Author Archives: admin

Σύγχρονες Προκλήσεις για το Δίκαιο της Ιθαγένειας, Εκδήλωση, 21 Φεβρουαρίου, Αθήνα


Σύγχρονες Προκλήσεις για το Δίκαιο της Ιθαγένειας, Εκδήλωση, 21 Φεβρουαρίου, Αθήνα

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΡΑΓΔΑΙΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ. Προς μια νέα θεώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων;

Του Γιώργου Σωτηρέλη

26.01.2012
Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΡΑΓΔΑΙΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ. Προς μια νέα θεώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων;
Στο κλείσιμο της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα η εικόνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τόσο σε διεθνές και ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, προκαλεί εύλογα έντονους προβληματισμούς, λόγω της προϊούσας και συνεχώς επιταχυνόμενης συρρίκνωσης του ουσιαστικού περιεχομένου και εν τέλει της προστατευτικής εμβέλειάς τους. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς στην ιδιάζουσα μετάλλαξη που έχει υποστεί το σύγχρονο εξουσιαστικό φαινόμενο, υπό την πίεση των νέων κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί σταδιακά στο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης και έχουν παροξυνθεί τα τελευταία χρόνια, λόγω της βαθύτατης κρίσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πρόκειται για άκρως ανησυχητική εξέλιξη, διότι η σημερινή, ολοένα εντεινόμενη, δοκιμασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σηματοδοτεί μια ιστορική οπισθοδρόμηση μείζονος σπουδαιότητας. Ας δούμε όμως τα πράγματα πιο συγκεκριμένα:
 
Είναι γνωστό ότι η ιστορία της ανθρωπότητας έχει επηρεασθεί καταλυτικά, έχει σφραγισθεί θα έλεγα, από την διαρκή σύγκρουση μεταξύ ελευθερίας και εξουσίας. Ως εκ τούτου, μια από τις σημαντικότερες στιγμές αυτής της ιστορίας υπήρξε αναμφισβήτητα η συνταγματική κατοχύρωση των πρώτων θεμελιωδών δικαιωμάτων, αρχής γενομένης, για την ηπειρωτική Ευρώπη, με τα Συντάγματα που καθιερώθηκαν μετά τη γαλλική επανάσταση του 1789. Η σημασία δε αυτή δεν αναιρείται από το ότι τα εν λόγω Συντάγματα –ιδίως μετά την λήξη της ριζοσπαστικής φάσης της γαλλικής επανάστασης– συμπεριέλαβαν στις διατάξεις τους, με πολλαπλούς αποκλεισμούς και επιλεκτικές διηθήσεις, ένα μικρό μόνο μέρος των λεγόμενων «φυσικών και απαράγραπτων δικαιωμάτων», που αποτελούσαν την ρομφαία του διαφωτισμού. Και τούτο διότι το κατοχυρωθέν μέρος αυτό των δικαιωμάτων, παρότι ταξικά προσδιορισμένο και προσανατολισμένο, ώστε να διευκολύνει προεχόντως τον άκρατο οικονομικό φιλελευθερισμό και την πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, αποτέλεσε κρίσιμο συνταγματικό προγεφυρώματα της ελευθερίας, η οποία, για πρώτη φορά, έστω και λειψά, έστω και κολοβωμένα, απέκτησε σάρκα και οστά, έγινε απτή, συγκεκριμένη και διεκδικήσιμη.
 
Από τότε, η πρωτόλεια αυτή ελευθερία διευρύνεται και εμπλουτίζεται, αποχρωματιζόμενη σταδιακά, σε μεγάλο βαθμό, από τις ταξικές και ατομικιστικές-εγωιστικές καταβολές της και αποκτώντας νέες χωρητικότητες και νέες δυνατότητες, που επιτρέπουν, εν τέλει, την ολοκλήρωσή της, μέσω μιας ραγδαίας επέκτασης και στο πεδίο των συλλογικών διεκδικήσεων του πολιτικά και κοινωνικά δρώντος ανθρώπου. Όλα αυτά, βέβαια, δεν έγιναν ούτε ευθύγραμμα, ούτε ανώδυνα ούτε νομοτελειακά. Μεσολάβησε μια νέα μεγάλη επανάσταση, του 1848, και χρειάσθηκαν, γενικότερα, αλλεπάλληλοι σκληροί και αιματηροί διεκδικητικοί αγώνες, χάρη στους οποίους κρατήθηκε ζωντανό το αίτημα της ελευθερίας του ανθρώπου, παρά τις πολλαπλές και πολυποίκιλες υποχωρήσεις και αναιρέσεις των επί μέρους θεμελιωδών δικαιωμάτων, λόγω των αποικιοκρατικών και των παγκόσμιων πολέμων αλλά και της πρόσκαιρης επικράτησης αυταρχικών και ολοκληρωτικών καθεστώτων[1].
 
Με άλλα λόγια, η ιστορία των συνταγματικών δικαιωμάτων συνδέεται άρρηκτα με μια μακρά και δύσβατη πορεία ριζικού μετασχηματισμού και της ίδιας της κρατικής εξουσίας, η οποία, υπό την πίεση των πολιτικών και κοινωνικών διεκδικήσεων, έπαυσε συν τω χρόνω να είναι μια γυμνή και ανέλεγκτη εξουσία, αποβάλλοντας σταδιακά πολλά από τα αυταρχικά χαρακτηριστικά της και μεταπίπτοντας σταδιακά σε αρμοδιότητα, κατανεμόμενη σε επί μέρους και ανεξάρτητα κρατικά όργανα, με άμεση ή έμμεση δημοκρατική νομιμοποίηση. Κάποια από τα όργανα αυτά, μάλιστα, επιφορτίσθηκαν με την υποχρέωση να προστατεύουν, με πολλαπλές ασφαλιστικές δικλείδες, τον χώρο του αυτοκαθορισμού –που είναι η πεμπτουσία των δικαιωμάτων– σηματοδοτώντας την μετεξέλιξη του εθνικού κράτους από πηγή διακινδύνευσης των δικαιωμάτων σε κρίσιμη εγγύησή τους.
 
Μέσα λοιπόν από μια μακρόσυρτη πορεία αδιάκοπων συγκρούσεων και συμβιβασμών, η διαλεκτική της ιστορίας οδήγησε τον χώρο της ελευθερίας σε ασφαλή ύδατα, αποκαθιστώντας, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μια στοιχειώδη ισορροπία με τον χώρο της εξουσίας, μέσω της ολοκληρωμένης κατοχύρωσης των ατομικών, των πολιτικών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, δηλαδή των δικαιωμάτων που αντιστοιχούν στην τριπλή ιδιότητα του ανθρώπου: ως ατόμου, ως πολίτη και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου.
 
Η ισορροπία αυτή, όμως, δεν κράτησε πολύ, διότι οι προϊούσες ραγδαίες αλλαγές, στις οποίες αναφέρθηκα εισαγωγικά, διέρρηξαν τα κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά της θεμέλια. Πράγματι, με δεδομένο ότι η λόγω ισορροπία βρισκόταν σε απόλυτη αντιστοίχηση με την ευρύτερη ισορροπία που επιτεύχθηκε μεταξύ των δυνάμεων της πολιτικής και των δυνάμεων της αγοράς, στο πλαίσιο του λεγόμενου κεϋνσιανού μοντέλου ανάπτυξης, η ριζική αμφισβήτηση αυτού του μοντέλου, με την επικράτηση της παγκοσμιοποίησης, είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις στο πεδίο προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων. Έτσι, δύο ακριβώς αιώνες μετά την πτώση της Βαστίλης, ήρθε η σειρά μιας άλλης πτώσης, αυτής του τείχους του Βερολίνου, για να σηματοδοτήσει την ανατροπή της μεταπολεμικής ισορροπίας, προς όφελος, και πάλι, του οικονομικού φιλελευθερισμού. Η ίδια ανάγκη υπέρβασης των παραγωγικών σχέσεων από τις σύγχρονες, εκρηκτικά αναπτυσσόμενες, παραγωγικές δυνάμεις, οδήγησε στην υπέρβαση των συνόρων των εθνικών κρατών και στην επέκταση της αγοράς –με εμπροσθοφυλακή πλέον τα «νομαδικά κεφάλαια» του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τις νέες τεχνολογίες και τα επικοινωνιακά δίκτυα– σε υπερεθνικό και εν τέλει σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι νέες εξελίξεις είχαν αλυσιδωτές επιπτώσεις στην δομή και την λειτουργία του εθνικού κράτους, το οποίο αφ’ενός μεν βιώνει μια συστηματική και σε βάθος υπονόμευση –τόσο εξωτερική όσο και εκ των ένδον– από τις νέες πολυπλόκαμες ιδιωτικές εξουσίες, αφ’ετέρου δε πιέζεται αφόρητα από την «νέα τάξη πραγμάτων», που δεν είναι τίποτε άλλο από την μακρά χείρα αυτών των εξουσιών, προκειμένου να μετατραπεί σε μια σύγχρονη εκδοχή του «κράτους νυχτοφύλακα», με σκλήρυνση των κατασταλτικών του μηχανισμών. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να διαμορφωθεί μια νέα πραγματικότητα, που τελεί υπό την επικυριαρχία της αγοράς, με την πολιτική να παρακολουθεί αμήχανη και ασθμαίνουσα τις εξελίξεις και με τα δικαιώματα του ανθρώπου να αντιμετωπίζουν νέους και πρωτοφανείς σε έκταση κινδύνους, λόγω της ανάπτυξης νέων κέντρων, θεσμικών και εξωθεσμικών, στα οποία συσσωρεύεται βαθμιαία, με ολοένα και ταχύτερους ρυθμούς, η οικονομική και πολιτική ισχύς. Τα κέντρα αυτά διεκδικούν πλέον ευθέως και απροκάλυπτα την υποκατάστασή τους στην θέση της παραδοσιακής έδρας της κυριαρχίας, προκειμένου ιδίως να επιτύχουν, παρά την έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης, την άσκηση πρωτογενούς και αδιαμεσολάβητης εξουσίας[2].
 
Πράγματι, με την κατάρριψη των φραγμών που έθετε ο μεταπολεμικός διπολισμός, τα εθνικά κράτη βρίσκονται πλέον αντιμέτωπα, στον παγκόσμιο στίβο, με έναν ιδιότυπο «φονταμενταλισμό της αγοράς», και ιδίως με γιγαντιαίες ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις αυτές όχι μόνον έχουν προϋπολογισμούς πολλαπλάσιους από τους προϋπολογισμούς των εθνικών κρατών αλλά, το σημαντικότερο, συγκροτούν τεράστια και πολυπλόκαμα εξουσιαστικά δίκτυα, πλανητικής εμβέλειας, τα οποία περισφίγγουν τα εθνικά κράτη σαν ιστοί αράχνης, όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά. Στο σημείο αυτό, επιτρέψτε μου να επιμείνω:
 
Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν. Έχουμε να κάνουμε με πραγματικές εξουσίες, που εκκινούν μεν από την οικονομική ισχύ αλλά δεν αρκούνται πλέον σε αυτήν, αλλά ούτε και στην δύναμη πολιτικής επιρροής που απορρέει από αυτήν. Αναπτύσσουν πολυποίκιλους εξουσιαστικούς μηχανισμούς, που προσιδιάζουν μόνο στην κρατική εξουσία, χωρίς όμως καμία από τις εγγυήσεις που συνοδεύουν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, την κρατική εξουσία. Διαθέτουν, κατ’αρχάς, ισχυρότατους κατασταλτικούς μηχανισμούς, ιδιωτικούς στρατούς και ιδιωτικά σώματα ασφαλείας, που επιβάλλουν συχνά, ιδίως απέναντι στους πληθυσμούς τριτοκοσμικών κρατών ή σε ενοχλητικά κοινωνικά κινήματα, τον νόμο της γυμνής βίας. Διαθέτουν, επίσης, μηχανισμούς παρακολούθησης, απίστευτης εμβέλειας και ακρίβειας, όπως το διαβόητο πλέον Έσελον, που ξεκίνησε από βιομηχανική κατασκοπεία για να καταστεί, μαζί με τις ιδιωτικές εταιρείες τηλεφωνίας, πραγματική πληγή για την σύγχρονη δημοκρατία. Τέλος, διαθέτουν άκρως αποτελεσματικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς. Πρόκειται για τα διεθνή ιδιωτικά τηλεοπτικά μέσα της κατ’ευφημισμόν ενημέρωσης, τα οποία συχνά εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία για την χειραγώγηση της κοινής γνώμης αλλά και για την ιδεολογική εκκαθάριση του τοπίου από τους πάσης φύσεως διαφωνούντες[3].
 
Χρειάζεται να αναφέρουμε λεπτομερώς πόσα και ποια ατομικά δικαιώματα τίθενται πλέον εν αμφιβόλω από αυτούς τους ιδιωτικούς κατασταλτικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς και από αυτά τα ιδιωτικά μέσα παρακολούθησης; Η προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, η προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων, το απόρρητο των ανταποκρίσεων, τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, η ίδια η ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης είναι ορισμένα μόνον από αυτά, αφού μια λεπτομερής απαρίθμηση θα εξαντλούσε σχεδόν το πεδίο προστασίας του ατομικού αυτοκαθορισμού.
 
Αλλά και στο επίπεδο των κοινωνικών δικαιωμάτων τα πράγματα δεν είναι καλύτερα, αφού απώτερος στόχος του «αχαλίνωτου καπιταλισμού» είναι να αχρηστευθούν σταδιακά οι εγγυήσεις των εθνικών Συνταγμάτων και να επιβληθεί άνωθεν, μέσω διεθνών συμβάσεων και ασφυκτικών πιέσεων, η άνευ όρων «απορρύθμιση» των οικονομικών και εργασιακών σχέσεων καθώς και η ραγδαία εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών. Αυτό δε συνεπάγεται, ιδίως, την συρρίκνωση του περιεχομένου της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων και τον δραστικό περιορισμό του κύκλου των υποκειμένων τους –αποσυνδεομένων από την ιδιότητα του πολίτη– με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε σε σταδιακή «γκετοποίηση» του χώρου του κοινωνικού αποκλεισμού[4].
 
Τέλος, και στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων είναι εμφανής μια σοβαρή υποβάθμιση της ίδιας της πολιτικής συμμετοχής, καθεαυτήν, λόγω της συνεχούς υπονόμευσης των νομιμοποιητικών θεμελίων των δημοκρατικών καθεστώτων, της καθολικής ψηφοφορίας και του δημόσιου συμφέροντος, αλλά και της μετατόπισης της πολιτικής ζωής από το βήμα των αντιπροσωπευτικών σωμάτων στην λαμπερή πλην εξόχως παραπλανητική σκηνή των ιδιωτικών τηλεοπτικών μέσων.
 
Βάσει των ανωτέρω, η πρώτη και μεγαλύτερη πηγή των κινδύνων κατά των δικαιωμάτων είναι αναμφίβολα η ραγδαία μετάλλαξη του εξουσιαστικού φαινομένου, λόγω της ανάδυσης στυγνών και εν πολλοίς ανέλεγκτων ιδιωτικών εξουσιών, οι οποίες κινούνται στην γκρίζα ζώνη της παγκοσμιοποίησης, έξω και πέρα από κάθε γνωστή μορφή πολιτικού και κοινωνικού ελέγχου, θέτοντας εντελώς νέα δεδομένα στην κατοχύρωση αλλά και στην διεκδίκηση της ελευθερίας[5]. Ωστόσο, η συγκεκριμένη αυτή δράση των ιδιωτικών εξουσιών δεν είναι η μόνη πηγή διακινδύνευσης των δικαιωμάτων. Δεύτερη μεγάλη απειλή για την σύγχρονη ελευθερία είναι το κύμα των ποινικών μέτρων, προληπτικών και κατασταλτικών, που επακολούθησε σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, μετά από το δολοφονικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου και ενισχύθηκε μετά την σφαγή της Μαδρίτης και άλλες επί μέρους τρομοκρατικές ενέργειες. Όχι πως το πρόβλημα δεν είναι υπαρκτό και ότι δεν έπρεπε να ληφθούν μέτρα. Από το σημείο όμως αυτό μέχρι το σημείο να μας επιβάλουν την «ασφάλεια» σαν ένα γενικό και απρόσωπο «υπερδικαίωμα», το οποίο υπερισχύει δήθεν, και μάλιστα οιονεί αυτονόητα, έναντι όλων των άλλων δικαιωμάτων, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Η άκριτη λοιπόν αποδοχή τόσο των έξωθεν επιβαλλόμενων όσο και των εγχώριας έμπνευσης μέτρων, στο όνομα μιας αόριστης «ασφάλειας», μήπως ισοδυναμεί με παραίτηση από ένα σύστημα προστασίας που οικοδομήθηκε με τόσους αγώνες; Μήπως στο βάθος παραμονεύει η κοινωνία της γενικευμένης ποινικοποίησης και του μεγάλου αδελφού[6];
 
Όλα αυτά συνθέτουν την σημερινή, ζοφερή σε μεγάλο βαθμό, εικόνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που χαρακτηρίζεται πλέον από μια εμφανή προσπάθεια των κυρίαρχων σε παγκόσμιο επίπεδο ιδιωτικών εξουσιών –και των πολιτικών ενεργουμένων τους– για την σταδιακή συρρίκνωσή τους, με μια ταυτόχρονη μετατόπιση του κέντρου βάρους από τον πολίτη στον επενδυτή και από τον κοινωνικώς δρώντα άνθρωπο στον καταναλωτή. Η εικόνα αυτή, μάλιστα, επιδεινώνεται καθημερινά λόγω της ολοένα επιδεινούμενης οικονομικής κρίσης, που ανέδειξε ανάγλυφα τους κινδύνους της ασυδοσίας των «αγορών» αλλά και άνοιξε τον ασκό του αιόλου, όχι μόνον για μια ακόμη εντονότερη επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα αλλά και για μια περαιτέρω σκλήρυνση των –ιδιωτικών και κρατικών– κατασταλτικών μηχανισμών.
 
Από τα ανωτέρω δεν πρέπει να συναχθεί, βέβαια, ότι πρέπει να αρκεσθούμε σε κασσανδρικές προβλέψεις και να παραιτηθούμε από κάθε διεκδίκηση. Κάθε άλλο μάλιστα. Απαιτείται διαρκής εγρήγορση και επαγρύπνηση όλων μας. Απαιτούνται δε, ειδικότερα, στοχευμένες αντιδράσεις, με ζητούμενο την αναδιάταξη του χώρου της ελευθερίας, προκειμένου να αντιστοιχηθεί με τις νέες μεταλλάξεις της εξουσίας αλλά και με τα νέα οικονομικά δεδομένα. Το βάρος, δε, πέφτει και πάλι στο εθνικό κράτος, στο οποίο στρέφονται ευλόγως όλα τα βλέμματα, μετά την παταγώδη κατάρρευση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος του «αχαλίνωτου καπιταλισμού».
 
Γιατί όμως το εθνικό κράτος είναι σημαντικό; Η απάντηση είναι απλή: διότι, όπως προείπαμε, υπήρξε το πολιτικό θερμοκήπιο μέσα στο οποίο σφυρηλατήθηκε ο κοινωνικός δεσμός και άνθισαν, έστω και μετά από πολλές περιπέτειες, τα δικαιώματα του ανθρώπου. Ως εκ τούτου εξακολουθεί να αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας, καθώς μια αβασάνιστη και ελαφρά τη καρδία εγκατάλειψή του θα είχε για τα δικαιώματα το ίδιο αποτέλεσμα που θα είχε για τα φυτά ενός πραγματικού θερμοκηπίου η αφαίρεση του προστατευτικού καλύμματος και η ξαφνική έκθεσή τους στις ατμοσφαιρικές συνθήκες.
 
Τα κλειδί, ωστόσο, για μια τέτοια αναδιάταξη, είναι προοπτικά η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία επιβάλλεται να προχωρήσει ως τάχιστα, χωρίς ηγεμονισμούς ή μικρομεγαλισμούς, τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό επίπεδο, με καταλύτη την οικονομική κρίση. Ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, έστω και λειτουργώντας σε συνθήκες δραματικής πίεσης, οφείλει ως τάχιστα να μετεξελιχθεί σε ένα πραγματικό δημοκρατικό προγεφύρωμα της ελευθερίας, ώστε να αποτελέσει το εργαστήριο του μέλλοντος για μια νέα θεσμική επεξεργασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου[7].
 
Η μεγάλη πρόκληση, βεβαίως, ως προς αυτά τα δικαιώματα, είναι όχι μόνον να θωρακισθούν αποτελεσματικά, με ενίσχυση των συστημάτων προστασίας τους, αλλά και να αντιστοιχηθούν ευρηματικά, απέναντι στις νέες και εξαιρετικά επίφοβες μεταλλάξεις του εξουσιαστικού φαινομένου, ιδίως δε απέναντι στις πανίσχυρες και αδηφάγες ιδιωτικές εξουσίες και στις πολιτικές θεραπαινίδες τους.
 
Πράγματι, μόνο μια ανανεωμένη εκδοχή των πολιτικών δικαιωμάτων, με πολλαπλή ενίσχυση των συμμετοχικών θεσμών (ιδίως δε με την προσεκτική καθιέρωση μορφών άμεσης δημοκρατίας και την θεσμική ενίσχυση των εναλλακτικών μορφών συμμετοχής, της κοινωνίας των πολιτών), μπορεί να ενεργοποιήσει τα κουρασμένα αντανακλαστικά του αντιπροσωπευτικού μας συστήματος[8] και να συνδέσει σε ένα αδιάσπαστο σύνολο την νέα ευρωπαϊκή κυριαρχία με την λαϊκή κυριαρχία, ως απαρέγκλιτη νομιμοποιητική της βάση τόσο στο επίπεδο των επί μέρους λαών όσο και στο επίπεδο του υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκού δήμου[9].
 
Επιπλέον, μόνο ένας σύγχρονος και πλήρης κατάλογος ατομικών δικαιωμάτων, με τον δραστικό αναπροσανατολισμό των εγγυητικών τους μηχανισμών αλλά και με την ενίσχυση του πεδίου και των μέσων προστασίας τους –ιδίως μέσω της πρόσφορης αξιοποίησης Ανεξάρτητων Αρχών, επί τούτω καθιερωμένων, αλλά και της περαιτέρω ενεργοποίησης του θεσμού της τριτενέργειας (δηλαδή της αμυντικής περιχαράκωσής τους και έναντι των ιδιωτικών εξουσιών[10])– μπορεί να δώσει πειστικές απαντήσεις στις πολλαπλές και εν πολλοίς καινοφανείς διακινδυνεύσεις της ατομικής ελευθερίας, σε όλες τις εκδοχές της[11].
 
Τέλος, μόνο η περαιτέρω θωράκιση του χώρου της κοινωνικής ελευθερίας –ιδίως με την συνταγματική κατοχύρωση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου κοινωνικής διαβίωσης που θα προσδώσει κανονιστική εμβέλεια στα κοινωνικά δικαιώματα[12]– σε συνδυασμό με την ανάδειξη της ανεκτίμητης αξίας αλλά και την επιθετική εξαγωγή του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, μπορεί σε πρώτο μεν στάδιο να ανακόψει την πορεία προς την κοινωνική εξαθλίωση σε δεύτερο δε στάδιο να επαναφέρει, σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, το αίτημα της κοινωνικής δημοκρατίας, η οποία βέβαια δεν έρχεται «καταλύσαι αλλά πληρώσαι», την πολιτική δημοκρατία[13].
 
Απαραίτητη προϋπόθεση, πάντως, για όλα τα παραπάνω, είναι η περιχαράκωση του χώρου της ελευθερίας, ως ενιαίου και αδιάσπαστου όλου. Κάθε απόπειρα, με το πρόσχημα των δυσκολιών της συγκυρίας, να κατακερματισθεί αυτός ο χώρος, ώστε κάποιες ζώνες του να θεωρηθούν ήσσονος σημασίας σε σχέση με άλλες, από την άποψη της κατοχύρωσης και διασφάλισής τους, αποτελεί ανεπίτρεπτη ρωγμή στο σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, διότι μπορεί να αποδειχθεί κερκόπορτα για μια μελλοντική υπονόμευση ή και αναίρεση αυτού του συστήματος. Με άλλα λόγια, το “status mixtus” των δικαιωμάτων, δηλαδή η παραπληρωματικότητα και η ενότητα της προστασίας του ατομικού, πολιτικού και κοινωνικού αυτοκαθορισμού, όπως την ανέδειξε θεωρητικά κατά τρόπο υποδειγματικό ο αείμνηστος Δημήτρης Τσάτσος[14], πρέπει να αποτελεί το πλέον σταθερό και αδιαπραγμάτευτο σημείο αναφοράς για μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική υπεράσπιση της συνταγματικής ελευθερίας. Δηλαδή της ελευθερίας που αποτελεί, σε όλες τις εκφάνσεις της, την πολυτιμότερη κατάκτηση –και συνάμα την σημαντικότερη εγγύηση– όχι μόνον του νομικού αλλά και του πολιτικού μας πολιτισμού.
 

 

 


[1] Βλ. γενικά Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Γ΄, Θεμελιώδη Δικαιώματα, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1988, σ. 49 επ., Του ίδιου, Θεωρητικά και ιστορικά προλεγόμενα στα θεμελιώδη δικαιώματα κατά το Σύνταγμα του 1974, σε: Οι Συνταγματικές Ελευθερίες στην Πράξη, Α΄ Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1986, σ. 35 επ., Αρ. Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, α΄, Ατομικές Ελευθερίες, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 26 επ., Του ίδιου, Οι κύριες συνιστώσες του συστήματος θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Συντάγματος του 1975, σε: Συνταγματική Θεωρία και Πράξη ΙΙ (ΣΘΠ ΙΙ), εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, σ. 529 επ., Του ίδιου, Προβλήματα προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ό. π. σ. 547 επ., Κ. Δουζίνα, Το τέλος των θεμελιωδών δικαιωμάτων, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2006, σ. 161 επ. Βλ. επίσης, αναλυτικότερα, Μ. Ιshay, Η ιστορία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2008, σ. 185 επ.

 

 

[2] Για τα ανωτέρω βλ. Δ. Τσάτσου., Πολιτεία, εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2010, Αρ. Μάνεση, Το Σύνταγμα, στο κατώφλι του 21ου αιώνα, σε: Συνταγματική Θεωρία και Πράξη ΙΙ, ό.π., σ. 113 επ., Α. Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, τ. !, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2004, σ. 222 επ. και αναλυτικότερα Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2000, σ. 59 επ., με τις εκεί παραπομπές.

 

 

[3] Βλ. Αρ. Μάνεση, Το Συνταγμα,στο κατώφλι του 21ου αιώνα, σε Συνταγματική Θεωρία και Πράξη ΙΙ, ό.π., σ. 131 επ. και αναλυτικότερα Γ. Σωτηρέλη, ό.π., σ. 61 επ., 247 επ., με τις εκεί παραπομπές.

 

 

[4] Βλ. Αρ. Μάνεση, Η προβληματική της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο, σε: Συνταγματική Θεωρία και Πράξη ΙΙ, ό.π., σ. 571 επ., Ξ. Κοντιάδη, Μεταμορφώσεις του Κοινωνικού Κράτους στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2001, καθώς και τον συλλογικό τόμο του Ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης (επιμ. και πρόλογος Γ. Σωτηρέλη-Χρ. Τσαϊτουρίδη), Κοινωνικά Δικαιώματα και κρίση του κράτους πρόνοιας, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2007.

 

 

[5] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, ό.π., σ. 247 επ., Μ. Ιshay, ό.π., σ. 357 επ. και τις εκεί παραπομπές.

 

 

[6] Βλ. τον συλλογικό τόμο «Ασφάλεια και δικαιώματα στην κοινωνία της διακινδύνευσης» του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου (επιμ. Χ. Ανθόπουλου, Ξ. Κοντιάδη, Θ. Παπαθεοδώρου), Αθήνα-Κομοτηνή 2005, με συνοπτική αλλά εξαιρετικά πυκνή και εύστοχη εναρκτήρια εισήγηση του Δ. Τσάτσου, Ασφάλεια Versus Ελευθερία: Η ευρωπαϊκή διάσταση, σ. 19 επ.). Βλ. επίσης, ιδίως, Γ. Μανωλεδάκη, Δημοκρατία – Ελευθερία – Ασφάλεια. Το τρίπτυχο της ιδανικής πολιτείας, σε: Δημοκρατία – Ελευθερία – Ασφάλεια Ι, Τιμητικός Τόμος για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2005, σ. 49 επ., Γ. Πανούση, Ανασφάλεια: Το σκιάχτρο της παγκοσμιοποίησης, στο ίδιο, σ. 93 επ., Γ. Σωτηρέλη, Τρομοκρατία, Πολιτικό Έγκλημα και Δημοσιότητα της Δίκης, στο ίδιο, σ. 223 επ., καθώς και τον συλλογικό τόμο «Τρομοκρατία και Δικαιώματα. Από την ασφάλεια του κράτους στην ανασφάλεια δικαίου» του Ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης (επιμ. Α. Μανιτάκη – Α. Τάκη), εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2004.

 

 

[7] Βλ. γενικά Δ. Τσάτσου, Το αξιακό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2005 και ειδικότερα Γ. Παπαδημητρίου, Η συνάρθρωση της εθνικής, της διεθνούς και της ενωσιακής προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρώπη, σε: Συνταγματικές Μελέτες, τ. Ι, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, σ. 149 επ.

 

 

[8] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ό.π. σ. 163 επ., με τις εκεί παραπομπές, Του ίδιου, Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: Τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια, σε: Constitutionalism.gr (Δικτυακός Τόπος του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης»), Μελέτες, 2011 και πρβλ. Γ. Παπαδημητρίου, Συμμετοχική Δημοκρατία και Σύνταγμα, σε: Συνταγματικές Μελέτες, τ. Ι, ό.π. σ. 71 επ.
 

 

 

[9] Βλ. γενικά Δ. Τσάτσου, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2007, Του ίδιου, Η έννοια της δημοκρατίας στην ευρωπαϊκή συμπολιτεία, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2007 και ειδικότερα, Γ. Παπαδημητρίου, Κοινοτικό και δημοκρατικό έλλειμμα. Ένα νόμισμα με δύο όψεις, σε: Συνταγματικές Μελέτες, τ. ΙΙ, ό.π. σ. 61 επ., Του ίδιου, Συνταγματική Πολιτική και Ευρωπαϊκή Ένωση, ό.π. σ. 123 επ., Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ό.π. σ. 94 επ., με τις εκεί παραπομπές.

 

 

[10] Βλ. Δ. Τσάτσου, Θεμελιώδη Δικαιώματα, ό.π. σ. 181 επ., Γ. Παπαδημητρίου, Η τριτενέργεια των ατομικών δικαιωμάτων, σε: Συνταγματικές Μελέτες, τ. Ι, ό.π. σ. 161 επ.

 

 

[11] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ό.π. σ. 247 επ., με τις εκεί παραπομπές, Του ίδιου, Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων, σε: Constitutionalism.gr, ό.π.

 

 

[12] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ό.π. σ. 333 επ., με τις εκεί παραπομπές, Του ίδιου, Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων, σε: Constitutionalism.gr, ό.π.

 

 

[13] Βλ. Αρ. Μάνεση, Το Συνταγματικόν Δίκαιον ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας, σε: Συνταγματική Θεωρία και Πράξη Ι (ΣΘΠ Ι), εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα Θεσσαλονίκη 1980, σ. 57, υποσημ. 109, και πρβλ. Δ. Τσάτσου, Θεμελιώδη Δικαιώματα, ό.π. σ. 307.

 

 

[14] Βλ. Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Θεμελιώδη Δικαιώματα, ό.π., σ. 216 επ. και 306 επ.

 

 

ΣτΕ 3242/2004 (Δ΄ Τμήμα) «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική / ΕΣΡ


ΣτΕ 3242/2004 (Δ΄ Τμήμα) «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική / ΕΣΡ

