Author Archives: admin

Η αλήθεια για το Μνημόνιο

Κώστας Χρυσόγονος

Η αλήθεια για το Μνημόνιο
Σε πολλά ΜΜΕ είδαν το φως της δημοσιότητας την Τετάρτη 22.6.2011 πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες η ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε, σε διάσκεψή της την προηγούμενη μέρα, τις αιτήσεις ακυρώσεως που είχαν υποβάλει συλλογικοί φορείς (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών κ.ά.) κατά πράξεων εφαρμογής του Μνημονίου.
Η σχετική ειδησεογραφία συνοδεύεται και από την εκτίμηση ότι οι αποφάσεις θα δημοσιευθούν τον Σεπτέμβριο, ενώ φέρεται να σχηματίστηκε ευρεία πλειοψηφία στο δικαστήριο (περίπου 45-10). Ηδη μάλιστα διάφοροι υποστηρικτές της «μνημονιακής» πολιτικής επιχαίρουν μέσω του Διαδικτύου, δηλώνοντας «δικαιωμένοι».
Η αλήθεια είναι διαφορετική. Το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι διοικητικό και όχι συνταγματικό δικαστήριο. Είναι δηλαδή αρμόδιο να κρίνει το κύρος διοικητικών πράξεων (άρθρο 95 παρ. 1 Συντάγματος) και όχι νόμων, τη συνταγματικότητα των οποίων μπορεί να εξετάζει μόνο παρεμπιπτόντως, ή διεθνών συμβάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσβλήθηκαν (επειδή μόνο αυτές μπορούσαν να προσβληθούν) συγκεκριμένες διοικητικές πράξεις που επέφεραν μειώσεις μισθών και κοινωνικών παροχών, κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεων των «εφαρμοστικών» του Μνημονίου νόμων. Τα επίδικα θέματα επομένως ήταν το κατά πόσο απαιτούνταν αυξημένη πλειοψηφία (3/5 του συνόλου των βουλευτών) για την ψήφιση των νόμων εκείνων και κατά πόσο παραβιάζονται κοινωνικά δικαιώματα κατοχυρωμένα στο Σύνταγμα ή σε κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις. Οι σχετικές κρίσεις του δικαστηρίου θα καταστούν ασφαλώς αντικείμενο επιστημονικού σχολιασμού όταν δημοσιευθεί η απόφασή του, ώστε να είναι προσιτό το σκεπτικό της.
Ωστόσο τα πιο κρίσιμα ζητήματα συνταγματικής νομιμότητας του Μνημονίου εκφεύγουν ούτως ή άλλως από τις ελεγκτικές αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τέτοια είναι η παραβίαση του άρθρου 36 του Συντάγματος (για τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τη νομοθετική κύρωση των διεθνών συμβάσεων) με την πρόβλεψη του ν. 3847/2010 ότι οι διεθνείς συμφωνίες για την υλοποίηση του Μνημονίου ισχύουν και εκτελούνται με μόνη την υπογραφή τους από τον υπουργό Οικονομικών, καθώς και η παραβίαση του άρθρου 1 του Συντάγματος (λαϊκή κυριαρχία) από τις προβλέψεις της δανειακής σύμβασης για παραίτηση του ελληνικού κράτους από τις ενστάσεις του λόγω κυριαρχίας, σε περίπτωση επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του από τους δανειστές του. Πολύ περισσότερο βέβαια εκφεύγει από κάθε δικαστική κρίση το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης μιας πολιτικής η οποία εφαρμόστηκε αιφνιδιαστικά λίγους μήνες μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2009, ενώ προεκλογικά διακηρυσσόταν το διαμετρικά αντίθετο «λεφτά υπάρχουν».
Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 234 του Ποινικού Κώδικα, η παραβίαση της μυστικότητας δικαστικών συνεδριάσεων, όπως π.χ. η διάσκεψη του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνιστά ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών. Αν λοιπόν οι πληροφορίες για τα όσα αποφασίστηκαν στη διάσκεψη της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας την προηγούμενη Τρίτη αληθεύουν, τότε και μόνο το γεγονός της «διαρροής» δείχνει πόσο σεβασμό τρέφουν οι εκ των έσω δράστες της για τη νομιμότητα γενικά. Μένει να τους ευχηθούμε «και εις ανώτερα», εν όψει και του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία στις 24 Ιουνίου του 2011.

Αναθεώρηση του Συντάγματος μέσω δημοψηφίσματος;

Προκόπης Παυλόπουλος

Αναθεώρηση του Συντάγματος μέσω δημοψηφίσματος;
Οι νεφελώδεις αναφορές του πρωθυπουργού στην προσεχή αναθεώρηση του Συντάγματος, κατά την ομιλία του στη Βουλή -την 19/6/2011- με την ευκαιρία της έναρξης της συζήτησης για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στη μετ’ ανασχηματισμόν κυβέρνησή του, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα ως προς το τι εννοούσε, αλλά και πόσο το εννοούσε ο κ. Γ. Παπανδρέου. Ειδικότερα, οι αναφορές αυτές αφήνουν να φανεί ότι ο πρωθυπουργός σχεδιάζει δρομολόγηση -αμέσως ή εμμέσως- της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος μέσω δημοψηφίσματος. Τι άλλο, άραγε, μπορεί να σηματοδοτεί η καταληκτική του πρόταση «δηλαδή, το φθινόπωρο, να πάμε σε δημοψήφισμα για τις μεγάλες αλλαγές σ’ αυτόν τον τόπο»; Ομως οι διαφαινόμενοι σχεδιασμοί και αυτοσχεδιασμοί του κ. πρωθυπουργού είναι συνταγματικώς παντελώς αστήρικτοι και θεσμικώς εξαιρετικά επικίνδυνοι για τους εξής λόγους:
Αν ο κ. Γ. Παπανδρέου υπονοεί ότι η κυβερνητική πλειοψηφία θ’ αναλάβει πρωτοβουλία αναθεώρησης του Συντάγματος ευθέως μέσω δημοψηφίσματος, πρέπει ν’ αντιληφθεί πως τούτο συνιστά ευθεία παραβίαση του Συντάγματος -η οποία μάλιστα αγγίζει τα όρια της κατάλυσής του, κατά την έννοια του άρθρου 120 παρ. 2 επ.- συγκεκριμένα δε πρωτίστως του άρθρου 110 και, συνακόλουθα, του άρθρου 44 παρ. 2. Για να γίνω σαφέστερος:
Α. Αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να γίνει μόνο κατά τις διατάξεις του άρθρου 110 του Συντάγματος και, κατ’ ακολουθία, μόνο με τήρηση όλων των όρων και προϋποθέσεων που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές. Τόσον από πλευράς χρόνου εκκίνησης της διαδικασίας όσο και από πλευράς ουσίας της όλης αναθεώρησης. Αρα η επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να ξεκινήσει -λόγω του ότι η προηγούμενη τελείωσε τον Ιούνιο του 2008 και απαιτείται μεταξύ δύο αναθεωρήσεων πενταετία- τον Ιούνιο του 2013 και να ολοκληρωθεί, μετά την παρεμβολή εθνικών εκλογών, από τη Βουλή η οποία τότε θα προκύψει.
Επισημαίνεται πως το άρθρο 110 συνθέτει τη sedes materiae του Συντάγματος, δεδομένου ότι από αυτό προκύπτει ο -συστατικός της θεσμικής πεμπτουσίας του- αυστηρός χαρακτήρας του. Ητοι η αδυναμία τροποποίησής του με διατάξεις υποδεέστερης τυπικής ισχύος. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ιδίως το άρθρο 110 περιλαμβάνεται, από την ίδια του τη φύση, στις μη αναθεωρητέες διατάξεις του Συντάγματος.
Αναγκαία απόληξη των ως άνω συλλογισμών είναι, λοιπόν, το ότι αναθεώρηση του Συντάγματος μέσω δημοψηφίσματος συνιστά ευθεία και κραυγαλέα παραβίαση του άρθρου 110, κυρίως διότι θα οδηγούσε και σε -ούτως ή άλλως εντελώς απαγορευμένη- αναθεώρηση των μη αναθεωρητέων διατάξεων του άρθρου αυτού.
Β. Πέραν των ανωτέρω -και, φυσικά, επικουρικώς- είναι νομικώς αυταπόδεικτο ότι η διά δημοψηφίσματος αναθεώρηση του Συντάγματος έρχεται επίσης σε ευθεία και κραυγαλέα αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 2, οι οποίες καθιερώνουν τους δύο τύπους δημοψηφίσματος που προβλέπονται απ’ αυτές. Και τούτο -πέραν βεβαίως των σχετικών διαδικαστικών προβλέψεων- διότι:
Ουδείς μπορεί να διανοηθεί ότι είναι δυνατόν η αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος ν’ αποτελέσει αντικείμενο προκήρυξης δημοψηφίσματος «για κρίσιμο εθνικό θέμα»! Κάτι τέτοιο συνιστά όχι απλώς παραβίαση αλλά, κυριολεκτικώς, πρωτοφανή ευτελισμό του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος.
A fortiori, ουδείς μπορεί επίσης να διανοηθεί ότι οι αναθεωρητέες διατάξεις θα λάβουν τη μορφή «ψηφισμένου νομοσχεδίου», το οποίο στη συνέχεια θα τεθεί σε δημοψήφισμα!! Ποιος νοσηρός νομικός ή πολιτικός νους θα τολμούσε να ισχυρισθεί πως θα ήταν εφικτή αναθεώρηση του Συντάγματος μέσω σχεδίου νόμου που θα είχε ψηφίσει προηγουμένως η Βουλή; Και ποιος θα τολμούσε να εισηγηθεί τέτοιο σχέδιο νόμου; Αλλά και ποια Βουλή θα δεχόταν να το ψηφίσει, έχοντας στοιχειώδη γνώση και επίγνωση των αντίστοιχων κοινοβουλευτικών ευθυνών;
Αν δε ο κ. Γ. Παπανδρέου υπονοεί ότι η κυβερνητική πλειοψηφία -μέσω επιτροπής ειδημόνων που θα συσταθεί- προτίθεται να θέσει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 44 παρ 2 εδ. α΄ του Συντάγματος, το προϊόν της αναθεωρητικής τους εργασίας υπό δημοψηφισματική ετυμηγορία, έτσι ώστε να δεσμευθεί προκαταβολικώς η αναθεωρητική Βουλή η οποία, όπως προεκτέθηκε, μπορεί να ξεκινήσει τις εργασίες της μόνο τον Ιούνιο του 2013, και πάλιν οδηγείται σε ευθεία παραβίαση, αλλά και ευτελισμό του Συντάγματος. Συγκεκριμένα:
Α. Αφήνω κατά μέρος το γεγονός ότι ένα τέτοιο εγχείρημα κινείται, κατά τα προαναφερόμενα, εξοφθάλμως εκτός του θεσμικού πλαισίου του άρθρου 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος.
Β. Μένω απλώς στην -ομοφώνως αποδεκτή από την επιστήμη και παγίως ακολουθούμενη στο πλαίσιο τής ώς τώρα συνταγματικής μας πρακτικής- θέση κατά την οποία, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 110 του Συντάγματος, τόσον η Βουλή που αποφασίζει για την αναθεώρηση όσο και η -μετά τις παρεμβαλλόμενες εκλογές- Βουλή η οποία ολοκληρώνει την αναθεώρηση ουδόλως δεσμεύονται ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης από οιαδήποτε προηγούμενη θεσμική ή πολιτική απόφαση. Πολλώ μάλλον όταν αυτή καταστρατηγεί προκλητικώς το Σύνταγμα.
Θέλω να πιστεύω ότι οι ειδήμονες στους οποίους πρόκειται ν’ απευθυνθεί ο κ. Γ. Παπανδρέου για να προωθήσει τους σχεδιασμούς του θα προστατεύσουν και τους θεσμούς και το κύρος τους, διαπιστώνοντας τ’ αυτονόητα. Εν πάση περιπτώσει η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, την οποία επικαλείται ο κ. Γ. Παπανδρέου, θα το πράξει. Και μια τελευταία παρατήρηση: ας μη διανοηθούν κάποιοι να επιστρατεύσουν το προηγούμενο της διά δημοψηφίσματος -και κατ’ αντίθεση προς το γαλλικό Σύνταγμα- αναθεώρησης του Συντάγματος της Ε΄ Γαλλικής Δημοκρατίας από τον Στρατηγό Ντε Γκωλ. Και τούτο διότι όχι μόνο πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές ιστορικές και πολιτικές συγκυρίες. Αλλά, ιδίως, διότι σεβόμενοι το Σύνταγμα οφείλουν να σταθούν απέναντι σε κάθε προηγούμενο παραβίασής του, απ’ οπουδήποτε και αν έλκει την καταγωγή του. Αλλωστε η πικρή ελληνική εμπειρία των παρασυνταγμάτων δεν είναι τόσο μακρινή και οι πληγές τους μόλις έχουν επουλωθεί. Κατά Σαίξπηρ «οι παλιές αμαρτίες ρίχνουν μεγάλες σκιές».
To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 27 Ιουνίου του 2011.

Δανειακή σύμβαση και εθνική κυριαρχία

Γιώργος Κατρούγκαλος

Δανειακή σύμβαση και εθνική κυριαρχία
Μέχρι πρόσφατα όσοι συνταγματολόγοι είχαμε γράψει για τη δανειακή σύμβαση αναδείξαμε στα ειδικά επιστημονικά περιοδικά του κλάδου και τον Τύπο την πρόδηλη αντισυνταγματικότητά της.
Εμφανίστηκε όμως και συνάδελφος ο οποίος επιχειρηματολόγησε υπέρ της συνταγματικότητάς της, από τις γραμμές μιας από τους δημοσιογραφικούς ηρακλείς των μνημονιακών πολιτικών. Δύο είναι τα επιχειρήματά του: πρώτον, παρόμοιες ρήτρες παραίτησης από την εθνική κυριαρχία είναι συνήθεις, σχεδόν μπανάλ. Δεύτερον, δεν χρειάζεται να ανησυχούμε, διότι, επί λέξει, «η ελληνική έννομη τάξη προστατεύει με διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου» τη δημόσια περιουσία, καθώς «ό,τι υπάγεται σε αυτό που οι Γάλλοι και οι Βέλγοι αποκαλούν domaine public, δεν υπόκειται σε υποθήκευση ή κατάσχεση».
Εάν το δεύτερο επιχείρημα προερχόταν από άλλη γραφίδα, θα μίλαγα για λαθροχειρία. Επειδή η επιστημοσύνη του επιφυλλιδογράφου αποκλείει αυτό το ενδεχόμενο, φαίνεται ότι απλώς δεν έχει διαβάσει τη σύμβαση. Αλλιώς θα ήξερε ότι το άρθρο 14 παρ. 1 ορίζει ως εφαρμοστέο δίκαιο το αγγλικό (το φιλικότερο για τους δανειστές, μαζί με αυτό της Πολιτείας της Νέας Υόρκης). Ολα τα επιχειρήματα συνεπώς από το ελληνικό δίκαιο, το γαλλικό ή το βελγικό, είναι εκτός τόπου και χρόνου, εφόσον η εφαρμογή κανόνων αναγκαστικού δικαίου άλλων, πλην των αγγλικών, εξ ορισμού αποκλείεται.
Και το πρώτο επιχείρημα όμως μαρτυρά άγνοια του αντικειμένου. Είναι αλήθεια ότι είναι γνωστοί στο διεθνές δίκαιο όροι άρσης της ασυλίας (waiver of immunity clauses), που μπορούν να συμφωνηθούν συμβατικά μεταξύ των κρατών και των δανειστών τους. Αυτοί όμως αφορούν συνήθως το εφαρμοστέο δίκαιο και την αναγνώριση δικαιοδοσίας ειδικού διαιτητικού δικαστηρίου, και όχι την επιβολή αναγκαστικών μέτρων εκτέλεσης. (Μάλιστα, η σύμβαση εγγύησης που επικαλείται ο επιφυλλιδογράφος για να δείξει την υποτιθέμενη banalite όρων παραίτησης από την εθνική κυριαρχία ρητά εξαιρεί τις ασυλίες της δημόσιας περιουσίας από την εφαρμογή της. Γράφει, επί λέξει, ότι ισχύει «υπό την προϋπόθεση ότι η ανωτέρω παραίτηση και συγκατάθεση δεν θα εκτείνεται σε οποιαδήποτε ασυλία που ενδεχομένως να παρέχεται στα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου στην Ελληνική Δημοκρατία».)
Γενικά οι κρατικές ασυλίες είναι δύο ειδών: αφορούν αφενός την αδυναμία παραπομπής ενός κράτους ενώπιον δικαστή άλλου κράτους και αφετέρου την απαγόρευση κατάσχεσης δημόσιας περιουσίας (ασυλία εκτέλεσης). Επίσης το διεθνές δίκαιο διακρίνει ανάμεσα σε απλές εμπορικές δραστηριότητες των κρατών (jure gestionis), για τις οποίες δεν απολαύουν ασυλίας, και κυριαρχικές δραστηριότητες (jure imperii), για τις οποίες ισχύει το αντίθετο.
Το αγγλικό δίκαιο και συγκεκριμένα η εφαρμοστέα στην περίπτωση State Immunity Act του 1978 προβλέπει ρητά ότι τα δάνεια που συνάπτουν τα κράτη έχουν εμπορικό χαρακτήρα, συνεπώς εξαιρούνται από την προστασία της ασυλίας εκτέλεσης. Επομένως, μετά τη ρητή, αμετάκλητη και άνευ όρων παραίτηση από κάθε ασυλία (άρθρο 14 παρ. 5), σε συνδυασμό με την εφαρμογή του αγγλικού δικαίου, κανένα περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου δεν προστατεύεται έναντι των δανειστών μας. Η δε πρόβλεψη της σύμβασης, όπως εξειδικεύεται στην προσαρτημένη σε αυτή γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου (σημείο 11), κατά την οποία «ούτε ο δανειολήπτης ούτε τα περιουσιακά του στοιχεία έχουν ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας», είναι απολύτως πρωτοφανής και ταπεινωτική για ανεξάρτητο κράτος.
Σε πρακτικό επίπεδο η σύμβαση αποσκοπεί στο να θωρακίσει τους δανειστές μας απέναντι στο μοναδικό νομικό όπλο που έχει απομείνει στη χώρα: μέχρι την υπογραφή της το δημόσιο χρέος διεπόταν κατά 90% από το ελληνικό δίκαιο. Αυτό έδινε τη δυνατότητα σε μια ελληνική κυβέρνηση που θα τολμούσε να επανακαθορίσει τους όρους αποπληρωμής του (πράγμα που αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική έξοδο από την κρίση) να το πράξει με μονομερή, κυριαρχική πράξη της. Με την υπαγωγή του στο αγγλικό δίκαιο αυτή η δυνατότητα περιορίζεται σοβαρά, δεδομένου ότι η εν λόγω σύμβαση απαγορεύει τη δυνατότητα αναδιάρθρωσης κάθε χρέους μας, όχι μόνον αυτό του μηχανισμού στήριξης (άρθρο 8 παρ. 1 ε).
Το ελληνικό συνταγματικό δίκαιο αναγεννήθηκε από τη σύγκρουση του Αριστόβουλου Μάνεση με τους «βασιλικούς άνδρες» της εποχής του. Ποιος θα το έλεγε ποιοι θα ήταν οι νέοι βασιλικοί άνδρες της εξουσίας την εποχή του Μνημονίου…
* Αν. καθηγητής ΔΠΘ
Toάρθρο δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21 Ιουνίου 2011.

Το ελληνικό χρέος δεν είναι «απεχθές»

Πέτρος Στάγκος

Ο τρόπος με τον οποίο η ελληνική κοινωνία στοιχιζόταν κατά τα τελευταία 60 χρόνια μέσα στο διεθνές πολιτικό και οικονομικό σύστημα, ακολουθούσε, σε γενικές γραμμές, τις μεθόδους και τις προτεραιότητες που τηρούν όλες οι κοινωνίες του ανεπτυγμένου κόσμου (μ’ εξαίρεση, φυσικά, εκείνες που διαμορφώνουν ηγεμονικά το διεθνές σύστημα και κυριαρχούν πάνω σ’ αυτό). Αν την πρώιμη περίοδο του ελληνικού κράτους η εξωτερική πολιτική ενσυνείδητα περιχαράκωνε τη χώρα μέσα σε καθεστώτα εξάρτησης, ή και ωμής υποτέλειας, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος τής μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περιόδου η «πεπατημένη» από τον δυτικό κόσμο οδός την οποία ακολούθησε η ελληνική εξωτερική πολιτική τα πρώτα περίπου 20 χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου, με αποχρώσεις ή και με διακυμάνσεις, στόχευε στην κατάκτηση μιας διαρκώς υψηλότερης θέσης μέσα στην ιεραρχημένη δομή του διεθνούς συστήματος. Παρ’ όλο που την ευθύνη των αποφάσεων δεν την είχαν ηγέτες οι οποίοι να κινούνταν με άνεση λόγου και γνώσης στους μαιάνδρους της διεθνούς πολιτικής, η κατά κανόνα αυταρχική επιβολή τους στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό και οι ως επί το πλείστον τακτικιστικού χαρακτήρα διεθνείς πολιτικές επιλογές τους ήταν οι μοναδικές εγγυήσεις αίσιας έκβασης του στόχου.

Η δίνη της κρίσης του εξωτερικού δημόσιου χρέους και της καταναγκαστικής εσωτερικής της διάστασης, στην οποία έχουν περιπέσει η ελληνική κοινωνία και η πολιτεία, είναι αποτέλεσμα της αρχικά απερίσκεπτης και στη συνέχεια ενσυνείδητης επιλογής του πολιτικού συστήματος να εκπονήσει και να ακολουθήσει, κατά το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων 15 χρόνων, μια πολιτική καταβίβασης της χώρας μέσα στην ιεραρχία των εθνών.

Κορυφαία στιγμή των συνεπειών αυτής της πολιτικής μέχρι σήμερα θα πρέπει να θεωρείται η 1η Ιουλίου 2010, όταν η χώρα μας αποβλήθηκε από όλους τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς δείκτες των αγορών κρατικών ομολόγων, ως συνέπεια διαδοχικών υποβαθμίσεων της διεθνούς πιστοληπτικής της ικανότητας από δύο διεθνείς οίκους αξιολόγησης (τη Standard & Poors και τη Moody’s). Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, με την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ και μέχρι την παραπάνω ημερομηνία, η Ελλάδα υπαγόταν στην κατηγορία των ανεπτυγμένων χωρών που καθιερώνουν αυτοί οι δείκτες (σήμερα, στον κατάλογο αυτό περιλαμβάνονται 19 χώρες), όσον αφορά την πρόσβασή της σε φτηνά κεφάλαια που επενδύονται, στη διεθνή κεφαλαιαγορά, σε κρατικά ομόλογα. Σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, όταν η πιστοληπτική ικανότητα μιας χώρας υποβαθμισθεί από δύο τουλάχιστον (από τους τρεις) οίκους αξιολόγησης σε επίπεδο «μη επένδυσης» (junk), τότε όλοι οι δείκτες αφαιρούν τη χώρα αυτή από τα ταμπλώ τους, με άμεση συνέπεια πλέον όσοι σοβαροί επενδυτές έχουν στο χαρτοφυλάκιό τους ομόλογά της να τα «ξεφορτώνουν» για να το «καθαρίσουν» από «κακά χαρτιά»· και βέβαια, να μην ξαναγοράζουν ομόλογα από την ίδια χώρα, με τους ίδιους τουλάχιστον όπως πριν όρους. Όταν η κοινή γνώμη ακούει από την κυβέρνηση ότι «θα βγει στις αγορές για διεθνή δανεισμό», δυστυχώς δεν ακούει την ομολογία από την κυβέρνηση ότι τυπική προϋπόθεση για την επιτυχία της «εξόδου» αυτής είναι η επανένταξη της χώρας στον κατάλογο των καπιταλιστικά ανεπτυγμένων χωρών, πράγμα που δεν θα μπορέσει να συμβεί παρά μόνο αν, ως συνέπεια μιας εσωτερικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής, ανατραπούν εκείνες οι πτυχές της παραγωγικής δομής της χώρας οι οποίες, ανήκοντας σε χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας και οικονομίας της περιφέρειας του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, την οδήγησαν βαθμιαία στην αποανάπτυξη και τη διεθνή απαξίωση.

H ελληνική κοινωνία έχει άγνοια του ποιες ακριβώς είναι εκείνες οι αποφάσεις της εγχώριας οικονομικής διακυβέρνησης που ελήφθησαν κατά την τελευταία δεκαπενταετία, οι οποίες ευθύνονται για την κατάπτωση της χώρας μέσα στο διεθνές σύστημα. Ωστόσο, στο βαθμό που κάποιες από τις αποφάσεις αυτές συνδέονται με τον εξωτερικό δανεισμό της χώρας, προς την κατεύθυνση της ταυτοποίησής τους κινείται η πρωτοβουλία που πήρε ένας σοβαρός αριθμός ελλήνων κυρίως, αλλά και ξένων διανοούμενων, το Φεβρουάριο 2011, να ζητήσει τη δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Σκοπός της ΕΛΕ θα είναι η «εξακρίβωση των αιτίων του δημόσιου χρέους, των όρων με τους οποίους έχει συναφθεί, καθώς και της χρήσης των [διεθνών] δανείων» που συνομολογήθηκαν. Ανάμεσα στις «επιδιώξεις» της ΕΛΕ, συγκαταλέγεται, σύμφωνα με τη διακήρυξη της πρωτοβουλίας, «η συνδρομή στην Ελλάδα ώστε να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσει το βάρος του χρέους». Ως εξ αυτής της επιδίωξής της, η ΕΛΕ, εφ’ όσον ιδρυθεί, αναπόφευκτα θα συνδεθεί με αποφάσεις της κυβέρνησης σχετικές με τη διαπραγμάτευση με τους διεθνείς πιστωτές για τη μια ή την άλλη μορφή αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους. Εξάλλου, η στενή σύνδεση της ΕΛΕ με την άσκηση κυβερνητικής πολιτικής διαχείρισης του χρέους προκύπτει και από τις εξουσίες με τις οποίες προτείνεται, από τη διακήρυξη, να περιβληθεί η Επιτροπή: αυτές, ως εκ του αντικειμένου τους (διαχρονική πρόσβαση σε κάθε είδους έγγραφο, σύμβαση και έκδοση ομολόγων που δημιουργεί δημόσιο χρέος, κλήση σε εξέταση δημόσιων λειτουργών, άνοιγμα κατόπιν δικαστικής συνδρομής τραπεζικών λογαριασμών) επιβάλλουν να ιδρυθεί η ΕΛΕ με νόμο, ακόμη και να χαρακτηριστεί σαν μια κατά το σύνταγμα ανεξάρτητη αρχή (άρθρο 101Α§2 συντ.).

Στη διακήρυξη για την ΕΛΕ, δεσπόζει η πρόθεση των συντακτών της να εργαστεί, η Επιτροπή, για την απόδειξη, μεταξύ άλλων μορφών χρέους που ωστόσο δεν κατονομάζονται, του «παράνομου, μη νομιμοποιημένου» ή «απεχθούς χρέους», περαιτέρω για «τη διαπίστωση ευθυνών για τις προβληματικές συμβάσεις χρέους» και την έγκληση του «υπόλογου όλων των εμπλεκόμενων» στις συμβάσεις αυτές.

Οι περίπου 25.000 υπογραφές που συγκέντρωσε μέσα σε λίγους μήνες η διακήρυξη της πρωτοβουλίας για την ΕΛΕ, δείχνει την απήχηση που είχε στην κοινή γνώμη. Πρόσφατα, μια ημερήσια οικονομική εφημερίδα, δίχως να αναφερθεί στην πρόταση για την ΕΛΕ, κατέταξε την «αποκήρυξη του επαχθούς [sic] χρέους» ανάμεσα στις «εναλλακτικές επιλογές» που έχει στη διάθεσή της η πολιτεία, ώστε, μπροστά στην αδυναμία να εξυπηρετήσει το σύνολο του χρέους, να επιδιώξει την αναδιάρθρωσή του (οι λοιπές «επιλογές» είναι η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, το «κούρεμα» του χρέους και η στάση πληρωμών). Ακόμη, άμεσα συνδεδεμένη με την πρόταση για την ΕΛΕ είναι και το φιλμ Debtocracy (Χρεοκρατία), που γυρίστηκε από έλληνες κινηματογραφιστές και δημοσιογράφους, γνώρισε μεγάλη διάδοση στο Internet και προβλήθηκε πρόσφατα δημόσια στη Θεσσαλονίκη, στο πανεπιστήμιο, υπό την αιγίδα των πρυτανικών αρχών του.

Καθώς η πρωτοβουλία προσβλέπει, όπως ήδη σημειώθηκε, στον δημοσίου δικαίου χαρακτήρα και προορισμό της ΕΛΕ, πριν να την αξιολογήσουμε πολιτικά, προέχει να διερευνηθεί αν το «απεχθές» εξωτερικό χρέος και (αυτονόητα) η ενδεχόμενη ακύρωσή του, ως θεσμικό και αξιακό πρόταγμα που τίθεται από την πρωτοβουλία για την ΕΛΕ, διαθέτει νομικο-πολιτικά ερείσματα στη διεθνή πρακτική, ώστε να μπορεί κανείς βάσιμα να προσδοκά ότι, αν τελικά αυτή η μορφή χρέους διακριβωθεί στην Ελλάδα, η πολιτική του αξιοποίηση (η διαγραφή του) θα μπορεί να αποτελέσει πρόσφορο εργαλείο διαχείρισης του συνολικού εξωτερικού χρέους της χώρας.

Σε αναζήτηση ερεισμάτων της ακύρωσης “απεχθούς” χρέους στο διεθνές δίκαιο

Αν για τις ανάγκες αυτής της παρουσίασης εξομοιώσουμε το εξωτερικό χρέος που γεννιέται από διακρατική σύμβαση δανεισμού με το χρέος που δημιουργεί μια δανειακή σύμβαση μεταξύ κράτους και ξένων τραπεζών ή αλλοδαπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (ένας άλλος λόγος που ευνοεί τέτοια εξομοίωση είναι ότι, στην περίπτωση του ελληνικού εξωτερικού χρέους, ήδη ομόλογα που εξέδωσε και παρέδωσε το ελληνικό Δημόσιο σε χέρια ιδιωτών δανειστών βρίσκονται στα χέρια ιδρύματος δημοσίου δικαίου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κι έχουν de jure μετατραπεί σε χρέη διακρατικής δανειακής σχέσης), το ισχύον Διεθνές Δίκαιο (γραπτό ή εθιμικό) είναι ουσιώδες εργαλείο της στοχοθέτησης και της επιχειρηματολογίας το οποίο τα κράτη επιστρατεύουν κάθε φορά που αποφασίζουν να διαχειριστούν το εξωτερικό τους χρέος αναθεωρώντας τις δεσμεύσεις που τα βαρύνουν.

Εφ’ όσον υποτεθεί ότι ξεκινά και ολοκληρώνεται μια εθνική διαδικασία λογιστικής αποτίμησης του ελληνικού εξωτερικού χρέους και εξακριβωθεί ότι ένα μέρος του είναι «απεχθές», το αδιέξοδο που θα αντιμετωπίσουν οι δημόσιες αρχές αν αποφασίσουν να προβάλουν στη διεθνή κλίμακα (στους δανειστές) την καθολική μη εκπλήρωση των αντίστοιχων υποχρεώσεών τους, θα έγκειται στο ότι δεν θα βρουν ένα διεθνές κανονιστικό πλαίσιο που να προσδίδει εγκυρότητα τους ισχυρισμούς και τους στόχους τους. Αυτό που θα βρουν θα είναι ένα «δόγμα» (του «απεχθούς» χρέους), επεξεργασμένο από νομομαθείς, και όχι κανόνες θετικού δικαίου ή έστω μια opinio juris της διακρατικής κοινότητας σαν βάση διακρίβωσης κανόνα εθιμικού Δικαίου.

Η πατρότητα του δόγματος του απεχθούς χρέους (doctrine of the odious debt, doctrine de la dette odieuse) αποδίδεται δικαιολογημένα στον υπουργό Εξωτερικών του Τσάρου Νικολάου ΙΙ, Αλεξάντερ Ναχούμ Σακ, που έγινε αργότερα καθηγητής Νομικής στο Παρίσι, ο οποίος το 1927 αποφάνθηκε ότι

όταν μια δεσποτική κυβέρνηση συνάπτει δάνεια όχι για τις ανάγκες και τα συμφέροντα του κράτους, αλλά για να ενισχύσει τον εαυτό της, να καταστείλει λαϊκές εξεγέρσεις, αυτό το χρέος είναι απεχθές για το λαό ολόκληρου του κράτους. Αυτό το χρέος δεν είναι δεσμευτικό για το έθνος. Είναι χρέος του καθεστώτος, προσωπικό χρέος που συμφώνησε ο ηγεμόνας, το οποίο συνεπώς καταπίπτει με το τέλος του καθεστώτος».

Περίπου 60 χρόνια αργότερα, μια πολυμερής σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών νομοθετούσε προς μια κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη από εκείνη που είχε χαράξει ο Σακ. Πρόκειται για τη Σύμβαση για τη διαδοχή κρατών σε αγαθά, αρχεία και κρατικά χρέη του 1983, η οποία νομοθέτησε, ειδικά για τη διαδοχή κρατών όπως προκύπτει και από τον τίτλο της (άρα, όχι για τη διαδοχή πολιτικών καθεστώτων), ότι η κατάσταση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δανειστών (άρθρο 36), συγκατατιθέμενη έτσι σε μια άλλη, προγενέστερη πολυμερή σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, τη σύμβαση της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών, η οποία είναι το καταστατικό νομικό εργαλείο της διεθνούς συμβατικής πρακτικής των κρατών και, με το άρθρο 26 («οι ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες δεσμεύουν τα μέρη και οφείλουν να εκτελούνται από αυτά με καλή πίστη»), δίνει οικουμενική νομική ισχύ στο κλασικό αξίωμα του Διεθνούς Δικαίου «τα συμπεφωνημένα δέον να τηρούνται» (pacta sunt servanta). Βέβαια, ο Σακ ενέπνευσε με τα γραπτά του την προσπάθεια που είχε γίνει, στη φάση της επεξεργασίας της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1983, ώστε το δόγμα του απεχθούς χρέους να βρει μια θέση στο συμβατικό κείμενο: το 1927 έγραφε ότι όταν οι δανειστές γνωρίζουν τα σχέδια της δεσποτικής κυβέρνησης την οποία δανείζουν, διαπράττουν «εχθρική ενέργεια εναντίον του λαού» και εκτίθενται έτσι στον κίνδυνο να μην τους εξοφληθούν τα χρέη αν η δεσποτική κυβέρνηση ανατραπεί. Το 1983, η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών συνέταξε έναν ορισμό του απεχθούς χρέους, εισηγούμενη την υιοθέτησή του από τη σύμβαση για τη διαδοχή κρατών· σύμφωνα με την Επιτροπή, απεχθές είναι το χρέος που συνάφθηκε από το προκάτοχο κράτος με σκοπό να εξυπηρετηθούν στόχοι αντίθετοι με τα μείζονα συμφέροντα του διάδοχου κράτους· όμως ο ορισμός αυτός δεν έγινε δεκτός από τη διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών που είχε συγκληθεί για την υιοθέτηση της σύμβασης.

Η προσέγγιση του Σακ δεν ήταν πολύ δημοφιλής ανάμεσα στους νομικούς του Διεθνούς Δικαίου. Επικρίθηκε σαν δέσμια μιας φυσιοκρατικής αντίληψης για το δίκαιο. Ο Τζεφ Κινγκ (Jeff King), στο συλλογικό έργο που εξέδωσε το 2002 με τίτλο Advancing the Odious Debt Doctrine για λογαριασμό του Centre for International Sustainable Development Law, καταγράφει τις μετά τον Σακ συμβολές των νομομαθών στην επεξεργασία της έννοιας του απεχθούς χρέους (συμβολές των Ε. Φάλσενφελντ, Ντ.Π. Ο’Κόνελ, Τζ. Φόορμαν, Μ. Τζελ, Τζ. Φράνσκεμπεργκ, Ρ. Νήπερ)1. Ο Τζ. Κινγκ καταλήγει ότι, βάσει της θεωρίας, τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε ένα εξωτερικό χρέος να μπορεί να χαρακτηριστεί απεχθές: το πολιτικό καθεστώς της χώρας να συνήψε το δάνειο χωρίς τη συγκατάθεση των πολιτών της· το δάνειο να ξοδεύτηκε σε δραστηριότητες που δεν ωφέλησαν τους πολίτες· ο πιστωτής να ήταν σε γνώση αυτών των προθέσεων του δανειολήπτη.

Αναμφισβήτητα, οι προϋποθέσεις αυτές είναι πιο λειτουργικές από εκείνες που είχε θέσει ο Σακ, κυρίως από την άποψη ότι η έμφαση δεν δίνεται πλέον στη φύση του πολιτικού καθεστώτος που συνάπτει το δάνειο, αλλά στη διανομή και την κατανομή των πιστώσεων. Και πάλι όμως το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και στη διεθνή νομική πραγματικότητα παραμένει. Μικρή χρησιμότητα για την επιχειρηματολογία μιας κυβέρνησης που επιθυμεί να αντιτάξει τον απεχθή χαρακτήρα του εξωτερικού χρέους στους πιστωτές της έχει το άρθρο 50 της σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, επειδή αναφέρεται ειδικά και αποκλειστικά στη δωροδοκία κρατικού λειτουργού (που ενεργούσε σαν αντιπρόσωπος του κράτους κατά τη σύναψη μιας διεθνούς σύμβασης) ως νόμιμο λόγο που μπορεί να επικαλεστεί το ενδιαφερόμενο κράτος για να πετύχει την ακύρωση της συναίνεσης που έδωσε για να δεσμευθεί από τη σύμβαση. Ίσως πιο χρήσιμο για τον ισχυρισμό μιας κυβέρνησης περί τον απεχθή χαρακτήρα ενός εξωτερικού χρέους της να είναι το άρθρο 46 της Σύμβασης της Βιέννης, που προβλέπει ότι ένα κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί το ότι η συναίνεση που έδωσε για να δεσμευθεί από διεθνή συμφωνία παραβιάζει το εσωτερικό του Δίκαιο και ως εκ τούτου είναι άκυρη, παρά μόνο αν η παραβίαση αφορά κανόνα Συνταγματικού Δικαίου. Πόσες όμως χώρες, σήμερα, έχουν σε ισχύ συνταγματικό νόμο σαν αυτόν που υιοθέτησε το Περού το 1960, που ορίζει, με σκοπό να προφυλάξει την πολιτεία και την κοινωνία από μελλοντικές καταστάσεις οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε μορφές απεχθούς χρέους, ότι κάθε πράξη που εκδίδεται από κυβέρνηση η οποία σφετερίζεται την εξουσία είναι άκυρη; Σίγουρα η ελληνική συνταγματική τάξη ουδέν προνοεί περί αυτού.

Από τη μεριά τους, η διεθνής και εθνική νομολογία, όπως και η διακρατική πρακτική αφ’ ενός με το… σταγονόμετρο έχουν να επιδείξουν προσοχή στο δόγμα του απεχθούς χρέους, αφ’ ετέρου σε όσες περιπτώσεις το έκαναν ο σκεπτικισμός τους ήταν προφανής.

Τα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Ταφτ (Τuft) διαιτήτευσε τη διαφορά μεταξύ της κυβέρνησης της Κόστα Ρίκα από τη μια πλευρά και της βρετανικής κυβέρνησης και της Βασιλικής Τράπεζας του Καναδά από την άλλη. Στην υπόθεση αυτή, γνωστή και ως υπόθεση Τινόκο, το κοσταρικανό Κοινοβούλιο ακύρωσε δανειακές συμβάσεις με τη βρετανική τράπεζα, καθώς ένα μεγάλο μέρος των σχετικών πιστώσεων που διαχειριζόταν η εγχώρια Τράπεζα Banco Internacional, ο πραξικοπηματίας στρατηγός Τινόκο, πρόεδρος της χώρας από το 1917 έως το 1919, το μετέφερε στην προσωπική περιουσία του λίγες ημέρες πριν να ανατραπεί. Ο δικαστής Ταφτ έκρινε ότι ναι μεν η κυβέρνηση της Κόστα Ρίκα δεσμευόταν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από τις συμβάσεις, όμως οι τελευταίες όφειλαν να θεωρηθούν ανεφάρμοστες, επειδή η βρετανική τράπεζα ενήργησε κακόπιστα αφού έθεσε στη διάθεση της Banco Internacional πιστώσεις γνωρίζοντας ότι η αντιπολίτευση στον πρόεδρο Τινόκο ήταν έτοιμη να τον ανατρέψει και να αναλάβει την εξουσία.

Μια άλλη γνωστή δικαστική απόφαση που προσέγγισε, τελείως ατελέσφορα τη φορά αυτή, το ζήτημα του απεχθούς χρέους μιας χώρας, ήταν η απόφαση στην υπόθεση Όλμας, που εξέδωσε το 2000 ο ανακριτής του Μπουένος Άιρες Μπαλλεστέρο. O αργεντινός πολίτης Αλεχάνδρο Όλμας (Alejandro Olmas), το 1982, ενεκάλεσε κυβερνητικούς παράγοντες της δικτατορικής διακυβέρνησης της χώρας για σωρεία παρατυπιών που διέπρατταν όταν συνήπταν δανειακές συμβάσεις με τράπεζες του εξωτερικού. Μετά από έρευνες και ανακρίσεις που διήρκεσαν 8 χρόνια, ο δικαστής Μπαλλεστέρο δεν καταλόγισε μεν ποινικές ευθύνες λόγω παραγραφής των αδικημάτων, αλλά στην απόφαση των 196 σελίδων που εξέδωσε κατέγραψε με λεπτομερή και επακριβή τρόπο την επιτηδειότητα με την οποία το δικτατορικό καθεστώς, επιβαρύνοντας δημόσιες τράπεζες και επιχειρήσεις με την εξόφληση δανείων από τα οποία είχαν ωφεληθεί μόνον ιδιωτικές τράπεζες και επιχειρήσεις, φόρτωσε τη χώρα με ένα απεχθές κατά το μεγαλύτερο μέρος του, αλλά και δυσβάστακτο, εξωτερικό χρέος.

Διασκορπισμένη, τέλος, σε λίγες και μη συγκρίσιμες μεταξύ τους περιπτώσεις είναι η διακρατική πρακτική που αφορά το απεχθές χρέος.

Στοιχεία μοναδικότητας έχει μέχρι σήμερα η απόφαση της κυβέρνησης της Νορβηγίας, το 2006, να ακυρώσει χρέος 65 εκατομμυρίων € που της όφειλαν η Αίγυπτος, ο Ισημερινός, η Ιαμαϊκή, το Περού και η Σιέρρα Λεόνε, εξαιτίας δανείων που είχε χορηγήσει στις χώρες αυτές κατά την περίοδο 1976-80 στο πλαίσιο ενός προγράμματος ενίσχυσης της νορβηγικής ναυπηγικής βιομηχανίας, ώστε να αγοράσουν πλοία από νορβηγικά ναυπηγεία. Η νορβηγική κυβέρνηση αιτιολόγησε την απόφασή της με το σκεπτικό ότι τα δάνεια δόθηκαν χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πραγματικές ανάγκες των πολιτών των χωρών αυτών. Δέχθηκε, έτσι, έναν επιμερισμό της ευθύνης για τη δημιουργία αυτού του απεχθούς χρέους. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, ο υπουργός Εξωτερικών της Νορβηγίας κάλεσε από το βήμα της γενικής συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών τον ΟΗΕ και την Παγκόσμια Τράπεζα να μελετήσουν με σοβαρότητα τη δογματική του απεχθούς χρέους, χωρίς ωστόσο να δοθεί καμία συνέχεια στην έκκλησή του αυτή.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, η επιτροπή για τη διεθνή ανάπτυξη της βρετανικής Βουλής των Κοινοτήτων ρητά επικαλέστηκε τον απεχθή χαρακτήρα του εξωτερικού χρέους της κατεστραμμένης από τον εμφύλιο πόλεμο και τη γενοκτονία Ρουάντα και προέτρεψε την κυβέρνηση σε πρωτοβουλία για την ακύρωσή του, δίχως πάντως να εισακουστεί:

Το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού χρέους της Ρουάντα συνομολογήθηκε από ένα γενοκτόνο καθεστώς. […] Πολλοί υποστηρίζουν ότι επειδή τα χρήματα των δανείων χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά όπλων, η σημερινή κυβέρνηση και σε τελική ανάλυση ο λαός της Ρουάντα δεν πρέπει να εξοφλήσουν αυτά τα «απεχθή» χρέη. Συνιστούμε στην κυβέρνηση να ασκήσει πίεση σε όλους τους πιστωτές που ενεργούσαν σε διμερή βάση, ιδιαίτερα σε όσους προέρχονται από τη Γαλλία [sic],να ακυρώσουν τα χρέη που δημιουργήθηκαν από το προηγούμενο πολιτικό καθεστώς [της Ρουάντα]».

Οι ΗΠΑ, τέλος, όταν με τη στρατιωτική επικράτησή τους στο Ιράκ, το 2003, πιέστηκαν εκ των πραγμάτων να αποδείξουν ότι το πολιτικό καθεστώς που εγκατέστησαν θα ήταν αξιόχρεο ώστε να αναλάβει την ανοικοδόμηση της χώρας, κράδαιναν το δόγμα του απεχθούς χρέους όταν ζητούσαν την ακύρωση του συνόλου των δανειακών υποχρεώσεων του Ιράκ. Ο υπουργός Οικονομικών Τζον Σνόου (John Snow) διακήρυττε ότι «ο ιρακινός λαός δεν θα πρέπει να επιβαρυνθεί με χρέη που συνομολόγησε ο ανατραπείς δικτάτορας» [Σαντάμ Χουσεΐν]. Ωστόσο, όταν το ζήτημα της διαγραφής του ιρακινού χρέους τέθηκε το 2004 στη Λέσχη του Παρισιού (σε αυτό τον άτυπο, πλην όμως κεντρικής σημασίας διεθνή θεσμό, στο πλαίσιο του οποίου «μετωπικά» οι πιστώτριες χώρες, που είναι και τα μέλη της Λέσχης, αντιμετωπίζουν κάθε αίτημα χρεωμένης χώρας να επαναδιαπραγματευθεί την εξόφληση των διακρατικών δανείων που έχει πάρει), οι ΗΠΑ δεν ζήτησαν, από φόβο μήπως δημιουργηθεί προηγούμενο, η ακύρωση του 80% του ιρακινού χρέους που τελικά αποφασίστηκε να αιτιολογηθεί με επίκληση του απεχθούς χαρακτήρα του. Το ίδιο συνέβη ένα χρόνο αργότερα στην απόφαση της Λέσχης του Παρισιού για την ακύρωση του εξωτερικού χρέους της Νιγηρίας, η οποία κάλυψε το 60% του, παρ’ όλο που η Νιγηρία ήταν χώρα φτωχότερη από το Ιράκ και, όπως και το τελευταίο, βαρύνονταν με χρέη που δημιουργήθηκαν από προγενέστερο δικτατορικό καθεστώς.

