
Η αλήθεια για το Μνημόνιο




Ο τρόπος με τον οποίο η ελληνική κοινωνία στοιχιζόταν κατά τα τελευταία 60 χρόνια μέσα στο διεθνές πολιτικό και οικονομικό σύστημα, ακολουθούσε, σε γενικές γραμμές, τις μεθόδους και τις προτεραιότητες που τηρούν όλες οι κοινωνίες του ανεπτυγμένου κόσμου (μ’ εξαίρεση, φυσικά, εκείνες που διαμορφώνουν ηγεμονικά το διεθνές σύστημα και κυριαρχούν πάνω σ’ αυτό). Αν την πρώιμη περίοδο του ελληνικού κράτους η εξωτερική πολιτική ενσυνείδητα περιχαράκωνε τη χώρα μέσα σε καθεστώτα εξάρτησης, ή και ωμής υποτέλειας, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος τής μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περιόδου η «πεπατημένη» από τον δυτικό κόσμο οδός την οποία ακολούθησε η ελληνική εξωτερική πολιτική τα πρώτα περίπου 20 χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου, με αποχρώσεις ή και με διακυμάνσεις, στόχευε στην κατάκτηση μιας διαρκώς υψηλότερης θέσης μέσα στην ιεραρχημένη δομή του διεθνούς συστήματος. Παρ’ όλο που την ευθύνη των αποφάσεων δεν την είχαν ηγέτες οι οποίοι να κινούνταν με άνεση λόγου και γνώσης στους μαιάνδρους της διεθνούς πολιτικής, η κατά κανόνα αυταρχική επιβολή τους στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό και οι ως επί το πλείστον τακτικιστικού χαρακτήρα διεθνείς πολιτικές επιλογές τους ήταν οι μοναδικές εγγυήσεις αίσιας έκβασης του στόχου.
Η δίνη της κρίσης του εξωτερικού δημόσιου χρέους και της καταναγκαστικής εσωτερικής της διάστασης, στην οποία έχουν περιπέσει η ελληνική κοινωνία και η πολιτεία, είναι αποτέλεσμα της αρχικά απερίσκεπτης και στη συνέχεια ενσυνείδητης επιλογής του πολιτικού συστήματος να εκπονήσει και να ακολουθήσει, κατά το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων 15 χρόνων, μια πολιτική καταβίβασης της χώρας μέσα στην ιεραρχία των εθνών.
Κορυφαία στιγμή των συνεπειών αυτής της πολιτικής μέχρι σήμερα θα πρέπει να θεωρείται η 1η Ιουλίου 2010, όταν η χώρα μας αποβλήθηκε από όλους τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς δείκτες των αγορών κρατικών ομολόγων, ως συνέπεια διαδοχικών υποβαθμίσεων της διεθνούς πιστοληπτικής της ικανότητας από δύο διεθνείς οίκους αξιολόγησης (τη Standard & Poors και τη Moody’s). Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, με την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ και μέχρι την παραπάνω ημερομηνία, η Ελλάδα υπαγόταν στην κατηγορία των ανεπτυγμένων χωρών που καθιερώνουν αυτοί οι δείκτες (σήμερα, στον κατάλογο αυτό περιλαμβάνονται 19 χώρες), όσον αφορά την πρόσβασή της σε φτηνά κεφάλαια που επενδύονται, στη διεθνή κεφαλαιαγορά, σε κρατικά ομόλογα. Σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, όταν η πιστοληπτική ικανότητα μιας χώρας υποβαθμισθεί από δύο τουλάχιστον (από τους τρεις) οίκους αξιολόγησης σε επίπεδο «μη επένδυσης» (junk), τότε όλοι οι δείκτες αφαιρούν τη χώρα αυτή από τα ταμπλώ τους, με άμεση συνέπεια πλέον όσοι σοβαροί επενδυτές έχουν στο χαρτοφυλάκιό τους ομόλογά της να τα «ξεφορτώνουν» για να το «καθαρίσουν» από «κακά χαρτιά»· και βέβαια, να μην ξαναγοράζουν ομόλογα από την ίδια χώρα, με τους ίδιους τουλάχιστον όπως πριν όρους. Όταν η κοινή γνώμη ακούει από την κυβέρνηση ότι «θα βγει στις αγορές για διεθνή δανεισμό», δυστυχώς δεν ακούει την ομολογία από την κυβέρνηση ότι τυπική προϋπόθεση για την επιτυχία της «εξόδου» αυτής είναι η επανένταξη της χώρας στον κατάλογο των καπιταλιστικά ανεπτυγμένων χωρών, πράγμα που δεν θα μπορέσει να συμβεί παρά μόνο αν, ως συνέπεια μιας εσωτερικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής, ανατραπούν εκείνες οι πτυχές της παραγωγικής δομής της χώρας οι οποίες, ανήκοντας σε χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας και οικονομίας της περιφέρειας του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, την οδήγησαν βαθμιαία στην αποανάπτυξη και τη διεθνή απαξίωση.
H ελληνική κοινωνία έχει άγνοια του ποιες ακριβώς είναι εκείνες οι αποφάσεις της εγχώριας οικονομικής διακυβέρνησης που ελήφθησαν κατά την τελευταία δεκαπενταετία, οι οποίες ευθύνονται για την κατάπτωση της χώρας μέσα στο διεθνές σύστημα. Ωστόσο, στο βαθμό που κάποιες από τις αποφάσεις αυτές συνδέονται με τον εξωτερικό δανεισμό της χώρας, προς την κατεύθυνση της ταυτοποίησής τους κινείται η πρωτοβουλία που πήρε ένας σοβαρός αριθμός ελλήνων κυρίως, αλλά και ξένων διανοούμενων, το Φεβρουάριο 2011, να ζητήσει τη δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) του ελληνικού δημόσιου χρέους.
Σκοπός της ΕΛΕ θα είναι η «εξακρίβωση των αιτίων του δημόσιου χρέους, των όρων με τους οποίους έχει συναφθεί, καθώς και της χρήσης των [διεθνών] δανείων» που συνομολογήθηκαν. Ανάμεσα στις «επιδιώξεις» της ΕΛΕ, συγκαταλέγεται, σύμφωνα με τη διακήρυξη της πρωτοβουλίας, «η συνδρομή στην Ελλάδα ώστε να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσει το βάρος του χρέους». Ως εξ αυτής της επιδίωξής της, η ΕΛΕ, εφ’ όσον ιδρυθεί, αναπόφευκτα θα συνδεθεί με αποφάσεις της κυβέρνησης σχετικές με τη διαπραγμάτευση με τους διεθνείς πιστωτές για τη μια ή την άλλη μορφή αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους. Εξάλλου, η στενή σύνδεση της ΕΛΕ με την άσκηση κυβερνητικής πολιτικής διαχείρισης του χρέους προκύπτει και από τις εξουσίες με τις οποίες προτείνεται, από τη διακήρυξη, να περιβληθεί η Επιτροπή: αυτές, ως εκ του αντικειμένου τους (διαχρονική πρόσβαση σε κάθε είδους έγγραφο, σύμβαση και έκδοση ομολόγων που δημιουργεί δημόσιο χρέος, κλήση σε εξέταση δημόσιων λειτουργών, άνοιγμα κατόπιν δικαστικής συνδρομής τραπεζικών λογαριασμών) επιβάλλουν να ιδρυθεί η ΕΛΕ με νόμο, ακόμη και να χαρακτηριστεί σαν μια κατά το σύνταγμα ανεξάρτητη αρχή (άρθρο 101Α§2 συντ.).
Στη διακήρυξη για την ΕΛΕ, δεσπόζει η πρόθεση των συντακτών της να εργαστεί, η Επιτροπή, για την απόδειξη, μεταξύ άλλων μορφών χρέους που ωστόσο δεν κατονομάζονται, του «παράνομου, μη νομιμοποιημένου» ή «απεχθούς χρέους», περαιτέρω για «τη διαπίστωση ευθυνών για τις προβληματικές συμβάσεις χρέους» και την έγκληση του «υπόλογου όλων των εμπλεκόμενων» στις συμβάσεις αυτές.
Οι περίπου 25.000 υπογραφές που συγκέντρωσε μέσα σε λίγους μήνες η διακήρυξη της πρωτοβουλίας για την ΕΛΕ, δείχνει την απήχηση που είχε στην κοινή γνώμη. Πρόσφατα, μια ημερήσια οικονομική εφημερίδα, δίχως να αναφερθεί στην πρόταση για την ΕΛΕ, κατέταξε την «αποκήρυξη του επαχθούς [sic] χρέους» ανάμεσα στις «εναλλακτικές επιλογές» που έχει στη διάθεσή της η πολιτεία, ώστε, μπροστά στην αδυναμία να εξυπηρετήσει το σύνολο του χρέους, να επιδιώξει την αναδιάρθρωσή του (οι λοιπές «επιλογές» είναι η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, το «κούρεμα» του χρέους και η στάση πληρωμών). Ακόμη, άμεσα συνδεδεμένη με την πρόταση για την ΕΛΕ είναι και το φιλμ Debtocracy (Χρεοκρατία), που γυρίστηκε από έλληνες κινηματογραφιστές και δημοσιογράφους, γνώρισε μεγάλη διάδοση στο Internet και προβλήθηκε πρόσφατα δημόσια στη Θεσσαλονίκη, στο πανεπιστήμιο, υπό την αιγίδα των πρυτανικών αρχών του.