Απόφαση

ΣτΕ 3242/2004 (Δ΄ Τμήμα) «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική / ΕΣΡ
Πρόεδρος: Μ. Βροντάκης,
Εισηγητής: Χ. Ράμμος, Σύμβουλος
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2004, με την εξής σύνθεση:
Για να δικάσει την από 24 Δεκεμβρίου 2002 αίτηση :
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “………”,
και κατά της παρεμβαίνουσας εταιρείας με την επωνυμία “…………”, που εδρεύει στο Χαλάνδρι (………….).
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί το υπ’ αριθ. πρωτ. 8117/30.10.2002 πιστοποιητικό του Εθνικού …………………(κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 §§1 και 2 του ν. 3021/2002) και απευθύνεται προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “…………”, αναφορικά με την εταιρεία “………..” για το έργο “Κατασκευή Χωματουργικών και Τεχνικών Έργων για την υποδομή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου – Κιάτου) και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Χ. Ράμμου.
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (αρ. εντύπου παραβόλων 346130,393158/02).
2. Επειδή, με την υπ` αριθμ. 844/13.12.2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της α.ε. «…………..» αποφασίσθηκε η προκήρυξη δημοσίου διαγωνισμού με ανοικτή διαδικασία, για την εκτέλεση του έργου «Κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων για την υποδομή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου- Κιάτου», προϋπολογιζομένης δαπάνης 51.700.000 € και σύστημα προσφοράς αυτό των επί μέρους ποσοστών εκπτώσεως. Στον ως άνω διαγωνισμό έλαβαν μέρος, μεταξύ άλλων, η αιτούσα εταιρεία καθώς και η εταιρεία «………………..». Με την υπ’ αριθμ. 959/22.5.2002 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ……….. το αποτέλεσμα του διαγωνισμού κατακυρώθηκε στην εργοληπτική επιχείρηση «………………». Ακολούθησε η συγχώνευση δι` απορροφήσεως της εταιρείας «………………» από την εταιρεία «…………….», η οποία εγκρίθηκε με την υπ` αριθμ. Κ2-10928/6.9.2002 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 9290/9.9.2002 Τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Προκειμένου δε να συναφθεί η σχετική σύμβαση, η Αναθέτουσα αρχή εγνωστοποίησε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του ν. 3021/2002, στο Εθνικό Συμβούλιο ………… (εφεξής ΕΣΡ), με το από 9.10.2002 έγγραφό της, τα στοιχεία της ταυτότητας των βασικών μετόχων, μελών διοικητικού συμβουλίου και διευθυνόντων συμβούλων της ως άνω εταιρείας («…………..»), για να πιστοποιηθεί ότι στο πρόσωπό τους δεν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3 του ν. 3021/2002. Σχετικώς εξεδόθη, κατ` επίκληση των διατάξεων του άρθρου 4 του αυτού νόμου, το, ήδη προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως, υπ` αριθμ. 8117/30.10.2002, πιστοποιητικό του …. , με το οποίο βεβαιώνεται η μη συνδρομή των ως άνω ασυμβιβάστων ιδιοτήτων στο πρόσωπο βασικού μετόχου, μέλους οργάνου διοίκησης ή διευθυντικού στελέχους της εταιρείας «……………..», προκειμένου η τελευταία αυτή εταιρεία να συνάψει σύμβαση με την εταιρεία «…….» για την εκτέλεση του έργου «Κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων για την υποδομή της νέας διπλής σιδ. γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου-Κιάτου».
3.Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 5 παρ. 4 εδ. Α και 8 εδ. Ε του ν. 2863/2000 με τίτλο «………………………» (ΦΕΚ Α` 262) προκύπτει ότι το ….. , όταν προσβάλλεται πράξη του, νομίμως παρίσταται, εκπροσωπώντας το Δημόσιο. Συνεπώς, εφόσον με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται πράξη του εν λόγω Συμβουλίου, στην παρούσα δίκη νομιμοποιείται παθητικώς η ως άνω Αρχή η οποία νομίμως και παρέστη στο ακροατήριο δια της εκπροσωπησάσης αυτήν Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (πρβλ. ΣτΕ 2967/02, πρβλ. ΣτΕ 2279/2001 Ολομέλεια).
4.Επειδή, με πρόδηλο έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στην παρούσα δίκη υπέρ του κύρους του προσβαλλομένου πιστοποιητικού η εταιρεία «…………..».
5. Επειδή, στο άρθρο 14 του Συντάγματος προσετέθη με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων παράγραφος 9 έχουσα ως εξής: «9. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να γίνονται γνωστά, όπως νόμος ορίζει. Νόμος προβλέπει τα μέτρα και τους περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής, όπως νόμος ορίζει. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρείες. Νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης, καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγούμενων εδαφίων». Για την ρύθμιση των ειδικοτέρων θεμάτων, περί των οποίων διαλαμβάνει η προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη εξεδόθη ο νόμος 3021/2002 με τίτλο « Περιορισμοί στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων με πρόσωπα που δραστηριοποιούνται ή συμμετέχουν σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης κλπ»(ΦΕΚ 143 Α). Στο νόμο αυτό ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Άρθρο 1. Ορισμοί. Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, οι ακόλουθοι όροι έχουν την έννοια που τους αποδίδεται κατωτέρω: 1. “Επιχείρηση Μέσων Ενημέρωσης”: Η επιχείρηση της οποίας η λειτουργία υπάγεται στη δικαιοδοσία του ελληνικού κράτους και η οποία έχει ως δραστηριότητα, αποκλειστική ή μη: α) την έκδοση ή εκτύπωση εφημερίδων ή περιοδικών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, ή εντύπων εκπαιδευτικού ή επιστημονικού χαρακτήρα, σε οποιαδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής, τα έντυπα αυτά εκδίδονται, διαδίδονται ή διανέμονται, ή β) την εγκατάσταση και λειτουργία ή τη διαχείριση τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης λήψης ή την παροχή ή τη διαχείριση συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, ή γ) την εγκατάσταση και λειτουργία ή τη διαχείριση ραδιοφωνικού σταθμού ελεύθερης λήψης ή την παροχή ή τη διαχείριση συνδρομητικών ραδιοφωνικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, ή δ) την παροχή μέσω του διαδικτύου υπηρεσιών οπτικοακουστικού περιεχομένου, εφόσον το περιεχόμενο αυτό έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και ειδικότερα περιλαμβάνει, κατά το πρότυπο των έντυπων εφημερίδων, ειδήσεις για πολιτικό ή κοινωνικό ή οικονομικό ή πολιτιστικό ή αθλητικό γεγονότα και εκδηλώσεις, καθώς και άρθρα, σχόλια, συνεντεύξεις ή συζητήσεις για τα θέματα αυτό. Η επιχείρηση η οποία έχει ως δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο δεν θεωρείται επιχείρηση μέσων ενημέρωσης. Μία επιχείρηση μέσων ενημέρωσης θεωρείται ότι υπάγεται στη δικαιοδοσία του ελληνικού κρότους εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του όρθρου 3 του Π.Δ. 100/2000 (ΦΕΚ98 Α΄). Η “……………………..”, καθώς και οι συνδεδεμένες με αυτή εταιρείες, κατά την έννοια του όρθρου 42Ε του κ.ν. 2190/1920, δεν θεωρούνται για την εφαρμογή του νόμου αυτού επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης.2. “Ευρύτερος Δημόσιος Τομέας”: α) οι υπηρεσίες που εκπροσωπούνται από ή υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων αρχών, β) οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και κάθε άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, γ) τα νομικό πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου τα οποία είτε υπάγονται στο άρθρο 1 του Ν. 2414/1996 (ΦΕΚ 135 Α`) είτε η διοίκησή τους διορίζεται από το δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δ) οι τράπεζες στις οποίες ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ή ο διοικητής τους διορίζονται ύστερα από τη διατύπωση γνώμης της Βουλής, σύμφωνα με το άρθρο 49Α του Κανονισμού της, ε) τα νομικό πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και οι ενώσεις προσώπων τα οποία επιχορηγούνται, τακτικώς ή εκτάκτως, από το δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και η επιχορήγηση αυτή υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) των ετήσιων εσόδων τους κατά το εκάστοτε προηγούμενο έτος, στ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ιδρύονται από τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α` έως ε` της παρούσας παραγράφου ή αποτελούν συνδεδεμένη με αυτό εταιρεία κατά την έννοια του άρθρου 42Ε του κ.ν. 2190/1920, καθώς και οι συνδεδεμένες με τις εταιρείες αυτές άλλες εταιρείες.3. “Δημόσιες Συμβάσεις”: Οι συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργου ή προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, η δε αξία τους υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, καθώς επίσης και οι συμβάσεις των οποίων η αξία είναι κατώτερη των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ αλλά έχουν ως αντικείμενο τμήμα, προσθήκη ή επέκταση ανατιθέμενου έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας που υπερβαίνει σε συνολική αξία το ποσό αυτό. 4. “Βασικός Μέτοχος”: Ο μέτοχος ο οποίος, είτε βάσει του αριθμού των μετοχών που έχει στην κυριότητά του, υπολογιζόμενου αυτοτελώς ή συγκρινόμενου με τον αριθμό μετοχών των άλλων μετόχων της εταιρείας είτε βάσει των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει ή άλλων ειδικών δικαιωμάτων που του παρέχει ο νόμος ή το καταστατικό της εταιρείας είτε βάσει γενικών ή ειδικών συμφωνιών που έχει συνάψει με την εταιρεία ή άλλους μετόχους ή τρίτα πρόσωπα που εξαρτώνται οικονομικά από αυτόν ή ενεργούν για λογαριασμό του, μπορεί να επηρεάζει ουσιωδώς τη λήψη των αποφάσεων που λαμβάνουν τα αρμόδια όργανα ή στελέχη της εταιρείας σχετικό με τον τρόπο διοίκησης και της εν γένει λειτουργίας της αντίστοιχης επιχείρησης. Ειδικότερα, βασικός μέτοχος θεωρείται ιδίως: Α. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, ανεξάρτητα από το ύψος του ποσοστού επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου που ανήκει στην κυριότητά του: α) είναι κύριος αριθμού μετοχών που υπερβαίνει τον αριθμό μετοχών που ανήκει σε κάθε άλλο μέτοχο ή είναι ίσος με τον αριθμό μετοχών άλλου μετόχου της περίπτωσης αυτής, ή β) κατέχει, είτε από το καταστατικό της εταιρείας είτε μέσω εκχώρησης σχετικού δικαιώματος άλλων μετόχων, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική συνέλευση, ή γ) έχει το δικαίωμα, είτε από το νόμο, είτε από το καταστατικό της εταιρείας είτε μέσω εκχώρησης σχετικού δικαιώματος άλλων μετόχων, να διορίζει ή να ανακαλεί δύο τουλάχιστον μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ή ένα μέλος εφόσον αυτό ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου ή αντιπροέδρου ή διευθύνοντος ή εντεταλμένου ή συμπράττοντος συμβούλου ή, εν γένει, συμβούλου με εκτελεστικά καθήκοντα, ή δ) είναι κύριος ποσοστού επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ή κάτοχος
δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο ήμισυ του μετοχικού κεφαλαίου που εκπροσωπήθηκε και άσκησε το δικαίωμα ψήφου κατά τη λήψη της απόφασης της γενικής συνέλευσης για την εκλογή ή την ανάκληση του εκάστοτε τελευταίου διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ή της πλειοψηφίας των μελών αυτού, ή ε) καταρτίζει, αμέσως ή εμμέσως, συμβάσεις και εν γένει συμφωνίες με την εταιρεία, από τις οποίες η τελευταία αποκτά έσοδα ή άλλα οικονομικά οφέλη τα οποία αντιστοιχούν τουλάχιστον στο ένα πέμπτο των ακαθόριστων εσόδων της εταιρείας κατά το εκάστοτε προηγούμενο έτος. Β. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο: α) είναι κύριος αριθμού μετοχών που αντιστοιχεί, ως ποσοστό, τουλάχιστον στο πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ή β) είναι κύριος δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν, ως ποσοστό, τουλάχιστον στο πέντε τοις εκατό (5%) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική συνέλευση της εταιρείας. Για τον υπολογισμό του ποσοστού επί του μετοχικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου που αναφέρονται στα υπό Α` και Β` εδάφια της παρούσας παραγράφου λαμβάνεται υπόψη και ο αριθμός των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου που ανήκουν ή κατέχονται: -από παρένθετα πρόσωπα, -από επιχειρήσεις που ελέγχονται από τον ίδιο μέτοχο, -από άλλο μέτοχο με τον οποίο έχει συναφθεί συμφωνία για τη διαμόρφωση, μέσω συντονισμένης άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που διαθέτει, διαρκούς κοινής πολιτικής ως προς τη διοίκηση της εταιρείας. Επίσης, υπολογίζονται τα δικαιώματα ψήφου τα οποία κατέχονται βάσει συμβάσεως ενεχύρου ή επικαρπίας ή ως συνέπεια λήψης ασφαλιστικού μέτρου σε βάρος του κυρίου των αντίστοιχων μετοχών, καθώς και ο αριθμός μετοχών που δεν ανήκουν στην κυριότητά του αλλά από τις οποίες ο μέτοχος αυτός δικαιούται να λαμβάνει μέρισμα. Αριθμός μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου που αποκτώνται λόγω κληρονομικής διαδοχής υπολογίζονται μετά την παρέλευση τριών μηνών από την απόκτησή τους. 5. “Διευθυντικά στελέχη”: Τα πρόσωπα τα οποία, είτε βάσει του νόμου που διέπει την οργάνωση και λειτουργία της εταιρείας, είτε βάσει του καταστατικού της εταιρείας, είτε κατόπιν ανάθεσης ή σύναψης σύμβασης με την εταιρεία, ασκούν εκτελεστικές αρμοδιότητες και καθήκοντα που είναι, από τη φύση τους και το περιεχόμενό τους, ουσιώδεις για την επίτευξη των σκοπών της
αντίστοιχης επιχείρησης. 6. “Οικονομικά εξαρτημένα πρόσωπα”: Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία δεν διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με άλλο, ειδικώς προσδιοριζόμενο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο. 7. “Παρένθετα πρόσωπα”: Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία είναι οικονομικό εξαρτημένα ή ενεργούν, βάσει γενικής ή ειδικής συμφωνίας, για λογαριασμό ή καθ` υπόδειξη ή εντολή άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου. 8. “…………………………”: Η Ανεξάρτητη Αρχή τα μέλη της οποίας έχουν επιλεγεί σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος και η οποία ασκεί τις αρμοδιότητές της και λειτουργεί σύμφωνα με το Ν. 2863/2000 (ΦΕΚ 262 Α΄). Άρθρο 2 Απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης. 1. Απαγορεύεται η σύναψη δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, καθώς και με τους εταίρους, τους βασικούς μετόχους, τα μέλη των οργάνων διοίκησης και τα διευθυντικό στελέχη των επιχειρήσεων αυτών. Επίσης, απαγορεύεται η σύναψη δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις των οποίων εταίροι ή βασικοί μέτοχοι ή μέλη οργάνων διοίκησης ή διευθυντικό στελέχη είναι επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης ή εταίροι ή βασικοί μέτοχοι ή μέλη οργάνων διοίκησης ή διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης. 2. Η απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων καταλαμβάνει επίσης: α) τους συζύγους και τους συγγενείς, σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τετάρτου βαθμού, των φυσικών προσώπων που υπάγονται στην παράγραφο 1, εφόσον δεν μπορούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με τα πρόσωπα αυτό, β) κάθε άλλο παρένθετο πρόσωπο, γ) τους εταίρους και τους βασικούς μετόχους των εταίρων και των βασικών μετόχων που υπάγονται στην παράγραφο 1, δ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, χωρίς να είναι μέτοχος, ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης ή ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, ουσιώδη επιρροή στη λήψη των αποφάσεων που λαμβάνονται, από τα όργανα διοίκησης ή στελέχη, σχετικά με τη διοίκηση και την εν γένει λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών. 3. Από την απαγόρευση του παρόντος όρθρου εξαιρούνται οι δημόσιες συμβάσεις των οποίων το αντικείμενο έχει άμεση ή έμμεση σχέση με το αντικείμενο των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης. Επίσης, εξαιρούνται οι δημόσιες συμβάσεις που καταρτίζονται με επιχειρήσεις των οποίων βασικός μέτοχος είναι πολιτικό κόμμα που εκπροσωπείται στη βουλή των ελλήνων, ή εκπρόσωπος αυτού, εκτός εάν στις επιχειρήσεις αυτές συμμετέχει άλλος βασικός μέτοχος που κατέχει τις ασυμβίβαστες ιδιότητες του όρθρου 3. Άρθρο 3. Ασυμβίβαστες ιδιότητες. 1. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου, του μέλους οργάνου διοίκησης ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου, του μέλους οργάνου διοίκησης ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις, η σύναψη των οποίων απαγορεύεται σύμφωνα με το όρθρο 2, καθώς και με την ιδιότητα του εταίρου ή του βασικού μετόχου των εταίρων ή των βασικών μετόχων της επιχείρησης αυτής. 2. Η ασυμβίβαστη ιδιότητα του παρόντος όρθρου συντρέχει και στην περίπτωση που ιδιοκτήτης, βασικός μέτοχος, εταίρος, μέλος οργάνου διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις είναι σύζυγος ή συγγενής, σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τετάρτου βαθμού, ο οποίος δεν μπορεί να αποδείξει ότι διαθέτει οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με ιδιοκτήτη, εταίρο, βασικό μέτοχο, μέλος οργάνου διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης μέσων ενημέρωσης, καθώς επίσης και σε κάθε άλλη περίπτωση που οι ανωτέρω ιδιότητες κατέχονται από παρένθετο πρόσωπο. 3…. Άρθρο 4. Υποχρέωση διασταύρωσης στοιχείων επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις. 1. Πριν από την έκδοση της πράξης κατακύρωσης ή της απευθείας ανάθεσης και πάντως πριν από την υπογραφή της αντίστοιχης δημόσιας σύμβασης, οι αναθέτουσες αρχές του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα υποχρεούνται να διασταυρώνουν τα στοιχεία τα οποία υποβάλλουν όλες οι επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, σύμφωνα με το όρθρο 3 του Π.Δ. 82/1996 (ΦΕΚ 66 Α), με τα στοιχεία που τηρούνται για τις επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης στο μητρώο επιχειρήσεων του Τμήματος ελέγχου Διαφάνειας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης σύμφωνα με τις διατάξεις των όρθρων 7 παρ. 2 εδάφ. β` του Ν. 2863/2000 (ΦΕΚ 262 Α) και 100 παρ. 1 εδάφ. α` του Π.Δ. 213/1995 (ΦΕΚ 112Α), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Π.Δ. 310/1996 (ΦΕΚ214 Α). Η υπαγωγή της σύναψης των δημοσίων συμβάσεων στη διαδικασία διασταύρωσης στοιχείων που προβλέπεται στο παρόν άρθρο αναφέρεται υποχρεωτικά σε όλες τις διακηρύξεις, προκηρύξεις και προσκλήσεις ενδιαφέροντος που εκδίδονται από τις αναθέτουσες ή άλλες αρμόδιες αρχές. 2. Για τη διενέργεια της διασταύρωσης των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αναθέτουσες αρχές υποβάλλουν ειδικό έγγραφο στο Τμήμα ελέγχου Διαφάνειας του Εθνικού …………………………… , με το οποίο ζητούν την έκδοση πιστοποιητικού που να βεβαιώνει τη μη συνδρομή των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 3. Ο Πρόεδρος του Εθνικού …………………………… , ή το εξουσιοδοτημένο από την ολομέλεια της Αρχής μέλος του, εκδίδει το σχετικό πιστοποιητικό, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα εργάσιμων ημερών από την περιέλευση του εγγράφου της αναθέτουσας αρχής στο Τμήμα ελέγχου Διαφάνειας σε τρία πρωτότυπα. Το ένα πρωτότυπο φυλάσσεται σε ειδικό φάκελο που τηρείται στο Τμήμα ελέγχου Διαφάνειας και τα άλλα δύο επισυνάπτονται στο σώμα της δημόσιας σύμβασης, στο κείμενο της οποίας αναγράφεται υποχρεωτικά ο αριθμός πρωτοκόλλου που φέρει το πιστοποιητικό. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ζητά την έκδοση του πιστοποιητικού σε μεγαλύτερο αριθμό πρωτοτύπων, ανάλογα με τον αριθμό των συμβαλλομένων. 3. Εάν το Εθνικό ………………………….διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3, ο Πρόεδρος του Εθνικού ………………………… , ή το εξουσιοδοτημένο από την ολομέλεια της Αρχής μέλος του, εκδίδει εντός της ίδιας προθεσμίας σχετική απορριπτική πράξη, πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένη. 4. Η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 2 για την έκδοση του πιστοποιητικού που βεβαιώνει τη μη συνδρομή των ασυμβίβαστων του όρθρου 3 παρατείνεται κατά δέκα εργάσιμες ημέρες εφόσον τα υποβληθέντα προς διασταύρωση στοιχεία είναι ελλιπή ή χρήζουν ουσιωδών διευκρινίσεων σύμφωνα με την αιτιολογημένη κρίση του Εθνικού ……………… Σε περίπτωση συνδρομής επιτακτικού και επείγοντος λόγου δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος εξειδικεύεται στο έγγραφο της αναθέτουσας αρχής και βεβαιώνεται από το Εθνικό ……………. , οι ανωτέρω προθεσμίες συντέμνονται κατά το ήμισυ. 5. Σε περίπτωση καθυστέρησης της αναθέτουσας αρχής, η διαδικασία διασταύρωσης του παρόντος άρθρου μπορεί να ενεργοποιηθεί από την επιλεγείσα επιχείρηση ή κάθε επιχείρηση που έχει έννομο συμφέρον να διενεργηθεί η διασταύρωση αυτή. 6. Σε περίπτωση που οι προθεσμίες ενέργειας του Εθνικού ………………. που προβλέπονται στο παρόν άρθρο παρέλθουν χωρίς να έχει εκδοθεί το πιστοποιητικό ή η απορριπτική πράξη, που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3, η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να καταρτίσει τη δημόσια σύμβαση, με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 7 και 8. 7. Η διοικητική διαδικασία ελέγχου που ορίζεται στο όρθρο αυτό για την τήρηση της απαγόρευσης και των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο, είναι ανεξάρτητη και καταρχήν δεν υποκαθιστά ούτε περιορίζει τις διενεργούμενες σε οποιοδήποτε στάδιο της κατάρτισης των δημοσίων συμβάσεων διοικητικές διαδικασίες ελέγχου που προβλέπονται σε άλλες διατάξεις και οι οποίες έχοντας ως περιεχόμενο τον έλεγχο της εν γένει νομιμότητας της διαδικασίας κατάρτισης των δημοσίων συμβάσεων περιλαμβάνουν και τον έλεγχο της τήρησης των περιορισμών που τίθενται με τον παρόντα νόμο. Με εξαίρεση τον έλεγχο που διενεργείται από τις δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους, σε κάθε περίπτωση η κρίση που διατυπώνει το Εθνικό ……………….. για τη συνδρομή ή μη των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 3, με την έκδοση ρητής διοικητικής πράξης στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας του παρόντος όρθρου, δεσμεύει τα κάθε είδους όργανα που ελέγχουν τη νομιμότητα της κατάρτισης των δημοσίων συμβάσεων, σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής. 8. Κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Εθνικού ………………………. που εκδίδονται ή τελούνται, αντίστοιχα, στο πλαίσιο της διαδικασίας του παρόντος άρθρου, οι έχοντες έννομο συμφέρον, συμπεριλαμβανομένου του νομικού προσώπου του δημοσίου, μπορούν να ασκήσουν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακυρώσεως, καθώς και τα ασφαλιστικό μέτρα που προβλέπονται στο όρθρο 3 του Ν. 2522/1997 (ΦΕΚ 178 Α΄), ανεξάρτητα από τη φύση της σχετικής διαφοράς. 9. Η δημόσια σύμβαση που καταρτίζεται ή υπογράφεται χωρίς προηγουμένως να έχει τηρηθεί η διοικητική διαδικασία της παραγράφου 1 ή παρά την έκδοση, εντός της οριζόμενης αποκλειστικής προθεσμίας, της απορριπτικής πράξης του Εθνικού …………………. που προβλέπεται στην παράγραφο 3, είναι άκυρη. Άρθρο 5. Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις. 1. Η κατοχή από επιχείρηση μέσων ενημέρωσης των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων του όρθρου 3 επισύρει την επιβολή από το Εθνικό …………………….. της διοικητικής κυρώσεως του προστίμου, ύψους μέχρι το εκατό τοις εκατό του κεφαλαίου της ή της αξίας του πάγιου εξοπλισμού της. Σε περίπτωση υποτροπής, το Εθνικό …………………. μπορεί να επιβάλλει τη διοικητική κύρωση είτε της ανάκλησης της άδειας της είτε της διακοπής της λειτουργίας ή της δραστηριότητος της, ανάλογα με το νομικό καθεστώς που διέπει την έναρξη λειτουργίας της ειδικότερης κατηγορίας των μέσων ενημέρωσης στην οποία ανήκει η επιχείρηση που κατέχει την ασυμβίβαστη ιδιότητα, με εξαίρεση τις επιχειρήσεις που υπάγονται στην περίπτωση α. της παραγράφου 1 του όρθρου 1. Επίσης, οι κυρώσεις της παρούσας παραγράφου επιβάλλονται και σε κάθε περίπτωση που το Εθνικό ……………….. κρίνει, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, ότι μία επιχείρηση μέσων ενημέρωσης ασκεί ή επιδιώκει να ασκήσει, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, αθέμιτη επιρροή στη διαδικασία σύναψης μίας ή περισσοτέρων δημοσίων συμβάσεων. 2. Η κατοχή των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων του άρθρου 3 από βασικό μέτοχο επιχείρησης μέσων ενημέρωσης επισύρει την επιβολή από το Εθνικό Συμβούλιο …………….. , αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτό, της διοικητικής κυρώσεως του προστίμου, ύψους έως το δεκαπλάσιο της ονομαστικής ή, εάν πρόκειται για εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών μετοχές, της χρηματιστηριακής αξίας του συνόλου των μετοχών που συνυπολογίστηκαν για το χαρακτηρισμό του εγκαλούμενου προσώπου ως βασικού μετόχου επιχείρησης μέσων ενημέρωσης. Σε περίπτωση υποτροπής, το ύψος του προστίμου μπορεί να ανέλθει στο εικοσαπλάσιο της ανωτέρω αξίας των μετοχών. Για τον υπολογισμό της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των τελευταίων τριάντα ημερών πριν από την κτήση της ασυμβίβαστης ιδιότητος, σύμφωνα με τα δελτία τιμών που εκδίδονται από το οικείο χρηματιστήριο αξιών. Με την ίδια απόφαση, το Εθνικό ………………. επιβάλλει στον εγκαλούμενο μέτοχο την υποχρέωση να εκποιήσει, εντός προθεσμίας που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης, το συνολικό ή τον υπερβαίνοντα, κατά περίπτωση, αριθμό μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου, βάσει των οποίων χαρακτηρίστηκε ως βασικός μέτοχος της επιχείρησης μέσων ενημέρωσης ή της επιχείρησης που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις, κατ` ελεύθερη επιλογή του μετόχου. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης και όσο χρόνο αυτή διαρκεί, ο ανωτέρω αριθμός μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τον υπολογισμό της απαρτίας για τη νόμιμη συγκρότηση των γενικών συνελεύσεων ούτε για τον υπολογισμό της πλειοψηφίας για τη λήψη αποφάσεων από τις γενικές συνελεύσεις των ανωτέρω επιχειρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον τρεις μήνες μετά την παρέλευση της προθεσμίας που αναφέρεται στην ανωτέρω απόφαση του Εθνικού ……………………. ο μέτοχος εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται με αυτήν, το σύνολο των μετοχών της επιχείρησης μέσων ενημέρωσης που ανήκουν σε αυτόν, θεωρούνται αυτοδικαίως άκυρες και το αρμόδιο όργανο της εταιρείας ή, εάν πρόκειται για μετοχές εισηγμένες σε ημεδαπό χρηματιστήριο, το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, οφείλει να τον διαγράψει από τα οικεία βιβλία μετόχων ή βάσεις δεδομένων, αντίστοιχα. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του στοιχείου ε` της παρ. 2 του άρθρου 12 του κ.ν. 2190/1920, του προϊόντος της σχετικής εκποίησης αποδιδομένου στον κύριο των ακυρούμενων μετοχών. 3. Σε περίπτωση που η ασυμβίβαστη ιδιότητα του άρθρου 3 κατέχεται από εταίρο επιχείρησης μέσων ενημέρωσης εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2. 4. Η κατοχή της ασυμβίβαστης ιδιότητας του άρθρου 3 από μέλος του οργάνου διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης μέσων ενημέρωσης επισύρει την επιβολή από το Εθνικό ………………………… , αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτό, της διοικητικής κύρωσης του προστίμου, ύψους μέχρι το εικοσαπλάσιο των συνολικών αποδοχών και αποζημιώσεων που έλαβαν από την εταιρεία κατά το προηγούμενο έτος. Σε περίπτωση υποτροπής, το Εθνικό ………………. μπορεί να επιβάλλει την κύρωση της απαγόρευσης εκλογής ή διορισμού, από ένα μέχρι πέντε έτη, σε θέση μέλους οργάνου διοίκησης ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης. 5. Η απόφαση για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων του παρόντος όρθρου πρέπει να είναι πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένη και λαμβάνεται ύστερα από ακρόαση των εγκαλούμενων προσώπων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται για την επιβολή κυρώσεων από το Εθνικό …… …………. . Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή του είδους και η επιμέτρηση των διοικητικών κυρώσεων που επιβάλλονται για κάθε παραβίαση των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου γίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας λαμβανομένων ιδίως υπόψη της τυχόν ωφέλειας που αποκομίστηκε από την παραβίαση αυτή, καθώς και των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων τέλεσής της. 6. Σε περίπτωση εταιρειών των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ημεδαπό Χρηματιστήριο Αξιών, οι σχετικές κυρωτικές αποφάσεις του Εθνικού ………………. κοινοποιούνται αμελλητί στην ………………… . 7. Η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων του παρόντος άρθρου είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη ποινικής ή αστικής ευθύνης των ίδιων προσώπων. 8. Τα εδάφια δ`, ε`, στ` και ζ` της παραγράφου 2 μπορεί να εφαρμόζονται αναλόγως σε κάθε περίπτωση που το όργανο διοίκησης της επιχείρησης μέσων ενημέρωσης ή της επιχείρησης που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις λαμβάνει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο ότι εταίρος ή βασικός μέτοχός της κατέχει τις ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3. Η σχετική προθεσμία εκποίησης τάσσεται με ειδικό έγγραφο που απευθύνει το όργανο διοίκησης της επιχείρησης στον ανωτέρω εταίρο ή βασικό μέτοχο. 9. Η υπογραφή δημοσίων συμβάσεων χωρίς προηγουμένως να έχει τηρηθεί η διαδικασία διασταύρωσης του άρθρου 4 ή παρά την έκδοση της απορριπτικής πράξης του Εθνικού ………………… που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου επισύρει για τους φορείς των αρμόδιων οργάνων των αναθετουσών αρχών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίοι προβαίνουν εν γνώσει τους στην ανωτέρω υπογραφή, την ποινή, της φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους. Επίσης, τα μέλη και το επιστημονικό ή διοικητικό προσωπικό του Εθνικού ………………… τα οποία δεν προβαίνουν, υπαιτίως, σε όλες τις ενέργειες που απαιτούνται για την έκδοση εντός της οριζόμενης προθεσμίας του πιστοποιητικού ή της απορριπτικής πράξης, που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών».
6. Επειδή, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ν. 3021/2002, στο .. ανατίθεται η αρμοδιότητα ελέγχου της τηρήσεως των ορισμών των άρθρ. 2 και 3 του ίδιου νόμου. Εν πρώτοις, και αδιαφόρως προς ενδεχόμενη υπογραφή συγκεκριμένης δημοσίας συμβάσεως, επιδιώκεται η εν γένει άρση των κατά το άρθρο 3 ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, με τον εξαναγκασμό προς τούτο, διά της επιβολής από το .. των επαπειλουμένων στο άρθρο 5 κυρώσεων σε επιχείρηση μέσων ενημέρωσης, βασικό μέτοχο, μέλος των οργάνων διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης μέσων ενημέρωσης, που μπορούν μάλιστα να οδηγήσουν, κατά τρόπο άμεσο, στην έκλειψη, κατ` αποτέλεσμα, της συνδρομής αυτών των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων. Τούτο συμβαίνει, όταν επιβάλλεται από το ΕΣΡ, σε περίπτωση υποτροπής, η διοικητική κύρωση της ανακλήσεως της αδείας, ή της διακοπής της λειτουργίας ή της δραστηριότητας επιχείρησης μέσων ενημέρωσης (παρ. 1), καθώς και όταν επέρχεται αυτοδικαίως ακυρότητα του συνόλου των μετοχών επιχείρησης μέσων ενημέρωσης που ανήκουν σε βασικό μέτοχο, σε περίπτωση που αυτός αγνοήσει επιβαλλόμενη από το … υποχρέωση να προβεί σε εκποίηση, μέσα σε τασσόμενη προθεσμία, που δεν μπορεί να υπερβαίνει το τρίμηνο, του συνολικού ή του υπερβαίνοντος κατά περίπτωση, αριθμού μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου, βάσει των οποίων χαρακτηρίστηκε ως βασικός μέτοχος της επιχείρησης μέσων ενημέρωσης ή της επιχείρησης που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις, κατ` ελεύθερη επιλογή του, και μετά από άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας αφήσει να παρέλθει περαιτέρω άπρακτο ένα ακόμη τρίμηνο (παρ. 2 και 3). Εξ άλλου, ειδικότερα προκειμένου να διασφαλισθεί η μη σύναψη δημοσίων, κατά την έννοια του νόμου αυτού, συμβάσεων με επιχειρήσεις, των οποίων οι ιδιοκτήτες, εταίροι, βασικοί μέτοχοι ή τα μέλη των οργάνων διοίκησής τους κλπ. έχουν τις ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3 του νόμου, προβλέπεται στο άρθρο 4 διαδικασία προληπτικού (δηλ. προηγουμένου της υπογραφής της σχετικής συμβάσεως) ελέγχου, στο πλαίσιο του οποίου το … εξετάζει τα στοιχεία που έχει υποχρεωτικώς κατά νόμο (π.δ/μα 82/1996- ΦΕΚ Α` 66) υποβάλει ο υποψήφιος ανάδοχος, προκειμένου να μετάσχει στον διαγωνισμό ή να του ανατεθεί η σύμβαση και τα οποία αποστέλλονται προς αυτό από την Αναθέτουσα Αρχή, σε σχέση με τα στοιχεία που τηρούνται για τις επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης στο μητρώο επιχειρήσεων του Τμήματος Ελέγχου Διαφάνειας του .. και εκδίδει τελικώς σχετική πράξη, με την οποία διαπιστώνει την συνδρομή ή μη των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων. Κατά την έννοια, περαιτέρω, των ανωτέρω διατάξεων, ο έλεγχος των διασταυρουμένων στοιχείων ανατίθεται αποκλειστικώς στο .. , η κρίση του οποίου δεσμεύει τα αρμόδια για τη διεξαγωγή του διαγωνισμού και τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως όργανα, μη περιοριζομένων, πάντως άλλων κατά το νόμο προβλεπομένων διαδικασιών ελέγχου της καταρτίσεως δημοσίων συμβάσεων, όπως π.χ. του ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. άρθρ. 4 παρ. 7 εδαφ. β). Ο έλεγχος του … , επομένως, δεν μπορεί να υποκατασταθεί από αντίστοιχο έλεγχο της Αναθέτουσας Αρχής. Εξ άλλου, η έκδοση της σχετικής πράξεως του … , μολονότι δεν αποτελεί μέρος της σύνθετης διοικητικής ενέργειας του διαγωνισμού για τη σύναψη δημοσίας συμβάσεως (εφόσον η πράξη αυτή εκδίδεται βάσει ειδικών διατάξεων που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση άλλου σκοπού- πρβλ. σχετικώς ΣτΕ 3619/1995 Ολομ.), η οποία ολοκληρώνεται με την έκδοση της κατακυρωτικής αποφάσεως, αποτελεί απαραίτητο όρο της νομιμότητας τόσο της κατακυρωτικής αποφάσεως, όσο και της καταρτιζομένης συμβάσεως. Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 3021/2002 ανατίθεται στο … αρμοδιότητα εκδόσεως διοικητικής πράξεως, χάριν της εξυπηρετήσεως δημοσίου σκοπού, της προαγωγής δηλ. της αρχής της διαφάνειας στην διαδικασία της αναθέσεως των δημοσίων συμβάσεων. Η κατά την ειδική αυτή διαδικασία εκδιδόμενη διοικητική πράξη έχει εκτελεστό χαρακτήρα. Ειδικότερα, εκτελεστό χαρακτήρα έχει τόσο η πράξη του … , με την οποία διαπιστώνεται η συνδρομή των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, η έκδοση της οποίας έχει ως έννομη συνέπεια την απαγόρευση της συνάψεως της σχετικής συμβάσεως καθώς και την ακυρότητα τυχόν συναφθησομένης συμβάσεως, όσο και η πράξη, με την οποία βεβαιώνεται η μη συνδρομή των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων. Τούτο δε διότι η έκδοση της σχετικής θετικής πράξεως (της βεβαιώσεως δηλ. περί μη συνδρομής ασυμβιβάστων ιδιοτήτων) αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την υπογραφή της συμβάσεως, ενώ η μη τήρηση της ως άνω διοικητικής διαδικασίας έχει επίσης ως συνέπεια την ακυρότητα της συναφθησομένης συμβάσεως. Συνεπώς, το προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αίτηση πιστοποιητικό, με το οποίο βεβαιώνεται η μη συνδρομή των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του άρθρ. 3 του ν. 3021/2002 στα πρόσωπα τα οποία αφορά, έχει εκτελεστό χαρακτήρα και προσβάλλεται παραδεκτώς από της απόψεως αυτής.
7. Επειδή, κατά την παρατεθείσα σε προηγούμενη σκέψη διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 4 του ν. 3021/2002, η διαφορά που γεννάται από την προσβολή των εκδιδομένων από το .. , βάσει των διατάξεων του εν λόγω άρθρου έχει πάντοτε τον χαρακτήρα διοικητικής διαφοράς, ανεξαρτήτως εάν η σύμβαση, η οποία πρόκειται να συναφθεί μεταξύ του (υποψηφίου) αναδόχου και της Αναθέτουσας Αρχής, είναι διοικητική ή σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Πράγματι, με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου ανατίθεται στο … η άσκηση διοικητικής αρμοδιότητας, οι δε εκδιδόμενες από αυτό στο πλαίσιο της ανωτέρω αρμοδιότητας πράξεις αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση μείζονος δημοσίου συμφέροντος, στην εξασφάλιση δηλ. της τηρήσεως των εγγυήσεων της αρχής της διαφάνειας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντ. Η ανάγκη δε διασφαλίσεως της ως άνω αρχής συντρέχει σε κάθε περίπτωση συνάψεως δημοσίας, υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 3021/2002, συμβάσεως δηλ. στην οποία συμβάλλεται είτε το Δημόσιο ή άλλο νπδδ, είτε νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η διαφορά που γεννάται από την προσβολή του επιδίκου πιστοποιητικού του .. , υπάγεται στην δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως ακυρωτική διαφορά, ανεξαρτήτως της φύσεως της συμβάσεως, για την σύναψη της οποίας αυτό εκδόθηκε, ως συμβάσεως διοικητικής ή ιδιωτικού δικαίου.
8. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 8 του ν. 3021/2002, όλοι οι μετασχόντες σε διαγωνισμό, στο πλαίσιο του οποίου εξεδόθη πιστοποιητικό του .. , με το οποίο βεβαιούται ότι δεν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3 στην περίπτωση του υποψηφίου αναδόχου, συνδιαγωνισθέντος με αυτούς, και οι οποίοι διεκδικούν την ανάθεση σε αυτούς της επίμαχης συμβάσεως, έχουν, κατ’ αρχήν, έννομο συμφέρον να ασκήσουν αίτηση ακυρώσεως κατά του εν λόγω πιστοποιητικού, εφόσον, βεβαίως, δεν αποκλείσθηκαν από τον διαγωνισμό σε προηγούμενο στάδιο αυτού, σε περίπτωση δε που αποκλείσθηκαν και έχουν ασκήσει ένδικα βοηθήματα κατά των σχετικών πράξεων αποκλεισμού, ενόσω αυτά δεν έχουν απορριφθεί ή, κατά μείζονα λόγο, εάν έγιναν δεκτά. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα, η οποία συμμετέσχε στον διαγωνισμό, που προηγήθηκε της συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως και δεν προκύπτει, ούτε προβάλλεται, ότι αποκλείστηκε από αυτόν, έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως.
9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί, το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό του …………………….. εκδόθηκε κατ’ άρθρ.4 του ν. 3021/2002, προκειμένου η εταιρεία «………», στην οποία είχε κατακυρωθεί το αποτέλεσμα του προκηρυχθέντος από την ανώνυμη εταιρεία «………» διαγωνισμού για την κατασκευή του έργου «Κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων για την υποδομή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου- Κιάτου», να συνάψει την σχετική σύμβαση με την τελευταία αυτή εταιρεία, η οποία και αποτελεί, σύμφωνα με την διακήρυξη, την Αναθέτουσα Αρχή του διαγωνισμού και της συμβάσεως. Η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία («…………»)ιδρύθηκε από τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδας (εφεξής ΟΣΕ) δυνάμει των διατάξεων της περιπτ. στ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.δ/τος 674/1970 (ΦΕΚ 192 Α), η οποία προστέθηκε στην τελευταία αυτή διάταξη με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2366/1995 (ΦΕΚ 256 Α). Στο δε τέταρτο εδάφιο της εν λόγω περιπτώσεως ρητώς αναφέρεται, ότι οι ιδρυόμενες από τον ΟΣΕ δυνάμει αυτής επιχειρήσεις, διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν για τους Οργανισμούς ή τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Με τα δεδομένα αυτά, η εταιρεία «……..», περιλαμβανομένη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα δυνάμει ειδικής διατάξεως νόμου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, εμπίπτει στην κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3021/2002 έννοια του ευρύτερου δημόσιου τομέα και, συνεπώς, οι καταρτιζόμενες από αυτήν ως Αναθέτουσα Αρχή συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, αξίας άνω των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ εμπίπτουν στην έννοια των δημοσίων συμβάσεων της αυτής διατάξεως και άρα στις διατάξεις του ν. 3021/2002. Επομένως, προκειμένου να είναι επιτρεπτή η υπογραφή της επίμαχης συμβάσεως, η εν λόγω εταιρεία όφειλε, όπως και έπραξε, να ζητήσει από το …. την έκδοση πιστοποιητικού περί μη συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του άρθρου 3 του αυτού πάντοτε νόμου σε σχέση με την εταιρεία «……………..», το δε …. αρμοδίως εξέδωσε το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό από της απόψεως αυτής.
10. Επειδή, η αιτούσα με προφορική επ` ακροατηρίου δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου παραιτήθηκε από τον λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προεβάλλετο ότι αναρμοδίως υπεγράφη το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό από τον Αντιπρόεδρο του …. .
11. Επειδή, ο ν. 3021/2002 δεν περιέχει μεταβατικές διατάξεις σχετικά με την έναρξη ισχύος των άρθρων 2 και 3 αυτού. Συνεπώς, κατ’ αρθρ. 12 παρ. 2 του νόμου, η ισχύς των σχετικών διατάξεων αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου στην ΕΤΚ (19.6.2002). Ως εκ τούτου, και δεδομένου ότι στο νόμο δεν ορίζεται άλλως, το … όταν εκδίδει πιστοποιητικό, κατ` άρθρ. 4 του αυτού νόμου, πρέπει, κατά την εκ μέρους του εξακρίβωση, αν συντρέχουν ή όχι σε σχέση με συγκεκριμένο ανάδοχο ασυμβίβαστες ιδιότητες, στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η μεν απόφαση περί κατακυρώσεως των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού (ή περί απ’ ευθείας αναθέσεως, αν συντρέχει τέτοια περίπτωση) έχει εκδοθεί προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 3021/2002 (19.6.2002), το ίδιο δε καλείται να αποφανθεί μετά την ημερομηνία αυτή, να εφαρμόζει τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3021/2002. Νομίμως, συνεπώς, το …. στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την οποία, ναι μεν η κατακυρωτική πράξη του επίμαχου διαγωνισμού εξεδόθη τον Μάιο του 2002, πλην όμως το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό εξεδόθη στις 30.10.2002 (μετά δηλ. τις 19.6.2002), έκρινε αν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες με ανάδοχο δημοσίας συμβάσεως ιδιότητες στο πρόσωπο βασικού μετόχου, μέλους οργάνου διοίκησης ή διευθυντικού στελέχους της εταιρείας «…………..» επί τη βάσει των οριζομένων στο άρθρα 2 και 3 του ν. 3021/2002 και όχι επί τη βάσει του προϊσχύσαντος σχετικώς με το θέμα αυτό καθεστώτος, δηλαδή των διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 2328/1995 και 2 παρ. 6 του ν. 2644/1998. Είναι, επομένως, απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των παρεμβαινόντων ότι έπρεπε να έχουν εφαρμοσθεί οι τελευταίες αυτές διατάξεις, εφόσον η κατακυρωτική απόφαση είχε εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3021/2002, και ότι αν είχε εφαρμοσθεί το ορθό νομοθετικό καθεστώς (δηλ. το προϊσχύσαν) δεν θα παρεκωλύετο, ούτως ή άλλως, η υπογραφή της επίμαχης συμβάσεως από την εταιρεία «………», εφόσον ο …………… , υιός του ………. , βασικού μετόχου της εταιρείας «………………», ως απλό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των εταιρειών «……………» και «………………………………………………», που εκδίδουν τις εφημερίδες …………………………………. , δεν κατείχε, σύμφωνα με το ως άνω προϊσχύσαν καθεστώς (άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2328/1995 και 2 παρ. 6 του ν. 2644/1998) ασυμβίβαστη ιδιότητα και έτσι δεν εχρειάζετο καθόλου ο τελευταίος να αποδείξει την οικονομική του αυτοτέλεια σε σχέση με τον πρώτο, ενώ υπό το, μη νομίμως κατά τον αυτό ισχυρισμό, εφαρμοσθέν καθεστώς των διατάξεων του ν. 3021/2002 ο προαναφερθείς ……… , εκλήθη να αποδείξει την οικονομική του αυτοτέλεια σε σχέση με τον ως άνω ………. , αφού η ιδιότητα του ως διευθυντικού στελέχους των εταιρειών «………………» και «………………………………………» εμπίπτει στις ασυμβίβαστες ιδιότητες των εν λόγω διατάξεων.
12. Επειδή, από τις παρατεθείσες σε προηγούμενη σκέψη, διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 εδαφ. α και 3 παρ. 2 του Ν. 3021/2002 προκύπτει ότι, ως προς τους συζύγους και συγγενείς ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου κλπ. επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης εισάγεται, μαχητό τεκμήριο οικονομικής εξαρτήσεως από τον ως άνω ιδιοκτήτη, βασικό μέτοχο κλπ. Εφόσον δε οι εν λόγω σύζυγοι ή συγγενείς αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με τον ιδιοκτήτη, βασικό μέτοχο κλπ. της επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης, δεν καταλαμβάνονται από την απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, ούτε θεωρείται ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους ασυμβίβαστη ιδιότητα.
13. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη εξεδόθη κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι μη νομίμως εξεδόθη το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό περί μη συνδρομής ασυμβιβάστων ιδιοτήτων για την εταιρεία «………..», εφόσον βασικός μέτοχός της και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου είναι ο ……….. . Ο τελευταίος είναι συγγενής σε ευθεία γραμμή πρώτου βαθμού (πατέρας) του …………… , ο οποίος είναι μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας «………………» καθώς και της εταιρείας «……………….».Η δεύτερη δε από τις ανωτέρω εταιρείες είναι βασικός μέτοχος της πρώτης, η οποία εκδίδει την ημερήσια εφημερίδα …… καθώς επίσης και την ………………… . Εκ των ανωτέρω δε προκύπτει, κατά την αιτούσα, ότι μη νομίμως κρίθηκε από το .. , με την έκδοση του προσβαλλομένου πιστοποιητικού, ότι ήταν δυνατή η ανάθεση του επίμαχου έργου και η σύναψη της σχετικής συμβάσεως με την εταιρεία «……………». Συναφώς δε η αιτούσα προβάλλει ότι ο ν. 3021/2002, θεσπίζοντας με τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 παρ. 2, ως προϋπόθεση για την συνδρομή ασυμβίβαστης ιδιότητας και την απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, προκειμένου για τους συζύγους και συγγενείς των βασικών μετόχων κλπ. των αναφερομένων στο νόμο επιχειρήσεων, την αδυναμία τους να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια έναντι αυτών και εισάγοντας, κατ` αυτόν τον τρόπο, μαχητό τεκμήριο οικονομικής εξαρτήσεως, περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της συνταγματικής διατάξεως, η οποία δεν θέτει τέτοιες προϋποθέσεις. Συνεπώς, κατά το μέρος αυτό, οι σχετικές ρυθμίσεις του ν. 3021/2002, κατά την αιτούσα, δεν είναι σύμφωνες με το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος. Ο παρών λόγος ακυρώσεως προβάλλεται παραδεκτώς και μετ’ εννόμου συμφέροντος από την αιτούσα, στην οποία δεν μπορεί να αντιταχθεί ότι στερείται πλέον της δυνατότητας να αμφισβητήσει την συνταγματικότητα του νομοθετικού καθεστώτος, επί τη βάσει του οποίου εξεδόθη το προσβαλλόμενο πρακτικό του … , με αιτιολογική βάση ότι πρόκειται για μία διαδικασία η οποία προβλέπεται από την διακήρυξη του οικείου διαγωνισμού και, επομένως, εφόσον η αιτούσα δεν προσέβαλε την οικεία διακήρυξη, όπως μπορούσε να είχε πράξει, και μάλιστα κατά το μέρος που με αυτήν γίνεται παραπομπή στις διατάξεις του ν. 3021/2002, επικαλούμενη την αντισυνταγματικότητα τους, στερείται της δυνατότητας να το πράξει μεταγενεστέρως, επ` ευκαιρία προσβολής του πιστοποιητικού που εκδίδεται από το … δυνάμει των εν λόγω αυτών διατάξεων (πρβλ. σχετικώς ΣτΕ 1415/2000 Ολομ. ΣτΕ 2951/2004 κ.ά.). Και τούτο, διότι η διαδικασία εκδόσεως του πιστοποιητικού περί μη συνδρομής ασυμβιβάστων ιδιοτήτων των άρθρων 2 και 3 του ν. 3021/2002, ανεξαρτήτως του αν μνημονεύεται ρητώς σε διακήρυξη διαγωνισμού περί αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως και του γεγονότος ότι μπορεί όντως να επενεργήσει τελικά στο αποτέλεσμα συγκεκριμένου διαγωνισμού, αποτελεί, πάντως, μία προβλεπόμενη από το νόμο διοικητική διαδικασία, εντελώς διακριτή και ανεξάρτητη από την σύνθετη διοικητική ενέργεια του διαγωνισμού, ο οποίος εκκινεί με την διακήρυξη και αποσκοπεί στην ανάδειξη του αναδόχου, με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η υπογραφή της δημοσίας συμβάσεως, ολοκληρώνεται δε με την έκδοση της κατακυρωτικής αποφάσεως. Το …. , το οποίο δεν είναι αναθέτουσα αρχή, δεν ενεργεί ούτε επί τη βάσει της διακηρύξεως, ούτε στα πλαίσια της διαγωνιστικής διαδικασίας, αλλά αντλεί την αρμοδιότητά του ευθέως από διατάξεις τυπικού νόμου, εκτελεστικού, μάλιστα, ειδικής συνταγματικής διατάξεως, για την εξυπηρέτηση της διαφάνειας των οικονομικών λειτουργιών του κράτους, όπως εκτίθεται κατωτέρω. Εν όψει τούτων, η ενδεχόμενη μνεία σε διακήρυξη διαγωνισμού για την κατάρτιση δημοσίας συμβάσεως, ότι θα εφαρμοσθούν, εκτός των άλλων διατάξεων, και οι διατάξεις του ν. 3021/2002, δεν αρκεί για να αλλοιώσει τον χαρακτήρα των διατάξεων αυτών, ως διατάξεων θεσπιζουσών μία διαδικασία σαφώς διακεκριμένη από την διαγωνιστική και να τις καταστήσει αποκλειστικά ρήτρες της διακηρύξεως, μη ελεγχόμενες σε μεταγενέστερη φάση του διαγωνισμού, σε περίπτωση που δεν είχαν αμφισβητηθεί με προσβολή της διακηρύξεως, αφού κατά τα εκτεθέντα, η διακήρυξη δεν τυγχάνει εφαρμογής κατά την ενώπιον του …. διακεκριμένη διαδικασία.
14. Επειδή, τόσο από την διατύπωση της, παρατεθείσης σε προηγούμενη σκέψη, διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος όσο και από τις οικείες συζητήσεις ενώπιον της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων προκύπτει ότι αυτή θεσπίσθηκε προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια της όλης οικονομικής λειτουργίας του κράτους και προς αποτροπή του κινδύνου αθέμιτης επιρροής από τα μέσα ενημέρωσης στην διαδικασία της αναθέσεως των δημοσίων έργων προμηθειών και υπηρεσιών. Με την ρύθμιση αυτή δεν σκοπείται απλώς η εκ των υστέρων αντιμετώπιση της ιδιαιτέρως βαρείας μορφής παραβιάσεως της νομιμότητας, που συνιστά η επιδιωκόμενη ή πράγματι γενομένη, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αθέμιτη χρήση μέσων ενημέρωσης προς άσκηση άμεσης ή έμμεσης επιρροής στη διαδικασία ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων (που αντιμετωπίζει το άρθρο 5 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του ν. 3021/2002), η οποία πάντως είναι οπωσδήποτε δυσαπόδεικτη και, άρα, δυσαπότρεπτη με μόνη την απειλή της επιβολής κυρώσεων στην περίπτωση που διαπιστωθεί. Επιδιώκεται πρωτίστως η αποτροπή της δημιουργίας συνθηκών, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο άσκησης τέτοιας αθέμιτης επιρροής, ιδιαιτέρως βλαπτικής για το δημόσιο συμφέρον. Έχοντας, προεχόντως υπόψη την – παγκοίνως γνωστή- τεράστια επιρροή, που ασκούν τα ραδιοτηλεοπτικά ιδίως μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας στην διαμόρφωση και διάπλαση της κοινής γνώμης στις σύγχρονες κοινωνίες, ο συνταγματικός νομοθέτης επιδιώκει, με την επίμαχη ρύθμιση, να αποτρέψει κατ’ αρχάς τον κίνδυνο αθεμίτων παρεμβάσεων στη διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών, παρεμβάσεων οι οποίες είναι κατά κανόνα αφανείς, συναρτώνται δε με την εκ μέρους των εν λόγω μέσων ακολουθούμενη εν γένει γραμμή και με την τοποθέτησή τους σε ζητήματα πολιτικής επικαιρότητας. Πρόκειται για παρεμβάσεις, οι οποίες ασκούνται με την επιδίωξη να εξυπηρετηθούν και να προωθηθούν, ανεπιτρέπτως, μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, στον τομέα αυτών των οικονομικών δραστηριοτήτων. Έτσι ο συνταγματικός νομοθέτης επιδιώκει με την εν λόγω ρύθμιση να αποκλείσει την, δυσαπότρεπτη άλλως, δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν τα μέσα αυτά από εκείνους που τα ελέγχουν, προκειμένου να καταστούν οι προνομιακοί αντισυμβαλλόμενοι του Δημοσίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων (μία τέτοια εξέλιξη θα ισοδυναμούσε με νόθευση του ελεύθερου ανταγωνισμού σ’ αυτούς τους καίριας σημασίας τομείς οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και με δημιουργία στρεβλώσεων, με την άσκηση αθέμιτης επιρροής στις οικονομικές λειτουργίες του Κράτους. Με την επίμαχη συνταγματική ρύθμιση σκοπείται, ακόμη, η αποτροπή της δημιουργίας καταστάσεων αντιθέτων προς το συνταγματικώς κατεστημένο θεσμικό πλαίσιο και επικινδύνων για την σύμφωνη με το πλαίσιο αυτό λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Τέτοιες καταστάσεις μπορεί, πράγματι, να δημιουργήσει η προσπάθεια ασκήσεως, με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων, αθέμιτης επιρροής στην πολιτική ζωή, η οποία μπορεί να οδηγήσει εν τέλει σε νόθευση της λαϊκής κυριαρχίας που αποτελεί (άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος) θεμέλιο του πολιτεύματος (πρβλ. ΣτΕ 1882/2003 επταμελούς συνθέσεως). Περαιτέρω, από την γραμματική διατύπωση των κρισίμων εδαφίων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος προκύπτει, ότι οι σύζυγοι και συγγενείς των ιδιοκτητών, βασικών μετόχων, εταίρων κλπ. επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης θεωρούνται εξ ορισμού ως παρένθετα πρόσωπα σε σχέση με αυτούς και, συνεπώς, καταλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση από την απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Βεβαίως η απαρίθμηση των κατηγοριών παρενθέτων προσώπων στην επίμαχη συνταγματική διάταξη είναι ενδεικτική. Ρητώς, ωστόσο, ορίζεται ότι στην κατηγορία των παρενθέτων προσώπων περιλαμβάνονται, οπωσδήποτε, οι σύζυγοι και συγγενείς. Εξ άλλου, ο συνταγματικός νομοθέτης δεν εξήρτησε την υπαγωγή των συζύγων και των συγγενών στο καθεστώς της απαγορεύσεως συνάψεως δημοσίων συμβάσεων από την συνδρομή ή μη στο πρόσωπό τους του κριτηρίου της οικονομικής αυτοτέλειας σε σχέση προς τον ιδιοκτήτη, βασικό μέτοχο κλπ. επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι τα οικονομικά εξαρτημένα άτομα μνημονεύονται αυτοτελώς στην συνταγματική διάταξη ως περίπτωση παρενθέτων προσώπων. Ο συνταγματικός νομοθέτης, λαμβάνοντας υπόψη, ότι, όπως καταδεικνύουν τα εμπειρικά δεδομένα, ειδικά στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα, μεταξύ συγγενών δημιουργούνται ιδιότυπες σχέσεις εξαρτήσεως, οι οποίες δεν έχουν μόνο οικονομικό χαρακτήρα, αλλά στηρίζονται σε διάφορους κοινωνικούς, ακόμη και ψυχολογικούς παράγοντες, ως εκ τούτου δε προσλαμβάνουν την μορφή ατύπων σχέσεων επηρεασμού, οι οποίες είναι ιδιαιτέρως δυσαπόδεικτες, προτίμησε να υπαγάγει αυτοδικαίως τους συζύγους και τους συγγενείς στην κατηγορία των παρενθέτων προσώπων, προκειμένου αυτοί να καταλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση από την θεσπιζόμενη απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και το ασυμβίβαστο. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή των θεσπιζομένων με την επίμαχη συνταγματική διάταξη κανόνων, οι οποίοι αποβλέπουν στην προστασία κεφαλαιώδους και πρωταρχικής σημασίας συνταγματικών αξιών, όπως έχει ήδη εκτεθεί. Στο πλαίσιο δε αυτό κρίθηκε από τον συνταγματικό νομοθέτη ότι ο συζυγικός και ο συγγενικός δεσμός δημιουργούν, κατά την κοινή πείρα, αυτοτελή βάση ασκήσεως επιρροής, ανεξαρτήτως της υπάρξεως οικονομικής εξαρτήσεως ή μη μεταξύ συζύγων και συγγενών, εφόσον υφίσταται πάντως μια κοινότητα συμφερόντων, της οποίας η ύπαρξη, σύμφωνα με εμπειρικά δεδομένα από κοινωνικές παρατηρήσεις, αποτελεί παράγοντα επηρεασμού της οικονομικής δραστηριότητας των εν λόγω προσώπων. Εφόσον δε οι ανωτέρω βασικές επιλογές έχουν ήδη γίνει από τον συνταγματικό νομοθέτη, ως προς την έκταση ισχύος της απαγορεύσεως συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και την καθιέρωση του ασυμβιβάστου, ο κοινός νομοθέτης, ρυθμίζοντας τα ειδικότερα ζητήματα τα σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως μπορεί μόνο να καθορίσει τον βαθμό συγγενείας, μέχρι του οποίου εξικνείται η απαγόρευση. Δεν μπορεί, όμως, να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής της συνταγματικής διατάξεως, έτσι όπως αυτό έχει προσδιορισθεί από τον ίδιο τον συνταγματικό νομοθέτη, θεσπίζοντας πρόσθετες προϋποθέσεις ή εισάγοντας μαχητά τεκμήρια, σε περίπτωση ανατροπής των οποίων αίρεται η απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και το ασυμβίβαστο για τις ανωτέρω κατηγορίες, κατά τρόπο αντίθετο προς την βούληση του συνταγματικού νομοθέτη. Ενόψει των προεκτεθέντων, το Τμήμα υπό την παρούσα, επταμελή, σύνθεσή του κρίνει ομοφώνως, ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 εδάφ. α και του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 3021/2002, κατά τα μέρος μεν που καθορίζουν ως βαθμό συγγενείας μέχρι του οποίου εξικνείται η επίμαχη απαγόρευση τον τέταρτο βαθμό, ο οποίος, σύμφωνα με τα δεδομένα της κοινής πείρας, παρίσταται ως ευλόγως τιθέμενος, συνάδουν με την επίμαχη συνταγματική διάταξη. Οι αυτές όμως νομοθετικές διατάξεις, κατά το μέρος που με αυτές προβλέπεται ότι, οι σύζυγοι και οι συγγενείς ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου κλπ. επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης καταλαμβάνονται από την απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και το ασυμβίβαστο, μόνον εφόσον δεν μπορέσουν να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια έναντι αυτού, καθ’ ό δηλ. μέρος εισάγουν σχετικώς μαχητό τεκμήριο, αντίκεινται στην διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, η δε προσβαλλόμενη πράξη του … , η έκδοση της οποίας ερείδεται επί των ανωτέρω κατά το μέρος τούτο αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 3021/2002 θα έπρεπε για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, να ακυρωθεί.
15. Επειδή, στο άρθρο 1 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993 «περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων» (ΕΕL 199), ορίζονται τα εξής: «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας: α) οι συμβάσεις δημοσίων έργων είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας συναπτόμενες εγγράφως μεταξύ, αφενός, ενός εργολήπτη και, αφετέρου, μιας αναθέτουσας αρχής, όπως αυτή ορίζεται στο στοιχείο β), και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο είτε την εκτέλεση, είτε τόσο την εκτέλεση όσο και μελέτη έργων που αφορούν μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ ή ενός έργου, όπως αυτό ορίζεται στο στοιχείο γ), είτε ακόμη την πραγματοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, ενός έργου το οποίο ανταποκρίνεται στις επακριβώς αναφερόμενες από την αναθέτουσα αρχή ανάγκες – β) ως αναθέτουσες αρχές νοούνται το κράτος, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις που συγκροτούνται από έναν ή περισσότερους από τους προαναφερόμενους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή οργανισμούς δημοσίου δικαίου. Ως οργανισμός δημοσίου δικαίου νοείται κάθε οργανισμός: – που δημιουργήθηκε ειδικά για να ικανοποιήσει ανάγκες γενικού συμφέροντος που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα και – που έχει νομική προσωπικότητα και – του οποίου, είτε η δραστηριότητα χρηματοδοτείται κατά πλειοψηφία από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, είτε η διαχείριση υπόκειται σε έλεγχο από το κράτος ή τους οργανισμούς αυτούς, είτε άνω του ημίσεος του αριθμού των μελών του οργάνου διοίκησης, διεύθυνσης ή εποπτείας ορίζεται από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου. Οι κατάλογοι των οργανισμών και των κατηγοριών των οργανισμών δημοσίου δικαίου που πληρούν στα κριτήρια που απαριθμούνται στο δεύτερο εδάφιο του παρόντος στοιχείου περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι. Οι κατάλογοι αυτοί είναι όσο το δυνατόν πληρέστεροι, μπορούν δε να αναθεωρηθούν με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 35. Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη κοινοποιούν κατά διαστήματα στην Επιτροπή τις μεταβολές που επήλθαν στους προαναφερθέντες καταλόγους τους…»
16. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί (βλ. ανωτέρω σκέψη υπ` αριθμ. 9), το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό του Εθνικού …………… εκδόθηκε κατ` άρθρ.4 του ν. 3021/2002, προκειμένου η εταιρεία «……….», να δυνηθεί να συνάψει σύμβαση δημοσίου έργου με την εταιρεία «………». Η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία («…………..») η οποία, όπως ήδη εξετέθη σε προηγούμενη σκέψη, ιδρύθηκε από τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδας (εφεξής ΟΣΕ) δυνάμει των διατάξεων της περιπτ. στ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.δ/τος 674/1970 (ΦΕΚ 192 Α), που προστέθηκε στην τελευταία αυτή διάταξη με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2366/1995 (ΦΕΚ 256Α) έχει κατά το καταστατικό της (το οποίο καταρτίστηκε με την υπ` αριθμ. 16532/11.4.1996 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………………….. , εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 6925/1996 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και καταχωρήθηκε εν περιλήψει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως/τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών περιωρισμένης ευθύνης υπ` αριθμ. 1989/15.5.1996) τους εξής σκοπούς: α) την διαχείριση, μελέτη, δημοπράτηση, κατασκευή, επίβλεψη, προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού και υλικών των σιδηροδρομικών έργων, τα οποία θα υλοποιεί ο ΟΣΕ στα πλαίσια της ολοκλήρωσης του Επενδυτικού του Προγράμματος, που χρησιμοποιείται από Κοινοτικά Προγράμματα και την παράδοσή τους στον ΟΣΕ για εκμετάλλευση, β) την παροχή συμβουλών και άλλων υπηρεσιών σε θέματα σχετικά με τα παραπάνω, γ) την ολική ή μερική ανάθεση σε τρίτους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή Κοινοπραξίες των μελετών και της παρακολούθησης της εκτέλεσης και της παραλαβής των προαναφερθέντων έργων και δ) την σύναψη συμβάσεων για την εξεύρεση οικονομικών πόρων και την διενέργεια οποιασδήποτε εργασίας για την πραγματοποίηση του σκοπού της εταιρείας. Σύμφωνα, περαιτέρω, με το εν λόγω καταστατικό η α.ε. «………», στα πλαίσια της υλοποίησης των πιο πάνω σκοπών της, αναλαμβάνει μεταξύ άλλων και την διαχείριση των τεχνικών μελετών, την δημοπράτηση των πιο πάνω έργων τη σύνταξη διακηρύξεων κλπ. Για την εκπλήρωση, εξ άλλου, του σκοπού της η ως άνω εταιρεία μπορεί, μεταξύ άλλων, να συμμετέχει σε οποιαδήποτε επιχείρηση, να συνεργάζεται με οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο. Τέλος, σύμφωνα με το προαναφερθέν καταστατικό, το μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω εταιρείας καταβάλλεται, καθ’ ολοκληρία, από τον ΟΣΕ, διορίστηκε δε το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής. Πέραν τούτων, η α.ε. «……….», σύμφωνα με την, μνημονευθείσα ανωτέρω στην σκέψη υπ` αριθμ. 9, διάταξη της περιπτ. στ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.δ/τος 674/1970 (όπως η διάταξη αυτή προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2360/1995), ιδρύθηκε από τον ΟΣΕ χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ως επιχείρηση κοινής ωφελείας και διέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί επιχειρήσεων ανηκουσών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία, η οποία χρηματοδοτείται από τον ΟΣΕ (ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 8 της από 28.3.1997 συμβάσεως μεταξύ ΟΣΕ και «……….» – που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ΥΑ 07/1997 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, ΦΕΚ 272Β/7.4.1997 – υποχρεούται να καλύπτει τους προϋπολογισμούς της «…….») δημιουργήθηκε ειδικά, για να ικανοποιήσει ανάγκες γενικού συμφέροντος, που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 στοιχ. β`
εδαφ. δεύτερο, πρώτη περίοδος της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ και τελεί σε στενή σχέση εξαρτήσεως με τον ΟΣΕ (πρβλ. Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – εφεξής ΔΕΚ – απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1998, ……………………. AG, C-44/96 σκέψεις υπ’ αριθμ. 20 και 21) αποτελεί, συνεπώς, η εταιρεία αυτή οργανισμό δημοσίου δικαίου, κατά την έννοια της επίμαχης αυτής διατάξεως. Το γεγονός, εξ άλλου, ότι η εν λόγω εταιρεία δεν περιλαμβάνεται στο συνημμένο στην οδηγία παράρτημα Ι, που περιέχει τον ανά κράτος μέλος κατάλογο των οργανισμών δημοσίου δικαίου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 στοιχ. β` εδαφ. δεύτερο, πρώτη περίοδος της επίμαχης οδηγίας, δεν ασκεί επιρροή ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού της ως τέτοιου οργανισμού, εφόσον σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (απόφαση της 10ης Μαΐου 2001, …………………………………. & C, C-223/99 και C-260/99,σκέψη υπ` αριθμ. 36) ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός. Τέλος, ούτε το γεγονός ότι η επίμαχη εταιρεία είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου αποτελεί κριτήριο ικανό για να αποκλείσει τον χαρακτηρισμό της αυτό (πρβλ. απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας C-283/00, σκέψη υπ` αριθμ. 74). [Σχετικά με το ζήτημα της εν γένει ερμηνείας των κριτηρίων επί τη βάσει των οποίων κρίνεται ότι νομικό πρόσωπο ως «οργανισμός δημοσίου δικαίου», κατά την προεκτεθείσα έννοια, εκτός των προαναφερθεισών πρβλ. και τις εξής αποφάσεις του ΔΕΚ: α) απόφαση της 22ας Μαΐου 2003 Arkkitehtuuritoimisto Riitta Korhonen Oy κλπ. C- 18/01, β) απόφαση της 10ηςΝοεμβρίου 1998, BFI Holding BV,C-360/96 και γ) απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, Adolf Truley GmbH, C-373/00]. Επομένως, η σύμβαση δημοσίων έργων, για την υπογραφή της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση πιστοποιητικό του ΕΣΡ, αποτελεί σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ και εμπίπτει στις ρυθμίσεις της.
17. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 24 της αυτής οδηγίας (93/37/ΕΟΚ) το οποίο είναι εντεταγμένο στο κεφάλαιο 2 της οδηγίας, ορίζονται τα εξής : «Κάθε εργολήπτης μπορεί να αποκλεισθεί από τη συμμετοχή στο διαγωνισμό όταν: α) βρίσκεται υπό πτώχευση, εκκαθάριση, παύση εργασιών, αναγκαστική διαχείριση ή πτωχευτικό συμβιβασμό ή σε οποιαδήποτε ανάλογη κατάσταση που προκύπτει από παρόμοια διαδικασία η οποία προβλέπεται από τις εθνικές νομοθεσίες – β) έχει κινηθεί εναντίον του διαδικασία κηρύξεως πτωχεύσεως, εκκαθαρίσεως, αναγκαστικής διαχειρίσεως, πτωχευτικού συμβιβασμού ή οποιαδήποτε παρόμοια διαδικασία η οποία προβλέπεται από τις εθνικές νομοθεσίες – γ) έχει καταδικασθεί για αδίκημα που αφορά την επαγγελματική του διαγωγή βάσει αποφάσεως η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου – δ) έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα που αποδεδειγμένως διαπιστώθηκε με οποιοδήποτε μέσο μπορούν να διαθέσουν οι αναθέτουσες αρχές – ε) δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τη νομοθεσία της χώρας της αναθέτουσας αρχής – στ) δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του τις σχετικές με την πληρωμή των φόρων σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τη νομοθεσία της χώρας της αναθέτουσας αρχής – ζ) είναι ένοχος σημαντικής ψευδούς δηλώσεως κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται κατ` εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου. Όταν ή αναθέτουσα αρχή ζητά από τον εργολήπτη να αποδείξει ότι δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β), γ), ε) και στ), δέχεται ως επαρκή απόδειξη: – για τα στοιχεία α), β) ή γ), απόσπασμα ποινικού μητρώου ή, ελλείψει αυτού, ισότιμο έγγραφο εκδοθέν από την αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή της χώρας καταγωγής ή της χώρας προελεύσεως από το οποίο εμφαίνεται ότι πληρούνται οι απαιτήσεις αυτές, – για τα στοιχεία ε) και στ), πιστοποιητικό εκδοθέν από την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους. Αν η ενδιαφερόμενη χώρα δεν εκδίδει τα ανωτέρω έγγραφα ή πιστοποιητικά, αυτά μπορούν να αντικατασταθούν με ένορκη δήλωση ή, στο κράτος μέλος, όπου δεν υπάρχει πρόβλεψη ένορκης βεβαίωσης, από υπεύθυνο δήλωση που γίνεται από τον ενδιαφερόμενο ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής, συμβολαιογράφου ή του αρμοδίου επαγγελματικού οργανισμού της χώρας καταγωγής ή της χώρας προελεύσεως. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές και τους οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για την έκδοση των ανωτέρω εγγράφων και ενημερώνουν αμέσως σχετικά τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή». Παρεμφερείς ρυθμίσεις περιλαμβάνονται, εξ άλλου και στο άρθρο 20 της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου(«περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών» EE L 199) καθώς και στο άρθρο 29 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου («για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών» EE L 209). Αναλόγου περιεχομένου διάταξη περιέχεται, τέλος, και στο άρθρο 45 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004 «περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων προμηθειών και υπηρεσιών» (ΕΕL 134), με την οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 80 και 82 αυτής, θα καταργηθούν από την ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής της (ευθύς ως τα κράτη μέλη θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, που είναι αναγκαίες για συμμορφωθούν προς αυτήν και, πάντως, το αργότερο στις 31.1.2006) τόσο η επίμαχη οδηγία 93/37/ΕΟΚ, όσο και οι οδηγίες 93/36/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ.
18. Επειδή, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, με τον θεσπιζόμενο από το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος κανόνα, όπως αυτός εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 εδαφ. α και 3 παρ. 2 του Ν. 3021/2002, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω (βλ. σκέψη υπ` αριθμ. 14), καθιερώνεται για λόγους διαφάνειας της όλης οικονομικής λειτουργίας του κράτους και προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος άσκησης αθέμιτης επιρροής από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στην οικονομική αυτή λειτουργία, κυρίως δε στον τομέα της αναθέσεως δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου, εταίρου κλπ., επιχείρησης μέσων ενημέρωσης με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου, εταίρου κλπ. επιχείρησης, που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών κλπ., συμπεριλαμβανομένων και των παντός είδους παρενθέτων προσώπων. Το ασυμβίβαστο αυτό, το οποίο, εξ άλλου, και αν ακόμη συντρέχει, δεν καθιστά εξ υπαρχής απαράδεκτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν. 3021/2002, την συμμετοχή της συγκεκριμένης επιχειρήσεως σε διαγωνισμό, αφού η διαπίστωση της συνδρομής του δεν απόκειται στην κρίση της αναθέτουσας αρχής κατά την έναρξη του διαγωνισμού, αλλά απαγορεύει την ανακήρυξή της ως αναδόχου και τη σύναψη της συμβάσεως με αυτήν, δεν σχετίζεται με επαγγελματικές αναξιότητες επιχειρηματία, οι οποίες κωλύουν αυτήν ταύτη τη συμμετοχή της στην διαγωνιστική διαδικασία και περί των οποίων και μόνο διαλαμβάνει η διάταξη του ως άνω άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ. Εξ άλλου, όπως έχει ήδη κριθεί από το Δ.Ε.Κ., με τις οδηγίες 93/36/ΕΟΚ (EEL 199), 93/37/EOK (EEL 199) και 92/50/EOK (EEL 209), για το συντονισμό των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών επέρχεται μερική μόνο εναρμόνιση στους ως άνω τομείς. Έχει κριθεί συγκεκριμένα, ότι, με τις οδηγίες αυτές, δεν θεσπίζεται ενιαία και εξαντλητική ρύθμιση, αλλά στο πλαίσιο των κοινών κανόνων, που αυτές περιέχουν, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι ελεύθερα να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως όλων των ασκουσών επιρροή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και ιδίως των απαγορεύσεων, που απορρέουν από τις θεσπιζόμενες με την συνθήκη αρχές, όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (βλ. ΔΕΚ απόφαση της 9.7.1987, Association intercommunale pour les autoroutes des Ardennes, C-27 -29/86, Συλλογή 1987,σ.3347, απόφαση της 20.9.1988, Beentjes, C-31/87, Συλλογή 1988, σ.4562). Ειδικότερα, με την οδηγία 93/37/ΕΟΚ δεν επέρχεται εναρμόνιση στο σύνολο των ζητημάτων, που αφορούν τον τομέα των δημοσίων έργων. Έτσι δεν εναρμονίζονται π.χ. τα ζητήματα τα σχετικά με τα συστήματα δημοπρατήσεως των επιμέρους κρατών μελών, ούτε τα ζητήματα τα σχετικά με την άσκηση εν γένει της επαγγελματικής δραστηριότητας του εργολήπτη δημοσίων έργων, ή την εγγραφή ή μη εργοληπτών δημοσίων έργων σε ειδικά μητρώα κ.λπ. Επομένως, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, λόγω ακριβώς της επιχειρουμένης με την οδηγία αυτή μερικής εναρμονίσεως, κατά το μέρος που αντιστοιχεί στην θεσπιζόμενη με αυτή ρύθμιση, δεν έχει την έννοια, ότι τα κράτη μέλη κωλύονται εξ αυτής, να θεσπίσουν στην εσωτερική τους νομοθεσία περιπτώσεις απαγορεύσεως συνάψεως δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις, αν οι περιπτώσεις αυτές έχουν ως αιτιολογική βάση όχι πλέον επαγγελματικές αναξιότητες των μελών τους, αλλά συνιστούν εν σχέσει προς εκείνες άλλης μορφής ειδικότερες περιπτώσεις ιδιοτήτων ασυμβιβάστων με την ιδιότητα του εργολήπτου δημοσίων έργων. Τούτο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, όταν, δια της θεσπίσεως των ασυμβιβάστων αυτών ιδιοτήτων, εξυπηρετείται σκοπός υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος, όπως συμβαίνει με το ασυμβίβαστο του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, η θέσπιση του οποίου στοχεύει στην προστασία της διαφάνειας, ενός δηλαδή σκοπού, ο οποίος, κατ’ εξοχήν, συμπορεύεται με τις βασικές επιδιώξεις των κοινοτικών οδηγιών. Επομένως, κατά την κρατήσασα γνώμη, ο συνταγματικός αυτός κανόνας δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του κανόνα του θεσπιζομένου με το προαναφερθέν άρθρο 24 της εν λόγω οδηγίας, και, συνεπώς, τα ρυθμιστικά πεδία των κανόνων αυτών δικαίου δεν συναντώνται, έτσι ώστε να συντρέχει περίπτωση να τεθεί, περαιτέρω, θέμα ελλείψεως συμβατού των δύο ρυθμίσεων και περί ανάγκης διατυπώσεως κρίσεως, ποία εκ των δύο υπερισχύει τυπικώς και πρέπει να εφαρμοσθεί στην κρινόμενη υπόθεση.
Εκ των υποστηριξάντων την κρατήσασα, επί του προκειμένου ζητήματος, γνώμη οι Σύμβουλοι ……………. και …………… υπεστήριξαν περαιτέρω την ειδικότερη άποψη ότι από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, προκύπτει προφανώς – μη καταλειπομένης ουδεμίας, περί τούτου, εύλογης αμφιβολίας -, ότι με αυτήν θεσπίζονται μόνο περιπτώσεις επαγγελματικών αναξιοτήτων, που εμποδίζουν την καθόλου συμμετοχή σε διαγωνισμό δημοσίων έργων και, ότι κατά την έννοιά της δεν αποκλείεται η θέσπιση από τα κράτη μέλη άλλων περιπτώσεων αποκλεισμού από την τελική ανάθεση συμβάσεως δημοσίου έργου, προκειμένου να εξυπηρετηθούν άλλοι λόγοι μείζονος δημοσίου συμφέροντος.
Κατά την γνώμη, περαιτέρω, του Προέδρου του Τμήματος ……….., αν και αβίαστα συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ως διάταξη μερικής εναρμονίσεως, καταλαμβάνει μόνο περιπτώσεις επαγγελματικής αναξιότητας, στις οποίες αναφέρεται, ωστόσο η έρευνα του ζητήματος, αν η δοθείσα ως άνω ερμηνεία στο άρθρο τούτο της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ είναι απηλλαγμένη ευλόγων αμφιβολιών και προφανής, έτσι ώστε να κριθεί ακολούθως αν υπάρχει ανάγκη διατυπώσεως σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Κ., οπωσδήποτε παρέλκει, ενόψει του ότι προέχει το πρώτιστο ζήτημα του λυσιτελούς της διατυπώσεως τούτου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην επόμενη σκέψη.
Οι Πάρεδροι, τέλος, υποστήριξαν ότι η εν λόγω, δοθείσα στην επίμαχη διάταξη από την κρατήσασα γνώμη, ερμηνεία δεν είναι προφανής ούτε στερείται πλήρως ευλόγων αμφιβολιών, εν όψει και της μειοψηφησάσης γνώμης, η οποία υπεστήριξε τα αντίθετα και η οποία εκτίθεται κατωτέρω. Θα έπρεπε, συνεπώς, κατά την γνώμη των Παρέδρων να διατυπωθεί προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 234 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το αν η έννοια της διατάξεως του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, είναι ότι οι θεσπιζόμενοι με αυτές λόγοι αποκλεισμού από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την ανάθεση δημοσίων έργων ρυθμίζουν το ζήτημα εξαντλητικώς ή όχι.
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι ………………….. , οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη: Από το προοίμιο της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ (όπως, εξ άλλου, και των οδηγιών 93/36/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ) και από τη σχετική νομολογία του Δ.Ε.Κ. προκύπτει, ότι οι εν λόγω οδηγίες αποσκοπούν στην κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, προκειμένου να ισχύσει πραγματικός ανταγωνισμός εντός του τομέα αυτού (Βλ. Δ.Ε.Κ. απόφαση της 12.6.2001, Ordine degli Architetti κλπ. C-399/98, Συλλογή 2001- Ι, σ. 5409, απόφαση της 27.11.2001, Lombardini και Mantovani C-285-286/99, Συλλογή 2001- Ι, σ. 9233, απόφαση της 12.12.2002, Universale- Bau, C-470/99, απόφαση της 7.10.2004, Sintesi, C-247/02 ). Ενόψει του ως άνω καθορισθέντος σκοπού των οδηγιών, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι ο προσδιορισμός των λόγων αποκλεισμού εργολήπτη από την συμμετοχή σε διαγωνισμό, στον οποίο προβαίνει το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ είναι εξαντλητικός. Και τούτο διότι η αναγνώριση στα κράτη μέλη της εξουσίας να καθιερώνουν κατά το δοκούν και άλλους λόγους αποκλεισμού από δημόσιους διαγωνισμούς, πέραν εκείνων που προβλέπονται από το επίμαχο άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, θα προσέθετε εμπόδια στην ελεύθερη πρόσβαση στις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, την οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει η οδηγία και θα διασπούσε την ενότητα των κοινοτικών ρυθμίσεων σε σχέση με τους λόγους αποκλεισμού από τη συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς θα είχε, δηλαδή, ως συνέπεια την προσθήκη από κάθε κράτος μέλος ποικίλων λόγων αποκλεισμού από δημόσιους διαγωνισμούς, κατ` επίκληση διαφόρων λόγων δημοσίου συμφέροντος συνδεομένων με τις ιδιαιτερότητες κάθε επιμέρους έννομης τάξης. Προς την ερμηνεία αυτή συνηγορεί η νομολογία του ΔΕΚ [αποφάσεις: α) της 10.2.1982, Transporoute (C-76/81, Συλλογή 1982, σ. 417), β) της 17.11.1993, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C-71/92, Συλλογή 1993-Ι, σ. 5924) και γ) της 26.9.2000 Επιτροπή κατά Γαλλίας (C-225/98)]. Κατά τη νομολογία αυτή ο έλεγχος, που αποσκοπεί στο να διαπιστωθεί, αν συντρέχουν στο πρόσωπο συγκεκριμένου εργολήπτου περιπτώσεις αποκλεισμού του από διαγωνισμό, όπως είναι, κατ’ άρθρο 24 της επίμαχης οδηγίας (όπως εξ άλλου και κατ’ άρθρο 20 της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ και 29 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, αλλά και το άρθρο 23 της προϊσχυσάσης σχετικά με το συντονισμό των διαδικασιών για την ανάθεση συμβάσεων δημοσίων έργων οδηγίας 71/305/ΕΟΚ, ΕΕL 185) η έλλειψη επαγγελματικής ικανότητας και εντιμότητας του συμμετέχοντος σε δημόσιο διαγωνισμό, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο βάσει των αποδεικτικών μέσων που ορίζουν περιοριστικά στις οικείες τους διατάξεις οι προαναφερθείσες οδηγίες. Επομένως, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, ο κανών δικαίου που θεσπίζεται από το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος, όπως ερμηνεύθηκε ανωτέρω στην σκέψη υπ’ αριθμ. 14, και με τον οποίο καθιερώνεται το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, εταίρου κλπ., επιχείρησης μέσων ενημέρωσης με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, εταίρου κλπ. επιχείρησης, που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών κλπ., συμπεριλαμβανομένων και των παντός είδους παρενθέτων προσώπων (συγγενών κλπ.), θεσπίζει, πέραν των προβλεπομένων από το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, ένα ακόμη λόγο αποκλεισμού υποψηφίων αναδόχων από τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων σχετικών με δημόσια έργα. Ο αποκλεισμός δε, που θεσπίζεται με τη συνταγματική αυτή διάταξη, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι ισοδυναμεί με θέσπιση μιας ιδιότητας ασυμβίβαστης με εκείνη του εργολήπτου δημοσίων έργων για μία ορισμένη κατηγορία επιχειρήσεων και ότι δεν συνιστά μία μορφή αποκλεισμού από διαγωνισμό εργοληπτικών επιχειρήσεων, ανάλογη με εκείνες που θεσπίζονται από το ως άνω άρθρο της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ και τούτο διότι δεν αποκλείεται, με βάση την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη, αυτή καθ’ εαυτήν η εν γένει δραστηριοποίηση επιχειρήσεως, της οποίας ιδιοκτήτης, εταίρος κλπ. είναι ιδιοκτήτης, εταίρος κλπ. επιχείρησης, που κατέχει μέσα ενημέρωσης, ως εργοληπτικής επιχείρησης δημοσίων έργων, δεδομένου π.χ. ότι μπορεί τέτοια επιχείρηση να συνάπτει, κατ’ άρθρ. 1 παρ. 2 και 2 παρ. 1 του ν. 3021/2002, δημόσιες συμβάσεις η αξία των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσόν των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ, αλλά παρακωλύεται επί τη βάσει αυτής η ανάθεση συγκεκριμένης συμβάσεως στην επίμαχη επιχείρηση. Πρόκειται, δηλαδή, για αποκλεισμό μη συναπτόμενο με τη νομιμότητα της λειτουργίας της συγκεκριμένης επιχειρήσεως, εφόσον αυτή εξακολουθεί, κατά τα λοιπά, να θεωρείται ως ενεργός εργοληπτική επιχείρηση, εγγεγραμμένη στο μητρώο εργοληπτικών επιχειρήσεων. Επομένως, οι δύο αυτές διατάξεις (δηλ. το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος και το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ) ρυθμίζουν ζητήματα ανήκοντα στο αυτό καθ` ύλην αντικείμενο, καθιερώνοντας και οι δύο περιπτώσεις αποκλεισμού νομίμως λειτουργουσών εργοληπτικών επιχειρήσεων από την διαδικασία αναθέσεως συγκεκριμένης συμβάσεως δημοσίων έργων. Δεν ασκεί επίσης καμία επιρροή, κατά την πρόδηλη έννοια του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, το αν συγκεκριμένη εργοληπτική επιχείρηση αποκλείεται από την ανάθεση σ` αυτήν συμβάσεως δημοσίου έργου κατά την αρχική ή την τελική φάση του διαγωνισμού. Συνεπώς, ο αποκλεισμός επιχειρήσεως από σύμβαση δημοσίων έργων, με βάση το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος και τις διατάξεις του ν. 3021/2002, παρά το γεγονός ότι χωρεί, κατ’ άρθρ. 4 του ν. 3021/2002, στην τελική φάση του διαγωνισμού (μη επιτρεπομένης δηλαδή της υπογραφής της συμβάσεως) και δεν εμποδίζει, κατ` αρχήν, τη συμμετοχή αυτής στην διαγωνιστική διαδικασία, συνιστά μία επιπλέον μορφή αποκλεισμού εργολήπτου πέραν εκείνων, τις οποίες προβλέπει το άρθρο 24 της ως άνω οδηγίας. Τέλος, το γεγονός ότι η οδηγία 93/37/ΕΟΚ όντως δεν συνιστά οδηγία πλήρους εναρμονίσεως του τομέα των δημοσίων έργων δεν σημαίνει και ότι το άρθρο 24 αυτής δεν δημιουργεί δέσμευση στον εσωτερικό νομοθέτη, σε ό,τι αφορά τον εκ μέρους του καθορισμό των περιπτώσεων αποκλεισμού εργολήπτου από τις διαδικασίες αναθέσεως συμβάσεως δημοσίων έργων. Και τούτο διότι το ζήτημα, αν μία οδηγία αποσκοπεί σε πλήρη ή σε μερική εναρμόνιση είναι εντελώς διάφορο από την δεσμευτικότητα των διατάξεων, οι οποίες πάντως περιελήφθησαν σ` αυτήν. Αφ’ ής, δηλαδή, στιγμής ένας κανόνας δικαίου έχει συμπεριληφθεί σε οδηγία και η αντιμετωπιζόμενη από εκείνον περίπτωση έχει καταστεί αντικείμενο ρυθμίσεως εκ μέρους της (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ), ο συγκεκριμένος αυτός κανόνας έχει περιαχθεί στον χώρο του παραγώγου κοινοτικού δικαίου και συνιστά ρύθμιση εναρμονίσεως. Δεν έχει δε καμία σημασία το αν μία οδηγία επιδιώκει πλήρη ή μερική εναρμόνιση στην επίλυση του ζητήματος, ποια είναι η ερμηνεία του συγκεκριμένου κανόνα αυτής, στην κρινόμενη δηλ. υπόθεση, ποια είναι η δεσμευτικότητα της διατάξεως του άρθρου 24 της ως άνω οδηγίας και αν οι περιπτώσεις αποκλεισμού εργολήπτου από την διαδικασία αναθέσεως συμβάσεως δημοσίων έργων ρυθμίζονται από την πιο πάνω διάταξη με τρόπο εξαντλητικό ή όχι. Η ερμηνεία του εν λόγω κανόνα είναι ερμηνεία κανόνα του παραγώγου κοινοτικού δικαίου και ως τοιαύτη ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΚ, εάν δεν είναι απηλλαγμένη ευλόγων αμφιβολιών. Το ότι οι ρυθμίσεις, οι οποίες περιελήφθησαν στην οδηγία 93/37/ΕΟΚ είναι δεσμευτικοί κανόνες δικαίου και διατάξεις εναρμονίσεως, προκύπτει και από το γεγονός ότι το ΔΕΚ στις αποφάσεις του …….. και ….. , για τις οποίες έγινε ήδη λόγος, δεν αρνήθηκε να απαντήσει στα εθνικά δικαστήρια, που του είχαν διατυπώσει συναφή προδικαστικά ερωτήματα, σε σχέση με το αν ρυθμίσεις, σαν εκείνες που είχαν προκαλέσει τις ενώπιόν τους αχθείσες κύριες διαφορές, είναι συμβατές με τις ρυθμίσεις που περιείχοντο
στην οδηγία 71/305/ΕΟΚ (οδηγία που ρύθμιζε τα του συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων πριν από την έκδοση της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ), επικαλούμενο την έλλειψη δεσμευτικότητας των τελευταίων αυτών ρυθμίσεων, ως θεσπισθεισών με κανόνες δικαίου, περιεχομένους σε οδηγία μερικής εναρμονίσεως (όπως προδήλως ήταν και η οδηγία 71/305/ΕΟΚ), αλλά αντιθέτως προχώρησε στην εξέταση του συμβατού προς τους κανόνες αυτούς των ρυθμίσεων, για τις οποίες είχαν διατυπωθεί τα οικεία προδικαστικά ερωτήματα. Εφόσον, εν συμπεράσματι, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, δεν είναι, κατ’ αρχήν, επιτρεπτό να προστίθενται από τους εσωτερικούς νομοθέτες λόγοι αποκλεισμού εργοληπτών από τη διαδικασία αναθέσεως συμβάσεων δημοσίων έργων, εν όψει του ότι, όπως ήδη εξετέθη, φαίνεται ότι οι λόγοι αποκλεισμού προσδιορίζονται περιοριστικά από τη διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, τίθεται ζήτημα συμβατού της εν λόγω ρυθμίσεως του άρθρου 14 παρ. 9 του συντάγματος με την διάταξη αυτή. Δικαιολογείται εν τούτοις, κατά την αυτή πάντοτε γνώμη, μία εύλογη αμφιβολία ως προς το αν η ως άνω, υιοθετηθείσα απ` αυτήν, ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, ότι δηλ. ο εκ μέρους της προσδιορισμός των λόγων αποκλεισμού εργολήπτη είναι εξαντλητικός, είναι προφανής (πρβλ. ΔΕΚ απόφαση της 6.10.1982, CILFIT, C-283/81, Συλλογή 1982 σ. 03415). Εν όψει τούτου, θα έπρεπε να διατυπωθεί προς το ΔΕΚ , κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 177 παρ. 3 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ήδη άρθρο 234 παρ. 3 του ενοποιημένου κειμένου Συνθήκης αυτής, όπως διαμορφώθηκε με την Συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία κυρώθηκε με το ν. 2691/1999, ΦΕΚ 47Α), προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το αν, η έννοια της διατάξεως του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ είναι ότι, οι θεσπιζόμενοι, με αυτήν, λόγοι αποκλεισμού εργοληπτών από τη συμμετοχή σε διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων, ρυθμίζουν το όλο ζήτημα των αποκλεισμών αυτών με τρόπο εξαντλητικό ή όχι. Σε περίπτωση δε, που το ΔΕΚ θα έδιδε στο προδικαστικό αυτό ερώτημα την απάντηση ότι οι λόγοι αποκλεισμού δεν προσδιορίζονται από τη διάταξη αυτή με τρόπο εξαντλητικό, θα ανέκυπτε, περαιτέρω το ζήτημα, αν η προστασία της διαφάνειας, για την εξασφάλιση της οποίας ο συνταγματικός νομοθέτης καθιέρωσε τον απαγορευτικό κανόνα της αναθέσεως συμβάσεως (μεταξύ άλλων) δημοσίων έργων σε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον τομέα των μέσων επικοινωνίας (όπως έχει ήδη πιο αναλυτικά παρατεθεί), συμπορεύεται με τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου, έτσι ώστε να δικαιολογείται ο περιορισμός που επιβάλλεται με τον απαγορευτικό αυτό κανόνα στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, στην οποία αποσκοπεί η οδηγία 93/37/ΕΟΚ. Για την προσέγγιση του ζητήματος αυτού από τη νομολογία του ΔΕΚ προκύπτουν οι ακόλουθες αρχές. Παράλληλα με την προπαρατεθείσα νομολογία του, που αφορά τον έλεγχο της συνδρομής λόγων αποκλεισμού συγκεκριμένου εργολήπτου από την διαδικασία αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων έργων, σε ό,τι αφορά τα κριτήρια αναθέσεως της συμβάσεως δημοσίων έργων το ΔΕΚ (ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 της επίμαχης οδηγίας, στην οποία προσδιορίζεται ποια είναι τα κριτήρια, από τα οποία προκύπτει ποια είναι η πλέον συμφέρουσα οικονομικά προσφορά) δέχεται ότι, όταν οι αναθέτουσες αρχές ορίζουν ότι, η σύμβαση θα ανατεθεί βάσει της προσφοράς, που είναι η πλέον συμφέρουσα οικονομικά, τότε οι αρχές αυτές μπορούν να επιλέξουν ως κριτήρια αναθέσεως της συμβάσεως, όρους, οι οποίοι μπορεί να είναι είτε αμιγώς οικονομικοί είτε και άλλοι, υπό την προϋπόθεση πάντως, μεταξύ άλλων, ότι οι όροι αυτοί τηρούν τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου και, κυρίως, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων (τέτοιοι δε όροι μπορούν να είναι π.χ. η υποχρέωση από τον ανάδοχο του έργου να προσλαμβάνει κατά την εκτέλεση του έργου μακροχρόνια ανέργους ή η υποχρέωσή του να παράσχει κατά την εκτέλεση του έργου εγγυήσεις προστασίας του περιβάλλοντος – βλ. σχετικώς ΔΕΚ: α) απόφαση της 20.9.1988, Beentjes C-31/1987, Συλλογή 1988, σ. 4652, β) απόφαση της 28.3.1995, Evans Medical & Macfarlan Smith C-324/1993, Συλλογή 1995, σ. Ι- 608, γ) απόφαση 26.9.2000, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C-225/1998, δ) απόφαση της 17.9.2002, Concordia Bus Finland, C-513/1999, Συλλογή 2002, σ. Ι-7213, ε) απόφαση της 4.12.2003, EVN AG Wienstrom GmbH, C- 448/2001). Θα μπορούσε, επομένως, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της προπαρατεθείσης νομολογίας, να υποστηριχθεί και η άποψη, ότι, ναι μεν, κατ` αρχήν, ο προσδιορισμός των λόγων αποκλεισμού εργολήπτη από τη διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, στον οποίο προβαίνει το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ είναι εξαντλητικός, σε περίπτωση, όμως, που θα εκρίνετο, ότι δεν είναι, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να θεσπίζουν επιπρόσθετες περιπτώσεις απαγορεύσεως συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων για λόγους που εξυπηρετούν θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου και υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι, κατά την επιβολή των απαγορεύσεων αυτών, τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Σε περίπτωση, λοιπόν, που το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα απαντούσε ότι, οι λόγοι αυτοί αποκλεισμού δεν προσδιορίζονται με τρόπο εξαντλητικό, θα έπρεπε, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, να διατυπωθεί, περαιτέρω, δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, αν λόγοι, όπως αυτοί τους οποίους εξυπηρετεί ο αποκλεισμός από δημόσιες συμβάσεις, ο οποίος θεσπίζεται με το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος, δηλαδή η προστασία της διαφάνειας στις οικονομικές λειτουργίες του κράτους, με την απαγόρευση της διαπλοκής των επιχειρηματικών συμφερόντων στους κρίσιμους τομείς της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης και των επιχειρήσεων που συμμετέχουν στους δημόσιους διαγωνισμούς, συνιστούν θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, τέτοια που να δικαιολογεί τον περιορισμό, που επιβάλλεται με τον αποκλεισμό αυτό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, στον οποίο αποσκοπεί η οδηγία 93/37/ΕΟΚ ή όχι (σχετικά με το ζήτημα της ανάγκης διατηρήσεως της πολυφωνίας και της αποφυγής μονοπωλιακών συγκεντρώσεων στα μέσα επικοινωνίας ως θεμελιώδους αρχής και του κοινοτικού δικαίου πρβλ. ΔΕΚ : α) απόφαση της 25.7.1991, Stichting Collectieve Antennevoorziening Gouda, C-288/89, Συλλογή 1991, Ι-4007, β) απόφαση της 3.2.1993, Veronica, C-148/91, Συλλογή 1993, I- 487 και γ) απόφαση της 26.6.1997, Vereinigte Familiapress Zeitungsverlags- und vertriebs GmbH, C-368/95, Συλλογή I-3689) και αν η επιβολή πλήρους και απολύτου αποκλεισμού των επιχειρήσεων μέσων επικοινωνίας από την σύναψη δημοσίων συμβάσεων, για την εξυπηρέτηση της αρχής της διαφάνειας, όπως αυτός, που επιχειρείται με τον ειδικότερο τρόπο, που καταστρώνεται από το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος, παραβιάζει ή όχι την αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. σχετικά με το ζήτημα της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας ΔΕΚ :α) απόφαση της 11.6.2003, C-243/01 Gambelli – σκέψη υπ` αριθμ. 74-, β) απόφαση της 4.6.2002, C- 367/98, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας – σκέψη υπ` αριθμ. 50-, γ) απόφαση της 22.1.2002, C-390/99, Canal Satellite – σκέψη υπ` αριθμ. 35- και δ) απόφαση της 20.2.2001, C-205/99, Analir –σκέψη υπ` αριθμ. 35). Θα έπρεπε δε να διατυπωθούν τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα, εφόσον τίθεται ζήτημα συμβατού του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε στην κρινόμενη υπόθεση και επί τη βάσει του οποίου εκδόθηκε το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό , με το κοινοτικό δίκαιο και ο λόγος αυτός είναι εκ των αυτεπαγγέλτως ερευνητέων (πρβλ. ως προς την υποχρέωση αυτή του εθνικού δικαστή να εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν διάταξη του εσωτερικού δικαίου είναι συμβατή με κοινοτική διάταξη ΔΕΚ απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, Peterbroek Van Campenhout & Cie SCS, C-312/93, Συλλογή 1995 σελ. Ι 04599).
19. Επειδή, ανακύπτει, περαιτέρω, ζήτημα λυσιτελούς της διατυπώσεως προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με το εκτεθέν στο τέλος της προηγουμένης παραγράφου περιεχόμενο. Και τούτο διότι ο κανόνας δικαίου, το συμβατόν του οποίου προς το κοινοτικό δίκαιο αμφισβητείται, είναι κανόνας συνταγματικής τυπικής ισχύος. Κατά την κρατήσασα επί του ζητήματος αυτού γνώμη, δεν νοείται, σε καμία περίπτωση, διατύπωση προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν διάταξη επιτακτικού χαρακτήρος του ελληνικού Συντάγματος είναι συμβατή κατά το περιεχόμενο της ρυθμίσεως της με διάταξη του πρωτογενούς ή του παραγώγου κοινοτικού δικαίου. Ειδικότερα έγιναν δεκτά τα εξής: Με το άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος προεβλέφθη η δυνατότητα αναγνωρίσεως με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών σε όργανα διεθνών οργανισμών, βάσει συνθήκης ή συμφωνίας, της εξουσίας ασκήσεως αρμοδιοτήτων, οι οποίες ανήκουν κατά το Σύνταγμα, στα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον. Στην παρ. 3, εξ άλλου, του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι η Ελλάδα μπορεί να προβεί με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας. Με ερμηνευτική δε δήλωση που προσετέθη μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίστηκε ότι το άρθρο 28 του Συντάγματος αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Με βάση το άρθρο 28 ψηφίστηκε από την Βουλή ο Ν. 945/1979 (ΦΕΚ 170Α) με το άρθρο 1 του οποίου κυρώθηκαν οι συμφωνία προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας και στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα. Σύμφωνα με την εν λόγω πράξη προσχωρήσεως, η Ελληνική Δημοκρατία δεσμεύεται από τις διατάξεις της εν λόγω πράξεως προσχωρήσεως και των αρχικών Συνθηκών περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, όπως τροποποιήθηκαν με τα προσαρτημένα σ’ αυτές παραρτήματα, πράξεις, πρωτόκολλα και δηλώσεις. Το σύνολο των διατάξεων τούτων αποτελεί από της 1ης Ιανουαρίου 1981 και εφεξής μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και οι διατάξεις αυτές κατισχύουν κάθε μεταγενεστέρας αντιθέτου διατάξεως νόμου (πρβλ. ΣτΕ 3312/1989, 2152/1986, 815/1984). Η υπεροχή δε αυτή της ισχύος της εν λόγω συνθήκης έναντι των αντιθέτων διατάξεων νόμου καταλαμβάνει περαιτέρω και τις εκάστοτε εφαρμοστέες διατάξεις πράξεων των οργάνων της Κοινότητας, που εκδίδονται βάσει της εν λόγω Συνθήκης, όπως τροποποιηθείσα ήδη ισχύει και συναπαρτίζουν με αυτήν, κατά τα προεκτεθέντα, ως κοινοτική έννομη τάξη, μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου. Εφόσον, όμως, η κοινοτική έννομη τάξη ισχύει στην Ελλάδα επί τη βάσει του ως άνω κυρωτικού τυπικού νόμου, ο οποίος εξεδόθη δυνάμει του συγκεκριμένου άρθρου του Συντάγματος, διατάξεως δηλαδή ισότιμης και ισόκυρης με τις όλες τις υπόλοιπες συνταγματικές διατάξεις, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί υπεροχής της κοινοτικής εννόμου τάξεως έναντι του Συντάγματος, σε περίπτωση που, καθ’ υπόθεση, διάταξη του πρωτογενούς ή του παραγώγου δικαίου θα ερχόταν σε αντίθεση, κατά το ουσιαστικό περιεχόμενό της, με επιτακτικού χαρακτήρα, κατά το σαφές νόημά της, συνταγματική διάταξη. Τούτο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, με την τήρηση της αναθεωρητικής διαδικασίας της θεσπιζομένης από το άρθρο 110 του Συντάγματος, αναθεωρείται επιγενομένως, το Σύνταγμα και τροποποιούνται οι διατάξεις αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, η επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, η θεσπίσασα το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στον τομέα των μέσων μαζικής ενημέρωσης με την ιδιότητα του επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ψηφίστηκε από την Ζ` Αναθεωρητική Βουλή κατά το έτος 2001. Η εκδοχή ότι η εν λόγω διάταξη δεν είναι εφαρμοστέα, επειδή, καθ` υπόθεση, το περιεχόμενό της έρχεται σε αντίθεση και, επομένως, δεν είναι συμβατό με την ρύθμιση την περιεχόμενη στην διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, θα οδηγούσε στο άτοπο, ανεξαρτήτως άλλων συνεπειών που μπορεί να συνεπάγεται ενδεχόμενη αγνόηση κυρωθείσης και ως εκ τούτου δεσμευτικής συνθήκης, και μάλιστα όταν αυτή συνιστά το θεμέλιο για τη δημιουργία ιδίας εννόμου τάξεως, να μην αναγνωρίζεται στον Έλληνα αναθεωρητικό νομοθέτη η εξουσία να αναθεωρεί ελεύθερος και αδέσμευτος το Σύνταγμα, τηρώντας βεβαίως τις προϋποθέσεις που θέτει το, μόνο εφαρμοστέο εν προκειμένω, άρθρο 110 (για την τήρηση των οποίων υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού δικαστή πρβλ. ΣτΕ 1899/1952, 1224/1953, 1495/1953 κ.ά.), και να εμποδίζεται σ` αυτή του την εξουσία να θεσπίζει νεότερες διατάξεις από διατάξεις εννόμου τάξεως (εν προκειμένω της κοινοτικής), οι οποίες ισχύουν στην ελληνική επικράτεια μόνο διότι άλλη συνταγματική διάταξη (και συγκεκριμένα το άρθρο 28) το προέβλεψε και το επέτρεψε. Με τον τρόπο, όμως, αυτό θα αναγνωρίζονταν στο άρθρο 28, αν και δεν συμπεριλαμβάνεται στις απαριθμούμενες από το άρθρο 110 του Συντάγματος ως ανεπίδεκτες αναθεωρήσεως διατάξεις, τυπική ισχύς υπερτέρα των υπολοίπων συνταγματικών διατάξεων και μάλιστα μεταγενεστέρων αυτού. Συνεπώς, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 87 παρ. 2 του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι οι δικαστές υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους συνάδοντες με αυτό (σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος) νόμους, δεν είναι δυνατόν στην ελληνική έννομη τάξη να αναγνωρισθεί κανόνας υπερτέρας τυπικής ισχύος από οποιαδήποτε επιτακτικού χαρακτήρος συνταγματική διάταξη, έτσι ώστε να παρακαμφθεί η εφαρμογή της, τουλάχιστον κατά την παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, και ενόσω δεν έχει θεσπισθεί, ως υπερκείμενος κανών, κοινό ευρωπαϊκό συνταγματικό κείμενο δεσμεύον τα κράτη μέλη να τροποποιούν τα συντάγματά τους, κατά το μέρος που αντιβαίνουν προς αυτό, με συνέπεια να δημιουργείται εξουσία και καθήκον του εθνικού δικαστή, να ελέγχει το συμβατόν διατάξεων του εθνικού συντάγματος προς αυτό το ευρωπαϊκό συνταγματικό κείμενο. Με τα δεδομένα αυτά, παρίσταται αλυσιτελής η διατύπωση προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προκειμένου να διευκρινισθεί, κατά τα εκτεθέντα σε προηγούμενη σκέψη, η ακριβής έννοια της διατάξεως του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, αφού και σε περίπτωση ακόμη, που από την απόφαση του ΔΕΚ τυχόν θα προέκυπτε ότι η ερμηνεία αυτή την καθιστά αντίθετη με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, η εφαρμογή της τελευταίας από τον έλληνα δικαστή δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να παρακαμφθεί.
Μειοψήφησαν στο ζήτημα αυτό οι Σύμβουλοι …………….. και οι Πάρεδροι οι οποίοι διατύπωσαν την εξής γνώμη: Κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ το Κοινοτικό Δίκαιο υπερέχει των κανόνων του εθνικού δικαίου των κρατών μελών. Ήδη με την απόφασή του της 15ης Ιουλίου 1964 (Costa/Enel C-6/64) το εν λόγω Δικαστήριο έκρινε ότι, σε περίπτωση εμφανίσεως σχετικής συγκρούσεως, η κοινοτική έννομη τάξη υπερέχει της εθνικής έννομης τάξης των κρατών μελών της Κοινότητας, χωρίς να κάνει καμία περαιτέρω διάκριση ως προς την τυπική ισχύ του κανόνα του εθνικού δικαίου, ο οποίος τυγχάνει να συγκρούεται με τον κανόνα του κοινοτικού δικαίου. Αναφέρεται δε ειδικότερα ότι στο δίκαιο, που δημιουργεί η Συνθήκη, δεν είναι δυνατό να αντιταχθεί δικονομικά εσωτερική διάταξη οιασδήποτε φύσεως, χωρίς το δίκαιο αυτό να αποβάλει τον κοινοτικό χαρακτήρα του. Στις μεταγενέστερες αποφάσεις του το ΔΕΚ επιβεβαίωσε ρητώς την αρχή της υπεροχής των κανόνων του κοινοτικού δικαίου έναντι εκείνων του εθνικού, αδιακρίτως της ιεραρχήσεως των τελευταίων από απόψεως τυπικής μεταξύ τους ισχύος. Έτσι, με την απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, Simmenthal, C-106/1977 (Συλλογή 1978 σ. 629) έγινε δεκτό ότι οι διατάξεις της Συνθήκης και του παραγώγου κοινοτικού δικαίου πρέπει να τυγχάνουν αποτελεσματικής εφαρμογής και καθιστούν μη εφαρμοστέα κάθε, αντίθετη προς αυτές, διάταξη του εσωτερικού δικαίου, ακόμη και μεταγενέστερη.Η νομολογία αυτή του ΔΕΚ, σύμφωνα με την οποία το εσωτερικό δίκαιο ενός κράτους μέλους δεν είναι αντιτάξιμο στις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, ούτε μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην εκ μέρους του εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου έχει ήδη παγιωθεί (Πρβλ. αποφάσεις ΔΕΚ: α) Internationale Handelsgesellschaft, C-11/70, β) απόφαση της 13ης Ιουλίου 1972, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-48/71, γ) απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1979, Liselotte Hauer, C-44/79 δ) απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1980, Επιτροπή κατά Βελγίου, C-149/79 ε) απόφαση της 17ης Αυγούστου 1998, Επιτροπή κατά Βελγίου, C-323/96, στ) απόφαση της 19ης Ιουνίου 1990, Factortame Ltd κλπ., C-213/89, ζ) απόφαση της 11ης Μαρτίου 2003, Dory, C-186/01). Μάλιστα με την απόφασή του της 20ης Μαΐου 2003, Rechnungshof κλπ., C- 465/00 και 138-9/01, εξήτασε, επ’ ευκαιρία προδικαστικού ερωτήματος, διατυπωθέντος από το αυστριακό Συνταγματικό Δικαστήριο, το συμβατόν με το κοινοτικό δίκαιο ρυθμίσεως, κρίσιμης για την επίλυση της κύριας διαφοράς, χωρίς να το εμποδίσει σε αυτό το γεγονός, ότι η επίμαχη ρύθμιση είχε εισαχθεί στην αυστριακή έννομη τάξη με εσωτερικό νόμο συνταγματικής τυπικής ισχύος (Bundesverfassungsgesetz). Πρόδηλοι λόγοι, οι οποίοι οδήγησαν στην διατύπωση της νομολογίας αυτής το ΔΕΚ είναι ότι, για να έχει το κοινοτικό δίκαιο την απαιτούμενη δεσμευτικότητα και για να τυγχάνει ενιαίας και αποτελεσματικής σε όλα τα κράτη μέλη εφαρμογής, για να μπορεί δηλαδή να διατηρεί τις εν λόγω ιδιότητες, που είναι σύμφυτες με αυτό, και χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει, δεν θα πρέπει να του είναι αντιτάξιμες οι οποιεσδήποτε εσωτερικές ρυθμίσεις των κρατών μελών. Σε διαφορετική περίπτωση κάθε ρύθμιση, που θα εισήγετο με το παράγωγο δίκαιο, θα κινδύνευε να μείνει ανεφάρμοστη, αν αναγνωρίζονταν στα κράτη μέλη η δυνατότητα να την εξουδετερώνουν με αναθεώρηση του Συντάγματός τους, το δε κοινοτικό δίκαιο θα παρέμενε έτσι ανεφάρμοστο. Σε μία τέτοια περίπτωση η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, αν περιοριζόταν μόνο σε υπεροχή έναντι των νομοθετικής τυπικής ισχύος πράξεων των κρατών μελών και δεν ίσχυε έναντι και των κανόνων των συνταγματικών διατάξεων των επιμέρους κρατών, θα αλλοιωνόταν σε αρχή της υπεροχής υπό επιφύλαξη. Παρόμοια νομολογία σχετικά με την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι του εσωτερικού δικαίου έχει υιοθετηθεί και από το βελγικό Ανώτατο Ακυρωτικό δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 27ης Μαΐου 1971 «Societe Fromagerie franco-suisse Le Ski»). Εν γνώσει της προπαρατεθείσης νομολογίας του ΔΕΚ, όπως είχε διαμορφωθεί έως το έτος 1975 και των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του κοινοτικού δικαίου (που συνιστά μία υπερεθνική έννομη τάξη, ιδιόμορφη και διαφορετική από το παραδοσιακό συμβατικής προελεύσεως διεθνές δίκαιο, αποτελούσα δε μία αυτόνομη πηγή κανόνων δικαίου, στους οποίους δεν είναι αντιτάξιμοι εθνικοί κανόνες), ο έλληνας συνταγματικός νομοθέτης του έτους 1975 θέσπισε το άρθρο 28, το οποίο, για λόγους σπουδαίου εθνικού συμφέροντος, ρητώς προέβλεψε και επέτρεψε, μεταξύ άλλων, την, βάσει ειδικού νόμου που θα εκδοθεί κατ` εξουσιοδότησή του, δυνατότητα ενσωμάτωσης στην εθνική έννομη τάξη των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, με αντίστοιχο περιορισμό ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας στους τομείς τους οποίους αυτό ρυθμίζει. Ακολούθως, με τον προαναφερθέντα Ν. 945/1979, ο οποίος εκδόθηκε δυνάμει του ως άνω άρθρου 28 του Συντάγματος, το σύνολο των διατάξεων του Κοινοτικού Δικαίου (πρωτογενές και παράγωγο) κατέστη αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού εσωτερικού δικαίου και τούτο είναι αυτονόητο με την τυπική ισχύ, που το ίδιο το κοινοτικό δίκαιο, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία του ΔΕΚ, έχει αναγνωρίσει εις εαυτό. Επομένως, αφότου η Ελληνική Δημοκρατία προσεχώρησε στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και ενόσω εξακολουθεί να παραμένει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποδέχεται και αναγνωρίζει ότι κάθε ρύθμιση του πρωτογενούς ή παραγώγου κοινοτικού δικαίου έχει προτεραιότητα εφαρμογής έναντι όλων ανεξαιρέτως των εσωτερικής προελεύσεως κανόνων δικαίου (προγενεστέρων και μεταγενεστέρων), συμπεριλαμβανομένου και του Συντάγματος. Η προτεραιότητα αυτή εφαρμογής αναγνωρίζεται από τον έλληνα δικαστή υπό μία μόνο αυτονόητη προϋπόθεση. Η προϋπόθεση αυτή είναι ότι, η εφαρμοστέα κάθε φορά κοινοτική πράξη σέβεται τις αρχές της προστασίας των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος (πρβλ. απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1986 του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου γνωστή ως απόφαση «Solange II» – ΒVerfGΕ 73, σ. 339 και επόμ. και ιδίως σ. 366 και επόμ.- και αποφάσεις του Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης/8ης Ιουνίου 1984 «Granital» και του ιδίου απόφαση υπ` αριθμ. 168/1991 της 8ης/18ης Απριλίου 1991). Η εν
λόγω αναγνώριση της προτεραιότητας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου έναντι πάσης εσωτερικής ρυθμίσεως δεν ισοδυναμεί, εξ άλλου, με πρόσδοση στο άρθρο 28 του Συντάγματος τυπικής ισχύος υπέρτερης σε σχέση με τις υπόλοιπες συνταγματικές διατάξεις. Και τούτο, διότι οι διατάξεις του Συντάγματος διατηρούν μεταξύ τους την αυτή πάντοτε τυπική ισχύ, που είχαν και κατά το παρελθόν απλώς οι κοινοτικοί κανόνες δικαίου εφαρμόζονται με βάση τον τρόπο που υπαγορεύουν οι θεμελιώδεις αρχές συγκροτήσεως της κοινοτικής έννομης τάξης, επειδή ο έλληνας συνταγματικός νομοθέτης το θέλησε, μέσω του άρθρου 28. Αυτήν δε ακριβώς και μόνο την βούληση του συνταγματικού νομοθέτη, του θεσπίσαντος το άρθρο 28 του Συντάγματος, εφαρμόζει ο έλληνας δικαστής, όταν αναγνωρίζει την προτεραιότητα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου έναντι του Συντάγματος. Άρα εξακολουθεί, πράττοντας τούτο να εφαρμόζει το ελληνικό Σύνταγμα. Πρέπει, κατά συνέπεια, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη να γίνει δεκτό ότι, εφόσον το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ δεν θίγει τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος, παρίσταται λυσιτελές να διατυπωθεί προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΚ, προκειμένου τούτο να αποφανθεί αν είναι συμβατός με το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ κανόνας δικαίου, με το περιεχόμενο που έχει ο θεσπιζόμενος από το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος, όπως εξειδικεύεται με τα άρθρα 2 και 3 του Ν. 3021/2002 και συγκεκριμένα ο κανόνας της απαγορεύσεως συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων σε ιδιοκτήτες βασικούς μετόχους κλπ. επιχειρήσεων μέσων μαζικής ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων και των παρενθέτων προσώπων και τούτο διότι, σε περίπτωση που το ΔΕΚ θα έκρινε, ότι ο εν λόγω κανόνας δεν είναι συμβατός με την προαναφερθείσα διάταξη της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος δεν θα μπορούσε πλέον να εφαρμοσθεί στην κρινόμενη υπόθεση.
20. Επειδή, το Τμήμα, κατά τα ήδη εκτεθέντα ανωτέρω στην σκέψη υπ’ αριθμ. 14, ομοφώνως έκρινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ.2 περ. α και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002, κατά το μέρος που προβλέπουν, ότι η απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, σε ό,τι αφορά τους συγγενείς των ιδιοκτητών, εταίρων, βασικών μετόχων κλπ. των επιχειρήσεων μέσων μαζικής ενημέρωσης, αίρεται αν οι εν λόγω συγγενείς αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά, προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος. Πρέπει, επομένως, κατ` άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος να παραπεμφθεί το εν λόγω ζήτημα στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Εξ άλλου, λόγω της σπουδαιότητας του ανακύψαντος, περαιτέρω ζητήματος, αν για τη θεσπιζόμενη από το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος (όπως εξειδικεύεται από τις διατάξεις του ν. 3021/2002 αλλά περιαιρουμένων ως αντισυνταγματικών των προαναφερθεισών διατάξεων) απαγόρευση της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων έργων με τους ιδιοκτήτες, βασικούς μετόχους και εταίρους κλπ. των επιχειρήσεων μέσων μαζικής ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων και των παρενθέτων προσώπων, τίθεται θέμα ελλείψεως συμβατού της με τα οριζόμενα στο άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, σκοπουμένου του ρυθμιστικού πεδίου κάθε μίας των διατάξεων αυτών, καθώς και του συναφούς με αυτό ζητήματος, αν είναι λυσιτελής η διατύπωση σχετικού προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΚ, περί της εννοίας της ανωτέρω διατάξεως της οδηγίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 234 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, ενόψει των προεκτεθέντων, το Τμήμα κρίνει ότι και τα δύο αυτά ζητήματα πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 περ. β΄ του Π.Δ. 18/1989 (Α΄ 8), να παραπεμφθούν μαζί με το προαναφερθέν ζήτημα του συμφώνου των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 περ. α και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002 με το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος προς επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου και να ορισθεί ενώπιον της οποίας ως εισηγητής ο Σύμβουλος ………… .
Δ ι ά τ α ύ τ α
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως.
Παραπέμπει στην Ολομέλεια τα κατά το αιτιολογικό ζητήματα.
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 2004.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ «ΒΑΣΙΚΟΣ ΜΕΤΟΧΟΣ


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ «ΒΑΣΙΚΟΣ ΜΕΤΟΧΟΣ

Α. Μονογραφίες/ Συστηματικά έργα

Βενιζέλος Ευ., (2002). Το αναθεωρητικό κεκτημένο. Αθήνα – Κομοτηνή. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 197 επ.
Κική Γ., (2003). Η ελευθερία των οπτικοακουστικών μέσων (υπό το πρίσμα της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001). Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Σάκκουλας, σ. 108 επ.
Κοντιάδης Ξ., (2002). Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001. Αθήνα – Κομοτηνή. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 245 επ.
Παπαδοπούλου Λ., (2009). Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της «υπεροχής». Αθήνα – Κομοτηνή. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 492-533.
Τζέμος Β., (2006). Ο «βασικός μέτοχος». Αθήνα – Κομοτηνή. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Χρυσόγονος Κ., (2006). Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα. Έκδοση Γ΄. Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 313-315.
Β. Μελέτες/ Γνωμοδοτήσεις
Αλιβιζάτος Ν., (2001). Το Σύνταγμα ως άλλοθι. Αναθεώρηση και διαπλοκή σε του ίδιου, Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός και η θολή συνταγματική αναθεώρηση. Αθήνα. Πόλις, σ. 213 επ.
– (2004). Σύνταγμα & «διαπλοκή» – Συμβολή στην ερμηνεία της (νέας) παρ. 9 του άρθρου 14 Σ. ΔίΜΕΕ/1, σ. 16-30.
Ανθόπουλος Χ., (2001). Ραδιοτηλεόραση και Συνταγματική Αναθεώρηση. ΔτΑ, σ. 385 επ.
– (2006). Το ασυμβίβαστο των ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης πριν και μετά το νέο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος σε Ξ. Κοντιάδη (επιμ.), Πέντε χρόνια μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Τόμος Α΄. Αθήνα – Κομοτηνή. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 313-366.
Βενιζέλος Ευ., (2005). Οι εγγυήσεις πολυφωνίας και διαφάνειας στα ΜΜΕ κατά το άρθρο 14§9 – Οι κανόνες ερμηνείας του Συντάγματος και οι σχέσεις Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου. ΝοΒ, σ. 424-442.
Γιαννακόπουλος Κ., (2008). Μεταξύ συνταγματικών σκοπών και συνταγματικών ορίων: η διαλεκτική εξέλιξη της συνταγματικής πραγματικότητας στην εθνική και την κοινοτική έννομη τάξη. ΕφημΔΔ/5, σ. 733 επ. (και ιδίως 746).
Γιαννακόπουλος Κ./ Δελλής Γ., (2002). Σχετικά με τη συμβατότητα των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 εδ. ε΄, στ΄ και ζ΄ Συντ. και του ν. 3021/2002 με το κοινοτικό δίκαιο – Γνωμοδότηση. Αδημοσίευτη.
Κασιμάτης Γ., (2003). Το ασυμβίβαστο των ιδιοτήτων του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχειρήσεων Μέσων Ενημέρωσης σε σχέση με τις αντίστοιχες ιδιότητες προσώπων που αναλαμβάνουν την εκτέλεση έργων ή προμηθειών και την παροχή υπηρεσιών του δημοσίου και νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα – Γνωμοδότηση. ΤοΣ/2, σ. 295-310.
Κονδύλης Δ., (2006). Σχέση Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου. ΕφημΔΔ/1, σ. 7-9.
Κοντιάδης Ξ., (2001). Η οριοθέτηση της σχέσης πολιτικής εξουσίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Πλουραλισμός και διαφάνεια στο επικοινωνιακό σύστημα κατά τα άρθρα 14 και 15 του νέου Συντάγματος σε Δ. Τσάτσου/ Ευ. Βενιζέλου/ Ξ. Κοντιάδη (επιμ.), Το νέο Σύνταγμα. Αθήνα-Κομοτηνή. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 265 επ.
(2002). Ασυμβίβαστο δραστηριότητας στο πεδίο των μέσων ενημέρωσης και των δημοσίων συμβάσεων. ΔτΑ/14, σ. 497 επ.
– (2006). Πεδία έντασης του Συντάγματος με το ευρωπαϊκό νομικό σύστημα. Δικαιοπολιτική προσέγγιση ενόψει της εν εξελίξει συνταγματικής αναθεώρησης. ΤοΣ, σ. 1078 επ.
Κοντιάδης Ξ./ Συνοδινός Χ., (2007). Ο «βασικός μέτοχος» και η νέα αιτιολογημένη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Σκέψεις για τα όρια της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας. ΕφημΔΔ/4, σ. 412-420.
Κοτσίρης Λ., (2005). Η λογική των ορισμών – Ένα παράδειγμα: «βασικός μέτοχος είναι». ΔΕΕ, σ. 379 επ.
Κουτούπα – Ρεγκάκου Ευ., (2005). Οι νόμοι περί βασικού μετόχου και η απόφαση του ΔΕΚ της 03.03.2005 στην υπόθεση Fabricom. ΔηΣΚΕ/1, σ. 20-24.
Μανιτάκης Α., (2003). Η συνταγματικότητα της νομοθετικής απαλλαγής από το «ασυμβίβαστο» του άρθρου 14 παρ. 9 εδ. στ΄ του Συντάγματος των «συζύγων» και των «συγγενών», εφ’ όσον αποδείξουν την οικονομική τους αυτοτέλεια – Γνωμοδότηση. ΤοΣ/2, σ. 311-323.
Μπάλτα Ευ., (2006). Η αρχή της διαφάνειας στις δημόσιες συμβάσεις. ΔηΣΚΕ/1-3, σ. 80-90 (και ιδίως 80-87).
Παπαδημητρίου Γ., (2007). Η συνταγματική εγγύηση του κοινοτικού κεκτημένου. www.proeuro.gr.
Παπακωνσταντίνου Α., (2005). Βασικός μέτοχος και κοινοτικό δίκαιο: οι παρενέργειες μιας ad hoc συνταγματοποίησης. Εφαρμογές ΔΔ, σ. 457 επ.
Σιούτη Γ., (2004). Μέτοχοι μετόχων τηλεοπτικών σταθμών και πόθεν έσχες – Γνωμοδότηση. ΔίΜΜΕ/2, σ. 174 επ.
Σπηλιωτόπουλος Ε./ Τσάτσος Δ./ Σπυρόπουλος Φ./ Κοντιάδης Ξ., (2002). Περί των συζύγων και των συγγενών ως παρένθετων προσώπων κατά το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος και το ν. 3021/2002 – Γνωμοδότηση. Αδημοσίευτη.
Σπυρόπουλος Φ., (2000). Ειδικές εκφάνσεις της οικονομικής ελευθερίας (Η πρόταση αναθεώρησης σχετικά με την καταπολέμηση της διαπλοκής). ΤοΣ, σ. 1147 επ.
Συνοδινός Χ., (2004). Ασυμβίβαστο μεταξύ ΜΜΕ και επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν δημόσιες συμβάσεις και ζήτημα συμβατότητάς του με το κοινοτικό δίκαιο. ΔηΣΚΕ/1, σελ. 15-27.
Τζέμος Β., (2006). Η τέταρτη νομοθετική εκδοχή του «βασικού μετόχου» μεταξύ «Σκύλας» (Ευρωπαϊκό Δίκαιο) και «Χάρυβδης» (Σύνταγμα). ΔηΣΚΕ/1-3, σ. 53-67.
Τσεβάς Α., (2004). Το ασυμβίβαστο του «βασικού μετόχου» μεταξύ ελευθεριών της επικοινωνίας και κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων. ΔίΜΜΕ, σ. 232 επ.
Χαραλάμπης Δ., (2004). Σκέψεις σχετικά με τα ζητήματα της διαφάνειας, τις «Ασυμβίβαστες Ιδιότητες» και τον «Βασικό Μέτοχο». ΔίΜΜΕ/1, σ. 31-40.
Γ. Αρθρογραφία/δημοσιεύσεις στον τύπο
Αλιβιζάτος Ν., (2001). Τα αδιέξοδα μιας ανέξοδης πλειοδοσίας. «Τα Νέα». 10/02/2001.
– (2005). Ο βασικός μέτοχος και οι αφανείς κυβερνητικές επιδιώξεις. «Τα Νέα». 10/01/2005.
Ανθόπουλος Χ., (2004). Η έννοια του ασυμβιβάστου στα ΜΜΕ. «Έθνος της Κυριακής». 17/10/2004.
– (2004). Ποιος φοβάται την ελευθερία της πληροφόρησης; «Το Βήμα». 14/11/2004.
– (2004). Νομοθετούν ερήμην του Συντάγματος. «Έθνος». 12/12/2004.
– (2005). Το σύνδρομο του αυταρχικού λαϊκισμού. «Έθνος της Κυριακής». 23/01/2005.
– (2005). Το ευρωπαϊκό δίκαιο και ο νόμος περί «βασικού μετόχου». «Ημερησία». 09-10/04/2005.
– (2005). Επιλεγόμενα στον βασικό μέτοχο. «Ημερησία». 05-06/11/2005.
Ελευθεριάδης Π., (2006). Ο φαύλος κύκλος της ανοχής στη διαφθορά. «Βήμα της Κυριακής». 22/01/2006.
Καστριώτης Δ., (2004). Χρήμα και ασυμβίβαστο. «Η Καθημερινή». 17/10/2004.
Κόκκινος Β., (2005). Όταν αγνοούνται τα αυτονόητα. «Η Αξία». 23/04/2005.
Κοντιάδης Ξ., (2004). «Θεσμικές» αστοχίες για τη διαπλοκή. «Έθνος της Κυριακής». 07/11/2004.
– (2004). Αντίλογος στο Συμβούλιο της Επικρατείας για τον «βασικό μέτοχο». «Ημερησία». 20-21/11/2004.
– (2004). Αντισυνταγματικό και ανεφάρμοστο. «Έθνος». 12/12/2004.
– (2009). Το τέλος του «βασικού μετόχου». «Έθνος». 27/01/2009.
Μανιτάκης Α., (2005). Ευρωσύνταγμα και βασικός μέτοχος. «Ελευθεροτυπία». 13/05/2005.
Μάνος Στ., (2000). Η διαπλοκή στο Σύνταγμα. «Τα Νέα». 20/10/2000.
Μουζέλης Ν., (2000). Το εξουσιαστικό σύνδρομο των μέσων ενημέρωσης. «Το Βήμα». 15/10/2000.
Παπαδημητρίου Γ., (2005). Συνταγματικά ανάδελφοι; «Το Βήμα». 03/04/2005.
(2005). Ο βασικός μέτοχος και η επιστολή Σάουμπ. Ταπεινοί και καταφρονεμένοι της Ευρώπης. «Βήμα της Κυριακής». 04/12/2005.
Παπασπύρου Ν., (2004). Τα αδιέξοδα του «βασικού μετόχου». «Ημερησία». 27-28/11/2004.
Παυλόπουλος Π., (2003). Έργα διαπλοκής των κυβερνήσεων Σημίτη. «Η Καθημερινή». 01/06/2003.
Στάγκος Π., (2009). Η επιστροφή στο προσκήνιο του «βασικού μετόχου». «Το Βήμα». 14/01/2009.
Σωτηρέλης Γ./ Δημητρόπουλος Π., (2004). Καταπολέμηση της διαπλοκής και ΜΜΕ. «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». 07/11/2004.
Τζέμος Β., (2005). Ο βασικός μέτοχος ζει. «Ελευθεροτυπία». 11/11/2005.
(2006). Προαπαιτούμενα για μια χρήσιμη αναθεώρηση. «Ελευθεροτυπία». 11/02/2006.
– (2006). Χρονικά όρια στην εκδίκαση των υποθέσεων και ισόκυρο Συντάγματος και Συνθηκών. «Ελευθεροτυπία». 20/04/2006.
Τσακυράκης Σ., (2005). Βασικός παραλογισμός. «Τα Νέα». 29/03/2005.
Τσουκαλάς Κ., (2000). Το θέατρο σκιών με τη διαπλοκή. «Το Βήμα». 15/10/2000.
– (2003). Διαπλοκή, θεσπισμένη και αθέσπιστη. «Το Βήμα». 29/07/2003.
Χαραλάμπης Δ., (2005). Γιατί ο νέος νόμος είναι «ασυμβίβαστος» με τη λογική. «Βήμα της Κυριακής». 02/01/2005.
– (2007). Ας τελειώνουμε με το «βασικό μέτοχο». «Το Βήμα της Κυριακής». 25/03/2007.
Χρυσόγονος Κ., (2005). Οι σκοπιμότητες και η προκάλυψη. «Το Βήμα». 17/04/2005.
Ψυχογιός Δ., (2001). Ο μύθος και η αλήθεια για τα «διαπλεκόμενα». «Το Βήμα». 04/02/2001.
– (2001). Ο φόβος του «διαπλεκόμενου». «Το Βήμα». 18/02/2001.
Δ. Παρατηρήσεις στη νομολογία
1. στην παραπεμπτική ΣτΕ 3242/2004
Ανθόπουλος Χ., (2006). Το ασυμβίβαστο των ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης πριν και μετά το νέο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος σε Ξ. Κοντιάδη (επιμ.), Πέντε χρόνια μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Τόμος Α΄. Αθήνα – Κομοτηνή. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 313-366 (και ιδίως 345 επ.).
Αντωνίου Θ., (2005). Η απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη σχέση Κοινοτικού και Συνταγματικού Δικαίου – Μερικές σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 3242/2004 για τον βασικό μέτοχο. Εφαρμογές ΔΔ, σ. 29 επ.
Αρναούτογλου Φ., (2005). Συμβούλιο της Επικρατείας και ευρωπαϊκά δικαστήρια. ΝοΒ, σ. 1977-1982 (και ιδίως 1978).
Βενιζέλος Ευ., (2005). Οι εγγυήσεις πολυφωνίας και διαφάνειας στα ΜΜΕ κατά το άρθρο 14§9 – Οι κανόνες ερμηνείας του Συντάγματος και οι σχέσεις Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου. ΝοΒ, σ. 424-442 (και ιδίως 435-438).
Γεραπετρίτης Γ., (2005). Το Σύνταγμα και ο δικαστής: μια αέναη διαλεκτική σχέση – Σκέψεις με αφορμή τις αποφάσεις 3242/2004 και 3243/2004 του ΣτΕ για τον «βασικό μέτοχο». ΝοΒ, σ. 443-458.
Συνοδινός Χ., (2005). ΜΜΕ και κοινοτικό δίκαιο δημοσίων συμβάσεων. ΔηΣΚΕ/3, σ. 322-327.
– (2005). ΣτΕ 3242/2004: «επιβολή» της υπεροχής του εθνικού Συντάγματος ή bras de fer μεταξύ εθνικού και κοινοτικού Δικαστή; ΔίΜΜΕ/1, σ. 34-55.
2. στην (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006
Βενιζέλος Ευ., (2008). Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου. Έκδοση Β΄. Αθήνα – Κομοτηνή. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 218 επ.
– (2008). Ερμηνευτικός σχετικισμός, δικονομικοί καταναγκασμοί, δογματικές αντιφάσεις και πολιτικά διλήμματα στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη σχέση εθνικού Συντάγματος και ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου – Η «παραδειγματική» λειτουργία της ΣτΕ (Ολ.) 3670/2006 για το άρθρο 14 παρ. 9 Σ. ΕφημΔΔ/1, σ. 85-101.
Βλαχόπουλος Σ., (2007). Συνταγματικό και ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο σε σχέσεις έντασης. Ευρωπαίων Πολιτεία, σ. 708-717.
Κουκούλη – Σπηλιωτοπούλου Σ., (2007). Από την απόφαση ΣτΕ (Δ΄) 3242/2004 στην απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 3670/2006: το Συμβούλιο της Επικρατείας και οι «συνταγματικές» αρχές της έννομης τάξης ΕΚ/ΕΕ. ΕφημΔΔ/3, σ. 290-304.
Τζέμος Β., (2007). Παρατηρήσεις: το ασυμβίβαστο του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος από το ΣτΕ προς το ΔΕΚ. ΤοΣ/2, σ. 601-608.
3. στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. PoiaresMaduroκαι στην προδικαστική απόφαση του ΔΕΚ C-213/07, Μηχανική Α.Ε. κ ΕΣΡ, Υπουργού Επικρατείας
BernardE., (2009). Critères de sélection qualitative des marchés publics, Europe/63, σ. 21.
Γέροντας Α., (2008). Η νομολογιακή περιπέτεια του βασικού μετόχου. Η απόφαση ΣτΕ 3670/2006 της Ολομέλειας και της 16.12.2008 του ΔΕΚ (υπόθεση C-213/07). ΤοΣ, σ. 942-993.
Καραϊσκάκη Κ., (2009). ΔΕΚ: υπεροχή της κοινοτικής Οδηγίας επί του εθνικού Συντάγματος ή η υπέρτατη πρόκληση για τον εθνικό δικαστή – Ανάγκη επανακαθορισμού της ιεραρχίας των κανόνων στην Ευρώπη. Εφαρμογές ΔΔ/ΙΙ, σ. 717-750.
Le Berre C., (2009). Chroniques – Secteur public. Concurrences : revue des droits de la concurrence/1, σ. 211-213.
McGowanD., (2009). Exclusion of Bidders on Grounds of Holding Media Interests: Michaniki AE v Ethniko Simvoulio Radiotileorasis and Ipourgos Epikratias (C-213/07). Public Procurement Law Review, σ. NA79-NA82.
Σκουρή Κ., (2009). Παρατηρήσεις. ΔηΣΚΕ/3, σ. 64-66.
Σταμέλος Χ., (2009). Συμβάσεις δημοσίων έργων, κοινοτικό δίκαιο και ελληνικό δίκαιο προσαρμογής (βασικός μέτοχος επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης). Ευρωπαίων Πολιτεία, σ. 200-204.
Συνοδινός Χ., (2009). Παρατηρήσεις. ΘΠΔΔ/5, σ. 623-630.
Τζέμος Β., (2008). «Βασικός Μέτοχος» – Αρχή της Αναλογικότητας σημειώσατε 2. ΔίΜΜΕ/4, σ. 536-539.

Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα Maduro C-213/07 για τον Βασικό Μέτοχο


Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα Maduro C-213/07 για τον Βασικό Μέτοχο

ΣτΕ 3470/2011 (Ολομέλεια) Βασικός Μέτοχος- Μηχανική/ΕΣΡ

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ M. POIARES MADURO
της 8ης Οκτωβρίου 2008 1 ( 1)
Υπόθεση C‑213/07
Μηχανική Α.Ε. κατά Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, Υπουργού Επικρατείας, Ελληνικής Τεχνοδομικής (ΤΕΒΑΕ),
[αίτηση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ελλάδα) για την έκδοση προδικαστικής απόφασης]
I – Νομικό πλαίσιο
Α – Η κοινοτική νομοθεσία
2. Το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37 απαριθμεί τους λόγους αποκλεισμού από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής: «Κάθε εργολήπτης μπορεί να αποκλεισθεί από τη συμμετοχή στο διαγωνισμό όταν: α) βρίσκεται υπό πτώχευση, εκκαθάριση, παύση εργασιών, αναγκαστική διαχείριση ή πτωχευτικό συμβιβασμό ή σε οποιαδήποτε ανάλογη κατάσταση που προκύπτει από παρόμοια διαδικασία η οποία προβλέπεται από τις εθνικές νομοθεσίες· β) έχει κινηθεί εναντίον του διαδικασία κηρύξεως πτωχεύσεως, εκκαθαρίσεως, αναγκαστικής διαχειρίσεως, πτωχευτικού συμβιβασμού ή οποιαδήποτε παρόμοια διαδικασία η οποία προβλέπεται από τις εθνικές νομοθεσίες· γ) έχει καταδικασθεί για αδίκημα που αφορά την επαγγελματική του διαγωγή βάσει αποφάσεως η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου· δ) έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα που αποδεδειγμένως διαπιστώθηκε με οποιοδήποτε μέσο μπορούν να διαθέσουν οι αναθέτουσες αρχές· ε) δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τη νομοθεσία της χώρας της αναθέτουσας αρχής· στ) δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του τις σχετικές με την πληρωμή των φόρων σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τη νομοθεσία της χώρας της αναθέτουσας αρχής· ζ) είναι ένοχος σημαντικής ψευδούς δηλώσεως κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου. […]»
Β – Το εθνικό δίκαιο
3. Το άρθρο 14, παράγραφος 9, πέμπτο, έκτο και έβδομο εδάφιο, του ελληνικού Συντάγματος του 1975, όπως διαμορφώθηκε με τη συνταγματική αναθεώρηση της 6ης Απριλίου 2001, ορίζει τα ακόλουθα: «Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρίες. Νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης, καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγούμενων εδαφίων.»
4. Κατ’ εφαρμογήν του εβδόμου εδαφίου της παραγράφου 9 του άρθρου 14 του ελληνικού Συντάγματος, ο νόμος 3021/2002, σχετικά με τους περιορισμούς στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων με πρόσωπα που δραστηριοποιούνται ή συμμετέχουν σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, θεσπίζει, κατ’ ουσίαν, απαγόρευση της σύναψης σύμβασης δημοσίων έργων με:
– επιχείρηση μέσων ενημέρωσης ή με φυσικό πρόσωπο επιχειρηματία μέσων ενημέρωσης (ιδιοκτήτη, εταίρο, βασικό μέτοχο ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης μέσων ενημέρωσης)· – επιχείρηση της οποίας οι εταίροι ή βασικοί μέτοχοι ή μέλη οργάνων διοίκησης ή διευθυντικά στελέχη είναι επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης ή εταίροι ή βασικοί μέτοχοι ή μέλη οργάνων διοίκησης ή διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης· – επιχειρηματία (ιδιοκτήτη, εταίρο, βασικό μέτοχο ή διευθυντικό στέλεχος κατασκευαστικής επιχείρησης) που έχει την ιδιότητα του συζύγου ή του συγγενούς ιδιοκτήτη, εταίρου, βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης, εκτός εάν αποδείξει ότι διαθέτει οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά.
5. Ο νόμος 3021/2002 προσθέτει, κατ’ ουσίαν, ότι, πριν από την ανάθεση του δημοσίου έργου, η αναθέτουσα αρχή οφείλει, επ’ απειλή ακυρότητας της δημόσιας σύμβασης, να ζητήσει από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (στο εξής: ΕΣΡ) την έκδοση πιστοποιητικού που να βεβαιώνει τη μη συνδρομή των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων που προβλέπει ο εν λόγω νόμος.
II – Η διαφορά της κύριας δίκης και η προδικαστική παραπομπή
6. Με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, η εταιρία Έργα, δημόσια επιχείρηση, προκήρυξε διαγωνισμό για την κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων υποδομής της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου και Κιάτου, προϋπολογιζόμενης δαπάνης 51 700 000 ευρώ. Στον διαγωνισμό αυτόν έλαβαν μέρος, μεταξύ άλλων, η εταιρία Μηχανική και η εταιρία Σαραντόπουλος.
7. Στις 22 Μαΐου 2002, ο αναθέτων φορέας ανέθεσε το έργο στην εταιρία Σαραντόπουλος η οποία στη συνέχεια απορροφήθηκε από την εταιρία Παντεχνική. Προηγουμένως, ο εν λόγω αναθέτων φορέας ζήτησε και έλαβε από το ΕΣΡ πιστοποιητικό περί μη συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων ως προς την εταιρία Παντεχνική, το οποίο απαιτείται από τον ελληνικό νόμο 3021/2002. Συγκεκριμένα, το ΕΣΡ θεώρησε ότι, καίτοι ο Κ. Σαραντόπουλος, βασικός μέτοχος και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας Παντεχνική, είναι συγγενής (συγκεκριμένα, πατέρας) του Γ. Σαραντόπουλου, ο οποίος είναι μέλος πλειόνων διοικητικών συμβουλίων ελληνικών εταιριών μέσων ενημέρωσης, δεν ενέπιπτε στις περιπτώσεις ασυμβιβάστου που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία, δεδομένου ότι είναι οικονομικά αυτοτελής έναντι του Γ. Σαραντόπουλου.
8. Η επιχείρηση Μηχανική, της οποίας η προσφορά δεν προκρίθηκε, ζήτησε από το Συμβούλιο της Επικρατείας την ακύρωση του πιστοποιητικού περί ασυμβιβάστου το οποίο είχε εκδώσει το ΕΣΡ, υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις του νόμου 3021/2002 βάσει των οποίων είχε χορηγηθεί το εν λόγω πιστοποιητικό αντέβαιναν στο άρθρο 14, παράγραφος 9, του ελληνικού Συντάγματος.
9. Συμφωνώντας με την αιτούσα, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι οι αμφισβητούμενες νομοθετικές διατάξεις, καθόσον επιτρέπουν στον εργολήπτη δημοσίων έργων να παρακάμψει το ασυμβίβαστο που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές εφόσον αποδείξει την οικονομική αυτοτέλειά του έναντι του συγγενή του που έχει την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, εταίρου, μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης, αντιβαίνουν στο άρθρο 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος, δυνάμει του οποίου ο εν λόγω επιχειρηματίας, έστω και αν διαθέτει οικονομική αυτοτέλεια έναντι του συγγενή αυτού, υποχρεούται να αποδείξει ότι δεν ενήργησε ως παρένθετο πρόσωπο, αλλά ενήργησε αυτοτελώς, για ίδιο λογαριασμό και προς ίδιο συμφέρον.
10. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, εντούτοις, ως προς το κατά πόσο συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η εν λόγω συνταγματική διάταξη, η οποία επιτρέπει τον αποκλεισμό μιας επιχείρησης δημοσίων έργων από διαγωνισμό με την αιτιολογία ότι ο βασικός της μέτοχος δεν κατόρθωσε να ανατρέψει το τεκμήριο, που τον βαρύνει ως συγγενή του ιδιοκτήτη, εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης, ότι ενήργησε ως παρένθετο πρόσωπο της επιχείρησης αυτής και όχι για ίδιο λογαριασμό. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι η στο άρθρο 24 της οδηγίας 93/37 περιεχόμενη απαρίθμηση των λόγων αποκλεισμού είναι περιοριστική και, κατά συνέπεια, αποκλείει την προσθήκη λόγων αποκλεισμού όπως αυτός του άρθρου 14, παράγραφος 9, του ελληνικού Συντάγματος. Έστω και αν υποτεθεί ότι με την οδηγία 93/37 πραγματοποιήθηκε μερική μόνον εναρμόνιση, η από πλευράς κοινοτικού δικαίου νομιμότητα των πρόσθετων περιπτώσεων αποκλεισμού τις οποίες προβλέπει κράτος μέλος εξαρτάται από την ύπαρξη στόχου γενικού συμφέροντος συμβατού με το κοινοτικό δίκαιο και από την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Τέλος, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε ότι η απαρίθμηση των λόγων αποκλεισμού στο άρθρο 24 της εν λόγω οδηγίας είναι περιοριστική, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται μήπως η εξ αυτού συναγόμενη απαγόρευση της θέσπισης ασυμβιβάστου μεταξύ του τομέα δραστηριότητας των μέσων ενημέρωσης και του τομέα δραστηριότητας των δημοσίων συμβάσεων παραβιάζει τις αρχές που άπτονται της προστασίας της ομαλής λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και της προστασίας της διαφάνειας στην ανάθεση δημοσίων συμβάσεων, την αρχή του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού καθώς και την αρχή της επικουρικότητας.
11. Κατά συνέπεια, το επιληφθέν της κύριας υπόθεσης εθνικό δικαστήριο υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Το πρώτο αφορά τον περιοριστικό χαρακτήρα της απαρίθμησης των λόγων αποκλεισμού την οποία περιέχει το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37. Το δεύτερο ερώτημα αφορά, αφενός μεν, το κατά πόσο συμβιβάζεται με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου ο στόχος που επιδιώκεται με τη θέσπιση ασυμβίβαστου μεταξύ της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης και της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης στην οποία ανατίθεται δημόσια σύμβαση έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών, αφετέρου δε, το κατά πόσο συμβιβάζεται με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας η συνακόλουθη πλήρης απαγόρευση της ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων στους εργολήπτες που εμπίπτουν στη ρύθμιση αυτή. Το τρίτο ερώτημα αφορά το κύρος της οδηγίας 93/37 από πλευράς των γενικών αρχών της προστασίας του ανταγωνισμού και της διαφάνειας καθώς και της αρχής της επικουρικότητας, για την περίπτωση που θα κρινόταν ότι η εν λόγω οδηγία έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει να προβλέπεται, ως λόγος αποκλεισμού μιας επιχείρησης από διαδικασία σύναψης σύμβασης δημοσίων έργων, η περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση αυτή, η διεύθυνσή της (ήτοι ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης αυτής, ο βασικός της μέτοχος, ένας εταίρος ή διευθυντικό της στέλεχος) ή παρένθετα των ως άνω διευθυνόντων την επιχείρηση πρόσωπα δραστηριοποιούνται σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης δυνάμενες να ασκήσουν αθέμιτη επιρροή στη διαδικασία ανάθεσης συμβάσεων δημοσίων έργων, μέσω της γενικότερης επιρροής την οποία διαθέτουν.
12. Προτού επιχειρηθεί να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά αυτά ερωτήματα, πρέπει να εξεταστούν οι ενστάσεις που προβλήθηκαν όσον αφορά το παραδεκτό τους.
III – Το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων
13. Η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της υπό κρίση αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, για τον λόγο ότι η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά διαφορά μεταξύ δύο ελληνικών επιχειρήσεων σχετικά με την ανάθεση δημόσιας σύμβασης από ελληνική αναθέτουσα αρχή. Εφόσον η εν λόγω υπόθεση αφορά μια κατάσταση αμιγώς εσωτερική του ελληνικού κράτους, δεν έχει εφαρμογή σ’ αυτήν το κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, τα προδικαστικά ερωτήματα με τα οποία ζητείται η ερμηνεία των διατάξεών του είναι αλυσιτελή. Η Ελληνική Κυβέρνηση εξέφρασε επίσης αμφιβολία ως προς τη λυσιτέλεια των υποβληθέντων ερωτημάτων για τον λόγο ότι τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου αντικειμενικώς αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, καθόσον η διαφορά αυτή αφορά αποκλειστικά το συμβατό του ελληνικού νόμου με το Σύνταγμα.
14. Προς απόρριψη των δύο αυτών ενστάσεων κατά του παραδεκτού της υπό κρίση προδικαστικής παραπομπής, θα μπορούσε ευθύς εξαρχής να αντιταχθεί στην Ελληνική Κυβέρνηση ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, «στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 177 της Συνθήκης συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο» και ότι, «συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει» ( 3 ). Ωστόσο, από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να ελέγξει τη δική του αρμοδιότητα, μπορεί δε να κρίνει ένα προδικαστικό ερώτημα απαράδεκτο, ιδίως όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή δεν ανταποκρίνεται σε αντικειμενική ανάγκη για την απόφαση την οποία οφείλει να εκδώσει το εθνικό δικαστήριο στην εκκρεμούσα ενώπιόν του δίκη ή, ακόμα, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ( 4 ).
15. Όσον αφορά την πρώτη ένσταση που αντλείται από απουσία κοινοτικής διάστασης στη διαφορά της κύριας δίκης, είναι αληθές ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί αιτήσεων έκδοσης προδικαστικής απόφασης σχετικά με κοινοτικές διατάξεις σε περιπτώσεις στις οποίες τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου ( 5 ). Όμως, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως υπενθυμίσει το ανεφάρμοστο του κοινοτικού δικαίου ( 6 ), και ειδικότερα των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και των ρυθμίσεων που έχουν θεσπιστεί για την εκτέλεσή τους ( 7 ), επί καταστάσεων των οποίων όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους και οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν παρουσιάζουν κανένα συνδετικό στοιχείο με κάποια από τις καταστάσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν παρουσιάζει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, η δε απάντηση που θα δοθεί δεν μπορεί να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο, εκτός εάν το εθνικό δίκαιο επιβάλλει να απολαύει ένας υπήκοος του οικείου κράτους των ιδίων δικαιωμάτων με αυτά τα οποία υπήκοος άλλου κράτους μέλους θα αντλούσε από το κοινοτικό δίκαιο στο πλαίσιο της ίδιας κατάστασης ( 8 ), ή παραπέμπει στο περιεχόμενο κοινοτικής διάταξης προς καθορισμό των κανόνων που εφαρμόζονται σε μια αμιγώς εσωτερική κατάσταση ( 9 ).
16. Ωστόσο, το Δικαστήριο πάντοτε απαντούσε σε προδικαστικές αιτήσεις που υποβάλλονταν στο πλαίσιο υποθέσεων σχετικών με δημόσιους διαγωνισμούς ή, γενικότερα, δημόσιες συμβάσεις, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για αμιγώς εσωτερική κατάσταση. Αυτό αληθεύει, εκτός από μία περίπτωση ( 10 ), όταν η ζητούμενη ερμηνεία αφορούσε τις διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου, ιδίως τις σχετικές με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ( 11 ). Αληθεύει χωρίς καμία εξαίρεση όταν η ζητούμενη ερμηνεία αφορούσε τις διατάξεις των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων ( 12 ). Γενικώς, ο λόγος έγκειται στους ίδιους τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, που συνίσταται στην εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης, χωρίς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, στις εν λόγω συμβάσεις και στην προώθηση ουσιαστικού και επί ίσοις όροις ανταγωνισμού στον τομέα αυτόν. Συνεπώς, λίγο ενδιαφέρει το αν όλοι οι συμμετέχοντες σε διαδικασία ανάθεσης μιας δεδομένης σύμβασης προέρχονται από το ίδιο το κράτος μέλος της αναθέτουσας αρχής, εφόσον επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη θα μπορούσαν επίσης να ενδιαφέρονται για τον διαγωνισμό ( 13 ). Εξάλλου, από την οπτική αυτή, οι διατάξεις των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων καταλαμβάνουν όλες τις συμβάσεις που υπερβαίνουν το ποσό που οι ίδιες καθορίζουν, χωρίς καμία προϋπόθεση σχετική με την ιθαγένεια ή τον τόπο εγκατάστασης των υποβαλλόντων προσφορά ( 14 ). Όπως για τις λοιπές οδηγίες που στηρίζονται στο άρθρο 95 ΕΚ (παλαιό άρθρο 100Α ΕΚ), η δυνατότητα εφαρμογής τους δεν εξαρτάται από το κατά πόσον οι συγκεκριμένες επίδικες καταστάσεις στις κύριες υποθέσεις εμφανίζουν επαρκή σύνδεσμο με την άσκηση των περί κυκλοφορίας θεμελιωδών ελευθεριών ( 15 ). Συνεπώς, η πρώτη ένσταση της Ελληνικής Κυβέρνησης ως προς το παραδεκτό της προδικαστικής παραπομπής, που αντλείται από την ύπαρξη αμιγώς εσωτερικής κατάστασης, δεν μπορεί παρά να απορριφθεί.
17. Εξάλλου, ούτε ο δεύτερος λόγος αμφισβήτησης της λυσιτέλειας των υποβληθέντων ερωτημάτων, που αντλείται από το ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν ανταποκρίνεται σε αντικειμενική ανάγκη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, καθόσον στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής τίθεται μόνο ζήτημα συμβατού του ελληνικού νόμου με το Σύνταγμα, μπορεί να ευδοκιμήσει. Ασφαλώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εν προκειμένω, η διαπίστωση του ασυμβιβάστου των διατάξεων του νόμου 3021/2002 με το άρθρο 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος θα καθιστούσε άνευ νομικού ερείσματος το πιστοποιητικό περί ασυμβιβάστου το οποίο εξέδωσε το ΕΣΡ και θα αρκούσε, συνεπώς, για την ευδοκίμηση της ένδικης προσφυγής που άσκησε η αιτούσα της κύριας δίκης.
18. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε το αιτούν δικαστήριο, για λόγους οικονομίας της δίκης σκόπιμο θα ήταν, ήδη από το στάδιο αυτό, να τεθεί το ζήτημα του συμβατού της επίδικης συνταγματικής διάταξης με το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι δεν μπορεί να απαντήσει στην προδικαστική αίτηση ερμηνείας και αφήσει καταρχάς το αιτούν δικαστήριο να κρίνει επί του ζητήματος του συμβατού των διατάξεων του άρθρου 3021/2002 με το άρθρο 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος, είναι πολύ πιθανόν, σε περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο ακυρώσει το πιστοποιητικό λόγω του ότι ο νόμος αυτός παραβιάζει το Σύνταγμα, το ζήτημα του συμβατού της αμφισβητούμενης συνταγματικής διάταξης με το κοινοτικό δίκαιο να επανέλθει αργά ή γρήγορα ενώπιόν του, στο μέτρο που το ΕΣΡ θα αναγκαστεί, κατά πάσα πιθανότητα, να αρνηθεί τη χορήγηση του πιστοποιητικού που είναι απαραίτητο για την ανάθεση της επίμαχης δημόσιας σύμβασης με την αιτιολογία ότι ο ενδιαφερόμενος εργολήπτης δημοσίων έργων (Κ. Σαραντόπουλος) δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις ασυμβιβάστου που προβλέπει το Σύνταγμα. Η τελική έκβαση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται, συνεπώς, από το κατά πόσο συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο το ειδικό καθεστώς ασυμβιβάστου μεταξύ του τομέα των δημοσίων έργων και εκείνου των μέσων ενημέρωσης. Επομένως, είναι προς το συμφέρον της οικονομίας της δίκης να παρασχεθούν ήδη από τώρα στο αιτούν δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα του επιτρέψουν να κρίνει επί του ζητήματος αυτού, διότι, αν καταλήξει στο ότι δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο το εν λόγω καθεστώς, όπως αυτό θεσπίζεται από το Σύνταγμα και τίθεται σε εφαρμογή με τον νόμο 3021/2002, το αιτούν δικαστήριο, όπως το ίδιο παραδέχεται, δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να μην το εφαρμόσει και, ως εκ τούτου, να απορρίψει την αίτηση της εταιρίας Μηχανική και να επικυρώσει την ανάθεση της σύμβασης στην εταιρία Παντεχνική.
IV – Οι απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα
Ο εξαντλητικός χαρακτήρας των λόγων αποκλεισμού που προβλέπει το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37
19. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το Δικαστήριο ερωτάται, κατ’ ουσίαν, αν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να προβλέπουν άλλους λόγους αποκλεισμού από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για τη σύναψη σύμβασης δημοσίων έργων πλην εκείνων που απαριθμούνται στο άρθρο 24 της οδηγίας 93/37.
20. Προς αμφισβήτηση του περιοριστικού χαρακτήρα της απαρίθμησης των λόγων αποκλεισμού στο άρθρο 24 της οδηγίας 93/37, η Ελληνική Κυβέρνηση αντιτείνει ότι η εν λόγω οδηγία περιορίστηκε στον συντονισμό των εθνικών διαδικασιών ανάθεσης συμβάσεων δημοσίων έργων και δεν προέβη σε πλήρη εναρμόνιση στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων. Τούτο, βεβαίως, αληθεύει. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι «από τον τίτλο και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προκύπτει ότι αντικείμενό της είναι απλώς και μόνον ο συντονισμός των εθνικών διαδικασιών ως προς τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, και για τον λόγο αυτό η οδηγία δεν προβλέπει ένα πλήρες σύστημα κοινοτικών κανόνων επί του θέματος» ( 16 ). Ομοίως, όσον αφορά την οδηγία 71/305, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η οδηγία αυτή δεν θεσπίζει ενιαία και εξαντλητική κοινοτική ρύθμιση ( 17 ). Συνεπώς, «στο πλαίσιο των κοινών κανόνων που περιέχει, παραμένουν τα κράτη μέλη ελεύθερα να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν ουσιαστικούς και δικονομικούς κανόνες σχετικά με τις συμβάσεις δημοσίων έργων, υπό τον όρο της τηρήσεως όλων των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και ιδίως των απαγορεύσεων που απορρέουν από τις αρχές που θεσπίζει η Συνθήκη, όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών» ( 18 ). Είναι άπειρα τα παραδείγματα εθνικών μέτρων ή ρυθμίσεων που βαίνουν πέραν της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων και τα οποία κρίθηκαν νόμιμα. Αρκεί να μνημονευθούν η αναγνώριση των οικολογικών κριτηρίων ( 19 ) ή των κριτηρίων καταπολέμησης της ανεργίας ( 20 ) ως κριτηρίων ανάθεσης των συμβάσεων δημοσίων έργων ή η αποδοχή εθνικής ρύθμισης η οποία απαγόρευε τη μεταβολή, μετά την υποβολή προσφοράς, της σύνθεσης μιας κοινοπραξίας που μετέχει σε διαγωνισμό για τη σύναψη σύμβασης δημοσίων έργων ( 21 ).
21. Πάντως, το γεγονός ότι η οδηγία 93/37 δεν προέβη σε ολοσχερή εναρμόνιση των κανόνων σύναψης των συμβάσεων δημοσίων έργων δεν σημαίνει ότι ορισμένες από τις διατάξεις της δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ρυθμίζουσες κατά τρόπο εξαντλητικό ορισμένα ζητήματα. Και, όντως, διάφορα στοιχεία συνηγορούν υπέρ του περιοριστικού χαρακτήρα των περιπτώσεων αποκλεισμού ενός εργολήπτη από τη διαδικασία ανάθεσης σύμβασης δημοσίων έργων τις οποίες προβλέπει το άρθρο 24 της εν λόγω οδηγίας. Ήδη συνηγορούν υπέρ αυτού οι ίδιοι οι σκοποί του κειμένου αυτού. Εφόσον η οδηγία 93/37 αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ευνοώντας την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή στους διαγωνισμούς ανάθεσης των έργων ( 22 ), η προσθήκη νέων λόγων αποκλεισμού των διαγωνιζομένων μειώνει αναγκαστικά την πρόσβαση των υποψηφίων στις εν λόγω διαδικασίες σύναψης και, ως εκ τούτου, περιορίζει τον ανταγωνισμό. Επιπλέον, νομίζω ότι αυτή την κατεύθυνση ακολουθεί και η νομολογία. Προς αυτή την κατεύθυνση εκινείτο η απαγόρευση προς τα κράτη μέλη να απαιτούν από τον διαγωνιζόμενο να αποδείξει την τεχνική, οικονομική και χρηματοδοτική του ικανότητα καθώς και την εντιμότητά του με άλλα μέσα πλην αυτών που απαριθμούσαν τα άρθρα 23 έως 26 της παλαιάς οδηγίας περί συμβάσεων δημοσίων έργων 71/305· συγκεκριμένα, με άλλες λέξεις, ο έλεγχος της συνδρομής μιας από τις περιπτώσεις ασυμβιβάστου που προβλέπει το άρθρο 24 της εν λόγω οδηγίας στο πρόσωπο υποψηφίου για την ανάληψη σύμβασης δημοσίων έργων μπορούσε να γίνει μόνο βάσει των αποδεικτικών μέσων που προβλέπονταν εξαντλητικά ( 23 ). Ακόμα πιο συγκεκριμένα, έχει κριθεί ότι τα άρθρα 17 έως 25 της παλαιάς οδηγίας 77/62 περί συμβάσεων κρατικών προμηθειών απαριθμούσαν «περιοριστικώς και δεσμευτικώς» τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής – μεταξύ των οποίων, στο άρθρο 20, τα κριτήρια που αφορούν την επαγγελματική εντιμότητα του υποψηφίου – και κατακύρωσης της σύμβασης και δεν προέβλεπαν, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα επιφύλαξης της συμμετοχής στον διαγωνισμό κρατικών προμηθειών μόνον υπέρ των επιχειρήσεων το κεφάλαιο των οποίων ελεγχόταν κατά πλειοψηφία από το Δημόσιο ( 24 ). Τέλος, και κυρίως, ερμηνεύοντας το άρθρο 29 της οδηγίας 92/50 περί συμβάσεων κρατικών προμηθειών, το οποίο είναι, κατ’ ουσίαν, ταυτόσημο με το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η διάταξη αυτή, η οποία προβλέπει επτά λόγους αποκλεισμού των υποψηφίων αναδόχων δημόσιας σύμβασης, αναφερόμενους στην επαγγελματική εντιμότητα, τη φερεγγυότητα ή την αξιοπιστία των υποψηφίων, καθορίζει η ίδια «τα μοναδικά όρια της ευχέρειας των κρατών μελών […], υπό την έννοια ότι αυτά δεν μπορούν να προβλέψουν άλλους λόγους αποκλεισμού πέραν αυτών που διαλαμβάνονται στη διάταξη» ( 25 ).
22. Στη νομολογία αυτή, η Ελληνική Κυβέρνηση αντιτάσσει, ωστόσο, τη λύση που δόθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Fabricom ( 26 ). Το αμφισβητούμενο ζήτημα αφορούσε το συμβατό με τις οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων μιας εθνικής ρύθμισης η οποία απαγόρευε σε οποιοδήποτε πρόσωπο είχε ανατεθεί η έρευνα, ο πειραματισμός, η μελέτη ή η προώθηση έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών σχετικών με δημόσια σύμβαση να υποβάλει προσφορά στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάθεσης της σχετικής δημόσιας σύμβασης. Το Δικαστήριο, χωρίς καθόλου να εξετάσει το θεσπισθέν ασυμβίβαστο μεταξύ της συμμετοχής στην προπαρασκευαστική φάση ενός δημόσιου διαγωνισμού και της υποβολής προσφοράς στον ίδιο διαγωνισμό υπό το φως των διατάξεων των προμνησθεισών οδηγιών που απαριθμούσαν τις περιπτώσεις αποκλεισμού από τη συμμετοχή στις διαδικασίες διαγωνισμών, ιδίως από πλευράς του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37, περιορίστηκε να εξετάσει αν το επίδικο μέτρο απέβλεπε στην εξασφάλιση της ίσης μεταχείρισης μεταξύ όλων των διαγωνιζομένων και μήπως η θεσπισθείσα διαφορά μεταχείρισης ήταν δυσανάλογη σε σχέση προς τον σκοπό αυτό.
23. Μια τέτοια λύση δεν συμφωνεί εκ πρώτης όψεως με τις λύσεις που δέχονται τον περιοριστικό χαρακτήρα των περιπτώσεων αποκλεισμού που απαριθμούνται στις σχετικές διατάξεις των οδηγιών περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων. Η αντίφαση αυτή είναι, ωστόσο, μόνο φαινομενική. Είναι αληθές ότι οι κοινοτικές οδηγίες αποσκοπούν, καταρχήν, στην εξαντλητική ρύθμιση των λόγων αποκλεισμού από τη συμμετοχή στις διαδικασίες ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων. Αυτός είναι ιδίως ο σκοπός του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37. Ωστόσο, η τήρηση άλλων κανόνων και αρχών που περιλαμβάνονται στην εν λόγω οδηγία – ή απορρέουν από αυτήν – μπορούν επίσης να απαιτούν τη θέσπιση λόγων αποκλεισμού. Αυτό ισχύει, ειδικότερα, όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των υποψηφίων σε δημόσιο διαγωνισμό. Πράγματι, η εν λόγω αρχή – της οποίας αναγκαίο συνακόλουθο είναι η υποχρέωση διαφάνειας ( 27 ) –, που συνιστά απόρροια των θεμελιωδών ελευθεριών εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών ( 28 ) και αποτελεί τη βάση του συνόλου της κοινοτικής ρύθμισης περί δημοσίων συμβάσεων ( 29 ) μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό ανταγωνιστών από τη συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό στο μέτρο που ο ανταγωνισμός μεταξύ των διαγωνιζομένων, στην προώθηση του οποίου αποσκοπούν οι οδηγίες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων και ο οποίος προϋποθέτει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή στις διαδικασίες ανάθεσης των συμβάσεων αυτών, είναι ουσιαστικός μόνον αν δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των υποψηφίων ( 30 ). Συνεπώς, ενδεικτικά, μου φαίνεται δύσκολο να θεωρηθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο αντιτίθεται στην ίδια την αρχή της καθιέρωσης, από ένα κράτος μέλος, μιας περίπτωσης ασυμβιβάστου μεταξύ της άσκησης ορισμένων δημοσίων λειτουργημάτων και της υποβολής υποψηφιότητας σε δημόσιο διαγωνισμό. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν περιπτώσεις αποκλεισμού άλλες πλην εκείνων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37, αν αυτό αποδεικνύεται αναγκαίο για την πρόληψη τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων και, συνεπώς, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης. Αυτό, εξάλλου, είναι το νόημα της επιταγής που περιέχει το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 93/37, σύμφωνα με την οποία «[ο]ι αναθέτουσες αρχές μεριμνούν ώστε να μη δημιουργούνται διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων εργοληπτών». Αυτό είναι και το δίδαγμα της υπόθεσης Fabricom ( 31 ). Σκοπός του προβλεπομένου από την εθνική νομοθεσία ασυμβιβάστου μεταξύ της συμμετοχής στην προπαρασκευαστική φάση ενός δημόσιου διαγωνισμού και της υποβολής υποψηφιότητας στον διαγωνισμό αυτόν είναι να μη μπορεί ένα πρόσωπο που συμμετέσχε σε ορισμένες προπαρασκευαστικές εργασίες να επηρεάσει τους όρους του δημόσιου διαγωνισμού ώστε, στη συνέχεια, να είναι ευνοϊκοί για την υποβολή της προσφοράς του ή να ευνοηθεί όσον αφορά τη διαμόρφωση της προσφοράς του λόγω των πληροφοριών που, πραγματοποιώντας τις εν λόγω προπαρασκευαστικές εργασίες, μπόρεσε να συλλέξει σχετικά με την επίμαχη δημόσια σύμβαση ( 32 ).
24. Συνεπώς, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κατάλογος των λόγων αποκλεισμού των εργοληπτών που περιέχει το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37 δεν είναι εξαντλητικός.
Οι προϋποθέσεις που ισχύουν για τις πρόσθετες περιπτώσεις αποκλεισμού
25. Η οδηγία 93/37 δεν απαγορεύει, επομένως, στα κράτη μέλη να προσθέσουν λόγους αποκλεισμού από τη συμμετοχή σε διαδικασία ανάθεσης σύμβασης δημοσίων έργων πέραν αυτών του καταλόγου που περιέχει το άρθρο 24 της οδηγίας, εφόσον αποσκοπούν στη διασφάλιση της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης.
26. Αυτή ακριβώς είναι η δικαιολογία που επικαλείται η Ελληνική Κυβέρνηση υπέρ του ασυμβιβάστου μεταξύ του τομέα των μέσων ενημέρωσης και του τομέα των δημοσίων έργων, το οποίο καθιερώνει το άρθρο 14, παράγραφος 9, του ελληνικού Συντάγματος. Υποστηρίζει ότι το εν λόγω ασυμβίβαστο αποσκοπεί στη διασφάλιση της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης κατά την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων, εμποδίζοντας κάθε ενδεχόμενο να κάνει μια διαγωνιζόμενη επιχείρηση χρήση της ισχύος των μέσων ενημέρωσης για να επηρεάσει προς όφελός της την τελική απόφαση για την ανάθεση της σύμβασης. Ο αποκλεισμός των επιχειρηματιών μέσων ενημέρωσης και των εργοληπτών που συνδέονται με επιχείρηση μέσων ενημέρωσης λαμβάνει, συνεπώς, υπόψη ότι, δεδομένης της πίεσης που είναι δυνατόν να ασκήσουν στην αναθέτουσα αρχή χάρη στην ισχύ που αντλούν από τα μέσα ενημέρωσης, οι εργολήπτες αυτοί έχουν περισσότερες πιθανότητες να τους ανατεθεί μια δημόσια σύμβαση απ’ ό,τι οι ανταγωνιστές τους και, ως εκ τούτου, δεν βρίσκονται οπωσδήποτε, όσον αφορά τη διαδικασία ανάθεσης αυτής της σύμβασης και από πλευράς του σκοπού λειτουργίας του ανταγωνισμού τον οποίο επιδιώκει το κοινοτικό δίκαιο στον τομέα αυτόν, στην ίδια κατάσταση με τους τελευταίους.
27. Είναι αληθές ότι η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι το ασυμβίβαστο που προβλέπει το εθνικό Σύνταγμα αποσκοπεί και στην προστασία της πολυφωνίας του Τύπου και των μέσων ενημέρωσης. Στόχος του είναι να αποτρέπει καταστάσεις όπου μια αναθέτουσα αρχή ασκεί πίεση σε επιχείρηση μέσων ενημέρωσης υποψήφια για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων και εξασφαλίζει έτσι μια κάποια ευνοϊκή μεταχείριση όσον αφορά την εκ μέρους της επιχείρησης παρουσίαση της πολιτικής της εν λόγω αρχής, ή ακόμα, όπως υποστήριξε η Ελληνική Κυβέρνηση, να εμποδίζει καταστάσεις όπου μια επιχείρηση μέσων ενημέρωσης, υποψήφια για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων, επιδιώκει, με τη δέσμευση ή την πρακτική ευνοϊκής παρουσίασης της πολιτικής των δημοσίων αρχών, σε βάρος της ανεξαρτησίας και της πολυφωνίας του Τύπου, να επηρεάσει την τελική απόφαση ανάθεσης της σύμβασης. Στην πραγματικότητα, όμως, στο ιδιαίτερο πλαίσιο της ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων, αυτός ο διακηρυσσόμενος στόχος της προστασίας της πολυφωνίας του Τύπου έχει απλώς παρεπόμενο χαρακτήρα και δεν είναι πραγματικά αυτοτελής σε σχέση προς τον σκοπό της εξασφάλισης της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης. Πράγματι, μόνον αν –και στο μέτρο που– ο αναθέτων φορέας δεν τηρήσει, κατά τη διαδικασία επιλογής των υποψηφίων, αντικειμενικά, διαφανή και μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις κριτήρια μπορεί να χρησιμοποιήσει την εξουσία του προς ανάθεση της σύμβασης είτε για να ασκήσει επιρροή στην πολιτική γραμμή μιας επιχείρησης μέσων ενημέρωσης υποψήφιας για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων είτε για να «ανταμείψει» την πολιτική γραμμή της επιχείρησης αυτής.
28. Με άλλες λέξεις, οι λόγοι αποκλεισμού που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο αποσκοπούν στην πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ των αναθετόντων φορέων και των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, που θα μπορούσαν να ενθαρρύνουν πρακτικές δωροδοκίας ή δωροληψίας ικανές να νοθεύσουν τη διαδικασία επιλογής των αναδόχων δημοσίων συμβάσεων έργων. Φαίνεται, λοιπόν, ότι διατάξεις όπως οι επίδικες στην υπόθεση της κύριας δίκης άπτονται της τήρησης της ίσης μεταχείρισης, που είναι απαραίτητη για την επίτευξη του σκοπού της ανάπτυξης ουσιαστικού ανταγωνισμού τον οποίο επιδιώκει η κοινοτική νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων. Φαίνεται, επίσης, ότι ανταποκρίνονται σε μια συναφή ανάγκη, την οποία δεν κάλυπταν οι διατάξεις της οδηγίας 93/37. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι με την οδηγία 2004/18, η οποία αντικατέστησε την οδηγία 93/37, προστέθηκαν νέες περιπτώσεις αποκλεισμού από τη συμμετοχή στις διαδικασίες ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων, ιδίως η περίπτωση της δωροδοκίας ( 33 ), που καλύπτουν εν μέρει την περίπτωση στην οποία αναφέρεται το ελληνικό Σύνταγμα.
29. Η αναγνώριση αυτού του σκοπού του γενικού ασυμβιβάστου μεταξύ του τομέα των μέσων ενημέρωσης και του τομέα των δημοσίων έργων το οποίο προβλέπεται από το ελληνικό Σύνταγμα αμφισβητήθηκε από παρεμβαίνοντα της κύριας δίκης με τις παρατηρήσεις που διατύπωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Κατά την άποψη του παρεμβαίνοντος αυτού, δεν μπορεί a priori να θεωρηθεί ότι, καταρχήν, η άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας στο σύνολό της μπορεί να απειλήσει τη διαφάνεια και την ίση μεταχείριση στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων. Αν γίνει δεκτή η νομιμότητα της ανάλυσης που υποστηρίζουν οι ελληνικές αρχές και σύμφωνα με την οποία η άσκηση της δραστηριότητας των μέσων ενημέρωσης είναι ικανή να επηρεάσει την απόφαση για την ανάθεση της σύμβασης, ανάλογη επίκριση θα μπορούσε να διατυπωθεί και για πολλές άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Ειδικότερα, μια τράπεζα, η οποία θα μπορούσε να είναι εξάλλου και μέτοχος σε επιχείρηση δημοσίων έργων, θα ήταν εξίσου ικανή, μέσω της δραστηριότητάς της εγγραφής δημοσίων δανείων, να ασκήσει πίεση στον αναθέτοντα φορέα και να επηρεάσει την απόφασή του για την ανάθεση της σύμβασης.
30. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωριστεί στα κράτη μέλη, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, κάποια διακριτική ευχέρεια ως προς τον καθορισμό των ενδεδειγμένων περιπτώσεων αποκλεισμού προς τον σκοπό της διασφάλισης της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης στις διαδικασίες ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι το πλέον αρμόδιο να κρίνει ποιες είναι, στο εθνικό του πλαίσιο, οι συγκρούσεις συμφερόντων που ενδέχεται να προκύψουν και να απειλήσουν τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης, οι οποίες πρέπει να τηρούνται κατά τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων. Η εκτίμηση στην οποία προέβησαν οι ελληνικές δημόσιες αρχές τις οδήγησε να θεωρήσουν ότι, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της Ελλάδας, ήταν πιθανόν να υπάρξουν συγκρούσεις συμφερόντων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανάπτυξη πρακτικών δωροδοκίας και δωροληψίας εκ μέρους των αναθετουσών αρχών, αν δεν απέκλειαν από τις διαδικασίες σύναψης των δημοσίων συμβάσεων τις κατασκευαστικές επιχειρήσεις που συνδέονται με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης. Εντεύθεν και το ασυμβίβαστο που προβλέπεται από το άρθρο 14, παράγραφος 9 του ελληνικού Συντάγματος. Συνεπώς, στο πλαίσιο αυτής της ειδικής εκτίμησης του τι νομίζουν ότι απαιτεί η τήρηση, στην Ελλάδα, των κοινοτικών αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης κατά την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων, οι ελληνικές δημόσιες αρχές επικαλούνται, κατά κάποιον τρόπο, μια εκτίμηση του εθνικού συνταγματικού δικαίου. Από το σκεπτικό της απόφασης περί παραπομπής προκύπτει ότι τέθηκε το ζήτημα κατά πόσον η περίσταση αυτή ήταν ικανή να επηρεάσει την κρίση ως προς το συμβατό του εν λόγω λόγου αποκλεισμού με το κοινοτικό δίκαιο.
31. Είναι αληθές ότι ο σεβασμός της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών αποτελεί καθήκον για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το καθήκον αυτό το είχε από τον χρόνο της ίδρυσής της. Πράγματι, αποτελεί στοιχείο της ίδιας της ουσίας του ευρωπαϊκού σχεδίου που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 50 και συνίσταται στην πορεία προς την ολοκλήρωση με παράλληλη διατήρηση της πολιτικής οντότητας των κρατών. Απόδειξη αυτού είναι ότι το καθήκον αυτό διατυπώθηκε ρητώς για πρώτη φορά με την ευκαιρία της αναθεώρησης των Συνθηκών, της οποίας οι πρόοδοι προς την ολοκλήρωση την οποία προέβλεπε κατέστησαν αναγκαία, στα μάτια των συντακτών της, την υπόμνησή του. Έτσι, το άρθρο ΣΤ, παράγραφος 1, της Συνθήκης του Μάαστριχτ, νυν άρθρο 6, παράγραφος 3, της Συνθήκης για την Ένωση, ορίζει ότι «[η] Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της». Η εθνική ταυτότητα στην οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή περιλαμβάνει προφανώς τη συνταγματική ταυτότητα του κράτους μέλους. Αυτό επιβεβαιώνεται, εν ανάγκη, από τη ρητή απαρίθμηση των στοιχείων της εθνικής ταυτότητας την οποία επιχειρούν το άρθρο Ι-5 του Συντάγματος της Ευρώπης και το άρθρο 4, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ένωση, όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Πράγματι, από την πανομοιότυπη διατύπωση των δύο αυτών κειμένων προκύπτει ότι η Ένωση σέβεται «την εθνική […] ταυτότητα [των κρατών μελών] που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή».
32. Από αυτή την υποχρέωση, που επιβάλλουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα ιδρυτικά της κείμενα, να σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένης της συνταγματικής της διάστασης, η νομολογία έχει συναγάγει ορισμένες συνέπειες. Από την προσεκτική ανάγνωσή της προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις και, βεβαίως, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, να επικαλεστεί τη διαφύλαξη της εθνικής του ταυτότητας για να δικαιολογήσει μια παρέκκλιση από την εφαρμογή των περί κυκλοφορίας θεμελιωδών ελευθεριών. Μπορεί, καταρχάς, να την επικαλεστεί ρητώς ως θεμιτό και αυτοτελή λόγο παρέκκλισης. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ρητώς ότι η διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητας των κρατών μελών «αποτελεί θεμιτό στόχο εντός της κοινοτικής έννομης τάξης» ( 34 ), έστω και αν έκρινε τον επίδικο στην υπόθεση εκείνη περιορισμό δυσανάλογο, καθόσον το προβαλλόμενο συμφέρον μπορούσε να διασφαλιστεί αποτελεσματικά με άλλα μέσα. Η διαφύλαξη της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας μπορεί επίσης να επιτρέψει σε ένα κράτος μέλος να αναπτύξει, εντός ορισμένων ορίων, τη δική του αντίληψη σχετικά με ένα θεμιτό συμφέρον ώστε να δικαιολογήσει ένα εμπόδιο στη θεμελιώδη ελευθερία της κυκλοφορίας. Έτσι, σε κράτος μέλος που προέβαλλε την προστασία που οφείλεται στην αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας την οποία εγγυάται το εθνικό του σύνταγμα για να δικαιολογήσει έναν περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, το Δικαστήριο απάντησε, ασφαλώς, ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια προστατεύεται στην κοινοτική έννομη τάξη ως γενική αρχή του δικαίου. Αναγνώρισε, ωστόσο, στο κράτος μέλος ευρεία ελευθερία προς καθορισμό του περιεχομένου και της έκτασης εφαρμογής της αναλόγως της δικής του αντίληψης όσον αφορά την προάσπιση αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος στην επικράτειά του, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών ιδιαιτεροτήτων ( 35 ). Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι την αντίληψη που έχει ένα κράτος μέλος σχετικά με ένα θεμελιώδες δικαίωμα δεν τη συμμερίζονται τα λοιπά κράτη μέλη δεν απαγορεύει στο εν λόγω κράτος μέλος να την επικαλεστεί προς δικαιολόγηση ενός περιορισμού στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
33. Αν ο σεβασμός της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών μπορεί, συνεπώς, να συνιστά θεμιτό συμφέρον ικανό να δικαιολογήσει, καταρχήν, έναν περιορισμό των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο, κατά μείζονα λόγο μπορεί να τον επικαλεστεί ένα κράτος μέλος για να δικαιολογήσει τη δική του εκτίμηση των συνταγματικών μέτρων που πρέπει να συμπληρώσουν την κοινοτική νομοθεσία προς εξασφάλιση, εντός της επικράτειάς του, των αρχών και κανόνων που θεσπίζει ή επί των οποίων βασίζεται η εν λόγω νομοθεσία. Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι ο σεβασμός αυτός της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών δεν μπορεί να εκληφθεί ως απόλυτος σεβασμός όλων των εθνικών συνταγματικών κανόνων. Αν ίσχυε αυτό, τα εθνικά συντάγματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα μέσο που θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να απαλλάσσονται από την υποχρέωση τήρησης του κοινοτικού δικαίου σε ορισμένους τομείς ( 36 ). Επιπλέον, θα μπορούσαν να προκύψουν διακρίσεις μεταξύ κρατών μελών αναλόγως του περιεχομένου που αποδίδουν τα κράτη αυτά στα εθνικά συντάγματά τους. Όπως το κοινοτικό δίκαιο λαμβάνει υπόψη του τη συνταγματική ταυτότητα των κρατών μελών, έτσι και το εθνικό συνταγματικό δίκαιο οφείλει να προσαρμόζεται στις επιταγές της κοινοτικής έννομης τάξης. Εν προκειμένω, οι εθνικοί συνταγματικοί κανόνες μπορούν να ληφθούν υπόψη, στο μέτρο που εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια την οποία διαθέτουν τα κράτη μέλη για τη διασφάλιση του σεβασμού της αρχής της ίσης μεταχείρισης τον οποίο επιβάλλει η οδηγία. Η άσκηση της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας πρέπει, ωστόσο, να παραμένει εντός των ορίων που καθορίζει η αρχή αυτή και η ίδια η οδηγία. Συνεπώς, ο εθνικός συνταγματικός κανόνας είναι κρίσιμος, εν προκειμένω, προς καθορισμό του εθνικού πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ υποψηφίων για την ανάθεση δημόσιας σύμβασης, προς καθορισμό, εντός του πλαισίου αυτού, των κινδύνων σύγκρουσης συμφερόντων και, τέλος, προς εκτίμηση της σημασίας που πρέπει να αποδίδεται, στην εθνική έννομη τάξη, στην πρόληψη αυτών των συγκρούσεων και, ως εκ τούτου, του επιπέδου των κανόνων μέσω των οποίων θα πρέπει να επιτυγχάνεται η πρόληψη αυτή.
34. Συνεπώς, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει, καταρχήν, σε κράτος μέλος να αποκλείσει τους εργολήπτες που συνδέονται με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης από τις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων δημοσίων έργων προς τον σκοπό της διασφάλισης των κοινοτικών αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης μεταξύ διαγωνιζομένων. Πρέπει, ωστόσο, το ασυμβίβαστο αυτό μεταξύ του τομέα των δημοσίων έργων και του τομέα των μέσων ενημέρωσης να είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, πρέπει να είναι αναγκαίο και ανάλογο του σκοπού της διασφάλισης της ίσης μεταχείρισης και, ως εκ τούτου, της ανάπτυξης ουσιαστικού ανταγωνισμού. Αν, αντιθέτως, ο προστιθέμενος από το εθνικό δίκαιο λόγος αποκλεισμού καθορίζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καταλαμβάνει υπερβολικό αριθμό δυνητικών αναδόχων σε σχέση προς τον αναγκαίο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των διαγωνιζομένων, βλάπτει στην πραγματικότητα τον συνιστάμενο στην ανάπτυξη ουσιαστικού ανταγωνισμού σκοπό της οδηγίας, τον οποίο υποτίθεται ότι υπηρετεί. Και στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αναγνωρίζεται στο κράτος μέλος διακριτική ευχέρεια προς καθορισμό της έκτασης του ασυμβιβάστου την οποία θεωρεί, στο εθνικό του πλαίσιο, ως ανταποκρινόμενη στις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας. Συνεπώς, η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα της θεσπισθείσας ρύθμισης δεν μπορούν να αποκλειστούν για τον λόγο και μόνον ότι τέτοια ρύθμιση δεν έχει υιοθετηθεί από τα άλλα κράτη μέλη ( 37 ).
35. Πάντως, αυτή η ελευθερία εκτίμησης δεν μπορεί να είναι απεριόριστη. Η άσκησή της υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο. Καίτοι, καταρχήν, στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς στην κύρια δίκη, και όχι στο Δικαστήριο που επιλαμβάνεται βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, εναπόκειται να προβεί στον έλεγχο αυτόν, φαίνεται ότι ένα ασυμβίβαστο της έκτασης εκείνου που καθιερώνει το άρθρο 14, παράγραφος 9, του ελληνικού Συντάγματος δεν είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας. Και τούτο ιδίως διότι το ασυμβίβαστο αυτό καταλαμβάνει όλους τους εργολήπτες που συνδέονται με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, ανεξαρτήτως της έκτασης της κυκλοφορίας των εν λόγω μέσων ενημέρωσης. Πράγματι, το ασυμβίβαστο αυτό υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την τήρηση της ίσης μεταχείρισης και, ως εκ τούτου, για τη διαφύλαξη του ουσιαστικού ανταγωνισμού, στο μέτρο που φαίνεται δύσκολο να υποστηριχθεί ότι ένας επιχειρηματίας μέσων ενημέρωσης περιφερειακής κυκλοφορίας διαθέτει ισχύ οφειλόμενη στα μέσα αυτά που να του παρέχει τη δυνατότητα να ασκήσει πίεση σε αναθέτοντα φορέα άλλης περιφέρειας ή ότι, αντιθέτως, ο εν λόγω φορέας μπορεί να ασκήσει πίεση στον επιχειρηματία αυτόν. Επίσης δε διότι, μεταξύ άλλων, καταλαμβάνει όλους τους εργολήπτες που έχουν κάποια συγγένεια με επιχειρηματία μέσων ενημέρωσης. Φαίνεται, πράγματι, απίθανο να μπορεί μια αναθέτουσα αρχή να ασκήσει πίεση σε επιχειρηματία μέσων ενημέρωσης του οποίου η συγγένεια με τον εργολήπτη είναι μακρινή ή, αντιστρόφως, ένας τέτοιος επιχειρηματίας μέσων ενημέρωσης να ασκήσει πίεση στον αναθέτοντα φορέα.
36. Συνεπώς, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η προσθήκη, από το εθνικό δίκαιο, ενός λόγου αποκλεισμού στον κατάλογο του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37 συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο εφόσον αποσκοπεί στη διασφάλιση της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης που απαιτούνται για την ανάπτυξη ουσιαστικού ανταγωνισμού και τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Διάταξη η οποία προβλέπει γενικό ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης και της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης η οποία αναλαμβάνει, έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
37. Κατόπιν της απάντησης που δόθηκε στο δεύτερο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
V – Πρόταση
38. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας ως εξής:
– ο κατάλογος των λόγων αποκλεισμού των εργοληπτών που περιέχεται στο άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, δεν είναι εξαντλητικός·
– η προσθήκη, από το εθνικό δίκαιο, ενός λόγου αποκλεισμού στον κατάλογο του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37 συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο εφόσον αποσκοπεί στη διασφάλιση της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης που απαιτούνται για την ανάπτυξη ουσιαστικού ανταγωνισμού και τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Διάταξη η οποία προβλέπει γενικό ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης και της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης η οποία αναλαμβάνει, έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

2 – Οδηγία 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 199, σ. 54).

3 – Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, C‑379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. I‑2099, σκέψη 38)· βλ., επίσης, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C‑415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I‑4921, σκέψη 59), και της 21ης Ιανουαρίου 2003, C‑318/00, Bacardi ‑ Martini και Cellier des Dauphins (Συλλογή 2003, σ. I‑905, σκέψη 41).

4 – Βλ. διατάξεις της 16ης Μαΐου 1994, C‑428/93, Monin Automobiles (Συλλογή 1994, σ. I‑1707), και της 25ης Μαΐου 1998, C‑361/97, Nour (Συλλογή 1998, σ. I‑3101)· προμνησθείσα απόφαση PreussenElektra, σκέψη 39· αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1999, C‑421/97, Tarantik (Συλλογή 1999, σ. I‑3633, σκέψη 33), και της 9ης Μαρτίου 2000, C‑437/97, EKW και Wein & Co (Συλλογή 2000, σ. I‑1157, σκέψη 52).

5 – Βλ., πρόσφατα, διάταξη της 16ης Απριλίου 2008, C‑186/07, Club Náutico de Gran Canaria (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 19).

6 – Βλ., π.χ., αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 1992, C‑60/91, Batista Morais (Συλλογή 1992, σ. I‑2085, σκέψεις 6 έως 9)· της 2ας Ιουλίου 1998, C‑225/95 έως C‑227/95, Καπασακάλης κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑4239, σκέψεις 17 έως 24), και της 11ης Οκτωβρίου 2001, C‑95/99 έως C‑98/99 και C‑180/99, Khalil κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I‑7413, σκέψεις 70 και 71).

7 – Βλ. αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 1999, C‑97/98, Jägerskiöld (Συλλογή 1999, σ. I‑7319, σκέψεις 42 έως 44), και της 11ης Ιουλίου 2002, C‑60/00, Carpenter (Συλλογή 2002, σ. I‑6279, σκέψη. 28).

8 – Βλ. αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C‑448/98, Guimont (Συλλογή 2000, σ. I‑10663, σκέψεις 18 έως 24)· της 5ης Μαρτίου 2002, C‑515/99, C‑519/99 έως C‑524/99 και C‑526/99 έως C‑540/99, Reisch κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I‑2157, σκέψεις 24 έως 26)· της 15ης Μαΐου 2003, C‑300/01, Salzmann (Συλλογή 2003, σ. I‑4899, σκέψεις 32 και 33), και της 31ης Ιανουαρίου 2008, C‑380/05, Centro Europa 7 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 69).

9 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 1990, C‑297/88 και C‑197/89, Dzodzi (Συλλογή 1990, σ. I‑3763)· της 17ης Ιουλίου 1997, C‑28/95, Leur ‑ Bloem Συλλογή 1997, σ. I‑4161), και της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C‑280/06, ΕΤΙ κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. Ι-10893, σκέψη 21).

10 – Βλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑108/98, RI.SAN. (Συλλογή 1999, σ. I‑5219, σκέψεις 21 έως 23).

11 – Βλ. αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑324/98, Telaustria και Telefonadress (Συλλογή 2000, σ. I‑10745)· της 21ης Ιουλίου 2005, C‑231/03, Coname (Συλλογή 2005, σ. I‑7287)· της 13ης Οκτωβρίου 2005, C‑458/03, Parking Brixen (Συλλογή 2005, σ. I‑8585)· βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση C‑347/06, ASM Brescia (απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σημείο 33).

12 – Βλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 1996, C‑87/94, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1996, σ. I‑2043)· προμνησθείσα απόφαση Telaustria και Telefonadress· απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑94/99, ARGE (Συλλογή 2000, σ. I‑11037), και διάταξη της 30ής Μαΐου 2002, C‑358/00, Buchhändler ‑ Vereinigung (Συλλογή 2002, σ. I‑4685).

13 – Βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση της 25ης Απριλίου 1996, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 33· προμνησθείσα απόφαση Coname, σκέψη 17· προμνησθείσα απόφαση Parking Brixen, σκέψη 55.

14 – Ως υπόμνηση, από την οποία συνάγεται ότι δεν τίθεται ζήτημα ανεφαρμόστου της συναφούς οδηγίας περί δημοσίων συμβάσεων σε κατάσταση δυνάμενη να θεωρηθεί ως αμιγώς εσωτερική, βλ. προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου της 25ης Απριλίου 1996, σκέψεις 31 έως 33.

15 – Βλ., υπό το πνεύμα αυτό, σχετικά με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, η οποία εκδόθηκε, όπως και η οδηγία 93/37, βάσει του παλαιού άρθρου 100Α της Συνθήκης ΕΚ, αποφάσεις της 20ής Μαΐου 2003, C‑465/00, C‑138/01 και C‑139/01, Österreichischer Rundfunk κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑4989, σκέψεις 39 έως 43), και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C‑101/01, Lindqvist (Συλλογή 2003, σ. I‑12971, σκέψεις 40 και 41).

16 – Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2001, C‑285/99 και C‑286/99, Lombardini και Mantovani (Συλλογή 2001, σ. I‑9233, σκέψη 33).

17 – Βλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 31/87, Beentjes (Συλλογή 1988, σ. 4635, σκέψη 20), και της 9ης Ιουλίου 1987, 27/86 έως 29/86, CEI και Bellini (Συλλογή 1987, σ. 3347, σκέψη 15).

18 – Όπ.π.

19 – Βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑513/99, Concordia Bus Finland (Συλλογή 2002, σ. I‑7213).

20 – Βλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑225/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑7445).

21 – Βλ. απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2003, C‑57/01, Μακεδονικό μετρό και Μηχανική (Συλλογή 2003, σ. I‑1091).

22 – Όπως προκύπτει από το προοίμιο, τη δεύτερη και τη δέκατη αιτιολογική της σκέψη, σκοπός της οδηγίας είναι η κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκατάστασης και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων, προκειμένου να ισχύσει πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ των εργοληπτών των κρατών μελών [προς υπόμνηση της νομολογίας, βλ., π.χ., αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2001, Lombardini και Mantovani, προμνησθείσα, και της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑470/99, Universale ‑ Bau κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I‑11617, σκέψη 89)].

23 – Βλ. αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 76/81, Transporoute κατά Υπουργείου Δημοσίων Έργων (Συλλογή 1982, σ. 417), και της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑225/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑7445, σκέψη 88).

24 – Απόφαση της 26ης Απριλίου 1994, C‑272/91, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1994, σ. I‑1409, σκέψη 35).

25 – Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2006, C‑226/04 και C‑228/04, La Cascina κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑1347, σκέψη 22).

26 – Απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C‑21/03 και C‑34/03, Fabricom (Συλλογή 2005, σ. I‑1559).

27 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑324/98, Telaustria και Telefonadress (Συλλογή 2000, σ. I‑10745, σκέψη 61), και της 18ης Ιουνίου 2002, C‑92/00, HI (Συλλογή 2002, σ. I‑5553, σκέψη 45)· προμνησθείσα απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Universale Bau, σκέψη 91.

28 – Όπως υπενθυμίζει παρεμπιπτόντως το Δικαστήριο: βλ., ρητώς, σχετικά, προμνησθείσες αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1998, Beentjes, σκέψη 20, και της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 50.

29 – Βλ. προμνησθείσες αποφάσεις Universale ‑ Bau κ.λπ., σκέψη 9, και HI, σκέψη 45· απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C‑315/01, GAT (Συλλογή 2003, σ. I‑6351, σκέψη 73).

30 – Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να υπογραμμίσω (βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση C‑226/04 και C‑228/04, La Cascina κ.λπ., επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2006, Συλλογή 2006, σ. I‑1347, σημείο 26)· βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην προμνησθείσα υπόθεση Fabricom, σημεία 22 και 36.

31 – Η οποία, υπενθυμίζεται, αφορούσε κυρίως την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 93/37.

32 – Βλ. προμνησθείσα απόφαση Fabricom, σκέψεις 29 και 30.

33 – Βλ. άρθρο 45, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114).

34 – Στο πλαίσιο υπόθεσης στην οποία το κράτος μέλος επικαλείτο τη διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητας προς δικαιολόγηση του αποκλεισμού των υπηκόων των άλλων κρατών μελών από την πρόσβαση σε θέσεις εργασίας στη δημόσια εκπαίδευση (βλ. απόφαση της 2ας Ιουλίου 1996, C‑473/93, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 1996, σ. I‑3207, σκέψη 35).

35 – Βλ. απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, C‑36/02, Omega (Συλλογή 2004, σ. I‑9609).

36 – Υπενθυμίζεται ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, καταρχήν, ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί το εθνικό συνταγματικό του δίκαιο για να εμποδίσει την εφαρμογή ενός κοινοτικού κανόνα στο έδαφός του (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 11/70, Internationale Handelsgesellschaft, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 581).

37 – Βλ. προμνησθείσα απόφαση Omega της 14ης Οκτωβρίου 2004, σκέψεις 37 και 38.

Γιατί η Ελλάδα δεν πρέπει να φοβάται το αγγλικό δίκαιο

Χρήστος Ροζάκης, πρώην Αντιπρόεδρος του ΕΔΔΑ

Ενα από τα κεντρικά ερωτήµατα που επανέρχονται στη δηµόσια συζήτηση για το ελληνικό χρέος αφορά την κυριαρχία της χώρας, η οποία, κατά µία άποψη, τραυµατίζεται από τον παρεµβατικό ρόλο της ΕΕ και του ∆ΝΤ στα εσωτερικά της. Ξεχνούµε όµως ότι αυτές οι παρεµβατικές εκδηλώσεις είναι το αποτέλεσµα της κυρίαρχης, ακριβώς, βούλησής µας να ενταχθούµε σε δύο απαιτητικούς οργανισµούς, οι οποίοι, και µε τη συγκατάνευσή µας, επιτελούν ένα έργο βαθµιαίας οικουµενικής ή περιφερειακής ολοκλήρωσης. Συµµετοχή σε τέτοιους µηχανισµούς αποτελεί έκφραση της κυριαρχίας – όπως και οι παραχωρήσεις εθνικών αρµοδιοτήτων –, αφού το κράτος που αποφασίζει µια τέτοια διεθνή δια δροµή συνήθως προσµετρεί τα κέρδη και τις απώλειες, και ανάλογα πράττει. Εξάλλου πολλά από τα µέτρα που έχουν επιβληθεί από αυτούς τους οργανισµούς ή θα έπρεπε εγκαίρως να είχαν αυτοβούλως εφαρµοστεί από την Ελλάδα ή θα έπρεπε εγκαίρως να τα είχαµε διαπραγµατευθεί πριν συµφωνήσουµε σε αυτά. Είναι βέβαιο ότι αν ο χρόνος που παρήλθε άπρακτος είχε ορθά χρησιµοποιηθεί – στα πρώτα στάδια της διαπίστωσης των προβληµάτων –, η βιαιότητα των µέτρων θα είχε σε µεγάλο βαθµό µετριαστεί. Μια ειδική περίπτωση εικαζόµενης µείωσης της κυριαρχίας µας, µέσα στο πολύπλοκο πλέγµα των νέων υποχρεώσεών µας, είναι και η υπαγωγή της συµφωνίας για το PSI στο αγγλικό δίκαιο. Κατά µιαν άποψη, και πάλι, µια τέτοια απεµπόληση της εθνικής δικαιοδοτικής ικανότητας, όπου κάθε διαφορά σχετικά µε την τήρηση των υποχρεώσεών µας απέναντι στους δανειστές θα κρίνεται από αλλοδαπό δίκαιο – και µάλλον από αλλοδαπά ή διεθνή όργανα – αποτελεί άλλη µια εκδήλωση µείωσης της κυριαρχίας.

Αν και κανένας δεν µπορεί να αµφισβητήσει αυτή την πραγµατικότητα, σκόπιµο θα ήταν να διερευνήσουµε τις ακριβείς διαστάσεις της. Με τις παρακάτω παρατηρήσεις:

Πρώτον, η ρήτρα εφαρµογής του αγγλικού δικαίου σχετικά µε διαφορές για τις δανειακές υποχρεώσεις µας προς ιδιώτες είναι τµήµα µιας εξαιρετικά ευνοϊκής συµφωνίας, που αν συναφθεί απαλλάσσει την Ελλάδα από ένα σηµαντικό µέρος του χρέους της. Χωρίς, µάλιστα, τις επώδυνες εξελίξεις µιας διαφορετικά τραγικής χρεοκοπίας. Για να συναινέσουν οι δανειστές µας σε αυτό, είναι εύλογο να ζητήσουν ορισµένες εγγυήσεις ότι το υπόλοιπο του χρέους θα καταβληθεί ή ότι, σε κάθε περίπτωση, θα υπάρχει ένα αντικειµενικό σύστηµα επίλυσης διαφορών, που δεν µπορεί να επηρεαστεί από τα συµφέροντα του δανειολήπτη. Λογικό αίτηµα, αν λάβει κανείς υπόψη του τη ζηµία των δανειστών, όπως και, δυστυχώς, την αναξιοπιστία µας, ως σήµερα, στην εξυπηρέτηση του χρέους. ∆εύτερον, η υπαγωγή των συµβάσεων αυτού του είδους στο αγγλικό δίκαιο δεν αποτελεί πρωτοτυπία. Ηδη έχει εφαρµοστεί στην περίπτωση της Ελλάδας, για πρώτη φορά, στη δανειακή σύµβαση του 2010. Αλλά υπάρχει και µια γενικότερη διεθνής πρακτική που έχει καταξιώσει το αγγλικό δίκαιο στα µάτια της διεθνούς κοινότητας, η οποία πια σταθερά το χρησιµοποιεί. Και τούτο ως αποτέλεσµα των αυστηρών και καθαρών ρυθµίσεών του, µε την ύπαρξη ενός εντυπωσιακού νοµολογιακού σώµατος, που εξασφαλίζει τόσο τους δανειολήπτες όσο και τους δανειστές, παρέχοντας υψηλή ασφάλεια δικαίου και, κυρίως, προβλεψιµότητα για το εφαρµοστέο δίκαιο σε κάθε ειδική περίπτωση. Στην ειδική βέβαια περίπτωση της Ελλάδας, ο δανειστής εξασφαλίζεται από πιθανές καταχρήσεις που µπορεί να προκύψουν µέσα από την επίκληση «χαλαρωτικών» διατάξεων για την πληρωµή του χρέους που προβλέπονται από το ελληνικό δίκαιο (λ.χ. η απρόβλεπτη µεταβολή των συνθηκών) και µπορεί, κατά το δοκούν, να ερµηνευθούν.

Τρίτον, σε συνθήκες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Ελληνικού ∆ηµοσίου, που ενδεχοµένως θα προκύψει από την εφαρµογή του αγγλικού δικαίου, το αρµόδιο δικαστήριο είναι το εθνικό δικαστήριο, το οποίο και θα εφαρµόσει το ελληνικό δίκαιο. Αυτό προκύπτει τόσο από την εθνική όσο και από τη διεθνή νοµολογία (βλ. υπόθεση Lotus του ∆ικαστηρίου της Χάγης), και έχει βαθύτατα ριζώσει στη διεθνή πρακτική.

Κατά συνέπεια, ο έλληνας δικαστής θα κληθεί να αποφασίσει, σε περίπτωση απόφασης άλλου δικαιοδοτικού οργάνου από τα εθνικά, πώς θα προχωρήσει σε αυτό το µέτρο κατά του ∆ηµοσίου, για περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στο έδαφος της χώρας. Σύµφωνα µε το Σύνταγµα (άρθρο 94) «οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του ∆ηµοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠ∆∆, όπως ο νόµος ορίζει». Ο νόµος όµως που εξειδικεύει τη γενική συνταγµατική ρύθµιση εξαιρεί την αναγκαστική κατάσχεση αντικειµένων τα οποία έχουν ταχθεί για την άµεση εξυπηρέτηση δηµοσίου σκοπού (άρθρο 4 του Ν. 3068/2002). Επίσης, σύµφωνα πάντοτε µε τον νόµο, εξαιρούνται από κατάσχεση πράγµατα εκτός συναλλαγής, όπως αρχαία µνηµεία και ακίνητα που χρονολογούνται ως το 1453. Εξαιρούνται, επίσης, εξυπηρετούντα δηµόσιο σκοπό κυβερνητικά κτίρια, νοσοκοµεία, µουσεία, αρχαιολογικοί χώροι κτλ. Είναι σαφές πάντως ότι αυτό το προνόµιο των ελληνικών δικαστηρίων να εφαρµόσουν το µάλλον ευνοϊκό εθνικό δίκαιο δεν επεκτείνεται και στα περιουσιακά στοιχεία του ∆ηµοσίου που βρίσκονται στην αλλοδαπή. Αλλά και εκεί υπάρχουν οι εξαιρέσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο (λ.χ. πρεσβείες), και, σε κάθε περίπτωση, αυτά τα στοιχεία είναι µάλλον περιορισµένα.

Και για να ολοκληρώσουµε: Αν η Ελλάδα θέλει να αντιµετωπίσει την αποπληρωµή του χρέους της µε καλοπιστία και µε υπευθυνότητα, δεν έχει τίποτε να φοβηθεί από την εφαρµογή ενός αξιόπιστου δικαίου, που στην ουσία συνεπικουρείται από τις εγγυήσεις του ελληνικού δικαίου στο κρίσιµο ζήτηµα της εκτέλεσης. Αντίθετες απόψεις σε αυτό φαίνεται να είναι «εκ του πονηρού» και δεν ταιριάζουν σε µια χώρα που θα έπρεπε, µέσα από τα διδάγµατα της σηµερινής κρίσης, να εξυγιάνει θεσµούς και πρακτικές που τόσο µας έχουν ως τώρα ταλανίσει.

Η επιλογή των δικαστικών λειτουργών στις Η.Π.Α. Παράδειγμα προς μίμηση ή προς αποφυγή

Του Άκη Ψύγκα (athanasios.psygkas@yahoo.com)

Η επιλογή των δικαστικών λειτουργών στις Η.Π.Α. Παράδειγμα προς μίμηση ή προς αποφυγή

Περισσότερα στο αρχείο pdf που επισυνάπτεται.

Βασικός Μέτοχος

ΣτΕ 3242/2004 (Δ΄ Τμήμα) «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική / ΕΣΡ 

Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα MaduroC-213/07 για τον Βασικό Μέτοχο

ΔΕΚ Υπόθεση C-213/07 «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική/ΕΣΡ

ΣτΕ 3670/2006   (Ολ.) «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική / ΕΣΡ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ «ΒΑΣΙΚΟΣ ΜΕΤΟΧΟΣ

 

  


 

Καταχώρηση: 26-01-2012     Κατηγορία: ΔΙΑΛΟΓΟΙ    

ΣτΕ 3670/2006 (Ολ.) «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική / ΕΣΡ


ΣτΕ 3670/2006 (Ολ.) «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική / ΕΣΡ

