Author Archives: admin

Η μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης υπό το πρίσμα των συνταγματικών εγγυήσεων της ακαδημαϊκής ελευθερίας

Του Γιώργου Σωτηρέλη Καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου

Η μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης υπό το πρίσμα των συνταγματικών εγγυήσεων της ακαδημαϊκής ελευθερίας

Είναι γνωστό ότι η μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης αποτέλεσε μια από τις πλέον προσφιλείς εξαγγελίες των εκάστοτε κυβερνήσεων της μεταπολιτευτικής περιόδου. Ωστόσο, το μόνο σημαντικό εγχείρημα για τα πανεπιστημιακά μας πράγματα, με τα θετικά και τα αρνητικά του, ήταν αυτό του 1982. Έκτοτε αναλήφθηκαν πολλές σχετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες όμως αποδείχθηκαν είτε ατελέσφορες, είτε ατυχείς, είτε κατώτερες των περιστάσεων. Το αποτέλεσμα ήταν να επιβιώσει με μικρές αλλαγές, έως την ψήφιση του ισχύοντος νόμου 4009/2011, ένα θεσμικό πλαίσιο που συν τω χρόνω αποδεικνυόταν όλο και πιο παρωχημένο, όλο και πιο προβληματικό και, ιδίως, όλο και πιο αναντίστοιχο με τις προκλήσεις των καιρών.

Το αίτημα λοιπόν για την μεταρρύθμιση της Ανώτατης Εκπαίδευσης ήταν ώριμο και σε αυτό νομίζω ότι συμφωνούσαν σχεδόν όλοι στον χώρο του Πανεπιστημίου, συμπεριλαμβανομένων, και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, τόσο της Συνόδου των Πρυτάνεων όσο και της ΠΟΣΔΕΠ. Εδώ λοιπόν ανακύπτει το ερώτημα: Ανταποκρίθηκε ο νέος νόμος για τα Πανεπιστήμια στις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί;
Προσωπικά πιστεύω ότι στην αρχική πολιτική προσέγγιση του υπουργείου απέναντι στα Πανεπιστήμια υπήρχαν κάποια θετικά σημεία, τόσο στο επίπεδο της διάγνωσης των προβλημάτων όσο και στο επίπεδο της αγαθότητας των προθέσεων. Ωστόσο, και επειδή όπως είναι γνωστό ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με αγαθές προθέσεις, το νομοθετικό αποτέλεσμα αποδείχθηκε εν πολλοίς απογοητευτικό. Η σημερινή συζήτηση, βέβαια, εστιάζεται, κατ’αρχήν, στα συνταγματικά προβλήματα του συγκεκριμένου νόμου, και σε αυτά, προεχόντως, προτίθεμαι να αναφερθώ. Πριν όμως από μια τέτοια προσέγγιση, επιτρέψτε μου να προτάξω κάποιες γενικότερες κριτικές σκέψεις:
Ποιες είναι, άραγε, οι προϋποθέσεις για την επιτυχία μιας μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης;
Πρώτη προϋπόθεση είναι αναμφίβολα ο σεβασμός του συνταγματικού πλαισίου, διότι –πέραν των άλλων– μια τυχόν δικαστική εμπλοκή μπορεί να την εκτροχιάσει συνολικά. Επ’αυτού, όμως θα επανέλθω.
Δεύτερη προϋπόθεση είναι ο σεβασμός της πανεπιστημιακής μας παράδοσης, η οποία δεν είναι, συλλήβδην, ούτε απορριπτέα ούτε αμελητέα, όπως δυστυχώς φαίνεται να υπονοείται από τις έως τώρα κινήσεις του υπουργείου. Καμία μείζων αλλαγή δεν μπορεί να γίνει εν κενώ, σαν συνολική και μηδενιστική άρνηση του παρελθόντος. Η μόνη τομή που μπορεί όντως να αποδειχθεί πρόσφορη και αποτελεσματική είναι μια τομή που θα είναι μεν ριζική αλλά παράλληλα θα κινείται μέσα στην συνέχεια της πανεπιστημιακής μας παράδοσης.
Τρίτη προϋπόθεση είναι ο προοδευτικός χαρακτήρα της μεταρρύθμισης. Αυτό όμως δεν σημαίνει την άκριτη και μηχανιστική προσαρμογή των πανεπιστημιακών μας πραγμάτων στα «σύγχρονα δεδομένα», τα οποία στις θέσεις του Υπουργείου παρουσιάζονται περίπου σαν θέσφατα με ισχύ φυσικού νόμου. Το προοδευτικό, αντίθετα με το απλώς σύγχρονο, σημαίνει πρώτα και πάνω απ’όλα την προσεκτική διήθησή των σημερινών δεδομένων, εθνικών και διεθνών, και την κριτική αντιστοίχηση προς αυτά, με πολλαπλά κριτήρια, τα οποία πρέπει προεχόντως να κινούνται γύρω από το δημόσιο συμφέρον και τον ουμανιστικό χαρακτήρα της ανώτατης παιδείας.
Τέταρτη προϋπόθεση, είναι η προσεκτική και σταδιακή προώθηση των αλλαγών, με προεξάρχουσες αυτές που είναι ώριμες στο επίπεδο συνείδησης της πανεπιστημιακής κοινότητας. Κι αυτό γιατί, σε διαφορετική περίπτωση, απλώς επαναλαμβάνεται αυτό που συνέβη πολλές φορές στο παρελθόν: να συσπειρώνονται εναντίον της μεταρρύθμισης, ταυτόχρονα, όλοι οι φορείς της ανώτατης εκπαίδευσης, ακόμη και αν συμφωνούν με πολλές επιμέρους πτυχές της.
 
Ας έρθουμε όμως και στο συνταγματικό πλαίσιο, στο οποίο επικεντρώνονται οι μεγαλύτερες επιφυλάξεις μου:
Αρχίζω από μια γενική παρατήρηση. Αρκετοί θεωρούν –άλλοι καλοπροαίρετα και άλλοι υποβολιμαία– ότι το μείζον πρόβλημα για τη δυσπραγία του Πανεπιστημίου είναι το Σύνταγμα, στην αναθεώρηση του οποίου εναποθέτουν πολλές ελπίδες. Προσωπικά δεν συμμερίζομαι αυτήν την άποψη, διότι φοβούμαι ότι –ανεξαρτήτως προθέσεων– η εισβολή του «ιδιωτικού» στο Πανεπιστήμιο θα γίνει, όπως και σε άλλες αντίστοιχες καταστάσεις (πχ Ραδιοτηλεόραση), με όρους Far West, δηλαδή με αποκλειστικό κριτήριο το άμεσο και εύκολο κέρδος, χωρίς κανόνες και χωρίς αρχές. Εξ άλλου πιστεύω ότι και με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο θα μπορούσε να επιτευχθεί πολύ μεγαλύτερη ευελιξία αλλά και να λειτουργήσουν στη χώρα μας εναλλακτικές εκδοχές μιας μη κερδοσκοπικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, αρκεί βέβαια να πρόκειται για σοβαρές εκδοχές και όχι για αναβαθμισμένα ΙΕΚ…
Εν πάση περιπτώσει, πάντως, πέρα από την άποψη που μπορεί να έχει κανείς για την αναθεώρηση του Συντάγματος –και κάθε άποψη είναι βεβαίως σεβαστή– το συνταγματικό πλαίσιο σήμερα είναι δεδομένο και δεν επιτρέπει ούτε βολονταρισμούς ούτε λεονταρισμούς. Η κομβική δε επιλογή αυτού του πλαισίου, σε σχέση με το ζήτημα που εξετάζουμε, δεν είναι άλλη παρά η ακαδημαϊκή ελευθερία, με την συγκεκριμένη κατοχύρωση και τις συγκεκριμένες εγγυήσεις της. Η άποψή μου, δε, στο σημείο αυτό, και θα την πω χωρίς περιστροφές, είναι ότι ο νομοθέτης διέπραξε βαρύ συνταγματικό ατόπημα με την ψήφιση του νέου νόμου για τα Πανεπιστήμια, διότι παραβίασε ευθέως τις συνταγματικές εγγυήσεις της ακαδημαϊκή ελευθερίας.
Ας δούμε όμως τα πράγματα πιο συγκεκριμένα:
1. Η αφετηρία της συνταγματικής προστασίας του Πανεπιστημίου είναι αναμφίβολα η ακαδημαϊκή ελευθερία. Η ελευθερία αυτή έχει την εξής ιδιαιτερότητα: δεν είναι μια ακόμη ελευθερία αλλά αποτελεί την πλέον προωθημένη εκδοχή άλλων, συνταγματικά κατοχυρωμένων, ελευθεριών. Όπως είναι γνωστό, το Σύνταγμα κατοχυρώνει, στο άρθρο 16, την ελευθερία της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας. Παράλληλα όμως κατοχυρώνει, ως αυτοτελή ελευθερία, την ακαδημαϊκή ελευθερία, που συμπεριλαμβάνει όλες τις προαναφερθείσες, όπως ισχύουν όμως μέσα στον ακαδημαϊκό χώρο. Με άλλα λόγια, το Σύνταγμα παρέχει μια ξεχωριστή και θεσμικά διακριτή προστασία για τις ελευθερίες της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας, όταν αυτές έχουν ως πεδίο αναφοράς το Πανεπιστήμιο.
Η ιδιαιτερότητα αυτής της προστασίας, ειδικότερα, εντοπίζεται σε τρία σημεία:
πρώτον στην ευρύτητα του κύκλου των υποκειμένων αυτών των ελευθεριών,
δεύτερον στην προστατευτική εμβέλειά τους καθευατήν και
τρίτον στις ιδιαίτερες εγγυήσεις με τις οποίες περιβάλλονται.
Ειδικότερα:
Υποκείμενα, ή αλλιώς φορείς, της ακαδημαϊκής ελευθερίας στον χώρο του Πανεπιστημίου δεν είναι μόνον οι εκπαιδευτικοί –είτε ως διδάσκοντες είτε ως ερευνητές– αλλά και οι διδασκόμενοι. Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι η έκφραση του ακαδημαϊκού αυτοκαθορισμού, που αφορά αδιακρίτως όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας. Αφορά δηλαδή πρωτογενώς και εξ ίσου (δηλαδή ούτε κατά παραχώρηση ούτε εξ αντανακλάσεως) και τους φοιτητές, οι οποίοι, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να θεωρηθούν απλώς χρήστες –πολλώ δε μάλλον πελάτες– των σχετικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών, όπως τους θέλουν κάποιες γνωστές ιδεολογικοπολιτικά φορτισμένες προσεγγίσεις (στις οποίες δυστυχώς προσχωρούν συχνά, ελαφρά τη καρδία, και κάποιοι καλόπιστοι συνάδελφοι, στην προσπάθειά τους να φανούν «σύγχρονοι»…).
Το περιεχόμενο των ελευθεριών της επιστήμης της έρευνας και της διδασκαλίας είναι σαφώς ευρύτερο όταν αυτά καλύπτονται από την ακαδημαϊκή ελευθερία. Η συνταγματική προστασία των πανεπιστημιακών κινείται σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο από εκείνη τόσο των διδασκόντων στην στοιχειώδη και την μέση εκπαίδευση, ως προς την διδασκαλία, όσο και των ερευνητών και επιστημόνων που απασχολούνται σε άλλους χώρους, είτε του δημόσιου είτε του ιδιωτικού τομέα. Πολύ δε μεγαλύτερη είναι η συνταγματική προστασία των φοιτητών, έναντι των μαθητών της στοιχειώδους και της μέσης εκπαίδευσης.
2. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο που διαφοροποιεί την ακαδημαϊκή ελευθερία είναι οι εγγυήσεις με τις οποίες την περιβάλλει το Σύνταγμα. Πρόκειται για δύο αλληλένδετες και αλληλοσυμπληρούμενες εγγυήσεις, που αναφέρονται πρώτον στο αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ και δεύτερον στο πανεπιστημιακό άσυλο.
α. Σύμφωνα με το Σύνταγμα η διοίκηση των ΑΕΙ ασκείται από νπδδ πλήρως αυτοδιοικούμενα. Η αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ νοείται ως καθ’ύλην αυτοδιοίκηση, η οποία είναι εξ ίσου ευρεία με την κατά τόπον (δηλαδή την τοπική) αυτοδιοίκηση. Βασικό χαρακτηριστικό και των δύο είναι αφ’ενός η διοικητική αυτοτέλεια και η δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων τους και αφ’ετέρου η μεγάλη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν ως προς την διαχείριση των ιδίων υποθέσεων. Με άλλα λόγια, η αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ είναι η προέκταση, σε διοικητικό επίπεδο, του ακαδημαϊκού αυτοκαθορισμού και συνεπάγεται δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία, ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση και συνάμα εγγύηση αυτού του αυτοκαθορισμού, που αφορά εξ ίσου, θυμίζουμε, όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Στον δέκατο ένατο αιώνα συναντούμε έναν πολύ ωραίο ορισμό για την τοπική αυτοδιοίκηση: «διοίκησις του τόπου δια του τόπου». Παραφράζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι «πλήρης αυτοδιοίκηση», εν προκειμένω, σημαίνει πολύ απλά, «διοίκησις του Πανεπιστημίου δια του Πανεπιστημίου». Από αυτό δε συνάγεται, πρώτα και πάνω απ’όλα, ότι τόσο οι αναδεικνύοντες τα όργανα του Πανεπιστημίου όσο και οι αναδεικνυόμενοι σε αυτά πρέπει κατ’αρχήν να ανήκουν στον κύκλο της οικείας ακαδημαϊκής κοινότητας. Αυτό σημαίνει, προεχόντως, με βάση την δημοκρατική αρχή, ανάδειξη με εκλογή, κατ’αρχήν άμεση αλλά ενδεχομένως και έμμεση, στην οποία πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν, ως εκλέγοντες και εν μέρει ως εκλεγόμενοι, όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής του κοινότητας, και μόνον αυτά (έστω και με σταθμισμένη και, σε τελευταία ανάλυση, με άνιση ψήφο, που θα αναγνωρίζει τον βαρύνοντα ρόλο των διδασκόντων, ως των κύριων φορέων της ακαδημαϊκής ελευθερίας). Παράλληλα, όμως, τίποτε δεν εμποδίζει και άλλους παράλληλους τρόπους ανάδειξης. Θα μπορούσε για παράδειγμα, για ορισμένες θέσεις, να προβλεφθεί κλήρωση, που προσιδιάζει σε μορφές τοπικής δημοκρατίας όπως αυτή του Πανεπιστημίου. Επίσης τίποτε δεν εμποδίζει και την διεξαγωγή ενδοπανεπιστημιακών δημοψηφισμάτων, για ζητήματα που θα κριθεί ότι χρειάζονται ευρύτερη και αμεσότερη δημοκρατική νομιμοποίηση.
Τι είναι αυτό που αντιπαρατίθεται απέναντι σε μια τέτοια μορφή δημοκρατικής νομιμοποίησης; Σε επίπεδο αρχής διατυπώνεται μια κριτική, σωστή σε μεγάλο βαθμό, για την στεγανοποίηση πολλών Πανεπιστημίων από το δημοκρατικό έλεγχο και για παρεκτροπές πάσης φύσεως στην άσκηση των αυτοδιοικητικών λειτουργιών, δηλαδή για ένα –εμφανές πράγματι– έλλειμμα δημοκρατικής ευθύνης. Σε επίπεδο λύσεων, όμως, προκρίθηκαν ρυθμίσεις που είναι κατά βάση ατυχείς, καθώς στην πράξη συνεπάγονται αντικατάσταση της αυτοδιοίκησης από την ετεροδιοίκηση. Διότι τι άλλο σημαίνει η προσπάθεια να μετατοπισθούν τα κέντρα λήψης των αποφάσεων σε εισαγόμενα στην πραγματικότητα όργανα; Τι σημαίνει, ειδικότερα, αφ’ενός η δυνατότητα ανάδειξης ενός «εισαγόμενου» Πρύτανη (που θα γινόταν μάλιστα αυτοδικαίως και καθηγητής κατά την αρχική διατύπωση των προτάσεων), και αφ’ετέρου η «εμφύτευση» στο εσωτερικό του Πανεπιστημίου –ανεξαρτήτως του τρόπου εκλογής του– ενός δισυπόστατου και ερμαφρόδιτου σώματος, του Συμβουλίου, που θα ασκεί τόσο «κυβερνητικές» όσο και αυτοδιοικητικές αρμοδιότητες αλλά και θα αναδεικνύει, δίκην εκλεκτορικού σώματος, τον ως άνω Πρύτανη αλλά και τους Κοσμήτορες; Δεν είναι μια οφθαλμοφανής προσπάθεια θεσμικού bypass της συνταγματικής έννοιας της «πλήρους αυτοδιοίκησης» και άρα παράκαμψης της σχετικής διάταξης του άρθρου 16 Σ; Παράλληλα, όμως, δεν είναι και βαθύτατα υποτιμητικό να θεωρούνται τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, δηλαδή κατά τεκμήριο οι πλέον μορφωμένοι Έλληνες, ακατάλληλοι για να αξιωθούν ολοκληρωμένη δημοκρατική συμμετοχή σε ένα «πλήρως αυτοδιοικούμενο» νομικό πρόσωπο;
Ας σκεφθούμε, για μια στιγμή, μεταφορά αυτής της πρότασης στον –σύστοιχο διοικητικά, όπως είπαμε– χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τι θα σήμαινε και πως θα αντιμετωπιζόταν η εμφύτευση ενός ανάλογου Συμβουλίου, που θα υποκαθιστούσε εν πολλοίς το Δημοτικό ή Περιφερειακό Συμβούλιο και θα αναδείκνυε έναν «εισαγόμενο» Δήμαρχο ή Περιφερειάρχη;
Ωστόσο, το πλέον παράδοξο είναι ότι πολλές από τις –θεμιτές– επιδιώξεις του υπουργείου θα μπορούσαν να πραγματωθούν χωρίς παραβίαση του Συντάγματος. Τίποτε δεν εμποδίζει, για παράδειγμα, την καθιέρωση μιας αποκεντρωμένης περιφερειακής μονάδας του Υπουργείου, υψηλών προδιαγραφών, που θα αντιστοιχείται με κάθε μεγάλο και βιώσιμο Πανεπιστήμιο (συγχωνευομένων των υπολοίπων) και θα ασκεί τόσο τον έλεγχο νομιμότητας (κατά το πρότυπο του «ελεγκτή νομιμότητας» που καθιέρωσε ο «Καλλικράτης») όσο και τις άλλες ελεγκτικές –και μη αυτοδιοικητικές– αρμοδιότητες, που τώρα επιφυλάσσονται για το Συμβούλιο. Τίποτε δεν εμποδίζει, επίσης, να προσληφθούν στα Πανεπιστήμια, μετά από ανοιχτή προκήρυξη, υψηλόβαθμοι και καλά αμειβόμενοι managers, υψηλών προσόντων, που θα προΐστανται των διοικητικών, οικονομικών και τεχνικών υπηρεσιών τους. Θα μπορούσε μάλιστα να προβλεφθεί ότι αυτοί οι managers, υπό έναν γενικό γραμματέα που θα διορίζεται με τον ίδιο τρόπο, θα αποτελούν ένα ξεχωριστό επιτελικό σώμα διοίκησης, με εκτελεστικές αρμοδιότητες αλλά και με ενδεχόμενη δυνατότητα συμμετοχής τους στη σύγκλητο, χωρίς δικαίωμα ψήφου.
Διότι, βεβαίως, είναι άλλο πράγμα η λήψη των εν ευρεία εννοία «πολιτικών» αποφάσεων για τα Πανεπιστήμια, που ανήκει κατά το Σύνταγμα στις αυτοδιοικητικές αρχές τους, και άλλο η εφαρμογή τους, ως προς την οποία, όπως και ως προς την εφαρμογή των νόμων της πολιτείας, πράγματι χρειάζεται δραστική παρέμβαση και δρακόντειες λύσεις, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα του διοικητικού μηχανισμού τους.
 
β. Δεύτερη εγγύηση, συναφής με την πρώτη, είναι το πανεπιστημιακό άσυλο. Τι είναι όμως αυτό το τόσο συκοφαντημένο άσυλο και γιατί προστατεύεται; Το άσυλο είναι, πρώτα και πάνω απ’όλα, μια δημοκρατική κατάκτηση που συνδέεται στενά με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Πανεπιστημίου, δηλαδή τόσο με την ακαδημαϊκή ελευθερία, την οποία θωρακίζει, όσο και με το αυτοδιοίκητο, το οποίο εξειδικεύει. Ακούγεται συχνά ότι το άσυλο δεν ίσχυε πουθενά στον κόσμο και ότι αποτελούσε ελληνική ιδιαιτερότητα. Αυτό δεν είναι αληθές. Το άσυλο ισχύει σε όλες τις προηγμένες δημοκρατικά χώρες, ως συνταγματικό έθιμο ή ως συνταγματική πρακτική, σύμφωνα με την οποία είτε η αστυνομία δεν μπορεί να εισέλθει στον χώρο του Πανεπιστημίου χωρίς την άδεια των πρυτανικών αρχών είτε η διαφύλαξη της τάξης εντός του πανεπιστημιακού χώρου ανήκει σε σώματα που βρίσκονται υπό τις διαταγές των πρυτανικών αρχών.
Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου έναν παραλληλισμό: το πανεπιστημιακό άσυλο είναι απολύτως παρεμφερές με το άσυλο κατοικίας. Το πρώτο είναι θεσμική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας ενώ το δεύτερο είναι θεσμική εγγύηση της ιδιωτικότητας. Υπό αυτή την έννοια, το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι απλώς άσυλο ιδεών, όπως λέγεται συχνά, διότι αυτή είναι μια πολύ περιοριστική και εν τέλει «συντηρητική» προσέγγιση, ενίοτε ενταγμένη σε μια λογική αμφισβήτησης της ευρύτερης σημασίας του. Το πανεπιστημιακό άσυλο είναι προεχόντως, όπως και το άσυλο κατοικίας, συνταγματική εγγύηση ενός συγκεκριμένου χώρου, ο οποίος προστατεύεται επειδή αποτελεί την βιόσφαιρα συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών. Στην περίπτωση, ειδικότερα, του πανεπιστημιακού ασύλου, αυτό πρέπει να καλύπτει, όπως και το άσυλο κατοικίας, τον περίκλειστο χώρο των ΑΕΙ, δηλαδή τα κτίρια και την τυχόν περιφραγμένη περίβολο, διότι μόνο αυτός ο χώρος –και όχι οι πλατείες και οι δρόμοι– είναι απαραίτητος για την απρόσκοπτη άσκηση των συγκεκριμένων δικαιωμάτων που πραγματώνουν, κατά τα ανωτέρω, την ακαδημαϊκή ελευθερία.
Όπως δε είναι αναγκαίο για το άσυλο κατοικίας να προσδιορισθούν από τον νόμο συγκεκριμένοι όροι άσκησής του, προκειμένου να αποσαφηνισθεί πλήρως το πεδίο αναφοράς και η προστατευτική του εμβέλεια, έτσι και για το πανεπιστημιακό άσυλο ήταν και είναι αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση, προκειμένου να μην παρατηρούνται παρανοήσεις και παρεκτροπές, είτε από τις εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές είτε από τους προστατευομένους από το άσυλο.
Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι στις υπόλοιπες προηγμένες δημοκρατικά χώρες ο κύριος λόγος για την ανυπαρξία νομοθετικής εξειδίκευσης ήταν το ότι η μεταπολεμική συνταγματική τους πραγματικότητα διαμορφώθηκε στο πλαίσιο ευρειών συγκλίσεων, που επέτρεψαν την διαμόρφωση ενός κατά το μάλλον ή ήττον συναινετικού πλαισίου για την λειτουργία του πανεπιστημιακού ασύλου, ως συνταγματικού εθίμου ή ως συνταγματικής πρακτικής. Αντίθετα στη χώρα μας η ταραγμένη τριακονταετία της κηδεμονευόμενης δημοκρατίας και, στη συνέχεια, της δικτατορίας, έθεσε με εντελώς διαφορετικούς όρους το ζήτημα του ασύλου, πολλώ δε μάλλον και λόγω του συμβολικού ρόλου των Πανεπιστημίων ως προς την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, η νομοθετική εξειδίκευση του ασύλου από τον νόμο πλαίσιο του 1982 ήταν απαραίτητη, προκειμένου να οριοθετηθεί προς κάθε κατεύθυνση η άσκηση των απορρεουσών από αυτό ευθυνών και υποχρεώσεων. Διαφορετικά ήταν δυνατόν να φθάσουμε σε ανοιχτή αμφισβήτηση ή και κατάλυσή του, την οποία για παράδειγμα υποστήριξε ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου το 1977.
Τι έφταιξε όμως και το ζήτημα του ασύλου ανήχθη σε μείζον ζήτημα; Είναι προφανές ότι στη χώρα μας το άσυλο δεν έχει έως τώρα παραβιασθεί. Η όλη συζήτηση, επομένως, δεν αφορά το άσυλο καθεαυτό αλλά το ότι πίσω από αυτό οχυρώνονται διάφοροι, από τον πανεπιστημιακό χώρο αλλά και έξω από αυτόν, προκειμένου αφ’ενός μεν να επιβάλουν ένα καθεστώς ανομίας, βίας και τρομοκρατίας στο εσωτερικό των ΑΕΙ, απέναντι στην μεγάλη πλειονότητα των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και σε τρίτους προσκεκλημένους από αυτήν, αφ’ετέρου δε να καταστήσουν το χώρο που καλύπτεται από το άσυλο ορμητήριο ενεργειών που δεν σχετίζονται ούτε καν ακροθιγώς με τον ρόλο και την προοπτική των ΑΕΙ. Το πρόβλημα λοιπόν κατ’αρχήν δεν συνδέεται με την παραβίαση του ασύλου αλλά με την προσχηματική επίκλησή του, που παραβιάζει έναν βασικό κανόνα της Δημοκρατίας: ότι η ελευθερία του ενός σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου.
Πράγματι, η μεγάλη παθογένεια του μεταπολιτευτικού Πανεπιστημίου, ιδίως την τελευταία δεκαετία, είναι η καταχρηστική αξιοποίηση του ασύλου από φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας αλλά και από άσχετους τρίτους, οι οποίοι εντελώς εσφαλμένα θεωρούν ότι αρκεί να βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο για να μπορούν να καλυφθούν για κάθε ενέργειά τους από το άσυλο. Το άσυλο εκλαμβάνεται εν προκειμένω σαν μια γκρίζα ζώνη, στα όρια ή και εκτός του νόμου, που επιτρέπει, ερήμην των εγγυήσεων του κράτους δικαίου, την άνθιση διάφορων ιδιωτικών εξουσιών, συχνά μάλιστα στο όνομα ή με το πρόσχημα αντιεξουσιαστικών αρχών. Παράλληλα όμως το άσυλο χρησιμοποιείται εντελώς αδικαιολόγητα και παράνομα και από μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, προκειμένου να αποβάλουν βίαια από τον χώρο του Πανεπιστημίου μη αρεστούς πανεπιστημιακούς, ιδίως δε τρίτους, που είναι προσκεκλημένοι από φορείς της ακαδημαϊκής κοινότητας, στο πλαίσιο της άσκησης των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν. Υποτιμάται έτσι μια θεμελιώδης συνιστώσα του ακαδημαϊκού αυτοκαθορισμού, τον οποίο εγγυάται το άσυλο: ότι η προστατευτική εμβέλεια της ακαδημαϊκής ελευθερίας –και κατ’επέκταση του ασύλου– καλύπτει όχι μόνον τους διδάσκοντες που ανήκουν στο Διδακτικό και Εκπαιδευτικό Προσωπικό (ΔΕΠ) των ΑΕΙ αλλά και όσους τυχόν προσκληθούν να συμβάλουν στην εκπαιδευτική διαδικασία, είτε από τους διδάσκοντες είτε και από τους φοιτητές, με τυχόν διοργάνωση εναλλακτικών μαθημάτων. Παράλληλα το άσυλο καλύπτει και όλες τις ιδεολογικοπολιτικές δυνάμεις, όλων των αποχρώσεων, εφ’όσον προσκληθούν από φορείς της ακαδημαϊκής κοινότητας ή, έστω, λάβουν άδεια από τις πανεπιστημιακές αρχές, και δεν εισβάλουν αυθαίρετα στον χώρο των ΑΕΙ.
Το μεγάλο λοιπόν ερώτημα είναι το ακόλουθο: Φταίει το άσυλο για όλα αυτά; Ή για να το θέσουμε αλλιώς: Η κατάργηση του ασύλου θα απαλλάξει τα ΑΕΙ από τα προαναφερθέντα προβλήματά τους;
Σπεύδω να υποστηρίξω, ευθύς εξ αρχής, ότι αυτή η θέση, η οποία υποστηρίζεται από πολλές πλευρές με ιδιαίτερη έμφαση, είτε είναι υποβολιμαία είτε στηρίζεται σε μια σχηματική, απλουστευτική και εν τέλει παραπλανητική επιχειρηματολογία. Εν πρώτοις γιατί θυμίζει το γνωστό: «πονάει πόδι, κόβει κεφάλι». Κατά δεύτερον, διότι ανάλογα φαινόμενα με αυτά που συμβαίνουν στο Πανεπιστήμιο παρατηρούνται και σε χώρους που δεν προστατεύονται από το άσυλο. Αρκεί να θυμηθούμε τα επανειλημμένα κρούσματα βανδαλισμών και σε σχολεία της μέσης εκπαίδευσης αλλά και σε πλείστα όσα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, με αποκορύφωμα αυτό που συνέβη κατά τα «δεκεμβριανά» του 2008, με πλήρη απουσία (ή και έμμεση ενθάρρυνση) της αστυνομίας και τις ουκ ολίγες περιπτώσεις βίαιης αποβολής συναδέλφων από εξωπανεπιστημιακές αίθουσες, και πάλι με πλήρη απουσία της αστυνομίας. Κατά τρίτον δε, και σπουδαιότερον, διότι η κατάργηση του ασύλου είναι μια εύκολη υπεκφυγή για να αποφύγουμε το μείζον: το πώς δηλαδή θα αποκατασταθεί τόσο η δημοκρατική νομιμότητα όσο και η ουσιαστική δημοκρατική νομιμοποίηση στον χώρο των ΑΕΙ.
Είναι προφανές, με βάση τα ανωτέρω, ότι με τον νέο νόμο υπονομεύονται και οι δύο παραπάνω εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Το μεν άσυλο δεν αναγνωρίζεται αλλά ούτε και ρυθμίζεται πλέον από τον νόμο, η δε αυτοδιοίκηση μετατρέπεται σε εν μέρει ετεροδιοίκηση, με την υποχρεωτική συμμετοχή «εισαγόμενων» μελών στα Συμβούλια Διοίκησης (στα οποία μάλιστα συγχέεται ανεπίτρεπτα η έννοια της διοίκησης με την έννοια του ελέγχου, που έπρεπε να ανήκει μόνο σε εξωτερικά -εκτός Πανεπιστημίου- όργανα, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης εποπτείας), με την εκλογή του Πρύτανη από αυτά και με την ανάθεση υπέρμετρων εξουσιών σε όργανα χωρίς άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση (ιδίως στους κοσμήτορες).
Αν σε αυτά προστεθεί και η προσπάθεια περαιτέρω συρρίκνωσης, τόσο σε προπτυχιακό όσο και, ιδίως, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, της προστατευτικής εμβέλειας του κοινωνικού δικαιώματος της δωρεάν παιδείας –που αποτελεί, ως προς τους φοιτητές, μια τρίτη, έμμεση και ουσιαστική, εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας– έχουμε την ολοκληρωμένη εικόνα μιας νομοθετικής παρέμβασης που επιχειρεί να αναιρέσει ή να συρρικνώσει σημαντικότατες πτυχές θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων στον χώρο του Πανεπιστημίου.
 
Εν όψει όλων αυτών, οι αντιδράσεις κατά του νέου νόμου είναι σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένες. Ωστόσο, πιστεύω ακράδαντα ότι οι αντιδράσεις αυτές δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να έχουν ως συνέπεια το κλειστό Πανεπιστήμιο, διότι έτσι υπονομεύεται εκ βάθρων ο ρόλος και η αξιοπιστία του δημόσιου Πανεπιστημίου και εκ του αποτελέσματος υποβοηθούνται οι αντιλήψεις που προβάλλουν σαν μόνη δήθεν πειστική εναλλακτική λύση το υποταγμένο σε αγοραίες λογικές Πανεπιστήμιο. Αντίθετα, θεωρώ ότι με ανοιχτό το Πανεπιστήμιο είναι εφικτό να επιβληθεί εκ των έσω και εκ των κάτω η ουσιαστική αποκατάσταση της αυτοδιοίκησης, με την ακύρωση στην πράξη της ετεροδιοίκησης, καθώς και η εφαρμογή του ακαδημαϊκου ασύλου και της δωρεάν παιδείας, δεδομένου ότι το Σύνταγμα παρέχει και ευθέως συνταγματική προστασία στις τρεις αυτές μείζονες εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
 
Πίστευα και πιστεύω ότι το ζήτημα της αναβάθμισης του Πανεπιστημίου δεν είναι μόνο ζήτημα ατομικών στάσεων και αντιστάσεων. Είναι προεχόντως ζήτημα πολιτικών απαντήσεων, από τις δυνάμεις που δεν εθελοτυφλούν ούτε περιχαρακώνονται σε θέσεις και αντιλήψεις οι οποίες οδηγούν στην υπονόμευση και την φθορά του δημόσιου Πανεπιστημίου, συχνά στο όνομα της υπεράσπισής του. Απαιτείται μια νέα αντίληψη, μακριά από μικροκομματικές λογικές αλλά και από δήθεν ουδέτερες ή συναινετικές λύσεις που κρύβουν τις διαφορές κάτω από το χαλί και υποβαθμίζουν την πολιτική συμμετοχή σε απλή και άχρωμη διαχείριση. Η δημοκρατία στο Πανεπιστήμιο δεν είναι αυτοσκοπός. Ο δημοκρατικός μετασχηματισμός του, με την αναζωογόνηση των κουρασμένων αντανακλαστικών της υπευθυνότητας και της συμμετοχής, είναι ταυτόσημος με την διοικητική αναβάθμισή του, χωρίς την οποία κάθε συζήτηση για λειτουργική αντιστοίχηση στις προκλήσεις των καιρών θα αποδειχθεί άνευ ουσίας.
 
Συμπερασματικά, το ανοιχτό Πανεπιστήμιο, το πλουραλιστικό Πανεπιστήμιο, το ποιοτικό Πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο των νέων δυνατοτήτων και των νέων οριζόντων, πρέπει να είναι προεχόντως δημοκρατικό Πανεπιστήμιο. Και δημοκρατικό Πανεπιστήμιο σημαίνει, ιδίως, δύο αλληλένδετες και αδιαπραγμάτευτες επιλογές:
Πρώτον, αταλάντευτη εμμονή σε έναν γνήσιο συνταγματικό πατριωτισμό, χωρίς εκπτώσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα που συνδέονται με το Πανεπιστήμιο, και
δεύτερον, γρήγορα πολιτικά αντανακλαστικά, απέναντι στα μηνύματα των καιρών, με υψηλό αίσθημα δημοκρατικής ευθύνης. Από όλους μας.

Ελευθερία του τύπου κατά ιδιωτικότητας: Οι υποθέσεις Mosley και Campbell ενώπιον του ΕΔΔΑ

Της Χ. Μ. Ακριβοπούλου

Ελευθερία του τύπου κατά ιδιωτικότητας: Οι υποθέσεις Mosley και Campbell ενώπιον του ΕΔΔΑ

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Το άδοξο τέλος της Μεταπολίτευσης και οι όροι ανάδυσης μιας νέας μεταπολιτευτικής περιόδου

του Αντώνη Μανιτάκη

Το άδοξο τέλος της Μεταπολίτευσης και οι όροι ανάδυσης μιας νέας μεταπολιτευτικής περιόδου

Το τέλος της μεταπολίτευσης και η κυοφορία μιας άλλης εποχής

Ανεξάρτητα από τη θέση που παίρνει κανείς, αρνητική ή θετική, απέναντι στην αναγκαστική υπαγωγή της χώρας μας υπό την επιτήρηση του «Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης» με τη σύναψη της «Δανειακής Σύμβασης Διευκόλυνσης» των 90 δισεκατομμυρίων Ευρώ και με την προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, εκείνο που διαφαίνεται, ως σίγουρο, είναι ότι το έτος 2010, και ακριβέστερα η 3η ή η 8η Μαΐου, σηματοδοτεί το τέλος της μεταπολίτευσης και την απαρχή μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής, με ασαφή, δυσδιάκριτα και σφόδρα αμφιλεγόμενα -είναι αλήθεια- χαρακτηριστικά και με συνέπειες που σφάζουν ή προκαλούν δέος, αλλά με προοπτική μακράς διάρκειας και με ενδείξεις διαμόρφωσης νέας ιστορικής περιόδου[i]. Οι αλλαγές που συντελούνται, αλλά κυρίως αυτές που προμηνύονται ή καθιερώνονται νομοθετικά εις εκτέλεση του «Μνημονίου» Ι και ΙΙ, προοιωνίζονται, όλες μαζί, ένα σκηνικό ατομικής και κοινωνικής διαβίωσης και κυρίως μορφές εργασίας, απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλισης καθώς και σχέσεις κράτους- οικονομίας, κοινωνίας και κράτους, πολίτη και διοίκησης, ριζικά διαφορετικές από αυτές που ζήσαμε την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Βρισκόμαστε μπροστά στην επίπονη ανάδυση ενός κοινωνικού και εργασιακού καθεστώτος, εντελώς διαφορετικού από αυτό που γνωρίσαμε το δεύτερο ήμισυ του περασμένου αιώνα, με διάχυτη πολιτική αβεβαιότητα και εκτεταμένη κοινωνική ανασφάλεια.
Κατάρα ή μοναδική ευκαιρία, συνειδητή επιλογή ή αναγκαίο κακό, το αποκαλούμενο σχηματικά «Μνημόνιο», στην πραγματικότητα ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης (ΕΜΣ) και σήμερα ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, είναι ωστόσο εδώ και είμαστε αναγκασμένοι, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, να συμμεριζόμαστε και να συμμορφωνόμαστε με τις κοινές και ομόφωνες αποφάσεις των συλλογικών οργάνων της ΕΕ, είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε πολιτικά με αυτές. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχουμε απαλλοτριώσει οριστικά τη νομισματική μας κυριαρχία και έχουμε αποδεχτεί οικειοθελώς και ασμένως σοβαρούς περιορισμούς στην άσκηση της δημοσιονομικής μας πολιτικής, πριν από πολλά χρόνια, πολύ πριν από την κρίση χρέους, και ότι η χώρα μας έχει, επί πλέον, συναινέσει επανειλημμένως στην οικονομική της λιτότητας και του ισχυρού ευρώ. Είμαστε καταναγκασμένοι να προγραμματίζουμε τη ζωή μας με βάση δημόσιες ευρωπαϊκές πολιτικές, που ενδεχομένως δεν αποδεχόμαστε πολιτικά, που ίσως και αποστρεφόμαστε, επειδή πιστεύουμε ακράδαντα ότι μια άλλη Ευρώπη με μια άλλη οικονομική πολιτική, εντελώς διαφορετική, είναι εφικτή και μπορεί ακόμη και τώρα να επιβληθεί με τη συνεργασία όμως και τον συντονισμό των λαών της Ευρώπης.
Το πλέον εύκολο και απλοϊκό μαζί θα ήταν, βέβαια, να αγνοήσουμε την “μνημονιακή” πραγματικότητα και ενεργώντας, όπως πρίν, με περισσή πολιτική ευήθεια, να αρκεστούμε στην ιδεολογική καταδίκη της, στη δαιμονοποίηση και στην γενικόλογη ιδεολογική απόρριψή της προσδοκώντας και προφητεύοντας, ως Κασσάνδρες, την μοιραία ανατροπή της εξ αιτίας των κοινωνικών δεινών που προβλέπουμε ότι θα επισωρεύσει. Η στρουθοκαμηλική αυτή στάση, που καθοδηγείται από έναν αφελή αριστερό βολονταρισμό και διέπεται από έναν αθεράπευτο σοσιαλιστικό ιδεαλισμό, αρνείται να δεί ότι το αποκαλούμενο «Μνημόνιο» δεν αποτελεί ένα ατύχημα ούτε ένα παραστράτημα της πολιτικής μας ζωής, ένα λάθος της οικονομικής ιστορίας, που κάποτε θα εξαλειφθεί χωρίς να αφήσει ίχνη της παρουσίας του.
Η κρίση της ελληνικής οικονομίας και κατ΄επέκταση και της κοινωνίας έρχεται από μακριά και θα πάει μακριά, αφού συναρτάται άλλωστε με μια παγκόσμια οικονομική κρίση.
Παίρνει εξάλλου δραματικές διαστάσεις, διότι μεταξύ των άλλων το είδος της κοινωνικής ανάπτυξής της βρέθηκε αντιμέτωπο, λόγω της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας συγκυρίας, με την άτεγκτη νεοφιλελεύθερη λογική της σκληρής λιτότητας και της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η Ελλάδα είναι αναγκασμένη, ως υπερχρεωμένη χώρα, να προβεί σε διαρθρωτικές αλλαγές στη δημόσια οικονομία και στο κράτος, κάτω από την ασφυκτική πίεση ή και υπό τον εκβιασμό των αγορών και των δανειστών της και παράλληλα να συμμορφωθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της που απορρέουν από την ένταξή της στη ζώνη του Ευρώ.
Είναι αναγκαίο, για τον λόγο αυτό, πριν προχωρήσουμε στην ανίχνευση των θεσμικών χαρακτηριστικών της νέας εποχής και πριν επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε τις θεσμικές αλλαγές μεταξύ της Μεταπολίτευσης και δύει και της νέας μεταπολιτευτικής περιόδου που μόλις αναδύεται, να καταγράψουμε σε αδρές γραμμές το διεθνές οικονομικό περιβάλλον στο οποίο συντελούνται οι αλλαγές. Για να έχουμε μια εικόνα των ορίων μας, για να συνειδητοποιήσουμε τους καταναγκασμούς που υπάρχουν και για να αντιληφθούμε τους πραγματικούς συντελεστές του ελληνικού δράματος.
1. Το ευρωπαϊκό και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, συστατικό στοιχείο της νέας μεταπολιτευτικής περιόδου
α) Η τριπλή εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας: ευρωπαϊκή, διεθνής και αγοραία και ο νέος ρόλος του κράτους και της κυριαρχίας.
Η πρωτοφανής κρίση χρέους των κρατών κτυπά, ως γνωστόν, κυρίως τα αδύναμα και εξαρτημένα, οικονομικά, κράτη, τα οποία, όπως η Ελλάδα, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την κρίση με εθνικά αποκλειστικά μέτρα, χωρίς δηλαδή την στήριξη ή την εγγύηση άλλων κρατών. Η πραγματική αυτή «οικονομική» αδυναμία τους εντείνει την διπλή οικονομική εξάρτησή τους τόσο από τις αγορές όσο και από τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς. Στην περίπτωση της Ελλάδος η αδυναμία της είναι και αυτή διπλή, τυπική και ουσιαστική: τυπική, εξ αιτίας της βάσει διεθνούς συμφωνίας απώλειας της νομισματικής και δημοσιονομικής αυτονομίας (ένταξη στην ΟΝΕ) και ουσιαστική λόγω του υπέρογκου χρέους της. Η Ελλάδα, όπως και οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης, αδυνατούν χωρίς τη στενή συνεργασία, συνεννόηση, στήριξη και αλληλεγγύη των χωρών της ευρωζώνης, επειδή είναι ενταγμένες με διεθνείς συμφωνίες στην Νομισματική Ένωση της Ευρώπης και εφ΄όσον δεν αποχωρούν ή δεν εξαναγκάζονται σε αποχώρηση, να αντιμετωπίσουν την κρίση μόνες τους και να εξοφλήσουν τα χρέη τους.
Θα πρέπει να υπογραμμιστεί, πάντως, ότι η απώλεια της νομισματικής και δημοσιονομικής αυτονομίας της χώρας μας είναι αποτέλεσμα διεθνών συμφωνιών και πρακτικών προγενέστερων του Μνημονίου και ειδικά της ένταξης στην ΟΝΕ. Έχει επέλθει, άρα, νομικά και πραγματικά, πολύ πρίν από τον Μάϊο του 2010. Απλώς, το αντιληφθήκαμε και το συνειδητοποιήσαμε, τώρα, με αφορμή την κρίση. Με το Μνημόνιο επικυρώθηκε, πανηγυρικά, η πλήρης εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας και των όρων ανάπτυξής της τόσο από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές όσο και από τη Νομισματική Ένωση της Ευρώπης αλλά και από το ΔΝΤ, δηλαδή από διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς στους οποίους η Ελλάδα είναι από ετών οργανικό μέλος. Με αυτή την έννοια ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης συμπυκνώνει, απλώς, όχι μόνον το τέλος της αυτόνομης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής της Ελλάδος, αλλά και την πλήρη, πραγματική αυτή τη φορά, εξάρτηση της οικονομικής μας ανάπτυξης και της κοινωνικής αναπαραγωγής από τους όρους και τις απαιτήσεις των ισχυρών κρατών, όπως της Γερμανίας και της Γαλλίας, και των διεθνών οργανισμών, στα οποία είναι ενταγμένη και συμμετέχει, ως μέλος τους, στη συλλογική διαμόρφωση της πολιτικής τους.
Δεν πρέπει εξάλλου να υποτιμούμε το γεγονός ότι όλα αυτά συμβαίνουν στη διεθνή κοινότητα με την συναίνεση των κρατών, ισχυρών και ανίσχυρων, για χάρη –αλήθεια ή ψέματα, peu importe- της ειρήνης και της διεθνούς τάξης. Προκύπτουν μετά από συνεχείς συνεννοήσεις, χρονοβόρες διαπραγματεύσεις και διαβουλεύσεις ή διεθνείς συμφωνίες. Προϋποθέτουν άρα τυπικά κράτη κυρίαρχα, φορείς κρατικής κυριαρχίας, ικανά να δεσμεύονται διεθνώς με τη θέλησή τους και να αναλαμβάνουν την ευθύνη εκπλήρωσης των διεθνών υποχρεώσεών τους. Αυτό είναι το νέο της εποχής μας: τα κράτη εξακολουθούν να είναι παράγοντες και υποκείμενα της διεθνούς κοινωνίας και να συμμετέχουν ως υποκείμενα του διεθνούς δικαίου στη νέα διεθνή τάξη πραγμάτων, παρόλο που έχουν απολέσει ένα μεγάλο μέρος της «οικονομικής ανεξαρτησίας» τους και άρα ένα μέρος της πραγματικής κυριαρχίας τους[ii].
Η κρίση χρέους των κρατών κατέστησε είναι αλήθεια τα κράτη, προς το παρόν τουλάχιστον, υποχείρια μεν των αγορών, αλλά αύξησε την αλληλεξάρτησή τους καθώς και την ανάγκη της συνεργασίας τους, χωρίς να καταργήσει όμως την κυριαρχίας τους. Δεν φτάσαμε ακόμη στο τέλος των κρατών ούτε της κρατικής κυριαρχίας. Η σύγκρουση αγορών-κρατών αποτελεί το μείζον διακύβευμα της εποχής μας. Από την έκβαση της μοιραίας αυτής σύγκρουσης θα εξαρτηθεί ο νέος ρόλος του κράτους, τη μορφή που θα πάρει το δημοκρατικό πολίτευμα αλλά και το μέλλον που επιφυλάσσεται στις ‘κυρίαρχες’ αρμοδιότητές του. Με αυτή την έννοια η φάση που περνάμε είναι μεταβατική και γι΄αυτό αβέβαιη.
β) Η νέα πολιτική περίοδος διανύεται σε συνθήκες διαδικτυομένης, παγκόσμια, κρατικής κυριαρχίας και ….
Η μελέτη της νέας περιόδου οφείλει επομένως να σταθεί για λίγο στο πιο έκδηλο, στο πιο αποφασιστικό και στο πλέον σταθερό χαρακτηριστικό της: την παγκοσμιοποίηση. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε κανένα άλλο χαρακτηριστικό της, αν δεν εντάξουμε την ιδιόμορφη περίπτωση της Ελλάδος στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι. Διότι μόνο τότε μπορούμε να κατανοήσουμε αυτά που ζούμε[iii]. Μόνον αν δούμε τη χώρα μας ως τμήμα αναπόσπαστο της Ευρώπης και ως μέρος μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς, είναι δυνατόν να καταλάβουμε τους κλυδωνισμούς που βλέπουμε ή τους τριγμούς που ακούμε και να αφουγκραστούμε τις τρομακτικές αλλαγές που συντελούνται ή προμηνύονται.
Γι΄αυτό και ως την πλέον πετυχημένη ονοματοδοσία της ιστορικής περιόδου, που μας απασχολεί θεωρώ εκείνη του Γιάννη Βούλγαρη, ο οποίος διακρίνοντας την ιστορική περίοδο της μεταπολίτευσης, που έχει άρχισε ουσιαστικά να εκπνέει από τα τέλη της δεκαετίας του 90, από την περίοδο που την διαδέχτηκε και διανύουμε ακόμη σήμερα, αποκαλεί την πρώτη, περίοδο της δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής ομαλότητας, ενώ τη δεύτερη, περίοδο ένταξης της Ελλάδας στη ιστορική διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Ο τίτλος του πονήματός του είναι εύγλωττος: «Η Ελλάδα από την Μεταπολίτευση στην παγκοσμιοποίηση»[iv]. Στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης εδραιώνεται το γνωστό από τις άλλες χώρες θεσμικό-κοινωνικό μοντέλο της μαζικής δημοκρατίας[v], του οποίου τα θεμελιακά γνωρίσματα συμπυκνώνονται: «στην ευρεία κρατική παρέμβαση στη οικονομία με αναπτυξιακούς και αναδιανεμητικούς σκοπούς, στην οργάνωση των πολιτών σε μαζικά κόμματα, συνδικάτα και κοινωνικές οργανώσεις και στην ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας»[vi].
Η παγκοσμιοποίηση έχει αλλάξει άρδην το σκηνικό αυτό και αναγκάζει την πολιτική ζωή της χώρας μας να υπάρχει και να λειτουργεί μέσα από την αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση του εθνικού με το υπερεθνικό και το παγκόσμιο (παγκόσμιο-υπερεθνικό-εθνικό). Όσο «γρηγορότερα κατανοήσουμε, γράφει ο Βούλγαρης, και όσο βαθύτερα επεξεργαστούμε το νέο αυτό πλαίσιο τόσο επιτυχέστερη θα είναι η πορεία της Ελλάδος σε αυτά τα πρώτα βήματα της παγκοσμιοποίησης που ζούμε»[vii].
Έχοντας ως αφετηρία την προηγούμενη διαπίστωση και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά και της περιφερειακής αναδιάρθρωσης και αποκέντρωσης του κράτους, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η κυριαρχία δεν είναι δυνατόν πλέον να γίνεται αντιληπτή ούτε να αναπαριστάνεται σαν ένα μέγεθος απόλυτο, στατικό και αδιαίρετο, αλλά θα πρέπει να κατανοείται ως εκδήλωση ενός σύνθετου και μεταβλητού συστήματος σχέσεων δύναμης και ισχύος ή δικαιοδοσιών και αρμοδιοτήτων[viii], που διαθέτει πολλαπλές, διασταυρωνόμενες και επικαθοριζόμενες έδρες με αντίστοιχους διαύλους επικοινωνίας. Εξουσία και αρμοδιότητες επιμερίζονται και διαχέονται σε περισσότερα κέντρα και επίπεδα, τα οποία όμως κρατούνται τελικά από μια ενιαία οργανωτική και διαδικαστική κλωστή, έτσι ώστε να μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους και να καταλήγουν ιδεατά σε μιαν ύπατη Αρχή ισχύος, ενοποίησης και νομιμοποίησης, απρόσωπης και δυσπρόσιτης που θα μπορούσε να ονομαστεί ‘Αυτοκρατορία’ Έτσι στη σημερινή πολύπλοκη πραγματικότητα η κρατική κυριαρχία είτε γίνεται αντιληπτή ως διαιρεμένη και επιμεριζόμενη[ix] είτε προσλαμβάνεται μέσα από ένα σύμπλεγμα ή δίκτυο πολυδαίδαλων σχέσεων εξουσίας και δικαιοδοσιών, ενδο-κρατικών, διακρατικών, υπερ-κρατικών, που επικαλύπτονται και αλληλοσυμπληρώνονται. Η αντίληψη αυτή ανταποκρίνεται στις λειτουργίες και τις δράσεις που αναλαμβάνει το κράτος ενόψει της παγκοσμιοποίησης: «λειτουργεί μέσα σε δίκτυο εννόμων και οικονομικών σχέσεων, στο οποίο όλοι οι κόμβοι του διαδικτύου αλληλο-επιδρούν και είναι εξίσου αναγκαίοι για την απόδοση και άσκηση δημόσιων λειτουργιών».[x]
Εξάλλου η χωρική διάσταση της επικράτειας εξαϋλώνεται. Ιδιότητες ή γνωρίσματα της κρατικής κυριαρχίας, ως «χωρικής» κατά βάση και κατά κύριο λόγο κυριαρχίας, μετεκκενώνονται ή εμφανίζονται να λειτουργούν μέσα από άλλες «ασώματες» ή «πλασματικές» επικράτειες, που δεν γνωρίζουν εδαφικά σύνορα, όπως είναι η «επικράτεια» του κυβερνοχώρου, του διαδικτύου ή της «οπτικοακουστικής επικοινωνίας» κλπ.
Επομένως, σήμερα, η κυριαρχία αναπαριστάνεται, ως δύναμη που διαχέεται στον κόσμο και στο εσωτερικό των κρατών και ενεργεί διαδικτυωμένη σε κέντρα ή εστίες εξουσίας ποικίλα, εθνικά, διεθνικά ή υπερεθνικά. Στον κόσμο εμφανίζεται και λειτουργεί ως δικτυωμένη κυριαρχία ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως συλλογική ή επιμερισμένη ή μοιρασμένη κυριαρχία.[xi]Τελικά, μεταμορφώνεται και δρά νομικά, ως διαιρεμένη ή επιμερισμένη στο πλαίσιο μιας συναρχίας ή μιας συνέργειας στο πλαίσιο πολλαπλών κυριαρχιών.
Αυτό τουλάχιστον δείχνει το ιστορικό παράδειγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ειδικότερα, των Ευρωπαϊκών Μηχανισμών Σταθερότητας, που διαμορφώθηκαν με την εντεινόμενη παγκοσμιοποίηση και την συναρτώμενη με αυτήν αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση των κρατικών κυριαρχιών σε έναν κόσμο με μεταλλαγμένες αλλά αλληλοεξαρτώμενες οικονομίες.
Το Συνταγματικό Δίκαιο, από τη μεριά του, δεν αγνοεί τη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε και τις εντάσεις που δημιουργούνται μεταξύ νομικής και πραγματικής κυριαρχίας, ούτε απορρίπτει την κυριαρχία ως πραγματική κατάσταση και δύναμη επιβολής, απλώς την προϋποθέτει, αφού χωρίς πραγματική δυνατότητα επιβολής και κατίσχυσης δι΄ ιδίων μέσων, αυτοδυνάμως, δεν υπάρχει κυριαρχία ούτε με τη νομική ούτε με την πραγματική του όρου έννοια. Απλώς, στις σημερινές συνθήκες, παραμένει έγκυρος και νομικά λειτουργικός ο κλασικός, κρατικοθετικιστικός νομικός ορισμός της κυριαρχίας, ως “αρμοδιότης της αρμοδιότητος”. Το Σύνταγμα όταν αναφέρεται στην κυριαρχία εννοεί, πάντως, και εννοούσε πάντα τη νομική πρόσληψη της κυριαρχίας, “καθ΄ ήν μόνον και αποκλειστικώς ιδία βουλήσει δεσμεύεται αύτη νομικώς”[xii]. Κυρίαρχο, τυπικά, άρα είναι το κράτος που είναι εξοπλισμένο με την ικανότητα του αυτοπροσδιορισμού και αυτοπεριορισμού της εξουσίας του, της ικανότητάς του να δεσμεύεται νομικά μόνον με τη δική του θέληση και μόνον εφόσον και καθόσον το ίδιο το θέλει[xiii]. Με αυτή την έννοια κυρίαρχο δεν είναι το κράτος που δεν υπόκειται σε κανόνες και περιορισμούς της κυριαρχίας του, αλλά το κράτος που υπόκειται μόνον στους κανόνες και στους περιορισμούς που έχουν τεθεί με τη συναίνεσή του και τέτοιο είναι το κράτος, το οποίο νομικά έχει τη δυνατότητα να περιορίζεται μόνον με τη δική του θέληση, να αυτοπεριορίζεται.
γ) …και διεθνούς διαρκούς και όχι εξαιρετικής «οικονομικής αστυνόμευσης» των εξαρτημένων οικονομιών
Η περίπτωση της Ελλάδος μπορεί ακόμη να εκληφθεί και ως παραδειγματική εφαρμογή του τρόπου πλανητικής διακυβέρνησης του κόσμου την εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς ή, εκφραστικότερα, την εποχή της «Αυτοκρατορίας», για να χρησιμοποιήσω τον καθιερωμένο όρο των Τόνυ Νέκγρι και Μίκαελ Χάρντ[xiv]. Αξίζει τον κόπο, πιστεύω, να προσέξουμε τις σκέψεις τους, ανεξάρτητα από τις τυχόν επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς λόγω κυρίως του σχηματικού και αφοριστικού τρόπου που τις δατυπώνουν. Αξίζουν παράθεσης, διότι προβαίνουν σε μια διεισδυτική περιγραφή της εξέλιξης του ύστερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ασπάζομαι τη θεωρία και τις αναλύσεις του Νέγκρι. Αλλού έχω κάνει κριτική στη θεωρία του[xv].
Οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι με την παγκοσμιοποίηση έχει ή πάει να εγκαθιδρυθεί μια μορφή πλανητικής διακυβέρνησης, η οποία δεν γνωρίζει εθνικά σύνορα, αφού επικράτειά της είναι ολόκληρος ο πλανήτης, τείνει να καταργήσει τη διάκριση πολιτικού και οικονομικού, αφού τα συνενώνει σε «ένα» χρησιμοποιώντας τον ευγενή τίτλο «governance», ενώ, παράλληλα, υπερβαίνει την κρατική κυριαρχία. Μέσα από αυτά αναδύεται «μια νέα έννοια του δικαίου ή καλλίτερα μία νέα μορφή εξουσίας και ένα νέο σχέδιο παραγωγής κανόνων και νομικών εργαλείων καταναγκασμού τα οποία εγγυώνται τις διεθνείς συμφωνίες και επιλύουν τις διαφορές»[xvi]. Εργαλεία που είναι δύσκολο να τα εντοπίσει κανείς και ακόμη δυσκολότερα να τα περιγράψει με ακρίβεια. Πρόκειται, πράγματι, για «αλλαγή παραδείγματος που ορίζεται από την αναγνώριση στην πράξη μιας εξουσίας που επικαθορίζεται μεν από τα κυρίαρχα κράτη ενώ είναι, ταυτόχρονα, σχετικά ανεξάρτητη από αυτά, ικανής να λειτουργήσει ως κέντρο μια νέας παγκόσμιας τάξης ασκώντας μια αποτελεσματική κανονιστική ρύθμιση και εν ανάγκη και έναν καταναγκασμό»[xvii].
Η «Αυτοκρατορία»ν, αν ακολουθήσουμε τη σχηματική αλλά εντυπωσιακά διαυγή σκέψη των δύο αυτών συγγραφέων, υπέρκειται των κρατών και εκδηλώνει την ιδιότυπη πλανητική κυριαρχία της μέσα από ένα πυκνό πλέγμα δυσδιάκριτων σχέσεων οικονομικό-πολιτικών, εθνικών και διεθνών. Διαχέεται σε ένα δίκτυο πολλαπλών κέντρων εξουσίασης, στο οποίο διαπλέκονται κράτη, διεθνείς οικονομικές οργανώσεις, διεθνείς χρηματοπιστωτικοί και τραπεζικοί οργανισμοί, διεθνείς (αφανείς) αγορές κεφαλαίου κ.ά., τα οποία κυβερνούν όλα μαζί στην πράξη τον κόσμο με βάση τους νόμους μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς και υπό την παντοκρατορία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου[xviii].
Αρκεί κανείς να προσέξει τα κείμενα του ‘Μνημονίου’, τις ιδιότυπες διεθνείς συμφωνίες, που εμπεριέχει, με κράτη, διεθνείς οργανισμούς, (Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) ή με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (ΕΚΤ), που εμπλέκονται, τη ρητή αναφορά που γίνεται στις αγορές, τους πρωτότυπους διεθνείς μηχανισμούς που εγκαθιδρύονται, για να καταλάβει πόσο σύνθετο και πολύπλοκο είναι το νέο, διεθνές και παγκοσμιοποιημένο σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης του κόσμου, που έχει εγκατασταθεί και μας κυβερνά οικονομικά και πολιτικά[xix]. Το καλούμενο Μνημόνιο και για την ακρίβεια «τα τρία Μνημόνια Συνεννόησης» (Memorandum of Understanding), που υπογράφηκαν με αφορμή τη Δανειακή Σύμβαση Διευκόλυνσης της Ελλάδος με τις χώρες της Ευρωζώνης καθώς και με την ταυτόχρονη «Συμφωνία» μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) με την οποία εγκρίθηκε στις 9 Μαΐου 2010 από το ΔΝΤ ο «Διακανονισμός Χρηματοδότησης» της Ελλάδος, αποτελούν μια άτυπη διεθνή συμφωνία, που ενσωματώνει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής. Το πρόγραμμα αυτό κυβερνητικής πολιτικής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ενός πλέγματος αποφάσεων, πράξεων, δηλώσεων, ψηφισμάτων ή ενεργειών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωζώνης, του Συμβουλίου των Υπουργών του Eurogroup, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Πρόκειται, άρα, για ένα πλέγμα μονομερών πράξεων ή αποφάσεων καθώς και διεθνών συμφωνιών ή συμβάσεων, διεθνούς οικονομικού δικαίου και ενωσιακού δικαίου. Η δανειακή συμφωνία της Ελλάδος, π.χ., με τα δέκα πέντε κράτη της Νομισματικής Ένωσης είχε ενωσιακό-διακυβερνητικό και ταυτόχρονα διακρατικό-διμερή και για το λόγο αυτό και δημόσιο διεθνή οικονομικό χαρακτήρα.
Το σύμπλεγμα αυτό πράξεων και αποφάσεων διεθνών οργανισμών συνθέτουν ένα σύνολο, που μαρτυρεί τον σύνθετο χαρακτήρα της σημερινής διεθνούς κοινωνίας αλλά και την πολύπλοκη και πολυμερή ενσωμάτωση ή διασύνδεση των εθνικών εννόμων τάξεων και κατ΄επέκταση της κρατικής κυριαρχίας με τη διεθνή έννομη τάξη, μέσα από διεθνείς συμφωνίες που συνάπτονται με διεθνείς οργανισμούς, υπερεθνικά όργανα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Οι πολύπλοκες αυτές διασυνδέσεις, που πληθαίνουν, δικαιώνουν όσους υποστηρίζουν ότι ο παγκόσμιος συνταγματισμός ευνοεί τη διαπλοκή πολλαπλών εννόμων τάξεων, εθνικών, ηπειρωτικών, διεθνών, σε μια λογικά συνεκτική συνάρθρωση, χωρίς ιεραρχική, τυπικά, μεταξύ τους δόμηση[xx].
Το ίδιο σύνθετες και πρωτότυπες είναι και οι μορφές της ρύθμισης που υιοθετούνται, όπως είναι τα «μνημόνια», οι οποίες δεν κατατάσσονται στα παραδοσιακά και καθιερωμένα νομικά εργαλεία του διεθνούς και συνταγματικού δικαίου. Επειδή αφορούν σχέσεις πρωτόγνωρες ξεφεύγουν από καθιερωμένα νομικά πρότυπα. Πρόκειται για πρωτότυπες μορφές ρύθμισης λιγότερο τυπικές, «εύπλαστες» ή «ήπιες», προσανατολισμένες στον σκοπό που επιδιώκουν και στην αποτελεσματικότητα της ρύθμισης. Η δεσμευτικότητά τους δεν προκύπτει ούτε συνάγεται από τη ίδια την ‘άτυπη’ μορφή τους αλλά από το «τεχνικό ή οικονομικό» περιεχόμενό τους καθώς και από άλλα κείμενα, που αυτά είναι νομικά, όπως είναι οι διεθνείς δανειακές συμβάσεις ή οι διεθνείς συναλλακτικές, οικονομικές, συμβάσεις, στις οποίες τα μνημόνια επισυνάπτονται, ως κείμενα τεχνικά ή οικονομικά. Τα τελευταία αποτελούν όρο καλής εκτέλεσης των δανειακών συμβάσεων, όπως συμβαίνει με «ελληνικά μνημόνια» και τα πανομοιότυπα εργαλεία των χρηματοδοτικών διευκολύνσεων του ΔΝΤ. Η δανειακή σχέση είναι η πραγματική πηγή δέσμευσης και καταναγκασμού ή καλλίτερα του εξαναγκασμού του αντισυμβαλλόμενου κράτους-οφειλέτη.
Η περίπτωση της Ελλάδος αντιπροσωπεύει άρα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του νέου αυτού προτύπου «αυτοκρατορικής» διακυβέρνησης, όπως περιγράφεται και αποτυπώνεται στον Ευρωπαϊκό Μηχανσιμός Στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Ο Ευρωπαϊκής Μηχανισμός Στήριξης συγκροτείται από ένα χρηματοπιστωτικό πλέγμα σχέσεων που αδράχνει και σφίγγει ασφυκτικά την ελληνική οικονομία. Συμμετέχουν ως μέτοχοι και οικονομικά υποκείμενα οι δανείστριες χώρες της Ευρωζώνης, το ΔΝΤ, η ΕΚΤ και οι «αγορές», μέσω του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που εκπροσωπούνταν από τις Τράπεζες και τους κατόχους holders ελληνικών ομολόγων. Ο Μηχανισμός αυτός χρησιμοποίησε για να επιβληθεί όλα τα υπάρχοντα νομικά μέσα και τις νομικές θεωρήσεις του σύγχρονου νομικού πολιτισμού: το θετό δίκαιο, γραπτά κείμενα του εθνικού και διεθνούς δικαίου, (νόμους και διεθνείς συμφωνίες), καθώς και τις αξίες ή τις αρχές του εθνικού ή διεθνούς δικαίου και βέβαια την σύμβαση και την αυτοδέσμευση ή αυτορρύθμιση. Το πολυσύνθετο αυτό σύμπλεγμα χρηματοπιστωτικής ιδιωτικής και δημόσιας εξουσίας μεταχειρίζεται τη συναίνεση και τη συγκατάθεση των κρατών των διεθνών οργανισμών και των χρηματοπιστωτικών holding, ως βασικό εργαλείο νομιμοποίησης των διεθνών αποφάσεων, χωρίς να απορρίπτει βέβαια τη νομιμοποιημένη βία ή τη σκέτη βία όταν χρειαστεί. Ο νομικός φορμαλισμός συνυπάρχει με το αναγεννημένο φυσικό δίκαιο και τις οικονομικές “αξίες” τις ιδιωτικής αυτονομίας και της σύμβασης και ως προνομιακό όχημα ή μέσο την ιδεολογία των ατομικών δικαιωμάτων. Κρατική κυριαρχία και δικαιώματα του ανθρώπου χρησιμοποιούνται διαρκώς άλλοτε εναλλάξ και άλλοτε σωρευτικά για να δικαιολογήσουν και νομιμοποιήσουν, ανάλογα με την διεθνή συγκυρία και την εθνική περίπτωση, εξαιρετικές καταστάσεις και διεθνείς κρίσεις.
Η καινοφανής αυτή «υπερεθνική κυριαρχία» ασκεί, σύμφωνα με τους συγγραφείς της Αυτοκρατορίας στην πράξη ένα είδος διαρκούς διοικητικής «αστυνόμευσης της οικονομίας» ή αλλιώς «οικονομικής διακυβέρνησης» όλων των χωρών του κόσμου. Η «αστυνόμευση» της οικονομικής ζωής δεν περιορίζεται όμως μόνον στον έλεγχο της παραγωγής υλικών και άϋλων αγαθών, επεκτείνεται έμμεσα και στην πειθάρχηση γενικά της εργασίας και δι΄αυτής στον έλεγχο της κοινωνικής αναπαραγωγής συνολικά, γεγονός που καταλαμβάνει, έμμεσα, όλες τις πτυχές της κοινωνικής μας ζωής ακόμη και τη «διαχείριση» της «γυμνής ζωής», κάτι που επιτρέπει ορισμένους να μιλούν για την εγκαθίδρυση μιας πραγματικής «βιοεξουσίας» καθώς και τη διαμόρφωση μια νέας μορφής πολιτική, τη «βιοπολιτική»[xxi].
Αυτό που χρειάζεται να υπογραμμιστεί, ωστόσο, είναι ότι ο διοικητικό-αστυνομικός αυτός έλεγχος δεν είναι, αν και εμφανίζεται ως τέτοιος, μέτρο εξαιρετικού ή προσωρινού και άρα παροδικού χαρακτήρα, όπως πιστεύουν ορισμένοι. Πρόκειται, αντίθετα, για μια κατάσταση που εμφανίζεται, αρχικά μεν, ως εξαιρετική, που δικαιολογεί βέβαια τη λήψη μέτρων κατάστασης ανάγκης και εξαιρετικών, αλλά στην ουσία τα μέτρα που επιβάλλονται καθιερώνουν μια «επιτήρηση» ή μια «οικονομική διακυβέρνηση» απεριόριστης διάρκειας[xxii] και για ορισμένους ένα είδος «καταγκαστικής πειθάρχησης» των λαών. Η πλανητική κυριαρχία της «Αυτοκρατορίας» μετατρέπει την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω των διεθνών οργανισμών και των άλλων μηχανισμών ελέγχου και επιτήρησης σε μια διαρκή-μόνιμη κηδεμόνευση ή πειθάρχηση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και τελικά του τρόπου εργασίας και διαβίωσης των λαών και τον ατόμων. Η κρίση γίνεται τελικά η αφορμή και τα εξαιρετικά μέτρα μετατρέπονται από προσωρινά σε διαρκή. Παίρνουν σταδιακά τα χαρακτηριστικά μιας μονιμότητας και μιας κανονικότητας.
2. Τα πρώτα θεσμικά γνωρίσματα της νέας εποχής
α) Κατάρρευση του μεταπολιτευτικού πολιτικού και κοινωνικού παραδείγματος εν μέσω σταθερού ωστόσο κοινοβουλευτικού πολιτεύματος
Η νέα πολιτική περίοδος διανύεται την Ελλάδα όπως είδαμε σε συνθήκες σχετικής και επιμερισμένης μέσα στην ΕΕ και διαδικτυομένης σε ολόκληρο τον κόσμο κυριαρχίας[xxiii]. Η Μεταπολίτευση του 1974 άρχισε με την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η δεύτερη αρχίζει με την δικτατορία του Ευρώ[xxiv] και με σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης ολιγαρχικό. Μια πανίσχυρη παγκόσμια χρηματοπιστωτική ολιγαρχία καθορίζει εξάλλου το μέλλον όχι μόνον της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης[xxv].
Το πλέον έκδηλο θεσμικό γνώρισμα της νέας περιόδου, που είναι κοινά διαπιστωμένο, αφορά ωστόσο το πολιτικό σύστημα χωρίς να αγγίζει το πολίτευμα. Το πολιτικό και κομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης δείχνει να καταρρέει. Φαντάζει πολιτικά απαξιωμένο, ενώ πασχίζει εν μέσω κρίσης και πολιτικής σύγχυσης να ανασυνταχθεί. Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε, συνθετικά, την περίοδο της Μεταπολίτευσης με αυτήν που άρχισε τον Μάϊο του 1910, θα διαπιστώσουμε ότι οι διαφορές τους είναι δυσδιάκριτες όχι μόνον διότι κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα, αλλά και διότι εμφανίζουν, διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, ακόμη και όταν κατοικοεδρεύουν στο ίδιο επίπεδο.
Η μεταπολίτευση του 1974 συνδέθηκε με μια μείζονα πολιτική αλλαγή, που εντοπιζόταν κυρίως στη μορφή του πολιτεύματος. Η περίοδος του Μνημονίου άρχισε, αντίθετα, με μια βαθειά οικονομική κρίση, που συνεπάγεται για να αντιμετωπιστεί ριζικές αλλαγές στην οικονομία καθώς και στη δημόσια οικονομική και δημοσιονομική πολιτική, αλλά και στο κράτος που χρειάζεται μια ριζική μεταρρύθμιση.
Το 1974/75 συντελέστηκε μια πολιτειακή μεταβολή: κατέρρευσε μια δικτατορία, καταργήθηκε η μοναρχία και αποκαταστάθηκε η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Άλλαξε δηλαδή η μορφή του πολιτεύματος και μαζί του οικοδομήθηκε ένα νέο πολιτικό και κομματικό σύστημα. Το υπάρχον όμως τότε οικονομικό και κοινωνικό σύστημα όχι μόνον δεν θίχτηκε, αλλά ενισχύθηκε και κραταιώθηκε.
Το 2010 η αλλαγή αρχίζει από την αλλαγή του οικονομικού παραδείγματος της οικονομικής πολιτικής, χωρίς να θιγεί το πολίτευμα, αφού οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις συντελούνται μέσα στο πλαίσιο της ίδιας συνταγματικής νομιμότητας. Το συνταγματικό πολίτευμα μένει ανέπαφο, η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν αμφισβητείται και το κοινοβουλευτικό σύστημα λειτουργεί ομαλά, εξασφαλίζοντας κυβερνητική σταθερότητα.
Σε αντίθεση ωστόσο με το πολίτευμα, το πολιτικό και κομματικό σύστημα δείχνει, αυτό, σήμερα, να καρκινοβατεί, απαξιωμένο και απονομιμοποιημένο. Το ιδιάζον μάλιστα και ενδιαφέρον της παρούσης συγκυρίας είναι ότι την ίδια στιγμή που το πολιτικό σύστημα κλονίζεται, η δημοκρατική και κοινοβουλευτική νομιμότητα τηρείται και το πολίτευμα λειτουργεί ομαλά. Η βαθειά και πρωτοφανής οικονομική και κοινωνική κρίση δεν μετατράπηκε σε πολιτική ή συνταγματική κρίση ούτε σε ακυβερνησία. Η σοβαρή δοκιμασία του πολιτικού συστήματος δεν έθιξε την ομαλή λειτουργία το κοινοβουλευτικού συστήματος και δεν οδήγησε σε ακυβερνησία.
Για τον λόγο αυτό και οι διαρθρωτικές αλλαγές που συντελούνται τόσο βίαια γύρω μας, δεν είναι συγκυριακές ούτε παροδικές, έστω και αν δρομολογήθηκαν με αφορμή μια πρωτοφανή και αναπάντεχη κρίση χρέους του ελληνικού κράτους και αν υπαγορεύονται από μια δογματική και άκαμπτη νέο-φιλελεύθερη φιλοσοφία. Ανταποκρίνονται σε διαρκείς και δομικές αδυναμίες και αδράνειες της ελληνικής οικονομίας και επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν, μεταξύ των άλλων, τον αντιπαραγωγικό και μεταπρατικό κυρίως χαρακτήρα της.
Οι διαρθρωτικές αδυναμίες και ιδιομορφίες της ελληνικής κοινωνίας ήταν γνωστές και αποτελούσαν κοινό τόπο πολλών Ελλήνων διανοητών, από την εποχή της Μεταπολίτευσης, όπως, μεταξύ των άλλων, του Κ. Τσουκαλά[xxvi] ή του Π. Κονδύλη.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ήδη από τη δεκαετία του 80 είχε εντοπίσει με τρόπο διεισδυτικό τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού κράτους και του δημόσιου τομέα και είχε επισημάνει, έγκαιρα και έγκυρα, τις κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειες από την διόγκωση, την υπερτροφία του κρατικού μηχανισμού και από τον ανορθολογικό τρόπο οργάνωσης και απόδοσης της δημόσιας διοίκησης. Σημείωνε εύστοχα το 1985 ότι «η πολιτική εξουσία, αν και δημιούργησε για συγκεκριμένους λόγους την υπερτροφική δημόσια διοίκηση εγκλωβίστηκε μέσα σ΄αυτήν», αφού εξαναγκάστηκε να διατηρήσει γραφειοκρατικούς και συνδικαλιστικούς μηχανισμούς «που ήταν αντίθετοι σε κάθε μορφής μεταρρύθμιση». Και συνεχίζει στην ίδια μελέτη του «Η σύζευξη της αριθμητικής, πολιτικής και κοινωνικής δύναμης των μικροαστών του «Κράτους» και των παγιωμένων «αμυντικών» συντεχνιακών τους μεθόδων εναντίον κάθε αμφισβήτησης των προνομιακών τους κεκτημένων μαρτυρεί την ειδική ταξική δύναμη αυτής της κοινωνικής κατηγορίας, που κατά άλλα είναι διαφοροποιημένη, διαιρεμένη και δυσανάλογη»[xxvii]. Σε μεταγενέστερες μελέτες του είχε αναλύσει και εξηγήσει τους πολιτικούς λόγους της διόγκωσης της δημόσιας διοίκησης και της κρατικής εργοδοσίας στην Ελλάδα και είχε δείξει τα συντεχνιακά δίκτυα προστασίας των μισθολογικών προνομίων καθώς και τα πελατειακά και ρουσφετολογικά κυκλώματα που τα διατηρούν και τα αναπαράγουν: «οι κρατικοί μηχανισμοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως χώροι άμεσης παραγωγής ιδιωτικών συμφερόντων, και κατά συνέπεια ως χώροι όπου συντελούνται διαδικασίες δόμησης και παγίωσης κοινωνικών ομάδων, των οποίων η πολιτική σπουδαιότητα μπορεί να είναι θεμελιώδης»[xxviii].
Θα σταθώ λίγο και στη σκέψη του Κονδύλη, γιατί μου φαίνεται εξαιρετικά επίκαιρη: «ακόμη και η απλούστερη σκέψη και γνώση φανερώνει, γράφει, ότι οικονομική ανάπτυξη μπορεί να γίνει μόνο με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων, δηλαδή με τον αντίστοιχο περιορισμό της κατανάλωσης, προπαντός όταν τα καταναλωτικά αγαθά η χώρα δεν τα παράγει αλλά τα εισάγει και για να τα εισάγει δανείζεται, δηλαδή εκχωρεί τις αποφάσεις για το μέλλον της στους δανειοδότες της. Ο δρόμος της ανάπτυξης είναι ο δρόμος της συσσώρευσης, ενώ ο δρόμος της (βραχυπρόθεσμης μόνον) ευημερίας είναι ο δρόμος του παρασιτισμού, της εκποίησης της χώρας»[xxix]. Μπορεί κανείς να μη συμμερίζεται την ντεσισιονιστική πολιτική φιλοσοφία του Κονδύλη, οφείλει όμως να αναγνωρίσει ότι υπήρξε προφητικός διαπιστώνοντας ότι «η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια φτάνει στο τέλος της…». Η Ελλάδα “βρίσκεται στους πιο χαμηλούς δείκτες καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας»[xxx].
Είκοσι χρόνια αργότερα, μπορούμε όλοι να διαπιστώσουμε ότι η υπόσχεση της Μεταπολίτευσης για μια διαρκή ευημερία και ανθούσα δημοκρατική κοινωνία έχει οριστικά διαψευσθεί, μεταξύ των άλλων και διότι: “η ευημερία εξετράπη σε καταναλωτική βουλιμία, σε απληστία και κατασπατάληση. Ο άφρων δανεισμός δεν μπορεί πλέον να τροφοδοτήσει την άφρονα κατανάλωση, όταν οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται και, ακόμη χειρότερα, όταν χάνονται εκατομμύρια θέσεις εργασίας και η φτώχεια κατατρώει τα μεσοστρώματα”[xxxi].
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα και κυρίως η ελληνική οικονομία έπεφτε θύμα από τη δεκαετία ήδη του 80 των εγγενών αντιφάσεων του κεϋνσιανού προτύπου του κοινωνικού κράτους: «της εξασφάλισης της κοινωνικής συναίνεσης και της διατήρησης της καπιταλιστικής συσσώρευσης», σημείωνε εύστοχα ο Γιάννης Βούλγαρης και συνέχιζε «οι αντιφάσεις αυτές είχαν καταλήξει στην εμπλοκή του χρυσού κύκλου: συνεχής ανάπτυξη-αύξηση απασχόλησης-δημόσια παρέμβαση-κοινωνικές πολιτικές. Έτσι, μέσα στην ατσαλοσύη, την εκλογικίστικη παραχολογία και τη σύγχυση της οικονομικής πολιτικής πιστοποιείτο και στην Ελλάδα το τέλος αυτού του κύκλου. Το γεγονός αυτό δεν μειώνει τις ευθύνες της κυβέρνησης και της πολιτικής ηγεσίας. Αντίθετα τις επιδείνωνε προσθέτοντας την ανικανότητα να κατανοήσουν εγκαίρως τις αλλαγές που είχαν επέλθει»[xxxii].
Ο διαφορετικός αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης στο πολίτευμα και στο πολιτικό σύστημα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό, αξιοσημείωτο, της παρούσας περιόδου, που πρέπει να έχουμε υπόψη μας, αν θέλουμε να προγνώσουμε τις πολιτικές και συνταγματικές εξελίξεις.
β) Κρίση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας της πολιτικής εξουσίας. Πλήρης απονομιμοποίηση του αντιπροσωπευτικού συστήματος
Η Μεταπολίτευση λήγει με την πλήρη απαξίωση του υπάρχοντος πολικού και κομματικού συστήματος, ενός συστήματος που χάρισε, ωστόσο, στην κοινοβουλευτική δημοκρατία του 1975, χάρις στη δημιουργία μαζικών κομμάτων και στην ανάδυση από τις εκλογές πειθαρχημένων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών, ομαλότητα και σταθερότητα.
Αυτό το σύστημα κλυδωνίζεται, σήμερα, μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένου εκφυλισμού και πολιτικής απογοήτευσης, αφού προηγουμένως ανέχτηκε και εξέθρεψε το ίδιο τη διαπλοκή της οικονομικής με την πολιτική εξουσία μαζί με μια εκτεταμένη πολιτική διαφθορά και αφού εξοικείωσε επί είκοσι χρόνια την κοινή γνώμη και τους πολίτες με τα σκάνδαλα και την σκανδαλολογία. Η χώρα πορευόταν χωρίς σταματημό μέσα σε ένα ορυμαγδό συνεχών αποκαλύψεων φαινομένων διαφθοράς σε όλους τους τομείς του δημοσίου βίου και μεγάλης απαξίωσης θεσμών και φορέων. Μια εικόνα σκυθρωπή επισκίαζε τα τελευταία χρόνια τα επιτεύγματα και τις ατέρμονες προσπάθειες για μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμό της πιο ομαλής κοινοβουλευτικά συνταγματικής περιόδου, που γνώρισε ο τόπος μας[xxxiii].
Αυτό που τελικά έμεινε, ως βασικό χαρακτηριστικό της μεταπολιτευτικής περιόδου, είναι η αναξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας και η βαθειά κρίση εμπιστοσύνης προς τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, προς τη Βουλή και τους Βουλευτές της, τη νομοθετική και αναθεωρητική εξουσία και κυρίως προς τα πολιτικά κόμματα. Ο Δημήτρης Τσάτσος[xxxiv], σε μία από τις καίριες συνταγματικο-πολιτικές παρεμβάσεις στα δημόσια πράγματα του τόπου του, είχε επισημάνει ότι η χώρα περνούσε από τα τέλη της δεκαετίας ήδη του 80 μια κρίση νομιμοποίησης των θεσμών. Εντόπιζε μάλιστα την κρίση νομιμοποίησης στην κρίση αξιοπιστίας που χαρακτηρίζει την πολιτική και ειδικά την πολιτική εξουσία. Η αναξιοπιστία της πολιτικής είναι ένα σύμπτωμα που συνδέεται με τη λειτουργία του θεσμού, με την πραγμάτωσή του και αυτή με τη σειρά της συναρτάται με την πολιτική συμπεριφορά του φορέα του. Η πολιτική αναξιοπιστία του θεσμού παράγει κρίση νομιμοποίησης, διότι πλήττει το κύρος του θεσμού, αφού του στερεί ένα συστατικό του στοιχείο, την αποδοχή και την συναίνεση των κυβερνωμένων: «κριτήριο κοινωνικής συναίνεσης είναι η αξιοπιστία της πολιτικής με την οποία πραγματώνονται οι θεσμοί»[xxxv].
Η κρίση αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης δεν άφησε ανέγγιχτη ούτε τη δικαστική εξουσία, δυστυχώς ως θεσμό, ενώ στιγμάτισε ανεξίτηλα τη Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Σε παρατεταμένη παρακμή και εκφυλισμό είχαν περιέλθει τα τελευταία χρόνια και οι συμμετοχικοί θεσμοί διοίκησης των πανεπιστημίων, την ίδια στιγμή που το εκπαιδευτικό μας σύστημα παρέπαιε και αναζητούσε απεγνωσμένα τρόπους να ορθοποδήσει και εκσυγχρονιστεί.
Βρισκόμαστε, ως λαός, σήμερα μπροστά σε μια πολιτική κατάσταση στην οποία η κοινή γνώμη συνειδητοποιεί έκπληκτη ότι η δημοκρατική αναγέννηση του 1975 είχε παρακμάσει, είχε εκφυλιστεί, υπό το βάρος της πολιτικής διαφθοράς, των πελατειακών σχέσεων, των συντεχνιακών συμπεριφορών του κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού και της κατασπατάλησης του δημόσιου χρήματος. Η δημοκρατική αναγέννηση στηριζόταν, μεταξύ των άλλων, σε μια απατηλή και υποθηκευμένη με υπέρογκα δάνεια ευημερία[xxxvi]. Είχε παραδοθεί στο θάμπος μιας επιδερμικής δημοκρατικής ευφορίας, που υποθάλπονταν από μια καταναλωτική μανία και μια ακατάσχετη κομματική παραχολογία. Είχε ακόμη αφεθεί στη θαλπωρή ενός ευτραφούς ρητορικά και συνταγματικά, αλλά καχεκτικού ασφαλιστικά, κοινωνικού κράτους, που κινδύνευε να καταρρεύσει ως χάρτινος πύργος, αφού τα θεμέλιά του, το ασφαλιστικό κεφάλαιο, ήταν σαθρά.
Η πλέον σημαντική, θεσμική επίπτωση αυτής της παρακμής είναι ή πλήρης απαξίωση ή απονομιμοποίηση αυτού που αδόκιμα αποκαλείται πολιτικό σύστημα, ενώ πρόκειται, αν θέλουμε να ακριβολογούμε, για κρίση νομιμοποίησης του αντιπροσωπευτικού συστήματος και ειδικότερα της σχέσης αντιπροσώπευσης εκλογέως και εκλεγομένου. Η άτυπη αλλά καθοριστική σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ τους έχει διαρραγεί. Το αξίωμα του αντιπροσώπου-βουλευτή έχει χάσει την θεσμική του ακτινοβολία, την αίγλη του. Ο θεσμός της πολιτικής αντιπροσώπευσης έχει απολέσει το κύρος του και ο φορέας του δεν δικαιολογεί την ύπαρξή του, δηλαδή την εκλογή του.
Ο βίος της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα μόνον ως πολιτικό δράμα μπορεί να αναπαρασταθεί. Γνώρισε στη διάρκεια δύο μόνον δεκαετιών αυτό που άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες χρειάστηκαν μισό μόνον αιώνα για να συνειδητοποιήσουν: τον θρίαμβο και την παρακμή της ιδέας της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Την ίδια χρονική περίοδο που αποκαθίσταντο και εδραιώνονταν οι δημοκρατικοί και κοινοβουλευτικοί θεσμοί στη χώρας μας και λειτουργούσε ομαλά με αξιοζήλευτη κυβερνητική σταθερότητα το συνταγματικό πολίτευμα, την ίδια χρονική περίοδο, από το μέσον της περιόδου, η χώρα βίωνε καθημερινά την παρακμή, την πολιτική απαξίωση των αντιπροσωπευτικών της θεσμών. Ποτέ άλλοτε στη συνταγματική μας ιστορία οι συνταγματικοί μας θεσμοί, κοινοβουλευτική δημοκρατία, κράτος δικαίου και δικαιώματα, δεν ήταν τόσο, καλά, τυπικά, κατοχυρωμένοι και ποτέ άλλοτε δεν ήταν, ταυτόχρονα τόσο απαξιωμένοι ή και για πολλούς πλήρως καταρρακωμένοι ή τόσο αναξιόπιστοι[xxxvii].
Η προηγούμενη διαπίστωση συμπορεύεται ουσιαστικά με μια ανάλογη σκέψη του Γάλλου στοχαστή Γκωσέ, ο οποίος στο πρώτο τόμο του βιβλίου του(…)[xxxviii], αναφερόμενος στη Δημοκρατία γενικά σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο είχε εντοπίσει την ακόλουθη ιστορικής σημασίας αντίφαση της εποχής μας: η Δημοκρατία ως πολίτευμα και ως ιδέα είναι στην εποχή μας οικουμενικά καταξιωμένη, ποτέ άλλοτε δεν είχε γνωρίσει τόση αίγλη και δεν αισθανόταν τόσο καλά εδραιωμένη. Και όμως ποτέ άλλοτε δεν έδειχνε τόσο άδεια εσωτερικά και τόσο ανήμπορη.
Η δημοκρατία δεν είχε πλέον εξωτερικούς εχθρούς είχε αποκτήσει όμως έναν αδυσώπητο, αδιόρατο αντίπαλο: τον εαυτό της. Η δημοκρατία εναντίον του εαυτού της, αυτός ήταν, άλλωστε, ο τίτλος ενός προγενέστερου βιβλίου του ίδιου συγγραφέα[xxxix].
Το ίδιο και η Ελληνική Δημοκρατία φαίνεται να μην απειλείται πλέον από εξωτερικούς εχθρούς, κινδυνεύει όμως από τον κακό εαυτό της, μαραζώνει κατατρώγοντας τα σωθικά της.
Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η μείζων αντίφαση της μεταπολιτευτικής εποχής: η μορφή και η βάση του πολιτεύματος, ως προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, είναι εκεί, σταθερή και ακλόνητη, και μας κοιτά απρόσωπα και παγερά, ανέπαφη. Και εμείς στεκόμαστε απέναντί της, παραζαλισμένοι ή αλλόφρονες και πάντως χαμένοι. Διερωτόμαστε για το αν έχουμε ή δεν έχουμε ακόμη δημοκρατία και κοινωνικό κράτος, αν έχει καταλυθεί ή όχι η συνταγματική νομιμότητα, η εθνική και λαϊκή κυριαρχία ή το κράτος δικαίου. Διερωτόμαστε αν η δημοκρατία και το κοινωνικό κράτος είναι απτές πραγματικότητες ή πλάσματα της φαντασίας μας.
Το αξιοπερίεργο μάλιστα είναι ότι ενώ διαπιστώνουμε βαθειά κρίση της Δημοκρατίας και του αντιπροσωπευτικού συστήματος, κρίνουμε, ωστόσο, και επικρίνουμε, καταγγέλλουμε και κατακρίνουμε πράξεις και αποφάσεις της Κυβέρνησης με αποκλειστικό αξιακό γνώμονα πάντα τη δημοκρατία και την εθνική και λαϊκή κυριαρχία και όχι κάποιο άλλο πολίτευμα ή ιδεατό σύστημα, όπως το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα είχαμε ως κανόνα αναφοράς και σύγκρισης τον σοσιαλισμό ή την αποκαλούμενη πραγματική δημοκρατία. Ακόμη και αυτοί που αναθεματίζουν συνταγματικά το Μνημόνιο, επικαλούνται, για να ξορκίσουν το κακό και να καταγγείλουν τα δεινά που επέρχονται, την παραβίαση του Συντάγματος και την προσβολή της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, απόδειξη της αντοχής και καθολικής αποδοχής των δημοκρατικών αξιών.
Αλλά και όσοι αντιμετωπίζουν το Μνημόνιο ως σανίδα σωτηρίας, πάλι στο Σύνταγμα-γνώμονα καταφεύγουν και τη Δημοκρατία επικαλούνται, όταν θέλουν να δικαιολογήσουν τα μέτρα που λαμβάνονται και τις αλλαγές που συντελούνται. Στις οξύτατες πολιτικές τους αντιπαραθέσεις οι αντιμαχόμενες μερίδες έχουν, όλες τους, έναν κοινό αξιολογικό κώδικα: την αντιπροσωπευτική δημοκρατική διακυβέρνηση. Δεν υπάρχει άλλος πολιτικός ορίζοντας..
Συμπέρασμα: η ανάγκη ανοικοδόμηση μιας νέας σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ εκλογέων και εκλεγομένων και υπέρβασης της κρίσης αξιοπιστίας της πολιτικής
Εν κατακλείδι, ζούμε μια εποχή όπου βασιλεύει η αβεβαιότητα και το άγνωστο, ο φόβος του αύριο και η παντελής κοινωνική ανασφάλεια σε παγκόσμιο επίπεδο.
Τα φαινόμενα αυτά παρατηρούνται συνήθως σε εποχές μεταβατικές, όπως είναι η δική μας, σε περιόδους οικονομικής κρίσης, σε εμφύλιους ή παγκόσμιους πολέμους, που κυοφορούν επώδυνα μια νέα εποχή. Επανακαθορίζονται οι σχέσεις του κράτους με την οικονομία και την κοινωνία αλλά και του ατόμου με το κράτος και την κοινωνία. Οι μετασχηματισμοί αυτοί υπαγορεύονται, ας το επαναλάβουμε, από παράγοντες που δεν ελέγχονται ούτε ορίζονται από το εθνικό κράτος. Συντελούνται και επιβάλλονται εκτός της εθνικής επικράτειας, από παράγοντες διεθνείς, δυσδιάκριτους και εν πολλοίς ανεξέλεγκτους, από δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς.
Ένας νέος κόσμος γεννιέται σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο μέσα από συγκρούσεις, έριδες, ρήξεις και οδύνες και κοινωνική ανασφάλεια. Ας τον αφουγκραστούμε, ας προσπαθήσουμε να τον καταλάβουμε, αν θέλουμε να παρέμβουμε συνειδητά για να τον επηρεάσουμε ή και να τον αλλάξουμε και όχι απλώς να τον υποστούμε αγκιστρωμένοι δογματικά στις κλονιζόμενες από τους παγκόσμιους ανέμους βεβαιότητές μας, οργισμένοι και αγανακτισμένοι απλώς για την αδικία και το κακό που μας έτυχε. Αν πιστεύουμε ειλικρινά ότι μπορούμε να ορίζουμε, έστω και εν μέρει, την εθνική μας μοίρα και δεν θέλουμε να μετατραπούμε σε παθητικούς και ανήμπορους θεατές της, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε τα όρια και τις δυνατότητές μας και να καταλάβουμε αυτό που γίνεται χωρίς εμάς και για μας, καθώς και αυτό, το ελάχιστο, που μπορούμε να κάνουμε, Εμείς, ως οργανωμένο, εύτακτο και αυτο-προσδιοριζόμενο πολιτικό και κοινωνικό σύνολο.
Το τελευταίο, προϋποθέτει όμως μια νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εκλογέων και εκλεγομένων, που δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί παρά με την ανάκτηση της αξιοπιστίας της πολιτικής και των πολιτικών. Η ανάκτηση της αξιοπιστίας συναρτάται φυσικά με την αποκατάσταση του κύρους των θεσμών, μόνο που στην προκειμένη περίπτωση το κύρος τους εξαρτάται και αυτό από την ‘πολιτικά ενάρετη και λειτουργικά αποτελεσματική’ συμπεριφορά των φορέων τους. Πρόκειται άρα για ζήτημα αξιόπιστης και αποτελεσματικής λειτουργίας του θεσμού, -επισημαίνει ο Δ. Τσάτσος- την οποία πραγματώνει ο φορέας του
Ο θεσμός δεν λειτουργεί από μόνος του, ούτε υπάρχει μόνο στα νομικά κείμενα. Ενσαρκώνεται και λειτουργεί από τον φορέα του. Δεν είναι άρα η αντιπροσώπευση γενικά και αφηρημένα ως θεσμός το πρόβλημα στον τόπο μας, αλλά η ζωντανή και συγκεκριμένη σχέση αντιπροσώπευσης. Αυτή η τελευταία πάσχει και χρειάζεται πολιτική αγωγή. Η αποκατάσταση ωστόσο της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους φορείς της πολιτικής εξουσίας περνά αναγκαστικά από την θεαματική αναδιάρθρωσή τους.


