Author Archives: admin

Μνημόνιο και Κοινωνικά Δικαιώματα

Του Β.Π. Ανδρουλάκη Παρέδρου Σ.τ.Ε.
Μνημόνιο και Κοινωνικά Δικαιώματα[i]
Στο πρώτο συνέδριο της Ενώσεως Ελλήνων Συνταγματολόγων, το 1983, ο Αριστόβουλος Μάνεσης παρουσίασε εισήγηση με τίτλο «Οι κύριες συνιστώσες του συστήματος θεμελιωδών δικαιωμάτων του Συντάγματος του 1975».[ii]

Στο κείμενό του διαβάζουμε ότι: «Τα κοινωνικά δικαιώματα … επειδή εξ ορισμού έχουν αντικείμενο παροχές εκ μέρους του κράτους … δεν θεμελιώνουν δικαστικά επιδιώξιμη (αγώγιμη) αξίωση εωσότου ο (κοινός) νομοθέτης ενεργοποιήσει και συγκεκριμενοποιήσει τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Αφότου όμως τούτο συμβεί … η μελλοντική τροποποίηση ή κατάργηση νόμων που προστατεύουν κοινωνικά δικαιώματα είναι προφανές ότι δεν πρέπει να αντιβαίνει στις αντίστοιχες διατάξεις του Συντάγματος. Έτσι, οι διατάξεις αυτές οριοθετούν “προς τα πίσω” τα κοινωνικά δικαιώματα: ιδρύουν υποχρέωση του (κοινού) νομοθέτη να μη χειροτερεύει την παρεχόμενη προστασία …».

4ο Κοινό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου Ημερίδα Ομίλου Μάνεσης ‘Διεθνής οικονομική κρίση, Ευρώπη Ελλάδα’, Γρεβενά, 6 και 7 Απριλίου 2012


4ο Κοινό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου Ημερίδα Ομίλου Μάνεσης ‘Διεθνής οικονομική κρίση, Ευρώπη Ελλάδα’, Γρεβενά, 6 και 7 Απριλίου 2012
Σχολή Νομικών, Οικονομικών & Πολιτικών Επιστημών
Τμήμα Νομικής
Τομέας Δημοσίου Δικαίου
Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Δημοσίου Δικαίου
ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ,ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
Τμήμα Νομικής
Τομέας Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης
Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Κοινό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου
& Ημερίδα
Γρεβενά, 6-7 Απριλίου 2012
Το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών
και
το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τομέα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης του Τμήματος Νομικής Θεσσαλονίκης
οργανώνουν το
4ο Κοινό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου
και,
σε συνεργασία με τον Όμιλο Μάνεση,
Ημερίδα με αντικείμενο
”Διεθνής οικονομική κρίση, Ευρώπη, Ελλάδα. Εικόνες αριθμών, ρυθμίσεων, πολιτικών”.
ΤΟΠΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ
Το Σεμινάριο και η Ημερίδα θα διεξαχθούν στο Ξενοδοχείο Αχίλλειον (τηλ. 24620 85600, e-mail: info@hotelachillinon.gr ). Το ξενοδοχείο βρίσκεται κοντά στην Ανατολική είσοδο των Γρεβενών από την Εγνατία οδό (έξοδος Γρεβενά Ανατολικά) σε έναν λόφο δύο περίπου χιλιόμετρα από την πόλη των Γρεβενών και είναι εύκολα προσβάσιμο από την Εγνατία. Σε επόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα θα σταλούν και ειδικότερες οδηγίες. Η αποδεκτή από μας προσφορά του ξενοδοχείου είναι 60 € το δίκλινο τη βραδιά με πρωινό. Είναι αυτονόητο ότι η διαμονή στο ξενοδοχείο δεν είναι υποχρεωτική για κανέναν, και κάθε συμμετέχων μπορεί να επιλέξει όποια διαμονή επιθυμεί.
ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ – ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 6 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
Το Σεμινάριο θα περιστραφεί στα θέματα που αποτελούν αντικείμενο διδασκαλίας και έρευνας του μαθήματος Συνταγματικό Δίκαιο στα Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών των δύο Τμημάτων και θα παρουσιασθούν εργασίες φοιτητών.
Η παρουσίαση των εργασιών, είτε παρουσιασθούν από έναν είτε από δύο φοιτητές από κοινού, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 12΄λεπτά ανά εργασία.
Τις εργασίες των μεταπτυχιακών φοιτητών του ΠΜΣ του Τμήματος Νομικής Θεσσαλονίκης θα σχολιάσουν μέλη ΔΕΠ του Τμήματος Νομικής Αθηνών, και, αντίστοιχα, τις εργασίες των φοιτητών του ΜΠΣ Αθηνών μέλη ΔΕΠ Θεσσαλονίκης. Ο σχολιασμός κάθε εργασίας δεν θα υπερβαίνει τα 4’ λεπτά.
Οι σχολιαστές των εργασιών θα ανακοινωθούν προσεχώς μαζύ με τα ακριβή θέματα των εργασιών και τα ονόματα των φοιτητών που θα τις παρουσιάσουν. Προκειμένου να σχολιασθούν, οι εργασίες θα πρέπει να σταλούν ηλεκτρονικά στους σχολιαστές τους, έστω σε όχι τελική μορφή, τουλάχιστον μία εβδομάδα πριν από την παρουσίασή τους. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει συζήτηση επί των εργασιών και των θεμάτων που θέτουν οι εργασίες.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΗΜΕΡΑ – ΣΑΒΒΑΤΟ 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
Την δεύτερη ημέρα του σεμιναρίου θα οργανωθεί, από κοινού με τον Όμιλο Μάνεση, ημερίδα με αντικείμενο ”Διεθνής οικονομική κρίση, Ευρώπη, Ελλάδα. Εικόνες αριθμών, ρυθμίσεων, πολιτικών με κύριους ομιλητές τους κ.κ.
Ελένη Λουρή – Δενδρινού, Καθηγήτρια στο Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος,
Ζωρζέττα Λάλη, Διευθύντρια, Επικεφαλής του Γραφείου Αθήνας της Ομάδας Δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα και
Αντώνη Τριφύλλη, πρώην στέλεχος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, πρώην Διευθυντή του Γραφείου της Επιτρόπου κας Παπανδρέου στις Βρυξέλλες.
Τις ομιλίες τους θα σχολιάσουν σύντομα οι Γιώργος Γεραπτερίτης, Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Νομικής Αθηνών και Λίνα Παπαδοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Νομικό Τμήμα.
Το αναλυτικό πρόγραμμα έχει ως ακολούθως:
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Παρασκευή 6 Απριλίου 2012
9.00 – 9.45: Εγγραφές στο σεμινάριο
10.00-10.30: Εισαγωγή στο σεμινάριο: Καθηγητές Νίκος Αλιβιζάτος – Αντώνης Μανιτάκης.
10.30-13.30: Παρουσιάσεις εργασιών φοιτητών του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής Θεσσαλονίκης.
Προεδρία: [Μέλος ΔΕΠ από την Αθήνα]
[Θα ακολουθήσει ειδικότερο πρόγραμμα παρουσιάσεων και σχολιασμών]
Συζήτηση για τις εργασίες.
13.30-16.00: Διακοπή – Γεύμα
16.00- 19.00: Παρουσιάσεις εργασιών φοιτητών του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής Αθηνών.
Προεδρία [Μέλος ΔΕΠ από την Θεσσαλονίκη]
[Θα ακολουθήσει ειδικότερο πρόγραμμα παρουσιάσεων και σχολιασμών]
Συζήτηση για τις εργασίες.
19.00-19.45: Γενική συζήτηση για το σεμινάριο.
Συμπερασματικές παρατηρήσεις Καθηγητές Αντώνης Μανιτάκης – Νίκος Αλιβιζάτος
Σάββατο, ώρα 9.30 – 12.00
Ημερίδα:
Διεθνής οικονομική κρίση, Ευρώπη, Ελλάδα.
Εικόνες αριθμών, ρυθμίσεων, πολιτικών
Προεδρία: Καθηγητής Γιάννης Ζ. Δρόσος
Αντώνης Τριφύλλης
Πρώην στέλεχος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής,
πρώην Διευθυντής του Γραφείου της Επιτρόπου κας Παπανδρέου στις Βρυξέλλες
Η υπεραξία της φούσκας. Σκέψεις με αφορμή ορισμένα μεγέθη της παγκόσμιας οικονομίας και της ευρωπαϊκής απάντησης σε αυτήν
[15-20’]
Ελένη Λουρή – Δενδρινού
Καθηγήτρια στο Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών,
Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος
Νέες κατευθύνσεις και κοινοτικές ρυθμίσεις για την λειτουργία των τραπεζών και του τραπεζικού συστήματος ως συμβολή στην ανάπτυξη της Ευρώπης. Σκέψεις και παρατηρήσεις στο παράδειγμα της Ελλάδας
[15-20’]
Ζωρζέττα Λάλη
Διευθύντρια, Επικεφαλής του Γραφείου Αθήνας της Ομάδας Δράσης
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα
Διοικητική οργάνωση και νομοθεσία ως παράγοντες δυσλειτουργίας της οικονομίας και παρεμπόδισης της ανάπτυξης. Παραδείγματα από την ελληνική εμπειρία [15-20’]
Σχολιασμός [10’ ανά σχολιαστή]:
Γιώργος Γεραπετρίτης
Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Νομικής Αθηνών
Λίνα Παπαδοπούλου
Επίκουρη Καθηγήτρια στο Νομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης
Συζήτηση – τελικές παρατηρήσεις των εισηγητών [60’]

Total Freedom: the Morality of Proportionality

Stavros Tsakyrakis

1 Introduction

Are the doctrines we employ in human rights adjudication true to the importance of human rights norms? This question is pressed upon us by the growing popularity, in recent years, of the proportionality test in many jurisdictions. I believe that we ought to resist this trend. For, only by doing so shall we remain faithful to human rights. By contrast, although recourse to the proportionality test by judges may be an understandable tendency, it is one that distracts us from what human rights are fundamentally about.
In this chapter I aim to substantiate these claims. My argument will have the following structure. In the next two sections I shall try to connect proportionality with a conception of the value of freedom that is normatively unattractive and, at any rate incongruous with the notion of human rights, properly understood. Opposed to it, I shall sketch an alternative conception and indicate that it has a much better fit with the notion of human rights. Then in the final section I shall suggest some reasons why, despite its shortcomings, proportionality is relied upon by judges. I shall argue that proportionality performs a therapeutic role, because it helps assuage the legitimacy anxieties of judges. Even so, the risks that the proportionality discourse brings in its train are much graver than its therapeutic effect. All in all, we are better off without it.
2 Against total freedom
There are probably as many versions of proportionality as there are proponents of it. I do not intend to tackle them one by one. Instead, I shall try to identify some basic theoretical commitments that unite all versions, explicitly or –what’s more frequent- implicitly. This
was also the approach I took in an earlier article, whose claims and arguments I now want to deepen and amplify.[1] In that article I criticized the principle of proportionality as an assault on human rights. I shall not repeat my critique here. I shall only summarize its main points as a means of introducing the themes that I shall develop in this chapter.
In a nutshell, the argument of the earlier article was that far from being inherent in the concept of human rights, as its most prominent advocate, Robert Alexy has claimed,[2] proportionality is in fact incompatible with them. For, it is at odds with the view that their protection is so fundamental in a just society that it cannot be made to depend on their being balanced against other goods or on circumstances or on the will of the majority.
At the heart of the view I am asserting against proportionality is the Kant-inspired idea that persons are moral agents to whom organized society owes unconditional respect. ‘Human worth’, ‘human dignity’, ‘human inviolability’, and ‘equal concern and respect’ are just variations of the same basic idea: a just and well-ordered society is one that recognizes persons as moral agents and treats them as such. John Rawls has articulated this idea characteristically: “Each person possesses an inviolability founded on justice that even the welfare of society as a whole cannot override”.[3]
The question what the inviolability of persons (or equal concern and respect) consists in is a moral question and answering it requires moral reasoning. We may disagree about the correctness of our moral judgments but we cannot hope to resolve our disputes except through moral argumentation. There is no other way.[4] Human rights discourse is an area where morality and law are intimately connected. Thus, inevitably, moral reasoning is part of the essence of human rights’ adjudication. Any attempt to obscure it misses one of its central characteristics.
The balancing approach, in the form of the principle of proportionality gets all the above points in a different and, to my mind, wrong way. First, it denies the distinctiveness of human rights by taking them to be on a par with other types of interest. Thus any human interest becomes a prima facie right.[5] Second, it does not afford rights absolute protection. Rather, it seeks the “optimization” of such prima facie rights. To achieve this, it proceeds by balancing the competing interests by way of establishing whether a measure interfering with a prima facie right is suitable, necessary or excessively burdens the individual compared with the benefit it aims to achieve. In this process the moral inquiry that is fundamental in human rights cases takes the backseat. Indeed, we no longer ask what is right or wrong in a human right case. Instead, we are called to investigate whether something is appropriate, adequate, intensive, or far reaching.[6] I have said that “the principle of proportionality assumes that conflicts of values can be reduced to issues of intensity or degree and, more importantly, it assumes further that intensity and degree can be measured by a common metric (something like a natural force), and that this process will reveal the solution of the conflict. Thus it pretends to be objective, neutral, and totally extraneous to any moral reasoning.”[7]
Proponents of proportionality have of course objected to my diagnosis. Thus, Alexy maintains that “the Weight Formula is not an alternative to moral argument, but a structure of legal and moral argumentation”.[8] that measure may be is obscure. There is an analogy here with utilitarianism. Utilitarians of all stripes have notoriously struggled and failed to identify a common metric into which all other evaluations could be subsumed. The analogy does not stop here, though. Utilitarianism has been criticized not only for its failure to supply a convincing understanding of a common metric, but also, more generally, for its underlying conception of persons and society. Equally, the principle of proportionality is vulnerable on account of the broader moral philosophy, on which it is based. It is to this philosophy and its consequences that I now turn. He says that in order to establish whether an interference with a prima facie right is serious, moderate or light you have to engage in moral reasoning. For instance we cannot know whether calling someone “cripple” is humiliating and shows lack of respect, unless we engage in moral reasoning (“moral arguments are indispensable for the application of the Weight Formula”[9]). But, even if we accept that a degree of moral reasoning is presupposed, there is no doubt that it is incorporated in a balancing exercise based on some kind of measure that purports to make the balancing objective. What
Its basic characteristic is that it starts from what we might call a Hobbesian conception of individuals and their freedom. As in Hobbes individuals in the state of nature have total freedom, in the sense that “every man has a right to everything, even to one another’s body”,[10] proponents of proportionality contend that individuals have a prima facie right to everything. It follows from this that any interference with what someone wishes to do is a potential abridgment of his rights. However, unlike Hobbes, who did not believe that freedom in the state of nature was of any particular value and was perfectly willing to sacrifice it for the sake of security within a political order, proponents of proportionality maintain that this total freedom is of such value that it ought to be optimized along with the freedom of other individuals and other values. From the perspective of this conception, there are no specific human rights; rather individuals have a general right to this kind of total freedom, from which we can derive its more specific emanations after balancing it against competing interests and values.
Before we critically evaluate the concept of freedom that I have argued is implicit in the principle of proportionality, let us pause and consider some of its implications. The most striking is that it renders any interference with a person’s total freedom a potential human rights violation or at least the starting point for a human rights inquiry. That seems to be the case law of the German Constitutional Court, which, as Mattias Kum notes, “regards any liberty interest whatsoever as enjoying prima facie protection as a right”[11]. Activities such as “falconry”[12], or feeding pigeons on public squares,[13] or spitting on the public sidewalk[14] raise human rights’ issues just as torture or censorship does. In other words, as Mattias Kumm acknowledges, “the recognition of a general right to liberty and a general right to equality means practically all legislation can in principle be challenged on human rights grounds, leading to an assessment of its justification in terms of public reason as prescribed by the proportionality tests.”[15]
If in principle every piece of legislation gives rise to a human rights issue, then the judiciary must decide on virtually any question of public policy, from fines for parking violations to the fluctuation of interest rates. Furthermore, in doing so, it is bound to employ a standard that is much more intrusive than mere rational connection. As a result, the boundary between review and appeal are automatically blurred, and, with it, the basis of the courts’ legitimacy. Legitimacy concerns are intensified when it is supranational courts such as the European Court of Human Rights that are tasked to protect human rights. Having to rely on an expansive understanding of the scope of human rights, they end up becoming the ultimate arbiter of the legality of every piece of national legislation.[16]
Independently of whether such a development would be desirable or not, there is no doubt that it dramatically alters the way we conceive of judicial review, the power of political majorities, the very concept of representative democracy and, ultimately, the role of supranational human rights courts. In reality, this shift would surreptitiously make proportionality not just the “ultimate rule of law”[17] but the over-arching method for the moral assessment of any form of human conduct.
3. The liberty we value
But let us set aside for a moment that the concept of total freedom seriously disrupts our traditional understandings of democracy and judicial review. Let us instead consider whether it helps us grasp the concept of human rights. Take for example traffic regulations. Dworkin uses the example of prohibiting driving uptown on Lexington Avenue.[18] Is it helpful to start with a prima facie freedom to drive however someone wishes including uptown and then to examine whether the specific prohibition infringes someone’s right? The proponents of proportionality will answer “yes”. They will balance the loss of freedom of driving uptown with the convenience or order in traffic produced by the existence of the traffic rule, and they will probably find that these values outweigh the loss of freedom. Even so, they will maintain that a loss of freedom has occurred, while acknowledging that it was easily exchangeable for the purpose of optimizing freedom. Suppose that new research has indicated that the restriction was misguided, and convenience and order in traffic would be better served by the opposite rule, one prohibiting driving downtown. Are we prepared to say that prohibiting driving uptown was a violation that Human Rights Watch should denounce?
What makes us think that a loss of freedom to drive as we wish, even if it is proven to be grounded on mistaken assumptions, is not particularly grave? Why can we live with it? I guess the answer is that nobody feels offended by the prohibition; nobody feels that the prohibition denies his dignity as a moral agent.[19] On the contrary someone will feel deeply offended if he is not free to worship the God he wishes or to express his political ideas. The conclusion is that not every curtailment of freedom raises a human rights’ issue but only the abridgment of certain basic liberties.
Which are these basic liberties? How are we going to distinguish which liberties are basic (or fundamental or preferred) for a society to be just and which are not? Rawls suggests two ways: a) we can use the list of the various bills of rights and declarations of the rights of man;[20] b) we can ‘consider which liberties are essential social conditions for the adequate development and full exercise of the […] moral personality over a complete life.’[21]
Ronald Dworkin goes one step further in specifying the basic liberties and thus buttressing the contrast between the idea of total freedom and the alternative conception suggested above. He understands total freedom to be the power to act as we wish unimpeded by others or by a political community. He maintains that we do not actually ascribe value to such freedom. We do not think, he says, that there is any moral loss, when the state forbids me to kill my critics. “If nothing wrong has taken place when I am prevented from killing my critics, then we have no reason for adopting a conception of liberty that describes the event as one in which liberty has been sacrificed.”[22]
The liberty we value is, according to Dworkin, an interpretative concept that is not and should not be coextensive to total freedom. The liberty we should be committed to is “the area of [a person’s] freedom that a political community cannot take away without injuring him in a special way: compromising his dignity by denying him equal concern or an essential feature of responsibility for his own life’.[23] This is not another formulation of the list of basic liberties. True, insofar as the traditional basic liberties (freedom of speech, freedom of religion etc) guarantee the “essential social conditions for the adequate development and full exercise of the […] moral personality over a complete life” (Rawls), these are also included in the Dworkinian formula. Still there are substantial differences.
First, Dworkin’s formula seems broader since any interference that denies equal concern and respect qualifies as giving rise to a claim of individual right.[24] Second, and more important, it does not allow that “fundamental or preferred liberties” be determined by collective views. It is not that from the immense amount of freedom we pick some liberties because they seem to us more valuable than others. Doing so would be like imposing on others a certain view about what is a good and valuable way of life. But this would contradict our stated aim, because it would fail to respect everyone’s personal responsibility to make the best of their own lives.
But even more fundamentally, Dworkin’s formula provides a robust philosophical basis for the kind of liberty we should value. For Dworkin, it is not the role of political society to satisfy our preferences, just because they are manifestations of our freedom. In fact, political society may and does use its coercive force for all sorts of purposes and restricts freedom in all sorts of ways. There is nothing prima facie problematic about that. What a political society may not do is deny a liberty, when being denied that liberty would compromise our dignity. In turn, an act is an assault to dignity when it denies someone “equal respect and concern or an essential feature of responsibility for his own life”. Thus, what we really value is dignity. Dignity is the central concept for human rights and all the more specific “valued liberties” are connected with it. So when, for example, we come to consider that on matters of intimacy we should be free from governmental interference, our view expresses rather the conclusion of an interpretation of the concept of dignity. One of the characteristic ways in which a political society may fail in its duty to act consistently with dignity is when it acts on discriminatory or moralistic grounds. The first type of ground compromises equal standing, whereas the latter vitiates the principle of personal responsibility for one’s own life.
These observations help vindicate the view that the characteristic operation of rights is as trump cards.[25] It is not because rights are infinitely more important than the considerations they trump, but because a state that acted on those considerations would thereby assault dignity, and the recognition of the right serves to act as a bulwark to that assault. Consider moralistic and paternalistic laws. These are based on impermissible justifications because they do not respect the ethical responsibility of individuals and thus injure their dignity. So, for example, if the justification for prohibiting bird-feeding in the park is that this kind of activity is worthless, a waste of time, this would be an insult to the ethical responsibility of the individuals. The state cannot restrict my choices on the basis that they are not worthy, because to do would be to make a judgment that the principle of personal responsibility commands that each one of us make on our own. But the state can restrict my choices when its reason for doing so does not assume any ethical evaluation. This means that there is no general or prima facie right to feed the birds, to engage in falconry or “to paint my Georgian house purple”. [26] A state typically prohibits or at any rate regulates those activities on the basis of considerations that do not compromise dignity (such as environmental protection, public health and urban planning). However, the very same activities raise human right issues whenever their justification is based on ethical evaluation. Again what counts is not freedom as such (the same activity can be restricted without injury) but the protection of ethical responsibility.
Now, someone could say that feeding the birds or falconry is the basic plan of his life; it is not just a preference, like drinking soda or orange juice. Does the state show lack of respect for someone’s ethical responsibility when, although it abstains from any ethical evaluation, it forbids or makes more difficult on other grounds the pursuit of a central element of my conception of the good life? What is the use of not allowing the state to make ethical judgments about my conception of the good life if it can forbid it altogether for some other reason? This is a question that again shifts our focus from dignity to total freedom. Our claim towards society is not freedom but respect for our status as moral agents. So, if for example we had the freedom to feed the birds on the ground that time pointless activities should be given a space, this would certainly be an insult to ethical responsibility, although freedom would be intact.
If we take for granted that every society regulates most of the activities of its members, it would be a disaster to consider every individual preference as an ethical choice that raises a claim of right. We will end up “moralizing” every measure and unavoidably the majority will have to take stance on every ethical choice. The deliberation would be something as follows: Is your life’s plan feeding the birds? Then, it gives you a prima facie right, but so does our life’s plan, which is to play football. For us, playing football is more valuable and, since we are many, our choice must have the upper hand. Put differently, if society takes every individual preference as an ethical choice –and thus worthy of protection as a prima facie right, I doubt that the result will be more freedom or just a lot of frustration. Everybody, sometime, will be deeply offended because their choices will be opposed by others on the basis of their own ethical valuations.
It is true that the alternative strategy to forbid regulations that are based on ethical justifications does not guarantee or facilitate any plan of life based on any preference. But the real claim we have from society is not to provide everything we need for the success of our plan, even prima facie. Our, claim is not, to put it in Dworkin’s metaphor, to have all possible colors in our palette, but to be able to design our life with the colors that are available to everyone else on the basis of our own value judgments.[27]
Now, if we accept that only a few basic liberties are ‘essential social conditions’ of moral personality in Rawls’ sense or are needed to protect against violations of dignity in Dworkin’s sense, it is less problematic to subscribe to a constitutional arrangement whereby courts are called to safeguard them from eventual abridgment by entrenching them against the legislative will. In other words this idea fits well with our traditional ideas of representative democracy and judicial review. More generally, this idea makes better sense of social life and the place of the individual in it. An organized society routinely constrains our freedom; it imposes limits on the ways we can use our shared social, natural and aesthetic environment. Being members of such a society, we should be more concerned that we can live our unavoidably constrained lives in dignity.
In sum, on the alternative understanding of human rights sketched above, limits to ‘total freedom’ in themselves do not constitute an ‘invasion’ of valued liberties. Rather, we have to determine which restrictions of freedom count as injuries to the dignity and autonomy of the individuals. By contrast, for a proponent of total freedom, freedom is understood in quantitative terms. Thus, this account is ill-equipped to make distinctions of kinds of invasion of freedom depending on their justification, on the basis of which the exclusionary force of rights would operate. In fact, insofar as the proportionality test is meant to be neutral and take at face value a wide range of interests, it lacks the resources to exclude any consideration whatsoever. For the same reason, it seems to presuppose a perverse conception of the relationship between the individual and society, one that builds up from a radical individualism. But this starting point is deeply misguided. For social beings like us, total freedom is not a value.
Proportionality Test: Lip Service to Balancing?
If the connection that I drew in the previous sections between proportionality and a certain understanding of the value of freedom is valid, then a paradox emerges. How can such an unattractive moral philosophy have taken hold of human rights discourse in jurisdictions across the world, especially given the availability of the much more appealing alternative I sketched above? In this section I shall offer a tentative explanation. As a focal point of my discussion I shall use the Smith and Grady v. UK[28] case of the European Court of Human Rights. To my mind, this case captures both what’s wrong with the proportionality and what’s so comforting about it.
Smith and Grady v. UK related to the exclusion of gays from the military. It is considered by many as a paradigmatic case of a successful application of the proportionality test. Contrary to common wisdom, I think that the judgment was based on a piece of substantive moral reasoning, which the court’s reference to balancing served to obfuscate. Let me remind you the facts of the case. The applicants, who were serving in the army, were discharged after an investigation in their private life, which found that they were homosexuals. The complaint concerned the breach of their right to privacy, yet the real issue was the legitimacy of the law that excluded gays from serving in the army.
Applying the three prong test of proportionality, the Court, first, addressed whether there was a legitimate aim for the ban of homosexuals and accepted that ensuring the operational effectiveness of the armed forces constituted in the case such a legitimate aim. There was no doubt that the ban was suitable for eliminating all problems that the integration of homosexuals would cause, so the Court proceeded to examine whether the exclusion was necessary, that is, whether there were other equally effective but less restrictive means available to achieve the goal. A code of conduct with disciplinary provisions, similar to that adopted for the purpose of integrating women or members of racial minorities in the armed forces, was offered as an alternative and the Court did not preclude that it could be equally effective. The Court also considered the counter-argument –supported by a special report- which found that the integration of gays would affect the operational effectiveness of the armed forces since homosexuality raises problems and intensity that race did not[29]. But the Court expressed its doubts as to the value of the report and rejected the claim that no worthwhile lessons could be drawn from the relatively unproblematic admission of homosexuals in the armies of other countries.
The argumentation premised upon the principle of proportionality could have ended at this point. There had been an interference with the right to privacy, while a less restrictive but equally effective means of pursuing the same legitimate aim, namely the code of conduct, was deemed to be available. What grounds of disagreement could someone have to such reasoning? Of course, one could question whether the code constituted an equally effective means or whether perhaps the special report was dismissed too hastily by the Court. Or one could also express skepticism about the lessons drawn from the experience of integration in other countries. Such challenges seem to be rather empirical. They aim to assess how different policies work in practice. In order to address them, the applicants would probably have to argue that the effectiveness of the army is in no way affected by integration and that, in any case, whatever inconvenience is caused, it would be insignificant, and would be effectively addressed by the code of conduct. In other words, they would argue that their exclusion from the army does not serve the aim to be achieved. The success or failure of their whole contention would depend upon the evidence they could muster regarding the consequences of integration.
In turn, if the Court was interested in adjudicating such a disagreement, it would have to collect uncontested data regarding the effects of the code of conduct, or the experience of integration in other countries. Of course one wonder whether this reasoning is appropriate for a human rights inquiry or is more like the type of means-end reasoning we apply when we want, for example, to assess the economic efficiency of a subsidy.
Fortunately, the Court did not stop there. It did not confine itself to the examination of alternative, less restrictive means from the point of view of effectiveness. It proceeded to examine whether the restriction was necessary in a democratic society. It implied that the real ground behind the exclusion of gays, or in other words the real cause of any problems to the morale and effectiveness of the army, was the bias against homosexuals. It considered this an unacceptable justification. In other words the Court held that such bias constitutes an impermissible consideration in the drawing up of public policy. From the moment that bias was held not to count, the outcome of the case became evident. And this is as it should be. The real issue in that case was an issue of fundamental principle, namely whether it is right or wrong to discriminate against gays in certain sectors of society. The issue was not merely one of means-ends rationality. If it were the latter, then the Court would have to, for example, seriously consider a proposal to have separate units for gays.
Can the proportionality test do justice to the real issue in this and other human rights cases? We can start by noting that from the perspective of the proportionality assessment homophobic feeling may well be a prima facie valid consideration for public policy. There may be people who claim that they cannot endure the thought that there are gays in the army; they might say that the mere idea that they could be the object of homosexual fantasies from their colleagues drives them insane, and as such it is the cause of great disturbance and suffering. Thomas Nagel has argued convincingly that such feeling cannot enter public deliberation, and I fully agree with him, but this is not the point here.[30] The point is on what basis such an interest was dismissed in the course of the proportionality assessment, as it is clear that it did not enter the scale at all. If total freedom is our basis on what grounds were the homophobic denied their freedom not to be disturbed by the presence of gays in the army?As I said a moment ago, the Court could have discussed the possibility to optimize the conflicting interests by creating a separate unit for gays instead of a total ban from serving in the army. But there was no similar attempt of accommodating the competing interests. It was not that homophobic feeling was assigned a low value; it did not count at all.
Am I perhaps attacking a straw man? Mattias Kumm, among others,[31] has suggestedthat, when applying the proportionality test, we ought to pay more attention to the first prong of the proportionality test, that is, the legitimate aim of the impugned measure. He argues that some reasons such as those powered by moralistic and paternalistic attitudes are not legitimate and praises the proportionality approach because, according to his view, it “allows for the discussion and contestation of the kind of grounds that are legitimate to invoke as a restriction to the rights of others.”[32] In a similar vein, Kai Moller has argued against the supposed neutrality of the proportionality test.[33] These suggestions reveal a welcome sensitivity to the philosophical complexity of human rights norms. But I doubt whether the whole scheme of proportionality is of any help to or facilitates the kind of reasoning that Kumm refers to and Moller supposes is compatible with the proportionality test. To begin with, one could argue that if the assessment of a right is possible without reference to the intensity or the severity of the restriction, there is no reason whatsoever to say that the inquiry assesses the proportionality of the restriction. If our inquiry stops at the first stage, I can’t see why we have to discuss the suitability or necessity of the impugned measure only to return to examine the legitimate aim of the restriction. The more demanding the inquiry of the first stage, the less room there is for the balancing stage; that is why the European Court of Human Rights takes almost always for granted the legitimacy of the aim and proceeds to the next steps of its inquiry.
But what is more important is that Smith and Grady exposes the incompatibility of the principle of proportionality with the excluded reasons rationale of the Court’s decision. Above I argued that proportionality has an affinity with a conception of rights, according to which, to put it crudely, we have a prima facie human right to anything, anytime, anywhere,a prima facie right to total freedom, which is counterbalanced by competing rights and public policy considerations. However, this conception sits uncomfortably with the idea of rights as capable of excluding certain justifications. Smith and Grady provides evidence for this. If, after all, we are prepared to recognize a right to feed the birds, on what basis can we a priori exclude a right not to be disturbed by the presence of homosexuals in professional life?
But if, as I argue, the proportionality test lies in tension with the kind of moral reasoning required in human rights cases, why does it remain so popular? If it was the exclusion of certain justifications that called the shots in Smith and Grady, why did this exclusion stay hidden between the lines and was not explicitly embraced by the Court? The answer is most likely that, precisely because the proportionality test is not true to the moral discourse that is required in human rights cases, it conceals the moral reasoning that takes place behind the scene and thus makes disagreement among judges or between judges and other officials less dramatic. It is one thing to disagree about the effectiveness of a code of conduct and another thing to disagree about the moral content of a right. Equally, it is one thing to criticize the government for getting a means-ends judgment wrong, and another to criticize it for condoning bigotry and discrimination. So if society is in need of the discussion Kumm and Moller advocate, the employment of the proportionality test helps the Court avoid it rather than explicitly engage in it.
Lack of transparency is never a good idea in moral thinking –unless you are a rule-utilitarian-, but in the case of human rights convention it has a very serious consequence. A Court that has concealed the moral reasoning that determined its decision in one case will feel free to ignore it altogether in other similar instances. Take for example the cases regarding the adoption of children by gays.[34] The complaint of discrimination was rejected by the Court although it was held that homosexuality was the decisive factor in denying the applicants the right to adopt.[35] In this case, then, a consideration tainted by bias was not excluded and the outcome was different. Now one might say that in the exclusion from the army case proportionality was properly applied while in the exclusion from adoption case it was not. But, if, as I have claimed, the reason-excluding power of rights is not embedded in the proportionality test, such failures will be endemic, and that is going to be bad both for the outcome of individual cases and for the quality of moral discourse.