Απόφαση

ΣτΕ 3670/2006 (Ολ.) «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική / ΕΣΡ
Πρόεδρος: Γ. Παναγιωτόπουλος, Πρόεδρος
Εισηγητής: Χ. Ράμμος, Σύμβουλος
2. Επειδή, η υπόθεση παρεπέμφθη στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφαση υπ` αριθμ. 3242/2004 του Δ` Τμήματος, του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπό επταμελή σύνθεση, λόγω σπουδαιότητας, κατ’ εφαρμογήν του αρθρ. 14 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α` 8), εισάγεται δε προς συζήτηση εκ νέου, με βάση την από 13.10.2005 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά την ματαίωση της πρώτης συζητήσεως της, που είχε λάβει χώρα στις 4.3.2005, λόγω αποχωρήσεως του τότε Προέδρου του Δικαστηρίου από την ενεργό υπηρεσία στις 30.6.2005, πριν γίνει διάσκεψη επί της υποθέσεως.
3. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 844/13.12.2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της α.ε. “ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ” αποφασίσθηκε η προκήρυξη δημοσίου διαγωνισμού με ανοικτή διαδικασία, για την εκτέλεση του έργου “Κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων για την υποδομή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου – Κιάτου”, προϋπολογιζόμενης δαπάνης 51.700.000 € και σύστημα προσφοράς αυτό των επί μέρους ποσοστών εκπτώσεως. Στον ως άνω διαγωνισμό έλαβαν μέρος, μεταξύ άλλων, η αιτούσα εταιρία καθώς και η εταιρία “Κ.Ι. Σ. Α.Ε.”. Με την υπ` αριθμ. 959/22.5.2002 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ το αποτέλεσμα του διαγωνισμού κατακυρώθηκε στην εργοληπτική επιχείρηση “Κ.Ι. Σ. Α.Ε,”. Ακολούθησε η συγχώνευση, δι` απορροφήσεως, της εταιρίας “Κ.Ι. Σ. Α.Ε.” από την εταιρία “Π. Α.Ε.”, η οποία εγκρίθηκε με την υπ` αριθμ. Κ2-10928/6.9.2002 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 9290/9.9.2002 Τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Προκειμένου δε να συναφθεί η σχετική σύμβαση, η Αναθέτουσα αρχή γνωστοποίησε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του ν. 3021/2002, στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (εφεξής ΕΣΡ), με το από 9.10.2002 έγγραφο της, τα στοιχεία της ταυτότητας των βασικών μετόχων, μελών διοικητικού συμβουλίου και διευθυνόντων συμβούλων της ως άνω εταιρίας “Π. Α.Ε.”, για να πιστοποιηθεί ότι στο πρόσωπο τους δεν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3 του ν. 3021/2002. Σχετικώς εξεδόθη, κατ` επίκληση των διατάξεων του άρθρου 4 του αυτού ν. 3021/2002, το ήδη προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως, υπ` αριθμ. 8117/30.10.2002, πιστοποιητικό του ΕΣΡ, με το οποίο βεβαιώνεται η μη συνδρομή των ως άνω ασυμβιβάστων ιδιοτήτων στο πρόσωπο βασικού μετόχου, μέλους οργάνου διοίκησης ή διευθυντικού στελέχους της εταιρίας “Π. Α.Ε.”, προκειμένου η τελευταία αυτή εταιρία να συνάψει σύμβαση με την εταιρία “ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ” για την εκτέλεση του έργου “Κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων για την υποδομή της νέας διπλής σιδ. γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου – Κιάτου”.
4. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 5 παρ. 4 εδ. Α και 8 εδ. Ε του ν. 2863/ 2000 με τίτλο “Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης” (ΦΕΚ Α` 262) προκύπτει ότι το ΕΣΡ, όταν προσβάλλεται πράξη του, νομίμως παρίσταται, εκπροσωπώντας το Δημόσιο. Συνεπώς, εφόσον με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται πράξη του εν λόγω Συμβουλίου, στην παρούσα δίκη νομιμοποιείται παθητικώς η ως άνω Αρχή, η οποία νομίμως παρέστη στο ακροατήριο (πρβλ. ΣτΕ 2967/02, 2279/2001 Ολομέλεια).
5. Επειδή, με πρόδηλο έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στην παρούσα δίκη υπέρ του κύρους του προσβαλλόμενου πιστοποιητικού η εταιρία “……..”.
6. Επειδή, στην δίκη παρενέβη υπέρ του κύρους του προσβαλλόμενου πιστοποιητικού, το πρώτον ενώπιον της Ολομελείας, του Συμβουλίου της Επικρατείας, με το από 25.2.2005 δικόγραφο παρεμβάσεως το σωματείο με την επωνυμία “……….” κατ` επίκληση τόσο της διατάξεως του άρθρου 49 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ Α` 8), όσο καν της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (ΦΕΚ Α` 67). Κατά την διάταξη αυτή, σε δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, της
Ολομελείας του Αρείου Πάγου ή της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία ενόψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται ζήτημα αν διάταξη σχετικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι. Το παρεμβαίνον σωματείο, στο οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του καταστατικού του, μπορούν να γίνουν μέλη επιχειρήσεις, που είναι ιδιοκτήτες ενός τουλάχιστον μηνιαίου περιοδικού, ισχυρίζεται, περαιτέρω, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος να παρέμβει στην παρούσα δίκη, στην οποία τίθεται το ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 περ. α` και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002, το γεγονός ότι, μεταξύ των καταστατικών του σκοπών είναι και η προαγωγή των επαγγελματικών, επιχειρηματικών και οικονομικών εν γένει συμφερόντων των μελών του, καθώς και η διεκδίκηση και επίλυση θεσμικών ζητημάτων των μελών του, με προσφυγή στα δικαστήρια. Η παρέμβαση όμως αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παρέμβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997, διότι ελλείπει μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, εφόσον ούτε από τον φάκελο προκύπτει, ούτε το παρεμβαίνον σωματείο ισχυρίζεται, ότι είναι διάδικος σε εκκρεμή δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου της Διοικητικής Δικαιοσύνης, στην οποία να έχει τεθεί το ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 περ. α` και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002. Περαιτέρω, η παρέμβαση αυτή δεν μπορεί να λογισθεί ως παρέμβαση του άρθρου 49 του π.δ/τος 18/ 1989, εφόσον οι προαναφερθέντες καταστατικοί σκοποί του παρεμβαίνοντος σωματείου, ως γενικοί σκοποί, αναγόμενοι στην προάσπιση των επαγγελματικών αιτημάτων και επίλυση των θεσμικών ζητημάτων, που απασχολούν τους ιδιοκτήτες μηνιαίων περιοδικών, δεν μπορούν να αποτελέσουν επαρκή βάση για την θεμελίωση εννόμου συμφέροντος προς άσκηση παρεμβάσεως σε δίκη υπέρ του κύρους πιστοποιητικού του ΕΣΡ, περί μη συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων των άρθρων 2 παρ. 2 περ. α` και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002 στο πρόσωπο βασικού μετόχου, μέλους οργάνου διοίκησης ή διευθυντικού στελέχους συγκεκριμένης εταιρίας, η οποία ανεδείχθη ανάδοχος σε συγκεκριμένο διαγωνισμό δημοσίων έργων και προκειμένου η εταιρία αυτή να μπορέσει να συνάψει την σχετική σύμβαση, υπέρ, δηλαδή, του κύρους ατομικής διοικητικής πράξεως, η οποία ισχύει για ένα και μόνο συγκεκριμένο διαγωνισμό, στον οποίο το σωματείο αυτό δεν έχει μάλιστα λάβει μέρος. Συνεπώς, η εν λόγω παρέμβαση είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
7. Επειδή, στο άρθρο 14 του Συντάγματος προσετέθη με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων παράγραφος 9 έχουσα ως εξής: “9. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να γίνονται γνωστά, όπως νόμος ορίζει. Νόμος προβλέπει τα μέτρα και τους περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής, όπως νόμος ορίζει. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρίες. Νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης, καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγούμενων εδαφίων”. Για την ρύθμιση των ειδικότερων θεμάτων, περί των οποίων διαλαμβάνει η προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη εξεδόθη ο νόμος 3021/2002 με τίτλο “Περιορισμοί στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων με πρόσωπα που δραστηριοποιούνται ή συμμετέχουν σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης κ.λπ.” (ΦΕΚ 143 Α`). Στο νόμο αυτό ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: “Άρθρο 1. Ορισμοί. Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, οι ακόλουθοι όροι έχουν την έννοια που τους αποδίδεται κατωτέρω: 1. “Επιχείρηση Μέσων Ενημέρωσης”: Η επιχείρηση της οποίας η λειτουργία υπάγεται στη δικαιοδοσία του ελληνικού κράτους και η οποία έχει ως δραστηριότητα, αποκλειστική ή μη: α) την έκδοση ή εκτύπωση εφημερίδων ή περιοδικών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, ή εντύπων εκπαιδευτικού ή επιστημονικού χαρακτήρα, σε οποιαδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής, τα έντυπα αυτά εκδίδονται, διαδίδονται ή διανέμονται, ή β) την εγκατάσταση και λειτουργία ή τη διαχείριση τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης λήψης ή την παροχή ή τη διαχείριση συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, ή γ) την εγκατάσταση και λειτουργία ή τη διαχείριση ραδιοφωνικού σταθμού ελεύθερης λήψης ή την παροχή ή τη διαχείριση συνδρομητικών ραδιοφωνικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, ή δ) την παροχή μέσω του διαδικτύου υπηρεσιών οπτικοακουστικού περιεχομένου, εφόσον το περιεχόμενο αυτό έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και ειδικότερα περιλαμβάνει, κατά το πρότυπο των έντυπων εφημερίδων, ειδήσεις για πολιτικό ή κοινωνικό ή οικονομικό ή πολιτιστικό ή αθλητικό γεγονότα και εκδηλώσεις, καθώς και άρθρα, σχόλια, συνεντεύξεις ή συζητήσεις για τα θέματα αυτά. Η επιχείρηση η οποία έχει ως δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο δεν θεωρείται επιχείρηση μέσων ενημέρωσης. Μία επιχείρηση μέσων ενημέρωσης θεωρείται ότι υπάγεται στη δικαιοδοσία του ελληνικού κρότους εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 3 του π.δ. 100/2000 (ΦΕΚ 98 Α`). Η “Ελληνική Ραδιοφωνία – Τηλεόραση Α.Ε.”, καθώς και οι συνδεδεμένες με αυτή εταιρίες, κατά την έννοια του άρθρου 42Ε του κ.ν. 2190/1920, δεν θεωρούνται για την εφαρμογή του νόμου αυτού επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης. 2. “Ευρύτερος Δημόσιος Τομέας”: α) οι υπηρεσίες που εκπροσωπούνται από ή υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων αρχών, β) οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και κάθε άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, γ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου τα οποία είτε υπάγονται στο άρθρο 1 του ν. 2414/1996 (ΦΕΚ 135 Α`) είτε η διοίκηση τους διορίζεται από το δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δ) οι τράπεζες στις οποίες ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ή ο διοικητής τους διορίζονται ύστερα από τη διατύπωση γνώμης της Βουλής, σύμφωνα με το άρθρο 49Α του Κανονισμού της, ε) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και οι ενώσεις προσώπων τα οποία επιχορηγούνται, τακτικώς ή εκτάκτως, από το δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και η επιχορήγηση αυτή υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) των ετήσιων εσόδων τους κατά το εκάστοτε προηγούμενο έτος, στ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ιδρύονται από τα νομικά πρόσωπο που αναφέρονται στις περιπτώσεις α` έως ε` της παρούσας παραγράφου ή αποτελούν συνδεδεμένη με αυτό εταιρία κατά την έννοια του άρθρου 42Ε του κ.ν. 2190/1920, καθώς και οι συνδεδεμένες με τις εταιρίες αυτές άλλες εταιρίες. 3. “Δημόσιες Συμβάσεις”: Οι συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργου ή προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, η δε αξία τους υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, καθώς επίσης και οι συμβάσεις των οποίων η αξία είναι κατώτερη των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ αλλά έχουν ως αντικείμενο τμήμα, προσθήκη ή επέκταση ανατιθέμενου έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας που υπερβαίνει σε συνολική αξία το ποσό αυτό. 4. “Βασικός Μέτοχος”: Ο μέτοχος ο οποίος, είτε βάσει του αριθμού των μετοχών που έχει στην κυριότητα του, υπολογιζόμενου αυτοτελώς ή συγκρινόμενου με τον αριθμό μετοχών των άλλων μετόχων της εταιρίας είτε βάσει των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει ή άλλων ειδικών δικαιωμάτων που του παρέχει ο νόμος ή το καταστατικό της εταιρίας είτε βάσει γενικών ή ειδικών συμφωνιών που έχει συνάψει με την εταιρία ή άλλους μετόχους ή τρίτα πρόσωπα που εξαρτώνται οικονομικά από αυτόν ή ενεργούν για λογαριασμό του, μπορεί να επηρεάζει ουσιωδώς τη λήψη των αποφάσεων που λαμβάνουν τα αρμόδια όργανα ή στελέχη της εταιρίας σχετικά με τον τρόπο διοίκησης και της εν γένει λειτουργίας της αντίστοιχης επιχείρησης. Ειδικότερα, βασικός μέτοχος θεωρείται ιδίως: Α. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, ανεξάρτητα από το ύψος του ποσοστού επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου που ανήκει στην κυριότητα του: α) είναι κύριος αριθμού μετοχών που υπερβαίνει τον αριθμό μετοχών που ανήκει σε κάθε άλλο μέτοχο ή είναι ίσος με τον αριθμό μετοχών άλλου μετόχου της περίπτωσης αυτής, ή β) κατέχει, είτε από το καταστατικό της εταιρίας είτε μέσω εκχώρησης σχετικού δικαιώματος άλλων μετόχων, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική συνέλευση, ή γ) έχει το δικαίωμα, είτε από το νόμο, είτε από το καταστατικό της εταιρίας είτε μέσω εκχώρησης σχετικού δικαιώματος άλλων μετόχων, να διορίζει ή να ανακαλεί δύο τουλάχιστον μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ή ένα μέλος εφόσον αυτό ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου ή αντιπροέδρου ή διευθύνοντος ή εντεταλμένου ή συμπράττοντος συμβούλου ή, εν γένει, συμβούλου με εκτελεστικά καθήκοντα, ή δ) είναι κύριος ποσοστού επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ή κάτοχος δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο ήμισυ του μετοχικού κεφαλαίου που εκπροσωπήθηκε και άσκησε το δικαίωμα ψήφου κατά τη λήψη της απόφασης της γενικής συνέλευσης για την εκλογή ή την ανάκληση του εκάστοτε τελευταίου διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας ή της πλειοψηφίας των μελών αυτού, ή ε) καταρτίζει, αμέσως ή εμμέσως, συμβάσεις και εν γένει συμφωνίες με την εταιρία, από τις οποίες η τελευταία αποκτά έσοδα ή άλλα οικονομικά οφέλη τα οποία αντιστοιχούν τουλάχιστον στο ένα πέμπτο των ακαθόριστων εσόδων της εταιρίας κατά το εκάστοτε προηγούμενο έτος. Β. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο: α) είναι κύριος αριθμού μετοχών που αντιστοιχεί, ως ποσοστό, τουλάχιστον στο πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ή β) είναι κύριος δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν, ως ποσοστό, τουλάχιστον στο πέντε τοις εκατό (5%) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική συνέλευση της εταιρίας. Για τον υπολογισμό του ποσοστού επί του μετοχικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου που αναφέρονται στα υπό Α` και Β` εδάφια της παρούσας παραγράφου λαμβάνεται υπόψη και ο αριθμός των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου που ανήκουν ή κατέχονται: – από παρένθετα πρόσωπα, -από επιχειρήσεις που ελέγχονται από τον ίδιο μέτοχο, – από άλλο μέτοχο με τον οποίο έχει συναφθεί συμφωνία για τη διαμόρφωση, μέσω συντονισμένης άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που διαθέτει, διαρκούς κοινής πολιτικής ως προς τη διοίκηση της εταιρίας. Επίσης, υπολογίζονται τα δικαιώματα ψήφου τα οποία κατέχονται βάσει συμβάσεως ενεχύρου ή επικαρπίας ή ως συνέπεια λήψης ασφαλιστικού μέτρου σε βάρος του κυρίου των αντίστοιχων μετοχών, καθώς και ο αριθμός μετοχών που δεν ανήκουν στην κυριότητα του αλλά από τις οποίες ο μέτοχος αυτός δικαιούται να λαμβάνει μέρισμα. Αριθμός μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου που αποκτώνται λόγω κληρονομικής διαδοχής υπολογίζονται μετά την παρέλευση τριών μηνών από την απόκτηση τους. 5. “Διευθυντικά στελέχη”: Τα πρόσωπα τα οποία, είτε βάσει του νόμου που διέπει την οργάνωση και λειτουργία της εταιρίας, είτε βάσει του καταστατικού της εταιρίας, είτε κατόπιν ανάθεσης ή σύναψης σύμβασης με την εταιρία, ασκούν εκτελεστικές αρμοδιότητες και καθήκοντα που είναι, από τη φύση τους και το περιεχόμενο τους, ουσιώδεις για την επίτευξη των σκοπών της αντίστοιχης επιχείρησης. 6. “Οικονομικά εξαρτημένα πρόσωπα”: Τα φυσικό ή νομικό πρόσωπα τα οποία δεν διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με άλλο, ειδικώς προσδιοριζόμενο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο. 7. “Παρένθετα πρόσωπα”: Τα φυσικό ή νομικό πρόσωπα τα οποία είναι οικονομικό εξαρτημένα ή ενεργούν, βάσει γενικής ή ειδικής συμφωνίας, για λογαριασμό ή καθ` υπόδειξη ή εντολή άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου. 8. “Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης”: Η Ανεξάρτητη Αρχή τα μέλη της οποίας έχουν επιλεγεί σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος και η οποία ασκεί τις αρμοδιότητες της και λειτουργεί σύμφωνα με το ν. 2863/2000 (ΦΕΚ 262 Α`). Άρθρο 2. Απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης. 1. Απαγορεύεται η σύναψη δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, καθώς και με τους εταίρους, τους βασικούς μετόχους, τα μέλη των οργάνων διοίκησης και τα διευθυντικό στελέχη των επιχειρήσεων αυτών. Επίσης, απαγορεύεται η σύναψη δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις των οποίων εταίροι ή βασικοί μέτοχοι ή μέλη οργάνων διοίκησης ή διευθυντικά στελέχη είναι επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης ή εταίροι ή βασικοί μέτοχοι ή μέλη οργάνων διοίκησης ή διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης. 2. Η απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων καταλαμβάνει επίσης: α) τους συζύγους και τους συγγενείς, σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τετάρτου βαθμού, των φυσικών προσώπων που υπάγονται στην παράγραφο 1, εφόσον δεν μπορούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά, β) κάθε άλλο παρένθετο πρόσωπο, γ) τους εταίρους και τους βασικούς μετόχους των εταίρων και των βασικών μετόχων που υπάγονται στην παράγραφο 1, δ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, χωρίς να είναι μέτοχος, ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης ή ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, ουσιώδη επιρροή στη λήψη των αποφάσεων που λαμβάνονται, από τα όργανα διοίκησης ή τα διευθυντικά στελέχη, σχετικά με τη διοίκηση και την εν γένει λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών. 3. Από την απαγόρευση του παρόντος όρθρου εξαιρούνται οι δημόσιες συμβάσεις των οποίων το αντικείμενο έχει άμεση ή έμμεση σχέση με το αντικείμενο των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης. Επίσης, εξαιρούνται οι δημόσιες συμβάσεις που καταρτίζονται με επιχειρήσεις των οποίων βασικός μέτοχος είναι πολιτικό κόμμα που εκπροσωπείται στη βουλή των ελλήνων, ή εκπρόσωπος αυτού, εκτός εάν στις επιχειρήσεις αυτές συμμετέχει άλλος βασικός μέτοχος που κατέχει τις
ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3. Άρθρο 3. Ασυμβίβαστες ιδιότητες. 1. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου, του μέλους οργάνου διοίκησης ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου, του μέλους οργάνου διοίκησης ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις, η σύναψη των οποίων απαγορεύεται σύμφωνα με το άρθρο 2, καθώς και με την ιδιότητα του εταίρου ή του βασικού μετόχου των εταίρων ή των βασικών μετόχων της επιχείρησης αυτής. 2. Η ασυμβίβαστη ιδιότητα του παρόντος άρθρου συντρέχει και στην περίπτωση που ιδιοκτήτης, βασικός μέτοχος, εταίρος, μέλος οργάνου διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις είναι σύζυγος ή συγγενής, σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τετάρτου βαθμού, ο οποίος δεν μπορεί να αποδείξει ότι διαθέτει οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με ιδιοκτήτη, εταίρο, βασικό μέτοχο, μέλος οργάνου διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης μέσων ενημέρωσης, καθώς επίσης και σε κάθε άλλη περίπτωση που οι ανωτέρω ιδιότητες κατέχονται από παρένθετο πρόσωπο. 3. … Άρθρο 4. Υποχρέωση διασταύρωσης στοιχείων επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις. 1. Πριν από την έκδοση της πράξης κατακύρωσης ή της απευθείας ανάθεσης και πάντως πριν από την υπογραφή της αντίστοιχης δημόσιας σύμβασης, οι αναθέτουσες αρχές του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα υποχρεούνται να διασταυρώνουν τα στοιχεία τα οποία υποβάλλουν όλες οι επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 3 του π.δ. 82/1996 (ΦΕΚ 66 Α`), με τα στοιχεία που τηρούνται για τις επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης στο μητρώο επιχειρήσεων του Τμήματος ελέγχου Διαφάνειας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 εδ. β` του ν. 2863/2000 (ΦΕΚ 262 Α`) και 100 παρ. 1 εδ. α` του π.δ. 213/1995 (ΦΕΚ 112 Α`), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ. 310/1996 (ΦΕΚ 214 Α`). Η υπαγωγή της σύναψης των δημοσίων συμβάσεων στη διαδικασία διασταύρωσης στοιχείων που προβλέπεται στο παρόν άρθρο αναφέρεται υποχρεωτικά σε όλες τις διακηρύξεις, προκηρύξεις και προσκλήσεις ενδιαφέροντος που εκδίδονται από τις αναθέτουσες ή άλλες αρμόδιες αρχές. 2. Για τη διενέργεια της διασταύρωσης των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αναθέτουσες αρχές υποβάλλουν ειδικό έγγραφο στο Τμήμα ελέγχου Διαφάνειας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, με το οποίο ζητούν την έκδοση πιστοποιητικού που να βεβαιώνει τη μη συνδρομή των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 3. Ο Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, ή το εξουσιοδοτημένο από την ολομέλεια της Αρχής μέλος του, εκδίδει το σχετικό πιστοποιητικό, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα εργάσιμων ημερών από την περιέλευση του εγγράφου της αναθέτουσας αρχής στο Τμήμα ελέγχου Διαφάνειας σε τρία πρωτότυπα. Το ένα πρωτότυπο φυλάσσεται σε ειδικό φάκελο που τηρείται στο Τμήμα ελέγχου Διαφάνειας και τα άλλα δύο επισυνάπτονται στο σώμα της δημόσιας σύμβασης, στο κείμενο της οποίας αναγράφεται υποχρεωτικά ο αριθμός πρωτοκόλλου που φέρει το πιστοποιητικό. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ζητά την έκδοση του πιστοποιητικού σε μεγαλύτερο αριθμό πρωτοτύπων, ανάλογα με τον αριθμό των συμβαλλομένων. 3. Εάν το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3, ο Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, ή το εξουσιοδοτημένο από την ολομέλεια της Αρχής μέλος του, εκδίδει εντός της ίδιας προθεσμίας σχετική απορριπτική πράξη, πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένη. 4. Η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 2 για την έκδοση του πιστοποιητικού που βεβαιώνει τη μη συνδρομή των ασυμβίβαστων του άρθρου 3 παρατείνεται κατά δέκα εργάσιμες ημέρες εφόσον τα υποβληθέντα προς διασταύρωση στοιχεία είναι ελλιπή ή χρήζουν ουσιωδών διευκρινίσεων σύμφωνα με την αιτιολογημένη κρίση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Σε περίπτωση συνδρομής επιτακτικού και επείγοντος λόγου δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος εξειδικεύεται στο έγγραφο της αναθέτουσας αρχής και βεβαιώνεται από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, οι ανωτέρω προθεσμίες συντέμνονται κατά το ήμισυ. 5. Σε περίπτωση καθυστέρησης της αναθέτουσας αρχής, η διαδικασία διασταύρωσης του παρόντος άρθρου μπορεί να ενεργοποιηθεί από την επιλεγείσα επιχείρηση ή κάθε επιχείρηση που έχει έννομο συμφέρον να διενεργηθεί η διασταύρωση αυτή. 6. Σε περίπτωση που οι προθεσμίες ενέργειας του Εθνικού Συμβουλίου
Ραδιοτηλεόρασης που προβλέπονται στο παρόν άρθρο παρέλθουν χωρίς να έχει εκδοθεί το πιστοποιητικό ή η απορριπτική πράξη, που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3, η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να καταρτίσει τη δημόσια σύμβαση, με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 7 και 8. 7. Η διοικητική διαδικασία ελέγχου που ορίζεται στο όρθρο αυτό για την τήρηση της απαγόρευσης και των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο, είναι ανεξάρτητη και καταρχήν δεν υποκαθιστά ούτε περιορίζει τις διενεργούμενες σε οποιοδήποτε στάδιο της κατάρτισης των δημοσίων συμβάσεων διοικητικές διαδικασίες ελέγχου που προβλέπονται σε άλλες διατάξεις και οι οποίες έχοντας ως περιεχόμενο τον έλεγχο της εν γένει νομιμότητας της διαδικασίας κατάρτισης των δημοσίων συμβάσεων περιλαμβάνουν και τον έλεγχο της τήρησης των περιορισμών που τίθενται με τον παρόντα νόμο. Με εξαίρεση τον έλεγχο που διενεργείται από τις δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους, σε κάθε περίπτωση η κρίση που διατυπώνει το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης για τη συνδρομή ή μη των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 3, με την έκδοση ρητής διοικητικής πράξης στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας του παρόντος όρθρου, δεσμεύει τα κάθε είδους όργανα που ελέγχουν τη νομιμότητα της κατάρτισης των δημοσίων συμβάσεων, σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής. 8. Κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που εκδίδονται ή τελούνται, αντίστοιχα, στο πλαίσιο της διαδικασίας του παρόντος όρθρου, οι έχοντες έννομο συμφέρον, συμπεριλαμβανομένου του νομικού προσώπου του δημοσίου, μπορούν να ασκήσουν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακυρώσεως, καθώς και τα ασφαλιστικό μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 3 του ν. 2522/1997 (ΦΕΚ 178 Α`), ανεξάρτητα από τη φύση της σχετικής διαφοράς. 9. Η δημόσια σύμβαση που καταρτίζεται ή υπογράφεται χωρίς προηγουμένως να έχει τηρηθεί η διοικητική διαδικασία της παραγράφου 1 ή παρά την έκδοση, εντός της οριζόμενης αποκλειστικής προθεσμίας, της απορριπτικής πράξης του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που προβλέπεται στην παράγραφο 3, είναι άκυρη“.
8. Επειδή, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ν. 3021/2002, στο ΕΣΡ ανατίθεται η αρμοδιότητα ελέγχου της τηρήσεως των ορισμών των αρθρ. 2 και 3 του ίδιου νόμου. Προκειμένου να διασφαλισθεί η μη σύναψη δημοσίων, κατά την έννοια του νόμου αυτού, συμβάσεων με επιχειρήσεις, των οποίων οι ιδιοκτήτες, εταίροι, βασικοί μέτοχοι ή τα μέλη των οργάνων διοίκησης τους κ.λπ. έχουν τις ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3 του νόμου, προβλέπεται στο άρθρο 4 διαδικασία προληπτικού (δηλ. προηγουμένου της υπογραφής της σχετικής συμβάσεως) ελέγχου, στο πλαίσιο του οποίου το ΕΣΡ εξετάζει τα στοιχεία που έχει υποχρεωτικώς κατά νόμο (π.δ/μα 82/1996 – ΦΕΚ Α` 66) υποβάλει ο υποψήφιος ανάδοχος, προκειμένου να μετάσχει στον διαγωνισμό ή να του ανατεθεί η σύμβαση και τα οποία αποστέλλονται προς αυτό από την Αναθέτουσα Αρχή, σε σχέση με τα στοιχεία που τηρούνται για τις επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης στο μητρώο επιχειρήσεων του Τμήματος Ελέγχου Διαφάνειας του ΕΣΡ και εκδίδει τελικώς σχετική πράξη, με την οποία διαπιστώνει την συνδρομή ή μη των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων. Κατά την έννοια, περαιτέρω, των ανωτέρω διατάξεων, ο έλεγχος των διασταυρουμένων στοιχείων ανατίθεται αποκλειστικώς στο ΕΣΡ, η κρίση του οποίου δεσμεύει τα αρμόδια για τη διεξαγωγή του διαγωνισμού και τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως όργανα, μη περιοριζόμενων, πάντως, άλλων, κατά το νόμο, προβλεπομένων – διαδικασιών ελέγχου της
καταρτίσεως δημοσίων συμβάσεων, οίος ο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. αρθρ. 4 παρ. 7 εδ. β). Επομένως, ο έλεγχος του ΕΣΡ, δεν μπορεί να υποκατασταθεί από αντίστοιχο έλεγχο της Αναθέτουσας Αρχής. Εξ άλλου, η έκδοση της σχετικής πράξεως του ΕΣΡ, μολονότι δεν αποτελεί μέρος της σύνθετης διοικητικής ενέργειας του διαγωνισμού για τη σύναψη δημοσίας συμβάσεως, εφόσον η πράξη αυτή εκδίδεται βάσει ειδικών διατάξεων που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση άλλου σκοπού (πρβλ. σχετικώς ΣτΕ 3619/1995 Ολομ.), η οποία ολοκληρώνεται με την έκδοση της κατακυρωτικής αποφάσεως, αποτελεί απαραίτητο
όρο της νομιμότητας τόσο της κατακυρωτικής αποφάσεως, όσο και της καταρτιζόμενης συμβάσεως. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 3021/2002 ανατίθεται στο ΕΣΡ αρμοδιότητα εκδόσεως διοικητικής πράξεως χάριν της εξυπηρετήσεως δημοσίου σκοπού, της προαγωγής, δηλαδή, της αρχής της διαφάνειας στην διαδικασία της αναθέσεως των δημοσίων συμβάσεων. Η κατά την ειδική αυτή διαδικασία εκδιδόμενη διοικητική πράξη έχει εκτελεστό χαρακτήρα. Ειδικότερα, εκτελεστό χαρακτήρα έχει τόσο η πράξη του ΕΣΡ, με την οποία διαπιστώνεται η συνδρομή των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, η έκδοση της οποίας έχει ως έννομη συνέπεια την απαγόρευση της συνάψεως της σχετικής συμβάσεως, καθώς και την ακυρότητα τυχόν συναφθησομένης συμβάσεως, όσο και η πράξη, με την οποία βεβαιώνεται η μη συνδρομή των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων. Τούτο δε διότι η έκδοση της σχετικής θετικής πράξεως (της βεβαιώσεως δηλ. περί μη συνδρομής ασυμβιβάστων ιδιοτήτων) αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την υπογραφή της συμβάσεως, ενώ η μη τήρηση της ως άνω διοικητικής διαδικασίας έχει, επίσης, ως συνέπεια την ακυρότητα της συναφθησομένης συμβάσεως. Συνεπώς, το προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αίτηση πιστοποιητικό, με το οποίο βεβαιώνεται η μη συνδρομή των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του αρθρ. 3 του ν. 3021/2002 στα πρόσωπα στα οποία αφορά, έχει εκτελεστό χαρακτήρα και, από την πλευρά αυτή, προσβάλλεται παραδεκτώς.
9. Επειδή, κατά την παρατεθείσα σε προηγούμενη σκέψη διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 4 του ν. 3021/2002, η διαφορά που γεννάται από την προσβολή των εκδιδομένων από το ΕΣΡ, βάσει των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, έχει πάντοτε τον χαρακτήρα διοικητικής διαφοράς, ανεξαρτήτως εάν η σύμβαση, η οποία πρόκειται να συναφθεί μεταξύ του (υποψηφίου) αναδόχου και της Αναθέτουσας Αρχής, είναι διοικητική ή σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Τούτο δε διότι με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου ανατίθεται στο ΕΣΡ η άσκηση διοικητικής αρμοδιότητας, οι δε εκδιδόμενες από αυτό, στο πλαίσιο της ανωτέρω αρμοδιότητας, πράξεις αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση μείζονος δημοσίου συμφέροντος, στην εξασφάλιση, δηλαδή, της τηρήσεως των εγγυήσεων της αρχής της διαφάνειας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος. Η ανάγκη δε διασφαλίσεως της ως άνω αρχής συντρέχει σε κάθε περίπτωση συνάψεως δημοσίας, υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 3021/2002, συμβάσεως, συμβάσεως, δηλαδή, στην οποία συμβάλλεται είτε το Δημόσιο ή άλλο νπδδ, είτε νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η διαφορά που γεννάται από την προσβολή του επιδίκου πιστοποιητικού του ΕΣΡ, υπάγεται στην δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως ακυρωτική διαφορά, ανεξαρτήτως της φύσεως της συμβάσεως, για την σύναψη της οποίας αυτό εκδόθηκε, ως συμβάσεως διοικητικής ή ιδιωτικού δικαίου.
10. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 8 του ν. 3021/2002, όλοι οι μετάσχοντες σε διαγωνισμό για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως, στο πλαίσιο του οποίου εξεδόθη πιστοποιητικό του ΕΣΡ, με το οποίο βεβαιούται ότι δεν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3 στην περίπτωση του υποψηφίου αναδόχου, συνδιαγωνισθέντος με αυτούς, και οι οποίοι διεκδικούν την ανάθεση σε αυτούς της επίμαχης συμβάσεως, έχουν, κατ` αρχήν, έννομο συμφέρον να ασκήσουν αίτηση ακυρώσεως κατά του εν λόγω πιστοποιητικού, εφόσον, βεβαίως, δεν αποκλείσθηκαν από τον διαγωνισμό σε προηγούμενο στάδιο αυτού, σε περίπτωση δε που αποκλείσθηκαν και έχουν ασκήσει ένδικα βοηθήματα κατά των σχετικών πράξεων αποκλεισμού, ενόσω αυτά δεν έχουν απορριφθεί ή, κατά μείζονα λόγο, εάν έγιναν δεκτά. Στην ειδικότερη, εξ άλλου, περίπτωση που ο επίμαχος διαγωνισμός είναι διαγωνισμός για την ανάθεση δημοσίου έργου, στον οποίο έχει εφαρμοσθεί η μαθηματική μέθοδος, η προβλεπόμενη από τα άρθρα 2, 3 και 4 του ν. 2576/1998 (ΦΕΚ Α` 25) περί προσδιορισμού των τελικά υπερβολικά χαμηλών προσφορών (εφεξής τ.υ.χ.π.), οιοσδήποτε διαγωνισθείς, του οποίου η προσφορά θεωρήθηκε, κατ` εφαρμογή της εν λόγω μαθηματικής μεθόδου, τ.υ.χ.π., με συνέπεια να αποκλεισθεί από την ανάθεση του έργου, έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά τυχόν εκδοθέντος πιστοποιητικού του ΕΣΡ, με το οποίο βεβαιούται ότι δεν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3 του ν. 3021/2002 στην περίπτωση του διαγωνισθέντος που υπέβαλε την προσφορά, που αναδείχθηκε, με βάση την προαναφερθείσα μαθηματική μέθοδο, προσωρινή μειοδότρια προσφορά, προβάλλων ότι μη νομίμως κρίθηκε, ότι δεν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες στο πρόσωπο του διαγωνισθέντος, του υποβαλόντος την τελευταία αυτή προσωρινή μειοδότρια προσφορά και ότι θα έπρεπε, συνεπώς, ο διαγωνισθείς αυτός εργολήπτης να αποκλεισθεί από την ανάθεση της συγκεκριμένης συμβάσεως δημοσίου έργου. Μπορεί δε ο εν λόγω διαγωνισθείς, ο υποβαλών προσφορά, κριθείσα ως τ.υ.χ.π. να ασκήσει την αίτηση ακυρώσεως κατά του πιστοποιητικού τούτου, ανεξάρτητα αν αμφισβήτησε ή όχι δικαστικά την κατάταξη της προσφοράς του στην κατηγορία των τ.υ.χ.π. ή όχι και ανεξάρτητα από το αν, κληθείς να αιτιολογήσει την προσφορά του αυτή, την αιτιολόγησε ή όχι. Τούτο δε διότι, κατά την έννοια του νόμου (άρθρα 2, 3 και 4 του ν. 2576/1998 και των υπ` αριθμ. Δ17α/08/16/ΦΝ 402/10.2.1998 – ΦΕΚ Β` 116 – και Δ17α/10/65/ΦΝ 402/24.7.1998 – ΦΕΚ Β` 835 – αποφάσεων του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που εκδόθηκαν κατ` επίκληση των εξουσιοδοτήσεων, του άρθρου 2 του τελευταίου αυτού νόμου) ο εκ των υστέρων αποκλεισμός προσφοράς, η οποία είχε αρχικώς συνυπολογισθεί σε εφαρμοσθείσα
μαθηματική μέθοδο του ν. 2576/1998 για την εξεύρεση των τ.υ.χ.π., ως μη νομίμως υποβληθείσης (τέτοια δε περίπτωση υπάρχει και όταν η προσφορά αυτή προέρχεται από διαγωνιζόμενο, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες, για τις οποίες γίνεται λόγος) ισοδυναμεί με ανατροπή των μαθηματικών δεδομένων, στα οποία η μαθηματική αυτή μέθοδος είχε στηριχθεί και συνεπάγεται υποχρεωτικά την εφαρμογή της μεθόδου αυτής εκ νέου και αναμορφωμένης (χωρίς δηλαδή τον συνυπολογισμό της μη νομίμως υποβληθείσης προσφοράς) με αποτέλεσμα να υπάρχει δυνατότητα να αναδειχθεί αυτή την φορά ως προσωρινή μειοδότρια προσφορά, η προσφορά του ως άνω ασκήσαντος την αίτηση ακυρώσεως κατά του πιστοποιητικού του ΕΣΡ διαγωνισθέντος και με συνέπεια την κατοχύρωση σ` αυτόν του διαγωνισμού. Επομένως, κάθε διαγωνισθείς συμμετάσχων σε διαγωνισμό, στον οποίο εφαρμόσθηκε η επίμαχη μαθηματική μέθοδος έχει την έννομη απαίτηση να καταρτισθεί η μέθοδος αυτή με σύννομο τρόπο, δηλαδή, προ παντός άλλου, να καταρτισθεί με συνυπολογισμό μόνο των προσφορών, οι οποίες υπεβλήθησαν από εκείνους, στους οποίους νομίμως, από κάθε άποψη, μπορούσε να ανατεθεί η εκτέλεση της οικείας συμβάσεως δημοσίου έργου. Ενόψει τούτου, το γεγονός ότι διαγωνισθείς, του οποίου η προσφορά κρίθηκε ως τ.υ.χ.π., δεν προσήλθε να την αιτιολογήσει, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με παραίτηση αυτού από το δικαίωμα του για περαιτέρω συμμετοχή του στην διαγωνιστική διαδικασία, διότι η προσφορά του είχε μεν κριθεί τ.υ.χ.π.,
η κρίση όμως αυτή είχε εξαχθεί επί τη βάσει μη νομίμως καταρτισθείσης εν τω συνόλω της, μαθηματικής μεθόδου. Ο Σύμβουλος Φ. Αρναούτογλου διατύπωσε την ειδικότερη γνώμη ότι κάθε διαγωνισθείς εργολήπτης, συμμετάσχων σε διαγωνισμό, αποσκοπούντα στην ανάθεση δημοσίου έργου, στον οποίο εφαρμόσθηκε η μαθηματική μέθοδος του ν. 2576/ 1998, έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά πιστοποιητικού του ΕΣΡ, με το οποίο βεβαιούται ότι στο πρόσωπο του αναδειχθέντος προσωρινού μειοδότη δεν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3 του ν. 3021/2002, ανεξάρτητα μάλιστα αν αμφισβήτησε δικαστικά ή όχι την κατάταξη της προσφοράς του ως τ.υ.χ.π. και αν, κληθείς να αιτιολογήσει την προσφορά του αυτή, την αιτιολόγησε ή όχι. Τούτο δε διότι, κατά τον νόμο, η ακύρωση του πιστοποιητικού του ΕΣΡ, συνεπάγεται ακύρωση της κατακυρωτικής αποφάσεως και νέα κρίση των προσφορών χωρίς την προσφορά του μέχρι τότε προσωρινού μειοδότη, με αποτέλεσμα την ανατροπή των μαθηματικών δεδομένων, στα οποία είχε στηριχθεί ο χαρακτηρισμός της προσφοράς του διαγωνισθέντος ως τ.υ.χ.π. και την δυνατότητα του να διεκδικήσει εκ νέου την κατακύρωση του διαγωνισμού. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα εταιρία συμμετέσχε στον διαγωνισμό, που προηγήθηκε της συνάψεως της συμβάσεως, για την οποία εκδόθηκε το ήδη προσβαλλόμενο πιστοποιητικό του ΕΣΡ. Στον διαγωνισμό αυτό αναδείχθηκε προσωρινή μειοδότρια προσφορά η προσφορά της ήδη παρεμβαινούσης, ενώ επτά άλλες υποψήφιες εταιρίες εκλήθησαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1 και 2 του ν. 2576/1998, να αιτιολογήσουν τις προσφορές τους ως τελικά υπερβολικά χαμηλές (πρακτικό υπ` αριθμ. 2 της 9.5.2002 της Επιτροπής. Εισήγησης Ανάθεσης του έργου “Κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων για την υποδομή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου – Κιάτου”). Και ναι μεν η αιτούσα εταιρία, αν και εκλήθη προς τούτο, δεν υπέβαλε αιτιολόγηση της τελικά υπερβολικά χαμηλής προσφοράς της, με αποτέλεσμα να οριστικοποιηθεί η κατακύρωση του διαγωνισμού στην ήδη παρεμβαίνουσα εταιρία (απόφαση υπ` αριθμ. 959/22.5.2002 του ΔΣ της εταιρίας “ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ”), πλην εκ του λόγου τούτου η αιτούσα εταιρία δεν στερείται, κατά τα προεκτεθέντα, εννόμου συμφέροντος να ασκήσει την υπό κρίση αίτηση, όπως αβασίμως προβάλλει, με το από 16.3.2005 υπόμνημα της, η παρεμβαίνουσα. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος και οι Σύμβουλοι Δ. ………………………………………………………………….. ……………….οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: Η αιτούσα εταιρία στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει το επίδικο πιστοποιητικό του ΕΣΡ. Τούτο δε διότι, ναι μεν η αιτούσα εταιρία συμμετέσχε στον διαγωνισμό, που προηγήθηκε της συνάψεως της συμβάσεως, για την οποία εκδόθηκε το εν λόγω πιστοποιητικό, πλην, ενώ εκλήθη από την αναθέτουσα αρχή να αιτιολογήσει, κατά νόμον, την προσφορά της ως τελικά υπερβολικά χαμηλή, αυτή δεν την αιτιολόγησε. Τούτο ισοδυναμεί με οικειοθελή εκ μέρους της παραίτηση από την περαιτέρω συμμετοχή της στον επίμαχο διαγωνισμό, και με εκδήλωση της προθέσεως της να μην επιδιώξει την ανάθεση σ` αυτήν του συναφούς δημοσίου έργου. Εφ` όσον δε η μη αιτιολόγηση της προσφοράς ισοδυναμεί με ανεπιφύλακτη παραίτηση της εταιρίας από το δικαίωμα περαιτέρω συμμετοχής της στην διαδικασία του διαγωνισμού, δεν
νοείται αναβίωση του σχετικού δικαιώματος ακόμη και στην περίπτωση τυχόν ανασυντάξεως του σχετικού πίνακα και κατατάξεως της σε διαφορετική σειρά, που θα της παρείχε, ενδεχομένως, το δικαίωμα συμμετοχής στα επόμενα στάδια της διαγωνιστικής διαδικασίας. Άλλωστε, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, το συμφέρον θα ήταν ενδεχόμενο και αβέβαιο, στηριζόμενο σε πιθανολόγηση και, επομένως, δεν θα ήταν ικανό να στοιχειοθετήσει το κατά νόμο απαιτούμενο έννομο συμφέρον. Θα έπρεπε, συνεπώς, κατά την γνώμη αυτή, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ήδη ζητείται να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό του ΕΣΡ, προκειμένου η αιτούσα να εκβάλει της όλης διαγωνιστικής διαδικασίας την παρεμβαίνουσα, να απορριφθεί, ως άνευ εννόμου συμφέροντος ασκούμενη.
11. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί, το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης εκδόθηκε κατ` αρθρ. 4 του ν. 3021/2002, προκειμένου η εταιρία “…..”, στην οποία είχε κατακυρωθεί το αποτέλεσμα του προκηρυχθέντος από την ανώνυμη εταιρία “ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε.” διαγωνισμού για την κατασκευή του έργου “Κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων για την υποδομή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου – Κιάτου”, να συνάψει την σχετική σύμβαση με την τελευταία αυτή εταιρία, η οποία και αποτελεί, σύμφωνα με την διακήρυξη, την Αναθέτουσα Αρχή του διαγωνισμού και της συμβάσεως. Η εν λόγω ανώνυμη εταιρία (“ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε.”) ιδρύθηκε από τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδας (εφεξής ΟΣΕ) δυνάμει των διατάξεων της περ. στ` της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.δ/τος 674/1970 (ΦΕΚ 192 Α`), η οποία προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2366/1995 (ΦΕΚ 256 Α`) Στο δε τέταρτο εδάφιο της εν λόγω περ. στ` της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.δ. 674/1970, ως ετροποποιήθη, ρητώς αναφέρεται ότι οι ιδρυόμενες από τον ΟΣΕ, δυνάμει αυτής, επιχειρήσεις, διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν για τους Οργανισμούς ή τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Με τα δεδομένα αυτά, η εταιρία “ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε.”, περιλαμβανομένη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα δυνάμει ειδικής διατάξεως νόμου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, εμπίπτει στην, κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3021/ 2002, έννοια του ευρύτερου δημόσιου τομέα και, συνεπώς, οι καταρτιζόμενες από αυτήν ως Αναθέτουσα Αρχή συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, αξίας άνω των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, εμπίπτουν στην έννοια των δημοσίων συμβάσεων της αυτής διατάξεως και, άρα, στις διατάξεις του ν. 3021/2002. Επομένως, προκειμένου να είναι επιτρεπτή η υπογραφή της επίμαχης συμβάσεως, η εν λόγω εταιρία όφειλε, όπως και έπραξε, να ζητήσει από το ΕΣΡ την έκδοση πιστοποιητικού περί μη συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του άρθρου 3 του αυτού ν. 3021/2002, πάντοτε σε σχέση με την εταιρία “…”, το δε ΕΣΡ αρμοδίως, από της πλευράς αυτής, εξέδωσε το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό.
12. Επειδή, ο ν. 3021/2002 δεν περιέχει μεταβατικές διατάξεις σχετικά με την έναρξη ισχύος των άρθρων 2 και 3 αυτού. Συνεπώς, κατ` αρθρ. 12 παρ. 2 του εν λόγω ν. 3021/2002, η ισχύς των σχετικών διατάξεων αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου στην ΕΤΚ (19.6.2002). Ως εκ τούτου, και δεδομένου ότι στο νόμο δεν ορίζεται άλλως, το ΕΣΡ όταν εκδίδει πιστοποιητικό, κατ` αρθρ. 4 του αυτού ν. 3021/2002, πρέπει, κατά την εκ μέρους του εξακρίβωση, αν συντρέχουν ή όχι, σε σχέση με συγκεκριμένο ανάδοχο, ασυμβίβαστες ιδιότητες, στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η μεν απόφαση περί κατακυρώσεως των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού (ή περί απ` ευθείας αναθέσεως, αν συντρέχει τέτοια περίπτωση) έχει εκδοθεί προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 3021/2002 (19.6.2002), το ίδιο δε καλείται να αποφανθεί μετά την ημερομηνία αυτή, να εφαρμόζει τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3021/ 2002. Νομίμως, συνεπώς, το ΕΣΡ στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την οποία, ναι μεν η κατακυρωτική πράξη του επιδίκου διαγωνισμού εξεδόθη τον Μάιο του 2002, πλην το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό εξεδόθη στις 30.10.2002 (μετά δηλ. τις 19.6.2002), έκρινε αν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες με ανάδοχο δημοσίας συμβάσεως ιδιότητες στο πρόσωπο βασικού μετόχου, μέλους οργάνου διοίκησης ή διευθυντικού στελέχους της εταιρίας “Π. Α.Ε.” επί τη βάσει των οριζομένων στο άρθρα 2 και 3 του ν. 3021/ 2002 και όχι επί τη βάσει του προϊσχύσαντος, σχετικώς με το θέμα αυτό, καθεστώτος, δηλαδή των διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 2328/1995 και 2 παρ. 6 του ν. 2644/1998. Είναι, επομένως, απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των παρεμβαινόντων ότι έπρεπε να έχουν εφαρμοσθεί οι τελευταίες αυτές διατάξεις, εφόσον η κατακυρωτική απόφαση είχε εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3021/2002, ως και ότι, αν είχε εφαρμοσθεί το ορθό νομοθετικό καθεστώς (δηλ. το προϊσχύσαν), δεν θα παρεκωλύετο, ούτως ή άλλως, η υπογραφή της επίμαχης συμβάσεως από την εταιρία “…”, εφόσον ο Γ. Σ. υιός του Κ.Σ., βασικού μετόχου της εταιρίας “….”, ως απλό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των εταιριών “…”, που εκδίδουν τις εφημερίδες “…”, δεν κατείχε, σύμφωνα με το ως άνω προϊσχύσαν καθεστώς (άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2328/1995 και 2 παρ. 6 του ν. 2644/1998) ασυμβίβαστη ιδιότητα και, έτσι, δεν εχρειάζετο καθόλου ο τελευταίος να αποδείξει την οικονομική του αυτοτέλεια, σε σχέση με τον πρώτο, ενώ υπό το, μη νομίμως, κατά τον αυτό ισχυρισμό, εφαρμοσθέν καθεστώς των διατάξεων του ν. 3021/2002 ο προαναφερθείς Κ.Σ., εκλήθη να αποδείξει την οικονομική του αυτοτέλεια, σε σχέση με τον ως άνω Γ.Σ., αφού η ιδιότητα του ως διευθυντικού στελέχους των εταιριών “…” και “…” εμπίπτει στις ασυμβίβαστες ιδιότητες των εν λόγω διατάξεων.
13. Επειδή, οι παρατεθείσες σε προηγούμενη σκέψη, διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α` και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002 ορίζουν, ότι, ως προς τους συζύγους και συγγενείς ιδιοκτήτη, βασικού, μετόχου κ.λπ. επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης, εισάγεται, μαχητό τεκμήριο οικονομικής εξαρτήσεως από τον ως άνω ιδιοκτήτη, βασικό μέτοχο κ.λπ. Εφόσον δε οι εν λόγω σύζυγοι ή συγγενείς αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια, σε σχέση με τον ιδιοκτήτη, βασικό μέτοχο κ.λπ. της επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης, ούτε καταλαμβάνονται από την απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, ούτε θεωρείται ότι συντρέχει στο πρόσωπο τους ασυμβίβαστη ιδιότητα. Εν προκειμένω, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται, ότι η προσβαλλόμενη πράξη εξεδόθη κατά παράβαση των οριζομένων
στο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι μη νομίμως εξεδόθη το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό περί μη συνδρομής ασυμβιβάστων ιδιοτήτων για την εταιρία “… ΑΕ”, εφόσον βασικός μέτοχος της και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου είναι ο Κ.Σ. Ο τελευταίος είναι συγγενής σε ευθεία γραμμή πρώτου βαθμού (πατέρας) του Γ.Σ., ο οποίος είναι μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας “… ΑΕ” καθώς και της εταιρίας “… ΑΕ”. Η δεύτερη δε από τις ανωτέρω εταιρίες είναι βασικός μέτοχος της πρώτης, η οποία εκδίδει την ημερήσια εφημερίδα “…” καθώς επίσης και την “…”. Εκ των ανωτέρω δε προκύπτει, κατά την αιτούσα, ότι μη νομίμως κρίθηκε από το ΕΣΡ, με την έκδοση του προσβαλλόμενου πιστοποιητικού, ότι ήταν δυνατή η ανάθεση του επίμαχου έργου και η σύναψη της σχετικής συμβάσεως με την εταιρία “…”. Συναφώς δε η αιτούσα προβάλλει ότι ο ν. 3021/2002, θεσπίζοντας με τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 παρ. 2, ως προϋπόθεση για την συνδρομή ασυμβίβαστης ιδιότητας και την απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, προκειμένου για τους συζύγους και συγγενείς των βασικών μετόχων κ.λπ. των αναφερομένων στο νόμο επιχειρήσεων, την αδυναμία τους να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια έναντι αυτών και εισάγοντας, κατ` αυτόν
τον τρόπο, μαχητό τεκμήριο οικονομικής εξαρτήσεως, περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της συνταγματικής διατάξεως, η οποία δεν θέτει τέτοιες προϋποθέσεις. Συνεπώς, κατά το μέρος αυτό, οι σχετικές ρυθμίσεις του ν. 3021/2002, κατά την αιτούσα, δεν είναι σύμφωνες με το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος.
14. Επειδή, τόσο από την διατύπωση της, παρατεθείσης σε προηγούμενη σκέψη, διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, όσο και από τις οικείες συζητήσεις ενώπιον της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων προκύπτει ότι αυτή θεσπίσθηκε προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια της όλης οικονομικής λειτουργίας του κράτους και προς αποτροπή του κινδύνου αθέμιτης επιρροής από τα μέσα ενημέρωσης στην διαδικασία της αναθέσεως των δημοσίων έργων προμηθειών και υπηρεσιών. Με την ρύθμιση αυτή επιδιώκεται η αποτροπή της δημιουργίας συνθηκών, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο άσκησης τέτοιας αθέμιτης επιρροής, βλαπτικής για το δημόσιο συμφέρον. Για την εξυπηρέτηση των προαναφερθέντων στόχων και προκειμένου να αποτρέψει τέτοιου είδους διακινδυνεύσεις ο συνταγματικός νομοθέτης όρισε ότι η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης
μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η επιλογή του όρου “ασυμβίβαστη ιδιότητα”, όρου περιλαμβάνοντος δύο λέξεις με σαφή και αναμφισβήτητη έννοια, δεν είναι άνευ σημασίας. Σημαίνει ότι, εξ αυτού τούτου του Συντάγματος, καθιερώνεται ένα απόλυτο κώλυμα για τους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται, υπό τις ειδικότερες, περαιτέρω, διακρίσεις που θέτει η ανωτέρω συνταγματική διάταξη, στον ένα εκ των ως άνω τομέων επιχειρηματικής δραστηριότητας, να δραστηριοποιούνται και στον άλλο, το συνταγματικώς δε θεσπισθέν αυτό κώλυμα ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί βεβαίως να το άρει και δεν έχει περιθώριο θεσπίσεως ρυθμίσεων, επί τη βάσει της εξουσιοδοτήσεως, που του παρέχεται με το τελευταίο εδάφιο της διατάξεως αυτής, σε σχέση ειδικά με το ποιο ακριβώς περιεχόμενο έχει ο όρος “ασυμβίβαστη ιδιότητα”, να τον προσδιορίσει, δηλαδή, με τέτοιο τρόπο, ώστε στην πράξη η ιδιότητα που το Σύνταγμα θέλησε να είναι ασυμβίβαστη, να καταστεί τελικά “συμβατή”. [Πρβλ., μεταξύ άλλων, για το ζήτημα αυτό της αμέσου εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντ., την αγόρευση του γενικού εισηγητή της πλειοψηφίας στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής (πρακτικό συνεδρίασης της 13.9.2000, σ. 197, 202)]. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ο κοινός νομοθέτης έχει εξουσία μόνο να θεσπίσει τις ειδικότερες ρυθμίσεις προς συμπλήρωση του όλου συστήματος των κανόνων που θέτει το Σύνταγμα, οι οποίες δεν μπορούν, όπως είναι αυτονόητο, να ανατρέψουν ή να καταστήσουν ανενενεργείς τις σαφείς συνταγματικές ρυθμίσεις και απαγορεύσεις, οφείλει δε, επιπλέον, σύμφωνα με το γράμμα του τελευταίου εδαφίου της διατάξεως αυτής, να προβλέψει τρόπους αποτελεσματικού ελέγχου και εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων της ως άνω συνταγματικής διατάξεως. Έτσι, το μόνο που παραμένει προς ρύθμιση από τον κοινό νομοθέτη, σε ό,τι αφορά στην ως άνω διάταξη, είναι ο προσδιορισμός των απαραιτήτων για την εφαρμογή των συνταγματικών επιταγών λεπτομερειών (π.χ. ο προσδιορισμός του όρου “βασικός μέτοχος”, ή ο καθορισμός του βαθμού συγγενείας μεταξύ στελεχών επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης και στελεχών επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε διαδικασίες για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων, ο οποίος πρέπει να συντρέχει στην περίπτωση του έκτου εδαφίου της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως), του είδους και της διαβάθμισης των κυρώσεων (οι οποίες είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωτικές), καθώς και των οργάνων, που θα αποφανθούν σχετικά με τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο των εμπλεκομένων επιχειρηματιών των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων. Επομένως, δεν μπορεί, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σε καμία περίπτωση, να ανατεθεί δημόσια σύμβαση σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης και σε επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν ως ιδιοκτήτες, βασικούς μετόχους, εταίρους ή διευθυντικά στελέχη, πρόσωπα, τα οποία φέρουν κάποια απ` αυτές τις ιδιότητες σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης. Επίσης, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, δεν μπορεί να ανατεθεί δημόσια σύμβαση σε επιχειρήσεις, των οποίων ιδιοκτήτες, βασικοί μέτοχοι, εταίροι κ.λπ. είναι συγγενείς ή παρένθετα πρόσωπα ιδιοκτητών, βασικών μετοχών και εταίρων επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, αν τα στελέχη αυτά των διαγωνιζομένων επιχειρήσεων δεν μπορέσουν να αποδείξουν ότι ενεργούν για δικό τους λογαριασμό και, συνεπώς, δεν είναι παρένθετα πρόσωπα στελεχών επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, όπως εκτίθεται αναλυτικότερα στην επόμενη σκέψη. Συνεπώς, εάν διαγωνιζόμενη σε διαδικασία αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως επιχείρηση έχει ως βασικό μέτοχο άτομο, το οποίο είναι ταυτόχρονα και βασικός μέτοχος επιχείρησης μέσων ενημέρωσης, δεν μπορεί η εν λόγω επιχείρηση να ανταποδείξει, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν άσκησε αθέμιτη παρέμβαση στην διαδικασία αναθέσεως της συγκεκριμένης συμβάσεως και να ζητήσει να της ανατεθεί η εκτέλεση της επίμαχης συμβάσεως, παρά την σύμπτωση των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων στο πρόσωπο του βασικού της μετόχου. Το μόνο το οποίο θα μπορούσε επιτρεπτώς να αμφισβητήσει στην συγκεκριμένη αυτή περίπτωση η διαγωνιζόμενη επιχείρηση, ενώπιον του ασκούντος τον σχετικό έλεγχο ΕΣΡ, θα ήταν να ισχυριστεί ότι το συγκεκριμένο άτομο κατά πλάνη περί τα πράγματα θεωρήθηκε βασικός μέτοχος αυτής της ιδίας ή της περί ης ο λόγος επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης, διότι δεν κατέχει το απαιτούμενο εκ του νόμου ποσοστό του μετοχικού της κεφαλαίου. Επίσης, η εν λόγω διαγωνιζόμενη επιχείρηση θα μπορούσε να προβάλλει ότι, κατά πλάνη περί τα πράγματα, θεωρήθηκε ότι η επιχείρηση, βασικός μέτοχος της οποίας είναι και δικός της βασικός μέτοχος, είναι επιχείρηση μέσων ενημέρωσης, διότι πρόκειται περί επιχειρήσεως, εκδιδούσης αποκλειστικώς και μόνον εξειδικευμένα επιστημονικά περιοδικά. Οι προαναφερθείσες όμως περιπτώσεις δεν συνιστούν περιπτώσεις κάμψεως της συνταγματικής απαγορεύσεως, της τιθεμένης με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, αλλά απλώς περιπτώσεις, στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι, κατά πλάνη περί τα πράγματα, είχαν κριθεί ως εμπίπτοντες στο ρυθμιστικό της πεδίο. Υπό την αντίθετη εκδοχή, υπό την εκδοχή, δηλαδή, ότι η ασυμβίβαστη αυτή ιδιότητα δεν είναι απόλυτη, κατά την αντίληψη του συνταγματικού νομοθέτη, ο δε κοινός νομοθέτης έχει την ευχέρεια να ορίσει τον τρόπο, με τον οποίο μπορεί να δοθεί περιεχόμενο στην ιδιότητα αυτή, καθώς και ότι μπορεί ακόμη να προβλέψει περιπτώσεις κάμψεως του εν λόγω ασυμβιβάστου, θα παρεβιάζετο το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος και θα κατεστρατηγείτο ο σκοπός, για τον οποίο θεσπίστηκε. Το αναπόφευκτο συμπέρασμα μίας τέτοιας εκδοχής θα ισοδυναμούσε με την παραδοχή ότι η συνταγματική διάταξη δεν θεσπίσθηκε για να ορίσει κάτι συγκεκριμένο, αλλά ότι συνιστά απλώς την διατύπωση ευχής προς καθιέρωση σχετικών ρυθμίσεων από τον κοινό νομοθέτη, ο οποίος θα παρέμενε ελεύθερος να ανατρέψει, μέσω των λεπτομερειακών ρυθμίσεων που θα θεσπίσει, στην ουσία τους, τις συνταγματικές επιταγές. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει, με την διάταξη του τελευταίου εδαφίου της πιο πάνω διατάξεως, στον κοινό νομοθέτη τον προσδιορισμό των κυρώσεων, που θα πρέπει να επιβάλλονται, σε περίπτωση παραβιάσεως των συνταγματικών επιταγών, ορίζοντας ότι η απαγόρευση συνάψεως συμβάσεως ή η ακύρωση της ήδη συναφθείσης είναι μία εκ των πολλών δυνατών κυρώσεων, ο κοινός νομοθέτης οφείλει, πάντως, να θεσπίσει κυρώσεις, οι οποίες θα είναι αρκούντως αποτρεπτικές για τους επιχειρηματίες, τους δραστηριοποιούμενους στους δύο κρίσιμους τομείς, με την έννοια ότι θα τους αποτρέπουν αποτελεσματικά από το να επιχειρήσουν την παραβίαση της συνταγματικής απαγορεύσεως, για την οποία γίνεται λόγος, ή να την καταστρατηγήσουν. Είναι δε ιδιαίτερα διαφωτιστικό επί του προκειμένου το γεγονός, ότι και ο ίδιος ο κοινός νομοθέτης έτσι αντελήφθη την συνταγματική επιταγή προς θέσπιση των κυρώσεων, αφού και με τους τρεις μέχρι σήμερα εκδοθέντες εκτελεστικούς του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος νόμους (δηλαδή τον ν. 3021/2002, τον ν. 3310/2005 και τον 3414/2005), ανεξαρτήτως δε των διαφορών που υπάρχουν στους νόμους αυτούς, σε ό,τι αφορά στις επιμέρους ρυθμίσεις τους, προέβλεψε, ότι σε περίπτωση παραβιάσεως του ασυμβιβάστου της ιδιότητας του πέμπτου εδαφίου του προαναφερθέντος άρθρου, υπό τις ειδικότερες, βεβαίως, ρυθμίσεις του καθενός εκ των προμνησθέντων νομοθετημάτων, η κύρωση θα είναι η απαγόρευση σύναψης της συμβάσεως ή η ακύρωση της τυχόν συναφθείσης. Τέλος, το γεγονός ότι με το άρθρο 5 παρ. 1 και 3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματοςκατοχυρώνονται το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και της συμμετοχής του καθενός στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, καθώς και η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, κατά την θέσπιση περιορισμών στα ατομικά δικαιώματα, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η, ισόκυρη με αυτές, διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος (διάταξη η οποία είναι επιπλέον και ειδική διάταξη, σε σχέση με τις άλλες δύο, θεσπισθείσα επί τούτου από τον συνταγματικό νομοθέτη, προκειμένου να καταστούν δυνατοί περιορισμοί στην οικονομική και επιχειρηματική ελευθερία των επιχειρηματιών, των δραστηριοποιουμένων στους τομείς των μέσων ενημέρωσης και των δημοσίων συμβάσεων, οι οποίοι, άλλως, θα ήσαν συνταγματικώς ανεπίτρεπτοι) μπορεί να ερμηνευθεί, υπό το φως των οριζομένων σε αυτές, με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να καταστεί κενή περιεχομένου ή να ανατρέπεται το σαφές γράμμα της και οι, ομοίως, σαφείς στόχοι τους.
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι …….., προς την γνώμη των οποίων ετάχθη και ο Πάρεδρος ….., οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: Η ως άνω συνταγματική πρόβλεψη αποβλέπει σε δύο ταυτοχρόνως σκοπούς: Την εξασφάλιση της ουσιώδους για την λειτουργία της δημοκρατίας, πολυφωνίας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στην διαφάνεια της διαδικασίας αναθέσεως των δημοσίων συμβάσεων. Προς τον σκοπό αυτό, απαγγέλλει το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του ιδιοκτήτη κ.λπ. της επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης με εκείνη του ιδιοκτήτη κ.λπ. επιχειρήσεως που αναλαμβάνει δημόσια έργα, προμήθειες ή υπηρεσίες. Η συνταγματική αυτή διάταξη, όπως και κάθε άλλη διάταξη, μάλιστα δε όταν τείνει σε περιορισμό κατοχυρωμένων από το Σύνταγμα δικαιωμάτων, ερμηνεύεται πάντοτε ενόψει και του σκοπού της, κατά τρόπο ώστε η διδομένη ερμηνεία της να εναρμονίζεται με το πεδίο εφαρμογής και των λοιπών συνταγματικών διατάξεων. Η επιβαλλόμενη, επομένως, τελολογική και συστηματική ερμηνεία της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως υπαγορεύει στον νομοθέτη του εκτελεστικού της νόμου να προβλέψει τις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος να μετάσχει στην διαδικασία αναλήψεως δημοσίου έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας που εμπίπτει κατ` αρχάς στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω συνταγματικής απαγορεύσεως, θα μπορεί, κατά περίπτωση, να ανταποδείξει ότι δεν εμπίπτει στην απαγόρευση, είτε διότι η ασκούμενη από αυτόν επιχείρηση μέσων ενημέρωσης δεν μπορεί, λόγω του είδους της, να ασκήσει επιρροή στην λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, είτε διότι η συμμετοχή του στις αντίστοιχες επιχειρήσεις και των δύο κατηγοριών δεν αρκεί, ώστε να του εξασφαλίσει τον πραγματικό έλεγχο ή την άσκηση αποφασιστικής επιρροής σε αυτές. Το Σύνταγμα, επομένως, δεν εισάγει εν, προκειμένω άκαμπτο σύστημα αμάχητων τεκμηρίων, αλλά ένα εναρμονιζόμενο με τις λοιπές διατάξεις του και σύμφωνο προς τον σκοπό της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως σύστημα μαχητού τεκμηρίου απαγορεύσεως συνάψεως των εν λόγω συμβάσεων.
Τέλος, ο Σύμβουλος Δ. ………. υπεστήριξε την εξής γνώμη: Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), το κοινοτικό δίκαιο, πρωτογενές ή παράγωγο, υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης, αδιακρίτως, του εθνικού δικαίου των κρατών – μελών, έστω, δηλαδή, και αν πρόκειται για διάταξη συνταγματικού επιπέδου. Ως εκ τούτου, ο εθνικός δικαστής, όταν συντρέχει η εφαρμογή κανόνων του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου και ανακύπτει ζήτημα αντίθεσης τους, οφείλει να ερμηνεύσει τις εθνικές διατάξεις υπό το φως του κοινοτικού δικαίου, επιδιώκοντας, στο μέτρο του δυνατού, μία εναρμονισμένη με τους κοινοτικούς κανόνες ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Εξ άλλου, το συνταγματικό έρεισμα για την προσχώρηση της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, και την, εν συνεχεία, συμμετοχή της στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος. Η, βάσει όμως των συνταγματικών αυτών διατάξεων και μάλιστα χάριν “σπουδαίου εθνικού συμφέροντος”, όπως ρητώς ορίζεται, αναγνώριση στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρμοδιοτήτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η, κατά περιορισμόν της εθνικής κυριαρχίας, θέσπιση κανόνων δικαίου, συνεπάγεται, αναγκαίος, κατά λογική ακολουθία, και τη διασφάλιση της εφαρμογής στην εσωτερική έννομη τάξη των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, στην παραγωγή των οποίων, άλλωστε, συμπράττει και η Ελλάδα ως κράτος – μέλος. Η έννοια αυτή των διατάξεων του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος επιβεβαιώθηκε πλήρως στην συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, με την προσθήκη υπό το άρθρο αυτό, ερμηνευτικής δήλωσης, σύμφωνα με την οποία “Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για την συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης”. Η απρόσκοπτη όμως συμμετοχή της Ελλάδας στις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που συνιστά πλέον ένα διακηρυγμένο από το συνταγματικό νομοθέτη εθνικό σκοπό, προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, την ανεμπόδιστη εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη, που άλλωστε αποτελεί και ανειλημμένη υποχρέωση της Χώρας, ως κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά συνέπεια, αλλά εν όψει και της προβλεπόμενης, αποκλειστικά στο άρθρο 110 του Συντάγματος, αυστηρής και με σοβαρούς χρονικούς περιορισμούς, διαδικασίας αναθεώρησης του, όταν ανακύπτει ζήτημα αντίθεσης συνταγματικών διατάξεων και διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, από τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν αυθεντικά από τον αναθεωρητικό νομοθέτη, επιβάλλεται η σύγκρουση αυτή να αίρεται με μία σύμφωνη, κατά το δυνατόν, με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος. Τούτο άλλωστε, αποτελεί και την δεδηλωμένη βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη, όπως προκύπτει από τη συζήτηση στη Ζ` Αναθεωρητική Βουλή επί της ερμηνευτικής δήλωσης υπό το άρθρο 28 του Συντάγματος (βλ. Πρακτικά Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, συνεδρίαση ΡΙΔ` – 14.2.2001 πρωί – σελ. 4851 επόμ. και ιδίως σελ. 4857 και 4859). Συνεπώς και δεδομένου ότι εν προκειμένω, πρώτον, σύμφωνα με όσα γίνονται περαιτέρω δεκτά, ανακύπτει ζήτημα ενδεχόμενης σύγκρουσης διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος και του εκτελεστικού του ν. 3021/2002 αφενός και των διατάξεων της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ αφετέρου, και το Δικαστήριο κρίνει ότι, λόγω ευλόγων αμφιβολιών, ως προς το κύρος και την έννοια των διατάξεων της οδηγίας, επιβάλλεται να διατυπωθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ και δεύτερον ότι έχουν δημοσιευθεί άλλοι δύο εκτελεστικοί των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος νόμοι, με ουσιωδώς διαφορετικές, όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τον αρχικό ν. 3021/2002, ρυθμίσεις (ν. 3310/2005 και ν. 3414/2005), το Συμβούλιο της Επικρατείας, η Ολομέλεια του οποίου άλλωστε προβαίνει για πρώτη φορά σε ερμηνεία του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, πρέπει να επιφυλαχθεί να ερμηνεύσει τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, κατά τρόπο σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο, μετά την απάντηση του ΔΕΚ επί του προδικαστικού ερωτήματος για την έννοια και το κύρος των κρισίμων διατάξεων της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, ζητώντας από το ΔΕΚ να αποφανθεί εάν εθνικές ρυθμίσεις, όπως εκείνες, όχι του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, αλλά του εφαρμοστέου στην κρινόμενη υπόθεση εκτελεστικού του ν. 3021/2002 είναι συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο. Είναι δε οπωσδήποτε δυνατή μία ερμηνεία του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος σύμφωνη με τις κρίσιμες, εν προκειμένω, κοινοτικές διατάξεις, με την έννοια που αποδίδεται σ` αυτές σε επόμενες σκέψεις, εν όψει ιδίως, όπως εκτίθεται στην συνέχεια, της διατύπωσης, της ευρείας ευχέρειας που παρέχεται στον κοινό νομοθέτη για την εξειδίκευση και συμπλήρωση των διατάξεων του, αλλά επί πλέον και της δεδηλωμένης, κατά τη συζήτηση στη Ζ` Αναθεωρητική Βουλή επί του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, βούλησης του αναθεωρητικού νομοθέτη για την ανάγκη εναρμονισμένης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας των διατάξεων του εν λόγω άρθρου [βλ. Πρακτικά Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, συνεδρίαση ΡΖ` (7.2.2001) πρωί, σελ. 4578 επόμ., ειδικώς για τις διατάξεις του άρθρου αυτού, τη δευτερολογία του Γενικού Εισηγητή της πλειοψηφίας]. Άλλωστε, με τον ήδη ισχύοντα ν. 3414/2005, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική του έκθεση, τροποποιείται ύστερα από διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο προηγούμενος ν. 3310/2005, προκειμένου “να διασφαλισθεί η συμβατότητα των διατάξεων του προς τους κανόνες της κοινοτικής έννομης τάξης και παράλληλα να τηρηθούν οι επιταγές του Ελληνικού Συντάγματος”. Πράγματι με τις διατάξεις των τριών τελευταίων εδαφίων της παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος εξαγγέλλεται μεν το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης με την ιδιότητα του
ιδιοκτήτη, εταίρου, βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών, ασυμβίβαστο το οποίο, όπως ορίζεται, καταλαμβάνει και τα “παρένθετα πρόσωπα”, με το τελευταίο όμως εδάφιο της παρ. 9 του αυτού άρθρου 14 του Συντάγματος παρέχεται η εξουσιοδότηση στον κοινό νομοθέτη να ορίσει “τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγουμένων εδαφίων”. Σύμφωνα, συνεπώς, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 9, το Σύνταγμα αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την εξουσία να προβεί, με την θέσπιση “των ειδικότερων ρυθμίσεων”, στην αναγκαία, για την εφαρμογή του καθιερούμενου ασυμβίβαστου, εξειδίκευση και συμπλήρωση των χρησιμοποιουμένων στις διατάξεις αυτές αορίστων εννοιών, καθορίζοντας το ακριβές πεδίο εφαρμογής τους, τις προϋποθέσεις, καθώς και τις συνέπειες του ασυμβιβάστου. Συγκεκριμένα, στον κοινό νομοθέτη απόκειται, να προσδιορίσει ιδίως τις έννοιες της επιχείρησης μέσων ενημέρωσης, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των δημοσίων συμβάσεων (καθώς και την αξία των συμβάσεων που καταλαμβάνονται από το ασυμβίβαστο), του βασικού μετόχου, διευθυντικού στελέχους, των παρενθέτων προσώπων (εν όψει και της ενδεικτικής αναφοράς του Συντάγματος σ` αυτά), καθώς επίσης και τον βαθμό συγγενείας, αλλά και τους όρους υπό τους οποίους οι συγγενείς και ον σύζυγοι μπορεί να θεωρηθούν παρένθετα πρόσωπα. Επίσης, στον κοινό νομοθέτη ανατίθεται η, επίσης, απαραίτητη για την εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, πρόβλεψη των οργάνων, της διαδικασίας ελέγχου τήρησης του ασυμβιβάστου, των εγγυήσεων αποτροπής πιθανών καταστρατηγήσεων, καθώς και των επιβαλλομένων κυρώσεων, σε περίπτωση παραβίασης του ασυμβιβάστου. Από τα προεκτεθέντα σαφώς προκύπτουν τα εξής: Πρώτον, οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος, δεν είναι δεκτικές άμεσης εφαρμογής, καθόσον η εφαρμογή τους προϋποθέτει αναγκαίως την έκδοση του προβλεπομένου εκτελεστικού νόμου. Δεύτερον, από το Σύνταγμα δεν επιβάλλεται ως κυρωτική συνέπεια, σε περίπτωση παραβίασης του ασυμβιβάστου, η απαγόρευση σύναψης ή η ακύρωση της ήδη συναφθείσης σύμβασης, αφού εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να επιλέξει τις, κατά την εκτίμηση του, κατάλληλες κυρώσεις, οι οποίες, κατά την ρητή διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος, “μπορεί να φθάνουν μέχρι… και την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης”. Ιδιαιτέρως διαφωτιστική, κατά τούτο, είναι η αντιπαραβολή με τη διάταξη του τελευταίου
εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 57 του Συντάγματος που προβλέπει τα βουλευτικά ασυμβίβαστα, η οποία, σε αντίθεση με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος, ορίζει η ίδια ευθέως, ως συνέπεια της παραβίασης των διατάξεων για τα ασυμβίβαστα των βουλευτών, την έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα και την “ακυρότητα των σχετικών συμβάσεων ή πράξεων, όπως νόμος ορίζει”. Τρίτον, οι διατάξεις, συνεπώς, του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος παρέχουν στον κοινό νομοθέτη ευρεία ευχέρεια κατά τη θέσπιση των αναγκαίων για την εφαρμογή τους “ειδικότερων ρυθμίσεων”, με τις οποίες θα καθορίζει τους, κατά την εκτίμηση του, πλέον πρόσφορους όρους τόσο για τη συνδρομή του ασυμβιβάστου, όσο και για τις συνέπειες της παραβίασης του, εν όψει των εξελισσόμενων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και των πολιτικών του εκτιμήσεων, καθώς και των υποχρεώσεων της Χώρας ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, οι, σε εκτέλεση των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, εκδοθέντες τρεις εκτελεστικοί νόμοι έχουν ουσιώδεις διαφορές, όσον αφορά στις θεσπιζόμενες με αυτούς “ειδικότερες ρυθμίσεις”. Ενδεικτικά επισημαίνονται οι εξής κρίσιμες ρυθμίσεις: Δημόσιες συμβάσεις, που εμπίπτουν στο ασυμβίβαστο είναι, κατά μεν το ν. 3021/2002, εκείνες των οποίων η αξία υπερβαίνει τα 250.000 ευρώ, κατά δε τον ν. 3310/2005 και τον ν. 3414/2005, εκείνες των οποίων η αξία ή το οικονομικό αντάλλαγμα υπερβαίνει το 1.000.000 ευρώ. Επιχείρηση μέσων ενημέρωσης είναι εκείνη, η οποία έχει ως δραστηριότητα, μεταξύ άλλων, κατά μεν το ν. 3021/2002, την έκδοση ή εκτύπωση εφημερίδων ή περιοδικών, κατά δε τον ν. 3310/2005, την έκδοση, εκτύπωση ή διανομή εφημερίδων ή περιοδικών, ενώ κατά το ν. 3414/2005, μόνο την έκδοση εφημερίδων ή περιοδικών. Βασικός μέτοχος είναι, μεταξύ άλλων, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι κύριος αριθμού μετοχών, που αντιστοιχεί ως ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου τουλάχιστον κατά το ν. 3021/2002, στο 5%, κατά δε τον ν. 3310/2005 και τον ν. 3414/2005 στο 1 %. Παρένθετα πρόσωπα θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι συγγενείς εκ πλαγίου, κατά μεν το ν. 3021/2002, μέχρι και τετάρτου βαθμού, ενώ κατά τον ν. 3310/2005 και τον ν. 3414/2005 μέχρι τρίτου βαθμού. Σύμφωνα με τον ν. 3021/2002 και τον ν. 3310/2005 (άρθρα 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1, αντιστοίχως), απαγορεύεται η σύναψη δημοσίων συμβάσεων και με τους εταίρους, τους βασικούς μετόχους, τα μέλη των
οργάνων διοίκησης και τα διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, καθώς και τα παρένθετα πρόσωπα, ενώ, κατά το ν. 3414/2005, το ασυμβίβαστο των ανωτέρω ιδιοτήτων, καθώς και η απαγόρευση σύναψης συμβάσεων, ισχύει μόνον εφόσον αποδειχθεί με οριστική δικαστική απόφαση (με ισχύ δεδικασμένου) ότι συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού εξ αιτίας ενεργητικής διαφθοράς, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 1 εδ. β` της οδηγίας 2004/18/ΕΚ της 31.3.2004, όπως η περίπτωση αυτή ορίζεται στο άρθρο 3 της Πράξης του Συμβουλίου της 26.5.1997 (αρθρ. 3 και 4). Είναι προφανές ότι με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3021/2002 (όπως και των άλλων δύο εκτελεστικών του Συντάγματος νόμων) δεν ρυθμίζονται λεπτομέρειες, αλλά θεσπίζονται ιδιαιτέρως σημαντικές και κρίσιμες για την εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος ρυθμίσεις, αφού με αυτές καθορίζεται, κατά συνταγματική εξουσιοδότηση, το ακριβές πεδίο εφαρμογής, οι όροι και οι συνέπειες του ασυμβιβάστου. Δεδομένου, πάντως, ότι σκοπός των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος είναι η αποτροπή, όχι βεβαίως κάθε επιρροής, των μέσων ενημέρωσης στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας, η οποία είναι, άλλωστε, σύμφυτη με το ρόλο των μέσων αυτών στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες, αλλά μόνον της αθέμιτης επιρροής με σκοπό τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, στον κοινό νομοθέτη, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων παρέχεται η ευχέρεια να εξαρτήσει το ασυμβίβαστο και την απαγόρευση της σύναψης σύμβασης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης και από προηγούμενη καταδικαστική απόφαση, με την οποία θα διαπιστώνεται η τέλεση αξιόποινης πράξης, με σκοπό την άσκηση αθέμιτης επιρροής σε υπαλλήλους της αναθέτουσας αρχής για τη σύναψη συγκεκριμένης σύμβασης, όπως προβλέπεται ήδη στον ισχύοντα ν. 3414/2005. Η έννοια αυτή των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, προκύπτει όχι μόνο από την, κατά τα εκτεθέντα, διατύπωση, αλλά και από τη συστηματική ερμηνεία των διατάξεων αυτών με τις θεμελιώδεις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 5 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα του καθενός στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, καθώς και με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, που επιτάσσει το σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας κατά τη θέσπιση περιορισμών στα ατομικά δικαιώματα. Επιβάλλεται δε, πάντως, από την απορρέουσα, από το άρθρο 28 του Συντάγματος και την, υπό το άρθρο αυτό, ερμηνευτική δήλωση, υποχρέωση εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, που αποτελεί, άλλωστε, και την εκπεφρασμένη βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη κατά τις συζητήσεις στην Ζ` Αναθεωρητική Βουλή, τόσον ειδικώς επί του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, όσον και γενικώς επί του άρθρου 28 αυτού.
15. Επειδή, ο συνταγματικός νομοθέτης, θέλοντας να εξασφαλίσει ότι οι επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης δεν θα ασκούν αθέμιτη επιρροή στην διαδικασία αναθέσεως των δημοσίων συμβάσεων, δεν περιορίστηκε να ορίσει ότι η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου, εταίρου και διευθυντικού στελέχους επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου, εταίρου και διευθυντικού στελέχους επιχειρήσεως που συνάπτει με το Δημόσιο συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. Θέλησε επιπλέον να αποτρέψει την άσκηση τέτοιας αθέμιτης επιρροής και από τα κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα των ιδιοκτητών, βασικών μετόχων, εταίρων και διευθυντικών στελεχών των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης. Η άσκηση αθέμιτης επιρροής από τα πιο πάνω παρένθετα πρόσωπα πρέπει, κατά την ρητή βούληση του συνταγματικού νομοθέτη, να έχει τα ιδία αποτελέσματα, που έχει η ύπαρξη των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων στους ίδιους τους ιδιοκτήτες, βασικούς μετόχους κ.λπ. των επιχειρήσεων, που συμμετέχουν στις διαδικασίες αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων και πρέπει να συνεπάγεται τις αυτές κυρώσεις. Ως τέτοια παρένθετα πρόσωπα αναφέρονται, στο έκτο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος, οι σύζυγοι, οι συγγενείς και τα οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρίες. Ο συνταγματικός νομοθέτης έδωσε την έμφαση στην έννοια του παρενθέτου προσώπου, θέλοντας να αποτρέψει την εμφάνιση περιπτώσεων, πρόσωπο το οποίο φέρει μία ιδιότητα, να μην αναπτύσσει αυτοτελή δράση, αλλά να καλύπτει στην πραγματικότητα τα συμφέροντα ενός τρίτου προσώπου, για λογαριασμό του οποίου και ενεργεί. Ενεργεί δε ως παρένθετο πρόσωπο, κατά την έννοια της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, εκείνο το πρόσωπο, το οποίο ασκεί μία δραστηριότητα ή κατέχει μία ιδιότητα στο όνομα του, στην πραγματικότητα, όμως, ενεργεί για λογαριασμό, ή καθ` υπόδειξη, ή κατ` εντολή κάποιου άλλου προσώπου, με το οποίο το συνδέει μία εσωτερική συμφωνία και το οποίο κατευθύνει τις ενέργειες του. Ο συντακτικός νομοθέτης θεσπίζει μεν τεκμήριο ότι τα εις το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος αναφερόμενα πρόσωπα (σύζυγοι, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρίες) λειτουργούν, κατ` αρχήν, ως παρένθετα πρόσωπα, εν σχέσει προς τους ιδιοκτήτες, βασικούς μετόχους, εταίρους και διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, πλην το τεκμήριο τούτο θεσπίζεται ως μαχητό, υπό την έννοια ότι στα ως άνω μνημονευόμενα πρόσωπα παρέχεται η δυνατότητα να ανταποδείξουν ότι ενεργούν, στην προκείμενη περίπτωση, αυτοτελώς και για ίδιο λογαριασμό, ασκούντες την περί ης πρόκειται δραστηριότητα (σύναψη με το Δημόσιο συμβάσεως έργου, προμήθειας, ή υπηρεσιών) αποκλειστικώς προς ίδιον συμφέρον, χωρίς να απαιτείται τα πρόσωπα αυτά να ισχυρισθούν και να αποδείξουν, πράγμα, άλλωστε, αδύνατον, την ανυπαρξία σχέσεως εντολής ή εσωτερικής συμφωνίας προς τον ιδιοκτήτη, βασικό μέτοχο κ.λπ. μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι ………., προς την γνώμη των οποίων ετάχθη και ο Πάρεδρος Α. …., οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: Ο συνταγματικός νομοθέτης σκοπίμως και μετά λόγου γνώσεως έκανε χρήση του όρου συγγενείς στο το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος, στο οποίο γίνεται αναφορά στα παρένθετα πρόσωπα. Ο όρος συγγενείς είναι όρος σαφής και έννοια ικανή να προσδιορισθεί με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας. Είναι επίσης νομική έννοια του αστικού δικαίου με μακρόχρονη παραδοχή, ως προς το περιεχόμενο της. Εκτιμώντας, δηλαδή, ότι στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα, μεταξύ συγγενών δημιουργούνται ιδιότυπες σχέσεις εξαρτήσεως, οι οποίες δεν έχουν μόνο οικονομικό χαρακτήρα, αλλά στηρίζονται σε διάφορους κοινωνικούς, ακόμη και ψυχολογικούς, παράγοντες, ως εκ τούτου δε προσλαμβάνουν την μορφή ατύπων σχέσεων επηρεασμού, οι οποίες είναι ιδιαιτέρως δυσαπόδεικτες, ο συνταγματικός νομοθέτης προτίμησε να υπαγάγει αυτοδικαίως τους συζύγους και τους συγγενείς στην κατηγορία των παρενθέτων προσώπων, προκειμένου αυτοί να καταλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση από την θεσπιζόμενη απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και το ασυμβίβαστο. Στο πλαίσιο αυτό θεσπίστηκε ο συζυγικός και συγγενικός δεσμός ως αυτοτελής περίπτωση παρενθέτως δρώντων προσώπων. Είναι, δηλαδή, τα προαναφερθέντα πρόσωπα παρένθετα, ως εκ της συγγενείας τους, αυτής καθ’ εαυτήν. Επομένως, το τεκμήριο ότι οι συγγενείς (μέχρι του βαθμού που εντός των πλαισίων της ερμηνευομένης συνταγματικής διατάξεως θα προσδιορίσει επιτρεπτώς ο κοινός νομοθέτης) στελεχών επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης είναι παρένθετα αυτών πρόσωπα είναι αμάχητο και δεν είναι νοητό, κατά την έννοια της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως, να τους δίδεται η δυνατότητα ανταποδείξεως, ότι, παρά την συγγένεια τους αυτή, λειτούργησαν ως παρένθετα πρόσωπα.
Περαιτέρω, οι Σύμβουλοι …….. και ο Πάρεδρος ……. υπεστήριξαν την εξής γνώμη: Κατά την ως άνω συνταγματική διάταξη, πέραν της συγγενείας και η οικονομική εξάρτηση αποτελεί αυτοτελή περίπτωση λειτουργίας κάποιου προσώπου ως παρενθέτου άλλου. Η οικονομική, δηλαδή, εξάρτηση ενός προσώπου από άλλο είναι, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μορφή παρένθετης λειτουργίας αυτού. Πρόκειται, ειδικότερα, για την περίπτωση, κατά την οποία ένα πρόσωπο, ακριβώς επειδή θέλει να εξυπηρετήσει κοινά οικονομικά συμφέροντα, λειτουργεί ως παρένθετο κάποιου άλλου, ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι μεταξύ τους σχετική εσωτερική συμφωνία. Η υιοθέτηση εξ άλλου ως στοιχείου, επί τη βάσει του οποίου πρόσωπο, οικονομικώς εξηρτημένο από στέλεχος επιχείρησης μέσων ενημέρωσης (και για το οποίο ισχύει, συνεπώς, κατ’ αρχήν, το τεκμήριο, ότι λειτουργεί ως παρένθετο του στελέχους αυτού πρόσωπο) μπορεί να ανταποδείξει ότι δεν λειτουργεί ως παρένθετο πρόσωπο, το ότι το εν λόγω πρόσωπο ασκεί την όποια κρίσιμη δραστηριότητα του αυτοτελώς, για ίδιο λογαριασμό και προς ίδιο συμφέρον, καθιστά δυσχερή την αποτελεσματική επίτευξη των στόχων, τους οποίους επιδιώκει η ανωτέρω συνταγματική διάταξη. Τούτο, δε διότι η υιοθέτηση του κριτηρίου αυτού θα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια, πρόσωπο προδήλως και πασιφανώς εξαρτώμενο οικονομικώς από στέλεχος επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης, να μπορεί, αυτό το ίδιο, ως επιχειρηματίας (ή επιχείρηση της οποίας είναι στέλεχος), να αναλάβει την εκτέλεση δημοσίας συμβάσεως με απλή δήλωση του ότι η όποια δραστηριότητα του διεξάγεται αυτοτελώς, για ίδιο λογαριασμόν και προς ίδιον συμφέρον. Μία τέτοια δήλωση θα εδέσμευε αναγκαστικά την αρμόδια ελεγκτική αρχή, στην οποία και θα μετακυλίονταν πλέον αναγκαίως το βάρος της αποδείξεως του, λίαν δυσχερώς αποδεικνυομένου, γεγονότος, ότι το εν λόγω, οικονομικώς εξηρτημένο πρόσωπο, παρά την ως άνω δήλωση του, δεν λειτουργεί αυτοτελώς, διότι το συνδέει με το στέλεχος της επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης εσωτερική συμφωνία με συνέπεια να ενεργεί κατ` εντολή του και καθ` υπόδειξη του.
Περαιτέρω, ο Σύμβουλος Δ. …… υπεστήριξε την εξής ειδικότερη γνώμη: Το άρθρο 14 παρ. 9 εδάφιο έκτο του Συντάγματος προβλέπει ότι το ασυμβίβαστο καταλαμβάνει και “κάθε είδους” παρένθετα πρόσωπα, αρκούμενο, κατά τα λοιπά, στην ενδεικτική μόνον αναφορά των συζύγων, των συγγενών και των οικονομικά εξηρτημένων ατόμων ή εταιριών ως κατηγοριών παρενθέτων προσώπων. Εν όψει αυτού και δεδομένου ότι, σύμφωνα με την διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος, με νόμο θα θεσπισθούν οι “ειδικότερες ρυθμίσεις”, με τις οποίες θα γίνει η αναγκαία, για την εφαρμογή του ασυμβιβάστου, εξειδίκευση και συμπλήρωση των συνταγματικών προβλέψεων, κατά το Σύνταγμα, στον κοινό νομοθέτη απόκειται, με την έκδοση του εκτελεστικού νόμου, να προσδιορίσει ειδικότερα, μεταξύ άλλων, την έννοια των παρενθέτων προσώπων και των οικονομικά εξηρτημένων ατόμων και εταιριών, το βαθμό συγγενείας και τους λοιπούς όρους, υπό τους οποίους συντρέχει το ασυμβίβαστο, καθώς επίσης να προβλέψει και άλλες, ενδεχομένως, κατηγορίες παρενθέτων προσώπων, πέραν, δηλαδή, των ενδεικτικώς αναφερομένων στο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 6 και 7, 2 παρ. 2α και 3 παρ. 2 του εκτελεστικού του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος ν. 3021/2002, παρένθετα πρόσωπα αποτελούν όχι μόνον τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για συζύγους, συγγενείς ή τρίτα πρόσωπα (φυσικά ή νομικά), ενεργούν, βάσει γενικής ή ειδικής συμφωνίας, για λογαριασμό ή καθ` υπόδειξη ή εντολή άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου με ασυμβίβαστη ιδιότητα, εφόσον τούτο ήθελε αποδειχθεί κατά την ενώπιον του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως διαδικασία ελέγχου, αλλά σε κάθε περίπτωση, χωρίς, δηλαδή, να απαιτείται να αποδειχθεί ότι ενεργούν ως παρένθετα, κατά την ανωτέρω έννοια, πρόσωπα και τα οικονομικά εξαρτημένα πρόσωπα (φυσικά ή νομικά), δηλαδή τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία, σύμφωνα με την πρόβλεψη του κοινού νομοθέτη, δεν διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια, σε σχέση με τα πρόσωπα που κατέχουν ασυμβίβαστη ιδιότητα. Περαιτέρω δε, ειδικώς, και μόνον ως προς τους συζύγους και τους συγγενείς προσώπων με ασυμβίβαστη ιδιότητα, με την παρ. 2 περ. α` του άρθρου 2 του ν. 3021/2002, εισάγεται
μαχητό τεκμήριο υπέρ της ύπαρξης οικονομικής εξάρτησης των συζύγων και συγγενών, οι οποίοι φέρουν και το βάρος της ανατροπής του τεκμηρίου αυτού. Οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 3021/2002 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσκρούουν στο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος, κατ` εξουσιοδότηση του οποίου έχουν θεσπισθεί. Τούτο δε διότι η ουσιαστική εκτίμηση του κοινού νομοθέτη ότι το πρόσωπο, το οποίο δεν διαθέτει, έναντι προσώπων με ασυμβίβαστη ιδιότητα, οικονομική αυτοτέλεια, αποτελεί πάντοτε, άνευ άλλου, παρένθετο πρόσωπο, καθόσον, λόγω της οικονομικής εξάρτησης, προφανώς υπάρχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό του ως παρενθέτου προσώπου, δεν μπορεί, κατά κοινή πείρα, να θεωρηθεί εσφαλμένη, μάλιστα δε προδήλως, όπως απαιτείται κατά τον ασκούμενο οριακό δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων (βλ. και παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 3310/2005 στην αρχική της διατύπωση, αλλά και όπως ισχύει, μετά την αναρίθμηση σε παρ. 9 και τροποποίηση της με το άρθρο 2 παρ. 10 και 11 του ν. 3414/2005). Κατά τα λοιπά δε, η θέσπιση μαχητού τεκμηρίου υπέρ της οικονομικής εξάρτησης των συζύγων ή συγγενών, είναι ασφαλώς δικαιολογημένη, λόγω της ειδικής προσωπικής σχέσης αυτών με πρόσωπα που κατέχουν ασυμβίβαστη ιδιότητα.
Τέλος, ο Σύμβουλος ……, υπεστήριξε την γνώμη ότι το ζήτημα εάν πρόσωπο οικονομικά εξηρτημένο από άλλο, κατά την έννοια του έκτου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος, είναι σε κάθε περίπτωση παρένθετο, κατά την έννοια της αυτής πάντοτε συνταγματικής διατάξεως, ή μπορεί να ανταποδείξει ότι, παρά την οικονομική του αυτή εξάρτηση, δεν ενήργησε ως παρένθετο, δεν χρειάζεται να επιλυθεί στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον σ` αυτήν τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας των εφαρμοσθεισών σε αυτήν διατάξεων νόμου (αρθρ. 1 παρ. 6 και 7 και αρθρ. 2 παρ. 2 περ. α` και β` και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002), διατάξεων, δηλαδή, οι οποίες προβλέπουν ως αυτοτελή περίπτωση παρενθέτως
δρώντος προσώπου την περίπτωση που πρόσωπο εξαρτάται οικονομικώς από άλλο, διαχωρίζουν δε την περίπτωση αυτή σαφώς από την περίπτωση που κάποιο πρόσωπο δρα ως εν στενή εννοία παρένθετο, ενώ, τέλος, προβλέπουν ότι δεν αποκλείονται από την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων επιχειρήσεις, συμμετέχουσες σε σχετικές διαδικασίες αναθέσεως, των οποίων ιδιοκτήτες, βασικοί μέτοχοι, εταίροι κ.λπ. είναι συγγενείς ιδιοκτητών, βασικών μετόχων, εταίρων κ.λπ. επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, αν αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει οικονομική εξάρτηση μεταξύ των προαναφερθέντων συγγενών.
16. Επειδή, με βάση τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, ως προς την έννοια της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 περ. α` και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002, κατά το μέρος που με αυτές ορίζεται ότι οι συγγενείς ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου κ.λπ. επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης δεν λογίζονται ως παρένθετα αυτών πρόσωπα, αν αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια, σε σχέση με τα προαναφερθέντα στελέχη επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης, αντίκεινται στην προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη. Τούτο διότι υιοθετείται από αυτές ως στοιχείο, επί τη βάσει του οποίου συγγενής στελέχους επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης μπορεί να ανταποδείξει, ότι δεν λειτουργεί ως παρένθετο του στελέχους αυτού πρόσωπο, η
εκ μέρους του απόδειξη του γεγονότος, ότι διαθέτει έναντι αυτού οικονομική αυτοτέλεια, ενώ, κατά τα προλεχθέντα, το μόνο αποδεκτό, κατά το άρθρο 14 παρ. 9 εδάφιο έκτο του Συντάγματος, στοιχείο, για την ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου της λειτουργίας κάποιου προσώπου, εκ των μνημονευομένων στην διάταξη αυτή, ως παρενθέτων, είναι η απόδειξη, ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση το, τεκμαιρόμενο ως παρένθετο άλλου, πρόσωπο ενήργησε αυτοτελώς, για ίδιο λογαριασμό και προς το ίδιο συμφέρον.
