότητα του προσώπου. Τέτοιες πληροφορίες είναι για παράδειγμα αυτές που αφορούν το σεξουαλικό προσανατολισμό, τη γενετική ταυτότητα ή την αναπαραγωγή. Τα δεδομένα αυτά, όπως επισημάναμε παραπάνω, ορθώς διακρίνονται από τη θεωρία ως ευαίσθητα, διότι συνδέονται με ένα πεδίο ύπαρξης του προσώπου καθοριστικό για την ταυτότητά του και όπου η αυτονομία του είναι δυνατόν να νοηθεί ως ‘οιονεί’ απόλυτη[38]. Και πολλά όμως ακόμη δεδομένα δεν είναι δυνατόν να ενταχθούν εξ αιτίας του ειδικότερου χαρακτήρα τους στη σφαίρα της προσωπικότητας, με τη στενή τουλάχιστον έννοια, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τα δεδομένα που συνδέονται με το θρήσκευμα[39], των οποίων η προστασία, ως ειδικότερη, μοιράζεται μεταξύ των άρθρων 9Α και 13 Σ ή η προστασία των δεδομένων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, η οποία συνδέει το άρθρο 9Α με το άρθρο 19 §1 Σ[40].
Η ετεροαναφορικότητα του δικαιώματος στη προστασία των προσωπικών δεδομένων, η οποία όπως αναφέρθηκε σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνει και την ηθική θεμελίωσή του στην προσωπικότητα και ιδιωτικότητα του προσώπου (προς άλλα ειδικότερα δικαιώματα) δεν είναι κανονιστικά αδιάφορη για δύο κυρίως λόγους: (α) προκειμένου να εντοπιστεί το διακριτό και ειδικό πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και (β) προκειμένου να εντοπιστεί το ειδικό κανονιστικό του βάρος, δηλαδή το πώς, με ποιόν τρόπο είναι δυνατόν να βελτιστοποιήσει την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής σφαίρας του προσώπου. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά προϋποθέτει μια καταρχήν διάκριση μεταξύ των δικαιωμάτων της προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής (άρθρα 5 §1 Σ). Η διάκριση μεταξύ τους δεν μπορεί να θεωρηθεί στεγανή, αφού ουσιαστικά το ένα συνιστά προέκταση του άλλου, η μεν ιδιωτικότητα συνιστά το πεδίο προετοιμασίας της έκφρασης και της επικοινωνίας του προσώπου που το δικαίωμα στην προσωπικότητα προστατεύει και υλοποιεί[41]. Αυτός είναι και ο λόγος που η πραγμάτευσή τους στη θεωρία αναπαρίσταται συχνά ως ‘κρεμμύδι’ ή μέσα από την αναπαράσταση επάλληλων ‘σφαιρών’[42]. Η στενή τους σχέση δικαιολογεί και το γεγονός ότι σε κάποιες έννομες τάξεις, όπως η γερμανική[43], η αμερικανική[44] αλλά και στο κείμενο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αρκεί η κατοχύρωση ή προστασία ενός μόνο από τα δύο δικαιώματα από το οποίο ουσιαστικά συνάγεται ερμηνευτικά και το δεύτερο[45]. Ωστόσο, πρόκειται για δυο διακριτά δικαιώματα με πυρήνα της διαφοράς τους, την εσωτερική και ηθική φύση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, έναντι της εξωτερικής και κοινωνικής και οικονομικής φύσης της προσωπικότητας.
Στο δικαίωμα της προσωπικότητας έχουμε το συγκερασμό ενός δικαιώματος με ηθικά, άυλα αλλά και οικονομικά, υλικά χαρακτηριστικά[46]. Η σύλληψη της προστασίας της εξατομίκευσης του προσώπου συνιστά ουσιαστικά την ηθική αντανάκλαση της προστασίας της ιδιοκτησίας στο δίκαιο, αρχικά στις αστικές κωδικοποιήσεις, οι οποίες στη συνέχεια μεταφέρονται στο Συνταγματισμό. Στην προέλευση αυτή οφείλει το δικαίωμα στην προσωπικότητα το διττό του χαρακτήρα και το γεγονός ότι εμπεριέχει επιμέρους δικαιώματα, τα οποία εμφανίζουν τόσο άυλο όσο και υλικό χαρακτήρα (εικόνα, όνομα, αξιοπρέπεια, τιμή, πνευματική ιδιοκτησία). Στο επίκεντρο της προσωπικότητας τίθεται η έννοια της ακεραιότητας, ως φυσικής και ψυχικής[47] και η προστασία της κατά την εξωτερίκευση του προσώπου, στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή. Η ακεραιότητά αυτή παίρνει τη μορφή ‘αγαθών’ του προσώπου, όρος ο οποίος αποδίδει εύστοχα την ικανότητά τους να αποτιμηθούν οικονομικά για το πρόσωπο. Το δικαίωμα στην προσωπικότητα προστατεύει το πρόσωπο στην επαφή του και στην παρουσίαση του στον έξω κόσμο, από διακινδυνεύσεις που υφίσταται στο πλαίσιο της δράσης του στην κοινωνικο-οικονομική σφαίρα. Το έντονο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας είναι συνεπώς η προστασία που παρέχει στην εξωτερίκευση του προσώπου. Η προσωπικότητα αναφέρεται στο πρόσωπο όπως εντάσσεται στην κοινωνία, όπως αναγνωρίζεται και επικοινωνεί με αυτήν, ως υποκείμενο κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων.
Και στην ιδιωτικότητα δεν λείπει η επαφή με την κοινωνία. Η ίδια η έννοια του δικαιώματος, του κάθε δικαιώματος εμπεριέχει την κατασκευή του στο πλαίσιο της κοινωνίας, αφού αυτή συμπροσδιορίζει τελικά μαζί με το πρόσωπο όχι μόνο το τι προστατεύεται αλλά και τι αναγνωρίζεται ως δικαίωμα. Ωστόσο, η επαφή με την κοινωνία δεν είναι το χαρακτηριστικό εκείνο που διακρίνει την ιδιωτικότητα από κάθε άλλο δικαίωμα, αντίθετα η ιδιωτικότητα αντιτίθεται σε μεγάλο βαθμό στην έννοια της κοινωνίας και του κοινωνικού. Η ιδιωτικότητα συνδέεται με τη διαμόρφωση του εαυτού μας, της ταυτότητας μας σε ένα επίπεδο εσωτερικό, στο επίπεδο της ιδιωτικής ηθικής μας, της δυνατότητας αυτόνομης και ελεύθερης διαμόρφωσης των ηθικών μας αξιών και επιλογών (γύρω από το σώμα, την οικειότητα, την σεξουαλικότητά μας)[48]. Κυρίως, μας επιτρέπει να διαμορφώνουμε τις επιλογές αυτές ανενόχλητοι από κάθε είδους πλειοψηφική κοινωνική πίεση και καταναγκασμό που μας επιβάλουν να οδηγηθούμε στο συμβιβασμό ή την ομοιομορφία. Η ιδιωτικότητα με την έννοια αυτή εγκιβωτίζει κάθε τι το αντιθετικό και μειοψηφικό. Έτσι, ως δικαίωμα μας προστατεύει και στον κοινωνικό και δημόσιο χώρο, κυρίως προστατεύει την ηθική μας διαφορετικότητα, τη δυνατότητά μας να διαμορφώνουμε εναλλακτικούς και διαφορετικούς από τους πλειοψηφικούς τρόπους ζωής[49]. Η προσβολή της είναι δυνατόν να γεννήσει οικονομικές αξιώσεις στο πρόσωπο, χωρίς όμως αυτό να είναι κυρίαρχο στη φύση του δικαιώματος αυτού. Σε αντίθεση με την προσωπικότητα, όπου στο επίκεντρο τίθεται η έννοια της ακεραιότητας και του ‘αγαθού’ στην περίπτωση της ιδιωτικότητας κεντρική θέση κατέχει η έννοια της ταυτότητας[50] του προσώπου και των χαρακτηριστικών που όχι απλώς τον εξατομικεύουν αλλά τον καθιστούν ποιοτικά διαφορετικό. Έτσι, αυτό που τελικά προσβάλλεται δεν είναι η δυνατότητα των δικαιωμάτων που απορρέουν από την προσωπικότητα να αποτιμηθούν αλλά ο βαθμός που η ενδεχόμενη προσβολή τους μπορεί να οδηγήσει στη διακινδύνευση της δυνατότητας του προσώπου να διαμορφώνει ελεύθερος, αυτόνομος την ταυτότητά του, την ηθική του υπόσταση[51].
To δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων ‘στέκεται’ μεταξύ των δύο αυτών δικαιωμάτων: προσωπικότητα και ιδιωτικότητα. To δικαίωμα αυτό φέρνει στην επιφάνεια την περιπτωσιολογία των προσβολών που τα δικαιώματα στην προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή είναι δυνατόν να υποστούν από τη συλλογή, αποθήκευση, επεξεργασία ή χρήση προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου. Έτσι, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων συντίθεται από επιμέρους δεδομένα-πτυχές, μέρη της ιδιωτικότητας και της προσωπικότητας, των οποίων φαίνεται να συνιστά μια δεύτερη και πιο εξειδικευμένη γραμμή άμυνας έναντι των προσβολών που η σύγχρονη χρήση της τεχνολογίας εγκυμονεί. Όσον αφορά τη φύση του, αυτή διασυνδέει τον υλικό, οικονομικό χαρακτήρα της προσωπικότητας με την ηθική διάσταση της ιδιωτικότητας. Η διασύνδεση των δυο δικαιωμάτων ενοποιεί την προστασία του προσώπου τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον κοινωνικό χώρο, αναδεικνύοντας όμως ταυτόχρονα μια εγγενή εσωτερική σύγκρουση όσον αφορά το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Πράγματι, οι ιδιοκτησιακές προσεγγίσεις που κατανοούν τα προσωπικά δεδομένα ως αγαθό αποτιμητό και εξαγοράσιμο οικονομικά, οι οποίες πηγάζουν από τη σύνδεσή του με την «ιδιοκτησιακής» προέλευσης προστασία της προσωπικότητας συναντούν ως όριο τους, την ηθική διάσταση που η ιδιωτικότητα θέτει. Έτσι, η θεώρηση των προσωπικών δεδομένων ως οικονομικού αγαθού σταματά μπροστά στο ηθικό βάθος της ιδιωτικότητας, όταν δηλαδή συγκρούεται με την ανάγκη προστασίας της ταυτότητας του προσώπου.
ΙΙΙ. Άρθρο 9Α Σ: νέο, ειδικότερο, διαδικαστικό ή δευτερογενές δικαίωμα;
Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι από μια πρώτη ματιά αυτό που κατεξοχήν θα ονομάζαμε νέο συνταγματικό δικαίωμα[52]. Κατοχυρωμένο με την αναθεώρηση του 2001 στο άρθρο 9Α, αντικατοπτρίζει μια από τις πιο σύγχρονες εξελίξεις στη σύγχρονη ελληνική αλλά και τη διεθνή θεωρία προστασίας των δικαιωμάτων. Αποκρίνεται στην ανάγκη για κανονιστικό επαναπροσδιορισμό της προστασίας του υποκειμένου έναντι των διακινδυνεύσεων που η σύγχρονη χρήση της τεχνολογίας γεννά για την αυτονομία, την ελευθερία του. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων κερδίζει έδαφος αλλά και αναγνώριση διεθνώς, είτε ως συνταγματικό είτε ως δικαίωμα νομοθετικά ή νομολογιακά αναγνωρισμένο. Από τη σκοπιά ωστόσο, της συνταγματικής θεωρίας το ερώτημα του αν ένα δικαίωμα είναι νέο δεν έχει μόνο να κάνει με τη δυνατότητα του να αντιμετωπίσει ή όχι αποτελεσματικά προκλήσεις που η σύγχρονη κοινωνία της τεχνολογίας, της παγκοσμιοποίηση και του ρίσκου θέτουν για το πρόσωπο. Τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν εμπλέκουν και άλλες παραμέτρους. Έτσι, για παράδειγμα το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων προϋπήρχε ως νομολογιακά διαπλασμένο δικαίωμα ή νομοθετικά κατοχυρωμένο, ώστε η κατοχύρωσή του να συνιστά κάτι νέο για την ελληνική έννομη τάξη; Ακόμη περισσότερο, τι είναι δυνατόν το δικαίωμα αυτό να εισφέρει στο ίδιο το σύστημα προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων, όπως αυτό εξελίχθηκε από το 1975 και μέχρι την αναθεώρηση του 2001[53];
Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι ενδιαφέρουσα όσο και σύνθετη. To δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν διαπλάστηκε νομολογιακά στην Ελλάδα, ούτε όμως και κατοχυρώθηκε νομοθετικά, ως ουσιαστικό δικαίωμα στο Ν. 2472/1997. Πράγματι, η προστασία που ο νόμος παρέχει αφορά αξιώσεις οι οποίες απορρέουν ιδίως από το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή αλλά και από τη συνολική προστασία του συστήματος των συνταγματικά κατοχυρωμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που στο σύνολό τους προστατεύουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Οι αξιώσεις αυτές έχουν ως κοινό παρονομαστή τη μορφολογία τους, δηλαδή το χαρακτήρα «επώνυμης», προσωπικής πληροφορίας[54]. Έτσι: ‘Άρθρο 1, Αντικείμενο: Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής’. Όπως ρητά προκύπτει από το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν προϋπήρξε ως νομοθετικό, αντίθετα έλαβε τη μορφή αξιώσεων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ειδικότερα της ιδιωτικής ζωής. Μολονότι ήταν η κατοχύρωση αυτή που προετοίμασε τη συνταγματική αναγνώριση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, η σχέση αυτή μεταξύ ουσιαστικών συνταγματικών δικαιωμάτων και νομοθετικών αξιώσεων που απορρέουν από τα προσωπικά δεδομένα αποτυπώνεται γλαφυρά στη νομολογία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, τόσο πριν όσο και μετά την αναθεώρηση του 2001[55]. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η συνταγματική του κατοχύρωση ενισχύει τη συμβολική σημασία της διακινδύνευσης από την τεχνολογία και της ανάγκης προστασίας της ιδιωτικότητας και της προσωπικότητας του υποκειμένου στις σύγχρονες συνθήκες[56], δεν επιδρά όμως στην κανονιστική προστασία που ήδη εισφέρονταν στην προστασία των προσωπικών δεδομένων από το Ν. 2472/1997, στο βαθμό που ήδη ο νόμος αυτός διέθετε εξ αιτίας της κοινοτικής προέλευσής του υπερνομοθετική ισχύ[57].
Ωστόσο, πέρα από το συμβολικό επίπεδο τι είναι δυνατόν να εισφέρει στο σύστημα προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων το νέο δικαίωμα του υποκειμένου, στην προστασία των προσωπικών δεδομένων; Δύο πράγματα. Το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζει τη σχέση μεταξύ προσώπου και πληροφορίας ως πτυχής του ανθρώπινου εαυτού. Η πληροφορία όταν διαθέτει υποκείμενο, όταν μπορεί να ταυτιστεί μαζί του παύει να είναι ένα άψυχο αντικείμενο. Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων την προστατεύει, ακόμη και αν έχει φύγει από τον έλεγχο ή την κατοχή του προσώπου, σαν να αποτελεί τμήμα της φυσικής, ψυχικής ακεραιότητας ή της ταυτότητάς του. Πρόκειται για μια σύλληψη, η οποία υπερβαίνει τη φυσική διάσταση του προσώπου και επιτρέπει την προστασία των πτυχών της ιδιωτικότητας και της προσωπικότητας στο πλαίσιο μιας σύγχρονης κοινωνίας, η οποία λειτουργεί εκτός συγκεκριμένων χωρο-χρονικών διαστάσεων. Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι με την έννοια αυτή ένα ειδικότερο δικαίωμα[58]. Συλλαμβάνει μια διάσταση πέρα από αυτήν, που τα υπόλοιπα συνταγματικά δικαιώματα τα οποία προστατεύουν την προσωπική και ιδιωτική σφαίρα του υποκειμένου, κατοχυρώνουν, συνιστώντας την ουσιαστική τους μετεξέλιξη[59]. Πρόκειται για μια νομική μεταφορά[60]. Το δεύτερο είναι ότι το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων συνιστά μια επιπλέον εγγύηση για την προστασία των επιμέρους συνταγματικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό το οποίο θα εξεταστεί αναλυτικότερα παρακάτω, το οποίο όμως του προσδίδει τη λειτουργία μιας εξωτερικότερης γραμμής άμυνας των επιμέρους συνταγματικών δικαιωμάτων.
Η σχέση που αναπτύσσει το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων το καθιστά δικαίωμα ουσιαστικό ή διαδικαστικό; Ουσιαστικά θεωρούμε τα δικαιώματα τα οποία εγγυώνται την προστασία μιας πτυχής της αυτονομίας του προσώπου. Διαδικαστικά είναι τα δικαιώματα τα οποία εγγυώνται την αποτελεσματικότητα της προστασίας πολλών επιμέρους πτυχών της αυτονομίας του προσώπου[61]. Διαθέτουν χαρακτήρα εξασφαλιστικό. Έτσι για παράδειγμα, το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα συνιστά διαδικαστικό δικαίωμα αφού είναι δυνατόν να εγγυηθεί την προστασία του δικαιώματος στο περιβάλλον ή στην ιδιωτική ζωή[62], το δικαίωμα αναφοράς στις αρχές, το δικαίωμα ακρόασης, όπως και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας[63] στις αρχές είναι διαδικαστικά διότι εγγυώνται την προστασία των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών κοκ. Η θέση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων προβληματίζει ως προς τη φύση του, διότι πράγματι διαθέτει ένα κοινό προς τα διαδικαστικά δικαιώματα χαρακτηριστικό, αυτό της διασύνδεσης, εγγύησης της προστασίας άλλων δικαιωμάτων. Αυτό που κυρίως ενισχύει την προσέγγιση αυτή είναι η κατοχύρωση του δικαιώματος στο πλαίσιο της λειτουργίας μια ανεξάρτητης αρχής για την προστασία του, δηλαδή η αναγνώριση αρμοδιότητας προστασίας του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων[64].
Καταρχήν αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι τα διαδικαστικά δικαιώματα δεν στερούνται απολύτως ουσιαστικού περιεχομένου. Το αντίθετο. Η στέρηση, η απώλειά τους για το υποκείμενο επιδρά καθοριστικά στην πολιτική αυτονομία του υποκειμένου. Τα δικαιώματα πρόσβασης στα έγγραφα (δικαίωμα πληροφόρησης) και αναφοράς ενισχύουν τον πολιτικό ακτιβισμό, την ενεργοποίηση του πολίτη, τη συμμετοχή του στην κοινωνική και πολιτική ζωή, ενώ ενδυναμώνουν την κριτική και τον έλεγχο που αυτός ασκεί έναντι της κρατικής εξουσίας. Τα δικαιώματα αυτά εμφανίζουν έντονα ενεργητικό χαρακτήρα. Το ίδιο ισχύει με έναν κυρίως έμμεσο τρόπο και για τα δικαιώματα δικαστικής προστασίας και ακρόασης, αφού με αυτά δίνεται η δυνατότητα στο πρόσωπο να ακουστεί, να εκφράσει τις απόψεις του και να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του. Από την άποψη αυτή τα διαδικαστικά δικαιώματα εγγυώνται την πολιτική αυτονομία του προσώπου αλλά και την προστασία και την ενδυνάμωση περαιτέρω δικαιωμάτων της ιδιωτικής και προσωπικής σφαίρας.
Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι ωστόσο δυνατόν να ενταχθεί στην κατηγορία των διαδικαστικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο αυτού του προσδιορισμού; H απάντηση είναι αρνητική για τρεις κυρίως λόγους. Η προσφυγή του υποκειμένου στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δεν διαθέτει χαρακτήρα εγγύησης για την πολιτική όσο για την κοινωνική συμβίωση. Το πρόσωπο κινδυνεύει εξίσου αν όχι λιγότερο από τις κρατικές σε σχέση με τις ιδιωτικές τράπεζες δεδομένων. Η ίδια η προστασία του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων ως προς τη διαδικασία προστασίας του υποκειμένου από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δεν εμπλέκει τις έννοιες του ελέγχου, της κριτικής, της διαφάνειας που εμφανίζονται πολύ έντονες στα διαδικαστικά δικαιώματα τα οποία λειτουργούν πρωτίστως ως θεματοφύλακες της δημοκρατίας. Τέλος, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων ενδυναμώνει μεν την προστασία επιμέρους δικαιωμάτων, η απώλειά του όμως, η προσβολή δεν έχει τις συνέπειες που επιφέρει η προσβολή των διαδικαστικών δικαιωμάτων: στα διαδικαστικά δικαιώματα, η προσβολή τους αποστερεί εντελώς από το πρόσωπο τη δυνατότητα απόλαυσης επιμέρους δικαιωμάτων, αντίθετα στην περίπτωση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, η προστασία μπορεί να εξασφαλιστεί και από τα επιμέρους δικαιώματα και από τη νομοθετική ρύθμιση (Ν. 2472/1997) ακόμη και από τη δικαστική εξουσία, σε περίπτωση που η αρμόδια Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων αδρανήσει. Πράγματι, ως διαδικαστική στο δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων εμφανίζεται μόνο η διασύνδεσή του προς επιμέρους δικαιώματα, η ετεροαναφορικότητά του.
Πως όμως στην περίπτωση αυτή είναι δυνατόν να αξιολογηθεί ο ετεροαναφορικός χαρακτήρας του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων αν όχι από τη σκοπιά του διαδικαστικού δικαιώματος; Στο βαθμό μάλιστα που το δικαίωμα αυτό έρχεται να επεκτείνει και να ενισχύσει άλλα επιμέρους συνταγματικά δικαιώματα, διαθέτει δηλαδή περαιτέρω εγγυητική για τα επιμέρους συνταγματικά δικαιώματα κανονιστική σημασία, πως αυτή παράγωγη κανονιστικότητά του επιδρά στην ίδια τη φύση του αλλά και στον τρόπο με τον οποίο το σύνολο των συνταγματικών δικαιωμάτων, ως σύστημα, λειτουργεί στο Σύνταγμα του 1975/86/01/08;
ΙV. Η σύνθετη κανονιστικότητα του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων από τη σκοπιά Συντάγματος και νόμου
Η ερμηνευτική ανάλυση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων στην ελληνική συνταγματική θεωρία, με επίκεντρό της το άρθρο 9Α, εμφανίζει δύο αντιφάσεις, εγγενείς ως προς τη βασική καταβολή και στοχοθεσία του. Η πρώτη είναι η εξής: το δικαίωμα θεωρείται «νέο», όσον αφορά τη χρονική του κατοχύρωση αλλά και το συσχετισμό του με την τεχνολογική εξέλιξη. Ωστόσο, η ερμηνεία του πραγματοποιείται με τα παραδοσιακά εργαλεία προσέγγισης των κλασικών συνταγματικών δικαιωμάτων. Έτσι, το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται σε γενικές γραμμές ως ατομικό, αμυντικό δικαίωμα[65] και ενοποιείται ουσιαστικά, με τα ιστορικά προγενέστερά του δικαιώματα της προσωπικής και ιδιωτικής σφαίρας.
Ωστόσο, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων διαφοροποιείται ως προς τη γραμματική διατύπωση του από τα παραδοσιακά, ατομικά-αμυντικά δικαιώματα. Παρατηρούμε λοιπόν ότι κατοχυρώνεται ως δικαίωμα προστασίας καθενός «από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει». Πρόκειται για διατύπωση που παραπέμπει περισσότερο σε νομοθετικά ρυθμισμένο, παρά συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Η κατοχύρωση αυτή τυποποιεί μια σειρά από προσβολές του δικαιώματος που θυμίζουν αστικές αδικοπρακτικές συμπεριφορές. Δεν αποδίδεται με τον τρόπο αυτό όμως με ευκρίνεια, το ουσιαστικό περιεχόμενο του δικαιώματος, όπως συνήθως συμβαίνει με τα κλασικά[66] αλλά και νέα, ατομικά δικαιώματα[67]. Επιπλέον, η διατύπωση αυτή, αντί να προσδιορίζει τα όρια του δικαιώματος, όπως συμβαίνει με τα δικαιώματα που διαθέτουν και αμυντική λειτουργία[68] προσδιορίζει και θετικές αξιώσεις του προσώπου ως προς την αποθήκευση, επεξεργασία κλπ. των πληροφοριών που το αφορούν. Είναι ένα ερώτημα επομένως, αν η λειτουργία που εμφανίζει στο ελληνικό Σύνταγμα ή η φύση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων μπορεί τελικά να συμπυκνωθεί στην κλασική τυπολογία του ατομικού-αμυντικού δικαιώματος.
Η δεύτερη εγγενής αντίφαση, αφορά την προσέγγιση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, ως δικαιώματος με αυτοτελές, διακριτό[69], θεμελιώδες[70] (πέρα από απλώς συνταγματικό) περιεχόμενο. Πρόκειται για ερμηνευτική οπτική η οποία επικρατεί στη θεωρία, παρότι το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων εμφανίζεται να θεμελιώνεται, να συνδέεται και τελικά να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με άλλα δικαιώματα, όπως η προσωπικότητα και η ιδιωτικότητα. Έτσι, ενώ θεωρητικά υποστηρίζεται η αυτονόμηση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων από τα υπόλοιπα δικαιώματα της προσωπικής-ιδιωτικής σφαίρας του υποκειμένου, ουσιαστικά η θεωρία υιοθετεί την εκδοχή της συστηματικής τους ερμηνείας[71]. Η θεωρητική αυτή επιλογή, αν και ανομολόγητη είναι ορθολογική αλλά και συστηματική. Έτσι, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, συνέχεται με την προστασία των δικαιωμάτων της ιδιωτικής και προσωπικής σφαίρας, όπως η κοινή κανονιστική τους εξέλιξη υποδηλώνει, χωρίς να αυτονομείται από αυτά. Με τον τρόπο αυτό πιστοποιείται και η ενισχυμένη κανονιστική βαρύτητα που η συστηματική, συμπληρωματική ερμηνεία του με τα ανωτέρω δικαιώματα, του προσδίδει.
Με βάση τα παραπάνω, στο κείμενο αυτό εισάγονται δύο βασικά επιχειρήματα. Το πρώτο είναι ότι το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων στερείται διακριτού ουσιαστικού περιεχομένου, χωρίς αυτό να μειώνει την κανονιστική του σημασία. Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων εμφανίζει μια παράγωγη κανονιστικότητα, η οποία εκφράζεται ως ετεροαναφορικότητα. Με δυο λόγια, αυτό που εμφανίζεται ως κρίσιμο σε σχέση με το δικαίωμα αυτό είναι η αναζήτηση της ηθικής του θεμελίωσης στην αυτονομία του υποκειμένου, άλλοτε στην αρνητική της πτυχή (πληροφοριακή αυτοδιάθεση)[72] και άλλοτε στη θετική (πληροφοριακός αυτοκαθορισμός)[73]. Επίσης, κρίσιμη καθίσταται η επαφή πτυχών του ουσιαστικού του περιεχομένου με άλλα δικαιώματα, όπως η προσωπικότητα ή η ιδιωτικότητα, όταν προστατεύει πληροφορίες που συνδέονται με την εξατομίκευση ή την ταυτότητα, την ιδιωτική ζωή του υποκειμένου, αντίστοιχα. Πρόκειται για θέση που η κρατούσα θεωρία αποδέχεται, επιμένοντας όμως παράλληλα στην αυτοτέλεια του δικαιώματος.
Τι σημαίνει παράγωγη κανονιστικότητα; Πρόκειται για μια σύγχρονη διάκριση που απαντάται στη θεωρία του Luigi Ferajolli[74], την οποία επιβάλει η εμφάνιση μιας νέας γενιάς δικαιωμάτων που προωθούνται στα σύγχρονα, συστηματικά στη μορφή τους ευρωπαϊκά συνταγματικά κείμενα. Η διάκριση αυτή, χωρίς να διασπά την τυπική ισοδυναμία των συνταγματικών δικαιωμάτων, ενισχύει τη συστηματική τους ερμηνεία, ενώ υπερβαίνει την παραδοσιακή προσέγγιση του ατομικού-αμυντικού δικαιώματος. Τα δικαιώματα αυτά έχουν το χαρακτηριστικό, ότι αντί να λειτουργούν ως ουσιαστικές πτυχές της αυτονομίας και ελευθερίας του προσώπου, επικεντρώνονται στην επιβολή κυρώσεων, στην ενίσχυση αξιώσεων και συμφερόντων του υποκειμένου ή τυποποιούν προσβλητικές για τα δικαιώματα πρακτικές, παραπέμποντας στην ουσία σε άλλα δικαιώματα, με τα οποία συνδέονται άρρηκτα. Σε μια τέτοια κατηγορία φαίνεται να εντάσσεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, όπως αναγνωρίζεται στο άρθρο 9Α Σ αλλά και το δικαίωμα απάντησης (άρθρο 14 Σ). Η θέση αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται στην ελληνική θεωρία, στο ζήτημα της παρακολούθησης δημόσιων συναθροίσεων από κάμερες. Είναι χαρακτηριστική έτσι στη συζήτηση αυτή, η επιλογή της θεωρητικής ανάλυσης θεωρίας, παρά την πεποίθησή της στην κανονιστική αυτοτέλεια του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, να θεμελιώνει τελικά την προσβολή του στην ιδιωτική και συλλογική αυτονομία του υποκειμένου ή να επεκτείνει το ουσιαστικό του περιεχόμενο ανάγοντας το στην ιδιωτική του ζωή.
Το δεύτερο επιχείρημα που διατυπώνεται στο σημείο αυτό ως φυσική συνέχεια του προηγούμενου, είναι το ακόλουθο: η αποδοχή του ετεροαναφορικού χαρακτήρα του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, επιβάλει τη συστηματική του ερμηνεία με άλλα δικαιώματα, όπως για παράδειγμα η ιδιωτικότητα ή και άλλα δικαιώματα, όπως η προσωπικότητα ή η αξιοπρέπεια του προσώπου. Έτσι, στην πράξη, η όποια ερμηνευτική ανάλυση του ουσιαστικού περιεχομένου του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων ταυτίζεται ουσιαστικά με την κανονιστική σχέση που αναπτύσσει μαζί τους. Για να απαντήσουμε στο τι προστατεύει το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, θα πρέπει να έχουμε καταλήξει στο τι προστατεύει η ιδιωτικότητα, η προσωπικότητα κοκ. του υποκειμένου και στο κατά πόσο το περιεχόμενο τους είναι και περιεχόμενο της πληροφοριακής ελευθερίας και αυτονομίας του.
Γιατί το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι ετεροαναφορικό και ποιες είναι οι κανονιστικές συνέπειες μη κατανόησης αυτού του χαρακτήρα του; To δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων αναδεικνύει και προστατεύει μια νέα πτυχή του ανθρώπινου εαυτού, τη digital μορφή του ως ψηφιδωτού πληροφοριών. Επίκεντρο της προστασίας που παρέχει είναι η πληροφορία. Η πληροφορία, όμως ως έννοια είναι αξιολογικά και ηθικά, ουδέτερη. Με την έννοια αυτή, το δικαίωμα στα προσωπικά δεδομένα για να αποκτήσει ηθικό και αξιολογικό περιεχόμενο αναζητά εξωτερική θεμελίωση ως προς την ποιότητα των πληροφοριών που θα προστατεύσει. Αυτή την αναγκαία θεμελίωση την παρέχουν άλλα δικαιώματα, πχ. προστατευμένες θεωρούνται οι πληροφορίες που συνδέονται με την ιδιωτικότητα, την προσωπικότητα του υποκειμένου, ή τη θρησκευτική του ελευθερία. Πρόβλημα ετεροναφορικότητας και άρα ηθικής θεμελίωσης του δικαιώματος δημιουργεί και ο ιδιοκτησιακός του χαρακτήρας. Πρόκειται για την ικανότητα της πληροφορίας να αποτελεί όχι μόνο συνέχεια του ανθρώπινου αυτού, αλλά και διακριτό, ξεχωριστό ως προς αυτόν αντικείμενο[75]. Η κριτική αξιολόγηση αυτής της «αντικειμενικής», ιδιοκτησιακής οπτικής, απαιτεί πάντοτε ως όριο πχ. της έκθεσης ή συναίνεσης του υποκειμένου στην εκχώρηση των προσωπικών του δεδομένων, την αναζήτηση εξωτερικής κανονιστικής, ηθικής θεμελίωσης σε πτυχές-δικαιώματα, της αυτονομίας και ελευθερίας του προσώπου[76].
Η κεντρικότερη κανονιστική συνέπεια της μη αποδοχής του χαρακτήρα του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων ως ετεροαναφορικού είναι η αποτυχία του να προστατεύσει το πρόσωπο, έναντι των διακινδυνεύσεων που η σύγχρονη εξέλιξη της τεχνολογίας εγκυμονεί. Έτσι, ο περιορισμός στο στενό πεδίο της «συλλογής, επεξεργασίας και αποθήκευσης των προσωπικών δεδομένων» δημιουργεί τον κίνδυνο, αποκλειστικής απαρίθμησης της τυπολογίας αυτής προσβολών του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Παραγνωρίζεται με τον τρόπο αυτό η ύπαρξη και άλλων περαιτέρω προσβλητικών πρακτικών, όπως η δημοσιοποίηση και αποκάλυψη των δεδομένων του προσώπου, η φυσική ενόχλησή του και η παρακολούθηση του[77]. Τις προσβλητικές αυτές πρακτικές αντλεί η νομολογία της Αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από τη θεμελίωση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων στην αυτονομία, την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητα του υποκειμένου κλπ.[78] Μέσα από τη διεύρυνση δηλαδή του «στενού», γραμματικού πεδίου προστασίας του.
Πως εμφανίζεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, ως ετεροαναφορικό, μέσα από την οπτική, από το φακό του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή; Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν ταυτίζεται με την ιδιωτικότητα του προσώπου, απλά αναπαριστά μια πτυχή της, αυτή που θα μπορούσε να αποδοθεί ως «πληροφοριακή ιδιωτικότητα» του υποκειμένου. Και αυτή με τη σειρά της δεν εξαντλεί το περιεχόμενο του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, το οποίο εκτός από την προστασία των πληροφοριών του προσώπου περιλαμβάνει και άλλες πτυχές, όπως την οικειότητα, την ερωτική του ζωή και τη σεξουαλικότητά του[79]. Τα δύο δικαιώματα δηλαδή τέμνονται χωρίς να ταυτίζονται ως προς το ουσιαστικό τους περιεχόμενο. Αυτό που επισημαίνεται από την παρατήρηση αυτή, είναι ότι πάντως τα δύο δικαιώματα μοιράζονται ένα κοινό πεδίο το οποίο κατανέμεται μεταξύ τους ως εξής: Το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή συμβάλει στη θεμελίωση και στον προσδιορισμό του ουσιαστικού περιεχομένου του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, το προσδιορίζει δηλαδή ηθικά και ουσιαστικά. Από την αντίστροφη οπτική το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων ενισχύει την πρακτική προστασία της ιδιωτικότητας, λειτουργεί ως αμυντική της ζώνη, ενώ συμβάλει στην τυποποίηση και μορφοποίηση των προσβολών και διακινδυνεύσεων που είναι δυνατό να υφίσταται. Ουσιαστικά το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, αποτυπώνει την εξέλιξη του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα, όπως και άλλων δικαιωμάτων έναντι των διακινδυνεύσεων που η τεχνολογία εγκυμονεί για το πρόσωπο. Ειδικότερα θα λέγαμε, ότι ο συσχετισμός τους αποτυπώνει τη στάθμιση μεταξύ αυτονομίας και ασφάλειας του προσώπου, ως κατευθυντήριου άξονα της προστασίας των δικαιωμάτων του στις σύγχρονες συνθήκες διακινδύνευσης της ελευθερίας.
V. Συμπεράσματα. Η δυναμική φύση των συνταγματικών δικαιωμάτων
Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, όπως αναγνωρίζεται στο άρθρο 9Α Σ, είναι ένα δικαίωμα με σύνθετη, παράγωγη κανονιστικότητα και ετεροαναφορικό χαρακτήρα. Η διαπίστωση αυτή, δεν απομειώνει την κανονιστική του σημασία διαφοροποιεί όμως τον τρόπο με τον οποίο καθίσταται αποτελεσματική και κανονιστικά ισχυρή η επίκληση και η εφαρμογή του στην πράξη. Αυτό που προτείνεται στη μελέτη μας, είναι η αναγνώριση ότι η ιδιαίτερη αυτή φύση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, επιβάλει η αποτελεσματική του προστασία από τον εφαρμοστή του δικαίου να λαμβάνει τη μορφή ενός ad hoc ορθολογικού συλλογισμού. Στην κατάστρωση του συλλογισμού αυτού θα πρέπει να προτάσσεται η ηθική θεμελίωση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, στην αυτονομία και ελευθερία του ατόμου και στη συνέχεια να ακολουθεί ο εμπλουτισμός του ουσιαστικού του περιεχομένου μέσα από τη συστηματική του ερμηνεία με άλλα δικαιώματα, όπως στο παράδειγμα της μελέτης μας, το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Στο συμπέρασμα του συλλογισμού αυτού, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων θα καταλήγει στην πρακτική ενίσχυση των δικαιωμάτων με τα οποία ερμηνεύεται συστηματικά, διαπλάθοντας τις αναγκαίες κάθε φορά θετικές αλλά και αμυντικές αξιώσεις προστασίας τους.
Τέλος, δεν είναι δυνατόν να μην επισημάνουμε ότι η αυτοτελής αξία της συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων στο ελληνικό Σύνταγμα βασίζεται στην δυνατότητά του να εξασφαλίσει για το σύνολο των δικαιωμάτων της ιδιωτικής και προσωπικής σφαίρας του ατόμου, μια νέα σύγχρονη γραμμή άμυνας έναντι των καινοφανών διακινδυνεύσεων που γεννούν για το πρόσωπο η κοινωνία της πληροφορίας και η παγκοσμιοποίηση. Στο δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων αποτυπώνεται ο μη στατικός, δυναμικός και ζωντανός χαρακτήρας των δικαιωμάτων και η ικανότητά τους να προσαρμόζονται στην κοινωνική εξέλιξη και μεταβολή, πάντα με στόχο να εξασφαλίζουν με τον αποτελεσματικότερο τρόπο την προστασία της ελευθερίας και της αυτονομίας του προσώπου, πάντα ως υποκειμένου και όχι αντικειμένου του δικαίου.