[i] Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής στο Οικονομικό Τμήμα του Α.Π.Θ. στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Μια εποχή έχει τελειώσει, ζούμε το τέλος της, έστω και αν η αναδυόμενη νέα παραμένει επί του παρόντος αντιφατική και απροσδιόριστη. Οι πιστωτές περιφέρονται με αρπακτική διάθεση δικαστικού κλητήρα, προβαίνουν σε κατασχέσεις και εκποιήσεις, μέσα σε σωρούς πτωμάτων και ερειπίων της εποχής που έχει ήδη εκπνεύσει. Οι οφειλέτες δηλαδή η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, συνειδητοποιούν την αυταπάτη της οποίας υπήρξαν θύματα στη διάρκεια της τελευταίας τριακονταετίας» Κώστα Βεργόπουλου, Μετά το τέλος. Η οικονομία της καταστροφής και η επόμενη ημέρα, Λιβάνη, 2011, σ. 13
[ii] Βλέπε κυρίως προς αυτή την κατεύθυνση το άρθρο του Eric Ip, Globalisation and the future of the Law of the Sovereign State, I ∙CON, vol. 3. 2010, 636-655.
[iii] Μια πρώτη απόπειρα καταγραφής των συνεπειών στο Σύνταγμα και στη Δημοκρατία από την εμφάνιση της “παγκοσμιοποίησης” έγινε από τον Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία την εποχή της παγκοσμιοποίησης, Αντ. Σάκκουλας, 2000, ιδίως σ. 61-122, ο οποίος αναζητά –ματαίως κατά τη γνώμη μου- μέσω μιας ριζοσπαστικής συνταγματικής πολιτικής, στην ουσία μέσω μιας αναθεώρησης του Συντάγματος, συνταγματικά αντίβαρα ή συνταγματικές αντιστάσεις στις προκλήσεις της νέας εποχής. Είχε προηγηθεί η ‘προφητική’ μελέτη του Αριστόβουλου Μάνεση, ‘Το Σύνταγμα στο κατώφλι του 21ου αιώνα’, Λόγος στην Ακαδημία Αθηνών, Ανάτυπο από τα Πρακτικά της Ακαδημίας, 1993, σ. 453-481, όπου στη σελίδα 460, διαβάζουμε τα εξής: “Κύριο και καίριο νομικοπολιτικό φαινόμενο της εποχής μας είναι η διείσδυση διεθνών (υπερκρατικών και υπερεθνικών) κανόνων στην εθνική (εσωτερική) έννομη τάξη, διείσδυση που συνεπάγεται αλλοίωση και σχετικοποίηση του κανονιστικού χαρακτήρα του Συντάγματος, το οποίο “οικειοθελώς” τείνει να καταστεί έτσι διάτρητο’. Πρβλ. ακόμη από μία άλλη οπτική γωνία τις σκέψεις του Ξ. Κοντιάδη, Δημοκρατία, κοινωνικό κράτος και Σύνταγμα στην ύστερη πραγματικότητα, Παπαζήση, 2006, ιδίως σ. 47 επ. και τον Πρόλογο του Κ. Τσουκαλά.
[iv] Γιάννης Βούλγαρης, Η Ελλάδα από την Μεταπολίτευση στην παγκοσμιοποίηση, Πόλις, 2008.
[v] Στην επικράτηση της μαζικής δημοκρατίας, ως πρότυπου οργάνωσης της κοινωνικής και πολιτικής ζωής των αστικών κοινωνιών, συμπίπτουν οι αναλύσεις του Γιάννη Βούλγαρη με εκείνες του Παναγιώτη Κονδύλη (βλ. Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, από την μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Θεμέλιο, 1991, σ. 231 επ.). Μόνο που ο δεύτερος δίνει ένα διαφορετικό, ευρύτερο, περιεχόμενο στον όρο. Εντάσσει σε αυτόν την νοοτροπία και τον τρόπο ζωής και σκέψης που έχει αναπτυχθεί υπό καθεστώς μαζικής δημοκρατίας
[vi] Γιάννης Βούλγαρης, ό.π., σ. 16/7
[vii] Γιάννης Βούλγαρης, ό.π., σ. 377.
[viii] Για ορισμένους συγγραφείς που ασπάζονται μια κανονιστική πρόσληψη της κυριαρχίας, κελσενιανής προέλευσης, η κυριαρχία δεν είναι ιδιότητα ή χαρακτηριστικό γνώρισμα κάποιου υποκειμένου, αλλά «λειτουργία που ασκείται εξ αιτίας μιας ανάθεσης εξουσίας». «Νομικά η κυριαρχία εμφανίζεται σαν κάτι που χαρακτηρίζει το νομικό σύστημα και όχι τους αποδέκτες του, κάτι που μπορεί να παραχωρηθεί ή να αποσυρθεί, κάτι που διαθέτει το σύστημα ως τέτοιο. Και αυτό το σύστημα δεν είναι άλλο πράγμα από το Κράτος ή την ίδια την έννομη τάξη». «Η κυριαρχία δεν είναι άλλο πράγμα παρά μια αρμοδιότητα ή μια δικαιοδοσία είτε της έννομης τάξης ως τέτοιας είτε μια αρμοδιότητα που έχει παραχωρηθεί από την ίδια την έννομη τάξη» (Louis Favoreu, PatricK Gaia κ.ά., Droit Constitutionnel, Dalloz, 1999, σ. 53 και 56).
[ix] EtienneBalibar, ό.π., σ. 74-75.
[x] Martin Carnoy – Manuel Kastells, «Η παγκοσμιοποίηση, η κοινωνία της γνώσης και το κράτος», Ο Πουλαντζάς στα τέλη της χιλιετίας, Η Πολιτική Σήμερα, Θεμέλιο, 2001, σ. 393-416 (411).
[xi] Για τις μεταμορφώσεις της κυριαρχίας ενόψει της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ας μου επιτραπεί η παραπομπή σε παλαιότερα σχετικά κείμενά μου: Αντ. Μανιτάκη, Τα δεινοπαθήματα της δημοκρατίας την εποχή της παγκοσμιοποίησης, Ελλάδα- Ευρώπη- Κόσμος στον εικοστό αιώνα, εκδόσεις Προσκήνιο, 2000, σ. 71-86, του Ίδιου, Το νόημα της κυριαρχίας και του Συντάγματος ενώπιον της παγκοσμιοποίησης, σε “Το δίκαιο μπροστά στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης”, 2ο Συνέδριο των Ελληνικών Σχολών, εκδόσεις Σάκκουλα, 2002, σ. 69-95.
[xii] Ν.Ν. Σαριπόλου, Περί πολιτείας, Εν Αθήναις, 1921, σ. 53: (“κυριαρχία είναι η απεριόριστος και αποκλειστική ικανότης, από νομικής εννοείται απόψεως, του περιορίζεσθαι δι΄ιδίας βουλήσεως, του αυτοπεριορίζεσθαι ή η απεριόριστος και αποκλειστική αρμοδιότης της αρμοδιότητος, δηλαδή, η απόλυτος αρμοδιότης του καθορίζειν ιδία βουλήσει άνευ νομικών περιορισμών προερχομένων εξ ετέρας βουλήσεως, εκ του δικαίου άλλης πολιτείας, την ιδίαν αυτού αρμοδιότητα”. Για την αντιφατική σχέση κυριαρχίας και δικαίου, βλέπε εκτενέστερα Αντ. Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, 2004, σ. 214.
[xiii] Αντ. Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔίκ., 2004, σ. 217, του Ίδιου, Τι είναι κράτος, Σαββάλας, 2007, σ. 54, του ίδιου Συνταγματική οργάνωση του κράτους, Γ΄έκδοση, 2009, σ. 115.
[xiv] Μ. Hardt-Ant. Negri, Empire, Paris, Exils, 2000. Από ελληνική βιβλιογραφία για την «Αυτοκρατορία» βλέπε την περιεκτική, κριτική μελέτη του Χρ. Παπαστυλιανού, Σύνταγμα και «αυτοκρατορική» διακυβέρνηση. Τα όρια εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας, σε «Ο πειρασμός της Αυτοκρατορίας, (Επιμ. Π. Βόγλης, Ι. Λαλιώτου, Γ. Παπαθεοδώρου), Μεταίχμιο, 2006, σ. 71-103.
[xv] Αντώνη Μανιτάκη Η έννοια του πλήθους και η ουτοπική προοπτική της παγκόσμιας δημοκρατίας (Με αφορμή τη «Δημοκρατία του Πλήθους στο έργο του Νέγρι), www.constitutionalism.gr
[xvi] Μ. Hardt-Ant. Negri,ό.π., σ.32.
[xvii] Idem, σ. 38.
[xviii] Idem, σ. 371 επ.
[xix] Βλέπε επ΄αυτού τις διεξοδικές αναλύσεις για τις σχέσεις των διαφόρων εννόμων τάξεων του διεθνούς δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, διεθνών οικονομικών οργανισμών και διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, με τις εθνικές συνταγματικές έννομες τάξεις των Sol Picciottoκαι Armin von Bogdandy, Pluralism, direct and the ultimate say: On the relationship between international and the domestic constitutional law, I∙CON vol.3/4, 2008, pp. 397-413. , Constitutionalising multilevel governance ?, I∙CON vol.3/4, 2008, pp. 457-479
[xx] Για τη διαπλοκή του διεθνούς και διεθνικού με το παγκόσμιο και κυρίως για την “πολυμεροποίηση” και “θεσμοποίηση” του ίδιου του διεθνούς δικαίου μέσα από την σύγκλιση, αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση των εθνικών οικονομιών, με κύριο αν όχι αποκλειστικό πρωταγωνιστή και ρυθμιστή της νέας τάξης, τα κράτη που ενεργούν όμως με εργαλείο τους υφιστάμενους διεθνείς θεσμούς και δικαιοπαραγωγικούς μηχανισμούς, τις αναλύσεις του Π. Γκλαβίνη, Η νομική διάσταση της παγκοσμιοποίησης. Από το διεθνές στο διεθνικό και ήδη στο παγκόσμιο, Εκδ. Σάκκουλα, 2002, ιδίως σ. 52 και 91 επ. Βλέπε για το ίδιο θέμα και τη μελέτη του Π. Στάγκου, Το διεθνές οικονομικό δίκαιο στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, σε ‘Το Δίκαιο μπροστά στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης’, 2ο Συνέδριο των Ελληνικών Νομικών Σχολών, 2002, σ. 291-331.
[xxi] Σχετικά με τη σημασία της ‘βιοεξουσίας» και της «βιοπολιτικής», όροι που καθιερώθηκαν από τον M. Foucault και δηλώνουν σήμερα την οργανική ανάμειξη σε μια ενοποιημένη τάξη της υλικής ή βιωματικής βάσης με το εποικοδόμημα, βλέπε αναλυτικότερα τις αναλύσεις των ίδιων συγγραφέων στο ίδιο έργο (Empire), σ. 47 επ.
[xxii] Για τη σημασία που έχει για το κράτος έθνος η «κατάσταση ανάγκης ή εξαιρετική κατάσταση» και την μορφή με την οποία εμφανίζεται άλλοτε ως κατάσταση ανομίας ή κενής δικαίου, κυρίως όταν εμφανίζεται ως περίοδος προσωρινής αναστολής της νομιμότητας, και άλλοτε ως κανόνας της εξαίρεσης, όταν η αντίθεση δικαίου και βίας, νόμου και ανομίας χάνεται, βλέπε τις διεισδυτικές αναλύσεις του G. Agamben, Etat d’exception, Seuil, Paris, 2003, σ. 89-110 και ιδίως σ. 144-148, του ίδιου, L’ état d’exception, Le monde, 12-12-2002.
[xxiii] Περισσότερα για την σημασία της επιμερισμένης ή διαδικτυομένης κυριαρχίας, Αντ. Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔίκ., τ. Ι., σ. 225, του Ίδιου, Το νόημα της κυριαρχίας και του Συντάγματος ενώπιον της παγκοσμιοποίησης, σε ‘Το Δίκαιο μπροστά στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης’, 2ο Συνέδριο των Ελληνικών Νομικών Σχολών, Εκδ. Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 69-95.
[xxiv] St. Madaule, La Grèce est sous la dictature de l’Euro, Le Monde, 17 Mai 2011
[xxv] Michel Pinçon, Monique Pinçon-Charlot, Nous vivons sous le régime de l’oligarchie financière, Le Monde, 18 juin 2011:
[xxvi] Βλέπε κυρίως τις μελέτες του Κ. Τσουκαλά στο Κράτος Κοινωνία, Εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Θεμέλιο, 1986 και το κλασσικό του, «Είδωλα πολιτισμού. Ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα στην σύγχρονη Πολιτεία” Θεμέλιο, 1991, ιδίως το τελευταίο κεφάλαιο Κοινωνικό κράτος και καταναλωτική κοινωνία, όπου αναλύει με τρόπο εξαιρετικά διεισδυτικό και προφητικό τη σχέση και στην κυριολεξία την δόμηση του κοινωνικού κράτους πάνω στα πρότυπα και στις αξίες της μαζικής καταναλωτικής κοινωνίας, πάνω στην στρατηγική του πολλαπλασιασμού των αναγκών και στην ατομοκεντρική και ταυτόχρονα ανταγωνιστική ικανοποίησή τους: «Το κοινωνικό κράτος ολοκλήρωσε και ουσιαστικοποίησε τον φιλελεύθερο καταναλωτικό εκδημοκρατισμό: εφεξής ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα μπορεί να επιθυμεί παρόμοια υλικά αγαθά» με την μορφή του εμπορεύματος που αποκτά από την αγοραία-καταναλωτική κοινωνία (σ. 547). Το κοινωνικό κράτος σηματοδοτεί κατά τον Τσουκαλά τον ‘θρίαμβο του ατομοκεντρικού φιλελευθερισμού και αυτό συνιστά μια ακόμη πονηριά της ιστορίας (σ. 585). Και πιο κάτω: «Ο πλασματικός ελεύθερος ατομικός καταναλωτής βαυκαλίζεται ότι κατασκευάζει την κοινωνική του ταυτότητα, για τη συγκεκριμένη σηματοδότηση της οποίας εμφανίζεται και ως υπεύθυνος. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το γεγονός αυτό σφραγίζει την καθολική επικράτηση του ατομοκεντρικού πολιτισμικού προτύπου» (σ. 589).
[xxvii] Κ. Τσουκαλάς, Σκέψεις γύρω από τον κοινωνικό ρόλο της δημόσιας απασχόλησης στην Ελλάδα, σε «Το κράτος στον περιφερειακό καπιταλισμό», Εξάντας, 1985, (εκδ. Βεργόπουλος, Μουζέλης, Τσουκαλάς, κ.ά.), σ. 125, όπου ακόμη προφητικά τονίζεται η ανάγκη μελέτης «των νέων συντεχνιακών μορφών ταξικής οργάνωσης που παγιώνονται σε ένα πολιτικό περιβάλλον το οποίο χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία μιας νέας κομματικής πελατείας».
[xxviii] Κ. Τσουκαλάς, Κοινωνικές προεκτάσεις της Δημόσιας εργοδοσίας, σε ‘Κράτος, Κοινωνία και Εργασία, στη μεταπολεμική Ελλάδα’, Θεμέλο, 1986, σ. 53 επ., και σ. 78 όπου τόνιζε το ενδιαφέρον να ερευνήσουμε «τις νέες συντεχνιακές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, που εμφανίζονται όλο και συχνότερα στις χώρες της περιφέρειας. Στο μέτρο που ο κορπορατισμός επιδιώκει και καταφέρνει να επιτύχει με πολιτικές αποφάσεις επί τη βάσει των οποίων, άμεσα ή έμμεσα, θεσπίζονται οικονομικά δικαιώματα μιας κοινωνικής ή επαγγελματικής κατηγορίας, είτε με τη μορφή κρατικών παροχών ή εγγυήσεων είτε με την μορφή κατοχύρωσης μονοπωλιακών εξασφαλίσεων σε μια αγορά που υποτίθεται ότι αυτορρυθμίζεται».
[xxix] Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, από τη μοντέρνα στην μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Θεμέλιο, 1991, σ. 31/32. Μερικές σκέψεις του αν και γράφτηκαν είκοσι χρόνια πριν είναι ανατριχιαστικά επίκαιρες: «Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι σημερινοί Έλληνες με την καθημερινή τους πράξη κάνουν ό, τι μπορούν για να προσαρμοσθούν κατά το δυνατόν γρηγορότερα και καλύτερα στις συνθήκες της παρασιτικής κατανάλωσης και αυτή περιλαμβάνει οποιαδήποτε δραστηριότητα έχει ως τελική της συνέπεια τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε όσα παράγονται και σε όσα καταναλώνονται…». «Η ίδια σχιζοφρένεια διέπει και τη συμπεριφορά των κομμάτων, τα οποία πλειοδοτούν σε εθνικιστική ρητορεία την ίδια στιγμή που εκποιούν τον κρατικό μηχανισμό και το κράτος γενικότερα για να ικανοποιήσουν τις καταναλωτικές απαιτήσεις των ψηφοφόρων τους»(σ. 45).
[xxx] Παναγιώτης Κονδύλης, ό.π., σ. 47 και πιο πάνω με την ίδια σκληρή ειλικρίνεια: «…στην Ελλάδα οι ηδονιστικές αξίες του αυθορμητισμού και της αυτοπραγμάτωσης συμφύρθηκαν με τις παμπάλαιες και πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακιδισμού και της ημιμάθειας. Η σύμφυρση αυτή ήταν η φυσική και βολική είσοδος του μεταμοντερνισμού σ΄έναν τόπο όπου το αστικό εργασιακό ήθος είναι ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνον στον τομέα της υλικής παραγωγής, αλλά και στον τομέα του πνεύματος, όπου δεν διαμορφώθηκαν επιστημονικές παραδόσεις με συνοχή και με μακροχρόνιους φορείς και όπου μίμοι και γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης».
[xxxi] Ν. Χυδάκης, Καθημερινή, 19-11-2011
[xxxii] Γιάννης Βούλγαρης, Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, Σταθερή Δημοκρατία σημαδεμενη από μεταπολεμική ισοτρία, 1974-1990, Θεμέλιο, 2001. σ. 328.
[xxxiii]Βλέπε ενδεικτικά τις κριτικές αναλύσεις για την πρόσφατη πολιτική κατάσταση της Ελλάδας, του Γιάννη Βούλγαρη, Η μοιραία πενταετία, Η πολιτική της αδράνειας, 2004-2009, Πόλις, ιδίως σ. 270, 324, 330, κυρίως όμως την προγενέστερη μελέτη του για την περίοδο γενικά της Μεταπολίτευσης με τίτλο «Η Ελλάδα από την Μεταπολίτευση στην παγκοσμιοποίηση», Πόλις, 2008, όπου γίνεται μια πλήρης και συνθετική παρουσίαση της εξέλιξης όλων των πτυχών που πολιτικού συστήματος από το 1974 έως το 2004.
[xxxiv] Ο πρώτος που επεσήμανε και ανέλυσε το σύμπτωμα της αναξιοπιστίας της πολιτικής είναι ο Δημήτρης Τσάτσος, σε μια μελέτη του στο περιοδικό Αντί 346/1987 και αναπαράχθηκε στο τόμο, Ελληνική Πολιτεία, 1974-1997, Καστανιώτης, 1998, Θεσμικά προβλήματα αξιοπιστίας, σ. 29 επ.. Εκεί τόνιζε ότι το αίτημα της νομιμοποίησης κάθε εξουσίας και κατ΄εξοχήν της δημοκρατικής απαιτεί την ύπαρξη πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης απέναντι σε αυτούς που ασκούν πολιτική εξουσία. Η αξιόπιστη λειτουργία του θεσμού αποτελεί άρα στοιχείο συστατικό της νομιμοποίησης του και εξαρτάται από την συμπεριφορά του φορέα του και τη συναίνεση που αυτή συναντά.
[xxxv] Δ. Τσάτσος, Ελληνική Πολιτεία, σ. 78.
[xxxvi] Εδώ ισχύει η παρατήρηση του Jacques Attali, «Κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, με τη δημοκρατία να κατακτάται σταδιακά μέσα από επαναστάσεις και απελευθερωτικούς πολέμους, ο λαός γίνεται σιγά σιγά κυρίαρχος. Η άλλη όψη της νεοαποκτηθείσας εξουσίας, ωστόσο, είναι ότι ο λαός είναι στο εξής υπεύθυνος για τις επιπτώσεις του δημόσιου χρέους στα προσωπικά του εισοδήματα – και σε αυτά των παιδιών του. Στο τέλος του αιώνα μετά από εκατοντάδες χρεοστάσια και δύο παγκοσμίους πολέμους, το δημόσιο χρέος έχει γίνει και αυτό παγκόσμιο, ένας τρόπος για την παρούσα γενιά να ζεί παρασιτικά σε βάρος των επόμενων γενεών» (Jacques Attali, Παγκόσμια κατάρρευση σε 10 χρόνια; Δημόσιο χρέος: η τελευταία ευκαιρία, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2010, σ.79.
[xxxvii] Βλέπε σχετικά και τις αναλύσεις του Νίκου Αλιβιζάτου, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στην Νεοελληνική ιστορία, 1800-2010, Πόλις, 2011. ιδίως σελ. 498 επ. 659 επ.. Και για την μεταπολιτευτική περίοδο γενικότερα τα πολιτικά κείμενα του Δ. Τσάτσου, Ελληνική Πολιτεία, 1974-1997, Καστανιώτης, 1998, ιδίως σελ. σ. 69 επ.
[xxxviii] Marcel GauchetΙ, Gallimard, 2007, σ. 15 επ. , La révolution moderne,
[xxxix] Marcel Gauchetσ. 176 επ., La démocratie contre elle même, Gallimard, 2002.

Το νομικό καθεστώς των ανιθαγενών

Ζωή Παπασιώπη-Πασιά Καθηγήτρια Νομικής ΑΠΘ

Το νομικό καθεστώς των ανιθαγενών

Προοίμιο

΄Εναυσμα για το παρόν άρθρο έδωσε, καταρχήν, η απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου της Θεσσαλονίκης (Τμ ΙΑ΄) 782/2009 (αδημ.)**, όπως και κάποιες υποθέσεις που απασχολούν την ελληνική Διοίκηση αναφορικά με την πιστοποίηση και τακτοποίηση ορισμένων ατόμων, που δεν έχουν ιθαγένεια ή έστω που δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η ιθαγένειά τους. Μία έλλειψη που θα σκεφτόταν κάποιος πως είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβαίνει στην εποχή μας, κάτι που όμως δεν είναι καθόλου σπάνιο να επισυμβεί ακόμη και σήμερα, ενώ στο πρόσφατο παρελθόν και η ίδια η χώρα μας δημιούργησε απάτριδες με το να αφαιρέσει μονομερώς[1] (ακούσια απώλεια) [2] την ελληνική ιθαγένεια από ορισμένα άτομα.
Τα προβλήματα που δημιουργούνται για τα άτομα ‘χωρίς πατρίδα’, δηλαδή τους ανιθαγενείς ή απάτριδες[3] είναι πολλά και κυρίως, είναι προβλήματα που αγγίζουν αφενός το νομικό τους καθεστώς και, αφετέρου το καθεστώς της προσωπικής τους κατάστασης ως προς το δίκαιο που πρέπει να εφαρμόζεται σε αυτούς, αφού στερούνται ιθαγένειας.
Σύμφωνα με την απόφαση του ΤρΔΠρΘεσ 782/2009 το Δικαστήριο δέχτηκε να ακυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση που διέτασσε την αναχώρηση του αλλοδαπού (σοβιετικού υπηκόου) από την Ελλάδα, ενόψει του ότι αυτός στερούμενος διαβατηρίου δεν ήταν δυνατόν να αποκτήσει άδεια διαμονής με βάση τη διάταξη του άρθρου 91§11 του ν. 3386/2005[4], διατάσσοντας έτσι την αναπομπή της πρωτόδικης απόφασης στη Διοίκηση προς νέα κρίση. Ο υπό κρίση αλλοδαπός –ο οποίος σημειωτέον ήταν κάτοχος επτά διαδοχικών αδειών εργασίας της Επιθεώρησης Εργασίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης- δεν μπόρεσε να εφοδιαστεί με άδεια διαμονής που χορηγείτο από τον Γεν.Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, καθώς κρίθηκε ότι μη προσκομίζοντας ισχυρό διαβατήριο δεν ήταν δυνατόν να υποπέσει στη ρυθμιστική ενέργεια της διάταξης του άρθρου 91§11 του ως άνω νόμου. Η μη χορήγηση σε αυτόν διαβατηρίου από τη Δημοκρατία του Καζακστάν, τα εδάφη της οποίας είχε εγκαταλείψει και, η δημοσίευση στο μεταξύ ειδικού νόμου περί ιθαγένειας από τη νέα αυτή Δημοκρατία που προέκυψε μετά τη διάλυση της πρώην ΕΣΣΔ, είχαν ως αποτέλεσμα να καταστεί ο ενλόγω αλλοδαπός άτομο χωρίς χαρτιά, ήτοι άτομο που καμία Πολιτεία δεν αναγνώριζε πλέον ως πολίτη της, δηλαδή ανιθαγενής.
Από τα παραπάνω, αφενός διαφαίνεται πόσο εύκολο είναι δυνατόν κάποιος, που ενώ είχε ιθαγένεια κατά τη γέννησή του να την απωλέσει στη συνέχεια με αποτέλεσμα να μην αναγνωρίζεται πλέον πολίτης καμίας Πολιτείας (!) και, αφετέρου αναδεικνύεται η ελλιπής ρύθμιση της νομοθεσίας μας περί αλλοδαπών ως προς τη νομιμότητα της παραμονής των ανιθαγενών προσώπων στη χώρα μας, παρόλη την ύπαρξη διεθνών συμβατικών κειμένων που μας δεσμεύουν. Η ανάγκη πραγματικής και αποτελεσματικής νομικής ρύθμισης των ατόμων που είτε είναι de jure ανιθαγενείς είτε λόγω αντικειμενικής αδυναμίας αδυνατούν να αποκτήσουν ή ανανεώσουν το διαβατήριό τους ή το ό,ποιο έγγραφο πιστοποίησης της ταυτότητάς τους κατέχουν πρέπει να είναι δεδομένη, γιατί -όπως πολύ χαρακτηριστικά η υπό κρίση απόφαση αναφέρει- «η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί ενόψει του ότι, κατά τον κοινό νομικό τόπο, γνωστό από την αρχαιότητα, ‘ουδείς υποχρεούται τα αδύνατα’». Και από τη στιγμή που η χώρα του συγκεκριμένου αλλοδαπού, το Καζακστάν, δεν τον θεωρεί πλέον υπήκοό του, η απαίτηση προσκόμισης από αυτόν ισχυρού διαβατηρίου είναι αδύνατη. Πώς λοιπόν να προσκομίσει ισχυρό διαβατήριο ο ενλόγω αλλοδαπός όταν η χώρα του δεν τον αναγνωρίζει ως υπήκοό της; Εύλογη, συνεπώς, η θέση του δικαστηρίου παραθέτοντας το αξίωμα ‘ουδείς υποχρεούται τα αδύνατα’.
Η Διοίκηση επίσης, συμβαίνει ορισμένες φορές -στην περίπτωση εισόδου παράνομων αλλοδαπών στην Ελλάδα- να έρχεται αντιμέτωπη με άτομα των οποίων η ιθαγένεια είναι άγνωστη ή απροσδιόριστη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να τους επαναπροωθήσει/απελάσει στη χώρα καταγωγής τους ή αλλού, όπως επίσης και στην περίπτωση που πρέπει να χορηγήσει/ανανεώσει την άδεια διαμονής σε κάποια άτομα να μη μπορεί να το κάνει, κάτι που υπό άλλες συνθήκες, αυτό θα ήταν εφικτό[5].
Από την αρχή θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα ζητήματα της προσωπικής κατάστασης ενός ανιθαγενούς που διαμένει στην Ελλάδα διέπονται από τους κανόνες του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου[6], ενώ τα ζητήματα της νομικής του κατάστασης διέπονται από τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου αλλοδαπών και αυτό γιατί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 του Κώδικα της Ελληνικής Ιθαγένειας (ΚΕΙ)[7] «όπου στη νομοθεσία γίνεται χρήση του όρου ‘αλλοδαπός’, ως αλλοδαπός θεωρείται εφόσον δεν προκύπτει το αντίθετο και ο ανιθαγενής»[8].
 
Ι. Λόγοι δημιουργίας ανιθαγενών
Η ανιθαγένεια αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο που αγγίζει γύρω στα 12 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως, ενώ ολοένα και νέες περιπτώσεις προστίθενται σχεδόν καθημερινά, σύμφωνα με τις εκθέσεις της ΄Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες[9]. Τα άτομα που υποπίπτουν στο καθεστώς έλλειψης ιθαγένειας αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητα εμπόδια στο να μπορούν να απολαύσουν δικαιώματα που κανονικά θα είχαν εφόσον ήσαν πολίτες μιας χώρας ή εάν κάποια χώρα τους αναγνώριζε ως δικούς της πολίτες. Αποτέλεσμα της έλλειψης αυτής είναι η δημιουργία κοινωνικών εντάσεων, εξαναγκαστικών μετακινήσεων, όπως και κάθε άλλου είδους συγκρούσεων (πραγματικών και νομικών, μεταξύ των οποίων και συγκρούσεων νόμων[10], όπως και αρνητικών συγκρούσεων ιθαγενειών[11]).
Πολλοί είναι οι λόγοι που προκαλούν το φαινόμενο της ανιθαγένειας είτε με τη γέννηση, αν γεννηθεί κάποιος από ανιθαγενείς γονείς[12] de jure ανιθαγενείς). Ενώ, de facto ανιθαγενείς θεωρούνται όσοι εγκατέλειψαν το έδαφος της πολιτείας της οποίας ήταν υπήκοοι και δεν απολαμβάνουν πλέον της προστασίας αυτής. , είτε μεταγενέστερα αν απωλέσει την ιθαγένεια την οποία είχε χωρίς να αποκτήσει στη συνέχεια άλλη ιθαγένεια (
Οι λόγοι απώλειας της ιθαγένειας είναι αρκετοί και εξαρτώνται από την κάθε εθνική νομοθεσία περί ιθαγένειας (μεταξύ άλλων, λόγω έκπτωσης, λόγω γάμου[13], λόγω αναγνώρισης, λόγω υιοθεσίας, λόγω αρνητικής σύγκρουσης των εμπλεκόμενων ιθαγενειών[14], λόγω κακής διοικητικής μεταχείρισης, λόγω περιθωριοποίησης κάποιων κοινωνικών ομάδων, ακόμη και λόγω εγκατάλειψης της χώρας τους[15]). Ανιθαγενείς, πάντως, μπορεί να υπάρχουν και μεταξύ κάποιων ομάδων ατόμων, όπως νομάδες, ρομά[16] ή ακόμη και ακαθόριστης ιθαγένειας άτομα λόγω της μη καταχώρησης πολλές φορές των σχετικών γεννήσεων των παιδιών τους στα αρμόδια ληξιαρχικά βιβλία[17].
Επίσης, κάποια άτομα μπορεί να καταστούν ανιθαγενείς στο πλαίσιο του φαινομένου της «διαδοχής κρατών»[18], δηλαδή της υποκατάστασης μιας πολιτείας από μία άλλη πολιτεία στις διεθνείς της υποχρεώσεις[19]. Και αυτό μπορεί να συμβεί είτε μετά από προσάρτηση εδαφών, είτε μετά από διαμελισμό κρατών είτε μετά από απόσχιση, ολική ή μερική, εδαφών[20]. Η μετακίνηση πληθυσμών λόγω μεταφοράς ή απώλειας κυριαρχίας, όπως δείχνει η ιστορία, οδηγεί αρκετές φορές σε μεταβολή ή απώλεια της ιθαγένειας των φυσικών προσώπων που κατοικούν στα συγκεκριμένα εδάφη[21]. Αλλά και το αντίθετο μπορεί να συμβεί, δηλαδή η ανιθαγένεια ενδέχεται να προκαλέσει αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών[22].
Η παγκόσμια διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου που ψηφίστηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1948 από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στο άρθρο 15§1 αυτής περιέλαβε την αρχή ότι κάθε άτομο έχει δικαίωμα να έχει μία ιθαγένεια, αναγνωρίζοντας κατά συνέπεια και την αρχή ότι κάθε άτομο θα πρέπει να αποκτά ιθαγένεια από και με τη γέννησή του[23]. Το δικαίωμα, όμως, αυτό δεν αναγνωρίζεται πλήρως από τα δίκαια όλων των κρατών, ενώ αποτελεί θεμελιώδη αρχή που θα πρέπει να ακολουθείται από τη νομοθεσία κάθε χώρας κατά τη θέσπιση των σχετικών περί ιθαγένειας διατάξεων[24].
Κατά την Κρίσπη-Νικολετοπούλου[25] ius soli), είτε με την υιοθέτηση της αρχής του αίματος (ius sanguinis) και επικουρικά την αρχή του εδάφους, τότε κανένας δεν θα γεννιέται στις πολιτείες αυτές χωρίς να έχει ιθαγένεια, ή τουλάχιστον, το φαινόμενο της ανιθαγένειας θα περιορίζεται μόνο σε μία γενιά. Αυτή η αρχή υιοθετείται στο δικό μας δίκαιοστηδιάταξη του άρθρου 1§1 περιπτώσεις β΄ και γ΄ του Κώδικα της Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως ισχύει[26]. Την αυτήν σχεδόν ρύθμιση υιοθετούσε και η διάταξη του άρθρου 1§2 του προϊσχύσαντος ΚΕΙ (ν.δ. 3370/ 1955). με τη αποδοχή της ενλόγω αρχής επιτυγχάνεται η καταπολέμηση του φαινομένου της ανιθαγένειας, της ύπαρξης δηλαδή ανθρώπων που στερούνται ιθαγένειας. Όταν οι νομοθεσίες των πολιτειών δέχονται την παραπάνω αρχή, είτε με την υιοθέτηση της αρχής του εδάφους (
Η ύπαρξη προσώπων ανιθαγενών προκαλεί ανωμαλίες και προβλήματα τόσο σε αυτά τα ίδια τα άτομα όσο και στο κράτος στο οποίο κατοικούν ή διαμένουν προσωρινά. Η ανιθαγένεια δεν είναι μόνον ένα καθαρά νομικό ζήτημα, είναι και ένα πρόβλημα που αγγίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα[27]. Η έλλειψη ιθαγένειας έχει αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του ανιθαγενούς, στην περιουσία του, στο δικαίωμά του να εκλέγει και να εκλέγεται, στην πρόσβασή του στα συστήματα υγείας και κοινωνικών ασφαλίσεων, στην απόκτηση ιδιοκτησίας, στην εργασία του, στο να ανοίξει έναν τραπεζικό λογαριασμό, στο να παντρευτεί νόμιμα ή να δηλώσει στο ληξιαρχείο τη γέννηση του παιδιού του, στο δικαίωμά του να εγκαταλείπει τη χώρα του, όπως και να επιστρέφει σε αυτήν[28]. Αρκετά άτομα, μάλιστα, επειδή ακριβώς δεν μπορούν να αποδείξουν από πού είναι, αντιμετωπίζουν μεγάλες περιόδους κράτησης στην περίπτωση που κρατούνται ενόψει της απέλασής τους.
Το φαινόμενο της ανιθαγένειας είναι δυνατόν να περιοριστεί και πράγματι περιορίστηκε τόσο με τη σύναψη Διεθνών Συμβάσεων όσο και με την υιοθέτηση από τα διάφορα κράτη ειδικών διατάξεων βάσει των οποίων είτε προσδίδεται η ιθαγένεια του υπό κρίση κράτους σε όποιον γεννιέται στο έδαφός του που θα έμενε διαφορετικά χωρίς ιθαγένεια, είτε προβλέπεται οι υπήκοοί του που θέλουν να αποβάλουν την ιθαγένειά τους για να αποκτήσουν κάποια άλλη να μη μπορούν να την αποβάλουν προτού αποκτήσουν τη νέα τους ιθαγένεια. Παρόλα αυτά, ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να δημιουργούνται ανιθαγενείς, ιδίως μετά από εμπόλεμες συρράξεις και τοπικές αναταραχές που επισυμβαίνουν κατά καιρούς σε ορισμένες χώρες του κόσμου ανάμεσα σε διαφορετικές φυλετικές ή θρησκευτικές ομάδες, με αποτέλεσμα η διοίκηση ή ο δικάζων δικαστής της χώρας υποδοχής να μη μπορούν να προσδιορίσουν την ιθαγένεια του υπό κρίση αλλοδαπού, μια και οι αρμόδιες προξενικές αρχές της χώρας καταγωγής του δεν τον αναγνωρίζουν πλέον ως δικό τους πολίτη[29].
Πολύ σημαντική Διεθνής Σύμβαση που προστατεύει τους ανιθαγενείς είναι και η Δ.Σ. του ΟΗΕ του 1961 για τη Μείωση της Ανιθαγένειας, που όμως δεν κυρώθηκε από τη χώρα μας[30], σε αντίθεση με τη Δ.Σ. του ίδιου Οργανισμού του 1954 για το νομικό καθεστώς των ανιθαγενών και του συνοδεύοντος αυτήν Παραρτήματος που η Ελλάδα την κύρωσε (ν. 139/1975) και η οποία προσπαθεί να υποκαταστήσει, τρόπον τινά, την έλλειψη προστασίας που ένα κράτος παρέχει στους υπηκόους του, προσπαθώντας να ρυθμίσει κυρίως το ζήτημα της νομικής τους κατάστασης, και παράλληλα και αυτό της προσωπικής τους κατάστασης, ορίζοντας για το τελευταίο ζήτημα ότι η προσωπική κατάσταση των ανιθαγενών θα διέπεται από το δίκαιο της χώρας της κατοικίας τους ή εν ελλείψει κατοικίας από το δίκαιο της χώρας της διαμονής τους (άρθρο 12§1)[31].
 
ΙΙ. Ο καθορισμός ενός προσώπου ως ανιθαγενούς
Για να αναγνωριστεί κάποιος ως ανιθαγενής πρέπει να αποδείξει ότι δεν υφίσταται κανένας νομικός δεσμός αυτού με κάποιο κράτος.
Η αναγνώριση ενός προσώπου ως ανιθαγενούς πραγματοποιείται κανονικά από το κράτος προέλευσής του. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1§1 της Διεθνούς Σύμβασης του 1954 για το καθεστώς των ανιθαγενών και τη διάταξη του άρθρου 26 του νυν ισχύοντος ΚΕΙ (ν. 3284/2004) που αναφέρεται στη δικαιοδοσία επί αμφισβητήσεως ιθαγένειας[32], έχει τη δικαιοδοσία να καθορίζει ως ανιθαγενή εκείνα μόνο τα άτομα που είτε είχαν γεννηθεί στη χώρας μας είτε στο εξωτερικό από έλληνες στην καταγωγή γονείς. Αποκλειστικά αρμόδιος για τη σχετική απόφαση είναι ο Υπουργός Εσωτερικών, ο οποίος αποφαίνεται μετά από αιτιολογημένη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Ιθαγένειας[33]. ΄Ετσι, στη δικαιοδοσία της ελληνικής πολιτείας εμπίπτουν τα άτομα εκείνα, που είτε οι ίδιοι είτε οι γονείς τους είχαν στο παρελθόν την ελληνική ιθαγένεια και την απώλεσαν αργότερα, κυρίως μέσω του θεσμού της έκπτωσης (ακούσια αποβολή)[34] ή λόγω εγκατάλειψης του ελληνικού εδάφους χωρίς πρόθεση παλιννόστησης σύμφωνα με τη διάταξη του ισχύσαντος μέχρι το 1998 άρθρου 19 του ΚΕΙ του 1955[35], που τελικά και αυτός καταργήθηκε το 2004 με τη θέση σε ισχύ του νέου ΚΕΙ (ν. 3284/2004).
Αντίστοιχα, ο χαρακτηρισμός ενός προσώπου ως ανιθαγενούς, ο οποίος προηγουμένως κατείχε αλλοδαπή ιθαγένεια ή που γεννήθηκε από ανιθαγενείς γονείς οι οποίοι διέμεναν σε μία συγκεκριμένη ξένη χώρα, πρέπει να γίνεται από την ξένη αυτή χώρα. ΄Όμως, δεν είναι πάντα εύκολη η κτήση εγγράφων από την αρμόδια αλλοδαπή αρχή που να βεβαιώνει ότι το συγκεκριμένο άτομο δεν είναι πολίτης της ξένης αυτής χώρας. Αρκετές φορές μάλιστα, οι αρχές της χώρας καταγωγής ή της προηγούμενης διαμονής του υπό κρίση ατόμου αρνούνται να χορηγήσουν παρόμοιο έγγραφο ή ακόμα αρνούνται και να απαντήσουν σε σχετικό αίτημα επειδή ορισμένες από τις ξένες αρχές εκτιμούν ότι δεν έχουν υποχρέωση να δηλώνουν ποια πρόσωπα δεν διατηρούν δεσμό με τη χώρα τους[36].
Στην περίπτωση της προμνημονευθείσας απόφασης του ΤρΔΠρΘεσ 782/2009, εκτός από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, που ούτως ή άλλως θα εμπλακούν -όπως είναι το Υπουργείο των Εξωτερικών[37], de facto ανιθαγενής επιβάλλεται να επιζητείται, ενώ η χώρα μας -ως εκ των πραγμάτων κράτος-υποδοχής του ανιθαγενούς αυτού προσώπου- πρέπει να του χορηγήσει τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 25 της Δ.Σ. του 1954 πιστοποιητικά[39] de facto) ανιθαγενούς στα εδάφη της, όπως ακριβώς συνέβη στην περίπτωση του κούρδου που αναφέραμε ήδη στην αρχή[41]., όπως και τα αναγκαία ταξιδιωτικά έγγραφα στην περίπτωση που αυτός θα πρέπει να ταξιδέψει[40]. Είναι μάλιστα συχνή η πρακτική, η χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ανιθαγενούς, ο οποίος στερείται εγγράφων ταυτότητας ή διαβατηρίου που να αποδεικνύουν την ταυτότητά του, να μη δέχεται άμεσα την επανεισδοχή του υπό κρίση (- η εμπλοκή επίσης της ΄Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ[38] μέσω των γραφείων της στην Ελλάδα και στην ξένη χώρα από όπου κατάγεται ο
Το ζήτημα της ανιθαγένειας συχνά ανακύπτει κατά την εξέταση αιτημάτων ασύλου μια και δεν υπάρχει κάποια εξειδικευμένη υπηρεσία που να κρίνει ειδικά τη διαδικασία αναγνώρισης της ανιθαγένειας σε ένα πρόσωπο[42]. Μάλιστα, η ΄Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην ΄Εκθεσή της το 2005 σχετικά με την εφαρμογή της Σύμβασης του 1954 στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης[43], αναφέρει ότι τα περισσότερα κράτη της Ε.Ε. δεν διαθέτουν ειδικό μηχανισμό για τον εντοπισμό και την αναγνώριση των ανιθαγενών και ότι τα κράτη εφαρμόζουν τη διαδικασία ασύλου προκειμένου να εντοπίσουν τους απάτριδες[44]. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, από τη στιγμή που υποβληθεί αίτημα από κάποιον για να αναγνωριστεί ως ανιθαγενής, θα πρέπει, κατά το χρονικό διάστημα που οι αρχές προσπαθούν να εξακριβώσουν την ανιθαγένειά του, να φροντίσουν να του χορηγηθεί άδεια διαμονής έως ότου το γεγονός της ανιθαγένειάς του επιβεβαιωθεί.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων γ΄ και δ΄ του άρθρου 84 του ν. 3386/2005 περί αλλοδαπών όπως ισχύει, αρμόδιος να χορηγήσει στην Ελλάδα άδεια διαμονής σε υπηκόους τρίτων χωρών που αδυνατούν να προσκομίσουν ισχύον διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο είναι ο Γεν.Γραμματέας της Περιφέρειας μετά από γνώμη της Ειδικής Τριμελούς Επιτροπής που έχει συσταθεί στο Υπουργείο Εσωτερικών και η οποία γνωμοδοτεί σχετικά[45].
 
ΙΙΙ. Ελευθερία κυκλοφορίας των ανιθαγενών
Ειδικά για το ζήτημα της δυνατότητας κυκλοφορίας των ανιθαγενών ανά τον κόσμο, παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό κείμενο που είχε συνταχθεί από το γραφείο της ΄Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ της Αθήνας για τους Πρόσφυγες, ενόψει ειδικών σεμιναρίων που πραγματοποιήθηκαν από το Ινστιτούτο Επιμόρφωσης του ΕΚΔΔΑ για την επιμόρφωση δημοσίων υπαλλήλων[46], προσθέτοντας εμείς απλά τις υποσημειώσεις. Στο κεφάλαιο ‘Ελευθερία κυκλοφορίας των Ανιθαγενών ανά τον κόσμο’ αναφέρονται τα εξής:
«Τα κράτη στη δικαιοδοσία των οποίων ζουν πληθυσμοί ανιθαγενών και διαχειρίζονται το πρόβλημα που συνεπάγεται αυτή η εξαιρετική προσωπική κατάσταση συνήθως εκδίδουν στους ενδιαφερόμενους ταξιδιωτικά έγγραφα, τα οποία αναγνωρίζονται ως επίσημα ταξιδιωτικά έγγραφα και άρα επέχουν θέση ταυτότητας όταν οι ενδιαφερόμενοι βρίσκονται στο εξωτερικό, όπως ακριβώς και τα εθνικά διαβατήρια. Αυτά όμως τα ταξιδιωτικά έγγραφα βεβαιώνουν την ανιθαγένεια των κατόχων τους.
Η Σύμβαση του 1954 για το καθεστώς των ανιθαγενών προβλέπει, όπως και η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων, τη δυνατότητα που έχουν οι ενδιαφερόμενοι να ζητήσουν από τη χώρα στην οποία εγκαθίστανται νόμιμα να τους ανανεώσει το σχετικό ταξιδιωτικό τους έγγραφο[47]. Σημειώνεται ότι τόσο στην περίπτωση των ανιθαγενών όσο και στην περίπτωση των προσφύγων η ανανέωση αυτού του ταξιδιωτικού εγγράφου από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές δεν συνεπάγεται την αναγνώριση του καθεστώτος του ανιθαγενούς ή του πρόσφυγα στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου: αποτελεί απλά μέθοδο που συμφώνησαν να υιοθετήσουν οι συντάκτες των Συμβάσεων αυτών για την εξυπηρέτηση όσων δεν μπορούν να απολαμβάνουν εθνική προστασία (ανιθαγενείς) ή αποτελεσματική εθνική προστασία (πρόσφυγες).
Για παράδειγμα, η είσοδος στην Ελλάδα παλαιστίνιου ή άλλου ανιθαγενούς από την περιοχή της Μέσης Ανατολής με ταξιδιωτικό έγγραφο από το οποίο προκύπτει το καθεστώς της ανιθαγένειας μπορεί να οδηγήσει, ανάλογα με την περίπτωση, στην κτήση άδειας διαμονής στη χώρα για κάποιον από τους λόγους που προβλέπει η μεταναστευτική νομοθεσία[48]. Αφού χορηγηθεί η σχετική άδεια διαμονής ο ενδιαφερόμενος νομιμοποιείται να αιτηθεί να ανανεώσει το ταξιδιωτικό έγγραφο του ανιθαγενούς που έχει εκδώσει κάποια άλλη χώρα[49]. Η έκδοση αυτού του εγγράφου δεν σημαίνει ότι το ελληνικό κράτος καθορίζει το καθεστώς του κατόχου ως ανιθαγενούς[50].
Είναι σημαντικός ο αριθμός των ελλήνων που παλιννόστησαν στην Ελλάδα από τα κράτη της τέως ΕΣΣΔ. Σε αρκετές περιπτώσεις οι έλληνες αυτοί είχαν δημιουργήσει οικογένειες με σοβιετικούς πολίτες οι οποίοι ξαφνικά βρέθηκαν χωρίς ιθαγένεια μετά τη διάλυση της πρώην Σοβιετικής ΄Ενωσης και της υιοθέτησης νέων νομοθεσιών ιθαγένειας από τα κράτη τα οποία ανακηρύχτηκαν. Τα μέλη της οικογένειας που δεν είχαν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, κυρίως οι σύζυγοι, άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα –τυπικής αλλά και ουσιαστικής φύσης- όσον αφορά στην ανανέωση των αδειών παραμονής τους στην Ελλάδα αφού αδυνατούσαν να προσκομίσουν στις αρμόδιες αρχές διαβατήριο, όντας de jure ανιθαγενείς[51]. (Συνήθως οι περί ιθαγένειας διατάξεις που υιοθέτησαν τα κράτη που προέκυψαν μετά τη διάλυση της τέως ΕΣΣΔ έθεταν ως αναγκαία προϋπόθεση για την κτήση της ιθαγένειας την παρουσία των πολιτών τους στην επικράτειά τους σε δεδομένη χρονική στιγμή). Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να βεβαιώσει το καθεστώς της ανιθαγένειας το κράτος από το οποίο προέρχονται. Στη συνέχεια, επικαλούμενοι τη νομιμότητα της παραμονής τους στην Ελλάδα (για παράδειγμα οικογένεια) μπορούν να αιτηθούν τη χορήγηση ταξιδιωτικού εγγράφου κατά τα προβλεπόμενα στη Σύμβαση του 1954 για το καθεστώς των ανιθαγενών».
Από το παραπάνω κείμενο, που σχεδόν αυτούσιο παρατέθηκε, όπως προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 28 εδ. γ΄ της Δ.Σ. του 1954 (ν.139/1975) για το καθεστώς των ανιθαγενών[52], γίνεται φανερό πως στην περίπτωση που η χώρα της αρχικής ιθαγένειας ενός ‘ανιθαγενούς’ ο οποίος βρίσκεται στην Ελλάδα δεν τον αναγνωρίζει πλέον ως πολίτη της, η χώρα μας είναι αυτή που θα πρέπει να του χορηγήσει το απαραίτητο για αυτόν ταξιδιωτικό ή άλλο έγγραφο στην περίπτωση που η δική του χώρα δεν θα του το παράσχει[53]. Εξυπακούεται ότι αναφορά γίνεται για συμβαλλόμενα στη Σύμβαση αυτή κράτη. Το πρόβλημα επόμενο είναι να επιτείνεται όταν η χώρα της αρχικής ιθαγένειας του ανιθαγενούς δεν είναι συμβαλλόμενο στη διεθνή Σύμβαση του 1954 κράτος, όπως συμβαίνει π.χ. με το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές ή και κάποιες Δημοκρατίες της πρώην Σ.Ε, χώρες από τις οποίες προέρχονται πολλοί αλλοδαποί που διαβιούν στη χώρα μας.
 
ΙV. Ο ανιθαγενής-πρόσφυγας
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 Α§2 εδ.1 της Σύμβασης της Γενεύης[54], όπως η Σύμβαση αυτή συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο της Ν. Υόρκης του 1967[55], πρόσφυγας[56] θεωρείται κάθε πρόσωπο το οποίο συνεπεία δικαιολογημένου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων βρίσκεται έξω από τη χώρα της οποίας είναι υπήκοος και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να απολαύσει την προστασία της χώρας αυτής, ή εάν δεν έχει υπηκοότητα[57] και βρίσκεται έξω από τη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του δεν δύναται ή, λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν.
Από την αρχή ήδη θα πρέπει να λεχθεί ότι συχνά γίνεται λόγος για «de jure πρόσφυγες»[58] sur place»[59] de facto» πρόσφυγες[60] in orbit»[61]. Μόνον η πρώτη, όμως, κατηγορία εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 Α§2 εδ.1 της Σύμβασης της Γενεύης. και για πρόσφυγες «, για «, για «πρόσφυγες
Πάντως, τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας έχουν εκδοθεί ορισμένες Οδηγίες, οι οποίες έχουν ήδη ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία και οι οποίες κάνουν λόγο και για μια νέα κατηγορία ατόμων, αυτή των δικαιούχων επικουρικής προστασίας ή ατόμων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους[62]. ΄Ετσι, «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία», σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 περίπτ. η΄ του π.δ. 114/2010, «είναι με την επιφύλαξη του άρθρου 17 του π.δ. 96/2008, ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά στο πρόσωπό του συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 του π.δ. 96/2008 και που δεν μπορεί ή λόγω του κινδύνου αυτού δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας»[63].
Με βάση τα παραπάνω, διαφαίνεται ότι δικαιούχος επικουρικής προστασίας μπορεί να είναι και ένας ανιθαγενής, ο οποίος διέμενε ως τέτοιος σε μία χώρα, την οποία όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει αναζητώντας ειδική προστασία σε μία άλλη χώρα, επειδή εάν έμενε στη χώρα της διαμονής του, κινδύνευε να υποστεί σοβαρή βλάβη στη ζωή του[64].
Κατά τη γνώμη μας[65], από το συνδυασμό: (α) της διάταξης του άρθρου 3§3 του π.δ. 114/2010 που ορίζει ότι «η ερμηνεία και εφαρμογή του παρόντος διατάγματος διενεργούνται πάντα σε συμφωνία με τις επιταγές της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για τη νομική κατάσταση των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο της Ν. Υόρκης του 1967, καθώς και των διεθνών και ευρωπαϊκών συμβάσεων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα», καθώς επίσης και από τις διατάξεις (β) του άρθρου 18 του π.δ. 96/2008 που ορίζει ότι «καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές απόφασης σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα Κεφάλαια Β΄ και Ε΄»[66] και (γ) του άρθρου 20§1 του ίδιου π.δ. 96/2008 που ορίζει ότι « το παρόν Κεφάλαιο δεν θίγει τα δικαιώματα που προβλέπει η Σύμβαση της Γενεύης», συνάγεται το συμπέρασμα ότι και η νέα αυτή κατηγορία δικαιούχων επικουρικής προστασίας εμπίπτει στη ρυθμιστική ενέργεια των διατάξεων της Σύμβασης της Γενεύης του 1951[67].
Στην περίπτωση, πάντως, που ένα άτομο εκτός από πρόσφυγας είναι και ανιθαγενής τα ζητήματα της νομικής του κατάστασης θα διέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951[68] για το καθεστώς των προσφύγων στο σύνολό της[69]. Προέχει, συνεπώς, η ιδιότητα του υπό κρίση ατόμου ως πρόσφυγα ή συνακόλουθα η ιδιότητά του ως δικαιούχου διεθνούς επικουρικής προστασίας εκείνης του ανιθαγενούς. Υπάρχει, μάλιστα και η περίπτωση ένα άτομο να ζητά άσυλο ή άλλου είδους επικουρική προστασία ή ακόμα άδεια παραμονής με ανθρωπιστικό καθεστώς, επειδή το κράτος καταγωγής του, κατά τον χρόνο που αυτός είχε εγκαταλείψει τα εδάφη του, αφαίρεσε μονομερώς την ιθαγένεια που είχε, με αποτέλεσμα να ζητά διεθνή προστασία λόγω ακριβώς του φόβου που αισθάνεται για τη ζωή του στην περίπτωση που αναγκαστεί να επιστρέψει σε αυτήν[70].
Στα ζητήματα της προσωπικής κατάστασης του ανιθαγενούς-πρόσφυγα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12§1 επίσης της Δ.Σ. της Γενεύης για τους πρόσφυγες[71], εφαρμοστέο ορίζεται το δίκαιο της κατοικίας αυτού και εν ελλείψει κατοικίας το δίκαιο της διαμονής του[72].
 
V. Το εφαρμοστέο δίκαιο στη νομική κατάσταση των ανιθαγενών που βρίσκονται στην Ελλάδα
1. Εισαγωγικά
Αναφορικά με τα ζητήματα που αφορούν στη νομική κατάσταση του ανιθαγενούς, δηλαδή όσον αφορά σε θέματα που σχετίζονται με αυτήν την ίδια την παρουσία του ανιθαγενούς προσώπου στην Ελλάδα και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την παραμονή του στην ελληνική επικράτεια , επειδή ο ανιθαγενής -κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29 ΚΕΙ- αντιμετωπίζεται ως αλλοδαπός μια και δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια, εφαρμοστέο είναι, σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση του 1954 για τους ανιθαγενείς, το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και, μάλιστα, οι διατάξεις του ελληνικού δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών (ΔΚατΑλλ). Εντούτοις, πρέπει να τονιστεί ότι το νομικό καθεστώς του ανιθαγενούς είναι κατά πολύ ευνοϊκότερο από εκείνο του εν γένει αλλοδαπού (και ως τέτοιον εννοούμε τον αλλοδαπό που είναι υπήκοος τρίτης χώρας[73] και δεν είναι ομογενής), ιδίως στα θέματα της απέλασής του από τη χώρα, της εργασίας του, της εκπαίδευσής του, της απαλλαγής του από τον όρο της αμοιβαιότητας[74] και της δυνατότητας που έχει για τη χορήγηση προς αυτόν ταξιδιωτικών εγγράφων[75].
Ειδικά όσον αφορά στην απέλαση ενός ανιθαγενούς προσώπου θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31§1 του ν. 139/1975 «τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θα απελαύνουν ανιθαγενή, ευρισκόμενον κανονικώς επί του εδάφους των, ειμή μόνον δια λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημοσίας τάξεως». Αυτό σημαίνει σύμφωνα και με την επόμενη παράγραφο του ίδιου άρθρου ότι πολύ σοβαροί και μόνον λόγοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μία απόφαση απέλασης του υπό κρίση ανιθαγενούς από τη χώρα στην οποία βρίσκεται και, εν προκειμένω από την Ελλάδα. Παρόλα αυτά όμως -όπως σωστά ελέχθη[76]– στην πράξη κανένα μέτρο απομάκρυνσης δεν μπορεί να εκτελεστεί σε βάρος των ανιθαγενών εάν κάποιο κράτος δεν δεχτεί την είσοδό του στο έδαφός του. Στην περίπτωση δε που ο υπό κρίση ανιθαγενής έχει και την ιδιότητα του πρόσφυγα ή του δικαιούχου επικουρικής προστασίας, τότε –όπως αναφέρθηκε προηγουμένως- εμπίπτει στην ειδική προστασία της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και τυχόν απόφαση για απέλασή του ή απομάκρυνσή του από τη χώρα θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αρχή της μη επαναπροώθησης[77] και των εξαιρετικών και μόνο λόγων για τους οποίους αυτή είναι δυνατόν παρόλα αυτά να διαταχθεί[78].
Σύμφυτο με την απέλαση είναι και το θέμα της κράτησης ενός ανιθαγενούς που στερείται άδειας διαμονής ή που εισήλθε παράνομα στο ελληνικό έδαφος[79]. Μπορεί να λέγεται ότι οι ‘απάτριδες δεν πρέπει να συλλαμβάνονται’, εντούτοις, ο νόμος περί αλλοδαπών (3386/2005 όπως ισχύει) ισχύει και για αυτούς. Απλά εκείνο που πρέπει να προσεχθεί είναι ότι από τη στιγμή που διαπιστωθεί η ανιθαγένεια του υπό κρίση προσώπου, η κράτησή του θα πρέπει να αποφεύγεται και να διατάσσεται μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει η εθνική νομοθεσία και είναι σύμφωνες με τους διεθνείς κανόνες προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ενώ η δυνατότητα για εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων κράτησης θα πρέπει επίσης να εξετάζεται[80].
 
2. Γενικές ρυθμίσεις
Ως αλλοδαπός, ο ανιθαγενής υποπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίου του ν. 3386/2005 για την είσοδο, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια, όπως ειδικότερα προβλέπει η διάταξη του άρθρου 95 αυτού[81] και όπως ο νόμος αυτός ισχύει, ενώ στο άρθρο 1 περίπτ. γ΄ του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «ανιθαγενής είναι το φυσικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις της Σύμβασης της Ν. Υόρκης του 1954 περί του καθεστώτος των ανιθαγενών, η οποία έχει κυρωθεί με το ν. 139/1975 (ΦΕΚ Α’ 176)». Από τα παραπάνω συνάγεται ότι στο πρόσωπο του ανιθαγενούς θα τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του νόμου περί αλλοδαπών όσον αφορά στα θέματα της νομικής του κατάστασης, συγχρόνως όμως οι διατάξεις της Δ.Σ. του 1954 θα τον επικουρούν και θα τον προστατεύουν, μια και με βάση τη διάταξη του άρθρου 28§1 εδ.1 του Συντάγματος οι Διεθνείς Συμβάσεις που δεσμεύουν την Ελλάδα υπερισχύουν των κοινών νόμων και, συνεπώς, η Δ.Σ. του 1954 υπερισχύει των διατάξεων του νόμου περί αλλοδαπών. Η έκφραση, εξάλλου, της διάταξης του άρθρου 95 του ν. 3386/2005 ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ‘αναλόγως’ και στους ανιθαγενείς αυτό υποδηλώνει. Ότι δηλαδή οι ό,ποιες ευεργετικές διατάξεις νόμων υπάρχουν για αυτούς, αυτές πρέπει να εφαρμόζονται και να τηρούνται.
Στην περίπτωση όμως, ανιθαγενούς προσώπου που χαρακτηρίστηκε ως πρόσφυγας, ο ως άνω νόμος 3386/2005 περί αλλοδαπών τον εξαιρεί ρητά από το πεδίο εφαρμογής του, όταν στη διάταξη του άρθρου 2§1 αυτού αναφέρει ότι οι διατάξεις του υπό κρίση νόμου δεν έχουν εφαρμογή, μεταξύ των άλλων και: 2§1 περίπτ. γ΄ «στους πρόσφυγες και στα πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση για την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, η οποία έχει κυρωθεί με το Ν.Δ. 3989/1959 (ΦΕΚ Α΄ 201), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει». Μάλιστα, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του νόμου περί αλλοδαπών, σύμφωνα με τις επόμενες περιπτώσεις δ΄ και ε΄ της ίδιας διάταξης του άρθρου 2§1 και τα πρόσωπα που έχουν την άδεια να παραμείνουν στην Ελλάδα με βάση επικουρικές μορφές προστασίας ή αναμένουν τη σχετική απόφαση, για τα οποία πρόσωπα πάντως, όπως ελέχθη παραπάνω[82], οι σχετικές κοινοτικές πράξεις που έχουν εκδοθεί και έχουν ήδη ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία τα προστατεύουν, όπως ακριβώς και τους πρόσφυγες. Κοινοτικές πράξεις που αναφέρονται ρητά τόσο σε ανιθαγενείς-πρόσφυγες[83], όσο και απλά σε ανιθαγενείς.
Αυτό σημαίνει ότι και ο ανιθαγενής που δεν είναι αναγνωρισμένος πρόσφυγας μπορεί μεν να εμπίπτει στο νόμο περί αλλοδαπών, πλην όμως στην περίπτωση που ζήτησε άσυλο ή άλλου είδους μορφή επικουρικής προστασίας είτε πήρε τη σχετική άδεια διαμονής είτε αναμένει τη σχετική απόφαση, ειδικότεροι νόμοι ρυθμίζουν τη νομική του κατάσταση[84].
 
3. Ειδικές ρυθμίσεις
Ενόψει των παραπάνω, ένα άτομο από τη στιγμή που στη χώρα μας θεωρείται ανιθαγενής -de jure ή de facto- εκτός από το ευνοϊκό καθεστώς που θα του αναγνωριστεί με βάση τα διεθνή συμβατικά κείμενα που δεσμεύουν την Ελλάδα, ιδίως δε και μέσω της ρήτρας που προβλέπεται σε αυτά για μεταχείριση ‘τουλάχιστον εξ ίσου ευνοϊκήν προς την παρεχομένην εις τους ημεδαπούς’, υπάρχει και μία σειρά ειδικότερων ρυθμίσεων και, κυρίως, ειδικότερων εσωτερικών νομοθετικών διατάξεων που προσδίδουν στον ανιθαγενή μεταχείριση κατά πολύ ευνοϊκότερη των υπόλοιπων αλλοδαπών που διαμένουν στην Ελλάδα.
΄Ετσι, εκτός από τα δικαιώματα που ο ν. 139/1975 προβλέπει για τους ανιθαγενείς αναφορικά με την εκπαίδευσή τους (άρθρο 22)[85], την εργασία τους (άρθρα 17-19)[86], την κρατική αρωγή και περίθαλψη (άρθρο 23), την κοινωνική ασφάλιση (άρθρο 24) –δικαιώματα που άλλωστε τους αναγνωρίζονται και από το ν. 3386/2005[87]– όπως επίσης και τη δυνατότητα για απόκτηση κινητής και ακίνητης περιουσίας (άρθρο 13 του ν. 139/1975), καθώς επίσης και την ειδικότερη νομοθεσία με την οποία κοινοτικές Οδηγίες ενσωματώθηκαν στο δίκαιό μας, επιγραμματικά και μόνον αναφέρουμε, μεταξύ άλλων: (α) τη διάταξη του άρθρου 1§2 εδ. β΄ του νόμου 3226/2004 για την παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, όπου μεταξύ των δικαιούχων περιλαμβάνονται και οι ανιθαγενείς, εφόσον νομίμως έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους σε κράτος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, (β) τη διάταξη του άρθρου 195§2 ΚΠολΔ για το ευεργέτημα πενίας που δύνανται να έχουν, (γ) το νόμο 3454/2006 για την ενίσχυση της οικογένειας, σύμφωνα με τον οποίον οι παροχές που προβλέπονται στο νόμο αυτόν χορηγούνται και στους ανιθαγενείς (όπως και στους ανιθαγενείς-πρόσφυγες), (δ) την Υπ. 139491/2006 για τον καθορισμό των προϋποθέσεων, των κριτηρίων και των διαδικασιών πρόσβασης στο σύστημα νοσηλευτικής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ανασφαλίστων και οικονομικά αδυνάτων πολιτών, ενώ (ε) ευνοϊκή ρύθμιση για τους ανιθαγενείς υιοθετεί και ο Κώδικας της Ελληνικής Ιθαγένειας ειδικά ως προς το ζήτημα της πολιτογράφησής τους[88]. Ρύθμιση που παρόλο που προβλεπόταν στη διάταξη του άρθρου 32 του ν.139/197, εντούτοις, μόλις το 2001 με το νόμο 2910/2001 περί αλλοδαπών[89] το πρώτον θεσμοθετήθηκε.
 
Αντί επιλόγου
Από τα όσα προελέχθησαν, το να βρεθεί ένα άτομο σε κατάσταση ανιθαγένειας φαίνεται ότι τελικά δεν είναι και τόσο εξωπραγματικό. Και αυτό επιβεβαιώνεται στην πράξη από τις όχι σπάνιες περιπτώσεις όπου η Διοίκηση και οι εμπλεκόμενες με τα ζητήματα αλλοδαπών αρχές έρχονται αντιμέτωπες με άτομα που είτε εισήλθαν στο ελληνικό έδαφος παράνομα, χωρίς όμως να μπορούν να αποδείξουν την ιθαγένειά τους -ακόμα και να το θέλουν- είτε μετέπεσαν αργότερα στην κατάσταση της ανιθαγένειας, όταν η χώρα καταγωγής τους δεν τους ανανέωσε το διαβατήριο που αυτοί αρχικά κατείχαν, θεωρώντας τους έτσι ότι πλέον δεν ανήκουν στους υπηκόους της.
Παρόλο που γενική αρχή του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου (ΔΔΔ) είναι η μη περιέλευση ενός ατόμου σε κατάσταση ανιθαγένειας[90] Nottebohm του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης[93], υποχώρησε έως ένα βαθμό από τη στιγμή που το Διεθνές αυτό Δικαστήριο έκρινε πως κατά την πολιτογράφηση θα πρέπει να υφίσταται γνήσιος δεσμός μεταξύ κράτους ιθαγένειας και πολίτη για την αναγνώριση απονομής της ιθαγένειας ως διεθνώς παραδεκτής. , εντούτοις η αρχή αυτή έρχεται αντιμέτωπη με την άλλη, επίσης του ΔΔΔ αρχή που ορίζει ότι τα ζητήματα κτήσης και απώλειας από ένα πρόσωπο της ιθαγένειας μιας πολιτείας ρυθμίζονται από το δίκαιο της πολιτείας αυτής[91]. Ότι δηλαδή, κάθε πολιτεία είναι αποκλειστικά αυτή και μόνον αρμόδια να θέτει τους κανόνες που θα διέπουν τον τρόπο και τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες αλλοδαποί θα μπορούν να γίνουν πολίτες της, αλλά και τον τρόπο που πολίτες της θα μπορούν να απωλέσουν την ιδιότητά τους αυτή[92]. Μια αρχή, που μετά την υπόθεση
Μετά όμως και την απόφαση του ΔΕΚ (νυν ΔΕΕ) C-135/08 Janko Rottman v. Freistaat Bayern[94], παρατηρούμε πως η τελευταία αυτή αρχή φαίνεται και πάλι να υποχωρεί -τουλάχιστον σε ενωσιακό επίπεδο- ενδυναμώνοντας κατά κάποιο τρόπο την πρώτη αρχή, δηλαδή την αρχή της μη δημιουργίας ανιθαγενών προσώπων. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγουμε, κυρίως, γιατί το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση έκρινε πως τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. μπορεί να είναι αποκλειστικά αρμόδια να καθορίζουν τις προϋποθέσεις κτήσης και απώλειας της ιθαγένειας, όμως κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους αυτής θα πρέπει να τηρούν και το δίκαιο της ΄Ενωσης. Σύμφωνα με τις σκέψεις της απόφασης, θα πρέπει οι συνέπειες που θα έχει η απώλεια της ‘ευρωπαϊκής ιθαγένειας’ να σταθμίζονται και με τα έννομα αγαθά που προστατεύονται με την πράξη της αφαίρεσης της ιθαγένειας κράτους-μέλους τόσο από άποψη κοινοτικού δικαίου όσο και από άποψη εθνικού δικαίου[95].
H απόφαση Rottman, μας οδηγεί και στο συμπέρασμα ότι -τουλάχιστον στο πλαίσιο των εθνικών εννόμων τάξεων των 27 κρατών-μελών που απαρτίζουν την Ε.Ε- κανένας ‘ευρωπαίος πολίτης’ δεν είναι δυνατόν να καταστεί άπολις κατ’ εφαρμογή της αρχής της αποκλειστικής αρμοδιότητας που τα κράτη έχουν να ορίζουν -ως κυρίαρχα κράτη που είναι- μεταξύ των άλλων, και το ζήτημα των λόγων απώλειας της ιθαγένειας της πολιτείας τους, όταν αποτέλεσμα της απώλειας αυτής (ιδίως μέσω του θεσμού της έκπτωσης) θα είναι και η (αναγκαστική) απώλεια από το υπό κρίση άτομο της ιδιότητας του πολίτη της ΄Ενωσης. Κάτι, που μας οδηγεί επίσης στο συμπέρασμα ότι, αφενός η αρχή του ΔΔΔ της μη δημιουργίας ανιθαγενών ατόμων πράγματι κατοχυρώνεται απόλυτα σε ενωσιακό επίπεδο και, αφετέρου μας κάνει να σκεφτούμε πως οι περιπτώσεις αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας που ο ΚΕΙ προβλέπει, ακόμη και το Σύνταγμά μας στη διάταξη του άρθρου 4§3 εδ. β΄ αυτού, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούν να οδηγήσουν στο να καταστεί ένας έλληνας πολίτης ανιθαγενής. Αρχή που, εδώ και χρόνια εξάλλου, υφίσταται και γίνεται πράγματι σεβαστή από την ελληνική πολιτεία και τον ΚΕΙ, αλλά που όμως η χώρα μας διατηρεί και σήμερα ακόμη ορισμένα (έστω και λίγα) ανιθαγενή άτομα στο έδαφός της, από τα οποία παλαιότερα τους την είχε αφαιρέσει[96].

Επειδή το ζήτημα αυτό απαιτεί άλλου είδους ανάλυση που ξεφεύγει της παρούσας μελέτης, η οποία επικεντρώνεται αποκλειστικά και μόνο στο να εξετάσει το νομικό καθεστώς των ανιθαγενών, όπως και το εφαρμοστέο δίκαιο στη νομική τους κατάσταση, δεν εμβαθύνουμε περισσότερο. Αντίθετα, χαιρετίζουμε τη θέση της απόφασης του ΤρΔΠρΘεσ 782/2009 -εξαιτίας της οποίας, άλλωστε, γράφηκε το παρόν άρθρο- που παρά τη διφορούμενη απάντηση του ΥΠΕΞ σε σχετικό ερώτημα της αρμόδιας Περιφέρειας αποφάσισε να πει με τόλμη το αυτονόητο ότι «εν προκειμένω, καθόσον ο αιτών βεβαιωμένα έχει απωλέσει την ιθαγένεια του Καζακστάν και δεν προκύπτει ότι έχει την ιθαγένεια άλλης χώρας, αυτός δεν είναι, πλέον, σε θέση να καταστεί κάτοχος διαβατηρίου για λόγους αντικειμενικούς, ανεξάρτητους από τη θέλησή του», αναπέμποντας έτσι την υπόθεση στον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας για νέα κρίση.

 


* Προορίζεται για το Αφιέρωμα στη Μνήμη του Γιώργου Παπαδημητρίου. Συμφοιτητής, εξαίρετος φίλος και αγαπητός συνάδελφος ο Γιώργος Παπαδημητρίου, με φυσική ευγένεια, καθαρότητα ψυχής, λεβεντιά, και αμέτρητα χαρίσματα πέρασε από τη ζωή μας εκπέμποντας ευγένεια, καλοσύνη και γενναιοψυχία. Οι εικόνες που περνούν από μπροστά μου στη σκέψη του Γιώργου, πάλλονται από συγκίνηση και από ένα συναίσθημα ευγνωμοσύνης να με πλημμυρίζει που τον γνώρισα και που με είχε ανάμεσα στους φίλους του. Εξάλλου, τι μένει από το πέρασμά μας στη ζωή αυτή αν όχι τα βαθειά αισθήματα της φιλίας και οι αξέχαστες στιγμές κοινών στόχων και οραμάτων σε αυτούς που μένουν ;
Απλός και ευθύς στον χαρακτήρα, έντιμος και δίκαιος, ανέδειξε τα ηγετικά του προσόντα ήδη από το πρώτο έτος των φοιτητικών μας χρόνων. Στην εποχή του 1-1-4, του Κυπριακού και της δικτατορίας, στις έντονες πολιτικές καταστάσεις που τότε ζούσαμε παράλληλα με την παρακολούθηση των μαθημάτων μας στη Νομική Θεσσαλονίκης, οι μαζώξεις στο σπίτι του Γιώργου ήταν μια όαση στα όσα συνέβαιναν γύρω μας, ενώ η κα Ρούλα, η μητέρα του, που μας υποδεχόταν απίθανες ώρες και μέρες, μας ετοίμαζε πάντα κάτι συνεχίζοντας όμως παράλληλα τη συγγραφή του ό,ποιου λογοτεχνικού κειμένου την απασχολούσε εκείνη τη στιγμή, ενόσω εμείς συζητούσαμε.
Η παρακολούθηση των θερινών μαθημάτων Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στη Χάγη και η επίσκεψή μας στη συνέχεια στο Βερολίνο, προσκεκλημένοι από τη γερμανική κυβέρνηση μαζί με καθηγητές μας -ως εν δυνάμει μελλοντικοί επιστήμονες στα ανθρώπινα δικαιώματα- όπου μεταξύ των άλλων παρακολουθήσαμε και συνεντεύξεις ανατολικογερμανών που είχαν κατορθώσει να δραπετεύσουν από την Ανατολική Γερμανία στη Δυτική, χαράχτηκαν βαθειά μέσα μας και επηρέασαν τον καθένα μας ανάλογα με το χαρακτήρα και τα πιστεύω του. Στον Γιώργο υπήρξε καταλυτική η επαφή αυτή. Επαφή που συνεχίστηκε δίπλα στον καθηγητή και μέντορά του Αριστόβουλο Μάνεση για να καταλήξει στην προσωπικότητα ‘Παπαδημητρίου’ που όλοι γνωρίσαμε. Τον συνταγματολόγο, τον δημοκράτη, τον πατριώτη, τον υπερασπιστή του δικαίου και της δικαιοσύνης. Έναν άνθρωπο αφοσιωμένο στην επιστήμη του, σεμνό στις δράσεις του, αξιαγάπητο στις σχέσεις του, που αγαπούσε τους φίλους του όπως και την οικογένειά του. Έναν καταξιωμένο ερευνητή και επιστήμονα με καταλυτική παρουσία στο νομικό γίγνεσθαι της χώρας μας, την οποία και επάξια εκπροσώπησε όταν και όποτε του ζητήθηκε.
** Ευχαριστώ την Πρόεδρο Διοικητικών Δικαστών κα Όλγα Ζήκου που έθεσε υπόψη μου την ενλόγω απόφαση και για την εποικοδομητική συζήτηση που είχαμε, όπως επίσης ευχαριστώ τη δικηγόρο κα ΄Ερικα Καλαντζή, Εθνική συντονίστρια του Ευρωπαϊκού Νομικού Δικτύου για το ΄Ασυλο (ELENA) για τις πολύ χρήσιμες πληροφορίες που μου παρείχε κατά τη συγγραφή του παρόντος άρθρου.
[1] Πρόκειται για το θεσμό της ‘έκπτωσης’, ήτοι της αφαίρεσης μονομερώς από την ελληνική πολιτεία της ελληνικής ιθαγένειας από συγκεκριμένο άτομο και για συγκεκριμένους λόγους. Η περίπτωση αυτή απώλειας (ακούσιας απώλειας) της ελληνικής ιθαγένειας, υπό το καθεστώς του νυν ισχύοντος Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (ν.3284/2004 όπως ισχύει), προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 17 ΚΕΙ, ενώ υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΚΕΙ (ν.δ. 3370/1955) προβλεπόταν εκτός από τη διάταξη του άρθρου 20 -που αντιστοιχούσε στη σημερινή διάταξη του άρθρου 17 ΚΕΙ- και στη διάταξη του άρθρου 19 αυτού, διάταξη που είχε στο μεταξύ καταργηθεί με το άρθρο 9§14 του ν. 2623/1998.
Η καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 19 του προϊσχύσαντος ΚΕΙ ρύθμιζε την περίπτωση μονομερούς αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας με απόφαση του Υπουργού των Εσωτερικών, μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Ιθαγένειας, από έναν αλλογενή έλληνα ο οποίος εγκατέλειπε το ελληνικό έδαφος χωρίς να έχει πρόθεση να επιστρέψει σε αυτό. Διάταξη που είχε κριθεί αντισυνταγματική με βάση το Σύνταγμα του 1975 που, ωστόσο όμως, διατηρήθηκε σε ισχύ με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 111§6 Σ. «μέχρι της δια νόμου καταργήσεώς της». Μία κατάργηση που επισυνέβη τελικά είκοσι τρία χρόνια αργότερα. [Σχετικά με τη διάταξη αυτή και τα προβλήματα που δημιούργησε εφαρμοζόμενη ιδίως σε έλληνες της μειονότητας της Θράκης βλ. αντί άλλων Χ. Παμπούκη, Το άρθρο 19 του Ελληνικού Κώδικα Ιθαγένειας, Requiem σε μια αναχρονιστική διάταξη, σε Σύγχρονα Θέματα 1997 σ. 36 επ., N. Sitaropoulos, Freedom of Movement and the Rights to a Nationality v. Ethnic Minorities: The Case of ex Article 19 of the Greek Nationality Code, EJML 2004. 205 επ., τονίδιο, Discriminatory Denationalizations Based on Ethnic Origin: The Dark Legacy of Ex-art. 19 of the Greek Nationality Code, in, P. Shah/W. Mekin (επιμ.), Migration, Diasporas and Legal Systems in Europe, 2006. 107επ., δημοσιευμένο στα ελληνικά «Αφαίρεση της ιθαγένειας με κριτήριο την εθνοτική καταγωγή. Η βαριά σκιά του άρθρου 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας του 1955» σε Επετηρίδα Δικαίου Προσφύγων και Αλλοδαπών (ΕΔΠΑ) 2007 σ.683 επ.]. Για άλλες επίσης περιπτώσεις μονομερούς αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας με βάση τη διάταξη του τότε ισχύοντος άρθρου 20 ΚΕΙ, όπως και με βάση ειδικότερους νόμους όπως π.χ. για αντεθνική δράση βλ. αντί άλλων Τ. Κωστόπουλο, «Αφαίρεση ιθαγένειας». Η σκοτεινή πλευρά της νεοελληνικής ιστορίας (1926-2003), σε Σύγχρονα Θέματα (τεύχος 83) 2003 σ. 33 επ.
Σχετική νομολογία για τις διατάξεις των άρθρων 19 και 20 του καταργηθέντος ΚΕΙ του 1955 βλ. σε ΕΔΠΑ, που κατ΄έτος εκδίδει η ΄Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (γραφείο Αθηνών) με επιμέλεια Ε. Καλαντζή. Η έκδοση του 2007 της ως άνω Επετηρίδας είναι στο μεγαλύτερό της μέρος αφιερωμένη σε σχετικές με ιθαγένεια αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ).

[2] ‘Ακούσια απώλεια’ σε αντίθεση με την ‘εκούσια’ απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας για την τελευταία από τις οποίες το άρθρο του Γιώργου Παπαδημητρίου παραμένει πάντα κλασικό (Γ. Παπαδημητρίου, Το Σύνταγμα και η εκούσια αποβολή της ιθαγένειας, ΤοΣ 1979. 418 επ.).

[3] Για τους ανιθαγενείς βλ. ενδεικτικά Ε. Κρίσπη-Νικολετοπούλου, Η Ιθαγένεια (Γενική θεωρία-Συγκριτικόν Δίκαιον), 1965, Α. Μπεντερμάχερ-Γερούση, Ιθαγένεια. Πολυϊθαγένεια. Ανιθαγένεια, σε Τιμητικό Τόμο για τον Ηλία Κρίσπη, 1995 σ. 277 επ., Κ. Χορτάτο, Δίκαιον Ανιθαγένειας 1961, C. Batchelor, Statelessness and the Problem of Resolving Nationality Status, IJRL 1988.156 επ., τηνίδια, Statelessness Persons: Some Gaps in International Protection, IJPL 1995. 232 επ., P.A. Mutharika, The Regulation of Statelessness under the International and National Law, 1980, S. Saroléa, L’ apatridie. Du point de vue interétatique au droit de la personne, RDE 1998. 185, M. Verwilghen, Conflits de nationalités. Plurinationalité et apatridie, in Recueil de Cours (277), 1999, L.Van Waas, Nationality matters, Statelessness and International Law, Intersentia 2008, P. Weis, Le statut international de réfugiés et apatrides, Clunet 1956. 5επ, , τονίδιο, Nationality and Statelessness in International Law, 19792, D.S. Weissbrodt/C. Collins, The Human Rights of Stateless Persons, HRQ 2006. 245 επ., B. Blitz, Statelessness, Protection and Equality, 2009 Refugee Studies Centre, University of Oxford. Βλ. και το πολύ χρήσιμο εγχειρίδιο προς τους βουλευτές της ΄Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και της Τρίτης Διαρκούς Επιτροπής της Διακοινοβουλευτικής ΄Ενωσης για τη Δημοκρατία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που δημοσιεύτηκε το 2005 με τίτλο ‘Nationality and Statelessness. A Handbook for Parliamentarians’ (βλέπε, σε διάφορες γλώσσες, στη διεύθυνση: http://www.unhcr.org/refworld/docid/436608b24.html).

[4] Πρόκειται για το νόμο περί αλλοδαπών, που αναφέρεται στην ‘Είσοδο, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια’ με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 91§11 του οποίου είχε δοθεί, σε ορισμένες κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών που διέμεναν ήδη για κάποια χρόνια στην Ελλάδα, η δυνατότητα να μπορέσουν να νομιμοποιηθούν υποβάλλοντας τα οριζόμενα δικαιολογητικά μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του υπό κρίση νόμου.

[5] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση παράνομου αλλοδαπού, κουρδικής καταγωγής γεννημένου στην Τουρκία, να μη μπορεί να επαναπροωθηθεί/απελαθεί στη γείτονα χώρα μια και η Τουρκία δεν του είχε ποτέ χορηγήσει χαρτιά, επειδή η μητέρα του δεν είχε δηλώσει τη γέννησή του -πιθανότατα εξαιτίας του ότι ήταν εξώγαμο τέκνο- έχοντας στα χέρια του μόνο μία βεβαίωση για το ότι μπορούσε να παραμένει στην Τουρκία ‘υπό καθεστώς ανοχής’. Από τη στιγμή όμως, που ο ίδιος εγκατέλειψε το τουρκικό έδαφος, το νομικό του καθεστώς -θα λέγαμε- είναι ‘στον αέρα’ αφού μη κατέχοντας τουρκική ιθαγένεια η γείτονα χώρα δεν τον δέχεται πίσω στα εδάφη της.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι, επίσης, να έχει εγκαταλειφθεί στην Ελλάδα ανήλικο παιδί από τον αλλοδαπό του γονέα με τον οποίον είχαν εισέλθει μαζί παράνομα στην ελληνική επικράτεια. [Συμβαίνει, μάλιστα, το παιδί αυτό να έχει παρακολουθήσει και ορισμένες τάξεις στο ελληνικό σχολείο. Και αυτό γιατί, ως γνωστόν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72§3 περίπτ. δ΄ του ν. 3386/2005, είναι δυνατή η εγγραφή αλλοδαπών τρίτων χωρών στην υποχρεωτική εκπαίδευση ακόμα και αν δεν έχει ρυθμιστεί η νόμιμη διαμονή τους στη χώρα]. Το άτομο αυτό ως ενήλικας πλέον, μη διαθέτοντας χαρτιά (διαβατήριο κ.ά.) – για λόγους που ανά περίπτωση μπορεί να ποικίλλουν – και μη μπορώντας να αποδείξει την ιθαγένειά του (προφανώς γιατί η χώρα καταγωγής του δεν τον αναγνωρίζει ως δικό της υπήκοο είτε εξαιτίας της μακράς παραμονής του εκτός των εδαφών της, είτε εξαιτίας του ότι ανήκε σε μειονοτική ομάδα στη χώρα αυτή, είτε για άλλους λόγους) παραμένει στη χώρα μας ως ένα άτομο χωρίς πατρίδα, ένα άτομο που καμία χώρα δεν το αναγνωρίζει ως πολίτη της. Και, κυρίως, ως ένα άτομο που δεν διαθέτει καθόλου χαρτιά!

[6] Με βάση τόσο τη διάταξη του άρθρου 12§1 της Δ.Σ. του 1954 για το καθεστώς των ανιθαγενών (ν.139/1975) όσο και τη διάταξη του άρθρου 30 Α.Κ για το εφαρμοστέο δίκαιο στην περίπτωση που λείπει η ιθαγένεια από ένα πρόσωπο. (Σχετικά με την τελευταία διάταξη βλ. Β. Βαθρακοκοίλη ΄Αρθρο 30 ΑΚ σε ΕΡΝΟΜΑΚ τ. Α΄ Γενικές Αρχές – άρθρα 1-286, 2001, Σ. Βρέλλη, ΄Αρθρο 30 ΑΚ σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας. Ερμηνεία κατ’ άρθρο. Ι Γενικές Αρχές 1978, Ι. Καράκωστα, ΄Αρθρο 30 ΑΚ σε Αστικός Κώδικας. Γενικές Αρχές, ΄Αρθρα 1-126. Τόμος πρώτος 2005, Ε. ΚρίσπηΝικολετοπούλου, Η ιθαγένεια σ. 108επ., Η. Κρίσπη, Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον, Γενικόν Μέρος 1970 σ. 279 επ, Γ. Μαριδάκη, Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιο, τ. Ι 19672 σ. 256 επ., Α. Μεταλληνό, ΄Αρθρο 30 ΑΚ σε Απ. Γεωργιάδη (επιμ.), ΣΕΑΚ (Ι) ΄Αρθρα 1-94, 2010), Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, ΄Αρθρο 30 ΑΚ σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας. Ερμηνεία κατ’ άρθρο. Ι Γενικές Αρχές 20122 (υπό έκδοση).

[7] Ν. 3284/2004, όπως ισχύει.

[8] Με το αυτό περιεχόμενο και η διάταξη του άρθρου 26δις του προϊσχύσαντος ΚΕΙ του 1955.

[9] Βλ. την ιστοσελίδα της ΄Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ του γραφείου Αθηνών http://www.unhcr.gr/prostasia/anithageneis.html ανιθαγενείς, όπου πολλές πληροφορίες.

[10] Ως σύγκρουση νόμων εννοούμε τα προβλήματα εφαρμοστέου δικαίου, ήτοι τα προβλήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που δημιουργούνται στις περιπτώσεις όπου ενυπάρχει κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας.

[11] Ως αρνητική σύγκρουση ιθαγενειών νοείται η περίπτωση όπου σε μία υπόθεση με στοιχείο αλλοδαπότητας καμίας πολιτείας το δίκαιο δεν τυγχάνει εφαρμοστέο σε έναν ανιθαγενή, αφού καμία πολιτεία δεν τον θεωρεί πολίτη της, σε αντίθεση με τη θετική σύγκρουση των ιθαγενειών που έχει να κάνει με τα πολυϊθαγενή άτομα. [Σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στην προσωπική κατάσταση των πολυϊθαγενών βλ ενδεικτικά Β. Κούρτη, Διπλή ιθαγένεια. Ευρωπαϊκές εξελίξεις και προβληματισμοί, Αρμ. 1999. 1368 επ., Α. Μπεντερμάχερ-Γερούση, Ζητήματα διπλής ιθαγένειας, Αρμ. 1980. 9 επ., Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, Η διπλή ιθαγένεια (πολυϊθαγένεια) κατά το ελληνικό δίκαιο, σε Τιμητικό Τόμο για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη, 2007 ΙΙΙ σ. 437 επ., G. Kojanec, Multiple Nationality, in Trends and Developments in National and International Law on Nationality, Council of Europe 1999.

[12]Συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης να είναι ανιθαγενής ένας εκ των γονέων του οποίου την ιθαγένεια αποκτά το τέκνο κατά το εφαρμοστέο δίκαιο ιθαγένειας, για παράδειγμα τέκνο Παλαιστίνιου και Λιβανέζας, στο μέτρο που κατά το ισχύον δίκαιο ιθαγένειας τουΛιβάνουτο τέκνο αποκτά την ιθαγένεια του πατέρα. Σε παρόμοια περίπτωση, κατά τον ισχύοντα Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας απονέμεται η ελληνική ιθαγένεια για τα παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα με τη διαδικασία καθορισμού ιθαγένειας.

[13] Με βάση έρευνα της ΄Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, οι γυναίκες είναι από τις πιο ευάλωτες στην ανιθαγένεια πληθυσμιακές ομάδες και αυτό γιατί περίπου 30 χώρες διατηρούν ακόμη και σήμερα νόμους περί ιθαγένειας που είναι μεροληπτικοί σε βάρος των γυναικών, ιδίως όταν αυτές παντρεύονται αλλοδαπούς που είναι ανιθαγενείς. Και αυτό επειδή η μητέρα δεν μπορεί να προσδώσει στο παιδί της την ιθαγένεια που η ίδια κατέχει, ακόμα και όταν το παιδί της γεννιέται στο έδαφος της χώρας της. Βλ. Σχετικές πληροφορίες στο εγχειρίδιο προς τους βουλευτές ‘Nationality and Statelessness. A Handbook for Parliamentarians’(ό.π. σ. 44).

[14] Όταν π.χ. το κράτος Χ στο οποίο γεννήθηκε ο ενδιαφερόμενος απονέμει την ιθαγένεια με αποκλειστικό κριτήριο την καταγωγή (ius sanguinis), ενώ το κράτος Ψ, την ιθαγένεια του οποίου έχουν οι γονείς του την απονέμει με αποκλειστικό κριτήριο τον τόπο γέννησης (ius soli). Στην περίπτωση που ο ως άνω ενδιαφερόμενος έχει γεννηθεί στο κράτος Χ είναι ανιθαγενής ήδη από τη γέννησή του.

[15] Ιδίως όταν τα άτομα αυτά είναι διαφορετικής φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής και λείπουν για καιρό στο εξωτερικό ή διαμένουν στην αλλοδαπή, στερώντας τους έτσι -σύμφωνα με την υπάρχουσα εθνική νομοθεσία- η Πολιτεία τους την ιθαγένεια που αυτοί προηγουμένως είχαν, με αποτέλεσμα να καθίστανται ανιθαγενείς.

[16] Π.χ. στη χώρα μας οι περισσότεροι τσιγγάνοι τακτοποιήθηκαν μόλις το 1978 και το 1979 μετά τις Γενικές Διαταγές (υπ’ αριθμ.212/1978 και 81/1979) που εξέδωσε το Υπουργείο Εσωτερικών για την ιθαγενειακή και δημοτολογική τους τακτοποίηση με βάση τις διατάξεις του τότε ισχύοντος ΚΕΙ του 1955 σχετικά με τους ανιθαγενείς (για περισσότερες πληροφορίες βλ. την Ειδική έκθεση του Συνήγορου του Πολίτη (ΣτΠ) για τη Δημοτολογική τακτοποίηση των ελλήνων τσιγγάνων. Κύκλος Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αύγουστος 2009), χωρίς να ξεχνάμε και την περίπτωση των «αδηλώτων».

[17] Βλ. σχετικά και τις Συστάσεις του Συμβουλίου Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη-μέλη Recommandation No R(83)1 relative aux nomades apatrides ou de nationalité indéterminée και Recommandation No R(99)18 sur la prévention et la réduction des cas d’apatridie. Η πρώτη από τις ως άνω Συστάσεις εννοεί ως ακαθόριστης ιθαγένειας άτομα, κάθε άτομο το οποίο βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με έναν άπατρι για το λόγο, κυρίως, ότι είναι αδύνατος ο προσδιορισμός ποίου κράτους υπήκοος είναι το συγκεκριμένο άτομο.

[18] Αντί άλλων βλ. C. Economidès, Les effets de la succession d’Etats sur la nationalité des personnes physiques, RGDP 1999. 577, Z. Galicki, State Succession and Nationality, 1st European Conference on Nationality, Strasbourg 1999, CONF/NAT (99)

[19] Π.χ. μετά τη διάλυση κρατών, όπως η ΕΣΣΔ ή η Γιουγκοσλαβία, αλλά και κρατών της Αφρικής και της Ασίας, εμφανίστηκαν φαινόμενα ατόμων που έχασαν την ιθαγένειά τους είτε λόγω της προσάρτησης ή της ανεξαρτησίας τμημάτων επικράτειας μιας χώρας συνεπεία εμπόλεμης κατάστασης ή λύσης μιας ομοσπονδίας κρατών. (΄Ετσι προέκυψαν ανιθαγενείς στα υψώματα του Γκολάν μετά την κατάληψη της γης αυτής από το Ισραήλ, οι Μπιχάρις μετά τη δημιουργία του Μπαγκλαντές, οι Κούρδοι στη Συρία, οι Τάταροι της Κριμαίας, οι Μπιτούν στα κράτη του Περσικού Κόλπου, αλλά και ανιθαγενείς στην Αιθιοπία μετά το 1998 όταν ξέσπασε ο πόλεμος με την Ερυθραία και αλλού).

[20] Σχετική είναι η περίπτωση διαγραφής από τον «κατάλογο των μόνιμων κατοίκων» της Σλοβενίας, προσώπων, που μετά τη διάλυση του τότε κράτους της Γιουγκοσλαβίας παρέμειναν στο έδαφός της και που η Σλοβενία παρέλειψε να ρυθμίσει το καθεστώς της νόμιμης διαμονής τους στην επικράτειά της (Βλ. την απόφαση του ΕΔΔΑ της 13ης Ιουλίου 2010 Kuric and others v. Slovenia, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο του Στρασβούργου αποφάσισε, στο πλαίσιο του προστατευτικού πεδίου του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, ότι υποχρέωση του κράτους είναι εκτός των άλλων να λαμβάνει και τα απαραίτητα μέτρα για τον καθορισμό του νομικού καθεστώτος των ανιθαγενών που βρίσκονται στα εδάφη του. Να σημειωθεί, πάντως, ότι η Σλοβενία άσκησε προσφυγή κατά της ενλόγω απόφασης, η οποία αναμένεται να εκδικαστεί από το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως του Δικαστηρίου). Σχετικά με τις σημαντικότερες αποφάσεις για ανιθαγένεια βλ. http://www.unhcr.org/45179cbd4.html.

[21] Για το λόγο αυτό η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ με την απόφασή της Νο 55/153 ψήφισε στις 12.12.2000 ένα Annexe με θέμα «διαδοχή κρατών και ιθαγένεια», ενώ το Συμβούλιο της Ευρώπης περιέλαβε ειδικό κεφάλαιο με το ίδιο θέμα στο κείμενο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του 1997 για την ιθαγένεια και το 2006 εξέδωσε τη Σύμβαση για την Αποτροπή της Ανιθαγένειας στις περιπτώσεις Διαδοχής Κρατών.

[22] Βλ. το Πόρισμα για την πρόληψη και τη Μείωση της Ανιθαγένειας και την Προστασία των Ανιθαγενών του ΄Υπατου Αρμοστή των Η.Ε. που επικυρώθηκε από τη Γεν. Συνέλευση του ΟΗΕ (έγγραφο Α/RES/50/1529.2. 1996).

[23] Αντί άλλων βλ. Παπασιώπη-Πασιά, Το άρθρο 15 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Ελληνικό Δίκαιο Ιθαγένειας, ΕΕΕυρΔ 1999. 479 επ., G. Schram, Article 15 στο γενικό έργο των A. Eide/G Alfredson and others, The Universal Declaration of Human Rights, A Commentary, 1992 σ. 229 επ.

[24] Βλ. και τη διάταξη του άρθρου 7§1 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (ν. 2101/1992), καθώς επίσης τις διατάξεις του άρθρου 24§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997) και του άρθρου 9§1 της Διεθνούς Σύμβασης των Η.Ε. για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (ν. 1342/1983).

[25] Ε. Κρίσπη-Νικολετοπούλου, Η ιθαγένεια, σ. 57επ.

