«Χαρακτηριστικά δείγματα μικροπολιτικής ανευθυνότητας ως προς την αντιμετώπιση των θεσμών»

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Συνέντευξη στον δημοσιογράφο Βασίλη Σκουρή, που δημοσιεύθηκε στο ieidiseis.gr, 17.2.2022, με τίτλο «Απόλυτα συνταγματική μια κυβέρνηση χωρίς το πρώτο κόμμα στην επόμενη Βουλή».

 

Α. Σε πρόσφατο άρθρο του ο Άδωνις Γεωργιάδης έγραψε τα ακόλουθα:

«Με τον σχηματισμό «προοδευτικής διακυβέρνησης», δηλαδή μίας κυβέρνησης χωρίς το πρώτο κόμμα – διότι κανείς δεν αμφισβητεί ότι στις επόμενες εκλογές πρώτο κόμμα θα είναι η Νέα Δημοκρατία-, τι μας λένε στην ουσία; Να υπάρξει Κυβέρνηση χωρίς την επιλογή του ελληνικού λαού. Αυτό θα ήταν σε όρους φρασεολογίας της Αριστεράς «κανονικό πραξικόπημα». Το να θέλει ο ελληνικός λαός μία Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και αυτοί να λένε ότι θα φτιάξουν μία Κυβέρνηση ενάντια στη βούλησή του, θα ήταν δείγμα μεγάλης ανωμαλίας. Και είμαι βέβαιος ότι στο τέλος, κανείς δεν θα το τολμήσει».

Πως σχολιάζετε αυτήν την άποψη;

 Τέτοιες απόψεις έχουν ακουσθεί αρκετές φορές, όχι μόνον από πολιτικούς του κυβερνώντος κόμματος αλλά και από δημοσιογράφους που πρόσκεινται σε αυτό. Δείχνουν δε όχι μόνον πολιτική ελαφρότητα, ως προς την αντιμετώπιση των θεσμών, αλλά και παχυλή άγνοια τόσο των βασικών χαρακτηριστικών του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος όσο και των συνταγματικών δεδομένων της χώρας μας. Ας τα δούμε όμως συγκεκριμένα:

Η πεμπτουσία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος είναι η εμπιστοσύνη της Βουλής, η οποία πρέπει να υφίσταται τόσο για να αναδειχθεί μια κυβέρνηση, μετά τις εκλογές, όσο και για να παραμείνει στην εξουσία. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την ανάδειξη της κυβέρνησης, η μοναδική προϋπόθεση που είναι νοητή στο πλαίσιο ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος είναι το να συγκεντρωθεί ο απαραίτητος αριθμός βουλευτών που επιτάσσει το Σύνταγμα, προκειμένου αυτή να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης. Πρέπει να τονισθεί, μάλιστα, ότι δεν απαιτείται καν η απόλυτη πλειοψηφία, καθώς αρκεί η πλειοψηφία των παρόντων, εφ’όσον αυτή ξεπερνά κάποιο όριο (οπότε μιλάμε για κυβέρνηση «ανοχής», διότι ένα ή περισσότερα κόμματα την στηρίζουν, απέχοντας από την ψηφοφορία).

Με βάση αυτά τα δεδομένα, το ποιο κόμμα είναι πρώτο στις εκλογές δεν έχει κατ’αρχήν καμία σημασία ως προς τον σχηματισμό κυβέρνησης. Αν το κόμμα αυτό αδυνατεί να σχηματίσει κυβέρνηση που θα λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή, η σκυτάλη περνάει στα μικρότερα κόμματα. Αν δε ένα από αυτά μπορέσει να σχηματίσει μια τέτοια κυβέρνηση (είτε απόλυτης πλειοψηφίας είτε «ανοχής») αυτή είναι μια κυβέρνηση που πληροί καθ’όλα τις προϋποθέσεις ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Άλλωστε, κανείς στην Ευρώπη δεν διανοήθηκε να αμφισβητήσει –και μάλιστα με τους πομφολυγώδεις χαρακτηρισμούς που προαναφέρατε– τέτοιες κυβερνήσεις, με πιο πρόσφατη την κυβέρνηση συνασπισμού των σοσιαλιστών με τις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς, στην Πορτογαλία, το 2015, παρότι πρώτο κόμμα είχε αναδειχθεί, με 38,6%, το κόμμα της Δεξιάς.

