H ανάπτυξη ενός νέου θεσμικού υποδείγματος κοινωνικής αλληλεγγύης ως μηχανισμός ενδυνάμωσης του Κοινωνικού Κράτους στην περίοδο της ύφεσης
(αναδημοσίευση από το Νομικό Βήμα, 60 (7), 2012, σελ. 1669-1690)
(αναδημοσίευση από το Νομικό Βήμα, 60 (7), 2012, σελ. 1669-1690)
Οι «δίδυμοι» νόμοι 3863 και 3865/2010 συνιστούν μια πολυεπίπεδη παρέμβαση στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα που, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και την κατεύθυνσή της, δικαίως φέρει τον τίτλο «μεταρρύθμιση». Βεβαίως, πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που επικαθορίζεται από την κυρίαρχη δημοσιονομική σκοπιμότητα και τη διαπερνά μια πολύ απλή λογική: αύξηση των εισφορών και των επιβαρύνσεων για ασφαλισμένους και συνταξιούχους με παράλληλη μείωση των παροχών και ευρύτερα των δαπανών των φορέων. Τα ζητήματα συμβατότητας της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης με το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο θα απασχολήσουν σοβαρά τη νομολογία, ενόψει και των αρχών που διαμορφώθηκαν με την απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 668/2012. Πέραν της δυνατότητας να διαπιστωθεί ευθέως η επί της ουσίας αντισυνταγματικότητα επιμέρους μέτρων, η απόφαση φαίνεται πως αναδεικνύει και διαδικαστικού χαρακτήρα δεσμεύσεις του νομοθέτη, δηλαδή ιδίως την υποχρέωση τεκμηριωμένης με μελέτες και συνθετικής, ενόψει της σωρευτικής επίδρασης τους, αιτιολόγησης των μέτρων που λαμβάνει.
Στο παρόν κείμενο αποτυπώνονται σκέψεις του συγγραφέα για την ανάγκη προσδιορισμού αυτού που θα μπορούσε να συγκροτεί σήμερα μια ευρωπαϊκή “συνταγματική ταυτότητα”, αλλά και κάποια ερεθίσματα για την ανίχνευση της κανονιστικής λειτουργίας που μια τέτοια ταυτότητα μπορεί (και θα έπρεπε) να αναπτύξει.Οι σκέψεις που διατυπώνονται επικεντρώνονται στην ανάδειξη της προαναφερθείσας αναγκαιότητας, αλλά και της σημασίας της για τη θεσμική και πολιτική ωρίμανση της ενοποιητικής διαδικασίας. Κριτικά, υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου, αξιολογείται η απόφαση 668/2012 του ΣτΕ για τη συμβατότητα του “Μνημονίου” με την ελληνική συνταγματική τάξη, όπως επίσης προσεγγίζεται το ίδιο το “Μνημόνιο” κριτικά υπό το πρίσμα της λειτουργικής του ένθεσης στο ενωσιακό θεσμικό και κανονιστικό σύστημα.Τέλος, καταγράφεται η άποψη του συγγραφέα επί του αποπροσανατολιστικού και σχηματικού χαρακτήρα του διλήμματος “υπέρ ή κατά” του Μνημονίου, το οποίο διέπει σε μεγάλη έκταση και την εγχώρια επιστημονική συζήτηση. Αυτό που προέχει είναι ο αναγκαίος επαναπροσδιορισμός των εθνικών μας ιεραρχήσεων και προτεραιοτήτων. Τούτο προϋποθέτει συγκροτημένο ρεαλιστικό σχεδιασμό αναφορικά με τις συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές τομές που θα βοηθήσουν το πλαδαρό και αποσαθρωμένο εθνικό μας θεσμικό και παραγωγικό οικοδόμημα να ανακάμψει. Αν κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, είναι σχεδόν ανέφικτη η συστράτευση σ’ ένα, βραχυπρόθεσμα σίγουρα επώδυνο, μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων που είχαν σε μεγάλο βαθμό εθιστεί να διαβιούν στη φενάκη των “εύκολων λύσεων“ και της δανειοδίαιτης ευμάρειας.