[26] «Την ελληνική ιθαγένεια αποκτά από τη γέννησή του και όποιος γεννιέται σε ελληνικό έδαφος, εφόσον: α)….β) δεν αποκτά αλλοδαπή ιθαγένεια με τη γέννησή του ούτε μπορεί να αποκτήσει τέτοια με σχετική δήλωση των γονέων του στις οικείες αλλοδαπές αρχές, αν το δίκαιο της ιθαγένειας των γονέων του απαιτεί την υποβολή παρόμοιας δήλωσης, ή γ) είναι άγνωστης ιθαγένειας, εφόσον η αδυναμία διαπίστωσης της τυχόν αποκτώμενης με τη γέννηση αλλοδαπής ιθαγένειας δεν οφείλεται σε άρνηση συνεργασίας γονέα». Βλ. σχετική ανάλυση σε Παπασιώπη-Πασιά, Δίκαιο Ιθαγένειας, 20118 σ. 91επ.

[27] Μεταξύ πολλών βλ. J.Chan, The Right to a Nationality as a Human Right, HRLJ 1991. 1 επ., Z. Papassiopi-Passia, Le droit à la nationalité, in Essays in honor of Georgios I. Kassimatis, Ant. Sakkoulas/Bruyant, 2004 σ. 507 επ., F. Rezek, Le droit international de la nationalité, in Recueil des Cours (198) 1986-III σ. 333 επ., D.S. Weissbrodt/C.Collins, The Human Rights of Stateless Persons, HRQ 2006. 245 επ.

[28] Βλ. π.χ. την υπόθεση Danyal Shafiq υπηκόου Μπαγκλαντές κατά Αυστραλίας της 31.10.226 σε ΕΔΠΑ 2008. 337 επ. με απόδοση στα ελληνικά Ε. Καλαντζή, όπου η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ με την υπ΄αρίθμ.1324/2004 ανακοίνωσή της έκρινε ότι ελλείψει πιστοποιητικού γέννησης ή ιθαγένειας είναι αδύνατη η απομάκρυνση από τη χώρα υποδοχής του προσφεύγοντος/κρατουμένου λόγω της άρνησης της διπλωματικής αποστολής του κράτους καταγωγής του να τον αναγνωρίσει ως πολίτη του.

[29] Βλ. π.χ. το από 19.4.2005 έγγραφο του Συνήγορου του Πολίτη (20143/2004/5.10.2007) προς τη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης του Υπ. Εσωτερικών, με το οποίο ζητούσε να ληφθεί πρόνοια για νομιμοποίηση ενήλικων αλλοδαπών που είχαν φοιτήσει σε ελληνικά δημόσια εκπαιδευτικά Ιδρύματα και οι οποίοι στερούντο ταξιδιωτικών εγγράφων. Ο λόγος ήταν ότι αρκετά παιδιά που από μικρή ηλικία ζούσαν στην Ελλάδα, προερχόμενα κυρίως από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, κατέστησαν στην ουσία ανιθαγενή με το να μη μπορούν να προμηθευτούν από τις προξενικές αρχές της χώρας από την οποία είχαν φύγει νέο διαβατήριο. Αντιδρώντας θετικά η Διοίκηση, έδωσε τη δυνατότητα με την ΚΥΑ 11702/2006 να υπαχθούν οι συγκεκριμένοι ενήλικοι στις ρυθμίσεις του νόμου περί αλλοδαπών (δηλαδή στις διατάξεις του ν. 3386/2005 όπως ίσχυε ) εφοδιαζόμενοι πλέον με άδεια διαμονής. Μάλιστα, η Διοίκηση στη συνέχεια, με τη διάταξη του άρθρου 18§10 του ν. 3536/2007 όρισε να υπαχθούν στην ως άνω ΚΥΑ και όσοι αλλοδαποί στερούντο διαβατηρίου λόγω αντικειμενικής αδυναμίας, πλην όμως αμφότερες οι παραπάνω νομοθετικές επεμβάσεις είχαν μεταβατικό χαρακτήρα και συγκεκριμένη χρονική εφαρμογή.

[30] Η Σύμβαση αυτή κυρώθηκε μόνον από 38 κράτη επί συνόλου 193 κρατών-μελών του ΟΗΕ.

[31] Με το αυτό ακριβώς περιεχόμενο και η διάταξη του άρθρου 30 ΑΚ, πριν αυτή αντικατασταθεί από το άρθρο 1 του ν. 1329/1983. Η σημερινή διάταξη του άρθρου 30 ΑΚ ορίζει ότι «Εφόσον ο νόμος δεν καθιερώνει άλλη ρύθμιση, αν το πρόσωπο δεν έχει ιθαγένεια, εφαρμόζεται στη θέση του δικαίου της ιθαγένειας το δίκαιο της συνήθους διαμονής και, αν δεν έχει συνήθη διαμονή, το δίκαιο της απλής διαμονής». Αντικαθιστώντας η νέα διάταξη απλά τους συνδέσμους ‘κατοικία / διαμονή’ της παλαιότερης διάταξης με αυτούς της ‘συνήθους διαμονής / απλής διαμονής’ δεν προέβη σε ουσιαστική αλλαγή του περιεχομένου τους, αλλά στην επικαιροποίηση και μόνον των συνδέσμων που υπήρχαν με περισσότερο σύγχρονους συνδέσμους. Στην πραγματικότητα η ρύθμιση εξακολουθεί να είναι η αυτή όπως και πριν. [Για το σύγχρονο άρθρο 30 ΑΚ βλ. Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, ΄Αρθρο 30 ΑΚ σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας. Ερμηνεία κατ’ άρθρο. Ι Γενικές Αρχές 20122 (υπό έκδοση)].

[32] Με το ίδιο σχεδόν περιεχόμενο και η διάταξη του άρθρου 26§1 του προϊισχύσαντος ΚΕΙ του 1955.

[33] Σχετικά με τα ζητήματα αμφισβήτησης της ελληνικής ιθαγένειας υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΚΕΙ βλ. Α. Μπεντερμάχερ-Γερούση, Δικαιοδοσία επί αμφισβητήσεως ιθαγενείας, ΝοΒ 1966.913 επ.,Σ. Γραμμένο, Το δίκαιον της Ελληνικής Ιθαγένειας 20055 σ. 184 επ. και υπό το καθεστώς του νυν ισχύοντος ΚΕΙ βλ.Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, Δίκαιο Ιθαγένειας 20118 σ. 224 επ.

[34] Αναφορικά με την ακούσια αποβολή της ελληνικής ιθαγένειας βλ. Α. Εγκολφόπουλο, Η Ιθαγένεια και η στέρησις αυτής, ΝοΒ 1963. 604 επ., Σ. Γραμμένο, ό.π. άρθρο 17 ΚΕΙ, Α. Μπεντερμάχερ-Γερούση, Απώλεια της ελληνικής Ιθαγενείας και ιδία συνεπεία εκπτώσεως, ΕΕΑΝ 1948.87 επ., Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, ό.π. άρθρο 17 ΚΕΙ., καθώς επίσης και τους συγγραφείς της σημείωσης 1.
΄Οσον αφορά στη νομολογία βλ. τις σχετικές με αμφισβήτηση της ελληνικής ιθαγένειας αποφάσεις του ΣτΕ που περιλαμβάνονται στην έκδοση ΕΔΠΑ 2007, καθώς επίσης και Μ. Βροντάκη, Απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας και νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, Αρμ. 1999.1382 επ.

[35] Βλ. σχετικές αναφορές παραπάνω στη σημείωση 1.
Να σημειωθεί ότι η καταργηθείσα με το άρθρο 9§14 του ν. 2623/1998 διάταξη του άρθρου 19 του προϊσχύσαντος ΚΕΙ του 1955 δημιούργησε αρκετούς ανιθαγενείς, ενώ εξαιτίας του ότι ο νόμος του 1998 που την κατήργησε δεν έδωσε αναδρομική ισχύ σε αυτήν, είχε ως αποτέλεσμα να διαβιούν και στη χώρα μας ως ανιθαγενείς αρκετά άτομα, ιδίως της μειονότητας της Θράκης. Σήμερα, ελάχιστα από τα ενλόγω άτομα διαμένουν ως ανιθαγενείς – αναγνωρισμένοι από την ελληνική πολιτεία, στα περισσότερα από τα οποία είτε αποδόθηκε εκ νέου η ελληνική ιθαγένεια είτε ακυρώθηκε η απόφαση για την αφαίρεσή της.

[36] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο εγχειρίδιο προς τους βουλευτές της ΄Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και της Τρίτης Διαρκούς Επιτροπής της Διακοινοβουλευτικής ΄Ενωσης για τη Δημοκρατία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ‘Nationality and Statelessness. A Handbook for Parliamentarians’(ό.π. σ. 23), μια τέτοια άρνηση μπορεί να συνιστά μια μορφή απόδειξης ότι ο ενδιαφερόμενος ήταν πολίτης του υπό κρίση κράτους, αφού κατά κανόνα τα κράτη παρέχουν διπλωματική προστασία στους πολίτες τους.

[37] Στην υπό κρίση υπόθεση από την αρμόδια Περιφέρεια ζητήθηκε να πιστοποιηθεί από το ΥΠΕΞ η αδυναμία έκδοσης διαβατηρίου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 31§2 του ν. 3202/2003, προκειμένου η Περιφέρεια να προχωρήσει σε ενέργειες σχετικά με το αίτημα του ενδιαφερομένου (για ανανέωση της άδειας διαμονής του), αφού αυτός ήταν προηγουμένως κάτοχος διαβατηρίου της τέως ΕΣΣΔ, εντούτοις το ΥΠΕΞ απάντησε ότι δεν προκύπτει αντικειμενική αδυναμία εφοδιασμού διαβατηρίου από τον αιτούντα, καθόσον σύμφωνα με τηλεαντιγράφημα της ελληνικής Πρεσβείας στο Αλμάτο, προκύπτει δυνητική, υπό προϋποθέσεις αντικατάσταση διαβατηρίων των πολιτών του Καζακστάν από τις αρμόδιες αρχές της χώρας τους για τους πολίτες του. Ακριβώς όμως, οι προϋποθέσεις αυτές μη υφιστάμενες στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου τον έκαναν να μη θεωρείται πλέον από το Καζακστάν υπήκοός του.

[38] Η ΄Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, σύμφωνα με τη Δ.Σ. της Γενεύης του 1951 για το νομικό καθεστώς των προσφύγων, εκτός από τη διεθνή προστασία των προσφύγων έχει και την αρμοδιότητα για τη διεθνή προστασία των ανιθαγενών- προσφύγων. Παράλληλα, η Γεν. Συνέλευση των Η.Ε. είχε αναθέσει προσωρινά στην ΄Υπατη Αρμοστεία την εκπλήρωση του έργου που προβλέπει το άρθρο 11 της Δ.Σ. του 1961 για τη Μείωση της Ανιθαγένειας, με αποτέλεσμα η ΄Υπατη Αρμοστεία να συνεχίζει να ενεργεί ως ενδιάμεσος φορέας μεταξύ των κρατών και των ανιθαγενών που πιστεύουν ότι υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης του 1961. Παρόλο που η ενλόγω Σύμβαση δεν έχει κυρωθεί από πολλά κράτη, μεταξύ των οποίων και από τη χώρα μας, εντούτοις οι γενικές αρχές που εμπεριέχονται σε αυτήν έχουν ενσωματωθεί σε αρκετές διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας πολλών κρατών, όπως και στην πρακτική. Μεταξύ των γενικών αυτών αρχών είναι η πρόληψη της ανιθαγένειας και η απονομή της ιθαγένειας σε όσους έχουν πραγματικό σύνδεσμο με το κράτος στο οποίο επί χρόνια διαμένουν.

[39] ΄Αρθρο 25: Διοικητική Αρωγή «1. Οσάκις δια την ενάσκησιν δικαιώματος τινός υπό ανιθαγενούς είναι αναγκαία κανονικώς η βοήθεια αλλοδαπών αρχών εις άς ούτος δεν δύναται να προσφύγη, τα συμβαλλόμενα Κράτη, επί του εδάφους των οποίων ούτος διαμένει, θα μεριμνήσουν ώστε η βοήθεια αύτη να του παρασχεθή υπό των ιδίων αυτών υπηρεσιών. 2. Η εν παραγράφω 1 σκοπουμένη αρχή ή αρχαί, θα χορηγούν ή θα μεριμνούν δια την χορήγησιν υπό την επίβλεψίν των, εις τους ανιθαγενείς των εγγράφων ή πιστοποιητικών άτινα, κανονικώς, θα εχορηγούντο εις αλλοδαπόν υπό των εθνικών του αρχών ή τη μεσολαβήσει αυτών. 3. Τα ούτω εκδιδόμενα έγγραφα ή πιστοποιητικά θα αντικαθιστούν τας επισήμους πράξεις τας χορηγουμένας εις τους αλλοδαπούς υπό των εθνικών των αρχών ή τη μεσολαβήσει αυτών και θα έχουν αποδεικτικήν ισχύν μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου. 4. Επιφυλασσομένων των εξαιρέσεων αίτινες θα ηδύναντο να γίνουν δεκταί υπέρ των πενήτων, αι εν τω παρόντι άρθρω αναφερόμεναι υπηρεσίαι δύναναται να παρέχωνται επ’ αμοιβή. Αλλ’ αι αμοιβαί αύται θα είναι εύλογοι και ανάλογοι προς τας εισπραττομένας παρά των ημεδαπών επ’ευκαιρία παρεμφερών υπηρεσιών. 5. Αι διατάξεις του άρθρου τούτου ουδόλως θίγουν τα άρθρα 27 και 28». Τέτοια πιστοποιητικά που η χώρα μας μπορεί να χορηγήσει είναι δυνατόν να είναι π.χ. πιστοποιητικό γέννησης ή πιστοποιητικό γάμου ή άλλου είδους πιστοποιητικό με το οποίο πιστοποιείται συγκεκριμένο συνήθως ληξιαρχικό γεγονός που έλαβε χώρα στην ημεδαπή και αφορά το πρόσωπο του ενδιαφερόμενου ανιθαγενούς, μια και ο ίδιος δεν μπορεί να εφοδιαστεί με παρόμοιο πιστοποιητικό από τη χώρα καταγωγής του.

[40] Με βάση τη διάταξη του άρθρου 28 της ενλόγω Σύμβασης.

[41] Βλ. τα πραγματικά περιστατικά που μνημονεύονται στη σημείωση 5.

[42] K. Darling, Protection of Stateless Persons in International Asylum and Refugee Law, in IJRL (Vol.21) 2009.742 επ.

[43] Σχετική αναφορά γίνεται στο εγχειρίδιο προς τους βουλευτές ‘Nationality and Statelessness. A Handbook for Parliamentarians’ (ό.π. σ. 26).

[44] Στη Γαλλία –όπως αναφέρει η ενλόγω ΄Εκθεση- η διαδικασία αναγνώρισης του καθεστώτος του ανιθαγενούς εφαρμόζεται από το Γραφείο για την Προστασία των Προσφύγων και των Απάτριδων, που είναι επιφορτισμένο να παρέχει νομική και διοικητική συνδρομή και προστασία στους ανιθαγενείς, ενώ στην Ισπανία, η μεταναστευτική νομοθεσία ορίζει το Υπουργείο Εσωτερικών ως αρμόδιο να αναγνωρίζει το καθεστώς του ανιθαγενούς με διαδικασία που προβλέπεται με βασιλικό διάταγμα.

[45] Η ενλόγω διάταξη πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό και με αυτήν του άρθρου 28 εδ. γ΄ του ν. 139/1975 για το καθεστώς των ανιθαγενών.

[46] Το Ινστιτούτο Επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης πραγματοποίησε ειδικά σεμινάρια επιμόρφωσης το 2008 σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας με γενικό τίτλο: «Ιθαγένεια – Πολιτογράφηση». Το σχετικό κείμενο που παραθέτουμε καταρτίστηκε από το γραφείο της ΄Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ στην Αθήνα με επιμέλεια ΄Ερικα Καλαντζή.

[47] Με βάση τη διάταξη του άρθρου 28 της Σύμβασης για τους ανιθαγενείς, σε συνδυασμό και με τις παραγράφους 11 και 12 του συνοδεύοντος αυτήν Παραρτήματος.

[48] Πχ για το ελληνικό δίκαιο είτε με βάση τις διατάξεις του ν.3386/2005 περί αλλοδαπών όπως ισχύει, αφού ο ανιθαγενής -όπως προελέχθη- υποπίπτει στις ρυθμίσεις του ΔΚατΑλλ, είτε εφόσον χρήζει διεθνούς προστασίας με βάση τις διατάξεις του π.δ. 96/2008 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους, είτε ακόμα με βάση τις διατάξεις που αφορούν στους πρόσφυγες, εφόσον –όπως αναπτύσσεται αμέσως πιο κάτω- θεωρηθεί ανιθαγενής πρόσφυγας.

[49] Σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 11 του Παραρτήματος που συνοδεύει τη Δ.Σ. του 1954 για το καθεστώς των ανιθαγενών.

[50] ΄Όπως ρητά ορίζεται στην παράγραφο 15 του Παραρτήματος που συνοδεύει τη Δ.Σ. του 1954 για το καθεστώς των ανιθαγενών.

[51] Σχετική είναι η απόφαση 782/2009 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, από την οποία δόθηκε και το έναυσμα για τη σύνταξη του παρόντος άρθρου. Ακριβώς το ίδιο και οι περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το σχετικό πόρισμά του ΣτΠ (βλ. παραπάνω σημ. 29).

[52] ΄Αρθρο 28 ν.139/1975 «Τα Συμβαλλόμενα κράτη θα χορηγούν εις τους κανονικώς διαμένοντας επί του εδάφους των ανιθαγενείς, ταξιδιωτικά έγγραφα προοριζόμενα όπως επιτρέπουν εις αυτούς να ταξιδεύουν εκτός του εδάφους τούτου, εκτός εάν αντιτίθενται εις τούτο επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημοσίας τάξεως. Αι διατάξεις του παρατήματος της παρούσης Συμβάσεως θα έχουν εφαρμογήν επί των εγγράφων τούτων. Τα Συμβαλλόμενα κράτη θα δύνανται να χορηγούν τοιούτον ταξιδιωτικόν έγγραφον και εις πάντα έτερον επί του εδάφους των ευρισκόμενον ανιθαγενή, θα δίδουν δε ιδιαιτέραν προσοχήν εις τας περιπτώσεις ανιθαγενών ευρισκομένων επί του εδάφους των, οίτινες δεν δύνανται να λάβουν ταξιδιωτικόν έγγραφον της χώρας της κανονικής των διαμονής».

[53] Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί η απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου της 13ης Ιουλίου 2010 Kuric κ.ά. κατά Σλοβενίας, όπου σε υπόθεση του καθεστώτος των ανιθαγενών προσώπων και της προστασίας της οικογένειας, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε πως η παράλειψη των κρατικών αρχών να ρυθμίσουν το καθεστώς διαμονής των ανιθαγενών προσώπων εντός της κρατικής επικράτειας συνιστά προσβολή του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής τους (άρθρο 8 ΕΣΔΑ).

[54] Κυρωτικός νόμος ν.δ. 3989/1959.

[55] Κυρωτικός νόμος α.ν. 389/1968.

[56] Για την έννοια του πρόσφυγα βλ ενδεικτικά μεταξύ πολλών Νάσκου-Περράκη, Το νομικό καθεστώς των προσφύγων στη διεθνή και ελληνική έννομη τάξη. Η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 περί του καθεστώτος των προσφύγων, 1991, A. Grahl-Madsen, The Status of Refugees in International Law, Vol. I. 1966, Vol. II. 1972, A.Zimmerman (ed), The 1951 Convention relating to the Status of Refugees and its Protocol: A Commentary, Oxford 2011.

[57] Υπονοείται «ιθαγένεια». Οι όροι ‘υπηκοότητα’ και ‘ιθαγένεια’, ως γνωστόν, συμπίπτουν. Βλ. σχετικά Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, Ιθαγένεια-Υπηκοότητα. Δύο όροι με μονοσήμαντο περιεχόμενο. Η ελληνική ιθαγένεια. Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια, ΕπΕπΔΣΘ 1992. 35 επ.
Στην έννοια συνεπώς του πρόσφυγα, όπως εμφαίνεται από την ενλόγω διάταξη της Σύμβασης της Γενεύης, περιλαμβάνεται και ο ανιθαγενής.

[58] Και ως τέτοιοι θεωρούνται όσοι, από τη στιγμή που εισήλθαν νόμιμα ή παράνομα σε μία χώρα ζητώντας πολιτικό άσυλο, αναγνωρίστηκαν στη συνέχεια ως πρόσφυγες σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης της Γενεύης και, επομένως, απολαμβάνουν των δικαιωμάτων που η ενλόγω Σύμβαση παρέχει σε αυτούς.

[59] Πρόκειται για ‘επί τόπου πρόσφυγες’ δηλαδή, για άτομα τα οποία μία δεδομένη στιγμή βρέθηκαν σε κάποια χώρα, αλλά λόγω γεγονότων που επήλθαν στο μεταξύ στη χώρα της καταγωγής τους ή στη χώρα όπου προηγουμένως διέμεναν μόνιμα, δεν μπορούν να επιστρέψουν σε αυτήν γιατί εάν επιστρέψουν υπάρχει φόβος να διωχθούν είτε για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις είτε για έναν από τους υπόλοιπους λόγους που αναφέρονται στη Σύμβαση της Γενεύης.

[60] Πρόκειται για άτομα που δεν έχουν αναγνωρισθεί ως πρόσφυγες -σύμφωνα με την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης- αλλά είτε έχει απορριφθεί από τις αρμόδιες αρχές το αίτημά τους για αναγνώριση της προσφυγικής τους ιδιότητας -συνεχίζει όμως να υπάρχει φόβος για τη ζωή τους εάν επιστρέψουν σε αυτήν- είτε εγκατέλειψαν τη χώρα τους για λόγους όχι φόβου δίωξης αλλά λόγω εμπόλεμων καταστάσεων, είτε τέλος, δεν υπέβαλαν αίτημα για να αναγνωριστούν ως πρόσφυγες επειδή ακριβώς φοβούνται μήπως διωχθούν οι στενοί συγγενείς τους που βρίσκονται στη χώρα την οποία εγκατέλειψαν.

[61] Δηλαδή ‘πρόσφυγες σε τροχιά’. Πρόκειται για άτομα τα οποία δεν καταφέρνουν σε καμία χώρα να γίνουν δεκτοί, με άμεση συνέπεια να περιφέρονται συνεχώς από τη μία χώρα στην άλλη έως ότου κάποια χώρα τους χορηγήσει πολιτικό άσυλο ή κάποια οργάνωση τους βοηθήσει να μεταναστεύσουν αλλού. Πρόκειται για κατηγορία, που έχει μάλλον εκλείψει, τουλάχιστον στις χώρες της Ε.Ε. οι οποίες ανήκουν στις Συμφωνίες Σένγκεν, λόγω αρχικά της υπογραφής από τα τότε κράτη-μέλη της Σύμβασης του Δουβλίνου του 1991 και σήμερα πλέον του Κανονισμού 343/2003 (γνωστού ως Δουβλίνο ΙΙ).

[62] Βλ. (α) το π.δ. 96/2008 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους και (β) το π.δ. 114/2010 για την καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου «σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα».

[63] Με την αυτό περιεχόμενο για την έννοια του δικαιούχου επικουρικής προστασίας και η διάταξη του άρθρου 2 περίπτ. ε΄ του π.δ. 96/2008.

[64] Μία βλάβη που, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του π.δ. 96/2008, ‘συνίσταται σε: α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του ή γ) σοβαρή προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης’.

[65] Βλ. σχετικές σκέψεις Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, ΄Αρθρο 30 ΑΚ σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας. Ερμηνεία κατ’ άρθρο. Ι Γενικές Αρχές 20122 (υπό έκδοση).

[66] ΄Οπου το μεν Κεφάλαιο Β΄(άρθρα 4-8) αναφέρεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες χορηγείται στον αιτούντα το καθεστώς επικουρικής προστασίας, το δε Κεφάλαιο Ε΄(άρθρα 15-17) αναφέρεται στην αναγνώριση ενός προσώπου ως δικαιούχου αυτού του είδους της διεθνούς προστασίας, με κυρίαρχη διάταξη αυτήν του άρθρου 15, στην οποία και παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 2 περίπτ. η΄ του π.δ. 114/2010.

[67] Μάλιστα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Δ. 114/2010, που αναφέρεται ειδικότερα στη χορήγηση αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, τα άτομα στα οποία έχει χορηγηθεί αυτό το καθεστώς εξομοιώνονται με αυτά των δικαιούχων επικουρικής προστασίας. Αφορά άτομα των οποίων οι αρμόδιες αρχές απέρριψαν το αίτημά τους για διεθνή προστασία, πλην όμως σοβαροί λόγοι οδηγούν τις αρχές να τους χορηγήσουν άδεια διαμονής αυτού του είδους.

[68] Κάτι που εμφαίνεται και από το Προοίμιο της ίδιας της Σύμβασης του 1954 για το καθεστώς των ανιθαγενών.

[69] Με μία επισήμανση σχετικά με τους παλαιστίνιους, όταν φυσικά αυτοί δεν έχουν την ιθαγένεια του Ισραήλ και παραμένουν χωρίς ιθαγένεια στη χώρα όπου διαμένουν. Οι παλαιστίνιοι πρόσφυγες αποτελούν ειδική κατηγορία προσφύγων, επειδή εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης της Γενεύης για τους πρόσφυγες μόνο στην περίπτωση που ζουν εκτός των περιοχών δράσης του Γραφείου Αρωγής και ΄Εργων των Ηνωμένων Εθνών για τους Παλαιστίνιους Πρόσφυγες στην Εγγύς Ανατολή (UNRWA).
Το γραφείο της UNRWA ιδρύθηκε το 1948 με σκοπό την ανακούφιση όσων παλαιστινίων είχαν αναγκαστεί να μετακινηθούν όταν είχε ιδρυθεί το κράτος του Ισραήλ και η εντολή του ανανεώνεται ανά τριετία, ενώ στη ζώνη των επιχειρήσεών του περιλαμβάνονται ο Λίβανος, η Συρία, η Ιορδανία, η Δυτική ΄Οχθη (συμπεριλαμβανομένης της ανατολικής Ιερουσαλήμ) και η Λωρίδα της Γάζας.
Ενόψει του ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 η Σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζεται «επί προσώπων που απολαύουν προστασίας ή συνδρομής παρεχομένης ουχί υπό του Υπάτου Αρμοστού των Ηνωμένων Εθνών δια τους πρόσφυγας αλλά εκ μέρους ετέρου οργάνου ή Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών» όσοι παλαιστίνιοι, συνακόλουθα, απολαμβάνουν της προστασίας της UNRWA αυτοί δεν εμπίπτουν στη ρυθμιστική ενέργεια της Σύμβασης της Γενεύης για το νομικό καθεστώς των προσφύγων μια και προστατεύονται απευθείας από την UNRWA.

[70] Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ 3328/2011 (Τμ. Δ΄), η οποία με πολύ σωστές σκέψεις και σωστή αιτιολογία ακυρώνει την πράξη του Γεν.Γραμματέα του τότε Υπουργείου Δημόσιας Τάξης για απόρριψη του αιτήματος του αιτούντος για την εξ’ υπαρχής εξέταση της αίτησης ασύλου του και επικουρικώς τη χορήγηση σε αυτόν άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους καθώς και κάθε άλλη πράξη της Διοίκησης με την οποία διατάσσετο η απέλασή του από τη χώρα. Το ΣτΕ δέχτηκε πως η αφαίρεση από το τουρκικό κράτος της ιθαγένειας του αιτούντος ενόσω ο τελευταίος έλειπε από τη χώρα του τον κατέστησε ανιθαγενή και για το λόγο αυτό, εξαιτίας του φόβου που υπάρχει για τη ζωή του εφόσον επιστρέψει στην Τουρκία, καθώς και για το ανέφικτο της απέλασής του, θα πρέπει η υπόθεσή του να αναπεμφθεί στη Διοίκηση προκειμένου να εξεταστεί εξ’ υπαρχής το αίτημά του. Μάλιστα, το Δικαστήριο προχωρά ακόμη πιο πέρα ορίζοντας πως η Διοίκηση, αφού πρώτα εξετάσει το αίτημα ασύλου του αιτούντος -κατά τις διατάξεις του π.δ. 114/2010- όπως και το εάν συντρέχουν στο πρόσωπό του λόγοι αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγα, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1ΣΤ της Σύμβασης της Γενεύης ενόψει της φύσεως των αδικημάτων που φέρεται ο αιτών να έχει διαπράξει, η Διοίκηση οφείλει, στην περίπτωση που η ίδια κρίνει -κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14§4 του π.δ. 96/2008- να εξετάσει τη δυνατότητα χορήγησης σε αυτόν άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Η ενλόγω απόφαση του ΣτΕ καθίσταται, μάλιστα, ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από το γεγονός του ότι, προς επίρρωση των συλλογισμών της, παραπέμπει και σε αντίστοιχες αποφάσεις ξένων δικαστηρίων (όπως στην απόφαση της 26.2.2009 του Ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου της Γερμανίας, ή στις αποφάσεις της 2.4.2009 και της 31.7.2007 του Εφετείου της Αγγλίας και Ουαλίας) που αποφαίνονται ότι η έκπτωση/αφαίρεση της ιθαγένειας από ένα πρόσωπο μπορεί να συνιστά δίωξη κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

[71] Η συγκεκριμένη ρύθμιση συμπίπτει με αυτήν που υιοθετεί και η όμοιας αρίθμησης διάταξη του άρθρου 12§1 της Δ.Σ. του 1954 για τους ανιθαγενείς, ενώ αμφότερες συμπίπτουν με τη διάταξη του άρθρου 30 ΑΚ, που αναφέρεται στο εφαρμοστέο δίκαιο στην περίπτωση που ελλείπει ιθαγένεια από ένα άτομο, δηλαδή στους ανιθαγενείς. (Σχετικά με το περιεχόμενο αφενός των όρων ‘κατοικία’ και ‘διαμονή’ που υιοθετούνται από τα δύο ως άνω διεθνή συμβατικά κείμενα και αφετέρου των όρων ‘συνήθης διαμονή’ και ‘απλή διαμονή’ που υιοθετούνται από τη διάταξη του άρθρου 30 ΑΚ και της μη ουσιαστικής διαφοράς μεταξύ τους βλ. Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, ΄Αρθρο 30 ΑΚ (ό.π.).

[72] Βλ. την ΜονΠρΣάμου (εκούσ.) 178/2008 δημοσιευμένη σε ΕΔΠΑ 2008.83 επ. και σε ΕΜΔ τεύχος 4ο σ. 66επ., σχετικά με το διορισμό επιτρόπου για ανήλικο ασυνόδευτο αιτούντα άσυλο, που στερείτο ταξιδιωτικών εγγράφων. Το δικαστήριο σωστά εφάρμοσε το ελληνικό δίκαιο, κατ΄επιταγή της διάταξης του άρθρου 12§1 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για τους πρόσφυγες, ως το δίκαιο της κατοικίας του ασυνόδευτου ανηλίκου μια και έλλειπε η δυνατότητα προσδιορισμού της ιθαγένειάς του. Στην περίπτωση αυτή η ιδιότητα του πρόσφυγα προέχει της ανιθαγένειας, όπως και η ιδιότητα του ανήλικου (ασυνόδευτου).

[73] Δεν είναι δηλαδή υπήκοος-κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και δεν έχει επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 17 της ΣΕΚ), την «ευρωπαϊκή ιθαγένεια».

[74] Πρόκειται για πολύ σημαντική ρήτρα που συνήθως εφαρμόζεται στους αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών στην περίπτωση που, ενώ αυτοί διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα, κάποια επαγγέλματα είναι απαγορευτικά να ασκηθούν από αυτούς, εκτός εάν υπάρχει η ρήτρα της αμοιβαιότητας είτε στον ίδιο τον ελληνικό νόμο που ρυθμίζει το υπό κρίση επάγγελμα είτε σε Διμερή Σύμβαση μεταξύ της Ελλάδας και της χώρας της ιθαγένειάς τους. Συνήθως η ρήτρα της αμοιβαιότητας έχει την έννοια ότι για να αναγνωρίσει η ημεδαπή πολιτεία ένα δικαίωμα στους αλλοδαπούς θα πρέπει η πολιτεία του συγκεκριμένου αλλοδαπού να αναγνωρίζει αντίστοιχο δικαίωμα και στους ημεδαπούς που ζουν στο έδαφός της (Περισσότερα για τη ρήτρα αυτή βλ. Δ. Ευρυγένη, Περί «διπλωματικής» και «νομοθετικής» αμοιβαιότητος, Αρμ. 1959.757 επ., Κ. Μπακογιάννη, Ζητήματα ελέγχου της αμοιβαιότητας ως όρου εφαρμογής των διμερών διεθνών συμβάσεων με αφετηρία την ΣτΕ 2280/1990, ΕΔΔΔ 1993.41 επ., Ε. Τροβά, Ο δικαστικός έλεγχος της αμοιβαιότητας, της εφαρμογής των γενικών παραδεδεγμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου και των Διεθνών Συμβάσεων κατά το άρθρο 28§1 και 3 του Συντάγματος 1975, ΕΔΔΔ 1991. 348επ.). Οι ανιθαγενείς, όπως και οι πρόσφυγες, απαλλάσσονται από τη ρήτρα αυτή. (Παπασιώπη-Πασιά, Δίκαιο Καταστάσεως Αλλοδαπών, 20073 σ. 40 επ.).

[75] Ταξιδιωτικά έγραφα χορηγούνται στους ανιθαγενείς από τις αρχές της χώρας όπου αυτοί διαμένουν, προκειμένου να επιτραπεί σε αυτούς να ταξιδεύουν εκτός του εδάφους της χώρας υποδοχής, μια και δεν μπορούν από οποιαδήποτε άλλη χώρα να εφοδιαστούν με παρόμοια έγγραφα ενόψει του ότι καμία χώρα δεν τους αναγνωρίζει ως πολίτες της (άρθρο 28 ν.139/1975). Το αυτό συμβαίνει και με τη δυνατότητα που η Διεθνής αυτή Σύμβαση τους δίνει για τον εφοδιασμό τους με έγγραφα ταυτότητας από τη χώρα όπου διαμένουν (άρθρο 27 ν.139/1975).

[76] Βλ. την 14η από τις 20 κατευθυντήριες αρχές της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την απέλαση των αλλοδαπών, που υιοθετήθηκαν με βάση τη Σύσταση 1547 (2002) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης της Ευρώπης για τις διαδικασίες απέλασης με σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και για την εκτέλεσή τους σε συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρέπειας. Η 14η αρχή αφορά την Ανιθαγένεια. [Τις 20 κατευθυντήριες αυτές αρχές βλ. σε ελληνική απόδοση Ε. Καλαντζή, σε ΕΔΠΑ 2005 σ. 154 επ. (14η αρχή: Ανιθαγένεια σ. 193 επ.) ].

[77] Βλ. άρθρο 33 Σύμβασης της Γενεύης για το νομικό καθεστώς των προσφύγων.

[78] Βλ. τη ρήτρα της διάταξης του άρθρου 32 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

[79] Όπως ο κούρδος του παραδείγματος που αναφέρεται παραπάνω στη σημείωση 5.

[80] Βλ. σχετικές προτάσεις στο εγχειρίδιο για τους βουλευτές: ‘Nationality and Statelessness. A Handbook for Parliamentarians’(ό.π. σ. 28 επ.).

[81] «Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται αναλόγως και στους ανιθαγενείς».

[82] Βλ. παραπάνω το κείμενο και τις υποσημειώσεις που παρατίθενται υπό το ΙV.

[83] Βλ. την απόφαση του ΔΕΚ (τμήμα μείζονος συνθέσεως της 17ης Ιουνίου 2010, Ν.Β. κατά Bevándorlási és Allampolgársági Hivatal (Ν.Β. κατά της Ουγγρικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης) σχετικά με το αίτημα αναγνώρισης του καθεστώτος πρόσφυγα βάσει του άρθρου 1 Δ της Σύμβασης της Γενεύης σε παλαιστίνια ανιθαγενή, η οποία αν και δυνάμενη να εγγραφεί στο UNRWA, διαμένει εντούτοις εκτός της ζώνης επιχειρήσεων του Οργανισμού αυτού. Το ΔΕΚ αποφάσισε ότι «κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 12§1 της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους, ένα πρόσωπο απολαύει της προστασίας ή συνδρομής οργάνου των Ηνωμένων Εθνών εκτός της ΄Υπατης Αρμοστείας των Η.Ε. για τους Πρόσφυγες, όταν το πρόσωπο αυτό τυγχάνει όντως της ενλόγω προστασίας ή συνδρομής».

[84] ΄Όπως (α) το π.δ. 96/2008 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους και (β) το π.δ. 114/2010 για την καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα.

[85] «Τα συμβαλλόμενα μέρη θα παρέχουν εις τους ανιθαγενείς την αυτήν ως και εις τους ημεδαπούς μεταχείρισιν, εις ότι αφορά την στοιχειώδη εκπαίδευσιν», όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 22§1 του ν. 139/1975.

[86] Στα θέματα εργασίας, όπως και σε εκείνα της κοινωνικής ασφάλισης η διάταξη του άρθρου 24 του ως άνω κυρωτικού νόμου προβλέπει για τους διαμένοντες στη χώρα ανιθαγενείς ίδια μεταχείριση με αυτήν των ημεδαπών. Στους ανιθαγενείς προβλέπεται επίσης και η δυνατότητα άσκησης από αυτούς άμισθων και ελεύθερων επαγγελμάτων (βλ. άρθρα 18 και 19 ν.139/175) με την σημείωση ότι αυτοί «τυγχάνουν μεταχείρισιν όσον το δυνατόν ευνοϊκή, εν πάσει περιπτώσει, μεταχείρισιν ουχί ολιγώτερον ευνοϊκήν της παρεχομένης, υπό τας αυτάς συνθήκας, εις τους αλλοδαπούς εν γένει».

[87] Βλ. τη διάταξη των άρθρων 71-72 ν. 3386/2005, όπως ισχύει.

[88] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5§1 δ΄ ΚΕΙ (ν. 3284/2005, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το ν. 3838/2010), για τον ανιθαγενή –όπως άλλωστε και για τον αναγνωρισμένο πρόσφυγα- η απαιτούμενη χρονική προϋπόθεση της επταετούς νόμιμης διαμονής αυτού στην Ελλάδα περιορίζεται σε τρία χρόνια προτού αυτός μπορέσει να υποβάλει αίτηση για την πολιτογράφησή του.

[89] Με τη διάταξη του άρθρου 58§2 α΄ εδ. β΄ αυτού.

[90] ΄Αρθρο 15 ΟΔΔΑ «1. Παν άτομο δικαιούται μιας ιθαγένειας. 2. Ουδείς δύναται να στερηθεί αυθαιρέτως της ιθαγένειάς του ούτε του δικαιώματος της μεταβολής της ιθαγένειας».

[91] Η αρχή αυτή στο ελληνικό δίκαιο αποτυπώνεται στη διάταξη του άρθρου 29 ΑΚ «η απόκτηση και η απώλεια από ένα πρόσωπο της ιθαγένειας μιας πολιτείας ρυθμίζεται από το δίκαιο της πολιτείας αυτής».

[92] Βλ. Χ. Παπαστυλιανού, Η απονομή και αφαίρεση ιθαγένειας ως κυριαρχικό «δικαίωμα» του κράτους στον ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο: Οι πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις, www.constitutionalism.gr / άρθρα, ΄Ομιλος Αριστόβουλου Μάνεση.

[93] Απόφαση της 6ης Απριλίου 1955, όπου κρίθηκε η ανάγκη ύπαρξης γνήσιου δεσμού μεταξύ κράτους ιθαγένειας και πολίτη. Για την απόφαση αυτή βλ. αντί άλλων Δ. Ευρυγένη, Διεθνές Δίκαιον και Ιθαγένεια, Αρμ. 1958.441 επ., S. Bastid, L’affaire Nottebohm devant la Cour Internationale de Justice, RevCrit.1956.607επ.

[94] Για την απόφαση αυτή βλ. μεταξύ άλλων D. Kochenovεπ, H.van Eijken, European Citizenship and the Competence of Member States to Grant and Withdraw the Nationality of their Nationals, in MERKOURIOS 2011 (Vol.27). 65επ., Case C-135/08, Janko Rottman v. Freistaat Bayern, Judgment of March 2010 (Grand Chamber), in CMLR 2010 (Vol. 47), N. Cambien, Case C-135/08, Janko Rottman v. Freistaat Bayern, in ColJEur.L 2011 (Vol.17).375

[95] «Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει κατά πόσον η απόφαση ανάκλησης (της πολιτογράφησης) τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, όσον αφορά τις συνέπειές της για τον ενδιαφερόμενο από την άποψη του δικαίου της ΄Ενωσης, πέρα από την ενδεχομένως αναγκαία εξέταση της αναλογικότητας της απόφασης αυτής από την άποψη του εθνικού δικαίου. Κατά συνέπεια, με δεδομένη τη σημασία που προσδίδει το πρωτογενές δίκαιο στην ιδιότητα του πολίτη της ΄Ενωσης, πρέπει, κατά την εξέταση των αποφάσεων ανάκλησης της πολιτογράφησης, να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες που έχει ενδεχομένως η οικεία απόφαση για τον ενδιαφερόμενο και γα τα μέλη της οικογένειάς του, όσον αφορά την απώλεια των δικαιωμάτων που απονέμονται σε κάθε πολίτη της ΄Ενωσης, και να εξακριβώνεται, μεταξύ των άλλων αν η απώλεια αυτή είναι δικαιολογημένη σε σχέση με τη βαρύτητα της παράβασης που έχει τελέσει ο ενδιαφερόμενος, με τον χρόνο που έχει παρέλθει μεταξύ της απόφασης πολιτογράφησης και της απόφασης ανάκλησής της και με τη δυνατότητά του να ανακτήσει την αρχική του ιθαγένεια».

[96] Αν και, από τις πληροφορίες που έχουμε, οι περισσότεροι την έχουν πλέον ανακτήσει.

Συμβούλιο της Επικρατείας, 668/2012, (Ολομέλεια) «Μνημόνιο»


Συμβούλιο της Επικρατείας, 668/2012, (Ολομέλεια) «Μνημόνιο»