[1] To κείμενο που ακολουθεί αποτελεί προέκταση μιας σύντομης εισήγησης, η οποία παρουσιάστηκε στο ΙΑ΄ Συνέδριο του Ομίλου Μάνεση (Σύρος, 18-19 Σεπτέμβρη 2009) και έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, 7/2011, σελ. 679-691. Η συγγραφέας ευχαριστεί ιδιαίτερα τον καθηγητή Κώστα Σταμάτη για τις κρίσιμες υποδείξεις του κατά την προετοιμασία του κειμένου, καθώς και την αναπλ. καθηγήτρια Χριστίνα Δεληγιάννη-Δημητράκου. Στο τελικό κείμενο περιλαμβάνονται απαντήσεις στα εύστοχα σχόλια τα οποία υπέβαλλε ο καθηγητής Γιάννης Δρόσος αλλά και στις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις των καθηγητών Χαράλαμπου Ανθόπουλου, Σπυρίδωνα Βλαχόπουλου, Γιώργου Κατρούγκαλου, Αντώνη Μανιτάκη και Σταύρου Τσακυράκη, που υποβλήθηκαν στη συζήτηση που ακολούθησε.
[2] Δ.Ν. Δικηγόρος, Ειδική Επιστήμονας ΔΠΘ, ΣΕΠ ΕΑΠ.
[3] Άρθρο 9A: «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει».
[4] Βλ. Ν. 2472/1997, Α. Γ. Καΐσης /Ν. Α. Μ. Παρασκευόπουλος, Προστασία Προσωπικών Δεδομένων, Σάκκουλας, 2001, σελ. 5 επ.
[5] Βλ. J. Wagner DeCew, «Privacy and Policy for Genetic Research», Ethics and Information Τechnology, 2004, σελ. 5 (6).
[6] Βλ. X. Ακριβοπούλου (διατριβή), Μεταξύ αυτονομίας και οικειότητας: αναπροσδιορίζοντας το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή (άρθρο 9 §1 Σ), Τμήμα Νομικής ΑΠΘ, 2009, σελ. 162-171.
[7] Βλ. Β. Rössler, The value of privacy, Polity Press, 2005, σελ. 9, της ίδιας, «Privacies: an overview» σε Privacies, Philosophical Evaluationsεπιμ. B. Rössler), Stanford University Press, 2004, 1 (6-11). Επίσης, J. L. Cohen, Regulating Intimacy, Princeton University Press, 2004, σελ. 50-51 και D. J. Solove, «Conceptualizing Privacy», California Law Review, 2002, 1087 (1104). (
[8] Βλ. Ακριβοπούλου (διατριβή), ό.π. σελ. 166-167 και της ίδιας, «Η προστασία της ερωτικής ζωής και η ιδιωτικότητα στο πλαίσιο σχέσεων «ειδικής εξουσίασης». Σχόλιο στην απόφαση ΣτΕ 1680/2007», ΔτΑ, 2008, σελ. 247 (252). Επίσης, βλ. Β. Rodriguez-Ruiz, «The right to privacy: a discourse-theoretical approach», Ratio Juris, 1998, σελ. 155 (155-156), Επίσης, Α. Cuto, «Privacy and justification», Res Publica, 2006, σελ. 223 (224-225). Βλ. για τη σύνθετη σχέση αρνητικής-θετικής ελευθερίας που ακολουθείται εδώ, βλ. I. Berlin, Τέσσερα δοκίμια περί ελευθερίας, Scripta, 2001, σελ. 257-258.
[9] Βλ. J. Wagner DeCew, In pursuit of privacy: law, ethics and the rise of technology, Cornell University Press, 1997, σελ. 4-5.
[10] Βλ. D. J. Solove, «Α taxonomy of privacy», University Pennsylvania Law Review, 2006, σελ. 477 (516-519).
[11] Βλ. D. J. Solove, «“I’ve got nothing to hide” and other misunderstandings of privacy», San Diego Law Review, 2007, 745 (753).
[12] Βλ. D. J. Solove, Information Privacy Law, Aspen Publishers, 2003, σελ. 47-51.
[13] Βλ. C. R. Sunstein, Repubic.com 2.0, Princeton University Press, 2007, σελ. 97-99, Solove (2002), ό.π. σελ. 1113. Επίσης βλ. Ch. Akrivopoulou/ A. Stylianou, «Navigating in internet: privacy and the ‘transparent’ individual», Socioeconomic and legal implications of electronic intrusion, (επιμ. D. Politis/ Ph. Cozyris/ I. Iglezakis), IGI Global, 2009, σελ. 122 (122-123).
[14] Βλ. Κ. L. Karst, «The files: legal controls over the accuracy and accessibility of stored personal data», Law & Contemporary Problems, 1966, σελ. 432 (444).
[15] Βλ. για παράδειγμα τις βάσεις δεδομένων ‘VIS’ και ‘SIS’ που η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί στο πλαίσιο της Συνθήκης Schengen (1985), Ν. Μούσης, Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτική, Παπαζήσης, 2008, σελ. 155.
[16] Βλ. D. J. Solove, The digital person: technology and privacy in the information age, New York University Press, 2004, 47 επ.
[17] Βλ. τους ιδιαίτερους κινδύνους που η επεξεργασία αυτή κρύβει στην περίπτωση των γενετικών δεδομένων σε G. Laurie, Genetic Privacy: a challenge to Medico-legal norms, Cambridge University Press, 2002, σελ. αλλά και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου βλ. την υπόθεση S & Marper κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Νο 30562/04 και 30566/04, της 4 Δεκεμβρίου 2008, § 69, 72, 75. Βλ. Θ. Π. Παπαθεοδώρου, Επιτηρούμενη Δημοκρατία: H ηλεκτρονική παρακολούθηση των πολιτών στην κοινωνία της διακινδύνευσης, Βιβλιόραμα, 2009, σελ. 22, 33.
[18] Βλ. Υ. Poullet/ J. M. Dinant, «The internet and private life in Europe» σε New dimensions in privacy law: international and comparative prospectivesεπιμ. Α. Τ. Kenyon/ M. Richardson), Cambridge University Press, 2006, σελ. 60 (60-62). (
[19] Βλ. Χ. Ακριβοπούλου, «Το δικαίωμα στην εικόνα ως πτυχή της προσωπικότητας του ατόμου», ΕΔΔ, 2009, σελ. 633-640.
[20] Βλ. Ι. Δ. Ιγγλεζάκης, Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, Σάκκουλας, 2003, σελ. 85. Βλ. Ν. 2472/1997, άρθρο 2 §2, όπου ως ευαίσθητα ορίζονται τα δεδομένα τα οποία συνδέονται με «…τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή».
[21] Βλ. R. Downie & J. Macnaughton, Bioethics and humanities: attitudes and perceptions, Routledge-Cavendish, 2007, σελ. 43, 47. Επίσης, βλ. S. Fendrick, «The role of privacy in genetic research», Α Journal of Law & Policy for the Information, 2009, σελ. 803 (810) και S. A. McLeanσελ. 173. , «Autonomy, consent and the law», Routledge-Cavendish, 2010,
[22] Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί το ΕΔΔΑ στην υπόθεση S. & Marper κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π. § 75, 76.
[23] Ιδρύοντας «θετικές υποχρεώσεις προστασίας», όπως το άρθρο 9Α του ελληνικού Συντάγματος, βλ. Χ. Ακριβοπούλου, «Η ιδιωτικότητα και τα σύνορα του κυβερνοχώρου στη νομολογία του ΕΔΔΑ», ΕΔΔ, 2009, σελ. 368 (376).
[24] Για παράδειγμα τα δεδομένα μιας φορολογικής δήλωσης, μια φωτογραφία προσώπου τραβηγμένη σε δημόσιο χώρο, βλ. στα παραδείγματα αυτά, É. Picard, «The right to privacy in French law» σε Protecting privacy, Clarendon Press, 1999, σελ. 49, (σ. 87, υποσ. 79 και σ. 79, υποσ. 46, 47, με τα αντίστοιχα παραδείγματα από τη νομολογία των γαλλικών πολιτικών δικαστηρίων), τα δεδομένα που περιέχονται στα απορρίμματα που ρίχνουμε στον κάδο βλ. Solove (2002), ό.π. σελ. 1115, ή οι τηλεφωνικές συνομιλίες στο χώρο εργασίας, βλ. Halford κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 25 Ιουνίου 1997, Νο 20605/92 § 42, 44, 45.
[25] Βλ. για τη διάκριση αυτή, Wagner DeCew (2004), ό.π. σελ. 6.
[26] Βλ. Χ. Ακριβοπούλου, «Η ανωνυμία ως ιδιωτικότητα ή επικοινωνία στο διαδίκτυο», ΕΔΔ, 2009, σελ. 504 (507).
[27] Βλ. 27 BVerfGE 1 (1969), όπως αναλύεται σε J. Schwabe, Entscheidungen des Bundesverfassungsgerichts, Studienauswahl, Band 1-100, 7. Auflage, Hamburg 2000, σελ. 46.
[28] Βλ. 65 BVerfGE 1 (1984). Για μια αναλυτική παρουσίαση της υπόθεσης βλ. D. P. Kommers, The Constitutional Jurisprudence of the Federal Republic of Germany, Duke University Press, 1997, σελ. 333.
[29] Βλ. Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης (108) της 28.1.1981, όπως τέθηκε σε ισχύ την 1.12.1995 και κυρώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2068/1992, «Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα». Βλ. Α. Γ. Καϊσης, ό.π. σελ. 99.
[30] Βλ. Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών». Βλ. Α. Γ. Καΐσης, ό.π. σελ. 51.
[31] Ό.π. υποσ. 4.
[32] Βλ.E.Eberle, Dignity and Liberty: Constitutional visions from Germany and the United States, Praeger Publishers, 2002, σελ. 57, 67, 94. Βλ. έτσι και για την ελληνική έννομη τάξη σε Χ. Χρυσανθάκης, Εισηγήσεις Συνταγματικού Δικαίου: Οργάνωση του κράτους, ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2007, σελ. 219.
[33] Βλ. Καΐσης, ό.π. σελ. 7 άρθρο 2 α΄ και β΄.
[34] Βλ. Α. Σωτηρόπουλος, Η συνταγματική προστασία των προσωπικών δεδομένων, Σάκκουλας, 2006, σελ. 96, Π. Δόνος, «Τεχνολογική διακινδύνευση και προστασία προσωπικών δεδομένων» σε Νέες τεχνολογίες και συνταγματικά δικαιώματα (προλ. Ν. Αλιβιζάτος), Σάκκουλας, 2004, σελ. 23-28, (26). Επίσης, βλ. Α. Γέροντας, Πληροφορική και Δίκαιο, Αντ. Σάκκουλας, 1991, σελ. 194-195. Του ίδιου, «Το δικαίωμα αυτοδιάθεσης πληροφοριών. Υπερβολή ή αναγκαιότητα;», ΤοΣ, 1997, σελ. 849-867.
[35] Βλ. την παρουσίαση των αποφάσεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. σε Καΐσης, ό.π. Επίσης, βλ. Λ. Μήτρου, Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Αντ. Σάκκουλας, 1999.
[36] Βλ. Μ. Σταθόπουλος, «Η χρήση προσωπικών δεδομένων και η διαπάλη μεταξύ ελευθεριών των κατόχων τους και ελευθεριών των υποκειμένων τους», ΝοΒ, 2000, σελ. 1-19, (7-8).
[37] Βλ. Ακριβοπούλου (διατριβή), σελ. 129.
[38] Βλ. ΣτΕ 1680/2007 με σχόλιο Χ. Ακριβοπούλου, ΔτΑ, 2008, σελ. 265-272, σημείο 6, όπου και αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι, «…η ερωτική ζωή περιλαμβάνεται στον πυρήνα της απαραβίαστης σφαίρας της ιδιωτικής ζωής και προστατεύεται από το Σύνταγμα. Τον πυρήνα αυτόν δεν μπορεί να προσβάλει κανείς (δημόσια αρχή ή ιδιώτης) με οποιοδήποτε τρόπο…».
[39] Βλ. την απόφαση αριθ. 77 Α/2002 της 25.6.2002, ΝοΒ, 2003, με παρατηρήσεις Β. Βουτσάκη, σελ. 582-586 (584), σχετικά με την αναγραφή θρησκεύματος στο απολυτήριο, όπου η Αρχή συνδέει την προστασία των προσωπικών δεδομένων με το άρθρο 13 §1 Σ, υπογραμμίζει ότι «…η αναγραφή του θρησκεύματος στο απολυτήριο –όπως άλλωστε και η μη συμπλήρωση του σχετικού πεδίου αν υπάρχει- θα μπορούσε επιπλέον να εκθέσει τον κάτοχο του απολυτηρίου σε διακρίσεις με βάση τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, ενδεχόμενο το οποίο σύμφωνα με την § 1 του άρθρου 13 του Σ η έννομη τάξη καλείται πάση θυσία να αποτρέψει…».
[40] Βλ. χαρακτηριστικά την απόφαση 278/2004 Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, δημοσιευμένη ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα του ΔΣΑ: www.dsanet.gr, η οποία αφορούσε ανεπιθύμητα για το υποκείμενο τηλεφωνήματα σε ιδιωτικό και επαγγελματικό χώρο, με επίκληση των άρθρων 2 §1, 5 §1, 9 §1, 9Α και 19 §1 Σ.
[41] Βλ. την απόφαση 4701/2002, ΔίΜΕΕ, 2004, σελ. 212-223 (213) όπου το Δικαστήριο διατύπωσε την άποψη ότι, «Η ιδιωτική ζωή συνιστά τον πυρήνα της ανθρώπινης προσωπικότητας, της αξίας του ανθρώπου. Με άλλα λόγια, η ιδιωτική ζωή τελεί σε εγγενή και μάλιστα κεντρική σχέση προς την θεμελιώδη αξία της αξίας του ανθρώπου. Ο ιδιωτικός βίος, η ελευθερία και η αξία του ανθρώπου τελούν σε τέτοια σχέση ώστε η απουσία ή η διακινδύνευση ενός από τα τρία δικαιώματα πλήττει σοβαρά το άλλο».
[42] Βλ. Picard, ό.π. σελ. 60. Επίσης ssler (2005), ό.π. σελ. 5.
[43] Βλ. H. Stoll, «Τhe General Right to Personality in German Law: An Outline of its Development and Present Significance», σε Protecting Privacy, The Clifford Chance lectures Vol. IV (επιμ. B. S. Markesinis), Clarendon Press, 1999, σελ. 29-47.
[44] E. J. Eberle«Human dignity, Privacy, and personality in German and American Constitutional Law», Utah Law Review, 1997, σελ. 963-1055. ,
[45] Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του άρθρου 8 §1 ΕΣΔΑ, από όπου και απορρέουν αξιώσεις που συνδέονται τόσο με την προσωπικότητα όσο και με την ιδιωτικότητα του ατόμου. Βλ. Χ. Ακριβοπούλου/ Ο. Θ. Παπαδοπούλου, «Ιδιωτικότητα και «αθέμιτα αποδεικτικά μέσα», [Σχόλιο με αφορμή τις αποφάσεις: Cour de Cassation (Cass. Crim) de 14 Fenvier 2006 και Wisse vs France της 20.3.2006 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου], ΤοΣ, 2007, σελ. 1073-1086 (1080-1081). Επίσης, βλ. H. –T. Gómez –Arostegui, «Defining private life under the European Convention on Human Rights by referring to reasonable expectations», Cal. W. Int’l L.J., Spring 2005, σελ. 153-202 (154-155).
[46] Βλ. Η. Beverley-Smith, A. Ohly, A. Lucas-Schloetter, Privacy, Property and Personality, Cambridge University Press, 2005, σελ. 15 επ.
[47]Ibid σελ. 32 επ.
[48] Βλ. Cohen, ό.π. σελ. 54-57.
[49] Ibid σελ. 50-51.
[50] Βλ. τη χρήση του όρου ‘ταυτότητα’ στο άρθρο 5 §5 Σ, το οποίο αναφέρεται στην προστασία του γενετικού μας ‘εαυτού’ πυρήνα της προστασίας της ιδιωτικότητας του προσώπου. Βλ. S & Marper κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π. § 72.
[51] Η αυτονομία υφίσταται ως βάση και των δύο δικαιωμάτων προσωπικότητας και δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Στην πρώτη περίπτωση δικαιολογεί και θεμελιώνει σκοπούς του ατόμου που συνδέονται με την εξατομίκευση και την ακεραιότητά του στη δεύτερη με σκοπούς που συνδέονται με την ταυτότητα και την ηθική του υπόσταση. Η θεμελίωση των δικαιωμάτων στην αυτονομία δεν τους προσδίδει ‘εγωιστικό’ χαρακτήρα, όπως η κλασική φιλελεύθερη θεωρία υποστηρίζει, αντίθετα παραπέμπει σε μια ελευθερία η οποία οριοθετείται από τα δικαιώματα των άλλων. Βλ. Χ. Ακριβοπούλου (διατριβή), ό.π. σελ. 509-511, 517-518 και Βλ. M. Aγγελίδη, Δικαιώματα και κανόνες στην πολιτική, Στοχαστής, 2008, σελ. 18. Επίσης για την εξέλιξη αυτή, βλ. P. Ridola, Τα θεμελιώδη δικαιώματα στην ιστορική εξέλιξη του συνταγματισμού (μετ. Γ. Τσόλκας, επιμ. Χ. Ανθόπουλος/ Χ. Ακριβοπούλου), Παπαζήσης, 2010.
[52] Βλ. Τ. Κ. Βιδάλης, «Νέα δικαιώματα στην πρόταση για την αναθεώρηση του Συντάγματος», σε Αναθεώρηση του Συντάγματος και εκσυγχρονισμός των θεσμών (προλ. & επιμ. Γ. Παπαδημητρίου), Αντ. Σάκκουλας, 2000, σελ. 93-106, (94), επίσης Λ. Μήτρου, «Προστασία προσωπικών δεδομένων: ένα νέο δικαίωμα;», σε Το Νέο Σύνταγμα (επιμ. Δ. Θ. Τσάτσος/Ε. Β. Βενιζέλος/ Ξ. Ι. Κοντιάδης), Αντ. Σάκκουλα, 2001, σελ. 83-104. Βλ. επίσης στο ζήτημα αυτό, Κ. Χρυσόγονος, Μια βεβαιωτική αναθεώρηση, Αντ. Σάκκουλας, 2001, καθώς και Ξ. Κοντιάδης, Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, Αντ. Σάκκουλας, 2002.
[53] Βλ. στα ερωτήματα αυτά, Σ. Βλαχόπουλος, Διαφάνεια της κρατικής δράσης & προστασία των προσωπικών δεδομένων, Αντ. Σάκκουλας, 2007, σελ. 58-61.
[54] Βλ. στο Ν. 2472/1997, άρθρο 2, α΄, τη διάκριση μεταξύ «επώνυμων» και «ανώνυμων» δεδομένων, όπως γίνεται και παραπάνω στο κείμενο. Ειδικότερα, ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα νοούνται «…κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πια να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων».
[55] Βλ. την απόφαση της Αρχής 245/9/2000, σε Καΐση, ό.π. σελ. 303-305 όπου και χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι, «η τήρηση αρχείου με δακτυλικά αποτυπώματα για τον έλεγχο της παρουσίας εργαζομένων, πέρα από την εύλογη αντίδραση των υποκειμένων που προκαλεί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βαρύνει περισσότερο από την ανάγκη προστασίας του δικαιώματος του ατόμου στην ιδιωτική ζωή». Επίσης, βλ. από τη μετέπειτα νομολογία, τις αποφάσεις 3/2008 (25.1.2008) και 17/2008 (21.3.2008) της Αρχής, δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα της Aρχής: www.dpa.gr
[56] Βλ. για τη συμβολική πέρα από την εγγυητική λειτουργία των δικαιωμάτων, M. Neves, The symbolic force of human rights, Philosophy Social Criticism, 2007, σελ. 441-444.
[57] Βλ. Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και κοινοτικό δίκαιο: το ζήτημα της ‘υπεροχής’, Αντ. Σάκκουλα, 2007, σελ. 122 επ. , 130 επ.
[58] Πρβ. από άλλη σκοπιά Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σελ. 210-211.
[59] Βλ. Χ. Ανθόπουλος, «Το δικαίωμα στη δημόσια ανωνυμία. Προστασία προσωπικών δεδομένων, ελευθερία του συνέρχεσθαι και ηλεκτρονικός έλεγχος των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων», ΕΔΔ, 2007, σελ. 719-728 (721), ο οποίος χαρακτηρίζει το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, «ως εξελιγμένη μορφή του δικαιώματος ιδιωτικού βίου».
[60] Βλ. χαρακτηριστικά για τη σημασία της μεταφοράς αυτής, Solove (2004), ό.π. 27-28.
[61] Βλ. Μ. Taruffo, Abuse of procedural rights: comparative standards of procedural fairness, Wolters Kluwer, 1999.
[62] Βλ. Δ. Δ. Λέντζης, Η πρόσβαση στα έγγραφα των κοινοτικών οργάνων, Σάκκουλας, 2008, W. Hins/ D. Voorhoof, Access to State-Held Information: A Fundamental Right, EuConst, 2007, σ. 114. Βλ. επίσης τη διαδικαστική λειτουργία του δικαιώματος στη νομολογία του ΕΔΔΑ, απόφαση Sener κατά Τουρκίας, 18 Ιουλίου 2000, Cyprus κατά Τουρκίας, 10 Μαΐου 2001, Leander κατά Σουηδίας, 26 Μαρτίου 1987, Gaskin κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 7 Ιουλίου 1989, Guerra και λοιποί κατά Ιταλίας, 9 Φεβρουαρίου 1998 και Κ. Η. και λοιπών κατά Σλοβακίας, 6.11.2009. Επίσης, στη νομολογία των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΠΕΚ και ΔΕΚ, ΠEK, Carvel v. Council, Υπόθεση T-194/94 [1995] ECR II-2675, ΠΕΚ, World wildlife Fund v. Commission, Υπόθεση T-105/95 [1997] ECR II-313, ΠΕΚ, BAT v. Commission, Υπόθεση T-111/00 [20010] ECR II 2997, ΠΕΚ, Technische Glaswerke Ilmenau GmbH v. Commission, Υπόθεση T-237-02, της 14.12.2006, ΔΕΚ, Van der Wal and Netherlands v. Commission, Υποθέσεις C-174/98 P και Ψ-189/98 P [2000] ECR I-1, ΔΕΚ, Hautala v. Council, Υπόθεση C-353/99 P [2001] ECR I-9565 και ΔEΚ, Mattila v. Council and Commission, Υπόθεση C-353/01, P, 22.1.2004.
[63] Βλ. από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, McGinley & Egan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 9 Ιουνίου 1998, §84-90, Sutter κατά Ελβετίας, 28 Ιουνίου 1984, Campbell & Fell κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 24 Νοεμβρίου 1997, Werner κατά Αυστρίας, 24 Απριλίου 2001, B. & P. Loiseau κατά Γαλλίας, 7 Φεβρουαρίου 2006.
[64] Στο σημείο αυτό δεν έχουμε την ίδρυση μιας διαδικασίας όσο την ανάληψη μια θετικής υποχρέωσης από την πλευρά της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, προστασίας των προσωπικών δεδομένων του προσώπου, έναντι της κρατικής εξουσίας αλλά και τρίτων. Στην ουσία, το δικαίωμα αυτό εμφανίζεται και ως «κανόνας αρμοδιότητας» της Αρχής. Κατά τον διαχωρισμό του K. Adomeit, Rechtstheorie für Studenten, UTB, 1998, σελ. 48-52, οι κανόνες αρμοδιότητας διακρίνονται σε αυτούς που α) προσδιορίζουν τον φορέα της αρμοδιότητας, β) ρυθμίζουν την διαδικασία άσκησης της αρμοδιότητας και γ) προσδιορίζουν το αντικείμενο της αρμοδιότητας. Είναι εμφανές ότι το άρθρο 9Α συνδυάζει και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, αποτελεί δηλαδή μικτό κανόνα αρμοδιότητας. Έτσι και ο R. Alexyσελ. 152-154, A theory of constitutional rights, Oxford University Press, 2004,
[65] Βλ. Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σελ. 212, «Κατά βάση πάντως το δικαίωμα πληροφορικής αυτοδιάθεσης δεν παύει να είναι ένα ατομικό-αμυντικό δικαίωμα που θεμελιώνει πρωτίστως αξιώσεις αποχής…». Π. Γ. Μαντζούφας, Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης, Σάκκουλας, 2006, σελ. 253.
[66] Βλ. για παράδειγμα άρθρο 9 §1 Σ, «Η κατοικία καθενός είναι άσυλο».
[67] Βλ. για παράδειγμα άρθρο 5 §5 Σ, «Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας».
[68] Βλ. για παράδειγμα άρθρο 5 §1 Σ , «Καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του…εφόσον δεν προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων». Επίσης, άρθρο 14 §2, «Ο τύπος είναι ελεύθερος».
[69] Βλ. Μήτρου, ό.π. σελ. 90. Αντίθετα, εξειδίκευση του 5 §1 Σ το θεωρεί ο Χρυσόγονος, ό.π. 210-211.
[70] Βλ. Μαντζούφας, ό.π. σελ. 256. Θα μπορούσε να υποβληθεί το αντεπιχείρημα της μη αναγνώρισης του δικαιώματος σε διεθνείς συνθήκες προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και η μη άμεση σύνδεσή του με την ανθρώπινη υπόσταση, η οποία διέρχεται έμμεσα μέσα από άλλα δικαιώματα, όπως η προσωπικότητα, η ιδιωτικότητα κλπ. Βλ. Χ. Ακριβοπούλου (βιβλιοπαρουσίαση), «Δ. Δ. Λέντζης, Η πρόσβαση στα έγγραφα των κοινοτικών οργάνων, Σάκκουλας, 2008», σ. 420 (421-422).
[71] Βλ. έτσι Ανθόπουλος, ό.π. σελ. 721 και Γ. Κατρούγκαλος, «Οι κάμερες παρακολούθησης, το λυκόφως των ανεξάρτητων αρχών και η δοκιμασία του κράτους δικαίου», ΕΔΔ, 2007, σελ. 752-762 (752).
[72] Η αρνητική και η θετική πτυχή, ενυπάρχουν σε κάθε δικαίωμα το οποίο αποτελεί ένα σύνολο ‘θέσεων’ του ατόμου κατά την αντίληψη του Alexy, ό.π. σελ. 159. Επίσης, βλ. C. de Giacomo, Diritto, libertà e privacy nel mondo della communicazione globale, Giuffrè, Milano, 1999, σελ. 28-29. Η «πληροφοριακή αυτοδιάθεση» επιτρέπει στο πρόσωπο να κατέχει τις πληροφορίες του και να τις διαχειρίζεται αρνητικά, ανενόχλητος δηλαδή από την παρέμβαση της κρατικής εξουσίας και των άλλων.
[73] Ο «πληροφοριακός αυτοκαθορισμός» συνδέεται με τη δυνατότητα του ατόμου να ελέγχει τα προσωπικά του δεδομένα και να τα αξιοποιεί θετικά στο πλαίσιο των σκοπών της αυτονομίας του, με άξονα τις ελεύθερα διαμορφωμένες προσωπικές του επιλογές και προκειμένου να αναπτύξει την προσωπικότητά του. Στη νομολογία του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (Zensus (Volkszälung), 65 BVerfGE 1 (1984) o πληροφοριακός αυτοκαθορισμός συνδέεται με την προστασία της αξίας του ανθρώπου και με τη δυνατότητά του να καθορίζει ως υποκείμενο και όχι ως αντικείμενο την ‘πληροφοριακή του ταυτότητα’.
[74] Βλ. L. Ferrajoli, Fundamental Rights, International Journal of the Semiotics of Law, 2001, 1-33 (7).
[75] Πρόκειται για τη «χρηστική» αξία των προσωπικών πληροφοριών, όπως για παράδειγμα η εικόνα του προσώπου, βλ. χαρακτηριστικά την υπόθεση Douglas and Others vs. Hello! Ltd (2001) 2 WLR 992, καθώς και τα σχόλια του Β. Μαρκεζίνη, «Οι υποθέσεις Καρολίνας του Μονακό, Κάθριν Ζέτα Τζόουνς και Ναόμι Κάμπελ από σκοπιάς συγκριτικού δικαίου», ΔτΑ, 2005, σελ. 11-30.
[76] Βλ. χαρακτηριστικά το σκεπτικό της Αρχής προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην υπόθεση Big Brother, 92/2001, Καΐσης, ό.π. σελ. 359 (360), στις οποίες εξετάζεται το ζήτημα της εκχώρησης των προσωπικών δεδομένων παικτών reality show και τα όρια της, όπως αυτά διαγράφονται από τις εγγυήσεις που απορρέουν από τα συνταγματικά δικαιώματα, «Επομένως, και κατά τις συνταγματικές αυτές επιταγές, η τριτενέργεια των οποίων στις ιδιωτικές σχέσεις είναι αυτόματη…η αξία του ανθρώπου και η προστασία της υλικής και ηθικής του υπόστασης είναι υπέρτατη δημόσιας τάξης αρχή από την οποία δεν είναι δυνατή η παραίτηση».
[77] Βλ. Solove (2006), σελ. 478 επ.
[78] Βλ. την απόφαση 62/2007 (23.10.2007) δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα της Αρχής: www.dpa.gr, την οποία απασχόλησε η απαξία της διαρκούς παρακολούθησης εργαζομένων, ως προσβλητική για την προσωπικότητά τους πρακτική, «Η συνεχής παρακολούθηση των εργαζομένων, χωρίς μάλιστα οι ίδιοι να γνωρίζουν τους όρους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται η βιντεοσκόπηση έχει σαν αποτέλεσμα να λειτουργεί το αίσθημα του «φόβου» προληπτικά για κάθε παράνομη ενέργεια που θα μπορούσαν να διαπράξουν. Είναι όμως προσβλητικό για την προσωπικότητα να εργάζεται κάποιος υπό συνθήκες φόβου».
[79] Βλ. Ακριβοπούλου (2008), σελ. 250-251, «…η οικειότητα περιλαμβάνει πέρα από τις ερωτικές, το σύνολο των διυποκειμενικών σχέσεων επικοινωνίας που χτίζει το άτομο, όπως για παράδειγμα φιλικές ή συγγενικές σχέσεις […] αποτελεί … το «θερμοκήπιο» μιας σειράς σχέσεων, οι οποίες χωρίς την ασπίδα της ιδιωτικότητας δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ή να εξελιχθούν».

