Author Archives: admin

Επανεξετάζοντας την αμεσότητα του δημοψηφίσματος στη θεωρία και την πράξη

Χριστίνα Ακριβοπούλου, Δ.Ν. Δικηγόρος, Ειδική Επιστήμονας ΔΠΘ, ΣΕΠ ΕΑΠ. Νίκος Γαρυπίδης, Δ.Μ.Ε. Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Δικαίου ΑΠΘ, EALT Brussels

Επανεξετάζοντας την αμεσότητα του δημοψηφίσματος στη θεωρία και την πράξη

(Αναδημοσίευση από «Το Σύνταγμα», τεύχος 2/2012)
Διάγραμμα

Το ερμηνευτικό ζήτημα του άρθρου 86 παρ.3 του Συντάγματος: ποινική ευθύνη υπουργών και αποσβεστική προθεσμία

του Γιώργου Ν. Καραβοκύρη, Δικηγόρου, Δ.Ν. Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, τ. 6/2012, σελ.733-738.

Το ερμηνευτικό ζήτημα του άρθρου 86 παρ.3 του Συντάγματος: ποινική ευθύνη υπουργών και αποσβεστική προθεσμία
Εισαγωγή: Η διαμάχη των ερμηνειών
Στη συνταγματική θεωρία, διακρίνουμε συχνά τους κανόνες σε «ανοιχτούς» και «κλειστούς» ερμηνευτικά, ανάλογα αφενός με τη γραμματική/συντακτική τους δομή και αφετέρου με το πεδίο εφαρμογής τους. Οι πρώτοι επιδέχονται πολλαπλών αναγνώσεων και συνήθως εντοπίζονται στο πεδίο των συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπου η αρχή «in dubio pro libertate» έμμεσα υπαγορεύει αυτήν την ερμηνευτική τους διαστολή, ενώ οι δεύτεροι μάλλον εγγράφονται στην κατηγορία του οργανωτικού συνταγματικού, εκεί που ο σεβασμός στους θεσμούς και τη λειτουργία του πολιτεύματος υποδεικνύει την ερμηνευτική συστολή[1]. Οι ερμηνευτικές μας, ωστόσο, προκατανοήσεις, συνήθως καταρρέουν ενώπιον της δύναμης των πραγματικών γεγονότων[2].
Με αφορμή, λοιπόν, τη λίστα Λαγκάρντ και την αρμοδιότητα της Βουλής να ασκήσει δίωξη για την ποινική ευθύνη των εμπλεκόμενων στην υπόθεση (πρώην) υπουργών, έχουν ήδη διατυπωθεί δυο εκ διαμέτρου αντίθετες ερμηνευτικές εκδοχές. Κατά μία προσέγγιση, η συγκρότηση της Βουλής της 6ης Μαϊου 2012 (ΙΔ΄ περίοδος) έχει ως συνέπεια την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 86 παρ.3 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο η Βουλή «μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας τη δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος». Συνεπώς, μόνη η παρέλευση της εν λόγω βουλευτικής περιόδου επιφέρει και την αντίστοιχη της αποσβεστικής προθεσμίας, διότι το μείζον (βουλευτική περίοδος) απορροφά το έλασσον (βουλευτική σύνοδος). Καθόσον διατρέχουμε αναμφίβολα τη μεθεπόμενη βουλευτική περίοδο (ΙΕ΄) από εκείνη της τέλεσης του αδικήματος (ΙΓ΄) καθίσταται πλέον contraconstitutionemη εφαρμογή του άρθρου 86 παρ.3 του Συντάγματος. Έτσι, θα ήταν προφανώς παράλογο να ονομάσουμε τη μεθεπόμενη περίοδο ως επόμενη και να θεωρήσουμε τη συμπληρωματική χρονική προϋπόθεση της δεύτερης τακτικής συνόδου ως κύρια[3]. Κοντολογίς, η παραπάνω ερμηνεία ανατρέχει στο γράμμα του Συντάγματος για να θέσει τα (σημασιολογικά) όρια στην τελολογική προσέγγισή του[4]. Κρίσιμη, ωστόσο, για τη διάρθρωση του συλλογισμού μοιάζει τελικά να είναι -και- η ουσιαστική πρόταξη της περιόδου έναντι της συνόδου. Αντί δηλαδή οι όροι να θεωρηθούν αυτοτελείς, και κατά συνέπεια νοηματικά και κανονιστικά ισοδύναμοι (όπως κάθε γλωσσικό σημείο του συνταγματικού κειμένου), η «περίοδος» βαρύνει ερμηνευτικά περισσότερο από τη «σύνοδο». Αντιλαμβανόμαστε, ως εκ τούτου, ότι και αυτή η πειστική, είναι η αλήθεια, ερμηνεία του Συντάγματος δεν είναι απαλλαγμένη από επιλογές που, ίσως, υπερβαίνουν το «καθαρό» γράμμα της διάταξης[5]. Δεν παύει, όμως, να ακολουθεί με συνέπεια τη συνταγματική λογική στην ιεράρχηση της σχέσης συνόδου και περιόδου και παράλληλα λαμβάνει υπόψη τη ρητή αναφορά της διάταξης στη βουλευτική περίοδο «που αρχίζει μετά» την περίοδο τέλεσης του αδικήματος.
Η αντίθετη ερμηνεία αναζητά πρωτίστως τη ratio της διάταξης, τη συνταγματική με άλλα λόγια ουσία του πράγματος. Το «αληθές» νόημα των γλωσσικών σημείων προκύπτει από μια δικαιο-πολιτική[6] ή και ηθικοπολιτική ανάγνωσή τους[7], η οποία αδυνατεί να παραδεχτεί ότι η βουλευτική περίοδος με πρακτική λειτουργία δύο ημερών ή για την ακρίβεια μια κολοβή Βουλή που δεν ασκεί καμία πολιτική αρμοδιότητα μπορεί να εμπίπτει στις κανονιστικές προϋποθέσεις του άρθρου 86 παρ.3 του Συντάγματος. Κι αυτό γιατί η τελολογική ερμηνεία της διάταξης καταλήγει στο ότι πρέπει καταρχάς η Βουλή να διαθέτει επαρκή χρόνο για τη διερεύνηση της υπόθεσης, ώστε να αποφαίνεται συνειδητά. Επιπλέον, διασφαλίζεται, λόγω του πεπερασμένου χρονικού ορίου των δύο τακτικών συνόδων, ότι η υπόθεση θα διαλευκανθεί σύντομα και κατά συνέπεια το πολιτικό σύστημα δεν θα δηλητηριαστεί από ποινικές κατηγορίες που καθυστερούν να κριθούν δικαστικά[8]. Καθοριστική για τη συγκρότηση του επιχειρήματος είναι εδώ, σε πλήρη αντιδιαστολή με την προηγούμενη θέση, η υπογράμμιση της αυτοτέλειας ή ακόμη και της υπεροχής της συνόδου έναντι της βουλευτικής περιόδου.
Από τη σύντομη επισκόπηση των δύο αντικρουόμενων θέσεων προκύπτει ότι η κρίσιμη παράμετρος για την ερμηνεία του 86 παρ.3 Σ. συνίσταται στη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στη βουλευτική περίοδο και τη βουλευτική σύνοδο (Ι). Εκκινώντας από την αναλυτική προσέγγιση των δυο αυτών όρων και με άξονα τις δύο αντίθετες ερμηνείες θα επιχειρήσουμε να νοηματοδοτήσουμε λογικά την επίμαχη διάταξη του Συντάγματος (ΙΙ).
Ι. Η σχέση βουλευτικής περιόδου και βουλευτικής συνόδου
Πριν, ωστόσο, απότησήμανσηπροηγείταιτοίδιοτογεγονός. Σύμφωναμετοσυνταγματικόχρονολόγιο, ηΒουλήπουπροέκυψεαπότιςβουλευτικέςεκλογέςτης 6ηςΜαϊου 2012 συγκλήθηκεστις 17/5/2012 καιστις 18/5/2012 εξέλεξεΠροεδρείο. Στις 19/5/2012 εκδόθηκετοπ.δ. διάλυσηςτηςΒουλής (π.δ. 72/2012 ΦΕΚΑ΄125) καιπροκήρυξηςτωνβουλευτικώνεκλογώνστις 17/6/2012. ΗσύγκλησητηςεπόμενηςΒουλήςορίστηκεγιατις 28/06/2012. Ο νομικός χαρακτηρισμός των περιόδων που έπονται των βουλευτικών εκλογών είναι ο εξής: η νέα βουλευτική περίοδος αρχίζει ήδη από την ημέρα των εκλογών (άρθρο 53 παρ.1 Σ.)[9]. ΗεναρκτήριασυνεδρίασητηςΒουλήςγίνεταιμενεντόςτηςνέαςβουλευτικήςπεριόδου,αλλάπριναπότηνέναρξητωνεργασιώντουΣώματος, άραεκτόςσυνόδου (άρθρο 1 ΚανΒ). Οιβουλευτέςαναλαμβάνουντακαθήκοντάτους μετά την ορκωμοσία τους (άρθρο 3 παρ. 4 ΚανΒ) καιμπορούνναεκλέξουνκαιΠροεδρείο. ΜετηνεκλογήτουΠροεδρείου (καιόχιμόνοντουΠροέδρουτουΣώματος – άρθρα 7 και 8 ΚανΒ) συγκροτείταιηΒουλήσεΣώμα, οπότεκαιακολουθείηκήρυξητηςέναρξηςτωνεργασιώντουΣώματος, δηλαδήηέναρξητηςτακτικήςΣυνόδου (άρθρο 2 ΚανΒ). Τα όρια ανάμεσα στη βουλευτική περίοδο και τη βουλευτική σύνοδο θολώνουν από τη σύγχυση στην ορολογία, τόσο στο κείμενο του Συντάγματος, όσο και σε εκείνο του Κανονισμού της Βουλής. Έτσι, στο άρθρο 40 παρ.1 του Συντάγματος αναφέρεται ότι «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας… κηρύσσει αυτοπροσώπως ή δια του Πρωθυπουργού την έναρξη και τη λήξη κάθε βουλευτικής περιόδου». Ωστόσο, αν θέλουμε να είμαστε νομικά ακριβείς, ο Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη των εργασιών της νέας Βουλής, καθώς η τελευταία έχει ήδη συγκροτηθεί σε Σώμα. Ανακριβώς, λοιπόν, εκφράζεται και ο Κανονισμός της Βουλής, τόσο με τον τίτλο του Κεφαλαίου Α΄ «Έναρξη της Βουλευτικής Περιόδου», όσο και με τον τίτλο του άρθρου 2 «Κήρυξη της έναρξης των εργασιών της βουλευτικής περιόδου»[10].
Στηνπερίπτωσηπουμαςαπασχολεί, από την ανάγνωση των πρακτικών της Βουλής[11] προκύπτει ότι ουδέποτεέλαβεχώραηκήρυξητηςέναρξηςτωνεργασιώντουΣώματος, ώστε η Βουλή να περιέλθει σε θέση να ασκήσει τις αρμοδιότητές της. Η συνδυαστική αυτή ερμηνεία του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότιηΒουλήλειτούργησεεντόςπεριόδου,αλλάεκτόςσυνόδου[12], διότι η σύγκληση της τελευταίας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς την εκλογή του Προεδρείου δεν ακολούθησαν ούτε οι οριζόμενες από τον Κανoνισμό της Βουλής διατυπώσεις, ούτε βέβαια, όπως γίνεται σε άλλες περιπτώσεις, οι προγραμματικές δηλώσεις και ο σχηματισμός Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής.
Ήδη, από τα παραπάνω, καθίσταται αντιληπτή η σαφής διάκριση της βουλευτικής περιόδου από τη βουλευτική σύνοδο, παρότι η δεύτερη αποτελεί χρονική υποδιαίρεση της πρώτης. Για την ακρίβεια, «η Βουλή δεν λειτουργεί σε όλη τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, αλλά σε ορισμένα χρονικά διαστήματα αυτής. Τα χρονικά αυτά διαστήματα, κατά τα οποία η Βουλή μπορεί, κατά το Σύνταγμα, να συνέρχεται και να ασκεί τις αρμοδιότητές της καλούνται βουλευτικές σύνοδοι»[13]. Όπως παρατηρεί ο Βολουδάκης, «τακτικές είναι οι βουλευτικές σύνοδοι κατά τις οποίες η Βουλή ασχολείται σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό με τα ετήσια έργα της. Τα έργα αυτά ταυτίζονται με τις τακτικές αρμοδιότητες της Βουλής και είναι συγκεκριμένα η ψήφιση του γενικού προϋπολογισμού, ισολογισμού και απολογισμού του Κράτους, η ψήφιση των νόμων, η άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου, η εκλογή προσώπων και η λήψη αποφάσεων για τα θέματα που αφορούν τα πρόσωπα, εκτός από το πρόσωπο του Αρχηγού του Κράτους»[14]. Έτσι, ο όρος «σύνοδος» αναφέρεται αποκλειστικά στις εργασίες της Βουλής ή αλλιώς στη δυνατότητά της να ασκεί τις πολιτικές αρμοδιότητές της[15], σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής, ενώ η «περίοδος» σημαίνει την ύπαρξη της συγκεκριμένης Βουλής, το χρονικό διάστημα για το οποίο η τελευταία εκλέγεται.
Είναι προφανές ότι βουλευτική σύνοδος δίχως βουλευτική περίοδο δεν υφίσταται, καθώς η δεύτερη προηγείται χρονικά και έχει οντολογική σημασία για να αποκτήσει υπόσταση η Βουλή. Αντιθέτως, είναι καθόλα δυνατή, όπως στην περίπτωση της βραχύβιας Βουλής των εκλογών της 6ης Μαΐου 2012, η ύπαρξη της βουλευτικής περιόδου δίχως σύνοδο, κατά την οποία η τελευταία να μπορεί να λειτουργήσει και να εκπληρώσει οποιαδήποτε αποστολή της. Με άλλα λόγια, είναι εφικτή συνταγματικά η ύπαρξη μιας Βουλής που dejureδεν μπορεί να ασκήσει καμία απολύτως αρμοδιότητά της, εκτός, βέβαια, από τη συγκρότησή της σε σώμα και στη συνέχεια την αποδοχή της (πρόωρης) διάλυσής της. Είναι, ωστόσο, σύμφωνη η εξορισμού θνησιγενής αυτή Βουλή με τον κανονιστικό ορισμό ή καλύτερα την ιδέα της Βουλής στην οποία το Σύνταγμα, ως κείμενο, παραπέμπει και που εμείς μοιραία, ως αναγνώστες, υποθέτουμε για την εφαρμογή του άρθρου 86 παρ.3 Σ.;
ΙΙ. Αναζητώντας τα ερμηνευτικά όρια της διάταξης του άρθρου 86 παρ.3 του Συντάγματος
Σύμφωνα με τη θεωρία, ο χρονικός περιορισμός της Βουλής να ασκήσει την ποινική δίωξη (έως το τέλος της δεύτερης συνόδου της επόμενης από την περίοδο της τέλεσης του αδικήματος βουλευτικής περιόδου) συνιστά αποσβεστική προθεσμία, «η τυχόν άπρακτη πάροδος της οποίας συνεπάγεται την ολοσχερή εξάλειψη της ποινικής αξίωσης της πολιτείας για κάθε αδίκημα που τέλεσε το μέλος της κυβέρνησης ή υφυπουργός κατά την άσκηση των καθηκόντων του»[16]. H αποσβεστική προθεσμία, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την παραγραφή[17], σημαίνει ότι μετά την παρέλευση της δεύτερης συνόδου της επόμενης από την βουλευτική περίοδο της τέλεσης της πράξης βουλευτικής περιόδου η Βουλή δεν μπορεί να ασκήσει την εν λόγω αρμοδιότητά της. Αντιθέτως, είναι δυνατή η άσκησή της καθ’ όλη τη διάρκεια του χρονικού αυτού διαστήματος που θέτει ως όριο η διάταξη του άρθρου 86 παρ.3 Σ. Εάν επιμείνουμε καταρχάς στο γράμμα του Συντάγματος, είναι σαφές ότι αυτό αναφέρεται ρητά, τόσο στη βουλευτική περίοδο, όσο και τη βουλευτική σύνοδο. Ειδικότερα, η άσκηση της ποινικής δίωξης συμπεριλαμβάνεται στην ύλη των εργασιών της Βουλής και άρα προϋποθέτει, αναγκαστικά, ότι η τελευταία έχει συνέλθει σε σύνοδο. Από μια αυστηρά θετικιστική σκοπιά, η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 86 παρ.3 Σ. δεν μπορεί να παρέλθει, εάν δεν αρχίσει να μετρά ο κοινοβουλευτικός χρόνος των δύο βουλευτικών συνόδων.
Από την άλλη, η αυτοτέλεια της συνόδου έναντι της περιόδου δεν σημαίνει ότι για να παρέλθει η αποσβεστική προθεσμία θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να ολοκληρωθεί και η δεύτερη σύνοδος, όπως έχει ήδη, έμμεσα ή άμεσα, υποστηριχθεί[18]. Η προθεσμία της άσκησης ενός δικαιώματος απλώς θέτει στον δικαιούχο το ανώτατο χρονικό όριο, εντός του οποίου ο ίδιος μπορεί να προβεί σε αυτήν. Το δικαίωμά του αποσβήνεται είτε όταν ο ίδιος δεν το ασκήσει επειδή δεν σεβάστηκε την προθεσμία του νόμου, είτε επειδή αποφάσισε τελικά να μην το ασκήσει. Θεωρητικά, έστω και μια μέρα βουλευτικής συνόδου, και κατά συνέπεια εργασιών της Βουλής, αρκεί για να ενεργοποιηθεί η διαδικασία της ποινικής δίωξης των μελών της Κυβέρνησης. Όπως έχει σημειώσει ο Ευ. Βενιζέλος, «είναι επίσης προφανές ότι αν η Βουλή διαλυθεί πριν από την ολοκλήρωση της δεύτερης τακτικής συνόδου, λήγει a fortiori η κατά χρόνον αρμοδιότητα της Βουλής, καθώς αρχίζει, με την εκλογή της νέας Βουλής, νέα βουλευτική περίοδος»[19]. Τούτο σημαίνει στην πραγματικότητα ότι οποιαδήποτε πρόωρη διάλυση της Βουλής συνιστά έμμεση αποποίηση του δικαιώματός της, μια άρρητη αποδοχή της παρέλευσης της αποσβεστικής προθεσμίας, με άλλα λόγια ένα τεκμήριο που μας επιτρέπει να εικάσουμε, έστω πλασματικά, τη βούληση των αντιπροσώπων μας. Κι αυτό γιατί η διάλυση της Βουλής επιφέρει το τέλος όλων των πολιτικών αρμοδιοτήτων της συγκεκριμένης Βουλής.
Το ίδιο βέβαια επιχείρημα μπορεί να ισχύσει a fortiori για τη δυνατότητα της Βουλής να μην συνέλθει καν σε σύνοδο, όπως στην περίπτωσή μας, οπότε και συνάγεται λογικά η εθελούσια απεμπόληση κάθε πολιτικής της αρμοδιότητας[20]. Η αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης και η προκήρυξη εκλογών υπονοεί ξεκάθαρα ότι η συγκεκριμένη Βουλή δεν επέλεξε να συνέλθει σε σύνοδο και κατά συνέπεια –μεταξύ άλλων- να κινήσει τη διαδικασία της ποινικής δίωξης για τα αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά την ΙΓ΄ βουλευτική περίοδο (2009-2012). Κοντολογίς, τεκμαίρεται από τα παραπάνω ότι η Βουλή όντως θέλησε να παρέλθει η επίμαχη αποσβεστική προθεσμία. Το κρίσιμο αυτό σημείο είναι εκείνο που προσδίδει στη θέση της παρέλευσης της προθεσμίας το μέγιστο βαθμό συνοχής της και καθιστά εύλογη και αποδεκτή τη θεμελίωσή της στο συνταγματικό κανόνα. Επιγραμματικά, πρόκειται για τη θέση που προσεγγίζει εγγύτερα τη βούληση του Σώματος και συνεπώς ικανοποιεί το αίτημα της ασφάλειας του δικαίου[21].
Από την άλλη, το παραπάνω επιχείρημα εμπεριέχει την (μερική) υπέρβαση της (τυπικής) λογικής και αυστηρά γραμματικής ερμηνείας της διάταξης, η οποία αναφέρεται σε δύο λογικές προϋποθέσεις για τη διαδικασία της άσκησης της δίωξης, δηλαδή τόσο στην περίοδο όσο και τη σύνοδο. Διαφορετικά, το Σύνταγμα δεν θα έκανε καμία μνεία στη σύνοδο και θα αρκούνταν μόνο στην περίοδο, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της τελευταίας. Διαγράφοντας, ως εκ τούτου, τη συνθήκη της συνόδου αναγκαστικά αναδιατυπώνουμε και επικαιροποιούμε, μέσω της ερμηνείας, το συνταγματικό κείμενο. Επιπρόσθετα, τίθεται ζήτημα ως προς τη λογική, πάλι, στην άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας, καθώς, εφόσον αυτή προϋποθέτει τακτική σύνοδο, το ίδιο θα πρέπει μάλλον να ισχύει και για το ακριβώς αντίθετο, τη βούληση δηλαδή της Βουλής να μην την ασκήσει.
Η θέση της μη παρέλευσης της προθεσμίας, όπως ήδη προαναφέραμε, αξιώνει μεγαλύτερη τελολογική συνέπεια, στο πλαίσιο μιας πολιτικής ανάγνωσης της διάταξης. Κι αυτή, ωστόσο, η προσέγγιση δεν στερείται ερμηνευτικών ζητημάτων. Η επίκληση της «πολιτικής» διάστασης του κοινοβουλευτικού χρόνου[22], και κατ’ επέκταση της πραγματολογικής ευχέρειας της Βουλής να αποφασίσει συνειδητά, ή ακόμη η εύλογη δικαιολόγηση του χρόνου της αποσβεστικής προθεσμίας ως εγγύησης για την αποφυγή του κινδύνου να διατελεί ο φερόμενος ως υπαίτιος επί μακρό χρόνο υπό την απειλή της δίωξης, γεγονός που από μια ευρύτερη οπτική υπονομεύει το ίδιο το πολιτικό σύστημα, παρότι φαίνεται να συλλαμβάνει, σύμφωνα και με τις επιστημολογικές της φιλοδοξίες, την «ουσία» της αμφίσημης αυτής διάταξης, έχει το μειονέκτημα, όπως και κάθε μετα-θετικιστική θέση, να περιβάλλει την ερμηνεία με ένα επικίνδυνο και για τη συνοχή της ίδιας της ερμηνείας βαθμό αοριστίας. Η μη φορμαλιστική ανάγνωση του κοινοβουλευτικού χρόνου, εάν ιδωθεί in extremis, μάλλον έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την έννοια της αποσβεστικής προθεσμίας. Πιο συγκεκριμένα, από τη στιγμή που η βούληση της Βουλής πρέπει να είναι αυθεντική ή συνειδητή, η τελευταία πρέπει αφενός να γνωρίζει το γεγονός και αφετέρου να διαθέτει τον αναγκαίο χρόνο για το διερευνήσει. Η λογικά αναγκαία εισαγωγή, εντούτοις, στην ερμηνεία του άρθρου 86 παρ.3 Σ. τόσο της γνώσης, όσο και της επάρκειας του πολιτικού-κοινοβουλευτικού χρόνου, οδηγεί μοιραία στην αποδοχή του ορ(ί)ου των δύο τακτικών συνόδων ως minimum και όχι ως … maximum (μέχρι το πέρας…)για την άσκηση της αρμοδιότητας της Βουλής[23]. Διότι, διαφορετικά, κανείς δεν μπορεί με ασφάλεια να τεκμηριώσει τη συνδρομή των ουσιαστικών και αόριστων αυτών –στην πραγματικότητα-όρων/standards[24] για την εφαρμογή του άρθρου 86 παρ.3 Σ. Και τα δύο στοιχεία, του αναγκαίου ή επαρκούς χρόνου και της γνώσης, τα οποία μπορούν να προσδώσουν στη βούληση του σώματος την αρετή της φρόνησης ή της ορθολογικότητας, είναι νομικά ανέλεγκτα. Συνεπώς, σε αυτήν την περίπτωση θα έπρεπε να γίνει παραδόξως δεκτό, χάριν μιας αντικειμενικής θεώρησης του πράγματος, ότι η Βουλή μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της μετά το πέρας των δύο συνόδων ή για την ακρίβεια μετά το πέρας των δύο συνόδων… από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έλαβε γνώση του γεγονότος. Έτσι, όμως, θα ξεπερνούσαμε κατά πολύ τα γραμματικά, συντακτικά και βέβαια τα λογικά όρια της συνταγματικής διάταξης. Κοντολογίς, θα έπρεπε και σε αυτήν την περίπτωση να αναδιατυπώσουμε και να επικαιροποιήσουμε το γράμμα του Συντάγματος. Για να παραμείνει εντός των παραπάνω ερμηνευτικών ορίωνη ουσιοκρατική ή πολιτική αυτή ανάγνωση του Συντάγματος, πρέπει να αποδεχθεί ότι η άσκηση της ποινικής δίωξης από τη Βουλή σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο εντός των δύο συνόδων σημαίνει ότι, κατά την κυρίαρχη κρίση του Σώματος, ο χρόνος για τη λήψη της απόφασης ή την παράλειψή της ήταν όντως επαρκής, ακόμη και αν η τακτική σύνοδος είχε διαρκέσει μία και μόνο μέρα.
Οι ερμηνείες που διατυπώθηκαν με αφορμή το εκ πρώτης όψεως τεχνικό θέμα της αποσβεστικής προθεσμίας εκκινούν από διαφορετικές μεθοδολογικές και επιστημολογικές αναγνώσεις του συνταγματικού κειμένου. Και οι δύο, ωστόσο, φαίνεται να στρέφονται γύρω από τη βούληση της Βουλής. Η θετικιστική θεμελίωση της παρέλευσης της προθεσμίας εγγυάται την ασφάλεια δικαίου και διαφυλάσσει την πολιτική αυτονομία του Σώματος, καθώς απαλλάσσει πλήρως τη δήλωσή του από την υποψία ως προς τις ουσιαστικές συνθήκες εκφοράς της. Αντιθέτως, η πολιτική ανάγνωση του Συντάγματος προϋποθέτει μια ιδανική κατάσταση, πραγματολογικά, για να αναγνωριστεί ως έγκυρη η βούληση των αντιπροσώπων, με συνέπεια να καθίσταται ευχερής ο περιορισμός της. Η προϋπόθεση της τακτικής συνόδου, έστω και μίας μέρας, ενισχύει, ως αυστηρότερη γραμματολογικά ερμηνευτική παραλλαγή της, τη θετικιστική θέση, παρότι καταλήγει σε αντίθετο εν προκειμένω συμπέρασμα, καθώς λειτουργεί ως επιπρόσθετο μορφολογικό δεδομένο -κι όχι ως ουσιαστική συνθήκη- εγγυητικά για τη δυνατότητα της Βουλής να εκφραστεί.
Σε οριακά ερμηνευτικά ζητήματα, όπως το παραπάνω, διευρύνονται αναπάντεχα και τα όρια των ερμηνειών, με αποτέλεσμα κάθε θέση να ενέχει, ως κρίση ή καλύτερα ως απόφαση, ένα δεδομένο βαθμό αυθαιρεσίας. Το ίδιο ισχύει, βέβαια, και για την αυθεντική ερμηνεία, αυτήν στην οποία θα καταλήξει το αρμόδιο όργανο. Ωστόσο, αυτή είναι τελικά η ερμηνεία που θα κλείσει τον ατέρμονα διάλογο της θεωρίας και θα αποτελέσει τη -μοναδική- ορθή ή για την ακρίβεια έγκυρη απάντηση στο συγκεκριμένο « hard case », μέχρι… την επόμενη.

 


[1]Χαρακτηριστικές είναι οι αναλύσεις του Stéphane Rials ως προς τους κανόνες με «texture fermée » και εκείνους με « texture ouverte ». Οι προτάσεις των πρώτων περιέχουν συνήθως, σύμφωνα με τον συγγραφέα, αξεπέραστες σημασιολογικές δεσμεύσεις για τον ερμηνευτή του δικαίου. Για παράδειγμα το άρθρο 10 παρ.1 του γαλλικού Συντάγματος του 1958 που ορίζει ότι «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τους νόμους μέσα στις 15 ημέρες που ακολουθούν την αποστολή από την κυβέρνηση του νόμου που έχει οριστικά ψηφιστεί» ανήκει στην κατηγορία των «κλειστών» κανόνων. Αντιθέτως, ο Rials επισημαίνει ότι οι κανόνες της γαλλικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη ή της ΕΣΔΑ είναι κατά κανόνα «ανοιχτοί» ερμηνευτικά διότι περιλαμβάνουν αόριστες ρήτρες (standards). To ίδιο ισχύει και για διατάξεις που θεμελιώνουν διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου οργάνου. Βλ. αντίπολλώνStéphane Rials, Entre artificialisme et idolâtrie. Sur l’hésitation du constitutionnalisme, Le Débat, Gallimard, 1991/2,σελ.170. Όπως, ωστόσο, θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, με αφορμή την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 86 παρ.3 Σ., η επίκληση των σημασιολογικών δεσμεύσεων δεν μπορεί να αναιρέσει τελικά το βουλητικό προσδιορισμό του νοήματος των συνταγματικών διατάξεων.

 

[2] Για την έννοια της ερμηνευτικής προκατανόησης βλ. Hans-Georg Gadamer, Vérité et méthodeles grandes lignes d’une herméneutique philosophique, μετ. PierreFruchou, JeanGrondin, GilbertMerlio, Seuil, Paris, 1996. Σύμφωνα με τον Gadamer, κάποιες από τις προκατανοήσεις μας είναι ιστορικά αληθείς, αποτελούν με άλλα λόγια τις ορθές προ-ερμηνευτικές επιλογές για να προσεγγίσουμε το νόημα ενός κειμένου. Ωστόσο, η θεωρία των προκατανοήσεων αδυνατεί να κατανοήσει την αλλαγή των επιστημονικών παραδειγμάτων, με άλλα λόγια το ερμηνευτικό πέρασμα στη νοηματοδότηση του κειμένου από το ίδιο στο… αντίθετό του, διότι παραμένει αιχμάλωτη στον ιστορικό ρεαλισμό της. Κι αυτό γιατί η έννοια της δύναμης, η οποία προσδίδει νόημα στο κείμενο, ως υποκειμενικό στοιχείο προσδιορισμού του, είναι αυτή που σχετικοποιεί κάθε αντικειμενική ανάγνωση. Από την άλλη, δεν νοείται και δύναμη δίχως νόημα. Όπως εύστοχα υποστηρίζει ο Olivier Cayla, «pas de sens sans force, pas de force sans sens ». Βλ. αναλυτικάOlivier Cayla, La notion de signification en droit. Contribution à une théorie du droit naturel de la communication, διδ. διατριβή, Paris II, 1992. Για το θέμα της ερμηνείας βλ. επίσης Benoît Frydman, Le sens des lois. Histoire de l’interprétation et de la raison juridique, 3η εκδ., Bruylant, Bruxelles, 2011.

 

[3]Γιώργος Σωτηρέλης, Όχι στον συνταγματικό λαϊκισμό, Το Βήμα, 5/1/2013. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, για «να προσδιορίσουμε βέβαια το νόημα μιας διάταξης έχει ιδιαίτερη σημασία και η αναζήτηση του σκοπού της (τελεολογική ερμηνεία). Αρκεί, όμως, να μην αγνοείται πλήρως η γραμματική διατύπωση, διότι τότε δεν πρόκειται απλώς για διασταλτική ερμηνεία-που ούτως ή άλλως και αυτή απαγορεύεται σε ποινικού χαρακτήρα διατάξεις- αλλά για σοφιστεία, που οδηγεί στην ερμηνευτική αυθαιρεσία». Ο Κώστας Χρυσόγονος επίσης σημειώνει ότι «υπάρχει επομένως σοβαρός κίνδυνος το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 του Συντάγματος να κρίνει ότι ο χρόνος αυτός έχει ήδη παρέλθει για αδικήματα που φέρονται ότι τελέσθηκαν έως τον Απρίλιο του 2012, αφού έχουν μεσολαβήσει όχι δύο σύνοδοι – υποδιαιρέσεις της βουλευτικής περιόδου, αλλά ολόκληρη βουλευτική περίοδος, δηλ. εκείνη του Μαϊου 2012». Βλ. Ιδίου, Κίνδυνος μη δίωξης, Έθνος, 31/12/2012.

 

[4]Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα και η λίστα Λαγκάρντ, Η Καθημερινή, 13/1/2013.

 

[5] Τα όρια της ερμηνείας εντός του θετικισμού ανέδειξε ο Ηans Kelsen στην «Καθαρή θεωρία του Δικαίου», επισημαίνοντας ότι για τους εφαρμοστές του δικαίου η ερμηνεία συνιστά πράξη βούλησης ενώ για τους μη αυθεντικούς ερμηνευτές, δηλαδή τους… καθηγητές νομικής, πράξη γνώσης. Ωστόσο, και αυτός ο δογματικός διαχωρισμός θα υπονομευθεί από τη βουλησιαρχική στροφή του Kelsen στην «Γενική Θεωρία των Κανόνων». Ακόμη, λοιπόν, και στο θετικιστικό στρατόπεδο, η εμμονή στο γράμμα του κανόνα μοιάζει πια ξεπερασμένη. Βλ. αναλυτικά Hans Kelsen, Théoriegénéraledesnormes, μετ. OlivierBeaudetFabriceMalkani, Léviathan, P.U.F., Paris, 1996 και Ιδίου, Théoriepuredudroit, 2e éd, trad. CharlesEisenmann, réed. Bruylant – L.G.D.J., 1999.

 

[6] Σε αυτήν την οπτική, ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος επισημαίνει ότι το Σύνταγμα δεν πρέπει να ερμηνεύεται μηχανιστικά αλλά πολιτικά. Βλ. Ιδίου, Το Σύνταγμα δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται μηχανιστικά, Έθνος, 31/12/2012. Ειδικότερα, ο συγγραφέας τονίζει ότι «το Σύνταγμα θα πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη φύση του, δηλαδή σύμφωνα με τον “πολιτικό” χαρακτήρα του αντικειμένου του». Bλ. επίσης Ιδίου, Η παρούσα Βουλή μπορεί να ασκήσει δίωξη, Έθνος, 4/1/2013.

 

[7] Η οποία στην προκειμένη περίπτωση εστιάζει μάλλον στο «περί δικαίου αίσθημα» ή αλλιώς όπως επισημαίνει ο Νίκος Αλιβιζάτος στο «να μην την γλιτώσουν και πάλι οι ένοχοι! ». Βλ. Ιδίου, Τό Σύνταγμα και η λίστα Λαγκάρντ, ό.π.

 

[8]ΛίναΠαπαδοπούλου, Η προθεσμία για δίωξη υπουργού, Έθνος, 17/1/2013. Βλ. σχετικά και την απόφαση ΕΔ 70/1992, στην οποία το δικαστήριο, ερμηνεύοντας το ν.δ. 802/1971 και συγκεκριμένα το άρθρο 7 το οποίο προέβλεπε την παραγραφή τους «άμα τη παρόδω της πρώτης συνόδου της επομένης βουλευτικής περιόδου, εκείνης καθ΄ην διεπράχθησαν», υπογράμμισε ότι η ρύθμιση είναι αναγκαία «..και για να μη διατελεί ο φερόμενος ως υπαίτιος επί μακρό χρόνο υπό την απειλή της ποινικής διώξεώς του, για εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία του, πράγμα που επηρεάζει την άσκηση των καθηκόντων του, εάν είναι εν ενεργεία, ή την πολιτική σταδιοδρομία του και συνεπάγεται ανωμαλία στο δημόσιο βίο…». Βλ. Νικόλαος Καλογήρου, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και η αστική ευθύνη του δημοσίου στην Ελλάδα, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993, σελ. 139.

 

[9]Βαγγέλης Κ. Βολουδάκης, Oι κανονισμοί των ελληνικών πολιτικών αντιπροσωπευτικών σωμάτων (1821-1991), Τόμος Α΄, Θεωρητικό Θεμέλιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 2009, σελ. 82.

 

[10] Στα παραπάνω συμπεράσματα καταλήγει ο Στέφανος Κουτσουμπίνας στο υπό προετοιμασία έργο του με αντικείμενο το σχολιασμό του Κανονισμού της Βουλής. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την άδειά του να τα συμπεριλάβουμε στην παρούσα μελέτη.

 

[11] Βλ. τα πρακτικά της Βουλής της 18.5.2012.

 

[12] Σύμφωνα με την κοινοβουλευτική πρακτική, η κήρυξη της έναρξης των εργασιών της Βουλής, μετά την εκλογή του προεδρείου της, γίνεται πάντα από τον Πρωθυπουργό, κατ’ εξουσιοδότηση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Στη Βουλή του 1996, για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης διάβασε επιστολή – εξουσιοδότηση του ΠτΔ Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου λόγω της απουσίας του τελευταίου στο εξωτερικό (Πρακτικά Ολομέλειας, 10/10/1996). Στις 5 Ιουλίου του 1989, η έναρξη των εργασιών της Βουλής γίνεται από τον Πρωθυπουργό Τζανή Τζανετάκη με την προφορική ανάγνωση του προεδρικού διατάγματος στο οποίο ο ΠτΔ καλεί τον Πρωθυπουργό να το δημοσιεύσει και να το ανακοινώσει, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΚανΒ. Σε άλλες περιπτώσεις από τα πρακτικά δεν προκύπτει η ανάγνωση τέτοιας δήλωσης καθώς μετά την εκλογή του Προεδρείου ακολουθούν συνήθως δίχως άλλες διατυπώσεις οι προγραμματικές δηλώσεις του Πρωθυπουργού (έτσι 2009/2007/2004/2000/1993).

 

[13]Αθανάσιος Ράικος, Συνταγματικό Δίκαιο, 4η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2011, σελ.741 επ. (η υπογράμμιση δική μας).

 

[14]Βαγγέλης Κ. Βολουδάκης, ό.π., σελ.90.

 

[15] Σύμφωνα με τον Πέτρο Παραρά, «περαιτέρω, για την έναρξη και συμπλήρωση της “παραγραφής” αυτής, δεν αρκεί ότι μετά την λήξη της βουλευτικής περιόδου, εντός της οποίας διεπράχθησαν τυχόν αδικήματα, διεξήχθησαν, κατά το Σύνταγμα, βουλευτικές εκλογές και άρχισε έτσι, τυπικά, η νέα βουλευτική περίοδος. Πρέπει, περαιτέρω, η νέα Βουλή που θα προκύψει να έχει την ευχέρεια, εφόσον υπάρχουν ενδείξεις, να κινήσει τις διαδικασίες που προβλέπονται στις άλλες διατάξεις του άρθρου 86 Σ.». Βλ. Ιδίου, Τώρα αρχίζει η παραγραφή, Τύπος της Κυριακής, 27/1/2013.

 

[16]Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 2003, σελ. 562.

 

[17] Βλ. για τη διάκριση αποσβεστικής προθεσμίας και παραγραφής, Ξενοφώντα Κοντιάδη, Άλλο παραγραφή, άλλο αποσβεστική προθεσμία, Έθνος, 4/1/2013 και Προκόπη Παυλόπουλο, Αστήρικτες οι κατηγορίες για παραγραφή, Ελεύθερος Τύπος, 31/12/2012. Η παραγραφή ρυθμίζεται από τον τυπικό νόμο. Το ν.δ. 802/1971 προέβλεπε στο άρθρο 7 ότι «τα υπό των άρθρων 1 έως 5 του παρόντος προβλεπόμενα εγκλήματα παραγράφονται άμα τη παρόδω της πρώτης συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου, εκείνης καθ’ήν διεπράχθησαν». Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 του ν.3126/2003 (όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 παρ.1 του ν.3961/2011), ««1. Οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 παραγράφονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 111 και 112 του Ποινικού Κώδικα. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 113 παράγραφοι 1 έως 3 του Ποινικού Κώδικα, και στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη και β) όσο ισχύει η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής για την αναστολή της ποινικής δίωξης, της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 6.» Το δε άρθρο 3 παρ.2 του ίδιου νόμου προβλέπει ότι “το αξιόποινο των πράξεων των Υπουργών, που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1, εξαλείφεται με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, εάν ως τότε η Βουλή δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του Υπουργού, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο νόμο αυτόν». Bλ. αναλυτικά Νικόλαος Καλογήρου – Παναγιώτης Γαλετσέλλης, Πολιτική και ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης. Μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος και το Ν 3126/2003, Νομική Βιβλιοθήκη, 2009.

 

[18] Ο Προκόπης Παυλόπουλος σημειώνει ότι «εφόσον δεν έχουν συμπληρωθεί στο ακέραιο οι δύο τακτικές σύνοδοι της βουλευτικής περιόδου, ουδόλως τίθεται ζήτημα υπέρβασης της αποσβεστικής προθεσμίας άσκησης ποινικής δίωξης». Βλ. Ιδίου, ό.π. Ο Γιώργος Κασιμάτης υπογραμμίζει επίσης ότι « είναι επομένως, σαφές ότι ο συντακτικός νομοθέτης αντικειμενικά θέλησε ως πέρας της αποσβεστικής προθεσμίας το τέλος της Β΄Συνόδου και όχι το οποτεδήποτε πέρας της βουλευτικής περιόδου. Αν ήθελε ή αν ήταν λογικό να εννοεί το δεύτερο, θα έθετε, όπως είθισται στη νομοτεχνική πρακτική, αντί της φράσης “μέχρι το πέρας της δεύτερης συνόδου”, τη φράση: “μέχρι το κατά οποιοδήποτε χρόνο πέρας” ή κάποια άλλη ταυτόσημη φράση ή, έστω, μόνο “μέχρι το πέρας” (της βουλευτικής περιόδου κ.λπ.). Επομένως, σύμφωνα με το γράμμα, για τη λήξη της αποσβεστικής προθεσμίας, είναι απαραίτητες οι δύο πρώτες σύνοδοι της επόμενης από την τέλεση των αδικημάτων βουλής». Βλ. Ιδίου, Διατύπωση γνώμης για την παραγραφή των ποινικών αδικημάτων των κυβερνητικών οργάνων της ΙΓ΄περιόδου, στην ιστοσελίδα http://www.spitha-kap.gr/el/articles/article/?nid=3943.

 

[19]Ιδίου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αναθεωρημένη έκδοση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2008, σελ.566.

 

[20] Έτσι, ο Γιώργος Σωτηρέλης επισημαίνει ότι « αν το πολιτικό σύστημα ήθελε να αποφύγει την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας, είχε κατά την άποψή μου τη δυνατότητα να μη συγκροτηθεί σε σώμα η Βουλή που προέκυψε μετά τις εκλογές του Μαίου, ώστε να αποφευχθεί η παρεμβολή της βουλευτικής περιόδου της μίας μέρας. Από τη στιγμή, όμως, που αυτό δεν έγινε, η εφαρμογή του Συντάγματος είναι μονόδρομος, έστω και αν αυτό δεν μας αρέσει, προκειμένου να προστατευθεί το μείζον αγαθό, που είναι η ασφάλεια του δικαίου». Βλ. Ιδίου, Μονόδρομος η εφαρμογή του Συντάγματος, Έθνος, 4/1/2013.

 

[21]Την (αναθεωρητική) βούληση της Βουλής επικαλέστηκε το ΣτΕ στην απόφασή του 1899/1952, για να τεκμηριώσει τη συνέχεια του αναθεωρητικού έργου της Δ΄αναθεωρητικής Βουλής του 1946 και της διάδοχής της Βουλής της 5/3/1950 και με αυτόν τον τρόπο να επιλύσει το ζήτημα του κύρους του Συντάγματος του 1952. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι η Βουλή των εκλογών της 9/9/1951 διέθετε την αναθεωρητική εξουσία να ψηφίσει το Σύνταγμα του 1952. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με το ΣτΕ, «όθεν ο Βασιλεύς, μη μετέχων, κατά τα παραδεδεγμένα, της αναθεωρητικής αρμοδιότητος, δεν ηδύνατο να ματαιώση το αναθεωρητικόν αυτής έργον δι’ο και η γενομένη δια Β.Δ/τος 7-8/1/1950 πρόωρος διάλυσις αυτής επάγεται αφ’εαυτής την συνέχισιν του αναθεωρητικού έργου παρά της διαδόχου Βουλής της 5/3/1950 · και ναι μεν η Βουλή εκείνη δεν επεραίωσε το ουτωσεί μεταβιβασθέν αυτή αναθεωρητικόν έργον, πλην όμως ετέθη εν αυτή ζήτημα συνεχίσεως του αναθεωρητικού έργου και συζητήσεις εγένοντο εξ ων προκύπτει ότι η Βουλή εκείνη, έχουσα επίγνωσιν της αναθεωρητικής αρμοδιότητος, αλλά μη δυνηθείσα ν’ασκήση αυτήν, επικαλείται τον συνταγματικώς παραδεδεγμένον μηχανισμόν της συνεχείας της αναθεωρητικής εντολής, ίνα αυτή ασκηθή υπό της επομένης Βουλής ». Επίσης, το Δικαστήριο τόνισε ότι « και ναι μεν η ψήφισις του Συντάγματος δεν επετεύχθη λόγω των γνωστών παρεμβληθεισών πολιτικών ανωμαλιών και της προώρου διαλύσεως των εκάστοτε επιληφθεισών του έργου τούτου λαϊκών αντιπροσωπειών, πλήν όμως η εκ του ψηφίσματος του 1935 πηγάσασα ως άνω επιταγή παρέμεινεν ισχυρά, ως τοιαύτην δε αποδέχεται αυτήν το από 28/7/1951 πρακτικόν ολοκλήρου του τότε συγκροτημένου πολιτικού κόσμου το οποίον επέχει άμα θέσιν γενικωτεράς αναγνωρίσεως μιας υπαρχούσης πράγματι επιτακτικής ανάγκης του να εξέλθη η χώρα εκ της απολύτου συνταγματικής αβεβαιότητος » (η υπογράμμιση δική μας).Ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ η αναφορά του Δικαστηρίου σε μη φορμαλιστικά-τυπικά κριτήρια διάγνωσης της βούλησης του Σώματος, όπως το Πρακτικό της 28ης Ιουλίου 1951, το οποίο υπέγραψαν οι ηγέτες όλων των κομμάτων που αντιπροσωπεύονταν στη Βουλή ή ακόμη τα ιστορικά δεδομένα, τα οποία συνηγορούσαν υπέρ της ανάγκης να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί το αναθεωρητικό έργο της Δ΄Αναθεωρητικής Βουλής, ώστε η χώρα να αποκτήσει οριστικό Σύνταγμα. Βλ. αναλυτικά για την απόφαση 1899/1952 και το ζήτημα της « συνέχειας » του αναθεωρητικού έργου Γιάννη Ζ. Δρόσο, Δοκίμιο Ελληνικής Συνταγματικής Θεωρίας, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 1996, σελ.270 επ.

 

[22] Για τον πολιτικό χαρακτήρα γενικότερα του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών βλ. Ανδρέα Ν. Λοβέρδο, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1995. Βλ. επίσης,Iωάννη Αραβαντινό, Πραγματεία περί ευθύνης των ηγεμόνων και των υπουργών, Αθήνα, 1880, Ευριδίκη Μπεσίλα – Βήκα, Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών στο ελληνικό και συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, Παναγιώτη Μαντζούφα, Η σχέση πολιτικής και ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης, ΕφημΔΔ, 4/2009, σελ.452 επ.

 

[23] Βλ. Γιώργο Κασιμάτη, ό.π.

 

[24] Βλ. για την έννοια των standardsτηδιατριβήτουStéphane Rials, Le juge administratif français et la technique du standard, L.G.D.J., Bibliothèque de Droit Public, tome 135, Paris, 1980.

 

Το Ευρωπαϊκό συλλογικό εργατικό δίκαιο στη μετά Viking και Laval εποχή – Θεσμικές και νομολογιακές εξελίξεις

Κωνσταντίνος Δ. Βουλγαράκης, Δικηγόρος, ΜΔΕ Αστικού, Αστικού Δικονομικού και Εργατικού Δικαίου

Το Ευρωπαϊκό συλλογικό εργατικό δίκαιο στη μετά Viking και Laval εποχή – Θεσμικές και νομολογιακές εξελίξεις