[1] Stavros Tsakyrakis, Proportionality: An Assault on Human Rights?, 7 INT’L J. CONST. L 468 (2009)
[2] ROBERT ALEXY, A THEORY OF CONSTITUTIONAL RIGHTS (Oxford Univ. Press, 2002)
[3] JOHN RAWLS, A THEORY OF JUSTICE, (Harvard Univ. Press, 1971) at 3. Gregoire Webber in his article Proportionality, Balancing, and the Cult of Constitutional Rights Scholarship, The Canadian Journal of Law & Jurisprudence, 2010, refers to Nozick, Rawls, Habermas, Waldron, Dworkin, all of whom, although from different reasoning, seem to reject the idea of balancing as inherent to human rights at 201.
[4] «What makes a moral judgment true? When are we justified in thinking a moral judgment true? My answer to the first is that moral judgments are made true, when they are true, by an adequate moral argument for their truth. […] a moral judgment is made true by an adequate case for its truth.” RONALD DWORKIN, JUSTICE FOR HEDGEHOGS, Harvard University Press, 2011, p.37
[5] “[…] having a right does not confer much on the right holder; that is to say, the fact that he or she has a prima facie right does not imply a position that entitles him/her to prevail over countervailing consideration of policy”. Mattias Kumm, Constitutional Rights as Principles: On the Structure and Domain of Constitutional Justice, Int’l J. Const. L, 2004, 574, at 579.
[6] Tsakyrakis, supra, note 1, at 487 Gregoire Webber “The method of practical reasonableness promoted by proportionality and balancing brings with it a vocabulary of its own, including “interest”, “value”, “cost”, “benefit”, “weight”, “sufficient”, and “adequate”. The concepts of “good” (and “bad”), “right” (and “wrong”), “correct” (and “incorrect”) are absent, as is the conceptual clarity associated with this vocabulary.” Proportionality, Balancing, and the Cult of Constitutional Rights Scholarship, THE CANADIAN JOURNAL OF LAW & JURISPRUDENCE, 2010, 179, at 180
[7] Tsakyrakis supra, note 1, at 474
[8] Robert Alexy, Constitutional Rights and Proportionality p. 11
[9] Id. Passim.
[10] THOMAS HOBBES, LEVIATHAN, (Hackett Publishing Company, Inc. ed. Edwin Curley 1994) at 80
[11] Mattias Kumm, The Idea of Socratic Contestation and the Right to Justification, 4 LAW & ETHICS OF HUMAN RIGHTS, 142 at 151 (2010). “In Germany”, Kumm says, “the right to the “free development of personality” is interpreted as a general right to liberty understood as the right to do or not to do whatever you please. It has been held by the Constitutional Court to include such mundane things as a right to ride horses through public woods, feeding pigeons on public squares, or the right to trade a particular breed of dogs.” Id passim. (notes omitted).
[12] Falconry is a sport of hunting with falcons. Men train the birds to do the hunting. See Frank Michelman, Foxy Freedom? BOSTON UNIVERSITY LAW REVIEW 949 at 965 (2010) who discusses the activity inspired by a case that was brought on German courts.
[13] BVerfGE 54, 143.
[14] The spitting on the public sidewalks is not an example from a case, is spirited example of Frank Michelman, supra note 12 at 952.
[15] Mattias Kumm, supra note 11 at 164.
[16] This is not to say that judges are eager to take up such an intrusive role or that they actually exercise it. In fact, they typically devise strategies to limit their interference with political decisions. This applies with even more force at the supranational level. The doctrine of the margin of appreciation is a characteristic example. Often those strategies bear the mark of their origin. They replicate the philosophical confusion and dead ends of the principle of proportionality. If we abandon the principle of proportionality, the usefulness and cogency of such strategies is likely to be greatly diminished. On the other hand, when, sometimes, the judges assume an expanded notion of judicial review and proceed to apply the proportionality their judgment seems totally ad hoc and arbitrary. For such a characteristic example see the case of European Court of Human Rights Mamidakis c. Grece (Judgment of 11 January 2007) where the amount of a fine, although found by the Greek courts to be proportionate, was held to be too much by the supranational Court without any argument other than the amount of the fine.
[17] DAVID M. BEATTY, THE ULTIMATE RULE OF LAW, (Oxford University Press 2004)
[18] RONALD DWORKIN, A MATTER OF PRINCIPLE, (Harvard University Press, 1985) at 189
[19] “It is not demeaning for you to accept that a majority of your fellow citizens has the right to fix traffic rules and enforce the rules they fix, provided that the rules they chose are not wicked or desperately foolish” RONALD DWORKIN, JUSTICE FOR HEDGEHOGS, (Harvard Univ. Press 2011) at 367
[20] “Throughout the history of democratic thought the focus has been on achieving certain specific liberties and constitutional guarantees, as found for example, in various bills of rights and declaration of the rights of man” JOHN RAWLS, POLITICAL LIBERALISM (Columbia University Press, 1993) at 292.
[21] Ibid at 293. Quite instructively, Rawls himself felt compelled to utilize the notion of basic liberties in the light of HLA Hart’s famous critique of the initial formulation of the liberty principle in A Theory of Justice. See HLA Hart, Rawls on Liberty and Its Priority, UNIVERSITY OF CHICAGO LAW REVIEW 40/ 3 551, 553 (1973) and J Rawls, ‘The Basic Liberties and their Priority’ in JOHN RAWLS, COLLECTED PAPERS(edited by Samuel Freeman, HARVARD UNIV. PRESS 1999). In important respects, my critique of total freedom echoes Hart’s view. The failure he identified in Rawls’ original proposal is the one I attribute to the principle of proportionality.
[22] RONALD DWORKIN, JUSTICE IN ROBES, (Harvard Univ. Press 2006) at 115
[23] RONALD DWORKIN, supra note 20, at 366
[24] But see Michelman and his Malthus Act hypothetical arguing that sometimes Dworkin’s formula could be narrower and not include traditional core liberties, supra note 12 at 968-970.
[25] See Ronald Dworkin, Rights as Trumps, in THEORIES OF RIGHTS 153 (Jeremy Waldron ed. Oxford Univ. Press 1984)
[26] Painting my Georgian house purple is Dworkin’s example, see JUSTICE FOR HEDGEHOGS, supra note 4, at 346.
[27] RONALD DWORKIN, JUSTICE FOR HEDGEHOGS, (Harvard Univ. Press 2011) at 367
[28] European Court of Human Rights Smith and Grady v. United Kingdom (Judgment 29 September 1999)
[29] Ibid see para 102.
[30] “We have no right to be free of the fantasies of others, however much we may dislike them.” Thomas Nagel, CONCEALMENT AND EXPOSURE & OTHER ESSAYS, Oxford University Press, 2002 at 51
[31] See the exchange between Madhav Khosla, Proportionality an Assault on Human Rgihts?: A Reply, 8 INT’L J. CONST. L 298-306 (2010) and Stavros Tsakyrakis, Proportionality an Assault on Human Rights?: A Rejoinder to Madhav Khosla, 8 INT’L J. CONST. L 307-310 (2010).
[32] Mattias Kumm, The Idea of Socratic Contestation and the Right to Justification: The Point of Right-Based Proportionality Review, LAW & ETHICS OF HUMAN RIGHTS, 159 (2010)
[33] Kai Moller, Two Conceptions of Positive Liberty: Towards an Autonomy-Based Theory of Constitutional Rights, OXFORD JOURNAL OF LEGAL STUDIES (2009) 757-786
[34] European Court of Human Rights Frette v. France (Judgment of 26 February 2003).
[35] The following passage of the case Frette v. France is characteristic of the Court’s reasoning: “It must be observed that the scientific community – particularly experts on childhood, psychiatrists and psychologists – is divided over the possible consequences of a child being adopted by one or more homosexual parents, especially bearing in mind the limited number of scientific studies conducted on the subject to date. In addition, there are wide differences in national and international opinion, not to mention the fact that there are not enough children to adopt to satisfy demand.” Ibid. para 42

Μεταρρύθμιση Πανεπιστημίου και Σύνταγμα» του Σπυρίδωνος Φλογαϊτη, καθηγητή Νομικής. Αναδημοσίευση από ΕφημΔΔ 6/2011


Μεταρρύθμιση Πανεπιστημίου και Σύνταγμα» του Σπυρίδωνος Φλογαϊτη, καθηγητή Νομικής. Αναδημοσίευση από ΕφημΔΔ 6/2011
Περισσότερα στο κείμενο pdf, που αναρτάται

ΑΕΔ 11/2010, Κωλύματα Εκλογής Βουλευτών, Με Σχόλιο Πέτρου Παραρά


ΑΕΔ 11/2010, Κωλύματα Εκλογής Βουλευτών, Με Σχόλιο Πέτρου Παραρά
Περισσότερα στο pdf που επισυνάπτεται

Η Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης του 2010 και οι υποτιθέμενοι κίνδυνοι για τη δημόσια περιουσία και την εθνική κυριαρχία (ενόψει και της επικείμενης, παρόμοιας

Του Φοίβου Ιατρέλη, τ. Νομικού Συμβούλου του Κράτους

Η Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης του 2010 και οι υποτιθέμενοι κίνδυνοι για τη δημόσια περιουσία και την εθνική κυριαρχία (ενόψει και της επικείμενης, παρόμοιας

Ενημερωτικό Σημείωμα :
Ενόψει της ψήφισης ήδη από τη Βουλή του νέου Μνημονίου όσο και της επικείμενης ψήφισης της νέας δανειακής σύμβασης, καθώς και ενόψει της κοινής δήλωσης καθηγητών Πανεπιστημίου ότι ψήφιση τους «συνιστούσε εκτροπή από τη συνταγματική, την ευρωπαϊκή και τη διεθνή νομιμότητα», είναι αναγκαίο να επισημανθεί εδώ ότι οι βασικές ρυθμίσεις ως προς επίμαχα νομικά και συνταγματικά ζητήματα (περιουσιακές ασυλίες και περιορισμοί στην εθνική κυριαρχία δεν αλλάζουν) και άρα ισχύουν όσα υποστηρίζονται στην δημοσιευόμενη πιο κάτω μελέτη.
Για λόγους ιστορικούς και για την πλήρη ενημέρωση του αναγνώστη παραθέτουμε στο τέλος της παρούσας μελέτης, ως συνημμένη, ολόκληρη τη δήλωση των συνταγματολόγων, καθηγητών Πανεπιστημίου, Γιώργου Κασιμάτη, Ομότιμου Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, Ανδρέα Δημητρόπουλου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργου Κατρούγκαλου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θράκης, Ηλία Νικολόπουλου, Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου και Κώστα Χρυσόγονου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Προεισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα: Όσα εκτίθενται στην παρούσα μελέτη ισχύουν απολύτως και για τη νέα δανειακή σύμβαση, καθόσον και η σύμβαση αυτή, όπως φαίνεται από το σχέδιό της που ψηφίστηκε από τη Βουλή στις 19-2-2012, ως προς τα επίμαχα ζητήματα των “ασυλιών” του Δημοσίου, το εφαρμοστέο δίκαιο, τη δικαιοδοσία και τη διατύπωση της νομικής γνωμοδότησης, δεν παρουσιάζει καμιά διαφορά από την Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης του 2010, με εξαίρεση τη δικαιοδοσία, προφανώς λόγω του ότι συμβαλλόμενα πλέον δεν είναι τα κράτη της ευρωζώνης, αλλά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας-ΕΤΧΣ (EFSF), ήτοι ανώνυμη εταιρεία που εδρεύει στο Λουξεμβούργο. Έτσι στη νέα δανειακή σύμβαση, αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση των διαφορών που τυχόν θα ανακύψουν ορίζονται, αντί του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ) της σύμβασης του 2010, τα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, και επιπρόσθετα, ως προς το ΕΤΧΣ μόνο, και τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ελλάδας. Άλλο βεβαίως το ζήτημα ότι με το νέο μνημόνιο επιβάλλονται στην Ελλάδα μέτρα για τη διασφάλιση της αποπληρωμής του χρέους της (π.χ. “Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημασίου”, ειδικός λογαριασμός στην Τράπεζα της Ελλάδος κ.α.), που όμως και πάλι σε καμιά περίπτωση δεν θίγουν τη δημόσια περιουσία.
Εισαγωγή
Επικρατεί η άποψη, που έχουν υποστηρίξει κυρίως οι συνταγματολόγοι Γ.Κασιμάτης, Κ.Χρυσόγονος και Γ. Κατρούγκαλος και ο αναπληρωτής καθηγητής Ευρωπαϊκών Θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης του Πανεπιστημίου Κρήτης Ε. Μαριάς [1] (στο εξής από κοινού «οι καθηγητές»), ότι με τη Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης του 2010 (στο εξής και η «Σύμβαση») η Ελλάδα για πρώτη φορά παραχώρησε στους δανειστές της (τα λοιπά δηλ. κράτη της ευρωζώνης) το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης (κατάσχεσης, πλειστηριασμού) και κατά περιουσιακών του στοιχείων που περιλαμβάνονται στη λεγόμενη δημόσια περιουσία, αυτή δηλ. που εξυπηρετεί άμεσα δημόσιους σκοπούς (δημόσια κτήρια, κοινόχρηστα πράγματα, μνημεία και λοιπά πολιτιστικά αγαθά, όπλα, κλπ.) και κατ’ακολουθίαν ότι απεμπόλησε την εθνική της κυριαρχία[2]. Η αγοραία έκφραση των πιο πάνω ισχυρισμών, που σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβάνονται και αναπαράγονται – καλόπιστα ή κακόπιστα – από οικονομολόγους, δημοσιογράφους, πολιτικούς κλπ., είναι ότι το Δημόσιο «υποθήκευσε την περιουσία του», «την έδωσε ενέχυρο», «ως εγγύηση», «ξεπούλησε την εθνική κυριαρχία του», « δόσαμε το δικαίωμα να μας κατασχέσουν τα υποβρύχια, πολεμικά αεροπλάνα» κλπ. [3]
Η άποψη αυτή έχει αποκρουσθεί από τον Α. Μανιτάκη, καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ, σε περιεκτικό άρθρο του στην Καθημερινή της 12-6-2011, και σε μελέτη του με ευρύτερο περιεχόμενο[4] εντελώς αυθαίρετη κατασκευή, η οποία, θίγοντας ευαίσθητες χορδές του ελληνικού λαού στην τραγική κατάσταση που βρίσκεται η χώρα μας, απολήγει εξ αντικειμένου, στον αποπροσανατολισμό του από τα υπαρκτά και πελώρια προβλήματα, κοινωνικοοικονομικά και εθνικής κυριαρχίας, που πράγματι δημιουργούν τα μνημόνια και τα μέτρα που λαμβάνονται για την υλοποίησή τους. , καθώς και από τον Π. Γκλαβίνη, Αν. Καθηγητή Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.[5] ωστόσο προβάλλεται πλέον ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια, λόγω ασφαλώς του κλίματος της εποχής, κυρίως όμως λόγω της έντονης δραστηριότητας στα ΜΜΕ των προαναφερθέντων υποστηρικτών της, αλλά και της μη εξαντλητικής ανασκευής της από το νομικό κόσμο. Ωστόσο, όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια, δεν πρόκειται για άποψη έστω ασθενώς υποστηρίξιμη, με κάποια περιορισμένη βασιμότητα, αλλά για ,
2. Οι Ρυθμίσεις του άρθρου 14 της Σύμβασης
Όλη η επιχειρηματολογία των καθηγητών που υποστηρίζουν τις πιο πάνω θέσεις, θεμελιώνεται στο άρθρο 14 της Σύμβασης και ιδίως στην παράγραφο 5 αυτού το οποίο αποτελεί κατ’ αυτούς την πέτρα του πρωτοφανούς σκανδάλου[6]. Ειδικότερα:
Με την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου συμφωνείται ότι «Η παρούσα Σύμβαση και κάθε εξωσυμβατική αξίωση που γεννάται σε σχέση με αυτή θα διέπονται και θα ερμηνεύονται σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο». Για την υπαγωγή της Σύμβασης στο αγγλικό δίκαιο αρχικά μόνο ο Γ. Κατρούγκαλος είχε εγείρει ρητά αντιρρήσεις στο με το επιχείρημα ότι η υπαγωγή στο αγγλικό δίκαιο «αποσκοπεί στο να θωρακίσει τους δανειστές μας απέναντι στο μοναδικό νομικό όπλο που έχει απομείνει στη χώρα μας… να επαναδιαπραγματευθεί (να επανακαθορίσει, όπως ο ίδιος το διόρθωσε σε άρθρο του στην Ελευθεροτυπία της 21/6/2011) τους όρους αποπληρωμής του (που αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική έξοδο από την κρίση) … με μονομερή, κυριαρχική της πράξη». Με καθαρές δηλ. κουβέντες το επιχείρημα του Γ. Κατρούγκαλου συνίσταται στο ότι οι δανειστές της (ουσιαστικά χρεοκοπημένης) Ελλάδας έπρεπε και ήταν δυνατόν να αποδεχθούν την εφαρμογή του ελληνικού δικαίου στη σύμβαση δανειοδότησης της χώρα μας, ώστε στη συνέχεια εκείνη με μονομερή πράξη της (π.χ. νόμο) να επιβάλει στους δανειστές της την αθέτηση των υποχρεώσεών που ανέλαβε με την εν λόγω σύμβαση!!! Για κάθε λογικό άνθρωπο είναι περιττή η αντίκρουση του επιχειρήματος αυτού. Μεταγενέστερα και ο Γ. Κασιμάτης διατείνεται[7] ότι «η υπαγωγή στο αγγλικό δίκαιο είναι δόλια, γιατί το δίκαιο αυτό επιτρέπει παράνομες επιβαρύνσεις του οφειλέτη, γι’ αυτό και απαραδέκτως το δέχτηκε η Ελλάδα». Δεν αναφέρει όμως, πέρα από κάποια ακατανόητα για παραμεθώριες περιοχές, ποιές είναι αυτές οι «παράνομες επιβαρύνσεις». Πάντως θα πρέπει να τονισθεί, κυρίως για μη νομικούς, ότι η Σύμβαση θα κριθεί δικαστικά καταρχάς και κατά κύριο λόγο από τους ίδιους τους όρους αυτής, οι οποίοι καθορίζουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμβαλλομένων μερών και τις συνέπειες από την παραβίασή τους. Προσφυγή στο αγγλικό δίκαιο (που κατ’ αποτέλεσμα, μέσω διαφορετικών θεσμών και δρόμων, δεν διαφέρει ουσιωδώς από το ελληνικό) θα γίνει συμπληρωματικά και μόνο στο βαθμό που ανακύψει ερμηνευτικό πρόβλημα ή κενό. Οσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο για το ενδεχόμενο αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου γίνεται εκτενής ανάπτυξη στη συνέχεια.
Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ως αποκλειστικά αρμόδιο για την επίλυση κάθε διαφοράς από τη Σύμβαση. Κανείς από τους προαναφερθέντες καθηγητές δεν προβάλλει ρητή αντίρρηση για τον όρο αυτό, αντιλαμβανόμενοι ασφαλώς ότι θα ήταν εξωφρενικό να απαιτήσουμε από τις δανείστριες χώρες να αποδεχθούν την υπαγωγή τους στα δικαστήρια του δανειζομένου Ελληνικού Δημοσίου, όταν, αν μη τι άλλο, η πανθομολογούμενη καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης από τα ελληνικά δικαστήρια αγγίζει τα όρια της αρνησιδικίας. Σε κάθε περίπτωση απότελεί πάγια διεθνή πρακτική στις διεθνείς δανειακές συμβάσεις (και όχι στην έκδοση ομολόγων κατά το εθνικό δίκαιο) να μη ορίζονται ως αρμόδια δικαστήρια τα δικαστήρια του κράτους του δανειολήπτη.
Τέλος με την επίμαχη παράγραφο 5του άρθρου 14 το Δημόσιο «αμετάκλητα και άνευ όρων παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει, όσον αφορά τον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία, από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση,… και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δεν το απαγορεύει αναγκαστικός νόμος»[8].
3. Η Εννοια του όρου «mandatory law»
Στο αγγλικό κείμενο της Σύμβασης, που είναι και το πρωτότυπο, στην πιο πάνω παράγραφο 5 του άρθρου14 αυτής χρησιμοποιείται ο όρος «mandatory law»που έχει προφανώς εσφαλμένα αποδοθεί στα ελληνικά με τον όρο «αναγκαστικός νόμος»[9]. Είναι γνωστό ότι αναγκαστικοί νόμοι ονομάζονται στην ελληνική έννομη τάξη δεσμευτικοί κανόνες δικαίου, τυπικά ισοδύναμοι με νόμους, που εκδόθηκαν κατά κανόνα σε ανώμαλες περιόδους (δικτατορίες κλπ). Με αυτό το περιεχόμενο του εν λόγω όρου δεν υπάρχει αμφιβολία, και κανείς δεν υποστηρίζει το αντίθετο, ότι η σύμβαση δεν μπορεί να αναφέρεται σε τέτοιους νόμους. Η λέξη mandatory στα κοινά αγγλοελληνικά λεξικά αποδίδεται με τις λέξεις «υποχρεωτικός», «αναγκαστικός», «επιτακτικός», στα δε αγγλικά λεξικά (Oxford, Webster’s) δίδονται ως συνώνυμα οι λέξεις «compulsory», «obligatory», «peremptory». Στα νομικά τώρα αγγλοελληνικά λεξικά[10] mandatory rules» και «mandatory statutes» οι οποίοι αποδίδονται ως κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Επίσης στην εγκυκλοπαίδεια Max Planck Encyclopedia of European Private Law (των Jurgen Basedow, Klaus J. Hopt and Reinhard Zimmermann, eds., Oxford University Press)[11] o όρος «mandatory law» ταυτίζεται με τον όρο «iuscogens»ο οποίος χρησιμοποιείται ευρέως και στην ελληνική νομική επιστήμη ως ο όρος του Ρωμαϊκού Δικαίου που αντιστοιχεί στους «κανόνες αναγκαστικού δικαίου». Κατά γλωσσική λοιπόν και λογική ερμηνεία μοναδική ορθή μετάφραση του όρου mandatory law στην ελληνική είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου (iuscogens), δηλ. κανόνες που δεν μπορεί να αποκλεισθεί η εφαρμογή τους με αντίθετη συμφωνία των μερών, σε αντιδιαστολή με τους κανόνες ενδοτικού δικαίου (ius dispositivum) οι οποίοι εφαρμόζονται εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, δηλ. κανόνες που επιτρέπουν τη διαφορετική συμφωνία των μερών. Από τους προαναφερθέντες καθηγητές ο Γ. Κασιμάτης δεν αποκλείει την πιο πάνω έννοια, δηλ. κανόνων αναγκαστικού δικαίου (ius cogens), στη συνέχεια όμως εντοπίζοντας ασάφεια[12] εγκαταλείπει κάθε σχετική σκέψη, ο Κ. Χρυσόγονος υποστηρίζει ότι «σε τι συνίσταται το δίκαιο αυτό είναι προς το παρόν άδηλο», οι δε Ε. Μαυριάς και Γ. Κατρούγκαλος, αν και παραθέτουν αυτούσια την παρ. 14(5) της Σύμβασης, δεν ασχολούνται καθόλου με την προαναφερθείσα εξαίρεση (δηλ. «στο βαθμό που δεν το απαγορεύει αναγκαστικός νόμος»), επικαλούμενοι, όπως και οι λοιποί καθηγητές, το γεγονός ότι στη γνωμοδότηση των δύο νομικών συμβούλων του ΝΣΚ, που αποτελεί παράρτημα της Σύμβασης, δεν γίνεται αναφορά στην εν λόγω εξαίρεση[13]., περιλαμβάνονται οι όροι «
4. Η Γνωμοδότηση (legalopinion) των μελών του ΝΣΚ
Στο σημείο αυτό, και επειδή η πάνω γνωμοδότηση δίδονται δαιμονολογικές διαστάσεις εμφανίζεται δε να τροποποιεί σαφή όρο της Σύμβασης, καθίσταται αναγκαίο ναεξηγηθεί σε τι συνίστανται, πώς λειτουργούν και ποιους σκοπούς εξυπηρετούν τέτοιου είδους νομικές γνωμοδοτήσεις. Κατά πάγια λοιπόν αγγλοσαξωνική πρακτική, που έχει επικρατήσει διεθνώς και εφαρμόζεται σε όλες τις διεθνείς χρηματοοικονομικές συναλλαγές,απαραίτητη προαπαιτούμενο («condition precedent») για την υπογραφή της οριστικής σύμβασης («closing») είναι η χορήγηση «γνωμοδοτήσεων» («legal opinions») των νομικών συμβούλων των συμβαλλομένων μερών[14] με τις οποίες βεβαιώνεται ότι η σύμβαση είναι έγκυρη και νόμιμη, απολύτως δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη, υπεγράφη από αρμόδια όργανα των συμβαλλομένων, δεν παρελείφθη καμιά τυπική διαδικασία και ότι επιμέρους κύριοι νομικοί όροι της σύμβασης είναι νόμιμοι και έγκυροι, όπως π.χ. η υπαγωγή σε αλλοδαπή δικαιοδοσία, η εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου, η παραίτηση από τυχόν ασυλίες κλπ. Ειδικά οι γνωμοδοτήσεις αυτές υπογράφονται βάσει σχεδίου- υποδείγματος (που αν κρίνεται αναγκαίο, μπορεί να τροποποιηθεί από τους υπογράφοντες) και επισυνάπτονται στη σύμβαση ως παράρτημα. Η αγγλοσαξωνική αυτή πρακτική αποσκοπεί στο να διασφαλίσει κατά το δυνατόν τους συμβαλλόμενους ως προς τη νομιμότητα και το κύρος της σύμβασης και να αποκλείσει το ενδεχόμενο υπαιτιότητάς τους για ακυρότητες που τυχόν εκ των υστέρων προκύψουν, αφού με τις χορηγηθείσες γνωμοδοτήσεις θεωρείται ότι εξάντλησαν όλα τα δυνατά μέσα πρόνοιας για τη σύναψη έγκυρης και νόμιμης σύμβασης.
Η διατύπωση λοιπόν της γνωμοδότησης (legal opinion) των μελών του ΝΣΚ για το επίμαχο ζήτημα, όπως κι αν ερμηνευτεί, δεν ασκεί καμιά επιρροή στο περιεχόμενο και την έννοια του άρθρου 14(5) της Σύμβασης, διότι θα ήταν αδιανόητο να ανατρέπεται ρητός όρος αυτής, πολύ περισσότερο να διευρύνεται η δηλωθείσα παραίτηση συμβαλλομένου από δικαιώματά του, με μια νομική γνωμοδότησηlegal opinions- στη γνωμοδότηση των μελών του ΝΣΚ όλες οι προτάσες αυτής , περιλαμβανομένης και της επίμαχης για την την ασυλία του Δημοσίου, εισάγονται με τη φράση «έχουμε τη γνώμη ότι: ……. » , η οποία, όπως τονίσθηκε, κατά πάγια διεθνή πρακτική συνοδεύει τη σύμβαση όχι για να λυθεί κάποιο νομικό ζήτημα, αλλά απλά και μόνο για να επιβεβαιωθεί από νομικούς η νομιμότητα και δεσμευτικότητα της σύμβασης και των επιμέρους όρων της. Σημειωτέον ότι –και φαίνεται έτσι και ο πιο πάνω χαρακτήρας των