Καθώς η πρωτοβουλία προσβλέπει, όπως ήδη σημειώθηκε, στον δημοσίου δικαίου χαρακτήρα και προορισμό της ΕΛΕ, πριν να την αξιολογήσουμε πολιτικά, προέχει να διερευνηθεί αν το «απεχθές» εξωτερικό χρέος και (αυτονόητα) η ενδεχόμενη ακύρωσή του, ως θεσμικό και αξιακό πρόταγμα που τίθεται από την πρωτοβουλία για την ΕΛΕ, διαθέτει νομικο-πολιτικά ερείσματα στη διεθνή πρακτική, ώστε να μπορεί κανείς βάσιμα να προσδοκά ότι, αν τελικά αυτή η μορφή χρέους διακριβωθεί στην Ελλάδα, η πολιτική του αξιοποίηση (η διαγραφή του) θα μπορεί να αποτελέσει πρόσφορο εργαλείο διαχείρισης του συνολικού εξωτερικού χρέους της χώρας.
Αν για τις ανάγκες αυτής της παρουσίασης εξομοιώσουμε το εξωτερικό χρέος που γεννιέται από διακρατική σύμβαση δανεισμού με το χρέος που δημιουργεί μια δανειακή σύμβαση μεταξύ κράτους και ξένων τραπεζών ή αλλοδαπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (ένας άλλος λόγος που ευνοεί τέτοια εξομοίωση είναι ότι, στην περίπτωση του ελληνικού εξωτερικού χρέους, ήδη ομόλογα που εξέδωσε και παρέδωσε το ελληνικό Δημόσιο σε χέρια ιδιωτών δανειστών βρίσκονται στα χέρια ιδρύματος δημοσίου δικαίου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κι έχουν de jure μετατραπεί σε χρέη διακρατικής δανειακής σχέσης), το ισχύον Διεθνές Δίκαιο (γραπτό ή εθιμικό) είναι ουσιώδες εργαλείο της στοχοθέτησης και της επιχειρηματολογίας το οποίο τα κράτη επιστρατεύουν κάθε φορά που αποφασίζουν να διαχειριστούν το εξωτερικό τους χρέος αναθεωρώντας τις δεσμεύσεις που τα βαρύνουν.
Εφ’ όσον υποτεθεί ότι ξεκινά και ολοκληρώνεται μια εθνική διαδικασία λογιστικής αποτίμησης του ελληνικού εξωτερικού χρέους και εξακριβωθεί ότι ένα μέρος του είναι «απεχθές», το αδιέξοδο που θα αντιμετωπίσουν οι δημόσιες αρχές αν αποφασίσουν να προβάλουν στη διεθνή κλίμακα (στους δανειστές) την καθολική μη εκπλήρωση των αντίστοιχων υποχρεώσεών τους, θα έγκειται στο ότι δεν θα βρουν ένα διεθνές κανονιστικό πλαίσιο που να προσδίδει εγκυρότητα τους ισχυρισμούς και τους στόχους τους. Αυτό που θα βρουν θα είναι ένα «δόγμα» (του «απεχθούς» χρέους), επεξεργασμένο από νομομαθείς, και όχι κανόνες θετικού δικαίου ή έστω μια opinio juris της διακρατικής κοινότητας σαν βάση διακρίβωσης κανόνα εθιμικού Δικαίου.
Η πατρότητα του δόγματος του απεχθούς χρέους (doctrine of the odious debt, doctrine de la dette odieuse) αποδίδεται δικαιολογημένα στον υπουργό Εξωτερικών του Τσάρου Νικολάου ΙΙ, Αλεξάντερ Ναχούμ Σακ, που έγινε αργότερα καθηγητής Νομικής στο Παρίσι, ο οποίος το 1927 αποφάνθηκε ότι
όταν μια δεσποτική κυβέρνηση συνάπτει δάνεια όχι για τις ανάγκες και τα συμφέροντα του κράτους, αλλά για να ενισχύσει τον εαυτό της, να καταστείλει λαϊκές εξεγέρσεις, αυτό το χρέος είναι απεχθές για το λαό ολόκληρου του κράτους. Αυτό το χρέος δεν είναι δεσμευτικό για το έθνος. Είναι χρέος του καθεστώτος, προσωπικό χρέος που συμφώνησε ο ηγεμόνας, το οποίο συνεπώς καταπίπτει με το τέλος του καθεστώτος».
Περίπου 60 χρόνια αργότερα, μια πολυμερής σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών νομοθετούσε προς μια κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη από εκείνη που είχε χαράξει ο Σακ. Πρόκειται για τη Σύμβαση για τη διαδοχή κρατών σε αγαθά, αρχεία και κρατικά χρέη του 1983, η οποία νομοθέτησε, ειδικά για τη διαδοχή κρατών όπως προκύπτει και από τον τίτλο της (άρα, όχι για τη διαδοχή πολιτικών καθεστώτων), ότι η κατάσταση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δανειστών (άρθρο 36), συγκατατιθέμενη έτσι σε μια άλλη, προγενέστερη πολυμερή σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, τη σύμβαση της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών, η οποία είναι το καταστατικό νομικό εργαλείο της διεθνούς συμβατικής πρακτικής των κρατών και, με το άρθρο 26 («οι ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες δεσμεύουν τα μέρη και οφείλουν να εκτελούνται από αυτά με καλή πίστη»), δίνει οικουμενική νομική ισχύ στο κλασικό αξίωμα του Διεθνούς Δικαίου «τα συμπεφωνημένα δέον να τηρούνται» (pacta sunt servanta). Βέβαια, ο Σακ ενέπνευσε με τα γραπτά του την προσπάθεια που είχε γίνει, στη φάση της επεξεργασίας της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1983, ώστε το δόγμα του απεχθούς χρέους να βρει μια θέση στο συμβατικό κείμενο: το 1927 έγραφε ότι όταν οι δανειστές γνωρίζουν τα σχέδια της δεσποτικής κυβέρνησης την οποία δανείζουν, διαπράττουν «εχθρική ενέργεια εναντίον του λαού» και εκτίθενται έτσι στον κίνδυνο να μην τους εξοφληθούν τα χρέη αν η δεσποτική κυβέρνηση ανατραπεί. Το 1983, η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών συνέταξε έναν ορισμό του απεχθούς χρέους, εισηγούμενη την υιοθέτησή του από τη σύμβαση για τη διαδοχή κρατών· σύμφωνα με την Επιτροπή, απεχθές είναι το χρέος που συνάφθηκε από το προκάτοχο κράτος με σκοπό να εξυπηρετηθούν στόχοι αντίθετοι με τα μείζονα συμφέροντα του διάδοχου κράτους· όμως ο ορισμός αυτός δεν έγινε δεκτός από τη διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών που είχε συγκληθεί για την υιοθέτηση της σύμβασης.
Η προσέγγιση του Σακ δεν ήταν πολύ δημοφιλής ανάμεσα στους νομικούς του Διεθνούς Δικαίου. Επικρίθηκε σαν δέσμια μιας φυσιοκρατικής αντίληψης για το δίκαιο. Ο Τζεφ Κινγκ (Jeff King), στο συλλογικό έργο που εξέδωσε το 2002 με τίτλο Advancing the Odious Debt Doctrine για λογαριασμό του Centre for International Sustainable Development Law, καταγράφει τις μετά τον Σακ συμβολές των νομομαθών στην επεξεργασία της έννοιας του απεχθούς χρέους (συμβολές των Ε. Φάλσενφελντ, Ντ.Π. Ο’Κόνελ, Τζ. Φόορμαν, Μ. Τζελ, Τζ. Φράνσκεμπεργκ, Ρ. Νήπερ)1. Ο Τζ. Κινγκ καταλήγει ότι, βάσει της θεωρίας, τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε ένα εξωτερικό χρέος να μπορεί να χαρακτηριστεί απεχθές: το πολιτικό καθεστώς της χώρας να συνήψε το δάνειο χωρίς τη συγκατάθεση των πολιτών της· το δάνειο να ξοδεύτηκε σε δραστηριότητες που δεν ωφέλησαν τους πολίτες· ο πιστωτής να ήταν σε γνώση αυτών των προθέσεων του δανειολήπτη.