Από το «α-νομικό» δόγμα του απεχθούς χρέους στην ιδεολογία και τη ρητορεία της κοινωνίας των πολιτών για την ακύρωσή του

Το δόγμα του απεχθούς χρέους, όποιοι προτείνουν να περάσει από τη «δικαιοδοσία» των θεωρητικών του Διεθνούς Δικαίου (στους οποίους οφείλει την ίδια του την υπόσταση) σ’ εκείνη των φορέων μιας διακυβέρνησης, εκόντες-άκοντες αυτόματα το περιβάλλουν με την αίγλη μιας πηγής δικαίου, προορισμένης να ρυθμίσει τις υποκείμενες σχέσεις, ή έστω να συμβάλει στη ρύθμισή τους.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι το άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, που περιγράφει τις πηγές του Διεθνούς Δικαίου (βάσει των οποίων δικάζει τις διαφορές που του υποβάλλονται), προσθέτει στις κλασικές πηγές του Διεθνούς Δικαίου (διεθνείς συνθήκες, διεθνές έθιμο, γενικές αρχές του δικαίου) τις «διδασκαλίες […] των πιο διακεκριμένων δημοσιολόγων των διαφόρων Εθνών σαν βοηθητικό μέσο καθορισμού των κανόνων του Δικαίου». Μπορεί στο παρελθόν η θεωρία που αναπτύχθηκε από διακεκριμένους νομικούς να χρησίμευσε σε κράτη και σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα στο να διαμορφώσουν κανονιστικό πλαίσιο σε ορισμένους τομείς (π.χ. στο Δίκαιο του Διαστήματος, ή στο Δίκαιο της Θάλασσας), όμως στις μέρες μας, με την πυκνότητα που οι διεθνείς συνθήκες απλώνονται σε όλο το φάσμα της διεθνούς ζωής, δεν υπάρχει περιθώριο για τις «διδασκαλίες» του Διεθνούς Δικαίου να καθοδηγήσουν τα κράτη και τους άλλους δρώντες του διεθνούς συστήματος (διεθνείς οργανισμούς, διεθνικές επιχειρήσεις) σε συμφωνημένες δικαιοπαραγωγικές πρακτικές, οπωσδήποτε δε δεν υπάρχει τέτοιο περιθώριο στο χώρο των διεθνών πρακτικών διαπραγμάτευσης και αναδιοργάνωσης του εξωτερικού χρέους.

Πράγματι, ποτέ και πουθενά μέχρι σήμερα καμία κυβέρνηση, που προσήλθε σε διεθνή διαπραγμάτευση με ξένους πιστωτές για την αναδιάρθρωση του εξωτερικού χρέους της χώρας, δεν ξεσήκωσε από τα ράφια των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών επιχειρήματα για να υποστηρίξει και να διεκδικήσει την ακύρωση του εξωτερικού χρέους (ή έστω ενός μέρους του) ως απεχθούς. Υπήρξαν περιπτώσεις, στο πρόσφατο παρελθόν, που συνομολογήθηκαν συμφωνίες ακύρωσης του εξωτερικού χρέους χωρών, δίχως όμως αυτό να είχε χαρακτηριστεί από κανέναν σαν απεχθές. Ήδη αναφερθήκαμε στην ακύρωση του 80% του εξωτερικού χρέους του Ιράκ. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ΗΠΑ, στη Λέσχη του Παρισιού, ζητούσαν να διαγραφεί το 95% του χρέους του Ιράκ προς τα μέλη της Λέσχης, ενώ η Γαλλία, η Ρωσία και η Γερμανία δεν ήθελαν η διαγραφή να ξεπεράσει το 50%. Τα μέλη της Λέσχης συμφώνησαν τελικά στη διαγραφή του 80%, σε τρεις δόσεις. Η ακύρωση ενός εξωτερικού χρέους, ακόμη και του συνόλου του, είναι δυνατή μόνον όταν διακυβεύονται ισχυρά γεωπολιτικά συμφέροντα (Ιράκ), ή όταν αποτελεί αντικείμενο ενός «δούναι και λαβείν» (bargain): αυτό ακριβώς συνέβη με την Αίγυπτο τον Απρίλιο 1991 όταν υποστήριξε ασμένως τις ΗΠΑ στον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, την Πολωνία τον Απρίλιο 1991 όταν έδωσε καίριο χτύπημα στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας αποχωρώντας από αυτό, το Πακιστάν το Δεκέμβριο 2001 όταν δέχτηκε να βοηθήσει τις ΗΠΑ στην επέμβασή τους στο Αφγανιστάν.

Κατόπιν όλων αυτών, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί επέδειξαν τόση άγνοια της διεθνούς νομικής και πολιτικής πραγματικότητας οι διανοούμενοι που πήραν την πρωτοβουλία να ζητήσουν τη δημιουργία της ΕΛΕ για το ελληνικό εξωτερικό χρέος και, μέσω αυτής, για να εργαστούν για τη διακρίβωση του «παράνομου, μη νομιμοποιημένου ή απεχθούς» ελληνικού χρέους με σκοπό να «συνδράμουν» την πολιτεία σε περίπτωση που αυτή χρειαστεί να επαναδιαπραγματευτεί την εξόφληση των δανείων που έχει πάρει;

Σε μια απάντηση στο ερώτημα είναι επιτρεπτό να μας κατευθύνει η ταυτοποίηση της πηγής έμπνευσης της πρωτοβουλίας για την ΕΛΕ, το ιδεολογικό στίγμα που αυτή αποπνέει. Το δόγμα του απεχθούς χρέους των χωρών, ιδίως δε η απαίτηση για τη διαγραφή αυτού του είδους χρέους οψέποτε τούτο διακριβώνεται, βρίσκεται εδώ και αρκετά χρόνια στις πρώτες προτεραιότητες των διεκδικήσεων και των μαζικών κινητοποιήσεων της «διεθνούς κοινωνίας πολιτών» (global civil society). Η «Επιτροπή για την Ακύρωση του Χρέους του Τρίτου Κόσμου» (η CΑDTΜ, σύμφωνα με το αγγλικό και το γαλλικό αρκτικόλεξο της οργάνωσης) είναι η οργάνωση εκείνη της διεθνούς κοινωνίας πολιτών που έχει αποκλειστικό σκοπό τη διεθνή πολιτική διαχείριση του ζητήματος της υπερχρέωσης, αυτονόητα από τη σκοπιά της αντικομφορμιστικής και κριτικής πολιτικής στάσης και δράσης. Απότοκος του κινήματος της «αντι-παγκοσμιοποίησης» ή της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης» (altermondialisation) που ενσαρκώθηκε με τις κινητοποιήσεις «τύπου» Σιάτλ και Πόρτο Αλέγκρε, και στενά συνδεδεμένη με τη γαλλικής «ιθαγένειας» μη κυβερνητική οργάνωση ATTAC, η CADTM εμπνέει και καθοδηγεί επιτροπές πρωτοβουλίας της κοινωνίας πολιτών στις χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα υπερχρέωσης (οι επιτροπές αυτές συνδέονται με την CADTM σε «network»-δίκτυο), προάγοντας με ποικίλους τρόπους δημοσιότητας τη σκοπιμότητα αναζήτησης και διακρίβωσης του απεχθούς χρέους των χωρών. Η Βραζιλία, ο Ισημερινός, η Βολιβία, η Αίγυπτος, η Τυνησία, η Μπουρκίνα Φάσο είναι μερικές μόνον από τις χώρες με τις οποίες η CADTM «συνδέεται» σε επίπεδο οργανώσεων κοινωνίας πολιτών, κατά κανόνα στη βάση του δόγματος της ακύρωσης του απεχθούς χρέους τους.

Η Ελλάδα, με την ίδρυση της επιτροπής για την ΕΛΕ και την πρόταξη της επιδίωξης για ανακάλυψη του ελληνικού απεχθούς χρέους, είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που έχει την «τιμητική» να παρακάθεται στο πεδίο δράσης της CADTM, αλλά και στην ιστοσελίδα της οργάνωσης, μαζί με χώρες που αφού εξανδραπόδισαν πολιτικά τους λαούς τους τους άφησαν… και καταχρεωμένους, εγείροντας έτσι κι ένα ακόμη ερώτημα: πόσο, με τις υπερχρεώσεις πολιτικά καταδυναστευόμενων χωρών όπως π.χ. της Αιγύπτου ή της Τυνησίας, ταιριάζει η ελληνική υπερχρέωση, που αν μη τι άλλο χάρη σ’ αυτή (και με δεδομένο τον εκφυλισμό του παραγωγικού μηχανισμού της χώρας) διαχύθηκε για μερικά χρόνια μια σχετική ευημερία σ’ ένα μη ευκαταφρόνητο μερίδιο του πληθυσμού της χώρας; Πάντως, η ελληνική γλώσσα είναι η μία από τις 6 γλώσσες στις οποίες φιγουράρει, στο menu της ιστοσελίδας www.cadtm.org, ο τίτλος της οργάνωσης. Τουλάχιστον δυο φορές ο εκπρόσωπος της πρωτοβουλίας για την ΕΛΕ έχει φιλοξενηθεί, με αρθρογραφία του, στην κεντρική ιστοσελίδα της CADTM.

Η CADTM σίγουρα δεν ανήκει στην τυπολογία των διεθνών οργανώσεων κοινωνίας πολιτών όπως είναι η Greenpeace ή η Διεθνής Αμνηστία, που με τη συγκεντρωτική οργανωτική δομή τους καταφέρνουν η ενεργητικότητά τους να αποδομεί πολλές από τις ψευδεπίγραφες βεβαιότητες κι αυτής ακόμη της καθημερινότητας στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Ούτε είναι ΜΚΟ σαν κι αυτές που την όποια εμπειρογνωμοσύνη των μελών τους επιστρατεύουν, τη θέτουν στη διάθεση (κατά κανόνα με το αζημίωτο) κυβερνήσεων ή (κυρίως) διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών. Συνεκτικό στοιχείο της CADTM είναι η ιδεολογία της (στην ουσία η ιδεολογία των μελών των πιο ισχυρών από τις εθνικές οργανώσεις του δικτύου, όπως της γαλλικής και της βελγικής), που αναλύεται (επιγραμματικά) στην καλλιέργεια μιας παγκόσμιας πολιτικής συνείδησης, κατά βάση με ανθρωπιστικό και όχι οικονομίστικο περιεχόμενο, στο υλικό πεδίο δράσης της οργάνωσης (την υπερχρέωση των χωρών και την ακύρωση του απεχθούς χρέους). Η ακτινοβολία της ιδεολογίας της CADTM στα μέλη της είναι τόσο ισχυρή, ώστε αυτά (σε κεντρικό επίπεδο, τουλάχιστον) δεν πτοούνται από το γεγονός ότι ενώ ποτέ καμία από τις κινητοποιήσεις που ενθαρρύνουν σε υπερχρεωμένες χώρες δεν έχει ευδοκιμήσει, παρά ταύτα πάντα σπεύδουν να πλαισιώνουν όποια νέα κίνηση πολιτών ανακύψει στο πεδίο δράσης της οργάνωσης.

Το ιδεολογικό στίγμα της CADTM αντηχείται, στη διακήρυξη για την ίδρυση της ΕΛΕ του ελληνικού χρέους, αδόκιμα, σε μια φτηνή ρητορεία του κειμένου αυτού για το «δημοκρατικό δικαίωμα» του ελληνικού λαού «στην πλήρη πληροφόρηση» σχετικά με τη σύνθεση και τους όρους του υπερτροφικού ελληνικού δημόσιου χρέους: στην πραγμάτωση αυτού του «συλλογικού» (;) δικαιώματος, ή και στην «αναπλήρωση αυτού του δημοκρατικού ελλείμματος [πληροφόρησης]» που καταγράφεται, προσδοκάται ότι η ΕΛΕ θα συμβάλει.

Αν ο ελληνικός λαός έχει ένα «δικαίωμα», αυτό δεν είναι να «πληροφορηθεί» περί το απεχθές ελληνικό εξωτερικό χρέος, κι ακόμη λιγότερο να στηθεί κάποιο βράδυ στις τηλεοράσεις για να παρακολουθήσει συνεδριάσεις και αποφάσεις ποιος ξέρει ποιου είδους εξεταστικής ή προανακριτικής επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων η οποία, αφού η ΕΛΕ θα έχει ολοκληρώσει την αποστολή της, θα ασχολείται με τις ποινικές ευθύνες του πολιτικού προσωπικού στη δημιουργία του απεχθούς ελληνικού χρέους. Εξάλλου, ας μην υπάρξει καμία αμφιβολία ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η Βουλή, με το esprit de corps που πάγια τη χαρακτηρίζει, τις όποιες ποινικές ευθύνες που αντικειμενικά θα υπάρχουν θα τις καθαγιάσει (επί το λαϊκώτερον: θα τις ξεπλύνει).

Το ζωτικό και θεμελιώδες δικαίωμά του ελληνικού λαού, σήμερα, είναι να βρει τη θέση που του αρμόζει μέσα στο πολιτικά παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που βιώνουμε. Η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία, με την απεχθή της διάσταση του πελατειακού πολιτικού συστήματος και του εκμαυλισμού και της κοπαδοποίησης που το τελευταίο διέχυσε μέσα στο κοινωνικό σώμα, υποκατέστησε τους οικονομικούς μηχανισμούς δημιουργίας και αναδιανομής του πλούτου με την καλλιέργεια των «αρετών της αρπαχτής, της ανευθυνότητας, της διαφέντευσης των μεν από τους δε, του… χαβαλέ! Την κατάκτηση μιας έγκυρης θέσης από τη χώρα και τον κόσμο της μέσα στο παγκόσμιο στερέωμα δεν θα τη δώσει η… αύξηση των εξαγωγών ούτε ο τουρισμός ούτε η εκμετάλλευση των (υποθετικών) πετρελαϊκών κοιτασμάτων στο Ιόνιο και το Αιγαίο! Θα τη δώσει το ανθρώπινο δυναμικό της και η ικανοποίηση, από τις κυβερνήσεις και την ίδια την κοινωνική δυναμική, της απαίτησης για την τοποθέτησή του στην πρώτη γραμμή κάθε οικονομικής πολιτικής, αναπτυξιακής και δημοσιονομικής. Ο παππούς του σημερινού πρωθυπουργού, εξάλλου, δεν είναι εκείνος που πέρασε στην ιστορία και για τη ρήση του, το 1965, ότι «το ευγενέστερον προϊόν που παρήγαγεν αυτή η χώρα υπήρξεν ανέκαθεν ο άνθρωπος»;

————————————————————————————————————————————

1 E. Feilchenfeld, D.P. O’Connell, J. Foorman, M. Jehle, G. Franskenberg, R. Kneiper.

Παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις πολιτειακών οργάνων

ΕΔΔΑ, απόφαση της 24.5.2011, Κώνστας κατά Ελλάδος (μετάφραση Αλίκη Τερζή)

Παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις πολιτειακών οργάνων

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1. Στην αφετηρία της υποθέσεως βρίσκεται η προσφυγή αριθ. 53466/07 στρεφόμενη εναντίον της Ελληνικής Δημοκρατίας από έναν υπήκοο αυτού του κράτους, τον Δημήτριο Κώνστα [εφεξής «ο προσφεύγων»], ο οποίος προσέφυγε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 25 Νοεμβρίου 2007, δυνάμει του άρθρου 34 της Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (εφεξής «η Σύμβαση»).

2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κ. Γ. Κτιστάκι, δικηγόρο, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η ελληνική κυβέρνηση [εφεξής «η Κυβέρνηση»] εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιούς της, τον κ. Μ. Απέσσο, Νομικός Σύμβουλος στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, την κα. Ο. Πατσοπούλου, Πάρεδρο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και την κα. Σ. Τρεκλή, Δικαστική Αντιπρόσωπο Α΄ στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

3. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα που του εγγυώνται τα άρθρα 6§2 και 13 της Σύμβασης.

4. Στις 14 Μαΐου 2009, η Πρόεδρος του Πρώτου Τμήματος αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή της Κυβερνήσεως. Εξ άλλου, όπως το επιτρέπει το άρθρο 29§1 της Σύμβασης, αποφάσισε να αποφανθεί το Τμήμα ταυτόχρονα για το παραδεκτό και την ουσία της υποθέσεως.

5. Ο κ. Χρήστος Ροζάκης, εκλεγμένος Δικαστής για την Ελλάδα, δήλωσε κώλυμα και η Κυβέρνηση όρισε τον κ. Σπυρίδωνα Φλογαΐτη ως Δικαστή ad hoc στην υπόθεση.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ

Ι. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

6. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1946 και ζει στην Αθήνα.

7. Από το 1985 είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεταξύ 1990 και 1995 διετέλεσε Πρύτανης του ανωτέρω πανεπιστημίου. Στις βουλευτικές εκλογές του 1996, ο προσφεύγων διατέλεσε υπηρεσιακός (ad interim) Υπουργός Τύπου. Μεταξύ του 1997 και του 1999 υπηρέτησε ως Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

8. Τον Σεπτέμβριο του 1998, το Πρυτανικό Συμβούλιο διέταξε διοικητική έρευνα αναφορικά με την οικονομική διαχείριση του Παντείου πριν το 1997. Σε συνέχεια αυτής της διοικητικής έρευνας, και αφού υποβλήθηκε το σχετικό πόρισμα στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο τελευταίος άσκησε ποινικές διώξεις εναντίον πενήντα τεσσάρων ατόμων και συγκεκριμένα μελών του διδακτικού προσωπικού τα οποία κατείχαν θέσεις του Πρυτάνεως, Αντιπρυτάνεως την περίοδο 1992-1998. Ο προσφεύγων κατηγορήθηκε για την διάπραξη κατ’εξακολούθηση και από κοινού και των αδικήματων της ψευδούς βεβαίωσης, της πλαστογραφίας, της υπεξαίρεσης και της απάτης σε βάρος του Δημοσίου για ποσό που υπερβαίνει τις 50 000 000 δραχμές (146 735 ευρώ περίπου). Με απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών, παραπέμφθηκε με το υπ’ αριθ. 2284/2005 κλητήριο θέσπισμα, μαζί με άλλους δέκα-οκτώ κατηγορούμενους, απευθείας σε δίκη. Η υπόθεση προσέλκυσε, ιδιαίτερα, την προσοχή των μέσων μαζικής επικοινωνίας.

9. Στις 7 Σεπτεμβρίου 2005 το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών επικύρωσε την απόφαση του Εισαγγελέα και αποφάσισε την απαλλαγή από ποινικές κατηγορίες για ορισμένους εκ των κατηγορουμένων. Αναφορικά με τον προσφεύγοντα, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι έπαιξε «πρωταγωνιστικό ρόλο» στη διάπραξη των ανωτέρω κακουργηματικής μορφής αξιόποινων πράξεων (υπ’ αριθ. 1969/2005 απόφαση).

10. Στις 10 Οκτωβρίου 2005, ο προσφεύγων άσκησε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά της απευθείας παραπομπής του στο ακροατήριο με το υπ’ αριθ. 2284/2005 κλητήριο θέσπισμα. Στις 10 Νοεμβρίου 2005 το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (υπ’ αριθ. 2380/2005 απόφαση).

11. Στις 18 Νοεμβρίου 2005, ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση κατά της υπ’ αριθ. 2380/2005 απόφασης. Στις 5 Απριλίου 2006 ο Άρειος Πάγος (σε Συμβούλιο) επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (υπ’ αριθ. 850/2006 απόφαση).

12. Στις 6 Ιουνίου 2007, μαζί με οκτώ άλλους κατηγορούμενους, το Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών καταδίκασε τον προσφεύγοντα σε κάθειρξη δεκατεσσάρων ετών για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, απάτη σε βάρος του Δημοσίου και ψευδή βεβαίωση (υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση). Την ίδια ημέρα, ο προσφεύγων άσκησε έφεση και το Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής μέχρι την εκδίκαση της εφέσεως.

13. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο προσφεύγων φέρεται να αιτήθηκε προς το δικαστήριο την ακρόαση συγκεκριμένων μαρτύρων υπεράσπισης, αίτημα που απερρίφθη από το ίδιο δικαστήριο. Επιπλέον, το Εφετείο Κακουργημάτων φέρεται να απέρριψε τα αιτήματα του προσφεύγοντος για πρόσβαση σε συγκεκριμένα πειστήρια ενοχής που αναφέρονταν στο πόρισμα της διοικητικής έρευνας και για υποβολή έκθεσης ανεξαρτήτων εμπειρογνωμόνων για την διαχείριση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όταν ήταν Πρύτανης. Τέλος, προς το πέρας της διαδικασίας, το Εφετείο Κακουργημάτων φέρεται να ανέγνωσε ανώνυμες επιστολές περί της ενοχής του προσφεύγοντος, χωρίς να του παρασχεθεί η ευκαιρία να τις αντικρούσει.

14. Στις 11 Ιουνίου 2007, κατά την διάρκεια συζήτησης ενώπιον της Ολομελείας του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ο Υφυπουργός Οικονομικών αναφέρθηκε στην εν λόγω δίκη, λέγοντας ότι συγκεκριμένοι βουλευτές της Αντιπολίτευσης κατάθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης ενώπιον του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Ειδικότερα, δήλωσε: «Και ποιοι είναι οι άφθαρτοι; Οι συκοφάντες, οι πρωτοκλασάτοι Βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και πρώην Υπουργοί του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που έτρεξαν να υπερασπιστούν τους καταχραστές της Παντείου; Ήταν ή δεν ήταν προσωπικοί, πολιτικοί σας φίλοι; Τους διορίσατε υπηρεσιακούς Υπουργούς Τύπου, πρέσβεις εκ προσωπικοτήτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όταν ήδη είχαν αρχίσει να δημοσιοποιούνται τα σκάνδαλα στο Πάντειο; Φιλαράκια σας ήταν, αγαπητοί συνάδελφοι, και τρέξατε να τους υπερασπιστείτε στη Βουλή. Κλέβεστε και μεταξύ σας. Σύμφωνα με το χθεσινό «ΒΗΜΑ» ακόμα και τα λεφτά του κ. Σημίτη [πρώην Πρωθυπουργός] καταχράστηκαν οι φίλοι σας!»

15. Στις 2 Ιουλίου 2007, κατά την διάρκεια συζήτησης ενώπιον της Ολομελείας του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην παρούσα υπόθεση λέγοντας ότι πρόκειται για «πρωτοφανές σκάνδαλο εσκεμμένης και σχεδιασμένης υπεξαίρεσης 8.000.000 ευρώ προς ίδιον όφελος στο Πάντειο Πανεπιστήμιο».

16. Στις 12 Φεβρουαρίου 2008 ο Υπουργός Δικαιοσύνης απευθύνθηκε στην Αντιπολίτευση ενώπιον του Κοινοβουλίου: «Σας θυμίζω επίσης το σκάνδαλο του Παντείου Πανεπιστημίου. Με θάρρος και παρρησία η ελληνική δικαιοσύνη απεφάσισε και κατεδίκασε εκείνους, τους οποίους εσείς προστατεύατε όλα αυτά τα χρόνια».

17. Από τον φάκελο προκύπτει ότι η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Η υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καθαρογράφηκε την 4η Νοεμβρίου 2009. Πριν την καθαρογραφή της, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να λάβει πλήρως γνώση του περιεχομένου της.

ΙΙ. ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

18. Τα σχετικά άρθρα του Αστικού Κώδικα ορίζουν τα ακόλουθα: `Αρθρο 57 Δικαίωμα στην προσωπικότητα `Οποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αν η προσβολή αναφέρεται στην προσωπικότητα προσώπου που έχει πεθάνει το δικαίωμα αυτό έχουν ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. `Αρθρο 59 Ικανοποίηση ηθικής βλάβης Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

19. Τα άρθρα 104 και 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα αναφέρουν ακόλουθα: `Αρθρο 104 Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα. `Αρθρο 105 Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.

20. Το άρθρο 105 εγκαθιδρύει την έννοια της ειδικής αποζημίωσης του δημοσίου δικαίου, γεννώντας την εξωσυμβατική ευθύνη του Κράτους. Η ευθύνη αυτή προκύπτει από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις. Οι επίμαχες πράξεις μπορούν να είναι όχι μόνον οι νομικές αλλά και οι υλικές πράξεις της διοικήσεως, συμπεριλαμβανομένων και των ανεκτέλεστων κατ’αρχήν πράξεων (Kyriakopoulos, Commentaire du code civil, article 105 de la loi d’accompagnement du code civil, no 23; Filios, Droit des contrats, partie spéciale, volume 6, responsabilité délictueuse 1977, par. 48 B 112 ; E. Spiliotopoulos, Droit administratif, troisième édition, par. 217; arrêt no 535/1971 de la Cour de cassation; Nomiko Vima, 19e année, p. 1414; arrêt no 492/1967 de la Cour de cassation ; Nomiko Vima, 16e année, p. 75). Το παραδεκτό της αγωγής αποζημίωσης τίθεται υπό έναν όρο: το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Ι. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ

21. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η διαδικασία ενώπιον του Εφετίου κακουργημάτων Αθηνών ενέχει πολλές παρατυπίες. Ειδικότερα, παραπονείται ότι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών τον παρέπεμψε, σύμφωνα με μία ειδική διαδικασία, απευθείας σε δίκη, χωρίς προηγουμένως να τον παραπέμψει στο Συμβούλιο Εφετών. Κατά δεύτερον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι δεν του επετράπη να προσκομίσει συγκεκριμένες αποδείξεις ενώπιον του Εφετίου Κακουργημάτων, ούτε να εξετάσει ένα μάρτυρα υπεράσπισης, στοιχεία δηλαδή κρίσιμα για την διαδικασία. Τέλος, παραπονείται ότι ελήφθησαν υπ’ όψη ανώνυμα γράμματα χωρίς να του επιτρέψουν να αντιλέξει για την ακρίβεια του περιεχομένου τους. Ως προς τα ανωτέρω παράπονα, επικαλείται τις διατάξεις των άρθρων 6 §§1 και 3 (γ) και (δ) της Συμβάσεως.

22. Εξ’άλλου, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας παραβιάστηκε από την απόφαση υπ’ αριθ. 1969/2005 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπονείται, επίσης, ότι οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού, του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης αναφορικά με την υπόθεσή του, ενώ αυτή ήταν εκκρεμής στο Εφετείο, παραβίασαν την εν λόγω αρχή. Ως προς αυτό επικαλείται το άρθρο 6 §2 της Συμβάσεως. Τα σχετικά μέρη του άρθρου 6 της Συμβάσεως ορίζουν τα ακόλουθα: 1. Παv πρόσωπov έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς τoυ δικασθή δικαίως (…) υπό δικαστηρίoυ (…) τo oπoίov θα απoφασίση (…) επί τoυ βασίμoυ πάσης εvαvτίov τoυ κατηγoρίας πoιvικής φύσεως. 2. Παv πρόσωπov κατηγoρoύμεvov επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είvαι αθώov μέχρι της voμίμoυ απoδείξεως της εvoχής τoυ. 3. Ειδικώτερov, πας κατηγoρoύμεvoς έχει δικαίωμα: (…..) γ) όπως υπερασπίση o ίδιoς εαυτόv ή αvαθέση τηv υπεράσπισίv τoυ εις συvήγoρov της εκλoγής τoυ, εv ή δε περιπτώσει δεv διαθέτει τα μέσα vα πληρώση συvήγoρov της εκλoγής τoυ, εv ή δε περιπτώσει δεv διαθέτει τα μέσα vα πληρώση συvήγoρov vα τoυ παρασχεθή τoιoύτoς δωρεάv, όταv τoύτo εvδείκvυται υπό τoυ συμφέρovτoς της δικαιoσύvης, δ) vα εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιv oι μάρτυρες κατηγoρίας και επιτύχη τηv πρόσκλησιv και εξέτασιv τωv μαρτύρωv υπερασπίσεως υπό τoυς αυτoύς όρoυς ως τωv μαρτύρωv κατηγoρίας, (….)

Α. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς επί των άρθρων 6 §§1 και 3 (γ) και (δ)

Επί του παραδεκτού

23. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο σεβασμός των απαιτήσεων του άρθρου 6 §1 της Συμβάσεως σε μία διαδικασία πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξετασθεί στην βάση του συνόλου της διαδικασίας, δηλαδή όταν αυτή ολοκληρωθεί (βλ. Bernard c. France, 23 avril 1998, Recueil des arrêts et décisions 1998-II, § 37). Το Δικαστήριο σημειώνει σε αυτό το σημείο ότι η παράγραφος 3 του άρθρου 6 περιέχει μία σειρά από ειδικά στοιχεία του γενικού κανόνα της παραγράφου 1 (Artico c. Italie, 13 mai 1980, § 32, série A no 37). Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν πρέπει να αποκλείεται ότι ένα συγκεκριμένο στοιχείο μπορεί να αποβεί αποφασιστικό σε τέτοιο βαθμό ως προς το να επιτρέψει το Δικαστήριο να κρίνει τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας σε ένα πρόωρο στάδιο, πριν ακόμη αποφανθούν κατά τρόπο τελεσίδικο και αμετάκλητο τα εθνικά δικαστήρια (Sossoadouno c. Grèce, no 29845/06, § 30, 31 juillet 2008). Σημειώνοντας ότι η ποινική διαδικασία σε βάρος του προσφεύγοντος είναι ακόμη εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το Δικαστήριο δεν ανιχνεύει καμία περίπτωση τέτοιου είδους. Συνεπώς, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, ο ισχυρισμός αυτός είναι πρόωρος και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τα άρθρα 35 §§1 και 4 της Συμβάσεως.

. Αναφορικά με τον ισχυρισμό επί του άρθρου 6 § 2 της Συμβάσεως

1. Θέσεις των διαδίκων

α) Η Κυβέρνηση

24. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται εξ’ αρχής ότι ο προσφεύγων δεν εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Εκτιμά ότι είχε στη διάθεσή του την αγωγή αποζημιώσεως των άρθρων 57 και 59 του Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. Αναφερόμενη στην νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, η Κυβέρνηση επικαλείται ότι η ελληνική έννομη τάξη αποδέχεται ότι η αναγνώριση του τεκμηρίου αθωότητας συνιστά μέρος της προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου. Επομένως, κάθε προσβολή της αρχής αυτής μπορεί να οδηγήσει στην αποζημίωση του ενδιαφερόμενου. Στη βάση αυτών των συμπερασμάτων, η Κυβέρνηση εκτιμά ότι ο προσφεύγων όφειλε να είχε προσφύγει στα εθνικά δικαστήρια με αγωγή αποζημιώσεως πριν την εισαγωγή της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.

25. Επί της ουσίας, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι επίμαχες φράσεις εντάσσονται σε μία πολιτική αντιπαράθεση που έλαβε χώρα στο Κοινοβούλιο και αφορούσε ένα ζήτημα που είχε προσελκύσει το ενεδιαφέρον της κοινής γνώμης. Επιπλέον, η Κυβέρνηση σημειώνει ότι οι σχετικές φράσεις εκστομίστηκαν μετά την καταδίκη του προσφεύγοντος σε πρώτο βαθμό. Για την Κυβέρνηση, αυτό το στοιχείο είναι πολύ καθοριστικό στην προκειμένη περίπτωση διότι το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο καταδίκασε τον προσφεύγοντα στο τέλος μίας διαδικασίας που σεβάστηκε όλες τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης, όπως αυτές περιλαμβάνονται στο άρθρο 6 §1 της Συμβάσεως. Ισχυρίζεται ότι ο Πρωθυπουργός αναφερόταν γενικά στην υπόθεση χωρίς να επισημαίνει στοιχεία προσδιοριστικά της ταυτότητας του προσφεύγοντος. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, θα ήταν μη λογικό να γίνει δεκτό ότι η αναφορά στο αποτέλεσμα μίας ποινικής διαδικασίας, στο πλαίσιο μίας πολιτικής αντιπαράθεσης, είναι ικανή να παραγκωνίσει την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Αναφορικά με τον Υφυπουργό Οικονομικών, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι επιμάχες φράσεις ειπώθηκαν στο πλαίσιο μίας δηκτικής πολιτικής αντιπαράθεσης, ότι δεν αναφέρθηκε το όνομα του προσφεύγοντος και ότι, ουσιαστικά, το εν λόγω πολιτικό πρόσωπο αναφέρθηκε στο διατακτικό μίας ποινικής δίκης. Τέλος, η Κυβέρνηση τονίζει την χρονική απόσταση που χωρίζει την εκστόμιση των επίμαχων φράσεων και την διαδικασία ενώπιον του Εφετείου. Σημειώνει ότι η υπόθεση είναι πάντοτε εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου και, κατά συνέπεια, το συγκεκριμένο Εφετείο δεν θα μπορούσε να είχε επηρεαστεί από αυτές μετά την παρέλευση ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος.

) Ο προσφεύγων

26. Ο προσφεύγων υποστηρίζει κατ’αρχήν ότι τα εσωτερικά ένδικα μέσα που επικαλείται η Κυβέρνηση δεν είναι αποτελεσματικά. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι σχεδόν όλες οι δικαστικές αποφάσεις που παρουσίασε η Κυβέρνηση δεν αφορούν παρά την αστική ευθύνη των δημοσιογράφων για προσβολή της τιμής των ατόμων που θίγονταν. Σημειώνει ότι καμία από τις αποφάσεις που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει την ευθύνη μέλους της Κυβέρνησης για προσβολή του τεκμηρίου της αθωότητας. Επιπλέον, προσθέτει ότι σε μία από τις προσκομισθείσες αποφάσεις κρίθηκε από τα εθνικά δικαστήρια συνταγματικός ο αποκλεισμός της προσωπικής αστικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης, γεγονός που επιβεβαιώνει την θέση του. Τέλος, αναφέρει ότι δεν διέθετε κανένα εσωτερικό ένδικο μέσο με το οποίο θα ζητούσε από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο να αποφανθεί επί της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας στην προκειμένη περίπτωση.

27. Επί της ουσίας, ο προσφεύγων τονίζει ότι ο Πρωθυπουργός, ο Υφυπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Δικαιοσύνης προέβησαν σε δηλώσεις ικανές να ασκήσουν επιρροή κατά την επανεξέταση κατ’έφεση της υποθέσεως. Προσθέτει ότι η πρόθεση των ανωτέρω προσώπων να θίξουν το τεκμήριο αθωότητας απορρέει από το γεγονός ότι οι επιμάχες φράσεις ειπώθηκαν λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση της απόφασης του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Ενώ, δηλαδή, η απόφαση υπ’ αριθ. 2444/2007 του ανωτέρω δικαστηρίου δεν είχε ακόμη καθαρογραφεί και συνεπώς τα μέλη της Κυβερνήσεως δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τα γεγονότα της υποθέσεως, όπως αυτά τα εξακρίβωσε το αρμόδιο δικαστήριο, οδηγώντας το στην καταδικαστική του απόφαση. Για τον προσφεύγοντα το γεγονός ότι η απόφαση υπ’ αριθ. 2444/2007 δεν είχε καθαρογραφεί την εποχή των επίμαχων δηλώσεων του στέρησε και την δυνατότητα να απαντήσει στους σχετικούς ισχυρισμούς, κάνοντας την αναγκαία αναφορά στο περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης. Γενικότερα, ο προσφεύγων εκτιμά ότι, δεδομένης της σημασίας των δημοσίων αξιωμάτων των συγκεκριμένων μελών της Κυβέρνησης, οι τελευταίοι όφειλαν να δείξουν αυτοσυγκράτηση στην στάση τους έναντι μίας ποινικής διαδικασίας που ήταν πάντοτε εκκρεμής.

2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου

α) Επί του παραδεκτού

28. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Κυβέρνηση εγείρει την ένσταση της μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων διότι ο προσφεύγων δεν άσκησε αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για προσβολή της προσωπικότητάς του. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο κανόνας της εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, που περιέχει το άρθρο 35§1 της Συμβάσεως, στηρίζεται στην υπόθεση -ενσωματωμένη η τελευταία στο άρθρο 13 με το οποίο παρουσιάζει στενή σχέση το άρθρο 35§1- ότι η εσωτερική έννομη τάξη προσφέρει ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο, στην πράξη αλλά και στον νόμο, αναφορικά με την επικαλούμενη παραβίαση (Kudła c. Pologne [GC], no 30210/96, § 152, CEDH 2000-XI ; Hassan et Tchaouch c. Bulgarie [GC], no 30985/96, §§ 96-98, CEDH 2000 XI). Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τον κανόνα της εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, ο προσφεύγων οφείλει, πριν προσφύγει στο Δικαστήριο του Στρασβούργου, να παράσχει στον υπόλογο Κράτος –διαμέσου της χρήσης εκείνων των ένδικων μέσων που είναι και μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικά και επαρκή κατά την εθνική νομοθεσία- την δυνατότητα θεραπείας των προβαλλομένων παραβιάσεων (μεταξύ άλλων, Fressoz et Roire c. France [GC], no 29183/95, § 37, CEDH 1999 I). Το άρθρο 35§1 της Συμβάσεως δεν επιβάλλει την εξάντληση παρά μόνον εκείνων των ένδικων μέσων που σχετίζονται με τις προβαλλόμενες παραβιάσεις και είναι διαθέσιμα και κατάλληλα. Πρέπει να υφίστανται σε επαρκή βαθμό σαφήνειας, όχι μόνον στην θεωρία αλλά και στην πρακτική, χωρίς την οποία απουσιάζει η επιθυμητή αποτελεσματικότητα και η προσβασιμότητα. Εναπόκειται στο αμυνόμενο Κράτος να αποδείξει ότι αυτές οι προϋποθέσεις πληρούνται (μεταξύ άλλων, Dalia c. France, 19.2.1998, Recueil 1998-I, p. 87, § 38).

29. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η αγωγή που παρουσιάζει η Κυβέρνηση βασίζεται στο άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα, διάταξη που προβλέπει την δυνατότητα αποζημίωσης του ενδιαφερόμενου σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητάς του. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας συνιστά, κυρίως, μία διαδικαστική εγγύηση, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων της δίκαιης δίκης που απαιτεί το άρθρο 6 της Συμβάσεως (Arrigo et Vella c. Malte (déc.), no 6569/04, 10.5.2005, Allenet de Ribemont c. France, 10.2.1995, §35, série A no 308). Όπως τονίστηκε ήδη, η αρχή αυτή είναι μία ειδική εφαρμογή του γενικού κανόνα που αναγγέλλει η πρώτη παράγραφος αυτής της διάταξης (Deweer c. Belgique, 27.2.1980, §56, série A no 35). Το Δικαστήριο τονίζει ότι η Κυβέρνηση δεν σημειώνει ποιό ένδικο μέσο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο προσφεύγων ενώπιον της αρμόδιας ποινικής δικαιοσύνης προκειμένου να διαπιστώσει την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας στο δικονομικό σκέλος. Συνεπώς, η αγωγή για αποζημίωση, βασισμένη στο άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα, και προβαλλόμενη από την Κυβέρνηση, δεν θα μπορούσε παρά να είναι εν μέρει σχετική και κατάλληλη με την παρουσιαζόμενη παραβίαση της Σύμβασης. Κατά τούτο, δεν δύναται να θεραπεύσει πλήρως την προβαλλόμενη προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας. Το Δικαστήριο, λοιπόν, απορρίπτει την ένσταση της Κυβέρνησης.

30. Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι στο πρώτο σκέλος του ισχυρισμού υπό το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως ο προσφεύγων παραπονείται ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας παραβιάστηκε από την υπ’ αριθ. 1969/2005 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Εν τούτοις, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε την 7η Σεπτεμβρίου 2005, δηλαδή περισσότερο από έξι μήνες πριν την 25η Νοεμβρίου 2007 που εισήχθη η παρούσα προσφυγή. Συνεπώς αυτό το σκέλος του ισχυρισμού υπό το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως είναι εκπρόθεσμο και πρέπει να απορριφθεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§1 και 4 της Συμβάσεως.

31. Τέλος, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού υπό το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως, δηλαδή αυτό που αφορά τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Υφυπουργού Οικονομικών, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν είναι προδήλως αβάσιμο σύμφωνα με το άρθρο 35§3(α) της Συμβάσεως και δεν προσκρούει σε οποιοδήποτε άλλο λόγο απαραδέκτου. Κηρύσσεται, λοιπόν, παραδεκτός ο ισχυρισμός.

) Επί της ουσίας

i. Γενικές αρχές

32. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αν η αρχή του τεκμηρίου ανθρωπότητας που ενσαρκώνει η παράγραφος 2 του άρθρου 6 περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων της δίκαιης δίκης που απαιτεί το άρθρο 6§1, δεν περιορίζεται σε μία διαδικαστικού χαρακτήρα εγγύηση στην ποινική δίκη. Το εύρος της είναι μεγαλύτερο και απαιτεί να μην προβαίνει κανένας εκπρόσωπος του Κράτους σε δηλώσεις περί της ενοχής ενός προσώπου πριν η ενοχή αυτή διαπιστωθεί από ένα δικαστήριο (Allenet de Ribemont, προηγουμένως, §§ 35-36). Εξ άλλου, το Δικαστήριο τονίζει ότι η επέμβαση στο τεκμήριο αθωότητας μπορεί να εκπορεύεται όχι μόνον από έναν δικαστή ή ένα δικαστήριο αλλά και από άλλες κρατικές αρχές (Daktaras c. Lituanie, no 42095/98, §§ 41-42, CEDH 2000-X). Και αυτό συμβαίνει διότι το τεκμήριο αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης και ευνοεί ταυτόχρονα τον σεβασμό της τιμής και της ακεραιότητας του διωκόμενου προσώπου.

33. Υπό αυτή την σκέψη, το Δικαστήριο επισημαίνει την σημασία της επιλογής των όρων που χρησιμοποιούν οι κρατικοί αξιωματούχοι στις δηλώσεις που κάνουν πριν κάποιος δικαστεί και κριθεί ένοχος. Πιστεύει, λοιπόν, ότι εκείνο που έχει σημασία για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης είναι το πραγματικό νόημα των επίμαχων δηλώσεων και όχι η κυριολεκτική τους μορφή (Lavents c. Lettonie, no 58442/00, § 126, 28.11.2002). Ωστόσο, το αν η δήλωση ενός κρατικού αξιωματούχου συνιστά παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο των ειδικών συνθηκών εντός των οποίων διατυπώθηκε η επίμαχη δήλωση (Adolf c. Autriche, 26.3.1982, série A no 49, §§ 36-41). ii. Εφαρμογή των ανωτέρω αρχών στην προκειμένη περίπτωση α) Ως προς το γεγονός ότι οι δηλώσεις έγιναν μετά την καταδίκη του προσφεύγοντος σε πρώτο βαθμό

34. Το Δικαστήριο επισημαίνει κατ’ αρχήν ότι οι επίμαχες φράσεις ειπώθηκαν μετά την καταδίκη του προσφεύγοντος στον πρώτο βαθμό και εκκρεμούσης κατ’ έφεση της υποθέσεως. Το ζήτημα λοιπόν που τίθεται είναι αν θα μπορούσε να υπάρξει προσβολή της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως δεν εμποδίζει καθόλου τις αρμόδιες αρχές να αναφέρονται στην υπάρχουσα καταδίκη του προσφεύγοντος, ενώ ακόμη δεν έχει καταστεί η καταδίκη του τελεσίδικη. Με άλλα λόγια, η πρωτόδικη καταδίκη είναι το αντικειμενικό στοιχείο το οποίο συνιστά το κεντρικό στοιχείο της κατ’ έφεση διαδικασίας. Άλλωστε, δεν πρέπει το άρθρο 6§2, υπό το φως του άρθρου 10 της Συμβάσεως, ούτε να εμποδίζει τις αρχές να ενημερώσουν το κοινό για την επίμαχη καταδίκη, ούτε, πολύ περισσότερο, να εμποδίζει την σχετική συζήτηση στον Τύπο μεγάλης κυκλοφορίας ή στο κοινό γενικά ή, όπως στο παράδειγμά μας, σε μία κοινοβουλευτική αντιπαράθεση (mutatis mutandis, Allenet de Ribemont, προηγουμένως, §38; Papon c. France (no 2) (déc.), no 54210/00, CEDH 2001-XII). Εν τούτοις, οι σχετικές αναφορές πρέπει να γίνονται με όλη τη διακριτικότητα και όλη την επιφύλαξη που επιβάλλει ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας (Peša c. Croatie, no 40523/08, §139, 8.4.2010).

35. Εξ άλλου, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι έχει ήδη αποφανθεί ότι σε ένα προκαταρκτικό στάδιο μίας ποινικής υποθέσεως, οι δηλώσεις των κρατικών αρχών δεν πρέπει ούτε να παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του κατηγορούμενου, ούτε να προδικάζουν την δικαστική κρίση (Allenet de Ribemont, προηγουμένως, §41). Επίσης, στις υποθέσεις που τα εθνικά δικαστήρια δεν απεφάνθησαν επί της ενοχής κατά τρόπο οριστικό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δέχθηκε ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να γίνεται σεβαστή μέχρι την νόμιμη τελεσίδικη καταδίκη του ενδιαφερομένου (Englert c. Allemagne, no 10282/83, Έκθεση της Επιτροπής, 9.10.1985, DR 31, σ. 11, §49 και Nölkenbockhoff c. Allemagne, no 10300/83, Έκθεση της Επιτροπής, 9.10.1985, DR 31, σ. 12, §45).

36. Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να επαναλάβει επίσης ότι η Σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εγγυάται δικαιώματα συγκεκριμένα και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά και πλασματικά (μεταξύ άλλων, Artico, προηγουμένως, §33 ; Capeau c. Belgique, no 42914/98, § 21, CEDH 2005 I). Επομένως, και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν παύει να βρίσκεται σε ισχύ στην κατ’ έφεση διαδικασία μόνον από το γεγονός ότι η πρωτόδικη διαδικασία οδήγησε στην καταδίκη του προσφεύγοντος. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα αντέκρουε τον ίδιο τον ρόλο της έφεσης, κατά την οποία ο αρμόδιος δικαστής είναι υποχρεωμένος να επανεξετάσει και τα πραγματικά και τα νομικά ζητήματα της πρωτόδικης απόφασης. Το τεκμήριο αθωότητας θα ήταν έτσι μη εφαρμοστέο σε μία διαδικασία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος ζητά μία νέα δικανική κρίση της υποθέσεώς του και αποσκοπεί στην ανατροπή της προηγούμενης καταδίκης του.

37. Μένει, πάντως, στο Δικαστήριο να εξετάσει αν οι δηλώσεις για την καταδίκη του προσφεύγοντος έλαβαν χώρα σε τέτοιες περιστάσεις και διατυπώθηκαν με τέτοιο τρόπο που μπορούσαν να θεωρηθούν ικανές να επηρεάσουν την εκτίμηση του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου η υπόθεση ήταν εκκρεμής. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο θα ερευνήσει αν οι επίμαχες φράσεις των αξιωματούχων οδηγούσαν στην σκέψη ότι αυτοί είχαν προδικάσει την επανεξέταση της υποθέσεως που θα γινόταν από το αρμόδιο δικαστήριο. β) Ως προς τον σεβασμό της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας

38. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο επισημαίνει ευθύς εξαρχής ότι οι επίμαχες δηλώσεις έγιναν από τον Πρωθυπουργό και δύο Υπουργούς του. Προέρχονταν δηλαδή από τους πιο υψηλούς κρατικούς αξιωματούχους. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι αυτοί οι αξιωματούχοι ήταν δεσμευμένοι να σέβονται το τεκμήριο της αθωότητας (Y.B. et autres c. Turquie, nos 48173/99 et 48319/99, § 43, 28.10.2004). Εξ άλλου, οι δηλώσεις αυτές έγιναν όταν η υπόθεση εκκρεμούσε στο εφετείο. Επιπλέον δε, το (πρωτόδικο) Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών είχε διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του προσφεύγοντος μέχρι την έκδοση της εφετειακής απόφασης (Nölkenbockhoff, προηγουμένως, §46). Συνεπώς, παρά την πρωτόδικη καταδίκη του προσφεύγοντος, η αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.