Πλήρη επιβεβαίωση των παραπάνω παρέχει το Σύνταγμά μας, στο οποίο, μετά την αναθεώρηση του 1986, ο διορισμός της κυβέρνησης είναι αυστηρότερα τυποποιημένος, σε σχέση με άλλες χώρες. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 37, αν κανένα κόμμα δεν διαθέτει μετά τις εκλογές απόλυτη πλειοψηφία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίδει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του πρώτου κόμματος (δηλ. του κόμματος που διαθέτει σχετική πλειοψηφία) και αν η εντολή αυτή δεν τελεσφορήσει τότε παρέχεται διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου και στην συνέχεια –αν και αυτή δεν τελεσφορήσει– στον αρχηγό του τρίτου κόμματος (σε περίπτωση δε ισοψηφίας και στον αρχηγό του τέταρτου κόμματος). Είναι λοιπόν προφανές ότι οποιοσδήποτε από αυτούς μπορεί να λάβει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, αν μπορέσει να πείσει τον Πρόεδρο ότι αυτή θα λάβει είτε απόλυτη πλειοψηφία είτε πλειοψηφία των παρόντων, που δεν θα είναι μικρότερη από τα 2/5 (120). Το αν δε στην πλειοψηφία αυτήν δεν συμμετέχει το πρώτο κόμμα είναι παγερά αδιάφορο, διότι αν το Σύνταγμα ήθελε να αποκλείσει την περίπτωση κυβέρνησης χωρίς το πρώτο κόμμα είναι αυτονόητο ότι δεν θα προέβλεπε διερευνητικές εντολές στα υπόλοιπα κόμματα…

Β. Πώς κρίνετε την άποψη ότι οι κυβερνήσεις ευρείας συνεργασίας με επικεφαλής μη πολιτικό πρόσωπο είναι αντιδημοκρατικές και αντικοινοβουλευτικές;

Θεωρώ και αυτές τις απόψεις εξ ίσου προβληματικές, στο πλαίσιο ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Με δεδομένο το ότι, όπως προαναφέρθηκε, κοινοβουλευτική είναι μια κυβέρνηση που μπορεί να λάβει και να διατηρήσει στη συνέχεια την εμπιστοσύνη της Βουλής, επικεφαλής μιας κυβέρνησης συνασπισμού μπορεί να είναι, χωρίς κανένα πρόβλημα δημοκρατικής νομιμοποίησης, είτε ο αρχηγός του πρώτου κόμματος είτε ο αρχηγός ενός άλλου κόμματος, από τα μετέχοντα στον συνασπισμό, είτε ένα άλλο πρόσωπο, πολιτικό ή μη. Αρκεί να το προτείνουν τα κόμματα του συνασπισμού και στην συνέχεια η Βουλή να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση που θα σχηματίσει, σε συνεννόηση προφανώς με τα κόμματα που το στηρίζουν. Αυτή η διαρκής μεμψιμοιρία για «τεχνοκράτες» και  «τραπεζίτες», πολλώ δε μάλλον για «δοτούς πρωθυπουργούς», είναι εκτός τόπου και χρόνου, καθώς αγνοεί πλήρως τόσο τις ιδιαιτερότητες του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, που έχει τεράστιες διαφορές από το προεδρικό, όσο και τον καθοριστικό ρόλο των κομμάτων ως προς τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ο λαός εκλέγει κόμματα και αυτά (ιδίως τα μεγαλύτερα) έχουν την δημοκρατική ευθύνη να διασφαλίζουν την κυβερνησιμότητα μιας χώρας με τις καλύτερες, κατά την κρίση τους,  δυνατές προϋποθέσεις (όταν βέβαια δεν διαθέτουν αυτοδύναμη πλειοψηφία). Αυτό σημαίνει ότι ενίοτε μπορούν να θέτουν σε δεύτερη μοίρα τον ρόλο των αρχηγών τους, ανεχόμενα την ανάληψη της πρωθυπουργίας είτε από αρχηγούς μικρότερων κομμάτων (όπως συνέβη επανειλημμένα στην Ιταλία την μεταπολεμική περίοδο) είτε από προσωπικότητες που συμβάλλουν στην διαμόρφωση των αναγκαίων προγραμματικών συναινέσεων και συγκλίσεων (όπως συνέβη στην Ιταλία, με τις κυβερνήσεις Μόντι, Κόντε και Ντράγκι αλλά και στην χώρα μας με την κυβέρνηση Παπαδήμου). Το αν οι κυβερνήσεις αυτές είναι ευκταίες καθώς και το αν επιτυγχάνουν στο έργο τους είναι ζήτημα καθαρά πολιτικής αξιολόγησης (η οποία μάλιστα,  κατά την άποψή μου, πρέπει αφ’ενός μεν να είναι περιπτωσιολογική αφ’ετέρου δε να συναρτάται και με το εκλογικό σύστημα). Από εκεί και πέρα, όμως, ο ισχυρισμός ότι δεν έχουν «δημοκρατική νομιμοποίηση» δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Πολλώ δε μάλλον αν αναλογισθεί κανείς ότι κατά κανόνα πρόκειται για κυβερνήσεις ευρειών ή και ευρύτατων πλειοψηφιών…

Γ. Μιας και αναφέρατε το εκλογικό σύστημα, πως είδατε την συζήτηση που άρχισε τελευταία για μια ακόμη αλλαγή του εκλογικού συστήματος;

