Από τα fake news στη ρύθμιση του Internet

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ
Λέξεις-Κλειδιά:

“Κατά την έναρξη της πανδημίας ήταν διάχυτος ο φόβος ότι οι πλατφόρμες Internet και ιδίως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα λειτουργούσαν ως όχημα διασποράς ψευδών ειδήσεων ή αντιεπιστημονικών απόψεων για τη λοίμωξη COVID-19 σε παγκόσμια κλίμακα.”

Η συνθήκη ήταν πράγματι ιδανική: η μισή ανθρωπότητα σε lockdown και συνδεδεμένη στο Internet. Hταν άλλωστε νωπή η εμπειρία της λειτουργίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016 και στο δημοψήφισμα για το Brexit, η οποία εδραίωσε την πεποίθηση ότι υπάρχει πλέον μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στο Internet, τα fake news και τον λαϊκισμό. Εν τω μεταξύ είχε τεθεί σε ισχύ στον ευρωπαϊκό χώρο ο GDPR, οι δυνατότητες του οποίου όμως για την αντιμετώπιση των fake news είναι περιορισμένες (άρθρο 5§1, 17 και 16 GDPR) και πάντως δύσκολα μπορούν να βρουν εφαρμογή στην υγειονομική πληροφόρηση. Κατά την πρώτη φάση της πανδημίας ήταν πράγματι υπαρκτό το φαινόμενο διάδοσης fake news από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πολύ γρήγορα όμως υπήρξε μια αλλαγή της στάσης τους απέναντι σε τέτοιου είδους περιεχόμενα παραγόμενα από τους χρήστες τους. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης άρχισαν, κατά κάποιον τρόπο, να λειτουργούν ως κλασικά μέσα ενημέρωσης, ασκώντας μια γενική δραστηριότητα επαγρύπνησης, ελέγχου και «εσωτερικής λογοκρισίας» των περιεχομένων που διακινούνται μέσα από τις πλατφόρμες τους. Και τούτο παρότι η ισχύουσα νομοθεσία στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη (Communications Decency Act – Οδηγία για το Hλεκτρονικό Eμπόριο) καθιερώνει ως γενική αρχή την απουσία γενικής υποχρέωσης των παρόχων υπηρεσιών Διαδικτύου για έλεγχο του περιεχομένου που διακινείται. Με αφορμή την έξωση του προέδρου Tραμπ από το Twitter και το Facebook μετά τον εμπρηστικό του λόγο κατά τη διάρκεια της εισβολής των οπαδών του στο Καπιτώλιο, έγινε λόγος για de facto ιδιωτικοποίηση της λογοκρισίας στη βάση των κανόνων αυτορρύθμισης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε προφανώς παράνομο περιεχόμενο του λόγου, αφού η ομιλία του Tραμπ αποτελούσε στην ουσία υποκίνηση σε πραξικόπημα, ωστόσο η πρακτική αυτή είχε ήδη επεκταθεί και σε νόμιμα ή μη προφανώς παράνομα περιεχόμενα, όπως τα fake news για την COVID-19, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα κατά την τελευταία περίοδο τις ψευδείς πληροφορίες για τα εμβόλια, οι οποίες δύσκολα πλέον μπορούν να βρουν φιλοξενία στις πλατφόρμες Internet. Η εξέλιξη αυτή επιτάχυνε τις διαδικασίες για μια συνολική επανεξέταση του νομικού καθεστώτος του Internet τόσο στις ΗΠΑ όσο και στον ευρωπαϊκό χώρο.

Τον Δεκέμβριο του 2020 παρουσιάσtηκε το σχέδιο του νέου ευρωπαϊκού κανονισμού Digital Services Act, που θα αντικαταστήσει την Οδηγία για το Ηλεκτρονικό Εμπόριο και εισάγει ένα σύστημα συρρύθμισης στον χώρο του Διαδικτύου, που αφήνει τον έλεγχο σε πρώτο βαθμό των περιεχομένων που διακινούνται διαδικτυάκα στις πλατφόρμες Intrernet, υπό την εποπτεία μια νέας εθνικής ανεξάρτητης αρχής, του Digital Services Coordinator. Οι αρμοδιότητες των άλλων ανεξάρτητων αρχών δεν θίγονται, αλλά είναι προφανές ότι η νέα διακυβέρνηση του διαδικτύου θα έχει ως πρωταγωνιστή τον Digital Services Coordinator. Μια ενδιαφέρουσα καινοτομία του νέου κανονισμού είναι η θέσπιση υποχρέωσης των πλατφορμών Internet να εξετάζουν κατά προτεραιότητα τις ειδοποιήσεις για απόσυρση που προέρχονται από διαπιστευμένους ιδιωτικούς φορείς που έχουν εμπειρία στην ανίχνευση παράνομων περιεχομένων στο Διαδίκτυο. Με αφορμή τον νέο κανονισμό έχει ανοίξει διεθνώς μια μεγάλη συνταγματική συζήτηση για το αν είναι συμβατή με την ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, η ιδιωτικοποίηση της λογοκρισίας, την οποία κατοχυρώνει de jure πλέον η Digital Services Act. Από τη στιγμή όμως που δεν αμφισβητείται η αναγκαιότητα του ελέγχου των περιεχομένων του Διαδικτύου, πρακτικά δεν φαίνεται ότι μπορεί να υπάρξει άλλη εναλλακτική λύση.

Aναδημοσίευση από το Πρώτο Θέμα, 30/01/2021

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

11 − 3 =