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η συμβατότητα των τεσσάρων θεμελιωδών οικονομικών ελευθεριών με τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θέματα για τον προσδιορισμό της ταυτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης[1]. Ιδιαίτερα αποφασιστικό ρόλο για τον προσδιορισμό αυτής της σχέσης διαδραμάτισε πρόσφατα το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο με αφορμή τις γνωστές πλέον αποφάσεις Viking[2] και Laval[3] κατέληξε μάλλον σε μια υποταγή των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων, και συγκεκριμένα των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων[4], στις οικονομικές ελευθερίες. Περαιτέρω, οι αποφάσεις αυτές υπήρξαν η αφορμή για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης των συνδικαλιστικών σωματείων σε αποζημίωση, όταν η συνδικαλιστική τους δράση παραβιάζει τις διατάξεις των Συνθηκών[5].
Θεωρώντας γνωστά[6] πλέον τα βασικότερα ζητήματα που σχετίζονται με τις αποφάσεις Viking και Laval καθαυτές, δεν θα προβούμε παρά μόνο σε μια πολύ σύντομη παρουσίαση των σχετικών αποφάσεων. Βασικός σκοπός της εργασίας είναι η ανάλυση των εξελίξεων του ευρωπαϊκού συλλογικού εργατικού δικαίου μετά την έκδοση τους. Παρουσιάζονται έτσι οι εξελίξεις σε θεσμικό επίπεδο μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην επιρροή που ενδεχομένως να έχει στην εξέλιξη του ευρωπαϊκού συλλογικού εργατικού δικαίου ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης αναλύεται η Πρόταση Κανονισμού Monti II, με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεδίωξε (ανεπιτυχώς) να συμφιλιώσει τις θεμελιώδεις οικονομικές ελευθερίες με τα συνδικαλιστικά δικαιώματα. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι σχετικές εξελίξεις σε νομολογιακό επίπεδο, οι οποίες προέρχονται τόσο από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η νομολογία του τελευταίου θα αποτελέσει άλλωστε χρήσιμο εργαλείο για την μελλοντική ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου, ενόψει της επικείμενης προσχώρησης της Ένωσης στην ΕΣΔΑ, αλλά και ενόψει των σχετικών παραπομπών του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ στην ΕΣΔΑ.
ΙΙ. ΟΙ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ VIKING ΚΑΙ LAVAL
α) Σύντομη παρουσίαση των θέσεων του Δικαστηρίου
Η υπόθεση Viking αφορούσε συλλογικές δράσεις συνδικάτων κατά της ομώνυμης φινλανδικής εταιρίας, που είχαν ως σκοπό να αποτρέψουν την εταιρία από το να αλλάξει τη φινλανδική σημαία ενός πλοίου της και να το νηολογήσει υπό τη σημαία άλλου κράτους μέλους (Εσθονία).
Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι τέτοιες συλλογικές δράσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49 ΣΛΕΕ (πρώην 43 ΣΕΚ), το οποίο αφορά την ελευθερία εγκατάστασης. Επικαλούμενο, την ανάγκη διαφύλαξης του χρήσιμου αποτελέσματος των κανόνων της Συνθήκης, το Δικαστήριο τάχθηκε υπέρ του άμεσου αποτελέσματος των κανόνων για την ελεύθερη κυκλοφορία έναντι των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Έτσι, δέχθηκε τελικά ότι οι επίδικες συλλογικές δράσεις συνιστούν περιορισμούς κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Οι περιορισμοί αυτοί μπορούν, κατ’ αρχήν, να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, όπως είναι η προστασία των εργαζομένων, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω περιορισμοί μπορούν να εξασφαλίσουν την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού και δεν βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του. Ο έλεγχος αυτός με βάση την αρχή της αναλογικότητας αφέθηκε από το ΔΕΕ στον εθνικό δικαστή, κάτι όμως που δεν χρειάστηκε να γίνει, καθώς τα μέρη κατέληξαν τελικά σε συμβιβασμό.
Η υπόθεση Laval αφορούσε την ομώνυμη λετονική κατασκευαστική εταιρία, η οποία ανέλαβε το έργο της ανακαίνισης και επέκτασης ενός σχολικού κτιρίου στη Σουηδία, αναθέτοντας την εκτέλεση του έργου στη σουηδική θυγατρική της, στην οποία απέσπασε Λετονούς εργάτες. Η Laval τότε ήρθε αντιμέτωπη με τα σουηδικά συνδικάτα, τα οποία προχώρησαν σε συλλογικές δράσεις για τους μισθούς των αποσπασμένων εργατών και για την υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας. Η εν λόγω σ.σ.ε. περιείχε όρους που, (α) για τα ζητήματα που εντάσσονταν στον σκληρό πυρήνα της Οδηγίας 96/71/ΕΚ (άρθρο 3 παρ. 1), ήταν ευμενέστεροι από τα κατώτατα όρια που εγγυούνταν η εθνική νομοθεσία, και (β) αφορούσαν άλλα ζητήματα που δεν περιλαμβάνονταν στον σκληρό πυρήνα της Οδηγίας.
Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η ανάληψη συλλογικής δράσης με σκοπό τον εξαναγκασμό της εγκατεστημένης επιχείρησης εντός άλλου κράτους να προσχωρήσει σε συλλογική σύμβαση, της οποίας οι όροι είτεείναι ευνοϊκότεροι από αυτούς που προβλέπονται στις οικίες εθνικές διατάξεις είτε αφορούν ζητήματα μη περιλαμβανόμενα στον σκληρό πυρήνα της Οδηγίας 96/71/ΕΚ, αντιβαίνει στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 49 ΣΕΚ), καθότι καθιστά δυσχερή την παροχή υπηρεσιών στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.
Oι συνέπειες της απόφασης Vikingέκαναν ήδη την εμφάνιση τους στην υπόθεση BALPA, όπου η BritishAirways (BA) επικαλέστηκε την εν λόγω απόφαση, προκειμένου να εμποδίσει νόμιμες συλλογικές δράσεις του σωματείου των πιλότων των Βρετανικών Αερογραμμών (BALPA. Συγκεκριμένα, η BALPA BAνα ιδρύσει μια θυγατρική αεροπορική εταιρεία με έδρα το Παρίσι, η οποία θα διενεργούσε πτήσεις μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Αυτό διότι θεώρησε ότι η θυγατρική αυτή θα χρησιμοποιούνταν ως μέσο για την χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας των πιλότων της BA. Η συντριπτική πλειοψηφία των πιλότων της BA ψήφισε την έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων. Η βρετανική εταιρία ωστόσο, παρά το γεγονός ότι δεν προέβαλλε ενστάσεις σύμφωνα με την βρετανική νομοθεσία, απείλησε το σωματείο πως σε περίπτωση απεργίας, θα διεκδικούσε εξαιρετικά υψηλή αποζημίωση (περίπου 100 εκατομμύρια λίρες ανά ημέρα), καθώς θα παραβιάζονταν η ελευθερία εγκατάστασης (άρθρο 49 ΣΛΕΕ) και η ελευθερία παροχής υπηρεσιών (άρθρο 56 ΣΛΕΕ)[7]. Το αποτέλεσμα ήταν η BALPA να μη προχωρήσει σε απεργιακές κινητοποιήσεις, φοβούμενη το βάσιμο των ισχυρισμών της BA.αντιτάχθηκε στην απόφαση της )
Στα συμπεράσματά που εξέδωσε σχετικά με την εν λόγω διαφορά η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) εκτίμησε[8] ότι οι επίμαχες αποφάσεις του ΔΕΕ είναι πιθανό να έχουν «στην πράξη ένα σημαντικό περιοριστικό αποτέλεσμα στην άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, κατά τρόπο αντίθετο προς τη δ.σ.ε. αρ. 87». Τα βασικά επιχειρήματα που οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα ήταν δύο. Πρώτον, ότι μετά τις Viking και Laval, η «πανταχού παρούσα απειλή μιας αγωγής αποζημιώσεως, που θα μπορούσε να χρεοκοπήσει το σωματείο» θα έθετε σημαντικά εμπόδια στα συνδικάτα, όταν αυτά σχεδιάζουν να προσφύγουν σε συλλογικές δράσεις. Δεύτερον, σχετικά με τους περιορισμούςτων δικαιωμάτων, που προστατεύονται βάσει της δ.σ.ε. αριθ. 87, η Επιτροπή απέκλεισε ρητώς το κριτήριο της αναλογικότητας κατά των έλεγχο των αντικρουόμενων συμφερόντων.
ii) Η επιστροφή της υπόθεσης Laval στη Σουηδία
Η απόφαση «Laval» υπήρξε η αφορμή για τη στοιχειοθέτηση ευθύνηςτων συνδικαλιστικών σωματείων σε αποζημίωση, όταν η συνδικαλιστική τους δράση παραβιάζει τις διατάξεις των Συνθηκών. Αυτό κατέδειξε άλλωστε και η απόφαση του σουηδικού εργατικού δικαστηρίου (Arbetsdomstolen)[9] που είχε υποβάλλει το σχετικό προδικαστικό ερώτημα. Δεδομένου ότι το ΔΕΚ είχε ήδη αποφανθεί ότι οι επίδικες συλλογικές ενέργειες ήταν αντίθετες με το δίκαιο της Ένωσης, στο σουηδικό δικαστήριο έμενε απλώς να κρίνει εάν, εξαιτίας των παράνομων αυτών συλλογικών δράσεων, τα συνδικάτα ενέχονταν στο να καταβάλουν αποζημίωση στη Laval, καθώς η τελευταίααξίωνε αποζημίωση της τάξης των 150.000 Ευρώ και περίπου άλλα τόσα ως «τιμωρητική αποζημίωση» (punitivedamages).
Το σουηδικό δικαστήριο πρώτα ερεύνησε εάν υπήρχε κάποια εθνική διάταξη που να υποχρέωνε τα σωματεία σε αποζημίωση. Αφού αποφάνθηκε πως δεν υπήρχε καμία σχετική διάταξη, η νομική θεμελίωση θα έπρεπε να αναζητηθεί στο δίκαιο της Ένωσης. Έτσι, το Arbetsdomstolen επικαλέστηκε τη νομολογία του ΔΕΚ, σχετικά με την ευθύνη των κρατών μελών σε αποζημίωση, όταν αυτά παραβιάζουν το δίκαιο της Ένωσης. Η θεμελιώδεις αποφάσεις του ΔΕΚ για το εν λόγω ζήτημα είναι οι Brasserie du Pecheur και Factortame[10]. Σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία, για να συντρέχει ευθύνη αποζημίωσης ενός Κράτους, λόγω έκδοσης νόμου αντίθετου προς το Κοινοτικό Δίκαιο, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε να είχε σκοπό να αποδώσει δικαιώματα σε ιδιώτες, β) η παραβίαση του κανόνα να ήταν κατάφορη και γ) ανάμεσα στην παραβίαση του κανόνα και τη ζημία του ιδιώτη να υπήρχε άμεση αιτιώδης σύνδεση.
Περαιτέρω, το εργατικό δικαστήριο επικαλέστηκε δύο αποφάσεις του ΔΕΕ από το χώρο του δικαίου του ανταγωνισμού[11] και μια που σχετίζονταν με την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων[12], προκειμένου να υποστηρίξει ότι, όταν ο κανόνας ευρωπαϊκού δικαίου που παραβιάζεται έχει οριζόντιο αποτέλεσμα, η παραβίαση αυτή μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη σε αποζημίωση και μεταξύ ιδιωτών.
Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω, τα συνδικαλιστικά σωματεία ευθύνονται σε αποζημίωση όταν παραβιάζουν κανόνα ευρωπαϊκού δικαίου, αρκεί να πληρούνται αφενός οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αυτής της ευθύνης, όπως αυτές διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Brasserie du Pecheur και Factortame, και αφετέρου ο παραβιαζόμενος κανόνας να έχει οριζόντιο αποτέλεσμα[13]. Το σουηδικό δικαστήριο, αφού αποφάνθηκε ότι οι παραπάνω προϋποθέσεις συνέτρεχαν στην επίδικη περίπτωση, καταδίκασε τα συνδικάτα να καταβάλουν στη Laval «τιμωρητική αποζημίωση» (punitivedamages) που ανέρχονταν περίπου στο ποσό των 55,000 €.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι αποφάσεις Viking και Laval πυροδότησαν μια έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των οργάνων της ΕΕ, του ακαδημαϊκού κλάδου και των κοινωνικών εταίρων. Η αντιπαράθεση αυτή οδήγησε σταδιακά στη δημιουργία ενός διαφορετικού status quo, καθώς οι εξελίξεις, όσον αφορά την προστασία των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων στο ενωσιακό δίκαιο[14] υπήρξαν τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα σημαντικές.
Μία πολύ σημαντική εξέλιξη είναι η θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας[15], η οποία προσέδωσε ισοδύναμη με αυτήν δεσμευτικότητα στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Η Συνθήκη αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα της διαδικασίας με την οποία έχει εξελιχθεί στο πέρασμα των χρόνων η θέση που καταλάμβαναν τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ενωσιακή έννομη τάξη, με τη σταδιακή ενσωμάτωση τους στην πρώτη γραμμή του δικαίου της ΕΕ, ιδιαίτερα μέσα από τις νομολογιακές πρωτοβουλίες του ΔΕΕ[16]. Με την θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, η θεώρηση της Ευρώπης γίνεται πιο κοινωνική, καθώς αποτυπώνεται (άρθρο 2 ΣΕΕ) η αντίληψη ότι η Ένωση δεν είναι μόνο μια εσωτερική αγορά, αλλά εξίσου μια Ευρώπη των αξιών, όπως του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[17]. Διευρύνονται επίσης οι κοινωνικοί στόχοι της Ένωσης καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 ΣΕΕ, η ένωση καλείται να δημιουργήσει «μια άκρως ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο».
Αξίζει λοιπόν να αναρωτηθεί κανείς το εάν αυτή η αναδιατύπωση των στόχων της Ένωσης θα είχε κάποια επιρροή σε περίπτωση που επανέρχονταν υπό εξέταση τα ζητήματα που τέθηκαν στη νομολογία Viking και Laval. Εξάλλου, και στις υποθέσεις αυτές το Δικαστήριο αναφέρθηκε ρητά στους στόχους της Ένωσης, όπως αυτοί ορίζονταν στα τότε άρθρα 2 και 3 ΣΕΕ, κρίνοντας ότι θα πρέπει να σταθμιστούν οι οικονομικές ελευθερίες με βάση τους σκοπούς της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής[18].
Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα μάλλον θα πρέπει να είναι αρνητική. Όπως τονίζει και ο καθηγητής Syrpis[19], θα ήταν υπερβολικά αισιόδοξο να περιμένει κανείς από το ΔΕΕ να αλλάξει την προσέγγιση του, όσον αφορά τις οικονομικές ελευθερίες, μόνο και μόνο από το γεγονός ότι δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση σε κάποια επί μέρους στοιχεία των κοινών διατάξεων των Συνθηκών, οι οποίες απλώς αναφέρουν τις αξίες και τους σκοπούς της Ένωσης. Εξάλλου, και στις Viking και Laval το Δικαστήριο στάθμισε το «κοινωνικό» με το «οικονομικό», προτιμώντας τελικά το δεύτερο. Το πιο πιθανό είναι οι αλλαγές αυτές που αποδίδουν πλέον μεγαλύτερη έμφαση στα κοινωνικά χαρακτηριστικά της Ένωσης, να επηρεάσουν τους Δικαστές του ΔΕΕ, όταν θα σταθμίζουν τις οικονομικές ελευθερίες με τα συνδικαλιστικά δικαιώματα με βάση την αρχή της αναλογικότητας.
Εκτός όμως από την επαναδιατύπωση των στόχων της Ένωσης, σημαντικό βήμα προς μια αναθεώρηση της νομολογίας του ΔΕΕ αποτελεί και η αναγνώριση της δεσμευτικότητας του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Αυτό διότι το ευρωπαϊκό δίκαιο εγγυάται πλέον, μεταξύ άλλων, και δικαιώματα που ανήκουν στον πυρήνα του εργατικού δικαίου και των εργασιακών σχέσεων, όπως το δικαίωμα διαπραγμάτευσης, σύναψης συλλογικών συμβάσεων και ανάληψης συλλογικών δράσεων (άρθρο 28)[20].
Σχετικά με την εμβέλεια του Χάρτη, αυτός σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα είδος ομοσπονδιακού Χάρτη δικαιωμάτων για τα κράτη μέλη[21]. Ο Χάρτης δεν ιδρύει νέα δικαιώματα αλλά επιβεβαιώνει, όπως άλλωστε αναφέρεται και στο Προοίμιό του[22], δικαιώματα που πηγάζουν από άλλες νομοθετικές πηγές. Θα πρέπει άλλωστε να υπογραμμιστεί ότι και στην ίδια τη Συνθήκη (άρθρο 6 ΣΕΕ) προβλέπεται ρητά ότι «τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και οι αρχές του Χάρτη ερμηνεύονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Τίτλου VII του Χάρτη που διέπουν την ερμηνεία και την εφαρμογή του και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των επεξηγήσεων οι οποίες αναφέρονται στον Χάρτη και στις οποίες μνημονεύονται οι πηγές των εν λόγω διατάξεων». Επιπλέον, στον εν λόγω Τίτλο ορίζεται ρητά ότι ο Χάρτης απευθύνεται στους θεσμούς και τα λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη μόνο όμως όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (κάθετο αποτέλεσμα).
Βέβαια, δεν θα πρέπει να ξεχνάει κανείς ότι και οι σχετικές με τις οικονομικές ελευθερίες διατάξεις της Συνθήκης δεν έχουν κατά κανόνα οριζόντιο αποτέλεσμα. Αυτό όμως δεν εμπόδισε το ΔΕΚ στην υπόθεση Viking να αποφανθεί ότι «το γεγονός ότι ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης απευθύνονται ρητά στα κράτη μέλη δεν αποκλείει τη δυνατότητα ταυτόχρονης παροχής δικαιωμάτων σε κάθε ιδιώτη που ενδιαφέρεται για την τήρηση των υποχρεώσεων που καθορίζονται κατά τον τρόπο αυτό»[23] και να καταλήξει στο ότι το άρθρο 43 ΣΕΚ έχει την έννοια ότι μια ιδιωτική επιχείρηση μπορεί να επικαλεστεί ευθέως το άρθρο αυτό κατά συνδικαλιστικής οργανώσεως ή ενώσεως συνδικαλιστικών οργανώσεων[24]. Η ίδια υπόθεση δείχνει επίσης ότι στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο δέχεται το οριζόντιο αποτέλεσμα των διατάξεων της Συνθήκης, αναγνωρίζει παράλληλα το ίδιο (οριζόντιο) αποτέλεσμα και στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (άρα και στα άρθρα του Χάρτη, με τα οποία αυτές επιβεβαιώνονται)[25].
Περαιτέρω, ήδη από το 2006[26], δηλαδή αρκετά πριν ο Χάρτης αποκτήσει αυτή τη δεσμευτικότητα, το Δικαστήριο αναφέρεται σε αυτόν ως πηγή προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στις αποφάσεις Viking και Laval, το Δικαστήριο αναφέρθηκε σε μια σωρεία νομοθετικών πηγών, όπως ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, η υπ’ αριθμ. 87 Σύμβαση της ΔΟΕ αλλά και ο ίδιος ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, οπότε και κατέληξε στο ότι το δικαίωμα ανάληψης συλλογικών δράσεων αποτελεί τόσο θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα όσο και γενική αρχή του δικαίου της ΕΕ[27].
Ενόψει των ανωτέρω, και ιδιαίτερα εάν θεωρήσουμε πιθανή την οριζόντια εφαρμογή των διατάξεων του Χάρτη στην περίπτωση που συγκρούονται με κάποια οικονομική ελευθερία, η αυξημένη πλέον τυπική ισχύς τους, τους προσδίδει ιδιαίτερη αξία. Οι συλλογικές δράσεις προστατεύονται πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάτι που ίσως να μπορέσει να αλλάξει την αντιμετώπιση του ΔΕΕ, όσον αφορά τη σχέση των οικονομικών ελευθεριών και των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Άλλωστε, το Δικαστήριο έχει ήδη στείλει κάποια αισιόδοξα μηνύματα, όσον αφορά την επιρροή που θα έχει πλέον ο Χάρτης στη νομολογία του. Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφέρουμε ότι στην υπόθεση C-236/09[28], η Ολομέλεια του ΔΕΕ έκρινε ότι διάταξη δευτερογενούς ενωσιακού δικαίου είναι ανίσχυρη, επειδή ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, και συνεπώς με τα άρθρα 21 και 23 του Χάρτη. Αντίστοιχα, στην υπόθεση C-555/07[29] και πάλι η Ολομέλεια του ΔΕΕ έκρινε αντίθετη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και στο άρθρο 21 του Χάρτη εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία προέβλεπε ότι τα χρονικά διαστήματα απασχόλησης που διανύθηκαν πριν τη συμπλήρωση του 25ου έτους ηλικίας των εργαζομένων δεν λαμβάνονταν υπόψη για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Μάλιστα, στην τελευταία υπόθεση, παρατηρεί κανείς ότι το ΔΕΕ επικαλείται τις διατάξεις του Χάρτη σε διαφορά που ανέκυψε μεταξύ ιδιωτών, προσδίδοντας έτσι σε αυτόν οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα.
Τέλος, όπως αναφέραμε και για την επιρροή των αναδιατυπωμένων στόχων της Ένωσης, η νομική δεσμευτικότητα του Χάρτη πιθανότατα θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και κατά τη στάθμιση που κάνει το ΔΕΕ με βάση την αρχή της αναλογικότητας[30].
Πέρα όμως από τα παραπάνω, οι νεοεισαχθείσες-αναδιατυπωθείσες διατάξεις των ΣΕΕ και ΣΛΕΕ φαίνεται ότι επηρέασαν τις γενικότερες πολιτικές κατευθύνσεις της Ένωσης αλλά και την παραγωγή κανόνων δευτερογενούς ενωσιακού δικαίου, οι οποίοι αναμφισβήτητα μπορούν να επηρεάσουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό το ευρωπαϊκό εργατικό δίκαιο.
Χαρακτηριστικό είναι ότι στις 21/3/2012 η Επιτροπή εξέδωσε μια Πρόταση για την έκδοση Κανονισμού για την άσκηση του δικαιώματος ανάληψης συλλογικής δράσης στο πλαίσιο της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών[32] Monti II»). Η Πρόταση είχε ακριβώς ως σκοπό την αποσαφήνιση της αλληλεπίδρασης μεταξύ, αφενός, της άσκησης κοινωνικών δικαιωμάτων και, αφετέρου, της άσκησης της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη. Ευθυγραμμίζονταν έτσι με έναν από τους βασικούς στόχους της Συνθήκης, δηλαδή «μια κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας», χωρίς όμως να είχε ως σκοπό να μεταστρέψει τη νομολογία του Δικαστηρίου[33]. Οι εξελίξεις πάντως έδειξαν ότι η εν λόγω Πρόταση δεν θα καταστεί δευτερογενές δίκαιο της Ένωσης, καθώς ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jose Manuel Barroso, ανακοίνωσε με την από 12/09/2012 επιστολή του προς τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Martin Schulz, ότι η Επιτροπή προτίθεται να την ανακαλέσει[34]. Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να παρουσιαστούν οι βασικές προτάσεις του Κανονισμού Monti II και να αναλυθεί το αν αυτές μπορούσαν πράγματι να επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. (εφεξής «Πρόταση Κανονισμού
Στο άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού περιλαμβάνεται η συχνά αποκαλούμενη και ως «ρήτρα Monti». Σύμφωνα με αυτήν «ο παρών κανονισμός δεν θίγει με οποιονδήποτε τρόπο την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη, περιλαμβανομένου του δικαιώματος ή της ελευθερίας για απεργία ή για ανάληψη άλλων ενεργειών που καλύπτονται από τα ειδικά συστήματα εργασιακών σχέσεων στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις εθνικές πρακτικές. Δεν θίγει επίσης το δικαίωμα διαπραγμάτευσης, σύναψης και εφαρμογής συλλογικών συμβάσεων και το δικαίωμα ανάληψης συλλογικής δράσης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις εθνικές πρακτικές». Πρόκειται ουσιαστικά για το ίδιο κείμενο με αυτό του άρθρου 2 του Κανονισμού 2679/98/ΕΚ, ενώ η ίδια διάταξη έχει ενσωματωθεί και στον πρόσφατα εκδοθέντα Κανονισμό για τις μακροοικονομικές ανισορροπίες[35].
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού «η άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη σέβεται το θεμελιώδες δικαίωμα ανάληψης συλλογικής δράσης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ή της ελευθερίας της απεργίας και, αντιστρόφως, η άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος ανάληψης συλλογικής δράσης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ή της ελευθερίας της απεργίας, σέβεται τις εν λόγω οικονομικές ελευθερίες». Από το ίδιο το κείμενο δεν μπορούν να εξαχθούν και πολλά πρακτικά συμπεράσματα, καθώς από το γράμμα της διάταξης, προκύπτει μόνο μια υποχρέωση αμοιβαίου σεβασμού ανάμεσα στα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα και στις οικονομικές ελευθερίες, χωρίς να μπορεί να προκύψει η οποιαδήποτε ιεράρχηση. Έτσι, χρήσιμα εργαλεία μπορούν να αποτελέσουν η Αιτιολογική Έκθεση της Πρότασης και οι αιτιολογικές σκέψεις του Κανονισμού, από όπου και μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα, όσον αφορά την πραγματική βούληση του νομοθέτη.
Συγκεκριμένα, στην Αιτιολογική Έκθεση προβλέπεται[36] ότι το άρθρο 2, ναι μεν τονίζει ότι δεν υπάρχει εγγενώς σύγκρουση μεταξύ της άσκησης του θεμελιώδους δικαιώματος για ανάληψη συλλογικής δράσης και της άσκησης των ελευθεριών εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών, ούτε υπερίσχυση του ενός έναντι του άλλου, αναγνωρίζει ωστόσο ότι μπορεί να ανακύψουν καταστάσεις, σε περιπτώσεις εργατικών διαφορών, στις οποίες ίσως πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος και των εν λόγω ελευθεριών, βάσει της αρχής της αναλογικότητας και σύμφωνα με την πάγια πρακτική των δικαστηρίων και με τη νομολογία της ΕΕ.
Υπό την έννοια αυτή βέβαια, εύκολα παρατηρεί κανείς ότι το άρθρο 2 του Κανονισμού δεν κάνει τίποτα άλλο παρά από το να προσδίδει μορφή δευτερογενούς ενωσιακού δικαίου στη νομολογία Viking και Laval[37]. Τίθεται έτσι και πάλι το ερώτημα αν ορθά προβλέπεται ισότιμη μεταχείριση ανάμεσα στο θεμελιώδες δικαίωμα για ανάληψη συλλογικής δράσης και στην ελευθερία εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών, ή μήπως θα έπρεπε να προβλέπεται η υπεροχή των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων έναντι των οικονομικών ελευθεριών[38]. Η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC) άλλωστε στο από 06/06/2012 Ψήφισμά της για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Συμβόλαιο (Social Compact for Europe)[39] τάχθηκε σαφώς υπέρ της έκδοσης ενός νομοθετικού κειμένου, με το οποίο θα προβλέπεται ρητά η ανωτερότητα των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων έναντι των οικονομικών ελευθεριών. Βέβαια, οι δομικές ομοιότητες ανάμεσα στις θεμελιώδεις ελευθερίες και στα αντίστοιχα δικαιώματα μάλλον υποδεικνύουν ως ορθότερη μια ισότιμη αντιμετώπιση[40]. Εξάλλου και από τη Συνθήκη το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται, καθώς η τελευταία προσδίδει την ίδια τυπική ισχύ τόσο στα δικαιώματα όσο και στις ελευθερίες (βλ. άρθρο 6 ΣΕΕ)[41].
Παρατηρείται επίσης ότι στο κείμενο του άρθρου 2 του Κανονισμού δεν γίνεται καμία ρητή αναφορά στην αρχή της αναλογικότητας. Οι θέσεις που αναφέρονται στην Αιτιολογική Έκθεση φαίνεται να στηρίζονται στην ανάγνωση του άρθρου 2 σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 13 του Κανονισμού, όπου γίνεται και ρητή αναφορά στην εν λόγω αρχή. Αξιοσημείωτο είναι ότι, σε αντίθεση με τη νομολογία Viking και Laval, από την αιτιολογική σκέψη 13 προκύπτει ότι δεν είναι μόνο τα θεμελιώδη δικαιώματα που μπορούν να θεωρηθούν περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών, αλλά και το αντίστροφο. Φαίνεται δηλαδή ότι με τον παρόντα Κανονισμό γίνονται δεκτές οι θέσεις που εξέφρασε η Γενική Εισαγγελέας του ΔΕΕ Verica Trstenjak στις Προτάσεις της για την υπόθεση C‑271/08 (Επιτροπή κατά Γερμανίας)[42].
Θα πρέπει βέβαια να επισημάνουμε και πάλι ότι η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων της ΔΟΕ, ερμηνεύοντας την δ.σ.ε. αρ. 87 σχετικά με τους περιορισμούς του δικαιώματος απεργίας, ποτέ δεν θεώρησε αναγκαίο έναν έλεγχο των αντικρουόμενων συμφερόντων με βάση την αρχή της αναλογικότητας[43]. Επιπλέον, και από τις εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συναχθεί κάποια υποχρέωση των συνδικαλιστικών σωματείων να λαμβάνουν υπόψη τα οικονομικά συμφέροντα του εργοδότη και να εξισορροπούν τις πολιτικές και τα αιτήματά τους με βάση την αρχή της αναλογικότητας[44]. Εξάλλου, ο έλεγχος του κατά πόσο η πραγμάτωση μιας οικονομικής ελευθερίας είναι πρόσφορη, αναγκαία και strictosensu αναλογική, δεν μπορεί να λάβει την έκταση του αντίστοιχου ελέγχου, στον οποίο υπόκεινται τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα κατά τη νομολογία Viking και Laval.
Τέλος, φαίνεται ότι το δευτερογενές ενωσιακό δίκαιο (Κανονισμός) δεν είναι καν το κατάλληλο μέσο εν προκειμένω, ώστε να επιφέρει τις επιθυμητές αλλαγές[45]. Αυτό διότι το ΔΕΕ στις υποθέσεις Viking και Laval ερμήνευσε τις διατάξεις της Συνθήκης, δηλαδή το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο. Το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο όμως υπερισχύει έναντι του δευτερογενούς, καθώς το τελευταίο πρέπει να ερμηνεύεται βάσει του πρώτου. Έτσι, αν το Δικαστήριο καλούνταν να ερμηνεύσει τον Κανονισμό Monti ΙΙ, θα έπρεπε ουσιαστικά να τον ερμηνεύσει υπό το φως της νομολογίας Viking και Laval.
Η σημασία του παραπάνω αναθεωρημένου θεσμικού πλαισίου, και κυρίως του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων, όσον αφορά την «συμφιλίωση» των οικονομικών ελευθεριών και των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, τονίστηκε πρόσφατα από το ΔΕΕ και τους Γενικούς Εισαγγελείς του, με αφορμή της υποθέσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας[46] και Palhota[47].
i) Η υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας
Στην υπόθεση αυτή, η Επιτροπή ζήτησε από το ΔΕΕ να διαπιστώσει ότι, λόγω της απευθείας συνάψεως, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμβάσεων ιδιωτικής ασφαλίσεως γήρατος μεταξύ, αφενός, ορισμένων δημοτικών αρχών και επιχειρήσεων και, αφετέρου, κάποιων οργανισμών και επιχειρήσεων που ορίζονταν σε συλλογική σύμβαση, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε από τις διατάξεις των Οδηγιών 92/50/ΕΟΚ[48] και 2004/18/ΕΚ[49]. H γερμανική κυβέρνηση υποστήριξε[50] ότι οι επίμαχες συμβάσεις ασφαλίσεως δεν εμπίπτουν, λόγω της φύσεως και του σκοπού τους, στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω Οδηγιών, και ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να εφαρμόσει τη συλλογιστική που ακολούθησε στις αποφάσεις Albany[51] και van der Woude[52], καθώς η σύναψη των συμβάσεων αυτών έγινε κατ’ εφαρμογή συλλογικής συμβάσεως συναφθείσας κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ κοινωνικών εταίρων.
Το ΔΕΕ, ακολουθώντας το δόγμα της νομολογίας Viking και Laval, επανέλαβε ότι «η άσκηση [ενός] θεμελιώδους δικαιώματος, όπως είναι το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης, μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς» και «πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης»[53]. Έτσι, το γεγονός ότι η σύναψη των επίμαχων συμβάσεων γίνεται κατ’ εφαρμογή συλλογικής συμβάσεως δεν συνεπάγεται αφ’ αυτού εξαίρεση της συγκεκριμένης περιπτώσεως από το πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 92/50 και 2004/18[54]. Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι το ΔΕΕ αναφέρθηκε ρητά στην ανάγκη να ληφθούν ισόρροπα υπόψη τα επιδιωκόμενα συμφέροντα, δηλαδή, αφενός η βελτίωση των συντάξεων των ενδιαφερομένων εργαζομένων, και, αφετέρου, η εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και το άνοιγμα στον ανταγωνισμό σε επίπεδο Ένωσης[55].
Για την ισόρροπη αυτή στάθμιση μεταξύ των παραπάνω θεμελιωδών δικαιωμάτων και οικονομικών ελευθεριών έκανε εκτενείς σκέψεις, με αφορμή την εν λόγω υπόθεση, και η Γενική Εισαγγελέας του ΔΕΕ Verica Trstenjak. Συγκεκριμένα, η Γενική Εισαγγελέας τόνισε στις Προτάσεις της ότι «τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο»[56] και ότι «το δικαίωμα συλλογικής διαπραγματεύσεως και η συμφυής με το δικαίωμα αυτό αυτονομία των κοινωνικών εταίρων θα πρέπει να αναμφιβόλως να αναγνωριστούν και ως θεμελιώδη δικαιώματα της κοινοτικής έννομης τάξεως αποτελούντα αναπόσπαστα στοιχεία των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου»[57]. Συνεχίζοντας τον συλλογισμό της, η Εισαγγελέας επεσήμανε ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ θεμελιώδους δικαιώματος και θεμελιώδους ελευθερίας, οι συγκρουόμενοι κανόνες θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι κατ’ αρχήν ίσης τυπικής ισχύος[58], κρίνοντας μάλιστα ότι ο τρόπος προσεγγίσεως που επελέγη στις αποφάσεις Viking και Laval, δεν συνάδει με την αρχή της ίσης τυπικής ισχύος θεμελιωδών δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών[59].
Το ορθό είναι ότι σε περίπτωση διαπιστώσεως συγκρούσεως μεταξύ των εν λόγω θεμελιωδών ελευθεριών αφενός και των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων αφετέρου, θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο οι θεμελιώδεις ελευθερίες δύνανται δικαιολογημένα να περιορίσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα της συλλογικής διαπραγματεύσεως και της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων, αλλά και το αντίστροφο, κατά πόσο δηλαδή τα συγκεκριμένα θεμελιώδη δικαιώματα επιβάλλουν τον περιορισμό της ισχύος των συγκεκριμένων θεμελιωδών ελευθεριών και των δευτερογενών κανόνων δικαίου που στηρίζονται σε αυτές.[60]
Ωστόσο, η Γενική Εισαγγελέας δεν εφάρμοσε την παραπάνω συλλογιστική για το λόγο ότι «η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλέστηκε κυρίως επιχειρήματα για τη δικαιολόγηση του περιορισμού του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα»[61], κάτι που δεν την άφησε να αποκλίνει από τη μέθοδο ελέγχου που ακολούθησε το Δικαστήριο και στις υποθέσεις Viking και Laval, οπότε και αναμενόμενα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «το θεμελιώδες δικαίωμα της συλλογικής διαπραγματεύσεως και το θεμελιώδες δικαίωμα της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων δεν δικαιολογούν, ελλείψει αναλογικότητας, τον περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μέσω της επιλογής από τους κοινωνικούς εταίρους ορισμένων φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως»[62], ενώ στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε τελικά και το ΔΕΕ[63]. Ένα από τα μαθήματα λοιπόν από την εν λόγω απόφαση, είναι ότι στο μέλλον οι διάδικοι δεν θα πρέπει να προβάλλουν μόνο επιχειρήματα που να δικαιολογούν τον περιορισμό μιας οικονομικής ελευθερίας από ένα θεμελιώδες δικαίωμα, αλλά και το αντίστροφο, δηλαδή ότι οι οικονομικές ελευθερίες περιορίζουν την άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος και κατά πόσο αυτός ο περιορισμός είναι δικαιολογημένος και σύμφωνος με βάση την αρχή της αναλογικότητας[64].
ii) Η υπόθεση Palhota
Η απόφαση Palhota εκδόθηκε με αφορμή ένα προδικαστικό ερώτημα που έγινε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά της πορτογαλικής εταιρίας Termiso Limitada (ως εργοδότρια και ποινικώς υπεύθυνο νομικό πρόσωπο) και των διαχειριστών της, για τον λόγο ότι παρέλειψαν να καταρτίσουν την προβλεπόμενη από τη βελγική νομοθεσία ατομική κατάσταση μισθοδοσίας για 53 Πορτογάλους εργαζομένους αποσπασμένους στο Βέλγιο. Η εργοδότρια εταιρία θα μπορούσε να απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή, εάν είχε τηρήσει τις προϋποθέσεις του νόμου της 5ης Μαρτίου 2002, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο βελγικό δίκαιο η Οδηγία 96/71/ΕΚ. Ωστόσο, οι υπηρεσίες επιθεωρήσεως διαπίστωσαν ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν τηρήθηκαν, οπότε έπρεπε να εφαρμοστεί το βελγικό δίκαιο κοινωνικής ασφαλίσεως, το οποίο επέσυρε ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης του. Το ποινικό δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητά του να αποφανθεί επί της ουσίας όσον αφορά τις διαπραχθείσες παραβάσεις της βελγικής νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως εξαρτάται από το αν ο νόμος της 5ης Μαρτίου 2002, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την υποχρέωση συμμορφώσεως προς τη νομοθεσία αυτή, συνάδει προς τα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ.
Το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε έτσι στο ΔΕΕ ήταν εάν συνιστούν συγκεκριμένες διατάξεις του βελγικού δικαίου παράβαση των άρθρων 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ, καθόσον υποχρεώνουν αλλοδαπούς εργοδότες, οι οποίοι επιθυμούν να αποσπούν εργαζομένους, να προβαίνουν προηγουμένως σε δήλωση αποσπάσεως προς την υπηρεσία επιθεωρήσεως των νόμων περί κοινωνικής ασφαλίσεως, καθώς και να διαθέτουν έγγραφα παρόμοια με τη βελγική ατομική κατάσταση μισθοδοσίας ή το βελγικό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών, με συνέπεια να παρακωλύεται ή τουλάχιστον να δυσχεραίνεται η πρόσβαση στη βελγική αγορά παροχής υπηρεσιών.
Όπως τόνισε και με τις Προτάσεις του ο Γενικός Εισαγγελέας του ΔΕΕ Cruz Villalón[65], ζητήθηκε ουσιαστικά από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί παρόμοιου ζητήματος με αυτό που ανέκυψε στην υπόθεση Arblade δέκα χρόνια νωρίτερα, υπό το πρίσμα όμως ενός νέου εθνικού νομοθετικού πλαισίου και κατόπιν σημαντικής νομολογιακής εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση υπόθεση έδωσε την ευκαιρία να διευκρινιστεί το ζήτημα αν η διαπίστωση ότι η Ένωση επιδιώκει κοινωνικό σκοπό, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του Viking και Laval και κατόπιν της θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, ασκεί επίδραση στη νομολογία που καθιέρωσε η απόφαση Arblade.
Έτσι, σύμφωνα με τις Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα[66], μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις του πρωτογενούς κοινωνικού δικαίου που επηρεάζουν το πλαίσιο των ελευθεριών. Συγκεκριμένα, η απόσπαση εργαζομένων, στο μέτρο που μπορεί να μεταβάλει την ένταση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των κοινωνικών διατάξεων που θεσπίζει η εν λόγω Συνθήκη. Το άρθρο 9 ΣΛΕΕ προβλέπει μια γενικής εφαρμογής ασφαλιστική δικλείδα κοινωνικής προστασίας που υποχρεώνει τα θεσμικά όργανα να λαμβάνουν υπόψη «τις απαιτήσεις που συνδέονται με την προαγωγή υψηλού επιπέδου απασχόλησης, με τη διασφάλιση της κατάλληλης κοινωνικής προστασίας, με την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού καθώς και με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, κατάρτισης και προστασίας της ανθρώπινης υγείας». Η απαίτηση αυτή διατυπώνεται μετά τη διακήρυξη στο άρθρο 3 παρ. 3 ΣΕΕ ότι η οικοδόμηση της κοινής αγοράς πραγματοποιείται μέσω πολιτικών που στηρίζονται σε μια «κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο». Γίνεται επίσης αναφορά[67] και στο άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο εξαγγέλλεται ότι «κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε συνθήκες εργασίας οι οποίες σέβονται την υγεία, την ασφάλεια και την αξιοπρέπειά του».
Η θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας συνεπάγεται ότι οι συνθήκες εργασίας δεν πρέπει πλέον να ερμηνεύονται στενά όταν συνιστούν επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος που δικαιολογούν εξαίρεση από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Στο μέτρο που η προστασία του εργαζομένου ανάγεται σε παράγοντα που αξίζει προστασίας από τις ίδιες τις Συνθήκες, δεν πρόκειται για απλή εξαίρεση από μία ελευθερία, ούτε πολύ λιγότερο για μια εξαίρεση άγραφη ή συναγόμενη από τη νομολογία. Το νέο πλαίσιο του πρωτογενούς δικαίου, στο μέτρο που επιβάλλει υποχρεωτικώς έναν αυξημένο βαθμό κοινωνικής προστασίας, εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη, προς διασφάλιση συγκεκριμένου επιπέδου κοινωνικής προστασίας, να μπορούν να περιορίζουν μία ελευθερία, χωρίς η ενέργεια αυτή να θεωρείται νομικώς κρίσιμο γεγονός από απόψεως δικαίου της Ένωσης, και, ως εκ τούτου, να χρειάζεται να ερμηνευτεί περιοριστικά.
Βέβαια, και ο Γενικός Εισαγγελέας κατέληξε σε μια συνταγή παρόμοια με την πάγια επί του θέματος νομολογία του ΔΕΕ, κρίνοντας ότι οι παραπάνω θέσεις εκφράζονται στην πράξη μέσω της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας[68]. Ελέγχοντας έτσι τη βελγική νομοθεσία με βάση την αρχή αυτή, συμπέρανε ότι τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ απαγορεύουν μεν εθνική νομοθεσία που εξαρτά την απόσπαση των εργαζομένων και την πραγματική έναρξη της παροχής υπηρεσιών από την επιβεβαίωση της παραλαβής και την έγκριση της δηλώσεως αποσπάσεως, εντός προθεσμίας πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω δηλώσεως από την υπηρεσία Επιθεωρήσεως, δεν απαγορεύουν όμως εθνική νομοθεσία που απαιτεί την προσκόμιση ορισμένων εγγράφων του κράτους εγκαταστάσεως (εν προκειμένω, της βελγικής ατομικής καταστάσεως μισθοδοσίας και του βελγικού εκκαθαριστικού σημειώματος) που είναι ισότιμα εκείνων που πρέπει να καταρτίζονται στο κράτος προορισμού[69]. Στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε και το ΔΕΕ με την από 7 Οκτωβρίου 2010 Απόφασή του.
Η θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας δεν αποτέλεσε ορόσημο για την «κοινωνική Ευρώπη» και για το ευρωπαϊκό εργατικό δίκαιο μόνο για τα συναφή με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ζητήματα, αλλά και για το γεγονός ότι με το άρθρο 6 παρ. 2 ΣΕΕ η Ένωση δεσμεύεται να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών[70]. Αν και ακόμα δεν έχουν οριστεί οι ειδικότεροι όροι, βάσει των οποίων θα γίνει αυτή η προσχώρηση, το σίγουρο είναι ότι η τελευταία «δεν μπορεί να μην έχει αντίκτυπο στο ρόλο και άρα στη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου και, κατά συνέπεια, στη θεσμική ισορροπία που υφίσταται μεταξύ αυτού του Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου»[71]. Μια βασική συνέπεια της προσχώρησης θα είναι και η δυνατότητα για απευθείας προσφυγή κατά της ΕΕ και των οργάνων της για παραβιάσεις της ΕΣΔΑ[72]. Αναφορικά με τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες το ΔΕΕ αποκλίνει από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ο αιτών θα έχει την ευκαιρία να αμφισβητήσει αυτό το ασυμβίβαστο[73]. Επιπλέον, τα άτομα που υποστηρίζουν ανεπιτυχώς στο ΔΕΕ ότι η ΕΕ έχει παραβιάσει τα δικαιώματα που προστατεύονται από την ΕΣΔΑ, θα είναι σε θέση να υποβάλλουν τα ίδια επιχειρήματα ενώπιον του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, του οποίου η απόφαση θα είναι δεσμευτική για την ΕΕ, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή της Σύμβασης[74]. Τίποτα βέβαια από τα παραπάνω δεν θα πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, καθώς υπάρχει ακόμα μεγάλη διχογνωμία σχετικά με την αρμονική συνύπαρξη των δύο αυτών Δικαστηρίων, το περιεχόμενο της οποίας εκφεύγει από τους σκοπούς της παρούσας εργασίας.
Βέβαια, δεν χρειάζεται να περιμένει κανείς την ολοκλήρωση των διαδικασιών προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔΑ, προκειμένου να αναθεωρηθούν υπό το φως της ΕΣΔΑ οι θέσεις του ΔΕΕ, όπως αυτές αναπτύχθηκαν με αφορμή τη νομολογία Viking και Laval. Ήδη το άρθρο 6 παρ. 3 ΣΕΕ ορίζει ότι «τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης», ενώ και το άρθρο 52 παρ. 3 του Χάρτη ορίζει ότι «στο βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία». Η έννοια και η εμβέλεια των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται καθορίζονται όχι μόνο από το κείμενο των πράξεων αυτών, αλλά και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[75]JMcB κατά L.E[76]. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, τα συμπεράσματα, στα οποία κατέληξε το ΔΕΕ με αφορμή τις υποθέσεις Viking και Laval θα πρέπει να αναθεωρηθούν, ενόψει των πρόσφατων εξελίξεων της νομολογίας του ΕΔΔΑ στο πεδίο της συλλογικής αυτονομίας και της συλλογικής δράσης[77]Demir και Baykara κατά Τουρκίας[78] και Enerji Yapi-Yol Sen κατά Τουρκίας[79]. Συγκεκριμένα, με την απόφαση Demir και Baykara, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Στρασβούργου έκανε μεταστροφή από την παλαιότερη νομολογία του[80], θεωρώντας πλέον ότι το δικαίωμα για συλλογικές διαπραγματεύσεις εμπίπτει και αυτό στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Περαιτέρω, με την απόφασηEnerji αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά από το ΕΔΔΑ το δικαίωμα για απεργία ως «αδιαχώριστο επακόλουθο» του δικαιώματος για συλλογικές διαπραγματεύσεις[81], κάτι που συνεπάγεται την προστασία αυτού από το άρθρο 11 ΕΣΔΑ.. Οι εξελίξεις αυτές έλαβαν χώρα τα έτη 2008 και 2009, οπότε και εκδόθηκαν οι αποφάσεις , κάτι που έχει ήδη δεχθεί ρητά και το ΔΕΕ στην απόφαση της 5ης Οκτωβρίου του 2010,
i) Η απόφαση Demir και Baykara κατά Τουρκίας
Η Vicdan Baykara ήταν Πρόεδρος και ο Kemal Demir μέλος του τουρκικού συνδικαλιστικού σωματείου δημοσίων υπαλλήλων Tüm Bel Sen, το οποίο είχε ως μέλη υπαλλήλους δήμων και κοινοτήτων και ως σκοπό την προώθηση του δημοκρατικού συνδικαλισμού και την εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών του. Το 1993, το σωματείο ήλθε σε συμφωνία με το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης Γκαζιαντέπ, για την ρύθμιση μίας σειράς εργασιακών και ασφαλιστικών θεμάτων των μελών του, συμπεριλαμβανομένων των μισθών, των δώρων και της ασφαλιστικής κάλυψης. Ωστόσο, το δημοτικό συμβούλιο της Γκαζιαντέπ δεν τήρησε τις οικονομικές του δεσμεύσεις, και το σωματείο προσέφυγε εναντίον του στα δικαστήρια όπου, σε πρώτο βαθμό, δικαιώθηκε. Στη συνέχεια όμως, και συγκεκριμένα στις 6 Δεκεμβρίου του 1995, το τουρκικό αναιρετικό δικαστήριο έκρινε ότι η νομοθεσία που ίσχυε την εποχή που ιδρύθηκε το Tüm Bel Sen δεν επέτρεπε στους δημόσιους υπάλληλους να συστήνουν συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αποφάνθηκε έτσι ότι η εν λόγω συνδικαλιστική οργάνωση δεν είχε νομική υπόσταση και, κατά συνέπεια, δεν είχε τη δυνατότητα να συνάψει συλλογική σύμβαση εργασίας με το δημοτικό συμβούλιο της Γκαζιαντέπ. Έτσι, η εν λόγω σ.σ.ε. «ακυρώθηκε» defacto, και μάλιστα αναδρομικά[82]. Περαιτέρω, μετά την έκδοση της απόφασης του τουρκικού αναιρετικού δικαστηρίου, το τουρκικό Ελεγκτικό Συνέδριο διεξήγαγε έλεγχο στα βιβλία του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης Γκαζιαντέπ και αποφάσισε ότι τα μέλη του σωματείου Tüm Bel Sen έπρεπε να αποζημιώσουν το Δημοτικό Συμβούλιο, με το επιπρόσθετο ποσό που είχαν λάβει, ως αποτέλεσμα της συλλογικής σύμβασης που κρίθηκε παράνομη.
Οι Demir και Baykara προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ επικαλούμενοι ότι, στην περίπτωση τους, υπήρξε, μεταξύ άλλων, παραβίαση του άρθρου 11 περί ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, καθώς οι τουρκικές αρχές τους στέρησαν το δικαίωμα να συστήσουν μία συνδικαλιστική οργάνωση και να προχωρήσουν στη διαπραγμάτευση και στην υπογραφή συλλογικών συμβάσεων.
Παλαιότερα, το Δικαστήριο του Στρασβούργου παγίως έκρινε ότι το άρθρο 11 της Σύμβασης διασφαλίζει την ελευθερία των μελών των συνδικαλιστικών σωματείων να προστατεύουν τα εργασιακά τους συμφέροντα μέσω της συλλογικής δράσης, την οργάνωση και την ανάπτυξη της οποίας θα πρέπει να επιτρέπουν και να καθιστούν δυνατή τα συμβαλλόμενα κράτη[83]. Όσον αφορά όμως την ουσία του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 11 παρέχει μεν στα μέλη μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης το δικαίωμα να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, διασφαλίζοντας παράλληλα το δικαίωμα ακροάσεως της συνδικαλιστικής οργάνωσης, αλλά αφήνει παράλληλα σε κάθε κράτος να επιλέξει ελεύθερα τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, και παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο αναφερόταν στις συμβάσεις και τις αποφάσεις των εποπτικών οργάνων της ΔΟΕ[84], δεν αναγνώριζε τον ουσιαστικό δεσμό μεταξύ της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και των δικαιωμάτων της απεργίας και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, και έτσι δεν τα υπήγαγε στο πεδίο προστασίας του άρθρου 11.
Ωστόσο, η Ολομέλεια του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Demir και Baykara τόνισε την ανάγκη να ληφθούν υπόψη, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Σύμβασης, οι εξελίξεις σχετικά με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που μπορούν να προκύψουν από άλλες πηγές διεθνούς δικαίου πέρα από την ίδια τη Σύμβαση[85]. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έδωσε έμφαση σε διεθνή κείμενα, όπως οι συμβάσεις της ΔΟΕ και ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, ενώ έλαβε υπόψη και την ερμηνεία τους από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και στοιχεία που προκύπτουν από την πρακτική των ευρωπαϊκών κρατών και αντικατοπτρίζουν τις κοινές αξίες τους. Έτσι, σε σχέση με τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προηγούμενη νομολογία του «θα πρέπει να επανεξεταστεί, έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη οι σχετικές εξελίξεις»[86].
Σύμφωνα με τη νέα προσέγγιση του ΕΔΔΑ, το δικαίωμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης συνιστά πλέον βασικό στοιχείο του δικαιώματος «ιδρύσεως μετ’ άλλωv συvδικάτωv και πρoσχωρήσεως εις συvδικάτα επί σκoπώ πρoασπίσεως τωv συμφερόvτωv τoυ», όπως ορίζεται στο άρθρο 11 της Σύμβασης. Τα κράτη βέβαια συνεχίζουν να έχουν διακριτική ευχέρεια, όσον αφορά την οργάνωση του εθνικού συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων, και μπορούν να προβλέπουν, ενδεχομένως, ειδικό καθεστώς για τις αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Επί της ουσίας της επίδικης υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως όλοι οι εργαζόμενοι, εκτός από πολύ ειδικές περιπτώσεις, πρέπει να απολαύουν τα παραπάνω δικαιώματα, με την επιφύλαξη τυχόν «νομίμων περιορισμών» που μπορεί να χρειαστεί να επιβληθούν σε «μέλη της διοίκησης του κράτους», κατά την έννοια του άρθρο 11 § 2 – μια κατηγορία, στην οποία οι προσφεύγοντες στην παρούσα υπόθεση δεν ανήκαν[87]. Αποφάνθηκε έτσι ότι η defacto αναδρομική ακύρωση της επίδικης συλλογικής σύμβασης εργασίας από τα τουρκικά δικαστήρια παραβίαζε το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ, εκτός εάν αποδεικνύονταν ότι αυτή: 1) προβλέπονταν από το νόμο, 2) επεδίωκε έναν ή περισσότερους νόμιμους σκοπούς και 3) ήταν αναγκαία σε μια «δημοκρατική κοινωνία». Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν πληρούνταν σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να καταδικαστεί η Τουρκία για παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ.
Η Enerji Yapi-Yol Sen ήταν μια συνδικαλιστική οργάνωση δημοσίων υπαλλήλων με έδρα την Άγκυρα, που ιδρύθηκε το 1992 και δραστηριοποιούνταν στους τομείς του κτηματολογίου, της ενέργειας, των υποδομών και της κατασκευής αυτοκινητοδρόμων, ενώ αποτελούσε επίσης μέλος της Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας του Δημόσιου Τομέα. Στις 13 Απριλίου του 1996, η Διεύθυνση Προσωπικού του Πρωθυπουργού εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1996/21 Εγκύκλιο, με την οποία απαγόρευε, μεταξύ άλλων, στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα να συμμετάσχουν σε μονοήμερη εθνική απεργία, που οργανώθηκε στο πλαίσιο εκδηλώσεων που προγραμμάτιζε η Συνδικαλιστική Ομοσπονδία του Δημόσιου Τομέα, με αίτημα τη σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της συνδικαλιστικής οργάνωσης πήραν μέρος στην απεργία της 18ης Απριλίου 1996, με αποτέλεσμα να τους επιβληθούν πειθαρχικές κυρώσεις. Οι προσφυγές που κατέθεσε η Enerji Yapi-Yol Sen ενώπιον των τουρκικών δικαστηρίων απορρίφθηκαν, καθώς αυτά έκριναν ότι ο σκοπός της επίδικης εγκυκλίου ήταν να υπενθυμίσει στους δημοσίους υπαλλήλους τις νομοθετικές διατάξεις που διέπουν την αναμενόμενη από αυτούς συμπεριφορά. Στηριζόμενη στο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ, η Enerji Yapi-Yol Sen ισχυρίστηκε ότι οι τουρκικές αρχές παραβίασαν τη συνδικαλιστική της ελευθερία.
Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι το δικαίωμα της απεργίας αποτελεί «αδιαχώριστο επακόλουθο» (indissociable corollary) του δικαιώματος συλλογικής διαπραγμάτευσης, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ[88]. Ο συσχετισμός αυτός καταδεικνύει ότι το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει ως εξίσου σημαντικά το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης και το δικαίωμα απεργίας, υπό τον όρο ότι το τελευταίο ασκείται για σκοπούς που σχετίζονται με συλλογικές διαπραγματεύσεις[89]. Βέβαια, η παραδοχή αυτή από μόνη της δεν θα ήταν επαρκής, για την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος της απεργίας, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, μπορούν να τεθούν με νόμο περιορισμοί στις συνδικαλιστικές δράσεις, εφόσον αυτοί αποτελούν «αvαγκαία μέτρα εv δημoκρατική κoιvωvία, και τηv εθvικήv ασφάλειαv, τηv δημόσιαv ασφάλειαv τηv πρoάσπισιv της τάξεως και πρόληψιv τoυ εγκλήματoς, τηv πρoστασίαv της υγείας και της ηθικής, ή τηv πρoστασίαv τωv δικαιωμάτωv και ελευθεριώv τωv τρίτωv».
Το ΕΔΔΑ, αναγνώρισε μεν ότι η επίδικη απαγόρευση προέρχονταν από διάταξη νόμου, μπήκε ωστόσο στη διαδικασία να εξετάσει το αν πράγματι η επίμαχη διάταξη ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Μάλιστα, στον ισχυρισμό της τουρκικής κυβέρνησης ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 11 της Σύμβασης, επειδή υπήρχαν και άλλα μέσα, με τα οποία ικανοποιούνταν το «δικαίωμα ακρόασης» της συνδικαλιστικής οργάνωσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάμειξη της κυβέρνησης στα απεργιακά δικαιώματα του σωματείου καθαυτή αρκούσε, προκειμένου να θεμελιωθεί παραβίαση του άρθρου 11[90].
Βέβαια, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το δικαίωμα στην απεργία δεν είναι απόλυτο και ότι ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων θα μπορούσαν πράγματι να στερηθούν του δικαιώματος να προβαίνουν σε απεργιακές κινητοποιήσεις. Η απαγόρευση ωστόσο δεν μπορεί να εκτείνεται σε όλους τους δημόσιους υπαλλήλους ή στους υπαλλήλους των εμπορικών ή βιομηχανικών επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εγκύκλιος είχε συνταχθεί με γενικούς όρους, στερώντας έτσι το δικαίωμα στην απεργία από όλους τους δημόσιους υπαλλήλους ανεξαιρέτως[91]. Περαιτέρω, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η επίδικη εγκύκλιος εκδόθηκε μόλις πέντε ημέρες πριν τη δράση που σχεδιάστηκε από τη Συνδικαλιστική Ομοσπονδία του Δημόσιου Τομέα, σε μια εποχή που βρίσκονταν σε εξέλιξη οι εργασίες για να συμμορφώσει η Τουρκία τη νομοθεσία της με τις διεθνείς συμβάσεις για τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα η νομική κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων να είναι ασαφής[92].
Επιπλέον, δεν υπήρχε καμία απόδειξη ότι είχε απαγορευθεί η εθνική απεργία στις 18 Απριλίου 1996. Με τη συμμετοχή των μελών του συνδικάτου στην απεργία η προσφεύγουσα συνδικαλιστική οργάνωση απλώς έκανε χρήση του δικαιώματός της του συνέρχεσθαι ειρηνικώς. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η πειθαρχική δίωξη εναντίον τους βάσει της εγκυκλίου θα ήταν ικανή να αποτρέπει τα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων και άλλους από την άσκηση του νόμιμου δικαιώματός τους να λάβουν μέρος σε αυτές τις μονοήμερες απεργίες ή άλλες δράσεις που αποσκοπούν στην προάσπιση των συμφερόντων των μελών τους. Επιπλέον, η τουρκική κυβέρνηση απέτυχε να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της επίμαχης απαγόρευσης σε μια δημοκρατική κοινωνία[93].
Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υιοθέτηση και η εφαρμογή της εγκυκλίου δεν εξυπηρετούσε κάποια «επιτακτική κοινωνική ανάγκη» και ότι υπήρξε δυσανάλογη παρέμβαση στα δικαιώματα της αιτούσας συνδικαλιστικής οργάνωσης. Ως συνέπεια, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11.
Η εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου του Στρασβούργου φαίνεται, ενόψει και των παραπάνω, να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αντίστοιχη του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου[94]. Τα δύο Δικαστήρια είχαν διαφορετική αφετηρία, όταν κλήθηκαν να προσδιορίσουν τη νομιμότητα των επίδικων συνδικαλιστικών δράσεων. Η ανάλυση του ΕΔΔΑ ξεκίνησε από την παραδοχή ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και δράσεις προστατεύονται, και ότι το κράτος πρέπει επομένως να δικαιολογεί τα περιοριστικά των εν λόγω δικαιωμάτων μέτρα για την προστασία ενός «επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος». Ειδικότερα, την υπόθεση Demir και Baykara απασχόλησε ακριβώς η αναδρομική ακύρωση μιας συλλογικής σύμβασης, μια κατάσταση ανάλογη με την άρνηση της εφαρμογής της συλλογικής σύμβασης στις υποθέσεις Rüffert[95] και Επιτροπής κατά Λουξεμβούργου[96]. Εάν οι αποφάσεις που απασχόλησαν το ΔΕΕ υποβάλλονταν στο ΕΔΔΑ, φαίνεται μάλλον απίθανο να κατέληγε το τελευταίο σε αντίστοιχα συμπεράσματα με αυτά του ΔΕΕ[97].
Το ΔΕΕ, από την άλλη πλευρά, στις υποθέσεις Viking και Laval περιόρισε το θεμελιώδες δικαίωμα της απεργίας σε περίπτωση σύγκρουσης με τις οικονομικές ελευθερίες, επιβάλλοντας στα συνδικάτα τον έλεγχο με βάση το «γενικό συμφέρον» και την «αρχή της αναλογικότητας», όταν αυτά ασκούν αυτό το δικαίωμα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να παραβιάζει κάποια οικονομική ελευθερία που προστατεύεται από τη Συνθήκη[98].
Υπό το φως της νομολογίας του ΕΔΔΑ, η προσέγγιση του ΔΕΕ δεν φαίνεται να είναι η κατάλληλη, ιδίως λαμβανομένου υπόψη της ρητής συμπερίληψης του δικαιώματος συλλογικών διαπραγματεύσεων και του δικαιώματος απεργίας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ. Η συμπερίληψη αυτή συνεπάγεται άλλωστε μια πολύ πιο αυστηρή προστασία των δικαιωμάτων και ένα προβάδισμα κοινωνικού χαρακτήρα έναντι των οικονομικών αναγκών και απαιτήσεων, κάτι που καθιστά τη νομολογία του ΔΕΕ «προδήλως ανεπαρκή», όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ[99].
IV. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Εν είδει συμπερασμάτων, φαίνεται ότι παρά τις εξελίξεις σε νομοθετικό και νομολογιακό επίπεδο, η λεπτή ισορροπία στην ιδιαίτερη σχέση μεταξύ θεμελιωδών ελευθεριών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του συλλογικού εργατικού δικαίου, ακόμα δεν έχει βρεθεί. Οι πιο πρόσφατες αποφάσεις του ΔΕΕ σίγουρα συνιστούν θετικές ενδείξεις για μια μελλοντική μεταστροφή της νομολογίας του. Ωστόσο, η αποτυχημένη απόπειρα της Επιτροπής να δώσει λύση στη σύγκρουση των οικονομικών ελευθεριών με τα συνδικαλιστικά δικαιώματα μέσω του Κανονισμού Monti II καταδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τη δυσκολία του προβλήματος. Το σίγουρο είναι ότι οι εξελίξεις τόσο σε θεσμικό επίπεδο όσο και σε νομολογιακό κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Αξίζει λοιπόν να περιμένει κανείς να δει την αντιμετώπιση του ΔΕΕ, εφόσον του υποβληθεί στο μέλλον προδικαστικό ερώτημα με ανάλογο περιεχόμενο.


* Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΕΕργΔ 2013, σ. 65 επ.
[1] Skouris, Das Verhaltnis der Grundfreiheiten zu den Gemeinschaftsgrundrechten, Recht der Arbeit 2009, σελ. 25.
[2] ΔΕΚ 11/12/2007, C-438/05, International Transport Workers Federation, Finnish Seamen’s Union κατά Viking Line APB and OÜ Viking Line Eesti, Συλλ. 2007, σελ. I-10779.
[3] ΔΕΚ 18/12/2007, C-341/05, LavalunPartneriLtd κατά SvenskaByggnadsarbetareförbundet, Συλλ. 2007, σελ. I-11767.
[4] Για την κατάταξη των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στα κοινωνικά δικαιώματα βλ. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο – Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, τόμος Ι, 1997, σελ. 16 επ.
[5] Malmberg, Trade Union Liability for ‘EU-Unlawful’ Collective Action, European Labour Law Journal 2012, σελ. 5, Apps, Damages Claims against Trade Unions after Viking and Laval, European Law Review 2009, σελ. 141, κάτι που άλλωστε επιβεβαιώθηκε και από την εξέλιξη της ίδιας της υπόθεσης Laval ενώπιον των Σουηδικών δικαστηρίων, βλ. παρακάτω.
[6] Για τις υποθέσεις Viking και Laval βλ. Κουκιάδη, Εργατικό δίκαιο – Συλλογικές εργασιακές σχέσεις – Τόμος ΙΙ, Εργατικό Δίκαιο, 2011, σελ. 37 επ., Παπαδημητρίου, Η απόσπαση εργαζομένων και η εφαρμογή κατώτατων ορίων προστασίας (πρώτες σκέψεις), σε Οικονομικές ελευθερίες, κοινωνικά δικαιώματα & η απαγόρευση των διακρίσεων στο δίκαιο της Ε.Ε., 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΕΔΕΚΑ, 2010, σελ. 19, Σκουρή, Οι οικονομικές ελευθερίες και τα κοινωνικά δικαιώματα κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε Οικονομικές ελευθερίες, κοινωνικά δικαιώματα & η απαγόρευση των διακρίσεων στο δίκαιο της Ε.Ε., 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΕΔΕΚΑ, 2010, σελ. 3, Παπαδημητρίου, Η απόφαση Viking για το δικαίωμα απεργίας των ναυτικών εν όψει αλλαγής της σημαίας του πλοίου και η σημασία της για την πορεία της κοινωνικής Ευρώπης, ΕΕργΔ 2012, σελ. 1, Λεβέντη, Το δικαίωμα απεργίας ως θεμελιώδες κοινοτικό δικαίωμα, σε Οικονομικές ελευθερίες, κοινωνικά δικαιώματα & η απαγόρευση των διακρίσεων στο δίκαιο της Ε.Ε., 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΕΔΕΚΑ, 2010, σελ. 37, Αλιπράντη/Κατρούγκαλο, Το ΔΕΕ ως απορρυθμιστής του εργατικού δικαίου. Με αφορμή τις αποφάσεις Viking και Laval, ΕφημΔΔ 2008, σελ. 679, Σκανδάλη, Οι επιπτώσεις των αποφάσεων του ΔΕΚ Viking και Laval στις οικονομικές ελευθερίες και στα συλλογικά εργατικά δικαιώματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ΔΕΝ 2009, σελ. 1105, Αργυρός, Η κινητικότητα των επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή αγορά και η ανάληψη συλλογικής δράσης από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, ΕΕργΔ 2007, σελ. 153, Μπουλούκος, Κοινοτικές ελευθερίες εναντίον κοινωνικής Ευρώπης: Συνδικαλιστική δράση κατά μετανηολόγησης πλοίου ως δικαιολογημένος περιορισμός της ελευθερίας εγκατάστασης, ΕΕμπΔ 2008, σελ. 664, σχόλιο Τσαδήρα σε ΕΕΕυρΔ 2007, σελ. 791, αλλά και από την εκτενή αλλοδαπή αρθρογραφία ενδεικτικά μόνο βλ. von Danwitz, Grundfreiheiten und Kollektivautonomie, EuropäischeZeitschriftfürArbeitsrecht 2010, σελ. 6, Reich, Free Movement v. Social Rights in an Enlarged Union – the Laval and Viking Cases before the ECJ, GermanLawJournal 2008, σελ. 125, Davies, One Step Forward, Two Steps Back? The Viking and Laval Cases in the ECJ, Industrial Law Journal 2008, σελ. 126, Hinarejos, Laval and Viking: The Right to Collective Action versus EU Fundamental Freedoms, Human Rights Law Review 2008, σελ. 714, Zahn, The Viking and Laval Cases in the Context of European Enlargement, Web JCLI 2008, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://webjcli.ncl.ac.uk/2008/issue3/zahn3.html, Bercusson, The Trade Union Movement and the European Union: Judgment Day, European Law Journal 2007, σελ. 279, Achtsioglou, The judicial treatment of the conflicts between trade union rights and economic freedoms in EU legal order: a critical analysis of the ECJ rulings in Laval and Viking cases, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.constitutionalism.gr.Β’ έκδοση, 2011, σελ. 91 επ., Καζάκο, Συλλογικό
[7] Ewing, Fighting Back: Resisting Union Busting and Strike Breaking in the BA Dispute, Liverpool: Institute of Employment Rights Publications, 2011.
[8] Έκθεση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την Εφαρμογή των Συμβάσεων και των Συστάσεων, 24 Φεβρουαρίου 2010, σελ. 209, το κείμενο είναι διαθέσιμο (αγγλ.) στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http:// www.ilo.org/wcmsp5/groups/public/—ed_norm/—relconf/documents/meetingdocument/wcms_123424.pdf.
[9] Μια ανεπίσημη μετάφραση (αγγλ.) της απόφασης είναι διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://arbetsratt.juridicum.su.se/Filer/PDF/ErikSjoedin/AD%202009%20nr%2089%20Laval%20English.pdf. Το σουηδικό εργατικό δικαστήριο έχει τριμελή σύνθεση και δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό αρκετές εργατικές διαφορές, μεταξύ των οποίων και τις συλλογικές εργατικές διαφορές, Malmberg, Trade Union Liability for ‘EU-Unlawful’ Collective Action, European Labour Law Journal 2012, σελ. 5.
[10] C-46/93 και C-48/93, Brasserie du Pecheur και Factortame,[1996] ECR I-1029. Βλ. επίσης για την εξέλιξη της νομολογίας αυτής C-224/01, Köbler,[2003] ECR I-10239 και C-445/06, DanskeSlagterier[2009] ECR I-2119.
[11] C-453/99 Courage κατά Crehan [2001], ECR I-6297 και C-295/04 μέχρι C-298/04 Manfredi κατά Lloyd [2006], ECR I-6619.
[12] C-94/07 Raccanelli[2008], ECRI-5939.
[13] Η πλειοψηφία της θεωρίας κατέκρινε το σουηδικό δικαστήριο ότι μπήκε σε «άγνωστα λημέρια», καθώς δεν υπάρχει σχετική νομολογία του ΔΕΕ που να καθιερώνει ευθύνη ιδιωτών για παραβίαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ βλ. Rönnmar, Laval returns to Sweden: The Final Judgment of the Swedish Labour Court and Swedish Legislative Reforms, Industrial Law Journal 2010, σελ. 280., βλ. χαρακτηριστικά Prechal/De Vries, Seamless Web of Judicial Protection in the Internal Market? European Law Review 2009, σελ. 5, Apps, Damages Claims against Trade Unions after Viking and Laval, European Law Review 2009, σελ. 141 και Reich, Horizontal Liability in EC Law: Hybridization of Remedies for Compensation in Case of Breaches of EC Rights, CMLRev 2007, σελ. 705.
[14] Αναλυτική για τις εξελίξεις που σημειώθηκαν στα εγχώρια δίκαια των κρατών μελών, ως «απάντηση» στη νομολογία Vikingκαι Lavalη συγκριτική μελέτη του Rebhahn, Die Zukunft der Kollektivautonomie in Europa – Tarifautonomie im Rechtsvergleich, Europäische Zeitschrift für Arbeitsrecht 2010, σελ. 62.
[15] Επίσημη Εφημ. ΕΕ C 306/17.12.2007. Για μια συνοπτική παρουσίαση των αλλαγών που επήλθαν στο εργατικό δίκαιο με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης βλ. Krebber, Das Arbeitsrecht im Vertrag von Lissabon, Europäische Zeitschrift für Arbeitsrecht 2010, σελ. 303.
[16] Mahoney, Σκέψεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, Αρμ 2012, σελ. 9.
[17] Στεργίου, Η Κοινωνική Ευρώπη στη Συνθήκη της Λισαβόνας, ΕΕργΔ 2011, σελ. 1.
[18] Syrpis, The Treaty of Lisbon: Much Ado … But About What?, Industrial Law Journal 2008, σελ. 219.
[19] Syrpis, The Treaty of Lisbon: Much Ado … But About What?, Industrial Law Journal 2008, σελ. 219.
[20] Εκτενής η ανάλυση της Kamanabrou για την εν λόγω διάταξη και τη σημασία της για το μέλλον του ευρωπαϊκού εργατικού δικαίου, βλ. Kamanabrou, Arbeitsrecht im Binnenmarkt, Europäische Zeitschrift r Arbeitsrecht 2010, σελ. 157.
[21] Γκιζάρη-Ξανθοπούλου, Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ΕΕΕυρΔ 2011, σελ. 11.
[22] Στο Προοίμιο αναφέρεται συγκεκριμένα ότι «ο παρών Χάρτης επιβεβαιώνει, σεβόμενος τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της Ένωσης, καθώς και την αρχή της επικουρικότητας, τα δικαιώματα που απορρέουν ιδίως από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις και τις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών μελών, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τους Κοινωνικούς Χάρτες που έχουν υιοθετηθεί από την Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου».
[23] Σκέψη 58.
[24] Σκέψη 61.
[25] Spaventa,The horizontal application of fundamental rights as general principles of Union Law, σε A constitutional order of states: essays in honour of Alan Dashwoodσελ. 199., 2011,
[26] Υπόθεση C-540/03, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, ECR I-5769, σκέψη 38.
[27] Καζάκος, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 2011, σελ. 37, Αλιπράντης/Κατρούγκαλος, Το ΔΕΕ ως απορρυθμιστής του εργατικού δικαίου. Με αφορμή τις αποφάσεις Viking και Laval, ΕφημΔΔ 2008, σελ. 679.
[28] Απόφαση της 1ης Μαρτίου 2011, Υπόθεση C-236/09, Association belge des Consommateurs Test-Achats ASBL κατά Conseil des ministres, ΝΟΜΟΣ. Βλ. όμως και τις υποθέσεις C‑297/10 και C‑298/10, όπου το ΔΕΕ απεφάνθη ότι «καθόσον το δικαίωμα σε συλλογικές διαπραγματεύσεις που κατοχυρώνεται με το άρθρο 28 του Χάρτη αποτελεί τμήμα των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, πρέπει, εντός του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω δικαίου, να ασκείται σύμφωνα με αυτό».
[29] Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2010, Υπόθεση C-555/07, SedaKücükdeveci κατά SwedexGmbH & Co. KG, ΝΟΜΟΣ.
[30] Syrpis, The Treaty of Lisbon: Much Ado … But About What?, Industrial Law Journal 2008, σελ. 219.
[31] Βλ. αναλυτικά για την εν λόγω Πρόταση Rocca, The Proposal for a (so-called) ‘Monti II’ Regulation on the Exercise of the Right to Take Collective Action within the Context of the Freedom of Establishent and the Freedom to Provide Services, European Labour Law Journal 2012, σελ. 19, Hendrickx, Waiting for the ‘Full Monti/y’, European Labour Law Journal 2012, σελ. 2.
[32] COM (2012) 130 τελικό, διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2012:0130:FIN:EL:PDF.
[33] Βλ. την Αιτιολογική Έκθεση της Πρότασης Κανονισμού, σελ. 12.
[34] Η επιστολή είναι διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://europa.eu/rapid/pressReleasesAction.do?reference=MEMO/12/661&format=HTML&aged=0&language=EL&guiLanguage=en.
[35] Βλ. άρθρο 1 παράγραφος 3 τελευταία πρόταση του Κανονισμού 1176/2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών, ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σελ. 25.
[36] Βλ. σελ. 14 της Πρότασης Κανονισμού.
[37] Βλ. σκέψη 46 στην υπόθεση Viking και σκέψη 94 στην υπόθεση Laval. Έτσι και Ewing, The Draft Monti II Regulation: An Inadequate Response to Viking and Laval, The Institute of Employment Rights Briefing 03/2012, σελ. 12.
[38] Bruun/Bücker, Critical assessment of the proposed Monti II regulation – more courage and strength needed to remedy the social imbalances, ETUI Policy Brief N° 4/2012 – European Economic, Employment and Social Policyδιαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.etui.org/content/download/5916/57205/file/Policy+Brief-EEESPolicy-N%C2%B04-2012-EN.pdf, σελ. 3.,
[39] Για το κείμενο του εν λόγω ψηφίσματος βλ. στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.etuc.org/IMG/pdf/EN-A-social-compact-for-Europe.pdf.
[40] Frenz, Handbuch Europarecht, Band 1: EuropäischeGrundfreiheiten, 2012, σελ. 21.
[41] Dauses, EU-Wirtschaftsrecht, 2011, σελ. 68.
[42] Βλ. αναλυτικά παρακάτω, υπό III (2)(α)(i).
[43] Έκθεση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την Εφαρμογή των Συμβάσεων και των Συστάσεων, 24 Φεβρουαρίου 2010, σελ. 209, το κείμενο είναι διαθέσιμο (αγγλ.) στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http:// www.ilo.org/wcmsp5/groups/public/—ed_norm/—relconf/documents/meetingdocument/wcms_123424.pdf.
[44] Συμβούλιο της Ευρώπης, Επιθεώρηση Νομολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Κοινωνικών Δικαιωμάτων, 2008, διαθέσιμο (αγγλ.) στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.coe.int/t/dghl/monitoring/socialcharter/Digest/DigestSept2008_en.pdf
[45] Malmberg/Johansson, The Commission’s Posting Package, European Policy Analysis του Swedish Institute for European Policy Studies, Ιούλιος 2012, Rocca, The Proposal for a (so-called) ‘Monti II’ Regulation on the Exercise of the Right to Take Collective Action within the Context of the Freedom of Establishent and the Freedom to Provide Services, European Labour Law Journal 2012, σελ. 19.
[46] ΔΕΕ 15/7/2010, C-271/08, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Επίσημη Εφημ. C 246 της 11/09/2010, σελ. 2, βλ. και σχόλιο Βερβενιώτη σε Δημόσιες Συμβάσεις – Κρατικές Ενισχύσεις 2010, σελ. 57-58.
[47] ΔΕΕ 07/10/2010, C-515/08, Ποινική διαδικασία κατά VítorManueldosSantosPalhota, MáriodeMouraGonçalves, FernandoLuisdasNevesPalhota και TermisoLimitada, Συλλ. 2010, σελ. I-09133.
[48] Οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, ΕΕ L 209, σελ. 1.
[49] Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, ΕΕ L 134, σελ. 114.
[50] Σκέψη 36 της Απόφασης.
[51] ΔΕΚ 21/9/1999, C-67/96, Albany, Συλλ. 1999, σελ. I-5751. Για την απόφαση Albany αλλά και τη γενικότερη σχέση μεταξύ της κοινωνικής ασφάλισης και του ευρωπαϊκού δικαίου ανταγωνισμού βλ. εκτενώς Συνοδινό, Η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού στο χώρο της κοινωνικής ασφάλισης αμφιταλαντεύσεις στη νομολογία του ΔΕΚ; – σκέψεις με αφορμή τις αποφάσεις του ΔΕΚ Albany, Brentjens και Maatscappij, ΕΔΚΑ 2000, σελ. 881, Δεληγιάννη, Συλλογική διαπραγμάτευση και κοινοτικοί κανόνες του ανταγωνισμού, σε Αφιέρωμα στην Πελαγία Γέσιου-Φαλτσή, τόμος Ι, 2007, σελ. 217. Θα πρέπει βέβαια να επισημάνουμε ότι η νομολογία Viking και Laval δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως μια πλήρης μεταστροφή από τη νομολογία Albany. Άλλωστε, σε υποθέσεις όπου ανέκυψε και πάλι το ζήτημα της σχέσης του ευρωπαϊκού δικαίου ανταγωνισμού με τις κανονιστικές πράξεις, που είναι απόρροια συλλογικών διαπραγματεύσεων, το ΔΕΕ επανέλαβε τη νομολογία Albany, βλ. χαρακτηριστικά Υπόθεση C-437/09, AG2RPrévoyance κατά BeaudoutPèreetFilsSARL, Απόφαση της 3ης Μαρτίου 2011.
[52] ΔΕΚ 21/9/2000, C-222/98, van der Woude, Συλλ. 2000, σελ. I7111.
[53] Σκέψη 43.
[54] Σκέψη 50. Βλ. και Lο Faro, Toward a De-fundamentalisation of Collective Labour Rights in European Social Law?, σε Moreau (επιμ.), Before and After the Economic Crisis. What Implications for the ‘European Social Model’?, σελ. 203.
[55] Σκέψη 52.
[56] Σκέψη 76.
[57] Σκέψη 78.
[58] Σκέψη 81.
[59] Σκέψη 183. Αυτό διότι αυτή η μέθοδος ελέγχου υπονοεί την ύπαρξη σχέσεως ιεράρχησης μεταξύ θεμελιωδών ελευθεριών και θεμελιωδών δικαιωμάτων στην οποία οι θεμελιώδεις ελευθερίες υπερέχουν έναντι των θεμελιωδών δικαιωμάτων και, συνεπώς, οι πρώτες δύνανται να περιοριστούν από τα δεύτερα μόνον εάν συντρέχει γραπτός ή άγραφος λόγος που να δικαιολογεί τον περιορισμό, σκέψη 184.
[60] Σκέψη 84.
[61] Σκέψη 203.
[62] Σκέψη 233.
[63] Σκέψη 105.
[64] Syrpis, Reconciling Economic Freedoms and Social Rights – The Potential of Commission v Germany (Case C-271/08, Judgement of 15 July 2010), Industrial Law Journal 2011, σελ. 222.
[65] Σκέψη 3.
[66] Σκέψη 51.
[67] Σκέψη 52.
[68] Σκέψη 53.
[69] Σκέψη 93.
[70] Από την πλευρά του και το Συμβούλιο της Ευρώπης τροποποίησε την ΕΣΔΑ με το Πρωτόκολλο Αρ. 14, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2010, ώστε να επιτρέψει την προσχώρηση της ΕΕ. Οι όροι σχετικά με το περιεχόμενο της συμφωνίας που θα υπογραφεί μεταξύ των δύο Οργανισμών ως προοίμιο της προσχώρησης, ορίζονται σε ειδικό Πρωτόκολλο (Αρ. 8) της Συνθήκης της Λισαβόνας.
[71] Bonichot, Cour de justice des Communautes europeennes et Convention des droits de l’homme: Vers un partenariat enregistre, σε Law in the Changing Europe: Liber Amicorum Pranas Kurisσελ. 95-96.,
[72] Lock, Walking on a tight rope: the draft accession agreement and the autonomy of the EU legal order, Law and Governance in Europe Working Paper Series 2011, σελ. 3, Περάκης, Η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ΕΣΔΑ μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας: Μια προσέγγιση υπό το πρίσμα της αυτονομίας της ενωσιακής έννομης τάξης, ΕΕΕυρΔ 2010, σελ. 13.
[73] Και υπό το σημερινό καθεστώς πάντως, το ΕΔΔΑ προβαίνει σε έλεγχο του ενωσιακού δικαίου. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση Bosphorus (Bosphorus Hava Yollari Yurizm Ve Ticaret Anonim Sirketi κατά Ιρλανδίας, Απόφαση της 30.06.2005), όπου το ΕΔΔΑ έκρινε εαυτό αρμόδιο να την εκδικάσει, παρότι αφορούσε πράξεις της Ιρλανδίας, στις οποίες προέβη από υποχρέωση προς κοινοτικό Κανονισμό, βλ. Περάκη, Η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ΕΣΔΑ μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας: Μια προσέγγιση υπό το πρίσμα της αυτονομίας της ενωσιακής έννομης τάξης, ΕΕΕυρΔ 2010, σελ. 13.
[74] Το 2010, το ΔΕΕ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, προκειμένου να τηρείται η αρχή της επικουρικότητας και ταυτόχρονα να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία του δικαστικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να υπάρχει ένας μηχανισμός, ο οποίος θα διασφαλίζει ότι το ζήτημα του κύρους μιας πράξης της ΕΕ θα εξετάζεται πρώτα από το ΔΕΕ και μετά από το ΕΔΔΑ, όσον αφορά τη συμβατότητα της πράξης με την ΕΣΔΑ. Βλ. Έγγραφο συζήτησης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με ορισμένες πτυχές της προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://curia.europa.eu/jcms/upload/docs/application/pdf/2010-05/convention_en_2010-05-21_12-10-16_272.pdf, παρ. 12.
[75] Επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, Επίσημη Εφημ. ΕΕ 2007/C 303/02, 14.12.2007, σελ. 33.
[76] Υπόθεση C-400/10 PPU, όπου στην παρ. 53 αναφέρεται ότι «όπως προκύπτει από το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, στον βαθμό που αυτός περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα κατοχυρωμένα από την ΕΣΔΑ, η έννοια και η έκτασή τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Πάντως, η ανωτέρω διάταξη δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία».
[77] Ewing/Hendy, The Dramatic Implications of Demir and Baykara, Industrial Law Journal 2010, σελ. 2.
[78] ΕΔΔΑ (Τμήμα Ευρείας Σύθεσης), Demir και Baykara κατά Τουρκίας, Απόφαση της 12.11.2008, αρ. 34503/97, διαθέσιμη (αγγλ.) στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.ictu.ie/download/pdf/case_of_demir_baykara_v_turkey_apr_09.pdf, με σχόλια σε Μαγγανά/Χρυσανθάκη/Βανδώρο/Καρατζά, Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Νομολογία & Ερμηνευτικά Σχόλια, 2011, σελ. 304.
[79] ΕΔΔΑ (Τμήμα Τρίτο), Enerji Yapi-Yol Sen κατά Τουρκίας, Απόφαση της 21.4.2009, διαθέσιμη (γαλλ.) στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.rtdh.eu/pdf/20090421_enerji-yapi-yol-sen_c_turquie.pdf. Βλ. αναλυτικά για την εν λόγω απόφαση Marguènaud/Mouly, La Cour européenne des droits de l’homme à la conquête du droit de grève. À propos de l’arrêt de Chambre de la Cour européenne des droits de l’hommeEnerji Yapi Yol Sen c. Turquie du 21 avril 2009, Revue du Droit du Travail 2009, σελ. 499.
[80] National Union of Belgian Police κατά Βελγίου, Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1975, § 39, Swedish Engine Drivers’ Union κατά Σουηδίας, Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1976, § 40, και Schmidt and Dahlström κατά Σουηδίας, Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1976, § 36.
[81] Για το ότι οι συλλογικές διαφορές εργασίας είναι «αναγκαίο συμπλήρωμα» της συλλογικής αυτονομίας, βλ. αναλυτικά και Κουκιάδη, Εργατικό δίκαιο – Συλλογικές εργασιακές σχέσεις – Τόμος ΙΙ – Β’ έκδοση, 2011, σελ. 42 επ.
[82] Demir και Baykara κατά Τουρκίας, σκέψη 157.
[83] National Union of Belgian Police κατά Βελγίου, Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1975, § 39, Swedish Engine Drivers’ Union κατά Σουηδίας, Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1976, § 40, και Schmidt and Dahlström κατά Σουηδίας, Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1976, § 36.
[84] Demir και Baykara κατά Τουρκίας, σκέψη 147.
[85] Demir και Baykara κατά Τουρκίας, σκέψεις 67-68.
[86] Demir και Baykara κατά Τουρκίας, σκέψη 153.
[87] Demir και Baykara κατά Τουρκίας, σκέψη 154.
[88] Το ίδιο είχε γίνει δεκτό από το ΕΔΔΑ και το 2002 με την Απόφαση Wilson κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. αιτήσεως 30668/96, 30671/96 και 30678/96.
[89] Ewing/Hendy, The Dramatic Implications of Demir and Baykara, Industrial Law Journal 2010, σελ. 2(14).
[90] Ewing/Hendy, The Dramatic Implications of Demir and Baykara, Industrial Law Journal 2010, σελ. 2(15).
[91] Enerji Yapi-Yol Sen κατά Τουρκίας, σκέψη 32.
[92] Enerji Yapi-Yol Sen κατά Τουρκίας, σκέψη 31.
[93] Enerji Yapi-Yol Sen κατά Τουρκίας, σκέψη 32.
[94] Marguènaud/Mouly, La Cour européenne des droits de l’homme à la conquête du droit de grève. À propos de l’arrêt de Chambre de la Cour européenne des droits de l’hommeEnerji Yapi Yol Sen c. Turquie du 21 avril 2009, Revue du Droit du Travail 2009, σελ. 499.
[95] ΔΕΚ 03/04/2008, C-346/06, Dirk Rüffert κατά Land Niedersachsen, Συλλ. 2008, σελ. Ι01989.
[96] ΔΕΚ 19/06/2008, C-319/06, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλ. 2008, σελ. I-4323.
[97] Ewing/Hendy, The Dramatic Implications of Demir and Baykara, Industrial Law Journal 2010, σελ. 2 (40).
[98] Lο Faro, Toward a De-fundamentalisation of Collective Labour Rights in European Social Law?, σε Moreau (επιμ.), Before and After the Economic Crisis. What Implications for the ‘European Social Model’?, σελ. 203.
[99] Marguènaud/Mouly, La Cour européenne des droits de l’homme à la conquête du droit de grève. À propos de l’arrêt de Chambre de la Cour européenne des droits de l’hommeEnerji Yapi Yol Sen c. Turquie du 21 avril 2009, Revue du Droit du Travail 2009, σελ. 499.