Αναμφισβήτητα, οι προϋποθέσεις αυτές είναι πιο λειτουργικές από εκείνες που είχε θέσει ο Σακ, κυρίως από την άποψη ότι η έμφαση δεν δίνεται πλέον στη φύση του πολιτικού καθεστώτος που συνάπτει το δάνειο, αλλά στη διανομή και την κατανομή των πιστώσεων. Και πάλι όμως το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και στη διεθνή νομική πραγματικότητα παραμένει. Μικρή χρησιμότητα για την επιχειρηματολογία μιας κυβέρνησης που επιθυμεί να αντιτάξει τον απεχθή χαρακτήρα του εξωτερικού χρέους στους πιστωτές της έχει το άρθρο 50 της σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, επειδή αναφέρεται ειδικά και αποκλειστικά στη δωροδοκία κρατικού λειτουργού (που ενεργούσε σαν αντιπρόσωπος του κράτους κατά τη σύναψη μιας διεθνούς σύμβασης) ως νόμιμο λόγο που μπορεί να επικαλεστεί το ενδιαφερόμενο κράτος για να πετύχει την ακύρωση της συναίνεσης που έδωσε για να δεσμευθεί από τη σύμβαση. Ίσως πιο χρήσιμο για τον ισχυρισμό μιας κυβέρνησης περί τον απεχθή χαρακτήρα ενός εξωτερικού χρέους της να είναι το άρθρο 46 της Σύμβασης της Βιέννης, που προβλέπει ότι ένα κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί το ότι η συναίνεση που έδωσε για να δεσμευθεί από διεθνή συμφωνία παραβιάζει το εσωτερικό του Δίκαιο και ως εκ τούτου είναι άκυρη, παρά μόνο αν η παραβίαση αφορά κανόνα Συνταγματικού Δικαίου. Πόσες όμως χώρες, σήμερα, έχουν σε ισχύ συνταγματικό νόμο σαν αυτόν που υιοθέτησε το Περού το 1960, που ορίζει, με σκοπό να προφυλάξει την πολιτεία και την κοινωνία από μελλοντικές καταστάσεις οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε μορφές απεχθούς χρέους, ότι κάθε πράξη που εκδίδεται από κυβέρνηση η οποία σφετερίζεται την εξουσία είναι άκυρη; Σίγουρα η ελληνική συνταγματική τάξη ουδέν προνοεί περί αυτού.
Από τη μεριά τους, η διεθνής και εθνική νομολογία, όπως και η διακρατική πρακτική αφ’ ενός με το… σταγονόμετρο έχουν να επιδείξουν προσοχή στο δόγμα του απεχθούς χρέους, αφ’ ετέρου σε όσες περιπτώσεις το έκαναν ο σκεπτικισμός τους ήταν προφανής.
Τα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Ταφτ (Τuft) διαιτήτευσε τη διαφορά μεταξύ της κυβέρνησης της Κόστα Ρίκα από τη μια πλευρά και της βρετανικής κυβέρνησης και της Βασιλικής Τράπεζας του Καναδά από την άλλη. Στην υπόθεση αυτή, γνωστή και ως υπόθεση Τινόκο, το κοσταρικανό Κοινοβούλιο ακύρωσε δανειακές συμβάσεις με τη βρετανική τράπεζα, καθώς ένα μεγάλο μέρος των σχετικών πιστώσεων που διαχειριζόταν η εγχώρια Τράπεζα Banco Internacional, ο πραξικοπηματίας στρατηγός Τινόκο, πρόεδρος της χώρας από το 1917 έως το 1919, το μετέφερε στην προσωπική περιουσία του λίγες ημέρες πριν να ανατραπεί. Ο δικαστής Ταφτ έκρινε ότι ναι μεν η κυβέρνηση της Κόστα Ρίκα δεσμευόταν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από τις συμβάσεις, όμως οι τελευταίες όφειλαν να θεωρηθούν ανεφάρμοστες, επειδή η βρετανική τράπεζα ενήργησε κακόπιστα αφού έθεσε στη διάθεση της Banco Internacional πιστώσεις γνωρίζοντας ότι η αντιπολίτευση στον πρόεδρο Τινόκο ήταν έτοιμη να τον ανατρέψει και να αναλάβει την εξουσία.
Μια άλλη γνωστή δικαστική απόφαση που προσέγγισε, τελείως ατελέσφορα τη φορά αυτή, το ζήτημα του απεχθούς χρέους μιας χώρας, ήταν η απόφαση στην υπόθεση Όλμας, που εξέδωσε το 2000 ο ανακριτής του Μπουένος Άιρες Μπαλλεστέρο. O αργεντινός πολίτης Αλεχάνδρο Όλμας (Alejandro Olmas), το 1982, ενεκάλεσε κυβερνητικούς παράγοντες της δικτατορικής διακυβέρνησης της χώρας για σωρεία παρατυπιών που διέπρατταν όταν συνήπταν δανειακές συμβάσεις με τράπεζες του εξωτερικού. Μετά από έρευνες και ανακρίσεις που διήρκεσαν 8 χρόνια, ο δικαστής Μπαλλεστέρο δεν καταλόγισε μεν ποινικές ευθύνες λόγω παραγραφής των αδικημάτων, αλλά στην απόφαση των 196 σελίδων που εξέδωσε κατέγραψε με λεπτομερή και επακριβή τρόπο την επιτηδειότητα με την οποία το δικτατορικό καθεστώς, επιβαρύνοντας δημόσιες τράπεζες και επιχειρήσεις με την εξόφληση δανείων από τα οποία είχαν ωφεληθεί μόνον ιδιωτικές τράπεζες και επιχειρήσεις, φόρτωσε τη χώρα με ένα απεχθές κατά το μεγαλύτερο μέρος του, αλλά και δυσβάστακτο, εξωτερικό χρέος.
Διασκορπισμένη, τέλος, σε λίγες και μη συγκρίσιμες μεταξύ τους περιπτώσεις είναι η διακρατική πρακτική που αφορά το απεχθές χρέος.
Στοιχεία μοναδικότητας έχει μέχρι σήμερα η απόφαση της κυβέρνησης της Νορβηγίας, το 2006, να ακυρώσει χρέος 65 εκατομμυρίων € που της όφειλαν η Αίγυπτος, ο Ισημερινός, η Ιαμαϊκή, το Περού και η Σιέρρα Λεόνε, εξαιτίας δανείων που είχε χορηγήσει στις χώρες αυτές κατά την περίοδο 1976-80 στο πλαίσιο ενός προγράμματος ενίσχυσης της νορβηγικής ναυπηγικής βιομηχανίας, ώστε να αγοράσουν πλοία από νορβηγικά ναυπηγεία. Η νορβηγική κυβέρνηση αιτιολόγησε την απόφασή της με το σκεπτικό ότι τα δάνεια δόθηκαν χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πραγματικές ανάγκες των πολιτών των χωρών αυτών. Δέχθηκε, έτσι, έναν επιμερισμό της ευθύνης για τη δημιουργία αυτού του απεχθούς χρέους. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, ο υπουργός Εξωτερικών της Νορβηγίας κάλεσε από το βήμα της γενικής συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών τον ΟΗΕ και την Παγκόσμια Τράπεζα να μελετήσουν με σοβαρότητα τη δογματική του απεχθούς χρέους, χωρίς ωστόσο να δοθεί καμία συνέχεια στην έκκλησή του αυτή.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, η επιτροπή για τη διεθνή ανάπτυξη της βρετανικής Βουλής των Κοινοτήτων ρητά επικαλέστηκε τον απεχθή χαρακτήρα του εξωτερικού χρέους της κατεστραμμένης από τον εμφύλιο πόλεμο και τη γενοκτονία Ρουάντα και προέτρεψε την κυβέρνηση σε πρωτοβουλία για την ακύρωσή του, δίχως πάντως να εισακουστεί:
Το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού χρέους της Ρουάντα συνομολογήθηκε από ένα γενοκτόνο καθεστώς. […] Πολλοί υποστηρίζουν ότι επειδή τα χρήματα των δανείων χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά όπλων, η σημερινή κυβέρνηση και σε τελική ανάλυση ο λαός της Ρουάντα δεν πρέπει να εξοφλήσουν αυτά τα «απεχθή» χρέη. Συνιστούμε στην κυβέρνηση να ασκήσει πίεση σε όλους τους πιστωτές που ενεργούσαν σε διμερή βάση, ιδιαίτερα σε όσους προέρχονται από τη Γαλλία [sic],να ακυρώσουν τα χρέη που δημιουργήθηκαν από το προηγούμενο πολιτικό καθεστώς [της Ρουάντα]».