– Ως προς το ζήτημα της προσωποποίησης των επίμαχων αναφορών

39. Σχετικά με τις αναφορές του Υφυπουργού Οικονομικών, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πρόθεση των δηλώσεών του, στο πλαίσιο μίας κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης, ήταν να ασκήσει κριτική στο Σοσιαλιστικό Κόμμα για τους δεσμούς που διατήρησε με πρόσωπα που είναι εμπλεκόμενα στην υπόθεση. Το Δικαστήριο σημειώνει ιδιαίτερα ότι ο Υφυπουργός Οικονομικών χρησιμοποίησε φράσεις όπως «Τους διορίσατε υπηρεσιακούς Υπουργούς Τύπου, πρέσβεις εκ προσωπικοτήτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όταν ήδη είχαν αρχίσει να δημοσιοποιούνται τα σκάνδαλα στο Πάντειο;». Το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι λεπτομέρειες αυτές καθιστούσαν πολύ εύκολα αναγνωρίσιμο τον προσφεύγοντα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τον φάκελο, κανένας άλλος καταδικασθείς με την υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση δεν συγκεντρώνει αυτή την περιγραφή (Y.B. et autres, προηγουμένως, §48, και Pandy c. Belgique, no 13583/02, § 45, 21.9.2006). Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν δεν αναφέρθηκε ονομαστικώς, ο προσφεύγων προσδιορίστηκε [φωτογραφήθηκε] χωρίς αμφιβολία με τις φράσεις του Υφυπουργού Οικονομικών.

40. Όσον αφορά τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, στις 2 Ιουλίου 2007, και του Υπουργού Δικαιοσύνης, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτές δεν αναφέρουν ευθέως τον προσφεύγοντα. Ο Πρωθυπουργός περιέγραψε την παρούσα υπόθεση ως πρωτοφανές σκάνδαλο υπεξαίρεσης προς όφελος των εμπλεκομένων προσώπων. Από την πλευρά του ο Υπουργός Δικαιοσύνης εξεφράσθη ενώπιον του Κοινοβουλίου επί του «σκανδάλου του Πάντειου», συμπληρώνοντας ότι η ελληνική δικαιοσύνη καταδίκασε με «θάρρος και παρρησία» όλους αυτούς που προηγουμένως η Αντιπολίτευση δήθεν προστάτευε. Ακόμη κι αν οι δηλώσεις αυτές δεν υπεδείκνυαν ονομαστικά τον προσφεύγοντα, εν τούτοις έκαναν ρητή αναφορά στην ποινική υπόθεση και στα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι η υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καταδίκασε πρωτοδίκως τον προσφεύγοντα μεταξύ άλλων εννέα κατηγορουμένων, δηλαδή, μίας καλά προσδιορισμένης ομάδας προσώπων. Προσδίδει, επίσης, ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η υπ’αριθ. 1969/2005 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι ο προσφεύγων έπαιξε «πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάπραξη των κακουργηματικής μορφής αξιόποινων πράξεων». Επιπλέον, η υπόθεση είχε γίνει ειδικό θέμα των μέσων μαζικής επικοινωνίας στην Ελλάδα και ο προσφεύγων είχε στο παρελθόν διατελέσει Πρύτανης της Παντείου, υπηρεσιακός (ad interim) Υπουργός Τύπου και Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Τα ανωτέρω αρκούν στο Δικαστήριο για να συμπεράνει ότι, εξαιτίας της ανάμειξής του στην επίδικη υπόθεση, του κύρους και των αξιωμάτων που κατείχε στο παρελθόν, οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Δικαιοσύνης αναφέρονταν στον προσφεύγοντα σε τέτοιο βαθμό που τον καθιστούσαν αναγνωρίσιμο. – Ως προς το περιεχόμενο των επίμαχων δηλώσεων

41. Σχετικά με τον Πρωθυπουργό, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι δηλώσεις του παρέπεμπαν στην υπόθεση αυτή, χωρίς ωστόσο να υπάρχει άμεση αναφορά στην εκκρεμή ποινική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου. Βεβαίως, η έκφραση «σκάνδαλο άνευ προηγουμένου» θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, καθώς θα μπορούσε να δώσει αρνητική χροιά στο περιεχόμενο των δηλώσεων του Πρωθυπουργού, αλλά και στην ίδια την υπόθεση. Ωστόσο, το Δικαστήριο εκτιμάει ότι, στο σύνολό τους, οι αμφισβητούμενες εκφράσεις μάλλον αποτελούν μία γενική αναφορά στο αντικείμενο της υποθέσεως παρά μία απόπειρα να προδικάσουν την απόφαση του Εφετείου. Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι όσον αφορά τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§2 της Συμβάσεως.

42. Αναφορικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Υφυπουργός χρησιμοποίησε κυρίως τις εκφράσεις «απατεώνες» και «εσείς κλέβετε μέχρι κι ο ένας τον άλλον». Δεν περιορίστηκε σε μία απλή μνεία της καταδίκης του προσφεύγοντος σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 2444/2007 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων, επιλογή που θα ήταν απόλυτα σύμφωνη με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Ως προς αυτήν την παρατήρηση, αξίζει να σημειωθεί ότι, καθώς η απόφαση αυτή δεν είχε ακόμη καθαρογραφεί, ο Υφυπουργός Οικονομικών χρησιμοποίησε τις ανωτέρω εκφράσεις χωρίς να γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίστηκε το Εφετείο Κακουργημάτων για να ανακοινώσει την ετυμηγορία του. Για το Δικαστήριο, τόσο απόλυτες και τόσο λίγο επιφυλακτικές εκφράσεις ήταν πιθανό να οδηγήσουν το κοινό να πιστέψει στην οριστική ενοχή του προσφεύγοντος. Ιδιαιτέρως, η λέξη «απατεώνας» αποτελούσε προσωπική του ερμηνεία, με έντονα αρνητική χροιά, της υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφασης έναντι του προσφεύγοντος. Επιπλέον, η έκφραση «εσείς κλέβετε μέχρι κι ο ένας τον άλλον», αναφερόμενη με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο στον προσφεύγοντα, παρουσιάστηκε ως μία νέα εκτίμηση των γεγονότων στην οποία θα προέβαινε το Εφετείο προκειμένου να εκδώσει απόφαση με ισχύ δεδικασμένου. Συνοψίζοντας, οι επίμαχες εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο Υφυπουργός Οικονομικών φαίνεται να αντανακλούν την προσωπική του εκτίμηση της κατάστασης προδικάζοντας ενδεχομένως την απόφαση του Εφετείου.

43. Όσον αφορά τα λεγόμενα του Υπουργού Δικαιοσύνης, το Δικαστήριο εκτιμάει, πρώτον, ότι δεν χρησιμοποίησε τόσο απόλυτες εκφράσεις όσο ο Υφυπουργός Οικονομικών για να αναφερθεί στην καταδίκη όσων εμπλέκονταν σε αυτήν την υπόθεση. Συνεπώς, οι εκφράσεις του δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προσωπική εκτίμηση, με αρνητική χροιά, της υπ’ αριθμ. 2444/2007 απόφασης. Όμως, πρέπει εξίσου να σημειωθεί ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης είχε δηλώσει πως η ελληνική δικαιοσύνη είχε καταδικάσει «με θάρρος και τόλμη» όσους εμπλέκονταν σε αυτή την υπόθεση. Αυτή η έκφραση θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση ότι ο συγκεκριμένος Υπουργός ήταν ικανοποιημένος με την υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση και προέτρεπε το Εφετείο, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η υπόθεση, να επιβεβαιώσει την προαναφερθείσα ετυμηγορία. Επ’αυτού, πρέπει να ληφθούν, ιδίως, υπόψη τα συγκεκριμένα πολιτικά καθήκοντα του Υπουργού αυτού εκείνη την περίοδο. Με την ιδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, ενσάρκωνε την πολιτική εξουσία που είχε κατ’εξοχήν υπό την αιγίδα της την οργάνωση και σωστή λειτουργία των δικαστηρίων. Επομένως, θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός ως προς τη χρήση εκφράσεων που θα έδιναν ενδεχομένως την εντύπωση ότι αποβλέπει να επηρεάσει την έκβαση της υποθέσεως που εκκρεμούσε ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο υποστηρίζει ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο Υπουργός Δικαιοσύνης φάνηκαν να προδίκασαν την απόφαση του Εφετείου.

44. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον ισχυρισμό της ελληνικής κυβέρνησης σύμφωνα με τον οποίο δίνεται σημασία στη χρονική απόσταση που χωρίζει τις επίμαχες αυτές εκφράσεις από την κατ’ έφεση εξέταση της υποθέσεως. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υπόθεση παραμένει εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου και, συνεπώς, οι επίμαχες εκφράσεις δεν δύνανται να επηρεάσουν τούτο το δικαστήριο μετά την παρέλευση ενός τόσο μεγάλου εύλογου χρονικού διαστήματος. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η συμβατότητα των επικριτικών εκφράσεων με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας καθορίζεται σε συνάρτηση με τη στιγμή που είχαν ειπωθεί. Επομένως, το χρονικό διάστημα που ενδέχεται να τις χωρίζει από την επί της ουσίας εξέταση ή επανεξέταση της υποθέσεως δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο στην εκτίμηση της αιτίασης που αντλείται από το άρθρο 6§2 της Σύμβασης. Πάντως, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το να αποδεχτεί τον ισχυρισμό της ελληνικής κυβέρνησης θα οδηγούσε σε παράλογο συμπέρασμα σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης, ότι δηλαδή όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια μιας ποινικής διαδικασίας τόσο μπορεί να ελαχιστοποιηθεί η προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας τελεσθείσα σε ένα ορισμένο στάδιο της ίδιας διαδικασίας.

45. Συνοψίζοντας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Υφυπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Δικαιοσύνης στις δηλώσεις τους της 11 Ιουνίου 2007 και 12 Φεβρουαρίου 2008 αντίστοιχα επέλεξαν φρασεολογία που ξεπερνούσε κατά πολύ την απλή αναφορά στην καταδίκη με την υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση. Το Δικαστήριο δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο γεγονός ότι οι εν λόγω δηλώσεις προήλθαν από υψηλόβαθμα πολιτικά πρόσωπα και, ιδιαιτέρως στην περίπτωση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από μία αρχή που λόγω του ρόλου της υποτίθεται ότι κρατάει ιδιαίτερα συγκρατημένη στάση όσον αφορά το σχολιασμό δικαστικών αποφάσεων. Τα στοιχεία αυτά αρκούν για να καταλήξει το Δικαστήριο ότι υπήρξε, εν προκειμένω, παραβίαση του άρθρου 6§2 της Σύμβασης ως προς την εκκρεμή διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης.

ΙΙ. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

46. Ο προσφεύγων παραπονείται ότι οι ισχυριζόμενες παρατυπίες της διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων καθώς επίσης το ότι αγνοήθηκε το τεκμήριο του τεκμηρίου αθωότητας αποτελούν προσβολή του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Επί του παραδεκτού

47. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε καμία διευκρίνιση ως προς αυτήν την αιτίαση και με τον τρόπο που αυτή παρουσιάστηκε δεν παρατηρείται καμία παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το τμήμα αυτό της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο υπό την έννοια του άρθρου 35 §§ 3 α) και 4 της Σύμβασης.

ΙΙΙ. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

48. Ο προσφεύγων παραπονείται ότι δεν διέθετε κανένα ένδικο μέσο στο εσωτερικό δίκαιο προκειμένου να εγείρει τις αιτιάσεις που αντλούνται από την επικαλούμενη παραβίαση των άρθρων 6 §§ 1, 2 και 3 καθώς επίσης του άρθρου 8 της Σύμβασης. Επικαλείται το άρθρο 13 της Σύμβασης που ορίζει τα εξής: «Παv πρόσωπov τoυ oπoίoυ τα αvαγvωριζόμεvα εv τη (…)Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαv, έχει τo δικαίωμα πραγματικής πρoσφυγής εvώπιov εθvικής αρχής, έστω και άv η παραβίασις διεπράχθη υπό πρoσώπωv εvεργoύvτωv εv τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων του.»

Α. Επί του παραδεκτού

49. Όσον αφορά τα τμήμα της αιτίασης που αντιστοιχούν στο τεκμήριο αθωότητας του προσφεύγοντος σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης, το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν είναι προδήλως αβάσιμα υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης. Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν προσκρούσει σε κανένα άλλο λόγο απαραδέκτου. Συνεπώς, πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

50. Επίσης, το Δικαστήριο σημειώνει πως ο προσφεύγων παραπονείται ότι δεν είχε στη διάθεσή του μια πραγματική προσφυγή προκειμένου να παραπονεθεί για την προσβολή των άρθρων 8, 6 §§ 1 και 3 καθώς επίσης του άρθρου 6 § 2 της Σύμβασης αναφορικά με την υπ’ αριθμ. 1969/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά και των δηλώσεων του Πρωθυπουργού. Ως προς αυτό, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης απαιτεί εθνικό ένδικο μέσο μόνο για όσες καταγγελίες θεωρούνται «υπερασπίσιμες» στο πλαίσιο της Σύμβασης (μεταξύ άλλων, Σαμπάνης και άλλοι κατά Ελλάδας, Νο 32526/05, § 55, 5 Ιουνίου 2008). Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση για τις αιτιάσεις που αντλούνται από το άρθρο 8, αλλά και το άρθρο 6 §§ 1 και 3. Το ίδιο ισχύει για τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού λαμβάνοντας υπόψη το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο σχετικά με το άρθρο 6 § 2 (βλέπε την ανωτέρω παράγραφο 41).

51. Ως εκ τούτου, το μέρος αυτό της προσφυγής κηρύσσεται προδήλως αβάσιμο και απορρίπτεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3 α) και 4 της Σύμβασης.

. Επί της ουσίας

52. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν ο προσφεύγων είχε στη διάθεσή του κάποιο ένδικο μέσο στο εσωτερικό δίκαιο προκειμένου να εγείρει την αιτίαση που αντλείται από την παραβίαση του άρθρου 6 §2 σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης σε βάρος του ιδίου.

53. Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της εν λόγω διάταξης. Σημειώνει ότι ο ενδιαφερόμενος είχε στη διάθεσή του την αγωγή αποζημίωσης όπως αυτή προβλέπεται από τα άρθρα 57 και 59 του αστικού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα.

54. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται πως δεν είχε στη διάθεσή του κάποιο ένδικο μέσο που θα του εξασφάλιζε επαρκή αποκατάσταση της διαπιστωθείσας παραβίασης.

55. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης προβλέπει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής για όσες παραβιάσεις θεωρούνται «υπερασπίσιμες» στο πλαίσιο της Σύμβασης. Μια τέτοια προσφυγή πρέπει να της παρέχει την αρμοδιότητα να εξετάσει το περιεχόμενο της αιτίασης που θεμελιώνεται στη Σύμβαση και να προσφέρει την κατάλληλη αποκατάσταση, ακόμη κι αν τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν μια ορισμένη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώνονται στις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η διάταξη αυτή. Η προσφυγή που απαιτείται από το άρθρο 13 πρέπει να είναι «πραγματική» από πρακτικής και νομικής άποψης (βλέπε ανωτέρω, Hassan και Tchaouch, §§ 96-98, ΕΔΑΔ 2000-ΧΙ, και Μητροπολιτική Εκκλησία της Βεσσαραβίας και άλλοι κατά Μολδαβίας, Νο 45701/99, § 136-137, ΕΔΑΔ 2001-ΧΙΙ).

56. Λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους απέρριψε την ένσταση της μη εξάντλησης των εθνικών ένδικων μέσων που προέβαλε η ελληνική κυβέρνηση βασιζόμενη στα άρθρα 57 και 59 του αστικού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα (βλέπε ανωτέρω παραγράφους 28 και 29) και δεδομένου ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν αναφέρει κανένα άλλο ένδικο μέσο στο οποίο θα μπορούσε να προσφύγει ο αιτών προκειμένου να πετύχει την αποκατάσταση της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ελληνική κυβέρνηση παραβίασε τις υποχρεώσεις της απέναντι στο άρθρο 13 της Σύμβασης.

57. Επομένως, υπάρχει παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης ως προς τα ανωτέρω.

ΙV. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

58. Το άρθρο 41 της Σύμβασης ορίζει τα ακόλουθα: «Εάv τo Δικαστήριo κρίvει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή τωv Πρωτoκόλλωv της, και αv τo εσωτερικό δίκαιo τoυ Υψηλoύ Συμβαλλόμεvoυ Μέρoυς δεv επιτρέπει παρά μόvo ατελή εξάλειψη τωv συvεπειώv της παραβίασης αυτής, τo Δικαστήριo χoρηγεί, εφόσov είvαι αvαγκαίo, στov παθόvτα δίκαιη ικαvoπoίηση.»

Α. Βλάβη

59. Ο προσφεύγων ζητά 500.000 Ευρώ (EUR) για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκλήθηκε λόγω της παραβίασης των άρθρων 6§2 και 13 της Σύμβασης.

60. Η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί το ποσό αυτό υπερβολικό. Εκτιμάει ότι οι διαπιστώσεις της παραβίασης αποτελούν από μόνες τους επαρκή και δίκαιη αποζημίωση για ηθική βλάβη.

61. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι διαπίστωσε παραβίαση των άρθρων 6 § 2 και 13 της Σύμβασης. Αποφασίζοντας αμερόληπτα, το Δικαστήριο επιδικάζει στον προσφεύγοντα το ποσό των 12.000 Ευρώ (EUR) για ηθική βλάβη συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος.

. Έξοδα και δικαστική δαπάνη

62. Ο προσφεύγων ζητά το ποσό των 14.000 Ευρώ (EUR) για την καταβολή των εξόδων όσον αφορά την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίζοντας τις σχετικές αποδείξεις.

63. Η ελληνική κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα του προσφεύγοντος ή αλλιώς να μην του επιδικάσει ποσό που υπερβαίνει τα 1.500 Ευρώ (EUR).

64. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 της Σύμβασης προϋποθέτει ότι αποδεικνύονται πραγματικά, αναγκαία και, επίσης, εύλογα ως προς το ύψος τους (Ιατρίδης κατά Ελλάδας [GC], Νο 31107/96, § 54, ΕΔΑΔ 2000-XI). Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που έχει στην κατοχή του και τα προαναφερθέντα κριτήρια, το Δικαστήριο θεωρεί εύλογο να επιδικάσει στο προσφεύγοντα το ποσό των 10.000 Ευρώ (EUR) συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος.

Γ. Τόκοι υπερημερίας

65. Το Δικαστήριο κρίνει σωστό να υπολογίσει το ύψος των τόκων υπερημερίας με βάση το επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας προσαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

1. Κηρύσσει παραδεκτή την αιτίαση που αντλείται από το άρθρο 6§2 σχετικά με τις δηλώσεις μελών της κυβέρνησης και την αιτίαση που αντλείται από το άρθρο 13 της Σύμβασης σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης, ενώ κηρύσσει απαράδεκτα τα περαιτέρω της προσφυγής,

2. Αποφαίνεται ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§2 της Σύμβασης σχετικά με τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού,

3. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§2 της Σύμβασης σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης,

4. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης,

5. Αποφαίνεται ότι α) το εναγόμενο, ήτοι το ελληνικό κράτος, πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα, εντός τριών μηνών μετά την ημερομηνία που θα καταστεί η απόφαση τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, το ποσό των 12.000 Ευρώ (EUR) (δώδεκα χιλιάδων Ευρώ) για ηθική βλάβη και το ποσό των 10.000 Ευρώ (EUR) (δέκα χιλιάδων Ευρώ) για έξοδα και δικαστική δαπάνη, συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος από τον προσφεύγοντα. β) ότι από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, τα ποσά αυτά θα αυξάνονται με απλό τόκο με επιτόκιο ίσο προς το ισχύον κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.

6. Απορρίπτει την αίτηση δίκαιης ικανοποίησης για τα περαιτέρω.

Ενημερωτικό σημείωμα

Εξετάζοντας το ζήτημα αν μπορεί ο πρωθυπουργός της χώρας ή οι υπουργοί του να αποφαίνονται εντός της Βουλής περί της ενοχής κατηγορουμένου έστω κι αν ο τελευταίος έχει καταδικαστεί πρωτόδικα και εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσής του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμήνευσε για πρώτη φορά τόσο προστατευτικά για τον κατηγορούμενο το τεκμήριο αθωότητας του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι σε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας δεν οδηγούν μόνον οι δηλώσεις δικαστικών αλλά και υψηλών πολιτειακών παραγόντων, έστω κι αν αυτές πραγματοποιούνται στο Κοινοβούλιο και έχει ήδη προηγηθεί η πρωτόδικη καταδίκη των κατηγορουμένων. Σημειώνεται ότι η υπόθεση των οικονομικών ατασθαλιών στο Πάντειο εκδικάζεται αυτό τον καιρό σε δεύτερο βαθμό στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων.

Στο στόχαστρο του Δικαστηρίου βρέθηκαν οι δηλώσεις του τότε Πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή, του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης Σ. Χατζηγάκη και του τότε Υπουργού Π. Δούκα. Και ναι μεν οι δηλώσεις Καραμανλή είχαν στοιχεία αμφισβήτησης της αθωότητας αλλά δεν “φωτογράφιζαν” προσωπικά τον Κώνστα, όπως συνέβη, πάντοτε κατά το Δικαστήριο, με εκείνες Χατζηγάκη και Δούκα.

Το Δικαστήριο επιδίκασε στον Κώνστα συνολικό ποσό 22.000 ευρώ για ηθική βλάβη και δικαστικά έξοδα.

Συγγενείς αποφάσεις Στρασβούργου: Allenet de Ribemont κατά Γαλλίας (10.2.1995), Daktaras κατά Λιθουανίας (10.10.2000), Lavents κατά Λιθουανία (28.11.2002), Adolf κατά Αυστρίας (26.3.1982).

Συνταγματικός ο τόκος 6% για αξιώσεις κατά του Δημοσίου – η δημοσιονομική ισορροπία ως λόγος δημοσίου συμφέροντος

ΣτΕ 1620/2011 Τμ. ΣΤ΄

Συνταγματικός ο τόκος 6% για αξιώσεις κατά του Δημοσίου – η δημοσιονομική ισορροπία ως λόγος δημοσίου συμφέροντος

[…]

1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκείται εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, ζητείται η αναίρεση της 119/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που με αυτήν έγινε δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας και υποχρεώθηκε το Δημόσιο να της καταβάλει, επί διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση σύμβασης δασοπυρόσβεσης, τόκους από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση του κεφαλαίου των απαιτήσεών της, υπολογιζόμενους όχι με βάση το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944) επιτόκιο 6%, αλλά με βάση το γενικώς ισχύον επιτόκιο.

2. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Η αναιρεσίβλητη εταιρία, με τις 480/2001 και 479/2001 συμβάσεις που συνήψε με το ελληνικό Δημόσιο, μετά τη διενέργεια δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού, ανέλαβε την παροχή προς αυτό υπηρεσιών δασοπυρόσβεσης με τη χρήση ελικοπτέρων και το απαιτούμενο προσωπικό λειτουργίας και υποστήριξης αυτών, κατά την αντιπυρική περίοδο του έτους 2001. Σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, η παρακολούθηση και η οριστική παραλαβή των υπηρεσιών δασοπυρόσβεσης γινόταν από επιτροπή, που είχε συσταθεί για το σκοπό αυτό, η οποία συνέτασσε τα σχετικά πρωτόκολλα τμηματικής, οριστικής, ποιοτικής και ποσοτικής παραλαβής στο τέλος κάθε μήνα, ενώ η συμβατική αξία, με βάση τα πρωτόκολλα, ήταν καταβλητέα εξ ολοκλήρου με την οριστική παραλαβή των υπηρεσιών. Κατ’ εφαρμογή των όρων αυτών των συμβάσεων, η εταιρία εξέδωσε, μετά την οριστική παραλαβή των υπηρεσιών της, τα τιμολόγια 274/480/05/1.10.2001, 312/480/06/8.11.2001, 274/479/06/1.10.2001, 312/479/07/8.11.2001 και 348/479/Ε102/14.12.2001, για ποσά ανερχόμενα (μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων) σε 2.465.342,61, 2.102.926,17, 1.422.313,04, 1.592.240,79 και 616.335,66 ευρώ αντιστοίχως. Με την από 16.1.2002 αγωγή της η εταιρία ζήτησε αρχικά να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφλησή τους: α) ποσό 9.919.638 ευρώ, που αποτελούσε την αξία επτά τιμολογίων που εξέδωσε για την είσπραξη αμοιβής της για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, καθώς και β) ποσό 880.411 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική της βλάβη. Μετά την ικανοποίηση από το Δημόσιο μέρους των απαιτήσεών της, η εταιρία, με το από 10.11.2003 υπόμνημά της, περιόρισε το αρχικό αίτημά της και ζήτησε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφλησή του, το ποσό των 616.335,61 ευρώ, που αφορά την αξία του 348/479/Ε102/14.12.2001 ανεξόφλητου τιμολογίου και το ποσό των 333.458,12 ευρώ, που αφορά τόκους υπερημερίας εξοφληθέντων -μετά την από 17.1.2002 επίδοση της αγωγής- τεσσάρων τιμολογίων συνολικής αξίας 7.582.822,61 ευρώ, υπολογιζόμενους, με βάση το γενικώς ισχύον κατά την κρίσιμη περίοδο, επιτόκιο, ύψους 11,25%. Η ανωτέρω αγωγή, όπως περιορίσθηκε το αίτημά της έγινε δεκτή από το Διοικητικό Εφετείο. Ειδικότερα, κατά την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, από τα προαναφερθέντα πέντε τιμολόγια τα τέσσερα πρώτα τα εξόφλησε το Δημόσιο στις 21.6.2002 (τα δύο πρώτα) και στις 21.5.2002 (τα δύο επόμενα), ενώ το τελευταίο δεν το εξόφλησε, με την αιτιολογία της έλλειψης σχετικής πίστωσης στον προϋπολογισμό. Το εν λόγω τιμολόγιο 348/479/Ε102/14.12.2001 αφορούσε υπηρεσίες δασοπυρόσβεσης (από 16.6.2001 έως 26.7.2001), την ορθή εκτέλεση των οποίων διαπίστωσε η αρμόδια τριμελής επιτροπή, η οποία συνέταξε προς τούτο το από 29.11.2001 πρωτόκολλο παραλαβής τους. Την αμοιβή για τις εν λόγω υπηρεσίες, που ανερχόταν στο ποσό των 616.335,61 ευρώ, δεν την κατέβαλε το Δημόσιο στην αναιρεσίβλητη εταιρία, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και για τούτο, κατά την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης, έπρεπε να υποχρεωθεί να την καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφλησή της. Περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, το ποσοστό του επιτοκίου (υπερημερίας και νόμιμου), που ισχύει για τις οφειλές του Δημοσίου, ανέρχεται σε 6% (από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι με τις συμβάσεις είχε συμφωνηθεί άλλο επιτόκιο) και ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (ήτοι από την επίδοση της αγωγής στις 17.1.2002 και έως την εξόφληση των οφειλών των τεσσάρων τιμολογίων στις 21.5.2002 και 21.6.2002) το ποσοστό του γενικώς ισχύοντος επιτοκίου (υπερημερίας και νόμιμου) ήταν υψηλότερο από το πιο πάνω ποσοστό, συγκεκριμένα δε ανερχόταν σε 11,25%, και εκτιμώντας ότι δεν προέκυπτε ότι υπήρχε κάποιος λόγος δημόσιας ωφέλειας που να καθιστούσε ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, ενώ ούτε το Δημόσιο επικαλούνταν την ύπαρξη τέτοιου λόγου, έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης και είναι, ως εκ τούτου, μη εφαρμοστέα. Κατόπιν αυτών, το δικάσαν δικαστήριο υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη εταιρία: α) το ποσό των 331.120,90 ευρώ, ως τόκους υπερημερίας, για την καθυστέρηση εξόφλησης των τεσσάρων τιμολογίων, υπολογιζόμενους, από την επίδοση της αγωγής στο Δημόσιο (17.1.2002) έως την εξόφλησή τους ( 21.5.2002 και 21.6.2002), με βάση το γενικώς ισχύον, κατά την περίοδο αυτή, επιτόκιο 11,25%, β) το ποσό των 616.335,61 ευρώ, που αποτελεί την αξία του ανεξόφλητου υπ’ αριθ.348/479/Ε102/14.12.2001 τιμολογίου και γ) τόκους που αφορούν το επιδικασθέν ποσό των 616.335,61 ευρώ, από την επίδοση της αγωγής στο Δημόσιο έως την εξόφλησή του, υπολογιζόμενους με βάση το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο ως εξής:11,25% από 18.1.2002 έως 5.12.2002, 10,75% από 6.12.2002 έως 6.3.2003, 10,50% από 7.3.2003 έως 5.6.2003 και 10% από 6.6.2003 ή με όποιο επιτόκιο υπερημερίας ισχύσει γενικώς στη συνέχεια και έως την εξόφληση του ανωτέρω ποσού. Με την υπό κρίση αίτηση το Δημόσιο ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτή το Διοικητικό Εφετείο, κρίνοντας αντίθετη προς το Σύνταγμα και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και μη εφαρμοστέα τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, δέχθηκε ότι οι οφειλόμενοι τόκοι πρέπει να υπολογισθούν με βάση το γενικώς εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας.

3. Επειδή, στο άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26-6/10-7-1944, Α΄139), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 – Α΄164), ορίζεται ότι: “Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής”. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας και του νομίμου επιτοκίου που ίσχυε για τις οφειλές του Δημοσίου από τις 17.1.2002, οπότε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη επέδωσε την αγωγή της στο Δημόσιο, μέχρι την εξόφληση των τεσσάρων τιμολογίων(στις 21.5.2002 και 21.6.2002), ανερχόταν σε 6%. Καθ’ όλο, όμως, το διάστημα τούτο, το ποσοστό του γενικώς ισχύοντος επιτοκίου (υπερημερίας και του νομίμου επιτοκίου) ήταν υψηλότερο από το ανωτέρω ποσοστό, ανερχόμενο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ν.2842/2000, σε 11,25%. Το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, το γενικώς ισχύον επιτόκιο ανερχόταν σε 10,75% από 6.12.2002 έως 6.3.2003, σε 10,50% από 7.3.2003 έως 5.6.2003, σε 10% από 6.6.2003 έως 5.12.2005, σε 10,25% από 6.12.2005 έως 7.3.2006, σε 10,50% από 8.3.2006 έως 14.6.2006, σε 10,75% από 15.6.2006 έως 8.8.2006, σε 11% από 9.8.2006 έως 10.10.2006, σε 11,25% από 11.10.2006 έως 12.12.2006, σε 11,50% από 13.12.2006 έως 13.3.2007, σε 11,75% από 14.3.2007 έως 12.6.2007, σε 12% από 13.6.2007 έως 8.7.2008, σε 12,25% από 9.7.2008 έως 7.10.2008, σε 11,75% από 8.10.2008 έως 8.10.2008, σε 11,25% από 9.10.2008 έως 10.11.2008, σε 10,75% από 11.11.2008 έως 9.12.2008, σε 10% από 10.12.2008 έως 10.3.2009, σε 9,50% από 11.3.2009 έως 7.4.2009, σε 9,25% από 8.4.2009 έως 12.5.2009, σε 8,75% από 13.5.2009 έως 12.4.2011 και σε 9% από 13.4.2011 έως και τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως στις 2.5.2011. Στην κρινόμενη υπόθεση δεν έχει εφαρμογή το π.δ.166/2003 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2000/35 της 29.6.2000 για την “καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές”» (ΦΕΚ Α΄138/2003), δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι επίδικοι τόκοι αφορούν συμβάσεις συναφθείσες το έτος 2001.

4. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, με την οποία καθορίζεται το ύψος του τόκου των οφειλών του Δημοσίου δεν αποτελεί δικονομική αλλά ουσιαστική διάταξη και ως εκ τούτου, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτή τόκου, σε σχέση με τον εκάστοτε γενικώς ισχύοντα τόκο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα παραβίασης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου (πρβλ. ΣτΕ1663/2009 Ολομ. και ΕΔΔΑ, απόφαση Μεϊδάνης κατά Ελλάδας, της 22.5.2008, σκέψεις 34 έως 36).

5. Επειδή, όπως έχει ήδη κρίνει η Ολομέλεια του Δικαστηρίου (ΣτΕ 1663/2009 Ολομ.), η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι: “Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου”, έχει πεδίο εφαρμογής και σε σχέσεις δημοσίου δικαίου, αν με συγκεκριμένη ουσιαστικού περιεχομένου ρύθμιση, που δεν ανάγεται στην άσκηση δημόσιας εξουσίας από τα όργανα του Δημοσίου, θεσπίζεται υπέρ αυτού έναντι των ιδιωτών αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση, χωρίς να συντρέχει προς τούτο λόγος δημόσιου συμφέροντος. Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), η υπέρ του Δημοσίου, μη δικαιολογούμενη από αποχρώντα λόγο δημόσιου ή γενικού συμφέροντος, διαφοροποίηση του ύψους του επιτοκίου που αφορά τις οφειλές του, σε σχέση με το ύψος του επιτοκίου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, συνιστά παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., (κυρωθείσης με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 ΦΕΚΑ΄ 256), με το οποίο ορίζεται ότι “Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. …” (βλ. απόφαση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος της 22ας Μαίου 2008).

6. Επειδή, ο τόκος δεν αποτελεί μόνον το παρεχόμενο στο δανειστή αντάλλαγμα για τη χρήση από τον οφειλέτη του κεφαλαίου του χρέους (συναρτώμενος, μεταξύ άλλων, και από τη γενικότερη κατάσταση της οικονομίας και το χρόνο αποπληρωμής), αλλά καλύπτει, εξυπηρετώντας την ασφάλεια των συναλλαγών, και τον κίνδυνο, που διατρέχει ο δανειστής, της μη αποπληρωμής της οφειλής. Μέρος, δηλαδή, του τόκου ενσωματώνει αξία αντίστοιχη προς τον εν λόγω κίνδυνο. Ως εκ τούτου, το ύψος του τόκου ευλόγως διαμορφώνεται ανάλογα και προς τον κίνδυνο της ενδεχόμενης αδυναμίας καταβολής του χρέους, δημοσίου ή ιδιωτικού και συνεπώς, δικαιολογημένα το ύψος του τόκου διαφοροποιείται ανάλογα με τη φερεγγυότητα (πιστοληπτική ικανότητα) του οφειλέτη. Το ελληνικό Κράτος διαχρονικά είναι, χωρίς αμφιβολία, πλέον αξιόπιστος οφειλέτης σε σχέση με τους ιδιώτες οφειλέτες. Πράγματι, το ελληνικό Δημόσιο μπορεί μεν, λόγω της κακής του οικονομικής κατάστασης, να καθυστερεί ενίοτε την πληρωμή των οφειλών του, αλλά πάντως αποδίδει, μεταπολεμικά και έως σήμερα, τα χρέη του, καταβάλλοντας και τους οφειλόμενους τόκους. Η τελευταία φορά που το ελληνικό Κράτος περιήλθε σε κατάσταση παύσης πληρωμών ανάγεται στο έτος 1932. Αντιθέτως, είναι κοινώς γνωστή, η εκτεταμένη και μοναδικής διάστασης για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, τα δε ανείσπρακτα βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη των ιδιωτών προς το Δημόσιο ανέρχονται σε τεράστιο ποσό, που υπερβαίνει τα τριάντα δισεκατομμύρια ευρώ. Άλλωστε, μια από τις βασικές αιτίες της σημερινής πρωτοφανούς δεινής δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας είναι η μη καταβολή προς το Δημόσιο βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων οφειλών των ιδιωτών. Τέλος, οι ιδιώτες οφειλέτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, δεν έχουν βεβαίως τη συνέχεια και διάρκεια ενός κράτους οφειλέτη. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει σαφώς ότι ο κίνδυνος, τον οποίο διαχρονικά διατρέχει το Δημόσιο ως δανειστής, όσον αφορά την καταβολή των προς αυτό οφειλών των ιδιωτών, είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι ιδιώτες δανειστές του. Κατά συνέπεια, η διαφοροποίηση του τόκου, νόμιμου ή υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του αντίστοιχου γενικώς ισχύοντος τόκου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, είναι, χωρίς αμφιβολία, κατ’ αρχήν, δικαιολογημένη. Ως εκ τούτου, το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε το δικαίωμα στην περιουσία που κατοχυρώνει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει και της εύλογης, εν προκειμένω, σχέσης των επιτοκίων (6% αφ’ ενός και 8,75 έως 12,25% αφ’ ετέρου, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 3).

7. Επειδή, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την προαναφερόμενη απόφαση 1663/2009 έκρινε, επικαλούμενη και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, (απόφαση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος της 22ας Μαίου 2008) ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου αντίκειται στις μνημονευθείσες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ως εισάγουσα αδικαιολόγητη υπέρ του Δημοσίου διαφοροποίηση μεταξύ του ύψους του τόκου, νομίμου και υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του αντίστοιχου γενικώς ισχύοντος τόκου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών. Και τούτο διότι, όπως έγινε δεκτό, μόνον το ταμειακό απλώς συμφέρον του Δημοσίου, το οποίο δεν ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διαφοροποίηση αυτή, δεδομένου μάλιστα ότι το Δημόσιο δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε την ύπαρξη κάποιου λόγου δημόσιου συμφέροντος, συναπτόμενου με την καλή άσκηση των δημοσίων λειτουργιών, που θα δικαιολογούσε την επίμαχη προνομιακή μεταχείρισή του. Το ΕΔΔΑ στην προαναφερόμενη απόφασή του (Μεϊδάνης κατά Ελλάδος), με την οποία κρίθηκε το ζήτημα της συμφωνίας με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της διαφοροποίησης του τόκου υπερημερίας, που εφαρμόζεται στις οφειλές των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και εκείνου που αφορά τις οφειλές των ιδιωτών, αφού δέχθηκε ότι μόνη η ένταξη στη δομή του Κράτους δεν αρκεί, καθεαυτή, για να καταστήσει νόμιμη, σε κάθε περίπτωση, την εφαρμογή των προβλεπόμενων για την καλή άσκηση των δημοσίων λειτουργιών, κρατικών προνομίων, περαιτέρω έκρινε ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ένα δημόσιο ή γενικό συμφέρον και να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος για σεβασμό της περιουσίας του δανειστή, που προκαλεί η ρύθμιση του άρθρου 7 του π.δ.496/1974, η οποία ορίζει το ύψος του τόκου, νομίμου ή υπερημερίας, σε 6%. Επιπλέον δε, επεσήμανε ότι η ελληνική Κυβέρνηση δεν προέβαλε κανέναν άλλο εύλογο και αντικειμενικό λόγο, ικανό να δικαιολογήσει την ανωτέρω διάκριση των επιτοκίων, σε σχέση με τις απαιτήσεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Με τη νεώτερη απόφαση, Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας της 25ης Ιουνίου 2009, το ΕΔΔΑ έκρινε το παρόμοιο ζήτημα της συμφωνίας με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της διαφοροποίησης του χρόνου παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου των υπαλλήλων του με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που αφορούν αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις (άρθρο 90 παρ. 3 του ν.2362/1995) και του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων του Δημοσίου (άρθρο 86 του ν.2362/1995). Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι προνόμια και ασυλίες του Κράτους είναι ενδεχομένως αναγκαία για την εκπλήρωση των δημοσίου συμφέροντος σκοπών του, μόνη, όμως, η ένταξη στη δομή του Κράτους δεν αρκεί, καθεαυτή, για να καταστήσει αποδεκτή, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, την εφαρμογή κρατικών προνομίων, αλλά θα πρέπει η εφαρμογή αυτή να είναι αναγκαία για την καλή άσκηση των δημοσίων λειτουργιών. Επανέλαβε δε ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ένα δημόσιο ή γενικό συμφέρον, το οποίο θα δικαιολογούσε, σε κάθε περίπτωση, την προσβολή των δικαιωμάτων του ατόμου. Ενόψει αυτών δέχθηκε ότι στην επίδικη περίπτωση, η προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου, ως προς το χρόνο παραγραφής των οφειλών του προς τους ιδιώτες, δεν ήταν δικαιολογημένη από λόγο δημοσίου συμφέροντος, διότι η ελληνική Κυβέρνηση επικαλέσθηκε, κατά τρόπο αφηρημένο και γενικό, τα δημοσιονομικά συμφέροντα του Κράτους, χωρίς, ωστόσο, να παρέχει συγκεκριμένα και συμπληρωματικά στοιχεία για την επίπτωση, που θα είχε “στη δημοσιονομική ισορροπία του Κράτους”, μία απόφαση υπέρ των αξιώσεων προσώπων που θα βρίσκονταν στην ίδια θέση με τον προσφεύγοντα.

8. Επειδή, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ, η διαφοροποίηση μεταξύ του τόκου, νομίμου και υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του γενικώς ισχύοντος τόκου, που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, μπορεί να δικαιολογηθεί από αποχρώντα λόγο δημόσιου ή γενικού συμφέροντος. Τέτοιο λόγο δεν αποτελεί το απλό ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, αποτελεί, όμως, η διασφάλιση “της δημοσιονομικής ισορροπίας του Κράτους”. Εν προκειμένω, η δημοσιονομική ισορροπία του ελληνικού Κράτους, όπως είναι γνωστό, έχει ήδη σοβαρότατα κλονισθεί. Το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος είναι τεράστια, ανερχόμενα σε πρωτοφανή, στην ιστορία των δημόσιων οικονομικών της Χώρας, επίπεδα. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπισή τους, λόγω και της διεθνούς συγκυρίας καθώς και των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και διοίκησης, εκτιμάται ως εξαιρετικά δυσχερής. Τα πρώτα άμεσα μέτρα, για την εξοικονόμηση πόρων, με μείωση των δημόσιων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων, έλαβε ο νομοθέτης με το ν.3833/2010 “Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης” (ΦΕΚ A’ 40/15.3.2010). Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα προς την άμεση και επιτακτική ανάγκη να προστατευθεί το εθνικό συμφέρον και πρόσφορα, προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στην ανάγκη μείωσης του υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζει η Συνθήκη της ΛΕΕ, σύμφωνα και με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Πράγματι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τις αποφάσεις του 2009/415/ΕΚ, 2010/291/ΕΕ, 2010/190/ΕΕ και 2010/182/ΕΕ διαπίστωσε την κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα και απηύθυνε σύσταση και προειδοποίηση για τη λήψη άμεσων μέτρων μείωσής του. Ήδη, όμως, από το 2004 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος και είχε ειδοποιήσει να ληφθούν άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανησυχητικής αυτής κατάστασης (αποφάσεις 2004/917/ΕΚ, 2005/334/ΕΚ, 2005/441/ΕΚ του Συμβουλίου). Με την ψήφιση του ν.3845/2010 ” Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Α΄65/2010) εφαρμόζεται πρόγραμμα οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής, προκειμένου να επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος, να διασφαλισθεί η δυνατότητα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και η αποφυγή της παύσης των πληρωμών του Κράτους, δηλαδή η αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης, με μακροχρόνιες, άκρως δυσμενείς, όχι μόνον οικονομικές και κοινωνικές, αλλά ενδεχομένως και εθνικές επιπτώσεις (βλ. την αιτιολογική έκθεση του ν.3845/2010 και τα προσαρτημένα στο νόμο αυτό Παραρτήματα). Η μείωση, συνεπώς, του δημοσίου χρέους δεν συνιστά έναν απλώς δημοσιονομικό στόχο, αλλά αποτελεί εθνικό διακύβευμα. Και τούτο διότι η δημοσιονομική κρίση έχει, εξαιτίας της πρωτοφανούς διάστασής της, χαρακτήρα εθνικής κρίσης. Επομένως, η διαφοροποίηση, μεταξύ του επιτοκίου που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του υψηλότερου επιτοκίου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, συνεπαγόμενη τον περιορισμό του κρατικού χρέους, είναι, τουλάχιστον από το 2004, αφότου επισήμως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος που συνιστούσε απειλή για τη δημοσιονομική ισορροπία της Χώρας, πλήρως δικαιολογημένη. Και τούτο διότι συμβάλλει στην επίτευξη ενός μείζονος εθνικού συμφέροντος σκοπού, εκείνου της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας αρχικά, ήδη δε της αποτροπής της οικονομικής κατάρρευσης της Χώρας. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ, από την επίμαχη διαφοροποίηση, με το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, των επιτοκίων δεν προκαλείται παραβίαση ούτε της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει και της εύλογης σχέσης των επιτοκίων.

9. Επειδή, για τους εκτεθέντες στις προηγούμενες σκέψεις (6 και 8) δύο λόγους, αυτοτελώς λαμβανόμενους υπόψη, οι οποίοι δεν είχαν εκτιμηθεί από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ, η ρύθμιση του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας αντιθέτως, έσφαλε και για τον βασίμως προβαλλόμενο σχετικό λόγο αναιρέσεως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του θα ήταν αναιρετέα. Λόγω, όμως, της μείζονος σπουδαιότητας του ανωτέρω ζητήματος και της εν τω μεταξύ, αντίθετης προς την απόφαση 1663/2009 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας νομολογίας επ’ αυτού του Αρείου Πάγου (βλ. ΑΠ 1127,1128/2010) πρέπει το εν λόγω ζήτημα, της συμφωνίας του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου προς το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ.18/1989. Ορίζεται δε εισηγητής η Σύμβουλος Β. Ραφτοπούλου.

Σημείωμα

Η παραπεμπτική αυτή απόφαση του ΣΤ’ Τμήματος ανοίγει εκ νέου το ζήτημα της συνταγματικότητας του τόκου υπερημερίας 6% που καταβάλει το Δημόσιο βάσει του αρ. 21 του Κώδικος Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, η διάταξη του οποίου είχε κριθεί αντισυνταγματική και αντίθετη προς το αρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 1663/2009, Αρμ 2009.925) και του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΟλΕΣ 513/2009,ΑρχΝ 2009.250), καθώς και από το Ειδικό Δικαστήριο του αρ. 88 Συντάγματος (ΕιδΔικ αρ. 88 Συντάγματος 1/2005, Δίκη 2006.157 – contra παγίως ο Άρειος Πάγος, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 363/2006). Ταυτόχρονα, η παρουσιαζόμενη εδώ απόφαση θέτει σε νέα βάση το ζήτημα του ταμειακού συμφέροντος του Δημοσίου ως λόγου δημοσίου συμφέροντος, υπό την ειδικότερη εκδοχή της προστασίας της «δημοσιονομικής ισορροπίας του Κράτους» (πρβλ ΟλΕΣ 166/2010, ΘΠΔΔ 2010.453, όπου γίνεται λόγος για την «αρχή την ακριβείας του Προϋπολογισμού» η τήρηση της οποίας αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος, σε αντίθεση με το στενώς ταμειακό συμφέρον του δημοσίου). Πρέπει, ωστόσο, να προσεχθεί η επισήμανση της ίδιας της απόφασης ότι εν προκειμένω, λόγω του χρόνου γένεσης της διαφοράς, δεν τυγχάνει εφαρμογής το πδ 166/2003, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2,3 και 4 του οποίου ο τόκος υπερημερίας υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά τρόπο ενιαίο για όλες τις πλήρωμες που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, ως τέτοια δε θεωρείται κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής.