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι ………., οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: Από τις διατάξεις του ν. 3021/2002 και, ειδικότερα, τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 περ. α` και β` και 3 παρ. 2, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 του αυτού ν. 3021/2002, κατά την οποία παρένθετα πρόσωπα νοούνται “τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία είναι οικονομικά εξαρτημένα ή ενεργούν βάσει γενικής ή ειδικής συμφωνίας, για λογαριασμό ή καθ` υπόδειξη ή εντολή άλλου προσώπου”, προκύπτει ότι το ασυμβίβαστο και η απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, καθώς και με τους εταίρους, τους βασικούς μετόχους, τα μέλη των οργάνων διοίκησης και τα διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων αυτών, καταλαμβάνει ως παρένθετα πρόσωπα, τους συζύγους και τους συγγενείς των ανωτέρω φυσικών προσώπων, όχι μόνον όταν οι σύζυγοι και οι συγγενείς δεν μπορούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια, σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά, αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε αποδειχθεί ότι οι σύζυγοι και συγγενείς, μολονότι οικονομικά ανεξάρτητοι, ενεργούν, σε συγκεκριμένη περίπτωση “βάσει γενικής ή ειδικής συμφωνίας, για λογαριασμό ή καθ` υπόδειξη ή εντολή” προσώπου με ασυμβίβαστη ιδιότητα (αρθρ. 3 παρ. 1 και 2). Τούτο δε διότι τόσο η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 του ν. 3021/2002, όσο και εκείνη του άρθρου 2 παρ. 2 περ. β` αναφέρονται σε παρένθετα, χωρίς καμία διάκριση, πρόσωπα, δηλαδή αδιαφόρως εάν πρόκειται για τρίτα πρόσωπα ή εάν πρόκειται για συζύγους ή συγγενείς προσώπων με ασυμβίβαστη ιδιότητα και, συνεπώς, δεν εξαιρούνται από το ασυμβίβαστο οι σύζυγοι ή συγγενείς, αν αποδειχθεί ότι, κατά τη σύναψη των επίμαχων δημοσίων συμβάσεων, ενεργούν βάσει γενικής ή ειδικής συμφωνίας για λογαριασμό ή καθ` υπόδειξη ή εντολή προσώπου με ασυμβίβαστη ιδιότητα. Εξ άλλου, με τη διάταξη της παρ. 1 περ. α` του άρθρου 2 του ίδιου ν. 3021/ 2002 θεσπίζεται απλώς μαχητό τεκμήριο υπέρ της ύπαρξης οικονομικής εξάρτησης των συζύγων ή συγγενών προσώπων με ασυμβίβαστη ιδιότητα από τα εν λόγω πρόσωπα, το βάρος της ανατροπής του οποίου φέρουν, κατά τον νόμον, οι σύζυγοι ή συγγενείς. Προφανώς η διάταξη αυτή δεν έχει την έννοια ότι οι συγγενείς ή σύζυγοι αποτελούν παρένθετα πρόσωπα, καλυπτόμενα από το ασυμβίβαστο, μόνον στην περίπτωση κατά την οποία δεν μπορούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια. Η ερμηνεία αυτή, που στηρίζεται στην διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, ενισχύεται επί πλέον και από την εισηγητική έκθεση του ν. 3021/2002, στην οποία αναφέρονται τα εξής: “Στους ίδιους περιορισμούς για τα παρένθετα πρόσωπα εντάσσονται τόσο οι συγγενείς, όσο και οι σύζυγοι των προσώπων, τα οποία σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου εμπίπτουν στην απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης (άρθρα 2 παρ. 2 περ. α` και 3 παρ. 2). Συγκεκριμένα, οι σύζυγοι και οι συγγενείς (σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι του τετάρτου βαθμού) δεν θεωρούνται αυτοδικαίως παρένθετα πρόσωπα, αλλά μόνον εάν είναι οικονομικά εξαρτημένοι ή ενεργούν για λογαριασμό ή με βάση τις εντολές ή τις υποδείξεις του συζύγου ή των συγγενών τους. Αντίθετη εκδοχή θα σήμαινε αποδοχή αντιλήψεων περί “οικογενειακής ευθύνης” η οποία αποτελεί απαρχαιωμένο νομικό θεσμό και δεν έχει θέση σε ένα σύγχρονο νομοθέτημα…”. Συνεπώς, οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 περ. α` και β` και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002 δεν αντίκεινται στο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος.
17. Επειδή, στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από τον αποσταλέντα από το ΕΣΡ στο Δικαστήριο φάκελο της υποθέσεως (από 24.10.2002 έγγραφο του Αντιπροέδρου του ΕΣΡ προς την εταιρία “ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ”), συνομολογείται δε και από την παρεμβαίνουσα, ο Κ.Σ. είναι βασικός μέτοχος της απορροφηθείσης από την ήδη παρεμβαίνουσα εταιρίας “Ι. ΑΕ”, η οποία αναδείχθη ανάδοχος του έργου, στον διαγωνισμό που προκήρυξε η εταιρία “ΕΡΓΑ ΟΣΕ” για την εκτέλεση του έργου “Κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων για την υποδομή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου – Κιάτου” και για την οποία ζήτησε η εν λόγω αναθέτουσα αρχή από το ΕΣΡ να εκδώσει πιστοποιητικό μη συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, κατά τα οριζόμενα στο ν. 3021/2002. Υιός του προαναφερθέντος Κ.Σ. είναι ο Γ.Σ., ο οποίος είναι μέλος του ΔΣ της εταιρίας “…”, καθώς και της εταιρίας “…”. Η δεύτερη δε από τις ανωτέρω εταιρίες είναι βασικός μέτοχος της πρώτης, η οποία εκδίδει την ημερήσια εφημερίδα “…” καθώς και την εφημερίδα “…”. Όπως προκύπτει, περαιτέρω, από το προαναφερθέν έγγραφο του Αντιπροέδρου του ΕΣΡ, το οποίο συμπληρώνει την αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως, το ΕΣΡ εδέχθη ότι δεν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες των άρθρων 2 και 3 του ν. 3021/2002 στο πρόσωπο του Κ.Σ., και, επομένως, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να προχωρήσει στην υπογραφή της συμβάσεως με την παρεμβαίνουσα εταιρία, της οποίας αυτός είναι βασικός μέτοχος, διότι ο Γ.Σ. είναι οικονομικώς αυτοτελής έναντι του πατέρα του.
18. Επειδή, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος (εδάφιο πέμπτο), ως επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης νοούνται οι επιχειρήσεις, οι οποίες εκδίδουν εφημερίδες ή περιοδικά και οι επιχειρήσεις, οι οποίες κατέχουν άδεια λειτουργίας τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού σταθμού, υπό την προϋπόθεση ότι τόσο οι εν λόγω εφημερίδες και τα εν λόγω περιοδικά, όσο και οι εκπομπές των εν λόγω ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών ασκούν, ως εκ της ύλης τους και του περιεχομένου τους, επιρροή στον πολιτικό προσανατολισμό της κοινής γνώμης. Σε κάθε πάντως περίπτωση, οι επιχειρήσεις “…” και “…”, οι οποίες εκδίδουν την ημερήσια πολιτική εφημερίδα “…” είναι επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, κατά την έννοια της ως άνω συνταγματικής διατάξεως καθώς και του εκτελεστικού της νόμου (3021/ 2002) και, επομένως, ορθώς προχώρησε από την πλευρά αυτή, σε κατ` αρχήν κρίση το ΕΣΡ, σχετικά με το αν ο Κ.Σ. είναι παρένθετο πρόσωπο του υιού του Γ.Σ. Ο Σύμβουλος Δ. ……… διετύπωσε επί του προκειμένου ζητήματος την εξής ειδικότερη γνώμη: Το Σύνταγμα, στο άρθρο 14 παρ. 9, δεν δίνει τον ορισμό των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, αλλά εξουσιοδοτεί, τον κοινό νομοθέτη να προβεί, με την θέσπιση των “ειδικότερων ρυθμίσεων”, στην αναγκαία, για την εφαρμογή των συνταγματικών διατάξεων, εξειδίκευση του όρου αυτού, καθώς και των άλλων χρησιμοποιούμενων στις διατάξεις της παραγράφου αυτής αορίστων εννοιών (όπως βασικός μέτοχος, παρένθετα πρόσωπα, οικονομικά εξαρτημένα άτομα και εταιρίες, διευθυντικά στελέχη κ.λπ.). Πράγματι δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του εκτελεστικού του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος ν. 3021/2002, ορίζεται ότι ως επιχείρηση μέσων ενημέρωσης νοείται επιχείρηση, της οποίας η λειτουργία υπάγεται στη δικαιοδοσία του ελληνικού κράτους και η οποία έχει ως δραστηριότητα, αποκλειστική ή μη: α) την έκδοση ή εκτύπωση εφημερίδων ή περιοδικών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, ή εντύπων εκπαιδευτικού ή επιστημονικού χαρακτήρα… ή β) την εγκατάσταση και λειτουργία ή τη διαχείριση τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης λήψης ή την παροχή ή τη διαχείριση συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών… ή γ) την εγκατάσταση και λειτουργία ή τη διαχείριση ραδιοφωνικού σταθμού ελεύθερης λήψης ή την παροχή ή τη διαχείριση συνδρομητικών ραδιοφωνικών υπηρεσιών… ή δ) την παροχή μέσω του διαδικτύου υπηρεσιών οπτικοακουστικού περιεχομένου, εφόσον το περιεχόμενο αυτό έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και ειδικότερα περιλαμβάνει, κατά το πρότυπο των έντυπων εφημερίδων, ειδήσεις για πολιτικό ή κοινωνικό ή οικονομικό ή πολιτιστικό ή αθλητικό γεγονότα και εκδηλώσεις…”. Ενόψει συνεπώς αυτών, οι προαναφερόμενες ανώνυμες εταιρίες, οι οποίες έχουν ως δραστηριότητα την έκδοση ημερήσιας πολιτικής εφημερίδας αποτελούν, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. Α` του εκτελεστικού του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος ν. 3021/2002, επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης.
19. Επειδή, με βάση τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώθηκε ότι δεν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 2 και 3 του ν. 3021/2002 στο πρόσωπο βασικού μετόχου, μέλους οργάνου διοίκησης ή διευθυντικού στελέχους της παρεμβαινούσης εταιρίας, επί τη βάσει των αντισυνταγματικών, κατά τα ανωτέρω, διατάξεων του ν. 3021/2002, οι οποίες προβλέπουν ότι συγγενής στελέχους επιχειρήσεως μέσων ενημερώσεως δεν είναι παρένθετο πρόσωπον, αν αποδείξει την οικονομική του αυτοτέλεια, ενώ ο μόνος συνταγματικώς αποδεκτός τρόπος ανταποδείξεως, που διαθέτει πρόσωπο, τεκμαιρόμενο ότι λειτουργεί ως παρένθετο, για να αποδείξει ότι δεν είναι εν τοις πράγμασι τέτοιο, είναι η εκ μέρους του προσώπου αυτού απόδειξη ότι η δραστηριότητα του διεξάγεται αυτοτελώς, για ίδιο λογαριασμό και προς εξυπηρέτηση του δικού του συμφέροντος. Με τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση, θα ήταν, κατ` αρχήν, ακυρωτέα, κατ` αποδοχή σχετικού λόγου ακυρώσεως, προβαλλομένου, καθ` ερμηνεία του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως.
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. ……….. και Γ. ……, οι οποίοι υπεστήριξαν την γνώμη ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν θα ήταν για το λόγο αυτό ακυρωτέα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 περ. α` και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002 δεν προσκρούουν στο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος, καθ’ όσον, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών του ν. 3021/2002, η θεσπιζόμενη με αυτές απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων καταλαμβάνει και τους συγγενείς προσώπων με ασυμβίβαστη ιδιότητα, όχι μόνον όταν αυτοί δεν μπορούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια, σε σχέση με τα εν λόγω πρόσωπα, αλλά και στην περίπτωση στην οποία ήθελε αποδειχθεί ότι οι συγγενείς, μολονότι οικονομικά αυτοτελείς, ενεργούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, βάσει γενικής ή ειδικής εντολή των συγγενικών τους προσώπων, τα οποία έχουν ασυμβίβαστη ιδιότητα.
20. Επειδή, ναι μεν σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση πράξη θα έπρεπε να ακυρωθεί, διότι εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 περ. α` και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002, οι οποίες είναι αντίθετες με το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος, για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν, το Δικαστήριο όμως οφείλει, περαιτέρω, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν οι διατάξεις του εθνικού δικαίου, που διέπουν την υπό κρίση υπόθεση και το οποίο απαγορεύει την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως έργων σε επιχείρηση, της οποίας ιδιοκτήτης, βασικός μέτοχος κ.λπ. είναι συγγενής ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου κ.λπ. επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης, σε περίπτωση που ο εν λόγω συγγενής δεν καταφέρει να αποδείξει ότι δεν είναι παρένθετο πρόσωπο του εν λόγω στελέχους της επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης, είναι συμβατοί με άλλους, μη εσωτερικούς, κανόνες δικαίου. Είναι δε λυσιτελής η διερεύνηση του ζητήματος αυτού στην παρούσα υπόθεση, διότι εάν ο προαναφερθείς εθνικός κανόνας δικαίου προσκρούει σε άλλους κανόνες, τούτο θα είχε, ενδεχομένως, ως συνέπεια ο κανόνας αυτός να μην είναι εφαρμοστέος στην υπό κρίση υπόθεση, με περαιτέρω συνέπεια να ισχύσει, πλέον, ο κανόνας της ελευθερίας συμμετοχής σε διαδικασίες για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων και της ακώλυτης διεκδίκησης της ανάθεσης της, ακόμη και για επιχειρήσεις, οι οποίες (όπως η παρεμβαίνουσα στην υπό κρίση υπόθεση εταιρία) έχουν ως βασικό μέτοχο πρόσωπο, το οποίο είναι συγγενής διευθυντικού στελέχους επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης, χωρίς το εν λόγω στέλεχος της επιχειρήσεως, που διεκδικεί την ανάθεση της δημοσίας συμβάσεως, να υποχρεούται να αποδεικνύει, ότι δεν λειτουργεί ως παρένθετο πρόσωπο του συγγενικού του προσώπου, το οποίο είναι στέλεχος επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης. Αν αντιθέτως, το παρόν Δικαστήριο προχωρήσει στην ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως, σύμφωνα με τα κριθέντα στην προηγούμενη σκέψη και εκδώσει οριστική απόφαση με το περιεχόμενο αυτό, τότε η Διοίκηση, η οποία θα επανέλθει μετ` ακύρωση, θα είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει τις αυτές διατάξεις του ν. 3021/2002, χωρίς την αντισυνταγματική παρεμβολή του κριτηρίου της οικονομικής αυτοτέλειας, ως στοιχείου, αποδεικνύοντος ότι ο βασικός μέτοχος της παρεμβαινούσης εταιρίας δεν λειτουργεί ως παρένθετο πρόσωπο του συγγενούς του, διευθυντικού στελέχους της επιχειρήσεως που εκδίδει την εφημερίδα “…”. Μπορεί δε, περαιτέρω, η Διοίκηση, κρίνουσα εκ νέου την υπόθεση, σύμφωνα με την ορθή ερμηνεία της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, να διαπιστώσει, ότι δεν είναι επιτρεπτή η ανάθεση της εκτελέσεως της ενδίκου δημοσίας συμβάσεως έργων στην παρεμβαίνουσα, διότι ο εν λόγω βασικός μέτοχος δεν κατάφερε να αποδείξει ότι λειτουργεί δι` ίδιον λογαριασμόν. Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή το αποτέλεσμα μιας τέτοιας κρίσεως της Διοικήσεως θα είναι, η παρεμβαίνουσα να αποκλεισθεί οριστικά από την ανάθεση της περί ης ο λόγος συμβάσεως δημοσίων έργων. Εξ άλλου, ενόψει του γεγονότος ότι, το ζήτημα του συμβατού των κανόνων του εσωτερικού δικαίου, των διεπόντων την υπό κρίση υπόθεση, σε σχέση με διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, έχει παραπεμφθεί, προς επίλυση, ενώπιον της παρούσης Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η κρίση αυτής, με την οποία θα ακυρώνονταν η προσβαλλόμενη πράξη, με βάση δικανικό συλλογισμό, ο οποίος θα περιείχε τις ως άνω, εφαρμοσθείσες, όπως ερμηνεύθηκαν σε προηγούμενες σκέψεις, διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, χωρίς περαιτέρω έρευνα του συμβατού των διατάξεων αυτών προς άλλους μη εθνικούς κανόνες δικαίου, θα ισοδυναμούσε με υιοθέτηση, εκ μέρους της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, απόψεως που είχε διατυπωθεί στην παραπεμπτική απόφαση και σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις αυτές του εσωτερικού δικαίου (συμπεριλαμβανομένης και της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος) είναι συμβατές με τους ως άνω μη εθνικούς κανόνες δικαίου και είναι οι τελικώς εφαρμοστέες στην υπό κρίση υπόθεση διατάξεις. Θα ήταν δε, περαιτέρω, αντίθετη, τουλάχιστον, προς την αρχή της οικονομίας της δίκης η άποψη, η οποία θα υπεστήριξε ότι το ζήτημα του συμβατού του εφαρμοσθέντος εθνικού κανονιστικού πλαισίου με μη εθνικούς κανόνες δικαίου δεν πρέπει να τεθεί στην παρούσα φάση, ως παρέλκον, εφ’ όσον ο αιτών ικανοποιείται στην φάση αυτή πλήρως με την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπάρχει δε πάντα η δυνατότητα να εξετασθεί το ζήτημα αυτό του κύρους εφαρμοσθέντος κανόνος δικαίου σε μελλοντική δίκη, επ’ ευκαιρία νέας δικαστικής αμφισβητήσεως που θα μπορούσε να προκληθεί, σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, ανάλογα, δηλαδή, με το αν η Διοίκηση, εφαρμόζουσα την απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία θα ακυρώνονταν η προσβαλλόμενη πράξη, θα χορηγούσε ή όχι τελικά το οικείο πιστοποιητικό στην παρεμβαίνουσα εταιρία. Επομένως, το ζήτημα, αν οι εφαρμοσθέντες στην υπόθεση εθνικοί κανόνες δικαίου δεν είναι συμβατοί προς άλλους – μη εθνικούς – κανόνες δικαίου, επιβάλλεται για τους προαναφερθέντες λόγους να εξετασθεί.
Ο Σύμβουλος Δ. …… υπεστήριξε επί του προκειμένου ζητήματος την εξής ειδικότερη γνώμη: Όταν ανακύπτει ζήτημα μη συμβατότητας κανόνων του εθνικού δικαίου προς κοινοτικούς κανόνες, πρέπει, κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, αλλά και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά από τον αναθεωρητικό νομοθέτη, αυτή να αίρεται με μία εναρμονισμένη, κατά το δυνατόν, προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία των εθνικών διατάξεων, έστω και αν πρόκειται για διατάξεις συνταγματικές. Ως εκ τούτου, εφ’ όσον, εν προκειμένω, τίθεται πράγματι ζήτημα μη συμβατότητας κανόνων του εσωτερικού δικαίου και κοινοτικών κανόνων, επιβάλλεται να αποσταλεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ για την έννοια των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου μετά την απόφαση του ΔΕΚ να επιδιωχθεί μία σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία των κρισίμων διατάξεων, οι οποίες εν προκειμένω έτυχαν εφαρμογής.
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι ………., προς την γνώμη των οποίων ετάχθη και ο Πάρεδρος ……, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη: Εφόσον το Δικαστήριο δέχτηκε ήδη την αντίθεση, κατά το κρίσιμο μέρος, του ν. 3021/2002, προς το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος, η προσβαλλόμενη πράξη, που στηρίζεται σε αντίθετη προς το Σύνταγμα ερμηνευτική εκδοχή του νόμου, είναι, εκ του λόγου αυτού, μη νόμιμη και ακυρωτέα, παρέλκει δε, προς το παρόν, η εξέταση οποιουδήποτε σχετικού προς την έννοια του κοινοτικού δικαίου ζητήματος (πρβλ. ΣΕ Ολομ. 3633/2004). Τούτο δε διότι, μετά την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως για τον ανωτέρω λόγο, ο μεν αιτών ικανοποιείται πλήρως στο ενώπιον του Δικαστηρίου αίτημα του για παροχή έννομης προστασίας, η δε υπόθεση αναπέμπεται στην εκδούσα αρχή, προκειμένου αυτή να εξετάσει εκ νέου το ζήτημα χορηγήσεως ή μη του οικείου πιστοποιητικού. Προ, δε, της εκ νέου αποφάνσεως της αρχής αυτής επί του ζητήματος, με βάση διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς, είναι πρόωρη η εξέταση του ζητήματος ενδεχομένης, άδηλης ακόμη, βλάβης της παρεμβαίνουσας εταιρίας, απορρέουσας από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι η παρεμβαίνουσα εταιρία δεν είχε υποβάλει αίτημα χορηγήσεως πιστοποιητικού βάσει του κοινοτικού δικαίου, αλλ’ αίτημα χορηγήσεως του, βάσει του κριθέντος ως αντισυνταγματικού, κατά το μέρος που τον αφορά, νόμου. Εξ άλλου, η υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξετάσεως ζητήματος κοινοτικού δικαίου δεν εξικνείται, πάντως, μέχρι του σημείου να καθίσταται υποχρεωτική η εξέταση ζητημάτων, που δεν είναι πλέον ή δεν είναι ακόμη κρίσιμα για την επίλυση της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αγομένης διαφοράς. Είναι δε αυτονόητο ότι δεν γεννάται δεδικασμένο για το κύρος του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου από μη ρητώς αντιμετωπιζόμενο και μη επιλυόμενο ζήτημα συμφωνίας του κανόνα αυτού προς άλλο μη εθνικό κανόνα δικαίου, όταν μάλιστα το Δικαστήριο κρίνει ρητώς ότι στο παρόν στάδιο της δίκης, ένεκα του λόγου, για τον οποίο χωρεί η ακύρωση, παρέλκει, προς το παρόν, η εξέταση του ζητήματος αυτού.
21. Επειδή, περαιτέρω, ενόψει των εκτεθέντων στην προηγούμενη σκέψη, το Δικαστήριο κρίνει, ότι πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα, αν συντρέχει περίπτωση να διατυπωθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ., ως προς συμβατό των εφαρμοσθεισών στην υπό κρίση υπόθεση εθνικών διατάξεων, σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο υποστηρίχθηκαν οι εξής απόψεις.
Οι Σύμβουλοι Γ………….. και Γ…………. υπεστήριξαν ότι δεν είναι καν νοητή η διατύπωση προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν διάταξη επιτακτικού χαρακτήρος του ελληνικού Συντάγματος (όπως είναι η επίμαχη) είναι συμβατή, κατά το περιεχόμενο της, με διάταξη του πρωτογενούς ή του παραγώγου κοινοτικού δικαίου. Τούτο δε διότι, ο Έλληνας δικαστής (ειδικότερα δε το Συμβούλιο της Επικρατείας), του οποίου η ύπαρξη και οι εξουσίες προβλέπονται από το Σύνταγμα, δεν είναι δυνατόν, αυτονοήτως, αλλά και δυνάμει των άρθρων 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος, να θέσει υπό αμφισβήτηση την ισχύ διατάξεων αυτού, μάλιστα δε επιτακτικού χαρακτήρα (πρβλ. και την ακροτελεύτια διάταξη, άρθρο 120 παρ. 4 αυτού: “η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων…”), δεδομένου μάλιστα ότι από τις διατάξεις του Συντάγματος δεν συνάγεται ότι τούτο αναγνωρίζει άλλα κείμενα ως υπερτέρας έναντι αυτού ισχύος. Πιο συγκεκριμένα, με το άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος προεβλέφθη η δυνατότητα αναγνωρίσεως με πλειοψηφία τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, σε όργανα διεθνών οργανισμών, βάσει συνθήκης ή συμφωνίας, της εξουσίας ασκήσεως αρμοδιοτήτων, οι οποίες ανήκουν, κατά το Σύνταγμα, στα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας, για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον. Εξ άλλου, στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου 28 του Συντάγματος ορίστηκε ότι η Ελλάδα μπορεί να προβεί, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς, ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας. Με ερμηνευτική δε δήλωση που προσετέθη μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίστηκε ότι το άρθρο 28 του Συντάγματος αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Με βάση το άρθρο 28 του Συντάγματος ψηφίστηκε από την Βουλή ο ν. 945/1979 (ΦΕΚ 170 Α`), με το άρθρο 1 του οποίου κυρώθηκαν οι συμφωνίες προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας και στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα. Σύμφωνα με την εν λόγω πράξη προσχωρήσεως, η Ελληνική Δημοκρατία δεσμεύεται από τις διατάξεις της εν λόγω πράξεως προσχωρήσεως και των αρχικών Συνθηκών περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, όπως τροποποιήθηκαν με τα προσαρτημένα σ` αυτές παραρτήματα, πράξεις, πρωτόκολλα και δηλώσεις. Το σύνολο των διατάξεων τούτων αποτελεί από 1ης Ιανουαρίου 1981 και εφεξής μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και οι διατάξεις αυτές κατισχύουν κάθε μεταγενεστέρας αντιθέτου διατάξεως νόμου (πρβλ. ΣτΕ 3312/1989, 2152/1986, 815/ 1984). Η υπεροχή δε αυτή της ισχύος της εν λόγω συνθήκης έναντι των αντιθέτων διατάξεων νόμου καταλαμβάνει, περαιτέρω, και τις εκάστοτε εφαρμοστέες διατάξεις πράξεων των οργάνων της Κοινότητας, που εκδίδονται βάσει της εν λόγω Συνθήκης (όπως τροποποιηθείσα ήδη ισχύει) και συναπαρτίζουν με αυτήν, κατά τα προεκτεθέντα, ως κοινοτική έννομη τάξη, μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου. Εφόσον, όμως, η κοινοτική έννομη τάξη ισχύει στην Ελλάδα επί τη βάσει του ως άνω κυρωτικού τυπικού νόμου, ο οποίος εξεδόθη δυνάμει του συγκεκριμένου άρθρου του Συντάγματος, διατάξεως δηλαδή ισότιμης και ισόκυρης με όλες τις υπόλοιπες συνταγματικές διατάξεις, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί υπεροχής της κοινοτικής εννόμου τάξεως έναντι του Συντάγματος, σε περίπτωση που, καθ’ υπόθεση, διάταξη του πρωτογενούς ή του παραγώγου δικαίου θα ερχόταν σε αντίθεση, κατά το ουσιαστικό περιεχόμενο της, με επιτακτικού χαρακτήρα, κατά το σαφές νόημά της, συνταγματική διάταξη. Τούτο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, με την τήρηση της αναθεωρητικής διαδικασίας, της θεσπιζόμενης από το άρθρο 110 του Συντάγματος, αναθεωρείται επιγενομένως το Σύνταγμα και τροποποιούνται οι διατάξεις αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, η θεσπίσασα το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στον τομέα των μέσων μαζικής ενημέρωσης με την ιδιότητα του επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, ψηφίστηκε από την Ζ` Αναθεωρητική Βουλή κατά το έτος 2001. Η εκδοχή ότι η εν λόγω διάταξη δεν είναι εφαρμοστέα, επειδή, καθ’ υπόθεση, το περιεχόμενο της έρχεται σε αντίθεση και, επομένως, δεν είναι συμβατό με την ρύθμιση, την περιεχόμενη στην διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, θα οδηγούσε στο άτοπο (ανεξαρτήτως άλλων συνεπειών που μπορεί να συνεπάγεται ενδεχόμενη αγνόηση κυρωθείσης και, ως εκ τούτου, δεσμευτικής συνθήκης) να μην αναγνωρίζεται στον Έλληνα αναθεωρητικό νομοθέτη η εξουσία να αναθεωρεί αδεσμεύτως το Σύνταγμα, τηρώντας βεβαίως τις προϋποθέσεις που θέτει το, μόνο εφαρμοστέο εν προκειμένω, άρθρο 110 αυτού (η τήρηση δε προϋποθέσεων υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού δικαστή πρβλ. ΣτΕ 1899/1952, 1224/1953, 1495/1953 κ.ά.), και να εμποδίζεται σ` αυτή του την εξουσία να θεσπίζει νεότερες διατάξεις από διατάξεις άλλης εννόμου τάξεως (εν προκειμένω της κοινοτικής), οι οποίες ισχύουν στην ελληνική επικράτεια αποκλειστικώς διότι άλλη συνταγματική διάταξη (και συγκεκριμένα το άρθρο 28 του Συντάγματος) το προέβλεψε και το επέτρεψε. Με τον τρόπο, όμως, αυτό θα αναγνωριζόταν στο άρθρο 28 του Συντάγματος, αν και δεν συμπεριλαμβάνεται στις κατά το άρθρο 110 του Συντάγματος ανεπίδεκτες αναθεωρήσεως διατάξεις, τυπική ισχύς υπέρτερα των υπολοίπων συνταγματικών διατάξεων και μάλιστα μεταγενεστέρων αυτού. Συνεπώς, σύμφωνα και με το άρθρο 87 παρ. 2 του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι οι δικαστές υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους συνάδοντες με αυτό (κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος) νόμους, δεν είναι δυνατόν στην ελληνική έννομη τάξη να αναγνωρισθεί κανόνας υπερτέρας τυπικής ισχύος από οποιαδήποτε επιτακτικού χαρακτήρος συνταγματική διάταξη, έτσι ώστε να παρακαμφθεί η εφαρμογή της.
Ως προς το αυτό ζήτημα οι Σύμβουλοι ……………………….. διετύπωσαν την εξής γνώμη: Κατά την έννοια των άρθρων 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος, ο Έλληνας δικαστής επιλύει τις αγόμενες ενώπιον του διαφορές εφαρμόζοντας, σε συνταγματικό επίπεδο, αποκλειστικώς και μόνον τις διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος. Τιθεμένου δε ζητήματος εφαρμογής διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, δεν ερευνάται η συμφωνία του Συντάγματος προς αυτές, εφ’ όσον οι τελευταίες έχουν, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, υπερνομοθετική απλώς ισχύ. Το αντίθετο πολλώ δε μάλλον η παραπομπή του ζητήματος τούτου σε δικαστήρια άλλης εννόμου τάξεως, θα σήμαινε εξουδετέρωση της ισχύος των διατάξεων του ελληνικού Συντάγματος, η οποία δεν είναι νοητή σε κυρίαρχο κράτος (Πρβλ. και τις εξής αποφάσεις του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου Conseil Constitutionnel: α) C.C. 2004-496 DC της 10.6. 2004 – σκέψη 7 -, β) C.C. 2004- 499 DC της 29.7.2004 – σκέψη 7 – και γ) C.C. 2004-505 DC της 19.11.2004.).
Τέλος, επί του ζητήματος αυτού ο Σύμβουλος Φ. ………… διετύπωσε την εξής γνώμη: Ναι μεν το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δέχεται παγίως και εύλογα, ότι τα εθνικά δίκαια, συμπεριλαμβανομένων των Συνταγμάτων των Κρατών – Μελών, υποχωρούν προ του κοινοτικού δικαίου, από τις διατάξεις, όμως, του Συντάγματος δεν συνάγεται ότι ο Έλληνας δικαστής μπορεί να εφαρμόσει τον κανόνα αυτό χωρίς να εξέρχεται του πλαισίου των υποχρεώσεων που του διαγράφουν τα άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4, του Συντάγματος, προφανώς επειδή ο συντακτικός νομοθέτης επέλεξε η πολιτική ηγεσία να διαχειρίζεται ενδεχόμενη κρίση που θα ανέκυπτε από την μη τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας. Έτσι, παρόλο που κατά τον χρόνο θεσπίσεως του Συντάγματος το έτος 1975, υπήρχε η προοπτική εντάξεως της Χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, το Σύνταγμα περιορίσθηκε στο άρθρο 28 να αναφερθεί σε υπερνομοθετική ισχύ των διεθνών εν γένει συμβάσεων, κατά δε την αναθεώρηση του 2001, ενώ ήταν γνωστό ότι είχαν ήδη ανακύψει σχετικά προβλήματα, όχι μόνο περιορίσθηκε στην ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 του Συντάγματος που δεν λύνει το θέμα, παρά θέσπισε, παράλληλα, την ως άνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, υποδηλώνοντας, με τον τρόπο αυτό, ότι απαιτεί από τον Έλληνα δικαστή την εν πάση περιπτώσει εφαρμογή της. Συνεπώς, καθίσταται περιττή η διατύπωση οιουδήποτε προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΚ.
22. Επειδή, ο συνταγματικός νομοθέτης με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, απέβλεψε, προεχόντως και για τους λόγους που έχουν ήδη ανωτέρω εκτεθεί, να καταστήσει ασυμβίβαστη την ιδιότητα του επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στον τομέα των μέσων ενημέρωσης, με εκείνη του επιχειρηματία που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, με την έννοια ότι στους επιχειρηματίες αυτούς των μέσων ενημέρωσης, και υπό τις ειδικότερες διακρίσεις της συγκεκριμένης ρυθμίσεως, δεν επιτρέπεται να ανατίθενται τέτοιες δημόσιες συμβάσεις. Για να αποφύγει δε τις όποιες καταστρατηγήσεις στον κανόνα αυτό προέβλεψε επίσης και συμπληρωματικά ότι στην απαγόρευση αυτή εμπίπτουν και τα κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι συγγενείς. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το κώλυμα της αναθέσεως της συμβάσεως δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να αρθεί αν, κατά τα ήδη γενόμενα δεκτά, το τεκμαιρόμενο ως παρένθετο τρίτου πρόσωπο αποδείξει ότι ενήργησε αυτοτελώς, για ίδιο λογαριασμό και προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Η τελευταία αυτή ρύθμιση δεν έχει αυτοτέλεια και αποτελεί απλώς προέκταση της πρωταρχικής απαγορευτικής ρυθμίσεως, που αφορά σε αυτούς τους ίδιους τους επιχειρηματίες. Έτσι, στην υποθετική περίπτωση που αναφορικά με την διάταξη του πέμπτου εδαφίου του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, που θεσπίζει την ασυμβίβαστη ιδιότητα μεταξύ των ιδιοκτητών, βασικών μετόχων, κ.λπ. των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης και των ιδιοκτητών, βασικών μετόχων, κ.λπ. των επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, θα ετίθετο θέμα συμβατότητας αυτής προς άλλο μη εθνικό κανόνα δικαίου, τότε, αναγκαστικά, αυτό θα είχε ως συνέπεια να συμπαρασυρθεί και η ρύθμιση του επομένου εδαφίου, δηλαδή η ρύθμιση που αφορά στα παρένθετα πρόσωπα των προαναφερθέντων ιδιοκτητών, βασικών μετόχων, κ.λπ. των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης. Τούτο δε διότι δε νοείται να μην είναι συμβατή η διάταξη, κατά το μέρος που αφορά στους ίδιους τους επιχειρηματίες, με αποτέλεσμα, να μπορούν ελεύθερα να αναλαμβάνουν την εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων επιχειρήσεις, των οποίων ιδιοκτήτες, βασικοί μέτοχοι κ.λπ. είναι ιδιοκτήτες, βασικοί μέτοχοι κ.λπ. επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης και ταυτοχρόνως να είναι συμβατή η ίδια διάταξη, κατά το επόμενο σκέλος της, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανατεθούν δημόσιες συμβάσεις σε επιχειρήσεις, των οποίων οι ιδιοκτήτες, οι βασικοί μέτοχοι, κ.λπ. δεν είναι ιδιοκτήτες, βασικοί μέτοχοι κ.λπ. επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, αλλά είναι απλώς συγγενείς ή παρένθετα πρόσωπα των εν λόγω ιδιοκτητών, βασικών μετόχων κ.λπ. των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, επειδή τα εν λόγω στελέχη των διαγωνιζομένων επιχειρήσεων δεν μπόρεσαν να ανταποδείξουν ότι ενήργησαν αυτοτελώς, για ίδιο λογαριασμό και προς ίδιον συμφέρον. Πρόκειται, δηλαδή, ουσιαστικά για μία ενιαία ρύθμιση, η οποία αν δεν είναι συμβατή, ως προς το πρώτο της σκέλος αναγκαστικά δεν είναι συμβατή στο σύνολο της. Επομένως, το ζήτημα του συμβατού της διατάξεως αυτής προς άλλους, μη εσωτερικούς, κανόνες δικαίου πρέπει να εξετασθεί με βάση το σύνολο της ρυθμίσεως του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος (δηλ. σε σχέση και με το πέμπτο και με το έκτο εδάφιο της).
Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος και οι Σύμβουλοι Φ ………….., και Γ………….. οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη: Στην υπό κρίση υπόθεση το ζήτημα, το οποίο ετέθη προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου και, ως εκ του πραγματικού της υποθέσεως και ως εκ των προβληθέντων από την αιτούσα λόγων ακυρώσεως, ήταν το συνταγματικό κύρος των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 περ. α` και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002, κατά το μέρος που με αυτές προβλέπεται ότι η απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις, των οποίων ιδιοκτήτης, βασικός μέτοχος, εταίρος κ.λπ. είναι συγγενής με ιδιοκτήτη ή βασικό μέτοχο ή εταίρο κ.λπ. επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης αίρεται, αν αποδειχθεί ότι δεν αποτελούν παρένθετα πρόσωπα υπό την εκτεθείσα σε προηγούμενη σκέψη έννοια, αλλά ενεργούν για ίδιο λογαριασμό. Επομένως, κρίσιμο για την επίλυση των ζητημάτων, που θέτει η κρινόμενη υπόθεση, είναι το αν οι ως άνω διατάξεις νόμου είναι σύμφωνες με τη διάταξη του έκτου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος. Κατά τα γενόμενα, περαιτέρω, δεκτά στην προηγούμενη σκέψη είναι δικονομικώς λυσιτελές και θα πρέπει να ερευνηθεί και το ζήτημα της συμβατότητας του εφαρμοσθέντος, κανόνος δικαίου (συμπεριλαμβανομένου του συνταγματικού κανόνος της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 9), με την έννοια ότι θα πρέπει να εξετασθεί αν προσκρούει ή όχι σε κανόνα δικαίου άλλης εννόμου τάξεως. Με τα δεδομένα, όμως, αυτά, ο κανόνας, η συμβατότητα του οποίου θα πρέπει να ερευνηθεί σε σχέση με άλλους κανόνες δικαίου, είναι, σε ό,τι αφορά την εν λόγω συνταγματική διάταξη, η διάταξη του έκτου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 14, αποκλειστικά και μόνο. Οποιαδήποτε διερεύνηση, στα πλαίσια αυτά, της συμβατότητας και άλλων συνταγματικών διατάξεων, οσονδήποτε συγγενείς και αν είναι με την προαναφερθείσα, είναι ανεπίτρεπτη. Τούτο δε διότι ευρίσκεται πέραν των ορίων της κρινομένης διαφοράς, όπως αυτή ετέθη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν νοείται να διατυπωθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ, σε σχέση με την συμβατότητα, από κοινοτικής πλευράς, των διατάξεων του πέμπτου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος, αλλά μόνο σε σχέση με την συμβατότητα του έκτου εδαφίου της αυτής διατάξεως.
23. Επειδή, στο άρθρο 1 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993 “περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων” (EEL 199) ορίζονται τα εξής: “Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας: α) οι συμβάσεις δημοσίων έργων είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας συναπτόμενες εγγράφως μεταξύ, αφενός, ενός εργολήπτη και, αφετέρου, μιας αναθέτουσας αρχής, όπως αυτή ορίζεται στο στοιχείο β), και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο είτε την εκτέλεση, είτε τόσο την εκτέλεση όσο και μελέτη έργων που αφορούν μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα II ή ενός έργου, όπως αυτό ορίζεται στο στοιχείο γ), είτε ακόμη την πραγματοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, ενός έργου το οποίο ανταποκρίνεται στις επακριβώς αναφερόμενες από την αναθέτουσα αρχή ανάγκες· β) ως αναθέτουσες αρχές νοούνται το κράτος, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις που συγκροτούνται από έναν ή περισσότερους από τους προαναφερόμενους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή οργανισμούς δημοσίου δικαίου. Ως οργανισμός δημοσίου δικαίου νοείται κάθε οργανισμός: – που δημιουργήθηκε ειδικά για να ικανοποιήσει ανάγκες γενικού συμφέροντος που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα και – που έχει νομική προσωπικότητα και – του οποίου, είτε η δραστηριότητα χρηματοδοτείται κατά πλειοψηφία από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, είτε η διαχείριση υπόκειται σε έλεγχο από το κράτος ή τους οργανισμούς αυτούς, είτε άνω του ημίσεος του αριθμού των μελών του οργάνου διοίκησης, διεύθυνσης ή εποπτείας ορίζεται από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου. Οι κατάλογοι των οργανισμών και των κατηγοριών των οργανισμών δημοσίου δικαίου που πληρούν στα κριτήρια που απαριθμούνται στο δεύτερο εδάφιο του παρόντος στοιχείου περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι. Οι κατάλογοι αυτοί είναι όσο το δυνατόν πληρέστεροι, μπορούν δε να αναθεωρηθούν με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 35. Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη – μέλη κοινοποιούν κατά διαστήματα στην Επιτροπή τις μεταβολές που επήλθαν στους προαναφερθέντες καταλόγους τους…”.
24. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί, το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης εκδόθηκε κατ` αρθρ. 4 του ν. 3021/2002, προκειμένου η εταιρία “…”, να δυνηθεί να συνάψει σύμβαση δημοσίου έργου με την εταιρία “ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε.”. Η εν λόγω ανώνυμη εταιρία (“ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε.”) η οποία, όπως ήδη εξετέθη σε προηγούμενη σκέψη, ιδρύθηκε από τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδας (εφεξής ΟΣΕ), δυνάμει των διατάξεων της περ. στ` της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.δ/τος 674/1970 (ΦΕΚ 192 Α`) που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2366/1995 (ΦΕΚ 256 Α`) έχει κατά το καταστατικό της (το οποίο καταρτίστηκε με την υπ` αριθμ. 16532/11.4.1996 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Π. Αναγνωστοπούλου, εγκρίθηκε με την υπ` αριθμ. 6925/1996 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και καταχωρήθηκε εν περιλήψει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως/ τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών περιωρισμένης ευθύνης υπ` αριθμ. 1989/15.5.1996) τους εξής σκοπούς: α) την διαχείριση, μελέτη, δημοπράτηση, κατασκευή, επίβλεψη, προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού και υλικών των σιδηροδρομικών έργων, τα οποία θα υλοποιεί ο ΟΣΕ στα πλαίσια της ολοκλήρωσης του Επενδυτικού του Προγράμματος, που χρησιμοποιείται από Κοινοτικά Προγράμματα και την παράδοση τους στον ΟΣΕ για εκμετάλλευση, β) την παροχή συμβουλών και άλλων υπηρεσιών σε θέματα σχετικά με τα παραπάνω, γ) την ολική ή μερική ανάθεση σε τρίτους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή Κοινοπραξίες των μελετών και της παρακολούθησης της εκτέλεσης και της παραλαβής των
προαναφερθέντων έργων και δ) την σύναψη συμβάσεων για την εξεύρεση οικονομικών πόρων και την διενέργεια οποιασδήποτε εργασίας για την πραγματοποίηση του σκοπού της εταιρίας. Σύμφωνα, περαιτέρω, με το εν λόγω καταστατικό η “ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ”, στα πλαίσια της υλοποίησης των πιο πάνω σκοπών της, αναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την διαχείριση των τεχνικών μελετών, την δημοπράτηση των πιο πάνω έργων τη σύνταξη διακηρύξεων κ.λπ. Για την εκπλήρωση, εξ άλλου, του σκοπού της, η ως άνω εταιρία μπορεί, μεταξύ άλλων, να συμμετέχει σε οποιαδήποτε επιχείρηση, να συνεργάζεται με οποιοδήποτε
νομικό ή φυσικό πρόσωπο. Τέλος, σύμφωνα με το προαναφερθέν καταστατικό, το μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω εταιρίας καταβάλλεται, καθ` ολοκληρία, από τον ΟΣΕ, διορίστηκε δε το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής. Πέραν τούτων, η “ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ”, σύμφωνα με την, μνημονευθείσα ανωτέρω, διάταξη της περ. στ` της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.δ/τος 674/1970 όπως ήδη ισχύει, ιδρύθηκε από τον ΟΣΕ, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ως επιχείρηση κοινής ωφελείας και διέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί επιχειρήσεων, ανηκουσών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ανώνυμη εταιρία, η οποία χρηματοδοτείται από τον ΟΣΕ (ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 8 της από 28.3.1997 συμβάσεως μεταξύ ΟΣΕ και “ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ” – που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ΥΑ 07/1997 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, ΦΕΚ 272 Β77.4.1997 – υποχρεούται να καλύπτει τους προϋπολογισμούς της “ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ” δημιουργήθηκε, ειδικά, για να ικανοποιήσει ανάγκες γενικού συμφέροντος που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 στοιχ. β` εδ. δεύτερο, πρώτη περίοδος της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, τελεί δε σε στενή σχέση εξαρτήσεως με τον ΟΣΕ (πρβλ. Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – εφεξής ΔΕΚ – απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1998, C- 44/96, Mannesmann Anlagebau Austria AG, σκέψεις 20 και 21)- αποτελεί, συνεπώς, η εταιρία αυτή οργανισμό, δημοσίου δικαίου, κατά την έννοια της ανωτέρω αυτής διατάξεως. Το γεγονός, εξ άλλου, ότι η εν λόγω εταιρία δεν περιλαμβάνεται στο συνημμένο στην οδηγία παράρτημα 1, που περιέχει τον, ανά κράτος – μέλος, κατάλογο των οργανισμών δημοσίου δικαίου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 στοιχ. β` εδ. δεύτερο, πρώτη περίοδος της ως άνω οδηγίας, δεν ασκεί επιρροή, ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού της ως τέτοιου οργανισμού, εφόσον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (απόφαση της 10ης Μαΐου 2001, C-223/99 και C-260/99, Agora Sri, και Excelsior Snc di Pedrotti Bruna & C, σκέψη 36), ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός. Τέλος, το γεγονός ότι η επίμαχη εταιρία είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου δε αποτελεί κριτήριο ικανό για να αποκλείσει τον χαρακτηρισμό της αυτό (πρβλ. απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας C-283/00, σκέψη υπ` αριθμ. 74). [Σχετικά με το ζήτημα της εν γένει ερμηνείας των κριτηρίων επί τη βάσει των οποίων κρίνεται ότι νομικό πρόσωπο θεωρείται ως “οργανισμός δημοσίου δικαίου”, κατά την προεκτεθείσα έννοια, εκτός των προαναφερθεισών πρβλ. και τις εξής αποφάσεις του ΔΕΚ: α) απόφαση της 22ας Μαΐου 2003, C-18/01, Arkkitehtuuritoimisto Riitta Korhonen Oy κ.λπ., β) απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1998, C-360/96, BFI Holding BV, και γ) απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-373/00, Adolf Truley GmbH]. Επομένως, η σύμβαση δημοσίων έργων, για την υπογραφή της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση πιστοποιητικό του ΕΣΡ, αποτελεί σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ και εμπίπτει στις ρυθμίσεις της.
25. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ. 6 της προαναφερθείσης οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, ορίζεται ότι οι αναθέτουσες αρχές μεριμνούν, ώστε να μην δημιουργούνται διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων εργοληπτών. Εξ άλλου, στο άρθρο 24 της ίδιας οδηγίας το οποίο είναι εντεταγμένο στο κεφάλαιο 2 της οδηγίας, ορίζονται τα εξής: “Κάθε εργολήπτης μπορεί να αποκλεισθεί από τη συμμετοχή στο διαγωνισμό όταν: α) βρίσκεται υπό πτώχευση, εκκαθάριση, παύση εργασιών, αναγκαστική διαχείριση ή πτωχευτικό συμβιβασμό ή σε οποιαδήποτε ανάλογη κατάσταση που προκύπτει από παρόμοια διαδικασία η οποία προβλέπεται από τις εθνικές νομοθεσίες, β) έχει κινηθεί εναντίον του διαδικασία κηρύξεως πτωχεύσεως, εκκαθαρίσεως, αναγκαστικής διαχειρίσεως, πτωχευτικού συμβιβασμού ή οποιαδήποτε παρόμοια διαδικασία η οποία προβλέπεται από τις εθνικές νομοθεσίες, γ) έχει καταδικασθεί για αδίκημα που αφορά την επαγγελματική του διαγωγή βάσει αποφάσεως η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου, δ) έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα που αποδεδειγμένως διαπιστώθηκε με οποιοδήποτε μέσο μπορούν να διαθέσουν οι αναθέτουσες αρχές, ε) δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τη νομοθεσία της χώρας της αναθέτουσας αρχής, στ) δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του τις σχετικές με την πληρωμή των φόρων σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τη νομοθεσία της χώρας της αναθέτουσας αρχής, ζ) είναι ένοχος σημαντικής ψευδούς δηλώσεως κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται κατ` εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου. Όταν η αναθέτουσα αρχή ζητά από τον εργολήπτη να αποδείξει ότι δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β), γ), ε) και στ), δέχεται ως επαρκή απόδειξη: για τα στοιχεία α), β) ή γ), απόσπασμα ποινικού μητρώου ή, ελλείψει αυτού, ισότιμο έγγραφο εκδοθέν από την αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή της χώρας καταγωγής ή της χώρας προελεύσεως από το οποίο εμφαίνεται ότι πληρούνται οι απαιτήσεις, αυτές, για τα στοιχεία ε) και στ), πιστοποιητικό εκδοθέν από την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους – μέλους. Αν η ενδιαφερόμενη χώρα δεν εκδίδει τα ανωτέρω έγγραφα ή πιστοποιητικά, αυτά μπορούν να αντικατασταθούν με ένορκη δήλωση ή, στο κράτος – μέλος, όπου δεν υπάρχει πρόβλεψη ένορκης βεβαίωσης, από υπεύθυνο δήλωση που γίνεται από τον ενδιαφερόμενο ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής, συμβολαιογράφου ή του αρμοδίου επαγγελματικού οργανισμού της χώρας καταγωγής ή της χώρας προελεύσεως. Τα κράτη – μέλη ορίζουν τις αρχές και τους οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για την έκδοση των ανωτέρω εγγράφων και ενημερώνουν αμέσως σχετικά τα άλλα κράτη – μέλη και την Επιτροπή”. Εξ άλλου, παρεμφερείς ρυθμίσεις περιλαμβάνονται και στο άρθρο 20 της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου (“περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών” ΕΕ L 199), καθώς και στο άρθρο 29 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου (“για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών” ΕΕ L 209). Αναλόγου περιεχομένου διάταξη περιέχεται, τέλος, και στο άρθρο 45 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004 “περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων προμηθειών και υπηρεσιών” (EEL 134), με την οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 80 και 82 αυτής, θα καταργηθούν από την ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής της (ευθύς ως τα κράτη – μέλη θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, που είναι αναγκαίες για συμμορφωθούν προς αυτήν και, πάντως, το αργότερο στις 31.1.2006) τόσο η ανωτέρω οδηγία 93/37/ΕΟΚ, όσο και οι οδηγίες 93/36/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ.
26. Επειδή, από το προοίμιο της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ (όπως και από το προοίμιο των οδηγιών 93/36/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ που αφορούν στις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών), αλλά και από τη νομολογία του ΔΕΚ προκύπτει, ότι οι εν λόγω οδηγίες αποσκοπούν στην κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, προκειμένου να ισχύσει πραγματικός ανταγωνισμός εντός του τομέα αυτού (βλ. ΔΕΚ α) απόφαση της 12.6.2001, C- 399/98, Ordine degli Architetti κλπ. Συλλογή 2001-1 σ. 5409, β) απόφαση της 27.11.2001, C- 285-286/99, Lombardini και Mantovani, Συλλογή 2001-1 σ. 9233, γ) απόφαση της 12.12.2002, C-479/99, Universale-Bau και δ) απόφαση της 7.10.2004, C-247/02, Sintesi). Έχει ακόμη γίνει δεκτό από το ΔΕΚ (αποφάσεις: α) της 10.2.1982, C-76/81, Transporoute, Συλλογή 1982 σ. 417, β) της 17.11.1993, C-71/92, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1993-1, σ. 5924 και γ) της 26.9.2000, C-225/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας), ότι ο έλεγχος, που αποσκοπεί στην διαπίστωση αν συντρέχουν στο πρόσωπο συγκεκριμένου εργολήπτου περιπτώσεις αποκλεισμού του από διαγωνισμό, όπως είναι, κατ` άρθρο 24 της ανωτέρω οδηγίας, η έλλειψη επαγγελματικής ικανότητας και εντιμότητας του συμμετέχοντος σε δημόσιο διαγωνισμό, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο βάσει των αποδεικτικών μέσων που ορίζουν περιοριστικά στις οικείες τους διατάξεις οι προαναφερθείσες οδηγίες (αναλόγου περιεχομένου είναι και οι διατάξεις του άρθρου 20 της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ και του άρθρου 29 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, αλλά και το άρθρο 23 της προϊσχυσάσης σχετικά με το συντονισμό των διαδικασιών για την ανάθεση συμβάσεων δημοσίων έργων οδηγίας 71/305/ΕΟΚ, EEL 185). Περαιτέρω, στην απόφαση του ΔΕΚ της 26.4. 1994, C-272/91, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1994-1, σ. 1409, ρητώς αναφέρεται, σχετικά με την προϊσχύσασα της 93/36/ΕΟΚ οδηγίας για τις δημόσιες προμήθειες και συγκεκριμένα για την οδηγία 77/62/ΕΟΚ, ότι, μεταξύ άλλων, το άρθρο 20 αυτής, το οποίο έχει το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, (περιέχει δηλ. τους λόγους αποκλεισμού των προμηθευτών στην περίπτωση εκείνη), ρυθμίζει την ύλη αυτού “περιοριστικώς και δεσμευτικώς (σκέψη 35). Τέλος, με την απόφαση του της 9.2.2006, C-226/ 2004 και C-228/2004, La Cascina Soc. Coop, arl, Zilch Sri, έγινε δεκτό από το ΔΕΚ, σε σχέση με το άρθρο 29 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ (άρθρο με περιεχόμενο αντίστοιχο με εκείνο του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ) που καθορίζει τους λόγους αποκλεισμού των μετεχόντων σε διαδικασίες αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, ότι τα μοναδικά όρια της ευχέρειας των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζονται από την υπό κρίση διάταξη, “υπό την έννοια ότι αυτά δεν μπορούν να προβλέψουν άλλους λόγους αποκλεισμού πέραν αυτών που διαλαμβάνονται στην διάταξη (σκέψη 22). Με την ίδια απόφαση έγινε, ακολούθως δεκτό, ότι, ακριβώς επειδή η οδηγία αποσκοπεί στην ανάπτυξη του μεγίστου δυνατού ανταγωνισμού, τα κράτη – μέλη έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν καθόλου τους προβλεπόμενους από το προαναφερθέν άρθρο της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ λόγους αποκλεισμού, επιλέγοντας την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή στις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.
27. Επειδή, από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η έννοια του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ είναι ότι ο κατάλογος των προβλεπόμενων από αυτό λόγων αποκλεισμού εργοληπτών από διαδικασίες για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων έργων είναι περιοριστικός και ρυθμίζει το θέμα με τρόπο εξαντλητικό. Τούτο δε όχι μόνο διότι η ερμηνεία αυτή έγινε δεκτή από το ΔΕΚ επί εντελώς παρομοίου ζητήματος, (η προαναφερθείσα απόφαση του La Cascina της 9.2.2006), αλλά και διότι συνάγεται από το όλο πνεύμα της οδηγίας 93/37/ ΕΟΚ. Η οδηγία, ως ήδη ελέχθη, αποσκοπεί στην επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού ανταγωνισμού και στην ευρύτερη δυνατή συμμετοχή διαγωνιζομένων στις διαδικασίες για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων. Επομένως, διατάξεις οι οποίες περιορίζουν τον ανταγωνισμό με την προσθήκη νέων λόγων αποκλεισμού διαγωνιζομένων, οι οποίοι αναγκαστικά μειώνουν σε αριθμό την πρόσβαση των προσερχόμενων στις διαδικασίες αναθέσεως δημοσίων έργων, προκειμένου να διαγωνισθούν, είναι αντίθετες με το πνεύμα και της οδηγίας εν γένει, αλλά και με την διάταξη του άρθρου 24 αυτής ειδικότερα, όπως προκύπτει τόσο από το προοίμιο της οδηγίας, όσο και από την λοιπή νομολογία του ΔΕΚ, που παρατέθηκε στην προηγούμενη σκέψη. Πράγματι, η αναγνώριση στα κράτη – μέλη της δυνατότητας να καθιερώνουν, κατά το δοκούν, άλλους, επιπρόσθετους, λόγους αποκλεισμού, όχι μόνο θα παρεμπόδιζε την ελεύθερη πρόσβαση στις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, επιδιώκει να εξασφαλίσει η οδηγία, αλλά και θα διασπούσε την ενότητα των κοινοτικών ρυθμίσεων, σε σχέση με τους λόγους αποκλεισμού από τη συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς, θα είχε, δηλαδή, ως συνέπεια την προσθήκη από κάθε κράτος – μέλος ποικίλων λόγων αποκλεισμού από δημόσιους διαγωνισμούς, κατ` επίκληση διαφόρων λόγων δημοσίου συμφέροντος, συνδεομένων με τις ιδιαιτερότητες κάθε επιμέρους έννομης τάξης. Επομένως, ο κανόνας δικαίου που θεσπίζεται από το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος, όπως ανωτέρω ερμηνεύθηκε, με τον οποίο καθιερώνεται το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, εταίρου κλπ., επιχείρησης μέσων ενημέρωσης με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, εταίρου κ.λπ. επιχείρησης, που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών κ.λπ., συμπεριλαμβανομένων των παντός είδους παρενθέτων προσώπων (συγγενών κ.λπ.), όπως ο κανόνας αυτός εξειδικεύεται, κατά τις λεπτομέρειες του, με τις σύμφωνες προς αυτόν διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3021/2002, θεσπίζει, πέραν των προβλεπομένων από το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ και κατά παράβαση αυτού, ένα ακόμη λόγο αποκλεισμού υποψηφίων αναδόχων από τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, σχετικών με δημόσια έργα. Έτσι, η επίπτωση της συνταγματικής αυτής ρυθμίσεως στην διαδικασία αναθέσεως των δημοσίων συμβάσεων έργων είναι άμεση. Εξ άλλου, ο αποκλεισμός αυτός, που θεσπίζεται με τη συνταγματική αυτή διάταξη, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι ισοδυναμεί με θέσπιση μιας ιδιότητας ασυμβίβαστης με εκείνη του εργολήπτου δημοσίων έργων για μία ορισμένη κατηγορία επιχειρήσεων και ότι, επομένως, δεν συνιστά μορφή αποκλεισμού από συγκεκριμένο διαγωνισμό εργοληπτικών επιχειρήσεων, ανάλογη με εκείνες που θεσπίζονται από το ως άνω άρθρο της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, αλλά θέσπιση προϋποθέσεως ασκήσεως επαγγέλματος- και τούτο διότι δεν αποκλείεται, με βάση την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη, αυτή καθ` εαυτήν, η εν γένει δραστηριοποίηση επιχειρήσεως, της οποίας ιδιοκτήτης, εταίρος κ.λπ. είναι ιδιοκτήτης, εταίρος κ.λπ. επιχείρησης, που κατέχει μέσα ενημέρωσης, ως εργοληπτικής επιχείρησης δημοσίων έργων, αλλά παρακωλύεται, επί τη βάσει αυτής, η ανάθεση συγκεκριμένης συμβάσεως σε συγκεκριμένο διαγωνισμό στην επιχείρηση αυτή. Πρόκειται, δηλαδή, για αποκλεισμό, μη συναπτόμενο με τη νομιμότητα της λειτουργίας της συγκεκριμένης επιχειρήσεως, η οποία εξακολουθεί, κατά τα λοιπά, να θεωρείται ως ενεργός εργοληπτική επιχείρηση, εγγεγραμμένη στο μητρώο εργοληπτικών επιχειρήσεων. Δεν μπορεί δε, να υποστηριχθεί ότι κανόνας που θεσπίζεται με το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος δεν έχει σχέση με τους λόγους αποκλεισμού λόγω επαγγελματικών αναξιοτήτων, περί των οποίων διαλαμβάνει το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, διότι, δήθεν, αναφέρεται σε διαφορετικού τύπου ομάδα λόγων αποκλεισμού διαγωνιζομένων από την ανάθεση δημοσίας συμβάσεων έργων, δηλαδή, σε ομάδα λόγων αποκλεισμού που είναι ενταγμένη σε συνταγματική διάταξη, που σχετίζεται με την εξυπηρέτηση του δημοσίου σκοπού, δηλαδή την προστασία της διαφάνειας στην λειτουργία των μέσων μαζικής ενημερώσεως (περί της οποίας διαλαμβάνει το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος), και όχι σε κανονιστική ύλη σχετική με τα δημόσια έργα. Τούτο δε διότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως έγινε δεκτό με την προμνησθείσα απόφαση του ΔΕΚ La Cascina της 9.2.2006, οι μόνοι λόγοι αποκλεισμού εργοληπτών από διαδικασίες αναθέσεως δημοσίων έργων, που επιτρέπεται να θεσπίζουν τα κράτη – μέλη, είναι οι λόγοι που περιέχονται στις οικείες διατάξεις περί συνδρομής περιπτώσεων αποκλεισμού των συμμετεχόντων σε διαδικασίες αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων των τριών συναφών οδηγιών (92/50/ΕΟΚ, 93/36/ ΕΟΚ και 93/37/ΕΟΚ), δηλαδή, οι λόγοι οι σχετικοί με τις επαγγελματικές αναξιότητες των εν λόγω διαγωνιζομένων αυτών, πάντως, για την διερεύνηση και διαπίστωση του αν εθνικό μέτρο παρακωλύει ή δυσχεραίνει την άσκηση ελευθερίας κατοχυρούμενης από τη ΣυνθΕΚ ή δικαιώματος προβλεπομένου από το παράγωγο δίκαιο, κρίσιμο δεν είναι ούτε σε ποιο ευρύτερο πλαίσιο νομοθετικών ρυθμίσεων είναι ενταγμένο το εθνικό αυτό μέτρο, ούτε το ποιο στόχο εξυπηρετεί το εν λόγω πλαίσιο κανόνων δικαίου στον κύκλο των επιλογών που κάνουν οι επιμέρους εθνικοί νομοθέτες των κρατών – μελών, αλλά αποκλειστικά και μόνο εάν το εθνικό αυτό μέτρο έχει, ως εξ αυτής ταύτης της ρυθμίσεως του, αποτέλεσμα που παραβλάπτει ή παρακωλύει την άσκηση της εν λόγω ελευθερίας ή του εν λόγω δικαιώματος [Πρβλ. μεταξύ άλλων ΔΕΚ: α) απόφαση της 12.6.2001, C-399/98, Ordine degli Architetti κ.λπ. Συλλογή 2001-1 σ. 5409, σκέψη 103, β) απόφαση της 3.7.1974, C- 9/1974, Donato Ca-sagrande κατά Πόλεως του Μονάχου (Landeshauptstadt Munchen) και γ) απόφαση της 5.11.2002, C-466/1998, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου], Έχει δε μάλιστα γίνει δεκτό από το ΔΕΚ ότι ακόμη και έμμεσα εν δυνάμει εμπόδια εθνικής προελεύσεως, στην άσκηση των δικαιωμάτων, των απορρεόντων από το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι επιτρεπτά (ενδεικτικά αναφέρεται η απόφαση της 11.6.1974, C-8/74, BenoTt et Gustave Dassonville, Συλλογή 1974 σελ. 00837). Επομένως, οι δύο αυτές διατάξεις (δηλ. το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος και το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ) ρυθμίζουν ζητήματα, ανήκοντα στο αυτό καθ` ύλην αντικείμενο, καθιερώνοντας και οι δύο περιπτώσεις αποκλεισμού νομίμως λειτουργουσών εργοληπτικών επιχειρήσεων από την διαδικασία αναθέσεως συγκεκριμένης συμβάσεως δημοσίων έργων. Δεν ασκεί, επίσης, σε σχέση με το εξεταζόμενο ζήτημα, και μάλιστα προδήλως, καμία επιρροή, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, το αν συγκεκριμένη εργοληπτική επιχείρηση αποκλείεται από την ανάθεση σ` αυτήν συμβάσεως δημοσίου έργου κατά την αρχική ή την τελική φάση του διαγωνισμού. Συνεπώς, ο αποκλεισμός επιχειρήσεως από σύμβαση δημοσίων έργων, με βάση το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος και τις διατάξεις του ν. 3021/2002, παρά το γεγονός ότι χωρεί, κατ` αρθρ. 4 του ν. 3021/2002, στην τελική φάση του διαγωνισμού (μη επιτρεπομένης, δηλαδή, της υπογραφής της συμβάσεως) και δεν εμποδίζει, κατ’ αρχήν, τη συμμετοχή αυτής στην διαγωνιστική διαδικασία, συνιστά μία επιπλέον μορφή αποκλεισμού εργολήπτου πέραν εκείνων, τις οποίες προβλέπει το άρθρο 24 της ως άνω οδηγίας, και στο οποίο γίνεται λόγος για αποκλεισμό εργοληπτών από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό. Τέλος, το γεγονός ότι η οδηγία 93/37/ΕΟΚ δεν συνιστά οδηγία πλήρους εναρμονίσεως του τομέα των δημοσίων έργων, δεν σημαίνει και ότι το άρθρο 24 αυτής δεν δημιουργεί δέσμευση στον εσωτερικό νομοθέτη, σε ό,τι αφορά στον εκ μέρους του καθορισμό των περιπτώσεων αποκλεισμού εργολήπτου από τις διαδικασίες αναθέσεως συμβάσεως δημοσίων έργων. Τούτο διότι το ζήτημα, αν οδηγία αποσκοπεί σε πλήρη ή σε μερική εναρμόνιση, είναι εντελώς διάφορο από την δεσμευτικότητα των διατάξεων, οι οποίες πάντως περιελήφθησαν σ` αυτήν. Αφ’ ης, δηλαδή, στιγμής ένας κανόνας δικαίου έχει συμπεριληφθεί σε οδηγία και η αντιμετωπιζόμενη από αυτόν περίπτωση έχει καταστεί αντικείμενο ρυθμίσεως εκ μέρους της (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ), ο συγκεκριμένος αυτός κανόνας έχει περιαχθεί στον χώρο του παραγώγου κοινοτικού δικαίου και συνιστά ρύθμιση εναρμονίσεως. Δεν συνδέεται, συνεπώς, καθόλου το ζήτημα αν οδηγία επιδιώκει πλήρη ή μερική εναρμόνιση με την επίλυση του ζητήματος, ποια είναι η ερμηνεία συγκεκριμένου κανόνα αυτής περιληφθέντος, πάντως, σε αυτήν, στην κρινόμενη, δηλαδή υπόθεση, στην επίλυση του ζητήματος ποια είναι η δεσμευτικότητα της διατάξεως του άρθρου 24 της ως άνω οδηγίας και αν οι περιπτώσεις αποκλεισμού εργολήπτου από την διαδικασία αναθέσεως συμβάσεως δημοσίων έργων απαριθμούνται στην πιο πάνω διάταξη με τρόπο περιοριστικό ή όχι. Εφόσον, εν συμπεράσματι, δεν είναι, κατ` αρχήν, επιτρεπτό να προστίθενται από τους εσωτερικούς νομοθέτες λόγοι αποκλεισμού εργοληπτών από τη διαδικασία αναθέσεως συμβάσεων δημοσίων έργων, εν όψει του ότι, όπως ήδη εξετέθη, φαίνεται ότι οι λόγοι αποκλεισμού προσδιορίζονται περιοριστικά από τη διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, τίθεται ζήτημα συμβατού προς αυτή της εθνικής ρυθμίσεως που διέπει την υπό κρίση υπόθεση (και συγκεκριμένα των διατάξεων του πέμπτου και έκτου εδαφίων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, όπως οι διατάξεις αυτές εξειδικεύονται στις λεπτομέρειες τους με τις σύμφωνες προς αυτές διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3021/2002).
Ο Σύμβουλος Δ. ……… υπεστήριξε, περαιτέρω και συμπληρωματικά, την εξής ειδικότερη και παραλλάσσουσα, σε σχέση με την κρατήσασα, γνώμη: Με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 καθώς και τις απολύτως συναφείς και αναπόσπαστες με αυτές διατάξεις του άρθρου 1, αλλά και των άρθρων 4 έως και 6 του εκτελεστικού του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος ν. 3021/2002 δεν ρυθμίζονται “λεπτομέρειες” της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος. Πράγματι, ο καθορισμός, κατά ρητή συνταγματική εξουσιοδότηση, με τις διατάξεις του ν. 3021/2002, της απαγόρευσης σύναψης δημόσιας σύμβασης (άρθρο 2 παρ. 1) ή της ακυρότητας συναφθείσης ήδη σύμβασης (άρθρο 4), σε περίπτωση παραβίασης του ασυμβιβάστου, η κατάστρωση της διαδικασίας του σχετικού ελέγχου από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (άρθρο 4), ο προσδιορισμός της εννοίας του βασικού μετόχου και, ειδικότερα, ο καθορισμός του ελαχίστου κατεχομένου ποσοστού του μετοχικού κεφαλαίου στο 5% (ενώ, κατά το ν. 3310/2005, όπως ισχύει, είναι 1% ή και κατώτερο), των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ο καθορισμός της αξίας των δημοσίων συμβάσεων που εμπίπτουν στο ασυμβίβαστο, άνω των 250.000 ευρώ (ενώ κατά το ν. 3310/2005, όπως ισχύει είναι άνω του 1.000.000 ευρώ), η εξειδίκευση της εννοίας των παρενθέτων προσώπων, ο καθορισμός του βαθμού συγγενείας και οι λοιπές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν μπορεί, προφανώς, να θεωρηθεί ότι αποτελούν λεπτομερειακές ρυθμίσεις. Αντιθέτως, πρόκειται για ιδιαιτέρως σημαντικές και κρίσιμες, ως απολύτως αναγκαίες για την εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, ρυθμίσεις, αφού με αυτές καθορίζεται, κατά συνταγματική εξουσιοδότηση, το ακριβές πεδίο εφαρμογής, οι όροι και οι συνέπειες του ασυμβιβάστου.
Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος και οι Σύμβουλοι Δ. ……., Θ. ……….., Α. ……., Α. ……, Δ. ……, Στ. ……, Γ. ……, Μ. ……, Α. ………., Δ. …….., Κ. …….., Α……., και Γ. ……., οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη: Με τον θεσπιζόμενο από το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος κανόνα, όπως αυτός εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α` και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, καθιερώνεται, για λόγους διασφαλίσεως της ουσιώδους λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης, διαφάνειας της όλης οικονομικής λειτουργίας του κράτους και προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος άσκησης αθέμιτης επιρροής από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στην οικονομική αυτή λειτουργία, κυρίως δε στον τομέα της αναθέσεως δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου, εταίρου κ.λπ., επιχείρησης μέσων ενημέρωσης με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου, εταίρου κ.λπ. επιχείρησης, που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών κ.λπ., συμπεριλαμβανομένων των παντός είδους παρενθέτων προσώπων. Το ασυμβίβαστο αυτό αφορά πράγματι σε επαγγελματικές αναξιότητες, αλλά εισάγει άλλης τάξεως απαγόρευση, αναφερόμενη στο ευρύτερο θέμα ασυμβιβάστων. Εξ άλλου, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό από το Δ.Ε.Κ., με τις οδηγίες 93/36/ΕΟΚ (EEL 199), 93/37/ΕΟΚ (EEL 199) και 92/50/ΕΟΚ (EEL 209), για το συντονισμό των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών επέρχεται μερική μόνο εναρμόνιση στους ως άνω τομείς. Έχει γίνει συγκεκριμένα δεκτό ότι, με τις οδηγίες αυτές δεν θεσπίζεται ενιαία και εξαντλητική ρύθμιση, αλλά, στο πλαίσιο των κοινών κανόνων, που αυτές περιέχουν, τα κράτη – μέλη εξακολουθούν να είναι ελεύθερα να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως όλων των ασκουσών επιρροή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και ιδίως των απαγορεύσεων, που απορρέουν από τις θεσπιζόμενες με την συνθήκη αρχές, όσον αφορά στο δικαίωμα εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών [βλ. ΔΕΚ: α) απόφαση της 9.7.1987, C- 27-29/86, Association intercommunale pour les autoroutes des Ardennes, Συλλογή 1987, σ. 3347, β) απόφαση της 20.9.1988, C-31/87, Beentjes, Συλλογή 1988, σ. 4562). Ειδικότερα, με την οδηγία 93/37/ΕΟΚ δεν επέρχεται εναρμόνιση στο σύνολο των ζητημάτων, που αφορούν τον τομέα των δημοσίων έργων. Έτσι, δεν επέρχεται εναρμόνιση ούτε των ζητημάτων των σχετικών με τα συστήματα δημοπρατήσεως των επιμέρους κρατών – μελών, ούτε των ζητημάτων των σχετικών με την άσκηση εν γένει της επαγγελματικής δραστηριότητας του εργολήπτη δημοσίων έργων, ή την εγγραφή ή μη εργοληπτών δημοσίων έργων σε ειδικά μητρώα κ.λπ. Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, λόγω ακριβώς της επιχειρούμενης με την οδηγία αυτή μερικής εναρμονίσεως, κατά το μέρος που αντιστοιχεί στην θεσπιζόμενη με αυτή ρύθμιση, δεν έχει την έννοια ότι τα κράτη – μέλη κωλύονται εξ αυτής να θεσπίσουν στην εσωτερική τους νομοθεσία περιπτώσεις απαγορεύσεως συνάψεως δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις, αν οι περιπτώσεις αυτές έχουν ως αιτιολογική βάση όχι πλέον επαγγελματικές αναξιότητες των μελών τους, αλλά συνιστούν, εν σχέσει προς εκείνες, άλλης τάξεως και σκοπού απαγορεύσεις συμπτώσεως ιδιοτήτων και αντιστοίχων δραστηριοτήτων, χάριν εξυπηρετήσεως δημοσίου συμφέροντος, όπως συμβαίνει με το ασυμβίβαστο του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, η θέσπιση του οποίου στοχεύει στην προστασία της διαφάνειας, ενός, δηλαδή, σκοπού, ο οποίος, κατ` εξοχήν, συμπορεύεται με τις βασικές επιδιώξεις των κοινοτικών οδηγιών. Ειδικότερα, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ εθνικές ρυθμίσεις, οι οποίες δεν σκοπούν στην ρύθμιση θεμάτων δημοσίων συμβάσεων, στις οποίες αναφέρεται η ως άνω οδηγία, αλλά στην ρύθμιση άλλων θεμάτων εσωτερικού ενδιαφέροντος, αναγομένων σε ουσιώδη ζητήματα του δημοσίου βίου και της λειτουργίας της δημοκρατίας στο εσωτερικό κράτους -μέλους. Ένα τέτοιο ζήτημα, στο οποίο, κατά τις προπαρασκευαστικές της θεσπίσεως της συνταγματικής διατάξεως εργασίες, απέβλεψε προεχόντως, η ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, είναι η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης και εξ αντανακλάσεως, στο μέτρο που την ιδιοκτησία, των μέσων αυτών αναλαμβάνουν συστηματικώς επιχειρήσεις αναλήψεως δημοσίων συμβάσεων, η διαφάνεια στην διαδικασία αναλήψεως των συμβάσεων αυτών. Έτσι, η επίπτωση της συνταγματικής ρυθμίσεως στην διαδικασία αναλήψεως δημοσίων συμβάσεων είναι μόνον έμμεση, δικαιολογείται, όμως, διότι ανάγεται στην εκπλήρωση σκοπών, οι οποίοι είναι ταυτοχρόνως υψίστου εθνικού συμφέροντος, όπως είναι, κατά την εκτίμηση του αναθεωρητικού νομοθέτη, η ομαλή και χωρίς αθέμιτες παρεμβάσεις λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά και κοινοτικού ενδιαφέροντος, στο μέτρο που τόσο οι διατάξεις της Συνθήκης, όσο και εκείνες του παραγώγου δικαίου αποβλέπουν στην διατήρηση της πολυφωνίας στον τομέα των μέσων ενημέρωσης και στην απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς στον τομέα αυτόν, αλλά και στην κατοχύρωση της διαφάνειας και του ανόθευτου ανταγωνισμού στην διαδικασία αναλήψεως δημοσίων συμβάσεων (πρβλ. προς την κατεύθυνση αυτή ΔΕΚ., απόφαση της 3.2.1993, C-148/91, Veronica Omroep). Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι το μέτρο δεν αποβλέπει στην παρεμπόδιση επιχειρήσεων άλλων Κρατών – μελών να συμμετάσχουν στις σχετικές διαδικασίες αλλά, προωθώντας την διαφάνεια και αποκλείοντας αθέμιτες πρακτικές από μέρους εθνικών επιχειρήσεων, έχει ως συνέπεια την διευκόλυνση της πρακτικής ολοκληρώσεως της εσωτερικής αγοράς στον τομέα αυτόν. Επομένως, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, ο συνταγματικός αυτός κανόνας δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του κανόνα του θεσπιζόμενου με το προαναφερθέν άρθρο 24 της εν λόγω οδηγίας και, συνεπώς, τα ρυθμιστικά πεδία των κανόνων αυτών δικαίου δεν συναντώνται, έτσι ώστε να συντρέχει περίπτωση να τεθεί, περαιτέρω, θέμα ελλείψεως συμβατού των δύο ρυθμίσεων.
28. Επειδή, ενόψει των προεκτεθέντων, σε σχέση με την έννοια του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ το Δικαστήριο κρίνει ότι η ερμηνεία που δόθηκε στο άρθρο αυτό και από την οποία εξαρτάται το περαιτέρω ζήτημα κατά πόσον η εθνική ρύθμιση που διέπει την υπό κρίση υπόθεση είναι συμβατή με αυτό, δεν είναι ούτε προφανής, ούτε απηλλαγμένη ευλόγων αμφιβολιών (πρβλ. ΔΕΚ απόφαση της 6.10.1982, CILFIT, C-283/81, Συλλογή 1982 σ. 03415). Ενόψει τούτου και δεδομένου ότι η ερμηνεία κανόνων του κοινοτικού δικαίου (συμπεριλαμβανομένων των κανόνων του παραγώγου κοινοτικού δικαίου) ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΚ, πρέπει να διατυπωθεί προς το ΔΕΚ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 234 παρ. 3 του ενοποιημένου κειμένου της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως διαμορφώθηκε με την Συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία κυρώθηκε με το ν. 2691/1999, ΦΕΚ 47 Α`), προδικαστικό ερώτημα, έχον το εξής περιεχόμενο: “Η απαρίθμηση των λόγων αποκλεισμού εργοληπτών δημοσίων έργων, οι οποίοι περιέχονται στην διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993 “περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων” (EEL 199) είναι περιοριστική ή όχι;“.
29. Επειδή, το ΔΕΚ με σειρά αποφάσεων του δέχεται ότι, σε περίπτωση διαδικασιών που αποσκοπούν στην ανάθεση συμβάσεως προμηθειών, προβλέπεται ότι η σύμβαση θα ανατεθεί βάσει της προσφοράς, που είναι η πλέον συμφέρουσα οικονομικά, τότε οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιλέξουν και να εφαρμόσουν, ως κριτήρια αναθέσεως της συμβάσεως, όρους, πέραν εκείνων οι οποίοι ενδεικτικώς αναφέρονται στην διάταξη του άρθρο 30 παρ. 1 περ. α` της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ και οι οποίοι μπορεί να είναι είτε αμιγώς οικονομικοί, είτε όχι, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι οι επιλεγέντες αυτοί όροι: α) συνδέονται με το αντικείμενο της συμβάσεως, β) δεν συνεπάγονται την παροχή απεριόριστης ελευθερίας επιλογής στην αναθέτουσα αρχή για την κατακύρωση του διαγωνισμού υπέρ ενός διαγωνιζομένου, γ) γίνονται γνωστοί με βάση όλους τους κανόνες δημοσιότητας, που επιτάσσουν οι οδηγίες οι σχετικές με τις δημόσιες συμβάσεις και δ) τηρούν τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου και, κυρίως, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Τέτοιοι δε όροι μπορούν να είναι η υποχρέωση από τον ανάδοχο του έργου να προσλαμβάνει κατά την εκτέλεση του έργου μακροχρόνια ανέργους ή η υποχρέωση του να παράσχει κατά την εκτέλεση του έργου εγγυήσεις προστασίας του περιβάλλοντος – βλ. σχετικώς ΔΕΚ: α) απόφαση της 20.9.1988, C-31/1987, Beentjes, Συλλογή 1988, σ. 4652, β) απόφαση της 28.3.1995, C-324/1993, Evans Medical & Macfarlan Smith, Συλλογή 1995, σ. 1- 608, γ) απόφαση 26.9.2000, C-225/ 1998, Επιτροπή κατά Γαλλίας, δ) απόφαση της 17.9.2002, C-513/1999, Concordia Bus Finland, Συλλογή 2002, σ. 1-7213, ε) απόφαση της 4.12.2003, C- 448/2001, EVN AG Wienstrom GmbH. Εξ άλλου, με απόφαση του της 3.3. 2005 στην υπόθεση, C- 21/03 και 34/03, Fabricom, το ΔΕΚ ασχολήθηκε με το κατά πόσον είναι συμβατή, μεταξύ άλλων, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 6 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ (που ορίζει ότι οι αναθέτουσες αρχές μεριμνούν, ώστε να μην δημιουργούνται διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων εργοληπτών) διάταξη βελγικού βασιλικού διατάγματος, η οποία όριζε ότι όσοι επιχειρηματίες ή επιχειρήσεις είχαν συμμετάσχει σε διαδικασία προπαρασκευαστική της καταρτίσεως της διακήρυξης δημοσίας συμβάσεως (δηλ. σε έρευνες, πειραματισμό, μελέτη κ.λπ.), με αποτέλεσμα να έχουν εσωτερική πληροφόρηση, που τους προσδίδει αθέμιτο πλεονέκτημα, σε σχέση με τους λοιπούς συνδιαγωνιζομένους τους, καθώς και τα συνδεόμενα με αυτούς πρόσωπα ή επιχειρήσεις, αποκλείονται της περαιτέρω συμμετοχής τους στην επακολουθούσα μετά την κατάρτιση της διακηρύξεως διαγωνιστική διαδικασία και δεν μπορούν να υποβάλλουν προσφορές. Με την απόφαση του αυτή το ΔΕΚ αφού διαπίστωσε, κατ` αρχάς, ότι η διάταξη αυτή της βελγικής νομοθεσίας υπερβαίνει το όριο του μέτρου, που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ όλων των υποβαλλόντων προσφορές, κατέληξε τελικά στην κρίση ότι η εν λόγω διάταξη, κατά το μέρος που αποκλείει την συμμετοχή στον διαγωνισμό των προαναφερθεισών επιχειρήσεων, δεν είναι συμβατή με το άρθρο 6 παρ. 6 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, διότι παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, με το να θεωρεί, άνευ ετέρου, ότι ο συμμετάσχων στην διαδικασία, την προηγηθείσα της καταρτίσεως της διακηρύξεως, έχει αυτοδικαίως αποκτήσει, εκ της συμμετοχής του, αδικαιολόγητο πλεονέκτημα και δεν του παρέχεται η δυνατότητα να αποδείξει το αντίθετο, ότι δηλαδή η συμμετοχή του αυτή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ουδεμία πληροφορία του έδωσε, που να τον έφερε πράγματι σε τέτοια πλεονεκτική θέση, ώστε η συμμετοχή του να μπορεί θεωρηθεί ότι νοθεύει τον ανταγωνισμό και την ισότητα των διαγωνιζομένων. Κατ` ανάλογη εφαρμογή της νομολογίας αυτής, είναι υποστηρίξιμη η άποψη ότι, σε περίπτωση, ακόμη που οι λόγοι αποκλεισμού εργοληπτών από διαδικασίες αναθέσεως συμβάσεων δημοσίων έργων δεν προσδιορίζονται από την διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ με τρόπο περιοριστικό και εξαντλητικό, τα κράτη – μέλη έχουν μεν, κατ` αρχήν, την ευχέρεια να θεσπίζουν επιπρόσθετες περιπτώσεις αποκλεισμού διαγωνιζομένων από την ανάθεση εκτελέσεως συμβάσεων δημοσίων έργων, με τις επιπρόσθετες όμως προϋποθέσεις ότι, α) τούτο γίνεται για λόγους που εξυπηρετούν στόχους συμβατούς με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και β) ότι κατά την επιβολή των απαγορεύσεων αυτών τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί αρχή και του κοινοτικού δικαίου (πρβλ. σχετικά με το ζήτημα της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας στο κοινοτικό δίκαιο, πρβλ. ΔΕΚ: α) απόφαση της 11.6.2003, C-243/01, Gambelli – σκέψη 74 -, β) απόφαση της 4.6. 2002, C-367/98, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας – σκέψη 50 -, γ) απόφαση της 22.1.2002, C-390/99, Canal Satellite – σκέψη 35 – και δ) απόφαση της 20.2. 2001, C-205/99, Analir – σκέψη 35).
Περαιτέρω, σε σχέση, με το ζήτημα αν το θεσπιζόμενο με το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος μέτρο της απαγορεύσεως της ταυτόχρονης δραστηριοποιήσεως στους επιχειρηματικούς τομείς των μέσων ενημέρωσης και της αναλήψεως δημοσίων συμβάσεων παραβιάζει ή όχι την αρχή της αναλογικότητας ο Σύμβουλος Α……..υπεστήριξε την εξής γνώμη: Το μέτρο αυτό δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, εν όψει του, κατά τα προαναφερθέντα, μαχητού χαρακτήρα του συνταγματικού τεκμηρίου, σε σχέση με τα παρένθετα πρόσωπα, της μη παρεμποδίσεως της, κατ` αρχήν, συμμετοχής των επιχειρήσεων, στις οποίες αφορά, στην σχετική διαδικασία και του γεγονότος ότι, μετά την αποτυχία αντιστοίχων προγενεστέρων εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων προς την κατεύθυνση αυτή και την, παρά ταύτα, συνέχιση της αποδοκιμαζομένης από το Σύνταγμα καταστάσεως, η υιοθέτηση του σχετικού μέτρου, υποκειμένου, μάλιστα, σε περαιτέρω εξειδικεύσεις και διευκρινίσεις με την κοινή νομοθετική διαδικασία, παρίσταται ως η μόνη δυνατή λύση.
30. Επειδή, εν όψει των εκτεθέντων στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να διατυπωθεί στο ΔΕΚ το εξής προδικαστικό ερώτημα, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα απαντούσε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, για το οποίο έγινε λόγος σε προηγούμενη σκέψη, ότι οι λόγοι αποκλεισμού εργοληπτών οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 24 της ανωτέρω οδηγίας δεν απαριθμούνται περιοριστικά: “Υπό την εκδοχή ότι η απαρίθμηση αυτή δεν είναι περιοριστική, διάταξη, η οποία, για λόγους προστασίας της διαφάνειας στις οικονομικές λειτουργίες του κράτους, ορίζει ότι η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών, εξυπηρετεί σκοπούς συμβατούς με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου- η δε πλήρης αυτή απαγόρευση της αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είναι συμβατή με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας;“.
Κατά την γνώμη, όμως, του Συμβούλου Α……….τα δύο προαναφερθέντα προδικαστικά ερωτήματα, θα έπρεπε να συμπτυχθούν σε ένα, θα έπρεπε δε το εν λόγω ερώτημα να έχει το εξής περιεχόμενο: “Διάταξη εσωτερικού δικαίου η οποία, προς τον σκοπό της διασφαλίσεως της πολυφωνίας στα μέσα μαζικής ενημερώσεως και της αρχής της διαφάνειας στην διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, θα όριζε ότι επιτρέπεται μεν η συμμετοχή στην διαδικασία, απαγορεύεται όμως η τελική σύναψη δημοσίας συμβάσεως από πρόσωπο, το οποίο είναι ιδιοκτήτης ή βασικός μέτοχος επιχειρήσεως μέσων μαζικής ενημερώσεως, θα αντέκειτο προς το κοινοτικό δίκαιο και ειδικότερα, προς το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993, καθώς και στην αρχή της αναλογικότητας;“.
31. Επειδή, οι εκδιδόμενες από τα κοινοτικά όργανα νομικές πράξεις (κανονισμοί, οδηγίες κ.λπ.), υποκείμενες στις διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, οφείλουν αυτονοήτως, από πλευράς του ουσιαστικού αυτών περιεχομένου, να μην παραβιάζουν με τις διατάξεις τους τις διατάξεις των Συνθηκών, καθώς και τις υπέρτερης τυπικής ισχύος, σε σχέση με το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο, γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Τέτοιες αρχές είναι η προστασία της ομαλής λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος στα Κράτη – μέλη, η προστασία της πολυφωνίας στα μέσα ενημερώσεως, η προστασία της διαφάνειας στην ανάληψη δημοσίων συμβάσεων και η αρχή του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού. Αν το ΔΕΚ απαντήσει στο πρώτο ως άνω προδικαστικό ερώτημα ότι οι λόγοι αποκλεισμού των εργοληπτών δημοσίων έργων προβλέπονται περιοριστικά από τη διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, ή σε περίπτωση που θα απαντούσε στο αυτό μεν ερώτημα, ότι οι λόγοι αυτοί δεν είναι περιοριστικοί, ακολούθως, όμως αρνητικά στο δεύτερο, ανωτέρω παρατεθέν, προδικαστικό ερώτημα, τότε θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η οδηγία 93/37/ΕΟΚ απαγορεύει στα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως να θεσπίσουν ρυθμίσεις, όπως αυτή του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, με τις οποίες, ενόψει της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί στην ελληνική πραγματικότητα, προκειμένου δε να προστατευθούν οι ανωτέρω αρχές, καθιερώθηκε ένα σύστημα ασυμβιβάστου μεταξύ δύο τομέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (ήτοι του τομέα των μέσων ενημέρωσης και εκείνου των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων). Με την απαγόρευση όμως θεσπίσεως εθνικών διατάξεων τέτοιου περιεχομένου, η ως άνω οδηγία παραβιάζει τις ανωτέρω αρχές. Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι η Κοινότητα, αντιληφθείσα το σχετικό έλλειμμα, έσπευσε με την, μεταγενέστερη όμως και μη εφαρμοστέα εν προκειμένω, οδηγία 2004/18/ΕΚ να διευρύνει σημαντικά τους λόγους αποκλεισμού και να προσθέσει περιπτώσεις που εν μέρει καλύπτουν το τιθέμενο εν προκειμένω πρόβλημα (βλ. άρθρο 45 αυτής). Περαιτέρω δε με την απαγόρευση θεσπίσεως τέτοιων μέτρων στον τομέα προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, η οδηγία παραβιάζει επίσης την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της Συνθήκης περί της Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που καθιερώνει την αρχή της επικουρικότητας, η οποία επιτάσσει στην Κοινότητα, στους τομείς, που δεν υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της, να μην παρεμποδίζει τα κράτη – μέλη από το να λαμβάνουν μέτρα σ` αυτούς και, στις περιπτώσεις που, λόγω τοπικών συνθηκών, τούτο είναι ενδεδειγμένο, να τους παρέχει την ευχέρεια να δρουν, κατ’ αρχήν, σε πρώτη φάση, αυτά τα ίδια (τα κράτη – μέλη), προς προώθηση στόχων που είναι και ταυτοχρόνως και στόχοι της κοινοτικής εννόμου τάξεως (όπως είναι η προστασία του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού). Επομένως, η οδηγία 93/37/ΕΟΚ, αν έχει το περιεχόμενο, για το οποίο έγινε ανωτέρω λόγος, πάσχει κατά το κύρος αυτής.
Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος και οι Σύμβουλοι …………, και ………….., προς την γνώμη των οποίων ετάχθησαν και οι Πάρεδροι ………….., οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη: Η οδηγία 93/37/ΕΟΚ, η οποία εκδόθηκε κατ` επίκληση των άρθρων 100Α (ήδη 95) 57 παρ. 2 (ήδη 47 παρ. 2) και 66 (ήδη 55) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το προεδρικό διάταγμα 334/2000 (ΦΕΚ Α` 279), περιέχει διατάξεις, οι οποίες παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις για την προάσπιση της διαφάνειας της όλης διαδικασίας αναθέσεως των δημοσίων έργων από αθέμιτες επιρροές και από περιπτώσεις διαφθοράς, εφόσον στο άρθρο 24 περ. γ` αυτής ρητά προβλέπεται ότι μπορεί να αποκλεισθεί από τη συμμετοχή στον διαγωνισμό εργολήπτης, ο οποίος έχει καταδικασθεί για αδίκημα που αφορά στην επαγγελματική του διαγωγή βάσει αποφάσεως, η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου. Ανεξάρτητα όμως απ` αυτό, όπως έχει γίνει δεκτό με την μνησθείσα απόφαση του ΔΕΚ της 3.3.2005 στην υπόθεση Fabricom, η προστασία της διαφάνειας, η οποία αποσκοπεί στην ίση μεταχείριση των διαγωνιζομένων, όχι μόνο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επιβολή αποκλεισμού, εκ των προτέρων, διαγωνιζομένων επί τη βάσει αμάχητων τεκμηρίων (που τίθενται για την αποτροπή διακινδυνεύσεων), αλλά τους αποκλείει. Μάλιστα δε με την υπόθεση αυτή είχε τεθεί ενώπιον του ΔΕΚ ζήτημα ακόμη πιο αμφιλεγόμενο από το υπό κρίση στην παρούσα υπόθεση, ενόψει της έντονης διακινδύνευσης που υπήρχε στην περίπτωση εκείνη, του ελεύθερου ανταγωνισμού, ως εκ του γεγονότος ότι κάποιος εκ των διαγωνιζομένων είχε αποκτήσει, λόγω της συμμετοχής του σε διαδικασία προπαρασκευαστική της καταρτίσεως της διακήρυξης δημοσίας συμβάσεως (στην σχετική διαδικασία, για την ανάθεση της οποίας ήδη προσήρχετο ως διαγωνιζόμενος), εσωτερική πληροφόρηση, σε σχέση με τον συγκεκριμένο διαγωνισμό, που του προσέδιδε αθέμιτο πλεονέκτημα σε σχέση με τους λοιπούς συνδιαγωνιζομένους του. Εφόσον η αρχή της διαφάνειας και της προστασίας του ανόθευτου ανταγωνισμού δεν επιτρέπει τον αποκλεισμό διαγωνιζομένων σε διαδικασία ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων επί τη βάσει αμάχητων τεκμηρίων, δεν πάσχει και η οδηγία 93/37/ΕΟΚ, ως εκ του γεγονότος ότι δεν επιτρέπει ρυθμίσεις, όπως η κρίσιμη εν προκειμένω εθνική, η οποία απαγορεύει απολύτως την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων σε επιχειρήσεις, συνδεόμενες, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, θεσπισθείσα με την αιτιολογική βάση ότι η συμμετοχή τους στις οικείες διαδικασίες αναθέσεως θα προκαλέσει, κατ` αμάχητο τεκμήριο, διακινδύνευση ασκήσεως αθέμιτης επιρροής σε αυτές. Τέλος, είναι πρόδηλο ότι οι διατάξεις του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ ούτε παραβιάζουν την αρχή της προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος των Κρατών – μελών, ούτε βεβαίως την αρχή της επικουρικότητας, η οποία είναι παντελώς άσχετη με το υπό κρίση ζήτημα.
Εν όψει των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υποστηριχθείσα από την πλειοψηφία γνώμη, σύμφωνα με την οποία η οδηγία 93/37/ΕΟΚ προσκρούει στις προαναφερθείσες γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, καθώς και στο άρθρο 5 παρ. 2 της Συνθήκης περί της Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δεν είναι ούτε προφανής, ούτε απηλλαγμένη ευλόγων αμφιβολιών (πρβλ. ΔΕΚ απόφαση της 6.10.1982, CILFIT, C-283/81, Συλλογή 1982 σ. 03415). Ενόψει τούτου και δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 234 παρ. 1 περ. β` της ως άνω Συνθήκης, η κρίση περί του κύρους των πράξεων των κοινοτικών οργάνων ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΚ, πρέπει να διατυπωθεί προς το Δικαστήριο αυτό, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 234 παρ. 3 της αυτής Συνθήκης, προδικαστικό ερώτημα, έχον το εξής περιεχόμενο: “Υπό την εκδοχή ότι, κατά την έννοια του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ οι λόγοι αποκλεισμού εργοληπτών, που περιέχονται σε αυτήν, απαριθμούνται κατά τρόπο περιοριστικό, ή ότι η κρίσιμη εθνική διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξυπηρετούσα σκοπούς συμβατούς με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, ή, τέλος, ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν απαγόρευση δεν είναι συμβατή με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας, η ως άνω οδηγία, απαγορεύοντας την θέσπιση ως λόγου αποκλεισμού εργολήπτου από την διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων την περίπτωση, κατά την οποία αυτός ο ίδιος, ή στελέχη του (όπως είναι ο ιδιοκτήτης της οικείας επιχείρησης, ή ο βασικός μέτοχος της, ή εταίρος της, ή διευθυντικό της στέλεχος), ή παρένθετα των εν λόγω στελεχών του πρόσωπα δραστηριοποιούνται σε επιχειρήσεις μέσων επιχείρησης, οι οποίες μπορούν να ασκούν αθέμιτη επιρροή στη διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων, μέσω της γενικότερης επιρροής, την οποία διαθέτουν, έχει παραβιάσει τις γενικές αρχές της προστασίας του ανταγωνισμού, της διαφάνειας καθώς και την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της Συνθήκης περί της Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που θεσπίζει την αρχή της επικουρικότητας;”.
32. Επειδή, εν όψει όλων των ανωτέρω η παρέμβαση του σωματείου “………………” πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά δε πρέπει να αναβληθεί η λήψη οριστικής αποφάσεως μέχρι της αποφάσεως του ΔΕΚ επί των ανωτέρω προδικαστικών ερωτημάτων.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την παρέμβαση του σωματείου «………………………»
Επιβάλλει στο παρεμβαίνον σωματείο ως δικαστική δαπάνη του αιτούντος το ποσόν των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Αναβάλλει, κατά τα λοιπά, την οριστική κρίση της υποθέσεως, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί των προδικαστικών ερωτημάτων, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Διατυπώνει προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
1. «Η απαρίθμηση των λόγων αποκλεισμού εργοληπτών δημοσίων έργων, οι οποίοι περιέχονται στην διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993 «περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων» (ΕΕL 199) είναι περιοριστική ή όχι;»
2. «Υπό την εκδοχή ότι η απαρίθμηση αυτή δεν είναι περιοριστική, διάταξη, η οποία, για λόγους προστασίας της διαφάνειας στις οικονομικές λειτουργίες του κράτους, ορίζει ότι η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών, εξυπηρετεί σκοπούς συμβατούς με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου η δε πλήρης αυτή απαγόρευση της αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είναι συμβατή με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας;» και
3. «Υπό την εκδοχή ότι, κατά την έννοια του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, οι λόγοι αποκλεισμού εργοληπτών, που περιέχονται σε αυτήν, απαριθμούνται κατά τρόπο περιοριστικό, ή ότι η κρίσιμη εθνική διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξυπηρετούσα σκοπούς συμβατούς με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, ή, τέλος, ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν απαγόρευση δεν είναι συμβατή με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας, η ως άνω οδηγία, απαγορεύοντας την θέσπιση ως λόγου αποκλεισμού εργολήπτου από την διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων, την περίπτωση, κατά την οποία αυτός ο ίδιος, ή στελέχη του (όπως είναι ο ιδιοκτήτης της οικείας επιχείρησης, ή ο βασικός μέτοχός της, ή εταίρος της, ή διευθυντικό της στέλεχος), ή παρένθετα των εν λόγω στελεχών του πρόσωπα
δραστηριοποιούνται σε επιχειρήσεις μέσων επιχείρησης, οι οποίες μπορούν να ασκούν αθέμιτη επιρροή στη διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων, μέσω της γενικότερης επιρροής, την οποία διαθέτουν, έχει παραβιάσει τις γενικές αρχές της προστασίας του ανταγωνισμού, της διαφάνειας καθώς και την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της Συνθήκης περί της Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που θεσπίζει την αρχή της επικουρικότητας;».
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9, 20, 21, 23, 27, 28 και 29 Ιουνίου 2006.