Η τέχνη του δικαίου

του Γιώργου Καραβοκύρη, Δικηγόρου, Δ.Ν. Ειδικού Επιστήμονα στο Τμήμα Νομικής του Δ.Π.Θ.

Η τέχνη του δικαίου

Εισαγωγή
Στη νομική πραγματικότητα, η σχέση του δικαίου με την τέχνη συρρικνώνεται συνήθως στο, κρίσιμο αναμφίβολα, ζήτημα της ελευθερίας του καλλιτέχνη και της νομιμότητας των περιορισμών της, καθώς το ηθικο-θρησκευτικό συναίσθημα ορισμένων – ως επί το πλείστον πλειοψηφικών – ομάδων αξιώνει και ενίοτε απολαμβάνει τη δικαστική του προστασία, σε ευθεία αντίθεση με το φιλελεύθερο γράμμα του θεμελιώδους πολιτειακού μας Νόμου[1]. Τη σχετική προβληματική εμπλουτίζουν ουσιοκρατικοί, αισθητικοί ή νομικοί, ορισμοί της τέχνης, οι οποίοι εξυπηρετούν τη μάλλον επικίνδυνη υπαγωγή της στον κανόνα[2].

Η αδιάκοπη ένταση ανάμεσα στην κρατική λογοκρισία και την ελευθερία της έκφρασης, αν και αναδεικνύει την εύλογη αναγκαιότητα της διασφάλισης της αυτονομίας της τέχνης απέναντι στο δίκαιο, έχει ως παράπλευρη συνέπεια να λησμονούμε την κοινή φιλοσοφική μήτρα των δυο κανονιστικών φαινομένων. Κι όμως, αξίζει (και) εμείς οι νομικοί, να αναρωτηθούμε πάνω στην τέχνη. Όχι μόνο για να τη φυγαδεύσουμε από τους συντηρητικούς της διώκτες, αλλά για να κατανοήσουμε, στο μέτρο του δυνατού,τοδίκαιο. Άλλωστε, όπως εύστοχα έχει επισημάνει ο Ερνστ Καντόροβιτς, οι παράλληλες διαδρομές της τέχνης και του δικαίου προς τη μοντέρνα νομιναλιστική τους αντίληψη, την αποδέσμευσή τους, δηλαδή, από τη μεσαιωνική/αρχαϊκή ή τη ρεαλιστική κηδεμονία της φύσης και την κατοχύρωση της ανεπιφύλακτης ηγεμονίας τους συγκλίνουν, πρακτικά και συμβολικά, στην ενθρόνιση ενός ποιητή, του Πετράρχη, στο Καπιτώλιο το 1341[3].
Μήπως τελικά, δίκαιο και τέχνη δε διαφέρουν σε τίποτα οντολογικά και μεθοδολογικά; Ας ξεκινήσουμε από το πως έρχονται στο φως το έργο τέχνης και ο νομικός κανόνας. Στην πρώτη περίπτωση, ο καρπός της διάνοιας του δημιουργού αποσπάται από τον εμπνευστή του, εξατομικεύεται και καταλαμβάνει την ανεπανάληπτη θέση του στο χώρο των αντιληπτών πραγμάτων. Με το πέρας της καλλιτεχνικής κίνησης, ο πίνακας ζωγραφικής, το πεζό ή το ποίημα, το γλυπτό και η παρτιτούρα αποκτούν υλικά την ιδιότητα του έργου και υποστασιοποιούνται ως αισθητά πράγματα. Το ίδιο συμβαίνει και με τη δήλωση του νομοθέτη, καθώς το γλωσσικό του ενέργημα, η συμβολή του στον ανεξάντλητο κόσμο των σημείων, αποτιμάται ταυτόχρονα ως διακριτό σώμα, αλλά και ως αδιαμφισβήτητο έργο της βούλησής του. Αμφότερες οι παραπάνω προσωπικές πράξεις εγγράφονται σε μια συμβατική τάξη, σε ένα σύστημα κανόνων και αξιών που τις περιβάλλει, τις αναγνωρίζει και τις επικαθορίζει σαν πραγματικά γεγονότα, κατόπιν αξιολόγησης της ορθότητας (δίκαιο) ή της ομορφιάς (τέχνη) τους. Η διαπλαστική ενέργεια του δημιουργού συναντά το αναπόφευκτο -de facto και de jure- όριο του βλέμματος των άλλων έως ότου τραπεί, ανάλογα με την έκβαση της αβέβαιης αυτής επικοινωνίας, από υποκειμενική δήλωση (απλό έργο) σε αντικειμενική νόρμα (έργο τέχνης/δικαίου). Και είναι ξεκάθαρο ότι κάθε πρόταση, ακόμη και αν προφέρεται από θεσμικά αρμόδια χείλη[4], δεν μπορεί αναντίρρητα να διαβεί το κατώφλι του νόμου, όπως ακριβώς κάθε πόνημα δεν προβιβάζεται αυτομάτως στην αισθητική κατηγορία των έργων τέχνης. Ιδιαίτερα, όταν σε κάποιες μορφές τέχνης -ανάμεσα στις οποίες και το δίκαιο- η πρώτη ενέργεια αποδεικνύεται εξαρχής ημιτελής.
Έτσι, η κατανόηση του χαρακτηρισμού της υποκειμενικής δήλωσης βουλήσεως ως νομικό ή καλλιτεχνικό έργο γεννά δυο αλληλένδετα ερωτήματα: πρώτον, την αμφιλεγόμενη σχέση του δημιουργού με το έργο του και την ερμηνευτική ελευθερία των παραληπτών του (1) και δεύτερον, την αποκρυπτογράφηση της πορείας της πράξης του δημιουργού από το είναι στο πρέπει. Η μεταμόρφωση[5] των ενεργημάτων του καλλιτέχνη ή του νομοθέτη σε έργα τέχνης και νομικούς κανόνες συντελείται στο πλαίσιο ενός (γλωσσικού) παιχνιδιού, όπου η διάκριση αληθινού και ψεύτικου καθίσταται εξαιρετικά δυσδιάκριτη (2). Ο όροι της διεξαγωγής του έχουν έντονα απασχολήσει όχι μόνο τους νομικούς, αλλά και τους καλλιτέχνες[6]. Στην κινηματογραφική οθόνη, δύο πολυσήμαντα έργα, η Πρόβα Ορχήστρας του Φεντερίκο Φελίνι και το Blow Up του Μικελάντζελο Αντονιόνι, αναδεικνύουν γλαφυρά τις οντολογικές, αισθητικές και πολιτικές παραμέτρους παραγωγής της τέχνης/δικαίου[7].
1. Η μουσική του δικαίου (Πρόβα Ορχήστρας)
Από τον τίτλο ήδη της ταινίας, φανερώνεται το ομολογημένο ενδιαφέρον του σκηνοθέτη[8] για τη μουσική, στο κύκνειο άσμα της συνεργασίας του με τον Νίνο Ρότα. Ο κόσμος της μουσικής, όμως, σύμφωνα με τον Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, έχει μια εγγενή πολιτική δομή[9]. Έτσι, η Πρόβα ερμηνεύεται από τους κριτικούς σαν πολιτικό δοκίμιο με αναφορές στο σοσιαλισμό, την αναρχία ή ακόμη και το φασισμό.
α. Από το (φυσικό) σκοτάδι στο (κοινωνικό) φως : η γέννηση του έργου
Ο Φελίνι καταγράφει, σαν σε ντοκιμαντέρ, την προσπάθεια των μουσικών να συντονιστούν υπό έναν αυταρχικό διευθυντή. Στα πρώτα πλάνα, δίχως την παραμικρή συνοδεία μουσικής[10], ξεδιπλώνεται ένα πραγματικό χάος. Η ολόμαυρη οθόνη και μια σειρά ήχων της πόλης (κορναρίσματα, σειρήνες, βρυχηθμοί μηχανών, κινητήρες αεροπλάνων κ.λπ.) προδίδουν μια πολεμική κατάσταση, μια εφιαλτική και εκκωφαντική κακοφωνία, που αναγγέλλει την επικείμενη γενικευμένη καταστροφή[11]. Η κάμερα περιγράφει ένα κόσμο ασυνάρτητο και βίαιο, όμοιο με το προ-κοινωνικό πλαίσιο του Χομπς ή του Ρουσό. Οι θέσεις των μουσικών είναι κενές. O μαέστρος απών.
Όταν φτάνουν οι μουσικοί και ο λόγος τους πλημμυρίζει την αίθουσα, αρχίζει να εξηγείται ανθρωπολογικά το προ-πολιτικό και προ-μουσικό χάος. Κάθε μέλος της ορχήστρας διατρανώνει τη μοναδικότητα και την υπεροχή του οργάνου του, την αντικειμενικότητα του προσωπικού του πάθους και την υπεροψία του απέναντι στους συναδέλφους του. Τα πνευστά υποτιμούν τα κρουστά. Tο πρώτο βιολί διεκδικεί αλαζονικά την πρωτοκαθεδρία της ορχήστρας και το φλάουτο επικαλείται ναρκισσιστικά τη θαυματουργή του ιδιότητα να ταυτίζεται με την ανθρώπινη φωνή. Πέρα από λίγες εύθραυστες συμμαχίες, όπως αυτή των τυμπάνων με το κοντραμπάσο, την ομόνοια της ορχήστρας υποσκάπτει εκ των ενόντων η ποικιλία και κυρίως ο μοναχικός εγωισμός των αισθητικών αντιλήψεων των ερμηνευτών. Ο ανοργάνωτος κόσμος της Πρόβας λειτουργεί σαν αλληγορία του Πολιτικού κενού[12].
Η διαμάχη των ερμηνειών διακόπτεται από την έλευση του μαέστρου, του εντεταλμένου διαμεσολαβητή ανάμεσα στο ρευστό φυσικό και το ιεραρχικά δομημένο κοινωνικό πλαίσιο. Η θέσπιση του ενορχηστρωτή των επιμέρους επιθυμιών, συμφερόντων και συναισθημάτων συνιστά βασική συνθήκη της εκτέλεσης του έργου, και κατά συνέπεια της συνύπαρξης των μουσικών. Οι σολίστες υποθέτουν ότι ο πεπειραμένος διευθυντής τους είναι ο εξουσιοδοτημένος ανα-γνώστης της παρτιτούρας και καλούνται να επικυρώσουν το πόρισμα της βούλησής του εκχωρώντας του την καταστροφική αυτονομία-ανεξαρτησία τους, διότι μόνον έτσι μπορεί όχι απλώς το έργο να παραχθεί, αλλά και οι ίδιοι να αποκτήσουν πρόσβαση στη σωτήρια ιδιότητα του μέλους της -κοινωνικής-μπάντας. Διαφορετικά, η μουσική επιβίωση και ανάπτυξη του καθενός, η ανεμπόδιστη άσκηση δηλαδή του -φυσικού- δικαιώματός του στη μουσική επιθυμία, περνά από τον αφανισμό του διπλανού του[13]. Η συγκρότηση της κοινωνίας προϋποθέτει μια πράξη πίστης στην αυθεντία ενός ηγέτη που καλείται να πείσει τους υπόλοιπους για τη φρόνησή του και την ικανότητά του να λύσει το μυστήριο της φύσης[14].
Ο μαέστρος, σαν άλλος Κυρίαρχος του Ζαν Μποντέν[15], δίνει τον σωστό τόνο στους μουσικούς διότι κατέχει τη δύναμη επιβολής της έγκυρης ανάγνωσης του Λόγου, όπως ο Μωϋσής στην ιουδαιο-χριστιανική παράδοση παραδίδει ως νόμιμος αντιπρόσωπος του Θεού στους Εβραίους τις δέκα εντολές. Τα μέλη της κοινότητας ασπάζονται τη θεμελιώδη υπόσχεση του αυθεντικού μεταφραστή της κειμενικής αλήθειας ότι ενεργούν σύμφωνα με την πραγματική βούληση του προϊσταμένου τους συγγραφέα, αφού κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να γνωρίζει τις επιταγές της απούσας κανονιστικής αρχής. Ο προφήτης – μαέστρος αναπαριστά το πνεύμα του πρώτου δημιουργού, του συνθέτη της οργανωμένης κοινωνίας. Με την επίκαιρη ενέργειά του ζωντανεύει τις αδρανείς νότες, τα θνησιγενή σώματα γραφής που μόνο δια της εκτέλεσής τους μπορούν να υπάρξουν, ειδεμή η μουσική και ο νόμος θα παραμείνουν μόνο δυνητικά σημεία του νοήματος. Ο Φελίνι συλλαμβάνει τη μουσική/δίκαιο ως μια ερμηνευτική διαδικασία δύο κρίσιμων στιγμών ή καλύτερα δύο χρόνων : της γραφής του έργου και της εφαρμογής/εκτέλεσής/ανάγνωσής του[16]. Kαι παρότι η πρώτη είναι λογικά απαραίτητη, αφού, πριν τη γραφή, ανάγνωση δεν υπάρχει (όπως, δίχως την πραγματικότητα, δε νοείται και φαντασία), ο κύκλος της παραγωγής του έργου-κανόνα δεν μπορεί να κλείσει χωρίς τη δεύτερη[17]. Η αναγκαία αυτή διαμεσολάβηση της ερμηνείας αμφισβητεί το μεταφυσικό χαρακτήρα των κλασικών θεωριών περί κυριαρχίας σύμφωνα με τις οποίες ο αξιωματούχος είτε δεσμεύεται από μετα-νομικές ηθικοπολιτικές αρχές (φυσικό δίκαιο), είτε απλώς αυτοπεριορίζεται (βουλησιαρχία των Γερμανών ρομαντικών)[18], εγκλωβισμένος σε ένα προσωπικό και αυτοαναφορικό μονόλογο. Αντιθέτως, η Πρόβα προτάσσει έναν εναλλακτικό – πολύ πιο ανοιχτό και δημοκρατικό – δρόμο δέσμευσης του Κυρίαρχου-συγγραφέα, αυτόν της διαλογικής εξάρτησής του από τους αποδέκτες και εφαρμοστές της νόρμας.
β. Ερμηνεία, κυριαρχία και κοινωνικό συμβόλαιο
Έτσι, πριν ακόμη ξεκινήσει η επεισοδιακή Πρόβα, αποσαφηνίζεται η ιδιαίτερη σημασία της ερμηνευτικής θεωρίας για την τέχνη, το δίκαιο, αλλά και για κάθε μορφή κανονιστικού λόγου. Από τη στιγμή που το διυποκειμενικό μοντέλο παραγωγής του έργου/κανόνα, η απρόσκοπτη, δηλαδή, συνεννόηση μεταξύ των μουσικών μάλλον οδηγεί στον πόλεμο του φυσικού πλαισίου, ανατίθεται, εύλογα, στο μαέστρο-σωτήρα να υπαγορεύσει την ευφωνία του δικαίου. Παρότι πολύς λόγος έχει γίνει για την αλήθεια του κειμένου και τις σημασιολογικές ή πραγματολογικές του δεσμεύσεις[19], στην Πρόβα προβάλλεται κυρίως η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον Κυρίαρχο και τους υπηκόους, διότι σε νομικά ή μουσικά ενδιαφέρουσα πράξη αναδεικνύεται η μετατροπή του γραπτού σε ήχο υπό τις κινήσεις της διευθύνουσας μπαγκέτας και, προπάντων, η λογικά, χρονικά και τοπικά επόμενη αξιολόγησή της από τους παραλήπτες της. Η μουσική ή η νομική ερμηνεία είναι μια κορυφαία πράξη κυριαρχίας, επειδή το δίκαιο και η μουσική προορίζονται εκ των προτέρων να παιχτούν, να διαβαστούν, να κατανοηθούν και να εφαρμοστούν. Ο συγγραφέας του νόμου ή της παρτιτούρας είναι προσανατολισμένος στην εφαρμογή τους από ένα έτερο πρόσωπο, που συμπράττει ενεργά στη διαμόρφωση του νοήματος σαν συμπαραγωγός του επίμαχου έργου. Η υπονόμευση της τέλειας κυριαρχίας του δημιουργού ενυπάρχει στη συγγραφή του έργου, γι’αυτό και ο ίδιος οφείλει να σεβαστεί, έστω και στο ελάχιστο, τους ισχύοντες κανόνες της αισθητικής ή νομικής σύμβασης · ειδάλλως, το έργο του θα αποβεί επικοινωνιακά ανάπηρο.
Όταν ο ιδιόρρυθμος μαέστρος αρχίζει να καταπιέζει την ορχήστρα, η νομιμοποίησή του τίθεται σε ανοιχτή αμφισβήτηση από τους απείθαρχους μουσικούς. Και τούτο γιατί η πραγματολογική διάσταση της εκφοράς του λόγου του, το αυταρχικό και ειρωνικό ύφος (δύναμη) που συμπληρώνει τη σημασιολογική κίνηση (νόημα) της μπαγκέτας του, υποδηλώνει την υπέρβαση της εξουσίας του, την ασέβειά προς την προσωπικότητα των μουσικών και τη ροπή προς τον αυταρχισμό, δηλαδή το δεσποτισμό που κάθε πολίτευμα, της δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένης, εν σπέρματι εμπεριέχει[20].
Που αποδίδεται όμως η έκπτωση της διευθυντικής ισχύος; Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ηλικιωμένου κοπίστα, επί χρόνια οικονόμου του ορατόριου, η αυθεντία του μαέστρου στερείται των μέσων επιβολής της. Η πίστη και η υπακοή των μουσικών στην εξουσία του μαέστρου εμπίπτει πλέον στον απόλυτα ευχερή και απρόβλεπτο αυτοπεριορισμό τους, διότι ένας από τους πιο σοβαρούς λόγους αποδοχής της -ίσως ο σπουδαιότερος- ο φόβος του νόμου ή αλλιώς η κατασταλτική του ενέργεια, αυτή η περίφημη δύναμη που μας επιτρέπει να τον αποκαλούμε Νόμο και όχι (ηθική) Ιδέα, έχει εξουδετερωθεί, στο όνομα της εξίσωσης κυρίαρχου και κυριαρχούμενου. Επαφίεται αποκλειστικά στην καλή βούληση και τον ορθό λόγο των ερμηνευτών να ακολουθήσουν τη διευθυντική κατεύθυνση υλοποίησης του έργου, αφού η ενδεχόμενη παραβατικότητα είναι ολότελα άμοιρη συνεπειών. O κοπίστας δεν έχει παρά να νοσταλγήσει εκείνες τις ευτυχισμένες ημέρες της πλήρους αρμονίας, όταν οι μουσικοί ήταν εθισμένοι στην πειθαρχία και επιζητούσαν την καταδίκη των σφαλμάτων τους. Η αυτοδέσμευση των ατόμων δεν αρκεί για να θεμελιώσει την κυριαρχία. Η ηθική χωρίς το δίκαιο παραμένει ένα γενικoύ περιεχομένου κείμενο που υπόκειται στην αυθαιρεσία κάθε υποκειμενικής ανάγνωσης, ενώ, αντίστροφα, το δίκαιο χωρίς δύναμη αποτελεί ένα κολοβό ενέργημα, που, μολονότι αποσκοπεί στη δέσμευση της εξωτερικής συμπεριφοράς του άλλου, δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένο για να την επιτύχει.
Είναι πια ολοφάνερο, το φελινικό συμβόλαιο είναι απλά ανέφικτο όσο οι δυο πλευρές, ο μαέστρος και οι μουσικοί, προσπαθούν να συμβληθούν σε ένα καθεστώς de facto ισότητας, ελεύθεροι από κάθε ανάγκη συμφωνίας. Επομένως, η κατάρτιση του συμβολαίου /συγκρότηση της ορχήστρας δεν μπορεί να επιτευχθεί σε μια εμπειρικά επαληθεύσιμη πραγματική στιγμή συμφωνίας με το κάθε άτομο να αποφασίζει, δίχως την παραμικρή πίεση, την παραχώρηση του δικαιώματος της απόφασης στον πλησίον του. Αντιθέτως, το Συμβόλαιο, όπως μας θυμίζει ο Χομπς, λαμβάνει χώρα ως εάν ο καθένας να μίλησε με τον άλλο, σαν πλάσμα και όχι σαν ιστορική στιγμή ή ρεαλιστική κατάσταση επικοινωνίας, αφού ο μαέστρος-Κυρίαρχος είναι πάντα ήδη εκεί, προϋπάρχει, μαζί με την Κοινωνία και τη Γλώσσα των ανθρώπων. Κι είναι η υποχρεωτική δύναμη του λόγου του, παράγωγο της υπεροχής του στο ντετερμινιστικά άνισο συσχετισμό δυνάμεων, που αναγκάζει τους μουσικούς-πολίτες, τους αδύναμους μαθητές των ορθών κανόνων της φύσης τους, να συναινέσουν ή ακριβέστερα να ομολογήσουν την υπακοή τους[21]. Με την ομολογία τους, η οποία δεν είναι βέβαια στιγμιαία, αλλά μεταφράζεται σε μια συνεχή και ex post επικύρωση του (κάθε) νόμου της πολιτείας[22], οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, εν είδει προσφευγόντων, από τον Κυρίαρχο να διασφαλίσει την κοινωνική και πολιτική τους υπόσταση.
Στην Πρόβα ο καταρρακωμένος μαέστρος μοιάζει με νομοθέτη που πελαγοδρομεί σε μια έννομη τάξη χωρίς εφαρμοστή του δικαίου. Από τη φελινική πολιτεία απουσιάζει η μοντέρνα διχοτόμηση του κυρίαρχου σε δυο διακριτές κανονιστικές αρχές που αποτελούν όμως τις όψεις του ίδιου νομίσματος και των οποίων το διαλεκτικό παιχνίδι, ένα είδος συνομιλιακού aller-retour που εδράζεται στον επιβεβλημένο για λόγους εξισορρόπησης των βουλήσεων καταμερισμό εργασίας -τη διάσημη αρχή της διάκρισης των εξουσιών– καταλήγει στην αποκρυστάλλωση του νομικού νοήματος : τη νομοθετική και τη δικαστική εξουσία. Η παρουσία του τρίτου προσώπου, εκείνου που αναλαμβάνει θεσμικά να προφέρει και να επιβάλει τη (νομική) αλήθεια κάθε πρότασης, συνιστά προϋπόθεση της μετάβασης της νόρμας από το (αφηρημένο) φυσικό στο (συγκεκριμένο) θετικό δίκαιο. Το ανερμήνευτο νομικό γράμμα αιχμαλωτίζεται για πάντα στην απροσδιοριστία του. Με απλά λόγια, το κείμενο του νόμου δεν πρέπει αβίαστα να συγχέεται με τον ίδιο τον νόμο[23]. Πριν από τον δεύτερο-και καθοριστικό- χρόνο της εφαρμογής του, ο νόμος παραμένει σιωπηλός, διότι η σημασία του έχει αναβληθεί έως την ανάγνωσή του. Συνεπώς, μέχρι ο κανόνας να εξεταστεί από τον αρμόδιο παραλήπτη του, δηλαδή τον δικαστή, δεν έχει ακόμη αυστηρώς τεθεί στη νομική τάξη.
Σε μια συναυλία, για παράδειγμα, το κοινό αναλαμβάνει να επικυρώσει με τα χειροκροτήματά του ή να αποδοκιμάσει την εκτέλεση του έργου, εξετάζοντας αν η συγκεκριμένη ερμηνεία, π.χ. μιας σονάτας του Μπετόβεν, συμφωνεί με την ιδέα περί Μπετόβεν που το ίδιο διαθέτει, εάν η ηχητική ανάσταση της παρτιτούρας αντιστοιχεί σε αυτό που ο ίδιος ο Μπετόβεν, αντιπροσωπευόμενος, αφενός από τον (νομοθέτη) ερμηνευτή του και αφετέρου από τους (δικαστές) φιλόμουσους, θα ήθελε τελικά να ακουστεί. Η απόφαση του κοινού είναι αυτή που θα οριστικοποιήσει προσωρινά το ορθό νόημα της παρτιτούρας του συνθέτη, εφόσον κανείς δεν μπορεί να ρωτήσει τον ίδιο – αλλά ακόμη και αν το έκανε καμία σημασία αυτό δεν θα είχε καθώς ο Μπετόβεν με την ενέργεια της γραφής έχει ήδη αποδεχθεί παραδόξως την απουσία του[24] – ανάλογα με τις προκατανοήσεις και τις προτιμήσεις του συγκεκριμένου συλλογικού υποκειμένου, αλλά και του κάθε κοινού που θα ποικίλει ανά συναυλία, όπως βέβαια και οι διαφορετικές ερμηνείες της σονάτας, σύμφωνα με τον τόπο, την εποχή και τις τάσεις της μουσικής πραγματικότητας. Η ύπαρξή της δια της ερμηνείας της υποδηλώνει ότι η σονάτα δεν έχει μια ουσιαστική ταυτότητα, ένα αντικειμενικό και οντικό είναι, αφού, παρότι γραμματικά και συντακτικά ίδια, θα εμφανίζεται συνεχώς ως άλλη, ακόμη και όταν θα επιδιώκεται η απολύτως πιστή αναπαράστασή της· γιατί ποτέ ένα μοντέλο και ένα αντίγραφο δεν ταυτίζονται, απλώς μοιάζουν. Διαφορετική θα είναι η περίφημη αλήθειά της, για παράδειγμα, σε μια κλασική ερμηνεία της στο Μέγαρο Μουσικής από αυτήν που θα αναδειχθεί σε μια ροκ απόδοσή της στο Τerra Vibe της Μαλακάσας, ενώ μπορούμε να πιθανολογήσουμε ότι οι φίλοι του Μεγάρου δύσκολα θα επιδοκίμαζαν μια χορευτική διασκευή του Μόμπι ή το κοινό του Rockwave Festival τη βιρτουόζικη ερμηνεία του Φον Κάραγιαν. Ο δέκτης της εκτέλεσης, το επιφορτισμένο με το ύψιστο αξίωμα της κρίσης κοινό, ολοκληρώνει τη σήμανση της πρόθεσης του δημιουργού, την οποία καταθέτει ο εκάστοτε σολίστ, όπως ο δικαστής αναλαμβάνει να θετικοποιήσει το νόημα της νόρμας που έχει συλλάβει ο νομοθέτης με βάση το πνεύμα του Συντάγματος. Και αρκεί η στοιχειώδης μελέτη των νομολογιακών ανατροπών, για να συμπεράνει κανείς ότι η ερμηνεία του κειμένου, αυτή η πράξη βούλησης και όχι γνώσης κατά τον Κέλσεν[25], δεν υπόκειται σε σημασιολογικούς περιορισμούς. Ως εκ τούτου, η πυραμίδα του δικαίου πρέπει να ιδωθεί σαν μια ιεραρχία των οργάνων και όχι των κανόνων του. Το δίκαιο είναι ό,τι λέει ο εφαρμοστής του. Όπως το κοινό αποφασίζει να χαρακτηρίσει την εκτέλεση της σονάτας σύμφωνη με την ιδέα του Μπετόβεν, έτσι και ο συνταγματικός δικαστής κρίνει τη συμβατότητα της νομοθετικής εκτέλεσης με τη παρτιτούρα του συντακτικού νομοθέτη ή ο διοικητικός δικαστής την αντίστοιχη της διοικητικής πράξης με τις επιταγές του απλού νομοθέτη, με αποτέλεσμα η βούληση του δικαστή/αναγνώστη/ακροατή, με όλες τις στρατηγικές και κοινωνικοπολιτικές πιέσεις που υφίσταται, να κυριαρχεί νομικά επί αυτής του -λογικά προηγούμενου και απαραίτητου- νομοθέτη/συγγραφέα/συνθέτη. Το τι θα προκρίνει ως δίκαιο το όργανο εφαρμογής του νόμου ή ως ευήκοο το κοινό δεν έχει να κάνει με τη συντακτική/γραμματική καθαρότητα ή την αρμονία του αρχικού κειμένου, αλλά με τις πολιτικές/κοινωνικές/αισθητικές ανάγκες που η εκτέλεσή του καλείται να ικανοποιήσει. Κοινό, όμως, στην Πρόβα δεν υπάρχει.
γ. Νομιμοποίηση και αντιπροσώπευση : η κρίση της κυριαρχίας
Τι συμβαίνει, όμως, στην άλλη όχθη της κυριαρχίας; Ας δούμε πως ο μαέστρος εξηγεί την παταγώδη αποτυχία της Πρόβας. Η εξομολόγησή του εστιάζει στους εξω-νομικούς παράγοντες της σχέσης αξιωματούχου και υπηκόων και ειδικότερα στη διάρρηξη της ηθικής της ενότητας και νομιμοποίησης, στην ποιοτική έκπτωση μιας σχέσης που παραπέμπει πλέον σε διαλυμένη οικογένεια. Η πίστη στον πατέρα-μαέστρο δεν είναι το ίδιο δυνατή με άλλοτε. Άλλωστε, το ομολογεί και ο ίδιος, η ένδοξη εποχή των εμπνευσμένων διευθυντών έχει προ πολλού παρέλθει. Η συναίνεση στην εξουσία στηρίζεται, πέρα από την ανάγκη, και στην εμπιστοσύνη των υποκειμένων στη διανοητική υπεροχή και την επιτελική ικανότητά του κυρίαρχου. Γιατί η εκχώρηση της πολιτικής τους βούλησης στον αντιπρόσωπό τους συνιστά μια μορφή δουλείας, το πιο υψηλό τίμημα που πρέπει να καταβάλουν για την κατάκτηση και τη διασφάλιση της ελευθερίας τους. Η αντιπροσώπευση εξωραΐζει την εκχώρηση της δυνατότητας απόφασης από τον δέσμιο αντιπροσωπευόμενο στον ελεύθερο αντιπρόσωπο[26]. Ο πολίτης παραχωρεί στον αντιπρόσωπό-συνομιλητή του το δικαίωμα να συγκεκριμενοποιήσει και να αναπαραστήσει ελεύθερα την οντολογικά δύσβατη στον ίδιο υποκειμενικότητά του. Ο κυβερνώμενος αδυνατεί να αυτο-συνειδητοποιηθεί και εναπόκειται στον κυβερνώντα να λειτουργήσει, μέσω ενός ιδιότυπου αναδιπλασιασμού του πνεύματος του εντολέα του, ως ο φανταστικός συγγραφέας που αναλαμβάνει να διαγνώσει την πραγματική βούληση του συνομιλητή του, ενώ ο συναινετικός χαρακτήρας της πράξης επιτρέπει στον πολίτη να θεωρεί παρήγορα ότι παραμένει ο πραγματικός και αυτόνομος δημιουργός της ζωής του.
Η δικαιοπολιτική αναγκαιότητα της αντιπροσώπευσης δεν αποκλείει, ωστόσο, την αυτό-υπονόμευσή της, την οποία δικαίως υποψιαζόταν ο Ρουσό[27], εξαιτίας της πολιτικής κατάργησης της απόστασης ανάμεσα στον αντιπρόσωπο και τον αντιπροσωπευόμενο και, ειδικότερα, της ουσιαστικής απορρόφησης του δεύτερου από τον πρώτο. Στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες η κρίση του νόμου, η μετάθεση του πολιτικού από την αυλή του κοινοβουλίου στη γραφειοκρατική εκτελεστική εξουσία και κυρίως στους δικαστές, σε φορείς δηλαδή ασθενέστερης δημοκρατικής νομιμοποίησης, όπως βέβαια παραμένει προς το παρόν και ο Ευρωπαίος Κυρίαρχος, αποδυναμώνουν θεσμικά τη φιγούρα του αντιπροσωπευόμενου που συμμετέχει σπάνια στην άσκηση της κυριαρχίας και αναγνωρίζει πια δύσκολα τον εαυτό του ωςτον εγκέφαλο των αποφάσεων του κυρίαρχου. Όταν το παιχνίδι της εξουσίας μετατρέπεται σε εμπαιγμό του, το σώμα των τελευταίων ερμηνευτών, οι απλοί πολίτες που υπομένουν καθημερινά την επιβλητική πειθώ της εξουσίας, δεν έχει παρά να ανακαλέσει την ομολογία του σε ένα Κυρίαρχο που επιμένει να δρα στη λήθη της αρχικής του Υπόσχεσης με αποτέλεσμα οι έσχατοι να…έσονται, ευτυχώς, πρώτοι.
Διόλου περίεργο, λοιπόν, που μετά τη λήξη του διαλείμματος το μεσαιωνικό ορατόριο της Πρόβας βυθίζεται σ’ένα απόλυτο σκοτάδι, όμοιο με των αρχικών πλάνων, ενώ συχνές δονήσεις, σαν μικροί σεισμοί, προ-οικονομούν την οριστική διάλυση της ανισόρροπης, ούτως ή άλλως, τάξης. Λίγα λεπτά αργότερα, ενώ ο μαέστρος δηλώνει ξεροκέφαλα πρόθυμος να συνεχίσει παρά το σκότος, το σκηνικό θυμίζει μια γκροτέσκα κατάσταση απελευθέρωσης των ανθρωπίνων ενστίκτων : ένα ζευγάρι ερωτοτροπεί κάτω από το πιάνο, άλλοι έρχονται στα χέρια, κάποιοι γελούν υστερικά. Η εξέγερση κορυφώνεται.
«Όχι στη μουσική της εξουσίας, όχι στην εξουσία της μουσικής!». «Θάνατος στο μαέστρο!». H αντίδραση των μουσικών αφορά κάθε μορφή εξουσίας και κάθε επίδοξο κυρίαρχο. Το δίπολο ελευθερίας και αυταρχισμού, δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού καταργείται, αφού πλέον η έννοια της εξουσίας, καθεαυτή, παραπέμπει σε ανυπόφορη καταπίεση[28]. Το Κράτος θεωρείται a priori μια πονηρή κανονιστική αρχή που εξαπατά τους πολίτες. Η προσωρινή αντικατάσταση του διευθυντή της ορχήστρας με το μετρονόμο αποσκοπεί στον τέλειο εξορθολογισμό, στην παραγωγή της απόλυτα καθαρής νόρμας. Η αυτόματη και μηχανική μέτρηση του τόνου απαλλάσσει τους μουσικούς από την αμφιβολία για την πρόθεση του μαέστρου και, περαιτέρω, για την ορθή ανασύσταση του πνεύματος του συνθέτη. Η μουσική πλέον μπορεί αντικειμενικά να αποδοθεί. Η κανονιστική της αλήθεια εξαγνίζεται από την κακοβουλία και το ατομικό συμφέρον του Κυρίαρχου. Ωστόσο, ο μετρονόμος γρήγορα αποκαθηλώνεται εν μέσω συγκρούσεων ανάμεσα στους υπερασπιστές και τους πολέμιούς του, με τους τελευταίους να διαδηλώνουν υπέρ της κοινωνικοποίησης της παραγωγής της μουσικής, αναλογιζόμενοι, προφανώς, ότι ο αυτόματος κυρίαρχος δεν παύει να είναι μια επιλογή κάποιων.
Καθώς ο κύκλος της ερμηνείας-εξουσίας κλείνει, η Πρόβα επανέρχεται στο φυσικό πλαίσιο, εκεί που τίποτα δεν μπορεί να έχει νόημα, ούτε καν η ίδια η ζωή. Καθόλου τυχαία, στο επόμενο πλάνο, μια γιγαντιαία σιδερένια σφαίρα γκρεμίζει σαν μεταφυσική τιμωρία της πολιτικής ύβρης τον τοίχο και καταπλακώνει την άτυχη και αμέτοχη στη σύγκρουση αρπίστρια. Ο θάνατός της συμβολίζει την πολιτική αυτοκτονία της κοινότητας, την παρακμή/απόρριψη της κυριαρχίας και την εγκατάλειψη του έργου-κανόνα στο έλεος των υποκειμενικών γνωστικών αντιλήψεων. Το βασικό περιεχόμενο του κοινωνικού συμβολαίου, η εγγύηση της ζωής, έχει ήδη αθετηθεί. Το Κράτος-μαέστρος παρακράτησε[29] και η κατάλυσή του, ύστερα από την αντίσταση των υπηκόων του, οδηγεί και πάλι στο σημείο μηδέν, εκεί όπου το διαλογικό παιχνίδι, όπως και η ίδια η επικοινωνία, καταργείται και η διάρρηξη της σύμβασης συνεπάγεται τη βία της απολίτιστης και α-νόητης πραγματικότητας.
Το Συμβάν, όμως, του θανάτου, η αρχή του πολιτικού, θα λειτουργήσει στη φελινική κοινότητα ως βροντερή υπενθύμιση της αναγκαιότητας του Συμβολαίου και της επανίδρυσης του ηθικοπολιτικού δεσμού ανάμεσα στον αντιπρόσωπο και τον αντιπροσωπευόμενο. Το υπαρκτικό σοκ του γεγονότος έρχεται να υπερκεράσει τις προσωπικές έριδες και να θυμίσει στους κοινωνούς τον ισχυρότερο λόγο απεμπόλησης της προσωπικής τους αυτονομίας και αποδοχής της κυριαρχίας. Η επικήδεια ερμηνεία τους αγγίζει την πιο όμορφη αρμονία. Η τάξη επανέρχεται στο ρημαγμένο ορατόριο. Ο μαέστρος και οι μουσικοί επιτυγχάνουν την πλήρη ταύτισή τους, σαν μια ομόφωνη γενική βούληση. Μόνο, όμως, προσωρινά. Στο ακροτελεύτιο πλάνο της ταινίας αντηχεί και πάλι στο μαύρο φόντο, σαν κακόγουστη φάρσα, η αυταρχική φωνή του μαέστρου.
2. Η τρομερή δύναμη του φτιαχτού (Blow Up)[30]
Αν η Πρόβα διαπραγματεύεται κατά κύριο λόγο την κυριαρχία και την ερμηνευτική της διάσταση, στο Blow Up ψηλαφίζονται τα επιστημολογικά όρια της τέχνης –του κινηματογράφου εν προκειμένω- και του δικαίου, καθώς στο επίκεντρο του στοχασμού του τίθεται η φαινομενολογικά ανεξάντλητη σχέση τέχνης και πραγματικότητας, η οποία στο δικαιικό καμβά παίρνει τα χρώματα του νόμου και της φύσης. Ενώ στον Φελίνι αναλύεται η (πολιτική) διαδικασία παραγωγής του δικαίου/τέχνης, στον Αντονιόνι διασαφηνίζονται τα (γνωσιοθεωρητικά) θεμέλιά της.
Σε δύο σημαντικές σκηνές του έργου, αυτήν της φωτογραφικής ανασύνθεσης του φόνου στο πάρκο και εκείνην του φανταστικού τένις, ο σκηνοθέτης συλλαμβάνει την τέχνη/δίκαιο σαν το παιχνίδι της αναπαράστασης του εξωτερικού κόσμου. Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε το δίκαιο ή την τέχνη, αν δεν αξιολογήσουμε το status της πραγματικότητας, του συνόλου δηλαδή των εμπειρικών και αισθητών πραγμάτων που προκαλούν την ανθρώπινη αντίδραση. Η σχέση του είναι με το κινηματογραφικό, το ηθικό, το πολιτικό ή το δικαιικό δέον εκκινεί από το πρώτο και απαραίτητο σκέλος της εξίσωσης, γιατί από τη σημασία που αποδίδουμε στο πράγμα εξαρτάται φιλοσοφικά το βάρος της λέξης ή της εικόνας. Σύμφωνα με τον Άλντο Τασόνε αυτό που ενδιαφέρει πρωτίστως τον Αντονιόνι είναι « η οντολογική σχέση ανάμεσα στον επαγγελματία φωτογράφο και την πραγματικότητα »[31].
α. Νόημα, αλήθεια και πραγματικότητα
Στην εκκεντρική ζωή του φωτογράφου, το νόημα αναζητείται στα κλισέ που αποτυπώνουν τις αντιφατικές όψεις του Λονδίνου των σίξτις είτε πρόκειται για το μουντό εργοστάσιο και τους αμίλητους εργάτες των πρώτων πλάνων, είτε για τους θορυβώδεις κλόουν και τα αφελή, πλην φιλόδοξα, μοντέλα που ερωτοτροπούν με τον ίδιο και το φακό του. Ωστόσο, η εμπειρική αποτύπωση του κοινωνικού δεν φαίνεται ικανή να του προσδώσει μια συνεκτική και περιεκτική σημασία, αφού, ευθύς εξαρχής, η υποκειμενική του θέαση υπακούει σε μια συναισθηματική και αυθαίρετη πρόσληψη – πέρα από την ορθολογική και στοχαστική παραγωγή του νοήματος. Ο Τόμας απλώς καταγράφει τα σημεία ενός ασύνδετου κόσμου, αδυνατώντας να καταλάβει και -πολύ περισσότερο- να ενώσει τα σημαινόμενά τους. Το πρώτο, λοιπόν, πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό είναι ότι ο ηδονικός και αποσπασματικός βίος του φωτογράφου, ο προσωπικός συναισθηματισμός του[32], τον καθιστούν ανώριμο να συλλάβει την έμπλεη μηνυμάτων πραγματικότητα.
O φωτογράφος αιχμαλωτίζεται μοιραία στην περιορισμένης εμβέλειας αντίληψη του βλέμματός του και την επιφάνεια της ύπαρξής του, με αποτέλεσμα να ξεχνά την αλήθειά της. Υποκύπτοντας αφελώς στη γοητεία της μεταφυσικής του υποκειμένου, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αυτο-ανακηρύσσεται σε κύριο του εαυτού του και του κόσμου, ο πρωταγωνιστής δεν διαλέγεται ουσιαστικά με τη φύση, την ανώτερη κανονιστική αρχή που τον προσκαλεί επιθετικά να την αποκρυπτογραφήσει. Ο Τόμας διακατέχεται από υπέρμετρη νευρικότητα, εγωισμό και αλαζονεία καθότι μετέωρος σε μια ανερμάτιστη και σκοτεινή, παρά το λούστρο των πολυτελών αμαξιών και των εντυπωσιακών γυναικών, καθημερινότητα.
Στο δημιουργό ανατίθεται να τακτοποιήσει το φυσικό χάος, διαβάζοντας το αντικειμενικό περιεχόμενο του (ανώτερου) εξωτερικού κόσμου. Με άλλα λόγια, το κείμενο της φύσης είναι κανονιστικά δεσμευτικό για τον ερμηνευτή του, ο οποίος δεν έχει παρά να το μεταγράψει πιστά και αυθεντικά στο φωτογραφικό του λόγο. Η ματιά του είναι πλέον μια πράξη γνώσης κι όχι βούλησης διότι ο φιλοσοφικός ρεαλισμός που την επιτάσσει αποδέχεται τη γνωσιολογική αναγνωσιμότητα του αντικειμένου. Τα πράγματα φέρουν το νόημά τους εντός τους ή παραπέμπουν σε καθαρές ιδέες, αποτελούν πλήρη σημεία, διάφανα και προσβάσιμα σε κάποιες προικισμένες διάνοιες που αναλαμβάνουν το αξίωμα να εξηγήσουν και -γιατί όχι- να κυβερνήσουν τον κόσμο.
Από την άλλη, ο λανθάνων φιλοσοφικός ρεαλισμός των πρώτων πλάνων του Blow Up ενέχει μείζον επιστημολογικό ενδιαφέρον για την ίδια την τέχνη, υπονοώντας ότι μόνον η διαπίστωση της ουσίας της πραγματικότητας την καθιστά δυνατή. Το τι είναι τέχνη και τι δεν είναι, ζήτημα διόλου αδιάφορο για τους φιλόσοφους της αισθητικής και τους νομικούς, δεν μπορεί να υποβαθμίζεται σε αντικείμενο της υποκειμενικής ευχαρίστησης και εκτίμησης του καθενός. Αντιθέτως, ο ηθικός μοραλισμός ή ο ακραίος και αυτονομιστικός αισθητισμός στην τέχνη αναφέρονται από κοινού στην καθολική νόρμα (αισθητική ή ηθική) με την οποία ο επίδοξος δημιουργός πρέπει να εναρμονιστεί για να ενταχθεί στην καλλιτεχνική κοινότητα. Στις θεωρίες περί ιερού και αγαθού της τέχνης δεν χωρά μια ριζοσπαστική ερμηνευτική αφού η θεολογία του ωραίου[33] που διαφεντεύει τη δημιουργία είναι καταστατικά συντεταγμένη ως αλήθεια, διαχρονική ή ιστορική. Το παιχνίδι της τέχνης ανάγεται σε ένα αδιαπραγμάτευτο λογικό θεμέλιο του (καλλιτεχνικού) Λόγου, ενάντια στο σχετικιστικό ή σκεπτικιστικό επιχείρημα. Ακόμη και στο πραγματιστικό παράδειγμα ενός Ρόρτυ ή ενός ύστερου Βιτγκενστάιν η τέχνη ως διάλογος ή μορφή ζωής στηρίζεται σε μια λίγο ή πολύ καθολική αρχή που συνίσταται στην ορθολογική δομή των ενεργημάτων ή την κοινή λογική (common sense).
Παρόμοιες θεωρίες έχουν διατυπωθεί και για το δίκαιο. Για τους φυσικοδικαιιστές που ανατρέχουν στον Αριστοτέλη ή τον Ακινάτη, όπως και για τους θιασώτες της ανθρωπολογικής θεώρησης του δικαίου ή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, το δέον του νομικού κανόνα πρέπει να υπαχθεί στη φύση των πραγμάτων και να προστατευθεί από τον υποκειμενικό βολονταρισμό που διέπει την επικρατούσα θετικιστική νομική δογματική και πρακτική. Ο κανόνας δικαίου δεν γίνεται να αγνοεί βασικές ανθρωπολογικές σταθερές ή αντικειμενικές ηθικοπολιτικές αξίες που ξεπερνούν τις εκτιμήσεις των οργάνων του δικαίου. Η ιδέα-νόρμα της ανθρωπότητας, η ενότητα νου και σώματος που προσδίδει στο άτομο την ιδιότητα του προσώπου ή ακόμη και η ετεροφυλική δομή της οικογένειας, αποτελούν ενδεικτικά επιχειρήματα συγκρότησης του περιεχομένου της νομικής πρότασης που για κάποιους -έστω λίγους- ρεαλιστές[34], μεταφυσικούς ή ιστορικούς, σχετίζονται και με το νομικό κύρος του κανόνα.
Οι παραπάνω θέσεις θα διαψευστούν πανηγυρικά στη συνέχεια, όταν ο Τόμας συναντά τυχαία στο πάρκο το ερωτευμένο ζευγάρι. Η αντίθεση φύσης-πολιτισμού διαφαίνεται καθαρά από την επιλογή του χώρου (πάρκο)[35]. Ο Τόμας έχει τη διαίσθηση ότι κάτι σημαντικό εξελίσσεται ενώπιόν του, ότι επιτέλους του προσφέρεται η σπάνια ευκαιρία να γνωρίσει και να απαθανατίσει την πραγματικότητα. Είναι πλέον σίγουρο, η προηγούμενη απόσταση ανάμεσα σε αυτό που νομίζει και σε εκείνο που βλέπει θα καταργηθεί πλήρως. Η εμφάνιση των φωτογραφιών αποδεικνύεται, εντούτοις, μια επίπονη διαδικασία. Όσο ο Τόμας μεγεθύνει την εικόνα, τόσο η πραγματικότητα αποσυντίθεται και μοιάζει αίφνης μια ταραγμένη θάλασσα κουκκίδων και σημείων. Το ταξίδι του βλέμματός του στο νόημα της εικόνας προϋποθέτει μεθοδολογικά τη λήψη της σωστή απόστασης. Και αυτή έγκειται αποκλειστικά και μόνο στη δική του προοπτική, στην προσωπική προσοχή[36]που θα αφιερώσει στο αντικείμενο. Η ενδελεχής εξέταση των εικόνων, και κυρίως της γυναίκας, θα οδηγήσει το φωτογράφο στην ανακάλυψη μιας αδιευκρίνιστης φιγούρας, ξαπλωμένης πίσω από τους θάμνους. Η επίσκεψή του στο πάρκο θα τον ανταμείψει · το πτώμα του άγνωστου άνδρα είναι το νόημα που του αποκαλύπτεται μετά τη βάσανο της παρατήρησης. Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι ήδη εκεί, υπάρχει και κανείς δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του, σαν τον Καρτέσιο, και να την εξορίσει αυθαίρετα στη σφαίρα της φαντασίας.
Η γνωσιοθεωρία του Αντονιόνι συμπλέει εδώ με την αριστοτελική κοσμοθεωρία. Ο αταξινόμητος κόσμος μπαίνει σε σειρά όταν ο Τόμας ανασηκώνει το πέπλο της φύσης και φέρνει στο φως το αναντίρρητο γεγονός του φόνου. Η φυσική απροσδιοριστία και ατέλεια παρέχει στο φρόνιμο υποκείμενο τη διακριτική ευχέρεια να τη διαμορφώσει και κυρίως να τη συγκεκριμενοποιήσει. Η πλήρης και λεπτομερής φωτογράφηση του πάρκου και του ζευγαριού θα οδηγήσει στη γνώση του κρυμμένου μέσα στη γενική και θολή εικόνα φόνου και θα πιστοποιήσει την ορθολογική ιδιότητα της ανθρώπινης νόησης. Η σκηνή του πάρκου μας βεβαιώνει, καταρχάς, για την ύπαρξη της αλήθειας. Η ηρωική, σχεδόν προμηθεϊκή, προσπάθεια του δημιουργού δεν πρόκειται να πάει χαμένη.
Η ανακούφισή μας όμως αυτή θα διαρκέσει λίγο. Στη συνέχεια, ο Αντονιόνι μας παραδίδει το κλειδί της κατανόησης της τέχνης, που διόλου δε διαφέρει, όπως προείπαμε, από το μοντέρνο δίκαιο. Και τούτο δεν είναι άλλο από το γνωστό πλάσμα ή fictio, την οντολογική προϋπόθεση τέχνης/δικαίου που συνίσταται στη νομιναλιστική προβολή του ψέματος σαν να ήταν αλήθεια.
β. Το θεμέλιο της fictio
Αμέσως μετά την ανακάλυψη, ο Τόμας δοκιμάζει μια έντονη απογοήτευση ⋅ την αδυναμία του να την απο-δείξει στους άλλους. Η προφανής αλήθεια του φόνου καθίσταται α-κοινώνητη διότι οι πιθανοί αποδέκτες της εμφανίζονται προκλητικά αδιάφοροι. Στη σκηνή της ροκ συναυλίας ο σκηνοθέτης μας προειδοποιεί γι’αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει, για τον ορισμό με λίγα λόγια της τέχνης ως γλωσσικού-κοινωνικού παιχνιδιού. Εντός του συναυλιακού χώρου η σπασμένη κιθάρα του ροκ αστέρα αξιολογείται από το ενθουσιώδες κοινό σαν αντικείμενο-φετίχ υψηλής αξίας. Εκτός της αίθουσας, όμως, στους δρόμους του συντηρητικού Λονδίνου, το ίδιο και απαράλλακτο πράγμα αποκτά την ακριβώς αντίθετη σημασία και υποβιβάζεται σε άχρηστο σκουπίδι. Η πραγματικότητα έχει νόημα για τον Αντονιόνι ⋅ αυτό που της αποδίδεται δια της συλλογικής της ονομασίας. Κάθε ενέργημα προϋποθέτει τη σήμανσή του από μια κοινότητα, διαφορετικά καταδικάζεται στην απροσδιοριστία και εν τέλει την ανυπαρξία.
Αντιλαμβανόμαστε από τα παραπάνω ότι η απόλυτη έννοια της αλήθειας αρχίζει να σχετικοποιείται μέσω της διαμεσολάβησής της από τις ιστορικές προτιμήσεις των κοινωνικών ομάδων, που με τη σειρά τους διαμορφώνονται στο χώρο και το χρόνο[37]. Η αποδομητική διαδρομή του σκηνοθέτη κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή του έργου, όπου ο Τόμας παρακολουθεί μια εικονική παρτίδα τένις, δίχως ρακέτες και μπαλάκια, ανάμεσα στους εύθυμους μίμους. Κατά τη διάρκειά της ο φωτογράφος παρατηρεί καταρχάς προσεκτικά, μέσα σε απόλυτη σιωπή, το αόρατο μπαλάκι και στη συνέχεια ακούει καθαρά τον ήχο της μπάλας και της ρακέτας. Είναι πλέον σαφές ότι ο Τόμας αποδέχεται την ερμηνευτική αυθεντία των μίμων και υιοθετεί την παράλογη πραγματικότητα του παιχνιδιού. Όταν το επινοημένο μπαλάκι προσγειώνεται εκτός γηπέδου, κοντά στον πρωταγωνιστή, η επιλογή αποκτά κεφαλαιώδη σημασία τόσο γι’αυτόν, όσο και για τον άναυδο θεατή. Η κάμερα εστιάζει για λίγο στο γρασίδι, στο σημείο όπου υποτίθεται ότι βρίσκεται το φανταστικό πράγμα. Η επικύρωση της συμμετοχής του Τόμας /θεατή στη νοηματική κοινότητα των μίμων, εκεί που η τρελή αναπαράσταση μεταμορφώνεται σε λογική πραγματικότητα, σφραγίζεται με την επιστροφή της μπάλας από τον φωτογράφο στους παίκτες. Το Blow Up θα κλείσει με ένα προκλητικό μήνυμα ⋅ το φανταστικό μπαλάκι του τένις υπάρχει.
Η θέση του ιταλού σκηνοθέτη ελάχιστα απέχει από τη νομιναλιστική θεωρία της γνώσης και του νοήματος. Για τον Γουλιέλμο του Όκκαμ ή τον Χομπς η αντικειμενική γνώση της φύσης είναι νοητικά απρόσιτη διότι τα πράγματα από μόνα τους δεν αποτελούν σημεία, αλλά αναφορές που αδυνατούν να παραπέμψουν σε οτιδήποτε πέραν του εαυτού τους. Η ανάγνωσή τους είναι ανέφικτη, καθώς τελούν σε μια κατάσταση φυσικής αυτονομίας που συνεπάγεται την απόλυτη μοναδικότητα αλλά και ασημαντότητά τους. Μάταια ο καλλιτέχνης ή ο νομικός αναζητούν την αλήθεια στην ενατένιση ή το θαυμασμό του φυσικού κόσμου με απώτερο στόχο την αποκωδικοποίηση και την ακριβή αναπαράστασή του, όπως ο Τόμας με τις φωτογραφίες του φόνου. Και αυτό, όχι μόνο γιατί η πραγματικότητα συνεχώς μας διαφεύγει[38], αλλα, επιπλέον, γιατί η πίστη σε ένα συγκεκριμένο νόημα προϋποθέτει το κανονιστικό παιχνίδι του λόγου πάνω στα πράγματα και όχι την επιστημονικοφανή προσαρμογή του σε αυτά. Η απαλλαγή από τη ρεαλιστική μίμηση του κόσμου επιτρέπει στην κοινότητα να διαλεχθεί και να ποιήσει εμπειρικά ανύπαρκτα, ανορθολογικά ή και σουρεαλιστικά πράγματα, όπως κατεξοχήν συμβαίνει στην τέχνη (βλ. το αόρατο μπαλάκι) ή στο δίκαιο (πλάσματα δικαίου). Ανάμεσα στην αισθητική αντίληψη του εξωτερικού κόσμου και την πρόσληψή του από την ανθρώπινη διάνοια, υπάρχει ένα αναπόφευκτο κενό το οποίο προσπαθεί διαρκώς να καλύψει η διαίσθηση.
Συνοπτικά, είναι οι λέξεις που δημιουργούν τα πράγματα και όχι το αντίθετο μέσω μιας γνωστικής διαδικασίας που στηρίζεται στην καλή πίστη και χρήση των λέξεων-σημείων που αποκτούν νόημα εντός των προτάσεων. Οι τελευταίες χαρακτηρίζονται αληθείς όταν επιτυγχάνεται η σύγκλιση και συμφωνία των αναφορών της πραγματικότητας με τις ίδιες ατομικές υπάρξεις[39]. Είναι προφανές ότι η διατύπωσή τους, όπως λ.χ. η αξιολόγηση της σπασμένης κιθάρας ή του τένις στον Αντονιόνι, δεν λαμβάνει χώρα σε μια μοναχική και αυστηρά ατομική κατάσταση –αφού εκεί η αυτάρκεια του υποκειμένου καθιστά περιττή τη γλώσσα και την περιγραφή των πραγμάτων- αλλά προκύπτει από την αυθεντία και τη συμφωνία εντός των κοινωνικών-γλωσσικών ομάδων (μίμοι, ροκάδες), δηλαδή σε ένα σχεσιακό[40] πλαίσιο. Κατά συνέπεια, από τη στιγμή που τα υποκείμενα αποδέχονται το χαρακτηρισμό ενός πράγματος και τον εντάσσουν σε μια φτιαχτή συμβατική τάξη, καλλιτεχνική, νομική ή πολιτική, σημείων και σημαινομένων, είναι εφικτό για τον κάθε δημιουργό να προτείνει την εισαγωγή του δικού του ονόματος εντός τηςισχύουσας πρότασης, ακόμη και αν αυτό δεν αντιστοιχεί καθόλου στην πραγματικότητα.
Πολύ περισσότερο, όμως, η συμβατική διάπλαση της πραγματικότητας, η οποία εμπεριέχει τη συνειδητή παραβίαση της φυσικής της αλήθειας, αποτελεί την καταστατική συνθήκη διεξαγωγής του παιχνιδιού της τέχνης/δικαίου. Το αδιαμφισβήτητο λογικά ψέμα της αόρατης μπάλας ή του νομικού κανόνα που επιτάσσει ότι « κανείς δεν μπορεί να αγνοεί το νόμο » παρουσιάζεται στην καλλιτεχνική ή τη νομική κοινότητα ως πρόταση που ενέχει αξιώσεις αλήθειας, ως νόημα που διεκδικεί την αποδοχή όλων των φιλότεχνων ή των οργάνων του δικαίου σαν να ήταν πραγματικό[41]. Το ψέμα είναι ο θεμελιώδης νόμος της τέχνης/δικαίου, η οντολογική προϋπόθεση στην οποία αναφέρεται η πράξη του δημιουργού ή διαφορετικά το ρευστό σαν την κινούμενη άμμο θεμέλιο του παιχνιδιού. Όταν ο Τόμας πετάει πίσω στους μίμους το φανταστικό μπαλάκι ή όταν ο δικαστής δέχεται την αντιπροσώπευση του διαδίκου από το νομικό παραστάτη του και συνομιλεί μαζί του σαν να ήταν αυτός ο αυτουργός της επίδικης πράξης ή ακόμη όταν ο νόμος ρυθμίζει τεκμήρια που δεν επιδέχονται ανταπόδειξης, η φυσική πραγματικότητα υποκαθίσταται από τη fictio, σε βαθμό που είναι πλέον αδύνατον να τις διαχωρίσουμε, διότι η fictio δεν συνιστά απλώς αναπαράσταση του κόσμου αλλά μια αυτοδύναμη και ίσως ανώτερη πραγματικότητα, γεμάτη γεγονότα, αξίες και σημασίες, που δεσμεύει εννοιολογικά και πρακτικά τη ζωή όλων μας. Αρκεί να αναρωτηθούμε κατά πόσο το Κράτος ή ο Κυρίαρχος Λαός, τα ονόματα δηλαδή που ανελλιπώς μας συντροφεύουν, έχουν αναγωγή σε απτές οντότητες. Έτσι, ο εικονικός κόσμος του πλάσματος συγκροτεί ένα πραγματικό κόσμο, μια ατελείωτη σειρά ονομάτων που δίνουν οργανωμένη υπόσταση στο χαοτικό σύμπαν και επιτρέπουν τη διαλογική επικοινωνία. Κι είναι σαφές στη νομιναλιστική-νεωτερική θεωρία ότι δεν υπάρχει οντο-λογικό όριο στην κρίση που εγγράφεται στην πράξη της ονοματοθεσίας, καθώς η λογική ήδη έχει βάναυσα υπονομευθεί από την πρωταρχική απόφαση της προδοσίας της φύσης. Εάν, λοιπόν, το (λογικό) έγκλημα συνιστά (αληθινή) νόρμα, φαντάζει απολύτως αδύνατον να διακρίνουμε ορθολογικά το ψευδές από το αληθές ή να προσεγγίσουμε τη γνώση εκτός της συνεχώς εξελισσόμενης συνομιλιακής (συμβατικής) κατάστασης. Η αλήθεια της τέχνης και του δικαίου είναι το ίδιο το παιχνίδι[42]. Το εγχείρημα της λογικής αναγωγής του αγνοεί ότι στη βάση του εδρεύει η πιο εμφατική απόρριψη του Λόγου, η οποία καθιστά δυνατή όχι μόνο την άρνηση, αλλά και την τελείως ανοιχτή και απρόβλεπτη εξέλιξη του παιχνιδιού, ανάλογα με τις βουλήσεις των ενδιαφερόμενων παικτών. Η άλογη θεμελίωσή του επιτρέπει στο οιοδήποτε ενέργημα να χαρακτηριστεί, ενδεχόμενως, νόμος ή έργο τέχνης. Και μπορεί αυτή η θέση να ηχεί – και να είναι ίσως – επικίνδυνη, αλλά μόνον έτσι, αποδεχόμενοι το υψηλό της ρίσκο, μπορούμε να κατανοήσουμε και να υπερασπιστούμε όχι μόνον το δίκαιο ή την τέχνη, αλλά πάνω απ’όλα την ίδια μας την ελευθερία, το πιο μεγάλο και αληθές ψέμα.


