Author Archives: admin

Το «πανεπιστημιακό» franchising πέραν της αντιπαράθεσης Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου. Ένα σχόλιο με αφορμή το άρθρο του Σπυρίδωνα Ψυχομάνη

Ακρίτας Καϊδατζής, Δ.Ν., Δικηγόρος

Το «πανεπιστημιακό» franchising πέραν της αντιπαράθεσης Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου. Ένα σχόλιο με αφορμή το άρθρο του Σπυρίδωνα Ψυχομάνη

Όταν ένα πρόβλημα μοιάζει να οδηγείται σε αδιέξοδο, τότε ίσως χρειάζεται να αλλάξουμε προοπτική. Το πρόβλημα των διπλωμάτων που χορηγούνται από πανεπιστήμια άλλων κρατών μελών με τη σύμπραξη Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών στην Ελλάδα –τώρα ονομάζονται και επισήμως «Κολλέγια»– έχουμε συνηθίσει να το αντιμετωπίζουμε με όρους αντιπαράθεσης: Εθνική ή κοινοτική νομολογία· συνεργασία μέσω της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος ή αποφυγή της· Σύνταγμα ή κοινοτικό δίκαιο[1]. Προτείνοντας μια διαφορετική προσέγγιση, ο Σπυρίδων Ψυχομάνης επιμένει ότι «το άρθρο 16 του Συντάγματος δεν βρίσκεται σε αντίθεση με κάποια διάταξη του κοινοτικού δικαίου» και θεωρεί ότι «η λύση του “προβλήματος”… βρίσκεται στη συνεργασία (σύμπραξη) των ελληνικών εργαστηρίων (κολλεγίων) με τα ξένα πανεπιστήμια που παρέχουν τελικά τον τίτλο σπουδών»[2].

Το καθένα στο πεδίο εφαρμογής του, κοινοτικό δίκαιο και Σύνταγμα παραμένουν πλήρως εφαρμοστέα. Έχουμε, έτσι, δύο δεδομένα. Πρώτον, κάθε δίπλωμα που απονέμεται από πανεπιστημιακό ίδρυμα άλλου κράτους μέλους, ανεξαρτήτως του τρόπου και του τόπου πραγματοποίησης των σπουδών, αποτελεί επαγγελματικό προσόν που θεωρείται ότι αποκτήθηκε στο κράτος αυτό και, επομένως, εμπίπτει στο κοινοτικό σύστημα αμοιβαίας αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων (οδηγία 2005/36). Όμως, δεύτερον, καμία ιδιωτική επιχείρηση, είτε αυτοτελώς είτε σε σύμπραξη με πανεπιστήμιο άλλου κράτους μέλους, δεν μπορεί να παρέχει νομίμως πανεπιστημιακή –ή, ευρύτερα, ανώτατη– εκπαίδευση στην Ελλάδα (άρθρο 16 παρ. 5 και 8 Συντ.). Το κοινοτικό δίκαιο αδιαφορεί για τον αν η πανεπιστημιακή εκπαίδευση παρέχεται σε κάποιο κράτος μέλος ως επιχειρηματική δραστηριότητα. Αντιμετωπίζει την «παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών πανεπιστημιακού επιπέδου» καταρχήν όπως κάθε άλλη υπηρεσία. Για το κοινοτικό δίκαιο, επομένως, κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει με τις συμφωνίες δικαιόχρησης (franchising) ή συναφείς μορφές επιχειρηματικής συνεργασίας στο πεδίο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Το ίδιο μπορούμε να υποθέσουμε και για το εθνικό δίκαιο των κρατών όπου εδρεύουν τα πανεπιστήμια–franchisors. Οι προϋποθέσεις, ωστόσο, για τη νόμιμη σύναψη τέτοιων συμβάσεων «πανεπιστημιακού» franchising στην Ελλάδα δεν τίθενται από το κοινοτικό δίκαιο ούτε, φυσικά, από το εθνικό δίκαιο των ξένων πανεπιστημίων. Κατά συνέπεια, το μόνο ερώτημα που χρειάζεται να τεθεί είναι εάν η σύμπραξη ενός ξένου πανεπιστημίου με Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών είναι νόμιμη κατά το ελληνικό δίκαιο.

Ο Ψυχομάνης αμφισβητεί τη νομιμότητα τέτοιων συμπράξεων. Την άποψη αυτή είχε σαφέστατα υπαινιχθεί μειοψηφία δύο Συμβούλων στην απόφαση 778/2007 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό επταμελή σύνθεση, με την οποία υποβλήθηκε στο ΔΕΚ σχετικό προδικαστικό ερώτημα[3]. Στη βάση του σχετικού προβληματισμού βρίσκεται η εξής απλή σκέψη: Για το δίκαιό μας, τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών δεν είναι καν φορείς του εκπαιδευτικού συστήματος και δεν τούς εμπιστευόμαστε να χορηγούν ούτε τον πιο ταπεινό τίτλο σπουδών –παρά μόνον απλές βεβαιώσεις παρακολούθησης χωρίς οποιαδήποτε εκπαιδευτική ή επαγγελματική αναγνώριση[4]. Πώς είναι δυνατόν να ανεχόμαστε από τα ίδια Εργαστήρια, «αναβαθμισμένα» σε Κολλέγια, την παροχή –έστω, σε σύμπραξη με ένα ξένο πανεπιστήμιο– εκπαίδευσης πανεπιστημιακού επιπέδου, που οδηγεί στην κτήση αντίστοιχου επιπέδου επαγγελματικών προσόντων; Όταν ο νόμος, με την απειλή αυστηρών κυρώσεων, δεν επιτρέπει στα Εργαστήρια να εμφανίζονται ούτε καν ως κατώτερη επαγγελματική σχολή, είναι δυνατόν τα ίδια να παρουσιάζονται –και να διαφημίζονται– ως φορείς παροχής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης; Κι όμως, αυτή η κραυγαλέα αντίφαση βρίσκεται στην καρδιά των ρυθμίσεων του ν. 3696/2008. Με το νόμο αυτό θεσμοθετούνται τα Κολλέγια ως μια ιδιότυπη βαθμίδα μη τυπικής εκπαίδευσης μεταλυκειακού επιπέδου, ενώ το άρθρο 10 του νόμου «νομιμοποιεί» τις συμβάσεις franchising και τις άλλες μορφές σύμπραξης των Κολλεγίων με ξένα πανεπιστήμια.

Το Σύνταγμα όμως θέτει ένα δεδομένο που ο νομοθέτης δεν μπορεί να παρακάμψει: ότι δηλαδή ιδιωτικές επιχειρήσεις, όποιο όνομα και αν τους δώσουμε, δεν επιτρέπεται να παρέχουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ελλάδα. Με το δεδομένο αυτό, το «πανεπιστημιακό» franchising μόνο τότε είναι ανεκτό στο ελληνικό δίκαιο, όταν η «παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών πανεπιστημιακού επιπέδου» γίνεται από φορείς που, είτε στην Ελλάδα είτε στη χώρα τους, λειτουργούν νομίμως ως πανεπιστήμια ή, γενικότερα, ως ανώτατες σχολές. Αυτό σημαίνει ότι ένα ξένο πανεπιστήμιο δεν εμποδίζεται καταρχήν να παρέχει πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ελλάδα, αποκλείεται όμως η δυνατότητα σύμπραξής του με ιδιωτικές επιχειρήσεις. Πρακτικά, επομένως, έχει δύο δυνατότητες: είτε να εγκατασταθεί το ίδιο στην Ελλάδα ιδρύοντας παράρτημα είτε να συμπράξει με νόμιμο φορέα ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα, δηλαδή με ελληνικό ΑΕΙ ή ΤΕΙ. Με την παρέμβασή του, ο Σπυρίδων Ψυχομάνης μάς υποδεικνύει μιαν αλλαγή προοπτικής: αντί να περιμένουμε τη λύση από το δικαστή, εθνικό ή κοινοτικό, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή βρίσκεται, εν τέλει, στα χέρια του Έλληνα νομοθέτη. Σ’ αυτόν, επομένως, εναπόκειται πρωτίστως να επιδείξει αποφασιστικότητα και, γιατί όχι, ευρηματικότητα για την αντιμετώπιση του προβλήματος.


[1] Βλ., με επιμέρους διαφοροποιήσεις, Γ. Αναγνωσταρά, Η έκταση της εθνικής αρμοδιότητας σε θέματα εκπαίδευσης: Το θέμα της αναγνώρισης των χορηγούμενων στην βάση συμφωνιών δικαιόχρησης κοινοτικών διπλωμάτων, ΕΕΕυρΔ 2008, σ. 621 επ., Χ. Ανθόπουλου, Τα μη κρατικά πανεπιστήμια και η δημόσια φύση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ΕφημΔΔ 2006, σ. 423 επ., Κ. Γιαννακόπουλου, Το άρθρο 16 Σ., το κοινοτικό δίκαιο και το Συμβούλιο της Επικρατείας …δέκα χρόνια μετά, ΕφημΔΔ 2007, σ. 140 επ., Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και κοινοτικό δίκαιο: Το ζήτημα της «υπεροχής», 2009, σ. 533 επ., όπου και περαιτέρω αναφορές σε νομολογία και θεωρία.

[2] Σπ. Ψυχομάνης, Τα «κολλέγια» και η παρανομία τους, εφημ. Μακεδονία, 30.1.2010, και, σε αναδημοσίευση, στην παρούσα ιστοσελίδα.

[3] ΣτΕ 778/2007, σκέψη 12, μειοψ., ΕφημΔΔ 2007, σ. 131 επ., με σχόλιο Κ. Γιαννακόπουλου = Αρμ 2007, σ. 907 επ., με παρατηρήσεις Σ. Κύβελου.

[4] Βλ. άρθρο 5 του ν.δ. 9/9.10.1935, άρθρα 15-16 του ν. 1966/1991, αλλά και άρθρο 1 παρ. 1 του πρόσφατου ν. 3696/2008 για τα κολλέγια. Από τη νομολογία βλ., τελείως ενδεικτικά, την πρόσφατη απόφαση ΔΕφΑθ 1297/2009, ΕφημΔΔ 6/2009, με σχόλιο Ακρ. Καϊδατζή.

Συναίνεση και Αυτονομία: με αφορμή τα όρια της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης στη νομολογία του ΕΔΔΑ

Γιώργος Καραβοκύρης, Δικηγόρος, Δ.Ν.

Συναίνεση και Αυτονομία: με αφορμή τα όρια της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης στη νομολογία του ΕΔΔΑ

«Ποιος δεν είναι σκλάβος; Πες μου»[1].

Εισαγωγή

Παρότι παλαιός όσο και ο κόσμος[2], ο σαδομαζοχισμός εμπλούτισε σχετικά πρόσφατα τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ύστερα από την ποινική του αποδοκιμασία σε δύο εθνικές έννομες τάξεις. Στις αποφάσεις Laskey, Jaggard και Βrown κατά Ηνωμένου Βασιλείου και Κ.Α., Α.D. κατά Βελγίου[3] το δικαστήριο απεφάνθη ότι η καταδίκη των αυτουργών του αμφιλεγόμενου σεξουαλικού παιχνιδιού για το αδίκημα της πρόκλησης σωματικών βλαβών δεν αντιβαίνει στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ[4], το οποίο επικαλέστηκαν οι διάδικοι ως θεμέλιο προστασίας της ιδιωτικής τους ζωής και της σεξουαλικής τους αυτοδιάθεσης.

Η πρόχειρη καταγραφή των πραγματικών περιστατικών των δυο υποθέσεων προδίδει τον κοινό τους πραγματολογικό παρονομαστή, όπως την ελεύθερη συμμετοχή στο σαδομαζοχιστικό συμβόλαιο, τη συνειδητή τέλεση και αποδοχή των σωματικών προσβολών, την πρόβλεψη μιας λέξης – κλειδί ως διαλυτικού όρου του παιχνιδιού και την περιβολή του με το μανδύα της ιδιωτικότητας, μακριά από την έκθεση και δημοσιοποίησή του στα βλέμματα των απρόσκλητων τρίτων ή, ασφαλώς, των κρατικών αρχών.

H σήμανση[5], ωστόσο, των γεγονότων από τους ερμηνευτές του δικαίου, αυθεντικούς και μη[6], μαρτυρά μια ιδιαίτερη δικαιοπολιτική ένταση που εντοπίζεται, πέρα από το ευαίσθητο πεδίο της σεξουαλικής ελευθερίας και της περιφρούρησης της ιδιωτικής σφαίρας του υποκειμένου, στην επίκαιρη προβληματική της εσχάτως νομικά κατοχυρωμένης, παρά τη βαριά φιλοσοφική της ιστορία, έννοιας της προσωπικής αυτονομίας. Ήδη, στη γνωστή απόφαση Pretty κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι η «προσωπική αυτονομία συνιστά βασική ερμηνευτική αρχή των εγγυήσεων του άρθρου 8» που εξειδικεύεται ως «το δικαίωμα του ατόμου να αποφασίζει για τον εαυτό του και να κάνει τις δικές του επιλογές»[7]. Σύμφωνα με την Laskey, το νεοπαγές δικαίωμα καθιερώνει τη «δυνατότητα του καθενός να διαμορφώνει τη ζωή του όπως ο ίδιος το επιθυμεί», ακόμη και εκτός των –δυσδιάκριτων ούτως ή άλλως– ορίων του αυστηρού ιδιωτικού βίου, και εγγυάται την ανάπτυξη και τη διαμόρφωση της ταυτότητας του υποκειμένου στη σχέση του με τον κόσμο και τους άλλους, με άλλα λόγια αφορά, τελικά, στην ελευθερία του να εκπονεί και να εφαρμόζει το σχέδιο ζωής του. Έτσι, στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ δεν εξετάζεται μόνον αν ο σαδομαζοχισμός συνιστά κατάχρηση της αυτοδιάθεσης του ατόμου, αλλά, κυρίως, το ορθό περιεχόμενο του δικαιώματος στην αυτονομία, της βασικής, δηλαδή, ηθικοπολιτικής αρχής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων [8].

H ανατομία της διαμάχης των κειμένων, των οργάνων εφαρμογής του δικαίου αλλά και της νομικής δογματικής, φέρνει στο φως συγκροτημένες και περιεκτικές θέσεις περί αυτονομίας, στις οποίες, χωρίς υπερβολή, δοκιμάζονται οι αντοχές του πολιτικού φιλελευθερισμού με επίκεντρο τις έννοιες της βούλησης και της συναίνεσης του υποκειμένου. Η άρθρωσή τους στη σεξουαλική ελευθερία διόλου εκπλήσσει καθώς η τελευταία συνιστά βασικό παράδειγμα της νεωτερικής συγκρότησης του υποκειμένου[9] με προέκτασή της την κανονιστική διευθέτηση της –σκοτεινής πλέον– σχέσης σώματος και προσώπου, στο πρότυπο του δικαιώματος στην ιδιοκτησία[10]. H σεξουαλική αυτοδιάθεση αποτελεί, σύμφωνα με το ίδιο το ΕΔΔΑ, συστατικό στοιχείο της ταυτότητας του ατόμου[11].

Πιο συγκεκριμένα, με αφορμή την ελευθερία των ατόμων να συμβάλλονται στην απόλαυση της ηδονής, ακόμη και δια του έντονου φυσικού πόνου, φαίνεται να συγκρούονται μετωπικά δυο επικρατούσες, grosso modo, θεωρίες της αυτονομίας, η πατερναλιστική/ορθολογική/γνωστική και η ελευθεριακή/αυτονομιστική/βουλητική[12], οι οποίες διεκδικούν την αληθή σύνδεση της λέξης με το πράγμα, εντός, πάντα, της φιλελεύθερης παράδοσης. Και είναι προφανές ότι η προτίμηση στη μια ή την άλλη, με τις ενδιάμεσες αποχρώσεις τους, δεν μπορεί παρά να καθορίζει τη θέση του ερμηνευτή στην αναπόφευκτη διελκυστίνδα, θεωρητική και πρακτική, ανάμεσα στην ελευθερία και τον περιορισμό του υποκειμένου ως κύριους άξονες της κοινωνικής συμβίωσης και της προσωπικής κυριαρχίας.

Κοινή συνισταμένη των αποφάσεων είναι η εξέταση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας του περιορισμού της ιδιωτικότητας των υποκειμένων, με επίμαχο σημείο τη νομιμοποιητική δύναμη της συναίνεσης τους στις σαδομαζοχιστικές πράξεις. Η προβληματική της αυτοδιάθεσης του σώματος και της προσωπικής αυτονομίας συναντά θεμελιώδεις επιταγές της έννομης τάξης, όπως η προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων των τρίτων. Τίθενται, ακολούθως, τα εξής εύλογα ερωτήματα: ποιo είναι το σημείο ανοχής των –εθελούσιων– σωματικών προσβολών, όταν δηλαδή αναιρείται η βασική επιταγή του κοινωνικού συμβολαίου που είναι η φυσική ακεραιότητα των προσώπων; Ποια τα όρια της συμβολαιικής ελευθερίας και πότε θεμελιώνεται κατάχρηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση[13];

Αντιλαμβανόμαστε, συνεπώς, τους λόγους για τους οποίους η ακρότητα του σαδομαζοχισμού συνιστά χρήσιμο εργαλείο για τη νοηματοδότηση της κανονικότητας της ελευθερίας. Τα κριτήρια νομιμότητας του σαδομαζοχιστικού παιχνιδιού διαφεντεύουν, επί της αρχής, κάθε σύμβαση, ενώ, από την άλλη, το περιθώριο παρέμβασης στην αυτοδιάθεση του ατόμου στοιχειοθετεί το περιθώριο δράσης του σύγχρονου Λεβιάθαν.

Εάν, σύμφωνα με την Muriel Fabre-Magnon, η ανοχή του σαδομαζοχισμού εκτρέπει τα δικαιώματα του ανθρώπου σε μια διεστραμμένη κατεύθυνση[14], υπονοείται ότι η απαγόρευση της τρέλας του ερωτικού παιχνιδιού υπαγορεύεται από μια (ορθή) λογική των δικαιωμάτων αφενός και της αυτονομίας αφετέρου. Ο χαρακτηρισμός της σαδομαζοχιστικής σύμβασης αποκτά ιδιάζουσα βαρύτητα για δύο λόγους: πρώτον, παραπέμπει στην κλασική προβληματική της ελευθερίας και της δουλείας και στο ρόλο της συναίνεσης ως διαφοροποιητικό τους σημείο ενώ, δεύτερον, παρουσιάζει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα νομικά sui generis δομή καθότι αναγκαστικά κοινωνική (πρακτικά) και αυστηρά ατομική (ψυχαναλυτικά) σχέση[15], με συνέπεια η δικαστική της αξιολόγηση να υποδεικνύει το κανονιστικό περιεχόμενο της αυτονομίας του προσώπου τόσο σε σχέση με τον Άλλο όσο και με τον ίδιο του τον εαυτό.

H κύρια συνεισφορά του σαδομαζοχισμού στην κατανόηση της αυτονομίας έγκειται στη δημιουργική αποδόμηση του παραδοσιακού σχήματος δούλου και κυρίου. Εκεί που η ορθολογική αντίληψη της αυτονομίας προτάσσει την απόλυτη, έως και μεταφυσική, αντιδιαστολή της ελευθερίας απέναντι στη δουλεία, επιζητώντας είτε την αυθεντική βούληση του υποκειμένου είτε την υπαγωγή των πράξεών του στον ηθικό κανόνα της γενικευσιμότητας, η σύνθετη περίπτωση του σαδομαζοχισμού αναδεικνύει την έωλη βάση των παραπάνω κριτηρίων νομιμότητας της αυτοδιάθεσης και προβάλλει την αξία της επιλογής και της συναίνεσης στην οιαδήποτε σχέση, η οποία εμπεριέχει αναπόφευκτα, σαν επικοινωνιακό ενέργημα, την εκχώρηση του εαυτού. Η ποιοτική διαβάθμιση ανάμεσα στη βούληση και τη συναίνεση και η σύγχυση παιχνιδιού και πραγματικότητας ή, διαφορετικά, η ταυτολογία παράνομου και αδύνατου, υπηρετούν την αντίσταση στον άκρατο βολονταρισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τη μετάβαση στα δικαιώματα της ανθρώπινης φύσης.

Η προϊούσα δυσπιστία απέναντι στη συναίνεση και η κοινωνικοποίηση της ιδιωτικής σφαίρας αξιώνουν, πλέον, θέση ερμηνευτικής προκατάληψης[16] τόσο στις δικαιικά ενδιαφέρουσες σχέσεις όσο και στον ελάχιστο χώρο μοναξιάς του προσώπου, με συνέπεια η νομιμότητα ή και η δυνατότητα της βούλησης του υποκειμένου να προσδιορίζονται κυριαρχικά από την αντικειμενική επίκληση της ηθικής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ακόμη και όταν δεν βλάπτονται τα δικαιώματα τρίτων (1).

Στην αντίπερα όχθη, η νομολογιακή στροφή της Κ.Α. και Α.D. κατά Βελγίου προωθεί, παρά την αποδοκιμασία της πράξης, τη βουλητική ανάγνωση της έννοιας της αυτονομίας και αναγνωρίζει στα πρόσωπα την υπόσταση του λόγου τους και το νεωτερικό δικαίωμά τους στο παιχνίδι της αναπαράστασης και της δημιουργίας της πραγματικότητας. Η απόλαυση της ελευθερίας τους να παριστάνουν και να υποδύονται ερωτικά τους υπόδουλους, σαν πρωταγωνιστές θεατρικής παράστασης, κατοχυρώνει την εθελούσια συγκρότηση τους σε υποκείμενα δικαίου και επιβεβαιώνει ότι στον κόσμο που διαπλάθει το –μοντέρνο– δίκαιο δεν υπάρχει περιθώριο για φυσικούς κυρίαρχους (2).

1. Η αυτονομία ως υποχρέωση

Oι κ.κ. Laskey, Jaggard και Βrown καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές φυλάκισης, χωρίς αναστολή, για την πρόκληση σωματικών βλαβών, σύμφωνα με το βρετανικό νόμο του 1861[17]. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αξιόποινες πράξεις, στις οποίες συμμετείχαν 44 ακόμα ενήλικοι άνδρες, υπέπεσαν τυχαία στην αντίληψη της δικαιοσύνης λόγω της καταγραφής τους σε βιντεοταινίες που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια μιας έρευνας ρουτίνας των διωκτικών αρχών. Oυδείς επικαλέστηκε βλάβη ή παραβίαση της συναίνεσής του. Επιπρόσθετα, οι πικάντικες κασέτες δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στο εμπόριο ή σε εξωτικούς τρίτους. Οφείλουμε, ακόμη, να διευκρινίσουμε ότι οι σωματικές βλάβες, παρά τον οριακό χαρακτήρα των προσβολών, ήταν κυρίως επιδερμικές και δεν έχρησαν της παραμικρής ιατρικής επέμβασης.

Η σαδομαζοχιστική σύμβαση χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετικά αυστηρή, έως και απαρέγκλιτη, δομή. Τα μέλη αποδέχονται εκ των προτέρων τις λεπτομερείς ρυθμίσεις διεξαγωγής του παιχνιδιού, διότι, προφανώς, η έντασή του είναι υπαρκτικά και σωματικά οριακή. Εξού και η θέσπιση του θεμελιώδους όρου εξόδου από τη σύμβαση που σηματοδοτεί την ελευθερία του παίκτη να πετάξει από πάνω του τη μάσκα του σαδιστή ή του μαζοχιστή, να αποχωριστεί το κουστούμι του αφέντη ή του δούλου.

Η απλή εκφορά του κωδικού, την κρίσιμη στιγμή κατά την οποία το υποκείμενο κρίνει ανυπόφορο ψυχοσωματικά το βαθμό προσβολής της ακεραιότητας του, αρκεί για τη μονομερή λύση της σύμβασης και την αποχώρησή του από την ερωτική κοινότητα, την άρνηση του Άλλου και την επιστροφή στην προσωπική του μοναχική κατάσταση. Η συμμετοχή του στο κοινωνικό, πολιτικό, ή, εν προκειμένω, στο σεξουαλικό παίγνιο προαπαιτεί την αναγνώριση της ελευθερίας της ομιλίας του, την υποδοχή του λεκτικού –και σωματικού– του ενεργήματος (speech act) από την ισχύουσα (γλωσσική) σύμβαση και, a contrario, το σεβασμό της ελευθερίας του να δράσει αντι-συμβατικά στο όνομα της προσωπικής του αυτονομίας.

Στην υπόθεση Laskey δοκιμάζεται η κυριαρχία του υποκειμένου πάνω στον ίδιο του τον εαυτό εξαιτίας της εξουδετέρωσης της επιτελεστικής δύναμης του Λόγου της σωματικής του διάθεσης[18]. Το σημαίνον της αυτονομίας του, η φωνητική αναπαράσταση της κωδικοποιημένης λύσης της σύμβασης, εισέρχεται στην σφαίρα του α-νόητου και προσλαμβάνεται σαν ένας ακατάληπτος θόρυβoς, μια άναρθρη κραυγή που κανένα έλλογο ον δεν μπορεί να εκστομίσει διότι υλοποιεί αυτόχρημα την απόλυτη πραγμοποίησή του, τη ζωώδη εκχώρηση της βούλησης του και την παράλογη κατάργηση της υποκειμενικότητάς του. Ο μαζοχιστής που ομολογεί «αρκετά!» ή «έλεος!»[19], για να σημάνει την ελευθερία της αυτοδιάθεσής του και να δηλώσει στον κοινωνό του την επιθυμία του να αποστασιοποιηθεί από την ερωτική του περσόνα, έχει ήδη παραβιάσει, με μόνη τη συμμετοχή του, τη λογική νόρμα της αυτονομίας του, γιατί έχει αναλωθεί σαν πράγμα και έχει αποδεχθεί την πιο επαχθή δουλεία, την πλήρη μετατροπή του σε αντικείμενο και την υποταγή του στην παμφάγα βουλιμία της αλλότριας αλλά και της δικής του βούλησης.

Η σαδομαζοχιστική ορμή ασελγεί πάνω στο λογικό σώμα του υποκειμένου και πρέπει να διαγραφεί a priori από τη λίστα των νοητών ανθρώπινων επιθυμιών διότι κανείς δεν μπορεί ορθολογικά να θέλει να είναι δούλος, ούτε…λόγου χάριν, για την απλή ευχαρίστησή του (Α). Η συναίνεσή του ακυρώνεται μπροστά στο ηθικό και νομικό έγκλημα που διαπράττει από τη μια κατά του…συμπαίκτη του, όταν αναλαμβάνει τον ενεργητικό ρόλο του σαδιστή/αφέντη, και από την άλλη κατά του ιδίου, όταν περιορίζεται στην παθητική θέση του μαζοχιστή/δούλου. Στη δεύτερη περίπτωση, ο ηθικός πανικός αγγίζει τα όρια του και ο μαζοχιστής αναγορεύεται σε…σαδιστή του εαυτού του[20]. Ακολουθώντας την οριακή του συνήθεια δεν διακινδυνεύει μόνο την υγεία τρίτου ή τη δική του (Β) αλλά αναιρεί την ηθική του υπόσταση μετέχοντας σε ένα παρά φύση παιχνίδι που αποκλίνει κραυγαλέα από τον αντικειμενικό κανόνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (Γ).

Α. Η αβέβαιη προστασία της σεξουαλικής ελευθερίας: ανάμεσα στην αδύνατη συναίνεση και τη λογική βούληση

Σε πρόσφατη μελέτη της, η Danièle Lochak αναδεικνύει το νεφελώδες νομικό status της σεξουαλικής ελευθερίας. Δίχως ξεκάθαρες αναφορές στο θετικό δίκαιο[21], και ενώ η μετα-νόρμα της αξιοπρέπειας πλανάται στο φυσικοδικαιϊκό, και όχι μόνο[22], ορίζοντα, η σεξουαλική αυτο-διάθεση εμπίπτει, συχνά, είτε στους ειδικούς, πολλαπλούς, περιορισμούς της σωματικής της αναφοράς –όπου η ερωτική ηδονή αφαιρείται αυθαίρετα από το πραγματολογικό πεδίο της πράξης– είτε στην ανεξάντλητη, ηθικοπολιτικά, προβληματική της ελευθερίας…και των oρίων της. Η όψιμη σύναψή της στην εγγυητική σφαίρα της ιδιωτικότητας και της αυτονομίας, μέσω, κυρίως, της ΕΣΔΑ[23], ενισχύει την κανονιστική της αυτονομία αλλά δεν αποτρέπει την υπαγωγή της σε γενικούς ποινικούς κανόνες που, όμως, ερμηνεύονται υπό το πρίσμα μιας ελλοχεύουσας ηθικής της…σεξουαλικότητας.

Εκτός της μεθοδολογικής αυτής ανακολουθίας, η οποία παραπέμπει στην έμμεση αστυνόμευση της –ανέφικτης– ελεύθερης επιθυμίας από τον μεγάλο Άλλο[24], η εγγύηση της προσωπικής σεξουαλικής αυτονομίας προσκρούει στον ύφαλο της ποιοτικής υποβάθμισης της αξίας της συναίνεσης, σε αντιδιαστολή με την ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη στην ανώτερη, κατ’ ουσία, σύλληψη της βούλησης. H συναίνεση εκλαμβάνεται ως τεκμήριο δουλείας και όχι ως πρόταση ελευθερίας. Όπως, χαρακτηριστικά, αναφέρει η Marie-Anne Frison-Roche στη «Δύση η ελευθερία είναι στο όχι× η συναίνεση είναι στο ναι. Με τη βούλησή μου εξουσιάζω× με τη συναίνεση υποτάσσομαι. Η δύναμη είναι στη βούληση× η συναίνεση είναι στην πλευρά της αδυναμίας»[25]. Παρότι η θέση αυτή αξιώνει ακρίβεια ή ευαισθησία στη διάγνωση και τη θεραπεία της πραγματικής ανισότητας που διέπει την κατάρτιση κάθε συμβολαίου, η προαγωγή της σε ερμηνευτικό προαπαιτούμενο των δικαιωμάτων της αυτοδιάθεσης κυοφορεί την ίδια την αυτοαναίρεσή της. Κι αυτό επειδή αποσυνδέει οντολογικά τη συναίνεση από την αυτονομία επιμένοντας, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις των θιασωτών της, στη μάταιη αναζήτηση της αυθεντικής, γνήσιας και μη διαμεσολαβημένης βούλησης, στην άκριτη αποδοχή της ανεδαφικής, μετά τα διδάγματα της φιλοσοφίας της υποψίας του 20ου αιώνα[26], μεταφυσικής του υποκειμένου. Η αντίσταση, λοιπόν, στον αφελή και απλοϊκό, κατά τον Αlain Renaut[27], βολονταρισμό της νεωτερικότητας καταλήγει, παραδόξως, στην απόλυτη αποθέωση της…βούλησης. Χειρότερα, ακόμη, υπονοεί ότι κάποιοι κατέχουν το φυσικό ή ανθρωπολογικό δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζονται ως οι σοφοί ή φρόνιμοι φορείς της, ενώ οι υπόλοιποι, de facto και, αλίμονο, de jure ανώριμοι διανοητικά, δεν μπορούν παρά μόνο να συναινούν, με την προηγούμενη άδεια, βέβαια, των…πρώτων.

Η ανοιχτή αμφισβήτηση της συναίνεσης στο πεδίο της (σεξουαλικής) ελευθερίας αγγίζει, συχνά, την πλήρη διάψευση της ίδιας της δυνατότητάς της. Όταν ο πήχης της αξιολόγησής της ξεπερνά τη συνειδητή προσβολή ή ζημία του άλλου και τοποθετείται σε δυσθεώρητα ηθικά και πραγματολογικά ύψη, όπως ο αυτόνομος και ορθολογικός χαρακτήρας της πράξης, ελεύθερος κάθε ψυχολογικού και κοινωνικού ετεροκαθορισμού, είναι προφανές ότι οποιαδήποτε πράξη και κατεξοχήν η σεξουαλική, δυσχερώς ελεγχόμενη με ηθικούς όρους, είναι σχεδόν αδύνατο να εκπληρώσει τα απαιτούμενα κριτήρια. Ο ηθικός φιλόσοφος Ruwen Ogien δικαίως αναρωτιέται: «Ποιος, όμως, κατέχει μια τέτοια γνώση; Ποιος είναι τέλεια ορθολογιστής και αυτόνομος; Υπό αυτές τις συνθήκες ούτε ο Θεός ο ίδιος δεν θα μπορούσε ποτέ να συναινέσει αληθινά»[28].

Στα μάτια των ένθερμων υποστηρικτών της ορθής σεξουαλικότητας ο σαδομαζοχισμός είναι ο πιο εύκολος στόχος. Η κατάλυση της υποκειμενικότητας, η άλογη εκχώρηση της βούλησης, η σωματική και ηθική βαρβαρότητα της ηδονής, η εγωιστική απόλαυση του άλλου, δίχως ίχνος ευαισθησίας, και το τελεολογικό κενό μιας πράξης που δεν ωφελεί απτά το κοινωνικό σύνολο ή το δημόσιο συμφέρον, και, πάνω απ’όλα, η εύκολη ταυτοποίησή της με την αποκρουστικότερη μορφή δουλείας, καθιστούν όχι μόνο παράνομη αλλά στην ουσία ανέφικτη ή παράλογη τη συναίνεση των παικτών. Η σαδομαζοχιστική σύμβαση σφραγίζει την πρακτική και συμβολική κατάργηση της αυτονομίας του υποκειμένου. Η Michela Marzano επισημαίνει ότι «εάν ο στόχος των σαδομαζοχιστικών πρακτικών είναι να συμβάλουν στην αποδόμηση του υποκειμένου πώς είναι δυνατόν να είναι ανεκτές στο όνομα της προσωπικής αυτονομίας;»[29].

H εκούσια συμμετοχή στο σαδομαζοχιστικό παιχνίδι κρύβει μια απαράδεκτη ηθικά και λογικά αντίφαση× δηλώνοντας παρόν στη σύμβαση της δουλείας το άτομο παύει να υφίσταται ως πρόσωπο, φορέας αυτόνομης βούλησης, μεταμορφώνεται σε άψυχο πράγμα και υποπίπτει στο διάσημο, από τον Αριστοτέλη και μετά[30], αδίκημα της επιτελεστικής αντίφασης, καθώς το περιεχόμενο της πράξης του –η πραγμοποίηση του εαυτού του– έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την πραγματολογική διάσταση της πρωτοπρόσωπης εκφοράς της. Ο σαδομαζοχιστής, λοιπόν, εκφράζει στην ίδια πρόταση το ίδιο και το αντίθετό του. Η σημασιολογική ετερονομία του γλωσσικού του ενεργήματος αντιτίθεται στην πραγματολογική του αυτονομία. Ως εκ τούτου, η σαδομαζοχιστική σύμβαση συνιστά ένα λογικό ατόπημα, μια ανάπηρη επικοινωνιακά πρόταση που υποδηλώνει ότι το υποκείμενο δύναται να αυτο-διατίθεται σαν αντικείμενο. Στις σύγχρονες ορθολογικές θεωρίες, κυρίως στον Αpel και τον Habermas, η πράξη αυτή εξορίζεται από τη γλωσσική και κατ’ επέκταση την πολιτική ή, in extremis, την ανθρώπινη κοινότητα διότι παραβιάζει τους καταστατικούς όρους συμμετοχής[31].

Η ίδια φιλοσοφική/λογική αστυνόμευση της –σεξουαλικής– βούλησης φαίνεται να διαπνέει τη δικαστική μεταχείριση του σαδομαζοχισμού. Στην υπόθεση Laskey η ξεκάθαρη συναίνεση των παικτών δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ούτε καν ως ελαφρυντικό στοιχείο του αξιοποίνου, αφού αξιολογήθηκε ως μια τρελή πρόταση που δεν μπορεί να διεκδικήσει την παραμικρή βαρύτητα στη ζυγαριά της νομικής επαλήθευσης των πραγματικών περιστατικών. Με ή χωρίς αυτή, η σαδομαζοχιστική σύμβαση είναι ποινικά κολάσιμη διότι εκλαμβάνεται ως ένα πραγματικό συμβόλαιο δουλείας και όχι ως ένα σεξουαλικό παιχνίδι. H φαντασιακή δουλεία του σαδομαζοχισμού συγχέεται αυθαίρετα με την πιο ρεαλιστική και απάνθρωπη υποταγή. Οι σαδομαζοχιστές δεν πρέπει να ενεργούν σαν δούλοι γιατί απλά…είναι δούλοι. Ως εκ τούτου, δεν έχουν το δικαίωμα ούτε καν να το προσποιούνται, για την απλή ηδονή τους. Το δίκαιο επεμβαίνει ως κανονιστικό υπερεγώ στις φαντασιώσεις του ατόμου και υπαγορεύει τον ηθικό πυρήνα του σεξουαλικού του αυτοπροσδιορισμού. Κανείς δεν μπορεί, εξ ορισμού, να επιθυμεί τη δουλεία, ούτε στα…ψέματα.

Β. Από τη ρητή προστασία της υγείας…

Στο Lord’s Chamber o Lord Templeman, μέλος της πλειοψηφίας, αναφέρει μεταξύ άλλων: «η ποινική νομοθεσία που συχνά, βέβαια, παραβιάζεται, επιβάλλει περιορισμούς σε μια πρακτική που θεωρείται επικίνδυνη και επιζήμια για τα άτομα και η οποία, εάν γινόταν ανεκτή και διαδιδόταν θα μπορούσε να προκαλέσει ζημία στο σύνολο της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, στη συγκεκριμένη υπόθεση, οι διάδικοι δεν ακρωτηρίασαν το σώμα τους αλλά προσέβαλαν τη φυσική ακεραιότητα των συναινεσάντων θυμάτων (…) Καταρχήν, διακρίνουμε την τυχαία από τη βάναυση βία. Η σαδομαζοχιστική βία προϋποθέτει την ωμότητα από την πλευρά των σαδιστών και τον εξευτελισμό των θυμάτων. Αυτή η βία είναι βλαβερή για τους συμμέτοχους και παρουσιάζει απρόβλεπτα ρίσκα. Δεν είμαι καθόλου διατεθειμένος να δεχθώ τη συναίνεση ως μέσο υπεράσπισης όταν πρόκειται για συνευρέσεις σαδομαζοχιστικού χαρακτήρα οι οποίες αναπαράγουν και εξυμνούν την ωμότητα (…) Η κοινωνία έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να προστατευθεί απέναντι στη λατρεία της βίας. Είναι διεστραμμένη η απόλαυση του πόνου του άλλου».

Τα παραπάνω επιχειρήματα αποδέχεται, mutatis mutandis, και το ΕΔΔΑ. Στo αιτιολογικό της Laskey υπογραμμίζεται ότι οι «σαδομαζοχιστικές πρακτικές προκάλεσαν τραύματα ή βλάβες κάποιας βαρύτητας (…) το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το επιχείρημα των προσφευγόντων, σύμφωνα με το οποίο δεν θα έπρεπε να διωχτούν, γιατί οι βλάβες δεν ήταν σοβαρές και δεν χρειάστηκαν ιατρική επέμβαση (…) το Δικαστήριο, όπως και η Επιτροπή, δεν θεωρεί απαραίτητο να εξετάσει εάν η επέμβαση στην ιδιωτικότητα των προσφευγόντων θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από την προστασία της ηθικής. Εντούτοις, αυτή η διαπίστωση δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αμφισβήτηση του δικαιώματος του Κράτους να αποτρέπει τέτοιου είδους πράξεις στο όνομα της ηθικής». Την αναστολή αυτή κατακρίνει ο δικαστής E. Pettiti, στη συμπλέουσα με την πλειοψηφία γνώμη του, υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε το Δικαστήριο να σημειώσει ρητά την ανάγκη καταστολής των πρακτικών σεξουαλικής «κατάχρησης ακόμα και όταν αυτές δεν επιφέρουν σωματικές βλάβες αλλά προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (…) H παγκόσμια σύνοδος της Στοκχόλμης υπογράμμισε τους κινδύνους μιας ξέφρενης ανεκτικότητας η οποία μπορεί να οδηγήσει από την ακολασία στην παιδοφιλία ή τα βασανιστήρια του άλλου. Η προστασία της ιδιωτικής ζωής είναι η προστασία της ιδιωτικότητας και της αξιοπρέπειας του προσώπου και όχι η προστασία της αναξιοπρέπειάς του, ούτε η προαγωγή της παράνομης ανηθικότητας».

Η προστασία της υγείας (άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ) προβάλλεται, λοιπόν, ως το κύριο επιχείρημα καταστολής των σαδομαζοχιστικών πρακτικών. Το Δικαστήριο συμμερίζεται ανεπιφύλακτα την απο-ερωτικοποίηση του παιχνιδιού και την υποβάθμισή του σε μια σειρά πράξεων σωματικής προσβολής με «συνειδητό στόχο τη βλάβη της υγείας των θυμάτων». Με αυτό τον τρόπο, το ΕΔΔΑ παρακάμπτει τη νομιμοποιητική δύναμη της συναίνεσης των υποκειμένων και επικυρώνει τη συμβατή με την ΕΣΔΑ εφαρμογή του βρετανικού νόμου. Η παροχή της ερωτικής ευχαρίστησης εξομοιώνεται σκόπιμα με την ένδολη βλάβη της υγείας του τρίτου. Οι πράξεις ηδονής μειώνονται σε «εκούσια χτυπήματα» και «τραυματισμούς» ανάμεσα στους σεξουαλικούς συντρόφους, σε σημάδια «ωμής βαρβαρότητας» και «απάνθρωπης σκληρότητας» που καμιά φιλελεύθερη έννομη τάξη δεν μπορεί να ανεχτεί. Η υποκειμενική «ευχαρίστηση» των παικτών μεταλλάσσεται δικαστικά σε αντικειμενικό «πόνο» και οι αξιόποινες συνευρέσεις αποκαλούνται «εξευτελιστικές» προσβολές, οργανωμένες σε ειδικά «δωμάτια βασανιστηρίων».

H περιγραφή, ωστόσο, των γεγονότων από τον δικαστή οφείλει, πέρα από την παράκαμψη της συναίνεσης, να δικαιολογήσει το θεμιτό και αναγκαίο του περιορισμού παρά την ανυπαρξία σοβαρών σωματικών βλαβών. Kατά την αγγλική νομολογία, εμπίπτει στον ορισμό της βλάβης ο βαθύς τραυματισμός της σάρκας και όχι η απλή επιδερμική αλλοίωση. Παρόλο που οι επίδικες πράξεις «δεν είχαν σε καμία περίπτωση ως αποτέλεσμα μολύνσεις η μόνιμες σωματικές βλάβες, ούτε έχρησαν ιατρικής βοήθειας», προκύπτει «προφανώς από τα ίδια τα γεγονότα ότι προκάλεσαν βλάβες και τραύματα μιας κάποιας βαρύτητας, όχι μόνο ελαφρά ή εφήμερα», ενώ σημειώνεται ότι ακόμη και αν δεν είχαν αυτές τις συνέπειες θα έπρεπε να παραμείνουν αξιόποινες αφού απλά…θα μπορούσαν να (τις) έχουν[32]. Και τούτο εξαιτίας της καταφανούς φυσικής επικινδυνότητας τους, σε βαθμό που προκαλεί, ομολογουμένως, εντύπωση ότι τελικά δεν έλαβαν χώρα τα χειρότερα. Οι σαδομαζοχιστές είναι αδύνατον να διαφύγουν του –προδιαγεγραμμένου από το ΕΔΔΑ– απάνθρωπου πεπρωμένου τους, σε πλήρη διαστρέβλωση των πραγματικών δεδομένων που αποδεικνύουν ότι κατά τη διεξαγωγή του σεξουαλικού παιχνιδιού, τα τελευταία…δέκα χρόνια, δεν έχει διαπιστωθεί κανένας σοβαρός τραυματισμός. Άλλωστε, συνήθως, η θεατρική αναπαράσταση της δουλείας του σαδομαζοχισμού όχι μόνο δεν επιδιώκει τα απρόβλεπτα ρίσκα αλλά προβλέπει με ακρίβεια την αποτροπή τους μέσω της επιμελούς σκηνοθεσίας των επιμέρους ρόλων, της προηγούμενης απαγόρευσης των αυτοσχεδιασμών[33] και, κυρίως, της θέσπισης του απαράβατου γλωσσικού όρου που επιτελεί τη μονολογική και αυτόβουλη διακοπή του παιχνιδιού. Στο σεξουαλικό σκριπτ του σαδομαζοχισμού εγγράφονται η συναινετικότητα, η διαπραγμάτευση των σεξουαλικών φαντασμάτων, η συμβατικότητα και ο σεβασμός των ορίων του άλλου[34]. Ακόμη και αυτή η δικαστική αγκύλωση στην πιθανή διακινδύνευση της ακεραιότητας του σώματος μάλλον περιπλέκει το νομικό καθεστώς πράξεων ιδιαίτερης επικινδυνότητας, όπως τα extreme sports ή οι αισθητικές και ιατρικές επεμβάσεις υψηλού ρίσκου, τις οποίες το δίκαιο ανέχεται, διότι αυτές (το) ενδιαφέρουν πολύ λιγότερο ηθικά. Η υποκριτική προστασία της υγείας δεν καταφέρνει να αποκρύψει το ισχυρό μοραλιστικό ελατήριο της δικανικής πεποίθησης.

Γ…στην άρρητη επίκληση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

«Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι εκτός διαπραγμάτευσης και το να αναζητήσουμε το λόγο συνιστά άρνηση του ίδιου του λόγου»[35].

