(Αναδημοσίευση από «Το Σύνταγμα», τεύχος 2/2012)
Διάγραμμα
Author Archives: admin
Το ερμηνευτικό ζήτημα του άρθρου 86 παρ.3 του Συντάγματος: ποινική ευθύνη υπουργών και αποσβεστική προθεσμία


Το ερμηνευτικό ζήτημα του άρθρου 86 παρ.3 του Συντάγματος: ποινική ευθύνη υπουργών και αποσβεστική προθεσμία
Το Ευρωπαϊκό συλλογικό εργατικό δίκαιο στη μετά Viking και Laval εποχή – Θεσμικές και νομολογιακές εξελίξεις

Το Ευρωπαϊκό συλλογικό εργατικό δίκαιο στη μετά Viking και Laval εποχή – Θεσμικές και νομολογιακές εξελίξεις
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η τέχνη του δικαίου

Εισαγωγή
Στη νομική πραγματικότητα, η σχέση του δικαίου με την τέχνη συρρικνώνεται συνήθως στο, κρίσιμο αναμφίβολα, ζήτημα της ελευθερίας του καλλιτέχνη και της νομιμότητας των περιορισμών της, καθώς το ηθικο-θρησκευτικό συναίσθημα ορισμένων – ως επί το πλείστον πλειοψηφικών – ομάδων αξιώνει και ενίοτε απολαμβάνει τη δικαστική του προστασία, σε ευθεία αντίθεση με το φιλελεύθερο γράμμα του θεμελιώδους πολιτειακού μας Νόμου[1]. Τη σχετική προβληματική εμπλουτίζουν ουσιοκρατικοί, αισθητικοί ή νομικοί, ορισμοί της τέχνης, οι οποίοι εξυπηρετούν τη μάλλον επικίνδυνη υπαγωγή της στον κανόνα[2].
«Για μια νέα μεταπολίτευση»: Αναγκαία η συνταγματική αναθεώρηση

Το Σύνταγμα του 1975 ήταν πραγματικά πρωτοποριακό Σύνταγμα για την εποχή του. Το Σύνταγμα λειτούργησε ικανοποιητικά και δεν δημιουργήθηκαν αντίστοιχα ζητηματα «ανωμαλιας[1]», όπως συνεβη σε προγενέστερα Συντάγματα. Δυστυχώς όμως υπήρξε μη συνετή εφαρμογή του σε πολλές περιπτώσεις, οφειλομένη κυρίως σε εκείνους που είχαν ταχθεί να το τηρούν.
- H Εκλογή-αρμοδιότητες του Προεδρου της Δημοκρατιας.
κατὰ πενίαν, ἔχων γέ τι ἀγαθὸν δρᾶσαι τὴν πόλιν, ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται[31]…»
(http://www.voria.gr/index.php?module=news&func=display&sid=121206 )
Η «μικρή» μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης με το Ν. 3996/2011: Η άρση των εκκρεμοτήτων, ο περιορισμός των προσδοκιών και η αναδρομική ανατροπή δικαιωμάτων


Η «μικρή» μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης με το Ν. 3996/2011: Η άρση των εκκρεμοτήτων, ο περιορισμός των προσδοκιών και η αναδρομική ανατροπή δικαιωμάτων
1. ΕισαγωγήΟ νόμος 3996/2011 «Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 170/5.8.2011) αποτέλεσε το δεύτερο κατά σειρά, αλλά και σε εμβέλεια, διάβημα του κοινού νομοθέτη στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης,[1] η οποία είχε ως αφετηρία τη θέσπιση του νόμου 3863/2010 τον Ιούλιο του 2010. Στο Β΄ μέρος του (άρθρα 34 έως 90) ο αποκληθείς και ως «μίνι ασφαλιστικός» νόμος περιέλαβε ρυθμίσεις θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης. Η δια νόμου διευθέτηση πολλών από αυτά αναμενόταν επί μακρόν, ήδη αμέσως μετά τη θέσπιση του νόμου 3863/2010. Ο λόγος ήταν ότι η σπουδή με την οποία πραγματοποιήθηκε με το πρώτο εκείνο μεταρρυθμιστικό εγχείρημα η εισαγωγή νέων θεσμών και η διαρρύθμιση σχέσεων κοινωνικής ασφάλισης ιδιαίτερης σημασίας είχε ως συνέπεια να αναφυούν κανονιστικά κενά. Η συμπλήρωσή τους, συνεπώς, απαιτούσε τη – σύντομη – θέσπιση νέων ρυθμίσεων, η οποία, ωστόσο, συντελέστηκε μετά την παρέλευση ενός και πλέον έτους. Η καθυστερημένη νομοθετική άρση των αμφιβολιών ως προς το ακριβές περιεχόμενο θεσμών που είχε εισαγάγει ο νόμος 3863/2010 είχε ως συνακόλουθο όχι απλώς τον περιορισμό προσδοκιών που είχε προκαλέσει η γενικότητα των αρχικών διατυπώσεων, αλλά και την αναδρομική ανατροπή δικαιωμάτων που βάσει εκείνων είχαν ήδη θεμελιωθεί και σε πολλές περιπτώσεις ήδη ενασκηθεί με την υποβολή στην κοινωνικοασφαλιστική διοίκηση σχετικών αιτημάτων. Στην παρούσα θέση επιχειρείται προεχόντως η κριτική προσέγγιση θεσμικών ρυθμίσεων του νόμου 3996/2011 που λόγω της γενικότητας του πεδίου εφαρμογής τους συνεπάγονται σημαντικές επιπτώσεις για ευρύτατα τμήματα του ασφαλιζόμενου πληθυσμού, ανεξάρτητα από το φορέα ασφάλισής τους.[2] Εκ δευτέρου επιχειρείται και ο σχολιασμός επιμέρους διατάξεων, οι οποίες θίγουν ενδεχομένως σχετικά μικρό κύκλο ασφαλισμένων αλλά περιορίζουν το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση με ιδιαίτερη ένταση. Η μελέτη επικεντρώνεται στην εξέταση των σχετικών ρυθμίσεων που αφορούν στο δικαίωμα σε σύνταξη. Οι τελευταίες περιλήφθηκαν στα κεφάλαια Α΄ και Β΄ του μέρους Β΄ του σχολιαζόμενου νόμου.
Τα όρια του συνταγματικού πατριωτισμού και η διεθνής ανάγνωση του Μνημονίου (αναδημοσίευση από το Νομικό Βήμα)
Συνέδριο Ιατρικής Ευθύνης και Βιοηθικής, Αθήνα, 1-2 Μαρτίου 2013
IΔ Συμπόσιο του ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης Θέμα: ʽΔημοκρατία της Βαϊμάρης: 80 χρόνια μετά την κατάλυσή της – Βυτίνα Αρκαδίας, 08-09/03/2013


IΔ Συμπόσιο του ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης Θέμα: ʽΔημοκρατία της Βαϊμάρης: 80 χρόνια μετά την κατάλυσή της – Βυτίνα Αρκαδίας, 08-09/03/2013
ΟΜΙΛΟΣ «ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΜΑΝΕΣΗΣ » ΑΣΤΙΚΗ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ www.constitutionalism.gr
IΔ’’ ΣΥΜΠΟΣΙΟ με θέμα: ‘‘Δημοκρατία της Βαϊμάρης: 80 χρόνια μετά την κατάλυσή της’’ 08-09 Μαρτίου 2013
Bυτίνα, Αρκαδίας
Πανταζοπούλειο Πνευματικό Κέντρο
ΣτΕ (Ολομ.) 38/2013 [Συνταγματικότητα «Καλλικράτη»]
Αριθμός 38/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
[ΟΤΑ – Συνενώσεις και καταργήσεις Δήμων στο πλαίσιο του προγράμματος «Καλλικράτης» – Κριτήρια και αρχές με βάση το άρθρο 101 του Συντάγματος – Έννοια τοπικότητα – Κρίση για τη συνταγματικότητα της κατάργησης και συνένωσης Δήμων]
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 45892/11.8.2010 (ΦΕΚ Β´ 1292/11.8.2010) απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
….
4. Επειδή, η έκδοση της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 283 παρ. 11 του ως άνω ν. 3852/2010, η οποία ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι όλοι οι πρωτοβάθμιοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (δήμοι) περιλαμβάνονται σε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ότι στην απόφαση αυτή αναγράφεται ο συνολικός πληθυσμός κάθε δήμου και αναλυτικά ο πληθυσμός των δημοτικών και τοπικών κοινοτήτων. Η πράξη αυτή αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα, αφού η έκδοσή της προβλέπεται ειδικώς από το νόμο και, πέραν των άλλων, καθορίζει ρητώς για κάθε δήμο τις οικείες δημοτικές και τοπικές κοινότητες, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 2 του ν. 3852/2010 και έχουν συγκεκριμένες αρμοδιότητες (βλ. κατωτέρω, σκέψη 10). Κατά την γνώμη όμως των Αντιπροέδρων Δ. Πετρούλια και Α. Θεοφιλοπούλου και των Συμβούλων Ν. Ρόζου, Ν. Μαρκουλάκη, Ι. Μαντζουράνη, Α.-Γ. Βώρου, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρη, Ι. Ζόμπολα, Α. Ντέμσια, Σ. Χρυσικοπούλου, Β. Καλαντζή, Δ. Κυριλλόπουλου, Α. Σταθάκη και Κ. Φιλοπούλου, προς την οποία συντάχθηκε και ο Πάρεδρος Ι. Μιχαλακόπουλος, η προσβαλλόμενη πράξη στερείται εκτελεστότητας, αφού καταγράφει δεδομένα που συνάγονται είτε από τις διατάξεις του νόμου είτε από τα αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού και, συνεπώς, δεν έχει αυτοτελείς έννομες συνέπειες.
