Συνταγματική αναθεώρηση, παγίδα ή ευκαιρία;

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πυροτέχνημα για αφελείς ή τομή για ένα νέο ξεκίνημα; Η αναθεωρητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι και τα δύο και θα προσπαθήσω να δείξω γιατί η αντιπολίτευση δεν πρέπει να την αγνοήσει, παρά το διχαστικό κλίμα που η κυβέρνηση έντεχνα καλλιεργεί τελευταία, (Αυτά, βέβαια, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι ο αναμενόμενος κατάλογος με τις αναθεωρητέες διατάξεις και το αντίστοιχο σκεπτικό θα είναι στοιχειωδώς επεξεργασμένα και δεν θα ανατρέπουν τη συνολική εικόνα).

Οι προτάσεις που διατύπωσε ο κ. Τσίπρας την περασμένη Τρίτη ανέρχονται σε 15-20. Είναι σημαντικά λιγότερες και προπάντων αρκετά πιο μετριοπαθείς από εκείνες που ο ίδιος είχε εξαγγείλει πανηγυρικά στο προαύλιο της Βουλής, πριν από δύο χρόνια. Για παράδειγμα, ενώ τότε πρότεινε πέντε διαφορετικά δημοψηφίσματα, τώρα τα περιόρισε σε δύο. Η στροφή αυτή προς ιδεολογικά λιγότερο χρωματισμένες θέσεις είναι θετική και θα πρέπει να χαιρετισθεί. Και αυτό, παρ’ ότι ο πρωθυπουργός, με άγνοια κινδύνου, εξακολουθεί να χαϊδεύει τον λαό, χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα ως το «ισχυρότερο θεσμικό [!] αντίβαρο». Να ξέχασε άραγε πόσο γρήγορα ο μακαριστός Χριστόδουλος κατάφερε να μαζέψει πάνω από τρία εκατομμύρια υπογραφές το 2000; Και πως μόνο χάρη στον Κωστή Στεφανόπουλο απετράπη το εγκληματικό δημοψήφισμα που εκείνος ονειρευόταν;

Οι αναθεωρητικές προτάσεις του κ. Τσίπρα κατατάσσονται σε τρεις ευδιάκριτες κατηγορίες:

• Σε αυτές που έχουν ωριμάσει και που θα πρέπει κανονικά να υποστηριχθούν από όλους. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται η μη διάλυση της Βουλής αν δεν εκλέγει Πρόεδρο της Δημοκρατίας (άρθρο 32), η ποινική ευθύνη των υπουργών (άρθρο 86) και η βουλευτική ασυλία (άρθρο 62). Στις προτάσεις αυτές, είναι κρίμα που ο κ. Τσίπρας δεν συμπεριέλαβε και δύο ακόμη θέματα, για τα οποία το αίτημα της αναθεώρησης έχει επίσης ωριμάσει: την επιλογή των προεδρείων των ανωτάτων δικαστηρίων (άρθρο 90), καθώς και των επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών (άρθρο 101Α). Γιατί οι πολύ επιτυχημένες επιλογές του κ. Αθ. Κουτρουμάνου στο ΕΣΡ και της κ. Αικ. Σακελλαροπούλου στο ΣτΕ δεν ήταν ο κανόνας. Για το ζήτημα αυτό είναι αδιανόητο να αποφασίζει η εκάστοτε κυβέρνηση από μόνη της.

• Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι προτάσεις εκείνες που ανταποκρίνονται σε πάγιες ιδεολογικές θέσεις της Αριστεράς. Προτάσσεται βέβαια η συνταγματική κατοχύρωση της αναλογικής (έστω και σε συνδυασμό με την καθιέρωση της εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας). Στο σημείο αυτό, εκτός από τη θλιβερή παράδοση της απλής αναλογικής στη χώρα μας, θα άξιζε κανείς να υπενθυμίσει στον κ. Τσίπρα το δραματικό προηγούμενο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που το Σύνταγμά της επέβαλε την αναλογική ως σταθερό εκλογικό σύστημα. Τη νομότυπη άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, το 1933, είναι αμφίβολο αν θα εμπόδιζε η όποια «εποικοδομητική δυσπιστία». Εκτός και αν ο πρωθυπουργός πιστεύει ότι η σύμπραξη του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ ήταν τόσο πετυχημένη ώστε να λειτουργεί ως υπόδειγμα για άλλες συμμαχικές κυβερνήσεις στο μέλλον! Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και η προτεινόμενη ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων, με ταυτόχρονη καθιέρωση μονοπωλίων (αμφίβολης, σημειωτέον, συμφωνίας με το ενωσιακό δίκαιο) για το νερό και το ηλεκτρικό. Ηταν αναμενόμενο οι προτάσεις αυτές να προέλθουν από ένα αριστερό κόμμα. Η διατύπωσή τους δεν είναι λόγος αποχής από τη σχετική συζήτηση.

• Στην τελευταία κατηγορία περιλαμβάνονται οι τέσσερις πιο αμφιλεγόμενες προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν εντάσσονται ούτε στην κοινοβουλευτική λογική ούτε στην παράδοση της Αριστεράς. Πρόκειται για την άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό (έστω και ως έσχατη δικλίδα ασφαλείας, όπως προτείνεται), για την καθιέρωση ανώτατου ορίου στις θητείες των βουλευτών, για την υποχρεωτική βουλευτική ιδιότητα του πρωθυπουργού και, προπάντων, για την επέκταση (έστω και περιορισμένη) του δημοψηφίσματος. Και γι’ αυτά τα ζητήματα ο κ. Τσίπρας χρησιμοποίησε το ίδιο επιχείρημα: την άμεση τάχα συμμετοχή του λαού στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων και το σπάσιμο της «κάστας» των επαγγελματιών της πολιτικής. Και αυτά, όπως είπε, «για τη δημοκρατία», σε αντιδιαστολή προς τη «σύγχρονη αριστοκρατία», που δεν είναι άλλη από την επέλαση των τεχνοκρατών. «Είναι καιρός, έλεγε το 2016, να αφήσουμε στην άκρη τον φόβο απέναντι στη λαϊκή κρίση […] και να εμπιστευθούμε πραγματικά τον λαό, ακόμη και αν γνωρίζουμε ότι δεν είναι αλάνθαστος».