The purpose of this article is to assess the status of collective labour rights in the EU legal order, in the shadow of the current economic crisis. In sharp contrast to the key position granted to collective social rights in the New Deal programs which contributed to bring the US out of the Great Depression, today the EU appears to be less and less protective of workers’ collective rights. Following the infamous Laval and Viking judgments, and their “chilling effect” upon collective action, recent developments at EU level have undermined any legal certainty regarding trade unions’ rights. Against this judge-made framework the analysis is developed around two main themes. On the one hand, we set forth and criticise the interpretation both of trade unions as such and of their rights delivered by the CJEU, taking into account the recent judgments dealing with the right to collective bargaining. On the other, we analyse the evolutions of the relationship between fundamental social rights and economic freedoms. In particular, the assessment of the Commission’s proposal for a Regulation on the right to take collective action in the context of economic freedoms comes as an interim conclusion on the topic. The study proceeds to approach the issue in the light of the accession of the EU to the ECHR, with regard to the ECtHR recent jurisprudence which appears as more respectful of the right to bargain collectively and the right to strike.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας απασχόλησε επανειλημμένα ο καθορισμός των δικαιούχων της τακτικής κρατικής χρηματοδότησης. Η συνταγματικότητα των νομοθετημένων προϋποθέσεων αμφισβητήθηκε, αλλά η πάγια νομολογία του, δεν καταλείπει, υπό τα επικρατούντα νομικά δεδομένα, κανένα ουσιαστικά περιθώριο για νέες, σοβαρές, αμφισβητήσεις. Αντίθετα, ο σκοπός και οι ανάγκες που αντιμετωπίζονται με τη διάθεσης της εκλογικής χρηματοδότησης, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετική κατεύθυνση τη δικαστική κρίση για τους δικαιούχους της. Την εκτίμηση ενισχύουν οι σκέψεις που επικράτησαν στην απόφαση 3427/2010 της Ολομέλειας. Τέλος, δεν έχει ακόμη ανοίξει δικαστικά το ζήτημα της κατανομής της, εν γένει, κρατικής χρηματοδότησης, αν και οι σχετικές ρυθμίσεις παραβιάζουν τους συνταγματικούς καθορισμούς του.
Το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο ενεργοποίησε για πρώτη φορά τον έκτακτο μηχανισμό άσκησης συνταγματικού ελέγχου επί των πράξεων των ενωσιακών οργάνων, κηρύσσοντας αντισυνταγματική την προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Landtová. Αν και αναμφισβήτητης ιστορικής σημασίας, η απόφαση αυτή φαίνεται να θεμελιώνεται όμως σε εσφαλμένη ανάγνωση του νομικού πλαισίου της υπόθεσης και του σκοπού τον οποίον υπηρετεί ο έκτακτος αυτός συνταγματικός μηχανισμός ελέγχου. Παράλληλα, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης γεννούν αμφιβολίες για την ύπαρξη απώτερων κινήτρων από την πλευρά του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Για τους λόγους αυτούς, η απόφαση αυτή δεν αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τις σχέσεις των υπόλοιπων συνταγματικών δικαστηρίων με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αν και θα προκαλέσει πιθανόν μια προσωρινή ένταση στις σχέσεις του τελευταίου με το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο.
Η μελέτη προσπαθεί να αναδείξει μια σχετικά άγνωστη πλευρά του μεγάλου έλληνα νομικού Κ.Τριανταφυλλόπουλου, που είναι η πολιτική του δράση. Μετά από έρευνα σε εφημερίδες της εποχής και σε ειδικές μελέτες για την ιστορία κυρίως του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, παρακολουθούμε την ζωή του Τριανταφυλλόπουλου σε αντιστοιχία με τα μεγάλα γεγονότα της περιόδου στα οποία συμμετείχε. Επίσης παρουσιάζεται και η συμβολή του σε σημαίνουσες δίκες της ίδιας περιόδου καθώς και ο τρόπος που εμπλεκόταν στα γεγονότα μέσα από τα άρθρα του και τα αυτοβιογραφικά του κείμενα.