Κατά συνέπεια εντελώς αβάσιμα οι καθηγητές εμπλέκουν την ως άνω γνωμοδότηση στην ερμηνεία του σαφούς όρου 14(5) της Σύμβασης ώστε να εξουδετερωθεί τελείως η ρητή επιφύλαξη που διατυπώνει το Δημόσιο ως προς τους κανόνες αναγκαστικού δικαίου.
5. Περιεχόμενο και έννομες συνέπειες της παρ. 5 του άρθρου 14 της Σύμβασης
Μετά τις παραπάνω διευκρινίσεις ως προς την έννοια του όρου «mandatory law» και τη λειτουργία των νομικών γνωμοδοτήσεων, ας επανέλθουμε για να διερευνήσουμε το πραγματικό περιεχόμενο και τις έννομες συνέπειες της κατά την πιο πάνω διάταξη παραίτησης του Δημοσίου από την ασυλία εκτέλεσης.
Η ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας διακρίνεται σε ασυλία δικαιοδοσίας, δηλ. δικαιοδοσία να εναχθεί ένα κράτος σε δικαστήρια άλλου κράτους και σε ασυλία εκτέλεσης, δηλ. δυνατότητα να γίνει συντηρητική ή αναγκαστική εκτέλεση (κατάσχεση, πλειστηριασμός κλπ.) περιουσιακών του στοιχείων.
α) Ως προς την ασυλία δικαιοδοσίας το Δημόσιο με τον όρο 14.2 αποδέχθηκε κάθε διαφορά από τη δανειακή σύμβαση να επιλύεται αποκλειστικά από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε). όπως δε αναφέρθηκε για την υπαγωγή αυτή στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Ε. δεν διατυπώνεται καμία αντίρρηση.
β) Ως προς την ασυλία αναγκαστικής εκτέλεσης που κυρίως ενδιαφέρει εν προκειμένω θα πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Η αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί εκδήλωση κρατικής κυριαρχίας την οποία κάθε κράτος διαφυλάσσει για τον εαυτό του. Ως επακόλουθο της φύσης αυτής της αναγκαστικής εκτέλεσης γίνεται παγίως δεκτό ότι η αναγκαστική εκτέλεση στην Ελλάδα διέπεται υποχρεωτικά και σε κάθε περίπτωση από το ελληνικό δίκαιο (δηλ. κατά βάση τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και τις ειδικές διατάξεις). Τούτο ισχύει ακόμη κι αν η αξίωση προς ικανοποίηση της οποίας γίνεται η εκτέλεση απορρέει από έννομη σχέση (π.χ. δάνειο) που διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο[15], όπως στην προκειμένη περίπτωση που η Σύμβαση ρυθμίζεται από το αγγλικό δίκαιο. Εξάλλου είναι σαφές ότι στο (δικονομικό) δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, εν προκειμένω το ελληνικό, περιλαμβάνονται και οι διατάξεις που ορίζουν τα πράγματα που δεν υπόκεινται σε κατάσχεση και πλειστηριασμό.
Με αυτό το δεδομένο σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης που θα επισπεύσουν οι δανειστές της Σύμβασης, δυνάμει απόφασης του Δ.Ε.Ε. στην Ελλάδα, δηλ. κατά περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια, θα εφαρμοσθεί το ελληνικό δίκαιο, χωρίς να ασκεί καμιά επιρροή ο όρος 14.1 της Σύμβασης με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι η Σύμβαση διέπεται και ερμηνεύεται σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο[16].
Τι προβλέπει όμως το ελληνικό δίκαιο;
Μέχρι το 2001 στη χώρα μας απαγορευόταν γενικά, δυνάμει του άρθρου 8 του Ν. 2097/52, η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου για την είσπραξη χρηματικών αξιώσεων, τόσο κατά της δημόσιας, όσο και κατά της ιδιωτικής περιουσίας του, δηλ δεν υπήρχε τρόπος να εξαναγκασθεί το Δημόσιο να εκληρώσει μια χρηματική οφειλή του που είχε επιδικασθεί με δικαστική απόφαση. Περί τα τέλη όμως της δεκαετίας του 1990 η απαγόρευση αυτή είχε κριθεί από ορισμένα δικαστήρια (με σύμφωνη σύσσωμη τη θεωρία) ότι αντέκειτο, όσον αφορά την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τη Διεθνή Σύμβαση για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ. Ενόψει αυτής της διαμορφωθείσας κατάστασης με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001 στο άρθρο 94 παρ. 4 εδ. γ΄ αυτού ορίσθηκε ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου όπως νόμος ορίζει. Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής επιταγής με το άρθρο 4 του ν.3068/2002 προβλέπεται ότι οποιοσδήποτε έχει μια αξίωση κατά του Δημοσίου (και διαθέτει “τίτλο εκτελεστό”), μπορεί να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά της (ακίνητης ή κινητής)ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, με κατάσχεση, πλειστηριασμό, κλπ., απαγορευομένης σε κάθε περίπτωση της κατάσχεσης της δημόσιας περιουσίας, ήτοι της περιουσίας που εξυπηρετεί άμεσα δημόσιους σκοπούς (π.χ. δημόσια κτήρια, κοινόχρηστα, όπλα κλπ)[17]. Οι πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 4 του ν.3068/2002 είναι αναμφισβήτητα αναγκαστικού δικαίου.
Συνοψίζοντας λοιπόν όσα έχουν εκτεθεί μέχρι αυτό το σημείο: α)Το Δημόσιο δεν παραιτήθηκε, σύμφωνα με την επιφύλαξη της παρ. 14(5) της Σύμβασης, από τις «ασυλίες» εκείνες που απορρέουν από κανόνες αναγκαστικού δικαίου, και β) οι διατάξεις του άρθρου 4 του ν.3068/2002 συνιστούν τέτοιους κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει αναγκαίως το συμπέρασμα ότι η επίμαχη παραίτηση του Δημοσίου δεν επεκτείνεται στην «ασυλία» του ως προς τη δημόσια περιουσία αυτού[18]και κατά συνέπεια οι αντισυμβαλλόμενοι (δανειστές) του Δημοσίου μπορούν να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση μόνο κατά περιουσιακών του στοιχείων που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του (π.χ.δημόσιες εκτάσεις,μη συμπεριλαμβανομένων όμως αιγιαλών και λοιπών κοινοχρήστων, μετοχές δημοσίων επιχειρήσεων, μερίσματα από αυτές κλπ), όπως επιτρέπει το ελληνικό δίκαιο σε οποιονδήποτε έχει μια (εκτελεστή) αξίωση κατά του Δημοσίου[19]. Τα λεγόμενα δε (όχι από τους καθηγητές) ότι το Δημόσιο δήθεν υποχρεώθηκε να υποθηκεύσει, ενεχυριάσει, δόσει εγγύηση κλπ την περιουσία του, είναι εντελώς αβάσιμα και προϊόν άγνοιας όσων τα υποστηρίζουν, καθόσον στη Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης ή στα μνημόνια δεν υφίσταται το παραμικρό έρεισμα που να δικαιολογεί και κατά τον ασθενέστερο τρόπο ένα τέτοιο ισχυρισμό.Αλλωστε είναι αυτονόητο ότι η ασυλία του Δημοσίου ως προς την αναγκαστική εκτέλεση κατά της δημόσιας περιουσίας του επεκτείνεται και στην υποθήκη ή το ενέχυρο επ’αυτής.
6. Σχετικά με την StateImmunityAct
Oι Κ. Χρυσόγονος, E. Μαριάς, και Γ. Κατρούγκλος αναφέρονται στο νόμο StateImmunityAct του 1978 του αγγλικού δικαίου, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, διέπει τη Σύμβαση. Το πρώτο που πρέπει να υπογραμμιστεί συναφώς είναι ότι το πεδίο εφαρμογής του νομοθετήματος αυτού περιορίζεται μόνο σε αναγκαστική εκτέλεση περιουσιακών στοιχείων του Ελληνικού Κράτους που βρίσκονται στο Ηνωμένο Βασίλειο, αφού όπως αναφέρθηκε η αναγκαστική εκτέλεση σε περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου που βρίσκονται στην Ελλάδα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο.Περαιτέρω το αγγλικό αυτό νομοθέτημα (που ρυθμίζει τόσο την ασυλία δικαιοδοσίας, όσο και την ασυλία εκτέλεσης) φαίνεται (άρθρο 13 παρ. 2 και 4) ότι στις περιπτώσεις που επιτρέπει την αναγκαστική εκτέλεση κατά του αλλοδαπού Δημοσίου, αυτή περιορίζεται μόνο κατά περιουσιακών στοιχείων αυτού που «χρησιμοποιούνται ή σκοπείται η χρησιμοποίησή τους για ιδιωτικούς-εμπορικούς σκοπούς» (iure gestionis), δηλ. για κάθε δραστηριότητα που δεν συνιστά άσκηση δημόσιας εξουσίας (iure imperii), όπως ορίζεται ο ιδιωτικός σκοπός στο άρθρο 3 παρ. 3(c) αυτού. Με άλλα λόγια και κατά το αγγλικό δίκαιο όταν επιτρέπεται αναγκαστική εκτέλεση κατά του αλλοδαπού δημοσίου αυτή περιορίζεται μόνο κατά περιουσιακών στοιχείων αυτού που εμπίπτουν κατά βάση στην αποκαλούμενη κατά το ελληνικό δίκαιο ιδιωτική περιουσίας του. Οι πιο πάνω διατάξεις της State Immunity Actσυνιστούν ασφαλώς «mandatory law» με επακόλουθο κατ’ εφαρμογή της επιφύλαξης της παρ 14(5) να μη θίγεται η ασυλία που απολαμβάνει και κατά το αγγλικό δίκαιο η δημόσια περιουσία της Ελλάδας που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θα πρέπει να προστεθεί ότι, όπως αποδέχονται και οι Κ. Χρυσόγονος και Κ. Μαυριάς, έχει διαμορφωθεί διεθνές έθιμο που απαγορεύει την αναγκαστική εκτέλεση περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου που εξυπηρετούν ή προορίζονται να εξυπηρετήσουν δημόσιους σκοπούς. Το διεθνές αυτό έθιμο έχει ήδη αποτυπωθεί και στη Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 2004 για τη δικαστική ασυλία των κρατών και των περιουσιακών τους στοιχείων (άρθρα 19 c και 21). Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, ανεξάρτητα από τα παραπάνω, και υπό τη δυσμενέστερη-απίθανηερμηνευτική εκδοχή της State Immunity Act σε σχέση με την παραίτηση του Δημοσίου, ότι δηλ. είναι επιτρεπτή η αναγκαστική εκτέλεση και κατά της δημόσιας περιουσίας αυτού, η πρακτική σημασία μιας τέτοιας δυνατότητας είναι αμελητέα, αφού περιορίζεται μόνο σε περιουσιακά στοιχεία της δημόσιας περιουσίας της Ελλάδας που βρίσκονται στο Ηνωμένο Βασίλειο (αν υπάρχουν).
7. Η Παραίτηση του Δημοσίου από περιουσιακές ασυλίες πάγια και απαρέγκλιτη διεθνής πρακτική
Προκειμένου να διαλυθούν οι εντυπώσεις που προκαλούν οι ισχυρισμοί των καθηγητών ότι η επίμαχη κατά άρθρο 14(5) παραίτηση του Δημοσίου αποτελεί πρωτοφανή ενέργεια[20], θα πρέπει να αναφερθούν και τα εξής:
Ο όρος ότι το Δημόσιο «παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει….» αποτελεί πάγιο και τυποποιημένο όρο («standardwording») σε διεθνείς χρηματοοικονομικές συμβάσεις αυτού του είδους. Γι’ αυτό και ο ίδιος όρος, με την ίδια κατά βάση διατύπωση περιλαμβάνεται σε όλες τις ανάλογες συμβάσεις που έχει συνάψει το Δημόσιο πριν το Μνημόνιο, όπως δάνεια σε αλλοδαπό νόμισμα (πριν την εισαγωγή του ευρώ), αποκρατικοποιήσεις (ΟΤΕ, ΕΤΕ, ΔΕΗ, ΟΠΑΠ, ΕΛΠΕ, κλπ), προμέτοχα, ανταλλάξιμες ομολογίες (exchangeables), τιτλοποιήσεις (securitizations), κλπ. Σε όλες ανεξαιρέτως αυτές τις συμβάσεις, που μπορούν να βρεθούν στα αρχεία του Υπουργείου Οικονομικών, εκτός από την παραίτηση από την ασυλία, έχουν περιληφθεί αντίστοιχοι όροι εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου (συνήθως αγγλικού ή αμερικανικού-Ν.Υ.) και δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου (συνήθως δικαστήρια Λονδίνου, ή Ν.Υόρκης), επισυνάπτονται δε ως παράρτημα οι γνωμοδοτήσεις των νομικών συμβούλων των συμβαλλομένων μερών, υπογραφόμενες ειδικά όσον αφορά το Δημόσιο, κατά περίπτωση, είτε από μέλος του ΝΣΚ, είτε από δικηγορικό γραφείο που προσλήφθηκε ειδικά για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Η μόνη διαφορά με τις προαναφερθείσες συμβάσεις είναι ότι σε εκείνες οι δανειστες του Δημοσίου είναι ιδιώτες (νομικά κατά κανόνα πρόσωπα), ενώ στη Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης είναι κράτη. Aναγκαίο επακόλουθο του εν λόγω χαρακτηριστικού της Σύμβασης είναι κατά τον Γ. Κασιμάτη να υπάγεται αυτή στο δημόσιο διεθνές δίκαιο και όχι σε ιδιωτικό δίκαιο, το γεγονός δε αυτό (σε συνδυασμό με το ότι δεν κυρώθηκε η Σύμβαση με νόμο, οπως κατά την άποψή του επιβαλλόταν από το Σύνταγμα) θεωρεί καταλυτικό για να υποστηρίξει ότι και οι όροι της παραγράφου 14(5) είναι άκυροι και ανυπόστατοι όπως και ολόκληρη η Σύμβαση. Εκφεύγει από το πλαίσιο του παρόντος σημειώματος η συζήτηση για τον νομικό χαρακτήρα της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης, εάν δηλ. είναι δημόσια διεθνής σύμβαση ή όχι και συνακόλουθα άν θα έπρεπε να κυρωθεί με νόμο. Τα ζητήματα αυτά, άκρως αμφισβητούμενα, έχουν εξαντλητικά αναλυθεί από τον Α. Μανιτάκη στη μελέτη του που αναφέρθηκε στην αρχή, στην οποία και παραπέμπουμε. Αυτό που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι ότι η μη κύρωση της Σύμβασης με νόμο -και αν θεωρηθεί ότι απαιτέιτο- δεν ασκεί καμιά επιρροή στο κύρος και τη δεσμευτικότητα αυτής[21]. Οπως όμως και να έχει το πράγμα, ο πυρήνας της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης είναι ότι τα χορηγηθέντα ποσά δόθηκαν στην Ελλάδα όχι ως δωρεάν επιχορήγηση ή ενίσχυση, αλλά ως δάνειο ενόψει της αδυναμίας της να δανεισθεί αυτή από τις αγορές. Δεν γεννάται λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι η επίμαχη σύμβαση κατά περιεχόμενο συνιστά αδιαμφισβήτητα σύμβαση δανείου, στην οποία, όπως σε κάθε δάνειο, ο δανειολήπτης υποχρεούται να αποδόσει στο δανειστή τα ποσά που δανείστηκε με τον τυχόν συμφωνηθέντα τόκο, ο δε δανειστής δικαιούται σε περίπτωση άρνησης ή αδυναμίας επιστροφής των δανεισθέντων ποσών να καταφύγει κατά τους όρους του νόμου σε αναγκαστική εκτέλεση κατά του δανειολήπτη, ακριβώς δε το ενδεχόμενο αυτό ρυθμίζεται ειδικά, λόγω της ιδιότητας του δανειολήπτη ως κράτους, στο άρθρο 14(5) της Σύμβασης. Γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο και η δομή και οι όροι της είναι πανομοιότυποι με αυτούς μιας διεθνούς δανειακής σύμβασης που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο.
8.Συμπέρασμα
Συμπερασματικά λοιπόν στους δανειστές μας στη Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης (ήτοι τα κράτη της Ευρωζώνης) αναγνωρίσθηκαν τα ίδια ακριβώς δικαιώματα που η έννομη τάξη της Ελλάδας απονέμει σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει μια χρηματική αξίωση κατά του Δημοσίου[22]. Απολύτως τίποτα περισσότερο. Τα περί κινδύνου κατασχέσεων και πλειστηριασμών σχολείων, όπλων, υποθηκεύσεων περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου, και πολύ περισσότερο κατάλυσης της εθνικής κυριαρχίας κλπ., απλώς δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Θα ήταν δε ακατανόητο να απαιτούμε από τα κράτη-δανειστές μας, στα οποία προσφύγαμε για βοήθεια και τα οποία μας δανείζουν τα χρήματα των λαών τους, να βρίσκονται ως προς την εξασφάλησή τους σε δυσμενέστερη σχέση από τους ιδιώτες δανειστές του Δημοσίου (τράπεζες, επιχειρήσεις, φυσικά πρόσωπα κλπ).
Όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω περιορίζονται αυστηρά στην ανάλυση από καθαρά νομική σκοπιά του όρου της παραγράφου 4 του άρθρου 14 της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης και την περιγραφή των πραγματικών εννόμων συνεπειών που συνεπάγεται για την Ελλάδα, προκειμένου να δειχθεί ότι από την παραίτηση του Δημοσίου δυνάμει του ως άνω όρου δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο η δημόσια περιουσία του, ούτε η εθνική κυριαρχία της χώρας. Από τη σχετική ανάλυση όμως δεν πρέπει να συναχθεί οποιαδήποτε αξιολογική κρίση ως προς την αναγκαιότητα σύναψης της Σύμβασης, τους επιμέρους ουσιαστικούς όρους αυτής (επιτόκιο, διάρκεια κ.α.), την εξάρτηση της εκτέλεσής της από το Μνημόνιο, πολύ περισσότερο το ίδιο το Μνημόνιο και το περιεχόμενό του. Οι απόψεις επίσης που υποστηρίχθηκαν δεν σημαίνουν ότι το Μνημόνιο και οι επιμέρους όροι του, όπως και διατάξεις εφαρμοστικών αυτού νόμων, δεν παρουσιάζουν προβλήματα συνταγματικότητας, ούτε ότι τα μέσα αντιμετώπισης της δεινής κρίσης στην οποία έχει περιπέσει η Ελλάδα δεν συνεπάγονται τουλάχιστον de facto σοβαρούς και ενδεχομένως βάναυσους περιορισμούς της εθνικής της κυριαρχίας. Τα υπαρκτά όμως αυτά ζητήματα δεν μπορούν να επηρεάζουν την επιστημονική ερμηνεία και συνακόλουθη πολιτική αξιολόγηση του άρθρου 14 της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης.
Παραρτήματα:
ιι ψήφιση του νέου «Μνημονίου»συνιστά εκτροπή από τη συνταγματική, την ευρωπαϊκή και τη διεθνή νομιμότητα
Η κοινή δήλωση από τους καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου, Γιώργο Κασιμάτη, Ομότιμου Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, Ανδρέα Δημητρόπουλου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργο Κατρούγκαλου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θράκης, Ηλία Νικολόπουλου, Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου και Κώστα Χρυσόγονου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
——————————————————————————–
«Αισθανόμαστε την υποχρέωση να επισημάνουμε προς τη Βουλή και τον ελληνικό λαό ότι το κείμενο, το οποίο καλείται σήμερα να ψηφίσει η λαϊκή αντιπροσωπεία, παραβιάζει κατάφωρα θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος και του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου για τους λόγους που ακολουθούν:
Η παρούσα Βουλή εκλέχθηκε τον Οκτώβριο του 2009 κάτω από εντελώς διαφορετικές πολιτικές προϋποθέσεις και η λαϊκή εντολή προς αυτή, κατά την έννοια του άρθρου 41 του Συντάγματος, ήταν διαμετρικά αντίθετη από όσα προβλέπει τώρα το κατατεθειμένο κείμενο. Λείπει, συνεπώς, η δημοκρατική νομιμοποίηση για την ψήφισή του.
Το περιεχόμενο του κειμένου, που καλείται να ψηφίσει η Βουλή είναι προϊόν οικονομικού και πολιτικού εκβιασμού, εκ μέρους των εκπροσώπων των δανειστών, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου (άρθρο 52 της Διεθνούς Σύμβασης της Βιέννης του 1969).
Το κείμενο που κατατέθηκε για ψήφιση δεν αποτελεί κατά το Σύνταγμα ούτε σχέδιο νόμου, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνει διατάξεις νομοθετικού περιεχομένου ούτε σχέδιο νόμου κυρωτικού διεθνούς σύμβασης, δεδομένου ότι δεν περιέχει το υπογεγραμμένο κείμενο της διεθνούς σύμβασης. Πρόκειται για κείμενο προγράμματος, που επιχειρείται να δεσμεύσει ανεπίτρεπτα επί δεκαετίες το μέλλον της χώρας. Παρουσιαζόμενο, συνεπώς, ως δεσμευτικό κείμενο νόμου, παραβιάζει την αντιπροσωπευτική αρχή και την κατά το Σύνταγμα άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας (άρθρο 26 Σ).
Το κείμενο επιχειρείται να υπερψηφιστεί κατά παράβαση του άρθρου 29 του Συντάγματος, στο βαθμό που επιβάλλεται κομματική πειθαρχία χωρίς προηγούμενη εσωτερική ψηφοφορία και απόφαση συλλογικών κομματικών οργάνων.
Η πρόβλεψη ότι οι νέες δανειακές συμβάσεις θα ισχύουν από την υπογραφή τους, χωρίς κύρωση από την Βουλή, παραβιάζει τα άρθρα 28 παρ. 2 και 36 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς και το διεθνές δίκαιο.
Οι συνταγματικές και οι διεθνούς δικαίου εγγυήσεις σεβασμού και προστασίας της εθνικής κυριαρχίας προσβάλλονται επιπλέον: (α) Με την επανάληψη –όπως και στη Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης της 10.5.2010- της ρήτρας παραίτησης από τις ασυλίες της εθνικής κυριαρχίας, (β) με τον υπερδανεισμό της χώρας και την άμεση στέρηση της δυνατότητας ικανοποίησης των βασικών αναγκών του ελληνικού λαού και της αξιοπρεπούς διαβίωσης των Ελλήνων πολιτών, (γ) με τη σώρευση «επαχθούς» δανεισμού και (δ) με την εφαρμογή του αγγλικού δικαίου και όχι του δημοσίου διεθνούς δικαίου που διέπει τις διεθνείς συμβάσεις των κρατών. Συνεπώς, το κείμενο που καλείται η Βουλή να ψηφίσει παραβιάζει στον πυρήνα τους τις συνταγματικές εγγυήσεις της εθνικής κυριαρχίας, της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής (άρθρο 1 του Συντάγματος).
Τα μέτρα που προβλέπει το προς ψήφιση κείμενο ότι θα επιβληθούν στον ελληνικό λαό παραβιάζουν τις αρχές της ισότητας των βαρών, του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και τις εγγυήσεις των κοινωνικών δικαιωμάτων των Ελλήνων (άρθρα 22 και 23 του Συντάγματος). Παραβιάζουν επίσης θεμελιώδεις εγγυήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας (του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων) και του διεθνούς δικαίου, καθώς και εγγυήσεις του διεθνούς εργατικού δικαίου.
Η ψήφιση του νομοσχεδίου συνιστά, συνεπώς, εκτροπή από τη συνταγματική, την ευρωπαϊκή και τη διεθνή νομιμότητα».
ΙΙ ΣΥΜΒΑΣΗ 2010
14. ΕΦΑΡΜΟΣΊΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣ1Α
(Ι) Η παρούσα Σύμβαση καθώς και κάθε εξωσυμβατική υποχρέωση που τυχόν προκύψει από την παρούσα ή σε σχέση με
την παρούσα Σύμβαση, διέπεται και ερμηνεύεται σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο.
(2) Οι συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να υποβάλουν οποιαδήποτε διένεξη προκύψει σχετικά με τη
νομιμότητα, την ισχύ, την ερμηνεία ή την εκτέλεση της παρούσας Σύμβασης στην αποκλειστική δικαιοδοσία του
Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(3) Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πλήρως δεσμευτικές και εκτελεστές από τα
συμβαλλόμενα μέρη.
(4) Οι Δανειστές μπορεί να εκτελέσουν ή να επιδιώξουν να εκτελέσουν οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ορίζεται στην παρούσα ή άλλα δικαιώματα κατά του Δανειολήπτη στα δικαστήρια της
χώρας τον Δανειολήπτη.
(5) Με την παρούσα ο Δανειολήπτης αμετάκλητα και άνευ όρων παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να
αποκτήσει, όσον αφορά τον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία, από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα
Σύμβαση, περιλαμβανομένων, χ(ορίς περιορισμούς, της ασυλίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση
ή άλλη διαταγή, κατάσχεση, αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή προσωρινή διαταγή, και όσον αφορά την
εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δεν το απαγορεύει αναγκαστικός νόμος.
13 Εφαρμοστεο Δικαιο Και Αρμοδια Δικαστηρια
Η παρούσα Σύμβαση και κάθε εξωσυμβατική αξίωση που γεννάται σε σχέση με αυτή θα διέπονται και θα ερμηνεύονται σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο.
(1) Τα Μέρη υποχρεούνται να υπαγάγουν κάθε διαφορά που ενδέχεται να προκύψει σε σχέση με τη νομιμότητα, εγκυρότητα, ερμηνεία ή εκτέλεση της παρούσας Σύμβασης στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.
(2) Ο Όρος 13(2) εφαρμόζεται προς όφελος του ΕΤΧΣ. Κατά συνέπεια, τίποτε από όσα αναφέρονται στον όρο 13(2) δεν εμποδίζει το ΕΤΧΣ από το να εκκινήσει διαδικασίες αντιδικίας (οι “Διαδικασίες“) στα δικαστήρια του Επωφελούμενου Κράτους Μέλους ή του εφαρμοστέου δικαίου της παρούσας Σύμβασης και το Επωφελούμενο Κράτος Μέλος αποδέχεται αμετάκλητα την υπαγωγή στην αρμοδιότητα των ανωτέρω δικαστηρίων. Στο μέτρο που το επιτρέπει ο νόμος, το ΕΤΧΣ θα μπορεί να εκκινήσει παράλληλες Διαδικασίες σε περισσότερες από μια από τις ανωτέρω δικαιοδοσίες.
(3) Το Επωφελούμενο Κράτος Μέλος και η Τράπεζα της Ελλάδος παραιτούνται με την παρούσα αμετάκλητα και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμα ασυλίας που ήδη έχουν ή μπορεί να δικαιούνται σε σχέση με τους ίδιους και τα περιουσιακά τους στοιχεία έναντι δικαστικών ενεργειών σχετικά με την παρούσα Σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά από κάθε δικαίωμα ασυλίας έναντι άσκησης αγωγής, έκδοσης δικαστικής απόφασης ή άλλης διάταξης, κατάσχεσης, εκτέλεσης ή ασφαλιστικού μέτρου και έναντι κάθε εκτέλεσης ή αναγκαστικού μέτρου σε βάρος των περιουσιακών τους στοιχείων στο μέτρο που αυτό δεν απαγορεύεται από αναγκαστικό νόμο.


