Category Archives: ΜΕΛΕΤΕΣ – ΑΡΘΡΑ

Persoenlichkeitsschutz beim Kampf gegen Terrorismus

Foteini G. Sarantopoulou (LL.M)

Η παρούσα εργασία αναμετράται με το περίπλοκο ζήτημα της προστασίας του δικαιώματος στην προσωπικότητα στα πλαίσια της μάχης κατά της τρομοκρατίας υπό το πρίσμα του γερμανικού δικαίου και πρακτικής και με οδηγό τις αποφάσεις του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η φράση του D.Roosvelt κατά την ανάληψη των καθηκόντων του: « (…)Το μόνο πράγμα που πραγματικά πρέπει να φοβόμαστε , είναι ο ίδιος ο φόβος- ο ανώνυμος, αλόγιστος, αδικαιολόγητος τρόμος (…)» διατρέχει ως ιδέα ολόκληρη την εργασία. Η θεματική αναπτύσσεται υπό το πλέγμα της σκέψης ότι είναι πολύ πιθανή η πολιτική εκμετάλλευση του φόβου του τρομοκρατικού χτυπήματος με στόχο τον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων.Εισαγωγικά επιχειρείται μια εννοιολογική προσέγγιση του δικαιώματος στην προσωπικότητα, ενώ στη συνέχει αναζητείται ο ορισμός του φαινομένου της τρομοκρατίας. Το δεύτερο κεφάλαιο παρακολουθεί τα πρώτα τρομοκρατικά κρούσματα στη Γερμανία μέσω της δράσης της Φράξιας Κόκκινος Στρατός –RAF, αλλιώς γνωστής ως ομάδα Μπάαντερ- Μάινχοφ. Επίκεντρο του κεφαλαίου αυτού αποτελεί η συνταγματική ανάλυση εν όψει του δικαιώματος στην προσωπικότητα της πρώτης αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας που παρήχθη κατά της RAF, με έμφαση στο νόμο για την απαγόρευση της επικοινωνίας („Kontaktsperregesetz“).Το κυρίως μέρος της εργασίας, αφιερώνεται στην αντιτρομοκρατική νομοθεσία που ακολούθησε το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους. Επιλέγονται τρία από τα χαρακτηριστικότερα γερμανικά αντιτρομοκρατικά μέτρα, που αξιολογούνται συνταγματικά από τη σκοπιά του δικαιώματος στην προσωπικότητα, με γνώμονα τις αντίστοιχες αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας.Στο τελευταίο κεφάλαιο αντί επιλόγου συνοψίζονται τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την προηγηθείσα ανάλυση. Ακολουθεί μία προσπάθεια γενίκευσης και επιβεβαίωσης των συμπερασμάτων αυτών στο επίπεδο της τεταμένης σχέσης ασφάλειας και ελευθερίας από συνταγματική και κρατικοθεωρητική άποψη. Η συγγραφέας ανάγεται στο αφηρημένο επίπεδο του διπόλου ασφάλειας και ελευθερίας, αναζητώντας τη χρυσή τομή ανάμεσά τους, εκτιμώντας ότι τα συμπεράσματα αυτής της ευρύτερης θεώρησης μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη συνταγματική αξιολόγηση κάθε μεμονωμένου αντιτρομοκρατικού μέτρου. Το διακύβευμα κατά τη συγγραφέα βρίσκεται στο να αντιμετωπιστεί η ανασφάλεια προκαλεί η τρομοκρατία όχι μέσω μιας συμβολικής, επιδερμικής και στείρα περιοριστικής νομοθεσίας, αλλά να επιχειρηθούν οι αναγκαίοι μόνο περιορισμοί του δικαιώματος στην προσωπικότητα μέσω μιας ουσιαστικής, αποτελεσματικής αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας ευαίσθητης στις ατομικές ελευθερίες.

Ο Ινδικός Πολιτικός Συνταγματισμός

Παναγιώτης Γ. Φλέσσας

(Προδημοσίευση από το περιοδικό Δικαιώματα του Ανθρώπου) Εντός μίας εξαιρετικά πολύμορφης και πολυπληθούς πολιτείας, της ινδικής, η ισότητα μπορεί, υπό όρους αλλά μόνον μέχρις ενός ορισμένου, αξιοζήλευτου παρόλα αυτά, σημείου, να αποτελέσει συμβολική κορωνίδα αλλά και τεχνολογία ενσωμάτωσης (μέσω της πολιτικής συμμετοχής) διαφόρων ιστορικών μειονοτικών κοινοτήτων στον διάλογο της χώρας, και στο κτίσιμο ενός νέου Δήμου, εναρμονίζοντας την διαδικαστική και την αναδιανεμητική ισότητα με την ελευθερία συμμετοχής, που απορρέει από την σύλληψη της ελευθερίας ως μη-κυριαρχίας, κατά τον ορισμό του Πολιτικού Συνταγματισμού, εναντίον διαφόρων μορφών αυθαίρετης εξουσίας, δημόσιας και ιδιωτικής.