Δυστυχώς η συζήτηση αυτή φέρνει ξανά στο προσκήνιο μια μόνιμη παθογένεια της πολιτικής μας ζωής: την υποταγή του εκλογικού συστήματος σε μικροκομματικές σκοπιμότητες. Την παθογένεια δε αυτήν δεν μπόρεσε να θεραπεύσει ούτε η συνταγματική αναθεώρηση του 2001, παρότι εισήγαγε, σαν ασφαλιστική δικλείδα, την εφαρμογή του εκλογικού συστήματος από τις μεθεπόμενες εκλογές.  Πράγματι, ακόμη και μετά την αναθεώρηση κυριαρχούν τα τραγελαφικά και καλπονοθευτικά συστήματα στα οποία έχει ειδικευθεί το κυβερνών κόμμα αλλά ανέχονται και τα άλλα μεγάλα κόμματα, όταν τα εξυπηρετούν. Μοναδική εξαίρεση το σύστημα «απλής αναλογικής», που θα ισχύσει στις επόμενες εκλογές. Το σύστημα αυτό, όμως, παρότι διασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό την ισοδυναμία της ψήφου, δεν μπορεί να θεωρηθεί το πλέον κατάλληλο για μια χώρα που κατ’εξοχήν χρειάζεται, παράλληλα, και κυβερνητική σταθερότητα. Πολλώ δε μάλλον όταν και αυτό υπαγορεύθηκε από μικροπολιτικούς υπολογισμούς, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ το ψήφισε τελικά αφού έγιναν και οι  δεύτερες εκλογές του 2015 (ενώ εξ ίσου μικροκομματικά το είχε προτείνει, για να το καταψηφίσει στη συνέχεια, και το ΠΑΣΟΚ…). Ωστόσο, αυτό ούτε δικαιολογεί την κραυγαλέα αντιθεσμική στάση του πρωθυπουργού, που έσπευσε να δηλώσει απροκάλυπτα ότι θα «κάψει την απλή αναλογική» για να γίνουν δεύτερες εκλογές με το «δικό του» εκλογικό σύστημα αλλά ούτε και δίνει άλλοθι στο εκλογικό αυτό σύστημα, το οποίο στην σύλληψή του είναι ακόμη χειρότερο από το προηγούμενο της ΝΔ, όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω αναλυτικά στην εφημερίδα σας όταν ψηφιζόταν. Ακόμη δε περισσότερο αντιθεσμική θα ήταν και κάθε σκέψη για επαναφορά του προηγούμενου αυτού εκλογικού συστήματος, με το επιχείρημα ότι δίνει ευκολότερη αυτοδυναμία. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα μακιαβελικό παιχνίδι της κολοκυθιάς, στο οποίο επιδίδεται διαρκώς και ανενδοίαστα η Νέα Δημοκρατία σε όλη την μεταπολιτευτική περίοδο, τόσο για τις βουλευτικές όσο και για τις δημοτικές εκλογές, με αποτέλεσμα στις μεν πρώτες να τείνουμε προς κυβερνήσεις που θα αναδεικνύονται ακόμη και από το 1/3 των εκλογέων στις δε δεύτερες να εκλέγονται, με 42 ή 43%, τόσο ο δήμαρχος ή περιφερειάρχης όσο και τα 3/5 του αντίστοιχου συμβουλίου…

Η αλλαγή του εκλογικού συστήματος θα ήταν βέβαια όχι μόνον συνταγματικά θεμιτή αλλά και πολιτικά ευκταία αν τα πολιτικά κόμματα αποφάσιζαν επιτέλους να λειτουργήσουν θεσμικά, υπερβαίνοντας τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες και ψηφίζοντας από κοινού  (με 200 τουλάχιστον ψήφους, ώστε να ισχύσει από τις επόμενες εκλογές) ένα νέο, που θα διασφαλίζει τόσο την ισοδυναμία της ψήφου όσο και την κυβερνητική σταθερότητα. Ένα τέτοιο σύστημα, όπως έχω επανειλημμένα προτείνει, θα έπρεπε πρώτον να καταργήσει την αντισυνταγματική διάκριση ανάμεσα σε κόμματα και συνασπισμούς (που τώρα αντιμετωπίζονται δυσμενώς, για ευνόητους πολιτικούς λόγους…) και δεύτερον να ενεργοποιήσει έναν μηχανισμό ενίσχυσης του πρώτου κόμματος ή συνασπισμού αν υπερέβαινε ένα ποσοστό που θα το έφερνε κοντά στην ισοδυναμία (πχ 44-45%) και με τον όρο ότι θα υπήρχε μια διαφορά πάνω από 1-2% μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος ή συνασπισμού. Δυστυχώς, όμως, με τόσα χαρακτηριστικά δείγματα μικροπολιτικής ανευθυνότητας, ως προς την αντιμετώπιση των θεσμών, μια τέτοια προσδοκία, για τα κόμματά μας, εντάσσεται σε υπόθεση β΄ είδους. Του μη πραγματικού…

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

eleven − seven =