Αναγκαία η αναθεώρηση… αλλά υπό το πρίσμα του Δημοκρατικού Συνταγματισμού

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Συνέντευξη στην Μαρίνα Μάνη *

– Η δυνατότητα να εκκινεί η διαδικασία Αναθεώρησης του Συντάγματος κάθε πέντε χρόνια σας βρίσκει σύμφωνο; Θα έπρεπε, ίσως, να υπάρχει μεγαλύτερη διάρκεια ισχύος του Καταστατικού Χάρτη της Χώρας και να μην αντιμετωπίζεται, κάποιες φορές, ευκαιριακά; 

Για παράδειγμα, η 8η  αναθεωρητική βουλή (2007-2008) κατάργησε το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών, το οποίο είχε θεσπιστεί στην 7η Αναθεώρηση του 2001.

 

Θεωρώ την συνταγματική διάταξη του άρθρου 110 Σ κατ’αρχήν επιτυχή ως προς τα χρονικά όρια. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρέπει να έχει την ευχέρεια να αναπροσαρμόζει έγκαιρα το συνταγματικό κείμενο, ανταποκρινόμενος στις ραγδαίες εξελίξεις που παρατηρούνται σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Το Σύνταγμα πρέπει να είναι «ζωντανό» και «δυναμικό», σύμφωνα με τις σχετικές θεωρητικές επεξεργασίες, και αυτό το διασφαλίζει πλήρως η προβλεπόμενη ρύθμιση, αφήνοντας έκθετους όσους προτίμησαν να το παραβιάσουν, στην περίπτωση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αντί να περιμένουν λιγότερο από έναν χρόνο, προκειμένου να εκκινήσει η προβλεπόμενη αναθεωρητική διαδικασία.

Το μόνο πρόβλημα στην αναθεώρησης είναι ότι, σύμφωνα με την αντίληψη που έχει επικρατήσει, η πρώτη Βουλή, στην οποία ψηφίζονται οι αναθεωρητέες διατάξεις με τουλάχιστον 180 ψήφους, δεν δεσμεύει, ως προς την κατεύθυνσή τους, την δεύτερη, η οποία ψηφίζει απλώς με απόλυτη πλειοψηφία (150+1), την τελική διατύπωσή τους. Αυτό έγινε για παράδειγμα και με το κοινοβουλευτικό ασυμβίβαστο, που αναφέρατε –με μία μεθόδευση που δεν τιμά την αναθεωρητική διαδικασία– και έτσι  η επόμενη αναθεώρηση επανέφερε ευλόγως την προηγούμενη ρύθμιση. Στο σημείο αυτό, λοιπόν, θεωρώ ότι σχετική διάταξη του άρθρου 110 όντως πρέπει να αλλάξει, ενώ δεν θα απέρριπτα και μία περαιτέρω απλοποίηση της αναθεωρητικής διαδικασίας με την ολοκλήρωση των τροποποιήσεων σε μία μόνο Βουλή, με απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, την πλειοψηφία των 3/5 (180) τόσο στην ψήφιση των αναθεωρητέων διατάξεων όσο και στην τελική διατύπωσή τους.

 

– Η κυβέρνηση έχει ήδη “φωτογραφήσει” τις τέσσερις μεγάλες αλλαγές που θα επιχειρήσει να κάνει στο νέο Σύνταγμα: αλλαγή του άρθρου 16 (τριτοβάθμια εκπαίδευση), επιστολική ψήφος στις εθνικές εκλογές, διορισμός ιδιωτών σε διευθυντικές θέσεις του Δημοσίου και θέσπιση δημοσιονομικού “κόφτη” για την αποτροπή δημοσιονομικής εκτροπής. 

Η πολιτική και επιστημονική σας άποψη επ΄αυτών ποια είναι; Τις θεωρείτε αναγκαίες;

 

Οι θέσεις αυτές δείχνουν μια ευκαιριακή, αποσπασματική και εν πολλοίς πολιτικά ιδιοτελή προσέγγιση.

Εν πρώτοις η θέση ότι πρέπει να γίνει αναθεώρηση του άρθρου 16, ως προς την Ανώτατη εκπαίδευση, είναι έμμεση ομολογία ότι ο νόμος που ψηφίστηκε είναι αντισυνταγματικός…

Για την επιστολική ψήφο, η τροποποίηση προφανώς θα αφορά μόνο τους πολίτες εντός της Επικράτειας, διότι για τους εκτός ήδη προβλέπεται. Ωστόσο, είναι νομίζω νωρίς να καθιερωθεί συνταγματικά μία τέτοια ρύθμιση, διότι ακόμη δεν έχει αποτιμηθεί  πλήρως, ιδίως ως προς τις εγγυήσεις της, η πρόσφατη εφαρμογή της επιστολικής ψήφου στις ευρωεκλογές. Εξ άλλου, το πρόσφατο παράδειγμα της Πορτογαλίας, στις ευρωεκλογές, με την παροχή της δυνατότητας σε όλους να ψηφίζουν εκεί που βρίσκονται, είναι νομίζω πολύ προσφορότερη επιλογή.