H ελευθερία της συνένωσης και η συνδικαλιστική ελευθερία

Σαράντη Κ. Ορφανουδάκη Αναπληρωτή Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης

Σχόλιο στην απόφαση 3/2012 Αρείου Πάγου (Ολομ.)Προδημοσίευση από το περιοδικό «ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ»

Η αναλογικότητα ως διάμεσος της εθνικής και της ενωσιακής έννομης τάξης – Σκέψεις με αφορμή την (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011

Δημήτρης Σ. Νικηφόρος

(Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ελαφρά τροποποιημένη εκδοχή της ομότιτλης μελέτης που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΤοΣ 3/2011)Στην παρούσα μελέτη αποτιμάται η επιλογή του ΣτΕ να κλείσει την υπόθεση του «βασικού μετόχου» με την υιοθέτηση της κεφαλαιώδους σημασίας θέσης για συνεργασία και αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ Συντάγματος και ενωσιακού δικαίου, μέσω των κοινών αρχών του ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ειδικότερα, η (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011, βαδίζοντας στα χνάρια της προδικαστικής απόφασης «Μηχανική» του ΔΕΕ, χρησιμοποίησε την κοινή (στην ελληνική και την ενωσιακή έννομη τάξη) αρχή της αναλογικότητας, προκειμένου να επιτύχει την, κατά την κρίση της, συνταγματικώς επιβεβλημένη (με βάση την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 και το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ.) εναρμόνιση του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. με τους κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου. Προϊόν της εναρμόνισης αυτής αποτέλεσε η ανάδειξη – αποκάλυψη της «ρήτρας αναλογικότητας» που ενυπήρχε στο τελευταίο εδάφιο της προαναφερθείσας συνταγματικής διάταξης, ήδη από τη θέσπισή της το 2001, μέσω της οποίας η Ολομέλεια οδηγήθηκε στη διαπίστωση ότι το ασυμβίβαστο του πέμπτου εδαφίου του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. συνιστά ένα (μη αντιβαίνον στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο) είδος «ασυμβιβάστου των πράξεων». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της χώρας ολοκλήρωσε επιτυχημένα τον θεσμικό διάλογο που το ίδιο είχε ανοίξει – μέσω του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής – με το Δικαστήριο της Ένωσης, διασφαλίζοντας τόσο την αποκατάσταση της ενωσιακής νομιμότητας, όσο και τη διαφύλαξη του κύρους του ελληνικού Συντάγματος.

Τα θεμελιώδη δικαιώματα του αιτούντα πολιτικό άσυλο κατά την ΕΣΔΑ και το «μαχητό» τεκμήριο της «ασφαλούς» χώρας (Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ)