Υπόθεση C-213/07 «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική/ΕΣΡ


Υπόθεση C-213/07 «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική/ΕΣΡ

ΣτΕ 3470/2011 (Ολομέλεια) Βασικός Μέτοχος- Μηχανική/ΕΣΡ

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΕΚ C‑213/07 (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 16ης Δεκεμβρίου 2008.
Michaniki AE κατά Ethniko Symvoulio Radiotileorasis και Ypourgos Epikrateias.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Symvoulio tis Epikrateias-Ελλάς.
Με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα) με απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Απριλίου 2007, στο πλαίσιο της δίκης Μηχανική ΑΕ κατά Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, Υπουργού Επικρατείας, παρισταμένων των: Ελληνικής Τεχνοδομικής Τεχνικής Επενδυτικής Βιομηχανικής ΑΕ, δικαιοδόχου της Παντεχνικής ΑΕ,και Συνδέσμου Επιχειρήσεων Περιοδικού Τύπου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Μαρτίου 2008,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Οκτωβρίου 2008,
Απόφαση
1. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 199, σ. 54), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ L 328, σ. 1, στο εξής: οδηγία 93/37).
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Μηχανικής ΑΕ (στο εξής: Μηχανική), εταιρίας ελληνικού δικαίου, και, αφετέρου, του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (στο εξής: ΕΣΡ) και του Υπουργού Επικρατείας, σχετικά με την απόφαση με την οποία το ΕΣΡ χορήγησε στην Παντεχνική ΑΕ (στο εξής: Παντεχνική), επίσης εταιρία ελληνικού δικαίου, πιστοποιητικό περί μη συνδρομής ασυμβίβαστης ιδιότητας στο πλαίσιο διαδικασίας σύναψης σύμβασης δημοσίων έργων.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3. Το άρθρο 6 της οδηγίας 93/37, που περιέχεται στον τίτλο 1 της οδηγίας που τιτλοφορείται «Γενικές διατάξεις», περιλαμβάνει την εξής παράγραφο 6: «Οι αναθέτουσες αρχές μεριμνούν ώστε να μη δημιουργούνται διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων εργοληπτών.»
4. Ο τίτλος IV της οδηγίας αυτής, που είναι αφιερωμένος στους «[κοινούς] κανόνες συμμετοχής», περιέχει το κεφάλαιο 2 που επιγράφεται «Κριτήρια ποιοτικής επιλογής» και περιλαμβάνει το άρθρο 24, το πρώτο εδάφιο του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: «Κάθε εργολήπτης μπορεί να αποκλεισθεί από τη συμμετοχή στον διαγωνισμό όταν: α) βρίσκεται υπό πτώχευση, εκκαθάριση, παύση εργασιών, αναγκαστική διαχείριση ή πτωχευτικό συμβιβασμό ή σε οποιαδήποτε ανάλογη κατάσταση που προκύπτει από παρόμοια διαδικασία η οποία προβλέπεται από τις εθνικές νομοθεσίες· β) έχει κινηθεί εναντίον του διαδικασία κηρύξεως πτωχεύσεως, εκκαθαρίσεως, αναγκαστικής διαχειρίσεως, πτωχευτικού συμβιβασμού ή οποιαδήποτε παρόμοια διαδικασία η οποία προβλέπεται από τις εθνικές νομοθεσίες· γ) έχει καταδικασθεί για αδίκημα που αφορά την επαγγελματική του διαγωγή βάσει αποφάσεως η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου· δ) έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα που αποδεδειγμένως διαπιστώθηκε με οποιοδήποτε μέσο μπορούν να διαθέσουν οι αναθέτουσες αρχές· ε) δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τη νομοθεσία της χώρας της αναθέτουσας αρχής· στ) δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του τις σχετικές με την πληρωμή των φόρων σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τη νομοθεσία της χώρας της αναθέτουσας αρχής· ζ) είναι ένοχος σημαντικής ψευδούς δηλώσεως κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου.»
Η εθνική νομοθεσία
5. Το άρθρο 14 του ελληνικού Συντάγματος περιλαμβάνει την παράγραφο 9, η οποία προστέθηκε με το ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και ορίζει τα ακόλουθα: «Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να γίνονται γνωστά, όπως νόμος ορίζει. Νόμος προβλέπει τα μέτρα και τους περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής, όπως νόμος ορίζει. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρίες. Νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης, καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγούμενων εδαφίων.»
6. Ο νόμος 3021/2002, με τίτλο «Περιορισμοί στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων με πρόσωπα που δραστηριοποιούνται ή συμμετέχουν σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης» (ΦΕΚ Α΄ 143), ρυθμίζει τα ζητήματα που διαλαμβάνει το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος.
7. Κατά το άρθρο 1 του εν λόγω νόμου, στην έννοια «επιχείρηση μέσων ενημέρωσης» εμπίπτουν οι επιχειρήσεις «[των] οποί[ων] η λειτουργία υπάγεται στη δικαιοδοσία του ελληνικού κράτους». Το ίδιο άρθρο ορίζει επίσης τις έννοιες «ευρύτερος δημόσιος τομέας», «δημόσιες συμβάσεις», «βασικός μέτοχος», «διευθυντικά στελέχη», «οικονομικά εξαρτημένα πρόσωπα» και «παρένθετα πρόσωπα».
8. Ειδικότερα, στο άρθρο 1, σημεία 4 και 7, του νόμου 3021/2002, οι έννοιες «βασικός μέτοχος» και «παρένθετα πρόσωπα» ορίζονται ως ακολούθως: «4. “Βασικός μέτοχος”: Ο μέτοχος ο οποίος, είτε βάσει του αριθμού των μετοχών που έχει στην κυριότητά του, υπολογιζόμενου αυτοτελώς ή συγκρινόμενου με τον αριθμό μετοχών των άλλων μετόχων της εταιρίας, είτε βάσει των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει ή άλλων ειδικών δικαιωμάτων που του παρέχει ο νόμος ή το καταστατικό της εταιρίας είτε βάσει γενικών ή ειδικών συμφωνιών που έχει συνάψει με την εταιρία ή άλλους μετόχους ή τρίτα πρόσωπα που εξαρτώνται οικονομικά από αυτόν ή ενεργούν για λογαριασμό του, μπορεί να επηρεάζει ουσιωδώς τη λήψη των αποφάσεων που λαμβάνουν τα αρμόδια όργανα ή στελέχη της εταιρίας σχετικά με τον τρόπο διοίκησης και της εν γένει λειτουργίας της αντίστοιχης επιχείρησης. Ειδικότερα, βασικός μέτοχος θεωρείται ιδίως: A. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, ανεξάρτητα από το ύψος του ποσοστού επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου που ανήκει στην κυριότητά του: α) είναι κύριος αριθμού μετοχών που υπερβαίνει τον αριθμό μετοχών που ανήκει σε κάθε άλλο μέτοχο ή είναι ίσος με τον αριθμό μετοχών άλλου μετόχου της περίπτωσης αυτής, ή β) κατέχει, είτε από το καταστατικό της εταιρίας είτε μέσω εκχώρησης σχετικού δικαιώματος άλλων μετόχων, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική συνέλευση, ή γ) έχει το δικαίωμα, είτε από το νόμο είτε από το καταστατικό της εταιρίας είτε μέσω εκχώρησης σχετικού δικαιώματος άλλων μετόχων, να διορίζει ή να ανακαλεί δύο τουλάχιστον μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ή ένα μέλος εφόσον αυτό ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου ή αντιπροέδρου ή διευθύνοντος ή εντεταλμένου ή συμπράττοντος συμβούλου ή, εν γένει, συμβούλου με εκτελεστικά καθήκοντα, ή δ) είναι κύριος ποσοστού επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ή κάτοχος δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο ήμισυ του μετοχικού κεφαλαίου που εκπροσωπήθηκε και άσκησε το δικαίωμα ψήφου κατά τη λήψη της απόφασης της γενικής συνέλευσης για την εκλογή ή την ανάκληση του εκάστοτε τελευταίου διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας ή της πλειοψηφίας των μελών αυτού, ή ε) καταρτίζει, αμέσως ή εμμέσως, συμβάσεις και εν γένει συμφωνίες με την εταιρία, από τις οποίες η τελευταία αποκτά έσοδα ή άλλα οικονομικά οφέλη τα οποία αντιστοιχούν τουλάχιστον στο ένα πέμπτο των ακαθάριστων εσόδων της εταιρίας κατά το εκάστοτε προηγούμενο έτος. B. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο: α) είναι κύριος αριθμού μετοχών που αντιστοιχεί, ως ποσοστό, τουλάχιστον στο πέντε τοις εκατό (5 %) του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ή β) είναι κύριος δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν, ως ποσοστό, τουλάχιστον στο πέντε τοις εκατό (5 %) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική συνέλευση της εταιρίας. Για τον υπολογισμό του ποσοστού επί του μετοχικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου που αναφέρονται στα υπό Α΄ και Β΄ εδάφια της παρούσας παραγράφου λαμβάνεται υπόψη και ο αριθμός των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου που ανήκουν ή κατέχονται: – από παρένθετα πρόσωπα, – από επιχειρήσεις που ελέγχονται από τον ίδιο μέτοχο, – από άλλο μέτοχο με τον οποίο έχει συναφθεί συμφωνία για τη διαμόρφωση, μέσω συντονισμένης άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που διαθέτει, διαρκούς κοινής πολιτικής ως προς τη διοίκηση της εταιρίας. Επίσης, υπολογίζονται τα δικαιώματα ψήφου τα οποία κατέχονται βάσει συμβάσεως ενεχύρου ή επικαρπίας ή ως συνέπεια λήψης ασφαλιστικού μέτρου σε βάρος του κυρίου των αντίστοιχων μετοχών, καθώς και ο αριθμός μετοχών που δεν ανήκουν στην κυριότητά του αλλά από τις οποίες ο μέτοχος αυτός δικαιούται να λαμβάνει μέρισμα. Αριθμός μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου που αποκτώνται λόγω κληρονομικής διαδοχής υπολογίζονται μετά την παρέλευση τριών μηνών από την απόκτησή τους. […] 7. “Παρένθετα πρόσωπα”: Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία είναι οικονομικώς εξαρτημένα ή ενεργούν, βάσει γενικής ή ειδικής συμφωνίας, για λογαριασμό ή καθ’ υπόδειξη ή εντολή άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου.»
9. Το άρθρο 2 του νόμου 3021/2002, με τίτλο «Απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης», ορίζει τα ακόλουθα: «1. Απαγορεύεται η σύναψη δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, καθώς και με τους εταίρους, τους βασικούς μετόχους, τα μέλη των οργάνων διοίκησης και τα διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων αυτών. Επίσης απαγορεύεται η σύναψη δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις των οποίων οι εταίροι ή βασικοί μέτοχοι ή μέλη οργάνων διοίκησης ή διευθυντικά στελέχη είναι επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης ή εταίροι ή βασικοί μέτοχοι ή μέλη οργάνων διοίκησης ή διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης. 2. Η απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων καταλαμβάνει επίσης: α) τους συζύγους και τους συγγενείς, σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τετάρτου βαθμού, των φυσικών προσώπων που υπάγονται στην παράγραφο 1, εφόσον δεν μπορούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά· β) κάθε άλλο παρένθετο πρόσωπο· γ) τους εταίρους και τους βασικούς μετόχους των εταίρων και των βασικών μετόχων που υπάγονται στην παράγραφο l· δ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, χωρίς να είναι μέτοχος, ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης ή ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, ουσιώδη επιρροή στη λήψη των αποφάσεων που λαμβάνονται, από τα όργανα διοίκησης ή τα διευθυντικά στελέχη, σχετικά με τη διοίκηση και την εν γένει λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών.[…]»
10. Το άρθρο 3 του νόμου 3021/2002, που αφορά τις «[α]συμβίβαστες ιδιότητες», ορίζει τα εξής: «1. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου, του μέλους οργάνου διοίκησης ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου, του μέλους οργάνου διοίκησης ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις, η σύναψη των οποίων απαγορεύεται σύμφωνα με το άρθρο 2, καθώς και με την ιδιότητα του εταίρου ή του βασικού μετόχου των εταίρων ή των βασικών μετόχων της επιχείρησης αυτής. 2. Η ασυμβίβαστη ιδιότητα του παρόντος άρθρου συντρέχει και στην περίπτωση που ιδιοκτήτης, βασικός μέτοχος, εταίρος, μέλος οργάνου διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις είναι σύζυγος ή συγγενής, σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και του τετάρτου βαθμού, ο οποίος δεν μπορεί να αποδείξει ότι διαθέτει οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με ιδιοκτήτη, εταίρο, βασικό μέτοχο, μέλος οργάνου διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης μέσων ενημέρωσης, καθώς επίσης και σε κάθε άλλη περίπτωση που οι ανωτέρω ιδιότητες κατέχονται από παρένθετο πρόσωπο. […]»
11. Το άρθρο 4 του νόμου 3021/2002 προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι, πριν από την έκδοση της πράξης κατακύρωσης ή της ανάθεσης του έργου και, πάντως, πριν από την υπογραφή της αντίστοιχης δημόσιας σύμβασης, η αναθέτουσα αρχή οφείλει, επ’ απειλή ακυρότητας της δημόσιας σύμβασης, να ζητήσει από το ΕΣΡ την έκδοση πιστοποιητικού που να βεβαιώνει τη μη συνδρομή των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων που προβλέπει το άρθρο 3 του εν λόγω νόμου.
Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12. Με την απόφαση 844 της 13ης Δεκεμβρίου 2001, το διοικητικό συμβούλιο της Έργα ΟΣΕ ΑΕ (στο εξής: Έργα ΟΣΕ), εταιρίας ελληνικού δικαίου, προκήρυξε δημόσιο διαγωνισμό με ανοικτή διαδικασία για την κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων υποδομής της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου και Κιάτου, προϋπολογιζόμενης δαπάνης 51 700 000 ευρώ.
13. Στον διαγωνισμό αυτόν έλαβαν μέρος, μεταξύ άλλων, η Μηχανική και η Κ.Ι. Σαραντόπουλος ΑΕ (στο εξής: Σαραντόπουλος), επίσης εταιρία ελληνικού δικαίου.
14. Με την απόφαση 959 της 22ας Μαΐου 2002, το διοικητικό συμβούλιο της Έργα ΟΣΕ ανέθεσε το έργο κατασκευής χωματουργικών και τεχνικών έργων στη Σαραντόπουλος. Ακολούθως, η εταιρία αυτή απορροφήθηκε από την Παντεχνική.
15. Προτού συνάψει τη σύμβαση, η Έργα ΟΣΕ, η οποία ενέπιπτε τότε στον «ευρύτερο δημόσιο τομέα» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του νόμου 3021/2002, γνωστοποίησε στο ΕΣΡ, με έγγραφο της 9ης Οκτωβρίου 2002, τα στοιχεία της ταυτότητας των βασικών μετόχων, των μελών του διοικητικού συμβουλίου και των διευθυνόντων συμβούλων της Παντεχνικής, προκειμένου να πιστοποιηθεί ότι στο πρόσωπό τους δεν συνέτρεχαν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες που προβλέπει το άρθρο 3 του νόμου αυτού.
16. Το ΕΣΡ εξέδωσε, βάσει του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου, το πιστοποιητικό υπ’ αριθ. 8117, της 30ής Οκτωβρίου 2002, βεβαιώνοντας τη μη συνδρομή ασυμβίβαστης ιδιότητας στα πρόσωπα που αναφέρονταν στο έγγραφο της Έργα ΟΣΕ της 9ης Οκτωβρίου 2002 (στο εξής: πιστοποιητικό).
17. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχει η απόφαση περί παραπομπής, το ΕΣΡ θεώρησε ότι ο Κ. Σαραντόπουλος, βασικός μέτοχος και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Παντεχνικής, καίτοι συγγενής του Γ. Σαραντόπουλου, μέλους των διοικητικών συμβουλίων δύο ελληνικών εταιριών που δραστηριοποιούνται στον τομέα των μέσων ενημέρωσης, δεν ενέπιπτε στις περιπτώσεις ασυμβιβάστου που προβλέπουν τα άρθρα 2 και 3 του νόμου 3021/2002. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι ο Κ. Σαραντόπουλος ήταν οικονομικά αυτοτελής έναντι του Γ. Σαραντόπουλου.
18. Η Μηχανική άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση επιδιώκοντας την ακύρωση του εν λόγω πιστοποιητικού λόγω παραβίασης του άρθρου 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα άρθρα 2, παράγραφος 2, και 3, παράγραφος 2, του νόμου 3021/2002, βάσει των οποίων χορηγήθηκε το πιστοποιητικό αυτό, περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος και, συνεπώς, δεν είναι σύμφωνα με τη συνταγματική αυτή διάταξη.
19. Στην κύρια δίκη, παρενέβησαν υπέρ του ΕΣΡ η Παντεχνική, δικαιοδόχος της οποίας είναι η Ελληνική Τεχνοδομική Τεχνική Επενδυτική Βιομηχανική ΑΕ, καθώς και ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Περιοδικού Τύπου.
20. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι τα άρθρα 2, παράγραφος 2, και 3, παράγραφος 2, του νόμου 3021/2002, καθόσον επιτρέπουν σε εργολήπτη δημοσίων έργων να αποφύγει το ασυμβίβαστο που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές εφόσον αποδείξει την οικονομική αυτοτέλειά του έναντι συγγενή του που είναι ιδιοκτήτης, μέτοχος, εταίρος ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης μέσων ενημέρωσης, αντιβαίνουν στο άρθρο 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος, κατά το οποίο ο εν λόγω επιχειρηματίας, έστω και αν διαθέτει οικονομική αυτοτέλεια έναντι του συγγενούς αυτού, υποχρεούται να αποδείξει ότι ενήργησε αυτοτελώς, για ίδιο λογαριασμό και προς ίδιο συμφέρον.
21. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι, καίτοι η ανωτέρω ανάλυση μπορεί, στη φάση αυτή, να αρκέσει προς επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, λόγοι οικονομίας της δίκης δικαιολογούν, ενόψει ενδεχόμενης ακύρωσης του εν λόγω πιστοποιητικού λόγω παραβίασης του άρθρου 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος από τα άρθρα 2 και 3 του νόμου 3021/2002, να διερευνήσει κατά πόσο συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η συνταγματική αυτή διάταξη, η οποία επιτρέπει τον αποκλεισμό επιχείρησης δημοσίων έργων από διαγωνισμό με την αιτιολογία ότι ο βασικός μέτοχός της δεν κατόρθωσε να ανατρέψει το τεκμήριο ότι ενήργησε ως παρένθετο πρόσωπο επιχείρησης μέσων ενημέρωσης και όχι για ίδιο λογαριασμό, τεκμήριο που τον βαρύνει ως συγγενή του ιδιοκτήτη, εταίρου, βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους μιας τέτοιας επιχείρησης.
22. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει, πρώτον, ότι η πλειοψηφία των μελών του θεωρεί ότι η περιεχόμενη στο άρθρο 24 της οδηγίας 93/37 απαρίθμηση των λόγων αποκλεισμού των εργοληπτών είναι περιοριστική και, κατά συνέπεια, αποκλείει την προσθήκη λόγων αποκλεισμού όπως αυτοί που απορρέουν από το άρθρο 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος. Προσθέτει ότι ορισμένα μέλη του, αντιθέτως, εκτιμούν ότι, δεδομένου ότι με την οδηγία αυτή πραγματοποιήθηκε μερική μόνον εναρμόνιση, το άρθρο 24 της οδηγίας δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέψουν πρόσθετους λόγους αποκλεισμού, στηριζόμενους π.χ., όπως εν προκειμένω, σε σκοπούς γενικού συμφέροντος απτόμενους της λειτουργίας της δημοκρατίας και της εξασφάλισης της πολυφωνίας του Τύπου.
23. Δεύτερον, έστω και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37 δεν έχει περιοριστικό χαρακτήρα, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η ευχέρεια των κρατών μελών να προβλέπουν πρόσθετες περιπτώσεις αποκλεισμού εξαρτάται, δυνάμει της κοινοτικής νομολογίας, από προϋποθέσεις συνιστάμενες, αφενός, στην ύπαρξη στόχου συμβατού με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και, αφετέρου, στην τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει συναφώς ότι ένα μέλος του θεωρεί ότι το άρθρο 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος δεν παραβιάζει την εν λόγω αρχή, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του μαχητού χαρακτήρα του τεκμηρίου που αφορά τα παρένθετα πρόσωπα και, αφετέρου, της μη ύπαρξης άλλης δυνατής λύσης επιτρέπουσας την επίτευξη των επιδιωκομένων σκοπών.
24. Τρίτον, αν υποτεθεί ότι το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37 έχει περιοριστικό χαρακτήρα ή ότι το άρθρο 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιδιώκει σκοπό συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο ή είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται μήπως η απαγόρευση, από την εν λόγω οδηγία, στα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις, όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη, οι οποίες, για λόγους γενικού συμφέροντος, καθιερώνουν ένα σύστημα ασυμβιβάστου μεταξύ του τομέα των μέσων ενημέρωσης και του τομέα των δημοσίων συμβάσεων, παραβιάζει τις αρχές που άπτονται της προστασίας της ομαλής λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος στα κράτη μέλη και της προστασίας της διαφάνειας στις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, την αρχή του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού καθώς και την αρχή της επικουρικότητας.
25. Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι τα μειοψηφήσαντα μέλη του υποστηρίζουν αντίθετη γνώμη, θεωρώντας ότι η οδηγία 93/37 παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για τη διασφάλιση της διαφάνειας των διαδικασιών ανάθεσης των έργων και την προστασία τους από αθέμιτες επιρροές και από περιπτώσεις διαφθοράς.
26. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Η απαρίθμηση των λόγων αποκλεισμού εργοληπτών δημοσίων έργων, οι οποίοι περιέχονται στην διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37 […] είναι περιοριστική ή όχι;
2) Υπό την εκδοχή ότι η απαρίθμηση αυτή δεν είναι περιοριστική, διάταξη, η οποία, για λόγους προστασίας της διαφάνειας στις οικονομικές λειτουργίες του κράτους, ορίζει ότι η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών, εξυπηρετεί σκοπούς συμβατούς με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου· η δε πλήρης αυτή απαγόρευση της αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είναι συμβατή με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας;
3) Υπό την εκδοχή ότι, κατά την έννοια του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37 […], οι λόγοι αποκλεισμού εργοληπτών, που περιέχονται σε αυτήν, απαριθμούνται κατά τρόπο περιοριστικό, ή ότι η κρίσιμη εθνική διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξυπηρετούσα σκοπούς συμβατούς με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου ή, τέλος, ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν απαγόρευση δεν είναι συμβατή με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας, η ως άνω οδηγία, απαγορεύοντας τη θέσπιση, ως λόγου αποκλεισμού εργολήπτου από την διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων, [της περιπτώσεως] κατά την οποία αυτός ο ίδιος, ή στελέχη του (όπως είναι ο ιδιοκτήτης της οικείας επιχείρησης, ή ο βασικός μέτοχός της, ή εταίρος της, ή διευθυντικό της στέλεχος), ή παρένθετα των εν λόγω στελεχών του πρόσωπα δραστηριοποιούνται σε επιχειρήσεις μέσων [ενημέρωσης] οι οποίες μπορούν να ασκούν αθέμιτη επιρροή στη διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων, μέσω της γενικότερης επιρροής, την οποία διαθέτουν, έχει παραβιάσει τις γενικές αρχές της προστασίας του ανταγωνισμού, της διαφάνειας καθώς και την διάταξη του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης περί της ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που θεσπίζει την αρχή της επικουρικότητας;»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
27. Η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
28. Πρώτον, υποστηρίζει ότι η διαφορά της κύριας δίκης εντάσσεται σε μια αμιγώς εσωτερική κατάσταση, η οποία αφορά αποκλειστικά Έλληνες επιχειρηματίες. Επομένως, γεννώνται εύλογες αμφιβολίες ως προς το αν η υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/37 και, κατά συνέπεια, ως προς το αν υπάγεται στην ερμηνευτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
29. Ωστόσο, πρέπει να παρατηρηθεί, συναφώς, ότι κανένα στοιχείο της οδηγίας 93/37 δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεών της, ειδικότερα δε των κοινών κανόνων συμμετοχής που προβλέπει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 24 της οδηγίας, εξαρτάται από το κατά πόσον υφίσταται ουσιαστική σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία μεταξύ κρατών μελών. Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 16 των προτάσεών του, η εν λόγω οδηγία δεν εξαρτά την υπαγωγή των διαδικασιών ανάθεσης των συμβάσεων δημοσίων έργων στις διατάξεις της από καμία προϋπόθεση σχετική με την ιθαγένεια ή τον τόπο εγκατάστασης των υποβαλλόντων προσφορά (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 25ης Απριλίου 1996, C‑87/94, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1996, σ. I-2043, σκέψη 33).
30. Κατά συνέπεια, και δεδομένου ότι το ποσό της επίδικης σύμβασης υπερβαίνει το ελάχιστο όριο άνω του οποίου έχει εφαρμογή η οδηγία 93/37, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί, στην υπό κρίση υπόθεση, επί της ερμηνείας της εν λόγω οδηγίας.
31. Δεύτερον, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εκκρεμής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορά αφορά αποκλειστικά το ζήτημα του συμβατού ορισμένων διατάξεων του νόμου 3021/2002 προς το άρθρο 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος. Συνεπώς, η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εν λόγω δικαστήριο δεν είναι αντικειμενικώς αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς αυτής.
32. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής απόφασης, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής απόφασης για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 59· της 15ης Ιουνίου 2006, C-466/04, Acereda Herrera, Συλλογή 2006, σ. I‑5341, σκέψη 47, και της 31ης Ιανουαρίου 2008, C-380/05, Centro Europa 7, Συλλογή 2008, σ. I-349, σκέψη 52).
33. Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C-326/00, ΙΚΑ, Συλλογή 2003, σ. Ι-1703, σκέψη 27· της 12ης Απριλίου 2005, C-145/03, Keller, Συλλογή 2005, σ. I-2529, σκέψη 33, και της 11ης Ιουλίου 2006, C-13/05, Chacón Navas, Συλλογή 2006, σ. I-6467, σκέψη 32).
34. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 39, και της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C-35/99, Arduino, Συλλογή 2002, σ. I-1529, σκέψη 25, καθώς και προμνησθείσα απόφαση Chacón Navas, σκέψη 33).
35. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Στην υπό κρίση υπόθεση, η απάντηση του Δικαστηρίου στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης θα παράσχει στο αιτούν δικαστήριο την ερμηνεία που του είναι απαραίτητη για να επιλύσει το ζήτημα –που αποτελεί πρόκριμα για την τελική έκβαση της υπόθεσης της κύριας δίκης – της συμβατότητας προς το κοινοτικό δίκαιο του ασυμβιβάστου μεταξύ του τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων και του τομέα των μέσων ενημέρωσης, το οποίο θεσπίστηκε με το άρθρο 14, παράγραφος 9, του Συντάγματος και τέθηκε σε εφαρμογή με τον νόμο 3021/2002.
36. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
37. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η απαρίθμηση των λόγων αποκλεισμού από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό ανάθεσης σύμβασης δημοσίων έργων, τους οποίους προβλέπει το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37, είναι ή όχι περιοριστική.
38. Ως προς το θέμα αυτό, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι κοινοτικές οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων έχουν ως αντικείμενο τον συντονισμό των συναφών εθνικών διαδικασιών (απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2006, C-226/04 και C-228/04, La Cascina κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I‑1347, σκέψη 20). Όσον αφορά τις συμβάσεις δημοσίων έργων, η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/37 τονίζει ρητώς τον σκοπό αυτό.
39. Από τη δεύτερη αυτή αιτιολογική σκέψη και από τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/37 προκύπτει ότι ο συντονισμός αυτός αποσκοπεί στην ταυτόχρονη πραγματοποίηση της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όσον αφορά τις συμβάσεις δημοσίων έργων, καθώς και στην ανάπτυξη, σε κοινοτική κλίμακα, πραγματικού ανταγωνισμού στον τομέα αυτόν, ευνοώντας την ευρύτερη δυνατή εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους εργολήπτες των κρατών μελών (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C-225/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2000, σ. I-7445, σκέψη 34· της 12ης Ιουλίου 2001, C-399/98, Ordine degli Architetti κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. I‑5409, σκέψη 52· της 27ης Νοεμβρίου 2001, C‑285/99 και C-286/99, Lombardini και Mantovani, Συλλογή 2001, σ. I-9233, σκέψη 34, καθώς και της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-470/99, Universale-Bau, Συλλογή 2002, σ. I-11617, σκέψη 89).
40. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37, το οποίο ανήκει στον τίτλο της οδηγίας που είναι αφιερωμένος στους «κοινούς» κανόνες συμμετοχής, εντάσσεται σε ένα σύνολο διατάξεων που αφορούν τις προϋποθέσεις επιλογής των εργοληπτών που έχουν δικαίωμα να υποβάλουν προσφορά και τις προϋποθέσεις ανάθεσης της σύμβασης (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑94/99, ARGE, Συλλογή 2000, σ. I-11037, σκέψη 27).
41. Περιλαμβανόμενο στο κεφάλαιο που αφορά τα κριτήρια «ποιοτικής» επιλογής, το εν λόγω άρθρο 24 απαριθμεί, στο πρώτο εδάφιό του, επτά λόγους αποκλεισμού της συμμετοχής ενός εργολήπτη, που έχουν σχέση με τις επαγγελματικές ιδιότητες του ενδιαφερομένου και, ειδικότερα, με την επαγγελματική του εντιμότητα, τη φερεγγυότητά του καθώς και τη χρηματοδοτική και οικονομική του ικανότητά του (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 76/81, Transporoute, Συλλογή 1982, σ. 417, σκέψη 9, και προμνησθείσα απόφαση La Cascina κ.λπ., σκέψη 21).
42. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως αναφέρει και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προσέγγιση του κοινοτικού νομοθέτη συνίσταται στην πρόβλεψη λόγων αποκλεισμού που στηρίζονται αποκλειστικά στην αντικειμενική διαπίστωση περιστάσεων ή συμπεριφορών οι οποίες αφορούν συγκεκριμένο εργολήπτη και είναι ικανές να θέσουν υπό αμφισβήτηση την επαγγελματική του εντιμότητα ή την οικονομική ή χρηματοδοτική του ικανότητα να ολοκληρώσει τις εργασίες που καλύπτει η δημόσια σύμβαση στο πλαίσιο της ανάθεσης της οποίας ο εργολήπτης αυτός υποβάλλει προσφορά.
43. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37 απαριθμεί κατά τρόπο εξαντλητικό τις αιτίες που μπορούν να δικαιολογήσουν αποκλεισμό ενός εργολήπτη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για λόγους στηριζόμενους σε αντικειμενικά στοιχεία και απτόμενους των επαγγελματικών του ιδιοτήτων. Κατά συνέπεια, το άρθρο αυτό εμποδίζει τα κράτη μέλη ή τις αναθέτουσες αρχές να συμπληρώνουν τον κατάλογο τον οποίο περιέχει με άλλους λόγους αποκλεισμού στηριζόμενους σε κριτήρια σχετικά με την επαγγελματική ιδιότητα (βλ., κατ’ αναλογία, προμνησθείσα απόφαση La Cascina κ.λπ., σκέψη 22).
44. Η εξαντλητική απαρίθμηση του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37 δεν αποκλείει, ωστόσο, την ευχέρεια των κρατών μελών να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν ουσιαστικούς κανόνες αποσκοπούντες, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση, στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, της τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, καθώς και της συνακόλουθης αρχής της διαφάνειας, τις οποίες οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να τηρούν σε κάθε διαδικασία ανάθεσης μιας τέτοιας σύμβασης (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση ARGE, σκέψη 24, και απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-421/01, Traunfellner, Συλλογή 2003, σ. I‑11941, σκέψη 29).
45. Πράγματι, οι εν λόγω αρχές, οι οποίες σημαίνουν, ιδίως, ότι στους διαγωνιζομένους πρέπει να επιφυλάσσεται ίση μεταχείριση τόσο κατά τον χρόνο που ετοιμάζουν τις προσφορές τους όσο και κατά τον χρόνο που οι προσφορές τους αποτιμώνται από την αναθέτουσα αρχή (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2001, C-19/00, SIAC Construction, Συλλογή 2001, σ. I‑7725, σκέψη 34, και της 4ης Δεκεμβρίου 2003, C-448/01, EVN και Wienstrom, Συλλογή 2003, σ. I-14527, σκέψη 47), αποτελούν τη βάση των οδηγιών των σχετικών με τις διαδικασίες σύναψης των δημοσίων συμβάσεων (βλ., μεταξύ άλλων, προμνησθείσα απόφαση Universale-Bau κ.λπ., σκέψη 91, και απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-315/01, GAT, Συλλογή 2003, σ. I-6351, σκέψη 73), το δε καθήκον των αναθετουσών αρχών να τηρούν τις αρχές αυτές αποτελεί την ίδια την ουσία των οδηγιών αυτών (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-513/99, Concordia Bus Finland, Συλλογή 2002, σ. I‑7213, σκέψη 81, και της 3ης Μαρτίου 2005, C‑21/03 και C-34/03, Συλλογή 2005, σ. I-1559, σκέψη 26).
46. Το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 93/37 διευκρινίζει, εξάλλου, ότι οι αναθέτουσες αρχές μεριμνούν ώστε να μη δημιουργούνται διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων εργοληπτών.
47. Επομένως, ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα να προβλέψει, επιπλέον των λόγων αποκλεισμού που στηρίζονται σε αντικειμενικές σκέψεις απτόμενες της επαγγελματικής ιδιότητας, οι οποίοι απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37, μέτρα αποκλεισμού αποσκοπούντα στη διασφάλιση της τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης όλων των υποβαλλόντων προσφορά, καθώς και της αρχής της διαφάνειας, στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων.
48. Ωστόσο, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C-210/03, Swedish Match, Συλλογή 2004, σ. I-11893, σκέψη 47), τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του στόχου αυτού μέτρου (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση Fabricom, σκέψη 34).
49. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37 έχει την έννοια ότι απαριθμεί κατά τρόπο εξαντλητικό τους στηριζόμενους σε αντικειμενικές σκέψεις απτόμενες της επαγγελματικής ιδιότητας λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό εργολήπτη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων. Ωστόσο, η οδηγία αυτή δεν κωλύει ένα κράτος μέλος να προβλέψει άλλα μέτρα αποκλεισμού αποσκοπούντα στη διασφάλιση της τήρησης των αρχών της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας, υπό τον όρον ότι τα μέτρα αυτά δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του στόχου αυτού μέτρου.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
50. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν συμβιβάζεται με τις αρχές του κοινοτικού δικαίου μια εθνική διάταξη που καθιερώνει ασυμβίβαστο μεταξύ του τομέα των μέσων ενημέρωσης και του τομέα των δημοσίων συμβάσεων.
51. Πρέπει ευθύς εξαρχής να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, επί της συμβατότητας του εθνικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο ούτε να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο. Αντιθέτως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνευτικά στοιχεία που θα επιτρέψουν στο εν λόγω δικαστήριο να εκτιμήσει τη συμβατότητα αυτή προκειμένου να εκδώσει απόφαση στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C-292/92, Hünermund κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-6787, σκέψη 8, και της 23ης Μαρτίου 2006, C-237/04, Enirisorse, Συλλογή 2006, σ. I‑2843, σκέψη 24, καθώς και προμνησθείσα απόφαση Centro Europa 7, σκέψεις 49 και 50).
52. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο πρέπει να περιορίσει την εξέτασή του παρέχοντας μια ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που θα είναι χρήσιμη στο αιτούν δικαστήριο, στο οποίο εναπόκειται να εκτιμήσει τη συμβατότητα των κρισίμων στοιχείων του εθνικού δικαίου προς το κοινοτικό δίκαιο, προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του.
53. Συναφώς, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 39 της παρούσας απόφασης, πρωταρχικός σκοπός της οδηγίας 93/37 είναι η διασφάλιση του σε κοινοτική κλίμακα ανταγωνισμού στις συμβάσεις δημοσίων έργων. Η οδηγία αυτή αποσκοπεί στον αποκλεισμό της πιθανότητας ευνοιοκρατικής συμπεριφοράς εκ μέρους των δημοσίων αρχών (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσες αποφάσεις Ordine degli Architetti κ.λπ., σκέψη 75, και Lombardini και Mantovani, σκέψη 35).
54. Με τον κοινοτικό συντονισμό των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, τόσο η αποσόβηση του κινδύνου να προτιμηθούν οι ημεδαποί υποβάλλοντες προσφορά κατά τη σύναψη μιας σύμβασης όσο και ο αποκλεισμός του ενδεχομένου μια δημόσια αναθέτουσα αρχή να καθορίσει τη στάση της βάσει εκτιμήσεων ξένων προς τη συγκεκριμένη σύμβαση (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2000, C‑380/98, University of Cambridge, Συλλογή 2000, σ. I-8035, σκέψη 17, και της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C‑237/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. I-939, σκέψη 42, καθώς και προμνησθείσα απόφαση Lombardini και Mantovani, σκέψη 36).
55. Στο πλαίσιο αυτό, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 30 των προτάσεών του, πρέπει να αναγνωριστεί στα κράτη μέλη κάποια διακριτική ευχέρεια ως προς τη θέσπιση μέτρων προς διασφάλιση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της αρχής της διαφάνειας, οι οποίες, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 45 της παρούσας απόφασης, αποτελούν τη βάση των κοινοτικών οδηγιών των σχετικών με τις διαδικασίες σύναψης των δημοσίων συμβάσεων.
56. Πράγματι, κάθε κράτος μέλος είναι το πλέον αρμόδιο να εντοπίσει, βάσει των δικών του ιστορικών, νομικών, οικονομικών ή κοινωνικών συνθηκών (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση La Cascina κ.λπ., σκέψη 23), τις καταστάσεις που ευνοούν την εμφάνιση συμπεριφορών ικανών να προκαλέσουν παραβιάσεις των αρχών αυτών.
57. Κατά συνέπεια, το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκ μέρους κράτους μέλους εκτίμηση, βάσει των συνθηκών που επικρατούν στο κράτος αυτό, του ιδιαιτέρου κινδύνου εμφάνισης τέτοιων συμπεριφορών σε περίπτωση που, μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά σε διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων, περιλαμβάνεται και επιχείρηση η οποία ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης ή διατηρεί δεσμούς με πρόσωπα εμπλεκόμενα στον τομέα αυτόν, καθώς και της ανάγκης λήψης μέτρων για την αποτροπή του κινδύνου αυτού.
58. Εν προκειμένω, το συγκεκριμένο κράτος μέλος έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μια επιχείρηση μέσων ενημέρωσης ή ένας εργολήπτης δημοσίων έργων συνδεόμενος με τέτοια επιχείρηση ή με τους ιδιοκτήτες ή διευθύνοντες την επιχείρηση αυτή να χρησιμοποιήσουν, στο πλαίσιο της συμμετοχής τους σε διαδικασία σύναψης σύμβασης δημοσίων έργων, έναντι της αναθέτουσας αρχής τη δυνατότητα άσκησης επιρροής την οποία τους παρέχουν η θέση τους ή οι δυνατότητες επικοινωνίας που τους προσφέρει ο τομέας των μέσων ενημέρωσης, για να επιδιώξουν να κατευθύνουν παρανόμως τη σχετική με την ανάθεση της σύμβασης αυτής απόφαση, προβάλλοντας ως απειλή την προοπτική ανάληψης μαζικής ενημερωτικής δράσης ευνοϊκής ή, αντιθέτως, επικριτικής, αναλόγως του περιεχομένου της απόφασης αυτής.
59. Η βούληση ενός κράτους μέλους να αποτρέψει τους κινδύνους επηρεασμού των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων από την εξουσία των μέσων ενημέρωσης συνάδει προς τον σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στη διατήρηση της πολυφωνίας και της ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1997, C-368/95, Familiapress, Συλλογή 1997, σ. I-3689, σκέψη 18, και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C-250/06, United Pan-Europe Communications Belgium κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I-11135, σκέψεις 41 και 42). Εξάλλου, εξυπηρετεί όλως ιδιαιτέρως έναν άλλο σκοπό της ίδιας φύσης, δηλαδή τον σκοπό της καταπολέμησης της απάτης και της διαφθοράς (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 57 έως 60, και της 6ης Μαρτίου 2007, C-338/04, C‑359/04 και C-360/04, Placanica κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I-1891, σκέψη 46).
60. Επομένως, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τη θέσπιση εθνικών μέτρων αποσκοπούντων στην αποτροπή, στις διαδικασίες ανάθεσης των συμβάσεων δημοσίων έργων, του κινδύνου εμφάνισης πρακτικών ικανών να απειλήσουν τη διαφάνεια και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, οι οποίες θα μπορούσαν να προκληθούν από την παρουσία, μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά, εργολήπτη ο οποίος ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης ή διατηρεί δεσμούς με πρόσωπο εμπλεκόμενο στον τομέα αυτόν, καθώς και στην πρόληψη ή στην καταστολή της απάτης και της διαφθοράς.
61. Όπως τονίστηκε στη σκέψη 48 της παρούσας απόφασης, τα μέτρα αυτά θα πρέπει, επιπλέον, να είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
62. Εθνική διάταξη όπως αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης, η οποία καθιερώνει γενικό ασυμβίβαστο μεταξύ του τομέα των δημοσίων έργων και του τομέα των μέσων ενημέρωσης, έχει, ωστόσο, ως συνέπεια να αποκλείει από την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων εργολήπτες δημοσίων έργων που εμπλέκονται και στον τομέα των μέσων ενημέρωσης λόγω της ιδιότητάς τους ως ιδιοκτητών, βασικών μετόχων, εταίρων ή διευθυνόντων, χωρίς να τους παρέχει καμία δυνατότητα να αποδείξουν, προς αντίκρουση τυχόν στοιχείων προβαλλομένων, π.χ., από ανταγωνιστή τους, ότι, στην περίπτωσή τους, δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος του είδους που περιγράφεται στη σκέψη 60 της παρούσας απόφασης (βλ., κατ’ αναλογία, προμνησθείσα απόφαση Fabricom, σκέψεις 33 και 35).
63. Όπως υποστήριξαν η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Συμβούλιο, καθώς και, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ελληνική Τεχνοδομική Τεχνική Επενδυτική Βιομηχανική ΑΕ, μια τέτοια διάταξη βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των προβαλλομένων στόχων της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης, αποκλείοντας μια ολόκληρη κατηγορία εργοληπτών δημοσίων έργων βάσει του αμάχητου τεκμηρίου σύμφωνα με το οποίο η παρουσία, μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά, εργολήπτη που εμπλέκεται και στον τομέα των μέσων ενημέρωσης είναι αναπόφευκτα ικανή να αλλοιώσει τον ανταγωνισμό προς βλάβη των λοιπών υποβαλλόντων προσφορά.
64. Η Ελληνική Κυβέρνηση υπογράμμισε τη δυνατότητα, η οποία απορρέει από την επίδικη στην κύρια δίκη συνταγματική διάταξη, να εξαιρεθεί από το μέτρο αποκλεισμού το παρένθετο πρόσωπο, υπό την ιδιότητά του ως συζύγου, συγγενούς, οικονομικώς εξαρτωμένου ατόμου ή εταιρίας, μιας επιχείρησης μέσων ενημέρωσης ή υπευθύνου τέτοιας επιχείρησης, εφόσον αποδεικνύεται ότι η συμμετοχή ενός τέτοιου παρενθέτου προσώπου σε διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης οφείλεται σε αυτόνομη απόφαση υπαγορευθείσα αποκλειστικώς και μόνον από το δικό του συμφέρον.
65. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή δεν είναι ικανή να καταστήσει την επίδικη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
66. Πράγματι, η δυνατότητα αυτή δεν μεταβάλλει τον αυτόματο και απόλυτο χαρακτήρα της απαγόρευσης που πλήττει κάθε εργολήπτη δημοσίων έργων που ασκεί δραστηριότητα και στον τομέα των μέσων ενημέρωσης ή συνδέεται με φυσικά ή νομικά πρόσωπα που εμπλέκονται στον τομέα αυτόν και τον οποίο δεν αφορά αυτός ο μετριασμός του μέτρου αποκλεισμού ο οποίος έχει προβλεφθεί υπέρ των παρενθέτων προσώπων.
67. Εξάλλου, ο εργολήπτης δημοσίων έργων που ενεργεί ως παρένθετο πρόσωπο επιχείρησης μέσων ενημέρωσης ή προσώπου κατέχοντος ή διευθύνοντος τέτοια επιχείρηση αποκλείεται από την ανάθεση μιας σύμβασης χωρίς να του παρέχεται η δυνατότητα να αποδείξει, σε περίπτωση που είναι δεδομένο ότι παρεμβαίνει για λογαριασμό της επιχείρησης αυτής ή του προσώπου αυτού, ότι η παρέμβαση αυτή δεν είναι ικανή να επηρεάσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά.
68. Τέλος, η ευρύτατη, στο πλαίσιο της επίδικης στην κύρια δίκη εθνικής διάταξης, έννοια των όρων «βασικός μέτοχος» και «παρένθετα πρόσωπα», όπως προκύπτει από τη σκέψη 8 της παρούσας απόφασης, επιτείνει τον δυσανάλογο χαρακτήρα αυτής της διάταξης.
69. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνικές διατάξεις οι οποίες, καίτοι επιδιώκουν τους θεμιτούς σκοπούς της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, καθιερώνουν αμάχητο τεκμήριο ασυμβιβάστου μεταξύ, αφενός, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών.
Επί του τρίτου ερωτήματος
70. Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που δόθηκαν στα δύο πρώτα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
71. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997, έχει την έννοια ότι απαριθμεί κατά τρόπο εξαντλητικό τους στηριζόμενους σε αντικειμενικές σκέψεις απτόμενες της επαγγελματικής ιδιότητας λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό εργολήπτη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων. Ωστόσο, η οδηγία αυτή δεν κωλύει ένα κράτος μέλος να προβλέψει άλλα μέτρα αποκλεισμού αποσκοπούντα στη διασφάλιση της τήρησης των αρχών της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας, υπό τον όρον ότι τα μέτρα αυτά δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του στόχου αυτού μέτρου.
2) Το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνικές διατάξεις οι οποίες, καίτοι επιδιώκουν τους θεμιτούς σκοπούς της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, καθιερώνουν αμάχητο τεκμήριο ασυμβιβάστου μεταξύ, αφενός, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών.

H συνταγματικότητα των πληθυσμιακών κριτήριων για την Ίδρυση Φαρμακείων

της Βασιλικής Κόκοτα, (Σχόλιο στην ΣτΕ 2531/2011 (Δ΄ τμ.)

H συνταγματικότητα των πληθυσμιακών κριτήριων για την Ίδρυση Φαρμακείων

Η σχολιαζόμενη απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, παραπεμπτική στην Ολομέλεια, συνιστά σημαντική νομολογιακή εξέλιξη, στο μέτρο που διαφοροποιείται από προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας, με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε διαφορετικά ως προς το ζήτημα της συνταγματικότητας του μέτρου της επιβολής πληθυσμιακών κριτηρίων κατά την ίδρυση φαρμακείου. Η «μεταστροφή» αυτή οφείλεται, κατά τη γνώμη μας, σε δύο παράγοντες: αφενός στη μεταβολή της εθνικής νομοθεσίας, από την οποία προκύπτει πλέον ευχερώς ο επιδιωκόμενος με την υιοθέτηση του μέτρου σκοπός δημοσίου συμφέροντος∙ αφετέρου στην επίδραση της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ένωσης, που αναγνωρίζει ευρύ «περιθώριο εκτίμησης» στα κράτη μέλη αναφορικά με την υιοθέτηση τέτοιου είδους εθνικών ρυθμίσεων.

Αναλυτικά, η επιβολή πληθυσμιακών κριτηρίων κατά την ίδρυση φαρμακείου, συνδυαζόμενη κατά κανόνα με κριτήρια γεωγραφικά, που ανάγονται στην τήρηση ελάχιστης απόστασης μεταξύ των ήδη λειτουργούντων και των προς ίδρυση φαρμακείων, προβλέπεται παραδοσιακά στο σύνολο σχεδόν των νομοθετημάτων που κλήθηκαν κατά καιρούς να ρυθμίσουν την άσκηση του επαγγέλματος του φαρμακοποιού[1].
Το ζήτημα της συνταγματικότητας των πληθυσμιακών κριτηρίων είχε απασχολήσει και στο παρελθόν το Συμβούλιο της Επικρατείας, που με την υπ΄ αριθ. 3665/2005 απόφαση της Ολομέλειας είχε αποφανθεί κατά πλειοψηφία ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση, προβλεπόμενη στις διατάξεις του τότε ισχύοντος Ν. 1963/1991, αντέβαινε στην επαγγελματική ελευθερία των φαρμακοποιών, υπό το πρίσμα της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας[2]. Χαρακτηριστική στην απόφαση της Ολομέλειας ήταν η «διάσπαση» της πλειοψηφήσασας γνώμης, που υποστήριξε τρεις διαφορετικές «εκδοχές» ως προς τη θεμελίωση της αντισυνταγματικότητας του μέτρου. Ειδικότερα, το επίμαχο νομοθετικό μέτρο κρίθηκε ότι δεν συνάπτεται με την προστασία της δημόσιας υγείας, εάν αυτός ήταν ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος που καλούνταν να εξυπηρετήσει (κατά την ειδικότερη θεμελίωση οκτώ Συμβούλων και δύο Παρέδρων), ούτε όμως με την εξασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των φαρμακείων, σκοπός που προέκυπτε τελικά από την αιτιολογική έκθεση του νόμου (κατά την ειδικότερη θεμελίωση πέντε Συμβούλων), ενώ η υιοθέτηση ενός τέτοιου μέτρου, δεδομένου ότι εισήγε αντικειμενικό περιορισμό στην πρόσβαση στο επάγγελμα του φαρμακοποιού, ισοδυναμούσε με καθιέρωση «κλειστού» αριθμού φαρμακείων, άγοντας, κατ΄ αποτέλεσμα, σε αποκλεισμό της δυνατότητας ίδρυσης φαρμακείου από νεοεισερχόμενους στο επάγγελμα φαρμακοποιούς (κατά την ειδικότερη θεμελίωση του Προέδρου και τριών Συμβούλων). Στη γνώμη της πλειοψηφίας είχε αντιταχθεί ισχυρή μειοψηφία, κατά την οποία το μέτρο παρίστατο συνταγματικό, καθώς τυχόν διακινδύνευση της οικονομικής βιωσιμότητας των φαρμακείων συνεπαγόταν, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, δυσμενείς συνέπειες για την ίδια τη δημόσια υγεία[3].
Οι επίμαχες ρυθμίσεις του Ν. 1963/1991 αντικαταστάθηκαν στο μεταξύ με τις ρυθμίσεις του Ν. 3457/2006, δυνάμει του οποίου διατηρήθηκαν σε ισχύ τα πληθυσμιακά και γεωγραφικά κριτήρια κατά την ίδρυση φαρμακείου, μεταβλήθηκε, ωστόσο, η απαιτούμενη πληθυσμιακή αναλογία[4]. Επί της συνταγματικότητας των ρυθμίσεων της νέας νομοθεσίας κλήθηκε να αποφανθεί το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, με αφορμή ακυρωτική υπόθεση που ήχθη ενώπιόν του: με τη σχολιαζόμενη απόφαση το δικαστήριο έκρινε –ομόφωνα και χωρίς τον σχηματισμό αντίθετης μειοψηφίας- ότι η επιβολή πληθυσμιακών κριτηρίων κατά την ίδρυση φαρμακείου δεν αντίκειται στην επαγγελματική ελευθερία των φαρμακοποιών, καθώς οι σκοποί που καλείται να εξυπηρετήσει το μέτρο είναι άξιοι συνταγματικής προστασίας, ευρισκόμενοι σε σχέση λογικής αντιστοιχίας με το υιοθετηθέν μέτρο, υπό το πρίσμα της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας. Υιοθετώντας, στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο τη νομολογιακή κατασκευή των «τριών βαθμίδων»[5], διακρίνει τους περιορισμούς που επιβάλλονται στην επαγγελματική ελευθερία σε εκείνους που αφορούν στην επιλογή (πρόσβαση) και σε εκείνους που αφορούν στην άσκηση του επαγγέλματος, αποφαινόμενο ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις (πληθυσμιακά κριτήρια) θεσπίζουν αντικειμενικούς περιορισμούς στην πρόσβαση στο επάγγελμα του φαρμακοποιού[6]. Στη συνέχεια, επιχειρώντας το δικαστήριο να συσχετίσει το επίδικο μέτρο με τον σκοπό (ή τους σκοπούς) δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούνται από την υιοθέτησή του εν όψει της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, διεξάγει έναν εντατικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή του σκοπού δημοσίου συμφέροντος και έναν, λιγότερο εντατικό, έλεγχο αναλογικότητας του περιοριστικού μέτρου.
Σε ό,τι αφορά στην κατάφαση της συνδρομής του σκοπού, το δικαστήριο, καταφεύγοντας στην αιτιολογική έκθεση του νέου νόμου, αποφαίνεται ότι ο διττός σκοπός που επικαλείται αυτή τη φορά ο νομοθέτης (αφενός η προστασία της δημόσιας υγείας, υπό την έννοια της εξασφάλισης της άμεσης πρόσβασης του πολίτη στα απαιτούμενα φάρμακα και της αποτροπής του κινδύνου υπερβολικής κατανάλωσης φαρμάκων, αφετέρου η διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, υπό την έννοια της προστασίας των διαθέσιμων για την υγειονομική περίθαλψη από το Δημόσιο και τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης οικονομικών πόρων, που κινδυνεύουν από τα φαινόμενα υπερσυνταγογράφησης και κατευθυνόμενης συνταγογράφησης), δύναται καταρχήν να εξυπηρετηθεί από το υιοθετηθέν μέτρο. Κατά την κρίση, δηλαδή, που υιοθέτησε το δικαστήριο στη σχολιαζόμενη απόφαση του Δ΄ Τμήματος, οι σκοποί που (επικαλείται ο νομοθέτης ότι) εξυπηρετούνται από την επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου είναι άξιοι συνταγματικής προστασίας, συνέχονται μεταξύ τους χωρίς να είναι αλληλοαντικρουόμενοι, προκύπτουν με σαφήνεια από την αιτιολογική έκθεση του νέου νόμου και δεν είναι προσχηματικοί, τελούν σε συνάφεια με το υιοθετηθέν μέτρο και, το κυριότερο, είναι διαφορετικοί από εκείνους που προέβλεπε η προγενέστερη νομοθεσία, οι ρυθμίσεις της οποίας κρίθηκαν από την Ολομέλεια αντισυνταγματικές. Η τελευταία αυτή παρατήρηση αιτιολογεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τη διαφορετική σε σχέση με την προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας, νομολογιακή μεταχείριση των σκοπών δημοσίου συμφέροντος που επικαλείται ο νομοθέτης: η εξασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των φαρμακείων, σκοπός που προέκυπτε τελικά από την αιτιολογική έκθεση του νόμου ότι εξυπηρετούσαν τα πληθυσμιακά κριτήρια κατά την προγενέστερη νομοθεσία (Ν. 1963/1991), δεν επανέρχεται στη νέα νομοθεσία (Ν. 3457/2006), από την οποία προκύπτει ότι ο σκοπός της ρύθμισης συνίσταται πλέον στην προστασία της δημόσιας υγείας και τη, συνδεόμενη με αυτή,διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος.
Στη συνέχεια, σε ό,τι αφορά στην αναλογικότητα της επίμαχης ρύθμισης καθαυτή, το μέτρο παρίσταται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, πρόσφορο («δεν είναι προδήλως απρόσφορο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων … σκοπών») και αναγκαίο για την εξυπηρέτηση του διττού σκοπού («…δεν προκύπτει ότι άλλο μέτρο, ολιγώτερο περιοριστικό της ελευθερίας ασκήσεως του ελευθέρου επαγγέλματος του φαρμακοποιού, θα απέτρεπε εξ ίσου αποτελεσματικά τους κινδύνους, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, απορρέουν από την ύπαρξη δυσαναλόγου εν σχέσει με τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου αριθμού φαρμακείων και τη συγκέντρωσή τους σε μεγάλα αστικά κέντρα»). Το μέτρο παρίσταται, επομένως, κατάλληλο, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να εξυπηρετήσει τον εξαγγελλόμενο από τον νομοθέτη διττό σκοπό δημοσίου συμφέροντος (προστασία της δημόσιας υγείας, διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος), καθώς με την υιοθέτησή του επιτυγχάνεται καταρχήν η «καλύτερη δυνατή διασπορά των φαρμακειών στο σύνολο της χώρας». Περαιτέρω, το μέτρο παρίσταται και αναγκαίο, δεδομένης της, κατά την κρίση του δικαστηρίου, καθιερούμενης με αυτό διαφορετικής πληθυσμιακής αναλογίας (ένα φαρμακείο ανά 1.500 κατοίκους), συγκριτικά με τις αυστηρότερες ρυθμίσεις της προγενέστερης νομοθεσίας (αναλογία ενός φαρμακείου ανά 3.000 κατοίκους), οι οποίες και κρίθηκαν αντισυνταγματικές από την Ολομέλεια. Τυχόν «εναλλακτική» λύση, όπως θα ήταν, για παράδειγμα, η καθιέρωση συστήματος ίδρυσης φαρμακείου βάσει κριτηρίων χωροταξικών, που θα ανάγονταν στις πραγματικές ανάγκες μιας περιοχής (και όχι αμιγώς πληθυσμιακών ή/και γεωγραφικών), κείται, κατά την ομόφωνη γνώμη του δικαστηρίου, εκτός των ορίων του επιτρεπτού ελέγχου νομιμότητας. Η τελευταία αυτή κρίση εγείρει κάποιες επιφυλάξεις, καθώς η εξέταση από το δικαστήριο των περισσότερων εναλλακτικών επιλογών που είχε στη διάθεσή του ο νομοθέτης, προκειμένου ακριβώς να καταφαθεί η αναγκαιότητα του μέτρου κατ΄ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, κείται εντός των ορίων του επιτρεπτού ελέγχου νομιμότητας που ενεργεί ο δικαστής και δεν ολισθαίνει σε (ανεπίτρεπτο) έλεγχο σκοπιμότητας.
Εν αναμονή της κρίσης της Ολομέλειας, στην οποία παραπέμφθηκε το ζήτημα «λόγω μείζονος σπουδαιότητος», η απόφαση αυτή του Δ΄ Τμήματος αποφαίνεται, σε αντίθεση με την προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας (ΣτΕ Ολ. 3665/2005), ότι το ίδιο νομοθετικό μέτρο (πληθυσμιακά κριτήρια κατά την ίδρυση φαρμακείου, με μια σημαντική, ωστόσο, διαφοροποίηση ως προς την απαιτούμενη πληθυσμιακή αναλογία) δεν είναι αντισυνταγματικό, υπό την έννοια ότι οι σκοποί που καλείται να εξυπηρετήσει εντοπίζονται ευχερώς στην αιτιολογική έκθεση του νέου νόμου, είναι άξιοι συνταγματικής προστασίας, ενώ δύνανται να συσχετισθούν με το επιλεγέν μέτρο, υπό το πρίσμα, ωστόσο, μιας «χαλαρότερης», κατά τη γνώμη μας, εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας.
Η «μεταστροφή» αυτή αποδίδεται εν μέρει και στην πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης[7], στην οποία και ρητά παραπέμπει η σχολιαζόμενη απόφαση του Δ΄ Τμήματος, δεδομένου ότι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αποφανθεί επί του ζητήματος με αφορμή υπόθεση που αφορούσε έλεγχο συμβατότητας (παρόμοιας με την ελληνική) ρύθμισης της ισπανικής νομοθεσίας, που επέβαλλε, σωρευτικά, πληθυσμιακά και γεωγραφικά κριτήρια κατά την ίδρυση φαρμακείου[8]: το Δικαστήριο της Ένωσης έκρινε τη ρύθμιση πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας που επικαλέστηκε το κράτος μέλος[9], και αναγκαία, καθώς η ρύθμιση δεν έβαινε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του ως άνω σκοπού[10]. Το Δικαστήριο της Ένωσης προέβη, στην προκειμένη περίπτωση, σε έναν ηπιότερο έλεγχο αναλογικότητας της ισπανικής ρύθμισης που δυσχέραινε την ελευθερία εγκατάστασης των φαρμακοποιών, επιβεβαιώνοντας ότι από τον αυστηρό του έλεγχο εκφεύγει η περίπτωση των επαγγελμάτων της υγείας, με την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι η εθνική ρύθμιση συνάπτεται πράγματι με την προστασία της δημόσιας υγείας[11]. Η θέση αυτή του Δικαστηρίου επαναλαμβάνεται και σε άλλες υποθέσεις που αφορούν στο επάγγελμα του φαρμακοποιού[12], στοιχείο που αποδεικνύει ότι το Δικαστήριο της Ένωσης προσλαμβάνει τη «δημόσια υγεία» ως λόγο θεμελιωτικό εξαίρεσης στους κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου που επιτάσσουν την ελεύθερη κυκλοφορία (εγκατάσταση και παροχή υπηρεσιών)[13], αναγνωρίζοντας, αποκλειστικά για τις ανάγκες της εξυπηρέτησης του συγκεκριμένου σκοπού, ευρύ «περιθώριο εκτίμησης» στα κράτη μέλη[14].
Εξάλλου, πέραν της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ένωσης, και η ίδια η ενωσιακή νομοθεσία εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τη δραστηριότητα των φαρμακοποιών, καθώς, κατά τη ρητή πρόβλεψη της γενικής «Οδηγίας αναγνώρισης» 2005/36/ΕΚ, η γεωγραφική κατανομή των φαρμακείων εξακολουθεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών[15].
Ανεξαρτήτως της θέσης που θα λάβει η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του ζητήματος, η τελική της κρίση θα ενέχει μια «σχετικότητα», στο μέτρο που οι επίμαχες ρυθμίσεις του υπό κρίση νόμου (Ν. 3457/2006) έχουν ήδη αντικατασταθεί με αυτές του πρόσφατου Ν. 3918/2011[16]. Οι ρυθμίσεις της νέας νομοθεσίας διατηρούν και πάλι σε ισχύ τα πληθυσμιακά κριτήρια κατά την ίδρυση φαρμακείου, αμβλύνουν, ωστόσο, τις σχετικές προϋποθέσεις, στον βαθμό που καθιερώνουν πληθυσμιακή αναλογία ενός φαρμακείου ανά 1.000 κατοίκους.
Εν κατακλείδι, η σχολιαζόμενη απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, συγκλίνοντας με την αντίστοιχη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης, δεν αίρει τους επιβαλλόμενους από τον νομοθέτη περιορισμούς στην πρόσβαση στο επάγγελμα του φαρμακοποιού. Αντίθετα, η απόφαση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο νομολογιακό κλίμα, εντός του οποίου η επίκληση της προστασίας της δημόσιας υγείας από τον εθνικό νομοθέτη δικαιολογεί, καθώς φαίνεται, έναν μειωμένης έντασης δικαστικό έλεγχο του περιοριστικού μέτρου από τον εθνικό και ενωσιακό δικαστή, ο οποίος καταλήγει να δικαιολογεί την επιβολή φραγμών στην περίφημη «απελευθέρωση» του επαγγέλματος του φαρμακοποιού.


[1] Ο N. 5607/1932 «περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως της φαρμακευτικής νομοθεσίας» (ΦΕΚ Α΄ 300) καθόριζε τον αριθμό των ιδρυομένων φαρμακείων βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων (άρθρο 3), απαιτώντας επιπλέον την τήρηση ελάχιστης αποστάσεων μεταξύ των ιδρυομένων φαρμακείων και μεταξύ αυτών και των ήδη λειτουργούντων (άρθρο 20). Ακολούθησε ο Α.Ν. 751/1937 (ΦΕΚ Α΄ 239), το άρθρο 2 του οποίου τροποποίησε την πληθυσμιακή αναλογία για την ίδρυση φαρμακείων. Στη συνέχεια, με τον Α.Ν. 517/1968 (ΦΕΚ Α΄ 188) καταργήθηκαν τα πληθυσμιακά κριτήρια καθώς και η τήρηση της ελάχιστης απόστασης. Ακολούθησε ο Ν. 328/1976 (ΦΕΚ Α΄ 128), ο οποίος δεν έθετε πληθυσμιακά κριτήρια, καθόριζε, ωστόσο, ελάχιστη απόσταση μεταξύ των ιδρυόμενων και των ήδη λειτουργούντων φαρμακείων (άρθρο 7). Με το άρθρο 2 του Ν. 1963/1991 (ΦΕΚ Α΄ 138) θεσπίσθηκαν και πάλι πληθυσμιακά κριτήρια για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης φαρμακείου, ενώ με το άρθρο 6 του ίδιου νόμου διατηρήθηκε σε ισχύ η προϋπόθεση της τήρησης ελάχιστης απόστασης μεταξύ ήδη λειτουργούντος και μέλλοντος να λειτουργήσει φαρμακείου.
[2] ΕΔΚΑ 2006, σ. 59 = Αρμ 2006, σ. 805 = ΔιΔικ 2006, σ. 391 = ΝοΒ 2006, σ. 925 με παρατηρήσεις Κ. Σαμαρτζή. Η υπόθεση είχε παραπεμφθεί στην Ολομέλεια με την υπ΄ αριθ. 2110/2003 απόφαση του Δ΄ τμ., ΕΔΔΔΔ 2004, σ. 89 με παρατηρήσεις Α. Παπακωνσταντίνου, με την οποία το μέτρο είχε κριθεί κατά πλειοψηφία δυσανάλογο σε σχέση με τον εξυπηρετούμενο σκοπό.
[3] Επρόκειτο για μειοψηφία δέκα μελών του δικαστηρίου που υποστήριξε τη γνώμη ότι «λόγω της ζωτικής σπουδαιότητας για το κοινωνικό σύνολο των διατιθεμένων στα φαρμακεία αγαθών, η βιωσιμότητά τους συνιστά εξαιρετικής σημασίας σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Μόνη δε η σημαντική αύξηση του αριθμού των ιδρυθέντων … φαρμακείων, και η συνακόλουθη αύξηση της αναλογίας τους προς τον πληθυσμό καθιστά πολύ πιθανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τη διακινδύνευση της βιωσιμότητας των λειτουργούντων και εφεξής ιδρυομένων φαρμακείων. Η εκτίμηση του νομοθέτη ότι απειλείται η οικονομική βιωσιμότητα των φαρμακείων που, κατά την κρίση του, θα έχει κατ΄ επέκταση δυσμενείς συνέπειες στη δημόσια υγεία, καθιστά αναγκαία τη θέσπιση της επίμαχης ρύθμισης, η οποία δεν παρίσταται προφανώς αδικαιολόγητη. Η νομοθετική αυτή εκτίμηση εκφεύγει, ως προς την ουσιαστική ορθότητά της, των ορίων του δικαστικού ελέγχου κατά την εξέταση της συνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 2 του Ν. 1963/1991. Επομένως, κατά τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, η ως άνω διάταξη δεν παρίσταται αντισυνταγματική». Ειδικότερα, ένας εκ των μειοψηφούντων Συμβούλων, υποστήριξε την ειδικότερη άποψη ότι: «Η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 1963/1991 δεν είναι αντισυνταγματική και για το λόγο ότι, η θέσπιση πληθυσμιακών κριτηρίων για την χορήγηση των αδειών ιδρύσεως φαρμακείων, εξυπηρετεί την ορθολογικότερη διασπορά των φαρμακείων σε ολόκληρη τη Χώρα, με σκοπό την φαρμακευτική κάλυψη του συνόλου του πληθυσμού, στο πλαίσιο της, κατά το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, μέριμνας του Κράτους για την υγεία όλων των πολιτών», ΣτΕ Ολ. 3665/2005, όπ.π.
[4] Το άρθρο 2 του Ν. 1963/1991 αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 13 του Ν. 3457/2006 για τη «μεταρρύθμιση του συστήματος φαρμακευτικής περίθαλψης» (ΦΕΚ Α΄ 93). Ο μεταγενέστερος αυτός νόμος διατήρησε τόσο τα πληθυσμιακά κριτήρια όσο και την τήρηση της ελάχιστης απόστασης μεταξύ των λειτουργούντων και των προς ίδρυση φαρμακείων, καθόριζε, ωστόσο, διαφορετική πληθυσμιακή αναλογία (ένα φαρμακείο ανά 1.500 κατοίκους) σε σχέση με την προγενέστερη νομοθεσία (ένα φαρμακείο ανά 3.000 κατοίκους).
[5] Η θεωρία των «τριών βαθμίδων» (Dreistufentheorie) συνιστά νομολογιακή κατασκευή του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία καθιερώθηκε με την περίφημη απόφαση για τα φαρμακεία (BVerfGE 7, 377 ff, Apothekenurteil). Σύμφωνα με τη νομολογιακή κατασκευή των «τριών βαθμίδων», η ένταση του δικαστικού ελέγχου των περιορισμών της επαγγελματικής ελευθερίας κλιμακώνεται κατά τη μετάβαση από τη χαμηλότερη βαθμίδα, όπου τοποθετούνται οι περιορισμοί που αφορούν στην άσκηση του επαγγέλματος, στη δεύτερη βαθμίδα, όπου τοποθετούνται οι υποκειμενικοί περιορισμοί που αφορούν στην πρόσβαση στο επάγγελμα, και, τέλος, στην τρίτη βαθμίδα, όπου τοποθετούνται οι αντικειμενικοί περιορισμοί που αφορούν στην πρόσβαση στο επάγγελμα. Για τον σχολιασμό της νομολογιακής κατασκευής των «τριών βαθμίδων» με αφορμή την ανωτέρω απόφαση βλ. ενδεικτικά από τη γερμανική θεωρία O. BACHOF, ‘Zum Apothekenurteil des Bundesverfassungsgerichts’, JZ 1958, σ. 468, J. SCHWABE, ‘Die Stufentheorie des Bundesverfassungsgerichts zur Berufsfreiheit’, DöV 1969, σ. 734, Κ. Η. FRIAUF, ‘Freiheit des Berufs nach Art. 12 Abs. 1 GG’, JA 1984, σ. 537 (σ. 543 επ.,) Β. PIEROTH / Β. SCHLINK, Grundrechte, StaatsrechtII (20 Aufl.), Heidelberg: C.F. Müller, 2004, σ. 214 επ., Α. BORRMANN, DerSchutzderBerufsfreiheitimdeutschenVerfassungsrechtundimeuropäischenGemeinschaftsrecht (EinerechtsvergleichendeStudie), Berlin: Duncker & Humblot, 2002, σ. 83 επ.
[6] «…όταν ο θεσπιζόμενος περιορισμός αφορά όχι απλώς την άσκηση, αλλά την πρόσβαση στο επάγγελμα προσώπων που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει να είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής ενός τέτοιου εξαιρετικού περιορισμού για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νόμο σκοπού», ΣτΕ 2531/2011 [η έμφαση δική μας].
[7] ΔΕΕ 1.6.2010, συνεκδ. υποθ. 570/07 και 571/07, José Manuel Blanco rez, María Del Pilar Chao mez κατά Consejeria de Salud y Servicios Sanitarios, Principado de Asturias, ΣυλλΝομολ 2010, σ. Ι-4629 = ΕφημΔΔ 2010, σ. 380 = ΝοΒ 2010, σ. 1301 με παρατηρήσεις Ι. Κουφάκη. Για έναν εκτεταμένο σχολιασμό της απόφασης με αφορμή τις αντίστοιχες ρυθμίσεις της ελληνικής νομοθεσίας βλ. Α. ΤΣΙΦΤΣΟΓΛΟΥ, ‘Φαρμακοποιοί και απελευθέρωση: Η ευρωπαϊκή απάντηση’, ΕφημΔΔ 2010, σ. 835 και Γ. ΠΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, ‘Εμπορία φαρμάκων και άσκηση της δραστηριότητας του φαρμακοποιού υπό το φως των κοινοτικών ελευθεριών της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της εγκατάστασης’, ΔΕΕ 2010, σ. 650.
[8] Η ισπανική νομοθεσία για τη ρύθμιση της ίδρυσης και λειτουργίας φαρμακείου «εξουσιοδοτούσε» τις Αυτόνομες Κοινότητες να καθιερώσουν ειδικά κριτήρια προγραμματισμού για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης φαρμακείου, με βάση στοιχεία πληθυσμιακά και γεωγραφικά. Κατ΄ εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής, το Πριγκιπάτο των Αστουριών εξέδωσε το διάταγμα 72/2001, που καθόριζε την ίδρυση ενός φαρμακείου ανά 2.800 κατοίκους, απαιτώντας, σωρευτικά, να υφίσταται ελάχιστη απόσταση 250 μ. μεταξύ των ήδη λειτουργούντων και των προς ίδρυση φαρμακείων.
[9] ΔΕΕ 1.6.2010, συνεκδ. υποθ. 570/07 και 571/07, José Manuel Blanco rez…, όπ.π.: «…ο όρος αυτός είναι ικανός να οδηγήσει σε ισόρροπη κατανομή των φαρμακείων στο εθνικό έδαφος, να εξασφαλίσει κατ΄ αυτόν τον τρόπο στο σύνολο του πληθυσμού τη δέουσα πρόσβαση στη φαρμακευτική υπηρεσία και, κατά συνέπεια, να αυξήσει την ασφάλεια και την ποιότητα του εφοδιασμού σε φάρμακα» (σκ. 78), ενώ, περαιτέρω, ο τρόπος με τον οποίο η ρύθμιση αυτή επιδιώκει τον συγκεκριμένο σκοπό παρουσιάζει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, «συνοχή και συστηματικότητα» (σκ. 94 επ.).
[10] Συγκριτικά με το σύστημα a minima, το οποίο είχαν προτείνει εναλλακτικά οι προσφεύγοντες, να είναι, δηλαδή, η ίδρυση νέων φαρμακείων ελεύθερη, από τη στιγμή που κάθε «φαρμακευτική ζώνη» διαθέτει ήδη τον απαιτούμενο ελάχιστο αριθμό φαρμακείων. Το Δικαστήριο της Ένωσης έκρινε, ωστόσο, ότι τα κράτη μέλη, λαμβανομένου υπόψη του «περιθωρίου εκτίμησης» που διαθέτουν στον τομέα της προστασίας της υγείας, ενδέχεται να θεωρήσουν ότι το ως άνω σύστημα δεν επιτρέπει την επίτευξη με την ίδια αποτελεσματικότητα του ασφαλούς και ποιοτικού εφοδιασμού του κοινού με φάρμακα, σε ζώνες μη ελκυστικές (ΔΕΕ 1.6.2010, συνεκδ. υποθ. 570/07 και 571/07, José Manuel Blanco rez…, όπ.π., σκ. 106 επ.).
[11] Το τελευταίο στοιχείο δεν συνέτρεχε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου της Ένωσης, στην περίπτωση της ελληνικού ενδιαφέροντος υπόθεσης για τα καταστήματα οπτικών ειδών, γεγονός που οδήγησε στη διαφορετική έκβαση του ελέγχου, καθώς η εθνική ρύθμιση κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι έβαινε πέραν του αναγκαίου μέτρου, συνιστώντας δυσανάλογο περιορισμό της ελευθερίας εγκατάστασης των οπτικών, βλ. ΔΕΚ 21.4.2005, υπόθ. 140/03, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας [Καταστήματα οπτικών ειδών], ΣυλλΝομολ 2005, σ. Ι-3177 = Αρμ 2005, σ. 1483 με παρατηρήσεις Γ. Τσερκέζη = ΕΕΕυρΔ 2005, σ. 611 = ΤοΣ 2006, σ. 186 με παρατηρήσεις Α. Καϊδατζή. Για έναν αναλυτικό σχολιασμό της απόφασης βλ. Χ. ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ, ‘Ελληνική νομοθεσία περί οπτικών και κοινοτικό δίκαιο (Παράδειγμα αλληλεπίδρασης κοινοτικής και εθνικής νομολογίας)’, ΕΕΕυρΔ 2005, σ. 561.
[12] ΔΕΚ 19.5.2009, συνεκδ. υποθ. 171/07 και 172/07, Apothekerkammer des Saarlandes κλπ. και Helga Neumann-Seiwert / Saarland et Ministerium r Justiz, Gesundheit und Soziales,ΣυλλΝομολ 2009, σ. Ι-4171 = ΕφημΔΔ 2009, σ. 356 με παρατηρήσεις Στ. Θάνου = ΕΕΕυρΔ 2009, σ. 371 με παρατηρήσεις Ι. Τσούκα. Όμοια η ΔΕΚ 19.5.2009, υπόθ. 531/06, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, ΣυλλΝομολ 2009, σ. Ι-4103. Αμφότερες οι αποφάσεις αφορούσαν στη συμβατότητα με το ενωσιακό δίκαιο και συγκεκριμένα την ελευθερία εγκατάστασης πανομοιότυπων ρυθμίσεων της γερμανικής και ιταλικής νομοθεσίας, αντίστοιχα, σύμφωνα με τις οποίες μονάχα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του φαρμακοποιού μπορούν να ιδρύουν και να εκμεταλλεύονται φαρμακείο.
[13] H έννοια της «δημόσια υγείας» εμπίπτει τόσο στην περίπτωση των εξαιρέσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας που ρητά προβλέπει η Συνθήκη (άρθρο 52 παρ. 1 ΣΛΕΕ) όσο και στην περίπτωση του «επιτακτικών λόγων γενικού/δημοσίου συμφέροντος», οι οποίοι καθιερώθηκαν ως εξαίρεση μέσα από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης. Για τη διάκριση αυτή βλ. αντί άλλων Ρ.-Ε. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ‘Για μια οριζόντια θεώρηση των επιτακτικών αναγκών στην ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων και υπηρεσιών’, ΚριτΕ 1999, σ. 91 (σ. 128-129).
[14] Τα κράτη μέλη διαθέτουν «περιθώριο εκτίμησης» (marge d’appréciation) ως προς το επίπεδο προστασίας της δημοσίας υγείας που επιθυμούν να εξασφαλίσουν, καθώς και τον τρόπο κατά τον οποίο θα επιτευχθεί το επίπεδο αυτό. Βλ. χαρακτηριστικά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ένωσης ΔΕΕ 1.6.2010, συνεκδ. υποθ. 570/07 και 571/07, José ManuelBlancoPérez, όπ.π. (σκ. 44 και σκ. 106 επ.) και ΔΕΚ 19.5.2009, συνεκδ. υποθ. 171/07 και 172/07, ApothekerkammerdesSaarlandes κλπ…, όπ.π. (σκ. 19 και σκ. 39-40).
[15] Το άρθρο 26 του προοιμίου της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ, η οποία μεταφέρθηκε στην εσωτερική νομοθεσία δυνάμει του ΠΔ/τος 38/2010 (ΦΕΚ Α΄ 78), ορίζει ρητά ότι: «Η παρούσα Οδηγία δεν διασφαλίζει τον συντονισμό όλων των όρων ανάληψης των δραστηριοτήτων του φαρμακευτικού τομέα και την άσκησή τους. Ιδίως, η γεωγραφική κατανομή των φαρμακείων και το μονοπώλιοδιανομής φαρμάκων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η παρούσα Οδηγία διατηρεί αμετάβλητες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν στις εταιρείες την άσκηση ορισμένων φαρμακευτικών δραστηριοτήτων ή εξαρτούν την εν λόγω άσκηση από ορισμένες προϋποθέσεις» [η έμφαση δική μας]. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας 2006/123/ΕΚ για τις «υπηρεσίες στην Εσωτερική Αγορά», όπως αυτό μεταφέρθηκε στην εσωτερική νομοθεσία με το άρθρο 4 περίπτ. στ΄ του Ν. 3844/2010 (ΦΕΚ Α΄ 63), η επαγγελματική δραστηριότητα των φαρμακοποιών εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας.
[16] Ο Ν. 3919/2011 για την «αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων» (ΦΕΚ Α΄ 32) επιτάσσει ρητά την κατάργηση των περιορισμών που ανάγονται σε κριτήρια πληθυσμιακά (άρθρο 2 παρ. 2 περίπτ. α΄) και γεωγραφικά, υπό την έννοια της τήρησης ελάχιστης απόστασης μεταξύ των επαγγελματικών εγκαταστάσεων (άρθρο 2 παρ. 2 περίπτ. δ΄). Ωστόσο, από το πεδίο εφαρμογής του νέου νόμου εξαιρείται η επαγγελματική δραστηριότητα των φαρμακοποιών (άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3919/2011). Εξάλλου, με το άρθρο 36 του Ν. 3918/2011 για τις «διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας» (ΦΕΚ Α΄ 31), όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 70 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α΄ 150), τα πληθυσμιακά κριτήρια κατά την ίδρυση φαρμακείου διατηρούνται, με τη διαφορά ότι, αντί για ένα φαρμακείο ανά 1.500 κατοίκους, ορίζεται η ίδρυση ενός φαρμακείου ανά 1.000 κατοίκους.