Οι ΗΠΑ, τέλος, όταν με τη στρατιωτική επικράτησή τους στο Ιράκ, το 2003, πιέστηκαν εκ των πραγμάτων να αποδείξουν ότι το πολιτικό καθεστώς που εγκατέστησαν θα ήταν αξιόχρεο ώστε να αναλάβει την ανοικοδόμηση της χώρας, κράδαιναν το δόγμα του απεχθούς χρέους όταν ζητούσαν την ακύρωση του συνόλου των δανειακών υποχρεώσεων του Ιράκ. Ο υπουργός Οικονομικών Τζον Σνόου (John Snow) διακήρυττε ότι «ο ιρακινός λαός δεν θα πρέπει να επιβαρυνθεί με χρέη που συνομολόγησε ο ανατραπείς δικτάτορας» [Σαντάμ Χουσεΐν]. Ωστόσο, όταν το ζήτημα της διαγραφής του ιρακινού χρέους τέθηκε το 2004 στη Λέσχη του Παρισιού (σε αυτό τον άτυπο, πλην όμως κεντρικής σημασίας διεθνή θεσμό, στο πλαίσιο του οποίου «μετωπικά» οι πιστώτριες χώρες, που είναι και τα μέλη της Λέσχης, αντιμετωπίζουν κάθε αίτημα χρεωμένης χώρας να επαναδιαπραγματευθεί την εξόφληση των διακρατικών δανείων που έχει πάρει), οι ΗΠΑ δεν ζήτησαν, από φόβο μήπως δημιουργηθεί προηγούμενο, η ακύρωση του 80% του ιρακινού χρέους που τελικά αποφασίστηκε να αιτιολογηθεί με επίκληση του απεχθούς χαρακτήρα του. Το ίδιο συνέβη ένα χρόνο αργότερα στην απόφαση της Λέσχης του Παρισιού για την ακύρωση του εξωτερικού χρέους της Νιγηρίας, η οποία κάλυψε το 60% του, παρ’ όλο που η Νιγηρία ήταν χώρα φτωχότερη από το Ιράκ και, όπως και το τελευταίο, βαρύνονταν με χρέη που δημιουργήθηκαν από προγενέστερο δικτατορικό καθεστώς.
Το δόγμα του απεχθούς χρέους, όποιοι προτείνουν να περάσει από τη «δικαιοδοσία» των θεωρητικών του Διεθνούς Δικαίου (στους οποίους οφείλει την ίδια του την υπόσταση) σ’ εκείνη των φορέων μιας διακυβέρνησης, εκόντες-άκοντες αυτόματα το περιβάλλουν με την αίγλη μιας πηγής δικαίου, προορισμένης να ρυθμίσει τις υποκείμενες σχέσεις, ή έστω να συμβάλει στη ρύθμισή τους.
Είναι βέβαια αλήθεια ότι το άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, που περιγράφει τις πηγές του Διεθνούς Δικαίου (βάσει των οποίων δικάζει τις διαφορές που του υποβάλλονται), προσθέτει στις κλασικές πηγές του Διεθνούς Δικαίου (διεθνείς συνθήκες, διεθνές έθιμο, γενικές αρχές του δικαίου) τις «διδασκαλίες […] των πιο διακεκριμένων δημοσιολόγων των διαφόρων Εθνών σαν βοηθητικό μέσο καθορισμού των κανόνων του Δικαίου». Μπορεί στο παρελθόν η θεωρία που αναπτύχθηκε από διακεκριμένους νομικούς να χρησίμευσε σε κράτη και σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα στο να διαμορφώσουν κανονιστικό πλαίσιο σε ορισμένους τομείς (π.χ. στο Δίκαιο του Διαστήματος, ή στο Δίκαιο της Θάλασσας), όμως στις μέρες μας, με την πυκνότητα που οι διεθνείς συνθήκες απλώνονται σε όλο το φάσμα της διεθνούς ζωής, δεν υπάρχει περιθώριο για τις «διδασκαλίες» του Διεθνούς Δικαίου να καθοδηγήσουν τα κράτη και τους άλλους δρώντες του διεθνούς συστήματος (διεθνείς οργανισμούς, διεθνικές επιχειρήσεις) σε συμφωνημένες δικαιοπαραγωγικές πρακτικές, οπωσδήποτε δε δεν υπάρχει τέτοιο περιθώριο στο χώρο των διεθνών πρακτικών διαπραγμάτευσης και αναδιοργάνωσης του εξωτερικού χρέους.
Πράγματι, ποτέ και πουθενά μέχρι σήμερα καμία κυβέρνηση, που προσήλθε σε διεθνή διαπραγμάτευση με ξένους πιστωτές για την αναδιάρθρωση του εξωτερικού χρέους της χώρας, δεν ξεσήκωσε από τα ράφια των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών επιχειρήματα για να υποστηρίξει και να διεκδικήσει την ακύρωση του εξωτερικού χρέους (ή έστω ενός μέρους του) ως απεχθούς. Υπήρξαν περιπτώσεις, στο πρόσφατο παρελθόν, που συνομολογήθηκαν συμφωνίες ακύρωσης του εξωτερικού χρέους χωρών, δίχως όμως αυτό να είχε χαρακτηριστεί από κανέναν σαν απεχθές. Ήδη αναφερθήκαμε στην ακύρωση του 80% του εξωτερικού χρέους του Ιράκ. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ΗΠΑ, στη Λέσχη του Παρισιού, ζητούσαν να διαγραφεί το 95% του χρέους του Ιράκ προς τα μέλη της Λέσχης, ενώ η Γαλλία, η Ρωσία και η Γερμανία δεν ήθελαν η διαγραφή να ξεπεράσει το 50%. Τα μέλη της Λέσχης συμφώνησαν τελικά στη διαγραφή του 80%, σε τρεις δόσεις. Η ακύρωση ενός εξωτερικού χρέους, ακόμη και του συνόλου του, είναι δυνατή μόνον όταν διακυβεύονται ισχυρά γεωπολιτικά συμφέροντα (Ιράκ), ή όταν αποτελεί αντικείμενο ενός «δούναι και λαβείν» (bargain): αυτό ακριβώς συνέβη με την Αίγυπτο τον Απρίλιο 1991 όταν υποστήριξε ασμένως τις ΗΠΑ στον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, την Πολωνία τον Απρίλιο 1991 όταν έδωσε καίριο χτύπημα στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας αποχωρώντας από αυτό, το Πακιστάν το Δεκέμβριο 2001 όταν δέχτηκε να βοηθήσει τις ΗΠΑ στην επέμβασή τους στο Αφγανιστάν.
Κατόπιν όλων αυτών, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί επέδειξαν τόση άγνοια της διεθνούς νομικής και πολιτικής πραγματικότητας οι διανοούμενοι που πήραν την πρωτοβουλία να ζητήσουν τη δημιουργία της ΕΛΕ για το ελληνικό εξωτερικό χρέος και, μέσω αυτής, για να εργαστούν για τη διακρίβωση του «παράνομου, μη νομιμοποιημένου ή απεχθούς» ελληνικού χρέους με σκοπό να «συνδράμουν» την πολιτεία σε περίπτωση που αυτή χρειαστεί να επαναδιαπραγματευτεί την εξόφληση των δανείων που έχει πάρει;
Σε μια απάντηση στο ερώτημα είναι επιτρεπτό να μας κατευθύνει η ταυτοποίηση της πηγής έμπνευσης της πρωτοβουλίας για την ΕΛΕ, το ιδεολογικό στίγμα που αυτή αποπνέει. Το δόγμα του απεχθούς χρέους των χωρών, ιδίως δε η απαίτηση για τη διαγραφή αυτού του είδους χρέους οψέποτε τούτο διακριβώνεται, βρίσκεται εδώ και αρκετά χρόνια στις πρώτες προτεραιότητες των διεκδικήσεων και των μαζικών κινητοποιήσεων της «διεθνούς κοινωνίας πολιτών» (global civil society). Η «Επιτροπή για την Ακύρωση του Χρέους του Τρίτου Κόσμου» (η CΑDTΜ, σύμφωνα με το αγγλικό και το γαλλικό αρκτικόλεξο της οργάνωσης) είναι η οργάνωση εκείνη της διεθνούς κοινωνίας πολιτών που έχει αποκλειστικό σκοπό τη διεθνή πολιτική διαχείριση του ζητήματος της υπερχρέωσης, αυτονόητα από τη σκοπιά της αντικομφορμιστικής και κριτικής πολιτικής στάσης και δράσης. Απότοκος του κινήματος της «αντι-παγκοσμιοποίησης» ή της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης» (altermondialisation) που ενσαρκώθηκε με τις κινητοποιήσεις «τύπου» Σιάτλ και Πόρτο Αλέγκρε, και στενά συνδεδεμένη με τη γαλλικής «ιθαγένειας» μη κυβερνητική οργάνωση ATTAC, η CADTM εμπνέει και καθοδηγεί επιτροπές πρωτοβουλίας της κοινωνίας πολιτών στις χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα υπερχρέωσης (οι επιτροπές αυτές συνδέονται με την CADTM σε «network»-δίκτυο), προάγοντας με ποικίλους τρόπους δημοσιότητας τη σκοπιμότητα αναζήτησης και διακρίβωσης του απεχθούς χρέους των χωρών. Η Βραζιλία, ο Ισημερινός, η Βολιβία, η Αίγυπτος, η Τυνησία, η Μπουρκίνα Φάσο είναι μερικές μόνον από τις χώρες με τις οποίες η CADTM «συνδέεται» σε επίπεδο οργανώσεων κοινωνίας πολιτών, κατά κανόνα στη βάση του δόγματος της ακύρωσης του απεχθούς χρέους τους.