[1]Βλ. Γ. Κασιμάτης «Οι Συμφωνίες Δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ», εκδ. ΔΣΑ Σεπτ. 2011, σελ. 21-30, Κ. Χρυσόγονος ΝοΒ 58, σελ.1353-1359, Ε. Μαριάς ΝοΒ 58 σελ. σελ.2220-2221 και Γ. Κατρούγκαλος ΝοΒ 59 σελ. 225.
[2] Κατά τον Γ. Κασιμάτη ο όρος είναι «παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή σεβασμού της κυριαρχίας του κράτους, απειλεί, θέτει σε κίνδυνο και προσβάλλει στον πυρήνα τους τα κυριαρχικά δικαιώματα, την ίδια την κυριαρχία και την υπόσταση της χώρας», κατά τον Κ. Χρυσόγονο «θα μπορούσε να διατυπωθεί το συμπέρασμα πως η δανειακή αυτή σύμβαση θέτει μεσοπρόθε­σμα σε διακινδύνευση ακόμη και τα αναγκαία μέσα άσκησης της εθνικής μας κυριαρχίας, δηλ. στην πραγματικότητα την ίδια την κυρίαρχη κρατική υπόσταση της Ελληνικής Δημοκρατίαςde facto εκχώ­ρηση της εξωτερικής οικονομικής κυριαρχίας κα­τά κατάφωρη παραβίαση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας δεν έχει προηγούμενο στη συνταγματική μας ιστορία» . » και κατά τον Γ. Κατρούγκαλο «Η σύμβαση αυτή συνιστά
[3]Ρητά ο Κ. Χρυσόγονος γράφει ότι με βάση τη Σύμβαση θα υπόκειται σε κατάσχεση « ο οπλισμός και οι εγκαταστάσεις των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, τα κτίρια όπου στεγάζονται και λειτουργούν τα άμεσα όργανα του κράτους κ.ο.κ.», ο δε Γ. Κασιμάτης στην εφημερίδα «Παρόν» της 19-6-2011 κάνει λόγο περί «μνημείων φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος κ.λπ»
[4] «Τα Συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου ενόψει της μοιρασμένης κρατικής κυριαρχίας και της επιτηρούμενης δημοσιονομικής πολιτικής» στον ιστότοπο www.constitutionalism.gr
[5] « Οταν οι συνταγματολόγοι πλέουν σε διεθνή ύδατα» στον πιο πάνω ιστότοπο
[6] «Του πιο απαράδεκτου και επονείδιστου όρου της δανειοδότησης» κατά τον Γ. Κασιμάτη
[7] Βλ.άρθρο του στην εφημερίδα «Παρόν» της 19-6-2010
[8] Το πλήρες κείμενο του όρου της Σύμβασης έχει ως εξής: «Με την παρούσα ο Δανειολήπτης αμετάκλητα και άνευ όρων παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει, όσον αφορά τον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία, από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, της ασυλίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή, κατάσχεση, αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή προσωρινή διαταγή, και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δεν το απαγορεύει αναγκαστικός νόμος» και κατά το αγγλικό πρωτότυπο: « TheBorrowerherebyirrevocablyandunconditionallywaivesallimmunitytowhichitisormaybecomeentitled, inrespectofitselforitsassets, fromlegalproceedingsinrelationtothisAgreement, including, withoutlimitation, immunityfromsuit, judgementorotherorder, fromattachment, arrestorinjunctionpriortojudgement, andfromexecutionandenforcementagainstitsassetstotheextentnotprohibitedbymandatorylaw».
[9] Οπως άλλωστε και η αγγλική λέξη «enforcement» (=αναγκαστικό μέτρο) έχει αποδοθεί με την άσχετη λέξη «επιβολή»
[10] Βλ. Λεξικά Νομικών Όρων Σταφυλίδη και Χ. Σταμέλου και Δ Χατζημανώλη εκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης
[11]http://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=1950670
[12] Με επιχείρημα ότι στο Διεθνές Δίκαιο χρησιμοποιείται ο όρος «peremptory» για να αποδοθεί η έννοια των κανόνων αναγκαστικού δικαίου, o οποίος όμως, όπως αναφέρθηκε, δίδεται από τα αγγλικά λεξικά ως συνώνυμος του όρου «mandatory».
[13]Η σχετική παράγραφος της γνωμοδότησης των δύο νομικών συμβούλων του ΝΣΚ αναφέρει τα εξής: «Ούτε ο Δανειολήπτης ούτε τα περιουσιακά του στοιχεία έχουν ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας ή διαφορετικά λόγω δικαιοδοσίας, κατάσχεσης –συντηρητικής ή αναγκαστικής– εκτέλεσης σε σχέση με οποιαδήποτε ενέργεια ή διαδικασία σχετικά με τη Σύμβαση».
[14]Ειδικά για τις δανειακές συμβάσεις αρκεί γνωμοδότηση μόνο του νομικού συμβούλου του δανειολήπτη
[15] Βλ. Μπρίνια “Αναγκαστική Εκτέλεση” σελ. 41-44, και Γεσίου-Φαλτσή “Αναγκαστική Εκτέλεση” σελ. 259 και 262 και πρόσφατα Ροζάκης στο Βήμα 22-1-2012 «Γιατί η Ελλάδα δεν πρέπει να φοβάται το Αγγλικό Δίκαιο»
[16] Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο Π. Γκλαβίνης (ό.π. σελ.5-6 ) επικαλούμενος ορθά τα άρθρα 280 και 299 εδ.β της Σύμβασης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΣΛΕΕ) από τα οποία προκύπτει σαφώς ότι η αναγκαστική εκτέλεση απόφασης του ΔΕΕ «διέπεται από τις διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας που ισχύει στο κράτος, στην επικράτεια του οποίου γίνεται».
[17] Η παρ.1 του άρθρου 4 του ν.3068/2002 έχει ως εξής: «Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού».
[18] Από αυτή την άποψη δεν θα άλλαζε τίποτα ως προς την αναγκαστική εκτέλεση στην Ελλάδα και αν είχε παραλειφθεί η επίμαχη επιφύλαξη του «mandatory law» στο άρθρο 14(5) της Σύμβασης, καθόσον κατά το ελληνικό τουλάχιστον δίκαιο ο παραμερισμός κανόνων αναγκαστικού δικαίου με αντίθετη συμφωνία δεν είναι επιτρεπτός και συνεπάγεται ακυρότητα αυτής.
[19] Ο Γ.Κασιμάτης στο πιο πάνω άρθρο του στο «Παρόν» προβάλλει, με βάση την άποψή του ότι η Σύμβαση υπάγεται στο διεθνές δημόσιο δίκαιο, ότι «η ευθύνη της Ελλάδας από μια διεθνή σύμβαση περιορίζεται μόνο από τις ασυλίες που αναγνωρίζει το «αναγκαστικό δίκαιο» (juscogens) του δημοσίου διεθνούς δικαίου και όχι από τα προνόμια και τις ασυλίες που προβλέπει το ελληνικό «αναγκαστικό δίκαιο», που εφαρμόζεται στις ιδιωτικές συμβάσεις». Δεν διευκρινίζει όμως ποιοί είναι αυτοί οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου του δημοσίου διεθνούς δικαίου, και ποιές βάσει αυτών των κανόνων οι έννομες συνέπειες του άρθρου 14(5). Και εν πάση περιπτώσει ερωτάται υπάρχει περίπτωση το δημόσιο διεθνές δίκαιο να επιτρέπει αναγκαστική εκτέλεση της δημόσιας περιουσίας, πράγμα που απαγορεύει το ελληνικό δίκαιο;Η σαφής όμως διατύπωση του άρθρου 14(5) δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι τούτο αναφέρεται στις ασυλίες του Δημοσίου κατά το εκάστοτε εφαρμοστέο δίκαιο, αφού ρητά ορίζει ότι το Δημόσιο παραιτείται των ασυλιών του με εξαίρεση τους κανόνες αναγκαστικού δικαίου «όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή (executionandenforcement) κατά των περιουσιακών στοιχείων του».Εφαρμοστέο δε δίκαιο στην αναγκαστική εκτέλεση είναι παντού το εθνικό (δικονομικό) δίκαιο της χώρας στην οποία επισπεύδεται η εκτέλεση και στην Ελλάδα ο Κ.Πολ.Δ., ως προς δε το Δημόσιο και το άρθρο 4 του ν.3068/2002.
[20] Κατά τον Γ. Κασιμάτη ο όρος είναι «πρωτοφανής στις διεθνείς οικονομικές συνθήκες των σύγχρονων δημοκρατιών» κατά τον Γ. Κατρούγκαλο « δεν έχει προηγούμενο στη συνταγματική μας ιστορία»
[21] Εάν τώρα οι όροι της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης είναι άκυροι , όπως διατείνεται ο Γ. Κασιμάτης και όσοι τον ακολουθούν, τότε, όπως παρατηρεί αφοπλιστικά ο Α. Μανιτάκης, «τόσο το χειρότερο για τους δανειστές, δεν θα εφαρμοστούν από τα ελληνικά δικαστήρια αλλά ούτε και το ΔΕΚ, που είναι το Δικαστήριο από τις διαφορές της Σύμβασης. Αυτοί πρέπει να ανησυχούν για μη εκτέλεση της σύμβασης και όχι το ελληνικό δημόσιο που είναι οφειλέτης, αφού άλλωστε δικαστής της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι δυνάμει της δανειακής σύμβασης τα ελληνικά δικαστήρια».
[22]Και ο Γ. Κασιμάτης θεωρεί απολύτως δικαιολογημένη και λογική μια δανειακή σύμβαση που να απολήγει σε αυτό το αποτέλεσμα πράγμα όμως που κατά τη γνώμη του δεν συντρέχει με τη Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης. Γράφει συγκεκριμένα «Οι Δανειστές της Ελλάδας θα ήταν λογικό και σύμφωνο με το δίκαιο να έχουν τα δικαιώματα διασφάλισης και ικανοποίησης των απαιτήσεών τους που έχει κάθε ιδιώτης δανειστής του κράτους: δηλαδή τα δικαιώματα ασφαλιστικών μέτρων και αναγκαστικής εκτέλεσης κατά περιουσιακών στοιχείων του κράτους που δεν έχουν σχέση με την εθνική κυριαρχία και με απαγορεύσεις δημόσιας τάξης –όπως ισχύει σε όλες τις ευνομούμενες χώρες».