Χ. Μ. Ακριβοπούλου & Μ. Παπανδρέου

Με αφορμή τις αποφάσεις ΕΔΔΑ, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (Νο. 30696/09, 21 Ιανουαρίου 2011) και ΔΕΕ C-411/10 και C-493/10 (21 Δεκεμβρίου 2011)(Προδημοσίευση από το περιοδικό ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ)Στο παρόν κείμενο, εξετάζεται η επιχειρηματολογία του ΕΔΔΑ στην περίφημη υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας, υπό το πρίσμα του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ και ιδίως με στόχο τη διασάφηση του τεκμηρίου της «ασφαλούς» χώρας που συνιστά τη βάση του σχετικής ενωσιακής ρύθμισης αναφορικά με την πολιτική της ΕΕ στα ζητήματα χορήγησης ασύλου. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύεται το τεστ στο οποίο υποβάλει την έννοια της «ασφαλούς» χώρας το Δικαστήριο του Στρασβούργου από τη σκοπιά του διεθνούς, αλλά και του ενωσιακού δικαίου. Ειδικότερα, εξετάζεται το διεθνές προστατευτικό για τους αιτούντες άσυλο καθεστώς όπως αυτό απορρέει από τη Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων (1951) ιδίως όσον αφορά την επίμαχη, υποβόσκουσα στην υπόθεση M. S. S. προσβλητική πρακτική της άμεσης και έμμεσης refoulement. Τέλος, κριτική ασκείται στην απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου ως προς την άρνησή του να προβεί σε ειδικότερες σκέψεις όσον αφορά την ανισότητα των όρων που ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ επιβάλλει μεταξύ των κρατών μελών του ευρωπαϊκού νότου, κατεξοχήν χωρών εισόδου αιτούντων άσυλο, όπως η Ελλάδα και του ευρωπαϊκού βορρά, οι οποίες καταλήγουν να θεωρούνται ‘ανεύθυνες’ και χώρες ‘επαναπροώθησης’ αιτήσεων ασύλου με βάση το ενωσιακό δίκαιο. Παράλληλα σε ένα παρόμοιο και τεμνόμενο πλαίσιο τα προβλήματα αυτά του ενωσιακού δικαίου, όπως τίθενται στην εφαρμογή του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ θα εξεταστούν και με αφορμή τις αποφάσεις (C-411/10) και (C-493/10) του ΔΕΕ. Πρόκειται για αποφάσεις οι οποίες απηχούν τον προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα του ενωσιακού συστήματος χορήγησης ασύλου στο εσωτερικό της ΕΕ, αναστέλλοντας ουσιαστικά και de facto τη λειτουργία του σχετικού ενωσιακού κανονιστικού πλαισίου.

Κοινός νους και κενά σημεία στην «απόφαση του Μνημονίου»

του Κώστα Μποτόπουλου Διδάκτορα Συνταγματικού Δικαίου, Προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Με την απόφαση 668/2012, το Συμβούλιο της Επικρατείας επέλεξε την κοπή του γόρδιου δεσμού του ευρύτερου ζητήματος (της συνταγματικότητας του Μνημονίου) σε βάρος της ενδελεχούς διερεύνησης των επιμέρους ζητημάτων. Προέκρινε ως πυξίδα έναν, υπό νομική έννοια, κοινό νου, προσανατολισμένο στις ευρύτερες εκ του Μνημονίου, ή της ενδεχόμενης ακύρωσης του Μνημονίου, συνέπειες για την οικονομική, κοινωνική, πολιτική ζωή της χώρας αλλά και για τον ιδιωτικό βίο καθενός από τους πολίτες της. Διαβάζοντας την απόφαση, ο νομικός έχει την αίσθηση ότι γίνεται προσπάθεια απλοποίησης και όχι εμβάθυνσης, γενικών απαντήσεων στα τιθέμενα ζητήματα και όχι εξάντλησης του πυρήνα τους, δημιουργίας κλίματος ασφάλειας και όχι «μαθήματος» διοικητικού και συνταγματικού δικαίου, «απόκρουσης» μάλλον παρά αντιμετώπισης του «φαινομένου Μνημόνιο». Οι νομικές αποφάνσεις έχουν σαφήνεια αλλά όχι μεγάλη αναλυτικότητα, έτσι ώστε τελικά να μοιάζουν πιο απλές και μονοσήμαντες από όσο θα ανέμενε κανείς λόγω του θέματος να είναι.

Το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης. Προς έναν νέο συνταγματισμό;

Γιώργος Σωτηρέλης

Το κρισιμότερο διακύβευμα των κοινωνικοοικονομικών ανατροπών που συντελούνται γύρω μας είναι η κρίση της πολιτικής αυτονομίας του σύγχρονου εθνικού κράτους, δηλαδή του στοιχείου εκείνου που κατ’εξοχήν συνδέθηκε με την σταδιακή δημοκρατική ολοκλήρωσή του. Κατά συνέπεια, το συνταγματικό κράτος διέρχεται εδώ και πολλά χρόνια μια βαθιά κρίση, δομικού χαρακτήρα, η οποία αφ’ενός μεν συνέβαλε στην πρόσφατη κατάρρευση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αφ’ετέρου δε επιδεινώθηκε ραγδαία από αυτήν. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το συνταγματικό κράτος που διαμορφώθηκε τους δύο προηγούμενους αιώνες μπορεί να αντέξει στην σημερινή συγκυρία του 21ου αιώνα. Στο πλαίσιο αυτό, εκείνο που προέχει, υποστηρίζει ο συγγραφέας, είναι η θεωρητική επεξεργασία ενός νέου συνταγματισμού, τόσο ως προς την φυσιογνωμία όσο και ως προς το περιεχόμενο, μια επεξεργασία που δεν θα σημαίνει ρήξη με τον παραδοσιακό συνταγματισμό, ούτε, πολύ περισσότερο, ανατροπή του, αλλά θα συνίσταται σε μια τομή μέσα στη συνέχεια και θα αναδεικνύει ένα νέο συνταγματισμό, που θα είναι ταυτόχρονα αμυντικός και επιθετικός. Ο συνταγματισμός αυτός θα είναι υπερεθνικός και δεν θα έρθει «καταλύσαι αλλά πληρώσαι» τον συνταγματισμό που διαπλάσθηκε στο πλαίσιο των εθνικών κρατών.Η μεγάλη πρόκληση του νέου συνταγματισμού είναι συνεπώς να συναρθρώσει, με συγκεκριμένες προτάσεις, το εθνικό με το υπερεθνικό και το εγγυητικό με το διεκδικητικό, προκειμένου να επιτύχει, υπό την δαμόκλειο σπάθη της σημερινής ζοφερής οικονομικής πραγματικότητας, ένα νέο μείγμα συνταγματικού πατριωτισμού και συνταγματικού κοσμοπολιτισμού.