[1] Το άρθρο 16§1 του Συντάγματος προβλέπει ότι : «Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες. Η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους». Για τη σύγκρουση ελευθερίας της τέχνης και θρησκευτικών πεποιθήσεων, που ουκ ολίγες φορές έχει απασχολήσει την ελληνική -και όχι μόνο- έννομη τάξη (λ.χ. υποθέσεις Σκορτζέζε, Outlook) βλ. Σταύρο Τσακυράκη, «Θρησκεία κατά Τέχνης», Πόλις, Αθήνα, 2005.
[2] Σύμφωνα με τον Ανδρέα Τάκη, η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας της τέχνης προσφέρει παραδόξως τη νομική βάση για τους περιορισμούς της. Βλ. ιδίου, «Για την ελευθερία της τέχνης, δοκίμιο πολιτικής και συνταγματικής θεωρίας», Σαββάλας, Αθήνα, 2008. Ορθά παρατηρεί ο συγγραφέας ότι ο ορισμός της τέχνης ανατίθεται τελικά στους νομικούς, αφού «αντικείμενα και συμπεριφορές που δεν μπορούν να διεκδικήσουν εύλογα την προστασία του νόμου δεν μπορούν να διεκδικούν ούτε τον τίτλο της τέχνης, όπως τουλάχιστον ο νόμος την εννοεί, σε πείσμα της γνώμης του ίδιου του φερόμενου ως καλλιτέχνη και του κοινού του», ό.π., σελ.17.
[3] Ernst Kantorovitch, «Souveraineté de l’artiste», σε ιδίου «Mourir pour la patrie et autres textes», Paris, Fayard, 2004, σελ. 43-73.
[4] Ανακύπτει εδώ η ένταση ανάμεσα στην υποκειμενική και την αντικειμενική σημασία της πρότασης, την οποία εισήγαγε στη νομική θεωρία ο Χανς Κέλσεν, όταν σημείωνε ότι η νόρμα είναι η (αντικειμενική) σημασία μιας πράξης βούλησης. Σύμφωνα με τη θεσμική προσέγγιση, είναι η δύναμη της αυθεντίας που χαρακτηρίζει μια πρόταση ως νομική. Το νόημα, ως εκ τούτου, του λόγου δεν έχει να κάνει με τη σημειολογική αλλά με την πραγματολογική διάσταση της εκφοράς του. Δύσκολα, όμως, μπορούμε να δεχτούμε ότι το υποκείμενο του συγγραφέα απορροφάται τελείως από το θεσμό. Με λίγα λόγια, αρκεί η ιδιότητα του καλλιτέχνη ή του νομοθέτη για να αποκτήσει το γλωσσικό του ενέργημα το κύρος του έργου τέχνης ή του νόμου; Βλ. Paul Amselek, «Norme et loi», Archives de Philosophie du Droit, Sirey, Paris, 1980, τ.25, σελ. 89 επ.
[5] Βλ. Hans-Georg Gadamer, «Verité et méthode, les grandes lignes d’une herméneutique philosophique», Seuil, Paris, 1996, σελ. 128. Ο Γιώργος Ξηροπαΐδης σημειώνει ότι «για να φωτίσει το τον τρόπο του είναι (Seinsweise) του έργου τέχνης και την ανάδυση της αλήθειας μέσα σε αυτό, ο Γκάνταμερ προσανατολίζεται στην έννοια του παιχνιδιού (…) το παιχνίδι τίθεται σε λειτουργία όταν ενσωματώνει τους παίκτες μέσα στις δομές του. Επομένως, το πραγματικό και ενεργό υποκείμενο του παιχνιδιού είναι τρόπον τινά το ίδιο το παιχνίδι, το οποίο αποκτά την ύψιστη μορφή του στην τέχνη». Βλ. ιδίου, «H διαμάχη των ερμηνειών, Gadamer-Habermas», Πόλις, Αθήνα, 2008, σελ.18.
[6] Ενδεικτικά αναφέρουμε το διάσημο πίνακα Λας Μενίνας του Βελάσκεθ (βλ.την ανάλυση του Μισέλ Φουκό σε ιδίου, «Οι λέξεις και τα πράγματα : μια αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου», μετ. Κωστής Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα, 1993, σελ. 27-44) και τους αυθόρμητους μουσικούς αυτοσχεδιασμούς του Μπάρτοκ, έργα δηλαδή στα οποία υπογραμμίζεται το νεωτερικό ζήτημα της κυριαρχίας του δημιουργού.
[7] Πρόβα Ορχήστρας (1978), σκην. Φεντερίκο Φελίνι, με τους Μπάλντουιν Μπας, Κλάρα Κολόσιμο, Ελίζαμπεθ Λάμπι. Blow Up (1966), σκην. Μικελάντζελο Αντονιόνο με τους Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Σάρα Μάιλς, Ντέιβιντ Χέμμινγκς.
[8] Σε συνέντευξή του στον Γάλλο κριτικό Μισέλ Σιμάν ο Φελίνι παραδέχεται ότι «όταν παρευρισκόμουν στη μουσική παραγωγή των δικών μου ταινιών δοκίμαζα πάντα έκπληξη, θαυμασμό και συγκίνηση, καθώς κάθε φορά ένιωθα σαν μάρτυρας ενώπιον ενός θαύματος. Πολύ διαφορετικοί άνθρωποι προσέρχονταν στο στούντιο με τα διάφορα μουσικά τους όργανα αλλά και με τα προσωπικά τους προβλήματα, την κακή τους διάθεση, την ασθένειά τους, και κάποιες φορές το ραδιοφωνάκι τους » (μετ.δική μας). Alexandre Tylski, «Rota & Fellini, The War : an analysis of Orchestra Rehearsal, 1979», Cadrage, 1ère revue en ligne universitaire française de cinéma, Απρίλιος – Μάιος 2003.
[9] Και τούτο «διότι είναι μόνο η εκτέλεση που φέρνει στο φως αυτό που υπάρχει στο παιχνίδι…», βλ.ιδίου «Verité et méthode, les grandes lignes d’une herméneutique philosophique», ο.π., σελ.165 επ. Η μουσική σκηνή μοιάζει με την πολιτική, αφού στο παιχνίδι που εκτυλίσσεται ανάμεσα στους μουσικούς ή τους πολιτικούς αναδεικνύεται δημοσίως η αληθής μουσική ή πολιτική πρόταση.
[10] Σε αντίθεση με όλες τις υπόλοιπες ταινίες του Φελίνι.
[11] Αlexandre Tylski, ό.π.
[12] Σαν μια κινηματογραφική μεταφορά της χομπσιανής κατασκευής του annhilatio mundi, της υπόθεσης δηλαδή της φυσικής κατάστασης που περιγράφει με μελανά χρώματα τι συμβαίνει όταν το Κράτος απουσιάζει. Yves – Charles Zarka, «La décision métaphysique de Hobbes», Vrin, 2η έκδ., 1999, Paris, σελ.66-69.
[13] Σύμφωνα με τη θεμελιώδη διάκριση που κάνει ο Χομπς ανάμεσα στο φυσικό δικαίωμα και το φυσικό νόμο, η απεριόριστη άσκηση του πρώτου και η απροσδιοριστία του δεύτερου, όταν δεν υπάρχει κάποια κανονιστική αρχή για να τον μεταφράσει, συνεπάγονται τον γενικευμένο πόλεμο.
[14] Παρόμοια τα συμπεράσματα του ανθρωπολόγου Maurice Godelier στο «Au fondement des sociétés humaines, ce que nous apprend l’anthropologie», Albin Michel, Bibliothèque, Idées, Paris, 2007, σελ.189.
[15] Βλ. Olivier Beaud, «La puissance de l’Etat», PUF, Léviathan, Paris, 1994, όπου ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η πράξη του «να δίνεις το νόμο» παραμένει έως σήμερα ο πιο ακριβής ορισμός της κυριαρχίας.
[16] Η βασική θέση της φιλοσοφικής ερμηνευτικής έγκειται στο ότι η κατανόηση του κειμένου δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη βουλητική ερμηνεία και εφαρμογή του. Η σημασία κάθε γλωσσικού ενεργήματος αρθρώνεται στην πράξη της ερμηνείας του, η οποία αναλαμβάνει να εμφυσήσει το νόημα, δια της εφαρμογής της εντός ενός παιχνιδιού, στο σημασιολογικά γενικό και κατά συνέπεια πραγματολογικά ανέκφραστο κείμενο.
[17] Olivier Cayla, «La souveraineté de l’artiste du second temps», Droits, 1990, τ.12, σελ.129 επ. Ο συγγραφέας ανατρέχει στην ανάλυση του Ανρι Γκουγιέ για το θέατρο ως τέχνη που περατώνεται σε δυο χρόνους. Το ίδιο ισχύει και για το δίκαιο. Ο νομικός ή ο καλλιτέχνης (πχ. o μουσικός) του δεύτερου χρόνου είναι φορέας περιορισμένης κυριαρχίας διότι έχει αναγκαστικά να αντιμετωπίσει το έργο ενός άλλου δημιουργού. Ίσως γι’αυτό νιώθει την ακατανίκητη νοσταλγία για την απόλυτη κυριαρχία του δημιουργού σε πρώτο χρόνο (π.χ. του γλύπτη ή του ζωγράφου) και επιχειρεί συνεχώς να την προσεγγίσει. Κι είναι, τελικά, η ερμηνευτική του ελευθερία, το πραγματολογικό δικαίωμά του να αναπαραστήσει το πνεύμα του πρώτου δημιουργού που του επιτρέπει την πρόσβαση στην κορυφαία θέση της πυραμίδας της κυριαρχίας.
[18] Τόσο στη γερμανική Ιστορική Σχολή του δικαίου των Πούχτα και Ζαβινύ όσο και στους δημοσιολόγους επίγονούς της, όπως ο Γέλινεκ, ο Γκέρμπερ και ο Λαμπάντ, η βούληση του Κυρίαρχου υποτάσσεται στο αντικειμενικό πνεύμα και την ουσία του συνταγματικού κειμένου. Πιο συγκεκριμένα, στον Γέλινεκ η απόφαση του Κράτους να σεβαστεί τις ηθικοπολιτικές αξίες του συνταγματισμού προσλαμβάνεται ως υπόθεση καθαρού αυτοπεριορισμού. Περισσότερα σε Olivier Jouanjan, «Une histoire de la pensée juridique en Allemagne (1800-1918)», PUF, Léviathan, Paris, 2005.
[19] Από την ερμηνευτική θεωρία των Ντίλταϊ και Σλειερμάχερ έως την πραγματολογία του Ώστιν, τη σημειολογία του Έκο και τη φαινομενολογία των Χάιντεγκερ και Ρικέρ η ανεύρεση της αλήθειας του κειμένου συνιστά θεμελιώδες επιστημολογικό ζήτημα.
[20] Αυτό αναδεικνύει ιστορικά και θεωρητικά ο Λουτσιάνο Κάνφορα στο έργο του «H δημοκρατία, ιστορία μιας ιδεολογίας», μετ. Παναγιώτης Σκόνδρας, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2006.
[21] Σημαντικό σημείο ερμηνευτικής διαφωνίας στο έργο του Χομπς αποτελεί ο λόγος συμφωνίας των υποκειμένων στην εξουσία του Λεβιάθαν. Σύμφωνα με τη Σιμόν Γκογιάρ-Φάμπρ, τα συμβαλλόμενα άτομα δρουν καθαρά ορθολογικά αφού συνειδητοποιούν ότι η εκχώρηση της βούλησής τους στον Κυρίαρχο λειτουργεί προς όφελός τους, λόγω της διασφάλισης της ζωής και της ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους. Έτσι, το κίνητρο της συγκρότησης της πολιτείας εντοπίζεται στο περιεχόμενο της υπόσχεσης του Λεβιάθαν και όχι στη δύναμη επιβολής που τη συνοδεύει. Δύσκολα, όμως, η ανθρωπολογικά αισιόδοξη αυτή θέση συμβαδίζει με τον πεσιμισμό του Χομπς και την εμφανή δυσπιστία του απέναντι στον ανθρώπινο ορθό λόγο. Το Συμβόλαιο δεν αποτελεί προϊόν έλλογης διαβούλευσης ή λογικής πολιτικής σκέψης, αλλά υπόθεση καταναγκασμού από μια ανώτερη κανονιστικά βούληση, η οποία αναλαμβάνει το αξίωμα να μεταφράσει θετικά το φυσικό νόμο της αυτοσυντήρησης. Ο καλύτερος, λοιπόν, λόγος υπακοής στο νόμο είναι η δύναμη του νόμου, όπως παρατηρεί ο Oλιβιέ Κελά. Βλ. Simone Goyard-Fabre, «Loi civile et obéissance dans l’Etat-Léviathan», σε Yves-Charles Zarka και Jean Bernhardt (διευθ.), «Thomas Hobbes, philosophie première, théorie de la science et politique», PUF, Léviathan, Paris, 1990, σελ. 292-295 και Olivier Cayla, «Aveu et fondement du droit», σε Barbara Cassin, Olivier Cayla και Philippe-Joseph Salazar(διευθ.), «Vérité, reconciliation, séparation», Le Genre Humain, Seuil, Revue Trimestrielle de l’EHESS, de la Maison des Sciences de l’Homme et du Centre National du Livre, Paris, 2004, σελ.99.
[22] Franck Lessay, «Souveraineté et légitimité chez Hobbes», PUF, Léviathan, Paris, 1988, σελ. 99-101.
[23] Η διάκριση ανάμεσα στο κείμενο και το νόμο συνιστά βασικό εργαλείο κατανόησης του δικαίου από τη ρεαλιστική -νομική- θεωρία. Η ερμηνευτική ελευθερία του αναγνώστη του κανόνα είναι τελικά αυτή που προσδίδει στο κείμενο το νόημά του. Στον κόσμο του δικαίου φαντάζει λοιπόν παντοδύναμος ο δικαστής, ο αυθεντικός ερμηνευτής των νομικών κειμένων. Βλ. αντί πολλών Michel Troper, «Une théorie réaliste de l’interprétation» σε ιδίου «La théorie du droit, le droit, l’Etat», PUF, Léviathan, Paris, 2001, σελ.60 επ.
[24] Αφού, σύμφωνα με τη γνωστή φράση του Ρολάν Μπάρτ, ο συγγραφέας είναι νεκρός.
[25] Ηans Kelsen, «Théorie Pure du droit», μετ. Charles Eisenmann, 2ηέκδ., Dalloz, επανέκδ., LGDJ-Bruylant, Paris -Bruxelles, 1999, σελ.339-342.
[26] Όπως στο νομιναλιστικό συμβόλαιο του Χομπς. Αντιθέτως, στον Λοκ η ξεκάθαρη κατοχύρωση του δικαιώματος αντίστασης υπονοεί ότι ο αντιπρόσωπος είναι υπόλογος στον αντιπροσωπευόμενο. Βλ. Lucien Jaume, «Représentation», σε Philippe Raynaud – Stéphane Rials (διευθ.), «Dictionnaire de philosophie politique», PUF, Paris, 1996 σελ.559.
[27] Ο Ρουσό ξεκαθαρίζει στο Κοινωνικό Συμβόλαιο ότι η κυριαρχία, όπως και η βούληση, δεν αντιπροσωπεύεται ούτε εκχωρείται. Η βούληση δεν μπορεί παρά να είναι μία και όχι άλλη. Βλ. ιδίου, «Το Κοινωνικό Συμβόλαιο», μετ. Βασιλική Γρηγοροπούλου – Αλφρέδος Σταϊνχάουερ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ.73.
[28] Ολοένα και περισσότερο η δημοκρατία καθίσταται ένα άδειο σημαίνον, μια έννοια χωρίς συγκεκριμένη κανονιστική εφαρμογή. Βλ. «Démocratie, dans quel état ?», La fabrique, Paris, 2009 και ιδιαίτερα τα κείμενα των Aγκάμπεν, Μπαντιού, Nανσί, Rανσιέρ και Ζίζεκ.
[29] Κατερίνα Λαμπρινού – Γιάννης Μπαλαμπανίδης, «Το κράτος παρακράτησε», Νέα Εστία, «Tι συνέβη τον Δεκέμβριο 2008;», τ.1819, Φεβρουάριος 2009, σελ.228 επ.
[30] Ας μας επιτραπεί να δανειστούμε εδώ τη γνωστή φράση του Ζιλ Ντελέζ «la puissance du faux» που αποδίδει τη διαφορά ανάμεσα στην κλασική και τη μοντέρνα κινηματογραφική αφήγηση. Βλ.Marion Froger, «Deleuze et la question de la narration», Cinémas, Revue d’études cinématographiques, τόμος 10, τ.1, 1999, σελ.131-155 και αναλυτικότερα Gilles Deleuze, «Cinéma 2, L’image-temps», Les Editions de minuit, Critique, Paris, 1985.
[31] Aldo Tassone, «Antonioni», Champs-Flammarion, Paris, 2007, σελ. 272.
[32] Ο Μακιντάιρ κατακρίνει την ηθική ασυνέχεια του νεωτερικού υποκειμένου που οφείλεται ακριβώς στο μοντέρνο ιδανικό του αυθόρμητου συναισθηματισμού του εαυτού. Η ηθική συγκρότηση και η συνεκτική ζωή ματαιώνεται από την επικράτηση του βουλητικού και αυθαίρετου εγώ, την προβολή ενός υποκειμένου που υποτάσσεται στο αφελές και καταστροφικό δόγμα του «κάνω ό,τι μου αρέσει». Αlasdair MacIntyre, «After Virtue», University of Notre Dame Press, 1984.
[33] Ανδρέας Τάκης, ό.π, σελ.32 επ.
[34] Όπως για παράδειγμα ο Άγγλος φιλόσοφος του δικαίου Τζον Φίνις, για τον οποίο η νομική φύση του κανόνα δεν αποσυνδέεται από το δίκαιο του περιεχομένου του. Παρόμοιες απόψεις έχουν διατυπωθεί στη Γαλλία από τον Στεφάν Ριάλς με αφορμή το ζήτημα της υπερσυνταγματικότητας (supraconstitutionnalité). Βλ. John Finnis, «Natural law and natural rights», Clarendon Law Series, Oxford University Press, Oxford, 1980 και Stéphane Rials, «Supraconstitutionnalité et systématicité du droit», Archives de Philosophie du Droit, 1986, σελ.57 κ.ε. Για τη δεσμευτικότητα της αξιοπρέπειας έναντι κάθε υποκειμενικού ορισμού της βλ. Bernard Edelman, «La personne en danger», P.U.F., Paris, 1999 και για την ανθρωπολογική θεώρηση του δικαίου τα κείμενα κυρίως των Pierre Legendre, «Les enfants du texte. Etude sur la fonction parentale des Etats», Fayard, Paris, 1992 και Alain Supiot, «Homo juridicus, essai sur la fonction anthropologique du droit», Seuil, Paris, 2005. Οφείλουμε, εδώ, να σημειώσουμε ότι ο φιλοσοφικός ρεαλισμός δεν πρέπει να συγχέεται με το νομικό ρεαλισμό. Οι ρεαλιστές φιλόσοφοι μιλούν για ουσίες και αλήθειες, ενώ οι ομώνυμοί τους νομικοί για ονόματα, συμβάσεις και αποφάσεις.
[35] Βλ. τη σχετική ανάλυση σε Peter Brunette, «The films of Michelangelo Antonioni», Cambridge University Press, 1998.
[36] Paul Ricoeur, «Philosophie de la volonté», Ι, «Le volontaire et l’involontaire», Αubier, Paris, 1988, σελ. 148 επ.
[37] Για τη σύγκρουση ρεαλισμού και φαντασίας στον κινηματογράφο και τη φωτογραφία βλ. Siegfried Kracauer, «Θεωρία του Κινηματογράφου: η απελευθέρωση της φυσικής πραγματικότητας», μετ.Δημοσθένης Κούρτοβικ, Κάλβος, Αθήνα, 1983.
[38] O Αντονιόνι ομολογεί ότι «δεν ξέρω τι είναι η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα μας διαφεύγει, αλλάζει συνεχώς. Όταν νομίζουμε ότι την αγγίζουμε η κατάσταση έχει ήδη αλλάξει σε κάτι διαφορετικό» (μετ.δική μας). Βλ. Peter Brunette, ό.π.
[39] Ανατρέχουμε εδώ στη διαυγή μελέτη του Pierre Alferi, «Guillaume d’Ockham, le singulier», Les éditions de Minuit, Philosophie, Paris, 1989. Ο συγγραφέας υποστηρίζει, αντίθετα με την κυρίαρχη άποψη, ότι ο νομιναλισμός δεν συνιστά ατομιστική, αλλά διαλογική θεωρία του νοήματος.
[40] Ο ίδιος ο Αντονιόνι δηλώνει ότι «Δεν νομίζω ότι η εμφάνιση της πραγματικότητας μπορεί να συγχυστεί με την ίδια την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, τα φαινόμενα μπορούν να είναι άπειρα, το ίδιο ισχύει και για την ίδια την πραγματικότητα, αλλά δεν ξέρω αρκετά γι’αυτό και δεν το πιστεύω. Η πραγματικότητα είναι, ίσως, μια σχέση» (μετ.δική μας). Aldo Tassone, «Antonioni», ό.π., σελ.281.
[41] Βλ. αντί πολλών «La fiction», Droits, τ.21, Paris, 1995 και κυρίως τις συμβολές των Ολιβιέ Κελά, Λυσιάν Ζωμ και Γιαν Τομά. Επίσης Γεώργιος Γ.Μουτσόπουλος, «Το πρόβλημα της έννοιας του δικαιικού πλάσματος», Αντ.Ν.Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 2003 και Guillaume Wicker, «Fiction», σε Denis Alland-Stephane Rials (διευθ.), «Dictionnaire de la culture juridique», PUF, Paris, 2003, σελ.716 επ.
[42] Βλ. Jean-Francois Lyotard, «La condition postmoderne», Μinuit, Paris, 1979.

«Για μια νέα μεταπολίτευση»: Αναγκαία η συνταγματική αναθεώρηση

Αντώνης Π. Αργυρός τ.Υπουργός Επικρατείας, Δικηγόρος ΑΠ

«Για μια νέα μεταπολίτευση»: Αναγκαία η συνταγματική αναθεώρηση

Το Σύνταγμα του 1975 ήταν πραγματικά πρωτοποριακό Σύνταγμα για την εποχή του. Το Σύνταγμα λειτούργησε ικανοποιητικά και δεν δημιουργήθηκαν αντίστοιχα ζητηματα «ανωμαλιας[1]», όπως συνεβη σε προγενέστερα Συντάγματα. Δυστυχώς όμως υπήρξε μη συνετή εφαρμογή του σε πολλές περιπτώσεις, οφειλομένη κυρίως σε εκείνους που είχαν ταχθεί να το τηρούν.

Το Σύνταγμα του 1975[2] υπέστη, εξαιρετικά άστοχες προσπάθειες αναθεωρήσεως του: Με την αναθεώρηση το 1986[3] συντελέσθηκε η παντελής αποδυνάμωση[4] τών αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας[5] και η μεταβολή του συστήματος σε «Πρωθυπουργοκεντρικό», το 2001 η Συνταγματική Αναθεώρηση, που ήταν πολύ εκτεταμένη, δεν είχε τα προσδοκωμενα αποτελέσματα. Η Αναθεώρηση του 2008 απο την Η’ Αναθεωρητική Βουλή, ουδέν ουσιαστικό προσέφερε. Η τελευταία αναθεώρηση περατώθηκε με τη δημοσίευση του από 27-5-2008 σχετικού ψηφίσματος στο ΦΕΚ, η οποία έγινε στις 2-6-2008. Επομένως η επόμενη αναθεώρηση δεν μπορεί να γίνει πριν από τον Ιούνιο του 2013.
Η σημερινή κρίση είναι αδιάψευστος μάρτυρας της αποτυχίας. Ο Τόπος χρειάζεται ένα Σύνταγμα αντάξιο της Ιστορίας του Τόπου και χρήσιμο για τη αντιμετώπιση των δυσκολιών των καιρών.
Ο Τόπος πλέον χρειάζεται «ΜΙΑ ΝΕΑ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ».
Οπως έχει διατυπώσει με τρόπο κλασσικό ο Montesquieu[6], το καλύτερο πολίτευμα είναι εκείνο στο οποίο υπάρχουν θεσμικά όρια στην υπερβολική συγκέντρωση της εξουσίας, και τα καλύτερα όρια είναι όταν τα πράγματα έχουν έτσι διευθετηθεί “ώστε η (μια) εξουσία να αναχαιτίζει την (άλλη) εξουσία”.Χαρακτηριστικά του νέου συνταγματος πρεπει να είναι η αμοιβαια λογοδοσία των εξουσιών και η αξιοκρατία και η διαφάνεια λειτουργίας του πολιτεύματος.Κανείς απολύτως δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι υπεράνω του νόμου και κανείς δεν θα μπορεί να μένει ατιμώρητος,όπως συμβαίνει δυστυχώς σήμερα,σε πάμπολλες περιπτώσεις. «ὕβριν χρὴ σβεννύναι μᾶλλον ἢ πυρκαϊήν.» είπε ο Ηράκλειτος.
Σε κάθε περίπτωση η Αναθεώρηση που ετοιμάζεται, πρέπει να γίνει για την θεραπεία των σοβαρών προβλημάτων που έχουν ανακύψει και έχουν οδηγήσει στην τρομακτική κρίση που όλοι βιώνουμε και σε καμμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να οδηγήσει στην επιβεβαιώση ή καθιέρωση δυσμενών ρυθμίσεων που αφορούν την παρούσα κρίση και λειτουργούν[7] μέσα στο πλαίσιο των εξαιρετικών συνθηκών που διέρχεται ο τόπος και πρέπει να εχει αποκλειστικό σκοπό την διεύρυνση και όχι την συρρίκνωση ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η Αναθεώρηση δεν επιτρέπεται,ούτε μπορεί να γίνει, για να οδηγηθούμε τελικά σε θεσμική οπισθοδρόμιση του νομικού μας πολιτισμού.
Η δημοσιονομική κρίση,αλλά και σοβούσα κοινωνική αναταραχή και ανωμαλία, απεκάλυψε πλήρως την επιτακτική ανάγκη,για την αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος μέσω μιάς νέας ουσιαστικής και δραστικής συνταγματικής Αναθεωρήσεως.Υπάρχει ωστόσο και όχι επικρατούσα η άποψη, ότι χρειάζεται κατι πιο δραστικό της Αναθεωρήσεως του Συντάγματος ,όπως η διαδικασία θέσπισης νέου Συντάγματος κι αυτό «θα μπορεί να εξασφαλιστεί» με την άμεση νομιμοποίησή του μέσω της συστηματικής συμμετοχής του λαού στην κατάρτισή του.
Σε κάθε περίπτωση η Αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να έχει κατά την γνώμη μας, τα εξής ενδεικτικά χαρακτηριστικά :
  1. H Εκλογή-αρμοδιότητες του Προεδρου της Δημοκρατιας.
Ι.-Αναθεωρητική ή Συντακτική Βουλή ;Αυτό το ερώτημα τίθεται πλέον με τον πιο επιτακτικό τρόπο στον δημόσιο διάλογο.
Σύμφωνα με το άρθρο 32§1 του Ελληνικού Συντάγματος η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας γίνεται από τη Βουλή. Η απευθείας εκλογή[8] του Προέδρου από το λαό (άμεση εκλογή) προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 110§1 του Συντάγματος, «Οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός από εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας».
Συνεπώς η άμεση[9][11] από Προεδρευόμενη σε Προεδρική Δημοκρατία και προς τούτο απαιτεί Συντακτική και όχι Αναθεωρητική Βουλή. Η άμεση εκλογή Προέδρου από το λαό δεν φαίνεται εφικτή,αφού όπως εγκυροι νομικοί[12] υποστηρίζουν,αυτό δεν είναι δυνατόν ,ενώ υπάρχει και η αποψη ότι θα οδηγούσε σε Συνταγματική εκτροπή. εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από το λαό[10], μεταβάλλει το πολίτευμα
Σε κάθε περίπτωση όμως, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα μπορούμε να πορευθούμε σε Συνταγματική Αναθεώρηση .
ΙΙ.-Αποτελεί προυπόθεση της αναθεωρητικής λειτουργίας,η ενδυνάμωση[13] των αρμοδιοτητων του Προέδρου της Δημοκρατίας,όπως αυτές ίσχυαν υπο το αρχικό Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 35: Αρμοδιοτητητες που δεν εχρηζαν υπουργικής υπογραφής, άρθρα 38παρ3,39παρ1: Συγκληση του Υπουργικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της Δημοκρατίας υπο τη προεδρία του, άρθρο 42: Κύρωση των νόμων, άρθρο: 48 Κύρηξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας, αρθρο 37: διορισμός Πρωθυπουργού, άρθρο 38: παύση της Κυβερνήσεως),με σκοπό την δημιουργία ισορροπίας μεταξύ των αρμοδιοτητων του Προέδρου της Δημοκρατίας και των εκλεγμένων Κυβερνήσεων.
Εφικτό θα ήταν να «επανέλθουν» οι αρμοδιότητες που διέθετε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πριν από την αναθεώρηση του 1985 .
Οι αρμοδιότητες αυτές(προ του 1985)του ΠτΔ ήταν σαφείς, συγκεκριμένες και διατηρούσαν ένα καθεστώς ισορροπίας στη συγκατοίκησή του με τις εκλεγμένες κυβερνήσεις.
ΙΙΙ.-Αξίζει όμως να θεραπευθεί το τεράστιο ζήτημα που δημιουργεί η διάταξη του άρθρου 32 Σ που επιτάσσει βουλευτικές εκλογές, αν στην εκλογή του ΠτΔ δεν επιτευχθεί αριθμητική πολιτική συναίνεση στη Βουλή[14].
Το ζήτημα της αλλαγής του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απασχόλησε τόσο τη Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή του 1996, η οποία διαπίστωσε την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 32 Σ όσο και την Η΄ Αναθεωρητική Βουλή του 2000, στην οποία δεν επιτεύχθηκε τελικά η απαιτούμενη πλειοψηφία των 180 ψήφων για την αναθεώρηση του.
IV.-Ο ΠτΔ να εκλέγεται για μια μόνο θητεία εξη ετών, χωρις δικαιώμα επανεκλογής.
2.-Τήν απόλυτη καθιέρωση της Δικαστικής Ανεξαρτησίας[15],με την επιλογή[16] της Ηγεσίας[17] της Δικαιοσύνης από τις Ολομελειες[18] των Ανωτάτων Δικαστηρίων,τροποποιουμένου σχετικά του άρθρου 90 παρ 5 Σ.
3.-α)Η αναβίβαση του ΑΕΔ[19],σε «Συνταγματικό» Δικαστήριο που θα επιλύει τελικώς τα πάσης φύσεως συνταγματικά ζητηματα, με την χορήγηση δικαιώματος ατομικής προσφυγης από οποιονδηποτε πολίτη και β) την καθιερωση προληπτικού ελέγχου συνταγματικοτητος των νόμων και των κανονιστικών πραξεων από το Συμβούλιο της Επικρατείας.γ)Προτείνεται βέβαια να διατηρήσουν όλα τα δικαστήρια (όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών) το συγκεκριμένο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων,με ειδικότερες ρυθμίσεις και επιβάλεται ο αυστηρός προληπτικός δικαστικός έλεγχος των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου δ)Ολες χωρίς καμμιά εξαιρεση οι πράξεις των αλλών λειτουργιών(Εκτελεστικής και νομοθετικής και πλέον και των interna corporis (εσωτερικά ζητήματα) της Βουλής),ελέγχονται από τα δικαστήρια (όπως συμβαίνει[20] απαρεγκλητα από τις 18/1871και 23/1897 απόφασεις του ΑΠ μέχρι σήμερα) κατά το άρθρο 93 παρ. 4Σ[21].
Η αποψη της διατηρήρησης του υπάρχοντος συστήματος του διαχύτου ελέγχου εχει σημαντικά πλεονεκτήματα ,όπως, είπε ο Σύμβουλος του ΣτΕ Ν.Ρόζος: α) « η αφηρημένη και “εν κενώ” ερμηνεία του Συντάγματος από το Συνταγματικό Δικαστήριο[22] όπως είπε ο Αντιπροέδρος του ΑΠετ κ Κυριτσάκης:« Ο «διάχυτος» δικαστικός έλεγχος, όπως ισχύει σήμερα (άρθρ. 93 παρ. 4 και 101 παρ.1ε Συντάγματος), επιβάλλεται και, πρέπει, να διατηρηθεί, αφού αυτό αποτελεί, ιστορικό και ουσιαστικώς ορθό επίτευγμα της δημοκρατίας και ειδικότερη έκφραση και εφαρμογή της ιεραρχίας των κανόνων του δικαίου, ουσιαστικό στοιχείο της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών και εν τέλει θεμελιώδη εγγύηση του κράτους δικαίου. Όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στη συνείδηση των νομικών και όσων από τους πολίτες έχουν γνώση του θέματος, ο διάχυτος έλεγχος αποτελεί το στολίδι της νομολογίας και της ελληνικής έννομης τάξης και συναρτάται απόλυτα με το δεδικασμένο»[24] έχει το μέγιστο μειονέκτημα ότι το τυχόν σφάλμα δεν διορθώνεται, ενώ με το σύστημα του διάχυτου ελέγχου δίνονται πολλοί ερμηνευτικοί χρωματισμοί στους νόμους και το Σύνταγμα, ανάλογα με την εξέλιξη των συνθηκών και των ηθών, της ζωής δηλαδή, και το πλήθος των περιπτώσεων. Τέλος, είναι οποτεδήποτε δυνατή η διόρθωση της εσφαλμένης κρίσεως.Δεν πρέπει επίσης να παροράται το ότι με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου θα επιβραδυνθή κατά πολύ η απονομή της δικαιοσύνης και θα μειωθή η εφαρμογή του Συνταγματικού Δικαίου. Ειδικότερα, η προβολή λόγου περί αντισυνταγματικότητας θα είναι προνόμιο μόνον εκείνων που θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να διαρκέση μεγάλο χρονικό διάστημα η δίκη. Συνεπώς θα προτιμάται η προβολή λόγων περί αντιθέσεως στο κοινοτικό δίκαιο και στην Ε.Σ.Δ.Α.Για όλους αυτούς τους λόγους, η ίδρυση Συνταγματικού Δικαίου στην Ελλάδα, πέραν του ότι είναι αντίθετη στη συνταγματική μας παράδοση και του ότι γεννά πολύ περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύει, είναι ύποπτη, ανεξήγητη και αποκρουστέα[23].» άλλωστε
Αξίζει να σημειωθεί βεβαια ότι ο Αντώνης Μανιτακης[25] εχει πεί: «Δεν βλέπω, κατά συνέπεια, άλλη αιτιολογία για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου εκτός από μία, που δεν ομολογείται: τον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας από την πολιτική με την ουσιαστική στέρηση του δικαστή και κάθε δικαστή της εξουσίας που έχει, πάνω από έναν αιώνα, να ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων
4.- Εκλογή λαικών δικαστων[26] :Στα Ανωτατα Δικαστήρια επιλέγονται(εκτός επετηρίδος) από τις Ολομελειες τους κατά το 1/10 Δικαστές με ή χωρίς θητεία, που δεν προέρχονται όμως από το Δικαστικό Σώμα,διαθέτουν επαρκή νομική παιδεία και θα μεταφέρουν το λαικό αίσθημα στο δικαστήριο(όπως συμβαίνει με το ΑΕΔ στο οποιο συμμετέχουν σήμερα καθηγητές Πανεπιστημίου).
5.-Καθιέρωση θεσμού «Γενικού Επιτρόπου»[27] :με την μετατροπή της Γενικής Επιτροπείας της Επικράτειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου[28] σε ανεξάρτητο δικαστικό ελεγκτή νομιμοτητας, για τη διαφύλαξη της σύννομης και χρηστής διοικητικής δράσης που επάγεται δημοσιονομικό αποτέλεσμα και την καταπολέμηση της διαφθοράς.Στο Γενικο Επίτροπο υπάγονται διοικητικά ολοι οι ελεγκτικοι[29] μηχανισμοί του Κράτους.
6.-Η μείωση του αριθμού των βουλευτών: σε 200.Τα μέλη της Κυβερνησεως να μην υπερβαινουν τους 20.
7.Η κατάργηση κάθε μορφής προνομίου ή ασυλίας: για τους βουλευτές και Υπουργούς. Η σημερινή ρύθμιση του άρθρου 86 Σ είναι ατυχέστατη και σκοπεί δυστυχώς στο ακαταδίωκτο αφού θεσμοθετήθηκε μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία για την ποινική δίωξη των υπουργών, η οποία πιστεύω ότι είναι αδύνατο ή μάλλον ανέφικτο, να καταλήξει στην παραπομπή τους στο ακροατήριο[30]. Η θέσπιση ασυμβίβαστου του αξιώματος του υπουργού με την ιδιότητα του βουλευτή.
8.-Η καθιερωση μόνιμων Αναπληρωτών Υπουργών ή Υφυπουργών: στα Υπουργεία Παιδείας,Αμυνας και Εξωτερικών και επί του Προϋπολογισμού, με 6ετή θητεία και εκλογή τους που θα επιλέγονται από τον Προέδρο της Δημοκρατίας ή με αυξημένη πλειοψηφία απο την Βουλή και θα εχουν την ευθύνη της συνέχισης της εθνικής πολιτικής .
9.-Η δημιουργία εκλογικών περιφερειών με γνώμονα την διαίρεση σε επίπεδο Περιφερειών, με βουλευτές Περιφέρειας και μόνιμο εκλογικό σύστημα. Να καθιερωθεί ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας. Οι υπουργοί να κωλύονται να είναι υποψήφιοι βουλευτές μετά τη λήξη της θητείας τους
10.-Προτείνεται, επίσης, ανώτατο όριο θητειών για όλα τα αιρετά αξιώματα: Για τους βουλευτές το όριο αυτό θα είναι δύο θητείες. Η διαμόρφωση και η συνεπής εφαρμογή ενός αξιόπιστου και αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου των πολιτικών δαπανών και χρηματοδοτήσεων μέσω αποκλειστικά της Δικαιοσύνης, με την ευθυνη του Γενικού Εισαγγελέα.
11.Η δημιουργία του το ΑΣΔΥ: (Ανώτατο Συμβούλιο Δημόσιων Υπηρεσιών) με ευθυνη την οργανωση και τη διοικηση του προσωπικου των δημοσιων Υπηρεσιών.- Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι ένα νέο ΑΣΔΥ το οποίο (όπως π.χ. η Civil Service Commission στη M. Βρετανία) θα έχει σημαντικούς υλικούς και ανθρώπινους πόρους, ηγεσία με κύρος και αυτονομία από το κομματικοκρατικό κατεστημένο. Ενας τέτοιος οργανισμός θα μπορούσε να ελέγχεται δημοκρατικά από μια διακομματική επιτροπή του Κοινοβουλίου,με δικαστικές εγγυήσεις .Στόν μηχανισμό αυτό ν’ απορροφηθεί το ΑΣΕΠ.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ:
Ο Αριστοτέλης πρώτος όρισε το πολιτευμα ως […την τάξην ταις πόλεσι την περί τας αρχάς, τίνα τρόπον νενέμηνται και τι το κύριον της πολιτείας, και τι το τέλος της εκάστης κοινωνίας εστί..], (Πολιτικ. Γ’ 5) ορισμός που ισχύει ακόμα και σήμερα. Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου η εξουσία πηγάζει από τον λαό, ασκείται από τον λαό και υπηρετεί τα συμφέροντα του λαού και αυτό γίνεται με κανόνες που το Σύνταγμα επιβαλλει,έτσι η σημερινή κρίση επιβαλλει την προσαρμογή του Συντάγματος μας για την θωράκιση της Ελληνικής Πολιτείας,στις καινούργιες πραγματικότητες. Πρέπει άμεσα να ανοίξει ευρύτατος διάλογος µε όλα τα µέσα ενηµέρωσης και µε το ∆ιαδίκτυο, όπου όλοι οι έλληνες πολίτες θα µπορούν να καταθέτουν τις απόψεις τους. Η Κυβέρνηση μπορεί και πρέπει ν’ανοιξει ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο ,όπου οι πολίτες θα κατασουν τις απόψεις τους για την Συνταγματική Αναθεώρηση. Ο κατ’ εξοχήν θεσµός της ελληνικής δηµοκρατίας που θα συζητήσει τη συνταγµατική µεταρρύθµιση είναι το ελληνικό Κοινοβούλιο και η αρµόδια Επιτροπή Θεσµών και ∆ιαφάνειας,εκεί πρέπει να ετοιμασθεί η νέα Μεταπολίτευση.Προτείνεται άμεσα στο Υπουργικό Συμβούλιο την συγκρότηση Επιστημονικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος από διακεκριμένες προσωπικότητες ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, στο πλαίσιο της συνταγματικής μεταρρύθμισης και με Πρόεδρο προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας στον ελεγχο συνταγματικοτητας των νόμων.Η Επιτροπή μπορεί να προχωρήσει στην διεξαγωγή συνεδρίου επί της αναθεωρήσεως με σκοπό να διασφαλιστεί η συμμετοχή της κοινής γνώμης, ιδίως της ειδικής κοινής γνώμης, σε χώρους επιστημονικούς και κοινωνικούς που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αναθεώρηση ή για επιμέρους κεφάλαιά της, θα συλλέξει απόψεις μέσω της διαβούλευσης από τα Ανώτατα Δικαστήρια,την Κοινωνία των Πολιτών, τους φορείς, τα κόμματα, τις οργανώσεις των πολιτών, θα τις συστηματοποιήσει και θα τις καταθέσει στην κυβέρνηση, για να τις φέρει στη Βουλή ως πρόταση Αναθεώρησεως του Συνταγματος,ετσι ώστε αξια να μπορούμε να εχομε ένα νέο Σύνταγμα που υπερηφανα να λέμε:
«…Χρώμεθα γὰρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τοὺς τῶν πέλας νόμους, παράδειγμα δὲ μᾶλλον αὐτοὶ ὄντες τισὶν ἢ μιμούμενοι ἑτέρους. καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ’ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται· μέτεστι δὲ κατὰ μὲν τοὺς νόμους πρὸς τὰ ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον, κατὰ δὲ τὴν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπὸ μέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ’ ἀρετῆς προτιμᾶται, οὐδ’ αὖ
κατὰ πενίαν, ἔχων γέ τι ἀγαθὸν δρᾶσαι τὴν πόλιν, ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται[31]»
1/3/2013

 


[1] Με χαρακτηριστική την περίπτωση των «Ιουλιανών» του 1965.
[2] Βλ: Προκόπη Παυλόπουλου : Tο βιβλίο Η Αναθεώρηση του Συντάγματος – Υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής εμπειρίας.
[3] Βλ: Μάνεσης, Αριστόβουλος: Η συνταγματική αναθεώρηση του 1986, Παρατηρητής, 1989
[4] Βλ: ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΦΟΥΝΤΕΔΑΚΗ: Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ (Πολιτικοί Θεσμοί) – Πανεπιστημιακές παραδόσεις 2011 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΙΙ (ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ)«Το εύρος των προεδρικών αρμοδιοτήτων αποτέλεσε το αντικείμενο της αναθεώρησης του 1986, κατά την οποία αυτές μειώθηκαν δραστικά. Η αναθεώρηση κινήθηκε προς την κατεύθυνση του κοινοβουλευτικού χαρακτήρα του πολιτεύματος, αίροντας ρυθμίσεις που ενίσχυαν υπερβολικά τον πολιτευματικό ρόλο του αρχηγού του κράτους, χωρίς όμως να επιτύχει την ενδυνάμωση του Κοινοβουλίου. Προκάλεσε, έτσι, την υπερβάλλουσα ενίσχυση του πρωθυπουργο-κεντρικού στοιχείου του πολιτεύματος, ανατρέποντας κάθε είδους αντίβαρο στην πολιτική εξουσία του Πρωθυπουργού.»
[5] Βλ: Σπυρόπουλος Φίλιππος: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως ‘ρυθμιστής του πολιτεύματος’, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1990
[6] Βλ: σε άρθρο Αντώνη Μακρυδημήτρη: ΒΗΜΑ 04/02/2001«Οι αρμοδιότητες του Προέδρου»« Το καλύτερο πολίτευμα είναι εκείνο στο οποίο υπάρχουν θεσμικά όρια στην υπερβολική συγκέντρωση της εξουσίας» (http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=130421)
[7] Βλ και Αντώνη Π.Αργυρού « ΤΑ “ΠΡΟΝΟΜΙΑ” ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ” ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ” ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ», σε ειδικο τεύχος ΝΟΒ 60,2012
[8] Βλ:Μανωλκίδης, Σωτήρης , “Η αναθεώρηση της διαδικασίας της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η συνταγματική υποδοχή της δυνατότητας άμεσης εκλογής του ΠτΔ ως πρόβλημα καθορισμού των ορίων του αναθεωρητικού διαβήματος”, Νομικό Βήμα, 2001, σ. 144-151
[9] Βλ: Γ. ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΥ ««Από τη Γ’ στη Δ’ Ελληνική Δημοκρατία» σε Έντυπη Έκδοση Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 /2/2013
[10]Το θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απευθείας από τον λαό θέτει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, σε ανάρτησή του στον προσωπικό του λογαριασμό στο twitter.«Να συζητήσουμε για έναν άλλο ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας και τον τρόπο εκλογής του. Η άμεση εκλογή από το λαό πρέπει να συζητηθεί», τονίζει χαρακτηριστικά.
(http://www.voria.gr/index.php?module=news&func=display&sid=121206 )
[11] Η μορφή του πολιτεύματος που θεσπίζει το ισχύον Σύνταγμα είναι αυτή της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Το ζήτημα του αιρετού ή μη αρχηγού του κράτους ρυθμίστηκε οριστικά μετά την κατάρρευση της δικτατορίας (24.7.1974), με το δημοψήφισμα της 8.12.1974, και αποτυπώθηκε στο άρθρο 1 παρ.1 Σ.
[12] Στα Πρακτικά της Ολομέλειας της Βουλής της 5.5.1998 σελ7777 επ, ο καθηγητής Προκόπης Παυλόπουλος θεωρεί ότι η αμεση εκλογή του ΠτΔ δεν είναι οι περιορισμοί του άρθρου 110 Σ αλλά το γεγονός ότι ο ΠτΔ δεν έχει τόσες αρμοδιότητες που να δικαιολογούν την άμεση εκλογή του,βλ:σε υποσημ 1 του Μανωλκίδη, Σωτήρη ,ο.π.-
[13] Στο Συνταγματικό Δίκαιο του καθηγητή Φ.Σπυρόπουλου (εκδ Αντ.Σακκουλα,2006) σελ 348 αναφερεται ότι: «Στην Αναθεώρηση του 2001 δεν τεθηκε ζήτημα ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του Προέδρου.Σιωπηρώς εγινε δεκτός ο περιορισμός τους το 1986»
[14] βλ. Κ. Μποτόπουλος, Τα Νέα, 22.7.09.
[15] Βλ Αντώνης Π. Αργυρός : «Η Δικαιοσυνη σε δοκιμασία»Ελληνική Δικαιοσύνη, τόμος 48ος, τεύχος 2ο 2007.
[16] Βλ:Γ.Κουμάντος: «Δικαιοσύνη:Ο μύθος και πραγματικότητα»,Γ.Κουμάντος,Στόχος :η δημοκρατία ,Αθήναι 1975,152επ.
[17] Ο Πρόεδρος του ΣτΕ Κ.Μενουδάκος προτείνει: «Γίνεται μεγάλη συζήτηση για το ποιος επιλέγει τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους των ανώτατων δικαστηρίων. Νομίζω ότι αυτή είναι λάθος συζήτηση, διότι πραγματικά δεν μπορεί να βρεθεί ο ιδανικός τρόπος και το ιδανικό εκλεκτορικό σώμα, το οποίο δεν θα είχε κάποιες αδυναμίες. Αυτό που πρέπει να γίνει -και είναι το τέταρτο σημείο που προτείνω-, είναι να καταργηθεί ο βαθμός του προέδρου». πηγή: www.enet.gr 12 Φεβ 2013.
[18] Βλ: 14/1998 Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
[19]Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ,το οποίο θεσμοθετείται με βάση το άρθρο 100 τουΣυντάγματος, έχει αρμοδιότητες εκλογοδικείου (έκπτωση βουλευτών λόγωκωλύματος ή ασυμβιβάστου, έλεγχος δημοψηφίσματος) και αρμοδιότητα να επιλύειτη σύγκρουση απόψεων ανώτατων δικαστηριών σχετικά με την έννοια ή τη συμφωνία με το Σύνταγμα διατάξεων τυπικού νόμου.
[20] Με τον ν 3900/2010 νομίζω επιτυγχάνεται περιορισμός του διαχυτου ελέγχου βλ: ΤΑΣΟΣ Γ. ΠΡΟΥΣΑΝΙΔΗΣ: Ο Νόμος 3900/2010 , Οι θεσμικές αλλαγές στη Δικονομία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δημοσιευμένο στην ΕΔΔΔ 2011, σελ.898 επ.
[21] Βλ Νικολάου Κλαμαρή «Ο Ελευθεριος Βενιζέλος και οι Συνταγματικές Αναθεωρήσεις από χθές στο σήμερα» «¨Δικαστική Ανεξαρτησία και ελεγχος της συνταγματικότητας (1911-2006)Ανάτυπο ημερίδας 27.11.2006
[22] Βλ: Γεώργιος Γεραπετρίτης «Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ελλάδα: Μία όψιμη εμφύτευση» (2006) Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου 53
[23] Βλ: Νίκος Ρόζος, Σύμβουλος Επικρατείας, Δ.Ν.σε Περιοδικό Δίκη Έτος [2006] -Ιούλιος – Αύγουστος 2006 «Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου με την προσεχή αναθεώρηση του Συντάγματος»
[24] Βλ: Δημήτριος Κυριτσάκης:Αναθεώρηση του Συντάγματος,ΝΟΜΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ Ε.ΝΟ.Β.Ε. – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑΝΟΕΜΒΡΙΟΣ – ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2006 – ΤΕΥΧΟΣ 40
[25] Βλ: «H δικαστική εξουσία υπό «δικαστική αντίληψη»; ΤΟ ΒΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 25/06/2006
[26] Αξίζει να σημειωθει οτι το Γερμανικό σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης προβλέπει την ύπαρξη «λαικών δικαστών»πχ: Τα πρωτοβάθμια δικαστήρια εργατικών διαφορών (ως δικαστήρια των Länder). Οι υποθέσεις εκδικάζονται σε τμήματα από έναν επαγγελματία δικαστή και δύο λαϊκούς δικαστές, εκ των οποίων ένας εκπροσωπεί τον εργαζόμενο και ένας τον εργοδότη Τα εφετεία εργατικών διαφορών (επίσης δικαστήρια των Länder) αποφασίζουν επί προσφυγών κατά αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων εργατικών διαφορών. Και στην περίπτωση αυτή, τα τμήματα αποτελούνται από έναν επαγγελματία και δύο λαϊκούς δικαστές. Τα διοικητικά δικαστήρια αποτελούνται από τρεις επαγγελματίες δικαστές και δύο λαϊκούς δικαστές.
[27] Δικαστικοί λειτουργοί που έλαβαν γνώση του άρθρου μου ,επεσημάναν και ορθά ότι γίνεται σύγχιση με τον Εισαγγελέα του ΑΠ.Αλλωστε την πατρότητα του όρου και της ιδέας «Γενικός Εισαγγελέας» έχει ο Πρωτοδίκης Γρεβενών Μιχαλης Ντόστας βλ : άρθρο του σε “Η επικείμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος και η Δικαιοσύνη”, το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 27.1.2013 στην ιστοσελίδα “ethemis.gr” και στη συνέχεια (στις 11.2.2013) στην ιστοσελίδα του Ομίλου “Αριστόβουλος Μάνεσης” (constitutionalism.gr)
[28] Μετά το Κεφάλαιο Θ’ του Δεύτερου Μέρους του Πρώτου Τμήματος του ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών» (ΦΕΚ Α΄ 35), στο άρθρο 109 αναφερεται «Ανεξάρτητη δικαστική αρχή 1. Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ανεξάρτητη δικαστική αρχή.2. Δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή τη διαφύλαξη της σύννομης και χρηστής διοικητικής δράσης που επάγεται δημοσιονομικό αποτέλεσμα και την καταπολέμηση της διαφθοράς.»
[29] τα Ελεγκτικά Σώµατα διαδραµατίζουν πολύ σηµαντικό ρόλο στο έλεγχο της ∆ιοίκησης ως µορφή εσωτερικού έλεγχου της.Μέχρι σήµερα έχει δηµιουργηθεί ένας ικανός αριθµός ελεγκτικών σωµάτων που παρουσιάζει µεγάλη ποικιλοµορφία ως προς το πεδίο δράσης τους. Όπως ο Γενικός Επιθεωρητής ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης το Σώµα Επιθεωρητών-Ελεγκτών ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης , το Συντονιστικό Όργανο Επιθεώρησης και Ελέγχου (Σ.Ο.Ε.Ε.) To Σώµα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας,To Σώµα Επιθεωρητών Ελεγκτών Υπουργείου Μεταφορών, H Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος To Σώµα Επιθεωρητών ∆ηµοσίων Έργων . Όργανα Ελέγχου Υπουργείου Οικονοµικώνκλπ.-
[30] Αρθρο Αντωνη Αργυρού: Η Ποινική Ευθύνη Υπουργών – Προβλήματα “Παραγραφής” http://www.lawnet.gr 31/12/2012,
[31] ΘΟΥΚ 2.34.1–2.46.2: Ο Επιτάφιος του Περικλή.

Η «μικρή» μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης με το Ν. 3996/2011: Η άρση των εκκρεμοτήτων, ο περιορισμός των προσδοκιών και η αναδρομική ανατροπή δικαιωμάτων

Χρήστος Μορφακίδης, Λέκτορας Δ.Π.Θ.

Η «μικρή» μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης με το Ν. 3996/2011: Η άρση των εκκρεμοτήτων, ο περιορισμός των προσδοκιών και η αναδρομική ανατροπή δικαιωμάτων

1. ΕισαγωγήΟ νόμος 3996/2011 «Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 170/5.8.2011) αποτέλεσε το δεύτερο κατά σειρά, αλλά και σε εμβέλεια, διάβημα του κοινού νομοθέτη στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης,[1] η οποία είχε ως αφετηρία τη θέσπιση του νόμου 3863/2010 τον Ιούλιο του 2010. Στο Β΄ μέρος του (άρθρα 34 έως 90) ο αποκληθείς και ως «μίνι ασφαλιστικός» νόμος περιέλαβε ρυθμίσεις θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης. Η δια νόμου διευθέτηση πολλών από αυτά αναμενόταν επί μακρόν, ήδη αμέσως μετά τη θέσπιση του νόμου 3863/2010. Ο λόγος ήταν ότι η σπουδή με την οποία πραγματοποιήθηκε με το πρώτο εκείνο μεταρρυθμιστικό εγχείρημα η εισαγωγή νέων θεσμών και η διαρρύθμιση σχέσεων κοινωνικής ασφάλισης ιδιαίτερης σημασίας είχε ως συνέπεια να αναφυούν κανονιστικά κενά. Η συμπλήρωσή τους, συνεπώς, απαιτούσε τη – σύντομη – θέσπιση νέων ρυθμίσεων, η οποία, ωστόσο, συντελέστηκε μετά την παρέλευση ενός και πλέον έτους. Η καθυστερημένη νομοθετική άρση των αμφιβολιών ως προς το ακριβές περιεχόμενο θεσμών που είχε εισαγάγει ο νόμος 3863/2010 είχε ως συνακόλουθο όχι απλώς τον περιορισμό προσδοκιών που είχε προκαλέσει η γενικότητα των αρχικών διατυπώσεων, αλλά και την αναδρομική ανατροπή δικαιωμάτων που βάσει εκείνων είχαν ήδη θεμελιωθεί και σε πολλές περιπτώσεις ήδη ενασκηθεί με την υποβολή στην κοινωνικοασφαλιστική διοίκηση σχετικών αιτημάτων. Στην παρούσα θέση επιχειρείται προεχόντως η κριτική προσέγγιση θεσμικών ρυθμίσεων του νόμου 3996/2011 που λόγω της γενικότητας του πεδίου εφαρμογής τους συνεπάγονται σημαντικές επιπτώσεις για ευρύτατα τμήματα του ασφαλιζόμενου πληθυσμού, ανεξάρτητα από το φορέα ασφάλισής τους.[2] Εκ δευτέρου επιχειρείται και ο σχολιασμός επιμέρους διατάξεων, οι οποίες θίγουν ενδεχομένως σχετικά μικρό κύκλο ασφαλισμένων αλλά περιορίζουν το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση με ιδιαίτερη ένταση. Η μελέτη επικεντρώνεται στην εξέταση των σχετικών ρυθμίσεων που αφορούν στο δικαίωμα σε σύνταξη. Οι τελευταίες περιλήφθηκαν στα κεφάλαια Α΄ και Β΄ του μέρους Β΄ του σχολιαζόμενου νόμου.