Η Ελλάδα, με την ίδρυση της επιτροπής για την ΕΛΕ και την πρόταξη της επιδίωξης για ανακάλυψη του ελληνικού απεχθούς χρέους, είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που έχει την «τιμητική» να παρακάθεται στο πεδίο δράσης της CADTM, αλλά και στην ιστοσελίδα της οργάνωσης, μαζί με χώρες που αφού εξανδραπόδισαν πολιτικά τους λαούς τους τους άφησαν… και καταχρεωμένους, εγείροντας έτσι κι ένα ακόμη ερώτημα: πόσο, με τις υπερχρεώσεις πολιτικά καταδυναστευόμενων χωρών όπως π.χ. της Αιγύπτου ή της Τυνησίας, ταιριάζει η ελληνική υπερχρέωση, που αν μη τι άλλο χάρη σ’ αυτή (και με δεδομένο τον εκφυλισμό του παραγωγικού μηχανισμού της χώρας) διαχύθηκε για μερικά χρόνια μια σχετική ευημερία σ’ ένα μη ευκαταφρόνητο μερίδιο του πληθυσμού της χώρας; Πάντως, η ελληνική γλώσσα είναι η μία από τις 6 γλώσσες στις οποίες φιγουράρει, στο menu της ιστοσελίδας www.cadtm.org, ο τίτλος της οργάνωσης. Τουλάχιστον δυο φορές ο εκπρόσωπος της πρωτοβουλίας για την ΕΛΕ έχει φιλοξενηθεί, με αρθρογραφία του, στην κεντρική ιστοσελίδα της CADTM.
Η CADTM σίγουρα δεν ανήκει στην τυπολογία των διεθνών οργανώσεων κοινωνίας πολιτών όπως είναι η Greenpeace ή η Διεθνής Αμνηστία, που με τη συγκεντρωτική οργανωτική δομή τους καταφέρνουν η ενεργητικότητά τους να αποδομεί πολλές από τις ψευδεπίγραφες βεβαιότητες κι αυτής ακόμη της καθημερινότητας στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Ούτε είναι ΜΚΟ σαν κι αυτές που την όποια εμπειρογνωμοσύνη των μελών τους επιστρατεύουν, τη θέτουν στη διάθεση (κατά κανόνα με το αζημίωτο) κυβερνήσεων ή (κυρίως) διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών. Συνεκτικό στοιχείο της CADTM είναι η ιδεολογία της (στην ουσία η ιδεολογία των μελών των πιο ισχυρών από τις εθνικές οργανώσεις του δικτύου, όπως της γαλλικής και της βελγικής), που αναλύεται (επιγραμματικά) στην καλλιέργεια μιας παγκόσμιας πολιτικής συνείδησης, κατά βάση με ανθρωπιστικό και όχι οικονομίστικο περιεχόμενο, στο υλικό πεδίο δράσης της οργάνωσης (την υπερχρέωση των χωρών και την ακύρωση του απεχθούς χρέους). Η ακτινοβολία της ιδεολογίας της CADTM στα μέλη της είναι τόσο ισχυρή, ώστε αυτά (σε κεντρικό επίπεδο, τουλάχιστον) δεν πτοούνται από το γεγονός ότι ενώ ποτέ καμία από τις κινητοποιήσεις που ενθαρρύνουν σε υπερχρεωμένες χώρες δεν έχει ευδοκιμήσει, παρά ταύτα πάντα σπεύδουν να πλαισιώνουν όποια νέα κίνηση πολιτών ανακύψει στο πεδίο δράσης της οργάνωσης.
Το ιδεολογικό στίγμα της CADTM αντηχείται, στη διακήρυξη για την ίδρυση της ΕΛΕ του ελληνικού χρέους, αδόκιμα, σε μια φτηνή ρητορεία του κειμένου αυτού για το «δημοκρατικό δικαίωμα» του ελληνικού λαού «στην πλήρη πληροφόρηση» σχετικά με τη σύνθεση και τους όρους του υπερτροφικού ελληνικού δημόσιου χρέους: στην πραγμάτωση αυτού του «συλλογικού» (;) δικαιώματος, ή και στην «αναπλήρωση αυτού του δημοκρατικού ελλείμματος [πληροφόρησης]» που καταγράφεται, προσδοκάται ότι η ΕΛΕ θα συμβάλει.
Αν ο ελληνικός λαός έχει ένα «δικαίωμα», αυτό δεν είναι να «πληροφορηθεί» περί το απεχθές ελληνικό εξωτερικό χρέος, κι ακόμη λιγότερο να στηθεί κάποιο βράδυ στις τηλεοράσεις για να παρακολουθήσει συνεδριάσεις και αποφάσεις ποιος ξέρει ποιου είδους εξεταστικής ή προανακριτικής επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων η οποία, αφού η ΕΛΕ θα έχει ολοκληρώσει την αποστολή της, θα ασχολείται με τις ποινικές ευθύνες του πολιτικού προσωπικού στη δημιουργία του απεχθούς ελληνικού χρέους. Εξάλλου, ας μην υπάρξει καμία αμφιβολία ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η Βουλή, με το esprit de corps που πάγια τη χαρακτηρίζει, τις όποιες ποινικές ευθύνες που αντικειμενικά θα υπάρχουν θα τις καθαγιάσει (επί το λαϊκώτερον: θα τις ξεπλύνει).
Το ζωτικό και θεμελιώδες δικαίωμά του ελληνικού λαού, σήμερα, είναι να βρει τη θέση που του αρμόζει μέσα στο πολιτικά παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που βιώνουμε. Η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία, με την απεχθή της διάσταση του πελατειακού πολιτικού συστήματος και του εκμαυλισμού και της κοπαδοποίησης που το τελευταίο διέχυσε μέσα στο κοινωνικό σώμα, υποκατέστησε τους οικονομικούς μηχανισμούς δημιουργίας και αναδιανομής του πλούτου με την καλλιέργεια των «αρετών της αρπαχτής, της ανευθυνότητας, της διαφέντευσης των μεν από τους δε, του… χαβαλέ! Την κατάκτηση μιας έγκυρης θέσης από τη χώρα και τον κόσμο της μέσα στο παγκόσμιο στερέωμα δεν θα τη δώσει η… αύξηση των εξαγωγών ούτε ο τουρισμός ούτε η εκμετάλλευση των (υποθετικών) πετρελαϊκών κοιτασμάτων στο Ιόνιο και το Αιγαίο! Θα τη δώσει το ανθρώπινο δυναμικό της και η ικανοποίηση, από τις κυβερνήσεις και την ίδια την κοινωνική δυναμική, της απαίτησης για την τοποθέτησή του στην πρώτη γραμμή κάθε οικονομικής πολιτικής, αναπτυξιακής και δημοσιονομικής. Ο παππούς του σημερινού πρωθυπουργού, εξάλλου, δεν είναι εκείνος που πέρασε στην ιστορία και για τη ρήση του, το 1965, ότι «το ευγενέστερον προϊόν που παρήγαγεν αυτή η χώρα υπήρξεν ανέκαθεν ο άνθρωπος»;
————————————————————————————————————————————
1 E. Feilchenfeld, D.P. O’Connell, J. Foorman, M. Jehle, G. Franskenberg, R. Kneiper.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Στην αφετηρία της υποθέσεως βρίσκεται η προσφυγή αριθ. 53466/07 στρεφόμενη εναντίον της Ελληνικής Δημοκρατίας από έναν υπήκοο αυτού του κράτους, τον Δημήτριο Κώνστα [εφεξής «ο προσφεύγων»], ο οποίος προσέφυγε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 25 Νοεμβρίου 2007, δυνάμει του άρθρου 34 της Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (εφεξής «η Σύμβαση»).
2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κ. Γ. Κτιστάκι, δικηγόρο, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η ελληνική κυβέρνηση [εφεξής «η Κυβέρνηση»] εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιούς της, τον κ. Μ. Απέσσο, Νομικός Σύμβουλος στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, την κα. Ο. Πατσοπούλου, Πάρεδρο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και την κα. Σ. Τρεκλή, Δικαστική Αντιπρόσωπο Α΄ στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
3. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα που του εγγυώνται τα άρθρα 6§2 και 13 της Σύμβασης.
4. Στις 14 Μαΐου 2009, η Πρόεδρος του Πρώτου Τμήματος αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή της Κυβερνήσεως. Εξ άλλου, όπως το επιτρέπει το άρθρο 29§1 της Σύμβασης, αποφάσισε να αποφανθεί το Τμήμα ταυτόχρονα για το παραδεκτό και την ουσία της υποθέσεως.