Διάλογος μεταξύ ελληνικών δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

Γ.-Δ. Τσαπραζής (καταχώρηση 21/10/2011)

Διάλογος μεταξύ ελληνικών δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

“Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε το εικονίδιο του pdf”

Διοικητικές κυρώσεις – Αντίθεση του αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ, στο Σύνταγμα

ΣτΕ 2067/2011 Τμ. B΄ επτ.

Διοικητικές κυρώσεις – Αντίθεση του αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ, στο Σύνταγμα

[…]

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2117/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 1206/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε προσφυγή των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 10/19.8.1997 πράξεως του ΣΤ΄ Τελωνείου Ε.Τ.Σ. Θεσσαλονίκης, με την οποία (α) αποδόθηκε στον πρώτον των αναιρεσειόντων, …. ……… , συμμετοχή σε τέσσερεις παραβάσεις λαθρεμπορίας υγρών καυσίμων με το τέχνασμα της εικονικής εξαγωγής, του καταλογίστηκαν διαφυγόντες φόροι συνολικού ύψους 17.968.436 δραχμών, για την καταβολή των οποίων κηρύχθηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος με τον …………. , και επιβλήθηκε στους συμμετέχοντες στις παραβάσεις αυτές, ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υποχρέους, πολλαπλούν τέλος συνολικού ύψους 143.747.488 δραχμών και κατ’ επιμερισμό στον πρώτο αναιρεσείοντα πολλαπλό τέλος ποσού 64.686.370 δραχμών, και (β) κηρύχθηκε η δεύτερη των αναιρεσειόντων, εταιρία ……….. , αστικώς συνυπεύθυνη για την πληρωμή του συνόλου των καταλογισθέντων ποσών διαφυγόντων φόρων και πολλαπλού τέλους, ύψους 161.715.924 δραχμών. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιορίστηκε στο ποσό των 158.196 ευρώ (53.905.308 δραχμών) το συνολικό ύψος του πολλαπλού τέλους για την καταβολή του οποίου κηρύχθηκε αλληλεγγύως υπεύθυνος ο πρώτος αναιρεσείων και αστικώς συνυπεύθυνη η δεύτερη αναιρεσείουσα, ήτοι στο τριπλάσιο των διαφυγόντων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, μειώθηκε στο ποσό των 71.188 ευρώ (24.257.389 δραχμών) το συνολικό ποσό του πολλαπλού τέλους που επιβλήθηκε ατομικώς σε βάρος του πρώτου των αναιρεσειόντων, ενώ απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η έφεσή τους.

3. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 3182/2010 παραπεμπτικής αποφάσεως του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση, λόγω μείζονος σπουδαιότητος, νομίμως δε συζητείται, κατ’ άρθρο 21 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α’ 8), παρά την απουσία των αναιρεσειόντων, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελητού του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης Ευστρατίας Μπαρμπέρη με ημερομηνία 2.11.2010, αντίγραφο της ως άνω παραπεμπτικής αποφάσεως, με την οποία είχε ορισθεί και δικάσιμος ενώπιον της παρούσης επταμελούς συνθέσεως, κοινοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2944/2001 (ΦΕΚ Α΄ 222).

4. Επειδή, στην παρούσα αναιρετική δίκη παρεμβαίνουν με το από 15.3.2011 κοινό δικόγραφο οι ομόρρυθμες εταιρίες «………….» και «………………………………..», επικαλούμενες την υπ’ αυτών άσκηση εννέα (9) αιτήσεων αναιρέσεως που αφορούν τα αυτά ζητήματα που τίθενται στην παρούσα υπόθεση και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο οι ως άνω εταιρίες δεν παρέστησαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε εμφανίσθηκαν οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους για να δηλώσουν ότι εγκρίνουν την άσκηση της εν λόγω παρεμβάσεως, ενώ, εξ άλλου, δεν προσκομίσθηκε, μέσω της Γραμματείας του Δικαστηρίου, συμβολαιογραφική πράξη παροχής πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο. Συνεπώς, η ως άνω παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη προεχόντως ελλείψει νομιμοποιήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 27 του π. δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), όπως ισχύει.

5. Επειδή, με το ν. 2127/1993 «Εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 48), ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: στο άρθρο 1 αυτού ότι «Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά» και ότι «καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου», στο άρθρο 2 ότι «1. Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας. 2. Ως εισαγωγή νοείται η είσοδος των προϊόντων αυτών από τρίτες χώρες στο εσωτερικό της χώρας. Εάν όμως τα προϊόντα έχουν τεθεί υπό τελωνειακό καθεστώς κατά την είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας, η εισαγωγή τους λογίζεται ότι γίνεται τη στιγμή που εξέρχονται από αυτό το καθεστώς. Με την επιφύλαξη των εθνικών και κοινοτικών διατάξεων, όσον αφορά τα τελωνειακά καθεστώτα, όταν τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και προέρχονται ή προορίζονται για τρίτη χώρα… βρίσκονται α) υπό κοινοτικό τελωνειακό καθεστώς διαφορετικό από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή β) έχουν τοποθετηθεί σε ελεύθερη ζώνη ή σε ελεύθερη αποθήκη… θεωρείται ότι βρίσκονται υπό καθεστώς αναστολής της επιβολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης… Επί των εισαγομένων και εξαγομένων προϊόντων του άρθρου 1 εφαρμόζονται οι διατάξεις της τελωνειακής και συναφούς νομοθεσίας», στο άρθρο 3 ότι «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) … γ) εγκεκριμένος αποθηκευτής: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές να παράγει, να μεταποιεί, να κατέχει, να παραλαμβάνει και να αποστέλλει κατά την άσκηση του επιτηδεύματός του προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη υπό καθεστώς αναστολής», στο άρθρο 4 παρ.1 ότι «Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση… Θεωρείται ως θέση σε ανάλωση των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης: α) κάθε έξοδος, ακόμα και αντικανονική, από καθεστώς αναστολής…», στο άρθρο 11 παρ. 3 ότι «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος ο εγκεκριμένος αποθηκευτής α) ….. β) επέχει ευθύνη έναντι του Δημοσίου για τους φόρους που αναλογούν στα προϊόντα», στο άρθρο 61 παρ. 3 ότι «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 67, η ευθύνη του εγκεκριμένου αποθηκευτή, ο οποίος πραγματοποίησε την αποστολή και ενδεχομένως του μεταφορέα, λήγει μόνο με την απόδειξη της παραλαβής των προϊόντων από τον παραλήπτη, που γίνεται με την προσκόμιση του θεωρημένου αντιτύπου του συνοδευτικού εγγράφου που προβλέπεται από τα άρθρα 64 και επόμενα», στο άρθρο 65 ότι «1. Το καθεστώς αναστολής του εδαφίου α΄ του άρθρου 3 λήγει με τη θέση των προϊόντων που υπάγονται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης σε τελωνειακό καθεστώς της παραγράφου 2 του άρθρου 2 … 2. Επίσης, το καθεστώς αναστολής λήγει όταν τα προϊόντα εξάγονται. Για την απόδειξη της πραγματοποίησης της εξαγωγής προσκομίζεται πιστοποιητικό που χορηγεί το τελωνείο εξόδου των προϊόντων από το κοινοτικό έδαφος. Το τελωνείο αυτό αποστέλλει στον αποστολέα επικυρωμένο το επιστρεπτέο αντίτυπο του συνοδευτικού εγγράφου που προορίζεται γι΄ αυτόν. 3. Σε περίπτωση μη τακτοποίησης του καθεστώτος αναστολής ο αποστολέας υποχρεούται εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία αποστολής των προϊόντων να ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του εσωτερικού της χώρας. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί επί δίμηνο, εφόσον υπάρχει δικαιολογητικός λόγος». Και, τέλος, στο άρθρο 67 ότι «4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δρχ. για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας».

6. Επειδή η ελληνική έννομη τάξη αντιμετώπιζε ανέκαθεν ιδιαίτερα αυστηρά την λαθρεμπορία, προκειμένου να την καταστήσει αποτρεπτική για τους ενδιαφερόμενους παρά τα τεράστια κέρδη που συνεπάγεται. Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 100 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, ΦΕΚ Α΄ 73), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του α.ν. 2081/1939 (ΦΕΚ Α΄ 495), «Λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, υποκειμένων είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ΄ αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των υπ΄ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον», σύμφωνα δε με την περίπτωση θ΄ της επόμενης παρ. 2, που προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952 (ΦΕΚ Α΄ 113), ως λαθρεμπορία θεωρείται και «η αγορά, πώλησις και κατοχή εμπορευμάτων εισαχθέντων ή τεθέντων εις την κατανάλωσιν κατά τρόπον συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας». Εξ άλλου, με το άρθρο 3 του α.ν. 1514/1950 (ΦΕΚ Α΄ 240) ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 1591/1950 (ΦΕΚ Α΄ 295), προστέθηκε παράγραφος 2 στο άρθρο 89 του Τελωνειακού Κώδικα, βάσει της οποίας το κατά το άρθρο 100 του Τελωνειακού Κώδικα περιγραφόμενο (περιπτωσιολογικώς και εννοιολογικώς) αδίκημα της λαθρεμπορίας χαρακτηρίζεται νόμω και ως τελωνειακή παράβαση, ασχέτως του αν τούτο ήθελε κριθεί ή μη υπό των ποινικών δικαστηρίων αξιόποινο. Ούτω, σύμφωνα με την διάταξη αυτή της παρ. 2 του άρθρου 89 «Ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται … η καθ΄ οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσι δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου, και αν έτι ήθελε κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας». Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του α.ν. 1514/1950 προστέθηκαν παρ. 3 και 8 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, στις οποίες, όπως η παρ. 3 τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του ν. 495/1976 (ΦΕΚ Α΄ 337), ορίζεται αντίστοιχα ότι «Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παρ. 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών επιβάλλεται κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επομ. του παρόντος ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενο ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων εν συνόλω, δια πάντας τους συνυπαιτίους» και ότι «Ουδεμίαν επιρροήν εξασκεί επί των αποφάσεων των Δικαστηρίων η αθωωτική ή καταλογιστική απόφασις των Διοικητικών Δικαστηρίων και Επιτροπών ουδέ τανάπαλιν». Εν όψει του νομοθετικού αυτού καθεστώτος, καθώς το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι «στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει….» και στο άρθρο 96 παρ.1 ότι «στα τακτικά ποινικά δκαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι», γίνεται παγίως και ανεξαιρέτως δεκτό ότι επί λαθρεμπορίας, το Σύνταγμα ανέθεσε λόγω εξειδικεύσεως την επίλυση των μεν διαφορών από πράξεις της τελωνειακής αρχής στα διοικητικά δικαστήρια, των δε ποινικών στα ποινικά. Ελλείψει, μάλιστα, διατάξεως αντίστοιχης του άρθρου 94 παρ. 3, που κατ’ εξαίρεση επιτρέπει, σε ειδικές περιπτώσεις να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών στα πολιτικά, η εν λόγω υπαγωγή των επιμάχων διαφορών στα διοικητικά και ποινικά δικαστήρια αντίστοιχα είναι αποκλειστική. Εξ άλλου, το άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α΄ 97), υπό τον τίτλο «Δέσμευση από αποφάσεις άλλων δικαστηρίων», ορίζει ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη».