5. Επειδή, ο αιτών οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, ο οποίος, με την προαναφερθείσα ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. 31 Α3 του ν. 3852/2010, καταργείται λόγω της συνενώσεώς του, μαζί με άλλους δήμους, στο νέο Δήμο…, νομιμοποιείται κατ’ αρχήν στην άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως υπό την ιδιότητά του αυτή (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3175/1996
7. Επειδή, με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 101 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η οργάνωση της διοίκησης του Κράτους σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 102 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού ως θεσμός και ως οργανωτικό σχήμα της δημόσιας διοίκησης, χωρίς πλέον ονομαστική αναφορά στους δήμους και τις κοινότητες, που συγκροτούσαν πριν από την αναθεώρηση του 2001 τον πρώτο βαθμό. Με το εν λόγω άρθρο 102 δεν καθιερώνεται αυτονομία υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ο.τ.α.), δηλαδή εξουσία αυτοτελούς θεσπίσεως κανόνων δικαίου, αλλά διασφαλίζεται μόνον αυτοδιοίκηση, δηλαδή εξουσία να αποφασίζουν επί των τοπικών υποθέσεων δι΄ιδίων οργάνων, εντός των πλαισίων των κανόνων που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους και θεσπίζονται από τον τυπικό νόμο ή την κατ΄εξουσιοδότηση τούτου κανονιστικώς δρώσα διοίκηση (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3229/1987,1809/1983 καθώς και Σ.τ.Ε.389/2009). Εξ άλλου, η σύσταση ενός ο.τ.α., η διατήρησή του ή η κατάργησή του δια της συνενώσεως αυτού με άλλους ο.τ.α., καθώς και οι συναφείς ρυθμίσεις, όπως ο καθορισμός των ορίων, της εκτάσεως και της έδρας του, δεν αποτελούν τοπικές υποθέσεις αλλά γενικότερης σημασίας θέματα, επιλυόμενα στο επίπεδο της κεντρικής εξουσίας, για την ρύθμιση των οποίων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο το γενικότερο δημόσιο και εθνικό συμφέρον όσο και οι ιδιαίτερες συνθήκες των οικείων περιοχών (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3194/1990, 1427-1430/1981). Περαιτέρω, η σύσταση νέου ο.τ.α., δια της συνενώσεως ο.τ.α. που καταργούνται, δεν αποτελεί ατομική ρύθμιση, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, θα ανήκε κατ΄αρχήν στην αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά ρύθμιση με κανονιστικό περιεχόμενο (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3175,3177/1966, καθώς και Σ.τ.Ε. 1974/2002, 284/1993, 2124/1991). Συνεπώς, η ρύθμιση αυτή μπορεί να θεσπίζεται είτε ευθέως με τυπικό νόμο είτε με προεδρικό διάταγμα εκδιδόμενο κατ΄εξουσιοδότηση του νόμου, κατά τους γενικούς όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η κατ΄εξουσιοδότηση έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων (πρβλ. Σ.τ.Ε.Ολομ. 3194/1990, 1427-1430/1981). , 3194/1990, καθώς και Σ.τ.Ε. 2672, 2673/2003, 1489/2000). Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, καθορίζονται για κάθε δήμο οι οικείες δημοτικές και τοπικές κοινότητες, αποτελεί εξειδίκευση των διατάξεων του ν. 3852/2010 που προβλέπουν συνένωση δήμων, όπως είναι και η ως άνω επίμαχη διάταξη. Με τα δεδομένα αυτά παραδεκτώς ασκείται από τον αιτούντα δήμο η υπό κρίση αίτηση από άποψη εννόμου συμφέροντος, διότι η βλάβη του έγκειται στην έκδοση πράξεως που εξειδικεύει και καθιστά δυνατή την εφαρμογή της ως άνω, περί καταργήσεώς του, διατάξεως τυπικού νόμου, η οποία, κατ’ αυτόν, είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3266/2008, 372/2005, 1095/2001, 1792/1997, 4577/1996, 2112/1984). Επίσης, λόγω αντίστοιχης βλάβης, η κρινόμενη αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον και από τον δεύτερο αιτούντα, τόσο υπό την ιδιότητά του ως Δημάρχου του καταργουμένου Δήμου… όσο και υπό την ιδιότητά του ως δημότη αυτού, παραδεκτώς δε ομοδικούν οι ως άνω αιτούντες, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3194/1990, καθώς και Σ.τ.Ε. 1489/2000).
6. Επειδή, στο άρθρο 101 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 27-5-2008 Ψήφισμα της Η΄ Αναθεωρητικής Βουλής, προβλέπεται ότι: «1. H διoίκηση τoυ Kράτoυς oργανώνεται σύμφωνα με τo απoκεντρωτικό σύστημα. 2. H διoικητική διαίρεση της Xώρας διαμoρφώνεται με βάση τις γεωoικoνoμικές, κoινωνικές και συγκoινωνιακές συνθήκες. 3. Τα περιφερειακά όργανα του Κράτους έχουν γενική αποφασιστική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις της περιφέρειάς τους. Τα κεντρικά όργανα του Κράτους, εκτός από ειδικές αρμοδιότητες, έχουν τη γενική κατεύθυνση, το συντονισμό και τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των περιφερειακών οργάνων, όπως νόμος ορίζει. 4. Ο κοινός νομοθέτης και η Διοίκηση, όταν δρουν κανονιστικά, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών, μεριμνώντας για την ανάπτυξή τους.». Περαιτέρω, στο άρθρο 102 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι: «1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους. 2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Οι αρχές τους εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει. 3. Με νόμο μπορεί να προβλέπονται για την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών ή την άσκηση αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης αναγκαστικοί ή εκούσιοι σύνδεσμοι οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που διοικούνται από αιρετά όργανα. 4. Το Κράτος ασκεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους. Ο έλεγχος νομιμότητας ασκείται, όπως νόμος ορίζει. Πειθαρχικές ποινές στα αιρετά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκτός από τις περιπτώσεις που συνεπάγονται αυτοδικαίως έκπτωση ή αργία, επιβάλλονται μόνο ύστερα από σύμφωνη γνώμη συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές, όπως νόμος ορίζει. 5. Το Κράτος λαμβάνει τα νομοθετικά, κανονιστικά και δημοσιονομικά μέτρα που απαιτούνται για την εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας και των πόρων που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση της αποστολής και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης με ταυτόχρονη διασφάλιση της διαφάνειας κατά τη διαχείριση των πόρων αυτών. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την απόδοση και κατανομή, μεταξύ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των φόρων ή τελών που καθορίζονται υπέρ αυτών και εισπράττονται από το Κράτος. Κάθε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από κεντρικά ή περιφερειακά όργανα του Κράτους προς την τοπική αυτοδιοίκηση συνεπάγεται και τη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τον καθορισμό και την είσπραξη τοπικών εσόδων απευθείας από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης». Εξάλλου, στο άρθρο 26 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια · οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού». Τέλος, στο άρθρο 24 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του 2001, ορίζεται ότι: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων….2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης….».
9. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 102 του Συντάγματος, ο νομοθέτης δύναται να προβαίνει σε συνένωση δήμων και κοινοτήτων σε μεγαλύτερους πρωτοβάθμιους ο.τ.α. με κριτήρια, πέραν του γενικότερου δημόσιου και εθνικού συμφέροντος, τα τοπικά δεδομένα που συναρτώνται καταρχήν με τις γεωοικονομικές, κοινωνικές και συγκοινωνιακές συνθήκες των οικείων περιοχών, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 101 παρ.2 του Συντάγματος (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3194/1990, 1427-1430/1981, καθώς και Σ.τ.Ε. 119, 545/2001). Και τούτο διότι η τελευταία αυτή διάταξη εισάγει ενιαίο πλαίσιο κριτηρίων τόσο για την διοικητική διαίρεση του Κράτους όσο και για την διάρθρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης σε επί μέρους οργανισμούς. Εξάλλου, με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 101 παρ.4 του Συντάγματος γίνεται ειδική αναφορά στις ιδιαίτερες συνθήκες, μεταξύ άλλων, των ορεινών περιοχών, τις οποίες ο νομοθέτης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη και κατά την διοικητική αναδιάρθρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, μεριμνώντας για την ανάπτυξη των εν λόγω περιοχών. Όμως, η διάταξη αυτή δεν έχει μονοσήμαντη έννοια, δεν απευθύνεται δηλαδή επιταγή για την δημιουργία ορεινών ο.τ.α., αλλά εναπόκειται στο νομοθέτη να επιλέξει την επωφελέστερη για την ανάπτυξη των ορεινών περιοχών λύση, η οποία δεν αποκλείεται να είναι και η συνένωση ορεινών ο.τ.α. με όμορους ημιορεινούς ή πεδινούς οργανισμούς. Περαιτέρω, η ανασυγκρότηση της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης, για την οποία ο νομοθέτης έχει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, πρέπει, για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, να γίνεται με γνώμονα την προσφορότερη και αποτελεσματικότερη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων έτσι ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της συνταγματικής αρχής της ισότητας των παρεχομένων υπηρεσιών από τους ο.τ.α. στους πολίτες όλης της Επικράτειας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 119,545/2001). Εξ άλλου, η βιωσιμότητα απλώς ενός ο.τ.α. δεν καθιστά ανεπίτρεπτη κατά το Σύνταγμα την κατάργηση και την ένταξή του, βάσει των ως άνω κριτηρίων, σε μεγαλύτερους οργανισμούς (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3194/1990). Δεν θα ήταν όμως επιτρεπτή κατά το Σύνταγμα η δημιουργία πρωτοβάθμιων ο.τ.α. τόσο ευρείας περιφέρειας, ώστε να καταργείται, κατ΄ουσίαν, η αποτελούσα τον πυρήνα των συνταγματικών διατάξεων, με τις οποίες κατοχυρώνεται η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση, έννοια της τοπικότητας και, συγκεκριμένα, η αυτοδιοίκηση των τοπικών κοινωνιών σε ένα πρώτο επίπεδο. Ενόψει των ανωτέρω, διάταξη νόμου με την οποία, στα πλαίσια συνολικής και σύμφωνης, κατ΄αρχήν, με το άρθρο 102 του Συντάγματος ανασυγκρότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης, καταργείται ο.τ.α. και συνενώνεται με άλλους, δύναται να κριθεί από το δικαστήριο, στο οποίο άγεται η σχετική διαφορά, ως αντίθετη με το Σύνταγμα, αν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η συγκεκριμένη κατάργηση και συνένωση έγινε κατά πρόδηλη παραγνώριση των ανωτέρω συνταγματικών κριτηρίων. Ο έλεγχος δε της συνταγματικότητας της σχετικής διατάξεως από το αρμόδιο δικαστήριο, από την άποψη της λήψεως υπόψη από το νομοθέτη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των ως άνω κριτηρίων, είναι έλεγχος οριακός. (πρβλ. Σ.τ.Ε.Ολομ. 3443/1998, καθώς και Σ.τ.Ε. 119, 545/2001, 1333/2000).
11. Επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω ν. 3852/2010, βασική προϋπόθεση για την εισαγόμενη με το νόμο αυτό μεταρρύθμιση υπήρξε η ευρύτερη δυνατή συναίνεση τόσο των φορέων της τοπικής αυτοδιοικήσεως όσο και των πολιτών. Οι συλλογικοί φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης (Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων-Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.-και Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας-Ε.Ν.Α.Ε.-), είχαν ήδη προτείνει με πρακτικά συνεδρίων τους (όπως το συνέδριο της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. του 2007 στην Κυλλήνη) και με μελέτες υπαγομένων σ΄αυτούς επιστημονικών οργανισμών (όπως εκείνη του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης -Ι.Τ.Α. -«Χάραξη νέων διοικητικών ορίων για τους ο.τ.α. και την παροχή των αντίστοιχων κινήτρων», Οκτώβριος 2007), την μείωση του αριθμού των ο.τ.α. και την συγκρότηση πληθυσμιακά και γεωγραφικά ισχυρότερων τοπικών οργανισμών. Περαιτέρω, με την απόφαση της ετήσιας τακτικής συνέλευσης της ΚΕΔΚΕ του Ιανουαρίου 2010 υιοθετήθηκαν οι προτάσεις του ως άνω συνεδρίου του έτους 2007. Στις 10-1-2010, δημοσιοποιήθηκε κείμενο, συνταχθέν από επιστημονική επιτροπή με τίτλο «Αρχές νομοθετικής πρωτοβουλίας για τη Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», όπου υπήρχε ειδική αναφορά στα κριτήρια χωροθέτησης των διοικητικών ορίων των νέων ο.τ.α. Ακολούθως, κατά το στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης διατυπώθηκαν μέσω του διαδικτύου 1312 σχόλια και απεστάλησαν 100 επιστολές στο Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Στη συνέχεια, συνεστήθη ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή, η οποία αξιοποίησε και τα ανωτέρω στοιχεία. Οι εργασίες της εν λόγω επιτροπής συνοδεύονταν από διαρκή διάλογο και ανταλλαγή απόψεων με τους εκπροσώπους της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. και της Ε.Ν.Α.Ε.. Στο συνταχθέν από την επιτροπή αυτή προσχέδιο νόμου, το οποίο κατατέθηκε, στις 28-4-2010, στο Υπουργικό Συμβούλιο συμπεριλαμβανόταν η χωροθεσία και η απεικόνιση με την μορφή χαρτών των νέων δήμων, σε ορισμένες δε περιπτώσεις υπήρχαν εναλλακτικές προτάσεις συνενώσεων. Στη δημόσια διαβούλευση, η οποία ακολούθησε, σύμφωνα με το άρθρο 36 του Κανονισμού της Βουλής, απεστάλησαν στο Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης 400 επιστολές από φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και πολίτες, ειδικά δε για ζητήματα χωροθέτησης το Ι.Τ.Α. δέχθηκε 175 επιστολές. Στις 12-5-2010 υποβλήθηκαν στον Υπουργό Εσωτερικών οι προτάσεις της επιτροπής αξιολόγησης της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. για τα όρια των νέων δήμων. Το σχέδιο νόμου κατατέθηκε στη Βουλή, στις 14-5-2010, εισήχθη στην αρμόδια Διαρκή Κοινοβουλευτική Επιτροπή της Βουλής ενώπιον της οποίας παρουσίασαν τις απόψεις τους οι εκπρόσωποι των φορέων της αυτοδιοίκησης (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., Ε.Ν.Α.Ε.) και, τελικώς, η σχετική διαδικασία ολοκληρώθηκε με την ψήφιση του ν. 3852/2010. Με τον νόμο αυτό συνιστώνται σε όλη την επικράτεια τριακόσιοι είκοσι πέντε (325) νέοι δήμοι, έναντι 1.034 προϋφισταμένων δήμων, 13 περιφέρειες αντί 54 νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και 3 διευρυμένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και, παραλλήλως, συνιστώνται 7 Αποκεντρωμένες Διοικήσεις του κράτους έναντι 13 προϋφισταμένων κρατικών περιφερειών. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου οι διατάξεις του εξειδικεύουν και υλοποιούν «βασικές συνταγματικές επιταγές για τη συγκρότηση της τοπικής αυτοδιοίκησης σε δύο λειτουργικές βαθμίδες, με μονάδες που διαθέτουν το κατάλληλο μέγεθος και καθίστανται ικανές να διαχειριστούν τις τοπικές υποθέσεις, αλλά και να αναλάβουν την τοπική διεκπεραίωση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους». Κατά την αιτιολογική έκθεση, η μεταρρύθμιση του προγράμματος «Ι. Καποδίστριας» «βελτίωσε αισθητά την τοπική αυτοδιοίκηση, δεν δημιούργησε σε όλη τη χώρα αποτελεσματικούς δήμους με οικονομική αυτάρκεια και δυνατότητα άντλησης ίδιων πόρων ούτε διοικητική ικανότητα με καλά οργανωμένες υπηρεσίες και ανθρώπινο δυναμικό, που να αξιοποιούν τις νέες δυνατότητες και νέες τεχνολογίες για την παροχή ποιοτικά αναβαθμισμένων υπηρεσιών…. Στο πλαίσιο της νέας αρχιτεκτονικής επαναθεμελιώνεται η πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση με λιγότερους και ισχυρότερους Δήμους, ανεξαιρέτως σε όλη τη χώρα. Οι νέοι δήμοι καθίστανται έτσι ικανοί να ανταποκριθούν στις σύγχρονες απαιτήσεις, αξιοποιώντας τη σύγχρονη τεχνολογία και τις νέες μεθόδους διοίκησης, ώστε να υποδεχθούν διευρυμένες αρμοδιότητες. Η συγκρότηση των δήμων σε πληθυσμιακά και χωρικά μεγαλύτερες γεωγραφικές μονάδες διευκολύνει την ανάπτυξη ενός ισχυρότερου διοικητικού συστήματος, που ικανοποιεί κυρίως δύο στόχους: οι δήμοι να αποτελέσουν έτσι ισχυρές μονάδες τοπικής ανάπτυξης και ταυτόχρονα να εξελίσσονται σε αποτελεσματικούς διαχειριστές υπηρεσιών, ιδίως στην καθημερινή ζωή των πολιτών και στην ποιότητά της». Εξάλλου, σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική έκθεση του νόμου, για τον καθορισμό των διοικητικών ορίων των νέων δήμων χρησιμοποιήθηκαν ορθολογικά και αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία πηγάζουν από το άρθρο 101 παρ.2 του Συντάγματος, ανταποκρίνονται δε παραλλήλως και στο αντίστοιχο γενικό περίγραμμα, όπως αυτό καθορίσθηκε στο συνέδριο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.), το οποίο διενεργήθηκε στην Κυλλήνη το 2007. Συγκεκριμένα, ορίσθηκαν οκτώ (8) κατηγορίες κριτηρίων: Ήτοι κριτήρια 1ον) πληθυσμιακά (ο αριθμός των δημοτών, ο αριθμός των κατοίκων, η πληθυσμιακή πυκνότητα, η κατανομή των κατοικιών), 2ον) κοινωνικά (το μέσο μέγεθος νοικοκυριού, οι μορφωτικοί δείκτες, το ποσοστό αλλοδαπών), 3ον) οικονομικά (η απασχόληση, η δομή της απασχόλησης, η εργασιακή κινητικότητα, το εισόδημα), 4ον) γεωγραφικά (το σχήμα, η προσβασιμότητα, τα δίκτυα υποδομών), 5ον) αναπτυξιακά (η δομή της τοπικής οικονομικής δραστηριότητας και γενικότερα της τοπικής ανάπτυξης, η ύπαρξη εκπαιδευτικών και ερευνητικών φορέων, η συμμετοχή σε κοινοτικά και εθνικά προγράμματα), 6ον) λειτουργικά και βιωσιμότητας του νέου δήμου (πόροι και ενδογενές δυναμικό),7ον ) πολιτικά, ιστορικά, 8ον ) χωροταξικά κριτήρια, με τα οποία επιδιώκεται: i) η γεωγραφική/χωρική ολοκλήρωση των διαφόρων κοινωνικών, διοικητικών και οικονομικών λειτουργιών, εξυπηρετήσεων και υποδομών που διασφαλίζουν συνθήκες βιωσιμότητας (χωρίς να είναι απόλυτος κανόνας), ii) η γεωγραφική κινητικότητα και τα χωρικά πεδία που αυτή διαμορφώνει σε ημερήσια βάση, σύμφωνα με την απασχόληση και σε συνδυασμό με τις λειτουργικές εξαρτήσεις και επιρροές μεταξύ των οικιστικών κέντρων,iii) η ταυτότητα του τόπου που αναφέρεται στο συμβολικό και στο σημειολογικό επίπεδο για την τοπική κοινωνία. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στην αιτιολογική έκθεση, η εφαρμογή των παραπάνω κριτηρίων συμπληρώνεται με ειδικά κριτήρια, τα οποία εφαρμόζονται με απαρέγκλιτο τρόπο σε όλη τη χώρα: 1) Εισάγεται ελάχιστο πληθυσμιακό μέγεθος αυτό των 10.000 μονίμων κατοίκων, προκειμένου ένας δήμος που προκύπτει από συνένωση να μπορέσει να ασκήσει επαρκώς τις νέες αρμοδιότητές του, εξασφαλίζοντας λειτουργική, διοικητική και οικονομική επάρκεια, 2) Το όριο των 10.000 αυξάνεται κατά 20% προκειμένου ένας δήμος να διατηρηθεί στα σημερινά του όρια, 3) Ειδικά για τις μητροπολιτικές περιοχές των πολεοδομικών συγκροτημάτων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, το όριο προσδιορίζεται στους 25.000 μόνιμους κατοίκους, 4) Δεν διασπώνται τα όρια των δήμων, των νομών και των περιφερειών, 5) Δεν συνενώνονται δήμοι χωρίς εδαφική συνέχεια, 6) Στα νησιά εφαρμόζεται η αρχή «ένα νησί ένας δήμος». Μόνο τα μικρά νησιά, τα οποία εξυπηρετούνται από δήμους νησιωτικούς ή μη και διαθέτουν απρόσκοπτη τακτική επικοινωνία με την έδρα του άλλου δήμου συνενώνονται με αυτόν, 7) Αντίστοιχη πρόνοια υπάρχει και για το ορεινό ανάγλυφο της Ελλάδας, το οποίο οφείλει να είναι σεβαστό και να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χωροθέτηση σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή. Ο χαρακτηρισμός ενός νέου δήμου ως ορεινού βασίζεται στον χαρακτηρισμό των δημοτικών διαμερισμάτων από την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Έτσι, μπορεί ο νέος δήμος να εξαιρεθεί από το εθνικό πληθυσμιακό κατώφλι που ισχύει για τους μη ορεινούς δήμους. Ειδικά για τους ορεινούς δήμους εφαρμόζεται διακριτό πληθυσμιακό κατώφλι 8) Ειδικά για τις περιπτώσεις μεγάλων αστικών κέντρων της περιφέρειας, σε αυτά συνενώνονται όμοροι δήμοι, με τους οποίους συναποτελούν λειτουργική ενότητα, ανεξαρτήτως πληθυσμιακού ορίου. Τέλος, στην ως άνω αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια ώστε να υλοποιηθεί η συνταγματική επιταγή του άρθρου 101 παρ.4 του Συντάγματος για ειδική μεταχείριση των νησιωτικών και ορεινών περιοχών της χώρας. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην κατηγορία των ορεινών δήμων υπαγορεύουν την καθιέρωση ειδικού μηχανισμού διοικητικής υποστήριξης των ορεινών από τους εγγύτερους μη ορεινούς δήμους.
13. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 283 παρ. 11 του ν. 3852/2010, στην οποία ερείδεται η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, αντίκειται στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος διότι παρέχει εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης να ρυθμίσει σημαντικό οργανωτικό θέμα, το οποίο μπορεί να ρυθμισθεί μόνον από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδικότερο ή θέμα με τοπικό ενδιαφέρον κ.λπ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού οι αιτούντες στηρίζουν το έννομο συμφέρον τους προς άσκηση της κρινομένης αιτήσεως στην επιδίωξή τους να κριθεί αντισυνταγματική η επίμαχη διάταξη περί καταργήσεως του αιτούντος δήμου, ήδη δε οι σχετικοί λόγοι έχουν απορριφθεί.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Συνέδριο με θέμα: «Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος», ΙΣΤΑΜΕ, 25-26/02/2013, Αθήνα
Χ. CONTIADES (Ed.), Engineering Constitutional Change. A Comparative Perspective on Europe, Canada and the USA, 478 σελ., Routledge, London 2012 (βιβλιοκρισία: Π. Παραράς / Χρ. Παπαστυλιανός)
Βιβλιοκρισία: Χρήστου Παπαστυλιανού, αναδημοσίευση από το περιοδικό Booksʼ Journal, Μάρτιος 2013Το ζήτημα της αλλαγής του ελληνικού συντάγματος επανήλθε στο δημόσιο λόγο με μεγαλύτερη ένταση τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής και πολιτικής κρίσης στην Ελλάδα. Αντιμετωπίζεται δε ως ένας τρόπος να τεθούν νέοι κανόνες και μέσω αυτών να επιλυθούν προβλήματα τα οποία αποτελούν ενδημικά φαινόμενα της ελληνικής πολιτικής ζωής. Οι προτάσεις κυμαίνονται από την θέσπιση ενός νέου συντάγματος που θα αποτελέσει καταλύτη για την ολοκληρωτική αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος έως την αναθεώρηση διατάξεων που θα καταστήσουν πιο λειτουργικό το Πολίτευμα της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας[1]. Συνεπώς ένα βιβλίο που εμβαθύνει στο ζήτημα της συνταγματικής αλλαγής ιδίως όταν η ανάλυση βασίζεται στη συγκριτική μελέτη του φαινομένου παρέχει πολλά ερεθίσματα σχετικά με τις θεματικές που μπορεί να περιέχει μια δημόσια διαβούλευση γύρω από το ζήτημα του πως και ποιος αλλάζει ένα σύνταγμα.
1. Τα κριτήρια κατάταξης.