Η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της Laskey στο άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ υποπίπτει, όπως είδαμε, σε λογικά ατοπήματα. Η επιφύλαξη του ΕΔΔΑ να καταγγείλει ρητά την ηθική απαξία της πράξης ενισχύει τις αντιφάσεις του. Και αυτό διότι το πιο ισχυρό, αν και υποδόριο, έρεισμα της κρίσης του δεν είναι η –εξαιρετικά αμφίβολη– σοβαρή προσβολή της φυσικής ακεραιότητας των προσώπων, αλλά η παραβίαση της θεμελιώδους νόρμας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Έτσι, το ΕΔΔΑ εκμεταλλεύεται δικαιικά τη δεδομένη αμφισημία των σαδομαζοχιστικών πράξεων και διευθετεί ταυτόχρονα τη σχέση του σαδιστή με τον μαζοχιστή και αυτή του μαζοχιστή με τον ίδιο του τον εαυτό. Η ρητορική δύναμη μιας έννοιας που διεκδικεί εφαρμογή τόσο στη νομικά ενδιαφέρουσα διυποκειμενική σχέση όσο και στην αδιάφορη για το δίκαιο μοναχική πράξη της αυτοδιάθεσης συνιστά το πλέον πρόσφορο θεμέλιο ενός νέου ήθους των δικαιωμάτων, όπου το άτομο δεν μονο-λογεί εγωιστικά αλλά δια-λέγεται με τη φύση του και αποδέχεται όλες τις απορρέουσες υποχρεώσεις με κορωνίδα την απαγόρευση της αυτο-διάθεσής του ως πράγμα ή, αλλιώς, καντιανά, την απαγόρευση της μεταχείρισης του ως απλού μέσου για τον εκάστοτε σκοπό[36]. Η αξιοπρέπεια δεν εκτίθεται στο στίβο των ερμηνειών αλλά κατοχυρώνεται ως αντικειμενική ιδέα που διατρέχει, με τη μεταφυσική έννοια του όρου, κάθε μέλος της ανθρώπινης κοινότητας, επιβάλλοντας τη συγκρότηση του ατόμου σε πρόσωπο και την οντολογική διαφύλαξη, πέρα από τη βούληση του καθενός και ανεξάρτητα της κατάστασής του, της ενότητας σώματος και πνεύματος σαν αντίβαρο στον επικίνδυνο και υπεύθυνο για την απελευθέρωση της κακής βούλησης καρτεσιανό δυϊσμό της. Παρά τη σημασιολογική της απροσδιοριστία[37], η οποία καθιστά, βέβαια, ευχερή την εφαρμογή της σε κάθε hard case[38], η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεσμεύει το άτομο να δρα αυτόνομα και ορθολογικά, να σέβεται τη λογική και πραγματική του συγκρότηση ως υπο-κείμενο της ανθρωπότητας, να μένει, εν ολίγοις, πιστό στην αρχή του Ορθού Λόγου που απαγορεύει την ολέθρια έκπτωση του από την αυτονομία/ελευθερία του προσώπου στην ετερονομία/δουλεία του πράγματος. H δυναμική σχέση ατόμου και προσώπου δεν μπορεί να αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια της υποκειμενικής βούλησης γιατί αποτελεί μια φυσική αντικειμενική αλήθεια. Συνεπώς, πρόσωπο και αξιοπρέπεια σχεδόν συγχωνεύονται[39] στο μάγμα της φυσικής υποχρεωτικής αυτονομίας[40].

Η σαδομαζοχιστική σύμβαση καταστρατηγεί, με αυτούς τους όρους, την κατηγορική προσταγή της αξιοπρέπειας. Η σαδιστική εμμονή της βίας εμπεριέχει την εκμετάλλευση του μαζοχιστή ως απλού μέσου για το διεστραμμένο σκοπό του αφέντη του. Εφόσον ο σαδιστής δεν προτίθεται να προσφέρει ηδονή στο σύντροφό του και επιθυμεί απλά να τον βλάψει είναι προφανές ότι τον χρησιμοποιεί σαν φτηνό αντικείμενο. Επιπλέον, η έντονη αποδοκιμασία και η απαγόρευση της πρόκλησης του πόνου υπονοεί και την άμεση καταδίκη του μαζοχιστικού αιτήματος. Κατά συνέπεια, ο μαζοχιστής δεν μπορεί καν να….υπάρξει ή να ονομαστεί ως τέτοιος γιατί στην ουσία είναι ο ίδιος ο αδίστακτος τύραννος και σαδιστής του εαυτού του, ο συναυτουργός της πιο εξευτελιστικής και απάνθρωπης πραγμοποίησης[41]. Ο μαζοχιστής δεν δικαιούται να…λάβει τον πόνο της πλήρωσης της σεξουαλικής του φαντασίωσης διότι αυτόματα τον…επιβάλλει στον εαυτό του μέσω της εργαλειοποίησης του σαδιστή.

Η υποβολή του σαδομαζοχισμού στο τεστ της ανθρώπινης αξιοπρέπειας φανερώνει την επικινδυνότητα της τελευταίας για την προσωπική αυτονομία και κυριαρχία του υποκειμένου. Η ρεαλιστική φιλοσοφική της βάση, με άλλα λόγια ο επικαθορισμός της οποιασδήποτε σχέσης από τη φυσική και οντολογική αλήθεια της αδιάσπαστης ενότητας νου και σώματος νομιμοποιεί, δυνητικά, την αστυνόμευση και της αναπαράστασης της πραγματικότητας, υποτάσσοντας, πατερναλιστικά[42], την ατομική ύπαρξη στην καθολική ουσία του ανθρώπινου γένους. Το περιεχόμενο μιας σχέσης παύει να υπόκειται στο ελαστικό κριτήριο της βούλησης, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται στη σύμβαση των υποκειμένων, και αξιολογείται με βάση τη φρόνηση και τη συμμόρφωσή του στο standard[43] της αξιοπρέπειας.

Αν και η αξιοπρέπεια μπορεί να συμπορευθεί θεωρητικά και πρακτικά με την ελευθερία στο χώρο διάδρασης των ατόμων, γεγονός βέβαια που προκαλεί εύλογα ερωτήματα ως προς τη χρησιμότητα ή την πρωτοτυπία της έννοιας, η ανακήρυξή της σε πεμπτουσία των δικαιωμάτων της αυτοδιάθεσης ελάχιστα απέχει από την απόλυτη κατάργηση της αυτονομίας. Η αξιοπρέπεια απαγορεύει στο άτομο να εκφέρει την παράλογη πρόταση δεν υπάρχω ή non-cogito[44], να θρυμματίσει τη φυσική του υπόσταση και να επιλέξει τη βλάβη, την αυτοκατάργηση ή την αυτοκτονία του, να απορρίψει την ίδια του την ελευθερία, τη συμμετοχή του στο κοινωνικό συμβόλαιο, τη ζωή με τον Άλλο. Όπως ο μαζοχιστής δεν μπορεί να μιλήσει ή ακόμη χειρότερα να ακουστεί, γιατί είναι ανεπίτρεπτα βάρβαρος με τον ίδιο του τον εαυτό και κατ’ επέκταση με την ανθρώπινη φύση του, έτσι και ο καθένας ο οποίος επιθυμεί άλογα… το κακό του οφείλει να υποχρεωθεί σιωπηλά, ηθικά και νομικά, στην αγαθή ιδέα της ελευθερίας του, στην αντικειμενική αλήθεια της ανθρωπινότητάς του. Η ύπαρξή του δεν μπορεί να απορρίψει την ουσία της και η αυτονομία του, η ολόδική του πρωτοπρόσωπη ζωή, καθίσταται απλά αδιαπραγμάτευτη ως δεσμευτική εντολή που εκφέρεται από ένα ιεραρχικά ανώτερο πρόσωπο γι’ αυτόν αλλά… χωρίς αυτόν. Συνοψίζοντας, η αξιοπρεπής αυτονομία δεν είναι πάρα μια υποχρεωτική ετερονομία, μια πραγματική και αναντίρρητη δουλεία, ένας μονόδρομος χωρίς την παραμικρή έξοδο διαφυγής. Η ίδια η ζωή αποκτά το κύρος της ηθικής και νομικής επιταγής.

2. Η αυτονομία ως επιλογή

Οκτώ χρόνια αργότερα, ο σαδομαζοχισμός επανυποβλήθηκε στην κρίση του ΕΔΔΑ κατόπιν ποινικής καταδίκης των αυτουργών του στα βέλγικα δικαστήρια. Οι κ.κ. Κ.Α (δικαστής) κα Α.D. (γιατρός) συμμετείχαν σε σαδομαζοχιστικά όργια τα οποία λάμβαναν χώρα σε ειδικά clubs, από το 1990 έως και το 1996. Η κατά τόπον έρευνα της βελγικής αστυνομίας έφερε στο φως μια βιντεοκασέτα με πρωταγωνιστές τους ίδιους και τρία ακόμη άτομα σε μια παράσταση ακραίων σωματικών προσβολών.

Σύμφωνα με το αποδεικτικό υλικό, «οι κατηγορούμενοι συνέχιζαν να την ανυψώνουν από τα στήθη με τροχαλία, να τη μαστιγώνουν και να της τοποθετούν ακόμη μεγαλύτερο βάρος (…) Πολλές φορές, αγνοούσαν ότι το θύμα ούρλιαζε «έλεος!», λέξη με την οποία είχε συμφωνηθεί ανάμεσα στους εμπλεκόμενους ότι μπορούσε αμέσως να θέσει τέρμα στα δρώμενα (…) Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των παιχνιδιών και σε αντίθεση με τους συνήθεις κανόνες, οι προσφεύγοντες κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, με αποτέλεσμα να χάνουν γρήγορα κάθε έλεγχο της κατάστασης (…) Έτσι, για παράδειγμα, όταν το θύμα, κρεμάμενο, έβλεπε να του καρφώνουν βελόνες στα στήθη, στις θηλές, στην κοιλιά και στα γεννητικά όργανα, να του βάζουν ένα κερί στο αιδοίο και έπειτα να του μαστιγώνουν τις θηλές, ούρλιαζε από πόνο και φώναζε, κλαίγοντας, δυνατά «έλεος!», οι προσφεύγοντες συνέχιζαν να του περνούν και άλλες βελόνες στα στήθη (…)».

Παρά τη σκληρότητα των πράξεων κανείς δεν προέβαλε την παραβίαση της συναίνεσης ή τη βλάβη της σωματικής του ακεραιότητας. Άλλωστε, όπως και στην Laskey, οι προκληθείσες σωματικές βλάβες δεν δικαιολόγησαν την κλήση ιατρικής βοήθειας. Παρ’ όλα αυτά, οι πρωταγωνιστές καταδικάστηκαν από τα βελγικά δικαστήρια σε ποινές φυλάκισης με αναστολή, οι οποίες επικυρώθηκαν από το ΕΔΔΑ. Σαν να μη έφτανε αυτό, οι επαγγελματικές τους ιδιότητες λειτούργησαν επιβαρυντικά για τη θέση τους, σε βαθμό που ένας εκ των δύο εξαναγκάστηκε σε έκπτωση από το λειτούργημά του[45]. Η συμμετοχή τους στο σαδομαζοχιστικό παιχνίδι εξελίχθηκε σε πραγματικό ηθικό και νομικό κόλαφο και υπονόμευσε πλήρως την κοινωνική και επαγγελματική τους ένταξη. Αντί η σεξουαλική τους αυτοδιάθεση να συνδεθεί με το δικαίωμα ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους συνέβη ακριβώς το αντίθετο.

Εκ πρώτης όψεως, η αξιολόγηση της K.A και Α.D. κατά Βελγίου ως νομολογιακής στροφής φαντάζει, το λιγότερο, ατυχής. Οι θερμοί υποστηρικτές της υποψίας απέναντι στη συναίνεση ανατρέχουν στο επαναλαμβανόμενο από το ΕΔΔΑ σκεπτικό της απόφασης του βελγικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο «σχετικά με το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι δεν θα έπρεπε να καταδικαστούν γιατί το θύμα είχε δώσει τη συναίνεση του, το Δικαστήριο εκτιμά ότι ο Κ.Α., ο οποίος ήταν δικαστής, δεν μπορούσε να αγνοεί την αρχή σύμφωνα με την οποία η συναίνεση του θύματος δεν ακυρώνει ούτε τον παράνομο χαρακτήρα των πράξεων ούτε την ενοχή του αυτουργού και, ως εκ τούτου, δεν συνιστά αιτία δικαιολόγησης». Εκτός αυτού, η αυτεπάγγελτη δίωξη των σαδομαζοχιστών μάλλον δεν αξιώνει και τη μεγαλύτερη συνέπεια στις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού.

Όμως, η προσεκτική ανάγνωση του αιτιολογικού και ειδικότερα η εκτίμηση της συμβατότητας των άρθρων 392 και 398 του Βελγικού Ποινικού κώδικα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ[46], εξηγεί την αντίδραση που προκάλεσε η απόφαση στη θεωρία, μέχρι της καταγγελίας της σε έμμεση προτροπή αναγνώρισης του δικαιώματος στο σαδισμό και επιβράβευσης της πιο χυδαίας κουλτούρας της βίας[47]! Κι’αυτό γιατί, σε αντίθεση με την Laskey, ο ευρωπαίος δικαστής, αφού διευκρινίζει ότι «το ποινικό δίκαιο δεν μπορεί, καταρχήν, να επεμβαίνει στο πεδίο των εκούσιων σεξουαλικών πρακτικών που αφορούν την ελεύθερη κρίση των ατόμων», παρά μόνον όταν υπάρχουν « ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι», ξεκαθαρίζει ότι «εάν κάποιος αξιώνει το δικαίωμα στην ελεύθερη απόλαυση σεξουαλικών πρακτικών, ένα όριο το οποίο πρέπει να εφαρμοσθεί είναι ο σεβασμός της βούλησης του «θύματος», του οποίου το δικαίωμα στις συνθήκες άσκησης της σεξουαλικής του διάθεσης πρέπει επίσης να προστατευθεί. Με αυτό εννοείται ότι οι πρακτικές διεξάγονται σε συνθήκες που επιτρέπουν ένα τέτοιο σεβασμό, κάτι το οποίο δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση». Αντιθέτως, προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά ότι οι «οι δεσμεύσεις των προσφευγόντων να επέμβουν ή να διακόψουν τις πρακτικές όταν το «θύμα» δεν συναινούσε πλέον δεν έγιναν σεβαστές. Eπιπλέον, χάθηκε, κατά τη διάρκεια, κάθε οργάνωση και έλεγχος της κατάστασης. Έλαβε χώρα μια σειρά βίαιων πράξεων και οι ίδιοι οι προσφεύγοντες ομολόγησαν ότι δεν ήξεραν που θα κατέληγε».

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο πλέον σοβαρός λόγος που νομιμοποιεί τον περιορισμό της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης έγκειται στη νόθευση (κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ) και την παραβίαση της συναίνεσης (έλεος!) του θύματος. Οι κατηγορούμενοι διέπραξαν, σε αυτήν την περίπτωση, το ίδιο (γλωσσικό) έγκλημα με τους… δικαστές της Laskey, παραβλέποντας το λόγο της γυναίκας και μεταχειριζόμενοι αυτήν ως βουβό πράγμα, ως ένα απλό μέσο και όχι ως ομιλούν ανθρώπινο πρόσωπο. Η συλλήβδην καταδίκη των σαδομαζοχιστών στη… σιωπή, πράξη ακραίας γλωσσικής βίας, καταλύει την αξιοπρέπειά τους και την ανθρώπινή τους υπόσταση, απομακρύνοντάς τους από την κοινότητα του διαλόγου.

Η K.Α. και A.D. εν. Βελγίου επαναφέρει το κριτήριο της έγκυρης συναίνεσης στο προσκήνιο της σεξουαλικής νομιμότητας, αδιαφορώντας για το ηθικό status της πράξης ή για τη συμβατότητά της με τη μετα-νομική επιταγή της αξιοπρέπειας. Αποδεχόμενος την εγκυρότητα του λόγου τους, ο δικαστής επιτρέπει, έστω έμμεσα, στους σαδομαζοχιστές το ελεύθερο παιχνίδι της δουλείας και τη συμβατική έκφραση της αυτοδιάθεσής τους. Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να αποδείξουμε, μέσω της αλληγορίας του κοινωνικού συμβολαίου, ότι αυτή ακριβώς η εθελούσια δουλεία, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της σεξουαλικής, και όχι μόνο, σχέσης, συνιστά, τελικά, μια μετωνυμία της αυτονομίας που κατοχυρώνει το δικαίωμα του υποκειμένου στη λογική παράβαση της επιτελεστικής αντίφασης, στην ελευθερία του, καταρχήν, να πραγμοποιεί συμβατικά τον εαυτό του και να καταξιώνεται, δια του σεβασμού της βούλησής του, σαν πρόσωπο (Α).

Ωστόσο, είναι λογικά ξεκάθαρο ότι η συναίνεση δεν μπορεί να νομιμοποιεί κάθε σύμβαση. Παρά τη θεμελίωση της ανθρώπινης υπόστασης στην εκούσια πραγμοποίηση, το ίδιο το κοινωνικό συμβόλαιο θέτει φραγμούς και απαγορεύσεις στις υποκειμενικές βουλήσεις. Εκτός, λοιπόν, από την ανάγκη τεκμηρίωσης της έγκυρης συναίνεσης σε θέση εγγυητικής αρχής του θεμελιώδους κανόνα pacta sunt servanda[48] που επιτηρεί την ενοχική δράση των υποκειμένων, η κανονιστική και δικαστική διευθέτηση της αυτονομίας ή, αλλιώς, της ηθελημένης ετερονομίας τους, οφείλει να ανατρέξει σε ένα δεύτερο αλλά εξίσου καθοριστικό κριτικό επίπεδο που να ανταποκρίνεται στο φιλελεύθερο προφίλ μιας σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας, αξιακά ανοιχτής. Με αφορμή τη βελγική υπόθεση, θα επιμείνουμε σε δύο βασικές αρχές που μπορούν να υποστηρίξουν μια φιλελεύθερη θεωρία περί συναίνεσης, ευρείας εφαρμογής: τον ηθικό μινιμαλισμό και τη λεπτή –αλλά σπουδαία– διάκριση ανάμεσα στην προσβολή και τη ζημία (Β).

Α. Η εθελούσια δουλεία ως συστατικό στοιχείο της (σεξουαλικής) ελευθερίας

Η απερίφραστη καταδίκη της εθελούσιας δουλείας, γνωστή ήδη από τη σχετική ανάλυση του Etienne de la Boétie[49], είναι το leitmotiv της ηθικής και ποινικής καταδίκης των συμβάσεων. Η ενσωμάτωση της ανισότητας και της αδυναμίας των συμβαλλομένων στη νομική ή και δικαιοπολιτική αποτίμηση της ισχύος της συμφωνίας τους εντάσσεται σε ένα ρεύμα ρεαλιστικής και πραγματιστικής ανάγνωσης της ελευθερίας της βούλησης που φιλοδοξεί να καλύψει συνολικά το πεδίο ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους. Σε μια σειρά υποθέσεων αυτοδιάθεσης του σώματος, από τις φέρουσες μητέρες ή και τη δωρεά οργάνων στο πεδίο της βιοηθικής[50], το περίφημο θέαμα του νάνου που εκτοξεύεται σαν βλήμα κανονιού στο τσίρκο[51], τη συμμετοχή στα reality shows[52]και την πορνεία ή την πορνογραφία, έως τις υποθέσεις του σαδομαζοχισμού ή, ακόμη, και της σοδομίας[53], η βούληση των υποκειμένων απο-δοκιμάζεται και στιγματίζεται ηθικά με τους πιο απαξιωτικούς όρους στο όνομα της αυτόκλητης προστασίας της αδυναμίας της.

Μολαταύτα, δύσκολα μπορεί να αποσιωπηθεί ότι η συχνά διαπομπευόμενη εθελούσια δουλεία εντοπίζεται στη βάση κάθε κοινωνικής σχέσης, αρχής γενομένης της… συγκρότησης του κοινωνικού συμβολαίου, όπως αυτή περιγράφεται σαν υπόθεση ή πλάσμα μοντέλου διακυβέρνησης και συμβίωσης από τους φιλόσοφους της νεωτερικότητας, σε πλήρη αντιπαράθεση με την ανεμπόδιστη βουλησιαρχική δράση του φυσικού πλαισίου, η επίκληση του οποίου, σε θέση επιστημολογικού παραδείγματος, καθίσταται αναγκαία συνθήκη για οποιοδήποτε στοχασμό πάνω στην ελευθερία του υποκειμένου. Ειδικότερα, η μετάβαση από την αυτο-καταστροφική[54] ή μάταια[55] φυσική αυτονομία του ατόμου στην αποψιλωμένη ελευθερία του κοινωνικού συμβολαίου και τη συμμόρφωση στις βουλές του Κυρίαρχου, προϋποθέτει λογικά την άμεση εκποίηση του εαυτού, τη διάθεση του προσώπου ως αντικειμένου, την εκχώρηση του ατομικού και εγωιστικού εαυτού στη συλλογικότητα του Λεβιάθαν. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι το Κράτος, ο εγγυητής της φυσικής ελευθερίας των ατόμων, εγκαθιδρύεται ως το ισχυρό μέρος της σύμβασης, ο κατ’ αναλογία ή και καθ’ υπερβολή «σαδιστής», ενώ οι πολίτες μόνο ως θέσει «μαζοχιστές» μπορούν να θεωρηθούν, αποδεχόμενοι την εκχώρηση της βούλησής τους στη διάθεση του θεσπισμένου, μέσω της πολιτικής συναίνεσης, κυρίου τους, αντιστοίχως με το λεκτικό ενέργημα που δηλώνει τη νομιμοποίηση ή την καθαίρεση του ερωτικού maître. Η διαμόρφωση και η ανάπτυξη της προσωπικότητας επιβάλλει την εγκατάλειψη της μοναχικής πλην απόλυτα αυτόνομης κατάστασης του φυσικού πλαισίου, όπου η ίδια η έννοια της ταυτότητας είναι αδιανόητη, και την αποδοχή της διαμεσολαβημένης και κίβδηλης, λόγω των επαχθών ορίων του Άλλου, κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας.

Στην περίπτωση του σαδομαζοχισμού ο φυσικός πόνος κατασκευάζει την ταυτότητα του υποκειμένου. Τα αποτυπωμένα στο δέρμα του σαδομαζοχιστή σημάδια επιτρέπουν την αναγνώρισή του και τη συμβολική, δια της σαρκικής υπόμνησης, επιβεβαίωσή του[56]. Η αποδοχή της νομιμοποιημένης, λόγω της συναίνεσης, βίας συνιστά την καθοριστική μετάβαση από το άτομο στο υποκείμενο. Όπως στο κοινωνικό συμβόλαιο η επιβίωση περνά υποχρεωτικά από την κοινωνική συμβίωση και την υπακοή στο Κράτος, έτσι στο σαδομαζοχισμό η ηδονή απο-λαμβάνεται με την αποδοχή ή την επιβολή του πόνου της σεξουαλικής επι-κοινωνίας.

Συνεπώς, η εγκατάσταση ή καλύτερα η παραμονή στο υπάρχον κοινωνικό πλαίσιο, απαιτεί λογικά την επιτελεστική αντίφαση της αντικειμενικοποίησης του υποκειμένου. Από τη στιγμή, όμως, που η δουλοπρεπής αυτή ενέργεια επιτελείται με τη συναίνεση του ατόμου διεκδικεί τη δικαίωση της ελεύθερης πράξης, ακόμη και αν είναι καθαρά αναγκαία, και καταξιώνει το άτομο ως πρόσωπο, ως εκ-φορέα της επιλογής ανάμεσα στην ελευθερία του Λεβιάθαν και την ακοινώνητη αυτοκαταστροφή. Είναι ακριβώς αυτή η δυνατότητα επιλογής της ετεροπροσδιοριζόμενης αυτονομίας που προσδίδει στο άτομο όχι μόνο την αξιοπρέπειά του αλλά και την ανθρώπινή του υπόσταση δια της πολιτικής και κοινωνικής του συμμετοχής. Το εθελουσίως υποταγμένο άτομο είναι ο ελεύθερος άνθρωπος της νεωτερικότητας που διατηρεί, όπως ακριβώς ο μαζοχιστής, το αναφαίρετο δικαίωμα (αντίστασής) του[57] να ανακαλέσει τη σύμβασή του με τον Κυρίαρχο, όταν κρίνει ανυπόφορη την εξουσία του. Η διαλογική επικοινωνία, η οποία χαρακτηρίζει και τη σαδομαζοχιστική σχέση, βρίσκει το πολιτισμένο όριο της στο μονομερές δικαίωμα του πολίτη-μαζοχιστή να ερμηνεύει τα ενεργήματα του κυρίαρχου-σαδιστή και να προχωρεί στην αμφισβήτηση του ίδιου του συμβολαίου όταν παραβιάζονται οι όροι του και η υπόσχεση του Κυρίαρχου, η παροχή δηλαδή της ηδονής ή της επιβίωσης, αποδεικνύεται ανεκπλήρωτη ή ανεπιθύμητη.

Στην ίδια μήτρα εγγράφεται και η δομή της σεξουαλικής σχέσης. Αρκεί μια σύντομη επισκόπηση των ψυχαναλυτικών πορισμάτων για να διαπιστώσει κανείς ότι στην ερωτική κατάσταση ο πλησίον ορίζεται ως το αντικείμενο/πράγμα ενός βουλιμικού πόθου[58]. Με αυστηρούς καντιανούς όρους, η σεξουαλική σχέση παραβιάζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια καθώς ο παρτενέρ χρησιμοποιείται ως απλό μέσο παροχής ευχαρίστησης, ενώ η υποθετική εκχώρηση του εαυτού προς ικανοποίηση μιας άκρατης ερωτικής επιθυμίας δεν διαφεύγει από το ηθικο-λογικό σφάλμα της εθελούσιας δουλείας/επιτελεστικής αντίφασης. Για τον Lacan, πάλι, η σεξουαλική συνεύρεση είναι καθαρά ανέφικτη αφού τα υποκείμενα αδυνατούν ουσιαστικά να συναντηθούν. Καμία ηθική αλτρουισμού η ανθρωπισμού δεν εμφορεί την αφόρητα μοναχική σεξουαλική επαφή. Το υποκείμενο υποκύπτει απλά στην εγωκεντρική επιθυμία της επιθυμίας[59]. Ο Sartre αναλύει στο «Είναι και το Μηδέν» τον άρρηκτο δεσμό επιθυμίας και αντικειμένου, διερωτώμενος, τελικά, αν πρόκειται για «μια λογική αποτυχίας όπου η συνάντηση είναι αδύνατη διότι, εάν ο άλλος με επιθυμεί μεταμορφώνομαι ξαφνικά σε πράγμα και ανάποδα, όταν τον επιθυμώ μειώνεται αυτός σε πράγμα»[60].

Συμπεραίνουμε, από τα παραπάνω, ότι η ηθική αξιολόγηση της σεξουαλικής σχέσης και η προβολή της στο εννοιολογικό ζεύγος δουλείας και ελευθερίας μάλλον καταλήγουν στην απόλυτη ηθική σύγχυση καθώς η διερεύνηση της αξιοπρεπούς σεξουαλικότητας αποδεικνύεται θεωρητικά και πρακτικά αλυσιτελής. Πολύ περισσότερο, δε, όταν αγνοείται επιδεικτικά το βασικό ενέργημα που επιτρέπει τη θεώρηση της εθελούσιας δουλείας ως ελευθερίας, δηλαδή η έγκυρη συναίνεση του ατόμου. Η δύναμη του λόγου της συναίνεσης νομιμοποιεί τη (σεξουαλική ή μη) δουλεία του ως ελεύθερη ενέργεια και όχι ως ετερόνομη υποχρέωση και καταξιώνει την επιλογή του να σχετιστεί. Έτσι, επιτρέπει, παραδόξως, στο άτομο να παραμείνει υποκείμενο παρά τη διάθεσή του ως αντικείμενο. Αντιθέτως, η φίμωση της συναίνεσής του είναι αυτή που το καταδικάζει στη δεινή θέση του φυσικού σκλάβου, από τον οποίο αφαιρείται de jure η δυνατότητα της ομιλίας και άρα, λογικά, η ιδιότητα του ανθρώπινου όντος.

Β. Τα όρια της συναίνεσης: ο ηθικός μινιμαλισμός και η λεπτή διάκριση ανάμεσα στην προσβολή και τη ζημία

H πρόταση της εθελούσιας δουλείας ως εναλλακτικού δρόμου θεμελίωσης της αυτονομίας απέναντι στην παράγωγη της μεταφυσικής του υποκειμένου αναζήτηση της γνήσιας ελευθερίας παραμένει ατελής αν δεν συνοδευτεί με την διατύπωση μιας θεωρίας της εγκυρότητας και του περιεχομένου της συναίνεσης.

H έγκυρη έκφραση της βούλησης υπόκειται στα γνωστά τυπικά κριτήρια της δικαιοπρακτικής ικανότητας, όπως η ηλικία ή η ψυχική υγεία, καθώς και στην απουσία καταφανούς εξαναγκασμού της βούλησης του υποκειμένου, με την έννοια της αλλοτρίωσης του ενδιάθετου φρονήματος του, όπως λ.χ. στα βασανιστήρια ή την πλύση εγκεφάλου. Ωστόσο, η δημοφιλής σε ετερογενείς στοχαστές (μαρξιστές, χαιντεγκεριανούς, φεμινιστές κλπ.) αναγωγή της ηθικότητας-νομιμότητας των σχέσεων στην έλλειψη καταναγκασμού ενέχει τον κίνδυνο πατερναλιστικών μέτρων όταν η αναγκαιότητα διαστέλλεται εννοιολογικά. Ο Hobbes μας υπενθυμίζει ότι η ανάγκη δεν αποκλείει την ελευθερία[61]. Αν, όμως, αποδεχτούμε το διαχωρισμό τους θα έχουμε κάνει το πρώτο σημαντικό βήμα για την απρόσκλητη διείσδυση στο forum των υποκειμένων. Αυτοανακηρυσσόμενοι σε ανιχνευτές και θεραπευτές της αναγκαιότητας ή της ανισότητας των συμβατικών σχέσεων συχνά λησμονούμε ναρκισσιστικά ότι τα συγκροτητικά της συναίνεσης ελαττώματα νοθεύουν και τη δική μας βούληση, την προσωπική μας κρίση, τον υποκειμενικό μας ορθό λόγο. Όλοι δρουν, καταρχήν, υπό την επιρροή και την πίεση ποικίλων παραγόντων του ετεροκαθορισμού (γονίδια, κοινωνική και οικονομική κατάσταση, οικογένεια κ.λ.π.) που θέτουν δικαιολογημένα στο στόχαστρο της φιλοσοφικής ή της νομικής υποψίας την καθαρότητα και τον αυθορμητισμό της συνείδησης τους.

Η κριτική, λοιπόν, της ορθότητας της βούλησης δεν μπορεί να είναι à la carte ή να συνοδεύεται από φυσικά κριτήρια προσδιορισμού της, όπως στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τους επίγονούς τους σύγχρονους ουσιοκράτες και ορθολογιστές[62]. Οι μεγάλοι θεωρητικοί του κλασικού φιλελευθερισμού ήδη υποπτεύονταν ότι οι υποκειμενικές βουλήσεις είναι γνωσιακά ατελείς και ανίκανες να διαβάσουν με ασφάλεια το κοινό καλό χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας κεντρικής ερμηνευτικής αρχής, ενός τρίτου πλασματικού ανθρώπου, του Κράτους, που κλείνει τον επικίνδυνα ατέρμονο διάλογο των υποκειμένων και προτείνει το συμβατικό ορθό, το οποίο ερμηνεύεται και επικυρώνεται, δια της τεχνικής της αντιπροσώπευσης, από τους κυριαρχούμενους, για να επενδυθεί με τη δύναμη του δημοκρατικού νόμου[63]. Η νομοθετική διευθέτηση των επιμέρους διαφωνιών δεν αποτρέπει μόνο τον πόλεμο όλων εναντίον όλων, αλλά, το σπουδαιότερο, πείθει τα άτομα ότι είναι οι αυτουργοί και δημιουργοί της πολιτικής και κοινωνικής τους ζωής, σαν να ήταν αυτόνομα. Η ελεύθερη διεξαγωγή του παιχνιδιού του σαδομαζοχισμού διασώζει τη δυνατότητα του συμβατικού διαχωρισμού ανάμεσα στους δούλους και τους αφέντες, τον Κυρίαρχο και τους κυριαρχούμενους, σε πείσμα κάθε φυσικού και εξωσυμβατικού προσδιορισμού. Διαφορετικά, ο δρόμος είναι πλέον ανοιχτός για την πραγματική δουλεία, ανεξάρτητα από τη βούληση των υποκειμένων.

Κατά δεύτερο, αλλά εξίσου σημαντικό, λόγο η ανθρωπολογική απαισιοδοξία των μοντέρνων εξηγεί το μινιμαλιστικό, ηθικά και νομικά, περιεχόμενο του κοινωνικού συμβολαίου. H αδυναμία των ανθρώπων να απαλλαγούν οριστικά από το φυσικό και κοινωνικό ντετερμινισμό, χωρίς βέβαια να εκμηδενίζεται η ερμηνευτική τους ικανότητα, νομιμοποιεί την εκτός συμβολαίου θέση της αναζήτησης της ευτυχίας τους και της προσωπικής τους στοχοθεσίας, όταν δεν προκαλείται βλάβη σε τρίτους, σύμφωνα με τη γνωστή αρχή του Mill[64], γιατί κανείς δεν μπορεί να αξιώσει την αντικειμενική πρόσβαση στην Ιδέα της καλής ζωής. Η επιβολή προτύπων ή θεωριών του αγαθού περιορίζεται στο θεμελιώδη σεβασμό της φυσικής ακεραιότητας και των δικαιωμάτων των τρίτων, χωρίς να εκτείνεται στη σχέση που το υποκείμενο διατηρεί με τον ίδιο του τον εαυτό, στο φυσικό χώρο ελευθερίας που διατηρεί το κοινωνικά διαμεσολαβημένο πρόσωπο. Ακολούθως, το δίκαιο περιορίζει τη βούληση και τη συναίνεση των πολιτών στο βαθμό που αυτή δεν μπορεί να δικαιολογήσει βαριές σωματικές βλάβες ή βέβαια ανθρωποκτόνες πράξεις επειδή σε αυτές τις περιπτώσεις αναιρείται ταυτόχρονα το αντικείμενο του συμβολαίου και η νομιμοποιητική δύναμη της υπόσχεσης του Κυρίαρχου. Εάν δεν τεθεί αυτό το ελάχιστο όριο, ηθικοπολιτικής ή και φυσικοδικαιικής προελεύσεως, στη συμβατική δράση των υποκειμένων, η επι-στροφή στο φυσικό πλαίσιο είναι προ των πυλών γιατί υπονομεύεται παντελώς η συγκρότηση και η διατήρηση του κοινωνικο-πολιτικού ιστού. Ο δεσμευτικός για όλους (θετικός) Nόμος της προστασίας της αυτοδιάθεσης του υποκειμένου προηγείται λογικά και προσδιορίζει την αφηρημένη (ηθική) Ιδέα της αυτονομίας.

Ο ηθικός αυτός μινιμαλισμός προάγει, καταρχήν, ως κριτήριο της νομιμότητας της σύμβασης, είτε πρόκειται για το κοινωνικό συμβόλαιο είτε για το σαδομαζοχισμό, τη συναίνεση των υποκειμένων. Ο σεβασμός της βούλησής τους προσδίδει στην πράξη όχι μόνο νομικό κύρος αλλά και ηθικοπολιτική νομιμοποίηση διότι καταξιώνει τα άτομα ως πρόσωπα και ως υποκείμενα μιας κυριαρχίας που πάντα επιστρέφει κυκλικά στη δική τους ερμηνευτική δύναμη[65]. Η νεωτερική αντίληψη της κυριαρχίας εκτυλίσσεται σαν ένα διαλογικό παιχνίδι επικοινωνίας όπου ο λόγος του Κυριάρχου παραδίδεται στο έλεος των κυριαρχούμενων. Γι’ αυτό και η ευχέρεια λύσης της σύμβασης αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της ελευθερίας τους. Το κοινωνικό συμβόλαιο, όπως και ο σαδομαζοχισμός, δεν είναι προϊόν υποχρέωσης αλλά επιλογής, έστω αναγκαίας, των ενήλικων ατόμων. Πέραν της εγγύησης της ζωής και των προϋποθέσεων ευτυχίας των πολιτών, παραμένει ηθικά αδιάφορο εφόσον δεν πλήττεται σοβαρά η φυσική ακεραιότητα των προσώπων και δεν διακινδυνεύεται άμεσα η άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.

Προεξοφλείται, σύμφωνα με τα παραπάνω, μια στενή αντίληψη της ζημίας και η αυτονόμησή της από τη συναφή της έννοια της προσβολής. Η ανεπιφύλακτη ταύτισή τους νομιμοποιεί την ασύστολη κρατική επέμβαση στην απόλαυση των δικαιωμάτων και επιφέρει καίριο πλήγμα στην ελευθερία έκφρασης και αυτοδιάθεσης του υποκειμένου. Εάν υποθέσουμε ότι κάθε ενέργημα, λεκτικό ή σωματικό, προκαλεί ζημία, ηθική ή υλική, σε τρίτους ή στον ίδιο μας τον εαυτό τότε οδηγούμαστε στην απόλυτη αδράνεια. Από την άλλη πλευρά, παρότι η κλασική διάκριση ανάμεσα στα διαπιστωτικά και τα επιτελεστικά ενεργήματα θεμελιώνει την αντικειμενικότητα ή την ουδετερότητα του επιστημονικού ή ακόμη και του πρακτικού λόγου, διόλου συμβαδίζει με τα σύγχρονα συμπεράσματα της φιλοσοφίας της γλώσσας και ιδιαίτερα της πραγματολογίας. Η προαγωγή της φιλοσοφίας της γλώσσας σε prima philosophia, μετά την περίφημη γλωσσική στροφή και την πραγματολογική επανάσταση, την καθιστά απαραίτητη στην κατανόηση των ηθικών, πολιτικών και νομικών προτάσεων/ενεργημάτων[66].

Μια προσεκτική ανάγνωση της παραδειγματικής θεωρίας του Austin για τα ομιλιακά ενεργήματα αποκαλύπτει ότι κάθε ενέργημα του ατόμου, λεκτικό ή σωματικό, συνιστά και προσβολή του τρίτου. Κάθε πρόταση, διαπιστωτική, περιγραφική, προστακτική, ευχετική κλπ. εμπεριέχει τη βουλητική δύναμη επιβολής της στον κόσμο των άλλων, κάθε ομιλιακή πράξη αναλύεται όχι μόνο στο περιεχόμενό της αλλά και στην πράξη εκφοράς της, η οποία επιδρά βίαια στο συνομιλητή. Σε αυτές τις δεδομένες επικοινωνιακές συνθήκες, η προσβολή του αποδέκτη είναι ολότελα αναπόφευκτη διότι από μόνο το γεγονός της υποδοχής του λόγου διακυβεύεται ο προσωπικός του χώρος αντίληψης. Συνεπώς, λίγο ενδιαφέρει αν μια πράξη αποτελεί προσβολή ή όχι, με την έννοια της επέμβασης στο φρόνημα του άλλου, αφού, τελικά, όλες τον προσβάλλουν[67]. Έτσι, αυτό που προέχει δεν είναι η αναζήτηση και η τεκμηρίωση της προσβολής αλλά η διερεύνηση της ζημίας που υφίσταται το υποκείμενο και βέβαια, στο νομικό πεδίο, η αξιολόγηση του παραδεκτού και του θεμιτού της αποκατάστασής της.

Όλα αυτά εκφεύγουν του μονοσήμαντου γλωσσολογικού ενδιαφέροντος διότι μεταφράζονται νομικά στη διεύρυνση της ελευθερίας του προσώπου. Η απελευθέρωση του ενεργήματος από τη βαριά σκιά της προσβολής προωθεί έναν stricto sensu ορισμό της βλάβης που δύσκολα θα τεκμηρίωνε λ.χ. τη ζημιά σε απρόσωπες ιδέες ή σε ηθικοπολιτικές αξίες. Η προσβολή των θείων ή της ανθρωπότητας ή του έθνους ή της δημοκρατίας χρειάζεται επειγόντως το πρακτικό δεκανίκι της υλικά αποτιμητής ζημίας ώστε να καταστεί δικαιικά ενδιαφέρουσα, εφόσον βέβαια τα επίμαχα ενεργήματα δεν συνιστούν ευθεία απειλή για την άσκηση των δικαιωμάτων συγκεκριμένων υποκειμένων.

Στην υπόθεση του σαδομαζοχισμού οι παίκτες αλληλοπροσβάλλονται εκτελώντας μια επεισοδιακή σειρά ομιλιακών και σωματικών ενεργημάτων που κάθε άλλο παρά ανέπαφες αφήνουν τις υποκειμενικές τους βουλήσεις και τη φυσική τους ακεραιότητα. Η διάκριση προσβολής και ζημίας μας προτρέπει να εντοπίσουμε τη βλάβη που υφίστανται αντί να ανιχνεύσουμε τις εκατέρωθεν προσβολές. Η ασήμαντη επίδραση στη φυσική ακεραιότητα τους, ο ιδιωτικός χαρακτήρας των συναντήσεων και το ηθικό κριτήριο της συναίνεσης σε μια πράξη που έχει ως κύριο στόχο την ηδονή εξυπηρετούν τη φιλελεύθερη ανάγνωση του αυτοκαθορισμού και την ηθική αλλά και νομική αδιαφορία απέναντι στο γεγονός. Επίσης, θα ήταν παράλογο να υποστηρίξουμε ότι η σύλληψη της ανθρωπότητας ή της αξιοπρέπειας υφίσταται την παραμικρή ζημία εξαιτίας της συγκεκριμένης πρακτικής, διότι καμία ιδέα ή αξία δεν μπορεί να προβάλει ανάλογη αξίωση εφόσον δεν πλήττονται ευθέως τα δικαιώματα του φορέα της, εκτός, βέβαια, εάν αποφασίσουμε ότι οι δικαστές της Laskey ή οι διωκτικές αρχές ή οι…συμπολίτες των σαδομαζοχιστών υποφέρουν αφόρητα από την κρυφή σεξουαλική δραστηριότητα των συνανθρώπων τους.

Επίλογος: Μια διαμάχη ορισμού του δικαίου

Η προβληματική της νομιμότητας των σαδομαζοχιστικών πρακτικών δεν περιορίζεται μόνο στο δεοντικό προσδιορισμό της αυτονομίας του προσώπου αλλά παραπέμπει αναπόφευκτα και στην (προ)επιλογή μιας συγκεκριμένης φιλοσοφικής αντίληψης περί δικαίου. Η θεμελιώδης αναγνώριση ή απόρριψη, ανάλογα της θέσης που προκρίνουμε, του διαχωρισμού δικαίου και πραγματικότητας, σαδομαζοχισμού και δουλείας, επαναφέρει στο επίκεντρο της νομικής δογματικής την κλασική θεματική της σχέσης νόμου και φύσης, την προτεραιότητα διερεύνησης της σήμανσης της πραγματικότητας, του νοηματικού της περιεχόμενου και, last but not least, του νομικού της κύρους.

Για τους δικαστές της Laskey, οι πράξεις ηδονής υπο-σημειώνουν την υποταγή και την κατάργηση της ελευθερίας της βούλησης. Οι βίαιες προσβολές στερούνται εναλλακτικής αναφοράς αφού είναι πλήρεις καθαρού και αντικειμενικού νοήματος. Κοντολογίς, μια σωματική βλάβη είναι πάντα μια… σωματική βλάβη, ένα προφανές γεγονός που μιλά… από μόνο του. Η σαδομαζοχιστική πρακτική παραβιάζει τη φυσική δομή της σεξουαλικής σχέσης και γι’ αυτό το λόγο εκτοπίζεται από την ερωτική αναπαράσταση για να συρρικνωθεί σε αυτό που πραγματικά είναι: μια ωμή βαρβαρότητα που σκοπεί στη βλάβη της υγείας του άλλου. Σύμφωνα με το φιλοσοφικό ρεαλιστικό υπόβαθρο της ιδιαίτερα προσφιλούς στο σύγχρονο πατερναλιστικό στρατόπεδο ανάγνωσης αυτής, η φυσική αλήθεια των πραγμάτων και των εμπειρικά επαληθεύσιμων γεγονότων, από τη γέννηση, το θάνατο, το φύλο, το σώμα έως την αναπαραγωγή ή τη σεξουαλική επαφή κ.λ.π. των υποκειμένων μετατρέπεται σε μια σειρά ανθρωπολογικών σταθερών που προϋπάρχουν οντολογικά του δικαίου[68]. Ο νομικός κανόνας οφείλει, πάνω απ’ όλα, να μεταγράψει στο σώμα του το κείμενο της (ανθρώπινης) φύσης σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής γραμματικής, ώστε να διαφυλάξει την κοσμική (πολιτική, οικονομική, κοινωνική και…ατομική) τάξη και αρμονία από τα καπρίτσια της νεωτερικής ελευθερίας. Επομένως, ο λόγος του σαδομαζοχιστή δεν έχει απολύτως καμία σημασία διότι η πράξη του, η επιβολή ή η αποδοχή της βίας, αποτελεί από μόνη της ένα εύγλωττο σημείο που παραπέμπει στην ιδέα της δουλείας. Επαφίεται, ακολούθως, στο δικαστή, τον προνομιούχο κάτοχο γνώσης ή φρόνησης, να διαπιστώσει ορθολογικά το ολοφάνερο νόημα που φέρει εντός του το πράγμα, αδιαφορώντας για την αντίθετη άποψη του παράλογου και διεστραμμένου παίκτη. Είναι σαφές, λοιπόν, ότι σε αυτό το πλαίσιο η δικαιική αλήθεια προσεγγίζει την ουσία της πραγματικότητας και ανυψώνεται σε φυσική αντικειμενικότητα κατόπιν μιας αυστηρά μονολογικής διαδικασίας. Αν τα σημεία του νοήματος είναι τα ίδια τα πράγματα και όχι οι λέξεις που τα χαρακτηρίζουν, δεν είναι ποτέ δυνατόν μια αισθητή πράξη, έστω και προσωρινή ή μετακλητή, εκχώρησης της βούλησης να υπαχθεί στην καθαρή σύλληψη της ελευθερίας. Γι’ αυτό και η κραυγή «έλεος!» δεν μπορεί παρά να παραμείνει έγκλειστη στο καλά μονωμένο σπήλαιο των α-νόητων.

Αντιθέτως, στη νομολογιακή αλλαγή της K.A. και A.D. διακρίνονται, αχνά, τα ίχνη της νεωτερικής –νομιναλιστικής– θεωρίας της ελευθερίας[69]. Για τους πατέρες του φιλελευθερισμού και του θετικισμού τα γεγονότα ή τα πράγματα δεν αποτελούν σημεία νοήματος καθότι είναι αδύνατον, λόγω της ποικιλομορφίας, της διαφορετικότητας και της μοναδικότητάς τους, να παραπέμψουν σε οτιδήποτε. Ο υπαρκτός φυσικός και αισθητός κόσμος παραμένει ουσιαστικά άγνωστος. Κανείς δεν κατέχει την αποκλειστική αρμοδιότητα της διαυγούς ανάγνωσης του και η τάξη των σημείων δεν περιέχει τα πράγματα αλλά τις λέξεις, τα φωνητικά εκείνα σώματα που λειτουργούν ως μέσα αντίληψης, κατανόησης, υπόθεσης και κρίσης της πραγματικότητας. Στο νεωτερικό σχήμα ανάλυσης και διαμόρφωσης της φύσης ανατίθεται στα ονόματα, και κυρίως στη διαλεκτική τους συσχέτιση δια των προτάσεων, να καθορίσουν το συμβατικό νόημα της συνεχώς εξελισσόμενης πραγματικότητας, ανήκει, με άλλα λόγια, ολοκληρωτικά στα υποκείμενα η ερμηνευτική αποστολή της διατύπωσης της αλήθειας. Ο περιβάλλων κόσμος δεν αποτελεί σημείο ή πολύ περισσότερο νομικό κανόνα, αλλά μια απαραίτητη αναφορά που ερεθίζει την ανθρώπινη αίσθηση και εκκινεί τη βουλητική διαδικασία σημασιοδότησής του μέσω της συμμετοχής των ατόμων στη γλωσσική σύμβαση και τη λεκτική αναπαράσταση των φαινομένων, εκεί που κάθε ενέργημα είναι ισότιμο και ελεύθερο à priori να καταλάβει τη δική του προσωπική θέση. Όταν, λοιπόν, σε αυτόν το φτιαχτό κόσμο της νοηματικής ισότητας και της φυσικής απροσδιοριστίας, ο μαζοχιστής φωνάζει «έλεος!» το ηχητικό corpus μπορεί να παραπέμπει, εντός της (γλωσσικής) σύμβασης που έχουν επικυρώσει οι σαδομαζοχιστές και ως επιφορτισμένο με τη λειτουργία της αντιπροσώπευσης της έννοιας σημαίνον, στο σημαινόμενο του γενικού και αφηρημένου σημείου της ελευθερίας διακοπής του παιχνιδιού και της αυτόματης δια-λύσης της σεξουαλικής συνάντησης.