Οι άλλες δύο τροποποιήσεις που αναφέρατε δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Το δημόσιο έχει πλέον εξαιρετικά στελέχη από την Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, που ελάχιστα αξιοποιούνται, ενώ ο «κόφτης» είναι ομολογία αποτυχίας άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής και έμμεση παρεισαγωγή στο Σύνταγμα νεοφιλελεύθερων προσεγγίσεων.

 

– Η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης πώς μπορεί να αξιοποιηθεί από τον προοδευτικό-δημοκρατικό κόσμο της χώρας για ουσιαστικές τροποποιήσεις/προσθήκες;

Ο επιστημονικός κόσμος πρέπει να έχει λόγο;

 

Η αναθεώρηση του Συντάγματος εντάσσεται στην συνταγματική πολιτική, που αποτελεί υποσύνολο της ευρύτερης πολιτικής. Ως εκ τούτου οι όποιες προτάσεις, από όπου και αν εκπορεύονται, είναι εξ ορισμού νομικοπολιτικές και όχι στενά επιστημονικές. Τον τελευταίο λόγο βέβαια, ευλόγως, τον έχουν οι πολιτικές δυνάμεις.

Με αυτό το δεδομένο, ασφαλώς η διαδικασία αναθεώρησης πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο, με πρώτη προτεραιότητα τα ζητήματα ουσιαστικής εμβάθυνσης της δημοκρατίας, σε όλες τις εκφάνσεις της (πολιτική συμμετοχή, ατομική ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη). Υπό το πρίσμα αυτό, που είναι το πρίσμα του δημοκρατικού συνταγματισμού, ασφαλώς και πρέπει να διατυπωθούν προτάσεις τόσο από τον χώρο της πολιτικής όσο και από τον χώρο της επιστήμης.

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί, κατά την άποψή μου, στην αποτελεσματικότερη προστασία του κράτους δικαίου και κρίσιμων ατομικών δικαιωμάτων (που τόσο ταλανίζεται το τελευταίο διάστημα…), στον συνταγματικό έλεγχο των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου (που αποτελούν εστία αυθαιρεσίας), στην καταπολέμηση της διαπλοκής (με ιδιαίτερη έμφαση στην  διασφάλιση του πλουραλισμού στο πεδίο της ενημέρωσης και στην αποτροπή της συγκέντρωσης των ΜΜΕ στα χέρια μιας δράκας ολιγαρχών), στην επιλογή της ηγεσίας της ΕΡΤ από την Βουλή (με πλειοψηφία ευρύτερη της κυβερνητικής), στην ενίσχυση των αντιβάρων απέναντι στις παρεκτροπές της εκτελεστικής εξουσίας (εξόχως χαρακτηριστική η πρόσφατη συστηματική προσπάθειά της για την υποβάθμιση των Ανεξάρτητων Αρχών, που οδηγεί στην επείγουσα ανάγκη για περαιτέρω θωράκισή τους), στην κατάργηση των προνομίων των υπουργών ως προς την ποινική τους δίωξη (με οδηγό και τις πρόσφατες υπογραφές ενάμιση εκατομμυρίου πολιτών), στην αναβάθμιση των εξεταστικών επιτροπών (με πρόβλεψη ενιαίου πορίσματος των εξεταστικών επιτροπών από προσωπικότητες που θα εκλέγονται με ευρεία πλειοψηφία από τα μέλη τους) στην κατοχύρωση συγκεκριμένων συνταγματικών προγεφυρωμάτων για την προστασία των εργασιακών και των κοινωνικών δικαιωμάτων (που ήταν τα μεγαλύτερα θύματα της οικονομικής κρίσης), στην καλύτερη οριοθέτηση των σχέσεων του ελληνικού κράτους με την Ευρωπαϊκή Ένωση (από την σκοπιά τόσο των εγγυήσεων της εθνικής κυριαρχίας όσο και της συμμετοχής μας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση), στην αναδιάταξη των ελεγκτικών θεσμών για την αποτροπή οικονομικών σκανδάλων και πελατειακών διευθετήσεων.

Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η οπτική γωνία υπό την οποία προτίθεμαι να συμμετάσχω στον σχετικό διάλογο, τόσο προσωπικά όσο και με προτάσεις στον Όμιλο «Αριστόβουλος Μάνεσης», ώστε να αναλάβουμε ευρύτερες σχετικές πρωτοβουλίες. Αυτό άλλωστε έχουμε κάνει και στις προηγούμενες αναθεωρήσεις, κατά το πρότυπο του Δασκάλου μας, που μετείχε πάντα ενεργά –και πρωταγωνιστικά–  σε όλες τις συζητήσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

 

*Δημοσιεύθηκε στην Αυγή της Κυριακής, 23.6.2024 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

4 × four =