ΣτΕ 2531/2011 (Δ΄ τμ.) Ίδρυση Φαρμακείου-συνταγματικότητα πληθυσμιακών κριτηρίων


ΣτΕ 2531/2011 (Δ΄ τμ.) Ίδρυση Φαρμακείου-συνταγματικότητα πληθυσμιακών κριτηρίων

ΣτΕ 2531/2011 (Δ΄ τμ.) Φαρμακοποιός Φωκίδας
Σωτ.Ρίζος, Πρόεδρος, Εισηγήτρια Ε. Σάρπ

Απόφαση

Με την αίτηση ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φωκίδας της από 3.9.2008 αιτήσεώς του για χορήγηση σε αυτόν άδειας ιδρύσεως φαρμακείου στο Δήμο Λιδωρικίου… και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Σαρπ.
2. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών φαρμακοποιός έχει λάβει άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας φαρμακείου σε δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου του Νομού Φωκίδας. Με την από 3.9.2008 αίτησή του δε ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια ιδρύσεως φαρμακείου σε άλλο Δήμο (και, ειδικώτερα, στην έδρα του Δήμου (….), η οποία ευρίσκεται στο, κατά τις διατάξεις του ν. 2539/1997, Δημοτικό Διαμέρισμα ….). Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απορρίψεως της ανωτέρω αιτήσεως με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της.
3. Επειδή, με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικώτερη εκδήλωση αυτής της ελευθερίας αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητος του ατόμου. Στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς για λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ορίζονται γενικώς κατά τρόπο αντικειμενικό και να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζομένης επαγγελματικής δραστηριότητος. Η νομοθετική ρύθμιση που περιορίζει την ελευθερία αυτή δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό σκοπό την προστασία του οικονομικού συμφέροντος των ήδη ασκούντων συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα προς βλάβη εκείνων που ενδιαφέρονται να ασκήσουν το επάγγελμα αυτό. Εξ άλλου, σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (βλ. ήδη άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του έτους 2001), οι επιβαλλόμενοι από τον νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι, εν σχέσει προς αυτόν (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 1991, 3665/2005, 2204 – 2224/2010). Ειδικώτερα, όταν ο θεσπιζόμενος περιορισμός αφορά όχι απλώς την άσκηση, αλλά την πρόσβαση στο επάγγελμα προσώπων που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει να είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής ενός τέτοιου εξαιρετικού περιορισμού για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νόμο σκοπού (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3665/2005).
7. Επειδή, ο ν. 5607/1932 «περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως της φαρμακευτικής νομοθεσίας» (ΦΕΚ Α΄ 300) όριζε ότι η άδεια ιδρύσεως φαρμακείου χορηγείται σε φαρμακοποιούς που έχουν τα νόμιμα προσόντα (άρθρο 1), περαιτέρω δε καθόριζε τον αριθμό των ιδρυομένων φαρμακείων σε κάθε περιοχή της χώρας βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων, δηλαδή αναλογίας τούτων προς τον πληθυσμό (άρθρο 3), και επιπλέον απαιτούσε την τήρηση ελαχίστων αποστάσεων μεταξύ των ιδρυομένων φαρμακείων και μεταξύ αυτών και των ήδη λειτουργούντων φαρμακείων (άρθρο 20). Ακολούθησε ο αν.ν. 751/1937 (ΦΕΚ Α΄ 239), με το άρθρο 2 του οποίου επήλθαν τροποποιήσεις στις πληθυσμιακές αναλογίες που λαμβάνονταν υπ’ όψη για την ίδρυση φαρμακείων. Με τον αν.ν. 517/1968 (ΦΕΚ Α΄ 188) κατηργήθησαν όλοι οι έως τότε περιορισμοί για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείων, με την επιφύλαξη μόνον της συνδρομής προϋποθέσεων που αφορούσαν στο πρόσωπο του ζητούντος την χορήγηση της αδείας αυτής (άρθρα 1 και 2). Επηκολούθησε ο ν. 328/1976 (ΦΕΚ Α΄ 128), ο οποίος δεν έθεσε για την ίδρυση φαρμακείου πληθυσμιακά κριτήρια, αλλά καθόρισε (άρθρο 7) για τα ιδρυόμενα φαρμακεία ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ αυτών και των ήδη λειτουργούντων φαρμακείων. Στην συνέχεια με τον ν. 1963/1991 (ΦΕΚ Α΄ 138) τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν διατάξεις της φαρμακευτικής νομοθεσίας. Ειδικώτερα, με το άρθρο 1 του εν λόγω ν. 1963/1991 αφ’ ενός μεν ορίσθηκε ότι «Αδεια ιδρύσεως φαρμακείου για δήμο ή κοινότητα της Χώρας χορηγείται μετά γνώμη του οικείου φαρμακευτικού συλλόγου με απόφαση του αρμόδιου νομάρχη» (παρ. 1) και αφ’ ετέρου καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις, που πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτουμένου την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου (παρ. 2 και 3). Με το άρθρο 2 του ίδιου νόμου θεσπίσθηκαν και πάλι πληθυσμιακά κριτήρια για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου. Ειδικώτερα, στο άρθρο αυτό ορίζοντο τα εξής : «1. Για τον αριθμό των χορηγούμενων για κάθε δήμο ή κοινότητα της Χώρας αδειών ιδρύσεως φαρμακείων από 1.1.1997 τίθενται τα εξής πληθυσμιακά όρια : α) Για δήμους ή κοινότητες με πληθυσμό μέχρι 3.000 κατοίκους, εφ’ όσον δεν λειτουργεί φαρμακείο, επιτρέπεται η χορήγηση μιας μόνο άδειας ιδρύσεως φαρμακείου. β) Για δήμους ή κοινότητες με πληθυσμό από 3.001 μέχρι 10.000 κατοίκους απαιτείται αναλογία 3.000 κατοίκων για κάθε φαρμακείο. γ) Για δήμους με πληθυσμό από 10.001 μέχρι 100.000 κατοίκους απαιτείται αναλογία 2.500 κατοίκων για κάθε φαρμακείο. δ) Για δήμους με πληθυσμό άνω των 100.001 κατοίκων απαιτείται αναλογία 2.000 κατοίκων για κάθε φαρμακείο. 2. Τα πληθυσμιακά όρια της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για τους φαρμακοποιούς που κατέχουν ή πρόκειται να αποκτήσουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στην Ελλάδα μέχρι 31.12.1996. 3. Ο πληθυσμός υπολογίζεται με βάση τα αποτελέσματα της τελευταίας επίσημης απογραφής του Κράτους». Η θέσπιση των πληθυσμιακών αυτών κριτηρίων απέβλεπε, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, στην εξασφάλιση λειτουργικής και οικονομικής βιωσιμότητας των φαρμακείων και κατ’ επέκταση στην αποτροπή κινδύνων της δημοσίας υγείας. Εξ άλλου, με το άρθρο 6 του ανωτέρω ν. 1963/1991 αντικαταστάθηκε μεν το άρθρο 7 του ν. 328/1976, όπως είχε εν τω μεταξύ τροποποιηθεί, αλλά διατηρήθηκε σε ισχύ η επαναθεσπισθείσα με αυτό προϋπόθεση της τηρήσεως ελάχιστης αποστάσεως μεταξύ ήδη λειτουργούντος και μέλλοντος να λειτουργήσει φαρμακείου. Εν όψει των τροποποιήσεων, που επήλθαν στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση με τον ν. 2539/1997 (ΦΕΚ Α΄ 244), με την παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 2716/1999 (ΦΕΚ Α΄ 96) αντικαταστάθηκε η παρατεθείσα ανωτέρω παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1963/1991 ως εξής : «Άδεια ιδρύσεως φαρμακείου χορηγείται μετά γνώμη του οικείου φαρμακευτικού συλλόγου με απόφαση του αρμόδιου νομάρχη : α) Για δήμο ή κοινότητα της χώρας στον οποίο δεν επήλθε μεταβολή με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2539/1997 … και β) για συγκεκριμένο δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα δήμου ή κοινότητας που συνεστήθη με τις διατάξεις του ίδιου ως άνω άρθρου. Οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1963/1991 … εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις των καταργηθέντων δήμων και κοινοτήτων, όπου δε σε αυτές αναφέρεται ο όρος δήμος ή κοινότητα, νοείται το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα στο οποίο αντιστοιχεί ο καταργηθείς με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2539/1997 … Ο.Τ.Α. …». Με την υπ’ αριθ. 3133/2003 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι ο θεσπισθείς με το προαναφερθέν άρθρο 7 του ν. 328/1976, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 1963/1991, περιορισμός της τηρήσεως αποστάσεως μεταξύ των φαρμακείων δεν προσκρούει στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος επαγγελματική ελευθερία, εν όψει των σκοπών, που επεδίωκε ο νομοθέτης με την θέσπισή του, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η ορθολογικότερη διασπορά των φαρμακείων σε μια πόλη, χάριν της καλύτερης εξυπηρετήσεως του κοινού. Αντιθέτως, με την υπ’ αριθ. 3665/2005 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1963/1991, με τις οποίες θεσπίσθηκαν πληθυσμιακά κριτήρια για την ίδρυση φαρμακείου, κρίθηκαν ανίσχυρες ως αντίθετες με το προαναφερθέν άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, εν όψει του, κατά τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του νόμου, επιδιωκομένου με τις διατάξεις αυτές σκοπού της εξασφαλίσεως της οικονομικής βιωσιμότητας των φαρμακείων και κατ’ επέκταση της προστασίας της δημοσίας υγείας. Το ανωτέρω άρθρο 2 του ν. 1963/1991 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006 (ΦΕΚ Α΄ 93). Με το άρθρο αυτό του νεωτέρου νόμου, το οποίο άρχισε να ισχύει από την δημοσίευση του εν λόγω νόμου (βλ. άρθρο 17 αυτού) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 8.5.2006, διατηρήθηκαν τα πληθυσμιακά κριτήρια για την ίδρυση φαρμακείων και απλώς μειώθηκε ο αριθμός των κατοίκων που απαιτείται για την ίδρυση φαρμακείου εν σχέσει με εκείνον που προέβλεπε το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1963/1991, όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του, ενώ επιπλέον δεν επαναλήφθηκε και η προβλεπόμενη στην παρ. 2 του εν λόγω (αρχικού) άρθρου 2 εξαίρεση από το πληθυσμιακό κριτήριο των φαρμακοποιών, που κατείχαν ή επρόκειτο να αποκτήσουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος έως τις 31.12.1996.
Ειδικώτερα, το άρθρο 2 του ν. 1963/1991, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που συμπληρώθηκε τρίμηνο από την υποβολή της αιτήσεως του αιτούντος περί χορηγήσεως σε αυτόν αδείας ιδρύσεως φαρμακείου στον Δήμο Γαλαξιδίου, δηλαδή μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3457/2006, όριζε τα εξής : «1. Για την προστασία της Δημόσιας Υγείας και την ορθολογική κατανομή των φαρμακείων στην επικράτεια, καθορίζονται τα ακόλουθα όρια στους δήμους και τα δημοτικά ή κοινοτικά διαμερίσματα, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2539/1997 (ΦΕΚ 244 Α΄). Στους δήμους και τα δημοτικά ή κοινοτικά διαμερίσματα με πληθυσμό μέχρι χίλιους πεντακόσιους (1.500) κατοίκους επιτρέπεται η χορήγηση μίας μόνον άδειας φαρμακείου, β) στους δήμους και τα δημοτικά ή κοινοτικά διαμερίσματα με πληθυσμό χίλιους πεντακόσιους έναν (1.501) και άνω κατοίκους απαιτείται αναλογία χιλίων πεντακοσίων (1.500) κατοίκων για κάθε φαρμακείο. 2. Ο πληθυσμός υπολογίζεται με βάση το αποτέλεσμα της τελευταίας απογραφής». Εξ άλλου, με την παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου 13 του ν. 3457/2006 διατηρήθηκε σε ισχύ η προϋπόθεση της τηρήσεως αποστάσεων μεταξύ φαρμακείων και απλώς τροποποιήθηκαν οι θεσπίζουσες την προϋπόθεση αυτή διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 7 του ν. 328/1976, όπως είχε αντικατασταθεί. Με την παρ. δε 1 του άρθρου 14 του ανωτέρω ν. 3457/2006 αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1963/1991, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 2716/1999, ως εξής : «Άδεια ίδρυσης φαρμακείου χορηγείται, μετά από γνώμη του οικείου Φαρμακευτικού Συλλόγου, με απόφαση του αρμόδιου Νομάρχη για δήμο ή κοινότητα της χώρας στον οποίο δεν επήλθε μεταβολή με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2539/1997 …, καθώς και για δήμο ή κοινότητα που αποτελεί, αντίστοιχα, δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα του συνιστώμενου με τον ως άνω νόμο νέου δήμου. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 1963/1991 … εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις των καταργηθέντων δήμων και κοινοτήτων, όπου δε σε αυτές αναφέρεται ο όρος δήμος ή κοινότητα νοείται το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα, στο οποίο αντιστοιχεί ο Ο.Τ.Α. που καταργήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2539/1997». Στην αιτιολογική έκθεση του νεωτέρου ν. 3457/2006 αναφέρεται η σημασία του επαγγέλματος του φαρμακοποιού και του έργου που επιτελεί, τονίζεται η ανάγκη εξασφαλίσεως, μεταξύ άλλων, της άμεσης προσβάσεως του πολίτη σε όλα τα απαιτούμενα φάρμακα και της οικονομικής βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος και επισημαίνεται ότι «Η ενδεχόμενη ύπαρξη μη ισόρροπης χωροταξικής κατανομής των φαρμακείων έχει ως συνέπεια την ανάπτυξη αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ αυτών και ειδικότερα : α) Παρατηρούνται φαινόμενα αθέμιτων συναλλαγών με προκλητή ζήτηση υγείας. β) Αναπτύσσεται η κατευθυνόμενη συνταγογραφία, σε βάρος των συμφερόντων του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Οργανισμών. γ) Αυξάνονται τα ιατρογενή νοσήματα. δ) Παρατηρείται μεγάλη αύξηση του αριθμού των φαρμακείων στα μεγάλα αστικά κέντρα, σε βάρος της περιφέρειας και ιδιαίτερα των ακριτικών περιοχών της χώρας. ε) Δημιουργείται θέμα άνισης μεταχείρισης των ημεδαπών φαρμακοποιών, σε σχέση με τους φαρμακοποιούς των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις οποίες ισχύουν αυστηρότατες πληθυσμιακές και χωροταξικές ρυθμίσεις. Η πιο σύγχρονη λύση είναι η θεσμοθέτηση εθνικού και περιφερειακού χωροταξικού σχεδιασμού για την ίδρυση φαρμακείων. Ο σχεδιασμός πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τις επί μέρους περιφέρειες της χώρας, όπως οι νησιωτικές και οι ορεινές περιοχές, και να θεμελιώνεται στις αρχές της βιωσιμότητας των φαρμακείων, της διασφάλισης της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς φαρμάκου και ιδίως της προστασίας της δημόσιας υγείας και της ευχερούς πρόσβασης των πολιτών στην αγορά φαρμάκου. … Σήμερα στη χώρα μας υπάρχουν περίπου 10.000 φαρμακεία, σε πολλές περιπτώσεις κακώς κατανεμημένα. Οι προτεινόμενες διατάξεις αποτελούν έναν ελάχιστο τρόπο εξορθολογισμού του συστήματος Φαρμακευτικής Περίθαλψης, στο πλαίσιο ενός συνολικού Εθνικού Χωροταξικού προγραμματισμού». Περαιτέρω, επισημαίνεται στην ανωτέρω αιτιολογική έκθεση ότι και το μέτρο της τηρήσεως αποστάσεων μεταξύ των λειτουργούντων σε συγκεκριμένη περιοχή φαρμακείων αποβλέπει στην εξασφάλιση της χωροταξικώς ισόρροπης αναπτύξεως της λειτουργίας των φαρμακείων. Εξάλλου, προς αντιμετώπιση του προβλήματος της απροθυμίας των φαρμακοποιών να ιδρύσουν φαρμακεία σε απομονωμένες περιοχές, λόγω του δυσχερούς της διασφαλίσεως της οικονομικής βιωσιμότητας αυτών ως εκ του μικρού πληθυσμού, με το άρθρο 32 του ν. 3402/2005 (ΦΕΚ Α΄ 258) θεσπίσθηκε ρύθμιση, με την οποία επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση των παγίων διατάξεων περί χορηγήσεως αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας φαρμακείου, η χορήγηση στα σωματεία των διανεμητικών λογαριασμών των Φαρμακευτικών Συλλόγων Δωδεκανήσου και Χίου ή σε φαρμακοποιό που έχει φαρμακείο σε γειτονικό δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Δωδεκανήσου και Χίου αδείας για την ίδρυση και λειτουργία παραρτημάτων φαρμακείων αντιστοίχως στα νησιά Τήλο, Αστυπάλαια, Καστελλόριζο, Χάλκη και Λειψούς της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Δωδεκανήσου και στα νησιά Ψαρά και Οινούσες της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Χίου, εφ’ όσον στα νησιά αυτά δεν λειτουργούν φαρμακεία. Με την παράγραφο δε 5 του ανωτέρω άρθρου 32 του ν. 3402/2005 παρέχεται εξουσιοδότηση για την, με κοινή υπουργική απόφαση, επέκταση της δυνατότητας λειτουργίας παραρτημάτων φαρμακείων και σε άλλα δημοτικά διαμερίσματα ή κοινότητες της ηπειρωτικής Ελλάδος, εφ’ όσον δεν λειτουργεί φαρμακείο στις περιοχές αυτές.
5. Επειδή, από τα εκτεθέντα ανωτέρω προκύπτει ότι με την νεώτερη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006 θεσπίσθηκαν και πάλι πληθυσμιακά κριτήρια για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου, τα οποία, περιορίζοντα τις περιοχές, στις οποίες είναι δυνατή η ίδρυση νέων φαρμακείων, συνεπάγονται περιορισμό όχι απλώς στην άσκηση, αλλά στην πρόσβαση στο ελεύθερο επάγγελμα του φαρμακοποιού, το οποίο αποτελεί διαφορετικό επάγγελμα από άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες, κυρίως μισθωτές, που, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, μπορεί επίσης να ασκήσει ο κάτοχος αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού. Σε τέτοιες περιπτώσεις αναφέρονται α) τα άρθρα 89 του ν. 2072/1992 (ΦΕΚ Α΄ 123) και 40 του ν. 2519/1997 (ΦΕΚ Α΄ 165) περί συστάσεως, αντιστοίχως, κλάδου νοσοκομειακών φαρμακοποιών και κλάδου νοσοκομειακών φαρμακοποιών του Ε.Σ.Υ., β) το παράρτημα Δ΄ τμήμα Ε΄ («ειδικό προσωπικό») περ. 6 του π.δ. 517/1991 (ΦΕΚ Α΄ 202), με το οποίο προβλέπεται ότι, σε περίπτωση που ιδιωτική κλινική υποχρεούται να διαθέτει φαρμακείο, πρέπει να έχει έναν τουλάχιστον φαρμακοποιό με άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, γ) το άρθρο 29 του ν. 5607/1932, το οποίο ορίζει ότι εργοστάσια ή εργαστήρια φαρμακευτικών προϊόντων πρέπει να διευθύνονται από χημικό ή επιστήμονα φαρμακοποιό, δ) το άρθρο 5 παρ. 2 του αν.ν. 517/1968, το οποίο προβλέπει την διατήρηση σε λειτουργία κληρονομικού φαρμακείου με υπεύθυνο επιστήμονα φαρμακοποιό, ε) το άρθρο 2 του ν.δ. 363/1941 (ΦΕΚ Α΄ 268), το οποίο ορίζει ότι άδεια ιδρύσεως φαρμακαποθήκης χορηγείται σε φαρμακοποιούς. Ο ανωτέρω, όμως, περιορισμός, ο οποίος ορίζεται γενικώς και κατά τρόπο αντικειμενικό και αφορά ένα επάγγελμα, η άσκηση του οποίου συνδέεται αμέσως με την δημοσία υγεία, αποσκοπεί, κατά τα εκτιθέμενα και στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3457/2006, στην καταπολέμηση του πληθωρισμού των φαρμακείων με τις εντεύθεν γεννώμενες παρενέργειες, όπως είναι τα φαινόμενα υπερσυνταγογραφήσεως και κατευθυνομένης συνταγογραφήσεως, τα οποία προκάλεσε, και στο παρελθόν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, η υπέρμετρη, εν όψει του μεγέθους του πληθυσμού και των αναγκών του σε φάρμακα, αύξηση του αριθμού των φαρμακείων, ιδιαιτέρως στα μεγάλα αστικά κέντρα, και η συνεπεία τούτου ανάπτυξη αθεμίτου ανταγωνισμού μεταξύ των φαρμακοποιών, στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την οικονομική βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους. Τα φαινόμενα αυτά, εκτός των επιπτώσεων που μπορεί να έχουν για την δημοσία υγεία – εν όψει, προφανώς, του ότι, σε περίπτωση που τα φάρμακα λαμβάνονται χωρίς λόγο, ενδέχεται να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη της υγείας – έχουν ως συνέπεια και την οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου και των ασφαλιστικών οργανισμών, των οποίων απειλείται η οικονομική βιωσιμότητα. Περαιτέρω, η θέσπιση της ανωτέρω ρυθμίσεως αποβλέπει, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του ν. 3457/2006, και στην εξασφάλιση της ορθολογικής κατανομής των φαρμακείων στις διάφορες περιοχές της χώρας και, δια του τρόπου αυτού, στην εξασφάλιση της ευχερούς προσβάσεως όλων των κατοίκων στην αγορά φαρμάκου, υπό την έννοια, προφανώς, ότι, εφ’ όσον οι φαρμακοποιοί δεν θα μπορούν, λόγω των πληθυσμιακών κριτηρίων, να ιδρύσουν φαρμακείο σε περιοχές, στις οποίες υπάρχει ήδη επαρκής αριθμός φαρμακείων, θα υποχρεωθούν εκ των πραγμάτων να επιδιώξουν την ίδρυση φαρμακείου σε περιοχές, στις οποίες υπάρχει έλλειψη φαρμακείων. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι ο επίμαχος περιορισμός επιβλήθηκε προς εξυπηρέτηση σκοπών, οι οποίοι συνιστούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Ειδικώτερα δε, ο εν λόγω περιορισμός επιβλήθηκε, στα πλαίσια της, κατά τα άρθρα 21 παρ. 3 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, μέριμνας του Κράτους για την υγεία των πολιτών – για την οποία οφείλει να μεριμνά και προληπτικώς – και την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, αφ’ ενός μεν για λόγους προστασίας της δημοσίας υγείας με την αποτροπή του κινδύνου της καταναλώσεως φαρμάκων χωρίς να συντρέχει σχετικός λόγος και την εξασφάλιση της ευχερούς προσβάσεως όσο το δυνατόν μεγαλυτέρου αριθμού κατοίκων σε φαρμακευτική περίθαλψη και αφ’ ετέρου για λόγους προστασίας των διαθεσίμων για την υγειονομική περίθαλψη από το Δημόσιο και τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως οικονομικών πόρων. Εξ άλλου, ο περιορισμός της επαγγελματικής ελευθερίας με την θέσπιση των προβλεπομένων στο άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006 πληθυσμιακών κριτηρίων για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι προδήλως απρόσφορος για την επίτευξη των επιδιωκομένων κατά τα ανωτέρω με τις διατάξεις αυτές σκοπών. Περαιτέρω, ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών μέτρο ή τα επιβαλλόμενα από την αρχή της αναλογικότητας όρια, εν όψει και του μειωμένου αριθμού κατοίκων, με τον οποίο συνδέεται το επίμαχο κριτήριο (αναλογία ενός φαρμακείου ανά 1.500 κατοίκους) – ο περαιτέρω έλεγχος του οποίου εκφεύγει των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου – και λαμβανομένου υπ’ όψη και του ότι ο νομοθέτης, για την διευκόλυνση της προσβάσεως στο ελεύθερο επάγγελμα του φαρμακοποιού, νεωτέρων φαρμακοποιών, έχει θεσπίσει όριο ηλικίας για την υποχρεωτική αποχώρηση από το επάγγελμα αυτό (70ό έτος) με την παρ. Θ.3 του άρθρου 11 του ν. 2955/2001 (ΦΕΚ Α΄ 256). Η διάταξη αυτή κρίθηκε, με τις υπ’ αριθ. 2204 – 2224/2010 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου, ότι δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Αλλωστε, δεν προκύπτει ότι άλλο μέτρο, ολιγώτερο περιοριστικό της ελευθερίας ασκήσεως του ελευθέρου επαγγέλματος του φαρμακοποιού, θα απέτρεπε εξ ίσου αποτελεσματικά τους κινδύνους, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, απορρέουν από την ύπαρξη δυσαναλόγου εν σχέσει με τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου αριθμού φαρμακείων και την συγκέντρωσή τους σε μεγάλα αστικά κέντρα. Εξ άλλου, η καταλληλότητα του επιμάχου περιορισμού για την επίτευξη των ανωτέρω σκοπών δημοσίου συμφέροντος δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, για να προσδιορισθεί ο αριθμός των δυναμένων να ιδρυθούν σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως (δήμο ή κοινότητα) ή δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα φαρμακείων, λαμβάνεται υπόψη μόνον ο πληθυσμός αυτών, και μάλιστα ο πληθυσμός που προκύπτει με βάση την τελευταία απογραφή, όχι δε και οι ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως ή δημοτικού ή κοινοτικού διαμερίσματος (π.χ. αν είναι ορεινός ή νησιωτικός, αν αποτελείται από περισσότερους οικισμούς απομακρυσμένους ο ένας από τον άλλον με δυσχέρεια επικοινωνίας μεταξύ τους). Και τούτο διότι αφ’ ενός μεν με τον επίμαχο περιορισμό ο νομοθέτης επιδιώκει όχι μόνον την καλύτερη δυνατή διασπορά των φαρμακείων στο σύνολο της χώρας, αλλά και την προστασία της δημοσίας υγείας, καθώς και των διαθεσίμων για την υγειονομική περίθαλψη από το Δημόσιο και τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως οικονομικών πόρων, κατά τα ήδη εκτεθέντα. Αλλωστε, από τα εκτεθέντα στην τέταρτη σκέψη προκύπτει ότι ο νομοθέτης επιδιώκει να εξασφαλίσει την ορθολογική διασπορά των φαρμακείων σε όλη την χώρα και την ευχερή πρόσβαση όσο το δυνατόν μεγαλυτέρου αριθμού κατοίκων σε φαρμακευτική περίθαλψη όχι μόνον με το επίμαχο μέτρο, αλλά και με άλλα μέτρα, όπως η τήρηση αποστάσεων μεταξύ φαρμακείων και η πρόβλεψη της, κατ’ εξαίρεση των παγίων διατάξεων, ιδρύσεως φαρμακείων σε γεωγραφικώς απομακρυσμένες περιοχές. Στο πλαίσιο δε της επιδιώξεως των αναφερθέντων σκοπών ο νομοθέτης κατήργησε, με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006, την εξαίρεση της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 1963/1991, όπως είχε αρχικώς, από την τήρηση του κριτηρίου των πληθυσμιακών ορίων των φαρμακοποιών εκείνων, οι οποίοι απέκτησαν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στην Ελλάδα έως τις 31.12.1996. Και τούτο διότι τυχόν διατήρηση της ισχύος της εν λόγω εξαιρέσεως θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπονόμευση της προσπάθειας να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα, που, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ανέκυψαν για την δημοσία υγεία και την βιωσιμότητα του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος από την λειτουργία δυσαναλόγως μεγάλου αριθμού φαρμακείων εν σχέσει με τον πληθυσμό και την συγκέντρωσή τους στα μεγάλα αστικά κέντρα, εφ’ όσον θα μπορούσε, επί χρονικό διάστημα μη δυνάμενο εκ των προτέρων να προσδιορισθεί επακριβώς, να συνεχισθεί η ίδρυση φαρμακείων, σε αριθμό επίσης μη δυνάμενο να προσδιορισθεί, χωρίς την τήρηση των πληθυσμιακών κριτηρίων, με συνέπεια να διαιωνίζονται τα ανωτέρω προβλήματα. Η καταλληλότητα, τέλος, του επίμαχου πληθυσμιακού κριτηρίου για την εξυπηρέτηση των επιδιωκομένων από τον νομοθέτη σκοπών δεν αναιρείται από την θεωρητική δυνατότητα καθιερώσεως άλλου συστήματος ιδρύσεως φαρμακείων στους οικισμούς της Χώρας και δη συστήματος που θα λαμβάνει υπ’ όψιν κριτήρια «χωροταξικά». Τα προτεινόμενα αυτά κριτήρια, τα οποία θα ελάμβαναν υπ’ όψιν τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε περιοχής και οικισμού, είναι μεν θεωρητικώς δυνατόν να καθιερωθούν, αλλά είναι συνδεδεμένα με πρακτικές δυσχέρειες, ούτως ώστε η επιβολή τέτοιου συστήματος ανάγεται κατ’ ανάγκην στην ελεύθερη εκτίμηση του νομοθέτη και της διοικήσεως, με συνέπεια η γενόμενη επιλογή αυτή να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί από τον δικαστή.
6. Επειδή, υπό τα εκτεθέντα ανωτέρω δεδομένα, η θέσπιση με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 2 του ν. 1963/1991, πληθυσμιακών κριτηρίων για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου, που συνιστά περιορισμό της ελευθερίας των εχόντων άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού να ασκήσουν το ελεύθερο επάγγελμα του φαρμακοποιού, δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος) και, συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμα. Υπέρ της απόψεως αυτής, άλλωστε, συνηγορεί και η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 1ης Ιουνίου 2010, Joze Manuel Blanco Perez, Maria del Pilar Chao Gomez κατά Consejeria de Salud y Servicios Sanitarios, Principado de Asturias (C-570/2007 και C-571/2007, σκέψεις 61, 63, 64, 66, 70-78, 84, 94, 103, 107 και 112). Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι δεν αντίκειται στο άρθρο 49 (ελευθερία εγκατάστασης) της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) [πρώην άρθρο 43 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας] ρύθμιση της ισπανικής νομοθεσίας, που θεσπίζει πληθυσμιακά κριτήρια για την χορήγηση αδειών ιδρύσεως νέων φαρμακείων και ελάχιστη απόσταση μεταξύ των φαρμακείων, ενόψει των επιδιωκομένων με την συγκεκριμένη αυτή ρύθμιση σκοπών. Η ανωτέρω απόφαση αναφέρει, περαιτέρω, ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώρια εκτιμήσεως ως προς το επίπεδο προστασίας της δημοσίας υγείας που επιθυμούν να εξασφαλίσουν, καθώς και τον τρόπο κατά τον οποίο θα επιτευχθεί το επίπεδο αυτό (σκέψη 44), ότι κανόνες προσβάσεως στις δραστηριότητες του τομέα της φαρμακευτικής δεν διατυπώνει ούτε η οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 255 της 30.9.2005) ούτε κανένα άλλο νομοθέτημα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που κατοχυρώνει τις θεμελιώδεις ελευθερίες, (σκέψη 45) και ότι στην εικοστή έκτη αιτιολογική σκέψη της ανωτέρω οδηγίας προβλέπεται ότι η γεωγραφική κατανομή των φαρμακείων εξακολουθεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (σκέψη 50). Τέλος, η ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη προβλέπουν αποκλίνοντες κανόνες στον τομέα της προστασίας της δημοσίας υγείας και ορισμένα εξ αυτών δεν περιορίζουν τον αριθμό των φαρμακείων, που μπορούν να ιδρυθούν στο έδαφός τους, ενώ άλλα περιορίζουν τον αριθμό τους, προβλέποντας κανόνες γεωγραφικού προγραμματισμού (σκέψη 69). [Επίσης πρβλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων α) της 19ης Μαΐου 2009, Apothekerkammer des Saarlandes, κ.λπ. κατά Saarland και Ministerium f?r Justiz, Gesundheit und Soziales, C-171/07 και C-172/07, σκέψεις 27, 28, 30-34, β) της 19ης Μαΐου 2009, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, C- 531/06, σκέψεις 51-57 και 90, και γ) της 10ης Μαρτίου 2009, Hartlauer Handelsgesellschaft mbH κατά Wiener Landesregierung, Obersterreichische Landesregierung, C-169/07, σκέψεις 46-49].
7. Επειδή, το Τμήμα κρίνει ότι πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), να παραπέμψει στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προς επίλυση το ανακύπτον εν προκειμένω, εν όψει του ισχύοντος κατά την συμπλήρωση τριμήνου από την υποβολή της αιτήσεως του αιτούντος περί χορηγήσεως σε αυτόν αδείας ιδρύσεως φαρμακείου στον Δήμο Γαλαξιδίου νομοθετικού καθεστώτος, ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 1963/1991, όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3457/2006, εν όψει της μείζονος σπουδαιότητος του ζητήματος αυτού και του γεγονότος ότι με την υπ’ αριθ. 3665/2005 απόφαση της Ολομελείας είχαν κριθεί ως αντίθετες στην ανωτέρω συνταγματική διάταξη οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 1963/1991, όπως ίσχυαν πριν αντικατασταθούν με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006, με τις οποίες, πάντως, θεσπιζόταν μεν και πάλι πληθυσμιακό κριτήριο για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου, προς επίτευξη, όμως, σκοπού διαφορετικού από εκείνους, στους οποίους αποβλέπει ο νεώτερος ν. 3457/2006.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Παραπέμπει στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας την επίλυση του αναφερομένου στο αιτιολογικό ζητήματος.

ΣτΕ 3665/2005 (Ολομ.) Φαρμακοποιός Αθηνών – Αντισυνταγματικά τα πληθυσμιακά κριτήρια ίδρυσης Φαρμακείου.


ΣτΕ 3665/2005 (Ολομ.) Φαρμακοποιός Αθηνών – Αντισυνταγματικά τα πληθυσμιακά κριτήρια ίδρυσης Φαρμακείου.

Χρ. Γεραρής, Πρόεδρος, Εισηγήτρια Ε. Δανδουλάκη

Η Απόφαση

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθεί η 9290/11.5.1998 πράξη του Διευθυντή της Διεύθυνσης Υγείας και Δημοσίας Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών, καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
1. Επειδή για την κρινόμενη αίτηση, η οποία εισάγεται στην Ολομέλεια κατόπιν της 2110/03 αποφάσεως του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας..,
2. Επειδή η αιτούσα φαρμακοποιός, που έλαβε πανεπιστημιακό πτυχίο φαρμακοποιού τον Ιούλιο του 1997, με την από 9-4-98 αίτησή της προς τη ……………………………………………… ζήτησε να της χορηγηθεί άδεια ιδρύσεως φαρμακείου στα όρια του Νομαρχιακού Διαμερίσματος της Αθήνας. Το αίτημα αυτό της αιτούσας απερρίφθη με την 9290/11-5-98 πράξη του Διευθυντή της πιο πάνω υπηρεσίας, για το λόγο ότι δεν πληρούται η κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1963/1991 πληθυσμιακή προϋπόθεση, δεδομένου ότι χορήγηση της ζητηθείσης αδείας συνεπάγεται υπέρβαση της καθορισμένης αναλογίας μεταξύ πληθυσμού και αριθμού φαρμακείων στην πόλη της Αθήνας. Της πράξεως αυτής ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση.
4. Επειδή ο ν. 5607/32 «Περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως της φαρμακευτικής νομοθεσίας (ΦΕΚ Α΄ 300) όριζε ότι η άδεια ιδρύσεως φαρμακείου χορηγείται σε φαρμακοποιούς που έχουν τα νόμιμα προσόντα, περαιτέρω δε καθόριζε τον αριθμό των ιδρυομένων φαρμακείων σε κάθε περιοχή της χώρας, βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων, δηλαδή αναλογίας τούτων προς τον πληθυσμό και επιπλέον απαιτούσε την τήρηση ελαχίστων αποστάσεων μεταξύ των ιδρυομένων φαρμακείων και μεταξύ αυτών και των ήδη λειτουργούντων φαρμακείων. Ακολούθησε ο αν.ν. 751/37 (ΦΕΚ Α΄239), ο οποίος επέφερε τροποποιήσεις στις πληθυσμιακές αναλογίες που λαμβάνονται υπόψη για την ίδρυση φαρμακείων. Μεταγενεστέρως ο αν.ν. 517/1968 (ΦΕΚ Α΄ 188) προέβη στην «απελευθέρωση» του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, με την κατάργηση όλων των περιορισμών για τη χορήγηση άδειας ιδρύσεως φαρμακείων και με την επιφύλαξη μόνο της συνδρομής προϋποθέσεων που αφορούσαν στο πρόσωπο του ζητούντος τη χορήγηση της αδείας αυτής.
Επακολούθησε ο νόμος 328/76 (ΦΕΚ Α΄128), ο οποίος δεν έθεσε για την ίδρυση φαρμακείου πληθυσμιακά κριτήρια, αλλά καθόρισε για τα ιδρυόμενα φαρμακεία ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ αυτών και των ήδη λειτουργούντων φαρμακείων. Οι αποστάσεις αυτές τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με τον ν. 928/79. Τέλος στο άρθρο 1 του ν. 1963/91 (ΦΕΚ Α΄ 138), όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης, πριν την τροποποίησή του με το ν. 2716/1999 (ΦΕΚ Α΄ 96) ορίζεται ότι : «1. Άδεια ιδρύσεως φαρμακείου για δήμο ή κοινότητα της Χώρας χορηγείται μετά γνώμη του οικείου φαρμακευτικού συλλόγου με απόφαση του Νομάρχη. 2. Για την απόκτηση της άδειας ιδρύσεως φαρμακείου απαιτείται ο αιτών να έχει τα κατωτέρω προσόντα, που αποδεικνύονται με τα υποβαλλόμενα αντίστοιχα πιστοποιητικά των αρμόδιων αρχών: α) Την ελληνική ιθαγένεια ή την υπηκοότητα ενός των Κρατών Μελών της Ε.Ο.Κ. β) Πτυχίο φαρμακευτικής σχολής και άδεια ασκήσεως της φαρμακευτικής στην Ελλάδα. γ) …». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι : «1. Για τον αριθμό των χορηγούμενων για κάθε δήμο ή κοινότητα της Χώρας αδειών ιδρύσεως φαρμακείων από 1-1-1997 τίθενται τα εξής πληθυσμιακά όρια: α) Για δήμους ή κοινότητες με πληθυσμό μέχρι 3.000 κατοίκους, εφ` όσον δεν λειτουργεί φαρμακείο, επιτρέπεται η χορήγηση μιας μόνο άδειας ιδρύσεως φαρμακείου. β) Για δήμους ή κοινότητες με πληθυσμό από 3.001 μέχρι 10.000 κατοίκους απαιτείται αναλογία 3.000 κατοίκων για κάθε φαρμακείο. γ) Για δήμους με πληθυσμό από 10.001 μέχρι 100.000 κατοίκους απαιτείται αναλογία 2.500 κατοίκων για κάθε φαρμακείο. δ) Για δήμους με πληθυσμό άνω των 100.001 κατοίκων απαιτείται αναλογία 2.000 κατοίκων για κάθε φαρμακείο. 2. Τα πληθυσμιακά όρια της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για τους φαρμακοποιούς που κατέχουν ή πρόκειται να αποκτήσουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στην Ελλάδα μέχρι 31-12-1996. 3. Ο πληθυσμός υπολογίζεται με βάση τα αποτελέσματα της τελευταίας επίσημης απογραφής του Κράτους». Στη μακροσκελή εισηγητική έκθεση του νόμου παρατίθενται στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των λειτουργούντων φαρμακείων και την αναλογία προς τους κατοίκους της Χώρας, η οποία κατά το έτος 1960 ήταν ένα φαρμακείο ανά 6.105 κατοίκους και για το έτος 1990 ανήλθε σε ένα φαρμακείο ανά 1.388 κατοίκους, επισημαίνεται η ιδιοτυπία του φαρμακείου που συνδυάζει εμπορική, επιστημονική και κοινωνική δραστηριότητα και διαπιστώνεται η ανάγκη να θεσπισθούν πληθυσμιακά κριτήρια για την εξασφάλιση λειτουργικής και οικονομικής βιωσιμότητας του φαρμακείου και κατ` επέκταση για την αποτροπή κινδύνων της δημόσιας υγείας.
4. Επειδή με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερη εκδήλωση αυτής της ελευθερίας αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου. Στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς, αναφερόμενους στην άσκηση ή και την επιλογή ορισμένου επαγγέλματος. Οι τασσόμενοι όμως από το νόμο όροι και προϋποθέσεις επιλογής και ασκήσεως του επαγγέλματος είναι συνταγματικώς επιτρεπτοί, εφόσον ορίζονται γενικώς κατά τρόπο αντικειμενικό και δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση πρέπει να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης επαγγελματικής δραστηριότητος. Η νομοθετική ρύθμιση που περιορίζει την ελευθερία αυτή, δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό σκοπό την προστασία του οικονομικού συμφέροντος των ήδη ασκούντων συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα προς βλάβη εκείνων που ενδιαφέρονται να επιλέξουν ορισμένο επάγγελμα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν.
Ειδικότερα, όταν ο θεσπιζόμενος περιορισμός αφορά, όχι απλώς την άσκηση, αλλά την πρόσβαση στο επάγγελμα προσώπων που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει να είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής ενός τέτοιου εξαιρετικού περιορισμού για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νόμο σκοπού. Ενόψει των ανωτέρω, η θέσπιση με τον νόμο 1963/1991 πληθυσμιακών κριτηρίων για τη χορήγηση άδειας φαρμακείου, δηλαδή για την πρόσβαση στο επάγγελμα του φαρμακοποιού, που αποσκοπεί, κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου, στην εξασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των ήδη λειτουργούντων φαρμακείων και περαιτέρω στην προστασία της δημοσίας υγείας, δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Καθόσον αφορά την ειδικότερη θεμελίωση της αντισυνταγματικότητας οι Σύμβουλοι Αθ. Ράντος, Π. Κοτσώνης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Αικ. Σακελλαροπούλου, Κ. Βιολάρης, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Α.-Γ. Βώρος, προς τους οποίους συντάχθηκαν και οι δύο Πάρεδροι, δέχθηκαν τα εξής : H ίδρυση και λειτουργία φαρμακείων είναι δραστηριότητα διφυούς χαρακτήρα, διότι αφενός μεν συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του δικαιώματος της επαγγελματικής ελευθερίας και αφετέρου συνδέεται άμεσα προς την προστασία της δημόσιας υγείας. Ως εκ τούτου, οι τιθέμενοι από τον νομοθέτη για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής όροι και περιορισμοί διακρίνονται και αυτοί σε δύο αντίστοιχες κατηγορίες, ανάλογα με τον σκοπό τον οποίο εξυπηρετούν και πρέπει να τελούν σε πρόδηλη λογική συνάφεια προς τον σκοπό αυτό, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, άλλως είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτοι, διότι οδηγούν σε περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων, για λόγους μη συνδεόμενους προς την ορθολογική άσκηση αυτών. Ο επίμαχος περιορισμός του πληθυσμιακού κριτηρίου, που αποβλέπει στη διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των ήδη λειτουργούντων φαρμακείων, περιορίζει ανεπίτρεπτα την επαγγελματική ελευθερία, εφόσον επιβάλλεται τελικώς για λόγους προστασίας της δημοσίας υγείας, προς τους οποίους όμως προδήλως δεν σχετίζεται, δεδομένου ότι η δημόσια υγεία προστατεύεται με τη θέσπιση των κατάλληλων εγγυήσεων για την ορθή άσκηση των συναφών με την υγεία επαγγελματικών δραστηριοτήτων και όχι με περιορισμούς που οδηγούν στην απαγόρευση πρόσβασης στο επάγγελμα. Συναφώς οι Σύμβουλοι Ε. Γαλανού, Φ. Αρναούτογλου, Χρ. Ράμμος, Στ. Χαραλάμπους και Ελ. Αναγνωστοπούλου υποστήριξαν ότι ναι μεν, κατά το άρθρο 5 του Συντάγματος, μπορούν να τεθούν στην οικονομική ελευθερία περιορισμοί για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι η προάσπιση της δημοσίας υγείας, όμως η θέσπιση πληθυσμιακού κριτηρίου για τη χορήγηση αδείας φαρμακείου, που στοχεύει, κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου, στην εξασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των φαρμακείων, αντιβαίνει στην ως άνω συνταγματική διάταξη. Και τούτο, γιατί η βιωσιμότητα της οικονομικής επιχειρήσεως του φαρμακείου, όπως, άλλωστε, η βιωσιμότητα πληθώρας ελευθέρων επαγγελμάτων (ιατρών κ.λπ.) και λοιπών συναφών με την υγεία επιχειρήσεων (κλινικών, καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος κ.λπ.), θα δικαιολογούσε ενδεχομένως την θέσπιση μέτρων προκειμένου να διασφαλισθεί η υγεία των πολιτών, κατά το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, όχι όμως την θέσπιση περιορισμών στην οικονομική ελευθερία του άρθρου 5 του Συντάγματος, εφόσον οι περιορισμοί δεν συνδέονται ευθέως και αμέσως με τη δημόσια υγεία.
Τέλος, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου και οι Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Ελ. Δανδουλάκη και Α. Καραμιχαλέλης έχουν την γνώμη ότι το κριτήριο της πληθυσμιακής αναλογίας φαρμακείων προς εξυπηρετουμένους κατοίκους της Χώρας δεν είναι καθεαυτό απρόσφορο για την προστασία της δημόσιας υγείας, κατά τη χορήγηση αδειών ιδρύσεως φαρμακείων. Ωστόσο η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση είναι αντισυνταγματική διότι μόνη η αύξηση του αριθμού των φαρμακείων και η συνακόλουθη αύξηση της αναλογίας τούτων προς τον πληθυσμό, όπως εκτίθεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου, έχει καταρχήν ως αποτέλεσμα για τα φαρμακεία την, έστω και αξιόλογη, μείωση των προσόδων και συνεπώς και των αποκομιζομένων κερδών, αλλά δεν επιφέρει ως αναγκαίο επακόλουθο τη διακινδύνευση της βιωσιμότητάς τους. Με τα δεδομένα αυτά, δεν τεκμηριώνεται η παραδοχή ότι μόνη η ρύθμιση του ν. 328/1976 (υποχρέωση τηρήσεως ελάχιστης αποστάσεως από ιδρυόμενα ή λειτουργούντα φαρμακεία ως προϋπόθεση για την ίδρυση νέου φαρμακείου) έπαυσε πλέον να επαρκεί και ως εκ τούτου κατέστη επιγενομένως απρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως της βιωσιμότητας των φαρμακείων. Κατά συνέπεια, δεν είναι εμφανής, κατά τον εν προκειμένω ασκούμενο έλεγχο συνταγματικότητας του άρθρου 2 του ν. 1963/1991, η αναγκαιότητά της, χάριν του εν λόγω σκοπού, επιβολής του εκτεθέντος εξαιρετικής εντάσεως περιορισμού στην ελευθερία ιδρύσεως φαρμακείου, όταν ο περιορισμός αυτός ισοδυναμεί με την καθιέρωση κλειστού αριθμού φαρμακείων και άγει πράγματι κατ` αποτέλεσμα σε αποκλεισμό της δυνατότητας ιδρύσεως φαρμακείου από νεοεισερχόμενους στο επάγγελμα φαρμακοποιούς. Συνεπώς, κατά την κρατήσασα γνώμη, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 1963/1991 αντιβαίνει στο Σύνταγμα και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Μειοψήφησαν δέκα μέλη του Δικαστηρίου (Σύμβουλοι Ι. Μαρή, Σ. Καραλής, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Σκλίας, Δ. Πετρούλιας, Δ. Μαρινάκης, Ι. Μαντζουράνης, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Σγουρόγλου και Κ. Ευστρατίου), τα οποία υποστήριξαν την ακόλουθη άποψη : Λόγω της ζωτικής σπουδαιότητας για το κοινωνικό σύνολο των διατιθεμένων στα φαρμακεία αγαθών, η βιωσιμότητά τους συνιστά εξαιρετικής σημασίας σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Μόνη δε η σημαντική αύξηση του αριθμού των ιδρυθέντων, υπό την ισχύ του νόμου 326/1976 φαρμακείων, και η συνακόλουθη αύξηση της αναλογίας τους προς τον πληθυσμό καθιστά πολύ πιθανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, την διακινδύνευση της βιωσιμότητας των λειτουργούντων και εφεξής ιδρυομένων φαρμακείων. Η εκτίμηση του νομοθέτη ότι απειλείται η οικονομική βιωσιμότητα των φαρμακείων που, κατά την κρίση του, θα έχει κατ` επέκταση δυσμενείς συνέπειες στη δημόσια υγεία, καθιστά αναγκαία τη θέσπιση της επίμαχης ρύθμισης, η οποία δεν παρίσταται προφανώς αδικαιολόγητη. Η νομοθετική αυτή εκτίμηση εκφεύγει, ως προς την ουσιαστική ορθότητά της, των ορίων του δικαστικού ελέγχου κατά την εξέταση της συνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 2 του ν. 1963/1991. Επομένως, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, η ως άνω διάταξη δεν παρίσταται αντισυνταγματική. Ειδικώτερα, ο εκ των μειοψηφούντων Σύμβουλος ……….. , υποστήριξε ακόμη ότι η διάταξη του άρθρου 2 του ν. 1963/1991 δεν είναι αντισυνταγματική και για το λόγο ότι, η θέσπιση πληθυσμιακών κριτηρίων για την χορήγηση των αδειών ιδρύσεως φαρμακείων, εξυπηρετεί την ορθολογικότερη διασπορά των φαρμακείων σε ολόκληρη τη Χώρα, με σκοπό την φαρμακευτική κάλυψη του συνόλου του πληθυσμού, στο πλαίσιο της, κατά το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, μέριμνας του Κράτους για την υγεία όλων των πολιτών.
5. Επειδή, ενόψει της γνώμης που επεκράτησε, η διάταξη του άρθρου 2 του ν. 1963/91 κρίνεται ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2004

ΣτΕ 3470/2011 (Ολομέλεια) Βασικός Μέτοχος- Μηχανική/ΕΣΡ

Πρόεδρος Π. Πικραμμένος, Εισηγητής: Χρ.Ράμμος

ΣτΕ 3470/2011 (Ολομέλεια) Βασικός Μέτοχος- Μηχανική/ΕΣΡ
Η Απόφαση
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2011, Για να δικάσει την από 24 Δεκεμβρίου 2002 αίτηση:
των (…………………………………………………………….)
κατά των: 1) Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, και 2) Υπουργού Επικρατείας και ήδη Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, και κατά των παρεμβαινόντων: α) Ανώνυμης Εταιρείας… β) Σωματείου και γ) Ανώνυμης Εταιρείας…
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα ανώνυμη εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί το υπ’ αριθμ. 8117/30.10.2002 πιστοποιητικό του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Χρ. Ράμμου.
2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται εκ νέου προς συζήτηση στην Ολομέλεια, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ήδη Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης – ΔΕΕ) της 16.12.2008, C-213/07, Mηχανική κατά Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως, με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο απήντησε επί των προδικαστικών ερωτημάτων, τα οποία είχαν διατυπωθεί σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, με την υπ’ αριθμ. 3670/2006 απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ.
4. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση εισήχθη αρχικά προς εκδίκαση ενώπιον του Δ’ Τμήματος του ΣτΕ, υπό επταμελή σύνθεση. Εκδόθηκε, δε συναφώς η υπ’ αριθμ. 3242/2004 απόφαση, με την οποία η υπόθεση παρεπέμφθη στην Ολομέλεια, λόγω σπουδαιότητας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρ. 14 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8).
5. Επειδή, η Ολομέλεια με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 3670/2006 απόφασή της, αφού έκρινε α) ότι μετ’ εννόμου συμφέροντος και εν γένει παραδεκτώς ασκείται η υπό κρίση αίτηση, β) ότι παραδεκτώς παρεμβαίνει στην παρούσα δίκη υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως η εταιρεία ………
Ασχολήθηκε ακολούθως με το ζήτημα κατά πόσον οι διατάξεις του εθνικού δικαίου που διέπουν την υπό κρίση υπόθεση (άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος και των άρθρων 2 και 3 του ν. 3021/2002) είναι συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο. Διετύπωσε δε σχετικώς τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: 1. «Η απαρίθμηση των λόγων αποκλεισμού εργοληπτών δημοσίων έργων, οι οποίοι περιέχονται στην διάταξη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993 «περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων» (ΕΕL 199) είναι περιοριστική ή όχι;» 2. «Υπό την εκδοχή ότι η απαρίθμηση αυτή δεν είναι περιοριστική, διάταξη, η οποία, για λόγους προστασίας της διαφάνειας στις οικονομικές λειτουργίες του κράτους, ορίζει, ότι η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών, εξυπηρετεί σκοπούς συμβατούς με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου ∙ η δε πλήρης αυτή απαγόρευση της αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είναι συμβατή με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας;» και 3. «Υπό την εκδοχή ότι, κατά την έννοια του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, οι λόγοι αποκλεισμού εργοληπτών, που περιέχονται σε αυτήν, απαριθμούνται κατά τρόπο περιοριστικό, ή ότι η κρίσιμη εθνική διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξυπηρετούσα σκοπούς συμβατούς με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, ή, τέλος, ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν απαγόρευση δεν είναι συμβατή με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας, η ως άνω οδηγία, απαγορεύοντας την θέσπιση ως λόγου αποκλεισμού εργολήπτου από την διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων, την περίπτωση, κατά την οποία αυτός ο ίδιος, ή στελέχη του (όπως είναι ο ιδιοκτήτης της οικείας επιχείρησης, ή ο βασικός μέτοχός της, ή εταίρος της, ή διευθυντικό της στέλεχος), ή παρένθετα των εν λόγω στελεχών του πρόσωπα δραστηριοποιούνται σε επιχειρήσεις μέσων επιχείρησης, οι οποίες μπορούν να ασκούν αθέμιτη επιρροή στη διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων, μέσω της γενικότερης επιρροής, την οποία διαθέτουν, έχει παραβιάσει τις γενικές αρχές της προστασίας του ανταγωνισμού, της διαφάνειας καθώς και την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της Συνθήκης περί της Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που θεσπίζει την αρχή της επικουρικότητας;» .
6. Επειδή, επί των προδικαστικών αυτών ερωτημάτων το ΔΕΚ απήντησε με την προαναφερθείσα από 16.12.2008 απόφασή του. Αφού δε έκρινε ότι είναι λυσιτελή για την επίλυση της υποθέσεως τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα, απήντησε ειδικότερα ως ακολούθως. Σε σχέση με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα τα ακόλουθα: “Το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37 απαριθμεί κατά τρόπο εξαντλητικό τις αιτίες που μπορούν να δικαιολογήσουν αποκλεισμό ενός εργολήπτη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για λόγους στηριζόμενους σε αντικειμενικά στοιχεία και απτόμενους των επαγγελματικών του ιδιοτήτων. Κατά συνέπεια, το άρθρο αυτό εμποδίζει τα κράτη μέλη ή τις αναθέτουσες αρχές να συμπληρώνουν τον κατάλογο τον οποίο περιέχει με άλλους λόγους αποκλεισμού στηριζόμενους σε κριτήρια σχετικά με την επαγγελματική ιδιότητα (βλ., κατ’ αναλογία, προμνησθείσα απόφαση La Cascina κ.λπ., σκέψη 22). Η εξαντλητική απαρίθμηση του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37 δεν αποκλείει, ωστόσο, την ευχέρεια των κρατών μελών να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν ουσιαστικούς κανόνες αποσκοπούντες, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση, στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, της τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, καθώς και της συνακόλουθης αρχής της διαφάνειας, τις οποίες οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να τηρούν σε κάθε διαδικασία ανάθεσης μιας τέτοιας σύμβασης (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση ARGE, σκέψη 24, και απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-421/01, Traunfellner, Συλλογή 2003, σ. I-11941, σκέψη 29). Πράγματι, οι εν λόγω αρχές, οι οποίες σημαίνουν, ιδίως, ότι στους διαγωνιζομένους πρέπει να επιφυλάσσεται ίση μεταχείριση τόσο κατά τον χρόνο που ετοιμάζουν τις προσφορές τους όσο και κατά τον χρόνο που οι προσφορές τους αποτιμώνται από την αναθέτουσα αρχή (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2001, C-19/00, SIAC Construction, Συλλογή 2001, σ. I-7725, σκέψη 34, και της 4ης Δεκεμβρίου 2003, C-448/01, EVN και Wienstrom, Συλλογή 2003, σ. I-14527, σκέψη 47), αποτελούν τη βάση των οδηγιών των σχετικών με τις διαδικασίες σύναψης των δημοσίων συμβάσεων (βλ., μεταξύ άλλων, προμνησθείσα απόφαση Universale-Bau κ.λπ., σκέψη 91, και απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-315/01, GAT, Συλλογή 2003, σ. I-6351, σκέψη 73), το δε καθήκον των αναθετουσών αρχών να τηρούν τις αρχές αυτές αποτελεί την ίδια την ουσία των οδηγιών αυτών (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-513/99, Concordia Bus Finland, Συλλογή 2002, σ. I-7213, σκέψη 81, και της 3ης Μαρτίου 2005, C-21/03 και C-34/03, Συλλογή 2005, σ. I-1559, σκέψη 26). Το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 93/37 διευκρινίζει, εξάλλου, ότι οι αναθέτουσες αρχές μεριμνούν ώστε να μη δημιουργούνται διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων εργοληπτών. Επομένως, ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα να προβλέψει, επιπλέον των λόγων αποκλεισμού που στηρίζονται σε αντικειμενικές σκέψεις απτόμενες της επαγγελματικής ιδιότητας, οι οποίοι απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37, μέτρα αποκλεισμού αποσκοπούντα στη διασφάλιση της τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης όλων των υποβαλλόντων προσφορά, καθώς και της αρχής της διαφάνειας, στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων. Ωστόσο, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C-210/03, Swedish Match, Συλλογή 2004, σ. I-11893, σκέψη 47), τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του στόχου αυτού μέτρου (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση Fabricom, σκέψη 34). Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37 έχει την έννοια ότι απαριθμεί κατά τρόπο εξαντλητικό τους στηριζόμενους σε αντικειμενικές σκέψεις απτόμενες της επαγγελματικής ιδιότητας λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό εργολήπτη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων. Ωστόσο, η οδηγία αυτή δεν κωλύει ένα κράτος μέλος να προβλέψει άλλα μέτρα αποκλεισμού αποσκοπούντα στη διασφάλιση της τήρησης των αρχών της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας, υπό τον όρον ότι τα μέτρα αυτά δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του στόχου αυτού μέτρου (σκ. 37-49)”. Περαιτέρω, επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος το ΔΕΚ απεφάνθη ως ακολούθως: “…Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 39 πρωταρχικός σκοπός της οδηγίας 93/37 είναι η διασφάλιση του σε κοινοτική κλίμακα ανταγωνισμού στις συμβάσεις δημοσίων έργων. Η οδηγία αυτή αποσκοπεί στον αποκλεισμό της πιθανότητας ευνοιοκρατικής συμπεριφοράς εκ μέρους των δημοσίων αρχών (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσες αποφάσεις Ordine degli Architetti κ.λπ., σκέψη 75, και Lombardini και Mantovani, σκέψη 35). Με τον κοινοτικό συντονισμό των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, τόσο η αποσόβηση του κινδύνου να προτιμηθούν οι ημεδαποί υποβάλλοντες προσφορά κατά τη σύναψη μιας σύμβασης όσο και ο αποκλεισμός του ενδεχομένου μια δημόσια αναθέτουσα αρχή να καθορίσει τη στάση της βάσει εκτιμήσεων ξένων προς τη συγκεκριμένη σύμβαση (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2000, C-380/98, University of Cambridge, Συλλογή 2000, σ. I-8035, σκέψη 17, και της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-237/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. I-939, σκέψη 42, καθώς και προμνησθείσα απόφαση Lombardini και Mantovani, σκέψη 36)…. Κάθε κράτος μέλος είναι το πλέον αρμόδιο να εντοπίσει, βάσει των δικών του ιστορικών, νομικών, οικονομικών ή κοινωνικών συνθηκών (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση La Cascina κ.λπ., σκέψη 23), τις καταστάσεις που ευνοούν την εμφάνιση συμπεριφορών ικανών να προκαλέσουν παραβιάσεις των αρχών αυτών. Κατά συνέπεια, το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκ μέρους κράτους μέλους εκτίμηση, βάσει των συνθηκών που επικρατούν στο κράτος αυτό, του ιδιαιτέρου κινδύνου εμφάνισης τέτοιων συμπεριφορών σε περίπτωση που, μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά σε διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων, περιλαμβάνεται και επιχείρηση η οποία ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης ή διατηρεί δεσμούς με πρόσωπα εμπλεκόμενα στον τομέα αυτόν, καθώς και της ανάγκης λήψης μέτρων για την αποτροπή του κινδύνου αυτού. Εν προκειμένω, η Ελληνική Δημοκρατία έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μια επιχείρηση μέσων ενημέρωσης ή ένας εργολήπτης δημοσίων έργων συνδεόμενος με τέτοια επιχείρηση ή με τους ιδιοκτήτες ή διευθύνοντες την επιχείρηση αυτή να χρησιμοποιήσουν, στο πλαίσιο της συμμετοχής τους σε διαδικασία σύναψης σύμβασης δημοσίων έργων, έναντι της αναθέτουσας αρχής τη δυνατότητα άσκησης επιρροής την οποία τους παρέχουν η θέση τους ή οι δυνατότητες επικοινωνίας που τους προσφέρει ο τομέας των μέσων ενημέρωσης, για να επιδιώξουν να κατευθύνουν παρανόμως τη σχετική με την ανάθεση της σύμβασης αυτής απόφαση, προβάλλοντας ως απειλή την προοπτική ανάληψης μαζικής ενημερωτικής δράσης ευνοϊκής ή, αντιθέτως, επικριτικής, αναλόγως του περιεχομένου της απόφασης αυτής. Η βούληση ενός κράτους μέλους να αποτρέψει τους κινδύνους επηρεασμού των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων από την εξουσία των μέσων ενημέρωσης συνάδει προς τον σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στη διατήρηση της πολυφωνίας και της ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1997, C-368/95, Familiapress, Συλλογή 1997, σ. I-3689, σκέψη 18, και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C-250/06, United Pan-Europe Communications Belgium κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I-11135, σκέψεις 41 και 42). Εξάλλου, εξυπηρετεί όλως ιδιαιτέρως έναν άλλο σκοπό της ίδιας φύσης, δηλαδή τον σκοπό της καταπολέμησης της απάτης και της διαφθοράς (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 57 έως 60, και της 6ης Μαρτίου 2007, C-338/04, C-359/04 και C-360/04, Placanica κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I-1891, σκέψη 46).
Επομένως, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τη θέσπιση εθνικών μέτρων αποσκοπούντων στην αποτροπή, στις διαδικασίες ανάθεσης των συμβάσεων δημοσίων έργων, του κινδύνου εμφάνισης πρακτικών ικανών να απειλήσουν τη διαφάνεια και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, οι οποίες θα μπορούσαν να προκληθούν από την παρουσία, μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά, εργολήπτη ο οποίος ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης ή διατηρεί δεσμούς με πρόσωπο εμπλεκόμενο στον τομέα αυτόν, καθώς και στην πρόληψη ή στην καταστολή της απάτης και της διαφθοράς. Όπως τονίστηκε στη σκέψη 48 της (παρούσας) απόφασης, τα μέτρα αυτά θα πρέπει, επιπλέον, να είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Εθνική διάταξη όπως αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης, η οποία καθιερώνει γενικό ασυμβίβαστο μεταξύ του τομέα των δημοσίων έργων και του τομέα των μέσων ενημέρωσης, έχει, ωστόσο, ως συνέπεια να αποκλείει από την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων εργολήπτες δημοσίων έργων που εμπλέκονται και στον τομέα των μέσων ενημέρωσης λόγω της ιδιότητάς τους ως ιδιοκτητών, βασικών μετόχων, εταίρων ή διευθυνόντων, χωρίς να τους παρέχει καμία δυνατότητα να αποδείξουν, προς αντίκρουση τυχόν στοιχείων προβαλλομένων, π.χ., από ανταγωνιστή τους, ότι, στην περίπτωσή τους, δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος του είδους που περιγράφεται στη σκέψη 60 της (παρούσας) απόφασης. Η δυνατότητα δε να εξαιρεθεί από το μέτρο αποκλεισμού το παρένθετο πρόσωπο, υπό την ιδιότητά του ως συζύγου, συγγενούς, οικονομικώς εξαρτωμένου ατόμου ή εταιρίας, μιας επιχείρησης μέσων ενημέρωσης ή υπευθύνου τέτοιας επιχείρησης, εφόσον αποδεικνύεται ότι η συμμετοχή ενός τέτοιου παρενθέτου προσώπου σε διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης οφείλεται σε αυτόνομη απόφαση, υπαγορευθείσα αποκλειστικώς και μόνον από το δικό του συμφέρον αυτή, δεν είναι ικανή να καταστήσει την επίδικη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Πράγματι, η δυνατότητα αυτή δεν μεταβάλλει τον αυτόματο και απόλυτο χαρακτήρα της απαγόρευσης που πλήττει κάθε εργολήπτη δημοσίων έργων που ασκεί δραστηριότητα και στον τομέα των μέσων ενημέρωσης ή συνδέεται με φυσικά ή νομικά πρόσωπα που εμπλέκονται στον τομέα αυτόν και τον οποίο δεν αφορά αυτός ο μετριασμός του μέτρου αποκλεισμού ο οποίος έχει προβλεφθεί υπέρ των παρενθέτων προσώπων. Εξάλλου, ο εργολήπτης δημοσίων έργων που ενεργεί ως παρένθετο πρόσωπο επιχείρησης μέσων ενημέρωσης ή προσώπου κατέχοντος ή διευθύνοντος τέτοια επιχείρηση αποκλείεται από την ανάθεση μιας σύμβασης χωρίς να του παρέχεται η δυνατότητα να αποδείξει, σε περίπτωση που είναι δεδομένο ότι παρεμβαίνει για λογαριασμό της επιχείρησης αυτής ή του προσώπου αυτού, ότι η παρέμβαση αυτή δεν είναι ικανή να επηρεάσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά. Τέλος, η ευρύτατη, στο πλαίσιο της επίδικης στην κύρια δίκη εθνικής διάταξης, έννοια των όρων «βασικός μέτοχος» και «παρένθετα πρόσωπα», όπως προκύπτει από τη σκέψη 8 της παρούσας απόφασης, επιτείνει τον δυσανάλογο χαρακτήρα αυτής της διάταξης. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνικές διατάξεις οι οποίες, καίτοι επιδιώκουν τους θεμιτούς σκοπούς της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, καθιερώνουν αμάχητο τεκμήριο ασυμβιβάστου μεταξύ, αφενός, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών(σκ. 66-69)”.

7. Επειδή, στο άρθρο 14 του Συντάγματος προσετέθη με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων παράγραφος 9 έχουσα ως εξής: «9. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να γίνονται γνωστά, όπως νόμος ορίζει. Νόμος προβλέπει τα μέτρα και τους περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής, όπως νόμος ορίζει. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρείες. Νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης, καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγούμενων εδαφίων». Για την ρύθμιση των ειδικοτέρων θεμάτων, περί των οποίων διαλαμβάνει η προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη εξεδόθη ο νόμος 3021/2002 με τίτλο « Περιορισμοί στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων με πρόσωπα που δραστηριοποιούνται ή συμμετέχουν σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης κλπ»(ΦΕΚ 143 Α). Στο νόμο αυτό ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Άρθρο 1. Ορισμοί. Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, οι ακόλουθοι όροι έχουν την έννοια που τους αποδίδεται κατωτέρω: 1. “Eπιχείρηση Μέσων Ενημέρωσης”: Η επιχείρηση της οποίας η λειτουργία υπάγεται στη δικαιοδοσία του ελληνικού κράτους και η οποία έχει ως δραστηριότητα, αποκλειστική ή μη: α) την έκδοση ή εκτύπωση εφημερίδων ή περιοδικών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, ή εντύπων εκπαιδευτικού ή επιστημονικού χαρακτήρα, σε οποιαδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής, τα έντυπα αυτά εκδίδονται, διαδίδονται ή διανέμονται, ή β) την εγκατάσταση και λειτουργία ή τη διαχείριση τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης λήψης ή την παροχή ή τη διαχείριση συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, ή γ) την εγκατάσταση και λειτουργία ή τη διαχείριση ραδιοφωνικού σταθμού ελεύθερης λήψης ή την παροχή ή τη διαχείριση συνδρομητικών ραδιοφωνικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, ή δ) την παροχή μέσω του διαδικτύου υπηρεσιών οπτικοακουστικού περιεχομένου, εφόσον το περιεχόμενο αυτό έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και ειδικότερα περιλαμβάνει, κατά το πρότυπο των έντυπων εφημερίδων, ειδήσεις για πολιτικό ή κοινωνικό ή οικονομικό ή πολιτιστικό ή αθλητικό γεγονότα και εκδηλώσεις, καθώς και άρθρα, σχόλια, συνεντεύξεις ή συζητήσεις για τα θέματα αυτά. Η επιχείρηση η οποία έχει ως δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο δεν θεωρείται επιχείρηση μέσων ενημέρωσης. Μία επιχείρηση μέσων ενημέρωσης θεωρείται ότι υπάγεται στη δικαιοδοσία του ελληνικού κρότους εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του όρθρου 3 του Π.Δ. 100/2000 (ΦΕΚ98 Α΄) (…..)
Οι συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργου ή προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, η δε αξία τους υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, καθώς επίσης και οι συμβάσεις των οποίων η αξία είναι κατώτερη των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ αλλά έχουν ως αντικείμενo τμήμα, προσθήκη ή επέκταση ανατιθέμενου έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας που υπερβαίνει σε συνολική αξία το ποσό αυτό.4. “Βασικός Μέτοχος”: Ο μέτοχος ο οποίος, είτε βάσει του αριθμού των μετοχών που έχει στην κυριότητά του, υπολογιζόμενου αυτοτελώς ή συγκρινόμενου με τον αριθμό μετοχών των άλλων μετόχων της εταιρείας είτε βάσει των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει ή άλλων ειδικών δικαιωμάτων που του παρέχει ο νόμος ή το καταστατικό της εταιρείας είτε βάσει γενικών ή ειδικών συμφωνιών που έχει συνάψει με την εταιρεία ή άλλους μετόχους ή τρίτα πρόσωπα που εξαρτώνται οικονομικά από αυτόν ή ενεργούν για λογαριασμό του, μπορεί να επηρεάζει ουσιωδώς τη λήψη των αποφάσεων που λαμβάνουν τα αρμόδια όργανα ή στελέχη της εταιρείας σχετικά με τον τρόπο διοίκησης και της εν γένει λειτουργίας της αντίστοιχης επιχείρησης. Ειδικότερα, βασικός μέτοχος θεωρείται ιδίως:….. Α. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, ανεξάρτητα από το ύψος του ποσοστού επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίoυ που ανήκει στην κυριότητά του:…… α) Β. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο: α) είναι κύριος αριθμού μετοχών που αντιστοιχεί, ως ποσοστό, τουλάχιστον στο πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ή….. β).6. “Οικονομικά εξαρτημένα πρόσωπα”: Τα φυσικό ή νομικό πρόσωπα τα οποία δεν διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με άλλο, ειδικώς προσδιοριζόμενο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο.7. “Παρένθετα πρόσωπα“: Τα φυσικό ή νομικό πρόσωπα τα οποία είναι οικονομικό εξαρτημένα ή ενεργούν, βάσει γενικής ή ειδικής συμφωνίας, για λογαριασμό ή καθ’ υπόδειξη ή εντολή άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου. Άρθρο 2 Απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης. 1(……) 2. Η απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων καταλαμβάνει επίσης: α) τους συζύγους και τους συγγενείς, σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τετάρτου βαθμού, των φυσικών προσώπων που υπάγονται στην παράγραφο 1, εφόσον δεν μπορούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά, β) κάθε άλλο παρένθετο πρόσωπο, γ) τους εταίρους και τους βασικούς μετόχους των εταίρων και των βασικών μετόχων που υπάγονται στην παράγραφο 1,δ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, χωρίς να είναι μέτοχος, ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης ή ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, oυσιώδη επιρροή στη λήψη των αποφάσεων που λαμβάνονται, από τα όργανα διοίκησης ή τα διευθυντικό στελέχη, σχετικά με τη διοίκηση και την εν γένει λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών.3. Από την απαγόρευση του παρόντος όρθρου εξαιρούνται οι δημόσιες συμβάσεις των οποίων το αντικείμενο 3. Αρθρο 3. Ασυμβίβαστες ιδιότητες. 1. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου, του μέλους οργάνου διοίκησης ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου, του μέλους οργάνου διοίκησης ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις, η σύναψη των οποίων απαγορεύεται σύμφωνα με το όρθρο 2, καθώς και με την ιδιότητα του εταίρου ή του βασικού μετόχου των εταίρων ή των βασικών μετόχων της επιχείρησης αυτής.2. Η ασυμβίβαστη ιδιότητα του παρόντος όρθρου συντρέχει και στην περίπτωση που ιδιοκτήτης, βασικός μέτοχος, εταίρος, μέλος οργάνου διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις είναι σύζυγος ή συγγενής, σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τετάρτου βαθμού, ο οποίος δεν μπορεί να αποδείξει ότι διαθέτει οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με ιδιοκτήτη, εταίρο, βασικό μέτοχο, μέλος οργάνου διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος επιχείρησης μέσων ενημέρωσης, καθώς επίσης και σε κάθε άλλη περίπτωση που οι ανωτέρω ιδιότητες κατέχονται από παρένθετο πρόσωπο. 3…. 9. Η δημόσια σύμβαση που καταρτίζεται ή υπογράφεται χωρίς προηγουμένως να έχει τηρηθεί η διοικητική διαδικασία της παραγράφου 1 ή παρά την έκδοση, εντός της οριζόμενης αποκλειστικής προθεσμίας, της απορριπτικής πράξης του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που προβλέπεται στην παράγραφο 3, είναι άκυρη.».
………………………………………………………………..
8. Επειδή εξάλλου, με την προαναφερθείσα συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 28 του Συντάγματος ερμηνευτική δήλωση έχουσα ως εξής: “ Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης”.

9. Επειδή, τόσο από την διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, όσο και από τις οικείες συζητήσεις ενώπιον της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, προκύπτει ότι αυτή θεσπίσθηκε, προς αποτροπή του κινδύνου ασκήσεως αθέμιτης επιρροής από τα μέσα ενημέρωσης στην διαδικασία της αναθέσεως των δημοσίων έργων προμηθειών και υπηρεσιών ενισχυόμενης με τον τρόπο αυτό της όλης οικονομικής λειτουργίας του κράτους. Ο συνταγματικός νομοθέτης ανέθεσε, με την διάταξη του τελευταίου εδαφίου της πιο πάνω διατάξεως, στον κοινό νομοθέτη τον προσδιορισμό των κυρώσεων, που θα πρέπει να επιβάλλονται, σε περίπτωση παραβιάσεως των συνταγματικών επιταγών, ορίζοντας ότι η απαγόρευση συνάψεως συμβάσεως ή η ακύρωση της ήδη συναφθείσης είναι μία εκ των πολλών δυνατών κυρώσεων. Από τα προεκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι από το Σύνταγμα δεν επιβάλλεται ως κυρωτική συνέπεια, σε περίπτωση παραβίασης του ασυμβιβάστου, η απαγόρευση σύναψης ή η ακύρωση της ήδη συναφθείσης σύμβασης, αφού εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να επιλέξει τις, κατά την εκτίμησή του, κατάλληλες κυρώσεις, οι οποίες, κατά την ρητή διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος, «μπορεί να φθάνουν μέχρι … και την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης». Οι διατάξεις, συνεπώς, του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος παρέχουν στον κοινό νομοθέτη ευχέρεια κατά τη θέσπιση των αναγκαίων για την εφαρμογή τους «ειδικοτέρων ρυθμίσεων», με τις οποίες θα καθορίζει τους, κατά την εκτίμησή του, πλέον πρόσφορους όρουςτόσο για τη συνδρομή του ασυμβιβάστου, όσο και για τις συνέπειες της παραβίασής του, εν όψει των εξελισσόμενων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και των πολιτικών του εκτιμήσεων, καθώς και των υποχρεώσεων της Χώρας ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεδομένου, δε, ότι σκοπός των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος είναι η αποτροπή, όχι βεβαίως κάθε εν γένει επιρροής, των μέσων ενημέρωσης στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας, η οποία είναι, άλλωστε, σύμφυτη με το ρόλο των μέσων αυτών στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες, αλλά μόνον της συγκεκριμένης αθέμιτης επιρροής, που μπορεί να ασκηθεί στα πλαίσια μιας διαδικασίας αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, με σκοπό την επίτευξη συνάψεως της σχετικής συμβάσεως, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων ο κοινός νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει ως κύρωση την απαγόρευση της σύναψης σύμβασης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία σε διαδικασία για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως συμμετέσχε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), στο οποίο συνέτρεχε μια από τις ως άνω ασυμβίβαστες ιδιότητες και το οποίο, περαιτέρω, κατά τη διαδικασία της αναθέσεως από τις αρμόδιες αναθέτουσες αρχές προέβη αποδεδειγμένα σε παράνομη ή αθέμιτη ενέργεια , προκειμένου να επιτύχει να του ανατεθεί, τελικώς, η εν λόγω δημόσια σύμβαση, με αποτέλεσμα να παραβιασθούν οι αρχές της προστασίας κατά του αθεμίτου ανταγωνισμού και της διαφάνειας. βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη κατά Η ερμηνεία αυτή των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, ενισχύεται άλλωστε και από την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 του Συντάγματος από την οποία προκύπτει η υποχρέωση εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, που αποτελεί, και την εκπεφρασμένη βούληση του Αναθεωρητικού νομοθέτη κατά τις συζητήσεις στην Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, τόσον επί του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος όσον και επί του άρθρου 28 αυτού (βλ. Πρακτικά Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, συνεδρίαση ΡΙΔ’ -14.2.2001 πρωί- σελ. 4851 επόμ. και ιδίως σελ. 4857 και 4859). Αντιθέτως ερμηνευόμενη η επίμαχη διάταξη του άρθρου14 παρ. 9 του Συντάγματος, ως έχουσα, δηλαδή, την έννοια ότι απαγορεύει την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως σε διαγωνιζόμενο αποκλειστικώς και μόνον εκ γεγονότος ότι στο πρόσωπο του συντρέχει μια εκ των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί αρχή τόσο της ελληνικής εννόμου τάξεως (κατοχυρούμενη, μάλιστα από το ίδιο το Σύνταγμα στο άρθρο 25 παρ. 1 τελευταία περίοδο), όσο και της κοινοτικής, η οποία κατά την ρητή βούληση του αυτού συνταγματικού νομοθέτη πρέπει να εφαρμόζεται στην εσωτερική έννομη τάξη (βλ. ανωτέρω τα κριθέντα με την απόφαση της 16.12.2008 του ΔΕΚ, σύμφωνα με τα οποία η κοινοτική αρχή της αναλογικότητας και η Οδηγία 93/37/ΕΚ, δεν επιτρέπει ρυθμίσεις που καθιερώνουν αμάχητο τεκμήριο ασυμβιβάστου μεταξύ, αφενός, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών -σκ. 69-).