Για το νομιναλισμό το δίκαιο λειτουργεί σαν μια γλωσσική σύμβαση που διαβάζει ελεύθερα τη φύση, δίχως να την αρνείται αφελώς χάριν ενός μεταφυσικού ιδεαλισμού. Οι νομικές προτάσεις προσδιορίζουν τα πράγματα και κατασκευάζουν μια (ακόμη) εικονική πραγματικότητα. Tα πρόσωπα αποτελούν πλασματικές και όχι φυσικές ή βιολογικές οντότητες, αφηρημένες μονάδες – φορείς δικαιωμάτων/υποχρεώσεων, και οι σχέσεις τους τελούν υπό την ομπρέλα ενός συμβατικoύ παιχνιδιού, μιας ρυθμιζόμενης παράστασης εναλλασσόμενων ρόλων όπου το άτομο, κάτοχος πολλαπλών ταυτοτήτων και προσωπείων, παίζει ελεύθερα τον πολίτη, το σύζυγο, το δανειστή, τον οφειλέτη, το βουλευτή κ.λ.π. και ενίοτε…το σαδομαζοχιστή.


[1] Herman Melville, «Moby Dick; or, the Whale», μετ. Α.Κ. Χριστοδούλου, Gutenberg Orbis Literae, Edition Minor, Αθήνα, 1991, σ. 30.

[2] Myriel Fabre-Magnon, «Le sadisme n’est pas un droit de l’homme», Rec. Dalloz, 2005, Paris, σ. 2973

[3] Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (EΔΔΑ), 19 Φεβρουαρίου 1997, υπόθεση Laskey, Jaggard και Brown κατά Ην.Βασιλείου και 17 Φεβρουαρίου 2005, υπόθεση K.A και A.D κατά Βελγίου. Οι αποφάσεις είναι προσβάσιμες στην ηλεκτρονική διεύθυνση του ΕΔΔΑ: www.echr.coe.int.

[4] Σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ «1. Παv πρόσωπov δικαιoύται εις τov σεβασµόv της ιδιωτικής και oικoγεvειακής ζωής τoυ, της κατoικίας τoυ και της αλληλoγραφίας τoυ. 2. Δεv επιτρέπεται vα υπάρξη επέµβασις δηµoσίας αρχής εv τη ασκήσει τoυ δικαιώµατoς τoύτoυ, εκτός εάv η επέµβασις αύτη πρoβλέπεται υπό τoυ vόµoυ και απoτελεί µέτρov τo oπoίov, εις µίαv δηµoκρατικήv κoιvωvίαv, είvαι αvαγκαίov δια τηv εθvικήv ασφάλειαv, τηv δηµoσίαv ασφάλειαv, τηv oικovoµικήv ευηµερίαv της χώρας, τηv πρoάσπισιv της τάξεως και τηv πρόληψιv πoιvικώv παραβάσεωv, τηv πρoστασίαv της υγείας ή της ηθικής, ή τηv πρoστασίαv τωv δικαιωµάτωv και ελευθεριώv άλλων».

[5] Η επιλογή του όρου παραπέμπει στο επιστημολογικό υπόβαθρο της μελέτης μας, ιδιαίτερα στο επίπεδο της αντικειμενικότητας και της καθαρότητας του νοήματος που η νομική πρόταση αποδίδει στα πραγματικά περιστατικά. Η αξιολόγησή τους καταδεικνύει πόσο νομικά κρίσιμη είναι η διερεύνηση της σήμανσης, της σχέσης μεταξύ των σημαινόντων και των σημαινομένων, καθώς τα υποκειμενικά σημαινόμενα των προσφευγόντων αποκλίνουν εντελώς από αυτά του δικαστή, τα οποία, παρά την έντονη ηθική τους απόχρωση, διεκδικούν το status της αντικειμενικής περιγραφής αντί της αξιακής κρίσης. Οι δικαστικές αντιφάσεις στις υποθέσεις του σαδομαζοχισμού φανερώνουν τη βουλητική διάσταση της ερμηνείας της πραγματικότητας και την ολισθηρή βάση της αυστηρής διάκρισης μεταξύ είναι και πρέπει που χαρακτηρίζει τη νεοκαντιανή και κελσενική θεωρία του δικαίου. Ακόμη, η ανάλυση των νομικών προτάσεων υπό το φως της γλωσσολογικής προέλευσης έννοιας της σήμανσης αναδεικνύει τη σημασία της φιλοσοφίας της γλώσσας ως του πλέον σύγχρονου εργαλείου κατανόησης του δικαίου. Βλ. αντί πολλών Olivier Cayla, «La notion de signification en droit : contribution à une théorie du droit naturel de la communication», Thèse, dir. Stéphane Rials, Université Paris II, Paris, 1992 και Κύρκος Δοξιάδης, «Ανάλυση Λόγου. Κοινωνικο-φιλοσοφική θεμελίωση», Πλέθρον, Αθήνα, 2008.

[6] Συγγενής και εξίσου σημαντική με την έννοια της σήμανσης αποδεικνύεται η ερμηνεία, η πράξη κατανόησης και εφαρμογής που κάθε νομική κρίση εμπεριέχει. Η σύγχρονη ερμηνευτική εγγράφεται στο γλωσσικό φιλοσοφικό παράδειγμα και υπονοεί μια ανοικτή αντίληψη των νομικών και όχι μόνο, βέβαια, κειμένων. Βλ. το κεφαλαιώδες έργο του Hans-Georg Gadamer, «Vérité et Méthode: les grandes lignes d’une herméneutique philosophique», Seuil, Paris, 1996. Οι αυθεντικοί ερμηνευτές είναι, σύμφωνα με τον Kelsen, τα όργανα εφαρμογής του δικαίου διότι μόνον αυτά παράγουν δίκαιο, σε αντίθεση με τη νομική δογματική βλ. Ιδίου, «Théorie Pure du droit», trad. Charles Eisenmann, 2ème ed., Dalloz, 1962, rééd. L.G.D.J. – Bruylant, Paris – Bruxelles, 1996, σ. 339 κ.επ.

[7] Απόφαση Pretty κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 29 Απριλίου 2002, Receuil 2002 – III, παρ. 61, 66. Η προσωπική αυτονομία στην ουσία ταυτίζεται με το δικαίωμα του ατόμου στον αυτοκαθορισμό του. Στη συγκεκριμένη απόφαση με αντικείμενο την αναγνώριση ενός δικαιώματος στον θάνατο, διαμετρικά αντίθετου με το δικαίωμα στη ζωή αλλά και παραγόμενου απ’αυτό, η προσωπική αυτονομία δεν θεωρήθηκε ικανός λόγος νομιμοποίησης της ευθανασίας.

[8] Guy Haarcher, «Philosophie des droits de l’homme», ed. de l’Université de Bruxelles, 1989, σ. 70.

[9] Βλ. την κλασική μελέτη του Michel Foucault, «L’histoire de la sexualité, Tome I : La volonté de savoir», Tel, Gallimard, Paris, 1976.

[10] Τη θεμελίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο δικαίωμα στην ιδιοκτησία και όχι στην ελευθερία της συνείδησης αναδεικνύει η Marie-France Renoux-Zagamè. H έγκριτη ιστορικός του δικαίου αναλύει τη θεολογική έννοια του dominium mundi, του δικαιώματος δηλαδή του ατόμου να ιδιοποιείται τη φύση, αρχής γενομένης από τον ίδιο του τον εαυτό, εν είδει επικαρπωτή, κατόπιν δεσμευτικής εντολής του Θεού, ο οποίος παραμένει ο φορέας της ψιλής κυριότητας. H επίσημη απόφαση του Θεού να επιτρέψει, δια του νόμου, στον άνθρωπο τη συμμετοχή του στο βασίλειό του, καθιστά τον τελευταίο υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Βλ. Idem, «Les origines théologiques du concept moderne de propriété», Droz, Genève, 1987.

[11] Το ΕΔΔΑ υπογραμμίζει ότι το φύλο, ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η σεξουαλική ζωή συνιστούν σημαντικές πλευρές του πεδίου της προσωπικότητας που προστατεύεται στο άρθρο 8, βλ. K.A. και Α.D. κατά Βελγίου, op.cit, παρ. 79.

[12] Η αντιπαράθεση των δύο αυτών αντιλήψεων περί αυτονομίας προϋποθέτει την κατανόηση των επιστημολογικών και φιλοσοφικών τους αναφορών που συνοψίζονται στις κεντρικές έννοιες της βούλησης και του ορθού λόγου ως θεμελίων της πράξης του υποκειμένου αλλά και του ίδιου του νομικού φαινομένου. Το συγκεκριμένο δίπολο επιτρέπει καταρχήν μεθοδολογικά τη διάκριση δύο βασικών ρευμάτων σκέψης, από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας, που διεκδικούν την ορθή περιγραφή της ανθρώπινης φύσης και κατάστασης. Από τον Αριστοτέλη και τους σοφιστές, τον Descartes, τον Hobbes και τον Κant ή ακόμη τον Derrida και τον Rawls, έως τον Κelsen, τον Dworkin και τον Habermas (ενδεικτική η αναφορά των ονομάτων), η προτίμηση στο βολονταρισμό ή τον ορθολογισμό οδηγεί στην αποκρυστάλλωση μιας φιλοσοφικής, ηθικής, πολιτικής και νομικής θέσης από την πλευρά του ερμηνευτή. Θα ήταν αδύνατον να συμπεριλάβουμε στην παρούσα μελέτη την εξαιρετικά πολύπλοκη προβληματική της σχέσης βούλησης και ορθού λόγου ή βέβαια να παραπέμψουμε στις πολυάριθμες μελέτες που θίγουν άμεσα ή έμμεσα το ζήτημα. Αντί πολλών βλ. Ιωάννης Α. Τασόπουλος, «To ηθικοπολιτικό θεμέλιο του Συντάγματος», Αντ.Ν.Σάκκουλας, Αθήνα – Koμοτηνή, 2001. Ακόμη, Ηarry Frankfurt, «Freedom of the will and the concept of a person» σε Gary Watson (ed.), «Free Will», Oxford, 1982, Joseph Raz, «Engaging Reason», Oxford 1999, Joel Feinberg, «Harm to self: the moral limits of the criminal law», Oxford 1986, Gerald Dworkin, «The theory and practice of autonomy», Cambridge, 1991, Jeremy Waldron, «A right to do wrong», Ethics, vol. 92, Οκτώβριος 1991, σ. 21-39, Michela Marzano, «Je consens, donc je suis…», PUF, Paris, 2006, Alain Renaut, «L’ère de l’individu», Gallimard, Paris, 1989, Olivier Cayla – Yan Thomas, «Du droit de ne pas naître», Gallimard, Paris, 2003, Jerome B. Schneewind, «L’invention de l’autonomie: une histoire de la philosophie morale moderne», NRF, Essais, Gallimard, Paris, 2001, Joëlle Proust, «La nature de la volonté», Folio, Essais, Gallimard, Paris, 2005, Michel Troper, «Autorité et raison en droit public français» σε idem, «Pour une théorie juridique de l’Etat», PUF, Léviathan, Paris, 1994, σ. 108 κ.επ., Otto Pfersmann, «Le statut de la volonté dans la définition positiviste de la norme juridique», Droits, ν. 28, σ. 83 κ.επ, Νorberto Bobbio, «La raison dans le droit», σε idem, «Essais de théorie du droit», Bruylant – L.G.D.J., 1998, σ.79 κ.επ. Ας μας επιτραπεί, τέλος, να παραπέμψουμε σε Georgios Karavokyris, «L’autonomie de la personne en droit public français», Thèse, dir. Jean Morange, Université Paris II, Paris, 2008.

[13] Ioanna Tourkochoriti, «Is abuse of the right to self-disposition conceivable?» σε «The Aim in the Law», Acts of the Seminar for the period 2006-2007 of the Society for Research in Legal Philosophy and Legal History, Athens, Greece (forthcoming).

[14] Idem, op.cit. H συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο σαδομαζοχισμός ουσιαστικά ακυρώνει το κεκτημένο των δικαιωμάτων διότι υπονομεύει την αυτονομία του προσώπου και εξυμνεί την (αυτό)καταστροφή του. Για μια φιλελεύθερη θεώρηση της ελευθερίας της αυτοδιάθεσης βλ. Stéphanie Hennette-Vauchez, «Disposer de soi? Une analyse juridique sur les droits de la personne sur son corps», préf. Etienne Picard, L’Harmattan, Logiques Juridiques, Paris, 2004.

[15] Η θεωρία διχάζεται ως προς τον προσδιορισμό της σαδομαζοχιστικής σχέσης. Ο Freud ορίζει το σαδομαζοχισμό ως «την επιθυμία του να κάνεις το ερωτικό αντικείμενο να υποφέρει ή το να δεχτείς να υποφέρεις ο ίδιος». Ο σαδισμός είναι, λοιπόν, η πράξη της επιβολής του πόνου στον ερωτικό σύντροφο ή ο εξευτελισμός του, ενώ ο μαζοχισμός αναζητά τον πόνο ή τον εξευτελισμό. Είναι προφανές ότι η φροϋδική ερμηνεία του σαδομαζοχισμού θεωρεί τις δύο πράξεις απολύτως συμπληρωματικές. Αντιθέτως, στη μεταγενέστερη ανάλυση του Gilles Deleuze ο σαδισμός και ο μαζοχισμός δεν μπορούν ποτέ να συναντηθούν, διότι και στις δύο περιπτώσεις το υποκείμενο δεν έχει ανάγκη τον άλλο για να ικανοποιήσει την εμμονή του αλλά διαπραγματεύεται αποκλειστικά με τον εαυτό του το ίδιο το στοιχείο της διαστροφής. Ο σαδιστής δεν συναντά ποτέ του το μαζοχιστή και vice-versa, διότι κάθε υποκείμενο βρίσκεται σε ένα δικό του κλειστό κόσμο, όπου ο άλλος αποτελεί απλώς το εργαλείο ή το μέσο μιας προσωπικής φαντασίωσης και δεν αποκτά επ’ουδενί την υπόσταση του ερωτικού συντρόφου. Βλ. Véronique Poutrain, «Sadomasochisme», σε Mιchela Marzano (dir.) «Dictionnaire du Corps», PUF, Paris, 2007, σ. 830-831. Όπως θα παρατηρήσουμε στη συνέχεια, το ΕΔΔΑ προβαίνει σε μια συνδυαστική εφαρμογή, έστω υποσυνείδητα, των παραπάνω θεωριών καθώς το επιχείρημα της προστασίας της υγείας του άλλου αποδέχεται το φροϋδικό ορισμό ενώ η έμμεση αναφορά στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια του μαζοχιστή, ο οποίος αξιολογείται ως σαδιστής του εαυτού του, παραπέμπει στη ντελεζική πρόσληψη του σαδομαζοχισμού και στην αυστηρά προσωπική διάσταση της πράξης.

[16] Όπως η έννοια συναντάται στον Gadamer. Κατά την εκτίμηση του Γερμανού φιλοσόφου η κατανόηση μας στηρίζεται αναπόφευκτα σε ορισμένες προληπτικές κρίσεις, τις προκαταλήψεις, που φέρουν τα πράγματα μέσα στον ιστορικό χρόνο. Παρότι αυτές επικρίνονται ως αντίθετες στο ορθολογικό πνεύμα του Διαφωτισμού λόγω της προσήλωσής τους στην παράδοση ή την αυθεντία, ο Gadamer υποστηρίζει ότι κάποιες προκαταλήψεις δεν είναι εσφαλμένες αλλά παραμένουν νόμιμες και γόνιμες για την αξιολογική κρίση που η ερμηνευτική πράξη εμπεριέχει. Έτσι, στην περίπτωση των δικαιωμάτων της αυτοδιάθεσης ή υποψία απέναντι στη συναίνεση, προϊόν της αντινεωτερικής φιλοσοφίας του πρώτου μισού, κυρίως, του 20ου αιώνα, θεωρείται από τους πολέμιους της φιλελεύθερης βουλησιαρχίας ως μια γόνιμη προκατάληψη στην προσπάθεια διατύπωσης της ορθής ερμηνείας της αυτονομίας και της αυτοδιάθεσης του υποκειμένου. Βλ. Hans-Georg Gadamer, op.cit., σ. 298 και Γιώργος Ξηροπαϊδης, «Η διαμάχη των ερμηνειών, Gadamer – Habermas», Πόλις, Αθήνα, 2008, σ. 295.

[17] Στο άρθρο 47 προβλέπεται ότι «Ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη επιβάλλεται σε όποιον αναγνωρίζεται ένοχος για χτυπήματα και τραυματισμούς».

[18] H προβληματική του σώματος παραπέμπει στη γλώσσα, στη σχέση των λέξεων και των πραγμάτων, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο του νομικού φαινομένου. Η γλωσσική σύμβαση του δικαίου σημασιοδοτεί το σώμα και την ελευθερία της διάθεσής του ανάλογα με το φιλοσοφικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στην συνέχεια. Για τη σύνδεση σώματος και γλώσσας βλ. Gilles Lhuilier, «L’homme – masque. Sur la dimension anthropologique du droit», σε «Penser le corps», Methodos, vol. 4, 2004 στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://methodos.revue.org/document125.html

[19] Στην υπόθεση K.A. και A.D. κατά Βελγίου το θύμα κατέφυγε επανειλημμένως στη χρήση του κωδικού «pitié», όπως αυτός είχε συμφωνηθεί εκ των προτέρων σαν όρος διακοπής των πρακτικών, χωρίς όμως να εισακουστεί από τους συμπαίκτες του.

[20] Βλ. Olivier Cayla, «Le plaisir de la peine et l’arbitraire pénalisation du plaisir», σε Daniel Borillo – Danièle Lochak (dir.), «La liberté sexuelle», PUF, Paris, 2005, σ. 93. Σύμφωνα με το συγγραφέα, το ΕΔΔΑ μετατρέπει αυθαίρετα το μαζοχισμό σε σαδισμό για να δικαιολογήσει την ποινικοποίηση της επιθυμίας του υποκειμένου να δέχεται τον πόνο παρά την απουσία αντίστοιχου κανόνα δικαίου. O Cayla συμμερίζεται τη ντελεζική ερμηνεία του σαδομαζοχισμού διότι υποστηρίζει ότι η συναινετική συνάντηση σαδιστή και μαζοχιστή είναι ανέφικτη με εξαίρεση την περίπτωση που ο μαζοχιστής απαιτεί από τον σαδιστή να του κάνει κακό και ο τελευταίος του απαντά…αρνητικά. Σε αυτή την οπτική, ο μαζοχισμός αποτελεί μια σχέση που το υποκείμενο διατηρεί με τον εαυτό του και που θα έπρεπε να είναι νομικά αδιάφορη.

[21] Danièle Lochak, «Une liberté (pas) comme les autres?», σε «La liberté sexuelle», op.cit., σ. 8. Η σεξουαλική ελευθερία στερείται συγκεκριμένου νομικού θεμελίου και συνάπτεται σε μια σειρά δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπως η προσωπική αυτονομία, η ατομική (φυσική) ελευθερία, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, η ιδιωτική ζωή, η ελευθερία της συνείδησης και βέβαια η ελευθερία διάθεσης του σώματος. Για να θυμηθούμε τον Foucault, η νομική μεταχείριση της σεξουαλικής ελευθερίας παραπέμπει στη νεωτερική αντίληψη περί σεξουαλικότητας καθώς όλοι μιλούν γι’αυτήν σαν ένα μυστικό. Αντιστοίχως, πολλοί κανόνες αναφέρονται έμμεσα στην προστασία της χωρίς να καταγράφεται η ίδια στο νομικό θετικό κεκτημένο.

[22] Ρητά κατοχυρωμένη στο άρθρο 2 παρ.1 του Συντ. Αντιθέτως, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μνημονεύεται στο κείμενο της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, εκτός του άρθρου 3 της Σύμβασης που παραπέμπει στην προστασία της ανθρώπινης αξίας, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια χρησιμοποιείται συχνά από τον ευρωπαίο δικαστή ως ερμηνευτική αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων, βλ. Αντί πολλών Béatrice Maurer, «Le principe de dignité de la personne humaine et la Convention européenne des droits de l’homme», La Documentation française, Collection Monde Européen et International (CERIC), 1999. Eπίσης, Charlotte Girard και Stéphanie Hennette-Vauchez, «La dignité de la personne humaine, recherche sur un processus de juridicisation», PUF, Droit et Justice, Paris, 2005.

[23] Στην απόφαση DVO κατά Βελγίου (1η Μαρτίου 1976), με θέμα την καταγραφή της αλλαγής φύλου στα αρχεία του ληξιαρχείου, το ΕΔΔΑ δέχτηκε ότι η « άρνηση αναγνώρισης της σεξουαλικής ταυτότητας ως θεμελιώδους δικαιώματος του προσώπου είναι αντίθετη στο άρθρο 8 της Σύμβασης». Στην απόφαση Β κατά Γαλλίας (25 Μαρτίου 1992) το δικαστήριο καταδίκασε το γαλλικό Κράτος διότι απαιτώντας συνεχώς από την προσφεύγουσα την επίδειξη του σεξουαλικού της φύλου προέβη σε παραβίαση της ιδιωτικότητάς της σύμφωνα με το άρθρο 8. Τέλος, στην απόφαση Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου (11 Ιουλίου 2002), το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι η άρνηση τροποποίησης της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 ακόμη και αν η αλλαγή αυτή έχει επιπτώσεις στη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας.

[24] Για μια εισαγωγή στη λακανική οπτική του υποκειμένου και της διαμεσολάβησης των επιθυμιών του από τον μεγάλο Άλλο βλ. Σλαβόι Ζίζεκ, «Λακάν», μετ. Δημήτρης Καγιαλάρης – Κωνσταντίνος Παπαδάκης, επιμ. Δημήτρις Βεργέτης – Αλεξία Παρασκευοπούλου, Πατάκης, Αθήνα, 2009.

[25] Βλ. Idem, «Remarques sur la distinction entre la volonté et le consentement en droit des contrats», RTD civ., 1995, σ. 573. βλ. επίσης Géneviève Fraisse, «Du consentement», Seuil, Paris, 2007.

[26] Δύσκολα πείθει πλέον, μετά τον Marx, τον Nietzsche και τον Freud, τους κύριους εκφραστές του ρεύματος της φιλοσοφίας της «υποψίας» (philosophie de soupçon), αλλά και μετά το δομισμό ή την ερμηνευτική και την φαινομενολογική στροφή, με ιδιαίτερη αναφορά τη φιλοσοφία της γλώσσας, η κλασική μεταφυσική του υποκειμένου και η κακώς αποδιδόμενη στον Descartes σύλληψη της αυτο-εγκατάστασής του στον κόσμο. Από το Φυσικό Νόμο των φυσικοδικαιιστών και τo Θεό του χριστιανισμού ή του Descartes έως τον μεγάλο Άλλο του Lacan το υποκείμενο εμφανίζεται υπόλογο σε μια ανώτερη αρχή, αποτελεί μέρος μιας προυπάρχουσας τάξης και σύμβασης την οποία καλείται να διαμορφώσει. Διαφέρει, βέβαια, από το ένα φιλοσοφικό ρεύμα στο άλλο η φύση της σχέσης αυτής. Το ίδιο, λοιπόν, το cogito δεν είναι η αδιαμφισβήτητη αρχή του κόσμου αλλά σηματοδοτεί, όπως υποστηρίζει ο Paul Ricoeur, την εκκίνηση της αμφιβολίας ως προς την ίδια την καθαρότητα της συνείδησης. Κοντολογίς, η κρίση του cogito δημιουργείται την ίδια στιγμή με την ανακάλυψη του. Βλ. Paul Ricoeur, «Soi – même comme un autre», Seuil, Essais, Paris, 1990, σ. 15 και Vincent Descombes, «Le complement de sujet», Gallimard, Paris, 2004.

[27] Ο Alain Renaut επαναδιατυπώνει τη συνήθη κριτική που ασκείται στη φιλοσοφία της νεωτερικότητας, και ιδιαίτερα στον Descartes, με επίκεντρο τον άκρατο βολονταρισμό και την απουσία των ορίων που θα επέτρεπαν να συλλάβουμε το υποκείμενο με όρους περατότητας και όχι αυθυπαρξίας. Η φιλοσοφική ανάγκη θεμελίωσης μιας αυτονομίας της ευθύνης και όχι της εγωκεντρικής ανεξαρτησίας του ατόμου οδηγεί τον Renaut στην Τρίτη Κριτική του Κant, όπου η διαδικασία της πρόσληψης του κόσμου δεν ξεκινά από το cogito αλλά από την ίδια την πραγματικότητα. Εντούτοις, δύσκολα μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η Τρίτη Κριτική αφορά την αισθητική και όχι το δίκαιο. Όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, η κατηγορία που ο Renaut απευθύνει στους μοντέρνους λίγο ευσταθεί. Και τούτο διότι η μοντέρνα φιλοσοφία κάθε άλλο παρά επιμένει στην ελευθερία της βούλησης να κάνει ότι ακριβώς θέλει. Αντιθέτως, μέσω της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο φυσικό και το κοινωνικό πλαίσιο αναδεικνύει την ανάγκη περιορισμού της, τουλάχιστον στις κοινωνικές σχέσεις του υποκειμένου. Βλ. Alain Renaut, «L’ère de l’individu», Gallimard, Paris, 1989.

[28] Idem, «La liberté d’offenser. Le sexe, l’art et la morale», La Musardine, Paris, 2007, σ. 28.

[29] βλ. Idem, «Je consens, donc je suis…», PUF, Paris, 2006, σ. 167.

[30] Aristote, «Métaphysique», Tome 1, Livre Gamma, Vrin, μετ. και σημ. J. Tricot, σ. 124. Ο Αριστοτέλης επιτίθεται στους σοφιστές διότι δεν αποδέχονται την αναζήτηση της αλήθειας ως καταστατική ή ακόμη και οντολογική προϋπόθεση της πρότασής τους. Μια πρόταση που υποστηρίζει το ίδιο και το αντίθετό του παραβιάζει τη λογική συνοχή της και στερείται οποιουδήποτε νοήματος. Συνεπώς ο τρελός αυτός λόγος εξοστρακίζεται από το πεδίο της σήμανσης λες και αποτελεί έναν ακατανόητο θόρυβο που δεν ταιριάζει στα έλλογα ανθρώπινα όντα. Οι αντιπρόσωποι του παράλογου λόγου είναι, κατά τον Αριστοτέλη, όμοιοι των…φυτών. Για τους σοφιστές βλ. την εξαιρετική μελέτη της Barbara Cassin, «L’effet sophistique», Gallimard, Paris, 1995.

[31] Karl-Otto Apel, «Transformation de la philosophie, I», trad.Christian Bouchindhomme, Thierry Simonelli και Denis Trierweiler, Cerf, coll. Passages, Paris, 2007, Jürgen Habermas, «Théorie de l’agir communicationnel: rationalité de l’agir et rationalisation de la société» tome 1, trad. Jean-Louis Schlegel, Fayard, Paris, 1987 και idem, «Morale et communication: conscience morale et activité communicationnelle», trad. et intr. Christian Bouchindhomme, Champs – Flammarion, Paris, 1999. Κοινός τόπος των παραπάνω θεωριών της επικοινωνίας είναι η διαπόμπευση του σχετικισμού και πολύ περισσότερο του σκεπτικισμού, της αδιαφορίας ή της άρνησης της ενσωμάτωσης του ζητήματος της αλήθειας και της αντικειμενικότητας στην ίδια τη δομή της επικοινωνιακής πράξης. Για τον Apel και τον Habermas η πρόσβαση στην κοινότητα του διαλόγου περνά από την αποδοχή των καταστατικών όρων που διέπουν την επικοινωνιακή πρακτική, όπως η ειλικρίνεια, η καλή πρόθεση και η εξάλειψη κάθε ιεραρχίας και αυθεντίας των επιχειρημάτων. Η διυποκειμενική επικοινωνία επιτίθεται στις έννοιες της κυριαρχίας, του κρυμμένου ιδιωτικού συμφέροντος και της κακόβουλης κρίσης με τελικό στόχο την αυστηρά ορθολογική εξαγωγή της καλύτερης λύσης, όπως ακριβώς στον Dworkin για κάθε hard case υπάρχει και η καλύτερη δυνατή απάντηση. Στο διαλογικό αυτό πλαίσιο η σχετικιστική ή σκεπτικιστική άρνηση του διαλόγου δεν είναι εφικτή γιατί αποτελεί ένα παράλογο λεκτικό ενέργημα, σύμφωνα, βέβαια, με τα κριτήρια του Habermas ή του Apel. Bλ. επίσης Jean-Marc Ferry, «Philosophie de la communication», tome 1, «De l’antinomie de la vérité à la fondation ultime de la raison», Cerf, Humanités, Paris, 1994.

[32] Οlivier Cayla, «Le plaisir de la peine et l’arbitraire pénalisation du plaisir», op.cit., σ. 102.

[33] Véronique Poutrain, op.cit., σ. 832.

[34] Ibidem, σ. 831.

[35] Bernard Edelman, «Critique de l’humanisme juridique», σε idem, «La personne en danger», PUF, Paris, 1999, σ. 13.

[36] Emmanuel Kant, «Fondements de la métaphysique des moeurs», trad. Victor Delbos, intr. και notes Alexis Philonenko, Vrin, Paris, 2004, σ. 142

[37] Olivier Cayla, «Dignité humaine: le plus flou des concepts», Le Monde, 31 Ιανουαρίου 2003.

[38] Ronald Dworkin, «No right answer?», in «Law, morality and society: essays in honour of H.L.A. Hart», edited by P.M.S. Hacker and Joseph Raz, Clarendon Press, Oxford, 1977, σ. 58.

[39] O Xavier Bioy υπογραμμίζει ότι «η έννοια του ανθρώπινου προσώπου δεν χρησιμεύει μονάχα στο να προσδίδει ένα πρόσωπο στην αξιοπρέπεια αλλά είναι η ίδια η αξιοπρέπεια, δηλαδή συνοψίζεται στο ότι την εξυψώνει. Έτσι, αξιοπρέπεια και πρωτοκαθεδρία του προσώπου δύσκολα μπορούν να χωριστούν. Η επιβεβαίωση της αξιοπρέπειας του ανθρώπου εμπεριέχει την πρωτοκαθεδρία της. Όμως, η πρωτοκαθεδρία του προσώπου, από την άποψη της εφαρμογής της στο άτομο, προσκρούει σε πολλές περιπτώσεις στην αξιοπρέπεια των ομάδων που περικλείουν και αναγνωρίζουν το άτομο σαν πρόσωπο». Βλ. idem, «Le concept de personne humaine en droit public : recherche sur le sujet des droits fondamentaux», Dalloz, Nouvelle bibliothèque de Thèses, Paris, 2003 σ. 95.

[40] Η αρχή της αξίας του ανθρώπου, όρος που έχει επικρατήσει στην ελληνική νομική σκηνή, ιδρύει μια αδιάσπαστη φυσική κοινωνία ανάμεσα στο Άτομο και τη Φύση. Το περιεχόμενο της σχέσης συνοψίζεται στην ένταξη του ατόμου ως παραδειγματικού μέρους στην καθολική ουσία της ανθρώπινης φύσης δια της κτήσης της ιδιότητας του προσώπου. Η βιολογική συμμετοχή του ατόμου στη γενική κατηγορία του ανθρώπινου γένους μετατρέπεται σε ηθική και νομική υποχρέωση ωσάν η επικοινωνιακή αυτή πράξη να εξέφευγε οποιασδήποτε υποκειμενικής επιλογής. Η φυσική αντίληψη του ανήκειν δεν συμβαδίζει με το συμβασιοκρατικό χαρακτήρα της νεωτερικής σύλληψης του δικαίου και παραπέμπει σε ρεαλιστικές φιλοσοφικές θεωρίες, όπως λ.χ. των αρχαίων ή των σύγχρονων οπαδών του φυσικού δικαίου, οι οποίες δεν ανέχονται την ελευθερία επιλογής του να «φέρει» κανείς το ανθρώπινο πρόσωπο.

[41] Olivier Cayla, «Le plaisir de la peine et l’arbitraire pénalisation du plaisir», op.cit., σ. 98. Αντίθετη άποψη εκφράζει η Michela Marzano, «Je consens, donc je suis…», op.cit., σ. 164

[42] Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Σταύρος Τσακυράκης «ο πατερναλισμός όχι μόνον υπονομεύει κάθε θεμέλιο των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά στο βαθμό που αντιμετωπίζει τον πολίτη ως ανήλικο, ανίκανο να επιλέγει το δικό του σχέδιο ζωής, αποτελεί μια βαρύτατη προσβολή στην αξία του ανθρώπου». Bλ. Ιδίου, «Πατερναλισμός και ατομικά δικαιώματα», σε Mιχάλης Τσαπόγας – Δημήτρης Χριστόπουλος (επιμ.), «Tα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003. Από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης», Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Kαστανιώτης, Αθήνα, 2004, σ. 313.

[43] Πρόκειται, δηλαδή, για μια αόριστη νομική έννοια της οποίας η σήμανση εξαρτάται από τη δικαστική εφαρμογή της κανονικότητας (normalité). Παρότι όμως τα κριτήρια προσδιορισμού της από το δικαστή αξιώνουν συνέπεια στο ορθό ή το εύλογο, είναι προφανές ότι κρύβουν ηθικοπολιτικές θέσεις. Βλ. Stéphane Rials, «Le juge administratif français et la technique du standard», L.G.D.J., Bibliothèque de Droit Public, tome 135, Paris, 1980.

[44] Η διαμάχη γύρω από το cogito αποκτά ιδιάζουσα βαρύτητα για την κατανόηση της σύλληψης της αυτονομίας ως επιλογής και όχι ως υποχρέωσης στο πλαίσιο της νεωτερικότητας. Οι επικριτές της νεωτερικότητας θεμελιώνουν στην ορθολογικότητα του cogito την παντοδυναμία της βούλησης του υποκειμένου, την αλαζονική ανακήρυξή του σε πρωταρχικό σημείο πρόσληψης της πραγματικότητας, κατά τη διάρκεια μιας μονολογικής διαδικασίας, όπου το άτομο δημιουργεί από το μηδέν τον κόσμο, εν είδει κανονιστικού Κυρίαρχου, χωρίς να συνομιλεί με αυτόν. Το cogito εντάσσεται στην ιστορία ή την εποχή της μεταφυσικής του υποκειμένου, την οποία εγκαινίασε με όρους συμβάντος ο Πλάτων. Εάν η αλήθεια υπόκειται στο ανθρώπινο βλέμμα, τότε το παρατηρούμενο πράγμα στερείται ουσίας και το υποκείμενο, η απλή μονάδα, συνιστά το μόνο σταθερό σημείο θέασης του κόσμου. Κατά συνέπεια, η βούληση του ατόμου κατέχει την απόλυτη δύναμη νοηματοδότησής του, δίχως να λογοδοτεί σε καμιά αρχή. Ακόμα και το ίδιο το cogito, με άλλα λόγια η ιδέα της αυτονομίας, είναι προϊόν της βούλησης και όχι της φύσης. Από την άλλη, ο καρτεσιανός δυϊσμός κατηγορείται από στοχαστές όπως ο Michel Foucault ως δογματικά ορθολογικός και υπεύθυνος για τον αποκλεισμό της τρέλας στο κοινωνικό και λογικό περιθώριο. Εάν το cogito είναι η αδιαμφισβήτητη αρχή του λόγου, τότε η τρέλα, η πρόταση που παραβιάζει το ίδιο το cogito, στερείται οποιασδήποτε λογικής, και όχι μόνο, νομιμοποίησης. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι η σύλληψη του Descartes καθίσταται υπεύθυνη για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας, από την πραγμοποίηση του ατόμου, λόγω του μοιραίου δυϊσμού της, έως την αστυνόμευση της παράλογης σκέψης, εξαιτίας της προσήλωσής της στην τυπική λογική. Το αυτάρκες cogito, αυτο-τεθειμένο και ορθολογικά περιχαρακωμένο, δύσκολα συμβαδίζει με την ιστορικότητα του είναι και την περατότητα της ανθρώπινης ουσίας. Επιπλέον, ο μοναδικός και εσωστρεφής χαρακτήρας του εμποδίζει την έξοδο του ατόμου από τον εαυτό του και την επαφή με τον Άλλον, τη διυποκειμενική, τελικά, συγκρότηση της ταυτότητας του.

Ωστόσο, οι παραπάνω κατηγορίες αγνοούν ότι η αυτονομία του cogito διόλου δε συνίσταται στην αυθυπαρξία του, λες και είναι αποτέλεσμα παρθενογέννησης. Αντιθέτως, το cogito στον Descartes αποτελεί καρπό της θεϊκής βούλησης, όπως ο άνθρωπος στην ιουδαική – χριστιανική παράδοση, και δεσμεύεται από αυτήν. Απλώς, η δέσμευση αυτή που εξασφαλίζει στο άτομο την αυτονομία του σαν ον παρόμοιο αλλά όχι ίδιο με τον Θεό, δεν είναι μια φυσικής τάξεως σχέση αλλά προϋποθέτει τη συμβατική συναίνεση του υποκειμένου, την πρόθεσή του να πιστέψει στη θεϊκή υπόσχεση, υποθέτοντας ότι η ανώτερη αυτή κανονιστική αρχή με την οποία συνδιαλέγεται του εγγυάται ειλικρινά την αυτονομία του. Εξού και η δυνατότητα της βούλησης να απορρίψει τον σύνδεσμο με τον Θεό, το κοινωνικό συμβόλαιο που του προτείνεται, και να αποδεχθεί τη φυσική της τιμωρία. Το θεολογικό αυτό σχήμα διατρέχει, εν πολλοίς, και την καρτεσιανή αυτονομία του cogito. Τέλος, εάν ανατρέξουμε στο γνωστό διάλογο μεταξύ Derrida και Foucault σχετικά με τον αποκλεισμό της τρέλας από τον ορθό λόγο του cogito μάλλον θα καταλήξουμε ότι το ίδιο το cogito δεν είναι αναντίρρητο διότι αποτελεί το αντικείμενο της υπόσχεσης ενός Θεού που μπορεί να αποδειχθεί πονηρός και ανειλικρινής απέναντι στο δημιούργημά του. Η τρέλα είναι, λοιπόν, μια ακόμη ελευθερία του ίδιου του cogito. Βλ. Για την κριτική του cogito βλ.αντί πολλών Alain Renaut, «L’ère de individu», οp.cit., και για τη σχέση τρέλας και cogito Jacques Derrida, «L’écriture et la différence», Seuil, Paris, 1979 σ. 75.

[45] Σύμφωνα με τον Βελγικό Άρειο Πάγο η συμμετοχή του δικαστή στα όργια προσέβαλε την αξία του επαγγέλματός του. Έτσι, το δικαστήριο προχώρησε στην καθαίρεσή του σημειώνοντας ότι η παραίτησή του δεν ήταν αρκετή για να θέσει τέρμα στην πειθαρχική διαδικασία. Στην απόφαση αυτή συνετέλεσε, ακόμη, η καταδίκη του διάδικου για το αδίκημα της προτροπής στην πορνεία και σε ασελγείς πράξεις. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων απώλεσε το δικαίωμά του να συνταξιοδοτηθεί από το δημόσιο ταμείο. Η ιατρική ιδιότητα του δεύτερου προσφεύγοντος λειτούργησε σε βάρος της θέσης του διότι το βελγικό δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να επικαλεστεί τον αλκοολισμό του θύματος ως ελαφρυντικό στοιχείο της συμπεριφοράς του καθώς ως γιατρός όφειλε να προβλέψει το ρίσκο της πράξης του για τη σωματική ακεραιότητα της γυναίκας.

[46] Σύμφωνα με το άρθρο 392 η πρόκληση σωματικών βλαβών τιμωρείται ανεξάρτητα από τις συνθήκες τέλεσης της πράξης. Συνεπώς, η αναζήτηση της ερωτικής ηδονής και η σεξουαλική διάσταση της βίας του σαδομαζοχισμού δεν αλλάζουν την ποινική αντιμετώπιση των σωματικών προσβολών. Στο άρθρο 398 προβλέπονται τα όρια των ποινών για τις σωματικές βλάβες.

[47] Βλ. Myriel-Fabre Magnon, op.cit., και Michela Marzano, «Je consens, donc suis…», op.cit., οι οποίες προσδίδουν, έστω έμμεσα, στην ποινική καταδίκη του σαδομαζοχισμού ένα παιδαγωγικό χαρακτήρα για την οριοθέτηση της σωστής αυτονομίας του υποκειμένου και θεωρούν την ωμότητα του σεξουαλικού παιχνιδιού απόρροια της άκρατης φιλελευθεροποίησης των ηθών στις σύγχρονες ατομιστικές κοινωνίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ίδιοι οι διάδικοι επικαλέστηκαν συγγνωστή πλάνη για το αξιόποινο των πράξεων τους υποστηρίζοντας ότι δεν φανταζόντουσαν ποτέ ότι τα άρθρα αυτά θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην περίπτωσή τους επειδή «το τέλος του 20ου αιώνα χαρακτηριζόταν από ένα σημαντικό ατομικισμό και από ένα μεγάλο φιλελευθερισμό ή μια μεγάλη ανοχή, ακόμη και για πράξεις βίας οι οποίες θεωρητικά θα μπορούσαν να αξιολογηθούν ως σωματικές βλάβες, όπως αυτές που αποτελούν μέρος του σαδομαζοχισμού», βλ. παρ. 50 της απόφασης K.A. και A.D. κατά Βελγίου.

[48] Η βασική αρχή του ενοχικού δικαίου ότι οι συμβάσεις πρέπει να τηρούνται διέπει τη συμβασιοκρατική σύλληψη του κοινωνικού συμβολαίου. Το Κράτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εγγυηθεί τη μεταμόρφωση του ατόμου σε άνθρωπο μέσω της ιδιότητας του πολίτη, ενώ την ίδια στιγμή τα άτομα αναγνωρίζουν στη δύναμη του νόμου τον πλέον σημαντικό λόγο συμμόρφωσής τους στην τήρηση των συμφωνιών τόσο με τον Κυρίαρχο όσο και μεταξύ τους. Οι συμβαλλόμενοι υπόσχονται την ειλικρίνεια και την αμοιβαιότητα των λόγων και διατηρούν, σε αντίθετη περίπτωση, το δικαίωμα λύσης της σύμβασης και την αξίωση αποζημίωσής τους. Βλ. Vincent Forray, «Le consensualisme dans la théorie générale du contrat», préf. Geneviève Pignarre, avant propos Christian Atias, Bibliothèque de droit privé, tome 480, L.G.D.J., Paris, 2007.

[49] Με βασικό επιχείρημα την εθελούσια αποδοχή της δουλείας από τους ανθρώπους που αδυνατούν να σταθούν στο ύψος της (ελεύθερης) ανθρώπινης φύσης και εκπίπτουν στην απαξιωμένη κατηγορία της υπόδουλης, κοιμισμένης συνείδησης. Η ανάλυση του La Boétie συμπίπτει με τις κριτικές της σύγχρονης εκδημοκρατικοποίησης, της εποχής της κατανάλωσης, ολότελα κενής από την άποψη του νοήματος, της αλλοτρίωσης κλπ. Βλ Εtienne de la Boétie, «Le Discours de la servitude volontaire», Paris, Payot, 1976 και Yves-Charles Zarka et les Intempestifs, «Critique des nouvelles servitudes», P.U.F., Paris, 2007. Ωστόσο, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς το πατερναλιστικό της ύφος και την εν τέλει…βουλησιαρχική της φιλοσοφική βάση.

[50] Βλ. Τάκη Βιδάλη, «Zωή χωρίς πρόσωπο: Το Σύνταγμα και η χρήση του ανθρώπινου γενετικού υλικού», πρ. Θ.Κ. Παπαχρίστου, εκδ. Αντ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Koμοτηνή, 1999. Το άρθρο 1458 ΑΚ (ν. 3089 του 2002) επιτρέπει την παρένθετη μητρότητα χωρίς αντάλλαγμα. To ίδιο κριτήριο ισχύει και για τη δωρεά οργάνων (άρθρα 1 και 2 του ν.2737/1999).

[51] Πρόκειται για την πολυσχολιασμένη νομολογία του γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας Morsang-sur-Orge, 27 Οκτ. 1995, που θεώρησε αντίθετο με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια το εν λόγω θέαμα. Βλ. αντί πολλών, Xavier Bioy, op.cit., σ. 718 και Οlivier Cayla, «Jeux de nains, jeux de vilains» σε Gilles Lebreton (dir.), «Les droits fondamentaux de la personne humaine en 1995 et 1996», 1998, L’Harmattan, σ. 151 κ.επ.

[52] βλ. Σταύρος Τσακυράκης, «Iδιωτικότητα με το ζόρι», Eλευθεροτυπία, 25 Ioυλ. 2001.

[53] Στην απόφαση Lawrence κ.α κατά Texas της 26ης Ιουνίου 2003 το Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α έκρινε αντισυνταγματικό το νόμο της πολιτείας του Texas που απαγόρευε τη σοδομία μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου.

[54] Στο χομπσιανό παράδειγμα η ελευθερία του φυσικού πλαισίου επιφέρει το γενικευμένο πόλεμο και την καταστροφή του ατόμου. Η ανθρωπολογική απαισιοδοξία του Hobbes έχει ως αφετηρία τη δική του θεωρία της γνώσης και αδυνατεί να συλλάβει την αυτονομία του ατόμου σε ένα καθεστώς απόλυτης βουλησιαρχίας ή διυποκειμενικής συμφωνίας. Δύο είναι λοιπόν οι βασικές επιλογές που απομένουν στο άτομο: η υποταγή του στο Κράτος ή η αυτοκαταστροφή του. Βλ. Thomas Hobbes, «Léviathan», rééd. Dalloz, Introduction, traduction et notes de François Tricaud, Paris, 1999. Για τη χομπσιανή θεωρία της γνώσης, η οποία βρίσκεται στη βάση της σχετικιστικής πολιτικής του φιλοσοφίας βλ. Yves-Charles Zarka, «La décision métaphysique de Hobbes», Bibliothèque d’histoire de la Philosophie, Vrin, Paris, 2000.