Ο αντίλογος για την ιθαγένεια. Το υπόμνημα της ΕΕΔΑΠ στην Ολομέλεια του ΣτΕ
Ο αντίλογος για την ιθαγένεια
Το υπόμνημα της ΕΕΔΑΠ στην Ολομέλεια του ΣτΕ
Με την δημοσίευση της ΣτΕ(Ολ.) 460/2013 έκλεισε -προς το παρόν- η αντιδικία που προκάλεσαν για την συνταγματικότητα του ν. 3838/2010 οι πάσης φύσεως θιασώτες του «δικαίου του αίματος». Μπορεί μεν η Ολομέλεια να μην ακολούθησε την ακραία εθνικιστική θέση της παραπεμπτικής απόφασης του Δ’ Τμήματος (ΣτΕ(Δ’)350/2011), πλην όμως ενέδωσε και αυτή στον πειρασμό να εισαγάγει ιδιαίτερα ρευστά –και, κατά τούτο, διόλου πειστικά- κριτήρια κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Κάτι που ίσως κοστίσει ακριβά στο δικαστήριο, σε μιαν εποχή όπου –με την λήξη της 5ετούς περιόδου της υποχρεωτικής αναθεωρητικής αδράνειας (άρθρο 110§6 Σ.)- η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου θα ξαναέρθει δίχως άλλο στο προσκήνιο. Αντιθέτως, πολύ πιο συγκροτημένος νομικά είναι ο λόγος της μειοψηφίας 13 δικαστών.
Καθώς, λοιπόν, αναμένεται αργά ή γρήγορα η ψήφιση «διορθωτικού» νόμου, το ζήτημα της ιθαγένειας θα βρεθεί και πάλι στην επικαιρότητα. Αντί άλλης συμβολής, στον σχετικό επιστημονικό διάλογο, δημοσιεύουμε μεγάλα τμήματα του από 17.1.2012 υπομνήματος που κατέθεσαν στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας οι κκ. Χρ. Πολίτης, Φ. Σπυρόπουλος και Ν.Κ. Αλιβιζάτος, οι οποίοι παρέστησαν στη δίκη της 2.12.2011 ως πληρεξούσιοι της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Η τελευταία είχε παρέμβει υπέρ του ν.3838/2010, στην κατάρτιση άλλωστε του οποίου είχε συμβάλει ουσιωδώς.
Ν.Κ.Α.
Επί του παραδεκτού
[…] 2. Σε ό,τι αφορά το έννομο συμφέρον, οι παρεμβαίνουσες επικαλούνται τα ακόλουθα:
α. Για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, ο αιτών επικαλείται την ιδιότητά του ως εκλογέα και ως Έλληνα πολίτη. Εν τούτοις, εν όψει της κανονιστικής φύσεως των προσβαλλομένων, οι παρεμβαίνουσες φρονούν ότι η ιδιότητα αυτή δεν αρκεί από μόνη της για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος στην παρούσα δίκη. Διότι η ιδιότητα του Έλληνα πολίτη δεν ιδρύει ιδιαίτερο και μάλιστα προσωπικό δεσμό με τις προσβαλλόμενες, διακεκριμένο από το γενικό ενδιαφέρον των πολιτών για την τήρηση ή την καθ’ ορισμένο τρόπο ερμηνεία του Συντάγματος και των νόμων, ούτε προσδίδει στον φορέα της ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό, εξαιτίας του οποίου ενδιαφέρεται εντονότερα από τους λοιπούς πολίτες για τη νομιμότητα πράξεων όπως οι προσβαλλόμενες (ΣτΕ 2805/1984 και 582/2001). Διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν ο αιτών επεκαλείτο και αποδείκνυε την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και εκλογέα σε Δήμο, όπου το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν οριακό και όπου ψήφισε αναλογικά υψηλός αριθμός αλλοδαπών εκλογέων. Κατά συνέπεια, αν το Δικαστήριο δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει μιαν actio popularis για τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας οποιασδήποτε απόφασης γενικότερου ενδιαφέροντος, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αιτούντος. Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο που δεν υφίσταται εν προκειμένω καμιά διεθνής δέσμευση της χώρας –ανάλογη π.χ. με την Σύμβαση του Άαρχους- που να ωθεί το Δικαστήριο να αποστεί από την πάγια νομολογία του […].
γ. Όσο για την […] Ελληνική Ένωση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι το αρχαιότερο σωματείο στην Ελλάδα με παρεμφερή σκοπό (έτος ιδρύσεως 1953, www.hlhr.gr) και μέλος της διεθνούς Ενώσεως Fédération Internationale des Droitsde l’ Homme (FIDH, www.fidh.org), που εδρεύει στο Παρίσι. Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της, επικαλείται τόσο τους καταστατικούς σκοπούς της (άρθρο 2), όσο και τα ειδικώς απαριθμούμενα στο Καταστατικό της μέσα για την επίτευξη των σκοπών της (άρθρο 3). Μεταξύ των μέσων αυτών περιλαμβάνεται και η άσκηση παρεμβάσεων, καθώς και η παράσταση ενώπιον δικαστηρίων, οσάκις συζητούνται «θέματα εντασσόμενα στους σκοπούς της». Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την διατυπωθείσα επιφύλαξη της μειοψηφίας της παραπεμπτικής για το έννομο συμφέρον της Ένωσης να παρέμβει υπέρ του κύρους της πρώτης προσβαλλόμενης, η δεύτερη παρεμβαίνουσα επικαλείται το άρθρο 1(α) του Καταστατικού της, σύμφωνα με το οποίο η δράση της εμπνέεται και από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Ο.Η.Ε. του 1948, το άρθρο 15 της οποίας αναγνωρίζει ως δικαίωμα του ανθρώπου το δικαίωμα σε μια τουλάχιστον ιθαγένεια και το δικαίωμα αλλαγής ιθαγένειας.
3. Εν όψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα πρωτίστως ως απαράδεκτη.
ΙΙ.
Επί του βασίμου
Α’
4. Η αντιδικία αμφισβητεί κατ’ αρχάς τη συνταγματικότητα δύο ρυθμίσεων:
α. αφ’ ενός μεν του άρθρου 1Α του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (εφεξής ΚΕΙ), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3838/2010 (: κτήση ιθαγένειας από παιδιά νομίμων μεταναστών, που είτε γεννιούνται στην Ελλάδα, είτε συμπληρώνουν επιτυχώς 6ετή φοίτηση σε ελληνικό σχολείο ) και,
β. αφ’ ετέρου, της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 24 του ν. 3838/2010 (καθ’ ό μέτρο αφορά την κτήση ιθαγένειας από παιδιά νόμιμων μεταναστών που πληρούν τις ως άνω προϋποθέσεις).
5. Κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, προέχει βεβαίως να εντοπισθεί η εφαρμοστέα συνταγματική διάταξη: ποια είναι κάθε φορά η (συνταγματική) lex specialis; Eν προκειμένω, τα πράγματα είναι αρκούντως σαφή. Εφαρμοστέα είναι η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Συντάγματος, κατά την οποία:
« Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος» (εδ.α’).
Εν συνεχεία, η ίδια παράγραφος, επηρεασμένη από το κλίμα της εποχής που θεσπίσθηκε (δηλαδή της πρώτης περιόδου μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το 1974), αναφέρει περιοριστικά τους δύο λόγους για τους οποίους επιτρέπεται η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας[1]. Αντιθέτως, για τα «προσόντα» του Έλληνα, το Σύνταγμα επαφίεται στον κοινό νομοθέτη. Καθ’ ό μέτρο πρόκειται για μια διάταξη που επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτολεξεί σε όλα ανεξαιρέτως τα Συντάγματά μας από το 1844 και εφεξής, έχει ενδιαφέρον να δει κανείς με ποια ratio υιοθετήθηκε:
6. Τη διάταξη υιοθέτησε ως δεύτερη παράγραφο του άρθρου περί ισότητας, η Εθνοσυνέλευση της Γ’ Σεπτεμβρίου 1843: μετά τη γνωστή ρύθμιση ότι μόνον Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί στις δημόσιες λειτουργίες (βλ. ήδη άρθρο 4§4 του ισχύοντος Συντάγματος), το Σύνταγμα του 1844, όριζε ποιοι είναι οι Έλληνες πολίτες:
«Πολίται είναι όσοι απέκτησαν ή αποκτήσωσι τα χαρακτηριστικά του πολίτου κατά τους Νόμους του Κράτους» (άρθρο 3§2).
Η επιφύλαξη αυτή υπέρ του κοινού νομοθέτη δεν ήταν τυχαία: ήταν απόρροια της οξύτατης αντιπαράθεσης «αυτοχθόνων» και «ετεροχθόνων» στην πρώτη εκείνη Εθνοσυνέλευση μετά την Ανεξαρτησία. Προκειμένου να μην δεσμευθούν οι επιλογές των επομένων Βουλών για το ποιοι θα είναι Έλληνες πολίτες (και θα μπορούν, έτσι, να διορίζονται στο δημόσιο), οι πληρεξούσιοι του 1843 προέκριναν μετά λόγου γνώσεως να αφήσουν το θέμα εκτός Συντάγματος, ώστε, για ένα ζήτημα ύψιστης πολιτικής σημασίας, ο νομοθέτης να έχει κατ’ αρχήν τα χέρια του λυμένα. Αξίζει να παρατεθεί το σχετικό απόσπασμα από τα Επίσημα Πρακτικά της Εθνοσυνέλευσης εκείνης:
«Αν και λόγοι πολλοί ουσιώδεις και πικραί αναμνήσεις υπαγορεύουν την ανάγκην του να γίνη λόγος περί [των προσόντων του Έλληνος πολίτου] εντός του Συντάγματος, […] η Επιτροπή δεν έθεσε τούτο εις το Σύνταγμα δια τους ακολούθους δύο λόγους. 1) Διότι ειδικός νόμος περί των προσόντων του πολίτου Έλληνος εντός του Συντάγματος θα ήναι ατελής, και 2) διότι, εάν ο νόμος ούτος τεθή εντός του Συντάγματος θα ήναι ως και το Σύνταγμα αμετάβλητος, και οι όροι αυτού θέλουν είσθαι αδύνατον να τροποποιηθώσι μετά ταύτα, εάν ανάγκη τις ήθελεν υπαγορεύσει […]» (Η της Γ’ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική Συνέλευσις, Επίσημα πρακτικά,συνεδρ. ΚΣΤ’, 8.1.1844, σελ.143-144).
Έκτοτε, η ίδια μέριμνα για προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες υπαγόρευσε την επανάληψη της διάταξης με το ίδιο κατ’ ουσίαν περιεχόμενο[2].
7. Η ανάθεση αυτή στον κοινό νομοθέτη να ορίζει εκάστοτε ο ίδιος τα «προσόντα» του Έλληνα, συμβαδίζει με την παγιωθείσα έκτοτε αντίληψη ότι η απονομή της ιθαγένειας αποτελεί κατ’ εξοχήν «κυριαρχική» πράξη του κράτους. Του ότι δηλαδή η Βουλή, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, είναι εκείνη η οποία προσδιορίζει εκάστοτε τους όρους για την άσκηση μιας αρμοδιότητας που ανάγεται στον πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας. Εξ ου και η μη αναγνώριση αντίστοιχου δικαιώματος, δηλαδή ατομικού δικαιώματος για απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας[3]. Ο στενός αυτός σύνδεσμος του δικαίου της ιθαγένειας με την Βουλή ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας δεν μπορεί παρά να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογούνται οι σχετικές ρυθμίσεις και θα ελέγχεται η συνταγματικότητά τους.