5. Ο κ. Χρήστος Ροζάκης, εκλεγμένος Δικαστής για την Ελλάδα, δήλωσε κώλυμα και η Κυβέρνηση όρισε τον κ. Σπυρίδωνα Φλογαΐτη ως Δικαστή ad hoc στην υπόθεση.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ
Ι. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
6. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1946 και ζει στην Αθήνα.
7. Από το 1985 είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεταξύ 1990 και 1995 διετέλεσε Πρύτανης του ανωτέρω πανεπιστημίου. Στις βουλευτικές εκλογές του 1996, ο προσφεύγων διατέλεσε υπηρεσιακός (ad interim) Υπουργός Τύπου. Μεταξύ του 1997 και του 1999 υπηρέτησε ως Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο Συμβούλιο της Ευρώπης.
8. Τον Σεπτέμβριο του 1998, το Πρυτανικό Συμβούλιο διέταξε διοικητική έρευνα αναφορικά με την οικονομική διαχείριση του Παντείου πριν το 1997. Σε συνέχεια αυτής της διοικητικής έρευνας, και αφού υποβλήθηκε το σχετικό πόρισμα στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο τελευταίος άσκησε ποινικές διώξεις εναντίον πενήντα τεσσάρων ατόμων και συγκεκριμένα μελών του διδακτικού προσωπικού τα οποία κατείχαν θέσεις του Πρυτάνεως, Αντιπρυτάνεως την περίοδο 1992-1998. Ο προσφεύγων κατηγορήθηκε για την διάπραξη κατ’εξακολούθηση και από κοινού και των αδικήματων της ψευδούς βεβαίωσης, της πλαστογραφίας, της υπεξαίρεσης και της απάτης σε βάρος του Δημοσίου για ποσό που υπερβαίνει τις 50 000 000 δραχμές (146 735 ευρώ περίπου). Με απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών, παραπέμφθηκε με το υπ’ αριθ. 2284/2005 κλητήριο θέσπισμα, μαζί με άλλους δέκα-οκτώ κατηγορούμενους, απευθείας σε δίκη. Η υπόθεση προσέλκυσε, ιδιαίτερα, την προσοχή των μέσων μαζικής επικοινωνίας.
9. Στις 7 Σεπτεμβρίου 2005 το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών επικύρωσε την απόφαση του Εισαγγελέα και αποφάσισε την απαλλαγή από ποινικές κατηγορίες για ορισμένους εκ των κατηγορουμένων. Αναφορικά με τον προσφεύγοντα, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι έπαιξε «πρωταγωνιστικό ρόλο» στη διάπραξη των ανωτέρω κακουργηματικής μορφής αξιόποινων πράξεων (υπ’ αριθ. 1969/2005 απόφαση).
10. Στις 10 Οκτωβρίου 2005, ο προσφεύγων άσκησε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά της απευθείας παραπομπής του στο ακροατήριο με το υπ’ αριθ. 2284/2005 κλητήριο θέσπισμα. Στις 10 Νοεμβρίου 2005 το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (υπ’ αριθ. 2380/2005 απόφαση).
11. Στις 18 Νοεμβρίου 2005, ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση κατά της υπ’ αριθ. 2380/2005 απόφασης. Στις 5 Απριλίου 2006 ο Άρειος Πάγος (σε Συμβούλιο) επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (υπ’ αριθ. 850/2006 απόφαση).
12. Στις 6 Ιουνίου 2007, μαζί με οκτώ άλλους κατηγορούμενους, το Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών καταδίκασε τον προσφεύγοντα σε κάθειρξη δεκατεσσάρων ετών για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, απάτη σε βάρος του Δημοσίου και ψευδή βεβαίωση (υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση). Την ίδια ημέρα, ο προσφεύγων άσκησε έφεση και το Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής μέχρι την εκδίκαση της εφέσεως.
13. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο προσφεύγων φέρεται να αιτήθηκε προς το δικαστήριο την ακρόαση συγκεκριμένων μαρτύρων υπεράσπισης, αίτημα που απερρίφθη από το ίδιο δικαστήριο. Επιπλέον, το Εφετείο Κακουργημάτων φέρεται να απέρριψε τα αιτήματα του προσφεύγοντος για πρόσβαση σε συγκεκριμένα πειστήρια ενοχής που αναφέρονταν στο πόρισμα της διοικητικής έρευνας και για υποβολή έκθεσης ανεξαρτήτων εμπειρογνωμόνων για την διαχείριση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όταν ήταν Πρύτανης. Τέλος, προς το πέρας της διαδικασίας, το Εφετείο Κακουργημάτων φέρεται να ανέγνωσε ανώνυμες επιστολές περί της ενοχής του προσφεύγοντος, χωρίς να του παρασχεθεί η ευκαιρία να τις αντικρούσει.
14. Στις 11 Ιουνίου 2007, κατά την διάρκεια συζήτησης ενώπιον της Ολομελείας του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ο Υφυπουργός Οικονομικών αναφέρθηκε στην εν λόγω δίκη, λέγοντας ότι συγκεκριμένοι βουλευτές της Αντιπολίτευσης κατάθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης ενώπιον του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Ειδικότερα, δήλωσε: «Και ποιοι είναι οι άφθαρτοι; Οι συκοφάντες, οι πρωτοκλασάτοι Βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και πρώην Υπουργοί του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που έτρεξαν να υπερασπιστούν τους καταχραστές της Παντείου; Ήταν ή δεν ήταν προσωπικοί, πολιτικοί σας φίλοι; Τους διορίσατε υπηρεσιακούς Υπουργούς Τύπου, πρέσβεις εκ προσωπικοτήτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όταν ήδη είχαν αρχίσει να δημοσιοποιούνται τα σκάνδαλα στο Πάντειο; Φιλαράκια σας ήταν, αγαπητοί συνάδελφοι, και τρέξατε να τους υπερασπιστείτε στη Βουλή. Κλέβεστε και μεταξύ σας. Σύμφωνα με το χθεσινό «ΒΗΜΑ» ακόμα και τα λεφτά του κ. Σημίτη [πρώην Πρωθυπουργός] καταχράστηκαν οι φίλοι σας!»
15. Στις 2 Ιουλίου 2007, κατά την διάρκεια συζήτησης ενώπιον της Ολομελείας του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην παρούσα υπόθεση λέγοντας ότι πρόκειται για «πρωτοφανές σκάνδαλο εσκεμμένης και σχεδιασμένης υπεξαίρεσης 8.000.000 ευρώ προς ίδιον όφελος στο Πάντειο Πανεπιστήμιο».
16. Στις 12 Φεβρουαρίου 2008 ο Υπουργός Δικαιοσύνης απευθύνθηκε στην Αντιπολίτευση ενώπιον του Κοινοβουλίου: «Σας θυμίζω επίσης το σκάνδαλο του Παντείου Πανεπιστημίου. Με θάρρος και παρρησία η ελληνική δικαιοσύνη απεφάσισε και κατεδίκασε εκείνους, τους οποίους εσείς προστατεύατε όλα αυτά τα χρόνια».
17. Από τον φάκελο προκύπτει ότι η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Η υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καθαρογράφηκε την 4η Νοεμβρίου 2009. Πριν την καθαρογραφή της, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να λάβει πλήρως γνώση του περιεχομένου της.
ΙΙ. ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
18. Τα σχετικά άρθρα του Αστικού Κώδικα ορίζουν τα ακόλουθα: `Αρθρο 57 Δικαίωμα στην προσωπικότητα `Οποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αν η προσβολή αναφέρεται στην προσωπικότητα προσώπου που έχει πεθάνει το δικαίωμα αυτό έχουν ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. `Αρθρο 59 Ικανοποίηση ηθικής βλάβης Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
19. Τα άρθρα 104 και 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα αναφέρουν ακόλουθα: `Αρθρο 104 Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα. `Αρθρο 105 Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.