[55] Στον Rousseau αποδίδεται βιαστικά η ρομαντική νοσταλγία του φυσικού πλαισίου και η άκριτη απόρριψη του πολιτισμού ως πεμπτουσία της ανθρωπολογίας και της πολιτικής του φιλοσοφίας. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάγνωση τόσο του «Contrat Social» όσο και του «Essai sur l’origine des langues» φανερώνει ότι η αυτονομία – ανεξαρτησία του φυσικού πλαισίου, όπου το άτομο πράττει χωρίς να σκέφτεται σε ένα καθεστώς απόλυτης μοναξιάς, δίχως γλώσσα και κατά συνέπεια επικοινωνία με τους όμοιούς του, ταιριάζει σε όντα βάρβαρα και βλακώδη, σε μονάδες που δεν έχουν συνείδηση ούτε της ζωής ούτε του θανάτου. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα βίο άνευ συναισθήματος και σχεδίου, για μια απόλυτη décadence που δεν έχει καθόλου να κάνει με την ευτυχία και την αυτάρκεια του ανθρώπου. Από την άλλη, η μετάβαση στο κοινωνικό πλαίσιο σφραγίζει την υποταγή του ατόμου στην αλλότρια βούληση του Κυρίαρχου, τον πλήρη δηλαδή δεσποτισμό, την πιο απάνθρωπη ετερονομία. Ιδεατός στόχος, σύμφωνα με τον Rousseau, θα ήταν να είναι ο κοινωνικός άνθρωπος το ίδιο ελεύθερος με πριν, όταν δηλαδή βρισκόταν στην μάταιη αυτονομία του φυσικού πλαισίου. Να μπορεί, επιγραμματικά, ο άνθρωπος να υπακούει στη δική του βούληση μέσα στο πλαίσιο της γενικής βούλησης. Βλ. Jean-Jacques Rousseau, «Du Contrat social», Livre I, Folio – essais, Gallimard, texte établi, présenté et annoté par Robert Derathé, Paris, 1964 και «Essai sur l’origine des langues», Folio, Essais, édition établie par Jean Starobinski, Gallimard, Paris, 1990. Η δυσκολία του εγχειρήματος προδίδει, εν τέλει, τη δυστυχία της ανθρώπινης κατάστασης, σύμφωνα με τον Alexis Philonenko, «Jean-Jacques Rousseau et la pensée du malheur», Tome III, «L’apothéose du désespoir», Vrin, Paris, 1984.

[56] Véronique Poutrain, op.cit., σ. 832.

[57] «Droit et devoir de résistance en droit interne: contribution à une théorie du droit positif», préf. de Stéphane Rials, Bibliothèque de Droit Public, tome 193, L.G.D.J., Paris, 1999.

[58] Βλ. Sigmund Freud, «Contributions à la psychologie de la vie amoureuse», σε idem, «La vie sexuelle», intr. Jean Laplanche, trad. Denise Berger, Jean Laplanche et coll., PUF, Bibliothèque de la psychanalyse, Paris, 2002, σ. 42.

[59] Κώστας Δουζίνας, «Το τέλος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», μετ. Ηλίας Νικολούλης. Εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 2006, σ. 428

[60] Michela Marzano, «Sexualité», σε idem (dir.) «Dictionnaire du corps», op.cit., σ. 864.

[61] Για τον Ηοbbes δεν υπάρχει καμία αντινομία ανάμεσα σε ανάγκη και ελευθερία. Βλ idem, «Leviathan», σ. 223.

[62] Ο φιλόσοφος – βασιλιάς στον Πλάτωνα, ο φρόνιμος του Αριστοτέλη και ο ορθολογιστής του Habermas εμφανίζονται ως διανοητικά ανώτερες φιγούρες στις οποίες επαφίεται η διακυβέρνηση και η οργάνωση του κοινωνικο-πολιτικού διαλόγου. Ωστόσο, η αναγνώρισή τους αυτή προκύπτει ως αυτο-εγκατάστασή τους στην κορυφή της πνευματικής και της πολιτικής κυριαρχίας, ως μια αυτο-επιβεβαίωση που στηρίζεται στα δικά τους γνωστικά κριτήρια. Κανείς δεν μπορεί να ορίσει τον φρόνιμο …εκτός από τον ίδιο. Βλ. Pierre Aubenque, «La prudence chez Aristote», Quadrige, P.U.F., 4ème éd, Paris, 2004. Bλ. Επίσης «Une prudence moderne?», Journée organisée par Philippe Raynaud et Stéphane Rials, Politique d’aujourd’hui, Institut la Boétie, février 1992, Paris.

[63] Από τον Ηοbbes και τον Rousseau έως τον Hegel ή και τον Locke, η φιλοσοφία της νεωτερικότητας αδυνατεί να συλλάβει τη συνύπαρξη των ανθρώπων χωρίς την ερμηνευτική διαμεσολάβηση του Kράτους και τη συμβατική ανακάλυψη της αλήθειας εκτός της παρέμβασης του νομιμοποιημένου νομοθέτη. Ακόμη και ο ανθρωπολογικά αισιόδοξος Locke, που αποδέχεται τη δυνατότητα του ανθρώπινου λόγου να διαγνώσει ακόμη και στο φυσικό πλαίσιο το βασικό δικαίωμα στην ιδιοκτησία, δεν αποβάλλει την ανάγκη του Κράτους από το πολιτειακό του σχήμα. Στον Ηegel είναι προφανής ο διαχωρισμός ανάμεσα στην ηθικότητα, την κοινωνική ηθική που εγγυάται ο νόμος, και την ηθική. Με λίγα λόγια οι φιλόσοφοι της νεωτερικότητας θεμελιώνουν την εφαρμογή του ορθού λόγου στην προηγούμενη λογικά αποδοχή της νομοθετικής βούλησης, η οποία καλείται να προσδιορίσει τα αφηρημένα θεωρήματα της φύσης, στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής διαδικασίας που διαφυλάσσεται από τον Κυρίαρχο. Εφόσον η φύση παραμένει άγνωστη και άναρχη εμπίπτει στη βούληση να τη διαβάσει και να περιβάλει την ad hoc ανάγνωσή της με το κύρος και τη δύναμη του νόμου. Βλ. αντί πολλών, Philippe Raynaud, «Locke et les limites de la raison libérale», σε «Une prudence moderne?», op.cit., σ. 33 και idem, «Faire et connaître», σε Paul Amselek, «Théorie du droit et science», P.U.F., Léviathan, 1994, σ. 32 και André Lécrivain, «Hegel et l’éthicité, commentaire de la troisième partie des «Principes de la philosophie du droit», Vrin, Histoire de la Philosophie, Paris, 2001.

[64] Δανειζόμαστε την μετάφρασή της από τον Σταύρο Τσακυράκη: «O μόνος σκοπός για τον οποίο οι άνθρωποι, ατομικά ή συλλογικά, επιτρέπεται να επεμβαίνουν στην ελευθερία δράσης οποιουδήποτε ανθρώπου είναι η αυτοπροστασία τους. Ο μόνος σκοπός για τον οποίο μπορεί νόμιμα να ασκείται εξουσία πάνω σε οποιοδήποτε μέλος μιας πολιτισμένης κοινότητας παρά τη θέλησή του είναι η αποτροπή βλάβης των άλλων. Το δικό του καλό, φυσικό ή ηθικό, δεν αποτελεί επαρκή λόγο. Δεν μπορεί νόμιμα να εξαναγκαστεί να πράξει ή να υποστεί κάτι, για το λόγο ότι αυτό θα ήταν προς το καλό του, επειδή θα τον έκανε πιο ευτυχισμένο, επειδή, κατά την γνώμη των άλλων, κάτι τέτοιο θα ήταν φρόνιμο ή ακόμη και σωστό. Αυτοί είναι οι λόγοι για να διαφωνεί κανείς μαζί του, ή για να διαλέγεται με αυτόν ή να προσπαθεί να τον πείσει, ή να τον νουθετήσει αλλά όχι για να τον εξαναγκάσει ή να του προκαλέσει κακό σε περίπτωση που πράξει διαφορετικά. Για να είναι αυτό δικαιολογημένο, η συμπεριφορά από την οποία πρόκειται να τον αποτρέψει πρέπει να στοχεύει στο να προκαλέσει βλάβη σε κάποιον άλλον. Η μόνη πλευρά της συμπεριφοράς του για την οποία ο άνθρωπος είναι υπόλογος στην κοινωνία είναι αυτή που αφορά στους άλλους. Στη συμπεριφορά που αφορά μόνο τον εαυτό του, αυτός έχει δικαίωμα απόλυτης ανεξαρτησίας. Πάνω στον εαυτό του, πάνω στο σώμα και το νου, το άτομο είναι κυρίαρχο», βλ. Ιδίου, «Πατερναλισμός και ατομικά δικαιώματα», οp.cit., σ. 313.

[65] Σύμφωνα με την ερμηνευτική (Gadamer, Ricoeur) και την πραγματολογία (Austin), το υποκείμενο διατηρεί το δικαίωμα της ερμηνείας του λόγου του οποίου γίνεται αποδέκτης. Η πραγματολογική ατέλεια του λεκτικού ενεργήματος συνίσταται στην ουσιαστική απουσία του συγγραφέα ή του ομιλητή με αποτέλεσμα την εκχώρηση του νοήματος της πρότασής του στον παραλήπτη της. Έτσι, όπως υποστηρίζει και ο Foucault, είναι πιο ακριβής η αναπαράσταση της κυριαρχίας ως μιας σχέσης που ασκείται από τα κάτω προς τα πάνω, σε πλήρη, δηλαδή, αντιστροφή της κελσενικής πυραμίδας. Εμπίπτει, λοιπόν, στον ερμηνευτή η ανασύσταση τόσο του σημασιολογικού όσο και του πραγματολογικού υπόβαθρου του λόγου του συνομιλητή του, στο πλαίσιο μιας πράξης που υπονοεί, παραδόξως, τη σιωπή του δεύτερου.

[66] John L.Austin, «Quand dire, c’est faire», intr. trad. et commentaire par Gilles Lane, postface de François Récanati, Ed. du Seuil, Paris, 1970. Επίσης, François Récanati, «La transparence et l’énonciation, pour introduire à la pragmatique» , Seuil, Paris, 1979. O Οlivier Cayla επισημαίνει ότι η διάκριση επιτελεστικών και διαπιστωτικών ενεργημάτων υπονομεύεται από τον ίδιο τον Austin, λόγω της προηγούμενης διάκρισής του ανάμεσα στο locutoire και το illocutoire του κάθε λεκτικού ενεργήματος. Η βουλητική δύναμη του δεύτερου δεν μπορεί να αποχωριστεί από το σημασιολογικό περιεχόμενο του πρώτου, με αποτέλεσμα, τελικά κάθε ενέργημα να επιτελεί και όχι απλά να περιγράφει. Βλ. τις αναλύσεις του ιδίου σε «La notion de signification en droit», op.cit.

[67] Για τη διάκριση προσβολής και ζημίας βλ. την εξαιρετική πραγματεία του Joel Feinberg, «Harm to self: the moral limits of the criminal law», op.cit., και Ruwen Ogien, op.cit.

[68] H ανθρωπολογική λειτουργία του δικαίου κατέχει σημαντική θέση στο έργο του Pierre Legendre και του Αlain Supiot. Κριτικοί απέναντι στη νεωτερική βουλησιαρχία, κυρίως ο Legendre και κατά δεύτερο λόγο ο Supiot, οι παραπάνω συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ορισμένα ανθρωπολογικά δεδομένα δεν μπορούν να ανατρέπονται από το σύγχρονο δίκαιο, όπου και δεσπόζει η μορφή του ορθολογικού ανθρώπου, κυρίαρχου και αυτόνομου δια της χρήσης του ορθού λόγου. Alain Supiot, «Homo juridicus , essai sur la fonction anthropologique du Droit», Seuil, Paris, 2005, p. 58 και Pierre Legendre, «Les enfants du texte. Etude sur la fonction parentale des Etats», Fayard, Paris, 1992.

[69] Βλ. τη διαφωτιστική μελέτη του Pierre Alferi, «Guillaume d’Ockham, le singulie », Ed. Du Minuit, Paris, 1989, όπου ο συγγραφέας αναλύει τη νομιναλιστική φιλοσοφία, πρόγονο του βολονταρισμού και του θετικισμού της νεωτερικότητας, τη σύλληψη του σημείου και τη διαλογική μορφή της νομιναλιστικής αλήθειας. Για την κατανόηση της σημασίας του νομιναλισμού στη νομική σκέψη της νεωτερικότητας και την αντίθεσή της με το φιλοσοφικό ρεαλισμό βλ. Francis Oakley, «Théories médiévales de la loi naturelle : Guillaume d’Occam et le sens de la tradition volontariste», σε Droits, 1990, n. II, σ. 131.

Αρση (;) βουλευτικής ασυλίας

Λίνα Παπαδοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

Αρση (;) βουλευτικής ασυλίας

Ολοένα και περισσότερο πυκνώνουν οι φωνές υπέρ της «άρσης της βουλευτικής ασυλίας», ιδιαίτερα στους διαδικτυακούς τόπους διαλόγου, ενώ το αίτημα -γράφηκε ότι- υποστήριξε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Τι σημαίνει όμως αυτό;

Η «βουλευτική ασυλία» περιλαμβάνει το «ανεύθυνο», το «ακαταδίωκτο» και το «δικαίωμα άρνησης μαρτυρίας» για πληροφορίες που περιήλθαν στον βουλευτή κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Το τελευταίο αποτελεί υποκειμενικό του δικαίωμα, μπορεί δηλαδή να παραιτηθεί από αυτό· ίσως και γι’ αυτό τον λόγο βρίσκεται προς το παρόν στο απυρόβλητο. Οι δύο πρώτες εκφάνσεις της ασυλίας αποτελούν «θεσμικές εγγυήσεις», άρα δεν νοείται παραίτηση, και σκοπός τους είναι να προστατευτεί όχι το συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά ο θεσμός και η λειτουργία του.
Το «ανεύθυνο» (άρ. 61 παρ. 1Σ) σημαίνει ότι ο βουλευτής δεν ευθύνεται (ποινικά ή αστικά) για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του, τα οποία βεβαίως δεν εξαντλούνται στα έδρανα της Βουλής, αλλά ασκούνται σε οποιονδήποτε δημόσιο χώρο. Εξαιρείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο ευθύνεται, αλλά δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά, όπως και για κανένα άλλο ποινικό αδίκημα, πλην των αυτόφωρων κακουργημάτων, παρά μετά από άδεια της Βουλής («ακαταδίωκτο» – άρ. 62 Σ). Το ακαταδίωκτο καλύπτει τον βουλευτή κατά τη διάρκεια της θητείας του, μετά τη λήξη της οποίας μπορεί να αρχίσει ή να συνεχιστεί η ποινική δίωξη.
Δεδομένου ότι πρόκειται για θεσμική εγγύηση της λειτουργίας του βουλευτή, ορθώς κρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Στρασβούργο) ότι το «ακαταδίωκτο» καλύπτει αποκλειστικά και μόνον πράξεις που εμπίπτουν στα βουλευτικά καθήκοντα και άρα τελέστηκαν μετά την κτήση της βουλευτικής ιδιότητας, σε αντίθεση με τη μέχρι πρότινος ακολουθούμενη τακτική της ελληνικής Βουλής. Τη συνδρομή των όρων αυτών πρέπει πλέον να εξετάζει η Ειδική Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας, στην οποία προωθούνται αιτήματα άρσης της βουλευτικής ασυλίας πριν εισαχθούν στην Ολομέλεια. Το αντίθετο (θα) σήμαινε μη δικαιολογημένη από τον σκοπό της ασυλίας παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης των πολιτών στη Δικαιοσύνη.
Το ερώτημα είναι αν η όλη συζήτηση σχετικά με την άρση της βουλευτικής ασυλίας προχωράει πέραν αυτού. Αν δηλαδή θα έπρεπε σε μια προσεχή συνταγματική αναθεώρηση να προβλεφθεί όχι «άρση της ασυλίας» (που αφορά συγκεκριμένα κάθε φορά πρόσωπα), αλλά συνολική κατάργηση του ακαταδίωκτου. Μήπως κάτι τέτοιο θα άφηνε όντως υπερβολικά εκτεθειμένους τους βουλευτές σε κακόβουλες μηνύσεις εκ μέρους πολιτικών αντιπάλων, με σκοπό να πλήξουν το κύρος των πρώτων και να παρακωλύσουν τη λειτουργία τους;
Ή μήπως το κύρος αυτό θίγεται περισσότερο και μάλιστα συλλήβδην για δικαίους και αδίκους λόγω της ύπαρξης του ακαταδίωκτου;
Με άλλα λόγια, το τίμημα της κατάργησης του ακαταδίωκτου με όρους αποτελεσματικότητας θα ήταν όντως μεγαλύτερο από εκείνο που ήδη πληρώνεται λόγω της πραγματικής ή συμβολικής αδιαφάνειας, λόγω θεσμικής ταύτισης ελεγχομένων και ελεγκτών, η οποία εκλαμβάνεται και ως έλλειψη ισονομίας;
To άρθρο δημοσιεύθηκε στο Έθνος στις 28 Μαϊου 2010

Συμπόσιο στη μνήμη του Αλέξανδρου Σβώλου

Kαθημερινή
Η πιο συγκινητική στιγμή του επιστημονικού συμποσίου που διοργανώθηκε από τον «Ομιλο Αριστόβουλος Μάνεσης» στη μνήμη του κορυφαίου συνταγματολόγου Αλεξάνδρου Σβώλου εκτυλίχθηκε στο γενέθλιο σπίτι του στο Κρούσοβο της ΠΓΔΜ.
Ολοι μαζί, η Ελληνίδα πρόξενος στα Σκόπια, κ. Αλ. Παπαδοπούλου, ο δήμαρχος Κρουσόβου, όπως και η ανιψιά του αείμνηστου νομικού, κ. Ζωή Σβώλου, συνοδεία μελών του ομίλου και κατοίκων της περιοχής έκαναν τα αποκαλυπτήρια της αναμνηστικής πλάκας που εντοιχίσθηκε στο σπίτι του Αλ. Σβώλου.
Στο ΙΒ΄ επιστημονικό συμπόσιο που πραγματοποιήθηκε στη Φλώρινα έλαβαν μέρος 100 νομικοί και ιστορικοί, καταξιωμένοι επιστήμονες, αλλά και εκπρόσωποι της νέας γενιάς.
To ρεπορτάζ δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 27 Μαϊου 2010.

«Υπόθεση Αγνής Ρουσοπούλου»: έμφυλες ιεραρχίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου

Άννα Ίασμη, φοιτήτρια Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

«Υπόθεση Αγνής Ρουσοπούλου»: έμφυλες ιεραρχίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου
Το 1928 ιδρύεται τελικά το Συμβούλιο της Επικρατείας, που αποτελούσε θεσμική προτεραιότητα του Βενιζέλου από το 1911, σε μια εποχή δύσκολη για την κοινοβουλευτική δημοκρατία και τους φιλελεύθερους συνταγματικούς θεσμούς. Το Συμβούλιο, ωστόσο, υπήρξε άτολμο σε κεφαλαιώδη κοινωνικά ζητήματα, όπως η ισότητα των φύλων.[1]
Στις 15 Μαΐου 1929 η Αγνή Ρουσοπούλου ασκεί αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, διότι η Εξεταστική Επιτροπή του είχε νωρίτερα απορρίψει τη συμμετοχή της στον πρώτο διαγωνισμό για την πρόσληψη εισηγητών στο νεοσύστατο ανώτατο δικαστήριο με την αιτιολογία ότι είναι γυναίκα.
Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση της απόφασης και των πολιτικών-κοινωνικών συμφραζομένων, θεωρώ αναγκαίο να παρουσιάσω με συντομία ποια ήταν αυτή η γυναίκα, η Αγνή Ρουσοπούλου (Στουδίτου είναι το επώνυμο του συζύγου της, το οποίο και χρησιμοποιεί μέχρι τη διάζευξή τους). Η Αγνή Ρουσοπούλου γεννήθηκε το 1901 στην Αθήνα από εύπορη αστική οικογένεια: ο πατέρας της ίδρυσε την «Εμπορική και Βιομηχανική Ακαδημία», ενώ η μητέρα της, Ελένη Ρουσοπούλου, υπήρξε από τις στενότερες συνεργάτιδες της Καλλιρόης Παρρέν στο Λύκειο Ελληνίδων, αντιπρόεδρος στο Συμβούλιο των Ελληνίδων και υπεύθυνη για την έκδοση του περιοδικού «Ελληνίς». Έχοντας ανατραφεί σε ένα προοδευτικό αστικό περιβάλλον με ισχυρές φεμινιστικές επιρροές, η Αγνή φοίτησε στη Νομική Σχολή Αθηνών, μία εκ των πέντε φοιτητριών του ακαδημαϊκού έτους 1918. Στη συνέχεια, αφού πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λειψία και στο Ρότσεστερ πάνω στο εργατικό δίκαιο, επέστρεψε στην Αθήνα όπου και ανέπτυξε πολύμορφη δράση στο γυναικείο κίνημα. Ήταν προϊσταμένη του νομικού τμήματος του Συμβουλίου Ελληνίδων και ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της «Διεθνούς Ομοσπονδίας Γυναικών Δικηγόρων». Αρθρογραφούσε στα φεμινιστικά περιοδικά «Ελληνίς» και «Ο Αγώνας της Γυναίκας» για την κοινωνική πολιτική και την εργατική νομοθεσία, ασχολήθηκε με το μεταναστευτικό πρόβλημα, τα ποινικά δικαστήρια ανηλίκων, με ζητήματα κοινωνικής πρόνοιας και τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και με ποικίλα άλλα θέματα (όπως με το ζήτημα της νομικής θέσης της γυναίκας στον Αστικό Κώδικα, την προίκα, τις παράνομες υιοθεσίες κλπ.)
Η Αγνή Ρουσοπούλου ήταν στενή συνεργάτιδα του Αλέξανδρού Σβώλου και μία από τις γυναίκες-πρωταγωνίστριες στην εξάπλωση του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Συμμετείχε στην Ελληνική Λαϊκή Δημοκρατία πρώτα, με πρόεδρο τον Αλ. Σβώλο, στο προοδευτικό κίνημα του Γεωργίου Καρτάλη έπειτα, και , τέλος, διετέλεσε Πρόεδρος του Σοσιαλιστικού Συνδέσμου. Η πολιτική της δράση, βέβαια, εκτείνεται πολύ πέρα από το Μεσοπόλεμο: στα χρόνια της αντίστασης, τη δικτατορία, τη μεταπολίτευση, έως και το 1976 που ήταν υποψήφια βουλευτής.
Ο Αλέξανδρος Σβώλος, που θεωρείται «φωτισμένος άνδρας» από τις φεμινίστριες του Μεσοπολέμου, ανέλαβε την υπεράσπισή της στην εν λόγω δίκη του 1929 –σημειωτέον μια από τις πρώτες του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το θέμα συζητήθηκε με αυξημένη Ολομέλεια και, όπως προσφυώς είπε η ίδια η Αγνή Ρουσοπούλου: «Σε πανηγυρική συνεδρίαση το Συμβούλιο απέρριψε πανηγυρικά την αίτησή μου»! Ο εισηγητής (και αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας) κ. Στάμος Παπαφράγκος επικαλέστηκε στην έκθεσή του μια σειρά από επιχειρήματα κατά του διορισμού γυναικών σε δημόσιες θέσεις, ιδίως σε θέσεις δικαστών. Ωστόσο, επειδή οι απόψεις του θα οδηγούσαν στην ακυρότητα γενικά του διορισμού γυναικών, όπου δεν προβλεπόταν ρητά από το νόμο η είσοδός τους, περιόρισε την εφαρμογή τους στις δικαστικές θέσεις μόνο, βάσει του άρθρου 6 του Συντάγματος και της ερμηνευτικής του δήλωσης.
Το άρθρο 6 του Συντάγματος του 1927 επαναλαμβάνει τη διατύπωση του Συντάγματος του 1911, σύμφωνα με την οποία στις δημόσιες υπηρεσίες γίνονται δεκτοί μόνο Έλληνες πολίτες, ωστόσο συνοδεύεται από μια ερμηνευτική δήλωση που ορίζει ότι «Η λέξις πολίτης και εις το άρθρον τούτο, ως και εις τα άλλα άρθρα, έχει την έννοιαν του Έλληνος υπηκόου, του έχοντος δηλαδή ελληνικήν ιθαγένειαν, αδιακρίτως φύλου και ηλικίας». Τέλος προστίθεται ότι: «Πολιτικά δικαιώματα εις τας γυναίκας δύνανται να απονεμηθώσι δια νόμου». Ειδικά η τελευταία πρόταση, εμπνευσμένη από τις αρχές του δημοκρατικού φιλελευθερισμού και κάτω από την αυξανόμενη πίεση του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα, άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου στο θέμα της ψήφου των γυναικών. Γι’ αυτό η κοινοβουλευτική επιτροπή για την επεξεργασία του Συντάγματος έσπευσε να αναφέρει στην έκθεσή της: «Η προσθήκη αυτή εκρίθη ενδεδειγμένη επειδή εγεννήθη το ζήτημα εάν εκ της ερμηνευτικής δηλώσεως απέρρεε χορήγησις εις τας γυναίκας τοιούτων δικαιωμάτων, έκρινε δε η επιτροπή ότι δεν είναι του παρόντος έργον η περί παροχής πολιτικών δικαιωμάτων εις τας γυναίκας έρευνα αλλ’ ότι σκόπιμο είναι να διατυπωθεί ως προς το θέμα τούτο ότι η νομοθετική εξουσία εν τω μέλλοντι δύναται αύτη να χορηγήσει τοιαύτης φύσεως δικαιώματα, οψέποτε ήθελε διαπιστώσει ώριμον την προς τούτον κοινήν συνείδησην». [2]
Φυσικά η «κοινή συνείδηση» των δεκαετιών 1920 και 1930, με τις αλλεπάλληλες πολιτικές διακυμάνσεις, την οικονομική κρίση και το φάντασμα του πολέμου να πλανάται, χαρακτηρίζεται από πνευματική οκνηρία, συνυφασμένη με αντιλήψεις και δομές αιώνων αναφορικά με την υποδεέστερη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία. Αν σε αυτά προστεθεί η αδράνεια και η έλλειψη κοινωνικής συνείδησης των Ελληνίδων της εποχής, εύκολα καταλαβαίνει κανείς τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η μικρή μειοψηφία των Ελληνίδων φεμινιστριών. Σε κάθε περίπτωση, και παρά την ευνοϊκή διατύπωση του Συντάγματος –το οποίο ο κ. Ν. Αλιβιζάτος θεωρεί ως ένα από τα δημοκρατικότερα Συντάγματα που είχε ποτέ η Ελλάδα[3]-, οι γυναίκες αποκτούν το πρώτο τους πολιτικό δικαίωμα το 1930: το δικαίωμα του εκλέγειν στις δημοτικές εκλογές, ύστερα από μακροχρόνιους αγώνες. Αντίθετα, το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στις δημοτικές εκλογές κατακτάται τρία χρόνια αργότερα, με θετική γνωμοδότηση [4]του Αλέξανδρού Σβώλου. Ακόμη και τότε όμως, τα Πρωτοδικεία της χώρας –με εξαίρεση το Πρωτοδικείο Σερρών- δεν εγκρίνουν την υποψηφιότητα των γυναικών. Το δικαίωμα της ψήφου στις βουλευτικές εκλογές (όπως όλοι γνωρίζουμε), δίδεται πολύ αργότερα, το 1952, όταν πια οι αγώνες των φεμινιστριών του Μεσοπολέμου έχουν ξεχαστεί και η ευρύτερη πολιτική έχει απορροφήσει –και υποβιβάσει ταυτόχρονα- τους στόχους του γυναικείου κινήματος[5].
Επιστρέφοντας στο 1929 και την υπόθεση της Αγνής Ρουσοπούλου, θα διαπιστώσουμε ότι το άρθρο 6 του Συντάγματος και η συνακόλουθη ερμηνευτική δήλωση προκάλεσαν αντιφατικές ερμηνείες, που επιβεβαιώνουν την προσέγγιση εκείνη [6] που θεωρεί το φύλο ως πρωταρχικό τρόπο νοηματοδότησης των σχέσεων εξουσίας και ιεραρχίας. Οι ουσιοκρατικές παραδοχές για τη φυσική διαφορά καταγράφονται στις μεταφορικές χρήσεις του φύλου στην πολιτική –εν προκειμένω αφορούν στον αποκλεισμό των γυναικών από τη δημόσια ζωή και στην κατάδειξη μιας εκ των θεμελιωδέστερων αντιφάσεων της δημοκρατίας.
Συγκεκριμένα, στην απόφαση 42/1929 το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως και οι περισσότεροι έγκριτοι νομικοί της εποχής, υποστηρίζουν ότι η ερμηνευτική δήλωση δεν καθιερώνει την αρχή της ισότητας «εις πάσας ανεξαιρέτως τας δημοσίας λειτουργίας και θέσεις, διορίζοντας εφεξής άνδρες ή γυναίκες άνευ ουδεμίας εξαιρέσεως». Ναι μεν, συνεχίζει η απόφαση επί της αιτήσεως της Αγνής Ρουσοπούλου, ο ν. 3713/1928 (περί ιδρύσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας) δεν περιλαμβάνει διάταξη ότι μόνο άρρενες μπορούν να διορισθούν εισηγητές, αλλά από τη διατύπωση των σχετικών προς τα προσόντα των μελών του Συμβουλίου διατάξεων – ιδίως την εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων- και από το πνεύμα όλης της νομοθεσίας, ιδιαίτερα των νόμων περί οργανισμού των δικαστηρίων και περί προσόντων των δικαστικών υπαλλήλων, προκύπτει σαφώς ότι στις θέσεις των Εισηγητών δεν επιτρέπεται ο διορισμός γυναικών. Αυτή είναι και η συνοπτική αιτιολογία της απόρριψης της αίτησης της Ρουσοπούλου.
Εξετάζοντας την επιχειρηματολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας 80 χρόνια μετά, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το γράμμα του Σ παραβιάσθηκε με την αναγκαία επίκληση στο πνεύμα του, καθώς πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση διάκρισης λόγω φύλου, εκεί που καμία διαφορετική μεταχείριση (εννοείται λόγω φύλου) δε δικαιολογείται. Παρόλ΄αυτά διαπιστώνουμε ότι, για μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας, η έμφυλη τάξη πραγμάτων είναι τόσο αυτονόητη και παγιωμένη, ώστε δε χρειάζεται καν στην αιτιολόγηση της απόφασης να εκτεθεί γιατί ειδικότερα οι γυναίκες δεν μπορούν να διορισθούν ως Συμβούλιο, ποια είναι αυτή η «ξεχωριστή» ικανότητα / ιδιότητα των Συμβούλων της Επικρατείας που οι ίδιες δε θα μπορέσουν ποτέ να αναπτύξουν.
Την εποχή εκείνη διαμορφώνονται δύο διαμετρικά αντίθετες θέσεις: από τη μία οι φεμινιστικές οργανώσεις και ορισμένοι άντρες που υπερασπίζονται την υπόθεση των γυναικών, όπως ο καθηγητής Αλ. Σβώλος, θεωρούν αντισυνταγματική διάκριση οποιαδήποτε διάταξη θέτει περιορισμούς στην είσοδο των γυναικών στις δημόσιες υπηρεσίες και απαιτούν να εφαρμοστεί κατά γράμμα η ερμηνευτική δήλωση. Από την άλλη οι νομικοί[7], το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο νομοθέτης εν τέλει, παραπέμπουν συνεχώς στο πνεύμα της και συντάσσουν περιοριστικές διατάξεις αποτρέποντας το διορισμό γυναικών στις «μείζονος σπουδαιότητος» θέσεις. Με μια γρήγορη ματιά στα στατιστικά δεδομένα της εποχή διαπιστώνουμε ότι το 1928 οι Ελληνίδες αποτελούν το 11% των δημοσίων υπαλλήλων στη Διοίκηση, ενώ στη Δικαιοσύνη ειδικότερα μόλις το 4%[8]. Πέρα από τα ποσοτικά δεδομένα, παρατηρούμε τη σταδιακή θέσπιση ενός νομοθετικού πλαισίου στη δημόσια διοίκηση που ορίζει, βάση τη φυλετική υπαγωγή, τα ανυπέρβλητα όρια των δραστηριοτήτων των γυναικών ως δημοσίων υπαλλήλων εδώ αναφέρομαι κυρίως στις αυξημένες προϋποθέσεις αλλά και τους προσωρινούς αποκλεισμούς που αντιμετώπισαν με συλλογικούς αγώνες οι γυναίκες εκείνη την περίοδο. Όπως παρατηρεί η κ. Έφη Αβδελά, η έννοια δημόσιος υπάλληλος είναι κατά προτεραιότητα αρσενική και δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή στο θηλυκό παρά μόνο εφόσον εξασφαλίζεται αυτή η προτεραιότητα[9]. Τουλάχιστον δύο φορές θα ακουστεί στη Βουλή η πρόταση να απαγορευτεί εντελώς ο διορισμός γυναικών στις δημόσιες υπηρεσίες –την πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1929 από το βουλευτή Τ. Αναστασίου και τη δεύτερη το 1933 από το βουλευτή Α. Πάλλη που προέβαλε ως λόγο την ανεργία νέων ανδρών. Όσον αφορά τις υπηρεσίες με υψηλό κύρος και αμοιβή, οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις θεσπίστηκαν ακριβώς όταν ορισμένες γυναίκες, με ανώτερη μόρφωση και επαγγελματική κατάρτιση, διεκδίκησαν για πρώτη φορά το διορισμό τους σε ανώτερες ιεραρχικά θέσεις- όπως στην υπόθεση της Αγνής Ρουσοπούλου στο δικαστικό κλάδο.
Το ζήτημα συνδέεται στενά με την απονομή πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες: εφόσον δεν έχουν δικαίωμα ψήφου και θεωρούνται ανήλικες βάσει του νόμου, είναι αυτονόητο ότι δεν μπορούν να γίνουν δικαστές. Στο πλαίσιο αυτό της φαύλης νομικής λογικής είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς απάντησε ο Αλ. Σβώλος, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, της «ελευθερωτάτης των εδρών» κατά τη διατύπωση του Ν. Ι. Σαρίπολου, που και ο ίδιος υιοθέτησε στον εναρκτήριο λόγο του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1929. Διακατεχόμενος από πνεύμα ελευθερίας ο Αλ. Σβώλος χαρακτήρισε την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως «μια κατάφωρη παρανομία και μια ασύγκριτη αδικία»[10], ενώ τόνισε ότι θα αποτελέσει ιστορικό στίγμα της πρώτης δράσης του Συμβουλίου. Η είσοδος στις δημόσιες υπηρεσίες θεωρήθηκε ανέκαθεν ως «πολιτικό δικαίωμα», το οποίο απολαμβάνουν όλοι οι πολίτες. Στην ευρεία έννοια του πολίτη δεν αποκλείονται οι γυναίκες, ούτε στα Συντάγματα των ετών 1844 και 1864, ούτε στη νομοθεσία- παρά μόνο στο εκλογικό δίκαιο, το οποίο ανέκαθεν συνδυάσθηκε με την εγγραφή αρρένων στα μητρώα. Εφόσον οι γυναίκες αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια, επομένως, και εφόσον δεν υπάρχει συνταγματική ή ρητή νομοθετική διάταξη που να αποκλείει ρητά τις γυναίκες από τις δημόσιες θέσεις, έπεται ότι το ισχύσαν δίκαιο μέχρι του Σ 1927 δεν απαγόρευε το διορισμό γυναικών- το αυτό δεχόταν και ο Ν. Ν. Σαρίπολος. Άλλωστε, προς αυτή την ερμηνεία συνηγορεί η προσέλευση πολλών γυναικών σε ιδιωτικές και δημόσιες θέσεις και η συμμετοχή τους σε εκατοντάδες δημόσιους διαγωνισμούς. Η πολιτική κίνηση των οργανωμένων γυναικών, όπως αυτή εκδηλώθηκε στη Γ’ και Δ’ Αναθεωρητική Συνέλευση του 1927, η οποία απέβλεψε στην πλήρη εξίσωση των γυναικών ως προς τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα, είχε ως αποτέλεσμα να θεσπιστεί το νέο άρθρο 6 και η συνακόλουθη ερμηνευτική δήλωση. Σύμφωνα με τον Αλ. Σβώλο, η ερμηνευτική δήλωση δεν είχε ως σκοπό να επιτρέψει για πρώτη φορά την είσοδο των γυναικών σε δημόσιες υπηρεσίες (αφού η κατάληψη χιλιάδων θέσεων από γυναίκες ήταν γεγονός), αλλά να εμποδίσει τη νομοθεσία να θέσει φραγμούς στο διορισμό γυναικών σε ορισμένες θέσεις.
Περαιτέρω, στο υπόμνημά του ο Αλ. Σβώλος δίνει κάποια συγκριτικά στοιχεία άλλων «πολιτισμένων» χωρών: σε πλείστα άλλα κράτη οι γυναίκες έχουν ήδη κατακτήσει ανώτερες δημόσιες θέσεις, ακόμα και στα βαλκανικά. Όσον αφορά το γενικότερο ζήτημα απονομής πολιτικών δικαιωμάτων, στο βιβλίο του «Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος» προσπαθεί να εξηγήσει γιατί οι «λατινικές» χώρες, ανάμεσά τους κι η Ελλάδα, με «συναισθηματικοτέραν παράδοσιν περί γυναικός» και «διάφορον διάπλασιν και στάσιν έναντι της κοινωνικής χειραφετήσεώς τους», είναι φυσικό να καθυστέρησαν σε σύγκριση με τις αγγλοσαξωνικές στην εκτίμηση της νέας θέσης των ανθρώπινων παραγόντων της κοινωνικής ζωής». Αλλά τη συνταγματική θεωρία του Αλ. Σβώλου σε σχέση με το γυναικείο ζήτημα θα εκθέσουμε με συντομία λίγο παρακάτω.
Επιστρέφοντας στην επιχειρηματολογία του στη δίκη της Αγνής Ρουσοπούλου παρατηρούμε με πόση ενάργεια ο Αλ. Σβώλος ερμηνεύει το Σύνταγμα σύμφωνα με τις προοδευτικές του- φεμινιστικές θα λέγαμε για την εποχή- αντιλήψεις: « Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι γενικώς τα Συντάγματά μας πάντοτε υπήρξαν προοδευτικά, διότι τοιαύτη είναι η διάθεσις του λαού μας… Είναι συνεπώς σαφές ότι το γενικόν πνεύμα όπερ διήπε τον Συνταγματικόν Νομοθέτην ηυνόει την εξίσωση των δύο φύλων και ως προς τα εκλογικά δικαιώματα ακόμη, των οποίων η παραχώρησις ήτο δυσκωλοτέρα, και ότι εξάλλου εθεωρήθη αρκετή η δια της ερμηνευτικής δηλώσεως καθιέρωσις της ισότητας των δικαιωμάτων δια την είσοδον εις τα Κρατικάς Υπηρεσίας. Η έννοια, άλλωστε, της ερμηνευτικής δηλώσεως είναι απόρροια της αρχής, η οποία από ημίσεως αιώνος και πλέον εφαρμόζεται, της στρατολογίας δηλαδή των δημοσίων υπηρεσιών επί τη βάσει προσόντων. Η καθιέρωσις της αρχής αυτής αποτελεί μίαν κατάκτησιν της ανθρώπινης αξίας απέναντι της εννοίας επί τη βάσει της οποίας εγίνοντο πριν οι διορισμοί. Επί τη βάσει της αρχής αυτής δεν είναι λογικώς νοητόν πώς εις άνθρωπος κατέχων τας γνώσεις και την κατάρτισιν η οποία αποτελεί προσόν δια τινά θέσιν, στερείται του δικαιώματος να την αναλάβει μόνο δια λόγους αναγόμενους εις το φύλον»[11]. Σε τελική ανάλυση, υπογραμμίζει, το δικαίωμα του διορίζεσθαι σε δημόσια υπηρεσία δεν είναι τόσο δικαίωμα συμμετοχής στην άσκηση πολιτικής εξουσίας, όσο είναι δικαίωμα προς εργασία και αυτοσυντήρηση, ενώ συμπερασματικά διατείνεται: «Δια την έννοια του άρθρου 6 του Σ δε δύναται ο νόμος να αποκλείσει από τινός δημοσίας θέσεως τας γυναίκας μόνο ένεκα του φύλου και το φύλον δεν δύναται να αποτελέσει προσόν του υπαλλήλου. Βεβαίως η λογική ερμηνεία της διατάξεως ταύτης δέχεται ότι δύναται δια νόμου να καθιερωθούν ρηταί εξαιρέσεις˙ αλλ’ αύται, δια να είναι σύμφωνοι προς το Σύνταγμα πρέπει να στηρίζονται μόνο εις το αντικειμενικόν κρίτηριον της σωματικής αδυναμίας του φύλου και ταύτης ερμηνευομένης κατά την εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα»[12]. Η σκέψη αυτή, εκφρασθείσα από τον Αλ. Σβώλο το 1929, εντοπίζεται σε σύγχρονες κοινοτικές Οδηγίες για την εξάλειψη των διακρίσεων λόγω φύλου… Ταυτόχρονα, στις αντιρρήσεις όσων υποστηρίζουν ότι με την ανωτέρω ερμηνεία του Συντάγματος οι γυναίκες θα βρεθούν γρήγορα στη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, του Πρεσβευτή ή του Υπουργού, ο Αλ. Σβώλος απαντά με προκλητική αμεσότητα: «Και αν οι υποθέσεις αύται επραγματοποιούντο ακόμη και σήμερον, δε θα απετέλουν κανενός είδους άτοπον, ουδέ θα έπρεπε να εκπλήξουν κανέναν, όπως ουδείς εκπλήττεται διότι εις αρκετάς Κυβερνήσεις Ευρωπαϊκών Δημοκρατιών (Αγγλία, Δανία, Σουηδία, Νορβηγία, Αμερική) γυναίκες υπήρξαν και είναι όχι μόνο δικασταί, Πρεσβευταί, Βουλευταί, Γερουσιασταί, αλλά και Υπουργοί και Κυβερνήται»[13].
Οι παραπάνω θέσεις δεν πρέπει καθόλου να μας εκπλήξουν, μιας και βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τη γενικότερη συνταγματική θεωρία του Αλ. Σβώλου. Στις σύγχρονες τάσεις διευρύνσεως του εκλογικού δικαιώματος τονίζει τη γενικότερη σημασία της συμμετοχής των γυναικών στην εκλογική ισοπολιτεία. Αρχίζοντας από τη Γαλλική Επανάσταση εξετάζει το κίνημα της πολιτικής χειραφέτησης των γυναικών και επιχειρηματολογεί υπέρ της γυναικείας ψήφου: «Η ιδέα της αυτονομίας του Λαού απαιτεί τη συμπλήρωσή της δια της συμμετοχής και των γυναικών»- ο Αλ. Σβώλος συμμερίζεται τις απόψεις του JosephBarthelemy ως φιλελεύθερος πολιτικός άνδρας. Θεωρεί πως είναι συνεπέστερο προς τη λογική της δημοκρατίας να υπάρχουν όσο το δυνατόν περισσότερα πρόσωπα αυτοκυβερνώμενα, δηλαδή δυνάμενα να μετέχουν της δημοκρατικής διακυβέρνησης[14]. Ένα- ένα καταρρίπτει τα επιχειρήματα των πολεμίων της γυναικείας χειραφέτησης αποδεικνύοντας τη σημαντική πρόοδο των Ελληνίδων στην κατάκτηση της κοινωνικής και οικονομικής τους αυτοτέλειας.
Για το ριζοσπάστη του καιρού εκείνου Αλ. Σβώλο η ψήφος των γυναικών είναι μέσο, έστω και πενιχρό, προστασίας των κοινωνικών και βιοποριστικών τους συμφερόντων. Κι αν ο φεμινισμός ως προς τη διεκδίκηση των πολιτικών δικαιωμάτων δεν είναι κίνημα ταξικό, σύμφωνα με τον ίδιο, αλλά πρωτίστως αίτημα αναγόμενο στην ολοκλήρωση της «δημοκρατίας του πλήθους» και της ανθρωποκρατίας («από ισοπληθή προς τους άνδρας ομάδα ανθρωπίνων όντων»)[15], τούτο δε σημαίνει ότι παραμένει αμέτοχος στα σοσιαλιστικά κελεύσματα της εποχής του: θεωρεί ότι στην προσπάθεια πολιτικής απελευθέρωσης θα πρωτοστατήσουν οι εργαζόμενες γυναίκες, και όχι οι ηθικώς ύποπτες «χειραφετημένες» της αριστοκρατικής κοινωνίας[16]. Στο σημείο αυτό δε θα μπορούσα να παραλείψω την αναφορά της συζύγου του Αλ. Σβώλου, Μαρίας (Δεσύπρη) Σβώλου, μιας από τις πιο δραστήριες φεμινίστριες του Μεσοπολέμου με πάμπολλες αγωνιστικές δράσεις και δημοσιεύσεις. Σύμφωνα με το δικό της ρηξικέλευθο ορισμό, ο φεμινισμός είναι ανακατάταξη του ανθρώπινου παράγοντα και δεν εξαντλείται σε ορισμένες διεκδικήσεις[17]. Ο Αλ. Σβώλος, επομένως, απορρίπτει ως αντιδραστικά και παρωχημένα τα κυριότερα επιχειρήματα εναντίον της ισοπολιτείας των γυναικών: την αρχή της «φυσικής» κατανομής των λειτουργιών μεταξύ των φύλων, την προϋπόθεση στρατιωτικής θητείας (την οποία χαρακτηρίζει ως πλέον απάνθρωπη υπηρεσία), την αδράνεια της πλειοψηφίας των γυναικών- «Ουδεμία πολιτική μεταρρύθμισις εζητήθη ποτέ από την πλειονοψηφίαν. Αι κατακτήσεις υπήρξαν πάντοτε έργον της πρωτοβουλίας των μειονοψηφιών, όπισθεν της οποίας η μεγάλη μάζα παρέμενεν, ως εκ της φύσεως της, αδρανής»[18]. Ακόμα, προβαίνει σε μια πλήρη καταγραφή των κρατών που αναγνωρίζουν το εκλογικό δικαίωμα των γυναικών (ΗΠΑ, Καναδάς, Σκανδιναβικές Χώρες, Ιρλανδία, Μεγ.Βρεττανία, Γερμανία, Ρωσία κ.ά.) σε αντίστιξη προς στις χώρες όπου δεν υφίσταται ακόμα ισοπολιτεία των γυναικών (Γαλλία, Ελβετία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Τουρκία, Λατ. Αμερική, κλπ.)[19]. Κατά τον Αλ. Σβώλο ο αυξανόμενος αριθμός των χωρών όπου οι γυναίκες αποκτούν τα ίδια πολιτικά δικαιώματα με τους άνδρες αποτελεί από πρακτική άποψη το καλύτερο επιχείρημα υπέρ της ισοπολιτείας των ανθρώπων.
Την άποψή του δε συμμερίζονται οι λοιποί συνταγματολόγοι των αρχών του 20ου αι. Εκτός από το Ν. Ι. Σαρίπολο, ο οποίος εκφράζει ρηξικέλευθες απόψεις για την εποχή του (1874) υποστηρίζοντας τη γυναικεία ψήφο[20], ο εγκυρότερος των συνταγματολόγων της δάσκαλος του Σβώλου Ν. Ν. Σαρίπολος μνημονεύει στο συνταγματικό του δίκαιο τη γνώμη του πατέρα του προσθέτοντας απλώς ότι «ο υιός είναι οπισθοδρομικότερος του πατρός». Αντίθετα, η Δ. Κυριακού, Θ. Φλογαΐτης, Ηλ. Ζέγγελης και Γ. Φιλάρετος είτε αρνούνται την ισοπολιτεία των γυναικών είτε δεν εκφράζουν γνώμη για το ζήτημα.[21]
Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση της ριζοσπαστικής θεώρησης της κοινωνικής πραγματικότητας και του Συνταγματικού Δικαίου από τον Αλ. Σβώλο είναι ενδιαφέρον να αναφέρουμε την προτροπή του προς τα δικαστήρια, τα εφορεύοντα επί της προεκλογικής και εκλογικής νομιμότητας να μη λάβουν υπ’ όψη «τας αντισυνταγματικάς ταύτας διατάξεις της εκλογικής νομοθεσίας ή και άλλας αναλόγους, καταργούσας την καθολικότητα της ψήφου»[22].
Άλλωστε, πλήρη πολιτικά δικαιώματα, και το δικαίωμα της ψήφου βέβαια, αναγνωρίζονται για πρώτη φορά στην Ελληνίδα στις 20 Μαρτίου 1944 με πράξη της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (κυβέρνησης του βουνού), της οποίας ο Σβώλος ήταν πρόεδρος.
Κατόπιν όλων τούτων μπορεί κανείς να φανταστεί για ποιο λόγο ο Αλ. Σβώλος ανέλαβε την υπόθεση της Αγνής Ρουσοπούλου στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Οι δύο αυτοί άνθρωποι είχαν κοινούς αγώνες, παράλληλες πορείες και ήταν βαθιά ανθρωπιστές. Είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του καθηγητή, η Αγνή Ρουσοπούλου μίλησε για αυτόν στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη με βαθιά εκτίμηση και θαυμασμό. Πέρα από την κοινή δράση που ανέπτυξαν στην πολιτική, η Ρουσοπούλου ήταν πολύτιμη συνεργάτιδα του Σβώλου στον αντικατοχικό αγώνα και ιδίως ως γραμματέας στην «Επιτροπή Μακεδόνων και Θρακών εν Αθήναις», οργάνωση σημαντική για τη δράση της στα ζητήματα της Μακεδονίας και της Θράκης. Οι μετέπειτα πορείες αμφότερων, πάντοτε σε αναφορά με το δημόσιο βίο και τη δράση της δημοκρατικής αριστεράς, δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν, αλλά αξιοσημείωτο είναι ότι παραμένουν δραστήριοι και ενεργοί πολιτικά μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής τους.
Κλείνοντας την εισήγησή μου, θα ήθελα να επισημάνω πως η παρατήρηση της συγκρότησης και της ιστορική νομιμοποίησης της ιεραρχίας του φύλου, ιδωμένη μέσα από τη ματιά ανθρώπων που αγωνίστηκαν ενάντια σ’ αυτήν- υπερβαίνοντας τα ιδεολογικά-νομικά-πολιτικά όρια της εποχής τους- μας δίνει χρήσιμα μαθήματα για το παρόν. Η εισήγηση αυτή, επομένως, δεν έχει σκοπό μόνο την τοποθέτηση πάνω στο θέμα της έμφυλης ιεραρχίας στο Μεσοπόλεμο και τη συμπόρευση του Σβώλου στο γυναικείο κίνημα, αλλά ευελπιστεί να γεννήσει έναν ευρύτερο προβληματισμό σχετικά με τη διφορούμενη θέση της γυναίκας στο γνωστικό πεδίο και ιδιαίτερα στη νομική επιστήμη.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
«Ο Αγώνας της Γυναίκας», δελτίο του Συνδέσμου για τα δικαιώματα της γυναίκας (1923-1936)
«Ελληνίς», μηνιαίο περιοδικό του Εθνικού Συμβουλίου των Ελληνίδων (1921-1940)
Απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 42/1029 και Υπόμνημα των δικηγόρων, Αλ. Σβώλου και Π. Γουναράκη.
Αλιβιζάτος Νίκος, «Η ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας το 1928: Ένα ιστορικό παράδοξο;» στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, επιμ. Χρήστου Χατζηιωσήφ, Τόμος Β2, σ. 245-257
Αλιβιζάτος Νίκος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση – 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Θεμέλιο 1983
Αβδελά Έφη, Δημόσιοι υπάλληλοι γένους θηλυκού, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1990
Αβδελά Έφη – Ψαρρά Αγγέλικα, Ο φεμινισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1985
Αβδελά Έφη – Ψαρρά Αγγέλικα, Σιωπηρές Ιστορίες – Γυναίκες και Φύλο στην ιστορική αφήγηση, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997
Βαρίκα Ελένη, Η εξέγερση των κυριών. Η γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα, 1833-1907, Αθήνα 1987
Παπαφράγκος Στάμος, «Διορισμός γυναικών εις δημοσίας θέσεις. Ιδία εις θέσεις δικαστών. Οι εν τω Συμβουλίω της Επικρατείας Εισηγηταί» στο Μελέται – Λόγοι – Διαλέξεις, Αθήνα 1940, σελ.226-238
Σβώλος Αλέξανδρος, Προβλήματα της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας (εναρκτήριος λόγος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών), Αθήνα 1931
Σβώλος Αλέξανδρος, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, Αθήνα 1928
Φαράκος Αγαμέμνων (επιμελητής), Αγνή Ρουσοπούλου (1901-1977), Αθήνα 1980