Ταξιδιωτικές Οδηγίες για το Συμπόσιο του Ομίλου Μάνεση στην Κωνσταντινούπολη


Ταξιδιωτικές Οδηγίες για το Συμπόσιο του Ομίλου Μάνεση στην Κωνσταντινούπολη

ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

Για τους συμμετέχοντες στο συνέδριο του Ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης
Ορισμένες προτάσεις…
– Αγία Σοφία
– Μπλε Τζαμί
– Μεγάλη Αγορά
– Αγορά Μπαχαρικών
– Παλάτι Ντολμαμπαχτσέ
– Παλάτι Τοπκαπί
– Τζαμί Σουλεϊμανιγιέ
– Οικουμενικό Πατριαρχείο, Φανάρι
– Μονή της Χώρας
– Μονή της Παμμακαρίστου
– Πολεμικό Μουσείο
– Πύργος του Γαλατά
Αξίζει
– Να κάνετε βόλτα στα παραθαλάσσια προάστεια. Προτιμήστε: Ortaköy, Bebek, Yeniköy.
– Να επισκεφτείτε τα καφενεία κάτω από την γέφυρα του Γαλατά.
– Να επισκεφτείτε το προάστειο Kuzguncuk στην ασιατική πλευρά. Εκκλησία, Τζαμί και Συναγωγή στην ίδια πλατεία. Στη συνέχεια, απολαύστε νοστιμότατο ψάρι στο “Kosinitza” (Icadiye Caddesi Bereketli Sokak 2A, Τηλ.: (0090) 216 334 04 00).
– Να χαλαρώσετε στο πιο οργανωμένο δημόσιο hamam της πόλης, το “Cağaloğlu Hamamı”.
– Για τους λάτρεις του shopping, ένα ταξί με κατεύθυνση το μεγαλύτερο mall… λέγεται Istinye Park.
Διαμονή
Σε οποιοδήποτε κατάλυμα γύρω από την πλατεία Taxim ή τον κεντρικό πεζόδρομο της Istiklal («Μεγάλη Οδός του Πέραν»). Και τούτο διότι από την πλατεία Taxim ξεκινούν κάθε μισή ώρα δωρεάν λεωφορεία για τις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου του Bilgi, όπου θα διεξαχθούν οι δύο πρώτες ημέρες του Συνεδρίου. Επίσης, από την πλατεία Taxim μπορείτε να πάρετε το υπόγειο τελεφερίκ που θα σας οδηγήσει απευθείας στην αποβάθρα του Kabatas για να επιβιβαστείτε στα βαπόρια για την Χάλκη (η τρίτη και τελευταία ημέρα του Συνεδρίου θα διεξαχθεί στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης).
Σε περίπτωση που έχετε δυσκολίες, ρίξτε μια ματιά στο: http://www.thehouseapart.com.
Φαγητό
Lebiderya. Για καφέ, ποτό και φαγητό στην ταράτσα του ξενοδοχείου Richmond, επί της Istiklal. (Istiklal Caddesi 445, Beyoğlu, Τηλ.: (0090) 212 293 49 89).
Yelken. Για φρέσκο ψάρι στο προάστειο Yeniköy. (Köybaşı Caddesi 109, Yeniköy, Τηλ.: (0090) 212 299 79 85).
zelbahçe Restaurant. Μαγειρείο στη chic γειτονιά Nişantaşı. (Güzelbahçe Sokak 12, Nişantaşı, Τηλ.: (0090) 212 247 77 86).
Imroz. Οι καλύτερες μεζέδες της Πόλης. (Nevizade Sokak 24, Τηλ.: (0090) 212 249 9073).
Balikci Sabahatin. Γνωστό μεζεδοπωλείο και ψαράδικο προς την παραλία του Μαρμαρά. (Seyit Hasan Kuyu Sokak, Cankurtaran Caddesi, Sultanahmet, Τηλ.: (0090) 212 458 18 24).
Cezayir. Στυλάτο bar/restaurant σε ένα παλιό Ιταλικό Σχολείο. (Hayriye Caddesi 16, Galatasaray, Τηλ.: (0090) 212 245 99 80).
Kafe Ara. All-day στέκι. Δεν σερβίρουν αλκοόλ. Τα sous-plats είναι φωτογραφίες του Ara. Στο πεζόδρομο της Istiklal, ό,τι πρέπει για να φορτώσετε τις μπαταρίες σας. (Tosbaga Sokak 8A, Galatasaray, Τηλ.: (0090) 212 245 41 05).
Μία στάση για καφέ…
Bebek Kahvesi. Ζεστή ατμόσφαιρα σε μία όμορφη συνοικία της πόλης. Οι Νεότουρκοι παίζουν τάβλι και βγάζουν το σκύλο τους βόλτα. (Cevdet Paşa Caddesi 137, Bebek, Τηλ.: (0090) 212 257 54 02).
Bebek Koru Kahvesi. Λίγο πιο κάτω από τοBebek Kahvesi. Κομψό περιβάλλον. Δοκιμάστε σαλάτα! (Cevdet Paşa Caddesi 120, Bebek, Τηλ.: (0090) 212 287 56 07).
Bedesten Café & Patisserie. Για να κάνετε διάλειμμα από την περιήγησή σας στο Μεγάλο Παζάρι. (Cevahir Bedesten 143-151, Grand Bazaar, Τηλ.: (0090) 212 520 22 50).
House Café. Η αγαπημένη μας αλυσίδα. Όπου τα βρείτε, κυρίως στην Istiklal, μη διστάσετε να μπείτε. Σας συνιστούμε και το House Café στο Ortaköy, απέναντι από ένα πανέμορφο Τζαμί δίπλα στον Βόσπορο («Πολίτικη κουζίνα»).
Νυχτερινή διασκέδαση
Reina Night Club. Η απόλυτη εμπειρία στο clubbing. Απίστευτη θέα. Να το προτιμήσετε! (Muallim Naci Caddesi 44, Kuruçeşme, Τηλ.: (0090) 212 259 59 19).
Şamdan. Μικρό αλλά ιδιαίτερα δημοφιλές. (Nispetiye Caddesi 30, Etiler, Τηλ.: (0090) 212 263 48 98).
360Istanbul. Κεντρικό bar, σε όροφο ιστορικού κτηρίου επί της Istiklal. (Istiklal Caddesi 311, Beyoğlu, Τηλ.: (0090) 212 251 10 42).
Για λουκούμια και μπαχαρικά…
Ali Muhiddin Hacı Bekir Confectioners. Τα καλύτερα λουκούμια από το 1777. (Parmakkapı Beyoğlu, Τηλ.: (0090) 212 244 28 04).
Ayfer Kaur. Μπαχαρικά και βότανα. (Egyptian Spice Bazaar 7, Eminönü, Τηλ.: (0090) 212 522 45 23).
Χρήσιμες Πληροφορίες
– Για Έλληνες υπηκόους, δεν απαιτείται visa.
– Συνάλλαγμα (Τουρκική λίρα) μπορείτε να κάνετε στο αεροδρόμιο με την άφιξή σας, σε τράπεζες, σε ανταλλακτήρια συναλλάγματος, σε μεγάλα ξενοδοχεία και με την κάρτα σας πραγματοποιώντας ανάληψη μετρητών από ΑΤΜ. Ευρώ και δολάρια USA γίνονται δεκτά στα παζάρια και επιλεγμένα καταστήματα.
– Ο κωδικός κλήσης για Ελλάδα είναι: 0030. Ο κωδικός κλήσης για Τουρκία: 0090.
– Φτάνοντας στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης, προτιμήστε τα πορτοκαλί taxi για να μεταβείτε στο ξενοδοχείο. Η απόσταση από το αεροδρόμιο στο κέντρο της πόλης είναι 25 χλμ.
– Για τις μετακινήσεις σας στην Κωνσταντινούπολη, προτείνουμε να περπατήσετε όσο μπορείτε… είναι ο καλύτερος τρόπος να γνωρίσετε την πόλη. Όποτε κουραστείτε ή η απόσταση δεν επιτρέπει την πεζοπορία, χρησιμοποιείστε άφοβα τα taxi της πόλης. Έχουν έντονο κίτρινο χρώμα, είναι οικονομικά και τα σταματάτε όπου θέλετε. Βεβαιωθείτε μόνο ότι λειτουργεί το ταξίμετρο.
– Όπως και στην Ελλάδα, η τάση του ηλεκτρικού ρεύματος είναι 220 V. Οι πρίζες είναι διπολικές.
– Δεν υπάρχει διαφορά ώρας με την Ελλάδα.
– Οι τράπεζες λειτουργούν από τις 8.30 πμ ως τις 12 το μεσημέρι και από τη 1.30 ως τις 5.00 μμ. Για τις ημέρες και ώρες λειτουργίας των μουσείων, παρακαλείστε να απευθυνθείτε μεμονωμένα σε κάθε μουσείο.
– Για την είσοδό σας σε τζαμί, πρέπει να βγάλετε τα παπούτσιά σας και οι γυναίκες να καλύψουν το κεφάλι τους. Μαντήλια διατίθενται σε κάθε τέμενος… μερικές κυρίες προτιμούν να έχουν δικό τους μαντήλι στη τσάντα τους.

Πρόγραμμα ΙΔ΄ Συμποσίου του Ομίλου «Μάνεση» στην Κωνσταντινούπολη, 28, 29, 30 Απριλίου


Πρόγραμμα ΙΔ΄ Συμποσίου του Ομίλου «Μάνεση» στην Κωνσταντινούπολη, 28, 29, 30 Απριλίου

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Ασκούμενοι δικηγόροι και ελευθερία εγκατάστασης: Σχόλιο με αφορμή τις ΣτΕ Ολ. 2770-2771/2011

της Βασιλικής Κόκοτα

Ασκούμενοι δικηγόροι και ελευθερία εγκατάστασης: Σχόλιο με αφορμή τις ΣτΕ Ολ. 2770-2771/2011

Στις σχολιαζόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας η υποχρέωση πραγματοποίησης δεκαοκτάμηνης πρακτικής άσκησης, την οποία επιβάλλει η ελληνική νομοθεσία (Κώδικας περί Δικηγόρων) ως προϋπόθεση για τη μετέπειτα άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος[1], συμπλέκεται με το ζήτημα της αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων που επιτάσσουν οι κανόνες του ενωσιακού δικαίου. Η Ολομέλεια επιχειρεί με τις δύο σχολιαζόμενες αποφάσεις να αποσαφηνίσει το καθεστώς στο οποίο υπάγεται η πρακτική άσκηση των δικηγόρων αναφορικά με τις εφαρμοστέες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, ενώ, παράλληλα, επαναφέρει το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης των τίτλων σπουδών[2], αποφαινόμενη ότι η τελευταία και μόνο αρκεί για την εγγραφή του ενδιαφερομένου στα μητρώα ασκουμένων του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Αμφότερες οι υποθέσεις που απασχόλησαν την Ολομέλεια παρουσίαζαν σύνδεσμο με το ενωσιακό δίκαιο, καθώς οι αιτούντες την ακύρωση της πράξης, μολονότι ημεδαποί, κατείχαν τίτλους σπουδών που αποκτήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος[3]. Τους ενωσιακούς τίτλους σπουδών επικαλέσθηκαν οι ενδιαφερόμενοι προκειμένου να επιτύχουν στη μία περίπτωση την εγγραφή στα μητρώα ασκουμένων (ΣτΕ Ολ. 2770/2011), στην άλλη τη λήψη πιστοποιητικού πραγματοποίησης της άσκησης, δεδομένου ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση ο ενδιαφερόμενος είχε ήδη επιτύχει την εγγραφή του στα μητρώα ασκουμένων, κάνοντας χρήση του ενωσιακού τίτλου σπουδών και είχε στο μεταξύ ολοκληρώσει την προβλεπόμενη δεκαοκτάμηνη πρακτική άσκηση (ΣτΕ Ολ. 2771/2011). Ελέγχοντας τη νομιμότητα των πράξεων της οικείας επαγγελματικής ένωσης (Δικηγορικού Συλλόγου), η Ολομέλεια αποφάνθηκε με τις σχολιαζόμενες αποφάσεις ότι η υποχρεωτική δεκαοκτάμηνη πρακτική άσκηση, που προηγείται της συμμετοχής στις εξετάσεις για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος, δεν εμπίπτει στην έννοια του «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος», την οποία καθιερώνει το παράγωγο ενωσιακό δίκαιο που αφορά στην αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη δραστηριότητα να μην υπόκειται ratione materiae στις ρυθμίσεις των σχετικών «Οδηγιών αναγνώρισης»[4]. Περαιτέρω, η πρακτική αυτή άσκηση συνιστά μεν απαραίτητη προϋπόθεση για τη μετέπειτα άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, δεν ισοδυναμεί, ωστόσο, με «άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος», ώστε να καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του παράγωγου ενωσιακού δικαίου για την «διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικηγόρων»[5]. Εντούτοις, η υποχρεωτική πρακτική άσκηση που επιβάλλει ο Κώδικας περί Δικηγόρων ενδιαφέρει το ενωσιακό δίκαιο, στο μέτρο που η συγκεκριμένη δραστηριότητα προσλαμβάνεται ως προπαρασκευαστικό στάδιο για την πρόσβαση σε ένα «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα», υπαγόμενη στις ρυθμίσεις του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου για την ελεύθερη κυκλοφορία, οι οποίες τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής, χωρίς να απαιτείται και η έκδοση ειδικής Οδηγίας[6]. Μέχρις αυτού του σημείου οι σχολιαζόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας δεν παρουσιάζουν κάποια «πρωτοτυπία», καθώς επί του συγκεκριμένου ζητήματος είχε την ευκαιρία να αποφανθεί το Δικαστήριο της Ένωσης πολλάκις στο παρελθόν, σε υποθέσεις που αφορούσαν στην ελεύθερη κυκλοφορία των ασκούμενων δικηγόρων[7].

Αντίθετα, το σημείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δικαιολογούσε, κατά τη γνώμη μας, την παραπομπή των υποθέσεων στην Ολομέλεια[8], ανάγεται στην ερμηνεία της επίμαχης διάταξης του Κώδικα περί Δικηγόρων που απαιτεί «πτυχίο αλλοδαπού αναγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου». Στο πλαίσιο αυτό, η Ολομέλεια, επαναφέροντας για μία ακόμη φορά την, αλυσιτελή κατά τη γνώμη μας, διάκριση μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης[9], αποφαίνεται ότι οι επίδικες περιπτώσεις εμπίπτουν στο πεδίο της επαγγελματικής αναγνώρισης και καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, στο μέτρο που η πρακτική άσκηση των δικηγόρων συνιστά προπαρασκευαστικό στάδιο για τη μετέπειτα άσκηση «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος». Δεδομένου δε ότι η δραστηριότητα του ασκούμενου δικηγόρου δεν συνιστά αντικείμενο ρύθμισης κάποιας ειδικότερης Οδηγίας (για την ελεύθερη κυκλοφορία ή την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων), εφαρμοστέες τυγχάνουν οι ρυθμίσεις του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου για την ελεύθερη κυκλοφορία[10], όπως αυτές συμπληρώνονται από την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των τίτλων σπουδών[11]. Η τελευταία επιτάσσει τη συγκριτική αξιολόγηση του συνόλου των επαγγελματικών προσόντων που κατόρθωσε να συγκεντρώσει ο ενδιαφερόμενος σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, τα οποία μάλιστα προσόντα εκτείνονται πέραν του τίτλου σπουδών και σε άλλες «γνώσεις», καθώς και στην «επαγγελματική πείρα» την οποία απέκτησε ο ενδιαφερόμενος[12]. Αντίθετα, η διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων για την επαγγελματική αναγνώριση διοικητικών αρχών του κράτους μέλους περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες από τη συγκριτική εξέταση των επαγγελματικών προσόντων προκύπτει μερική μονάχα αντιστοιχία, οπότε το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι απέκτησε τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν[13].
Κατ΄ εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των τίτλων σπουδών που επιτάσσει το ενωσιακό δίκαιο, η κρατούσα ερμηνεία της επίμαχης ρύθμισης του Κώδικα περί Δικηγόρων που ταυτίζει την έννοια του «ομοταγούς» με ένα από τα περισσότερα στάδια ελέγχου της ακαδημαϊκής αναγνώρισης του τίτλου σπουδών (του «ομοταγούς», του «ισότιμου» και του «αντίστοιχου»[14]), ερμηνεία την οποία το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας υιοθέτησε σε άλλες περιπτώσεις[15], πρέπει στο εξής, κατά την ερμηνεία που προκρίνεται από το δικαστήριο με τις δύο σχολιαζόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας, να εγκαταλειφθεί. Και τούτο διότι, εφόσον τα προσόντα που επικαλούνται οι αιτούντες την εγγραφή στα μητρώα ασκουμένων έχουν αποκτηθεί σε κράτος μέλος της Ένωσης, παρέχοντας στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να αποκτήσει πρόσβαση στο στάδιο της πρακτικής άσκησης σε εκείνο το κράτος μέλος, η οικεία επαγγελματική ένωση (Δικηγορικός Σύλλογος) του κράτους μέλους υποδοχής δεν δύναται, κατά την κρίση της Ολομέλειας στην πρώτη απόφαση (ΣτΕ Ολ. 2770/2011), να εξαρτήσει το ζήτημα της εγγραφής του ενδιαφερομένου στα μητρώα ασκουμένων από την ακαδημαϊκή αναγνώριση του τίτλου[16]. Πολλώ δε μάλλον, δεν δύναται η οικεία επαγγελματική ένωση να αρνηθεί τη χορήγηση του πιστοποιητικού πραγματοποίησης της πρακτικής άσκησης σε ενδιαφερόμενο ο οποίος έχει ήδη εγγραφεί στα μητρώα ασκουμένων, κάνοντας χρήση του ενωσιακού τίτλου σπουδών του και έχοντας ολοκληρώσει το προβλεπόμενο στάδιο της άσκησης, με μόνη «αιτιολογία» την έλλειψη της ακαδημαϊκής αναγνώρισης του τίτλου, εκτός εάν χωρεί ανάκληση της εγγραφής για λόγους αναγόμενους στη νομιμότητα του τίτλου (ΣτΕ Ολ. 2771/2011). Εξάλλου, όπως υπενθυμίζει η Ολομέλεια στις δύο σχολιαζόμενες αποφάσεις, σε αντίθεση με την ακαδημαϊκή αναγνώριση η οποία παραμένει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους, η επαγγελματική αναγνώριση ενδιαφέρει το ενωσιακό δίκαιο και καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του[17].
Συμπερασματικά, από τις δύο σχολιαζόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας προκύπτει με σαφήνεια ότι ο έλληνας δικαστής, συγκλίνοντας στο συγκεκριμένο ζήτημα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης, προσλαμβάνει την υποχρεωτική πρακτική άσκηση, την οποία θέτει ως προϋπόθεση η ελληνική νομοθεσία για τη μετέπειτα σύννομη άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στην Ελλάδα, ως προπαρασκευαστικό στάδιο για την πρόσβαση σε ένα «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα», υπάγοντάς τη στις ρυθμίσεις του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας και αμοιβαίας αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων. Από την άποψη αυτή, κάθε εθνικό μέτρο που τείνει να περιορίσει τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να συμμετάσχει στο στάδιο της πρακτικής αυτής άσκησης, κατεξοχήν η άρνηση των οικείων επαγγελματικών ενώσεων να εγγράψουν ως μέλη τους κατόχους ενωσιακών τίτλων σπουδών[18], υποβάλλεται σε ενδελεχή έλεγχο (και) από τον εθνικό δικαστή, καθώς τέτοιου είδους εθνικά μέτρα δεν εκφεύγουν, άνευ ετέρου, του ελέγχου συμβατότητας αναφορικά με τις ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου για ελεύθερη κυκλοφορία.
Η θέση αυτή της Ολομέλειας δεν είναι αποκομμένη από τις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα σε ενωσιακό επίπεδο∙ αντίθετα, μπορεί να γίνει πληρέστερα αντιληπτή εάν ερμηνευθεί υπό το φως των πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου της Ένωσης: με αφορμή τον έλεγχο ρυθμίσεων της γερμανικής και αυστριακής νομοθεσίας που επιβάλλουν στάδιο υποχρεωτικής πρακτικής άσκησης που προηγείται της συμμετοχής στις εξετάσεις για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος δικηγόρου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, μολονότι οι ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου δεν επιβάλλουν μειωμένο επίπεδο προσόντων σε σχέση με εκείνο που διαθέτει ο αιτών την εγγραφή στα μητρώα ασκουμένων, παρέχουν, ωστόσο, στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αμβλύνουν τις σχετικές με τα εν λόγω προσόντα απαιτήσεις[19]. Περαιτέρω, και εφόσον ο αιτών την αναγνώριση τίτλου σπουδών υποβάλλεται στο κράτος μέλος υποδοχής σε εξετάσεις (για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος), οι οποίες σκοπούν ακριβώς στην εκτίμηση της ικανότητάς του να ασκήσει το αντίστοιχο «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα» σε αυτό το κράτος μέλος, δεν επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές του τελευταίου να αρνηθούν τη δυνατότητα συμμετοχής του ενδιαφερομένου στις εξετάσεις, με μόνη αιτιολογία ότι ο ενδιαφερόμενος δεν πραγματοποίησε την επιβαλλόμενη από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους πρακτική άσκηση[20].
Η ανωτέρω νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης φαίνεται να πυροδοτεί εξελίξεις αναφορικά με τη συμβατότητα προς το ενωσιακό δίκαιο των συστημάτων υποχρεωτικής πρακτικής άσκησης που διατηρούν πολλά κράτη μέλη, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, κατεξοχήν για το επάγγελμα του δικηγόρου. Από την ερμηνεία την οποία προέκρινε το Δικαστήριο της Ένωσης στις επίδικες περιπτώσεις συνάγεται ότι εθνικές ρυθμίσεις που αφορούν στο στάδιο της πρακτικής άσκησης δεν μπορούν να ερμηνεύονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές κατά τρόπο που να δημιουργεί προσκόμματα στην ελεύθερη κυκλοφορία, υπό την έννοια της άρνησης των αρμοδίων εθνικών αρχών να αναγνωρίσουν τα επαγγελματικά προσόντα των ενδιαφερομένων. Κρίνοντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο της Ένωσης φαίνεται να επιβάλλει στα κράτη μέλη να «ανεχθούν» τελικά ένα μειωμένο επίπεδο επαγγελματικών προσόντων εκείνων των ενωσιακών υπηκόων, οι οποίοι, επιθυμώντας να παρακάμψουν δυσμενείς εθνικές ρυθμίσεις, όπως είναι η υποχρέωση της προηγούμενης πρακτικής άσκησης, επιλέγουν να «αξιοποιήσουν» τον τίτλο σπουδών τους σε άλλο κράτος μέλος -που είτε δεν απαιτεί καθόλου είτε απαιτεί μειωμένη χρονικά πρακτική άσκηση- χωρίς, ωστόσο, οι κάτοχοι των τίτλων αυτών να ενδιαφέρονται να ασκήσουν στην πράξη το επάγγελμα στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος.
Εντός του νομολογιακού αυτού κλίματος εκτιμούμε ότι εντάσσονται οι δύο σχολιαζόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας, με τις οποίες το εθνικό δικαστήριο επιχειρεί να «περισώσει» το κύρος των εθνικών ρυθμίσεων, προβαίνοντας σε μια σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία της επίμαχης διάταξης του Κώδικα περί Δικηγόρων.


[1]Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954, ΦΕΚ Α΄ 235), όπως οι διατάξεις αυτού τροποποιήθηκαν με τις ρυθμίσεις του Ν. 723/1977 (ΦΕΚ Α΄ 100) « […] 2. Δικηγόρος διορίζεται ο επιτυγχάνων εις εξέτασιν επί πρακτικών θεμάτων […] 3. Δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου, έχει συμπληρώσει πρακτικήν άσκησιν δέκα οκτώ μηνών παρά δικηγόρω…» [η έμφαση δική μας].
[2] Η διάκριση αυτή είναι οικεία στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης, βλ. χαρακτηριστικά την περίφημη ελληνικού ενδιαφέροντος απόφαση για τα «κολλέγια»: ΔΕΚ 23.10.2008, υπόθ. 274/05, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, ΣυλλΝομολ 2008, σ. Ι-7969 = ΕφημΔΔ 2008, σ. 714 = ΕΕΕυρΔ 2008, σ. 695 με παρατηρήσεις Α. Τσαδήρα = ΘΠΔΔ 2009, σ. 1286 με παρατηρήσεις Ν. Μηλιώνη = Αρμ 2009, σ. 1954 με παρατηρήσεις Α. Άνθιμου. Εκτεταμένος σχολιασμός της απόφασης σε Ε. ΤΡΟΒΑ, ‘Η απόφαση ΔΕΚ C-274/05 Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (Αναγνώριση πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης)’, ΔτΑ 2008, σ. 1257. Η ίδια διάκριση εντοπίζεται και στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, με χαρακτηριστικότερη τη ΣτΕ Ολ. 3457/1998, Αρμ 1999, σ. 125 = ΔΕΕ 1999, σ. 664 με σημείωση Λ.Ν.Γ. = ΕΔΚΑ 1999, σ. 111 = ΝοΒ 1999, σ. 1019 με παρατηρήσεις Ν. Φραγκάκη και Χ. Συνοδινού = ΤοΣ 1998, σ. 62 με παρατηρήσεις Α. Παπακωνσταντίνου = ΔτΑ 1999, σ. 450. Για εκτεταμένο σχολιασμό της απόφασης βλ. επίσης ΣΤ.ΚΤΙΣΤΑΚΗ, ‘Η ισοτιμία των αλλοδαπών τίτλων σπουδών και ο ρόλος του ΔΙΚΑΤΣΑ (Πρόσθετες σκέψεις στην ΟλΣτΕ 3457/98)’, ΔτΑ 2000, σ. 1019 καιΣT. ΜΑΤΘΙΑ, ‘Η αναγνώριση τίτλων σπουδών από Πανεπιστήμια χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης’, ΤοΣ 2003, σ. 1. Με την απόφαση αυτή κορυφώθηκε μια μακρά πορεία στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο, επικαλούμενο τη διάκριση μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης, απέφευγε συστηματικά την αποστολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ένωσης σε περιπτώσεις οι οποίες ενέπιπταν, ωστόσο, στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Για το τελευταίο ζήτημα βλ. Κ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟ, ‘Το άρθρο 16 Σ., το κοινοτικό δίκαιο και το Συμβούλιο της Επικρατείας…δέκα χρόνια μετά [Σχόλιο στην απόφαση ΣτΕ 778/2007 Τμ. Δ΄ (επταμ.)]’, ΕφημΔΔ 2007, σ. 140.
[3] Η προσβαλλόμενη πράξη συνίστατο στην πρώτη περίπτωση στη σιωπηρή απόρριψη από τον Δικηγορικό Σύλλογο του αιτήματος της ενδιαφερομένης να εγγραφεί στα μητρώα ασκουμένων, η οποία άρνηση τεκμαίρεται με την παρέλευση άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της αίτησης (ΣτΕ Ολ. 2770/2011). Στη δεύτερη περίπτωση η προσβαλλόμενη πράξη έγκειται στη σιωπηρή εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου άρνησή του να αποφανθεί επί του αιτήματος χορήγησης πιστοποιητικού πραγματοποίησης της άσκησης, η οποία στοιχειοθετεί παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (ΣτΕ Ολ. 2771/2011).
[4] Η έννοια του «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος» ανάγεται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 89/48/ΕΟΚ με την οποία καθιερώθηκε ένα «πρώτο σύστημα αναγνώρισης», που αφορούσε στην αναγνώριση τίτλων σπουδών «τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών», όπως η Οδηγία αυτή τροποποιήθηκε από τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 2001/19/ΕΚ. Η Οδηγία 89/48 αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με την Οδηγία 2005/36/ΕΚ που διατήρησε την έννοια του «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος».
[5] Οδηγία 98/5/ΕΟΚ «για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος». Οι ρυθμίσεις της Οδηγίας 98/5/ΕΟΚ εξακολουθούν να εφαρμόζονται στους δικηγόρους και μετά τη θέσπιση της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ, βλ. σχετικά την πρόσφατη ΔΕΕ 3.2.2011, υπόθ. 359/09, Ebert, αδημοσίευτη στη Συλλογή = περίληψη σε ΕΕΕυρΔ 2011, σ. 53 (σκ. 27-35).
[6] Για το ζήτημα της άμεσης εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης που επιτάσσουν ελεύθερη κυκλοφορία, χωρίς να είναι απαραίτητη η έκδοση πράξεων του παράγωγου ενωσιακού δικαίου βλ. ειδικά τις αποφάσεις ΔΕΚ 21.6.1974, υπόθ. 2/74,Reyners, ΣυλλΝομολ 1974, σ. 631 και ΔΕΚ 3.12.1974, υπόθ. 33/74, van Binsbergen, ΣυλλΝομολ 1974, σ. 1299, εκ των οποίων η πρώτη αφορούσε στην ελευθερία εγκατάστασης δικηγόρων και η δεύτερη στην ελεύθερη παροχή δικηγορικών υπηρεσιών.
[7] Βλ. ιδίως τις αποφάσεις ΔΕΚ 13.11.2003, υπόθ. 313/01, Morgenbesser, ΣυλλΝομολ 2003, σ. Ι-13467 = Αρμ 2004, σ. 1216 με παρατηρήσεις Γ. Τσερκέζη (σκ. 45-54) και ΔΕΕ 10.12.2009, υπόθ. 345/08, Peśla, ΣυλλΝομολ 2009, σ. Ι-11677 = Αρμ 2010, σ. 1743 = ΝοΒ 2009, σ. 2437 (σκ. 52-59).
[8] Με πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. α΄ του ΠΔ/τος 18/1989.
[9] Πρβλ. τη μειοψηφία που σχηματίστηκε στη ΣτΕ Ολ. 3457/1998, όπ.π.
[10] Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εφόσον πρόκειται για «μισθωτό εργαζόμενο» (αρ. 45 επ. ΣΛΕΕ) και ελευθερία εγκατάστασης εφόσον πρόκειται, κατά κανόνα, για «μη μισθωτό εργαζόμενο» (αρ. 49 επ. ΣΛΕΕ).
[11] Βλ. την κλασική πλέον απόφαση ΔΕΚ 7.5.1991, υπόθ. 340/89, Βλασσοπούλου, ΣυλλΝομολ 1991, σ. Ι-2357 = Αρμ 1991, σ. 192 = ELRev 1991, σ. 507 με παρατηρήσεις J. Lonbay = CMLRev 1992, σ. 625 με παρατηρήσεις T. Stein.
[12] ΔΕΕ 2.12.2010, συνεκδ. υποθ. 422/09, 425/09 και 426/09, Βανδώρου κλπ. κατά Υπ. Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αδημοσίευτη στη Συλλογή = ΘΠΔΔ 2011, σ. 229 με παρατηρήσεις Χ. Συνοδινού (σ. 664) = περιλήψεις σε ΕΕΕυρΔ 2011, σ. 76 με παρατηρήσεις Ι. Τσούκα, καθώς και ΔΕΕ 5.4.2011, υπόθ. 424/09, Τόκη κατά Υπ. Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αδημοσίευτη στη Συλλογή = ΕφημΔΔ 2011, σ. 246 με παρατηρήσεις Π. Α. Σαρτζετάκη = ΘΠΔΔ 2011, σ. 876 με παρατηρήσεις Α. Μαλλάκη = ΘΠΔΔ 2011, σ. 660 με παρατηρήσεις Χ. Συνοδινού = περίληψη σε ΕΕΕυρΔ 2011, σ. 199.
[13] Κατ΄ εφαρμογή της οποίας το Δικαστήριο της Ένωσης έχει αποφανθεί επανειλημμένα ότι η διαδικασία εξακρίβωσης της επαγγελματικής ισοτιμίας των τίτλων σπουδών, η οποία επαφίεται στα κράτη μέλη, πρέπει να επιτρέπει στις αρμόδιες διοικητικές αρχές να ελέγχουν, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, κατά πόσο ο σχετικός τίτλος βεβαιώνει γνώσεις και προσόντα, εάν όχι όμοια, τουλάχιστον ισοδύναμα. Και εάν από τη συγκριτική αυτή εξέταση προκύπτει ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με τον αλλοδαπό τίτλο αντιστοιχούν στα απαιτούμενα από τις εθνικές ρυθμίσεις, το κράτος μέλος υποχρεούται να δεχθεί ότι ο τίτλος αυτός πληροί τις προϋποθέσεις που θέτουν οι εθνικές διατάξεις. Βλ. μεταξύ άλλων ΔΕΚ 7.5.1991, υπόθ. 340/89, Βλασσοπούλου, όπ.π. (σκ. 19), ΔΕΚ 7.5.1992, υπόθ. 104/91, Borell, ΣυλλΝομολ 1991, σ. Ι-3003 (σκ. 14), ΔΕΚ 8.7.1999, υπόθ. 234/97, FernándezdeBobadilla,ΣυλλΝομολ 1999, σ. I-4773 = Αρμ 1999, σ. 1626 με παρατηρήσεις Γ. Τσερκέζη (σκ. 32).
[14] Η έννοια του ομοταγούς ανάγεται στην ιδιότητα του ιδρύματος που χορήγησε τον τίτλο σπουδών (εάν αυτό ανήκει στην ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης του ιδίου ή ομοειδούς κύκλου) και εξειδικεύεται βάσει κριτηρίων που θέτουν οι ρυθμίσεις του άρθρου 3 περιπτ. η΄ του Ν. 3328/2005 για τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. (ΦΕΚ Α΄ 80). Η έννοια της ισοτιμίας του τίτλου σπουδών αφορά στην επιστημονική του αξία, ανεξάρτητα από την ονομασία που φέρει ο τίτλος, ενώ ηέννοια της αντιστοιχίας στο περιεχόμενο των σπουδών που πιστοποιεί σε σχέση με τον αντίστοιχο ημεδαπό τίτλο (άρθρο 11 του Ν. 3328/2005). Βλ. ενδεικτικά: ΣτΕ 1318/2009 (Γ΄ τμ.), ΣτΕ 3170/2006 (Γ΄ τμ., 7μελής), ΣτΕ 2045/2004 (Γ΄ τμ.), ΣτΕ 3156/2001 (Στ΄ τμ.), ΣτΕ 376/2001 (Στ΄ τμ.), στις οποίες αναλύονται τα τρία αυτά στάδια ελέγχου που ενεργούν οι αρμόδιες εθνικές αρχές προκειμένου να διαπιστωθεί η ακαδημαϊκή αναγνώριση του τίτλου σπουδών.
[15] Με χαρακτηριστικότερη τη ΣτΕ Ολ. 3457/1998, όπ.π.
[16] Ο κανόνας αυτός τέθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας με μια σειρά αποφάσεων που αφορούσαν στην εγγραφή στα μητρώα του Τ.Ε.Ε. μηχανικών και αρχιτεκτόνων που κατείχαν ενωσιακούς τίτλους σπουδών: βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 369/2008, ΣτΕ 339/2007, ΣτΕ 340-346/2007, ΣτΕ 468-471/2007, ΣτΕ 1234/2007, ΣτΕ 3065/2007, ΣτΕ 3281-3283/2006, ΣτΕ 3557/2005, ΣτΕ 1605/2004,ΕΔΚΑ 2005, σ. 676, ΣτΕ 1332-1333/2003, ΣτΕ 1329/2003, όλες του Δ΄ Τμήματος.
[17] Κατά την κατανομή αρμοδιοτήτων στην οποία προβαίνει η ίδια η Συνθήκη. Μετά και τη Συνθήκη της Λισαβόνας, τα άρθρα 149 και 150 της ΣΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 165 για τη «γενική παιδεία» και 166 για την «επαγγελματική εκπαίδευση», αντίστοιχα, της νέας ΣΛΕΕ. Το νομοθετικό πλαίσιο του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου συμπληρώνεται από το άρθρο 6 περίπτ. ε΄ της ΣΛΕΕ, κατά το οποίο η παιδεία και η επαγγελματική εκπαίδευση ανήκουν στις αρμοδιότητες εκείνες για τις οποίες η Ένωση μπορεί να αναλαμβάνει δράση «για να υποστηρίζει, να συντονίζει ή να συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών».
[18] Ως αρμόδιο όργανο για την ακαδημαϊκή αναγνώριση τίτλου σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης (Α.Ε.Ι.) ορίζεταιο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. (πρώην ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α.).Αντίστοιχα, για την επαγγελματική αναγνώριση τίτλων σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης έχει συσταθεί, δυνάμει των διατάξεων του ΠΔ/τος 165/2000 (άρθρο 12) που μετέφερε την Οδηγία 89/48/ΕΟΚ, το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Σ.Α.Ε.Ι.Τ.Τ.Ε.). Το νομοθετικό καθεστώς για την επαγγελματική αναγνώριση τίτλων σπουδών μεταβλήθηκε με τις ρυθμίσεις του νεότερου ΠΔ/τος 38/2010 που μετέφερε την Οδηγία 2005/36/ΕΚ.
[19] Όπως έκρινε το Δικαστήριο της Ένωσης, κατά τη συγκριτική εξέταση της ισοτιμίας των επαγγελματικών προσόντων που επιβάλλει το ενωσιακό δίκαιο και δεδομένης της διαφορετικότητας των προσόντων αυτών, η οποία στην περίπτωση του δικηγορικού επαγγέλματος τεκμαίρεται, το κράτος μέλος υποδοχής είναι αυτό που θα αξιολογήσει την ισοτιμία της συνολικής κατάρτισης και πείρας, ακαδημαϊκής και επαγγελματικής, του ενδιαφερομένου, προκειμένου ο τελευταίος να μετάσχει σε εξετάσεις επαγγελματικής επάρκειας για τη μετέπειτα άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος. Στο πλαίσιο αυτό, οι ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου δεν επιβάλλουν μειωμένο επίπεδο προσόντων σε σχέση με εκείνο που διαθέτει ο ενδιαφερόμενος, παρέχουν, ωστόσο, στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αμβλύνουν τις σχετικές με τα εν λόγω προσόντα απαιτήσεις, βλ. ΔΕΕ 10.12.2009, υπόθ. 345/08, Peśla, ΣυλλΝομολ 2009, σ. Ι-11677 = Αρμ 2010, σ. 1743 = ΝοΒ 2009, σ. 2437 (σκ. 52-59).
[20] ΔΕΕ 22.12.2010, υπόθ. 118/09, Koller, αδημοσίευτη στη Συλλογή = περίληψη σε ΕΕΕυρΔ 2011, σ. 73 με παρατηρήσεις Ι. Τσούκα: «…εφόσον ο αιτών υποβάλλεται στο κράτος μέλος υποδοχής σε δοκιμασία επάρκειας η οποία αποσκοπεί ακριβώς στην εκτίμηση της ικανότητάς του να ασκήσει το αντίστοιχο νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα σε αυτό το κράτος μέλος, το κράτος αυτό δεν επιτρέπεται … να αρνηθεί σε πρόσωπο ευρισκόμενο σε κατάσταση όπως αυτή του προσφεύγοντος στην κύρια δίκη τη δυνατότητα συμμετοχής του στη δοκιμασία επάρκειας με την αιτιολογία ότι δεν πραγματοποίησε την επιβαλλόμενη από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους πρακτική άσκηση» (σκ. 39-40) [η έμφαση δική μας].