Στην Ευρώπη, εντούτοις, η Αριστερά έχει από μακρού εγκαταλείψει τέτοιου είδους εμμονές. Αν εξαιρέσει κανείς μερικούς δημοκόπους της λαϊκιστικής άκρας Δεξιάς, όπως η κ. Λεπέν στη Γαλλία, ο κ. Φάρατζ στη Μεγάλη Βρετανία ή ο κ. Σαλβίνι στην Ιταλία –και τους μιμητές τους στην Ανατολική Ευρώπη– κανένας σοβαρός ηγέτης, κανένα από τα κόμματα με τα οποία ο κ. Τσίπρας επιδιώκει σήμερα να συνεργαστεί, δεν υποστηρίζουν παρόμοιες θέσεις. Διότι έχουν αντιληφθεί ότι η δημοκρατία είτε θα είναι αντιπροσωπευτική είτε δεν θα είναι δημοκρατία.

Δεν είναι θέμα έλλειψης εμπιστοσύνης προς τον λαό, αλλά ασφαλιστικής δικλίδας απέναντι στους κάθε είδους δημοκόπους. Στον ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει επιτέλους να αντιληφθούν ότι η Βουλή δεν έχει τυχαία χαρακτηριστεί «καρδιά της δημοκρατίας». Αυτό οφείλεται στο ότι είναι ο μόνος χώρος όπου μπορεί να υπάρξει ανεμπόδιστη συζήτηση, ουσιαστική διαβούλευση. Μόνον εκεί, με αντιπαράθεση επιχειρημάτων και όχι συνθημάτων, μπορεί να βρεθούν λύσεις όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, χωρίς τις οποίες η χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει. Γι’ αυτό, στη Βουλή δεν εκλέγουμε κομματικούς υπαλλήλους, αλλά πρόσωπα που εμπιστευόμαστε για το ήθος, την κρίση και τις ικανότητές τους.

Δεν ξέχασα την πρόταση του κ. Τσίπρα για καθιέρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους (άρθρο 3), ούτε την πρόταση της Ν.Δ. και άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης για αναθεώρηση του άρθρου 16. Και οι δύο, όπως πιστεύω, έχουν ωριμάσει στη συνείδηση των περισσοτέρων. Την αποδοχή της πρώτης θα μπορούσε να διευκολύνει η αναγνώριση του ιστορικού προβαδίσματος της Ορθοδοξίας. Οσο για τη δεύτερη, μετά την ίδρυση (αναγνωρισμένων) ελληνόφωνων ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Κύπρο, η απόλυτη άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ισοδυναμεί με καταστροφική εθελοτυφλία.

Το καθυστερημένο άνοιγμα της συζήτησης για την αναθεώρηση στην τελευταία σύνοδο της παρούσας Βουλής, δεν αφήνει χρονικά περιθώρια για ουσιαστικές συγκλίσεις. Θα ήταν πάντως ολέθριο να χαθεί η ευκαιρία. Αν όχι για να γίνουν οι όποιες «τομές», τουλάχιστον για να αντιμετωπιστούν οι επείγουσες εκκρεμότητες.

Στις τελευταίες ανήκει ασφαλώς και ο απαρχαιωμένος τρόπος αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 110). Αντί για άλλες αλλαγές, διερωτώμαι μήπως, αν τον απλοποιήσουμε, κάνουμε τελικά το πιο ρηξικέλευθο μεταρρυθμιστικό βήμα;

Οι αναθεωρητέες διατάξεις

Είχε παραδοθεί το παρόν άρθρο για δημοσίευση όταν δόθηκε στη δημοσιότητα ο πίνακας των διατάξεων που ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει να αναθεωρηθούν. Συνολικά, προτείνονται μία ή περισσότερες προσθήκες ή αλλαγές σε 23 άρθρα του Συντάγματος, στο πλαίσιο, βασικά, όσων εξήγγειλε την περασμένη Τρίτη ο κ. Τσίπρας. Επισημαίνονται πάντως μερικά σημεία που έως τώρα δεν ήταν ξεκάθαρα: απαγορεύεται η πολιτική επιστράτευση απεργών (άρθρο 22), προβλέπεται νέο είδος δημοψηφίσματος, κάθε φορά (;) που εκχωρούνται κυριαρχικά δικαιώματα σε διεθνείς οργανισμούς (συμπεριλαμβανομένης και της Ε.Ε.; βλ. προσθήκη στο άρθρο 28). Η προβλεπόμενη αναλογική, εξάλλου, επιτρέπει αποκλίσεις μέχρι 10% από το εκλογικό αποτέλεσμα (άρθρο 54) και, τέλος, καταργείται ο θρησκευτικός όρκος για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους βουλευτές (άρθρα 33 και 59). Παραδόξως ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται εξαιρετικά άτολμος για τη βουλευτική ασυλία (άρθρο 62) και για ποινική ευθύνη των υπουργών αφού, καταργεί μεν τη σύντομη παραγραφή, αλλά διατηρεί την αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής για την άσκηση της ποινικής δίωξης των υπουργικών αδικημάτων (άρθρο 86). Για όλα αυτά, πάντως, περισσότερα σχόλια εν καιρώ.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 05/11/2018

Σχετικό Περιεχόμενο