Στις 17 και 18 Αυγούστου 2012 έλαβε στην Ύδρα χώρα η σύλληψη μιας Υδραίας επιχειρηματία της εστίασης λόγω μη έκδοσης αποδείξεων, η έκρηξη οργής και βίας των Υδραίων και η επαναφορά της τάξης με επέμβαση ισχυρής αστυνομικής δύναμης. Το γεγονός στηλίτευσε και περιέγραψε ο κ. Θεόδωρος Δρίτσας, βουλευτής της Αριστεράς, μέλος της κοινοβουλευτικής ομάδας της αξιωματικής αντιπολίτευσης, εκλεγόμενος στην εκλογική περιφέρεια όπου ανήκει η Ύδρα.Ο συγγραφέας σχολιάζει τα γεγονότα αυτά και τα συνδέει, ως ανάλογα στη βαθύτερη ουσία τους, με την ανατίναξη από τον Μιαούλη δύο ναυαρχίδων του ελληνικού στόλου το 1831, καθώς αμφότερα φανερώνουν μια αξιοθρήνητα οπισθοδρομική ροπή, η οποία ενίοτε ενδύεται το φόρεμα της προόδου.
Ο δικομματισμός της μεταπολίτευσης πέτυχε να διατηρήσει ένα επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Τα πρώτα σημάδια της εξασθένισής του φάνηκαν ήδη από τις βουλευτικές εκλογές του 2007, αλλά η κατάρρευσή του έλαβε χώρα κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης. Η τελευταία ήταν ο καταλύτης για τη μετατροπή της κρίσης αντιπροσώπευσης σε κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος. Η δεύτερη υποσκάπτει το σύνολο των προσώπων και των θεσμών που σχετίζονται με το πολιτικό σύστημα, όλες τις πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές ελίτ και εξωτερικεύεται με ψυχολογία όχλου, μηδενιστική φιλοσοφία και βίαιη συμπεριφορά.Οι επιλογές που έχουμε τώρα είναι δύο: είτε να ακολουθήσουμε την οδό μιας ιδεολογικής πόλωσης που σε αυτή τη φάση μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε περιπέτειες είτε να αναζητήσουμε τις μεθόδους για συναινετικές λύσεις με υποχωρήσεις από όλους. Αν επιθυμούμε το δεύτερο, η συζήτηση για τον εκλογικό νόμο πρέπει να ανοίξει σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Επίσης, πρέπει να προχωρήσουμε σε άμεσες αλλαγές τόσο θεσμικού χαρακτήρα όσο και νοοτροπίας, να οικοδομήσουμε, εκ νέου, ένα θεσμικό συνεργατικό πλαίσιο, ένα πλαίσιο συναίνεσης μεταξύ των βασικών πολιτικών παικτών (κομμάτων και ομάδων πίεσης), αυτών τουλάχιστον που δηλώνουν πως ενδιαφέρονται για την επιβίωση και την ανάπτυξη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη χώρα.
Ο συγγραφέας της γνωμοδότησης απαντά στο ερώτημα από ποιο υποσύνολο των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης των ΑΕΙ (εσωτερικά-εξωτερικά) θα πρέπει να επιλεγεί ο Πρόεδρός του. Στηριζόμενος σε λογική, συστηματική και σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του ά. 8 § 5 β του ν. 4009/2011, όπως αυτή τροποποιήθηκε από το ά. 2 § 5 του ν. 4076/2012, καταλήγει ότι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου θα πρέπει να αναζητηθεί μεταξύ των εκλεγμένων εσωτερικών μελών του. Η τυχόν εκλογή του Προέδρου από εξωτερικό μέλος, χωρίς τη συμμετοχή των υπολοίπων εξωτερικών μελών (που ακόμα δεν έχουν εκλεγεί), θα ήταν λογικά αδιανόητη, αφού θα παραβίαζε κάθε κανόνα συγκρότησης οργάνου της δημόσιας διοίκησης και ενδεχομένως αντίθετη προς το άρθρο 16 § 5 εδ. α΄ του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται η αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ. Συμπερασματικά: υποψήφιοι για την κατάληψη της θέσης του Προέδρου μπορούν να είναι μόνον καθηγητές του Ιδρύματος, από τον κλειστό κύκλο των εκλεγέντων εσωτερικών μελών.