Φουρναράκη Ελένη, “Επι τινι λόγω αποστερείν αυτήν ψήφού; Καθολική ανδρική ψηφοφορία και αποκλεισμός των γυναικών από την πολιτική στην Ελλάδα του 19ου αιώνα”, Μνήμων, 24 (2002), σ.179-226



[1] Αλιβιζάτος Νίκος, «Η ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας το 1928: Ένα ιστορικό παράδοξο;» στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, επιμ. Χρήστου Χατζηιωσήφ, Τόμος Β2, σ. 245-257
[2] Αβδελά Έφη, Δημόσιοι υπάλληλοι γένους θηλυκού, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1990, σελ. 131, υποσημ. 48
[3] Αλιβιζάτος Νίκος, ό.π., σελ. 37
[4] Η γνωμοδότηση του Αλ. Σβώλου δημοσιεύτηκε στον Αγώνα της Γυναίκας τ.166-167 (1933)
[5] Αβδελά Έφη – Ψαρρά Αγγέλικα, Ο φεμινισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1985, σελ. 96-97
[6]JoanWallachScott, «Το φύλο: μια χρήσιμη κατηγορία της ιστορικής ανάλυσης» στο Σιωπηρές Ιστορίες – Γυναίκες και Φύλο στην ιστορική αφήγηση, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997, επιμ. Αβδελά Έφη- Ψαρρά Αγγέλικα
[7] Ενδεικτικά Ηλ. Κυριακόπουλος, Στ. Παπαφράγκος
[8] Αβδελά Έφη, Δημόσιοι υπάλληλοι γένους θηλυκού, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1990, σελ. 112
[9] Αβδελά Έφη, Δημόσιοι υπάλληλοι γένους θηλυκού, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1990, σελ. 135
[10] Βλ. το υπόμνημα των δικηγόρων Αλ. Σβώλου και Π. Γουναράκη στην υπόθεση της Αγνής Ρουσοπούλου, όπως δημοσιέυτηκε στον Αγώνα της Γυναίκας, τ. 95 (1929)
[11] Βλ. το υπόμνημα ό.π.
[12] Βλ. το υπόμνημα ό.π.
[13] Βλ. το υπόμνημα ό.π.
[14] Σβώλος Αλέξανδρος, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, Αθήνα 1928, σελ. 232
[15] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ. 236
[16] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ. 259
[17] Μαρία Σβώλου, Η θέση του φεμινισμού στην Ελλάδα, Φεμινιστική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σελ. 6
[18] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ. 240
[19] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ. 242, υποσημ. 2
[20] Ν. Ι. Σαρίπολος, Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου, σελ. 154 επ.
[21] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ. 254, υποσημ. 1
[22] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ. 265

Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας και η συμβολή του Α.Σβώλου, ως υπουργού των οικονομικών, στο πρόγραμμα οικονομικής αποκατάστασης

Παναγιώτης Μαντζούφας, Επίκουρος καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ.

Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας και η συμβολή του Α.Σβώλου, ως υπουργού των οικονομικών, στο πρόγραμμα οικονομικής αποκατάστασης
Η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου σχηματίστηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 σε ένα χωριό της Ιταλίας, υπό αντίξοες συνθήκες.
Στην κυβέρνηση μετείχαν μέλη και υποστηρικτές (π.χ. Θεμιστοκλής Τσάτσος, Γεώργιος Καρτάλης, Φίλιππος Δραγούμης) που επεδίωκαν μια αναμόρφωση του προπολεμικού πολιτικού και οικονομικού περιβάλλοντος, η οποία θα περνούσε μέσα από την αποκατάσταση των κοινοβουλευτικών θεσμών. Ωστόσο η όποια μεταρρύθμιση επιδιώκονταν, θα έπρεπε να γίνει μέσα από μια εσωτερική σύγκρουση με το ΕΑΜ, μέλη του οποίου μετείχαν στην κυβέρνηση. Ήταν σαφές, λοιπόν, ότι η ενότητα κρέμονταν κυριολεκτικά από μια κλωστή, καθώς στην Ελλάδα είχε εμπεδωθεί η αντίληψη ότι οδεύουμε προς εμφύλια σύγκρουση.
Το ΕΑΜ κυριαρχούσε στην επαρχία και τους περιφερειακούς δήμους της Αθήνας, ενώ οι δυνάμεις κατοχής και τα τάγματα ασφαλείας κατείχαν το κέντρο της πρωτεύουσας. Οι αψιμαχίες, οι καθημερινές στρατιωτικές αναμετρήσεις περιορισμένης έκτασης, οι δημόσιοι απαγχονισμοί και οι συνοπτικές εκτελέσεις ήταν συνηθισμένα φαινόμενα στην προάστια της Αθήνας και του Πειραιά, ενώ παράλληλα γίνονταν οι τελευταίες προσπάθειες των Γερμανών, με τα γνωστά «μπλόκα», να μεταφέρουν εργάτες από την Ελλάδα σε άλλα μέτωπα. Στα τέλη του ίδιου μήνα (28/9/1944) υπογράφεται στην Καζέρτα της Ιταλίας -όπου στο μεταξύ είχε μεταφερθεί η εξόριστη κυβέρνηση- συμφωνία που αναθέτει στο Βρετανό στρατηγό Ρ. Σκόμπι την γενική διοίκηση του συνόλου των στρατιωτικών δυνάμεων(Ελλήνων και Βρετανών) που βρίσκονταν στην Ελλάδα(Μαργαρίτης, 2005, σ. 148). Ωστόσο οι Βρετανοί δεν διέθεταν στην Ελλάδα ικανούς συμμάχους μετά την απελευθέρωση. Πολιτικοί τους σύμμαχοι ήταν ο έκπτωτος βασιλιάς και οι προπολεμικές πολιτικές ελίτ, που σχημάτιζαν τις εξόριστες κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής, οι οποίοι όμως διέθεταν μικρή επιρροή και αμφιλεγόμενο κύρος στην ελληνική κοινωνία (Πιζάνιας, σ. 192-193). Αντίθετα το ΕΑΜ διέθετε ένα αναμφισβήτητο κοινωνικό και στρατιωτικό πλεονέκτημα που συνίστατο στο ηθικό του κύρος ως αντιστασιακής οργάνωσης και στις αποδεδειγμένες στρατιωτικές του δυνατότητες.
Επομένως η ανάθεση αυτή, μολονότι η ώρα της απελευθέρωσης πλησίαζε και οι Βρετανοί είχαν το φωτοστέφανο των ηγετών της αντίστασης κατά του άξονα, αντιμετωπίστηκε με εύλογη δυσπιστία από την ηγεσία του εαμογενούς αντιστασιακού κινήματος. Η στάση αυτή ήταν δικαιολογημένη, καθώς ήδη από την συμφωνία του Λιβάνου οι Βρετανοί άρχισαν να δείχνουν τις πραγματικές τους προθέσεις απέναντι στο ΕΑΜ. Ο Μ. Μαζάουερ διαπιστώνει χαρακτηριστικά: «…στην πραγματικότητα, ο βαθύτερος τόνος της βρετανικής πολιτικής ήταν εξαρχής αντικομμουνιστικός. Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ το αντιμετώπιζαν σαν ένα κίνημα που κυβερνώνταν από τους κομμουνιστές και η συνύπαρξη μαζί του εν καιρώ ειρήνης θα αποδεικνύονταν μάλλον αδύνατη. Στρατιωτικές προτεραιότητες είχαν κάνει αναγκαία την βρετανική υποστήριξη και ενθάρρυνση του ΕΛΑΣ για ορισμένο διάστημα, και είχαν συσκοτίσει το θεμελιώδη ανταγωνισμό μεταξύ τους. Καθώς πλησίαζε η απελευθέρωση, ο ανταγωνισμός αυτός γινόταν πιο αισθητός, προς όφελος κυρίως των ταγμάτων ασφαλείας» (Μαζάουερ, 1994, σ. 359).
Οι οδομαχίες μεταξύ ταγματασφαλιτών, χωροφυλάκων και ανταρτών της πόλης συνεχίστηκαν στην Αθήνα ως την απελευθέρωση, τον Οκτώβριο. Ένα από τα πρώτα προβλήματα της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου ήταν το πως θα ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας, με δεδομένο ότι η χωροφυλακή συγκέντρωνε έντονη λαϊκή απέχθεια και η αντικρουόμενες παρατάξεις σχεδίαζαν εκατέρωθεν τον έλεγχο των οργάνων που θα επέβαλλαν την τάξη (Μαζάουερ, 1994, σ. 380). Η απελευθέρωση, με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων (12 Οκτωβρίου) από την Αθήνα, ήλθε μέσα σε συνθήκες ξέφρενης χαράς, αλλά βρήκε και τη χώρα βαθύτατα διχασμένη. Η απεγνωσμένη προσπάθεια του Γ.Παπανδρέου -που αποβιβάστηκε στον Πειραιά με την κυβέρνησή του λίγες μέρες μετά (18-10-1944)- στον περίφημο πανηγυρικό λόγο της απελευθέρωσης, να γεφυρώσει το χάσμα του διχασμού, μιλώντας ισότιμα για «λαοκρατία» και για «Μεγάλη Ελλάδα» αποδείχθηκε κούφιο ρητορικό σχήμα(Μαργαρίτης, 2005, σ. 150).
Υπό της συνθήκες της επαπειλούμενης ανοιχτής σύγκρουσης, το έργο της κυβέρνησης ήταν ιδιαίτερα δύσκολο και συμπυκνώνονταν στη λέξη ανασυγκρότηση εκ θεμελίων. Ειδικά στους Υπουργούς που προέρχονταν από την αντίσταση, είχαν ανατεθεί Υπουργεία οικονομικού περιεχομένου. Ο Α. Σβώλος είχε αναλάβει το Υπουργείο των Οικονομικών και έβαλε ως πρωταρχικό του στόχο την νομισματική σταθερότητα. Δεν ήταν μόνο οι ανύπαρκτες υποδομές και ο υπέρογκος πληθωρισμός που είχε να αντιμετωπίσει, όσο η απουσία εμπιστοσύνης στους κεντρικούς κρατικούς μηχανισμούς. Τα δάνεια του τραπεζικού συστήματος προς τους κατακτητές και οι δημόσιες και ιδιωτικές περιουσίες που είχαν καταστραφεί, έδιναν απλώς το μετρήσιμο μέγεθος της καταστροφής (Χατζηιωσήφ, τόμος Γ2 σ. 216). Το σημαντικότερο ήταν η πλήρης ρήξη του κοινωνικού ιστού και η απότομη υλική και ηθική εκμηδένιση κοινωνικών ομάδων σε συνδυασμό με τη εξίσου απότομη εισοδηματική άνοδο όσων επωφελήθηκαν. Αυτές οι ακραίες εισοδηματικές ανισότητες και οι κοινωνικοοικονομικές ανακατατάξεις που επέφεραν, αναζωπύρωσαν μίση και εντάσεις και ουσιαστικά συνέβαλαν στην δημιουργία ενός κλίματος ευνοϊκού για εμφύλια αντιπαράθεση.
Επιπλέον το επισιτιστικό πρόβλημα παρέμενε ιδιαίτερα οξύ. Η χώρα ήταν κυριολεκτικά κατεστραμμένη, με τεράστια ανεργία, χωρίς οδικές και θαλάσσιες συγκοινωνίες, με ελλείψεις στα περισσότερα βασικά αγαθά διατροφής, με τράπεζες εκτός λειτουργίας, με 500 χιλιάδες αστέγους και 1200 χωριά πλήρως κατεστραμμένα, με ταμεία λαφυραγωγημένα από του Γερμανούς και με ένα κράτος που στερούνταν εσόδων (Θωμαδάκης σ. 117 επ.).
Ιδιαίτερα το πρόβλημα της ανεργίας επιτείνονταν και από την παύση της λειτουργίας όλων των βιομηχανιών που προμήθευαν την Βέρμαχτ. Καταβάλλονταν μεγάλη προσπάθεια να λειτουργήσουν -μετά από κοινή σύσκεψη του Υπουργείου των οικονομικών, της ΓΣΕΕ, και των βιομηχάνων- 100 εργοστάσια με 20.000 εργάτες, ενώ προπολεμικά λειτουργούσαν 1200 με 200.000 εργάτες. Επιπλέον, ορισμένα εργοστάσια στην επαρχία και στην πρωτεύουσα είχαν καταληφθεί από τους εργαζόμενους, χωρίς να έχει εκπονηθεί ένα πρόγραμμα εθνικοποιήσεων. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την εκλογή μελών του ΕΑΜ στην ηγεσία της ΓΣΕΕ (1-12-1944) δημιούργησε στους βιομηχάνους την αίσθηση ότι επιβάλλονταν ήδη ο κομμουνισμός, ενώ οι Άγγλοι φοβόντουσαν τις γενικές απεργιακές κινητοποιήσεις, πέραν των άλλων και διότι θα αύξαναν το κόστος συντήρησης των δυνάμεων τους στην Ελλάδα (Χατζηιωσήφ, τόμος Γ2, σ. 377). Όλα αυτά σε μια Αθήνα που είχε δεχθεί πλήθος προσφύγων, ήταν αποκομμένη από την υπόλοιπη χώρα, ενώ οι Βρετανοί συγκέντρωναν συνεχώς δυνάμεις και ζητούσαν από τον ΕΛΑΣ να αφοπλισθεί και να τεθεί υπό την ηγεσία τους. Ήταν τέτοια η δυναμική της σύγκρουσης που οποιεσδήποτε άλλες επιλογές φάνταζαν ουτοπικές.
Οι αντιξοότητες αυτές δεν πτόησαν το Σβώλο ο οποίος σε σύντομο διάστημα στις αρχές Νοεμβρίου προσπάθησε να θέσει τις βάσεις για ανεφοδιασμό της χώρας και εξέδωσε το νόμο 18/1944 για τη σταθεροποίηση της δραχμής. Μαζί με το επιτελείο του και την συνδρομή του υφυπουργού και οικονομολόγου Α. Αγγελόπουλου συνέδεσε την δραχμή με τη στερλίνα και επέβαλε σταθερή ισοτιμία με το χρυσό. Οι πλήρως απαξιωμένες κατοχικές δραχμές θα ανταλλάσσονταν με τις νέες δραχμές με αναλογία 1/50 δισεκατομμύρια, ενώ μία χρυσή λίρα θα αντιστοιχούσε σε 2.800 δραχμές. Ο νόμος θα έπρεπε να εφαρμοστεί άμεσα, πρόβλεψη η οποία αποδείχθηκε ιδιαίτερα αισιόδοξη καθώς η καθορισμένη ισοτιμία διατηρήθηκε μόνο για λίγες μέρες και στην συνέχεια ο πληθωρισμός μείωσε την αξία της δραχμής και απογείωσε το χρυσό. Την αποτυχημένη αυτή επιλογή είχε εισηγηθεί ο καθηγητής πολιτικής οικονομίας του πανεπιστημίου Αθηνών Ξ. Ζολώτας, ο οποίος πίστευε, ότι έπρεπε να πουληθεί χρυσός από τα αποθέματα της Τράπεζας της Ελλάδας, προκειμένου να μειωθούν οι πληθωριστικές πιέσεις, και στη συνέχεια οι απελευθερωμένοι μηχανισμοί της αγοράς θα οδηγούσαν την οικονομία σε κατάσταση ισορροπίας. Ο Ζολώτας επέβαλε την άποψή του στους Σβώλο και Αγγελόπουλο, ενώ προηγουμένως είχε διοριστεί συνδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Αντίθετα ο Κ. Βαρβαρέσος επικεφαλής της εξόριστης διοίκησης της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την κατοχή -ο οποίος είχε παραμείνει στο εξωτερικό-, διαφωνούσε με αυτή την τακτική και υποστήριζε τον κρατικό έλεγχο τιμών και εισοδημάτων και ενίσχυση της δραχμής μέσω της φορολογικής πολιτικής (Χατζηιωσήφ τόμος Δ1, σ. 10-12).
Ήταν σαφές ότι ο κόσμος δεν θα μπορούσε να αποκτήσει τόσο γρήγορα εμπιστοσύνη στο νέο νόμισμα, ούτε βέβαια οι καθημαγμένες παραγωγικές δυνάμεις ήταν σε θέση να το στηρίξουν. Η αποτυχημένη αυτή νομισματική μεταρρύθμιση ενέτεινε την δυσαρέσκεια του κόσμου, καθώς εξανέμισε και τις ελάχιστες ελπίδες των μικροκαταθετών να ανακτήσουν έστω και ένα μέρος της αξίας των αποταμιεύσεων που διατηρούσαν στις τράπεζες. Επιπλέον στο μικρό διάστημα της θητείας του Σβώλου δεν υλοποιήθηκαν οι υποσχέσεις για φορολόγηση των κατοχικών κερδών ούτε για αποζημίωση των καταθετών.
Ένα επίσης τεράστιο πρόβλημα με σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες ήταν η τύχη των περιουσιών που είχαν αλλάξει χέρια την περίοδο της κατοχής. Η διευθέτηση αυτή δεν αφορούσε μόνο την επιστροφή των περιουσιών των Ελλήνων Εβραίων μετά τον εκτοπισμό τους, αλλά και των αγοροπωλησιών επί κατοχής στις οποίες οι πωλητές εξαναγκάστηκαν να προβούν, ελλείψη άλλων οικονομικών πόρων προς επιβίωση. Η απονομή οικονομικής δικαιοσύνης ήταν ένα πολυσύνθετο ζήτημα, δεδομένου ότι όσοι είχαν επωφεληθεί από αγορές με πληθωριστικό χρήμα, προσπαθούσαν να παρεμποδίσουν οποιαδήποτε λύση που θα τους αφαιρούσε τα ακίνητα που απέκτησαν με λιγότερο, κατά μέσο όρο, από το 7% της αξίας τους, κατά την προπολεμική περίοδο. Προς την αντίθετη κατεύθυνση πίεζαν όσοι είχαν χάσει τις περιουσίες τους με αυτόν τον τρόπο, δημιουργώντας έτσι μια εκρηκτική κατάσταση (Χατζηιωσήφ, τόμος Γ2, σ. 378).
Ένα δεύτερο ριζικό μέτρο που κλήθηκε να πάρει ο Σβώλος και οι συνεργάτες του ήταν η διαγραφή των δεσμευμένων προπολεμικών καταθέσεων στο ήδη καταρρέον τραπεζικό σύστημα. Το ίδιο συνέβη και με τις αμοιβές των εργαζομένων οι οποίες ορίστηκαν με κυβερνητική απόφαση στις 125 δραχμές, ποσό που είχε ανύπαρκτη αγοραστική δύναμη, λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού, γεγονός που επίσης διόγκωσε την λαϊκή δυσαρέσκεια.
Όλες οι παραπάνω αποφάσεις χρεώθηκαν στους εαμογενείς Υπουργούς και προσωπικά στο Σβώλο, οι οποίοι ως υπεύθυνοι για τα οικονομικά, εξ αρχής επωμίστηκαν ένα «αχάριστο» και φθοροποιό καθήκον με περιορισμένες πιθανότητες επιτυχίας. Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ όλες οι οικονομικές αποφάσεις ήταν προϊόν συλλογικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν έλειψαν οι δημόσιες επικρίσεις από το κόμμα των φιλελευθέρων -που μετείχε στην Κυβέρνηση- με τις οποίες κατηγορούσαν το Σβώλο ότι λήστεψε τους μικροκαταθέτες. Ήδη από τότε έχουμε τα πρώτα δείγματα του κιτρινισμού και της δημοκοπίας, αφού η προπαγάνδα των σχολιαστών της Δεξιάς θεωρούσαν την θητεία των Σβώλου και Αγγελόπουλου ως κορυφαίο δείγμα κοινωνικής αναλγησίας και οικονομικής ανικανότητας της Αριστεράς.
Ο Σβώλος ουσιαστικά άσκησε τα καθήκοντα του Υπουργού για όχι περισσότερες από 45 μέρες. Η παραίτησή του ήλθε στις 2 Δεκεμβρίου του 1944, λίγο πριν τα δεκεμβριανά, όταν είχε εξαντληθεί και το έσχατο όριο για να αποφευχθεί η σύρραξη. Ήταν τέτοιο το πολιτικό του θάρρος και η επιθυμία του για ενότητα και αποφυγή της εμφύλιας σύγκρουσης που δεν αρνήθηκε τον άχαρο ρόλο ενός Υπουργού που εκ των πραγμάτων θα συγκέντρωνε τις λαϊκές αντιδράσεις και σε μεγάλο βαθμό ήταν καταδικασμένος να αποτύχει. Επιπλέον ο Σβώλος είναι από τους ελάχιστους πολιτικούς άνδρες στην νεώτερη ιστορία που σε σύντομο διάστημα μετά την παραίτησή του(Μάϊός 1945) προέβη σε αναλυτικό απολογισμό της προσπάθειάς του και των λόγων που οδήγησαν στην αποτυχία (Α. Σβώλου, 1945 και ανατύπωση 2005).
Ο Σβώλος στο τολμηρό του κείμενο δεν περιγράφει απλώς τα οικονομικά δεδομένα και τα προβλήματα, αλλά σκιαγραφεί και το κλίμα της εποχής καθώς και τις προσδοκίες που είχαν επενδύσει οι Έλληνες στη συμμαχική βοήθεια. Για το πρόβλημα του εφοδιασμού με τρόφιμα σημειώνει χαρακτηριστικά «Ο αγώνας ήταν καθημερινός κι πρόοδος μικρή, ελάχιστη, γιατί εξαρτάτο από τις προμήθειες που έφερναν οι Σύμμαχοι, και αυτές αργούσαν» (Α. Σβώλος, 2005, σ. 31).
Προβαίνει μάλιστα και σε αναλυτική περιγραφή της κατάστασης κατά τομείς της οικονομίας: σταθεροποίηση, καταθέσεις και δάνεια, μισθολόγιο, δημοσιονομική πολιτική. Στον επίλογό του ο Σβώλος σημειώνει με πικρία «Κανένα πρόγραμμα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί και να αποδώσει μέσα σε 40 μέρες, όσες διάρκεσε η Κυβέρνηση εθνικής ενότητας στην Ελλάδα. Και από τις 40 αυτές μέρες τις 10 πρώτες η μισή Ελλάδα ήταν ακόμα στα χέρια των Γερμανών -η Κρήτη που θα έδινε λάδι μόλις τώρα απελευθερώνεται- και στις 5 τελευταίες η πολιτική κατάσταση ήταν τόσο κρίσιμη, που κάθε άλλη φροντίδα είχε ουσιαστικά παραμεριστεί και κυριαρχούσε μόνο η αγωνία να προληφθούν τα γεγονότα που ακολούθησαν» (Α. Σβώλος, 2005, σ. 73) και καταλήγει «Η δράση των υπουργών της αριστεράς δεν ήταν ούτε επανάσταση, ούτε «παρέκκλιση». Ήταν η σωστή γραμμή της στιγμής εκείνης, όπως και της τωρινής: Η ανασυγκρότηση έπρεπε να χαραχθεί πάνω σε δύο βάσεις: α) να μην γίνει επιχείρηση επικερδής για λίγους ανθρώπους, και β) οι θυσίες των ασθενέστερων να αντισταθμιστούν με τα βάρη που θα επιβάλλονταν στους ισχυρότερους ώμους. Κινηθήκαμε πάνω στη γραμμή αυτή, αλλά μας έλειψε ο χρόνος για να την αναπτύξουμε, να την πραγματοποιήσουμε και να την ολοκληρώσουμε. Ο ελληνικός λαός έχει τα στοιχεία για να κρίνει. Και είναι, πολιτικά, αρκετά ενήλικος ώστε να μπορεί να διακρίνει το θάρρος των υπευθύνων απ’ την άρνηση των κριτικών και την τιμιότητα των αγωνιστών απ’ την ψευτιά των δημαγωγών» (Α. Σβώλος, 2005, σ. 74-75).
Στην μεταγενέστερη αρθρογραφία του στην εφημερίδα «Η Μάχη» (11-12-1945) αποτυπώνεται ο προβληματισμός για τα γεγονότα της περιόδου, όπου σημειώνει «…Έχω ήσυχη την συνείδησή μου, ότι έκανα μέχρι τέλους το καθήκον μου για να προαγάγω όσο μπορούσα την εθνική ενότητα, για να προλάβω όσα ακολούθησαν ύστερα, για να προλάβω την σύρραξη του Δεκεμβρίου, για να σταματήση, όταν ξέσπασε, όσο ήταν δυνατόν εγκαιρότερα, για να προληφθούν τόσες συμφορές, τόσα πένθη, τόσα αθώα θύματα. Κι αν σε όλες τις πλευρές υπήρχε η ίδια διάθεση, η ίδια ανιδιοτέλεια, η ίδια αυταπάρνηση, ίσως ο ρους των πραγμάτων να ήταν διαφορετικός» (Τσιριμώκος, σ. 77).
Με την απόσταση και την γνώση των γεγονότων που ακολούθησαν αντιλαμβανόμαστε το πόσο εύστοχες και συνάμα τραγικές ήταν αυτές οι διαπιστώσεις και πόσο ενδεχομένως διαφορετικές θα ήταν οι εξελίξεις αν οι περισσότεροι παράγοντες της περιόδου ενστερνίζονταν τις απόψεις του Σβώλου και είχαν το δικό του θάρρος και την πυγμή να τις εφαρμόσουν.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Iatrides John O.-Bien, Peter-Loomis, JuliaW.- Macrakis, Lily(επιμ.), Η Ελλάδα στην δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα, 1984
RichterHeitz, 1936-1946: Δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1985
Ελεφάντης Α., Μας πήραν την Αθήνα…Ξαναδιαβάζοντας την ιστορία 1941-1950. Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2002
Ελεφάντη Α., Το αντιστασιακό φαινόμενο στην Ευρώπη του Χίτλερ, Ιστορία του νέου ελληνισμού, 1770-2000, (8ος τόμος), Ελληνικά Γράμματα, 2005, σ. 77 επ.
Θωμαδάκης Σ., «Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας», Η Ελλάδα στην δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα, Θεμέλιο, 1984, σ. 117-144.
Μαζάουερ Μ., Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της κατοχής, Αλεξάνδρεια, 1994
Μαργαρίτης Γ. Από την ήττα στην εξέγερση, Πολίτης, 1993
Μαργαρίτης Γ., Η ένοπλη αντίσταση, Κατακτήσεις και συγκρούσεις, 1942-1944, Ιστορία του νέου ελληνισμού 1770-2000, (8ος τόμος), Ελληνικά Γράμματα, 2005, σ. 111 επ.
Πιζάνιας Π., «Φθινόπωρο του 1944. Πολιτικές συγκρούσεις κατά την απελευθέρωση», Ιστορία του νέου ελληνισμού (8ος τόμος), ό.π, σ. 191 επ.
Σβώλος Αλ., Η ιστορία μιας προσπάθειας, Μέτρον, 2005
Σβώλος Αλ., Προβλήματα του έθνους και της Δημοκρατίας, Στοχαστής, 1972.
Τσιριμώκου Η., Αλ.Σβώλος. Η δική μας αλήθεια, Δίφρος, 1962
Τσουδερού Ε., Ιστορικό Αρχείο, τόμοι 6, Αθήνα, 1990
Φλαϊσερ Χ.- Σβορώνος Ν.(επιμ.) Η Ελλάδα 1936-1944. Δικτατορία-Κατοχή-Αντίσταση, Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Σύγχρονης Ιστορίας, β΄έκδοση, Αθήνα, 1990.
Χατζηιωσήφ Χ., «Η ελληνική οικονομία πεδίο μάχης και αντίστασης», «Δεκέμβρης 1944, τέλος και αρχή», «Η πολιτική οικονομία της ανασυγκρότησης και του εμφυλίου» στους συλλογικούς τόμους Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος 1940-1945. Κατοχή-Αντίσταση (τόμος Γ2 τα δύο πρώτα κείμενα) και Ανασυγκρότηση-Εμφύλιος-Παλινόρθωση 1945-1952 (τόμος Δ1 το τρίτο κείμενο) επιστημονική επιμέλεια Χ. Χατζηιωσήφ-Π.Παπαστρατής, Βιβλιόραμα 2007 (Γ2) 2009 (Δ1), σ. 181 επ., 363 επ., 9 επ. αντίστοιχα.

Οι κατά Σβώλο διέξοδοι στην κρίση του κοινοβουλευτισμού

Γιώργος Καραβοκύρης, Δ.Ν. Δικηγόρος, Ειδικός Επιστήμων στο Τμήμα Νομικής του Δ.Π.Θ.

Οι κατά Σβώλο διέξοδοι στην κρίση του κοινοβουλευτισμού

Εισαγωγή

Η θέση που επιφυλάσσει ο Αλέξανδρος Σβώλος στον κοινοβουλευτισμό προδίδει μια ένταση που διατρέχει το σύνολο του έργου του: αυτήν ανάμεσα στο πολιτικό (πράξη) και το θεωρητικό (γνώση) υποκείμενο. Έτσι, το 1928 στο «νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος» και το 1929 στον εναρκτήριο λόγο του από το βήμα του καθηγητή στη Νομική Αθηνών με τίτλο «Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», η δημοκρατική ευφορία της εποχής ωθεί τον Σβώλο στην καταγγελία του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού ως στοιχείου νόθευσης έως και ματαίωσης της δημοκρατίας. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1934, όταν ο φασισμός αλώνει την Ευρώπη και η δικτατορία είναι προ και των ελληνικών πυλών, ο Σβώλος υπογραμμίζει στον επίλογο του Συνταγματικού του Δικαίου ότι η κατάργηση του κοινοβουλευτισμού ισοδυναμεί με την κατάλυση της δημοκρατίας. Το 1946 δε, υπό το βάρος της ιστορικής εμπειρίας του φασισμού, εγκαταλείπει οριστικά και την κορπορατιστική συνταγή που ο ίδιος συστηματικά αντέτεινε στο αδιέξοδο της κοινοβουλευτικής/αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δηλαδή την περίφημη «αντιπροσωπεία των συμφερόντων»[1].
Η πρόχειρη αυτή περιοδολόγηση αρκεί, όμως, για να καταστήσει σαφές ότι ο Σβώλος ασκεί κριτική στη φιλελεύθερη/κοινοβουλευτική δημοκρατία εκ των έσω. Ως εκ τούτου, ποτέ δεν καταφεύγει στις αντιδημοκρατικές εναλλακτικές του Μεσοπολέμου, όπως ο φασισμός ή ο κομμουνισμός[2]. Ο Σβώλος διαπιστώνει στο «νέον Σύνταγμα», εν είδει απολογισμού και προφητείας, ότι η «δημοκρατική λογική δεν ηδύνατο παρά να καταλήξει στον κοινοβουλευτισμό» και ότι «η κρίση του κοινοβουλευτισμού είναι κρίση της δημοκρατικής ιδέας, ειδικώτερον δε και του αντιπροσωπευτικού συστήματος»[3]. Η δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός αποτελούν από τη μια έννοιες διακριτές και από την άλλη ιστορικά συνώνυμα[4]. Στην ελπιδοφόρα δεκαετία του 20, η κρίση του κοινοβουλευτισμού αποδίδεται στο υπερτροφικό και άτολμο Κοινοβούλιο, του οποίου η Κυβέρνηση καθίσταται άβουλο εκτελεστικό όργανο, με αποτέλεσμα την κυβερνητική αστάθεια, αφού δυναμιτίζεται διαρκώς η θεμελιώδης σχέση εμπιστοσύνης Βουλής και Κυβέρνησης. Η ενίσχυση της κατά τεκμήριο ορθολογικότερης και αποτελεσματικότερης εκτελεστικής εξουσίας, την ταραχώδη δεκαετία του 30, οδήγησε τελικά στο «φόνο»[5] της δημοκρατίας, προς όφελος της κυβερνητικής σταθερότητας. Η «θεραπεία» δηλαδή της «κρίσης» του απρόβλεπτου κοινοβουλευτισμού καταλήγει στη βεβαιότητα της κατάργησης της δημοκρατίας. Σε μέση λύση προκρίνεται, ευκταία, το δόγμα της πλειοψηφίας, το οποίο συνιστά, εντούτοις, ταυτόχρονα λειτουργική συνθήκη και ουσιαστική αναίρεση της δημοκρατίας. Το φαύλο αυτό κύκλο αποδέχεται και προσπαθεί να υπερβεί ο Αλέξανδρος Σβώλος. Γι’ αυτό, δεν περιορίζεται στην κριτική της αμφίβολης κατοχύρωσης της κοινοβουλευτικής αρχής στο Σύνταγμα του 1927[6], αλλά θίγει τα βαθύτερα ζητήματα, λογικά και πραγματικά, νομικά και πολιτικά, της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
1. Η αλήθεια του κοινοβουλευτισμού και ο μύθος της δημοκρατίας
Η υποψιασμένη κοινωνιολογική[7] ματιά του Σβώλου συλλαμβάνει το μείζον λογικό πρόβλημα της νεωτερικής δημοκρατίας: την πλήρη αδυναμία σύμπτωσης του κυρίαρχου υποκειμένου που αποκαλείται «λαός» με τον… εαυτό του. Ο μύθος της λαϊκής κυριαρχίας ψευδώς επαγγέλλεται την απόλυτη ταύτιση μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων και αποκρύπτει τη σκληρή πραγματικότητα που ο κοινοβουλευτισμός συνεχώς μας υπενθυμίζει και αναπαράγει: την αναπόφευκτη απόκλιση πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας[8]. Ο νομικός ρεαλισμός του Σβώλου υπονοεί ότι ο μεταφυσικά «κυρίαρχος» λαός εμφανίζεται πραγματικά ως ένας άλλος και ποτέ ως ο ίδιος[9], αφού προσωποποιείται σε μια καταπιεστική, για τους λίγους ή και τους πολλούς ενίοτε, κυρίαρχη αστική φιγούρα/τάξη. Ας μην αμφιβάλλουμε, η ιερή αλήθεια της λαϊκής κυριαρχίας μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετό της, τη νομιμοποίηση της πλέον απόλυτης εξουσίας επί των ανθρώπων[10]. Ο πλειοψηφικός νόμος του Κράτους δεν ελευθερώνει το άτομο –αντιθέτως, το υποδουλώνει[11]. Ασφαλώς, τέτοια παραδείγματα νόμων στο Μεσοπόλεμο υπάρχουν πολλά, όπως το περίφημο «κατοχυρωτικό» του Παπαναστασίου ή το «ιδιώνυμο» του Βενιζέλου. Ίσως γιατί η κοινωνική και ιδεολογική ενότητα του «λαού» στη μεσοπολεμική Ελλάδα έχει ήδη κατακερματιστεί από τον εθνικό διχασμό, τον οριστικό ενταφιασμό του οράματος της «Μεγάλης Ιδέας» και την αναδιαμόρφωση της κοινωνικής βάσης (άφιξη των προσφύγων, ανάπτυξη του εργατικού κινήματος)[12].
Ο μύθος της λαϊκής κυριαρχίας τρέφεται από το πλάσμα της αντιπροσώπευσης, της sui generis αυτής σχέσης, η οποία στο όνομα της ταυτότητας κυβερνωμένου και κυβερνώντoς συντηρεί διαρκώς την αγεφύρωτη απόστασή τους, καθώς ο πρώτος εξ ορισμού δεσμεύεται ενώ ο δεύτερος, ελλείψει και της επιτακτικής εντολής[13], λειτουργεί ελεύθερα. Υπό το ιδεολογικό πρόσχημα της ορθολογικής αναζήτησης της αντικειμενικής αλήθειας και της δημόσιας διαβούλευσης, το Κοινοβούλιο αποτελεί στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Σβώλο, το χώρο σύγκρουσης και συμβιβασμού υπόγειων κομματικών συμφερόντων, εχθρών και φίλων, με προδιαγεγραμμένη κατάληξη την κυνική επικράτηση μιας κυβερνητικής βούλησης[14]. Ο κοινοβουλευτισμός εξελίσσεται μοιραία στην απόλυτη κομματοκρατία[15], γεγονός που εξηγεί τη διάσημη μεσοπολεμική πρακτική της διείσδυσης της εκτελεστικής εξουσίας στη νομοθετική λειτουργία δια του θεσμού των εξουσιοδοτήσεων (άρθρο 77 του Συντ. του 1927) ή την αυθαίρετη και συχνή χρήση του δικαίου της έκτακτης ανάγκης[16]. Η κομματική δύναμη –και η ιστορία των προσωποπαγών, ήδη από τον 19ο αιώνα, ελληνικών κομμάτων είναι γνωστή στον Σβώλο– υπονομεύει στην ουσία, παρά το ανάχωμα της καθολικής ψηφοφορίας, τη δημοκρατία αφού κατοχυρώνει την ενός ανδρός (π.χ. του Βασιλιά ή του Βενιζέλου) αρχή και υποδαυλίζει την αυτονομία του Κοινοβουλίου. Επιπλέον, η οργανική σύμπτωση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και κομματικής-εκτελεστικής εξουσίας, η οποία αποτυπώνεται εμμέσως και στο συνταγματικό κείμενο του 1927[17], ενισχύει τη σύγχυση του ανθρωπόμορφου Κόμματος με το απρόσωπο Κράτος. Και βέβαια, όπως εύλογα παρατηρεί ο Σβώλος, ένας μύθος δε μπορεί να σταθεί δίχως την απαραίτητη πίστη σε αυτόν. Επαφίεται, συνεπώς, στον τύπο η κατασκευή της συμφωνίας ανάμεσα στο πολιτικό και το κοινωνικό υποκείμενο μέσω ενός άλλου ισχυρού πλάσματος, αυτού της κοινής γνώμης[18].
Η δριμύτατη κριτική του Σβώλου στον κοινοβουλευτισμό είναι επίθεση όχι μόνο στο φιλελευθερισμό αλλά και στο συνταγματισμό. Κι αυτό γιατί η αποδόμηση των αλληλοστηριζόμενων πλασμάτων σε συνδυασμό με τον αρνητικό χαρακτηρισμό της διάκρισης των εξουσιών ως συντηρητικής αρχής που διατηρεί τα κεκτημένα της αστικής τάξης[19], συνιστά μια ξεκάθαρη αμφισβήτηση του ίδιου του μοντέρνου συνταγματικού δικαίου, το οποίο προϋποθέτει ακριβώς το μύθο που ο Σβώλος εκ πρώτης όψεως κατηγορηματικά αρνείται. Διότι είναι τα θεϊκά ονόματα[20] αυτά που ταξινομούν λογικά σε γενικές κατηγορίες και νομιμοποιούν τις πραγματικές και ασύμπτωτες εκδηλώσεις της κυριαρχίας. Η κοινωνιολογική κριτική του Σβώλου αποδυναμώνει, ωστόσο, το Σύνταγμα γιατί μόνον έτσι μπορεί στη συνέχεια να το επαληθεύσει. Αυτό, άλλωστε, επισημαίνει και ο ίδιος όταν γράφει ότι δεν θα «φταίνε οι συνταγματικοί κανόνες για τις αντιδημοκρατικές κοινωνικές μεταβολές»[21] ή όταν σχετικοποιεί, δίχως βέβαια να απαξιώνει, τη δεσμευτικότητα του «αυστηρού» συντάγματος[22] ή ακόμη όταν περιγράφει την κατά παραβίαση του Συντάγματος αναθεώρηση του 1911[23]. Αν, λοιπόν, η εκπλήρωση της ιδέας της δημοκρατίας είναι ασύμβατη ή έστω αδιάφορη προς το συνταγματισμό, καθώς «η καιριωτέρα των εσωτερικών αιτιών της χρονίας κρίσεως της δημοκρατίας ευρίσκεται εις την εκ κοινωνικών λόγων διαπάλην των ιδεωδών της» (ελευθερίας και ισότητας), η λύση δεν μπορεί να είναι απλά συνταγματική ή γενικότερα νομική αλλά πρωτίστως κοινωνική[24]. Και παρότι ο υπαίτιος μύθος καταγγέλλεται ώστε να ξυπνήσει το κυρίαρχο υποκείμενο[25], είναι τελικά ο ίδιος μύθος αυτός που ζωογονεί τη συνταγματική θέση του Σβώλου.
2. Το θαύμα της εκπλήρωσης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: η «αναγέννηση» του λαού
Ο συνταγματικός φιλελευθερισμός του Σβώλου είναι εμφανής στις προφανείς διεξόδους από την κρίση του κοινοβουλευτισμού, εκεί που από τη μία υιοθετεί, έστω μερικώς, τη δημοφιλή στην εποχή του κατοχύρωση των τεχνικών εξορθολογισμού του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού, οι οποίες αποσκοπούν στη σταθερότητα και την αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πλειοψηφίας[26], και από την άλλη αναζητεί επίμονα τα θεσμικά της αντίβαρα. Το δικαιοκρατικό οπλοστάσιο του συνταγματολόγου στρέφεται ενάντια στην αντιδημοκρατική οργανική ταύτιση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας-κομματικής/κυβερνητικής εξουσίας και θωρακίζει τον κατεξοχήν φιλελεύθερο στόχο της εξισορρόπησης των βουλήσεων (checks and balances ή le pouvoir arrête le pouvoir[27]), με κύριους πόλους τον έλεγχο και τη διεύρυνση[28] του Κυρίαρχου. Οι προτάσεις του Σβώλου προκαλούν στον ανυποψίαστο αναγνώστη ένα απρόσμενο déjà vu αφού στην πλειοψηφία τους αποτελούν την αιχμή του σημερινού συνταγματικού εκσυγχρονισμού. Η διατύπωση ενός λειτουργικού νόμου περί ευθύνης υπουργών που δεν θα συρρικνώνεται σε απλό ευχολόγιο (βλ. την πρόσφατη συζήτηση για ένα νέο νόμο περί ποινικής ευθύνης των υπουργών), η εγγύηση του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (επίκαιρη η προβληματική της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου) και της διοικητικής δικαιοσύνης, η ανεξαρτησία της γραφειοκρατίας (διαφάνεια), η λελογισμένη ενίσχυση του Προέδρου της Δημοκρατίας μέσω της άμεσης εκλογής του (προτάθηκε ως αντίβαρο κατά τη διάρκεια του καλοκαιρινού διαλόγου των συνταγματολόγων με αφορμή το άρθρο 32 του Συντ.), η διαστολή του εκλογικού σώματος (βλ. ιθαγένεια και ψήφος των μεταναστών) το εκλογικό σύστημα (η προωθούμενη αλλαγή του εκλογικού νόμου), η αποκέντρωση (ή αλλιώς ο σημερινός «Καλλικράτης»), η δημιουργία δεύτερης Βουλής (επανέρχεται από καιρού εις καιρόν στο προσκήνιο, βλ. πρόταση Ματθία) και η άμεση νομοθεσία αποτελούν δυνατά παυσίπονα που, περισσότερο ή λιγότερο[29], αποβλέπουν στην ίαση της εγγενούς παθογένειας της σχέσης μεταξύ Κυρίαρχου και κυριαρχούμενου. Είναι όμως αρκετά;
Μια προσεκτική ανάγνωση του μεσοπολεμικού έργου του Σβώλου φανερώνει πως όχι. Και τούτο επειδή η ορθολογική δικαιοκρατία αδυνατεί να ικανοποιήσει την απώτερη φιλοδοξία του αμετανόητου δημοκράτη συνταγματολόγου, τη θαυματουργή συνάντηση του λαού με τον εαυτό του, την πλήρωση του ανυπέρβλητου μύθου[30], καθώς αποδέχεται ότι ο αξιωματούχος και ο λαός συνομιλούν από διαφορετικές αλλά κυρίως άνισες θέσεις, όπως π.χ. ο σοφός δάσκαλος και ο μαθητής ή σε μια εξαρτημένη σχέση εργασίας ο εργοδότης και ο εργαζόμενος. Το θεμελιώδες πρόβλημα του δικαίου είναι ότι όταν αυτό δημιουργείται είναι ήδη παρόν![31] Ο συνταγματικός φιλελευθερισμός μετριάζει αλλά δεν υπερβαίνει το δόγμα της πλειοψηφίας, διότι το εκλαμβάνει ως αναπόφευκτη συνθήκη, το θέτει δηλαδή εκ των προτέρων ως ερώτημα. Αντιθέτως, ο Σβώλος οραματίζεται ότι ο Κυρίαρχος και ο κυριαρχούμενος θα επικοινωνήσουν στο πλαίσιο μιας διαλογικής σχέσης απόλυτης ισότητας, η οποία θα μεταμορφωθεί προοδευτικά στο μονόλογο του δεύτερου. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και η εισαγωγή των θεσμών της άμεσης δημοκρατίας, όπως λ.χ. του δημοψηφίσματος, είναι σύμφωνα με τον Σβώλο καταστατικά αλυσιτελής. Γιατί τα ερωτήματα δεν τίθενται από αλλά προς τον λαό -και, το χειρότερο, διατυπώνονται από τα κόμματα. Και, το σημαντικότερο, γιατί η πρακτική αυτή «υποθέτει μόρφωσιν συνάμα και πείραν εις το πρόσωπο του εκλογέως». Απαιτείται, λοιπόν, βελτίωση της στάθμης της «μορφωτικής κατάστασης» και «κοινωνική αφύπνιση», δημιουργία των «κατάλληλων πνευματικών όρων» για την επιτυχή αυτοκυβέρνηση του λαού[32]. Άλλωστε, «μόνον από την διαπαιδαγώγηση της συνειδήσεως των λαϊκών μαζών (…) πρέπει να αναμένεται η συστηματική ματαίωση των κατά του Λαού απειλών»[33]. Αντιλαμβανόμαστε από τα παραπάνω το αγωνιώδες αίτημα της «αναγέννησης» του πολιτικού υποκειμένου το οποίο υπηρετεί και η σπουδαία για τον Σβώλο πρόταση της αντιπροσωπείας των συμφερόντων. Η προαγωγή των επαγγελματικών τάξεων και συμφερόντων, η οποία ανεπαρκώς κατοχυρώθηκε στο Σύνταγμα του 1927[34], προωθεί την υλική-οικονομική ανύψωση του λαού και την αναγνώριση της πραγματικής πλουραλιστικής ταυτότητας αντί της πλασματικής ενότητάς του[35]. Ο λαός θα μπορέσει να πάρει σάρκα και οστά και να μιλήσει ως ο ίδιος ο εαυτός του, όταν συγκροτηθεί σε ένα (εκ)παιδευμένο και κοινωνικο-οικονομικά αυτόνομο πρόσωπο, όταν μετατραπεί ποιοτικά και όχι απλώς αριθμητικά, δια της εξελικτικής-περφεξιονιστικής δύναμης της δημοκρατίας[36], σε ένα ποικιλόμορφο και έμπλεο ομάδων και διαφορετικοτήτων πλήθος[37]. Η επιτέλεση όμως του ανέφικτου αυτού θαύματος, καθώς το συλλογικό υποκείμενο θα βρεθεί σε μια λογικά αδύνατη για τον οποιονδήποτε κατάσταση πλήρους αυτοσυνείδησης, τέλειας ταυτότητας και παρουσίας εντός του, δεν μπορεί να συντελεστεί από το ίδιο το υποκείμενο, επειδή αυτό είναι γνωστικά και πραγματολογικά ατελές και μη κυρίαρχο. Έγκειται, ως εκ τούτου, σε ένα έτερο ηρωικό πρόσωπο, να εγγυηθεί το μεταφυσικό γεγονός. Στο πλούσιο έργο του Σβώλου η φιγούρα αυτή δεν είναι παρά το Κράτος, το οποίο καλείται να γίνει ο πιστός «υπηρέτης» του κοινωνικού συνόλου (service public) ή «ο αγαθός και καλός οικογενειάρχης» (κράτος δικαίου)[38]. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα υλοποιηθεί το ρεπουμπλικανικό ιδεώδες της αυτοκυριαρχίας, του οποίου ο Σβώλος αναγνωρίζει ρεαλιστικά το αδύνατο εντός ή ακόμη και εκτός[39] του πλαισίου που και ο ίδιος αποδέχεται[40], αλλά δεν παύει να το επιθυμεί.
Η σημερινή κατάσταση της δημοκρατίας θυμίζει το μεσοπολεμικό τοπίο παρά την εύρυθμη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού και τη δεδομένη ασφάλεια εναλλαγής των πλειοψηφιών. Τούτο διαφαίνεται όχι μόνο από κάποια κοινά δεδομένα, όπως π.χ. την οικονομική κρίση, την όξυνση των κοινωνικών διαφορών, την επιβίωση της προσωποπαγούς κομματοκρατίας[41] ή -το σπουδαιότερο- τη ξεκάθαρη δικαιοπολιτικά υπεροχή της εκτελεστικής (και της δικαστικής) έναντι της νομοθετικής λειτουργίας, τη μετάθεση δηλαδή των αποφάσεων σε λιγότερο δημοκρατικά νομιμοποιημένες μειοψηφίες, αλλά και από την υποτυπώδη ανάλυση του συνταγματικού λόγου (discours). Η «κρίση του νόμου» είναι πάλι εδώ ∙ κι αν στις θνησιγενείς Δημοκρατίες του Μεσοπολέμου αυτή καταλογιζόταν, λανθασμένα όπως εκ των υστέρων γνωρίζουμε, στο (άναρχο, άλογο και αναποτελεσματικό) Κοινοβούλιο, στα σύγχρονα Κράτη Δικαίου βαρύνει, δικαίως, κυρίως την (ορθολογική/τεχνοκρατική) εκτελεστική εξουσία ή ακόμη και το (σοφό/φρόνιμο) δικαστή, τους κύριους πλέον συντελεστές και αυθεντικούς ερμηνευτές του δημοκρατικού νόμου. Η κατηγορία λοιπόν παραμένει σε ισχύ, με διαφορετικό όμως αποδέκτη ∙ ίσως γιατί κατά τη διάρκεια της εύλογης μετάβασης από τη μοντέρνα Δημοκρατία στο σύγχρονο Κράτος δικαίου η ανεπιφύλακτη φιλελεύθερη εκνομίκευση του πολιτικού, η πραγματιστική λογική της επιβεβαιωτικής εξισορρόπησης, υποβάθμισε, μάλλον αναπόφευκτα, τη δημοκρατική διεκδίκηση του κοινωνικού, την παράλογη επιθυμία της ριψοκίνδυνης υπέρβασης. Σε αυτό ακριβώς το καθοριστικό για την πολιτική αυτονομία σημείο, τη φιλελεύθερη συστολή του δημοκρατικού ορίζοντα, έχω την εντύπωση ότι ο -μεσοπολεμικός τουλάχιστον- Αλέξανδρος Σβώλος θα ήταν σίγουρα αντίθετος.