Σ.Κ.

Για την υπεράσπιση του δημόσιου Πανεπιστημίου

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Για την υπεράσπιση του δημόσιου Πανεπιστημίου
Η επιχείρηση της δυσφήμησής μας (και επιτρέψτε μου να θεωρώ ότι μπορώ ακόμα να νιώθω μέλος της πληττόμενης ακαδημαϊκής κοινότητας) έχει αρχίσει εδώ και αρκετά χρόνια. Εν χορώ, επίσημα υπουργικά χείλη και ανεπίσημες διαρροές και υπηρεσιακές αναφορές, κουστωδίες ανεύθυνων αναλυτών και εμπαθών δημοσιολογούντων συναγωνίζονται για να καταγγείλουν την αναποτελεσματικότητα, τον αναχρονισμό, τη σπατάλη, τη διαφθορά και τον ανορθολογισμό του δημόσιου πανεπιστημίου. Και, όπως γνωρίζουμε από την εποχή του αείμνηστου Γκαίμπελς, όταν το ψεύδος και η αλήθεια συμπλέκονται επιτήδεια, η επαναλαμβανόμενη συκοφαντία πείθει. Είναι γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης έχει ήδη εθισθεί στην ιδέα πως τα κρατικά ΑΕΙ πάσχουν αθεράπευτα. Επικαλούμενοι ορισμένες αναμφισβήτητες και απαράδεκτες όψεις της πανεπιστημιακής ζωής –από τη συναλλαγή με τις φοιτητικές οργανώσεις μέχρι το όνειδος του ενός και μοναδικού συγγράμματος– και κραδαίνοντας τους ούτως η άλλως διαβλητούς διεθνείς πίνακες συγκριτικής αξιολόγησης, οι νέοι κήνσορες υβρίζουν, λοιδορούν, κατακεραυνώνουν και ρίχνουν συλλήβδην στο πυρ το εξώτερον ολόκληρο το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Οι κοινός παρανομαστής είναι ένας και μόνο: Ιδιωτικοποιηθείτε!
Δεν είναι τυχαίο πως η πλειονότητα των αυτόκλητων κηνσόρων δεν επιδιώκει καν την άρση ή άμβλυνση των δυσλειτουργιών μιας «ανίατης» δημόσιας εκπαίδευσης μέσα από επιμέρους αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Αυτό που πρωτίστως στοχεύεται είναι η υπονόμευση της ιδέας μιας δημόσιας εκπαίδευσης που εμφανίζεται ανίατη, και η πλήρης αντικατάστασή της από την ιδέα της ελεύθερης και ανεξέλεγκτης ιδιωτικής εκπαίδευσης. Θεωρείται αξιωματικά δεδομένο ότι ο στόχος της «αριστείας» δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον αν το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα πάψει να είναι δημόσιο. Αυτό ακριβώς είναι το προσδοκώμενο αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης ιδεολογικής εκστρατείας. Η συλλογιστική είναι άλλωστε απλή. Από τη στιγμή που όλοι θα έχουν πεισθεί πως rien ne va plus, έπεται πως tout va, ή, κατά το αγγλοσαξωνικότερον, anything goes. Αρκεί βέβαια αυτό το anything να είναι ιδιωτικό, άρα και εν δυνάμει προσοδοφόρο, για ποιους δεν έχει (ακόμα) σημασία. Είναι βέβαιο πως κάποιοι επιτήδειοι θα αναλάβουν τις κατάλληλες πρωτοβουλίες.
 
Καταργήστε τους φοιτητές, καταργήστε τους νέους!
Υπό τους όρους αυτούς, ακόμα και όταν αγγίζουν τα όρια του γελοίου, όλες οι ρητορικές επιλογές είναι ευπρόσδεκτες αν εμφανίζονται επικοινωνιακά τελεσφόρες. Δεν είναι τυχαίο ότι ψηλά στην ατζέντα βρίσκονται οι οιμωγές ότι φαίνεται να μας έχουν υποσκελίσει, άκουσον, ακόμα και οι μέχρι πρόσφατα βάρβαροι Τούρκοι(!). Γρηγορείτε λοιπόν, ω Έλληνες! Διανθισμένο με εθνικιστικές κορώνες, το εκπαιδευτικό «αίσχος» οφείλει να αφυπνίσει όλες τις καλώς ή κακώς νοούμενες εθνικές συνειδήσεις. Και, όπως συνέβη και με το 1897, έτσι και σήμερα η εθνική μειονεξία θα πρέπει να ξεπλυθεί μέσα από νέο συμβολικό Γουδί. Για να υπάρξει Κάθαρση, πρέπει να προηγηθεί Νέμεση για την έσχατη Ύβρη. Ως μόνα υπεύθυνα, τα αισχρά ΑΕΙ πρέπει να «τιμωρηθούν» παραδειγματικά και αμείλικτα.
Ελπίζω, βέβαια, κύριοι πρυτάνεις, να μην υπάρχει (ακόμα) θέμα εκτελεστικού αποσπάσματος. Στις μέρες μας εξάλλου, οι πιο έλλογες και αποτελεσματικές θεραπευτικές τιμωρίες είναι εκείνες που επιβάλλονται με βίαια «σοκ». Παραλύοντας τη βούληση και την κρίση, ελπίζεται πως οι αναπάντεχοι κλυδωνισμοί θα καταλύσουν τις αντιστάσεις. Μόνον έτσι μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι, όπως διάβασα προχθές, μέσα σε δύο μόνο χρόνια, η τακτική χρηματοδότηση του Πανεπιστημίου Αθηνών περιορίστηκε από 45 σε 25 εκατ., του Αριστοτέλειου από 45 σε 29,5 εκατ., του Πολυτεχνείου από 21 σε 15 εκατ. Αλαζονεία μαζί και απόλυτη ανευθυνότητα: Κόψτε τα όλα, και, μαζί με όλα τα άλλα, και το λαιμό σας. Περιορίστε τον αριθμό των φοιτητών, ψαλιδίστε τον αριθμό των διδασκόντων –στην ανάγκη μην τους πληρώνετε, μην τους διορίζετε ή ακόμα, ίσως, απολύστε τους–, καταργήστε τη σίτιση, τα αναγνωστήρια, τις φοιτητικές εστίες, τις υποτροφίες, τις βιβλιοθήκες. Κοντολογίς, καταργήστε τους φοιτητές, καταργήστε τους νέους. Οι φωνακλάδες που μπορεί ακόμα να πιστεύουν ότι έχουν δικαιώματα και που βαυκαλίζονται πως η κοινωνία οφείλει να τους εκπαιδεύσει πρέπει να μάθουν ότι οι καιροί άλλαξαν. Το δίλημμα είναι απλό: Ή θα ιδιωτικοποιηθείτε, ή θα εξαφανισθείτε από προσώπου γης.
Και δεν είναι μόνο θέμα δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, όπως ίσως ισχυριστούν μερικοί. Ήδη πριν να ενσκήψει η κρίση, ακόμα και υπό το κράτος της σύντομης μεταολυμπιακής ευφορίας, η άρχουσα γνώμη προετοίμαζε την ιδιωτικοποίηση. Για να υπηρετηθεί ο νεοφιλελευθερισμός, τα δημόσια ΑΕΙ πρέπει να βουλιάξουν. Και, για να γίνει αυτό, πρέπει να προηγηθεί μια μακρά περίοδος εκ των έσω υπονόμευσης ή ακόμα και αυτομαστίγωσης. Το κοινωνικό σώμα θα πρέπει να πεισθεί ότι το «κοινό μέλλον» μπορεί να προωθηθεί επιτυχώς μόνο αν η εκπαίδευση ανανήψει ως ιδιωτική, αποκεντρωμένη και ανταγωνιστική. Και επειδή, σε αντίθεση με τον κοινωνικό προγραμματισμό που έρχεται μόνος του, η θέσπιση της ελεύθερης αγοράς πρέπει πάντα να σχεδιάζεται εκ των άνω, η επιχείρηση ιδιωτικοποίησης πρέπει να προετοιμαστεί υπομονετικά με όλους τους τρόπους, θεμιτούς η αθέμιτους. Σε αυτό ακριβώς εντοπίζεται η χίμαιρα που ονομάζεται «εκσυγχρονισμός». Από την άποψη αυτή λοιπόν, για ορισμένους τουλάχιστον, η τρέχουσα δημοσιονομική κρίση είναι θεόπεμπτη.
Δεν μπορώ βέβαια να μπω στην ουσία ενός πολιτικού, σε τελική ανάλυση, προβλήματος, οι προεκτάσεις του οποίου είναι αχανείς και απροσμέτρητες. Θα αρκεσθώ να αναφερθώ με συντομία σε τρία σημεία. Με τη σειρά, θα αναφερθώ στο θεσμικό και συνταγματικό ζήτημα της ιδιωτικοποίησης, στις διαφαινόμενες επιπτώσεις της στη λειτουργία της ανώτατης παιδείας, και στις ευρύτερες ταξικές, ιδεολογικές, ηθικές και κοσμοθεωρητικές ολισθήσεις που υφέρπουν πίσω από τις διαφαινόμενες αλλαγές. Το ζήτημα της εκπαίδευσης δεν είναι τεχνικό ή εκπαιδευτικό με τη στενή έννοια του όρου. Είναι πρόβλημα κοινωνικό, ιδεολογικό και πολιτικό, που αναφέρεται στους θεμελιώδεις όρους αναπαραγωγής της κοινωνίας.
 
Θεσμικές και συνταγματικές διαστάσεις της ιδιωτικοποίησης
Θα αρχίσω από το πρώτο ζήτημα. Να θυμηθούμε πως η συνταγματική κατοχύρωση, στο περίφημο άρθρο 17, δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία. Εντάσσεται στην ευρύτερη ευρωπαϊκή νομική παράδοση που από τον 19ο αιώνα αναθέτει την ανωτάτη εκπαίδευση στην αποκλειστική ευθύνη του κράτους. Η πολιτική λογική της συνταγματικής αυτής ρύθμισης είναι προφανής: ως κατεξοχήν δημόσιο αγαθό, η εκπαίδευση δεν επιτρέπεται να εγκαταλειφθεί στην ανεξέλεγκτη και ασύδοτη αγορά. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη του μέλλοντος της κοινωνίας και της αναπαραγωγής των κοινών αξιών και του κοινού πολιτισμού, η Πολιτεία οφείλει να εκπαιδεύει, να οργανώνει, να παρεμβαίνει, να ομογενοποιεί και να διαμορφώνει ιδέες. Έτσι ακριβώς γεννήθηκε η «εκπαιδευτική πολιτική» και έτσι ιδρύθηκαν τα «Υπουργεία Παιδείας», ως συστεγαζόμενα ή μη με τα θρησκεύματα και με την διά βίου μάθηση ή απομάθηση.
Μετά από δύο αιωνες τα πράγματα φαίνεται να αλλάζουν. Η απόφανση της Μάργκαρετ Θάτσερ ότι «κοινωνία δεν υπάρχει, μόνον άτομα και οικογένειες» συνοψίζει το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Στο νέο πλαίσιο, η Πολιτεία απεκδύεται βαθμιαία από τη ευθύνη για την κοινωνική αναπαραγωγή. Μετά την οικονομία και την εργασία, η περίθαλψη και η εκπαίδευση (και μαζί της φυσικά και η έρευνα) θα απορυθμισθούν και θα ιδιωτικοποιηθούν. Δεν είναι τυχαίο ότι και τα δύο μεγάλα (ή ίσως μικρομέγαλα πλέον) κόμματα εξουσίας φαίνεται να συναινούν στην ανάγκη για μια μακροπρόθεσμη «ιδιωτικοποίηση» των πάντων. Ως εμπορευματοποιημένη, η παιδεία θα αναδειχθεί σε μιαν ακόμα υπηρεσία «όπως όλες οι άλλες» και θα οργανωθεί πάνω στη βάση ορθολογικών αγοραίων κριτηρίων. Έτσι, οι συνταγματικές ρυθμίσεις που λειτουργούσαν σαν ανάχωμα στην εισβολή των ιδιοτελών ιδιωτικών συμφερόντων πρέπει να καταργηθούν. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να παραμένει η εκπαίδευση στη δικαιοδοσία του δημοσίου. «Εξορθολογισμός» θα υπάρξει μόνον αν όλοι οι εμπλεκόμενοι στην παραγωγή της, επιχειρηματίες, πελάτες και «χρήστες», λειτουργούν ως ορθολογικά οικονομικά άτομα.
Αυτό όμως δεν αρκεί για να προχωρήσει το σχέδιο της ιδιωτικοποίησης. Τα δημόσια ΑΕΙ δεν απειλούνται ευθέως από αυτή καθεαυτή την ίδρυση ιδιωτικών. Στο μέτρο που η διοικητική και οικονομική τους αυτονομία εξακολουθεί να είναι κατοχυρωμένη και εξασφαλισμένη, ο ιδιωτικός ανταγωνισμός δεν θα τα επηρεάσει κατʼ ανάγκην. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου από μια στιγμή και πέρα δημόσια και ιδιωτικά ΑΕΙ συνυπάρχουν, κανείς δεν ασχολείται με τα δεύτερα. Η συμβολική ισχύς των δημόσιων ΑΕΙ είναι τόσο ακλόνητη ώστε τα οποιαδήποτε ιδιωτικά ιδρύματα παραμένουν περιθωριακής σημασίας, εμβέλειας και εγκυρότητας. Οι πολυτελείς αλλά ασήμαντες υπηρεσίες που προσφέρουν απευθύνονται αποκλειστικά σε γόνους των κυρίαρχων στρωμάτων. Με αυτή την έννοια λοιπόν, αυτή καθεαυτή η νομιμοποίηση ιδιωτικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών μπορεί να παραμένει κοινωνικά αδιάφορη και, υπό ορισμένους όρους, πολιτικά ανεκτή.
Έτσι, το σχέδιο της ιδιωτικοποίησης έχει και ένα δεύτερο σκέλος. Για να ανοίξει διάπλατα η πόρτα της εμπορευματοποίησης των εκπαιδευτικών υπηρεσιών, η νομιμοποίηση των ιδιωτικών ΑΕΙ πρέπει να συνοδευτεί από την υποβάθμιση των δημόσιων. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Στο πλαίσιο της συστηματικής αποψίλωσης του κοινωνικού κράτους και των κοινωνικών δικαιωμάτων, η επαπειλούμενη ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ συνδυάζεται με την προοδευτική απαγκίστρωση του κράτους από τα εκπαιδευτικά του καθήκοντα. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η παγίως υφέρπουσα οπισθοβουλία του κυρίαρχου περί ΑΕΙ λόγου. Η απελευθέρωση του «υγιούς αγοραίου εκπαιδευτικού ανταγωνισμού» παρέχει στην πολιτεία το πρόσχημα για να νίψει τας χείρας της για το μέλλον της εκπαίδευσης. Μʼ ένα σμπάρο λοιπόν, δυο τρυγόνια. Από τη στιγμή που θα ενσκήψει ο νόμος της αγοράς και οι αγοραίες λύσεις που θα προκύψουν θα είναι εξορισμού ορθολογικές, και ο φορολογούμενος δεν θα βαρύνεται πια με το επαχθές κόστος της αναπαραγωγής των ιδεών, της γνώσης και του κοινού πολιτισμού. Το laissez-faire επεκτείνεται στην αξιακή και ιδεολογική συγκρότηση της ίδιας της κοινωνίας. Αυτό ακριβώς είναι και το αιτούμενο.
Υπάρχουν βέβαια και ορισμένες «παράπλευρες απώλειες». Με τη συρρίκνωση της ευρύτερης δημόσιας σφαίρας, η σημασία ενός τουλάχιστον δημόσιου αγαθού επιτείνεται. Και αυτό είναι το αγαθό της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Δεν είναι περίεργο. Όσο αποδυναμώνεται η ευθύνη του κράτους για τη συντήρηση της κοινωνικής συνοχής και ομοιογένειας, όσο δηλαδή υποχωρεί η φαντασίωση του «γενικού συμφέροντος», τόσο πιο αναγκαίες είναι η βία και η καταστολή και τόσο η πολιτική παρέμβαση τείνει να επικεντρώνεται σε αρχέγονες κατασταλτικές και αστυνομικές λειτουργίες. Αυτός φαίνεται να είναι ο «καλύτερος των δυνατών ελεύθερων κόσμων» προς τον οποίο οδεύουμε ακάθεκτοι. Και αυτή ακριβώς είναι η πεμπτουσία του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου αντικρατισμού.
 
Οι επιπτώσεις της ιδιωτικοποίησης: ο «νόμος του Γκρέσαμ» στην παιδεία
Στενά συνδεδεμένο είναι και το δεύτερο ζήτημα. Ο αγοραίος ανταγωνισμός, μας λένε, η ελεύθερη δηλαδή πρoσφορά και ζήτηση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών, θα οδηγήσει περίπου αυτομάτως στην ποιοτική τους αναβάθμιση. Μέσα από το αόρατο χέρι της αγοράς, το «καλό» θα επιπλεύσει, εξαφανίζοντας το «κακό» και περιθωριοποιώντας το «μέτριο». Στην πραγματικότητα βέβαια ισχύει το εντελώς αντίθετο. Ακολουθώντας τον νόμο του Γκρέσαμ για το νόμισμα, φαίνεται πως, υπό ορισμένες περιστάσεις, το κακό διώχνει το καλό. Η εμπειρία, τόσο της ανατολικής Ευρώπης, όσο και η δική μας, δείχνει ότι η υπαγωγή των εκπαιδευτικών υπηρεσιών στους νόμους της αγοράς έχει καταστρεπτικές συνέπειες. Δεν θα γεμίσουμε με Χάρβαρντ, Πρίνστον, Καίμπριτζ και Οξφόρδες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ιδιωτικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες θα παρέχονται από αυτοσχέδια κακέκτυπα ιδρύματα, που μόνο σκοπό θα έχουν την όσο το δυνατόν ταχύτερη απόσβεση των επενδύσεών τους.
Ας μη βιαστούμε λοιπόν να επικαλεστούμε το παράδειγμα των μεγάλων επώνυμων ιδρυμάτων της Δύσης. Πρέπει να θυμηθούμε πως τα Χάρβαρντ και οι Οξφόρδες είναι τύποις μόνον ιδιωτικά ιδρύματα. Εδώ και αιώνες, έχουν τεράστια δική τους περιουσία, δεν οργανώνονται ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, διοικούνται από ανεξάρτητα και συνήθως ανιδιοτελή σώματα και αναπτύσσουν τη δράση τους με μόνο γνώμονα το κοινό, δηλαδή το δημόσιο, συμφέρον. Τα ιδρύματα αυτά είναι τα θαυμαστά ιστορικά προϊόντα μιας μακρόχρονης εμμονής στην ανιδιοτελή θεραπεία του μεγάλου, του ωραίου και του αληθινού, στο ιδιαίτερο πλαίσιο των αγγλοσαξονικών φιλελεύθερων κοινωνιών. Όπως ακριβώς και τα αντίστοιχα δημόσια ιδρύματα της ηπειρωτικής Ευρώπης, τις Σορβόννες, τις Χαϊδελβέργες, τις Πάντοβες και τις Ουψάλες, ιδρύθηκαν και υπάρχουν με στόχο να προσφέρουν σοφία και γνώση, όχι για να αντλήσουν κέρδη από την προσφορά τους. Το κύρος τους, αλλά και η συνεχιζόμενη χρηματοδότησή τους (ιδιωτική και κρατική) συναρτώνται με την μακραίωνη θεσμική και ιδεολογική τους παράδοση. Και οι παραδόσεις δεν οικοδομούνται εν μια νυκτί.
Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Η ιδιωτικοποίηση θα είναι καταστρεπτική και για άλλους λόγους, καθαρά «υλικούς». Είναι πράγματι σαφές ότι οι αναγκαίες οικονομικές επενδύσεις για μια «σοβαρή» εκπαίδευση είναι τόσο μεγάλες και συνεχείς, ώστε να μην μπορεί σε καμία περίπτωση να εμφανίζονται ευθέως κερδοφόρες. Δεν είναι τυχαίο ότι μόνο επιμέρους γνωσιακοί τομείς, όπως π.χ. το «μπίζνες αντιμινιστρέισιον» –που οι τίτλοι ευγενείας του παραμένουν ακόμα αγγλόφωνοι– μπορούν να οργανωθούν επιτυχώς εκ των ενόντων και με περιορισμένους πόρους. Η σκληρή γνώση, οι πειραματικές και εργαστηριακές επιστήμες, η βιολογία και η ιατρική προϋποθέτουν τεράστια πάγια κεφάλαια, που δεν θα αποσβεσθούν ποτέ. Και, με αυτήν την έννοια, το δίλημμα είναι εντελώς αντίθετο από ό,τι το παρουσιάζουν. Στην πραγματικότητα, τα ΑΕΙ είτε θα παραμένουν δημόσια ή τουλάχιστον δημόσιου ενδιαφέροντος και θα χρηματοδοτούνται σαν τέτοια κατʼ απόλυτη προτεραιότητα (αυτό ακριβώς το αίτημα εξέφραζε το περίφημο 15% στην εκπαίδευση) είτε, μοιραία, θα παρακμάσουν και θα εκφυλισθούν.
Υπάρχουν βέβαια και μεσοβέζικες λύσεις. Τέτοιες π.χ. επιχειρήθηκαν στην μετατσαουσέσκειο Ρουμανία όπου, για ένα διάστημα τουλάχιστον, εφευρετικοί επιχειρηματίες νοίκιαζαν αντί πινακίου φακής τα ήδη δεδομένα δημόσια πανεπιστημιακά εργαστήρια και τις αίθουσες, προσέφεραν επιμίσθια στους αποδιοργανωμένους καθηγητές και εισέπρατταν τεράστια δίδακτρα από τους δυστυχείς φοιτητές, που δεν είχαν άλλη λύση από το να πληρώσουν αδρά. Έτσι, ειρωνικά, φαίνεται να γεννήθηκε ένας νέος και ιστορικά πρωτόφαντος τρόπος παραγωγής όπου η ιδιωτική κερδοφορία θα οργανώνεται με εκχώρηση δημόσιου πλούτου, ένας τρόπος παραγωγής που φαίνεται να κερδίζει όλο και περισσότερους θιασώτες, εντός και εκτός συνόρων. Οι μετασοσιαλιστικοί κερδοσκοπικοί αυτοσχεδιασμοί εμφανίζονται επινοητικότεροι και από τον ίδιο τον Καρλ Μαρξ. Γλιτώνοντας το δημόσιο από την ευθύνη ενός πάντα επίμαχου πολιτικού προγραμματισμού, η παραχώρηση και «αξιοποίηση» δημόσιων συμβολικών μονοπωλίων μπορεί να ανοίξει τον δρόμο σε νέες επιχειρηματικές περιπέτειες. Αυτό είναι και το αιτούμενο. Ας τα εκπλειστηριάσουμε λοιπόν, ως τάχιστα, πουλώντας η νοικιάζοντάς τα σε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο. Ακόμα και ως δυσλειτουργικά, κάτι μπορεί να «πιάσουν». Και, επιπλέον, θα απαλλαγούμε και από τους αιώνιους φοιτητές και τις φοιτητικές παρατάξεις που τους εκπροσωπούν και από την γκρίνια των πανταχού παρόντων εταίρων μας!
 
Από τον εκδημοκρατισμό στον εκσυγχρονισμό
Η τρίτη παρατήρησή μου αναφέρεται στις συχνά ασυνείδητες αλλά σημαντικές ιδεολογικές μετατοπίσεις που έχουν καταστήσει δυνατές τις πρόσφατες εξελίξεις. Έτσι, πρέπει να θυμηθούμε ότι σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο το ζήτημα της εκπαίδευσης συνδέθηκε ευθέως με το ζήτημα της δημοκρατίας. Θυμίζω πως η «ελιτίστικη» εκπαίδευση του παρελθόντος, που διοχέτευε τους νέους σε δυο χωριστά και σχεδόν αδιάβροχα εκπαιδευτικά «δίκτυα» –των προνομιούχων από τη μια μεριά, και των απόκληρων από την άλλη–, μπήκε στο στόχαστρο των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων. Σε όλο τον κόσμο, και κατεξοχήν στη χώρα μας, τα δημοκρατικά πολιτικά κινήματα επιδίωξαν, και πέτυχαν, να ανοίξουν τα ΑΕΙ σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, να περιορίσουν την εκπαιδευτική επιλογή και να αμβλύνουν τα κατεστημένα ταξικά προνόμια των «κληρονόμων».
Αυτόν ακριβώς το στόχο είχε το αίτημα για εκδημοκρατισμό της ανώτατης εκπαίδευσης. Αυτό ήταν και το μήνυμα του συνθήματος «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία». Όποιο και να ήταν το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, οποιαδήποτε και να ήταν η οργάνωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, η δομή της όφειλε πλέον να εμφανίζεται ανοικτή και δημοκρατική. Ακόμα και αν τα ταξικά προκρίματα είναι αδύνατον να εξαφανισθούν εντελώς, η ακάθεκτη πορεία των κοινωνιών προς την «αξιακή πρόοδο» επέτασσε τη δυνατότητα πρόσβασης όλων στους μηχανισμούς της εκπαίδευσης.
Είναι λοιπόν εντελώς αξιοσημείωτο ότι, στις μέρες μας, ο προβληματισμός γύρω από την εκπαιδευτική δικαιοσύνη και τους όρους της εκπαιδευτικής επιλογής φαίνεται να έχει εκλείψει εντελώς. Η δωρεάν παιδεία, που ήταν η αναγκαία θεσμική προϋπόθεση για την ισότητα των εκπαιδευτικών ευκαιριών, εμφανίζεται πλέον ως παρωχημένο και αναχρονιστικό αίτημα. Στη θέση του «εκδημοκρατισμού» της εκπαίδευσης εισβάλλει ακάθεκτα η ιδέα του «εκσυγχρονισμού» της. Η σύγχρονη ιδέα της ανταγωνιστικής οικονομικής ανισότητας εξοβελίζει την παλαιά ιδέα της δημοκρατικής πολιτικής ισότητας. Στο όνομα της παραγωγικότητας, η εκπαίδευση θα οργανωθεί σε αγοραία ιδιωτική βάση και με αγοραίες προδιαγραφές. Ακόμα λοιπόν και αν παραμένουν τύπος δημόσια, τα ΑΕΙ «οφείλουν» να λειτουργούν έλλογα και αποτελεσματικά, ως εάν ήσαν ιδιωτικά. Η συνταγή είναι γνωστή: για να αποφευχθούν περιττές και ανορθολογικές «σπατάλες», καμία υπηρεσία δεν επιτρέπεται πια να παρέχεται δίχως αντικαταβολή. Ο χρήστης είναι απλός πελάτης που, όπως όλοι οι έλλογοι πελάτες-άτομα, καλείται να πληρώσει ανάλογα με το ατομικό όφελος στο οποίο προσβλέπει.
Σε αυτό ακριβώς συνοψίζεται η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου. Η πρόσβαση στη γνώση αφορά πρωτίστως τους έλλογους χρήστες που επιδιώκουν την ατομική τους ενσωμάτωση στην κοινωνία, υπό τους ευνοϊκότερους δυνατούς όρους. Η εκπαιδευτική απόφαση είναι λοιπόν μια προσωπική και μόνον υπόθεση και, όπως όλες οι έλλογες αποφάσεις, θα λαμβάνεται με αποκλειστικό κριτήριο το ατομικό κόστος και το προσδοκώμενο ατομικό όφελος. Στην ουδέτερη αγορά, το θέμα των «διδάκτρων» είναι παραπλήσιο με το θέμα των αγοραίων τιμών ή «αντικαταβολών» όλων των άλλων αγαθών η υπηρεσιών. Και, όπως συμβαίνει και με όλες τις άλλες αγοραίες ετυμηγορίες, οι τιμές ισορροπίας είναι εξ ορισμού σωστές, άρα και «δίκαιες». Κανείς δεν χρωστά τίποτε σε κανέναν. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα των ανθρώπων μπροστά στους όρους της επιβίωσής τους θα κριθούν από το ύπατο αγοραίο δικαστήριο. Αυτή ακριβώς είναι η σύγχρονη θεοδικία.
Υπό τους όρους αυτούς, είναι απολύτως εύλογο να θεωρείται ότι η εμμονή στη δημοκρατική λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης ως θεμελιώδους δημόσιου αγαθού έννομου είναι «αντιδραστική» και παρωχημένη. Ακόμα και αν είναι προς το παρόν συμβολικά και πολιτικά δύσκολο να ιδιωτικοποιηθεί και να απορυθμισθεί στο σύνολό της, η δημόσια εκπαίδευση καλείται επειγόντως να «προσαρμοσθεί» στα κελεύσματα της αγοράς. Και, για να γίνει αυτό, θα πρέπει να εγκαταλείψει όλες τις αξιακές και ιδεολογικές παρωπίδες που την καθήλωναν στα δεσμά μιας «ξεπερασμένης ιδεοληψίας». Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι, μαζί με το τέλος της ιστορίας, αναγγέλλεται το τέλος της ιδεολογίας, το τέλος της πολιτικής, το τέλος της δημοκρατίας και το τέλος των δημόσιων αγαθών. Η κοινωνία μας δεν χρειάζεται αξίες ή ιδέες. Με το σύνδρομο ΤΙΝΑ (: δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση), η πολιτεία παραιτείται από τη δυνατότητά της να αποφασίζει η ίδια με δημοκρατικές διαδικασίες για το τι θέλει να θεωρεί πρόοδο.
Εφεξής, πράγματι, η πρόοδος είναι συνώνυμη με την οικονομική ανάπτυξη, η ανάπτυξη προϋποθέτει την πλήρη αγοραία απορύθμιση και η απορύθμιση συνεπάγεται την εξαφάνιση όλων των εξωαγοραίων αξιακών παραμέτρων. «Καλή» και «άξια» γνώση τείνει πια να θεωρείται μόνον η «χρήσιμη» γνώση που θα επικυρωθεί ίσως αργότερα στην ελεύθερη αγορά εργασίας. Ως «άχρηστα» λοιπόν, όλα τα άλλα, όλες οι εσωτερικευμένες κοινωνικές αξίες –εθνικές και οικουμενικές–, η αλληλεγγύη, η αδελφότητα, το ξεχασμένο τρίτο συστατικό του επαναστατικού τρίπτυχου, οι συμβολικές ανταλλαγές, οι αμοιβαιότητες και συλλογικότητες, ό,τι δηλαδή συγκροτούσε τον νεωτερικό «πολιτισμό» του Διαφωτισμού μπορούν να εξοβελιστούν από το εκπαιδευτικό σύστημα. Με αποκλειστικό γνώμονα το ατομικό τους συμφέρον, οι «χρήστες» και «πελάτες» του πρέπει να πεισθούν πως η παιδεία την οποία θα επιλέξουν, και θα πληρώσουν, δεν μπορεί παρά να είναι το προανάκρουσμα της αδυσώπητης ανταγωνιστικής κοινωνίας στην οποία καλούνται να επιζήσουν. Και έτσι, η ιδεατά αυτόνομη παιδεία θα αναδειχθεί σε ετερόνομη εκπαίδευση. Μετά από τρεις αιώνες, ο εργαλειακός ατομικιστικός ωφελιμισμός φαίνεται να επικρατεί δίχως αντίπαλο.
 
Η πανουργία της ιστορίας: το δημόσιο πανεπιστήμιο τόπος αντίστασης
Όμως, η ιστορία είναι πάντα πανούργα και η αχλάδα έχει πάντα πίσω της μιαν ουρά. Το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι ο κατεξοχήν τόπος αντίστασης σε αυτές τις εξελίξεις. Και γιʼ αυτόν ακριβώς τον λόγο συγκεντρώνει τους μύδρους των ζηλωτών της «πολιτικής ορθότητας». Παρά τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειές του, παρά τις αντιφάσεις και τις εκτροπές του, παρέχει ακόμα τη δυνατότητα σε εκείνους που φοιτούν να σκέπτονται κριτικά, να αναστοχάζονται δημιουργικά και να αντιπαρατίθενται δυναμικά στις επίσημες δοξασίες, βεβαιότητες και ορθοδοξίες, στις οποίες ίσως να μην πιστεύουν ούτε καν αυτοί που τις εκστομίζουν. Και αυτός είναι ίσως ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο η επιβίωση των δημόσιων ΑΕΙ είναι ζήτημα που δεν αφορά μόνο τα ίδια, τους «πελάτες» τους, την οικονομία, τους όρους παραγωγής της γνώσης και την εκπαίδευση ως χωριστό κοινωνικό υποσύστημα. Αφορά την κοινωνία στο σύνολό της και τις αξιακές και κοσμοθεωρητικές της προδιαγραφές. Αν το βραχυπρόθεσμο κοινό μας μέλλον θα διαγραφεί μέσα από οικονομικές και πολιτικές αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται τις περισσότερες φορές ερήμην των πολιτών, οι μακροπρόθεσμες πολιτιστικές προοπτικές των κοινωνιών μας συναρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τους υπόγειους και ύπουλους μετασχηματισμούς στον τρόπο διαμόρφωσης των ατομικών προοπτικών και φαντασιώσεων. Και είναι γεγονός ότι οι πολύτιμες και αναντικατάστατες φαντασιώσεις για την αξιακή πρωτοκαθεδρία του συλλογικού ενάντια στο ατομικό δεν μπορούν να αναπαραχθούν παρά μόνο στους κόλπους ενός ιδεολογικού συστήματος που παραμένει ακόμα ανοικτό στην αμφισβήτηση των ίδιων του των προδιαγραφών.
Και αυτή ακριβώς είναι η υψηλότερη, ίσως, υπηρεσία που καλείται να προφέρει το δημόσιο πανεπιστήμιο. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν είναι μόνο πανεπιστήμιο. Είναι επίσης και δημόσιο. Και, επειδή ακριβώς είναι δημόσιο, εκφράζει την κοινωνία, τον «δήμο» που καλείται να ομογενοποιήσει και να εκπαιδεύσει. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η πολιτεία ανέθεσε στη δημόσια εκπαίδευση να σκέπτεται και να λειτουργεί αυτόνομα. Με αυτή την έννοια, η λαϊκή κυριαρχία και η πανεπιστημιακή αυτονομία είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: υπάρχουν για να μπορεί να προτάσσονται ενάντια σε οτιδήποτε απειλεί την αυτοτέλεια των αυτοθεσπιζόμενων ιστορικών συλλογικών οντοτήτων. Και αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος για το οποίο η παραγωγή και η αναπαραγωγή των ιδεών των αξιών και της γνώσης οφείλει να παραμείνει αναπαλλοτρίωτο δημόσιο αγαθό. Έτσι και μόνο μπορεί να εξασφαλισθεί η συλλογική κοινωνική αυτογνωσία, έτσι και μόνο όλοι, νέοι και πρεσβύτεροι, μπορούν να συνεχίσουν να νιώθουν ελεύθεροι όχι μόνο να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους αλλά και να σκέφτονται γύρω από το νόημά της και την ιστορική της πορεία.
Το άρθρο είναι κείμενο ομιλίας που εκφωνήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε ημερίδα που οργανώθηκε υπό την αιγίδα της Συνόδου των Πρυτάνεων την 7η Ιουνίου 2011, με ομιλητές τον Κ. Τσουκαλά και τον Στ. Πεσμαζόγλου.

Το φάντασμα του Μνημονίου και η εθνική κυριαρχία

Αντώνης Μανιτάκης

Το φάντασμα του Μνημονίου και η εθνική κυριαρχία
Εχει υποστηριχθεί, εντύπως και τηλεοπτικώς σε προωινές εκπομπές, από έγκριτο και σεβαστό συνάδελφο, τον κ. Κασιμάτη -συνεπικουρούμενο από τον κ. Κατρούγκαλο- ότι η Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης των ογδόντα εκατομμυρίων ευρώ, που συνοδεύεται από το Μνημόνιο, και συνήψε η Ελλάδα με τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, τον Μάιο του 2010, περιέχει όρο (άρθρο 14 παρ. 5) «παραίτησης της Ελλάδος από τις ασυλίες της εθνικής κυριαρχίας» και ότι «πρόκειται για όρο που παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του δικαίου σε όλα τα επίπεδα: του διεθνούς, του ευρωπαϊκού και του εθνικού δικαίου». Επιπλέον, ότι ο όρος αυτός είναι «πρωτοφανής στις διεθνείς οικονομικές συνθήκες των σύγχρονων δημοκρατιών, παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή σεβασμού της κυριαρχίας του κράτους, απειλεί, θέτει σε κίνδυνο και προσβάλλει στον πυρήνα τους τα κυριαρχικά δικαιώματα, την ίδια την κυριαρχία και την υπόσταση της χώρας» (βλ. το πλήρες κείμενο στον δικτυακό τόπο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», www. constitutionalism. gr).
Θα επιχειρήσω να δείξω με νομικά -αναγκαστικά- επιχειρήματα ότι οι ισχυρισμοί των συναδέλφων είναι αβάσιμοι και ότι οι κίνδυνοι στην κρατική μας κυριαρχία είναι ανυπόστατοι έως φανταστικοί.
Πρώτον, η ρήτρα παραίτησης του Δημοσίου από τις αποκαλούμενες -κακώς- «ασυλίες εθνικής κυριαρχίας», δεν είναι πρωτοφανής. Πρόκειται για μια τυποποιημένη (standard) ρήτρα των διεθνών οικονομικών συναλλαγών, που απαντάται σε όλες τις συμβάσεις δανείων και εγγυήσεων στις οποίες εμπλέκεται το κράτος. Ανάλογη δέσμευση συναντάμε και στις εκδόσεις των κρατικών ομολόγων με τη βοήθεια των οποίων αντλήσαμε εκατοντάδες δισεκατομμύρια και οδηγηθήκαμε στην υπερχρέωση και στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Και στην περίπτωση αυτή η Ελληνική Δημοκρατία δεσμευόταν να εξοφλήσει τους κομιστές των ομολόγων χωρίς καμία αίρεση και κανένα όρο. Ωστόσο, οι δεσμεύσεις αυτές του ελληνικού κράτους απέναντι στους δανειστές του δεν έφταναν μέχρι την παραίτησή του από αρμοδιότητες κυριαρχίας. Η παραίτησή του αφορούσε τα γνωστά δικονομικά και ουσιαστικού δικαίου προνόμια ή ασυλίες που απολαμβάνει το ίδιο ως προς την περιουσία του και μόνον.
Δεύτερον, διά του λόγου το ασφαλές και για να δείξω πόσο συνήθης είναι η παραίτηση του Δημοσίου από τα «περιουσιακά» προνόμιά του, επικαλούμαι πρόσφατη Υπουργική Απόφαση επί κυβερνήσεως Ν. Δ. (ΥΑ. 2/5121/0025/26.1.2009- ΦΕΚ 140/Β/29. 1.2009), στην οποία περιέχονται οι όροι των εγγυήσεων που παρέχονται από το Δημόσιο στις τράπεζες στο πλαίσιο της παροχής προς αυτές ρευστότητας. Στην τυποποιημένη εκεί σύμβαση εγγύησης διαβάζουμε υπό τον τίτλο «Παραίτηση από προνόμια: ο εγγυητής, δηλαδή το Δημόσιο: «α) παραιτείται από οποιοδήποτε προνόμιο που έχει ή θα αποκτήσει ο ίδιος ή οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο αναφορικά με οποιαδήποτε νομική διαδικασία που κινείται κατ’ αυτού… β) συγκατατίθεται ότι δεν θα αξιώσει ασυλία από οποιαδήποτε από τις εν λόγω νομικές διαδικασίες… και γ) συγκατατίθεται… στην αναγκαστική εκτέλεση ή εκτέλεση επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του…».
Αν συγκρίνει κανείς τις δύο ρήτρες, τη ρήτρα εγγύησης του Δημοσίου με εκείνη της δανειακής σύμβασης θα διαπιστώσει: πρώτον, ότι είναι κατά βάση νομικά πανομοιότητες, δεύτερον, ότι το επίμαχο άρθρο της δεύτερης περιέχει σαφή, σαφέστερη δεν γίνεται, εξαίρεση από την κατάσχεση ή αναγκαστική εκτέλεση των περιουσιακών εκείνων στοιχείων του Δημοσίου, τα οποία η ελληνική έννομη τάξη προστατεύει με διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου.
Ο εστί μεθερμηνευόμενο: στο «Μνημόνιο» η δημόσια περιουσία του Δημοσίου εξαιρείται από ενδεχόμενη υποθήκευση, κατάσχεση ή αναγκαστική εκτέλεση. Δηλαδή τα εκτός συναλλαγής πράγματα, τα πολιτιστικά μας αγαθά, όπως μνημεία ή έργα τέχνης που ανήκουν στην πολιτιστική μας κληρονομιά, τα κοινόχρηστα πράγματα, όπως ο αιγιαλός ή τα δημόσια κτίρια και γενικά ό, τι υπάγεται σε αυτό που οι Γάλλοι και οι Βέλγοι αποκαλούν domaine public, δεν υπόκειται σε υποθήκευση ή κατάσχεση. Και πάντως δεν θίγεται ούτε απειλείται από τη δανειακή σύμβαση η εθνική μας κυριαρχία, ούτε είναι δυνατόν άλλωστε να θιγεί από συμβάσεις αυτού του είδους.
Επομένως, ας ηρεμήσουμε και ας σοβαρευτούμε. Δεν χρειάζεται να προκαλούμε, αβασάνιστα, φόβο και τρόμο με την επίκληση φανταστικών εθνικών κινδύνων στην ήδη κατατρομαγμένη και παραζαλισμένη κοινή γνώμη. Μας φτάνει η κατάθλιψη και ο τρόμος που εκτρέφουν, μήνες τώρα, δανειστές, τηλεόραση -με το αζημίωτο- ο Τύπος και τα κόμματα ιδίως της Αριστεράς εν τη πολιτική μωρία τους.
Ας καταλάβουμε ότι δεν πρόκειται να πτωχεύσουμε ούτε να εξέλθουμε από τα ευρώ, διότι θα πληγεί ανεπανόρθωτα το ίδιο και δεν το θέλουν ούτε οι εταίροι μας. Είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε μαζί του. Καλά θα κάνουμε, ως μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης επί μία τριακονταετία, αντί να υπερασπιζόμαστε την εθνική μας κυριαρχία κραυγάζοντας «αέρα» και κραδαίνοντας στα όργανα της Ε. Ε. ξιφολόγχη και καριοφίλι, να μάθουμε να χρησιμοποιούμε την «κυριαρχία μας» όχι ως ένα αυτάρεσκο, κλειστοφοβικό και επιθετικό κατασκεύασμα, αλλά ως δικτυακό κόμβο επικοινωνίας, συνεργασίας και αντιπαράθεσης με τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τους θεσμούς της.
Αν πάλι είμαστε αντίθετοι στην ακολουθούμενη ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική της δημοσιονομικής αυστηρότητας και των μέτρων λιτότητας, ας αγωνιστούμε να αλλάξουν οι συσχετισμοί πολιτικής δύναμης στην Ευρώπη για να αλλάξει και η νεοφιλελεύθερη πολιτική της. Ας φροντίσουμε να συνεργαστούμε με τους άλλους λαούς της Ευρώπης, που υφίστανται και αυτοί τις ίδιες οδυνηρές συνέπειες της λιτότητας και της ανεργίας, ώστε από κοινού να αντιμετωπίσουμε την κρίση και να αναζητήσουμε οικονομικές διεξόδους και προοπτικές για μια άλλη Ευρώπη, διαφορετική από αυτή που ζούμε σήμερα.
Αλλος δρόμος και άλλη προοπτική, πιο ρεαλιστική από αυτή, δεν υπάρχει για την Ελλάδα. Αλλωστε, οι αυθόρμητες, πανευρωπαϊκές, μαζικές, ειρηνικές και ακομμάτιστες συγκεντρώσεις αγανακτισμένων πολιτών στις πλατείες, αυτό μας δείχνουν: την κοινή τύχη των λαών της Ευρώπης μπροστά σε ένα μέλλον αβέβαιο και μη ορατό, αλλά πλήρως εξαρτώμενο από τη συνεργασία και συνεννόησή τους. Το ίδιο εξαρτημένες είναι και η εθνική μας επιβίωση και κυριαρχία, όσο και αν αυτό φαίνεται σχήμα οξύμωρο.
To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 12 Ιουνίου 2011.

Αναγόρευση επίτιμων διδακτόρων κ.Σκουρή και κ.Ροζάκη


Αναγόρευση επίτιμων διδακτόρων κ.Σκουρή και κ.Ροζάκη

Την 10η Ιουνίου 2011, ημέρα Παρασκευή και ώρα 19.00,τη Μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (κεντρικό κτήριο, Πανεπιστημίου 30), θα αναγορευθούν επίτιμοι διδάκτορες του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Βασίλειος Σκουρής και ο Δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Χρήστος Ροζάκης.

Η πρόσκληση στο αρχείο .pdf που επισυνάπτεται.

Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία

Αντώνης Μανιτάκης

Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία
Δέχθηκα με ιδιαίτερη ικανοποίηση την πρόσκληση που μου απεύθυναν ο συνάδελφος Νίκος Αλιβιζάτος και ο εκδοτικός οίκος Πόλις να συντονίσω την σημερινή παρουσίαση του βιβλίου Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία, 1800-2010. Απαλλαγμένος από το καθήκον να προβώ σε βιβλιοκριτική παρουσίαση ενός opus magnum, θα περιοριστώ, ως συντονιστής, σε μερικές σύντομες εισαγωγικές, σκέψεις για τη σημασία και αξία ενός έργου ζωής, που συμπυκνώνει έρευνες, μελέτες και τον στοχασμό ενός πανεπιστημιακού δασκάλου πάνω στη συνταγματική μας ιστορία αξιοποιώντας στο έπακρον τις ευρύτατες γνώσεις του στο Συνταγματικό Δίκαιο και τη συνταγματική θεωρία. Γιατί η πρώτη αρετή και αξία αυτού του βιβλίου έγκειται, κατά τη γνώμη μου, σε αυτό τον μοναδικό συνδυασμό: συναρθρώνει, με τρόπο αρμονικό, την ιστορική αφήγηση των περιπετειών που γνώρισαν το πολίτευμα και η συνταγματική νομιμότητα στην δύο αιώνων πορεία τους, με τη στοχαστική μελέτη τους και την κριτική αξιολόγησή τους. Στις εφτακόσιες σελίδες του βιβλίου βρίσκει κανείς γραμμένη, συνοπτικά και περιεκτικά, ολόκληρη την ελληνική συνταγματική ιστορία και παράλληλα μαθαίνει ή καταλαβαίνει καλύτερα τη σημασία του Συντάγματος, του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, του συνταγματικού κράτους, των δικαιωμάτων του ανθρώπου και άλλων σημαντικών πολιτικών θεσμών, ενόψει πάντα της εφαρμογής και της πραγματικής λειτουργίας τους. Το πώς λειτούργησαν στην πράξη οι θεσμοί είναι το βασικό μέλημα του βιβλίου, και όχι απλώς το πώς σχεδιάστηκαν και ποια γεγονότα μεσολάβησαν για την δυσλειτουργία τους.
Τα «προανακρούσματα» της συνταγματικής μας ιστορίας
Για τον Αλιβιζάτο, τα «προανακρούσματα» της συνταγματικής μας ιστορίας ανιχνεύονται, μετά το Σύνταγμα του Ρήγα, στα τρία πρώτα επτανησιακά συντάγματα, της Επτανήσου Πολιτείας του 1800, που αποκαλείται και βυζαντινό, του 1803 και του 1817. Και η συνταγματική μας ιστορία χωρίζεται σε τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος, από το 1800-1915 χαρακτηρίζεται από μια ανοδική τάση, αφού την περίοδο αυτή οικοδομείται ένα σύγχρονο συνταγματικό, συγκεντρωτικό, κράτος, εγκαθιδρύεται το αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης και δημιουργείται η συνταγματική παράδοση των εκλογών με καθολική ψηφοφορία –θεσμού πρώιμου και για την Ευρώπη–, καθιερώνεται και εδραιώνεται το κοινοβουλευτικό πολίτευμα, κατοχυρώνονται συνταγματικά οι πρώτες δικαιοκρατικές εγγυήσεις. Μια περίοδος δημιουργική, περίοδος διάπλασης και εδραίωσης των αντιπροσωπευτικών και κοινοβουλευτικών θεσμών, η οποία δικαιολογεί την κατάταξη της Ελλάδας στις προηγμένες χώρες της Ευρώπης, αφού, παρά τις αδυναμίες ή σοβαρές δυσλειτουργίες τους, οι συνταγματικοί θεσμοί λειτούργησαν τόσο ώστε κατάφεραν και δημιούργησαν και παράδοση και συνέχεια. Η εθνική μας ολοκλήρωση, η δημιουργία κράτους συνέπεσε με μια πρώιμη και πρωτοποριακή κοινοβουλευτική και συνταγματική ανάπτυξη της χώρας. Όλες οι κοινωνικές τάξεις ήθελαν Σύνταγμα, ακόμη και οι προεστοί, οι κοτζαμπάσηδες, οι κτηματίες. Το Σύνταγμα μπορεί εκείνη την περίοδο να εφαρμοζόταν με εμπόδια και να μην τηρείτο με συνέπεια ή να παραβιαζόταν, αλλά δεν είχε εχθρούς.
Η περίοδος των κρίσεων
Η δεύτερη περίοδος 1915-1974 ονομάζεται από τον συγγραφέα «η περίοδος των κρίσεων», αφού η ελληνική πολιτική ιστορία χαρακτηρίζεται από τη δίνη των διχασμών. Εξήντα χρόνια με εναλλασσόμενες περιόδους συνταγματικής ανωμαλίας και κοινοβουλευτικής ομαλότητας, με τον καταστροφικό εθνικό Διχασμό, με αιματηρούς Βαλκανικούς Πολέμους, με την Μικρασιατική Καταστροφή, με τα δεινά του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, με τις τραγικές συνέπειες ενός εμφύλιου σπαραγμού, με δισυπόστατη μεταπολεμική δημοκρατία υπό το Σύνταγμα του 1952, και τέλος με την ανεκδιήγητη στρατιωτική δικτατορία του 1967. Είναι η περίοδος που ο ελληνικός συνταγματισμός γνωρίζει την οπισθοδρόμηση, το Σύνταγμα βρίσκεται, ανοιχτά, αντιμέτωπο με τους εχθρούς του, τους βιαστές του, παραπαίει, και μαζί του δεινοπαθεί το κοινοβουλευτικό πολίτευμα και η δημοκρατική αρχή. Η πιο επώδυνη θεσμικά και πολιτικά περίοδος της συνταγματικής ιστορίας τελειώνει με την κατάρρευση, και όχι την ανατροπή, της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974.
Ο Αλιβιζάτος, γνώστης εμβριθής της περιόδου αυτής, την περιγράφει με άνεση και λιτό γλωσσικό ύφος, την αξιολογεί με προσεγμένες και ζυγισμένες εκφράσεις, δεν χάνεται σε κουραστικές λεπτομέρειες ασήμαντων πολιτικά και θεσμικά γεγονότων, μένει στα ουσιώδη πολιτικά διακυβεύματα της εποχής, τα οποία και αναδεικνύει, αξιολογώντας, κρίνοντας και επικρίνοντας, χωρίς δραματοποιήσεις και χωρίς να παρασύρεται σε εύκολες ή αγοραίες πατριωτικές ή εθνοκεντρικές εξάρσεις, χωρίς να εγκλωβίζεται στις ιδεολογικές προκαταλήψεις που ταλαιπώρησαν και επισκίασαν την πολιτική μας ιστορία, όπως η αιώνια αντιπαράθεση βασιλοφρόνων και δημοκρατικών, κομμουνιστών και αντικομμουνιστών, εθνικιστών και αντιεθνικιστών, προοδευτικών και αντιδραστικών.
Απομακρύνεται –και αυτή είναι η δεύτερη μεγάλη συμβολή του– από την τυπική και άνευ πολιτικής ουσίας περιοδολόγηση της συνταγματικής μας ιστορίας, που γινόταν με βάση τα Συντάγματα και τα πολιτεύματα που αυτά καθιέρωναν, σε πολιτεύματα βασιλευόμενης και αβασίλευτης δημοκρατίας, και παίρνει σαφείς αποστάσεις από μια αυστηρά χρονολογική παράθεση των συνταγματικών εξελίξεων. Έχοντας ως ύπατο γνώμονα αξιολόγησής το αγαθό της ελευθερίας και την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, μένει σταθερά προσηλωμένος στο αντικείμενό του, που είναι το Σύνταγμα ως εγγυητή της ελευθερίας μας, συλλογικής και ατομικής. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η ουσιαστική συνταγματική νομιμότητα και το κράτος δικαίου, η ομαλή και αποδοτική λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και ιδίως των κοινοβουλευτικών, μια σύγχρονη, σταθερή και ευημερούσα κοινοβουλευτική δημοκρατία, ανοιχτή στον κόσμο και στις εξελίξεις, σύγχρονη και πρωτοποριακή. Μέσα από αυτή την οπτική γωνία κρίνει και αξιολογεί τη συνταγματική μας ιστορία.
Η όψιμη εξομάλυνση, 1974-2010
Όμως, το μεθοδολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο μελετά τα συνταγματικά μας πράγματα αποκαλύπτεται στο τρίτο μέρος του βιβλίου του, που είναι αφιερωμένο στην τρίτη –κατά Αλιβιζάτο πάντα– περίοδο της συνταγματικής ιστορίας, που επιγράφεται: «Όψιμη εξομάλυνση 1974-2010». Αυτή φαίνεται να τον ενδιαφέρει περισσότερο και να προσελκύει την προσοχή του. Εκεί αποκαλύπτει και το συνταγματικό του όραμα: την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, μια Ευρώπη πολιτικά ενωμένη με την Ελλάδα οργανικό μέλος της. Μια Ελλάδα που θα έχει τα γνωρίσματα μιας σύγχρονης πλουραλιστικής δημοκρατίας: κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης με ισχυρά θεσμικά αντίβαρα απέναντι σε μια ισχυρή και συμπαγή κοινοβουλευτική δημοκρατία, που θα σέβεται, όπως το απαιτεί ο ευρωπαϊκός νομικός πολιτισμός, τα δικαιώματα των μειονοτήτων.
Στο μέρος αυτό του βιβλίου του προβαίνει σε συγκρίσεις για να δείξει την προοπτική των συνταγματικών μας θεσμών και για να μας δώσει ένα μέτρο κρίσης. Συγκρίνει τις συνταγματικές εξελίξεις στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης με τις αντίστοιχες τάσεις των συνταγματικών θεσμών στις χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Με κεντρικό άξονα τη διαπίστωση ότι ο 20ός αιώνας τελειώνει με τη μετατόπιση του κέντρου βάρος των Συνταγμάτων από τα κοινοβούλια στους δικαστές, από την πολιτική εξουσία στη δικαστική εξουσία, μας δίνει μια συνοπτική εικόνα της συνταγματικής δικαιοσύνης και του αυξημένου ρόλου που παίζουν τα Εθνικά Συνταγματικά Δικαστήρια στην Ευρώπη, καθώς και το Ανώτατο Δικαστήριο στις ΗΠΑ.
Ο Νίκος Αλιβιζάτος αποδίδει μεγάλη σημασία στην εξέλιξη αυτή και προσδοκά πολλά από την εξισορροπητική ή αντισταθμιστική λειτουργία τους απέναντι στις καταχρήσεις ή αυθαιρεσίες της εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας. Θεωρεί ότι το κοινοβουλευτικό μας πολίτευμα πάσχει θεσμικά από την έλλειψη αποτελεσματικών θεσμικών αντιβάρων απέναντι στην παντοδύναμη κυβερνητική πλειοψηφία και βλέπει ως βασικό αντίδοτο σε αυτή την τάση την ενίσχυση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια, και ειδικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας, που σε μας λειτουργεί άλλωστε σαν Συνταγματικό Δικαστήριο. Ανάλογο αντισταθμιστικό ρόλο παίζουν και οι Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, τις οποίες στο έργο του αυτό ο Ν. Αλιβιζάτος δεν τις επικαλείται, όσο θα περίμενε κανείς έχοντας υπόψη του το προγενέστερο έργο του.
Ο ρόλος των υπερεθνικών δικαιοδοτικών θεσμών
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας λειτουργεί περισσότερο ως καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, ως επιστήμονας που ενδιαφέρεται και έχει άποψη για τα κοινά και για το πώς θα βελτιωθούν, παρά ως ιστορικός. Γι’ αυτό και μας φανερώνει το πολιτικό του όραμα, προσβλέποντας στη μεγαλύτερη εναρμόνιση των συνταγματικών μας θεσμών με τους αντίστοιχους των χωρών της Ευρώπης και της Αμερικής. Κυρίως όμως εξαρτά πολλά από την ενσωμάτωση της Ελλάδος στον ευρωπαϊκό συνταγματικό πολιτισμό. Και επειδή διανύουμε μια συνταγματική περίοδο, κυρίως στην Ευρώπη, που χαρακτηρίζεται από την ιστορική τάση της εγκατάστασης ενός «κράτους των δικαστών» για το χατίρι των δικαιωμάτων του ανθρώπου –η ιδεολογία των οποίων γίνεται ηγεμονική σε όλο τον κόσμο– και επειδή η ίδια περίοδος χαρακτηρίζεται, επιπλέον, από την τάση υποχώρησης της εθνικής και κρατικής κυριαρχίας λόγω της παγκοσμιοποίησης –και στην Ευρώπη λόγω της ευρωπαϊκής ενοποίησης– η υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του κράτους δικαίου εξασφαλίζεται καλύτερα και αποτελεσματικότερα, κατά τον Αλιβιζάτο, από θεσμούς δικαιοδοτικούς υπερεθνικούς, όπως είναι τα δύο υπερεθνικά ευρωπαϊκά δικαστήρια, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και τα δύο κάνουν ό,τι θεωρούν ότι παραλείπουν να κάνουν τα εθνικά ανώτατα δικαστήρια, τα οποία και ελέγχονται για τις παραλείψεις τους ή για τα λάθη τους ενόψει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Ευρωπαϊκής Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Δεν διστάζουν μάλιστα, προκειμένου να εκπληρώσουν την υπερεθνική αποστολή τους, να αγνοήσουν ακόμη και τα εθνικά Συντάγματα στο όνομα της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η ελευθερία πάνω από την εθνική δημοκρατία. Την ιστορική αυτή εξέλιξη ο Νίκος Αλιβιζάτος την επικροτεί και στηρίζει πολλές ελπίδες σε αυτήν.
Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν συμμερίζομαι την άποψή του αυτή. Όχι διότι αρνούμαι την σημασία και αξία της ευρωπαϊκής δικαιοσύνης ούτε γιατί εμφορούμαι τάχα από μια εθνοκεντρική ή ευρωσκεπτικιστική ιδεολογία ή από κάποιον αθεράπευτο συνταγματικό πατριωτισμό, κάθε άλλο· αλλά διότι βλέπω διαφορετικά τις σχέσεις κοινοτικού δικαίου και Συντάγματος, δημοκρατίας και δικαιωμάτων του ανθρώπου. Δεν πιστεύω ότι και τα δύο αυτά αγαθά, τη δημοκρατία και τα δικαιώματα, είναι σε θέση να τα υπερασπιστεί καλύτερα και αποτελεσματικότερα μια υπερεθνική ευρωπαϊκή έννομη τάξη, ιδίως με τη σημερινή δομή και λειτουργία της, και πολύ λιγότερο ένα ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό κράτος. Και πάντως η δημοκρατία, ως αξία, ακόμη μόνον ως εθνική υπάρχει. Η ευρωπαϊκή είναι ζητούμενο. Τέλος, δεν έχω ακόμη πειστεί ότι τα εθνικά συντάγματα και τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια αποτελούν εμπόδιο ή τροχοπέδη στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ότι έχουν ανάγκη από υπερεθνικούς κηδεμόνες και προστάτες. Η συνταγματική ολοκλήρωση της Ευρώπης δεν θα γίνει σε αντιπαράθεση με τα εθνικά συντάγματα ή πάνω από αυτά ούτε ενάντια σε αυτά, αλλά μαζί με αυτά, και πάντως στη βάση της ισοτιμίας και της διαρκούς θεσμικής συνεργασίας και εναρμόνισης των πρακτικών τους.
Διαφορετικά θα πρέπει να δεχτώ κάτι που το περιεχόμενο του βιβλίου το αποκλείει ρητά, έστω και αν ο τίτλος του δεν το απορρίπτει: ότι το Σύνταγμα έχει αποκτήσει, με τη δική του θέληση, έναν νέο εσωτερικό εχθρό, το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα που εποφθαλμιά τη θέση και τον ρόλο του.
Το έξοχο βιβλίο του Νίκου έχει, τέλος, μια σπάνια –τρίτη κατά σειρά– αρετή: γράφτηκε όχι μόνο για να καταγράψει μια ιστορία, αλλά για να τη σκεφτεί, να μας βάλει σε ιδέες, να διερωτηθεί χωρίς δογματισμούς και ιδεοληψίες και, πάνω από όλα, για να θέσει ζητήματα προς συζήτηση. Ένα βιβλίο συνταγματικής ιστορίας που θίγει ζητήματα συνταγματικού δικαίου και συνταγματικής θεωρίας, καυτά και σημαντικά. Ένα βιβλίο συνταγματικής αυτογνωσίας, γραμμένο από έναν γνήσιο, εκ καταγωγής και πεποιθήσεως ευπατρίδη κοσμοπολίτη, που απευθύνεται σε όσους αγωνιούν και πασχίζουν για τον τόπο μέσα σε ένα κόσμο ελευθερίας και δικαιοσύνης. Ένα βιβλίο αναφοράς για τους συνταγματολόγους, αλλά και για τους πολιτικούς και τους πολίτες, που θέλουν να γνωρίζουν τα βασικά της πολιτείας που ανήκουν σε σύγκριση με αυτά που ισχύουν σε άλλες πολιτείες. Γραμμένο με λόγο ζωντανό και ύφος γλαφυρό, με σκέψη κριτική και διεισδυτική, πλούσιο σε ιδέες και με στοχασμό ελεύθερο, το βιβλίο του Αλιβιζάτου απευθύνεται κυρίως στον φοιτητή, σε αυτόν που, όπως γράφει ο ίδιος στον Πρόλογό του, «πέρα από το να το κατανοήσει, τον απασχολεί και να αλλάξει τον κόσμο. Χωρίς αυτόν τον φοιτητή και το ζωηρό του βλέμμα, το παρόν βιβλίο δεν θα είχε γραφεί».
Τον φοιτητή είχε επομένως στο μυαλό του ο δάσκαλος και άξιος συνεχιστής της παράδοσης που έφτιαξαν στο Συνταγματικό Δίκαιο ο Σβώλος και ο Μάνεσης. Μια και η γενιά μας δεν κατάφερε, όπως ονειρευόταν και αγωνίστηκε, να αλλάξει τον κόσμο, τουλάχιστον ας εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στη νέα γενιά. Ευγενέστερη και ρεαλιστικότερη ελπίδα από αυτήν δεν υπάρχει.
Εμείς, που δεν είμαστε μαθητές του ούτε δάσκαλοί του, αλλά απλώς συνάδελφοι και σύντροφοί του, αρκούμαστε στη χαρά που μας προσφέρει η φιλία του καθώς και στην ικανοποίηση που νιώθουμε όταν μοιραζόμαστε μαζί του τις ανησυχίες, τους αγώνες και τις σκέψεις μας για τον τόπο, την Ευρώπη και τον κόσμο.
Ο Αντώνης Μανιτάκης διδάσκει Συνταγματικό Δικαίου στο ΑΠΘ.
Το άρθρο βασίζεται στην ομιλία του κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Αλιβιζάτου «Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία, 1800-2010» (εκδ. Πόλις), Αθήνα, 18.5.2011. Στην παρουσίαση μίλησαν επίσης οι Γιάννης Δρόσος Κώστας Κωστής, Κατερίνα Σακελλαροπούλου και Ευάνθης Χατζηβασιλείου.
Καταχώρηση: 07-06-2011     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Η σχέση εθνικού Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου υπό το πρίσμα του διαλόγου των δικαστών. Πρακτική απάντηση σε ένα δογματικό ζήτημα

Ευγενία Β. Πρεβεδούρου, Επίκουρη Καθηγήτρια Νομική Α.Π.Θ.

Η σχέση εθνικού Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου υπό το πρίσμα του διαλόγου των δικαστών. Πρακτική απάντηση σε ένα δογματικό ζήτημα

Oλόκληρο το άρθρο στο αρχείο .pdf που επισυνάπτεται.

Λίνα Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της ‘υπεροχής’

Χριστίνα Ακριβοπούλου, Δ.Ν. Δικηγόρος, Ειδικής Επιστήμονας ΔΠΘ

Λίνα Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της ‘υπεροχής’
1. Το βιβλίο της Λίνας Παπαδοπούλου, «Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της ‘υπεροχής’», αποτελεί μια ειδική μονογραφία στο πεδίο του Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου. Το Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δίκαιο συνιστά έναν νέο αλλά εξαιρετικά δυναμικό και ανερχόμενο στην Ευρώπη κλάδο δικαίου, ο οποίος διδάσκεται πλέον σε αρκετές ευρωπαϊκές νομικές σχολές, όπως τα πανεπιστήμια του Άμστερνταμ και Τίλμπουργκ, Εδιμβούργου, Γλασκώβης, Ελσίνκι ή και σε ερευνητικά ινστιτούτα και πανεπιστήμια με χαρακτηριστικότερο το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας, που θα μπορούσε να θεωρηθεί και επίκεντρο των σπουδών αυτών. Η εισαγωγή του κλάδου αυτού στο Συνταγματικό Δίκαιο αποτελεί την πιο σύγχρονη μετεξέλιξη του επιστημονικού αυτού αντικειμένου και για το λόγο αυτό, η μέθοδος και τα εργαλεία ερμηνείας του έχουν προκαλέσει έντονη συζήτηση, ιδίως στην ιταλική συνταγματική θεωρία[2]. Από πολλές απόψεις το Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δίκαιο συνιστά έναν δύσβατο κλάδο, αφού συνδυάζει την ανάγκη για γνωστική επεξεργασία του κλασικού Συνταγματικού αλλά και του Κοινοτικού και Διεθνούς Δικαίου, σε συνδυασμό με πολιτειολογικές αλλά και συγκριτικές-μεθοδολογικές αναλύσεις.
Στην καμπή αυτής της ενδιαφέρουσας και δυναμικής, αναζωογονητικής θα μπορούσαμε να πούμε για τις κλασικές σπουδές του Συνταγματικού Δικαίου εξέλιξης, το βιβλίο της Λίνας Παπαδοπούλου συνιστά μια «καθαρόαιμη» μονογραφία Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει στην εξειδικευμένη πραγμάτευση του ζητήματος, της ‘υπεροχής’ μεταξύ Συντάγματος και Κοινοτικού Δικαίου, στην πραγματικότητα συμβάλει στη διαμόρφωση μιας γενικής θεωρίας Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου. Την ανάλυση της συγγραφέως απασχολεί πέρα από το ειδικό ερώτημα της ‘υπεροχής’ Κοινοτικού ή Συνταγματικού Δικαίου, το ζήτημα της μεθόδου προσέγγισης του Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, η σχέση δικαίου και πολιτικής, στο μεταίχμιο της οποίας αναπτύσσεται ο κλάδος αυτός, η αναδιαμόρφωση της κρατικής κυριαρχίας καθώς και η σύγχρονη μετατόπιση του νοήματος της δημοκρατίας από εθνικό σε υπερεθνικό επίπεδο. Τα ζητήματα αυτά συνιστούν τον ‘καμβά’ επί του οποίου αναλύεται το ζήτημα της ‘υπεροχής’, το οποίο δεν είναι σε τελική ανάλυση παρά μόνο η αφορμή για την προσέγγιση από τη συγγραφέα του ζητήματος της συμβίωσης των εθνικών εννόμων τάξεων με την ενωσιακή, καθώς και του προσδιορισμού της αξίας μιας τέτοιας συνύπαρξης.
2. Η κεντρική υπόθεση εργασίας του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από το ακόλουθο επιχείρημα: o συνταγματισμός και οι αξιακές αρχές και βάσεις του δεν διακρίνονται, δεν αποκόπτονται αλλά αντίθετα επεκτείνονται και τελικά πραγματώνονται κανονιστικά στο υπερεθνικό, ενωσιακό επίπεδο. Με την έννοια αυτή οι επιμέρους εθνικές συνταγματικές τάξεις, αποδομούνται, ‘υποχωρούν’ και ‘αυτοκαταστρέφονται’, προκειμένου να οικοδομηθεί μια κοινή πολιτική ενότητα, η οποία να τις υπερβαίνει. Στην πράξη, θα λέγαμε ότι η σκέψη αυτή οδηγεί στην κατανόηση του ενωσιακού οικοδομήματος ως του πολιτικού και ιστορικού επίκεντρου ενός δεύτερου συνταγματικού κινήματος, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ουσιαστικά ως μετεξέλιξη αυτού που δημιούργησε και γέννησε σε πρώτη φάση το συνταγματισμό ως κοινή, ευρωπαϊκή κληρονομιά. Κατά τη συγγραφέα, η όσμωση αυτή κινητοποιεί μια ανακλαστική, διαδικασία μεταξύ των δύο εννόμων τάξεων, αφού κάθε υποχώρηση του εθνικού συνταγματισμού λειτουργεί ως ενίσχυση του κοινού, πολιτικού ενωσιακού οικοδομήματος και ταυτόχρονα ως νομιμοποίηση ή καλύτερα μετα-νομιμοποίησή του.
Στο πλαίσιο αυτό, η συγγραφέας προτείνει μια επανακατανόηση της σχέσης Συντάγματος και Κοινοτικού Δικαίου, όχι μέσα από την αντιθετική και συγκρουσιακή προσέγγιση της ‘υπεροχής’ αλλά μέσα από τη διαμόρφωση ενός «ευρωπαϊκού συνταγματικού πλέγματος» (‘blocdeconstitutionnalité communautaire’). Στο πλέγμα αυτό διαμορφώνεται ο ευρωπαϊκός-ενωσιακός συνταγματισμός σε τρία επίπεδα: α) μέσα από την υιοθέτηση αλλά και μετουσίωση των συνταγματικών αρχών στο κοινοτικό δίκαιο (π.χ. αρχή της αναλογικότητας), β) μέσα από την υιοθέτηση πρωτογενών κανόνων συνταγματικής περιωπής για την πολιτική θεμελίωση του ενωσιακού οικοδομήματος (π.χ. αρχή της επικουρικότητας), γ) μέσα από τη διαρκή επικοινωνία με το συνταγματισμό των επιμέρους εθνικών εννόμων τάξεων. Στο πλαίσιο αυτό, ο εφαρμοστής του δικαίου, τόσο ο εθνικός όσο και ο υπερεθνικός παύει να δεσμεύεται από μια τυπική ιεραρχία μεταξύ των κανόνων δικαίου και καλείται αντίθετα να λειτουργήσει μέσα σε ένα πλαίσιο πολλαπλότητας, να συνθέσει το μερικό με το όλο.
Η σύνθετη αυτή πολλαπλότητα, αποτρέπει την κατανόηση του ζητήματος του ευρωπαϊκού συνταγματισμού μέσα από μια εθνοκεντρική ή ευρωκεντρική λογική, τοποθετώντας το αντίθετα στο πλαίσιο ενός «διά-λόγου» μεταξύ ενός πλήθους εθνικών και υπερεθνικών υποκειμένων. Με την έννοια αυτή, το ζήτημα του ευρωπαϊκού συνταγματισμού αποτελεί τον κοινό τόπο και το κοινό πλαίσιο μιας συνταγματικής ερμηνευτικής κοινότητας, αποτελούμενης από εθνικούς και υπερεθνικούς δρώντες. Αυτός ο «διά-λογος» μορφοποιείται κανονιστικά μέσα από τις επιμέρους συνταγματικές διατάξεις, όπως το άρθρο 28 του ελληνικού Συντάγματος, οι οποίες λειτουργούν ως το συνταγματικό θεμέλιο της ένταξης των κρατών-μελών στο ενωσιακό εγχείρημα. Η έννοια του «δια-λόγου» επιβεβαιώνει τη σχέση Συνταγματικού και Κοινοτικού Δικαίου, όχι ως μια σχέση αντίθεσης η υπεροχής αλλά ως μιας σχέσης που διαποτίζεται αλλά και υπερβαίνει τις κοινές συνταγματικές αξίες της δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού, δηλαδή του κράτους δικαίου.
Η άποψη αυτή αναδιαμορφώνει τις αντιθετικές ερμηνείες που έχουν αναπτυχθεί στην ελληνική θεωρία γύρω από τη σημασία των «θεμελιωτικών» συνταγματικών διατάξεων διεθνούς περιεχομένου, όπως το άρθρο 28 Σ το οποίο ρυθμίζει κανονιστικά την ένταξη της Ελλάδας στο ενωσιακό εγχείρημα. Οι διατάξεις αυτές συνιστούν «προ-συνταγματικούς» κανόνες οι οποίοι δεσμεύουν όσον αφορά τις αρχές που εμπεριέχουν, όπως η προστασία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, την αναδυόμενη ευρωπαϊκή συνταγματική τάξη. Στην ουσία, αποτελούν το μόνο φραγμό της ‘υπεροχής’ του κοινοτικού δικαίου έναντι των συνταγματικών εθνικών τάξεων. Με την έννοια αυτή θα λέγαμε, ότι η μη δέσμευση του εφαρμοστή του δικαίου από μια τυπική ιεραρχία, καθώς και η ανάγκη να συνθέτει μια πολλαπλότητα κανόνων και πηγών συνταγματικής περιωπής, δεν γίνεται άκριτα, χωρίς όρια και στο πλαίσιο ενός εκλεκτικιστικού σχετικισμού αλλά με άξονα μια διπλή επιφύλαξη υπέρ της διπλής «κυριαρχίας» της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων.
3. Η υπόθεση αυτή εργασίας εξελίσσεται και αποδεικνύεται ουσιαστικά μέσα από πέντε κεφάλαια.
Το πρώτο κεφάλαιο θίγει τα ουσιαστικά για τη συγγραφέα ζητήματα προσδιορισμού του ερευνητικού της αντικειμένου και της αναζήτησης μιας μεθόδου προσέγγισής του. Στο πλαίσιο αυτό και ασκώντας κριτική στη θεωρία της «καθαρής θεωρίας του δικαίου» του HansKelsen, η οποία έχει ασκήσει μεγάλη υπεροχή στο ζήτημα της ιεραρχίας των πηγών του δικαίου, θέτει τα θεμέλια μιας κανονιστικής κατανόησης του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, η οποία να εμπεριέχει, χωρίς όμως να ταυτίζεται με το «πραγματικό», το πολιτικό στοιχείο της ενωσιακής διαδικασίας.
Στο κεφάλαιο αυτό, καταρχάς, προσδιορίζεται η έννοια της έννομης τάξης, ως προϊόντος μιας λογικής κατασκευής και δόμησης, ενώ προτείνονται οι βασικές εξηγητικές-θεωρήσεις της σχέσης μεταξύ εθνικών και κοινοτικής έννομης τάξης. Ειδικότερα, ο πλουραλισμός υπό το διεθνές δίκαιο, σύμφωνα με τον οποίο ο κοινός συνδετικός κρίκος μεταξύ εθνικής και υπερεθνικής έννομης τάξης είναι το διεθνές δίκαιο. Ο ριζοσπαστικός πλουραλισμός, ο οποίος κατανοεί τις δύο έννομες τάξεις ως διακριτές, αυτοτελείς και παράλληλες. Καθώς και οι δύο θεωρήσεις αντίστροφης ιεράρχησης της κοινοτικής προς την εθνική έννομη τάξη (εθνικός και ευρωπαϊκός μονισμός). Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι η ανάλυση της εντάσσεται στο γενικότερο ρεύμα του πλουραλισμού, η συγγραφέας διαφοροποιείται αφού αυτό που ουσιαστικά προτείνει είναι μια πέμπτη κατηγορία, αυτή του ‘συνταγματικού πλουραλισμού’ ή όπως εμείς θα μπορούσαμε να πούμε του ‘δια-λογικού συνταγματικού πλουραλισμού’, δηλαδή της κατανόησης της σχέσης των εθνικών και της κοινοτικής έννομης τάξης, ως σχέσης διαρκούς και αμφίδρομης επικοινωνίας.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο προσδιορίζεται η ‘διπλή’ κατά τη συγγραφέα, όψη της υπεροχής, τόσο δηλαδή από τη σκοπιά του Κοινοτικού όσο και από την οπτική του εθνικού Συνταγματικού Δικαίου. Η διπλή αυτή όψη μετατρέπεται σε μια διττή αξίωση: από την σκοπιά του ενωσιακού εγχειρήματος στοχεύει στην υιοθέτηση μιας κλασικής ιδιότητας του Συντάγματος, της αυξημένης τυπικής του ισχύος, ενώ από την εθνική σκοπιά ερμηνεύεται ως αίτημα συντήρησης της αμετάβλητης ποιότητας του συνταγματικού χάρτη. Αμφότερες οι δύο αυτές αντιθετικές αξιώσεις οριοθετούνται κατά τη συγγραφέα. Έτσι, τόσο η κατανόηση της ‘υπεροχής’ του κοινοτικού δικαίου προϋποθέτει την ανάλυση της σχέσης του με τα εθνικά Συντάγματα, όσο και η εθνοκεντρική διάσταση του δικαίου εκπίπτει μπροστά στις ριζοσπαστικές και αναθεωρητικές για τον εθνικό συνταγματισμό επιπτώσεις της υπερεθνικής αντίληψης για την κρατική ή καλύτερα την μετακρατική κυριαρχία.
Το ζήτημα της ‘υψηλής’ υπεροχής μεταξύ Συντάγματος και Κοινοτικού δικαίου (‘όπως η συγγραφέας χαρακτηρίζει τη σχέσης κοινοτικού δικαίου και εθνικών Συνταγμάτων, σε αντίθεση με την ‘κοινή’ υπεροχή του πρώτου έναντι του κοινού νόμου) προϋποθέτει, όπως υπογραμμίζεται στο κείμενο, μια προαντίληψη ερμηνείας του Συντάγματος. Στο σημείο αυτό η συγγραφέας, υιοθετώντας το μεθοδολογικό σχήμα της προερμηνευτικής επιλογής του Δημήτρη Θ. Τσάτσου[3] σχηματοποιεί ουσιαστικά τα όρια του βασικού ορίζοντα της πραγμάτευσής της. Έτσι, αυτό που αναζητείται είναι ουσιαστικά η αποσύνδεση του εθνικού Συντάγματος από τα όρια του κράτους (‘Constitutionalismbeyondthestate’)[4], η αποσύνδεσή του από το λαό και η σύνδεσή του με ένα δήμο ελεύθερων και ίσων πολιτών, μια πολιτική επικράτεια, πέρα από την οικονομική, η οποία θα διέπεται από τις αξίες της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Κατά την άποψή της περαιτέρω, η αναζήτηση μιας ‘απόφανσης’ για το ζήτημα της υπεροχής μεταξύ εθνικής συνταγματικής τάξης και κοινοτικού δικαίου οφείλει να διαθέτει κανονιστικό αλλά και πραγματικό χαρακτήρα. Με τον τρόπο αυτό η συγγραφέας απομακρύνεται τόσο από μια κελσενιανή «καθαρή θεωρία» του δικαίου, όσο και από τις νέο-ρεαλιστικές, ρεαλιστικές και θεσμικές προσεγγίσεις που υποτάσσουν το κανονιστικό στο πραγματικό, υιοθετώντας την άποψη ότι απαιτείται μια διαφορετική διαδρομή. Αντλώντας επιχειρήματα από τη νομολογία των εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων αλλά και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) πάνω στο ζήτημα της σχέσης εθνικών Συνταγμάτων και Κοινοτικού Δικαίου διατυπώνει την ακόλουθη θέση: η πραγμάτευση της σχέσης του εθνικού συνταγματισμού με το ενωσιακό συνταγματικό εγχείρημα αναπτύσσεται μέσα από το γλωσσάρι του εθνικού συνταγματισμού και με την έννοια αυτή δεσμεύεται από αυτό, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζεται η πραγματική, πολιτική και εμπειρική δυναμική της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Πρόκειται για τη σχέση μεταξύ της ‘κανονιστικής δύναμης του κανονιστικού’ και της ‘κανονιστικής δύναμης του πραγματικού’, όπως εύγλωττα διατυπώνει η συγγραφέας.
4. Το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο δομήθηκε και εξελίχθηκε η ‘αρχή της υπεροχής’ στη νομολογία του ΔΕΚ (υποθέσεις Costa/Enel, InternationaleHandelsgesellschaft, Simmenthal και FotoFrost) σε διάλογο με τα αντίστοιχα επιχειρήματα τα οποία διατυπώθηκαν από τα εθνικά ανώτατα ή συνταγματικά ευρωπαϊκά δικαστήρια. Στο πλαίσιο αυτό αναλύονται οι συνταγματικοί κανόνες υποδοχής του ενωσιακού εγχειρήματος επιμέρους ευρωπαϊκών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (μεταξύ άλλων Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Μεγάλη Βρετανία) και η λειτουργία τους ως κανόνων κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών-συνταγματικών και υπερεθνικής-ενωσιακής έννομης τάξης. Ιδιαίτερη σημασία έχει στο κεφάλαιο αυτό η πραγμάτευση της έννοιας της ‘προτεραιότητας’ του κοινοτικού έναντι του εθνικού δικαίου, ως κανόνα επίλυσης δικαιϊκών συγκρούσεων μεταξύ κανόνων εθνικής και κοινοτικής προέλευσης, που ρυθμίζουν κατά τρόπο άμεσο το ίδιο αντικείμενο. Στις περιπτώσεις αυτές, προτεραιότητα διαθέτει ο κανόνας της κοινοτικής έννομης τάξης, ακόμη και κατά παράβαση γενικών αρχών, όπως lexspecialis ή lexposterior, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει κατάργηση του εθνικού κανόνα, ο οποίος σταθμίζεται και υποχωρεί adhoc και άρα παραμένει ανέπαφος. Επιπλέον, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα από τη σκοπιά της γενικής θεωρία είναι η επιχειρηματολογία που υιοθετείται για τη διάκριση μεταξύ κοινοτικού και διεθνούς δικαίου, η οποία εστιάζει στο εύρος, το ποιοτικό βάθος αλλά και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού έναντι του διεθνούς δικαίου.
Το τρίτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στις τρεις γραμμές αντίστασης που τα εθνικά ανώτερα και συνταγματικά δικαστήρια άρθρωσαν έναντι της επιχειρηματολογίας του ΔΕΚ περί της αυτονομίας-υπεροχής του κοινοτικού έναντι του εθνικού συνταγματικού δικαίου. Όπως καταδεικνύεται τα εθνικά δικαστήρια εμφάνισαν ως αδιαπραγμάτευτα τα ακόλουθα ζητήματα: α) την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, β) την προστασία της δημοκρατίας αλλά και των θεμελιωδών αρχών του ευρωπαϊκού συνταγματισμού και γ) το ζήτημα της προστασίας της εθνικής κυριαρχίας έναντι της εθελούσιας παραχώρησης πτυχών της ‘αρμοδιότητας της αρμοδιότητας’ (Kompetenz-Kompetenz) υπέρ του ενωσιακού εγχειρήματος. Το κεφάλαιο αυτό αποτελεί έκφραση του βασικού επιχειρήματος της συγγραφέας περί συνύπαρξης εθνικού Συνταγματικού και Κοινοτικού δικαίου στη βάση ενός ‘διαλογικού συνταγματικού πλουραλισμού’, αφού σχηματοποιείται με τη μορφή διαλόγου, λόγου και αντιλόγου μεταξύ ΔΕΚ και εθνικών ανώτατων και συνταγματικών εθνικών δικαστηρίων. Στο σημείο αυτό διατυπώνονται οι συνταγματικοί φραγμοί που η νομολογία των δικαστηρίων αυτών διαμόρφωσε, όπως η ιταλική θεωρία των «συνταγματικών αντιπεριορισμών» ή η γαλλική θεωρία της «γαλλικής συνταγματικής ταυτότητας». Βασικό συμπέρασμα του κεφαλαίου είναι η αποδοχή από τις επιμέρους εθνικές έννομες τάξεις μιας «περιορισμένης ‘υψηλής υπεροχής’», ενόψει και του διλήμματός τους μεταξύ «εθνικού, συνταγματικού πατριωτισμού» και της διάθεσής τους να αποτελέσουν παράγοντες της ενωσιακής διαδικασίας.
5. Το τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου επικεντρώνεται στο ελληνικό Σύνταγμα και ειδικότερα στο άρθρο 28 Σ, το οποίο αποτελεί την πύλη της επικοινωνίας της εθνικής με τη διεθνή και κυρίως την ενωσιακή έννομη τάξη. Το άρθρο ερμηνεύεται βήμα προς βήμα. Έτσι, στην πρώτη παράγραφο το άρθρο 28 αναλύεται ως ο ρυθμιστικός κανόνας, ο οποίος τυποποιεί τις διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες το διεθνές δίκαιο εντάσσεται στην εθνική έννομη τάξη. Στη δεύτερη παράγραφο λειτουργεί ως «συνταγματική υποδοχή» του κοινοτικού φαινομένου, κυρίως όσον αφορά την ανάθεση αρμοδιοτήτων στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην τρίτη παράγραφο προσδιορίζονται οι περιορισμοί αλλά και οι αντιπεριορισμοί (δικαιώματα και δημοκρατία) που τίθενται στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας, ενόψει της συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά την άποψη της συγγραφέως, το άρθρο 28 Σ τυποποιεί κατεξοχήν την «ενοποιητική λειτουργία» του Συντάγματος. Όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει, «Με την αναγνώριση της λειτουργίας αυτής υπονοείται ότι η δέσμευση της ελληνικής Πολιτείας μέσω της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιφέρει μετασχηματισμό της λειτουργίας και της τελεολογίας της ίδιας και του Συντάγματος»[5].
Το κεφάλαιο εστιάζει επιπλέον στην οιονεί «αναθεωρητική», την τροποποιητική δηλαδή λειτουργία του άρθρου 28 Σ, σε σχέση με το ουσιαστικό Σύνταγμα, καθώς και στην τοποθέτηση ορίων στη λειτουργία αυτή σε σχέση και με τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος αλλά και με την τυπική αναθεωρητική λειτουργία (άρθρο 110 Σ). Στην πραγματικότητα, όπως η συγγραφέας συμπεραίνει το κοινοτικό δίκαιο αποτελεί άξονα τόσο σιωπηρών και άδηλων τροποποιήσεων του ουσιαστικού Συντάγματος[6], ενώ παράλληλα κινητοποιεί και επιβάλει σε πολλές περιπτώσεις τη σύμφωνη με το κοινό δίκαιο ερμηνεία του συνταγματικού χάρτη (πχ. πρόσβαση των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε θέσεις εργασίας, άρθρο 4 §4). Τα επιχειρήματα αυτά φωτίζονται με τη μελέτη της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας σε ζητήματα ελέγχου της συνταγματικότητας των κοινοτικών νομοθετικών πράξεων και κυρίως ελέγχου νομιμότητας των νόμων αλλά και των πράξεων της δημόσιας διοίκησης σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό αναλύονται οι υποθέσεις του «Βασικού Μετόχου» και των «Ιδιωτικών Πανεπιστημίων».
Το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο συμπυκνώνει τη βασική θεωρητική προσέγγιση της συγγραφέως και την επιλογή της υπέρ του «διαλογικού συνταγματικού πλουραλισμού» ως οπτικής ερμηνείας και κατανόησης του ενωσιακού εγχειρήματος. Στο κεφάλαιο αυτό «δοκιμάζεται» η αντοχή και η ικανότητα αυτής της θεωρητικής προσέγγισης να καθοδηγήσει την ανάλυση ερωτημάτων που αφορούν το θέμα της ‘υπεροχής’ σε σχέση με άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις, όπως ο ευρωπαϊκός και ο εθνικός μονισμός. Η συγγραφέας αντιπαραθέτει τα σχήματα αυτά προκειμένου να αναδείξει τα αδιέξοδα των μονιστικών θεωρήσεων, έναντι του σχήματος του «συνταγματικού, διαλογικού πλουραλισμού».
Όπως η συγγραφέας υπογραμμίζει ο ευρωπαϊκός ή υπερεθνικός μονισμός, οδηγεί στην αποδοχή της επιχειρηματολογίας περί ‘υπεροχής’-αυτονομίας του Κοινοτικού Δικαίου, όπως έχει διαμορφωθεί στη νομολογία του ΔΕΚ, κατά τρόπο απόλυτο. Στο ίδιο πλαίσιο, στον αντίθετο όμως πόλο, ο εθνικός μονισμός επιμένει στην ‘υπεροχή’ των εθνικών Συνταγμάτων και στην αυξημένη, θεμελιώδη ισχύ του έναντι οποιασδήποτε άλλη πηγής δικαίου. Στο πλαίσιο αυτής της διαμάχης έχει αναπτυχθεί, ως τρίτος δρόμος ο «ευρωπαϊκός πλουραλισμός», ο οποίος δεν προσπαθεί να συμβιβάσει τις δύο αντιτιθέμενες προσεγγίσεις, αντίθετα προτείνει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό. Όπως η συγγραφέας υπογραμμίζει, το θεωρητικό αυτό ρεύμα, «θεωρεί ότι δεν μας προσφέρει τίποτε η επιμονή στο ερώτημα περί ‘αρμοδιότητας της αρμοδιότητας’, δηλαδή ποιο δικαστήριο σε ποιο επίπεδο έχει τον τελευταίο λόγο, γιατί η θέση του ερωτήματος αυτού μας αναγκάζει να ασχολούμαστε με την εξαίρεση, ενώ το σημαντικό είναι η συνήθης και καθημερινή επαφή του εθνικού και κοινοτικού δικαίου»[7]. Στη θεώρηση αυτή, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θεωρείται κράτος και δεν αντιμετωπίζεται μέσα από κατηγορίες που συνδέονται με αυτό, αφού προσεγγίζεται ως μια suigeneris οντότητα. Η προσέγγιση αυτή έχει έντονα πολιτειολογικά χαρακτηριστικά και προσπαθεί να εισφέρει στην αναβάπτιση κλασικών αρχών του Συνταγματισμού, όπως ο λαός, η δημοκρατία και η κυριαρχία.
Η συγγραφέας στο κεφάλαιο αυτό αναδέχεται το στοίχημα της προέκτασης των βασικών θέσεων της πλουραλιστικής θεώρησης και αναλύει στο εξαιρετικά ενδιαφέρον τελευταίο μέρος του βιβλίου, την αντίληψή της για την προώθηση μιας νέας κατανόησης του συλλογικού υποκειμένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το λαό του κλασικού κράτους-έθνους, στον «ευρωπαϊκό δήμο». Πρόκειται για μια εναλλακτική εκδοχή, η οποία αντιλαμβάνεται τον «ευρωπαϊκό δήμο» ως μια πολιτική ενότητα στην πολλαπλότητα, αφού αγκαλιάζει και εναρμονίζει τις πολλαπλές συλλογικές και πολιτικές ταυτότητες των ευρωπαίων πολιτών. Ο «ευρωπαϊκός δήμος» είναι και πιθανόν να παραμείνει κατά την έννοια αυτή ένα «εν εξελίξει» υποκείμενο, ένα συλλογικό υποκείμενο σε διαδικασία, αφού στην ουσία συνέχει πολυεπίπεδες, πολύγλωσσες, πολυθρησκευτικές και πολυεθνικές οντότητες, οι οποίες διαδρούν, επικοινωνούν και συγκρούονται.
Στο ίδιο πλαίσιο και η προσέγγιση της για τη δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση εντάσσεται μέσα στο γενικότερο πνεύμα της πλουραλιστικής θεώρησης που διαπνέει στο σύνολό του το βιβλίο. Έχοντας παρουσιάσει τα contours της συζήτησης για το δημοκρατικό έλλειμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η συγγραφέας συντάσσεται με μια δυϊστική αντίληψη περί δημοκρατίας, η οποία αλληλοπροϋποθέτει τη δημοκρατία σε επίπεδο τόσο εθνικού κράτους όσο και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά την άποψη της, ωστόσο, απαιτείται η ανασυγκρότηση της δημοκρατικής αρχής σε ενωσιακό επίπεδο, κυρίως μέσα από τον εμπλουτισμό της με την προστασία της κοινωνικής αρχής και των κοινωνικών δικαιωμάτων. Αυτό που κυρίως και όχι αδικαιολόγητα φαίνεται να γοητεύει τη συγγραφέα είναι η σύλληψη της δημοκρατικής αρχής, πέρα από το νόημα της εθνικότητας και του εθνικισμού. Πρόκειται για μια δημοκρατία ολοκληρωμένη, χωρίς πολιτικούς αποκλεισμούς. Στο πλαίσιο αυτό, η συγγραφέας καταστρώνει αυτό που στην προσέγγιση της συνιστά την «τριπλή νομιμοποίηση» του ενωσιακού εγχειρήματος, συνδέοντας μεταξύ τους πολιτικά, τα Κράτη, τους πολίτες των εθνικών κρατών και τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης[8]. Τα υποκείμενα αυτά, στο βαθμό που θα κατακτήσουν την ουσιαστική δημοκρατία, δηλαδή την προστασία των θεμελιωδών και ιδίως των κοινωνικών τους δικαιωμάτων, σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα επιτεύγματα του φιλελεύθερου συνταγματισμού, θα επιτύχουν τη δημιουργία μιας πραγματικά δημοκρατικής δημοκρατικής οντότητας.
6. Με περισσή περίσκεψη η συγγραφέας θέτει τις αμφιβολίες που και ο ίδιος ο αναγνώστης θα είχε για την υιοθέτηση μιας τόσο πλούσιας και γοητευτικής θεωρίας όπως ο πλουραλισμός. Ο πλουραλισμός είναι η αλήθεια ότι κρύβει έναν σχετικισμό και έναν εκλεκτικισμό απέναντι στα σχήματα που υιοθετεί, πολλαπλότητα λαών, δικαιϊκή πολλαπλότητα κλπ.. Πρόκειται για μειονεκτήματα τα οποία η συγγραφέας υιοθετεί και τα οποία μπορούν να επιλυθούν μόνο μέσα από τη δημιουργία συγκεκριμένων εργαλείων προσέγγισης του ενωσιακού εγχειρήματος και την τοποθέτηση συγκεκριμένων κριτηρίων[9]. Τα εργαλεία αυτά δεν απαιτείται να είναι νέα, μπορούν να προκύψουν από την αναβάπτιση των κατηγοριών του εθνικού κράτους και να δοκιμαστούν στο πολυεπίπεδο ενωσιακό εγχείρημα. Τέτοια εργαλεία υιοθετεί η συγγραφέας ιδίως στην αντίληψή της για μια «δημοκρατία πέρα από τον εθνικισμό», η οποία εμφανίζεται ως πιο επίκαιρη παρά ποτέ στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες.
Η συγγραφέας ωστόσο αποφεύγει τις «μαγικές λύσεις». Μια από τις μεγαλύτερες αρετές του βιβλίου είναι η συνείδηση που το διατρέχει, ότι στην πράξη η συζήτηση για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη σχέση της με τα εθνικά κράτη είναι μια συζήτηση «υπό εξέλιξη». Η κατανόηση αυτή υποδηλώνει και τη σημασία που έχει στο βιβλίο περισσότερο από την απόλυτη τοποθέτηση σε συγκεκριμένα ζητήματα, τη θέση των βάσεων εκείνων που θα επιτρέπουν στα ζητήματα αυτά να απαντώνται διαχρονικά, όπως η μετασύλληψη του λαού σε «ευρωπαϊκό δήμο» και η απόπειρα σύστασης μιας πολιτικής ενότητας στις πολλαπλές ταυτότητες των μελών του. Επίσης, μεγάλη σημασία αποδίδεται στην ανάγκη διαρκούς επιστημονικής κριτικής για το έλλειμμα της δημοκρατίας και της προστασίας των δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πρόκειται για ένα μεγάλο βιβλίο σε μέγεθος και σε ποιότητα, το οποίο συνθέτει την ευρωπαϊκή και ελληνική συζήτηση για την Ευρωπαϊκή Ένωση «πέρα από τον ευρωπαϊκό και εθνικό συνταγματισμό» και την κατευθύνει προς έναν τρίτο, ίσως ουτοπικό μα ελπιδοφόρο και γοητευτικό, δύσβατο δρόμο. Πρόκειται για ένα νέο βήμα συζήτησης για το ενωσιακό εγχείρημα τόσο για το Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δίκαιο το οποίο υπηρετεί, όσο και για την Πολιτειολογία αλλά και το Κοινοτικό Δίκαιο. Κλείνοντας θα «δανειστώ» τα λόγια που αφιερώνει για τη συγγραφέα, στον πρόλογό του ο Δημήτρης Θ. Τσάτσος: Η συγγραφέας δεν έχει το δικαίωμα να μην μεταφράσει το έργο αυτό σε μια από τις εν χρήσει γλώσσες στον ευρωπαϊκό χώρο. Η σημασία του ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της χώρας μας[10].