Είναι προφανές ότι η σύλληψη ενός τέτοιου υποκειμενικού δικαιώματος είναι ασύμβατη με το θεμέλιο της έννομης τάξης, τη διαφύλαξη δηλαδή της ανθρώπινης ζωής, αφού υπονοεί την ανά πάσα στιγμή αυτοκατάργησή της8. Ήδη, λοιπόν, ο συγκεκριμένος όρος αποδεικνύεται ατυχής αφού το γενικό του κανονιστικό περιεχόμενο υπονομεύει βάναυσα την ίδια την έννοια του νομικού κανόνα. Είναι από την άλλη σαφές ότι μια φιλελεύθερη έννομη τάξη δεν μπορεί να καταστήσει τη ζωή νομική υποχρέωση, διότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο επεμβαίνει ανεπίτρεπτα στην κατεξοχήν μύχια επιλογή του ατόμου και καταργεί τον πυρήνα της προσωπικής του αυτονομίας. Στο κείμενο επιχειρείται η θεμελίωση ενός υποκειμενικού δικαιώματος στην ευθανασία (ενεργητική και παθητική) σε μια συγκεκριμένη πρόσληψη της προσωπικής αυτονομίας, απαλλαγμένη από μεταφυσικές προκείμενες, η οποία στηρίζεται στη μοντέρνα πλασματική διάκριση ανάμεσα στο ατομικό και το κοινωνικό και την αυτεξούσια επιλογή του ατόμου να αποτελεί υποκείμενο δικαίου, να επιλέγει δηλαδή τη συμμετοχή του και την αποχώρησή του από την κοινωνία με τον άλλον, καθώς και στην αρχή της ισότητας των υποκειμένων. Η νομική κατοχύρωση της ευθανασίας προϋποθέτει την ένταξή της στον απρόσβλητο από το δίκαιο χώρο της σχέσης που το υποκείμενο διατηρεί με τον εαυτό του, εκεί που δεν νοείται καμία βλάβη στον άλλο.Αντίθετα, η αρχή της αξίας του ανθρώπου απαγορεύει λογικά την αυτοκαταστροφή του υποκειμένου. Έτσι, το επίκαιρο και δημοφιλές αίτημα του «αξιοπρεπούς» θανάτου αποτελεί είτε μια «contradictio in terminis» είτε μια ανώφελη έως και επικίνδυνη κατασκευή.
Η ταύτιση της πολιτικής αντιπροσώπευσης με τη δημοκρατία δεν είναι αυτονόητο, ίσως μάλιστα ούτε καν ρεαλιστική. Ιδεοτυπικά η πολιτική αντιπροσώπευση θα μπορούσε να νοηθεί κατά δύο διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους τρόπους, δηλ. με φορά είτε από την κοινωνία προς την (πολιτική) εξουσία είτε αντίστροφα, με φορά από την εξουσία προς την κοινωνία. Σήμερα η δεύτερη μορφή της, κυρίαρχη για αρκετούς αιώνες, αναδύεται και πάλι στην επιφάνεια, καθώς, υπό την πίεση των παγκοσμιοποιημένων αγορών, η τάξη των πολιτικών φαίνεται να αντιπροσωπεύει μάλλον τους διεθνείς πιστωτές έναντι των –θεωρητικά μόνο κυρίαρχων- λαών. Η ανανέωση της πολιτικής αντιπροσώπευσης θα μπορούσε να επέλθει, έστω μερικώς, με την περιστολή της επαγγελματοποίησης της πολιτικής τάξης και την αντιμετώπιση της αυτονόμησής της από την κοινωνία. Αυτό θα μπορούσε να γίνει π.χ. με τους ακόλουθους τρόπους: α) μερική υποκατάσταση της κλήρωσης στη θέση της εκλογής και θεσμοθέτηση ενός επιπρόσθετου νομοθετικού σώματος με τρόπο που να εξασφαλίζει την αναλογική αντιπροσώπευση όλων των κοινωνικών τάξεων και μερίδων. β) καθιέρωση ενός ανώτατου ορίου συνολικής βουλευτικής θητείας, γ) σύντμηση των διαστημάτων μεταξύ των εκλογικών αναμετρήσεων, έτσι ώστε να συντμηθούν και τα χρονικά περιθώρια εφαρμογής κυβερνητικών πολιτικών οι οποίες έρχονται τυχόν σε αντίθεση με τη λαϊκή εντολή και δ) ίσως στάθμιση της ψήφου με κριτήριο τα ανήλικα τέκνα.