Η αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

Στη μελέτη παρατίθενται ευσύνοπτα και σχλιάζονται κριτικά οι νέες ρυθμίσεις του δεύτερου τίτλου της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση που αφορούν στις «Διατάξεις περί δημοκρατικών αρχών». Ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει μια σειρά διαφορετικών μεταξύ τους διατάξεων, κοινός άξονας των οποίων είναι η δημοκρατική νομιμοποίηση και ο έλεγχος της ευρωπαϊκής εξουσίας, εξού και χαρακτηρίστηκε ως «ανομοιογενής… Read More: Η αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη της… »

Η πρωταρχικότητα του Αστικού Δικαίου έναντι του Συνταγματικού, (Βιβλιοκρισία του βιβλίου του Ιωάννη. Καράκωστα, το «Δίκαιο της Προσωπικότητας», Νομική Βιβλιοθήκη, 2012)

Του Αντώνη Μανιτάκη Ομότιμου καθηγητή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Με αφορμή το βιβλίο του Ι. Καράκωστα, το Δίκαιο της Προσωπικότητας, ο καθηγητής Αντώνης Μανιτάκης, διατυπώνει σκέψεις για την ουσιαστική σχέση Αστικού και Συνταγματικού Δικαίου, τονίζοντας την πρωταρχικότητα του αστικού δικαίου έναντι του Συνταγματικού στη διαμόρφωση των εννόμων σχέσεων και των νομικών εννοιών γενικά, πέρα και ανεξάρτητα από την τυπική, ιεραρχική ανωτερότητα του Συνταγματικού.

Η αρχή «nullum crimen nulla poena sine lege» ως συνταγματικός κανόνας δικαίου (άρ. 7 § 1 εδ. α΄ Συντ.) (Τυπική παραγωγή και δογματική ανάλυση στο πλαίσιο ενός θεωρητικού μοντέλου).

Του Κωνσταντίνου Τσίνα

Η αρχή «nullum crimen nulla poena sine lege» ως συνταγματικός κανόνας δικαίου (άρ. 7 § 1 εδ. α΄ Συντ.) (Τυπική παραγωγή και δογματική ανάλυση στο πλαίσιο ενός θεωρητικού μοντέλου). Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Κοινωνικά Δικαιώματα, αναλογικότητα και δημοσιονομική κρίση. Θεωρητικές επισημάνσεις επ΄ευκαιρία την ΣτΕ 668/2012

Ξενοφώντας Κοντιάδης και Αλκμήνης Φωτιάδου

Κοινωνικά Δικαιώματα, αναλογικότητα και δημοσιονομική κρίση. Θεωρητικές επισημάνσεις επ΄ευκαιρία την ΣτΕ 668/2012 Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Τα συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου ενόψει μοιρασμένης κρατικής κυριαρχίας και επιτηρούμενης δημοσιονομικής πολιτικής

Αντώνη Μανιτάκη, Ομ. Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, πρ. Υπουργού