Τα όρια του συνταγματικού πατριωτισμού και η διεθνής ανάγνωση του Μνημονίου (αναδημοσίευση από το Νομικό Βήμα)

Παναγιώτης Γκλαβίνης Αναπληρωτής Καθητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Τα όρια του συνταγματικού πατριωτισμού και η διεθνής ανάγνωση του Μνημονίου (αναδημοσίευση από το Νομικό Βήμα)

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

IΔ Συμπόσιο του ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης Θέμα: ʽΔημοκρατία της Βαϊμάρης: 80 χρόνια μετά την κατάλυσή της – Βυτίνα Αρκαδίας, 08-09/03/2013


IΔ Συμπόσιο του ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης Θέμα: ʽΔημοκρατία της Βαϊμάρης: 80 χρόνια μετά την κατάλυσή της – Βυτίνα Αρκαδίας, 08-09/03/2013

ΟΜΙΛΟΣ «ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΜΑΝΕΣΗΣ » ΑΣΤΙΚΗ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ www.constitutionalism.gr

IΔ’’ ΣΥΜΠΟΣΙΟ με θέμα: ‘‘Δημοκρατία της Βαϊμάρης: 80 χρόνια μετά την κατάλυσή της’’ 08-09 Μαρτίου 2013

Bυτίνα, Αρκαδίας

Πανταζοπούλειο Πνευματικό Κέντρο

 

Πρόγραμμα
Παρασκευή 8.3.2013
17:00 Έναρξη (Νίκος Αλιβιζάτος)
17:15 «Βαϊμάρη, 1918-1933: κοινοβουλευτισμός, κρίση και δικτατορία»
(Αλέξανδρος Κεσσόπουλος)
17:45 «Σύνταγμα της Βαϊμάρης: μεταξύ μεγάλων προσδοκιών και βαθειάς δυσπιστίας προς τον κοινοβουλευτισμό» (Βασιλική Χρήστου)
18:15 «Οι συνταγματολόγοι στη Βαϊμάρη: μεθοδολογικές διαμάχες» (Δημήτρης Δημούλης)
18:45 Συζήτηση
Σάββατο 9.3.2013
10:30 «Carl Schmitt και συνταγματικός φορμαλισμός» (Παύλος Σούρλας)
11:00 «Ο Αριστόβουλος Μάνεσης στη Βαϊμάρη» (Φίλιππος Βασιλόγιαννης)
11:30 «Η επικαιρότητα της Βαϊμάρης» (Βασίλης Βουτσάκης)
12:00 «Το σκιάχτρο της Βαϊμάρης» (Σταύρος Τσακυράκης)
12:15 Συζήτηση
Συμπεράσματα (Γιάννης Δρόσος)

 

Ξενοδοχεία με προσφορές για τους συνέδρους (περιλαμβάνεται πρωινό):
www.aesko.gr: 1κλ. 60/95 €, 2κλ. 75/110 €, 3κλ. 100/135 €, κ. Γλύκα, 2795029040
www.aiora-suites.gr: 1κλ. -, 2κλ. 70 €, 3κλ. 80 €, κ. Παλιάκης 2795022992
www.artmainalon: 1κλ.. -, 2κλ. 70 €, 90 €, 140 €, 3κλ. -, κ. Μπακογιάννη 2795022217
www.arxontikonikolopoulou: 1κλ. -, 2κλ. 70 €, 3κλ. 80 €, κ. Παπαδούλα, 2795022274
www.melivia.gr: 1κλ. -, 2κλ. 50 €, 3κλ. 50 €, κ. Λιαροπούλου, 2710237271
Δείπνο Παρασκευής:
«Κληματαριά», 2795022226
(πρόταση των διοργανωτών, με πολύ λογικό κόστος).
Προσοχή: Για να έχει ο Όμιλος μιαν εικόνα του αριθμού των συμμετεχόντων, θερμή παράκληση να σχετικό στέλνετε μήνυμα (: «Τα λέμε στη Βυτίνα») στη Λίνα Παπαδοπούλου (: linapapa@gmail.com), με κοινοποίηση στο val12law@otenet.gr (Σοφία Πανούση: γραμματεία προέδρου).

 

ΣτΕ (Ολομ.) 38/2013 [Συνταγματικότητα «Καλλικράτη»]

με σχόλιο Δέσποινας Α. Τζιόλα, Υποψήφιας Διδάκτορα Συγκριτικού Δικαίου Α.Π.Θ., ΜΔΕ Διεθνών Σπουδών Α.Π.Θ.

ΣτΕ (Ολομ.) 38/2013 [Συνταγματικότητα «Καλλικράτη»]

Αριθμός 38/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
[ΟΤΑ – Συνενώσεις και καταργήσεις Δήμων στο πλαίσιο του προγράμματος «Καλλικράτης» – Κριτήρια και αρχές με βάση το άρθρο 101 του Συντάγματος – Έννοια τοπικότητα – Κρίση για τη συνταγματικότητα της κατάργησης και συνένωσης Δήμων]

 
Πρόεδρος: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος
Εισηγητής: Νικ. Μαρκουλάκης, Σύμβουλος
 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την εξής σύνθεση: Π.
Πικραμμένος, Πρόεδρος, Κ. Μενουδάκος, Σωτ. Ρίζος, Δημ. Πετρούλιας, Αθ. Ράντος, Αγγ.
Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Νικ. Ρόζος, Αν. Γκότσης, Χρ. Ράμμος, Νικ. Μαρκουλάκης, Δίον. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Α.-Γ. Βώρος, Π. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας, Π. Καρλή, Αντ. Ντέμσιας, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Εμμ. Κουσιουρής, Αντ. Σταθάκης, Β. Ραφτοπούλου, Κων. Κουσούλης, Κων. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Σύμβουλοι, Χρ. Ντουχάνης, Αικ. Ρωξάνα, Ι. Μιχαλακόπουλος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Δ. Κυριλλόπουλος και Θ. Αραβάνης καθώς και η Πάρεδρος Αικ. Ρωξάνα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη.

 

Για να δικάσει την από 30 Αυγούστου 2010 αίτηση…
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 6ης Σεπτεμβρίου 2010 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδαφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 45892/11.8.2010 (ΦΕΚ Β´ 1292/11.8.2010) απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Νικ. Μαρκουλάκη.

 

1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 παρ. 2 (με την οποία παρ. 2 προστέθηκαν τέσσερα εδάφια στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 8 του π.δ. 18/1999, Α´ 8) του ν. 3719/2008, Α´ 241 (βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου 88 Α/2011) της Συμβούλου Ευαγγελίας Νίκα, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την κρινόμενη υπόθεση, λαμβάνει μέρος αντ’ αυτής στην διάσκεψη ως τακτικό μέλος ο Σύμβουλος Διομήδης Κυριλλόπουλος, αναπληρωματικό μέχρι τώρα μέλος της συνθέσεως.
….
3. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, λόγω σπουδαιότητας, με την από 6.9.2010 πράξη του Προέδρου, ο αιτών…., ζητεί την ακύρωση της υπ’ αριθ. 45892/11.8.2010 αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β´ 1292/11.8.2010), στην οποία καταγράφονται, μεταξύ άλλων, οι δήμοι της Χώρας και οι οικείες δημοτικές και τοπικές κοινότητες, καθώς και ο πληθυσμός τους, καθ’ ο μέρος η εν λόγω απόφαση αφορά το νέο Δήμο…, προβάλλοντας ότι η πράξη αυτή ερείδεται επί της ως άνω, αντισυνταγματικής κατά τον αιτούντα δήμο, διατάξεως νόμου. Η ακύρωση της πράξεως αυτής ζητείται για τον ίδιο λόγο και από τον δεύτερο αιτούντα, Δήμαρχο και δημότη του ως άνω καταργουμένου Δήμου …
4. Επειδή, η έκδοση της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 283 παρ. 11 του ως άνω ν. 3852/2010, η οποία ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι όλοι οι πρωτοβάθμιοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (δήμοι) περιλαμβάνονται σε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ότι στην απόφαση αυτή αναγράφεται ο συνολικός πληθυσμός κάθε δήμου και αναλυτικά ο πληθυσμός των δημοτικών και τοπικών κοινοτήτων. Η πράξη αυτή αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα, αφού η έκδοσή της προβλέπεται ειδικώς από το νόμο και, πέραν των άλλων, καθορίζει ρητώς για κάθε δήμο τις οικείες δημοτικές και τοπικές κοινότητες, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 2 του ν. 3852/2010 και έχουν συγκεκριμένες αρμοδιότητες (βλ. κατωτέρω, σκέψη 10). Κατά την γνώμη όμως των Αντιπροέδρων Δ. Πετρούλια και Α. Θεοφιλοπούλου και των Συμβούλων Ν. Ρόζου, Ν. Μαρκουλάκη, Ι. Μαντζουράνη, Α.-Γ. Βώρου, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρη, Ι. Ζόμπολα, Α. Ντέμσια, Σ. Χρυσικοπούλου, Β. Καλαντζή, Δ. Κυριλλόπουλου, Α. Σταθάκη και Κ. Φιλοπούλου, προς την οποία συντάχθηκε και ο Πάρεδρος Ι. Μιχαλακόπουλος, η προσβαλλόμενη πράξη στερείται εκτελεστότητας, αφού καταγράφει δεδομένα που συνάγονται είτε από τις διατάξεις του νόμου είτε από τα αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού και, συνεπώς, δεν έχει αυτοτελείς έννομες συνέπειες.
5. Επειδή, ο αιτών οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, ο οποίος, με την προαναφερθείσα ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. 31 Α3 του ν. 3852/2010, καταργείται λόγω της συνενώσεώς του, μαζί με άλλους δήμους, στο νέο Δήμο…, νομιμοποιείται κατ’ αρχήν στην άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως υπό την ιδιότητά του αυτή (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3175/1996
7. Επειδή, με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 101 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η οργάνωση της διοίκησης του Κράτους σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 102 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού ως θεσμός και ως οργανωτικό σχήμα της δημόσιας διοίκησης, χωρίς πλέον ονομαστική αναφορά στους δήμους και τις κοινότητες, που συγκροτούσαν πριν από την αναθεώρηση του 2001 τον πρώτο βαθμό. Με το εν λόγω άρθρο 102 δεν καθιερώνεται αυτονομία υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ο.τ.α.), δηλαδή εξουσία αυτοτελούς θεσπίσεως κανόνων δικαίου, αλλά διασφαλίζεται μόνον αυτοδιοίκηση, δηλαδή εξουσία να αποφασίζουν επί των τοπικών υποθέσεων δι΄ιδίων οργάνων, εντός των πλαισίων των κανόνων που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους και θεσπίζονται από τον τυπικό νόμο ή την κατ΄εξουσιοδότηση τούτου κανονιστικώς δρώσα διοίκηση (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3229/1987,1809/1983 καθώς και Σ.τ.Ε.389/2009). Εξ άλλου, η σύσταση ενός ο.τ.α., η διατήρησή του ή η κατάργησή του δια της συνενώσεως αυτού με άλλους ο.τ.α., καθώς και οι συναφείς ρυθμίσεις, όπως ο καθορισμός των ορίων, της εκτάσεως και της έδρας του, δεν αποτελούν τοπικές υποθέσεις αλλά γενικότερης σημασίας θέματα, επιλυόμενα στο επίπεδο της κεντρικής εξουσίας, για την ρύθμιση των οποίων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο το γενικότερο δημόσιο και εθνικό συμφέρον όσο και οι ιδιαίτερες συνθήκες των οικείων περιοχών (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3194/1990, 1427-1430/1981). Περαιτέρω, η σύσταση νέου ο.τ.α., δια της συνενώσεως ο.τ.α. που καταργούνται, δεν αποτελεί ατομική ρύθμιση, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, θα ανήκε κατ΄αρχήν στην αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά ρύθμιση με κανονιστικό περιεχόμενο (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3175,3177/1966, καθώς και Σ.τ.Ε. 1974/2002, 284/1993, 2124/1991). Συνεπώς, η ρύθμιση αυτή μπορεί να θεσπίζεται είτε ευθέως με τυπικό νόμο είτε με προεδρικό διάταγμα εκδιδόμενο κατ΄εξουσιοδότηση του νόμου, κατά τους γενικούς όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η κατ΄εξουσιοδότηση έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων (πρβλ. Σ.τ.Ε.Ολομ. 3194/1990, 1427-1430/1981). , 3194/1990, καθώς και Σ.τ.Ε. 2672, 2673/2003, 1489/2000). Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, καθορίζονται για κάθε δήμο οι οικείες δημοτικές και τοπικές κοινότητες, αποτελεί εξειδίκευση των διατάξεων του ν. 3852/2010 που προβλέπουν συνένωση δήμων, όπως είναι και η ως άνω επίμαχη διάταξη. Με τα δεδομένα αυτά παραδεκτώς ασκείται από τον αιτούντα δήμο η υπό κρίση αίτηση από άποψη εννόμου συμφέροντος, διότι η βλάβη του έγκειται στην έκδοση πράξεως που εξειδικεύει και καθιστά δυνατή την εφαρμογή της ως άνω, περί καταργήσεώς του, διατάξεως τυπικού νόμου, η οποία, κατ’ αυτόν, είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3266/2008, 372/2005, 1095/2001, 1792/1997, 4577/1996, 2112/1984). Επίσης, λόγω αντίστοιχης βλάβης, η κρινόμενη αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον και από τον δεύτερο αιτούντα, τόσο υπό την ιδιότητά του ως Δημάρχου του καταργουμένου Δήμου… όσο και υπό την ιδιότητά του ως δημότη αυτού, παραδεκτώς δε ομοδικούν οι ως άνω αιτούντες, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3194/1990, καθώς και Σ.τ.Ε. 1489/2000).
6. Επειδή, στο άρθρο 101 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 27-5-2008 Ψήφισμα της Η΄ Αναθεωρητικής Βουλής, προβλέπεται ότι: «1. H διoίκηση τoυ Kράτoυς oργανώνεται σύμφωνα με τo απoκεντρωτικό σύστημα. 2. H διoικητική διαίρεση της Xώρας διαμoρφώνεται με βάση τις γεωoικoνoμικές, κoινωνικές και συγκoινωνιακές συνθήκες. 3. Τα περιφερειακά όργανα του Κράτους έχουν γενική αποφασιστική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις της περιφέρειάς τους. Τα κεντρικά όργανα του Κράτους, εκτός από ειδικές αρμοδιότητες, έχουν τη γενική κατεύθυνση, το συντονισμό και τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των περιφερειακών οργάνων, όπως νόμος ορίζει. 4. Ο κοινός νομοθέτης και η Διοίκηση, όταν δρουν κανονιστικά, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών, μεριμνώντας για την ανάπτυξή τους.». Περαιτέρω, στο άρθρο 102 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι: «1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους. 2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Οι αρχές τους εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει. 3. Με νόμο μπορεί να προβλέπονται για την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών ή την άσκηση αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης αναγκαστικοί ή εκούσιοι σύνδεσμοι οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που διοικούνται από αιρετά όργανα. 4. Το Κράτος ασκεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους. Ο έλεγχος νομιμότητας ασκείται, όπως νόμος ορίζει. Πειθαρχικές ποινές στα αιρετά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκτός από τις περιπτώσεις που συνεπάγονται αυτοδικαίως έκπτωση ή αργία, επιβάλλονται μόνο ύστερα από σύμφωνη γνώμη συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές, όπως νόμος ορίζει. 5. Το Κράτος λαμβάνει τα νομοθετικά, κανονιστικά και δημοσιονομικά μέτρα που απαιτούνται για την εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας και των πόρων που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση της αποστολής και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης με ταυτόχρονη διασφάλιση της διαφάνειας κατά τη διαχείριση των πόρων αυτών. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την απόδοση και κατανομή, μεταξύ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των φόρων ή τελών που καθορίζονται υπέρ αυτών και εισπράττονται από το Κράτος. Κάθε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από κεντρικά ή περιφερειακά όργανα του Κράτους προς την τοπική αυτοδιοίκηση συνεπάγεται και τη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τον καθορισμό και την είσπραξη τοπικών εσόδων απευθείας από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης». Εξάλλου, στο άρθρο 26 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια · οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού». Τέλος, στο άρθρο 24 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του 2001, ορίζεται ότι: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων….2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης….».
[συγκλίνουσα γνώμη] Οι Σύμβουλοι Γ.Παπαγεωργίου και Γ.Ποταμιά με συγκλίνουσα γνώμη υποστήριξαν ότι η σύσταση ο.τ.α., η κατάργησή του (δια συγχωνεύσεώς του με άλλους ο.τ.α.) ή η μεταβολή των ορίων του (με προσθήκη ή αφαίρεση οικισμών) δεν αποτελούν ατομικές ρυθμίσεις, αλλά ρυθμίσεις με κανονιστικό περιεχόμενο, εκ μόνο δε του λόγου αυτού, οι εν λόγω ρυθμίσεις επιτρεπτώς, κατά το Σύνταγμα, επιχειρούνται με τυπικό νόμο ή με κανονιστικό προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται κατ΄ εξουσιοδότηση τυπικού νόμου, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν τα ρυθμιζόμενα ως άνω θέματα αποτελούν προεχόντως τοπικές υποθέσεις των προσώπων που συγκροτούν τους οικείους ο.τ.α.(δημοτών) ή των κατοίκων τους, ή αν αποτελούν προεχόντως υποθέσεις γενικοτέρου ενδιαφέροντος, υπερβαίνοντος τον κύκλο των ανωτέρω προσώπων.
[μειοψηφούσα γνώμη] Η Σύμβουλος Μ. Καραμανώφ διετύπωσε την ακόλουθη γνώμη: «Η διάταξη του άρθρου 102 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει ρητά αφ΄ενός μεν την ύπαρξη των ο.τ.α. α΄βαθμού, αφ΄ετέρου δε την αρμοδιότητα αυτών ως φυσικών φορέων διαχειρίσεως των τοπικών τους υποθέσεων. Η έννοια, επομένως, της τοπικής υποθέσεως κατ΄αντιδιαστολή προς την διατοπική, περιφερειακή, κρατική κ.λ.π. αποτελεί το θεμελιώδες ουσιαστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό των εδαφικών ορίων εκάστου ο.τ.α α΄βαθμού. Τοπική υπόθεση υπό την έννοια αυτή είναι εκείνη η οποία δύναται ή οφείλει να αποφασίζεται από την ίδια την τοπική κοινωνία με κριτήρια που προσιδιάζουν στο οικείο τοπικό σύστημα. Πρέπει δηλαδή να πρόκειται για υπόθεση η οποία αφ΄ενός μεν δεν επηρεάζει ευρύτερο σύστημα (όμορους δήμους, νομό, περιφέρεια, επικράτεια), έτσι ώστε τα τελευταία να δύνανται να θιγούν αν αυτή κριθεί από τοπικά όργανα με αμιγώς τοπικά κριτήρια (π.χ. χωροταξία, παιδεία), αφετέρου δε δύναται να επηρεάσει αρνητικά το τοπικό σύστημα αν ανατεθεί σε όργανα διατοπικού, νομαρχιακού ή περιφερειακού συστήματος, τα οποία εξ ορισμού είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους με τα αντίστοιχα ευρύτερα κριτήρια. Με δεδομένες δε τις ιστορικές συνθήκες διαμορφώσεως των πρωτοβάθμιων ο.τ.α. της ελληνικής επικράτειας καθώς και την ιδιαίτερη πολιτιστική και οικονομική φυσιογνωμία εκάστου, η κατά τα ανωτέρω οριοθέτηση ενός γνήσιου τοπικού συστήματος ο.τ.α α΄ βαθμού προϋποθέτει επιστημονική διάγνωση, αξιολόγηση και συνεκτίμηση πλειόνων παραγόντων, διαφόρου κατά περίπτωση βαρύτητας, οι οποίοι συνθέτουν την ταυτότητά του και προσδιορίζουν εκείνο που για κάθε συγκεκριμένο ο.τ.α. αποτελεί τοπική του υπόθεση. Και ναι μεν η υποχρεωτική συνένωση ο.τ.α. δεν είναι τοπική υπόθεση, πρέπει όμως να αποφασίζεται με κριτήρια και διαδικασίες επιστημονικές, οι οποίες διασφαλίζουν αφ΄ενός μεν την, κατά την συνταγματική επιταγή, διατήρηση των πρωτοβάθμιων ο.τ.α. ως φυσικών φορέων διαχείρισης των τοπικών τους υποθέσεων, αφ΄ετέρου δε το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών καθώς και τον άμεσο, έγκαιρο και αποτελεσματικό έλεγχο των σχετικών επιλογών. Η εφαρμογή όμως τέτοιων κριτηρίων και διαδικασιών, οι οποίες επιτρέπουν την αναγκαία εξατομικευμένη εξέταση κάθε περιπτώσεως συνένωσης Δήμων ή Κοινοτήτων είναι εξ ορισμού διοικητικές και συμμετοχικές και, ως εκ τούτου, δεν προσιδιάζουν στην κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος φύση του τυπικού νόμου, αλλά στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, και δη σε επίπεδο προεδρικού διατάγματος. Με τα δεδομένα αυτά , η δια του ν. 3852/2010 κατάργηση και συνένωση Δήμων και Κοινοτήτων, η οποία μάλιστα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου δεν στηρίζεται στην αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα, τεκμηριωμένη επιστημονική μελέτη, καταρτισθείσα με τη συμμετοχή του ενδιαφερομένου ο.τ.α., είναι ανίσχυρη ως αντίθετη προς τα άρθρα 20 παρ.1, 26 και 102 παρ.1 του Συντάγματος».
8. Επειδή, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 102 του Συντάγματος, είναι κατ΄ αρχήν επιτρεπτή η διά νόμου, εντός του πλαισίου συνολικής αναδιάρθρωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης, κατάργηση, ακόμη και σε ευρεία κλίμακα, δήμων και κοινοτήτων και η συνένωσή τους σε μεγαλύτερους πρωτοβάθμιους ο.τ.α. Εφόσον δε, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, η κατάργηση ενός ο.τ.α. δια της συνενώσεώς του με άλλους πρωτοβάθμιους οργανισμούς δεν αποτελεί τοπική υπόθεση αλλά γενικότερης σημασίας θέμα, δεν υφίσταται συνταγματική υποχρέωση να ζητείται, κατά την διαδικασία της διοικητικής αναδιαρθρώσεως της τοπικής αυτοδιοίκησης, η προηγούμενη γνώμη των τυχόν θιγομένων οργανισμών, των κατοίκων ή των εκλογέων τους (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 1427/1981). Εξ άλλου, ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος ούτε από άλλη συνταγματική διάταξη επιβάλλεται να στηρίζεται σε ειδική μελέτη η ως άνω διοικητική αναδιάρθρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία άλλωστε δεν εμπίπτει στην έννοια της κατά το εν λόγω άρθρο 24 χωροταξικής αναδιάρθρωσης.
[μειοψηφούσα γνώμη] Οι Σύμβουλοι Γ.Παπαγεωργίου, Γ,.Ποταμιάς και Β.Καλαντζή διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: «Με τη σύσταση ο.τ.α. παρέχεται, κατά το Σύνταγμα, διοικητική αυτοτέλεια σε συγκεκριμένα εκάστοτε σύνολα προσώπων, συνδεομένων με ορισμένη εδαφική περιοχή, για την διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Ουσιώδες δε συστατικό στοιχείο κάθε ο.τ.α. αποτελεί το εν λόγω σύνολο προσώπων, όπως, ακριβώς, ουσιώδες εννοιολογικό στοιχείο του Κράτους αποτελεί ο Λαός, το σύνολο δηλαδή των πολιτών (βλ. Πρακτικά Βουλής επί του Συντάγματος, συνεδρ. 7η/30-1-1975,σελ.430-431, εισηγητής πλειοψηφίας Δ.Νιάνιας). Το ουσιώδες αυτό συστατικό στοιχείο των ο.τ.α.-που προκύπτει και από τις ανέκαθεν και διεθνώς χρησιμοποιούμενες σχετικές λεκτικές διατυπώσεις (Δήμος, Κοινότητα, collectivité, commune, Gemeinde)- δεν μπορεί, κατά το Σύνταγμα, να αγνοείται από το νομοθέτη κατά την θέσπιση ρυθμίσεων που αφορούν στον συγκεκριμένο εκάστοτε ο.τ.α. και δη σ΄ αυτήν την ίδια την ύπαρξή του (βλ. Πρακτικά Βουλής επί του Συντάγματος, όπου ανωτέρω, σελ. 432). Ρύθμιση, συνεπώς, με την οποία καταργείται υφιστάμενος ο.τ.α. (δια συγχωνεύσεως με άλλους) πρέπει, κατά το άρθρο 102 του Συντάγματος, να ανταποκρίνεται, κατ΄ αρχήν, στην βούληση των προσώπων που τον συγκροτούν, η οποία μπορεί να εκφράζεται και εμμέσως, με αποφάσεις των αιρετών τους οργάνων (βλ. τις περί συγχωνεύσεως πρωτοβάθμιων ο.τ.α. ρυθμίσεις αλλεπάλληλων Κωδίκων Δήμων και Κοινοτήτων), εν πάση δε περιπτώσει, να λαμβάνει υπ΄όψιν και να αξιολογεί την βούληση των προσώπων τούτων ως προς το εν λόγω ζήτημα». Μειοψήφησε επίσης η Σύμβουλος Μ. Καραμανώφ σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη.
9. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 102 του Συντάγματος, ο νομοθέτης δύναται να προβαίνει σε συνένωση δήμων και κοινοτήτων σε μεγαλύτερους πρωτοβάθμιους ο.τ.α. με κριτήρια, πέραν του γενικότερου δημόσιου και εθνικού συμφέροντος, τα τοπικά δεδομένα που συναρτώνται καταρχήν με τις γεωοικονομικές, κοινωνικές και συγκοινωνιακές συνθήκες των οικείων περιοχών, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 101 παρ.2 του Συντάγματος (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3194/1990, 1427-1430/1981, καθώς και Σ.τ.Ε. 119, 545/2001). Και τούτο διότι η τελευταία αυτή διάταξη εισάγει ενιαίο πλαίσιο κριτηρίων τόσο για την διοικητική διαίρεση του Κράτους όσο και για την διάρθρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης σε επί μέρους οργανισμούς. Εξάλλου, με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 101 παρ.4 του Συντάγματος γίνεται ειδική αναφορά στις ιδιαίτερες συνθήκες, μεταξύ άλλων, των ορεινών περιοχών, τις οποίες ο νομοθέτης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη και κατά την διοικητική αναδιάρθρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, μεριμνώντας για την ανάπτυξη των εν λόγω περιοχών. Όμως, η διάταξη αυτή δεν έχει μονοσήμαντη έννοια, δεν απευθύνεται δηλαδή επιταγή για την δημιουργία ορεινών ο.τ.α., αλλά εναπόκειται στο νομοθέτη να επιλέξει την επωφελέστερη για την ανάπτυξη των ορεινών περιοχών λύση, η οποία δεν αποκλείεται να είναι και η συνένωση ορεινών ο.τ.α. με όμορους ημιορεινούς ή πεδινούς οργανισμούς. Περαιτέρω, η ανασυγκρότηση της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης, για την οποία ο νομοθέτης έχει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, πρέπει, για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, να γίνεται με γνώμονα την προσφορότερη και αποτελεσματικότερη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων έτσι ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της συνταγματικής αρχής της ισότητας των παρεχομένων υπηρεσιών από τους ο.τ.α. στους πολίτες όλης της Επικράτειας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 119,545/2001). Εξ άλλου, η βιωσιμότητα απλώς ενός ο.τ.α. δεν καθιστά ανεπίτρεπτη κατά το Σύνταγμα την κατάργηση και την ένταξή του, βάσει των ως άνω κριτηρίων, σε μεγαλύτερους οργανισμούς (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3194/1990). Δεν θα ήταν όμως επιτρεπτή κατά το Σύνταγμα η δημιουργία πρωτοβάθμιων ο.τ.α. τόσο ευρείας περιφέρειας, ώστε να καταργείται, κατ΄ουσίαν, η αποτελούσα τον πυρήνα των συνταγματικών διατάξεων, με τις οποίες κατοχυρώνεται η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση, έννοια της τοπικότητας και, συγκεκριμένα, η αυτοδιοίκηση των τοπικών κοινωνιών σε ένα πρώτο επίπεδο. Ενόψει των ανωτέρω, διάταξη νόμου με την οποία, στα πλαίσια συνολικής και σύμφωνης, κατ΄αρχήν, με το άρθρο 102 του Συντάγματος ανασυγκρότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης, καταργείται ο.τ.α. και συνενώνεται με άλλους, δύναται να κριθεί από το δικαστήριο, στο οποίο άγεται η σχετική διαφορά, ως αντίθετη με το Σύνταγμα, αν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η συγκεκριμένη κατάργηση και συνένωση έγινε κατά πρόδηλη παραγνώριση των ανωτέρω συνταγματικών κριτηρίων. Ο έλεγχος δε της συνταγματικότητας της σχετικής διατάξεως από το αρμόδιο δικαστήριο, από την άποψη της λήψεως υπόψη από το νομοθέτη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των ως άνω κριτηρίων, είναι έλεγχος οριακός. (πρβλ. Σ.τ.Ε.Ολομ. 3443/1998, καθώς και Σ.τ.Ε. 119, 545/2001, 1333/2000).
[μειοψηφούσα γνώμη] Οι Σύμβουλοι Γ.Παπαγεωργίου και Β. Καλαντζή διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: «Κατά το άρθρο 102 του Συντάγματος, η αναγνωριζόμενη στους ο.τ.α. διοικητική αυτοτέλεια συνεπάγεται την διοίκηση των υποθέσεων-και, εντεύθεν, την ικανοποίηση των αναγκών- των τοπικών κοινωνιών δι΄ιδίων αιρετών οργάνων. Η κατάλυση, συνεπώς, της διοικητικής αυτοτέλειας ορεινών περιοχών, δια της καταργήσεως ορεινών Δήμων και Κοινοτήτων (και, ιδίως δια της συνενώσεως αυτών με πεδινούς, ημιορεινούς ή αστικούς ο.τ.α.), συνεπάγεται προφανώς, καθ΄ εαυτήν, απομείωση της ειδικής μέριμνας που επιβάλλεται στο νομοθέτη, για την ανάπτυξη των ορεινών περιοχών, από την παρ.4 του άρθρου 101 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το από 27-5-2008 Ψήφισμα της Η΄Αναθεωρητικής Βουλής. Εξ άλλου, εν όψει της αναθέσεως από το Σύνταγμα (άρθρο 102 παρ.1) της διοικήσεως των «τοπικών» υποθέσεων στους οργανισμούς «τοπικής» αυτοδιοικήσεως, δεν είναι επιτρεπτή η δημιουργία πρωτοβάθμιων ο.τ.α. τόσον ευρείας περιφέρειας, ώστε να καταργείται κατ΄ουσίαν, η έννοια της «τοπικότητας» και να σχηματίζονται οργανισμοί πρωτοβάθμιας αυτοδιοικήσεως που να τείνουν από άποψη μεγέθους, προς αυτοδιοικητικά σχήματα ανωτέρων βαθμίδων (βλ.Σ.τ.Ε. 119, 545/2001, 1333/2000)».
Μειοψήφησε επίσης ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος διετύπωσε την ακόλουθη γνώμη: «Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 ξεκινώντας με την διαπίστωση ότι η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί χαρακτηριστικό θεσμό του Ελληνισμού στην ιστορική του πορεία θέλησε να τον διασφαλίσει με τις λεπτομερείς ρυθμίσεις του άρθρου 102 του Συντ/τος (βλ. Πρακτικά Συντάγματος, Συν. 7η/30-1-1975, σελ. 431. Εισηγ. Πλειοψηφίας Δ. Νιάνιας). Σε αντίθεση με τον σκοπό και τα κριτήρια που προβλέπονται από το άρθρο 101 παρ.2 και 4 του Συντ/τος για την διοικητική διαίρεση και οργάνωση της Χώρας σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα, με το άρθρο 102 ο συντακτικός νομοθέτης εγγυάται, εν πρώτοις, με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού το δικαίωμα στους κατοίκους μιας οικιστικής ενότητας, που συνδέονται, κατ΄αρχήν, με κοινά κοινωνικά και ιστορικά χαρακτηριστικά και τοπική εγγύτητα, να διοικούν τις υποθέσεις τους με αρχές και όργανα, που εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία σε οργανισμούς με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια (βλ. Πρακτικά Συντάγματος, σελ. 431,432).Θεσμοθετήθηκε δε η ελεύθερη δράση των ο.τ.α. και η απλή εποπτεία του κράτους επ΄αυτών (παράγρ.4). Ο συντακτικός νομοθέτης δεν αντιμετωπίζει τους ο.τ.α. πρώτου βαθμού της ελληνικής περιφέρειας ως «οιονεί επιχειρήσεις» με κριτήρια βιωσιμότητας και αποτελεσματικότητας δεδομένου ότι προβλέπει (παραγρ.3) την δυνατότητα δημιουργίας αναγκαστικών ή εκούσιων συνδέσεων ο.τ.α. που θα διοικούνται από αιρετά όργανα για την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών ή την άσκηση αρμοδιοτήτων των ο.τ.α. και επιβάλλει την εξασφάλιση οικονομικής αυτοτέλειας και πόρων. Έτσι, ο κοινός νομοθέτης δεσμεύεται από την ως άνω βούληση του συντακτικού νομοθέτη και δεν δύναται κατ΄επίκληση γενικώς του δημοσίου συμφέροντος και κριτηρίων που δεν προβλέπονται από το άρθρο 102 του Συντάγματος να συγκροτεί πρωτοβάθμιους ο.τ.α. τόσο ευρείας περιφέρειας, ώστε να καταργείται, κατ΄ουσίαν, η αποτελούσα τον πυρήνα των πιο πάνω διατάξεων, με τις οποίες κατοχυρώνεται η τοπική αυτοδιοίκηση, έννοια της τοπικότητας».
10. Επειδή, με τις διατάξεις του ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α΄87) ανασυγκροτείται η τοπική αυτοδιοίκηση και η αποκεντρωμένη κρατική διοίκηση. Τον πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοικήσεως συγκροτούν οι δήμοι, οι οποίοι συνιστώνται ανά νομό, ως αυτοδιοικούμενα κατά τόπο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ορισμένοι ήδη υφιστάμενοι δήμοι παραμένουν χωρίς καμία μεταβολή, ενώ, σε ευρεία κλίμακα, συνιστώνται νέοι δήμοι, δια της συνενώσεως υφισταμένων δήμων και κοινοτήτων, οι οποίοι καταργούνται (άρθρο 1). Μεταξύ άλλων ρυθμίσεων, προβλέπεται, στο άρθρο 1 παρ 2 εδ. 31, η σύσταση στο Νομό Λάρισας των εξής δήμων: «Α… 1. Δήμος Ελασσόνας με έδρα την Ελασσόνα… 2. Δήμος Φαρσάλων με έδρα τα Φάρσαλα… 3. Δήμος Αγιάς με έδρα την Αγιά αποτελούμενος από τους δήμους α. Αγιάς β. Ευρυμενών γ. Λακέρειας και δ. Μελιβοίας, οι οποίοι καταργούνται. 4. Δήμος Τεμπών με έδρα το Μακρυχώρι και ιστορική έδρα τα Αμπελάκια αποτελούμενος από τους δήμους α. Γόννων β. Κάτω Ολύμπου γ. Μακρυχωρίου δ. Νέσσωνος και την κοινότητα Αμπελακίων, οι οποίοι καταργούνται. 5. Δήμος Τυρνάβου με έδρα τον Τύρναβο… 6. Δήμος Λαρισαίων με έδρα τη Λάρισα… 7. Δήμος Κιλελέρ με έδρα τη Νίκαια και ιστορική έδρα το Κιλελέρ…». Ο δεύτερος βαθμός τοπικής αυτοδιοικήσεως αποτελείται πλέον από τις περιφέρειες, οι οποίες προέρχονται από την συνένωση των υφισταμένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, οι οποίες, επίσης, καταργούνται (άρθρο 3). Εξάλλου, η αναδιάρθρωση της τοπικής αυτοδιοικήσεως πρώτου και δεύτερου βαθμού συνδυάζεται με την αναδιάρθρωση της αποκεντρωμένης κρατικής διοικήσεως, με την σύσταση, στη θέση των καταργουμένων κρατικών περιφερειών, των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, οι οποίες εκτείνονται σε ευρύτερα εδαφικά όρια (άρθρο 6). Περαιτέρω, όσον αφορά τον πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, ορίζεται ότι η εδαφική περιφέρεια κάθε νέου δήμου αποτελείται από τις εδαφικές περιφέρειες των συνενούμενων ο.τ.α. Οι εδαφικές αυτές περιφέρειες των καταργούμενων ο.τ.α. αποτελούν τις δημοτικές ενότητες του νέου δήμου και φέρουν το όνομα του πρώην δήμου ή της πρώην κοινότητας (άρθρο 2 παρ. 1). Τα τοπικά διαμερίσματα του άρθρου 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) μετονομάζονται σε τοπικές κοινότητες, εφόσον έχουν πληθυσμό έως και 2.000 κατοίκους και σε δημοτικές κοινότητες, εφόσον έχουν πληθυσμό πάνω από 2.000 κατοίκους (άρθρο 2 παρ. 2). Τοπικές ή δημοτικές κοινότητες αποτελούν και οι δήμοι ή οι κοινότητες που συνενώνονται με τον ν. 3852/2010 και δεν αποτελούνται από τοπικά διαμερίσματα (άρθρο 2παρ.2). Τα δε δημοτικά διαμερίσματα στα οποία διαιρούνται οι δήμοι άνω των 100.000 κατοίκων μετονομάζονται σε δημοτικές κοινότητες (άρθρο 2 παρ. 4). Με άλλες διατάξεις καθορίζονται τα όργανα διοίκησης των δήμων και των δημοτικών και τοπικών κοινοτήτων. Ειδικότερα, ο δήμος διοικείται από το δημοτικό συμβούλιο, την οικονομική επιτροπή, την επιτροπή ποιότητας ζωής, την εκτελεστική επιτροπή και τον δήμαρχο (άρθρο 7 παρ.1).Τα όργανα των δημοτικών κοινοτήτων είναι το συμβούλιο της δημοτικής κοινότητας και ο πρόεδρος του συμβουλίου, τα δε όργανα των τοπικών κοινοτήτων είναι το συμβούλιο της τοπικής κοινότητας, ο πρόεδρος του συμβουλίου και ο εκπρόσωπος της τοπικής κοινότητας προκειμένου για τοπικές κοινότητες μέχρι 300 κατοίκους (άρθρο 8).Περαιτέρω, ρυθμίζονται τα ζητήματα που αφορούν την εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων των δήμων (άρθρα 9-57) και την καταστατική θέση των εν λόγω οργάνων (άρθρα 92 και 93). Προβλέπονται οι αρμοδιότητες και τα σχετικά με τη συγκρότηση και λειτουργία των οργάνων των δήμων (άρθρα 58-78) καθώς και των οργάνων των δημοτικών και τοπικών κοινοτήτων (άρθρα 79-91), τα οποία έχουν αποφασιστικές και γνωμοδοτικές αρμοδιότητες στα όρια της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας (άρθρα 79 – 85). Επίσης, προβλέπεται η εκπροσώπηση στο δημοτικό συμβούλιο όλων των συνενούμενων ο.τ.α. μέσω της εκλογής δημοτικών συμβούλων από την εκλογική τους περιφέρεια (άρθρα 19,25 και 27). Kαθιερώνονται δε νέοι θεσμοί, όπως της επιτροπής ποιότητας ζωής (άρθρο 73), της δημοτικής επιτροπής διαβούλευσης (άρθρο 76)και του συμπαραστάτη του δημότη (άρθρο 77).
 
11. Επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω ν. 3852/2010, βασική προϋπόθεση για την εισαγόμενη με το νόμο αυτό μεταρρύθμιση υπήρξε η ευρύτερη δυνατή συναίνεση τόσο των φορέων της τοπικής αυτοδιοικήσεως όσο και των πολιτών. Οι συλλογικοί φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης (Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων-Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.-και Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας-Ε.Ν.Α.Ε.-), είχαν ήδη προτείνει με πρακτικά συνεδρίων τους (όπως το συνέδριο της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. του 2007 στην Κυλλήνη) και με μελέτες υπαγομένων σ΄αυτούς επιστημονικών οργανισμών (όπως εκείνη του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης -Ι.Τ.Α. -«Χάραξη νέων διοικητικών ορίων για τους ο.τ.α. και την παροχή των αντίστοιχων κινήτρων», Οκτώβριος 2007), την μείωση του αριθμού των ο.τ.α. και την συγκρότηση πληθυσμιακά και γεωγραφικά ισχυρότερων τοπικών οργανισμών. Περαιτέρω, με την απόφαση της ετήσιας τακτικής συνέλευσης της ΚΕΔΚΕ του Ιανουαρίου 2010 υιοθετήθηκαν οι προτάσεις του ως άνω συνεδρίου του έτους 2007. Στις 10-1-2010, δημοσιοποιήθηκε κείμενο, συνταχθέν από επιστημονική επιτροπή με τίτλο «Αρχές νομοθετικής πρωτοβουλίας για τη Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», όπου υπήρχε ειδική αναφορά στα κριτήρια χωροθέτησης των διοικητικών ορίων των νέων ο.τ.α. Ακολούθως, κατά το στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης διατυπώθηκαν μέσω του διαδικτύου 1312 σχόλια και απεστάλησαν 100 επιστολές στο Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Στη συνέχεια, συνεστήθη ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή, η οποία αξιοποίησε και τα ανωτέρω στοιχεία. Οι εργασίες της εν λόγω επιτροπής συνοδεύονταν από διαρκή διάλογο και ανταλλαγή απόψεων με τους εκπροσώπους της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. και της Ε.Ν.Α.Ε.. Στο συνταχθέν από την επιτροπή αυτή προσχέδιο νόμου, το οποίο κατατέθηκε, στις 28-4-2010, στο Υπουργικό Συμβούλιο συμπεριλαμβανόταν η χωροθεσία και η απεικόνιση με την μορφή χαρτών των νέων δήμων, σε ορισμένες δε περιπτώσεις υπήρχαν εναλλακτικές προτάσεις συνενώσεων. Στη δημόσια διαβούλευση, η οποία ακολούθησε, σύμφωνα με το άρθρο 36 του Κανονισμού της Βουλής, απεστάλησαν στο Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης 400 επιστολές από φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και πολίτες, ειδικά δε για ζητήματα χωροθέτησης το Ι.Τ.Α. δέχθηκε 175 επιστολές. Στις 12-5-2010 υποβλήθηκαν στον Υπουργό Εσωτερικών οι προτάσεις της επιτροπής αξιολόγησης της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. για τα όρια των νέων δήμων. Το σχέδιο νόμου κατατέθηκε στη Βουλή, στις 14-5-2010, εισήχθη στην αρμόδια Διαρκή Κοινοβουλευτική Επιτροπή της Βουλής ενώπιον της οποίας παρουσίασαν τις απόψεις τους οι εκπρόσωποι των φορέων της αυτοδιοίκησης (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., Ε.Ν.Α.Ε.) και, τελικώς, η σχετική διαδικασία ολοκληρώθηκε με την ψήφιση του ν. 3852/2010. Με τον νόμο αυτό συνιστώνται σε όλη την επικράτεια τριακόσιοι είκοσι πέντε (325) νέοι δήμοι, έναντι 1.034 προϋφισταμένων δήμων, 13 περιφέρειες αντί 54 νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και 3 διευρυμένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και, παραλλήλως, συνιστώνται 7 Αποκεντρωμένες Διοικήσεις του κράτους έναντι 13 προϋφισταμένων κρατικών περιφερειών. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου οι διατάξεις του εξειδικεύουν και υλοποιούν «βασικές συνταγματικές επιταγές για τη συγκρότηση της τοπικής αυτοδιοίκησης σε δύο λειτουργικές βαθμίδες, με μονάδες που διαθέτουν το κατάλληλο μέγεθος και καθίστανται ικανές να διαχειριστούν τις τοπικές υποθέσεις, αλλά και να αναλάβουν την τοπική διεκπεραίωση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους». Κατά την αιτιολογική έκθεση, η μεταρρύθμιση του προγράμματος «Ι. Καποδίστριας» «βελτίωσε αισθητά την τοπική αυτοδιοίκηση, δεν δημιούργησε σε όλη τη χώρα αποτελεσματικούς δήμους με οικονομική αυτάρκεια και δυνατότητα άντλησης ίδιων πόρων ούτε διοικητική ικανότητα με καλά οργανωμένες υπηρεσίες και ανθρώπινο δυναμικό, που να αξιοποιούν τις νέες δυνατότητες και νέες τεχνολογίες για την παροχή ποιοτικά αναβαθμισμένων υπηρεσιών…. Στο πλαίσιο της νέας αρχιτεκτονικής επαναθεμελιώνεται η πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση με λιγότερους και ισχυρότερους Δήμους, ανεξαιρέτως σε όλη τη χώρα. Οι νέοι δήμοι καθίστανται έτσι ικανοί να ανταποκριθούν στις σύγχρονες απαιτήσεις, αξιοποιώντας τη σύγχρονη τεχνολογία και τις νέες μεθόδους διοίκησης, ώστε να υποδεχθούν διευρυμένες αρμοδιότητες. Η συγκρότηση των δήμων σε πληθυσμιακά και χωρικά μεγαλύτερες γεωγραφικές μονάδες διευκολύνει την ανάπτυξη ενός ισχυρότερου διοικητικού συστήματος, που ικανοποιεί κυρίως δύο στόχους: οι δήμοι να αποτελέσουν έτσι ισχυρές μονάδες τοπικής ανάπτυξης και ταυτόχρονα να εξελίσσονται σε αποτελεσματικούς διαχειριστές υπηρεσιών, ιδίως στην καθημερινή ζωή των πολιτών και στην ποιότητά της». Εξάλλου, σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική έκθεση του νόμου, για τον καθορισμό των διοικητικών ορίων των νέων δήμων χρησιμοποιήθηκαν ορθολογικά και αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία πηγάζουν από το άρθρο 101 παρ.2 του Συντάγματος, ανταποκρίνονται δε παραλλήλως και στο αντίστοιχο γενικό περίγραμμα, όπως αυτό καθορίσθηκε στο συνέδριο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.), το οποίο διενεργήθηκε στην Κυλλήνη το 2007. Συγκεκριμένα, ορίσθηκαν οκτώ (8) κατηγορίες κριτηρίων: Ήτοι κριτήρια 1ον) πληθυσμιακά (ο αριθμός των δημοτών, ο αριθμός των κατοίκων, η πληθυσμιακή πυκνότητα, η κατανομή των κατοικιών), 2ον) κοινωνικά (το μέσο μέγεθος νοικοκυριού, οι μορφωτικοί δείκτες, το ποσοστό αλλοδαπών), 3ον) οικονομικά (η απασχόληση, η δομή της απασχόλησης, η εργασιακή κινητικότητα, το εισόδημα), 4ον) γεωγραφικά (το σχήμα, η προσβασιμότητα, τα δίκτυα υποδομών), 5ον) αναπτυξιακά (η δομή της τοπικής οικονομικής δραστηριότητας και γενικότερα της τοπικής ανάπτυξης, η ύπαρξη εκπαιδευτικών και ερευνητικών φορέων, η συμμετοχή σε κοινοτικά και εθνικά προγράμματα), 6ον) λειτουργικά και βιωσιμότητας του νέου δήμου (πόροι και ενδογενές δυναμικό),7ον ) πολιτικά, ιστορικά, 8ον ) χωροταξικά κριτήρια, με τα οποία επιδιώκεται: i) η γεωγραφική/χωρική ολοκλήρωση των διαφόρων κοινωνικών, διοικητικών και οικονομικών λειτουργιών, εξυπηρετήσεων και υποδομών που διασφαλίζουν συνθήκες βιωσιμότητας (χωρίς να είναι απόλυτος κανόνας), ii) η γεωγραφική κινητικότητα και τα χωρικά πεδία που αυτή διαμορφώνει σε ημερήσια βάση, σύμφωνα με την απασχόληση και σε συνδυασμό με τις λειτουργικές εξαρτήσεις και επιρροές μεταξύ των οικιστικών κέντρων,iii) η ταυτότητα του τόπου που αναφέρεται στο συμβολικό και στο σημειολογικό επίπεδο για την τοπική κοινωνία. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στην αιτιολογική έκθεση, η εφαρμογή των παραπάνω κριτηρίων συμπληρώνεται με ειδικά κριτήρια, τα οποία εφαρμόζονται με απαρέγκλιτο τρόπο σε όλη τη χώρα: 1) Εισάγεται ελάχιστο πληθυσμιακό μέγεθος αυτό των 10.000 μονίμων κατοίκων, προκειμένου ένας δήμος που προκύπτει από συνένωση να μπορέσει να ασκήσει επαρκώς τις νέες αρμοδιότητές του, εξασφαλίζοντας λειτουργική, διοικητική και οικονομική επάρκεια, 2) Το όριο των 10.000 αυξάνεται κατά 20% προκειμένου ένας δήμος να διατηρηθεί στα σημερινά του όρια, 3) Ειδικά για τις μητροπολιτικές περιοχές των πολεοδομικών συγκροτημάτων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, το όριο προσδιορίζεται στους 25.000 μόνιμους κατοίκους, 4) Δεν διασπώνται τα όρια των δήμων, των νομών και των περιφερειών, 5) Δεν συνενώνονται δήμοι χωρίς εδαφική συνέχεια, 6) Στα νησιά εφαρμόζεται η αρχή «ένα νησί ένας δήμος». Μόνο τα μικρά νησιά, τα οποία εξυπηρετούνται από δήμους νησιωτικούς ή μη και διαθέτουν απρόσκοπτη τακτική επικοινωνία με την έδρα του άλλου δήμου συνενώνονται με αυτόν, 7) Αντίστοιχη πρόνοια υπάρχει και για το ορεινό ανάγλυφο της Ελλάδας, το οποίο οφείλει να είναι σεβαστό και να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χωροθέτηση σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή. Ο χαρακτηρισμός ενός νέου δήμου ως ορεινού βασίζεται στον χαρακτηρισμό των δημοτικών διαμερισμάτων από την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Έτσι, μπορεί ο νέος δήμος να εξαιρεθεί από το εθνικό πληθυσμιακό κατώφλι που ισχύει για τους μη ορεινούς δήμους. Ειδικά για τους ορεινούς δήμους εφαρμόζεται διακριτό πληθυσμιακό κατώφλι 8) Ειδικά για τις περιπτώσεις μεγάλων αστικών κέντρων της περιφέρειας, σε αυτά συνενώνονται όμοροι δήμοι, με τους οποίους συναποτελούν λειτουργική ενότητα, ανεξαρτήτως πληθυσμιακού ορίου. Τέλος, στην ως άνω αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια ώστε να υλοποιηθεί η συνταγματική επιταγή του άρθρου 101 παρ.4 του Συντάγματος για ειδική μεταχείριση των νησιωτικών και ορεινών περιοχών της χώρας. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην κατηγορία των ορεινών δήμων υπαγορεύουν την καθιέρωση ειδικού μηχανισμού διοικητικής υποστήριξης των ορεινών από τους εγγύτερους μη ορεινούς δήμους.
12. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η κατάργηση του αιτούντος δήμου διά της συνενώσεώς του στο συνιστώμενο νέο Δήμο… έγινε χωρίς να ληφθούν υπόψη κρίσιμα για την ορθολογική διοικητική αναδιοργάνωση του Νομού…. τοπικά κριτήρια που συνάπτονται με τις γεωοικονομικές, κοινωνικές και συγκοινωνιακές συνθήκες της ευρύτερης περιοχής και των οποίων η τήρηση συνηγορεί υπέρ της συνενώσεως του αιτούντος δήμου με τον Δήμο…. Προβάλλεται, ειδικότερα, ότι η συνένωση των δύο τελευταίων δήμων επιβάλλεται από το γεγονός ότι οι δήμοι αυτοί συνιστούν διοικητική ενότητα, διότι εξυπηρετούνται από κοινές υπηρεσίες (αστυνομικό τμήμα, λιμενικό ταμείο κ.λπ.), συγκροτούν ενιαίο θαλάσσιο και παράκτιο μέτωπο και περιλαμβάνουν το οικοσύστημα του Δέλτα Πηνειού, αποτελούν δε, βάσει του Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Θεσσαλίας, ενιαία αναπτυξιακή ενότητα μαζί με το Δήμο Γόννων και την Κοινότητα Αμπελακίων. Τα δημοτικά συμβούλια των δύο αυτών δήμων, μετά και από σχετικά τοπικά δημοψηφίσματα, γνωμοδότησαν υπέρ της μεταξύ τους συνένωσης, όπως προέβλεπε και σχετική μελέτη του Ι.Τ.Α., άλλως υπέρ της συνένωσής τους με τον Δήμο … Περαιτέρω, ο καταργούμενος Δήμος…, με τον οποίο, μεταξύ άλλων δήμων, συνενώνεται ο αιτών δήμος, δεν είναι όμορος με αυτόν, ενώ μεσολαβεί μεταξύ τους ο ορεινός όγκος του Κισσάβου. Εξ άλλου, το οδικό δίκτυο δεν επιτρέπει ταχεία πρόσβαση από τους οικισμούς του αιτούντος δήμου στις κεντρικές υπηρεσίες του νέου Δήμου…, ενώ υπάρχει σχετική συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση από τα υπεραστικά ΚΤΕΛ όχι απευθείας αλλά μέσω της Λάρισας. Συνεπώς, κατά τους αιτούντες, η σύσταση του νέου Δήμου…, διά συνενώσεως, πλην άλλων δήμων, και του αιτούντος δήμου, παραβλέπει τα κατά το Σύνταγμα τοπικά κριτήρια και καταστρατηγεί τις συνταγματικά προστατευόμενες έννοιες της τοπικότητας και της αποτελεσματικής οργάνωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 101 παρ. 2 και 102 του Συντάγματος, όπως ερμηνεύονται, κατά τα προβαλλόμενα από τους αιτούντες, ενόψει και των άρθρων 1 παρ. 2 και 3, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Επίσης οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι παραβιάζεται εν προκειμένω το άρθρο 102 του Συντάγματος και για τον λόγο ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι ως άνω γνωμοδοτήσεις των δημοτικών συμβουλίων του αιτούντος δήμου και του Δήμου…. υπέρ της συνενώσεώς τους, καθώς και τα αποτελέσματα των σχετικών τοπικών δημοψηφισμάτων. Προβάλλεται επίσης ότι, εφόσον δεν τηρούνται τα ανωτέρω συνταγματικά κριτήρια, υπάρχει και παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω αδικαιολόγητης δυσμενούς διάκρισης εις βάρος των δημοτών του αιτούντος δήμου, σε σχέση με τους δημότες του νέου Δήμου…, και παρεμποδίσεως της ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν. 1850/1989 Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας (Α´ 114), από την οποία συνάγεται ότι οι ο.τ.α., ενεργώντας εντός των πλαισίων του νόμου, πρέπει να είναι σε θέση να διαχειρίζονται ένα σημαντικό μέρος των δημοσίων υποθέσεων προς όφελος του τοπικού πληθυσμού. Όμως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί σε προηγούμενες σκέψεις (όγδοη και ένατη), δεν αντίκειται κατ’ αρχήν στις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 του Συντάγματος νόμος ο οποίος, στα πλαίσια συνολικής αναδιοργάνωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης, καταργεί, ακόμη και σε ευρεία κλίμακα, υφιστάμενους ο.τ.α. με συνένωσή τους σε μεγαλύτερους οργανισμούς, βάσει τοπικών δεδομένων που συναρτώνται καταρχήν με τις γεωοικονομικές, κοινωνικές και συγκοινωνιακές συνθήκες των οικείων περιοχών, προς τον σκοπό της προσφορότερης και αποτελεσματικότερης διοίκησης των τοπικών υποθέσεων. Ο έλεγχος δε της συνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων από το αρμόδιο δικαστήριο, από την άποψη της λήψεως υπόψη από το νομοθέτη των ως άνω κριτηρίων, είναι οριακός. Στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση και τα πρακτικά της Βουλής σκοπός της μεταρρύθμισης, όσον αφορά την πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση, είναι η δημιουργία ισχυρών δήμων, καθώς διαπιστώθηκε ότι, παρά την εφαρμογή της μεταρρύθμισης του προγράμματος «Ι. Καποδίστριας», ελάχιστοι δήμοι ήταν αποτελεσματικοί, με οικονομική αυτάρκεια και δυνατότητα άντλησης ιδίων πόρων, διοικητική ικανότητα, καλά οργανωμένες υπηρεσίες και ανθρώπινο δυναμικό, οι δε επιχειρησιακές δυνατότητες των δήμων υπήρξαν περιορισμένες, με αποτέλεσμα να παρατηρείται μειωμένη ή μηδενική απορρόφηση των κονδυλίων του Γ’ ΚΠΣ και του αναπτυξιακού προγράμματος «Θησέας». Για τη δημιουργία ισχυρότερων δήμων επελέγη ένα σχήμα όπου οι δήμοι αποκτούν, μέσω της αναγκαστικής συνένωσης, μεγαλύτερη περιφέρεια και πληθυσμό και νέες αρμοδιότητες και λειτουργούν με αποκεντρωτικό σύστημα, υπό την έννοια ότι ορισμένες αποφασιστικές και γνωμοδοτικές αρμοδιότητες ανατίθενται σε όργανα των δημοτικών ή τοπικών κοινοτήτων. Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 3852/2010 προκύπτει ότι οι συνενώσεις έγιναν με βάση δέσμη κριτηρίων (βλ. ανωτέρω, ενδέκατη σκέψη), τα οποία συνάδουν προς τα κριτήρια του άρθρου 101 παρ. 2 του Συντάγματος, ενώ ελήφθη μέριμνα ώστε να υλοποιηθεί η συνταγματική επιταγή του άρθρου 101 παρ.4 του Συντάγματος για ειδική μεταχείριση των νησιωτικών και ορεινών περιοχών της χώρας. Τα κριτήρια αυτά είναι γενικά και αντικειμενικά και αφορούν τόσο το σύνολο των συνενώσεων όσο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε δήμου, είναι δε πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το άρθρο 102 του Συντάγματος σκοπού της αποτελεσματικότερης και αποδοτικότερης για τους κατοίκους των νέων ο.τ.α. διοίκησης και διαχείρισης των τοπικών υποθέσεων. Περαιτέρω, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση του Νομού…, θεωρήθηκε ότι τα κριτήρια, τα οποία είχαν τεθεί, μπορούσαν να οδηγήσουν σε δύο εναλλακτικές λύσεις, για τον λόγο δε αυτό στο νομοσχέδιο, το οποίο υποβλήθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο και, στη συνέχεια, κατατέθηκε στη Βουλή, ειδικά για το Νομό … προτείνονταν δύο, εν μέρει διαφορετικές, εκδοχές συνενώσεως των ο.τ.α. του Νομού, και υπό τις δύο όμως εκδοχές προτεινόταν η δημιουργία νέου Δήμου … με τη συνένωση των καταργουμένων δήμων …, … (αιτούντος), …. και ….., η λύση δε αυτή υιοθετήθηκε τελικά. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον δεν προκύπτει στη συγκεκριμένη ρύθμιση περί συνενώσεως των εν λόγω τεσσάρων δήμων πρόδηλη παραγνώριση των ανωτέρω συνταγματικών κριτηρίων, ο έλεγχος της ορθότητας της τελικής επιλογής για συνένωση του αιτούντος δήμου με τους δήμους …., …. και …., αντί της συνενώσεώς του με τον δήμο …., υπέρ της οποίας είχαν ταχθεί ο τελευταίος αυτός δήμος καθώς και ο αιτών ο.τ.α., αναγόμενος στην ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη να προκρίνει την επωφελέστερη για την τοπική αυτοδιοίκηση λύση συνενώσεως, εξέρχεται των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου. Εξ άλλου, διάταξη νόμου η οποία προβλέπει συνένωση και αν ακόμη ένας ή περισσότεροι καταργούμενοι ο.τ.α., οι κάτοικοι ή οι εκλογείς τους διαφωνούν δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, ενόψει των ήδη εκτεθέντων στην όγδοη σκέψη. Κατόπιν αυτών, οι ανωτέρω προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως περί παραβάσεως των άρθρων 101 και 102 του Συντάγματος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθ’ ο δε μέρος πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη ως προς την προκριτέα λύση μεταξύ περισσοτέρων δυνατών συνενώσεων, ο ως άνω πρώτος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ως άνω δε λόγος περί παραβάσεως των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος είναι απορριπτέος προεχόντως διότι στηρίζεται στην εκδοχή ότι εν προκειμένω δεν τηρήθηκαν τα ανωτέρω συνταγματικά κριτήρια. Περαιτέρω, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος και ο ως άνω ισχυρισμός περί παραβάσεως του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας.
[Μειοψηφία] Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Γ. Ποταμιάς και Β. Καλαντζή, οι οποίοι, σύμφωνα με τη γνώμη που διετύπωσαν στην όγδοη σκέψη, υπεστήριξαν την άποψη ότι η επίμαχη ρύθμιση (κατάργηση του αιτούντος δήμου με συγχώνευσή του, μαζί με άλλους δήμους στο Δήμο …) αντίκειται προδήλως στο άρθρο 102 του Συντάγματος, εφόσον, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών δήμος, με απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου, αντιτάχθηκε στην ανωτέρω ρύθμιση (προτείνοντας, αντιθέτως, τη συνένωσή του με τον όμορο Δήμο ….). Περαιτέρω, οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου και Β. Καλαντζή διετύπωσαν και την εξής γνώμη: Όπως προβάλλεται, προκύπτει δε και από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών δήμος και ο προ του ν. 3852/2010 υφιστάμενος Δήμος …. (με έδρα την ….), οι οποίοι ήδη, μαζί με άλλους δήμους, συνενώνονται στο νέο Δήμο … (με έδρα ωσαύτως την ….), αποτελούν τελείως ασύνδετες γεωγραφικά και συγκοινωνιακά περιοχές, εφόσον μεταξύ των δήμων αυτών (οι οποίοι δεν είναι όμοροι) και ιδίως μεταξύ του αιτούντος δήμου και της έδρας του Δήμου …. – τόσον του υφισταμένου προ του ν. 3852/2010 όσον και του συνιστωμένου νέου – μεσολαβεί ο ορεινός όγκος του Κισσάβου ύψους 1978 μ., η δε επικοινωνία του αιτούντος δήμου με την έδρα του συνιστωμένου νέου δήμου με δημόσια μέσα μεταφοράς δεν γίνεται απευθείας, αλλά μόνον μέσω της πρωτεύουσας του νομού (…). Υπό τα δεδομένα αυτά – και ενώ, κατά την αιτιολογική έκθεση του ν. 3852/2010, ως τέταρτη κατηγορία κριτηρίων συγχωνεύσεως ο.τ.α. αναφέρονται τα «γεωγραφικά (σχήμα, προσβασιμότητα, δίκτυα υποδομών)», η επίμαχη ως άνω ρύθμιση δεν λαμβάνει υπόψη, καίτοι ρητώς απαιτείται από το άρθρο 101 παρ. 2 του Συντάγματος, τις γεωοικονομικές και συγκοινωνιακές συνθήκες της περιοχής (συνθήκες οι οποίες, αντιθέτως, θα συνέτρεχαν στην περίπτωση της συνενώσεως του αιτούντος δήμου με τον Δήμο …., όπως προκύπτει τόσον από το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Θεσσαλίας όσον και από την προμνησθείσα μελέτη του Ι.Τ.Α.). Συντρέχει, συνεπώς, εν προκειμένω, και πρόδηλη παραβίαση του άρθρου 101 παρ. 2 του Συντάγματος.
 
13. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 283 παρ. 11 του ν. 3852/2010, στην οποία ερείδεται η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, αντίκειται στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος διότι παρέχει εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης να ρυθμίσει σημαντικό οργανωτικό θέμα, το οποίο μπορεί να ρυθμισθεί μόνον από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδικότερο ή θέμα με τοπικό ενδιαφέρον κ.λπ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού οι αιτούντες στηρίζουν το έννομο συμφέρον τους προς άσκηση της κρινομένης αιτήσεως στην επιδίωξή τους να κριθεί αντισυνταγματική η επίμαχη διάταξη περί καταργήσεως του αιτούντος δήμου, ήδη δε οι σχετικοί λόγοι έχουν απορριφθεί.
Κατά τη γνώμη όμως των Αντιπροέδρων Κ. Μενουδάκου, Δ. Πετρούλια και Α. Θεοφιλοπούλου και των Συμβούλων Ν. Ρόζου, Δ. Μαρινάκη, Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Σακελλαροπούλου, Γ. Ποταμιά, Ε. Αντωνόπουλου, Γ. Τσιμέκα, Φ. Ντζίμα, Β. Καλαντζή, Μ. Παπαδοπούλου και Κ. Κουσούλη, προς την οποία συντάχθηκε και ο Πάρεδρος Χ. Ντουχάνης, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η προμνησθείσα διάταξη εξουσιοδοτεί τον ως άνω Υπουργό να ρυθμίσει ειδικότερο θέμα, δηλαδή μερικότερη περίπτωση θέματος που ρυθμίζεται σε γενικό πλαίσιο στον τυπικό νόμο, και, επομένως, η διάταξη αυτή δεν αντιβαίνει στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 και 23 Μαΐου 2011
Ο Πρόεδρος                                                                Η Γραμματέας
Π. Πικραμμένος                                                          Ε. Κουμεντέρη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 8ης Ιανουαρίου 2013.
Ο Πρόεδρος                                                                Η Γραμματέας
Κ. Μενουδάκος                                                           Μ. Παπασαράντη
 
 
Σχόλιο στην απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 38/2013
[ΟΤΑ – Συνενώσεις και καταργήσεις Δήμων στο πλαίσιο του προγράμματος «Καλλικράτης» – Κριτήρια και αρχές με βάση το άρθρο 101 του Συντάγματος – Έννοια τοπικότητα – Κρίση για τη συνταγματικότητα της κατάργησης και συνένωσης Δήμων]
 
της
Δέσποινας Α. Τζιόλα
Υποψήφιας Διδάκτορα Συγκριτικού Δικαίου Α.Π.Θ., ΜΔΕ Διεθνών Σπουδών Α.Π.Θ.
 
(Βασισμένο στο άρθρο The “Kallikratis Program”: The Influence of International and European Policies on the Reforms of Greek Local Government” των Christina Akrivopoulou, Georgios Dimitropoulos, Stylianos-Ioannis G. Koutnatzis, δημοσιευμένο στο Istituzioni Del Federalismo 3.2012, 653-693)
 
Με την έναρξη της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, ένας από τους πρώτους στόχους που τέθηκε ήταν η αναδιοργάνωση του δημόσιου τομέα και η συνολική διοικητική μεταρρύθμιση. Ωστόσο, η πρώτη προσπάθεια για τη συνολική διοικητική μεταρρύθμιση έγινε με το πρόγραμμα «Καποδίστριας» το 1997 με τον ν. 2539/1997.
Μεταξύ άλλων, με το πρόγραμμα «Καποδίστριας» μειώθηκε μέσω της ενοποίησης ο αριθμός των φορέων που ανήκουν στον πρώτο βαθμό της τοπικής αυτοδιοίκησης (κοινότητες και δήμοι), οι αρμοδιότητές τους διευρύνθηκαν, η εσωτερική διοικητική δομή τους ενισχύθηκε, και τους δόθηκε η δυνατότητα να δημιουργήσουν οικονομίες κλίμακας.
Μετά από μια αρχική περίοδο εθελοντικής ενοποίησης των κοινοτήτων και των δήμων, η έγκριση του προγράμματος Καποδίστριας έγινε υποχρεωτική. Ως εκ τούτου, οι 5700 κοινότητες και οι 300 δήμοι που υπήρχαν πριν από το πρόγραμμα «Καποδίστριας» μειώθηκαν συνολικά σε 1,034 δήμους και κοινότητες. Παρόλα αυτά το πρόγραμμα παρέμεινε περίπλοκο και ανελαστικό, καθώς εισήγαγε ένα σύστημα τοπικής διακυβέρνησης δύο βαθμών ανεξαρτήτων μεταξύ τους, ενώ η διατήρησή του κρίθηκε αρκετά δαπανηρή. Εξάλλου, από την αρχή της εφαρμογής του, το πρόγραμμα «Καποδίστριας» θεωρήθηκε ότι είναι μια μετάβαση σε μια πιο ριζική μεταρρύθμιση.
Η ριζική αυτή μεταρρύθμιση έγινε με το πρόγραμμα «Καλλικράτης» (ν. 3582/2010) υπό την πίεση της οικονομικής κρίσης και των μέτρων που έπρεπε να λάβει η Ελλάδα στο πλαίσιο εφαρμογής των Μνημονίων Συνεργασίας για τη Δημοσιονομική Σταθερότητα της χώρας.
Το πρόγραμμα Καλλικράτης μειώνει γενναία τα πρόσωπα της τοπικής και αποκεντρωμένης διακυβέρνηση, «ψαλιδίζει» τις παράλογες δημόσιες δαπάνες και αποσκοπεί στην ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης και τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητάς της. Παρά το γεγονός ότι έγιναν σημαντικά βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, την ίδια στιγμή το πρόγραμμα «Καλλικράτης» διατήρησε ένα μάλλον πολύπλοκο σύστημα στην εσωτερική οργάνωση των τοπικών φορέων. Το πρόγραμμα «Καλλικράτης» έχει τεθεί πλήρως σε ισχύ μετά την 1η Ιανουαρίου 2011. Παράλληλα μειώνει τους 1034 δήμους και κοινότητες σε 325 δήμους, καταργώντας έτσι εντελώς το θεσμό των κοινοτήτων τον πρώτο βαθμό της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το πρόγραμμα «Καλλικράτης» καταργεί, επίσης, τα όργανα των αυτοδιοικούμενων νομών και τις υπόλοιπες επαρχίες, μετέφερε τις 13 περιφέρειες από το σύστημα της αποκεντρωμένης διακυβέρνησης στο σύστημα της τοπικής αυτοδιοίκησης και ίδρυσε στη θέση τους 7 αποκεντρωμένες διοικήσεις. Ακόμη, οι εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση γίνονται πλέον κάθε 5 χρόνια (και όχι κάθε 4), εναρμονιζόμενες με τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ προκειμένου να εκλέγει μια παράταξη θα πρέπει να συγκεντρώσει το 50% των ψήφων (αντί για 42% που ίσχυε μέχρι την ψήφιση του νόμου 3582/2010).
Παρόλα αυτά, πολλές τοπικές αρχές εναντιώθηκαν στο πρόγραμμα «Καλλικράτης» και προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στηριζόμενες στο άρθρο 102 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ασκείται από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Το ίδιο άρθρο ορίζει στη συνέχεια ότι «Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους».
Το αναθεωρημένο άρθρο 102 του Συντάγματος κάνει ρητή αναφορά στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, συμμορφώνοντας υπό το πρίσμα αυτό, τις υποχρεωτικές ενοποιήσεις που επέφερε το πρόγραμμα «Καλλικράτης», συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης των κοινοτήτων. Ενώ ορισμένοι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι μια σημαντική μείωση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ως τέτοιο θα υπονόμευε την συνταγματικά κατοχυρωμένη τοπικότητά τους, ακόμα και η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η συντακτική θεωρία δικαιολογεί μια τέτοια προσέγγιση μόνο σε ad-hoc βάση. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την προηγούμενη νομολογία, η υπεράσπιση του προγράμματος «Καλλικράτης» δεν αποκλείει κατ’ ανάγκη την ετυμηγορία της αντισυνταγματικότητας όσον αφορά συγκεκριμένα ενοποιήσεις. Πιο συγκεκριμένα, οι συνταγματικοί περιορισμοί απορρέουν από τη συνταγματική έννοια της τοπικότητας που σχετίζονται με τους στόχους της αποτελεσματικής, κατάλληλης και διαφανούς λειτουργίας των τοπικών κυβερνήσεων.
Οι γεωοικονομικές, κοινωνικές και συγκοινωνιακές κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 101 παράγρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την αρχή της τοπικής αυτοδιοίκησης στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Χάρτη για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, παρέχουν την κειμενική βάση για τον οριακό δικαστικό έλεγχο σε περίπτωση προφανούς παραβίασης του συνταγματικού και του διεθνούς δικαίου. Ωστόσο, όπως και στην περίπτωση με το πρόγραμμα «Καποδίστριας», το πρόγραμμα «Καλλικράτης» προβλέπει εξαντλητικά όλες τις λεπτομέρειες σχετικά με την ενοποίηση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και ως εκ τούτου αποκλείει οποιεσδήποτε περαιτέρω εκτελεστικές πράξεις. Υπό το πρίσμα αυτό, η έλλειψη οποιουδήποτε μηχανισμού να αμφισβητήσει ευθέως τη συνταγματικότητα του νόμου στο ελληνικό σύστημα δικαστικού ελέγχου συνεπάγεται την ουσιαστική διαφορά όσον αφορά τη νομική προστασία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των ατόμων. Μια φιλόδοξη προσπάθεια για να κλείσει αυτό το κενό αυτό εντοπίζεται στην παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (άρθρο 6 παράγρ. 1, 13) και του Ευρωπαϊκού Χάρτη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (άρθρο 11).
Η μέχρι πρότινος νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας προσφέρει μια μέτρια εναλλακτική λύση, καθώς διευρύνει σημαντικά την έννοια των «εκτελεστών» πράξεων των διοικητικών αρχών, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας, χωρίς να αμφισβητεί τη θεμελιώδη δομή του ελληνικού συστήματος δικαστικού ελέγχου.
Παρόλα αυτά, το Συμβούλιο της Επικρατείας με την ήδη ανωτέρω απόφαση 38/2013, στην ουσία «ακυρώνει» την ήδη δημιουργηθείσα νομολογία του και κρίνει συνταγματικές τις ενοποιήσεις των δήμων που γίνονται βάσει του προγράμματος «Καλλικράτης» υπό την «απειλή» μιας νέας οικονομικής αναστάτωσης σε περίοδο δημοσιονομικής αστάθειας. Επί της ουσίας μπορούμε να πούμε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας «τερματίζει» τις προσφυγές των δήμων που εναντιώνονται στο πρόγραμμα «Καλλικράτης», φοβούμενο ίσως ότι αποδεχόμενο την εν λόγω προσφυγή θα άνοιγε το «κουτί της Πανδώρας» και πολλοί δήμοι θα στηρίζονταν στην διαμορφούμενη νομολογία. Συνεπώς, φυσικό επακόλουθο θα ήταν η μη εφαρμογή του προγράμματος «Καλλικράτης» με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Συνέδριο με θέμα: «Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος», ΙΣΤΑΜΕ, 25-26/02/2013, Αθήνα


Συνέδριο με θέμα: «Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος», ΙΣΤΑΜΕ, 25-26/02/2013, Αθήνα

Για αναλυτικές πληροφορίες πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Χ. CONTIADES (Ed.), Engineering Constitutional Change. A Comparative Perspective on Europe, Canada and the USA, 478 σελ., Routledge, London 2012 (βιβλιοκρισία: Π. Παραράς / Χρ. Παπαστυλιανός)

Χ. CONTIADES (Ed.), Engineering Constitutional Change. A Comparative Perspective on Europe, Canada and the USA, 478 σελ., Routledge, London 2012 (βιβλιοκρισία: Π. Παραράς / Χρ. Παπαστυλιανός)
kontiadisconstitutionalchange_bΒιβλιοκρισία: Χρήστου Παπαστυλιανού, αναδημοσίευση από το περιοδικό Booksʼ Journal, Μάρτιος 2013
Το ζήτημα της αλλαγής του ελληνικού συντάγματος επανήλθε στο δημόσιο λόγο με μεγαλύτερη ένταση τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής και πολιτικής κρίσης στην Ελλάδα. Αντιμετωπίζεται δε ως ένας τρόπος να τεθούν νέοι κανόνες και μέσω αυτών να επιλυθούν προβλήματα τα οποία αποτελούν ενδημικά φαινόμενα της ελληνικής πολιτικής ζωής. Οι προτάσεις κυμαίνονται από την θέσπιση ενός νέου συντάγματος που θα αποτελέσει καταλύτη για την ολοκληρωτική αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος έως την αναθεώρηση διατάξεων που θα καταστήσουν πιο λειτουργικό το Πολίτευμα της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας[1]. Συνεπώς ένα βιβλίο που εμβαθύνει στο ζήτημα της συνταγματικής αλλαγής ιδίως όταν η ανάλυση βασίζεται στη συγκριτική μελέτη του φαινομένου παρέχει πολλά ερεθίσματα σχετικά με τις θεματικές που μπορεί να περιέχει μια δημόσια διαβούλευση γύρω από το ζήτημα του πως και ποιος αλλάζει ένα σύνταγμα.
Ο επιμελητής και οι συγγραφείς ενός τόμου με θεματικό αντικείμενο τη «συνταγματική αλλαγή» βρίσκονται εξαρχής αντιμέτωποι με την ανάγκη να οριοθετήσουν την έννοια της συνταγματικής αλλαγής έναντι άλλων εννοιών που καλύπτουν επίσης το πεδίο της μεταβολής ενός συντάγματος και κυρίως έναντι της συνταγματικής αναθεώρησης που αποτελεί τη συνήθη μορφή νομικά τυποποιημένης συνταγματικής αλλαγής. Ωστόσο όπως αποδεικνύει και η συλλογή των άρθρων που περιλαμβάνονται σε αυτό τον τόμο και τα οποία αντιστοιχούν στις περιπτώσεις 18 διαφορετικών κρατών[2], η έννοια της συνταγματικής αλλαγής δεν περιορίζεται στη μεταβολή του συνταγματικού κειμένου μετά από μια αναθεώρηση του συντάγματος αλλά περιλαμβάνει κάθε αλλαγή που συμβάλει στη μετατόπιση των ορίων του νοήματος των συνταγματικών κανόνων άσχετα από την «κανονικότητα» και «τυπικότητα» της προέλευσης της. Συνεπώς το περιεχόμενο της έννοιας προσαρμόζεται κάθε φορά στις ιδιαιτερότητες της συνταγματικής παράδοσης κάθε χώρας.
 
Ωστόσο αυτή η παρατήρηση δε σημαίνει ότι είναι αδύνατο να κατατάξουμε τα «είδη» της συνταγματικής αλλαγής με βάση κάποια κριτήρια. Σύμφωνα με τους συγγραφείς του συγκριτικού κεφαλαίου, από τις συμβολές του τόμου αναδεικνύονται τρία κυρίως κριτήρια κατάταξης: α) η σχέση χρόνου και συντάγματος, β) ο θεσμικός ρόλος των παραγόντων που οδηγούν σε μια συνταγματική αλλαγή, γ) η σημασία και το είδος της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης ως προς τη συνταγματική αλλαγή καθώς πρόκειται για την επικρατέστερη μορφή τυποποιημένης συνταγματικής αλλαγής. Ακολουθώντας αυτά τα κριτήρια μπορούμε να διακρίνουμε σύμφωνα με τους συγγραφείς του συγκριτικού κεφαλαίου πέντε πρότυπα συνταγματικής αλλαγής [το «ελαστικό», το «εξελικτικό», το «πραγματιστικό», το «συγκρουσιακό[3]», και το «αμεσό-δημοκρατικό»][4].
 

1. Τα κριτήρια κατάταξης.

Ως πρώτο κριτήριο κατάταξης τίθεται η σχέση μεταξύ της διάρκειας ενός συντάγματος και της αναγκαιότητας προσαρμογής του στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες υπό τις οποίες καλείται εκπληρώσει την αποστολή του[5].  Με ποιο τρόπο ένα σύνταγμα που θεσπίστηκε στο παρελθόν είναι δυνατόν να ρυθμίζει αποτελεσματικά τις βιοτικές σχέσεις στο παρόν; Η εύκολη απάντηση θα ήταν, μέσω της αναθεωρητικής διαδικασίας. Με την αναθεώρηση του συντάγματος επιχειρείται η προσαρμογή του συνταγματικού κειμένου στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, επιχειρείται δηλαδή η συ(ν)-πλήρωση ενός κειμένου το οποίο αδυνατεί να καλύψει με τη διατύπωση του εκ των προτέρων όλες τις περιπτώσεις που πιθανόν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του[6]. Ωστόσο η απάντηση αυτή έχει ορισμένα όρια. Καταρχήν τα περισσότερα συντάγματα περιέχουν μη αναθεωρήσιμες διατάξεις, συνήθως πρόκειται για διατάξεις που αφορούν τη μορφή του πολιτεύματος και τα δικαιώματα [από τις συμβολές που περιέχει ο τόμος προκύπτει ότι μόνο τρεις από τις δεκαοκτώ χώρες έχουν συντάγματα τα οποία δεν περιέχουν μη αναθεωρήσιμες διατάξεις και συνεπώς είναι δυνατή η ολοκληρωτική αλλαγή τους με τη διαδικασία της αναθεώρησης, πρόκειται για τις Ελβετία, Δανία, Ιρλανδία]. Επιπλέον, η αναθεώρηση του συντάγματος είναι μια τυποποιημένη μορφή αλλαγής του συντάγματος. Οι άτυπες μορφές δεν καλύπτονται από τη συνταγματική αναθεώρηση. Συνεπώς ο τρόπος με τον οποίο κάθε σύνταγμα ορίζει τη σχέση του με το χρόνο καθορίζεται από μια σειρά παραγόντων, όπως είναι η πολιτική ιστορία, η κουλτούρα και η συνταγματική ταυτότητα της κάθε χώρας. Το κρίσιμο λοιπόν στοιχείο όσον αφορά την έννοια της συνταγματικής αλλαγής είναι ποιος παράγοντας καθορίζει το χρόνο της συνταγματικής αλλαγής, δηλαδή ποιος μπορεί να επιταχύνει ή να καθυστερήσει το χρόνο που συμβαίνει μια αλλαγή[7].
 
Ωστόσο ο χρόνος μιας συνταγματικής αλλαγής δεν ταυτίζεται πάντα με μια χρονική στιγμή. Μπορεί να αποτελεί μια διαδικασία με διάρκεια στο χρόνο. Μια σειρά από παραδείγματα που παρατίθενται στα κείμενα του τόμου αποδεικνύουν ότι η αλλαγή του νοήματος ορισμένων εννοιών που περιέχονται σε συνταγματικές διατάξεις [π.χ «δημόσια ειρήνη»] καταλήγουν σε αλλαγές ακόμη και στην κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της ομοσπονδίας και των επιμέρους συνιστωσών [Καναδάς][8]. Ακόμη πιο χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των χωρών στις οποίες το νόημα των όρων κρίσιμων συνταγματικών διατάξεων καθορίζεται από την πολιτική ιστορία της χώρας και τη συνταγματική της ταυτότητα σε σημείο που εάν κάποιος αγνοεί αυτές τις παραμέτρους να μην μπορεί να κατανοήσει το νόημα της διάταξης [π.χ στο δανικό σύνταγμα ο όρος «Βασιλέας» παραπέμπει στην Κυβέρνηση]. Σε αυτές τις περιπτώσεις η συνταγματική αλλαγή δεν προϋποθέτει απαραίτητα την αναθεώρηση του συντάγματος αλλά την αλλαγή «παραδείγματος» ως προς το νοηματικό εύρος των εν λόγω εννοιών. Η συνταγματική αλλαγή σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να συμβεί μέσω της ερμηνείας των συνταγματικών διατάξεων η οποία όταν παρουσιάζει συνέχεια και συστηματικότητα συμβάλει σταδιακά στην αλλαγή παραδείγματος. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν είναι ασύμβατη με τη «μορφή» του κυρίαρχου στις σύγχρονες Πολιτείες, χαρακτηριστικό του οποίου είναι, ότι δεν ενσαρκώνεται πλέον από μια μοναδική πηγή εξουσίας που αποφαίνεται απόλυτα για όλα τα ζητήματα που εμπίπτουν στις πολιτειακές υποθέσεις, αλλά επιμερίζεται σε διαφορετικά όργανα της Πολιτείας[9].
 
Το δεύτερο κριτήριο κατάταξης των συνταγματικών αλλαγών σχετίζεται με το ποιος έχει θεσμικά τον καθοριστικό ρόλο στη συνταγματική αλλαγή. Ο ρόλος των δικαστών είναι πολύ σημαντικός ιδίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αλλαγές προκύπτουν ως αποτέλεσμα της αλλαγής ενός κυρίαρχου ερμηνευτικού παραδείγματος με βάση το οποίο οι δικαστές ερμήνευαν κάποιες διατάξεις του συντάγματος, από ένα άλλο παράδειγμα[10]. Ο τρόπος με τον οποίο η κάθε έννομη τάξη εκλαμβάνει τον θεσμικό ρόλο των δικαστών και ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι οι δικαστές αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους καθορίζουν τη σημασία αυτού του παράγοντα στο φαινόμενο της συνταγματικής αλλαγής. Ωστόσο όπως προκύπτει και από διάφορες συμβολές στον τόμο [ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται και η περίπτωση της Ελλάδας] η συνταγματική αλλαγή που προκύπτει μέσω της δικαστικής ερμηνείας δεν είναι μια διαδικασία που λαμβάνει χώρα ερήμην άλλων θεσμικών παραγόντων. Τα δικαστήρια βρίσκονται σε συνεχή διάλογο είτε με την νομοθετική εξουσία είτε με διεθνή δικαιοδοτικά όργανα [όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου] και οι όποιες αλλαγές προκύπτουν ως προς την ερμηνεία συγκεκριμένων διατάξεων είναι το αποτέλεσμα αυτού του διαλόγου. Μάλιστα πολλές φορές αλλαγές που έχουν ήδη συμβεί στο επίπεδο της δικαστικής ερμηνείας αποτυπώνονται στο συνταγματικό κείμενο μέσω μιας μεταγενέστερης συνταγματικής αναθεώρησης[11].
 
Ωστόσο αν και ο διάλογος μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και των διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων οδηγεί συνήθως στην αλλαγή της νομολογίας των πρώτων, ο διάλογος μεταξύ δικαστηρίων και συνταγματικού νομοθέτη δεν οδηγεί πάντα στην υπερίσχυση του ενός μέρους σε βάρος του άλλου. Ο συνταγματικός νομοθέτης μπορεί να «εκτρέψει» μια συνταγματική αλλαγή που βασίζεται στη νομολογία των δικαστηρίων μέσω μιας αναθεώρησης που κινείται σε κατεύθυνση αντίθετη από τη νομολογία. Σε κάθε περίπτωση πάντως μια συνταγματική αλλαγή που βασίζεται στη νομολογία των δικαστηρίων και στην ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων από τα δικαστήρια θέτει επί τάπητος το ζήτημα των ορίων του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και της σχέσης του με τη δημοκρατία. Ποια είναι τα όρια του ελέγχου που μπορεί να ασκεί ο μη εκλεγμένος δικαστής απέναντι σε επιλογές του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη, ιδίως όταν αυτός αποφασίζει με διευρυμένη πλειοψηφία όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις συνταγματικής αναθεώρησης; Όπως δείχνει και η σύγκριση των επιμέρους περιπτώσεων τα όρια ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας. Ο μόνος κοινός τόπος που μπορεί να βρεθεί είναι ότι ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικής αναθεώρησης, είναι εξαιρετικά περιορισμένος ακόμη και στις περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια μιας χώρας έχουν δεχθεί ότι η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαιοδοτικής κρίσης [Η.Π.Α, Αυστρία, Γερμανία, Ιταλία]. Στο επίπεδο των τυποποιημένων συνταγματικών αλλαγών [αναθεώρηση] λοιπόν το πρωτείο του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη δεν αμφισβητείται ουσιαστικά.
 
Το τρίτο κριτήριο κατάταξης αφορά τη σημασία που έχει η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης ως καθοριστικός ή μη παράγοντας των συνταγματικών αλλαγών σε μια χώρα, έναντι των άτυπων μορφών αλλαγής του συντάγματος. Παρά το ότι η πρώτη εντύπωση είναι ότι οι πολύ αυστηρές διαδικασίες αναθεώρησης οδηγούν σε κατίσχυση των άτυπων αλλαγών οι οποίες προσδίδουν την απαραίτητη πλαστικότητα στο συνταγματικό κείμενο, η ανάγνωση των συμβολών του τόμου αναδεικνύει μια άλλη παράμετρο. Η αυστηρότητα μιας διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης εξαρτάται καταρχήν από το τι ορίζει το κάθε σύνταγμα ως προς τη σχετική διαδικασία. Ωστόσο η ευκολία ή δυσκολία μιας συνταγματικής αναθεώρησης καθορίζεται κυρίως από το κομματικό σύστημα και από το σύστημα διακυβέρνησης. Ένα πολιτικό σύστημα που βασίζεται σε κυβερνήσεις συνεργασίας προϋποθέτει την ύπαρξη μιας κουλτούρας συναίνεσης η οποία βρίσκει έκφραση και στη συνταγματική αναθεώρηση ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία που προβλέπει το σύνταγμα είναι αυστηρή ή όχι [π.χ Λουξεμβούργο, Φιλανδία, Σουηδία]. Αντίθετα σε χώρες πολωμένου δικομματισμού ο βαθμός δυσκολίας της αναθεώρησης εξαρτάται από τις διαθέσεις των δύο κυρίαρχων κομμάτων. Εάν υπάρξει σύμπτωση βουλήσεων η αναθεώρηση προχωρά απρόσκοπτα, σε διαφορετική περίπτωση η αυστηρότητα της διαδικασίας συναντά την ακαμψία με αποτέλεσμα να αυξάνει σημαντικά ο βαθμός δυσκολίας κάθε συνταγματικής αναθεώρησης [π.χ Η.Π.Α, Ισπανία, Ελλάδα έως πρόσφατα][12]. Ο βαθμός και η ένταση της δυσκολίας μιας διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης ενισχύεται ή μειώνεται αντίστοιχα, ανάλογα με τις διαδικαστικές της προϋποθέσεις [εάν δηλαδή απαιτείται απλή ή αυξημένη πλειοψηφία για να ολοκληρωθεί ή εάν η διαδικασία ολοκληρώνεται σε μία ή δύο Βουλές]. Αυτονόητο είναι ότι τα πρώτα σκέλη των ζευγμάτων καθιστούν πιο εύκολη μια συνταγματική αναθεώρηση ιδίως εάν συνδυάζονται με μια πολιτική κουλτούρα συναίνεσης. Συνεπώς ο βαθμός αυστηρότητας αποτελεί μια μεταβλητή η οποία εξαρτάται από την αλληλεπίδραση ποικίλων παραγόντων [νομικών και πολιτικών].
 
2. Συνταγματική αλλαγή και δημοκρατία
 
Μια κρίσιμη παράμετρος η οποία σχετίζεται με το είδος της συνταγματικής αναθεώρησης είναι ο βαθμός συμμετοχής του λαού στη διαδικασία. Σε κάποιες χώρες [Ελβετία, Δανία, Ιρλανδία] η διαδικασία ολοκληρώνεται με ένα δημοψήφισμα. Σε άλλες χώρες [Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Αυστρία, Σουηδία] η διαδικασία δεν ολοκληρώνεται υποχρεωτικά με δημοψήφισμα, προβλέπεται ωστόσο αυτή η δυνατότητα ιδίως όταν δεν έχει επιτευχθεί η απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ένα τρίτο πρότυπο λαϊκής συμμετοχής περιλαμβάνει τις χώρες στις οποίες η διαδικασία ολοκληρώνεται σε δύο φάσεις με την υποχρεωτική μεσολάβηση εκλογών ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη φάση [Βέλγιο, Ολλανδία, Φιλανδία, Ελλάδα]. Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις των άτυπων συνταγματικών αλλαγών ο ρόλος του λαού μπορεί να αποδειχθεί πολύ σημαντικός έστω και εάν η συμμετοχή του στην αλλαγή αποτυπώνεται μόνο έμμεσα[13].
 
Η συμμετοχή του λαού στην αναθεωρητική διαδικασία είναι ενδεικτική της συνταγματικής ταυτότητας κάθε χώρας καθώς επίσης του πως προσλαμβάνει το σύνταγμα η πολιτική κουλτούρα μιας χώρας. Στην περίπτωση της λαϊκής συμμετοχής μέσω ενδιάμεσων εκλογών σημαντικό είναι το ζήτημα του ποιος καθορίζει την ατζέντα της προεκλογικής εκστρατείας και το πόσο σημαντικό είναι για τα πολιτικά κόμματα και το εκλογικό σώμα το ζήτημα της αναθεώρησης σε σχέση με τα υπόλοιπα ζητήματα τα οποία αποτελούν το επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας. Στην περίπτωση της λαϊκής συμμετοχής μέσω δημοψηφίσματος σημαντικό στοιχείο αποτελεί το ποιος έχει την πρωτοβουλία για τη διενέργεια του, εάν δηλαδή οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν τη διενέργεια του [Ελβετία] ή όχι [Ιρλανδία]. Σε κάθε περίπτωση πάντως η συμμετοχή του λαού στην αναθεωρητική διαδικασία αποτελεί ένα ισχυρό αντίβαρο στον ρόλο των δικαστών και της νομολογίας των δικαστηρίων στην μεταβολή του συντάγματος, καθιστώντας στην ουσία τη διαδικασία της συνταγματικής αλλαγής ένα θεσμικό “bras de fer” ανάμεσα στα διάφορα πολιτειακά όργανα με εναλλασσόμενους νικητές[14].
 
3. Οι μηχανισμοί συνταγματικής αλλαγής
 
Ωστόσο παρά το ότι η χρήση συγκεκριμένων κριτηρίων βοηθά στην κατάταξη των μορφών συνταγματικής αλλαγής, η κατηγοριοποίηση των μηχανισμών που οδηγούν σε συνταγματική αλλαγή δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς σε κάθε χώρα μια σειρά από παράγοντες και ο μεταξύ τους συνδυασμός καθορίζει το πώς και πότε συμβαίνει μια συνταγματική αλλαγή. Σε κάποιες χώρες η πρωτοβουλία της συνταγματικής αλλαγής εκπορεύεται από τις πολιτικές ελίτ. Προϋπόθεση επιτυχίας αυτού του μηχανισμού είναι ο αυστηρά προκαθορισμένος ρόλος συγκεκριμένων θεσμών στην ανάληψη της πρωτοβουλίας αλλά και η συναίνεση των πολιτειακών παραγόντων για τη συνεκτική και με συστηματικό τρόπο εφαρμογή των σχετικών συνταγματικών διατάξεων. Βέβαια παρά την ύπαρξη κοινών μηχανισμών αλλαγής του συντάγματος που βασίζονται στις πολιτικές ελίτ, η διαδικασία καθεαυτή μπορεί να παρουσιάζει αποκλίσεις σε κάθε χώρα. Για παράδειγμα στην Ολλανδία η διαδικασία αναθεώρησης προϋποθέτει τη διάλυση της βουλής που αποφασίζει για την αναθεώρηση και την εκλογή νέας, η οποία και θα καθορίσει το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων, όπως και στην Ελλάδα. Ωστόσο σε αντίθεση με την Ελλάδα έχει διαμορφωθεί μια παράδοση σύμφωνα με την οποία η ανάληψη της πρωτοβουλίας αναθεώρησης του συντάγματος συμπίπτει με το πέρας της κοινοβουλευτικής θητείας έτσι ώστε δεν προκαλούνται εκλογές για αυτό το λόγο, απλώς η αναθεώρηση αποτελεί ένα από τα ζητήματα δημόσιας διαβούλευσης κατά την προεκλογική περίοδο. Επιπλέον οι μηχανισμοί προώθησης των συνταγματικών αλλαγών με πρωτοβουλία των πολιτικών ελίτ οδηγούν σε διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με τον αυστηρό ή μη χαρακτήρα του υπό αναθεώρηση συντάγματος. Ένα «εύκαμπτο» σύνταγμα, δηλαδή ένα σύνταγμα που δεν θέτει ουσιαστικά και διαδικαστικά όρια στην αναθεώρηση του μπορεί να αλλάξει πιο εύκολα και σε μεγαλύτερη έκταση. Ούτε και οι μηχανισμοί που αποδίδουν έμφαση στην εμπλοκή του λαού καταλήγουν σε παρόμοια αποτελέσματα καθώς οι μορφές λαϊκής συμμετοχής ποικίλουν όπως επίσης και ο ρόλος της εάν δηλαδή είναι επικυρωτική της διαδικασίας ή προϋπόθεση για την έναρξη της.
 
Παρόμοιες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για τους μηχανισμούς που οδηγούν σε άτυπες αλλαγές του συντάγματος. Αλλαγές που βασίζονται στη συνταγματική πρακτική[15] εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη «συμπεριφορά» των πολιτειακών οργάνων. Για παράδειγμα στην Αυστρία η άρνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας να υπογράψει νόμους που θεωρούσε αντίθετους στο σύνταγμα, συνάντησε την αποδοχή και των άλλων οργάνων της Πολιτείας δημιουργώντας μια νέα Συνθήκη του Πολιτεύματος[16]. Σε άλλες χώρες οι συνταγματικές αλλαγές λαμβάνουν χώρα με τη διαμεσολάβηση του κοινού νομοθέτη [Ιρλανδία]. Στο βαθμό που πολλές διατάξεις του συντάγματος για να εφαρμοστούν απαιτούν τη θέσπιση εκτελεστικών του συντάγματος νόμων η παρέμβαση του νομοθέτη είναι καθοριστική για την εφαρμογή του συντάγματος ορίζοντας με αυτό τον τρόπο και το κανονιστικό εύρος των εν λόγω διατάξεων. Αντί λοιπόν της χρονοβόρου και περίπλοκής διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης επιλέγεται η αλλαγή του συντάγματος με τη θέσπιση των εκτελεστικών του συντάγματος νόμων ή νόμων που αφορούν την οργάνωση του κράτους[17]. Το σύνταγμα αλλάζει μέσω της μεταβολής του ουσιαστικού συντάγματος, ενώ το τυπικό σύνταγμα παραμένει «ανέπαφο»[18]. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί και η συνταγματική αλλαγή που βασίζεται στη νομολογία των δικαστηρίων καθώς τα όρια μεταξύ αλλαγής και στιγμών ερμηνευτικής διαφοροποίησης που δε συνιστούν συνταγματικές αλλαγές δεν είναι ξεκάθαρα. Ωστόσο όπως προκύπτει και από τις επιμέρους περιπτώσεις που εξετάζονται, μεγαλύτερο ρόλο στην ανάπτυξη ενός τέτοιου μηχανισμού συνταγματικής αλλαγής παίζει η «πολιτική κουλτούρα» και η αποδοχή της πρωτοκαθεδρίας των δικαστών από τους υπόλοιπους πολιτειακούς παράγοντες μιας χώρας παρά το σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας που προβλέπει το σύνταγμα της. Οι άτυπες αλλαγές μπορούν να συμβούν επίσης και ως αποτέλεσμα της συμμετοχής μιας χώρας σε υπερεθνικούς οργανισμούς όπως η Ε.Ε ή της δέσμευσης της από Διεθνείς Συνθήκες [όπως η ΕΣΔΑ][19]. Βέβαια ο τρόπος με τον οποίο συμβαίνουν αυτού του τύπου οι αλλαγές, εξαρτάται από παράγοντες που είναι διαφορετικοί σε κάθε χώρα, όπως για παράδειγμα είναι η «ευρυχωρία» του συνταγματικού κειμένου σε σχέση  το υπερεθνικό δίκαιο ή η αποδοχή εκ μέρους των δικαστών των αλλαγών που επιφέρει η συμμετοχή ενός κράτους σε υπερεθνικούς οργανισμούς ή η δέσμευση του από διεθνείς συνθήκες. Εξαρτώνται δηλαδή σε μεγάλο βαθμό από το εάν η κυρίαρχη συνταγματική ταυτότητα μιας χώρας είναι αυτή του συνταγματικού «εθνικισμού» ή όχι[20].
 
4. Πρότυπα Συνταγματικής Αλλαγής
 
Όπως προκύπτει από τις επιμέρους αναλύσεις που περιέχονται στον τόμο τα πρότυπα συνταγματικής αλλαγής μπορούν να υπαχθούν σε πέντε κατηγορίες. Το πρώτο πρότυπο είναι το «ελαστικό». Χαρακτηριστικό του είναι η απουσία συνταγματικά καθορισμένης αναθεωρητικής διαδικασίας. Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί το Ηνωμένο Βασίλειο με την απουσία «τυπικού» συντάγματος, όπου η αναθεωρητική διαδικασία έχει ως πρωταγωνιστή το κοινοβούλιο χωρίς όμως τις δεσμεύσεις που απορρέουν από ένα τυπικό σύνταγμα. Τα όρια της αναθεωρητικής διαδικασίας δεν είναι κατά κυριολεξία νομικά αλλά ανάγονται στη νομική κουλτούρα της χώρας, στον αυτοπεριορισμό του κοινοβουλίου ή στη συνταγματική παράδοση. Το δεύτερο πρότυπο είναι το «εξελικτικό». Το εξελικτικό πρότυπο προϋποθέτει αφενός μια αυστηρή διαδικασία αναθεώρησης που εμποδίζει τις τυποποιημένες συνταγματικές αλλαγές και αφετέρου ένα ισχυρό και «παρεμβατικό» δικαστικό σώμα. Η συνταγματική αλλαγή προωθείται από τη νομολογία των δικαστηρίων. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων λειτουργεί ως μηχανισμός συνταγματικής αλλαγής. Η νομολογία καθορίζει το τι ισχύει ως σύνταγμα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του προτύπου είναι οι Η.Π.Α και ο Καναδάς. Το τρίτο πρότυπο το αποκαλούμενο «πραγματιστικό» είναι αυτό που βασίζεται στις αλλαγές οι οποίες πραγματοποιούνται με σεβασμό στην τήρηση των τυπικών διαδικασιών αναθεώρησης και με ταυτόχρονη ευελιξία η οποία οφείλεται σε μη νομικά καθορισμένους παράγοντες όπως π.χ είναι η πολιτική κουλτούρα της χώρας. Προϋποθέσεις εμφάνισης του είναι η ύπαρξη μιας διαδικασίας αναθεώρησης που είναι προσανατολισμένη στη διατήρηση της συνοχής του συντάγματος και ένα πολιτικό ήθος βασισμένο στη συναίνεση. Πρόκειται για ένα πρότυπο που επιτρέπει τη συνεχείς αλλαγές του συντάγματος επιτρέποντας την μακροημέρευση του καθώς διευκολύνει την προσαρμογή του στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Προσδίδει στο σύνταγμα την απαιτούμενη πλαστικότητα η οποία με τη σειρά της συμβάλει στη διάρκεια του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του προτύπου αποτελούν η Γερμανία και η Αυστρία. Το τέταρτο πρότυπο το αποκαλούμενο και «συγκρουσιακό» είναι αυτό που αντιμετωπίζει τις συνταγματικές αλλαγές με δυσπιστία ως αναγκαίο «κακό δηλαδή». Εμφανίζεται σε χώρες όπου η ιδιαίτερη πολιτειακή δομή τους και ο κατακερματισμός του πολιτικού σώματος σε εθνοτικές ή γλωσσικές μειονότητες δεν επιτρέπει την επίτευξη ούτε των απαραίτητων συναινέσεων ούτε σε κάποιο πολιτειακό όργανο να λειτουργήσει ως μηχανισμός συνταγματικής αλλαγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Βέλγιο στο οποίο όλες οι σημαντικές αλλαγές στη δομή του κράτους έχουν συμβεί ερήμην του συντάγματος καθώς η αλλαγή του με την προβλεπόμενη διαδικασία αναθεώρησης είναι πρακτικά αδύνατη[21]. Σε άλλες περιπτώσεις η δυσκολία συνεννόησης οδηγεί στην «αδρανοποίηση» διαδικασιών που προβλέπει το ίδιο το σύνταγμα επειδή η εφαρμογή τους κρίνεται ως ασύμφορη. Παράδειγμα αποτελεί η Ισπανία στην οποία δεν ενεργοποιήθηκαν ποτέ οι διατάξεις που προβλέπουν τη δυνατότητα επικύρωσης της αναθεωρητικής διαδικασίας με δημοψήφισμα. Το πέμπτο πρότυπο είναι αυτό στο οποίο η συνταγματική αλλαγή προϋποθέτει ότι ο λαός έχει αποφανθεί σχετικά με το περιεχόμενο της. Ωστόσο παρά τον ελκυστικό χαρακτήρα αυτού του προτύπου η συμβολή του στον «εκδημοκρατισμό» των διαδικασιών συνταγματικής αλλαγής δεν είναι δεδομένη. Η δυσκολία επίτευξης των όρων που είναι απαραίτητοι για να θεωρηθεί ότι η διαδικασία έχει νομική ισχύ [π.χ στη Δανία υπάρχει ένα κατώφλι ελάχιστης συμμετοχής στο συνταγματικό δημοψήφισμα για να θεωρηθεί ότι παράγει νομικά έγκυρα αποτελέσματα] ή η απροθυμία την πολιτικών ελίτ να υποβάλουν το αποτέλεσμα μιας αναθεώρησης στην έγκριση των πολιτών [Ιρλανδία] καταλήγει στην υπερίσχυση άλλων τρόπων αλλαγής του συντάγματος, οι οποίοι δε συνάδουν απαραίτητα με τις διακηρυγμένες προθέσεις του συνταγματικού νομοθέτη αυτών των χωρών.
 
5. Συνταγματική αλλαγή και ελληνικό σύνταγμα
 
Η περίπτωση της Ελλάδας είναι χαρακτηριστική για το ότι σε μια χώρα μπορούν να συνυπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές συνταγματικής αλλαγής ανεξάρτητα από το εάν το συνταγματικό κείμενο προκρίνει μια διαδικασία που βασίζεται στη συνταγματική αναθεώρηση. Ωστόσο η ύπαρξη ενός αυστηρού συντάγματος καθιστά απαραίτητη την εκ των υστέρων ενσωμάτωση στο συνταγματικό κείμενο μέσω της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης, των όποιων άτυπων αλλαγών έχουν ήδη συμβεί. Η αναθεώρηση δηλαδή είναι ο κύριος αν όχι ο αποκλειστικός μηχανισμός με τον οποίο μια συνταγματική αλλαγή ενσωματώνεται στην ελληνική συνταγματική τάξη. Σε αυτό το επίπεδο πολύ σημαντικές είναι οι αλλαγές που έχουν επέλθει λόγω της «όσμωσης» της ελληνικής συνταγματικής τάξης με το υπερεθνικό δίκαιο. Η συστηματική καταγραφή των περιπτώσεων στις οποίες μια αλλαγή έχει συμβεί εξαιτίας της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ε.Ε ή υπό την επίδραση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [Ε.Δ.Δ.Α] αποδεικνύει ότι είναι πολύ περισσότερες από όσες μπορεί να φανταστεί κάποιος ακόμη και εάν είναι εξοικειωμένος  με το ελληνικό συνταγματικό δίκαιο. Οι συγγραφείς της σχετικής συμβολής[22] αναφέρουν 26 διατάξεις το περιεχόμενο των οποίων έχει καθοριστεί άμεσα ή έμμεσα υπό την επίδραση του δικαίου της Ε.Ε, της ΕΣΔΑ και της νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων που είναι αρμόδια για την εφαρμογή τους [Δικαστήριο της Ε.Ε, ΕΔΔΑ].  Μάλιστα οι διατάξεις το κανονιστικό περιεχόμενο των οποίων έχει αλλάξει δεν περιορίζονται μόνο σε διατάξεις που αφορούν τα δικαιώματα αλλά επεκτείνονται και σε διατάξεις οι οποίες μέχρι πρότινος θεωρούνταν ότι ανήκουν στον σκληρό πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας όπως για παράδειγμα η σύνθεση του εκλογικού σώματος ή τα προσόντα και ασυμβίβαστα των μελών του κοινοβουλίου. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις ο συνταγματικός νομοθέτης προχώρησε σε εκ νέου αναθεώρηση διατάξεων που είχε αναθεωρήσει προηγουμένως επειδή η νομολογία των ανωτέρω δικαστηρίων θεώρησε ότι οι αναθεωρημένες διατάξεις δε συνάδουν είτε με το δίκαιο της Ε.Ε είτε με την ΕΣΔΑ.[βασικός μέτοχος, ασυμβίβαστα βουλευτών]. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης δηλαδή αναθεώρησε την προηγούμενη απόφαση του υπό την πίεση της νομολογίας δύο υπερεθνικών δικαιοδοτικών οργάνων αποδεικνύοντας ότι το κέντρο βάρους στο διάλογο μεταξύ αναθεωρητικού νομοθέτη και υπερεθνικών οργάνων έχει μετατοπιστεί σημαντικά προς όφελος των δεύτερων.
 
Όσον δε αφορά τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης αξίζει να αναφερθεί ότι το σύνταγμα του 1975 είναι το πρώτο σύνταγμα που αναθεωρήθηκε τρεις φορές σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία. Μέχρι τότε όλα τα προηγούμενα συντάγματα είτε δεν είχαν αναθεωρηθεί είτε αναθεωρήθηκαν κατά παράβαση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων. Υπό αυτή την έννοια το ελληνικό σύνταγμα αποτελεί μια απόδειξη της πολιτικής σταθερότητας που απόλαυσε η χώρα κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Βέβαια όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς στην Ελλάδα η έννοια της συνταγματικής σταθερότητας ταυτίζεται με την αυστηρότητα του συντάγματος εκλαμβάνοντας την ευελιξία ως «δούρειο ίππο» για την παραβίαση του. Πρόκειται όμως για μια αντίληψη η οποία εκλαμβάνει ως δεδομένο χαρακτηριστικό της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας την έλλειψη συναίνεσης η οποία θα απέτρεπε τη μετατροπή της ευελιξίας ως προς την μεταβολή του συντάγματος σε παραβίαση του. Ωστόσο ένα κρίσιμο ζήτημα είναι εάν το σύνταγμα του 1975 έχει αγγίξει τα ιστορικά όρια αντοχής του και άρα εάν χρειάζεται ή όχι ένα νέο σύνταγμα. Η άποψη που διατυπώνουν οι συγγραφείς του κεφαλαίου που αφορά την Ελλάδα είναι ότι χρειάζονται αλλαγές στο υπάρχον σύνταγμα στην κατεύθυνση της ισονομίας του πολικού προσωπικού, της δημιουργίας αντιβάρων, της αύξησης της λογοδοσίας και της δημιουργίας θεσμών άμεσης δημοκρατίας όχι όμως η συνολική αλλαγή του.
 
6. Η συνταγματική αλλαγή μεταξύ συνταγματισμού και δημοκρατίας.
 
Το βασικό χαρακτηριστικό κάθε συντάγματος είναι η αυτοδέσμευση της πολιτικής εξουσίας στη βάση κανόνων δικαίου. Ωστόσο η έννοια του συντάγματος καθεαυτή δεν καθορίζει ούτε τη χρονική διάρκεια της αυτοδέσμευσης ούτε και τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει στο σύνολο της. Όπως προκύπτει από τις μελέτες που περιέχονται στον τόμο, ακόμη και όταν το σύνταγμα προσπαθεί να «τιθασεύσει» χρονικά τη μεταβολή του με την εισαγωγή χρονικών περιορισμών στην αναθεωρητική διαδικασία, η συνταγματική πραγματικότητα αποδεικνύεται πολλές φορές πιο «ελαστική». Οι περιπτώσεις των μη τυποποιημένων αλλαγών του συντάγματος αποδεικνύουν ότι το τι ισχύει ως σύνταγμα μια δεδομένη χρονική στιγμή δεν καθορίζεται από τις χρονικά δεσμευτικές προθεσμίες αναθεώρησης που θέτει ένα σύνταγμα. Ο συνταγματικός χρόνος δεν «παγώνει» και τον ιστορικό χρόνο. Ούτε επίσης τα στοιχεία που ανάγονται σε θεμελιώδεις κανόνες ενός συντάγματος και δίδουν κανονιστικό περιεχόμενο στην αυτοδέσμευση παραμένουν αναλλοίωτα στο χρόνο ακόμη και εάν δεν μπορούν να αναθεωρηθούν.
 
Η συνταγματική αλλαγή και οι μηχανισμοί που την πυροδοτούν αποδίδουν με τον καλύτερο τρόπο την εύστοχη παραβολή του Ν.Ν Σαρίπολου[23] για το δημόσιο δίκαιο το οποίο παρομοιάζεται με την επιφάνεια ενός παγωμένου ποταμού κάτω από την οποία εξακολουθεί να κυλάει το ρεύμα του. Η ύλη του συνταγματικού δικαίου είναι μια ύλη διαρκώς μεταβαλλόμενη στο βαθμό που αφορά τη ζώσα πολιτική, οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα κάθε χώρας. Το ρεύμα όμως εξακολουθεί να κυλάει διαρκώς κάτω από τη συνταγματική «επιφάνεια». Για το λόγο αυτό συνταγματισμός και δημοκρατία είναι συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά μεγέθη. Η ποικιλία των μορφών της συνταγματικής αλλαγής μας δείχνει ότι κανένα σύνταγμα όσο αυστηρό και άκαμπτο να είναι δεν μπορεί να περιορίσει τον πολιτικό ανταγωνισμό, την αλλαγή του πολιτικού φαντασιακού, τις αντιλήψεις σχετικά με την οργάνωση της πολιτείας και το κανονιστικό περιεχόμενο των δικαιωμάτων. Τα «δεσμά» του συνταγματισμού είναι τόσο ελαστικά όσο και η ύλη την οποία καλούνται να ρυθμίσουν, δηλαδή τις σχέσεις των ανθρώπων σε μια δημοκρατικά οργανωμένη πολιτεία. Όσο δεν αλλάζει αυτή η συνθήκη η αλλαγή του συντάγματος δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός του δημοκρατικού παραδείγματος.
 
Χρήστος Παπαστυλιανός Δ.Ν
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


[1] Χαρακτηριστική είναι η από 11.11.2012 δήλωση μέλους της κυβέρνησης [ο υφυπουργός εσωτερικών κ. Χαράλαμπος Αθανασίου, στη συζήτηση για τον προϋπολογιμό] ότι στις προθέσεις της κυβέρνησης εντάσσεται και η συνταγματική αναθεώρηση, προσδιορίζοντας μάλιστα και τις προτεραιότητες της στην αναθεώρηση των διατάξεων που αφορούν την κατά συνείδηση ψήφο των βουλευτών και το ενδεχόμενο της απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[2] Αυστρία, Βέλγιο, Καναδάς, Δανία, Φιλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο, Η.Π.Α.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[3] Κάθε συνταγματική αλλαγή προϋποθέτει σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό τη διαφωνία. Η ιδιαιτερότητα αυτού του προτύπου έγκειται στο ότι σε μερικές περιπτώσεις λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών μιας χώρας, όλοι οι εν δυνάμει εμπλεκόμενοι παράγοντες σε μια συνταγματική αλλαγή μπορούν να ενεργήσουν ως παίκτες αρνησικυρίας καθιστώντας σχεδόν αδύνατη τη συνταγματική αλλαγή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[4] Βλ. Xenophon Contiades and Alkmene Fotiadou, Models of Constitutional Change, σε σεXenophon Contiades [ed], Engineering Constitutional Change: A Comparative Perspective on Europe, Canada and the USA, , Routledge, London –New York, 2012.σ.σ. 417-469.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[5] Η σχέση μεταξύ χρόνου και συντάγματος αναδεικνύει πτυχές της σχέσης μεταξύ συνταγματισμού και δημοκρατίας, αποτυπώνεται δε με ενάργεια στη διαμάχη μεταξύ James Madison and Thomas Jefferson σχετικά με τη χρονική διάρκεια του συντάγματος. Ο Jefferson υποστήριζε την αναγκαιότητα σύγκλησης συντακτικών συνελεύσεων εντός των χρονικών ορίων μιας γενιάς με το επιχείρημα ότι το σύνταγμα είναι δημιούργημα του λαού τα στοιχεία και αντιλήψεις του οποίου παραλλάσουν στο πέρασμα του χρόνου, και συνεπώς η θέσπιση ενός νέου συντάγματος αποτελεί έκφραση της Δημοκρατικής Αρχής, ενώ ο Madison θεωρούσε ότι η διακυβέρνηση απαιτεί ένα σταθερό πλαίσιο κανόνων που δεν μπορούν να αλλάζουν συχνά και συνεπώς θεωρούσε ότι οι ευκαιριακές πλειοψηφίες δεν πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αλλάζουν εκ βάθρων τη θεμελιωτική μιας πολιτείας πράξη . Βλ. The Federalist , no 49,1961, Clinton Rossiter (επιμ) σ. 256.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[6]Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις σημαντικές συμβολές σχετικά με τη θεωρία και πρακτική της συνταγματικής αναθεώρησης έχει ως τίτλο : Respondingtoimperfection: TheTheoryandPracticeofConstitutionalAmendment, Sanford Levison [ed], 1995, Princeton, Princeton University Press.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[7] Βλ. Xenophon Contiades and Alkmene Fotiadou, οπ.π. σ. 421.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[8] Όπως αναδεικνύει και η σχετική συμβολή, η ερμηνεία της ρήτρας περί δημοσίας ειρήνης αποτέλεσε το «όχημα» μεταβίβασης αρμοδιοτήτων στην κυβέρνηση της ομοσπονδίας σχετικά με ζητήματα που αφορούν την εθνική ασφάλεια και την κατάσταση ανάγκης ακόμη και εάν τύποις πρόκειται για τη ζητήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των επαρχιών που αποτελούν τον Καναδά. Βλ Allan Hutchinson, Constitutional change and constitutional amendment: A Canadian conundrum, σε Xenophon Contiades, 2012, οπ.π. σ.σ. 51-72 [62].

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[9] Βλ. Παναγιώτης Κονδύλης, Επιλεγόμενα, σε Carl Schmitt, Πολιτική Θεολογία, Λεβιάθαν, Αθήνα, 1994, σ.σ. 125-178.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[10] Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α, η οποία χωρίς να έχει αλλάξει η γραμματική διατύπωση των συνταγματικών διατάξεων σχετικά με την φυλετική ισότητα άλλαξε την ερμηνευτική προσέγγιση τους, αποδίδοντας το νόημα τους ως «ίσοι και μαζί» αντί του «ίσοι και χωριστά»., βλ σχετικά Akhil Reed Amar, America’s Unwritten Constitution, New York, Basic Books, 2012, σ.σ. 143-151.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[11] Βλ. αναλυτικά παραδείγματα για την περίπτωση της Ελλάδας σε, Γιώργου Κατρούγκαλου, το Συνταγματικό Έθιμο, το Σύνταγμα, 3/1991, σ.σ.253-279.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[12] Ωστόσο κανένα σύνταγμα δεν μπορεί να προβλέψει τον τρόπο λειτουργίας ενός πολιτικού συστήματος στο διηνεκές. Όπως δείχνουν και οι συμβολές που αφορούν την Αυστρία και Ιταλία οι αλλαγές στον εκλογικό νόμο [Ιταλία 1993] ή η εμφάνιση ισχυρών αντισυστημικών κομμάτων [Αυστρία] αλλάζει και τις παραμέτρους πάνω στις οποίες βασίζονταν το πρότυπο της συνταγματικής αλλαγής σε αυτές τις χώρες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[13] Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται η αλλαγή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α σχετικά με τη νομοθεσία που αφορούσε το New Deal. Το Ανώτατο Δικαστήριο αρχικά έκρινε με μια σειρά αποφάσεων ως αντισυνταγματικούς τους σχετικούς νόμους, Ωστόσο μετά την επανεκλογή του Ρούσβελτ το Νοέμβριο του 1936 με πλειοψηφία 63% μετά από μια προεκλογική εκστρατεία στην οποία η επανεκλογή του Ρούσβελτ τέθηκε ως ζήτημα ψήφου εμπιστοσύνης υπέρ της πολιτικής του στην οικονομία, και τη δηλωμένη πρόθεση του Προέδρου να αλλάξει τη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η νομολογία αυτή άλλαξε το Μάρτιο του 1937. Βλ σχετικά, Barry Cushman , Rethinking the New Deal Court: The structure of a constitutional revolution, Οxford University Press, 1998

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[14] Βλ. Xenophon Contiades and Alkmene Fotiadou, op.p. 423.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[15] Η συνταγματική πρακτική υφίσταται όταν τα πολιτειακά όργανα εφαρμόζουν με επαναληπτικό και συνεκτικό τρόπο συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις. Δεν αφορά μόνο την ερμηνεία αλλά και την εφαρμογή των διατάξεων από τα όργανα της Πολιτείας, βλ. Ευάγγελου Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, β εκδ, Αντ.Σακκουλας, Αθήνα- Κομοτηνή, 2008, σ. 116.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[16] Οι Συνθήκες του Πολιτεύματος διαμορφώνουν συμπληρωματικούς κανόνες «θεσμικής συμπεριφοράς» των επιμέρους Πολιτειακών Οργάνων οι οποίοι δεν προκύπτουν άμεσα από το συνταγματικό κείμενο, Βλ Ευάγγελος Βενιζέλος οπ.π. σ.118. Στην περίπτωση της Αυστρίας οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις δεν προσδιορίζουν άμεσα τη δυνατότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας να αρνηθεί την έκδοση νόμου με το περιεχόμενο του οποίου διαφωνεί καθώς η σχετική αρμοδιότητα του περιορίζεται στον έλεγχο των τυπικών στοιχείων του νόμου. Βλ. Manfred Stelzer, Constitutional Change in Austria, σε Xenophon Contiades, 2012, οπ.π. σ.σ 7-35 [13-14].

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[17] Σύμφωνα με τη σχετική συμβολή, όλες οι αλλαγές που αφορούν την ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της ανεξαρτησίας της διοίκησης έναντι της πολιτικής εξουσίας έλαβαν χώρα μέσω του κοινού νομοθέτη και όχι της συνταγματικής αναθεώρησης καίτοι αφορούν έννοιες που βρίσκονται στον πυρήνα των αξιών που εμπεριέχει το σύνταγμα της Ιρλανδίας, βλ. Fiona de Londras and David Gwynn Morgan,  Constitutional Amendment in Ireland, σε Xenophon Contiades, 2012, οπ.π. σ.σ. 179-202 [184].

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[18] Με τον όρο ουσιαστικό σύνταγμα εννοούμε το σύνολο των κανόνων που διέπουν την οργάνωση ενός κράτους ανεξάρτητα από την τυπική ισχύ τους και την αποτύπωση τους ή μη στο κείμενο του συντάγματος. Για την έννοια του ουσιαστικού συντάγματος και τις διαφορές του από το τυπικό σύνταγμα Αντώνης Μανιτάκης, Συνταγματική Οργάνωση του Κράτους, γ εκδ, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2009, σ.σ.26-29.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[19] Το σύνταγμα «αναχωρεί» από την εδαφικά προσδιορισμένη επικράτεια κατά τη γλαφυρή έκφραση του Γιάννη Δρόσου, σε Γιάννη Δρόσου, Δοκίμιο Ελληνικής Συνταγματικής Θεωρίας, Αθήνα-Κομοτηνή, Αντ. Σάκκουλας, 1996, σ. 671.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[20] Σχετικά με τον όρο συνταγματικός «εθνικισμός», βλ. Jean Werner Müller, Ο Συνταγματικός Πατριωτισμός, μετάφραση Χρήστος Παπαστυλιανός, Φροσύνα Στεφοπούλου, Αθήνα, Παπαζήσης, 2012, σ. 129. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εμμονής σε μια «αυτό-αναφορική» και εγκλωβισμένης σε μια ελληνοκεντρική ερμηνεία του συντάγματος αποτελεί η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων για το δικαίωμα συνένωσης [αρθ 12 Σ], η οποία εξακολουθεί να θεωρεί ως αποδεκτό λόγο διάλυσης σωματείου το γεγονός ότι τα μέλη του κάνουν αναφορά σε μειονότητες που δεν είναι αναγνωρισμένες στην Ελλάδα βάσει Διεθνών Συνθηκών, παρά την επανειλημμένα αντίθετη επί του θέματος νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[21]  Η δυσκολία εντείνεται και από τη διαδικασία αναθεώρησης του Βελγικού Συντάγματος καθώς προϋποθέτει υποχρεωτικά τη διάλυση του κοινοβουλίου και την προκήρυξη νέων εκλογών οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε αλλαγή των κομματικών συσχετισμών και των πλειοψηφιών που υποστηρίζουν την αναθεώρηση. Βλ Christian Behrendt, The process of constitutional amendment in Belgium, σε Xenophon Contiades, 2012, οπ.π. σ.σ 35-50 [46].

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[22] Βλ. Xenophon Contiades and Ioannis Tassopoulos, «Constitutional Change in Greece», σε Engineering Constitutional Change: A Comparative Perspective on Europe, Canada and the USA,Xenophon Contiades [ed], Routledge, London –New York, 2012.σ.σ. 151-179.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[23] Βλ. Ν.Ν Σαρίπολος, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου και Γενικού Δημοσίου Δικαίου τομ. Α΄, Τυπογραφείο Βασιλικής Αυλής, Α. Ραφτάνης, 1903, σ. 9.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο αντίλογος για την ιθαγένεια. Το υπόμνημα της ΕΕΔΑΠ στην Ολομέλεια του ΣτΕ

Ο αντίλογος για την ιθαγένεια

Το υπόμνημα της ΕΕΔΑΠ στην Ολομέλεια του ΣτΕ

Με την δημοσίευση της ΣτΕ(Ολ.) 460/2013 έκλεισε -προς το παρόν-  η αντιδικία που προκάλεσαν για την συνταγματικότητα του ν. 3838/2010 οι πάσης φύσεως θιασώτες του «δικαίου του αίματος». Μπορεί μεν η Ολομέλεια να μην ακολούθησε την ακραία εθνικιστική θέση της παραπεμπτικής απόφασης του Δ’ Τμήματος (ΣτΕ(Δ’)350/2011), πλην όμως ενέδωσε και αυτή στον πειρασμό να εισαγάγει ιδιαίτερα ρευστά –και, κατά τούτο, διόλου πειστικά-  κριτήρια κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Κάτι που ίσως κοστίσει ακριβά στο δικαστήριο, σε μιαν εποχή όπου –με την λήξη της 5ετούς περιόδου της υποχρεωτικής αναθεωρητικής αδράνειας (άρθρο 110§6 Σ.)-  η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου θα ξαναέρθει δίχως άλλο  στο προσκήνιο. Αντιθέτως, πολύ πιο συγκροτημένος νομικά είναι  ο λόγος της μειοψηφίας 13 δικαστών.

Καθώς, λοιπόν, αναμένεται αργά ή γρήγορα η ψήφιση «διορθωτικού» νόμου, το ζήτημα της ιθαγένειας θα βρεθεί και πάλι στην επικαιρότητα. Αντί άλλης συμβολής, στον σχετικό επιστημονικό διάλογο, δημοσιεύουμε μεγάλα τμήματα του από 17.1.2012 υπομνήματος που κατέθεσαν στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας οι κκ. Χρ. Πολίτης, Φ. Σπυρόπουλος και Ν.Κ. Αλιβιζάτος, οι οποίοι παρέστησαν στη δίκη της 2.12.2011 ως πληρεξούσιοι της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Η τελευταία είχε παρέμβει υπέρ του ν.3838/2010, στην κατάρτιση άλλωστε του οποίου είχε συμβάλει ουσιωδώς.