8. Αναμφίβολα, η κρίσιμη επιφύλαξη υπέρ του νόμου του άρθρου 4§3 Σ., αν και ευρύτατη, δεν γίνεται εν λευκώ. Τόσο το Σύνταγμα, όσο και οι διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας θέτουν όρια στην σχετική αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη. Για παράδειγμα, η νομοθετική απαγόρευση της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλόθρησκους, σε αλλόφυλους ή σε πρόσωπα με αναπηρία θα ήταν αντισυνταγματική. Τα όρια, εν τούτοις, αυτά δεν μπορεί παρά να είναι ακραία και να αφορούν περιπτώσεις κραυγαλέων και κατά τούτο ανεπίτρεπτων διακρίσεων, τις οποίες καμιά πολιτική σκοπιμότητα δεν μπορεί να δικαιολογήσει. Διότι ο αποκλεισμός κατηγοριών προσώπων από την ελληνική ιθαγένεια, με κριτήρια όπως τα ανωτέρω, θα αναιρούσε τα θεμέλια της φιλελεύθερης συνταγματικής τάξης και θα προσέκρουε ευθέως στην αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων (άρθρο 5§2 Σ.). Αντιθέτως, οσάκις ο νομοθέτης δεν χρησιμοποιεί τέτοια κριτήρια, δρα, λόγω της ευρύτατης συνταγματικής επιφύλαξης «ελευθέρως».
9. Ερωτάται, κατόπιν των ανωτέρω, αν η έννοια του έθνους, όπως την χρησιμοποιεί το Σύνταγμα στο άρθρο 1§3 και σε σειρά άλλων διατάξεων (όπως τις παραθέτει η παραπεμπτική, βλ. άρθρα 16§2, 21§1, 25§4, 51§2 Σ. κ.λπ.), επηρεάζει την ερμηνεία της εφαρμοστέας βάσει της αρχής της ειδικότητας εν προκειμένω συνταγματικής διάταξης (ήτοι της lex specialis), δηλαδή του άρθρου 4§3(εδ.α’) και, αν ναι, σε ποια έκταση.
10. Τον όρο «έθνος» (μόνο αυτόν, και όχι και τον όρο «λαός») ως πηγή των εξουσιών χρησιμοποίησαν, ως γνωστόν, όλα μας τα Συντάγματα, από το 1864 έως και το 1952[4]. Αρχικά, η χρήση της ήταν ιστορικά φορτισμένη από την ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, καθώς επεδίωκε να περιλάβει όχι μόνον τους Έλληνες του νεοσύστατου μικρού βασιλείου, αλλά και τους ομοεθνείς μας των αλύτρωτων περιοχών.
11. Στη διάκριση έθνους και λαού ως πηγής των εξουσιών προέβη για πρώτη φορά η δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Παραπέμποντας στον «θεωρητικό» της τελευταίας καθηγητή Γ. Μαντζούφα, ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών κ. Απ. Γεωργιάδης, σημείωνε πρόσφατα:
«Η εισαγωγή της έννοιας του Έθνους ως πηγής όλων των εξουσιών και η διάκρισή της από την έννοια του λαού-εκλογικού σώματος, η συνεχής αναφορά στη φυλετική, θρησκευτική, γλωσσική και ψυχική ομοιογένεια των Ελλήνων ως συνεκτικού στοιχείου του Έθνους, η απόρριψη του φιλελεύθερου ατομικισμού […], η αποσύνδεση της έννοιας της ελευθερίας του ατόμου από το δικαίωμα του εκλέγειν και η επισήμανση ότι η ‘εθνική θέλησις’ και το ‘εθνικόν φρόνημα’ είναι δυνατόν ‘κατ’ εποχάς’ να τα εκφράζουν ‘μεμονωμένα άτομα’, μαρτυρούν την εντατική προσπάθεια των θεωρητικών της δικτατορίας να μεταφυτευθεί στην Ελλάδα η έννοια του ‘ολοκληρωτικού κράτους’[5].
12. Ό,τι δεν τόλμησε η δικτατορία εκείνη, έπραξε η χούντα των συνταγματαρχών: για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία μας, διέκρινε ρητά την έννοια του έθνους από την έννοια του λαού στο άρθρο 2§2 των Συνταγμάτων της του 1968 και του 1973:
«Άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του Λαού, υπάρχουν υπέρ του Λαού και του Έθνους και ασκούνται, καθ’ όν τρόπον ορίζει το Σύνταγμα».
Σκοπός της καινοτομίας αυτής ήταν να διακηρυχθεί κατά τον επισημότερο τρόπο ο ιδεολογικός προσανατολισμός που επεδίωκε να επιβάλει στη χώρα η δικτατορία της 21ης Απριλίου, ο οποίος εξυπηρετούνταν με την απόδοση στην έννοια του έθνους κανονιστικού περιεχομένου, και μάλιστα συνταγματικής περιωπής. Χαρακτηριστική, εν προκειμένω, ήταν η ακόλουθη παρατήρηση του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης καθηγητή Ιω. Τριανταφυλλόπουλου, κατά τη σχετική συζήτηση στο Υπουργικό Συμβούλιο της δικτατορίας:
«Λαός και Έθνος είναι δύο έννοιαι διαφορετικαί. Λαός είναι έννοια δημοσίου δικαίου, ενώ το Έθνος είναι μια έννοια εξωνομική. Υποθέτω δε ότι τίθεται τώρα, δια να τονίσωμεν την έννοιαν της νέας πολιτείας και ότι δεν δύναται να γίνη ο,τιδήποτε αντεθνικόν. Η παρεμβολή της λέξεως «Έθνος», είναι εντελώς καθοδηγητική, αλλά όχι νομική» (Υπουργικόν Συμβούλιον, Εστενογραφημένα Πρακτικά του Νέου Συντάγματος 1968, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1969, συνεδρ. 29.6.1968, σ. 18).
13. Η διάκριση λαού και έθνους, αν και δεν γινόταν στο αρχικό σχέδιο Συντάγματος της κυβέρνησης Κων. Καραμανλή, το 1974, περιελήφθη τελικά στο ισχύον Σύνταγμα, ύστερα από επιμονή της τότε αντιπολίτευσης. Η τελευταία, μετά την διαστρέβλωση της έννοιας του έθνους από την στρατιωτική δικτατορία, ζήτησε να περιληφθεί και η λέξη «λαός» στην καθιερωμένη διατύπωση των παλαιών Συνταγμάτων[6]. Έτσι, με το αντίθετο ακριβώς σκεπτικό, η §3 του άρθρου 1 του ισχύοντος Συντάγματος βρέθηκε να επαναλαμβάνει την προπαρατεθείσα διατύπωση του Συντάγματος της δικτατορίας.
14. Ως θεμελιώδης νόμος, το Σύνταγμα δεν περιλαμβάνει βέβαια περιγραφικές διατάξεις, αλλά κανόνες δικαίου και αρχές. Κάθε διάταξη έχει κανονιστικό περιεχόμενο και κάθε λέξη που χρησιμοποιεί έχει νομική σημασία. Έτσι, η χρήση της λέξης «έθνος» ή των παραγώγων της («εθνικός») έχει και αυτή έννομες συνέπειες. Το ποιες ακριβώς είναι αυτές, εξαρτάται κάθε φορά από τα συμφραζόμενα της συγκεκριμένης διάταξης. Έτσι, στο άρθρο 51§2 («Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος») δεν αμφισβητείται ότι η έννοια του «έθνους» αντιδιαστέλλεται από την έννοια της «εκλογικής περιφέρειας», την οποία, σε αντίθεση προς τα προγενέστερα, το ισχύον Σύνταγμα δεν μνημονεύει ρητά. Στο άρθρο 16§2, εξ άλλου που είναι αφιερωμένο στους σκοπούς της παιδείας, η χρήση του επιθέτου «εθνική» («εθνικής συνείδησης»), έχει την έννοια της καλλιέργειας και διάδοσης της ιστορίας και των παραδόσεων του Ελληνισμού. Στο άρθρο 25§4 («χρέος εθνικής αλληλεγγύης»), το Σύνταγμα υπαινίσσεται τις υποχρεώσεις του πολίτη (φορολογικές, στρατιωτική θητεία κ.λπ.), ενώ στο άρθρο 21§1 («η οικογένεια ως θεμέλιο συντήρησης και προαγωγής του Έθνους») επιδιώκει να ενισχύσει τον θεσμό της οικογένειας.
15. Κατά την κρατούσα άποψη στη θεωρία, η χρήση της λέξης «έθνος» δίπλα στη λέξη «λαός» στο άρθρο 1§3 του Συντάγματος συνδέεται με την μέριμνα για το απόδημο Ελληνισμό, στον οποίο το Σύνταγμα αφιερώνει ξεχωριστό άρθρο (το άρθρο 108)[7]. Η άποψη ότι η έννοια του έθνους χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό ως μέτρο και γενικό κριτήριο για τον έλεγχο της συνταγματικότητας όλων των νόμων (ενδεχομένως και της νομιμότητας όλων των διοικητικών πράξεων) δεν θα μπορούσε και ούτε έχει άλλωστε γίνει δεκτή από κανένα δικαστήριο έως τώρα. Διότι κάτι τέτοιο θα εισήγαγε ένα κατ’ εξοχήν ρευστό και υποκειμενικό κριτήριο, εξόχως πολιτικό, στη δικαστική κρίση, πράγμα το οποίο δεν συνάδει με τον νομικό χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Και ναι μεν, θα μπορούσε ενδεχομένως να υποστηριχθεί, ότι η χρήση της έννοιας αυτής αποκλείει την υιοθέτηση ακραίων ρυθμίσεων (όπως για παράδειγμα την αυτόματη απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα, ύστερα από ολιγοήμερη παραμονή των γονέων τους στη χώρα) πλην όμως δεν είναι υποστηρίξιμη η άποψη ότι η λέξη «έθνος» «συνταγματοποιεί» ως αποκλειστικό τρόπο κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας το δίκαιο του αίματος (όπως φαίνεται να υπολαμβάνει η αντιδικία και η παραπεμπτική).
16. Από τα ως άνω προκύπτει ότι οι συνταγματικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν (άρθρα 16, 21,25 κ.λπ.) δεν μπορούν να νοηματοδοτήσουν τη lex specialis, δηλαδή το άρθρο 4§3 του Συντάγματος, κατά τέτοιο τρόπο ώστε η ρύθμιση της ιθαγένειας από τον κοινό νομοθέτη να πρέπει υποχρεωτικώς να συναρτάται με την «ελληνικότητα», δηλαδή την ένταξη στο έθνος των Ελλήνων.
17. Οι κρίσιμες στην παρούσα δίκη ρυθμίσεις του ν. 3838/2010 δεν καθιερώνουν βέβαια αυτοματοποιημένες και απρόσωπες διαδικασίες για την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από τη λεγόμενη «δεύτερη γενιά» των μεταναστών. Τα κριτήρια της πενταετούς τουλάχιστον νόμιμης και συνεχούς διαμονής και των δύο γονέων, καθώς και της εξαετούς επιτυχούς φοίτησης σε ελληνικό σχολείο (με νόμιμη και μόνιμη διαμονή στη χώρα)[8], αποκλείουν τις αθρόες πολιτογραφήσεις, καθώς απαιτούν ειδική και εξατομικευμένη κρίση για κάθε περίπτωση ξεχωριστά (ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων και με δυνατότητα αποποίησης της ιθαγένειας μετά την ενηλικίωση, βλ. άρθρο 9 ν.3838/2010). Πρόκειται για τεκμήρια ουσιαστικής ένταξης στην ελληνική κοινωνία, που δύσκολα θα μπορούσαν να διαψευσθούν. Κατά τούτο, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αντιδικίας δεν ευσταθούν, αφού:
α. ο νόμος εκκινεί από έναν πραγματικό και ουσιαστικό δεσμό των ενδιαφερομένων με την Ελλάδα. Δεσμό ο οποίος, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι πολύ ουσιαστικότερος από τη δοκιμασία μιας, κατά το συνήθως συμβαίνον, επιδερμικής συνέντευξης, στο πλαίσιο της οποίας οι αιτούμενοι την ελληνική ιθαγένεια καλούνται να απαντήσουν σε στερεότυπες ερωτήσεις του τύπου «αν αγαπούν ή όχι την Ελλάδα».