[1] Δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Δικαιώματα του Ανθρώπου», ΔτΑ Νο 45/2010, σελ. 275-282.
[2]Βλ. ιδίως Angelo Antonio Cervati, «A proposito di metodi valutativi nello studio del diritto costituzionale», Diritto Pubblico, No 3, 2005, σελ. 707-748.
[3] Βλ. Δημήτρη Θ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο (τόμος Α΄), Θεωρητικό Θεμέλιο, σελ. 278 επ., Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 1994, σελ. 278 επ.
[4] Βλ. ιδίως από τις επιρροές της συγγραφέως, J. H. H. Weiler & M. Wind (επιμ.), EuropeanConstitutionalismbeyondtheState, CambridgeUniversityPress, Cambridge & NewYork 2003.
[5] Βλ. Παπαδοπούλου, ό.π. σελ. 101-102.
[6] Βλ. Αντώνη Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο (τόμος 1), Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 377 επ.
[7] Βλ. Παπαδοπούλου, ό.π. σελ. 103.
[8] Βλ. Δημήτρη Θ. Τσάτσου, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία: για μια Ευρωπαϊκή Ένωση των Κρατών, των Λαών, των Πολιτών και του Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Πολιτισμού, Λιβάνης, Αθήνα 2007, σελ. 116 επ.
[9]Βλ. γιατησυζήτησηαυτή, Neil Walker (επιμ.), Sovereignty in Transition, Hart Publishing, Oxford 2003.
[10] Βλ. από τον πρόλογο στο βιβλίου, ό.π. σελ. 43.
Καταχώρηση: 01-06-2011     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Η δίκαιη ισορροπία κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Ιωάννης Δ. Σαρμάς, Αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Η δίκαιη ισορροπία κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
I.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Η δίκαιη ισορροπία είναι η αρχή με βάση την οποία ρυθμίζονται, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι συγκρούσεις μεταξύ συμφερόντων τα οποία υπάγονται στον μηχανισμό προστασίας της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.
Τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 8 έως 11 της Σύμβασης (ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, ελευθερία ανταποκρίσεων, θρησκευτική ελευθερία, ελευθερία εκφράσεως, ελευθερία συναθροίσεων) αλλά και τα πλείστα των λοιπών δικαιωμάτων (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, ελευθερία του γάμου, σεβασμός της ιδιοκτησίας, ελευθερία εκπαίδευσης και ελευθερία εκλογών για την ανάδειξη εκπροσώπων στο κοινοβούλιο) δεν είναι απόλυτα. Η Σύμβαση, άλλοτε ρητώς, όπως στην περίπτωση των δικαιωμάτων που προστατεύονται από τα άρθρα 8 έως 11 αυτής, και άλλοτε σιωπηρώς, όπως στην περίπτωση των λοιπών ως άνω δικαιωμάτων, επιτρέπει επεμβάσεις στο χώρο που κατ’ αρχήν καλύπτεται από την προστασία τους προκειμένου να εξυπηρετηθούν θεμιτοί κατά τη Σύμβαση σκοποί.
Η αρχή της δίκαιης ισορροπίας αναφέρεται στους περιορισμούς όλων των ως άνω δικαιωμάτων και επιβάλλει όπως οι εν λόγω περιορισμοί χαρακτηρίζονται από το αναγκαίο μέτρο έτσι ώστε να καταδεικνύεται, εκ μέρους της κρατικής αρχής που επιχείρησε την αμφισβητούμενη επέμβαση, ο σεβασμός προς το προστατευόμενο από τη Σύμβαση δικαίωμα.
2. Το Δικαστήριο έχει αναπτύξει μια συγκεκριμένη μέθοδο διαπίστωσης της βασιμότητας των επιχειρημάτων του διαδίκου που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε, εκ μέρους του αντιδίκου του Κράτους μέλους, διάταξη της Σύμβασης με την οποία κατοχυρώνεται ανθρώπινο δικαίωμα ή θεμελιώδης ελευθερία. Η μέθοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τη διαδοχή, κατά λογική τάξη, διαφόρων φάσεων ερεύνης, το επιστέγασμα της οποίας, αποτελεί, η κρίση περί του αν όντως έτυχε σεβασμού, στη δικαζόμενη υπόθεση, η αρχή της δίκαιης ισορροπίας.
Προκαταρκτικώς ερευνάται εάν συντρέχει, δια ενέργειας ή παραλείψεως του αντιδίκου Kράτους μέλους, επέμβαση στο χώρο που κατ’ αρχήν καλύπτεται από την προστασία του δικαιώματος εκείνου ή της ελευθερίας των οποίων προβάλλεται παραβίαση. Τα ζητήματα που τίθενται εν προκειμένω είναι, αφ’ ενός μεν, η νομική ερμηνεία της διατάξεως ώστε να καθορισθεί το εύρος του κανονιστικού της περιεχομένου, λόγου χάριν αν στην έννοια της οικογενειακής ζωής περιλαμβάνεται και η εκτός γάμου συμβίωση και, αφ’ ετέρου, πραγματικά ζητήματα, ήτοι η απόδειξη της αλήθειας ισχυρισμού περί συμπεριφοράς κρατικού οργάνου ενεργήσαντος κατά παραβίαση ρυθμίσεως της Σύμβασης, λόγου χάριν όταν προβάλλεται ότι πυρκαγιά στην κατοικία του προσφεύγοντος προκλήθηκε κατά διαταγή κρατικής αρχής και όχι εκ τυχαίου γεγονότος.
Εφόσον διαπιστωθεί ύπαρξη επέμβασης αναζητείται εν συνεχεία αν αυτή μπορεί να βρει έρεισμα σε νομοθετικό κείμενο του αμυνόμενου Κράτους εντός της δικαιοδοσίας του οποίου διενεργήθηκε η επέμβαση. Η πρόβλεψη στο νόμο θεωρείται κορυφαία εγγύηση του Κράτους δικαίου γι αυτό και ο νόμος δεν αρκεί να φέρει τα τυπικά στοιχεία ενός νομοθετικού κειμένου, απαιτείται ακόμη όπως οι ρυθμίσεις του αποτελούν πράγματι εγγύηση κατά της αυθαιρεσίας. Έτσι, δεν υφίσταται νόμος αν αυτό που προβάλλεται ως νόμος από το αμυνόμενο Κράτος, είναι μια ρύθμιση μη προσβάσιμη ή τόσο ασαφής που υποθάλπει, λόγω της μη προβλεψιμότητας των συνεπειών της, την αυθαιρεσία. Αν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το νομοθετικό έρεισμα υπό την ανωτέρω έννοια ελλείπει, το Δικαστήριο διαπιστώνει, στη φάση αυτή, παραβίαση της Συμβάσεως και σταματά την περαιτέρω έρευνα.
ΙΙ.
Η ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
3. Αν διαπιστωθεί η ύπαρξη νομοθετικού ερείσματος, η έρευνα συνεχίζεται με την αναζήτηση της συνδρομής ή μη θεμιτού σκοπού που να δικαιολογεί την επέμβαση. Για τα δικαιώματα που προστατεύονται στα άρθρα 8 έως 11 της Σύμβασης οι θεμιτοί σκοποί που δικαιολογούν την επέμβαση προσδιορίζονται ειδικώς έτσι ώστε, σε αυτές τις περιπτώσεις, η επέμβαση να δικαιολογείται μόνο όταν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι αποβλέπει σε ένα από τους ειδικώς καθοριζόμενους σκοπούς. Για τις λοιπές, πλην των ως άνω άρθρων, περιπτώσεις, επιτρέπεται κάθε σκοπός δημοσίου συμφέροντος, εφόσον πάντως είναι συμβατός με το πλαίσιο της δημοκρατικής κοινωνίας έτσι όπως αυτή γίνεται κατανοητή από τη Σύμβαση.
Αν οι ανωτέρω φάσεις ερεύνης οδήγησαν σε θετικές απαντήσεις, το Δικαστήριο εισέρχεται πλέον στην διερεύνηση αν η επέμβαση ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η φάση αυτή υποδιαιρείται σε πλείονες περιόδους που εμφανίζονται κι αυτές με ορισμένη λογική αλληλουχία.
4. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η επέμβαση πρέπει να αποβλέπει σε θεμιτό σκοπό. Όμως αυτό δεν αρκεί. Πρέπει ακόμη να αποδεικνύεται ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχε επιτακτική κοινωνική ανάγκη επιδίωξης του εν λόγω θεμιτού σκοπού που επέβαλε στις κρατικές αρχές να διενεργήσουν την αμφισβητούμενη επέμβαση στο χώρο προστασίας ενός από τα προστατευόμενα από τη Σύμβαση δικαιώματα ή θεμελιώδεις ελευθερίες. Η ύπαρξη επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης, της οποίας η αντιμετώπιση δικαιολογεί την κρινόμενη επέμβαση, οδηγεί το Δικαστήριο να εξετάσει στη συνέχεια τα τιθέμενα ζητήματα υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.
5. Η διαδικασία της διερεύνησης διαμορφώνεται πλέον ως ακολούθως:
Το Δικαστήριο διαπιστώνει σε μια πρώτη φάση την ύπαρξη λόγων προσφόρων και επαρκών, δια των οποίων στοιχειοθετείται ότι έχει συντρέξει μια πραγματική κατάσταση τέτοια που να δικαιολογεί εκ μέρους των κρατικών αρχών δράση προς επιδίωξη θεμιτού σκοπού. Η δημοσίευση λόγου χάριν ανακριβών ειδήσεων, με τις οποίες πλήττεται η τιμή ενός ατόμου, στοιχειοθετεί πρόσφορο και επαρκή λόγο ενεργοποίησης του μηχανισμού θεραπείας μιας επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης, ήτοι της επιδίωξης του θεμιτού σκοπού της προστασίας δικαιώματος τρίτου, ήτοι της τιμής του, δια της επεμβάσεως στο χώρο της ελευθερίας εκφράσεως του διαπράξαντος τη δυσφήμηση.
Σε μια δεύτερη φάση το Δικαστήριο ασχολείται με τα μέσα τα οποία χρησιμοποίησε το Κράτος μέλος προκειμένου να επιτύχει το σκοπό τον οποίο επεδίωκε. Η θεραπεία της επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης αποτελεί τον σκοπό προς επιδίωξη του οποίου επιστρατεύτηκαν, από το αμυνόμενο Κράτος μέλος, ορισμένα μέσα που θεωρήθηκαν ως τα κατάλληλα.
Το Δικαστήριο, με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας, ερευνά, κατά τη φάση αυτή, αν τα επιστρατευθέντα μέσα ήσαν πρόσφορα προς επίτευξη του στόχου κι αν ακόμη ήσαν επαρκή. Αν δεν ήσαν πρόσφορα, η επέμβαση στο δικαίωμα ή την ελευθερία τα οποία προβάλλει ο προσφεύγων ως παραβιασθέντα, ήταν άχρηστη. Αν τα μέσα ήσαν μεν πρόσφορα, αλλά, εν όψει του επιτακτικού της ανάγκης, δεν ήσαν επαρκή, πάλι η επέμβαση αποδεικνύεται άχρηστη και, συνεπώς, και στις δύο ως άνω περιπτώσεις, το Δικαστήριο θα διαπιστώσει, ήδη από αυτή τη φάση, παραβίαση της κρίσιμης διάταξης της Σύμβασης, καθόσον η επέμβαση εμφανίζεται ως αδικαιολόγητη. Αν αντιθέτως διαπιστωθεί ότι τα μέσα ήταν πρόσφορα και επαρκή, τότε το Δικαστήριο υπεισέρχεται σε περαιτέρω περιόδους διερεύνησης της υποθέσεως που αποτελούν αντικείμενο λεπτομερειακότερης ανάλυσης εκ μέρους του.
6. Το Δικαστήριο δεν αρκείται, προκειμένου να δεχθεί την αναγκαιότητα μιας επέμβασης, στην τυπική διαπίστωση ότι τα επιλεγέντα μέτρα ήταν πρόσφορα και αρκετά. Απαιτεί ακόμη όπως τα μέτρα που επιλέχθηκαν είναι συμβατά με μια δημοκρατική κοινωνία. Το Δικαστήριο έχει πολλές φορές αναφερθεί στις αξίες που συνιστούν το ίδιον μιας δημοκρατικής κοινωνίας, όπως ο πλουραλισμός, η ανοχή, η επίλυση των διαφωνιών δια του διαλόγου και της διαδικασίας ψήφου, η αναζήτηση λύσεων που αναδεικνύονται μέσω της ελεύθερης συζήτησης και που δεν υπαγορεύονται από μια αδιαμφισβήτητη αρχή, ιδίως ένα ιερό κείμενο.
Η απαίτηση του Δικαστηρίου όπως τα μέτρα που επιλέγονται για την επιδίωξη του θεμιτού σκοπού είναι συμβατά με μια δημοκρατική κοινωνία, προϋποθέτει έρευνα για την εκτίμηση των συνεπειών που ενδέχεται τα μέτρα αυτά να αναπτύξουν ως προς την τήρηση των αξιών πάνω στις οποίες οικοδομείται το δημοκρατικό πολίτευμα. Ένα μέτρο που είναι μεν πρόσφορο και επαρκές προς επίτευξη του θεμιτού σκοπού, πλην, θεωρούμενο συνολικώς, εκτιμάται ότι θα αναπτύξει συνέπειες, εάν ενδεχομένως γενικευθεί η εφαρμογή του, που θα θέσουν υπό διακινδύνευση τη δημοκρατική κοινωνία, είναι αντίθετο προς τη Σύμβαση. Έτσι, μπορεί μεν να δικαιολογείται, εν όψει των συγκεκριμένων περιστατικών μιας υπόθεσης, μια αυστηρή ποινή εις βάρος δημοσιογράφου που δημοσίευσε ανακριβείς πληροφορίες πλήξασες την τιμή ενός ατόμου, πλην, η επιβολή μιας τέτοιας ποινής μπορεί να λειτουργήσει εν γένει αποτρεπτικώς στο μέλλον για τη δημοσίευση ειδήσεων που ενδιαφέρουν το κοινό, και γι’ αυτόν το λόγο επιβάλλεται όπως μετριασθεί, ώστε η ροή των ειδήσεων, έτσι όπως επιβάλλεται σε μια δημοκρατική κοινωνία, να μη επηρεαστεί υπερμέτρως.
7. Το Δικαστήριο, δικάζοντας υποθέσεις παραβιάσεως των διατάξεων της Συμβάσεως, αναγνωρίζει υπέρ των αμυνομένων Κρατών μελών αυτό που αποκαλείται στη νομολογία του περιθώριο εκτιμήσεως. Το περιθώριο εκτιμήσεως αναφέρεται τόσο στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν μια υπόθεση, ιδίως στην έκταση και ένταση της κοινωνικής ανάγκης που δικαιολογεί μια επέμβαση σε προστατευόμενο από τη Σύμβαση δικαίωμα, όσο και στην επιλογή του κατάλληλου μέτρου προς θεραπεία της ανάγκης αυτής.
Το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά κατά κανόνα την δική του κρίση στις εκτιμήσεις που εκφέρουν οι αρμόδιες κρατικές αρχές, αλλά ελέγχει αν οι εν λόγω εκτιμήσεις και οι επιλογές στις οποίες οδήγησαν, στοιχειοθετούν παραβίαση της Συμβάσεως. Το μέγεθος του περιθωρίου εκτιμήσεως που αναγνωρίζει το Δικαστήριο στα συμβαλλόμενα Κράτη ποικίλλει ανάλογα με τη σοβαρότητα του θέματος και την ύπαρξη ή μη συναίνεσης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ως προς την καταλληλότητα ενός μέτρου. Όσο σοβαρότερο είναι το ζήτημα προστασίας ενός δικαιώματος ή θεμελιώδους ελευθερίας τόσο μικρότερο περιθώριο αναγνωρίζεται στα Κράτη μέλη και όσο διαφοροποιημένες εμφανίζονται οι εθνικές νομοθεσίες επί ενός ζητήματος, μαρτυρούσες έτσι έλλειψη συναινέσεως, τόσο ευρύτερο περιθώριο εκτιμήσεως υπέρ του συμβαλλόμενου Κράτους γίνεται δεκτό.
IΙΙ.
Η ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ
8. Εάν η κρινόμενη επέμβαση σε δικαίωμα προστατευόμενο από τη Σύμβαση διέλθει επιτυχώς και το «τεστ» της συμβατότητας του επιλεγέντος μέτρου με τις απαιτήσεις της δημοκρατικής κοινωνίας, το Δικαστήριο εισέρχεται πλέον στην έσχατη φάση ελέγχου. Σ’ αυτήν εξετάζεται αν η επέμβαση, (που, όπως ελέχθη, έχει ήδη κριθεί ότι προβλέπεται στο νόμο, ότι επιδιώκει θεμιτό σκοπό, ότι συντελείται προς θεραπεία επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης και ότι πραγματώνεται με πρόσφορα και επαρκή μέσα συμβατά με μια δημοκρατική κοινωνία), χαρακτηρίζεται από πνεύμα σεβασμού των συγκρουομένων συμφερόντων τα οποία πρέπει να τύχουν σεβασμού κατά τις απαιτήσεις της Σύμβασης.
Όλες οι φάσεις διερεύνησης που παρουσιάστηκαν πριν αποτελούν αποσπαστά τμήματα ενός μηχανισμού διαπίστωσης της τήρησης αυτού που αποκαλείται από το Δικαστήριο δίκαιη ισορροπία. Όμως, όλες οι ανωτέρω φάσεις δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να προετοιμάζουν το έδαφος ώστε, εν τέλει, εφόσον όλα τα «τεστ» έχουν απαντηθεί θετικά, να τεθεί το ερώτημα στην πλέον καθαρή του διατύπωση. Γιατί δεν αρκεί να διαπιστωθούν όσα αναφέρθηκαν. Πρέπει ακόμη ευθέως να απαντηθεί το ερώτημα αν όντως στη συγκεκριμένη υπό κρίση υπόθεση η αμφισβητούμενη επέμβαση συντελέσθηκε με πνεύμα δίκαιης ισορροπίας ώστε απεδόθη, κατά τον αριστοτέλειο ορισμό περί δικαιοσύνης, ό, τι ήταν ίδιον σε κάθε συγκρουόμενο συμφέρον να αποδοθεί.
9. Το Δικαστήριο ό, τι πραγματοποιεί στη συνέχεια αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση, άσκηση για την ανεύρεση του δικαίου ή αδίκου στην υπόθεση που κρίνεται. Το Δικαστήριο χαρακτηρίζει την άσκηση αυτή ως ζύγισμα (στάθμιση). Το ζύγισμα συντελείται κι αυτό με μια μέθοδο που διακρίνεται σε πλείονες φάσεις. Θα μπορούσαν να σχηματοποιηθούν σε δύο συνολικώς περιόδους, μια αναλυτική και μια άλλη συνθετική ή, άλλως, μια κατά την οποία διαφοροποιούνται προς αυτοτελή αξιολόγηση τα στοιχεία που συνθέτουν μια υπόθεση και μια άλλη όπου ενσωματώνονται σε μια απόφαση, η οποία συνιστά την αντανάκλασή τους στον κόσμο της δικαιοσύνης.
10. Σε κάθε υπόθεση εμφανίζονται συμφέροντα που συγκρούονται και που ζητούν προστασία, γεγονότα τα οποία αναζητούν ένα χαρακτηρισμό υπό τον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, πράξεις και συμπεριφορές που συνδέονται με την επικαλούμενη παραβίαση της Σύμβασης και που μπορεί να είναι αντίθετες στο δίκαιο και πταισματικές ή αντιθέτως ό, τι θα όφειλε να είναι. Στη φάση διαφοροποίησης προς αξιολόγηση των στοιχείων της υποθέσεως, το Δικαστήριο εντοπίζει όλα τα δεδομένα που συνθέτουν την υπόθεση, αναλύει τη σημασία τους και εν τέλει επιχειρεί να αποδώσει το ειδικό βάρος που τους αρμόζει.
Οι διάδικοι ή και το ίδιο το Δικαστήριο αναδεικνύουν τα δεδομένα αυτά. Το Δικαστήριο τα διαφοροποιεί, ήτοι τα ξεχωρίζει ατομικώς με κριτήριο τη δεκτικότητά τους να αποτελέσουν αυτοτελώς αντικείμενο αξιολογήσεως. Μετά τη διαφοροποίηση ακολουθεί η διαδικασία της εκτίμησης της βαρύτητας του καθενός. Στη διαδικασία αυτή το Δικαστήριο χρωματίζει κατ’ αρχάς από ηθικής απόψεως τα στοιχεία που εκτιμά εφαρμόζοντάς τους δύο κατηγορίες κριτηρίων. Αφ’ ενός, κριτήρια αξιολόγησης αντλημένα από το θετικό δίκαιο υπό ευρεία έννοια στο οποίο περιλαμβάνονται και σκέψεις διατυπωμένες εντός του πλαισίου της νομολογίας του, και αφ’ ετέρου, δικαιικά κριτήρια ευρύτερης σημασίας, όπως ιδίως η κοινωνική ωφελιμότητα μιας συμπεριφοράς, η συμβατότητα μιας αποδοχής εντός του συστήματος δικαιωμάτων που κατοχυρώνεται στη Σύμβαση, και η αποδεξιμότητα μιας συμπεριφοράς από απόψεως συναινέσεως εντός των δημοκρατικών κοινωνιών του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Η διαδικασία αυτή αξιολόγησης καταλήγει εκ μέρους του Δικαστηρίου στην απόδοση από αυτό σε κάθε στοιχείο που συνθέτει την υπόθεση, (ήτοι συμφέροντος, γεγονότος, πράξεως ή συμπεριφοράς) ενός ειδικού βάρους που, αντιστοιχούμενο στην εικόνα κάθε διαδίκου, προσλαμβάνει άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική αξία. Δεν αποδίδεται βεβαίως αριθμητικώς το βάρος αυτό. Όμως η ανάγνωση μιας αποφάσεως του Δικαστηρίου στην οποία αποτυπώνεται η διαδικασία αυτή αξιολόγησης προετοιμάζει τον αναγνώστη, κυρίως με την επιλογή της θετικής ή αρνητικής βαρύτητας λέξεων εντός της απόφασης, για την συνολική εκτίμηση που θα επακολουθήσει.
11. Η αξιολόγηση καταλήγει σε μια απόφαση στην οποία ενσωματώνεται ως αιτιολογία της.
Στο σημείο αυτό άξιον υπενθυμίσεως είναι το εξής. Το Δικαστήριο αποφαίνεται επί αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί στο επίπεδο του συμβαλλομένου Κράτους. Εκεί έπρεπε να είχε συντελεσθεί η ορθή αξιολόγηση που να είχε οδηγήσει στην ορθή απόφαση. Όμως, προκειμένου να κρίνει το Δικαστήριο ότι η απόφαση αυτή είναι ορθή προβαίνει το ίδιο σε επαναξιολόγηση αυτού που ήδη αξιολογήθηκε ή σε το πρώτον αξιολόγηση αυτού που έπρεπε να είχε αξιολογηθεί στο Κράτος μέλος και κατόπιν το ίδιο το Δικαστήριο διαμορφώνει μια κατά προσέγγιση αντίληψη, αναλόγως και του περιθωρίου εκτιμήσεως που αναγνωρίζει, ως προς το ποια θα έπρεπε να είναι η ορθή απόφαση.
Η δίκαιη ισορροπία αντικατοπτρίζεται στην απόφαση που λήφθηκε ενώ, αντιθέτως, η ανυπαρξία δίκαιης ισορροπίας στοιχειοθετείται από τη διαφορά μεταξύ της απόφασης που λήφθηκε και αυτής που κατά το Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε ληφθεί.
12. Το Δικαστήριο, έχοντας ως αρμοδιότητα την εκδίκαση υποθέσεων περί παραβιάσεως διατάξεων της Συμβάσεως, είναι εύλογο να έχει ως γνώμονά του την κρίση περί του αν απεδόθη ή όχι ο οφειλόμενος κατά τη Σύμβαση σεβασμός στο δικαίωμα ή την ελευθερία που προβάλλεται ότι παραβιάσθηκαν. Όμως, για να εκφέρει μια τέτοια κρίση το Δικαστήριο οφείλει, σύμφωνα με τη μέθοδο που ακολουθεί, να ζυγίσει όχι μόνον το βάρος των στοιχείων που αφορούν ειδικώς το εν λόγω δικαίωμα, αλλά και το βάρος των στοιχείων που αναφέρονται στον θεμιτό σκοπό του οποίου το αμυνόμενο Κράτος προβάλλει ότι επεδίωξε την θεραπεία. Η έκταση προστασίας του ενός εξαρτάται από την ένταση της ανάγκης θεραπείας του ετέρου.
Η δίκαιη ισορροπία προσκτάται κατά συνέπεια την έννοια της αποδόσεως εν τέλει σε κάθε ένα από τα δύο βασικά συμφέροντα που συγκρούονται σε κάθε δίκη, ήτοι το από τον προσφεύγοντα προβαλλόμενο ως παραβιασθέν δικαίωμα και τον από το αμυνόμενο Κράτος προβαλλόμενο ως επιδιωχθέντα θεμιτό σκοπό, το βάρος που επιβαλλόταν εν όψει της αξιολογήσεως των στοιχείων της υποθέσεως που προηγήθηκε. Ως ελέχθη, η απόδοση του βάρους αυτού αποτυπώνεται στην απόφαση που ελήφθη, η οποία αποτελεί το μήλον της έριδος στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου και ως προς την οποία γεννάται το ερώτημα αν σ’ αυτήν ενσωματώνεται η απαιτούμενη δίκαιη ισορροπία.
13. Οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν όλες τον ίδιο χαρακτήρα. Άλλες, όπως οι αποφάσεις περί απελάσεως αλλοδαπού, περί αποδόσεως της επιμέλειας τέκνου σε ένα από τους δύο γονείς, περί καταδίκης για δυσφήμιση, δεν επιδέχονται ποσοτικής διαβαθμίσεως. Ή θα είναι θετικές ή αρνητικές. Άλλες όμως, όπως οι αποφάσεις περί αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, περί επιβολής ποινής ή περί θεσπίσεως εγγυήσεων επιδέχονται διαβαθμίσεως.
Ακόμη και περιπτώσεις που κατ’ αρχήν εμφανίζονται ως μη επιδεχόμενες διαβαθμίσεως, όπως λόγου χάριν η απαγόρευση των αμβλώσεων, μπορεί εξεταζόμενες συνολικώς να μπορούν να καταταγούν στην κατηγορία των αποφάσεων που επιδέχονται επιμετρήσεως, όπως στην περίπτωση της απαγορεύσεως των αμβλώσεων στην Ιρλανδία, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν παραβιάσθηκε το άρθρο 8 της Συμβάσεως διότι η απαγόρευση δεν ήταν απόλυτη (όσες επιθυμούν να υποβληθούν σε άμβλωση μπορεί να μεταβούν στο εξωτερικό χωρίς συνέπειες και επιπλέον μπορεί να έχουν εντός της Ιρλανδίας τις πληροφορίες που χρειάζονται ώστε να επιλέξουν με πλήρη ενημέρωση το χώρο όπου θα μεταβούν για να υποβληθούν σε άμβλωση).
14. Στις περιπτώσεις των αποφάσεων που δεν επιδέχονται διαβάθμιση η δίκαιη ισορροπία κρίνεται με βάση την ορθή στάθμιση όλων των στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν στην υπόθεση. Η λήψη υπ’ όψιν των ισχυρισμών του προσφεύγοντος και η εν γένει συμμετοχή του κατά αποφασιστικό τρόπο στη διαδικασία αποτελεί ένα βαρύνον ιδιαιτέρως στοιχείο.
Στις περιπτώσεις όπου η απόφαση επιδέχεται διαβαθμίσεως το Δικαστήριο ερευνά αν η συγκεκριμένη απόφαση που ελήφθη και που ήταν μια εκ των πλειόνων δυναμένων να ληφθούν, ενσωματώνει κατά τον πλέον ορθό, άλλως δίκαιο τρόπο, τις εκατέρωθεν σταθμίσεις συμφερόντων, ήτοι τα θετικά και τα αρνητικά πρόσημα που συγκέντρωσε, για κάθε κρίσιμο στοιχείο της υποθέσεως το οποίο αξιολογήθηκε, κάθε διάδικο μέρος.
Και στις δύο ως άνω περιπτώσεις η δίκαιη ισορροπία λαμβάνει τη μορφή της σταθεροποίησης του βάρους που μπορεί να αποδοθεί στους ισχυρισμούς και εν γένει στα επιχειρήματα κάθε πλευράς σε ένα σημείο ισορροπίας το οποίο δεν υπάρχει πλέον λόγος να μεταβληθεί. Υπέρ και κατά κάθε πλευράς αναπτύχθηκε ό,τι μπορούσε να αναπτυχθεί, απεδόθη ό,τι έπρεπε να αποδοθεί έτσι ώστε η απόφαση στην οποία αποτυπώνεται αυτή η διαδικασία να εμφανίζεται ως η καλλίτερη δυνατή και να μη υπάρχουν, τουλάχιστον στο μυαλό των δικαστών που τη στηρίζουν, λόγοι να αλλάξουν γνώμη.
ΙV.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
15. Όποιος προσέξει τις μειοψηφίες των αποφάσεων του Δικαστηρίου θα παρατηρήσει ότι οι μειοψηφούντες δικαστές άλλοτε θεωρούν ως κρίσιμα, στοιχεία που η πλειοψηφία δεν θεώρησε ως τέτοια και άλλοτε, πιο συχνά, δίνουν περισσότερο βάρος σε ορισμένα στοιχεία και ολιγότερο σε άλλα, σε αντίθεση με αυτό που έπραξε η πλειοψηφία. Έτσι καταλήγουν οι μειοψηφίες να αποδώσουν συνολικά άλλο βάρος υπέρ των συγκρουόμενων συμφερόντων στην υπόθεση και να κρίνουν ότι το σημείο της δίκαιης ισορροπίας έπρεπε να σταθεροποιηθεί αλλού.
Η ισορροπία στη νομική σκέψη δεν καθορίζεται όπως στη φυσική επιστήμη ή στα μαθηματικά. Η κρίση του δικαστή παίζει ένα καίριο ρόλο. Αυτό που αξίζει πάντως να συγκρατηθεί από ό,τι προηγήθηκε είναι ότι το Δικαστήριο, όσο προσωπικές κι αν είναι οι κρίσεις του περί δίκαιης ισορροπίας, ακολουθεί πάντως μια αυστηρή, διαφανή δομή για την καθοδήγηση της σκέψης του περί του αν, σε κάθε υπόθεση σχετική που κρίνει, η αρχή της δίκαιης ισορροπίας έτυχε του δέοντος σεβασμού.
Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 2011

Θρησκευτικά σύμβολα στα σχολεία

ΕΔΔΑ, Τμήμα Ευρείας σύνθεσης, Απόφαση Lautsi κατά Ιταλίας (18.3.2011) με παρατηρησεις Ελ. Καλαμπάκου