Στην εκτενή μελέτη του ο καθηγητής Μανιτάκης αναλύει τα συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου και της δανειακής σύμβαση που υπέγραψε η Ελλάδα τον Μάϊο του 2010. Υποστηρίζει ότι το Μνημόνιο, ως άτυπη διεθνή συμφωνία, προγραμματικού χαρακτήρα, που δεν περιέχει κανόνες δικαίου, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 28 παρ.2 και 3Σ και 36 παρ. 2Σ και άρα δεν χρειάζεται κύρωση για να αποκτήσει δεσμευτική ισχύ ούτε μπορεί για τον ίδιο λόγο να επιφέρει νομικούς περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας. Κύρωση με νόμο δεν απαιτείται ούτε για τη δανειακή σύμβαση, αν ακολουθηθεί η πάγια συνταγματική πρακτική, σύμφωνα με την οποία δεν κυρώνονται από τη Βουλή οι δανειακές συμβάσεις. Ωστόσο, η συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση θα έπρεπε να είχε κυρωθεί με νόμο, επειδή επάγεται, έστω και έμμεσα, φορολογικές επιβαρύνσεις ή βάρη στα δημοσιονομικά του κράτους. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει και με την νέα δανειακή σύμβαση, όποια μορφή και αν πάρει αυτή. Η κύρωσή της γίνεται με βάση το άρθρο 36 παρ. 2Σ και αρκεί απλή πλειοψηφία των βουλευτών. Ως προς το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας υποστηρίζεται ότι οι περιορισμοί της έχουν επέλθει, ούτως ή άλλως από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και είναι συνέπεια της ένταξής μας στην Ευρωζώνη και της παραίτησής μας από την νομισματική κυριαρχία. Οι δε περιορισμοί στην διαμόρφωση και άσκηση της δημοσιονομικής μας πολιτικής είναι και αυτοί απόρροια του Συμφώνου Σταθερότητας, που έχουμε υπογράψει και των δημοσιονομικών διατάξεων περί δημοσιονομικής πειθαρχίας και περιορισμένου ελλείμματος της Συνθήκης της Λισαβόνας. Το ίδιο ισχύει και για την δημοσιονομική επιτήρηση της Ελλάδος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο. Ως προς το δημοσιονομικό πρόγραμμα του Μνημονίου και των νομοθετικών μέτρων που έχουν ληφθεί κατ΄ εφαρμογήν του, η Κυβέρνηση έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου την πολιτική και κοινοβουλευτική ευθύνη των μέτρων, ενώ τα ίδια τα μέτρα μπορούν να κριθούν ως προς την συνταγματικότητα τους από τα ελληνικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια. Η διαφωνία, και μάλιστα ριζική που ενδεχομένως έχει κανείς με την νεοφιλελεύθερη, στυγνή, άδικη και αδιέξοδη αυτή δημοσιονομική πολιτική, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, δεν μπορεί και δεν πρέπει να επηρεάζει την κρίση ενός ερμηνευτή του Συντάγματος, που οφείλει να ερμηνεύει το Σύνταγμα και σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της Ελλάδος. Η αλλαγή οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη είναι το ζητούμενο και αυτή δεν επιτυγχάνεται με έωλες συνταγματικές ερμηνείες, αλλά με πολιτική αντιπαράθεση και με πολιτικά και όχι πλέον με συνταγματικά επιχειρήματα.

‘Μεγάλη πολιτική’ και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Συνταγματικά ζητήματα και ζητήματα συνταγματικότητας στο ‘Μνημόνιο’

Του Ακρίτα Καϊδατζή, Λέκτορας Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.

Σε περιόδους κρίσης τείνει να μειώνεται η ένταση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των μέτρων που λαμβάνει η πολιτική εξουσία. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι το Σύνταγμα χάνει τη σημασία του για τις υιοθετούμενες δημόσιες πολιτικές. Σημαίνει όμως ότι η τήρηση του Συντάγματος δεν διασφαλίζεται τόσο στις δικαστικές αίθουσες όσο μάλλον στο πεδίο της πολιτικής. Το Μνημόνιο θέτει μείζονα συνταγματικά ζητήματα, που δεν μπορούν όλα να τεθούν σε δικαστική κρίση ως ζητήματα (αντι)συνταγματικότητας. Με την απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 668/2012 απορρίφθηκαν με ευρεία πλειοψηφία, αλλά και με αξιοπρόσεκτες μειοψηφίες, οι αιτήσεις ακυρώσεως στη λεγόμενη ‘δίκη του Μνημονίου’. Η απόφαση αφήνει να διαφανούν ενδιαφέρουσες τάσεις του δικαστικού ελέγχου (έλεγχος της αιτιολόγησης και των συνεπειών των νομοθετικών επιλογών), ωστόσο τα σημαντικότερα συνταγματικά ζητήματα παραμένουν ανοικτά ως πολιτικά ζητήματα.