Ο Ιωάννης Μανωλεδάκης ξεκινά την πραγμάτευση από τον ορισμό της έννοιας του δικαιώματος, το οποίο αποτελεί μία εξουσία την οποία απονέμει η έννομη τάξη σε ένα πρόσωπο προς εξυπηρέτηση κάποιου βιοτικού ή έννομου συμφέροντός του. Μετά από εξέταση του οπλοστασίου του ποινικού δικαίου ο συγγραφέας καταλήγει ότι de lege lata δεν συνάγεται δικαίωμα στο θάνατο, εφόσον η παροχή βοήθειας σε αυτοκτονία τιμωρείται. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και βάσει του Συντάγματος. Το κύριο επιχείρημά του όμως είναι ότι καμιά έννομη τάξη δεν δύναται να αναγνωρίσει ένα δικαίωμα στο θάνατο, καθώς ο θάνατος, δηλαδή η ανυπαρξία του υποκειμένου, και κατά συνέπεια η ανυπαρξία της έννομης τάξης εν τω συνόλω, ούτε αποτελούν ούτε θα μπορούσαν ποτέ να αποτελέσουν «συμφέρον» άξιο προστασίας από την ίδια την έννομη τάξη αφού αυτό θα σήμαινε την αυτοκατάργησή της. Μέσω του ερωτήματος αν υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο ο Ιωάννης Μανωλεδάκης αναδεικνύει παράλληλα την αυτονομία της νομικής επιστήμης, έναντι άλλων κοινωνικών επιστημών και καταγράφει τα όριά της.
(Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Το Σύνταγμα»)Μια τεράστια σειρά αξιώσεων για αποκατάσταση των αδικιών του παρελθόντος έχουν εμφανιστεί σε εθνικό και διεθνές επίπεδο στο μεταπολεμικό κόσμο. Παρά την ευρεία συζήτηση που λαμβάνει χώρα σχετικά με τα θεμέλια, την ουσία και τη λειτουργία αυτών των μορφών αποκατάστασης έχει ελάχιστα διερευνηθεί το ζήτημα του ποια μπορεί να είναι η σημασία της ιδέας αυτής για την διαδικασία αναγνώρισης δικαιωμάτων ομαδικής διαφορετικότητας. Όπως είναι γνωστό, τα δικαιώματα αυτά στοχεύουν στο να εξασφαλίσουν ίσους όρους πρόσβασης στην οικονομική και δημόσια ζωή, καθώς και προϋποθέσεις αναπαραγωγής της ιδιαίτερης πολιτιστικής ταυτότητας ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Η δικαιολόγηση των δικαιωμάτων εξάγεται συνήθως στη θεωρία από το δόγμα της αυτονομίας ή από την εγγενή αξία της συλλογικής διαφορετικότητας στις πλουραλιστικές κοινωνίες. Η αναγωγή στην ιδέα της αποκατάστασης δεν επιχειρεί σε καμιά περίπτωση να υποκαταστήσει τέτοιου είδους φιλοσοφικές θεμελιώσεις. Στο κείμενο που θα ακολουθήσει, θα διατυπωθεί η άποψη ότι το επιχείρημα της αποκατάστασης μπορεί να επιστηρίξει πολιτικά τις αξιώσεις για δικαιώματα, των οποίων, σε ορισμένες περιπτώσεις, αποτελεί ένα τόσο κρίσιμο λειτουργικό συμπλήρωμα, ώστε η συνταγματική πολιτική αναγνώρισής τους να πρέπει οπωσδήποτε να ανατρέχει σε μια δημόσια κριτική αξιολόγηση του παρελθόντος.