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Αριθμός 668/2012
Πρόεδρος: Π. Πικραμμένος,
Εισηγήτρια: Η Σύμβουλος Ειρ. Σαρπ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Γ. Σταυρόπουλος, Κ. Μενουδάκος, Σ. Ρίζος, Φ. Αρναούτογλου, Ν. Σακελλαρίου, Δ. Πετρούλιας, Αθ. Ράντος, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδροι, Ευδ. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Ρόζος, Αν. Γκότσης, Ειρ. Σαρπ, Χρ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Αρ.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ευθ. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας, Σπ. Μαρκάτης, Αντ. Ντέμσιας, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Εμμ. Κουσιουρής, Αντ. Σταθάκης, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Σύμβουλοι, Χρ. Σιταρά, Ουρ. Νικολαράκου, Ελ. Μουργιά, Πάρεδροι.
Για να δικάσει την από 26 Ιουλίου 2010 αίτηση:
των: 1) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών», 2) Ανώτατης Διοικήσεως Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ), 3) Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτικών Συνταξιούχων (ΠΟΠΣ), 4) Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ), 5) Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, 6) Ομοσπονδίας Εργατικών Στελεχών Ελλάδος, 7) Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Επαρχίας Λιβαδειάς, 8) Σύνδεσμου Αποφοίτων Αξιωματικών Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Τάξης 1978, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ρηγίλλης, αρ. 1, 9) Λέσχης Αεροπορίας Στρατού,10) Ενιαίου Φορέα Διδασκόντων Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Κρήτης, 11) Ιωάννας Κουφάκη, ……. 13) Επαμεινώνδα Αθανασίου Μαριά, κατοίκου Αθηνών, οδός Κονιάρη, αρ. 52, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και άλλων τριάντα πολιτών
κατά: 1) του Υπουργού Οικονομικών, 2) του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως,
1. Επειδή
3. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, όπως συμπληρώθηκε με το από 2.11.2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση α) της υπ’ αριθ. 2/14924/0022/1.4.2010 πράξεως του Υφυπουργού Οικονομικών, με τον τίτλο «Παροχή Οδηγιών για την υλοποίηση εισοδηματικής πολιτικής έτους 2010», με την οποία κοινοποιήθηκαν στις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα αποδεκτών οι διατάξεις του ν. 3833/2010, β) της υπ’ αριθ. 2/35981/0022/28.5.2010 πράξεως του αυτού ως άνω Υφυπουργού, με τον τίτλο «Παροχή οδηγιών για την υλοποίηση μισθολογικών ρυθμίσεων», με την οποία, μεταξύ άλλων, γνωστοποιήθηκαν στις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα αποδεκτών οι διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, και γ) της υπ’ αριθ. Φ80000/14254/1097/6.7.2010 κοινής αποφάσεως των Υφυπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Β΄ 1033/7.7.2010), η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 15 του προαναφερθέντος άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και έχει τον τίτλο «Ρύθμιση των προϋποθέσεων, του τρόπου και χρόνου καταβολής από τους οργανισμούς κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΟΓΑ, των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων – Πάσχα και επιδόματος αδείας». Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται επίσης η ακύρωση πράξεων περί αναλύσεως αποδοχών, βεβαιώσεων αποδοχών ή αποδείξεων πληρωμής αποδοχών, που αφορούν καθένα από τα είκοσι δύο (22) αιτούντα φυσικά πρόσωπα (υπ’ αριθ. 11-32 του δικογράφου), κατά το μέρος που με τις πράξεις αυτές φέρεται να περιεκόπησαν οι αποδοχές των προσώπων αυτών κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3833/2010 και του ν. 3845/2010.
4..
5. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πράξεων αναλύσεως μισθοδοσίας ή των αποδείξεων πληρωμής αποδοχών, που αφορούν τους εκ των αιτούντων …..Ε. διότι έχουν εκδοθεί ως προς την πρώτη και την τρίτη από τη δημοτική επιχείρηση «Αθήνα 9,84», ως προς τον δεύτερο και τον τέταρτο από το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων και ως προς τον πέμπτο από τη δημοτική επιχείρηση «Ξένιος 94,3», δηλαδή από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
6. Επειδή, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Σ.Ε.Ε.), όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας της 13.12.2007, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 3671/2008 (Α΄ 129) και ισχύει από την 1.12.2009, [βλ. ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 83/30.3.2010] ορίζει στο άρθρο 3 (πρώην άρθρο 2 Συνθήκης Ε.Ε.) ότι «1. Η Ένωση έχει σκοπό να προάγει την ειρήνη, τις αξίες της και την ευημερία των λαών της. 2. … 3. Η Ένωση εγκαθιδρύει εσωτερική αγορά. Εργάζεται για την αειφόρο ανάπτυξη της Ευρώπης με γνώμονα την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερότητα των τιμών, την κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο … Η Ένωση προάγει την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή και την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών. … 4. Η Ένωση εγκαθιδρύει οικονομική και νομισματική ένωση, της οποίας το νόμισμα είναι το ευρώ». Περαιτέρω, η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), όπως διαμορφώθηκε με την προαναφερθείσα Συνθήκη της Λισσαβώνας της 13.12.2007, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 3671/2008, [βλ. ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 83/30.3.2010] στον Τίτλο VIII («Οικονομική και Νομισματική Πολιτική») αυτής ορίζει τα εξής : Άρθρο 119 [πρώην άρθρο 4 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ)] «1. Για τους σκοπούς του άρθρου 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η δράση των κρατών μελών και της Ένωσης περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι Συνθήκες, τη θέσπιση μιας οικονομικής πολιτικής, που βασίζεται στο στενό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών, στην εσωτερική αγορά, καθώς και στον καθορισμό κοινών στόχων, και ασκείται σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό. 2. … η δράση αυτή περιλαμβάνει ένα ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, και τον καθορισμό και την άσκηση ενιαίας νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής, πρωταρχικός στόχος των οποίων είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, και, υπό την επιφύλαξη του στόχου αυτού, η υποστήριξη των γενικών οικονομικών πολιτικών στην Ένωση, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό. 3. Οι δράσεις αυτές των κρατών μελών και της Ένωσης συνεπάγονται την τήρηση των ακόλουθων κατευθυντήριων αρχών : σταθερές τιμές, υγιή δημόσια οικονομικά, υγιείς νομισματικές συνθήκες και σταθερό ισοζύγιο πληρωμών». Κεφάλαιο 1 «Οικονομική πολιτική» Άρθρο 120 (πρώην άρθρο 98 της ΣΕΚ) «Τα κράτη μέλη ασκούν την οικονομική τους πολιτική με σκοπό να συμβάλλουν στην υλοποίηση των στόχων της Ένωσης, όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και στα πλαίσια των γενικών προσανατολισμών που αναφέρονται στο άρθρο 121 παράγραφος 2. Τα κράτη μέλη και η Ένωση δρουν σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων, και σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 119». Άρθρο 121 (πρώην άρθρο 99 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) «1. Τα κράτη μέλη θεωρούν τις οικονομικές τους πολιτικές θέμα κοινού ενδιαφέροντος και τις συντονίζουν στα πλαίσια του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 120. 2. Το Συμβούλιο, μετά από σύσταση της Επιτροπής, συντάσσει σχέδιο των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Ένωσης και απευθύνει έκθεση με τα πορίσματά του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποφασίζοντας με βάση την έκθεση αυτή του Συμβουλίου, συζητά τα συμπεράσματα για τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Ένωσης. Με βάση τα συμπεράσματα αυτά, το Συμβούλιο διατυπώνει σύσταση όπου εκτίθενται αυτοί οι γενικοί προσανατολισμοί. … 3. Προκειμένου να εξασφαλισθεί στενότερος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών και συνεχής σύγκλιση των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών, το Συμβούλιο, βάσει εκθέσεων που υποβάλλει η Επιτροπή, παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις σε κάθε κράτος μέλος και στην Ένωση, καθώς και τη συνέπεια των οικονομικών πολιτικών με τους γενικούς προσανατολισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2, και προβαίνει τακτικά σε συνολική αξιολόγηση. Για τους σκοπούς αυτής της πολυμερούς εποπτείας, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα σημαντικά μέτρα που λαμβάνουν στον τομέα της οικονομικής τους πολιτικής … 4. Όταν διαπιστώνεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας της παραγράφου 3, ότι η οικονομική πολιτική ενός κράτους μέλους αντιβαίνει προς τους γενικούς προσανατολισμούς της παραγράφου 2 ή ότι ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την καλή λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει προειδοποίηση στο εν λόγω κράτος μέλος. Το Συμβούλιο, μετά από σύσταση της Επιτροπής, μπορεί να απευθύνει τις αναγκαίες συστάσεις προς το εν λόγω κράτος μέλος. Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, μπορεί να αποφασίσει να ανακοινώσει δημόσια τις συστάσεις του. … 5. … 6. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας μέσω κανονισμών σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία, μπορούν να θεσπίζουν λεπτομερείς κανόνες για τη διαδικασία πολυμερούς εποπτείας που αναφέρεται στις παραγράφους 3 και 4». Άρθρο 122 (πρώην άρθρο 100 της ΣΕΚ) «1. Με την επιφύλαξη άλλων διαδικασιών που προβλέπονται στις Συνθήκες, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, μπορεί να θεσπίζει, σε πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ κρατών μελών, τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κατάστασης, … 2. Όταν ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσκολίες ή διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες, οφειλόμενες σε … έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχό του, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, μπορεί να αποφασίσει να του χορηγήσει, υπό ορισμένους όρους, χρηματοδοτική ενίσχυση της Ένωσης. …». Άρθρο 125 (πρώην άρθρο 103 της ΣΕΚ) «1. Η Ένωση δεν ευθύνεται για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν οι κεντρικές κυβερνήσεις, οι περιφερειακές, τοπικές ή άλλες δημόσιες αρχές, άλλοι οργανισμοί δημοσίου δικαίου ή δημόσιες επιχειρήσεις των κρατών μελών, ούτε τις αναλαμβάνει, … Κανένα κράτος μέλος δεν ευθύνεται για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν οι κεντρικές κυβερνήσεις, οι περιφερειακές, τοπικές ή άλλες δημόσιες αρχές, άλλοι οργανισμοί δημοσίου δικαίου ή δημόσιες επιχειρήσεις άλλου κράτους μέλους, ούτε τις αναλαμβάνει, … 2. Εάν προκύψει ανάγκη, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας προτάσει της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μπορεί να προσδιορίσει τους ορισμούς για την εφαρμογή των απαγορεύσεων … του παρόντος άρθρου». Άρθρο 126 (πρώην άρθρο 104 της ΣΕΚ) «1. Τα κράτη μέλη αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα. 2. Η Επιτροπή παρακολουθεί την εξέλιξη της δημοσιονομικής κατάστασης και το ύψος του δημοσίου χρέους στα κράτη μέλη προκειμένου να εντοπίζει τις μεγάλες αποκλίσεις. Ειδικότερα, εξετάζει την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, με βάση τα ακόλουθα δύο κριτήρια : α) κατά πόσον ο λόγος του προβλεπομένου ή υφισταμένου δημοσιονομικού ελλείμματος προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν υπερβαίνει μια τιμή αναφοράς, εκτός εάν : – είτε ο λόγος αυτός σημειώνει ουσιαστική και συνεχή πτώση και έχει φθάσει σε επίπεδο παραπλήσιο της τιμής αναφοράς, – είτε, εναλλακτικά, η υπέρβαση της τιμής αναφοράς είναι απλώς έκτακτη και προσωρινή και ο λόγος παραμένει κοντά στην τιμή αναφοράς∙ β) κατά πόσον ο λόγος του δημοσίου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν υπερβαίνει μια τιμή αναφοράς, εκτός εάν ο λόγος μειώνεται επαρκώς και πλησιάζει την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικό ρυθμό. Οι τιμές αναφοράς ορίζονται στο πρωτόκολλο για τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, που προσαρτάται στις Συνθήκες. 3. Εάν ένα κράτος μέλος δεν εκπληρώνει τους όρους ενός από τα κριτήρια αυτά ή αμφοτέρων των κριτηρίων, η Επιτροπή συντάσσει έκθεση. … Η Επιτροπή μπορεί επίσης να συντάξει έκθεση εάν, μολονότι εκπληρώνονται οι όροι των κριτηρίων, θεωρεί ότι υπάρχει σε ένα κράτος μέλος ο κίνδυνος υπερβολικού ελλείμματος. 4. … 5. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι σε κράτος μέλος υπάρχει ή μπορεί να εμφανισθεί υπερβολικό έλλειμμα, απευθύνει γνώμη στο εν λόγω κράτος μέλος και ενημερώνει σχετικά το Συμβούλιο. 6. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής και αφού λάβει υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του εν λόγω κράτους μέλους, αποφασίζει, μετά από συνολική εκτίμηση, εάν υφίσταται ή όχι υπερβολικό έλλειμμα. 7. Εάν το Συμβούλιο αποφασίσει, σύμφωνα με την παράγραφο 6, ότι υπάρχει υπερβολικό έλλειμμα, απευθύνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και μετά από σύσταση της Επιτροπής, συστάσεις στο εν λόγω κράτος μέλος προκειμένου να τερματίσει την κατάσταση αυτή εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 8, οι συστάσεις αυτές δεν ανακοινώνονται δημοσία. 8. Εάν το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι δεν ανελήφθη αποτελεσματική δράση σε εφαρμογή των συστάσεών του, εντός του καθορισμένου χρονικού διαστήματος, τότε μπορεί να τις ανακοινώσει δημοσία. 9. Εάν ένα κράτος μέλος επιμένει να μην εφαρμόζει τις συστάσεις του Συμβουλίου, τότε το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να ειδοποιήσει το κράτος μέλος να λάβει, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος την οποία το Συμβούλιο κρίνει αναγκαία για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση αυτή. Σε αυτή την περίπτωση, το Συμβούλιο μπορεί να ζητήσει από το κράτος μέλος αυτό, να υποβάλλει εκθέσεις σύμφωνα με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, για να εξετάσει τις προσπάθειες προσαρμογής που καταβάλλει αυτό το κράτος μέλος. 10. … 11. Το Συμβούλιο, εφόσον ένα κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με απόφαση που έχει ληφθεί σύμφωνα με την παράγραφο 9, μπορεί να αποφασίσει να εφαρμόσει ή να ενισχύσει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα : – να απαιτήσει να δημοσιεύει το εν λόγω κράτος μέλος πρόσθετες πληροφορίες τις οποίες ορίζει το Συμβούλιο, προτού εκδώσει ομολογίες ή χρεόγραφα, – να καλέσει την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να αναθεωρήσει την πολιτική δανεισμού που ασκεί έναντι του εν λόγω κράτους μέλους, – να απαιτήσει από το εν λόγω κράτος μέλος να καταθέσει ατόκως στην Ένωση ποσό κατάλληλου ύψους, έως ότου, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, διορθωθεί το υπερβολικό έλλειμμα, – να επιβάλει πρόστιμα εύλογου ύψους. … 12. Το Συμβούλιο καταργεί ορισμένες ή όλες τις αποφάσεις ή τις συστάσεις του που αναφέρονται στις παραγράφους 6 έως 9 και στην παράγραφο 11, εφόσον, κατά τη γνώμη του, έχει διορθωθεί το υπερβολικό έλλειμμα στο οικείο κράτος μέλος. … 13. … 14. Περαιτέρω διατάξεις για την εφαρμογή της διαδικασίας του παρόντος άρθρου προβλέπονται στο Πρωτόκολλο για τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, που προσαρτάται στις Συνθήκες. …» Κεφάλαιο 4 «Ειδικές διατάξεις για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ» Άρθρο 136 παρ. 1 «Προκειμένου να συμβάλει στην καλή λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης … το Συμβούλιο θεσπίζει … μέτρα για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, προκειμένου : α) να ενισχυθεί ο συντονισμός και η εποπτεία της δημοσιονομικής τους πειθαρχίας, β) να χαράσσονται, ως προς τα εν λόγω κράτη, οι προσανατολισμοί οικονομικής πολιτικής, μεριμνώντας ώστε να είναι συμβατοί με τους καθοριζόμενους για το σύνολο της Ένωσης, και να διασφαλίζεται η εποπτεία τους». Άρθρο 138 παρ. 1 (πρώην άρθρο 111 παρ. 4 της ΣΕΚ) «Για να διασφαλισθεί η θέση του ευρώ στο διεθνές νομισματικό σύστημα, το Συμβούλιο εκδίδει, μετά από πρόταση της Επιτροπής, απόφαση που καθορίζει κοινές θέσεις σχετικά με ζητήματα που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση στο πλαίσιο των αρμόδιων διεθνών οικονομικών οργανισμών και διασκέψεων. …». Εξ άλλου, το υπ’ αριθ. 12 Πρωτόκολλο σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, το οποίο προσαρτάται στις Συνθήκες, ορίζει τα εξής : Άρθρο 1 «Οι τιμές αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 126, παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι οι εξής : – 3% για το λόγο μεταξύ του προβλεπομένου ή υφισταμένου δημοσιονομικού ελλείμματος και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς, – 60% για το λόγο μεταξύ του δημοσίου χρέους και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς». Άρθρο 2 «Στο άρθρο 126 της εν λόγω Συνθήκης και στο παρόν Πρωτόκολλο : – οι όροι δημόσιος και δημοσιονομικός νοούνται με ευρεία έννοια, ήτοι καλύπτουν την κεντρική κυβέρνηση, την περιφερειακή ή τοπική διοίκηση και τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, … – ως έλλειμμα νοείται ο καθαρός δανεισμός, … – ως χρέος νοείται το συνολικό ακαθάριστο χρέος, στην ονομαστική του αξία, που εκκρεμεί στο τέλος του έτους, ενοποιημένο εντός και μεταξύ των τομέων του κατά την ευρεία έννοια δημοσίου, όπως ορίζεται στην πρώτη περίπτωση». Άρθρο 3 «Προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών ευθύνονται, στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, για τα ελλείμματα του δημοσίου υπό ευρεία έννοια, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 πρώτη περίπτωση. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές διαδικασίες στον τομέα του προϋπολογισμού τους επιτρέπουν να εκπληρώνουν τις σχετικές υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τις Συνθήκες. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν αμέσως και τακτικά, στην Επιτροπή, τα προβλεπόμενα και υφιστάμενα ελλείμματά τους και το ύψος του χρέους τους». Άρθρο 4 «Τα στατιστικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή του παρόντος Πρωτοκόλλου παρέχονται από την Επιτροπή».
7. Επειδή, περαιτέρω, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Άμστερνταμ προέβη στις 17 Ιουνίου 1997 στη διαμόρφωση ενός κανονιστικού πλαισίου για το συντονισμό των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών που μετέχουν στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Το πλαίσιο αυτό έλαβε τη μορφή ενός Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, στο οποίο περιελήφθησαν οι όροι δημοσιονομικής πειθαρχίας, τους οποίους πρέπει να τηρούν τα κράτη – μέλη κατά το διάστημα που έπεται της εισαγωγής του ενιαίου νομίσματος. Το Σύμφωνο αποτελείται από τρία επιμέρους κείμενα, και ειδικότερα από το ψήφισμα της 17ης Ιουνίου 1997 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη (ΕΕ C 236), τον κανονισμό 1466/1997 (ΕΚ) του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (ΕΕ L 209) και τον κανονισμό 1467/1997 (ΕΚ) του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ L 209). Με το ανωτέρω ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής : «Τα κράτη μέλη δεσμεύονται να τηρήσουν το μεσοπρόθεσμο στόχο για μια σχεδόν ισοσκελισμένη ή πλεονασματική δημοσιονομική κατάσταση. Επί πλέον, τα κράτη μέλη … δεσμεύονται να αναλάβουν την κατά την κρίση τους αναγκαία διορθωτική δημοσιονομική δράση ώστε να επιτύχουν τους στόχους των εθνικών προγραμμάτων σταθερότητας ή σύγκλισης∙ θα αρχίζουν τις αναγκαίες κατά την κρίση τους διορθωτικές δημοσιονομικές αναπροσαρμογές χωρίς καθυστέρηση αμέσως μόλις λάβουν πληροφορίες ότι υπάρχει κίνδυνος υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος∙ θα διορθώνουν το υπερβολικό δημοσιονομικό έλλειμμα το ταχύτερο δυνατόν μετά την εμφάνισή του∙ … Το Συμβούλιο … καλείται πάντοτε να επιβάλλει κυρώσεις εάν ένα συμμετέχον κράτος μέλος δεν λάβει τα αναγκαία μέτρα για να τερματίσει την κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος και να εφαρμόσει αυστηρά όλη την κλίμακα των προβλεπομένων κυρώσεων∙ …». Στον κανονισμό (ΕΚ) 1466/1997 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1055/2005 της 27ης Ιουνίου 2005 (ΕΕ L 174), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : Άρθρο 1 «Ο παρών κανονισμός καθορίζει τους κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο, την υποβολή, την εξέταση και την παρακολούθηση των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας εκ μέρους του Συμβουλίου ώστε να αποτρέπεται εγκαίρως η εμφάνιση υπερβολικών δημοσίων ελλειμμάτων και να ενισχύεται η εποπτεία και ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών». Άρθρο 2 «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ως «συμμετέχοντα κράτη μέλη» νοούνται εκείνα τα οποία υιοθετούν το ενιαίο νόμισμα σύμφωνα με την συνθήκη …». Άρθρο 2α «Κάθε κράτος έχει διαφοροποιημένο μεσοπρόθεσμο στόχο για τη δημοσιονομική του θέση. Αυτοί οι ειδικοί ανά χώρα μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι δύνανται να αποκλίνουν από την απαίτηση για σχεδόν ισοσκελισμένη ή πλεονασματική θέση. Οι στόχοι αυτοί παρέχουν περιθώριο ασφαλείας αναφορικά με το όριο δημοσιονομικού ελλείμματος του 3% του ΑΕΠ∙ εξασφαλίζουν ταχεία πρόοδο προς τη βιωσιμότητα, … αφήνουν περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών, … Λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων αυτών, για τα κράτη μέλη που έχουν υιοθετήσει το ευρώ … οι ειδικοί ανά χώρα μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι ορίζονται εντός καθορισμένου φάσματος μεταξύ -1% του ΑΕΠ και ισοσκελισμού ή πλεονάσματος, σε κυκλικώς προσαρμοσμένους όρους, και χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και τα προσωρινά μέτρα. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος ενός κράτους μέλους μπορεί να αναθεωρείται, όταν εφαρμόζονται μείζονες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και, οπωσδήποτε, ανά τετραετία». Άρθρο 3 «1. Κάθε συμμετέχον κράτος μέλος υποβάλλει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή τα αναγκαία στοιχεία για την τακτική άσκηση πολυμερούς εποπτείας δυνάμει του άρθρου 99 της συνθήκης [ήδη άρθρου 121 της Σ.Λ.Ε.Ε.], υπό μορφή «προγράμματος σταθερότητας» το οποίο παρέχει μια ουσιαστική βάση για την εξασφάλιση σταθερότητας τιμών και για την επίτευξη ισχυρής βιώσιμης ανάπτυξης η οποία δημιουργεί απασχόληση. 2. Το πρόγραμμα σταθερότητας περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία : α) το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο και την πορεία προσαρμογής προς το στόχο αυτό όσον αφορά το πλεόνασμα / έλλειμμα του ευρύτερου δημόσιου τομέα και την αναμενόμενη πορεία του λόγου του χρέους του ευρύτερου δημόσιου τομέα∙ β) τις κυριότερες παραδοχές για τις αναμενόμενες οικονομικές εξελίξεις και τις σημαντικότερες οικονομικές μεταβλητές που σχετίζονται με την υλοποίηση του προγράμματος σταθερότητας, … γ) λεπτομερή και ποσοτική εκτίμηση των δημοσιονομικών και άλλων μέτρων οικονομικής πολιτικής που λαμβάνονται ή/και προτείνονται για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος, … δ) … ε) … 3. Τα στοιχεία για την πορεία του δημόσιου πλεονάσματος / ελλείμματος και του δημόσιου χρέους ως ποσοστών του ΑΕΠ και οι κυριότερες οικονομικές παραδοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και β) καταρτίζονται σε ετήσια βάση και καλύπτουν, εκτός από το τρέχον και το προηγούμενο έτος, τουλάχιστον τα τρία επόμενα έτη». Άρθρο 4 παρ. 1 «Τα προγράμματα σταθερότητας υποβάλλονται πριν από την 1η Μαρτίου 1999. Μετά την ημερομηνία αυτή, υποβάλλονται αναπροσαρμοσμένα ετήσια προγράμματα. Ένα κράτος μέλος που υιοθετεί μεταγενέστερα το κοινό νόμισμα, υποβάλλει πρόγραμμα σταθερότητας εντός έξι μηνών από την απόφαση του Συμβουλίου για τη συμμετοχή του στο κοινό νόμισμα». Άρθρο 5 «1. … το Συμβούλιο εξετάζει, εντός του πλαισίου της πολυμερούς εποπτείας του άρθρου 99 της συνθήκης [ήδη άρθρου 121 της Σ.Λ.Ε.Ε.], το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο που υποβάλλει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, εκτιμά εάν οι οικονομικές παραδοχές επί των οποίων βασίζεται το πρόγραμμα είναι εύλογες, εάν η πορεία προσαρμογής προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο είναι κατάλληλη, και εάν τα μέτρα που λαμβάνονται ή/και προτείνονται για την τήρηση της εν λόγω πορείας προσαρμογής επαρκούν για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου στο σύνολο του κύκλου. … Το Συμβούλιο εξετάζει περαιτέρω αν το περιεχόμενο των προγραμμάτων σταθερότητας διευκολύνει το στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και αν οι οικονομικές πολιτικές του συγκεκριμένου κράτους μέλους συμβιβάζονται με τους γενικούς προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής. 2. Το Συμβούλιο εξετάζει το πρόγραμμα σταθερότητας … εντός τριών μηνών το αργότερο από την υποβολή του. Το Συμβούλιο … εκδίδει γνώμη για το πρόγραμμα. Εάν το Συμβούλιο κρίνει, σύμφωνα με το άρθρο 99 [ήδη άρθρο 121 της Σ.Λ.Ε.Ε.] ότι οι στόχοι και το περιεχόμενο του προγράμματος πρέπει να ενισχυθούν, καλεί δια της γνώμης του το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να προσαρμόσει το πρόγραμμά του. 3. …». Άρθρο 6 «1. Στο πλαίσιο πολυμερούς εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 99 [ήδη άρθρο 121 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 3, το Συμβούλιο παρακολουθεί την εφαρμογή των προγραμμάτων σταθερότητας με βάση τα στοιχεία που γνωστοποιούν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής …, προκειμένου ιδίως να εντοπίσει τις πραγματικές ή αναμενόμενες σημαντικές αποκλίσεις της δημοσιονομικής κατάστασης από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του, όπως καθορίζονται στο πρόγραμμα σταθερότητας σχετικά με το δημόσιο πλεόνασμα/έλλειμμα. 2. Εάν το Συμβούλιο διαπιστώσει σημαντική απόκλιση της δημοσιονομικής κατάστασης από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του, τότε, για να προειδοποιήσει εγκαίρως προκειμένου να προληφθεί η εμφάνιση υπερβολικού ελλείμματος, απευθύνει σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 99 [ήδη άρθρο 121 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 4, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ώστε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προσαρμογής. 3. Εάν το Συμβούλιο κατά την παρακολούθηση της κατάστασης κρίνει ότι η απόκλιση της δημοσιονομικής κατάστασης από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του συνεχίζεται ή επιδεινώνεται, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 99 [ήδη άρθρο 121 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 4, απευθύνει σύσταση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να λάβει άμεσα διορθωτικά μέτρα …». Εξ άλλου, με τον κανονισμό (ΕΚ) 1467/1997 του Συμβουλίου, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1056/2005 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2005 (ΕΕ L 174), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : Άρθρο 1 «1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει διατάξεις για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, με σκοπό την αποφυγή υπερβολικών ελλειμμάτων και, όταν προκύπτουν παρόμοια ελλείμματα, την ταχεία διόρθωσή τους. 2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ως «συμμετέχοντα κράτη μέλη» νοούνται εκείνα τα οποία υιοθετούν το κοινό νόμισμα σύμφωνα με τη συνθήκη …». Άρθρο 3 «1. … 2. Η Επιτροπή … εφόσον κρίνει ότι υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα, απευθύνει στο Συμβούλιο γνώμη και σύσταση, … 3. Το Συμβούλιο αποφασίζει εάν υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 6 της συνθήκης [ήδη άρθρο 126 παρ. 6 της Σ.Λ.Ε.Ε.] … Όταν αποφασίζει ότι πράγματι υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα, το Συμβούλιο απευθύνει … συστάσεις στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7 της συνθήκης [ήδη άρθρο 126 παρ. 7 της Σ.Λ.Ε.Ε.]. 4. Στις συστάσεις που απευθύνει … το Συμβούλιο ορίζει μέγιστη προθεσμία έξι μηνών εντός της οποίας το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να αναλάβει αποτελεσματική δράση. Με τη σύστασή του, το Συμβούλιο ορίζει επίσης προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, η οποία θα πρέπει να λήγει εντός του έτους που ακολουθεί εκείνο κατά το οποίο εντοπίσθηκε το υπερβολικό έλλειμμα, εκτός εάν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις. Στη σύσταση, το Συμβούλιο καλεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να επιτύχει ελάχιστη ετήσια βελτίωση, ύψους τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ ως σημείο αναφοράς, του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού αποτελέσματός του, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και τα προσωρινά μέτρα, ώστε να διασφαλίζεται η διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη σύσταση. 5. Εάν έχει αναληφθεί αποτελεσματική δράση σύμφωνα με τη σύσταση … και απρόβλεπτα αντίξοα οικονομικά γεγονότα με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά συμβαίνουν μετά την έκδοση της σύστασης αυτής, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει, βάσει σύστασης της Επιτροπής, να εκδώσει αναθεωρημένη σύσταση δυνάμει του άρθρου 104 [ήδη άρθρου 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.]. Η αναθεωρημένη σύσταση … μπορεί … να παρατείνει κατά ένα έτος την προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος. …». Άρθρο 4 παρ. 2 «Το Συμβούλιο, προκειμένου να εκτιμήσει εάν έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα κατ’ εφαρμογή των συστάσεων βάσει του άρθρου 104 [ήδη άρθρου 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 7, βασίζεται στις αποφάσεις που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση του συγκεκριμένου κράτους μέλους». Άρθρο 5 «1. Η απόφαση με την οποία το Συμβούλιο ειδοποιεί το ενδιαφερόμενο συμμετέχον κράτος μέλος να λάβει μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 104 [ήδη άρθρο 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 9 της συνθήκης, λαμβάνεται εντός δύο μηνών από την απόφαση με την οποία το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι δεν έχει αναληφθεί αποτελεσματική δράση σύμφωνα με το άρθρο 104 [ήδη άρθρο 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 8. Στην ειδοποίηση το Συμβούλιο καλεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να επιτύχει ελάχιστη ετήσια βελτίωση, ύψους τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ ως σημείο αναφοράς, του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού αποτελέσματός του, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και τα προσωρινά μέτρα, ώστε να διασφαλίζεται η διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην ειδοποίηση. 2. Εάν έχει αναληφθεί αποτελεσματική δράση σύμφωνα με την ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 104 [ήδη άρθρου 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 9 της συνθήκης και απρόβλεπτα αντίξοα οικονομικά γεγονότα με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά συμβαίνουν μετά την έκδοση της εν λόγω ειδοποίησης, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει, βάσει σύστασης της Επιτροπής, να εκδώσει αναθεωρημένη ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 104 [ήδη άρθρου 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 9 της συνθήκης. Η αναθεωρημένη ειδοποίηση … μπορεί … να παρατείνει κατά ένα έτος την προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος. …». Άρθρο 6 «Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 104 [ήδη άρθρο 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 11, το Συμβούλιο αποφασίζει την επιβολή κυρώσεων … Η απόφαση αυτή λαμβάνεται το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από την απόφαση με την οποία το Συμβούλιο ειδοποιεί το συγκεκριμένο συμμετέχον κράτος μέλος να λάβει μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 104 [ήδη άρθρο 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 9». Άρθρο 10 «1. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο παρακολουθούν την εκτέλεση των μέτρων τα οποία λαμβάνει : – το συγκεκριμένο κράτος μέλος, ανταποκρινόμενο στις συστάσεις βάσει του άρθρου 104 [ήδη άρθρο 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 7, – το συγκεκριμένο κράτος μέλος, ανταποκρινόμενο στην ειδοποίηση βάσει του άρθρου 104 [ήδη άρθρο 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 9. 2. Αν το συμμετέχον κράτος μέλος δεν λαμβάνει μέτρα ή, κατά την κρίση του Συμβουλίου, τα μέτρα του είναι ανεπαρκή, το Συμβούλιο λαμβάνει αμέσως απόφαση δυνάμει του άρθρου 104 [ήδη άρθρου 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 9 ή 11 αντιστοίχως. 3. Εάν από τα πραγματικά στοιχεία … προκύπτει ότι το συμμετέχον κράτος μέλος δεν έχει διορθώσει το υπερβολικό έλλειμμα εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται είτε στις συστάσεις βάσει του άρθρου 104 [ήδη άρθρου 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγρφος 7, είτε στην ειδοποίηση βάσει του άρθρου 104 [ήδη άρθρου 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 9, το Συμβούλιο λαμβάνει αμέσως απόφαση, δυνάμει του άρθρου 104 [ήδη άρθρου 126 της Σ.Λ.Ε.Ε.] παράγραφος 9 ή παράγραφος 11 αντιστοίχως».
8. Επειδή, εξ άλλου, στους σκοπούς του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, του οποίου ιδρυτικό μέλος είναι η Ελλάδα (βλ. αν.ν. 766/1945 «περί κυρώσεως της εν Bretton Woods υπογραφείσης τελικής πράξεως και εξουσιοδοτήσεως προς υπογραφήν των σχετικών συμφωνιών», Α΄ 315, και υπ’ αριθ. 644/30.1.1946 ανακοίνωση του Υπουργού Εξωτερικών «περί υπογραφής των εν BRETTON WOODS καταρτισθεισών Συμφωνιών περί Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και περί Διεθνούς Τραπέζης Ανοικοδομήσεως», Α΄ 38), περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, «Η παροχή εμπιστοσύνης εις τα μέλη δια της θέσεως των γενικών πόρων του Ταμείου προσωρινώς εις την διάθεσιν αυτών υπό επαρκείς εξασφαλίσεις και ούτως, η παροχή εις αυτά δυνατότητος προς εξομάλυνσιν ανωμαλιών εις τα ισοζύγια των πληρωμών άνευ προσφυγής εις μέτρα καταστρεπτικά της εθνικής ή της διεθνούς ευημερίας» (στοιχείο v του άρθρου Ι της εν συνεχεία αναφερομένης Συμφωνίας). Από τις επιμέρους διατάξεις της Συμφωνίας περί του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (βλ. ν. 1086/1980 «περί κυρώσεως της δευτέρας τροποποιήσεως της Συμφωνίας περί του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου», Α΄ 256), από την οποία διέπεται η λειτουργία του εν λόγω Ταμείου, προκύπτει ότι ο μηχανισμός χρηματοδοτήσεως των μελών του λειτουργεί ως εξής: Η διαδικασία αρχίζει με την υποβολή αιτήματος χρηματοδοτήσεως εκ μέρους του κράτους – μέλους που αντιμετωπίζει δυσχέρειες ρευστότητας ή πιθανότητα παύσεως πληρωμών. Μετά την εξέταση της οικονομικής και δημοσιονομικής καταστάσεως του αιτούντος κράτους, το Ταμείο προβαίνει στη διατύπωση προτάσεων για τις διαρθρωτικές μεταβολές και τα μέτρα δημοσιονομικής εξυγιάνσεως, που, κατά την εκτίμησή του, είναι αναγκαία για την έξοδο του κράτους από την κρίση και την εξάλειψη των γενεσιουργών της αιτίων. Κατόπιν τούτου, και εφόσον το αιτούν κράτος εκφράζει με επιστολή του την πρόθεσή του letter of intent») να υιοθετήσει τις προτεινόμενες πολιτικές και να εφαρμόσει τα αναγκαία για την υλοποίησή τους μέτρα, το αρμόδιο όργανο του Ταμείου εγκρίνει το αίτημα χρηματοδοτικής στηρίξεως του κράτους. Η χρηματοδοτική αυτή στήριξη μπορεί να χορηγηθεί με τη μορφή ενός Διακανονισμού Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας («Stand – Βy Arrangement»), μέσω του οποίου τίθενται στη διάθεση του αιτούντος κράτους μέλους επαρκή χρηματικά ποσά για την υλοποίηση του προγράμματός του, τα οποία προέρχονται από τους πόρους του Ταμείου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι εισφορές των μελών του, και εκφράζονται σε «ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα» («Special Drawing Rights»), μια λογιστική μονάδα χρήματος, την οποία δημιούργησε το Ταμείο (βλ. αν.ν. 619/11.11.1968 «περί κυρώσεως τροποποιήσεως των άρθρων της Συμφωνίας περί του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επί σκοπώ καθιερώσεως συστήματος ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων», Α΄ 260) και της οποίας η αξία προσδιορίζεται με βάση την αξία του αμερικανικού δολαρίου, του ευρώ, της λίρας στερλίνας και του ιαπωνικού γιέν. Με την εγκριτική αυτή απόφαση καθορίζονται, περαιτέρω, οι όροι, υπό τους οποίους παρέχεται η χρηματοδοτική στήριξη («conditionality») και οι οποίοι, κατά κανόνα, ταυτίζονται με τις πολιτικές και τα μέτρα που δεσμεύθηκε να υλοποιήσει το προσφεύγον στο μηχανισμό κράτος. Στις κατευθυντήριες αρχές Guidelines on Conditionality»), που έχει καταρτίσει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο V εδάφιο 3 της προαναφερθείσης Συμφωνίας [κατά το οποίο «Το Ταμείον θέλει υιοθετεί πολιτικήν αφορώσαν εις την χρησιμοποίησιν των γενικών πόρων αυτού, …»], αναφέρεται ότι οι όροι, που τίθενται για την παροχή χρηματοδοτικής στηρίξεως στα κράτη μέλη, έχουν ως σκοπό την εξασφάλιση ότι οι πόροι του Ταμείου θα χρησιμοποιηθούν για να βοηθήσουν οικονομικώς τα κράτη μέλη κατά τρόπο σύμφωνο με τους σκοπούς του Ταμείου και ότι το κράτος μέλος έχει την πρωταρχική ευθύνη για την επιλογή, τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών του. Περαιτέρω, στις ανωτέρω κατευθυντήριες αρχές επισημαίνεται ότι οι διακανονισμοί για την χρηματοδότηση των κρατών μελών του Ταμείου δεν αποτελούν διεθνείς συνθήκες.
9. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος της Ελλάδας υπερέβησαν το έτος 2003 τις προβλεπόμενες στο προαναφερθέν υπ’ αριθ. 12 Πρωτόκολλο τιμές αναφοράς (3% του Α.Ε.Π. ως προς το έλλειμμα και 60% του Α.Ε.Π. ως προς το δημόσιο χρέος) και ανήλθαν, αντιστοίχως, σε 3,2% και 103% του Α.Ε.Π., με αποτέλεσμα να κινηθεί η διαδικασία διαπιστώσεως υπερβολικού ελλείμματος με την απόφαση 2004/917/ΕΚ του Συμβουλίου της 5ης Ιουλίου 2004 (ΕΕ L 389/30.12.2004). Η απόφαση αυτή καταργήθηκε με την απόφαση 2007/465/ΕΚ του Συμβουλίου της 5ης Ιουνίου 2007 (ΕΕ L 176/6.7.2007), με την αιτιολογία ότι «από τη συνολική αξιολόγηση συνάγεται ότι η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα έχει διορθωθεί» (βλ. άρθρο 1 της αποφάσεως). Στις 10 Μαρτίου 2009, το Συμβούλιο εξέδωσε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 παρ. 3 του Κανονισμού 1466/97, γνώμη επί του επικαιροποιημένου προγράμματος σταθερότητας, που είχε υποβάλει η Ελλάδα για την περίοδο 2008 – 2011 (2009/C 64/02). Κατά την εκτίμηση του Συμβουλίου, υφίσταντο σοβαροί κίνδυνοι δυσμενούς εξελίξεως των δημοσιονομικών δεικτών λόγω των αποκλίσεων που θα μπορούσαν να παρουσιασθούν κατά την εφαρμογή του αναθεωρημένου δημοσιονομικού στόχου για το 2009. Οι κίνδυνοι αυτοί αποδίδονταν αφ’ ενός μεν στις κατ’ επανάληψη υπερβάσεις των δημοσίων δαπανών και στη διαχρονική αδυναμία επιτεύξεως των στόχων για τα έσοδα, αφ’ ετέρου δε στο γεγονός ότι το μακροοικονομικό σενάριο, επί του οποίου βασιζόταν το πρόγραμμα σταθερότητας, στηριζόταν σε ευνοϊκές αναπτυξιακές παραδοχές. Εν όψει των διαπιστώσεων αυτών, οι ελληνικές αρχές εκλήθησαν να ενισχύσουν σημαντικά την προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης της χώρας με τη λήψη συγκεκριμένων μόνιμου χαρακτήρα μέτρων για τον περιορισμό των τρεχουσών δαπανών ήδη από το 2009 (περιλαμβανομένης και της εφαρμογής μιας συνετούς μισθολογικής πολιτικής στο δημόσιο τομέα). Παραλλήλως, η ελληνική κυβέρνηση εκλήθη να προβεί σε μεταρρυθμίσεις για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και την αντιμετώπιση των υφιστάμενων εξωτερικών ανισορροπιών, την αποτελεσματικότερη λειτουργία του φορολογικού μηχανισμού και την αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού συστήματος και του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, τομέων κρίσιμων για τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών της χώρας. Δεδομένου ότι το ανωτέρω πρόγραμμα σταθερότητας δεν προέβλεπε μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε ποσοστό κατώτερο της τιμής αναφοράς για την τριετία 2008 – 2010, η Επιτροπή απηύθυνε στις 24.3.2009 σύσταση προς το Συμβούλιο (SEC(2009) 564 final) για την έκδοση αποφάσεως περί υπάρξεως υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα με βάση το άρθρο 104 παρ. 6 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Βάσει της συστάσεως αυτής και κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104 παρ. 7 της εν λόγω Συνθήκης, το Συμβούλιο απηύθυνε, εν συνεχεία, στις 6.4.2009 σύσταση προς την Ελλάδα (7900/09) για τον τερματισμό του υπερβολικού της ελλείμματος και την υιοθέτηση αποτελεσματικών μέτρων μέχρι την 24.10.2009, προκειμένου να τερματισθεί το έλλειμμα. Στις 27.4.2009, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104 παρ. 6 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την υπ’ αριθ. 2009/415/ΕΚ απόφασή του (ΕΕ L 135/30.5.2009), με την οποία διαπίστωσε ότι στην Ελλάδα υπάρχει υπερβολικό έλλειμμα. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, το έλλειμμα του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπολογιζόταν στο 3,6% του Α.Ε.Π. (ή 3,4% του Α.Ε.Π. συμπεριλαμβανομένων των εκτάκτων εσόδων) για το 2008 και αναμενόταν να διαμορφωθεί στο 4,4% του Α.Ε.Π. (ή 3,7% του Α.Ε.Π. συμπεριλαμβανομένων των εκτάκτων εσόδων) για το 2009 και στο 4,2% του Α.Ε.Π. για το 2010, το δε ακαθάριστο δημόσιο χρέος, το οποίο ανήλθε στο 94,6% του Α.Ε.Π. το 2008, προβλεπόταν να αυξηθεί στο 96,25% το 2009 και στο 98,5% το 2010. Η προελθούσα από τις βουλευτικές εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 κυβέρνηση γνωστοποίησε στις 21 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ότι για το έτος 2009 το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα διαμορφωνόταν, τελικώς, στο 12,5% του Α.Ε.Π.. Κατά το διάστημα Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου 2009, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης προέβησαν σε συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας. Στις 23.12.2009 κυρώθηκε από την Βουλή ο προϋπολογισμός του έτους 2010 με το ν. 3813/2009 (Α΄ 236). Στον προϋπολογισμό προβλεπόταν μείωση του Α.Ε.Π. κατά 0,3%, και μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης από 12,7% του Α.Ε.Π. στο 9,4 %, στόχος ο οποίος θα επιτυγχανόταν με την εξοικονόμηση 3,2 δισεκατομμυρίων ευρώ από τη μείωση των δημοσίων δαπανών και την εξεύρεση 4,5 δισεκατομμυρίων ευρώ από την αύξηση των κρατικών εσόδων. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του προϋπολογισμού, το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων εσόδων, ήτοι 3,7 δισεκατομμύρια ευρώ, θα προερχόταν από την αύξηση των φορολογικών εσόδων, ενώ περιστολή των δημοσίων δαπανών θα επιτυγχανόταν μέσω της μειώσεως των καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου και των δαπανών των νοσοκομείων, του περιορισμού των εξοπλιστικών προγραμμάτων και των αμυντικών εν γένει δαπανών και της περικοπής των επιχορηγήσεων διαφόρων δημοσίων φορέων και οργανισμών. Στις 14.1.2010 η Ελληνική Κυβέρνηση παρουσίασε το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης 2010-2013. Στόχοι του προγράμματος είναι αφ’ ενός μεν η προσαρμογή των δημοσίων οικονομικών μέσω της εφαρμογής αποτελεσματικών δημοσιονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών που θα συμβάλλουν στη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και του δημοσίου χρέους, αφ’ ετέρου δε η διασφάλιση συνθηκών οικονομικής ανάπτυξης, ιδίως μέσω της αντιμετώπισης των χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας. Στο πρόγραμμα επισημαίνεται ότι οι επανειλημμένες αναθεωρήσεις του ελλείμματος, σε συνδυασμό με τις αποτυχημένες προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής των προηγούμενων ετών, κατέστησαν εξαιρετικά δυσχερή τη συνέχιση της χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους της Ελλάδας από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης του προβλήματος δανειακής ρευστότητας της χώρας επιβάλλει την ταχεία προώθηση μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, μέσω των οποίων θα επιτευχθεί σημαντική περιστολή των δημοσίων δαπανών, με τη μείωση, μεταξύ άλλων, της δαπάνης της γενικής κυβέρνησης για επιδόματα κατά 10% και τον περιορισμό των προσλήψεων υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα, και αύξηση των δημοσίων εσόδων (έκτακτοι φόροι και μόνιμα μέτρα για την αύξηση των εσόδων, όπως αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος και διεύρυνση της φορολογικής βάσης, μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, καθώς και της εισφοροδιαφυγής). Η επιχειρούμενη, ωστόσο, δημοσιονομική προσαρμογή καθίσταται, κατά την εκτίμηση των ελληνικών αρχών, ιδιαιτέρως δυσχερής λόγω αφ’ ενός μεν του υψηλού ελλείμματος του 2009, το οποίο, κατά το χρόνο αυτό, εκτιμάτο ότι θα διαμορφωνόταν τελικώς στο 12,7% του Α.Ε.Π., αφ’ ετέρου δε των αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Επί του προγράμματος αυτού το Συμβούλιο εξέφρασε στις 16.2.2010 γνώμη βάσει του άρθρου 5 παρ. 3 του κανονισμού (ΕΚ) 1466/97 (6560/10). Κατά την εκτίμηση του Συμβουλίου, το υποβληθέν από τις ελληνικές αρχές πρόγραμμα σταθερότητας είναι αρκούντως φιλόδοξο, δεδομένου του εύρους της προσπάθειας εξυγίανσης που έχει προγραμματισθεί κατά την καλυπτόμενη προγραμματική περίοδο. Σύμφωνα με τις ειδικότερες εκτιμήσεις του Συμβουλίου, οι αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κατά το 2009 προκάλεσαν σημαντική επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών, δεδομένου, μάλιστα, ότι η εξασθένηση της καταναλώσεως, σε συνδυασμό με τις αδυναμίες του φορολογικού μηχανισμού και το γεγονός ότι τα έσοδα του δημοσίου εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την έμμεση φορολογία, οδήγησαν ταχέως σε χαμηλότερες των προβλεπομένων φορολογικές εισπράξεις και, κατ’ επέκταση, σε σημαντικές υστερήσεις εσόδων. Από την άλλη, κατά το Συμβούλιο, σημαντικές υπήρξαν οι υπερβάσεις των δαπανών, ιδίως, στους τομείς της υγείας και της μισθοδοσίας του προσωπικού του δημοσίου. Τα γεγονότα αυτά, εν συνδυασμώ προς τη συνεχή αύξηση του δημοσίου χρέους, επιβάλλουν, κατά το Συμβούλιο, την άμεση λήψη μέτρων μόνιμου χαρακτήρα για τον περιορισμό των δημοσίων ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους, την επίσπευση των σχεδιαζόμενων μεταρρυθμίσεων του κοινωνικοασφαλιστικού και του φορολογικού συστήματος, τον επανασχεδιασμό της διαδικασίας εκπονήσεως και παρακολουθήσεως της εκτελέσεως του προϋπολογισμού και την αναδιοργάνωση του μηχανισμού συλλογής και επεξεργασίας των στατιστικών στοιχείων. Προηγουμένως και, συγκεκριμένα, στις 19.1.2010, το Συμβούλιο είχε εκδώσει, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 126 παρ. 8 και 13 και 136 της Σ.Λ.Ε.Ε., την υπ’ αριθ. 2010/291/ΕΕ απόφασή του (ΕΕ L 125), με την οποία διαπίστωσε ότι η Ελλάδα δεν είχε αναλάβει αποτελεσματική δράση σε εφαρμογή της συστάσεως του Συμβουλίου της 27.4.2009 εντός της ταχθείσης προς τούτο προθεσμίας (έως το 2010). Στην απόφαση αυτή επισημαίνεται ότι κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2009 παρατηρήθηκαν αφ’ ενός μεν μεγάλες υπερβάσεις δαπανών, περισσότερες από το ήμισυ των οποίων οφείλεται σε υψηλότερες των προϋπολογισθεισών αποζημιώσεις εργαζομένων και σε αυξημένες δαπάνες κεφαλαίου, αφ’ ετέρου δε μεγάλη υστέρηση των εσόδων, η οποία αποδίδεται στις αδυναμίες του μηχανισμού εισπράξεως των φόρων, και ότι οι υπερβάσεις των δαπανών και η υστέρηση των εσόδων οδήγησαν σε έντονη επιδείνωση της δημοσιονομικής θέσεως της Ελλάδος, η οποία μόνον εν μέρει μπορεί να αποδοθεί στην επιδείνωση των μακροοικονομικών συνθηκών. Στις 16.2.2010 το Συμβούλιο εξέδωσε την υπ’ αριθ. 2010/190/ΕΕ (ΕΕ L 83) σύστασή του, με την οποία η Ελλάδα εκλήθη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 121 παρ. 4 της Σ.Λ.Ε.Ε., να λάβει μέτρα για τον τερματισμό της ασυμφωνίας των γενικών προσανατολισμών της οικονομικής πολιτικής των ελληνικών αρχών προς τους γενικούς στόχους της οικονομικής και νομισματικής ένωσης και την εξάλειψη των κινδύνων υπονόμευσης της εύρυθμης λειτουργίας της. Ειδικότερα, το Συμβούλιο συνέστησε στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων, να μειώσει το μισθολογικό κόστος στο δημόσιο τομέα, να προβεί εγκαίρως σε διεξοδική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, να λάβει μέτρα ώστε το επίπεδο των συντάξεων και η ηλικία συνταξιοδοτήσεως να προσαρμόζονται αυτόματα στις αλλαγές σε υποκείμενους οικονομικούς και δημογραφικούς παράγοντες και να αυξήσει τη μέση ηλικία εξόδου από την αγορά εργασίας. Την ίδια ημέρα (16.2.2010) το Συμβούλιο εξέδωσε και την υπ’ αριθ. 2010/182/ΕΕ (ΕΕ L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 126 παρ. 9, σε συνδυασμό με το άρθρο 136, της Σ.Λ.Ε.Ε., ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η Ελλάδα πρέπει να τερματίσει την κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος το ταχύτερο δυνατόν και, πάντως, έως το τέλος του 2012 (άρθρο 1 παρ. 1), ενώ ως καταληκτική ημερομηνία για την ανάληψη της σχετικής δράσης ορίζεται η 15η Μαΐου 2010 (άρθρο 5). Με το άρθρο 2 της ανωτέρω αποφάσεως προβλέπεται ότι, προκειμένου να επιτευχθεί η δημοσιονομική προσαρμογή και να τερματισθεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος, οι ελληνικές αρχές πρέπει να εφαρμόσουν ορισμένα μέτρα δημοσιονομικής εξυγιάνσεως έως το 2012. Μεταξύ των επειγόντων δημοσιονομικών μέτρων, που πρέπει να ληφθούν, σύμφωνα με το τμήμα Α΄ του ανωτέρω άρθρου 2 της αποφάσεως 2010/182/ΕΕ του Συμβουλίου, έως τις 15.5.2010, περιλαμβάνονται μείωση του μισθολογικού κόστους, μέσω της διατηρήσεως σταθερών των ονομαστικών μισθών των υπαλλήλων της κεντρικής κυβέρνησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των οργανισμών του δημοσίου και των λοιπών δημόσιων φορέων, μείωση του αριθμού του απασχολούμενου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα προσωπικού, περικοπή των ειδικών επιδομάτων που καταβάλλονται στους δημοσίους υπαλλήλους, ονομαστικές περικοπές των μεταβιβάσεων που καταβάλλονται στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, συμπεριλαμβανομένων και μέτρων περιορισμού της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των επιδομάτων και δικαιωμάτων, αύξηση των εσόδων μέσω της εφαρμογής ενιαίας κλίμακας προοδευτικής φορολογήσεως για όλες τις πηγές εισοδήματος και οριζόντια ενοποιημένη μεταχείριση για τα εισοδήματα από την εργασία και το κεφάλαιο, κατάργηση όλων των απαλλαγών και των περιπτώσεων αυτοτελούς φορολογήσεως, καθιέρωση φορολογήσεως βάσει τεκμηρίων για τους αυτοαπασχολούμενους και αύξηση ειδικών φόρων καταναλώσεως. Περαιτέρω, στο τμήμα Γ΄ του ως άνω άρθρου 2 προβλέπεται ότι μέχρι το τέλος του έτους 2010 πρέπει, μεταξύ άλλων, να θεσπισθούν μέτρα για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος με προοδευτική αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των χορηγουμένων συντάξεων, προκειμένου να αντικατοπτρίζονται καλύτερα οι εισφορές που έχουν καταβληθεί καθ’ όλη τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου, μείωση της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα, ενίσχυση της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και εκσυγχρονισμό της φορολογικής διοικήσεως. Εξ άλλου, στο τμήμα Δ΄ του ίδιου ως άνω άρθρου 2 προβλέπεται ότι το 2011 και το 2012 πρέπει, μεταξύ άλλων, να εφαρμοσθούν μέτρα προσαρμογής μόνιμου χαρακτήρα, που να επικεντρώνονται στις τρέχουσες δαπάνες, και ειδικότερα μέτρα περικοπής των δαπανών, προκειμένου να επιτευχθούν μόνιμες οικονομίες στις δαπάνες δημόσιας κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων των μισθών και των κοινωνικών μεταβιβάσεων. Με το άρθρο 4 της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Συμβουλίου προβλέπεται ότι οι ελληνικές αρχές υποχρεούνται έως τις 16.3.2010 να υποβάλουν στο Συμβούλιο και την Επιτροπή έκθεση, στην οποία θα προσδιορίζεται το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των μέτρων, που προβλέπονται στο άρθρο 2 για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του 2010. Αντίστοιχη υποχρέωση προβλέπεται και για τα λοιπά μέτρα πολιτικής που πρέπει να λάβουν οι ελληνικές αρχές, για τα οποία προβλέπεται η υποβολή εκθέσεως έως τις 15.5.2010 και, εν συνεχεία, η τακτική ανά τρίμηνο υποβολή εκθέσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν τα ρητώς μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία (παρ. 2 και 3 του ως άνω άρθρου 4). Βάσει των εκθέσεων αυτών, η Επιτροπή και το Συμβούλιο θα αξιολογούν τη συμμόρφωση της Ελλάδας προς την ανωτέρω απόφαση, κατά τις αξιολογήσεις δε αυτές η Επιτροπή μπορεί να υποδείξει τα μέτρα που χρειάζονται για να τηρηθεί η πορεία προσαρμογής που χαράσσεται με την εν λόγω απόφαση, με σκοπό τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος (παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου 4).
10. Επειδή, στις 15.3.2010 δημοσιεύθηκε ο ν. 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας – Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (Α΄ 40). Στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου αναφέρεται ότι με αυτόν επιδιώκεται η «αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία έχει κλονίσει την αξιοπιστία της Χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία». Περαιτέρω, στην εισηγητική αυτή έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής : «Η δεινή θέση των δημοσίων οικονομικών, λόγω του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους που έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα στην ιστορία των δημοσίων οικονομικών της χώρας, σε συνδυασμό με την χρηματοπιστωτική κρίση που περιόρισε τη ρευστότητα στις διεθνείς αγορές, αλλά και το έλλειμμα αξιοπιστίας που εκθέτει τη Χώρα μας σε κερδοσκοπικές επιθέσεις, καθιστούν αναγκαία τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων, με μείωση των δημόσιων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων. Τα προτεινόμενα επείγοντα μέτρα είναι ανάλογα της άμεσης και επιτακτικής ανάγκης να προστατευτεί το εθνικό συμφέρον και πρόσφορα, προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στην ανάγκη μείωσης του υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζει η Συνθήκη της ΛΕΕ σύμφωνα και με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. … Η πραγματικότητα της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας … έχει … ως εξής : α) το δημοσιονομικό έλλειμμα ανέρχεται σε ύψος 12,7% του ΑΕΠ (30 δισ. ευρώ), β) το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης υπερβαίνει το 120% του ΑΕΠ (περίπου 300 δισ. ευρώ), ενώ το χρέος της γενικής κυβέρνησης υπερβαίνει το 113% του ΑΕΠ (άνω των 270 δισ. ευρώ), δ) οι ετήσιες δαπάνες για τόκους από 9 – 9,5 δισ. ευρώ που ήταν από το 2000 μέχρι το 2008 ξεπερνούν πλέον τα 12 δισ. ευρώ, δ) οι πρωτογενείς δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού αυξήθηκαν … κατά 50% (20 δισ. ευρώ). Η δεινή αυτή δημοσιονομική κατάσταση πρέπει να αντιμετωπισθεί άμεσα, … Με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ), το οποίο εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 16ης Φεβρουαρίου 2010, η Χώρα μας δεσμεύτηκε … να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Οι ρυθμίσεις που προτείνονται με το σχέδιο νόμου υλοποιούν μέρος του σχεδιασμού που περιλαμβάνεται στο ΠΣΑ και ενισχύουν τη δυνατότητα πραγματοποίησής του». Προς επίτευξη των εξαγγελλομένων στην εισηγητική έκθεση σκοπών με τις διατάξεις του ανωτέρω ν. 3833/2010 μειώθηκαν οι αποδοχές των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1) αναδρομικά από 1.1.2010 (άρθρο 20 παρ. 1 και άρθρο 1 παρ. 9), ορίσθηκε νέο όριο στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2) αναδρομικά από 1.3.2010 (άρθρο 20 παρ. 2), καθορίσθηκε η εισοδηματική πολιτική της Κυβερνήσεως για το έτος 2010 (άρθρο 3), επιβλήθηκε έκτακτη εφ’ άπαξ εισφορά επί του εισοδήματος των φυσικών προσώπων οικονομικού έτους 2010, εφόσον αυτό ήταν 100.000 ευρώ και άνω (άρθρο 5), μειώθηκαν τα όρια υπερωριακής απασχολήσεως, οι δαπάνες μετακινήσεως και οι αμοιβές συμμετοχής σε συλλογικά όργανα του δημοσίου τομέα (άρθρα 6-9), ανεστάλησαν οι προσλήψεις για το έτος 2010 και περιορίσθηκε ο αριθμός των προσλήψεων στο δημόσιο τομέα για τα έτη 2011 έως και 2013 (άρθρα 10 και 11), αυξήθηκαν οι συντελεστές του φόρου προστιθέμενης αξίας και διαφόρων ειδικών φόρων καταναλώσεως (άρθρα 12-15) και επιβλήθηκε εφ’ άπαξ φόρος επί των αποθεμάτων πετρελαίου θερμάνσεως (άρθρο 16) καθώς και φόρος σε είδη πολυτελείας (άρθρο 17). Ειδικότερα, με το άρθρο 1 του ανωτέρω ν. 3833/2010 ορίσθηκαν τα εξής : «1. … 2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%). Τα επιδόματα των παραγράφων Α3 των άρθρων 30 και 33 του ν. 3205/2003 … μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. 3. (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010, Α΄ 58/23.4.2010) Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά : α) οικογενειακής παροχής …, β) χρόνου υπηρεσίας …, γ) εφημεριών …, δ) ραδιενέργειας …, ε) ειδικής απασχόλησης (άρθρο 8 παρ. Α6 περ. α΄ του ν. 3205/2003), στ) ειδικών συνθηκών εργασίας …, ζ) επικίνδυνης εργασίας …, η) καταδυτικού …, θ) αναπηρίας και κινδύνου …, ι) μεταπτυχιακών σπουδών …, ια) αποφοίτων Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης … και αποφοίτων Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης …, ιβ) κινήτρου απόδοσης …, ιγ) ειδικής αποζημίωσης …, καθώς και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων, εφόσον προσδιορίζεται σε ώρες νυκτερινής απασχόλησης … 4. Στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου της παραγράφου 2 στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 3205/2003, εξαιρούνται από τη μείωση, που προβλέπεται στην παράγραφο 2, τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους ή με το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Αν στο ανωτέρω προσωπικό δεν καταβάλλονται επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος, οι πάσης φύσεως αποδοχές μειώνονται κατά επτά τοις εκατό (7%). 5. … Οι διατάξεις … της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. 6. …».
11. Επειδή, με την από 25.3.2010 δήλωσή τους, οι Αρχηγοί των Κρατών και Κυβερνήσεων της Ευρωζώνης επιβεβαίωσαν την προσήλωση των κρατών τους στην εφαρμογή πολιτικών, που αποβλέπουν στην αποκατάσταση ισχυρής, βιώσιμης και σταθερής ανάπτυξης με στόχο την αύξηση των θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, και την υποχρέωση των κρατών μελών της Ευρωζώνης να ασκούν υγιείς εθνικές πολιτικές βάσει των συμφωνηθέντων κανόνων. Στη συνέχεια αναγνώρισαν ότι «οι ελληνικές αρχές έλαβαν φιλόδοξα και αποφασιστικά μέτρα, τα οποία αναμένεται να επιτρέψουν στην Ελλάδα να ανακτήσει την πλήρη εμπιστοσύνη των αγορών», ότι «τα μέτρα εξυγίανσης που έλαβε η Ελλάδα αποτελούν σημαντική συμβολή προς την ενίσχυση της δημοσιονομικής διατηρησιμότητας και της εμπιστοσύνης της αγοράς», ότι «η Ελληνική κυβέρνηση δεν ζήτησε χρηματοδοτική υποστήριξη» και ότι, ως εκ τούτου, δεν ελήφθη ακόμη απόφαση για την ενεργοποίηση του μηχανισμού, που αναφέρεται στη συνέχεια. Ως προς το μηχανισμό αυτό αναφέρονται στην ανωτέρω δήλωση, μεταξύ άλλων, τα εξής : «τα κράτη μέλη της ευρωζώνης επιβεβαιώνουν … την ετοιμότητά τους να αναλάβουν αποφασιστική και συντονισμένη δράση, εφόσον χρειασθεί, για να διασφαλίσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα της ευρωζώνης στο σύνολό της, … Τα κράτη μέλη της ευρωζώνης είναι έτοιμα να συνεισφέρουν σε συντονισμένο διμερή δανεισμό, στο πλαίσιο δέσμης η οποία θα περιλαμβάνει ουσιαστική χρηματοδότηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και πλειοψηφική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Ο μηχανισμός αυτός ο οποίος συμπληρώνει τη χρηματοδότηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, πρέπει να θεωρείται ως έσχατο μέτρο, το οποίο θα σημαίνει ιδίως ότι δεν είναι επαρκής η χρηματοδότηση της αγοράς. Οποιαδήποτε εκταμίευση σχετική με τον διμερή δανεισμό θα αποφασίζεται με ομοφωνία από τα κράτη μέλη της ευρωζώνης, βάσει αυστηρών προϋποθέσεων καθώς και αξιολόγησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. … Στόχος του μηχανισμού αυτού δεν θα είναι η παροχή χρηματοδότησης με βάση ένα μέσο όρο επιτοκίων της ευρωζώνης, αλλά να θέτει κίνητρα για επιστροφή στη χρηματοδότηση από τις αγορές το συντομότερο δυνατό, μέσω της κατάλληλης τιμολόγησης κινδύνων. Τα επιτόκια θα διαμορφώνονται με μη χαριστικούς όρους, δηλ. δεν θα περιλαμβάνουν στοιχεία επιδότησης. …». Στην συνέχεια, οι Υπουργοί Οικονομικών των κρατών – μελών της ζώνης του ευρώ Eurogroup») προέβησαν στις 11.4.2010 σε δήλωση, με την οποία καθόρισαν τους όρους της χρηματοδοτικής στήριξης, η οποία θα παρεχόταν στην Ελλάδα, όποτε παρίστατο ανάγκη, προκειμένου να διαφυλαχθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ευρωζώνης, ως συνόλου. Σύμφωνα με τη δήλωση αυτή, τα κράτη – μέλη της ζώνης του ευρώ είναι έτοιμα να παράσχουν χρηματοδότηση στην Ελλάδα μέσω διμερών δανείων με κεντρική οργάνωση από την Επιτροπή, εντεταγμένων στο πλαίσιο ενός πακέτου δανεισμού, που περιλαμβάνει και χρηματοδότηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η δε Επιτροπή, συνεπικουρούμενη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θα συνεργασθεί με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις ελληνικές αρχές για την εκπόνηση ενός κοινού προγράμματος βάσει των κατευθύνσεων που περιλαμβάνονται στις συστάσεις του Συμβουλίου του Φεβρουαρίου 2010, το οποίο θα καλύπτει μια περίοδο τριών ετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη δήλωση αυτή, τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης είναι έτοιμα να εισφέρουν 30 δις ευρώ για τον πρώτο χρόνο για να καλύψουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες του προγράμματος, προκειμένου δε να τεθούν κίνητρα στην Ελλάδα να επιστρέψει στη χρηματοδότηση των αγορών, τα δάνεια θα χορηγηθούν από τα κράτη μέλη με μη προνομιακά επιτόκια. Στις 23.4.2010, με την από 23.4.2010 επιστολή του Υπουργού Οικονομικών προς τον Πρόεδρο του «Eurogroup», τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Ελληνική Κυβέρνηση ζήτησε την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης, σύμφωνα με τα αποφασισθέντα με τις προαναφερθείσες δηλώσεις αφενός από 25.3.2010 των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Ευρωζώνης και αφετέρου από 11.4.2010 των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης.
12. Επειδή, στις 3.5.2010 υπεγράφη αφ’ ενός από τον Υπουργό Οικονομικών και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και αφ’ ετέρου από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσης για λογαριασμό των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, κείμενο στην αγγλική γλώσσα με τον τίτλο «Memorandu mofUnderstanding» («Μνημόνιο Συνεννόησης»). Στο κείμενο αυτό περιελήφθησαν τα μέτρα τριετούς προγράμματος, που είχε καταρτισθεί από τις ελληνικές αρχές μετά από συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το «Μνημόνιο Συνεννόησης» απαρτίζεται από τρία επί μέρους Μνημόνια : α) το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» («Memorandum of Economic και Financial Policies»), β) το «Μνημόνιο στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» («Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality») και γ) το «Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης» («Technical Memorandum of Understanding»). Ειδικότερα, στο «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» – όπως έχει το κείμενο αυτού στην ελληνική γλώσσα, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην επόμενη σκέψη, προσαρτήθηκε στο ν. 3845/2010 – περιγράφονται κατ’ αρχάς οι δυσμενείς εξελίξεις των δημοσιονομικών μεγεθών της Ελλάδας, οι οποίες κατέστησαν αδύνατη τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές και αναγκαία την προσφυγή της στο μηχανισμό στήριξης, και αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο κεφάλαιο Ι «Πρόσφατες εξελίξεις» τα εξής : «1. Η οικονομική ύφεση εντάθηκε το 2010. Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε κατά 2% το 2009 και οι δείκτες υποδεικνύουν ότι η οικονομική δραστηριότητα θα αποδυναμωθεί περαιτέρω το 2010. … 2. … η Ελλάδα εισήλθε στην ύφεση με μεγάλο δημόσιο έλλειμμα. Λόγω της υιοθέτησης αδύναμων πολιτικών εσόδων και χαλαρής φορολογικής διαχείρισης … και έχοντας ως πρόσθετο παράγοντα την ύφεση, τα έσοδα μειώθηκαν αισθητά. Οι δαπάνες, εν τω μεταξύ, αυξήθηκαν σημαντικά, ιδιαίτερα για μισθούς και επιδόματα, … Το έλλειμμα εκτινάχθηκε στο εκτιμώμενο 13,6% του ΑΕΠ ενώ το δημόσιο χρέος αυξήθηκε σε πάνω από 115% του ΑΕΠ το 2009. 3. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει επηρεαστεί αρνητικά. Η επιδεινούμενη δημοσιονομική κατάσταση συνοδεύτηκε από υποβαθμίσεις των κυβερνητικών ομολόγων από τους οίκους αξιολόγησης και οι επενδυτές άρχισαν να υπαναχωρούν από τα ελληνικά ομόλογα, πιέζοντας έτσι τις αποδόσεις τους. Επιπλέον, τα βαθιά μακροοικονομικά και διαρθρωτικά προβλήματα σε συνδυασμό με την αναπόφευκτα μεσοπρόθεσμα έντονη δημοσιονομική προσαρμογή είναι πιθανό να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα για κάποιο διάστημα. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων επηρεάζει αρνητικά το τραπεζικό σύστημα. … 4. Παρόλη την ύφεση, το εξωτερικό έλλειμμα μειώνεται μόνο οριακά. Ο πληθωρισμός και το εγχώριο κόστος έχουν αυξηθεί περισσότερο απ’ ότι στους εταίρους της Ελλάδας στην Ευρωζώνη την τελευταία δεκαετία και η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με απώλεια ανταγωνιστικότητας. … Το σύνολο των δαπανών για τόκους για το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε σε πάνω από 5% του ΑΕΠ, γεγονός που σημαίνει ότι θα χρειαστεί ένα πλεόνασμα στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών για να οδηγηθεί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε μια πιο βιώσιμη κατάσταση. Αυτό απαιτεί την ενίσχυση των οικονομικών πολιτικών και της ανταγωνιστικότητας ώστε να μπουν τα θεμέλια για ένα μοντέλο ανάπτυξης το οποίο θα βασίζεται περισσότερο στις επενδύσεις και τις εξαγωγές». Στη συνέχεια στο κεφάλαιο ΙΙ «Βασικοί στόχοι και προοπτικές» του ανωτέρω Μνημονίου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «5. Οι κύριοι στόχοι του προγράμματος είναι η διόρθωση των δημοσιονομικών και εξωτερικών ανισορροπιών και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Χωρίς την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη βιωσιμότητα της δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης, το κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας είναι αναπόφευκτο ότι θα παραμείνει υψηλό αν όχι να αυξηθεί περαιτέρω. Οι δημοσιονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες πρέπει να διορθωθούν. Η ταυτόχρονη αντιμετώπιση των δύο αυτών προβλημάτων … απαιτεί ριζικό επαναπροσανατολισμό της οικονομίας. Η ανάπτυξη δεν είναι πιθανό να είναι δυναμική άμεσα μετά την εφαρμογή των αρχικών διορθωτικών δημοσιονομικών μέτρων, αλλά με την εφαρμογή μιας χρηματοπιστωτικής πολιτικής για τη διατήρηση της ευρωστίας του τραπεζικού τομέα και δυναμικών μεσοπροθέσμων δημοσιονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών, η οικονομία θα αναδυθεί από αυτή την εμπειρία σε καλύτερη κατάσταση από ότι σήμερα, με μεγαλύτερη ανάπτυξη και απασχόληση. 6. Η κυβέρνηση προβλέπει μια εκτεταμένη περίοδο προσαρμογής : ● Ο ρυθμός ανάπτυξης του πραγματικού ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα περιοριστεί σημαντικά το 2010-2011, αλλά αναμένεται να ανακάμψει σταδιακά στη συνέχεια. … Ενώ η δημοσιονομική εξυγίανση θα επιβαρύνει αναπόφευκτα την οικονομική δραστηριότητα αρχικά, αναμένεται ότι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης από τα εμπροσθοβαρή δημοσιονομικά μέτρα και το ισχυρό μεσοπρόθεσμο οικονομικό πρόγραμμα σε συνδυασμό με διεξοδικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για την επιστροφή σε θετική ανάπτυξη το 2012 και έπειτα. ● Ο πληθωρισμός πρέπει να μειωθεί σημαντικά κάτω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης ώστε η Ελλάδα να ανακτήσει γρήγορα ανταγωνιστικότητα τιμών. Ο περιορισμός της εγχώριας ζήτησης, τόσο μέσω της δημοσιονομικής προσαρμογής όσο και μέσω προσπαθειών για τη συγκράτηση των μισθών και των συντάξεων, καθώς και μέτρων για περιορισμό του κόστους στην οικονομία, θα είναι απαραίτητος για την ουσιαστική κάμψη του πληθωρισμού. Επιπλέον, ο περιορισμός των ολιγοπωλιακών δομών θα είναι επίσης σημαντικός για τη μείωση των υψηλών περιθωρίων κέρδους σε ορισμένους κλάδους. ● Το εξωτερικό έλλειμμα αναμένεται να μειωθεί σταδιακά στο μεσοπρόθεσμο διάστημα καθώς η εγχώρια ζήτηση και ο πληθωρισμός θα μειώνονται και η οικονομία θα ανταποκρίνεται στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με στόχο τη βελτίωση των εξαγωγών και τη μείωση της εξάρτησής της από τις εισαγωγές. …». Στο κεφάλαιο ΙΙΙ «Οικονομικές Πολιτικές» του ανωτέρω Μνημονίου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «7. Για την υλοποίηση των στόχων του προγράμματος θα γίνει χρήση όλων των διαθέσιμων δημοσιονομικών, χρηματοπιστωτικών και διαρθρωτικών πολιτικών. Η οικονομία έχει ανάγκη από ένα ισχυρό και βιώσιμο πρόγραμμα προσαρμογής για τη διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών και τη στροφή του χρέους σε καθοδική πορεία στο μεσοπρόθεσμο διάστημα, … και την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. … ● Η εισοδηματική πολιτική και η πολιτική κοινωνικής προστασίας πρέπει να στηρίξουν την προσπάθεια για δημοσιονομική προσαρμογή και την επανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. Η προσαρμογή των εισοδημάτων σε βιώσιμα επίπεδα είναι αναγκαία για τη στήριξη της δημοσιονομικής διόρθωσης και της μείωσης του πληθωρισμού σε επίπεδα κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, καθώς και για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους και τιμών σε μόνιμη βάση. Τα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης θα πρέπει να ενδυναμωθούν για να αντιμετωπίσουν υποβόσκουσες διαρθρωτικές ανισορροπίες που οφείλονται στη γήρανση του πληθυσμού, καθώς τα κόστη ασφαλιστικών παροχών στην Ελλάδα προβλέπεται να είναι από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τις τρέχουσες πολιτικές. Καθώς οι μεγαλύτερες υπερβάσεις ετησίως στον προϋπολογισμό προέρχονται συστηματικά από τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, οι μεταρρυθμίσεις για την περιφρούρηση της βιωσιμότητας του συστήματος δεν μπορούν πλέον να αναβληθούν. … ● Οι διαρθρωτικές αλλαγές που θα προάγουν την ικανότητα της οικονομίας να παράγει, να αποταμιεύει και να εξάγει θα είναι κριτικής σημασίας για τη μεσοπρόθεσμη ανάκαμψη. … Η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να εφαρμόσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα και για την αύξηση της αποτελεσματικότητας και της ευελιξίας των αγορών προϊόντων και εργασίας, για την δημιουργία ενός περισσότερο ανοιχτού και προσβάσιμου περιβάλλοντος για τους εγχώριους και τους ξένους επενδυτές και για τη μείωση της άμεσης συμμετοχής του δημοσίου στις εγχώριες βιομηχανίες. 8. Η κυβέρνηση δεσμεύεται σε δίκαιη κατανομή του κόστους προσαρμογής. Η δέσμευση για την προστασία των πιο ευάλωτων από τις συνέπειες της οικονομικής ύφεσης λαμβάνεται υπόψη στο σχεδιασμό των πολιτικών προσαρμογής. Στην εξυγίανση των δημοσιονομικών, μεγαλύτερη θα είναι η συνεισφορά από όσους δεν έχουν κατά παράδοση συμβάλλει με το μερίδιο που τους αναλογεί στη φορολογική επιβάρυνση. Όσον αφορά τη μείωση σε μισθούς και συντάξεις στο δημόσιο, οι χαμηλόμισθοι έχουν προστατευτεί: ● Μειώσεις στις συντάξεις: η απάλειψη της 13ης και της 14ης σύνταξης αντισταθμίζεται για όσους λαμβάνουν λιγότερο από €2500 μηνιαίως με την υιοθέτηση ενός νέου ενιαίου επιδόματος €800 ετησίως. Η μείωση βαραίνει περισσότερο όσους λαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις. ● Μειώσεις στους μισθούς: Η πληρωμή του 13ου και 14ου μισθού θα απαλειφθεί για όλους τους εργαζομένους. Για την προστασία των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων, για όσους λαμβάνουν λιγότερο από €3000 μηνιαίως θα υιοθετηθεί ένα ενιαίο επίδομα €1000 ετησίως ανά εργαζόμενο το οποίο θα χρηματοδοτηθεί μέσω μείωσης επιδομάτων για τους υψηλόμισθους. Επιπλέον, οι ελάχιστες συντάξεις και τα οικογενειακά επιδόματα δε θα περικοπούν …». Στη συνέχεια παρατίθενται οι πολιτικές, που προτίθεται η Κυβέρνηση να ακολουθήσει στους διάφορους τομείς, «Α. Δημοσιονομικές Πολιτικές», «Β. Πολιτικές για τον χρηματοπιστωτικό τομέα» και «Γ. Διαρθρωτικές Πολιτικές». Στο τμήμα, που αφορά τις δημοσιονομικές πολιτικές, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «9. … Θα ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στην αγορά καθώς και για την εμπέδωση εμπιστοσύνης στους πιστωτές ότι η Ελλάδα θα ανακτήσει τον έλεγχο της δυναμικής του χρέους της. Η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι οι πολιτικές για την αποκατάσταση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των τιμών, οι οποίες, στο πλαίσιο μιας νομισματικής ένωσης, πρέπει να βασιστούν σε μείωση του εγχωρίου κόστους και των τιμών, βραχυπρόθεσμα θα επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα, τα έσοδα της κυβέρνησης και τη δυναμική του χρέους. … Ωστόσο, αποτελεί αδήριτη ανάγκη να δρομολογηθούν οι κατάλληλες δημοσιονομικές πολιτικές και η οικονομία να εισέλθει σε μια σταθερή πορεία μελλοντικής ανάπτυξης. Είναι σαφές ότι ο δημόσιος τομέας έχει καταστεί υπερβολικά μεγάλος και πολυδάπανος και πρέπει να γίνει μικρότερος, πιο αποτελεσματικός και ευέλικτος και να προσανατολιστεί στην παροχή καλύτερων υπηρεσιών προς τους πολίτες. 10. Η δημοσιονομική στρατηγική έχει ως κεντρικό άξονα την τοποθέτηση του λόγου δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ σε πτωτική τροχιά από το 2013 και μετά καθώς και τη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης αισθητά κάτω από το 3% του ΑΕΠ … Προκειμένου να αποφευχθεί το αίσθημα κόπωσης λόγω των μεταρρυθμίσεων και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς, η στρατηγική της κυβέρνησης όσον αφορά τη δημοσιονομική προσαρμογή είναι έντονα εμπροσθοβαρής. Όλα τα δημοσιονομικά μέτρα για το υπόλοιπο του 2010 και έως το 2012 έχουν προσδιοριστεί … 11. Ένα πολύ καλό ξεκίνημα έχει ήδη γίνει, με το έλλειμμα του πρώτου τριμήνου του 2010 να περιορίζεται σημαντικά. Όσο για το υπόλοιπο του 2010, επιπλέον μέτρα θα εφαρμοστούν πέρα από εκείνα που αναφέρονται στην Απόφαση και Σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2010 καθώς και εκείνων που ανακοινώθηκαν το Μάρτιο του 2010 … Τα τρία σημαντικότερα άμεσα μέτρα είναι η άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα και των δαπανών για πληρωμές συντάξεων, καθώς και η περαιτέρω αύξηση του ΦΠΑ και κάποιων συγκεκριμένων ειδικών φόρων κατανάλωσης (μέτρα που συνδυασμένα με άλλα, αποδίδουν περαιτέρω εξοικονόμηση της τάξεως του 2 ½% του ΑΕΠ, ήδη από το 2010). Αυτό θα εξασφαλίσει ότι, παρά την ύφεση, το δημοσιονομικό έλλειμμα θα περιοριστεί … Αυτά τα μέτρα λαμβάνονται επιπλέον εκείνων που έχουν ήδη ληφθεί, τα οποία περιλαμβάνουν την πρώτη δόση της μείωσης των μισθολογικών δαπανών της κυβέρνησης και των δαπανών επιλεγμένων παροχών κοινωνικής ασφάλισης (με παράλληλη διασφάλιση των ελαχίστων ορίων), τη σημαντική μείωση των λειτουργικών δαπανών σε όλα τα υπουργεία, σημαντικά μέτρα που εξασφαλίζουν μόνιμα έσοδα, τους ειδικούς φόρους επί εξαιρετικά κερδοφόρων επιχειρήσεων και επί της ιδιοκτησίας μεγάλης ακίνητης περιουσίας, καθώς και επί των αγαθών πολυτελείας. … θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για τη δίκαιη κατανομή των βαρών. 12. Για το 2011 και μετά έχουν προσδιοριστεί επιπλέον μέτρα αύξησης των εσόδων και μείωσης των δαπανών προκειμένου να εξασφαλιστούν οι δημοσιονομικοί στόχοι. … ● Οι δαπάνες θα μειωθούν κατά ένα ισοδύναμο γύρω στο 7% του ΑΕΠ μέχρι το 2013. Από την υιοθέτηση του ευρώ, η Ελλάδα έχει αυξήσει τις δαπάνες χωρίς τόκους κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένων των μισθολογικών δαπανών, της κατανάλωσης του δημοσίου και των κοινωνικού χαρακτήρα μεταβιβαστικών πληρωμών, δημιουργώντας ένα πολύ μεγάλο βάρος για το κράτος. Αυτό πρέπει να αντιστραφεί. Ως εκ τούτου, οι δαπάνες από μισθούς και επιδόματα θα πρέπει να περιοριστούν δεδομένου ότι αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος των πρωτογενών δαπανών του προϋπολογισμού και στη συνέχεια οι μισθοί και οι συντάξεις να παγώσουν σε ονομαστικούς όρους κατά τη διάρκεια του προγράμματος. Η κυβέρνηση έχει επίσης προγραμματίσει και άλλες μειώσεις δημοσίων δαπανών, μεταξύ άλλων μέσω της πρόθεσης αντικατάστασης μόνο του 20% των συνταξιοδοτουμένων δημοσίων υπαλλήλων και μέσω της ενοποίησης δήμων και τοπικών συμβουλίων. Είναι ζωτικής σημασίας το βάρος της προσαρμογής στο σκέλος των δαπανών να είναι κατανεμημένο σε πολλά προγράμματα, … ● Τα έσοδα θα αυξηθούν κατά περίπου 4% του ΑΕΠ έως το 2013. Έσοδα … θα περιλαμβάνουν την αύξηση (μέσω των κριτηρίων διαβίωσης) της φορολογίας των ελευθέρων επαγγελματιών, την αύξηση της φορολογίας των ειδών πολυτελείας, και (προσωρινά) πρόσθετους φόρους σε εξαιρετικά κερδοφόρες εταιρείες και υψηλής αξίας ακίνητα, όπως και άλλα μέτρα για την πάταξη της φοροδιαφυγής που περιλαμβάνονται στην προσφάτως εγκριθείσα φορολογική μεταρρύθμιση. Άλλες αυξήσεις των εσόδων θα περιλαμβάνουν τη διεύρυνση της βάσης του ΦΠΑ, την αύξηση των συντελεστών και την αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης … 13. Εκτός από αυτά τα άμεσα δημοσιονομικά μέτρα για τον προϋπολογισμό, η κυβέρνηση έχει επίσης δρομολογήσει μια σειρά σημαντικών διαρθρωτικών δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων. … ● Ασφαλιστική Μεταρρύθμιση : Το σημερινό συνταξιοδοτικό σύστημα δεν είναι βιώσιμο και θα περιέλθει σε αδυναμία πληρωμών εάν δεν ληφθούν υπεύθυνα μέτρα προκειμένου να τεθεί σε μια υγιή βάση. Η κυβέρνηση έχει ξεκινήσει μια μεταρρύθμιση … Η μεταρρύθμιση θα εισάγει ένα νέο σύστημα το οποίο θα βασίζεται στην ενίσχυση της σύνδεσης μεταξύ εισφορών και παροχών, με ενιαίους κανόνες που θα ισχύουν κατ’ αναλογία σε όλους τους σημερινούς και μελλοντικούς εργαζόμενους. Η κανονική ηλικία συνταξιοδότησης θα οριστεί στα 65 έτη, … Η μεταρρύθμιση … θα περιορίσει την πρόωρη συνταξιοδότηση, … και θα περιορίσει τον κατάλογο των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων. … ● Μεταρρύθμιση του τομέα της υγείας … ● Φορολογική μεταρρύθμιση. Η κυβέρνηση έχει νομοθετήσει ένα φορολογικό πλαίσιο που περιλαμβάνει σημαντικά στοιχεία προκειμένου να καταστεί το φορολογικό σύστημα πιο αποτελεσματικό και δίκαιο. … μια σειρά από μεταρρυθμίσεις … έχουν εισαχθεί για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, που περιλαμβάνουν … την καθιέρωση τεκμηρίων διαβίωσης … Η Κυβέρνηση θα αναθεωρήσει περαιτέρω το φορολογικό σύστημα προκειμένου να απλοποιηθεί και να αυξηθεί η αποδοτικότητά του. ● Φορολογική Διοίκηση : Βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση ήδη εφαρμόζονται ενώ τεχνική βοήθεια έχει ήδη ληφθεί από το ΔΝΤ. Βραχυπρόθεσμα, η στρατηγική της κυβέρνησης θα επικεντρωθεί στην εξασφάλιση των εσόδων από τους φορολογούμενους με τα μεγαλύτερα εισοδήματα, στην αποτελεσματικότερη και αυστηρότερη εφαρμογή του νόμου, τον έλεγχο των ατόμων με υψηλό πλούτο καθώς και των αυτοαπασχολούμενων (όπου ο κίνδυνος φοροδιαφυγής είναι μεγαλύτερος), τη δίωξη των μεγαλύτερων παραβατών, την ενίσχυση της δήλωσης και πληρωμής του ΦΠΑ, καθώς και τη συλλογή του μεγαλύτερου ποσού των ληξιπροθέσμων φορολογικών οφειλών. Μεσοπρόθεσμα, η Κυβέρνηση θα σχεδιάσει ένα πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε βασικούς τομείς συμμόρφωσης και διοίκησης στο φορολογικό σύστημα που περιλαμβάνουν : δημιουργία και τήρηση ενός συνεκτικού πλαισίου διαχείρισης κινδύνου στη συμμόρφωση …, ανάπτυξη των υποδομών παροχής υπηρεσιών προς τους φορολογούμενους προκειμένου να υποστηριχθούν οι προσπάθειες βελτίωσης της συμμόρφωσης, ουσιαστική βελτίωση των ενεργειών επιβολής του νόμου, ειδικά στα επίπεδα του ελέγχου, μέσω της χρήσης μεθόδων βασισμένων στην ιεράρχηση των κινδύνων και δημιουργία υποδομών κεντρικού στρατηγικού σχεδιασμού και διαχείρισης της φορολογικής και τελωνειακής διοίκησης. ● Διαχείριση των δημοσίων οικονομικών και δημοσιονομικό πλαίσιο. Στην τεχνική βοήθεια από το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την διαχείριση των δημοσίων οικονομικών και των μακροπροθέσμων μεταρρυθμίσεων του προϋπολογισμού θα υπάρξει αναδιάταξη προτεραιοτήτων προκειμένου για την αντιμετώπιση των βραχυπροθέσμων προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε. … Η κυβέρνηση θα εξακολουθήσει να συνεργάζεται με τις ομάδες του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που παρέχουν τεχνική βοήθεια προκειμένου … να υπάρξουν περαιτέρω βελτιώσεις κατά τη διάρκεια του προγράμματος, … ● Πλαίσιο Διαχείρισης Χρέους : … η Κυβέρνηση σχεδιάζει να επανεξετάσει … το πλαίσιο διαχείρισης κινδύνου που αφορά στη διαχείριση του χρέους με σκοπό την διασφάλιση της διαφάνειας και της ικανότητας πρόβλεψης … Η κυβέρνηση έχει ήδη ζητήσει τεχνική βοήθεια στον τομέα αυτό από το ΔΝΤ. ● Παροχή πληροφοριών για τα μεγέθη του δημόσιου τομέα συμπεριλαμβανομένων και στατιστικών θεμάτων …». Εξάλλου, στο τμήμα του ανωτέρω Μνημονίου, που αφορά τις διαρθρωτικές πολιτικές, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «22. Οι διαρθρωτικές πολιτικές ενισχύονται προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα … Οι πολιτικές αυτές θα ενισχύσουν την ευελιξία και την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας, θα διασφαλίσουν την αποκατάσταση των μισθών και των τιμών και στη συνέχεια θα διατηρήσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και, σταδιακά, θα αλλάξουν τη διάρθρωση της οικονομίας προς ένα μοντέλο ανάπτυξης περισσότερο βασισμένο στις επενδύσεις και στις εξαγωγές. … Ειδικότερα : ● Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης. … ● Ενίσχυση της αγοράς εργασίας και της εισοδηματικής πολιτικής. Σε εναρμόνιση με τη μείωση των μισθών του δημόσιου τομέα, οι μισθοί του ιδιωτικού τομέα πρέπει να γίνουν πιο ευέλικτοι ώστε να καταστεί δυνατή η συγκράτηση του κόστους για μια εκτεταμένη χρονική περίοδο. … ● Βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές. … ● Διαχείριση και αποκρατικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων. … ● Η βελτίωση της απορρόφησης κοινοτικών κονδυλίων των διαρθρωτικών ταμείων και του Ταμείου Συνοχής. Η κυβέρνηση θα συνεργαστεί στενά με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να αυξήσει το ποσοστό απορρόφησης των κονδυλίων των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής …». Περαιτέρω, στο κεφάλαιο IV του ανωτέρω Μνημονίου, το οποίο (κεφάλαιο) έχει τον τίτλο «Χρηματοδότηση του προγράμματος», αναφέρονται τα εξής : «23. Οι ανάγκες χρηματοδότησης του προγράμματος αναμένεται να καλυφθούν με τη χρηματοδοτική στήριξη από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του Ευρώ και το ΔΝΤ, ενισχύοντας παράλληλα την πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων. Παρά τη σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή προβλέπουμε ένα χρηματοδοτικό έλλειμμα της τάξεως των 110 δις ευρώ για την περίοδο του προγράμματος, το οποίο προβλέπεται να καλυφθεί με αντίστοιχα διμερή δάνεια στήριξης από τους εταίρους στην Ευρωζώνη (80 δις ευρώ) και μέσω της στήριξης του ΔΝΤ (30 δις ευρώ). … Η αποφασιστική εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος θα συμβάλει στην οικονομική ανάκαμψη και θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των αγορών. Αν η δημοσιονομική προσαρμογή προχωρήσει ταχύτερα από το αναμενόμενο ή αν οι συνθήκες της αγοράς βελτιωθούν, η κυβέρνηση … δεν θα χρειασθεί να αντλήσει το σύνολο των κεφαλαίων από το μηχανισμό στήριξης της ΕΕ και ΔΝΤ». Στον πίνακα δε 1 του ανωτέρω Μνημονίου προβλέπεται ότι από τα δημοσιονομικά μέτρα, που περιλαμβάνει το πρόγραμμα για το 2010 και αφορούν τόσο τα έσοδα όσο και τα έξοδα, θα εξοικονομηθούν 5.800 εκ. ευρώ, δηλαδή ποσό ίσο με το 2,5% του Α.Ε.Π.. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, αφ΄ενός μεν μείωση του μισθολογικού κόστους μέσω της μειώσεως του 13ου και του 14ου μισθού και των επιδομάτων (από την οποία προβλέπεται να εξοικονομηθούν 1.100 εκ. ευρώ ή 0,5% του Α.Ε.Π) και αφ΄ετέρου μείωση των συντάξεων μέσω της μειώσεως της 13ης και της 14ης συντάξεως (από την οποία προβλέπεται να εξοικονομηθούν 1.500 εκ. ευρώ ή 0,6% του Α.Ε.Π.). Στο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» εξειδικεύονται και περιγράφονται λεπτομερώς τα μέτρα, που θα ληφθούν για την πραγματοποίηση του περιλαμβανομένου στο προαναφερθέν «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» προγράμματος, και καθορίζεται το χρονοδιάγραμμα θεσπίσεως και υλοποιήσεώς τους μέχρι και το τέλος του 2011. Στο Μνημόνιο αυτό (Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής) αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «Οι τριμηνιαίες εκταμιεύσεις της διμερούς οικονομικής βοήθειας από τα Κράτη – Μέλη της Ευρωζώνης θα βασίζονται σε τριμηνιαίους απολογισμούς των προϋποθέσεων για όλη τη χρονική διάρκεια της συμφωνίας. Η αποδέσμευση των δόσεων θα βασίζεται στην τήρηση των ποσοτικών κριτηρίων επιδόσεων και στη θετική αξιολόγηση της προόδου στα κριτήρια πολιτικής του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (ΜΟΧΠ) και αυτού του Μνημονίου, το οποίο καθορίζει τα λεπτομερή κριτήρια για τις διαδοχικές αξιολογήσεις έως το τέλος του 2011. Τα λεπτομερή κριτήρια για τα έτη 2012 και 2013 θα καθοριστούν με την ευκαιρία της αξιολόγησης της άνοιξης του 2011. Οι αρχές δεσμεύονται να διαβουλεύονται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ για την υιοθέτηση πολιτικών που δεν συνάδουν με αυτό το μνημόνιο. Θα τους παρέχουν επίσης όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για την παρακολούθηση της προόδου και της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κατάστασης κατά τη διάρκεια υλοποίησης του προγράμματος … Πριν από την καταβολή των δόσεων, οι αρχές πρέπει να παρέχουν μια έκθεση συμμόρφωσης σχετικά με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων». Μεταξύ των μέτρων δημοσιονομικής εξυγιάνσεως, τα οποία αναφέρεται στο ανωτέρω «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» ότι θα ληφθούν έως το τέλος του δευτέρου τριμήνου του έτους 2010 και προβλέπεται ότι θα αποφέρουν εξοικονόμηση συνολικού ποσού ίσου με 2,5% του Α.Ε.Π., περιλαμβάνονται, εκτός από την αύξηση των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας και των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα, στον καπνό και στο αλκοόλ, αφ΄ενός «Μείωση του μισθολογίου του δημοσίου τομέα με τη μείωση των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας και των επιδομάτων που καταβάλλονται σε δημοσίους υπαλλήλους, με τις καθαρές εξοικονομήσεις να ανέρχονται σε 1.500 εκ. ευρώ για ένα πλήρες έτος (1.100 εκ. ευρώ το 2010)» και αφ΄ετέρου «Μείωση των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας που καταβάλλονται στους συνταξιούχους, με ταυτόχρονη προστασία αυτών που λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις, με τις καθαρές εξοικονομήσεις να ανέρχονται σε 1.900 εκ. ευρώ για ένα πλήρες έτος (1.500 εκ. ευρώ το 2010)», ενώ προβλέπεται περαιτέρω ότι «Το Κοινοβούλιο υιοθετεί, όπως προβλέπεται στο πρόγραμμα σταθερότητας του Ιανουαρίου 2010, ένα νόμο που θα θεσπίζει μια προοδευτική φορολογική κλίμακα για όλες τις πηγές εισοδήματος …», καθώς και «… ένα νόμο που θα καταργεί τις απαλλαγές και τις αυτόνομες φορολογικές διατάξεις στο φορολογικό σύστημα».
Το ανωτέρω «Μνημόνιο Συνεννόησης», απαρτιζόμενο από τα τρία επί μέρους Μνημόνια, διαβιβάσθηκε, με την από 2.5.2010 (Ε399/3.5.2010) επιστολή του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, στον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης, στον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Με την επιστολή αυτή ζητήθηκε η παροχή στην Ελλάδα οικονομικής βοήθειας από τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης ύψους 80 δισεκατομμυρίων ευρώ για περίοδο 36 μηνών, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί για το υπόλοιπο του έτους 2010 και για την τριετία 2011-2013 το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η τήρηση του οποίου θα παρακολουθείτο και θα αξιολογείτο συστηματικά βάσει των περιεχομένων στο Μνημόνιο κριτηρίων. Με την επιστολή αυτή εκφράζεται η αποφασιστικότητα της Ελληνικής Κυβερνήσεως να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα και να εφαρμόσει τις πολιτικές που προτείνονται με την απόφαση και τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Φεβρουαρίου 2010. Με την από 3.5.2010 αντίστοιχου περιεχομένου επιστολή το ανωτέρω Μνημόνιο απεστάλη και στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Με την επιστολή αυτή ζητήθηκε από το Ταμείο να υποστηρίξει το πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, στο πλαίσιο ενός Διακανονισμού Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας («Stand-by Arrangement»), για χρονική περίοδο 36 μηνών με ποσό ίσο προς 26,4 δισεκατομμύρια ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (30 δισεκατομμύρια ευρώ).
13. Επειδή, στις 6.5.2010 δημοσιεύθηκε ο ν. 3845/2010 (Α΄ 65) με τίτλο «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο». Με τον νόμο αυτό μειώθηκαν αφ’ ενός μεν περαιτέρω οι αποδοχές των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, και αφ’ ετέρου συνταξιοδοτικές παροχές χορηγούμενες από οργανισμούς κυρίας ασφαλίσεως (άρθρο τρίτο), αυξήθηκαν οι συντελεστές του φόρου προστιθέμενης αξίας και ειδικών φόρων καταναλώσεως (άρθρο τέταρτο) και επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά στο εισόδημα των νομικών προσώπων του οικονομικού έτους 2010, εφ’ όσον υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ, καθώς και ειδικός φόρος τηλεοπτικών διαφημίσεων (άρθρο πέμπτο). Περαιτέρω, στο νόμο αυτό προσαρτήθηκαν ως Παραρτήματα III και IV τα δύο από τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη τρία επί μέρους Μνημόνια. Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτο του ανωτέρω νόμου, με τίτλο «Μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας», αναφέρονται τα εξής : «1. Με τη Δήλωση των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Ζώνης του ευρώ που δημοσιοποιήθηκε … την 25η Μαρτίου 2010 και προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παράρτημα Ι, αποφασίστηκε για την οικονομική και δημοσιονομική σταθερότητα της ευρω-ζώνης, η δημιουργία μηχανισμού στήριξης. 2. Με τη Δήλωση για τη στήριξη της Ελλάδας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ που δημοσιοποιήθηκε … την 11η Απριλίου 2010 και προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παράρτημα ΙΙ …, αποφασίστηκε η ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης της παραγράφου 1 με την κατάρτιση κοινού προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις ελληνικές αρχές. 3. Για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης που συγκροτήθηκε σύμφωνα με τις Δηλώσεις των προηγούμενων παραγράφων, καταρτίστηκε από το Υπουργείο Οικονομικών με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σχέδιο προγράμματος (Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής) το οποίο με επιστολές του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος διαβιβάστηκε, αφ’ ενός προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Υπουργών Οικονομικών της ευρω-ζώνης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και αφ’ ετέρου προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το σχέδιο προγράμματος προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παραρτήματα ΙΙΙ και IV, στην ελληνική γλώσσα». Περαιτέρω, με το άρθρο τρίτο του ανωτέρω ν. 3845/2010 ορίσθηκαν τα εξής : «1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 … μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%). 2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 3. Στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 3205/2003, εξαιρούνται από τη μείωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους ή με το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Αν στο ανωτέρω προσωπικό δεν καταβάλλονται επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές κατά την έννοια της παραγράφου 1, οι πάσης φύσεως αποδοχές μειώνονται κατά τρία τοις εκατό (3%). 4. … 5. … 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, … καθορίζονται ως εξής : α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους. 7. … 8. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. 9. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και κατά περίπτωση με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, καθορίζεται ο χρόνος καταβολής των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 6 και 10 έως και 14 του άρθρου αυτού. 10. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων κύριας ασφάλισης, με εξαίρεση τους συνταξιούχους του Ο.Γ.Α., χορηγούνται εφόσον ο δικαιούχος έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του και το ύψος τους καθορίζεται ως εξής : α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. Τα ανωτέρω επιδόματα αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για όλους του φορείς κοινωνικής ασφάλισης … κατά ενιαίο ποσοστό έπειτα από οικονομική μελέτη … και εφόσον το επιτρέπουν οι οικονομικές δυνατότητες των ταμείων και η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας (το τελευταίο αυτό εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 67 του ν. 3863/2010, Α΄ 115/15.7.2010). 11. Από το όριο ηλικίας που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο εξαιρούνται όσοι εξ ιδίου δικαιώματος λαμβάνουν σύνταξη λόγω αναπηρίας ή με το καθεστώς των βαρέων και ανθυγιεινών ή των οικοδομικών επαγγελμάτων, καθώς και οι δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως, εφόσον οι τελευταίοι: α) είναι δικαιούχοι λόγω θανάτου συζύγου, ή β) δεν έχουν υπερβεί το 18ο έτος ή αν σπουδάζουν, το 24ο έτος της ηλικίας τους, ή γ) είναι ανίκανοι για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67%. 12. Αν καταβάλλονται στο ίδιο πρόσωπο δύο κύριες συντάξεις από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, τα επιδόματα της παραγράφου 10 καταβάλλονται μόνο από τον φορέα που καταβάλλει την μεγαλύτερη σύνταξη. 13. Αν στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ενός δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως, το ποσό των επιδομάτων επιμερίζεται αναλόγως στα συνδικαιούχα πρόσωπα. 14. Τα επιδόματα της παραγράφου 10 δεν καταβάλλονται, εφόσον οι καταβαλλόμενες συντάξεις, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων της παραγράφου 10, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση υπερβαίνουν κατά μήνα, τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων της παραγράφου 10, οι καταβαλλόμενες συντάξεις υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα της παραγράφου 10 καταβάλλονται μέχρι του ορίου των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους. 15. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή των παραγράφων 10 έως και 14 του άρθρου αυτού. 16. …». Η αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει τον ανωτέρω νόμο, αναφέρεται στους λόγους, που οδήγησαν την Κυβέρνηση στην υποβολή αιτήματος για την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, καθώς και στις συνέπειες που έχει η ενεργοποίηση του μηχανισμού αυτού. Ειδικότερα στην αιτιολογική αυτή έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «Η προσφυγή στο μηχανισμό ήταν το τελευταίο καταφύγιο για να αποτραπεί η χρεοκοπία της χώρας. Ταυτόχρονα η ανάγκη προσφυγής στο μηχανισμό στήριξης μας οδηγεί στην ανάγκη να λάβουμε πρόσθετα μέτρα, … Το πρόγραμμα σταθερότητας που σχεδιάστηκε και τα πρόσθετα μέτρα που προτείνονται … θέτουν σε εφαρμογή το μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με την παροχή χρηματοδότησης ύψους 110 δις Ευρώ, εκ των οποίων 80 δις Ευρώ σε διμερή δάνεια από τις χώρες της ΕΕ και 30 δις Ευρώ από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εξ αυτών, 30 δις Ευρώ θα διατεθούν το 2010. Το πρόγραμμα για την ανάκαμψη της οικονομίας προβλέπει μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής που ανέρχονται σε 11 μονάδες του ΑΕΠ ή περίπου 30 δις ευρώ έως το 2013, με στόχο το 2014 το έλλειμμα να είναι κάτω από 3% του ΑΕΠ. Το μακροοικονομικό σενάριο προβλέπει ύφεση 4% το 2010 και επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 2012 και μετά. Με αφετηρία το έλλειμμα ύψους 13,6% του ΑΕΠ του 2009 και τις προοπτικές της οικονομίας κατά το τρέχον έτος, η δημοσιονομική προσπάθεια που συνολικά θα χρειαστεί … το 2010 πλησιάζει το 9% του ΑΕΠ, ώστε να περιοριστεί το δημοσιονομικό έλλειμμα περισσότερο από 5 ποσοστιαίες μονάδες. Στην προσπάθεια που ήδη γίνεται προστίθενται μέτρα που αντιστοιχούν σε 2,5% του ΑΕΠ ή 5,6 δισεκατομμύρια ευρώ. … τα μέτρα που προτείνονται είναι … απαραίτητα για να αυξηθούν τα έσοδα, να περιοριστούν οι δαπάνες, να συνεχιστεί η λειτουργία του κράτους, να διατηρηθεί η δυνατότητα να καταβάλλονται μισθοί και συντάξεις … Τα μέτρα … επιφέρουν μείωση του εισοδήματος των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά και των συνταξιούχων. Καταβλήθηκε τεράστια προσπάθεια …, ώστε να θιγούν όσο γίνεται λιγότερο τα χαμηλά και μεσαία επίπεδα μισθών και συντάξεων …» (βλ. επίσης πρακτικά της ΡΙΕ΄ Συνεδρίασης της 6.5.2010 της Α΄ Συνόδου της ΙΓ΄ Περιόδου Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, σελ. 6727-6794).
14. Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, στις 8.5.2010 υπεγράφη «Σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης» («LoanFacilityAgreement») μεταξύ αφ’ ενός 14 εκ των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, εκπροσωπουμένων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και του ενεργούντος για λογαριασμό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας χρηματοπιστωτικού ιδρύματος «Kreditanstalt für Wiederaufbau» (KfW), ως δανειστών, και αφ’ ετέρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, ως δανειολήπτη, και της Τράπεζας της Ελλάδος, ως αντιπροσώπου του δανειολήπτη. Με την εν λόγω σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «Οι δανειστές καθιστούν διαθέσιμη στο Δανειολήπτη μια δανειακή διευκόλυνση … σε ευρώ για ένα συνολικό ποσό κεφαλαίου ύψους μέχρι ογδόντα δις Ευρώ … και υπόκειται στους όρους και τις προϋποθέσεις του Μνημονίου Συνεννόησης και της παρούσας Σύμβασης» και ότι «Ο Δανειολήπτης χρησιμοποιεί όλα τα ποσά που δανείζεται … τηρώντας τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Μνημόνιο Συνεννόησης». Εξ άλλου, στο προοίμιο της ανωτέρω συμβάσεως αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «(6) Μέτρα που αφορούν το συντονισμό και την επιτήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας της Ελλάδας και ορίζουν κατευθυντήριες γραμμές της οικονομικής πολιτικής για την Ελλάδα, θα καθορισθούν με απόφαση του Συμβουλίου δυνάμει των Άρθρων 126(9) και 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης … και η παρεχόμενη προς την Ελλάδα στήριξη συναρτάται με τη συμμόρφωση της Ελλάδας σε μέτρα που συνάδουν με την εν λόγω απόφαση και τα οποία προβλέπονται σε ένα Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής πολιτικής, Μνημόνιο στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης … που υπογράφηκαν αρχικά στις 3 Μαΐου 2010 από την Επιτροπή μετά την έγκριση από όλα τα Κράτη Μέλη της Ευρωζώνης (εκτός της Ελλάδας), από το Δανειολήπτη και την Τράπεζα της Ελλάδος … (8) Η διαθεσιμότητα των Δανείων … εξαρτάται από τη θετική απόφαση των Κρατών Μελών της Ευρωζώνης (εκτός της Ελλάδας) … με βάση τα πορίσματα της επαλήθευσης από την Επιτροπή ότι η εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής του Δανειολήπτη συμφωνεί με το πρόγραμμα προσαρμογής ή όποιους άλλους όρους προβλέπονται στην απόφαση του Συμβουλίου δυνάμει των Άρθρων 126 (9) και 136 της ΣΛΕΕ και του Μνημονίου Συνεννόησης». Την ίδια ως άνω ημερομηνία, 8.5.2010, συνήφθη και δεύτερη σύμβαση μεταξύ των 15 κρατών της Ευρωζώνης, τα οποία είχαν συμφωνήσει να παράσχουν την προαναφερθείσα δανειακή διευκόλυνση στην Ελλάδα («Συμφωνία μεταξύ των Πιστωτών», «IntercreditorAgreement»). Με τη δεύτερη αυτή σύμβαση ρυθμίσθηκαν οι μεταξύ των ανωτέρω 15 κρατών σχέσεις, που απορρέουν από την προαναφερθείσα σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης. Στις 9.5.2010 το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ενέκρινε, κατ’ αποδοχήν της από 3 Μαΐου 2010 αιτήσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως για χρηματοδότηση του οικονομικού της προγράμματος, «την παροχή Διακανονισμού Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας» «ισοδύναμου με Ειδικά Τραβηχτικά Δικαιώματα … 26,432.9 εκατομμυρίων [30 δισ. ευρώ] για το χρονικό διάστημα 9 Μαΐου 2010 έως και 8 Μαΐου 2013». Στις 8.6.2010 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της Σ.Λ.Ε.Ε., την υπ’ αριθ. 2010/320/ΕΕ απόφαση (ΕΕ L 145 της 11.6.2010), με την οποία απηύθυνε στην Ελλάδα, με σκοπό την ενίσχυση και την εμβάθυνση της ασκούμενης επ’ αυτής δημοσιονομικής εποπτείας, ειδοποίηση για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, τα οποία κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της καταστάσεως υπερβολικού ελλείμματος. Στο προοίμιο της ανωτέρω αποφάσεως αναφέρονται, μεταξύ άλλων, (αιτιολογική σκέψη 5) τα εξής : «Σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2009, οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση για την αρχική ειδοποίηση που είχε απευθυνθεί στην Ελλάδα, το ΑΕΠ αναμενόταν να μειωθεί κατά ¼% το 2010 και να παρουσιάσει ανάκαμψη από το 2011 … Σήμερα, αναμένεται σημαντική πτώση του πραγματικού ΑΕΠ το 2010, ακολουθούμενη από περαιτέρω συρρίκνωση το 2011. … Αυτή η αισθητή επιδείνωση του οικονομικού σεναρίου υποδηλώνει αντίστοιχη επιδείνωση των προοπτικών για τα δημόσια οικονομικά εάν δεν μεταβληθούν οι πολιτικές. … οι ανησυχίες των αγορών ως προς τις προοπτικές των δημόσιων οικονομικών εκδηλώθηκαν μέσω της κατακόρυφης αύξησης των επασφάλιστρων κινδύνου για το δημόσιο χρέος, επιτείνοντας τις δυσχέρειες όσον αφορά τον έλεγχο της πορείας του δημοσίου ελλείμματος και χρέους. Σύμφωνα με την ποοκαταρκτική εκτίμηση που πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής τον Μάρτιο του 2010, η Ελλάδα εφάρμοζε … τα δημοσιονομικά μέτρα που απέβλεπαν στην εξασφάλιση της επίτευξης του προγραμματισμένου στόχου για το έλλειμμα του 2010. Ωστόσο, λόγω της ραγδαίας μεταβολής του οικονομικού σεναρίου, δεν ισχύει πλέον ο σχεδιασμός αυτός. Η άμεση απειλή χρεοκοπίας του κράτους απαιτεί την ανάληψη ακόμη δραστικότερων μέτρων εντός του τρέχοντος έτους. Συγχρόνως, το βάρος της συρρίκνωσης της οικονομίας που αναμένεται τώρα, καθιστά ανέφικτη την αρχική πορεία μείωσης του ελλείμματος. Μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι έχουν επέλθει στην Ελλάδα απρόβλεπτα αντίξοα οικονομικά γεγονότα με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά και, κατά συνέπεια, είναι δικαιολογημένη η έκδοση αναθεωρημένων συστάσεων βάσει του άρθρου 136 και του άρθρου 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ». Περαιτέρω, στο προοίμιο της ανωτέρω αποφάσεως (αιτιολογική σκέψη 8) αναφέρεται ότι «Η ιδιαίτερα οξεία επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης της ελληνικής κυβέρνησης οδήγησε τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ να αποφασίσουν να παράσχουν στήριξη σταθερότητας προς την Ελλάδα, προκειμένου να διαφυλαχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο, και σε συνδυασμό με πολυμερή συνδρομή που παρέχεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η στήριξη από τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ λαμβάνει τη μορφή συγκέντρωσης διμερών δανείων, που συντονίζεται από την Επιτροπή. Οι δανειστές αποφάσισαν να χορηγήσουν τη στήριξή τους με την προϋπόθεση της τήρησης της παρούσας απόφασης από την Ελλάδα. Ειδικότερα, η Ελλάδα αναμένεται να εφαρμόσει τα μέτρα που προσδιορίζονται στην παρούσα απόφαση σύμφωνα με το προβλεπόμενο σε αυτή χρονοδιάγραμμα». Εν όψει τούτων, με το άρθρο 1 της ανωτέρω αποφάσεως χορηγήθηκε παράταση της προθεσμίας τερματισμού της καταστάσεως υπερβολικού ελλείμματος της Ελλάδος έως το 2014, ετέθησαν δε αναθεωρημένοι στόχοι για την πορεία του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους για κάθε έτος έως το 2014. Συγκεκριμένα προβλέφθηκε ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης πρέπει να ακολουθήσει συνεχή πτωτική πορεία και, συγκεκριμένα, να διαμορφωθεί στο 8 % του Α.Ε.Π. το 2010, στο 7,6 % του Α.Ε.Π. το 2011, στο 6,5 % του Α.Ε.Π. το 2012, στο 4,9 % του Α.Ε.Π. το 2013 και στο 2,6 % του Α.Ε.Π. το 2014. Περαιτέρω, με το άρθρο 2 της ανωτέρω αποφάσεως θεσπίσθηκε ένα αναλυτικό χρονοδιάγραμμα νομοθετικών μέτρων και λοιπών δράσεων ανά τρίμηνο και έως το τέλος Δεκεμβρίου του 2011. Ειδικότερα, στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου 2 προβλέπεται ότι οι ελληνικές αρχές πρέπει να έχουν λάβει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα μέτρα πριν από το τέλος του Ιουνίου του 2010: «… (στ) μείωση των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων και των επιδομάτων αδείας που καταβάλλονται στους δημοσίους υπαλλήλους με στόχο την εξοικονόμηση 1.500 εκατ. ευρώ για ένα πλήρες έτος (1.100 εκατ. ευρώ το 2010)∙ (ζ) κατάργηση των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων και επιδομάτων αδείας που καταβάλλονται στους συνταξιούχους, με ταυτόχρονη προστασία αυτών που λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις, με στόχο την εξοικονόμηση 1.900 εκατ. ευρώ για ένα πλήρες έτος (1.500 εκατ. ευρώ το 2010)∙ …». Η ανωτέρω απόφαση τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 2010/486/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2010 (ΕΕ L 241 της 14.9.2010) ως προς τα μέτρα που θα πρέπει να λάβουν οι ελληνικές αρχές από τον Ιούλιο του 2010 έως και το τέλος Δεκεμβρίου του 2011.
15. Επειδή, από το περιεχόμενο της πρώτης προσβαλλομένης με την κρινόμενη αίτηση πράξεως (υπ’ αριθ. 2/14924/0022/1.4.2010 του Υφυπουργού Οικονομικών)προκύπτει ότι με αυτήν κοινοποιήθηκαν στις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα αποδεκτών οι διατάξεις του ν. 3833/2010 και παρασχέθηκαν οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των επί μέρους ρυθμίσεών τους. Ειδικότερα, στην παρ. 2 περ. α της ανωτέρω πράξεως, που αφορά την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, αναφέρονται ενδεικτικώς επιδόματα, τα οποία καταλαμβάνουν οι μειώσεις, επισημαίνεται δε ότι μειώνονται στο ποσοστό που προβλέπει ο ανωτέρω νόμος όλα τα επιδόματα που δεν εξαιρούνται ρητά με την παρ. 3 του άρθρου 1 του εν λόγω νόμου. Η διευκρίνιση αυτή είναι αυτονόητη, δεδομένου ότι στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 ορίζεται ότι μειώνονται «τα πάσης φύσεως» επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά. Περαιτέρω, με την ανωτέρω πράξη επαναλαμβάνονται οι περιπτώσεις επιδομάτων, που ειδικώς εξαιρούνται από τις μειώσεις, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010. Ειδικότερα, στην παρ. 3 της ανωτέρω πράξεως, που αφορά την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, και υπό το στοιχείο ε΄, αφού επαναλαμβάνεται η διατύπωση της σχετικής διατάξεως του εν λόγω νόμου, ότι δηλαδή εξαιρείται από τη μείωση το επίδομα «Ειδικής απασχόλησης (άρθρο 8 παρ. Α6 περ. α΄ του ν. 3205/2003)», προστίθενται, περαιτέρω, τα εξής : «Επισημαίνεται ότι μειώνεται το επίδομα ειδικής απασχόλησης των περ. β και γ της παρ. Α6 του άρθρου 8, για το εποπτικό προσωπικό καθαριότητας, τεχνικό προσωπικό κ.λπ., καθώς και για το λοιπό προσωπικό (διοικητικοί υπάλληλοι), το οποίο πλέον διαμορφώνεται στο ποσό των 132 € για την περ. β και στο ποσό των 96,80 € για την περίπτωση γ». Από τη διατύπωση της συγκεκριμένης περικοπής της προσβαλλομένης πράξεως προκύπτει ότι με αυτήν απλώς διευκρινίσθηκε, προς αποφυγήν ενδεχομένως ερμηνευτικών δυσχερειών, ότι η προβλεφθείσα με την περ. ε΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 εξαίρεση αφορά μόνον τα επιδόματα της περιπτώσεως α΄ της παραγράφου Α6 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003, όχι δε και τα επιδόματα των λοιπών περιπτώσεων της ίδιας παραγράφου. Ενόψει των ανωτέρω, με την προσβαλλόμενη πράξη δεν εισήχθη νέα ρύθμιση κατ’ απόκλιση των προβλέψεων της περιπτώσεως ε΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, αλλά αποδόθηκε απλώς η αληθής έννοια της εν λόγω διατάξεως, εφ’ όσον, όπως προκύπτει από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, από τις θεσπισθείσες με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3833/2010 μειώσεις εξαιρούνται μόνον τα ρητώς αναφερόμενα στην παρ. 3 επιδόματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται (στην επίμαχη περίπτωση ε΄) το επίδομα ειδικής απασχόλησης της περιπτώσεως α΄ της παραγράφου Α6 του άρθρου 8 ν. 3205/2003 (που χορηγείται στο προσωπικό καθαριότητας, τους οδηγούς απορριμματοφόρων αυτοκινήτων και ανοιχτών φορτηγών, τους χειριστές μηχανικών σαρώθρων, τους εργάτες και τεχνίτες αποχέτευσης, νεκροταφείων και ρίψης ασφάλτου, τους απασχολούμενους στην υγειονομική ταφή απορριμμάτων και στους σταθμούς μεταφόρτωσης, καθώς και τους μηχανοτεχνίτες συνεργείων αυτοκινήτων των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού), όχι, όμως, και τα αντίστοιχα επιδόματα των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της ίδιας παραγράφου Α6 [που χορηγούνται στο εποπτικό προσωπικό καθαριότητας, το τεχνικό προσωπικό, τους τεχνίτες εν γένει, το υγειονομικό προσωπικό, το γεωπονικό προσωπικό, τους περιβαλλοντολόγους, τους συντηρητές έργων τέχνης, τους μουσικούς πνευστών οργάνων, το ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας, τους οδηγούς και χειριστές μηχανημάτων έργου, στο προσωπικό όλων των κλάδων κατηγορίας ΥΕ (περ. β΄) και σε όλο το λοιπό προσωπικό των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού (περ. γ΄)]. Συνεπώς, είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης, εν όψει των εκτεθέντων ανωτέρω, εκδοχής, ο προβαλλόμενος με την κρινόμενη αίτηση ισχυρισμός ότι με την ανωτέρω επισήμανση στην πρώτη προσβαλλόμενη πράξη ορίσθηκε για πρώτη φορά ότι οι προβλεπόμενες από το ν. 3833/2010 περικοπές των πάσης φύσεως επιδομάτων του προσωπικού του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εφαρμόζονται και επί των επιδομάτων ειδικής απασχόλησης του εποπτικού προσωπικού καθαριότητας, του τεχνικού προσωπικού και του λοιπού διοικητικού προσωπικού των πρωτοβάθμιων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (δηλαδή των επιδομάτων των περ. β΄ και γ΄ της παρ. Α6 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003), μολονότι, κατά τους αιτούντες, τα επιδόματα αυτά, κατά ρητή πρόβλεψη της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ανωτέρω νόμου, είχαν ρητώς εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου. Εξ άλλου, ο στην ίδια ως άνω διάταξη της προσβαλλομένης πράξεως αριθμητικός προσδιορισμός των επιδομάτων των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παρ. Α6 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003, όπως αυτά διαμορφώνονται μετά την θεσπισθείσα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 μείωση, είναι αποτέλεσμα απλής μαθηματικής πράξεως, και συγκεκριμένα της εφαρμογής της θεσπιζομένης με την εν λόγω διάταξη ποσοστιαίας μειώσεως 12% επί του αρχικού ύψους των επιδομάτων αυτών (150 και 110 ευρώ αντιστοίχως, τα οποία διαμορφώνονται, μετά τη μείωση, σε 132 και 96,80 ευρώ).
16. Επειδή, από το περιεχόμενο της δεύτερης προσβαλλομένης πράξεως (υπ’ αριθ. 2/35981/0022/28.5.2010 του Υφυπουργού Οικονομικών) προκύπτει ότι με αυτήν, μεταξύ άλλων, γνωστοποιήθηκαν στις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα αποδεκτών οι διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και παρασχέθηκαν οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των επί μέρους ρυθμίσεων τους, συνοδευόμενες από παραδείγματα υπολογισμού, εν όψει των ρυθμίσεων που θεσπίσθηκαν με το ανωτέρω άρθρο, των επιδομάτων αδείας και εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα, υπαλλήλων. Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 της ως άνω, δεύτερης, προσβαλλομένης πράξεως, η οποία (παρ. 4) αφορά τις παρεχόμενες εν σχέσει με το άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 διευκρινίσεις, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «Τα ανωτέρω επιδόματα [επιδόματα αδείας και εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως θα διαμορφωθούν μετά την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010], μέχρι την έκδοση της προβλεπόμενης από την παρ. 9 του άρθρου αυτού υπουργικής απόφασης, θα εξακολουθήσουν να καταβάλλονται στις ίδιες ημερομηνίες, με αυτές που καταβάλλονται σήμερα και θα υπόκεινται στις ίδιες με τις σημερινές κρατήσεις. … Τα επιδόματα αυτά θα βαρύνουν, κατά περίπτωση, νέους κωδικούς αριθμούς εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού, ως εξής : ΚΑΕ 0218, 0243, 0253, 0265, 0273, 0422 «Επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας». Για τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ο αντίστοιχος ΚΑΕ είναι ο 0228». Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η ανωτέρω προσβαλλόμενη πράξη έχει εκτελεστό χαρακτήρα, κατά το μέρος που ορίζει νέους κωδικούς εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού, αφού «συνιστά ουσιαστικά την προβλεπόμενη από το άρθρο 15 παρ. 9 του ν. 2362/1995 υπουργική απόφαση, η οποία επιφέρει μείωση των πιστώσεων που έχουν εγγραφεί στον κρατικό προϋπολογισμό για καταβολή μισθών, συντάξεων και εν γένει αποδοχών». Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι οι ως άνω κωδικοί ορίστηκαν, όσον αφορά τον κρατικό προϋπολογισμό, με την υπ’ αριθ. πρωτ. 2/36339/0020/31.5.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και, όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με την υπ’ αριθ. πρωτ. Οικ.2/36266/0094/1.6.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η αναφορά των εν λόγω κωδικών στην ανωτέρω προσβαλλόμενη πράξη έχει, προφανώς, την έννοια απλής ενημερώσεως των υπηρεσιών, στις οποίες γνωστοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, ως προς την πρόθεση του Υπουργείου Οικονομικών να προσδιορίσει νέους κωδικούς στον προϋπολογισμό, στους οποίους θα εντάσσονταν οι δαπάνες για τα επιδόματα εορτών και αδείας των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως αυτά θα διαμορφώνονταν στο εξής κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, και υπό την εκδοχή δηλαδή ότι ορίζονταν το πρώτον οι ανωτέρω κωδικοί με την εν λόγω προσβαλλόμενη πράξη, τούτο δεν θα της προσέδιδε εκτελεστό χαρακτήρα, κατά το σχετικό με το ζήτημα αυτό μέρος της. Και τούτο διότι κατά το μέρος τούτο η προσβαλλόμενη πράξη θα απευθυνόταν στα αρμόδια δημοσιονομικά όργανα και θα είχε αμιγώς δημοσιολογιστικό χαρακτήρα, με συνέπεια να μην απορρέουν εξ αυτής έννομες συνέπειες για τους διοικουμένους (βλ. Σ.τ.Ε. 2619/2007, πρβλ. Σ.τ.Ε. 2817-9/2007).
17. Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων στις ανωτέρω δύο σκέψεις, οι δύο προτασσόμενες στο δικόγραφο προσβαλλόμενες πράξεις ουδεμία αυτοτελή έννομη συνέπεια επάγονται για τους διοικουμένους, αλλά αποτελούν απλές ερμηνευτικές εγκυκλίους, με τις οποίες παρέχονται οδηγίες και διευκρινίσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες για τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 αντίστοιχα. Ως στερούμενες δε εκτελεστότητος απαραδέκτως προσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση (ως προς το ζήτημα ότι αίτηση ακυρώσεως, που στρέφεται κατά ερμηνευτικής εγκυκλίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτη βλ. Σ.τ.Ε. 2576-7/1980, 3210/1984, 700/1986, 2152/1987, 1331-2, 1489, 3224/2000, 2961-2/2001, 513/2003, 965-8, 1183, 2173/2004, 1828, 1979, 2267/2005, 2817-9/2007, 28/2008, 614/2009).
18. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται, περαιτέρω, ότι οι ανωτέρω δύο πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα τους ως ερμηνευτικών εγκυκλίων ή κανονιστικών πράξεων, πρέπει να θεωρηθεί ότι προσβάλλονται, εν πάση περιπτώσει, παραδεκτώς, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, επέρχεται, εν προκειμένω, παραβίαση του δικαιώματος παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά τους ειδικότερους ισχυρισμούς των αιτούντων, οι ερμηνευόμενες με τις ανωτέρω πράξεις νομοθετικές διατάξεις, με τις οποίες δεν προβλέπεται η περαιτέρω έκδοση κανονιστικών πράξεων εκτελέσεώς τους, είναι «άμεσα εκτελεστές» και, ως εκ τούτου, εφόσον στην ελληνική έννομη τάξη δεν προβλέπεται ευθεία προσβολή νόμου, η αίτηση ακυρώσεως πρέπει κατ’ ανάγκην να θεωρηθεί ότι στρέφεται κατά της εκ μέρους των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας σιωπηράς εγκρίσεως της εκτελέσεως των επίδικων νομοθετικών διατάξεων. Η έγκριση αυτή τεκμαίρεται, όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες, από σχετικά μεταγενεστέρως εκδοθέντα έγγραφα της Διοικήσεως, μη συνιστώντα καθ’ εαυτά εκτελεστές διοικητικές πράξεις, όπως είναι, ιδίως, οι ερμηνευτικού χαρακτήρα εγκύκλιοι. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως για το λόγο ότι με τις διατάξεις του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου του 3845/2010 ουδόλως επιχειρείται πλήρης και εξαντλητική ρύθμιση συγκεκριμένης περιπτώσεως ατομικού χαρακτήρα, για την υλοποίηση της οποίας δεν απαιτείται η έκδοση άλλης πράξεως, προσβλητής ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, ώστε να γεννάται ζήτημα αποστερήσεως ή αποδυναμώσεως του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αποκλειστικώς και μόνον λόγω της νομικής μορφής που επιλέχθηκε για την άσκηση της συγκεκριμένης κρατικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, με τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων εισάγονται ρυθμίσεις, οι οποίες, ως εκ του αμιγώς κανονιστικού τους χαρακτήρα, προσιδιάζουν σε ουσιαστικό νόμο, για την εφαρμογή τους δε εκδίδονται ατομικές διοικητικές πράξεις (όπως π.χ. μισθοδοτικές καταστάσεις, βεβαιώσεις αποδοχών, πράξεις αναλύσεως συντάξεως και κρατήσεων), τις οποίες οι άμεσα θιγόμενοι έχουν τη δυνατότητα να προσβάλουν παραδεκτώς ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων. Άλλωστε, όπως έχει ήδη εκτεθεί στην τρίτη σκέψη, τέτοιες ατομικές πράξεις προσβάλλονται ήδη με την κρινόμενη αίτηση. Πέραν τούτων, με τις διατάξεις των παραγράφων 9 και 15 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 παρέχεται, ειδικώς, νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τον καθορισμό του χρόνου και των λεπτομερειών για την καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας του εν ενεργεία προσωπικού του δημόσιου τομέα και των συνταξιούχων και βοηθηματούχων οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, πλην του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, ήδη δε με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες στρέφονται ευθέως κατά εκδοθείσης κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 15 του ανωτέρω άρθρου κανονιστικής αποφάσεως.
19. Επειδή, η τρίτη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση εκδόθηκε, κατά τα ήδη εκτεθέντα, κατ’ επίκληση της διατάξεως της παρ. 15 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, η οποία, ορίζουσα ότι «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή των παραγράφων 10 έως και 14 του άρθρου αυτού», παρέχει, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος, εξουσιοδότηση σε άλλο όργανο, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, για την ρύθμιση ζητημάτων λεπτομερειακού χαρακτήρα. Με τις παραγράφους 1 και 2, καθώς και με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως επαναλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, οι ρυθμίσεις, που έχουν θεσπισθεί με τις παραγράφους 10 έως και 14 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και αφορούν τα καταβαλλόμενα σε συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων κυρίας ασφαλίσεως, πλην του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, επιδόματα εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα, και αδείας. Στη συνέχεια, με τα επόμενα εδάφια της παραγράφου 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζεται ότι οι συνταξιούχοι, στους οποίους χορηγούνται περισσότερες της μιας συντάξεις ή βοήθημα τύπου σύνταξης («εξωιδρυματικό επίδομα»), «υποχρεούνται στην υποβολή υπεύθυνης δήλωσης προς τον αρμόδιο φορέα, όπου δηλώνουν τόσο τα σχετικά ποσά σύνταξης όσο και τους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς ή το Δημόσιο από τους οποίους λαμβάνουν σύνταξη ή εξωιδρυματικό επίδομα. Ο αρμόδιος φορέας ενημερώνει τους λοιπούς φορείς για την καταβολή των εν λόγω επιδομάτων στους συνταξιούχους αυτούς. Στο έντυπο υπεύθυνης δήλωσης ο συνταξιούχος υποχρεούται επιπροσθέτως να δηλώνει ότι δεν έχει εισπράξει ούτε θα εισπράξει στο μέλλον από άλλο ασφαλιστικό φορέα ή το Δημόσιο, τα σχετικά επιδόματα. Σε περίπτωση διαπίστωσης διπλής ή και πολλαπλής καταβολής επιδόματος, τα σχετικά ποσά καταλογίζονται σε βάρος του συνταξιούχου και αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα συμψηφιζόμενα με τα χορηγούμενα ποσά σύνταξης σε τρεις (3) μηνιαίες δόσεις». Περαιτέρω, με την παρ. 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζονται τα εξής : «Ως χρόνος πληρωμής των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ορίζεται η 16η Δεκεμβρίου και η δέκατη ημέρα πριν το Πάσχα αντίστοιχα. Δικαιούχοι είναι όσοι συνταξιοδοτούνται ή η έναρξη συνταξιοδότησης τους εμπίπτει την 1η Δεκεμβρίου ή την πρώτη του μήνα που εορτάζεται το Πάσχα. Οι συνταξιούχοι των οποίων το συνταξιοδοτικό δικαίωμα αρχίζει ή λήγει μετά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες και εντός του μήνα Δεκεμβρίου ή του μήνα που εορτάζεται το Πάσχα, δικαιούνται αναλογία επιδόματος για τόσα τριακοστά των ποσών της παρ. 2, όσες και οι ημέρες συνταξιοδότησής τους. Ως χρόνος πληρωμής του επιδόματος αδείας ορίζεται η ημερομηνία καταβολής της σύνταξης μηνός Αυγούστου. Οι συνταξιούχοι, των οποίων έληξε η συνταξιοδότηση ή ανεστάλη η καταβολή της σύνταξης πριν τον Αύγουστο μήνα, δικαιούνται μέρος του επιδόματος αδείας, ίσο με το 1/12 του ποσού αυτού για κάθε μήνα πραγματικής καταβολής της σύνταξης κατά το τελευταίο προ του μηνός Αυγούστου δωδεκάμηνο». Τέλος, με την παράγραφο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως διευκρινίζεται ότι «Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την χορήγηση των εν λόγω επιδομάτων στους επιδοτούμενους λόγω ασθένειας από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, καθώς και στους συνταξιούχους των φορέων επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του Ο.Γ.Α. εξακολουθούν να ισχύουν», προφανώς εν όψει του ότι το άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 δεν ρύθμισε την χορήγηση επιδομάτων αδείας και εορτών στους επιδοτούμενους λόγω ασθένειας από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και στους συνταξιούχους των φορέων επικουρικής ασφάλισης. Από το παρατεθέν ανωτέρω περιεχόμενο προκύπτει ότι αυτή δεν περιορίζεται στην απλή επανάληψη διατάξεων του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, αλλά, προς συμπλήρωση των περιεχομένων στον νόμο βασικών ουσιαστικών ρυθμίσεων, περιέχει και νέες ρυθμίσεις, λεπτομερειακού χαρακτήρα, που αφορούν τον καθορισμό του τρόπου ενημερώσεως των ασφαλιστικών φορέων για την περίπτωση καταβολής στον ίδιο συνταξιούχο ή βοηθηματούχο περισσοτέρων της μιας συντάξεων ή περισσοτέρου του ενός βοηθήματος, τις συνέπειες διπλής ή πολλαπλής καταβολής επιδόματος εορτών ή αδείας και τον καθορισμό του χρόνου καταβολής των εν λόγω επιδομάτων. Κατά το μέρος δε που η προσβαλλόμενη αυτή πράξη θεσπίζει νέες ρυθμίσεις έχει εκτελεστό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, προσβάλλεται, από την άποψη αυτή, παραδεκτώς. Εξάλλου, η απόφαση αυτή προσβάλλεται εμπροθέσμως (δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως : 7.7.2010, άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως : 29.7.2010).
20. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αμφισβητείται η συμφωνία προς το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου των διατάξεων των νόμων 3833 και 3845/2010, με τις οποίες προβλέφθηκε περικοπή αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών και κατ’ εφαρμογή των οποίων εκδόθηκαν τόσο η ανωτέρω τρίτη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση όσο και οι προσβαλλόμενες ατομικές πράξεις (πράξεις περί αναλύσεως αποδοχών ή βεβαιώσεις αποδοχών, μνημονευόμενες στους αριθμούς 4-17, 19 και 20 του δικογράφου), με τις οποίες περιεκόπησαν οι αποδοχές συγκεκριμένων εν ενεργεία υπαλλήλων του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (των υπ’ αριθ. 11-24, 26 και 27 αιτούντων). Εν όψει τούτου, καθώς και του ότι δεν αμφισβητείται η νομιμότητα της ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων των νόμων 3833 και 3845/2010 κατά τον υπολογισμό των αποδοχών των αιτούντων φυσικών προσώπων με τις προσβαλλόμενες ατομικές πράξεις, το Δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και κατά το μέρος που αφορά τις ατομικές αυτές πράξεις για λόγους οικονομίας της δίκης, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των πράξεων αυτών γεννάται διοικητική διαφορά ουσίας ως προς τις αποδοχές προσωπικού του Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Κατά την γνώμη, όμως, των Συμβούλων Γ. Ποταμιά και Ε. Νίκα, η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να παραπεμφθεί προς εκδίκαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 1968/1991, ως προς το μέρος αυτό στο αρμόδιο κατά τόπο (ενόψει του άρθρου 7 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας σε συνδυασμό με το άρθρο μόνον κεφ. Α΄ περ. 1 του π.δ/τος 404/1978, Α΄ 83) Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, για να εκδικασθεί ως προσφυγή ουσίας.
21. Επειδή, το άρθρο 199 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων (Α΄ 235) ορίζει ότι «Εις τους Δικηγορικούς Συλλόγους και τα Διοικητικά Συμβούλια αυτών ανήκουσι: α) Η μέριμνα περί της εν γένει αξοπρεπείας των Δικηγόρων και της απονομής παρά πάσης αρχής του προς αυτούς οφειλομένου σεβασμού κατά την ενάσκησιν του λειτουργήματος αυτών, β) η υποβολή προτάσεων και γνωμών αφορωσών εις την βελτίωσιν της νομοθεσίας εις την ερμηνείαν και την εφαρμογήν αυτής, γ) η διατύπωσις παρατηρήσεων και κρίσεων ως προς την απονομήν της δικαιοσύνης και δ) η συζήτησις και η απόφασις περί παντός ζητήματος ενδιαφέροντος το Δικηγορικόν Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου ως τοιαύτα ή ως επαγγελματικήν τάξιν και επί παντός γενικωτέρου ζητήματος Εθνικού ή Κοινωνικού περιεχομένου».
22. Επειδή, εν όψει της μέριμνας που, κατά την έννοια της διατάξεως του εδαφίου α΄ του ανωτέρω άρθρου 199 του Κώδικα περί Δικηγόρων, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι πρέπει να επιδεικνύουν για την προστασία των συμφερόντων και του κύρους των μελών τους, ο αιτών Δικηγορικός Σύλλογος με έννομο συμφέρον ζητεί την ακύρωση της εχούσης εκτελεστό χαρακτήρα προσβαλλομένης υπ’ αριθ. Φ80000/14254/1097/6.7.2010 κοινής υπουργικής αποφάσεως. Και τούτο διότι από την περικοπή των συνταξιοδοτικών παροχών, στην οποία αφορά η εν λόγω απόφαση, θίγονται τα συμφέροντα των μελών του, τα οποία ήταν ασφαλισμένα στο Ταμείο Νομικών και ήδη είναι ασφαλισμένα στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων», στο οποίο εντάχθηκε από 1.10.2008 το Ταμείο Νομικών (και ειδικότερα στον Τομέα Ασφάλισης Νομικών του κλάδου κύριας ασφάλισης του νέου Ταμείου, βλ. άρθρο 25 επ. του ν. 3655/2008, Α΄ 58), και πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν από το εν λόγω Ταμείο, το οποίο υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου τρίτου παρ. 10 και επ. του ν. 3845/2010 και, κατ’ ακολουθία, και στις ρυθμίσεις της ανωτέρω αποφάσεως (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 1462/1995, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο και ήδη αιτών Σύλλογος με έννομο συμφέρον άσκησε αίτηση ακυρώσεως κατά κανονιστικών πράξεων, που αφορούσαν την απόδοση στον Λογαριασμό Αλληλεγγύης των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης κοινωνικών πόρων θεσπισθέντων υπέρ του Ταμείου Νομικών και του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών). Κατά την ειδικότερη γνώμη των Συμβούλων Χρ. Ράμμου και Αικ. Σακελλαροπούλου, το έννομο συμφέρον του αιτούντος Δικηγορικού Συλλόγου στηρίζεται αποκλειστικά στην πιο πάνω διάταξη του εδαφίου α΄ του άρθρου 199 του Κώδικα περί Δικηγόρων και συντρέχει για ζητήματα συνδεόμενα με την προάσπιση των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του, καθώς και με την οργάνωση και εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης. Η διάταξη δε του εδαφίου δ΄ του ίδιου άρθρου, που αναφέρεται στη συζήτηση και απόφαση επί ζητημάτων γενικωτέρου περιεχομένου, αφορά την έκδοση ψηφισμάτων ή άλλων μορφών κινητοποίησης στα πλαίσια της δραστηριότητας των Δικηγορικών Συλλόγων, και όχι την άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως ακυρώσεως για οποιοδήποτε ζήτημα κοινωνικού περιεχομένου, διότι θα οδηγούσε κατ’ ουσίαν στη θέσπιση λαϊκής αγωγής ενόψει της ευρύτητας της διατυπώσεώς της. Κατά την γνώμη του Προέδρου του Δικαστηρίου, των Αντιπροέδρων Κ. Μενουδάκου, Σ. Ρίζου, Ν. Σακελλαρίου και Αθ. Ράντου και των Συμβούλων Ε. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλου, Αν. Γκότση, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Αικ. Χριστοφορίδου, Α.-Γ. Βώρου, Γ. Ποταμιά, Ιω. Γράβαρη, Γ. Τσιμέκα, Ιω. Ζόμπολα, Μ. Σταματελάτου – Μπεριάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλου, Α. Καλογεροπούλου, Κ. Κουσούλη και Θ. Αραβάνη και των Παρέδρων Χρ. Σιταρά και Ελ. Μουργιά, ο αιτών Δικηγορικός Σύλλογος με έννομο συμφέρον ζητεί την ακύρωση της τρίτης προσβαλλομένης αποφάσεως όχι μόνον προς προάσπιση των συμφερόντων των μελών του, αλλά και ενόψει της διατάξεως του εδαφίου δ΄ του άρθρου 199 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Και τούτο διότι η προσβαλλομένη αυτή απόφαση αφορά περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών, που χορηγούνται από όλους τους φορείς κύριας ασφάλισης, με εξαίρεση τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων, δηλαδή αφορά γενικότερο ζήτημα κοινωνικού περιεχομένου, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του Κώδικα περί Δικηγόρων, προς αντιμετώπιση του οποίου δικαιούνται να ενδιαφερθούν οι δικηγορικοί σύλλογοι ακόμη και με την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 4576/1977).
23. Επειδή, περαιτέρω, από τους λοιπούς αιτούντες α) η «Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων» (Α.Δ.Ε.Δ.Υ.) αποτελεί, κατά το άρθρο 1 του καταστατικού της, τριτοβάθμια συνδικαλιστική ένωση των δευτεροβαθμίων συνδικαλιστικών δημοσιοϋπαλληλικών οργανώσεων Ελλάδος, της οποίας μέλη, κατά το άρθρο 4 του καταστατικού της, είναι δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, στις οποίες δικαίωμα εγγραφής έχουν και εργαζόμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, και σκοπός είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 2 περ. β΄ του καταστατικού της, η προστασία των οικονομικών και συνταξιοδοτικών συμφερόντων των εργαζομένων στο Δημόσιο, β) η «Ένωσις Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών» (Ε.Σ.Η.Ε.Α.) έχει, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 2 περ. β΄ του καταστατικού της, ως σκοπό την προστασία, την προαγωγή και την διασφάλιση των οικονομικών, επαγγελματικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των μελών της, γ) το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.), κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του π.δ/τος της 27.11/14.12.1926 (Α΄ 430), όπως αντικαταστάθηκε με το αντίστοιχο άρθρο του ν. 1486/1984 (Α΄ 161), μεριμνά, μεταξύ άλλων, για την απασχόληση, την κοινωνική ασφάλιση, την προαγωγή και την προστασία του κύρους των μελών του, και δ) το Εργατικό Κέντρο Λιβαδειάς αποτελεί, κατά το καταστατικό του, ένωση επαγγελματικών εργασιακών σωματείων (άρθρο 1) και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να επιδιώκει τη βελτίωση της κοινωνικής ασφαλίσεως (άρθρο 2 περ. ε΄). Ενόψει των προαναφερθέντων σκοπών τους, τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα, (υπ’ αριθ. 2, 4, 5 και 7 στο δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως) με έννομο συμφέρον ζητούν την ακύρωση της τρίτης προσβαλλομένης πράξεως. Και τούτο διότι θίγονται τα συμφέροντα εκείνων εκ των μελών τους (προκειμένου περί της Ε.Σ.Η.Ε.Α. και του Τ.Ε.Ε.) ή των μελών των ανηκόντων σε αυτά συνδικαλιστικών οργανώσεων (προκειμένου περί της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. και του Εργατικού Κέντρου Λειβαδιάς), που είναι υπάλληλοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου είτε στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα είτε στον ιδιωτικό τομέα και είναι ασφαλισμένα σε οργανισμούς κυρίας ασφαλίσεως αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με την περικοπή των συνταξιοδοτικών παροχών, που δικαιούνται τα μέλη αυτά όταν συνταξιοδοτηθούν από τους εν λόγω οργανισμούς. Επίσης με έννομο συμφέρον ζητεί την ακύρωση της τρίτης προσβαλλομένης αποφάσεως η Ομοσπονδία Εργατικών Στελεχών Ελλάδας (υπ’ αριθ. 6 στο δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως), η οποία είναι, σύμφωνα με της διατάξεις του καταστατικού της, δευτεροβάθμια σωματειακή οργάνωση και έχει ως μέλη συλλόγους και ενώσεις συνταξιούχων και ενεργών εργατικών στελεχών (άρθρο 1 του καταστατικού) και ως σκοπό την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων τους (άρθρο 2 του καταστατικού), προβάλλει δε ότι με την περικοπή των συνταξιοδοτικών παροχών, στην οποία αφορά η ανωτέρω προσβαλλόμενη πράξη, υφίστανται βλάβη τα μέλη της, τα οποία είναι συνταξιούχοι του Ι.Κ.Α..
24. Επειδή, κατά την γνώμη, όμως, του Αντιπροέδρου Φ. Αρναούτογλου, τα αιτούντα νομικά πρόσωπα, που δεν έχουν μέλη συνταξιούχους (υπ’ αριθ. 1, 2, 4, 5 και 7 στο δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως), δεν έχουν ενεστώς έννομο συμφέρον προσβολής της τρίτης προσβαλλομένης κοινής υπουργικής αποφάσεως, που αφορά την περικοπή των χορηγουμένων κατά την έκδοσή της συνταξιοδοτικών παροχών. Για το λόγο δε αυτό η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί ως προς τα νομικά αυτά πρόσωπα ως απαράδεκτη.
25. Επειδή, τα εκ των αιτούντων νομικά πρόσωπα «Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτικών Συνταξιούχων» (Π.Ο.Π.Σ.), «Σύνδεσμος Αποφοίτων Αξιωματικών Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Τάξης 1978» και «Λέσχη Αεροπορίας Στρατού» (υπ’ αριθ. 3, 8 και 9 στο δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως), τα οποία ισχυρίζονται ότι υφίστανται βλάβη περιουσιακής φύσεως τα μέλη τους, συνταξιούχοι του Δημοσίου, δεν βλάπτονται από την έχουσα εκτελεστό χαρακτήρα τρίτη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση υπ’ αριθ. Φ80000/14254/1097/6.7.2010. Και τούτο προεχόντως διότι η εν λόγω απόφαση, όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο της και το περιεχόμενό της (βλ. τη σκέψη 19), αφορά μόνο τους συνταξιούχους οργανισμών κυρίας ασφαλίσεως αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (όπως είναι το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών, το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων) και όχι τους συνταξιοδοτουμένους με βάση το ισχύον για τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει και από την παρ. 10 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, οι ρυθμίσεις του νόμου αυτού, κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεως του οποίου έχει εκδοθεί και η ανωτέρω απόφαση, αφορούν μόνον τα επιδόματα εορτών και αδείας που προβλέπονται για τους συνταξιούχους και τους βοηθηματούχους «όλων των φορέων κύριας ασφάλισης» (με εξαίρεση τους συνταξιούχους του Ο.Γ.Α.). Αντίστοιχες ρυθμίσεις, με αυτές των παρ. 10 έως 14 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου, τους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, καθώς και το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού των σιδηροδρομικών δικτύων που διέπονται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (Α΄ 276), θεσπίσθηκαν με τον επακολουθήσαντα ν. 3847/2010 (Α΄ 67/11.05.2010), ο οποίος έχει τον τίτλο «Επανακαθορισμός των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου». Εξ άλλου, αν ήθελε θεωρηθεί ότι από τα προαναφερθέντα νομικά πρόσωπα τα σωματεία «Σύνδεσμος Αποφοίτων Αξιωματικών Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Τάξης 1978» και «Λέσχη Αεροπορίας Στρατού» ασκούν την κρινόμενη αίτηση και για τα μέλη τους, τα οποία είναι ακόμη εν ενεργεία στρατιωτικοί υπάλληλοι (τρία για καθένα από τα δύο σωματεία, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες σχετικές βεβαιώσεις), δεν έχουν και πάλι έννομο συμφέρον, εφ’ όσον, κατά τα προεκτεθέντα, η τρίτη προσβαλλόμενη πράξη αφορά μόνον τα επιδόματα εορτών και αδείας, που προβλέπονται για συνταξιούχους οργανισμών κυρίας ασφαλίσεως αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, και όχι τα αντίστοιχα επιδόματα, που προβλέπονται για τους εν ενεργεία υπαλλήλους. Περαιτέρω, και το σωματείο με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Διδασκόντων Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Κρήτης» (υπ’ αριθ. 10 στο δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως) δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την τρίτη προσβαλλόμενη πράξη. Και τούτο διότι το σωματείο αυτό, το οποίο έχει, κατά το καταστατικό του, ως μέλη τα μέλη του διδακτικού προσωπικού των διαφόρων τμημάτων της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης (άρθρο 4) και ως σκοπό την προάσπιση των επαγγελματικών συμφερόντων των εν λόγω μελών του (άρθρο 2), δεν ισχυρίζεται ότι τα μέλη του συνταξιοδοτούνται από οργανισμούς κυρίας ασφαλίσεως αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, τυχόν συνταξιοδοτούμενα, καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω πράξεως. Συνεπώς, τα ανωτέρω τέσσερα αιτούντα νομικά πρόσωπα χωρίς έννομο συμφέρον ζητούν την ακύρωση της τρίτης προσβαλλομένης πράξεως και, ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, κατά το μέρος που ασκείται από τα εν λόγω νομικά πρόσωπα και στρέφεται κατά της πράξεως αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
26. Επειδή, τέλος, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι τα αιτούντα φυσικά πρόσωπα (υπ’ αριθ. 11-24, 26-32 στο δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως), τα οποία είναι εν ενεργεία υπάλληλοι στο Δημόσιο και νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, στρέφονται και κατά της τρίτης προσβαλλομένης πράξεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει, κατά το μέρος τούτο (δηλαδή κατά το μέρος που τα πρόσωπα αυτά ζητούν την ακύρωση της εν λόγω πράξεως) να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τούτο δε διότι τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν την τρίτη προσβαλλόμενη πράξη, εφ’ όσον η πράξη αυτή αφορά τους συνταξιούχους των οργανισμών κυρίας ασφαλίσεως αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κανένα δε από τα φυσικά αυτά πρόσωπα δεν ισχυρίζεται προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του ότι είναι ασφαλισμένο σε τέτοιο οργανισμό και ότι, ως εκ τούτου, θα υποστεί βλάβη κατά την συνταξιοδότησή του στο μέλλον από αυτόν με την επίμαχη περικοπή των συνταξιοδοτικών παροχών, αλλά, όπως προκύπτει κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως, προβάλλουν προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους την περικοπή των αποδοχών τους συνεπεία των ρυθμίσεων του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010. Αντιθέτως, τα εκ των αιτούντων φυσικά πρόσωπα, τα οποία είναι εν ενεργεία υπάλληλοι του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (υπ’ αριθ. 11-24, 26 και 27 στο δικόγραφο της αιτήσεως), με έννομο συμφέρον προσβάλλουν τις ατομικές πράξεις, που τους αφορούν και με τις οποίες επέρχονται περικοπές στα χορηγούμενα σε αυτά επιδόματα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3833 και του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, αμφισβητούντα την κατ’ αρχήν συμφωνία των διατάξεων αυτών προς υπερκείμενους κανόνες δικαίου και όχι την νομιμότητα της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων σε καθένα από αυτούς. Εξ άλλου, αν ήθελε θεωρηθεί ότι τα αιτούντα νομικά πρόσωπα στρέφονται και κατά των ατομικών αυτών πράξεων, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά το μέρος τούτο, διότι τα νομικά αυτά πρόσωπα δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν αίτηση ακυρώσεως κατά ατομικών διοικητικών πράξεων, που αφορούν συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα, έστω και αν αυτά είναι μέλη τους, καθ΄ όσον, υπό τις περιστάσεις αυτές, η αίτηση θα προσελάμβανε τον χαρακτήρα λαϊκής αγωγής, η οποία είναι ξένη προς τον θεσμό της αιτήσεως ακυρώσεως στην ελληνική έννομη τάξη, αφού με τη λαϊκή αγωγή δεν επιδιώκεται η αποκατάσταση της πραγματώσεως των ελευθεριών ή δικαιωμάτων του αιτούντος, αλλά εκδηλώνεται απλώς το γενικό ενδιαφέρον του για την αποκατάσταση της νομιμότητας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1094/2008, 1253/2006).
27. Επειδή, προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η παραδεκτώς προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, δεδομένου ότι ο ν. 3845/2010, κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεως του οποίου έχει εκδοθεί, αντίκειται στο Σύνταγμα. Και τούτο διότι, αν και με τον εν λόγω νόμο κυρώνεται το προσαρτημένο σε αυτόν Μνημόνιο (αποτελούμενο από δύο εκ των αναφερθέντων στη σκέψη 12 τριών επιμέρους Μνημονίων, και ειδικότερα από το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και το Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής), το οποίο αποτελεί διεθνή συμφωνία, η οποία συνήφθη μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, των κρατών – μελών της Ευρωζώνης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και με την οποία παραχωρούνται σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες, που, κατά το Σύνταγμα, ασκούνται από την κυβέρνηση, το νομοθετικό σώμα και την εκτελεστική εξουσία, ο νόμος αυτός δεν έχει ψηφισθεί από την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, κατά παράβαση του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος [κατά το οποίο «Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλη κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή συμφωνία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπων του όλου αριθμού των βουλευτών»]. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι εξεταστέος, δοθέντος ότι το ζήτημα, το οποίο τίθεται με αυτόν, αν δηλαδή το Μνημόνιο έχει το χαρακτήρα διεθνούς συμφωνίας, με την οποία μεταβιβάζονται σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες, που, κατά το Σύνταγμα, ασκούνται από όργανα της Ελληνικής Πολιτείας, αποτελεί όρο εφαρμογής της συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 2, μη αναγόμενο, επομένως, στα εσωτερικά («internacorporis») του νομοθετικού σώματος και, ως εκ τούτου, η συνδρομή του ελέγχεται δικαστικώς (πρβλ. Α.Ε.Δ. 11/2003, επίσης πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 2304/1995).
Κατά την γνώμη, όμως, των Αντιπροέδρων Γ. Σταυρόπουλου και Αικ. Συγγούνα και του Συμβούλου Σπ. Μαρκάτη, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην επόμενη σκέψη, το Μνημόνιο δεν αποτελεί διεθνή συμφωνία, εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος, εφ’ όσον με αυτήν δεν μεταβιβάζονται σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που, κατά το Σύνταγμα, ασκούνται από όργανα της Ελληνικής Πολιτείας. Εν όψει τούτου, εν όψει δηλαδή του ότι δεν συντρέχει η βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος, δεν τίθεται ζήτημα ελέγχου αν απαιτείτο η αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών για την ψήφιση του ν. 3845/2010, στον οποίο το εν λόγω Μνημόνιο είναι προσαρτημένο. Αλλά και αν ακόμη το Μνημόνιο ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως δεν θα ήταν ακουστός. Και τούτο διότι, όπως έχει γίνει δεκτό και με τις υπ’ αριθ. 1270/1977 και 902, 903/1981 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου (βλ. και Σ.τ.Ε. 2185/1994), δεν εξετάζεται από τα δικαστήρια αν καλώς νόμος ψηφίσθηκε από Τμήμα και όχι από την Ολομέλεια της Βουλής, καθόσον το ζήτημα τούτο ανάγεται στη διαδικασία ψηφίσεως του νόμου. Παρόμοια δε με την ψήφιση νόμου από Τμήμα της Βουλής αντί από την Ολομέλεια αυτής συνιστά και η περίπτωση της ψηφίσεως νόμου από την συνήθη πλειοψηφία των βουλευτών αντί από την προβλεπόμενη από ειδική συνταγματική διάταξη αυξημένη πλειοψηφία, όπως είναι εκείνη που προβλέπεται από το άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος. Όπου ο συνταγματικός νομοθέτης ήθελε να ελέγχονται από τα δικαστήρια ζητήματα σχετικά με την διαδικασία ψηφίσεως του νόμου, στην οποία περιλαμβάνεται και η απαιτουμένη για την ψήφισή του πλειοψηφία, το όρισε ρητώς (βλ. π.χ. το άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος, προκειμένου περί συνταξιοδοτικών διατάξεων σε άσχετα νομοσχέδια). Άλλωστε, από το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα», προκύπτει ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία προς έλεγχο μόνον της συμφωνίας του περιεχομένου του νόμου προς το Σύνταγμα, όχι δε και της εκ μέρους του νομοθετικού σώματος τηρήσεως των υπό του Συντάγματος καθιερουμένων, για την ψήφιση των νόμων, διαδικαστικών διατάξεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι διατάξεις, που καθιερώνουν αυξημένη πλειοψηφία για την ψήφιση ορισμένων νόμων.
28. Επειδή, από το παρατεθέν ανωτέρω στην 12η σκέψη περιεχόμενο του Μνημονίου (και ειδικότερα των απαρτιζόντων αυτό και προσαρτηθέντων στο ν. 3845/2010 αφ’ ενός Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και αφ’ ετέρου Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής), καθώς και από τη διατύπωση της αναφερομένης στο Μνημόνιο αυτό και παρατεθείσης στην 13η σκέψη παραγράφου 3 του άρθρου πρώτου του ν. 3845/2010, προκύπτει ότι το προσαρτηθέν στον εν λόγω νόμο Μνημόνιο, ανεξαρτήτως ότι είναι προϊόν συνεργασίας μεταξύ των ελληνικών αρχών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα παρ. 3 του άρθρου πρώτου του ν. 3845/2010, και ανεξαρτήτως από τις υποχρεώσεις που η Ελλάδα ανέλαβε έναντι των λοιπών κρατών μελών της Ευρωζώνης με την επακολουθήσασα Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης, αποτελεί, πάντως, το πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, με το οποίο καθορίζονται οι στόχοι της γενικότερης πολιτικής της και τα μέσα επιτεύξεώς τους για την επόμενη τριετία, καθώς και το χρονοδιάγραμμα για την θέσπιση των μέτρων αυτών, προς το σκοπό της αντιμετωπίσεως της, κατά την Κυβέρνηση, συντρεχούσης κατά τον χρόνο της εξαγγελίας του εν λόγω προγράμματος οξείας δημοσιονομικής κρίσεως και του κινδύνου χρεοκοπίας της χώρας με την ενεργοποίηση και του αποφασισθέντος, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Με την προσάρτηση δε του Μνημονίου στο ν. 3845/2010 επιχειρείται απλώς η κατά πανηγυρικό τρόπο δημοσιοποίηση του περιεχομένου και του χρονοδιαγράμματος υλοποιήσεως του εν λόγω προγράμματος, ορισμένα μέτρα, άλλωστε, του οποίου περιείχοντο ήδη, έστω και εν σπέρματι, και στο προηγηθέν και υποβληθέν από την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εν όψει των κατά το δίκαιο της Ένωσης υποχρεώσεών της, επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης 2010-2013 (βλ. σκέψη 9). Ως κυβερνητικό πρόγραμμα το Μνημόνιο δεν αναγνωρίζει αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών ούτε θεσπίζει άλλους κανόνες δικαίου και δεν έχει άμεση εφαρμογή, αλλά, για να πραγματοποιηθούν οι εξαγγελλόμενες με αυτό πολιτικές, πρέπει να εκδοθούν σχετικές πράξεις από τα αρμόδια, κατά το Σύνταγμα, όργανα του Ελληνικού Κράτους (νόμοι ή κανονιστικές διοικητικές πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση νόμου). Ορισμένα μάλιστα από τα μέτρα, που εξαγγέλλονται με το Μνημόνιο, θεσπίζονται με τις λοιπές διατάξεις του ίδιου του ν. 3845/2010. Εξ άλλου, το γεγονός ότι το καταρτισθέν στην αγγλική γλώσσα κείμενο του Μνημονίου υπεγράφη στις 3.5.2010 για λογαριασμό της Ελληνικής Δημοκρατίας από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως εκπρόσωπο των κρατών μελών της Ευρωζώνης, από τον αρμόδιο για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις Επίτροπο, δεν προσδίδει σε αυτό το χαρακτήρα διεθνούς συνθήκης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωζώνης και της Ελλάδας, ούτε πολύ περισσότερο μεταξύ της τελευταίας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο δεν έχει υπογράψει το Μνημόνιο και κατά την έννομη τάξη του οποίου, όπως εκτέθηκε ανωτέρω στη σκέψη 8, οι διακανονισμοί για την χρηματοδότηση των κρατών μελών του (μεταξύ των οποίων, και μάλιστα από τα ιδρυτικά, είναι και η Ελλάδα) δεν αποτελούν διεθνείς συνθήκες. Δεν αποτελεί δε το Μνημόνιο διεθνή συνθήκη, διότι με αυτό δεν αναλαμβάνονται αμοιβαίες δεσμεύσεις των μερών που υπέγραψαν το κείμενό του στην αγγλική γλώσσα, ούτε, άλλωστε, προβλέπονται νομικά μέσα για τον εξαναγκασμό των ελληνικών αρχών στην πιστή και απαρέγκλιτη εφαρμογή του ή άλλου είδους νομικής φύσεως κυρώσεις, μέσω των οποίων θα επιτυγχανόταν εμμέσως ο ίδιος σκοπός, ούτε προκύπτει ότι τα υπογράψαντα το ανωτέρω κείμενο μέρη θέλησαν να προσδώσουν, κατ’ εξαίρεση, νομική δεσμευτικότητα στο κείμενο αυτό. Άλλωστε, ότι και τα υπογράψαντα το ανωτέρω κείμενο του Μνημονίου μέρη δεν εξέλαβαν αυτό ως έχον, νομικά, δεσμευτικό χαρακτήρα ή τον χαρακτήρα διεθνούς συμβάσεως, με την οποία ανελήφθησαν από τα μέρη συγκεκριμένες υποχρεώσεις ως προς τα εφαρμοστέα μέτρα για την εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσεως, συνάγεται από το γεγονός ότι μετά την δημοσίευση του ν. 3845/2010, στον οποίο προσαρτώνται ως Παραρτήματα τα δύο κυριότερα μέρη του Μνημονίου, εκδόθηκε, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της Σ.Λ.Ε.Ε., η απόφαση 2010/320/ΕΕ του Συμβουλίου, με την οποία προσδιορίσθηκαν τα μέτρα, τα οποία πρέπει να λάβει το Ελληνικό Κράτος, για να εκπληρώσει την υποχρέωση, που υπέχει, ως κράτος μέλος της Ευρωζώνης, να περιορίσει το υπερβολικό έλλειμμα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Εξ άλλου, και οι δανειστές, κατά τη σύναψη της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης, απέβλεψαν, προκειμένου να παράσχουν χρηματοδοτική στήριξη στην Ελλάδα, στην έκδοση αποφάσεως από το Συμβούλιο για τον προσδιορισμό των μέτρων, που θα έπρεπε να ληφθούν από την Ελλάδα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσεως [βλ. ανωτέρω στη σκέψη 14 τον αριθμό 6 του προοιμίου της εν λόγω συμβάσεως, αλλά και την 8η αιτιολογική σκέψη της υπ’ αριθ. 2010/320/ΕΕ αποφάσεως του Συμβουλίου (: «Οι δανειστές αποφάσισαν να χορηγήσουν τη στήριξή τους με την προϋπόθεση της τήρησης της παρούσας απόφασης από την Ελλάδα»)]. Κυρίως δε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της Ελλάδος έναντι των άλλων κρατών μελών της Ευρωζώνης ως προς την λήψη μέτρων για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων ως προς τη δημοσιονομική ή οικονομική της πολιτική ή συνέπειες από την μη θέσπιση των μέτρων αυτών δεν απορρέουν πάντως από το ανωτέρω Μνημόνιο αυτό καθ’ εαυτό, αλλά ενδεχομένως από την υπογραφείσα μετά τη δημοσίευση του ν. 3845/2010, στον οποίο προσαρτάται το εν λόγω Μνημόνιο, Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης ή από την εκδοθείσα, επίσης μετά τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, 2010/320/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κύρος δε της δανειακής αυτής συμβάσεως και της αποφάσεως του Συμβουλίου δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως στα πλαίσια της παρούσης δίκης, προεχόντως διότι τόσο η σύμβαση όσο και η απόφαση δεν συνδέονται με τις προσβαλλόμενες πράξεις, εφ’ όσον αυτές ερείδονται στις διατάξεις του, κατά τα προεκτεθέντα, δημοσιευθέντος πριν από τη σύναψη της συμβάσεως και την έκδοση της αποφάσεως, ν. 3845/2010. Εν όψει των ανωτέρω ο παρατεθείς στην προηγούμενη σκέψη λόγος ακυρώσεως, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος, διότι ερείδεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το προσαρτημένο στο ν. 3845/2010 Μνημόνιο Συνεννόησης αποτελεί διεθνή σύμβαση, η οποία, εμπίπτουσα στην έννοια της διεθνούς συμβάσεως του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος – αναγνωρίζουσα δηλαδή σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα – κυρώθηκε με τον εν λόγω νόμο, με τον οποίο στη συνέχεια ελήφθησαν μέτρα σε εκτέλεση αυτής και ο οποίος δεν ψηφίσθηκε με την προβλεπόμενη στη συνταγματική αυτή διάταξη ειδική πλειοψηφία.
Κατά την συγκλίνουσα με την πλειοψηφία γνώμη των Συμβούλων Ιω. Μαντζουράνη, Αικ. Χριστοφορίδου και Θ. Αραβάνη, το «Μνημόνιο Συνεργασίας», που απαρτίζεται από τρία επί μέρους «μνημόνια» και υπεγράφη στις 3.5.2010, είναι κείμενο που παράγει νομικές δεσμεύσεις και συνιστά διεθνή σύμβαση. Τούτο δε διότι η εν λόγω συμφωνία, καταρτισθείσα μεταξύ των κρατών – μελών της Ευρωζώνης αφ’ ενός και της Ελληνικής Δημοκρατίας αφ’ ετέρου, υπογραφόμενη δε εκ μέρους της ομάδας των κρατών (μετέπειτα δανειστών) από το μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Olli Rehn και εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας από τον (τότε) Υπουργό των Οικονομικών και τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, συνήφθη μεταξύ υποκειμένων του διεθνούς δικαίου, τα οποία, έχοντα πρόθεση παραγωγής δεσμευτικών ρυθμίσεων, συμφώνησαν από κοινού σε ορισμένους συγκεκριμένους όρους, από την πλήρωση των οποίων (η οποία θα πιστοποιείται περιοδικώς από ειδικής συνθέσεως όργανο των κρατών) εξαρτάται η καταβολή των δόσεων της χρηματοδοτήσεως του ελληνικού κράτους. Οι όροι αυτοί αποτελούν συνολικά ένα πρόγραμμα και αναλύονται σε υποχρεώσεις του ελληνικού κράτους για ρυθμίσεις που καλύπτουν ευρύτατο πεδίο δημόσιων πολιτικών (αναφερομένων στη δημόσια και ιδιωτική οικονομία, τη δομή της δημόσιας διοίκησης, τις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων, την υγεία, την κοινωνική ασφάλιση, την αγορά εργασίας αλλά και το εύρος δημοσίου και ιδιωτικού τομέως, συμπεριλαμβανομένων των αποκρατικοποιήσεων). Επί όλων δε των αντικειμένων, στα οποία αναφέρονται οι όροι αυτοί, καθορίζονται, με την επίμαχη συμφωνία, μετρήσιμοι στόχοι, που θα επιτευχθούν με συγκεκριμένα μέτρα, κατανεμόμενα σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους των ετών 2010-2014, τα οποία η Ελληνική Δημοκρατία δεσμεύθηκε να θεσπίσει με πράξεις των οργάνων της (νομοθετικές ή διοικητικές) προς υλοποίηση και εκτέλεση των συμφωνηθέντων με το βασικό πρόγραμμα. Με το εκτεθέν δε περιεχόμενό του, το ως άνω «πρόγραμμα» προσαρτήθηκε κατά το βασικό του μέρος στον επίμαχο ν. 3845/2010 και κυρώθηκε ουσιαστικώς με το νόμο αυτόν, παρέχοντας δε ασφαλές συμβατικό πλαίσιο στα συμβληθέντα τρίτα κράτη, επέτρεψε στη συνέχεια την υπογραφή, την 8.5.2010, της «Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης» μεταξύ των κρατών αυτών και της Ελλάδος. Παρά ταύτα, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση παραβιάσεως του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως αβασίμως προβάλλεται, διότι, πάντως, ούτε στο κείμενο της επίμαχης συμφωνίας ούτε στο ν. 3845/2010 περιέχεται ρήτρα ή διάταξη με την οποία αναγνωρίζονται σε όργανα διεθνούς οργανισμού αρμοδιότητες προβλεπόμενες από το ελληνικό Σύνταγμα υπέρ των εθνικών οργάνων, ούτε, άλλωστε, προκύπτει, από το όλο περιεχόμενο του μνημονίου, ότι αυτή ήταν η βούληση των συμβληθέντων μερών. Συνεπώς, και κατά τη γνώμη αυτή, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά την συγκλίνουσα επίσης με την πλειοψηφία γνώμη των Συμβούλων Μιχ. Βηλαρά, Γ. Τσιμέκα και Κ. Πισπιρίγκου, από το προσαρτημένο στο ν. 3845/2010 Μνημόνιο Συνεννόησης συνάγεται σαφώς ότι το τριετές πρόγραμμα που αποσκοπεί στη διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας καταρτίσθηκε με γνώμονα τη χρηματοδότησή της από κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία, αν και δεν είχαν σχετική υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου, αποδέχθηκαν με έγγραφες δηλώσεις των νομίμων εκπροσώπων τους (Αρχηγών Κρατών ή Κυβερνήσεων και Υπουργών Οικονομικών) να χορηγήσουν στην Ελλάδα δάνεια μη προνομιακού επιτοκίου, συνολικού ποσού 80 δισεκατομμυρίων ευρώ, εκταμιευομένου τμηματικώς ανά τρίμηνο επί τη βάσει των πορισμάτων που θα προκύπτουν από την αξιολόγηση των ελληνικών επιδόσεων στην επίτευξη ορισμένων δημοσιονομικών στόχων. Συνεπώς, σύμφωνα με αυτή τη γνώμη, το εν λόγω Μνημόνιο εμπεριέχει προσύμφωνο διακρατικών δανειακών συμβάσεων και δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως απλή εξαγγελία του ελληνικού κυβερνητικού προγράμματος απαλλαγμένη εννόμων συνεπειών διεθνούς δικαίου. Παρά ταύτα, δεν συντρέχει περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως αβασίμως προβάλλεται, διότι ούτε από τις διατάξεις του ν. 3845/2010 ούτε από το προσαρτημένο στον εν λόγω νόμο Μνημόνιο Συνεννόησης αναγνωρίζονται σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα.
29. Επειδή, ως προς το ζήτημα αν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος διετυπώθησαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες : Α) Κατά την γνώμη του Αντιπροέδρου Σ. Ρίζου, υπέρ της απόψεως ότι το «Μνημόνιο» είναι κείμενο με νομικές δεσμεύσεις και συνιστά διεθνή σύμβαση συνηγορούν όσα προηγήθηκαν αυτού, όσα περιέχονται στο κείμενό του και όσα ακολούθησαν είτε το τροποποίησαν είτε θεσμοθετήθηκαν προς υλοποίησή του. Σημαντικά από την άποψη αυτή και ληπτέα υπ’ όψιν είναι και όσα επισήμως εξέφρασαν οι συμβληθέντες τρίτοι – «δανειστές», δηλαδή τα κράτη της Ευρωζώνης και, μεταξύ αυτών, το ασκούν, εν τοις πράγμασι, ηγετικό ρόλο, δηλαδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ειδικότερα, κατά τα παγίως γινόμενα δεκτά, η φύση μιας συμφωνίας ως διεθνούς συμβάσεως δεν εξαρτάται ούτε από τους χρησιμοποιούμενους όρους ούτε από το αν ακολουθήθηκαν οι διαδικασίες της διεθνούς συμβάσεως της Βιέννης, η οποία δεν έχει υπερέχουσα τυπική ισχύ έναντι των συναπτομένων στο μέλλον διεθνών συμβάσεων. Εξαρτάται απλώς και μόνον από το αν συνήφθη από υποκείμενα του διεθνούς δικαίου (βασικώς Κράτη) και από το αν υπήρξε σύμπτωση δηλώσεων βουλήσεως των υποκειμένων αυτών με πρόθεση παραγωγής δεσμευτικών ρυθμίσεων. Επομένως, εν προκειμένω, η χρήση του όρου «Μνημόνιο» (Memorandum) δεν αποτελεί ούτε καν ένδειξη ότι δεν ηθελήθη η παραγωγή δεσμεύσεων για τα μέρη. Καθ’ όσον αφορά το προστάδιο συνάψεως της επίμαχης συμφωνίας επισημαίνονται τα εξής : Με τη Δήλωση των Κρατών της Ευρωζώνης της 11ης Απριλίου 2010 πιστοποιήθηκε η ετοιμότητα των κρατών αυτών να χρηματοδοτήσουν πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων εκπονούμενο από κοινού με την Ελλάδα, το οποίο θα περιλαμβάνει ποσά και όρους. Μέρος της χρηματοδοτήσεως θα αναλάβει το ΔΝΤ. Η χρηματοδοτική στήριξη θα αποφασισθεί με βάση τη συμφωνία για το κοινό πρόγραμμα. Με την από 23.4.2010 επιστολή του έλληνος Υπουργού Οικονομικών εζητήθη μεν η ενεργοποίηση του «μηχανισμού στήριξης», σύμφωνα με τις δηλώσεις των Αρχηγών Κρατών της Ευρωζώνης και των αντιστοίχων Υπουργών τους των Οικονομικών (από 25.3 και 11.4.2010 αντιστοίχως, βλ. σκ. 11 της παρούσης αποφάσεως), το γεγονός όμως αυτό δεν ήρκεσε για την ενεργοποίηση της στηρίξεως του ελληνικού Κράτους αλλ’ εθεωρήθη αναγκαίο να υπογραφεί ειδική συμφωνία μεταξύ των μερών την 3.5.2010. Η συμφωνία αυτή κατηρτίσθη μεταξύ των κρατών – μελών της Ευρωζώνης αφ’ ενός και της Ελληνικής Δημοκρατίας αφ’ ετέρου, υπεγράφη δε εκ μέρους μεν της ομάδος των κρατών (δανειστών) από το μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Olli Rehn, εκ μέρους δε της Ελληνικής Δημοκρατίας από τον (τότε) Υπουργό των Οικονομικών και τον Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος. Την ίδια ημέρα με επιστολή τους προς τον Πρόεδρο του Eurogroup, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ο έλληνας Υπουργός Οικονομικών και ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος διεβεβαίωναν τους αποδέκτες ότι «… η Ελλάδα θα εφαρμόσει πλήρως τις πολιτικές που καθορίσθηκαν με την απόφαση του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2010 … καθώς και το συνημμένο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και το Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα οποία περιγράφουν λεπτομερώς τις οικονομικές πολιτικές που θα ακολουθήσει η Ελλάδα την περίοδο 2010-2013 …». Η ως άνω σύμβαση είναι σύμβαση διακρατική, τον χαρακτήρα της αυτόν δε δεν δύναται να αλλοιώσει η χρησιμοποίηση της Επιτροπής ως τεχνικού, απλώς, οργάνου, η οποία γίνεται εκτός των θεσμικών προβλέψεων της Ε.Ε., δεδομένου ότι η περιεχόμενη στο άρθρο 125 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΣΛΕΕ) απαγόρευση αναλήψεως ευθύνης από την Ε.Ε. για τις υποχρεώσεις κρατών – μελών (no bail – out clause) απέκλειε εν προκειμένω την χρηματοδότηση της Ελλάδος [βλ. άρθρο 2.1 της από 8.5.2010 Συμφωνίας των Πιστωτών, με το οποίο ανατίθεται στην Επιτροπή η διαπραγμάτευση του Μνημονίου και της Δανειακής Συμβάσεως και τη σχετική από 3.5.2010 γνωμοδότηση της επιστημονικής επιτροπής της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανικής Δημοκρατίας (Wissenschaftlichle Dienste-Deutscher Bundestag) με τον τίτλο «διμερής οικονομική βοήθεια για την Ελλάδα», (Bilaterale Finanzhilfen für Griechenland)]. Η σύμβαση φέρει την ονομασία «Μνημόνιο Συνεννόησης», περιέχει συγκεκριμένους όρους, από την πλήρωση των οποίων εξαρτά την καταβολή των δόσεων της χρηματοδοτήσεως του ελληνικού κράτους (βλ. αμέσως ανωτέρω και κυρίως βλ. την αιτιολογική έκθεση του γερμανικού νόμου για την εγγύηση χρηματοδοτήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας της 8.5.2010 καθώς και την κυβερνητική δήλωση της καγκελαρίου Angela Merkel στην Ομοσπονδιακή Βουλή την 5.5.2010, συνεδρίαση 39η, Πρακτικά σελ. 3721 επ.). Οι όροι αυτοί αναλύονται σε υποχρεώσεις του ελληνικού κράτους για ρυθμίσεις που αναφέρονται όχι μόνον στο ευρύτατο πεδίο της δημόσιας και της ιδιωτικής οικονομίας αλλά και στη δομή της δημοσίας διοικήσεως (κρατικής και τοπικής αυτοδιοικήσεως), στην πολιτική των αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία καθορίζει εν πολλοίς την ποιότητα της Διοικήσεως, στην πολιτική παροχών δημοσίας εκπαιδεύσεως, στην πολιτική που καθορίζει το εύρος δημοσίου και ιδιωτικού τομέως και, ειδικότερα, την έκταση και την ποιότητα του Κοινωνικού Κράτους, τέλος δε και στην πολιτική που αφορά την εξουσία του ελληνικού Κράτους επί των περιουσιακών του στοιχείων. Επί όλων αυτών των τομέων επιβάλλει δράσεις, κατ’ εξοχήν στη νομοθετική λειτουργία, οι οποίες πρέπει να λάβουν χώραν σε τακτά χρονικά διαστήματα με συγκεκριμένη κατανομή στα έτη 2010-2014 και των οποίων η συνεπής εκπλήρωση θα πιστοποιείται από ειδικώς συντεθειμένο όργανο των «δανειστών» – κρατών («τρόϊκα»). Τυχόν μη ικανοποιητική εκπλήρωση των υποχρεώσεων – «μεταρρυθμίσεων» θα έχει ως συνέπεια την αναστολή χρηματοδοτήσεως (μη πληρωμή των «δόσεων») του ελληνικού κράτους. Το ως άνω «πρόγραμμα», κατοχυρωθέν με την συναφθείσα σύμβαση προσαρτήθηκε, κατά το βασικό του μέρος (το περιέχον τους όρους και τις υποχρεώσεις του ελληνικού Κράτους), στον επίμαχο ν. 3845/2010 και ουσιαστικώς κυρώθηκε με αυτόν. Με την εξασφάλιση που παρείχε πλέον στα συμβληθέντα κράτη αυτό το συμβατικό πλαίσιο, υπεγράφη την 8.5.2010 η επόμενη σύμβαση, του δανείου μεταξύ αυτών και της Ελλάδος («Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης», ΣΔΔ), η οποία αναφέρει ότι «… συναρτάται με τη συμμόρφωση της Ελλάδος σε μέτρα … τα οποία προβλέπονται … στο Μνημόνιο Συνεννόησης της 3 Μαΐου 2010 …» (βλ. και την από 3.6.2010 αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου για την κύρωση της ΣΔΔ, υπογραφόμενη από τον – τότε – Υπουργό των Οικονομικών : «… η Ελλάδα αναλαμβάνει τη δέσμευση να εφαρμόσει τα μέτρα για την επιτήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και τις κατευθυντήριες γραμμές της οικονομικής πολιτικής … τα οποία προβλέπονται στο Μνημόνιο Συνεννόησης …». Κατά τον ίδιο τρόπο αντιλαμβάνεται τις υποχρεώσεις από το Μνημόνιο και η ίδια η πολιτική εξουσία κατά τις φάσεις υλοποιήσεώς του με την ψήφιση των σχετικών νομοθετημάτων. Μνημονεύονται ενταύθα : α) η εισηγητική έκθεση του Ν. 3899/2010 «επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας» (ΦΕΚ Α΄ 212/17.12.2010) : «Με το σχέδιο νόμου … θεσμοθετούνται τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας, όπως το Πρόγραμμα αναθεωρήθηκε την 22.11.2010 και προβλέπονται στο Μνημόνιο Συνεννόησης». β) οι συζητήσεις στη Βουλή για τον ίδιο νόμο. Κατά την (τότε) Υπουργό Εργασίας, σε σχέση με τις εργασιακές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου :
«… η διαδικασία του κατεπείγοντος επελέγη γιατί υπάρχουν πολύ στενά χρονικά περιθώρια για την υλοποίηση δράσεων, που αποτελούν διαρθρωτικό ορόσημο στο μνημόνιο και συνδέονται με την καταβολή της τέταρτης δόσης». Περαιτέρω: «… έχουμε χρέος … να υλοποιήσουμε τις δεσμεύσεις μας, που απορρέουν από το Μνημόνιο, ώστε να μπορέσει η χώρα μας να ανακτήσει την ικανότητά της να δανείζεται από τις διεθνείς αγορές» (βλ. Πρακτικά Βουλής, Ολομέλεια, Συν. ΜΑ΄ 14.12.2010 σελ. 2516 και 2517 αντιστοίχως). γ) η εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού έτους 2011 (κυρωθέντος με τον Ν. 3906/2010, ΦΕΚ Α΄ 220/23.12.2010), βλ. σελ. 25 : «Το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, που εφαρμόζεται από το Μάϊο του 2010 αποτυπώθηκε στο μνημόνιο συνεργασίας της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» και σελ. 149 (:σύνδεση των ιδιωτικοποιήσεων της περιουσίας του Δημοσίου με τις πηγάζουσες από το Μνημόνιο υποχρεώσεις του Κράτους). Κυρίως, όμως, η αντίληψη της πολιτικής εξουσίας για τον δεσμευτικό χαρακτήρα του Μνημονίου ως διεθνούς συμβατικού κειμένου προκύπτει από τις λεγόμενες «επικαιροποιήσεις» του Μνημονίου και τις σχετικές «επιστολές προθέσεων» από 6.8.2010 και από 22.11.2010 του Υπουργού των Οικονομικών και του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος απευθυνόμενες προς τον Πρόεδρο του Eurogroup J-C. Juncker, τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ε.Ε. Olli Rehn και τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης J-C Trichet. Στα κείμενα αυτά αφ’ ενός μεν γίνεται λεπτομερής απολογισμός ως προς τα ληφθέντα μέτρα, ψήφιση νόμων και διοικητικές δράσεις προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Μνημονίου, αφ’ ετέρου δε απαριθμούνται και τα μέλλοντα να ληφθούν σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το Μνημόνιο.
Β) Κατά την γνώμη του Αντιπροέδρου Ν. Σακελλαρίου και των Συμβούλων Ευδ. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλου, Γ. Παπαγεωργίου, Γ. Ποταμιά και Β. Καλαντζή, όπως εκτίθεται στην σκέψη 12, στις 3.5.2010 υπεγράφη μεταξύ της Επιτροπής, ενεργούσης για λογαριασμό των κρατών – μελών της Ζώνης του ευρώ, και της Ελληνικής Δημοκρατίας «Μνημόνιο Συνεργασίας», το οποίο, απαρτιζόμενο από τρία επί μέρους «μνημόνια», περιελάμβανε τα μέτρα του προγράμματος που είχε καταρτισθεί από το Υπουργείο Οικονομικών με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Το εν λόγω Μνημόνιο, σχέδιο του οποίου προσαρτάται, ως Παραρτήματα ΙΙΙ και IV, στο τέλος του ν. 3845/2010 (Φ.Ε.Κ. 65 Α΄), αναφέρεται ρητώς, με συγκεκριμένες λεκτικές διατυπώσεις («η Κυβέρνηση δεσμεύεται να …» ή «πρέπει να …»), σε δεσμεύσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας, συνιστάμενες στην θέσπιση, με πράξεις οργάνων της (νομοθετικές ή διοικητικές), συγκεκριμένων μέτρων αναγομένων σε πλήθος τομέων κρατικής δράσεως (άσκηση δημοσιονομικής και εισοδηματικές πολιτικής, πολιτικής στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στους τομείς της υγείας, της κοινωνικής ασφαλίσεως, της δημοσίας διοικήσεως, της αγοράς εργασίας, του ανταγωνισμού, των αποκρατικοποιήσεων), με πρόβλεψη εξόχως λεπτομερειακών – εξ επόψεως περιεχομένου και χρόνου θεσπίσεως – ρυθμίσεων (βλ. ιδίως τον συνοδεύοντα το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής», Πίνακα 1 που περιέχει καταγραφή των ανά έτος, για την χρονική περίοδο 2010-2014, ληπτέων δημοσιονομικών μέτρων, καθώς και όλο το «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής», που περιέχει αναλυτικά για κάθε τρίμηνο των ετών 2010 και 2011 τα ληπτέα πάσης φύσεως μέτρα, ειδικώτερα δε, εκείνα που θα περιέχονται στον προϋπολογισμό του 2011). Όπως αναφέρεται στην παρ. 14 του «Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» (Παράρτημα ΙΙΙ ν. 3845/2010), «το πρόγραμμα θα παρακολουθείται στενά και, εφόσον χρειαστεί, θα λαμβάνονται μέτρα», σύμφωνα δε με την πρώτη παράγραφο του «Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» (Παράρτημα IV ν. 3845/2010), από την τήρηση των ανωτέρω δεσμεύσεων από τα όργανα της ελληνικής πολιτείας εντός των οριζομένων κατά περίπτωση χρονικών διαστημάτων (τριμήνων) εξαρτώνται οι «τριμηνιαίες εκταμιεύσεις της διμερούς οικονομικής βοήθειας από τα κράτη – μέλη της ευρωζώνης». Επίσης, στο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» ορίζεται ότι το Κοινοβούλιο «θα υιοθετήσει νομοθεσία» για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της φορολογικής διαχείρισης και των ελέγχων, «εφαρμόζοντας» τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Δ.Ν.Τ. (παράγραφος 2ii), προβλέπεται δε η διεξαγωγή «λειτουργικών ελέγχων της δημόσιας διοίκησης … από διεθνώς αναγνωρισμένους εξωτερικούς εμπειρογνώμονες» (παράγραφος 2iv). Από τις ανωτέρω, όλως ενδεικτικές, επισημάνσεις ως προς το περιεχόμενο του «Μνημονίου Συνεννόησης», αλλά και από το γεγονός ότι προς εκτέλεση των προβλέψεών του η Βουλή εψήφισε αλλεπάλληλα νομοθετήματα (π.χ. ν. 3863/2010 περί νέου ασφαλιστικού συστήματος, ν. 3864/2010 περί ιδρύσεως Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητος, ν. 3865/2010 περί μεταρρυθμίσεως του ασφαλιστικού συστήματος του Δημοσίου, ν. 3871/2010 περί δημοσιονομικής διαχειρίσεως, ν. 3888/2010 περί εκουσίας καταργήσεως φορολογικών διαφορών κ.λπ.) καθίσταται σαφές ότι το «Μνημόνιο Συνεννόησης» αποτελεί κείμενο με το οποίο αφ’ ενός μεν ανελήφθησαν από την Ελληνική Δημοκρατία συγκεκριμένες δεσμεύσεις έναντι των κρατών – μελών της Ζώνης του ευρώ, αφ’ ετέρου δε προσδιορίσθηκαν οι νομικές συνέπειες της μη τηρήσεως των δεσμεύσεων τούτων. Εξ άλλου, το εν λόγω κείμενο υπεγράφη από την Ελληνική Δημοκρατία και από τα ανωτέρω κράτη, εκπροσωπούμενα από την Επιτροπή, με την συνυπογραφή δε αυτήν εκδηλώνεται η σύμπτωση βουλήσεως της Ελλάδος και των ανωτέρω κρατών ως προς το περιεχόμενο του εν λόγω κειμένου (στο πρωτότυπο, μάλιστα, του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα τροποποιήσεώς του με αμοιβαία «συμφωνία» των «συμβαλλομένων» μερών). Συνεπώς, το εν λόγω «Μνημόνιο Συνεννόησης» αποτελεί διεθνή συμφωνία (ή διεθνή σύμβαση ή διεθνή συνθήκη, κατά την ταυτόσημο ορολογία του δημοσίου διεθνούς δικαίου)∙ τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι, κατά το δημόσιο διεθνές δίκαιο, δεν αποτελούν σε κάθε περίπτωση στοιχεία της εννοίας της διεθνούς συμβάσεως ούτε η νομική δεσμευτικότητα ούτε η θέσπιση κανόνων δικαίου (π.χ. επί συνθηκών φιλίας ή συμφώνων «μη επιθέσεως»), πολύ δε περισσότερο δεν αποτελεί στοιχείο της εννοίας αυτής η πρόβλεψη νομικών μέσων εξαναγκασμού ή κυρώσεων. Εξ άλλου, ο χαρακτήρας του εν λόγω Μνημονίου ως διεθνούς συμφωνίας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση – η οποία δεν αποτέλεσε μέρος της συμφωνίας αυτής – προσδιόρισε περαιτέρω, με μονομερή πράξη οργάνου της (την 2010/320/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου), τις ενέργειες, στις οποίες πρέπει να προβεί η Ελλάδα, ως κράτος – μέλος της Ζώνης του ευρώ, για να εκπληρώσει την υποχρέωση που υπέχει να περιορίσει το υπερβολικό έλλειμμα, κατά τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Περαιτέρω, η εν λόγω διεθνής συμφωνία, η οποία, ως εκ του ανωτέρω περιεχομένου της, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε ζητήματα φορολογίας, οικονομικής συνεργασίας ή σε παραχωρήσεις που επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, εμπίπτει στο πεδίον εφαρμογής του άρθρου 36 παρ. 2 του Συντάγματος, ως προβλέπουσα δε αναγνώριση σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιοτήτων προβλεπομένων από το Σύνταγμα, η εν λόγω διεθνής συμφωνία εμπίπτει και στο πεδίον εφαρμογής του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος. Εν όψει τούτων – και δεδομένου ότι το ανωτέρω «Μνημόνιο Συνεννόησης» δεν εντάσσεται σε καμμία κατηγορία πράξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (και μάλιστα δεσμευτικών για τα κράτη – μέλη) – έπρεπε, κατά τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, η εν λόγω διεθνής συμφωνία να κυρωθεί με νόμο, ψηφιζόμενο μάλιστα με την, κατά το άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος, πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Δεν συνιστά δε τέτοια κύρωση η προσάρτηση στο ν. 3845/2010 των Παραρτημάτων ΙΙΙ και IV, προεχόντως διότι τα κείμενα αυτά, μη φέροντα υπογραφές των συμβληθέντων μερών, δεν αποτελούν την εν λόγω διεθνή συμφωνία αλλά απλό σχέδιο αυτής, όπως, άλλωστε, ρητώς αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου πρώτου του ως άνω νόμου. Εφ’ όσον, επομένως, το «Μνημόνιο Συνεννόησης» δεν έτυχε νομοθετικής κυρώσεως, πολλώ δε μάλλον με νόμο ψηφιζόμενο με την κατά τα άνω αυξημένη πλειοψηφία, οι περιλαμβανόμενες σ’ αυτό δεσμεύσεις δεν ανελήφθησαν εγκύρως, κατά το Σύνταγμα, από την Ελληνική Δημοκρατία και δεν έχουν, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ, ώστε να δεσμεύουν τη νομοθετική εξουσία και, περαιτέρω, την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση. Αντίκειται, επομένως, στο Σύνταγμα (άρθρα 36 παρ. 2 και 28 παρ. 2) η θέσπιση στην ελληνική έννομη τάξη μέτρων για την υλοποίηση των δεσμεύσεων τούτων, όπως συνέβη εν προκειμένω με τις επίμαχες ρυθμίσεις του ν. 3845/2010.
Γ) Κατά την γνώμη των Συμβούλων Μ. Καραμανώφ και Ιω. Γράβαρη, τα προσαρτηθέντα ως Παραρτήματα στο ν. 3845/2010 ως άνω Μνημόνια αποτελούν συμφωνία υπογραφόμενη, κατά τ’ ανωτέρω, από την Ελληνική Δημοκρατία αφ’ ενός και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφ’ ετέρου, με αντικείμενο την ανάληψη από την Ελλάδα υποχρεώσεων στους τομείς της δημοσιονομικής, χρηματοπιστωτικής και διαρθρωτικής πολιτικής. Οι υποχρεώσεις αυτές δεν περιορίζονται στη θέση οικονομικών στόχων προς επίτευξη, αλλά εκτείνονται, κατά τα προεκτεθέντα, στη λήψη σειράς συγκεκριμένων μέτρων που προσδιορίζονται με σαφήνεια και προδιαγράφονται στις λεπτομέρειές τους με χαρακτηριστικά αναλυτικό τρόπο. Για την πιστή εκτέλεση των εν λόγω μέτρων από την Ελλάδα προβλέπεται η άσκηση στενού ελέγχου από τον αντισυμβαλλόμενο (με την απαίτηση παροχής προς αυτόν όλων των σχετικών πληροφοριών κ.λπ.), ενώ για κάθε «υιοθέτηση πολιτικής που δεν συνάδει» με τα μέτρα αυτά ρητώς ορίζεται πως «οι [ελληνικές] αρχές δεσμεύονται να διαβουλεύονται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο». Εξ άλλου, η μη τήρηση των συμφωνηθέντων και, ειδικότερα, «των ποσοτικών κριτηρίων επιδόσεων» ως και η «μη θετική αξιολόγηση της προόδου στα κριτήρια πολιτικής του Μνημονίου» έχουν ως συνέπεια τη ματαίωση της εκταμίευσης των δόσεων των δανειακών συμβάσεων μεταξύ Ελλάδος, Ε.Ε. και Δ.Ν.Τ., η σύναψη των οποίων προβλέφθηκε, κατά τα ιστορηθέντα, ως απολύτως αναγκαία για την αποτροπή χρεωκοπίας της ελληνικής οικονομίας. Με τα δεδομένα αυτά τα ως άνω Μνημόνια έχουν πάντα τα χαρακτηριστικά Διεθνούς Συμφωνίας, διότι α) έχουν συναφθεί μεταξύ υποκειμένων διεθνούς δικαίου, δηλαδή της Ελληνικής Δημοκρατίας αφ’ ενός και της Επιτροπής αφ’ ετέρου, η οποία, ανεξάρτητα αν εν προκειμένω εμφανίζεται ως ενεργούσα για λογαριασμό κρατών μελών της ευρωζώνης, δεν έχει πάντως άλλη νομική υπόσταση πλην εκείνης του θεσμικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Το ζήτημα δε, αν, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή ενήργησε εντός ή εκτός των ορίων των αρμοδιοτήτων της, όπως αυτές προβλέπονται ιδίως από το άρθρο 17 της Συνθήκης, αφορά στη νομιμότητα πράξεως θεσμικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο έλεγχος της οποίας δεν ανήκει πάντως στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων, και δεν επηρεάζει, επομένως, τον χαρακτήρα των Μνημονίων ως συμφωνιών συναφθεισών τυπικώς μεταξύ Ελλάδος και Ευρωπαϊκής Ενώσεως, β) έχουν ως έννομη συνέπεια την αναγνώριση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως όργανο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αρμοδιοτήτων περί τον σχεδιασμό και την εκτέλεση βασικών τομέων της γενικής πολιτικής του Κράτους, ο καθορισμός και η κατεύθυνση της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 82 του Συντάγματος, ανήκει στην Ελληνική Κυβέρνηση. Περαιτέρω, οι διατάξεις των Μνημονίων θεσπίζουν αυτές καθ’ εαυτές κατά τρόπο υποχρεωτικό και λεπτομερή τα συγκεκριμένα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα, τα οποία υποχρεούται να λάβει η Ελληνική Δημοκρατία προκειμένου να αρθεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος και, υπό το περιεχόμενο αυτό, βαίνουν πέραν των συστάσεων με τις οποίες τα αρμόδια όργανα της Ε.Ε. καλούν τα κράτη μέλη να προβούν σε μείωση των ελλειμμάτων τους με ταυτόχρονο προσδιορισμό των αναγκαίων προς τούτο στόχων, αλλά και πέραν των περιοριστικώς καθοριζομένων μέτρων, τα οποία, κατά τη Συνθήκη, δύναται να λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του κράτους – μέλους προς τους εν λόγω στόχους. Τα οριζόμενα στα Μνημόνια μέτρα εκτείνονται σε τομείς αποκλειστικής αρμοδιότητος των κρατών – μελών, όπως η φορολογία, η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στα δημοσιονομικά και τη δημόσια διοίκηση, κ.λπ. και ευρίσκονται, ως εκ τούτου, εκτός του ρυθμιστικού πεδίου των Συνθηκών και εκτός των ορίων των αρμοδιοτήτων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, όπως αυτές τους έχουν ανατεθεί με τις Συνθήκες. Με τα δεδομένα αυτά, οι ρυθμίσεις των Μνημονίων αποτελούν ατομική και μεμονωμένη, ως προς την Ελληνική Δημοκρατία, διεύρυνση των εν λόγω αρμοδιοτήτων, η οποία συνιστά πράγματι, ανεξαρτήτως της νομιμότητός της εξ επόψεως κοινοτικού δικαίου, τροποποίηση, ως προς μόνον την Ελλάδα, των Συνθηκών. Συνεπώς, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, τα εν λόγω Μνημόνια συνιστούν συμφωνία αναγνώρισης συνταγματικών αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνούς οργανισμού, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του Συντάγματος και, επομένως, η νομοθετική κύρωσή τους, στην οποία προέβη κατ’ ουσίαν ο ν. 3845/2010, έπρεπε να είχε λάβει την κατά τη συνταγματική αυτή διάταξη αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, χωρίς την οποία τόσον η κύρωση η ίδια όσο και οι λοιπές διατάξεις του νόμου, οι οποίες αναγκαίως την προϋποθέτουν, είναι αντισυνταγματικές και ανίσχυρες.
30. Επειδή, το άρθρο πρώτο του προαναφερθέντος ν. 3845/2010 όριζε στην παράγραφο 4 ότι «Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, διμερή ή πολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη – μέλη της ζώνης του ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της προηγούμενης παραγράφου. Τα μνημόνια, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, εισάγονται στη Βουλή για κύρωση». Με την παράγραφο 9 του άρθρου μόνου του ν. 3847/2010 (Α΄ 67/11.5.2010), η οποία άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου μόνου, τροποποιήθηκε το δεύτερο εδάφιο της ανωτέρω παραγράφου 4 και η λέξη «κύρωση» αντικαταστάθηκε με τις λέξεις «συζήτηση και ενημέρωση», προστέθηκε δε νέο εδάφιο, με το οποίο ορίσθηκε ότι «Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους» [εννοείται : μνημόνιο, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού του εδαφίου α΄]. Οι διατάξεις των εδαφίων β΄ και γ΄ της ανωτέρω παραγράφου 4 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, όπως ισχύουν μετά το ν. 3847/2010, αφορούν μνημόνια, συμφωνίες και συμβάσεις δανεισμού, που ενδεχομένως θα καταρτισθούν ή θα συναφθούν στο μέλλον, δηλαδή μετά την δημοσίευση του νεώτερου ν. 3847/2010, και, ως εκ τούτου, δεν συνδέονται με την παραδεκτώς προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση κοινή υπουργική απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 15 του άρθρου τρίτου του ίδιου ν. 3845/2010, ή με τις προσβαλλόμενες ατομικές πράξεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3833 και 3845/2010. Εξ άλλου, και το προσαρτηθέν στο ν. 3845/2010 Μνημόνιο, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα του, δεν διέπεται εν πάση περιπτώσει από τις ανωτέρω διατάξεις των εδαφίων β΄ και γ΄ της παρ. 4 του άρθρου τρίτου του εν λόγω νόμου, όπως ισχύουν μετά το ν. 3847/2010, εφ’ όσον είχε καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος τους. Εν όψει των ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι ακυρωτέες, διότι έχουν βασισθεί στην προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 4 του άρθρου πρώτου του ν. 3845/2010, όπως ισχύει μετά το ν. 3847/2010, η οποία, κατά τους αιτούντες, αντίκειται στο άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «οι συνθήκες για … οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις, … ή οι οποίες επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει». Κατά την γνώμη των Συμβούλων Γ. Τσιμέκα και Δ. Κυριλλόπουλου, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, όπως προβάλλεται, στρέφεται πράγματι ευθέως κατά της διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου πρώτου του ν. 3845/2010, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου μόνου του ν. 3847/2010.
31. Επειδή, ως προς τον ανωτέρω λόγο ακυρώσεως μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς και Β. Καλαντζή, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη : Ο λόγος αυτός ακυρώσεως έχει την έννοια ότι οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 10-14 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, ως διατάξεις θεσπιζόμενες σε εκτέλεση της διεθνούς συνθήκης του «Μνημονίου», δεν τέθηκαν εγκύρως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 2 και 28 παρ. 1 του Συντάγματος και οι επί τη βάσει των διατάξεων αυτών εκδοθείσες διοικητικές πράξεις (η τρίτη από τις προσβαλλόμενες κανονιστική και οι ατομικές) δεν εκδόθηκαν νομίμως. Ο λόγος αυτός παραδεκτώς προβάλλεται και είναι βάσιμος. Ειδικότερα, η τήρηση του περιεχομένου και του χρονοδιαγράμματος των οικονομικών, δημοσιονομικών και μεταρρυθμιστικών μέτρων του Μνημονίου δεν αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια των συνταγματικών οργάνων της Ελληνικής Δημοκρατίας αλλά συνδέεται αναπόσπαστα με την «Σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης» και καθίσταται όρος για τις εκταμιεύσεις του δανείου. Τόσο η «Σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης» όσο και το «Μνημόνιο», όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των δύο συμβάσεων, το οποίο παρατίθεται συνοπτικά στις σκέψεις 12 και 14 της παρούσης αποφάσεως, εντάσσονται στην κατηγορία συνθηκών του άρθρου 36 παρ. 2 του Συντάγματος ως εκ του ότι αφορούν φορολογία, οικονομική συνεργασία και επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες. Αρμόδιο όργανο να συνάψει τις δύο αυτές συμβάσεις είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και εν συνεχεία αυτές έπρεπε να κυρωθούν με νόμο. Επομένως, η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου πρώτου του ν. 3845/2010, όπως είχε αρχήθεν θεσπιστεί και ανεξαρτήτως της τροποποιήσεώς της με την παράγραφο 9 του άρθρου μόνου του ν. 3847/2010, ρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που καθορίζει υπερκείμενος κανόνας δικαίου, και συγκεκριμένα το άρθρο 36 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, το ζήτημα της συνομολογήσεως διεθνούς συνθήκης εντασσομένης σε μια από τις κατηγορίες της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου (αρμοδιότητα οργάνου, σύμπραξη της Βουλής, έκταση αρμοδιότητας) και για τον λόγο αυτό η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη. Συνεπώς, χωρίς την κατ’ άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος σύναψη της διεθνούς συνθήκης του Μνημονίου και την εν συνεχεία κύρωσή της με νόμο αυτή δεν έλαβε νόμιμη υπόσταση και δεν δεσμεύει την Ελληνική Δημοκρατία και περαιτέρω οι διατάξεις του εκτελεστικού νόμου του Μνημονίου, όπως εν προκειμένω οι παράγραφοι 6 και 10-14 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, δεν έχουν τεθεί εγκύρως.
32. Επειδή, το άρθρο 28 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζει ότι «Η Ελλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας». Όπως εκτέθηκε ανωτέρω στη σκέψη 28, το προσαρτηθέν στο ν. 3845/2010 Μνημόνιο αποτελεί το κατά πανηγυρικό τρόπο εξαγγελλόμενο πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών και οικονομικών προβλημάτων της χώρας κατά την επόμενη τριετία, καθώς και το χρονοδιάγραμμα για την πραγματοποίησή του, με το νόμο δε αυτόν θεσπίζονται μέτρα, που, κατά την εκτίμηση του έλληνα νομοθέτη, είναι κατάλληλα προς επίτευξη ορισμένων από τους στόχους, που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο. Με τα δεδομένα αυτά και, ενόψει του ότι ούτε με το Μνημόνιο ούτε με τον ν. 3845/2010 παραχωρούνται αρμοδιότητες σχετικές με την άσκηση της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης, σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ούτε αναγνωρίζονται εξουσίες σε όργανα διεθνών οργανισμών, περιορίζουσες την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας, η Ελληνική δε Κυβέρνηση διατηρεί την κατ’ άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος εξουσία της για τη χάραξη της γενικής πολιτικής της χώρας, ο ν. 3845/2010, κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεως του οποίου έχει εκδοθεί η προσβαλλόμενη κανονιστική υπουργική απόφαση και κατ’ εφαρμογή διατάξεων του οποίου έχουν εκδοθεί οι προσβαλλόμενες ατομικές πράξεις, δεν αντίκειται στην παρατεθείσα ανωτέρω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 28 του Συντάγματος εν πάση περιπτώσει, ακόμη δηλαδή και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η διάταξη αυτή αφορά όχι μόνον περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας του κράτους επί του εδάφους (π.χ. με την παροχή του δικαιώματος διελεύσεως ξένων στρατευμάτων από τη χώρα ή εγκαταστάσεως στρατιωτικών βάσεων διεθνών οργανισμών), αλλά και περιορισμούς ως προς την άσκηση αρμοδιοτήτων ανατιθεμένων από το Σύνταγμα σε προβλεπόμενα από αυτό όργανα του κράτους.
Κατά την συγκλίνουσα με την πλειοψηφία γνώμη των Συμβούλων Μιχ. Βηλαρά, Γ. Τσιμέκα και Κ. Πισπιρίγκου, στο προσύμφωνο διακρατικών δανειακών συμβάσεων που εμπεριέχεται στο Μνημόνιο Συνεννόησης, σύμφωνα με τη γνώμη που διατυπώθηκε από τους ανωτέρω δικαστές στη σκέψη 28 ως συγκλίνουσα με την εκεί γνώμη της πλειοψηφίας, η χορήγηση του ποσού των 80 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα, ως εντόκου δανείου μη προνομιακού επιτοκίου, δεν συναρτάται με νομικό περιορισμό εθνικής κυριαρχίας κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 3 του Συντάγματος. Ειδικότερα, δεν συνιστά νομικό περιορισμό εθνικής κυριαρχίας, υπό την ως άνω έννοια, ο όρος που ευλόγως προβλέπεται στο Μνημόνιο προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των δανειστών, ήτοι η εξάρτηση της εκταμιεύσεως των δανειακών δόσεων από την επίτευξη ορισμένων δημοσιονομικών στόχων που θα διαπιστώνεται κατόπιν αξιολογήσεως των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας ανά τρίμηνο. Όλως διάφορο είναι δε το ζήτημα αν προκύπτει de facto περιορισμός εθνικής κυριαρχίας εν προκειμένω ή γενικώς σε κάθε περίπτωση συνάψεως διακρατικής δανειακής συμβάσεως, διότι το ζήτημα αυτό δεν είναι νομικό και κατά συνέπεια το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχει την εξουσία να εκφέρει σχετική κρίση. Επομένως, ούτε κατά τη γνώμη αυτή συντρέχει περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 28 παρ. 3 του Συντάγματος.
Κατά την συγκλίνουσα επίσης γνώμη των Συμβούλων Δ. Σκαλτσούνη και Ιω. Γράβαρη, από τις ρυθμίσεις των προσαρτηθέντων στο ν. 3845/2010 Μνημονίων, όπως έχουν ανωτέρω περιγραφεί, δεν τίθεται ζήτημα «περιορισμών ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας» κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του Συντάγματος∙ διότι οι «περιορισμοί» αυτοί δεν περιλαμβάνουν «την αναγνώριση αρμοδιοτήτων», την οποία προβλέπει αποκλειστικώς η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου, αλλά αναφέρονται σε παραχωρήσεις άλλης φύσεως, όπως εδαφικές διευκολύνσεις παρόμοιες με εκείνες του άρθρου 27 του Συντάγματος. Άλλωστε, και οι προϋποθέσεις, που θεσπίζονται περαιτέρω με την παράγραφο 3 του άρθρου 28 («να μην θίγονται τα δικαιώματα του ανθρώπου και οι βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος»), δεν αναφέρονται στους ίδιους τους περιορισμούς στους οποίους προέρχεται το ελληνικό κράτος, αλλά στον αποδέκτη τους, δηλαδή στο αλλοδαπό κράτος ή τον διεθνή οργανισμό, προς χάριν του οποίου περιορίζεται η εθνική κυριαρχία, υπό την έννοια ότι με τις σχετικές παραχωρήσεις δεν επιτρέπεται να διευκολύνονται καθεστώτα που δεν σέβονται τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και τα δικαιώματα του ανθρώπου. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, τα προσαρτηθέντα στο ν. 3845/2010 Μνημόνια δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου 28, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως.
33.
Επειδή, ως προς το ζήτημα αν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση παράβαση της διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 3 του Συντάγματος διετυπώθησαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες : Α) Κατά την γνώμη του Αντιπροέδρου Σ. Ρίζου, από το συνδυασμό των διατάξεων α) του άρθρου 3 παρ. 3, το οποίο καθορίζει ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό … και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα», β) του άρθρου 26 παρ. 1, που ορίζει ότι «η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας», γ) του άρθρου 60 παρ. 1, που ορίζει ότι «οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση» και τέλος δ) του άρθρου 110 που δεν επιτρέπει την αναθεώρηση των προηγουμένων διατάξεων συνάγεται η βασική αρχή της αυτοτέλειας των οργάνων της νομοθετικής λειτουργίας και της ελεύθερης, κατά συνείδηση, δράσεως των επί μέρους προσώπων της εξουσίας αυτής. Η αρχή αυτή προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία έναντι προγραμματικών δεσμεύσεων, που αποφασίζονται με συμφωνίες της εκτελεστικής εξουσίας σε διεθνές επίπεδο και οι οποίες παράγουν δεσμεύσεις έναντι τρίτων χωρών. Εν προκειμένω η επίμαχη διεθνής συμφωνία της 3.5.2010 («Μνημόνιο») καθορίζει, επί των αντικειμένων στα οποία αναφέρεται, μετρήσιμους στόχους που θα επιτευχθούν με συγκεκριμένα μέτρα αναφερόμενα στις περιγραφείσες ανωτέρω πολιτικές και κατανεμόμενα σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Οι στόχοι και τα μέτρα υλοποιούνται με αλλεπάλληλα προγράμματα, υποτελή και εκτελεστικά του βασικού προγράμματος του Μνημονίου, τα οποία προϋποθέτουν και επιτάσσουν δράσεις της νομοθετικής εξουσίας, δηλαδή βασικώς έκδοση νέων νόμων. Τόσο το περιεχόμενο όσο και η εφαρμογή των νόμων αυτών ελέγχονται από το καθιδρυθέν με την συνθήκη όργανο, ανά τακτά διαστήματα και με κύρωση την μη εκταμίευση των δόσεων του συμφωνηθέντος δανείου. Με το περιεχόμενο αυτό και εν όψει του είδους των συνεπειών που συνεπάγεται η μη τήρησή της, η επίμαχη σύμβαση παραβιάζει την αυτοτέλεια της νομοθετικής εξουσίας προσδιορίζοντας το περιεχόμενο και τον χρόνο εκδηλώσεως της νομοθετικής πρωτοβουλίας και συνεπώς αντιτίθεται στη διάταξη της παρ. 3 άρθρου 28 του Συντάγματος, διότι θίγει βασικές αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος. Κατά συνέπεια ανίσχυρος είναι και ο κυρωτικός αυτής νόμος 3845/2010.
Β) Κατά την γνώμη του Αντιπροέδρου Ν. Σακελλαρίου και των Συμβούλων Ευδ. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλου, Γ. Παπαγεωργίου, Γ. Ποταμιά και Β. Καλαντζή, το «Μνημόνιο Συνεννόησης», το οποίο, απαρτιζόμενο από τρία επί μέρους «μνημόνια», υπεγράφη στις 3.5.2010, αποτελεί – όπως έχει εκτεθεί στην μειοψηφήσασα γνώμη των εν λόγω δικαστών που περιλαμβάνεται στην σκέψη 29 (υπό στοιχείο Β) – διεθνή συμφωνία μεταξύ αφ’ ενός μεν της Ελληνικής Δημοκρατίας, αφ’ ετέρου δε των κρατών – μελών της Ζώνης του ευρώ, με το Μνημόνιο δε αυτό η Ελληνική Δημοκρατία ανέλαβε έναντι των ως άνω αντισυμβαλλομένων δεσμεύσεις συνιστάμενες στην θέσπιση, με πράξεις οργάνων της (νομοθετικές ή διοικητικές), εντός καθορισμένων χρονικών ορίων, συγκεκριμένων μέτρων αναγομένων σε πλήθος τομέων κρατικής δράσεως (άσκηση δημοσιονομικής και εισοδηματικής πολιτικής, πολιτικής στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στους τομείς της υγείας, της κοινωνικής ασφαλίσεως, της δημοσίας διοικήσεως, της αγοράς εργασίας, του ανταγωνισμού, των αποκρατικοποιήσεων), με πρόβλεψη μάλιστα εξόχως λεπτομερειακών – εξ επόψεως περιεχομένου και χρόνου θεσπίσεως – ρυθμίσεων. Παρ’ όλον δε ότι η διεθνής συμφωνία αυτή δεν κυρώθηκε με νόμο, κατά τα άρθρο 36 παρ. 2 και 28 παρ. 2 του Συντάγματος, και, ως εκ τούτου, δεν απέκτησε την κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ, μέρος των δεσμεύσεων, οι οποίες – κατά τα ήδη εκτεθέντα στην μειοψηφία των εν λόγω δικαστών επί του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος – επιβάλλονται με αυτήν στην Ελληνική Δημοκρατία, υλοποιείται με τις ρυθμίσεις του ν. 3845/2010 (κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεως του οποίου έχει εκδοθεί η προσβαλλόμενη κανονιστική υπουργική απόφαση και κατ’ εφαρμογήν διατάξεων του οποίου έχουν εκδοθεί οι προσβαλλόμενες ατομικές πράξεις). Με τις επίμαχες δε ρυθμίσεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, κατά την γνώμη των ανωτέρω έξι δικαστών, καθώς και του Συμβούλου Ιω. Ζόμπολα, αφ’ ενός μεν, η Βουλή δεν νομοθετεί «ελεύθερα», όπως ορίζει το άρθρο 28 παρ. 3 του Συντάγματος, αλλά καθ’ υπαγόρευσιν των κρατών – μελών της Ζώνης του ευρώ, αφ’ ετέρου δε, η Ελλάδα προβαίνει σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, χωρίς, εν τούτοις, να συντρέχουν όλες οι σωρευτικώς απαιτούμενες προς τούτο από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη προϋποθέσεις, αφού οι επίμαχες ρυθμίσεις (περί περικοπής επιδομάτων των υπαλλήλων του δημοσίου τομέως και περί καταργήσεως ή μειώσεως των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας των συνταξιούχων όλων των φορέων κυρίας ασφαλίσεως, πλην Ο.Γ.Α.) θίγουν ανθρώπινα δικαιώματα, κυρίως δε την αρχή της ισότητας, όπως αναλυτικώς οι εν προκειμένω μειοψηφούντες δικαστές εκθέτουν στις οικείες, κατωτέρω, σκέψεις. Επομένως, ο ν. 3845/2010 αντίκειται στο άρθρο 28 παρ. 3 του Συντάγματος.
Γ) Κατά την γνώμη της Συμβούλου Μ. Καραμανώφ, κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 3 του Συντάγματος, ως κυριαρχικά δικαιώματα νοούνται κατ’ αρχήν και κατά τη συνήθη περίπτωση δικαιώματα, και δη προσωρινού χαρακτήρα, επί του εδάφους ως ουσιώδους στοιχείου της κυριαρχίας (λ.χ. διέλευση ξένων στρατευμάτων από τη χώρα, εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων διεθνών οργανισμών κ.ο.κ.). Πλην στην έννοια των κυριαρχικών δικαιωμάτων εμπεριέχεται, κατά μείζονα λόγο, και το δικαίωμα ασκήσεως δημόσιας πολιτικής από τα συντεταγμένα όργανα του Κράτους (Βουλή, Κυβέρνηση) κατά τρόπο ανεξάρτητο και μη υποκείμενο σε νομική δέσμευση έναντι τρίτων. Για την παραχώρηση τέτοιων δικαιωμάτων, εφ’ όσον αυτά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 28 του Συντάγματος, ο συντακτικός νομοθέτης θέσπισε αυστηρούς ουσιαστικούς περιορισμούς (σπουδαίο εθνικό συμφέρον, σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου, κ.λπ.), η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ν. 3845/2010, εφ’ όσον κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη δεν παραχωρεί αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών κατά την παρ. 2 του άρθρου 28 του Συντάγματος, είναι νόμος ο οποίος, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό του, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 28 του Συντάγματος. Ειδικότερα, προβαίνει σε περιορισμό ασκήσεως της εθνικής κυριαρχίας, διότι παρέχει σε τρίτους, δηλαδή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (άρθρο πρώτο παράγραφος 4), αρμοδιότητες περί τον σχεδιασμό και την εκτέλεση γενικής πολιτικής του Κράτους σε κρίσιμους τομείς, όπως η άσκηση οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και σε τομείς οι οποίοι άπτονται θεμελιωδών ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως η αξία του ανθρώπου, η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία και πρόνοια κ.λπ., και δη του πυρήνα αυτών, δεδομένου ότι τα θεσμοθετούμενα ήδη με το ν. 3845/2010 μέτρα θέτουν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των οικονομικώς ασθενεστέρων τάξεων και το δικαίωμα αυτών για αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών περίθαλψης και πρόνοιας, κοινωνικής ασφάλισης, κ.ο.κ.. Και ναι μεν γίνεται στον ίδιο το νόμο επίκληση σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην άρση της καταστάσεως υπερβολικού ελλείμματος και στην ανάγκη οικονομικής και δημοσιονομικής σταθερότητας της ευρωζώνης, πλην εκ των στοιχείων του φακέλλου δεν τεκμηριούται με την δέουσα σαφήνεια και την παράθεση αναλυτικών στοιχείων ο λόγος για τον οποίο η προσφυγή στον υπό τους συγκεκριμένους όρους δανεισμό ήταν η μόνη λύση για την αποφυγή του κινδύνου χρεωκοπίας της χώρας, ούτε ότι τα λαμβανόμενα μέτρα ήταν αναγκαία, αλλά και τα μόνα ικανά και πρόσφορα για τον επιδιωκόμενο σκοπό, τηρουμένων και των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας. Προς τούτο θα απαιτείτο η σύνταξη ειδικής και συνολικής οικονομικής μελέτης, η οποία όφειλε να καταδείξει ότι έχουν εφαρμοστεί και εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα εξ επόψεως συνεπειών σε θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα μέσα, ως και ότι τα μέτρα αυτά ανταποκρίνονται στη φοροδοτική ικανότητα των πληττομένων οικονομικώς τάξεων, ιδίως δε των ασθενεστέρων, και διασφαλίζουν τα ελάχιστα όρια αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, η δε εφαρμογή τους, εν όψει και των γενικότερων και αλληλένδετων επιπτώσεών τους στην εθνική οικονομία, θα οδηγήσει κατά βέβαιο, ή τουλάχιστον σφόδρα πιθανολογούμενο, τρόπο στην οικονομική ανάκαμψη της χώρας, η οποία, κατά κοινή πείρα, είναι και το πράγματι ζητούμενο για τη βιώσιμη και αποτελεσματική αντιμετώπιση της παρούσας κρίσης. Με τα δεδομένα αυτά, εφ’ όσον δηλαδή ελλείπει η ανωτέρω αναγκαία τεκμηρίωση, ο ν. 3845/2010 παραχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα σε τρίτους, χωρίς να προκύπτει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του Συντάγματος, και για το λόγο αυτό είναι ανίσχυρος ως αντισυνταγματικός.
34. Επειδή, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προααναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Εν όψει των ανωτέρω περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελούν και οι έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως αξιώσεις για την χορήγηση προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, τόσο στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είχε καταβάλει στο παρελθόν υποχρεωτικώς εισφορές, όσο και στην περίπτωση που η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη καταβολή εισφορών, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Vesna Hasani κατά Κροατίας, της 30.9.2010, Andrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009, Νο 55707/00, σκέψη 77, Stec και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Νο 65731/01 και 65900/01, σκέψη 54, Jankovic κατά Κροατίας, της 12.10.2000, Νο 43440/98, Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας, της 12.10.2004, No 60669/00, σκέψη 39, Domalewski κατά Πολωνίας, της 15.6.1999, Νο 34610/97). Περαιτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ’ όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Kechko κατά Ουκρανίας, της 8.2.2006, σκέψεις 23 και 26, Vilho Eskelinen και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19.4.2007, σκέψη 94). Πάντως με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ή σύνταξη ορισμένου ύψους (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Αθανάσιος Κανάκης κ.ά. κατά Ελλάδος, της 20.9.2001, Juhani Saarinen κατά Φινλανδίας, Νο 69136/01, Kechko κατά Ουκρανίας, της 8.2.2006, σκέψη 23, Vilho Eskelinen και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19.4.2007, σκέψη 94, Andrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009, σκέψη 77), με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ’ αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες. Εξ άλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, Νο 8793/79, σκέψη 46, Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, της 20.11.1995, σκέψη 37, Saarinen κατά Φινλανδίας, της 28.1.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος, της 8.7.2004, σκέψη 25, Adrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009, σκέψη 83). Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50).
35. Επειδή, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω εκτεθέντα στις σκέψεις 10, 12 και 13, με τους νόμους 3833 και 3845/2010 ελήφθησαν διάφορα μέτρα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περικοπή αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνταξιοδοτικών παροχών αφ’ ενός μεν για την άμεση αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από το νομοθέτη οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, η οποία, κατ’ αυτόν, είχε καταστήσει αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών της χώρας μέσω των διεθνών αγορών και πιθανό το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της, και αφ’ ετέρου για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών με τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και μετά την τριετή περίοδο, στην οποία κατ’ αρχήν απέβλεπαν τα λαμβανόμενα μέτρα. Ειδικώς δε η λήψη των μέτρων του ν. 3845/2010, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περαιτέρω περικοπή αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών, η οποία συνεπάγεται, κατά τις εκτιμήσεις του νομοθέτη, τη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης κατά 2,5 περίπου εκατοστιαίες μονάδες του Α.Ε.Π., κρίθηκε αναγκαία από τον νομοθέτη εν όψει του ότι, κατά την εκτίμησή του, τα προγενεστέρως θεσπισθέντα με τις διατάξεις του ν. 3833/2010 μέτρα απεδείχθησαν ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της χώρας, με συνέπεια να καταστεί αναγκαία η προσφυγή στον αποφασισθέντα από τα λοιπά, πλην της Ελλάδας, κράτη μέλη της Ευρωζώνης ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Με τα δεδομένα αυτά, η θεσπισθείσα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 περικοπή αποδοχών και επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προωθήσεως διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της κατά την εκτίμηση του νομοθέτη άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, ταυτοχρόνως, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εν όψει της καθιερουμένης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υποχρεώσεως δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφαλίσεως της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Τα μέτρα δε αυτά, λόγω της φύσεώς τους, συμβάλλουν αμέσως στην περιστολή των δημοσίων δαπανών. Εν όψει τούτων, με τα δεδομένα, που, κατά τον νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεως των επιμάχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται, κατ’ αρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο. Συνεπώς, αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι οι λόγοι, κατ’ επίκληση των οποίων επιχειρείται η περικοπή των αποδοχών και των επιδομάτων των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των επιδομάτων εορτών και αδείας των συνταξιούχων των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν αρκούν για τη δικαιολόγηση, από της απόψεως αυτής, της αναγκαιότητας λήψεως των επιμάχων μέτρων και ότι με τα μέτρα αυτά επιδιώκεται αποκλειστικώς η εξυπηρέτηση των ταμειακών συμφερόντων του Δημοσίου. Εξ άλλου, αβασίμως αμφισβητείται η πραγματική βάση, επί της οποίας στηρίζονται οι ακυρωτικώς ανέλεγκτες εκτιμήσεις του νομοθέτη περί της συνολικής δημοσιονομικής επιδράσεως των επιμάχων μέτρων, δεδομένου, μάλιστα, ότι με την κρινόμενη αίτηση δεν γίνεται επίκληση στοιχείων που να αποδεικνύουν το προδήλως εσφαλμένο των παραδοχών, από τις οποίες εκκινεί ο νομοθέτης. Το συμπέρασμα δε αυτό δεν αναιρείται εκ μόνου του γεγονότος ότι, όπως προβάλλουν οι αιτούντες, πρόκειται να διενεργηθεί απογραφή για την εξακρίβωση του ακριβούς αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και των λοιπών μισθοδοτουμένων από τον κρατικό προϋπολογισμό προσώπων. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι η διενέργεια απογραφής δεν σημαίνει ότι οι αρμόδιες αρχές δεν γνωρίζουν, έστω και κατά προσέγγιση, τον αριθμό των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πάντως, οι, κατά τα ανωτέρω, εκτιμήσεις στηρίζονται επαρκώς στην επίδραση που θα έχει στο δημόσιο έλλειμμα η εξοικονόμηση, που θα προκύψει από την μείωση των κονδυλίων, τα οποία είχαν διατεθεί κατά το προηγούμενο έτος για την καταβολή αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών, στηρίζονται δηλαδή σε στοιχεία, που είναι εκ των προτέρων γνωστά. Εξ άλλου, οι προβαλλόμενοι με την κρινόμενη αίτηση ειδικότεροι ισχυρισμοί ότι από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως των νόμων 3833 και 3845/2010 και τις συνοδεύουσες αυτούς αιτιολογικές εκθέσεις ουδόλως προκύπτουν οι λόγοι, για τους οποίους οι προβλεπόμενες περικοπές των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των συνταξιοδοτικών παροχών, που χορηγούνται από οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, θα οδηγήσουν σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας και σε αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, πρέπει να απορριφθούν. Και τούτο διότι η περικοπή των αποδοχών των ανωτέρω εργαζομένων και των συνταξιοδοτικών παροχών αποβλέπει κυρίως, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, στον περιορισμό των δαπανών της γενικής κυβερνήσεως, ο οποίος θα συμβάλει στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας. Στις δαπάνες δε της γενικής κυβερνήσεως περιλαμβάνονται και οι δαπάνες των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως του ότι οι οργανισμοί αυτοί αποτελούν αυτοτελή, σε σχέση με το νομικό πρόσωπο του κράτους, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με οικονομική αυτοτέλεια. Εν όψει δε του ότι η περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αποβλέπει, κατά τα προεκτεθέντα, κυρίως στον ανωτέρω σκοπό, δεν ασκεί καμία επιρροή ως προς την προσφορότητα του μέτρου αυτού ή την ανάγκη λήψεώς του το αν η περικοπή των ανωτέρω αποδοχών μπορεί πράγματι να ασκήσει περαιτέρω επίδραση, όπως εκτιμά ο νομοθέτης, και στη διαμόρφωση των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, η οποία θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους παραγωγής των εγχωρίων προϊόντων και διόρθωση της τιμής των προϊόντων και υπηρεσιών και, κατά συνέπεια, σε χαμηλότερο πληθωρισμό, αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, ενδυνάμωση της απασχόλησης και, τελικώς, σε αύξηση του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος. Περαιτέρω, οι προβαλλόμενοι με την κρινόμενη αίτηση ισχυρισμοί περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας είναι απορριπτέοι. Ειδικότερα, αβασίμως προβάλλεται ότι ο νομοθέτης παρέλειψε να εξετάσει προ της λήψεως των συγκεκριμένων μέτρων, το ενδεχόμενο υιοθετήσεως εναλλακτικών λύσεων, ηπιότερων, δηλαδή, μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και αντιμετωπίσεως της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της Χώρας. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω εκτεθέντα, η αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της Χώρας και, περαιτέρω, η δημοσιονομική εξυγίανση αυτής δεν στηρίζεται μόνον στην μείωση των δαπανών μισθοδοσίας των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των δαπανών των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, αλλά στη λήψη και άλλων μέτρων, οικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών, η συνολική και συντονισμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμάται από το νομοθέτη ότι θα συμβάλει στην έξοδο της Χώρας από την κρίση και στη βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών, κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και στο μέλλον, δηλαδή μετά την πάροδο της τριετίας, στην οποία, κατ’ αρχήν αποβλέπει το περιλαμβανόμενο στο Μνημόνιο πρόγραμμα. Ορισμένα από τα μέτρα αυτά θεσπίζονται με διατάξεις των ίδιων νόμων 3833 και 3845/2010 (αύξηση κρατικών εσόδων μέσω της αυξήσεως των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας και ειδικών φόρων κατανάλωσης και της επιβολής εκτάκτων εισφορών), ενώ με άλλους νόμους θεσπίσθηκαν μέτρα για την αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής (ν. 3842/2010, Α΄ 58), για τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ν. 3863/2010, Α΄ 115) και του συστήματος συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων του Δημοσίου (ν. 3865/2010, Α΄ 120), για την αναθεώρηση των διαδικασιών παρακολούθησης και ελέγχου της εξελίξεως των δημοσίων οικονομικών (ν. 3832/2010 «Ελληνικό Στατιστικό Σύστημα (ΕΛ.Σ.Σ.) Σύσταση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ως Ανεξάρτητης Αρχής», Α΄ 38), για την δημοσιονομική διαχείριση (ν. 3871/2010, Α΄ 141, με τον οποίο αναμορφώθηκε πλήρως ο ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις», Α΄ 247), για την απελευθέρωση ορισμένων κλειστών επαγγελμάτων (βλ. ν. 3887/2010, Α΄ 174, για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές) και για την εξυγίανση δημοσίων επιχειρήσεων (βλ. ν. 3891/2010, Α΄ 188, για την αναδιάρθρωση, την εξυγίανση και την ανάπτυξη του ομίλου ΟΣΕ και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ). Εν όψει δε του ότι τα επίμαχα μέτρα περικοπής αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών εντάσσονται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής εξυγιάνσεως, τμήμα μόνον του οποίου αποτελούν, απορριπτέοι τυγχάνουν και οι προβαλλόμενοι με την κρινόμενη αίτηση ισχυρισμοί ότι τα συγκεκριμένα μέτρα έχουν μικρή δημοσιονομική επίπτωση, καθόσον η μείωση του μισθολογικού κόστους, μέσω της μειώσεως των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων, θα ανέλθει σε 1100 εκ. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 0,5% του Α.Ε.Π., για το 2010 και σε 400 εκ. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 0,2% του Α.Ε.Π., για το 2011, η δε μείωση που θα επιτευχθεί μέσω της περικοπής της 13ης και της 14ης συντάξεως θα ανέλθει σε 1500 εκ. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 0,6% του Α.Ε.Π., για το 2010 και σε 500 εκ. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 0,2% του Α.Ε.Π., για το 2011. Εξ άλλου, απορριπτέος τυγχάνει και ο προβαλλόμενος με την κρινόμενη αίτηση ισχυρισμός ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, δεν προσδόθηκε προσωρινός χαρακτήρας στα επίμαχα μέτρα. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του αν από την εν λόγω αρχή απορρέει τέτοιου είδους απαίτηση, πάντως, με το σύνολο των μέτρων, που έχει λάβει ο νομοθέτης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα επίμαχα, επιδιώκεται, όπως έχει ήδη εκτεθεί, όχι μόνον η αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, αλλά και η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, κατά τρόπο που θα διατηρηθεί και στο μέλλον. Περαιτέρω, με τα επίμαχα μέτρα, τα οποία αναφέρονται σε κατάργηση ή μείωση ορισμένων μόνον επιδομάτων ή συνταξιοδοτικών παροχών και, ως εκ τούτου, συνεπάγονται μείωση των συνολικώς καταβαλλομένων, αντιστοίχως, σε μισθωτούς και συνταξιούχους αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών, όχι, όμως, και στέρηση αυτών, εξασφαλίζεται, κατ’ αρχήν, ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, συντρέχοντος εν προκειμένω γενικού συμφέροντος και την ανάγκη προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων και συνταξιούχων, εν όψει και του συγκεκριμένου ύψους των επερχομένων περικοπών, καθώς και του γεγονότος ότι προβλέπεται η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, έστω και σε μειωμένα εν σχέσει με το προϊσχύον δίκαιο ποσά, σε εργαζομένους και συνταξιούχους, των οποίων, αντιστοίχως, οι αποδοχές ή η σύνταξη δεν υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ή των 2.500 ευρώ, από το ηλικιακό δε κριτήριο των 60 ετών, με τη συμπλήρωση των οποίων και μόνον συνταξιούχος δικαιούται τα νέα επιδόματα εορτών και αδείας, εξαιρούνται ευπαθείς ομάδες, όπως π.χ. όσοι λαμβάνουν σύνταξη λόγω αναπηρίας ή με το καθεστώς των βαρέων και ανθυγιεινών ή των οικοδομικών επαγγελμάτων ή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αν είναι δικαιούχοι συντάξεως εκ μεταβιβάσεως. Εν όψει των ανωτέρω, οι επίμαχες ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, ούτε στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τούτο δε ανεξαρτήτως αν οι αφορώντες την παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου λόγοι ακυρώσεως προβάλλονται παραδεκτώς από τα αιτούντα νομικά πρόσωπα, ενόψει του ότι επικαλούνται επέμβαση όχι σε δικά τους περιουσιακά δικαιώματα, αλλά σε περιουσιακά δικαιώματα φυσικών προσώπων, χωρίς ούτε να κατονομάζουν συγκεκριμένα τα πρόσωπα αυτά, ούτε να ισχυρίζονται ότι ενεργούν εν προκειμένω ως εκπρόσωποι αυτών (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Αθανάσιος Κανάκης και λοιποί κατά Ελλάδος, της 20.9.2001, Νο 59142/00, Νικόλαος Μάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος, της 17.10.2002, Nο 70626/01, Susini κ.ά. κατά Γαλλίας, Νο 43716/98). Περαιτέρω, με τα ανωτέρω δεδομένα δεν συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως ούτε του προστατεύοντος την ιδιοκτησία άρθρου 17 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως αν η ιδιοκτησία κατά το εν λόγω άρθρο έχει ή όχι την αυτή έννοια με την κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου περιουσία, αλλά ούτε και της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης, εφ’ όσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών ή συντάξεων και δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η διαφοροποίηση αυτών αναλόγως με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες. Εξ άλλου, το γεγονός ότι ο νομοθέτης θέσπισε ως υποχρεωτική τη μείωση των επιδομάτων για όλους τους εργαζομένους και των συνταξιοδοτικών παροχών για όλους τους συνταξιούχους χωρίς να προβλέψει ευχέρεια της Διοικήσεως να κρίνει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν εξασφαλίζεται ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος και την ανάγκη προστασίας του περιουσιακού δικαιώματος του εργαζομένου ή του συνταξιούχου – να κρίνει δηλαδή η Διοίκηση, υπό τον έλεγχο στη συνέχεια των δικαστηρίων, αν θα εφαρμόσει ή όχι την θεσπισθείσα από το νομοθέτη ως γενικό μέτρο μείωση σε κάθε ατομική περίπτωση χωριστά – δεν αντίκειται σε κάποια συνταγματική ή άλλη διάταξη. Τούτο δε προεχόντως εν όψει του σκοπού που επιδιώκεται με τα επίμαχα μέτρα, της αντιμετωπίσεως δηλαδή επείγουσας, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, δημοσιονομικής ανάγκης (πρβλ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, Νο 8793/79, σκέψη 68). Επίσης, εν όψει του σκοπού, που επιδιώκεται με τα επίμαχα μέτρα, και της φύσεως των μέτρων αυτών, συνισταμένων, κατά τα προεκτεθέντα, σε περιορισμό και όχι στέρηση περιουσιακών δικαιωμάτων, δεν απαιτείτο η πρόβλεψη από το νομοθέτη για τον περιορισμό αυτό αποζημιώσεως (πρβλ., άλλωστε, αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. : τέως Βασιλέας της Ελλάδας και λοιποί κατά Ελλάδας, της 23.11.2000, Νο 25701/94, σκέψη 89, Ιερές Μονές κατά Ελλάδας, της 9.12.1994, σκέψη 71, James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, σκέψη 54). Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τούτο δε, ανεξαρτήτως αν, κατά τα προεκτεθέντα, προβάλλονται παραδεκτώς από τα αιτούντα νομικά πρόσωπα. Περαιτέρω, ο λόγος ακυρώσεως περί παραβιάσεως του προστατεύοντος την ανθρώπινη αξία άρθρου 2 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως και πάλι αν προβάλλεται παραδεκτώς από τα αιτούντα νομικά πρόσωπα, είναι απορριπτέος εν πάση περιπτώσει ως αβάσιμος, διότι η συνταγματική αυτή διάταξη, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, δεν κατοχυρώνει δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών ή συντάξεως, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδυνεύσεως της αξιοπρεπούς διαβιώσεως. Οι αιτούντες, όμως, δεν προβάλλουν με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι οι επίμαχες περικοπές αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών, εν όψει του ύψους τους, συνεπάγονται τέτοια διακινδύνευση είτε για τα μέλη των αιτούντων νομικών προσώπων είτε για τα συγκεκριμένα αιτούντα φυσικά πρόσωπα (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. Budina κατά Ρωσίας, της 18.6.2009, Νο 45603/2003, Larioshina κατά Ρωσίας, της 23.4.2002, Νο 56869/00, Florin Huc κατά Ρουμανίας και Γερμανίας, της 1.12.2009, Νο 7269/05). Εφ’ όσον δε οι αιτούντες δεν προβάλλουν στην προκειμένη περίπτωση τέτοιους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ενώ, εξ άλλου, οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι έχουν το δικαίωμα να προσβάλουν τις πράξεις, με τις οποίες καθορίζονται οι καταβλητέες σε αυτούς, αντιστοίχως, αποδοχές και συντάξεις – τέτοιες ατομικές πράξεις καθορισμού αποδοχών προσβάλλονται, άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα, και με την κρινόμενη αίτηση – δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση παραβιάσεως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος ή του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., που κατοχυρώνουν το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, όπως αβασίμως προβάλλεται με το πρόσθετο δικόγραφο, ως εκ του ότι ο νομοθέτης θέσπισε ως υποχρεωτική τη μείωση των επιδομάτων για όλους τους εργαζομένους και των συνταξιοδοτικών παροχών για όλους τους συνταξιούχους χωρίς να προβλέψει τη δυνατότητα εξατομικευμένης κρίσεως περί εφαρμογής ή όχι των συγκεκριμένων μειώσεων σε κάθε εργαζόμενο ή συνταξιούχο χωριστά. Ως προς τον αφορώντα παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου λόγο ακυρώσεως, ο Σύμβουλος Γ. Παπαγεωργίου διετύπωσε την συγκλίνουσα γνώμη ότι ο λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο οι επίμαχες ρυθμίσεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν νοείται παράβαση της ανωτέρω διατάξεως από γενικούς, αφηρημένους και απρόσωπους κανόνες δικαίου, αλλά μόνο από εξατομικευμένη επέμβαση στο αναγνωριζόμενο από την διάταξη αυτή δικαίωμα.
36. Επειδή, ως προς τα αντιμετωπισθέντα στην προηγούμενη σκέψη ζητήματα διετυπώθησαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες : Α) Ως προς το ζήτημα αν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Ευδ. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Γ. Ποταμιάς και Β. Καλαντζή διετύπωσαν την εξής γνώμη : Όπως αναφέρεται στη σκέψη 34 της παρούσης αποφάσεως, στην έννοια της περιουσίας που εγγυάται το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. περιλαμβάνεται σειρά περιουσιακών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων δικαιώματα μισθών, συντάξεων, επιδομάτων και κάθε άλλης μορφής αποδοχών εργαζομένων ή δικαιούχων κοινωνικής ασφάλισης ή περιοδικών παροχών προς αυτούς, εφόσον είναι προσδιορισμένα με νόμο ή προσδιορίσιμα βάσει νόμου ή συνιστούν αντικειμενικώς νόμιμη προσδοκία, που θα μπορούσε να θεμελιωθεί στο ισχύον μέχρι την προσβολή δίκαιο. Τα δικαιώματα αυτά αποτελούν αυτοτελή ιδιοκτησιακά δικαιώματα, για τον λόγο αυτό η εν όλω ή εν μέρει κατάργησή τους αποτελεί εν όλω ή εν μέρει στέρηση του αντικειμένου αυτοτελών ιδιοκτησιακών ή περιουσιακών δικαιωμάτων. Για την στέρηση αυτή το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. προβλέπει ότι δύναται να χωρήσει δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους από τον νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους, δηλαδή «έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημιώσεως για την απώλειά της». Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες προβάλλουν και προκύπτει ότι η χορήγηση και ο τρόπος υπολογισμού των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας, ως τμήμα του καταβαλλομένου στους υπαλλήλους του Δημοσίου μισθού, προεβλέπετο από το άρθρο 9 του ν. 3205/2003 (Α΄ 297), ενώ η χορήγηση και ο τρόπος υπολογισμού των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου προεβλέπετο από το άρθρο 14 του ν. 1694/1987 (Α΄ 35). Εξάλλου, ειδικά για τους συνταξιούχους των λοιπών ασφαλιστικών φορέων, το επίδομα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας προεβλέπετο από τις διατάξεις του άρθρου 65 του ν. 2084/1992 (Α΄ 165). Πρόκειται δηλαδή περί γεγεννημένων δικαιωμάτων που αποτελούν περιουσιακά δικαιώματα εντασσόμενα στην προστασία του εδαφίου 1 του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και για τον λόγο αυτό η εν όλω ή εν μέρει αφαίρεση των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων συνιστά την κατά το εδάφιο 2 του άρθρου 1 του εν λόγω Πρωτοκόλλου στέρηση της ιδιοκτησίας, η οποία δύναται μεν να χωρήσει για δημόσια ωφέλεια, αλλά πάντοτε «υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημίωσης για την απώλειά της». Εν όψει αυτού η εν όλω ή εν μέρει περικοπή αποδοχών και συντάξεων με τις παραγράφους 6 και 10-14 του τρίτου άρθρου του ν. 3845/2010 και η επί τη βάσει των διατάξεων αυτών έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων δεν συνιστούν απλό περιορισμό ιδιοκτησιακού δικαιώματος, ο οποίος δύναται να χωρήσει προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος και να δικαιολογηθεί εφόσον δεν θίγει τον πυρήνα του ιδιοκτησιακού δικαιώματος. Με τα δεδομένα αυτά εν προκειμένω συντρέχει προσβολή του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και ο σχετικός λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος. Περαιτέρω, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, κατά την γνώμη της Συμβούλου Μ. Καραμανώφ και σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω από την εν λόγω δικαστή στη σκέψη 33 (υπό στοιχείο Γ), εν προκειμένω δεν αποδεικνύεται προσηκόντως η συνδρομή των προϋποθέσεων νομίμου περιορισμού των επιμάχων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, ως προς το είδος, το ύψος και τη διάρκεια των επιβαλλομένων περικοπών, προς το δημόσιο συμφέρον και, κατά τούτο, υπάρχει παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου. Β) Ως προς το ζήτημα αν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Ευδ. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Γ. Παπαγεωργίου, Γ. Ποταμιάς και Β. Καλαντζή διετύπωσαν την εξής γνώμη : Το γεγονός ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 αποτελούν τμήμα μιας γενικώτερης πολιτικής, η οποία περιλαμβάνει και άλλα μέτρα (οικονομικά, δημοσιονομικά και διαρθρωτικά) για την αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της Χώρας, δεν αναιρεί την κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρέωση του νομοθέτη να εξετάσει πριν από την θέσπιση των συγκεκριμένων τούτων ρυθμίσεων αν το εξ αυτών προσδοκώμενο οικονομικό αποτέλεσμα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέτρα. Τούτο δε, πέραν του ζητήματος ότι, ειδικώς ως προς τις ρυθμίσεις που αφορούν σε επιδόματα που καταβάλλουν οι καθ’ έκαστον ασφαλιστικοί οργανισμοί στους συνταξιούχους τους (παρ. 10-14 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010), ο νομοθέτης υπεχρεούτο – εν όψει, αφ’ ενός μεν, της οικονομικής αυτοτελείας κάθε συγκεκριμένου ασφαλιστικού φορέως έναντι των λοιπών και έναντι του Δημοσίου, αφ’ ετέρου δε, των αναλογιστικών δεδομένων αυτού – να εξετάσει επί τη βάσει αναλογιστικών μελετών, αν η επιβαλλομένη με τις ανωτέρω ρυθμίσεις κατάργηση ή μείωση των καταβαλλομένων από τον συγκεκριμένο ασφαλιστικό οργανισμό επιδομάτων ήταν αναγκαία για την προστασία του ασφαλιστικού του κεφαλαίου ή αν και σε ποιόν βαθμό οι ρυθμίσεις αυτές είναι αναγκαίες για την περιστολή των δαπανών του Ελληνικού Δημοσίου (έναντι του οποίου, όπως προεξετέθη, έχουν οικονομική αυτοτέλεια οι καθ’ έκαστον ασφαλιστικοί οργανισμοί). Είναι, επομένως, βάσιμος, κατά την ανωτέρω γνώμη, ο λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητος. Κατά την γνώμη της Συμβούλου Μ. Καραμανώφ, παραβιάζεται εν προκειμένω η αρχή της αναλογικότητας για τους λόγους που εξέθεσε η εν λόγω δικαστής στη γνώμη που διατύπωσε στη σκέψη 33 (υπό στοιχείο Γ). Γ) Ως προς το ζήτημα αν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση παράβαση του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Ευδ. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Γ. Παπαγεωργίου, Γ. Ποταμιάς και Β. Καλαντζή διετύπωσαν την εξής γνώμη : Ο λόγος ακυρώσεως περί παραβιάσεως του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που προστατεύει την ανθρώπινη αξία, είναι βάσιμος, στον βαθμό που οι ρυθμίσεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 δεν συναρτούν την περικοπή (κατάργηση ή μείωση) των επίμαχων επιδομάτων (ιδίως δε των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, τα οποία αντιστοιχούν στα 2/14, ήτοι στο 15% περίπου των ετησίων αποδοχών ή συντάξεων) με τον προσδιορισμό ενός ελαχίστου ποσού αποδοχών ή συντάξεων, διασφαλίζοντας το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως (Existenzminimum).
37. Επειδή, σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την καθιερούμενη στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Τούτο σημαίνει ότι η επιβάρυνση αυτή πρέπει να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα. Και τούτο διότι, εν όψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξιώσεως του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους, και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες από την ασυνέπεια των οποίων – κυρίως στο πεδίο της εκπληρώσεως των φορολογικών τους υποχρεώσεων – προκαλείται σε μεγάλο ποσοστό η δυσμενής αυτή συγκυρία.
38. Επειδή, με το πρόσθετο δικόγραφο προβάλλεται ότι οι επίμαχες περικοπές των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των χορηγουμένων σε συνταξιούχους παροχών συνιστά παράβαση της κατοχυρωμένης από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχής της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών, διότι το Κράτος, αντί να ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς εισπράξεως των δημοσίων εσόδων, καταφεύγει στην τακτική της περαιώσεως των φορολογικών υποθέσεων, με πλέον πρόσφατο σχετικώς το ν. 3888/2010, η οποία οδηγεί, εν τοις πράγμασι, στην είσπραξη υποπολλαπλασίων των πράγματι οφειλομένων, αλλά και στην οριστική απώλεια των υπολοίπων, χορηγώντας «φορολογική αμνηστία» στους παραβάτες της φορολογικής νομοθεσίας. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως αν προβάλλεται με έννομο συμφέρον από όλους τους αιτούντες, και συγκεκριμένα από τα αιτούντα νομικά πρόσωπα, των οποίων μέλη τυγχάνουν ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως είναι ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών και το Τ.Ε.Ε., τους οποίους (ελεύθερους επαγγελματίες) κατ’ εξοχήν αφορούν οι κατά καιρούς εκδοθέντες νόμοι περί περαιώσεως φορολογικών υποθέσεων, με πλέον πρόσφατο τον ν. 3888/2010 (Α΄ 175), καθώς και ανεξαρτήτως αν ο έλεγχος της συνταγματικότητας των διατάξεων του ν. 3845/2010 επιτρέπεται να γίνει και εν όψει ρυθμίσεων, που θεσπίσθηκαν με μεταγενεστέρους νόμους, είναι απορριπτέος εν πάση περιπτώσει. Και τούτο διότι υπό τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του ανωτέρω ν. 3845/2010 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επιβολή του μέτρου της συγκεκριμένης μειώσεως των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων και των συνταξιοδοτικών παροχών παραβιάζει την κατοχυρωμένη από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών ως εκ της θεσπίσεως με το ν. 3888/2010 της περαιώσεως εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, καθόσον ο προβλεφθείς με τον εν λόγω νόμο ειδικός τρόπος επιλύσεως των διαφορών αυτών αποβλέπει στην εντός συντόμου χρονικού διαστήματος εισροή εσόδων στο δημόσιο ταμείο, έως ότου αποδώσουν τα πάγια φορολογικά μέτρα, τα οποία είχαν ήδη θεσπισθεί με τον ν. 3842/2010 για την αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φορολογικής απάτης. Η συγκεκριμένη δε αυτή μείωση των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων και των συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί ένα από περισσότερα μέτρα, η συνδυασμένη εφαρμογή των οποίων είναι, κατά την ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη, που υπόκειται μόνον σε οριακό δικαστικό έλεγχο, αναγκαία, εν όψει των συντρεχουσών περιστάσεων, για την άμεση αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως της Χώρας και την αποτροπή του υπ’ αυτού διαπιστωθέντος κινδύνου χρεοκοπίας της Χώρας [Βλ. και τον εξαγγελλόμενο στο προσαρτηθέν στο ν. 3845/2010 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (ανωτέρω σκέψη 12) βραχυπρόθεσμο στόχο της συλλογής του μεγαλύτερου ποσού των ληξιπροθέσμων φορολογικών οφειλών (υπ’ αριθ. 13), αλλά και την εξαγγελία στο ίδιο Μνημόνιο ότι «Η κυβέρνηση δεσμεύεται σε δίκαιη κατανομή του κόστους προσαρμογής. … Στην εξυγίανση των δημοσιονομικών, μεγαλύτερη θα είναι η συνεισφορά από όσους δεν έχουν κατά παράδοση συμβάλλει με το μερίδιο που τους αναλογεί στη φορολογική επιβάρυνση» (υπ’ αριθ. 8) και ότι «θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για τη δίκαιη κατανομή των βαρών» (υπ’ αριθ. 11)]. Το γεγονός δε ότι και στο παρελθόν είχε με διαφόρους νόμους θεσπισθεί και πάλι περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον, από της εξεταζομένης απόψεως, έλεγχο της συνταγματικότητας των ρυθμίσεων του ν. 3845/2010, εφ’ όσον οι νόμοι αυτοί απέβλεπαν στην κάλυψη διαφορετικών αναγκών.
Κατά την συγκλίνουσα με την ανωτέρω πλειοψηφία γνώμη των Συμβούλων Μιχ. Βηλαρά, Ιω. Μαντζουράνη, Αικ. Χριστοφορίδου, Γ. Τσιμέκα και Θ. Αραβάνη, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, έτσι όπως προβάλλεται, είναι αβάσιμος, διότι, ενόψει του ότι τα επίμαχα μέτρα, τα οποία υιοθετήθηκαν, σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεση του ν. 3845/2010, κάτω από επείγουσες συνθήκες, είχαν ένα εξαιρετικό και προσωρινό χαρακτήρα, μη συναπτόμενο προς μια μόνιμη και χρονικά παρατεταμένη οικονομική κρίση, δεν αποδεικνύεται άμεσος και ευθύς σύνδεσμος των εν λόγω μέτρων με τα νομοθετικά μέτρα περαίωσης φορολογικών υποθέσεων, τα οποία επικαλούνται οι αιτούντες, μεταξύ των οποίων και τα ληφθέντα με τον, μεταγενέστερο του ν. 3845/2010, ν. 3888/2010. Κατά την γνώμη του Αντιπροέδρου Σ. Ρίζου ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος ως αόριστος.
39. Επειδή, ως προς το ζήτημα αν παραβιάζεται στην προκειμένη περίπτωση η αρχή της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών διετυπώθησαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες :
Α) Κατά τον Αντιπρόεδρο Φ. Αρναούτογλου, δεν υπάρχει μεν απόλυτη κατοχύρωση του ύψους των μισθών και συντάξεων ούτε στο Σύνταγμα ούτε στην Ε.Σ.Δ.Α., πολύ περισσότερο υπό τις έκτακτες δημοσιονομικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελεί η Χώρα, από την άλλη, όμως, η συνταγματική επιταγή περί ισότητας, και μάλιστα περί ίσης κατανομής των δημοσίων βαρών, δεν αργεί, αλλά παραμένει πάντοτε ισχυρά. Ενόψει αυτού, ο λόγος περί παραβάσεως της αρχής της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών, κατά το μέρος που προβάλλεται με έννομο συμφέρον από τα αιτούντα φυσικά πρόσωπα, παρίσταται βάσιμος. Γιατί, ναι μεν, κατά το συνήθως συμβαίνον, ο έλεγχος της συνταγματικότητας νόμου γίνεται με βάση τα δεδομένα του χρόνου της ψηφίσεώς του, όμως, εν προκειμένω, που το Μνημόνιο αποτελεί εξαγγελία συνόλου μέτρων τα οποία πρόκειται να ληφθούν, ο έλεγχος της συνταγματικότητας του ν. 3845/2010, με τον οποίο θεσπίζονται ορισμένα από τα μέτρα αυτά, επιτρέπεται να γίνει και ενόψει μέτρων που ελήφθησαν ή δεν ελήφθησαν μεταγενεστέρως, μετά την ψήφισή του. Περαιτέρω, ναι μεν η τήρηση της αρχής της ισότητας ελέγχεται κατ’ αρχήν επί ομοίων καταστάσεων που απαιτούν όμοια αντιμετώπιση, οι δε μισθωτοί και συνταξιούχοι, που εξ ορισμού δεν φοροδιαφεύγουν, δεν τελούν σε όμοια κατάσταση με τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ασκούντες επιχειρηματική δραστηριότητα, όλοι, όμως, είναι Έλληνες πολίτες και θα έπρεπε κατά νόμο να επιβαρυνθούν με τον τρόπο που προσιδιάζει σε κάθε κατηγορία, ώστε να συνδράμουν την κοινή προσπάθεια της Χώρας προς αντιμετώπιση της κρίσης, έστω και με διαφορετική χρονική αφετηρία. Εν προκειμένω, που επιβλήθηκαν σε βάρος των πρώτων μέτρα περί μειώσεως μισθών και συντάξεων, ακόμα και αν αυτά ήσαν αναγκαία για την άμεση εξυπηρέτηση της ταχείας δημοσιονομικής ανορθώσεως, όχι μόνον δεν ελήφθησαν σε βάρος των δευτέρων, έστω και καθυστερημένα, αντίστοιχα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, αλλά επιπλέον θεσμοθετήθηκε με τον ν. 3888/2010 η περαίωση των εκκρεμών φορολογικών υποθέσεών τους, που, έστω και αν εξυπηρετεί το Κράτος από πλευράς εισπράξεως δημοσίων εσόδων, ήταν ευεργετική για αυτούς. Β) Κατά την γνώμη του Αντιπροέδρου Ν. Σακελλαρίου και των Συμβούλων Ευδ. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλου, Γ. Παπαγεωργίου, Γ. Ποταμιά, Ιω. Ζόμπολα και Β. Καλαντζή, ο λόγος ακυρώσεως περί παραβιάσεως της αρχής της ισότητος ενώπιον των δημοσίων βαρών είναι, ανεξαρτήτως του επιχειρουμένου από τους αιτούντες συσχετισμού του ν. 3845/2010 με τον ν. 3888/2010, βάσιμος, σύμφωνα με όσα, ειδικώτερα, εκτίθενται στην γνώμη των ως άνω δικαστών, που παρατίθενται στην σκέψη 41 (περί της αρχής της ισότητας εν γένει).
40. Επειδή, η θέσπιση του αυτού, κατ’ αρχήν, ποσοστού μειώσεως των επιδομάτων των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και ενιαίων επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας τόσο για τους εν ενεργεία υπαλλήλους (αντιστοίχως 500, 250 και 250 ευρώ), των οποίων οι αποδοχές δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις 3.000 ευρώ, όσο και για όλους τους άνω των 60 ετών συνταξιούχους (αντιστοίχως 400, 200 και 200 ευρώ), εφόσον οι καταβαλλόμενες συντάξεις, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα τις 2.500 ευρώ, και η μη πρόβλεψη της διαβαθμίσεως της μειώσεως αναλόγως με το ύψος των αποδοχών ή της συντάξεως δεν αντίκειται κατ’ αρχήν σε κάποια συνταγματική διάταξη και ειδικότερα δεν αποτελούν περιπτώσεις αυθαίρετης ενιαίας μεταχειρίσεως προσώπων, που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες. Και τούτο διότι τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας συνδέονται, από τη φύση τους και ενόψει του νομοθετικού λόγου της θεσπίσεώς τους, με τις αυξημένες ανάγκες που ανακύπτουν κατά τις εορταστικές περιόδους και κατά την περίοδο των θερινών διακοπών, οι ανάγκες δε αυτές συντρέχουν για όλους τους υπαλλήλους και συνταξιούχους ανεξαρτήτως του μισθού ή της συντάξεως καθενός από αυτούς. Εξ άλλου, η θέσπιση των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας μόνον για τους άνω των 60 ετών συνταξιούχους δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, διότι η ηλικία αποτελεί ένα αντικειμενικό κριτήριο, η θέσπιση δε του συγκεκριμένου ορίου ηλικίας δικαιολογείται αφ’ ενός μεν από την μέριμνα για την προστασία των μεγαλυτέρων σε ηλικία συνταξιούχων και αφ’ ετέρου από το γεγονός ότι, για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, ο νομοθέτης είχε την πρόθεση – στο πλαίσιο της προσπάθειας να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, μεταξύ άλλων, και με τον περιορισμό των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων – να αυξήσει τα έως τότε ισχύοντα όρια ηλικίας για την συνταξιοδότηση. Η μεταρρύθμιση στο ασφαλιστικό σύστημα πραγματοποιήθηκε πράγματι με τον μεταγενέστερο ν. 3863/2010, με το άρθρο 10 του οποίου καθιερώνεται ως γενικό όριο συνταξιοδοτήσεως για την παροχή πλήρους συντάξεως λόγω γήρατος το 65ο έτος της ηλικίας του ασφαλισμένου, ενώ προβλέπεται η χορήγηση πλήρους συντάξεως και στην περίπτωση ασφαλισμένων που έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας τους και σαράντα έτη ασφαλίσεως. Με τα δεδομένα αυτά η επίμαχη ρύθμιση της διατάξεως της παρ. 10 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 έχει οιονεί μεταβατικό χαρακτήρα, αφού, με την κατά τα ανωτέρω αύξηση του ορίου ηλικίας για την συνταξιοδότηση, αφορά περιορισμένο αριθμό συνταξιούχων και ισχύει μόνον έως ότου αυτοί συμπληρώσουν το 60ό έτος της ηλικίας τους. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως της αρχής της ισότητας από την ανωτέρω άποψη είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά την ειδικότερη γνώμη του Αντιπροέδρου Φ. Αρναούτογλου, ο λόγος αυτός ακυρώσεως, κατά το μέρος που αφορά τα επιδόματα εορτών και αδείας των συνταξιούχων, θα έπρεπε να απορριφθεί ως προς όλους τους αιτούντες, πλην της Ομοσπονδίας Εργατικών Στελεχών Ελλάδος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι προβάλλεται χωρίς ενεστώς έννομο συμφέρον, εφόσον τα μεν αιτούντα φυσικά πρόσωπα δεν είναι συνταξιούχοι, τα δε αιτούντα νομικά πρόσωπα (πλην της ανωτέρω Ομοσπονδίας) δεν έχουν μέλη συνταξιούχους.
41. Επειδή, ως προς το ζήτημα αν εν προκειμένω συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως της αρχής της ισότητος, και ειδικώτερα της ισότητος ενώπιον των δημοσίων βαρών (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος) ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Ευδ. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Γ. Παπαγεωργίου, Γ. Ποταμιάς, Ιω. Ζόμπολας και Β. Καλαντζή μειοφήφησαν και διετύπωσαν την εξής γνώμη : Οι επίμαχες ρυθμίσεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, οι οποίες αφορούν στην κατάργηση ή μείωση επιδομάτων των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα και των συνταξιούχων των φορέων κυρίας ασφαλίσεως (πλην Ο.Γ.Α.), αντίκεινται στην αρχή της ισότητος και, ειδικώτερα, της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών (παράγραφοι 1 και 5, αντιστοίχως, του άρθρου 4 του Συντάγματος), διότι για την επείγουσα αντιμετώπιση των σοβαρωτάτων οικονομικών προβλημάτων της Χώρας – ακόμη και αν αυτά οφείλονται κατά κύριο λόγο σε πράξεις ή παραλείψεις κρατικών οργάνων (ατυχείς ή αντισυνταγματικές νομοθετικές παρεμβάσεις, παράνομες συμπεριφορές ή αναποτελεσματικές ενέργειες των οργάνων της Διοικήσεως) – το Κράτος μπορεί να επιβάλλει επιβαρύνσεις (φορολογικές ή άλλες) στο σύνολο των πολιτών, αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, δεν μπορεί, όμως, να επιβάλλει τέτοιες επιβαρύνσεις σε συγκεκριμένη κατηγορία του πληθυσμού (όπως συμβαίνει εν προκειμένω) χωρίς να παράσχει στην συγκεκριμένη αυτή θιγόμενη κατηγορία αντιστάθμισμα έναντι της επιβαλλομένης σ’ αυτήν, χάριν του γενικού συμφέροντος, επιβαρύνσεως. Ανεξαρτήτως, όμως, τούτου, οι εν λόγω ρυθμίσεις, καθ’ ο μέρος προβλέπουν α) μείωση κατά το αυτό ποσοστό των πάσης φύσεως επιδομάτων (πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων) των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα και β) μείωση στο αυτό απόλυτο αριθμητικό ποσόν των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα με μηνιαίες αποδοχές κάτω των 3.000 ευρώ και των άνω των 60 ετών συνταξιούχων των φορέων κυρίας ασφαλίσεως (πλην Ο.Γ.Α.) με μηνιαία σύνταξη κάτω των 2.500 ευρώ, αντίκεινται στις ως άνω συνταγματικές αρχές, διότι δεν πλήσσουν, κατ’ αποτέλεσμα, στον ίδιο βαθμό τους υψηλόμισθους υπαλλήλους (ή τους λαμβάνοντες υψηλές συντάξεις) αφ’ ενός και τους χαμηλόμισθους υπαλλήλους (ή τους λαμβάνοντες χαμηλές συντάξεις) αφ’ ετέρου. Περαιτέρω, ειδικώς ως προς τους συνταξιούχους των φορέων κυρίας ασφαλίσεως (πλην Ο.Γ.Α.), οι επίμαχες ρυθμίσεις – οι οποίες προβλέπουν ότι για τους συνταξιούχους ηλικίας κάτω των 60 ετών τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας καταργούνται κατ’ αρχήν, ενώ για τους συνταξιούχους άνω της ηλικίας αυτής τα εν λόγω επιδόματα περιορίζονται σε συγκεκριμένα, κοινά για όλους, χρηματικά ποσά – αντίκεινται στις ως άνω συνταγματικές αρχές, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ 5 του Συντάγματος, που καθιερώνει την αρχή της κοινωνικής ασφαλίσεως με γνώμονα την ασφαλιστική κάλυψη ολοκλήρου του εργαζομένου πληθυσμού της Χώρας και την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου (βλ. Ολομ. Σ.Ε. 2200/2010Existenzminimum). Είναι, κατόπιν των ανωτέρω, βάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως περί παραβάσεως της αρχής της ισότητος και, ειδικώτερα, της αρχής της ισότητος ενώπιον των δημοσίων βαρών (παρ. 1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος). Κατά δε την γνώμη της Συμβούλου Μ. Καραμανώφ, παραβιάζεται εν προκειμένω η αρχή της ισότητας για τους λόγους που εξέθεσε η εν λόγω δικαστής στη γνώμη που διατύπωσε στη σκέψη 33 (υπό στοιχείο Γ). , 2180/2004). Και τούτο διότι α) οι ρυθμίσεις αυτές αντιμετωπίζουν κατά τρόπο ενιαίο τους συνταξιούχους όλων συλλήβδην των φορέων κυρίας ασφαλίσεως (πλην Ο.Γ.Α.), ασυνδέτως προς το ζήτημα αν, εν όψει της οικονομικής, τουλάχιστον, αυτοτελείας εκάστου συγκεκριμένου ασφαλιστικού φορέως και των αναλογιστικών δεδομένων αυτού, παρίσταται ανάγκη ενισχύσεως του ασφαλιστικού του κεφαλαίου δια της μειώσεως των καταβαλλομένων από αυτόν ασφαλιστικών παροχών και β) με τις διατάξεις αυτές δεν διαφοροποιούνται οι συνταξιούχοι με κριτήρια πρόσφορα για τις επίμαχες ρυθμίσεις, όπως είναι η διάρκεια του χρόνου ασφαλίσεως ή το ύψος των καταβληθεισών εισφορών (κριτήρια συναπτόμενα με την συμβολή του συνταξιούχου στην δημιουργία του ασφαλιστικού κεφαλαίου του συγκεκριμένου ασφαλιστικού οργανισμού), αλλά με το κριτήριο, κατ’ αρχήν, της συμπληρώσεως ηλικίας 60 ετών, κριτήριο προδήλως απρόσφορο για τις επίμαχες ρυθμίσεις, δοθέντος ότι, αφ’ ενός μεν, οι αυξημένες ανάγκες που ανακύπτουν κατά τις εορταστικές περιόδους και την περίοδο των θερινών διακοπών δεν είναι εντονώτερες για τους συνταξιούχους ηλικίας άνω των 60 ετών εν σχέσει προς τους συνταξιούχους κάτω της ηλικίας αυτής, αφ’ ετέρου δε, η κάτω των 60 ετών ηλικία δεν υποδηλώνει ικανότητα αναπληρώσεως των ποσών των καταργουμένων ως άνω επιδομάτων με αμοιβή από ενεργό απασχόληση του συνταξιούχου, αφού τούτο κατ’ αρχήν απαγορεύεται (βλ. λ.χ., προκειμένου περί του Ι.Κ.Α., άρθρο 29 παρ. 7 εδ. γ΄ του αν.ν. 1846/1951, Α΄ 179), ενώ, εξ άλλου, δεν διασφαλίζεται ότι με την κατάργηση των εν λόγω επιδομάτων (τα οποία αντιστοιχούν στα 2/14, ήτοι στο 15% περίπου, των ετησίων συνταξιοδοτικών παροχών) ο κάτω των 60 ετών συνταξιούχος δεν θα στερηθεί του, επιβαλλομένου από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, ελαχίστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβιώσεως (
42. Επειδή, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 15 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 είναι αντισυνταγματική, διότι αναφέρεται σε ζήτημα, το οποίο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως κατά το εδάφιο β της παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος. Διότι, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός προεβλήθη το πρώτον κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και αναπτύχθηκε με ένα εκ των υποβληθέντων μετά την εν λόγω συζήτηση υπομνημάτων, είναι εν πάση περιπτώσει αβάσιμος, ενόψει των εκτεθέντων ανωτέρω στην αρχή της σκέψεως 19, εφ’ όσον η προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 15 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 παρέχει εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση με κοινή υπουργική απόφαση ζητημάτων λεπτομερειακού απλώς χαρακτήρα.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2011, στις 18 Μαρτίου 2011, στις 19 Απριλίου 2011, στις 13 Μαΐου 2011 και στις 20 Ιουνίου 2011
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Π. Πικραμμένος Ε. Κουμεντέρη .
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ης Φεβρουαρίου 2012.