β. Οι νέοι τρόποι κτήσεως της ιθαγένειας που καθιερώνει ο ν.3838/2010 είναι εννοιολογικώς άσχετοι με τις πολιτοποιήσεις, δηλαδή τις αθρόες πολιτογραφήσεις ύστερα από εδαφικές προσαρτήσεις ή ανταλλαγές πληθυσμών, (βλ. την εσφαλμένη σκέψη 13 της παραπεμπτικής). Οι τελευταίες, υπενθυμίζεται, δεν προϋποθέτουν υποβολή αίτησης, αλλά πραγματοποιούνται με την ψήφιση σχετικού νόμου για την χορήγηση ιθαγένειας στα καταλαμβανόμενα πρόσωπα[9]. Σε κάθε περίπτωση, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αντιδικίας ωθούν το Δικαστήριο να υπερβεί τα όρια του ακυρωτικού ελέγχου για να κρίνει την πολιτική κατ’ ουσίαν επιλογή του νομοθέτη. Συγκεκριμένα, το ωθούν να αξιολογήσει ευθέως τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η Βουλή για τη διάγνωση του πραγματικού και ουσιαστικού δεσμού των ενδιαφερομένων με την Ελλάδα, κάτι που το Δικαστήριο Σας αποφεύγει κατά σύστημα να πράξει (πρβλ. τις ενδιαφέρουσες σκέψεις της ΣτΕ(Ολ.) 3478/2000 για τα όρια του ακυρωτικού ελέγχου).
18. Υποστηρίχθηκε ότι, στην παρούσα δίκη, επιβάλλεται ένας αυστηρότερος του συνήθους έλεγχος της συνταγματικότητας των κρίσιμων ρυθμίσεων για έναν επιπρόσθετο λόγο: διότι οι επιλογές του νομοθέτη δεν ήταν αβίαστες, αλλά υπαγορεύονταν από τα τετελεσμένα γεγονότα που δημιούργησε το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα της δεκαετίας του 1990-2000 και οι μαζικές νομιμοποιήσεις οικονομικών μεταναστών που επακολούθησαν. Το γεγονός και μόνο ότι, σύμφωνα με τον εν λόγω συλλογισμό, νομιμοποιήθηκε η παραμονή στην Ελλάδα και προσώπων που είχαν εισέλθει στη χώρα παρανόμως, αποκλείει τη χρήση του κριτηρίου της νόμιμης παραμονής των γονέων για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά τους. Νομικά, η σκέψη αυτή δεν ευσταθεί διότι:
α. από τη μια, οι κρίσιμες νομιμοποιήσεις των ν.1975/1991, 2910/2001 και 3386/2005 δεν έγιναν εική και ως έτυχε, αλλά βάσει κριτηρίων, τα οποία είναι σημαντικό να τονισθεί ότι υιοθετήθηκαν διαχρονικά από διαφορετικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, σε μια σπάνια επίδειξη πολιτικής συνέχειας. Σε κάθε περίπτωση, η συνταγματικότητα των εν λόγω νόμων δεν έχει αμφισβητηθεί και οι διοικητικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή τους δεν έχουν ανακληθεί. Απολαμβάνουν, ως εκ τούτου, του τεκμηρίου νομιμότητας.
β. Η αναγωγή σε αποφασιστικό κριτήριο της συνταγματικότητας του ΚΕΙ της παράνομης εισόδου στη χώρα, δηλαδή ενός γεγονότος του απώτερου κατά κανόνα παρελθόντος, ενόσω έχει μεσολαβήσει μακρά περίοδος νόμιμης διαμονής, με σοβαρές ενδείξεις ένταξης στο εθνικό περιβάλλον, δεν θα συνιστούσε απλώς ανεπιεικές μέτρο, αλλά πράξη αμφίβολης αποτελεσματικότητας για την επίτευξη του μείζονος στόχου, που δεν είναι άλλος από την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και ομοιογένειας[10].
19. Περαιτέρω, στην παρούσα δίκη, κατά την οποία λαμβάνεται υπ’ όψη η συνδρομή των προϋποθέσεων της νομίμου διαμονής επί ορισμένο χρόνο, δεν επιτρέπεται να αναχθούμε σε γεγονότα προγενέστερα, αφορώντα τον τρόπο εισόδου στη χώρα ή την έλλειψη ή αταξία των σχετικών εγγράφων των εν λόγω αλλοδαπών, που εν τούτοις δεν εμπόδισαν την αναγνώριση της νομίμου διαμονής. Και τούτο, είτε η αναγνώριση αυτή έγινε νομίμως, είτε παρανόμως (με ευθύνη των κρατικών υπηρεσιών).
20. Καταλήγοντας, ας επιτραπεί στις παρεμβαίνουσες να θέσουν υπό την κρίση του Δικαστηρίου και τις ακόλουθες συμπληρωματικές σκέψεις:
α. Η μείζων πρόταση της παραπεμπτικής απόφασης διαμορφώθηκε βάσει κυρίως της διάταξης του άρθρου 1§3 Σ. ως εξής: «Δεν επιτρέπεται η πολιτογράφηση αλλοδαπού, χωρίς εξατομικευμένη κρίση της διοικήσεως περί του ότι ανήκει στο ελληνικό έθνος, διότι τούτο καταλήγει στη διεύρυνση του λαού ως στοιχείου του κράτους και ως οργάνου του κράτους, δηλαδή στη διεύρυνση του εκλογικού σώματος». Τελολογία της μείζονος αυτής προτάσεως είναι η διατήρηση ανόθευτου του εκλογικού σώματος από μέλη που δεν ανήκουν, βάσει εξατομικευμένης κρίσεως της διοικήσεως, στο ελληνικό έθνος.
β. Η διεύρυνση του εκλογικού σώματος με αλλοδαπούς μπορεί πάντως να επιτευχθεί βάσει της διάταξης του άρθρου 51§3 Σ.: «Οι βουλευτές εκλέγονται από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα, όπως νόμος ορίζει». Ως πολίτες δεν νοούνται μόνον οι Έλληνες πολίτες. Η έννοια του πολίτη είναι ευρύτερη από την έννοια του Έλληνα πολίτη. Τούτο προκύπτει ιδίως από την αντιπαραβολή της διάταξης του άρθρου 51§3 περί του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος με τη διάταξη του άρθρου 55§1 περί του παθητικού εκλογικού δικαιώματος: «Για να εκλεγεί κανείς βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης». Αλλά και σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ο όρος «πολίτης» χρησιμοποιείται ευρύτερα και περιλαμβάνει και αλλοδαπούς: στο άρθρο 22§1 ορίζεται ότι το κράτος μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών, στο άρθρο 21§3 ότι μεριμνά για την υγεία των πολιτών κ.λπ.
γ. Από τη συνταγματική διάταξη για το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα (άρθρο 51§3) προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να το επεκτείνει και σε αλλοδαπούς. Δηλαδή, δι’ άλλου τρόπου μπορεί να επιτευχθεί η διεύρυνση του εκλογικού σώματος, χωρίς εξατομικευμένη κρίση της διοίκησης περί του ότι τα νέα μέλη του, οι αλλοδαποί που αποκτούν το δικαίωμα της ψήφου, εντάσσονται όντως στο ελληνικό έθνος.
δ. Το ότι ο νομοθέτης δεν έχει έως σήμερα παράσχει το δικαίωμα της ψήφου στους αλλοδαπούς δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί κατά το Σύνταγμα να το παράσχει.[11] Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου στο άρθρο 51§3 καλύπτει και τους αλλοδαπούς. Θα μπορούσε βεβαίως να αντιταχθεί ότι τα δύο ζητήματα, της απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας και της παροχής δικαιώματος ψήφου στους αλλοδαπούς, είναι διαφορετικά. Διότι δια της αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας ο τέως αλλοδαπός δεν αποκτά μόνο το δικαίωμα του εκλέγειν, αλλά και άλλα πολιτικά δικαιώματα: το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, του διορίζεσθαι σε δημόσια θέση και του διορίζεσθαι ένορκον. Τα δικαιώματα όμως αυτά προϋποθέτουν ανάδειξη δι’ εκλογής ή διορισμού ή δι’ εγγραφής σε κατάλογο και κληρώσεως. Το δικαίωμα του εκλέγειν διαφέρει από όλα τα λοιπά πολιτικά δικαιώματα κατά το ότι δεν προϋποθέτει καμία ανάδειξη, αλλά ενεργοποιείται και πραγματούται αφ’ εαυτού.
ε. Η διεύρυνση λοιπόν του εκλογικού σώματος είναι το κατ’ εξοχήν κρίσιμο ζήτημα, τόσο για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας όσο και για την παροχή του δικαιώματος ψήφου. Η διεύρυνση αυτή μπορεί να επιτευχθεί βάσει του άρθρου 51§3, χωρίς εξατομικευμένη κρίση της διοίκησης. Έτσι όμως η ερμηνεία του Συντάγματος διασπάται ανεπιτρέπτως, αφού το κατά την παραπεμπτική απόφαση αποφευκτέο αποτέλεσμα (δηλαδή η αλόγιστη διεύρυνση του εκλογικού σώματος δια της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας) μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο.
στ. Ο ένδικος νόμος έθεσε αντικειμενικές προϋποθέσεις για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας. Κατέστησε την αρμοδιότητα της διοίκησης δέσμια, έτσι ώστε να αποφεύγονται εκδουλεύσεις με οικονομικό ή άλλο αντάλλαγμα και άλλα τινά. Μα η δέσμευση της διοίκησης και η συρρίκνωση της διακριτικής της ευχέρειας υπήρξε πάντοτε αίτημα δημοκρατικό και δικαιοκρατικό. Με τη δέσμια αρμοδιότητα η διοίκηση υπόκειται εντονότερα στην αρχή της νομιμότητας και του κράτους δικαίου.
ζ. Σε κάθε περίπτωση, οι αντικειμενικές προϋποθέσεις του νόμου συναρτώνται με την ελληνική εκπαίδευση των τέκνων των μεταναστών. Τούτο ισχύει και για τον έχοντα φοιτήσει σε ελληνικό σχολείο και για τον μη έχοντα εισέτι φοιτήσει λόγω μικρής ηλικίας. Ο τελευταίος αυτός, ως Έλληνας, έχει υποχρέωση να φοιτήσει κατά το άρθρο 16§3 Σ.
Β’
21. Όσον αφορά την δεύτερη προσβαλλόμενη, δηλαδή το δικαίωμα ψήφου των (μη κοινοτικών) αλλοδαπών στις εκλογές για την ανάδειξη των αρχών της πρωτοβάθμιας μόνον αυτοδιοίκησης, είναι ανακριβείς οι ισχυρισμοί του αιτούντος ότι αυτό δεν αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία των ευρωπαϊκών χωρών. Σχετικώς, οι παρεμβαίνουσες αναφέρονται κατ’ αρχάς στην τελευταία έκδοση της υποβληθείσης μελέτης της Γαλλικής Γερουσίας (: Le droit de vote des étrangers auxélections locales, Les documents de travail du Sénat, Série: Législation comparée, No LC 218, Paris, novembre 2011), όπου περιλαμβάνονται αναλυτικά στοιχεία για το θέμα. Από την μελέτη αυτή συνάγεται ότι σήμερα, υπό προϋποθέσεις που ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αναγνωρίζουν δικαίωμα ψήφου στις εκλογές των ΟΤΑ στους επί μακρόν διαμένοντες αλλοδαπούς μετανάστες. Και τούτο ως μέσο για την βαθμιαία ένταξή τους στην κοινωνία της χώρας υποδοχής. Στις χώρες αυτές περιλαμβάνονται (α) η Ισπανία, η Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο –υπό τον όρο της αμοιβαιότητος, (β) το Βέλγιο, η Δανία, το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Σουηδία και τα περισσότερα ελβετικά καντόνια –η νομοθεσία των οποίων απαιτεί ελάχιστο χρόνο διαμονής και (γ) -χωρίς καν ελάχιστο χρόνο διαμονής- η Ιρλανδία.