                                                                                                            Ν.Κ.Α.

Επί του παραδεκτού

[…] 2. Σε ό,τι αφορά το έννομο συμφέρον, οι παρεμβαίνουσες επικαλούνται τα ακόλουθα:

α. Για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεωςο αιτών επικαλείται την ιδιότητά του ως εκλογέα και ως Έλληνα πολίτη. Εν τούτοις, εν όψει της κανονιστικής φύσεως των προσβαλλομένων, οι παρεμβαίνουσες φρονούν ότι η ιδιότητα αυτή δεν αρκεί από μόνη της για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος στην παρούσα δίκη. Διότι η  ιδιότητα του Έλληνα πολίτη δεν ιδρύει ιδιαίτερο και μάλιστα προσωπικό δεσμό με τις προσβαλλόμενες, διακεκριμένο από το γενικό ενδιαφέρον των πολιτών για την τήρηση ή την καθ’ ορισμένο τρόπο ερμηνεία του Συντάγματος και  των νόμων, ούτε προσδίδει στον φορέα της ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό,  εξαιτίας του οποίου  ενδιαφέρεται εντονότερα από τους λοιπούς πολίτες για τη νομιμότητα πράξεων όπως οι προσβαλλόμενες (ΣτΕ 2805/1984 και 582/2001). Διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν ο αιτών επεκαλείτο και αποδείκνυε την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και εκλογέα σε Δήμο, όπου το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν οριακό και όπου ψήφισε αναλογικά υψηλός αριθμός αλλοδαπών εκλογέων.  Κατά συνέπεια, αν το Δικαστήριο δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει μιαν actio popularis για τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας οποιασδήποτε απόφασης γενικότερου ενδιαφέροντος, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αιτούντος. Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο που δεν υφίσταται εν προκειμένω καμιά διεθνής δέσμευση της χώρας –ανάλογη π.χ. με την Σύμβαση του Άαρχους- που να ωθεί το Δικαστήριο να αποστεί από την πάγια νομολογία του […].

 

γ. Όσο για την […] Ελληνική Ένωση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι το αρχαιότερο σωματείο στην Ελλάδα με παρεμφερή σκοπό (έτος ιδρύσεως 1953, www.hlhr.gr) και μέλος της διεθνούς Ενώσεως Fédération Internationale des Droitsde l’ Homme (FIDH, www.fidh.org), που εδρεύει στο Παρίσι. Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της, επικαλείται τόσο τους καταστατικούς σκοπούς της (άρθρο 2), όσο και τα ειδικώς απαριθμούμενα στο Καταστατικό της μέσα για την επίτευξη των σκοπών της (άρθρο 3).  Μεταξύ των μέσων αυτών περιλαμβάνεται και η άσκηση παρεμβάσεων, καθώς και η παράσταση ενώπιον δικαστηρίων, οσάκις συζητούνται «θέματα εντασσόμενα στους σκοπούς της». Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την διατυπωθείσα επιφύλαξη της μειοψηφίας της παραπεμπτικής για το έννομο συμφέρον της Ένωσης να παρέμβει υπέρ του κύρους της πρώτης προσβαλλόμενης,  η δεύτερη παρεμβαίνουσα επικαλείται το άρθρο 1(α) του Καταστατικού της, σύμφωνα με το οποίο η δράση της εμπνέεται και από  την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Ο.Η.Ε. του 1948, το άρθρο 15 της οποίας αναγνωρίζει ως δικαίωμα του ανθρώπου το δικαίωμα σε μια τουλάχιστον ιθαγένεια και το δικαίωμα αλλαγής ιθαγένειας. 

3.  Εν όψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα πρωτίστως ως απαράδεκτη.

ΙΙ.

Επί του βασίμου

Α’

4. Η αντιδικία αμφισβητεί κατ’ αρχάς τη συνταγματικότητα δύο ρυθμίσεων:

α. αφ’ ενός μεν  του άρθρου 1Α του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (εφεξής ΚΕΙ), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3838/2010 (: κτήση ιθαγένειας από παιδιά νομίμων μεταναστών, που είτε γεννιούνται στην Ελλάδα, είτε συμπληρώνουν επιτυχώς 6ετή φοίτηση σε  ελληνικό σχολείο ) και,

β. αφ’ ετέρου, της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 24 του ν. 3838/2010 (καθ’ ό μέτρο αφορά την κτήση ιθαγένειας από παιδιά νόμιμων μεταναστών που πληρούν τις ως άνω προϋποθέσεις). 

 

5.  Κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, προέχει βεβαίως να εντοπισθεί η εφαρμοστέα συνταγματική διάταξη: ποια είναι κάθε φορά η (συνταγματική) lex specialis Eν προκειμένω, τα πράγματα είναι αρκούντως σαφή. Εφαρμοστέα είναι η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Συντάγματος, κατά την οποία:

« Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος» (εδ.α’).

Εν συνεχεία, η ίδια παράγραφος, επηρεασμένη από το κλίμα της εποχής που θεσπίσθηκε (δηλαδή της πρώτης περιόδου μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το 1974), αναφέρει περιοριστικά τους δύο λόγους για τους οποίους επιτρέπεται η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας[1]. Αντιθέτως, για τα «προσόντα» του Έλληνα, το Σύνταγμα επαφίεται στον κοινό νομοθέτη. Καθ’ ό μέτρο πρόκειται για μια διάταξη που επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτολεξεί σε όλα ανεξαιρέτως  τα Συντάγματά μας από το 1844 και εφεξής,  έχει ενδιαφέρον να δει κανείς με ποια ratio υιοθετήθηκε:

6. Τη διάταξη υιοθέτησε ως δεύτερη παράγραφο του άρθρου περί ισότητας, η Εθνοσυνέλευση της Γ’ Σεπτεμβρίου 1843: μετά τη γνωστή ρύθμιση ότι μόνον Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί στις δημόσιες λειτουργίες (βλ. ήδη άρθρο 4§4  του ισχύοντος Συντάγματος), το Σύνταγμα του 1844, όριζε ποιοι είναι οι Έλληνες πολίτες:

«Πολίται είναι όσοι απέκτησαν ή αποκτήσωσι τα χαρακτηριστικά του πολίτου κατά τους Νόμους του Κράτους» (άρθρο 3§2).

Η επιφύλαξη αυτή υπέρ του κοινού νομοθέτη δεν ήταν τυχαία: ήταν απόρροια της οξύτατης αντιπαράθεσης «αυτοχθόνων» και «ετεροχθόνων» στην πρώτη εκείνη Εθνοσυνέλευση μετά την Ανεξαρτησία. Προκειμένου να μην δεσμευθούν οι επιλογές των επομένων Βουλών για το ποιοι θα είναι Έλληνες πολίτες (και θα μπορούν, έτσι, να διορίζονται στο δημόσιο), οι πληρεξούσιοι του 1843 προέκριναν μετά λόγου γνώσεως να αφήσουν το θέμα εκτός Συντάγματος, ώστε, για ένα ζήτημα ύψιστης πολιτικής σημασίας, ο νομοθέτης να έχει κατ’ αρχήν τα χέρια του λυμένα. Αξίζει να παρατεθεί το σχετικό  απόσπασμα από τα Επίσημα Πρακτικά της Εθνοσυνέλευσης εκείνης:

«Αν και λόγοι πολλοί ουσιώδεις και πικραί αναμνήσεις υπαγορεύουν την ανάγκην του να γίνη λόγος περί [των προσόντων του Έλληνος πολίτου] εντός του Συντάγματος, […] η Επιτροπή δεν έθεσε τούτο εις το Σύνταγμα δια τους ακολούθους δύο λόγους. 1) Διότι ειδικός νόμος περί των προσόντων του πολίτου Έλληνος εντός του Συντάγματος  θα ήναι ατελής, και 2) διότι, εάν ο νόμος ούτος τεθή εντός του Συντάγματος θα ήναι ως και το Σύνταγμα αμετάβλητος, και οι όροι αυτού θέλουν είσθαι αδύνατον να τροποποιηθώσι μετά ταύτα, εάν ανάγκη τις ήθελεν υπαγορεύσει […]» (Η της Γ’ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική Συνέλευσις, Επίσημα πρακτικά,συνεδρ. ΚΣΤ’, 8.1.1844, σελ.143-144).

Έκτοτε, η ίδια μέριμνα για προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες υπαγόρευσε την επανάληψη της διάταξης με το ίδιο κατ’ ουσίαν περιεχόμενο[2].

7. Η ανάθεση αυτή στον κοινό νομοθέτη να ορίζει εκάστοτε ο ίδιος τα «προσόντα» του Έλληνα, συμβαδίζει με την παγιωθείσα έκτοτε αντίληψη ότι η απονομή της ιθαγένειας αποτελεί κατ’ εξοχήν «κυριαρχική» πράξη του κράτους. Του ότι δηλαδή η Βουλή, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, είναι εκείνη η οποία προσδιορίζει εκάστοτε τους όρους για την άσκηση μιας αρμοδιότητας που ανάγεται στον πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας. Εξ ου και η μη αναγνώριση αντίστοιχου δικαιώματος, δηλαδή ατομικού δικαιώματος για απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας[3]. Ο στενός αυτός σύνδεσμος του δικαίου της ιθαγένειας με την Βουλή ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας δεν μπορεί παρά να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογούνται οι σχετικές ρυθμίσεις και θα ελέγχεται η συνταγματικότητά τους.

8. Αναμφίβολα, η κρίσιμη επιφύλαξη υπέρ του νόμου του άρθρου 4§3 Σ., αν και ευρύτατη, δεν γίνεται εν λευκώ. Τόσο το Σύνταγμα, όσο και οι διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας θέτουν όρια στην σχετική αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη. Για παράδειγμα, η νομοθετική απαγόρευση της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλόθρησκους, σε αλλόφυλους ή σε πρόσωπα  με αναπηρία θα ήταν αντισυνταγματική.  Τα όρια, εν τούτοις, αυτά δεν μπορεί παρά να είναι ακραία και να αφορούν περιπτώσεις κραυγαλέων και κατά τούτο ανεπίτρεπτων διακρίσεων, τις οποίες καμιά πολιτική σκοπιμότητα δεν μπορεί να δικαιολογήσει. Διότι ο αποκλεισμός κατηγοριών προσώπων από την ελληνική ιθαγένεια, με κριτήρια όπως τα ανωτέρω, θα αναιρούσε τα θεμέλια της φιλελεύθερης συνταγματικής τάξης και θα προσέκρουε ευθέως στην αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων (άρθρο 5§2 Σ.). Αντιθέτως, οσάκις ο νομοθέτης δεν χρησιμοποιεί τέτοια κριτήρια, δρα, λόγω της ευρύτατης συνταγματικής επιφύλαξης «ελευθέρως». 

9.  Ερωτάται, κατόπιν των ανωτέρω, αν η έννοια του έθνους, όπως την χρησιμοποιεί το Σύνταγμα στο άρθρο 1§3 και σε σειρά άλλων διατάξεων (όπως τις παραθέτει η παραπεμπτική, βλ. άρθρα 16§2, 21§1, 25§4, 51§2 Σ. κ.λπ.), επηρεάζει την ερμηνεία της εφαρμοστέας βάσει της αρχής της ειδικότητας εν προκειμένω συνταγματικής διάταξης (ήτοι της lex specialis), δηλαδή του άρθρου 4§3(εδ.α’) και, αν ναι, σε ποια έκταση.

10. Τον όρο «έθνος» (μόνο αυτόν, και όχι και τον όρο «λαός») ως πηγή των εξουσιών χρησιμοποίησαν, ως γνωστόν, όλα μας τα Συντάγματα, από το 1864 έως και το 1952[4]. Αρχικά, η χρήση της ήταν ιστορικά φορτισμένη από την ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, καθώς επεδίωκε να περιλάβει όχι μόνον τους Έλληνες του νεοσύστατου μικρού βασιλείου, αλλά και τους ομοεθνείς μας των αλύτρωτων περιοχών.

11. Στη διάκριση έθνους και λαού ως πηγής των εξουσιών προέβη για πρώτη φορά η δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Παραπέμποντας στον «θεωρητικό» της τελευταίας  καθηγητή Γ. Μαντζούφα, ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών κ. Απ. Γεωργιάδης, σημείωνε πρόσφατα:

«Η εισαγωγή της έννοιας του Έθνους ως πηγής όλων των εξουσιών και  η διάκρισή της από την έννοια του λαού-εκλογικού σώματος, η συνεχής αναφορά στη φυλετική, θρησκευτική, γλωσσική και ψυχική ομοιογένεια των Ελλήνων ως συνεκτικού στοιχείου του Έθνους, η απόρριψη του φιλελεύθερου ατομικισμού […], η αποσύνδεση της έννοιας της ελευθερίας του ατόμου από το δικαίωμα του εκλέγειν και η επισήμανση ότι η ‘εθνική θέλησις’ και το ‘εθνικόν φρόνημα’ είναι δυνατόν ‘κατ’ εποχάς’  να τα εκφράζουν ‘μεμονωμένα άτομα’, μαρτυρούν την εντατική προσπάθεια των θεωρητικών της δικτατορίας να μεταφυτευθεί στην Ελλάδα η έννοια του ‘ολοκληρωτικού κράτους’[5].

12. Ό,τι δεν τόλμησε η δικτατορία εκείνη, έπραξε η χούντα των συνταγματαρχών: για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία μας, διέκρινε ρητά την έννοια του έθνους από την έννοια του λαού στο άρθρο 2§2 των Συνταγμάτων της του 1968 και του 1973:

«Άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του Λαού, υπάρχουν υπέρ του Λαού και του Έθνους και ασκούνται, καθ’ όν τρόπον ορίζει το Σύνταγμα».

Σκοπός της καινοτομίας αυτής ήταν να διακηρυχθεί κατά τον επισημότερο τρόπο  ο ιδεολογικός προσανατολισμός που επεδίωκε να επιβάλει στη χώρα η δικτατορία της 21ης Απριλίου, ο οποίος εξυπηρετούνταν με την απόδοση στην έννοια του έθνους κανονιστικού περιεχομένου, και μάλιστα συνταγματικής περιωπής. Χαρακτηριστική, εν προκειμένω, ήταν η ακόλουθη παρατήρηση του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης καθηγητή Ιω. Τριανταφυλλόπουλου, κατά τη σχετική συζήτηση στο Υπουργικό Συμβούλιο της δικτατορίας:

«Λαός και Έθνος είναι δύο έννοιαι διαφορετικαί. Λαός είναι έννοια δημοσίου δικαίου, ενώ το Έθνος είναι μια έννοια εξωνομική. Υποθέτω δε ότι τίθεται τώρα, δια να τονίσωμεν την έννοιαν της νέας πολιτείας και ότι δεν δύναται να γίνη ο,τιδήποτε αντεθνικόν. Η παρεμβολή της λέξεως «Έθνος», είναι εντελώς καθοδηγητική, αλλά όχι νομική» (Υπουργικόν Συμβούλιον, Εστενογραφημένα Πρακτικά του Νέου Συντάγματος 1968, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1969, συνεδρ. 29.6.1968, σ. 18).

13. Η διάκριση λαού και έθνους, αν και δεν γινόταν στο αρχικό σχέδιο Συντάγματος της κυβέρνησης Κων. Καραμανλή, το 1974, περιελήφθη τελικά στο ισχύον Σύνταγμα, ύστερα από επιμονή της τότε αντιπολίτευσης. Η τελευταία, μετά την διαστρέβλωση της έννοιας του έθνους από την στρατιωτική δικτατορία, ζήτησε να περιληφθεί και η λέξη «λαός» στην καθιερωμένη διατύπωση των παλαιών Συνταγμάτων[6]. Έτσι, με το αντίθετο ακριβώς σκεπτικό, η §3 του άρθρου 1 του ισχύοντος Συντάγματος βρέθηκε να επαναλαμβάνει την προπαρατεθείσα διατύπωση του Συντάγματος της δικτατορίας. 

14.  Ως θεμελιώδης νόμος,  το Σύνταγμα δεν περιλαμβάνει βέβαια περιγραφικές διατάξεις, αλλά κανόνες δικαίου και αρχές. Κάθε διάταξη έχει κανονιστικό περιεχόμενο και κάθε λέξη που χρησιμοποιεί έχει  νομική σημασία.  Έτσι, η χρήση της λέξης «έθνος» ή των παραγώγων της («εθνικός») έχει και αυτή έννομες συνέπειες. Το ποιες ακριβώς είναι αυτές, εξαρτάται κάθε φορά από τα συμφραζόμενα της συγκεκριμένης διάταξης. Έτσι, στο άρθρο 51§2 («Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος») δεν αμφισβητείται ότι η έννοια του «έθνους» αντιδιαστέλλεται από την έννοια της «εκλογικής περιφέρειας», την οποία, σε αντίθεση προς τα προγενέστερα, το ισχύον Σύνταγμα δεν μνημονεύει ρητά. Στο άρθρο 16§2, εξ άλλου που είναι αφιερωμένο στους σκοπούς της παιδείας, η χρήση του επιθέτου «εθνική» («εθνικής συνείδησης»), έχει την έννοια της καλλιέργειας και διάδοσης της ιστορίας και των παραδόσεων του Ελληνισμού. Στο άρθρο 25§4 («χρέος εθνικής αλληλεγγύης»), το Σύνταγμα υπαινίσσεται τις υποχρεώσεις του πολίτη (φορολογικές, στρατιωτική θητεία κ.λπ.), ενώ στο άρθρο 21§1 («η οικογένεια ως θεμέλιο συντήρησης και προαγωγής του Έθνους») επιδιώκει να ενισχύσει τον θεσμό της οικογένειας. 

15. Κατά την κρατούσα άποψη στη θεωρία, η  χρήση της λέξης «έθνος» δίπλα στη λέξη «λαός» στο άρθρο 1§3 του Συντάγματος  συνδέεται  με την μέριμνα για το απόδημο Ελληνισμό, στον οποίο το Σύνταγμα αφιερώνει ξεχωριστό άρθρο (το άρθρο 108)[7]. Η άποψη ότι η έννοια του έθνους χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό  ως μέτρο και γενικό κριτήριο για τον έλεγχο της συνταγματικότητας όλων των νόμων (ενδεχομένως και της νομιμότητας όλων των διοικητικών πράξεων) δεν θα μπορούσε και ούτε έχει άλλωστε  γίνει δεκτή από κανένα δικαστήριο έως τώρα. Διότι κάτι τέτοιο θα εισήγαγε ένα κατ’ εξοχήν ρευστό και υποκειμενικό κριτήριο, εξόχως πολιτικό, στη δικαστική κρίση, πράγμα το οποίο δεν συνάδει με τον νομικό χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Και ναι μεν, θα μπορούσε ενδεχομένως να υποστηριχθεί, ότι η χρήση της έννοιας αυτής αποκλείει την υιοθέτηση ακραίων ρυθμίσεων (όπως για παράδειγμα την αυτόματη απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα, ύστερα από ολιγοήμερη παραμονή των γονέων τους στη χώρα) πλην όμως δεν είναι υποστηρίξιμη η άποψη ότι η λέξη «έθνος» «συνταγματοποιεί» ως αποκλειστικό τρόπο κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας το δίκαιο του αίματος (όπως φαίνεται να υπολαμβάνει η αντιδικία και η παραπεμπτική).

16. Από τα ως άνω προκύπτει ότι οι συνταγματικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν (άρθρα 16, 21,25 κ.λπ.) δεν μπορούν να νοηματοδοτήσουν τη lex specialis, δηλαδή το άρθρο 4§3 του Συντάγματος, κατά τέτοιο τρόπο ώστε η ρύθμιση της ιθαγένειας από τον κοινό νομοθέτη να πρέπει υποχρεωτικώς να συναρτάται με την «ελληνικότητα», δηλαδή την ένταξη στο έθνος των Ελλήνων.

17. Οι κρίσιμες στην παρούσα δίκη ρυθμίσεις του ν. 3838/2010 δεν καθιερώνουν βέβαια αυτοματοποιημένες και απρόσωπες διαδικασίες για την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας  από τη λεγόμενη «δεύτερη γενιά» των  μεταναστών. Τα κριτήρια της πενταετούς τουλάχιστον νόμιμης και συνεχούς διαμονής και των δύο γονέων, καθώς και της εξαετούς επιτυχούς φοίτησης σε ελληνικό σχολείο (με νόμιμη και μόνιμη διαμονή στη χώρα)[8], αποκλείουν τις αθρόες πολιτογραφήσεις, καθώς απαιτούν ειδική και εξατομικευμένη κρίση για κάθε περίπτωση ξεχωριστά (ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων και με δυνατότητα αποποίησης της ιθαγένειας μετά την ενηλικίωση, βλ. άρθρο 9 ν.3838/2010). Πρόκειται για τεκμήρια ουσιαστικής ένταξης στην ελληνική κοινωνία, που δύσκολα θα μπορούσαν να διαψευσθούν.  Κατά τούτο, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αντιδικίας δεν ευσταθούν, αφού:

α. ο νόμος εκκινεί από έναν πραγματικό και ουσιαστικό δεσμό των ενδιαφερομένων με την Ελλάδα. Δεσμό ο οποίος, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι πολύ ουσιαστικότερος από τη δοκιμασία μιας, κατά το συνήθως συμβαίνον, επιδερμικής συνέντευξης, στο πλαίσιο της οποίας οι αιτούμενοι την ελληνική ιθαγένεια καλούνται να απαντήσουν σε στερεότυπες ερωτήσεις του τύπου «αν  αγαπούν ή όχι την Ελλάδα».

β. Οι νέοι τρόποι κτήσεως της ιθαγένειας που καθιερώνει ο ν.3838/2010 είναι εννοιολογικώς άσχετοι με τις πολιτοποιήσεις, δηλαδή τις αθρόες πολιτογραφήσεις ύστερα από εδαφικές προσαρτήσεις ή ανταλλαγές πληθυσμών, (βλ. την εσφαλμένη σκέψη 13 της παραπεμπτικής). Οι τελευταίες, υπενθυμίζεται, δεν προϋποθέτουν υποβολή αίτησης, αλλά πραγματοποιούνται με την ψήφιση σχετικού νόμου για την χορήγηση ιθαγένειας  στα καταλαμβανόμενα πρόσωπα[9]. Σε κάθε περίπτωση, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αντιδικίας ωθούν το Δικαστήριο να υπερβεί τα όρια του ακυρωτικού ελέγχου για να κρίνει την πολιτική κατ’ ουσίαν επιλογή του νομοθέτη. Συγκεκριμένα, το ωθούν να αξιολογήσει ευθέως τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η Βουλή για τη διάγνωση του πραγματικού και ουσιαστικού δεσμού των ενδιαφερομένων με την Ελλάδα, κάτι που το Δικαστήριο Σας αποφεύγει κατά σύστημα να πράξει (πρβλ. τις ενδιαφέρουσες σκέψεις της  ΣτΕ(Ολ.) 3478/2000 για τα όρια του ακυρωτικού ελέγχου).

18.  Υποστηρίχθηκε ότι, στην παρούσα δίκη, επιβάλλεται ένας  αυστηρότερος του συνήθους έλεγχος της συνταγματικότητας των  κρίσιμων ρυθμίσεων για έναν επιπρόσθετο λόγο: διότι οι επιλογές του νομοθέτη δεν ήταν αβίαστες, αλλά υπαγορεύονταν από τα τετελεσμένα γεγονότα που δημιούργησε το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα της δεκαετίας του 1990-2000 και οι μαζικές νομιμοποιήσεις οικονομικών μεταναστών που επακολούθησαν. Το γεγονός και μόνο ότι, σύμφωνα με τον εν λόγω συλλογισμό, νομιμοποιήθηκε η παραμονή στην Ελλάδα και προσώπων που είχαν εισέλθει στη χώρα παρανόμως, αποκλείει τη χρήση του κριτηρίου της νόμιμης παραμονής των γονέων για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά τους. Νομικά, η σκέψη αυτή δεν ευσταθεί διότι:

α. από τη μια, οι κρίσιμες νομιμοποιήσεις των ν.1975/1991, 2910/2001 και 3386/2005 δεν έγιναν εική και ως έτυχε, αλλά βάσει κριτηρίων, τα οποία είναι σημαντικό να τονισθεί ότι υιοθετήθηκαν διαχρονικά από διαφορετικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, σε μια σπάνια επίδειξη πολιτικής συνέχειας.  Σε κάθε περίπτωση, η συνταγματικότητα των εν λόγω νόμων δεν έχει αμφισβητηθεί και οι διοικητικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή τους δεν έχουν ανακληθεί. Απολαμβάνουν, ως εκ τούτου, του τεκμηρίου νομιμότητας.

β.  Η  αναγωγή σε αποφασιστικό κριτήριο της συνταγματικότητας του ΚΕΙ της παράνομης εισόδου στη χώρα, δηλαδή  ενός γεγονότος του απώτερου κατά  κανόνα παρελθόντος, ενόσω έχει μεσολαβήσει μακρά περίοδος νόμιμης διαμονής, με σοβαρές ενδείξεις ένταξης στο εθνικό περιβάλλον, δεν θα συνιστούσε απλώς ανεπιεικές μέτρο, αλλά πράξη αμφίβολης αποτελεσματικότητας για την επίτευξη του μείζονος στόχου, που δεν είναι άλλος από την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και ομοιογένειας[10].

19. Περαιτέρω, στην παρούσα δίκη, κατά την οποία λαμβάνεται υπ’ όψη η συνδρομή των προϋποθέσεων της νομίμου διαμονής επί ορισμένο χρόνο, δεν επιτρέπεται να αναχθούμε σε γεγονότα προγενέστερα, αφορώντα τον τρόπο εισόδου στη χώρα ή την έλλειψη ή αταξία των σχετικών εγγράφων των εν λόγω αλλοδαπών, που εν τούτοις δεν εμπόδισαν την αναγνώριση της νομίμου διαμονής. Και τούτο, είτε η αναγνώριση αυτή έγινε νομίμως, είτε παρανόμως (με ευθύνη των κρατικών υπηρεσιών).

20. Καταλήγοντας, ας επιτραπεί στις παρεμβαίνουσες να θέσουν υπό την κρίση του Δικαστηρίου και τις ακόλουθες συμπληρωματικές σκέψεις:

α. Η μείζων πρόταση της παραπεμπτικής απόφασης διαμορφώθηκε βάσει κυρίως της διάταξης του άρθρου 1§3 Σ. ως εξής: «Δεν επιτρέπεται η πολιτογράφηση αλλοδαπού, χωρίς εξατομικευμένη κρίση της διοικήσεως περί του ότι ανήκει στο ελληνικό έθνος, διότι τούτο καταλήγει στη διεύρυνση του λαού ως στοιχείου του κράτους και ως οργάνου του κράτους, δηλαδή στη διεύρυνση του εκλογικού σώματος». Τελολογία της μείζονος αυτής προτάσεως είναι η  διατήρηση ανόθευτου του εκλογικού σώματος από μέλη που δεν ανήκουν, βάσει εξατομικευμένης κρίσεως της διοικήσεως, στο ελληνικό έθνος.

β. Η διεύρυνση του εκλογικού σώματος με αλλοδαπούς μπορεί πάντως να επιτευχθεί βάσει της διάταξης του άρθρου 51§3 Σ.: «Οι βουλευτές εκλέγονται από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα, όπως νόμος ορίζει». Ως πολίτες δεν νοούνται μόνον οι Έλληνες πολίτες. Η έννοια του πολίτη είναι ευρύτερη από την έννοια του Έλληνα πολίτη. Τούτο προκύπτει ιδίως από την αντιπαραβολή της διάταξης του άρθρου 51§3 περί του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος με τη διάταξη του άρθρου 55§1 περί του παθητικού εκλογικού δικαιώματος: «Για να εκλεγεί κανείς βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης». Αλλά και σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ο όρος «πολίτης» χρησιμοποιείται ευρύτερα και περιλαμβάνει και αλλοδαπούς: στο άρθρο 22§1 ορίζεται ότι το κράτος μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών, στο άρθρο 21§3 ότι μεριμνά για την υγεία των πολιτών κ.λπ.

γ. Από τη συνταγματική διάταξη για το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα (άρθρο 51§3) προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να το επεκτείνει και σε αλλοδαπούς. Δηλαδή, δι’ άλλου τρόπου μπορεί να επιτευχθεί η διεύρυνση του εκλογικού σώματος, χωρίς εξατομικευμένη κρίση της διοίκησης περί του ότι τα νέα μέλη του, οι αλλοδαποί που αποκτούν το δικαίωμα της ψήφου, εντάσσονται όντως στο ελληνικό έθνος.

δ. Το ότι ο νομοθέτης δεν έχει έως σήμερα παράσχει το δικαίωμα της ψήφου στους αλλοδαπούς δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί κατά το Σύνταγμα να το παράσχει.[11] Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου στο άρθρο 51§3 καλύπτει και τους αλλοδαπούς. Θα μπορούσε βεβαίως να αντιταχθεί ότι τα δύο ζητήματα, της απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας και της παροχής δικαιώματος ψήφου στους αλλοδαπούς, είναι διαφορετικά. Διότι δια της αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας ο τέως αλλοδαπός δεν αποκτά μόνο το δικαίωμα του εκλέγειν, αλλά και άλλα πολιτικά δικαιώματα: το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, του διορίζεσθαι σε δημόσια θέση και του διορίζεσθαι ένορκον. Τα δικαιώματα όμως αυτά προϋποθέτουν ανάδειξη δι’ εκλογής ή διορισμού ή δι’ εγγραφής σε κατάλογο και κληρώσεως. Το δικαίωμα του εκλέγειν διαφέρει από όλα τα λοιπά πολιτικά δικαιώματα κατά το ότι δεν προϋποθέτει καμία ανάδειξη, αλλά ενεργοποιείται και πραγματούται αφ’ εαυτού.

ε. Η διεύρυνση λοιπόν  του εκλογικού σώματος είναι το κατ’ εξοχήν κρίσιμο ζήτημα, τόσο για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας όσο και για την παροχή του δικαιώματος ψήφου. Η διεύρυνση αυτή μπορεί να επιτευχθεί βάσει του άρθρου 51§3, χωρίς εξατομικευμένη κρίση της διοίκησης. Έτσι όμως η ερμηνεία του Συντάγματος διασπάται ανεπιτρέπτως, αφού το κατά την παραπεμπτική απόφαση αποφευκτέο αποτέλεσμα (δηλαδή η αλόγιστη διεύρυνση του εκλογικού σώματος δια της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας) μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο.

στ. Ο ένδικος νόμος έθεσε αντικειμενικές προϋποθέσεις για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας. Κατέστησε την αρμοδιότητα της διοίκησης δέσμια, έτσι ώστε να αποφεύγονται εκδουλεύσεις με οικονομικό ή άλλο αντάλλαγμα και άλλα τινά. Μα η δέσμευση της διοίκησης και η συρρίκνωση της διακριτικής της ευχέρειας υπήρξε πάντοτε αίτημα δημοκρατικό και δικαιοκρατικό. Με τη δέσμια αρμοδιότητα η διοίκηση υπόκειται εντονότερα στην αρχή της νομιμότητας και του κράτους δικαίου.

ζ. Σε κάθε περίπτωση, οι αντικειμενικές προϋποθέσεις του νόμου συναρτώνται με την ελληνική εκπαίδευση των τέκνων των μεταναστών. Τούτο ισχύει και για τον έχοντα φοιτήσει σε ελληνικό σχολείο και για τον μη έχοντα εισέτι φοιτήσει λόγω μικρής ηλικίας. Ο τελευταίος αυτός, ως Έλληνας,  έχει υποχρέωση να φοιτήσει κατά το άρθρο 16§3 Σ.

Β’

21. Όσον αφορά την δεύτερη προσβαλλόμενη, δηλαδή το δικαίωμα ψήφου των (μη κοινοτικών) αλλοδαπών στις εκλογές για την ανάδειξη των αρχών της πρωτοβάθμιας μόνον αυτοδιοίκησης, είναι ανακριβείς οι ισχυρισμοί του αιτούντος ότι αυτό δεν αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία των ευρωπαϊκών χωρών. Σχετικώς, οι παρεμβαίνουσες αναφέρονται κατ’ αρχάς στην τελευταία έκδοση της υποβληθείσης μελέτης της Γαλλικής Γερουσίας (: Le droit de vote des étrangers auxélections locales Les documents de travail du Sénat, SérieLégislation comparéeNo LC 218, Paris, novembre 2011), όπου περιλαμβάνονται αναλυτικά στοιχεία για το θέμα. Από την μελέτη αυτή συνάγεται ότι σήμερα, υπό προϋποθέσεις που ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αναγνωρίζουν δικαίωμα ψήφου στις εκλογές των ΟΤΑ στους επί μακρόν διαμένοντες αλλοδαπούς μετανάστες. Και τούτο ως μέσο για την βαθμιαία ένταξή τους στην κοινωνία της χώρας υποδοχής. Στις χώρες αυτές περιλαμβάνονται (α) η Ισπανία, η Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο –υπό τον όρο της αμοιβαιότητος, (β) το Βέλγιο, η Δανία, το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Σουηδία και τα περισσότερα ελβετικά καντόνια –η νομοθεσία των οποίων απαιτεί ελάχιστο χρόνο διαμονής και (γ) -χωρίς καν ελάχιστο χρόνο διαμονής- η Ιρλανδία.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΨΗΦΟΥ (ΜΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ) ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ

ΣΤΙΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΧΩΡΕΣ

 

 

 

Χρόνος διαμονής

Εκλέγειν

Εκλέγεσθαι

 

Δανία

4 χρόνια νόμιμης διαμονής

Ναι

Ναι

Φινλανδία

Ενήλικες με άδεια παραμονής

Ναι

Ναι

Σουηδία

3 χρόνια νόμιμης διαμονής

Ναι

Ναι

Σλοβενία

Μαζί με το καθεστώς μακρόχρονης παραμονής

Ναι

Ναι

Λουξεμβούργο

 

5 χρόνια νόμιμης διαμονής

Ναι

Ναι

Ολλανδία

5 χρόνια νόμιμης διαμονής

Ναι

Όχι

Βέλγιο

5 χρόνια πριν τις εκλογές

Ναι

Όχι

Γαλλία

Όχι

Όχι

Όχι

Γερμανία

Όχι

Όχι

Όχι

Ιταλία

Όχι

Όχι

Όχι

 

Απεναντίας, ύστερα από σχετικές αποφάσεις των Συνταγματικών Δικαστηρίων τους, Γερμανία[12], Αυστρία[13] (όχι όμως και Ιταλία, όπως εσφαλμένα ανεφέρθη στο υπόμνημα της παρέμβασης ενώπιον του Δ’ Τμήματος και την παραπεμπτική[14]) δεν αναγνωρίζουν τέτοιο δικαίωμα στους αλλοδαπούς μετανάστες που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους. Το ίδιο και η Γαλλία, τουλάχιστον αρχικά, το Συνταγματικό Συμβούλιο της οποίας απέκλεισε το 1992 την αναγνώριση του δικαιώματος αυτού, με τη σκέψη ότι οι οργανισμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης συγκροτούν το μεγαλύτερο τμήμα του εκλεκτορικού σώματος των μελών του δεύτερου νομοθετικού σώματος της χώρας, δηλαδή της Γερουσίας˙ ως εκ τούτου, τυχόν συμμετοχή των αλλοδαπών στην ψηφοφορία για την ανάδειξη των τοπικών αρχών  θα προσέβαλλε τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας[15]. Ήδη, πάντως, με εκκρεμούσα πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης, αναγνωρίζεται για πρώτη φορά τέτοιο δικαίωμα στη Γαλλία σε μη κοινοτικούς αλλοδαπούς που έχουν τουλάχιστον 5 χρόνια νόμιμης διαμονής στη χώρα[16].

 

22.  Στη χώρα μας (όπου, εξ αιτίας των αυστηρότατων προϋποθέσεων του άρθρου 14 του ν. 3838/2010, μόλις 12.583 αλλοδαποί της κατηγορίας αυτής ενεγράφησαν στους σχετικούς Ειδικούς Καταλόγους για τις τελευταίες δημοτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2010), η συνταγματικότητα του δικαιώματος ψήφου των αλλοδαπών στις εκλογές των ΟΤΑ αμφισβητείται με δύο κυρίως επιχειρήματα: 

α.  Από τη μια υποστηρίζεται ότι είναι ανεπίτρεπτη η συμμετοχή μη Ελλήνων πολιτών στις δημοτικές εκλογές, εν όψει του πολιτικού χαρακτήρα των τελευταίων, ο οποίος προκύπτει από τις αρμοδιότητες που το Σύνταγμα και ο νόμος αναθέτουν στους ΟΤΑ. Την άποψη αυτή δέχεται και η παραπεμπτική, η οποία, για τη θεμελίωσή της, επικαλείται τα άρθρα 52, 1 §§2&3 και 102 §§1&2 Σ. Οι παρεμβαίνουσες δεν προτίθενται βέβαια να αμφισβητήσουν την πολιτική διάσταση των εκλογών για την ανάδειξη των οργάνων των ΟΤΑ. Οφείλουν, εν τούτοις, να υπενθυμίσουν την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου για τις «τοπικές υποθέσεις», οι οποίες δεν ταυτίζονται με τις αρμοδιότητες των οργάνων της κεντρικής και της αποκεντρωμένης διοίκησης (ΣτΕ(Ολ.)3864/1978 και 1316/1979). Ο γεωγραφικός περιορισμός των αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ σε συγκεκριμένη περιοχή δικαιολογεί την πρόταξη της ιδιότητας του κατοίκου, εν σχέσει με εκείνην του πολίτη στη διαχείριση των τοπικών υποθέσεων και, κατά τούτο, διαφοροποιεί τα κριτήρια για την ανάδειξη των οργάνων των ΟΤΑ σε σύγκριση με εκείνα που ισχύουν για την ανάδειξη των βουλευτών (πρβλ. και άρθρο 51§2). Άλλωστε, την άποψη αυτή δέχεται και η παραπεμπτική, απορρίπτοντας άνευ άλλου τινός το καινοφανές επιχείρημα της αντιδικίας ότι οι τοπικές εκλογές είναι εξ ίσου κομματικοποιημένες με τις εθνικές (άρθρο 29§1 Σ.) και ότι τάχα δεν θα έπρεπε γι’ αυτόν ειδικά τον λόγο, να συμμετέχουν σε αυτές ως εκλογείς μη Έλληνες πολίτες. 

β.  Από την άλλη, προβάλλεται ότι το ίδιο το Σύνταγμα είναι εκείνο που αποκλείει τη συμμετοχή αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές, διότι τάχα -εμμέσως πλην σαφώς- θέτει ως προϋπόθεση της ιδιότητας του εκλογέα την ιδιότητα του πολίτη. Εν τούτοις, η σκέψη αυτή δεν ευσταθεί. Όπως οι παρεμβαίνουσες είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν εμφαντικά ενώπιον του Δικαστηρίου, το γράμμα των σχετικών διατάξεων προβαίνει σε μια σαφή διαβάθμιση των προσόντων του εκλογέα και του εκλογίμου: για το παθητικό εκλογικό δικαίωμα, δηλαδή  τη συμμετοχή ως βουλευτή  στον στενότατο πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας (τη Βουλή) το Σύνταγμα απαιτεί την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη (άρθρο 55§1 Σ.). Για το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα, δηλαδή την ανάδειξη των βουλευτών, αρκείται στην ιδιότητα του πολίτη, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό (άρθρο 51§3 Σ.). Τέλος, για την εκλογή των ΟΤΑ, το άρθρο 102§2 του Συντάγματος περιορίζεται στο να προβλέψει ότι οι αρχές των ΟΤΑ «εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει» (βλ. και ως άνω τις σκέψεις της §20). Είναι προφανές ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές του γράμματος του Συντάγματος αφήνουν στον νομοθέτη σοβαρά περιθώρια εναλλακτικών λύσεων. Σημειωτέον ότι τα περιθώρια αυτά εκμεταλλεύθηκε και ο εδώ βαλλόμενος ν. 3838/2010, (α) περιορίζοντας το δικαίωμα ψήφου των αλλοδαπών μόνο στις δημοτικές (και όχι στις περιφερειακές) εκλογές και (β) προβλέποντας ότι οι τελευταίοι, όπως άλλωστε και οι κοινοτικοί αλλοδαποί, δεν μπορούν να εκλεγούν σε μονοπρόσωπα όργανα των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ, αλλά μόνον σε συλλογικά (άρθρο 17§§1&2 ν.3838/2010).

23. Αξίζει, εν προκειμένω, να αναφερθεί ότι η ειδική  διάταξη του άρθρου 102§2 Σ. αναθεωρήθηκε το 2001 με εκπεφρασμένη βούληση να μπορούν να ψηφίσουν στις εκλογές των ΟΤΑ και οι αλλοδαποί. Έτσι, στην παλαιά διατύπωση προστέθηκαν οι λέξεις «όπως νόμος ορίζει», οι οποίες, όπως έχει κατ’ επανάληψη έκτοτε δηλώσει ο τότε εισηγητής της  πλειοψηφίας κ. Ευ. Βενιζέλος, απέβλεπε στο να κατοχυρώσει «τη δυνατότητα συμμετοχής των αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές»[17]. Θέση η οποία επιβεβαιώθηκε το 2007, όταν, στο πλαίσιο της επιχειρούμενης τότε τρίτης αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος, πρόταση να περιληφθεί στο Σύνταγμα ρητή σχετική διάταξη απορρίφθηκε ως περιττή. Συγκεκριμένα, όπως επί λέξει ανέφερε ο κ. Πρ. Παυλόπουλος, εισηγητής της πλειοψηφίας, δεν ήταν  «αναγκαίο να μπει στο Σύνταγμα κάτι τέτοιο, διότι δεν προσθέτει τίποτα»[18].

24. Συνοψίζοντας την επιχειρηματολογία των παρεμβάσεων, ας μας επιτραπεί να  υποστηρίξουμε ότι ο ν. 3838/2010 δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος. Είναι δε διαφορετικό και εκτός της παρούσης δίκης το ζήτημα αν αποτελεί «καλό» ή «κακό» νόμο (δηλαδή αν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις θα έπρεπε να είναι ακόμη αυστηρότερες). Διότι τούτο είναι ζήτημα νομοθετικής πολιτικής, που δύναται, υπό συγκεκριμένη συγκυρία, να οδηγήσει σε τροποποίηση του ένδικου νόμου.

 


[1] Άρθρο 4§3 εδ.β’: «Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση [α] που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή [β] που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος.»

 

[2] Βλ. άρθρο 3 Σ. 1864, άρθρο 3 Σ. 1911, άρθρο 5 Σ. 1925, άρθρο 6 Σ. 1927, άρθρο 3 Σ. 1952, άρθρο 7§2 Σ. 1968, άρθρο 7§2 Σ. 1973, άρθρο 4§3 Σ. 1975.

 

[3] Βλ. ΣτΕ 1242/2007 και ΣτΕ 2798/2009.

 

[4] Βλ. άρθρο 21 Σ. 1864, άρθρο 21 Σ. 1911, άρθρο 1 Σ. 1925, άρθρο 2 Σ. 1927, άρθρο 21 Σ. 1952. Το πρώτο Σύνταγμα που απέδωσε την κυριαρχία στο Έθνος ήταν το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 (άρθρο 5).

 

[5] Βλ. Απ. Γεωργιάδη, «Το δίκαιο και η νομική επιστήμη υπό το καθεστώς της 4ης Αυγούστου», The Athens Review of Booksτ. 24(Δεκέμβριος 2011), σ. 23 & επ., 24.

 

[6] Βλ. λ.χ. αγορεύσεις  των βουλευτών Η. Ηλιού,  Ι. Σκουλαρίκη και Α. Σεχιώτη (Πρακτικά των Συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος 1975 Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, σελ. 59-60, 115-16 και 118 αντίστοιχα).

 

[7] Βλ. Γ. Κασιμάτη, στο Κασιμάτης/Μαυριάς, Ερμηνεία του Συντάγματος, Τόμος Α’, άρθρο 1, Αθήνα-Κομοτηνή 2003, εκδ. Σάκκουλα, σελ. 201-202, Αθανάσιο Γ. Ράϊκο, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Ι, Εισαγωγή-Οργανωτικό Μέρος, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 200 καιΕυάγγελο Β. Βενιζέλο, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 2008, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 372.- Διαφορετικό νόημα στη διάταξη αποδίδουν οι Π.Ι. Παραράς,  Σύνταγμα Ι, Corpusάρθρα 1-4, Αθήνα, 2010, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 160, και  Κ.Λ. Γεωργόπουλος, Επίτομο Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα, 2001, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 245.

 

[8] Προκειμένου δε περί ενηλίκων αιτουμένων την ελληνική ιθαγένεια απαιτείται και η μη συνδρομή στο πρόσωπό τους ποινικού κωλύματος και λόγων δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας (βλ. άρθρο 1Α§6 του ΚΕΙ και άρθρο 24§1 του ν.3838/2010).

 

[9] Βλ. Α.Ι. Σβώλου – Γ.Κ. Βλάχου, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Μέρος Ι, τομ. Α’, Αθήναι 1954, σελ. 249.

 

[10] Στο σημείο αυτό,  αντί άλλης αναφοράς, οι παρεμβαίνουσες παραπέμπουν, σε μια πολυσχολιασμένη αποστροφή του ιστορικού Κων. Παπαρρηγόπουλου, από την αντίκρουσή του των περί της καταγωγής των Ελλήνων απόψεων του γνωστού Φαλμεράϊερ (1850): “Tα μάλιστα μεγαλουργήσαντα των εθνών υπήρξαν προϊόν […]επιμιξίας.[…] Μη μας ταράττη άρα η επιμιξία του νεωτέρου ελληνικού έθνους μετά πολλών ξένων˙ τουναντίον, δυστύχημα ίσως ήθελεν είσθαι εάν διέμενεν επί τοσούτου χρόνου διάστημα άμικτον και ιδιόρρυθμον[…]»

 

[11] Βλ. Ν. Ι. Σαρίπολο, Πραγματεία, 1851, σελ. 307: «… πρέπει ο εκλογεύς να ήναι πολίτης Έλλην κατά το 5 άρθρον του ισχύοντος εκλογικού νόμου …», και όχι κατά το άρθρον 59 του Συντάγματος. Σημειώνεται ότι η διατύπωση του Συντάγματος του 1844 σε σχέση με το ενεργητικό και το παθητικό εκλογικό δικαίωμα (άρθρα 59 και 63) ήταν η ίδια με τη διατύπωση του ισχύοντος Συντάγματος.

 

[12] Όπου τα Κοινοβούλια των ομόσπονδων κρατών (Länder) του Αμβούργου και του Σλέσβιχ Χολστάϊν είχαν τροποποιήσει τους αντίστοιχους εκλογικούς νόμους για να συμπεριλάβουν στους εκλογείς και ορισμένες κατηγορίες αλλοδαπών (με ελάχιστο χρόνο διαμονής). Το ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε τότε ότι η αναγνώριση εκλογικού δικαιώματος στους αλλοδαπούς προσέκρουε στο άρθρο 28 του Θεμελιώδους Νόμου, η §1 του οποίου προϋποθέτει, όπως το Δικαστήριο το ερμήνευσε, την «ομοιογένεια» του εκλογικού σώματος και σε τοπικό επίπεδο, βλ. απόφαση της 31.10.1990, BVerfGE 83,37 («Ausländerwahlrecht I»). Έτσι, στη Γερμανία, για την ψήφο των αλλοδαπών, χρειάζεται, κατά την κρατούσα άποψη, αναθεώρηση του Συντάγματος.

 

[13] Όπου το Συνταγματικό Δικαστήριο (Verfassungsgerichtshof) έκρινε αντισυνταγματική τη συμμετοχή μη κοινοτικών αλλοδαπών στην ανάδειξη των συνοικιακών Συμβουλίων της Βιέννης (VfGH, 30.6.2004, G218/03).

 

[14] Οι παρεμβαίνουσες εκφράζουν τη λύπη τους για το σφάλμα τους αυτό, που οφείλεται σε ανακριβή βιβλιογραφική παραπομπή, και ζητούν την κατανόηση του Δικαστηρίου: στην πραγματικότητα, η από 6.7.2005 γνωμοδότηση του ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας δεν αρνήθηκε τη δυνατότητα αναγνώρισης του ενεργητικού και του παθητικού εκλογικού δικαιώματος στους μετανάστες στις εκλογές για την ανάδειξη των οργάνων των τοπικών δημοτικών διαμερισμάτων, αλλά απλώς την κανονιστική αρμοδιότητα των ΟΤΑ να ρυθμίζουν το θέμα αυτό, το οποίο, κατά το άρθρο 117 το ιταλικού Συντάγματος, επιφυλάσσεται στην αποκλειστική κανονιστική αρμοδιότητα του κράτους. Μάλιστα, σε προηγούμενη γνωμοδότησή του (από 16.3.2005), το ιταλικό Συμβούλιο της Επικρατείας δέχθηκε ότι τα άρθρα 48 (δικαίωμα ψήφου) και 51 (πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα) του ιταλικού Συντάγματος δεν εμποδίζουν τον εθνικό νομοθέτη να επεκτείνει το ενεργητικό και παθητικό εκλογικό δικαίωμα στους αλλοδαπούς μετανάστες, στις εκλογές για την ανάδειξη των οργάνων των δήμων και των περιφερειών, υπό τη μορφή νομοθετικά αναγνωριζομένων δικαιωμάτων, χωρίς συνταγματική κάλυψη (βλ. S. Bartole & R. Bin, Commentario breve alla Costituzione, 2008, sub. Art. 48 & επ. σελ. 488 και 491.

 

[15] Απόφαση 92-308 DC της 9.4.1992 (σκέψη 26): « Considérant que […] la désignation des conseillers municipaux a une incidence sur l’ élection des sénateurs ; qu’ en sa qualité d’ assemblée parlementaire le Sénat participe à l’ exercice de la souveraineté nationale ; que, dès lors, le quatrième alinéa de l’ article 3 de la Constitution implique que seuls les ‘nationaux français’ ont le droit de vote et d’ éligibilité […]».   

 

[16] Βλ. την εκκρεμούσα proposition de loi constitutionnelle “visant à accorder le droit de vote et d’ éligibilité aux élections municipales aux étrangers non-ressortissants de l’ Union Européenne résidant en France ”, www.senat.fr .

 

[17] Βλ. Η’ Αναθεωρητική Βουλή, Πρακτικά Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, συνεδρ. 29.11.2006, σ. 246.

 

[18] Η’ Αναθεωρητική Βουλή, Πρακτικά Ολομελείας, συνεδρ. 21.2.2007, σ. 4945-6.

 

Η απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το Μνημόνιο – Μια ευρωπαϊκή υπόθεση χωρίς ευρωπαϊκή προσέγγιση

Θεοδώρα Δ. Αντωνίου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών (Αναδημοσίευση από «Το Σύνταγμα», τευχ. 1/2012)

Η απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το Μνημόνιο – Μια ευρωπαϊκή υπόθεση χωρίς ευρωπαϊκή προσέγγιση

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε το  pdf.

Η επικείμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος και η Δικαιοσύνη

Μιχάλης Ντόστας - Πρωτοδίκης (αναδημοσίευση από http://www.ethemis.gr/)

Η επικείμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος και η Δικαιοσύνη

Ι) Εισαγωγή. Κατά το τρέχον έτος (2013) θα καταστεί δυνατή η έναρξη διαδικασίας Αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από την ολοκλήρωση της προηγούμενης. Υπάρχει μάλλον γενική πεποίθηση ότι απαιτείται ευρεία αναθεώρηση του Καταστατικού Χάρτη της χώρας ενώ δεν λείπουν και οι φωνές, που μιλούν για εξαρχής νέο Σύνταγμα με σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης. Κατά τη γνώμη μας δύο είναι οι κρίσιμοι άξονες γύρω από τους οποίους πρέπει να κινηθεί η σχετική συζήτηση: α) αν το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας πρέπει να παραμείνει κοινοβουλευτικό, όπως είναι σήμερα (άρθρο 1 παρ.1 του Σ) ή αν αντίθετα πρέπει να περάσουμε στον πλήρη διαχωρισμό της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας με την καθιέρωση προεδρικού πολιτεύματος κατά το πρότυπο ιδίως των ΗΠΑ[1] και β) το πώς η Δικαιοσύνη θα καταστεί πιο αποτελεσματική αλλά παράλληλα με την ποιοτική της στάθμη και το πώς θα εξασφαλιστεί η όσον το δυνατό μεγαλύτερη δημοκρατική νομιμοποίησή της αλλά και η ανεξαρτησία της. Η Αναθεώρηση του Συντάγματος θα πρέπει να συμβάλει στην εμβάθυνση της δημοκρατικής νομιμοποίησης όλων των κρατικών λειτουργιών αλλά και στην ενίσχυση του φιλελεύθερου χαρακτήρα του πολιτεύματος με την πλήρη εναρμόνιση του θεσμικού πλαισίου της χώρας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα[2] προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Απαραίτητο δε στοιχείο είναι και η επιβεβαίωση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας με ακόμη πιο εμφανή τρόπο[3] ενδεχομένως και με τη ρητή αναγνώριση εκ μέρους του εθνικού μας Συντάγματος της υπεροχής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και των κυρωθέντων από την Ελλάδα πρόσθετων Πρωτοκόλλων αυτής[4]. Επίσης, ξεκινάμε από την παραδοχή ότι κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος (είτε με την κοινοβουλευτική είτε με την προεδρική εκδοχή του) έχει το Κοινοβούλιο ως συλλογικό όργανο εκλεγόμενο απευθείας από το ανώτατο όργανο του Κράτους, που είναι ο Λαός[5]. Το προβάδισμα αυτό του Κοινοβουλίου θεωρούμε ότι θεμελιώνεται στην ίδια την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρο 1 παρ.2 του ισχύοντος Συντάγματος – βλ. επίσης και το άρθρο 50). Συνεπώς, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο νομοθετικό του έργο αλλά πρέπει να έχει κεντρικό ρόλο στην ανάδειξη και άλλων σημαντικών οργάνων της Πολιτείας αλλά και ο κοινοβουλευτικός έλεγχος με τις διάφορες μορφές του πρέπει κατά το δυνατόν να εκτείνεται στο σύνολο της κρατικής δράσης. Επίσης, βασικό στοιχείο του δημοκρατικού και φιλελεύθερου πολιτεύματος πρέπει να είναι η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης (κατοχυρωμένη σήμερα βάσει του συνδυασμού των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.1 Σ), η οποία νοείται ως ύπαρξη όλων των εγγυήσεων εκείνων που θα επιτρέπουν στον δικαστή να κρίνει κάθε υπόθεση ανεπηρέαστος από παρεμβάσεις άλλων κρατικών οργάνων και ιδίως της πολιτικής εξουσίας αλλά και από τυχόν «ενδοδικαστικές» πιέσεις. Με βάση τις ανωτέρω πεποιθήσεις και με λήψη υπόψη των αδυναμιών, που έχουν διαπιστωθεί καθ’ όλη τη μέχρι σήμερα ιστορική πορεία (και ιδίως την πρόσφατη από το 1974 και μετά)[6], αλλά και των σύγχρονων αναγκών, που θέτουν ως επιτακτική ανάγκη τη διατήρηση της Χώρας στο status σύγχρονης δυτικοευρωπαϊκής χώρας με ισχυρούς θεσμούς και πολιτική και κοινωνική ομαλότητα[7], διατυπώνουμε τις απόψεις μας σχετικά με την ανάγκη αναθεώρησης των συνταγματικών διατάξεων, που αφορούν τη δικαστική λειτουργία (άρθρα 87 – 100Α του Συντάγματος). Κυρίαρχες απόψεις μας είναι η ανάγκη καθιέρωσης συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου (με συνέπεια την κατάργηση του σημερινού Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Σ και των άρθρων 87 παρ.2 και 93 παρ.4 του Σ, στα οποία στηρίζεται ο διάχυτος έλεγχος) αλλά και η ίδρυση θεσμού, της Γενικής Εισαγγελίας (κατά το πρότυπο των αγγλοσαξονικών χωρών), τελούντος σε ανεξαρτησία όχι μόνο σε σχέση με τη νομοθετική και εκτελεστική λειτουργία αλλά και με τη δικαστική λειτουργία (δηλ. πλήρης διαχωρισμός της «καθημένης» από την «ισταμένη» Δικαιοσύνη). Με την ευκαιρία παραθέτουμε τις απόψεις μας και για κάποια άλλα ζητήματα.