Αναβολή του Συμποσίου Μάνεσης στην Πόλη λόγω εκλογών.

Ανακοίνωση:
Το Συμπόσιο του Ομίλου ‘Μάνεσης’ αναβάλλεται για το Φθινόπωρο
εξ αιτίας της ημερομηνίας των βουλευτικών εκλογών .
Το Συντονιστικό Συμβούλιο

Με τις ευχαριστίες μου
Αντώνης Μανιτάκης

Γιατί το Σύνταγμα; Ιστορικές προϋποθέσεις του συνταγματισμού

Του Κώστα Χρυσόγονου Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου

Γιατί το Σύνταγμα; Ιστορικές προϋποθέσεις του συνταγματισμού
Ι. Εισαγωγή
ΙΙ. Η ανυπαρξία Συντάγματος στην αρχαιότητα και τον μεσαίωνα
α. Η θέσμιση της αρχαίας πόλης-κράτους
β. Οι μεσαιωνικοί Xάρτες
ΙΙΙ. Κινητήριες δυνάμεις του συνταγματισμού στη νεωτερικότητα
α. Το προστάδιο της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου
β. Οι θεσμικές και ιδεολογικές συνέπειες της επικράτησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής
i. Η συναίνεση ως θεμελιώδης οργανωτική αρχή της κοινωνικής συμβίωσης
ii. Ο μετασχηματισμός της κοινωνικής σε δικαιική ιεραρχία
iii. Τα νέα επίπεδα συμβολισμού: Συντάγματα και χαρτονομίσματα
iv. Η απομάγευση του κόσμου
IV. Τυπικό Σύνταγμα και συνταγματισμός
α. Νέα σύνθεση με παλιά υλικά
β. Το όνομα του Συντάγματος
γ. Οι δύο έννοιες του συνταγματισμού
V. Οι εθνικές ταυτότητες του συνταγματισμού

VI. Αντί επιλόγου: Προοπτικές συνταγματικής διακυβέρνησης στην Τρίτη χιλιετία μ.Χ.

Ι. Εισαγωγή
Το «τυπικό» Σύνταγμα, δηλαδή ένα γραπτό και συνήθως κωδικοποιημένο ενιαίο κείμενο που υπήρξε το προϊόν της άσκησης μιας ιδιαίτερης, έκτακτης εξουσίας, της συντακτικής, και τοποθετείται στην υψηλότερη βαθμίδα της ιεραρχικής κλίμακας των κανόνων μιας (προς το παρόν τουλάχιστον) εθνικής έννομης τάξης είναι ένα ιστορικό φαινόμενο διάρκειας δυόμισι περίπου αιώνων (από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ως σήμερα)[1]. Η κατανόηση των πραγματικών διαστάσεων του φαινομένου αυτού, δηλαδή των προϋποθέσεων θέσπισης, ισχύος και εφαρμογής των συνταγματικών κειμένων, είναι εφικτή μόνο με την τοποθέτησή του μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών. Το συνταγματικό φαινόμενο δεν προήλθε ούτε τυχαία, ούτε ως αποτέλεσμα των επιθυμιών και/ή ιδεών συγκεκριμένων ατόμων ή ομάδων, αλλά ως πρόσφορη και αναγκαία απάντηση σε ζητούμενα τα οποία προέκυψαν αντικειμενικά για τις κοινωνίες αυτές στη ροή του ιστορικού γίγνεσθαι, γι’ αυτό άλλωστε και διαδόθηκε ευρύτατα ανά την υφήλιο[2].
ΙΙ. Η ανυπαρξία Συντάγματος στην αρχαιότητα και τον μεσαίωνα
α. Η θέσμιση της αρχαίας πόλης-κράτους
Στην αρχαιότητα τα ολιγαρχικά-αριστοκρατικά και ακόμη περισσότερο τα δημοκρατικά πολιτεύματα πολλών πόλεων-κρατών λειτουργούσαν με βάση λεπτομερείς κανόνες για τη συγκρότηση και σύνθεση όχι μόνο της εκκλησίας (συνέλευσης) των πολιτών, αλλά και σειράς άλλων οργάνων, για τις αρμοδιότητες καθενός από αυτά κ.ο.κ. Το σύνολο των ρυθμίσεων αυτών χαρακτηριζόταν ως «Πολιτεία»[3] ή, ταυτόσημα, «Πολίτευμα»[4] και θα μπορούσε να αποδοθεί σήμερα με τους όρους «ουσιαστικό Σύνταγμα»[5] ή, και πάλι, πολίτευμα. Αντίθετα στην αρχαιότητα ο όρος «Σύνταγμα» χρησιμοποιούνταν σποραδικά για να υποδηλώσει όχι το ίδιο το πολίτευμα, ή κάποιον (ανύπαρκτο) γραπτό θεμελιώδη νόμο, αλλά τη διάρθρωση ή το είδος του πολιτεύματος (σε λόγους του Ισοκράτη)[6], ή απλώς ένα συντεταγμένο κείμενο και μάλιστα όχι κατ’ ανάγκη φιλολογικό, αλλά μουσικές συνθέσεις (στα Πολιτικά του Αριστοτέλη)[7].
Εξάλλου στην αρχαία Ρώμη, τουλάχιστον κατά την ύστερη φάση της res publica (1ος αιώνας π.Χ.), ο όρος constitutio χρησιμοποιούνταν ενίοτε, αν και όχι κατ’ αποκλειστικότητα, για να υποδηλώσει το πολίτευμα. Έτσι ο Κικέρων έκανε λόγο για το «έξοχο πολίτευμα του Ρωμύλου» (praeclara constitutio Romuli)[8]leges legum), οι οποίοι διέπουν την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας.[9]Lex Valeria) σε δικτάτορα και φορέα της εξουσίας να νομοθετεί και να διαμορφώνει το πολίτευμα (dictator legibus scribendis et rei publicae constituendae).[10]constitutio) χρησιμοποιούνταν ως χαρακτηρισμός αυτοκρατορικών πράξεων ποικίλων μορφών με ισχύ νόμου[11]quodcumque igitur imperator per epistulam et subscriptionem statuit, vel cognoscens decrevit vel de plano interlocutus est vel edicto praecepit, legem esse constat, haec sunt quas vulgo constitutiones appellamus)[12]. και έτσι καταγράφηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ στους Πανδέκτες του Ιουστινιανού ( Αργότερα πάντως ο ίδιος όρος ( Μερικές δεκαετίες νωρίτερα ο Σύλλας είχε ανακηρυχθεί με νόμο ( και για γενικούς κανόνες (
Παρά ταύτα καμιά από τις πόλεις-κράτη της αρχαιότητας δεν φαίνεται να έφθασε ποτέ σε σημείο θέσμισης συγκρίσιμο προς εκείνα των συνταγματικών κρατών της νεωτερικότητας. Ειδικότερα έλειπε η αυστηρά ιεραρχική, πυραμιδωτή διάρθρωση της έννομης τάξης, την οποία συναντούμε στα κράτη αυτά, με το «τυπικό» Σύνταγμα στην κορυφή της[13]lex, plebiscitum, senatus consultum, edictum, decretum, constitutio κ.λπ.) δεν υφίστατο σαφής και σταθερή ιεραρχία μεταξύ τους.[14] όπως και η ανάθεση μιας διακεκριμένης δικαιοδοτικής (δικαστικής) λειτουργίας σ’ ένα εξειδικευμένο σώμα τεχνοκρατών επιφορτισμένο με τη διασφάλιση της παραπάνω ιεραρχίας (δηλαδή τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων). Ακόμη και όταν αναγνωρίζονταν ποικίλες πηγές δικαίου, όπως συνέβαινε π.χ. στη Ρώμη (
Ιδιαίτερη μνεία χρειάζεται πάντως εδώ για την αρχαία Αθήνα, όπου το 403-2 π.Χ., στην κωδικοποίηση του ισχύοντος δικαίου μετά την πτώση του καθεστώτος των τριάκοντα τυράννων και την αποκατάσταση της δημοκρατίας, συμπεριλήφθηκαν νέοι κανόνες σχετικοί με τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες των κρατικών οργάνων. Στους κανόνες αυτούς, οι οποίοι εγχαράχθηκαν στη Βασίλειο Στοά, ανήκε η απαγόρευση των άγραφων και των ατομικών (επ’ ανδρί) νόμων, καθώς και η υπεροχή των νόμων, που θεσπίζονταν με μια σύνθετη διαδικασία (με τη συμμετοχή της Εκκλησίας του Δήμου και των «νομοθετών»), έναντι των ψηφισμάτων (της Εκκλησίας).[15] Στο αθηναϊκό δίκαιο περιεχόταν εξάλλου και ο πλησιέστερος σε ένα νομικό έλεγχο της κρατικής δράσης θεσμός, δηλαδή η «γραφή παρανόμων». Από τις διαθέσιμες πληροφορίες φαίνεται ότι επρόκειτο για διαδικασία με διττό σκοπό, ακυρωτικό (κατάργηση του προσβαλλόμενου νόμου ή ψηφίσματος) και συνάμα ποινικό (επιβολή κυρώσεων, όπως προστίμου, και ενδεχομένως στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων, στον εισηγητή της θέσπισης του νόμου ή του ψηφίσματος, εκτός αν είχε παρέλθει από τότε ένα και πλέον έτος, οπότε παρέμενε μόνο το ακυρωτικό σκέλος). Οι λόγοι μπορούσαν να αφορούν είτε τη μη τήρηση της προβλεπομένης διαδικασίας, κατά την εισαγωγή στην Εκκλησία του Δήμου και την ψήφιση από αυτήν της προσβαλλομένης με τη «γραφή παρανόμων» πράξης, είτε την αντίθεση της τελευταίας προς το ισχύον δίκαιο ή το δημόσιο συμφέρον. Αρμόδιο να αποφασίσει, τόσο για το ακυρωτικό, όσο και για το ποινικό σκέλος της «γραφής παρανόμων», ήταν το λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας. Παραλλαγή της «γραφής παρανόμων» ήταν, από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. και την έκτοτε διαφοροποίηση μεταξύ νόμων και ψηφισμάτων, η «γραφή νόμον μη επιτήδειον θείναι», που στρεφόταν κατά νόμου[16]. Από όλα αυτά διαφαίνεται η ανάμειξη στοιχείων ελέγχου νομιμότητας και ελέγχου σκοπιμότητας, καθώς και ο προεχόντως πολιτικός χαρακτήρας της όλης διαδικασίας, αφού η Ηλιαία, συγκροτούμενη από εκατοντάδες κληρωτούς λαϊκούς δικαστές, ήταν κατ’ ουσία μια μικρογραφία της Εκκλησίας του Δήμου.
Παρεμφερή χαρακτηριστικά είχαν και διαδικασίες ελέγχου της λαϊκής βούλησης που αποτελούσαν στοιχείο ολιγαρχικών κατά βάση πολιτευμάτων, όπως στη Ρώμη και τη Σπάρτη. Έτσι η σχετική αρμοδιότητα ανήκε σε πολιτικά όργανα (η Ρωμαϊκή Σύγκλητος μπορούσε να ακυρώσει αποφάσεις των comitia centuriata και η Σπαρτιατική Γερουσία αποφάσεις της Απέλλας) και αφορούσε κυρίως ζητήματα πολιτικής σκοπιμότητας και/ή διαδικαστικές παραβάσεις[17].
Δικαιοδοτικός έλεγχος της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας ήταν δύσκολο να νοηθεί στην αρχαιότητα, επειδή θεμελιώδης νόμος με την τυπική έννοια του όρου (δηλαδή με την έννοια του τυπικού Συντάγματος της νεωτερικότητας) ήταν μάλλον ανύπαρκτος (αν και στην ελληνική αποικία της Κυρήνης οι θεμελιώδεις αρχές του μικτού -με δημοκρατικά και ολιγαρχικά στοιχεία-πολιτεύματός της είχαν χαραχθεί σε λίθινη επιγραφή περίπου το 320 π.Χ. και τούτο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το παλιότερο συνταγματικού αποκλειστικά χαρακτήρα γραπτό κείμενο στον πλανήτη[18], χωρίς πάντως να είναι σαφές αν νοούνταν ως νόμος αυξημένης, σε σχέση με τους λοιπούς, τυπικής ισχύος).[19]
Η άσκηση της εξουσίας από το κυρίαρχο σώμα, είτε αυτό ήταν η συνέλευση (δυνητικά όλων) των ελεύθερων πολιτών (και πάλι βέβαια μικρής μειονότητας σε σχέση με το σύνολο των ενήλικων κατοίκων, αφού εξαιρούνταν έτσι ή αλλιώς οι δούλοι, οι μέτοικοι και οι γυναίκες), είτε μια ομάδα προυχόντων, ήταν άμεση και διαρκής. Αυτή η φυσική παρουσία του συλλογικού κυρίαρχου καθιστούσε περιττή τη διάκριση μεταξύ συντακτικής εξουσίας και συντεταγμένων λειτουργιών της πολιτείας, αλλά και τις περαιτέρω ιεραρχικές διακρίσεις μεταξύ των κανόνων δικαίου ανάλογα με την προέλευσή τους, που χαρακτηρίζουν τα συνταγματικά κράτη της νεωτερικότητας.
Η ανυπαρξία «τυπικού» Συντάγματος στην αρχαιότητα συναρτάται πιθανότατα και με το γεγονός ότι τότε η επικοινωνία και η ανταλλαγή πληροφοριών και ιδεών μεταξύ των ανθρώπων διεξαγόταν κυρίως προφορικά. Η πλειονότητα του πληθυσμού αποτελούνταν από αναλφάβητους, ενώ ακόμα και οι εγγράμματοι είχαν πρόσβαση μόνο στα ελάχιστα (με τα σημερινά μέτρα) γραπτά κείμενα που μπορούσαν να παραχθούν και αναπαραχθούν χειρόγραφα, πάνω σε υλικά δυσεύρετα (όπως πάπυροι και αργότερα περγαμηνές), ή δύσχρηστα (εγχάραξη λίθινων επιγραφών). Η προφορική επικοινωνία, όμως, κατ’ ανάγκη συνίσταται, σε μεγάλο βαθμό, στην επανάληψη στερεότυπων εκφράσεων κατάλληλων για απομνημόνευση και στην περιγραφή συγκεκριμένων, κατά το μάλλον ή ήττον, εμπειριών. Η διάπλαση αφηρημένων εννοιών και συμβόλων διευκολύνεται αντίθετα μέσα από τη χρήση του γραπτού λόγου και κατ’ ευθεία αναλογία προς την έκτασή της.[20] Συνεπώς μπορεί να υποστηριχθεί ότι το επικοινωνιακό καθεστώς της αρχαιότητας δεν καθιστούσε εφικτή τη θεμελίωση της πολιτειακής οργάνωσης, πόσο μάλλον συνολικά της κοινωνικής συμβίωσης, σ’ ένα γραπτό κείμενο κοσμικού χαρακτήρα, πλήρες από αφηρημένες έννοιες και συμβολισμούς, όπως το τυπικό Σύνταγμα. Οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο διαμορφώθηκαν πολύ αργότερα, μετά τη διάδοση της τυπογραφίας και τη συνακόλουθη μετάβαση από την εποχή της «θεολογικής» σ’ εκείνη της «ιδεολογικής» συνείδησης.[21]
β. Οι μεσαιωνικοί χάρτες.
Τα ίδια ή και ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια για την ανάδυση του συνταγματικού φαινομένου υφίσταντο βέβαια και στη διάρκεια του μεσαίωνα. Ωστόσο, η πολλαπλότητα των επάλληλων εξουσιαστικών δομών, η οποία χαρακτηρίζει τη μεσαιωνική φεουδαρχική κοινωνία, δημιουργούσε την ανάγκη ρύθμισης των προσωπικών δεσμών και σχέσεων υποτέλειας που συνέδεαν τους ποικίλους φορείς εξουσίας.[22] Τέτοιες ρυθμίσεις είχαν συνήθως εθιμικό χαρακτήρα, ενώ και όταν προσελάμβαναν τη μορφή γραπτού νόμου ήταν αποσπασματικές, αφορώντας επιμέρους ζητήματα και όχι συνολικά την οργάνωση και άσκηση της αυτοκρατορικής, βασιλικής, φεουδαρχικής, εκκλησιαστικής κ.λπ. εξουσίας και τις σχέσεις όλων αυτών των εξουσιών μεταξύ τους. Ενίοτε περιλάμβαναν και ορισμένες «ελευθερίες» για τους εξουσιαζόμενους, αλλά αυτές, εκτός του ότι ήταν κατά βάση εθιμικές και άρα ρευστές και αβέβαιες, είχαν άνισο και (μόνο) συλλογικό χαρακτήρα.[23] Ήταν άνισες, επειδή απέρρεαν συνήθως από προνόμια που αναγνωρίζονταν σε συγκεκριμένα άτομα εξαιτίας της κοινωνικής τους θέσης.[24] Και ήταν (μόνο) συλλογικές, επειδή φορέας των ελευθεριών δεν ήταν τόσο το μεμονωμένο άτομο, αλλά μάλλον η περιχαρακωμένη ομάδα ή τάξη στην οποία ανήκε αυτό και η οποία λειτουργούσε ως εγγυήτρια της προστασίας του.
Το πιο γνωστό παράδειγμα γραπτού κειμένου με τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι η αγγλική Magna Charta του 1215 (κυρίως περιορισμοί στην επιβολή φορολογικών βαρών, εγγυήσεις προσωπικής ασφάλειας έναντι αυθαίρετης σύλληψης και απαγόρευση υπέρμετρων ποινών).[25]Capitulare Carisiacum) το 877 στο δυτικό φραγκικό κράτος (εγγυήσεις προς τους υποτελείς ευγενείς ότι θα διασφαλιζόταν η κληρονομική διαδοχή στα φέουδά τους, σε περίπτωση θανάτου κατά τη διάρκεια των επικείμενων τότε εκστρατειών στην Ιταλία),[26]Bulla aurea) του 1222 στο Βασίλειο της Ουγγαρίας (κωδικοποίηση του ισχύοντος στη χώρα φεουδαρχικού δικαίου, με περιεχόμενο σε μεγάλο βαθμό ανάλογο προς τη Magna Charta),[27]Mainzer Landfriede) του 1235 (κυρίως ρυθμίσεις για την απονομή της αυτοκρατορικής δικαιοσύνης, ώστε ν’ αποφεύγονται οι βίαιες ενδοφεουδαρχικές συγκρούσεις)[28]Goldene Bulle) του 1356 στη «Ρωμαϊκή» (Γερμανική) αυτοκρατορία, η Joyese Entrée στο δουκάτο της Βραβάντης (περιοχές του Βελγίου και της Ολλανδίας), επίσης το 1356 (διάφοροι περιορισμοί για την εξουσία του εκάστοτε δούκα, ο οποίος μάλιστα είχε εθιμική υποχρέωση να ορκίζεται ότι θα τους σεβαστεί, κατά την ανάληψη του αξιώματός του, και κατοχύρωση ελευθεριών για τους υπηκόους, όπως και του δικαιώματος των τελευταίων να μη συμμορφώνονται προς αντίθετες εντολές του δούκα),[29]Grand Ordinance του 1357 στη Γαλλία (ευρεία διοικητική μεταρρύθμιση, με πρόβλεψη αυξημένων ελεγκτικών αρμοδιοτήτων για τις Γενικές Τάξεις, ιδίως σε ζητήματα νομισματικής πολιτικής και δημοσιονομικής διαχείρισης)[32] κ.ά.[33] ο Δανικός Χάρτης του 1282,[30] τα «προνόμια» του 1283 και του 1287 στο βασίλειο της Αραγωνίας και Σικελίας,[31] η και το χρυσόβουλο ( η «ειρήνη» ( το χρυσόβουλο ( Ωστόσο, εν μέρει συγκρίσιμα κείμενα εμφανίστηκαν και στην ηπειρωτική Ευρώπη, όπως οι ρυθμίσεις του Καρόλου του Φαλακρού (
Τα παραπάνω κείμενα του ύστερου (κυρίως) μεσαίωνα είχαν συνήθως τη μορφή παραχώρησης του ηγεμόνα προς τους υπηκόους του, αν και στην πραγματικότητα οι παραχωρήσεις αυτές δεν ήταν οικειοθελείς, αλλά το αποτέλεσμα άσκησης πίεσης, κυρίως εκ μέρους των ευγενών σε στιγμές αδυναμίας της μοναρχικής εξουσίας. Έτσι π.χ. η Magna Charta του 1215 ακολούθησε την ήττα στη μάχη της Bouvines το 1214 και την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των ηπειρωτικών κτήσεων του αγγλικού στέμματος, το χρυσόβουλο του 1222 ήταν το αποτέλεσμα της καταστροφικής συμμετοχής του βασιλιά της Ουγγαρίας στην πέμπτη σταυροφορία και ο διάδοχος της Γαλλίας συγκατατέθηκε στην Grand Ordinance το 1357 μετά την πανωλεθρία στη μάχη του Poitiers το 1356 και την αιχμαλωσία του βασιλιά από τους Άγγλους. Οι συμβιβασμοί οι οποίοι ενσωματώνονταν σε όλα αυτά δεν συνίσταντο στη θεμελίωση της πολιτικής εξουσίας σε νέα, και μάλιστα κοσμική, βάση, όπως αντίθετα συμβαίνει στο «τυπικό» Σύνταγμα της νεωτερικότητας (βλ. παρακάτω, ΙΙΙ), αλλά στη μερική ανακατανομή της μέσα στα υφιστάμενα φεουδαρχικά πλαίσια. Κεντρικός άξονας της κυρίαρχης ιδεολογίας τότε, όπως άλλωστε και αργότερα, την εποχή του απολυταρχικού κράτους, ήταν η εκπόρευση της εξουσίας από τη θεϊκή βούληση.[34]
Όσο για τον όρο constitutio, αυτός εξακολούθησε και στη μεσαιωνική περίοδο να χρησιμοποιείται ως τίτλος διαφόρων κοσμικών και εκκλησιαστικών νομοθετημάτων, χωρίς θεματική εξειδίκευση και χωρίς ιδιαίτερη (και μάλιστα ανώτερη) τυπική ισχύ. Παράλληλα ο ίδιος όρος στη λατινική γλώσσα, ή παράγωγά του σε επιμέρους ευρωπαϊκές γλώσσες, είχε αρχίσει να εμφανίζεται και με ιατρική σημασία, υποδηλώνοντας την κατάσταση και/ή τη διαμόρφωση του ανθρωπίνου σώματος.[35]
ΙΙΙ. Κινητήριες δυνάμεις του συνταγματισμού στη νεωτερικότητα
α. Το προστάδιο της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου.
Από τις αρχές του 16ου αιώνα έως τα τέλη του 18ου αιώνα συντελέσθηκαν βαθιές αλλαγές στην οικονομία και την κοινωνία, πρωταρχικά της Δυτικής Ευρώπης και κατ’ επέκταση άλλων περιοχών του πλανήτη, που βρέθηκαν κάτω από την άμεση επιρροή της. Κατά την περίοδο αυτή, ενώ στο επίπεδο των πολιτικών θεσμών επικρατούσε η απολυταρχική μορφή κράτους,[36] δημιουργήθηκαν σταδιακά οι προϋποθέσεις για την παγκόσμια κατίσχυση, στους επόμενους δύο αιώνες (19ο-20ο), του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, με περαιτέρω συνέπεια την ανάδυση εντελώς νέων μορφών πολιτειακής οργάνωσης.
Καταλυτικό ρόλο στην όλη αυτή εξέλιξη διαδραμάτισε η περαιτέρω διεύρυνση της υφιστάμενης από νωρίτερα ευρωπαϊκής τεχνολογικής πρωτοπορίας[37]Mainz το 1455), από τη Γερμανία στην Ιταλία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες, την Αγγλία, την Ιβηρική και τη Σκανδιναβία. Η επακόλουθη μείωση του κόστους σε σχέση με την ως τότε συνηθισμένη μέθοδο της χειρόγραφης αντιγραφής ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για μια «τυπογραφική επανάσταση»[38] που μετέτρεψε τον ανθρώπινο πολιτισμό από (κυρίως) προφορικό σε (κυρίως) γραπτό. Χαρακτηριστικό του πόσο εντοπισμένη υπήρξε, για μακρό χρονικό διάστημα, αυτή η επανάσταση είναι το γεγονός ότι στην οθωμανική αυτοκρατορία, δηλαδή στις παρυφές της χριστιανικής Ευρώπης, η πρώτη άδεια για λειτουργία τυπογραφείου δόθηκε μόλις το 1729.[39] Στην Κίνα εξάλλου, όπου η τυπογραφία είχε εμφανιστεί πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι στην Ευρώπη, δηλαδή από τον 9ο-10ο αιώνα μ.Χ., η διάδοση και κυρίως η αξιοποίησή της εμποδίστηκε εξαιτίας του αυτοκρατορικού δεσποτισμού και της αντίθεσης της γραφειοκρατίας των μανδαρίνων σε οτιδήποτε μπορούσε να διευκολύνει τη διασπορά νέων ιδεών και άρα την αμφισβήτηση της κυρίαρχης ιδεολογίας.[40], με σειρά καινοτομιών. Σ’ αυτές συγκαταλέγονταν η διάδοση της τυπογραφίας, η αφετηρία της οποίας ήταν λίγο προγενέστερη (ο Γουτεμβέργιος τύπωσε το πρώτο βιβλίο στο
Η συμβολή της τυπογραφίας στην επιτάχυνση γενικότερα της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου ήταν προφανώς μέγιστη, αλλά η σημασία της ήταν πολύ ευρύτερη από αυτό. Μακροπρόθεσμα η τυπογραφία συνέβαλε περαιτέρω στον περιορισμό του αναλφαβητισμού[41] και στον μετασχηματισμό των καθομιλούμενων τοπικών διαλέκτων σε εθνικές γλώσσες σε καθένα από τα υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκά εθνικά κράτη, καθ’ υπέρβαση της κυριαρχίας της λατινικής (γλώσσας της καθολικής εκκλησίας) στον μεσαιωνικό γραπτό λόγο, διευκολύνοντας έτσι την εθνογένεση. Περαιτέρω η επέκταση των τυπογραφικών δραστηριοτήτων σε περιοδικές (από τις αρχές του 17ου αιώνα) και αργότερα και σε ημερήσιες εκδόσεις με επίκαιρο περιεχόμενο, σε συνδυασμό με τη βαθμιαία βελτίωση των συγκοινωνιών, κατέστησε εφικτή τη δημιουργία νοητών «δημόσιων χώρων» επικοινωνίας και διαλόγου, με χρήση των εθνικών γλωσσών. Όλα αυτά προλείαναν το έδαφος για τη συγκρότηση αντίστοιχων εθνικών «δήμων», δηλαδή φαντασιακών συλλογικών οντοτήτων, ικανών να υποκαταστήσουν τους μονάρχες ως φορείς κυριαρχίας (είναι χαρακτηριστικό ότι στη δεκαετία του 1640, αμέσως πριν και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ βασιλικών και κοινοβουλευτικών, παρατηρήθηκε στην Αγγλία μια χωρίς προηγούμενο αύξηση του αριθμού των δημοσιευμάτων κάθε είδους, περιλαμβανομένων, για πρώτη φορά στη χώρα αυτή, και ημερήσιων εφημερίδων, η έκδοση των οποίων ήταν ως τότε απαγορευμένη).[42]
Εξαιρετικής σημασίας εξελίξεις σημειώθηκαν, κατά την ίδια ιστορική περίοδο, και στη ναυτική και στρατιωτική τεχνολογία, με πρωτοπόρες και εδώ χώρες της δυτικής Ευρώπης. Κατά συνέπεια δημιουργήθηκε ένα τέτοιο τεχνολογικό χάσμα, ώστε ακόμη και ολιγάριθμες ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις να επιβάλλονται με σχετική ευχέρεια στους ιθαγενείς πληθυσμούς των άλλων ηπείρων, ενώ οι νέες πρωτοφανείς δυνατότητες θαλάσσιας συγκοινωνίας επέτρεψαν την αποτελεσματική οικονομική εκμετάλλευσή τους. Έτσι από τον 16ο αιώνα η αναγκαστική μεταφορά πλούτου από τις αποικίες στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις είχε αρχίσει να συμβάλλει στην «πρωταρχική συσσώρευση» κεφαλαίου στις τελευταίες.[43] Τα οφέλη αυτών από τις αποικίες τους, κυρίως στην αμερικανική ήπειρο, δεν ήταν μόνο διμερή, αλλά ενέπλεκαν και τις ηπείρους, στις οποίες ο ευρωπαϊκός αποικισμός, για ιδιαίτερους στην κάθε μία λόγους, είχε προχωρήσει πολύ λίγο ως τα τέλη του 18ου αιώνα. Έτσι σημαντικό μέρος (κατ’ εκτίμηση σχεδόν το ένα τρίτο) του αμερικανικής προέλευσης χρυσού και αργυρού χρηματοδοτούσε τελικά τις εισαγωγές ασιατικών προϊόντων στην Ευρώπη (δηλαδή ουσιαστικά η «γηραιά Ήπειρος» αποκτούσε τα προϊόντα αυτά δωρεάν), ενώ μεγάλα κέρδη απέφερε και το ευρωπαϊκό δουλεμπόριο μεταξύ Αφρικής και Αμερικής.[44] Στην πραγματικότητα λοιπόν οι βάσεις για την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής τέθηκαν με τη συστηματική καταλήστευση του συσσωρευμένου ως τότε παγκόσμιου πλούτου.
β. Οι θεσμικές και ιδεολογικές συνέπειες της επικράτησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής
i. Η συναίνεση ως θεμελιώδης οργανωτική αρχή της κοινωνικής συμβίωσης
Κάπως σχηματικά και με τον κίνδυνο υπεραπλούστευσης θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι στο ιστορικό στάδιο της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου αντιστοιχούσε, στο πολιτειακό επίπεδο, ο μοναρχικός απολυταρχισμός στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις και ο ασφυκτικός έλεγχος των υπερπόντιων αποικιών τους από αυτές. Στο μεταγενέστερο στάδιο της επικράτησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ο απολυταρχισμός υποχωρεί ή καταρρέει και οι αποικίες αρχίζουν να ανεξαρτητοποιούνται από τις μητροπόλεις και μάλιστα τόσο ταχύτερα, όσο περισσότερο «ευρωπαϊκές» είχαν καταστεί (δηλαδή όσο μεγαλύτερο το ποσοστό των ευρωπαίων αποίκων στον συνολικό πληθυσμό τους). Το στάδιο αυτό χαρακτηρίζεται από την προέλαση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με τη συνοδεία του καταστατικού της χάρτη, δηλαδή του «τυπικού» Συντάγματος, αρχικά στη Βόρεια Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη και κατόπιν βαθμιαία σε ολόκληρη την υφήλιο. Δεν πρόκειται βέβαια για μια πορεία ομοιόμορφη και αδιατάρακτη. Παρά ταύτα η ταχύτητα και η γεωγραφική ευρύτητά της, στην κλίμακα του μακρού ιστορικού χρόνου, είναι εντυπωσιακή. Από την αρχαιότητα ως τα μέσα του 18ου αιώνα περίπου η δημοκρατία θεωρούνταν γενικά ως «παρεκβατικό» πολίτευμα, ενώ τα πρώτα «τυπικά» Συντάγματα με τη σύγχρονη σημασία του όρου θεσπίστηκαν κατά την διάρκεια του πολέμου της Αμερικανικής ανεξαρτησίας, από το 1776 και έπειτα. Στα τέλη του 20ου αιώνα η δημοκρατία αντίθετα έφθασε να θεωρείται περίπου ως η μοναδική ορθή, ή πάντως επιθυμητή ή αποδεκτή, μορφή πολιτεύματος σε παγκόσμιο επίπεδο, έστω και με διάφορες προσθήκες (ισλαμική, σοσιαλιστική κ.ά.) ή de facto υποσημειώσεις που αποκλίνουν από το κυρίαρχο αστικοδημοκρατικό «παράδειγμα». Εξάλλου το σύνολο σχεδόν των κρατών, με ελάχιστες εξαιρέσεις, διαθέτει πια τυπικά Συντάγματα,[45] έστω και αν η κανονιστική ποιότητα πολλών από αυτά είναι αμφισβητήσιμη ή κυμαινόμενη. Οι εξελίξεις αυτές δεν μπορούν να είναι τυχαίες, ούτε οφείλονται στο ότι η ανθρωπότητα ολόκληρη είδε ξαφνικά το «φως το αληθινό» της δημοκρατίας και του συνταγματισμού. Καπιταλισμός και συνταγματισμός συνδέονται με μια σχέση αμοιβαίας αναγκαιότητας, η οποία καθιστά το συνταγματικό κράτος την προνομιακή μορφή εμφάνισης του αστικού (καπιταλιστικού) τύπου κράτους.
Ως κύρια χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, από την οπτική γωνία που μας ενδιαφέρει εδώ, θα μπορούσαν να εντοπισθούν τα εξής: Πρώτο, η καπιταλιστική παραγωγή είναι κυρίως εμπορευματική, δηλαδή προορίζεται για πώληση στην αγορά. Δεύτερο, τα μέσα παραγωγής αποτελούν καταρχήν αντικείμενο ιδιωτικής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης (ακόμη και όταν ιδιοκτήτης κάποιων από αυτά είναι το κράτος ή νομικά πρόσωπα ελεγχόμενα από εκείνο, πρόκειται κατά κανόνα για σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, όπου το κράτος εμφανίζεται ως διαχειριστής της «ιδιωτικής» του περιουσίας ή fiscus και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας), αντίθετα με τον φεουδαρχικό ιδίως τρόπο παραγωγής, όπου η σχέση φεουδάρχη και φέουδου είχε μικτό, δημόσιο και ιδιωτικό συνάμα χαρακτήρα. Τρίτο, η εργασία είναι τυπικά ελεύθερη, αλλά διαχωρισμένη από τα μέσα παραγωγής, αντιμετωπίζεται δηλαδή ως εμπόρευμα το οποίο καθίσταται κι αυτό, όπως τα πραγματοπαγή εμπορεύματα, αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην αγορά[46]. Η καθοριστική για την ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εργασιακή σχέση είναι συνεπώς εκείνη της μισθωτής εργασίας, αντίστοιχη της δουλείας στον δουλοκτητικό και της δουλοπαροικίας στον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής.
Όλα αυτά καταλήγουν στο ότι η δομή της αγοράς και τελικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στο σύνολό του είναι κατά βάση συναινετική. Η συναίνεση αυτή είναι μάλλον τυπική παρά ουσιαστική, αφού οι περισσότεροι εργαζόμενοι, στα πλαίσια της λειτουργίας των οικονομικών «νόμων» της προσφοράς και ζήτησης, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να πωλούν την εργατική τους δύναμη στους εργοδότες και μάλιστα σε μία τιμή (μισθό) που συχνά αρκεί για την αναπαραγωγή της και μόνο (δηλαδή για την ικανοποίηση των άμεσων βιοτικών αναγκών των ίδιων και των οικογενειών τους).[47] Το υπερπροϊόν πάντως της εργασίας καταλήγει στους εργοδότες-ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής αβίαστα και «αόρατα», μέσω του μηχανισμού της αγοράς και λόγω της κοινωνικοποίησης του τεχνικού μέρους της παραγωγικής διαδικασίας, σε αντίθεση με τους προγενέστερους τρόπους παραγωγής, όπου το ίδιο αποτέλεσμα επιτυγχανόταν μέσω της βίας ή της απειλής βίας.
Στη συναινετική δομή της καπιταλιστικής παραγωγής και της αγοράς αντιστοιχεί «φυσιολογικά», δηλαδή υπό ομαλές συνθήκες και σε κοινωνικούς σχηματισμούς με εδραιωμένη την κυριαρχία και τη λειτουργικότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, μια συναινετική δομή λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Η συναίνεση καθίσταται θεμελιώδης οργανωτική αρχή της κοινωνικής συμβίωσης τόσο στο οικονομικό, όσο και στο πολιτικό επίπεδο. Συχνά βέβαια η συναίνεση του ψηφοφόρου στις εκλογές είναι εξίσου τυπική με τη συναίνεση του εργαζόμενου στη σύμβαση εργασίας, δηλαδή η παροχή της εμπεριέχει περίπου τόση πραγματική συμμετοχή του στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας, όση συμμετοχή του εργαζομένου στο υπερπροϊόν της εργασίας εμπεριέχει ο μισθός. Όπως ο εργαζόμενος μπορεί να μη διαθέτει πρακτικά άλλη επιλογή από το να εκποιεί την εργατική του δύναμη για να εξασφαλίζει τα προς το ζην και μόνο αυτά, έτσι και ο ψηφοφόρος μπορεί να μην έχει άλλη επιλογή από το να «εκποιεί» την ψήφο του σε έναν από τους-ελάχιστους ούτως ή άλλως- διεκδικητές της εξουσίας, με οριακά μικρή αντιπαροχή, είτε για τον ίδιο, είτε για την κοινωνική ομάδα ή τάξη στην οποία ανήκει, είτε για το κοινωνικό σύνολο γενικά. Έστω και ως προϊόν αφανούς εκβιασμού όμως, η συναίνεση αποτελεί το εμβληματικό στοιχείο τόσο της οικονομίας της αγοράς όσο, κατά κανόνα, και του πολιτικού της εποικοδομήματος, δηλαδή του αστικού κράτους. Γι’ αυτό και τα κυρίαρχα ρεύματα στην πολιτική θεωρία αντιμετωπίζουν πια ως παρεκβατικά τα «ιεραρχικά» πολιτεύματα που επικρατούσαν σε παγκόσμια κλίμακα έως και τον 18ο αιώνα.
Ο μετασχηματισμός του κράτους σε μια λιγότερο ιεραρχική και περισσότερο συναινετική κατεύθυνση εκφράστηκε κυρίως μέσω της συγκρότησης ολοένα ισχυρότερων συλλογικών αντιπροσωπευτικών σωμάτων, εκλεγμένων με τη συμμετοχή ενός ολοένα μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού. Η σταδιακή αυτή διεύρυνση και ενίσχυση της σημασίας του εκλογικού δικαιώματος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις αλλαγές που επέφεραν στη δομή των ανθρώπινων κοινωνιών η βιομηχανική επανάσταση και η επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η βιομηχανική επανάσταση είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, τη συγκέντρωση ενός όλο και μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού σε αστικά κέντρα, αμβλύνοντας το διαχρονικό οργανωτικό μειονέκτημα του προλεταριάτου απέναντι στην άρχουσα τάξη. Αναπτύχθηκε έτσι μια μάλλον πρωτοφανής (για τα δεδομένα του μακρού ιστορικού χρόνου) σε ένταση και έκταση επαναστατική δυναμική, σε σημείο ώστε κορυφαίος ιστορικός να χαρακτηρίζει τις πρώτες δεκαετίες της περιόδου αυτής ως την «εποχή των επαναστάσεων».[48] Η προοπτική εξάλλου βίαιων κοινωνικών αναταραχών είναι περισσότερο επίφοβη για το βιομηχανικό κεφάλαιο απ’ ό,τι για τη φεουδαρχική αριστοκρατία, επειδή οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις είναι πολυέξοδες και καταστρέφονται πολύ ευκολότερα απ’ ό,τι η γη. Από την άλλη πλευρά, η συμμετοχή της πλειοψηφίας του πληθυσμού στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας είναι λιγότερο ανησυχητική για την άρχουσα τάξη, όταν η τελευταία αποτελείται κυρίως από κεφαλαιοκράτες και όχι από γαιοκτήμονες. Και τούτο διότι το κεφάλαιο γενικά διαθέτει αξιοσημείωτη διασυνοριακή κινητικότητα και συνεπώς είναι δυσκολότερο να απαλλοτριωθεί ή έστω και να φορολογηθεί (ορισμένες μάλιστα μορφές του, όπως το ναυτιλιακό κεφάλαιο, είναι τόσο κινητικές, ώστε να είναι πρακτικά σχεδόν ανέφικτη η ουσιαστική φορολόγησή τους) σε σχέση με την ακίνητη περιουσία, η οποία είναι ακίνητος στόχος για το κράτος. Ακόμη λιγότερο ανησυχητική είναι, κατά κανόνα, για τη (μεγαλο)αστική τάξη μια περιορισμένη και ελεγχόμενη (μέσω μιας «τάξης» επαγγελματιών πολιτικών) συμμετοχή των λαϊκών μαζών στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας, όπως συμβαίνει στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία.[49] Διαμορφώνονται έτσι οι προϋποθέσεις ευδοκίμησης της τελευταίας, υπό «ομαλές» συνθήκες, στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς.
ii. Ο μετασχηματισμός της κοινωνικής σε δικαιική ιεραρχία
Σε πολλούς προκαπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς ο ιεραρχικός χαρακτήρας του πολιτεύματος συμβάδιζε με την ύπαρξη μιας συνολικής, και κατά το μάλλον ή ήττον σταθερής, κοινωνικής ιεραρχίας των φυσικών προσώπων. Η πυραμιδική διάρθρωσή τους ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα κατ’ εξοχήν των φεουδαρχικών κοινωνιών, όπου μάλιστα η κοινωνική θέση ήταν συνήθως κληρονομική, αλλά ακόμη και κοινωνικών σχηματισμών με ουσιώδεις διαφοροποιήσεις από τον φεουδαρχικό ιδεότυπο, όπως π.χ. η «Βυζαντινή» αυτοκρατορία.[50] Αυτή η ιεραρχία των προσώπων είναι σε μεγάλο βαθμό ασύμβατη με τις ιδιαιτερότητες των καπιταλιστικών κοινωνιών, που είναι από τη φύση τους δυναμικές, προσανατολισμένες στην επιδίωξη του κέρδους και της «ανάπτυξης», με ιδανικό των μελών τους την ανοδική κοινωνική κινητικότητα.[51] Επομένως το αστικό κράτος τείνει γενικά προς την κατάργηση της νομικής κατοχύρωσης κοινωνικών τάξεων και προνομίων (π.χ. της αριστοκρατίας), ενώ ακόμη και στο εσωτερικό του η ιεραρχία διασπάται (π.χ. με την αναγνώριση της δικαστικής ανεξαρτησίας, ή, αργότερα, με την ίδρυση ανεξάρτητων διοικητικών αρχών), ή πάντως σχετικοποιείται (με την κατοχύρωση δικαιωμάτων των δημόσιων υπαλλήλων κ.ά.). Την πραγματική ιεραρχία των προσώπων υποκαθιστά πλέον η συμβολική ιεραρχία των πηγών του δικαίου, η οποία προσλαμβάνει κι αυτή πυραμιδοειδή μορφή, με προσωρινή τουλάχιστον κορυφή της το «τυπικό» Σύνταγμα.
Στις πιο κάτω βαθμίδες της η δικαιική πυραμίδα διευρύνεται ολοένα και περισσότερο κατά πλάτος, με τη διαρκή θέσπιση νέων κανόνων δικαίου. Η εκρηκτική, σε σύγκριση με τους προηγούμενους αιώνες ή και χιλιετίες, οικονομική ανάπτυξη των κοινωνικών σχηματισμών όπου επικρατεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και οι ποικίλες παρενέργειές της συνεπάγονται τον πολλαπλασιασμό και τη διαφοροποίηση των ρυθμιστικών αναγκών της κοινωνίας. Η ανταπόκριση στις ανάγκες αυτές δεν μπορεί βέβαια να προέρχεται από τους, απελπιστικά αργούς για τα νέα δεδομένα, μηχανισμούς «κοινωνικής» παραγωγής εθιμικών κανόνων, που ερείδονταν στη «μακροχρόνια συνήθεια» (longa consuetudo), αλλά μόνο από το κράτος. Έτσι η νομοθετική παραγωγή του τελευταίου επιταχύνεται, διογκώνεται και διαφοροποιείται τόσο θεματικά, όσο και ιεραρχικά.
iii. Τα νέα επίπεδα συμβολισμού: Συντάγματα και χαρτονομίσματα
Γενικότερα η μετάβαση στον καπιταλισμό συνοδεύεται, στην προοπτική του μακρού ιστορικού χρόνου, από την επίτευξη ενός ανώτερου σε σχέση με το παρελθόν επιπέδου συμβολικής λειτουργίας των κοινωνιών. Τούτο διαφαίνεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στις αλλαγές στη φύση του κατεξοχήν διαμεσολαβητικού μηχανισμού των αγορών, δηλαδή της νομισματικής κυκλοφορίας, και στον συγχρονισμό των αλλαγών αυτών με τις εξελίξεις στο επίπεδο του δικαίου και των θεσμών. Οι απαρχές της νομισματικής κυκλοφορίας εντοπίζονται στον μικρασιατικό και Ελλαδικό χώρο τον 6ο-7ο αιώνα π.Χ.[52] και συμπίπτουν περίπου με τις πρώτες προσπάθειες θέσμισης του δημόσιου χώρου της αρχαίας πόλης-κράτους σε λιγότερο ή περισσότερο συναινετική βάση, με κωδικοποιήσεις του δικαίου της (από τη νομοθεσία του Δράκοντα και του Σόλωνα ως τη Ρωμαϊκή δωδεκάδελτο) και με την υποκατάσταση ολιγαρχικών και αργότερα δημοκρατικών πολιτευμάτων στη θέση των παλιών μοναρχιών. Η σύμπτωση μάλλον δεν ήταν τυχαία, αλλά σχετιζόταν με την πύκνωση του κοινωνικού ιστού, έστω και σε συγκεκριμένα μόνο σημεία, δηλαδή στην αρχαία αγορά και στο γύρω από εκείνη άστυ, που συμβάδιζε με την ανάπτυξη νέων μορφών οικονομικής και πολιτικής επαφής μεταξύ των ανθρώπων. Όπως όμως ο δημόσιος χώρος της πόλης-κράτους ήταν ασφυκτικά περιορισμένος, αφού νοούνταν μόνο κυριολεκτικά, ως χώρος επαφής «διά ζώσης», έτσι και η νομισματική κυκλοφορία περιοριζόταν σε ενσώματες αξίες, δηλαδή νομίσματα κατασκευασμένα από χρυσό, αργυρό ή έστω χαλκό.[53] Η αξία των νομισμάτων αυτών καθοριζόταν καταρχήν από τον χρόνο εργασίας, ο οποίος απαιτούνταν για την παραγωγή του ισόποσου μετάλλου, και μεταφραζόταν στο αντίστοιχο ποσό κάθε άλλου εμπορεύματος, όπου ενσωματωνόταν ίσος εργάσιμος χρόνος.[54]
Σε κοινωνίες όπου επικρατεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής η πύκνωση του κοινωνικού ιστού δεν είναι πια σημειακή, αλλά γενικευμένη, με τη διεύρυνση τόσο της αγοράς όσο και του δημόσιου χώρου σε τέτοιο βαθμό, ώστε αμφότερα να μην μπορούν να νοηθούν πλέον ως κυριολεκτικά, αλλά ως ιδεατά μεγέθη. Η εξουσία στις κοινωνίες αυτές αποκτά έναν αντίστοιχα ιδεατό, συμβολικό χαρακτήρα, τόσο όταν εκφράζεται μέσω του χρήματος, ως οικονομική εξουσία, όσο και όταν εκφράζεται μέσω των θεσμών, ως πολιτική εξουσία. Έτσι τα μεταλλικά κέρματα υποκαθίστανται από τα χαρτονομίσματα ως βασική μορφή εμφάνισης του χρήματος, το οποίο δεν εκφράζει πια μια ενσώματη αξία, αλλά τη θεσμοποιημένη εμπιστοσύνη των χρηστών του στο νομισματικό σύστημα, δηλαδή τελικά στον εκδότη του. Η υποκατάσταση αυτή γίνεται αναγκαία, επειδή η οικονομική μεγέθυνση που συνοδεύει κατά κανόνα την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής συνεπάγεται αργά ή γρήγορα την αδυναμία να ικανοποιηθούν οι ανάγκες μιας αντίστοιχα διευρυμένης νομισματικής κυκλοφορίας με τις διαθέσιμες ποσότητες «ευγενών» μετάλλων.[55] Αν και τα χαρτονομίσματα έκαναν την πρώτη εμφάνισή τους στην Κίνα, πολλούς αιώνες νωρίτερα, η γενικευμένη χρήση τους συμπίπτει, σε αδρές γραμμές, με την έλευση της εποχής του συνταγματισμού στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, τον 18ο-19ο αιώνα.[56] Ούτε και αυτή η σύμπτωση είναι τυχαία.
Έχει εύστοχα επισημανθεί ότι, όπως ένα νομισματικό σύστημα στηριζόμενο καθ’ ολοκληρία στον χρυσό ως μέσο συναλλαγής είναι υπερβολικά πρωτόγονο για να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας σύνθετης οικονομίας της αγοράς, έτσι και ένα σύστημα άσκησης της πολιτικής εξουσίας στο οποίο η μόνη αρνητική κύρωση είναι η απειλή βίας είναι υπερβολικά πρωτόγονο να διαμεσολαβεί ένα σύνθετο σύστημα οργανωτικού συντονισμού. Εάν η (πολιτική) εξουσία χρειάζεται να αποτελεί «το γενικευμένο μέσο κινητοποίησης πόρων για αποτελεσματική συλλογική δράση πρέπει κι αυτή να είναι τόσο συμβολικά γενικευμένη, (όσο) και νομιμοποιημένη». Εξάλλου μια λειτουργική οικονομία της αγοράς χρειάζεται ένα ενοποιημένο νομισματικό μέσο και άρα η «διαχείριση» του νομισματικού συστήματος πρέπει να ενοποιηθεί με τη θεσμοποίηση της πολιτικής εξουσίας[57] (ή τουλάχιστον είναι πιο αποδοτική όταν συνδυάζεται μαζί της, όπως δείχνουν και οι πρόσφατες περιπέτειες της ευρωζώνης). Η θεσμοποίηση του αστικού κράτους της νεωτερικότητας προσλαμβάνει πολύ πιο σύνθετο χαρακτήρα απ’ ό,τι στο δουλοκτητικό κράτος της αρχαιότητας, με τον πολλαπλασιασμό και κυρίως την ιεράρχηση των κανόνων δικαίου ανάλογα με την προέλευσή τους. Στην κορυφή της νέας, μεγαλοπρεπούς δικαιικής πυραμίδας τοποθετείται υπό «κανονικές» συνθήκες (αν δηλαδή δεν πρόκειται για κράτος έκτακτης ανάγκης, π.χ. στρατιωτική ή φασιστική δικτατορία) το έμβλημα του αστικού κράτους, το τυπικό Σύνταγμα.
Όπως το χαρτονόμισμα, έτσι και το (τυπικό) Σύνταγμα δεν είναι, σε ότι αφορά την υλική του υπόσταση, παρά ένα κείμενο τυπωμένο σε ένα κομμάτι χαρτί. Ενίοτε είτε το ένα, είτε το άλλο δεν αξίζουν πολύ περισσότερο από το χαρτί πάνω στο οποίο είναι τυπωμένα, όπως συνέβαινε π.χ. με το γερμανικό μάρκο για ένα σύντομο διάστημα της δεκαετίας του 1920[58] και όπως συμβαίνει κατά καιρούς με διάφορα εικονικά Συντάγματα.[59] Τέτοιες περιπτώσεις, ωστόσο, αποτελούν εξαιρέσεις. Κατά κανόνα τα χαρτονομίσματα έχουν αξία ανταλλαγής επειδή εκφράζουν συμβολικά μια πίστη,[60] δηλαδή τη θεσμοποιημένη εμπιστοσύνη των συναλλασσομένων στο νομισματικό σύστημα. Τα Συντάγματα, υπό ομαλές συνθήκες, έχουν κανονιστικότητα, δηλαδή δεσμευτική δύναμη για όσους μετέχουν στα πολιτικά και/ή κοινωνικά δρώμενα, επειδή εκφράζουν κι αυτά μια πίστη, δηλαδή τη θεσμοποιημένη εμπιστοσύνη των πολιτών στους συμφωνημένους όρους πολιτικής ενοποίησης ενός κοινωνικού σχηματισμού σε συναινετική βάση.
iv. H απομάγευση του κόσμου
Τα Συντάγματα υποκαθιστούν (ή τουλάχιστον αξιώνουν να υποκαταστήσουν) την παραπάνω πολιτική πίστη στη θέση της θρησκευτικής πίστης, μετατρέποντας έτσι τη civitas dei[61] σε civitas hominum. Στις δύσκολες υλικές συνθήκες της ύστερης αρχαιότητας και του μεσαίωνα οι ελπίδες των ανθρώπων στρέφονταν στην προσδοκία μιας ιδανικής μεταθανάτιας, επουράνιας ζωής. Η θεαματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, στην αρχή μιας προνομιούχας μειοψηφίας και αργότερα ολοένα μεγαλύτερων τμημάτων του παγκόσμιου ανθρώπινου πληθυσμού, την οποία επέφερε η εκτίναξη του παραγωγικού δυναμικού στην εποχή του καπιταλισμού, αντέστρεψε την κατάσταση αυτή. Η βαθύτερη ουσία του συνταγματισμού συνίσταται στην «απομάγευση» του κόσμου, στην αναζήτηση πια της ιδανικής ανθρώπινης κατάστασης (του «παραδείσου») μέσα στην επίγεια πραγματικότητα. Ιδεοτυπικά το Σύνταγμα συνιστά την πανηγυρική εξαγγελία και ταυτόχρονα τον καταστατικό χάρτη του νέου αυτού «παραδείσου», με ρητό ή υπονοούμενο επίκεντρο την «αξία του ανθρώπου». Εξάλλου το παράπλευρο όφελος της αποκαθήλωσης του Θεού από την θέση του δικαιολογητικού λόγου και του αντικειμενικού σκοπού ύπαρξης του κράτους είναι η διευκόλυνση της ανοχής προς τους αλλόθρησκους και αλλόδοξους και τελικά η καθιέρωση της θρησκευτικής ελευθερίας.
Γενικότερα οι στηριγμένες στη θρησκεία συλλογικές ταυτότητες είχαν αρχίσει, πριν από την έναρξη της θριαμβευτικής προέλασης του συνταγματισμού, να ξεθωριάζουν και να υποκαθίστανται κατά ένα μέρος από νέες, κοσμικές ταυτότητες. Η εξέλιξη αυτή συνδεόταν με την αλλαγή του επικοινωνιακού καθεστώτος, δηλαδή με την μετάβαση από το στάδιο της κυρίως προφορικής σ’ εκείνο της κυρίως γραπτής (και μάλιστα έντυπης) επικοινωνίας και επαφής μεταξύ των ανθρώπων και με τον συνακόλουθο μετασχηματισμό της ανθρώπινης συνείδησης από (κυρίως) «θεολογική» σε (κυρίως) «ιδεολογική», στο πλαίσιο της καπιταλιστικής «οικονομίας της αγοράς».[62] Η αλλαγή δεν συντελέσθηκε δια μιας, με την ανακάλυψη της τυπογραφίας, αλλά βαθμιαία από τον 15ο ως τον 19ο αιώνα. Ως σημείο καμπής θα μπορούσε, για τον Ευρωπαϊκό χώρο, να θεωρηθεί το κίνημα του «διαφωτισμού» τον 18ο αιώνα.[63]. Όλα αυτά κατέστησαν εφικτή, για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, τη θεμελίωση πρώτιστα της πολιτειακής οργάνωσης (κατ’ επέκταση και ως ένα σημείο της κοινωνικής συμβίωσης συνολικότερα) σ’ ένα γραπτό κείμενο κοσμικού χαρακτήρα πλήρες από αφηρημένες έννοιες και συμβολισμούς, δηλαδή στο (τυπικό) Σύνταγμα.
Στη μη συνδρομή, ακόμη τότε, της προϋπόθεσης της μεταβολής του επικοινωνιακού καθεστώτος θα μπορούσε να αποδοθεί το γεγονός ότι οι αποτυχίες του απολυταρχισμού στις Κάτω Χώρες το 16ο αιώνα και στα Βρετανικά νησιά τον 17ο αιώνα δεν συνοδεύθηκαν από τη θέσπιση τυπικού Συντάγματος.[64] Εξάλλου, μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι οι συλλογικές ταυτότητες (και αντιπαλότητες) σε αμφότερες εκείνες τις περιπτώσεις εξακολουθούσαν να εκφράζονται προεχόντως με θρησκευτικούς και λιγότερο με ιδεολογικούς όρους. Οι επαρχίες που συγκρότησαν την ένωση της Ουτρέχτης το 1579 (σημερινή Ολλανδία) ήταν εκείνες στις οποίες επικράτησαν οι διαμαρτυρόμενοι, ενώ στις υπόλοιπες (σημερινό Βέλγιο) ο πληθυσμός παρέμεινε στην πλειοψηφία του στο καθολικό θρήσκευμα και διατηρήθηκε η Ισπανική επικυριαρχία. Στην Αγγλία τη δεκαετία του 1640 οι πολιτικές παρατάξεις στο Κοινοβούλιο αντιστοιχούσαν στα κυριότερα θρησκευτικά ρεύματα του πουριτανισμού, δηλαδή στους μετριοπαθείς πρεσβυτεριανούς και στους ριζοσπάστες ανεξάρτητους,[65] ενώ και αργότερα, το 1688, καίριο ρόλο στην επιτυχία της λεγόμενης «Ένδοξης Επανάστασης» διαδραμάτισε το ότι ο βασιλιάς Ιάκωβος Β’ ήταν καθολικός.[66] Αντίθετα στα τέλη του 18ου αιώνα οι κυρίαρχες αντιθέσεις αφορούσαν πια ευθέως το πολιτειακό ζήτημα (π.χ. στη Βόρεια Αμερική η αντιπαράθεση μεταξύ «πατριωτών»-οπαδών της ανεξαρτησίας και «νομιμοφρόνων»-πιστών του Βρετανικού στέμματος, ή στη Γαλλία μεταξύ βασιλοφρόνων, Γιρονδίνων, Ιακωβίνων κ.λπ.).[67]
ΙV. Τυπικό Σύνταγμα και συνταγματισμός
α. Νέα σύνθεση με παλιά υλικά
Η ύπαρξη ενός γραπτού και ενιαίου θεμελιώδη νόμου, ο οποίος «εγκαθιδρύει» (από νομική άποψη) την πολιτική εξουσία και την οργανώνει σε συναινετική-κοσμική βάση, εντάσσεται, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη ενότητα, στη λογική της λειτουργίας των κοινωνικών σχηματισμών όπου επικρατεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Δεν είναι επομένως παράδοξο ότι η διεκδίκηση της θέσπισης ενός τέτοιου καταστατικού χάρτη της κρατικά οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης, δηλαδή το κίνημα του συνταγματισμού, εμφανίστηκε σε αδρές γραμμές παράλληλα προς την επικράτηση αυτού του τρόπου παραγωγής, δηλαδή σε παρεμφερείς χώρους και χρόνους. Η πορεία του συνταγματισμού δεν υπήρξε βέβαια ούτε ομοιόμορφη, ούτε αδιατάρακτη. Μπορούν ωστόσο να επισημανθούν εδώ ορισμένα γενικά χαρακτηριστικά του.
Το τυπικό Σύνταγμα ως θεμελιώδης νόμος ήταν μια ασφαλώς νέα (για τα δεδομένα του 18ου αιώνα) σύνθεση, με παλιά όμως υλικά. Ο ίδιος ο όρος constitutio είχε, όπως είδαμε (βλ. παραπάνω, ΙΙ) μακρύ παρελθόν με διάφορες σημασίες στην αρχαία Ρώμη και στον ύστερο ευρωπαϊκό μεσαίωνα. Η παλαιότερη πολυσημία επιβίωνε μάλιστα ως τον 18ο αιώνα, αφού το 1768 ένας νέος, ενιαίος για τις επικράτειες των Αψβούργων (Αυστρία, Βοημία, Ουγγαρία κ.λπ.) ποινικός κώδικας ονομάσθηκε Constitutio Criminalis Theresiana.[68]
Η ιδέα, εξάλλου, ότι υφίσταται θεμελιώδεις κανόνες δικαίου, έστω και εθιμικού χαρακτήρα, οι οποίοι διέπουν τη συγκρότηση της εξουσίας και περιορίζουν τα περιθώρια δράσης ακόμη και του αρχηγού του κράτους, προέρχεται και αυτή από τον μεσαίωνα. Έτσι π.χ. στη Γαλλία ο μονάρχης δεσμευόταν από τους λεγόμενους «θεμελιώδεις νόμους του βασιλείου», δηλαδή μια σειρά συνταγματικών εθίμων που αφορούσαν την ανάδειξη στο ύπατο αξίωμα, το αναπαλλοτρίωτο της επικράτειας κ.ά.[69]Wahlkapitulation) σχετικά με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας[70]Lex Regia, 1665), με αντικείμενο την κωδικοποίηση των κανόνων του απολυταρχισμού, και αυτός χρησιμοποιούνταν ως παράδειγμα προς αποφυγή στις συζητήσεις σχετικά με το Σύνταγμα και το περιεχόμενό του στη Γαλλία πριν και μετά το 1789.[71] (οι δεσμεύσεις των μνηστήρων της εξουσίας απέναντι στον «κυρίαρχο» λαό, οι οποίες περιέχονται στα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, απέχουν παρασάγγας σε πρακτική αποτελεσματικότητα από εκείνες τις «εκλογικές διομολογήσεις» των αυτοκρατόρων). Αργότερα, τον 17ο αιώνα, η επιβολή της κληρονομικής απόλυτης μοναρχίας στη Δανία συνοδεύτηκε από τη θέσπιση ενός γραπτού θεμελιώδη νόμου ( Στη Γερμανική («Αγία Ρωμαϊκή») αυτοκρατορία το χρυσόβουλο του 1356 κωδικοποίησε τους προϋπάρχοντες εθιμικούς κανόνες για την εκλογή του αυτοκράτορα από ένα ολιγάριθμο σώμα κοσμικών και εκκλησιαστικών χωροδεσποτών. Από το 1519 μάλιστα η εκλογή προϋπέθετε τη σύναψη ειδικής δεσμευτικής συμφωνίας του υποψηφίου με το εκλεκτορικό σώμα (
Η σύνδεση του όρου constitutio με τους θεμελιώδεις κανόνες συγκρότησης και τους περιορισμούς της πολιτικής εξουσίας και η ανανοηματοδότησή του με διεκδικητικό περιεχόμενο έλαβε χώρα στην Αγγλία στις αρχές του 17ου αιώνα. Εκεί είχε μεταφυτευθεί η σκωτική δυναστεία των Stuart, μετά τον θάνατο της άτεκνης βασίλισσας Ελισάβετ το 1603, και άρχισε σχεδόν αμέσως να προβάλλει το ζήτημα της μοναρχικής κυριαρχίας, εμπνεόμενη και από τις αντίστοιχες εξελίξεις στην ηπειρωτική Ευρώπη. Το ιδεολογικό επίχρισμα της αντίδρασης κατά των Stuart ήταν ο ισχυρισμός ότι η Αγγλία διέθετε ένα, κατά βάση εθιμικό, «αρχαίο Σύνταγμα» (ancient constitution), το οποίο εκπορευόταν από τη «σοφία των προγόνων» (και όχι από το «θεϊκό δικαίωμα» ή από το δίκαιο της κατάκτησης) και περιόριζε τη βασιλική εξουσία.[72]The King can do no wrong), με την έννοια ότι ο μονάρχης δεν επιτρέπεται νομικά να «αδικήσει», δηλαδή να επέμβει αυθαίρετα σε βάρος της ελευθερίας και ιδιοκτησίας των υπηκόων του. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το πεδίο εφαρμογής του αξιώματος εκείνου συρρικνώθηκε οριστικά στο πρόσωπό του ίδιου του βασιλιά, χωρίς να εμποδίζεται η απόδοση ποινικών ευθυνών στους υπουργούς και συμβούλους του.[73] Στο πλαίσιο αυτό επιχειρήθηκε η μετάλλαξη ακόμη και του αξιώματος «ο βασιλεύς δεν αδικεί» (
Ο όρος «constitution» φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε αρχικά όχι ως ανανοηματοδότηση του λατινικού constitutio, αλλά με την έννοια της κράσης ή διαμόρφωσης του «πολιτικού σώματος» (constitution of the body),[74]is against the natural frame and constitution of the policy of this Kingdom and so subverteth the fundamental law of the realm).[75] Πιο ευδιάκριτη ακόμα είναι η μεταφορική προέλευση του όρου στο ιδρυτικό σύμφωνο (Plantation Covenant) άγγλων αποίκων στη βόρεια Αμερική το 1620, με την αμοιβαία δέσμευσή τους ότι ενώνονται σε ένα αστικό πολιτικό σώμα και (θα) συντάσσουν δίκαιους και ίσους νόμους για το γενικό συμφέρον της αποικίας (do, by these presents…combine ourselves together into a civil body-politic….by virtue here of to enact, constitute and frame….just and equal laws…for the general good of the colony).[76]having endeavoured to subvert the constitution of the Kingdom…having violated the fundamental laws)[77]To αργότερο τότε, επομένως, ο όρος constitution είχε ταυτισθεί εννοιολογικά με το, δεσμευτικό και για τον αρχηγό του κράτους, θεμέλιο της έννομης τάξης, έστω και αν δεν επρόκειτο ακόμη για ενιαίο γραπτό κείμενο, αλλά για ένα σύνολο νόμων και εθίμων.. Μεταγενέστερα, το 1688, ψήφισμα του Βρετανικού Κοινοβουλίου δικαιολόγησε την εκθρόνιση του βασιλιά Ιακώβου Β’ με την εναντίον του μομφή ότι απέβλεψε στην υπονόμευση του Συντάγματος του Βασιλείου ( δηλαδή της λειτουργικής ενότητας του βασιλιά (ή βασίλισσας) και των δύο Βουλών. Έτσι π.χ. μέλος του κοινοβουλίου υποστήριξε το 1610 ότι η επιβολή φορολογίας χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου αντίκειται στο πλαίσιο και τη διαμόρφωση του πολιτεύματος του βασιλείου και έτσι υπονομεύει τον θεμελιώδη νόμο (
Σε ότι αφορά τα περιεχόμενά τους, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι και εκεί τα τυπικά Συντάγματα του 18ου-21ου αιώνα έχουν «δανεισθεί» κατά ένα σημαντικό μέρος «υλικά» προερχόμενα από το παρελθόν. Έτσι, μεταξύ άλλων, τα συλλογικά αντιπροσωπευτικά σώματα έλκουν την ιστορική καταγωγή τους από τον ύστερο μεσαίωνα (όχι μόνο στην Αγγλία, που είναι το πιο γνωστό παράδειγμα, αλλά σχεδόν σε ολόκληρη τη χριστιανική Ευρώπη).[78] parlements, το αργότερο από τον 15ο αιώνα.[79] Όσο για τη δημοκρατία, εκείνη βέβαια κατάγεται από την κλασσική αρχαιότητα, έστω και με άλλη (άμεση) μορφή. Με άλλες λέξεις, παλιοί όροι, ιδέες και πρακτικές αναμείχθηκαν, αναμορφώθηκαν και ανανοηματοδοτήθηκαν, με τελικό αποτέλεσμα μια νέα μορφή κράτους, το συνταγματικό κράτος, που αποτέλεσε ταυτόχρονα (και εξακολουθεί να αποτελεί) την προνομιακή μορφή εμφάνισης ενός νέου τύπου κράτους, δηλαδή του αστικού (καπιταλιστικού) κράτους. Επίσης ο έλεγχος της συνταγματικότητας είχε το πρόπλασμά του στον έλεγχο των Βασιλικών διαταγμάτων και άλλων πράξεων για τη συμφωνία τους με τους «θεμελιώδεις νόμους του Βασιλείου», ο οποίος διενεργούνταν στη Γαλλία από δικαστήρια συγκροτούμενα κυρίως από ευγενείς, με το παράδοξο όνομα
β. Το όνομα του Συντάγματος
Προανάκρουσμα των εξελίξεων αυτών αποτέλεσε, για τον γαλλόφωνο χώρο, αλλά και γενικότερα για την ηπειρωτική Ευρώπη, η «πολιτογράφηση» του όρου constitution στη Γαλλική γλώσσα με την έννοια του θεμελιώδη νόμου του κράτους. Η αφετηρία της μπορεί να εντοπισθεί στα μέσα του 18ου αιώνα, όταν ο Ελβετός διεθνολόγος Εmer de Vattel υποστήριξε ότι «η θεμελιώδης ρύθμιση που καθορίζει τον πρέποντα τρόπο άσκησης της δημόσιας εξουσίας αποτελεί το Σύνταγμα του κράτους». Το Σύνταγμα «προβλέπει τη μορφή με την οποία το έθνος ενεργεί με την ιδιότητα του πολιτικού σώματος». Επομένως το Σύνταγμα δεν είναι κατά βάθος τίποτε άλλο, παρά η δεσμευτική καταγραφή του τρόπου συνεργασίας (των μελών) ενός έθνους, προκειμένου να επιτευχθούν τα πλεονεκτήματα ενόψει των οποίων εγκαθιδρύθηκε η πολιτική κοινωνία.[80]Vattel ως ένα ενιαίο κείμενο, αλλά ως το σύνολο των θεμελιωδών νόμων (Loix Fondamentales), χωρίς καν να διευκρινίζεται αν εκείνοι πρέπει να έχουν θεσπισθεί ως γραπτοί κανόνες δικαίου, ή μπορεί να έχουν και εθιμική προέλευση.[81]ancient Constitution), όπως αυτή είχε προκύψει μέσα από τις αντιπαραθέσεις και τις πολιτειακές μεταβολές του 17ου αιώνα. Η καινοτομία έγκειται στη διακήρυξη ότι το Έθνος έχει πλήρη δικαιοδοσία να θεσπίσει το ίδιο το Σύνταγμά του, χωρίς κανείς να έχει το δικαίωμα να το εμποδίσει (La Nation est en plein droit de Former elle-meme sa Constitution…sans que personne puisse avec justice l’ en empecher).[82]Sieyes περί εθνικής συντακτικής εξουσίας.[83] Υπονοείται δηλαδή η διεκδίκηση ενός ριζικού επανασχεδιασμού του κράτους, με δράστη το έθνος, όπου βέβαια εκ των πραγμάτων στην πρωτοπορία θα βρισκόταν η δυναμικά ανερχόμενη αστική τάξη. Η αναγόρευση μιας αφηρημένης οντότητας, όπως το έθνος, σε φορέα της υπέρτατης (συντακτικής) εξουσίας σηματοδοτεί τη ρήξη με τις επικρατούσες τους προηγούμενους αιώνες θεωρίες περί προσωπικής (μοναρχικής) κυριαρχίας και προαναγγέλλει την επαναστατική θεωρία του Ως εδώ συνεπώς δεν επρόκειτο για κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από την Αγγλική έννοια του «αρχαίου Συντάγματος» ( Κατά τ’ άλλα το Σύνταγμα αυτό δεν γινόταν αντιληπτό από τον
Η νέα έννοια του τυπικού Συντάγματος οριστικοποιήθηκε μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες, με την αμερικανική επανάσταση και τη θέσπιση τέτοιων Συνταγμάτων αρχικά στην κάθε μία από τις επιμέρους Πολιτείες και στην συνέχεια στο επίπεδο των μετέπειτα Η.Π.Α.[84] Πρόκειται πια για το κωδικοποιημένο γραπτό κείμενο, με νομική ισχύ υπέρτερη από κάθε άλλον κανόνα δικαίου, το οποίο οργανώνει σε συναινετική βάση την κρατική εξουσία και συνήθως ταυτόχρονα την περιορίζει (πολλά από τα Συντάγματα των Πολιτειών ενσωμάτωναν Διακηρύξεις Δικαιωμάτων).[85] Το Σύνταγμα κατοχυρώνει έτσι τόσο την πολιτική ελευθερία-συμμετοχή, όσο και την ατομική ελευθερία, δηλαδή μια σφαίρα ιδιωτικής αυτονομίας, όπου δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει το κράτος (ή την «ελευθερία των αρχαίων», αφού εκείνη ήταν γνωστή από την αρχαία πόλη-κράτος, και την «ελευθερία των νεοτέρων» αντίστοιχα)[86].
Την ίδια περίπου εποχή άλλωστε υφιστάμενοι όροι άρχισαν να χρησιμοποιούνται με τη νέα σημασία του (τυπικού) Συντάγματος και σε άλλες, μη λατινογενείς γλώσσες, όπως «Verfassung» στη γερμανική γλώσσα.[87] Στην ελληνική γλώσσα εμφανίστηκε μια πλειάδα συναφών εκφράσεων από τα τέλη του 18ου-αρχές 19ου αιώνα («Πολιτική Διοίκησις» του Ρήγα Βελεστινλή το 1797, «Οργανισμός» της «Γερουσίας» της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου το 1821, «Πολίτευμα» της Επιδαύρου του 1822 και του 1823 κ.ά.), εωσότου το 1827 το συνταγματικό κείμενο της Τροιζήνας τιτλοφορήθηκε «Πολιτικόν Σύνταγμα» (όπως και το «ηγεμονικό» θνησιγενές «Πολιτικόν Σύνταγμα» του 1832).[88] Ο τελευταίος αυτός όρος ως τον 18ο αιώνα φαίνεται πως υποδήλωνε γενικά ένα γραπτό κείμενο με εσωτερική νοηματική συνοχή.[89] Το 1780 μια κωδικοποίηση του ισχύοντος τότε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες δικαίου, με εμπνευστή τον ηγεμόνα Αλέξανδρο Υψηλάντη και περιεχόμενο αστικού κυρίως δικαίου, αποκλήθηκε «Συνταγμάτιον».[90] Τον Ιανουάριο του 1822 η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (με πρόεδρό της τον Φαναριώτη και με προϊστορία στις παραδουνάβιες ηγεμονίες Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο) διακήρυξε με ψήφισμά της ότι «απεφασίσαμεν….να οργανίσωμεν και Σύνταγμα πολιτικόν της Ελλάδας»[91], αν και τελικά το συνταγματικό της κείμενο ονομάσθηκε, όπως εκτέθηκε, «Πολίτευμα». Συνεπώς αν η πατρότητα του όρου «Σύνταγμα» μπορεί να αποδοθεί κάπου, η τιμή ανήκει μάλλον συλλογικά στην Α’ Εθνοσυνέλευση και πάντως όχι στον Αδαμάντιο Κοραή, όπως από εμφανή παρανόηση υποστήριξαν πολλοί τις τελευταίες δεκαετίες.[92] Η οριστική επικράτησή του, και μάλιστα χωρίς πια επιθετικούς προσδιορισμούς, χρονολογείται από το 1843-44.
γ. Οι δύο έννοιες του συνταγματισμού.
Ως συνταγματισμό, με τη στενή έννοια του όρου αυτού, μπορούμε να εννοήσουμε το ιστορικό κίνημα που διεκδίκησε τη θέσπιση τυπικού Συντάγματος με τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν,[93] από τα τέλη του 18ου ως τα τέλη του 20ου αιώνα στο μεγαλύτερο μέρος της υφηλίου. Με μια ευρύτερη έννοια πάντως γίνεται λόγος για συνταγματισμό, προκειμένου να υποδηλωθεί γενικότερα η απαίτηση για επιβολή νομικών περιορισμών στην κρατική εξουσία από την αρχαιότητα ως σήμερα.[94] Με την έννοια αυτή θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς π.χ. σε βρετανικό συνταγματισμό, αν και η Μεγάλη Βρετανία ποτέ δεν απέκτησε τυπικό Σύνταγμα, ούτε έγινε σοβαρή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή, με την πιθανή εξαίρεση ενός σύντομου διαστήματος στη διάρκεια της πουριτανικής επανάστασης.[95]
Στον συνταγματισμό με την ευρεία έννοια του όρου αντιστοιχεί το λεγόμενο «ουσιαστικό» σύνταγμα. Ως αντιπροσωπευτικός θα μπορούσε να θεωρηθεί ο ορισμός του Georg Jellinek ότι «το σύνταγμα του κράτους περιλαμβάνει….τους νομικούς κανόνες οι οποίοι καθορίζουν τα ανώτατα όργανα του κράτους, τον τρόπο της ανάδειξής τους, την αμοιβαία σχέση και τον κύκλο των αρμοδιοτήτων τους (και) ακόμη τη βασική θέση του ατόμου έναντι της κρατικής εξουσίας».. Ο ίδιος παρατηρούσε ότι κάθε κράτος διαθέτει σύνταγμα με την έννοια αυτή, διότι διαφορετικά δεν θα επρόκειτο καν για κράτος, αλλά για αναρχία.[96] Εδώ βέβαια οι διαχωριστικές γραμμές γίνονται δυσδιάκριτες, αφού ακόμη και σε δεσποτικές μοναρχίες, όπως π.χ. η οθωμανική αυτοκρατορία ως τον 19ο αιώνα, μπορεί να υπάρχουν νομικοί κανόνες, έστω και εθιμικού χαρακτήρα, για τα παραπάνω ζητήματα (διαδοχή στο θρόνο, καθεστώς της ισλαμικής και των άλλων θρησκειών καθώς και των οπαδών τους), χωρίς όμως να υφίσταται μέσα στα πλαίσια αυτά κανενός είδους συνταγματισμός. Η ειδοποιός διαφορά θα μπορούσε να εντοπισθεί στο κατά πόσο εμφανίζεται διεκδίκηση, και στη συνέχεια κατοχύρωση, έστω και σε εμβρυακή μορφή, πολιτικής και ατομικής ελευθερίας μέσω των παντοειδών κανόνων ενός «ουσιαστικού» συντάγματος. Τούτο συνέβαινε στα βρετανικά νησιά τον 17ο-18ο αιώνα, ενώ αντίθετα στην οθωμανική αυτοκρατορία την ίδια εποχή οι διεκδικήσεις των Χριστιανών, στην πλειονότητά τους, υπηκόων της στη Βαλκανική χερσόνησο δεν αφορούσαν τόσο τον μετασχηματισμό της σε πιο φιλελεύθερη κατεύθυνση, όσο μάλλον την έξωσή της από τον ευρωπαϊκό τουλάχιστον χώρο, αν μη και τη διάλυσή της.[97]
V. Οι εθνικές ταυτότητες του συνταγματισμού
Αν και ο συνταγματισμός, και μάλιστα με τη στενή έννοια του όρου για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως, ήταν ένα κίνημα σχεδόν παγκόσμιας κλίμακας, ωστόσο οι συγκεκριμένες επιμέρους εκδηλώσεις του έλαβαν χώρα κυρίως στο πλαίσιο εθνικών κρατών. Ενίοτε μάλιστα το πρώτο τυπικό Σύνταγμα ενός τέτοιου κράτους συμπίπτει με τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του, αποτελώντας τη γενέθλια πράξη του, όπως το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» που ψήφισε η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου την 1η Ιανουαρίου του 1822 (σύμφωνα με το προοίμιό του «Το Ελληνικόν έθνος….. κηρύττει σήμερον δια των νομίμων Παραστατών του, εις Εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν»)[98] ή το Νορβηγικό Σύνταγμα της 17ης Μαΐου 1814.[99] Γενικότερα υπολογίζεται ότι το 85% των σχηματισμένων μετά το 1789 κρατών απέκτησαν το πρώτο τους (τυπικό) Σύνταγμα μέσα στην πρώτη διετία της ύπαρξής τους και το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 95% ως το τέλος της πρώτης πενταετίας (αντίθετα τα μισά περίπου από τα προγενέστερα του 1789 κράτη χρειάσθηκαν περισσότερους από τρεις αιώνες ως τη θέσπιση του πρώτου Συντάγματος).[100] Τα συνταγματικά «πειράματα» δεν έλειψαν και σε προνεωτερικής προέλευσης αυτοκρατορίες, όπως στην τσαρική το 1906[101] και στην οθωμανική το 1876 και το 1908-9[102], αλλά δεν απέτρεψαν τη διάλυσή τους και μάλιστα αποτέλεσαν κατά κάποιο τρόπο το προανάκρουσμά της. Ιστορικά-στατιστικά λοιπόν φαίνεται να προκύπτει μια προνομιακή εσωτερική σχέση μεταξύ εθνικού κράτους και τυπικού Συντάγματος.
Μια prima facie εξήγηση για την παραπάνω σχέση θα μπορούσε να αναζητηθεί στο γεγονός ότι το τυπικό Σύνταγμα στην εξωτερική του μορφή, ως λεκτικό σύνολο, είναι κατ’ ανάγκη εκφρασμένο σε συγκεκριμένη γλώσσα. Σε όσο βαθμό η γλώσσα εκείνη αποτελεί τον ιδιαίτερο κώδικα (γραπτής) επικοινωνίας των μελών μιας εθνότητας μεταξύ τους,[103] η θέσπιση ενός τέτοιου Συντάγματος συνδέει το «συντασσόμενο» μέσω του τελευταίου κράτους με την εθνότητα αυτή, συνιστά δηλαδή ένα συμβολικό, και όχι μόνο, βήμα προς την ταύτισή της με το κράτος. Επιταχύνεται έτσι ο διπλός μετασχηματισμός της εθνότητας σε έθνος και του (συνήθως) δυναστικού σε εθνικό κράτος. Ωστόσο, κατά το περιεχόμενό του το Σύνταγμα είναι νοηματικό και όχι λεκτικό σύνολο και βέβαια μπορεί να εκφρασθεί σε περισσότερους από έναν, ισοδύναμους μεταξύ τους, γλωσσικούς τύπους. Τούτο συμβαίνει π.χ. με τα Συντάγματα της Μάλτας (πρωτότυπα στην αγγλική και μαλτέζικη γλώσσα), του Βελγίου (πρωτότυπα στη γαλλική, τη φλαμανδική και τη γερμανική γλώσσα)[104] και σε άλλα. Από την άλλη πλευρά, αν οι δυνητικοί «αποδέκτες» ενός γραπτού «μηνύματος» είναι ιστορικά και κοινωνικά έτοιμοι να αποδεχθούν το περιεχόμενό του, τότε η τυχόν διατύπωσή του σε γλώσσα άλλη από τη μητρική τους δεν πρόκειται να τους εμποδίσει να το πράξουν. Τούτο αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από τη διάδοση του ισλαμισμού σε μια τεράστια γεωγραφική ζώνη από το Μαρόκο ως την Ινδονησία, ενώ το Κοράνι είναι διατυπωμένο στην αραβική γλώσσα, καθώς και από τη διάδοση του χριστιανισμού τον μεσαίωνα στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη, αν και η παπική εκκλησία επέμενε να χρησιμοποιεί το Ευαγγέλιο αποκλειστικά στην λατινική γλώσσα. Κρίσιμο λοιπόν ήταν και είναι μάλλον το ίδιο το μήνυμα, παρά η μορφή του.
Τα «μηνύματα» των εθνικών Συνταγμάτων προς τους αποδέκτες τους, δηλαδή προς τα αντίστοιχα εθνικά «ακροατήρια», είχαν και έχουν ασφαλώς σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, αντικατοπτρίζοντας το καθένα υπαρκτές εθνικές ιδιαιτερότητες και/ή τις ιστορικές περιστάσεις της θέσπισής του.[105] Το γενικό, ωστόσο, πλαίσιο είναι κοινό, τουλάχιστον για τα Συντάγματα με κανονιστική ποιότητα.
Αφενός το (τυπικό) Σύνταγμα, ως θεμελιώδης νόμος, εξ ορισμού συνιστά έναν δραστικό περιορισμό για όποιους εκάστοτε ασκούν την κρατική εξουσία, απαγορεύοντάς τους την αλλαγή των κανόνων του πολιτικού «παιγνίου», ή επιτρέποντάς την μόνο υπό ειδικές, δυσχερείς προϋποθέσεις. Αφετέρου το ίδιο υπαγορεύει την κατά διαστήματα ανάδειξη, από ένα περισσότερο ή λιγότερο ευρύ εκλογικό σώμα, εκείνων που θα ασκήσουν την παραπάνω εξουσία, ή έστω θα μοιρασθούν την άσκησή της με μη νομιμοποιημένα μέσω εκλογών όργανα (όπως κληρονομικούς βασιλείς και/ή δικαστήρια). Καθιστά έτσι τουλάχιστον τα μέλη του σώματος αυτού κατά κάποιον τρόπο συνεταίρους ή συμμετόχους στο κράτος, αποπειράται να συγκροτήσει έναν «δήμο»-φορέα του τελευταίου.
Η συγκρότηση όμως του «δήμου» δεν είναι εφικτή παρά μόνο αν υφίστανται αντικειμενικές δυνατότητες, με βάση το επίπεδο εξέλιξης της τεχνολογίας, για πολιτική κοινωνικοποίηση στην αντίστοιχη κλίμακα και βέβαια η υποκειμενική πρόθεση ή συγκατάθεση (έστω σιωπηρή) των μελών του. Μια τέτοια συναίνεση είναι πολύ δυσκολότερο να εκμαιευθεί απ’ ό,τι η συναίνεση των ίδιων για τη συγκρότηση μιας θρησκευτικής κοινότητας (π.χ. των πιστών του χριστιανισμού, ή του ισλαμισμούμ ή των μετέπειτα επιμέρους συνιστωσών, αιρέσεων κ.λπ. των καταρχήν οικουμενικής στόχευσης θρησκειών), ή απ’ ό,τι κάποιος βαθμός ανοχής των πληθυσμών της προς μια πολυεθνοτική αυτοκρατορία. Και τούτο επειδή ο «δήμος» είναι ένα θεσμοποιημένο ενεργητικό συλλογικό υποκείμενο, με άγνωστες τις μελλοντικές του επιλογές, και όχι το παθητικό ακροατήριο ενός διαχρονικού μηνύματος εξ ουρανών, ή ένα ετερόκλητο άθροισμα υπηκόων ή υποτελών. Με άλλες λέξεις, ο «συνεταιρισμός» ενός συνόλου ανθρώπων σε έναν «δήμο» προϋποθέτει την ύπαρξη ενός πολύ υψηλότερου επιπέδου αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης μεταξύ τους, απ’ ό,τι η αναγκαστική συνύπαρξή τους κάτω από μία αυταρχική εξουσία και/ή η απλή αποδοχή εκ μέρους τους ενός θρησκευτικού μηνύματος μη επιδεκτικού περαιτέρω διαπραγμάτευσης. Έτσι η, προσωρινή ή και μονιμότερη, ικανότητα επιβολής ενός ατομικού ή συλλογικού φορέα εξουσίας σε έναν συγκεκριμένο χώρο και πληθυσμό δεν μεταφράζεται καθόλου αυτόματα σε ικανότητά του να συγκροτήσει κατά βούληση δήμο ή δήμους από τον πληθυσμό αυτόν.
Αντίθετα η ιστορική εμπειρία φαίνεται να αποδεικνύει ότι η συγκρότηση ενός «δήμου» ικανού να καταστεί φορέας συντακτικής εξουσίας είναι μια σχετικά μακροχρόνια διαδικασία (σε τάξη μεγέθους αρκετών δεκαετιών και άνω), στηριγμένη σε υφιστάμενες συλλογικές ταυτότητες και σε διαδικασίες πολιτικής κοινωνικοποίησης με κάποιο παρελθόν. Σε ό,τι αφορά τις συλλογικές ταυτότητες, ένας προφανής υποψήφιος μετεξέλιξης σε «δήμο» είναι η εθνότητα. Ωστόσο, η παγκόσμια επέλαση του συνταγματισμού δεν συνοδεύτηκε από μετεξέλιξη ούτε όλων, ούτε καν των περισσότερων από τις εθνότητες της προνεωτερικής εποχής σε «δήμους» εθνικών κρατών, πρώτιστα επειδή οι εθνότητες εκείνες ήταν υπερβολικά πολλές σε αριθμό και υπερβολικά μικρές σε πληθυσμιακό μέγεθος[106] (συνήθως και σε γεωγραφική εξάπλωση). Συνεπώς μια γραμμική μετεξέλιξη δεν θα εξασφάλιζε κατά κανόνα ικανοποιητικού μεγέθους αγορές για την περαιτέρω ανάπτυξη των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής,[107] που ήταν η βασική κινητήρια δύναμη του συνταγματισμού, όπως εκτέθηκε. Εξάλλου οι εθνότητες είχαν σχηματισθεί σε ιστορικές περιόδους στις οποίες η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων διεξαγόταν κυρίως προφορικά. Η σταδιακή μετάβαση στο καθεστώς της κυρίως γραπτής επικοινωνίας διάνοιγε, από τον 15ο-16ο αιώνα και μετά, νέες δυνατότητες κοινωνικοποίησης σε πολύ ευρύτερο πλαίσιο απ’ ό,τι συνέβαινε ως τότε και άρα για τη βαθμιαία διαμόρφωση νέων, ευρύτερων συλλογικών ταυτοτήτων, εγγύτερα προς τις, ούτως ή άλλως ολιγάριθμες, γραπτές γλώσσες παρά προς τους προφορικούς «κώδικες» επικοινωνίας της προνεωτερικότητας.[108] Με άλλες λέξεις, η συγκρότηση εθνικών «δήμων» εμπεριέχει συνήθως και μεταλλάξεις στις συλλογικές ταυτότητες των ατόμων-μελών τους, αλλά οι μεταλλάξεις αυτές δεν συντελούνται κατά παραγγελία. Αντίθετα, αφενός προϋποθέτουν την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος και αφετέρου συνιστούν το αποτέλεσμα περισσότερο κοινωνικών διαδικασιών και λιγότερο εξουσιαστικού σχεδιασμού.
VI. Αντί επιλόγου: Προοπτικές συνταγματικής διακυβέρνησης την τρίτη χιλιετία μ.Χ.
Το συνταγματικό φαινόμενο είναι εντελώς πρόσφατο, αν συγκριθεί με την επί δεκάδες χιλιάδες χρόνια εξέλιξη του homo sapiens. Σε αντίθεση π.χ. με το θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο υποστηρίζεται πως έχει νευροβιολογικές αφετηρίες[109]Stuart στην Αγγλία θεωρηθεί ως μια πρώιμη μορφή συνταγματισμού). και πάντως εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής της ανθρωπότητας, η «θέληση για το Σύνταγμα»[110] εμφανίσθηκε στις ανθρώπινες κοινωνίες πριν από μόλις δυόμισι αιώνες (ή έστω τέσσερις, αν η αντίδραση εναντίον του απολυταρχισμού των
Με μεγάλη πιθανότητα μπορεί πάντως να εικάσει κανείς ότι, όπως και οι προηγούμενοί του («ασιατικός», δουλοκτητικός, φεουδαρχικός κλπ.), έτσι και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, ή τουλάχιστον η παγκόσμια επικράτησή του, θα έχει ημερομηνία λήξης. Ημερομηνία λήξης θα έχει, κατά πάσα πιθανότητα, και η αλόγιστη ανάπτυξη των ανθρώπινων κοινωνιών, η οποία πυροδοτήθηκε από αυτόν και μάλλον θα προσκρούσει κάποια στιγμή στη φέρουσα ικανότητα του πλανήτη, δηλαδή στην εξάντληση των διαθέσιμων πόρων του. Είναι βέβαια αδύνατο να προβλεφθεί τι μπορεί να επακολουθήσει στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο και άρα ποιο μέρος του θεσμικού εποικοδομήματος των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών μπορεί να επιβιώσει από μια ενδεχόμενη κατάρρευση του καπιταλισμού και ποιο όχι. Μακροπρόθεσμα, πάντως, η βιωσιμότητα και η κατεύθυνση της μετεξέλιξης του συνταγματικού φαινομένου θα εξαρτηθεί ακριβώς από αυτό.
Σε πιο βραχυπρόθεσμη προοπτική η αναβάθμιση ή αντίθετα η υποβάθμιση της κανονιστικής ποιότητας των τυπικών συνταγμάτων στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από την περαιτέρω εξέλιξη των πολιτισμικών παραμέτρων, για τις οποίες έγινε ήδη λόγος (βλ. παραπάνω ΙΙΙ, β, iii και iv). Κρίσιμο είναι, ιδίως, το ζήτημα του επικοινωνιακού καθεστώτος, όπου η διάδοση της τηλεόρασης τον 20ό αιώνα έχει ήδη επιφέρει αξιοσημείωτες αλλαγές. Η μετατροπή του πολίτη σε τηλεθεατή επί μεγάλο μέρος του καθημερινού του χρόνου τον καθιστά παθητικό δέκτη μηνυμάτων όχι μόνο πολιτικού, αλλά και κοινωνικού-πολιτισμικού περιεχομένου (και ειδικότερα η καταιγίδα των διαφημιστικών μηνυμάτων απειλεί να τον παρασύρει σε άμετρο, βουλιμικό καταναλωτισμό). Η «επικοινωνία» χάνει τον αμφίπλευρο, διαλεκτικό χαρακτήρα της και τείνει να μεταλλαχθεί σε μονόπλευρη επιβολή. Ακόμη χειρότερο είναι ότι δεν πρόκειται απλώς για προφορική «επικοινωνία», που απειλεί να ακυρώσει ένα μέρος τουλάχιστον του κεκτημένου της τυπογραφικής επανάστασης, αλλά και για αναγκαστική ένταξη του τηλεθεατή στους υστερικούς ρυθμούς του ασφυκτικά σύντομου τηλεοπτικού χρόνου, και κατά συνέπεια του φθηνού εντυπωσιασμού. Ο «δήμος» απειλείται έτσι να υποβαθμισθεί σε φιλοθέαμον κοινό, δηλαδή σε άθροισμα πολιτικά ακοινώνητων ατόμων, χειραγωγήσιμο από όσους ελέγχουν τα μέσα μαζικής επιβολής. Ο συνταγματισμός κινδυνεύει λοιπόν να χάσει το ιστορικό του υποκείμενο. Ερωτηματικό συνιστά εξάλλου η πιθανή μακροπρόθεσμη επίδραση των νέων μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως κυρίως το διαδίκτυο, στη νοοτροπία και τη συμπεριφορά των ανθρώπινων πληθυσμών.
Με τα δεδομένα αυτά θα ήταν εντελώς πρόωρο και παρακινδυνευμένο το συμπέρασμα ότι το συνταγματικό φαινόμενο αποτελεί ένα σταθερό πια κεκτημένο του πολιτικού πολιτισμού της ανθρωπότητας. Η ευρεία σημερινή διάδοσή του δεν εγγυάται τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του. Είναι πάντως ισχυρό το ενδεχόμενο η βιωσιμότητα αυτή να προϋποθέτει τη μετεξέλιξη του συνταγματισμού και τη μερική τουλάχιστον υπέρβαση των εθνικών ταυτοτήτων του, για τις οποίες έγινε ήδη λόγος (βλ. παραπάνω V). Και τούτο διότι από πολλές χιλιετίες η επικρατούσα μακροπρόθεσμη τάση στις ανθρώπινες κοινωνίες φαίνεται να είναι η αντικατάσταση μικρότερων και απλούστερων σχηματισμών από μεγαλύτερους (σε έκταση και πληθυσμό) και πιο σύνθετους[111], με παράλληλη δραστική μείωση του συνολικού αριθμού τους[112]. Το ζητούμενο συνεπώς είναι η ενίσχυση του υφιστάμενου αποθέματος αλληλεγγύης μεταξύ των λαών, τόσο σε ηπειρωτικό, όσο τελικά ίσως και σε πλανητικό επίπεδο, και η διαμόρφωση νέων, ευρύτερων συλλογικών ταυτοτήτων, ικανών ν’ αποτελέσουν το θεμέλιο «δήμων» σε αντίστοιχα διευρυμένη κλίμακα. Το αν τούτο είναι εφικτό και αν πρόκειται για χρονική προοπτική δεκαετιών ή αιώνων είναι ανοικτό ερώτημα.