Θρησκευτικά σύμβολα στα σχολεία
THE FACTS
I. THE CIRCUMSTANCES OF THE CASE
10. The first applicant and her two sons, Dataico and Sami Albertin, also applicants, were born in 1957, 1988 and 1990 respectively. They are resident in Italy. In the school year 2001-2002 Dataico and Sami attended the Istituto comprensivo statale Vittorino da Feltre, a State school in Abano Terme. A crucifix was fixed to the wall in each of the school’s classrooms.
11. On 22 April 2002, during a meeting of the school’s governors, the first applicant’s husband raised the question of the presence of religious symbols in the classrooms, particularly mentioning crucifixes, and asked whether they ought to be removed. On 27 May 2002, by ten votes to two with one abstention, the school’s governors decided to keep religious symbols in classrooms.
12. On 23 July 2002 the first applicant contested that decision in the Veneto Administrative Court, complaining of an infringement of the principle of secularism, relying in that connection on Articles 3 (principle of equality) and 19 (religious freedom) of the Italian Constitution and Article 9 of the Convention, and on the principle of the impartiality of public administrative authorities (Article 97 of the Constitution).
13. On 3 October 2002 the Minister of Education, Universities and Research adopted Directive no. 2666, instructing the competent services of his Ministry to take the necessary measures to see to it that school governors ensured the presence of crucifixes in classrooms (see paragraph 24 below).
On 30 October 2003 the Minister joined the proceedings brought by the first applicant. He argued that her application was ill-founded since the presence of crucifixes in the classrooms of publicly run schools was based on Article 118 of royal decree no. 965 of 30 April 1924 (internal regulations of middle schools) and Article 119 of royal decree no. 1297 of 26 April 1928 (approval of the general regulations governing primary education; see paragraph 19 below).
14. By a decision of 14 January 2004 the Administrative Court referred to the Constitutional Court the question of the constitutionality, with regard to the principle of the secular character of the State and Articles 2, 3, 7, 8, 19 and 20 of the Constitution, of Articles 159 and 190 of legislative decree no. 297 of 16 April 1994 (approving the single text bringing together the legislative provisions in force regarding education and schools), in their “specifications” resulting from Articles 118 and 119 of the above-mentioned royal decrees, and of Article 676 of the same legislative decree.
Articles 159 and 190 make municipalities responsible for purchasing and supplying the furniture of primary and middle schools. Article 119 of the 1928 decree specifies that each classroom must have a crucifix and Article 118 of the 1924 decree that each classroom must have a portrait of the king and a crucifix. Article 676 of legislative decree no. 297 stipulates that provisions not included in the single text remain in force, “with the exception of provisions contrary to or incompatible with the single text, which are repealed”.
By a decision of 15 December 2004 (no. 389), the Constitutional Court declared the question as to constitutionality manifestly inadmissible, on the ground that it was in reality directed towards texts which, not having the status of law, but only that of regulations (the above-mentioned Articles 118 and 119), could not form the subject of a review of constitutionality.
15. On 17 March 2005 the Administrative Court dismissed the application. After ruling that Article 118 of the royal decree of 30 April 1924 and Article 119 of the royal decree of 26 April 1928 were still in force and emphasising that “the principle of the secular nature of the State [was] now part of the legal heritage of Europe and the western democracies”, it held that the presence of crucifixes in State-school classrooms, regard being had to the meaning it should be understood to convey, did not offend against that principle. It took the view, in particular, that although the crucifix was undeniably a religious symbol, it was a symbol of Christianity in general rather than of Catholicism alone, so that it served as a point of reference for other creeds. It went on to say that the crucifix was a historical and cultural symbol, possessing on that account an “identity-linked value” for the Italian people, in that it “represent[ed] in a way the historical and cultural development characteristic of [Italy] and in general of the whole of Europe, and [was] a good synthesis of that development”. The Administrative Court further held that the crucifix should also be considered a symbol of a value system underpinning the Italian Constitution. It gave the following reasons:
“… 11.1. At this stage, the Court must observe, although it is aware that it is setting out along a rough and in places slippery path, that Christianity, and its older brother Judaism – at least since Moses and certainly in the Talmudic interpretation – have placed tolerance towards others and protection of human dignity at the centre of their faith.
Singularly, Christianity – for example through the well-known and often misunderstood “Render unto Caesar the things which are Caesar’s, and unto …” – through its strong emphasis placed on love for one’s neighbour, and even more through the explicit predominance given to charity over faith itself, contains in substance those ideas of tolerance, equality and liberty which form the basis of the modern secular State, and of the Italian State in particular.
11.2 Looking beyond appearances makes it possible to discern a thread linking the Christian revolution of two thousand years ago to the affirmation in Europe of the right to liberty of the person and to the key elements in the Enlightenment (even though that movement, historically speaking, strongly opposed religion), namely the liberty and freedom of every person, the declaration of the rights of man, and ultimately the modern secular State. All the historic phenomena mentioned are based to a significant extent – though certainly not exclusively – on the Christian conception of the world. It has been observed – judiciously – that the rallying call “liberty, equality, fraternity” can easily be endorsed by a Christian, albeit with a clear emphasis on the third word.
In conclusion, it does not seem to be going too far to assert that, through the various twists and turns of European history, the secular nature of the modern State has been achieved at a high price, and was prompted in part, though of course not exclusively so, by a more or less conscious reference to the founding values of Christianity. That explains why in Europe and in Italy many jurists belonging to the Christian faith have featured among the strongest supporters of the secular State. …
11.5 The link between Christianity and liberty implies a logical historical coherence which is not immediately obvious – like a river in a karst landscape which has only recently been explored, precisely because for most of its course it flows underground – partly because in the constantly changing relations between the States and Churches of Europe it is much easier to see the numerous attempts by the Churches to meddle in matters of State, and vice versa, just like the frequent occasions on which Christian ideals have been abandoned, though officially proclaimed, in the quest for power, or on which governments and religious authorities have clashed, sometimes violently.
11.6 Moreover, with the benefit of hindsight, it is easy to identify in the constant central core of Christian faith, despite the inquisition, despite anti-Semitism and despite the crusades, the principles of human dignity, tolerance and freedom, including religious freedom, and therefore, in the last analysis, the foundations of the secular State.
11.7 By studying history carefully, from a suitable distance, not from up close, we can clearly perceive an affinity between (but not the identity of) the “hard core” of Christianity, which, placing charity above everything else, including faith, emphasises the acceptance of difference, and the “hard core” of the republican Constitution, which, in a spirit of solidarity, attaches value to the freedom of all, and therefore constitutes the legal guarantee of respect for others. The harmony remains, even though around those cores – both centred on human dignity – there have been numerous accretions of extraneous elements with the passage of time, some of them so thick as to obscure the core, particularly the core of Christianity. …
11.9 It can therefore be contended that in the present-day social reality the crucifix should be regarded not only as a symbol of a historical and cultural development, and therefore of the identity of our people, but also as a symbol of a value system: liberty, equality, human dignity and religious toleration, and accordingly also of the secular nature of the State – principles which underpin our Constitution.
In other words, the constitutional principles of freedom have many roots, which undeniably include Christianity, in its very essence. It would therefore be something of a paradox to exclude a Christian sign from a public institution in the name of secularism, one of whose distant sources is precisely the Christian religion.
12.1 This court is admittedly not unaware of the fact that, in the past, other values have been attributed to the symbol of the crucifix, such as, at the time of the Albertine Statute, the sign of Catholicism understood as the State religion, and therefore used to Christianise and consolidate power and authority.
The court is well aware, moreover, that it is still possible today to give various interpretations of the sign of the cross, and above all a strictly religious meaning referring to Christianity in general and Catholicism in particular. It is also aware that some pupils attending State schools might freely and legitimately attribute to the cross values which are different again, such as the sign of an unacceptable preference for one religion in relation to others, or an infringement of individual freedom and accordingly of the secular nature of the State, or at the extreme limit a reference to temporal political control over a State religion, or the inquisition, or even a free catechism voucher tacitly distributed even to non-believers in an inappropriate place, or subliminal propaganda in favour of Christian creeds. Although all those points of view are respectable, they are ultimately irrelevant in the present case. …
12.6 It must be emphasised that the symbol of the crucifix, thus understood, now possesses, through its references to the values of tolerance, a particular scope in consideration of the fact that at present Italian State schools are attended by numerous pupils from outside the European Union, to whom it is relatively important to transmit the principles of openness to diversity and the refusal of any form of fundamentalism – whether religious or secular – which permeate our system. Our era is marked by the ferment resulting from the meeting of different cultures with our own, and to prevent that meeting from turning into a collision it is indispensable to reaffirm our identity, even symbolically, especially as it is characterised precisely by the values of respect for the dignity of each human being and of universal solidarity. …
13.2 In fact, religious symbols in general imply a logical exclusion mechanism, as the point of departure of any religious faith is precisely the belief in a superior entity, which is why its adherents, the faithful, see themselves by definition and by conviction as part of the truth. Consequently, and inevitably, the attitude of the believer, faced with someone who does not believe, and who is therefore implicitly opposed to the supreme being, is an attitude of exclusion. …
13.3 The logical mechanism of exclusion of the unbeliever is inherent in any religious conviction, even if those concerned are not aware of it, the sole exception being Christianity – where it is properly understood, which of course has not always been and still is not always the case, not even thanks to those who call themselves Christian. In Christianity even the faith in an omniscient god is secondary in relation to charity, meaning respect for one’s fellow human beings. It follows that the rejection of a non-Christian by a Christian implies a radical negation of Christianity itself, a substantive abjuration; but that is not true of other religious faiths, for which such an attitude amounts at most to the infringement of an important precept.
13.4 The cross, as the symbol of Christianity, can therefore not exclude anyone without denying itself; it even constitutes in a sense the universal sign of the acceptance of and respect for every human being as such, irrespective of any belief, religious or other, which he or she may hold. …
14.1 It is hardly necessary to add that the sign of the cross in a classroom, when correctly understood, is not concerned with the freely held convictions of anyone, excludes no one and of course does not impose or prescribe anything, but merely implies, in the heart of the aims set for education and teaching in a publicly run school, a reflection – necessarily guided by the teaching staff – on Italian history and the common values of our society legally retranscribed in the Constitution, among which the secular nature of the State has pride of place. …”
16. The first applicant appealed to the Consiglio di Stato (Supreme Administrative Court), which confirmed that the presence of crucifixes in State-school classrooms had its legal basis in Article 118 of the royal decree of 30 April 1924 and Article 119 of the royal decree of 26 April 1928 and, regard being had to the meaning that should be attached to it, was compatible with the principle of secularism. On that point it found in particular that in Italy the crucifix symbolised the religious origin of values (tolerance, mutual respect, valorisation of the person, affirmation of one’s rights, consideration for one’s freedom, the autonomy of one’s moral conscience vis-à-vis authority, human solidarity and the refusal of any form of discrimination) which characterised Italian civilisation. In that sense, when displayed in classrooms, the crucifix could fulfil – even in a “secular” perspective distinct from the religious perspective to which it specifically referred – a highly educational symbolic function, irrespective of the religion professed by the pupils. The Consiglio di Stato held that the crucifix had to be seen as a symbol capable of reflecting the remarkable sources of the above-mentioned values, the values which defined secularism in the State’s present legal order.
In its judgment (no. 556) dated 13 April 2006 the Consiglio di Stato gave the following reasoning:
“… the Constitutional Court has accepted on a number of occasions that secularism is a supreme principle of our constitutional order, capable of resolving certain questions of constitutional legitimacy (among numerous judgments, see those which concern the provisions relating to the compulsory nature of religious teaching in school or the jurisdiction of the courts over cases concerning the validity of marriages contracted according to canon law and recorded in the registers of marriages).
This is a principle which is not proclaimed in express terms in our Constitution, a principle which is rich with ideological resonances and has a history full of controversy, but one nevertheless which has a legal importance that can be deduced from the fundamental norms of our system. In reality the Court derives this principle specifically from Articles 2, 3, 7, 8, 19 and 20 of the Constitution.
The principle uses a linguistic symbol (“secularism”) which indicates in abridged form certain significant aspects of the above-mentioned provisions, the content of which established the operating conditions under which this symbol should be understood and function. If these specific operating conditions had not been established, the principle of “secularism” would remain confined to ideological conflicts and could be used only with difficulty in a legal framework.
In that framework, the operating conditions are of course determined by reference to the cultural traditions and the customs of each people, in so far as these traditions and customs are reflected in the legal order, and this differs from one nation to another. …
In the context of this court and the problem placed before it, namely the legitimacy of displaying the crucifix in classrooms, on the part of the competent authorities acting pursuant to the regulations, what has to be done in practice is the simpler task of verifying whether that requirement does or does not infringe the content of the fundamental norms of our constitutional order, that give form and substance to the principle of “secularism” which now characterises the Italian State and to which the Constitutional Court has referred on a number of occasions.
Quite clearly, the crucifix is in itself a symbol that may have various meanings and serve various purposes, above all for the place in which it has been displayed.
In a place of worship the crucifix is properly and exclusively a “religious symbol”, since it is intended to foster respectful adherence to the founder of the Christian religion.
In a non-religious context like a school, used for the education of young people, the crucifix may still convey the above-mentioned values to believers, but for them and for non-believers its display is justified and possesses a non-discriminatory meaning from the religious point of view if it is capable of representing and evoking synthetically and in an immediately perceptible and foreseeable manner (like any symbol) values which are important for civil society, in particular the values which underpin and inspire our constitutional order, the foundation of our civil life. In that sense the crucifix can perform – even in a “secular” perspective distinct from the religious perspective specific to it – a highly educational symbolic function, irrespective of the religion professed by the pupils.
Now it is obvious that in Italy the crucifix is capable of expressing, symbolically of course, but appropriately, the religious origin of those values – tolerance, mutual respect, valorisation of the person, affirmation of one’s rights, consideration for one’s freedom, the autonomy of one’s moral conscience vis-à-vis authority, human solidarity and the refusal of any form of discrimination – which characterise Italian civilisation.
Those values, which have pervaded traditions, a way of life, the culture of the Italian people, form the basis for and spring from the fundamental norms of our founding charter – contained in the “Fundamental Principles” and the first part – and especially from those which the Constitutional Court referred to and which delimit the form of secularism appropriate to the Italian State.
The reference, via the crucifix, to the religious origin of these values and their full and complete correspondence with Christian teachings accordingly makes plain the transcendent sources of the values concerned, without calling into question, rather indeed confirming the autonomy of the temporal power vis-à-vis the spiritual power (but not their opposition, implicit in an ideological interpretation of secularism which has no equivalent in the Constitution), and without taking anything away from their particular “secular” nature, adapted to the cultural context specific to the fundamental order of the Italian State and manifested by it. Those values are therefore experienced in civil society autonomously (and not contradictorily) in relation to religious society, so that they may be endorsed “secularly” by all, irrespective of adhesion to the creed which inspired and defended them.
As with any symbol, one can impose on or attribute to the crucifix various contrasting meanings; one can even deny its symbolic value and make it a simple trinket having artistic value at the most. However, a crucifix displayed in a classroom cannot be considered a trinket, a decorative feature, nor as an adjunct to worship. Rather, it should be seen as a symbol capable of reflecting the remarkable sources of the civil values referred to above, values which define secularism in the State’s present legal order. …”
II. DEVELOPMENT OF THE RELEVANT DOMESTIC LAW AND PRACTICE
17. The obligation to hang crucifixes in primary school classrooms was laid down in Article 140 of royal decree no. 4336 of 15 September 1860 of the Kingdom of Piedmont-Sardinia, promulgated in accordance with Law no. 3725 of 13 November 1859, which provided: “each school must without fail be equipped with … a crucifix” (Article 140).
In 1861, the year which saw the birth of the Italian State, the 1848 Statute of the Kingdom of Piedmont-Sardinia became the Constitution of the Kingdom of Italy; it provided in particular: “the Roman Catholic Apostolic religion shall be the only religion of the State [and] other existing creeds shall be tolerated in conformity with the law”.
18. The capture of Rome by the Italian army on 20 September 1870, following which the city was annexed and proclaimed capital of the new Kingdom of Italy, caused a crisis in relations between the State and the Catholic Church. By Law no. 214 of 13 May 1871 the Italian State unilaterally regulated relations with the Church, granting the Pope a number of privileges for the orderly conduct of religious activity. According to the applicants, the display of crucifixes in schools fell little by little into disuse.
19. During the fascist period the State took a series of measures aimed at ensuring compliance with the obligation to display the crucifix in classrooms.
For instance, on 22 November 1922 the Ministry of Education sent out a circular (no. 68) with the following wording: “… in the last few years in many of the Kingdom’s primary schools the image of Christ and the portrait of the King have been removed. That is a manifest and intolerable breach of the regulations and especially an attack on the dominant religion of the State and the unity of the Nation. We therefore order all municipal administrative authorities in the Kingdom to restore, to those schools which lack them, the two sacred symbols of the faith and the consciousness of nationhood.”
On 30 April 1924 royal decree no. 965 of 30 April 1924 was adopted. This decree laid down the internal regulations governing middle schools (ordinamento interno delle giunte e dei regi istituti di istruzione media). Article 118 provided:
“Each school must have the national flag and each classroom must have a crucifix and a portrait of the King”.
Article 119 of royal decree no. 1297 of 26 April 1928, approving the general regulations governing the provision of primary education (approvazione del regolamento generale sui servizi dell’istruzione elementare), provides that the crucifix must form part of the “necessary equipment and supplies in school classrooms”.
20. The Lateran Pacts, signed on 11 February 1929, marked the “Conciliation” of the Italian State and the Catholic Church. Catholicism was confirmed as Italy’s official religion, Article 1 of the Conciliation Treaty being worded as follows:
“Italy recognizes and reaffirms the principle established in the first Article of the Italian Constitution dated March 4 1848, according to which the Roman Catholic Apostolic religion is the only State religion.”
21. In 1948 Italy adopted its republican Constitution, Article 7 of which provides: “The State and the Catholic Church, each in its own order, shall be independent and sovereign … their relations shall be regulated by the Lateran Pacts [and] amendments to the Pacts accepted by both parties shall not require proceedings to revise the Constitution.” Article 8 provides: “All religious creeds shall be equally free before the law … religious creeds other than Catholicism shall have the right to organise in accordance with their own statutes, in so far as these are not incompatible with the Italian legal order [and] their relations with the State shall be determined by the law on the basis of agreements with their respective representatives”.
22. The Protocol to the new concordat, of 18 February 1984, ratified by Law no. 121 of 25 March 1985, states that the principle laid down in the Lateran Pacts, that the Catholic religion is the only State religion, is no longer in force.
23. In a judgment of 12 April 1989 (no. 203), rendered in a case which raised the question of the non-compulsory nature of Catholic religious instruction in State schools, the Constitutional Court held that the principle of secularism was derived from the Constitution, ruling that it implied not that the State should be indifferent to religions but that it should guarantee the protection of the freedom of religion in a context of confessional and cultural pluralism.
Dealing in the present case with an application concerning the conformity of the presence of crucifixes in State-school classrooms with the principle of secularism, the Constitutional Court ruled that it did not have jurisdiction, since the texts which required the presence of the crucifix were only regulations (decision of 15 December 2004, no. 389; see paragraph 14 above). When called upon to examine this question, the Consiglio di Stato held that, regard being had to the meaning that should be attached to it, the presence of the crucifix in State-school classrooms was compatible with the principle of secularism (judgment of 13 February 2006, no. 556; see paragraph 16 above).
In a different case, the Court of Cassation had taken the contrary view to that of the Consiglio di Stato in the context of a prosecution for refusing to serve as a scrutineer in a polling station on the ground that a crucifix was displayed there. In its judgment of 1 March 2000 (no. 439), it held that the presence of the crucifix infringed the principles of secularism and the impartiality of the State, and the principle of the freedom of conscience of those who did not accept any allegiance to that symbol. It expressly rejected the argument that displaying the crucifix was justified in that it was the symbol of “an entire civilisation or the collective ethical conscience” and – here the Court of Cassation cited the terms used by the Consiglio di Stato in an opinion of 27 April 1988 (no. 63) – also symbolised “a universal value independent of any specific religious creed”.
24. On 3 October 2002 the Minister of Education, Universities and Research issued the following instruction (no. 2666):
“… The Minister
… Considering that the presence of crucifixes in classrooms is founded on the provisions in force, that it offends neither against religious pluralism nor against the objectives of multicultural education of Italian schools and that it cannot be considered a limitation of the freedom of conscience guaranteed by the Constitution, since it does not refer to a specific creed but constitutes only an expression of Christian civilisation and culture, and that it therefore forms part of the universal heritage of mankind;
Having assessed, with respect for different allegiances, convictions and beliefs, the desirability of requiring all schools, within the limits of their own autonomy and by decision of their competent collegiate organs, to set aside part of their premises to be used, without any obligation and without any fixed hours being appointed, for contemplation and meditation by those members of the school community who so wish;
Issues the following instruction:
The Ministry’s competent service … shall take the necessary measures to see to it that:
1) school governors ensure the presence of crucifixes in classrooms;
2) all schools, within the limits of their own autonomy, and by decision of the members of their collegiate organs, set aside part of their premises to be used, without any obligation and without any fixed hours being appointed, for contemplation and meditation by those members of the school community who so wish …”.
25. Articles 19, 33 and 34 of the Constitution are worded as follows:
Article 19
“Everyone is entitled to freely profess their religious beliefs in any form, individually or with others, and to promote them and celebrate rites in public or in private, provided that they are not offensive to public morality.”
Article 33
“The Republic guarantees the freedom of the arts and sciences, which may be freely taught.
The Republic lays down general rules for education and establishes State schools of all branches and grades. …”
Article 34
“Schools are open to everyone.
Elementary education, given for at least eight years, is compulsory and free. …”
III. OVERVIEW OF LAW AND PRACTICE IN THE MEMBER STATES OF THE COUNCIL OF EUROPE WITH REGARD TO THE PRESENCE OF RELIGIOUS SYMBOLS IN STATE SCHOOLS
26. In the great majority of member States of the Council of Europe the question of the presence of religious symbols in State schools is not governed by any specific regulations.
27. The presence of religious symbols in State schools is expressly forbidden only in a small number of member States: the former Yugoslav Republic of Macedonia, France (except in Alsace and the département of Moselle) and Georgia.
It is only expressly prescribed – in addition to Italy – in a few member States, namely: Austria, certain administrative regions of Germany (Länder) and Switzerland (communes), and Poland. Nevertheless, such symbols are found in the State schools of some member States where the question is not specifically regulated, such as Spain, Greece, Ireland, Malta, San Marino and Romania.
28. The question has been brought before the supreme courts of a number of member States.
In Switzerland the Federal Court has held a communal ordinance prescribing the presence of crucifixes in primary school classrooms to be incompatible with the requirements of confessional neutrality enshrined in the Federal Constitution, but without criticising such a presence in other parts of the school premises (26 September 1990; ATF 116 1a 252).
In Germany the Federal Constitutional Court has ruled that a similar Bavarian ordinance was contrary to the principle of the State’s neutrality and difficult to reconcile with the freedom of religion of children who were not Catholics (16 May 1995; BVerfGE 93,1). The Bavarian parliament then issued a new ordinance maintaining the previous measure, but enabling parents to cite their religious or secular convictions in challenging the presence of crucifixes in the classrooms attended by their children and introducing a mechanism whereby, if necessary, a compromise or a personalised solution could be reached.
In Poland the Ombudsman referred to the Constitutional Court an ordinance of 14 April 1992 issued by the Minister of Education prescribing in particular the possibility of displaying crucifixes in State-school classrooms. The Constitutional Court ruled that the measure was compatible with the freedom of conscience and religion and the principle of the separation of Church and State guaranteed by Article 82 of the Constitution, given that it did not make such display compulsory (20 April 1993; no. U 12/32).
In Romania the Supreme Court set aside a decision of the National Council for the Prevention of Discrimination of 21 November 2006 recommending to the Ministry of Education that it should regulate the question of the presence of religious symbols in publicly run educational establishments and, in particular, authorise the display of such symbols only during religious studies lessons or in rooms used for religious instruction. The Supreme Court held in particular that the decision to display such symbols in educational establishments should be a matter for the community formed by teachers, pupils and pupils’ parents (11 June 2008; no. 2393).
In Spain the High Court of Justice of Castile and Leon, ruling in a case brought by an association militating in favour of secular schooling which had unsuccessfully requested the removal of religious symbols from schools, held that the schools concerned should remove them if they received an explicit request from the parents of a pupil (14 December 2009; no. 3250).
THE LAW
I. ALLEGED VIOLATION OF ARTICLE 2 OF PROTOCOL No. 1 AND ARTICLE 9 OF THE CONVENTION
29. The applicants complained of the fact that crucifixes were affixed to the wall in the classrooms of the State school attended by the second and third applicants. They argued that this infringed the right to education, guaranteed by Article 2 of Protocol No. 1 in the following terms:
“No person shall be denied the right to education. In the exercise of any functions which it assumes in relation to education and to teaching, the State shall respect the right of parents to ensure such education and teaching in conformity with their own religious and philosophical convictions.”
They also contended that these facts infringed their right to the freedom of thought, conscience and religion enshrined in Article 9 of the Convention, which provides as follows:
“1. Everyone has the right to freedom of thought, conscience and religion; this right includes freedom to change his religion or belief and freedom, either alone or in community with others and in public or private, to manifest his religion or belief, in worship, teaching, practice and observance.
2. Freedom to manifest one’s religion or beliefs shall be subject only to such limitations as are prescribed by law and are necessary in a democratic society in the interests of public safety, for the protection of public order, health or morals, or for the protection of the rights and freedoms of others.”
A. The Chamber’s judgment
30. In its judgment of 3 November 2009 the Chamber held that there had been a violation of Article 2 of Protocol No. 1 taken together with Article 9 of the Convention.
31. First of all, the Chamber derived from the principles relating to the interpretation of Article 2 of Protocol No. 1 established in the Court’s case-law an obligation on the State to refrain from imposing beliefs, even indirectly, in places where persons were dependent on it or in places where they were particularly vulnerable, emphasising that the schooling of children was a particularly sensitive area in that respect.
The Court went on to say that among the plurality of meanings the crucifix might have the religious meaning was predominant. It accordingly considered that the compulsory and highly visible presence of crucifixes in classrooms was capable not only of clashing with the secular convictions of the first applicant, whose children attended at that time a State school, but also of being emotionally disturbing for pupils of non-Christian religions or those who professed no religion. On that last point, the Chamber emphasised that the “negative” freedom of religion was not limited to the absence of religious services or religious education: it extended to practices and symbols expressing, in particular or in general, a belief, a religion or atheism. It added that this “negative right” deserved special protection if it was the State which expressed a belief and dissenters were placed in a situation from which they could not extract themselves if not by making disproportionate efforts and sacrifices.
According to the Chamber, the State had a duty to uphold confessional neutrality in public education, where school attendance was compulsory regardless of religion, and which had to seek to inculcate in pupils the habit of critical thought. It observed in addition that it could not see how the display in State-school classrooms of a symbol that it was reasonable to associate with the majority religion in Italy could serve the educational pluralism which was essential for the preservation of “democratic society” within the Convention meaning of that term.
32. The Chamber concluded that “the compulsory display of a symbol of a particular faith in the exercise of public authority in relation to specific situations subject to governmental supervision, particularly in classrooms, restrict[ed] the right of parents to educate their children in conformity with their convictions and the right of schoolchildren to believe or not believe”. The practice infringed those rights because “the restrictions [were] incompatible with the State’s duty to respect neutrality in the exercise of public authority, particularly in the field of education” (§ 57 of the judgment).
B. Arguments of the parties
1. The Government
33. The Government did not raise an objection of inadmissibility.
34. They regretted that the Chamber had not had available to it a comparative law study of relations between the State and religions and on the question of the display of religious symbols in State schools. They asserted that the Chamber had thus deprived itself of an essential element, since such a study would have shown that there was no common approach in Europe in these fields, and would accordingly have led it to the finding that the member States had a particularly wide margin of appreciation; consequently, the Chamber, in its judgment, had failed to take that margin of appreciation into consideration, thus ignoring one fundamental aspect of the problem.
35. The Government also criticised the Chamber’s judgment for deriving from the concept of confessional “neutrality” a principle excluding any relations between the State and a particular religion, whereas neutrality required the public administrative authorities to take all religions into account. The judgment was accordingly based on confusion between “neutrality” (an “inclusive concept”) and “secularism (an “exclusive concept”). Moreover, in the Government’s view, neutrality meant that States should refrain from promoting not only a particular religion but also atheism, “secularism” on the State’s part being no less problematic than proselytising by the State. The Chamber’s judgment was thus based on a misunderstanding and amounted to favouring an irreligious or antireligious approach of which the applicant, as a member of the Union of atheists and rationalist agnostics, was asserted to be a militant supporter.
36. The Government went on to argue that it was necessary to take account of the fact that a single symbol could be interpreted differently from one person to another. That applied in particular to the sign of the cross, which could be perceived not only as a religious symbol, but also as a cultural and identity-linked symbol, the symbol of the principles and values which formed the basis of democracy and western civilisation; it appeared, for instance, on the flags of a number of European countries. Whatever the evocative power of an “image” might be, in the Government’s view, it was a “passive symbol”, whose impact on individuals was not comparable with the impact of “active conduct”, and no one had asserted in the present case that the content of the teaching provided in Italy was influenced by the presence of crucifixes in classrooms.
That presence was the expression of a “national particularity”, characterised notably by close relations between the State, the people and Catholicism attributable to the historical, cultural and territorial development of Italy and to a deeply rooted and long-standing attachment to the values of Catholicism. Keeping crucifixes in schools was therefore a matter of preserving a centuries-old tradition. The Government argued that the right of parents to respect for their “family culture” ought not to infringe the community’s right to transmit its culture or the right of children to discover it. Moreover, by contenting itself with a “potential risk” of emotional disturbance in finding a breach of the rights to education and freedom of thought, conscience and religion, the Chamber had considerably widened the scope of those provisions.
37. Referring in particular to the Otto-Preminger-Institut v. Austria judgment of 20 September 1994 (Series A no. 295-A), the Government contended that, although account should be taken of the fact that the Catholic religion was that of a large majority of Italians, this was not in order to make that fact into an aggravating circumstance, as the Chamber had done. On the contrary, the Court should acknowledge and protect national traditions and the prevailing popular feeling, and leave each State to maintain a balance between opposing interests. Moreover, it was the Court’s case-law that school curricula or provisions establishing the preponderance of the majority religion did not in themselves point to undue influence on the part of the State or attempted indoctrination, and that the Court should respect constitutional traditions and principles relating to relations between the State and religions – including in the present case the particular approach to secularism which prevailed in Italy – and take into account the context of each State.
38. Considering in addition that the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1 was applicable only to school curricula, the Government criticised the Chamber’s judgment for the finding of a violation without any indication of how the mere presence of a crucifix in the classrooms where the first applicant’s children were taught was capable of substantially reducing her ability to bring them up in conformity with her convictions, the only reason given being that pupils would feel that they were being educated in a school environment marked by a particular religion. That reason was erroneous when judged by the yardstick of the Court’s case-law, from which it could be seen in particular, firstly that the Convention did not prevent member States from having a State religion, or from showing a preference for a particular religion, or from providing pupils with more extensive religious teaching in relation to the dominant religion, and secondly that account had to be taken of the fact that the educational influence of parents was much greater than the school’s.
39. In the Government’s view, the presence of crucifixes in classrooms made a legitimate contribution to enabling children to understand the national community in which they were expected to integrate. An “environmental influence” was all the more improbable because children in Italy received an education which helped them to develop a critical outlook on the question of religion, in a dispassionate atmosphere from which any form of proselytising was excluded. Moreover, Italy had opted for a benevolent approach to minority religions in the school environment: Italian law currently conferred the right to wear Islamic headscarves and other apparel or symbols with a religious connotation; the beginning and end of Ramadan were often celebrated in schools; religious instruction was permitted for all recognised creeds; and the needs of pupils belonging to minority faiths were taken into account, with Jewish pupils, for example, being entitled not to sit examinations on Saturdays.
40. Lastly, the Government emphasised the need to take into account the right of parents who wanted crucifixes to be kept in classrooms. That was the wish of the majority in Italy and was also the wish democratically expressed in the present case by almost all the members of the school’s governing body. Removing crucifixes from classrooms in such circumstances would amount to “abuse of a minority position” and would be in contradiction with the State’s duty to help individuals satisfy their religious needs.
2. The applicants
41. The applicants submitted that the display of crucifixes in the classrooms of the State school attended by the second and third applicants constituted an illegitimate interference with their right to the freedom of thought and conscience and infringed the principle of educational pluralism in that it was the expression of the State’s preference for a particular religion in a place where conscience was formed. By expressing that preference the State was also disregarding its obligation to give special protection to minors against any form of propaganda or indoctrination. Moreover, according to the applicants, since the educational environment was thus marked by a symbol of the dominant religion, the display of the crucifix which they complained of infringed the second and third applicants’ right to receive an open and pluralistic education aimed at the development of a capacity for critical judgement. Lastly, as the first applicant was in favour of secularism, it infringed her right to have her children educated in conformity with her own philosophical convictions.
42. The applicants argued that the crucifix was without a shadow of a doubt a religious symbol and trying to attribute a cultural value to it savoured of an attempt to maintain a hopeless last-ditch defence. Nor did anything in the Italian legal system justify the assertion that it was a symbol of national identity: according to the Constitution, it was the flag which symbolised that identity.
Moreover, as the German Federal Constitutional Court had pointed out in its judgment of 16 May 1995 (see paragraph 28 above), giving the crucifix a profane meaning would move it away from its original meaning and help divest it of its sacred nature. As to the assertion that it was merely a “passive symbol”, this ignored the fact that like all symbols – and more than all others – it gave material form to a cognitive, intuitive and emotional reality which went beyond the immediately perceptible. The German Federal Constitutional Court had, moreover, made that finding, holding in the judgment cited above that the presence of crucifixes in classrooms had an evocative character in that it represented the content of the faith it symbolised and served as “publicity material” for it. Lastly, the applicants pointed out that in the Dahlab v. Switzerland decision of 15 February 2001 (no. 42393/98, ECHR 2001-V), the Court had noted the particular power that religious symbols exerted in the school environment.
43. The applicants contended that every democratic State had a duty to guarantee the freedom of conscience, pluralism, equal treatment of beliefs and the secular nature of institutions. The principle of secularism required above all neutrality on the part of the State, which should keep out of the religious sphere and adopt the same attitude with regard to all religious currents. In other words, neutrality obliged the State to establish a neutral space within which everyone could freely live according to his own beliefs. By imposing religious symbols, namely crucifixes, in classrooms, the Italian State was doing the opposite.
44. The approach advocated by the applicants was thus clearly distinct from State atheism, which amounted to denying the freedom of religion by imposing a secular viewpoint in an authoritarian manner. Seen in terms of the State’s impartiality and neutrality, secularism was on the contrary a means of securing the religious and philosophical freedom of conscience of all.
45. The applicants further contended that it was essential to give special protection to minority beliefs and convictions, in order to preserve those who held them from a “despotism of the majority”, and that too was a reason for removing crucifixes from classrooms.
46. In conclusion, the applicants argued that although, as the Government maintained, removing crucifixes from State-school classrooms would take away part of Italian cultural identity, keeping them there was incompatible with the foundations of western political thought, the principles of the liberal State and a pluralist, open democracy, and respect for the individual rights and freedoms enshrined in the Italian Constitution and the Convention.
C. Submissions of the third-party interveners
1. The Governments of Armenia, Bulgaria, Cyprus, the Russian Federation, Greece, Lithuania, Malta and the Republic of San Marino
47. In their joint observations submitted at the hearing, the Governments of Armenia, Bulgaria, Cyprus, the Russian Federation, Greece, Lithuania, Malta and the Republic of San Marino indicated that in their view the Chamber’s reasoning had been based on a misunderstanding of the concept of “neutrality”, which the Chamber had confused with “secularism”. They pointed out that there was a huge diversity of Church-State arrangements in Europe and that more than half the population of Europe lived in non-secular States. They added that State symbols inevitably had a place in state education and that many of these had a religious origin, the Cross – which was both a national and a religious symbol – being the most visible example. In their view, in non-secular European States the presence of religious symbols in the public space was widely tolerated by the secular population as part of national identity. States should not have to divest themselves of part of their cultural identity simply because that identity was of religious origin. The position adopted by the Chamber was not an expression of the pluralism manifest in the Convention system, but an expression of the values of a secular State. To extend it to the whole of Europe would represent the “Americanisation” of Europe in that a single and unique rule and a rigid separation of Church and State would be binding on everyone.
In their submission, favouring secularism was a political position that, whilst respectable, was not neutral. Accordingly, in the educational sphere a State that supported the secular as opposed to the religious was not being neutral. Similarly, removing crucifixes from classrooms where they had always been would not be devoid of educational consequences. In reality, whether the State opted to allow or prohibit the presence of crucifixes in classrooms, the important factor was the degree to which the curriculum contextualised and taught children tolerance and pluralism.
The intervening Governments acknowledged that there might be circumstances where the arrangements by the State were unacceptable. The burden of proof should remain on the individual, however, and the Court should intervene only in extreme cases.
2. The Government of the Principality of Monaco
48. The intervening Government declared that they shared the viewpoint of the respondent Government according to which the crucifix was a “passive symbol” that was found on the coats of arms and flags of many States and in the instant case reflected a national identity rooted in history. Furthermore, being indivisible, the principle of State neutrality required the authorities to refrain from imposing a religious symbol where there had never been one and from withdrawing one that had always been there.
3. The Government of Romania
49. The intervening Government submitted that the Chamber had taken insufficient account of the wide margin of appreciation available to the Contracting States where sensitive issues were involved and that there was no European-wide consensus. They pointed out that the Court’s case-law recognised in particular that the States enjoyed a wide margin of appreciation regarding the wearing of religious symbols in State schools; in their submission, the same should apply to the display of religious symbols in such schools. They also pointed out that the Chamber judgment had been based on the premise that the display of religious symbols in State schools breached Article 9 of the Convention and Article 2 of Protocol No. 1, which conflicted with the principle of neutrality because, where applicable, Contracting States were compelled to intervene with a view to removing those symbols. In their view, that principle was better served where decisions of this type were taken jointly by teachers, pupils and parents. In any event, as it was not associated with particular religious obligations, the presence of the crucifix in classrooms did not sufficiently affect the religious feelings of those concerned for there to be a violation of the aforementioned provisions.
4. The non-governmental organisation Greek Helsinki Monitor
50. According to the intervening organisation, the crucifix could not be perceived as anything other than a religious symbol, so that displaying it in State-school classrooms could be seen as an institutional message advocating a particular religion. It pointed out that in the case of Folgerø the Court had held that the participation of pupils in religious activities could in fact influence them, and considered that the same was true where they were taught in classrooms where a religious symbol was displayed. It also drew the Court’s attention to the fact that children or parents who were bothered by this might refrain from protesting for fear of reprisals.
5. The non-governmental organisation Associazione nazionale del libero Pensiero
51. The intervening organisation, which considered that the presence of religious symbols in State-school classrooms was incompatible with Article 9 of the Convention and Article 2 of Protocol No. 1, submitted that the restrictions imposed on the applicants’ rights were not “prescribed by law” within the meaning of the Court’s case-law. It pointed out in that connection that displaying the crucifix in State-school classrooms was prescribed not by law but by regulations adopted during the fascist era. It added that those regulations had in any event been implicitly repealed by the Constitution of 1947 and the Law of 1985 ratifying the agreements amending the Lateran Pacts of 1929. It pointed out that the Criminal Division of the Court of Cassation had ruled accordingly in a judgment of 1 March 2000 (no. 4273) in a similar case relating to crucifixes displayed in polling stations and that it had confirmed that approach in a judgment of 17 February 2009 concerning crucifixes displayed in courtrooms (without, however, ruling on the merits). There was therefore a conflict of case-law between the Consiglio di Stato – which, on the contrary, held that the relevant regulations were applicable – and the Court of Cassation that affected the principle of legal security, which was the pillar of a State governed by the rule of law. As the Constitutional Court had declined jurisdiction, there was no mechanism in Italy whereby this conflict could be resolved.
6. The non-governmental organisation European Centre for Law and Justice
52. The intervening organisation submitted that the Chamber had wrongly addressed the question raised by the case, which was whether the Convention rights invoked by the first applicant had been violated merely on account of the presence of the crucifix in classrooms. Its view was that they had not. Firstly, the “personal convictions” of the first applicant’s children had not been violated because they had neither been compelled to act against their conscience nor prevented from acting according to their conscience. Secondly, their “innermost convictions” and the first applicant’s right to ensure their education in conformity with her own philosophical convictions had not been violated because her children had neither been forced to believe nor prevented from not believing. They had not been indoctrinated; nor had they been the subject of misplaced proselytism. The intervening organisation submitted that the Chamber had been mistaken in holding that a State’s decision to display crucifixes in classrooms was contrary to the Convention (which was not the question that had been submitted to it). In doing so, the Chamber had created “a new obligation relating not to the first applicant’s rights, but to the nature of the “educational environment”. In the intervening organisation’s submission, it was because it had been unable to establish that the first applicant’s children’s “innermost or personal convictions” had been violated on account of the presence of the crucifix in the classrooms that the Chamber had created a new obligation to ensure that the educational environment was entirely secular, thus exceeding the scope of the application and the limits of its jurisdiction.
7. The non-governmental organisation Eurojuris
53. The intervening organisation agreed with the Chamber’s conclusions. After reiterating the relevant provisions of Italian positive law – and underscoring the constitutional value of the principle of secularism – it referred to the principle established in the Court’s case-law to the effect that school should not be a place for proselytism or preaching. It also referred to cases in which the Court had examined the question of the wearing of Islamic veils in educational establishments. It went on to point out that the presence of crucifixes in Italian State-school classrooms had been prescribed not by law but by regulations inherited from the fascist era which reflected a confessional conception of the State today that was incompatible with the principle of secularism laid down in positive constitutional law. It firmly rejected the reasoning of the Italian Administrative Court, according to which prescribing the presence of crucifixes in State-school classrooms was still compatible with that principle because they symbolised secular values. In its submission, it was a religious symbol with which non-Christians did not identify. Moreover, by obliging schools to display it in State-school classrooms the State conferred a particular dimension on a given religion, to the detriment of pluralism.
8. The non-governmental organisations International Commission of Jurists, Interights and Human Rights Watch
54. The intervening organisations submitted that the compulsory display of religious symbols such as the crucifix in State-school classrooms was incompatible with the principle of neutrality and the rights guaranteed to pupils and their parents under Article 9 of the Convention and Article 2 of Protocol No. 1. In their submission, educational pluralism was an established principle, upheld not only in the Court’s case-law but also in the case-law of a number of supreme courts and in various international instruments. Furthermore, the Court’s case-law supported a duty of State neutrality and impartiality as among religious beliefs in the provision of public services, including education. They pointed out that this principle of impartiality was recognised not only by the Italian, Spanish and German Constitutional Courts but also, in particular, by the French Conseil d’Etat and the Swiss Federal Court. They added that, as several supreme courts had held, State neutrality as among religious beliefs was particularly important in the classroom because, school being compulsory, children were vulnerable to indoctrination at school. They went on to reiterate the Court’s finding that, although the Convention did not prevent States from imparting through teaching or education information or knowledge of a religious or philosophical kind, they had to ensure that this was done in an objective, critical and pluralistic manner, and free of any indoctrination. They stressed that the same applied to all functions carried out in the area of education and teaching, including the organisation of the school environment.
9. The non-governmental organisations Zentralkomitee der deutschen katholiken, Semaines sociales de France and Associazioni cristiane lavoratori italiani
55. The intervening organisations stated that they agreed with the Chamber that, whilst the crucifix had a plural meaning, it was primarily the central symbol of Christianity. They added, however, that they disagreed with its conclusion, and found it difficult to understand how the presence of crucifixes in classrooms could be “emotionally disturbing” for some pupils or hinder the development of their critical thinking. In their submission, that presence alone could not be equated with a religious or philosophical message; it should rather be interpreted as a passive way of conveying basic moral values. The question accordingly had to be regarded as one that fell within the competence of the State when deciding on the curriculum in schools; parents had to accept that certain aspects of State-school education could not be entirely in keeping with their convictions. They added that a State’s decision to display crucifixes in State-school classrooms did not mean that it pursued an aim of indoctrination prohibited by Article 2 of Protocol No. 1. They maintained that a balance had to be found in the present case between the rights and interests of believers and non-believers, between the fundamental rights of individuals and the legitimate interests of society, and between the formulation of standards relating to fundamental rights and maintaining the diversity existing in Europe. In their submission, the Court should leave a wide margin of appreciation to the States in this area because the organisation of the relationship between the State and religion varied from one country to another and – in particular regarding the place of religion in State schools – was deeply rooted in the history, tradition and culture of a country.
10. Thirty-three members of the European Parliament acting collectively
56. The interveners pointed out that the Court was not a constitutional court and had to respect the principle of subsidiarity and recognise a particularly broad margin of appreciation in favour of Contracting States not only regarding the relationship between the State and religion but also where they carried out their functions in the area of education and teaching. In their view, by taking a decision whose effect would be to make it compulsory to remove religious symbols from State schools, the Grand Chamber would be sending a radical ideological message. They added that it was clear from the Court’s case-law that a State which, for reasons deriving from its history or its tradition, showed a preference for a particular religion did not exceed that margin. Accordingly, in their opinion, the display of crucifixes in public buildings did not conflict with the Convention, and the presence of religious symbols in the public space should not be seen as a form of indoctrination but the expression of a cultural unity and identity. They added that in this specific context religious symbols had a secular dimension and should therefore not be removed.
D. The Court’s assessment
57. In the first place, the Court observes that the only question before it concerns the compatibility, in the light of the circumstances of the case, of the presence of crucifixes in Italian State-school classrooms with the requirements of Article 2 of Protocol No. 1 and Article 9 of the Convention.
Thus it is not required in this case to examine the question of the presence of crucifixes in places other than State schools. Nor is it for the Court to rule on the compatibility of the presence of crucifixes in State-school classrooms with the principle of secularism as enshrined in Italian law.
58. Secondly, the Court emphasises that the supporters of secularism are able to lay claim to views attaining the “level of cogency, seriousness, cohesion and importance” required for them to be considered “convictions” within the meaning of Articles 9 of the Convention and 2 of Protocol No. 1 (see Campbell and Cosans v. the United Kingdom, 25 February 1982, § 36, Series A no. 48). More precisely, their views must be regarded as “philosophical convictions”, within the meaning of the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1, given that they are worthy of “respect ‘in a democratic society’”, are not incompatible with human dignity and do not conflict with the fundamental right of the child to education (ibid.).
1. The case of the first applicant
a. General principles
59. The Court reiterates that in the area of education and teaching Article 2 of Protocol No. 1 is in principle the lex specialis in relation to Article 9 of the Convention. That is so at least where, as in the present case, the dispute concerns the obligation laid on Contracting States by the second sentence of Article 2 to respect, when exercising the functions they assume in that area, the right of parents to ensure such education and teaching in conformity with their own religious and philosophical convictions (see Folgerø and Others v. Norway [GC], no. 15472/02, § 84, ECHR 2007‑VIII, § 84).
The complaint in question should therefore be examined mainly from the standpoint of the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1 (see also Appel-Irrgang and Others v. Germany (dec.), no. 45216/07, ECHR 2009‑…).
60. Nevertheless, that provision should be read in the light not only of the first sentence of the same Article, but also, in particular, of Article 9 of the Convention (see, for example, Folgerø, cited above, § 84), which guarantees freedom of thought, conscience and religion, including the freedom not to belong to a religion, and which imposes on Contracting States a “duty of neutrality and impartiality”.
In that connection, it should be pointed out that States have responsibility for ensuring, neutrally and impartially, the exercise of various religions, faiths and beliefs. Their role is to help maintain public order, religious harmony and tolerance in a democratic society, particularly between opposing groups (see, for example, Leyla Şahin v. Turkey [GC], no. 44774/98, § 107, ECHR 2005‑XI). That concerns both relations between believers and non-believers and relations between the adherents of various religions, faiths and beliefs.
61. The word “respect” in Article 2 of Protocol No. 1 means more than “acknowledge” or “take into account”; in addition to a primarily negative undertaking, it implies some positive obligation on the part of the State (see Campbell and Cosans, cited above, § 37).
Nevertheless, the requirements of the notion of “respect”, which appears also in Article 8 of the Convention, vary considerably from case to case, given the diversity of the practices followed and the situations obtaining in the Contracting States. As a result, the Contracting States enjoy a wide margin of appreciation in determining the steps to be taken to ensure compliance with the Convention with due regard to the needs and resources of the community and of individuals. In the context of Article 2 of Protocol No. 1 that concept implies in particular that this provision cannot be interpreted to mean that parents can require the State to provide a particular form of teaching (see Bulski v. Poland (dec.), nos. 46254/99 and 31888/02).
62. The Court would also refer to its case-law on the place of religion in the school curriculum (see essentially Kjeldsen, Busk Madsen and Pedersen v. Denmark, 7 December 1976, §§ 50-53, Series A no. 23; Folgerø, cited above, § 84; and Hasan and Eylem Zengin v. Turkey, no. 1448/04, §§ 51 and 52, ECHR 2007‑XI).
According to those authorities, the setting and planning of the curriculum fall within the competence of the Contracting States. In principle it is not for the Court to rule on such questions, as the solutions may legitimately vary according to the country and the era.
In particular, the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1 does not prevent States from imparting through teaching or education information or knowledge of a directly or indirectly religious or philosophical kind. It does not even permit parents to object to the integration of such teaching or education in the school curriculum.
On the other hand, as its aim is to safeguard the possibility of pluralism in education, it requires the State, in exercising its functions with regard to education and teaching, to take care that information or knowledge included in the curriculum is conveyed in an objective, critical and pluralistic manner, enabling pupils to develop a critical mind particularly with regard to religion in a calm atmosphere free of any proselytism. The State is forbidden to pursue an aim of indoctrination that might be considered as not respecting parents’ religious and philosophical convictions. That is the limit that the States must not exceed (see judgments cited above in this paragraph, §§ 53, 84 (h) and 52 respectively).
b. Assessment of the facts of the case in the light of the above principles
63. The Court does not accept the Government’s argument that the obligation laid on Contracting States by the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1 concerns only the content of school curricula, so that the question of the presence of crucifixes in State-school classrooms would fall outside its scope.
It is true that a number of cases in which the Court has examined this provision concerned the content and implementation of the school curriculum. Nevertheless, as the Court has already emphasised, the obligation on Contracting States to respect the religious and philosophical convictions of parents does not apply only to the content of teaching and the way it is provided; it binds them “in the exercise” of all the “functions” – in the terms of the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1 – which they assume in relation to education and teaching (see essentially Kjeldsen, Busk Madsen and Pedersen, cited above, § 50; Valsamis v. Greece, 18 December 1996, § 27, Reports of Judgments and Decisions 1996‑VI; Hasan and Eylem ZenginFolgerø, cited above, § 84). That includes without any doubt the organisation of the school environment where domestic law attributes that function to the public authorities.,cited above, § 49; and
It is in that context that the presence of crucifixes in Italian State-school classrooms is to be placed (see Article 118 of royal decree no. 965 of 30 April 1924, Article 119 of royal decree no. 1297 of 26 April 1928 and Articles 159 and 190 of legislative decree no. 297 of 16 April 1994 – paragraphs 14 and 19 above).
64. In general, the Court considers that where the organisation of the school environment is a matter for the public authorities, that task must be seen as a function assumed by the State in relation to education and teaching, within the meaning of the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1.
65. It follows that the decision whether crucifixes should be present in State-school classrooms forms part of the functions assumed by the respondent State in relation to education and teaching and, accordingly, falls within the scope of the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1. That makes it an area in which the State’s obligation to respect the right of parents to ensure the education and teaching of their children in conformity with their own religious and philosophical convictions comes into play.
66. The Court further considers that the crucifix is above all a religious symbol. The domestic courts came to the same conclusion and in any event the Government have not contested this. The question whether the crucifix is charged with any other meaning beyond its religious symbolism is not decisive at this stage of the Court’s reasoning.
There is no evidence before the Court that the display of a religious symbol on classroom walls may have an influence on pupils and so it cannot reasonably be asserted that it does or does not have an effect on young persons whose convictions are still in the process of being formed.
However, it is understandable that the first applicant might see in the display of crucifixes in the classrooms of the State school formerly attended by her children a lack of respect on the State’s part for her right to ensure their education and teaching in conformity with her own philosophical convictions. Be that as it may, the applicant’s subjective perception is not in itself sufficient to establish a breach of Article 2 of Protocol No. 1.
67. The Government, for their part, explained that the presence of crucifixes in State-school classrooms, being the result of Italy’s historical development, a fact which gave it not only a religious connotation but also an identity-linked one, now corresponded to a tradition which they considered it important to perpetuate. They added that, beyond its religious meaning, the crucifix symbolised the principles and values which formed the foundation of democracy and western civilisation, and that its presence in classrooms was justifiable on that account.
68. The Court takes the view that the decision whether or not to perpetuate a tradition falls in principle within the margin of appreciation of the respondent State. The Court must moreover take into account the fact that Europe is marked by a great diversity between the States of which it is composed, particularly in the sphere of cultural and historical development. It emphasises, however, that the reference to a tradition cannot relieve a Contracting State of its obligation to respect the rights and freedoms enshrined in the Convention and its Protocols.
As regards the Government’s opinion on the meaning of the crucifix, the Court notes that the Consiglio di Stato and the Court of Cassation have diverging views in that regard and that the Constitutional Court has not given a ruling (see paragraphs 16 and 23 above). It is not for the Court to take a position regarding a domestic debate among domestic courts.
69. The fact remains that the Contracting States enjoy a margin of appreciation in their efforts to reconcile exercise of the functions they assume in relation to education and teaching with respect for the right of parents to ensure such education and teaching in conformity with their own religious and philosophical convictions (see paragraphs 61-62 above).
That applies to organisation of the school environment and to the setting and planning of the curriculum (as the Court has already pointed out: see essentially the judgments cited above in the cases of Kjeldsen, Busk Madsen and Pedersen, §§ 50-53; Folgerø, § 84; and Zengin, §§ 51-52; paragraph 62 above). The Court therefore has a duty in principle to respect the Contracting States’ decisions in these matters, including the place they accord to religion, provided that those decisions do not lead to a form of indoctrination (ibid.).
70. The Court concludes in the present case that the decision whether crucifixes should be present in State-school classrooms is, in principle, a matter falling within the margin of appreciation of the respondent State. Moreover, the fact that there is no European consensus on the question of the presence of religious symbols in State schools (see paragraphs 26-28 above) speaks in favour of that approach.
This margin of appreciation, however, goes hand in hand with European supervision (see, for example, mutatis mutandis, Leyla Şahin, cited above, § 110), the Court’s task in the present case being to determine whether the limit mentioned in paragraph 69 above has been exceeded.
71. In that connection, it is true that by prescribing the presence of crucifixes in State-school classrooms – a sign which, whether or not it is accorded in addition a secular symbolic value, undoubtedly refers to Christianity – the regulations confer on the country’s majority religion preponderant visibility in the school environment.
That is not in itself sufficient, however, to denote a process of indoctrination on the respondent State’s part and establish a breach of the requirements of Article 2 of Protocol No. 1.
The Court refers on this point, mutatis mutandis, to the previously cited Folgerø and Zengin judgments. In the Folgerø case, in which it was called upon to examine the content of “Christianity, religion and philosophy” (KRL) lessons, it found that the fact that the syllabus gave a larger share to knowledge of the Christian religion than to that of other religions and philosophies could not in itself be viewed as a departure from the principles of pluralism and objectivity amounting to indoctrination. It explained that in view of the place occupied by Christianity in the history and tradition of the respondent State – Norway – this question had to be regarded as falling within the margin of appreciation left to it in planning and setting the curriculum (see Folgerø, cited above, § 89). It reached a similar conclusion in the context of “religious culture and ethics” classes in Turkish schools, where the syllabus gave greater prominence to knowledge of Islam on the ground that, notwithstanding the State’s secular nature, Islam was the majority religion practised in Turkey (see Zengin, cited above, § 63).
72. Furthermore, a crucifix on a wall is an essentially passive symbol and this point is of importance in the Court’s view, particularly having regard to the principle of neutrality (see paragraph 60 above). It cannot be deemed to have an influence on pupils comparable to that of didactic speech or participation in religious activities (see on these points Folgerø and Zengin, cited above, § 94 and § 64 respectively).
73. The Court observes that, in its judgment of 3 November 2009, the Chamber agreed with the submission that the display of crucifixes in classrooms would have a significant impact on the second and third applicants, aged eleven and thirteen at the time. The Chamber found that, in the context of public education, crucifixes, which it was impossible not to notice in classrooms, were necessarily perceived as an integral part of the school environment and could therefore be considered “powerful external symbols” within the meaning of the decision in Dahlab, cited above (see §§ 54 and 55 of the judgment).
The Grand Chamber does not agree with that approach. It considers that that decision cannot serve as a basis in this case because the facts of the two cases are entirely different.
It points out that the case of Dahlab concerned the measure prohibiting the applicant from wearing the Islamic headscarf while teaching, which was intended to protect the religious beliefs of the pupils and their parents and to apply the principle of denominational neutrality in schools enshrined in domestic law. After observing that the authorities had duly weighed the competing interests involved, the Court held, having regard above all to the tender age of the children for whom the applicant was responsible, that the authorities had not exceeded their margin of appreciation.
74. Moreover, the effects of the greater visibility which the presence of the crucifix gives to Christianity in schools needs to be further placed in perspective by consideration of the following points. Firstly, the presence of crucifixes is not associated with compulsory teaching about Christianity (see the comparative-law information set out in Zengin, cited above, § 33). Secondly, according to the indications provided by the Government, Italy opens up the school environment in parallel to other religions. The Government indicated in this connection that it was not forbidden for pupils to wear Islamic headscarves or other symbols or apparel having a religious connotation; alternative arrangements were possible to help schooling fit in with non-majority religious practices; the beginning and end of Ramadan were “often celebrated” in schools; and optional religious education could be organised in schools for “all recognised religious creeds” (see paragraph 39 above). Moreover, there was nothing to suggest that the authorities were intolerant of pupils who believed in other religions, were non-believers or who held non-religious philosophical convictions.
In addition, the applicants did not assert that the presence of the crucifix in classrooms had encouraged the development of teaching practices with a proselytising tendency, or claim that the second and third applicants had ever experienced a tendentious reference to that presence by a teacher in the exercise of his or her functions.
75. Lastly, the Court notes that the first applicant retained in full her right as a parent to enlighten and advise her children, to exercise in their regard her natural functions as educator and to guide them on a path in line with her own philosophical convictions (see, in particular, Kjeldsen, Busk Madsen and Pedersen and Valsamis, cited above, §§ 54 and 31 respectively).
76. It follows from the foregoing that, in deciding to keep crucifixes in the classrooms of the State school attended by the first applicant’s children, the authorities acted within the limits of the margin of appreciation left to the respondent State in the context of its obligation to respect, in the exercise of the functions it assumes in relation to education and teaching, the right of parents to ensure such education and teaching in conformity with their own religious and philosophical convictions.
77. The Court accordingly concludes that there has been no violation of Article 2 of Protocol No. 1 in respect of the first applicant. It further considers that no separate issue arises under Article 9 of the Convention.
2. The case of the second and third applicants
78. The Court considers that, when read as it should be in the light of Article 9 of the Convention and the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1, the first sentence of that provision guarantees schoolchildren the right to education in a form which respects their right to believe or not to believe. It therefore understands why pupils who are in favour of secularism may see in the presence of crucifixes in the classrooms of the State school they attend an infringement of the rights they derive from those provisions.
However, it considers, for the reasons given in connection with its examination of the first applicant’s case, that there has been no violation of Article 2 of Protocol No. 1 in respect of the second and third applicants. It further considers that no separate issue arises in the case under Article 9 of the Convention.
II. ALLEGED VIOLATION OF ARTICLE 14 OF THE CONVENTION
79. The applicants submitted that because the second and third applicants had been exposed to the crucifixes displayed in the classrooms of the State school they attended, all three of them, not being Catholics, had suffered a discriminatory difference in treatment in relation to Catholic parents and their children. Arguing that “the principles enshrined in Article 9 of the Convention and Article 2 of Protocol No. 1 are reinforced by the provisions of Article 14 de la Convention”, they complained of a violation of the latter Article, which provides:
“The enjoyment of the rights and freedoms set forth in [the] Convention shall be secured without discrimination on any ground such as sex, race, colour, language, religion, political or other opinion, national or social origin, association with a national minority, property, birth or other status.”
80. The Chamber held that, regard being had to the circumstances of the case and the reasoning which had led it to find a violation of Article 2 of Protocol No. 1 taken together with Article 9 of the Convention, there was no cause to examine the case under Article 14 also, whether taken separately or in conjunction with those provisions.
81. The Court, which notes that little argument has been presented in support of this complaint, reiterates that Article 14 of the Convention has no independent existence, since it has effect solely in relation to the enjoyment of the rights and freedoms safeguarded by the other substantive provisions of the Convention and its Protocols.
Proceeding on the assumption that the applicants wished to complain of discrimination regarding their enjoyment of the rights guaranteed by Article 9 of the Convention and Article 2 of Protocol No. 1 on account of the fact that they were not adherents of the Catholic religion and that the second and third of them had been exposed to the sight of crucifixes in the classrooms of the State school they attended, the Court does not see in those complaints any issue distinct from those it has already determined under Article 2 of Protocol No. 1. There is accordingly no cause to examine this part of the application.
FOR THESE REASONS, THE COURT
1. Holds, by fifteen votes to two, that there has been no violation of Article 2 of Protocol No. 1 and that no separate issue arises under Article 9 of the Convention;
2. Holds unanimously that there is no cause to examine the complaint under Article 14 of the Convention.
Done in English and in French, and delivered at a public hearing in the Human Rights Building, Strasbourg, on 18 March 2011.
Erik Fribergh Jean-Paul Costa
Registrar President
In accordance with Article 45 § 2 of the Convention and Rule 74 § 2 of the Rules of Court, the following separate opinions are annexed to this judgment:


(a) Concurring opinion of Judge Rozakis joined by Judge Vajić;
(b) Concurring opinion of Judge Bonello;
(c) Concurring opinion of Judge Power;
(d) Dissenting opinion of Judge Malinverni joined by Judge Kalaydjieva.
J.-P.C.
E.F.