ΙΙ) Δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων – Καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Σχετικά με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα ισχύει ο λεγόμενος διάχυτος έλεγχος από όλα τα δικαστήρια. Η αρχή του διάχυτου ελέγχου καθιερώθηκε νομολογιακά ήδη από τον 19ο αιώνα ενώ ως η κατ’ εξοχήν χώρα, όπου επικρατεί το σύστημα του διάχυτου ελέγχου, θεωρούνται οι ΗΠΑ, όπου και εκεί καθιερώθηκε νομολογιακά ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα[8]. Αντιθέτως, στις περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και στις χώρες του άλλοτε ανατολικού μπλοκ μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων έχει επικρατήσει το σύστημα του συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων μέσω της σύστασης Συνταγματικών Δικαστηρίων[9]. Στη Γαλλία μέχρι και το 1958, οπότε ιδρύθηκε το Συνταγματικό Συμβούλιο, δεν επιτρέπονταν ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, καθότι η αναγνώριση της σχετικής δυνατότητας στα δικαστήρια θεωρούνταν ως αντίθετη προς την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας[10]. Μόλις δε το 2008 με συνταγματική Αναθεώρηση προβλέφθηκε η δυνατότητα κατασταλτικού (και όχι μόνο προληπτικού) ελέγχου της συνταγματικότητας μέσω της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος[11]. Ως κύριο μειονέκτημα του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας θεωρούμε την ύπαρξη κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων από διαφορετικά δικαστήρια και συνακόλουθα την έλλειψη της αναγκαίας ασφάλειας δικαίου. Ο κίνδυνος αυτός δεν αποσοβείται με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ.1 στοιχ. ε΄ και παρ.5 του σημερινού Συντάγματος, καθότι από την ψήφιση και δημοσίευση ενός νόμου μέχρι του να φτάσει να κριθεί η συνταγματικότητά του από τα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας και εν συνεχεία από το ΑΕΔ (εφόσον υπάρξουν αντιφατικές αποφάσεις των Ανωτάτων και μόνο Δικαστηρίων) περνάει μεγάλο χρονικό διάστημα αβεβαιότητας. Υπάρχουν δε και υποθέσεις, οι οποίες ουδέποτε φτάνουν στα Ανώτατα Δικαστήρια. Η ανασφάλεια δικαίου, που δημιουργείται, δεν θίγει μόνο τους ιδιώτες. Έχει πολλές φορές επισημανθεί ότι η εκάστοτε Κυβέρνηση και ιδίως το Υπουργείο Οικονομικών αδυνατεί να χαράξει σταθερή δημοσιονομική πολιτική, αφού από πλήθος δικαστικών εκκρεμοτήτων εξαρτάται το τι παροχές και επιδόματα πρέπει να δοθούν[12] ή και το ποιοι και πόσοι είναι οι μισθοδοτούμενοι από το Δημόσιο και τους υπόλοιπους δημόσιους φορείς. Εξάλλου, όπως αποδεικνύει η εμπειρία των τελευταίων ετών, υπάρχουν υποθέσεις συνταγματικού ενδιαφέροντος, οι οποίες αφορούν μεγάλο αριθμό πολιτών (ενδεικτικά αναφέρονται οι υποθέσεις σχετικά με την αναγνώριση των συμβάσεων απασχόλησης σε δημόσιους φορείς ως αορίστου χρόνου, επιδομάτων και παροχών που ζητούνται με βάση την αρχή της επεκτατικής ισότητας, φορολογικές υποθέσεις όπως η εντελώς τελευταία σχετικά με την συνταγματικότητα επιβολής του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. και της είσπραξής του μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ, υποθέσεις σχετικές με τη συνταγματικότητα των δικονομικών προνομίων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ) και οι οποίες κατακλύζουν κυριολεκτικά τα δικαστήρια όλων των κλάδων και των βαθμίδων με αποτέλεσμα τόσο την επιβάρυνση της Δικαιοσύνης με την άσκοπη και συνεχή ενασχόληση των δικαστηρίων με πανομοιότυπες υποθέσεις[13] όσο και την υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση των πολιτών, που επιδιώκουν τη δικαίωσή τους με αποφάσεις, που θα αφορούν ατομικά τους ίδιους[14]. Συνεπώς, η κατάργηση του διάχυτου ελέγχου θα συνέβαλε καθοριστικά και στην επιτάχυνση απονομής της δικαιοσύνης μέσω της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων.
Ένα άλλο ζήτημα, που τίθεται σχετικά με τον διάχυτο έλεγχο της συνταγματικότητας, είναι η έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης των δικαστηρίων, τα οποία, παρά το ότι δεν εκλέγονται, μπορούν να προκαλέσουν την αποδυνάμωση ή και την κατάργηση νόμων ψηφισμένων από την Βουλή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί και να εμποδίζεται η Κυβέρνηση στην άσκηση της πολιτικής της παρά την αρχή της διάκρισης των εξουσιών[15]. Όπως ήδη σημειώσαμε, με τη λογική αυτή αποκλείονταν μέχρι το 1958 στη Γαλλία κάθε δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Στις ΗΠΑ το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίζεται από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο με την τάση του αυτοπεριορισμού στην άσκηση του ελέγχου της συνταγματικότητας (judicial selfrestraint)[16] de lege ferenda απόψεις τους. Στην περίπτωση αυτή είναι φανερό ότι θα υπάρξει ανεπίτρεπτη επέμβασή τους στο έργο του νομοθέτη[19]. . Ειδικότερα, σε θέματα απτόμενα της γενικότερης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής το ως άνω Δικαστήριο αναγνωρίζει ένα προβάδισμα στις επιλογές της πολιτικής εξουσίας (Πρόεδρος και Κογκρέσο) και μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όπου υπάρχει σαφής παραβίαση του Συντάγματος αλλά δεν υπάρχει και καμία δυνατότητα διάσωσης του νόμου με σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του, προβαίνει σε δικαστική ακύρωση του. Ανάλογη τάση εμφανίζεται και στη νομολογία του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά τόσο με τις λεγόμενες «πράξεις κυβερνήσεως», για τις οποίες θεωρεί ότι δεν υπόκεινται σε ακυρωτικό έλεγχο[17], όσο και με μέτρα οικονομικής πολιτικής ιδίως για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, για τα οποία γίνεται δεκτό ότι βάσει της αρχής της διάκρισης των εξουσιών μόνο η υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτό εκτιμάται κάθε φορά από τον νομοθέτη ή τη διοίκηση, εμπίπτει στο πεδίο ελέγχου νομιμότητας, τον οποίο ασκεί ο ακυρωτικός δικαστής[18]. Ωστόσο, ο ως άνω αυτοπεριορισμός της νομολογίας, που συνιστά νομολογιακή τάση και όχι νομικό κανόνα, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο επίδειξης «δικαστικού ακτιβισμού» με την έννοια ότι μπορεί να υπάρξουν δικαστές (έστω και λίγοι), οι οποίοι θα χρησιμοποιήσουν την αρμοδιότητά τους για έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων για προώθηση των ιδεολογικών και κοινωνικών τους αντιλήψεων παραγνωρίζοντας την υποχρέωσή τους να ερμηνεύουν τις διατάξεις του Συντάγματος ως κανόνες δικαίου αποκλειστικά και μόνο με βάση τα καθιερωμένα στην επιστήμη ερμηνευτικά κριτήρια και χωρίς η κρίση τους αυτή να επηρεάζεται από τις υποκειμενικές
Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις θεωρούμε ότι απαιτείται και στην Ελλάδα η καθιέρωση του συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων τόσο για την ταχεία επίλυση των σχετικών διαφορών με δημιουργία αντίστοιχης ασφάλειας δικαίου και εξασφάλιση καθολικής εφαρμογής του Συντάγματος[20] όσο και για είναι δυνατός ο έλεγχος του νομοθέτη από όργανο, που θα έχει το υψηλότερο δυνατό κύρος[21] και τη μεγαλύτερη δυνατή δημοκρατική νομιμοποίηση[22]. Δεδομένου δε ότι μοιραία ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων προσδίδει στον δικαστή και πολιτικό ρόλο, η απαλλαγή από αυτό το καθήκον θα ενισχύσει το κύρος των τακτικών δικαστών, αφού αυτοί θα μπορούν να ασκούν το δικαιοδοτικό τους καθήκον μη εμπλεκόμενοι σε μείζονες πολιτικές και κοινωνικές διαμάχες[23].
Σχετικά με τα της σύνθεσης και των αρμοδιοτήτων, που πρέπει να έχει το Συνταγματικό Δικαστήριο, έχουμε να προτείνουμε τα ακόλουθα: α) Συγκρότηση – Σύνθεση: Εκ της φύσεως των αρμοδιοτήτων του το Συνταγματικό Δικαστήριο εκτός από δικαιοδοτικό είναι και πολιτικό όργανο. Πολλές από τις αποφάσεις του θα έχουν καθοριστική σημασία για την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Πρέπει αυτές να λαμβάνονται κατά το δυνατόν με αυστηρά νομικά κριτήρια και η ποιότητα τους να είναι τέτοια, ώστε δύσκολα να μπορεί να αμφισβητηθεί η ορθότητά τους από τη νομική κοινότητα. Η σημασία των αρμοδιοτήτων του δικαστηρίου αυτού είναι τέτοια, ώστε προσόν των μελών του πρέπει να είναι όχι μόνο η υψηλή νομική κατάρτιση αλλά και η πολυετής επαγγελματική και κοινωνική εμπειρία όπως και η ευρύτερη μόρφωση αλλά και το πολιτικό αισθητήριο. Η πλειοψηφία δε των μελών του πρέπει να επιλέγεται από τα αιρετά όργανα της Δημοκρατίας (Βουλή και Πρόεδρο της Δημοκρατίας[24]), ώστε να εξασφαλίζεται και η δημοκρατική νομιμοποίηση. Έτσι, προτείνεται το Δικαστήριο αυτό να έχει 15 συνολικά μέλη και άλλες από τις αρμοδιότητές του να τις ασκεί σε Ολομέλεια και άλλες, που θα κριθούν ως μικρότερης σημασίας, σε Τμήματα. Η θητεία των μελών να είναι πενταετής χωρίς δυνατότητα ανανέωσης[25]. Τα μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου να είναι οπωσδήποτε νομικοί με επαρκή πείρα (εν ενεργεία ή συνταξιούχοι) και συγκεκριμένα είτε δικαστές ανώτατου ή ανώτερου βαθμού (δηλ. τουλάχιστον εφέτες ή πάρεδροι του ΣτΕ ή του ΕΣ) είτε καθηγητές πρώτης βαθμίδας των Νομικών Σχολών της χώρας είτε δικηγόροι με εικοσαετή τουλάχιστον υπηρεσία. Κατά το χρόνο της θητείας τους να τελούν σε αυτοδίκαιη αναστολή των άλλων καθηκόντων τους και η θέση τους να είναι ασυμβίβαστη με οποιοδήποτε άλλο αξίωμα, θέση ή έργο. Επίσης, κατά το διάστημα της θητείας τους δεν θα επιτρέπεται η συμμετοχή τους σε κόμματα ή πολιτικές οργανώσεις ούτε η δημόσια εκδήλωση των πολιτικών τους απόψεων. Πέντε μέλη πρέπει να επιλέγονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πέντε μέλη από τη Βουλή ή ειδική επιτροπή αυτής[26] με αυξημένη πλειοψηφία και πέντε μέλη από ειδικό εκλεκτορικό σώμα αποτελούμενο από έγκριτους νομικούς[27]. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου καθώς και οι Αντιπρόεδροι (που θα είναι όσοι και τα Τμήματά του) θα εκλέγονται από τα μέλη του Δικαστηρίου. Η απομάκρυνση των δικαστών πριν τη λήξη της θητείας τους για λόγους υγείας ή σοβαρή παράβαση των καθηκόντων τους θα είναι δυνατή υπό αυστηρούς όρους και θα πραγματοποιείται με απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας (χωρίς προσυπογραφή Υπουργού) ύστερα από σύμφωνη γνώμη και της Βουλής (που θα λαμβάνεται στην Ολομέλεια με πλειοψηφία τουλάχιστον 2/3 επί του συνόλου των μελών) αλλά και των Προέδρων των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων (ΣτΕ, ΑΠ και ΕΣ). Η συμφωνία όλων των παραπάνω είναι απαραίτητη ώστε να αποκλειστεί κάθε δυνατότητα απομάκρυνσης μέλους του Δικαστηρίου, επειδή έγινε «ενοχλητικό».
Αρμοδιότητες: Εκτός από τον έλεγχο της ουσιαστικής συνταγματικότητας των νόμων[28], κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα παρακάτω, στο Συνταγματικό Δικαστήριο πρέπει να περιέλθουν όλες οι υπόλοιπες αρμοδιότητες του σημερινού ΑΕΔ (εκλογικές διαφορές, άρση συγκρούσεων κλπ.). Ακόμη, πρέπει να εξετάζονται τυχόν ενστάσεις ως προς την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη Βουλή[29]. Επίσης, προτείνεται Τμήμα του Συνταγματικού Δικαστηρίου να αποφασίζει: α) για την άρση της ασυλίας των βουλευτών κατά τροποποίηση του άρθρου 62 του Σ, ώστε αυτή να γίνεται πάντοτε, όταν τα φερόμενα αδικήματα δεν σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων του βουλευτή[30] και β) για την έκπτωση κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων[31], οι οποίοι με πρόθεση και καθ’ υποτροπή παραβιάζουν διατάξεις του Συντάγματος ή μετέχουν σε οργανώσεις ή εκδηλώσεις, οι οποίες αποσκοπούν σε ανοιχτή αμφισβήτηση ή και βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος[32]. Η διάταξη όμως αυτή δεν θα ισχύει για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (για αυτόν πρέπει να διατηρηθούν οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 49 παρ.4 του ισχύοντος Συντάγματος), για τον Πρωθυπουργό και τα μέλη της Κυβέρνησης (αφού ο μεν πρώτος στηρίζεται στην εμπιστοσύνη της Βουλής οι δε υπουργοί παύονται από τον Πρωθυπουργό και η κοινοβουλευτική αρχή είναι θεμελιώδης αρχή του πολιτεύματος – βλ. άρθρα 37 και 84 του Σ. Άλλωστε υπάρχει και η δυνατότητα της Βουλής να υπερψηφίσει πρόταση δυσπιστίας για όλη την Κυβέρνηση ή μέλος της) και για τους δικαστές των Ανωτάτων Δικαστηρίων (αυτοί πρέπει να υπόκεινται αποκλειστικά στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο με διατήρηση του άρθρου 91 παρ.1 – 2 του Σ). Συζητήσιμο είναι αν η δυνατότητα έκπτωσης με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου μπορεί να ισχύσει για τους βουλευτές. Από τη μία είναι ασύμβατη με την ιδιότητα του βουλευτή η επίδειξη συμπεριφοράς εχθρικής προς το πολίτευμα από την άλλη όμως ο βουλευτής δεν παύει να είναι φορέας άμεσης λαϊκής εντολής από τμήμα του εκλογικού σώματος. Συζητείται επίσης ότι μεταξύ των αρμοδιοτήτων ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου πρέπει να είναι και η θέση εκτός νόμου κομμάτων, που στρέφονται ανοιχτά κατά του πολιτεύματος. Όπως όμως δείχνει η εμπειρία κρατών, όπου υπάρχει και έχει εφαρμοστεί αντίστοιχη διάταξη (Γερμανία, Τουρκία), κάτι τέτοιο δεν είναι αποτελεσματικό, αφού τα κόμματα αυτά εμφανίζονται ξανά με άλλο «ένδυμα». Εξάλλου, κάθε κόμμα εκφράζει ένα τμήμα του Λαού. Η απαγόρευσή του μπορεί να ερμηνευτεί ότι θέτει στο περιθώριο ένα τμήμα της κοινωνίας ή και να καταλήξει πράγματι σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα[33]. Συνεπώς, μία τέτοια ρύθμιση δεν πρέπει να υπάρξει.
Ειδικότερα, για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, που θα είναι και η κύρια αρμοδιότητα του Συνταγματικού Δικαστηρίου, προτείνεται αυτός να είναι και προληπτικός και κατασταλτικός: Α) Προληπτικός έλεγχος: Εντός σύντομης αποκλειστικής προθεσμίας από την ψήφιση ενός νόμου και πριν την έκδοση και δημοσίευσή του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας συγκεκριμένοι θεσμικοί παράγοντες (προτείνεται να είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, οι αρχηγοί των κοινοβουλευτικών κομμάτων και αριθμός βουλευτών ίσος με το 1/5 του όλου αριθμού των βουλευτών) θα μπορούν με αίτησή τους να ζητούν την εξέταση της συνταγματικότητας κάποιας διάταξης ή και όλου του νόμου. Οι διατάξεις, που θα κρίνονται αντισυνταγματικές, δεν θα τίθενται σε ισχύ. Σε περίπτωση δε υποβολής τέτοιας αίτησης και μέχρι την έκδοση απόφασης θα αναστέλλεται η έκδοση και δημοσίευση του νόμου. Β) Κατασταλτικός έλεγχος: Στα δικαστήρια όλων των κλάδων και των βαθμών κάθε διάδικος θα έχει το δικαίωμα να προτείνει ένσταση αντισυνταγματικότητας κάποιας διάταξης σχετικής με την υπόθεση. Αν το δικαστήριο θεωρεί ότι η διάταξη είναι συνταγματική, θα απορρίπτει την ένσταση. Αν θεωρεί ότι η ένσταση είναι βάσιμη ή σε κάθε περίπτωση του δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς τη συνταγματικότητα της επίμαχης διάταξης, θα απευθύνει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συνταγματικό Δικαστήριο αναστέλλοντας τη δίκη μέχρι την έκδοση απόφασης επ’ αυτού. Η απόφαση του τελευταίου σχετικά με το προδικαστικό ερώτημα θα είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, που απηύθυνε το ερώτημα. Παρά δε το γεγονός ότι τα προδικαστικά ερωτήματα θα απευθύνονται στο πλαίσιο εκδίκασης ατομικών διαφορών, διάταξη νόμου, που κρίνεται αντισυνταγματική, θα θεωρείται καταργημένη έναντι πάντων από το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου και στο εξής. Ενστάσεις αντισυνταγματικότητας για ζητήματα, που ήδη έχουν κριθεί από το Συνταγματικό Δικαστήριο (στο πλαίσιο είτε του προληπτικού είτε του κατασταλτικού ελέγχου), θα απορρίπτονται από τα δικαστήρια ως απαράδεκτες. Η υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Συνταγματικό Δικαστήριο θα ισχύει και όταν το δικαστήριο θεωρεί ότι η επίμαχη νομοθετική διάταξη αντίκειται σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, που δεν ανήκουν στο Σύνταγμα (δηλ. κατά κύριο λόγο στις διατάξεις διεθνών συμβάσεων και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο), εκτός από την περίπτωση που για το ίδιο ζήτημα έχει εκδοθεί απόφαση του ΕΔΔΑ ή του ΔΕΕ[34]. Για την τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει να καθιερωθεί συνταγματική υποχρέωση των ελληνικών δικαστηρίων να εκδίδουν αποφάσεις σύμφωνες με τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων.
ΙΙΙ) Καθιέρωση θεσμού Γενικού Εισαγγελέα. Στην ελληνική έννομη τάξη από την αρχή της ύπαρξής της ο εισαγγελικός θεσμός είναι ενταγμένος στη δικαστική εξουσία. Αυτό συμβαίνει ως συνέπεια του ότι το νομικό σύστημα της Ελλάδας εντάσσεται στη ρωμανογερμανική οικογένεια δικαίων κάτι που οφείλεται στο ότι η οργάνωσή του έγινε κατά την περίοδο της Βαυαροκρατίας υπό την καθοδήγηση του Μάουρερ. Αντιθέτως, στην αγγλοσαξονική οικογένεια δικαίων[35] ο θεσμός της Εισαγγελίας είναι διακεκριμένος και από τις τρεις κρατικές λειτουργίες. Στις χώρες αυτές της Εισαγγελικής Αρχής προΐσταται ανώτατος κρατικός αξιωματούχος υπό τον τίτλο Γενικός Εισαγγελέας (attorney general), επικουρείται συνήθως από βοηθούς εισαγγελείς και το σύνολο των εισαγγελικών λειτουργών υπόκειται σε αυτόν με ιεραρχική σχέση. Τα κύρια καθήκοντα της ανεξάρτητης αυτής Αρχής είναι η διερεύνηση και η δίωξη των εγκλημάτων και η άσκηση καθηκόντων δημοσίου κατηγόρου στα ποινικά δικαστήρια. Ο θεσμός του Γενικού Εισαγγελέα έχει καθιερωθεί και στη Ρωσία[36]. Θεωρούμε ότι το δεύτερο αυτό σύστημα οργάνωσης του εισαγγελικού θεσμού είναι περισσότερο αποτελεσματικό και θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό άξονα μιας συνταγματικής Αναθεώρησης, η οποία θα είχε τη φιλοδοξία να αποτελέσει μία νέα αρχή για την Ελληνική Δημοκρατία, ενόψει και του ότι μερικά από τα κύρια προβλήματα, που οδήγησαν τη χώρα στην ουσιαστική χρεοκοπία, είναι η «κουλτούρα» ανομίας, η διαφθορά στον δημόσιο τομέα και στα υψηλά στρώματα της κοινωνίας[37] αλλά και οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, που πολλές φορές χαρακτηρίζουν τη λειτουργία της Διοίκησης και της Δικαιοσύνης. Σήμερα η εγκληματικότητα και η διαφθορά χαρακτηρίζονται από πολύ μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και έκταση, από διεθνείς διασυνδέσεις αλλά, όσον αφορά τα λεγόμενα εγκλήματα του «λευκού κολάρου», πολλές φορές και από «υψηλή» προστασία. Από την άλλη μπορεί και σήμερα η δίωξη και η τιμωρία των εγκλημάτων να ανήκει στην αρμοδιότητα της ανεξάρτητης δικαστικής λειτουργίας αλλά το κύριο βάρος της έρευνας για την εξιχνίαση των εγκλημάτων ανήκει στους λεγόμενους ανακριτικούς υπαλλήλους (βάσει των άρθρων 33 – 34 του ΚΠΔ και πολλών ειδικών διατάξεων), οι οποίοι διενεργούν την προανάκριση. Οι ανωτέρω υπάλληλοι, ενόψει και του ότι δεν έχει ακόμη λειτουργήσει η Δικαστική Αστυνομία[38], είναι όργανα διοικητικών υπηρεσιών (ιδίως της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος). Επίσης, για τον έλεγχο ειδικών μορφών εγκληματικότητας έχουν συσταθεί με ειδικούς νόμους διάφορες υπηρεσίες και σώματα με ελεγκτικές και προανακριτικές αρμοδιότητες. Ενδεικτικά αναφέρονται το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ), το Σώμα Ελεγκτών – Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης (Ν 3074/2002), η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας (Ν 2713/1999), της οποίας η αρμοδιότητα έχει επεκταθεί στην εξιχνίαση εγκλημάτων διαφθοράς στο σύνολο του δημοσίου τομέα, η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες (άρθρο 7 Ν 3691/2008), το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ – Ν 3996/2011), η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (άρθρο 9 Ν 2947/2001), το Σώμα Επιθεωρητών Υγείας και Πρόνοιας (Ν 2920/2001), το Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης (Ν 3090/2002). Όλες οι παραπάνω Αρχές υπάγονται στα οικεία Υπουργεία[39] και συνεπώς, παρά το κατεξοχήν ελεγκτικό και προανακριτικό έργο τους, δεν απολαμβάνουν ανεξαρτησίας αλλά τελούν σε άμεση εξάρτηση προς την εκτελεστική λειτουργία. Οι δε επικεφαλής τους, που φέρουν συνήθως τον τίτλο του Ειδικού Γραμματέα, διορίζονται από την εκάστοτε Κυβέρνηση με πολιτικά κριτήρια[40]. Κατά το προανακριτικό τους έργο οι ανακριτικοί υπάλληλοι όλων των παραπάνω Αρχών και υπηρεσιών υπόκεινται στη διεύθυνση και εποπτεία των εισαγγελικών αρχών. Ωστόσο, η ένταξη των υπαλλήλων αυτών σε ιεραρχικά δομημένους μηχανισμούς, που τελούν σε άμεση εξάρτηση από την εκτελεστική εξουσία, δεν διασφαλίζει πλήρως το ανεπηρέαστο των ερευνών τους από παράγοντες της πολιτικής εξουσίας, αφού άλλωστε από τους τελευταίους εξαρτάται η υπηρεσιακή τους κατάσταση και ανέλιξη. Θα ήταν προτιμότερο όλες οι υπηρεσίες, που είναι επιφορτισμένες με ελεγκτικά και προανακριτικά καθήκοντα, να υπάγονται ιεραρχικά σε μία ενιαία Αρχή απολαύουσα ανεξαρτησία από τις υπόλοιπες κρατικές εξουσίες και έχουσα τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτών. Μόνο έτσι ουδείς θα έμενε ανέλεγκτος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την καθιέρωση του θεσμού της Γενικής Εισαγγελίας, όπως προτείνουμε. Πέρα από την ανωτέρω επισημανθείσα τάση ίδρυσης διάφορων σωμάτων και υπηρεσιών με ειδικές ελεγκτικές αρμοδιότητες, τελευταία εμφανίζεται και η τάση θέσπισης εισαγγελικών αρχών με ειδικό αντικείμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η καθιέρωση του θεσμού του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος με το άρθρο 2 του Ν 3943/2011. Η αρμοδιότητά του συνίσταται στην εποπτεία, καθοδήγηση και συντονισμό των ενεργειών, που γίνονται στο πλαίσιο προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης από τους γενικούς ή ειδικούς ανακριτικούς υπαλλήλους (κυρίως του ΣΔΟΕ, των τελωνείων και των φοροελεγκτικών υπηρεσιών) σε σχέση με τη διερεύνηση φορολογικών και γενικότερα οικονομικών εγκλημάτων διαπραττόμενων σε βάρος του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή βλάπτουν σοβαρά την εθνική οικονομία. Η κατά τόπον αρμοδιότητά του επεκτείνεται σε όλη την επικράτεια. Σύμφωνα δε με δημοσιεύματα[41] κατά το πρότυπο του ανωτέρω θεσμού μελετάται και η καθιέρωση θέσης ειδικού εισαγγελέα, που θα έχει ως αντικείμενο τα αδικήματα διαφθοράς δημόσιων λειτουργών. Αναμφίβολα η πολλαπλότητα της εγκληματικότητας και η εξέλιξή της στις μέρες μας δικαιολογεί τη σύσταση αυτοτελών προανακριτικών και εισαγγελικών αρχών με ειδικό αντικείμενο και αρμοδιότητες. Η αποσπασματική όμως νομοθέτησή τους και η μη υπαγωγή τους σε συντονισμό μεταξύ τους δημιουργεί κίνδυνο αλληλοεπικάλυψης αρμοδιοτήτων ή και συγκρούσεων μεταξύ τους[42]. Φρονούμε λοιπόν ότι όλες αυτές οι Αρχές (που σήμερα είναι διοικητικές ή δικαστικές) πρέπει να υπάγονται στην καθοδήγηση και τον συντονισμό ενός και μόνο ανεξάρτητου αξιωματούχου με υψηλό κύρος αλλά και δημοκρατική νομιμοποίηση. Για αυτό προτείνουμε την καθιέρωση του θεσμού του Γενικού Εισαγγελέα, στον οποίο θα υπάγονται εξ ολοκλήρου και με ιεραρχική δομή όλες οι κατά τόπους εισαγγελίες, όλες οι Αρχές και υπηρεσίες, που έχουν ελεγκτικές και προανακριτικές αρμοδιότητες, αλλά και η Δικαστική Αστυνομία, η οποία θα έχει πανελλαδική οργάνωση και λειτουργία[43]. Η Δικαστική Αστυνομία θα έχει ως αρμοδιότητα τόσο τη διεξαγωγή της προκαταρκτικής εξέτασης και προανάκρισης για τη γενική εγκληματικότητα όσο και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και ενταλμάτων. Αντιθέτως, η αστυνομία τάξης (Ελληνική Αστυνομία) θα εξακολουθήσει να υπόκειται στην εκτελεστική εξουσία, θα έχει ως αντικείμενο την τήρηση της δημόσιας τάξης και θα προβαίνει σε προανακριτικές ενέργειες μόνο σε περιπτώσεις κατεπείγοντος (ιδίως επί αυτόφωρων εγκλημάτων). Επίσης, θα επικουρεί τη Δικαστική Αστυνομία τόσο στο προανακριτικό έργο όσο και στην εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων μόνο όταν της ζητείται. Για τις ειδικές μορφές εγκληματικότητας (όπως φοροδιαφυγή, οικονομικά εγκλήματα, διαφθορά στο Δημόσιο, περιβαλλοντικά και υγειονομικά εγκλήματα) θα επιλαμβάνονται οι ειδικές αρχές και σώματα, που κατά τα ανωτέρω έχουν συσταθεί. Όλες όμως αυτές οι Αρχές θα αποσπαστούν από την εκτελεστική λειτουργία και θα ενσωματωθούν στη Γενική Εισαγγελία ως υπηρεσίες της. Επίσης, στη Γενική Εισαγγελία πρέπει να ενσωματωθούν και εκείνες οι υπηρεσίες, των οποίων αντικείμενο είναι η εκτέλεση ή η επίβλεψη της εκτέλεσης των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων (δηλ. τα καταστήματα κράτησης, οι επιμελητές ανηλίκων και οι επιμελητές κοινωνικής αρωγής). Αυτονόητο είναι ότι η Γενική Εισαγγελία θα έχει δικό της προϋπολογισμό και ότι για τους λειτουργούς της θα ισχύουν οι εγγυήσεις προσωπικής ανεξαρτησίας, που ισχύουν και για τους δικαστικούς λειτουργούς.
Στη Γενική Εισαγγελία θα ανήκει ως αρμοδιότητα εκτός από τα παραπάνω (προανακριτικό έργο και εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων) η άσκηση της ποινικής δίωξης για όλα τα αδικήματα καθώς και η παράσταση των λειτουργών της ως δημοσίων κατηγόρων στα ποινικά δικαστήρια καθώς και η άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων αυτών. Επίσης, θα περιέλθουν στη Γενική Εισαγγελία όλες οι υπόλοιπες αρμοδιότητες, που σήμερα ανήκουν στην εισαγγελική αρχή, όπως ιδίως οι προβλεπόμενες στον Αστικό Κώδικα για την προστασία των ανηλίκων. Ακόμη, εφόσον συσταθεί Συνταγματικό Δικαστήριο, μπορεί να προβλεφθεί η δυνατότητα του Γενικού Εισαγγελέα να παρεμβαίνει και να ακούγεται ενώπιον του σχετικά με όλες ή με μέρος των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου αυτού.
Σχετικά με τη διάρθρωση της Γενικής Εισαγγελίας και την ανάδειξη των λειτουργών της προτείνουμε τα ακόλουθα:
α) Διάρθρωση: Επικεφαλής θα είναι ο Γενικός Εισαγγελέας. Αυτός θα επικουρείται στο έργο του από περιορισμένο αριθμό (7 – 12) βοηθών γενικών εισαγγελέων. Ένας από τους βοηθούς θα είναι επικεφαλής της Δικαστικής Αστυνομίας, ένας επικεφαλής του σωφρονιστικού συστήματος, δύο έως τρεις αρμόδιοι για την επίβλεψη των κατά τόπους εισαγγελέων και περιφερειακών υπηρεσιών της Εισαγγελίας (ιδίως σε σχέση με τα καθήκοντα της ποινικής δίωξης, της παράστασης στα δικαστήρια και της άσκησης ενδίκων μέσων) και οι υπόλοιποι θα είναι επικεφαλής των υπηρεσιών, που στο πλαίσιο της Γενικής Εισαγγελίας θα ασχολούνται με την αντιμετώπιση ειδικών μορφών εγκληματικότητας (π.χ. βοηθός αρμόδιος για το οικονομικό έγκλημα, βοηθός αρμόδιος για τη διαφθορά στο Δημόσιο κ.ο.κ.). Σχετικά με την κατά τόπο αρμοδιότητα η χώρα θα είναι διαρθρωμένη σε εισαγγελικές περιφέρειες (όσες και οι εφετειακές περιφέρειες) και υποπεριφέρειες (όσες και τα πρωτοδικεία). Σε κάθε περιφέρεια θα είναι επικεφαλής ένας περιφερειακός εισαγγελέας (αντίστοιχος του σημερινού εισαγγελέα εφετών) και σε κάθε υποπεριφέρεια ένας τοπικός εισαγγελέας (αντίστοιχος του σημερινού εισαγγελέα πρωτοδικών) με ανάλογο αριθμό βοηθών εισαγγελέων (αντίστοιχων των σημερινών αντεισαγγελέων εφετών και πρωτοδικών). Σχετικά με τα Ανώτατα Δικαστήρια (Άρειος Πάγος και Συνταγματικό Δικαστήριο, εφόσον συσταθεί) θα υπάρχει αυτοτελής υπηρεσία της Γενικής Εισαγγελίας με επικεφαλής έναν Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα (αντίστοιχο του σημερινού Εισαγγελέα του ΑΠ), που θα επικουρείται από εισαγγελικούς λειτουργούς προερχόμενους από την προαγωγή των περιφερειακών εισαγγελέων. Η Εισαγγελική Αρχή θα έχει ιεραρχική δομή[44] και ο Γενικός Εισαγγελέας θα είναι ο πειθαρχικός προϊστάμενος όλων. Επίσης, η Αρχή αυτή θα υπόκειται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλα τα κράτη όπου ισχύει ο αντίστοιχος θεσμός.
Ανάδειξη Γενικού Εισαγγελέα και λειτουργών της Αρχής: Ο Γενικός Εισαγγελέας πρέπει να είναι νομικός εγνωσμένου κύρους προερχόμενος είτε από το δικαστικό σώμα είτε από τον ακαδημαϊκό χώρο είτε από το δικηγορικό σώμα είτε από τους λειτουργούς της εισαγγελικής Αρχής. Θα αναδεικνύεται από την Ολομέλεια της Βουλής με αυξημένη πλειοψηφία (2/3 ή 3/5 επί του όλου αριθμού των βουλευτών) και σε περίπτωση αδυναμίας επίτευξης της πλειοψηφίας αυτής από συμβούλιο αποτελούμενο από ανώτατους κρατικούς αξιωματούχους[45] με απλή πλειοψηφία. Θα έχει πενταετή θητεία με δυνατότητα ανανέωσης για μία μόνο φορά. Για την απομάκρυνσή του για λόγους υγείας ή σοβαρής παραμέλησης ή παραβίασης των καθηκόντων του μπορούν να ισχύσουν όσα αναφέραμε και για τα μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Οι Βοηθοί Γενικοί Εισαγγελείς θα επιλέγονται από τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα στην αρχή της θητείας του και για την τοποθέτησή τους θα απαιτείται και η έγκριση της Βουλής ή επιτροπής αυτής με απλή πλειοψηφία. Η θητεία των Βοηθών θα είναι επίσης πενταετής αλλά με δυνατότητα του Γενικού Εισαγγελέα να τους απομακρύνει και πριν από τη λήξη της θητείας τους[46]. Οι υπόλοιποι λειτουργοί της εισαγγελίας θα επιλέγονται με διαγωνισμό και θα είναι ισόβιοι (όπως ισχύει και σήμερα για τους εισαγγελικούς λειτουργούς). Απομάκρυνσή τους για λόγους υγείας ή λόγω πειθαρχικών παραπτωμάτων θα γίνεται από υπηρεσιακό συμβούλιο, που θα λειτουργεί εντός της Γενικής Εισαγγελίας, με διαδικασία ανάλογη με την ισχύουσα για τους δικαστικούς λειτουργούς. Το ως άνω συμβούλιο θα αποφασίζει και για τις υπόλοιπες υπηρεσιακές μεταβολές των εισαγγελικών λειτουργών (προαγωγές, μεταθέσεις κλπ.).
ΙV) Ηγεσία Ανώτατων Δικαστηρίων – Μισθολογική μεταχείριση των δικαστών. Κατά το ισχύον Σύνταγμα (άρθρο 90 παρ.5) η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης (δηλ. των Προέδρων και Αντιπροέδρων των τριών Ανώτατων Δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του ΑΠ, του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων) γίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η διάταξη αυτή δημιουργεί δικαιολογημένη δυσπιστία σε σχέση με τη διαφύλαξη της πραγματικής ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, αφού είναι πολύ πιθανό σε μία διαδικασία επιλογής από την εκάστοτε Κυβέρνηση να πρυτανεύσουν πολιτικά κριτήρια και σκοπιμότητες και όχι η επιλογή με βάση αξιοκρατικά κριτήρια[47]. Για το λόγο αυτό η ανωτέρω διάταξη επικρίνεται έντονα από τη νομική κοινότητα[48]. Με νομοθετική διάταξη του έτους 2010 (άρθρο 1 Ν 3841/2010) στην επιλογή από το Υπουργικό Συμβούλιο παρεμβλήθηκε διαδικασία μη δεσμευτικής γνωμοδότησης από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Ωστόσο, η νομοθετική αυτή ρύθμιση, εκτός από την αμφίβολη συνταγματικότητά της[49], δεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αφού, αντί να συμβάλει στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, αναμιγνύει ένα ακόμη πολιτικό όργανο στην επιλογή της ηγεσίας της με άμεσο κίνδυνο να πολλαπλασιάσει τις πολιτικές σκοπιμότητες σε σχέση με την επιλογή αυτή. Στην ουσία η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης δεν θα είναι υπόθεση μόνο της Κυβέρνησης αλλά και των κομμάτων, που εκπροσωπούνται στη Βουλή. Οι ενεργοί νομικοί της χώρας, οι οποίοι γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα το ήθος και τις ικανότητες των ανώτατων δικαστών, αποκλείονται από κάθε συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής. Υπάρχει ο κίνδυνος, ενόψει της επιδιωκόμενης νομοθετικά «ομοφωνίας ή πάντως πλειοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων της Διάσκεψης των Προέδρων», και πάλι οι επιλογές να είναι κατά βάση κυβερνητικές με ορισμένες όμως «παραχωρήσεις» και στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αυτό όμως μπορεί να δημιουργήσει ανεπιθύμητα φαινόμενα κομματικοποίησης στο χώρο της Δικαιοσύνης[50]. Είναι σαφές ότι απαιτείται αναθεώρηση του άρθρου 90 παρ.5 του Συντάγματος, ώστε να υπάρχουν εγγυήσεις απόλυτα αξιοκρατικής επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Από την άλλη η επιλογή δεν μπορεί να γίνεται αποκλειστικά και μόνο από το Δικαστικό Σώμα (π.χ. με εκλογή από την Ολομέλεια του οικείου Ανώτατου Δικαστηρίου) αφενός γιατί έτσι επέρχεται απομάκρυνση από τη δημοκρατική αρχή[51] αφετέρου γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να εμφανιστούν φαινόμενα ομαδοποιήσεων εντός του Δικαστικού Σώματος. Το ορθότερο θα ήταν η επιλογή να γίνεται από ευρύ εκλεκτορικό σώμα, όπου θα συμμετέχουν εκπρόσωποι της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας αλλά και εκπρόσωποι της νομικής κοινότητας (ιδίως των Ανώτατων Δικαστηρίων και των Νομικών Σχολών)[52] με θέσπιση όμως και ασφαλιστικών δικλείδων, ώστε να μην εμφανίζονται φαινόμενα συνήθη σε εκλογικές διαδικασίες, όπως προεκλογικός αγώνας, ομαδοποιήσεις, πολιτικές ή άλλες «γραμμές» κλπ.
Ως εγγύηση της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών τίθεται και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή τους, ώστε οι αποδοχές τους να είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους. Εξουσιοδοτείται δε ο νομοθέτης να καθορίζει τη μισθολογική τους κατάσταση με ειδικούς νόμους (άρθρο 88 παρ.2 του Σ). Το μισθολόγιο των δικαστών αποτέλεσε από παλιά αιτία τριβής μεταξύ της πολιτικής και της δικαστικής εξουσίας, αφού οι δικαστές θεωρούσαν ότι ούτε η Βουλή (που ψηφίζει τους σχετικούς νόμους) ούτε οι εκάστοτε Κυβερνήσεις (που έχουν τη νομοθετική πρωτοβουλία) σέβονταν την ανωτέρω συνταγματική διάταξη. Κατέφευγαν δε σε προσφυγές στα διοικητικά δικαστήρια, όπου συνήθως δικαιώνονταν. Με την Αναθεώρηση του 2001 συμπληρώθηκε η παρ.2 του άρθρου 88 με τη θέσπιση ειδικού δικαστηρίου (του λεγόμενου «Μισθοδικείου»), που επιλαμβάνεται των σχετικών διαφορών, εφόσον αυτές μπορούν να επηρεάσουν τη «μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων». Προφανής σκοπός του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν οι σχετικές διαφορές να κρίνονται από δικαστήριο, όπου την πλειοψηφία δεν θα αποτελούν τακτικοί δικαστές (στη σύνθεση του μετέχουν 3 τακτικοί δικαστές, 3 καθηγητές νομικών σχολών και 3 δικηγόροι[53]). Μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 13/2006 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου[54] και την επίτευξη συμβιβασμού των δικαστικών ενώσεων με την τότε Κυβέρνηση αναβαθμίστηκε σημαντικά το μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών. Ωστόσο, στο πλαίσιο της οξείας δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης, που υφίσταται από τις αρχές του 2010 και μετά, υπήρξαν με διαδοχικούς νόμους σημαντικές περικοπές στο μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών[55] με αποτέλεσμα τη δημιουργία τριβών μεταξύ των συνδικαλιστικών ενώσεων των δικαστών και της πολιτικής εξουσίας[56]. Από μέρους των δικαστικών ενώσεων επισημάνθηκε ότι οι μειώσεις στο μισθολόγιο των δικαστών ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες σε σχέση με τις περικοπές στις αποδοχές των λειτουργών της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας και ήταν και για το λόγο αυτό αντισυνταγματικές και προαναγγέλθηκαν προσφυγές στο αρμόδιο Δικαστήριο. Σημειωτέον, ότι και η κοινή αίσθηση των Ελλήνων πολιτών είναι ότι, παρά τις γενικευμένες περικοπές κατά την τριετία 2010 – 2012 των μισθών και των συντάξεων, δεν υπήρξαν ανάλογες μειώσεις και στις αποδοχές των βουλευτών, οι οποίες καθορίζονται από την ίδια τη Βουλή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 63 του Συντάγματος[57]. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαίο για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του πολιτεύματος οι αποδοχές των λειτουργών και των τριών κρατικών εξουσιών αλλά και των ανεξάρτητων Αρχών, που βάσει του ισχύοντος Συντάγματος υπάρχουν ή πρόκειται να συσταθούν κατόπιν μίας νέας συνταγματικής Αναθεώρησης, να είναι ανάλογες του λειτουργήματός τους και να εξασφαλίζουν τόσο ότι τα πρόσωπα, που θα στελεχώνουν τα αντίστοιχα κρατικά όργανα, θα είναι οι ικανότεροι όσο και ότι θα μπορούν να εκπληρώνουν απερίσπαστοι τα καθήκοντά τους. Ωστόσο, οι αποδοχές τους δεν πρέπει να είναι και αποκομμένες από την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Ενόψει των αμφισβητήσεων που δημιουργούνται αλλά και του κινδύνου οι πολιτειακές εξουσίες να απωλέσουν το κύρος τους με την ανάλωση των λειτουργών τους όχι στην άσκηση των καθηκόντων τους αλλά σε μεταξύ τους διελκυστίνδες και ανταγωνισμούς για τα μισθολογικά τους, είναι απαραίτητο να υπάρξει αναθεώρηση των άρθρων 63 και 88 παρ.2 του Σ, ώστε οι αποδοχές όλων των λειτουργών των τριών κρατικών εξουσιών και των ανεξάρτητων Αρχών να καθορίζονται με ειδικό νόμο, ο οποίος θα καταστεί συνταγματικής περιωπής (ώστε να μην είναι δυνατή η εύκολη τροποποίησή του) και ο οποίος θα προβλέπει αντικειμενικό σύστημα καθορισμού και αναπροσαρμογής των αποδοχών αυτών και ει δυνατόν από όργανα, στα οποία οι άμεσα ενδιαφερόμενοι δεν θα συμμετέχουν ή πάντως δεν θα έχουν καθοριστική συμμετοχή. Εφόσον δε τα σχετικά ζητήματα θα ρυθμίζονται συνταγματικά, αρμόδιο για την επίλυση των αντίστοιχων διαφορών θα είναι το Συνταγματικό Δικαστήριο (αν τελικά συσταθεί), οπότε και θα πρέπει να καταργηθεί το Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ.2 του Σ.
Αναμφίβολα οι παραπάνω προτάσεις (ειδικά για την καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου και Γενικού Εισαγγελέα), αν υλοποιηθούν, θα συνιστούν μία ριζική αναδιάρθρωση του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης. Συνεπώς, μία συνταγματική Αναθεώρηση προς την κατεύθυνση αυτή μπορεί να γίνει μόνο, αφού υπάρξει εξαντλητικός διάλογος αλλά και πραγματική αποφασιστικότητα να υλοποιηθούν γρήγορα και αποτελεσματικά οι οργανωτικές αλλαγές, που απαιτούνται για τη λειτουργία των νέων θεσμών και ιδίως του Γενικού Εισαγγελέα (άμεση σύσταση και εκπαίδευση της Δικαστικής Αστυνομίας, αλλαγές στη διάρθρωση των σωμάτων και υπηρεσιών, που θα μεταφερθούν από τη δομή των Υπουργείων στην ευθύνη του Γενικού Εισαγγελέα κ.ο.κ.). Όμως η υιοθέτηση και ταχεία λειτουργία των νέων θεσμών μπορεί να αποτελέσει μια πραγματική αναβάπτιση της Ελληνικής Δημοκρατίας σε σχέση με τις αξίες της ευνομίας, της ασφάλειας δικαίου και της διαφάνειας.
 

 

 


[1] Στην περίπτωση αυτή θα απαιτηθεί η σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης, καθότι αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος προς την κατεύθυνση αυτή είναι ανεπίτρεπτη (άρθρο 110 παρ.1). Η διατήρηση του κοινοβουλευτικού συστήματος, όπως ιδίως διαμορφώθηκε μετά την Αναθεώρηση του 1986, αναθέτει το κύριο βάρος διακυβέρνησης στον αρχηγό του πλειοψηφούντος στη Βουλή κόμματος ως Πρωθυπουργό ή σε περίπτωση συμμαχικής κυβέρνησης στους αρχηγούς των συγκυβερνώντων κομμάτων. Αντίθετα, το προεδρικό σύστημα μεταφέρει το βάρος της διακυβέρνησης στο πρόσωπο, που θα επιλέξουν οι πολίτες. Το εκλογικό σώμα δηλ. επιλέγει Κυβερνήτη και όχι κυβερνών κόμμα. Η καθιέρωση του προεδρικού συστήματος ίσως θα ήταν καθοριστικό βήμα για την υπέρβαση αδυναμιών του ελληνικού πολιτικού συστήματος, που αποδείχτηκαν μοιραίες για τον τόπο, όπως ιδίως ο πελατειακός χαρακτήρας των μεγάλων κομματικών σχηματισμών και ο αρχηγικός χαρακτήρας τους με αποκλεισμό ταυτόχρονα της εσωκομματικής δημοκρατίας. Πάντως το ζήτημα εκφεύγει από τα όρια της παρούσας μελέτης. Για περισσότερα βλ. ιδίως Θ. Διαμαντόπουλο, Προεδρικό Σύστημα στην Ελλάδα; Στοχασμοί για μια εναλλακτική θεσμική αρχιτεκτονική, εκδ. Παπαζήση, 2011.
 

 

[2] Οι συχνές καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για διάφορα θέματα δείχνουν ότι δεν υπάρχει ακόμη απόλυτα ικανοποιητική αφομοίωση των αξιών του δυτικοευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού στην εσωτερική έννομη τάξη.
 

 

[3] Ήδη με την ερμηνευτική δήλωση, που τέθηκε υπό το άρθρο 28 του Σ κατά την Αναθεώρηση του 2001, καθίσταται σαφές ότι αποτελεί θεμελιώδη σκοπό της Ελληνικής πολιτείας η συμμετοχή της στις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

 

[4] Για το ότι και σήμερα πρακτικά υπερισχύει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, ανεξάρτητα από τις όποιες θεωρητικές επιφυλάξεις μπορεί να υπάρχουν, βλ. ιδίως Ν. Αλιβιζάτο, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη Νεοελληνική Ιστορία, εκδ. Πόλις, 2011, σ. 561 -565.
 

 

[5] βλ. περισσότερα για την υπεροχή του Κοινοβουλίου εντός του δημοκρατικού πολιτεύματος σε Μιχ. Σταθόπουλο, Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων – Η δημοκρατία ανάμεσα στις συμπληγάδες αυταρχισμού ή λαϊκισμού και αριστοκρατισμού, ΝοΒ 37 , σ. 1 επ. και ιδίως στη σελ. 25. Επίσης, για την αρχή της κυριαρχίας του Κοινοβουλίου (parliamentary sovereignty), όπως γίνεται δεκτή στη Μεγάλη Βρετανία, βλ. Ν. Αλιβιζάτο, ο.π., σ. 183.

 

[6] Είναι η λεγόμενη «περίοδος της Μεταπολίτευσης», η οποία παρά τις αδυναμίες της (πελατειακό σύστημα, εκτεταμένη ανοχή της ανομίας, ενδοτικότητα της πολιτικής εξουσίας σε συντεχνιακές ή τοπικιστικές πιέσεις), που συνέβαλαν καθοριστικά στην ουσιαστική χρεοκοπία της Χώρας το 2010, είναι πάντως η μακροβιότερη περίοδος ομαλότητας και σεβασμού των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών στη σύγχρονη Ιστορία της χώρας.
 

 

[7] Δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε εδώ ότι η χρεοκοπία της χώρας επέφερε ισχυρό κλονισμό του κύρους του Ελληνικού κράτους τόσο έναντι των πολιτών του όσο και έναντι της διεθνούς κοινότητας αλλά και την τάση ορισμένων να χρησιμοποιούν την οικονομική κρίση και τις δυσμενείς συνέπειες της για το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού ως έναυσμα για να αμφισβητήσουν έμμεσα το δημοκρατικό πολίτευμα (προβάλλοντας υπέρμετρα φαινόμενα διαφθοράς του πολιτικού κόσμου και υπονοώντας ότι απαιτείται ριζική «εξυγίανση» με κρεμάλες, εκτελέσεις στο Γουδί ή λιντσαρίσματα) ή, αγνοώντας τις καταστροφικές συνέπειες των δύο Εθνικών Διχασμών του 20ου αιώνα (βενιζελικοί – βασιλικοί το 1915 και έπειτα / εθνικόφρονες – κομμουνιστές και συνοδοιπόροι από το 1944 μέχρι το 1974), να προωθούν συνειδητά ή ασυνείδητα ένα νέο εθνικό διχασμό στη βάση «μνημονιακοί – αντιμνημονιακοί» (διαχωρίζοντας έτσι τους πολίτες ανάλογα με την πεποίθησή τους σχετικά με το αν η υπέρβαση της κρίσης θα επέλθει με την παραμονή της χώρας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ή με την καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και την αναζήτηση νέων διεθνών συμμαχιών).
 

 

[8] Βλ. περισσότερα σε Ν. Αλιβιζάτο, ο.π., σ. 192 – 195, Β. Σκουρή, Συστήματα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, ΤοΣ 1982, σ. 518 – 525.
 

 

[9] Βλ. ενδεικτικά τα άρθρα 92 – 94 και 100 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης, 134 – 137 του Ιταλικού Συντάγματος, 125 του Συντάγματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, 140 – 145 του Ρουμανικού Συντάγματος. Όπου στο παρόν γίνεται αναφορά σε διατάξεις ξένων Συνταγμάτων, το κείμενό τους κατά κανόνα έχει ληφθεί από τη συλλογή των Κ. Μαυριά – Αντ. Παντελή με τον τίτλο «Συνταγματικά Κείμενα – Ελληνικά και Ξένα», Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 1996.
 

 

[10] Βλ. περισσότερα σε Β. Σκουρή, ο.π., σ. 513 – 518, Ν. Αλιβιζάτο, ο.π., σ. 614 – 615 και 618 – 624, Αθ. Ράικο, Συνταγματικό Δίκαιο, Εισαγωγή – Οργανωτικό Μέρος, τ. Γ΄, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1991, σ. 152.

 

[11] Βλ. Αλιβιζάτο, ο.π., σ. 623.
 

 

[12] βλ. σχετικά και Μιχ. Σταθόπουλο, ο.π., σ. 21 με περαιτέρω παραπομπές, όπου τονίζεται ότι η επίκληση της αρχής της επεκτατικής ισότητας σε σχέση ιδίως με μισθολογικές παροχές έχει κατ’ ουσία ως αποτέλεσμα τη νομοθέτηση επί μη ρυθμισμένης ύλης σε βάρος του δημοσίου ταμείου. Θα προσθέταμε ότι στην πραγματικότητα ο συνταγματικός νομοθέτης δεν το θέλησε αυτό, αφού στο άρθρο 80 παρ.1 του Σ ορίζεται ότι «μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο». Φρονούμε ότι η σαφήνεια της διάταξης αυτής δεν θα έπρεπε να παρακάμπτεται από θεωρητικές κατασκευές αναζητούσες έρεισμα στο άρθρο 4 του Σ. Άλλωστε, η ύπαρξη δημοσιονομικής τάξης και πειθαρχίας είναι έννομο αγαθό που αφορά το σύνολο των πολιτών και ιδίως τους πιο αδύναμους και το οποίο προηγείται από τα οικονομικά συμφέροντα οργανωμένων ομάδων, που συνήθως υπό την καθοδήγηση των συνδικαλιστών τους προσφεύγουν μαζικά στα δικαστήρια.
 

 

[13] Το πρόβλημα αυτό στα διοικητικά δικαστήρια επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί νομοθετικά μέσω της καθιέρωσης του θεσμού της «πρότυπης δίκης».

 

[14] Αφού η κήρυξη αντισυνταγματικότητας από ένα δικαστήριο δεν καλύπτει όλες τις όμοιες υποθέσεις αλλά αφορά μόνο τους διαδίκους της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αυτό επιπλέον δημιουργεί ανισότητα σε βάρος των πολιτών που είτε δεν έχουν τα οικονομικά μέσα να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη είτε εκ πεποιθήσεως δεν επιθυμούν να εμπλέκονται σε αντιδικίες με το Δημόσιο.
 

 

[15] Λ.χ. στις ΗΠΑ ο Πρόεδρος Ρούσβελτ κατά την αρχή της θητείας του αντιμετώπισε προβλήματα σχετικά με την πολιτική του για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης (New Deal) λόγω της νομολογίας του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου (βλ. σχετικά Ν. Αλιβιζάτο, ο.π. σ. 454 – 457).
 

 

[16] Βλ. περισσότερα σε Αλιβιζάτο, ο.π., σ. 609 – 611, Σκουρή, ο.π., σ. 524 – 525, Σταθόπουλο, ο.π., σ. 23 – 24.

 

[17] Βλ. Επ. Σπηλιωτόπουλο, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, εκδ. Αντ.Ν. Σάκκουλα 2001, υπό τον αριθ. 87.
 

 

[18] ΟλΣτΕ 2289/1987 ΝοΒ 1987, 1096. Βλ. επίσης ΟλΣτΕ 2199/2010 σε ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 1283/2012 ΝοΒ 2012, 2060, ΟλΣτΕ 1286/2012 ΝοΒ 2012, 2121.
 

 

[19] Βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Το κράτος των δικαστών – Ένα ανύπαρκτο σκιάχτρο; ΝοΒ 33 σ. 1505 επ. και ιδίως στη σ. 1514. Επίσης, το κύριο άρθρο της εφημερίδας «Καθημερινή» της 21.11.2012 υπό τον τίτλο «Οι δικαστές», που αναφέρεται στον κίνδυνο αυτό σε σχέση με την ένταση που δημιουργήθηκε στον χώρο της Δικαιοσύνης κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2012. Η ανεπίτρεπτη κατ’ εμάς τάση του «δικαστικού ακτιβισμού» υποστηρίζεται και σε άρθρο, που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα ethemis.gr με τον τίτλο «Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα και το Σωο – κράτος» υπό το ψευδώνυμο «Αριστόβουλος Ευέλπιστος». Οι απόψεις του άρθρου αυτού συνοψίζονται στη φράση του «σημασία έχει επί της ουσίας ποιο είναι το δίκαιο και εν συνεχεία πρέπει να επιλέγεται η κατάλληλη νομική επένδυση της εξευρεθείσης ως δίκαιης λύσης». Δηλ. το κράτος του Νόμου, όπως το σκέφτηκαν οι Διαφωτιστές, πρέπει να υποχωρεί μπροστά στην υποκειμενική αντίληψη του εκάστοτε δικαστή περί του τι είναι δίκαιο. Βλ. επίσης την ΣτΕ 350/2011 σε ΧρΙΔ 2012, 278, η οποία κατά το σκέλος, που αφορά την εξέταση της συνταγματικότητας των διατάξεων του Ν 3838/2010 σχετικά με τις προϋποθέσεις απονομής της ελληνικής ιθαγένειας, αποτελεί κατά τη γνώμη μας δείγμα τέτοιου είδους "δικαστικού ακτιβισμού".
 

 

[20] Και όχι μόνο για όσους προσφεύγουν στα δικαστήρια επικαλούμενοι την αντισυνταγματικότητα και μετά την πάροδο αρκετών ετών, που απαιτούνται ώστε οι σχετικές αποφάσεις των τακτικών δικαστηρίων να καταστούν αμετάκλητες ή να εκδοθεί απόφαση του ΑΕΔ ισχύουσα έναντι πάντων.
 

 

[21] Εφόσον η διαδικασία επιλογής των δικαστών του Συνταγματικού Δικαστηρίου εξασφαλίζει τη στελέχωσή του από νομικούς υψηλού επιπέδου και εμπειρίας αλλά και ευρύτερης κοινωνικής αναγνώρισης.
 

 

[22] Καθώς τα μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου επιλέγονται από όργανα με άμεση ή έμμεση λαϊκή νομιμοποίηση, όπως ιδίως είναι η Βουλή και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
 

 

[23] Βλ. και Σταθόπουλο, ο.π., ιδίως στις σ. 23 και 32. Εξάλλου, την πολιτική ουδετερότητα των δικαστών την απαιτεί και το σημερινό Σύνταγμα (άρθρο 29 παρ.3) και ορθώς, αφού ο δικαστής πρέπει να είναι αλλά και να φαίνεται αμερόληπτος.
 

 

[24] Θα μπορούσε να υποστηριχτεί και η επιλογή από την Κυβέρνηση αντί του ΠτΔ ιδίως στο σύστημα της προεδρευομένης δημοκρατίας, όπου ο Πρόεδρος έχει περιορισμένες εξουσίες. Ωστόσο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που έχει συνήθως την αίγλη του υπερκομματικού προσώπου και είναι πρόσωπο ευρισκόμενο στη «δύση» της πολιτικής του σταδιοδρομίας και άρα ενδιαφερόμενο πρωτίστως για την υστεροφημία του, είναι περισσότερο πιθανό να επιλέξει με αξιοκρατικές εκτιμήσεις από την Κυβέρνηση, η οποία μπορεί να έχει ως κίνητρο την επιλογή προσώπων θεωρούμενων ως «φιλικών» προς την ίδια και τις επιλογές της.

 

[25] Ώστε κριτήριο των μελών του σχετικά με τις αποφάσεις να μην μπορεί να είναι η προσδοκία ανανέωσης της θητείας τους.
 

 

[26] Της οποίας όμως η σύνθεση θα είναι καθορισμένη από το Σύνταγμα και δεν θα μπορεί να μεταβληθεί με νόμο ή με τον Κανονισμό της Βουλής.
 

 

[27] Λ.χ. το σώμα αυτό μπορεί να αποτελείται από 3 δικαστές των ανώτατων δικαστηρίων (ένας από καθένα εκ των τριών), 3 καθηγητές νομικών σχολών (ένας από καθεμία εκ των τριών) και 3 προέδρους δικηγορικών συλλόγων. Η επιλογή των παραπάνω να γίνεται με κλήρωση την παραμονή της εκλογής, ώστε να μην είναι δυνατή η ύπαρξη φαινομένων «προεκλογικής εκστρατείας» ή «φατριασμών».
 

 

[28] Η τυπική συνταγματικότητα πρέπει να παραμείνει στα interna corporis της Βουλής.
 

 

[29] Ίσως το ζήτημα αυτό πρέπει να ανήκει στα interna corporis της Βουλής. Ωστόσο, η εμπειρία της προεδρικής εκλογής του 1985 καταδεικνύει ότι θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου.
 

 

[30] Αφού η πράξη έχει αποδείξει ότι οι σχετικές αποφάσεις στη Βουλή λαμβάνονται με πολιτικά και παραταξιακά κριτήρια και όχι νομικά. Υπάρχουν δύο καταδίκες της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ για παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας λόγω μη άρσης της βουλευτικής ασυλίας.
 

 

[31] Η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής θα είναι ανεξάρτητη από την εξέλιξη τυχόν συντρέχουσας ποινικής ή πειθαρχικής διαδικασίας.

 

[32] Η διάταξη αυτή φαίνεται αυστηρή ή και περιττή για μία τυπική δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Η Δημοκρατία πρέπει να σέβεται ακόμη και το δικαίωμα αμφισβήτησής της, όχι όμως και να ανέχεται την εκ των έσω υπονόμευσή της. Δεν μπορεί να δίνει σκοινί για να την κρεμάσουν. Υπάρχουν λ.χ. και σήμερα ή στο πρόσφατο παρελθόν καταγγελίες για ακροδεξιούς θύλακες στα σώματα ασφαλείας ή εκδηλώσεις νοσταλγίας δικτατορικών καθεστώτων σε στρατιωτικές σχολές κλπ.. Ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη κάθε επιμέρους καταγγελίας, η ύπαρξη μιας τέτοιας διάταξης θα συντελέσει στην προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος, έστω και αν δεν χρειαστεί να εφαρμοστεί ποτέ. Πρβλ. και τη διάταξη του άρθρου 18 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης περί αποδυνάμωσης θεμελιωδών δικαιωμάτων, η οποία έχει τον ίδιο σκοπό και είναι πολύ αυστηρότερη ενώ το πεδίο εφαρμογής της εκτείνεται στο σύνολο των πολιτών και όχι μόνο στους δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους.
 

 

[33] Αυτό αποδεικνύει και η προδικτατορική ελληνική εμπειρία, οπότε ακόμη και οι φερόμενοι ως συμπαθούντες το εκτός νόμου ΚΚΕ αντιμετωπίζονταν ως δεύτερης κατηγορίας πολίτες.
 

 

[34] Επιλογή βέβαια των δικαστηρίων θα είναι και η δυνατότητα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ και όχι στο Συνταγματικό Δικαστήριο για θέματα απτόμενα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου.

 

[35] Όπου εντάσσονται ιδίως οι ΗΠΑ, η Μ. Βρετανία και οι υπόλοιπες χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.
 

 

[36] Βλ. άρθρο 129 του Ομοσπονδιακού Συντάγματος του 1993.
 

 

[37] Διαφθορά, η οποία, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της παρέμενε στη σκοτεινή περιοχή της εγκληματικότητας και ως εκ τούτου ατιμώρητη.
 

 

[38] Η σύστασή της προβλέφθηκε με το άρθρο 36 του Ν 2145/1993 και η οποία θα τελούσε υπό τη διεύθυνση του οικείου Εισαγγελέα Πρωτοδικών.
 

 

[39] Καταχρηστικά ορισμένες από τις Αρχές αυτές στη δημοσιογραφική ιδίως γλώσσα φέρονται ως ανεξάρτητες. Οι ανεξάρτητες όμως Αρχές είναι συγκεκριμένες και το ποιες είναι ορίζεται από το Σύνταγμα (πρόκειται για τον Συνήγορο του Πολίτη, την ΑΔΑΕ, την ΑΠΔΠΧ, το ΑΣΕΠ και το ΕΣΡ). Τα μέλη τους επιλέγονται από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής (άρθρα 101Α παρ.2 του Σ και 3 παρ.2 του Ν 3051/2002) και όχι με κυβερνητικές αποφάσεις και καλύπτονται από τις εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας.
 

 

[40] Εξαίρεση αποτελεί ο Πρόεδρος της Αρχής του άρθρου 7 του Ν 3691/2008, που είναι ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός και επιλέγεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Τα 11 όμως μέλη της Αρχής διορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
 

 

[41] Του Νοεμβρίου 2012.

 

[42] Στο παρελθόν έχουν λ.χ. εκδηλωθεί δημόσιες διαφωνίες μεταξύ του επικεφαλής της Αρχής για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων (που τότε δεν ήταν εν ενεργεία αλλά επίτιμος εισαγγελικός λειτουργός) και της εισαγγελικής Αρχής σχετικά με την αποδεικτική χρησιμότητα πορίσματος του πρώτου αναφορικά με την υπόθεση των δομημένων ομολόγων. Τον Αύγουστο του 2010 εκδηλώθηκαν δημόσια τριβές μεταξύ του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και της Εισαγγελίας του ΑΠ με αφορμή αναφορά του πρώτου για βραδύτητα της Δικαιοσύνης σχετικά με τη διεκπεραίωση υποθέσεων διαφθοράς δημοσίων λειτουργών. Οι τριβές αυτές, ανεξάρτητα από το ποιος έχει δίκαιο ή όχι ή αν αυτό βρίσκεται κάπου στη μέση, είναι εύκολο να δημιουργήσουν στην κοινή γνώμη δυσπιστία για τη Δικαιοσύνη ή για Αρχές με σημαντικές ελεγκτικές αρμοδιότητες ή ακόμη και καχυποψία ότι κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους υπεισέρχονται και άλλες σκοπιμότητες. Μπορεί να σημειωθεί ότι αν λ.χ. το Σ.Δ.Ο.Ε. υπάγονταν στον Γενικό Εισαγγελέα και όχι στον Υπουργό Οικονομικών, θα είχαν αποφευχθεί οι πρόσφατες «περιπέτειες» της «λίστας Λαγκάρντ».

 

[43] Δηλ. δεν θα υπάρχει ξεχωριστή δικαστική αστυνομία ανά εισαγγελία πρωτοδικών, όπως προβλέπεται σήμερα.

 

[44] Κατά την άσκηση όμως των καθηκόντων τους ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων οι εισαγγελείς θα διατυπώνουν τις προτάσεις τους ενεργώντας αδέσμευτα με βάση το νόμο και τη συνείδησή τους, όπως και σήμερα ισχύει (βλ. άρθρο 24 παρ.4 Ν 1756/1988 και 177 ΚΠΔ).

 

[45] λ.χ. τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό, τον Πρόεδρο της Βουλής, τον Πρόεδρο του Συνταγματικού Δικαστηρίου (εφόσον συσταθεί) και τους Προέδρους των Ανώτατων Δικαστηρίων.

 

[46] Η επιλογή των Βοηθών Εισαγγελέων από τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα εξασφαλίζει την καλή συνεργασία μεταξύ των κορυφαίων λειτουργών της Αρχής αυτής. Από την άλλη η έγκριση της επιλογής τους από τη Βουλή παρέχει περισσότερα εχέγγυα ότι η επιλογή τους θα γίνει και με κριτήρια επιστημονικής και ηθικής επάρκειας.

 

[47] Στην πράξη έχουν συμβεί και τα δύο. Άλλοτε οι επιλογές προσώπων για την ηγεσία της Δικαιοσύνης ήταν τέτοιες, ώστε δύσκολα μπορούσε κάποιος να αμφισβητήσει ότι επελέγησαν οι πιο άξιοι (αναφέρουμε ως παραδείγματα την επιλογή του Στ. Ματθία ως Προέδρου του ΑΠ και του Ευ. Κρουσταλάκη ως Εισαγγελέα του ΑΠ). Άλλοτε οι επιλογές αλλά και η μετέπειτα πρακτική των επιλεγέντων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αμφισβητήθηκαν έντονα (δικαίως ή αδίκως).

 

[48] Βλ. χαρακτηριστικά Αθ. Ράικο, ο.π., τ. Γ΄, σ. 127, όπου οι διατάξεις του άρθρου 90 παρ.5 του Σ χαρακτηρίζονται ως ο «δούρειος ίππος» της δικαστικής ανεξαρτησίας.

 

[49] Βλ. αναλυτικά Αντ. Μανιτάκη, Η ατυχής νομοθετική τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων στην ιστοσελίδα constitutionalism. gr με ημερομηνία ανάρτησης 13.9.2010.

 

[50] Σχετικά με τις αδυναμίες της ως άνω νομοθετικής ρύθμισης βλ. και Θεμ. Παπαθεοδώρου, Οι μεταπολιτευτικές πολιτικές διαστάσεις της επιλογής ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων σε constitutionalism. gr με ημερομηνία ανάρτησης 22.3.2011.

 

[51] Βλ. σχετική παρατήρηση του Μιχ. Σταθόπουλου σε «Επιλογή της ηγεσίας και ανεξαρτησία», Το Βήμα, 5.7.2009.

 

[52] Βλ. προτάσεις Σταθόπουλου στο ανωτέρω άρθρο του. Επίσης, για τη γενικότερη προβληματική βλ. και Γ. Κτιστάκη, Η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, εκδ. Πόλις, 2011, σ. 310 – 314.

 

[53] Δεν μπορεί να παραβλεφθεί ωστόσο ότι οι δικηγόροι κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους εξαρτώνται άμεσα από τους δικαστικούς λειτουργούς.

 

[54] Δημοσιευμένη σε ΝοΒ 55, σ. 471 επ..

 

[55] Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των δικαστικών ενώσεων οι περικοπές αυτές ανήλθαν σε ποσοστό άνω του 50% συνολικά.

 

[56] Στο πλαίσιο αυτό υπήρξαν και αντιδράσεις, όπως αποχή μεγάλου αριθμού δικαστών από μέρος των καθηκόντων τους το τελευταίο τρίμηνο του 2012, παρά τη ρητή απαγόρευση του άρθρου 23 παρ.2 του Σ και τις περί του αντιθέτου παροτρύνσεις των Προέδρων του ΑΠ και του ΣτΕ αλλά και του Εισαγγελέα του ΑΠ, υπερβολικές εκφράσεις περί «ρήξης» των δικαστών με τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία κλπ.. Αναλυτικά για τις απόψεις μας επί των θεμάτων αυτών βλ. άρθρο μας υπό τον τίτλο «Ο Έλληνας δικαστής και ο Σωκράτης» δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα «ethemis.gr» (με ημερομηνία ανάρτησης 24.9.2012).

 

[57] Δεν είμαστε σε θέση να πούμε αν η κοινή αυτή αίσθηση ανταποκρίνεται και στην πραγματικότητα ή αν είναι απόρροια του αντικοινοβουλευτικού λαϊκισμού, που ανθεί στις ημέρες μας, όπως και συνήθως γίνεται σε περιόδους οξείας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.