[1] Σύμφωνα με τον Σβώλο, « το κοινοβουλευτικό σύστημα, με άλλας λέξεις, είναι, καθεαυτό, τυπικώς και ουσιαστικώς δημοκρατικό. Διό και όπου καταργήθη, ως λ.χ. εις την Ιταλίαν, την Γερμανίαν και αλλαχού προηγήθη ή συνεβάδισε εν γένει η κατάργηση ή αχρήστευσις όχι μόνον του αντιπροσωπευτικού συστήματος αλλά και της δημοκρατίας». Βλ. σχετικά Γιώργου Πάσχου, Κράτος και Πολιτεύματα στο έργο του Αλ.Σβώλου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1981, σελ.125. Σε ότι αφορά την πρόταση συγκρότησης ενός επαγγελματικού κοινοβουλίου, ο Σβώλος την εγκαταλείπει, σύμφωνα με τον Πάσχο, όταν «πια κρίνει, το 1946, ότι η ιδέα αυτή είχε χρωματιστεί αρνητικά από το συσχετισμό της με τις «συντεχνιακές» και «σωματειακές» αντιλήψεις που εφάρμοσε ή προπαγάνδισε το φασιστικό κράτος του Μουσολίνι και η δικτατορία της 4ης Αυγούστου», ό.π., σελ.17.
[2] Γιατί, όπως αναφέρει ο Ηλίας Τσιριμώκος, «βέβαια ο συνταγματολόγος ήταν από μιας αρχής δημοκράτης». Βλ. ιδίου, Αλ.Σβώλος – Η δική μας αλήθεια, Δίφρος, 1962, Αθήνα, σελ.9
[3] Αλέξανδρος Σβώλος, Το νέον σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, Αθήναι, 1928, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, Κλασική Νομική Βιβλιοθήκη, τ.46, 2008, σελ.294, 321
[4] Βλ. Γιώργο Πάσχο, ό.π., σελ.125. O ΗansKelsen σημειώνει ότι «δίχως αμφιβολία, δημοκρατία και κοινοβουλευτισμός δεν είναι θεωρητικά το ίδιο και το αυτό. Καθώς, όμως, η άμεση δημοκρατία δεν είναι εφαρμόσιμη στο μοντέρνο κράτος, δεν θα έπρεπε να αμφιβάλουμε σοβαρά ότι ο κοινοβουλευτισμός είναι σήμερα η μόνη αληθινή μορφή πραγμάτωσης της δημοκρατίας και κατά συνέπεια το μέλλον του κοινοβουλευτισμού θα καθορίσει εκείνο της δημοκρατίας», βλ. ιδίου, Ladémocratie, sanaturesavaleur, Dalloz, Paris, 2004, σελ.33
[5] Επιβεβαιώθηκε, λοιπόν, η πρόβλεψη του Αλέξανδρου Σβώλου, βλ. ιδίου, Η αναθεώρησις του Συντάγματος, 1934, πρόλογος, σελ.Χ-ΧΙ
[6] Κι αυτό γιατί κρίσιμο σημείο για τον Σβώλο συνιστά η δυνατότητα διάλυσης της Βουλής. Σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ.1 του Συντ. του 1927, η διάλυση της Βουλής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας συντελείται με τη σύμφωνη γνώμη της Γερουσίας, ενός, κατά τον Σβώλο, σώματος «το οποίον θα είναι πολιτικόν, αφού θα είναι κομματικώς συντεθειμένον. Θα κινήται, εκ του λόγου τούτου, επί τη βάσει πολιτικών ιδεών και υπό την έμπνευσιν του κόμματος. Εάν, επομένως, συμφωνή κομματικώς η πλειονοψηφία της Γερουσίας προς την Κυβέρνησιν, η οποία οπωςδήποτε απώλεσε την εμπιστοσύνην Βουλής, η διάλυσις, η οποία κατά το Σύνταγμα είναι νομικώς πάντοτε δυνατή, αποβαίνει πολιτικώς απίθανος», βλ. Το νέον Σύνταγμα, ο.π., σελ.390. Στο Σύνταγμα του 1927 κατοχυρώνεται για πρώτη φορά η κοινοβουλευτική αρχή ρητά στο άρθρο 89 («Η Κυβέρνησις πρέπει να απολαύη της εμπιστοσύνης της Βουλής. Οφείλει μόλις καταρτισθή, και δύναται οποτεδήποτε άλλοτε να ζητήση ψήφον εμπιστοσύνης από την βουλήν…Η βουλή δύναται δι’αποφάσεώς της να αποσύρη την εμπιστοσύνην της από την κυβέρνησιν ή από μέλος αυτής…»). Βέβαια, όπως αναφέρει ο Γιώργος Αναστασιάδης η «διατύπωση του άρθρου 89 δεν επέβαλλε την αρχή της δεδηλωμένης πλειοψηφίας του Τρικούπη. Πραγματικά, ως πρωθυπουργός μπορούσε να διοριστεί ακόμη και εκπρόσωπος κόμματος της μειοψηφίας της Βουλής, με την υποχρέωση να ζητήσει την ψήφο εμπιστοσύνης», βλ. ιδίου, Κοινοβούλιο και Μοναρχία στην Ελλάδα, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1995, σελ.44
[7] Κλασική παραμένει η ανάλυση του Αριστόβουλου Μάνεση. Βλ. ιδίου, Ο Αλέξανδρος Σβώλος ως συνταγματολόγος, σε ιδίου, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη 1954-1979, Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1980, σελ.506 επ.
[8] Αλέξανδρος Σβώλος, Η αναθεώρησις του Συντάγματος, 1934, ό.π., σελ.ΧΧ επ., όπου γράφει χαρακτηριστικά ότι «η σύγχρονος δημοκρατία είναι πολιτική αλλά δεν έγινεν ακόμη κοινωνική».
[9] Στο «νέον Σύνταγμα» ο Σβώλος αναφέρει ότι « η ιδέα της κυριαρχίας του λαού συγκρούεται πρός την ολιγαρχικήν πραγματικότητα. Η ενότης του λαού αναιρείται δια της διαιρέσεως εις αντιπάλους τάξεις. Η έννοια του λαϊκού συνόλου ως πηγής της πολιτικής εξουσίας διαψεύδεται από το δόγμα της θελήσεως της πλειονοψηφίας. Η ιδέα του κράτους-υπηρέτου του συνόλου αντίκειται πρός την πραγματικότητα του κράτους-κόμματος. – Αλλ’ η καιριωτέρα των εσωτερικών αιτιών της χρονίας κρίσεως της δημοκρατίας ευρίσκεται εις την εκ κοινωνικών λόγων διαπάλην των ιδεωδών της»., ό.π., σελ. ζ’. Η ανάλυση του Σβώλου παραπέμπει σε μια ερμηνευτική και όχι μεταφυσική αντίληψη της ταυτότητας του κυρίαρχου λαού, διότι υπονοεί ότι το όνομα «λαός» δε συνιστά μια σταθερή και πραγματική ενσάρκωση του υποκειμένου, αλλά μια συμβατική ονομασία της εμφάνισης κάθε φορά διαφορετικών κυρίαρχων υποκειμένων. Βλ. εδώ για μια φιλοσοφική προσέγγιση της ταυτότητας του λαού με βάση τη διάκριση του Paul Ricoeur σε identité – idem και identité – ipse Olivier Cayla, L’obscure théorie du pouvoir constituant originaire ou l’illusion d’une identité souveraine inalterable in L’architecture du droit, Mélanges en l’honneur de Michel Troper, Economica, Paris, 2006, σελ. 249 επ. Αντιθέτως, σύμφωνα με τη μεταφυσική θεωρία της κυριαρχίας που εύστοχα κατακρίνει ο Σβώλος, ο κυρίαρχος λαός εμφανίζεται σε κάποιες στιγμές αυθεντικά (π.χ. ως πρωτογενής συντακτική εξουσία) και μετά απουσιάζει, ενώ βέβαια η εκδηλωθείσα βούλησή του συνεχίζει να δεσμεύει τους αντιπροσώπους του. Βλ. για παράδειγμα το διαχωρισμό του Sieyès ανάμεσα σε pouvoir constituant και pouvoir constitué ή τη σύλληψη των «συνταγματικών στιγμών» στο έργο του Bruce Ackerman. Ορθά ο Olivier Duhamel υποστηρίζει «ότι ο λαός ποτέ δεν άσκησε εξουσία, ούτε θα την ασκήσει», βλ. ιδίου, Droitconstitutionnel 1.LepouvoirpolitiqueenFrance, 4ème éd., ed. duSeuil, Paris, 1999 σελ.80. Γιαμιαρεαλιστικήθεώρησηβλ. Pierre Brunet, Vouloir pour la nation, le concept de représentation dans la théorie de l’Etat, thèse, Bruylant – L.G.D.J, préf. MichelTroper, Paris-Bruxelles, 2004, o οποίος αναζητεί τους κυρίαρχους όχι κοινωνιολογικά ή ταξικά αλλά θετικιστικά στα όργανα εφαρμογής και αυθεντικής ερμηνείας του δικαίου.
[10] Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.103.
[11] O Marcel Gauchet έχει χαρακτηρίσει το νεωτερικό νόμο ως «un lien qui délie». Η κριτική του Σβώλου ή για παράδειγμα του Léon Duguit δείχνει ότι, παρά αυτήν την υπόσχεση απελευθέρωσης του ατόμου, συμβαίνει το απολύτως αντίθετο. Ο Αλέξανδρος Σβώλος αναφέρει ότι ο δε «νόμος εν τη κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι κατ’ουσίαν η έκφρασις της συνήθως προκαθωρισμένης θελήσεως της κομματικής πλειοψηφίας, η οποία αγνοεί ή αντιπαρέρχεται πάσαν άλλην θέλησιν, ταυτίζουσα εαυτήν in concreto προς τόν περιεχόμενον του συνταγματικού κανόνος». Βλ. ιδίου, Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σε ιδίου, Προβλήματα του έθνους και της δημοκρατίας, τόμος 2, Στοχαστής, Αθήνα, 1972, σελ.95 επ.
[12] Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974, Θεμέλιο, Αθήνα, 1995, σελ.33 επ.
[13] Σε αυτό το σημείο ο Σβώλος συντάσσεται με τον Hans Kelsen και την κριτική του τελευταίου στο πλάσμα της αντιπροσώπευσης. Βλ. Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.139. Ο Rousseau ξεκαθαρίζει στο Κοινωνικό Συμβόλαιο ότι η κυριαρχία, όπως και η βούληση, δεν αντιπροσωπεύεται ούτε εκχωρείται. Η βούληση δεν μπορεί παρά να είναι μία και όχι άλλη. Βλ. ιδίου, Το Κοινωνικό Συμβόλαιο, μετ. Βασιλική Γρηγοροπούλου – Αλφρέδος Σταϊνχάουερ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ.73
[14] Ακολουθώντας τον Schmitt, ο Σβώλος ασκεί δριμύτατη κριτική στις βασικές φιλελεύθερες αρχές του κοινοβουλευτισμού όπως την Κυβέρνηση δια του Λόγου και τη δημοσιότητα. Βλ. ιδίου, Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.127 επ. και βέβαια το κλασικό έργο του Carl Schmitt, The crisis of parliamentary democracy, 1923, 1926, μετ. Ellen Kennedy, MIT Press, Cambridge-Massaschusetts, England, 2000
[15] Για την κριτική της κομματικής ολιγαρχίας βλ. Αλέξανδρος Σβώλος, Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ό.π., σελ.78 επ. Σύμφωνα με τον Σβώλο «η κοινοβουλευτική δημοκρατία απέβη, μάλλον ή ήττον, κομματικόν κράτος (Parteistaat)».
[16] Σε αυτές τις δύο όψεις της κρίσης του συνταγματικού φιλελευθερισμού εστιάζει ο Νίκος Αλιβιζάτος, ό.π., σελ.37 επ.
[17] Σε σειρά διατάξεων, όπως για παράδειγμα στο άρθρο 55 του Συντ. που προβλέπει τη συγκρότηση των κοινοβουλευτικών και των εξεταστικών επιτροπών «κατ’αναλογία των κομμάτων» και την υποχρέωση, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, κάθε βουλευτή «να γνωρίση εις το Προεδρείον εις τίνα εκ των πολιτικών μερίδων ανήκει» ή ακόμη στο άρθρο 89 παρ.9 του Συντ. που διασφαλίζει το δικαίωμα ψήφου των υπουργών βουλευτών κατά τη ψηφοφορία επί προτάσεων εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας. Αλέξανδρος Σβώλος, Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ό.π., σελ.83 επ.
[18]Σύμφωνα με τον Σβώλο, «η σχέση κόμματος και πολιτικής εξουσίας συμπληρώνεται δια της καθολικής σχεδόν αλληλεξάρτησης των δυο κινητικών δυνάμεων της «κοινής βουλήσεως» : του κόμματος και του τύπου. Κοινή γνώμη δεν υπάρχει -εκείνο το οποίο ονομάζομεν υπό το εκφραστικόν αυτό όνομα, είναι απλώς συστηματική επεξεργασία, δια της επιδράσεως της εφημερίδας, ιδεών ή σκοπών προκαθορισμένων, προς δημιουργίαν της απατηλής παραστάσεως ότι η λαϊκή θέλησις εκφράζεται επί ωρισμένου ζητήματος καθ’ωρισμένον τρόπον (…) ο μύθος σημαίνει ότι αι διευθύνουσαι το κράτος θελήσεις προσπαθούν δια του τύπου να δημιουργούν επιδοκιμασίαν των σκοπών ή των πράξεών των και ότι μεγαλύτερον ή μικρότερον εκάστοτε τμήμα των πολιτών παραπλανάται και πιστεύει εις τα άνωθεν συνθήματα». Βλ. ιδίου, Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.93-94
[19] Γράφει στο «νέον Σύνταγμα» χαρακτηριστικά : « η διάκριση των εξουσιών, υπό τη δογματικήν της εκδοχήν είναι ολοκληρωτικόν στοιχείον της ιδεολογίας της ατομικής ελευθερίας και πνευματικός καρπός της χειραφετήσεως της αστικής τάξεως. Ανήκει εις το σύνολο των λογικών εκείνων κατασκευών, δια των οποίων ο ατομισμός του 18ου αιώνος επεχείρησε να ανυψώσει τας κατακτήσεις του εις αιώνιας αλήθειας», ό.π. σελ.285
[20]Σύμφωναμετηνεύστοχηρήσητου Giovanni Sartori στοέργοτου The theory of democracy revisited, part one : the contemporary debate, Chattam House, New Jersey, 1987, σελ.4
[21] «Ως προς το πολιτικόν περιεχόμενον, τέλος, εάν το νέον Σύνταγμα εφαρμοσθή με το πνεύμα της «δημοκρατικής αρχής», εγγυάται την πολιτικήν επάρκειαν, την οποία ζητούμεν συνήθως υπό τον τύπον της αστικής δημοκρατίας. Υπό την στέγην των πολιτικών ελευθεριών, τας οποίας άλλως τε απλώς εσυνέχισε και ετελειοποίησεν, ημπόρει να ασκηθή πρακτικώς η εκδήλωσις της θελήσεως και των αξιώσεων του Λαού, εις έκτασιν ομοίαν προς την των λοιπών δημοκρατιών. Κατά τούτο, ασχέτως προς την ανεπάρκειαν και τας εσωτερικάς αντινομίας της δημοκρατίας, ως τύπου πολιτεύματος, δεν θα πταίουν αι διατάξεις του Συντάγματος, αν η εξέλιξις της πολιτικής μας ζωής καταστή αντιδημοκρατική», Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.37
[22] «Αλλ’η αυστηρότης των Συνταγμάτων δεν πιστεύεται κάν πλέον ότι έχει απόλυτον αξίαν. Η πείρα απέδειξε πόσον ανίσχυροι φραγμοί υπήρξαν αι συνταγματικαι διατάξεις απέναντι της κοινωνικής δυνάμεως, η οποία αναπτυσσόμενη αυτονόμως κατέβαλε πολλάκις βιαίως τους κανόνας του Δικαίου παρά την ηυξημένην των επιβολήν ή διέβρωσε το περιεχόμενόν των. Ουδείς αρνείται σήμερον ότι και οι συνταγματικοί κανόνες υπόκεινται εις μεταβολάς ρητώς εκφραζόμενας δια νέων διατάξεων ή εις τροποποιήσεις αι οποίαι χωρίς να θίγουν τα κείμενα, είναι ουχ ήττον πραγματικαί. Αι τελευταίαι αυταί, ανταποκρινόμεναι εις τας ανάγκας του πολιτικού βίου, είναι αντικείμενον σιωπηράς τελεσιουργίας, κατασταλάζουν δηλαδή δι’ερμηνείας σταθερής ή δι’εφαρμογής εθιμικής εις πράξιν αντίθετον προς τα διατάξεις του Συντάγματος ή μη προβλεφθείσαν υπ’αυτών και αποτελούσαν, δια τούτο, είδος «συμβατικού κανόνος» του πολιτεύματος, ή τελος δι’αχρησίας άγουν εις απονέκρωσιν κανόνος τινός του Δικαίου (…) Διότι οσονδήποτε μικράν αξίαν και αν έχη γενικώς, εν τω μέσω του αδιάκοπου αγώνος των κοινωνικών δυνάμεων, η επηυξημένη δύναμις του Δικαίου, εν τούτοις η ευχέρεια της μεταβολής του Συντάγματος δι’απλών νόμων, όταν είναι εμπειρικώς γνωστόν ποίαν πραγματικήν θέλησιν εκπροσωπεί συνήθως η νομοθεσία, δεν ανταποκρίνεται εις το συμφέρον της λαϊκής πλειονοψηφίας».Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.23, 25
[23] «Η κατά παραβίασιν του Συντάγματος γενομένη αναθεώρησις του 1911, αποδείξασα πόσον είναι αντίθετος προς την ζωήν η υπερβάλλουσα δυσκαμψία του αυστηρού Συντάγματος, εσημείωσε και την αρχήν της τάσεως προς την διευκόλυνσιν των αναθεωρήσεων, ήτις κατέστη εντονωτέρα κατά τας μετέπειτα συντακτικάς μεταρρυθμίσεις», To νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.25-26
[24] Άλλωστε, «η απεριόριστη αντίσταση κατά της κομματικής θελήσεως εκπορεύεται μόνον από τας κοινωνικάς δυνάμεις και ειδικώτερον από την συνδικαλιστική των οργάνωση. Διότι αυτή είναι έκφραση της χειραφετήσεως από την εξουσία του κόμματος και από της παντοδυναμίας του κοινοβουλευτικού μηχανισμού. Στην εκτός της Βουλής δράση των κοινωνικών δυνάμεων βρίσει φραγμό ουσιαστικό η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τον οποίον δυσκόλως μπορεί να υπερπηδήσει, χωρίς να χρησιμοποιήσει τη βία». Βλ. Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.330 ενώ στα Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας παραδέχεται ότι «δεν αμφισβητήται αφ’ετέρου ότι και σήμερον εις την εκτός του αντιπροσωπευτικού μηχανισμού των κοινωνικών δυνάμεων ευρίσκει τον ουσιαστικώτερον φραγμόν η θέλησις της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ο φραγμός ούτος δεν έχει θέσιν εις το Συνταγματικόν Δίκαιον», ό.π.. σελ.126.
[25] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Σβώλος, «δι’αυτό η επίγνωσις της υπό την ιδέαν της λαϊκής κυριαρχίας πραγματικότητος, αφαιρούσα την αίγλην του δόγματος, εν ονόματι του οποίου ημπορεί να αναπτυχθεί η ισχυροτέρα απολυταρχία, συντελεί εις την αληθή δημοκρατικήν διαπαιδαγώγησιν. Διαλύουσα τον μύθον φέρει την συνείδησιν του πολίτου πλησιέστερα προς την ιδέαν της ελευθερίας και καθιστά τους διαχειριζομένους την πολιτικήν εξουσίαν ουσιαστικώτερον υπεύθυνους απέναντι της κοινωνίας και των δυνάμεών της», ό.π., σελ.105
[26]Πρόκειταιγιατον «parlementarisme rationalisé». Βλ. σχετικάτοκλασικόέργοτου Boris Mirkine- Guetzévitch, Les nouvelles tendances du droit constitutionnel, le renforcement de l’exécutif et le régime parlementaire, Revue de droit public et de science politique, 1930, σελ.490 επ.
[27] Βλ. σχετικά Αλέξανδρου Σβώλου, Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ο.π., σελ.106
[28] Βλ. σχετικά Χρήστου Τσαϊτουρίδη, Η ιδιότυπη θέση του Αλέξανδρου Σβώλου στην ελληνική συνταγματική επιστήμη, σε Γιώργου Κασιμάτη-Γιώργου Αναστασιάδη (επιμ.), Αλέξανδρος Σβώλος, ο συνταγματολόγος, ο πολιτικός, ο οραματιστής, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα, 2009, σελ.163. Ο ίδιος ο Σβώλος σημειώνει, βέβαια, ότι «η καθολική ψηφοφορία προϋποθέτει ήδη την ανισότητα και τις διακρίσεις. Όμως, δεν σημαίνει την αναγωγή της ανθρώπινης ισότητας σε πολιτικό ή νομικό κανόνα, ούτε την εξομοίωση πάντων των υπό την πολιτικήν εξουσίαν υπηκόων προς τους επί τη βάσει ωρισμένης ομοιογένειας – κοινωνική τάξη ή εθνικότης- συγκροτούντας εκάστοτε τον «Λαόν». Γι’αυτό και δεν πρέπει να φαίνεται παράδοξο ότι η διεύρυνση του εκλογικού σώματος – η διάδοσις δηλαδή της πολιτικής ισότητας- εσημειώθη εξελικτικώς και βαθμιαίως κατά τον 19ον αιώνα και, μέχρι σήμερον ακόμη, δεν συμπίπτει πλήρως η ιδιότης του εκλογέως ούτε με την του κατοίκου, ούτε με την του κεκτημένου την ιθαγένειαν της χώρας», Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.211. Για τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών βλ. Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.259
[29] Ο Σβώλος θεωρεί ότι «γνήσιας δυνάμεις αντιστάσεως κατά της κομματικής παντοδυναμίας και τυπικώς κατά της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και της θελήσεώς της απομένουν οι μη πολιτικές» (η αντιπροσωπεία των συμφερόντων, η ανεξαρτησία της γραφειοκρατίας, ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων, η διοικητική δικαιοσύνη). Βλ. ιδίου, Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ό.π. σελ.123 επ. και Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.330
[30] Στον πρόλογό του στο «νέον Σύνταγμα» ο Σβώλος αναφέρει χαρακτηριστικά : «Αλλ’ο μύθος είναι γόνιμος∙συντηρεί την διαρκήν τάσιν προς τα δύο ιδανικά. Είναι ο κεκρυμμένος θησαυρός, περί του οποίου ωμιλεί προς τα τέκνα του ο γεωργός της παραδόσεως, δια να τ’αναγκάση να σκάπτουν διαρκώς βαθύτερα τον αγρόν του», Το νέον Σύνταγμα, ο.π. σελ.η’ και συνεχίζει λίγες γραμμές παρακάτω : «η σύμπτωσις της ελευθερίας και της ισότητος, την οποίαν παρακωλύει εντός του επικρατούντος τύπου του πολιτεύματος η διάκρισις της κοινωνίας εις τάξεις και η δυναμική υπεροχή της αρχούσης τάξεως, εξακολουθεί να επιζητήται, ένα και ήμισυν αιώνα από της πρώτης εξαγγελίας της, υπό των απειροπληθών μυριάδων των αδικημένων (…) την κοινωνικήν ισότητα και την πραγματικήν ελευθερίαν, την ίσην δηλ. συμμετοχήν εις τα κοινωνικά αγαθά, και την κατάλυσιν της εκμεταλλεύσεως ανθρώπου από άνθρωπον, την νέαν, αληθή «κυριαρχίαν του λαού». Εις το πλαίσιον της μελλοντικής ταύτης δημοκρατίας, της οποίας ούτε εύκολον, ούτε αναγκαίον είναι να συλλάβωμεν apriori τας οργανωτικάς βάσεις, δεν θα χωρή η πολιτική υπεροχή μιας τάξεως – όσον δήποτε και αν αυτή και σήμερον είναι πεπερασμένη ∙ ούτε, συνεπώς, το περιεχόμενόν της θ’αποτελήται από τας σημερινάς αντιθέσεις και τας ισορροπητικάς των μίξεις. – Αυτή είναι η ωραιοτέρα ανθρώπινη πεποίθησις. Το ιδανικόν αυτό εζωογόνει τους όχλους της γαλλικής επαναστάσεως όταν κατασκεύαζαν το αιματηρόν μεγαλείον της. Συντηρεί και σήμερα εις τας ψυχάς των ανθρωπιστών και των εργαζομένων μαζών το θάρρος δια την σκληροτέραν πάλην, εξ’όσων εγνώρισεν η ιστορία, προς θεμελιώδη μεταρρύθμισιν της κοινωνίας και του θεσμού του κράτους».
[31] Αυτό επισημαίνει και ο Σβώλος όταν αναφέρει την άποψη του Barnes ότι «κάθε πολιτική εξουσία είναι παράγωγος, δεν είναι απόλυτον, πρωτογενές και απεριόριστο φαινόμενο», Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.107
[32] Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.158. Είναι προφανής εδώ, κατά τη γνώμη μας, η συγγένεια της σκέψης του Σβώλου με τις απόψεις που έχει εκφράσει ο Rousseau στον Αιμίλιο. Ίσως, η επιμονή του Σβώλου στην εκπαίδευση να οφείλεται και στην ιστορία του εκπαδευτικού και του γλωσσικού ζητήματος, την οποία ο Σβώλος έζησε από κοντά ως μέλος του «Εκπαιδευτικού Ομίλου». Περισσότερα σε Γιώργου Κασιμάτη, Ο Αλέξανδρος Σβώλος και η εποχή του σε Γιώργου Κασιμάτη – Γιώργου Αναστασιάδη (επιμ.), Αλέξανδρος Σβώλος, ο συνταγματολόγος, ο πολιτικός, ο οραματιστής, ό.π., σελ.67
[33] Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.37. Για να προσθέσει ότι «άνευ της συνδρομής του στοιχείου τούτου και αυτή η αρμοδιότης των δικαστηρίων, η απειργούσα δια νομικών μέσων την κατάλυσιν του Συντάγματος, υπό των συντεταγμένων εξουσιών θα απέμενε άτονος, δεδομένου ότι ουδεμία δικαιοδοσία έχει την ισχύν να καταργήση αντισυνταγματικόν νόμον».
[34] Σύμφωνα με τον Σβώλο «η αντιπροσωπεία των συμφερόντων, τουναντίον, θα περιορίση αρχικώς και θα περιαγάγει τελικώς εις την υποτίμησιν την δύναμιν του κόμματος και την αρχήν της πλειονοψηφίας, ως θεμέλιον του σημερινού κρατικού μηχανισμού ∙ θα δημιουργήση επομένως άλλον εντελώς τύπον δημοκρατίας, στηριζόμενον επί της αρμοδιότητος αντί του αριθμού και επί της ουσιαστικής ισορροπίας των κοινωνικών δυνάμεων αντί της επιτυγχανόμενης σήμερον, δια διαφόρων μέτρων, τυπικής ισοδυναμίας μεταξύ των διαφόρων του κράτους εξουσιών», ό.π., σελ.331. Σύμφωνα με το ν.3786/1929, μόνο τα 2/12 της Γερουσίας προέρχονταν από επαγγελματικές οργανώσεις ενώ η θητεία τους ήταν τριετής.
[35] «Το κύριον, άλλως τε, και ουσιώδες συστατικόν της αντιπροσωπείας των συμφερόντων είναι ότι δι’αυτής η «θέλησις του Κράτους» αποτελεί με περισσοτέραν ειλικρίνειαν και εγκυρότητα την έκφρασιν των θελήσεων της κοινωνίας. Διότι, το νέον σύστημα, υπό την έποψιν αυτήν, αποτελεί μορφήν επιστροφής εις την παράστασιν του Λαού δια της ταυτότητός του και συνάμα μεταφοράν του σκοπού του αντιπροσωπευτικού σώματος προς την πραγματικήν του βάσιν». Βλ. Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.166
[36] Ανατρέχουμε και πάλι στον πρόλογο του νέου Συντάγματος : «Από τας σημερινάς κρίσεις, από την παρατεταμένην νόσον της δημοκρατίας, δια μέσου οιωνδήποτε κλονισμών και μεταπτώσεων, η κοινωνία είναι αδύνατον να μη ιδρύση μια καλλιτέραν αύριον εντός του πλαισίου του κράτους του μέλλοντος. Έως τότε αι αντινομίαι της κοινωνίας θα αντανακλώνται εις την ζωήν της πολιτείας ∙ και η σύγχρονος δημοκρατία θα είναι ο επαρκέστερος μεταβατικός σταθμός πρός το κοινωνικόν ιδανικόν του πολιτεύματος», ό.π. σελ. θ’
[37] Η δημοκρατία του πλήθους στον Σβώλο νοείται βέβαια αριθμητικά, ως διεύρυνση του εκλογικού σώματος. Η αντίληψη όμως του λαού ως πλουραλιστικής ταυτότητας και όχι ως πλασματικής ενότητας μας θυμίζει το πλήθος ως διακριτή ποιοτικά οντότητα από τον λαό. Για μια σύγχρονη ματιά πάνω στη δημοκρατία του πλήθους με αφορμή την καταγωγή της έννοιας στον Spinoza και την εισαγωγή της στο έργο των Negri και Hardt, βλ. Αντώνη Μανιτάκη, Η έννοια του πλήθους και η ουτοπική προοπτική της παγκόσμιας δημοκρατίας (με αφορμή τη «Δημοκρατία του Πλήθους» στο έργο του Νέγκρι), (υπό δημοσίευση στον τιμητικό τόμο του Ζήση Παπαδημητρίου).
[38] Το μόνο σίγουρο πόρισμα που μπορεί να προκύψει για τη θέση του Σβώλου απέναντι στο Κράτος είναι ότι απορρίπτει κατηγορηματικά το φιλελεύθερο και μη παρεμβατικό Κράτος – νυχτοφύλακα. Σύμφωνα με τον Πάσχο, το κράτος θα κληθεί να εξυπηρετήσει αυτή τη σύμπτωση του κοινωνικού με το πολιτικό, γεγονός που θα σημάνει τελικά την απώλεια της «υπεροχής του έναντι της κοινωνίας. Θα μετασχηματίζεται και θα εμπλουτίζεται από αυτή, όχι για να εξαφανιστεί, αλλά για να περιοριστεί στην ελεγκτική αποστολή του και, έτσι, για να δημιουργηθεί ένας «νέος τύπος κράτους». Με τη θεσμοθέτηση της επαγγελματικής αντιπροσωπείας θα αμβλύνεται η πάλη των τάξεων, ενώ το ίδιο το κράτος θα χάνει βαθμηδόν τον πολιτικό του χαρακτήρα για να γίνει μοιραία ο οικονομικός μηχανισμός όλων των τάξεων, όπου θα ταυτίζονται η κοινωνική και η πολιτική εξουσία». Βλ. Πάσχο, ό.π. σελ.65 και Το νέον Σύνταγμα, ό.π. σελ. 167. Άλλωστε, σύμφωνα με τον ίδιο τον Σβώλο, «οι κλονισμοί τους οποίους υφίσταται, ιδίως μετά τον πόλεμον, ως κυβερνητικόν σύστημα, οφείλονται μεν εις την κοινωνιολογικώς διαπιστουμένην αδυναμίαν του Κράτους όπως ανταποκριθή, έστω και ως διαιτητής, εις τας αλληλοσυγκρουομένας απαιτήσεις της χωρισμένης κατά συμφέροντα και τάξεις κοινωνίας, αλλά τροφοδοτούνται συνάμα επιφανειακώς εκ των προβλημάτων της ισορροπίας, τα οποία είναι μάλλον ή ήττον κατά χώρας εμφανή», Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ό.π., σελ.133
[39] Σε μια στιγμή δυνατού ρεαλισμού παραδέχεται ότι «ως έχει ήδη εξαρθή, το τόσον αναγκαίον εν τη δημοκρατία «δόγμα της πλειοψηφίας» δυσκόλως δύναται να συμβιβασθή προς το αίσθημα της ελευθερίας. Είναι δε τόσον φυσική η αντίθεσις αυτή, ώστε δύναται τίς να φαντασθή ότι θα υφίσταται και όταν ακόμη η κοινωνική βάσις του πολιτεύματος ριζικώς μεταβληθή, δια της καταλύσεως της διακρίσεως τάξεων – και όταν δηλαδή η έλλειψις κοινωνικού διαφορισμού θελήσεων αφαιρέση την οξύτητα της σημερινής αντιθέσεως προς το δόγμα της πλειοψηφίας», βλ. Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ό.π. σελ.133
[40] Στο πλαίσιο ακόμη και μια δημοκρατικότερης τάσεως της φιλελεύθερης δημοκρατίας, δηλαδή της προαγωγής της ταυτότητας και όχι της ετερότητας του λαού, ο Σβώλος ομολογεί ότι «καμμία δηλ. μεταρρύθμισις δεν είναι ικανή να ανυψώση το σύγχρονον κράτος εις την περιωπήν της απολύτου επαρκείας και της απολύτου κοινωνικής συμπτώσεως. Και αν από τοιαύτης απόψεως εξητάζετο η αντιπροσωπεία των συμφερόντων, θα ήτον ολιγώτερον μεν άλλων χιμαιρικής σημασίας μεταρρύθμισης, αλλά πάντως θα ωδήγει εις τας αυτάς διαψεύσεις», Το νέον Σύνταγμα, ό.π., σελ.174
[41] Βλ. σχετικά Ξενοφώντα Κοντιάδη-Χαράλαμπου Ανθόπουλου (επιμ.), H κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2008