20. Το άρθρο 105 εγκαθιδρύει την έννοια της ειδικής αποζημίωσης του δημοσίου δικαίου, γεννώντας την εξωσυμβατική ευθύνη του Κράτους. Η ευθύνη αυτή προκύπτει από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις. Οι επίμαχες πράξεις μπορούν να είναι όχι μόνον οι νομικές αλλά και οι υλικές πράξεις της διοικήσεως, συμπεριλαμβανομένων και των ανεκτέλεστων κατ’αρχήν πράξεων (Kyriakopoulos, Commentaire du code civil, article 105 de la loi d’accompagnement du code civil, no 23; Filios, Droit des contrats, partie spéciale, volume 6, responsabilité délictueuse 1977, par. 48 B 112 ; E. Spiliotopoulos, Droit administratif, troisième édition, par. 217; arrêt no 535/1971 de la Cour de cassation; Nomiko Vima, 19e année, p. 1414; arrêt no 492/1967 de la Cour de cassation ; Nomiko Vima, 16e année, p. 75). Το παραδεκτό της αγωγής αποζημίωσης τίθεται υπό έναν όρο: το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
Ι. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ
21. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η διαδικασία ενώπιον του Εφετίου κακουργημάτων Αθηνών ενέχει πολλές παρατυπίες. Ειδικότερα, παραπονείται ότι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών τον παρέπεμψε, σύμφωνα με μία ειδική διαδικασία, απευθείας σε δίκη, χωρίς προηγουμένως να τον παραπέμψει στο Συμβούλιο Εφετών. Κατά δεύτερον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι δεν του επετράπη να προσκομίσει συγκεκριμένες αποδείξεις ενώπιον του Εφετίου Κακουργημάτων, ούτε να εξετάσει ένα μάρτυρα υπεράσπισης, στοιχεία δηλαδή κρίσιμα για την διαδικασία. Τέλος, παραπονείται ότι ελήφθησαν υπ’ όψη ανώνυμα γράμματα χωρίς να του επιτρέψουν να αντιλέξει για την ακρίβεια του περιεχομένου τους. Ως προς τα ανωτέρω παράπονα, επικαλείται τις διατάξεις των άρθρων 6 §§1 και 3 (γ) και (δ) της Συμβάσεως.
22. Εξ’άλλου, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας παραβιάστηκε από την απόφαση υπ’ αριθ. 1969/2005 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπονείται, επίσης, ότι οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού, του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης αναφορικά με την υπόθεσή του, ενώ αυτή ήταν εκκρεμής στο Εφετείο, παραβίασαν την εν λόγω αρχή. Ως προς αυτό επικαλείται το άρθρο 6 §2 της Συμβάσεως. Τα σχετικά μέρη του άρθρου 6 της Συμβάσεως ορίζουν τα ακόλουθα: 1. Παv πρόσωπov έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς τoυ δικασθή δικαίως (…) υπό δικαστηρίoυ (…) τo oπoίov θα απoφασίση (…) επί τoυ βασίμoυ πάσης εvαvτίov τoυ κατηγoρίας πoιvικής φύσεως. 2. Παv πρόσωπov κατηγoρoύμεvov επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είvαι αθώov μέχρι της voμίμoυ απoδείξεως της εvoχής τoυ. 3. Ειδικώτερov, πας κατηγoρoύμεvoς έχει δικαίωμα: (…..) γ) όπως υπερασπίση o ίδιoς εαυτόv ή αvαθέση τηv υπεράσπισίv τoυ εις συvήγoρov της εκλoγής τoυ, εv ή δε περιπτώσει δεv διαθέτει τα μέσα vα πληρώση συvήγoρov της εκλoγής τoυ, εv ή δε περιπτώσει δεv διαθέτει τα μέσα vα πληρώση συvήγoρov vα τoυ παρασχεθή τoιoύτoς δωρεάv, όταv τoύτo εvδείκvυται υπό τoυ συμφέρovτoς της δικαιoσύvης, δ) vα εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιv oι μάρτυρες κατηγoρίας και επιτύχη τηv πρόσκλησιv και εξέτασιv τωv μαρτύρωv υπερασπίσεως υπό τoυς αυτoύς όρoυς ως τωv μαρτύρωv κατηγoρίας, (….)
Α. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς επί των άρθρων 6 §§1 και 3 (γ) και (δ)
Επί του παραδεκτού
23. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο σεβασμός των απαιτήσεων του άρθρου 6 §1 της Συμβάσεως σε μία διαδικασία πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξετασθεί στην βάση του συνόλου της διαδικασίας, δηλαδή όταν αυτή ολοκληρωθεί (βλ. Bernard c. France, 23 avril 1998, Recueil des arrêts et décisions 1998-II, § 37). Το Δικαστήριο σημειώνει σε αυτό το σημείο ότι η παράγραφος 3 του άρθρου 6 περιέχει μία σειρά από ειδικά στοιχεία του γενικού κανόνα της παραγράφου 1 (Artico c. Italie, 13 mai 1980, § 32, série A no 37). Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν πρέπει να αποκλείεται ότι ένα συγκεκριμένο στοιχείο μπορεί να αποβεί αποφασιστικό σε τέτοιο βαθμό ως προς το να επιτρέψει το Δικαστήριο να κρίνει τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας σε ένα πρόωρο στάδιο, πριν ακόμη αποφανθούν κατά τρόπο τελεσίδικο και αμετάκλητο τα εθνικά δικαστήρια (Sossoadouno c. Grèce, no 29845/06, § 30, 31 juillet 2008). Σημειώνοντας ότι η ποινική διαδικασία σε βάρος του προσφεύγοντος είναι ακόμη εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το Δικαστήριο δεν ανιχνεύει καμία περίπτωση τέτοιου είδους. Συνεπώς, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, ο ισχυρισμός αυτός είναι πρόωρος και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τα άρθρα 35 §§1 και 4 της Συμβάσεως.
. Αναφορικά με τον ισχυρισμό επί του άρθρου 6 § 2 της Συμβάσεως
1. Θέσεις των διαδίκων
α) Η Κυβέρνηση
24. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται εξ’ αρχής ότι ο προσφεύγων δεν εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Εκτιμά ότι είχε στη διάθεσή του την αγωγή αποζημιώσεως των άρθρων 57 και 59 του Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. Αναφερόμενη στην νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, η Κυβέρνηση επικαλείται ότι η ελληνική έννομη τάξη αποδέχεται ότι η αναγνώριση του τεκμηρίου αθωότητας συνιστά μέρος της προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου. Επομένως, κάθε προσβολή της αρχής αυτής μπορεί να οδηγήσει στην αποζημίωση του ενδιαφερόμενου. Στη βάση αυτών των συμπερασμάτων, η Κυβέρνηση εκτιμά ότι ο προσφεύγων όφειλε να είχε προσφύγει στα εθνικά δικαστήρια με αγωγή αποζημιώσεως πριν την εισαγωγή της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.
25. Επί της ουσίας, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι επίμαχες φράσεις εντάσσονται σε μία πολιτική αντιπαράθεση που έλαβε χώρα στο Κοινοβούλιο και αφορούσε ένα ζήτημα που είχε προσελκύσει το ενεδιαφέρον της κοινής γνώμης. Επιπλέον, η Κυβέρνηση σημειώνει ότι οι σχετικές φράσεις εκστομίστηκαν μετά την καταδίκη του προσφεύγοντος σε πρώτο βαθμό. Για την Κυβέρνηση, αυτό το στοιχείο είναι πολύ καθοριστικό στην προκειμένη περίπτωση διότι το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο καταδίκασε τον προσφεύγοντα στο τέλος μίας διαδικασίας που σεβάστηκε όλες τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης, όπως αυτές περιλαμβάνονται στο άρθρο 6 §1 της Συμβάσεως. Ισχυρίζεται ότι ο Πρωθυπουργός αναφερόταν γενικά στην υπόθεση χωρίς να επισημαίνει στοιχεία προσδιοριστικά της ταυτότητας του προσφεύγοντος. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, θα ήταν μη λογικό να γίνει δεκτό ότι η αναφορά στο αποτέλεσμα μίας ποινικής διαδικασίας, στο πλαίσιο μίας πολιτικής αντιπαράθεσης, είναι ικανή να παραγκωνίσει την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Αναφορικά με τον Υφυπουργό Οικονομικών, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι επιμάχες φράσεις ειπώθηκαν στο πλαίσιο μίας δηκτικής πολιτικής αντιπαράθεσης, ότι δεν αναφέρθηκε το όνομα του προσφεύγοντος και ότι, ουσιαστικά, το εν λόγω πολιτικό πρόσωπο αναφέρθηκε στο διατακτικό μίας ποινικής δίκης. Τέλος, η Κυβέρνηση τονίζει την χρονική απόσταση που χωρίζει την εκστόμιση των επίμαχων φράσεων και την διαδικασία ενώπιον του Εφετείου. Σημειώνει ότι η υπόθεση είναι πάντοτε εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου και, κατά συνέπεια, το συγκεκριμένο Εφετείο δεν θα μπορούσε να είχε επηρεαστεί από αυτές μετά την παρέλευση ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος.
) Ο προσφεύγων
26. Ο προσφεύγων υποστηρίζει κατ’αρχήν ότι τα εσωτερικά ένδικα μέσα που επικαλείται η Κυβέρνηση δεν είναι αποτελεσματικά. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι σχεδόν όλες οι δικαστικές αποφάσεις που παρουσίασε η Κυβέρνηση δεν αφορούν παρά την αστική ευθύνη των δημοσιογράφων για προσβολή της τιμής των ατόμων που θίγονταν. Σημειώνει ότι καμία από τις αποφάσεις που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει την ευθύνη μέλους της Κυβέρνησης για προσβολή του τεκμηρίου της αθωότητας. Επιπλέον, προσθέτει ότι σε μία από τις προσκομισθείσες αποφάσεις κρίθηκε από τα εθνικά δικαστήρια συνταγματικός ο αποκλεισμός της προσωπικής αστικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης, γεγονός που επιβεβαιώνει την θέση του. Τέλος, αναφέρει ότι δεν διέθετε κανένα εσωτερικό ένδικο μέσο με το οποίο θα ζητούσε από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο να αποφανθεί επί της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας στην προκειμένη περίπτωση.