7. Επειδή, όπως γίνεται παγίως δεκτό (βλ. ΣτΕ 990/2004 Ολομ. κλπ), οι μνημονευθείσες διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σε συνδυασμό ερμηνευόμενες, έχουν την έννοια ότι η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία και το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει επί υποθέσεως επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αλλά υποχρεούται απλώς να την συνεκτιμήσει κατά την διαμόρφωση της κρίσεώς του. Αν και κατά την γνώμη του Προέδρου, του Συμβούλου Εμμ. Κουσιουρή και του Παρέδρου Ι. Σύμπλη, η ρητή διάταξη του άρθρου 97 παρ. 8 του Τελωνειακού Κώδικα, ως έχει μετά την μερική τροποποίησή της με το άρθρο 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, ενόσω δεν κρίνεται αντίθετη στο Σύνταγμα, απαγορεύει, πλην της περιπτώσεως της αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως, τόσο στο διοικητικό, όσο και στο ποινικό δικαστήριο να λάβει υπ’ όψη ως νόμιμο στοιχείο κρίσεως απόφαση δικαστηρίου του άλλου κλάδου. Δεν τίθεται, συνεπώς, κατά την άποψη αυτή, θέμα συνεκτιμήσεως μιας τέτοιας αποφάσεως.

8. Επειδή, αφ’ ετέρου, η Ελλάδα, η οποία είχε κυρώσει με το ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256) την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κύρωσε με τον ν. 1705/1987 (ΦΕΚ Α΄89) και το 7ο Πρόσθετο Πρωτόκολλό της, που, με διάταξη ανάλογη του άρθρου 57 παρ. 1 του Κώδικα της Ποινικής Δικονομίας (π.δ. 258/1986, ΦΕΚ Α΄121), κατά το οποίο «Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ` αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός», στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζει ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού».

9. Επειδή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο, κατά το άρθρο 19 της ΕΣΔΑ, έχει συσταθεί προκειμένου να διασφαλισθεί ο σεβασμός των συμβαλλομένων Κρατών προς τις υποχρεώσεις τους και το οποίο έχει, κατά το άρθρο 32 της ΕΣΔΑ, δικαιοδοσία σε όλα τα θέματα που αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων της, ερμηνεύει την διάταξη αυτή με τρόπο ανάλογο εκείνου του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που αναφέρεται σε «κατηγορία ποινικής φύσεως». Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να μην διαφεύγει κάθε Κράτος των υποχρεώσεών του μεταμφιέζοντας καταδίκες και διώξεις που, ως εκ της φύσεώς τους, είναι πράγματι ποινικές σε άλλης μορφής κυρώσεις, όπως π.χ. σε διοικητικές, έκρινε ότι η ένταξη μιας κύρωσης στην ύλη του διοικητικού δικαίου κατά την εσωτερική έννομη τάξη, δεν αρκεί για να αποκλείσει την υπαγωγή της στις “κατηγορίες ποινικής φύσεως” κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Προς τούτο χρησιμοποίησε τρία κριτήρια, τα γνωστά και ως «κριτήρια Engel» (από την απόφαση αρχής του ΕΔΔΑ της 8 Ιουνίου 1976, Engel και λοιποί κατά Ολλανδίας, σκ. 85, Series A no. 22), το αν η σχετική νομοθετική διάταξη ανήκει στην ύλη του εθνικού ποινικού δικαίου, την φύση της παραβάσεως και, τέλος, την φύση και τον βαθμό σοβαρότητας της κυρώσεως που κινδυνεύει να υποστεί ο ενδιαφερόμενος. Με βάση αυτά, ενέταξε στις ποινικής φύσεως τις κυρώσεις που προβλέπονται στο ελληνικό δίκαιο για τελωνειακές παραβάσεις (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 24.9.1997, Γαρυφάλλου ΑΕΒΕ κατά Ελλάδος, 93/1996/712/909), κάτι που αποδέχθηκε και η νομολογία του Δικαστηρίου τούτου (ΣτΕ 689/2009 επταμ.), έστω και αν τα πολλαπλά τέλη, ως απλές οικονομικές κυρώσεις, δεν έχουν, ανεξαρτήτως του ύψους τους, τον ατιμωτικό χαρακτήρα των στερητικών της ελευθερίας κυρώσεων που, πράγματι, δικαιολογεί μια τέτοια κρίση. Στην συνέχεια, το ΕΔΔΑ διευκρίνισε ότι η έννοια της ποινικής διώξεως ή καταδίκης στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου είναι αντίστοιχη της εννοίας της κατηγορίας ποινικής φύσεως του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και, συνεπώς, ισχύουν και στην περίπτωση αυτή τα κριτήρια Engel, διευρυμένα ώστε να περιλαμβάνουν και το κατά πόσο ένα μέτρο επιβάλλεται ως επακόλουθο ποινικής καταδίκης και των διαδικασιών λήψεως και επιβολής του μέτρου (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ επί του παραδεκτού της 11.12.2007, Haarvig κατά Νορβηγίας, 11187/05, υπό κεφ. Β’). Ένας ειδικότερος προβληματισμός που αναπτύχθηκε στους κόλπους του ΕΔΔΑ σε σχέση με το πότε συντρέχει η «ίδια παράβαση», κατέληξε με την απόφασή του σε μείζονα σύνθεση της 10.2.2009, Zolotukhin κατά Ρωσίας, 14939/03, σκ.82-84, καθώς και την απόφαση της 16.6.2009, Ruotsalainen κατά Φινλανδίας, 13079/03,σκ. 49 επομ., ότι υφίσταται ταυτότητα αδικημάτων, όταν πρόκειται για ταυτόσημα ή ουσιωδώς όμοια πραγματικά περιστατικά, στα οποία εμπλέκεται ο ίδιος δράστης και τα οποία έχουν ενότητα τόπου και χρόνου, ανεξάρτητα από το νομικό τους χαρακτηρισμό.

10. Επειδή, η εφαρμογή της νομολογίας αυτής του ΕΔΔΑ στην ελληνική έννομη τάξη οδηγεί σε απροσδόκητα αποτελέσματα. Έτσι, όταν οι δυο διαδικασίες, διοικητική και ποινική, κινούνται η μια κατά νομικού προσώπου, και η άλλη κατά του νομίμου εκπροσώπου του, έστω και αν πρόκειται για την ίδια ουσιαστικά επιχείρηση, δεν υπάρχει για το ΕΔΔΑ κανένα απολύτως πρόβλημα, αφού τυπικά πρόκειται για δυο διακεκριμένα πρόσωπα (βλ. ΕΔΔΑ της 6.12.2007, Γιαννετάκη Ε. & Σ. Μεταφορική ΕΠΕ κλπ. κατά Ελλάδος, 29829/2005). Όταν, όμως, οι δυο διαδικασίες κινούνται κατά του αυτού φυσικού προσώπου, όπως εν προκειμένω, τότε, κατά το ΕΔΔΑ, τίθεται θέμα προσβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τούτου. Γιατί οι δυο διαδικασίες δεν εμποδίζονται μεν να κινηθούν παράλληλα, όμως, η πρώτη που οριστικοποιείται, οποιαδήποτε, καθιστά επιβεβλημένη την ακύρωση της άλλης λόγω παραβάσεως της αρχής non bis in idem. Όταν, λοιπόν, το διοικητικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η οικεία διαδικασία στα ποινικά δικαστήρια έχει ολοκληρωθεί με αμετάκλητη απόφαση, είτε καταδικαστική είτε αθωωτική, υποχρεούται όχι να δεσμευθεί εν μέρει από αυτήν, είτε, έστω την συνεκτιμήσει, αλλά, εκ τούτου και μόνο, να ακυρώσει το πολλαπλό τέλος που επιβλήθηκε από τις τελωνειακές αρχές. Αντίστοιχα, όταν το ποινικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η διαδικασία στα διοικητικά δικαστήρια έχει ολοκληρωθεί με αμετάκλητη απόφαση, οφείλει, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, εκ τούτου και μόνο, να παύσει την ποινική δίωξη. Είναι προφανές ότι, για το ΕΔΔΑ, το σύστημα που έχει κατά νουν ο έλληνας νομοθέτης, συντακτικός και κοινός, δεν μπορεί να λειτουργήσει. Θα πρέπει, κατά την βούλησή του, να υπάρξει ένα εξ αρχής νέο, στο οποίο όλες οι κυρώσεις, διοικητικές και ποινικές, να επιβάλλονται από ένα μόνο δικαστήριο. Αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι επιτρεπτό αφού, μάλιστα, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το Σύνταγμα, ελλείψει διατάξεως αντίστοιχης εκείνης του 94 παρ. 3, στο μεν διοικητικό δικαστήριο ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα η επίλυση των διοικητικών διαφορών, στο δε ποινικό η των ποινικών υπό την έννοια που τους δίνει όχι το ΕΔΔΑ, αλλά η ελληνική έννομη τάξη.

11. Επειδή, είναι μεν αναμφισβήτητο ότι η αρχή του non bis in idem έχει πεδίο εφαρμογής όταν ο πολίτης, που εύλογα πιστεύει ότι κατόπιν μιας αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως έληξε οριστικά η δικαστική του εμπλοκή, βρίσκεται ξαφνικά και πάλι αντιμέτωπος με νέα, αυτό, όμως, δεν φαίνεται να συμβαίνει, ώστε να τίθεται ζήτημα καταπατήσεως των ανθρώπινων δικαιωμάτων του, και όταν αυτός εξ αρχής γνωρίζει ότι, λόγω του θεσπισμένου δικονομικού συστήματος, ένα μέρος της ευθύνης του θα κριθεί από ένα κλάδο δικαστηρίων, και ένα άλλο από άλλο, όπως επί τόσες δεκαετίες συμβαίνει στην Ελλάδα. Περαιτέρω, εφ’ όσον το ρητό γράμμα του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αναφέρεται σε «ποινική» καταδίκη και δίωξη και σε «ποινική δικονομία» των Κρατών, η Ελλάδα, προσχωρώντας σε αυτό και αποβλέποντας στο γράμμα της σχετικής διατάξεως, ανάλογης, όπως αναφέρθηκε, της ρυθμίσεως του άρθρου 57 παρ. 1 της Ποινικής της Δικονομίας, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι μέσω μιας συνεχώς σε βάθος χρόνου εξελισσομένης νομολογίας του ΕΔΔΑ, αναλάμβανε διεθνείς δεσμεύσεις αντίθετες σε πάγια ριζωμένες νομικές της παραδόσεις και στο ίδιο της το Σύνταγμα, όταν, μάλιστα, η διάταξη αυτή δεν έχει διατύπωση και σκοπό που συμπίπτουν κατ’ ανάγκη με το αναφερόμενο στο δικαίωμα για χρηστή απονομή της δικαιοσύνης άρθρο 6 της ΕΣΔΑ η οποία θεσπίσθηκε σε άλλο χρονικό σημείο. Έστω, λοιπόν, και αν η ΕΣΔΑ έχει αναθέσει στο ΕΔΔΑ την ερμηνεία της, δεν είναι προφανές ότι η, εξ αγαθής, ασφαλώς, προαιρέσεως τούτου, διορθωτική ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως συνάδει με το γράμμα και τον σκοπό της, την στιγμή, μάλιστα, που η Ελλάδα, η οποία έχει θεσπίσει από το 1950 την νομοθεσία που αναφέρθηκε, ασφαλώς δεν την θέσπισε για να αποφύγει τις προς το 7ο πρόσθετο Πρωτόκολλο διεθνείς υποχρεώσεις της, το οποίο υπέγραψε 35 χρόνια μετά, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΕΔΔΑ ύστερα από 20 ακόμη χρόνια. Άλλωστε, η διατύπωση αποφάσεων του ίδιου του ΕΔΔΑ, όταν αυτό έχει ασχοληθεί με την ελληνική νομοθεσία και, ειδικότερα, η αποφυγή κάθε σχετικής επισημάνσεως αφήνουν να εννοηθεί ότι δεν υπάρχει σχετική αντίθεσή της προς την επίμαχη διάταξη (αποφάσεις της 11.1.1997, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, 35533/04, σκ. 30 και της 6.12.2007, Γιαννετάκη Ε. και Σ. Μεταφορική ΕΠΕ κλπ. κατά Ελλάδος, σκ. 36). Εν πάση περιπτώσει, και αν, ακόμη, είναι εφαρμοστέα η νομολογία του ΕΔΔΑ όπως διευκρινίσθηκε τελικά με την απόφαση Zolotukhin, πρέπει, κατ’ αναλογία με τα ισχύοντα στην εσωτερική έννομη τάξη βάσει της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, να θεωρηθεί ότι καταλαμβάνει τις υποθέσεις που δημιουργούνται μετά την διαμόρφωσή της, και όχι πριν από αυτήν. Και αυτό, αφ’ ενός για να δίνεται στα Κράτη η δυνατότητα προσαρμογής της νομοθεσίας, ενδεχομένως δε και του Συντάγματός τους προς την εκάστοτε εξελισσομένη νομολογία του ΕΔΔΑ που, στην προκειμένη περίπτωση, καταλύοντας το ερειδόμενο σε διαφορετικές αντιλήψεις σύστημα του έλληνα νομοθέτη, καταστρέφει εντελώς τον αποτρεπτικό για την λαθρεμπορία στόχο του με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αφ’ ετέρου δε για να αποφευχθούν εντελώς συμπτωματικές, άνισες, λύσεις και να μην δίνεται σε ενδεχόμενους δράστες λαθρεμπορίας, η δυνατότητα, κατ’ επίκλησή της, να διαφεύγουν τις κυρώσεις που τους επιφυλάσσει μια νομοθεσία, την οποία από μακρού γνωρίζουν. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω γιατί θα αντέβαινε προς τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ.1 του Συντάγματος. Πράγματι, εφ’ όσον, κατά τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη, το διοικητικό δικαστήριο που διαπιστώνει ότι έχει υπάρξει αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου υποχρεούται εκ τούτου και μόνο να ακυρώσει το πολλαπλό τέλος που επιβλήθηκε από τις τελωνειακές αρχές, το δε ποινικό δικαστήριο, σε ανάλογη περίπτωση, να παύσει εκ τούτου και μόνο την ποινική δίωξη, η διάταξη αυτή του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, έτσι εφαρμοζομένη, καταλήγει κατ’ ουσίαν να στερεί το δικαστήριο, διοικητικό ή ποινικό, της υποχρεώσεώς του να κρίνει την διαφορά, διοικητική ή ποινική, που του έχει αναθέσει το Σύνταγμα, το οποίο δεν αντιλαμβάνεται τους σχετικούς όρους με τον τρόπο που τους αντιλαμβάνεται το ΕΔΔΑ κατά την ερμηνεία του εν λόγω Πρωτοκόλλου. Και ναι μεν η ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλά της έχουν στο ελληνικό δίκαιο, όπως κάθε διεθνής σύμβαση, την υπερνομοθετική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυτό όμως ούτε ορίζει, ούτε αφήνει να νοηθεί ότι έχουν και υπερσυνταγματική ισχύ. Έτσι, μπορεί μεν εύλογα τα Κράτη που υπογράφουν μια διεθνή σύμβαση να περιμένουν την τήρησή της εκ μέρους των λοιπών συμβαλλομένων Κρατών υπό την έννοια ότι αυτά δεν θα μπορούν να αντιτάξουν τα συντάγματά τους, όμως, από καμία διάταξη του Συντάγματος δεν συνάγεται ότι ο έλληνας δικαστής μπορεί να το παραμερίσει χωρίς να εξέρχεται του πλαισίου των υποχρεώσεων που του διαγράφουν τα άρθρα 87 παρ. 2 («Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους, και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος») και 93 παρ. 4 («Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα»), τούτο δε έστω και αν η στάση του έχει ως συνέπεια να τεθεί ζήτημα διεθνούς ευθύνης της Ελλάδας. Συνεπώς, εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ εν προκειμένω. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει και η συγκλίνουσα γνώμη της Παρέδρου Κ. Λαζαράκη, μόνον, όμως, για τον λόγο της αντισυνταγματικότητας. Κατά την περαιτέρω γνώμη του Παρέδρου Ι. Σύμπλη, δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης των άρθρων 89 παρ. 3 και 100 του ΤΚ προς την αρχή non bis in idem, προεχόντως διότι δεν αντίκειται στην αρχή αυτή η σωρευτική επιβολή πλειόνων ποινών (πρβλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ της 2.7.2002, Goktan κατά Γαλλίας, 33402/96, σκ. 44-50, της 14.9.1999, επί του παραδεκτού, Ponsetti και Chesnel κατά Γαλλίας, 36855/97 και 41731/98), ούτε η ανάθεση σε διαφορετικά όργανα της αρμοδιότητας για την επιβολή της κάθε μιάς από τις ποινές αυτές (αποφάσεις ΕΔΔΑ της 21.9.2006, Maszni κατά Ρουμανίας, 59892/00 σκ. 66-70, της 13.12.2005, επί του παραδεκτού, Christoffer Nilsson κατά Σουηδίας, 73661/01). Εξ άλλου, στον εθνικό νομοθέτη απόκειται να επιλέξει αν η μία ποινή θα είναι απλώς παρεπόμενη (αν δηλαδή η καταδικαστική απόφαση της μιάς αρχής θα είναι δεσμευτική για την άλλη – πρβλ. Maszni κατά Ρουμανίας), ή αν οι δύο παράλληλες διαδικασίες θα είναι (όπως προβλέπουν τα άρθρα 89 και 100 του ΤΚ) ανεξάρτητες και αυτοτελείς, εφ’ όσον μάλιστα τούτο αποτελεί συνέπεια της συνταγματικά καθιερωμένης διάκρισης μεταξύ ποινικής και διοικητικής δικαιοδοσίας (αποφάσεις ΕΔΔΑ επί του παραδεκτού της 11.1.2000, Andr? Le Meignen κατά Γαλλίας, 41544/98, Ponsetti και Chesnel κατά Γαλλίας, της 24.6.2003, Bernard Gauthier κατά Γαλλίας, 61178/00, της 11.5.2010, Antoine Versini κατά Γαλλίας, 11898/00, σκ. 39- 40, 49, 52, 57, 71-72). Άλλωστε, τα πολλαπλά τέλη δεν αποσκοπούν αυτοτελώς στον ποινικό κολασμό του δράστη, αλλά είναι παρακολούθημα της καταλογιστικής πράξης και έχουν άλλη βαρύτητα (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ επί του παραδεκτού της 4.3.2008, Garretta κατά Γαλλίας, 2529/04, σκ. 79-92), προϋποθέσεις επιβολής (δεν προσαπαιτείται σκοπός περιουσιακής βλάβης του Δημοσίου – ΣτΕ 594/2011, 522/2005 κ.ά.), και σκοπό (και αντίστοιχους κανόνες επιμέτρησης), που είναι να διασφαλίσουν τα δημοσιονομικά δικαιώματα του δημοσίου, και την τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 14.9.2004, επί του παραδεκτού, Rosenquist κατά Σουηδίας, 60619/00, βλ. και αποφάσεις ΕΔΔΑ της 8.6.1995, Jamil κατά Γαλλίας, 11/1994/458/539, σκ. 14, Goktan κατά Γαλλίας, σκ. 48, της 24.10.1986, Agosi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 9118/80, σκ. 63-67), καθιστώντας την παράβαση οικονομικά ασύμφορη. Τον ίδιο σκοπό (τον εξαναγκασμό σε επιμέλεια κατά τις συναλλαγές) υπηρετεί και ο θεσμός της αστικής συνυπευθυνότητας. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Ευ. Νίκα, η οποία διετύπωσε την ακόλουθη γνώμη: εφ’ όσον επί λαθρεμπορίας προβλέπεται από το νομοθέτη η επιβολή κυρώσεων, αφ’ ενός μεν, από τα ποινικά δικαστήρια, αφ’ ετέρου δε, από την Διοίκηση, η δε διαδικασία ενώπιον της Διοικήσεως και περαιτέρω ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, απολήγουσα ή δυναμένη να απολήξει στην επιβολή πολλαπλού τέλους, έχει και αυτή, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων Engel, ποινικό χαρακτήρα, η όλη ρύθμιση, συνισταμένη σε δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες αλλήλων ποινικές διαδικασίες, εμπίπτει, σύμφωνα με την απόφαση Zolotukhin, που αναθεώρησε όλη την προγενέστερη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, στο πεδίο εφαρμογής της αρχής nοn bis in idem του άρθρου 4 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου αριθμ. 7 της ΕΣΔΑ, το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ, και, συνεπώς, κατά τα προαναφερθέντα, εφ’ όσον η μια διαδικασία καταλήξει σε κρίση καταδικαστική ή αθωωτική, η άλλη διαδικασία (δίωξη) πρέπει να παύσει. Υπογραμμίζεται ότι αυτή ακριβώς η διπλή διαδικασία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αρχής nοn bis in idem και όχι η δυνατότητα του κράτους να επιβάλει πλείονες κυρώσεις για την ίδια παράβαση, εφ’ όσον αυτές αποτελούν αντικείμενο αποφάσεως στο πλαίσιο μιας ενιαίας διαδικασίας (una via). Εξ άλλου, η δέσμευση των δικαστηρίων μιας δικαιοδοσίας από το δεδικασμένο των αποφάσεων των δικαστηρίων άλλης δικαιοδοσίας δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. άρθρ. 5 παρ. 2 ΚΔΔ, άρθρο 2 ΚΠολΔ), εφ’ όσον πρόκειται για απολύτως ταυτόσημη παράβαση, αντιθέτως εναρμονίζεται πλήρως προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Σημειωτέον δε, ότι στη περίπτωση της λαθρεμπορίας, η οποία, λόγω της σοβαρότητάς της έχει αναχθεί σε ποινική παράβαση, ήτοι αποτελεί «έγκλημα», κατά την διατύπωση του άρθρου 96 παρ. 1 του Συντάγματος, ο εν λόγω ποινικός χαρακτήρας της είναι παρών και στις δύο διαδικασίες και, συνεπώς, η πρόβλεψη επιβολής κυρώσεων για το εν λόγω ποινικό αδίκημα στα πλαίσια διοικητικής διαδικασίας, που δεν θα πληρούσε τους όρους της “δίκαιης”, κατά την ΕΣΔΑ, ποινικής διαδικασίας, ως μη δεσμευομένη, μεταξύ άλλων, από την αρχή ne bis in idem, θα αντέκειτο, αυτή πλέον, στο άρθρο 96 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Επιπροσθέτως, η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στο σύστημα των κυρώσεων της λαθρεμπορίας δεν οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα, αναλόγως εάν οι δυο διαδικασίες κινηθούν κατά του ιδίου προσώπου ή η μια κατά νομικού προσώπου και η άλλη κατά του νομίμου εκπροσώπου του διότι, κατά την πάγια νομολογία, δεν μπορεί να καταλογισθεί λαθρεμπορία σε νομικό πρόσωπο και, αποκλείεται, κατά νόμο, η επιβολή πολλαπλού τέλους για λαθρεμπορία σε νομικό πρόσωπο, το οποίο, σε περίπτωση που ο εκπρόσωπός του διέπραξε λαθρεμπορία, μόνον αλληλέγγυο αστική ευθύνη κατά τους όρους των άρθρων 108-110 Τ.Κ. μπορεί να έχει (Σ.τ.Ε. 671/2010, 2803/2003 , 2242/1997 , 230/1931 ). Περαιτέρω, η επίκληση της αρχής της ασφαλείας του δικαίου δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την μη εφαρμογή της αρχής non bis in idem, ήτοι να δικαιολογήσει την στέρηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος προστατευομένου από την ΕΣΔΑ, δοθέντος μάλιστα ότι κατά το ΕΔΔΑ, η ελευθερία επιλογής ως προς τα μέσα συμμορφώσεως προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από την Σύμβαση δεν μπορεί να διευρυνθεί ώστε να περιλάβει και την αναστολή εφαρμογής της Συμβάσεως και των Προσθέτων Πρωτοκόλλων της μέχρι την αναμόρφωση του εσωτερικού δικαίου (απόφαση EΔΔΑ της 29 Νοεμβρίου 1991, Vermeire κατά Βελγίου, 12849/87, σκ. 26, απόφαση Cour de cassation, assembl….. , της 15 Απριλίου 2011, P 10- 17.049, F 10-30.313, J 10-30.316 και D 10- 30.242). Τέλος, εν όψει του εφαρμοστέου στην προκειμένη υπόθεση ν. 2127/1993 που συνιστά εναρμόνιση του εθνικού δικαίου προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος, μεταξύ άλλων, των πετρελαιοειδών προϊόντων και δεδομένου ότι η αρχή ne bis in idem αποτελεί αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου (βλ.απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006, C-308/04 P, SGL Carbon AG κατά Επιτροπής), και περιεχόμενο του άρθρου 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ισχύει μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λισσαβώνας, ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξασφαλίζει την τήρησή της και, επομένως, στον βαθμό που οι εθνικές δικονομικές διατάξεις εμποδίζουν την αποτελεσματική διασφάλιση της ως άνω αρχής ο εθνικός δικαστής δεν πρέπει να τις εφαρμόσει (βλ. αίτηση του Haparanda Tingsratten, Σουηδία, προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, C-617/10, Hans Akerberg Fransson).