Ο Αλ. Σβώλος και το Πανεπιστήμιο Αθηνών: μια περιπετειώδης σχέση

Ακρίτας Καϊδατζής, Δ.Ν., Δικηγόρος

Ο Αλ. Σβώλος και το Πανεπιστήμιο Αθηνών: μια περιπετειώδης σχέση
Ι.
«Την δε έδραν του Συνταγματικού Δικαίου, όπως έγραψε από του 1850 ο αρχαιότερος κάτοχος αυτής, ο Ν.Ι. Σαρίπολος, αντιλαμβάνομαι αληθώς ως την “ελευθεροτάτην των εδρών του Πανεπιστημίου”. Διδάσκοντες και διδασκόμενοι εξ αυτής πρέπει να αισθάνωνται ζωηρώς ότι το πνεύμα του ελληνικού Συντάγματος είναι κατ’ εξοχήν πνεύμα ελευθερίας»[1].
Αυτά έλεγε ο Αλέξανδρος Σβώλος στις 30 Μαρτίου 1929, στον εναρκτήριο λόγο του ως καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σε άλλο σημείο του λόγου του θα μνημονεύσει το δάσκαλό του, Ν.Ν. Σαρίπολο, για την αρετή του περί «το ανέχεσθαι των αντιβαινόντων παρρησιαστικώς ταις γνώμαις αυτού»[2]. Μιλούσε βεβαίως από προσωπική πείρα. Είχε αξιωθεί το δημόσιο έπαινο και την αναγνώριση του δασκάλου, παρά τα όσα τους χώριζαν επιστημονικά[3].
Ο Σβώλος τιμήθηκε από το Πανεπιστήμιο και τη Νομική Σχολή. Υφηγητής της Γενικής Πολιτειολογίας το 1919. Τακτικός καθηγητής στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου το 1929. Κοσμήτορας της Νομικής Σχολής το ακαδημαϊκό έτος 1934-35. Νεωτεριστής στην επιστήμη του και με διακηρυγμένες σοσιαλιστικές πεποιθήσεις, ο Σβώλος κέρδισε παρόλα αυτά την αποδοχή και την εκτίμηση των συναδέλφων του, όπως και το θαυμασμό των μαθητών του. Πέρα από τη σπάνια κατάρτιση, την επιστημονική αυστηρότητα και συνέπεια, το χάρισμα στη γραφή και το λόγο, ο Σβώλος αγαπούσε το πανεπιστήμιο και τη διδασκαλία. Ένιωθε ουσιαστικά την ιδιότητα του μέλους της πανεπιστημιακής κοινότητας και αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως συνεχιστή μιας παράδοσης που φτάνει μέχρι το Σαρίπολο πατέρα.
Με την παράλληλη δημόσια δράση και τους αγώνες του, ως συνταγματολόγος, ως διανοούμενος, ως δικηγόρος και ενεργός πολίτης, ο Σβώλος υπήρξε διαχρονικά «ενοχλητικός» για τους κρατούντες. Θα απολυθεί τέσσερις φορές από το πανεπιστήμιο, οριστικά το 1946. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι, στα ταραγμένα εκείνα χρόνια των διαδοχικών κινημάτων και των πολιτειακών μεταβολών, πιθανότατα ανέμενε τις διώξεις που υπέστη από την πολιτική εξουσία. Αυτό που ίσως δεν ανέμενε –και πρέπει να τον πίκρανε βαθιά– ήταν ότι, στην πιο δύσκολη στιγμή, τον αποκήρυξε το ίδιο το πανεπιστήμιό του.
Κι αυτό που εμείς σήμερα δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε είναι ότι ο μεγαλύτερος ίσως Έλληνας συνταγματολόγος του 20ου αιώνα δεν δίδαξε στο πανεπιστήμιο ως καθηγητής συνολικά περισσότερο από εννιά χρόνια.
ΙΙ.
Μετά την καταστολή του κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935 ο Σβώλος θα απολυθεί από το πανεπιστήμιο με τη Δ΄ Συντακτική Πράξη «περί εκκαθαρίσεως» της κυβέρνησης Π. Τσαλδάρη[4]. Αυτή ήταν η πρώτη απόλυσή του.
Η αφορμή για την απόλυση ήταν καταφανέστατα προσχηματική, διότι ο Σβώλος όχι μόνο δεν συνδεόταν με οποιονδήποτε τρόπο με το βενιζελικό κίνημα, αλλά αντιθέτως είχε ασκήσει οξεία κριτική στο Βενιζέλο προκαλώντας μάλιστα τη μήνη του. Το πρόσχημα για την απομάκρυνσή του, θα γράψει ο Ηλίας Τσιριμώκος, «ήταν ηλίθιο, γιατί ο Σβώλος όχι μόνο δεν μπορούσε να ευνοήση το Κίνημα, αλλά και κάθε άλλο παρά πολύ ομαλές σχέσεις είχε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, γιατί πολλές ενέργειές του τις είχε επικρίνει δημόσια»[5]. Όπως και ο ίδιος ο Σβώλος με πικρία διαπιστώνει στη συγκλονιστική ανοιχτή επιστολή που απηύθυνε ως αποχαιρετισμό προς τους φοιτητές του (η οποία μετά την απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο θα κυκλοφορήσει σε αυτοτελές φυλλάδιο): «Ως προς εμένα, μάλιστα, η Κυβέρνησις δεν έκαμεν άλλο παρά να πραγματοποιήση παλαιάν απειλήν των αντιπάλων της. Διότι, όπως είναι κοινώς γνωστόν, προ τεσσάρων ήδη ετών αυτός ούτος ο τότε Πρωθυπουργός κ. Βενιζέλος είχεν απειλήσει από του βήματος της Γερουσίας ότι θα καταργήσει την έδραν του Συνταγματικού Δικαίου, δια ν’ απολυθώ από το Πανεπιστήμιον, ούτως ώστε να μην ενοχλήται το Κράτος από τας επιστημονικάς γνώμας μου, οσάκις δεν θα του ήσαν ευχάριστοι. Και πράγματι, η αλήθεια και η ανεξαρτησία της γνώμης των ακαδημαϊκών επιστημόνων ενοχλούν πάντοτε τους κυβερνώντας. Και δι’ αυτό εις τον κολασμόν της ευχαρίστως συναντώνται φίλοι και εχθροί»[6].
Ο Σβώλος θα επανέλθει στο πανεπιστήμιο στις αρχές του 1936[7], μετά την επάνοδο του βασιλιά Γεωργίου Β΄, ο οποίος μάλιστα θα τον παρασημοφορήσει για την προσφορά του στην πατρίδα και την επιστήμη!
Στη θέση του όμως δεν θα παραμείνει παρά λίγους μήνες μόνο. Με την επιβολή της δικτατορίας της 4η Αυγούστου 1936 θα απολυθεί για δεύτερη φορά. Αυτή τη φορά, η απόλυσή του συνοδεύεται με μακρόχρονη εκτόπιση, διαδοχικά στην Ανάφη, τη Μήλο, τη Νάξο και τελικά τη Χαλκίδα.
Τον Μάιο του 1939 θα ανασταλεί η εκτόπισή του, αλλά στο πανεπιστήμιο θα επανέλθει μόλις το 1941, με την έναρξη της κατοχής.
Τον Απρίλιο του 1944 ο Σβώλος θα ανέβει στη Βίνιανη Ευρυτανίας για να αναλάβει την προεδρία της ΠΕΕΑ, της «κυβέρνησης του βουνού». Σ’ αυτή συμμετέχουν άλλοι δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Άγγελος Αγγελόπουλος, της Νομικής Σχολής, και ο Πέτρος Κόκκαλης, της Ιατρικής. Μαζί με τον καθηγητή της Φυσικομαθηματικής Γεώργιο Γεωργαλά, ο οποίος θα εκλεγεί αντιπρόσωπος στο Εθνικό Συμβούλιο των Κορυσχάδων, θα συνδεθούν εφεξής με κοινή μοίρα. Στο Πανεπιστήμιο θα τους ονομάσουν «οι καθηγηταί του βουνού».
Η αντίδραση του Πανεπιστημίου είναι άμεση. Στις 27 Απριλίου 1944, οι τέσσερις θα απολυθούν, με την αιτιολογία ότι «εγκατέλειψαν αυθαιρέτως τις θέσεις τους». Αυτή ήταν η τρίτη απόλυση για το Σβώλο.
Με την απελευθέρωση ο Σβώλος συμμετέχει στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου, ως Υπουργός Οικονομικών, με υφυπουργό τον Άγγ. Αγγελόπουλο, αν και μόνο για ενάμιση μήνα. Θα παραιτηθεί στις 2 Δεκεμβρίου, λίγο πριν ξεσπάσουν τα Δεκεμβριανά. Εντωμεταξύ, με το διάταγμα της 16/27.11.1944 είχε ακυρωθεί η προηγούμενη απόλυση των τεσσάρων.
ΙΙΙ.
Το σημείο τομής που σηματοδοτεί και την οριστική διάρρηξη των δεσμών του πανεπιστημίου με το Σβώλο υπήρξαν τα Δεκεμβριανά και ιδίως τα επεισόδια στο Πανεπιστήμιο, όπου καθηγητές και υπάλληλοι κρατήθηκαν όμηροι του ΕΛΑΣ. Ο Σβώλος δεν είχε άμεση εμπλοκή στα Δεκεμβριανά και προβληματιζόταν για τη στάση που έπρεπε να κρατήσει –μια στάση αναμονής για την οποία δέχθηκε πυρά τόσο εκ δεξιών όσο και εξ αριστερών. Πολλοί όμως από τους συναδέλφους του στο Πανεπιστήμιο τον θεωρούν είτε υπαίτιο και καθοδηγητή της εξέγερσης είτε, έστω, ηθικό αυτουργό της.
Στο κλίμα αυτό η Γενική Συνέλευση των καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθηνών θα εκδώσει στις 13 Ιανουαρίου 1945 το γνωστό ψήφισμα, όπου ο Σβώλος αποδοκιμάζεται και χαρακτηρίζεται ως «αποστάτης της εθνικής ιδέας» και «ελληνόφωνος»! Το ψήφισμα υπογράφει η συντριπτική πλειονότητα των καθηγητών, περίπου εκατό. Μεταξύ των λίγων που αρνήθηκαν να συνυπογράψουν είναι οι συνάδελφοί του στη Νομική Σχολή Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος, Γεώργιος Μαριδάκης, Ξενοφών Ζολώτας και Αλέξανδρος Λιτζερόπουλος, καθώς και ο καθηγητής της Ιατρικής Βλαδίμηρος Μπένσης.
Όπως πάντως αποδείχθηκε αργότερα, και όπως και ο ίδιος ο Σβώλος αναγνώρισε[8], κάποιων καθηγητών οι υπογραφές είχαν προστεθεί εν αγνοία τους, ενώ άλλοι είχαν πιεστεί για να υπογράψουν.
Ακολουθεί, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Το άρθρο 3 της συμφωνίας προβλέπει αμνηστεία για τα πολιτικά εγκλήματα. Το άρθρο 7, με τίτλο «Εκκαθάρισις υπαλλήλων», προβλέπει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα κριθούν από ειδικά συμβούλια, όσοι είχαν συμμετάσχει στην εθνική αντίσταση επανέρχονται στις θέσεις τους για να κριθούν κι αυτοί, ενώ «δύνανται» να τεθούν σε διαθεσιμότητα μόνον όσοι «συμμετέσχον ή συνείργησαν εις την εκδήλωσιν των γεγονότων από της 3 Δεκεμβρίου 1944».
Η τύχη των τεσσάρων (Σβώλος, Αγγελόπουλος, Κόκκαλης, Γεωργαλάς) παραμένει ρευστή. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, της οποίας άλλωστε οι Σβώλος και Αγγελόπουλος είχαν υπάρξει μέλη, φαίνεται πως προτιμά να μη δοθεί συνέχεια και να επανέλθουν οι τέσσερις στο πανεπιστήμιο. Αυτή τη φορά όμως, ενώ η πολιτική εξουσία εμφανίζεται διστακτική, η πανεπιστημιακή εξουσία, δια της Συγκλήτου, τηρεί σκληρή στάση και απαιτεί την απομάκρυνση των τεσσάρων. Κάπου στο ενδιάμεσο, η Νομική Σχολή προβληματίζεται για τη στάση της και μεταθέτει την ευθύνη στα αρμόδια όργανα του πανεπιστημίου και της πολιτείας.
Η στάση της κυβέρνησης
Το ζήτημα της επανόδου των τεσσάρων στο πανεπιστήμιο θα συζητηθεί, με θετική πρόταση του Υπουργού Παιδείας, στο Υπουργικό Συμβούλιο. Διαβάζουμε στις εφημερίδες της 28.2.1945: «Υπό του κ. Υπουργού της Παιδείας ανεκοινώθη ότι κατά την χθεσινήν συνεδρίαν του Υπουργικού Συμβουλίου συνεζητήθη μεταξύ άλλων θεμάτων και το ζήτημα της απομακρύνσεως ή μη εκ του Πανεπιστημίου των καθηγητών κ.κ. Αγγελοπούλου, Γεωργαλά, Κόκκαλη και Σβώλου. Κατά την σχετικήν συζήτησιν εκρίθη ότι, κατόπιν της υπογραφείσης εν Βαρκίζη συμφωνίας, δεν είναι δυνατόν να υπάρξη ζήτημα απομακρύνσεως, εφ’ όσον ούτοι δεν θεωρηθούν βαρυνόμενοι με μη αμνηστευομένας πράξεις»[9].
Η στάση της Νομικής Σχολής
Στο ίδιο καταρχάς πνεύμα, θεωρώντας δηλαδή ότι μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας δεν υφίσταται οποιαδήποτε κύρωση σε βάρος των Σβώλου και Αγγελόπουλου, η Νομική Σχολή τούς καλεί να αναλάβουν καθήκοντα. Για το διάστημα μάλιστα από τα μέσα Φεβρουαρίου μέχρι τα τέλη Μαρτίου προσκαλούνται ανελλιπώς στις συνεδριάσεις της Σχολής και καταχωρίζονται στα πρακτικά ως απόντες.
Στην πρόσκληση αυτή θα απαντήσει ο Σβώλος με μια κάπως ειρωνική επιστολή του προς τη Σχολή, που δύσκολα κρύβει την πίκρα του: «Με έκπληξίν μου», γράφει, «είδα να καλούμαι εις συνεδρίαν της Σχολής. Δεν είχα μάθει ότι επαναδιωρίσθην μετά την απόλυσίν μου κατ’ Απρίλιον παρελθόντος έτους. Εδίστασα όμως αν αρμόζει να προσέλθω. Χωρίς κανέν άλλο συναίσθημα, ενεθυμήθην ότι μόλις πρό μηνός το σύνολο σχεδόν των Καθηγητών του Πανεπιστημίου, εξαιρουμένων ολίγων συναδέλφων που ετίμησαν τον εαυτόν των, με κατεδίκασε δια πανηγυρικού ψηφίσματος δια πράξεις τας οποίας δεν είχε την ευσυνειδησία να εξετάση αν έκαμα ή δεν έκαμα… Ψηφίσματα πολλά και με ευκολίαν έχει κατά καιρούς εκδώσει το Πανεπιστήμιον υπέρ προσώπων –και δεν υπήρξαν κατά κοινήν ομολογίαν τα καλύτερα των έργων του– εναντίον όμως προσώπων και μάλιστα λειτουργών του δεν γνωρίζω αν εξέδωσεν. Ίσως διότι άλλοτε, οι νομικοί τουλάχιστον, επίστευαν περισσότερον εις την αρχήν SUUMCUIQUETRIBUERE. Αξίζει να διδάσκη κανείς και με το παράδειγμά του»[10].
Η επιστολή αυτή, όπως και γενικότερα η στάση της Σχολής απέναντι στο Σβώλο, αποτέλεσε αντικείμενο μακρών και φορτισμένων συζητήσεων σε διαδοχικές συνεδριάσεις της Νομικής. Στη συνεδρίαση της 1ης Μαρτίου, οι Γεώργιος Ράμμος και Αλέξανδρος Τσιριντάνης διαμαρτύρονται για το υβριστικό περιεχόμενο της επιστολής, με την οποία εμμέσως χαρακτηρίζονται ως ασυνείδητοι όσοι υπέγραψαν το ψήφισμα του Ιανουαρίου, και υποβάλουν την πρόταση, η οποία θα γίνει δεκτή, να απαιτήσει η Σχολή από το Σβώλο να ανακαλέσει τα επίμαχα σημεία της επιστολής. Από την άλλη, ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος δηλώνει ότι διαφωνεί με το ψήφισμα, το οποίο δεν υπέγραψε, και ότι κατανοεί την αγανάκτηση του Σβώλου, διότι η χωρίς απολογία καταδίκη του αποτελεί παραβίαση της θεμελιώδους αρχής audiaturetalterapars. Ενδιαφέρον έχει η αποκάλυψη του Δημητρίου Καλιτσουνάκη ότι η υπογραφή του τέθηκε στο ψήφισμα εν αγνοία του, επειδή όμως πιθανολογεί ότι αυτό έγινε από τον αδελφό του, καθηγητή της Φιλοσοφικής, δεν το έκανε θέμα. Δηλώνει ότι δεν συμμερίζεται το περιεχόμενο του ψηφίσματος, αλλά επίσης ότι θεωρεί παρόλα αυτά υβριστική τη σχετική φράση της επιστολής, την οποία ο Σβώλος οφείλει να απαλείψει[11].
Το θέμα επανήλθε σε επόμενη συνεδρίαση της Σχολής. Η συζήτηση ξεκίνησε με ανάγνωση επιστολής του απόντος Χρήστου Πράτσικα, ο οποίος επικρίνει τη στάση της κυβέρνησης: «Ο κ. επί της Παιδείας Υπουργός», γράφει ο Πράτσικας, «συγχέει δύο πράγματα, τα οποία κατά την αντίληψίν μου όφειλε σαφώς να διακρίνη: α) ότι η αμνηστεία αίρει μόνον το αξιόποινον ωρισμένων πράξεων, δυναμένων να χαρακτηρισθώσιν ως πολιτικά αδικήματα, και β) ότι το ποινικόν τούτο συγχωροχάρτι, το δια της αμνηστείας παρεχόμενον, ουδαμώς έχει την δύναμιν να άρη και τα λοιπάς συνεπείας της πράξεως ή των πράξεων και δη την διατήρησιν ή μη της ιδιότητος του καθηγητού ή του δημοσίου υπαλλήλου εν γένει. Είναι δε απορίας άξιον πώς ο κ. επί της Παιδείας Υπουργός, ομοφωνούντος –ως φαίνεται εκ των ανωτέρω εις τας εφημερίδας ανακοινώσεών του– και του Υπουργικού Συμβουλίου, φαντάζεται ότι είναι δυνατόν να παρακαθήμεθα ως συνάδελφοι εν τη αυτή Σχολή ή εν τη Γενική Συνελεύσει… πάντες οι λοιποί υπερενεννήκοντα τον αριθμόν Καθηγηταί μετά των ανωτέρω τεσσάρων, επί τω λόγω και μόνον ότι συνέπεσεν μία (ας μη την χαρακτηρίσω εγώ) συμφωνία εν Βαρκίζη, να αμνηστεύση έν εκ των πολλών κατά της χώρας εγκλημάτων, και δη μόνον το της στάσεως, δια το οποίον η διάχυτος κοινή γνώμη και δημοσία κραυγή φέρουν τους ανωτέρω τέσσαρας ού μόνον απλώς ως ηθικούς αυτουργούς, αλλά ως αρχηγούς και οδηγούς… και ού μόνον της στάσεως, της και μοναδικής αμνηστευθείσας, αλλά και των μη αμνηστευθέντων λοιπών αδικημάτων της δηώσεως της Χώρας, εμπρησμού, φόνων, ληστειών, φθορών ξένης ιδιοκτησίας, παρανόμων κατακρατήσεων, βιαίων απαγωγών (ομηρίας), αντιποιήσεων αρχής, συνεννοήσεως με τον εχθρόν προς απόσπασπασιν τμημάτων της χώρας μας και προσάρτησιν αυτών εις ξένην, και δη εχθρικήν επικράτειαν κλπ.». Ο Πράτσικας θα αναφερθεί μάλιστα και στην πειθαρχική δίωξη του Ιωάννη Κακριδή, λέγοντας ότι είναι παράδοξο, να έχει επιβληθεί, λίγα μόλις χρόνια πριν, ποινή δίμηνης παύσης για τη χρήση του μονοτονικού και να μην κινείται πειθαρχική διαδικασία για τα πολύ σοβαρότερα εγκλήματα που καταλογίζει στο Σβώλο. Και συνεχίζει: «Κατά την δια τους τόνους δίκην του κ. Κακριδή, ο κ. Σβώλος διερρύγνυε τα ιμάτιά του, διότι δια της πειθαρχικής διώξεως του συναδέλφου “επιέζετο η ελευθερία της σκέψεως, της επιστημονικής πεποιθήσεως κ.τ.τ.”. Πώς τώρα οι ανωτέρω τέσσαρες, εν οις ο αυτός κ. Σβώλος, μεθ’ ων καλούμεθα να συμπαρακαθήσωμεν, δεν αισθάνωνται εξεγειρόμενην την συνείδησίν των, όχι δι’ απλήν “καταπίεσιν της επιστημονικής πεποιθήσεως ή ελευθερίας γνώμης”, αλλά δι’ εγκλήματα κατ’ αυτού του ανθρωπισμού, πρωτοφανή εις αγριότητα, προβλεπόμενα δε υπό του ποινικού νόμου, στραφέντα και κατά συναδέλφων του και των οποίων η κοινή βοή φέρει ως ηθικούς αυτουργούς, αν μη και αρχηγούς και οδηγούς τους ανωτέρω τέσσαρας;». Και καταλήγει, δηλώνοντας ότι θα απέχει από τις συνεδριάσεις της Νομικής Σχολής και της Γενικής Συνέλευσης των Καθηγητών, έως ότου «καθ’ ένα οιονδήποτε τρόπον, είτε δηλαδή δια της πειθαρχικής είτε της διοικητικής είτε της ποινικής οδού, κριθεί ότι δεν υπήρξαν συνάδελφοι μετασχόντες, εγκρίναντες, ευνοήσαντες εγκλήματα»[12].
Η συζήτηση συνεχίστηκε με την πρόταση του Κωνσταντίνου Τσάτσου, να δοθεί η ευκαιρία σε όσους υπέγραψαν το ψήφισμα να αιτιολογήσουν την άποψή τους, προς απάντηση της επιστολής Σβώλου. Στην πρόταση αυτή αντέδρασε έντονα ο Γεώργιος Πετρόπουλος –ο οποίος, σημειωτέον, ήταν από εκείνους που είχαν κρατηθεί όμηροι στα Δεκεμβριανά. «Εις το σημείον αυτό», διαβάζουμε στα πρακτικά, «εγειρόμενος ο κ. Πετρόπουλος μετ’ αγανακτήσεως λέγει: “δεν πρέπει να ασχολούμεθα με Βουλγαρικά ρυπαρογραφήματα”»[13].
Σε επόμενη συνεδρίαση της Σχολής, ο Μιχαήλ Δένδιας διευκρίνισε ότι οι καθηγητές που υπέγραψαν το ψήφισμα δεν γνώριζαν αν οι τέσσερις πράγματι συμμετείχαν στο κίνημα του Δεκεμβρίου ή έστω το επιδοκίμαζαν. Ο ίδιος αντιλαμβανόταν το ψήφισμα ως έκφραση αποδοκιμασίας του κινήματος του Δεκεμβρίου και ως διαμαρτυρία για την ομηρία καθηγητών. Καταλήγει λέγοντας ότι η Σχολή δεν είναι αρμόδια να επιληφθεί ούτε της ποινικής ούτε της πειθαρχικής δίωξης των καθηγητών της, αλλά, λόγω της σοβαρότητας των κατηγοριών που τους βαρύνουν, θα έπρεπε είτε οι ίδιοι να το ζητήσουν είτε η Πρυτανεία και η Σύγκλητος να τους εισάγουν σε πειθαρχική δίκη, ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να απολογηθούν[14].
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, μέμφεται το Σβώλο κυρίως διότι, με την ανάληψη της προεδρίας της ΠΕΕΑ, προσέδωσε ηθικό κύρος και δημοκρατικό προπέτασμα στις οργανώσεις οι οποίες στη συνέχεια στασίασαν. Κατά την άποψή του, ο Σβώλος «έπρεπεν όχι μόνον να προβή εις ρητήν αποδοκιμασίαν των εγκλημάτων και των διαπραξάντων αυτά, αλλά και να προσπαθήση να αφαιρέση από τους στασιαστάς τας ηθικάς δυνάμεις και το ηθικόν κύρος, το οποίον τους προσέφερε δι’ άλλους ασφαλώς σκοπούς, δια δημοσίας αποκηρύξεως. Αντί τούτου εσιώπησεν». Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Τσάτσος συνυπέγραψε το ψήφισμα, κάτι που έκανε, όπως λέει, με πόνο ψυχής, αφού συνδέεται με το Σβώλο με αισθήματα ειλικρινής εκτίμησης και φιλίας[15].
Στη συζήτηση που επακολούθησε, αρκετοί διατύπωσαν τον προβληματισμό τους ως προς το αν πρέπει η Σχολή να λάβει πρόσθετα μέτρα κατά του Σβώλου. Σχεδόν με ανακούφιση, πολλοί επισήμαναν ότι τυπικά η Σχολή δεν έχει αρμοδιότητα για την κίνηση οποιασδήποτε διαδικασίας και, επομένως, εναπόκειται στα όργανα του Πανεπιστημίου και της πολιτείας να λάβουν την όποια απόφαση.
Η στάση της Συγκλήτου
Σε αντίθεση με τη Νομική, το κλίμα στη Σύγκλητο είναι απροκάλυπτα εχθρικό. Για τους περισσότερους συγκλητικούς, ο Σβώλος είναι εκ των ηγετών ή, πάντως, των ηθικών αυτουργών των Δεκεμβριανών.
Στη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 1945 διαπιστώνεται ότι από τα τέλη Νοεμβρίου του προηγούμενου έτους είχε ακυρωθεί η προηγούμενη απόλυση των τεσσάρων. «Κατά συνέπεια ούτοι, όντες δημόσιοι υπάλληλοι κατά την έναρξιν του στασιαστικού κινήματος μηνός Δεκεμβρίου ιδίου έτους [1944], υπάγονται εις τας διατάξεις της σχετικής εγκυκλίου του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως, δι’ ης οι μη εμφανισθέντες μέχρις της 15ης Ιανουαρίου 1945 παύουν μισθοδοτούμενοι εκ της υπηρεσίας των από 15.1.45 και εφεξής» και προτείνεται να τεθούν σε διαθεσιμότητα[16].
Η Συμφωνία της Βάρκιζας είχε βέβαια αλλάξει τα δεδομένα. Αλλά για τη Σύγκλητο οι τέσσερις εξακολουθούν να είναι ανεπιθύμητοι. Ζητείται ευθέως από το Υπουργείο να λάβει μέτρα: «Η Πανεπιστημιακή Σύγκλητος κατά την συνεδρίαν αυτής της 27ης Φεβρουαρίου ε.έ., λαβούσα υπ’ όψει την προ του στασιαστικού κινήματος δράσιν των καθηγητών Αλ. Σβώλου και Αγγ. Αγγελοπούλου, της Νομικής, Π. Κόκκαλη, της Ιατρικής, και Γ. Γεωργαλά, της Φυσικομαθηματικής, την ενεργόν συμμετοχήν αυτών εις το στασιαστικόν κίνημα, έτι δε την δυσφορίαν και τον αναβρασμόν, όστις παρατηρείται εις τους καθηγητικούς κύκλους δια την περίπτωσιν αναλήψεως των καθηκόντων αυτών, απεφάσισε να εισηγηθεί εις την Κυβέρνησιν την λήψιν των υπό της κειμένης νομοθεσίας ενδεικνυομένων μέτρων προς εξασφάλισιν της Πανεπιστημιακής τάξεως και ησυχίας»[17].
Στην επόμενη συνεδρίαση της Συγκλήτου, ο Σπυρίδων Δοντάς, καθηγητής της Ιατρικής, θα εντείνει την αντιπαράθεση κατά των τεσσάρων. Μαζί του θα συνταχθεί Νικόλαος Μιχαηλίδης, Κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής, ο οποίος προειδοποιεί ότι, αν οι τέσσερις επανέλθουν μετά τη λήξη της διαθεσιμότητας, θα βρουν αντιμέτωπους καθηγητές και φοιτητές. Πιο επιφυλακτικός είναι ο Αντιπρύτανης Δ. Μπαλάνος, καθηγητής της Θεολογικής, ο οποίος έκανε λόγο, αναφερόμενος στο ψήφισμα του Ιανουαρίου, για «εξηναγκασμένας υπογραφάς», καθώς και ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Ερρίκος Σκάσσης, ο οποίος θα υποστηρίξει το Σβώλο για το εθνικό έργο του κατά την κατοχή, στην Επιτροπή Μακεδόνων και Θρακών[18].
Οι απόψεις Δοντά φαίνεται όμως πως επικρατούν. Λέει για τους «καθηγητάς του βουνού» σε μια χαρακτηριστική αποστροφή του λόγου του: «Όλοι οι καθηγηταί τους οποίους συνάντησα αυτάς τας ημέρας ευρίσκονται εις δικαίαν εξέγερσιν εκ της ειδήσεως ότι οι αναμειχθέντες εις το κίνημα καθηγηταί, αίτινες απεδείχθησαν αρχηγοί και ηθικοί αυτουργοί των διαπραχθεισών αντεθνικών και εγκληματικών πράξεων, τίθενται εις απλήν διαθεσιμότητα. Η πειθαρχική αύτη ποινή είναι απλή θωπεία, χρησιμεύουσα ως ασπίς προφυλακτική από βαρυτέρας ποινάς. … Τινές δ’ εξ αυτών είχον την τόλμην, μετά την αμνηστείαν να εμφανισθούν και εις το Πανεπιστήμιον και ν’ αναλάβουν υπηρεσία. Αλλοίμονον όμως εάν το Εθνικόν της Ελλάδος Πανεπιστήμιον, το οποίον από της ιδρύσεώς του επί ένα ήδη αιώνα ήτο ίδρυμα μάλλον εθνικόν παρά εκπαιδευτικόν, … ανεχθή τώρα να έχη καθηγητάς ανθρώπους συνειδητώς δράσαντες αντεθνικώς και παραβάτας του κοινού ποινικού δικαίου…»[19].
Η οριστική απόλυση
Τέλη Μαρτίου εκδίδεται η Συντακτική Πράξη 25/1945[20]. Σύμφωνα μ’ αυτή, δημόσιοι υπάλληλοι που «συμμετέσχον ή συνήργησαν εις την εκδήλωσιν της στάσεως της 3ης Δεκεμβρίου 1944» τίθενται εις διαθεσιμότητα και για την τύχη της θέσης τους θα αποφασίσει η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές, μετά από κρίση ειδικής τριμελούς επιτροπής.
Κατ’ εφαρμογή της Σ.Π. 25/1945 συγκροτείται το Μάιο, με απόφαση του Υπουργού Παιδείας Δ. Μπαλάνου, επιτροπή αποτελούμενη από τον αρεοπαγίτη Ιωάννη Σακκέτα ως Πρόεδρο και τους καθηγητές Ιωάννη Γεωργιάδη και Νικόλαο Εξαρχόπουλο, προκειμένου να «κρίνη τους συμμετασχόντες ή συνεργήσαντας εις την εκδήλωσιν του κινήματος της 3ης Δεκεμβρίου 1944 καθηγητάς»[21].
Οι τέσσερις παραμένουν έτσι επί μακρόν σε διαθεσιμότητα. Η οριστική κρίση για τη διατήρηση ή μη της θέσης της δεν θα ληφθεί όμως παρά πολύ αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1946, κατ’ εφαρμογή του Θ΄ Ψηφίσματος «περί εξυγιάνσεως των δημοσίων υπηρεσιών»[22]. Σύμφωνα με το ψήφισμα, «δικαστικοί λειτουργοί, καθηγηταί Πανεπιστημίου, λοιποί εκπαιδευτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι…, αναστελλομένης της ισχύος των σχετικών περί ισοβιότητος και μονιμότητος των δημοσίων υπαλλήλων διατάξεων του ισχύοντος Συντάγματος, απολύονται κατά τους ορισμούς του παρόντος» (άρθρο 1). Μεταξύ των λόγων απόλυσης προβλέπεται και η «οιαδήποτε συμμετοχή ή συνέργεια εις την εκδήλωσιν της από 3ης Δεκεμβρίου 1944 μέχρι 12ης Φεβρουαρίου 1945 στάσεως και οιαδήποτε έκτοτε και εφεξής μέχρις λήξεως της ισχύος του παρόντος δράσις –ή και συμμετοχή εις τοιαύτην– κατά της εν τω Κράτει εννόμου τάξεως ή υπέρ των συμμετασχόντων εις την ως άνω στάσιν ή και υπέρ των αντικρατικών και αντεθνικών επιδιώξεων και σκοπών τούτων» (άρθρο 2). Σημειωτέον ότι οι απολυόμενοι στερούνται δια βίου το δικαίωμα να καταλάβουν έμμισθη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική θέση, τακτική ή έκτακτη, ούτε μπορούν να διορισθούν δικηγόροι, συμβολαιογράφοι ή υποθηκοφύλακες (άρθρο 8 παρ 3). Επίσης, οι αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του ψηφίσματος δεν προσβάλλονται σε οποιοδήποτε τακτικό πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, ενώ οι απολυόμενοι υπάλληλοι δεν έχουν δικαίωμα προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας (άρθρο 11).
Το διάταγμα τη απόλυσης των Αλ. Σβώλου και του Άγγ. Αγγελόπουλου από το Πανεπιστήμιο Αθηνών θα εκδοθεί τον Οκτώβριο. Μετά την οριστική απομάκρυνσή τους από το Πανεπιστήμιο, η μόνη εγγραφή που βρίσκουμε στα πρακτικά της Νομικής Σχολής είναι μια ψυχρή ανακοίνωση της Πρυτανείας: «Ανακοινούται ότι δια Β.Δ. της 11.10.1946 απελύθη της υπηρεσίας ο τακτικός καθηγητής Αλ. Σβώλος συμφώνως προς το Ψήφισμα Θ΄ “περί εξυγιάνσεως των δημοσίων υπηρεσιών”»[23]. Ακολουθεί όμοια ανακοίνωση για την απόλυση του καθηγητή Άγγ. Αγγελόπουλου.


* Σχέδιο εισήγησης για το ΙΒ΄ Συνέδριο του Ομίλου ‘Αρ. Μάνεσης’, Αλέξανδρος Σβώλος. Μεταξύ Συντάγματος και πολιτικής στον αιώνα των άκρων, Φλώρινα-Μοναστήρι 21-23 Μαΐου 2010.
** Δ.Ν., Δικηγόρος.
[1] Αλ. Σβώλος, «Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας» [1931], σε: Προβλήματα του έθνους και της δημοκρατίας, τόμ. Α΄, Στοχαστής, Αθήνα 1972, σ. 75 επ. [138].
[2] Ό.π.
[3] Νεαρός διδάκτορας, ο Σβώλος θα τιμηθεί με το «Ράλλειον Βραβείον» για την πρωτοποριακή μελέτη του «Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργών υπό συνταγματικήν και οικονομικήν άποψιν» [1918] (σε: Νομικαί Μελέται, τόμ. Β΄, Εκδ. Ι.Ν. Ζαχαρoπούλου, Εν Αθήναις 1958, σ. 5 επ.). Εισηγούμενος στη Νομική Σχολή τη βράβευσή του, ο Ν.Ν. Σαρίπολος θα αναγνωρίσει στο μαθητή του «πλούτον γνώσεων, αξιοθαύμαστον ευρύτητα αντιλήψεως του θέματος, πολυσχιδή αυτού εξέτασιν, φιλοσοφικήν δύναμιν, ιστορικήν πολυμάθειαν, αρτίαν χρήσιν της ημεδαπής και ξένης σχετικής φιλολογίας, ύφος κομψόν και σαφές∙ δεν γνωρίζω τί να εξάρω περισσότερον. Προσθέσατε εις πάντα ταύτα, άτινα αποδεικνύουσιν άρτιον και εμβριθή επιστημονικόν νουν, πνοήν φιλανθρωπίας, ήτις διαπνέει ολόκληρον το λαμπρόν τούτο έργον και ήτις ευρίσκεται εν τη επικεφαλίδι αυτού “αγαπήσης τον πλησίον σου ως σεαυτόν” και μη διστάσητε να βραβεύσητε τον συγγραφέα» (αναφέρεται στο: Γ. Μιχαλογιάννης, Αλέξανδρος Σβώλος, Αθήναι 1957, σ. 9, υποσημ. 3).
[4] Δ΄ Συντακτική Πράξις της 1/1 Απριλίου 1935 «περί εκκαθαρίσεως των οργανισμών γενικώς δημοσίου δικαίου».
[5] Ηλ. Τσιριμώκος, Αλέξανδρος Σβώλος. Η δική μας αλήθεια, Αθήνα 1962, σ. 13.
[6] Αλ. Σβώλος, «Χαιρετισμός προς τους μαθητάς μου» [1935], σε: Προβλήματα του έθνους και της δημοκρατίας, τόμ. Α΄, Στοχαστής, Αθήνα 1972, σ. 25 επ.
[7] Με τη Β΄ Συντακτική Πράξη της 23/23 Ιανουαρίου 1936 «περί αναδιορισμού απολυθέντων υπαλλήλων των Δήμων, Βουλής, Γερουσίας και των Ν.Π.Δ.Δ. [κλπ.] και τροποποιήσεως της Α΄ Συντακτικής Πράξεως της 14.1.1936».
[8] Βλ. τη μαρτυρία του Μιχαλογιάννη, ό.π., σ. 23.
[9] Ιστορικό Αρχείο Πανεπιστημίου Αθηνών – ΙΑΕΚΠΑ, Νομική Σχολή, Πρακτικά Συνεδριών, τόμος 14ος, Συνεδρία της 22.3.1945, σ. 30-31, Καταχωρημένη στα πρακτικά επιστολή από 28.2.1945 του Χρ. Πράτσικα προς τη Νομική Σχολή.
[10] ΙΑΕΚΠΑ, Νομική Σχολή, Πρακτικά Συνεδριών, τόμος 14ος, Συνεδρία της 1.3.1945, σ. 19, Καταχωρημένη στα πρακτικά επιστολή από 24.2.1945 του Αλ. Σβώλου προς τη Νομική Σχολή.
[11] ΙΑΕΚΠΑ, Νομική Σχολή, Πρακτικά Συνεδριών, τόμος 14ος, Συνεδρία της 1.3.1945, σ. 19-20.
[12] Επιστολή Χρ. Πράτσικα, ό.π. (υποσημ. 9), σ. 30-33.
[13] ΙΑΕΚΠΑ, Νομική Σχολή, Πρακτικά Συνεδριών, τόμος 14ος, Συνεδρία της 22.3.1945, σ. 34.
[14] ΙΑΕΚΠΑ, Νομική Σχολή, Πρακτικά Συνεδριών, τόμος 14ος, Συνεδρία της 29.3.1945, σ. 38-39.
[15] Ό.π., σ. 39-42.
[16] ΙΑΕΚΠΑ, Πρακτικά Συγκλήτου Πανεπιστημίου Αθηνών, τόμος 56, Πανεπιστημιακό Έτος 1944-45, Πρυτανεία Ιω. Πολίτου, 18η Συνεδρία της 27.2.1945.
[17] Υπ’ αρ. πρωτ. 1186/1.3.1945 έγγραφο του Πρύτανη Ιω. Πολίτη προς το Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, σε: ΙΑΕΚΠΑ, Διορισμοί καθηγητών (Προκηρύξεις, πληρώσεις εδρών και άλλες διαδικασίες) 1941-1948, Αρ. φακέλου 195.3, Ακ. Έτος 1944-45, υποφάκ. 1/1944-45.
[18] ΙΑΕΚΠΑ, Πρακτικά Συγκλήτου Πανεπιστημίου Αθηνών, τόμος 56, Πανεπιστημιακό Έτος 1944-45, Πρυτανεία Ιω. Πολίτου, 19η Συνεδρία της 6.3.1945.
[19] Ό.π.
[20] Συντακτική Πράξις 25/21.3.1945 «Περί εκκαθαρίσεως των κρατικών οργανισμών εκ των λαβόντων μέρος [κλπ.] εις το στασιαστικόν κίνημα της 3ης Δεκεμβρίου 1944» (ΦΕΚ Α΄ 67/22.3.1945)
[21] Απόφαση 2393/1.5.1945 του Υπουργού Παιδείας, σε: ΙΑΕΚΠΑ, Διορισμοί καθηγητών (Προκηρύξεις, πληρώσεις εδρών και άλλες διαδικασίες) 1941-1948, ό.π. (υποσημ. 17).
[22] Θ΄ Ψήφισμα «περί εξυγιάνσεως των δημοσίων υπηρεσιών» (ΦΕΚ Α΄ 251/28.8.1946).
[23] Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ, Νομική Σχολή, Πρακτικά Συνεδριών, τόμος 14ος, Συνεδρία της 4.11.1946, σ. 204.

Τροποποιηση του Κανονισμου της Βουλης


Τροποποιηση του Κανονισμου της Βουλης

Τροποποιηθηκε ο Κανονισμος της Βουλης, προκειμένου να υπαχθει η Εθνικη Στατιστικη Υπηρεσια στην αρμοδιοτητα της Επιτροπης Θεσμων και Διαφανειας

Πατησε εδω για να δειτε το ΦΕΚ (αρχειο .pdf)

Μετανάστες και ιθαγένεια

Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής του Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ.

Μετανάστες και ιθαγένεια

Το νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών σχετικά με αλλοδαπούς που διαμένουν μακροχρόνια στην Ελλάδα αφορά ζητήματα καίριας σημασίας για το μέλλον της χώρας, αφού τις τελευταίες δεκαετίες διαβιοί σ’ αυτή μεγάλος αριθμός αλλοδαπών, με περαιτέρω αυξητική τάση. Αφετηρία του προβληματισμού θα έπρεπε να αποτελεί το γεγονός ότι ο γηγενής πληθυσμός αντιμετωπίζει τεράστιο πρόβλημα υπογεννητικότητας. Επομένως η διατήρηση της θέσης της χώρας στους παγκόσμιους και τους περιφερειακούς γεωπολιτικούς συσχετισμούς και στους αντίστοιχους καταμερισμούς εργασίας απαιτεί ενεργές παρεμβάσεις, για την αντιμετώπιση της προδιαγραφόμενης μείωσης και γήρανσης του πληθυσμού. Τέτοιες θα μπορούσαν πρωτίστως να είναι παρεμβάσεις δημογραφικής πολιτικής, όπως π.χ. σοβαρά γονικά επιδόματα, και άλλες παροχές, υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικά βάρη για τους άτεκνους κ.ά. Τούτο μάλιστα αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο όμως έχει μείνει γράμμα κενό. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η μεταναστευτική μας πολιτική μπορεί και πρέπει να συμβάλει στον στόχο της διατήρησης του πληθυσμού, με παράλληλη μέριμνα να πρόκειται για ανθρώπους ενσωματώσιμους στην ελληνική κοινωνία, αφού διαφορετικά αντί να αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα το επιτείνουμε.

Το αποφασιστικό κριτήριο πολιτογράφησης λοιπόν πρέπει να είναι η δυνατότητα ενσωμάτωσης, που θα μπορούσε να διαπιστώνεται με αντικειμενικό και αδιάβλητο τρόπο, όπως ιδίως η διεξαγωγή σε τακτά διαστήματα εξετάσεων για τις γνώσεις των ενδιαφερομένων σε θέματα ελληνικής γλώσσας και ιστορίας, σε συνδυασμό με την αποδεδειγμένη διαμονή στη χώρα για αρκετό χρονικό διάστημα και τη μη ύπαρξη ποινικής καταδίκης για σοβαρά αδικήματα. Το άρθρο 4 του νομοσχεδίου του υπουργείου Εσωτερικών καθιερώνει ωστόσο μία διαδικασία πολιτογράφησης (σε αντικατάσταση του σημερινού άρθρου 7 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας) η οποία δεν περιβάλλεται από εχέγγυα αντικειμενικότητας, αφού παρέχει διακριτική ευχέρεια για την εκτίμηση της ένταξης του αλλοδαπού στην ελληνική κοινωνία σε μια πενταμελή επιτροπή, αποτελούμενη κατά πλειοψηφία από διοικητικούς υπαλλήλους, χωρίς να κατοχυρώνεται καν η λειτουργική ανεξαρτησία των τελευταίων. Αντίθετα, για τέκνα αλλοδαπών τα οποία έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα το άρθρο 1 του νομοσχεδίου προβλέπει ότι αυτά αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια με απλή δήλωση των γονέων τους, υπό την προϋπόθεση ο ένας από τους γονείς να έχει πενταετή νόμιμη παραμονή στη χώρα, ή ακόμη και χωρίς αυτή, αν το τέκνο έχει παρακολουθήσει έξι τάξεις του ελληνικού σχολείου. Έτσι όμως δεν διασφαλίζεται η ενταξιμότητα του τέκνου που αποκτά την ιθαγένεια, αφού δεν απαιτείται η επιτυχής φοίτηση, αλλά απλή παρακολούθηση.

Διαφορετικό είναι το θέμα της συμμετοχής στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία προβλέπεται για συγκεκριμένες κατηγορίες αλλοδαπών (ομογενείς, κάτοχοι άδειας διαμονής αορίστου χρόνου κ.λπ.) στα άρθρα 12-17 του νομοσχεδίου. Τούτο αποτελεί εύστοχη πολιτική επιλογή, εφόσον πρόκειται για πρόσωπα που αποδεδειγμένα μετέχουν στην τοπική κοινωνία και έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τη διαχείριση των υποθέσεών της.

Συμπερασματικά, το θέμα του νομοθετικού καθεστώτος των αλλοδαπών και της ελληνικής ιθαγένειας χρειάζεται σοβαρή αντιμετώπιση, χωρίς ξενοφοβικά σύνδρομα αλλά και χωρίς βεβιασμένες κινήσεις. Εξίσου σοβαρή αντιμετώπιση χρειάζεται όμως και το θέμα της πραγματικής συμπεριφοράς των δημόσιων υπηρεσιών προς τους αλλοδαπούς, η οποία συχνά αποτελεί αντικίνητρο ενσωμάτωσής τους.

* Καθηγητής του Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ.