[1] Για την έννοια και την ιστορικότητα του «τυπικού» Συντάγματος, βλ., αντί πολλών, Δ. Τσάτσου, Πολιτεία, Αθήνα, 2010, σ. 243 επ., 279.
[2] Έτσι π.χ. οι Z. Elkins/T. Ginsburg/J. Melton, The Endurance of National Constitutions, Cambridge 2009, σ. 6, καταμέτρησαν 935 συντάγματα περισσοτέρων από 200 εθνικών κρατών του παρόντος και του παρελθόντος.
[3] Αντιπροσωπευτικός είναι ο ορισμός του Αριστοτέλη, Πολιτικών Δ’, 1289α, 15 επ. («Πολιτεία μεν γαρ εστί τάξις ταις πόλεσιν η περί τάς αρχάς, τίνα τρόπον νενέμηνται, και τι το κύριον της πολιτείας και τι το τέλος εκάστης της κοινωνίας εστίν»). Πρβλ. Α. Δημητρόπουλου, Το Σύνταγμα ως βάση της έννομης τάξης, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 104 επ.
[4] Πολιτικών Γ’, 1278b, 10 : «Πολίτευμα δ’ εστίν η πολιτεία».
[5] G. Jellinek, Allgemeine Staatslehre, 3η έκδοση Βερολίνο 1914, σ. 506. Πρβλ. και Α. Μανιτάκη, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ως παράδειγμα αυτοπροσδιορισμού του πλήθους μέσω της αυτοκυβέρνησης του Δήμου, Τιμητικός Τόμος Ι. Μανωλεδάκη, ΙΙΙ, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, σ. 43 επ. (53).
[6] Αρεοπαγιτικός ι΄, πρβλ. και Παναθηναϊκός ξα΄.
[7] Πολιτικών Δ’, 1290 α, 22.
[8] De re publica, Liber secundus, XXXI, 53.
[9] De legibus, II, 7, 18.
[10] Βλ. E. Zweig, Die Lehre vom Pouvoir Constituant, Tübingen 1909, σ. 14-15, J. Bleicken, Die Verfassung der Römischen Republik, 4η έκδοση Paderborn 1985, σ. 91.
[11] Βλ. T. Mommsen, Römisches Staatsrecht, τόμος ΙΙ, ημίτομος 2, 3η έκδοση, Βερολίνο 1887 (επανέκδοση Graz 1969), σ. 876, υποσημείωση 2, και σ. 906 επ., Η. Mohnhaupt/D. Grimm, Verfassung, Βερολίνο 1995, σ. 12.
[12] Digesta 1, 4, 1
[13] Πρβλ. H. Vorländer, Die Verfassung. Idee und Geschichte, 2η έκδοση Μόναχο 2004, σ. 22.
[14] Βλ. I. König, Der römische Staat, Στουτγάρδη 2007, σ. 95 επ., P. Bastid, L’ idee de constitution, Παρίσι 1985, σ. 44-46.
[15] Ανδοκίδου, Περί των μυστηρίων, Ι, 83-87.
[16] Βλ. Γ. Οικονόμου, Η άμεση Δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Αθήνα 2007, σ. 34 επ., M. H. Hansen, The Athenian Democracy in the Age of Demosthenes, 2η έκδοση Λονδίνο 1999, σ. 338 επ., C. Hignett, A History of the Athenian Constitution, Οξφόρδη 1952, σ. 210 επ., D. Macdowell, The Law in classical Athens, 1978, ελλ. μτφ. . Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, Αθήνα 1986, σ. 80 επ.
[17] Βλ. Κ. Παπακωνσταντίνου, Χαρακτηριστικά στοιχεία δικαίου στην αρχαία Σπάρτη, Επιστημονική Επετηρίδα Αρμενόπουλου 2008, σ. 21 επ (25), Zweig, Die Lehre vom Pouvoir Constituant, ό.π. σ. 12 και υποσημείωση 3.
[18] Βλ. Hansen, The Athenian Democracy, ό.π., σ. 65.
[19] Το σωζόμενο κείμενο παρατίθεται σε αγγλική μετάφραση σε M. Austin, The Hellenistic World from Alexander to the Roman conquest, Cambridge 1981 (ανατύπωση 1992), σ. 443-5.
[20] Πρβλ. J. Rifkin, The Empathic Civilization, Νέα Υόρκη 2009, σ. 443-5.
[21] Για τη μετάβαση αυτή βλ. Rifkin, The Empathic Civilization, ό.π., σ. 181 επ., 263 επ.
[22] Για τους διαπροσωπικούς δεσμούς υποταγής και υποτέλειας και τη σημασία τους στη φεουδαρχική κοινωνία, βλ. ενδεικτικά N. Elias, Über den Prozess der Zivilisation, 1939, ελλ. μτφ. Η εξέλιξη του πολιτισμού, τόμος Β’, Αθήνα 1997, σ. 75 επ., H. Mitteis, Der Staat des hohen Mittelalters, 4η έκδοση, Βαϊμάρη 1953, σ. 55 επ., M. Bloch, La societe feοdal, 1939, ελλ. μτφ.. Η φεουδαλική κοινωνία, Αθήνα 1987, σ. 213 επ.
[23] Βλ. Ph. Segur, La dimension historique des libertés et droits fondamentaux, σε: R. Cabrillac/M.A. Frison-Roche/Th. Revet (επιμ.), Libertés et droits fondamentaux, 12η έκδοση, Παρίσι 2006, σ. 7 επ. (11).
[24] Βλ. F. Hayek, The Constitution of Liberty, Σικάγο 1960, σ. 163, O. Hintze, Staat und Verfassung, 2η έκδοση Göttingen 1962, σ. 147, D. North/J. Wallis/B. Weingast, Violence and social orders, Νέα Υόρκη 2009, σ. 156.
[25] Βλ. Δ. Κυριαζή-Γουβέλη, Συγκριτικόν συνταγματικόν δίκαιον, Αθήναι 1980, σ. 3 επ. Ελληνική μετάφραση του κειμένου παρατίθεται σε Κ. Μαυριά/Α. Παντελή, Συνταγματικά κείμενα, Αθήνα-Κομοτηνή 1981, σ. 391 επ.
[26] Βλ. Bloch, H φεουδαλική κοινωνία, ό.π., σ. 273 επ., Mitteis, Der Staat, ό.π., σ. 103 επ.
[27] Βλ. Mitteis, Der Staat, ό.π., σ. 399.
[28] Βλ. D. Willoweit, Deutsche Verfassungsgeschichte, 5η έκδοση, Μόναχο 2005, σ. 89-90, Mitteis, Der Staat, ό.π., σ. 352 επ.
[29] Μέρος του κειμένου παρατίθεται σε αγγλική μετάφραση σε G. Griffiths, Representative Government in Western Europe in the 16th Century, Οξφόρδη 1968, σ. 346 επ. και ολόκληρο σε γερμανική μετάφραση σε W. Näf (επιμ.) Herrschaftsverträge des Spätmittelatters, Βέρνη 1961, σ. 55 επ.
[30] Βλ. T. Ertman, Birth of the Leviathan, Cambridge 1997, σ. 308.
[31] Τα κείμενα παρατίθενται σε Näf, Herrschaftsverträge, ό.π., σ. 17 επ.
[32] Βλ. Ertman, Birth of the Leviathan, ό.π., σ. 85, Zweig, Die Lehre vom pouvoir Constituant, ό.π., σ. 146.
[33] Βλ. W. Näf, Frühformen des “modernen States” im Spätmittelalter, σε H. H. Hoffmann (επιμ.), Die Entstehung des modernen souveränen Staates, Κολωνία-Βερολίνο, 1967, σ. 101 επ. (102 επ.).
[34] Βλ. ενδεικτικά E. Cassirer, The Myth of the State, 1946, ελλ. μτφ. Ο μύθος του κράτους, Αθήνα 1991, σ. 191 επ.
[35] Βλ. Mohnhaupt-Grimm, Verfassung, ό.π., σ. 18-19.
[36] Βλ. εντελώς ενδεικτικά, P. Anderson, Lineages of the absolutist state, 1974, ελλ. μτφ. Το απολυταρχικό κράτος, Αθήνα 1986, σ. 397 επ. και passim.
[37] Για τα αίτιά της βλέπε ιδίως J. Diamond, Guns, Germs, and Steel. The Fates of Human Societies, Νέα Υόρκη 1997 (επανέκδοση 2005), σ. 260 επ., 409 επ.
[38] Βλ. E. Eisenstein, The Printing Revolution in Early Modern Europe, 1983, ελλ. μτφ. Η τυπογραφική επανάσταση στις απαρχές της νεότερης Ευρώπης, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 28 επ.
[39] Βλ. A. Maddison, Contours of the World Economy, Οξφόρδη 2007, σ. 189.
[40] Βλ. D. Landes, The Wealth and Poverty of Nations, Νέα Υόρκη-Λονδίνο 1999, σ. 51.
[41] Ο Μ. Mann, The sources of social power, II, Cambridge 1993, σ. 37, υπολογίζει πως τον 18ο αιώνα στη Σουηδία και τη Νέα Αγγλία (σήμερα βορειοανατολικό τμήμα των Η.Π.Α.) το 90% των ανδρών μπορούσαν να γράψουν το όνομά τους στο πιστοποιητικό γάμου. Καθόλου τυχαία οι Η.Π.Α. (1787) και η Σουηδία (1809) ήταν μεταξύ των πρώτων κρατών παγκόσμια που απέκτησαν τυπικό Σύνταγμα και μάλιστα διάγουν έκτοτε αδιατάρακτα ομαλό πολιτειακό βίο, χωρίς ρήξεις στη συνταγματική τους συνέχεια.
[42] Βλ. S. Gordon, Controlling the State, Cambridge MA 1999, σ. 264, C. Hill, A Nation of Change and Novelty, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1990, σ. 38-9 και 45.
[43] Βλ. K. Marx, Das Kapital, I, 1867, ελλ. μτφ. Το Κεφάλαιο, Αθήνα 1963, σ. 774 επ.
[44] Βλ. Maddison, Contours of the World Economy, ό.π., σ. 91, 111 επ., Landes, TheWealth and Poverty of Nations, ό.π., σ. 117 επ.
[45] Βλ. το γράφημα σε Elkins/Ginsburg/Melton, The Endurance of National Constitutions, ό.π., σ. 41.
[46] Πρβλ. Mann, The sources of social power, II, ό.π., σ. 23-24.
[47] Βλ. Marx, To Κεφάλαιο, Ι, ό.π., σ. 177 επ., 551 επ.
[48] E. Hobsbawm, The Age of Revolution 1789-1848, 1962, ελλ. μτφ. Η εποχή των επαναστάσεων, Αθήνα 1992.
[49] Βλ. D. Acemoglu/J. Robinson, Economic Origins of Dictatorship and Democracy, Νέα Υόρκη 2006, σ. 32 επ.
[50] Βλ. ενδεικτικά Ε. Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, Αθήνα 1988, σ. 155 επ.
[51] Βλ. E. Gellner, Nations and Nationalism, 1983, ελλ. μτφ. Έθνη και Εθνικισμός, Αθήνα 1992, σ. 48 επ., 51 επ., 137 επ.
[52] Βλ. W. Stadtmüller, Wirtschaft und Handel in der griechischen Welt, σε: H. Pleticha (επιμ.), Weltgeschichte, τόμος 2, Gutersloh 1996, σ. 145 επ. (151).
[53] Βλ. N. Ferguson, The Ascent of Money, Λονδίνο 2008, σ. 25.
[54] Βλ. Marx, Το Κεφάλαιο, Ι, ό.π., σ. 96 επ., 103.
[55] Βλ. T. Parsons, On the Concept of Political Power, στου ίδιου, Sociological Theory and Modern Society, Νέα Υόρκη 1976, σ. 297 επ. (307).
[56] Βλ. N. Ferguson, The Cash Nexus, Νέα Υόρκη 2001, σ. 146 επ.
[57] Parsons, On the Concept of political power, ό.π., σ. 313 και 316.
[58] Βλ. Ferguson, The Ascent of Money, ό.π., σ. 102 επ.
[59] Βλ. αναλυτικότερα Κ. Χρυσόγονου, Η κανονιστική δύναμη του Συντάγματος, ΔτΑ 31 (2006), σ. 819 επ. (841 επ.). Με παρεμφερή έννοια χρησιμοποιείται ο όρος «περιγραφικό» Σύνταγμα, βλ. Γ. Δασκαλάκη, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Α΄, Αθήναι 1971, σ. 56 επ., K. Lowenstein, Verfassungslehre, 3η έκδοση, Tübingen 1975, σ. 151.
[60] Βλ. Ferguson, The Ascent of Money, ό.π., σ. 30-31.
[61] Αντιπροσωπευτικό των μεσαιωνικών αντιλήψεων για το κράτος μπορεί να θεωρηθεί το ομώνυμο έργο του Αγίου Αυγουστίνου τον 5ο αιώνα μ.Χ, βλ. G. Sabine/T. Thorson, A History of Political Theory, 4η έκδοση Hinsdale 1973, σ. 186.
[62] Βλ. Rifkin, The Empathic Civilization, ό.π., σ. 315.
[63] Βλ. ενδεικτικά Π. Κονδύλη, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, τόμος Β’, γ’ έκδοση Αθήνα 1998, σ. 15 επ.
[64] Βλ. ενδεικτικά Gordon, Controlling the State, ό.π., σ. 166 επ., 223 επ.
[65] Βλ. E. N. Williams, A Documentary History of England, τόμος 2, Βαλτιμόρη 1965, σ. 73-4, W. Haller, Liberty and Reformation in the Puritan Revolution, Νέα Υόρκη-Λονδίνο 1955, σ. 112 επ.
[66] Βλ. J. Miller, The Glorious Revolution, 2η έκδοση Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1997, σ. 3 επ.
[67] Βλ. Mann, The sources of social power, II, ό.π., σ. 146, 187 επ., 203 επ.
[68] Βλ. M. Kotulla, Deutsche Verfassungsgeschichte, Βερολίνο-Χαϊλδεβέργη 2008, σ. 255.
[69] Βλ. Zweig, Die Lehre vom Pouvoir Constituant, ό.π., σ. 26 επ, 143 επ., 182 επ, Y. Guchet, Histoire constitutionnelle de la France, 1789-1974, 3η έκδοση, Παρίσι 1993, σ. 8-9.
[70] Βλ. Kotulla, Deutsche Verfassungsgeschichte, ό.π., σ. 30-31.
[71] Βλ. Zweig, Die Lehre vom Pouvoir Constituant, ό.π., σ. 142, υποσημείωση 1 και Ertman, Birth of the Leviathan, σ. 309 επ.
[72] Έτσι π.χ. ένα ανώνυμο φυλλάδιο, που τυπώθηκε κατ’ εντολή της Βουλής των Κοινοτήτων κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, προκειμένου να δικαιολογήσει την απόφασή της για ένοπλη αντιπαράθεση με τον βασιλιά, με τον τίτλο «A Political Catechism», χρησιμοποιούσε τον όρο «Excellent Constitution» για να χαρακτηρίσει το αγγλικό πολίτευμα. Την προέλευση του τελευταίου την απέδιδε στην εμπειρία και τη σοφία των προγόνων («The Experience and Wisdom of your Ancestors»). Βλ. Gordon, Controlling the State, ό.π., σ. 261-2.
[73] Βλ. Hill, A Nation of Change, ό.π., σ. 28-30.
[74] Πρβλ. πολύ αργότερα, την παρεμφερή χρήση του όρου «constitution de corps» από τον E. Sieyes, Qu’ est que le Tiers etat?, 1789, επανέκδοση Παρίσι 1982, σ. 67.
[75] Βλ. C. H. McIlwain, Constitutionalism ancient and modern, αναθεωρημένη έκδοση Ιthaca-Λονδίνο 1947, σ. 13-14 και υποσημείωση 16.
[76] Βλ. Mohnhaupt/Grimm, Verfassung, ό.π., σ. 45.
[77] Βλ. Mohnhaupt/Grimm, Verfassung, ό.π., σ. 47.
[78] Βλ. αναλυτικότερα Κ. Χρυσόγονου, Φορολογία και Πολιτική αντιπροσώπευση, Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου 2/2010, σ. 142 επ., με περαιτέρω ενδείξεις.
[79] Βλ. J. Ellul, Histoire des Institutions, τόμος 4, 11η έκδοση, Παρίσι 1991, σ. 45 επ., 83 επ.
[80] E. d. Vattel, Le droit des gens ou principes de la loi naturelle, Leide 1758, επανέκδοση (επιμ. M.P. Pradier-Fodere), τόμος Ι, Παρίσι 1863, § 27, σ. 153.
[81] Le droit des gens, ό.π., § 29, σ. 157.
[82] Vattel, Le droit des gens, ό.π., § 31, σ. 164.
[83] Πρβλ. Δ. Τσάτσου, Πολιτεία, ό.π., σ. 370.
[84] Βλ. ενδεικτικά Α. Kelly/W. Harbison/H. Belz, The American Constitution. Its origins and development, 6η έκδοση, Νέα Υόρκη-Λονδίνο 1983, σ. 71 επ., 86 επ.
[85] Βλ. Mohnhaupt/Grimm, Verfassung, ό.π., σ. 105.
[86] Βλ. B. Constant, De la liberté des anciens comparée a celle des modernes, Discours prononcé a l’ Athénée royal de Paris en 1819, στου ίδιου, De la liberte chez les modernes (επιμέλεια M. Gauchet), Παρίσι 1980, σ. 493 επ.
[87] Βλ. Mohnhaupt/Grimm, Verfassung, ό.π., σ. 100.
[88] Βλ. Ν. Καλτσόγια-Τουρναβίτη, Το Σύνταγμα του 1975/1986/2001, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 478 επ.
[89] Βλ. G. W. H. Lampe, A Patristic Greek Lexikon, Οξφόρδη 1969, σ. 1338.
[90] Βλ. Ν. Πανταζόπουλου, Ρωμαϊκόν δίκαιον, τεύχος Γ’, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 313 επ.
[91] Αρχεία της Ελληνικής παλιγγενεσίας, τόμος 3, Αθήνα 1971, σ. 40-41.
[92] Πρωταίτιος της παρανόησης ήταν ο Γ. Φαρδής, Εισαγωγή εις το συνταγματικόν δίκαιον, Θεσσαλονίκη 1947, σ. 8, ο οποίος παραπέμπει στο έργο του Κοραή «Τα μετά θάνατον ευρεθέντα συγγραμμάτια» και ειδικότερα στον τόμο Α΄, Ύλη Γαλλογραικικού λεξικού (επιμέλεια Α. Μαμούκα), 1881, σ. 88. Την εκδοχή αυτή ακολούθησε (χωρίς παραπομπή στην πηγή της) ο Α. Μάνεσης, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, Ι, Θεσσαλονίκη 1956, σ. 49, υποσημείωση 1, και η αυθεντία του τελευταίου παρέσυρε πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς. Ωστόσο, ο Κοραής απεβίωσε το 1833 και ο τόμος Α’ των «μετά θάνατον» έργων του δημοσιεύθηκε μόλις το 1881, άρα η μετάφραση από εκείνον του Γαλλικού «Constitution» ως «Σύνταγμα» δεν μπορούσε να είναι γνωστή στα μέλη της Γ’ Εθνοσυνέλευσης που ψήφισαν το Σύνταγμα της Τροιζήνας το 1827. Εξάλλου, στην πραγματικότητα ο Κοραής μετέφραζε το «Constitution» ως «Τύπος πολιτείας ή Σύστημα πολιτικόν», προσθέτοντας ότι «ίσως δια μιας λέξεως ΘΕΣΜΟΣ ήθελ’ είσθαι τόσον προσφυέστερον να ονομάσωμεν την Constitution…», ενώ επεξηγηματικά μόνο παραπέμπει σε χωρία του Ισοκράτη και του Δημοσθένη, όπου γινόταν λόγος για «Σύνταγμα της Πολιτείας», υπό την έννοια μάλλον της διάρθρωσης ή του είδους του Πολιτεύματος. Σημειωτέον ότι ακόμη και το 1831, στη μετάφραση του Le droit des gens του Vattel ως Το Δίκαιον των εθνών, τόμος Α’, Εν Ναυπλίω (εκ της τυπογραφίας των Κ. Τόμπρα κ.α.), ο Γ.Α. Ράλλης μετέφραζε τον όρο «Constitution» ως «πολίτευμα» (σ. 24 και 26-27) και τον πληθυντικό «des lois politiques», με τον οποίο ο Vattel εννοούσε μάλλον το δημόσιο δίκαιο γενικά, σε «περί των συνταγματικών νόμων»
[93] Πρβλ. H. Schneider, Κonstitutionalismus, σε Η. Kunst/R. Herzog/W. Schneemelcher (επιμ.), Evangelisches Staatslexikon, 2η έκδοση, Στουτγάρδη-Βερολίνο 1975, στήλες 1375 επ. (1375).
[94] Βλ. McIlwain, Constitutionalism ancient and modern, ό.π., σ. 21: (Constitutionalism has one essential quality: it is a legal limitation on government). Πρβλ. επίσης Gordon, Controlling The State, ό.π., σ. 6 επ.
[95] Τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία του στρατού του Κοινοβουλίου παρουσίασαν ένα σχέδιο με τίτλο «Agreement of the people» το 1647 στη στρατιωτική ηγεσία και τελικά τον Δεκέμβριο του 1653 το «Συμβούλιο του Κράτους» (ολιγομελές όργανο από πρόσωπα της εμπιστοσύνης του δικτάτορα Cromwell) ενέκρινε ένα κείμενο με τίτλο «Instrument of Government», προσπαθώντας να περιβάλλει με ένδυμα νομιμοφάνειας τη βία. Βλ. Zweig, Die Lehre vom Pouvoir Constituant, ό.π., σ. 38 επ. Το κείμενο παρατίθεται σε Williams, A Documentary History, σ. 86 επ.
[96] Allgemeine Staatslehre, ό.π., σ. 505-6.
[97] Βλ. ενδεικτικά Α. Μάνεση, Η φιλελεύθερη και δημοκρατική ιδεολογία της εθνικής επανάστασης και η πολιτική ιδεολογία του Ρήγα, στου ίδιου, Συνταγματική Θεωρία και πράξη, ΙΙ, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, σ. 231 επ. (237 επ., 272 επ.) και 283 επ. (286 επ.) αντίστοιχα.
[98] Βλ. Α. Μάνεση, Συνταγματικόν Δίκαιον-Πανεπιστημιακαί Παραδόσεις, Θεσσαλονίκη 1967, σ. 157 επ., Ν. Διαμαντουρου, Οι απαρχές της συγκρότησης σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα, Αθήνα 2002, σ. 160 επ.
[99] Βλ. J. Nicklaus, Norwegen, σε: D. Sternberger/B. Vogel (επιμ.), Die Wahl der Parlamente, τόμος Ι, ημίτομος 2, Βερολίνο 1969, σ. 891 επ.
[100] Βλ. Elkins/Ginsburg/Melton, The Endurance of National Constitutions, ό.π., σ. 42.
[101] Βλ. H.-O. Leng, Sowjetunion, σε: Sternberger/Vogel (επιμ.), Die Wahl der Parlamente, ό.π., σ. 1147 επ. (1154)
[102] Βλ. Π. Φουντεδάκη, Το τουρκικό πολίτευμα, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 45 επ.
[103] Για τη σχέση μεταξύ εθνοτήτων και εθνών, βλ. ιδίως A. Smith, The Ethnic Origins of Nations, Οξφόρδη 1986, σ. 6 επ., 153 επ.
[104] Βλ. A. Kimmel, Verfassungen der EU-Mitgliedstaaten, 6η έκδοση, Μόναχο 2005, σ. 1, υποσημείωση 1, και 337, υποσημείωση 1.
[105] Για ποσοστιαίες συγκρίσεις θεματικών επικαλύψεων μεταξύ Συνταγμάτων, βλ. Elkins/Ginsburg/Melton, The Endurance of National Constitutions, ό.π., σ. 51 επ.
[106] Βλ. Gellner, Έθνη και εθνικισμός, ό.π., σ. 86 επ.
[107] Πρβλ. E. Hobsbawm, Nations and Nationalism since 1780, Cambridge 1990, ελλ. μτφ. Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα 1994, σ. 42 επ.
[108] Πρβλ. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός, ό.π., σ. 77 επ.
[109] Βλ. E. Wilson, Consilience, Νέα Υόρκη 1998, σ. 282.
[110] Βλ. K. Hesse, Die normative Kraft der Verfassung, Tübingen 1959, σ. 12.
[111] Bλ. Diamond, Guns, Germs, and Steel, ό.π., σ. 281.
[112] Bλ. Εlias, Η εξέλιξη του πολιτισμού, ό.π., σ. 105 επ.

Η διαβούλευση ως φιλοσοφική θεωρία της δημοκρατίας (Κανονιστικές, διαδικασιακές και κριτικές όψεις)

του Σπύρου Μακρή

Η διαβούλευση ως φιλοσοφική θεωρία της δημοκρατίας (Κανονιστικές, διαδικασιακές και κριτικές όψεις)

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Η βιοτική αυτοτέλεια, ως ratio και κανονιστικός πυρήνας των κοινωνικών δικαιωμάτων

Του Στέργιου Μήτα. Υποψήφιου Διδάκτορα Φιλοσοφίας του Δικαίου Α.Π.Θ.

Η βιοτική αυτοτέλεια, ως ratio και κανονιστικός πυρήνας των κοινωνικών δικαιωμάτων

Στο ερώτημα «ποια είναι και πώς διακρίνονται τα θεμελιώδη δικαιώματα», η απάντηση συνήθως αντλείται από την εγνωσμένη συνταγματική ιστορία ή/και τα δεδομένα συνταγματικά κείμενα. Αντιστοίχως, λοιπόν, θα αποκρινόταν κανείς ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» είναι όσα έχουν κατακτηθεί ιστορικά ή/και αποτυπώνονται στα θετικά συντάγματα. Οι περισσότερες των προσεγγίσεων αρκούνται έτσι σε μια, βαθιά θετικιστική, ταυτολογία: «τα συνταγματικά δικαιώματα είναι όσα το Σύνταγμα ορίζει ως τέτοια».

Εξάλλου, τα ανθρώπινα δικαιώματα είθισται να αποτυπώνονται διακριτά στα νομικά κείμενα, ως εξής: ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά. Αλλά τούτο καθαυτό δεν απαντάει κατά πόσον είναι και θεωρητικά δόκιμη η ανωτέρω τριμερής ταξινόμηση. Προτείνεται σχετικά ότι η διάκριση είναι ζήτημα γενεαλογικής και όχι εννοιολογικής τάξης. Ο T.H. Marshall, λόγου χάρη, υποστηρίζει ότι η τυπολογία των δικαιωμάτων υπαγορεύεται «από την ιστορία και όχι από τη λογική», εντοπίζοντας την ιστορική ανάδυση των ατομικών δικαιωμάτων κατά το 18ο αιώνα, των πολιτικών κατά τους 19ο – 20ο και των κοινωνικών κατά τον 20ο.[i] Έτσι, τα ιστορικώς πρωτότοκα ατομικά δικαιώματα συνδέονται με τις αξίες του πολιτικού φιλελευθερισμού, τα δε κοινωνικά δικαιώματα εγγράφονται στο πλαίσιο του κοινωνικού ζητήματος και των εργατικών διεκδικήσεων.[ii]
Όμως, ένας τέτοιος ιστορικός αναγωγισμός συγχέει τη συνθήκη γέννησης, κάτι ασφαλώς εμπειρικό και εντοπίσιμο ιστορικά, ενός δικαιώματος με τη συνθήκη ισχύος του: τους δικαιολογητικούς λόγους για τη γενικεύσιμη εμβέλειά του. Παραδείγματος χάρη, το γεγονός ότι οι ατομικές ελευθερίες αξιώθηκαν εν πρώτοις από την αστική τάξη, ώστε η οικονομική της δράση να απεγκλωβισθεί από το φεουδαρχικό κλοιό, δεν αντιφάσκει προς –αλλά ούτε και δικαιολογεί– την καθολική αξίωση, στο σήμερα και για όλους, δικαιωμάτων ατομικής αυτοδιάθεσης. Όπως επίσης το ότι η εργαζόμενη τάξη αξίωσε –και κατέκτησε– πρόσβαση σε υλικούς όρους βιώσιμης αναπαραγωγής του εαυτού της (κοινωνικά δικαιώματα), δεν αντιφάσκει προς την ίδια τη γενικευμένη αξίωση βιοτικής αυτοτέλειας όλων των ανθρώπινων υποκειμένων. Απεναντίας, όπως θα δούμε, καταξιώνεται από αυτήν.
Ο θετικιστικός αναγωγισμός, πάλι, διαπλέκει αθέμιτα τη συνταγματική διάταξη με το συνταγματικό κανόνα. Παραβλέπει, δηλαδή, ότι αρμόζει να προσεγγίζουμε το εκάστοτε δικαίωμα όχι μέσω σημασιολογικής ανάλυσης της φέρουσας γλωσσικής εκφοράς του, αλλά με επιχειρήματα διασάφησης και δικαιολόγησης του κανονιστικού νοήματός του.[iii] Επείγει, ως εκ τούτου, μια θεώρηση των κοινωνικών δικαιωμάτων που να διέλθει το ιστορικά και θετικιστικά προφανές, προς τελολογικά επιχειρήματα φώτισης του νοήματος και της εμβέλειάς τους.
Ασφαλώς, η δικαιολόγηση των δικαιωμάτων μπορεί να γίνει δεόντως μόνο σε επίπεδο κανονιστικού φιλοσοφικού στοχασμού, κάτι που απαιτεί ξέχωρη και επίπονη πραγμάτευση. Εδώ, αρκούμαστε να επισημάνουμε ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου κατονομάζονται ως τέτοια, διότι ανάγονται σε συμφύεις στην ανθρώπινη αυτονομία αξιώσεις. Είναι δόκιμο να διακριθεί τριμερώς η «ύλη» τους, ανάλογα προς τη διάσταση της ανθρώπινης αυτονομίας που το κάθε «μέρος» δικαιωμάτων ευνοεί: την ιδιωτική – ατομική, τη δημόσια – πολιτική και την κοινωνική – οικονομική διάσταση, αντιστοίχως.[iv] Στο ιστορικό ανάπτυγμα της ανθρώπινης αυτονομίας, κατά τους τελευταίους ιδίως αιώνες, οι τρεις πτυχές έχουν συνδεθεί πράγματι με κινήματα, ατομικής, πολιτικής και κοινωνικής αυτοδιάθεσης.
Η τρίπτυχη διάκριση των δικαιωμάτων σε ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά ανταποκρίνεται σε μια τρίπτυχη κατανόηση της ανθρώπινης αυτονομίας. Αλλά εάν κάθε επιμέρους corpus δικαιωμάτων φωτίζει μια επιμέρους, πρισματική όψη της ίσης αυτονομίας όλων των ανθρώπινων υποκειμένων, γίνεται φανερό ότι αυτά τελούν σε σχέση αλληλοθεμελίωσης και όχι ενδεχόμενης ιεράρχησης αναμεταξύ τους (π.χ. «υπεροχή» των ατομικών δικαιωμάτων). Εάν το εκάστοτε δικαίωμα αποδεικνύεται σημαίνον για την οικεία «ακτίνα αυτονομίας», η αμοιβαία εμπέδωσή τους καθιστά εν όλω πληρέστερη την ενιαία αυτονομία. Όπως και αντίστροφα, η απίσχναση μιας επιμέρους όψης των δικαιωμάτων αδυνατίζει και τις άλλες, καθιστώντας εντέλει ισχνή την ίδια την αυτονομία.
Αποτελεί δόκιμη, ως εκ τούτου, αφετηρία η διάκριση των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε μία ενότητα ατομική (ατομικά δικαιώματα, στη βάση της ίσης ατομικής αυτοδιάθεσης), μία πολιτική (πολιτικά δικαιώματα, στη βάση της ίσης πολιτικής συμμετοχής) και μία κοινωνική (κοινωνικά δικαιώματα, στη βάση της ίσης κοινωνικής ασφάλειας). Αλλά οι ενότητες συρράπτονται από κοινού στο αξιακό νήμα της ίσης αυτονομίας (ατομικής, πολιτικής και κοινωνικής) και οι επιμέρους εκδηλώσεις τους διασταυρώνονται τόσο αποφατικά όσο και θετικά. Η ατομική ελευθερία έκφρασης, λόγου χάρη, δεν προσλαμβάνει νόημα δίχως το κοινωνικό δικαίωμα στη μόρφωση.[v] Ή ο άστεγος: δεν αποστερείται απλώς της στέγασης και της αξιοπρεπούς διαβίωσης, αλλά και της ουσιώδους επικράτειας για την ελευθερία δράσης και την ενάσκηση της ιδιότητας του πολίτη.[vi]
Η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου εξαγγέλλεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 25 του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος. Μια σειρά από συνταγματικά άρθρα αποκρυσταλλώνουν, περαιτέρω, συγκεκριμένα κοινωνικά δικαιώματα. Όμως, είναι σκόπιμο να αναζητηθεί, στο επέκεινα της θετικής διακήρυξης του κοινωνικού κράτους, η δικαιολογητική ιδέα που την επιστηρίζει. Κοντολογίς, να αναγνωρισθεί ότι τα κοινωνικά – οικονομικά δικαιώματα αφενός καταγράφονται ως κανονιστικές επιταγές υπέρτερης ισχύος, αφετέρου δικαιολογούνται ως τέτοιες. Αποτυπώνονται, δηλαδή, στον πολιτειακό χάρτη, σε οικείες συνταγματικές διατάξεις, θεραπεύοντας μια ratio που θα αποκαλούσαμε δικαίωμα βιοτικής ασφάλειας, η οποία προσιδιάζει στη διάσταση της κοινωνικής – οικονομικής αυτονομίας του ανθρώπου.
Πλάι στη διακηρυγμένη πρόκριση της αξίας και της αυτονομίας όλων των ανθρώπων, ο καταστατικός χάρτης της ελληνικής πολιτείας εξυφαίνει συνταγματικά την αξία της βιοτικής – κοινωνικής ασφάλειας ως υλικής διάστασης της αυτονομίας. Το δε δικαίωμα υλικής αυτοτέλειας του πολίτη και, αντιστοίχως, το καθήκον υλικής συνδρομής της πολιτείας σαρκώνονται απτά στην «οικονομία» των άρθρων 25 παρ. 2 και 4 (κοινωνική δικαιοσύνη – κοινωνική αλληλεγγύη). Στη συνέχεια, το πλέγμα των άρθρων 2 (ανθρώπινη αυταξία ως σκοπός της πολιτείας), 5 (προσωπική ελευθερία, συμμετοχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή) και 25 (δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου όσο και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου), στο πλάι των επιμέρους ρητών κοινωνικών αξιώσεων (άρθρα 16, 21 επ.), εξειδικεύει την αποστολή της πολιτείας για υλική πρόσβαση όλων των προσώπων σε συνθήκες αντάξιες της ανθρώπινης ιδιότητας και ευεπίφορες αυτονομίας.[vii] Εξάλλου, στο διεθνές επίπεδο, αναντίστρεπτη παραμένει η απονομή σε κάθε ανθρώπινο ον ενός δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλεια και στην αξιοπρεπή διαβίωση (άρθρα 22, 25 της Οικ. Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948, άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου περί Οικονομικών, Κοινωνικών και Μορφωτικών Δικαιωμάτων).
Και όμως, παραδοσιακά τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα γίνονται δεκτά ως απλές προσδοκίες του «δικαιούχου», θεμιτές ενδεχόμενα, αλλά απολύτως εξαρτώμενες από τους διαθέσιμους πόρους της πολιτείας. Εξάλλου, υπογραμμίζεται ότι δεν είναι δυνατό οι κοινωνικές αξιώσεις να ικανοποιούνται από τα δικαστήρια κατά τον ίδιο τρόπο που περιθάλπονται τα ατομικά δικαιώματα. Η κρατούσα γνώμη στο χώρο του συνταγματικού δικαίου περισφίγγει, λοιπόν, τα κοινωνικά δικαιώματα με τα βαρίδια της κανονιστικής ατέλειας, της έλλειψης αγωγιμότητας και της στυγνής δημοσιονομικής εξάρτησης.[viii]
Είναι ίσως εμφανής η δημοσιονομική συνθήκη εκπλήρωσης των κοινωνικών αξιώσεων, λόγω της υλικο-οικονομικής τους σύστασης. Αλλά στο πεπερασμένο των δημόσιων πόρων θα ήταν δυνατό να σκοντάφτουν και άλλα δικαιώματα, πέραν των κοινωνικών, όπως για παράδειγμα η παροχή έννομης δικαστικής προστασίας ή το ίδιο το εκλογικό δικαίωμα, ως προς τη θεσμική – υλική συνθήκη εκπλήρωσής τους. Κανείς, ωστόσο, δεν αποτολμά θεωρητικά να εξαρτήσει τη διενέργεια εκλογών ή δικαστικών συνεδριάσεων από τα εκάστοτε διαθέσιμα οικονομικά αποθέματα. Ούτε, κατ’ επέκταση, σπεύδει εξ αυτού να συναγάγει κάποια υποτιθέμενη «κανονιστική παθογένεια» στα οικεία δικαιώματα, όπως γίνεται παγίως για τα κοινωνικά.
Η κριτική κοινωνική θεωρία έχει, βέβαια, αναδείξει την υβριδική, εν μέρει αντινομική, συνύπαρξη του φιλελεύθερου και του κοινωνικού λόγου (discours) εντός της σύγχρονης συνταγματικής πολιτείας.[ix] Υποδεικνύεται εύστοχα ότι η ανάσχεση της απειλής που η κοινωνία δέχεται από την ίδια της την ανταγωνιστική μορφή αρθρώνει τα κοινωνικά δικαιώματα ως αμυντικό ρυθμιστικό ανάχωμα. Όπως και, ανάποδα, ότι η θεσμικά διακανονισμένη συλλογική απόσπαση ενός εισοδηματικού τεμαχίου με τη μορφή της φορολογίας, συνεπάγεται μια κάποια σχετικοποίηση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας.[x]
Πράγματι, η ιδιοσυστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων, αναγκαίων για την (ανα)παραγωγή του ανθρώπινου συλλογικού βίου, είναι με ευρεία έννοια οικονομική. Συνιστούν δικαιώματα σε ενός είδους εισόδημα, σε πληθυντικό κοινωνικό μισθό.[xi] Τα επιμέρους κοινωνικά δικαιώματα συγκροτούν, λοιπόν, στο σύνολό τους, ένα γενικό δικαίωμα επιβίωσης, ένα δικαίωμα οικειοποίησης του κοινωνικού προϊόντος, που στοιχειοθετείται ανεξάρτητα από την ιδιοκτησία και την προσφερόμενη εργασία. Η αγγλοσαξονικής, κυρίως, κοπής θεωρητική τάση, που περιλαμβάνει στα κοινωνικά δικαιώματα τα κατεξοχήν ανταγωνιστικά προς αυτά ιδιοκτησιακά δικαιώματα, απλά σκιάζει τη θεμελιώδη αυτή αντινομία.[xii] Τα κοινωνικά δικαιώματα αντιστρατεύονται ή έστω σχετικοποιούν την ιδιοκτησία, διότι αναφέρονται εξίσου σε ένα οικονομικό αντικείμενο, ως δικαιώματα σε κάποιου είδους εισόδημα. Όμως, η διαγνωσμένη στην ιστορική εμπειρία αντιπαλότητα αυτή, μεταξύ των κοινωνικών και ιδιοκτησιακών αξιώσεων, δεν είναι δόκιμο να επιλύεται διά της κανονιστικής τους ιεράρχησης. Είναι ευκρινές ότι από καθαρή κανονιστική σκοπιά θεμελίωσης, η αυτονομία δεν νοείται να στεγάζει ατελείς –ή αντιμαχόμενες μεταξύ τους– πτυχές.
Προς τι, λοιπόν, και για ποιον λόγο έχει εδραιωθεί η αντίληψη «κανονιστικής μειονεξίας» των κοινωνικών δικαιωμάτων; Κατά την άποψή μας, η «ατέλεια» που προσάπτεται ειδικά στην κοινωνική όψη της αυτονομίας ανακλά απλώς την εμπειρική παραφθορά του κοινωνικού δικαιώματος εντός της κανονιστικής θεωρίας.[xiii] Σε επίπεδο ιστορικής εμπειρίας, καθ’ όσον τα μέσα κοινωνικής παραγωγής παραμένουν αμιγώς ιδιόκτητα, αληθεύει ότι η εντελής ικανοποίηση του δικαιώματος στην υλική – κοινωνική ασφάλεια διακυβεύεται ευθέως.[xiv] Αλλά εάν ο κανόνας υλικής αυτονομίας δοκιμάζεται ριζικά εντός του (κεφαλαιοκρατικού) κοινωνικού σχηματισμού, είναι η διάρθρωση του τελευταίου που πρέπει να αναπροσανατολισθεί στα περιεχόμενα του πρώτου. Η άποψη που διαγιγνώσκει κανονιστική καχεξία στα κοινωνικά δικαιώματα διαπράττει τη θεωρητική λαθροχειρία που ακριβώς προσπαθεί να αποσοβήσει ο Kant στην ακόλουθη αποστροφή, με την οποία μάλιστα σφραγίζει τις σελίδες της Θεωρίας Δικαίου του:
«Σίγουρα, κανένα παράδειγμα δεν μπορεί να υποληφθεί σε ευθεία αντιστοιχία προς τον κανόνα, αλλά και καμία εμπειρία δεν αρμόζει να αντιφάσκει ως προς αυτό που συγκροτείται από τον κανόνα». [xv]
Είναι φιλοσοφικά σφαλερό (και κοινωνικο-πολιτικά ολισθηρό) να προτείνεται από κανονιστική σκοπιά ότι μια συγκεκριμένη όψη της αυτονομίας είναι κρισιμότερη των άλλων, ότι κάποια εξ αυτών υστερεί έναντι των λοιπών ή ότι οι επιμέρους όψεις αντιμάχονται μεταξύ τους. Είναι διαφορετικό το θέμα ότι από την ίδια την ύλη αναφοράς τους και προκειμένου να προάγονται σύμμετρα, όλες υπόκεινται σε εγγενή όρια και ρυθμίσεις. Η προαγωγή της ισότιμης ατομικής αυτοδιάθεσης, αναφερόμενη σε ένα πεδίο εσωτερικής ελευθερίας, προϋποθέτει τη χάραξη δόκιμων ορίων ανάμεσα στις σφαίρες οικειότητας επιμέρους προσώπων. Η προαγωγή της ισότιμης κοινωνικής ασφάλειας, όμως, αναφερόμενη στο πεδίο της εξωτερικής ελευθερίας, στους υλικούς όρους ενάσκησης της αυτονομίας, προϋποθέτει ένα δημοσιονομικό – διανεμητικό περίγραμμα σε σχέση με την πρόσβαση σε αυτούς.
Ακριβολογώντας, η περίφημη «δημοσιονομική πρόσδεση» των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν συνιστά κάτι άλλο από ό,τι η «ατομική αυτοδιάθεση των άλλων» σε σχέση με τα «κλασικά» ατομικά δικαιώματα: το αναγκαίο μέτρο για να σταθμίζεται και να προάγεται η ίση βιοτική αυτοτέλεια όλων.[xvi] Όπως στην ατομική «σφαίρα» δικαιωμάτων, έτσι και στην υλική – κοινωνική διαγράφονται αφενός όρια, όσο όμως αφετέρου και ένας απρόσβλητος πυρήνας. Ο πυρήνας, εδώ, είναι η βιοτική ασφάλεια του καθενός και το όριο είναι η βιοτική ασφάλεια όλων.
Η νομολογία, εξάλλου, ήδη ρέπει προς τη δικαστική δυνατότητα ελέγχου των κοινωνικών δικαιωμάτων και, άρα, στη διάγνωση ενός κανονιστικού πυρήνα σε αυτά. Το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε δεχθεί, από νωρίς, την κανονιστική φύση των κοινωνικών δικαιωμάτων.[xvii] Έως και ο Άρειος Πάγος, ο οποίος, μέχρι πρότινος, δεν θεωρούσε ότι οι οικείες συνταγματικές διατάξεις περικλείουν κανόνα δικαίου και ότι είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας για τυχόν παραβίασή τους,[xviii] ανέστρεψε ευκρινώς πορεία. Πλέον, ασκεί συνταγματικό έλεγχο, ιδίως ως προς το δικαίωμα εργασίας.[xix] Αναγνωρίζεται, ολοένα και λιγότερο δειλά καθ’ οδόν, ότι τα κοινωνικά δικαιώματα δεν εγκλείουν απλές συνταγματικές ευχές, δεν ισοδυναμούν, με άλλα λόγια, με κάποια ιδιότυπη κρατική φιλανθρωπία.[xx]
Αλλά και διεθνώς, το λεξιλόγιο της κοινωνικής αξιοπρέπειας αναδεικνύεται βαθμηδόν σε δικαστηριακή lingua franca. Δικαιοδοτικά όργανα διαφόρων χωρών, σε πλήθος και ποικιλία περιπτώσεων, αναγνωρίζουν το εντελές χρέος για τα κράτη να προσφέρουν υπηρεσίες στέγασης, περίθαλψης, παιδείας και εν γένει κοινωνικής φροντίδας, καθ’ υπέρβαση των συνήθων θεσμικών – κανονιστικών επιφυλάξεων.[xxi] Το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά, για παράδειγμα, αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση υπέχει υποχρέωση να παρέχει υπηρεσίες μετάφρασης στα δημόσια νοσοκομεία, επ’ αφορμή προσφυγής κωφαλάλων που ζήτησαν δωρεάν μετάφραση στη νοηματική γλώσσα.[xxii] Εξάλλου, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ν. Αφρικής έκανε δεκτή την αξίωση για επείγουσα ανακούφιση της στεγαστικής ανάγκης, που προβλήθηκε από αστέγους σεισμοπαθείς, καταφάσκοντας έτσι στο κανονιστικό σθένος του οικείου κοινωνικού δικαιώματος.[xxiii]
Σε διεθνές επίπεδο, περαιτέρω, χαρακτηριστικό πεδίο έμμεσης κανονιστικής ανάγνωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί το προσφυγικό δίκαιο. Καθώς είναι γνωστό, προκειμένου ένα πρόσωπο να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας θα πρέπει να έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του θα υποστεί διώξεις (“well-founded fear of persecution”).[xxiv] Η δίωξη συνίσταται κατ’ αρχήν σε απειλή ενάντια στη ζωή ή στην ελευθερία, από λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ωστόσο, δίωξη μπορεί να στοιχειοθετείται ενγένει από τη σοβαρή παραβίαση δικαιωμάτων για τους ίδιους λόγους.[xxv] Όπως παραδέχονται οι ανά χώρα αποφαινόμενες αρχές ασύλου, ακόμη και η προσβολή κοινωνικών δικαιωμάτων είναι δυνατό να οδηγεί σε δίωξη κατά την έννοια του προσφυγικού δικαίου: δεν είναι, παραδείγματος χάρη, επιτρεπτός ο αποκλεισμός ορισμένων κοινωνικών ομάδων από αυτά.[xxvi]
Το ζήτημα κατά πόσον η εν λόγω προσβολή αγγίζει το κατώφλι της δίωξης, επισημαίνεται περαιτέρω, δεν σχετίζεται με την «άκαμπτη ή μηχανική εφαρμογή των κατηγοριών δικαιωμάτων», αλλά με τη «φύση της απειλής ή του περιορισμού και τη σοβαρότητα της απειλούμενης βλάβης».[xxvii] Τα κοινωνικά δικαιώματα διακυβεύονται στον πυρήνα τους και, συνεπώς, προσβάλλονται σοβαρά όταν ο βαθμός υλοποίησής τους υπολείπεται ενός ελάχιστου κανονιστικού πυρήνα βιοτικής ασφάλειας – υλικής αξιοπρέπειας. Όταν δε η απαξίωση των κοινωνικο-οικονομικών δικαιωμάτων φθάνει να δοκιμάζει την ίδια τη βιωσιμότητα και αξιοπρέπεια, πρέπει με σαφήνεια να γίνεται λόγος για δίωξη, στο μέτρο που η προσβολή ισοδυναμεί εδώ με «απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση».[xxviii]
Τα παραπάνω υποδεικνύουν εξίσου την κανονιστική ικμάδα των κοινωνικών δικαιωμάτων, όσο και τη βαθύτερη ενότητα των δικαιωμάτων του ανθρώπου εν όλω. Οι πλέον εξέχουσες διεθνείς διακηρύξεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν καταστήσει αναντίρρητο ότι η ελλιπής απόλαυση των κοινωνικών – οικονομικών δικαιωμάτων οδηγεί σε ατελή ενάσκηση των ατομικών – πολιτικών και αντιστρόφως. Για την Οικ. Διακήρυξη του 1948, η «προαγωγή της ελευθερίας» και η «απελευθέρωση από τη στέρηση» (βλ. άρθρα 1, 22 και 25) αποτελούν αλληλοσυμπληρούμενες όψεις της ίδιας θεμελιώδους αξίωσης. Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά, άλλες διακηρύξεις, εκ νέου και ακόμη σαφέστερα, διεκδικούν τα δικαιώματα ως αδιαίρετα και αλληλεξάρτητα.[xxix]
Όσο, επομένως, και αν τα επιμέρους εθνικά Συντάγματα δεν είναι δυνατόν να ορίζουν, σε αφαίρεση από τις ιστορικές συνθήκες, ρητούς διανεμητικούς κανόνες υλοποίησης των κοινωνικών αξιώσεων, είναι όμως a priori δεσμευτικό ένα ελάχιστο κανονιστικό περίγραμμα: κανείς δεν πρέπει να εκπίπτει κάτω από το επίπεδο κοινωνικής ασφάλειας, που απαιτείται για να του πορίζεται βιοτική αυτεξουσιότητα. Το επίπεδο αυτό αναπροσαρμόζεται βάσει δημοσιονομικών, οικολογικών, τεχνολογικών ή άλλων συνθηκών, δεν μπορεί όμως, από την ίδια τη ratio του, να υπολείπεται ενός ελάχιστου επιπέδου, όχι απλώς βιωσιμότητας αλλά αξιοπρεπούς διαβίωσης. Το ότι οι κοινωνικές παροχές συμπροσδιορίζονται αναγκαία με την ευρύτερη δημοσιονομική συγκυρία δεν σημαίνει μια καθ’ υπόθεση εγγενή «πλαστικότητα» των πρώτων. Αλλά το ότι σε κάθε ιστορική στιγμή (πρέπει να) διαμορφώνεται ένα κοινωνικό ισοζύγιο που κατανέμει τα δημοσιονομικά βάρη ανάλογα προς την οικονομική ισχύ του καθενός και ανακατανέμει τους κοινωνικούς πόρους, ώστε να αποκαθίσταται η οικονομική αυτοτέλεια όλων.
Διάφοροι συνταγματολόγοι, προκειμένου να αποδοθεί αυτός ο ελάχιστος και άθικτος πυρήνας, έχουν καταστρώσει τη λεγόμενη θεωρία κοινωνικού κεκτημένου.[xxx] Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν είναι απεριόριστα ελεύθερος να τα καταργεί, αφότου τους απέδωσε ορισμένο και απτό περιεχόμενο στον κοινωνικό βίο. Καίτοι ευπρόσδεκτη, η προβολή του κοινωνικού κεκτημένου δεν είναι άμοιρη αδυναμιών. Αναφέρεται στην κατοχύρωση απλώς ενός ελάχιστου περιεχομένου για κάθε παροχή ξεχωριστά. Αλλά εάν μας ενδιαφέρει η θωράκιση της κοινωνικής ασφάλειας εν συνόλω, θα πρέπει να εστιάσουμε στην επίτευξη ενός ελάχιστου βαθμού βιοτικής αυτονομίας για όλους. Ενός ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανελαστικού προς τα κάτω, προϋποτιθέμενου άλλωστε της ουσιαστικής δυνατότητας για ενάσκηση των επιμέρους δικαιωμάτων.
Σε μια τέτοια κατεύθυνση θα κινείτο η θέσμιση ενός «ελάχιστου εισοδήματος υλικής αυτονομίας» για όλους. Ας υπογραμμισθεί ότι κάτι τέτοιο δεν προαπαιτεί ρητή συνταγματική πρόβλεψη, κατόπιν συνταγματικής αναθεώρησης. Προκύπτει από την «οικονομία» των κοινωνικών – συνταγματικών διατάξεων και αποδίδει την ίδια τους τη ratio. Ούτε εναπόκειται στην ευχέρεια μιας μέλλουσας de lege ferenda εκτίμησης, αλλά δεσμεύει ήδη και θεμελιωδώς. Απλά, θα απαιτηθεί με κοινό νόμο η κατοχύρωση και εξειδίκευσή του. Το ύψος ενός ελάχιστου εγγυημένου, μη εξαρτημένου από εργασία ή άλλους όρους, εισοδήματος βιοτικής ασφάλειας δεν είναι δυνατόν ασφαλώς να ορίζεται σε αφαίρεση από τις εκάστοτε οικονομικο-κοινωνικές περιστάσεις. Μπορεί, συνεπώς, να αναδιευθετείται, όχι ωστόσο παρακάμπτοντας τη φέρουσα του αρχή: να συντίθεται από την αναλογική φορολόγηση εκάστου (: δίκαιη διανομή των κοινωνικών βαρών), επανασυνθέτοντας την υλική ασφάλεια όλων (: δίκαιη διανομή των κοινωνικών αγαθών).
Εάν το κλασικό Σύνταγμα είναι η γραμματική της πολιτικής ελευθερίας,[xxxi] τότε το κοινωνικό Σύνταγμα είναι το συντακτικό της κοινωνικής ασφάλειας. Η ίδια η έννοια κοινωνική ιδιότητα του πολίτη, έτσι όπως ορίσθηκε μεταπολεμικά από τον T. H. Marshall παραπέμπει έμμεσα στο ρυθμιστικό ιδεώδες της βιοτικής αυτοτέλειας. Αυτή δεν προβάλλεται απλώς ως τυχαία συρραφή κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά ως ένας μηχανισμός καθολικότητας, που φέρει το πρόσημο της ίσης ουσιαστικής ελευθερίας και της αλληλεγγύης.[xxxii] Μια τέτοια ριζοσπαστικά καθολική σύλληψη των δικαιωμάτων προοικονομεί την ίδια την αλληλοδιάχυση των ιδιοτήτων του ανθρώπου και του πολίτη.
Η υλική – κοινωνική ασφάλεια συνθέτει, λοιπόν, έναν ελάχιστο και άθικτο κανονιστικό πυρήνα για τα κοινωνικά δικαιώματα.[xxxiii] Για την ακρίβεια των όρων, το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλεια δεν αποτελεί ένα ακόμη δικαίωμα, πλάι στα άλλα, αλλά αναπαριστά το αξιακό υπόστρωμα του συνόλου των κοινωνικών δικαιωμάτων. Πίσω από την «υλική» φύση των τελευταίων, πρέπει να αναγνώσουμε τη ratio της «βιοτικής» αυτοτέλειας.[xxxiv] Η κοινωνική ασφάλεια αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, ένα μετα-δικαίωμα, δικαίωμα από την εκπλήρωσή του οποίου εξαρτάται η εκπλήρωση του συνόλου των δικαιικά θεμιτών – και απαιτητών – αξιώσεων του ανθρώπινου όντος, ατομικού και συλλογικού. Δίχως κοινωνικά δικαιώματα, εν συνόλω τα δικαιώματα μένουν απλώς «ανεκπλήρωτο όνειρο, μια άχρηστη ιστορία ή ένα σκληρό αστείο».[xxxv] Νεωτερική πολιτεία, η οποία θάλπει ως νομιμοποιητική της αρχή την αυτονομία, δεν είναι δυνατόν να αμφιθυμεί ως προς την καθ’ ύλην εκπλήρωση της τελευταίας. Το ελάχιστο όριο της στοιχειώδους βιοτικής αυτονομίας και αξιοπρέπειας των πολιτών αποτελεί και κατώφλι στοιχειώδους νομιμοποίησης της πολιτείας.


[i] Βλ. T.H. Marshall, Ιδιότητα του πολίτη και κοινωνική τάξη, μτφ. Ό. Στασινοπούλου, Gutenberg, Αθήνα, 2001, σσ. 46 – 54.
[ii] Βλ. και Γιώργου Κατρούγκαλου, Τα κοινωνικά δικαιώματα, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 2006, σ. 49.
[iii] Για τη διάκριση διάταξης και κανόνα δικαίου βλ. Κώστα Σταμάτη, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων. Ένα κριτικά πρακτικό πρότυπο ερμηνείας του δικαίου, η΄ έκδοση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2009, σσ. 176 επ.
[iv] Βλ. συναφώς Κώστα Σταμάτη, Κριτική θεωρία δικαιοσύνης. Θεμελίωση αρχών, Σαββάλας, Αθήνα, 2011σσ. 328 επ., και Stefano Petrucciani, «Trois concepts de la liberté: liberal, démocratique et socialiste», σε Jacques Bidet – Jacques Texier (επιμ.), L’Idée du sociaolisme a-t-elle un avenir?, PUF/Actuel Marx, Paris, 1992, σσ. 19 – 30.
[v] Όπως επεσήμαινε ήδη στην εποχή του ο Marshall, βλ. Ιδιότητα του πολίτη και κοινωνική τάξη, ό.π., σ. 49.
[vi] Βλ. Carole Pateman, «Democracy, freedom and special rights», στο συλλογικό έργο: David Boucher – Paul Kelly (επιμ.), Social Justice: From Hume to Walzer, Routledge, London and New York, 1998, σ. 225. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γ. Κατρούγκαλος, προϋπόθεση στη Γαλλία για την απόκτηση ή ανανέωση του εκλογικού βιβλιαρίου είναι η κατοχή μόνιμης κατοικίας, βλ. Τα κοινωνικά δικαιώματα, ό.π., σ. 25.
[vii] Πρβλ. και την ανάλυση του Αντώνη Μανιτάκη: Το κοινωνικό κράτος, με την κανονιστική έννοια του όρου, παραπέμπει σ’ ένα σύνολο κανόνων/αρχών που καθοδηγούν την ενεργό πολιτειακή παρέμβαση, για την πραγμάτωση ενός αριθμού κοινωνικών αξιώσεων. Στο σύνολό τους, οι τελευταίες συμπυκνώνονται στην αξιοπρεπή κοινωνική διαβίωση, βλ. Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 1994, σσ. 278 – 279.
[viii] Τα κοινωνικά δικαιώματα «εξαρτούν την άσκησή τους από τη δημιουργία των σχετικών αναγκαίων υλικών και θεσμικών προϋποθέσεων, μέχρι τότε όμως δεν έχουν παρά μόνο υποθετική ισχύ», βλ. Δημήτρη Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Γ΄: Θεμελιώδη δικαιώματα, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1988, σ. 89.
[ix] Βλ. Κωνσταντίνου Τσουκαλά, Είδωλα πολιτισμού. Ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα στη σύγχρονη πολιτεία, β΄ έκδοση, Θεμέλιο, Αθήνα, 1998, σσ. 21, 489 – 490, 525.
[x] Στο ίδιο, σ. 395.
[xi] Στο ίδιο, σσ. 419 – 421, 431 – 433
[xii] Βλ. Γ. Κατρούγκαλου, Τα κοινωνικά δικαιώματα, ό.π., σ. 9.
[xiii] Για την προβληματική της ιστορικής αλλοίωσης αρχών και αξιών βλ. Κ. Ψυχοπαίδη, Κανόνες και αντινομίες στην πολιτική, Πόλις, Αθήνα, 1999, σσ. 555 επ., Κ. Σταμάτη, Κριτική θεωρία δικαιοσύνης, Θεμελίωση αρχών, ό.π., σσ. 407 επ., και του ίδιου, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, ό.π., σσ. 238 επ.
[xiv] Πρβλ. Κ. Τσουκαλά, Είδωλα πολιτισμού, ό.π., σσ. 419 – 421, 433 – 437.
[xv] Βλ. Immanuel Kant, Métaphysique des mœurs: Doctrine du droit, Doctrine de la vertu, trad. A. Renaut, GF/Flammarion, Paris, 1994, σ. 207 (6:374).
[xvi] Πρβλ. το άρθρο 5 του ελληνικού Συντάγματος, όπου το γενικό (ατομικό) δικαίωμα προσωπικής ελευθερίας συναντάει ως όριο του «τους νόμους, το Σύνταγμα και τα δικαιώματα των άλλων».
[xvii] Βλ. ΣτΕ 2253/76, Νομικό Βήμα, 6/1977,σ. 605.
[xviii] Βλ. ΑΠ 843/87, Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας, 44/1988, σ. 644.
[xix] Βλ. ΑΠ 974/2003, ΑΠ 520/2004, ολΑΠ 13/2003, ΑΠ 1554/2003, καθώς και άλλες αποφάσεις, έτσι όπως σταχυολογούνται από Γιώργο Κατρούγκαλο, «Νομική φύση και δεσμευτικότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων», σε: Γιώργου Σωτηρέλλη – Χρήστου Τσαϊτουρίδη, Κοινωνικά δικαιώματα και κρίση του κράτους προνοίας, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα/Όμιλος Αριστόβουλου Μάνεση, Σαββάλας, Αθήνα, 2007, σσ. 51 επ., και του ίδιου, Τα κοινωνικά δικαιώματα, ό.π., σσ. 118 επ.
[xx] Πρβλ. την εισαγωγή των Γ. Σωτηρέλλη – Χρ. Τσαϊτουρίδη σε Κοινωνικά δικαιώματα και κρίση του κράτους προνοίας, ό.π., σ. 13, καθώς και Άγγελου Στεργίου, «Η αναζήτηση της κανονιστικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων. (Με αφορμή τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του Συντάγματος)», Το Σύνταγμα, 4/1993, σ. 708.
[xxi] Βλ. David M. Beatty, The Ultimate Rule of Law, Oxford University Press, 2003, σσ. 119 – 145.
[xxii] Βλ. Eldridge v. British Columbia, 3 S.C.R 624/1997 (το κείμενο της απόφασης ηλεκτρονικά σε: http://www.escr-net.org/usr_doc/EldridgeDesicion.doc).
[xxiii] Βλ. Grootboom v. Republic of South Africa, CCT 11/00 (το κείμενο της απόφασης ηλεκτρονικά σε: http://www.saflii.org/za/cases/ZACC/2000/19.pdf).
[xxiv] Βλ. το άρθρο 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το «καθεστώς των προσφύγων».
[xxv] Βλ. Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων, στ’ έκδοση, Αθήνα, 2009, σ. 20.
[xxvi] Βλ. New Zealand Immigration Service: Refugee Appeal no 75221 & 75225, 23 September 2005, παρ. 68 επ., 89 επ. (διαθέσιμο ηλεκτρονικά σε: http://www.unhcr.org/refworld/docid/477cfbc10.html).
[xxvii] Βλ. New Zealand Immigration Service: Refugee Appeal no. 74665/ 03, 7 July 2003, παρ. 80 (διαθέσιμο ηλεκτρονικά σε: http://www.refugee.org.nz/Fulltext/74665-03.html).
[xxviii] Βλ. James Hathaway, TheLawofRefugeeStatus, Butterworths, Toronto, 1991, σσ. 108, 110 – 111.
[xxix] Βλ. Διακήρυξη της Βιέννης και Πρόγραμμα Δράσης [Παγκόσμια Συνδιάσκεψη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα], 25 Ιουνίου 1993, κυρίως παραγράφους 5, 12, 14 και 25 (διαθέσιμο ηλεκτρονικά σε: http://www.ohchr.org/english/lawpdf/Vienna.pdf).
[xxx] Βλ. ενδεικτικά Ξενοφώντα Κοντιάδη, Κράτος πρόνοιας και κοινωνικά δικαιώματα, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1997, σσ. 198 επ., και Κώστα Χρυσόγονου, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, β΄ έκδοση, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 2002, σσ. 42 – 43.
[xxxi] «Το Σύνταγμα είναι για την πολιτική ελευθερία ό,τι για τη γλώσσα η γραμματική», βλ. Hannah Arendt, Για την Επανάσταση, μτφ. Α.. Στουπάκη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2006, σ. 91.
[xxxii] Πρβλ. την καθοριστική ανάλυση σε Ε. Μπαλιμπάρ, «Η πρόταση της ισοελευθερίας», μτφ. Β. Παπαοικονόμου – Δ. Δημούλη, Θέσεις, 42/1993 σσ. 81 επ., και του ίδιου, «Η αντινομία της ιδιότητας του πολίτη», μτφ. Ά. Στυλιανού, Σύγχρονα Θέματα, 106/2009, σ. 28.
[xxxiii] Πρβλ. Α. Στεργίου, «Η αναζήτηση της κανονιστικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων», ό.π., σ. 713.
[xxxiv] Πρβλ. τον περιεκτικό ορισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων ως «δικαιωμάτων εξασφάλισης της υπόστασης και της αξιοπρεπούς διαβίωσης των κοινωνικών υποκειμένων» από τον Γ. Κατρούγκαλο, βλ. Τα κοινωνικά δικαιώματα, ό.π., σσ. 11 – 13. Η ταύτισή τους με απλές οικονομικές αξιώσεις έναντι του δημοσίου πολλές φορές συσκοτίζει την ουσιαστική λειτουργία τους: την προαγωγή σχέσεων αλληλεγγύης και ίσης αξιοπρέπειας μεταξύ των μελών του κοινωνικού συνόλου.
[xxxv] Βλ. Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Ρευστοί καιροί. Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μτφ. Κ.Δ. Γεωρμά, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2009, σ. 112.

Το «δικαίωμα» στην Ιθαγένεια και η εξουσία του δημοκρατικού νομοθέτη στην πολιτογράφηση

Του Ανδρέα Τάκη, Επίκουρου καθηγητή Α.Π.Θ.

Το «δικαίωμα» στην Ιθαγένεια και η εξουσία του δημοκρατικού νομοθέτη στην πολιτογράφηση

Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο αλλοδαποί ζουν σήμερα στην Ελλάδα, έχοντάς την ως κύριο τόπο εγκατάστασής τους. Ορισμένες εκατοντάδες χιλιάδες από αυτούς, προερχόμενοι κυρίως από γειτονικές χώρες, αλλά όχι μόνο, συμπληρώνουν ήδη περισσότερα από δέκα χρόνια συνεχούς κανονικής διαμονής εδώ. Αρκετοί μάλιστα, τους λέμε μετανάστες πρώτης γενιάς, έχουν πια εγγόνια που, από τη μεριά τους τουλάχιστον, δεν διανοούνται καν την επιστροφή τους σε μια άγνωστή τους «μητέρα πατρίδα». Η παρουσία όλων αυτών των ανθρώπων εδώ θέτει τη δημοκρατία μας ενώπιον της ανάγκης λήψης μιας σειράς μακροπρόθεσμων αποφάσεων με σαφείς ηθικές και πολιτικές προεκτάσεις. Ως λαός της Ελληνικής Δημοκρατίας σήμερα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τις πρακτικές συνέπειες του πώς διαχειριστήκαμε μέχρι σήμερα (καλά ή κακά, δεν έχει σημασία η πραγματικότητα είναι σε όλους μας γνωστή) το φαινόμενο της μετανάστευσης. Και η μακρόχρονη ήδη παρουσία όλων των ανθρώπων αυτών εδώ είναι μια από τις βασικότερες συνέπειες και μαζί ένα απαράκαμπτο δεδομένο της κατάστασης σήμερα.

