Όταν η πολιτική ατολμία κρύβεται πίσω από τον νομικό σχολαστικισμό

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Κορυφώνεται αυτές τις μέρες η  οξεία αντιπαράθεση  των νομικών για το αν είναι θεμιτή ή όχι η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων –ξένων για την ακρίβεια- στη χώρα μας, χωρίς προηγούμενη αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Το άρθρο αυτό, θυμίζω, περιλαμβάνει τη γνωστή απαγόρευση των μη κρατικών ΑΕΙ. Αφού συνοψίσω τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, θα προσπαθήσω  να συναγάγω μερικά γενικότερα συμπεράσματα.

Η επιχειρηματολογία του κ. Κυριάκου Πιερρακάκη και όσων έχουμε ταχθεί υπέρ της δυνατότητας να λειτουργήσουν παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων από σήμερα έχει ως κεντρικό άξονα την αντίληψη ότι το Σύνταγμα δεν είναι  καθηλωμένο στο παρελθόν, αλλά «ζωντανό κείμενο». Και τούτο με τη σκέψη ότι, για να επιζήσει,  ένα Σύνταγμα -ιδίως όταν αναθεωρείται δύσκολα, όπως σε μας-    οι λέξεις που χρησιμοποιεί, πρέπει να προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα και αξίες μιας μεταβαλλόμενης πραγματικότητας.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το άσυλο της κατοικίας: σήμερα  δεν περιλαμβάνει μόνο το σπίτι  καθενός, όπως αρχικά πιστευόταν, αλλά και το γραφείο του – σε μερικές μάλιστα χώρες, ακόμη και το αυτοκίνητό του.

Η συμμετοχή μας στην ΕΕ από το 1981 και η συνακόλουθη υπεροχή –ακριβέστερα, η «προτεραιότητα»-  του ενωσιακού δικαίου, είναι στις μέρες μας η σημαντικότερη πηγή μεταβολών όχι μόνο στην έννομη τάξη, αλλά και στο σύστημα αξιών της χώρας  μας. Και τούτο, ανεξάρτητα από το ποια θέση παίρνει κανείς στο ζήτημα αν το ενωσιακό δίκαιο υπερισχύει   και του Συντάγματος.

Κοντολογίς, η αντίληψη του Συντάγματος ως «ζωντανού κειμένου» (living instrument) -την οποία από δεκαετίες ακολουθεί και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου- και η αναγνώριση της καταλυτικής επίδρασης  που ασκεί το ενωσιακό δίκαιο  στην εσωτερική έννομη τάξη    είναι οι πυλώνες της επιχειρηματολογίας όλων όσων υποστηρίζουμε ότι μπορούν από σήμερα να λειτουργήσουν παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα.

Στον αντίποδα, οι επικριτές της κυβερνητικής πρωτοβουλίας στέκονται στο γράμμα του Συντάγματος και το αρχικό νόημα των κρίσιμων διατάξεων του άρθρου 16. Γι’ αυτούς, οι διατάξεις αυτές  δεν επιδέχονται ερμηνεία, γιατί είναι σαφείς. Όσα προτείνει η πλευρά μας, υποστηρίζουν,  δεν είναι ερμηνεία, αλλά παρερμηνεία, και μάλιστα εσκεμμένη, η οποία τάχα υπηρετεί ανομολόγητα συμφέροντα. Όσο για το ενωσιακό δίκαιο, μπορεί μεν να υπερισχύει των νόμων, όχι  όμως και του Συντάγματος. Και όταν η πλευρά μας τους θυμίζει  την υπόθεση του «βασικού μετόχου» -ένα νομικό Βατερλώ της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή,  που εξέθεσε  ανεπίτρεπτα τη χώρα μας προ εικοσαετίας- αντιτείνουν ότι  τότε είχαμε να κάνουμε με  δικαίωμα αναγνωριζόμενο από το ενωσιακό δίκαιο, ενώ σήμερα αυτό δεν συμβαίνει, αφού τάχα δεν υπάρχει ευρωπαϊκά κατοχυρωμένο δικαίωμα παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης  από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια εκτός της χώρας όπου αυτά  εδρεύουν.

Με αυτά τα χαρακτηριστικά, οι πολέμιοι, των μη κρατικών πανεπιστημίων θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν  νομικά μεν «οριτζιναλιστές», πολιτειολογικά δε ακραιφνείς οπαδοί της εθνικής κυριαρχίας («σουβερενιστές»). Χαρακτηρισμοί διόλου προσβλητικοί, μόνο που χρησιμοποιούνται  σε Ευρώπη και Αμερική για μια σχολή σκέψης κατ’ εξοχήν συντηρητική, αφού οι υποστηρικτές της   αντιστέκονται  πεισματικά σε κάθε φιλελεύθερη καινοτομία. Αυτό επιθυμούν άραγε οι Έλληνες «προοδευτικοί» που ασπάζονται άκριτα τις θέσεις τους;

Γιατί, νομικά, κατά τη γνώμη μου, οι υποστηρικτές του «γράμματος» αντιφάσκουν κραυγαλέα με τον εαυτό τους.  Πώς εξηγούν, τη σημερινή στάση τους, όταν πριν από λίγες μόνο μέρες ψήφισαν υπέρ του γάμου των ομοφύλων; Ξεχνούν, άραγε,  όσα έλεγαν τότε  για τις λέξεις «γάμος» και «οικογένεια»  και το πόσο  έχει  αλλάξει το νόημά τους στην εποχή μας;

Όσο για την επίδραση του ευρωπαϊκού δικαίου, πιστεύω ότι,  στην καλύτερη μεν των περιπτώσεων δίνουν μια μάχη οπισθοφυλακής, στην χειρότερη δε εθελοτυφλούν. Γιατί είναι πέρα από βέβαιο ότι αν η χώρα μας  αρνηθεί αύριο  σε ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο να λειτουργήσει παράρτημα στην Ελλάδα, απλώς και μόνο επειδή είναι ξένο, θα καταδικασθεί πανηγυρικά από το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου.

Κανένας μας δεν πιστεύει ότι από μεθαύριο, το Χάρβαντ, το Καίμπριτζ, το Γέιλ και η Σορβόννη, θα σπεύσουν να ιδρύσουν παραρτήματα στην Ελλάδα. Ο υπό ψήφιση νόμος θα έχει περισσότερο συμβολικό, παρά ουσιαστικό χαρακτήρα: είναι σημαντικό να «σπάσει» το κρατικό μονοπώλιο στην ανώτατη παιδεία μας, που καθιερώθηκε σε άλλες εποχές, με εντελώς ξεπερασμένο σκεπτικό. Αν οι πολέμιοι της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης επιθυμούν τη διατήρησή του -με όλα τα συμπαρομαρτούντα που βιώνουμε όλοι στα πανεπιστήμιά μας-  ας το πουν ευθέως. Και ας μην κρύβονται πίσω από έναν παρωχημένο νομικό σχολαστικισμό.

______________________

Δημοσιεύθηκε στο «Βήμα της Κυριακής», 3.3.2024. Εκτενής γνωμοδότηση του Ν.  Αλιβιζάτου για το θέμα, δημοσιεύεται στο τεύχος που κυκλοφορεί του «Νομικού Βήματος».

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

seven + thirteen =