10. Επειδή, ο νομοθέτης με τον εκτελεστικό του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος νόμο 3021/2002, που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως με τα άρθρα 2 και 3 του ν. 3021/2002 (και οι διατάξεις του οποίου έχουν αναλυτικώς παρατεθεί σε προηγούμενη σκέψη), καθιέρωσε την γενική και απόλυτη απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, των οποίων οι ιδιοκτήτες, βασικοί μέτοχοι, εταίροι και διευθυντικά στελέχη είναι ιδιοκτήτες, βασικοί μέτοχοι, εταίροι και διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης καθώς και με φυσικά ή νομικά πρόσωπα των οποίων οι ιδιοκτήτες, βασικοί μέτοχοι, εταίροι και διευθυντικά στελέχη είναι παρένθετα πρόσωπα ή συγγενείς ιδιοκτητών, βασικών μέτοχων, εταίρων και διευθυντικών στελεχών επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, αν τα τελευταία δεν καταφέρουν να αποδείξουν ότι ενεργούν δι’ ίδιον λογαρισμόν και δεν είναι παρένθετα ή ότι έχουν οικονομική αυτοτέλεια έναντι των συγγενών αυτών. Ενόψει όμως της εννοίας των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, όπως αυτή εξετέθη στην προηγουμενη σκέψη και σύμφωνα με την οποία μόνη η συνδρομή μιας εκ των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων δεν μπορεί να οδηγήσει στην απαγόρευση αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, αν δεν αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι κατά τη διαδικασία της αναθέσεως της συγκεκριμένης δημοσίας συμβάσεως, το εν λόγω πρόσωπο, το φέρον την προαναφερθείσα ιδιότητα προέβη αποδεδειγμένα σε παράνομη ή αθέμιτη ενέργεια , προκειμένου να επιτύχει να του ανατεθεί, τελικώς, η εν λόγω δημόσια σύμβαση, το όλο πλέγμα των διατάξεων του νόμου 3021/2002, ο οποίος στηρίζεται σε αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος και με τον οποίο προσδιορίζονται οι συνέπειες της συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του εν λόγω άρθρου, προσκρούουν στην αληθή έννοια αυτού και ως αντίθετες με αυτό δεν είναι εφαρμοστέες. Με τα δεδομένα αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία εξεδόθη κατ’ εφαρμογή των αντισυνταγματικών αυτών διατάξεων του νόμου 3021/2002 είναι ακυρωτέα, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων ακυρώσεως.
11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να απορριφθεί η παρέμβαση της εταιρείας ….
Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.
Ακυρώνει την προσβαλλόμενη απόφαση υπ’ αριθμ. 8117/30.10.2002 του ΕΣΡ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2011 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Νοεμβρίου 2011.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Σκέψεις για το Δήμο και τη Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Λίνα Παπαδοπούλου

Σκέψεις για το Δήμο και τη Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Αναδημοσίευση από: «Α. Μανιτάκη (επιμ.), Η Δημοκρατία μεταξύ Ουτοπίας και Πραγματικότητας, Μελέτες Χαριστήριες στον Ζήση Παπαδημητρίου, Αθήνα: Σαββάλας 2011, σελ. 152-174»

 
I. Προλογικά
Η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η σταδιακή απίσχνανση του εθνικού κράτους ως αποκλειστικού πεδίου άσκησης δημόσιας εξουσίας δημιουργούν εύλογα την πεποίθηση ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση και διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων δεν αρκεί να οργανώνεται σε κρατικό μόνο επίπεδο· αντίθετα, η εθνική δημοκρατία υποσκάπτεται αν και στο βαθμό που οι ενωσιακές αρμοδιότητες εκφεύγουν των δημοκρατικών -διαδικαστικών και ουσιαστικών- εγγυήσεων. Ωστόσο, η δυνατότητα ενύλωσης της δημοκρατικής αρχής σε ενωσιακό επίπεδο αμφισβητείται από μερίδα της θεωρίας και εκπροσώπων της πολιτικής, με κυριότερο επιχείρημα την ανυπαρξία ενός ευρωπαϊκού λαού (ή δήμου). Γύρω από τον άξονα αυτό υφαίνεται μια πλούσια και ενδιαφέρουσα συζήτηση με πολώσεις, αποχρώσεις αλλά και συνθέσεις. Στη συζήτηση αυτή φιλοδοξεί να παρέμβει η παρούσα μελέτη προσθέτοντας λίγες σκέψεις σχετικά με τις έννοιες του δήμου (υπό ΙΙ) και της δημοκρατίας (υπό ΙΙΙ) στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εκτίθενται κριτικά οι διαφορετικές θεωρητικές απόψεις και εξετάζονται συνοπτικά τα επιχειρήματα υπέρ της δυνατότητας οικοδόμησης ενός ευρωπαϊκού μοντέλου δημοκρατίας, παρά την ανυπαρξία ενός λαού υπό οργανική έννοια.
Σε αδιάρρηκτη σχέση με την έννοια του ‘λαού’ τελεί η έννοια της δημοκρατίας. Σε σειρά αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων η δημοκρατία αποτέλεσε την έσχατη θεμελίωση της υπεροχής του Συντάγματος έναντι του κοινοτικού δικαίου, βάσει δύο αλληλοδιαπλεκόμενων επιχειρημάτων. Πρώτον, η εθνική δημοκρατία, η αναγωγή δηλαδή όλων των αποφάσεων στο λαό-έθνος που αποτελεί την έσχατη πηγή νομιμοποίησης κάθε πολιτικής απόφασης και νομοθετικής παραγωγής, δεν πρέπει να τεθεί υπό διακινδύνευση· το τελευταίο θα συνέβαινε, αν το εθνικό Σύνταγμα αδρανούσε, προκειμένου να επιτρέψει την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Δεύτερον, δεδομένης της ανυπαρξίας λαού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν υφίσταται ούτε ευρωπαϊκή δημοκρατία· συνεπώς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να απολαύει ‘υπεροχής’, καθώς δεν είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένο. Οι δύο αυτοί ισχυρισμοί, που απηχούν και στηρίζουν –περισσότερο ή λιγότερο– τις αντιλήψεις του δημοκρατικού μονισμού, θα εξεταστούν στο τρίτο μέρος της παρούσας μελέτης. Η θεωρία του συνταγματικού πλουραλισμού, αντίθετα, η οποία γίνεται δεκτή εδώ, εκκινεί από μια διαφοροποιημένη εκδοχή της δημοκρατίας, περισσότερο συμπεριληπτική και αποτελεσματική και θα εξεταστεί σε αντιπαραβολή με τις προαναφερθείσες απόψεις.
Βασική θέση της παρούσας μελέτης αποτελεί η πεποίθηση ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία, δηλαδή το ιδεώδες του ατομικού και συλλογικού αυτοκαθορισμού, ως περιεχόμενο του συνταγματισμού, μπορεί να υπηρετηθεί πλέον -μετά τη μεταβίβαση πλείστων αρμοδιοτήτων στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης- μόνον αν υλοποιείται και σε υπερκρατικό ευρωπαϊκό επίπεδο.[1] Η δημοκρατικοποίηση, και δη κοινοβουλευτικοποίηση,[2] της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας αποτελεί τη μόνη οδό διάσωσης της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Στην αντίθετη περίπτωση, το πολιτικό και δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εισχωρεί αναγκαστικά στο εθνικό κράτος, απομειώνοντας τη συνταγματική του ουσία.[3] Και αντιστρόφως, το κοινοτικό ‘έλλειμμα δημοκρατίας’ επιτείνεται από το αντίστοιχο εθνικό.[4] Τα δύο αυτά αλληλένδετα και αλληλεξαρτώμενα ‘ελλείμματα’ πρέπει να αντιμετωπιστούν ταυτοχρόνως και στα δύο επίπεδα: τόσο στο εθνικό επίπεδο, με επίρρωση των δομών κοινοβουλευτικού και λαϊκού ελέγχου των αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας, όταν αυτή ενεργεί ως τμήμα των κοινοτικών οργάνων, όσο και στο υπερεθνικό επίπεδο.[5] Υπό αυτή και μόνον την προϋπόθεση, τη μεταφορά της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της κοινωνικής αρχής, των πολιτισμικών δηλαδή επιτευγμάτων του συνταγματισμού, σε υπερεθνικό επίπεδο, η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης επιτρέπεται να οδηγήσει ακόμη και σε απίσχνανση ή υπέρβαση του κράτους.[6]
 
II. Δήμος
Η αναπόδραστη σχέση μεταξύ ενός κράτους και ενός λαού-έθνους, από τον οποίο πηγάζει η έσχατη εξουσία και ο οποίος είναι φορέας της κυριαρχίας, αποτελεί το κεντρικό αξίωμα της θεωρίας του δημοκρατικού κρατισμού. Η θεωρία αυτή ερείδεται στην πεποίθηση περί αδιάσπαστης ενότητας ανάμεσα στις έννοιες έθνος-λαός-κράτος και στη βαθιά πεποίθηση ότι το τρίγωνο αυτό αποτελεί τη μοναδική δυνατή βάση δημοκρατικής εξουσίας και, συνεπώς, νομιμοποιημένης συνταγματογένεσης και δικαιοθεσίας.
Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, ο λαός είναι μια έννοια με έντονο το υποκειμενικό-κοινωνιοψυχολογικό στοιχείο, παρ’ ότι το τελευταίο οικοδομείται πάνω σε αντικειμενικές, οργανικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα, οι υποκειμενικές εκφάνσεις της ύπαρξης ενός λαού διαθέτουν τόσο περιγραφική όσο και κανονιστική χροιά και μπορούν να αναζητηθούν στο αίσθημα κοινωνικής συνοχής, κοινής μοίρας και συλλογικής ταυτότητας, το οποίο καταλήγει στην παραγωγή νομιμοφροσύνης έναντι της εθνικής κοινότητας και του εθνικού κράτους. Οι υποκειμενικές αυτές εκφάνσεις είναι προϊόντα, αλλά ταυτοχρόνως και προϋποθέσεις μερικών αντικειμενικών στοιχείων, όπως η κοινότητα γλώσσας, ιστορίας, πολιτιστικών εθίμων και συναισθημάτων, ακόμη και θρησκείας και καταγωγής. «Χωρίς ένα συγκεκριμένο βαθμό ομοιογένειας δεν μπορεί να υπάρξει κανένα κράτος. Η θέληση για πολιτική ενότητα, η οποία επιτρέπει σε ένα σύνολο ανθρώπων να γίνουν λαός -υπό την έννοια του έθνους- και πιθανό υποκείμενο δημοκρατικής αυτοδιάθεσης συνδέεται με αντικειμενικά δεδομένα, όπως η γεωπολιτική κατάσταση, οικονομικά συμφέροντα, ιστορία, γλώσσα, πολιτισμικό επίπεδο, ήθος, κουλτούρα, θρησκεία».[7]
Κατ’ αυτή την άποψη τα κράτη «διαφυλάσσουν την ιδιαιτερότητά τους υπό τη μορφή ενός λαού, που συνδέεται εσωτερικά βάσει γέννησης και καταγωγής, ενός χώρου που τους ανήκει και της πολιτισμικής ομοιότητας της γλώσσας, θρησκείας, τέχνης και ιστορικής εμπειρίας».[8] Η δικαιική ενότητα του λαού δεν μπορεί να διατηρηθεί ζωντανή σε διάρκεια χρόνου, παρά μόνο αν στηρίζεται σε ένα αντικειμενικό θεμέλιο: σε ένα μίνιμουμ αποτελεσματικής ομοιογένειας που πηγάζει από ομοιότητες, τις οποίες μπορούν να προσδώσουν η καταγωγή, η ιστορία, η γλώσσα, η κουλτούρα και τα συμφέροντα…».[9]
Κατά προέκταση, ένας λαός προηγείται ιστορικά και προϋποτίθεται πολιτικά κάθε σύγχρονου κράτους. Με άλλα λόγια, κάθε κράτος υπάρχει, επειδή προϋπήρχε ο λαός (έθνος) που το δημιούργησε και αποτέλεσε το θεμέλιό του.[10] Παραδείγματα όπως αυτά των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής (1787), της Ελβετίας (1848) και της Βορειογερμανικής Ένωσης (1866) παρατίθενται για να αποδείξουν ότι «εκεί υπήρχαν τα θεμέλια της δημιουργίας κράτους: ένας λαός με θέληση για κοινό κράτος, οικονομική και πολιτισμική ομοιογένεια και μία -με την εξαίρεση της Ελβετίας- σημαντική ομοιότητα της γλώσσας».[11] Τα μέλη του έθνους γεννιούνται με την εθνικότητά τους, όπως γεννιέται κανείς με τα φυσικά του χαρακτηριστικά.[12] Οι ρομαντικές, εθνικιστικές και δημοκρατικές απόψεις καθώς και η γαλλική πολιτική θεωρία, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Rousseau επικαθόρισαν σημαντικά και προώθησαν την ιδέα αφενός της ταύτισης της πολιτισμικής έννοιας του έθνους με την πολιτική και αφετέρου της ενιαίας βούλησης του λαού με τη volonté rale του κράτους,[13] παραγνωρίζοντας την κοινωνική πραγματικότητα κάθε λαού, που χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις και ανταγωνισμούς.[14]
Σύμφωνα με την προσέγγιση του δημοκρατικού κρατισμού, η δημοκρατική νομιμοποίηση στηρίζεται στην ομοιογένεια, υπό την έννοια ότι η υπακοή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία οφείλεται στο γεγονός ότι αμφότερες εντάσσονται σε ένα κοινό, ομοιογενές σύνολο, το λαό του κράτους, το έθνος. Βάσει της αντίληψης αυτής η ‘υγιής’ στάση κάθε μέλους του έθνους είναι η ‘κριτική νομιμοφροσύνη’, καθώς η αντίρροπη τάση αμφισβήτησης της εθνικής ενότητας και διαμαρτυρίας θα οδηγούσε σε αντίσταση κατά της κρατικής εξουσίας.[15] Η πολιτική διαφοροποίηση και αντίθεση μεταφράζεται έτσι σε εθνική μειοδοσία. Η επισήμανση υπονοεί και τη σημασία της αποξένωσης του διαφορετικού, του Άλλου. Ο Άλλος δεν είναι μόνον ο φυλετικά διαφορετικός,[16] αλλά και ο εθνικά ή εθνοτικά διαφορετικός. Το θεωρητικό αυτό ρεύμα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαφοροποίηση μεταξύ φίλου και εχθρού[17] και συμβαδίζει με την αποκλείουσα έννοια της ‘ιθαγένειας’ ή ‘υπηκοότητας’ που διακρίνει τους ‘υπηκόους’ του κράτους, αυτούς που ανήκουν στο ίδιο ‘γένος’, από όλους τους υπόλοιπους. Η διακριτική αυτή αντιμετώπιση, ωστόσο, αντιστοιχεί στα παραδοσιακά κράτη και όχι στη σύγχρονη έννοια της δημοκρατίας,[18] η οποία -πολύ περισσότερο σε ενωσιακό επίπεδο- οφείλει να είναι συμπεριληπτική.
 
Ως άμεση απόρροια της παραπάνω οργανικής-πολιτισμικής πρόσληψης του λαού συνάγεται άμεσα και αβίαστα το συμπέρασμα περί μη ύπαρξης ενός ευρωπαϊκού λαού / δήμου (No-Demos-These),[19] δεδομένου ότι λείπουν τόσο τα υποκειμενικά στοιχεία (η συνείδηση μιας κοινής συλλογικής ταυτότητας και νομιμοφροσύνης) όσο και οι αντικειμενικές προϋποθέσεις, δηλαδή οι οργανικές-πολιτισμικές ομοιότητες που θα μπορούσαν να γεννήσουν τις πρώτες.[20]
Θα μπορούσαν να διακριθούν δύο εκδοχές της θεωρίας περί μη ύπαρξης ευρωπαϊκού δήμου:[21] Η ήπια εκδοχή δέχεται ότι δεν υφίσταται ακόμη ευρωπαϊκός δήμος, ενόψει της απουσίας ή της υποτυπώδους μόνο ύπαρξης μιας ευρωπαϊκής δημόσιας σφαίρας, την οποία ο δήμος προϋποθέτει, δεν μπορεί, ωστόσο, να αποκλειστεί η ανάδυσή του στο μέλλον.[22] Η σκληρή εκδοχή όχι μόνον αποκλείει μια τέτοια εξέλιξη ως μη ρεαλιστική αλλά και την απορρίπτει ως μη ευκταία. Το επιχείρημα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ως σκοπό ή στόχο τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού έθνους αλλά την ολοένα στενότερη ένωση των λαών της Ευρώπης.
Το πρόβλημα με τη θεωρία αυτή είναι ότι εμφανίζει το ζήτημα του ‘ευρωπαϊκού λαού’ και το ζήτημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ένωσης υπό τη μορφή διλήμματος: είτε ο ‘ευρωπαϊκός λαός’ θα διαμορφωθεί, υποκαθιστώντας τους εθνικούς λαούς και αποτελώντας την υποκειμενική βάση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, είτε, εν απουσία του, η νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συνεχίσει να απορρέει κατά κύριο λόγο από τα κράτη με αποτέλεσμα η Ένωση να μην απολαμβάνει πρωτογενούς νομιμοποίησης, επομένως να μη δικαιούται να αξιώνει ‘υπεροχή’ για το δίκαιό της.
Όταν οι θιασώτες της εθνο-πολιτισμικής πρόσληψης αποδέχονται ότι δεν υπάρχει ακόμη ευρωπαϊκός λαός, υπονοούν και ότι η Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία βρίσκεται σε μια προ-κρατική κατάσταση και στερείται δημοκρατικής νομιμοποίησης. Αυτή η λανθασμένη κατανόηση είναι που επιφέρει τη σχέση αποκλεισμού ή μηδενικού αθροίσματος μεταξύ της Ένωσης και των Κρατών-Μελών της. Αν ο δήμος ταυτίζεται με το λαό υπό οργανική έννοια, τότε είναι προφανές ότι ένας ευρωπαϊκός δήμος δεν μπορεί να υπάρχει παρά σε αντικατάσταση των εθνικών/κρατικών δήμων. Σύμφωνα με αυτή την πρόσληψη, η εθνικότητα, με την οργανική της έννοια δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ιθαγένεια (το νομικό δεσμό με ένα κράτος) και την πολιτότητα (την απόλαυση δικαιωμάτων και την υπαγωγή στις αντίστοιχες υποχρεώσεις).
Η θεωρία περί ανυπαρξίας ευρωπαϊκού λαού, υπό την εθνο-πολιτιστική έννοιά του, έχει δεχτεί κριτική από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες,[23] οι οποίες και σηματοδοτούν μια ευρωκεντρική και μια πλουραλιστική πρόσληψη της ίδιας έννοιας αντίστοιχα.
Το πρώτο ρεύμα σκέψης που προσπαθεί να καταρρίψει τη θεωρία περί ανυπαρξίας ευρωπαϊκού λαού στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η θεωρία αυτή προβαίνει σε λανθασμένη ανάγνωση των ανθρωπολογικών δεδομένων στην Ευρώπη. Αντίθετα με ό,τι διαλαμβάνεται ως υφιστάμενη κατάσταση, στην πραγματικότητα υπάρχει μια ευρωπαϊκή συνείδηση κοινωνικής συνοχής, μια κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα[24] και ένα συλλογικό συναίσθημα που γεννάει νομιμοφροσύνη προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και προσδίδει σε αυτούς δημοκρατική νομιμοποίηση, πέραν της έμμεσης και διαμεσολαβημένης από τις κυβερνήσεις. Υπάρχει σε μεγάλο βαθμό κοινή ιστορία και κοινές πολιτιστικές συνήθειες, καθώς και κοινές σταθερές μιας ευρωπαϊκής συνείδησης.[25] Η ύπαρξη κοινής μητρικής γλώσσας, εξάλλου, δεν μπορεί να αποτελεί conditio sine qua non, όπως αποδεικνύουν τα παραδείγματα της Ελβετίας και του Βελγίου. Συνεπώς υπάρχει ένας ευρωπαϊκός λαός και το πρόβλημα επικεντρώνεται στη λειτουργία των θεσμών ή/και στο μεταξύ τους συσχετισμό δυνάμεων. Δηλαδή, το δημοκρατικό έλλειμμα περιορίζεται στις διαδικασίες παραγωγής της πολιτικής βούλησης, όπως π.χ. στην αδύναμη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο υφιστάμενος, ωστόσο, ευρωπαϊκός λαός μπορεί, μέσω των κατάλληλων θεσμικών διαρρυθμίσεων, να προσδώσει δημοκρατική νομιμοποίηση στο κοινοτικό νομοπαραγωγικό σύστημα και να αξιώσει αυτό να ‘υπερέχει’ έναντι των επιμέρους εθνικών νομικών συστημάτων.[26]
Το δεύτερο ρεύμα σκέψης, με μεγαλύτερη μάλλον πειστικότητα και αξία, εκκινεί από την παραδοχή ότι η συνείδηση συμμετοχής σε έναν λαό και η εθνική ταυτότητα, ειδικά σε συγκεκριμένες μεταβατικές φάσεις, παράγεται από μηχανισμούς κοινωνικής μηχανικής και συνιστά μια τεχνητή κατασκευή, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που θα ομολογούσαν οι υποστηρικτές της οργανικής πρόσληψης του λαού.[27] Από αυτή την άποψη η εθνική ταυτότητα και συνείδηση είναι στοιχεία πολύ πιο ρευστά, ασταθή και μεταβαλλόμενα. Μπορούν αναντίρρητα να δομηθούν[28] ως αποτέλεσμα μιας συνειδητής απόφασης και δεν χρειάζεται απαραιτήτως να είναι αντανάκλαση μιας ήδη υπάρχουσας συνείδησης.[29] Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, παρ’ ότι θεωρητικά η ύπαρξη ενός έθνους λειτούργησε ως προϋπόθεση ίδρυσης ενός κράτους, η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει ότι συχνά το κράτος ήταν αυτό που κατασκεύασε και συγκρότησε το έθνος, τόσο μέσω του Συντάγματος,[30] όσο και ορίζοντας ως επίσημη μια συγκεκριμένη γλώσσα ή διάλεκτο και προωθώντας μια συγκεκριμένη ανάγνωση της ιστορίας.[31] Αν τα παραπάνω γίνουν αποδεκτά, καθίσταται σαφές ότι η κατασκευή ενός ευρωπαϊκού λαού δεν είναι αδύνατη, προϋποθέτει, όμως, τη σχετική πολιτική βούληση και μπορεί να συντελεστεί στο προσεχές μέλλον. Είναι, ωστόσο, προφανές ότι τόσο η εθνοκεντρική προσέγγιση του δήμου, όσο και η άποψη περί ύπαρξης ή δυνατότητας ‘κατασκευής’ ενός ευρωπαϊκού δήμου δεν αποτελούν παρά τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, καθώς υφαίνονται γύρω από την αξιωματική παραδοχή ότι η πολιτική κοινότητα δεν μπορεί να δομηθεί παρά βάσει ενός ομογενοποιημένου δήμου.[32]
 
Η κριτική στην παραπάνω αντίληψη ερείδεται στον ισχυρισμό ότι η οργανική και εθνοπολιτισμική πρόσληψη του έθνους δεν είναι η μοναδική· αντίθετα, μπορεί να οραματιστεί κανείς έναν ευρωπαϊκό δήμο, ο οποίος να νομιμοποιεί την εξουσία και να προσδίδει δημοκρατική αυθεντία σε μια πολιτική κοινωνία χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς της εθνο-πολιτισμικής πρόσληψης. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα είναι που διαφοροποιεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και της προσφέρει μια ηθικοπολιτική υπεροχή, το γεγονός δηλαδή ότι προσφέρει μια διαφορετική κατανόηση της έννοιας του ‘ανήκειν’ σε έναν λαό ή δήμο,[33] βασιζόμενη στις κοινές αξίες και σε μια κοινή αντίληψη δικαιωμάτων και κοινωνικών υποχρεώσεων, η οποία υπερβαίνει τις εθνοτικές και εθνικές διαφορές. Οι αξίες αυτές δεν μπορεί παρά να είναι τα ιδανικά του συνταγματισμού, και ειδικότερα η ελευθερία, η πολιτική συμμετοχή και η κοινωνική αλληλεγγύη.[34]
Ο διαχωρισμός του δήμου από το έθνος καθιστά θεωρητικά δυνατό το μοντέλο των πολλαπλών δήμων, οι οποίοι συνυπάρχουν, εν είδει ομόκεντρων κύκλων, επιτρέποντας σε ένα υποκείμενο να φέρει πολλαπλές συντρέχουσες ταυτότητες. Το αίσθημα της ταυτότητας και της ταυτοποίησης πηγάζει από την ίδια πηγή της ανθρώπινης πρόσδεσης, αν και με διαφορετική ένταση (variable geometry).[35] Στην περίπτωση της εθνο-πολιτισμικής ταύτισης, η πρόσδεση αυτή ερείδεται στη γλώσσα, τη μουσική, τα ήθη, τα φαγητά· στην περίπτωση της πολιτικής ταύτισης στις πολιτικές αξίες. Συνεπώς, δεδομένης της ομοιογένειας των αξιών μεταξύ κρατών και κοινότητας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θεωρία του μηδενικού αθροίσματος, σύμφωνα με την οποία η υιοθέτηση μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας θα έθετε σε διακινδύνευση την εθνική, επειδή οι οργανικές-πολιτισμικές ταυτίσεις είναι βαθιά ριζωμένες στο υποκείμενο. Αντιθέτως, η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει ότι υπό την ευρωπαϊκή σκέπη αναδύονται εντονότερες και οι ιδιαίτερες εθνοτικές, περιφερειακές και τοπικές ταυτότητες. Ο λαός υπό αυτή του την έννοια δεν προϋπάρχει του Συντάγματος, υπάρχει επειδή τον ανήγαγε το Σύνταγμα σε πολιτική ενότητα.[36]
Υπό το φως της θεωρίας του συνταγματικού πλουραλισμού, ο ευρωπαϊκός συνταγματισμός, νοούμενος ως σύνθεση των συνταγμάτων των επιμέρους επιπέδων, δεν προϋποθέτει, αλλά συνδυάζεται με την ύπαρξη ή τη διαμόρφωση πολλαπλών ‘δήμων’,[37] που λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα και τους οποίους συνέχουν διαφορετικά στοιχεία. Οι ‘δήμοι’ αντανακλούν και παρακολουθούν τις πολλαπλές ταυτότητες των ευρωπαίων πολιτών· και αντιστρόφως, οι τελευταίοι συμμετέχουν σε πολλαπλούς δήμους.[38] Οι τομές στο σώμα των ευρωπαίων πολιτών και, άρα, οι ταυτοποιήσεις τους είναι τόσο κάθετες (εθνικές, περιφερειακές / χωρικό επίπεδο) όσο και οριζόντιες (κοινότητα συμφερόντων, ιδεολογιών, φυλετικών, έμφυλων ή σεξουαλικών ταυτοτήτων και αισθητικών επιλογών).
Ο ευρωπαϊκός ‘δήμος’ ως πολιτική έννοια, απαλλαγμένη ομογενοποιητικών φιλοδοξιών, αποτελεί και αυτός μια οντότητα νοούμενη σε συνεχή διαδικασία διαμόρφωσης, σε «αέναη ολοκλήρωση»,[39] όπως, εξάλλου, και το ίδιο το Σύνταγμα της Ευρώπης. Ορθότερα, «ο ίδιος ο λαός αποτελεί μια διαδικασία».[40] Και βέβαια, είναι αναγκαστικά ένας δήμος πλουραλιστικός, υπό την έννοια ότι είναι πολυεθνικός, πολυγλωσσικός, πολυθρησκευτικός και πολυκρατικός,[41] και μάλιστα βάσει μιας συνειδητής απόφασης.[42] Συντίθεται δε από τα υποκείμενα που «αναδεικνύει η θεσμικά πολυεπίπεδη και πολυκρατικά οργανωμένη συμβίωση των πολιτών» της ευρωπαϊκής Συμπολιτείας.[43] Χαρακτηρίζεται από την αρχή της συνταγματικής ανοχής[44] και τοποθετείται στην καρδιά της ευρωπαϊκής υπερεθνικότητας. Συνέχεται από την υιοθέτηση ενός «ευρωπαϊκού συνταγματικού πατριωτισμού» και γενικότερα ενός κοινού ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού,[45] υποστασιοποιείται με την ελεύθερη κίνηση και εγκατάσταση στο εσωτερικό της «ευρωπαϊκής επικράτειας», με την υλοποίηση ευρωπαϊκών πολιτικών συνοχής και, γενικότερα, με την απόλαυση ολοένα διευρυνόμενων στην ενωσιακή σφαίρα πολιτικών, ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
 
Από μια άλλη οπτική γωνία[46] του συνταγματικού πλουραλισμού μπορεί να ασκηθεί η κριτική ότι και αυτή ακόμη η ασθενής και πολιτική έννοια του δήμου αποτελεί μια συντηρητική κατασκευή, καθώς, σε επίπεδο θεωρητικής πρόσληψης, αφήνει ανέπαφη τη συμβατική κρατοκεντρική δομή, αναζητώντας έναν -οπωσδήποτε νοούμενο- λαό, που θα ασκήσει τη συντακτική του εξουσία για να θέσει σε ισχύ ένα Σύνταγμα. Αντίθετα, αυτό που έχει αξία είναι η απελευθέρωση και από το βολονταρισμό που ακολουθεί τις νεωτερικές αντιλήψεις και τοποθετεί τον -με όποιο τρόπο νοούμενο- λαό στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, αυτό που έχει σημασία είναι η προσήλωση στις αρχές του φιλελεύθερου δημοκρατικού συνταγματισμού, οι οποίες πρέπει να καθοδηγούν τις δικαιικές πρακτικές. Δεν μπορεί να γίνει, συνεπώς, δεκτή η θέση ότι για να υπάρξει Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να προϋπάρχει ένας ευρωπαϊκός λαός, έστω και με την πολιτική του έννοια.[47]
Η αντίληψη αυτή αρνείται τον κεντρικό ρόλο και τη σημασία του λαού, και γενικότερα οποιουδήποτε υποκειμένου. Εμφανίζεται έτσι πιο ριζοσπαστική ιδεοτυπικά, επικαλούμενη ένα διαφορετικό κανονιστικό θεμέλιο: τις αρχές της δημοκρατικής και φιλελεύθερης πολιτικής ηθικής, όπως τις κατανοούν, τις επεξεργάζονται και τις μετατρέπουν σε πρακτική τα πολιτικά υποκείμενα στην Ευρώπη. Αντίθετα, τόσο η ιδέα ενός έσχατου νομικού κανόνα, ο οποίος εγκαθιδρύει και συντάσσει μια έννομη τάξη, όσο και η βολονταριστική πίστη στην ύπαρξη ενός συλλογικού υποκειμένου που συνιστά την έσχατη πηγή εξουσίας, έστω και υπό τη μορφή ενός συνταγματικά ανεκτικού δήμου, συνδέονται με μια κρατικιστική πρόσληψη του νομικού και πολιτικού κόσμου. Η ιδέα της λαϊκής ή εθνικής κυριαρχίας αντικατέστησε εκείνη της κυριαρχίας του Μονάρχη, ως έσχατη πηγή νομιμοποίησης και ως τόπος της κυριαρχίας το 18ο αιώνα σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης της κυρίαρχης εξουσίας με τη δημοκρατία.[48] Από την άλλη πλευρά, η ιδέα ενός έσχατου νομικού κανόνα και ενός ιστορικού πρώτου Συντάγματος που αποδίδεται στο λαό φαίνεται να είναι ικανή να συμφιλιώσει τη λαϊκή κυριαρχία με μια θετικιστική και εθνοκεντρική πρόσληψη του συνταγματισμού.
Με αυτό τον τρόπο δομείται ένας νομικός και πολιτικός κόσμος γύρω από την έννοια του κράτους που εγκαθιδρύει το δικό του νομικό σύστημα. Το τελευταίο ανάγεται στο ιστορικά πρώτο Σύνταγμα που αποτέλεσε προϊόν της βούλησης του λαού ή του έθνους και απολαύει υπεροχής. Το διεθνές δίκαιο, που ασχολείται με τη σχέση μεταξύ κρατών, νομιμοποιείται βάσει της δικής τους συναίνεσης. Υπό αυτό το δυαδικό μοντέλο, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να είναι είτε διεθνής οργανισμός, βασισμένος σε συνθήκες, τις οποίες έχουν συνομολογήσει τα κράτη (οπότε υπερισχύει καθέκαστο εθνικό Σύνταγμα), είτε κράτος, που νομιμοποιείται από τον ευρωπαϊκό λαό (οπότε ισχύει η ‘υπεροχή’ του κοινοτικού δικαίου). Ιδεοτυπικά δεν υπάρχει χώρος για μια τρίτη εκδοχή. Ειδικότερα, δεν υπάρχει χώρος για την Ευρωπαϊκή Ένωση ως κοινότητα αξιών, που δεν είναι ούτε διεθνής οργανισμός ούτε κυρίαρχο κράτος.[49] Ωστόσο, αυτή ακριβώς, η τρίτη εκδοχή είναι η καταλληλότερη και προσφορότερη πρόσληψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[50]
Η κριτική αυτή στην ιδέα του πολιτικού δήμου είναι μάλλον αυστηρή, καθώς η αντίληψη του συνταγματισμού ως ιδανικού φαινομενικά μόνο απομακρύνεται από την ιδέα αυτή. Στο βαθμό που ο δήμος ή λαός συγκροτείται ακριβώς με άξονα και ενοποιητικό στοιχείο αρχές και αξίες, δικαιώματα και υποχρεώσεις, η δημοκρατική και φιλελεύθερη πολιτική πρακτική αποκτάει σάρκα και οστά, δεδομένου ότι γίνεται αποδεκτή και από τα ατομικά υποκείμενα, αλλά και από το συλλογικό υποκείμενο που καλείται να την υλοποιήσει. Επομένως, η αποδοχή της δυνατότητας συγκρότησης ενός πολιτικού ευρωπαϊκού δήμου όχι μόνο δεν έρχεται σε αντίθεση με την κεντρική σημασία των αρχών του συνταγματισμού, αλλά δικαιώνει τις τελευταίες και αποδεικνύει στην πράξη τη δύναμή τους. Ακόμη περισσότερο: ο δήμος υπό την πολιτική του έννοια δεν χρειάζεται και δεν μπορεί να νοηθεί ως προϋπόθεση του Συντάγματος, στην ιδανική του πρόσληψη ως νομική αποτύπωση της κοινωνικής και φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά ως απαύγασμά του.[51] Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις παραμένει, συνεπώς, μόνο στο επίπεδο της θεωρητικής σύλληψης και αναφέρεται στο φιλοσοφικό ερώτημα της σημασίας ή μη του συλλογικού υποκειμένου ή του υποκειμένου εν γένει.
Σε κάθε περίπτωση, είτε αποδώσει κανείς σημασία στη συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού δήμου, ως πολιτικής ενότητας, είτε αρκεστεί στις θεμελιώδεις αρχές και αξίες του συνταγματισμού, ο τελευταίος -και σε ευρωπαϊκό επίπεδο- δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως μια διαρκής διαδικασία με κινηματικά χαρακτηριστικά. Η σύλληψη του ευρωπαϊκού συνταγματισμού και του ευρωπαϊκού ‘δήμου’ ως διαδικασιών και, άρα, η άρνηση αναγνώρισης οποιασδήποτε τελεολογίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης προκαλούν αναγκαστικά μια αβεβαιότητα, που απεικονίζεται στη συνεχή αναζήτηση, ανεύρεση και διαφοροποίηση της ταυτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα από την ανάπτυξη των δυναμικών της και ως αποτέλεσμα συνεχών διαπραγματεύσεων και αναθεωρήσεων. Αυτή η διαρκής εξέλιξη αποτελεί και το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της, γιατί ακριβώς διαφυλάσσει την πολλαπλότητα και τη διαφορά που αποτελεί την ουσία της Ευρώπης. Η ίδια αβεβαιότητα συνοδεύει και δεν μπορεί παρά να συνοδεύει και το ερώτημα περί ‘υπεροχής’, το οποίο, όπως πολλές φορές επισημάνθηκε ήδη, δεν μπορεί να επιλύεται με κανόνες ιεραρχικής κατάταξης.
 
 
Σε ένα πρώτο επίπεδο, υποστηρίζεται ότι το εθνικό κράτος αποτέλεσε το απαραίτητο και αναφαίρετο κέλυφος ανάπτυξης της δημοκρατίας. Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, που εξυμνεί τη δημοκρατική αρετή των Κρατών-Μελών, τα τελευταία έχουν κατακτήσει ένα τέτοιο πλέγμα δημοκρατικών δομών και θεσμών προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ώστε η διακυβέρνηση από το λαό για το λαό είναι διασφαλισμένη μόνο στο πλαίσιο των εθνών-κρατών και κατά συνέπεια οι κυβερνήσεις και τα δικαστήρια των τελευταίων νομιμοποιούνται επαρκώς να αποφασίζουν κυριαρχικά.
Στο πλαίσιο αυτό, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση απειλεί την εθνική αντιπροσωπευτική δημοκρατία, καθώς η κοινοτική νομοπαραγωγική εξουσία, ιδιαίτερα δε οι Κανονισμοί που διαθέτουν άμεση ισχύ, εκφεύγουν του ελέγχου των εθνικών κοινοβουλίων και, συνεπώς, της οποιασδήποτε αναφοράς στον (εθνικό) λαό. Παράλληλα, η οικονομική και νομισματική πολιτική αποφασίζεται και διενεργείται από τη μη ελεγχόμενη δημοκρατικά Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία εξοπλίζεται με ανεξαρτησία απέναντι στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και στα Κράτη-Μέλη.[52] Η εξαίρεση από τη δημοκρατική αρχή με σκοπό την προστασία της σταθερότητας του νομίσματος και την αποφυγή πολιτικών παρεμβάσεων νομιμοποιείται, βέβαια, εφόσον και καθόσον προβλεφθεί συνταγματικά. Αυτό, ωστόσο, δεν θεωρείται επαρκές για να αναπληρωθεί η ‘δημοκρατική ουσία’ που χάνεται, λόγω της ανεξαρτησίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η μέσω του Κοινοβουλίου ασκούμενη εξουσία του λαού απομειώνεται και τα συμμετοχικά δικαιώματα των πολιτών υποσκάπτονται.
Η εξασθένιση της εθνικής δημοκρατίας λόγω της συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύεται από την επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης σε τομείς που θεωρούνται κλασικά εθνικοί ή κρατικοί, όπως το νόμισμα και το ποινικό φαινόμενο.[53] Η εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων από το κράτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση σημαίνει ότι τόσο το Κοινοβούλιο του Κράτους, όσο και κάθε πολίτης του, χάνουν μέρος της εξουσίας επιρροής τους στη διαδικασία λήψης των πολιτικών αποφάσεων, εφόσον μέρος των τελευταίων λαμβάνεται πλέον από όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν αντλούν τη νομιμοποίησή τους από τον (εθνικό) λαό. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έλκει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση (και) από τους λαούς των Κρατών-Μελών, οι οποίοι αντιπροσωπεύονται κυρίως στα εθνικά, αλλά και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,[54] η υπερβολική ενίσχυση των καθηκόντων και εξουσιών της θα εξασθένιζε τη δύναμη των εθνικών Κοινοβουλίων, με αποτέλεσμα τα τελευταία να μην μπορούν πλέον να νομιμοποιούν επαρκώς την εξουσία της Ένωσης. Συνεπώς, τα εθνικά Κοινοβούλια πρέπει να διατηρήσουν ουσιαστικά καθήκοντα και εξουσίες,[55] προκειμένου να ‘δανείζουν’ τη νομιμοποίησή τους αυτή και στα ενωσιακά όργανα.
 
β. Το ευρωπαϊκό δημοκρατικό έλλειμμα
Η άλλη όψη του επιχειρήματος επικεντρώνεται στο ευρωπαϊκό επίπεδο και διαπλέκεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι σε αντίθεση με τα Κράτη-Μέλη της, η Ένωση πάσχει από ‘δημοκρατικό έλλειμμα’,[56] το οποίο χαρακτηρίζει τις δομές παραγωγής του δικαίου της. Το ‘δημοκρατικό έλλειμμα’ αποτελεί απόρροια της ανυπαρξίας ενός ευρωπαϊκού λαού και για το λόγο αυτό είναι αναπόφευκτο.[57] Για τον ίδιο λόγο δεν αποτελεί τρόπο άρσης του ‘δημοκρατικού ελλείμματος’ η επίρρωση του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο είναι απλώς αντιπρόσωπος των ευρωπαϊκών λαών και, συνεπώς, δεν διαθέτει ανεξάρτητη εξουσία και πρωτογενή νομιμοποίηση.
Σε μια παραλλαγή της κρατοκεντρικής θεώρησης, η οποία απηχεί την άποψη του φιλελεύθερου διακυβερνητισμού, η Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνον δεν διαθέτει, αλλά και δεν χρειάζεται δημοκρατική νομιμοποίηση σε υπερεθνικό επίπεδο. Η νομιμοποίηση την οποία προσδίδουν στην Ένωση τα εθνικά Κοινοβούλια κατά την ψήφιση του κυρωτικού των Συνθηκών νόμου και οι κυβερνήσεις, μέσω της συμμετοχής των εκπροσώπων τους στα Συμβούλια Υπουργών, είναι αρκετή.
Βάσει και των δύο παραπάνω απόψεων, είναι προτιμότερο να περιορίζεται η συνεργασία με άλλα κράτη στη σύναψη διεθνών συνθηκών με περιορισμένο αντικείμενο και να αποφεύγεται έτσι η δημιουργία υπερεθνικών και δη δικαιοπαραγωγικών οργάνων. Οι συνθήκες αυτές συνομολογούνται από την εθνική κυβέρνηση και υπόκεινται στην κύρωση του Κοινοβουλίου και ισχύουν υπό τις προϋποθέσεις και με βάση τα ουσιαστικά δικαιικά κριτήρια των εθνικών Συνταγμάτων. Με αυτό τον τρόπο περιφρουρείται η δημοκρατία σε εθνικό επίπεδο, που είναι και η μόνη δυνατή.[58]
 
Μέσα από τη λογική αυτή διαδρομή το ζήτημα της δημοκρατίας συνδέεται με εκείνο της ‘υπεροχής’ ή μη του κοινοτικού δικαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι στο επιχείρημα αυτό κατέφυγαν πολλά συνταγματικά δικαστήρια, προκειμένου να θεμελιώσουν την υπεροχή του εθνικού τους Συντάγματος. Η διαφορά στο βαθμό δημοκρατικής νομιμοποίησης μεταξύ των Κρατών-Μελών και της Ένωσης παρέχει στα πρώτα μια ηθική υπεροχή και τα νομιμοποιεί να διεκδικούν την εφαρμογή του δικού τους δημοκρατικά νομιμοποιημένου, ως παράγωγου της συντακτικής εξουσίας του λαού, Συντάγματος, έναντι και σε βάρος ακόμη του προερχόμενου από δομές μειωμένης δημοκρατικής νομιμοποίησης κοινοτικού δικαίου. Χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση η Ευρώπη δεν δικαιούται να διεκδικεί δικαιική αυθεντία.
Το επιχείρημα περί υλοποίησης της αρχής κράτους δικαίου σε ενωσιακό επίπεδο, το οποίο επιστρατεύεται από τους υπέρμαχους της ‘υπεροχής’ του κοινοτικού δικαίου, προσκρούει στην επίκληση της εθνικής δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών να παραμερίζουν και να αφήνουν ανεφάρμοστο τον εθνικό νόμο, όταν έρχεται σε αντίθεση με άμεσα ισχύοντα κοινοτικό κανόνα δικαίου, συνεπάγεται την αποδυνάμωση του εθνικού νόμου και την ανεξαρτητοποίηση των δικαστικών και διοικητικών αρχών από τον εθνικό νομοθέτη. Το φαινόμενο περιγράφεται ως «παρακμή της κυριαρχίας του νόμου».[59] Περαιτέρω, η ‘υπεροχή’ του κοινοτικού δικαίου συνεπάγεται την ενδυνάμωση της εκτελεστική εξουσίας, οι εκπρόσωποι της οποίας μετατρέπονται στο ενωσιακό επίπεδο σε ‘νομοθέτες’, ως μέλη του Συμβουλίου των Υπουργών, σε βάρος, βέβαια, της νομοθετικής εξουσίας, η οποία χάνει τη σχετική αρμοδιότητα ψήφισης ή τροποποίησης των ευρωπαϊκών νομοθετικών πράξεων.[60]
Κατ’ αποτέλεσμα υποσκάπτεται όχι μόνον η δημοκρατική νομιμοποίηση της κρατικής δράσης, εφόσον παραγνωρίζεται η βούληση του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη, αλλά και η ασφάλεια του δικαίου,[61] λόγω της αδιαφάνειας του κοινοτικού και της συνθετότητας του ισχύοντος θετικού δικαίου που απορρέει από τη συνύπαρξη εθνικών και κοινοτικών κανόνων πέραν αναμφισβήτητης ιεραρχικής κατάταξης. Η συνθετότητα αυτή σε συνδυασμό με την εκ των πραγμάτων έλλειψη γλωσσικής ακρίβειας, δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο μεταφράζεται σε όλες τις επίσημες γλώσσες, έχει ως αποτέλεσμα ο νόμος να χάνει τη δύναμή του και η τελευταία να μεταφέρεται στους δικαστές.[62] Σε απάντηση των παραπάνω επιφυλάξεων, θα μπορούσε, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι οι ανησυχίες αυτές περί δημοκρατικής νομιμοποίησης, αν και έχουν κάποια βάση, δεν διαθέτουν πάντως τη δραματικότητα, με την οποία πολλές φορές παρουσιάζονται, δεδομένου ότι δεν φαντάζει καθόλου πιθανή η εξέλιξη της Ένωσης σε ένα αντιφιλελεύθερο και αυταρχικό καθεστώς, όπως αυτά που επικράτησαν σε αρκετά κράτη της Ευρώπης στον 20ο αιώνα. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν είναι αρκετή. Αναγκαία είναι η αναζήτηση, με τρόπο θετικό, της ειδικής μορφοποίησης της δημοκρατίας σε ενωσιακό επίπεδο, εγχείρημα που μόνον εισαγωγικά μπορεί να αναληφθεί στην παρούσα μελέτη.
 
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ασπάζεται τη δημοκρατική αρχή, εφόσον η τελευταία αποτελεί θεμελιώδη αρχή των μελών της. Ήδη το 1980 το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνήγαγε τη δημοκρατική αρχή από τις Συνθήκες,[63] ενώ η Συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης την επιβεβαίωσε και την τυποποίησε.[64] Πιο εμφατικά ακόμη αποτυπώθηκε η δημοκρατική αρχή στην Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη[65] και τη Συνθήκη της Λισαβόνας.[66] Δεδομένου, ωστόσο, του ιστορικού και αενάως εξελισσόμενου νοήματός της,[67] το ερώτημα τι είδους δημοκρατία αρμόζει στην Ένωση παραμένει ανοικτό στην ιστορική εξέλιξη και βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το μοντέλο που υιοθετεί κανείς για την εξέλιξή της.
Η δημοκρατική αρχή σε ενωσιακό επίπεδο δεν νοείται βεβαίως καθ’ ομοίωση εκείνης του κράτους. Αν η Ένωση υιοθετούσε ως πολιτικό σύστημα τις ίδιες ακριβώς θεσμικές δομές με εκείνες των εθνικών κρατών, αν δηλαδή αναγόταν αποκλειστικά και μόνον στη βούληση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού λαού, αυτό θα ήταν εν τέλει -τουλάχιστον στο παρόν στάδιο ιστορικής εξέλιξης- αντιδημοκρατικό, καθώς θα παραγνώριζε τη συγκρότηση των ευρωπαίων πολιτών σε εθνικούς λαούς και την ιστορικά διαμορφωμένη ιδιαιτερότητα των εθνικών κρατών. Επιπλέον, θα κατέληγε σε απομείωση της σημασίας, του πολιτικού βάρους και της έκτασης των δυνατοτήτων ελέγχου κάθε ατόμου εντός του νέου πολιτειακού μορφώματος. Η απομείωση αυτή θα συνιστούσε αναπόφευκτη συνέπεια της επέκτασης της συμμετοχής σε μια λειτουργική επικράτεια ευρύτερης του κράτους και της προσθήκης ενός επιπλέον επιπέδου άσκησης της διακυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που βρίσκεται πιο μακριά από τα υποκείμενα που της προσδίδουν νομιμοποίηση.[68]
Απαιτείται, συνεπώς, μια νοηματική ανασυγκρότηση της δημοκρατικής αρχής με σεβασμό στον υπερεθνικό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,[69] «…έτσι ώστε μέσα από την ιστορική της δυναμική να καταστεί πρόσφορη για την κανονιστική καθυπόταξη της ενωσιακής τάξης».[70] Οι αποφάσεις των οργάνων της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας δεν απαιτείται να ανάγονται σε ένα ομοιογενές σώμα, όπως το έθνος,[71] απαιτείται, όμως, να στηρίζονται στο αξίωμα της αυτοδιάθεσης των προσώπων[72] επί των οποίων ασκείται η δημόσια εξουσία, χωρίς αποκλεισμούς βάσει πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Η προστιθέμενη αξία του ευρωπαϊκού συνταγματισμού συνίσταται στη συμπεριληπτική, πέραν των εθνικών συνόρων, ουσία της δημοκρατίας σε ενωσιακό επίπεδο. «Αυτή η Δημοκρατία χωρίς εθνικισμό αποτελεί και το ύψιστο πολιτικό αγαθόν της ενοποιημένης Ευρώπης».[73]
Από τις παραδοχές αυτές προκύπτουν δύο συμπεράσματα: το πρώτο αφορά την πολλαπλή νομιμοποίηση της Ένωσης και το δεύτερο την κομβική σημασία της αρχής της επικουρικότητας, η οποία ανανοηματοδοτεί τη δημοκρατική αρχή.[74]
 
Υπό το φως της πλουραλιστικής θεώρησης της δημοκρατίας και του δικαίου, ειδικότερα δε του συνταγματικού πλουραλισμού, η δημοκρατία δεν προϋποθέτει ούτε συνεπάγεται αναγκαστικά ένα ομογενοποιημένο δήμο ή μία μόνον πηγή νομιμοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ερείδεται ούτε χρειάζεται να ερείδεται αποκλειστικά και μόνον στη νομιμοποίηση που απορρέει από έναν ευρωπαϊκό λαό. Όχι μόνον επειδή τέτοιος δεν υπάρχει υπό την κλασική έννοιά του, αλλά και επειδή θα ήταν αντιφιλελεύθερο και βαθιά αντιδημοκρατικό να δημιουργηθεί με τον ίδιο τεχνητό τρόπο που δημιουργήθηκαν οι εθνικοί λαοί, προκαλώντας αποκλεισμούς και καταπίεση στους εθνοτικά διαφορετικούς και στα έθνη, από τα οποία ακόμη και το πολυπληθέστερο αποτελεί μειονότητα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αντιθέτως, η τελευταία αποτελεί ένα σύνθετο πολιτικό σύστημα, στο οποίο η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν αντλείται μόνο από τους ευρωπαίους πολίτες, συνδεδεμένους με βάση κοινά πολιτικά δικαιώματα, αλλά και από τις ιστορικά διαμορφωμένες οντότητες, τα Κράτη-Μέλη, των οποίων την ύπαρξη προϋποθέτουν οι ιδρυτικές Συνθήκες, καθώς και από τους λαούς των κρατών αυτών. Κατά συνέπεια το συνταγματικό κεκτημένο της Ένωσης είναι εξ ορισμού πλουραλιστικό,[75] εφόσον η ίδια αποτελεί μια κοινοπραξία (‘joint venture’)[76] και η νομιμοποίησή της είναι τριπλή, πηγάζει από τα Κράτη, από τους εθνικούς λαούς και από τους πολίτες της ίδιας της Ένωσης. Η άποψη που υιοθετείται εδώ διαφοροποιείται μερικά από την κλασική και κρατούσα, σύμφωνα με την οποία ο ευρωπαϊκός χώρος χαρακτηρίζεται από έναν ιστορικοπολιτικό δυαδισμό, με αποτέλεσμα η Ευρωπαϊκή Ένωση να νοείται ως «ένωση κρατών και ένωση πολιτών οργανωμένων σε λαούς», να απολαμβάνει συνεπώς μια «διττή νομιμοποίηση».[77] Στην πολλαπλή αυτή νομιμοποίηση πρέπει να ανταποκρίνονται και οι θεσμοί της αντιπροσώπευσης και της συμμετοχής των πολιτών, και ειδικότερα, οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες των εθνικών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η δομή και η λειτουργία των εθνικών και των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων[78] και των υπόλοιπων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Περαιτέρω, συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής αρχής σε ενωσιακό επίπεδο αποτελεί η αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν εγγύτερα στον πολίτη.[79] Η αντίληψη αυτή συνάδει και με την πλουραλιστική προσέγγιση της Ένωσης, ως συστήματος πολυεπίπεδης διακυβέρνησης[80] με πολλαπλά και αλληλοελεγχόμενα κέντρα εξουσίας. Με το μοντέλο αυτό δεν είναι συμβατή, εξάλλου, η ‘υπεροχή’, ως κανόνας ιεραρχικής διάρθρωσης των πηγών του δικαίου, παρά μόνον ως κανόνας σύγκρουσης, δηλαδή ως ‘προτεραιότητα’.[81] Περαιτέρω, η εικόνα των πολλαπλών επιπέδων άσκησης της εξουσίας δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ανώτερα και κατώτερα επίπεδα άσκησης της εξουσίας, καθώς τα επίπεδα αυτά μπορούν ιδεατά να απεικονιστούν όχι ως υπερκείμενα ή υποκείμενα το ένα του άλλου αλλά ως αλληλοδιαπλεκόμενα.[82]
Μια τέτοια πλουραλιστική πρόσληψη της ευρωπαϊκής δημοκρατίας δεν προϋποθέτει ούτε επιτρέπει την ύπαρξη ενός ομογενοποιημένου λαού αλλά την αποδοχή θεσμών που διασφαλίζουν ότι παραμένουν ανοικτές οι οδοί της πολλαπλής νομιμοποίησης και ότι τα διαφορετικά κέντρα εξουσίας τελούν σε θεσμική ισορροπία. Η σημασία της θεσμικής διαρρύθμισης σημαίνει επίσης ότι η -όποια- ευρωπαϊκή συνείδηση αναμένει κανείς να διαμορφωθεί δεν μπορεί να θεωρηθεί προϋπόθεση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας· αντίστροφα μάλλον, θα αποτελέσει η ίδια προϊόν της λειτουργίας και θα είναι αντίστοιχη των θεσμών που θα διαρρυθμίζουν το πλουραλιστικό και πολυεπίπεδο ευρωενωσιακό πολιτικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό απαιτούνται θεσμοί συμμετοχής,[83] αντιπροσώπευσης των πολιτών και διαβούλευσης με τις οργανώσεις μιας υπερεθνικής ‘κοινωνίας πολιτών’ στην Ευρώπη.[84]
Τέλος, δεδομένου ότι η δημοκρατική αρχή δεν είναι μόνο διαδικαστική αλλά και βαθύτατα ουσιαστική αρχή, το περιεχόμενό της έχει και αξιακό χαρακτήρα.[85] Υπό την αξιακή εκδοχή της, η δημοκρατία δεν μπορεί να γίνει νοητή χωρίς την υποκειμενικοδικαιική διάσταση της πολιτικής ελευθερίας του πολίτη, άρα χωρίς σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων.[86] Η παρατήρηση αυτή συναντά την καρδιά του κανονιστικού πλουραλισμού, όπως αυτός περιγράφηκε παραπάνω: η δημοκρατία είναι λειψή αν δεν συνοδεύεται και από τις υπόλοιπες κατακτήσεις του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού, την ελευθερία, την κοινωνική και πολιτική ισότητα και την κοινωνική αλληλεγγύη.
 

 


[1] Προς την ίδια κατεύθυνση ο Κ. Χρυσόγονος, Το μετέωρο βήμα της Ευρώπης. Η Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης και το Μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αθήνα: Παπαζήση 2005, σ. 21 σημειώνει ότι «[μ]ακροπρόθεσμα η πιο ρεαλιστική λύση στο πρόβλημα [της διάβρωσης της συνταγματικής ποιότητας του κράτους] είναι η καθιέρωση αποτελεσματικών δημοκρατικών διαδικασιών και επαρκών δικαιοκρατικών εγγυήσεων σε επίπεδο ανώτερο του εθνικού κράτους».

 

[2] Πρβλ. Ι. Καμτσίδου, ‘Σχέσεις μεταξύ άμεσων οργάνων της Ε.Ε.: η χωλή διαρρύθμιση της κοινοβουλευτικής αρχής στην Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη’, σε: Π. Νάσκου-Περράκη, Διοικητικό Δίκαιο. Συνταγματικό Δίκαιο. Πρόσφατες εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 2005, σ. 95 επ. (98 επ.).

 

[3] Πρβλ. Βενιζέλου, ‘Η Συνθήκη του Μάαστριχτ και ο ευρωπαϊκός συνταγματικός χώρος. Οι αμοιβαίες επιδράσεις ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα συντάγματα των κρατών-μελών’, ΤοΣ 1993, σ. 453 επ. (477). Βλ. και K. Hänsch, (πρώην Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), σε: EA 7/1986, σ. 191, όπως παραπέμπεται από Deringer, ‘Europäisches Parlament und Maastrichturteil des Bundesverfassungsgerichts’,, σε: O. Due / M. Lutter / J. Schwarze (επιμ.), Festschrift f. U. Everling, Band I, Nomos: Baden-Baden 1995, σ. 245 επ. (245, υποσ. 3): «Όποιος δεν θέλει μια κοινοβουλευτικοποίηση της Κοινότητας, πρέπει, χάρη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην ίδια του τη χώρα, να απορρίψει την περαιτέρω ενοποίηση. Όποιος θέλει την περαιτέρω ενοποίηση, πρέπει, επίσης χάρη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη χώρα του, να επιδιώκει την κοινοβουλευτικοποίηση των ΕΚ».

 

[4] Γ. Παπαδημητρίου, ‘Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και Έλλειμμα Δημοκρατίας’, ΤοΣ 1992, σ. 241επ και σε: του ίδιου, Δημοκρατία και Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 1993, σ. 21 επ.· έτσι και Βενιζέλου, ‘Η Συνθήκη του Μάαστριχτ και ο ευρωπαϊκός συνταγματικός χώρος’, όπ.π., σ. 477-8.

 

[5] Υπό αυτή την οπτική γωνία δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του Α. Μανιτάκη, ‘Τα όρια της κοινοτικής αρμοδιότητας και η συνταγματική θεώρησή τους’, ΤοΣ 1984, σ. 472 επ. (498), ότι: «Το νόημα της συνταγματικής επιταγής είναι απλό: ώσπου να γίνει η πολιτική ένωση της Ευρώπης και να οικοδομηθεί η ευρωπαϊκή δημοκρατία, η προάσπιση των δημοκρατικών κατακτήσεων του ελληνικού λαού είναι υπόθεση κατ’ εξοχήν των εθνικών του οργάνων».

 

[6] U. Everling, ‘Das Maastricht-Urteil des Bundesverfassungsgerichts und seine Bedeutung für die Entwicklung der Europäischen Union’,Integration 1994, σ. 165 επ. (173)· Πρβλ. και Μανιτάκη, ‘Τα όρια της κοινοτικής αρμοδιότητας και η συνταγματική θεώρησή τους’, όπ.π., σ. 478: «[η] υπέρβαση του εθνικού κράτους και η δημιουργία μιας υπερεθνικής ενότητας, τότε μόνο αποτελούν διαδικασίες ιστορικά δικαιωμένες, όταν τείνουν στην πραγματοποίηση μιας ανώτερης από την εθνική μορφής δημοκρατίας και δεν αρκούνται στην εξυπηρέτηση απλώς των αγαθών της ειρήνης και της συνεργασίας μεταξύ των λαών».

 

[7] J. Isensee, ‘Nachwort. Europa – die politische Erfindung eines Erdteils’, σε: J. Isensee (επιμ.), Europa als politische Idee und rechtliche Form, Berlin: Duncker & Humblot 1993, σ. 103 επ. (122). Κριτικός απέναντι σε τέτοιου είδους προσέγγιση ο J. Habermas, Staatsbürgerschaft und nationale Identität, σε: του ίδιου, Faktizität und Geltung. Beiträge zur Diskurstheorie des Rechts und des demokratischen Rechtsstaates, Frankfurt a/M: VS Verlag für Sozialwissenschaften 1992, σ. 632 επ. (633).

 

[8] P. Kirchhof, ‘Der deutsche Staat im Prozeß der europäischen Integration’,σε: J. Isensee / P. Kirchhof (επιμ.), Handbuch des Staatsrechts, Bd. VII, Heidelberg: C.F. Müller 1992, σ. 855 επ., αρ.περ. 25.

 

[9] J. Isensee, ‘Abschied der Demokratie von Demos. Ausländerwahlrecht als Identitätsfrage für Volk, Demokratie und Verfassung’, σε: D. Schwab / D. Giesen / J. Listl / H.-W. Stätz (επιμ.), Staat, Kirche, Wissenschaft in einer pluralistischen Gesellschaft, FS z. 65 Geb. V. Paul Mikat, Berlin: Duncker & Humblot 1989, σ. 705 επ. (708).

 

[10] Πρβλ. C. Schmitt, Verfassungslehre (1928), Berlin: Duncker & Humblot 81993, σ. 251 και 231: «Ένα δημοκρατικό κράτος, το οποίο βρίσκει τις προϋποθέσεις της δημοκρατίας του στην ομοιότητα των πολιτών του, ανταποκρίνεται στη λεγόμενη αρχή της εθνικότητας, σύμφωνα με την οποία ένα έθνος οικοδομεί ένα κράτος, ένα κράτος εμπεριέχει ένα έθνος. Ένα εθνικά ομοιογενές κράτος εμφανίζεται ως κάτι το φυσιολογικό· ένα κράτος, που του λείπει η ομοιογένεια, έχει κάτι το ανώμαλο, το οποίο θέτει σε κίνδυνο την ειρήνη.» Κάπως διαφοροποιημένα ο Isensee, ‘Abschied der Demokratie von Demos’, όπ.π., σ. 709: «Η νομική κρατική ένωση (rechtlicher Staatsverband) δεν χρειάζεται να στηρίζεται σε εθνική ενότητα. Ούτε η δημοκρατία την προϋποθέτει. Ωστόσο, αποτελεί την ιδανική της προϋπόθεση. Ένα έθνος υπάρχει, ως ιδέα και αυτοσυνείδηση, πριν το κράτος και το Σύνταγμα. Αυτοκατανοείται ως πολιτική ενότητα και αγωνίζεται να οργανωθεί σε κρατική μορφή».

 

[11] Kirchhof, ‘Der deutsche Staat im Prozeß der europäischen Integration’, όπ., αρ.περ. 38.

 

[12] Πρβλ. J.H.H. Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’. Demos, Telos und die Maastricht-Entscheidung des Bundesverfassungsgerichts’, σε: P. Häberle (επιμ.), Jahrbuch des öffentlichen Rechts der Gegenwart, Bd. 44, Tübingen: J.C.B. Mohr 1996, σ. 91 επ. (99).

 

[13] Η. Heller, Staatslehre, Leiden 1934, ανατύπωση Tübingen: J.C.B. Mohr (Paul Siebeck) 51983, σ. 83-4.

 

[14] Heller, Staatslehre, σ. 185.

 

[15] Ρ. Kirchhof, ‘Der deutsche Staat im Prozeß der europäischen Integration’, όπ.π., αρ.περ. 18.

 

[16] Πρβλ. την εξαιρετική ανάλυση του τιμώμενου στον ανά χείρας τόμο, Ζ. Παπαδημητρίου, Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός. Εισαγωγή στο φυλετικό μίσος, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα 2000, 117 επ., ιδίως 126.

 

[17] Βλ. C. Schmitt, Der Begriff des Politischen (1932), Berlin: Duncker & Humblot 1979, σ. 13 επ. (κυρίως 17 επ.).

 

[18] Έτσι και Τζ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, Κριτική θεώρηση των σχέσεων πριν και μετά το Μάαστριχτ, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 1996, σ. 114-5.

 

[19] Isensee, ‘Nachwort. Europa – die politische Erfindung eines Erdteils’, όπ.π., σ. 133-4: «Δεν υπάρχει ευρωπαϊκός λαός, μόνον οι λαοί των ευρωπαϊκών κρατών. … Η εισαγωγή μιας δικαιικά τυποποιημένης ενωσιακής πολιτότητας, η οποία προσδίδεται βάσει της ιθαγένειας ενός Κράτους-Μέλους, δεν μπορεί να δημιουργήσει έναν λαό της Ένωσης, ως πολιτική ενότητα, ένα ευρωπαϊκό έθνος. Συνεπώς, λείπει και το υποκείμενο μιας πιθανής ευρωπαϊκής Δημοκρατίας: ο ευρωπαϊκός λαός. Δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς δήμο. … Αφού λείπει ο λαός, λείπει και ένα στοιχείο του κράτους, και μ’ αυτό η συνταγματικοπολιτική ικανότητα ανάδυσης μιας δημοκρατίας».

 

[20] S. Dellavalle, ‘Für einen normativen Begriff von Europa: Nationalstaat und europäische Einigung im Lichte der politischen Theorie’, σε: Armin v. Bogdandy (επιμ.), Die europäische Option, Baden-Baden: Nomos 1993, σ. 237 επ. (253). Πρβλ. την κριτική παρατήρηση του Δ. Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, Αθήνα: Πόλις 2007, σ. 92: «Οι ισχυρισμοί ότι δεν υφίσταται ‘ευρωπαϊκός δήμος’ προϋποθέτουν την αποδοχή ενός αδιανόητου εννοιολογικού θετικισμού, που αρνείται την ιστορικότητα των εννοιών κι έτσι αποδίδει στους όρους ‘δήμος’ ή ‘κοινή γνώμη’ ένα οριστικό και αμετάβλητο, δηλαδή ιστορικά αποστεωμένο περιεχόμενο, που δεν αγγίζεται από την εξέλιξη του ιστορικού χώρου εφαρμογής τους ή και τη μεταφορά τους σε ετεροειδείς ιστορικούς όρους».

 

[21] Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 102.

 

[22] Την εκδοχή αυτή δείχνει να αποδέχεται και το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφασή του Maastricht. Έτσι και Χρυσόγονου, Το μετέωρο βήμα της Ευρώπης, σ. 55· Α. Μανιτάκη, ‘«Πλήθος – Δήμος – Λαός», τρία πλάσματα αναγκαία της αρχαίας, της σύγχρονης και της ευρωπαϊκής δημοκρατίας’, σε: Εταιρία Παιδείας και Πολιτισμού Εντελέχεια. Λ. Βάσση (επιμ.), Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Αθήνα: Ταξιδευτής 2006, σ. 87 επ. (102).

 

[23] Πρβλ. Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 112 επ.

 

[24] Πρβλ. F. Mayer / J. Palmowski, ‘European Identities and the EU – The Ties that Bind the Peoples of Europe’, Journal of Common Market Studies 2004, σ. 573 επ. (591 επ.).

 

[25] Πρβλ. P. Häberle, ‘Gemeineuropäisches Verfassungsrecht’, σε: R. Bieber / P. Widmer (επιμ.), Der europäische Verfassungsraum, Zürich: Schulthess 1995, σ. 361 επ. (364-5). Ο Isensee, ‘Vorrang des Europarechts und deutsche Verfassungsvorbehalte’,– offener Dissens’, σε: J. Burmeister (επιμ.). Verfassungsstaatlichkeit, Festschrift r K. Stern z. 65. Geb., Μόναχο: C.H. Beck 1997, σ. 1239 επ. (1251-2), κάνει ακόμη λόγο και για κοινές παραδόσεις, κυρίως την κληρονομιά του λατινικού Χριστιανισμού, πνευματική ομοιογένεια, που οφείλεται σε καταγωγή και τρόπο ζωής, και βάσει της οποίας διαφοροποιούνται τόσο από τους μουσουλμανικούς λαούς της Αφρικής και της Ασίας, όσο και από τους ορθόδοξους της ευρωπαϊκής Ανατολής.

 

[26] Πρβλ. G.Robbers, ‘Ο Ευρωπαϊκός Λαός ως Φορέας της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας’, σε: Α. Μανιτάκη / Λ. Παπαδοπούλου (επιμ.), Η προοπτική ενός Συντάγματος για την Ευρώπη, Αθήνα – Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας 2003, σ. 203 επ. (206).

 

[27] Τη σημασία της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ φύσης και πολιτισμού στη δημιουργία ενός λαού επισημαίνει ήδη το 1934 (1η έκδοση) ο Heller, Staatslehre, σ. 182, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η ρομαντική θεωρία σχετικά με την ύπαρξη μιας πρωτογενούς ουσίας του πνεύματος του λαού, η οποία επενεργεί ως δημιουργός κάθε πολιτικής και άλλης πολιτισμικής πραγματικότητας στο βάθος του ιστορικού βίου δεν βρίσκει έρεισμα στην εμπειρική ιστορία και ανήκει στο βασίλειο της καθαρής μεταφυσικής. Από την άλλη, πεπλανημένη είναι και η σκέψη ότι ο λαός μπορεί να νοηθεί ως μετρήσιμο σύνολο μεμονωμένων επιρροών του περιβάλλοντος ή ως το σύνολο των μελών του που ζουν μια δεδομένη στιγμή. Ο λαός έχει το χαρακτήρα μιας ιστορικής κατασκευής.»

 

[28] Πρβλ. S. Hall / D. Held / A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική, Πολιτισμός, Αθήνα: Σαββάλας 2003,σ. 426 επ.

 

[29] Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 113.

 

[30] Πρβλ. H. Kelsen, Vom Wesen und Wert der Demokratie, Tübingen: J.C.B. Mohr 21929, σ. 15, ο οποίος επιχειρώντας να ορίσει το λαό καταλήγει ότι η ενότητα του λαού δεν είναι παρά μια, κατά βάση, νομική πραγματικότητα, «είναι η ενότητα της κρατικής δικαιικής τάξης, η οποία ρυθμίζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων που υπόκεινται στους κανόνες της».Αμφίσημος ο Α. Μανιτάκης, Το «Σύνταγμα» της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, Αθήνα: Παπαζήση 2004, σ. 114-5, διακηρύσσει: «Ο ευρωπαϊκός δήμος θα είναι, τελικά και ταυτόχρονα, το δημιούργημα και ο δημιουργός του ευρωπαϊκού Συντάγματος. Το ίδιο το Σύνταγμα θα αποτελεί, παράλληλα, πράξη συστατική της πολιτικής συγκρότησης αυτού του πολιτικού υποκειμένου και ταυτόχρονα το πιο λαμπρό και το πιο αδιάψευστο κατασκεύασμά του».

 

[31] Heller, Staatslehre, σ. 186: «Ούτε το έθνος ούτε ο λαός επιτρέπεται να θεωρούνται ως φυσικές ενότητες, οι οποίες προϋπήρχαν της κρατικής ενότητας, την οποία και συγκρότησαν αυτοδυνάμως. Συχνά ήταν … αντίθετα η κρατική ενότητα, η οποία καλλιέργησε τη ‘φυσική’ ενότητα του λαού και του έθνους. Το κράτος δύναται με τα μέσα εξουσίας που διαθέτει, ακόμη και από γλωσσικά και ανθρωπολογικά διαφορετικούς λαούς να φτιάξει έναν ενιαίο.».

 

[32] K. Nicolaïdis, “We all the Peoples of Europe…”, ForeignAffairs 2004, σ. 97 επ. (101).

 

[33] Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο K. Παπανικολάου, ‘Η αναθεώρηση των Συνθηκών και η συνταγματική προοπτική της Ένωσης’,σε: Παπαδημητρίου / Καριψιάδη / Παπανικολάου, Η Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σ. 45 επ. (51): «Όσο η Ευρώπη αναζητά το δικό της Λαό με όρους της πολιτικής θεωρίας του Διαφωτισμού, τόσο δεν θα βρίσκει το δικό της Σύνταγμα και, συνεπώς, ούτε την πρωτογενή ούτε την τεκμαιρόμενη δημοκρατική νομιμοποίηση του θεσμικού της συστήματος».

 

[34] Τα δύο τελευταία στοιχεία θεωρεί αξιοποιήσιμα για την κατασκευή της ευρωπαϊκής ταυτότητας και ο Π. Μαντζούφας, ‘Εθνική και ευρωπαϊκή ταυτότητα: ένα παλιό πρόβλημα σε ένα νέο πεδίο’, σε: Π. Νάσκου-Περράκη, Διοικητικό Δίκαιο. Συνταγματικό Δίκαιο. Πρόσφατες εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 2005, σ. 143 επ. (146).

 

[35] Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ., σ. 130.

 

[36] M. Troper, ‘L’ Europe politique et le concept de souveraineté’, σε: Beaud O. / Lechevalier A. / Pernice I./ S. Strudel (επιμ.), L’ Europe en voie de constitution – Pour un bilan critique des travaux de la Convention, Bruxelles: Bruylant 2004, σ. 117 επ. (132)· Α. Μανιτάκη, ‘Το τέλος της ‘συνταγματοποίησης’ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή η αρχή μιας άλλης, ΤοΣ – Ειδικό τεύχος 2007, Η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης και η ανάδυση του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, σ. 3 επ. (14).

 

[37] Για την θεωρία των πολλαπλών Δήμων, της παράλληλης, δηλαδή, ένταξης ενός πολίτη στην εθνική, τοπική και ευρωπαϊκή πολιτική κοινότητα, βλ. κυρίως τις αναλύσεις του J.H.H. Weiler, ‘European Neo-constitutionalism: in Search of Foundation for the European Constitutional Order’, Political Studies 1996, σ. 517 επ. (526), του ίδιου, ‘Does Europe Need a Constitution?’, Demos, Telos and the German Maastricht Decision’,European Law Journal 1995, σ. 219 επ;, του ίδιου, ‘Demos, Telos and the German Maastricht Decision’, European Law Journal 1995, σ. 219 επ.,(224-245). Προς την ίδια κατεύθυνση και Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Θεμελιώδεις έννοιες, Τόμος Ι, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα 2004, σ. 400 επ.

 

[38] Πρβλ. και Τσάτσου, Η έννοια της δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 42.

 

[39] Τσάτσου, ibid, σ. 99.

 

[40] Robbers, ‘Ο Ευρωπαϊκός Λαός ως Φορέας της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας’, όπ.π., σ. 205.

 

[41] Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 95.

 

[42] Ξ. Γιαταγάνα, Η μακρά πορεία συνταγματοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το διεθνές δίκαιο στην ομοσπονδία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα 2003, σ. 28.

 

[43] Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 93.

 

[44] Βλ. J.H.H. Weiler, ‘To Be a European Citizen: Eros and Civilization’, σε: του ίδιου, TheConstitutionofEurope. "Do the new clothes have an emperor?" and other essays on the European Integration, Cambridge: CUP 1999, σ. 324 επ.

 

[45] Πρβλ. και Ε. Βενιζέλου, ‘Το ευρωπαϊκό Σύνταγμα ως βάση ενός νέου πολιτικού πολιτισμού: αμηχανίες και δυνατότητες’, σε: του ίδιου, Η πρόκληση του ευρωπαϊκού Συντάγματος, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα 2003, σ. 65 επ. (75): «…ο πολιτικός πολιτισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης οριοθετείται από τον πολιτικό πολιτισμό των κρατών μελών της. Ο δεύτερος θέτει όρια στην ανάπτυξη και ολοκλήρωση του πρώτου».

 

[46] Μ. Kumm,‘The jurisprudence of Constitutional Conflict: Constitutional Supremacy in Europe before and after the Constitutional Treaty’,European Law Journal 2005, σ. 262 επ. (306).

 

[47] Contra J.H.H. Weiler, ‘σε: J.H.H. Weilerεπιμ.), European Constitutionalism Beyond the State,Cambridge: CUP 2003, σ. 7 επ.· Μανιτάκη, Το «Σύνταγμα» της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, σ. 112. / M. Wind (In Defence of the Status Quo: Europe's Constitutional Sonderweg’,

 

[48] Πρβλ. Α. Jakab, ‘Neutralizing the Sovereignty Question. Compromise Strategies in Constitutional Argumentations before European Integration and Since’, EuConst 2006, σ. 375 επ. (377-8).

 

[49] Kumm, ‘The Jurisprudence of Constitutional Conflict’, όπ.π., σ. 305.

 

[50] Βλ. διεξοδικότερα Μ. Kumm, ‘Beyond Golf Clubs and the Judicialization of Politics: Why Europe has a Constitution Properly So Called’, AmericanJournalofComparativeLaw2006- Supplement, σ. 505 επ. (517 επ.).

 

[51] Τελικά έτσι και ο Μανιτάκης, ‘«Πλήθος – Δήμος – Λαός», τρία πλάσματα αναγκαία της αρχαίας, της σύγχρονης και της ευρωπαϊκής δημοκρατίας’, όπ.π., σ. 103: «Δεν είναι ο Δήμος ή ο Λαός που έφτιαξε τη δημοκρατία, αλλά το αντίστροφο. Το αίτημα και οι πρακτικές της δημοκρατίας, του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, κατασκευάζουν για τις ανάγκες τους τον Δήμο ή τον Λαό. Ο λαός δεν προϋπάρχει του Συντάγματος, είναι δημιούργημα του Συντάγματος».

 

[52] Άρθρο 108 (πρώην 107) ΣυνθΕΚ. Πρβλ. και Κ. Γώγου, ‘Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών ως φορέας ‘παράπλευρης’ κοινοτικής εξουσίας. Ζητήματα δημοκρατικής νομιμοποίησης υπό την οπτική γωνία του ελληνικού Συντάγματος’, ΤοΣ 2003, σ. 49 επ.

 

[53] Ο Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 105, σημειώνει ότι ποιοι είναι αυτοί οι τομείς δεν είναι δεδομένο και μπορεί να συμπεριλαμβάνουν τα πιο γελοία, όπως την αντικατάσταση του βρετανικού pint, έως τα πιο υποδόρια (π.χ. το δικαίωμα στη ζωή του εμβρύου στην Ιρλανδία).

 

[54] Άρθρο 137 ΣυνθΕΚ. Πρβλ. και τις αποφάσεις του ΔΕΚ C-138/79, SA Roquette Frères κ Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 29.10.1980, ΣυλλΝομ 1980, 313, σκέψη 33 και C-139/79, Maizena GmbH κ Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 29.10.1980, ΣυλλΝομ 1980, σ. 359, σκέψη 34, στις οποίες τονίζεται ότι σύμφωνα με τη θεμελιώδη και ισχύουσα σε κοινοτικό επίπεδο δημοκρατική αρχή «…οι λαοί πρέπει να συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας μέσω μιας αντιπροσωπευτικής Συνέλευσης».

 

[55] Ρ. Kirchhof, ‘Η «απόφαση Μάαστριχτ» του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου’, ΕΕΕυρΔ 1995, σ. 85 επ. (95), με παραπομπή στην απόφαση Maastricht του ΓΟΣΔ, C.Ι.3., EuGRZ 1993, σ. 438.

 

[56] Βλ. Βενιζέλου, ‘Η Συνθήκη του Μάαστριχτ και ο ευρωπαϊκός συνταγματικός χώρος’, όπ.π., σ. 469 επ., ο οποίος επιμένει (ibid, σ. 474), κυρίως, στο έλλειμμα πολιτικής και ιδεολογίας σε ενωσιακό επίπεδο· Παπαδημητρίου, Δημοκρατία και Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, σ. 21 επ.· Δ. Θ. Τσάτσου, Επίμαχες έννοιες της ευρωπαϊκής ενωσιακής τάξης. Μεθοδολογική συμβολή στην ερμηνεία των ευρωπαϊκών ενωσιακών θεμάτων, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 1997, σ. 52 επ· Ξ. Κοντιάδη, ‘Η δημοκρατική αρχή ως οργανωτική βάση της ευρωπαϊκής ενωσιακής τάξης’, σε: Μανιτάκη / Παπαδοπούλου (επιμ.), Η προοπτική ενός Συντάγματος για την Ευρώπη, όπ.π., σ. 243 επ.

 

[57] Γράφει χαρακτηριστικά ο Kirchhof, ‘Der deutsche Staat im Prozeß der europäischen Integration’, όπ.π., αρ.περ. 52: «Μια ευρωπαιοποίηση χωρίς την προηγούμενη ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής συνείδησης και, συνεπώς, χωρίς έναν ευρωπαϊκό λαό με συγκεκριμένη ικανότητα και επιθυμία για κοινή κρατικότητα θα ήταν, από την άποψη της ιστορίας των ιδεών, αντι-ευρωπαϊκή».

 

[58] Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 103.

 

[59] L. Dubouis, ‘Der Einfluss des Europarechts auf die Entwicklung der Normenhierarchie in der französischen Rechtsordnung’, σε: C.D. Classen / A. Dittmann / F. Fechner / U. Gassner / M. Kilian (επιμ.), “In einem vereinten Europa dem Frieden der Welt zu dienen …”, Liber amicorum Thomas Oppermann, Berlin: Duncker und Humblot 2001, σ. 489 επ. Από γερμανικής πλευράς προς την ίδια κατεύθυνση E. Schmidt-Aßmann, ‘Allgemeines Verwaltungsrecht in europäischer Perspektive’, ZÖR 2000, σ. 159 (167 επ.).

 

[60] Ξ. Weiler / Α.-Μ. Slaughter / Α. Stone Sweet, ‘Prologue – The European Courts of Justice’, σε: των ίδιων (επιμ.), The European Court and National Courts Doctrine and Jurisprudence: Legal Change in Its Social Context,Oxford: Hart 1998, σ. v επ.(xiv).

 

[61] Τ. öhlinger, ‘Die Transformation der Verfassung’, JB 2002, σ. 1 επ. (4).

 

[62] Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίστηκε «δομική αμερικανοποίηση» του ηπειρωτικού δικαίου, βλ. Τ. Öhlinger, ‘Die Auswirkungen der europäischen Integration auf die Rechtssysteme der Mitgliedstaaten’, σε: F. Breuss / G. Fink / S. Griller (επιμ.), Vom Schuman-Plan zum Vertrag von Amsterdam. Entstehung und Zukunft der EU, Βιέννη-Νέα Υόρκη: Springer 2000, σ. 51 επ. (66 επ.).

 

[63] Βλ. υποθέσεις 138/79, Roquette Frères κ Συμβουλίου, ECR 1980, 3333 (σ. 3360)· 139/79, Maizena κΣυμβουλίου, ECR 1980, 3393 (σ. 3424)· C-300/89, Επιτροπή κ Συμβουλίου, ECR 1991, I-2867 (σ. 2900). Η αρχή είχε ήδη προταθεί νωρίτερα από τη θεωρία, βλ. M. Zuleeg, ‘Der Verfassungsgrundsatz der Demokratie und die europäischen Gemeinschaften’, Der Staat 1978, σ. 27 επ. (44).

 

[64] Βλ. τρίτο και έκτο εδάφιο του προοιμίου, άρθρα 6 παρ. 1, 7, 49 παρ. 1 ΣυνθΕΕ.

 

[65] Άρθρα Ι-46 (αρχή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας) και Ι-47 (αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας).

 

[66] Άρθρα 10 και 11 ΣυνθΕΕ (Λισαβόνα).

 

[67] Πρβλ. Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 49 επ.

 

[68] Weiler, ‘Der Staat ‘über alles’’, όπ.π., σ. 105, ο οποίος μάλιστα παρομοιάζει τη μείωση της δημοκρατικής επιρροής με εκείνη που επέρχεται όταν μια εταιρεία εκδίδει και πουλάει νέες μετοχές.

 

[69] Α. Deringer, ‘Europäisches Parlament und Maastrichturteil des Bundesverfassungsgerichts’,, σε: O. Due / M. Lutter / J. Schwarze (επιμ.), Festschrift f. U. Everling, Band I, Nomos: Baden-Baden 1995, σ. 245 επ. (262)· E. Cannizzaro, ‘Italy. EU Law and National Constitution. A Pluralist Constitution for a Pluralist Legal Order?’, σε: FIDE, XX. Congress, London 30.10-02.11.2002, Vol. I, National Reports,London: FIDE & The British Institute of International and Comparative Law 2002, σ. 243 επ. (247).

 

[70] Τσάτσου, Επίμαχες έννοιες της ευρωπαϊκής ενωσιακής τάξης, σ. 60. Για μια κατατοπιστική ανάλυση της προβληματικής αυτής βλ. και Μ. Τσινισιζέλη / Δ. Χρυσοχόου, Ευρωπαϊκή Ένωση και Δημοκρατία, Αθήνα 1995, passim.

 

[71] Μ. Zuleeg, ‘The European Constitution under Constitutional Constraints: The German Scenario’, European Law Review 1997, σ. 19 επ. (30). Πρβλ. και B.-O. Bryde, ‘Die bundesrepublikanische Volksdemokratie als Irrweg der Demokratietheorie’, Staatswissenschaften und Staatspraxis 1994, σ. 305 επ.

 

[72] Έτσι και το ΓΟΣΔ στην παλιότερη της Maastricht απόφασή του Öffentlichkeitsarbeit (BverfGE 44, 125, 142) της 02.03.1977.

 

[73] Δ. Μαρκή, Η κατασκευή της Ευρώπης. Παραδοξίες της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, Αθήνα: Κριτική 2000, σ. 61, ο οποίος, βέβαια, συμπληρώνει ότι η ενοποιημένη Ευρώπη είναι, από την άλλη μεριά, υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της και την άλλη εκδοχή της Δημοκρατίας, τη λαϊκή ή εθνική.

 

[74] I. Ward, ‘Identity and Difference: The European Union and Postmodernism’, σε: J. Shaw / G. More (επιμ.), New Legal Dynamics of European Union, Oxford: Clarendon Press 1995, σ. 15 επ. (24).

 

[75] Cannizzaro, ‘Italy. EU Law and National Constitution’, όπ.π., σ. 245-6· Γιαταγάνα, Η μακρά πορεία συνταγματοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σ.33.

 

[76] M. Zuleeg, ‘Die Europäische Gemeinschaft als Integrationsverband’, σε: B. Börner / H. Jahrreiß / K. Stern (επιμ.), Einigkeit und Recht und Freiheit. FS f. Carl Carstens z. 70. Geburtstag, Bd. 1, Köln u.a.: C. Heymann 1984, σ. 289 επ. (296).

 

[77] Βλ. Δ. Θ. Τσάτσου, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία. Για μια Ευρωπαϊκή Ένωση των Κρατών, των Λαών, των Πολιτών και του Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Πολιτισμού, Αθήνα: Λιβάνη 2007, σ. 116 επ.· Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 59 επ.· Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Ψήφισμα σχετικά με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, Α4-0347/1997, 19.11.1997 (βάσει εισήγησης των I. Méndez de Vigo και Δ. Τσάτσου), σε: Δ. Τσάτσου, Τα μεγάλα θεσμικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Α. Πασσάς (επιμ.), Αθήνα: Σαββάλας 2005, σ. 77 επ., (81 και 82: ένωση κρατών και ένωση λαών)· K. Nicolaïdis, “We all the Peoples of Europe…”, Foreign Affairs 2004, σ. 97 επ. (101: κοινότητα πολιτών και κρατών)· έτσι και Παπαγιάννη, Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, σ. 54: «Τα θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος αποτελούν πλέον όχι μόνον τα κράτη μέλη, αλλά και οι πολίτες των κρατών μελών»· Δεληγιάννη-Δημητράκου, Συγκριτικό Δίκαιο και Νομικός Πλουραλισμός, 17 (ένωση ευρωπαίων πολιτών και κρατών). Διαφοροποιημένα, Μανιτάκη, ‘«Πλήθος – Δήμος – Λαός», τρία πλάσματα αναγκαία της αρχαίας, της σύγχρονης και της ευρωπαϊκής δημοκρατίας’, όπ.π., σ. 104: «Προς το παρόν πάντως η ΕΕ είναι μόνον ένωση κρατών. Σε ένα μεταβατικό στάδιο θα μπορούσε να γίνει συνένωση κρατών και λαών, για να καταλήξει σε μια συνένωση λαών ως δήμων και πολιτών».

 

[78] Για την αναγκαιότητα πολιτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, βλ. Papadopoulou, Politische Parteien auf europäischer Ebene, Baden-Baden: Nomos 1999, σ. 53 επ.

 

[79] Πρβλ. δωδέκατο εδάφιο Προοιμίου και άρθρο 1 εδ. 2 ΣυνθΕΕ.

 

[80] Πρβλ. και Δ. Χρυσοχόου, Δοκίμιο για τη Διεθνή Θεωρία. Νέες Μορφές Κυριαρχίας και Συναρχίας, Αθήνα: Παπαζήση 2006, σ. 136 επ.

 

[81] Μ. Nettesheim, ‘EU-Recht und nationales Verfassungsrecht’, FIDE – XX. Congress, London 30.10-02.11.2002, Vol. I, National Reports, London: FIDE & The British Institute of International and Comparative Law 2002, σ. 81 επ. (146).

 

[82] F. Mayer, Kompetenzüberschreitung und Letztentscheidung: Das Maastricht-Urteil des Bundesverfassungsgerichts und die Letztentscheidung über Ultra vires-Akte in Mehrebenensystemen. Eine rechtsvergleichende Betrachtung von Konflikten zwischen Gerichten am Beispiel der EU und der USA, Μόναχο: C.H. Beck 2000, σε: www.whi-berlin.de/mus150.htm σ. 37 με περαιτέρω παραπομπές.

 

[83] Όπως παρατηρεί ο Χρυσοχόου, Σχεδίαση Μετακρατικής Πολιτείας, , Αθήνα: Παπαζήση 2007, σ. 23-4: «Το ζητούμενο είναι να ανταποκριθούν οι κοινοί θεσμοί στο ηχηρό αίτημα για διευρυμένη συμμετοχή σε μια κοινή δημόσια σφαίρα, προκειμένου να διευθετηθούν αποτελεσματικά τα δημοκρατικά αιτήματα των πολιτών, μεταφέροντας τους κανονιστικούς προσανατολισμούς τους ‘πέραν του εθνικού κράτους’ ή, έστω, σε ένα σύνθετο δημόσιο χώρο –κρατών και πολιτών– παράλληλα με αυτό».

 

[84] Βλ. Ν. Σκανδάμη, ‘Ανασύσταση της κοινωνίας των πολιτών στην ενοποιημένη Ευρώπη’, σε: Κράτος, Δίκαιο και Κοινωνία στην Ενοποιημένη Ευρώπη, Διεπιστημονικές προσεγγίσεις με άξονα το Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 1994, σ. 211 επ. (218 επ.).

 

[85] Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 44 επ.

 

[86] Τσάτσου, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, σ. 49.