Το καθήκον εμβολιασμού

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Τι ωραία που θα ήταν αν αρκούσαν οι συστάσεις για τον εμβολιασμό! Ώστε να φτάσουμε διά της πειθούς σε ένα ποσοστό εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού γύρω στο 90% προκειμένου να γίνει ενδημική η πανδημία της COVID-19, αφού όπως φαίνεται δεν θα εξαφανιστεί ποτέ πλήρως. Ο στόχος αυτός δεν επιτεύχθηκε πουθενά ούτε μέσω του ψηφιακού πιστοποιητικού COVID-19, αφού για την απόκτησή του δεν είναι υποχρεωτική η διενέργεια εμβολιασμού, αλλά αρκεί εκτός από την αποδεδειγμένη νόσηση, ένα απλό rapid ή PCR τεστ. Το ίδιο ισχύει για τα δυο υποχρεωτικά rapid τεστ για τους ανεμβολίαστους εργαζόμενους στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, τα οποία, όπως και το ψηφιακό πιστοποιητικό δημιούργησαν την πεπλανημένη εντύπωση ότι υπάρχει ένα συνταγματικό δικαίωμα στον μη εμβολιασμό. Όμως ένα τέτοιο δικαίωμα δεν υφίσταται, τουλάχιστον από τη στιγμή που τα εγκεκριμένα εμβόλια δεν είναι «πειραματικά» αλλά έχουν περάσει ολόκληρη τη διαδικασία επιστημονικής αξιολόγησης, και είναι πλέον στατιστικά αποδεδειγμένη σε παγκόσμια κλίμακα η σπανιότητα των σοβαρών παρενεργειών τους και αντιστρόφως η ανεκτίμητη υπηρεσία που έχουν προσφέρει στη μείωση των θανάτων και της σοβαρής νόσησης από τον κορωνοϊό.

Η μελλοντολογία περί των αγνώστων μακροπρόθεσμων συνεπειών τους, είναι το έσχατο επιχείρημα των no-vax, αλλά δεν αντέχει στην σύγκριση με τα σωτήρια αποτελέσματα των εμβολίων εδώ και τώρα. Το γενέθλιο λάθος των εμβολιαστικών προγραμμάτων τόσο στην Ελλάδα όσο και στον ευρωπαϊκό χώρο γενικότερα ήταν ότι αντιμετώπισαν το εμβόλιο ως δικαίωμα και όχι ως καθήκον των πολιτών. Ίσως δεν είχε γίνει ακόμη πλήρως κατανοητό, τουλάχιστον πριν την έλευση της πανδημίας, ότι το αγαθό της προστασίας της υγείας έχει ταυτόχρονα μια ατομική-υποκειμενική και μια κοινωνική-αντικειμενική διάσταση, είναι δηλαδή οντολογικά και νομικά ένα ατομικό και συλλογικό αγαθό.

Σε καιρό πανδημίας προτεραιότητα έχει το συλλογικό δικαίωμα στην υγεία, από το οποίο πηγάζει το καθήκον κάθε ατόμου να μην θέτει σε κίνδυνο με την συμπεριφορά του την υγεία και τη ζωή των άλλων αλλά ούτε και την δική του υγεία αφού και στην τελευταία αυτή περίπτωση η συμπεριφορά του έχει κόστος για το κοινωνικό σύνολο. Πράγματι, το κράτος, δηλαδή το δημόσιο υγειονομικό σύστημα, δεν μπορεί να αρνηθεί σε κανέναν πολίτη, εμβολιασμένο ή ανεμβολίαστο, την αναγκαία ιατρική περίθαλψη. Αλλά γι’ αυτό το λόγο δικαιούται να αξιώνει, όπως πολύ ωραία λέει το άρθρο 25 παρ. 4 Συντ., την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης από όλους τους πολίτες, μια μορφή του οποίου μπορεί να είναι το καθήκον εμβολιασμού (βλ. τη μελέτη μου «Πανδημία, δικαίωμα στην υγεία και καθήκον αλληλεγγύης», ΕφημΔΔ, 1/2020). Η στατιστική των νοσηλειών, των διασωληνώσεων και των θανάτων για τους ανεμβολίαστους πολίτες άνω των 60 ετών είναι αμείλικτη. Η καθιέρωση του γενικευμένου (μη-επιλεκτικού ανά επαγγελματικές κατηγορίες) υποχρεωτικού εμβολιασμού, έστω με ένα χαμηλό πρόστιμο για τη μη διενέργειά του, ήταν εύλογο να ξεκινήσει από αυτή την ηλικιακή ομάδα. Δεν υπάρχει στην παρούσα φάση άλλος τρόπος να μειωθεί η πίεση στο ΕΣΥ. Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να ληφθούν και άλλα μέτρα, όπως το «ενισχυμένο» ψηφιακό πιστοποιητικό που εξήγγειλε ο Μάριο Ντράγκι, το οποίο μπορεί να αποκτήσει κανείς μόνο αν εμβολιαστεί ή έχει νοσήσει.

Δημοσιεύθηκε στα Νέα, 2.12.2021

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

20 − 13 =