ΣτΕ 2770/2011, Πρακτική άσκηση δικηγόρων-Αλλοδαπό Πτυχίο Μ. Βρετανίας. Με Παρατηρήσεις Ανθούλας Καπελώνη

Ανθούλα Καπελώνη. Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Δημοσίου Δικαίου Α.Π.Θ.

ΣτΕ 2770/2011, Πρακτική άσκηση δικηγόρων-Αλλοδαπό Πτυχίο Μ. Βρετανίας. Με Παρατηρήσεις Ανθούλας Καπελώνη

ΣτΕ 2770 (Ολομ.) Πρακτική άσκηση δικηγόρων πτυχιούχος Μ. Βρετανίας

Προεδρεύων : Μιχ. Βορντάκης. Εισηγητής, Συμβούλος, Ι. Γράβαρης

Η Απόφαση
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2009, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης,
Για να δικάσει την από 12 Οκτωβρίου 2004 αίτηση:
κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία “ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ”,
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 5 Δεκεμβρίου 2006 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω σπουδαιότητας της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφ. α του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ` αριθμ. 269/193/26-7-2004 απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Ι. Γράβαρη.
1.
3. Επειδή, η αίτηση αυτή, με την από 5.12.2006 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, έχει εισαχθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου λόγω μείζονος σπουδαιότητας. 4. Επειδή, η αιτούσα, επικαλούμενη τίτλους σπουδών βρετανικών πανεπιστημίων, καθώς και την εγγραφή της ως ασκούμενης σε βρετανικό δικηγορικό σύλλογο (βλ. αναλυτικά κατωτέρω σκ. 16), ζήτησε να εγγραφεί στα μητρώα ασκουμένων δικηγόρων του καθ` ου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η σχετική, από 17.3.2004, αίτηση κατετέθη στον εν λόγω σύλλογο την 18.3.2004, υπ` αριθμό πρωτοκόλλου 2408. Στις 26.7. του ίδιου έτους εκδόθηκε πράξη, υπ` αριθ. 269/193/26.7.2004, υπογραφόμενη από τον πρόεδρο και τον γενικό γραμματέα του συλλόγου αυτού και απευθυνόμενη στην αιτούσα, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Σε απάντηση της υπ` αριθ. πρωτ. 2408/18.3.2004 αίτησής σας, περί εγγραφής σας στα Μητρώα Ασκουμένων ΔΣΑ, σας αναφέρουμε ότι δεν πληροίτε τις προϋποθέσεις εγγραφής σας κατ` άρθρο 3 παρ. 3 Ν.Δ. 3026/1954 (μη κατοχή πτυχίου νομικού τμήματος της Νομικής σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού αναγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου).». Της πράξεως αυτής, καθώς και «κάθε άλλης συναφούς πράξεως και παραλείψεως», ζητείται ήδη η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση.
5. Επειδή, κατά τα άρθρα 194, 201 και 235 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όργανο αρμόδιο ν` αποφανθεί επί αιτήματος εγγραφής στο βιβλίο ασκουμένων δικηγορικού συλλόγου, κατά το άρθρο 4 του ίδιου Κώδικα, είναι το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου. Ελλείψει δε ειδικής σχετικής προθεσμίας, το εν λόγω αίτημα θεωρείται ότι έχει σιωπηρώς απορριφθεί εφόσον παρέλθει τρίμηνο από την υποβολή του (άρθρο 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989).
6. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η ένδικη, κατά τα προεκτεθέντα, αίτηση της αιτούσας περί εγγραφής της ως ασκούμενης στον καθ` ου δικηγορικό σύλλογο πρέπει να θεωρηθεί ότι απορρίφθηκε σιωπηρώς από το αρμόδιο διοικητικό συμβούλιο με την άπρακτη παρέλευση τριμήνου από την υποβολή της. Η δε επακολουθήσασα, κατά τ` ανωτέρω, πράξη του προέδρου και του γενικού γραμματέα του συλλόγου, οργάνων που μετέχουν, κατ` αρχήν, των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου και φροντίζουν κατά το νόμο για την τήρηση σχετικών πρακτικών (άρθρο 236 ανωτ. Κώδικα), έχει την έννοια της γνωστοποίησης στην αιτούσα του λόγου της πιο πάνω απόρριψης, συνιστώντας, υπό τις συνθήκες αυτές, την αιτιολογία της. Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων Ν. Σακελλαρίου, Θ. Παπαευαγγέλου, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνη, Α. Χριστοφορίδου, Κ. Ευστρατίου, Β. Γρατσία, Σ. Παραμυθιώτη και Β. Καλαντζή, η πράξη του προέδρου και του γενικού γραμματέα του καθ` ου, ως μεταγενέστερη της συντελέσεως, κατά τα προεκτεθέντα, της σιωπηρής απόρριψης, δεν μπορεί, πάντως, ν` αποτελέσει την αιτιολογία της, και, συνεπώς, συντρέχει, υπό τα δεδομένα αυτά, περίπτωση αναιτιολόγητης απόρριψης του επίδικου αιτήματος.
7. Επειδή, η σιωπηρή, κατά τ` ανωτέρω, απόρριψη του αιτήματος της αιτούσας από το Διοικητικό Συμβούλιο του καθ` ου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αποτελεί τη μόνη εκτελεστή εν προκειμένω πράξη, η οποία και παραδεκτώς, από την άποψη αυτή, συμπροσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, καθ` ερμηνεία του δικογράφου της. Ως εκ τούτου, άλλωστε, νομιμοποιείται εν προκειμένω παθητικώς ο πιο πάνω δικηγορικός σύλλογος, όχι όμως και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, κατά του οποίου στρέφεται επίσης, απαραδέκτως κατά τούτο, η κρινόμενη αίτηση. Κατά τα λοιπά, η τελευταία ασκείται παραδεκτώς.
8. Επειδή, υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης παρεμβαίνει ο Δικηγορικός Σύλλογος Ιωαννίνων, ισχυριζόμενος ότι όχι μόνον η πράξη αυτή δεν είναι αντίθετη στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, όπως υποστηρίζεται με την κρινόμενη αίτηση, αλλ` ότι, αντιθέτως, η αναγνώριση αλλοδαπών τίτλων σπουδών, όπως εκείνων της αιτούσας, ως προσόντων για την εγγραφή ασκουμένου δικηγόρου στον καθ` ου, θα παραβίαζε, μεταξύ άλλων, τις περί ισότητας και παιδείας διατάξεις του Συντάγματος και θα υποβάθμιζε την ποιότητα των παρεχομένων νομικών υπηρεσιών. Η εν λόγω παρέμβαση ασκείται παραδεκτώς. Ειδικότερα, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος σχετικά με πράξη, όπως εν προκειμένω, άλλου δικηγορικού συλλόγου, θεμελιώνεται, όπως βασίμως ισχυρίζεται, τόσο στην κατά το άρθρο 6 παρ. 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων δυνατότητα μετεγγραφής ασκουμένου από ένα δικηγορικό σύλλογο σε άλλον, όσο και στην κατά το άρθρο 199 (περ. δ) του ίδιου Κώδικα μέριμνα των δικηγορικών συλλόγων «περί παντός ζητήματος ενδιαφέροντος το Δικηγορικόν Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου […] ως επαγγελματικήν τάξιν […]».
9. Επειδή, η παρέμβαση που ασκήθηκε υπέρ της αιτούσας, κατά το άρθρο 1 του ν. 2479/1997, από τον …………., δεν είναι εξεταστέα, αφού ο εν λόγω παρεμβαίνων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της παρεμβάσεως του με σχετική από 2.4.2009 δήλωση του προς το Δικαστήριο ( αριθ. πρωτ. ΣτΕ Π 3038/2.4.2009).
10. Επειδή, στη Συνθήκη για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, όπως το κείμενο της ενοποιήθηκε με την κυρωθείσα με το ν. 2691/1999 (Α`47) Συνθήκη του Άμστερνταμ, ορίζεται, στο άρθρο 39 παρ. 1 ότι «εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας», στο άρθρο 40 παρ. 1 ότι « το Συμβούλιο […] λαμβάνει, με οδηγίες ή κανονισμούς, τα αναγκαία μέτρα για να πραγματοποιηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 39 […]», στο άρθρο 43 ότι «οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται […]» και ότι «Η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων […]», στο δε άρθρο 47 παράγραφος 1 ότι «για να διευκολύνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, το Συμβούλιο […] εκδίδει οδηγίες για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων». Περαιτέρω, στα άρθρα 149 και 150 της Συνθήκης ορίζονται τα εξής: «Άρθρο 149 1. Η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία. 2. Η δράση της Κοινότητας έχει ως στόχο: – […]. – να ευνοεί την κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών, μεταξύ άλλων και μέσω της ακαδημαϊκής αναγνώρισης διπλωμάτων και περιόδων σπουδών – […] Άρθρο 150 1. Η Κοινότητα εφαρμόζει πολιτική επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία στηρίζει και συμπληρώνει τις δράσεις των κρατών μελών, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο και την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. 2. Η δράση της Κοινότητας έχει ως στόχο: -[…] – να διευκολύνει την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση και την ενίσχυση της κινητικότητας των εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων και ιδίως των νέων. […]».
11. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 39 και 43 της Συνθήκης κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, ως θεμελιώδεις κοινοτικές ελευθερίες (βλ. και άρθρα 2 και 3 περ. γ), η ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων και το δικαίωμα εγκαταστάσεως, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ελευθερίες αναλήψεως και ασκήσεως μη μισθωτών δραστηριοτήτων. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες είναι δεκτικές αμέσου επικλήσεως από ιδιώτες ενώπιον των εθνικών αρχών, καταλαμβάνουν δε και τους δικηγόρους (βλ., μεταξύ άλλων, ΔΕΚ 21.6.1974, C-2/74, Reyners, 28.4.1977, C- 71/76, Thieffry, 12.7.1984, C-107/83, ΚΙορρ), παρέχεται η δυνατότητα της απρόσκοπτης, κατ` αρχήν, επαγγελματικής δραστηριοποίησης των κοινοτικών υπηκόων σε ολόκληρη την Κοινότητα, με συνέπεια να αποκλείονται εθνικά μέτρα που, χωρίς επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, θα καθιστούσαν την άσκηση των σχετικών δραστηριοτήτων σε ορισμένο κράτος μέλος λιγότερο ελκυστική για τους λοιπούς κοινοτικούς υπηκόους έναντι των υπηκόων του κράτους αυτού. (Βλ., μεταξύ άλλων, ΔΕΚ13.3.1993, C-19/92, Kraus, σκ. 32, 30.11.1995, C-55/94, Gebhard, σκ. 37, 14.10.2004, C-299/02, Επιτροπή κατά Βασιλείου των Κάτω Χωρών, σκ. 15 και 17, 17.3.2005, C-109/04, Kranemann, 21.4.2005, C- 140/03, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας.). Εξ άλλου, προκειμένου περί «νομικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος», επαγγέλματος δηλαδή για την πρόσβαση στο οποίο απαιτείται, κατά τη νομοθεσία ορισμένου κράτους μέλους (εφεξής κράτους υποδοχής), η ύπαρξη προσόντων πιστοποιούμενων με την κατοχή συγκεκριμένων τίτλων, από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, όπως έχουν επίσης ερμηνευθεί με σειρά αποφάσεων του ΔΕΚ, συνάγονται τα εξής: Όταν οι αρχές του εν λόγω κράτους εξετάζουν αίτηση κοινοτικού υπηκόου (ακόμα και υπηκόου του ίδιου του κράτους αυτού) για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως τέτοιου ως άνω επαγγέλματος, οφείλουν να λαμβάνουν υπ` όψη τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος (κράτος προέλευσης), τα οποία συνιστούν νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στο κράτος εκείνο. (Βλ., μεταξύ άλλων, ΔΕΚ 15.10.1987, C-222/86, Umectef/Heylens, 7.5.1991, C-340/89, Βλασσοπούλου, σκ. 15 – 16, 8.7.1999, C-234/97, Fernandez de Bobadilia, σκ. 30-31, καθώς και ανωτ. απόφ. Kraus, σκ. 15 – 16). Η υποχρέωση αυτή, όπως το περιεχόμενο της αναλύεται στη συνέχεια, απορρέει ευθέως από τις ανωτέρω περί των κοινοτικών ελευθεριών διατάξεις της Συνθήκης, και είναι ανεξάρτητη από την έκδοση των οδηγιών που προβλέπονται, κατά τα προεκτεθέντα, στις διατάξεις αυτές για να διευκολύνουν περαιτέρω την άσκηση των εν λόγω ελευθεριών. (ΔΕΚ ανωτ. αποφάσεις Βλασσοπούλου, σκ. 14, Fernandez de Bobadilla, σκ. 28, κατωτ, απόφ. Morgenbesser, σκ. 58 κ.ά. – Τέτοιες ως άνω οδηγίες αποτελούσαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μεταξύ άλλων, η οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, «σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών», ΕΕ L 19, όπως συμπληρώθηκε με την 92/51/ όμοια, ΕΕ L 209, καθώς και η οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 1998 «για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος», ΕΕ L. 77). Η ανωτέρω, άλλωστε, υποχρέωση του κράτους υποδοχής να λαμβάνει υπ` όψη τους «κοινοτικούς» τίτλους ούτε αυτόματη αναγνώριση τους συνιστά ούτε περιορισμό της αποκλειστικής, κατά τη Συνθήκη, αρμοδιότητας των κρατών μελών να καθορίζουν τα ίδια τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο της οικείας εκπαίδευσης (ανωτ. άρθρα 149 – 150), ελλείψει δε σχετικής εναρμόνισης, και τα επιθυμητά για το συγκεκριμένο επάγγελμα προσόντα. (Βλ., μεταξύ άλλων, ανωτ. αποφάσεις Unectef/Heylens, σκ. 10 κ.επ., Βλασσοπούλου, σκ. 9, καθώς και ΔΕΚ 10.12.2009, C-345/08, Krzysztof Pesla, σκ.34). Ο λόγος, πράγματι, για τον οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση αυτή δεν είναι η εγγενής, από ακαδημαϊκή άποψη, αξία των πιο πάνω τίτλων αλλά το γεγονός ότι επιτρέπουν στο κράτος προέλευσης την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα. (Πρβλ. ΔΕΚ., 19.1.2006, C-330/03, Colegio de Ingenieros de Caminos, Canales y Puertos, σκ. 19 και 23, καθώς και 23.10.2008, C- 274/05, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, σκ.29-31). Γι αυτό και δεν επιτρέπεται, στην περίπτωση αυτή, να μη λαμβάνονται υπ` όψη εξαιτίας και μόνον διαφορών ως προς την αντίστοιχη εκπαίδευση των κρατών προέλευσης και υποδοχής. (Βλ. ιδίως κατωτ. απόφ. Morgenbesser). Κατά συνέπεια, εκείνο στο οποίο υποχρεούνται οι αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής είναι να προβαίνουν εν πάση περιπτώσει σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται για το συγκεκριμένο επάγγελμα από τις εθνικές διατάξεις. Και αν μεν η συγκριτική αυτή εξέταση οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με τους τίτλους του κράτους προέλευσης αντιστοιχούν στις προϋποθέσεις που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις του, το κράτος υποδοχής υποχρεούται να δεχθεί ότι οι εν λόγω τίτλοι πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Αν, αντιθέτως, προκύπτει από τη σύγκριση μερική μόνον αντιστοιχία, δικαιούται να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει με άλλο τρόπο (όπως με γνώσεις που αποκτήθηκαν στο κράτος υποδοχής, πρακτική εξάσκηση και συνακόλουθη επαγγελματική πείρα κλπ) τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Εξ άλλου, όταν το κράτος υποδοχής δεν έχει θεσπίσει, σε εθνικό επίπεδο, γενική διαδικασία αναγνωρίσεως της επαγγελματικής ισοτιμίας ή η διαδικασία αυτή δεν είναι σύμφωνη προς τις ως άνω επιταγές του κοινοτικού δικαίου, τότε το όργανο του κράτους υποδοχής στο οποίο έχει ανατεθεί από την εθνική νομοθεσία η αρμοδιότητα να ελέγχει την συνδρομή των προϋποθέσεων προσβάσεως στο συγκεκριμένο επάγγελμα οφείλει να εξετάσει αν το δίπλωμα που απέκτησε ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος, μαζί με τα λοιπά προσόντα που έχει τυχόν αποκτήσει, κατά τ` ανωτέρω, (πείρα κ.λπ), πρέπει να θεωρηθούν ισότιμα του τίτλου που απαιτείται από την εθνική νομοθεσία για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα. (Για όλα τα ανωτέρω, βλ. και πάλι, μεταξύ άλλων, τις ως άνω αποφάσεις Βλασσοπούλου, σκ. 16 κ.επ., Fernandez de Bobadilla, σκ. 31 κ.επ. Πρβλ. επίσης την ανωτ. Colegio de Ingenieros […], σκ. 19 κ.επ.).
12. Επειδή, ειδικότερα, προκειμένου περί της πρακτικής ασκήσεως που προβλέπεται σε νομοθεσίες κρατών μελών ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στο επάγγελμα- του δικηγόρου, από τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, όπως έχουν, στην περίπτωση αυτή, εφαρμοσθεί από το ΔΕΚ, απορρέουν τα ακόλουθα: α) Η εν λόγω πρακτική άσκηση, προπαρασκευαστική της εισόδου στο επάγγελμα του δικηγόρου, δεν συνιστά, ως εκ τούτου, ούτε «δικηγορικό επάγγελμα» ούτε αυτοτελές «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα», κατά την έννοια, αντιστοίχως, των ανωτέρω οδηγιών 98/5 και 89/48. Συνεπώς, οι εν λόγω οδηγίες δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή. (ΔΕΚ, 13.11.2003, C-313/01, Christine Morgenbesser, σκ. 45 – 54, καθώς και ανωτ. απόφ Pesla, σκ. 22-24). β) Η σχετική περίοδος, ωστόσο (της πρακτικής δικηγορικής άσκησης), καθώς αποτελεί αναγκαία προπαρασκευή για την είσοδο στο επάγγελμα του δικηγόρου, πάντως δε, εφ` όσον ενέχει την ανάληψη από τον ασκούμενο δραστηριοτήτων που, κανονικά, αμείβονται (ανεξάρτητα από το ύψος της αμοιβής, είτε από τον πελάτη είτε από το δικηγορικό γραφείο όπου γίνεται η άσκηση), συνιστά δραστηριότητα υπαγόμενη στις ως άνω περί ελευθεριών διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου (άρθρο 39 ή 43 της Συνθήκης, ανάλογα με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης). (Βλ.ανωτ. αποφάσεις Pesla, σκ. 25-27, Morgenbesser, σκ. 60-61. Πρβλ. επίσης ανωτ. απόφαση Krannemann, σκ. 12-18, καθώς και ΔΕΚ, 3.7.1986, C-66/85, Deborah Lawrie – Blum, σκ. 16-22). Κατ` εφαρμογή, επομένως, των εν λόγω διατάξεων, όταν κοινοτικός υπήκοος ζητεί να του επιτραπεί να διανύσει σε ορισμένο κράτος μέλος την περίοδο πρακτικής ασκήσεως που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, και επικαλείται προς τούτο τίτλους που έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη πρακτική άσκηση, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής, οφείλει, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, να λάβει υπ` όψη τους εν λόγω τίτλους και, συνεκτιμώντας τους στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης της εκπαιδεύσεως και των εν γένει προσόντων του αιτούντος, να εξακριβώσει εάν και κατά πόσον οι γνώσεις που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και τα κτηθέντα στο κράτος προελεύσεως προσόντα ή επαγγελματική πείρα, καθώς και η πείρα που έχει ενδεχομένως αποκτήσει ο αιτών στο κράτος υποδοχής, πληρούν, μερικώς έστω, τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο τελευταίο αυτό κράτος για την πρόσβαση στην επιδιωκόμενη άσκηση. Ειδικότερα, κατά την εν λόγω αξιολόγηση, το κράτος υποδοχής μπορεί να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των απαιτουμένων από το ίδιο διπλωμάτων με εκείνα του κράτους προελεύσεως, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπ` όψη τις αντίστοιχες διαφορές των εθνικών εννόμων τάξεων. Και αν από τη συγκριτική αυτή εξέταση καταλήγει στη διαπίστωση ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με το δίπλωμα του κράτους προελεύσεως αντιστοιχούν με τα απαιτούμενα από τις δικές του διατάξεις, υποχρεούται να δεχθεί ότι το δίπλωμα αυτό πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις. Αν πάλι, από τη σύγκριση προκύπτει μερική μόνον αντιστοιχία, δικαιούται να απαιτήσει από τον υποψήφιο να αποδείξει, κατά τ” ανωτέρω, ότι έχει αποκτήσει τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Δεν μπορεί όμως να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι πτυχίο νομικής που αποκτήθηκε από τον αιτούντα στο κράτος προελεύσεως δεν έχει «επικυρωθεί από πανεπιστήμιο», δηλαδή δεν έχει τύχει ακαδημαϊκής αναγνώρισης στο κράτος υποδοχής. (Περί των ανωτέρω, βλ. ιδίως την προμνημονευθείσα απόφαση Morgenbesser, σκ. 57- 58 και 62-72, εν συνδυασμώ και προς το πραγματικό της κύριας δίκης, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 25-31, καθώς και τη σκέψη 54 της αυτής αποφάσεως.).
13. Επειδή, στον ελληνικό Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 (Α`235) και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την τροποποίηση του με το ν. 723/1977 (ΑΊ00), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Άρθρον 3. […….] 2. Δικηγόρος διορίζεται ο επιτυγχάνων εις εξέτασιν επί πρακτικών θεμάτων […] 3. Δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου, έχει συμπληρώσει πρακτικήν άσκησιν δέκα οκτώ μηνών παρά δικηγορώ και έχει ηλικίαν [….]. Άρθρον 4. Ο πτυχιούχος οφείλει εντός εξαμήνου από της λήψεως του πτυχίου του, να ζήτηση την εγγραφήν του εις ειδικόν βιβλίον του Δικηγορικού Συλλόγου του τόπου ασκήσεως, προσάγων το πτυχίον αυτού ως και βεβαίωσιν του παρ` ω ήρξατο ασκούμενος δικηγόρου. Από της εγγραφής ταύτης λογίζεται αρξαμένη η άσκησις. […] Άρθρον 5 1. Εκπρόθεσμος εγγραφή επιτρέπεται, κατ` εξαίρεσιν […]. Άρθρον 8 [….] Ασκούμενος θεωρείται ο πτυχιούχος από της εγγραφής του εις το βιβλίον ασκουμένων του Δικηγορικού Συλλόγου μέχρι και του διορισμού του ως δικηγόρου. Άρθρον 10 1. Διαρκούσης της ασκήσεως ο ασκούμενος δύναται να παρίσταται ενώπιον του Πταισματοδικείου, του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και του Ειρηνοδικείου, προκειμένου περί ενόρκων βεβαιώσεων του άρθρου 671 του Κωδ. Πολ. Δικ. και περί διαφορών διαδικασίας των άρθρων 737, 738 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Τη εγγράφω εντολή του παρ` ω ασκείται Δικηγόρου δύναται ο ασκούμενος να παρίσταται ενώπιον του Ειρηνοδικείου, δικάζοντος κατά την διαδικασίαν των μικροδιαφορών. 2. Ο ασκούμενος υποχρεούται να συμπαρίσταται μετά του παρ` ω ασκείται Δικηγόρου, ενώπιον των Πρωτοβαθμίων Δικαστηρίων συνυπογράφων τας προτάσεις. 3. ΔΓ αποφάσεων […] καθορίζονται τα της διεξαγωγής της πρακτικής ασκήσεως, ο τρόπος ελέγχου ταύτης υπό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, ως και τα δικαιώματα και αι υποχρεώσεις των ασκουμένων και των παρ` οις ασκούνται ούτοι δικηγόρων. […]».
14. Επειδή, η πρακτική άσκηση, κατά τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων, δεν διέπεται, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 12, από τις ρυθμίσεις των Οδηγιών 98/5 και 89/48, και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την αιτούσα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Καθώς όμως η εν λόγω άσκηση αποτελεί αναγκαίο προπαρασκευαστικό στάδιο για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου, ενέχουσα μάλιστα την εκτέλεση πράξεων δεκτικών αμοιβής [βλ. ιδίως την κατά το ανωτέρω άρθρο 10 του Κώδικα δυνατότητα αυτοπρόσωπης διενέργειας δικηγορικών πράξεων από τον ασκούμενο, καθώς και τα περιεχόμενα στο φάκελο της υποθέσεως πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του καθ` ου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, από 16.10.2000 και 4.7.2006 (απόσπασμα υπ` αριθ. πρωτ. 11153) περί καθορισμού και αναπροσαρμογής, αντιστοίχως, «της αμοιβής των ασκουμένων δικηγόρων»], εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις περί ελευθεριών του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, κατά τα εκτεθέντα επίσης στην αυτή ως άνω σκέψη 12 της παρούσης αποφάσεως.
15. Επειδή, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες (σκ. 13) διατάξεις των άρθρων 3 (παρ. 3) και 4 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ως «πτυχίον αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου», το οποίο, εξομοιούμενο προς «πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού Πανεπιστημίου», απαιτείται για την εγγραφή σε ελληνικό δικηγορικό σύλλογο με την ιδιότητα του ασκουμένου, νοείται το αλλοδαπό εκείνο πτυχίο του οποίου έχει αναγνωρισθεί η από ακαδημαϊκής απόψεως ισοτιμία με τον ως άνω ημεδαπό τίτλο, σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε σχετικές διατάξεις [κατά τον κρίσιμο χρόνο ν. 741/1977 (Α`314) περί Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α.) και μετέπειτα ν. 3328/2005 (Α`80) περί Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.). Βλ., μεταξύ άλλων, ΣτΕ 3170/2006, 243/2002, 3457/1998, Ολομ.].
16. Επειδή, εν προκειμένω, η αιτούσα, στην ένδικη αίτησή της προς τον “καθ` ου Δικηγορικό Σύλλογο (βλ.ανωτ. σκέψη 4) ανέφερε συγκεκριμένα τα εξής: «[…] Έχω την τιμή να σας θέσω υπόψη τα ακόλουθα: Με δεδομένα α) την υπ` εμού κτήση πτυχίου ΒΑ στην Αγγλική Λογοτεχνία του Πανεπιστημίου Buckingham της Μεγάλης Βρετανίας, β) Την εν συνεχεία απονομή του μεταπτυχιακού τίτλου ΜΑ στην Εγκληματολογία του Πανεπιστημίου Leicester της Μεγάλης Βρετανίας (σχετικό 1), έγινα δεκτή από το Πανεπιστήμιο του Westminster της Μεγάλης Βρετανίας , για απόκτηση πτυχίου Νομικής και αναγνώρισης ασκήσεως επαγγέλματος δικηγόρου. Ειδικότερα: 1. Κατέστην πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου Westminster (Graduate Diploma in Law, School of Law, University of Westminster) (σχετικό 2). 2. Απέκτησα, στη συνέχεια των ως άνω σπουδών μου, το πτυχίο της Νομικής Πρακτικής (Postgraduate Diploma in Legal Practice Course) το οποίο συνιστά νομιμοποιητικό (προϋπόθεση) έναρξης του επαγγέλματος του ασκούμενου δικηγόρου στο Ηνωμένο Βασίλειο (σχετικό 3). 3. Με βάση τα ως άνω, ενεγράφην ως ασκούμενη δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αγγλίας και Ουαλλίας (Student member of the Law Society of England and Wales) [σχετικά 4(α), (β) και (γ)]. 4. Ήδη εκρίθη δικαστικώς ότι οι ασκούμενοι δικηγόροι, ή οι κεκτημένοι τα προσόντα να καταστούν ασκούμενοι δικηγόροι σε Ευρωπαϊκή χώρα, νομιμοποιούνται για εγκατάσταση, άσκηση και επαγγελματική παροχή των υπηρεσιών τους σε οποιαδήποτε άλλη χώρα – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει των άρθρων 39 & 43 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης [βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-313/01 (Christine Morgenbesser v Consiglio dell` Ordine degli avvocati di Genova), Λουξεμβούργο 13-11-2003] (σχετικό 5). 5. Προς διευκόλυνση του όλου νομικού (κατά το Ευρωπαϊκό κοινοτικό νομοθετικό καθεστώς) πλέγματος και την βάσ[ει] αυτού νόμιμη αξίωση μου για παραδοχή της παρούσης προσάγω την από 22-01-2004 γνωμοδότηση […] Επειδή η Συνθήκη περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας κατοχυρώνει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας (Άρθρο 39) καθώς και το δικαίωμα εγκατάστασης (Άρθρο 43). […] ΑΙΤΟΥΜΑΙ Να γίνει δεκτή η παρούσα Να με εγγράψετε στα μητρώα ασκούμενων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, χορηγώντας μου παράλληλα ταυτότητα ασκούμενης δικηγόρου, προκειμένου να ασκήσω, νομίμως και ακωλύτως, το επάγγελμα της ασκούμενης δικηγόρου.».
17. Επειδή, με την πιο πάνω αίτησή της η αιτούσα επικαλέσθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, (προσκομίζοντας τους), συγκεκριμένους τίτλους σπουδών βρετανικών πανεπιστημίων, μεταξύ των οποίων και «πτυχία νομικής», βάσει των οποίων, όπως ισχυρίσθηκε (καταθέτοντας σχετικά στοιχεία), είχε εγγραφεί ως ασκούμενη δικηγόρος σε δικηγορικό σύλλογο του Ηνωμένου Βασιλείου. Ζήτησε δε, εν όψει των ανωτέρω, να εγγραφεί, αντιστοίχως, ως ασκούμενη, στον καθ` ου δικηγορικό σύλλογο, σύμφωνα με τις προμνημονευθείσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και τη νομολογία Morgenbesser. To αίτημα αυτό απορρίφθηκε, κατά τα εκτεθέντα στις σκέψεις 4 – 6, με μόνη αιτιολογία ότι δεν πληρούσε «τις προϋποθέσεις εγγραφής κατ` άρθρο 3 παρ. 3 ΝΔ. 3026/1954 (μη κατοχή πτυχίου νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού αναγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου.)», χωρίς καμιά περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο των τίτλων σπουδών της αιτούσας ή στον τρόπο ασκήσεως της δικηγορίας στο κράτος προελεύσεως (ζητήματα που, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εξετασθούν από το Δικαστήριο πρωτογενώς, αφού δεν υφίσταται προηγούμενη περί αυτών κρίση της Διοικήσεως, κατά την παρούσα δίκη). Με τα δεδομένα αυτά, από την ως άνω αιτιολογία, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της επίδικης αίτησης εγγραφής, προκύπτει ότι η τελευταία απορρίφθηκε από τον καθ` ου για το λόγο ότι τα προσκομισθέντα από την αιτούσα πτυχία δεν ήταν αναγνωρισμένα κατά το άρθρο 3 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν είχαν, δηλαδή, όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη (ανωτ. σκ. 15), αναγνωρισθεί από ακαδημαϊκή άποψη ως ισότιμα με πτυχίο νομικού τμήματος νομικής σχολής ελληνικού πανεπιστημίου. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Α. Ράντος, Μ. Καραμανώφ, Α. Χριστοφορίδου, Α.-Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Ε. Αντωνόπουλος, Β. Γρατσίας, Σ. Παραμυθιώτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Β. Καλαντζή, καθώς και ο Πάρεδρος Ι. Σύμπλης, οι οποίοι διατύπωσαν την γνώμη ότι το εν προκειμένω υποβληθέν από την αιτούσα αίτημα αφορούσε την εγγραφή της ως ασκούμενης δικηγόρου στον οικείο εθνικό Δικηγορικό Σύλλογο, επί τη βάσει των υποβληθέντων από αυτήν τίτλων σπουδών, οι οποίοι δεν περιελάμβαναν πτυχίο νομικής σχολής τουλάχιστον τριετούς διαρκείας, και του γεγονότος ότι αυτή, βάσει των ανωτέρω τίτλων, είχε εγγραφεί ως ασκούμενη σε άλλο κράτος μέλος για επάγγελμα μη ταυτιζόμενο με το δικηγορικό, όπως αυτό οργανώνεται στο κράτος υποδοχής, αλλά, εν όψει του εντελώς διαφορετικού τρόπου οργανώσεως του επαγγέλματος στο κράτος προέλευσης και των υποδιακρίσεων που αναγνωρίζονται σ` αυτό, για επάγγελμα απλώς συναφές με αυτό, η δε απόρριψη του αιτήματος έγινε με την αιτιολογία ότι οι υποβληθέντες από αυτήν τίτλοι σπουδών δεν περιελάμβαναν πτυχίο νομικής. Ότι αυτή μόνον ήταν η έννοια του υποβληθέντος αιτήματος και της προσβαλλομένης απορρίψεως του και όχι η απόρριψη για τον λόγο ότι ο αλλοδαπός τίτλος σπουδών της αιτούσης δεν είχε αναγνωρισθεί, κατά την εθνική νομοθεσία, ως ισότιμος με τους αντίστοιχους ημεδαπούς τίτλους σπουδών, και ότι με αυτή την έννοια θα έπρεπε να χωρήσει η περαιτέρω εξέταση της υποθέσεως, προκύπτει από την κοινή περί αυτού αντίληψη τόσο της αιτούσης, όσο και του καθ` ου Δικηγορικού Συλλόγου, αλλά και της Διοικήσεως και της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Αυτό συνάγεται τόσο από το περιεχόμενο της προς τον Σύλλογο αιτήσεως και της επ` αυτού προσβαλλομένης απαντήσεως, όσο και από τις επ` αυτού διευκρινίσεις της αιτούσης, όπως εκτίθενται στο παραδεκτώς κατατεθέν από 8.4.2009 υπόμνημα της, του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, όπως εκτίθενται στο από 13.4.2009 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα του, και της Διοικήσεως, όπως προκύπτει από το ευρισκόμενο στον φάκελο της υποθέσεως υπ` αριθ. πρωτ. 87770/15-9-2006 έγγραφο του Τμήματος Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, από το οποίο, μάλιστα, αλλά και από άλλα στοιχεία του φακέλου, προκύπτει επί πλέον ότι την αυτή αντίληψη για το ακριβές περιεχόμενο της προσβαλλομένης αρνήσεως έχει και η Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η οποία, για τον λόγο αυτόν, δεν προώθησε αλλά έθεσε στο αρχείο αρξάμενη διαδικασία παραβάσεως κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, κατά το άρθρο 226 Συνθ. ΕΚ (ήδη άρθρο 258 Συνθ. ΕΕ), για την συγκεκριμένη υπόθεση.
18. Επειδή, η πιο πάνω αιτιολογία απόρριψης του επίδικου αιτήματος δεν είναι νόμιμη. Διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε προηγούμενες σκέψεις (11 – 12), εφ` όσον η αιτούσα επικαλέσθηκε, πάντως, «πτυχία νομικής» τα οποία απέκτησε σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ην. Βασίλειο) και τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν – όπως και χρησιμοποιήθηκαν – στο κράτος εκείνο για την εγγραφή της ως ασκούμενης σε δικηγορικό σύλλογο, ο καθ` ου, στον οποίο, υπό τα δεδομένα αυτά, ζήτησε να εγγραφεί ομοίως ως ασκούμενη, δεν μπορούσε να της αρνηθεί την εγγραφή με μόνη την αιτιολογία της έλλειψης ακαδημαϊκής αναγνώρισης των τίτλων της. Όφειλε, αντιθέτως, στην περίπτωση αυτή, το αρμόδιο για την εγγραφή όργανο (εφ` όσον δεν προβλεπόταν ειδική σχετική διαδικασία) να λάβει υπ` όψη τους εν λόγω τίτλους και αφού προβεί σε συνολική συγκριτική αξιολόγηση τους με το απαιτούμενο για την εγγραφή ημεδαπό πτυχίο, ως προς τις γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με αυτά, σε συνδυασμό και με τις διαφορές ως προς τις αντίστοιχες έννομες τάξεις, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τον τρόπο ασκήσεως των οικείων επαγγελμάτων κλπ, να κρίνει αν οι γνώσεις και τα εν γένει προσόντα της αιτούσης που προκύπτουν από τους τίτλους αυτούς, καθώς και άλλες τυχόν σχετικές γνώσεις και εμπειρία που έχει τυχόν αποκτήσει, αντιστοιχούν προς τα προσόντα που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις. Και, σε καταφατική μεν περίπτωση να δεχθεί τους πιο πάνω τίτλους, επί τη διαπιστώσει δε μερικής μόνον αντιστοιχίας, να απαιτήσει ενδεχομένως από την αιτούσα να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τα ελλείποντα προσόντα. Για το λόγο, συνεπώς, αυτό, ο οποίος βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόρριψη από το διοικητικό συμβούλιο του καθ` ου δικηγορικού συλλόγου του αιτήματος της αιτούσας να εγγραφεί στα μητρώα του ως ασκούμενη πρέπει να ακυρωθεί, προκειμένου να χωρήσει νέα, νόμιμη, κατά τ` ανωτέρω, κρίση του εν λόγω αιτήματος τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον καθ` ου και τον παρεμβαίνοντα Δικηγορικό Σύλλογο Ιωαννίνων, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Απορριπτέα δε, κατόπιν αυτών, είναι η παρέμβαση του τελευταίου αυτού συλλόγου στο σύνολο της.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει, σύμφωνα με το σκεπτικό, την προσβαλλόμενη απόρριψη από το διοικητικό συμβούλιο του καθ` ου δικηγορικό συλλόγου, του αιτήματος της αιτούσας να εγγραφεί στο σύλλογο αυτό ως ασκούμενη.
Αναπέμπει την υπόθεση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών προς νέα νόμιμη κρίση.
Παρατηρήσεις
Με δύο αποφάσεις, που αφορούσαν ζητήματα που παραπέμφθηκαν σε αυτή ως μείζονος σημασίας, η Ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας έκρινε με ποιους όρους μπορούν υποψήφιοι δικηγόροι που απέκτησαν πτυχίο νομικής στο εξωτερικό να ενταχθούν στους ελληνικούς δικηγορικούς συλλόγους. Συγκεκριμένα, απεφάνθη ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι δεν μπορούν να αρνηθούν στον κάτοχο πτυχίου νομικής πανεπιστημίου της αλλοδαπής την εγγραφή στα μητρώα ασκουμένων και τη συμμετοχή στις εξετάσεις των υποψηφίων δικηγόρων, αντίστοιχα, με μόνη αιτιολογία την έλλειψη της ακαδημαϊκής αναγνώρισης των τίτλων σπουδών του. Αντίθετα υποχρεούνται να εξετάσουν κατά πόσο οι προσκομιζόμενοι τίτλοι σε συνδυασμό με τις γνώσεις και τα γενικότερα προσόντα του ενδιαφερόμενου όπως προκύπτουν από αυτούς, καθώς και άλλες σχετικές γνώσεις και εμπειρίες αντιστοιχούν ή, μερικώς έστω, πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο κράτος υποδοχής για την πρόσβαση στο επάγγελμα. Αν συντρέχουν όλες αυτές οι προϋποθέσεις, οι σύλλογοι οφείλουν να δεχθούν τους τίτλους.
Ειδικότερα, η απόφαση 2770/2011 της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας αφορούσε στην περίπτωση που δικηγορικός σύλλογος αρνείται την εγγραφή στα μητρώα ασκουμένων κατόχου πτυχίου νομικής άλλου κράτους μέλους της ΕΕ. Η ενδιαφερόμενη ήταν πτυχιούχος της νομικής σχολής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, η οποία στη συνέχεια απέκτησε πτυχίο νομικής πρακτικής, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση έναρξης της πρακτικής ασκήσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο και γράφτηκε ως ασκούμενη δικηγόρος στους δικηγορικούς συλλόγους της Αγγλίας και της Ουαλίας. Το ΔΣ του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών απέρριψε το αίτημα της για εγγραφή επικαλούμενος ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εγγραφής της, καθώς δεν είχε αναγνωριστεί η ισοτιμία του πτυχίου της στην Ελλάδα.
Η δεύτερη υπόθεση που συζητήθηκε στην Ολομέλεια (2771/2011) αφορούσε πτυχιούχο νομικής γαλλικού Πανεπιστημίου που επεδίωκε να ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα στην Ελλάδα. Ωστόσο ο δικηγορικός σύλλογος Αθηνών μολονότι τον ενέγραψε στα μητρώα των ασκουμένων δικηγόρων, στη συνέχεια δεν χορηγούσε πιστοποιητικό ασκήσεως προκειμένου να συμμετάσχει στις εξετάσεις υποψηφίων δικηγόρων.
Και στις δύο περιπτώσεις το δίκαιο που επικαλέστηκαν οι αιτούντες για να υποστηρίξουν το αίτημα τους είναι το κοινοτικό, πρωτογενές κυρίως αλλά και παράγωγο, όπως επίσης και τις σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ΣτΕ κρίνοντας επί των υποθέσεων έλαβε υπόψη του τόσο το δίκαιο της Ένωσης όσο και τις εθνικές ρυθμίσεις όπως αποτυπώνονται στον Κώδικα Περί Δικηγορών. Συνακόλουθα, ερμήνευσε τις εθνικές προβλέψεις εναρμονίζοντας τις με τις κοινοτικές και συνεκτιμώντας παράλληλα τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Συγκεκριμένα το ΣτΕ επικαλείται το άρθρο 39 ΣΕΚ (νυν 45 ΣΛΕΕ) και το άρθρο 43 ΣΕΚ (νυν 49 ΣΛΕΕ) που αφορούν στις κοινοτικές ελευθερίες κυκλοφορίας των εργαζομένων και εγκατάστασης, αντίστοιχα. Βάσει αυτών παρέχεται η δυνατότητα απρόσκοπτης, καταρχήν, επαγγελματικής δραστηριοποίησης των κοινοτικών υπηκόων σε ολόκληρη την Κοινότητα. Ως εκ τούτου, κάθε περιορισμός στην ελευθερία εγκατάστασης που προέρχεται από εθνικό μέτρο, θεωρείται πως απειλεί τη διασυνοριακή εγκατάσταση και εφόσον δεν συντρέχει επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος για την επιβολή του πρέπει να αίρεται. Οι παραπάνω ελευθερίες και τα κανονιστικά πλαίσια που υποδεικνύουν στα κράτη- μέλη ισχύουν και για το δικηγορικό επάγγελμα, όπως επισημαίνει το δικαστήριο παραθέτοντας και την αντίστοιχη νομολογία του ΔΕΕ που επιβεβαιώνει την εν λόγω θέση (ΔΕΚ 21.6.1974, C-2/74, Reyners, 28.4.1977, C- 71/76, Thieffry, 12.7.1984, ΟΙ 07/83, ΚΙορρ).
Ειδικότερα όσον αφορά στην πρακτική άσκηση που προβλέπεται σε νομοθεσίες κρατών μελών ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου, το δικαστήριο στηριζόμενο στη νομολογία του ΔΕΕ διευκρίνισε ότι δεν συνιστά ούτε «δικηγορικό επάγγελμα» ούτε αυτοτελές «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα», κατά την έννοια των οδηγιών 98/5 και 89/48 αντίστοιχα, αλλά προπαρασκευαστική της εισόδου στο επάγγελμα. Επιπλέον, εφόσον κατά την πρακτική άσκηση ο ασκούμενος αναλαμβάνει δραστηριότητες που κανονικά αμείβονται, η πρακτική άσκηση συνιστά δραστηριότητα που υπάγεται και προστατεύεται από τις διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου περί ελευθεριών και συγκεκριμένα από το άρθρο 39 ΣΕΚ (νυν 45 ΣΛΕΕ) ή το άρθρο 43 ΣΕΚ (νυν 49 ΣΛΕΕ) ανάλογα με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης.
Για το δικηγορικό εφόσον πρόκειται για «νομικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα», η νομοθεσία των κρατών – μελών σε κάθε περίπτωση προβλέπει ιδιαίτερες ρυθμίσεις για την πρόσβαση έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι η δικαιοσύνη θα στελεχώνεται από πρόσωπα με επιστημονική ικανότητα και προσόντα, τα οποία πιστοποιούνται με την κατοχή συγκεκριμένων τίτλων. Στην ελληνική έννομη τάξη οι ρυθμίσεις αυτές αποτυπώνονται στο ν.δ 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων) που προβλέπει διαδικασίες που αφορούν τόσο την πρόσβαση όσο και την άσκηση του επαγγέλματος. Το ΣτΕ αναφέρεται στις προβλέψεις του Κώδικα σχετικά με την πρόσβαση στο επάγγελμα όπου ορίζονται και οι προϋποθέσεις. Ειδικότερα, επίμαχη διάταξη είναι αυτή του άρθρου 3 σύμφωνα με την οποία δικηγόρος διορίζεται ο επιτυγχάνων εις εξέτασιν επί πρακτικών θεμάτων[…] δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου. Αυτή η διάταξη αποτέλεσε το νομικό έρεισμα το οποίο επικαλέστηκε ο δικηγορικός σύλλογος για να απορρίψει το αίτημα του ενδιαφερομένου αλλά και το δικαστήριο για να το ικανοποιήσει, ερμηνεύοντας την διαφορετικά.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο εκτιμώντας την ιδιαίτερη φύση του εν λόγω επαγγέλματος ερμηνεύει τις εθνικές ρυθμίσεις του Κώδικα περί Δικηγόρων υπό το φως του κοινοτικού δικαίου. Επανανοηματοδοτεί το άρθρο 3 και την έννοια του πτυχίου διευρύνοντας τον κύκλο αποδεκτών του δικαιώματος πρόσβασης στο επάγγελμα ενώ παράλληλα δημιουργεί υποχρεώσεις στις αρμόδιες αρχές. Το κράτος υποδοχής δεν θα πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα της ακαδημαϊκής και μόνον ισοτιμίας του εν λόγω (κοινοτικού) πτυχίου, όπως τονίζεται. Αντίθετα, οι σύλλογοι οφείλουν να λάβουν υπόψη τους τίτλους και να προβούν σε συνολική συγκριτική αξιολόγησή τους με το απαιτούμενο για την εγγραφή ημεδαπό πτυχίο ως προς τις γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται, τον τρόπο άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Έπειτα πρέπει να κρίνουν αν οι γνώσεις και τα γενικότερα προσόντα του ενδιαφερόμενου, που προκύπτουν από τους τίτλους αυτούς, καθώς και πιθανές άλλες σχετικές γνώσεις και εμπειρίες, που έχουν αποκτήσει, αντιστοιχούν προς τα προσόντα που απαιτεί η εθνική νομοθεσία. Αν αντιστοιχούν, οι σύλλογοι οφείλουν να δεχθούν τους τίτλους, ενώ αν από τη σύγκριση προκύπτει μερική μόνο αντιστοιχία, ο υποψήφιος μπορεί να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Σε κάθε περίπτωση, ο δικηγορικός σύλλογος δεν μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι το πτυχίο νομικής που αποκτήθηκε από τον αιτούντα στο κράτος προελεύσεως δεν έχει τύχει ακαδημαϊκής αναγνώρισης στο κράτος υποδοχής.
Τα ανάλογα ισχύουν και όταν κοινοτικός υπήκοος ζητεί να του επιτραπεί να διανύσει σε ορισμένο κράτος μέλος την περίοδο πρακτικής άσκησης, που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, και επικαλείται τίτλους που έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη πρακτική άσκηση.
Με άλλα λόγια προϋπόθεση εισόδου στο επάγγελμα, δεν αποτελεί το πτυχίο με την έννοια του διπλώματος αλλά τα επαγγελματικά προσόντα, και επαφίεται στις αρμόδιες αρχές ο έλεγχος και η κρίση για την ύπαρξη των απαιτούμενων επαγγελματικών γνώσεων και εμπειριών και του κατά πόσο αντιστοιχούν στις εθνικές προβλέψεις. Το δικαστήριο με αυτό τον τρόπο επιδιώκει να συμφιλιώσει την εθνική ρύθμιση, χωρίς να θίξει το κύρος της, με τις κοινοτικές επιταγές. Το Κοινοτικό δίκαιο αποβλέπει στην εξάλειψη των προσκομμάτων στα πλαίσια της ενιαίας αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού γι’ αυτό και επιβάλλει ενιαία αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων, πράγμα που άλλωστε νομιμοποιείται να το κάνει καθώς ανήκει στις εκχωρηθείσες αρμοδιότητες. Σύμφωνα με τη νομολογία ΔΕΕ η προς την αναγνώριση των διπλωμάτων ως ισοτίμων σχετική νομοθετική ύλη ανήκει στον κοινοτικό νομοθέτη. Οι εθνικές αρχές ελέγχουν την ισοτιμία, δηλαδή αν το αλλοδαπό δίπλωμα πιστοποιεί γνώσεις και προσόντα ισοδύναμα αυτών του αντίστοιχου εθνικού διπλώματος βάσει της φύσης και της διάρκειας σπουδών με κριτήρια αντικειμενικά. Το ΣτΕ παγίως πλέον δέχεται ότι το ζήτημα της ακαδημαϊκής ισοτιμίας αφορά την κρατική αρμοδιότητα και ότι το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να υπεισέλθει μόνο στα θέματα της επαγγελματικής. Ωστόσο με τη διαρκή συρρίκνωση του ακαδημαϊκού, σχεδόν απορρόφησή του από την έννοια του επαγγελματικού, στην πρόσφατη νομολογία εύλογα δημιουργείται η απορία του εάν απομένει τελικά στα κράτη πεδίο ρύθμισης.