12. Επειδή, περαιτέρω, η ΕΣΔΑ ορίζει στο άρθρο 6 παρ. 2 ότι «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του». Το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας την διάταξη αυτή, δέχεται παγίως ότι δικαστικές αποφάσεις που έπονται της τελεσίδικης αθωώσεως κατηγορουμένου δεν πρέπει να την παραβλέπουν ηθελημένα, έστω και αν εχώρησε λόγω αμφιβολιών (απόφαση της 27.9.2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, 35522/04). Και ναι μεν, κατά το ΕΔΔΑ, σκοπός τούτου δεν είναι να εξετάσει τον βαθμό δεσμεύσεως των διοικητικών δικαστηρίων από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, καθώς, κατ’ αυτό, η ερμηνεία της εγχώριας νομοθεσίας είναι έργο των εθνικών δικαστηρίων (σκέψη 37 της ως άνω αποφάσεως), καταλήγοντας, πάντως, στην κρίση ότι υπάρχει παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας όποτε το διοικητικό δικαστήριο δεν ακολουθεί προηγούμενη αθωωτική απόφαση του ποινικού, κατ’ ουσίαν δεν του αφήνει κανένα περιθώριο. Θα πρέπει, συνεπώς, να ακυρώσει την σχετική διοικητική πράξη. Προφανώς, με την ίδια λογική, αφού, όπως αναφέρθηκε, και διοικητικές κυρώσεις εντάσσονται με βάση τα «κριτήρια Engel» στις ποινικής φύσεως, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι και η τελεσίδικη απαλλαγή από αυτές με ακυρωτική απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου έχει ανάλογες συνέπειες, συνιστώντας αθωωτική απόφαση και κωλύοντας, συνεπώς, το ποινικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται εκ των υστέρων να ασχοληθεί με την ουσία της ενώπιόν του ποινικής υποθέσεως. Όμως, η νομολογία αυτή του ΕΔΔΑ, που έχει διαμορφωθεί σε περιπτώσεις που καταλογίζεται στον ενδιαφερόμενο μια συμπεριφορά η οποία είτε συνιστά διακεκριμένη διοικητική και ποινική παράβαση που, καταστρωμένη στην νομοθεσία υπό διάφορες προϋποθέσεις, κολάζεται αυτοτελώς, και διοικητικά και ποινικά, όπως σε ένα πειθαρχικό και ποινικό αδίκημα ή σε μια παράβαση του ΚΟΚ και του Ποινικού Κώδικα, είτε, αν δεν αποτελεί διοικητική παράβαση, πάντως, εντάσσεται σε σχετική διοικητική διαδικασία, όπως επί υποβολής ψευδούς δηλώσεως για χορήγηση εργατικής κατοικίας στην υπόθεση Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, δεν έχει πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση που καταλογίζεται στον ενδιαφερόμενο μια μόνο παράβαση η οποία, υπό τις αυτές προϋποθέσεις, αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα ελεγχόμενο από τον ποινικό δικαστή, και διοικητική παράβαση, ελεγχόμενη από τον διοικητικό, όπως η λαθρεμπορία κατά τις ως άνω διατάξεις του ελληνικού δικαίου, γιατί τότε απορροφάται από το ζήτημα που κατ’ εξοχήν προτάσσεται, το κατά πόσο έχει ή όχι πεδίο εφαρμογής η αρχή non bis in idem (πρβλ. Carlberg κατά Σουηδίας αιτ. 9631/04, 3ο Τμήμα, επί του παραδεκτού, σκ. 63-70, Ponsetti & Chesnel σκ. 6, Versini σκ. 76-78, Ruotsalainen σκ. 59). Άλλωστε, και αν ακόμη έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η ως άνω νομολογία, δεν αποκλείει, κατά την έννοιά της, να στηρίξει την κρίση του το εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο σε στοιχεία διαφορετικά εκείνων στα οποία είχε στηρίξει την κρίση του το ποινικό, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Πάντως, αν, σε αντίθεση με τα παραπάνω, θεωρηθεί ότι το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ καταλαμβάνει την παρούσα υπόθεση υπό την έννοια ότι αποκλείει στο διοικητικό δικαστήριο να την λύσει διαφορετικά από ό,τι το ποινικό, θα αντέβαινε και αυτό προς τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος για τους λόγους που αναφέρθηκαν αναλυτικά στις προηγούμενες σκέψεις. Aν και κατά την γνώμη της Συμβούλου Ε. Νίκα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, το διατακτικό μιας αθωωτικής αποφάσεως επί ποινικής υποθέσεως πρέπει να γίνεται σεβαστό από κάθε άλλη αρχή, δικαστική ή διοικητική, η οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας (μη ποινικής) που έπεται της (ποινικής) αθωώσεως, αποφαίνεται άμεσα ή έμμεσα περί της διαπράξεως της αυτής ποινικής παραβάσεως (πρβλ. ΣτΕ 116/2010, 1670/2009, 2690, 2072/2008), τούτο δε ισχύει ιδίως στην περίπτωση που η Διοίκηση και περαιτέρω τα διοικητικά δικαστήρια αποφαίνονται για την έκδοση πράξεων και την επιβολή προσθέτων κυρώσεων εν όψει αυτής ταύτης της παραβάσεως για την οποία έχει προηγηθεί αθώωση με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Δεν αποκλείεται, όμως, η Διοίκηση και τα διοικητικά δικαστήρια να στηριχθούν σε στοιχεία διαφορετικά εκείνων στα οποία στήριξε την κρίση του το ποινικό δικαστήριο, εφ’ όσον τα εν λόγω διαφορετικά στοιχεία παρίστανται ικανά να παράσχουν αυτοτελώς έρεισμα στην έκδοση πράξεως ή την επιβολή κυρώσεως από την Διοίκηση και τα διοικητικά δικαστήρια, περίπτωση που πάντως δεν μπορεί να συντρέχει επί επιβολής κυρώσεων για την ίδια παράβαση. Συνεπώς, επί αθωώσεως από την κατηγορία της λαθρεμπορίας με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, η τελωνειακή αρχή και περαιτέρω τα διοικητικά δικαστήρια, επιλαμβανόμενα του καταλογισμού των διαφυγόντων φόρων και της επιβολής πολλαπλού τέλους (υπό την ανωτέρω γενομένη δεκτή εκδοχή ότι η διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους δεν έχει χαρακτήρα ποινικό, αλλά είναι αμιγώς διοικητική), δεσμεύονται από την προηγηθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, δοθέντος ότι αποφαίνονται περί της διαπράξεως (ή μη) απολύτως ταυτόσημης παραβάσεως (πρβλ. προαναφερθείσα απόφαση Σταυρόπουλος σκ. 31, απόφαση της 14.1.2020, υπόθεση Νο 29889/04, Vanjak σκ. 71 in fine).

13. Επειδή, εξ άλλου, ναι μεν η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ορίζοντας ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη», χωρίς ανάλογη πρόβλεψη και για τις αθωωτικές, ρυθμίζει διαφορετικά το ζήτημα της δέσμευσης του διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ανάλογα με το εάν πρόκειται για καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση. Όμως, το ποινικό δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική απόφαση, πρέπει να είναι απολύτως σίγουρο για την ενοχή του δράστη, ενώ, προκειμένου να καταλήξει σε αθωωτική απόφαση, δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη να έχει τον αυτό βαθμό βεβαιότητας, εφ’ όσον μπορεί μεν να αθωώσει κάποιον γιατί πείσθηκε ότι είναι αθώος, μπορεί, όμως, και να τον αθωώσει, όπως εν προκειμένω, ελλείψει σχετικών αποδείξεων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογεί την ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. υπό την έννοια ότι, κατά το μέρος που η σχετική διάταξη δεν αναφέρεται και σε αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις λόγω ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων, αυτή δεν αντίκειται στην απορρέουσα από το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1) αρχή της ισότητας των διαδίκων. Κατά την ειδικότερη γνώμη του Παρέδρου Ι. Σύμπλη, η διαφοροποίηση μεταξύ καταδικαστικών και αθωωτικών αποφάσεων δεν προσκρούει στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος και, κατ’ επέκταση ούτε και στο άρθρο 6 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ, προεχόντως διότι η ποινική και η διοικητική δίκη διέπονται από διαφορετικούς κανόνες απόδειξης, εν όψει των οποίων το απαιτούμενο επίπεδο, δηλαδή οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι νόμω επιτρεπτός ο σχηματισμός πλήρους δικανικής πεποίθησης, είναι ουσιωδώς υψηλότερο στην ποινική δίκη απ’ ότι στην διοικητική. Ειδικότερα, στα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται από την διοικητική δικονομία, περιλαμβάνονται τα τεκμήρια, ενώ εξ άλλου η αποδεικτική ισχύς των εγγράφων διέπεται από ειδικούς κανόνες, ενώ, αντιθέτως, τα τεκμήρια δεν περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται από την ποινική δικονομία, τα δε έγγραφα εκτιμώνται πάντοτε ελευθέρως από τον ποινικό δικαστή. Έτσι, κατά την διοικητική δικονομία (όχι όμως κατά την ποινική δικονομία – πρβλ. ΑΠ 135/2010, 1418/2008, 1827/2008 κ.ά.) η διάπραξη (ή μη) της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας είναι δυνατόν να αποδειχθεί και διά δικαστικού τεκμηρίου, αν, κατά συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, προκύπτουν ισχυρές και συγκλίνουσες ενδείξεις (ΣτΕ 1371/2010, 1469/2009, κ.ά., πρβλ. και 3750-1/2010). Κατά τούτο μάλιστα, το περιεχόμενο του τεκμηρίου αθωότητος, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στο Ελληνικό ποινικό δίκαιο, υπερακοντίζει τις απαιτήσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, το οποίο, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, ούτε την προσφυγή σε δικαστικά τεκμήρια, ούτε την μερική αντιστροφή του βάρους αποδείξεως σε ποινικής φύσεως κατηγορίες, εκτός αν αυτό καταλύει την ουσία του δικαιώματος υπεράσπισης. Η διαφοροποίηση εξ άλλου αυτή μεταξύ του επιπέδου απόδειξης που ισχύει στην ποινική δίκη και αυτού που ισχύει στην διοικητική (ή την αστική) δίκη δεν προσκρούει στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (Αποφάσεις της Επιτροπής επί του παραδεκτού, της 6.10.1992, X κατά Αυστρίας, 9295/81, D.R. 30, σελ. 227, της 7.10.1987, M.C. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 11882/85, D.R. 54, σελ. 162, αποφάσεις ΕΔΔΑ της 11.2.2003 Y κατά Νορβηγίας, 56568/00, σκ. 41, της 14.1.2010, Vanjak κατά Κροατίας, σκ. 68, της 15.7.2010, ikic κατά Κροατίας, 9143/08, σκ. 53), ούτε επιβάλλεται από την ΕΣΔΑ η επέκταση των κανόνων απόδειξης της ποινικής δικονομίας και η εφαρμογή του ποινικού επίπεδου απόδειξης στις διοικητικές κυρώσεις (Napp v Director General of Fair Trading [2002] CAT 1 (“Napp”) σκ. 98 – 109, Argos Ltd & Littlewoods Ltd v. OFT [2004], CAT, σκ. 157-166, JJB and Allsports v. OFT [2004], CAT, σκ. 175- 186, κ.ά.). Μειοψήφησε η Σύμβουλος Ε. Νίκα, η οποία διετύπωσε την ακόλουθη γνώμη: η διάκριση που εισάγει η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας μεταξύ αμετακλήτων αθωωτικών και καταδικαστικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, ήτοι μεταξύ αμετακλήτων αποφάσεων της αυτής δικαιοδοσίας με μόνο κριτήριο το διατακτικό τους (αθώωση ή καταδίκη), είναι διάκριση που είναι δυσμενής για τον ιδιώτη διάδικο και δεν δικαιολογείται αντικειμενικά. Και ναι μεν πράγματι ο ποινικός δικαστής, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, οδηγείται σε αθωωτική απόφαση, όμως, πράττει τούτο κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής in dubio pro reo, η οποία αποτελεί ειδικότερη έκφανση του τεκμηρίου αθωότητας, και δεν μπορεί αυτή ταύτη η εφαρμογή από τα ποινικά δικαστήρια των αρχών αυτών, τις οποίες κατοχυρώνει το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, να αποτελέσει έρεισμα δυσμενούς ποιοτικής διακρίσεως σε βάρος των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων. Συνεπώς, κατά την γνώμη αυτή, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ. Διοικ. Δικονομίας, πέραν της αντιθέσεώς της προς το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, αντίκειται πάντως και στην απορρέουσα από το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1) αρχή της ισότητας των διαδίκων (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2807/2002 , 1663/2009 ). Περαιτέρω, προς αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης, πρέπει να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως αυτής, ώστε να δεσμεύεται το διοικητικό δικαστήριο που κρίνει υπόθεση επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων λόγω συμμετοχής του σε λαθρεμπορία από αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που αφορά σε κατηγορία περί λαθρεμπορίας κατά του ιδίου προσώπου, βάσει των ιδίων κατ’ ουσίαν πραγματικών περιστατικών, και αθώωσε τον κατηγορούμενο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι διέπραξε το αποδιδόμενο σε αυτόν ποινικό αδίκημα.

14. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη, καθ΄ ό μέρος αυτή επικυρώθηκε από το δικάσαν διοικητικό εφετείο, προκύπτουν τα ακόλουθα: ο αναιρεσείων …………. είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, την διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία της επίσης αναιρεσείουσας εταιρίας «………», η οποία διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας πετρελαιοειδών στην Αλεξανδρούπολη με εγκαταστάσεις και στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης. Η ως άνω εταιρία, κάτοχος σχετικής αδείας εξαγωγής και εγκεκριμένη αποθηκευτής, κατέθεσε στο ΣΤ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης την υπ’ αριθμ. 18987/24.8.1994 διασάφηση εξαγωγής στην Βουλγαρία υγρών καυσίμων που αγόρασε από τα διϋλιστήρια της Ε.Κ.Ο. και που τελούσαν υπό τελωνειακό καθεστώς αναστολής καταβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως. Ως παραλήπτρια των καυσίμων εφέρετο στη διασάφηση η βουλγαρική εταιρία «……………» με έδρα το Σαντάσκι Βουλγαρίας. […] Δοθέντος ότι τα καύσιμα τελούσαν υπό καθεστώς αναστολής επιβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως και των λοιπών επιβαρύνσεων, τα βυτιοφόρα αυτοκίνητα μολυβδοσφραγίσθηκαν αρμοδίως μετά την φόρτωσή τους και αφού εφοδιάσθηκαν με τα απαραίτητα συνοδευτικά τελωνειακά παραστατικά (άδεια φόρτωσης Ε, Carnet TIR, αντίτυπο Νο3 της διασαφήσεως εξαγωγής και Σ.Δ.Ε.) παραδόθηκαν στους εντεταλμένους από τον ……… οδηγούς προκειμένου να τα οδηγήσουν στο Τελωνείο εξόδου (Προμαχώνα) και στη συνέχεια στον τελικό προορισμό τους. Όμως, όπως διαπιστώθηκε μεταγενέστερα, μετά από έρευνα από αρμόδια όργανα του ΣΤ΄ Τελωνείου και της Ε.Υ.Τ.Ε. Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, τα εν λόγω βυτιοφόρα ουδέποτε εξήλθαν από το ελληνικό έδαφος, αλλά τα φορτία τους διατέθηκαν στην εσωτερική κατανάλωση μέσω (κατά τα γενόμενα δεκτά από τον έλεγχο) του δικτύου διακινήσεως υγρών καυσίμων της αναιρεσείουσας εταιρίας ………» με διαφυγή του ειδικού φόρου καταναλώσεως. […] Η αναιρεσείουσα εταιρία, παρότι κλήθηκε σχετικώς, δεν επέδειξε σε σχέση με τις επίδικες τέσσερεις (τμηματικές) εξαγωγές, κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η σύναψη σχετικής συμφωνίας με την εταιρία “………………” (δηλωτικό εισαγωγής συναλλάγματος έναντι της αξίας των επιδίκων ποσοτήτων καυσίμων, δελτίο παραγγελίας ή συμβόλαιο) ούτε κατείχε το αντίτυπο με αριθμό 3 της επίμαχης διασαφήσεως. Ούτε για τις 65 διασαφήσεις, τις οποίες αφορούσε η γενικότερη έρευνα της τελωνειακής αρχής, επέδειξε η ως άνω εταιρία στοιχεία που να αποδεινύουν την κανονικότητα των πωλήσεων προς τις βουλγαρικές εταιρίες ούτε κατείχε τα αντίτυπα με αριθμό 3 των εν λόγω διασαφήσεων εξαγωγής. Πέραν των ανωτέρω, η τελωνειακή αρχή προέβη και σε λήψεις διοικητικών απολογιών καθώς και μαρτυρικών καταθέσεων εμπλεκομένων και μη στην υπόθεση προσώπων […] Εν όψει των ανωτέρω εκδόθηκε η επίδικη υπ’ αριθμ. 10/19.8.1997 καταλογιστική πράξη του Διευθυντού του ΣΤ΄ Τελωνείου Ε.Τ.Σ. Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων …………… κρίθηκε υπαίτιος λαθρεμπορίας με το τέχνασμα της εικονικής εξαγωγής για καθεμία από τις ως άνω τέσσερεις (4) περιπτώσεις τμηματικών φορτώσεων, συνυπαίτιοι δε κρίθηκαν ο …….. και οι εκάστοτε οδηγοί των βυτιοφόρων (Χ.Π., Χ.Ζ. και Σ.Π.), εις βάρος των οποίων επιβλήθηκαν πολλαπλά τέλη συνολικού ύψους 143.747.488 δραχμών, ανερχόμενα στο οκταπλάσιο των αναλογούντων και διαφυγόντων σε κάθε περίπτωση φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, τα οποία, ακολούθως, επιμερίσθηκαν ανάλογα με την συμμετοχή του καθενός στην λαθρεμπορία. Ειδικότερα, εις βάρος του αναιρεσείοντος επιβλήθηκαν πολλαπλά τέλη σε ποσοστό 45%, συνολικού ύψους 64.686.370 δραχμών, για την καταβολή δε του ποσού αυτού καθώς και των επιβληθέντων σε βάρος των λοιπών συμμετόχων πολλαπλών τελών κηρύχθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεοι όλοι οι συμμετέχοντες. Επίσης εις βάρος του αναιρεσείοντος και του ……….. καταλογίσθηκαν οι διαφυγόντες φόροι συνολικού ύψους 17.968.436 δραχμών, για την καταβολή των οποίων κηρύχθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνα τα δύο αυτά πρόσωπα. Τέλος, με την επίδικη πράξη κηρύχθηκε η αναιρεσείουσα εταιρία «……..» αστικώς συνυπεύθυνη για την καταβολή του συνόλου των πολλαπλών τελών και διαφυγόντων φόρων. Κατά της ανωτέρω πράξεως οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 4.9.1997 προσφυγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1206/2001 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι στοιχειοθετείται στις επίμαχες τέσσερεις (4) περιπτώσεις η αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας και ότι αποδεικνύεται πλήρως ο δόλος του πρώτου των αναιρεσειόντων που συνίσταται στην υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και εκπροσώπου της εταιρίας «…… » εν γνώσει συμμετοχή του στην χρησιμοποίηση του τεχνάσματος της εικονικής εξαγωγής και στην παράνομη διάθεση των επιδίκων ποσοτήτων καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας και διαφυγή, προς ίδιο όφελος, του αναλογούντος ειδικού φόρου καταναλώσεως.

15. Επειδή, με την από 31.8.2001 έφεσή τους οι αναιρεσείοντες αμφισβήτησαν την ορθότητα της κρίσεως του διοικητικού πρωτοδικείου σχετικά με την συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του πρώτου εξ αυτών προσκομίζοντας παραδεκτώς τα ακόλουθα στοιχεία της κινηθείσης ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέκυψαν μετά την συζήτηση της προσφυγής (7.3.2000): 1) την υπ’ αριθμ. 3145/14.11.2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη λόγω μη ασκήσεως ενδίκου μέσου κατ’ αυτής, με την οποία, κατ’ επικύρωση της υπ’ αριθμ. 5825/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε ο πρώτος των αναιρεσειόντων αθώος της εναντίον του ποινικής κατηγορίας για λαθρεμπορία και πλαστογραφία με χρήση στις επίμαχες τέσσερεις (4) περιπτώσεις τμηματικών εξαγωγών, ενώ ένοχος για τα αντίστοιχα ποινικά αδικήματα κηρύχθηκε ο ………. , γενομένου δεκτού ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής στη λαθραία διακίνηση μέσα στην Ελλάδα των καυσίμων ούτε στην κατάρτιση και χρήση των πλαστών εγγράφων 2) το υπ’ αριθμ. 242/21.2.2001 βούλευμα (σε απόσπασμα) του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, παύθηκε, λόγω παραγραφής, η σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία στις λοιπές 180 περιπτώσεις εμφανιζομένων τμηματικών εξαγωγών και δεν απαγγέλθηκε κατηγορία σε βάρος του για πλαστογραφία ή χρήση πλαστών εγγράφων. Στο προσκομισθέν αυτό απόσπασμα περιέχονται οι νεότερες από 9.11.1998 και 8.10.1998 ένορκες καταθέσεις του …….. . . …… , αντιστοίχως, ενώπιον του ανακριτή Σερρών, τις οποίες επίσης επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες, ως ερχόμενες σε πλήρη αντίθεση με τις καταθέσεις των ιδίων προσώπων που ελήφθησαν υπ’ όψη για την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως. Ειδικότερα, ο …. …. ….. , που αρχικώς είχε κατονομάσει τον αναιρεσείοντα ως υπαίτιο της λαθρεμπορίας, κατά την ως άνω από 9.11.1998 νεώτερη κατάθεσή του, όπως το περιεχόμενό της έχει καταχωρισθεί στο βούλευμα, κατέθεσε ότι κύριος εμπνευστής του τεχνάσματος των εικονικών εξαγωγών, της υλοποίησης αυτών και της δωροδοκίας των τελωνειακών υπαλλήλων του Τελωνείου Προμαχώνα για την ψευδή βεβαίωση της εξόδου των βυτιοφόρων ήταν ο …………. , γιατρός στη Θεσσαλονίκη, από τον οποίο έπαιρνε οδηγίες ο ίδιος (ο ………… ) και οι Βούλγαροι οδηγοί, που προέβαιναν στην μετάγγιση των καυσίμων, τα οποία ακολούθως διοχετεύονταν σε διάφορα πρατήρια (δύο της «…» στην Πυλαία και το Πανόραμα Θεσσαλονίκης), ενώ μεγάλες ποσότητες διοχετεύονταν στις εγκαταστάσεις του «….» στην Άνω Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης. Στην ίδια κατάθεση πάντως ο ανωτέρω επιβεβαίωσε τις αρχικές καταθέσεις του καθ’ ό μέρος αυτές ανεφέροντο στην πρωτοβουλία του αναιρεσείοντος ……… για την σύναψη συμβάσεως μισθώσεως των βυτιοφόρων της «…….» στην εταιρία «………….» και την πραγματοποίηση της συμφωνίας αυτής με τον φερόμενο ως εκπρόσωπο της τελευταίας εταιρίας ………… , τον οποίο, όμως, κατονόμασε πλέον ως συνεργάτη του ……. . Επίσης κατέθεσε ότι οι Έλληνες οδηγοί, τους οποίους χρησιμοποιούσε ο ίδιος (ο ………..) για την διεκπεραίωση της φορτώσεως στο ΣΤ΄ Τελωνείο στις περιπτώσεις που οι Βούλγαροι οδηγοί της «……….» δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα και δεν μπορούσαν μόνοι τους να διεκπεραιώσουν την φόρτωση, «πληρώνονταν από αυτόν το ποσό των 5.000 δραχμών κάθε φορά γι’ αυτή τους την εργασία, χρήματα που ο ίδιος στη συνέχεια έπαιρνε από τον λογαριασμό που η εταιρία «…………» διατηρούσε στην εξαγωγική εταιρία πετρελαιοειδών «………» καθώς και ότι «απ’ ό,τι ξέρει ο τότε υπάλληλος του Τελωνείου …… ………. ,που στο μεταξύ έχει πεθάνει, έφερνε σ’ επαφή τον ……… με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας …………. ………… , για τον οποίο πιστεύει ότι γνώριζε ότι γινόταν λαθρεμπορία καυσίμων με την μέθοδο των εικονικών εξαγωγών και το κέρδος του ήταν ότι αυτός πραγματοποιούσε στον …….. μεγάλες πωλήσεις καυσίμων και είχε μεγάλο τζίρο». Εξ άλλου, σύμφωνα με την νεώτερη από 8.10.1998 κατάθεση του ….. , απόσπασμα της οποίας επίσης περιέχεται στο βούλευμα, αυτός κατέθεσε, επικαλούμενος την προσωπική του αντίληψη, ότι πίσω από το όλο τέχνασμα των εικονικών εξαγωγών και των πλαστογραφιών βρισκόταν ο ιατρός …….. , ενώ επανέλαβε όσα είχε καταθέσει αρχικώς περί συνάψεως συμβάσεως μισθώσεως των βυτιοφόρων της «…………..» στην εταιρία «………….» με πρωτοβουλία του ……………. , με την διαφορά ότι ως παρόντα στην συνάντηση που είχε γίνει για τον σκοπό αυτό με τον φερόμενο ως εκπρόσωπο της τελευταίας αυτής εταιρίας ………. στις 11.11.1993 στα γραφεία της ………. στην Αλεξανδρούπολη ανέφερε τον ………. , αναιρώντας τα περί παρουσίας του αναιρεσείοντος. Γ) την υπ’ αριθμ. 13255/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατόπιν της από 12.2.1997 εγκλήσεως των αναιρεσειόντων καταδικάσθηκε ερήμην ο …. σε φυλάκιση 15 μηνών, διότι κρίθηκε ένοχος της τελέσεως εις βάρος τους, μεταξύ άλλων, του αδικήματος της ψευδούς ανωμοτί καταθέσεως κατ’ εξακολούθηση, αδικήματα που αφορούν το περιεχόμενο των από 30.4.1996 και από 27.5.1996 ανωμοτί καταθέσεών του, στις οποίες είχε κατονομάσει ως υπαίτιο της λαθρεμπορίας τον πρώτο των αναιρεσειόντων και οι οποίες καταθέσεις ελήφθησαν υπ’ όψη από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Δ) την υπ’ αριθμ. 332/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη λόγω μη ασκήσεως κατ’ αυτής ενδίκου μέσου, με την οποία, κατόπιν της από 1.9.1997 εγκλήσεως των αναιρεσειόντων και κατ’ επικύρωση της υπ’ αριθμ. 6014/20.3.2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο ………….. σε φυλάκιση 10 μηνών διότι κρίθηκε ένοχος του αδικήματος, μεταξύ άλλων, της ψευδορκίας μάρτυρα για την από 18.3.1997 ένορκη κατάθεσή του. Στην κατάθεση αυτή, η οποία λήφθηκε υπ’ όψη από το Διοικητικό Πρωτοδικείο, ο ανωτέρω είχε δηλώσει ότι είχε παρακολουθήσει στο πρατήριο του ……… , δυο ή τρείς φορές κατά το διάστημα από το 1993 έως και τον Απρίλιο του 1994, μετάγγιση καυσίμων από έμφορτα βουλγαρικά βυτιοφόρα οχήματα σε βυτιοφόρα με ευδιάκριτο το σήμα της «…….», ενώ στην απολογία του στην οποία στηρίχθηκε μεταξύ άλλων η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αυτός ανέφερε ότι «Για την εσωτερική διάθεση των καυσίμων δεν ξέρω και ζητώ συγγνώμη. Είναι ψέμα, όπως διαπιστώθηκε αργότερα για τις μεταγγίσεις. Τα είπα χωρίς να θέλω … Δεν είδα να ξεφορτώνουν τα βουλγαρικα αυτοκίνητα καύσιμα στα βυτία της «…..». Χωρίς να θέλω τα είπα…» Ε) την από 11.4.2000 (με ημερομηνία καταθέσεως 13.4.2000) έγκληση του πρώτου των αναιρεσειόντων …………….ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά του…………. για ψευδορκία και κατά του …………… για ηθική αυτουργία στην τέλεση της πράξεως αυτής, η οποία αφορά την από 8.10.1998 ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του …………. ενώπιον του Ανακριτή Σερρών, το περιεχόμενο της οποίας περιέχεται στην έγκληση και είναι, κατά την έγκληση, ψευδές κατά το μέρος που ο ………. καταθέτει τα περί πρωτοβουλίας του αναιρεσείοντος …………. για την μίσθωση των βυτιοφόρων της «………………….» και περί των συνθηκών συνάψεως της συμφωνίας (συνάντηση …………… αρχικά στις εγκαταστάσεις του αναιρεσείοντος στην Αλεξανδρούπολη και ακολούθως στις εγκαταστάσεις του στο Καλοχώρι) καθώς και κατά τα σημεία που αυτός, αναφερόμενος στον τελωνειακό υπάλληλο……… , που κατονομάσθηκε ως συνεργός στις πλαστογραφίες, καταθέτει ότι «Γνωρίζω επίσης καλά ότι ο …….. βρισκόταν σχεδόν συνέχεια στο γραφείο της «…….», δηλαδή στα γραφεία του Εξακουστού, στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης», ότι «ο ………… … γνώριζε ότι τα καύσιμα που πουλούσε δεν εξάγονταν ποτέ από την Ελλάδα. Δηλαδή αυτό που επεδίωκε ο ……… ήταν να κάνει μεγάλο τζίρο, πουλώντας μεγάλες ποσότητες καυσίμων, μολονότι γνώριζε ότι τα καύσιμα αυτά κατέληγαν λαθραία στην εσωτερική αγορά» και ότι «Απ’ ό,τι ξέρω ο …………. έχουν πολύ καλές σχέσεις». Επίσης οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν τις υπ’ αριθμ. 3972/1998 και 4054/1999 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχαν προσκομίσει πρωτοδίκως, οι οποίες αφορούν το ζήτημα της λαθρεμπορίας των καυσίμων της προαναφερθείσης υπ’ αριθμ. 22679/1994 διασαφήσεως εξαγωγής της αναιρεσείουσας εταιρίας. Με την πρώτη από τις αποφάσεις αυτές (3972/1998) καταδικάσθηκε ο …………. ερήμην, κατόπιν της από 17.6.1996 εγκλήσεως των αναιρεσειόντων σε φυλάκιση 12 μηνών για το αδίκημα της εις βάρος τους απάτης, διότι ψευδώς παρέστησε ότι αγόρασε τα καύσιμα της ανωτέρω διασαφήσεως προς εξαγωγή, ενώ με την δεύτερη απόφαση (4054/1999) κηρύχθηκε ο………… ένοχος λαθρεμπορίας των εν λόγω καυσίμων μετά την επ’ αυτοφώρω κατάληψη της μεταγγίσεως αυτών στις 29.9.1994 στο πρατήριό του, αδίκημα, για το οποίο δεν κατηγορήθηκε ο πρώτος των αναιρεσειόντων. Τέλος, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν με την έφεσή τους ότι στα έγγραφα της δικογραφίας που τέθηκαν υπ’ όψη του Διοικητικού Πρωτοδικείου υπήρχε και φάκελλος του Τελωνείου που περιείχε δύο πρωτότυπες καρτέλες της ……….. , στις οποίες εμφανίζεται η έκδοση από την αναιρεσείουσα εταιρία των υπ’ αριθμ. 3081, 3085, 3086 και 3149/1994 τιμολογίων, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, αφορούν τις επίμαχες τέσσερεις (4) τμηματικές φορτώσεις.

16. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι προς διαμόρφωση της κρίσεώς του σχετικά με το ζήτημα της συνδρομής δόλου στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος δεν λαμβάνει υπ’ όψη του την αρχική από 18.3.1997 κατάθεση του …… δεσμευόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, από την αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 332/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης περί καταδίκης του ανωτέρω για ψευδορκία αναφορικά με την κατάθεση αυτή. Επίσης, παρά το ότι δεν εδεσμεύετο από την υπ’ αριθμ. 13255/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης περί καταδίκης του ……….. για ψευδείς ανωμοτί καταθέσεις (30.4.1996 και 27.5.1996) ούτε από την υπ’ αριθμ. 3972/1998 απόφαση του ιδίου ποινικού δικαστηρίου περί καταδίκης του για απάτη, εφ’ όσον δεν προέκυπτε ότι οι αποφάσεις αυτές είχαν καταστεί αμετάκλητες, και, επιπλέον, όσον αφορά την έγκληση κατά του …….. , δεν προσκομίσθηκε σχετική καταδικαστική απόφαση, έκρινε ότι οι καταθέσεις των δύο αυτών μαρτύρων και η απολογία του πρώτου ενώπιον της τελωνειακής αρχής κατά την διοικητική προανάκριση, όπως και οι καταθέσεις τους ενώπιον του Ανακριτή Σερρών (που ελήφθησαν υπ’ όψη για την έκδοση του υπ’ αριθμ. 242/21.2.2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης), είναι επικουρικώς ληπτέες υπ’ όψη, ιδίως κατά το μέρος που δεν αμφισβητήθηκαν από τους αναιρεσείοντες και δεν περιέχουν ουσιώδεις αντιφάσεις. Περαιτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε την υπ’ αριθμ. 3145/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα στοιχεία στα οποία αυτή στηρίχθηκε καθώς και τα λοιπά νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και τα εν γένει στοιχεία του φακέλλου.

17. Επειδή, ειδικότερα το δικάσαν διοικητικό εφετείο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε τα εξής: Α) ότι η συνομολόγηση της ρήτρας Free on Tracks (FOT) και η αναγραφή της στην επίμαχη διασάφηση ουδεμία έννομη συνέπεια έχει στην δημοσίου δικαίου ευθύνη της ……… ως εξαγωγέως των επιδίκων καυσίμων μέχρι την έξοδό τους από την χώρα, γεγονός που εγνώριζε ο πρώτος αναιρεσείων λόγω της μακρόχρονης εμπειρίας του (από το 1959) στον κλάδο Β) ότι ο αναιρεσείων όχι μόνον δεν απέδειξε την φυσική έξοδο των επιδίκων ποσοτήτων καυσίμων, δοθέντος ότι δεν κατείχε το μοναδικό αποδεικτικό, δηλαδή το αντίτυπο με αριθμό 3 της σχετικής διασαφήσεως εξαγωγής, αλλ’ ούτε ενδιαφέρθηκε να το αναζητήσει μέχρι που εκλήθη προς τούτο με το υπ’ αριθμ. 5888/9.7.1997 έγγραφο του ΣΤ΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης, την δε αδυναμία προσκομίσεως απέδωσε σε παραλείψεις του Τελωνείου Προμαχώνα, ισχυρισμός, όμως, που απερρίφθη ως αβάσιμος από το διοικητικό πρωτοδικείο με την μη αμφισβητηθείσα με την έφεση αιτιολογία -που στηρίζεται άλλωστε και στην από 8.10.1994 κατάθεση του αρμοδίου υπαλλήλου του Τελωνείου…………… κατά την διοικητική προανάκριση (βλ. και την όμοια ένορκη κατάθεση του ιδίου μάρτυρα στο 11ο φύλλο της υπ’ αριθμ. 3145/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης)- ότι το Τελωνείο αυτό εξαγωγής τηρούσε την επιβαλλομένη από το νόμο και την πρακτική διαδικασία παραδόσεως του αντιτύπου αυτού, με σχετική πράξη βεβαιώσεως εξόδου, στον οδηγό του βυτιοφόρου προς επιστροφή στον εξαγωγέα, όταν ολοκληρωνόταν η εξαγωγή. Επιπλέον ο αναιρεσείων δεν ενημέρωσε το ΣΤ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης για την μη επιστροφή του ως άνω αντιτύπου ούτε εντός της προβλεπομένης από το άρθρο 65 παρ. 3 του ν. 2127/1993 προθεσμίας ούτε και μεταγενέστερα Γ) ότι η αναιρεσείουσα εταιρία δεν διέθετε έγγραφα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη μιας κατ’ αρχήν νόμιμης συναλλαγής με την εταιρία «……………..» για την επίδικη ποσότητα καυσίμων, όπως συμφωνητικό ή δελτίο παραγγελίας, δηλωτικό εισαγωγής συναλλάγματος έναντι της αξίας αυτών, πληρεξούσιο έγγραφο προς τον …………. κλπ., ενώ η εμφανιζομένη στις προαναφερθείσες καρτέλλες έκδοση τιμολογίων για την επίδικη συναλλαγή δεν αποδεικνύει από μόνη της την κανονικότητα της πωλήσεως των επιδίκων ποσοτήτων καυσίμων, εφ’ όσον δεν αποδείχθηκε η εξόφληση των τιμολογίων αυτών με εισαγωγή και καταβολή συναλλάγματος υπέρ της ……… ή έστω με την προσκόμιση εξοφλητικών αποδείξεων για την, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, είσπραξη σε μετρητά του τιμήματος από την βουλγαρική εταιρία μέσω του ……. , τούτο μάλιστα δοθέντος ότι, όπως εδέχθη και το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ’ αριθμ. 3145/2000 απόφασή του στηριζόμενο σε καταθέσεις υπαλλήλων των εγκαταστάσεων της …… στην Θεσσαλονίκη, το τίμημα της πωλήσεως ήταν προκαταβλητέο, ήτοι προηγείτο της εκδόσεως των τιμολογίων Δ) ότι η συνεργασία της διοικήσεως της αναιρεσείουσας εταιρίας με τον ……. υπό τις ομολογούμενες από αυτήν συνθήκες, που είναι ταυτόσημες με εκείνες των λοιπών 180 τμηματικών φορτώσεων (ήτοι, παράδοση του εμπορεύματος, άνευ ετέρου, στον έμπορο υγρών καυσίμων ………… , που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και αναλαμβάνει ο ίδιος την μεταφορά του εμπορεύματος με οχήματα και οδηγούς που ορίζει, ελέγχει και πληρώνει αυτός, χωρίς την λήψη εκ μέρους της διοικήσεως της αναιρεσείουσας οποιουδήποτε μέτρου που να διασφαλίζει την πραγματοποίηση των εξαγωγών, χωρίς συμφωνητικό με την αλλοδαπή εταιρία, χωρίς να ζητηθεί πληρεξούσιο έγγραφο από τον εν λόγω έμπορο και χωρίς να επιβεβαιώνεται με οποιονδήποτε τρόπο -τηλεφωνικώς, με telex, fax- η άφιξη και παραλαβή των εμπορευμάτων στην Βουλγαρία, δεδομένης και της μη επιστροφής του αντιτύπου με αριθμό 3 των οικείων διασαφήσεων εξαγωγής, δηλαδή και των διασαφήσεων που προηγήθηκαν της επίμαχης στην προκειμένη υπόθεση), σε συνδυασμό με την μη ενημέρωση της τελωνειακής αρχής και στις λοιπές 180 περιπτώσεις για την μη επιστροφή του αντιτύπου με αριθμό 3 των διασαφήσεων και, συνεπώς, την μη τακτοποίηση του καθεστώτος αναστολής, καταδεικνύει συμπεριφορά όχι απλώς αμελή, αλλά εντελώς αδικαιολόγητη για μια εταιρία, όπως η αναιρεσείουσα, η οποία, ως αναγνωρισμένη από το Κράτος εξαγωγική εταιρία και εγκεκριμένη αποθηκευτής πετρελαιοειδών με μακροχρόνια εμπειρία, εγνώριζε τους κινδύνους και τις ευθύνες της για την καταβολή, σε περίπτωση διαφυγής, του ειδικού φόρου καταναλώσεως Ε) ότι, όπως, ορθά κατά το διοικητικό εφετείο, έγινε δεκτό με την πρωτόδικη απόφαση, ο πρώτος αναιρεσείων, λόγω της μακρόχρονης (30 ετών) γνωριμίας του με τον …………….. και της από τον Μάϊο του έτους 1993 προμηθείας του πρατηρίου του τελευταίου με καύσιμα της ……. , γνώριζε κατά τον χρόνο καταθέσεως της επίδικης διασαφήσεως εξαγωγής την προηγουμένη λαθρεμπορική δραστηριότητα του ………… κατά τον Απρίλιο του έτους 1993, αφού κατά κοινή πείρα τα γεγονότα αυτά (κατηγορίες λαθρεμπορίας υγρών καυσίμων) διαδίδονται τάχιστα στους άμεσα ενδιαφερομένους στους κύκλους της εμπορίας πετρελαιοειδών, κρίση η οποία και δεν αμφισβητήθηκε με την έφεση. Πέραν των στοιχείων τούτων, τα οποία το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι αρκούν και μόνα τους για να θεμελιώσουν την δόλια προαίρεση του αναιρεσείοντος για την τέλεση των επιδίκων τεσσάρων παραβάσεων λαθρεμπορίας, το δικαστήριο αυτό έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε ότι ο αναιρεσείων ως μέλος της διοικήσεως της εταιρίας, η οποία μάλιστα διατηρούσε γραφείο στην Σόφια, όφειλε να επιβεβαιώσει την ύπαρξη της εταιρίας «……………..», όμως, αυτός, μέχρι την κλήση του σε απολογία από την τελωνειακή αρχή δεν είχε επίσημα στοιχεία που να βεβαιώνουν την ύπαρξη αυτής, τα δε στοιχεία που προσεκόμισε στη συνέχεια αυτός, στην διοικητική απολογία του και ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, καταδεικνύουν, κατά το διοικητικό εφετείο, την γνώση του για την ανυπαρξία της αλλοδαπής αυτής εταιρίας και καθιστούν αναληθή τον ισχυρισμό του ότι δεν εζήτησε πληρεξούσιο από τον ……… γιατί είχε ελέγξει και εξακριβώσει την ύπαρξη της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρίας. Τούτο δε διότι από τα στοιχεία αυτά, που αφορούν την μονοπρόσωπη εταιρία …………….. , προκύπτει ότι μεταξύ των ποικίλων δραστηριοτήτων της εν λόγω εταιρίας δεν περιλαμβάνεται πάντως η εισαγωγή και εμπορία πετρελαιοειδών, όπως τούτο έγινε δεκτό και με την υπ’ αριθμ. 3145/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο εκτιμώντας τα αντίστοιχα στοιχεία που είχε προσκομίσει ενώπιόν του ο . …….. για την απόδειξη της υπάρξεως της εταιρίας «………….. εδέχθη ότι «εταιρία στην πόλη Σαντάσκι της Βουλγαρίας με αντικείμενο την εμπορία καυσίμων δεν υπάρχει. Τα προσκομιζόμενα … πιστοποιητικά με παρόμοια εταιρική επωνυμία (……………….) αφορούν εταιρία που αντικείμενο έχει την εμπορία ειδών διατροφής και ποτών όχι καυσίμων». Τέλος, το διοικητικό εφετείο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε την δήλωση του ….. που περιέχεται στην από 8.10.1998 κατάθεση αυτού και το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητήθηκε με την από 11.4.2000 έγκληση του αναιρεσείοντος, ότι κατά τα έτη 1992-1993 ήταν ασύμφορη για τις εταιρίες πετρελαιοειδών της Βουλγαρίας η εισαγωγή καυσίμων από την Ελλάδα λόγω της επιβολής στις εισαγωγές αυτές πολύ μεγάλων δασμών από την Βουλγαρία. Το περιεχόμενο της δηλώσεως αυτής, που θεωρήθηκε από το διοικητικό δικαστήριο ότι, αν και μνημονεύει ρητώς την περίοδο των ετών 1992-1993, αναφέρεται προφανώς και στην περίοδο του έτους 1994, δηλαδή σε όλη την χρονική περίοδο των επαναλαμβανομένων εικονικών εξαγωγών της εταιρίας «….» προς την Βουλγαρία (από τον Νοέμβριο του έτους 1993 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 1994), σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε εξηγήσεως εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος που να αντικρούει τα ανωτέρω και να καθιστά ευλογοφανείς τις επαναλαμβανόμενες πωλήσεις μεγάλων ποσοτήτων καυσίμων στην Βουλγαρία μέσα στο ανωτέρω χρονικό διάστημα, καθ’ όν χρόνον, μέσω του γραφείου της εταιρίας στη Σόφια, εγνώριζε επακριβώς το καθεστώς αναφορικά με τις εισαγωγές πετρελαιοειδών στην Βουλγαρία, οδήγησε το διοικητικό εφετείο στην κρίση ότι ο αναιρεσείων εγνώριζε την εικονικότητα των πωλήσεων αυτών και ότι η υποβολή υπό της εταιρίας του των 66 συνολικώς σχετικών διασαφήσεων, μεταξύ των οποίων και η επίμαχη, είχε ως πραγματικό σκοπό την λαθραία διάθεση των καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας εν όψει της εξασφαλισμένης καλύψεως που προσέφεραν οι συμμετέχοντες στο τέχνασμα τελωνειακοί υπάλληλοι του Τελωνείου Προμαχώνα για τη νομιμοφάνεια των εξαγωγών και την τακτοποίηση με παράνομες ενέργειες των διασαφήσεων εξαγωγής στο ΣΤ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι αποδεικνύεται πλήρως ο δόλος του αναιρεσείοντος για την τέλεση των επιδίκων τεσσάρων λαθρεμπορικών παραβάσεων, ο οποίος συνίσταται στην υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή και εκπροσώπου της δεύτερης των αναιρεσειόντων γνώση της ανυπαρξίας της εταιρίας «…….» και εν πάση περιπτώσει της μη υπάρξεως αντισυμβαλλομένης εταιρίας με κλάδο εμπορίας πετρελαιοειδών, στην γνώση της εικονικότητας της πωλήσεως προς αυτήν και στην εν γνώσει συμμετοχή του στην χρησιμοποίηση του τεχνάσματος των εικονικών εξαγωγών και στην παράνομη διάθεση των επιδίκων καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας και διαφυγή του αναλογούντος ειδικού φόρου καταναλώσεως, με συμμετοχή, μεταξύ άλλων, στο λαθρεμπορικό όφελος και με γνώση των παρανόμων ενεργειών της πλαστογραφίας των συνοδευτικών των καυσίμων φορτωτικών εγγράφων. Εξ άλλου, το δικάσαν διοικητικό εφετείο αιτιολόγησε την ανωτέρω αντίθετη κρίση του σε σχέση με την υπ’ αριθμ. 3145/2000 αθωωτική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (που δέχθηκε πάντως την αμέλεια της διοικήσεως της αναιρεσείουσας εταιρίας), επικαλούμενο τα μη υποβληθέντα υπ’ όψη του Εφετείου επιβαρυντικά για τον αναιρεσείοντα στοιχεία της διατηρήσεως γραφείου στην Σόφια, της γνώσεως του ασυμφόρου των εισαγωγών καυσίμων από την Ελλάδα στην Βουλγαρία και κυρίως της προσπαθείας του να αποδείξει την ύπαρξη της εταιρίας «……………» με στοιχεία όμοια με αυτά που προσκόμισε ο ………. ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, από την συνεκτίμηση των οποίων το εν λόγω ποινικό δικαστήριο κατέληξε στην καταδίκη του τελευταίου.

18. Επειδή, η ανωτέρω περί τον δόλο του πρώτου αναιρεσείοντος κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, στην οποία ήχθη μετά από συνεκτίμηση όλων των προεκτεθέντων στοιχείων, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Ειδικότερα, εν όψει όσων εξετέθησαν στις σκέψεις 11 έως 13, νομίμως το δικάσαν διοικητικό εφετείο δεν θεώρησε ότι δεσμεύεται από την αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 3145/2000 αθωωτική για τον πρώτο των αναιρεσειόντων απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αλλά την έλαβε υπ’ όψη του και την συνεκτίμησε προς μόρφωση της κρίσεώς του, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά την γνώμη, όμως, της Συμβούλου Ε. Νίκα, όπως αυτή εξετέθη στις προαναφερθείσες σκέψεις της παρούσας, το διοικητικό εφετείο υπεχρεούτο κατ’ εφαρμογή της αρχής ne bis in idem να τερματίσει την ενώπιόν του διαδικασία με απόφαση που θα ακύρωνε το επιβληθέν πολλαπλό τέλος ή, πάντως, υπό την εκδοχή ότι η διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους δεν είναι ποινική, αλλ’ αμιγώς διοικητική, έπρεπε το διοικητικό εφετείο να θεωρήσει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και, εν πάση περιπτώσει, κατ’ επέκταση της εφαρμογής της ρυθμίσεως του άρθρου 5 παρ. 2 του ΚΔΔ για τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, ότι εδεσμεύετο από την ανωτέρω αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, μη δυνάμενο πλέον να καταλήξει σε κρίση αντίθετη προς τα κριθέντα από το ποινικό δικαστήριο.

19. Επειδή, περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως ότι μη νομίμως η κρίση του διοικητικού εφετείου περί της συνδρομής του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος ως διαχειριστού και εκπροσώπου της αναιρεσείουσας εταιρίας στηρίχθηκε σε στοιχεία αντίθετα με αυτά που έγιναν δεκτά ως πραγματικά περιστατικά με την υπ’ αριθμ. 3145/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και με όσα στοιχεία υπάρχουν στον φάκελλο, όπως αυτά εξειδικεύονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, κατά τα προεκτεθέντα, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν εδεσμεύετο από τις κρίσεις που διατυπώνονται στην ανωτέρω ποινική απόφαση, την οποία υπεχρεούτο μόνον να συνεκτιμήσει προς διαμόρφωση της κρίσεώς του, όπως και έπραξε. Εξ άλλου, δεν υποστηρίζεται ότι είχαν προβληθεί ενώπιον του διοικητικού εφετείου ειδικότεροι ισχυρισμοί αναφερόμενοι σε συγκεκριμένο περιεχόμενο της ποινικής αυτής αποφάσεως ή και του προσκομισθέντος υπ’ αριθμ. 242/2001 βουλεύματος, που έμειναν αναπάντητοι ή έχρηζαν ειδικότερης αντιμετωπίσεως. Ως εκ τούτου, απαραδέκτως περαιτέρω με τον ως άνω λόγο οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν ευθέως την ορθότητα της ουσιαστικής κρίσεως του διοικητικού εφετείου αναφορικά με την μη κατοχή και επιστροφή του αντιτύπου με αριθμ. 3 της επίδικης διασαφήσεως, την μη κατοχή στοιχείων για την συναλλαγή με την εταιρία «…………» και την ύπαρξη και δραστηριότητα της εταιρίας αυτής, την μη λήψη μέτρων για την ολοκλήρωση της επίδικης εξαγωγής, την λαθρεμπορική δραστηριότητα του ……….. και το ασύμφορο των εξαγωγών πετρελαιοειδών στην Βουλγαρία.

20. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι μη νομίμως με την επίδικη καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του ΣΤ΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης καταλογίσθηκαν εις βάρος του πρώτου των αναιρεσειόντων οι διαφυγόντες φόροι εξ ολοκλήρου και όχι κατ’ επιμερισμό, ανάλογα με την ευθύνη του, και το Διοικητικό Εφετείο εσφαλμένως με την προσβαλλομένη απόφασή του παρέλειψε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την πλημμέλεια αυτή. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως διότι με την προσφυγή δεν αμφισβητήθηκε το ύψος των διαφυγόντων φόρων που καταλογίσθηκαν στον πρώτο των αναιρεσειόντων και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε περίπτωση αυτεπάγγελτης εξετάσεως από το Διοικητικό Πρωτοδικείο κατ’ άρθρο 79 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ούτε περαιτέρω, από το Διοικητικό Εφετείο, κατ’ άρθρο 97 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, της ως άνω προβαλλομένης πλημμελείας του οικείου κεφαλαίου της καταλογιστικής πράξεως.

21. Επειδή, μετά ταύτα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

[…]