The judicial treatment of the conflicts between trade union rights and economic freedoms in EU legal order: a critical analysis of the ECJ rulings in Laval and Viking cases

Eftychia Achtsioglou

Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) στις υποθέσεις Laval και Viking έχουν προσελκύσει και ακόμη προσελκύουν έντονο ενδιαφέρον, καθώς αγγίζουν τον πυρήνα του προβληματισμού, που διέπει τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μελέτη επιχειρεί να σχολιάσει τις αποφάσεις Laval και Viking από τη σκοπιά τόσο του εργατικού όσο και του συνταγματικού δικαίου. Παρουσιάζονται κριτικά τα βασικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου και εντοπίζονται οι ανακολουθίες και αντιφάσεις του δικανικού συλλογισμού. Η προσοχή της συγγραφέως εστιάζεται στη μεθοδολογία που ακολούθησε το Δικαστήριο, καθώς και στις γενικές θεωρητικές – δικαιικές παραδοχές που διέπουν παρόμοιες αποφάσεις. Υποστηρίζεται ότι και στις δύο σχολιαζόμενες αποφάσεις κυριάρχησε η διπολική, τυπική, λογική «κανόνας – εξαίρεση», στην οποία η οικονομική ελευθερία λογίζεται ως κανόνας και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα ως εξαίρεση. Υπογραμμίζεται ότι ο δικανικός συλλογισμός οργανώθηκε στη βάση μιας τυπικής προσέγγισης, η οποία, αφενός είναι ακατάλληλη για την αντιμετώπιση σχετικών δικαιικών αντιπαραθέσεων και, αφετέρου, υποθάλπει μια προβληματική, προ-ερμηνευτική, αποδοχή που στηρίζει μια αφηρημένη αξιακή ιεράρχηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων από την πλευρά του Δικαστηρίου).

Ο πολιτικός δικαστής αντιμέτωπος με την αναλογικότητα κατά τον αναιρετικό έλεγχο της εύλογης χρηματικής αποζημίωσης

Της X. M. Aκριβοπούλου

Το κείμενο που ακολουθεί συνιστά αναδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο Πέτρου Παραρά (Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2012) και εξετάζει το ζήτημα τη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων ουσίας αλλά και του Αρείου Πάγου κατά τον αναιρετικό έλεγχο από την αρχή της αναλογικότητας. Με άξονα τον προσδιορισμό του εύλογου χαρακτήρα αποζημίωσης για μη περιουσιακή ζημία, ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη προσεγγίζεται η αρεοπαγιτική νομολογία, η οποία απορρίπτει τη δυνατότητα ελέγχου της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας σε τέτοιες περιπτώσεις, αποδεσμεύοντας ουσιαστικά τα κατώτερα πολιτικά δικαστήρια από την τήρησή της. Σε ένα πρώτο επίπεδο, το κείμενο προσεγγίζει ερμηνευτικά το άρθρο 25 §1, εδάφιο γ΄ Σ, όπου κατοχυρώνεται συνταγματικά η αρχή της αναλογικότητας, επιχειρώντας να προσδιορίσει το πλαίσιο των υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να θεμελιώσει έναντι των πολιτικών δικαστηρίων ουσίας αλλά και έναντι του Αρείου Πάγου κατά τον αναιρετικό έλεγχο. Κατά δεύτερο λόγο, εξετάζεται το ζήτημα της έμμεσης εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας στο ιδιωτικό δίκαιο, με επίκεντρο τόσο το αίτημα της αυτοτέλειας του ιδιωτικού δικαίου όσο και τον αναγκαίο μετασχηματισμό που η αρχή της αναλογικότητας υφίσταται κατά την εφαρμογή της στην πολιτική δίκη. Σε ένα τρίτο επίπεδο, στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται η αναλυτική προσέγγιση των τριών επιμέρους σταδίων εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (προσφορότητα-καταλληλότητα, αναγκαιότητα-ηπιότητα, αναλογικότητα με τη στενή έννοια), προκειμένου να υποστηριχθεί ο πρωτίστως κανονιστικός και όχι ουσιαστικός χαρακτήρας της αρχής. Τέλος και αντί συμπεράσματος, παρουσιάζεται η ορθολογική θεωρία εφαρμογής της αναλογικότητας του Robert Alexy, γνωστή και ως weight formula, με την οποία επιχειρείται μια μεθοδολογική και φιλοσοφική απάντηση έναντι των ενστάσεων περί υποκειμενισμού και ανορθολογικότητας κατά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, προκειμένου να αναζητηθεί και η αναγκαιότητα της εφαρμογής της στην αναιρετική πολιτική δίκη.