Αν παραδεχτούμε ότι η αναγκαστική επιστροφή όλων αυτών των ανθρώπων στις χώρες προέλευσής τους δεν είναι μια πρακτικά ή ηθικά ρεαλιστική προοπτική, τότε η εθνική μας ευθύνη, ως σημερινού λαού απέναντι τόσο στην ιστορία όσο στις επερχόμενες γενεές Ελλήνων, επιβάλλει τη ρύθμιση της μακροπρόθεσμης αυτής κοινής συμβίωσης επί του εδάφους της ελληνικής επικράτειας. Μπορούμε να διαφωνούμε μεταξύ μας όχι μόνο στις απαντήσεις αλλά και στα ερωτήματα που πρέπει να διατυπωθούν. Άλλοι προτάσσουν ως πιο σημαντικά τα ερωτήματα ασφάλειας και άλλοι τα ζητήματα δικαιοσύνης. Από θεσμική ωστόσο σκοπιά ο τόπος στον οποίο ερωτήματα και διαφωνίες συμπυκνώνονται είναι το καθεστώς στο οποίο θα τελούν τα πρόσωπα αυτά σε μακρό χρόνο. Το δικό τους καθεστώς σήμερα, δηλαδή αυτό των αλλοδαπών, ορίζεται σε αντιδιαστολή με το δικό μας, των Ελλήνων πολιτών, αυτών δηλαδή που τους «φιλοξενούν» στη χώρα τους και που μόνοι δικαιούνται να αποφασίζουν για την τάξη των εσωτερικών τους πραγμάτων. Ας δούμε σύντομα τι σημαίνει αυτή η διαφορά:
Αυτοί και εμείς
Στα μάτια μας, ειδικών και μη, πολίτης και αλλοδαπός φαντάζουν ως δυο ριζικά ξεχωριστές κατηγορίες. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Αυτή η διαφορά καθεστώτος δεν είναι απλώς συμβολική. Αντίθετα έχει μια συνθλιπτική υλικότητα, γιατί ως Έλληνας πολίτης έχει κανείς σε σημαντικό βαθμό παραπάνω δικαιώματα και οφέλη απ’ ότι ως αλλοδαπός που απλώς ζει στην Ελλάδα.[i]
Όλοι βέβαια, και εμείς και αυτοί, είμαστε άνθρωποι και ως τέτοιοι έχουμε ατομικά δικαιώματα σεβασμού και προστασίας του προσώπου μας. Μόνον εμείς, οι φορείς της Ελληνικής ιθαγένειας, όμως και όχι αυτοί μπορούμε να ασκήσουμε νομικές εξουσίες που μας επιτρέπουν όχι απλώς να αμυνόμαστε απέναντι στην κρατική ή ιδιωτική ανομία αλλά να καθορίζουμε (έστω και κατ’ όνομα) ως συλλογικό υποκείμενο πολιτικής τις κοινές τύχες μας. Η δυνατότητα αυτή για πολιτικό αυτοπροσδιορισμό, που μας δίνουν τα πολιτικά δικαιώματα δεν είναι ξεκομμένη βέβαια από τα δικαιώματα του ατόμου.[ii] Χωρίς τα τελευταία, τα πρώτα πρακτικώς φαίνονται εντελώς αδύνατα ή επισφαλή. Από την άλλη το βασικότερο ίσως περιεχόμενο του πολιτικού αυτοκαθορισμού είναι ο από κοινού προσδιορισμός με τη μορφή του γενικού νόμου του πότε, πώς και γιατί μπορεί το κράτος να επεμβαίνει στην προσωπική μας αυτονομία. Έτσι χωρίς πολιτική αυτονομία, η προσωπική ελευθερία φαίνεται να είναι απλώς παίγνιο στα χέρια ενός Λεβιάθαν για την καλή προαίρεση του οποίου μόνο να προσευχόμαστε μπορούμε.[iii]
Περαιτέρω όμως, από την ιδιότητα του πολίτη φαίνεται να απορρέει η υποχρέωση της συλλογικότητας να μεριμνά για την τύχη και να φροντίζει για την αποκατάσταση της ατυχίας του κάθε μέλους της στην ιδιαιτερότητά του μεν αλλά επ’ ίσοις όροις. Πρόκειται για το πλέγμα κοινωνικών δικαιωμάτων, που συνθέτουν το θεσμικό καθεστώς που ονομάζεται κοινωνική ιθαγένεια.[iv] club, για τις συλλογικές αποφάσεις του οποίου σε τελική ανάλυση ευθύνη φέρουν όλα τα μέλη του.[v] Η εσωτερική αυτή διάσταση που ιδρύει ο δεσμός της ιθαγένειας έχει ως αναγκαία ανάκλαση την εδραίωση μιας σύστοιχης εξωτερικής διάστασης, αυτής των άλλων, των αλλοδαπών, αυτών δηλαδή που στερούμενοι την ιδιότητα του μέλους αποκλείονται κατ’ αρχήν και από τα ωφελήματα που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή. Χωρίς ορισμένα από αυτά, όπως το δικαίωμα επείγουσας ιατρικής φροντίδας, εύλογα όλα τα λοιπά δικαιώματα ατομικά ή πολιτικά ακούγονται ως απλό αστείο, γι’ αυτό και τα αναγνωρίζουμε και στο πρόσωπο των αλλοδαπών. Όμως, τα περισσότερα, προστασία οικογένειας, υγείας, αναπηρίας, κοινωνικής και οικονομικής αδυναμίας δωρεάν εκπαίδευση κοκ. τα διασφαλίζουμε κατ’ αρχήν στο Σύνταγμα, μόνον για τους ημεδαπούς. Όταν πάλι τα παραχωρούμε σε όσους αλλοδαπούς είναι εντάξει με τις δικές τους υποχρεώσεις απέναντί μας εδώ, το κάνουμε είτε στο πλαίσιο ενός θολού σαμαρειτισμού του κοινού νομοθέτη ή λόγω κοινωνικοασφαλιστικής ανταποδοτικότητας. Το πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συγκροτούν την ιδιότητα του πολίτη συνδέουν έτσι τον κάθε φορέα τους με κάθε άλλον και, ταυτόχρονα, με όλους μαζί ως μέλη μιας ειδικής και ιστορικά συγκεκριμένης κοινότητας αλληλεγγύης, δηλαδή ενός κλειστού κατ’ αρχήν
Το ερώτημα συνεπώς που φαίνεται κατ’ αρχήν να τίθεται είναι αν αυτοί οι άνθρωποι ή κάποιοι, έστω, από αυτούς πρόκειται -κάποια στιγμή και υπό κάποιες προϋποθέσεις- από ξένοι ή μετανάστες, που θεωρούνται σήμερα, να γίνουν Έλληνες πολίτες. Να γίνουν δηλαδή, με την νομική και πολιτική τουλάχιστον έννοια, κάποιοι από εμάς, κομμάτι του λαού και να μοιραστούν μαζί μας τις ιδιαίτερες εξουσίες, ευχέρειες και ωφελήματα που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή στο ίδιο πολιτικό club.
Κτήση, αίμα ή απόφαση;
Ο λαός, όπως κάθε πολιτική ή σωματειακή συλλογικότητα, υφίσταται και διαρκεί μέσα στον χρόνο. Με δεδομένους τους φυσικούς περιορισμούς μιας ανθρώπινης ζωής, η διάρκεια αυτή υπερβαίνει τα επιμέρους ληξιαρχικά και δημοτολογικά γεγονότα που διαπλάθουν τον λαό ως σύνολο συγκεκριμένων φυσικών προσώπων. Το club ή σύλλογος όλων των φυσικών προσώπων, που φέρουν την ιδιότητα του πολίτη ορισμένου κράτους, αποτελεί ένα μέγεθος που παραλλάσσει δραστικά μέσα στον χρόνο σαν το ποτάμι του Ηράκλειτου. Ο χθεσινός είναι άλλος από τον σημερινό και ο αυριανός θα διαφέρει από τον σημερινό γιατί μέσα στη μέρα που κύλησε κάποιοι μοιραία θα χάσουν τη ζωή τους και κάποιοι άλλοι ίσως θα γίνουν νέα μέλη του με γέννηση ή κρατική πράξη.
Το διαχρονικό συνεχές του κάθε λαού μέσα στην ιστορία αναδεικνύει ως φυσικό σχεδόν μηχανισμό αναπαραγωγής του την βιολογική αναπαραγωγή των μελών του. Οι δεσμοί αίματος λειτούργησαν εύλογα ως πρωταρχική υποδοχή της πολιτικής ιδιότητας στο πλαίσιο της ανάδυσης των αρχαϊκών πολιτικών μορφωμάτων. Αυτό ακριβώς συνδέει την ιθαγένεια ως πολιτικού δεσμού με το στοιχείο της εξ αίματος καταγωγής και το έθνος ή το γένος. Τον μηχανισμό αυτό εθνικής αναπαραγωγής τυποποιεί η λεγόμενη αρχή του αίματος (jussanguinis), τη μετάδοση δηλαδή της νομικής και πολιτικής ιδιότητας του πολίτη από τον γονέα στο τέκνο, που συναντάμε, εν όψει ακριβώς της «φυσικότητάς» του, σε όλες τις έννομες τάξεις.
Λίγο πολύ όμως σχεδόν όλα τα κράτη προβλέπουν στη νομοθεσία τους, έστω εξαιρετικά και εφόσον συντρέχουν ορισμένοι όροι, τη δυνατότητα να αποκτήσει την ιδιότητα του πολίτη τους και κάποιος που δεν την έχει ήδη από τη γέννησή του, μέσω μιας κρατικής πράξης (συνήθως ατομική διοικητική πράξη κυβερνητικού οργάνου, αλλού δε και με ειδικό ψήφισμα του κοινοβουλίου), της λεγόμενης πολιτογράφησης. Η ευρέως διαδεδομένη αυτή απόκλιση από την «φυσική» αρχή του αίματος καταδεικνύει ότι, σε πείσμα όσων επιμένουν στη πρόσδεση του πολιτικού δεσμού της ιθαγένειας σε ανθρωπολογικά ή/και εθνολογικά δεδομένα, η κτήση της ιδιότητας του πολίτη διενεργείται πάντα κατ’ ανάγκη με βάση μια πολιτική εν τέλει απόφαση, λ.χ. αυτή με την οποία καθιερώνεται σε μια ξενοφοβική ίσως χώρα η αρχή του αίματος ως αποκλειστικός τρόπος κτήσης της ιθαγένειας. Άλλωστε το πόσο «φυσική» μπορεί να θεωρείται η αρχή αυτή το καθιστούν απολύτως σαφές τόσο η συστηματική της σύνδεση με το εκάστοτε ισχύον δίκαιο που, μέσω του θεσμού λ.χ. της υιοθεσίας, αποσυνδέει τον οικογενειακό δεσμό από την εξ αίματος καταγωγή, όσο και η παραδοσιακή εξάρτησή της από το πατριαρχικό πρότυπο οικογένειας, που απέκλειε (στη χώρα μας μέχρι το 1984) την εξ αίματος μετάδοση της ιθαγένειας από μητρική γραμμή.
Το ανεξάλειπτο στοιχείο της κυριαρχίας
Γίνεται έτσι γενικότερα δεκτό, ιδίως στο διεθνές δίκαιο και τη θεωρία των διεθνών σχέσεων[vi] bodypolitic, όπως λένε και οι αγγλοσάξονες. Μπορεί λοιπόν κανείς με ασφάλεια να συμπεράνει ότι, κατ’ αρχήν πάντα, η καθ’ οιονδήποτε τρόπο κτήση τη ιθαγένειας, το να γίνεις δηλαδή πολίτης ενός κράτους, ακόμη και δια της «φυσικής» οδού της εξ αίματος ευθείας καταγωγής από πολίτη της ίδιας χώρας εγκλείει ένα ανεξάλειπτο στοιχείο πολιτικής απόφασης, ένα στοιχείο κυριαρχικής βούλησης του κράτους του οποίου γεννιέσαι ή γίνεσαι πολίτης. , ότι το ποιος είναι και ποιος δεν είναι πολίτης μιας χώρας είναι θέμα που ανήκει στον πυρήνα της κυριαρχίας του κάθε κράτους. Και αυτό επειδή η απάντηση στο ερώτημα αυτό προσδιορίζει το ίδιο το πολιτικό υποκείμενο του κράτους, τον λαό, το
Το βουλησιαρχικό-κυριαρχικό αυτό στοιχείο αναδείχθηκε από πολύ νωρίς σε ψευδο- ή αντι- δημοκρατικά και πρωτοφιλελεύθερα πολιτικά περιβάλλοντα. Οι απολυταρχικές θεωρίες της κυριαρχίας, στη γενικότερη προσπάθειά τους να οριοθετήσουν το πεδίο του κοινοβουλευτικού ή/και δικαστικού ελέγχου της ηγεμονικής διοίκησης κατέταξαν τα ζητήματα ιθαγένειας και, κατ’ εξοχήν, της πολιτογράφησης σε αυτά που συνιστούν ελεύθερες κανονιστικών περιορισμών εκδηλώσεις της κρατικής κυριαρχίας, όπως λ.χ. η κήρυξη πολέμου. Η περιβόητη θεωρία των actesdegouvernement, εξακολουθούσε μέχρι πολύ πρόσφατα να διαπνέει τόσο την νομοθεσία μας περί ιθαγενείας όσο και τη σχετική νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων μας. Όπως επισημαίνεται και παρακάτω, ο προϊσχύσας Κώδικας Ελληνικής Ιθαγενείας συνέχιζε να προβλέπει ότι ως πράξη διακυβερνήσεως η υπουργική απόφαση που πολιτογραφεί κάποιον Έλληνα ή, κυρίως, απορρίπτει σχετικό αίτημα δεν υπόκειται ούτε στη συνταγματικά επιβαλλόμενη υποχρέωση αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων ούτε σε χρονικούς περιορισμούς, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας, αποδεχόμενο σχεδόν αγόγγυστα τη σχετική υπαινικτική υπόδειξη του νομοθέτη, απείχε συστηματικά του ελέγχου νομιμότητας των αποφάσεων πολιτογράφησης για λόγους ήδη παραδεκτού.[vii] Πέραν όμως της ιδιαίτερης δυσκολίας να εναρμονισθεί με θεμελιώδεις απαιτήσεις της φιλελεύθερης αρχής και του κράτους δικαίου, που επισημαίνονται και παρακάτω, η θεωρία περί πράξεων διακυβερνήσεως εκμεταλλεύεται το ισχυρό βουλητικό στοιχείο, που υπολανθάνει διαρκώς στο δίκαιο της ιθαγένειας, επιτυγχάνοντας μια υποδειγματική θεσμική λαθροχειρία υπέρ της κατά περίπτωση κρίνουσας εκτελεστικής εξουσίας και σε βάρος του νομοθέτη: το νομικώς ανέλεγκτο και άρα απεριόριστο που επικαλείται υπέρ της εκδήλωσης της κρατικής κυριαρχίας δεν αφορά εν προκειμένω την κανονιστική διατύπωση των κριτηρίων κτήσης της ιθαγένειας, αλλά την εξατομικευμένη εκτίμηση περί του αν τα γενικά και αφηρημένα κριτήρια του νόμου συντρέχουν στην κάθε ατομική βιοτική περίπτωση. Αυτό άλλωστε προδίδει και την αντιδημοκρατική προέλευση των σχετικών επεξεργασιών: ο προσδιορισμός του ποιος είναι και ποιος δεν είναι πολίτης εναποτίθεται όχι στον λαό ή τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του αλλά στον ηγεμόνα, ως κορυφή του εκτελεστικού και φορέα της πραγματικής υλικής κυριαρχίας.
Υπό δημοκρατικές περιστάσεις, συνεπώς, η πολιτική απόφαση που προσδιορίζει τους όρους υπό τους οποίους ένα πρόσωπο αποκτά την ιδιότητα του πολίτη, επειδή ακριβώς διαπλάθει τον ίδιο τον λαό στη διαχρονία του, δεν μπορεί παρά να ανήκει σε αυτόν τον ίδιο τον λαό που καλείται να συμβιώσει πολιτικά στο διηνεκές υπό τη διακυβέρνηση ενός κοινού για όλους νόμου. Γι’ αυτό και οι προϋποθέσεις κτήσεις της ιθαγένειας και, ιδίως, της πολιτογράφησης αντικατοπτρίζουν κάθε φορά τόσο την εικόνα που ο κάθε λαός έχει για τον εαυτό του και το δημόσιο συμφέρον. Ο αναγκαίος αυτός δεσμός της απόφασης για την ιθαγένεια με τη λαϊκή κυριαρχία και, άρα, τον γενικό νόμο που αποτελεί σε μια δημοκρατία την κύρια μορφή εκδήλωσής της, καθιστά σαφές ότι η προτεραιότητα της κρατικής κυριαρχίας στο πεδίο του δικαίου της ιθαγένειας δεν μπορεί να εκδηλώνεται με την απόλυτη διακριτική ευχέρεια του ατομικώς κρίνοντος, αλλά με το κατ’ αρχήν απεριόριστο της γενικής βούλησης που νομοθετεί. Γι’ αυτό ακριβώς και ο James Madison, από τους θεμελιωτές του αμερικάνικου συνταγματισμού, επέμενε ότι η τυχόν συμπερίληψη στο συνταγματικό κείμενο ρητών περιορισμών της κυριαρχικής εξουσίας του νομοθετικού σώματος να ορίζει ποιος μπορεί να γίνει πολίτης θα ήταν περιττή όσο και μη προσήκουσα (improper).[viii]
Έτσι, με το άρθρο 4 § 2, το σημερινό μας Σύνταγμα ορίζει ότι «Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος». Σε όλους εμάς λοιπόν τους Έλληνες πολίτες, στον λαό δηλαδή της Ελληνικής Δημοκρατίας, απόκειται να αποφασίσουμε κυριαρχικά μέσω του νόμου που ψηφίζουν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποί μας, ποιος και πώς γίνεται ένας από εμάς, και όχι βέβαια στο όποιο collegium ολίγων επικαλείται κάποια υποτιθέμενη αυθεντία του να διερμηνεύει τη μεταφυσική ουσία του έθνους ή της δημοκρατικής ισότητας.
Θεολογικές αντιρρήσεις στον βολονταρισμό του κυριάρχου
Γιατί, πράγματι, όπως απεκάλυψε η έντονη πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση γύρω από την ψήφιση του Ν. 3838/2010, η εξουσία του λαού να αποφασίζει κυριαρχικά δια των εκλεγμένων αντιπροσώπων του τους όρους υπό τους οποίους αποκτάται η ιδιότητα του πολίτη αμφισβητείται ριζικά από δύο αντίθετες μεταξύ τους πλευρές.
α. δεξιά, η θεολογία του Γένους
Από τη μια, πολλοί, εθισμένοι να αποδίδουν μεγάλη αξία σε μια κοινωνική συνοχή στηριγμένη στην υποτιθέμενη κοινότητα ή ομοιομορφία της καταγωγής ή της κουλτούρας του λαού, είναι μοιραίο να είναι πολύ διστακτικοί ή και αρνητικοί απέναντι στον όποιο πολιτικό βολονταρισμό στα θέματα ιθαγένειας. Τέτοια αισθήματα «εθνικής» ανασφάλειας, ιδιαίτερα διαδεδομένα σε περιόδους πολιτικής και οικονομικής κρίσης, επιχειρείται να κεφαλαιοποιηθούν από ορισμένες πλευρές πολιτικά και ιδεολογικά μέσα από ένα μεταφυσικό σχήμα με σαφείς -και επικίνδυνες- θεσμικές προεκτάσεις:
Υποστηρίζεται έτσι ότι οι πολιτειακοί θεσμοί της δημοκρατίας μας κείνται υπέρ της προστασίας και προαγωγής ορισμένων θεμελιωδών αγαθών συνυφασμένων με την εθνική μας ιδιοπροσωπία. Οι συνταγματικές διαδικασίες και δικαιώματα, κατ’ αυτούς, αποτυπώνουν και αντανακλούν τις αξίες και αγαθά αυτές που κείνται πέρα και, κυρίως, πάνω από το Σύνταγμα. Ο λαός, ως σύνολο των εν ζωή πολιτών, δεν είναι -κατ’ αυτούς- μια κανονιστικά αυθύπαρκτη και αυτοτελής οντότητα μέσα στο πολίτευμα αλλά είναι, αντίθετα, τόσο ο ίδιος όσο και οι εξουσίες που πηγάζουν από αυτόν λειτουργικά δέσμιοι στην υπηρεσία της υψηλότερης αξίας του Έθνους. Η δε ιδέα του Έθνους, ως αξιακά θεμελιώδης και καθοδηγητική εν τέλει της συνταγματικής τάξης αντλεί αναπόφευκτα το ουσιαστικό της περιεχόμενο από εξω– και υπερ- συνταγματικές πηγές: ανθρωπολογικά και εθνολογικά δεδομένα, όπως κοινή καταγωγή και δεσμοί αίματος, κοινή ηθολογία ή θρησκευτικός προσανατολισμός, ακόμη και εθνική κοσμοθεωρητική ιδεολογία.
Όποια κι αν είναι κατά περίπτωση η ειδική ουσία του Έθνους, είτε δηλαδή είναι καταγωγή, είτε «συνείδηση» ή κάποιος συνδυασμός τους, αυτή μεταδίδεται προνομιακά μέσα από την φυσική αναπαραγωγή του πληθυσμού που φέρει τα κατάλληλα χαρακτηριστικά (το «Γένος»). Έτσι, αν ως εθνική συνέχεια και συνοχή επιμένει κανείς να αντιλαμβάνεται την φυσική αναπαραγωγή και διάρκεια στον χρόνο κάποιου κοινού (εθνολογικού, ανθρωπολογικού ή ιδεολογικού, αδιάφορο κατ’ αρχήν) χαρακτηριστικού η αυστηρή εφαρμογή του λεγομένου νόμου του αίματος φαντάζει ως επιβεβλημένη στρατηγική επιλογή. Το δίκαιο της ιθαγένειας καθίσταται κομμάτι ενός θεσμικού μηχανισμού εγγύησης της διάρκειας της εθνικής ιδιοπροσωπίας μέσα στον χρόνο, συνδέεται με τις πολιτικές και, inextremis, τις στρατιωτικές πτυχές της εθνικής ασφάλειας[ix].
Η ιδιότητα του πολίτη γίνεται εξάρτημα του εθνολογικού ή άλλου δεσμού, ώστε ιθαγένεια και εθνικότητα (ή εθνική καταγωγή) να τείνουν να συγχέονται ακόμη και στο απλό λεκτικό των οπαδών της άποψης αυτής. Αυτό όμως κατ’ ανάγκην συνεπάγεται ότι όσοι στερούνται το χαρακτηριστικό αυτό θα αποκλείονται διηνεκώς από τη συμμετοχή στη πολιτική κοινότητα που ορίζει με νόμους τη ζωή τους («δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ! Αλβανέ!»). Ενώ, αντίθετα όσοι το διαθέτουν, χωρίς να έχουν πρόσβαση στη πολιτική συμμετοχή (δηλαδή οι «ομογενείς») δικαιούνται αυτόχρημα αυτή να τους αναγνωριστεί και διευκολυνθεί. Κατά συνέπεια, η πολιτογράφηση θα πρέπει κατ’ αρχήν να αποκλείεται, ως αλλοίωση, έστω και ελάχιστη, των εθνικών χαρακτηριστικών. Ωστόσο, ο πολιτικός ρεαλισμός και η μεγαλοψυχία μπορεί να συγχωρούν κάποιες αποκλίσεις ως όλως εξαιρετικό δίκαιο. Ως δίκαιο της εξαίρεσης μπορεί ακριβώς και συμβιώνει αγαστά με την εθνική αντίληψη ο θεσμός της απόλυτης διακριτικής ευχέρειας της ιεραρχίας του εκτελεστικού όσον αφορά με την κρίση πολιτογράφησης (ιδίως για λόγους τιμητικούς ή για λόγους εθνικού συμφέροντος).
Ως εκ τούτου η ασφάλεια του συστήματος αναπαραγωγής της εθνικής ιδιοπροσωπίας δεν μπορεί να τίθεται σε διακινδύνευση. Και, από τη σκοπιά αυτή, τελεί οπωσδήποτε εν κινδύνω όταν επαφίεται στα χέρια των πολλών: μια ευκαιριακή πλειοψηφία της νομοθετούσας βουλής θα μπορούσε να καταφέρει σοβαρό πλήγμα στην υπόσταση του Έθνους μέσω της χαλάρωσης του αναγκαίου δεσμού μεταξύ ιδιότητας του πολίτη και της επαρκούς συνδρομής των εκάστοτε κρίσιμων εθνολογικών χαρακτηριστικών. Γι’ αυτό ακριβώς ρόλο εγγυητή της συνοχής και της συνέχειας του Έθνους, που υποβαστάζει και νοηματοδοτεί τη λειτουργία των συνταγματικών μας θεσμών καλείται να παίξει ο δικαστής και μάλιστα ο συνταγματικός, ασκώντας έλεγχο συνταγματικότητας επί των επιλογών της πλειοψηφίας.[x]
Η αντίρρηση αυτή στη κυριαρχία του δημοκρατικού νομοθέτη είναι πολλαπλά προβληματική. Την κριτική ωστόσο συνήθως προσελκύουν η πρόδηλη διάθεση δημόσιας ιεράρχησης των προσώπων που μπορεί να συμβιώνουν στο εσωτερικό μιας πολιτικής τάξης και ο αποκλεισμός κάποιων από το δημόσιο αγαθό για λόγους αναγόμενους σε κάποιο προσωπικό χαρακτηριστικό ή πεποίθησή τους. Ότι δηλαδή η άποψη αυτή καθιστά την ιθαγένεια ένα αποκλειστικό προνόμιο όσων φέρουν τα κατάλληλα «εθνικά» χαρακτηριστικά, κάτι εξ ορισμού απρόσιτο σε κάθε «ξένο» που ζει στην χώρα.
Η μπανάλ δραματικότητα με την οποία οι οργανώσεις προστασίας δικαιωμάτων περιβάλλουν την κριτική τους όταν αντιμετωπίζουν απόψεις που δικαιολογούν πρακτικές μισαλλοδοξίας ή άνισης μεταχείρισης αποκρύπτει ένα ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα που υπερβαίνει το πεδίο του δικαίου της ιθαγένειας και εγγίζει τα θεμέλια του εν γένει δημοκρατικού χαρακτήρα της συνταγματικής μας διακυβέρνησης: ότι το αν ασκούνται υπέρ του Έθνους ή όχι οι εξουσίες που πηγάζουν από τον λαό και, πρωτίστως αυτές του δημοκρατικού νομοθέτη το κρίνει σε τελική ανάλυση δίκην πλατωνικού φύλακα ένας δικαστής εξοπλισμένος με την αυθεντία της προνομιακής πρόσβασης στη μυστηριακή ουσία του Έθνους, που κείται πέραν και πάνω από Σύνταγμα και νόμους. Το προβληματικό και επικίνδυνο για τη δημοκρατία μας στοιχείο αυτής της αντίληψης δεν είναι φυσικά ο έλεγχος των αποφάσεων της πλειοψηφίας από τους δικαστές, αλλά το ότι αυτός διενεργείται με βάση όχι τις θετικές ρυθμίσεις των συνταγματικών κανόνων αλλά με βάση ανέλεγκτες υπερσυνταγματικές αξιολογικές παραμέτρους που μόνη η ενορατική διαίσθηση των δικαστών γνωρίζει και φθέγγεται αυθεντικά.[xi]
Παρέκβαση: Έθνος πολιτικό όχι μεταφυσικό
Καθοριστική συνέπεια του να απορρίψουμε την αυταρχική αυτή «πλατωνική» αντίληψη περί υπερσυνταγματικής εθνικής ουσίας είναι ότι η ιδέα του Έθνους μένει εκκρεμής από περιεχόμενο. Με δεδομένο δε ότι το «έθνος», lanation, αποτελεί τμήμα του πολιτικού αλλά και νομικού λεξιλογίου των δυτικών δημοκρατιών (σε εμάς έκφραση που απαντάται σε θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος) μόνη πηγή προσδιορισμών μιας συνταγματικής έννοιας του έθνους μπορεί να αποτελέσει το ίδιο το Σύνταγμα της δημοκρατίας μας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δεν είναι το έθνος κάποια υπερβατική εξωσυνταγματική παράμετρος που ορίζει ή περιορίζει τις πολιτικές διαδικασίες της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά ότι το έθνος, ως συνταγματική έννοια, ορίζεται και εξαρτάται από την πεζή πραγματικότητα του δικαίου της ιθαγένειας. Έλληνες, κατά το ίδιο το Σύνταγμα, είναι όσοι φορείς της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη έζησαν, ζουν ή θα ζήσουν. Ανήκουν όλοι τους μαζί και με εμάς στο Ελληνικό έθνος, ως μέλη του εκάστοτε Ελληνικού λαού. Γι’ αυτό και έχουμε συνταγματικές υποχρεώσεις για τις επερχόμενες γενεές, ίσως και τιμής για τους απελθόντες. Το «πολιτικό» έθνος όμως δεν είναι μια συλλογή μεμονωμένων φυσικών προσώπων. Αποτελείται αντίθετα από τα πρόσωπα αυτά συγκροτημένα, την κάθε επιμέρους στιγμή, σε λαό της Ελληνικής δημοκρατίας. Ο λαός, ως το σύνολο των φυσικών προσώπων που φέρουν την ιδιότητα του πολίτη δεδομένη στιγμή (όταν λ.χ. καλείται να συμμετέχει σε εκλογές ή δημοψήφισμα) ορισμένου κράτους, αποτελεί πάντα έναν συγκεκριμένο σχηματισμό με συγκεκριμένη σύνθεση, ένα ιστορικά συγκεκριμένο στιγμιότυπο του έθνους. Έτσι το έθνος προσδιορίζεται ως λαός στη διαχρονική προοπτική του με βάση το εκάστοτε ισχύον δίκαιο ιθαγένειας.
Οσοδήποτε καινοφανής και δύσπεπτη και αν φαντάζει για όσους έχουν εμποτισθεί με τις παραδοσιακές ιδεοληψίες περί κοινότητας αίματος και περιουσίου λαού, η πολιτική αυτή αντίληψη για το έθνος όχι μόνο δεν είναι άγνωστη στην ελληνική πολιτειακή ιστορία αλλά είναι επιπλέον αυτή που ενέπνευσε τον δυναμισμό του πρώϊμου ελληνικού συνταγματισμού ήδη μέσα από το έργο του Ρήγα.[xii] Ωστόσο, αυτή η νοηματική μετατόπιση της ιδέας του έθνους μας επιβάλλει και την επανερμηνεία της νομικά κρίσιμης έννοιας του ομογενούς. Στο Ελληνικό γένος, ομογενής είναι καθένας που κατάγεται από εξ αίματος Έλληνα, είναι δηλαδή τέκνο κάποιου που πήρε τη δική του ιθαγένεια λόγω γέννησης, από Έλληνα γονέα. Κάθε αξίωση στηριγμένη στην ομογενειακή ιδιότητα θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να παραπέμπει σε κάποια συγκροτημένη πολιτική οντότητα του Έθνους μέσα στην ιστορία. Θα ήταν αποκαλυπτικό για την πολιτική μας αυτοσυνείδηση ως λαού της Ελληνικής Δημοκρατίας να σε ποιες ιστορικές πολιτικές συγκροτήσεις ανάγεται η καταγωγή μας ως πολιτών ή, έστω, υπηκόων, ώστε να δικαιολογούνται οι σημερινές θεσμικές πρακτικές της χώρας όσον αφορά τους ομογενείς της.
β. αριστερά, η θεολογία των δικαιωμάτων
Από την άλλη πλευρά όμως υπάρχουν πολλοί που απορρίπτουν συλλήβδην και με έμφαση κάθε διαχωρισμό του πληθυσμού, της multitudο, σε κατηγορίες προσώπων με άνισα δικαιώματα. Μια ριζοσπαστική θεώρηση της δημοκρατικής ισότητας θα επέβαλλε να έχουν λόγο για τη ζωή τους όλοι όσοι έχουν κάποιο διακύβευμα από τις πολιτικές αποφάσεις ενός λαού. Και αυτό γιατί καθένας είναι φορέας της ίδιας δέσμης θεμελιωδών ηθικών δικαιωμάτων, των περίφημων humanrights, για προσωπική αξιοπρέπεια, ασφάλεια, υγεία, εκπαίδευση, εργασία κλπ. μεταξύ των οποίων και ένα δικαίωμα για ιθαγένεια, ιδίως την κοινωνική. Για αυτούς η πολιτική αντίληψη για το έθνος, που ανέφερα παραπάνω, δεν είναι παρά μια ακόμη παραπλανητική μεταφυσική μεταμφίεση της εκμετάλλευσης και των καταπιεστικών διακρίσεων που υφίστανται, ιδίως ως εργαζόμενοι, οι αλλοδαποί όπως και άλλες ευπαθείς ομάδες. Οι αλλοδαποί, νόμιμοι και ιδίως οι παράνομοι, ως εν δυνάμει «δικαιούμενοι διεθνούς προστασίας», δεν είναι παρά μια ακόμη καταπιεσμένη μειονότητα. Αυτά τα πρόσωπα, ως άνθρωποι που είναι, έχουν και ένα ανθρώπινο δικαίωμα να συμμετέχουν στις αποφάσεις που τους αφορούν, τουλάχιστον όταν υπάρχει στοιχειωδώς μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα.[xiii] Κατά τις απόψεις αυτές, αποτελεί ένα παράδοξο εσωτερικό σε κάθε δημοκρατία, να αποφασίζει αυτή αντιδημοκρατικά για τις προϋποθέσεις και τα όρια της συμμετοχής του πληθυσμού της σε αυτήν.[xiv] Το παράδοξο αυτό είναι επιτακτικό, κατά τις ίδιες απόψεις, να επιλυθεί με τη διευκόλυνση της άμεσης και μαζικής πρόσβασης στην Ελληνική ιθαγένεια και κυρίως στα κοινωνικά ωφελήματα που απορρέουν από αυτήν (κοινωνική πρόνοια, άδεια επαγγέλματος, υποτροφίες κλπ.) για όλους όσους έχουν λ.χ. μόνιμη κατοικία. Αυτό δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική δυνατότητα αλλά μια εδώ και τώρα επιβεβλημένη ενέργεια εν όψει των θεμελιωδών δεσμεύσεων της Ελλάδας μέσω του Συντάγματος και, κυρίως, των διεθνών συμβάσεων, που έχει κυρώσει, για προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Έτσι, κατά λόγο αναγκαιότητας, οι αποφάσεις του νομοθέτη στα ζητήματα ιθαγένειας τελούν υπό καθεστώς δεσμίας αρμοδιότητας και, κινούμενες στην κατεύθυνση που υποδεικνύει ένα ανθρώπινο δικαίωμα στην ιθαγένεια, παράγουν συνταγματικό κεκτημένο και δεν ανακαλούνται. Ρόλος δε σύμφωνα με την αντίληψη αυτή του δικαστή είναι να προτρέπει το κράτος στην κατεύθυνση αυτή και, κυρίως, να αποτρέπει αποκλίσεις και «πισωγυρίσματα», κατά τρόπο ανάλογο με την προστασία του περιβαλλοντικού και άλλων κεκτημένων, μέσω δηλαδή του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων.
«Ένα δικαίωμα για δικαιώματα»
Παρά τις όποιες ανθρωπιστικές προθέσεις τους οι απόψεις αυτές σφάλλουν πολλαπλά. Πριν απ’ όλα δεν ξεκαθαρίζουν ποια πρόσωπα αποτελούν το αντικείμενο της ανθρωπιστικής μέριμνάς τους: προτιμούν να σκέφτονται τον αλλοδαπό αποκλειστικά ως ανυπεράσπιστο και κυνηγημένο φυγάδα. Μπορεί όμως να πρόκειται για κάποιον ευκατάστατο συνταξιούχο πολίτη ΗΠΑ με μόνιμη κατοικία στη Μονεμβασιά ή κάποιο Κυκλαδονήσι, ή για κάποιον ευημερούντα βογιάρο της ρώσικης νύχτας με ρετιρέ στην παραλιακή της Γλυφάδας. Η ισότητα μεταξύ ανθρώπων δεν πλήττεται -θεωρητικά τουλάχιστον- από τη διάκριση που φέρεται να συνιστά σε βάρος εν γένει των αλλοδαπών το διαφορετικό, μειωμένης προστασίας, status τους. Γιατί μειωμένο φαίνεται από τη σκοπιά του τι δίνει σε αυτούς η χώρα που τους φιλοξενεί. Το υπολειπόμενο όμως της προστασίας τους το διασφαλίζει ή θα έπρεπε θεωρητικά να τους το διασφαλίζει η δική τους χώρα και κράτος, του club των πολιτών του οποίου την κάρτα μέλους διαθέτουν. Αυτό το πολιτικό club είναι άρα που υπέχει απέναντί τους υποχρέωση ειδικού σεβασμού και μέριμνας.[xv]
Η ιθαγένεια, ο δημόσιος δεσμός του πολίτη με τη χώρα του είναι η θεμελιωδέστερη εγγύηση ασφάλειας των όποιων δικαιωμάτων του. Αυτό που παραβλέπουν λοιπόν οι ανθρωπιστικές απόψεις είναι ακριβώς ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία επικαλούνται ως εδώ και τώρα δεσμευτικά, προϋποθέτουν, προκειμένου να αποκτήσουν πραγματική νομική δεσμευτικότητα, τη συνδρομή ενός θεσμικού μηχανισμού που θα εγγυάται τον έμπρακτο σεβασμό τους, δηλαδή μια ενεργό πολιτική δομή. Για να υπάρχει όμως τέτοια θα πρέπει να συντρέχει ένας ειδικός και διαρκής στον χρόνο δεσμός αλληλεγγύης που συνδέει τα πρόσωπα των κυβερνώντων και κυβερνωμένων σε μια ενιαία πολιτική κοινότητα. Έτσι, η αποτελεσματική εγγυητική λειτουργία του κράτους για τα μέλη της πολιτικής κοινότητας την οποία διέπει είναι αναγκαίος πραγματολογικός όρος της ύπαρξης δικαιωμάτων με την πλήρη έννοια του όρου για τον οιονδήποτε. Γι’ αυτό και το να έχει κανείς την ιθαγένεια κάποιου κράτους αποτελεί πράγματι ένα δικαίωμα του ανθρώπου. Χωρίς αυτό τα άλλα δικαιώματα στερούνται του στοιχειώδους πραγματικού αντικρύσματος ή αξίας τους. Η ιδιότητά του δικαιώματος αυτού να αποτελεί όρο των λοιπών δικαιωμάτων προσδίδει στην αξίωση για ιθαγένεια τον χαρακτήρα δικαιώματος ειδικού τύπου: αποτελεί, όπως έχει λεχθεί, ένα δικαίωμα δικαιωμάτων[xvi], ένα μετα-δικαίωμα.
Υποτιμώντας την κρισιμότητα του πολιτικού δεσμού για την αξία εν γένει των δικαιωμάτων οι ανθρωπιστικές απόψεις μοιραία αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η αλλοδαπότητα δεν είναι υποχρεωτικά προσβολή της δημοκρατικής ισότητας. Εξ ίσου μοιραία αδυνατούν να διακρίνουν τον ειδικό τύπο δικαιώματος που είναι το δικαίωμα στην ιθαγένεια με αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνονται και την κανονιστική του δύναμη. Το δικαίωμα στην ιθαγένεια αποτελεί οπωσδήποτε θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου αλλά το περιεχόμενό του είναι ιδιαίτερα ισχνό. Πρόκειται μόνο για το δικαίωμα καθενός να έχει κάποια πατρίδα που να τον σέβεται και να τον προστατεύει, να έχει δηλαδή κάποια, την οιανδήποτε, ιθαγένεια. Το ανθρώπινο αυτό δικαίωμα δεν εξειδικεύει το ίδιο ποια είναι η πατρίδα ή με τι κριτήρια μπορεί να προσδιοριστεί. Δεν προσδιορίζει δηλαδή ποιανής χώρας την ιθαγένεια έχει κάποιος αξίωση να πάρει. Η απροσδιοριστία αυτή όμως δεν εμποδίζει το δικαίωμα να έχει σοβαρές συνέπειες που δεσμεύουν τον δημοκρατικό νομοθέτη και όλα τα όργανα μιας δημοκρατικής έννομης τάξης.
Πριν απ’ όλα το δικαίωμα αυτό, αμυντικά, κωλύει κατ’ αρχήν την ακούσια αφαίρεση της ιθαγένειας και την αποκλείει πλήρως εφόσον έτσι καταλήγει να στερείται οιασδήποτε ιθαγένειας.[xvii] Περαιτέρω όμως θετικά επιβάλλει σε μια δημοκρατική έννομη τάξη να παρέχει ειδική προστασία ή άσυλο σε πρόσωπα που έχουν στερηθεί κάθε ιθαγένεια, δηλαδή τους ανιθαγενείς, ή που η χώρα την ιθαγένεια της οποίας φέρουν, αντί να τους προστατεύει, τους διώκει ή τους εκθέτει σε αφόρητο κίνδυνο (πολιτικοί πρόσφυγες). Η υποχρέωση όμως που απορρέει και από το διεθνές συμβατικό δίκαιο της Νέας Υόρκης (1961) και της Γενεύης (1953) αντίστοιχα, αφορά την διασφάλιση ενός ειδικού καθεστώτος προστασίας όχι κατ’ ανάγκην την πολιτογράφηση, ακόμη κι αν αυτή ενθαρρύνεται ρητώς. Πάντως, επιβάλλεται το κράτος υποδοχής να διενεργήσει ό,τι είναι αναγκαίο για την εκκαθάριση της όποιας εκκρεμότητας περί την ιθαγένεια, διευκολύνοντας την πολιτογράφησή του.
Το ίδιο δικαίωμα στην ιθαγένεια επιβάλλει επίσης να αποτρέπονται οι εκκρεμότητες ιθαγενειακής φύσεως σε όλα τα παιδιά που γεννιώνται στην χώρα και για οποιοδήποτε λόγο δεν παίρνουν από τη γέννηση την ιθαγένεια κάποιας χώρας ή αν η χώρα αυτή δεν μπορεί να καθορισθεί. Αυτό αποτελεί ήδη περιεχόμενο πολλών κωδικών ιθαγενείας εν ισχύ και ρυθμίζεται και διεθνώς από σειρά συμβάσεων για τα δικαιώματα του παιδιού. Όλες αυτές οι περιπτώσεις ειδικής προστασίας επιδρούν στην κτήση της ιθαγένειας της χώρας υποδοχής διορθωτικά, ως μορφές αποκατάστασης εκτάκτων διαταραχών της αρχής ότι καθένας θα πρέπει να έχει μια ιθαγένεια, που θα δίνει στοιχειώδη πραγματικότητα στα δικαιώματά του ως ανθρώπου. Η σχέση των προσώπων αυτών με την πολιτική κοινότητα της οποίας κατ’ εξαίρεση ή, κατόπιν ειδικής διευκόλυνσης, θα γίνουν μέλη της οφείλεται στο ότι αυτά τα πρόσωπα βρέθηκαν υπ’ αυτές τις έκτακτες περιστάσεις (λ.χ. ο βίαιος διωγμός κάποιου πληθυσμού ή η εγκατάλειψη ενός βρέφους) υπό την γεωπολιτική δικαιοδοσία της. Το δικαίωμα στην ιθαγένεια, ως ανθρώπινο δικαίωμα, αναδεικνύει εν προκειμένω την εδαφικότητα της σχέσης των προσώπων αυτών με συγκεκριμένη έννομη τάξη, που τα φιλοξενεί, σε λόγο κτήσης της ιθαγένειας κατ’ απόκλιση του δικαίου του αίματος εν όψει του εκτάκτου των περιστάσεων (δίκαιο του εδάφους, jussoli).
Έτσι, την ίδια στιγμή που η εξαιρετικότητα των περιστάσεων προσδίδει άμεση κανονιστική δύναμη στο ανθρώπινο δικαίωμα στην ιθαγένεια, μετατρέποντάς το σε βάση κτήσης της ιθαγένειας συγκεκριμένης χώρας, θέτει ταυτοχρόνως και στενά όρια στην πρακτική εμβέλειά του. Οσοδήποτε πολλά και αν είναι τα πρόσωπα ως προς τα οποία συντρέχουν σήμερα στη χώρα μας τέτοιες έκτακτες περιστάσεις, ο αριθμός τους οπωσδήποτε υπολείπεται κατά πάρα πολύ του συνολικού αριθμού των αλλοδαπών που ζουν νόμιμα και μακρόχρονα στην Ελλάδα. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν στη χώρα μας όχι κυνηγημένοι αλλά αναζητώντας απλώς πόρους επιβίωσης ή μια καλύτερη ζωή και εξακολουθούν να διατηρούν την ιθαγένεια της χώρας προέλευσής τους. Τι σημασία τότε θα είχε η αναγνώριση της κρισιμότητας ενός δικαιώματος του ανθρώπου στην ιθαγένεια προκειμένου να απαντήσουμε ως Ελληνικός λαός το πιεστικό ερώτημα με ποιο καθεστώς όλοι οι αυτοί οι άνθρωποι που αποτελούν πια αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας της κοινωνικής μας ζωής θα εξακολουθήσουν να συμβιώνουν μαζί μας σε βάθος χρόνου; Η απουσία εκτάκτων περιστάσεων όσον αφορά τον δεσμό τους με την χώρα προέλευσής τους ή/και την φυσική παρουσία τους στη χώρα μας φαίνεται πράγματι να αποκλείει κατ’ αρχήν την υποχρέωση της δημοκρατίας μας να εκδηλώσει κάποια ειδική μέριμνα σχετικά με την ιθαγένειά τους. Στην προοπτική ωστόσο της διηνεκούς συμβίωσης μαζί τους, τα πρόσωπα αυτά, ενώ θα συμμετέχουν ή συμμετέχουν ήδη πλήρως στην κοινωνική ζωή της χώρας για το διηνεκές μέλλον, δεν μπορούν να συμμετέχουν στον προσδιορισμό των όρων της κοινωνικής τους ζωής, δηλαδή της συμβίωσής τους μαζί μας, παρά μόνον έμμεσα: δηλαδή μέσα από την προστασία που παρέχει στους πολίτες η χώρα ιθαγένειάς τους με τις διπλωματικές αντιπροσωπείες της στην αλλοδαπή. Κατά συνέπεια το ζήτημα που εγείρεται σε βάθος χρόνου για τη δημοκρατία μας έχει να κάνει όχι με το αν τα πρόσωπα αυτά έχουν ή δεν έχουν ως άνθρωποι ένα δικαίωμα στην ιθαγένεια, αλλά με το αν το δικαίωμα αυτό, που αναμφίβολα έχουν ως άνθρωποι, έχει κάποια πραγματική αξία για αυτούς.
Στο βαθμό που αυτό αφορά ανθρώπους που ζουν μόνιμα υπό την δικαιοδοσία της Ελληνικής δημοκρατίας, το όλο ζήτημα έχει μοιραία να κάνει με το πώς κατανέμει η δημοκρατία μας το θεμελιώδες αγαθό της πολιτικής συμμετοχής μέσα στον πληθυσμό που εξίσου αποτελεί αναπόσπαστο παράγοντα της κοινωνικής ζωής της χώρας. Αυτό όμως δεν αποτελεί θέμα διεθνούς δικαίου ή κάποιου υπερθετικού jusgentium των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Είναι ζήτημα κανόνων συγκρότησης του λαού επί τη βάσει κριτηρίων που υλοποιούν την δημοκρατική ισότητα στην κατανομή των δημοσίων αγαθών και, κυρίως την ίση πολιτική ελευθερία για κάθε μέλος της κοινής συμβίωσης στο διηνεκές. Κι αυτό σημαίνει ότι τίποτα σε μια δημοκρατία άξια του ονόματός της δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο μιας συγκεκριμένης κατηγορίας, ούτε καν αυτή η ιθαγένεια, η ιδιότητα του μέλους της δημοκρατικής πολιτικής κοινότητας, αλλά θα πρέπει να είναι προσιτό στον καθένα. Από τη σκοπιά αυτή, το Σύνταγμά μας υποχρεώνει τον νομοθέτη να μεριμνά για την αξία που έχει για τους αλλοδαπούς που ζουν μακρόχρονα στη χώρα μας το δικαίωμα τους στην ιθαγένεια.
Jus nexi vel intetgrationis[xviii]
Είπα παραπάνω ότι, παρά τους επίμονους ισχυρισμούς της θεολογίας των δικαιωμάτων, στη δημοκρατική ισότητα δεν αντίκειται κατ’ αρχήν το γεγονός ότι το να μην έχουν οι αλλοδαποί πολιτικά δικαιώματα στην κοινωνία όχι μόνον δεν παραβιάζει την δημοκρατική ισότητα αλλά είναι και όρος συγκρότησης των πολιτικών κοινωνιών. Πρόκειται αντίθετα για κάτι το συμφυές με την θεμελιώδη ελευθερία των προσώπων να αποδημούν χωρίς να χάνουν την ιθαγένειά τους. Αυτό σημαίνει ότι, σε περιστάσεις ιδανικής θεωρίας, τα δικαιώματα του αλλοδαπού πολίτη γίνονται σεβαστά και προστατεύονται υπό τους όρους που διαπραγματεύεται και επιβάλλει στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου η χώρα της ιθαγένειάς του.
Βέβαια το τι είδους προστασία μπορεί να απολαμβάνει κανείς από τη χώρα του, όταν έχει μεταναστεύσει στο εξωτερικό, εξαρτάται από την ποιότητα και τις δυνατότητες της κρατικής της οργάνωσης την οποία –θεωρητικά πάντα- ο απόδημος συγκαθορίζει με τα πολιτικά του δικαιώματα. Πόσες χώρες όμως είναι σήμερα πραγματικά σε θέση να διεκπεραιώσουν πλήρως την υποχρέωση που απορρέει από τον δεσμό της ιθαγένειας; Αν εξαιρέσει κανείς τους τουρίστες και τους επιχειρηματίες, οι περισσότεροι αλλοδαποί σήμερα στη χώρα μας έχουν αποδημήσει επειδή, κατά τεκμήριο, οι χώρες τους, λόγω της οικονομικής ή/και πολιτικής τους κατάστασης, δεν μπορούν να τους προσφέρουν ευκαιρίες για προκοπή, ενδεχομένως δε, ούτε καν αυτές τις βασικές εγγυήσεις μέριμνας και ασφάλειας που θα τους επέτρεπαν να ζουν εκεί αξιοπρεπώς και χωρίς διαρκή κίνδυνο. Θα ήταν υποκριτικό να θεωρεί κανείς ότι όσοι προέρχονται από τέτοιες χώρες, οι κατ’ εξοχήν δηλαδή μετανάστες μας, τελούν ως πρόσωπα σε μια σχέση έστω και ελάχιστο ισότιμη με τους Έλληνες πολίτες, όταν πολιτειακός παράγοντας που φέρει σε τελική ανάλυση την ευθύνη της μέριμνας υπέρ αυτών είναι ανίκανος ή αδιαφορεί. Από την άλλη όμως πολλοί θα έλεγαν ότι η κακοτυχία να έχεις την ιθαγένεια τέτοιας χώρας είναι ίσως λόγος περισσότερο ανθρωπιστικής μεταχείρισής σου από την πιο τυχερή χώρα στην οποία έχεις μεταναστεύσει, όχι όμως και επαρκής λόγος να σε κάνει πολίτη της.
Διαφορετικά όμως φαίνονται τα πράγματα αν αντί για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του κράτους προέλευσής του αλλοδαπού εστιάσει κανείς στο γεγονός ότι, ασχέτως του λόγου που τον οδήγησε στη χώρα μας, αυτός την έχει ενδεχομένως καταστήσει πραγματική βάση και επίκεντρο των βιοτικών του σχεδίων και δραστηριοτήτων: έμαθε τη γλώσσα και τις ιδιοτροπίες των ντόπιων, πρόκοψε στη δουλειά, έκανε οικογένεια και φίλους και τηρεί τις υποχρεώσεις του απέναντι στο κράτος. Με μια λέξη, για να χρησιμοποιήσω ένα όρο του συρμού τα τελευταία χρόνια, έχει «ενταχθεί».
Ο όρος αυτός μολονότι υπονοεί μια πορεία προς έναν στόχο, είναι στατικός γιατί η επίτευξη του στόχου φαίνεται να τον εξαντλεί νοηματικά. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Γιατί η ένταξη συνεπάγεται και την οριστική κατακύρωση στο πρόσωπό σου ενός ρόλου που σε απορροφά πλέον πλήρως: τον ρόλο του κανονικού παίκτη μαζί με τους πολίτες της χώρας που σε φιλοξενεί στο πιο δυναμικό και καθολικό κοινωνικό παιχνίδι, την κοινωνική ζωή.
Από τη σκοπιά αυτή τα τυχόν κοινωνικά δικαιώματα που απολαμβάνεις δεν φαίνονται πια σαν ελεήμων παραχώρηση του κοινού νομοθέτη ή προϊόν ανταποδοτικότητας, αλλά σαν θεσμική κατοχύρωση του δυναμικού σου ρόλου στην κοινωνία όπου έχεις ενταχθεί και συμμετέχεις: είναι η κοινωνική σου ιθαγένεια. Ακόμη και αν διατηρείς την ιθαγένεια της χώρας καταγωγής σου και δεν έχεις ποτέ εγκαταλείψει τη σκέψη της επιστροφής, το να παίζεις τον νέο σου αυτό ρόλο για πολύ καιρό στερούμενος την πολιτική ιθαγένεια της χώρας όπου ζεις αρχίζει να γίνεται ιδιαίτερα προβληματικό. Μπορεί να σου αναγνωρίζονται πλήρως ατομικά δικαιώματα και να απολαμβάνεις τα περισσότερα ή και όλα τα διαθέσιμα και στους πολίτες της χώρας κοινωνικά δικαιώματα. Η προσωπική σου αυτονομία ωστόσο φαντάζει ανάπηρη και επισφαλής γιατί πολιτική σου αυτονομία έχει ονομαστική μόνον αξία: από τη μια τα πολιτικά σου δικαιώματα, αν έχεις, αφορούν τη ρύθμιση της καθημερινής ζωής μιας άλλης κοινωνίας χωρίς ουσιώδη επιρροή στη ζωή της κοινωνίας όπου πραγματικά ζεις, από την άλλη στερείσαι τη δυνατότητά να συμπροσδιορίζεις μαζί με τους λοιπούς παίκτες τους όρους του κοινωνικού παιχνιδιού στο οποίο πραγματικά συμμετέχεις και απ’ όπου αντλείς πραγματικά την κοινωνική σου επιβεβαίωση ως πρόσωπο[xix].
Την capitisdeminutio, δηλαδή τη θεσμισμένη υποτίμηση του άλλου ως προσώπου με αξίωση αυτοπροσδιορισμού την υλοποιούν υποδειγματικά ως κοινωνικά περιστατικά σε επίπεδο σχολικής κοινότητας η παράκαμψη των αλλοδαπών μαθητών στις θεσμισμένες τιμητικές διακρίσεις. Ας ξεχάσουμε προς στιγμήν το μιλιταριστικό παρελθόν και περιβάλλον της μαθητικής σημαιοφορίας και ας παρακάμψουμε το γεγονός ότι τα περιστατικά αυτά καλύφθηκαν επιχειρηματολογικά με την επίκληση του παραδόξου να σηκώνει τα εμβλήματα του Γένους κάποιος που δεν ανήκει σε αυτό. Είναι αντίθετο με τη λογική του δημοκρατικού παιγνίου να γίνεσαι δεκτός στο κοινωνικό παιχνίδι, λ.χ. της σχολικής επίδοσης, αλλά να μην απολαμβάνεις τις θεσμισμένες συνέπειες της επιτυχούς σου συμμετοχής. Αυτό που προσβάλλεται εν προκειμένω δεν είναι μόνον κάποια αφηρημένη ισότητα, αλλά η ίδια σου η υπόσταση ως πρόσωπο: ότι και να επιτύχεις, επίσημα θα είσαι πάντα κατώτερος, β΄ κατηγορίας πολίτης σημαίνει πρόσωπο δεύτερης κατηγορίας.
Το Σύνταγμά μας στο πιο γόνιμο ίσως άρθρο του έχει μια απροσδόκητη λεπτομέρεια. Δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην οικονομική, κοινωνική και, προσοχή, πολιτική ζωή της χώρας αναγνωρίζει το άρθρο 5 § 1 όχι μόνον στους έλληνες πολίτες αλλά στον καθένα εντός δικαιοδοσίας ελληνικού κράτους. Τι εννοεί άραγε το Σύνταγμα όταν μιλάει για συμμετοχή στη πολιτική ζωή του καθένα που δεν είναι έλληνας πολίτης; Νομίζω ότι, με δεδομένο τον κεντρικό ρόλο της προσωπικής αυτονομίας στο δημοκρατικό μας πολίτευμα, το Σύνταγμά απαιτεί να επισφραγίζεται η συμμετοχή του οιουδήποτε στην οικονομική και κοινωνική ζωή, και στο μέτρο της έντασης της συμμετοχής αυτής, με την ικανότητά του να συμπροσδιορίζει πολιτικά και τους όρους της. Και αυτό ανεξάρτητα από το αν προέρχεται από μια ισχυρή ή μια ανίσχυρη και ταραγμένη χώρα. Αυτό άλλωστε εξηγεί την φυσικότητα με την οποία λίγο πολύ τείνουμε να αντιλαμβανόμαστε σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως πρώτη πιθανή θεσμική συνέπεια της κοινωνικής ένταξης ενός αλλοδαπού: τη δυνατότητα συμμετοχής του στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα αυτό ανατρέπει εκ των πραγμάτων την δυαδική σχέση στατικής αντίθεσης πολίτης/ξένος με την οποία έχουμε εθιστεί να αντιλαμβανόμαστε το πολιτικό ζήτημα της αλλοδαπότητας. Η σχέση αυτή προσλαμβάνει πλέον την προοπτική και τον δυναμισμό μιας πορείας που εκκινεί από την είσοδο του αλλοδαπού στη χώρα, παρακολουθεί την εντεινόμενη ένταξή του, υποστηρίζοντάς τη με κατάλληλα θεσμικά μέτρα και διευκολύνσεις, όπως οι θεσμοί της οικογενειακής συνένωσης και της άδειας του επί μακρόν διαμένοντος, και αύριο η δημοτικής ψήφος, για να καταλήξει σε αυτό που καταξιώνει το να ζεις σε μια δημοκρατία: τα πλήρη δικαιώματα του πολίτη.
Από τη δημοκρατία των αρχαίων σε αυτή των μοντέρνων:
όχι πια μέτοικοι
Από τη σκοπιά λοιπόν της δημοκρατικής ισότητας, η διατήρηση όλων των προσώπων αυτών διηνεκώς σε καθεστώς αλλοδαπότητας φαίνεται ιδιαίτερα προβληματική. Το να ανεχόμαστε σε βάθος χρόνου τα πρόσωπα αυτά να έχουν μια θέση υποδεέστερη από εμάς, με τους οποίους συμβιώνουν, είναι σαν να ανεχόμαστε και να διατηρούμε στη δημοκρατία μας πολίτες β΄ κατηγορίας, όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν τους μετοίκους. Ο σεβασμός και η προαγωγή της προσωπικής αυτονομίας του καθενός υπέρ των οποίων είναι καταστατικά δεσμευμένη η δημοκρατία μας αποκλείουν σήμερα ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η αρχή του αν είσαι ξένος, θα παραμείνεις καταναγκαστικά ες αεί ξένος θα προσέκρουε ευθέως στον δημοκρατικό χαρακτήρα του Συντάγματός μας. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιο δικαίωμα του ανθρώπου στη δημοκρατική ιθαγένεια. Στο κάτω κάτω το αν μια χώρα είναι δημοκρατική ή όχι είναι κάτι που το κάνουν οι πολίτες της. Μέσα σε μια δημοκρατία όμως όπως φιλοδοξεί να είναι η δική μας, το να μπορείς να γίνεις πολίτης της υπό κάποιους γενικούς αλλά εφικτούς όρους που ορίζει ο νόμος είναι εν τέλει δικαίωμα. Και μάλιστα είναι δικαίωμα πολιτικό, όχι ατομικό, είναι αξίωση μεν αλλά για συμμετοχή. Είναι εν τέλει ο ισχνός κανονιστικός πυρήνας της εφαρμογής του άρθρου 5 § 1 του Συντάγματος στην περίπτωση των αλλοδαπών.
Το δικαίωμα αυτό δεν διαθέτει αυτοτελή άμεση ισχύ από μόνο του, γιατί η ικανοποίηση της αξίωσης, που περιέχει, αποτελεί ένα διαπλαστικό ενέργημα, αυτό της ατομικής διοικητικής πράξης της πολιτογράφησης με την οποία κάποιος γίνεται μέλος του λαού. Το δικαίωμα αυτό ενεργοποιείται κατ’ ανάγκην μέσα σε ένα πλαίσιο από θεσμικά εργαλεία, πρακτικές, ειδικές διαδικασίες και ειδικούς όρους που ορίζει ο νόμος, δηλαδή το κατά περίπτωση ισχύον δίκαιο της ιθαγένειας. Κατά συνέπεια, στην αρμόδια νομοθετούσα αρχή εναπόκειται να ορίζει τους όρους υπό τους οποίους κάποιος πολιτογραφείται. Γιατί σε αυτήν απόκειται να ιδρύσει και να συντηρήσει θεσμικά ως υλικό σύνταγμα της καθημερινότητας το πραγματολογικό πλαίσιο που το δικαίωμα στην ιθαγένεια αναγκαία προϋποθέτει. Όλες τα δικαιώματα αποκτούν πραγματικό αντίκρυσμα μόνο με τη διαμεσολαβητική παρεμβολή του νόμου και του νομοθέτη ως αναγκαίων μηχανισμών ενεργοποίησης (enablers) της πρακτικής τους δύναμης.
Ο ίδιος ωστόσο ο θεσμός της πολιτογράφησης αποτελεί μια μη παρακάμψιμη συνταγματική αναγκαιότητα που απορρέει από τον δημοκρατικό χαρακτήρα του Συντάγματός μας. Αυτό καταδεικνύει και την μετανομική λειτουργία του δικαιώματος στην ιθαγένεια: πρόκειται για ένα δικαίωμα για δικαιώματα, ένα δικαίωμα δεύτερου βαθμού που κινητοποιεί και δεσμεύει τον δημοκρατικό νομοθέτη στο να πάρει μια απόφαση για το πώς πολιτογραφείσαι. Κατά συνέπεια, όπως είπα και με ευκαιρία των αρχαίων μετοίκων, θα ήταν οπωσδήποτε αντισυνταγματική η παράλειψη του νόμου να προβλέψει πρακτικά εφικτές προϋποθέσεις και διαδικασίες υπό τις οποίες κάποιος ξένος γίνεται πια πολίτης. Θα ήταν με άλλα λόγια αντισυνταγματική η τυχόν αποκλειστικότητα της αρχής του αίματος: Έλληνας και γεννιέσαι, και γίνεσαι.
Νομοθέτες, δικαστές και δημοψήφισμα
Το ποιες είναι οι προϋποθέσεις αυτές αποτελεί το κατ’ εξοχήν αντικείμενο της κυρίαρχης βούλησης του λαού και των εκλεγμένων αντιπροσώπων του. Σε αυτόν τον δημοκρατικό νομοθέτη εναπόκειται επίσης να συνδέει τους όρους πολιτογράφησης με τη μεταναστευτική πολιτική της χώρας, μετατρέποντάς τη σε μηχανισμό κινητροδοσίας σε ορισμένες ομάδες αλλοδαπών (λ.χ. ομογενείς), ελεγχόμενης δημογραφικής ανανέωσης ή τόνωσης της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής ειρήνης. Γι’ αυτό και αποτελεί υφαρπαγή νομοθετικής εξουσίας από τον δικαστή το να παρεμβαίνει προσδιοριστικά στο περιεχόμενο της πολιτικής αυτής επιλογής της λαϊκής πλειοψηφίας, και μάλιστα κατ’ επίκληση μιας εθνικής μεταφυσικής.
Ο δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας αποτελεί καθοριστικής σημασίας εγγύηση απέναντι σε επιλογές λαϊκών πλειοψηφιών που θα απέβλεπαν μέσω της ρύθμισης των όρων και της διαδικασίας πολιτογράφησης να παρακάμψουν τα όρια που θέτει το Σύνταγμα στην εξουσία της λαϊκής αντιπροσωπείας. Πρόκειται κατ’ αρχήν για τα όρια που τίθενται ως εγγύηση του ανόθευτου της δημοκρατικής διαδικασίας. Έτσι λ.χ. μια αληθινή μαζική πολιτογράφηση ή μια αιφνίδια πολιτοποίηση θα μπορούσε πράγματι να είναι για κάποιους ένα μέσο στη προσπάθειά τους να επηρεάσουν το αποτέλεσμα επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Ο δικαστής όμως αποτελεί κατ’ εξοχήν θεσμικό ανάχωμα έναντι προσπαθειών να παρακαμφθούν τα θεμελιώδη δικαιώματα και η δημοκρατική ισότητα. Τέτοιος τρόπος θα ήταν λ.χ. το να συμπεριλάβει κάποια πλειοψηφία που συνέχεται με ιδιαίτερους, εξωπολιτικούς δεσμούς όπως η κοινή καταγωγή, η θρησκευτική πίστη κ.α. τέτοια εθνολογικά ή ανθρωπολογικά στοιχεία ως όρους πολιτογράφησης (λ.χ. να είσαι λευκός ή να μην είσαι μουσουλμάνος ή κομμουνιστής.)
Στο πλαίσιο αυτό ο δικαστικός έλεγχος στη χώρα μας όφειλε να είχε απαλλάξει προ πολλού εαυτόν από την αυταρχικής έμπνευσης θεωρία των πράξεων διακυβερνήσεως, και να είχε επισημάνει το απαράδεκτο για ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου αδέσμευτο της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης όσον αφορά την πολιτογράφηση ενός αλλοδαπού, που προβλεπόταν σε όλες τις εκδοχές του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας μέχρι τον Ν. 3838/2010. Δυστυχώς με ευκολία «αυτοπεριορίστηκε» δραστικά ιδίως λόγω του φλέγοντος «εθνικού» χαρακτήρα του θέματος και μόλις την τελευταία δεκαετία είχε αρχίσει να αμφισβητεί ορισμένες διαδικαστικές και δικονομικές πτυχές του δικαίου της πολιτογράφησης. Κατά την έννοια αυτή, οι ρυθμίσεις του νέου Κώδικα Ελληνικής ιθαγένειας, επιβάλλοντας, το πρώτον, καθήκον αιτιολογίας και προθεσμίες στη διοίκηση, αποκαθιστούν μια συνταγματική νομιμότητα για την τήρηση της οποίας όφειλαν να επαγρυπνούν τα δικαστήρια και μάλιστα τα διοικητικά.
Χαράσσοντας την επικράτεια εντός της οποίας κινείται θεμιτά ο έλεγχος συνταγματικότητας του δημοκρατικού νομοθέτη στα ζητήματα ιθαγένειας προσδιορίζουμε εν τέλει και την κανονιστική εμβέλεια του ιδιότυπου αυτού θεμελιώδους δικαιώματος που είναι το δικαίωμα στην ιθαγένεια, τουλάχιστον στην ελληνική έννομη τάξη. Έτσι όμως αποσαφηνίζονται πλήρως και οι όροι εντός των οποίων μπορεί να διεξαχθεί νοήμων συζήτηση σχετικά με το αν τα ζητήματα ιθαγένειας μπορούν υπό τη συνταγματική μας τάξη να κρίνονται με δημοψήφισμα. Συνιστά εγκλωβισμό σε αδιέξοδο το μονοκόμματο δίλημμα «δικαίωμα ή ζήτημα κρατικής κυριαρχίας». Η ιθαγένεια έχει αρκετή δόση και από τα δύο.
Με βάση τα όσα είπα παραπάνω υπάρχουν ζητήματα ιθαγένειας που δεν θα μπορούσαν να τεθούν σε δημοψήφισμα και αυτό γιατί συνδέονται πράγματι με την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και την τήρηση της δημοκρατικής ισότητας, ώστε να μην συγχωρείται να διακινδυνεύσουν από μια ευκαιριακή λαϊκή πλειοψηφία είτε έμμεση, στη βουλή, είτε και άμεση, σε δημοψήφισμα. Τέτοιο ζήτημα ακριβώς θέτει η συνταγματική αναγκαιότητα της πολιτογράφησης. Όπως υπογράμμισα και παραπάνω, η δημοκρατική ισότητα αποκλείει το αγαθό της ιδιότητας του πολίτη να μένει απρόσιτο ες αεί σε κάποιον που κατά τα λοιπά συμμετέχει κανονικά ως παίκτης στη κοινωνική ζωή. Γι΄ αυτό και ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να καταργήσει ή να καταστήσει πρακτικώς ανέφικτη την πολιτογράφηση. Αντίστοιχα, δεν θα μπορούσε με συνταγματικά θεμιτό τρόπο να επαναφέρει τη θεσμισμένη αδιαφάνεια και αυθαιρεσία τηςraisond’ état, εξαιρώντας εκ νέου τα ζητήματα ιθαγένειας από τις συνήθεις, βασικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Αυτά αποτελούν πράγματι συνταγματικά «κεκτημένα».
Αντίθετα, τίποτα δεν εμποδίζει να τεθούν στη δοκιμασία της απ’ ευθείας λαϊκής ετυμηγορίας τα ζητήματα εκείνα που ανήκουν και στο πεδίο του όπου ο νομοθέτης αποφασίζει με απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Και, στο μέτρο που όπως είδαμε, δεν προσβάλλονται εμμέσως τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι δημοκρατικές διαδικασίες, τα ζητήματα αυτά είναι ακριβώς οι όροι και οι διαδικασίες υπό τις οποίες κάποιος, ο καθένας που έχει τα γενικά προσόντα του νόμου, πολιτογραφείται Έλληνας πολίτης. Έτσι, λ.χ. το αν τα χρόνια της προηγούμενης νόμιμης διαμονής του αιτούντος αλλοδαπού θα είναι 5 ή 10 ή το επίπεδο ελληνομάθειας που θα πρέπει να διαθέτει ο ενδιαφερόμενος φυσικά και θα μπορούσαν να τεθούν σε δημοψήφισμα. Άρα και το αν τα παιδιά της λεγόμενης δεύτερης γενιάς θα μπορούν να γίνουν Έλληνες με ειδική διαδικασία από τη γέννησή τους μόλις τελειώσουν επαρκή αριθμό σχολικών τάξεων ή αν, αντίθετα, θα την παίρνουν την ιθαγένεια μόνον στα 18 τους και εφόσον έχουν εκπληρώσει κάποιος όρους (λ.χ. έχουν διαγωγή «κοσμιωτάτη») ή μετά από ειδικό έλεγχο, είναι ζήτημα που θα μπορούσε φυσικά να τεθεί και σε δημοψήφισμα.

Το αν κάτι θα αποτελέσει αντικείμενο δημοψηφίσματος αποτελεί μια κορυφαία πολιτική απόφαση της βουλής. Η ομαλή πολιτειακή λειτουργία του δημοψηφίσματος προϋποθέτει νηφαλιότητα και ψυχραιμία. Επειδή ακριβώς η συνδρομή των αρετών δεν είναι ανά πάσα στιγμή δεδομένη στο δημοκρατικό πλήθος ούτε έλειψαν ποτέ ανάμεσά του οι πλειοδότες σε λαϊκισμό όλων των αποχρώσεων, οι δημοκρατίες έχουν βουλές.



[i] Π.Δ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1991, σελ. 1151 – 1164 και Ζωή Παπασιώπη-Πασιά, Δίκαιο Ιθαγένειας, 8η έκδοση,εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2011 και της ίδιας, Δίκαιο Καταστάσεως Αλλοδαπών, 3η έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2011
[ii] Βλ. έτσι Αριστόβουλου Ι. Μάνεση, Συνταγματικά δικαιώματα, ατομικές ελευθερίες α΄, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 31-35.
[iii] Την ιδέα της πολιτικής ελευθερίας ως μη υποταγή στην αυθαίρετη εξουσία κάποιου άλλου δανείζομαι από τον Philip Pettit, Republicanism, ATheoryofFreedomandGovernment, Oxford University Press, Oxford 1997.
[iv] Η ιδέα της κοινωνικής ιθαγένειας προέρχεται από τον T. H Marshall, Citizenshipandsocialclassandotheressays, Cambridge University Press, Cambridge 1950.
[v] Βλ. έτσι αντί άλλων Michael Walzer, SpheresofJustice, A Defense of Pluralism and Equality, Basic Books Inc., New York 1983, σ. 31 επ.
[vi] Ζωή Παπασιώπη-Πασιά, Δίκαιο Ιθαγένειας, 8η έκδοση,εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2011, σελ. 12-13 (άρθρο 1 Σύμβαση Χάγης 1930 σχετικά με τις συγκρούσεις ιθαγενειών σύμφωνα με το οποίο «σε κάθε κράτος ανήκει το δικαίωμα να ορίσει με τη νομοθεσία του ποιοι είναι οι υπήκοοί του»). Ωστόσο, στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Ιθαγένεια του Συμβουλίου της Ευρώπης η αρμοδιότητα κάθε κράτους να καθορίσει σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο τους πολίτες του προβλέπεται όχι ως «δικαίωμα» αλλά ως υποχρέωση, ενώ σύμφωνα με την παρ.2 του ίδιου άρθρου «Το εσωτερικό δίκαιο τυγχάνει της αποδοχής των άλλων κρατών εφόσον είναι εναρμονισμένο με τις ισχύουσες διεθνείς συμβάσεις, το διεθνές εθιμικό δίκαιο και τις γενικά αναγνωρισμένες στα θέματα ιθαγένειας αρχές δικαίου».
[vii] Ζωή Παπασιώπη-Πασιά, Δίκαιο Ιθαγένειας, 2η έκδοση,εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1994, σελ. 101-103. Βλ. σχετικά απόφαση Ολομέλειας ΣτΕ 2279/1990, αλλά και απόφαση Δ΄ Τμήμα ΣτΕ 1242/2007 και σχετικό σχόλιο Μ. Τσαπόγας «Το αναιτιολόγητο απορριπτικών αποφάσεων επί αιτήσεων πολιτογράφησης», ΕφημΔΔ, τ.2/2008, σελ. 207-210.
[viii] Citizenship for Immigrants, Federal Convention Speech, August 9, 1787 (PJM, X, 141), στο Ralph Ketcham (ed.), Selected Writings of James Madison, Hackett Publishing Company, Inc. Indianapolis/Cambridge, σ. 76-7
[ix] Πρβλ. σχετικά την διαχρονικά χρήση του θεσμού της αφαίρεσης της ιθαγένειας για τους σκοπούς αυτούς στη χώρα μας, Ν. Αλιβιζάτου, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974, Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1986, σ. 487 επ.
[x] Βλ. έτσι την 350/2011 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ, που παραπέμπει στην Ολομέλεια με ερώτημα περί συνταγματικότητας ορισμένες διατάξεις του ν. 3838/2010. Επισημαίνεται ότι στην εκφώνηση των εφαρμοστέων διατάξεων η § 3 του άρθρου 1 του Συντάγματος παραλείπονται από παραδρομή οι λέξεις «αυτού και» από το συνταγματικό κείμενο, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι όλες οι εξουσίες που πηγάζουν από τον λαό πρέπει να ασκούνται υπέρ του έθνους και όχι υπέρ αυτού του ιδίου.
[xi] Πρβλ. την πάντα επίκαιρη κριτική των απόψεων που αναζητούν υπερσυνταγματικές πηγές νομιμοποίησης της δράσης των πολιτειακών οργάνων από τον Αρ. Μάνεση, Συνταγματικό δίκαιο Ι, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 174-6.
[xii] Πρβλ. Ρήγα Βελεστινλή, Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας, «Άρθρ. 7. Ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου τούτου χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου. Έλληνες, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένιδες, Τούρκοι και κάθε άλλο είδος γενεάς. … Άρθρ. 21. Παρασταίνει όλον το έθνος το πλήθος του λαού, το οποίον είναι θεμέλιον της εθνικής παραστήσεως, και όχι μόνον οι πλούσιοι ή οι προεστοί».
[xiii] Στην κατεύθυνση αυτή συγκλίνει ένα ευρύτατο φάσμα απόψεων από τις οργανώσεις άρνησης των πολιτικών συνόρων (No Border!) έως τον φιλελεύθερο εξισωτισμό, Joseph H. Carens, Aliens and Citizens: The Case for Open Borders, στο Ronald Beiner (ed.) TheorizingCitizenship, State University of New York Press, New York 2005, σ. 229 επ.
[xiv] Βλ. έτσι Seyla Benhabib, Another Cosmopolitanism, Oxford University Press, Oxford 2006, σ. 35.
[xv] Το πόσο πραγματική και υλική μπορεί να είναι η προστασία που παρέχει μια πολιτική κοινότητα στο πρόσωπο και την περιουσία πολιτών της το καταδεικνύει επαρκώς στη διπλωματική ιστορία της χώρας μας η υπόθεση Πατσίφικο (1847-1850), όταν δηλαδή το βασιλικό Ελληνικό δημόσιο υποχρεώθηκε υπό αποκλεισμό του Πειραιά από αγγλικές κανονιοφόρους να αποζημιώσει έναν βρετανικής ιθαγένειας Πορτογαλοεβραίο, την κατοικία του οποίου είχε λεηλατήσει ο αθηναϊκός όχλος.
[xvi] Πρώτη λόγο έκανε για την ύπαρξη ενός δικαιώματος να έχει κανείς δικαιώματα η Hannah Arendt, TheOriginsofTotalitarianism, Harcourt Inc., San Diego/New York/London 1985, σ. 296 επ., επισημαίνοντας παράλληλα ότι χρειάστηκε το μαζικό κύμα παραγωγής ανιθαγενών του μεσοπολέμου για να αντιληφθούμε το περιεχόμενο και την αξία ενός δικαιώματος στην ιθαγένεια.
[xvii] Πρβλ. το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4 § 2 του Συντάγματος: «Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος».
[xviii] Για jusnexi, αντιλαμβανόμενοι ως ανάπτυξη ορισμένου ιδιαίτερου δεσμού (nexus) ή ενός ειδικού συμμετοχικού ενδιαφέροντος (the “stakeholder” principle) κάποια εκδοχή κοινωνικής ένταξης οι R. Bauböck, “Stakeholder Citizenship: An Idea Whose Time Has Come?” στο DeliveringCitizenship. The Transatlantic Council on Migration, Verlag Bertelsmann Stiftung Gütersloh 2008 και Α. Shachar, The Birthright Lottery. Citizenship and Global Inequality,: Harvard University Press, Cambridge, MA and London 2009.
[xix] Για τον αυτοσεβασμό ως βάση της δημοκρατικής ισότητας βλ. J. Rawls, ATheoryofJustice, Harvard University Press, Harvard Mass. 1999, σ. 386-9

Τα όρια της Αυτοδιοίκησης και των ΟΤΑ και ο Νομοθέτης

Του Μιχάλη Πικραμένου, Συμβούλου του ΣτΕ

Τα όρια της Αυτοδιοίκησης και των ΟΤΑ και ο Νομοθέτης

(Εισήγηση στη διημερίδα “Δημόσια Διοίκηση και Δημόσια Λειτουργήματα: Επισκόπηση της νομολογίας του Γ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας” . Πανεπιστήμιο Αθηνών 7 και 8 Νοεμβρίου 2011)

1. Το διοικητικό σύστημα της αυτοδιοίκησης συνίσταται στη δημιουργία οργανισμών που διαθέτουν δική τους νομική προσωπικότητα, έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και ασκούν αποφασιστικές αρμοδιότητες σε μια συγκεκριμένη ύλη της δημόσιας διοικητικής δράσης. Οι αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί υπηρετούν την εν ευρεία εννοία αποκέντρωση υπό την έννοια ότι αναλαμβάνουν τομείς διοικητικού έργου οι οποίοι αποσπώνται από τον κεντρικό θεσμό του κράτους που ελέγχει τη δράση των εν λόγω οργανισμών δια μέσου της εποπτείας. Οι οργανισμοί αυτοί δεν διαθέτουν όμως, σύμφωνα με τη συνταγματική μας τάξη, αυτονομία, δηλαδή δεν έχουν εξουσία αυτοτελούς θέσπισης κανόνων δικαίου παρά μόνον στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 43 παρ. 2 εδάφιο β’ του Συντάγματος νομοθετικής εξουσιοδότησης για τη ρύθμιση θεμάτων με λεπτομερειακό χαρακτήρα.
2. Ειδική κατηγορία αυτοδιοικούμενων οργανισμών αποτελούν οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης οι οποίοι κατοχυρώνονται στο ισχύον Σύνταγμα με το μακροσκελές άρθρο 102. Στις διατάξεις του άρθρου 102 του Συντάγματος καθιερώνονται τα ουσιώδη συστατικά στοιχεία της τοπικής αυτοδιοίκησης, ήτοι η διοικητική και οικονομική τους αυτοτέλεια, η ανάδειξη των οργάνων διοίκησης από το τοπικό εκλογικό σώμα και η ανάθεση συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων που αφορούν τη διοίκηση και διαχείριση όχι μόνον των τοπικών υποθέσεων αλλά και γενικών κρατικών υποθέσεων που επιλέγει ο νομοθέτης να μεταφέρει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.
3. Τα ανωτέρω στοιχεία συναπαρτίζουν το θεμελιώδες πλαίσιο επί του οποίου οικοδομείται η οργάνωση και λειτουργία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης από τον κοινό και κανονιστικό νομοθέτη. Τα ερωτήματα είναι: α) μπορεί ο νομοθέτης, μετά τη συγκρότηση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης επί τη βάσει των συστατικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν, να παρεμβαίνει στην οργάνωσή τους και να τους ανασυγκροτεί στη βάση διαφορετικού σχήματος; σε καταφατική περίπτωση υπόκειται σε δεσμεύσεις που συνυφαίνονται με τη συνταγματική κατοχύρωση της αυτοδιοίκησης; β) υπάρχουν όρια στην εξουσία του νομοθέτη να καθορίζει το περιεχόμενο που προσλαμβάνει η διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης στις επιμέρους πτυχές της που δεν ανήκουν στον συνταγματικώς κατοχυρωμένο πυρήνα τους;
4. Με την απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ 3194/1990, με την οποία κρίθηκε ο θεσμός των συνενώσεων, το Δικαστήριο αποτύπωσε ορισμένες βασικές αρχές σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι μεν δυνατή η νομοθετική κατάργηση ο.τ.α. με παράλληλη ανάθεση της διοίκησης των τοπικών υποθέσεων στην κεντρική διοίκηση, όμως δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η κατάργηση περισσότερων ο.τ.α. με τη συγχώνευση ή συνένωσή τους σε ενιαίο οργανισμό. Η συνένωση δε αυτή μπορεί να στηρίζεται όχι μόνον στη μη βιωσιμότητά τους αλλά και στην ανάγκη αναδιάρθρωση της διοικητικής διαίρεσης. Περαιτέρω έγινε δεκτό ότι η συνένωση δεν αποτελεί τοπική υπόθεση και επομένως δεν πάσχει από την άποψη του Συντάγματος αν έχει εκφρασθεί αντίθετη γνώμη των κατοίκων ή εκλογέων ή των μελών του συμβουλίου των υπό κατάργηση οργανισμών.
5. Το Γ’ Τμήμα του Δικαστηρίου, έχοντας υπόψη τα κριθέντα στην ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας, αντιμετώπισε στο πλαίσιο της αναιρετικής του αρμοδιότητας επί των εκλογικών διαφορών, λόγους περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ν. 2539/1997 με τις οποίες πραγματοποιήθηκε ευρύτατη αναδιάρθρωση των ο.τ.α.. Το Γ’ Τμήμα, με τις αποφάσεις 119/2001 και 1333/2000, απέρριψε τους σχετικούς λόγους στηριζόμενο στη βασική αρχή ότι ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να ανασυγκροτεί τους ο.τ.α. χωρίς να δεσμεύεται από την υφιστάμενη κατάσταση ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένων οργανισμών κατά το χρόνο που εκδηλώνεται η νομοθετική πρωτοβουλία. Ειδικά με την απόφαση 545/2001 κρίθηκε ως προς την κοινότητα ότι δεν κατοχυρώνεται υποχρεωτικά ως οργανωτική μονάδα, η δε διάκριση δήμου-κοινότητας είναι καταρχήν ποσοτική (πληθυσμιακή) και παρακολουθεί την ιστορική εξέλιξη των πληθυσμιακών μεγεθών. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να συναχθεί απαγόρευση κατάργησης των υφιστάμενων ο.τ.α. με δύο όμως σημαντικές δεσμεύσεις: α) η κατάργηση ο.τ.α. δεν επιτρέπεται να οδηγήσει στην παράλληλη ανάθεση τοπικών υποθέσεων σε όργανα της κρατικής διοίκησης και β) δεν θα ήταν επιτρεπτή η δημιουργία πρωτοβάθμιων ο.τ.α. τόσο ευρείας περιφέρειας ώστε να καταργείται η έννοια της τοπικότητας σε ένα πρώτο επίπεδο. Εδώ το Δικαστήριο θεωρεί ότι η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση στηρίζεται στο μέγεθος της πόλης υπό στενή ή ευρύτερη έννοια ( μικρών ή μεγαλύτερων γειτονικών οικιστικών μονάδων που αλληλοεξαρτώνται και μπορούν να αποτελέσουν λειτουργική, διοικητική και πολεοδομική ενότητα). Περαιτέρω, όμως, το Δικαστήριο έθεσε υπό τον έλεγχό του τις ρυθμίσεις του νομοθέτη σε δύο πεδία: σε ένα πρώτο πεδίο εξετάζει όχι μόνο την εισηγητική έκθεση του νόμου αλλά και το σύνολο των στοιχείων του φακέλου που συνοδεύει το νόμο αναζητώντας την αιτιολόγηση των επιλογών του νομοθέτη από την άποψη της τήρησης των κριτηρίων του Συντάγματος (γεωοικονομικά, κοινωνικά, συγκοινωνιακά κ.α.) προς το σκοπό της αποτελεσματικότερης και αποδοτικότερης για τους κατοίκους των νέων ο.τ.α. διοίκησης και διαχείρισης των τοπικών υποθέσεων, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της ισότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών από τους ο.τ.α. σε όλους τους πολίτες της επικράτειας. Σ’ ένα δεύτερο πεδίο το Δικαστήριο εξετάζει αν προβάλλεται ειδικός ισχυρισμός από τον δικαιολογούντα έννομο συμφέρον διάδικο και προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η συγκεκριμένη κατάργηση έγινε χωρίς, προδήλως, να ληφθούν υπόψη τοπικά κριτήρια συναπτόμενα με τις γεωοικονομικές, κοινωνικές και συγκοινωνιακές συνθήκες της περιοχής και χωρίς να συνδέεται με τη θεραπεία του σκοπού του νόμου.
6. Από τις ως άνω θέσεις της νομολογίας θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ναι μεν ο νομοθέτης διαθέτει ευρύτατα περιθώρια για ανασυγκρότηση των ο.τ.α. πλην υπόκειται σε δεσμεύσεις οι οποίες απορρέουν από το συνταγματικώς κατοχυρωμένο θεσμό της αυτοδιοίκησης που επιβάλλει οι επιλογές του να είναι κατάλληλα αιτιολογημένες. Η αιτιολογία δε αυτή των νομοθετικών επιλογών πρέπει να αφορά το συνολικό σχέδιο της αναδιάρθρωσης της διοικητικής διαίρεσης καθώς και τις επιμέρους ρυθμίσεις όταν προβάλλονται ειδικοί ισχυρισμοί για πρόδηλη παραγνώριση των συνταγματικών κριτηρίων κατά την αναδιάρθρωση συγκεκριμένων ο.τ.α. Τα ανωτέρω υποδηλώνουν ότι η ανασυγκρότηση των ο.τ.α. συνιστά μείζονα μεταβολή που προϋποθέτει ενδελεχή μελέτη εκ μέρους του αρμόδιου υπουργείου, που έχει την ευθύνη της σχετικής νομοθετικής πρωτοβουλίας, όλων των παραμέτρων που συγκαθορίζουν το εγχείρημα καθώς και στάδιο διαβούλευσης με τους πολίτες και τους υπό κατάργηση οργανισμούς οι οποίοι μπορούν να προβάλουν αντιρρήσεις, επικαλούμενοι στοιχεία για την προτεινόμενη μεταβολή, που πρέπει να τύχουν απάντησης με μνεία των δεδομένων που λαμβάνουν υπόψη τους οι αρμόδιες υπηρεσίες. Οι ανωτέρω υποχρεώσεις του νομοθέτη απορρέουν πρωτίστως από τη συνταγματική κατοχύρωση της αυτοδιοίκησης των ο.τ.α. και δευτερευόντως από το δικαίωμα αποτελεσματικής παροχής έννομης προστασίας και τη συνταγματική κατοχύρωση της αιτήσεως ακυρώσεως. Και τούτο διότι το διαβουλευτικό στάδιο στο οποίο μετέχουν οι πολίτες και οι υπό κατάργηση οργανισμοί, που προηγείται της εισαγωγής του νομοσχεδίου στη λαϊκή αντιπροσωπεία, λειτουργεί ανεξάρτητα από τυχόν προσφυγή στα δικαστήρια και μπορεί να έχει ως συνέπεια να πεισθούν οι αρμόδιες υπηρεσίες, οι έχουσες την ευθύνη της νομοθετικής πρωτοβουλίας, και να μεταβάλουν άποψη τόσο ως προς το σχέδιο της γενικής αναδιάρθρωσης της διοικητικής διαίρεσης όσο και ως προς τις επιμέρους διαρρυθμίσεις της προτεινόμενης μεταβολής.
7. Η ανασυγκρότηση της διοικητικής οργάνωσης του κράτους καταλαμβάνει, όπως έχει καταδείξει η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών, τόσο τις βαθμίδες της τοπικής αυτοδιοίκησης όσο και την αποκεντρωμένη κρατική διοίκηση. Έτσι, το Γ’ Τμήμα του Δικαστηρίου ασχολήθηκε με τη συνταγματικότητα των μετατάξεων των δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων που υπηρετούσαν στις νομαρχίες, ως αποκεντρωμένες κρατικές μονάδες, στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις που συστάθηκαν ως δεύτερη βαθμίδα αυτοδιοίκησης με αρμοδιότητα τις τοπικές υποθέσεις νομαρχιακού επιπέδου. Οι μετατάξεις αυτές εμφανίζουν δύο πτυχές: α) την εξατομικευμένη που αφορά το υπηρεσιακό καθεστώς των μετατασσομένων υπαλλήλων και τα τυχόν ζητήματα που γεννώνται β) την ευρύτερη που συνδέεται με τη στελέχωση των αυτοδιοικούμενων οργανισμών. Εν προκειμένω ενδιαφέρει η ευρύτερη πτυχή. Σύμφωνα με τα κριθέντα στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας οι μετατάξεις εξυπηρετούν τον οργανωτικό σχεδιασμό των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων για την ακώλυτη εκπλήρωση της αποστολής τους, διότι με αυτές τις, μόνιμου χαρακτήρα, υπηρεσιακές μεταβολές στελεχώνεται κατά πάγιο τρόπο η νομαρχιακή αυτοδιοίκηση. Και τούτο διότι αρχικά ο νομοθέτης είχε προβλέψει την απόσπαση των κρατικών υπαλλήλων, που στελέχωναν τις κρατικές νομαρχίες, στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, αλλά αυτού του είδους η προσωρινή λύση δεν μπορούσε να συνεχισθεί επ’ αόριστον. Κατόπιν αυτού ο νομοθέτης αντιμετώπισε ενιαία τις οργανικές θέσεις της κρατικής διοίκησης και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και αποφάσισε την μεταφορά τους από το νομικό πρόσωπο του κράτους στα κατ’ ιδίαν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που αποτελούν τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις θέτοντας, έτσι, τέλος στις αποσπάσεις. Η λύση αυτή στηρίχθηκε σε αμιγώς αντικειμενικά κριτήρια, δηλαδή οι υπάλληλοι του Δημοσίου που υπηρετούσαν στις θέσεις της κρατικής νομαρχίας και είχαν αποσπασθεί αυτοδικαίως στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, μετατάχθηκαν υποχρεωτικώς σ’ αυτούς τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Η μεταβολή επήλθε ουσιαστικά από το νομοθέτη διότι οι διοικητικές πράξεις που εκδόθηκαν, είχαν διαπιστωτικό χαρακτήρα και δεν παρείχετο κανένα περιθώριο εκτίμησης σε όργανα της κεντρικής Διοίκησης ή σε όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης ως προς τον έλεγχο των προσόντων και της ουσιαστικής καταλληλότητας των μετατασσομένων υπαλλήλων. Με τον τρόπο αυτό ο νομοθέτης θέλησε να ενισχύσει τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις στην αποστολή τους δεδομένου ότι οι μεταφερθείσες αρμοδιότητες από την αποκεντρωμένη κρατική διοίκηση έπρεπε να συνοδεύονται από το ανάλογο προσωπικό προκειμένου να ασκηθούν με επάρκεια και αποτελεσματικότητα.
8. To Γ’ Τμήμα ασχολήθηκε με το ζήτημα της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων από το κράτος προς τους ο.τ.α. και την κατανομή τους μεταξύ των βαθμίδων της τοπικής αυτοδιοίκησης σε δύο αποφάσεις. Στην πρώτη απόφαση (ΣτΕ 389/2009) το Δικαστήριο έκρινε αίτηση ακυρώσεως κοινότητας κατά απόφασης Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας με την οποία συστήθηκε κοινοτικός παιδικός σταθμός, με την μορφή κοινοτικού νομικού προσώπου, στην εν λόγω κοινότητα ο οποίος προηγουμένως λειτουργούσε ως κρατικός παιδικός σταθμός. Το Δικαστήριο έθεσε ως κανόνα ότι κάθε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από το κράτος προς τους ο.τ.α. πρέπει να συνοδεύεται από την μεταφορά αντίστοιχων πόρων, η οποία συνέτρεξε στην κριθείσα υπόθεση διότι ο νομοθέτης προέβλεψε την ύπαρξη πόρων για την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας του σταθμού. Συνέδεσε δηλαδή τη διοικητική με την οικονομική αυτοτέλεια των ο.τ.α. υπό την έννοια ότι η διοίκηση και διαχείριση υποθέσεων προϋποθέτει οικονομικές δυνατότητες διότι σε διαφορετική περίπτωση οι μεταφερόμενες αρμοδιότητες αποτελούν «γράμμα κενό περιεχομένου». Είναι αξιοσημείωτο ότι στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι δεν αντίκειται στο άρθρο 102 του Συντάγματος που καθιερώνει τη διοικητική αυτοτέλεια των ο.τ.α. η πρόβλεψη του νομοθέτη σύμφωνα με την οποία αν το δημοτικό συμβούλιο δεν προσαρμόσει τη συστατική πράξη του νομικού προσώπου σύμφωνα με τη δημοτική νομοθεσία εντός ορισμένης προθεσμίας που τάσσει ο νόμος, τότε είναι συνταγματικώς ανεκτή η πρόβλεψη του νομοθέτη περί ασκήσεως της σχετικής αρμοδιότητας από τον Γενικό Γραμματέα της κρατικής περιφέρειας λόγω της αδράνειας του ο.τ.α.
9. Στη δεύτερη απόφαση ( ΣτΕ 506/2010 7μ. συνθ.) το Γ’ Τμήμα έκρινε επί αιτήσεως ακυρώσεως που στρεφόταν κατά κανονιστικού διατάγματος με το οποίο οι αρμοδιότητες πολεοδομικών εφαρμογών περιήλθαν από δήμο σε νομαρχιακή αυτοδιοίκηση. Το Δικαστήριο ερμηνεύοντας τις διατάξεις των παρ. 2 και 5 του άρθρου 102 του Συντάγματος δέχθηκε ότι για την μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από κεντρικά ή περιφερειακά όργανα του κράτους προς τους ο.τ.α. και για την κατανομή των τοπικών υποθέσεων μεταξύ των βαθμίδων των ο.τ.α. πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: α) πριν το αρμόδιο όργανο ασκήσει την κανονιστική του αρμοδιότητα να απευθύνει σχετικό ερώτημα προς τον ο.τ.α. στον οποίο πρόκειται να μεταβιβασθούν αρμοδιότητες για να ζητηθεί η γνώμη του επί της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, β) συγχρόνως με την μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων πρέπει να μεταφέρονται και οι αντίστοιχοι πόροι.
10. Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο αποφάσεων είναι ότι δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στη σύνδεση της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων με την μεταφορά πόρων για να διασφαλισθεί η παροχή υπηρεσιών στους πολίτες υπό πραγματικούς όρους. Αν αυτή η σύνδεση αρμοδιοτήτων και πόρων τηρηθεί εκ μέρους της κεντρικής διοίκησης, τότε ο ο.τ.α. είναι υποχρεωμένος να ασκήσει τη συγκεκριμένη αρμοδιότητα που του ανατίθεται και επομένως αν αδρανήσει να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, τα όργανα του κράτους ( κεντρικά ή περιφερειακά ) έχουν εκ του Συντάγματος τη δυνατότητα να προβούν αυτά στις προβλεπόμενες ενέργειες υποκαθιστώντας ως ένα σημείο τους ο.τ.α. Αυτή η δυνατότητα οριοθετημένης παρέμβασης των κεντρικών ή περιφερειακών οργάνων του κράτους στη διοίκηση και διαχείριση υποθέσεων των ο.τ.α. αποδεικνύει ότι οι τελευταίοι αποτελούν τμήμα του κράτους και ειδικότερα της δημόσιας διοίκησης που θεραπεύουν το δημόσιο συμφέρον παρέχοντας υπηρεσίες στους πολίτες οι οποίες δεν είναι πλέον μόνον τοπικού χαρακτήρα αλλά μπορεί να είναι και γενικές κρατικές υποθέσεις, για την εύρυθμη διεκπεραίωση των οποίων η κεντρική διοίκηση έχει άμεσο ενδιαφέρον.
11. Ιδιαίτερη πτυχή της διοικητικής αυτοτέλειας των ο.τ.α. αποτελεί ο διορισμός και η προαγωγική εξέλιξη των υπαλλήλων που στελεχώνουν τις υπηρεσίες τους. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ασχολήθηκε ήδη από τη δεκαετία του ’60 με το ζήτημα του διορισμού δημοτικών υπαλλήλων ερμηνεύοντας την πολύ πιο λιτή διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος 1952 έναντι αυτών που περιέχει το ισχύον Σύνταγμα για την τοπική αυτοδιοίκηση. Με την απόφαση της Ολομέλειας 2266/1964 κρίθηκε ότι το Σύνταγμα θεσπίζοντας την αυτοδιοίκηση των δήμων και κοινοτήτων επιφύλαξε στην Πολιτεία το δικαίωμα όπως με νόμο λαμβάνει τα αναγκαία ρυθμιστικά μέτρα με σκοπό τη διασφάλιση των προϋποθέσεων για την επιτυχή εκπλήρωση της αποστολής τους, διατηρουμένης όμως πάντοτε της υπόστασής τους ως αυτοδιοικούμενων οργανισμών. Επί τη βάσει της ανωτέρω ερμηνείας κρίθηκε αντισυνταγματική διάταξη που αναθέτει την κρίση περί της καταλληλότητας και εν γένει των προσόντων των υποψηφίων προς κατάληψη θέσης γραμματέα κοινότητας σε υπηρεσιακό συμβούλιο αφαιρώντας έτσι τη σχετική αρμοδιότητα από τα αιρετά όργανα των ο.τ.α. Τούτο έχει ως συνέπεια να εξαφανίζεται η εξουσία των ο.τ.α, επί ενός τόσο βασικού θέματος που αφορά όργανο απαραίτητο για τη λειτουργία του. Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 ο έλεγχος των διορισμών στο δημόσιο τομέα, μεταξύ των οποίων και στους ο.τ.α., ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την απόφαση 373/2002 του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι ο έλεγχος προσλήψεων από το Α.Σ.Ε.Π., πριν από τη συνταγματική κατοχύρωσή του, δεν αντίκειται στη διοικητική αυτοτέλεια των ο.τ.α. εφόσον ο νόμος αναθέτει την επιλογή προσωπικού στους ο.τ.α. και στα νομικά τους πρόσωπα και το Α.Σ.Ε.Π. περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της σχετικής επιλογής. Το Γ’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν έχει μέχρι στιγμής ασχοληθεί με το ζήτημα, όμως κατά την ορθότερη άποψη από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 103 παρ. 7 και 102 παρ. 2 συνάγεται ότι η διαρρύθμιση της διαδικασίας προσλήψεων πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να διαφυλάσσεται για τους ο.τ.α. η αρμοδιότητα της ουσιαστικής επιλογής και η ανεξάρτητη αρχή να ασκεί αποκλειστικά έλεγχο νομιμότητας, ο οποίος βέβαια δεν οδηγεί σε αναπομπή του πίνακα διοριστέων στο όργανο επιλογής αλλά σε διαγραφή του στερουμένου τα τυπικά προσόντα διορισμού υποψηφίου από τους σχετικούς πίνακες.
12. Το Γ’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε με την απόφαση 4077/2009 7μ. συνθ., το ζήτημα της συνταγματικότητας της συγκρότησης του υπηρεσιακού συμβουλίου που είναι αρμόδιο για την επιλογή των προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων. Η πλειοψηφία του Δικαστηρίου δέχθηκε ότι η κατά το άρθρο 102 παρ. 2 του Συντάγματος διοικητική αυτοτέλεια των ο.τ.α. έναντι της κρατικής εξουσίας περιλαμβάνει την κατοχύρωση του διοικητικού έργου των ο.τ.α., δηλαδή την εξουσία των τοπικών οργανισμών να αποφασίζουν επί των τοπικών υποθέσεων με δικά τους όργανα, καθώς και την κατοχύρωση των διοικούντων οργάνων τους, δηλαδή το δικαίωμα εκλογής των τοπικών αρχών με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όχι όμως και την εξουσία να αποφασίζουν με δικά τους όργανα για τα θέματα της υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων τους. Κατά την ίδια άποψη που επικράτησε, το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος έχει εφαρμογή και επί των τακτικών υπαλλήλων των ο.τ.α. και προβλέπει ότι τα υπηρεσιακά συμβούλια συγκροτούνται κατά τα δύο τρίτα από μονίμους υπαλλήλους , τα όργανα δε αυτά μπορεί να είναι όργανα της κρατικής διοίκησης και όχι απαραιτήτως συλλογικά όργανα των ο.τ.α. Κατά μείζονα δε λόγο δύνανται να είναι όργανα της κρατικής διοίκησης τα υπηρεσιακά συμβούλια που γνωμοδοτούν για τις άλλες υπηρεσιακές μεταβολές. Με τις σκέψεις αυτές κρίθηκε ως συνταγματική η διάταξη του νόμου που προβλέπει ότι το ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο είναι αρμόδιο και για την επιλογή των προϊσταμένων των Γενικών Διευθύνσεων των ο.τ.α., λαμβανομένης μάλιστα υπόψη της σύνθεσης του οργάνου αυτού που αποτελείται από λειτουργούς κύρους. Η πλειοψηφία επικαλέσθηκε τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 371-2/1985 που είχαν κρίνει επί παρομοίου ζητήματος. Κατά την άποψη της μειοψηφίας η επίμαχη διάταξη του νόμου είναι αντίθετη στο Σύνταγμα διότι η ανάθεση της εν λόγω αρμοδιότητας σε όργανο της κρατικής διοίκησης περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο συνταγματικά, την κατοχυρωμένη από το άρθρο 102 παρ. 2 του Συντάγματος διοικητική αυτοτέλεια η οποία δεν τελεί υπό την επιφύλαξη νόμου. Και τούτο διότι επί του σημαντικού αυτού ζητήματος που αφορά την πλήρωση μιας τέτοιας θέσης η οποία συνδέεται με την εύρυθμη λειτουργία των ο.τ.α., η εξουσία των τοπικών οργάνων εξαφανίζεται, ενώ η ουσιαστική εκτίμηση των υποψηφίων από όργανο της κρατικής διοίκησης καθιστά κενή περιεχομένου τη διάταξη του άρθρου 102 παρ. 4 του Συντάγματος που ορίζει ότι ο έλεγχος στους ο.τ.α. περιορίζεται στην εποπτεία από την άποψη της νομιμότητας. Κατά την μειοψηφούσα άποψη οι διατάξεις των παρ. 4 και 6 του άρθρου 102 του Συντάγματος δεν αφορούν την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των οργάνων της κρατικής διοίκησης και των αυτοδιοικούμενων οργανισμών αλλά έχουν την έννοια ότι οι υπάλληλοι πρέπει να κρίνονται από υπαλλήλους που διαθέτουν το ίδιο επίπεδο συνταγματικής προστασίας ως προς την υπηρεσιακή τους κατάσταση και επομένως οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να επηρεάσουν τη συλλογιστική.
13. Αξιοσημείωτη είναι και η απόφαση ΣτΕ 2485/2000 του Γ’ Τμήματος με την οποία κρίθηκε ότι είναι συνταγματικώς ανεκτή η απαγόρευση άσκησης ένστασης από ο.τ.α. κατά του εκλογικού αποτελέσματος για την ανάδειξη αιρετών αρχών διότι αν ο ο.τ.α. μπορούσε να ασκήσει ένσταση το έννομο συμφέρον του θα ταυτιζόταν όχι με εκείνο της ολότητας των δημοτών, όπως επιβάλλεται από την ίδια τη φύση του ο.τ.α. ως ν.π.δ.δ., αλλά με αυτό ορισμένων μόνον από τους δημότες μέλη του. Στην κρίση αυτή κατέληξε το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι παρέχεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας σε μεγάλο κύκλο φυσικών προσώπων που συμμετέχουν στη διαδικασία της εκλογής.
14. Από την παρουσίαση της νομολογίας που προηγήθηκε, καθίσταται σαφές ότι το περιεχόμενο της αυτοδιοίκησης έχει ασφαλώς έναν πυρήνα επεξεργασμένο από τη θεωρία του δημοσίου δικαίου, αλλά σε πολλά επιμέρους ζητήματα υπάρχει ρευστότητα ως προς τα όρια του νομοθέτη να αναθέτει αρμοδιότητες σε όργανα της κεντρικής ή περιφερειακής κρατικής διοίκησης σχετιζόμενες με πτυχές της οργάνωσης και λειτουργίας των ο.τ.α. To Γ’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας συνετέλεσε με τις αποφάσεις του στην ερμηνεία της έννοιας της αυτοδιοίκησης και των ορίων του νομοθέτη κατά τη ρύθμιση θεμάτων των ο.τ.α. Θεωρώ ότι σημαντική είναι η συμβολή του Τμήματος στο ζήτημα των ορίων του νομοθέτη για την ανασυγκρότηση των ο.τ.α. όπου θέτει το πλαίσιο των κινήσεων του, ενόψει του Συντάγματος, που διακρίνεται για την ευρύτητά του υπό καθεστώς συγκεκριμένων δεσμεύσεων. Στο ίδιο ζήτημα το Γ’ Τμήμα επιτυγχάνει να ισορροπήσει μεταξύ του ανέλεγκτου των ουσιαστικών επιλογών του νομοθέτη και της ανάγκης για αποτελεσματικό ακυρωτικό έλεγχο και εντός των ορίων αυτού. Στην ουσία ζητεί από το νομοθέτη δικαιολόγηση των βασικών του επιλογών και περαιτέρω υποδεικνύει, εμμέσως πλην σαφώς, την ανάγκη ενός σταδίου διαβούλευσης μέσω του οποίου οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προβάλουν τις αντιρρήσεις τους και να συμβάλουν στη διαμόρφωση των επιμέρους ρυθμίσεων της γενικής αναδιάρθρωσης. Σημαντική είναι επίσης η συμβολή του Γ’ Τμήματος στο κρίσιμο ζήτημα της άσκησης αρμοδιοτήτων και της σύνδεσής τους με την μεταφορά πόρων προκειμένου να υπάρξουν πραγματικοί όροι για να ασκηθούν ευδοκίμως. Αντιθέτως, το Τμήμα έδειξε να συρρικνώνει την έκταση της διοικητικής αυτοτέλειας των ο.τ.α. επ’ ευκαιρία του ζητήματος του οργάνου που είναι αρμόδιο για τις επιλογές των προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, κρίνοντας ότι η αυτοτέλειά τους δεν περιλαμβάνει και την εξουσία να αποφασίζουν με δικά τους όργανα για τα θέματα της υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων τους. Η νομολογιακή αυτή λύση δείχνει να περιορίζει σε σημαντικό βαθμό μη συμβαδίζει με τις σύγχρονες τάσεις για το ρόλο της αυτοδιοίκησης.
15. Μια γενικότερη τέλος παρατήρηση είναι ότι η νομολογία του Γ’ Τμήματος δείχνει να μην αξιοποιεί τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας που κυρώθηκε με το ν. 1850/1989, οι διατάξεις του οποίου θα μπορούσαν να συμπληρώσουν το νομοθετικό πλαίσιο της μείζονος πρότασης των δικαστικών αποφάσεων και να εμπνεύσουν για ακόμα πιο τεκμηριωμένες λύσεις. Παράδειγμα το άρθρο 5 του Χάρτη στο οποίο προβλέπεται απλή γνώμη ( και όχι σύμφωνη γνώμη) των ο.τ.α. για την μεταβολή των ορίων τους, το άρθρο 6 που ορίζει ότι οι ο.τ.α. πρέπει να δύνανται να καθορίζουν οι ίδιοι τις εσωτερικές διοικητικές δομές τις οποίες επιθυμούν να έχουν προκειμένου να τις προσαρμόζουν στις ειδικές ανάγκες τους και να επιτυγχάνεται αποτελεσματική διαχείριση, το άρθρο 9 του Χάρτη που προβλέπει την μεταφορά πόρων προς άσκηση των ανατιθέμενων στους ο.τ.α. αρμοδιοτήτων.