ΣτΕ 2771/2011 (Ολομ.), Πρακτική άσκηση δικηγόρων-πτυχιούχος Γαλλίας

Ανθούλα Καπελώνη

ΣτΕ 2771/2011 (Ολομ.), Πρακτική άσκηση δικηγόρων-πτυχιούχος Γαλλίας

ΣτΕ Ολ. 2771/2011, Πρακτική άσκηση δικηγόρων σε κράτος μέλος της ΕΕ και ελευθερία εγκατάστασης

Προεδρεύων : Μιχ. Βροντάκης. Εισηγητής: Συμβούλος, Ι. Γράβαρης
Απόφαση
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 3 Απριλίου 2009,
Για να δικάσει την από 8 Σεπτεμβρίου 2004 αίτηση:
1.
2.
3.
4. Επειδή, με την εν λόγω αίτηση, ο αιτών, πτυχιούχος νομικής γαλλικού πανεπιστημίου και εγγεγραμμένος ως ασκούμενος στον καθ` ου Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (βλ. αναλυτικά κατωτέρω σκ. 11) ζητά να ακυρωθεί η σιωπηρή, από το σύλλογο αυτό, απόρριψη της από 24.3.2004 αιτήσεως του με την οποία είχε ζητήσει να του χορηγηθεί πιστοποιητικό ασκήσεως, προκειμένου να μετάσχει στις εξετάσεις υποψηφίων δικηγόρων.
5. Επειδή, στον Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 (Α`235) και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την τροποποίηση του με το ν. 723/1977 (Α΄100), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Άρθρον 3. […] 2. Δικηγόρος διορίζεται ο επιτυγχάνων εις εξέτασιν επί πρακτικών θεμάτων διεξαγομένην εις την έδραν εκάστου Εφετείου, προκηρυσσομένην κατά Μάρτιον και Σεπτέμβριον εκάστου έτους δι` αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης. 3. Δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου, έχει συμπληρώσει πρακτικήν άσκησιν δέκα οκτώ μηνών παρά δικηγορώ και έχει ηλικίαν […]. Άρθρον 4. Ο πτυχιούχος οφείλει εντός εξαμήνου από της λήψεως του πτυχίου του, να ζητήση την εγγραφήν του εις ειδικόν βιβλίον του Δικηγορικού Συλλόγου του τόπου ασκήσεως, προσάγων το πτυχίον αυτού ως και βεβαίωσιν του παρ` ω ήρξατο ασκούμενος δικηγόρου. Από της εγγραφής ταύτης λογίζεται αρξαμένη η άσκησις. […] Άρθρον 5 1. Εκπρόθεσμος εγγραφή επιτρέπεται, κατ` εξαίρεσιν […]. Άρθρον 8 […] Ασκούμενος θεωρείται ο πτυχιούχος από της εγγραφής του εις το βιβλίον ασκουμένων του Δικηγορικού Συλλόγου μέχρι και του διορισμού του ως δικηγόρου. Άρθρον 10 1. Διαρκούσης της ασκήσεως ο ασκούμενος δύναται να παρίσταται ενώπιον του Πταισματοδικείου, του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και του Ειρηνοδικείου, προκειμένου περί ενόρκων βεβαιώσεων του άρθρου 671 του Κωδ. Πολ. Δικ. και περί διαφορών διαδικασίας των άρθρων 737, 738 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Τη εγγράφω εντολή του παρ` ω ασκείται Δικηγόρου δύναται ο ασκούμενος να παρίσταται ενώπιον του Ειρηνοδικείου, δικάζοντος κατά την διαδικασίαν των μικροδιαφορών. 2. Ο ασκούμενος υποχρεούται να συμπαρίσταται μετά του παρ` ω ασκείται Δικηγόρου, ενώπιον των Πρωτοβαθμίων Δικαστηρίων συνυπογράφων τας προτάσεις. 3. Δι` αποφάσεων […] καθορίζονται τα της διεξαγωγής της πρακτικής ασκήσεως, ο τρόπος ελέγχου ταύτης υπό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, ως και τα δικαιώματα και αι υποχρεώσεις των ασκουμένων και των παρ` οις ασκούνται ούτοι δικηγόρων. […]». Άρθρον 12. 1. Ο ασκούμενος οφείλει να μετάσχει της αμέσως προσεχούς ή μεταπροσεχούς εξετάσεως μετά την συμπλήρωσιν του χρόνου της κατά νόμον ασκήσεως του ή της τυχόν προσθέτου τοιαύτης. Δύναται ο ασκούμενος να γίνη δεκτός και εις μεταγενεστέραν εξέτασιν κατόπιν αποφάσεως του οικείου πειθαρχικού συμβουλίου, εφ` όσον συντρέχουν εν τω προσώπω του εξαιρετικοί λόγοι. Το πειθαρχικόν Συμβούλιον δύναται να επιβάλη και πρόσθετον άσκησιν. […] 3. Ο προτιθέμενος να λάβη μέρος εις την εξέτασιν καταθέτει, το βραδύτερον μέχρι της προτεραίας της ενάρξεως της εξετάσεως, αίτησιν περί τούτου εις τον Γραμματέα της Εξεταστικής Επιτροπής. Εις την αίτησιν επισυνάπτονται: α) Πιστοποιητικόν ασκήσεως, β) […]». Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 194, 201 και 235 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο ν` αποφανθεί επί αιτήματος εγγραφής στο βιβλίο ασκουμένων δικηγορικού συλλόγου, κατά το ανωτέρω άρθρο 4 του κώδικα αυτού, είναι το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου. 6. Επειδή, στη Συνθήκη για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, όπως το κείμενο της ενοποιήθηκε με την κυρωθείσα με το ν. 2691/1999 (Α`47) Συνθήκη του Άμστερνταμ, ορίζεται, στο άρθρο 39 παρ. 1 ότι «εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας», στο άρθρο 40 παρ. 1 ότι « το Συμβούλιο […] λαμβάνει, με οδηγίες ή κανονισμούς, τα αναγκαία μέτρα για να πραγματοποιηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 39 […]», στο άρθρο 43 ότι «οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται […]» και ότι «Η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων […]», στο δε άρθρο 47 παράγραφος 1 ότι «για να διευκολύνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, το Συμβούλιο […] εκδίδει οδηγίες για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων». Περαιτέρω, στα άρθρα 149 και 150 της Συνθήκης ορίζονται τα εξής: «Άρθρο 149 1. Η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία. 2. Η δράση της Κοινότητας έχει ως στόχο: – […]. – να ευνοεί την κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών, μεταξύ άλλων και μέσω της ακαδημαϊκής αναγνώρισης διπλωμάτων και περιόδων σπουδών – […] Άρθρο 150 1. Η Κοινότητα εφαρμόζει πολιτική επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία στηρίζει και συμπληρώνει τις δράσεις των κρατών μελών, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο και την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. 2. Η δράση της Κοινότητας έχει ως στόχο; -[…] – να διευκολύνει την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση και την ενίσχυση της κινητικότητας των εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων και ιδίως των νέων. […]».
7. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 39 και 43 της Συνθήκης κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, ως θεμελιώδεις κοινοτικές ελευθερίες (βλ. και άρθρα 2 και 3 περ. γ), η ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων και το δικαίωμα εγκαταστάσεως, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ελευθερίες αναλήψεως -και ασκήσεως μη μισθωτών δραστηριοτήτων. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες είναι δεκτικές αμέσου επικλήσεως από ιδιώτες ενώπιον των εθνικών αρχών, καταλαμβάνουν δε και τους δικηγόρους (βλ., μεταξύ άλλων, ΔΕΚ 21.6.1974, C-2/74, Reyners, 28.4.1977, C- 71/76, Thieffry, 12.7.1984, ΟΙ 07/83, ΚΙορρ), παρέχεται η δυνατότητα της απρόσκοπτης, κατ` αρχήν, επαγγελματικής δραστηριοποίησης των κοινοτικών υπηκόων σε ολόκληρη την Κοινότητα, με συνέπεια να αποκλείονται εθνικά μέτρα που, χωρίς επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, θα καθιστούσαν την άσκηση των σχετικών δραστηριοτήτων σε ορισμένο κράτος μέλος λιγότερο ελκυστική για τους λοιπούς κοινοτικούς υπηκόους έναντι των υπηκόων του κράτους αυτού. (Βλ., μεταξύ άλλων, ΔΕΚ 13.3.1993, C-19/92,Kraus, σκ. 32, 30.11.1995, C-55/94, Gebhard, σκ. 37, 14.10.2004, C-299/02, Επιτροπή κατά Βασιλείου των Κάτω Χωρών, σκ. 15 και 17, 17.3.2005, C- 109/04, Kranemann, 21.4.2005, C-140/03, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας.). Εξ άλλου, προκειμένου περί «νομικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος», επαγγέλματος δηλαδή για την πρόσβαση στο οποίο απαιτείται, κατά τη νομοθεσία ορισμένου κράτους μέλους (εφεξής κράτους υποδοχής), η ύπαρξη προσόντων πιστοποιούμενων με την κατοχή συγκεκριμένων τίτλων, από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, όπως έχουν επίσης ερμηνευθεί με σειρά αποφάσεων του ΔΕΚ, συνάγονται τα εξής: Όταν οι αρχές του εν λόγω κράτους εξετάζουν αίτηση κοινοτικού υπηκόου (ακόμα και υπηκόου του ίδιου του κράτους αυτού) για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως τέτοιου ως άνω επαγγέλματος, οφείλουν να λαμβάνουν υπ` όψη τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος (κράτος προέλευσης), τα οποία συνιστούν νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στο κράτος εκείνο. (Βλ., μεταξύ άλλων, ΔΕΚ 15.10.1987, C-222/86, Umectef/Heylens, 7.5.1991, C-340/89, Βλασσοπούλου, σκ. 15 – 16, 8.7.1999, C-234/97, Fernandez de Bobadilia, σκ. 30-31, καθώς και ανωτ. απόφ. Kraus, σκ. 15 – 16). Η υποχρέωση αυτή, όπως το περιεχόμενό της αναλύεται στη συνέχεια, απορρέει ευθέως από τις ανωτέρω περί των κοινοτικών ελευθεριών διατάξεις της Συνθήκης, και είναι ανεξάρτητη από την έκδοση των οδηγιών που προβλέπονται, κατά τα προεκτεθέντα, στις διατάξεις αυτές για να διευκολύνουν περαιτέρω την άσκηση των εν λόγω ελευθεριών. (ΔΕΚ ανωτ. αποφάσεις Βλασσοπούλου, σκ. 14, Fernandez de Bobadilia, σκ. 28, κατωτ. απόφ. Morgenbesser, σκ. 58 κ.ά. – Τέτοιες ως άνω οδηγίες αποτελούσαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μεταξύ άλλων, η οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, «σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών», ΕΕ L 19, όπως συμπληρώθηκε με την 92/51/ όμοια, ΕΕ L 209, καθώς και η οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 1998 «για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος», ΕΕ L. 77). Η ανωτέρω, άλλωστε, υποχρέωση του κράτους υποδοχής να λαμβάνει υπ` όψη τους «κοινοτικούς» τίτλους, ούτε αυτόματη αναγνώριση τους συνιστά ούτε περιορισμό της αποκλειστικής, κατά τη Συνθήκη, αρμοδιότητας των κρατών μελών να καθορίζουν τα ίδια τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο της οικείας εκπαίδευσης (ανωτ. άρθρα 149 – 150), ελλείψει δε σχετικής εναρμόνισης, και τα επιθυμητά για το συγκεκριμένο επάγγελμα προσόντα. (Βλ., μεταξύ άλλων, ανωτ. αποφάσεις Unectef/Heylens, σκ. 10 κ.επ., Βλασσοπούλου, σκ. 9, καθώς και ΔΕΚ 10.12.2009, C-345/08, Krzysztof Pesia, σκ.34). Ο λόγος, πράγματι, για τον οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση αυτή δεν είναι η εγγενής, από ακαδημαϊκή άποψη, αξία των πιο πάνω τίτλων αλλά το γεγονός ότι επιτρέπουν στο κράτος προέλευσης την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα. (Πρβλ. ΔΕΚ., 19.1.2006, C-330/03, Colegio de Ingenieros de Caminos, Canales y Puertos, σκ. 19 και 23, καθώς και 23.10.2008, C-274/05, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, σκ.29-31). Γι αυτό και δεν επιτρέπεται, στην περίπτωση αυτή, να μη λαμβάνονται υπ` όψη εξαιτίας και μόνον διαφορών ως προς την αντίστοιχη εκπαίδευση των κρατών προέλευσης και υποδοχής. (Βλ. ιδίως κατωτ. απόφ. Morgenbesser). Κατά συνέπεια, εκείνο στο οποίο υποχρεούνται οι αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής είναι να προβαίνουν εν πάση περιπτώσει σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται για το συγκεκριμένο επάγγελμα από τις εθνικές διατάξεις. Και αν μεν η συγκριτική αυτή εξέταση οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με τους τίτλους του κράτους προέλευσης αντιστοιχούν στις προϋποθέσεις που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις του, το κράτος υποδοχής υποχρεούται να δεχθεί ότι οι εν λόγω τίτλοι πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Αν, αντιθέτως, προκύπτει από τη σύγκριση μερική μόνον αντιστοιχία, δικαιούται να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει με άλλο τρόπο (όπως με γνώσεις που αποκτήθηκαν στο κράτος υποδοχής, πρακτική εξάσκηση και συνακόλουθη επαγγελματική πείρα κ.λπ) τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Εξ άλλου, όταν το κράτος υποδοχής δεν έχει θεσπίσει, σε εθνικό επίπεδο, γενική διαδικασία αναγνωρίσεως της επαγγελματικής ισοτιμίας ή η διαδικασία αυτή δεν είναι σύμφωνη προς τις ως άνω επιταγές του κοινοτικού δικαίου, τότε το όργανο του κράτους υποδοχής στο οποίο έχει ανατεθεί από την εθνική νομοθεσία η αρμοδιότητα να ελέγχει την συνδρομή των προϋποθέσεων προσβάσεως στο συγκεκριμένο επάγγελμα οφείλει να εξετάσει αν το δίπλωμα που απέκτησε ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος, μαζί με τα λοιπά προσόντα που έχει τυχόν αποκτήσει, κατά τ` ανωτέρω, (πείρα κ.λπ), πρέπει να θεωρηθούν ισότιμα του τίτλου που απαιτείται από την εθνική νομοθεσία για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα, (Για όλα τα ανωτέρω, βλ. και πάλι, μεταξύ άλλων, τις ως άνω αποφάσεις Βλασσοπούλου, σκ. 16 κ.επ., Fernandez de Bobadilla, σκ. 31 κ.επ. Πρβλ. επίσης την ανωτ. Colegio de Ingenieros […], σκ. 19 κ.επ.).
8. Επειδή, ειδικότερα, προκειμένου περί της πρακτικής ασκήσεως που προβλέπεται σε νομοθεσίες κρατών μελών ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου, από τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, όπως έχουν, στην περίπτωση αυτή, εφαρμοσθεί από το ΔΕΚ – το πρώτον με την κατωτέρω απόφαση Morgenbesser του έτους 2003 -, απορρέουν τα ακόλουθα: α) Η εν λόγω πρακτική άσκηση, προπαρασκευαστική της εισόδου στο επάγγελμα του δικηγόρου, δεν συνιστά, ως εκ τούτου, ούτε «δικηγορικό επάγγελμα» ούτε αυτοτελές «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα», κατά την έννοια, αντιστοίχως, των ανωτέρω οδηγιών 98/5 και 89/48. Συνεπώς, οι εν λόγω οδηγίες δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή. (ΔΕΚ, 13.11.2003, C-313/01, Christine Morgenbesser, σκ. 45 – 54, καθώς και ανωτ. απόφ Pesia, σκ. 22- 24). β) Η σχετική περίοδος, ωστόσο (της πρακτικής δικηγορικής άσκησης), καθώς αποτελεί αναγκαία προπαρασκευή για την είσοδο στο επάγγελμα του δικηγόρου, πάντως δε, εφ` όσον ενέχει την ανάληψη από τον ασκούμενο δραστηριοτήτων που, κανονικά, αμείβονται (ανεξάρτητα από το ύψος της αμοιβής, είτε από τον πελάτη είτε από το δικηγορικό γραφείο όπου γίνεται η άσκηση), συνιστά δραστηριότητα υπαγόμενη στις ως άνω περί ελευθεριών διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου (άρθρο 39 ή 43 της Συνθήκης, ανάλογα με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης). (Βλ.ανωτ. αποφάσεις Morgenbesser, σκ. 60-61, Pesia, σκ. 25-27. Πρβλ. επίσης ανωτ. απόφαση Krannemann, σκ. 12-18, καθώς και ΔΕΚ, 3.7.1986, C-66/85, Deborah Lawrie – Blum, σκ. 16-22). Κατ` εφαρμογή, επομένως, των εν λόγω διατάξεων, όταν κοινοτικός υπήκοος ζητά να του επιτραπεί να διανύσει σε ορισμένο κράτος μέλος την περίοδο πρακτικής ασκήσεως που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, και επικαλείται προς τούτο τίτλους που έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη δραστηριότητα, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής, οφείλει, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, να λάβει υπ` όψη τους εν λόγω τίτλους και, συνεκτιμώντας τους στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης της εκπαιδεύσεως και των εν γένει προσόντων του αιτούντος, να εξακριβώσει εάν και κατά πόσον οι γνώσεις που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και τα κτηθέντα στο κράτος προελεύσεως προσόντα ή επαγγελματική πείρα, καθώς και η πείρα που έχει ενδεχομένως αποκτήσει ο αιτών στο κράτος υποδοχής, πληρούν, μερικώς έστω, τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο τελευταίο αυτό κράτος για την πρόσβαση στην επιδιωκόμενη άσκηση. Ειδικότερα, κατά την εν λόγω αξιολόγηση, το κράτος υποδοχής μπορεί να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των απαιτουμένων από το ίδιο διπλωμάτων με εκείνα του κράτους προελεύσεως, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπ` όψη τις αντίστοιχες διαφορές των εθνικών εννόμων τάξεων. Και αν από τη συγκριτική αυτή εξέταση καταλήγει στη διαπίστωση ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με το δίπλωμα του κράτους προελεύσεως αντιστοιχούν με τα απαιτούμενα από τις δικές του διατάξεις, υποχρεούται να δεχθεί ότι το δίπλωμα αυτό πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις. Αν πάλι, από τη σύγκριση προκύπτει μερική μόνον αντιστοιχία, δικαιούται να απαιτήσει από τον υποψήφιο να αποδείξει, κατά τ` ανωτέρω, ότι έχει αποκτήσει τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Δεν μπορεί όμως να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι πτυχίο νομικής που αποκτήθηκε από τον αιτούντα στο κράτος προελεύσεως δεν έχει «επικυρωθεί από Πανεπιστήμιο», δηλαδή δεν έχει τύχει ακαδημαϊκής αναγνώρισης στο κράτος υποδοχής. (Περί των ανωτέρω, βλ. ιδίως την προμνημονευθείσα απόφαση Morgenbesser, σκ. 57-58 και 62-72, εν συνδυασμώ και προς το πραγματικό της κύριας, στην υπόθεση εκείνη, δίκης, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 25-31, καθώς και τη σκέψη 54 της αυτής αποφάσεως.).
9. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, η κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ελληνικού Κώδικα περί δικηγόρων (ανωτ. σκ. 5) πρακτική άσκηση, δεν διέπεται μεν από τις ρυθμίσεις των Οδηγιών 98/5 και 89/48, όπως, προκειμένου περί της τελευταίας αυτής οδηγίας, αβασίμως ισχυρίζεται ο αιτών καθώς όμως η εν λόγω πρακτική άσκηση αποτελεί αναγκαίο προπαρασκευαστικό στάδιο για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου, ενέχουσα μάλιστα την εκτέλεση πράξεων δεκτικών αμοιβής [βλ. ιδίως την κατά το ανωτέρω άρθρο 10 του Κώδικα δυνατότητα αυτοπρόσωπης διενέργειας δικηγορικών πράξεων από τον ασκούμενο, καθώς και τα περιεχόμενα στο φάκελο της υποθέσεως πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του καθ` ου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, από 16.10.2000 και 4.7.2006 (απόσπασμα υπ` αριθ. πρωτ. 11153) περί καθορισμού και αναπροσαρμογής, αντιστοίχως, «της αμοιβής των ασκουμένων δικηγόρων»], εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις περί ελευθεριών του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, κατά τα εκτεθέντα επίσης στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης αποφάσεως.
10. Επειδή, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω (σκ. 5) διατάξεις των άρθρων 3 (παρ. 3) και 4 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ως «πτυχίον αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου», το οποίο, εξομοιούμενο προς «πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού Πανεπιστημίου», απαιτείται, κατά τις διατάξεις αυτές, για την εγγραφή σε ελληνικό δικηγορικό σύλλογο με την ιδιότητα του ασκουμένου, νοείται το αλλοδαπό εκείνο πτυχίο του οποίου έχει αναγνωρισθεί η από ακαδημαϊκής απόψεως ισοτιμία με τον ως άνω ημεδαπό τίτλο, σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε σχετικές διατάξεις [κατά τον κρίσιμο χρόνο ν. 741/1977 (Α`314) περί Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α.) και μετέπειτα ν. 3328/2005 (Α`80) περί επιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.). Βλ., μεταξύ άλλων, ΣτΕ 3170/2006, 243/2002, 3457/1998, Ολομ.]. Εξ άλλου, από τις αυτές ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, συνάγεται ότι επί υποβολής αιτήσεως για την εγγραφή ασκουμένου σε δικηγορικό σύλλογο, η ιδιότητα του πτυχίου τού οποίου γίνεται επίκληση με την αίτηση, ως πληρούντος νόμιμη προϋπόθεση της εγγραφής, ερευνάται κατά το στάδιο του ελέγχου της αιτήσεως. Εφ` όσον δε χωρήσει η εγγραφή, πράγμα που προϋποθέτει την κατάφαση για το ότι το προσκομιζόμενο πτυχίο συνιστά όντως νόμιμη προϋπόθεση για αυτήν, η τελευταία, ως ατομική διοικητική πράξη, περιβάλλεται το τεκμήριο της νομιμότητος και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως το κύρος αυτής κατά το μεταγενέστερο στάδιο, κατά το οποίο, με τη συμπλήρωση της άσκησης, ζητείται η λήψη του πιστοποιητικού ασκήσεως για τη συμμετοχή στην εξέταση των υποψηφίων δικηγόρων, και κατά το οποίο (στάδιο) ερευνάται η συνδρομή των μεταγενεστέρων της εγγραφής νομίμων προϋποθέσεων (χρόνος πρακτικής άσκησης, παραστάσεις σε δικαστήρια κλπ.). Άλλως βεβαίως έχει το πράγμα εάν, η κατά το μεταγενέστερο αυτό στάδιο διαπίστωση παρανομίας ως προς το ότι το κατεχόμενο από τον ασκούμενο πτυχίο δεν πληροί όντως την αξιουμένη νόμιμη προϋπόθεση για την εγγραφή του στο βιβλίο ασκουμένων, οδηγήσει σε ρητή ανάκληση της εγγραφής από το αρμόδιο διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου, κατά τους όρους ανάκλησης των παράνομων διοικητικών πράξεων, οπότε και δικαιολογείται, κατόπιν αυτού, η άρνηση χορηγήσεως πιστοποιητικού ασκήσεως. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ν. Σακελλαρίου, Ε. Αντωνόπουλος και Η. Τσακόπουλος, κατά τη γνώμη των οποίων η ιδιότητα του πτυχίου, ως πληρούντος προβλεπόμενη στο νόμο προϋπόθεση για τη συμμετοχή στην εξέταση υποψηφίων δικηγόρων, ελέγχεται κατά την κρίση περί χορηγήσεως του απαιτουμένου για την εν λόγω συμμετοχή πιστοποιητικού ασκήσεως. (Πρβλ. και ΣτΕ 472/1958).
11. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών, με την από 27.10.1995 αίτηση του προς τον καθ` ου Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ζήτησε να εγγραφεί στο βιβλίο ασκουμένων του συλλόγου αυτού, επικαλούμενος ως τίτλο σπουδών πτυχίο νομικής (maitrise de droit public) που του είχε χορηγηθεί από το γαλλικό πανεπιστήμιο Lille ΙI (Universite de Lille II – Droit et Sante). Έπειτα από έλεγχο, η αίτηση έγινε δεκτή (βλ. επί του σώματος της σχετική, από 27.10.1995 πράξη) και ο αιτών ενεγράφη στον καθ` ου ως ασκούμενος δικηγόρος με αριθμό μητρώου ………… Στις 23.3.1999 ο αιτών κατέθεσε, -στον καθ` ου αίτηση (υπ` αριθ. πρωτ. 2938/24.3.1999), με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί πιστοποιητικό ασκήσεως προκειμένου να μετάσχει στις εξετάσεις υποψηφίων δικηγόρων της Α` περιόδου του έτους εκείνου. Με την αίτηση αυτή, εκτός των λοιπών σχετικών δικαιολογητικών (βεβαίωση δικηγόρου ότι ασκήθηκε στο γραφείο του, κατάσταση παραστάσεων σε δικαστήρια κ.λπ.), ο αιτών επικαλέσθηκε και πάλι το πιο πάνω πτυχίο του και ισχυρίσθηκε ότι, καθώς, λόγω των επαγγελματικών γνώσεων που πιστοποιούσε, αποτελούσε τον τίτλο που απαιτείτο στη Γαλλία για την πρόσβαση στη δικηγορία, έπρεπε και στην Ελλάδα να ληφθεί υπ` όψη τόσο για την εγγραφή του ως ασκουμένου (όπως και έγινε, κατά τ` ανωτέρω) όσο και για τη λήψη του πιστοποιητικού ασκήσεως και τη συμμετοχή στην εξέταση υποψηφίων δικηγόρων. Τούτο επιβαλλόταν, όπως υποστήριζε ο αιτών στην εν λόγω αίτηση του και το σχετικό «συμπληρωματικό υπόμνημα» που κατέθεσε στις 29.3.1999 (υπ` αριθ. πρωτ. 3110), από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί επαγγελματικής ισοτιμίας- – διακεκριμένης από την ακαδημαϊκή – των κοινοτικών τίτλων σπουδών. Εξ άλλου, απόφαση του ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. περί αναγνωρίσεως του πτυχίου δεν υπεβλήθη με την πιο πάνω αίτηση, στο σώμα της οποίας σημειώνεται «Το ΔΙΚΑΤΣΑ 1. Αναγνωρίζει ομοταγές το Πανεπιστήμιο 2. Δεν αναγνωρίζει ισότιμο το πτυχίο […]». Στην αίτηση αυτή ο Σύλλογος δεν απάντησε. Ακολούθησε και άλλη αίτηση, ομοίου περιεχομένου, την οποία ο αιτών κατέθεσε στον καθ` ου στις 23.9.1999 (υπ` αριθ. πρωτ. 8839), και η οποία ομοίως δεν απαντήθηκε. Παράλληλα, το Διοικητικό Συμβούλιο του καθ` ου, κατά την από 27.9.1999 συνεδρίαση του αποφάσισε (κατά πλειοψηφία) ότι σε περιπτώσεις κατόχων πτυχίων νομικής αλλοδαπών πανεπιστημίων που επιθυμούν να εγγραφούν ως ασκούμενοι ή να μετάσχουν σε εξετάσεις υποψηφίων δικηγόρων, πρέπει να προηγείται οπωσδήποτε η αναγνώριση του τίτλου σπουδών τους από το ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε ο αιτών με αίτηση ακυρώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 3501/2004 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την εν λόγω απόφαση η αίτηση απορρίφθηκε, με τη σκέψη ότι η ρητώς προσβαλλόμενη ως άνω πράξη, εκδοθείσα εν είδει εσωτερικής εγκυκλίου, δεν είχε εκτελεστό χαρακτήρα, εάν δε ήθελε θεωρηθεί ότι η αίτηση στρεφόταν καθ` ερμηνεία και κατά των σιωπηρών απορρίψεων των πιο πάνω αιτήσεων του αιτούντος, και πάλι ήταν απορριπτέα ως εκπρόθεσμη και ως προώρως ασκηθείσα, αντιστοίχως. Τέλος, στις 24.3.2004, ο αιτών κατέθεσε στον καθ` ου νέα αίτηση, υπ` αριθ. πρωτ. 2792, ζητώντας εκ νέου να του χορηγηθεί πιστοποιητικό άσκησης για τη συμμετοχή [του] στο διαγωνισμό υποψηφίων δικηγόρων της Α` εξεταστικής περιόδου 2004. [Με το υπ` αριθ. πρωτ. 10906/18.10.2006 έγγραφο του Τμήματος Ασκουμένων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, το οποίο, μαζί με αντίγραφο της οικείας εγγραφής στο βιβλίο πρωτοκόλλου, απεστάλη στο Συμβούλιο της Επικρατείας με το υπ` αριθ. 11051/23.10.2006 έγγραφο του καθ` ου, βεβαιώνεται ότι, όπως προκύπτει από το σχετικό βιβλίο πρωτοκόλλου, έχει καταχωρηθεί [σ` αυτό] η από 24.3.2004 αίτηση του κ. ………….. για χορήγηση πιστοποιητικού ασκήσεως και έχει λάβει αριθμό πρωτοκόλλου 2792/24.3.2004, πλην όμως το σώμα της εν λόγω αιτήσεως δεν υπάρχει στο αρχείο του Τμήματος […]». Με τα δεδομένα αυτά, νομίμως λαμβάνεται υπ` όψη προς συμπλήρωση του φακέλου αντίγραφο της κατατεθείσης ως άνω αιτήσεως, το οποίο προσκομίσθηκε από τον αιτούντα με το από 19.5.2008 έγγραφο προς το Δικαστήριο (αριθ. πρωτ. ΣτΕ Π 2798/27.3.2009) και δεν αμφισβητήθηκε από τον καθ`ου]. Τη σιωπηρή απόρριψη της τελευταίας αυτής αιτήσεως του, τη συναχθείσα από την άπρακτη παρέλευση τριμήνου από της καταθέσεως της, προσβάλλει ήδη ο αιτών με την κρινόμενη αίτηση.
12. 13. …..
14. Επειδή, εφ` όσον ο αιτών είχε, κατά τ` ανωτέρω, εγγραφεί, κανονικά ως ασκούμενος δικηγόρος και εξακολουθούσε να είναι εγγεγραμμένος στον καθ` ου δικηγορικό σύλλογο, ο τελευταίος, εξετάζοντας την επίδικη αίτηση του, όφειλε να αποφανθεί κατά πόσον συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για να του χορηγηθεί το πιστοποιητικό ασκήσεως που ζητούσε. Κατά το σχετικό, άλλωστε, στο στάδιο αυτό, έλεγχο της Διοικήσεως, δεν μπορούσαν, κατά τα προεκτεθέντα (ανωτ. σκ. 10), να εξετασθούν παρεμπιπτόντως ζητήματα κύρους της εν λόγω εγγραφής από απόψεως νομιμότητος, αναγόμενης στην ιδιότητα του πτυχίου βάσει του οποίου ο αιτών είχε εγγραφεί στο Σύλλογο, ως πληρούντος νόμιμη προϋπόθεση για τη συντέλεση αυτής της εγγραφής. Επομένως, τα υποστηριζόμενα από τον καθ` ου στο υπόμνημα που παραδεκτώς κατέθεσε στις 13.4.2009, μέσα στην προθεσμία που του χορηγήθηκε στο ακροατήριο, ότι δικαιολογημένα δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα του αιτούντος αφού δεν είχε προσκομίσει προς τούτο «πιστοποιητικό ισοτιμίας [του εν λόγω πτυχίου του] από τον φορέα που ο εθνικός νομοθέτης όρισε ως μόνο αρμόδιο δηλαδή το ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. (ήδη ΔΟΑΤΑΠ)», προϋπόθεση υπό την οποία και τελούσε η εγγραφή του στο Σύλλογο (πράγμα, πάντως, που δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου), είναι εν πάση περιπτώσει αβάσιμα και απορριπτέα. Εξ άλλου, ναι μεν ζητήματα που αφορούν κατά τ` ανωτέρω το ένδικο πτυχίο θα μπορούσαν, κατά τα εκτεθέντα στην αυτή ως άνω σκέψη 10, να εξετασθούν κατά την ενδεχόμενη άσκηση της αρμοδιότητας του καθ` ου να ανακαλέσει ως παράνομη, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς τούτο, την εγγραφή του αιτούντος στο Σύλλογο, στην περίπτωση όμως αυτή, η Διοίκηση, κατ` εφαρμογή των προμνημονευθεισών διατάξεων του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, όπως έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΚ (ανωτ. σκ. 6 – 8), δεν θα έπρεπε να περιορισθεί στο ζήτημα της ακαδημαϊκής και μόνον ισοτιμίας του εν λόγω (κοινοτικού) πτυχίου, αλλά θα όφειλε να λάβει υπ` όψη το πτυχίο αυτό και αφού προβεί σε συνολική συγκριτική αξιολόγηση του με το απαιτούμενο για την εγγραφή ημεδαπό πτυχίο, ως προς τις πιστοποιούμενες, αντιστοίχως, επαγγελματικές γνώσεις και προσόντα, σε συνδυασμό και με τις διαφορές ως προς τις αντίστοιχες έννομες τάξεις, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τον τρόπο ασκήσεως των οικείων επαγγελμάτων κ.λπ, να κρίνει αν οι γνώσεις και τα εν γένει προσόντα του αιτούντος που προκύπτουν από το εν λόγω πτυχίο, καθώς και άλλες τυχόν σχετικές γνώσεις και εμπειρία που έχει τυχόν αποκτήσει (μεταξύ άλλων και από την ίδια την διανυθείσα στον καθ` ου, μετά την εγγραφή του ως ασκουμένου δικηγόρου, περίοδο ασκήσεως), αντιστοιχούν προς τα προσόντα που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις. Και, σε καταφατική μεν περίπτωση να δεχθεί τον πιο πάνω τίτλο, επί τη διαπιστώσει δε μερικής μόνον αντιστοιχίας, να απαιτήσει ενδεχομένως από τον αιτούντα να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τα ελλείποντα προσόντα. Υπό τα δεδομένα, συνεπώς, αυτά, η προσβαλλόμενη σιωπηρή άρνηση του καθ` ου δικηγορικού συλλόγου, να αποφανθεί επί του επιδίκου αιτήματος, συνιστά παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, και πρέπει, ως εκ τούτου, να ακυρωθεί. Η δε υπόθεση να αναπεμφθεί στον καθ` ού Δικηγορικό Σύλλογο προς νόμιμη κρίση.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει, σύμφωνα με το σκεπτικό, την προσβαλλόμενη σιωπηρή απόρριψη από τον καθ` ου δικηγορικό σύλλογο, του αιτήματος του αιτούντος να του χορηγηθεί πιστοποιητικό ασκήσεως.
Αναπέμπει την υπόθεση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών προς νόμιμη κρίση.
Παρατηρήσεις
Με δύο αποφάσεις, ΣτΕ 2770-2771/ 2011, που αφορούσαν ζητήματα που παραπέμφθηκαν σε αυτή ως μείζονος σημασίας, η Ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας έκρινε με ποιους όρους μπορούν υποψήφιοι δικηγόροι που απέκτησαν πτυχίο νομικής στο εξωτερικό να ενταχθούν στους ελληνικούς δικηγορικούς συλλόγους. Συγκεκριμένα, απεφάνθη ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι δεν μπορούν να αρνηθούν στον κάτοχο πτυχίου νομικής πανεπιστημίου της αλλοδαπής την εγγραφή στα μητρώα ασκουμένων και τη συμμετοχή στις εξετάσεις των υποψηφίων δικηγόρων, αντίστοιχα, με μόνη αιτιολογία την έλλειψη της ακαδημαϊκής αναγνώρισης των τίτλων σπουδών του. Αντίθετα υποχρεούνται να εξετάσουν κατά πόσο οι προσκομιζόμενοι τίτλοι σε συνδυασμό με τις γνώσεις και τα γενικότερα προσόντα του ενδιαφερόμενου όπως προκύπτουν από αυτούς, καθώς και άλλες σχετικές γνώσεις και εμπειρίες αντιστοιχούν ή, μερικώς έστω, πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο κράτος υποδοχής για την πρόσβαση στο επάγγελμα. Αν συντρέχουν όλες αυτές οι προϋποθέσεις, οι σύλλογοι οφείλουν να δεχθούν τους τίτλους.
Ειδικότερα, η απόφαση 2770/2011της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας αφορούσε στην περίπτωση που δικηγορικός σύλλογος αρνείται την εγγραφή στα μητρώα ασκουμένων κατόχου πτυχίου νομικής άλλου κράτους μέλους της ΕΕ. Η ενδιαφερόμενη ήταν πτυχιούχος της νομικής σχολής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, η οποία στη συνέχεια απέκτησε πτυχίο νομικής πρακτικής, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση έναρξης της πρακτικής ασκήσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο και γράφτηκε ως ασκούμενη δικηγόρος στους δικηγορικούς συλλόγους της Αγγλίας και της Ουαλίας. Το ΔΣ του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών απέρριψε το αίτημα της για εγγραφή επικαλούμενος ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εγγραφής της, καθώς δεν είχε αναγνωριστεί η ισοτιμία του πτυχίου της στην Ελλάδα.
Η δεύτερη υπόθεση που συζητήθηκε στην Ολομέλεια (2771/2011) αφορούσε πτυχιούχο νομικής γαλλικού Πανεπιστημίου που επεδίωκε να ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα στην Ελλάδα. Ωστόσο ο δικηγορικός σύλλογος Αθηνών μολονότι τον ενέγραψε στα μητρώα των ασκουμένων δικηγόρων, στη συνέχεια δεν χορηγούσε πιστοποιητικό ασκήσεως προκειμένου να συμμετάσχει στις εξετάσεις υποψηφίων δικηγόρων.
Και στις δύο περιπτώσεις το δίκαιο που επικαλέστηκαν οι αιτούντες για να υποστηρίξουν το αίτημα τους είναι το κοινοτικό, πρωτογενές κυρίως αλλά και παράγωγο, όπως επίσης και τις σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ΣτΕ κρίνοντας επί των υποθέσεων έλαβε υπόψη του τόσο το δίκαιο της Ένωσης όσο και τις εθνικές ρυθμίσεις όπως αποτυπώνονται στον Κώδικα Περί Δικηγορών. Συνακόλουθα, ερμήνευσε τις εθνικές προβλέψεις εναρμονίζοντας τις με τις κοινοτικές και συνεκτιμώντας παράλληλα τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Συγκεκριμένα το ΣτΕ επικαλείται το άρθρο 39 ΣΕΚ (νυν 45 ΣΛΕΕ) και το άρθρο 43 ΣΕΚ (νυν 49 ΣΛΕΕ) που αφορούν στις κοινοτικές ελευθερίες κυκλοφορίας των εργαζομένων και εγκατάστασης, αντίστοιχα. Βάσει αυτών παρέχεται η δυνατότητα απρόσκοπτης, καταρχήν, επαγγελματικής δραστηριοποίησης των κοινοτικών υπηκόων σε ολόκληρη την Κοινότητα. Ως εκ τούτου, κάθε περιορισμός στην ελευθερία εγκατάστασης που προέρχεται από εθνικό μέτρο, θεωρείται πως απειλεί τη διασυνοριακή εγκατάσταση και εφόσον δεν συντρέχει επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος για την επιβολή του πρέπει να αίρεται. Οι παραπάνω ελευθερίες και τα κανονιστικά πλαίσια που υποδεικνύουν στα κράτη- μέλη ισχύουν και για το δικηγορικό επάγγελμα, όπως επισημαίνει το δικαστήριο παραθέτοντας και την αντίστοιχη νομολογία του ΔΕΕ που επιβεβαιώνει την εν λόγω θέση (ΔΕΚ 21.6.1974, C-2/74, Reyners, 28.4.1977, C- 71/76, Thieffry, 12.7.1984, ΟΙ 07/83, ΚΙορρ).
Ειδικότερα όσον αφορά στην πρακτική άσκηση που προβλέπεται σε νομοθεσίες κρατών μελών ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου, το δικαστήριο στηριζόμενο στη νομολογία του ΔΕΕ διευκρίνισε ότι δεν συνιστά ούτε «δικηγορικό επάγγελμα» ούτε αυτοτελές «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα», κατά την έννοια των οδηγιών 98/5 και 89/48 αντίστοιχα, αλλά προπαρασκευαστική της εισόδου στο επάγγελμα. Επιπλέον, εφόσον κατά την πρακτική άσκηση ο ασκούμενος αναλαμβάνει δραστηριότητες που κανονικά αμείβονται, η πρακτική άσκηση συνιστά δραστηριότητα που υπάγεται και προστατεύεται από τις διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου περί ελευθεριών και συγκεκριμένα από το άρθρο 39 ΣΕΚ (νυν 45 ΣΛΕΕ) ή το άρθρο 43 ΣΕΚ (νυν 49 ΣΛΕΕ) ανάλογα με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης.
Για το δικηγορικό εφόσον πρόκειται για «νομικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα», η νομοθεσία των κρατών – μελών σε κάθε περίπτωση προβλέπει ιδιαίτερες ρυθμίσεις για την πρόσβαση έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι η δικαιοσύνη θα στελεχώνεται από πρόσωπα με επιστημονική ικανότητα και προσόντα, τα οποία πιστοποιούνται με την κατοχή συγκεκριμένων τίτλων. Στην ελληνική έννομη τάξη οι ρυθμίσεις αυτές αποτυπώνονται στο ν.δ 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων) που προβλέπει διαδικασίες που αφορούν τόσο την πρόσβαση όσο και την άσκηση του επαγγέλματος. Το ΣτΕ αναφέρεται στις προβλέψεις του Κώδικα σχετικά με την πρόσβαση στο επάγγελμα όπου ορίζονται και οι προϋποθέσεις. Ειδικότερα, επίμαχη διάταξη είναι αυτή του άρθρου 3 σύμφωνα με την οποία δικηγόρος διορίζεται ο επιτυγχάνων εις εξέτασιν επί πρακτικών θεμάτων[…] δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου. Αυτή η διάταξη αποτέλεσε το νομικό έρεισμα το οποίο επικαλέστηκε ο δικηγορικός σύλλογος για να απορρίψει το αίτημα του ενδιαφερομένου αλλά και το δικαστήριο για να το ικανοποιήσει, ερμηνεύοντας την διαφορετικά.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο εκτιμώντας την ιδιαίτερη φύση του εν λόγω επαγγέλματος ερμηνεύει τις εθνικές ρυθμίσεις του Κώδικα περί Δικηγόρων υπό το φως του κοινοτικού δικαίου. Επανανοηματοδοτεί το άρθρο 3 και την έννοια του πτυχίου διευρύνοντας τον κύκλο αποδεκτών του δικαιώματος πρόσβασης στο επάγγελμα ενώ παράλληλα δημιουργεί υποχρεώσεις στις αρμόδιες αρχές. Το κράτος υποδοχής δεν θα πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα της ακαδημαϊκής και μόνον ισοτιμίας του εν λόγω (κοινοτικού) πτυχίου, όπως τονίζεται. Αντίθετα, οι σύλλογοι οφείλουν να λάβουν υπόψη τους τίτλους και να προβούν σε συνολική συγκριτική αξιολόγησή τους με το απαιτούμενο για την εγγραφή ημεδαπό πτυχίο ως προς τις γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται, τον τρόπο άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Έπειτα πρέπει να κρίνουν αν οι γνώσεις και τα γενικότερα προσόντα του ενδιαφερόμενου, που προκύπτουν από τους τίτλους αυτούς, καθώς και πιθανές άλλες σχετικές γνώσεις και εμπειρίες, που έχουν αποκτήσει, αντιστοιχούν προς τα προσόντα που απαιτεί η εθνική νομοθεσία. Αν αντιστοιχούν, οι σύλλογοι οφείλουν να δεχθούν τους τίτλους, ενώ αν από τη σύγκριση προκύπτει μερική μόνο αντιστοιχία, ο υποψήφιος μπορεί να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Σε κάθε περίπτωση, ο δικηγορικός σύλλογος δεν μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι το πτυχίο νομικής που αποκτήθηκε από τον αιτούντα στο κράτος προελεύσεως δεν έχει τύχει ακαδημαϊκής αναγνώρισης στο κράτος υποδοχής.
Τα ανάλογα ισχύουν και όταν κοινοτικός υπήκοος ζητεί να του επιτραπεί να διανύσει σε ορισμένο κράτος μέλος την περίοδο πρακτικής άσκησης, που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, και επικαλείται τίτλους που έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη πρακτική άσκηση.
Με άλλα λόγια προϋπόθεση εισόδου στο επάγγελμα, δεν αποτελεί το πτυχίο με την έννοια του διπλώματος αλλά τα επαγγελματικά προσόντα, και επαφίεται στις αρμόδιες αρχές ο έλεγχος και η κρίση για την ύπαρξη των απαιτούμενων επαγγελματικών γνώσεων και εμπειριών και του κατά πόσο αντιστοιχούν στις εθνικές προβλέψεις. Το δικαστήριο με αυτό τον τρόπο επιδιώκει να συμφιλιώσει την εθνική ρύθμιση, χωρίς να θίξει το κύρος της, με τις κοινοτικές επιταγές. Το Κοινοτικό δίκαιο αποβλέπει στην εξάλειψη των προσκομμάτων στα πλαίσια της ενιαίας αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού γι’ αυτό και επιβάλλει ενιαία αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων, πράγμα που άλλωστε νομιμοποιείται να το κάνει καθώς ανήκει στις εκχωρηθείσες αρμοδιότητες. Σύμφωνα με τη νομολογία ΔΕΕ η προς την αναγνώριση των διπλωμάτων ως ισοτίμων σχετική νομοθετική ύλη ανήκει στον κοινοτικό νομοθέτη. Οι εθνικές αρχές ελέγχουν την ισοτιμία, δηλαδή αν το αλλοδαπό δίπλωμα πιστοποιεί γνώσεις και προσόντα ισοδύναμα αυτών του αντίστοιχου εθνικού διπλώματος βάσει της φύσης και της διάρκειας σπουδών με κριτήρια αντικειμενικά. Το ΣτΕ παγίως πλέον δέχεται ότι το ζήτημα της ακαδημαϊκής ισοτιμίας αφορά την κρατική αρμοδιότητα και ότι το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να υπεισέλθει μόνο στα θέματα της επαγγελματικής. Ωστόσο με τη διαρκή συρρίκνωση του ακαδημαϊκού, σχεδόν απορρόφησή του από την έννοια του επαγγελματικού, στην πρόσφατη νομολογία εύλογα δημιουργείται η απορία του εάν απομένει τελικά στα κράτη πεδίο ρύθμισης.