CONCURRING OPINION OF JUDGE ROZAKIS JOINED
BY JUDGE VAJIĆ
The main issue to be resolved in this case is the effect of the application of the proportionality test to the facts. Proportionality between, on the one hand, the right of parents to ensure their children’s education and teaching in conformity with their own religious and philosophical convictions, and, on the other hand, the right or interest of at least a very large segment of society to display religious symbols as a manifestation of religion or belief. Consequently, both the competing values involved in this case are simultaneously protected by the Convention, through Article 2 of Protocol No. 1 (the lex specialis), read in the light of Article 9 of the Convention, in so far as the parents are concerned, and Article 9 of the Convention, in so far as society’s rights are concerned.
Concerning, first, the parents’ right, the Court’s judgment underlines that the word “respect” in the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1 “means more than ‘acknowledge’ or ‘take into account’; in addition to a primarily negative obligation, it implies some positive obligation on the part of the State” (see paragraph 61 of the judgment). Yet the respect due to the parents, even in the form of some positive obligation, “does not prevent States from imparting through teaching or education information or knowledge of a directly or indirectly religious or philosophical kind. It does not even permit parents to object to the integration of such teaching or education in the school curriculum” (see paragraph 62).
This last reference to the Convention’s case-law needs, I think, some further analysis. It is indisputable that Article 2 of Protocol No. 1 enshrines the fundamental right to education: a sacrosanct individual right – which undoubtedly can also be seen from the angle of a social right – that seems to be constantly gaining ground in our European societies. However, while the right to education constitutes one of the cornerstones of the protection of individuals under the Convention, the same cannot be said with equal force, to my mind, of the subordinate right of parents to ensure their children’s education in accordance with their religious or philosophical beliefs. Here matters differ considerably, for a number of reasons:
(i) that right, although linked to the right to education, does not directly vest in the basic recipient of the right, namely, in the recipient of the education, that is, the one who has the right to be educated. It vests in the parents – whose direct right to education is not at stake in the circumstances – and is limited to one aspect of education alone: their religious and philosophical convictions.
(ii) although there is admittedly an obvious relationship between the education that children receive in their schools and the religious and philosophical ideas and opinions, deriving from convictions, which exist in the family environment – a relationship that requires a degree of harmonisation in these matters between the school and home environments – Europe has nevertheless changed dramatically regarding this aspect as well as others since Protocol No. 1 was adopted. Most of us now live in multicultural, multi-ethnic societies within our national States, a feature which has become a common characteristic of those societies, and children living in that environment are exposed, in their everyday life, to ideas and opinions which go beyond those emanating from school and their parents. Human relations outside the parental roof and modern means of communication undoubtedly contribute to that effect. As a consequence, children become accustomed to receiving a variety of frequently conflicting ideas and opinions and the role of both school and parents in these matters has become relatively less influential.
(iii) as a result of the changed composition of our societies, it is increasingly difficult for a State to cater for the individual needs of parents on educational issues. I would go as far as saying that its main concern, and this is a valid concern, should be to offer children an education which will ensure their fullest integration into the society in which they live and prepare them, in the best possible way, to cope effectively with the expectations that that society has of its members. Although this characteristic of education is not a new one – it has existed since time immemorial – it has recently acquired more obvious importance because of the particularities of our era and the composition of societies today. Again, the duties of the State have largely shifted from concerns of parents to concerns of society at large, thus reducing the extent of the parents’ ability to determine, outside the home, the kind of education that their children receive.
In conclusion, it seems to me that, unlike other guarantees of the Convention, in respect of which the case-law of the Convention has increased the purview of protection, including the right to education, the right of parents, under the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1, does not seem realistically to be gaining weight in the balancing exercise of the proportionality test.
At the other end of the spectrum, representing the other limb of the proportionality equation, lies the right of society, as reflected in the authorities’ measure in maintaining crucifixes on the walls of State schools, to manifest their (majority) religious beliefs. Does this right, in the circumstances of the case, override the right of parents to educate their children in accordance with their religion and – more specifically in the circumstances of the present case – their philosophical convictions?
The answer should be given by interpreting the Convention case-law and applying it to the particular circumstances of this case. And the first question which must be settled is the issue of a European consensus. Is there any European consensus on the matter – allowing, imposing or prohibiting the display of Christian religious symbols in State schools – which should determine the position of the Court on the matter?
The answer emerges clearly from this very judgment of the Court, and from the part dealing with the overview of law and practice in the member States of the Council of Europe with regard to the presence of religious symbols in “State schools” (see paragraphs 26 et seq.): there is no consensus among European States prohibiting the presence of such religious symbols, and few States expressly forbid them. There is, of course, a growing trend towards proscribing the possibility of displaying crucifixes in State schools – mainly through rulings of the higher national courts – but the number of States that have adopted measures prohibiting the display of crucifixes in public places and the extent of domestic judicial activity do not allow the Court to presume that a consensus has been reached against displaying them. This is particularly true if one takes into account that there are a number of States in Europe where the Christian religion is still the official or predominant religion and, moreover, as I have just underscored, that a number of States clearly allow, through their law or practice, crucifixes to be displayed in public places.
It should be observed here, while we are on the subject of a consensus, that the Court is a court of law, not a legislative body. Whenever it embarks on a search for the limits of the Convention’s protection, it carefully takes into consideration the existing degree of protection at the level of the European States; it can, of course, afford to develop that protection at a level higher than the one offered by a specific respondent State, but on condition that there are strong indications that a great number of other European States have already adopted that degree of protection, or that there is a clear trend towards an increased level of protection. That principle cannot positively apply in the present case, although there is admittedly an emerging trend towards prohibiting the display of religious symbols in public institutions.
In view of the fact that there is still a mixed practice among European States on the issue, the only remaining guidance for the Court in achieving the correct balance between the rights involved comes from its prior case-law. The keywords deriving from the prior case-law are “neutrality and impartiality”. As the Court has noted in the present judgment, “States have responsibility for ensuring, neutrally and impartially, the exercise of various religions, faiths and beliefs. Their role is to help maintain public order, religious harmony and tolerance in a democratic society, particularly between opposing groups” (see paragraph 60, in fine).
It is, I think, indisputable that the display of crucifixes in Italian State schools has a religious symbolism that has an impact on the obligation of neutrality and impartiality of the State, despite the fact that in a modern European society symbols seem to be gradually losing the very important weight that they used to have in the past and more pragmatic and rationalistic approaches now determine, for large segments of the population, the real social and ideological values.
The question which therefore arises at this juncture is whether the display of the crucifix not only affects neutrality and impartiality, which it clearly does, but whether the extent of the transgression justifies a finding of a violation of the Convention in the circumstances of the present case. Here I conclude, not without some hesitation, that it does not, in accordance with the main reasoning of the Court’s approach and, more particularly, the role of the majority religion of Italian society (see paragraph 71), the essentially passive nature of the symbol, which cannot amount to indoctrination (see paragraph 72), and also the educational context within which the crucifix appears on the walls of State schools. As the judgment has pointed out, “[f]irstly, the presence of crucifixes is not associated with compulsory teaching about Christianity … Secondly … Italy opens up the school environment in parallel to other religions. The Government indicated in this connection that it was not forbidden for pupils to wear Islamic headscarves or other symbols or apparel having a religious connotation; alternative arrangements were possible to help schooling fit in with non-majority religious practices; … and optional religious education could be organised in schools for ‘all recognised religious creeds’…” (see paragraph 74 of the judgment). These elements, demonstrating a religious tolerance which is expressed through a liberal approach allowing all religions denominations to freely manifest their religious convictions in State schools, are, to my mind, a major factor in “neutralising” the symbolic importance of the presence of the crucifix in State schools.
I would also say that this same liberal approach serves the very concept of “neutrality”; it is the other side of the coin from, for example, a policy of prohibiting any religious symbols from being displayed in public places.


CONCURRING OPINION OF JUDGE BONELLO
1.1 A court of human rights cannot allow itself to suffer from historical Alzheimer’s. It has no right to disregard the cultural continuum of a nation’s flow through time, nor to ignore what, over the centuries, has served to mould and define the profile of a people. No supranational court has any business substituting its own ethical mock-ups for those qualities that history has imprinted on the national identity. On a human rights court falls the function of protecting fundamental rights, but never ignoring that “customs are not passing whims. They evolve over time, harden over history into cultural cement. They become defining, all-important badges of identity for nations, tribes, religions, individuals”.[1]
1.2 A European court should not be called upon to bankrupt centuries of European tradition. No court, certainly not this Court, should rob the Italians of part of their cultural personality.
1.3 I believe that before joining any crusade to demonise the crucifix, we should start by placing the presence of that emblem in Italian schools in its rightful historical perspective. For many centuries, virtually the only education in Italy was provided by the Church, its religious orders and organisations – and very few besides. Many, if not most schools, colleges, universities and other institutes of learning in Italy had been founded, funded, or run by the Church, its members or its offshoots. The milestones of history turned education and Christianity into almost interchangeable notions, and because of this, the age-old presence of the crucifix in Italian schools should come as no shock or surprise. In fact, its absence would have come as a surprise and a shock.
1.4 Until relatively recently, the “secular” State had hardly bothered with education, and, by default, had delegated that primary function to Christian institutions. Only slowly did the State start assuming its responsibilities to educate and to offer the population some alternatives to a virtual religious monopoly on education. The presence of the crucifix in Italian schools only testifies to this compelling and millennial historical reality – it could loosely be said that it has been there since schools have been there. Now, a court in a glass box a thousand kilometres away has been engaged to veto overnight what has survived countless generations. The Court has been asked to be an accomplice in a major act of cultural vandalism. I believe William Faulkner went to the core of the issue: the past is never dead. In fact it is not even past.[2] Like it or not, the perfumes and the stench of history will always be with you.
1.5 It is uninformed nonsense to assert that the presence of the crucifix in Italian schools bears witness to a reactionary fascist measure imposed, in between gulps of castor oil, by Signor Mussolini. His circulars merely took formal notice of a historical reality that had predated him by several centuries and, pace Ms Lautsi’s anti-crucifix vitriol, may still survive him for a long time. This Court ought to be ever cautious in taking liberties with other peoples’ liberties, including the liberty of cherishing their own cultural imprinting. Whatever that is, it is unrepeatable. Nations do not fashion their histories on the spur of the moment.
1.6 The scansion of the Italian school calendar further testifies to the inextricable historical links between education and religion in Italy, obstinate ties which have lasted throughout the centuries. School children to the very present day toil on the days consecrated to the pagan gods (Diana/Luna, Mars, Hercules, Jove, Venus, Saturn) and rest on Sunday (domenica, the day of the Lord). The school calendar apes the religious calendar closely – holidays double the Christian ones: Easter, Christmas, Lent, Carnival (carnevale, the time when church discipline allowed the consumption of meat), the Epiphany, Pentecost, the Assumption, Corpus Domini, Advent, All Saints, All Souls: an annual cycle far more glaringly non-secularist than any crucifix on any wall. May it please Ms Lautsi, in her own name and on behalf of secularism, not to enlist the services of this Court to ensure the suppression of the Italian school calendar, another Christian-cultural heritage that has survived the centuries without any evidence of irreparable harm to the progress of freedom, emancipation, democracy and civilisation.
What rights? Freedom of religion and conscience?
2.1 The issues in this controversy have been fudged by a deplorable lack of clarity and definition. The Convention enshrines the protection of freedom of religion and of conscience (Article 9). Nothing less, obviously, but little more.
2.2 In parallel with freedom of religion, there has evolved in civilised societies a catalogue of noteworthy (often laudable) values cognate to, but different from, freedom of religion, like secularism, pluralism, the separation of Church and State, religious neutrality, religious tolerance. All of these represent superior democratic commodities which Contracting States are free to invest in or not to invest in, and many have done just that. But these are not values protected by the Convention, and it is fundamentally flawed to juggle these dissimilar concepts as if they were interchangeable with freedom of religion. Sadly, traces of such all but rigorous overspill appear in the Court’s case-law too.
2.3 The Convention has given this Court the remit to enforce freedom of religion and of conscience, but has not empowered it to bully States into secularism or to coerce countries into schemes of religious neutrality. It is for each individual State to choose whether to be secular or not, and whether, and to what extent, to separate Church and governance. What is not for the State to do is to deny freedom of religion and of conscience to anyone. An immense, axiomatic chasm separates one prescriptive concept from the other non-prescriptive ones.
2.4 Most of the arguments raised by the applicant called upon the Court to ensure the separation of Church and State and to enforce a regime of aseptic secularism in Italian schools. Bluntly, that ought to be none of this Court’s business. This Court has to see that Ms Lautsi and her children enjoy to the full their fundamental right to freedom of religion and conscience. Period.
2.5 The Convention proves to be quite helpful with its detailed and exhaustive inventory of what freedom of religion and conscience really means, and we would do well to keep these institutional constraints in mind. Freedom of religion is not secularism. Freedom of religion is not the separation of Church and State. Freedom of religion is not religious equidistance – all seductive notions, but of which no one has so far appointed this Court to be the custodian. In Europe, secularism is optional, freedom of religion is not.
2.6 Freedom of religion, and freedom from religion, in substance, consist in the rights to profess freely any religion of the individual’s choice, the right to freely change one’s religion, the right not to embrace any religion at all, and the right to manifest one’s religion by means of belief, worship, teaching and observance. Here the Convention catalogue grinds to a halt, well short of the promotion of any State secularism.
2.7 This Court’s rather modest function remains that of determining whether the exposure in State schoolrooms of what to some is a Christian symbol and to others a cultural gadget in any way interfered with Ms Lautsi’s and her children’s basic right to freedom of religion – as defined by the Convention itself.
2.8 I believe anyone could persuasively try to argue that the presence of the crucifix in Italian State schools might possibly offend the doctrine of secularism and that of the separation between Church and State. At the same time I do not believe that anyone can persuasively plead that the presence of a crucifix interfered in any way with the Lautsis’ right to profess any religion of their choice, to change their religion, not to have any religion at all or to manifest their beliefs, if any, by worship, teaching and observance, or with their right to reject outright anything they may consider insipid superstitious junk.
2.9 With or without a crucifix on a schoolroom wall, the Lautsis enjoyed the most absolute and untrammelled freedom of conscience and religion as demarcated by the Convention. The presence of a crucifix in a State classroom might conceivably be viewed as a betrayal of secularism and an unjustifiable failure of the regime of separation between Church and State – but these doctrines, however alluring and beguiling, are nowhere mandated by the Convention, nor are they necessary constitutive elements of the freedoms of conscience and of religion. It is for the Italian authorities, not for this Court, to enforce secularism if they believe it forms part, or should form part, of the Italian constitutional architecture.
2.10 Seen in the light of the historical roots of the presence of the crucifix in Italian schools, removing it from where it has quietly and passively been for centuries, would hardly have been a manifestation of neutrality by the State. Its removal would have been a positive and aggressive espousal of agnosticism or of secularism – and consequently anything but neutral. Keeping a symbol where it has always been is no act of intolerance by believers or cultural traditionalists. Dislodging it would be an act of intolerance by agnostics and secularists.
2.11 Millions of Italian children have, over the centuries, been exposed to the crucifix in schools. This has neither turned Italy into a confessional State, nor the Italians into citizens of a theocracy. The applicants have failed to unfurl before the Court any evidence at all that those exposed to the crucifix forfeited in any way their complete freedom to manifest their individual and personal religious belief, or their right to repudiate any religion. The presence of a crucifix in a schoolroom does not seem to have hindered any Italian in his or her liberty to believe or to disbelieve, to embrace atheism, agnosticism, anti-clericalism, secularism, materialism, relativism, or doctrinaire irreligion, to recant, apostatise, or to embrace whatever creed or “heresy” of their choice they find sufficiently appealing, with the same vigour and gusto others freely embrace a Christian faith. Had any such evidence been adduced, I would have been strident in my voting for finding a violation of the Convention.
What rights? Right to education?
3.1 Article 2 of Protocol No. 1 guarantees the right of parents to ensure that the teaching their children receive is in conformity with their own religious and philosophical convictions. The Court has to supervise and ensure respect for this right.
3.2 Does the mere silent and passive presence of a symbol in a classroom in an Italian school amount to “teaching”? Does it hinder the exercise of the guaranteed right? Try hard as I might, I fail to see how. The Convention specifically and exclusively bans any teaching in schools unwelcome to parents on religious, ethical and philosophical grounds. The keyword of this norm is obviously “teaching” and I doubt how far the mute presence of a symbol of European cultural continuity would amount to teaching in any sense of that fairly unambiguous word.
3.3 In my view, what the Convention prohibits are any indoctrination, arrant or devious, the aggressive confiscation of young minds, invasive proselytism, the putting in place by the public educational system of any obstacle to the avowal of atheism, agnosticism or alternative religious options. The mere display of a voiceless testimonial of a historical symbol, so emphatically part of the European heritage, in no way amounts to “teaching”, nor does it undermine in any meaningful manner the fundamental right of parents to determine what, if any, religious orientation their children are to follow.
3.4. But, even assuming that the mere existence of a mute object should be construed as “teaching”, the applicants have failed to answer the far more cardinal question of proportionality, intimately related to the exercise of fundamental rights when these conflict with the rights of others – the weighting to be given to the various competing interests.
3.5 All the parents of all the thirty pupils in an Italian classroom enjoy equally the fundamental Convention right to have their children receive teaching in conformity with their own religious and philosophical convictions, at least analogous to that of the Lautsi children. The parents of one pupil want that to be “non-crucifix” schooling, and the parents of the other twenty-nine, exercising their equally fundamental freedom of decision, want that schooling to be “crucifix” schooling. No one has so far suggested any reason why the will of the parents of one pupil should prevail, and that of the parents of the other twenty-nine pupils should founder. The parents of the twenty-nine have the fundamental right, equivalent in force and commensurate in intensity, to have their children receive teaching in conformity with their own religious and philosophical convictions, be they crucifix-friendly or merely crucifix-indifferent. Ms Lautsi cannot award herself a licence to overrule the right of all the other parents of all the other pupils in that classroom, who want to exercise the same right she has asked this Court to inhibit others from exercising.
3.6 The crucifix purge promoted by Ms Lautsi would not in any way be a measure to ensure neutrality in the classroom. It would be an imposition of the crucifix-hostile philosophy of the parents of one pupil, over the crucifix-receptive philosophy of the parents of all the other twenty-nine. If the parents of one pupil claim the right to have their child raised in the absence of a crucifix, the parents of the other twenty-nine should well be able to claim an equal right to its presence, whether as a traditional Christian emblem or even solely as a cultural souvenir.
An aside
4.1 Very recently, this Court was called upon to determine whether a ban ordered by the Turkish authorities on the distribution of Guillaume Apollinaire’s novel Les onze mille verges could be justified in a democratic society. That novel would only fail to qualify as fierce pornography through the most lavish disregard of contemporary standards of morality.[3] Yet the Court manfully saved that smear of transcendental smut on the ground that it formed part of European cultural heritage.[4]
4.2 It would have been quite bizarre, in my view, for this Court to protect and redeem an under-the-counter, over-the-borderline discharge of nauseous obscenity on the ground of its distinctly faint “European heritage” merit, and, in the same breath, deny European heritage value to an emblem recognised over the centuries by millions of Europeans as a timeless symbol of redemption through universal love.


CONCURRING OPINION OF JUDGE POWER
This case raises issues as to the scope of certain provisions of the Convention and the Grand Chamber’s rectification of a number of errors in the Chamber’s Judgment was both necessary and appropriate. The core correction consists in the finding that the decision as to whether crucifixes should be present in state-school classrooms is, in principle, a matter falling within the margin of appreciation of a respondent state (§ 70). In exercising its supervisory role, the Court has confirmed its earlier case law[5] to the effect that the ‘preponderant visibility’ within a school environment which a state may confer on a country’s majority religion is not, in itself, sufficient to indicate a process of indoctrination such as would establish a breach of the requirements of Article 2 of Protocol No. 1 (§ 71).
The Grand Chamber has also corrected the rather speculative conclusion in the Chamber judgment (see § 55) as to the “particularly strong” risk of emotional disturbance which the presence of a crucifix may pose to children of minority religions or none. Given the critical role of “evidence” in any Court proceedings, the Grand Chamber has correctly noted that there was no evidence opened to the Court to indicate any influence which the presence of a religious symbol may have on school pupils (§ 66). While acknowledging as “understandable” the first applicant’s perception of a lack of respect for her rights, the Grand Chamber has confirmed that her subjective perception is not sufficient to establish a breach of Article 2 of Protocol No 1. The first applicant may have taken offence at the presence of a crucifix in classrooms but the existence of a right ‘not to be offended’ has never been recognised within the Convention. In reversing the Chamber’s judgment, the Grand Chamber does no more than confirm a body of settled jurisprudence (notably under Article 10) which recognises that mere ‘offence’ is not something against which an individual may be immunized by law.
However, there was another fundamental and, in my view, erroneous conclusion in the Chamber’s Judgment upon which the Grand Chamber did not comment and which, to my mind, merited clarification. The Chamber referred, correctly, to the State’s duty to uphold confessional neutrality in public education (§ 56). However, it proceeded, to conclude, incorrectly, that this duty required the effective preference or elevation of one ideology (or body of ideas) over all other religious and/or philosophical perspectives or world views. Neutrality requires a pluralist approach on the part of the State, not a secularist one. It encourages respect for all world views rather than a preference for one. To my mind, the Chamber Judgment was striking in its failure to recognise that secularism (which was the applicant’s preferred belief or world view) was, in itself, one ideology among others. A preference for secularism over alternative world views—whether religious, philosophical or otherwise—is not a neutral option. The Convention requires that respect be given to the first applicant’s convictions insofar as the education and teaching of her children was concerned. It does not require a preferential option for and endorsement of those convictions over and above all others.
In his separate opinion, Judge Bonello has pointed to the fact that within the European tradition, education (and, to my mind, the values of human dignity, tolerance and respect for the individual, without which there can be no lasting basis for human rights protection) is rooted, historically, inter alia, within the Christian tradition. To prohibit in public schools, regardless of the wishes of the body politic, the display of a symbol representative of that (or indeed any other religious) tradition and to require of the State that it pursues not a pluralist but a secularist agenda, risks venturing towards the territory of intolerance – a concept that is contrary to the values of the Convention.
The applicants complain of an alleged violation of their rights to freedom of thought, conscience and religion. I can find no interference with their freedom to manifest their personal beliefs. The test of a violation under Article 9 is not “offence” but “coercion”.[6] That article does not create a right not to be offended by the manifestation of the religious beliefs of others even where those beliefs are given ‘preponderant visibility’ by the State. The display of a religious symbol does not compel or coerce an individual to do or to refrain from doing anything. It does not require engagement in any activity though it may, conceivably, invite or stimulate discussion and an open exchange of views. It does not prevent an individual from following his or her own conscience nor does it make it unfeasible for such a person to manifest his or her own religious beliefs and ideas.
The Grand Chamber has found that the presence of the crucifix is, essentially, a passive symbol and it regards this point as being of great importance having regard to the principle of neutrality. I agree with the Court in this regard insofar as the symbol’s passivity is not in any way coercive. However, I would have to concede that, in principle, symbols (whether religious, cultural or otherwise) are carriers of meaning. They may be silent but they may, nevertheless, speak volumes without, however, doing so in a coercive or in an indoctrinating manner. The uncontested evidence before the Court is that Italy opens up the school environment to a variety of religions and there is no evidence of any intolerance shown towards non-believers or those who hold non-religious philosophical convictions. Islamic headscarves may be worn. The beginning and end of Ramadan are “often celebrated”. Within such a pluralist and religiously tolerant context, a Christian symbol on a classroom wall presents yet another and a different world view. The presentation of and engagement with different points of view is an intrinsic part of the educative process. It acts as a stimulus to dialogue. A truly pluralist education involves exposure to a variety of different ideas including those which are different from one’s own. Dialogue becomes possible and, perhaps, is at its most meaningful where there is a genuine difference of opinion and an honest exchange of views. When pursued in a spirit of openness, curiosity, tolerance and respect, this encounter may lead towards greater clarity and vision as it fosters the development of critical thinking. Education would be diminished if children were not exposed to different perspectives on life and, in being so exposed, provided with the opportunity to learn the importance of respect for diversity.


DISSENTING OPINION OF JUDGE MALINVERNI JOINED BY JUDGE KALAYDJIEVA
(Translation)
1. The Grand Chamber has reached the conclusion that there has not been a violation of Article 2 of Protocol No. 1 on the ground that “the decision whether crucifixes should be present in State-school classrooms is, in principle, a matter falling within the margin of appreciation of the respondent State” (see paragraph 70, and also paragraph 69).
I have difficulty following that line of argument. Whilst the doctrine of the margin of appreciation may be useful, or indeed convenient, it is a tool that needs to be handled with care because the scope of that margin will depend on a great many factors: the right in issue, the seriousness of the infringement, the existence of a European consensus, etc. The Court has thus affirmed that “the scope of this margin of appreciation is not identical in each case but will vary according to the context … . Relevant factors include the nature of the Convention right in issue, its importance for the individual and the nature of the activities concerned”.[7] The proper application of this theory will thus depend on the importance to be attached to each of these various factors. Where the Court decrees that the margin of appreciation is a narrow one, it will generally find a violation of the Convention; where it considers that the margin of appreciation is wide, the respondent State will usually be “acquitted”.
In the present case it is by relying mainly on the lack of any European consensus that the Grand Chamber has allowed itself to invoke the doctrine of the margin of appreciation (see paragraph 70). In that connection I would observe that, besides Italy, it is in only a very limited number of member States of the Council of Europe (Austria, Poland, certain regions of Germany (Länder) – see paragraph 27) that there is express provision for the presence of religious symbols in State schools. In the vast majority of the member States the question is not specifically regulated. On that basis I find it difficult, in such circumstances, to draw definite conclusions regarding a European consensus.
With regard to the regulations governing this question, I would point out in passing that the presence of crucifixes in Italian State schools has an extremely weak basis in law: a very old royal decree dating back to 1860, then a fascist circular of 1922, and then royal decrees of 1924 and 1928. These are therefore very old instruments, which, as they were not enacted by Parliament, are lacking in any democratic legitimacy.
What I find more important, however, is that where they have been required to give a ruling on the issue, the European supreme or constitutional courts have always, without exception, given precedence to the principle of State denominational neutrality: the German Constitutional Court, the Swiss Federal Court, the Polish Constitutional Court and, in a slightly different context, the Italian Court of Cassation (see paragraphs 28 and 23).
Be that as it may, one thing is certain: the doctrine of the margin of appreciation should not in any circumstances exempt the Court from the duty to exercise the function conferred on it under Article 19 of the Convention, which is to ensure the observance of the engagements undertaken by the High Contracting Parties in the Convention and the Protocols thereto. Now, the wording of the second sentence of Article 2 of Protocol No. 1 confers a positive obligation on States to respect the right of parents to ensure education and teaching in conformity with their own religious and philosophical convictions.
That positive obligation derives from the verb “respect”, which appears in Article 2 of Protocol No. 1. As the Grand Chamber has rightly pointed out, “in addition to a primarily negative undertaking, this verb implies some positive obligation on the part of the State (see paragraph 61). Such a positive obligation can, moreover, also be inferred from Article 9 of the Convention. That provision can be interpreted as conferring on States a positive obligation to create a climate of tolerance and mutual respect among their population.
Can it be maintained that the States properly comply with that positive obligation where they mainly have regard to the beliefs held by the majority? Moreover, is the scope of the margin of appreciation the same where the national authorities are required to comply with a positive obligation and where they merely have to comply with an obligation of abstention? I do not think so. I incline, rather, to the view that where the States are bound by positive obligations their margin of appreciation is reduced.
In any event, according to the case-law, the margin of appreciation is subject to European supervision. The Court’s task then consists in ensuring that the limit on the margin of appreciation has not been overstepped. In the present case, whilst acknowledging that by prescribing the presence of crucifixes in State-school classrooms the regulations confer on the country’s majority religion preponderant visibility in the school environment, the Grand Chamber has taken the view that “that is not in itself sufficient, however, to … establish a breach of the requirements of Article 2 of Protocol No. 1”. I cannot share that view.
2. We now live in a multicultural society, in which the effective protection of religious freedom and of the right to education requires strict State neutrality in State-school education, which must make every effort to promote pluralism in education as a fundamental feature of a democratic society within the meaning of the Convention.[8] The principle of State neutrality has, moreover, been expressly recognised by the Italian Constitutional Court itself, in whose view it flows from the fundamental principle of equality of all citizens and the prohibition of any discrimination that the State must adopt an attitude of impartiality towards religious beliefs.[9]
The second sentence of Article 2 of Protocol No. 1 implies that the State, in fulfilling the functions assumed by it in regard to education and teaching, must take care that knowledge is conveyed in an objective, critical and pluralistic manner. Schools should be a meeting place for different religions and philosophical convictions, in which pupils can acquire knowledge about their respective thoughts and traditions.
3. These principles are valid not only for the devising and planning of the school curriculum, which are not in issue in the present case, but also for the school environment. Article 2 of Protocol No. 1 specifies that in the exercise of any functions which it assumes in relation to education and to teaching the State shall respect the right of parents to ensure such education and teaching in conformity with their own religious and philosophical convictions. In other words, the principle of State denominational neutrality applies not only to the content of the curriculum, but the whole educational system. In the case of Folgerø the Court rightly pointed out that the duty conferred on the States under that provision “is broad in its extent as it applies not only to the content of education and the manner of its provision but also to the performance of all the ‘functions’ assumed by the State”.[10]
This view is shared by other both domestic and international bodies. Thus, in its General Comment No. 1, the United Nations Committee on the Rights of the Child has affirmed that the right to education refers “not only to the content of the curriculum, but also the educational processes, the pedagogical methods and the environment within which education takes place, whether it be the home, school, or elsewhere”[11], and also that “the school environment itself must thus reflect the freedom and the spirit of understanding, peace, tolerance, equality of sexes, and friendship among all peoples, ethnic, national and religious groups”.[12]
The Supreme Court of Canada has also observed that the school environment is an integral part of discrimination-free education: “In order to ensure a discrimination-free educational environment, the school environment must be one where all are treated equally and all are encouraged to fully participate.”[13]
4. Religious symbols areindisputably part of the school environment. As such, they might therefore infringe the duty of State neutrality and have an impact on religious freedom and the right to education. This is particularly true where the religious symbol is imposed on pupils, even against their will. As the German Constitutional Court observed in its famous judgment: “Certainly, in a society that allows room for differing religious convictions, the individual has no right to be spared from other manifestations of faith, acts of worship or religious symbols. This is however to be distinguished from a situation created by the State where the individual is exposed without possibility of escape to the influence of a particular faith, to the acts through which it is manifested and to the symbols in which it is presented”[14]. That view is shared by other supreme or constitutional courts.
Thus, the Swiss Federal Court has found that the duty of denominational neutrality incumbent on the State is of special importance in State schools, where schooling is compulsory. It went on to say that, as guarantor of the denominational neutrality of the school system, the State could not, where teaching was concerned, manifest its own attachment to a particular religion, be it a majority or a minority one, because certain people may feel that their religious beliefs are impinged upon by the constant presence at school of the symbol of a religion to which they do not belong.[15]
5. The crucifix is undeniably a religious symbol. The respondent Government argued that, in the context of the school environment, the crucifix symbolised the religious origin of values that had now become secular, such as tolerance and mutual respect. It thus fulfilled a highly educational symbolic function, irrespective of the religion professed by the pupils, because it was the expression of an entire civilisation and universal values.
In my view, the presence of the crucifix in classrooms goes well beyond the use of symbols in particular historical contexts. The Court has moreover held that the traditional nature, in the social and historical sense, of a text used by members of parliament when swearing loyalty did not deprive the oath to be sworn of its religious nature.[16] As observed by the Chamber, negative freedom of religion is not restricted to the absence of religious services or religious education. It also extends to symbols expressing a belief or a religion. That negative right deserves special protection if it is the State which displays a religious symbol and dissenters are placed in a situation from which they cannot extract themselves.[17] Even if it is accepted that the crucifix can have multiple meanings, the religious meaning still remains the predominant one. In the context of state education it is necessarily perceived as an integral part of the school environment and may even be considered as a powerful external symbol. I note, moreover, that even the Italian Court of Cassation rejected the argument that the crucifix symbolised values independent of a particular religious belief (see paragraph 67).
6. The presence of crucifixes in schools is capable of infringing religious freedom and schoolchildren’s right to education to a greater degree than religious apparel that, for example, a teacher might wear, such as the Islamic headscarf. In the latter example the teacher in question may invoke her own freedom of religion, which must also be taken into account, and which the State must also respect. The public authorities cannot, however, invoke such a right. From the point of view of the seriousness of the infringement of the principle of State denominational neutrality, this will accordingly be of a lesser degree where the public authorities tolerate the headscarf in schools than where they impose the presence of crucifixes.
7. The impact which the presence of crucifixes may have in schools is also incommensurable with the impact that they may have in other public establishments, such as a voting booth or a court. As the Chamber rightly pointed out, in schools “the compelling power of the State is imposed on minds which still lack the critical capacity which would enable them to keep their distance from the message derived from a preference manifested by the State” (see § 48 of the Chamber judgment).
8. To conclude, effective protection of the rights guaranteed by Article 2 of Protocol No. 1 and Article 9 of the Convention requires States to observe the strictest denominational neutrality. This is not limited to the school curriculum, but also extends to “the school environment”. As primary and secondary schooling are compulsory, the State should not impose on pupils, against their will and without their being able to extract themselves, the symbol of a religion with which they do not identify. In doing so, the respondent Government have violated Article 2 of Protocol No. 1 and Article 9 of the Convention.
Παρατηρήσεις
Στις 18 Μαρτίου 2011 η Ευρεία Σύνθεση του ΕΔΔΑ, με πλειοψηφία έντεκα προς δύο, ανέτρεψε την πολυσυζητημένη απόφαση του Τμήματος το Νοέμβρη του 2009, με την οποία είχε κριθεί ότι η Ιταλία είχε παραβιάσει το δικαίωμα της κας Lautsi υπό το άρθρο 2 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου να παρέχει στα παιδιά της εκπαίδευση η οποία να σέβεται τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές της πεποιθήσεις, καθώς και το δικαίωμα των παιδιών της, 11 και 13 χρονών, στην αρνητική θρησκευτική τους ελευθερία, από τη στιγμή που αυτά εκτέθηκαν σε σύμβολο που εξέφραζε ειδικότερα μια θρησκεία και δεν θα μπορούσαν να αποδεσμευτούν από την έκθεση αυτή παρά μόνο κάνοντας δυσανάλογη προσπάθεια και θυσία. Στη νέα απόφαση, η Ευρεία Σύνθεση λαμβάνει μια τελείως διαφορετική κατεύθυνση, την οποία στηρίζει στην αναγνώριση ενός μεγάλου περιθωρίου εκτίμησης του κράτους στο πεδίο της θέσης της θρησκείας κατά τη διαρρύθμιση του σχολικού περιβάλλοντος και στο ότι ο Εσταυρωμένος υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες συνιστά ένα θρησκευτικό σύμβολο το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «έντονο εξωτερικό σημάδι», ικανό να επηρεάσει τις θρησκευτικές συνειδήσεις των μικρών μαθητών.
Πιο αναλυτικά, το Δικαστήριο ξεκινά διευκρινίζοντας ότι θα κρίνει μόνο ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, μόνο αν είναι δηλαδή συμβατή η έκθεση του Εσταυρωμένου στις αίθουσες των τάξεων των δημόσιων ιταλικών σχολείων με τις απαιτήσεις του άρθρου 2 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου και του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, και όχι γενικά τη συμβατότητα με τα άρθρα αυτά της έκθεσης του Εσταυρωμένου σε άλλους χώρους, ή τη συμφωνία της έκθεσης αυτής με την αρχή του κοσμικού κράτους όπως αυτή κατοχυρώνεται στο ιταλικό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμά ότι «ο Εσταυρωμένος είναι πριν από όλα ένα θρησκευτικό σύμβολο, που όμως δεν μπορεί εύλογα να επιβεβαιωθεί ότι η έκθεσή του έχει επίδραση σε νέους ανθρώπους, που οι πεποιθήσεις τους ακόμα διαμορφώνονται». Στο σημείο αυτό σημειώνει ότι αν και δεν μπορεί να υπεισέλθει στο αν το σύμβολο αυτό έχει μια άλλη σημασία, από τη στιγμή που τα ίδια τα εθνικά δικαστήρια διαφωνούν στο ζήτημα αυτό, δεδομένης της ποικιλίας που παρουσιάζουν τα ευρωπαϊκά κράτη στο πεδίο της πολιτισμικής και ιστορικής εξέλιξης, δέχεται ότι η έκθεση του Εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες συνδέεται με την ιστορική εξέλιξη της Ιταλίας, την παράδοση και τις θεμελιώδεις αρχές που τη διέπουν. Διευκρινίζει λοιπόν ότι ανήκει στο περιθώριο διακριτικής εκτίμησης του κράτους αν και κατά πόσο θα συνεχιστεί ή όχι μια παράδοση, κάτι που ωστόσο δεν απαλλάσσει το κράτος από την υποχρέωσή του να σέβεται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση και τα πρωτόκολλά της (βλ. παρ. 63-69 απόφασης).
Με αυτά τα δεδομένα, το ΕΔΔΑ τονίζει ότι στο πεδίο της «συμφιλίωσης» των κρατικών λειτουργιών στην εκπαίδευση με το δικαίωμα των γονέων να διασφαλίσουν ότι αυτή θα είναι συμβατή με τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις, εμπίπτει όχι μόνο το περιεχόμενο του σχολικού προγράμματος αλλά και η διαρρύθμιση του σχολικού περιβάλλοντος. Δεδομένης άλλωστε και της έλλειψης ευρωπαϊκής συναίνεσης στο ζήτημα της παρουσίας των θρησκευτικών συμβόλων στα δημόσια σχολεία, το ΕΔΔΑ εκτιμά ότι η έκθεση του Εσταυρωμένου στις αίθουσες του δημοσίου σχολείου ανήκει στο πλαίσιο των επιλογών του κράτους για τη θέση που δίνει στη θρησκεία κατά τη διαρρύθμιση του σχολικού περιβάλλοντος, ανήκει καταρχήν στο περιθώριο διακριτικής εκτίμησης του, ενώ το έργο του Δικαστηρίου συνίσταται στο να διασφαλίσει ότι αυτή η επιλογή δεν οδηγεί σε «κατήχηση». Στην κατεύθυνση αυτή, κρίνει ότι η έκθεση αυτού του συμβόλου, το οποίο παραπέμπει ευθέως στο χριστιανισμό, στις δημόσιες σχολικές αίθουσες, δίνει μεν στην πλειοψηφική εκκλησία της χώρας μια «υπερισχύουσα παρουσία στο σχολικό περιβάλλον», «αυτό δεν αρκεί ωστόσο για να χαρακτηριστεί ως μια προσπάθεια κατήχησης από την πλευρά του κράτους». Το Δικαστήριο υπενθυμίζει στο σημείο αυτό, mutatis mutandis, τις αποφάσεις του Folgerø και Zengin, όπου κρίθηκε ότι αν και το περιεχόμενο του προγράμματος ενός μαθήματος «χριστιανισμού, θρησκείας και φιλοσοφίας», και «θρησκευτικός πολιτισμός και ηθική» αφιέρωναν μεγαλύτερο μέρος στην εκμάθηση του χριστιανισμού και του ισλάμ αντίστοιχα, από ό,τι στις άλλες θρησκείες και φιλοσοφίες, αυτό δεν συνιστούσε καθεαυτό μια παραβίαση των αρχών του πλουραλισμού και της αντικειμενικότητας ούτε οδηγούσε σε κατήχηση, λαμβανομένου υπόψη της θέσης του χριστιανισμού στην ιστορία και στην παράδοση της Νορβηγίας και του ότι η μουσουλμανική θρησκεία ασκείται από την πλειοψηφία του πληθυσμού στην Τουρκία (βλ. παρ. 70-72 απόφασης).
Στη συνέχεια η Ευρεία σύνθεση του ΕΔΔΑ διαφοροποιείται σαφώς από την προηγούμενη απόφαση του Τμήματος, χωρίς ωστόσο να αναλύσει το κρίσιμο σημείο αναφορικά με το γιατί δεν παραβιάζεται εν προκειμένω η αρνητική θρησκευτική ελευθερία των συγκεκριμένων μαθητών. Κρίνει σχετικά ότι η έκθεση του Εσταυρωμένου στον τοίχο της σχολικής τάξης, τον καθιστά στην ουσία ένα παθητικό σύμβολο, με συνέπεια να μην μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι επιδρά στους μαθητές όπως θα επιδρούσε ένα κατηχητικό μάθημα ή η συμμετοχή σε θρησκευτικές δραστηριότητες. Βέβαια, διευκρινίζει, το Τμήμα στην απόφασή του το Νοέμβρη του 2009, έκρινε ότι θα ήταν αδύνατο να μην προσέξει κανείς το σύμβολο αυτό στις σχολικές αίθουσες, που σημαίνει ότι αναγκαία προσλαμβάνεται από τους μαθητές ως ακέραιο κομμάτι του σχολικού χώρου, και άρα μπορεί να θεωρηθεί ως ένα «έντονο εξωτερικό σημάδι», όπως αυτή η έννοια χρησιμοποιήθηκε στην υπόθεση Dahlab, με σημαντική επίδραση στους μαθητές. Όμως, το ΕΔΔΑ στην Ευρεία του σύνθεσή του, εκτιμά ότι δεν μπορεί να βασιστεί κανείς στην απόφαση Dahlab η οποία αφορούσε την απαγόρευση σε μια δασκάλα να φέρει την ισλαμική μαντήλα, απαγόρευση που πήγαζε από την ανάγκη να διατηρηθούν τα θρησκευτικά συναισθήματα των μαθητών και των γονέων τους και να εφαρμοστεί η αρχή της δογματικής ουδετερότητας του σχολείου, η οποία κατοχυρώνεται στο εσωτερικό δίκαιο (βλ. παρ.73 απόφασης) .
Στη συνέχεια της απόφασης η ευρεία σύνθεση του ΕΔΔΑ προχωρεί σε πιο συγκεκριμένες σταθμίσεις. Εκτιμά λοιπόν (παρ. 74 απόφασης) ότι «οι συνέπειες της μεγαλύτερης προβολής του χριστιανισμού στο σχολικό χώρο μέσω της έκθεσης του Εσταυρωμένου, σχετικοποιούνται ακόμα περισσότερο καθώς η έκθεση αυτή δεν συνδέεται με μια υποχρεωτική διδασκαλία του χριστιανισμού, ενώ η Ιταλία ανοίγει παράλληλα το σχολικό χώρο και σε άλλες εκκλησίες, καθώς δεν είναι απαγορευμένο να φέρουν οι μαθητές τη μαντίλα και άλλα σύμβολα και ρούχα με θρησκευτική συνδήλωση και έχουν προβλεφθεί ρυθμίσεις για να διευκολύνουν την εναρμόνιση της σχολικής ζωής και των μειονοτικών θρησκευτικών πρακτικών αλλά και προαιρετική θρησκευτική εκπαίδευση για όλες τις αναγνωρισμένες θρησκείες. Εξάλλου, τίποτε δεν δείχνει ότι οι αρχές εμφανίζονται δυσανεκτικές απέναντι σε αλλόθρησκους ή άθεους μαθητές. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες δεν υποστηρίζουν ότι η παρουσία του Εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες οδήγησε σε διδακτικές πρακτικές προσηλυτισμού, ούτε υποστηρίζουν, ο δεύτερος και ο τρίτος εξ αυτών, ότι βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα δάσκαλο που κατά την άσκηση των καθηκόντων του, βασίστηκε έντονα στην παρουσία του Εσταυρωμένου στην αίθουσα».
Συνεπεία όλων αυτών, το Δικαστήριο έκρινε στην εν λόγω υπόθεση ότι η προσφεύγουσα διατήρησε ακέραιο το δικαίωμά της, ως γονιός, να διαφωτίσει και να συμβουλέψει τα παιδιά της, να ασκήσει σε αυτά τις φυσικές παιδαγωγικές λειτουργίες και να τα κατευθύνει σύμφωνα με τις φιλοσοφικές της πεποιθήσεις. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, αποφασίζοντας να εκθέσουν τον Εσταυρωμένο στις σχολικές αίθουσες του δημόσιου σχολείου που παρακολουθούσαν τα παιδιά της προσφεύγουσας, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι αρχές έδρασαν εντός των ορίων του περιθωρίου εκτίμησης στο πλαίσιο της υποχρέωσής να σέβονται το δικαίωμα των γονέων να διασφαλίζουν αυτή την εκπαίδευση και διδασκαλία σε συμφωνία με τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις. Έκρινε συνεπώς ότι δεν παραβιάστηκε ούτε το άρθρο 2 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου, αλλά ούτε και το άρθρο 9 ΕΣΔΑ.
Ελένη Καλαμπάκου


[1]. Justin Marozzi, The Man who Invented History, John Murray, 2009, p. 97.
[2] Requiem for a nun, 1951.
[3]. Wikipedia classifies this work as “a pornographic novel” in which the author “explores all aspects of sexuality: sadism alternates with masochism; ondinism/scatophilia with vampirism; paedophilia with genrontophilia; masturbation with group sex; lesbianism with homosexuality … the novel exudes an infernal joy”.
[4]. Akdaş v. Turkey, no. 41056/04, 16 February 2010.
[5]. See Folgerø and Others v. Norway [GC], no. 15472/02, § 89, ECHR 2007‑VIII; see also Hasan and Eylem Zengin v. Turkey, no. 1448/04, § 63, ECHR 2007‑XI.
[6]. See Buscarini and Others v. San Marino [GC], no. 24645/94, ECHR 1999‑I; see also the Supreme Holy Council of the Muslim Community v. Bulgaria, no. 39023/97, 16 December 2004.
[7]. Buckley v. the United Kingdom, 25 September 1996, § 74, Reports of Judgments and Decisions 1996‑IV.
[8]. Manoussakis and Others v. Greece, 26 September 1996, § 47; Kokkinakis v. Greece, 25 May 1993, § 31.
[9]. Italian Constitutional Court, judgment no. 508/2000.
[10]. Folgerø and Others v. Norway, 29 June 2007, § 84. Our italics.
[11] Committee on the Rights of the Child, General Comment No. 1, of 4 April 2001, “The Aims of Education”, para. 8. Our italics.
[12] Idem, para. 19. Our italics.
[13] Supreme Court of Canada, Ross v. New Brunswick School District no. 15, para. 100.
[14]. German Constitutional Court, BVerfGE 93, I I BvR 1097/91, judgment of 16 May 1995, § C (II) (1), non-official translation.
[15] Swiss Federal Court, ATF 116 Ia 252, Comune di Cadro, judgment of 26 September 1990, § 7.
[16]. Buscarini and Others v. San Marino [GC], no. 24645/94, ECHR 1999‑I.
[17]. Lautsi v. Italy, no. 30814/06, § 55, 3 November 2009.