Το άρθρα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος», 11.1.2010

Ν. 3845/2010 Μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας («Μνημόνιο»)


Ν. 3845/2010 Μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας («Μνημόνιο»)

Για να διαβάσετε το ΦΕΚ πατήστε στο εικονίδιο του .pdf

A typology of the constitutional limitations on privatization

Akritas Kaidatzis, Lecturer in Constitutional Law, Aristotle University of Thessaloniki
I. A Legal Concept of Privatization: Transfer of Legal Power from the State to Private Persons
The first problem one faces when dealing with privatization from a constitutional law perspective is the absence of a commonly accepted definition of ‘privatization’. There exist, of course, various definitions of the term in statutes or other legal texts. However, these usually refer to rather particularistic aspects of a significantly broader phenomenon. Already in the 1980s it has been rightly stressed that ‘privatization’ is used as a ‘portmanteau’ or ‘umbrella’ term[1]. It denotes various policies which may entail the transfer of assets from the public to the private sector; the substitution of public by private law; the delegation of state tasks to private persons; or, more generally, a responsibility shift from the organized community to the individual.
What is common in all these is that they describe a process[2], and more particularly a transition process from some point of the public realm (the ‘Public’) towards some point of the private realm (the ‘Private’). Hence, privatization is some kind of move form the ‘Public’ towards the ‘Private’.
Now, the ‘Public’ and the ‘Private’ are not absolute instances. Rather they attain their meaning by their relation to each other –that is, by their placement in a given ‘Public/Private’ dichotomy[3]. This dichotomy can have many varying contents –for instance: accessible/closed, transparent/secret, common/individual, society/individual, state/society, state/market etc. One and the same category can be seen as public in one respect, and private in another. For example, in relation to the individual, society is attributed to the ‘Public’; but, in relation to the state, society is attributed to the ‘Private’. Moreover, the distinction between the ‘Public’ and the ‘Private’ is being blurred, but also at the same time confirmed, by their respective placement in some trisection such as ‘Private – Social – Public’; or ‘Private – Social/Public – the State’[4]. The varying meanings that the privatization’s starting point (the ‘Public’) and its direction (the ‘Private’) can have indicate that there is no single notion of the privatization but many differing ones which vary according to the context in which they are being understood.
It is apparent then that a great variety of social phenomena may be described as a transition process from the ‘Public’ to the ‘Private’, and hence labelled as ‘privatization’. Moreover, the term may be used with varying degrees of generality. It may refer to the specific act of a sale or it may describe far more general trends as indicated by expressions such as ‘privatization of politics’[5]; ‘privatization of law’[6]; ‘privatization of rights’[7]; or even ‘privatization of the world’[8]. One can easily assume that not all of these notions are constitutionally relevant, and even if so, not to the same extent.
Thus, in order to assess the constitutional relevance of privatization it is important to draw the boundaries of the phenomenon. And to do so, we first need to construct its defining criterion. For an economist, the defining criterion of privatization is the transfer of assets from the public to the private sector[9]. For a political scientist, it is the transfer of power from the state to the society, especially the strengthening of the market and of the individual responsibility[10].
Respectively, the defining criterion of a legal concept of privatization could be the transfer of legal power from the state to private persons[11]. By ‘legal power’ it is meant the power, i.e. the rights or competences, which the legal order recognizes to a person or entity. The ‘state’ is understood here as synonymous to public authority, hence encompassing not only the central government but also local authorities and other public law entities. The distinctive attribute of the state is the exercise of public power. The latter is exercised by public authorities not as a right but as a competence, provided for and organized by public law[12]. On the other hand, the private persons exercise rights instead of competences, and their relation to each other is regulated by private law. Nevertheless, this distinction is not an absolute one. The state may act not only in its capacity as public authority but also in a fashion similar to that of private persons, in which case it is subjected to private law. Therefore, as ‘private persons’ should be understood not only the individuals (natural persons) and the legal entities created by them (associations, companies etc.) but also the private law entities created by the state, such as a state-owned private law company.
It becomes apparent then that, for the concept of privatization proposed here, the distinction between ‘Public’ and ‘Private’ resembles the distinction between public law and private law, the former being understood as the law of the exercise of public power while the latter as the law of private relations.
II. A Typology of Privatization: Proprietary, Functional, Substantial, and Formal
One way to construct a typology of privatization is by asking the following two questions. Firstly, what kind of legal power is being transferred? More simply: What is being privatized? We can call this the ‘object of privatization’. And secondly, who obtains the transferred legal power? Or: Who obtains the privatized object? Let us call this the ‘subject of privatization’. (We do not need to ask the question of who transfers legal power to a private person, since this would in any case be the state in the broad sense understood here, i.e. some public authority).
The object of privatization can be either a state-owned asset or a state task. What is an ‘asset’ is of course readily apparent, for example real property, an enterprise, shares etc. Less obvious is the meaning of the term ‘state tasks’[13]. For our purposes, suffice is to say that a state task is an activity for which some public authority is responsible and which involves either the provision of a public service, such as social security, or the performance of a public function, such as policing. A more neutral, although not always accurate, term that is sometimes used is ‘public activities’[14]. It is important to note that the problem of the state tasks is essentially a constitutional problem[15].
The respective privatization types can be referred to as ‘proprietary privatization’ and ‘functional privatization’. Proprietary privatization is the transfer of property rights from the state to private persons. This usually involves an act of sale. The most prominent and most common case is of course the sale of public enterprises. Functional privatization, on the other hand, takes place when the state delegates the exercise of a state task –say, the provision of health services– to a private person without any property rights being transferred. This involves some kind of an act of delegation[16]. Given that state tasks are characterized by the responsibility of some public authority, the central issue here is what kind of responsibility (if any) the state retains after the delegation[17].
There is a crucial difference between proprietary and functional privatization. In the former case, the state simply transfers property rights, which are private rights. These rights as such are not in any way altered; the only thing that changes is their subject: a private person instead of the state. In the latter case, the state delegates public competences exercised by public authorities. This is a more subtle process, since it entails not only a change of the subject (a private person instead of the state) but also the transformation of the object, the formerly public competence, so that it can be exercised by the private person as its right. To put it simply, a public activity is transformed into a private one.
The subject of privatization can be either an enterprise of the private sector or a private law entity of the public sector. In the former case, legal power is being transferred from the state to what we can call a ‘genuinely’ private person, i.e. a natural person, an association of such persons, or rather, in the standard case, a private enterprise. Indisputably, these are subjects of constitutional rights and of the private autonomy. In the latter case, legal power is being transferred to entities, such as a private law company of the public sector, which may be seen as emanations of the state. However, the state acts here not in its capacity as public authority –it does not exercise public power– but rather at the same level as private enterprises, that is as a market actor. Thus, a private law company of the public sector (e.g. a state owned commercial bank) enters into common market transactions and acts more or less in the same manner as the respective private enterprises (e.g. a private bank). Nevertheless, it remains questionable to what extend the state-owned companies are subjects of constitutional rights[18].
The respective privatization types can be referred to as ‘substantial privatization’ and ‘formal (or organizational) privatization’[19]. Substantial privatization is the transfer of property rights or the delegation of state tasks to ‘genuinely’ private persons; that is from the public to the private sector. Formal (or organizational) privatization, on the other hand, is the transfer of property rights or the delegation of state tasks to private law entities, such as companies, of the public sector. These are established by the state in order to perform economic activities, which are essentially private. The state acts through them no longer as public authority but rather it uses private law forms of organization and action instead[20]. Whereas the substantial privatization involves a transition from the public to the private sector, in the formal privatization the transition is within the public sector. What is common in both cases is that legal power is being transferred to an entity organized by, and subjected to, private law.
The aforementioned typology, constructed on a double axis, according to the object (proprietary and functional) and to the subject (formal and substantial) of privatization, produces the categories presented in Table 1[21].


Table 1.
formal privatization
substantial privatization
Proprietary privatization
Asset transfer from the state to private law entities of the public sector (formal proprietary privatization)
Asset transfer from the public to the private sector (substantial proprietary privatization)
Functional privatization
Delegation of state tasks to private law entities of the public sector (formal functional privatization)
Delegation of state tasks to the private sector (substantial functional privatization)
Needless to say, this is a purely logical schematization. The privatization practice has produced a great variety of legal techniques, which do not always fit into those categories. Moreover, various combinations and refinements of the respective types exist. The point to be made here is that there is no single notion of privatization but rather many differentiated ones. Thus, it is useful to discern at least three broad categories:
– The most obvious type of privatization, and the most commonly perceived as such, is of course the sale of public enterprises, or, more broadly, the property transfer from the public to the private sector.
– A different type of privatization is the shift from public to private law in the implementation of public policies by the state. Using private law to re-organize public services and public functions the state substitutes its pubic offices by public enterprises, a process which could also be labelled as ‘de-administration’[22]. This makes the government more flexible but at the same time –which is a crucial issue– less restraint by public law obligations.
– Another type of privatization then is the delegation of state tasks to the private sector. However, whereas public authorities are bound by constitutional constraints and by the principle of legality, the private undertaker stands under the protection of constitutional rights and of the principle of private autonomy. This raises the danger that such a delegation could undermine constitutional accountability[23].
III. A Typology of the Constitutional Limitations on Privatization
Privatization as a Constitutional Problem
Do constitutions matter for privatization? A possible answer could be simply: no. According to this, constitutions are principally neutral towards privatization, in the sense that they usually neither prohibit nor prescribe a certain privatization. The decision for a privatization then would be just a matter of governmental policy whose implementation depends on the legislature, while the constitution confines itself just to posing the general framework for the transformation of policies into legal acts. After all, constitutional texts rarely make mention of privatization[24].
This perception, however, seriously undermines the political and normative magnitude of the constitution. A constitution is the act by which a state is constituted, i.e. the act of the political organization of a society, which implies the separation between the political sphere and the sphere of civil society[25]. To put it simply, through the constitution are drawn the separating lines between the public and the private[26]. Now, if privatization represents a shift in those separating lines, then there is an inevitable constitutional dimension to it[27]. The argument goes as follows: The constitution permits a certain margin of alteration in the relationship between public and private; privatization involves such an alteration; the question then is whether privatization remains within the constitutionally permitted margin.
Therefore, constitutions do matter for privatization. The central issue is to draw the boundaries of the realm that, according to the constitution, has to remain public. This is of great importance, since a constitution is able to guarantee a realm of freedom and autonomy, a private realm, only when –and indeed because– it entrenches at the same time a public realm, a realm of politics and authority. The constitution guarantees quite as much the private as well as the public realm. And, as the public cannot exist without the private, similarly the private cannot be maintained without the public.
Constitutional Law as the Law of Constitutional Limitations on Privatization
A privatization requires a political decision, which is often formulated as a programme of governmental policy (privatization programme). Law has a double function here[28]. On the one hand, law is the necessary means for the implementation of a political decision. The legislature transforms the political programme proposed by the government into a legal act. On the other hand, law has a relative autonomy towards politics, so that it may impose external constraints to the implementation of governmental policies. Certain political choices may be unacceptable to law, which then sets substantive or procedural limitations in order to prevent (or repeal) their transformation into legal acts. Therefore, law functions at same time as an implementation means and as a limitation to governmental policies[29].
Ordinary law is of course at the disposal of the legislature –and also, to a great extent, of the government through the governmental majority in Parliament. Generally speaking, ordinary law may be seen as a variable that, at least up to a point, adapts to political choices. On the contrary, constitutional law –as well as EC law[30]– is not at the disposal of the legislature. Hence, political choices have to adapt to constitutional law, which poses the constant upon which political decisions have to be reviewed. While ordinary law functions mainly as an implementation means for privatization programmes, constitutional law functions mainly as their limitation. Therefore, the constitutional law of privatization is mainly the law of constitutional limitations to privatization[31].
Certainly, constitutional law may also function in a way that facilitates privatization, for instance by providing justification for the relevant political decisions and inspiration for the formulation of privatization programmes[32]. But this is clearly a secondary role of the constitution in relation to privatization. A short note has also to be made here. While constitutional law is mainly restrictive to privatization, on the contrary, EC law is to a great extend facilitative to it[33]. A possible –although rather schematic– explanation for this is that, while a constitution constitutes a political union, and hence defines a public sphere that is being separated from the private sphere, EC treaties constitute, at least at the present stage of their development, primarily an economic union. The creation of a common market with free competition (still) forms the defining element of EC law. Therefore, EC law has an extended private sphere –and only a limited public one– to guarantee[34].
Substantive/Procedural, Explicit/Implicit Constitutional Limitations on Privatization
Generally, we can discern two sets of constitutional limitations on privatization. These are, firstly, substantive and procedural limitations and, secondly, explicit and implicit ones[35].
The substantive limitations initially deal with the question of whether a certain privatization is constitutionally permitted in the first place, or not (we can call this the ‘Whether’ question). To mention but two examples, art. 16 par. 5 of the Greek Constitution prohibits the establishment of universities by private persons; and arts 87d – 87f of the German Grundgesetz prescribe that certain public services, especially utilities infrastructure, be provided by federal administration (bundeseigene Verwaltung). Certainly, more often than not such limitations are not explicitly stated in the constitutions but rather derive from constitutional principles. Thus, the democratic principle may prohibit that certain so-called ‘core’ activities of the state be delegated to, constitutionally unaccountable, private persons[36]; or the social principle may prescribe that certain fundamental social services should be provided by the state[37]. Furthermore, the substantive limitations deal with the –practically, much more important– question of the conditions under which a principally permitted privatization may take place (the ‘If so, under which conditions’ question). This is the problem of the constitutional guarantees that should accompany a privatization, including those imposed after the actual act of privatization has taken place[38]. A major issue here is what kind of responsibility (if any) the state retains towards the privatized activity. It may be seen as a constitutional requirement, for instance, that, when the state delegates a public service to a private enterprise (hence privatizing the responsibility for the provision of the service), it nevertheless retains the responsibility for safeguarding the service to the citizens by way of regulation[39].
The procedural limitations deal with the question of how a political decision for a privatization will be legally implemented (the ‘How’ question). The central issue here is whether a privatization should be implemented through statute, or whether (and if so, to what extend) this can be made by governmental decree or by an administrative act[40]. Generally, the involvement of the Parliament should be regarded as a major guarantee not only of the rule of law principle but also, through the publicity of the parliamentary procedure, of the democratic principle[41]. A somewhat different issue poses the case where a constitutional amendment is required before a privatization may take place[42]. This, in turn, raises the problem of the limits on the power to revise the constitution, notably the problem of a constitutional core, within which possibly also a ‘domain réservé’ of the state[43], which cannot be amended.
Now, as has already been indicated, explicit limitations, i.e. limitations expressively provided for in constitutional provisions, are rather rarely to be found in constitutional texts[44]. Moreover, it is highly unlikely that we find any constitutional clauses, such as those provided for in many constitutions for nationalization[45], relating to privatization. The reason for this may be quite simple. Contrary to nationalization, which represents a direct interference with constitutional rights, the state needs no constitutional justification for privatization. To put it simply, the state may not nationalize unless this is allowed by the constitution, while it may privatize unless this is prohibited by the constitution.
Therefore, the limitations that a constitution poses on privatization are for the most part implicit limitations. This means that they are not readily apparent in the constitutional text but need to by discovered, namely to be derived from some explicit constitutional provision or, in most of the cases, from some constitutional principle. It becomes apparent, then, that the identification of the constitutional limitations on privatization requires a great deal of effort by way of constitutional interpretation.
In the remaining of the paper, I will propose a classification of the constitutional issues related to privatization, which might be helpful to the undertaking of identifying the constitutional limitations on privatization.
IV. A Classification of the Constitutional Issues Related to Privatization
Generally speaking, we can discern two broad types of state activity. An activity that the state performs can be regarded either as an economic activity or as an activity that entails the exercise of public power. In the former case, the state participates in the process of production and distribution of goods or services; it stands at the same level as private persons and therefore it is subjected to private law. Contract is the main legal form though which the state performs its economic activity. In the latter case, the state acts in its capacity as public authority and it is therefore subjected to public law. The exercise of public power takes the legal form of a legislative, an administrative, or a judicial act.
Certainly, this is not a straightforward distinction. It is not always obvious whether an activity that the state performs is of the former or of the latter type, and indeed many mixed forms exist. Nevertheless, this distinction provides the basis for the classification of state activity in four main categories:
a) Provision of (ordinary) market goods or services;
b) Provision of public services of an economic nature (or economic services of general interest);
c) Provision of public services of a non-economic nature (or non-economic services of general interest)[46];
d) Activities of policy-making, lawmaking and law enforcement.
Privatization raises different constitutional issues for each of the above categories. These can be summarized as follows:
a) Provision of market goods or services. The state provides ordinary goods or services through public enterprises –mostly, in the form of a private law company. These usually operate within a competitive market (e.g. in the industrial, agricultural, commercial, credit sector etc.), along with similar private enterprises and in the same manner as any market actor. We can regard this as a purely market activity of the state. In most of the cases, there would probably be no particular constitutional reason (although there may exist political or economic reasons) for the state to undertake such an activity. Hence, there would also be no constitutional obstacle if the state decided to dispose of it by selling the enterprise. However, the constitutional issues raised here have to do with the conditions upon which this sale takes place[47]. We can assume that, even in its decision to sell an enterprise, the state remains bound by the constitutional rights of the citizens as well as by a public law obligation to pursuit the public interest. If that is the case, then the state has no power to sell an enterprise to any buyer and at any price it wishes. An arbitrarily choice of the buyer or a pricing below the real value would entail an unfair advantage to the buyer and would thus be detrimental to the public interest[48]. Hence, a possible constitutional limitation on the sale of public enterprises would be the requirement for an open and objective privatization procedure and for a fair pricing.
b) Provision of public services of an economic nature. Public services differ from ordinary commodities in that the state assumes responsibility for (ensuring) their provision to every member of the community. Hence, they are addressed not to consumers but rather to citizens[49]. There exist economic and non-economic public services. In the former case, the provision of the service takes place through an act of market exchange (consumers enter into a contract with the provider); however, the state intervenes in the market process, in order to ensure that all citizens will be able to enter such a contract –that is, to guarantee equal and universal access to the service[50]. The main example here is the utility services, such as telecommunication and postal services, electricity and gas, water and sewerage, public transportation, and broadcasting. Traditionally, most European states have provided utility services through public, indeed nationalized, enterprises. In the standard case, these were excluded from competition; and they were operating under a special legal regime. The state then assumed both the responsibility for the provision (which is an economic activity) as well as for the ensuring of the provision to the citizens (which, as an intervention to market mechanisms, entails the exercise of public power). During the past two decades and a half, extensive privatization has taken place in the utilities sectors. This involved three main trends: the opening up of markets through abolition of monopolies (liberalization), which, in a broad sense, may be understood as delegation of (part of) the activity to the private sector; the transformation of public enterprises into ordinary private law companies, also known as ‘corporatization’[51]; and, eventually, the sale of public enterprises. The main problem here is how the state may retain its guaranteeing responsibility, while delegating the responsibility for the provision –which makes the case for regulation[52]. This is a constitutional problem, insofar as the guaranteeing responsibility of the state is considered as its constitutional obligation. The obligation to regulate the utilities markets would then be the main constitutional limitation on privatization and liberalization of economic public services.
c) Provision of public services of a non-economic nature. Non-economic are those public services whose provision is excluded from the market. This is the case notably with some fundamental social services –which in many constitutions are also protected as social rights– such as public education, public health, and social security. In most cases, the provision of these services does not entail any market exchange and does not establish any contractual relationship; rather they are addressed directly to citizens as such, and they are subjected to public law. The state then acts in its capacity as public authority and indeed these services are mostly provided by typical public offices, such as schools and universities, national health systems, or social security organizations. It is important to not here that similar services are also provided by the private sector as economic services, e.g. private education, private health services or private pension schemes. Privatization here shows two main trends. Firstly, market elements are introduced in the provision of social services by public authorities, which increasingly tend to operate within markets or quasi-markets[53]. Secondly, and perhaps more importantly, by cutting down social services the state increasingly urges citizens to shift to the private sector, in order to meet their social needs[54]. This, so to say, de facto delegation is usually facilitated by public policies, such as a tax policy that “discourages people from relying upon government programs or services…, but encourages them to rely instead upon private resources obtained through the market, or, if necessary, from family or charity”[55]. The constitutional problem here is a rather complex one. To put it simply, it has to do with the question of whether, and if so, to what extend, the constitution –possibly, through a social clause or through the recognition of social rights– guarantees equal and universal access to a system of social services as public services (as opposed to market services). This, in turn, raises the question of whether, and under what conditions, the private sector may be incorporated into this system.
d) Activities of policy-making, lawmaking and law enforcement. The exercise of public power is the distinctive feature of the state. Private persons may not and can not exercise public power; this would be a contradictio in adiecto. Thus, the delegation of public power as such would be impossible, indeed unthinkable[56]. This means, then, that the state may not delegate to private persons activities that are performed as public competences –that is, by means of exercising public power. However, the state might transform such competences into private activities, so that they can be exercised also by private persons. For instance, it has already been mentioned that social services may be provided either by public authorities as non-economic public services, or by the private sector as market services. The problem here is a rather different one. Are there any state tasks that can only be performed by means of exercising public power and, therefore, necessarily by public authorities?[57] Generally speaking, activities of policy-making, lawmaking and law-enforcement require the means of public power. Even here, however, within the bundle of activities of which each state task consists there may be included some that can be exercised as private activities. Thus, many supporting or auxiliary aspects of even the so-called ‘core’ state tasks could be delegated to private persons[58]. The constitutional challenge here is to ensure that such delegations will not undermine the democratic responsibility of public authorities and, therefore, constitutional accountability.


* Lecturer in Constitutional Law, Aristotle University of Thessaloniki.
The essay was published in Hellenic Review of European Law 2009, Special Edition, pp. 79-96. It was first presented as a paper at the VII World Congress of Constitutional Law “Rethinking the Boundaries of Constitutional Law”, Athens, June 11th-15th 2007.
[1] See C. Graham / T. Prosser, Privatising Nationalised Industries: Constitutional Issues and New Legal Techniques, MLR 1987, p. 16 (‘portmanteau term’), V. Wright, Le privatizzazioni in Gran Bretagna, Rivista Trimestrale di Diritto Pubblico 1987, p. 86 (‘umbrella term’). For a more detailed discussion of the issues examined in this paper see A. Kaidatzis, Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων [Constitutional Limitations on Privatization] (Athens-Thessaloniki: Sakkoulas 2006).
[2] Cf. Η. Bauer, Privatisierung von Verwaltungsaufgaben, VVDStRL 1995, p. 243 (254: Privatisierung als Prozess).
[3] For an account of the ‘Public/Private’ dichotomy see J. Weintraub, The theory and practice of the public/private distinction, in: J. Weintraub and K. Kumar (eds), Public and Private in Thought and Practice: Perspectives on a Grand Dichotomy (Chicago-London: University of Chicago Press 1997), p. 1.
[4] For an in-depth account of the distinction between the state (staatlich) and the public realm (öffentlich) in constitutional law see U. Preuss, Zum staatsrechtlichen Begriff des Öffentlichen, untersucht am Beispiel des verfassungsrechtlichen Status kultureller Organisationen (Stuttgart: Klett 1969). This is exemplarily expressed in Art. 25 par. 1 of the Greek Constitution, with its trisection between the state, the individual, and the member of the community; see A. Manitakis, Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος [The subject of constitutional rights according to Art. 25 par. 1 of the Constitution] (Athens-Komotini: Sakkoulas 1981).
[5] See, e.g., D. Tsatsos, Ελληνική Πολιτεία 1974-1997 [Greek Polity 1974-1997] (Athens: Kastaniotis 1998), p. 63 et seq.
[6] See, e.g., J. Habermas, Strukturwandel der Öffentlichkeit. Untersuchungen zu einer Kategorie der bürgerlichen Gesellschaft (8th ed., Neuwied-Berlin: Luchterhand 1976), p. 181 et seq.; see also, in a different context, C. Sunstein, Standing and the privatization of public law, Columbia Law Review 1988, p. 1432.
[7] See, e.g., A. Clapham, The privatisation of human rights, EHRLR 1996, p. 20, referring to what is better know as the ‘horizontal effect’ (or Drittwirkung) of human rights.
[8] See J. Ziegler, Η ιδιωτικοποίηση του κόσμου και οι νέοι κοσμοκράτορες [The privatization of the world and the new world rulers] (Athens: Syghronoi Orizontes 2004).
[9] See generally D. Parker (ed.), Privatisation in the European Union (London-New York: Routledge 1998).
[10] See Wright, op. cit. (n. 1).
[11] See J. A. Kämmerer, Privatisierung. Typologie – Determinanten – Rechtspraxis – Folgen (Tübingen: Mohr Siebeck 2001), p. 37, and also J. A. Kämmerer, Privatization – The Right Track to the ‘Slender State’? A German View, Law & State 1997, p. 7.
[12] For a discussion of this issue in a similar context see M. Heintzen, Beteiligung Privater an der Wahrnehmung öffentlicher Aufgaben und staatliche Verantwortung, VVDStRL 2003, p. 220 (228, 239 et seq.).
[13] Admittedly, the term is not broadly used in the English language. More elaborated is the German term ‘Staatsaufgaben’; see H.-P. Bull, Die Staatsaufgaben nach dem Grundgesetz (2nd ed., Kronberg: Athenäum 1977). See also, in the context of privatization, W. Weiss, Privatisierung und Staatsaufgaben (Tübingen: Mohr Siebeck 2002), C. Gramm, Privatisierung und notwendige Staatsaufgaben (Berlin: Duncker & Humblot 2001), C. Gusy (ed.), Privatisierung von Staatsaufgaben (Baden-Baden: Nomos 1998). Indeed, German-speaking authors tend to translate ‘Staatsaufgaben’ as ‘state tasks’; see, e.g., E. Denninger, State tasks and human rights, Ratio Juris 1999, p. 1.
[14] See Council of Europe, Recommendation No. R (93)7 on Privatization of Public Undertakings and Activities (Strasbourg 1993).
[15] For some illuminating contributions see D. Grimm (ed.), Staatsaufgaben (Baden-Baden: Nomos 1994); see also P. Häberle, Verfassungsrechtliche Staatsaufgabenlehre, AöR 1986, p. 595.
[16] Cf. G. Metzger, Privatization as Delegation, Columbia Law Review 2003, p. 1367.
[17] See Heintzen, op. cit. (n. 12).
[18] For a detailed discussion of this issue see M. Möstl, Grundrechtsbindung öffentlicher Wirtschaftstätigkeit (München: Beck 1999).
[19] Although not always identical with the one proposed here, the distinction between ‘materielle Privatisierung’ and ‘formelle Privatisierung’ (or ‘Organisationsprivatisierung’) is broadly used by German-speaking authors. See, e.g., L. Osterloh, Privatisierung von Verwaltungsaufgaben, VVDStRL 1995, p. 204 (210), Weiss, op. cit. (n. 13), p. 29 et seq., 48 et seq. Cf. the distinction between ‘Popularprivatisierung’ and ‘Organisationsprivatisierung’ proposed by Kämmerer, Privatisierung, op. cit. (n. 11), p. 40 et seq.
[20] See D. Ehlers, Verwaltung in Privatrechtsform (Berlin: Duncker & Humblot 1984).
[21] The typology proposed here, although not identical, draws heavily on the one proposed by Kämmerer, Privatisierung, op. cit. (n. 11), p. 48.
[22] The term proposed by Kämmerer, Privatisierung, op. cit. (n. 11), p. 36, 43.
[23] See Metzger, op. cit. (n. 16), p. 1367.
[24] A possible exception would be some constitutions of the formerly communist states of Central and Eastern Europe, where however privatization was a structural precondition for the transition to liberal democracy, and not just a matter of governmental policy. Up to a point, the same is also true for some Latin-American states. Cf. A. Przeworski, Democracy and the Market: Political and Economic Reforms in Eastern Europe and Latin America (Cambridge: Cambridge University Press 1991). For an excellent account of relevant constitutional reforms in Latin-American states during the 1990s see D. Schneiderman, Constitutional Approaches to Privatization: An Inquiry into the Magnitude of Neo-liberal Constitutionalism, 2000, p. 83. It should be noted however that during the past few years we are witnessing the reversal of this trend in Latin America.
[25] See A. Manitakis, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Θεμελιώδεις έννοιες [Greek Constitutional Law, Vol. I, Fundamental Concepts] (Athens-Thessaloniki: Sakkoulas 2004), p. 93, 103.
[26] See the luminous remark by N. Lewis and I. Harden that a “constitution is above all else a definition of the public sphere” (quoted in: T. Prosser, Nationalised Industries and Public Control. Legal, Constitutional and Political Issues (Oxford: Blackwell 1986), p. 75, who similarly stresses that a constitution “sets out the lines of separation between public and private, between the realm of politics and civil society”).
[27] See Graham / Prosser, op. cit. (n. 1), p. 16.
[28] See generally T. Daintith (ed.), Law as an Instrument of Economic Policy. Comparative and Critical Approaches (Berlin-New York: de Gruyter 1988).
[29] See Prosser, op. cit. (n. 26), p. 4.
[30] For a discussion of the constitutional function of EC law in matters of economic policy, on the example of privatization, seeT. Prosser / M. Moran, Conclusion: From National Uniqueness to Supra-national Constitution, in: M. Moran and T. Prosser (eds), Privatisation and Regulatory Change in Europe (Buckingham-Philadelphia: Open University Press 1994), p. 145.
[31] Cf. C. Graham / T. Prosser, Privatizing Public Enterprises. Constitutions, the State, and Regulation in Comparative Perspective (Oxford: Oxford University Press 1991), p. 3-4, 243-244.
[32] See Bauer, op. cit. (n. 2), p. 267; Graham / Prosser, op. cit. (n. 31), p. 4-5.
[33] See W. Devroe, Privatizations and Community Law: Neutrality versus Policy, CMLR 1997, p. 267; R. Schmidt, Privatisierung und Gemeinschaftsrecht, Die Verwaltung 1995, p. 281; W. Weiss, Europarecht und Privatisierung, AöR 2003, p. 91.
[34] Cf. M. Freedland’s remark that the Community “was constructed around the notion of the free and competitive market”, so that it “was concerned, in theory at least, not with creating a supranational public sector, but, on the contrary, with putting in place an integrated European private sector characterized by free and undistorted competition”. There was then “an apparently coherent rationale for a Community which defined its private sector in expansive and inclusive terms, and its public sector in narrow and constrained terms” (M. Freedland, Law, Public Services, and Citizenship. New Domains, New Regimes?, in: M. Freedland and S. Sciarra (eds), Public Services and Citizenship in European law. Public and Labour Law Perspectives (Oxford: Clarendon Press 1998), p. 1 [13]).
[35] See generally T. Daintith / M. Sah, Privatisation and the Economic Neutrality of the Constitution, Public Law 1993, p. 465; T. Prosser, Constitutional Limitations on Privatisation, in: The U.K. National Committee of Comparative Law, U.K. Law for the Millennium (London 1998), p. 445.
[36] See G. Kassimatis, Article 1, nr. 183 et seq., in: G. Kassimatis and K. Mavrias (eds), Ερμηνεία του Συντάγματος [Interpretation of the Greek Constitution] (Athens-Komotini: Sakkoulas 1999). For a judicial example, see decision 1934/1998 of the Greek Council of State, which declared unconstitutional the delegation of the police competence to impose fines for traffic offences relating to illegal parking in public streets.
[37] For an example, see decision 5024/1987 of the Greek Council of State, which ruled that compulsory social security may only be provided by the state or by public law entities.
[38] For the so-called ‘After Privatization’ issue, see Graham / Prosser, op. cit. (n. 31), p. 138 et seq., Bauer, op. cit. (n. 2), p. 277 et seq., Kämmerer, Privatisierung, op. cit. (n. 11), p. 423 et seq., H. Trute, The After Privatisation: Final Conclusions, EPLR/REDP (special issue) 1994, p. 211.
[39] The idea of privatization as shared responsibility, whereas the responsibility for the provision (Erfüllungsverantwortung) is delegated to the private sector, while the safeguarding responsibility (Gewährleistungsverantwortung) remains with the state, has been extensively discussed in German literature. See, among others, W. Hoffmann-Riem, Modernisierung von Recht und Justiz. Eine Herausforderung des Gewährleistungsstaates (Frankfurt a.M.: Suhrkamp 2001), p. 15 et seq.; G. F. Schuppert, Die öffentliche Verwaltung im Kooperationsspektrum staatlicher und privater Aufgabenerfüllung: Zum Denken in Verantwortungsstufen, Die Verwaltung 1998, p. 415; G. F. Schuppert, Vom produzierenden zum gewährleistenden Staat: Privatisierung als Veränderung staatlicher Handlungsformen, in: K. König / A. Benz (eds), Privatisierung und staatliche Regulierung (Baden-Baden: Nomos 1997), p. 539; E. Grande, Vom produzierenden zum regulierenden Staat: Möglichkeiten und Grenzen von Regulierung bei Privatisierung, in: König / Benz (eds), op. cit., p. 576. Cf. the distinction between ‘primary’ and ‘secondary responsibility’ proposed by Freedland, op. cit. (n. 34), p. 7.
[40] The function of the procedural limitations can be exemplified in the case of the French Government’s privatization programme of 1986. When the President of the Republic refused to sign the ordonnances submitted to him, the Government was obliged to pass a loi through the parliamentary procedure. For a comprehensive discussion of this case see T. Prosser, Constitutions and Political Economy: The Privatisation of Public Enterprises in France and Great Britain, MLR 1990, p. 304.
[41] Recommendation (93)7 of the Council of Europe rightly stresses the significance of the democratic rights of citizens and of democratic control in relation to large privatization projects: see Council of Europe, op. cit. (n. 14), Explanatory memorandum, p. 14-15.
[42] This was the case notably in Germany, where the Grundgesetz was extensively (arts 87, 87d, 87e, 87f, 143a, and 143b) amended during the 1990s, in order for the utilities privatization programme to be implemented; see, among others, Kämmerer, Privatisierung, op. cit. (n. 11), p. 281 et seq. Similarly, in Portugal the privatization of nationalized enterprises required the amendment of the rather restrictive art. 83 par. 1 of the Portuguese Constitution; see G. da Fonseca / I. Domingos, Constitutional Limitations to Privatisation. The Constitution of the Portuguese Republic and the Constitutional Case-law, Documentação e Direito Comparado Nr. 73-74 (1998), p. 129.
[43] The term used by Kämmerer, Verfassungsstaat auf Diät?, JZ 1996, p. 1042 (1046). For a discussion of the implicit limitations on the constitution-revising power see, on the example of Greek constitutional law, Manitakis, op. cit (n. 25), p. 293 et seq., 319 et seq.
[44] The examples of art. 16 par. 5 of the Greek Constitution and arts. 87d – 87f of the German Grundgesetz have already been mentioned, supra.
[45] For some examples, see Daintith / Sah, op. cit (n. 35), p. 470 et seq.
[46] The term ‘services of general interest’ has been coined by EC law and is by now broadly used in European countries. See especially art. 16 of the EC Treaty; for a detailed account, see European Commission, Green Book on Services of General Interest, COM (2004) 374 fin., Brussels 12.5.2004. This common European concept is very closely related to, although not identical with, the concept of ‘public service’ that has been traditionally developed in many European countries (and originally, in France). As the nuances are not relevant for the purposes of this paper, both terms are understood here as synonymous. For a very comprehensive account of the matter, see T. Prosser, Public Service Law: Privatization’s Unexpected Offspring, Law & Contemporary Problems 2000, p. 63. See also the contributions in M. Freedland / S. Sciarra (eds), Public Services and Citizenship in European law. Public and Labour Law Perspectives (Oxford: Clarendon Press 1998).
[47] For an in-depth discussion of the related issues, see Graham / Prosser, op. cit. (n. 31).
[48] Both the French Conseil Constitutionnel in its famous privatisations decision of 1986 (No 86-207 DC, 25/26.6.1986) and the German Bundesverfassungsgericht already in its Volkswagen decision of 1961 (BVerfGE 12, 354) ruled that the government may not sell an asset at a price below its actual value and they may not choose the buyer arbitrarily.
[49] See generally Freedland / Sciarra, op. cit. (n. 46).
[50] For an excellent discussion of this issue, see T. Prosser, Theorising Utility Regulation, MLR 1999, p. 196; see also T. Prosser, Competition Law and Public Services: From Single Market to Citizenship Rights?, EPL 2005, p. 543.
[51] See, e.g., M. Taggart, Corporatisation, Privatisation and Public Law, Public Law Review 1991, p. 77.
[52] See C. Graham, Regulating Public Utilities: A Constitutional Approach (Oxford-Portland: Hart 2000), T. Prosser, Law and the Regulators (Oxford: Clarendon Press 1997), Prosser, op. cit. (n. 50).
[53] See, for instance, P. Vincent-Jones, The Regulation of Contractualisation in Quasi-markets for Public Services, Public Law 1999, p. 303. For a fascinating discussion of this issue in relation to higher education, see J. Kelsey, Privatizing the Universities, Journal of Law & Society 1998, p. 51.
[54] For a revealing discussion, on the example of pension schemes, see D. Kingsford Smith, Superannuating the Second Sex: Law, Privatisation and Retirement Income, MLR 2001, p. 519.
[55] L. Philipps, Taxing the Market Citizen: Fiscal Policy and Inequality in an Age of Privatization, Law & Contemporary Problems 2000, p. 111.
[56] Cf. Kämmerer, Privatisierung, op. cit. (n. 11), p. 28 et seq.
[57] This is the notorious problem of the ‘state core’ or of the ‘tasks necessarily performed by the state’ (notwendige Staatsaufgaben); see Weiss, op. cit. (n. 13), Gramm, op. cit. (n. 13).
[58] Cf. M. Burgi, Funktionale Privatisierung und Verwaltungshilfe. Staatsaufgabendogmatik – Phänomenologie – Verfassungsrecht (Tübingen: Mohr Siebeck 1999).

Συμπόσιο Φλώρινας – Πρόγραμμα

ΟΜΙΛΟΣ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΜΑΝΕΣΗΣ
ΙΒ’ ΣΥΝΕΔΡΙΟ, ΦΛΩΡΙΝΑ-ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ, 21-23 ΜΑΪΟΥ 2010
Αλέξανδρος Σβώλος
(1892-1956)
Μεταξύ Συντάγματος και πολιτικής στον αιώνα των άκρων

Παρασκευή 21 Μαϊου 2010

Αίθουσα τελετών Δήμου Φλώρινας- Νέο Πάρκο
20.00: Εναρκτήρια συνεδρίαση

Προεδρία: Αντ. Μανιτάκης (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)

Χαιρετισμοί:

Δημ. Στεφανίδης, πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Φλώρινας
Στ. Παπαναστασίου, Δήμαρχος Φλώρινας
Ιω. Βοσκόπουλος, Νομάρχης Φλώρινας
20.30: Χάγκεν Φλάϊσερ (Πανεπιστήμιο Αθηνών): Ο Αλ. Σβώλος και το ΕΑΜ (κεντρική ομιλία)
21.00: Ν.Κ.Αλιβιζάτος (Πανεπιστήμιο Αθηνών): Mικρά μεθοδολογικά προλεγόμενα
21.30: Επίσημο δείπνο
[Ενδέχεται να παρατεθεί το Σάββατο, την ίδια ώρα]

Ξενοδοχείο «Φαίδων Palace»
Αίθουσα εκδηλώσεων
Βίγλας 1, Φλώρινα

Σάββατο 22 Μαϊου 2010
9.30-11.35: Α’ Συνεδρίαση- Προεδρία: Γ. Δρόσος (Πανεπιστήμιο Αθηνών)
Πριν από τον πόλεμο: διαμόρφωση και καθιέρωση ενός συνταγματολόγου

9.30: Δ.Τσαραπατσάνης (Πανεπιστήμιο Paris 10): Πνευματικές καταβολές-Γαλλία
9.45: Αλ. Κεσόπουλος (Πανεπιστήμιο Αθηνών): Πνευματικές καταβολές-Γερμανία
10.00: Κυρ. Παπανικολάου (Πανεπιστήμιο Θράκης): Ο Αλ. Σβώλος και ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων
10.15: Γ. Καραβοκύρης (Πανεπιστήμιο Paris 2): Οι κατά Σβώλο διέξοδοι στην κρίση του κοινοβουλευτισμού
10.30: Άννα Βαλλιανάτου (Πανεπιστήμιο Αθηνών): «Υπόθεση Αγνής Ρουσοπούλου»: έμφυλες ιεραρχίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου
10.45-11.30: Συζήτηση
11.30-12.00: Διάλειμμα

12.00-14.00: Β’ Συνεδρίαση- Προεδρία: Γ.Σωτηρέλης (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Η δεκαετία του 1940 ή η αδύνατη προσέγγιση Δεξιάς και Αριστεράς

12.00: Στράτος Δορδανάς (Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας): Ο Αλ. Σβώλος και η Επιτροπή Μακεδόνων και Θρακών (1941-1943).

12.15: Παν. Μαντζούφας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης): Ο Αλ. Σβώλος ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Εθν. Ενότητας

12.30: Ακρ. Καϊδατζής (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης): Ο Αλ. Σβώλος και το Πανεπιστήμιο Αθηνών: μια περιπετειώδης σχέση

12.45: Χρυσούλα Αντωνίου-Αγγελική Χριστοδούλου: Το αρχείο Σβώλου στα ΑΣΚΙ

13.00: Γερ. Μυλωνάς (Πανεπιστήμιο Αθηνών): Ο Αλ. Σβώλος και η εφημερίδα «Μάχη» (1945-1952).

13.15-14.00: Συζήτηση

Γεύμα

17.30-19.30: Γ’ Συνεδρίαση- Προεδρία: Γ. Αναστασιάδης (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)
Μετά τον πόλεμο: αναζητώντας την κεντροαριστερά

17.30: Ηλίας Νικολακόπουλος (Πανεπιστήμιο Αθηνών): Οι σχέσεις του Αλ. Σβώλου με την κομμουνιστική Αριστερά και οι εκλογικές του επιδόσεις

17.45: Χαρ. Ανθόπουλος (Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο): Ο Αλ. Σβώλος και η συνταγματοποίηση της εργασίας

18.00: Ιω. Στεφανίδης (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης): Ο κοινοβουλευτικός λόγος του Αλ. Σβώλου

18.15: Χρ. Τσαϊτουρίδης (Πανεπιστήμιο Κύπρου): Ο Αλ. Σβώλος και η ΕΣΔΑ

18.30: Γ. Νικολού (Πανεπιστήμιο Αθηνών): Αλ. Σβώλος και Γ. Καρτάλης.

18.45-19.15: Συζήτηση

19.30-20.30: Δ’ Συνεδρίαση. Αντί συμπερασμάτων

Συζήτηση στρογγυλής τραπέζης: Νομικοί από πέντε διαφορετικές «γενιές» συζητούν για τον Αλ. Σβώλο και τις υποθήκες του: Αντ. Μανιτάκης, Ιφιγ. Καμτσίδου, Mιχ. Τσαπόγας, Δ. Τσαραπατσάνης και Α. Βαλλιανάτου –Συντονίζει ο Ν. Κ. Αλιβιζάτος

Δείπνο κ.λπ.

Κυριακή 23 Μαϊου 2010
10.30: Μετάβαση στο Κρούσοβο (ΠΓΔΜ) και εντοιχισμός αναμνηστικής πλάκας στην γενέτειρα κατοικία του Αλ. Σβώλου –Γεύμα σε παραδοσιακή ταβέρνα.

14०o: Μετάβαση στο Μοναστήρι (ΠΓΔΜ) Ξενάγηση και ομιλία κ. Βιολέτας Σμυρνιού-Παπαθανασίου (προέδρου Συνδέσμου Μοναστηριωτών): Οι Έλληνες του Μοναστηριού στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ό αιώνα.

19.00: Επιστροφή στη Φλώρινα

Αποχαιρετισμός στον Δημήτρη Τσάτσο

Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης

Αποχαιρετισμός στον Δημήτρη Τσάτσο

Έσβησε ένας ακόμη σημαντικός Έλληνας συνταγματολόγος, ο Δημήτρης Θ. Τσάτσος. Ο αναγνωρισμένος και τιμημένος, διεθνώς, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και της Πολιτειολογίας σε ελληνικά και γερμανικά πανεπιστήμια, έκλεισε τα μάτια του τις ίδιες μέρες που η Ελλάδα χρεοκοπούσε και διασυρόταν διεθνώς, την ίδια στιγμή που δοκιμάζεται συθέμελα το πολιτικό σύστημα, που προήλθε από την μεταπολίτευση του 1974. Η αγγελία του θανάτου του συνέπεσε με την προαναγγελία ότι ο κύκλος της συνταγματικής μεταπολίτευσης κλείνει. Αυτό για το οποίο πάσχισε ο ίδιος, προσωπικά, από τα χρόνια της δικτατορίας και συνέβαλε καθοριστικά στην εγκαθίδρυσή του, δεν το είδε να ολοκληρώνεται. Μπορούμε σήμερα να πούμε -αντιγράφοντας μια φράση από τον πρόλογο στο βιβλίο του Δημήτρη Τσάτσου ‘Ελληνική Πολιτεία΄, 1974-1997 που έγραψε ο αγαπημένος φίλος του Κ. Τσουκαλάς: «όπως και η νοσταλγία έτσι και η πολιτική και η πολιτεία δεν είναι πια εκείνες που ήταν, ή τουλάχιστον εκείνες που θα θέλαμε ίσως να είναι».

Υφυπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας το 1974 και γενικός εισηγητής όλης της αντιπολίτευσης για το Σύνταγμα του 1975, ο Δημήτρης Τσάτσος είχε το χάρισμα να στοχάζεται την Πολιτεία και να γράφει γι΄αυτήν, και παράλληλα να δρα πολιτικά, ως βουλευτής άλλοτε του εθνικού κοινοβουλίου και άλλοτε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αναζητώντας διαρκώς μια ιδανική σύνθεση και ισορροπία ανάμεσα στα δύο ευγενή πάθη του: την αγάπη του για την ιδεατή Πολιτεία και την πίστη του στην αξία και στη δύναμη της πολιτικής. Η ιδέα της Πολιτείας τον ενέπνεε και η πολιτική τον προκαλούσε ακατάπαυστα.
Εμπνευσμένος δάσκαλος και συγγραφέας, επιδόθηκε με αφοσίωση σε μια πρωτότυπη, βαθυστόχαστη και εντυπωσιακά πλούσια συγγραφή στη γερμανική και ελληνική γλώσσα, μελετών και συγγραμμάτων, που σχετιζόταν με το Σύνταγμα, την έννοια της πολιτικής και της δημοκρατίας, με την πολιτεία και τα κόμματα, και τις τελευταίες δύο δεκαετίες, με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η «Πολιτεία», το ύστατο στα ελληνικά, έργο του, ώριμος καρπός μιας ακατάπαυστης πνευματικής δραστηριότητας, που δεν πρόλαβε να το χαρεί, αποτελεί το απαύγασμα της σκέψης του, την τελευταία του πνευματική παρακαταθήκη.
Πολυσύνθετη προσωπικότητα, προικισμένη με ασυνήθιστη ευφυΐα, εξαιρετικός χειριστικής της γλώσσας και γοητευτικός ρήτορας, ευχάριστος συνομιλητής με λεπτό και οξύ χιούμορ, άφηνε να αναβλύζει αβίαστα από τη γραφή και τον προφορικό λόγου του η κλασσική του παιδεία, η βαθειά καλλιέργειά του και η αγάπη του για τις τέχνες και ειδικά για την μουσική, μαζί με την ευγένεια της καταγωγής του.
Τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του τις αφιέρωσε στην ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης συμμετέχοντας, ως ευρωβουλευτής, στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι με εισηγήσεις και καίριες παρεμβάσεις στα θεσμικά ζητήματα της Ευρώπης και με την καθοριστική συμβολή του στη διαμόρφωση των συνθηκών του Άμστερνταμ, της Νίκαιας και της αποτυχημένης απόπειρας καθιέρωσης ενός ευρωσυνάγματος. Την προσωπική πικρία και απογοήτευση που είχε αισθανθεί από το ανεκπλήρωτο των πολιτειακών οραμάτων του στην Ελλάδα, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, την αντιστάθμισε εν μέρει με τη δημιουργική παρουσία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για μια δεκαετία.
Το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και ειδικά η Νομική Σχολή είχε την τύχη να τον συγκαταλέξει στα μέλη της, αφού σε αυτήν ξεκίνησε την πανεπιστημιακή του καριέρα ως τακτικός καθηγητής της έδρας του Γενικού Δημοσίου Δικαίου 1974, πλαϊ στον Αριστόβουλο Μάνεση που κατείχε στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου. Η Νομική διένυε τότε την πιο ένδοξη περίοδο της ιστορίας της. Το Τμήμα Νομικής αναγνωρίζοντας την σημαντική προσφορά του στην ελληνική και ευρωπαϊκή επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου τον αναγόρευσε το 2003 επίτιμο διδάκτορα, .
Ο Όμιλος «Αριστόβουλος Μάνεσης» έζησε αυτές τις μέρες, βουβά, ακόμη μια απώλεια -λίγους μόνο μήνες μετά την απώλεια του Γιώργου Παπαδημητρίου- του επίτιμου Προέδρου του, του ανθρώπου που εμπνεύστηκε και πρωτοστάτησε για την ίδρυσή του. Τη θλίψη μας την συνοδεύει το βάρος μιας πνευματικής κληρονομιάς, που αισθανόμαστε να μας βαραίνει όλο και πιο πολύ και βλέπουμε να μεγεθύνει διαρκώς την συναίσθηση της ευθύνης για τη διατήρηση και συνέχιση της παράδοσης ενός δημοκρατικού, ευρωπαϊκού συνταγματισμού, που ξενικά από τον Σβώλο, περνά από τον Μάνεση και φθάνει σήμερα μέχρι τον Τσάτσο.
Το μέλη του Συντονιστικού Συμβουλίου και όλα τα μέλη του Ομίλου υποκλίνονται στην μνήμη του Δημήτρη Τσάτσου, αποχαιρετώντας τον δάσκαλο, τον συνάδελφο και φίλο. Καταθέτουν, συμβολικό στεφάνι στον ιστότοπο του Ομίλου μαζί με την ανάρτηση της φωτογραφίας του.
Στην Άννα και στην Αλεξία, τις θυγατέρες του, εκφράζουμε τα πιο θερμά συλλυπητήριά μας και τις ευχόμαστε ολόψυχα ο πόνος τους να σβήσει σύντομα μέσα στην τρυφερή ανάμνηση του πατέρα τους.
Για τον Όμιλο ο Πρόεδρος
Αντώνης Μανιτάκης

Ν. 3841/2010 Επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων


Ν. 3841/2010 Επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του .pdf