Σύγχρονες Προκλήσεις για το Δίκαιο της Ιθαγένειας, Εκδήλωση, 21 Φεβρουαρίου, Αθήνα


Σύγχρονες Προκλήσεις για το Δίκαιο της Ιθαγένειας, Εκδήλωση, 21 Φεβρουαρίου, Αθήνα

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Οικονομική κρίση και Σύνταγμα

Του Π.Γ. Μαντζούφα

Οικονομική κρίση και Σύνταγμα

Είναι προφανές ότι οι ποικίλες οικονομικές πλευρές της κρίσης κυριαρχούν στο δημόσιο διάλογο. Επιπλέον η οικονομική διάσταση μονοπωλεί το ενδιαφέρον των ΜΜΕ, ενώ για το θέμα έχουν γραφτεί βιβλία, μελέτες και άρθρα και οπωσδήποτε το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα σύνθετο και πολύπλοκο. Η θεσμική διάσταση της κρίσης ωστόσο, έχει ως ένα βαθμό υποβαθμιστεί ίσως διότι δεν υπάρχει η αίσθηση του οικονομικού επείγοντως και της άμεσης απάντησης. Ως θεσμική διάσταση αντιλαμβάνομαι δύο βασικά πράγματα. Από την μια τον οργανωμένο και θεσμικά αναμενόμενο τρόπο με τον οποίο ένα σύγχρονο κράτος αντιμετωπίζει μια οικονομική κρίση, κυρίως με την ύπαρξη διοικητικών μηχανισμών που πρέπει να ενεργοποιηθούν άμεσα και να υλοποιήσουν πολιτικές αποφάσεις, υπό συνθήκες πίεσης. Εδώ εκτιμώνται τα αντανακλαστικά ενός κράτους και η ικανότητα του πολιτικού συστήματος να πείσει την κοινωνία για την αμεσότητα αυτής της απάντησης.

Πέραν αυτού υπάρχει και ένα ευρύτερο θεσμικό ζήτημα που αφορά στην επίδραση που ασκεί η κρίση στα ίδια τα θεμέλια του εθνικού κράτους και που μας επιβάλλει να επανεξετάσουμε ορισμένες κεντρικές έννοιες του σύγχρονου συνταγματισμού. Εδώ είναι αναγκαίο να αξιολογήσουμε και ενδεχομένως να επανανοηματοδοτήσουμε έννοιες όπως το κράτος δικαίου ως εγγυητή των δικαιωμάτων που δοκιμάζονται από την κρίση, η κρατική κυριαρχία και τα όρια παρέμβασης του κράτους ως φορέα πολιτικών αποφάσεων απέναντι σε παγκοσμιοποιημένες οικονομικές διαδικασίες, η συμμετοχή του κράτους σε μορφώματα όπως η ΕΕ και η ζώνη του ευρώ. Αυτή η δεύτερη διάσταση της θεσμικής κρίσης ακουμπάει μεν τον πυρήνα του συνταγματικού κράτους, δεν μπορεί δε να αντιμετωπιστεί με τα κλασσικά νομικά εργαλεία που διαθέτει ένα τέτοιο κράτος. Με άλλα λόγια εδώ το Σύνταγμα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα έναντι μιας ισοπεδωτικής οικονομικής αναγκαιότητας τόσο διότι οι δεσμοί που έχουμε συνάψει με τους εταίρους μας εντός της Ένωσης μεταθέτουν το επίπεδο της αντιμετώπισης στο επίπεδο των ευρωπαϊκών οργάνων, όσο και διότι οι εθνικοί έλεγχοι που θα μπορούσαν να ασκηθούν (π.χ δικαστικός έλεγχος των δανειακών συμβάσεων) έχουν εκ των πραγμάτων υπερκεραστεί από τις διεθνείς δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η χώρα έναντι των οργανισμών στους οποίους ανήκει(ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ). Οι δεσμεύσεις αυτές αποτέλεσαν απόρροια της δεινής δημοσιονομικής κατάστασης στην οποία βρεθήκαμε και μας επιβλήθηκαν ως σανίδα σωτηρίας για να μην καταρρεύσουμε οικονομικά.

Με βάση τα παραπάνω, η συνεχής επίκληση του Συντάγματος ως κεντρικό νομικό και πολιτικό επιχείρημα για την απόκρουση των οικονομικών μέτρων της κυβέρνησης λειτουργεί στο δημόσιο διάλογο αποπροσανατολιστικά σε σχέση με τα αίτια που προκάλεσαν την κρίση[1]. Η αναγωγή των πολιτικών διακυβευμάτων σε συνταγματικά ζητήματα δεν είναι κάτι το καινοφανές στην πολιτική συζήτηση της χώρας. Η αναγωγή αυτή ήταν σχεδόν πάντα απόρροια της ένδειας πολιτικού λόγου που μετέτρεπε την πολιτική διαφωνία σε νομική αντιδικία, που προσπαθούσε να απονομιμοποιήσει αξιακά τον πολιτικό αντίπαλο ρίχνοντάς του τη μομφή ότι κινείται εκτός συνταγματικού πλαισίου. Χωρίς να παραβλέπουμε τη συνταγματική διάσταση της κρίσης, -με το τρόπο που αναφερθήκαμε παραπάνω ως κρίση των βασικών εννοιών του συνταγματικού δικαίου-, δεν πιστεύουμε ότι τα συνταγματικά επιχειρήματα ως επιχειρήματα κανονιστικής δεσμευτικότητας που αποκλείουν την λήψη συγκεκριμένων οικονομικών μέτρων, μπορούν να απαντήσουν στα προβλήματα που θέτει η κρίση. Σε μια ευρύτερη προοπτική μπορεί αντιθέτως να συμβάλλουν σε μια διανοητική καθήλωση όπου εκείνα που υπερασπιζόμαστε ως συνταγματικές αξίες(τα δικαιώματα, την εθνική κυριαρχία, και τη δημοκρατία) έχουμε φροντίσει να τα εξευτελίσουμε στην πράξη με την πρακτική μας, και η παρούσα προσπάθεια να τα υπερασπιστούμε εκ νέου τα υποβιβάζει στο επίπεδο των κενών νομικών τύπων. Η επίκληση του Συντάγματος με αυτό το πνεύμα υπονομεύει το συμβολικό και αξιακό πνεύμα του κειμένου, το καθιστά κοινόχρηστο επιχείρημα της μηντιακής επικαιρότητας, ένα απλό καρύκευμα του κυρίαρχου λαϊκιστικού λόγου. Όσο άδικο είναι να κατηγορούμε το Σύνταγμα ότι φταίει διότι διευκόλυνε την παρασιτική και διεφθαρμένη λειτουργία του πολιτικού συστήματος(π.χ άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των Υπουργών)[2], αλλά τόσο ανεδαφικό είναι να πιστεύουμε ότι η κρίση χρέους θα λυθεί με την πιστή εφαρμογή του Συντάγματος. Με άλλα λόγια είναι μάταιο και αποπροσανατολιστικό να αποδίδουμε στο Σύνταγμα ιδιότητες που δεν έχει ή να του ζητούμε να λύσει προβλήματα που ανάγονται στην πολιτική βούληση των πολιτικών δυνάμεων και της κοινωνίας[3].
Δεν ξέρω επομένως κατά πόσο ενισχύουμε το Σύνταγμα και όσα αυτό εγγυάται, όταν το επικαλούμαστε σε κάθε μορφή πολιτικής αντιδικίας.
Ωστόσο, μολονότι η λύση δεν μπορεί να δοθεί δια του Συντάγματος- και κατά τούτο δεν ξέρω τη λύση θα φέρει η απόφαση του ΣτΕ ολ. όταν θα αποφανθεί για την συνταγματικότητα του μνημονίου- αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ανοίγεται ένα ευρύ πεδίο προβληματισμού στο κέντρο του οποίου θα πρέπει να βρίσκεται το συνταγματικό κράτος και η ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Θα προσπαθήσω να διαγράψω τους όρους αυτής της συζήτησης με πολύ συνοπτικό τρόπο και να δείξω πως βλέπω το ρόλο του Συντάγματος μέσα στα νέα συμφραζόμενα, επιλέγοντες τον σχολιασμό τεσσάρων βασικών όρων του προβληματισμού.
1. Κράτος
Το ελληνικό κράτος κατηγορείται ότι προκάλεσε την κρίση(είναι σπάταλο, πελατειακό, αναποτελεσματικό) και εγκαλείται να δώσει και τη διέξοδο από την κρίση, κάτι που βέβαια δεν μπορεί να κάνει. Ειδικά στην χώρα μας η αμφιθυμική σχέση του πολίτη με το κράτος έχει αναλογία με την ψυχολογικά προβληματική σχέση μας με τους γονείς(απεριόριστη αγάπη που ταυτόχρονα στραγγαλίζει, πηγή ασφάλειας και τραυμάτων). Προφανώς στην αναστοχαστική σχέση που οφείλουμε να αναπτύξουμε με τον εαυτό μας και τις ευθύνες μας πρέπει να συμπεριλάβουμε και την αναμόρφωση της σχέσης μας με το κράτος[4]. Επ’ αυτού το Σύνταγμα δεν έχει πολλά να μας πεί. Ωστόσο, αν επιχειρήσουμε να λύσουμε αυτό το ιστορικό σταυρόλεξο με τις έντονες οικονομικές, πολιτικές και ψυχολογικές διαστάσεις έχουμε ελπίδες να αποκτήσουμε και υγιείς σχέσεις με το Σύνταγμα.
2. Κυριαρχία.
Η ένταξη σε ιδιόμορφους πολυεθνικούς οργανισμούς όπως είναι η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και ειδικά η ζώνη του ευρώ συνεπάγεται απώλεια της πλήρους νομισματικής και δημοσιονομικής κυριαρχίας. Το κράτος μας δεν παύει να έχει την αρμοδιότητα της αρμοδιότητας και να δεσμεύεται νομικά με την δική του θέληση, έχει ωστόσο εκχωρήσει την νομισματική κυριαρχία, όπως και τα άλλα κράτη της ζώνης του ευρώ, στην ΕΚΤ, συνδιαμορφώνοντας από κοινού την πολιτική της ΕΕ.
Αυτό το γνωρίζαμε και το επαινούσαμε -επειδή μας εξασφάλιζε φτηνό και εγγυημένο χρήμα- τον καιρό της εικονικής ευημερίας, το αποστρεφόμαστε και το καταδικάζουμε τώρα που μαζί με τα συστημικά προβλήματα του ενιαίου νομίσματος αναδείχθηκαν και οι έντονες παθογένειας του δημόσιου τομέα και του πολιτικού συστήματος. Δυστυχώς αυτές τις παθογένειες δεν μπορεί ούτε να τις απαλείψει το Σύνταγμα, ούτε να τις καμουφλάρει, όπως έκανε στο παρελθόν, όταν η εκσυγχρονισμένη συνταγματική πρόσοψη λειτουργούσε ως άλλοθι της παρωχημένης λειτουργίας του πολιτικού συστήματος[5].
Σε περιβάλλον παγκοσμιοποίησης, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, το οργανωμένο έγκλημα και η διεθνής τρομοκρατία βρίσκονται σε ανοιχτή σύγκρουση με τα κράτη και με ότι ονομάζουμε κρατική κυριαρχία. Η αποδέσμευση της οικονομίας από κανόνες και η παγκόσμια μεταφορά των κεφαλαίων από χώρα σε χώρα χωρίς εποπτεία και ελέγχους έχει κλονίσει την αυτονομία των κρατών και την δυνατότητά τους να ελέγχουν με πολιτικά και νομικά μέσα την οικονομία. Από την άλλη, η διαχείριση αυτής της διαρκούς κατάστασης ανάγκης στην οποία βρίσκεται η οικονομία μας, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από το κράτος με αποτέλεσμα το τελευταίο να υποκαθίσταται από διεθνείς οργανισμούς. Άραγε είναι σώφρων να περιμένουμε εθνικές απαντήσεις μόνο από τα κράτη και να ζητούμε από τα εθνικά Συντάγματα να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες αν δεν εντείνουμε τις προσπάθειές μας σε διεθνές επίπεδο; Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κρίση κυριαρχίας του κράτους μας επιστρατεύοντας τους κλασσικούς νομικούς όρους της κυριαρχίας του πρώιμου συνταγματισμού, όντας ενταγμένοι σε διεθνείς οργανισμούς;
Είναι προφανές ότι οι περιορισμοί στην κυριαρχία μας δεν οφείλονται στα περίφημα μέτρα του μνημονίου, αλλά στην αδυναμία μας να δανειοδοτούμαστε από τις παγκόσμιες αγορές που μας έφερε στην θέση του αναξιόχρεου δανειστή, ο οποίος μάλιστα, ένεκα μνημονίων, δανείζεται με ευνοϊκότερους όρους από ότι προηγουμένως. Ότι υπολείμματα κυριαρχίας διατηρούμε ως κράτος τα οφείλουμε στα μνημόνια στα οποία οικοιοβούλως υπαχθήκαμε έναντι της πλήρους κατάρρευσης εκτός αυτών. Συνεπώς, το να υπερασπιζόμαστε τη συνταγματική έννοια της εθνικής κυριαρχίας -η οποία προσβάλλεται από τα επαχθή μέτρα των μνημονίων- είναι σαν να υπερασπιζόμαστε κάτι που με συστηματικό τρόπο υπονομεύσαμε και διασύραμε επί σειρά ετών στο εσωτερικό του κράτους, ενώ τώρα μας ενοχλεί όταν το ανακάλυψαν και οι άλλοι. Η στάση αυτή είναι ανιστόρητη και, κατά περιπτώσεις, υποκριτική, ακυρώνει δε οποιαδήποτε διαδικασία συλλογικής και ατομικής αυτογνωσίας.
3. Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση
Η δοκιμασία της κρίσης δεν αφορά μόνο τα κράτη αλλά και το ευρωπαϊκό φαινόμενο. Το ευρωπαϊκό κεκτημένο και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση τίθενται υπό αμφισβήτηση. Η αμφισβήτηση αυτή δεν συνδέεται μόνο με την αδυναμία της Ένωσης για άμεση απάντηση στην κρίση, αλλά κυρίως με την ελλιπή λειτουργία των μηχανισμών εποπτείας επί των χωρών που είχαν παραβιάσει το Σύμφωνο Σταθερότητας που θέτει όρια στο έλλειμμα και στο χρέος. Κανένας από τους θεσμούς της ΕΕ δεν λειτούργησε προληπτικά για να αποτρέψει την αρχική εκδήλωση της κρίσης στην Ελλάδα.
Για να απαντήσει στην κρίση χρέους η ΕΕ πραγματοποίησε, καθυστερημένα, συνεχής θεσμικές υπερβάσεις δημιουργώντας μηχανισμούς μακροχρόνιας χρηματοοικονομικής στήριξης, ειδικά ταμεία, θεσμούς διαπραγμάτευσης με ιδιώτες επενδυτές. Ο χρόνος πύκνωσε και οι εξελίξεις είναι ραγδαίες σε όλα τα επίπεδα. Οι δεσμοί αλληλεγγύης δοκιμάστηκαν, οι κανόνες δημοσιονομικής σταθερότητας ανατράπηκαν, η θεσμική ισοτιμία μεταξύ των κρατών στα ευρωπαϊκά όργανα υποκαταστάθηκε από το δίπολο Μέρκελ-Σαρκοζί, η χώρα μας στοχοποιήθηκε από τα διεθνή ΜΜΕ ως αφερέγγυα και οι πολίτες της ως τεμπέληδες . Οι θεσμοί υποστήριξης του ευρώ αποδείχθηκαν ανεπαρκείς να αναχαιτίσουν την κρίση και τώρα δοκιμάζεται η βιωσιμότητα του όλου συστήματος της ευρωζώνης. Υπάρχει άραγε κανένα εθνικό Σύνταγμα που μπορεί να απαντήσει επαρκώς στις μεγάλες αυτές προκλήσεις;
Άραγε όλες αυτές οι υβριδικές μορφές κανόνων δικαίου που ενσωματώνονται στα μνημόνια και στα σύμφωνα σταθερότητας, τα νομικά μορφώματα των νέων θεσμών που υποδεικνύουν δημοσιονομικές συμπεριφορές και αφήνουν τα κράτη να θέτουν τους δεσμευτικούς κανόνες των περιοριστικών μέτρων στο εσωτερικό τους, οι αποδοκιμασίες των επιλογών της προηγούμενης κυβέρνησης (δημοψήφισμα), οι υποδείξεις και οι προτροπές για συναίνεση, οι έμμεσοι εκβιασμοί για συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις των εθνικών κομμάτων υπό την απειλή παύσης πληρωμών, σε ποιο συνταγματικό περιβάλλον εντάσσονται και τι ακριβώς υπερασπιζόμαστε όταν, όντας καταχρεωμένοι και αναξιόχρεοι, επικαλούμαστε τις συνταγματικές μας αρχές, τις οποίες εμείς οι ίδιοι υπονομεύσαμε με τις πράξεις μας;
Όταν προ κρίσης δημιουργούσαμε τεράστια ελλείμματα και χρέη και δανειζόμασταν υπέρογκα ποσά πέραν των παραγωγικών μας δυνάμεων, ποια ακριβώς αντίληψη είχαμε περί εθνικής κυριαρχίας και στο όνομα ποιού συνταγματικού πατριωτισμού πλειοδοτούσαμε σε αξιώσεις για ανεξέλεγκτες προσλήψεις, για μεγάλες αυξήσεις μισθών, για παράλογα επιδόματα και για δημόσιες σπατάλες; Όπως, τότε το Σύνταγμα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εγχειρίδιο πολιτικής σωφροσύνης, έτσι και τώρα δεν μπορούμε να επικαλούμαστε τις δικαιοκρατικές του αξίες για να διατηρήσουμε το βιοτικό μας επίπεδο εντός ενός πτωχευμένου κράτους.
Δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι τα περιθώρια άσκησης πολιτικής και άρα και δημοκρατικής διαχείρισης έχουν στενέψει απελπιστικά σε εθνικό επίπεδο. Η ίδια η έννοια του δημοσίου συμφέροντος που είναι κεντρική έννοια του Συντάγματος και της νομολογίας έχει μεταβληθεί ουσιωδώς, διότι οι επιλογές έχουν περιοριστεί σημαντικά.
Είναι σαφές ότι όποιος αντιλαμβάνεται όλα τα μέτρα των διεθνών οργανισμών που συμπυκνώθηκαν σε μνημόνια και μεσοπρόθεσμα προγράμματα, ως ζητήματα συνταγματικής ερμηνείας και ιεραρχίας των κανόνων δικαίου δεν θα μπορεί να κατανοήσει την δυναμική των φαινομένων.
Δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να θυσιάσουμε τον πυρήνα του κράτους δικαίου και τις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά δεν μπορούμε να επικαλούμαστε μια παρωχημένη έννοια δημοσίου συμφέροντος για να διατηρούμε ελλειμματικούς και καταχρεωμένους δημόσιους οργανισμούς στο όνομα της εθνικής οικονομίας. Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε την ιερότητα των συλλογικών διαπραγματεύσεων έναντι του ενός εκατομμυρίου ανέργων. Δεν μπορούμε να καταγγέλλουμε την κατασπατάληση της δημόσιας περιουσίας και να επικαλούμαστε και το Σύνταγμα για την προστασία της, όταν επί δεκαετίες ανεχόμασταν την καταπάτησή της από τους ιδιώτες. Ποια συνταγματική έννοια δημοσίου συμφέροντος υπηρετούσαμε με τη αδιαφορία μας απέναντι στην δημόσια περιουσία που τώρα κινδυνεύει με ξεπούλημα;
4. Συνταγματική δημοσιονομική πειθαρχία;
Η Γερμανία προωθεί, ως μία από τις θεσμικές λύσεις, την ένταξη στο Σύνταγμα του κάθε κράτους μέλους της Ευρωζώνης ενός αυστηρού δημοσιονομικού κανόνα που θέτει ανώτατα όρια στο επιτρεπτό χρέος και στα ελλείμματα[6]. Η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής(8-9 Δεκεμβρίου 2011) επιβεβαίωσε αυτή την επιλογή. Ωστόσο ο συγκεκριμένος στόχος προϋποθέτει μια ομοιόμορφη οικονομική πολιτική, ένα ενιαίο φορολογικό σύστημα που να εφαρμόζεται, περιορισμένη παραοικονομία και φοροδιαφυγή, ισχυρό κοινοτικό προϋπολογισμό, μηχανισμούς μεταφοράς πόρων από τα πλεονασματικά κράτη στα ελλειμματικά και ουσιαστικά ένα παρόμοιο επίπεδο ανάπτυξης. Όλα αυτά δεν υπάρχουν.
Επίσης το Σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης που προβλέπει συγκεκριμένα όρια στο δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, συνοδεύει την παραβίασή τους με κυρώσεις ποικίλης έντασης(από συστάσεις μέχρι αναστολή χρηματοδότησης από τα ευρωπαϊκά ταμεία)[7]. Το υπόδειγμα αυτού του μοντέλου υιοθετήθηκε και από Συντάγματα ευρωπαϊκών κρατών(Γερμανία, Πολωνία, Ισπανία), ενώ το είχε προτείνει και ο πρώην Υπουργός Οικονομικών Γ.Παπακωνσταντίνου[8]. Ωστόσο, η ενσωμάτωση του στόχου του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού σε συνταγματική διάταξη δεν παύει να αποτελεί μια συγκεκριμένη οικονομική επιλογή, ενδεχομένως αναγκαία σε περιόδους ανάπτυξης προκειμένου να τιθασευτεί ο πληθωρισμός, ανεπαρκής ωστόσο και δεσμευτική σε περίοδο ύφεσης της οικονομίας. Επιπλέον δεν έχει διασαφηνιστεί πλήρως ποιες κυρώσεις θα συνοδεύουν την ρύθμιση, ποιος θα τις επιβάλλει και με ποιες συνέπειες, αφού παραβάτης θα είναι το ίδιο το κράτος.
Τι νόημα θα είχε η συνταγματική εγγύηση τήρησης των δημοσιονομικών δεικτών, αν η αναπτυξιακοί και κοινωνικοί δείκτες καταρρέουν και δεν μπορούν να παρθούν μέτρα καταπολέμησης της φτώχειας και της ανεργίας ή να γίνουν δημόσιες δαπάνες για την ανάπτυξη. Μήπως έτσι το πρόβλημα της οικονομίας, όπως προηγουμένως και το πρόβλημα λειτουργίας του πολιτικού συστήματος αναχθεί σε πρόβλημα συνταγματικής ερμηνείας; Μήπως με τον τρόπο αυτό εμπλέξουμε στις οικονομικές μας επιλογές και τη δικαστική λειτουργία(σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο) και στη συνέχεια διαμαρτυρόμαστε για τις παρεμβάσεις της στην λειτουργία του πολιτεύματος; Είναι σαφές ότι μια παρόμοια ρύθμιση θα αφαιρέσει από τις πολιτικές δυνάμεις την ευθύνη πολύ σημαντικών δημοσιονομικών επιλογών, θα μειώσει την ευελιξία του πολιτικού συστήματος σε ένα πεδίο όπου η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια κυριαρχούν και θα υπονομεύσει το κύρος του Συντάγματος. Με τις παραπάνω επιφυλάξεις δεν αρνούμαστε την αναγκαιότητα μιας στοιχειώδους δημοσιονομικής πειθαρχίας, -διαφορετικά δεν έχει νόημα η ύπαρξη της ευρωζώνης- ωστόσο, είμαστε δύσπιστοι απέναντι στην συνταγματοποίηση τέτοιων επιλογών. Αντιθέτως, μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα θα επιφέρει η θεσμοθέτηση της Ελληνικής Στατιστικής υπηρεσίας ως ανεξάρτητης αρχής με το ν. 3832/2010 καθώς και η τήρηση κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας διοίκησης(τοπικό, περιφερειακό, κεντρικό). Επομένως, η συνταγματική ρύθμιση, που άλλωστε υπάρχει ήδη στο Σύμφωνο σταθερότητας, θα καταλήξει ένας κανόνας άνευ δεσμευτικότητας διότι θα είναι μοιραίο και αναμενόμενο κατά περίπτωση και υπό έκτακτες συνθήκες, να παραβιαστεί, όπως έκανε και η ίδια η Γερμανία, η οποία διαθέτει ήδη τέτοιο κανόνα στο Σύνταγμά της.
Συμπέρασμα
Όλα αυτά τα φαινόμενα είναι προφανές ότι θα αλλάξουν πολλές σταθερές της συνταγματικής θεωρίας, θα θέσουν νέες προκλήσεις στην νομολογία, θα επαναδιατάξουν τις σχέσεις μας με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Ο κίνδυνος έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της ευρωπαϊκής κρίσης και έχει γίνει παγκόσμιος και συστημικός, εξού και το μεγάλο ενδιαφέρον της Αμερικής για την ευρωπαϊκή κρίση χρέους. Επιβάλλεται επομένως ένας νέος θεσμικός διακανονισμός τόσο σε Ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Ο διακανονισμός αυτός θα είναι δύσκολος διότι η επικοινωνία με τις λεγόμενες δυνάμεις της αγοράς σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον συναλλαγών δεν επιτρέπει στα κράτη να επικαλούνται έννοιες όπως κοινωνική δικαιοσύνη στην κατανομή των βαρών, αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών, εγγυήσεις του κράτους δικαίου και κοινωνικές παροχές του κράτους πρόνοιας. Η αδήριτη λογική των αριθμών που συνεπάγεται μειωμένη δημοσιονομική κυριαρχία, -αφού τις αγορές τις αντικατέστησαν οι έκτακτοι ευρωπαϊκοί θεσμοί(ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης)- θα μας οδηγήσει σε ένα φαύλο κύκλο αν ο διακανονισμός δεν περιλαμβάνει αναθεώρηση των Συνθηκών προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της αλληλεγγύης. Η Γερμανία που πορεύεται μεταπολεμικά υπό το δόγμα της δημοσιονομικής πειθαρχίας κατευθύνει τις εξελίξεις, τουλάχιστον σε θεσμικό επίπεδο, προς μια πανευρωπαϊκή συνταγματική και δημοσιονομική πειθαρχία και μόνο υπό αυτούς τους αυστηρούς όρους θα εκφράσει την αλληλεγγύη της, ενώ το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα έχει εγκαταλειφθεί.
Επομένως, έχουμε ανάγκη να επανέλθουμε στα βασικά: δημοκρατία, αλληλεγγύη, κοινωνικό κράτος δικαίου και να πείσουμε τους εαυτούς μας και τους εταίρους μας ότι η πολιτική ως ανοιχτή οραματική διαδικασία διαχείρισης της κοινής μας μοίρας δεν μπορεί να συρρικνώνεται σε μια αποκλειστικά οικονομική διαπραγμάτευση.


[1] Για την συνταγματική διάσταση των μέτρων του μνημονίου βλ. Α.Μανιτάκη, Τα συνταγματικά ζητήματα του μνημονίου ενόψει μοιρασμένης κρατικής κυριαρχίας και επιτηρούμενης δημοσιονομικής πολιτικής, σε www.constitutionalism. gr όπου συμπυκνώνεται ο σχετικός προβληματισμός και υπάρχουν βιβλιογραφικές αναφορές σε όλους τους συμμετέχοντες στον συνταγματικό διάλογο.
[2] Βλ. Π.Μαντζούφα, Διαφθορά, ποινική ευθύνη υπουργών και πολιτικό σύστημα, The Books Journal, (Σεπτέμβριος 2011), 66 επ.
[3] Βλ. Ε.Βενιζέλου, Εθνικό Σύνταγμα και εθνική κυριαρχία υπό συνθήκες διεθνούς οικονομικής κρίσης- το πρόβλημα ήταν και παραμένει πολιτικό και όχι συνταγματικό, ΕφΔΔ, 1/2011, 2 επ.
[4] Βλ. Σ.Ράμφου, Η λογική της παράνοιας, Αρμός 2011
[5] Βλ. Κ.Χρυσόγονου, Η ιδιωτική δημοκρατία, από τις πολιτικές δυναστείες στην κλεπτοκρατία, Επίκεντρο, 2009
[6] Βλ. Δ.Σκιαδά, Σύνταγμα και Δημοσιονομικοί κανόνες: μια δύσκολη σχέση, Εφ.ΔΔ, 1/2011, 11 επ.
[7] Βλ. Κ.Γώγου, Έγκλημα και τιμωρία. Η διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση μεταξύ δικαίου και πολιτικής, ΕφΔΔ 4/2010, 426 επ.
[8] Βλ. εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» 31/1/2011

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

ΟΜΙΛΟΣ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΜΑΝΕΣΗΣ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

ΔΕΛΤΙΟΤΥΠΟΥ

ΟΜΙΛΟΣ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΜΑΝΕΣΗΣ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

Γ. Σωτηρέλης, Χρ. Τσαϊτουρίδης (επιμ.)

Σχήμα: 17Χ24, σελ.: 256, τιμή: 17,70 €
ISBN: 978-960-449-221-3

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το σύγχρονο κράτος πρόνοιας βιώνει μια άνευ προηγουμένου κρίση και αμφισβήτηση. Θύμα των διαδικασιώνπου συνηθίσαμε να ονομάζουμε «παγκοσμιοποίηση» αλλά και των «συντεχνιακών» και γραφειοκρατικώνυπερβολών που ιστορικά το συνόδευσαν, το κοινωνικό κράτος δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια σημαντικήπαράμετρο της σύγχρονης προβληματικής για τα κοινωνικά δικαιώματα.
Η παρούσα έκδοση αποτελείται από μελέτες που επικεντρώνονται τόσο στο θεωρητικό ζήτημα της προστατευτικής εμβέλειας των κοινωνικών δικαιωμάτων όσο και στα σύγχρονα ζητήματα που αντιμετωπίζει το κοινωνικό κράτοςσε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο σε συγκεκριμένες περιοχές δράσης του, όπως η απασχόληση, η κοινωνική ασφάλιση, η παιδεία και η υγεία. Κοινός παρονομαστής όλων των άρθρων είναι η ένταξη των κοινωνικώνδικαιωμάτων στο πλαίσιο των συγκεκριμένων συνταγματικών επιταγών, η εκ του Συντάγματος υποχρέωση του κράτους για λήψη θετικών μέτρων, η δυνατότητα ή μη μονοπώλησης της παροχής κοινωνικών υπηρεσιών από αυτό. Με άλλα λόγια εξετάζεται, τόσο θεωρητικά όσο και συγκεκριμένα, η έννοια και τα όρια του «κοινωνικού
κεκτημένου».
OΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
Τον τόμο, που αποτελεί προϊόν των ερευνητικών σεμιναρίων του Ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης έχουν επιμεληθεί οι Γ. Σωτηρέλης και Χρ. Τσαϊτουρίδης. Περιλαμβάνονται άρθρα των πανεπιστημιακών: Γ. Κατρούγκαλου, Ξ. Κοντιάδη, Χρ. Ντουχάνη, Κ. Παπαδημητρίου, Α. Παπακωνσταντίνου, Μ. Πικραμένου, Σ. Ρομπόλη, Θ. Σακελλαρόπουλου, Α. Στεργίου, Γ. Σωτηρέλη, Χρ. Τσαϊτουρίδη, Π. Φουντεδάκη.
ΣΕ ΠΟΙΟΥΣ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ
  • Σε συνταγματολόγους και επιστήμονες του δημοσίου δικαίου.
  • Σε κοινωνικούς επιστήμονες που ασχολούνται με τις σύγχρονες εκφάνσεις κοινωνικών ανισοτήτων.
  • Σε όλους όσοι ασχολούνται με ζητήματα κοινωνικής πολιτικής.
  • Σε όλους τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης (δημοσιογράφους, πολιτικούς κ.ά).
  • Σε όλους τους ενημερωμένους πολίτες που προβληματίζονται για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οισύγχρονες παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες.
Σειρά: ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ __________/ SOCIAL SCIENCES,
Διεύθυνση σειράς: Μιχάλης Σπουρδαλάκης
Καταχώρηση: 02-02-2012     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