ΠΙΝΑΚΑΣ 1
ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΨΗΦΟΥ (ΜΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ) ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ
ΣΤΙΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΧΩΡΕΣ
|
|
Χρόνος διαμονής |
Εκλέγειν |
Εκλέγεσθαι
|
|
Δανία |
4 χρόνια νόμιμης διαμονής |
Ναι |
Ναι |
|
Φινλανδία |
Ενήλικες με άδεια παραμονής |
Ναι |
Ναι |
|
Σουηδία |
3 χρόνια νόμιμης διαμονής |
Ναι |
Ναι |
|
Σλοβενία |
Μαζί με το καθεστώς μακρόχρονης παραμονής |
Ναι |
Ναι |
|
Λουξεμβούργο
|
5 χρόνια νόμιμης διαμονής |
Ναι |
Ναι |
|
Ολλανδία |
5 χρόνια νόμιμης διαμονής |
Ναι |
Όχι |
|
Βέλγιο |
5 χρόνια πριν τις εκλογές |
Ναι |
Όχι |
|
Γαλλία |
Όχι |
Όχι |
Όχι |
|
Γερμανία |
Όχι |
Όχι |
Όχι |
|
Ιταλία |
Όχι |
Όχι |
Όχι |
Απεναντίας, ύστερα από σχετικές αποφάσεις των Συνταγματικών Δικαστηρίων τους, Γερμανία[12], Αυστρία[13] (όχι όμως και Ιταλία, όπως εσφαλμένα ανεφέρθη στο υπόμνημα της παρέμβασης ενώπιον του Δ’ Τμήματος και την παραπεμπτική[14]) δεν αναγνωρίζουν τέτοιο δικαίωμα στους αλλοδαπούς μετανάστες που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους. Το ίδιο και η Γαλλία, τουλάχιστον αρχικά, το Συνταγματικό Συμβούλιο της οποίας απέκλεισε το 1992 την αναγνώριση του δικαιώματος αυτού, με τη σκέψη ότι οι οργανισμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης συγκροτούν το μεγαλύτερο τμήμα του εκλεκτορικού σώματος των μελών του δεύτερου νομοθετικού σώματος της χώρας, δηλαδή της Γερουσίας˙ ως εκ τούτου, τυχόν συμμετοχή των αλλοδαπών στην ψηφοφορία για την ανάδειξη των τοπικών αρχών θα προσέβαλλε τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας[15]. Ήδη, πάντως, με εκκρεμούσα πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης, αναγνωρίζεται για πρώτη φορά τέτοιο δικαίωμα στη Γαλλία σε μη κοινοτικούς αλλοδαπούς που έχουν τουλάχιστον 5 χρόνια νόμιμης διαμονής στη χώρα[16].
22. Στη χώρα μας (όπου, εξ αιτίας των αυστηρότατων προϋποθέσεων του άρθρου 14 του ν. 3838/2010, μόλις 12.583 αλλοδαποί της κατηγορίας αυτής ενεγράφησαν στους σχετικούς Ειδικούς Καταλόγους για τις τελευταίες δημοτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2010), η συνταγματικότητα του δικαιώματος ψήφου των αλλοδαπών στις εκλογές των ΟΤΑ αμφισβητείται με δύο κυρίως επιχειρήματα:
α. Από τη μια υποστηρίζεται ότι είναι ανεπίτρεπτη η συμμετοχή μη Ελλήνων πολιτών στις δημοτικές εκλογές, εν όψει του πολιτικού χαρακτήρα των τελευταίων, ο οποίος προκύπτει από τις αρμοδιότητες που το Σύνταγμα και ο νόμος αναθέτουν στους ΟΤΑ. Την άποψη αυτή δέχεται και η παραπεμπτική, η οποία, για τη θεμελίωσή της, επικαλείται τα άρθρα 52, 1 §§2&3 και 102 §§1&2 Σ. Οι παρεμβαίνουσες δεν προτίθενται βέβαια να αμφισβητήσουν την πολιτική διάσταση των εκλογών για την ανάδειξη των οργάνων των ΟΤΑ. Οφείλουν, εν τούτοις, να υπενθυμίσουν την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου για τις «τοπικές υποθέσεις», οι οποίες δεν ταυτίζονται με τις αρμοδιότητες των οργάνων της κεντρικής και της αποκεντρωμένης διοίκησης (ΣτΕ(Ολ.)3864/1978 και 1316/1979). Ο γεωγραφικός περιορισμός των αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ σε συγκεκριμένη περιοχή δικαιολογεί την πρόταξη της ιδιότητας του κατοίκου, εν σχέσει με εκείνην του πολίτη στη διαχείριση των τοπικών υποθέσεων και, κατά τούτο, διαφοροποιεί τα κριτήρια για την ανάδειξη των οργάνων των ΟΤΑ σε σύγκριση με εκείνα που ισχύουν για την ανάδειξη των βουλευτών (πρβλ. και άρθρο 51§2). Άλλωστε, την άποψη αυτή δέχεται και η παραπεμπτική, απορρίπτοντας άνευ άλλου τινός το καινοφανές επιχείρημα της αντιδικίας ότι οι τοπικές εκλογές είναι εξ ίσου κομματικοποιημένες με τις εθνικές (άρθρο 29§1 Σ.) και ότι τάχα δεν θα έπρεπε γι’ αυτόν ειδικά τον λόγο, να συμμετέχουν σε αυτές ως εκλογείς μη Έλληνες πολίτες.
β. Από την άλλη, προβάλλεται ότι το ίδιο το Σύνταγμα είναι εκείνο που αποκλείει τη συμμετοχή αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές, διότι τάχα -εμμέσως πλην σαφώς- θέτει ως προϋπόθεση της ιδιότητας του εκλογέα την ιδιότητα του πολίτη. Εν τούτοις, η σκέψη αυτή δεν ευσταθεί. Όπως οι παρεμβαίνουσες είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν εμφαντικά ενώπιον του Δικαστηρίου, το γράμμα των σχετικών διατάξεων προβαίνει σε μια σαφή διαβάθμιση των προσόντων του εκλογέα και του εκλογίμου: για το παθητικό εκλογικό δικαίωμα, δηλαδή τη συμμετοχή ως βουλευτή στον στενότατο πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας (τη Βουλή) το Σύνταγμα απαιτεί την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη (άρθρο 55§1 Σ.). Για το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα, δηλαδή την ανάδειξη των βουλευτών, αρκείται στην ιδιότητα του πολίτη, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό (άρθρο 51§3 Σ.). Τέλος, για την εκλογή των ΟΤΑ, το άρθρο 102§2 του Συντάγματος περιορίζεται στο να προβλέψει ότι οι αρχές των ΟΤΑ «εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει» (βλ. και ως άνω τις σκέψεις της §20). Είναι προφανές ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές του γράμματος του Συντάγματος αφήνουν στον νομοθέτη σοβαρά περιθώρια εναλλακτικών λύσεων. Σημειωτέον ότι τα περιθώρια αυτά εκμεταλλεύθηκε και ο εδώ βαλλόμενος ν. 3838/2010, (α) περιορίζοντας το δικαίωμα ψήφου των αλλοδαπών μόνο στις δημοτικές (και όχι στις περιφερειακές) εκλογές και (β) προβλέποντας ότι οι τελευταίοι, όπως άλλωστε και οι κοινοτικοί αλλοδαποί, δεν μπορούν να εκλεγούν σε μονοπρόσωπα όργανα των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ, αλλά μόνον σε συλλογικά (άρθρο 17§§1&2 ν.3838/2010).
23. Αξίζει, εν προκειμένω, να αναφερθεί ότι η ειδική διάταξη του άρθρου 102§2 Σ. αναθεωρήθηκε το 2001 με εκπεφρασμένη βούληση να μπορούν να ψηφίσουν στις εκλογές των ΟΤΑ και οι αλλοδαποί. Έτσι, στην παλαιά διατύπωση προστέθηκαν οι λέξεις «όπως νόμος ορίζει», οι οποίες, όπως έχει κατ’ επανάληψη έκτοτε δηλώσει ο τότε εισηγητής της πλειοψηφίας κ. Ευ. Βενιζέλος, απέβλεπε στο να κατοχυρώσει «τη δυνατότητα συμμετοχής των αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές»[17]. Θέση η οποία επιβεβαιώθηκε το 2007, όταν, στο πλαίσιο της επιχειρούμενης τότε τρίτης αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος, πρόταση να περιληφθεί στο Σύνταγμα ρητή σχετική διάταξη απορρίφθηκε ως περιττή. Συγκεκριμένα, όπως επί λέξει ανέφερε ο κ. Πρ. Παυλόπουλος, εισηγητής της πλειοψηφίας, δεν ήταν «αναγκαίο να μπει στο Σύνταγμα κάτι τέτοιο, διότι δεν προσθέτει τίποτα»[18].
24. Συνοψίζοντας την επιχειρηματολογία των παρεμβάσεων, ας μας επιτραπεί να υποστηρίξουμε ότι ο ν. 3838/2010 δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος. Είναι δε διαφορετικό και εκτός της παρούσης δίκης το ζήτημα αν αποτελεί «καλό» ή «κακό» νόμο (δηλαδή αν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις θα έπρεπε να είναι ακόμη αυστηρότερες). Διότι τούτο είναι ζήτημα νομοθετικής πολιτικής, που δύναται, υπό συγκεκριμένη συγκυρία, να οδηγήσει σε τροποποίηση του ένδικου νόμου.
[1] Άρθρο 4§3 εδ.β’: «Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση [α] που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή [β] που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος.»
[2] Βλ. άρθρο 3 Σ. 1864, άρθρο 3 Σ. 1911, άρθρο 5 Σ. 1925, άρθρο 6 Σ. 1927, άρθρο 3 Σ. 1952, άρθρο 7§2 Σ. 1968, άρθρο 7§2 Σ. 1973, άρθρο 4§3 Σ. 1975.
[3] Βλ. ΣτΕ 1242/2007 και ΣτΕ 2798/2009.
[4] Βλ. άρθρο 21 Σ. 1864, άρθρο 21 Σ. 1911, άρθρο 1 Σ. 1925, άρθρο 2 Σ. 1927, άρθρο 21 Σ. 1952. Το πρώτο Σύνταγμα που απέδωσε την κυριαρχία στο Έθνος ήταν το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 (άρθρο 5).
[5] Βλ. Απ. Γεωργιάδη, «Το δίκαιο και η νομική επιστήμη υπό το καθεστώς της 4ης Αυγούστου», The Athens Review of Books, τ. 24(Δεκέμβριος 2011), σ. 23 & επ., 24.
[6] Βλ. λ.χ. αγορεύσεις των βουλευτών Η. Ηλιού, Ι. Σκουλαρίκη και Α. Σεχιώτη (Πρακτικά των Συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος 1975 Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, σελ. 59-60, 115-16 και 118 αντίστοιχα).
[7] Βλ. Γ. Κασιμάτη, στο Κασιμάτης/Μαυριάς, Ερμηνεία του Συντάγματος, Τόμος Α’, άρθρο 1, Αθήνα-Κομοτηνή 2003, εκδ. Σάκκουλα, σελ. 201-202, Αθανάσιο Γ. Ράϊκο, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Ι, Εισαγωγή-Οργανωτικό Μέρος, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 200 καιΕυάγγελο Β. Βενιζέλο, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 2008, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 372.- Διαφορετικό νόημα στη διάταξη αποδίδουν οι Π.Ι. Παραράς, Σύνταγμα Ι, Corpus, άρθρα 1-4, Αθήνα, 2010, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 160, και Κ.Λ. Γεωργόπουλος, Επίτομο Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα, 2001, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 245.
[8] Προκειμένου δε περί ενηλίκων αιτουμένων την ελληνική ιθαγένεια απαιτείται και η μη συνδρομή στο πρόσωπό τους ποινικού κωλύματος και λόγων δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας (βλ. άρθρο 1Α§6 του ΚΕΙ και άρθρο 24§1 του ν.3838/2010).
[9] Βλ. Α.Ι. Σβώλου – Γ.Κ. Βλάχου, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Μέρος Ι, τομ. Α’, Αθήναι 1954, σελ. 249.
[10] Στο σημείο αυτό, αντί άλλης αναφοράς, οι παρεμβαίνουσες παραπέμπουν, σε μια πολυσχολιασμένη αποστροφή του ιστορικού Κων. Παπαρρηγόπουλου, από την αντίκρουσή του των περί της καταγωγής των Ελλήνων απόψεων του γνωστού Φαλμεράϊερ (1850): “Tα μάλιστα μεγαλουργήσαντα των εθνών υπήρξαν προϊόν […]επιμιξίας.[…] Μη μας ταράττη άρα η επιμιξία του νεωτέρου ελληνικού έθνους μετά πολλών ξένων˙ τουναντίον, δυστύχημα ίσως ήθελεν είσθαι εάν διέμενεν επί τοσούτου χρόνου διάστημα άμικτον και ιδιόρρυθμον[…]»
[11] Βλ. Ν. Ι. Σαρίπολο, Πραγματεία, 1851, σελ. 307: «… πρέπει ο εκλογεύς να ήναι πολίτης Έλλην κατά το 5 άρθρον του ισχύοντος εκλογικού νόμου …», και όχι κατά το άρθρον 59 του Συντάγματος. Σημειώνεται ότι η διατύπωση του Συντάγματος του 1844 σε σχέση με το ενεργητικό και το παθητικό εκλογικό δικαίωμα (άρθρα 59 και 63) ήταν η ίδια με τη διατύπωση του ισχύοντος Συντάγματος.
[12] Όπου τα Κοινοβούλια των ομόσπονδων κρατών (Länder) του Αμβούργου και του Σλέσβιχ Χολστάϊν είχαν τροποποιήσει τους αντίστοιχους εκλογικούς νόμους για να συμπεριλάβουν στους εκλογείς και ορισμένες κατηγορίες αλλοδαπών (με ελάχιστο χρόνο διαμονής). Το ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε τότε ότι η αναγνώριση εκλογικού δικαιώματος στους αλλοδαπούς προσέκρουε στο άρθρο 28 του Θεμελιώδους Νόμου, η §1 του οποίου προϋποθέτει, όπως το Δικαστήριο το ερμήνευσε, την «ομοιογένεια» του εκλογικού σώματος και σε τοπικό επίπεδο, βλ. απόφαση της 31.10.1990, BVerfGE 83,37 («Ausländerwahlrecht I»). Έτσι, στη Γερμανία, για την ψήφο των αλλοδαπών, χρειάζεται, κατά την κρατούσα άποψη, αναθεώρηση του Συντάγματος.
[13] Όπου το Συνταγματικό Δικαστήριο (Verfassungsgerichtshof) έκρινε αντισυνταγματική τη συμμετοχή μη κοινοτικών αλλοδαπών στην ανάδειξη των συνοικιακών Συμβουλίων της Βιέννης (VfGH, 30.6.2004, G218/03).
[14] Οι παρεμβαίνουσες εκφράζουν τη λύπη τους για το σφάλμα τους αυτό, που οφείλεται σε ανακριβή βιβλιογραφική παραπομπή, και ζητούν την κατανόηση του Δικαστηρίου: στην πραγματικότητα, η από 6.7.2005 γνωμοδότηση του ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας δεν αρνήθηκε τη δυνατότητα αναγνώρισης του ενεργητικού και του παθητικού εκλογικού δικαιώματος στους μετανάστες στις εκλογές για την ανάδειξη των οργάνων των τοπικών δημοτικών διαμερισμάτων, αλλά απλώς την κανονιστική αρμοδιότητα των ΟΤΑ να ρυθμίζουν το θέμα αυτό, το οποίο, κατά το άρθρο 117 το ιταλικού Συντάγματος, επιφυλάσσεται στην αποκλειστική κανονιστική αρμοδιότητα του κράτους. Μάλιστα, σε προηγούμενη γνωμοδότησή του (από 16.3.2005), το ιταλικό Συμβούλιο της Επικρατείας δέχθηκε ότι τα άρθρα 48 (δικαίωμα ψήφου) και 51 (πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα) του ιταλικού Συντάγματος δεν εμποδίζουν τον εθνικό νομοθέτη να επεκτείνει το ενεργητικό και παθητικό εκλογικό δικαίωμα στους αλλοδαπούς μετανάστες, στις εκλογές για την ανάδειξη των οργάνων των δήμων και των περιφερειών, υπό τη μορφή νομοθετικά αναγνωριζομένων δικαιωμάτων, χωρίς συνταγματική κάλυψη (βλ. S. Bartole & R. Bin, Commentario breve alla Costituzione, 2008, sub. Art. 48 & επ. σελ. 488 και 491.
[15] Απόφαση 92-308 DC της 9.4.1992 (σκέψη 26): « Considérant que […] la désignation des conseillers municipaux a une incidence sur l’ élection des sénateurs ; qu’ en sa qualité d’ assemblée parlementaire le Sénat participe à l’ exercice de la souveraineté nationale ; que, dès lors, le quatrième alinéa de l’ article 3 de la Constitution implique que seuls les ‘nationaux français’ ont le droit de vote et d’ éligibilité […]».
[16] Βλ. την εκκρεμούσα proposition de loi constitutionnelle “visant à accorder le droit de vote et d’ éligibilité aux élections municipales aux étrangers non-ressortissants de l’ Union Européenne résidant en France ”, www.senat.fr .
[17] Βλ. Η’ Αναθεωρητική Βουλή, Πρακτικά Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, συνεδρ. 29.11.2006, σ. 246.
[18] Η’ Αναθεωρητική Βουλή, Πρακτικά Ολομελείας, συνεδρ. 21.2.2007, σ. 4945-6.
Η απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το Μνημόνιο – Μια ευρωπαϊκή υπόθεση χωρίς ευρωπαϊκή προσέγγιση

Η απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το Μνημόνιο – Μια ευρωπαϊκή υπόθεση χωρίς ευρωπαϊκή προσέγγιση
Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε το pdf.
Η επικείμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος και η Δικαιοσύνη
Ι) Εισαγωγή. Κατά το τρέχον έτος (2013) θα καταστεί δυνατή η έναρξη διαδικασίας Αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από την ολοκλήρωση της προηγούμενης. Υπάρχει μάλλον γενική πεποίθηση ότι απαιτείται ευρεία αναθεώρηση του Καταστατικού Χάρτη της χώρας ενώ δεν λείπουν και οι φωνές, που μιλούν για εξαρχής νέο Σύνταγμα με σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης. Κατά τη γνώμη μας δύο είναι οι κρίσιμοι άξονες γύρω από τους οποίους πρέπει να κινηθεί η σχετική συζήτηση: α) αν το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας πρέπει να παραμείνει κοινοβουλευτικό, όπως είναι σήμερα (άρθρο 1 παρ.1 του Σ) ή αν αντίθετα πρέπει να περάσουμε στον πλήρη διαχωρισμό της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας με την καθιέρωση προεδρικού πολιτεύματος κατά το πρότυπο ιδίως των ΗΠΑ[1] και β) το πώς η Δικαιοσύνη θα καταστεί πιο αποτελεσματική αλλά παράλληλα με την ποιοτική της στάθμη και το πώς θα εξασφαλιστεί η όσον το δυνατό μεγαλύτερη δημοκρατική νομιμοποίησή της αλλά και η ανεξαρτησία της. Η Αναθεώρηση του Συντάγματος θα πρέπει να συμβάλει στην εμβάθυνση της δημοκρατικής νομιμοποίησης όλων των κρατικών λειτουργιών αλλά και στην ενίσχυση του φιλελεύθερου χαρακτήρα του πολιτεύματος με την πλήρη εναρμόνιση του θεσμικού πλαισίου της χώρας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα[2] προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Απαραίτητο δε στοιχείο είναι και η επιβεβαίωση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας με ακόμη πιο εμφανή τρόπο[3] ενδεχομένως και με τη ρητή αναγνώριση εκ μέρους του εθνικού μας Συντάγματος της υπεροχής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και των κυρωθέντων από την Ελλάδα πρόσθετων Πρωτοκόλλων αυτής[4]. Επίσης, ξεκινάμε από την παραδοχή ότι κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος (είτε με την κοινοβουλευτική είτε με την προεδρική εκδοχή του) έχει το Κοινοβούλιο ως συλλογικό όργανο εκλεγόμενο απευθείας από το ανώτατο όργανο του Κράτους, που είναι ο Λαός[5]. Το προβάδισμα αυτό του Κοινοβουλίου θεωρούμε ότι θεμελιώνεται στην ίδια την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρο 1 παρ.2 του ισχύοντος Συντάγματος – βλ. επίσης και το άρθρο 50). Συνεπώς, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο νομοθετικό του έργο αλλά πρέπει να έχει κεντρικό ρόλο στην ανάδειξη και άλλων σημαντικών οργάνων της Πολιτείας αλλά και ο κοινοβουλευτικός έλεγχος με τις διάφορες μορφές του πρέπει κατά το δυνατόν να εκτείνεται στο σύνολο της κρατικής δράσης. Επίσης, βασικό στοιχείο του δημοκρατικού και φιλελεύθερου πολιτεύματος πρέπει να είναι η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης (κατοχυρωμένη σήμερα βάσει του συνδυασμού των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.1 Σ), η οποία νοείται ως ύπαρξη όλων των εγγυήσεων εκείνων που θα επιτρέπουν στον δικαστή να κρίνει κάθε υπόθεση ανεπηρέαστος από παρεμβάσεις άλλων κρατικών οργάνων και ιδίως της πολιτικής εξουσίας αλλά και από τυχόν «ενδοδικαστικές» πιέσεις. Με βάση τις ανωτέρω πεποιθήσεις και με λήψη υπόψη των αδυναμιών, που έχουν διαπιστωθεί καθ’ όλη τη μέχρι σήμερα ιστορική πορεία (και ιδίως την πρόσφατη από το 1974 και μετά)[6], αλλά και των σύγχρονων αναγκών, που θέτουν ως επιτακτική ανάγκη τη διατήρηση της Χώρας στο status σύγχρονης δυτικοευρωπαϊκής χώρας με ισχυρούς θεσμούς και πολιτική και κοινωνική ομαλότητα[7], διατυπώνουμε τις απόψεις μας σχετικά με την ανάγκη αναθεώρησης των συνταγματικών διατάξεων, που αφορούν τη δικαστική λειτουργία (άρθρα 87 – 100Α του Συντάγματος). Κυρίαρχες απόψεις μας είναι η ανάγκη καθιέρωσης συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου (με συνέπεια την κατάργηση του σημερινού Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Σ και των άρθρων 87 παρ.2 και 93 παρ.4 του Σ, στα οποία στηρίζεται ο διάχυτος έλεγχος) αλλά και η ίδρυση θεσμού, της Γενικής Εισαγγελίας (κατά το πρότυπο των αγγλοσαξονικών χωρών), τελούντος σε ανεξαρτησία όχι μόνο σε σχέση με τη νομοθετική και εκτελεστική λειτουργία αλλά και με τη δικαστική λειτουργία (δηλ. πλήρης διαχωρισμός της «καθημένης» από την «ισταμένη» Δικαιοσύνη). Με την ευκαιρία παραθέτουμε τις απόψεις μας και για κάποια άλλα ζητήματα.