27. Επί της ουσίας, ο προσφεύγων τονίζει ότι ο Πρωθυπουργός, ο Υφυπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Δικαιοσύνης προέβησαν σε δηλώσεις ικανές να ασκήσουν επιρροή κατά την επανεξέταση κατ’έφεση της υποθέσεως. Προσθέτει ότι η πρόθεση των ανωτέρω προσώπων να θίξουν το τεκμήριο αθωότητας απορρέει από το γεγονός ότι οι επιμάχες φράσεις ειπώθηκαν λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση της απόφασης του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Ενώ, δηλαδή, η απόφαση υπ’ αριθ. 2444/2007 του ανωτέρω δικαστηρίου δεν είχε ακόμη καθαρογραφεί και συνεπώς τα μέλη της Κυβερνήσεως δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τα γεγονότα της υποθέσεως, όπως αυτά τα εξακρίβωσε το αρμόδιο δικαστήριο, οδηγώντας το στην καταδικαστική του απόφαση. Για τον προσφεύγοντα το γεγονός ότι η απόφαση υπ’ αριθ. 2444/2007 δεν είχε καθαρογραφεί την εποχή των επίμαχων δηλώσεων του στέρησε και την δυνατότητα να απαντήσει στους σχετικούς ισχυρισμούς, κάνοντας την αναγκαία αναφορά στο περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης. Γενικότερα, ο προσφεύγων εκτιμά ότι, δεδομένης της σημασίας των δημοσίων αξιωμάτων των συγκεκριμένων μελών της Κυβέρνησης, οι τελευταίοι όφειλαν να δείξουν αυτοσυγκράτηση στην στάση τους έναντι μίας ποινικής διαδικασίας που ήταν πάντοτε εκκρεμής.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
α) Επί του παραδεκτού
28. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Κυβέρνηση εγείρει την ένσταση της μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων διότι ο προσφεύγων δεν άσκησε αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για προσβολή της προσωπικότητάς του. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο κανόνας της εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, που περιέχει το άρθρο 35§1 της Συμβάσεως, στηρίζεται στην υπόθεση -ενσωματωμένη η τελευταία στο άρθρο 13 με το οποίο παρουσιάζει στενή σχέση το άρθρο 35§1- ότι η εσωτερική έννομη τάξη προσφέρει ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο, στην πράξη αλλά και στον νόμο, αναφορικά με την επικαλούμενη παραβίαση (Kudła c. Pologne [GC], no 30210/96, § 152, CEDH 2000-XI ; Hassan et Tchaouch c. Bulgarie [GC], no 30985/96, §§ 96-98, CEDH 2000 XI). Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τον κανόνα της εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, ο προσφεύγων οφείλει, πριν προσφύγει στο Δικαστήριο του Στρασβούργου, να παράσχει στον υπόλογο Κράτος –διαμέσου της χρήσης εκείνων των ένδικων μέσων που είναι και μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικά και επαρκή κατά την εθνική νομοθεσία- την δυνατότητα θεραπείας των προβαλλομένων παραβιάσεων (μεταξύ άλλων, Fressoz et Roire c. France [GC], no 29183/95, § 37, CEDH 1999 I). Το άρθρο 35§1 της Συμβάσεως δεν επιβάλλει την εξάντληση παρά μόνον εκείνων των ένδικων μέσων που σχετίζονται με τις προβαλλόμενες παραβιάσεις και είναι διαθέσιμα και κατάλληλα. Πρέπει να υφίστανται σε επαρκή βαθμό σαφήνειας, όχι μόνον στην θεωρία αλλά και στην πρακτική, χωρίς την οποία απουσιάζει η επιθυμητή αποτελεσματικότητα και η προσβασιμότητα. Εναπόκειται στο αμυνόμενο Κράτος να αποδείξει ότι αυτές οι προϋποθέσεις πληρούνται (μεταξύ άλλων, Dalia c. France, 19.2.1998, Recueil 1998-I, p. 87, § 38).
29. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η αγωγή που παρουσιάζει η Κυβέρνηση βασίζεται στο άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα, διάταξη που προβλέπει την δυνατότητα αποζημίωσης του ενδιαφερόμενου σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητάς του. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας συνιστά, κυρίως, μία διαδικαστική εγγύηση, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων της δίκαιης δίκης που απαιτεί το άρθρο 6 της Συμβάσεως (Arrigo et Vella c. Malte (déc.), no 6569/04, 10.5.2005, Allenet de Ribemont c. France, 10.2.1995, §35, série A no 308). Όπως τονίστηκε ήδη, η αρχή αυτή είναι μία ειδική εφαρμογή του γενικού κανόνα που αναγγέλλει η πρώτη παράγραφος αυτής της διάταξης (Deweer c. Belgique, 27.2.1980, §56, série A no 35). Το Δικαστήριο τονίζει ότι η Κυβέρνηση δεν σημειώνει ποιό ένδικο μέσο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο προσφεύγων ενώπιον της αρμόδιας ποινικής δικαιοσύνης προκειμένου να διαπιστώσει την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας στο δικονομικό σκέλος. Συνεπώς, η αγωγή για αποζημίωση, βασισμένη στο άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα, και προβαλλόμενη από την Κυβέρνηση, δεν θα μπορούσε παρά να είναι εν μέρει σχετική και κατάλληλη με την παρουσιαζόμενη παραβίαση της Σύμβασης. Κατά τούτο, δεν δύναται να θεραπεύσει πλήρως την προβαλλόμενη προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας. Το Δικαστήριο, λοιπόν, απορρίπτει την ένσταση της Κυβέρνησης.
30. Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι στο πρώτο σκέλος του ισχυρισμού υπό το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως ο προσφεύγων παραπονείται ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας παραβιάστηκε από την υπ’ αριθ. 1969/2005 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Εν τούτοις, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε την 7η Σεπτεμβρίου 2005, δηλαδή περισσότερο από έξι μήνες πριν την 25η Νοεμβρίου 2007 που εισήχθη η παρούσα προσφυγή. Συνεπώς αυτό το σκέλος του ισχυρισμού υπό το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως είναι εκπρόθεσμο και πρέπει να απορριφθεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§1 και 4 της Συμβάσεως.
31. Τέλος, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού υπό το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως, δηλαδή αυτό που αφορά τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Υφυπουργού Οικονομικών, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν είναι προδήλως αβάσιμο σύμφωνα με το άρθρο 35§3(α) της Συμβάσεως και δεν προσκρούει σε οποιοδήποτε άλλο λόγο απαραδέκτου. Κηρύσσεται, λοιπόν, παραδεκτός ο ισχυρισμός.
) Επί της ουσίας
i. Γενικές αρχές
32. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αν η αρχή του τεκμηρίου ανθρωπότητας που ενσαρκώνει η παράγραφος 2 του άρθρου 6 περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων της δίκαιης δίκης που απαιτεί το άρθρο 6§1, δεν περιορίζεται σε μία διαδικαστικού χαρακτήρα εγγύηση στην ποινική δίκη. Το εύρος της είναι μεγαλύτερο και απαιτεί να μην προβαίνει κανένας εκπρόσωπος του Κράτους σε δηλώσεις περί της ενοχής ενός προσώπου πριν η ενοχή αυτή διαπιστωθεί από ένα δικαστήριο (Allenet de Ribemont, προηγουμένως, §§ 35-36). Εξ άλλου, το Δικαστήριο τονίζει ότι η επέμβαση στο τεκμήριο αθωότητας μπορεί να εκπορεύεται όχι μόνον από έναν δικαστή ή ένα δικαστήριο αλλά και από άλλες κρατικές αρχές (Daktaras c. Lituanie, no 42095/98, §§ 41-42, CEDH 2000-X). Και αυτό συμβαίνει διότι το τεκμήριο αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης και ευνοεί ταυτόχρονα τον σεβασμό της τιμής και της ακεραιότητας του διωκόμενου προσώπου.
33. Υπό αυτή την σκέψη, το Δικαστήριο επισημαίνει την σημασία της επιλογής των όρων που χρησιμοποιούν οι κρατικοί αξιωματούχοι στις δηλώσεις που κάνουν πριν κάποιος δικαστεί και κριθεί ένοχος. Πιστεύει, λοιπόν, ότι εκείνο που έχει σημασία για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης είναι το πραγματικό νόημα των επίμαχων δηλώσεων και όχι η κυριολεκτική τους μορφή (Lavents c. Lettonie, no 58442/00, § 126, 28.11.2002). Ωστόσο, το αν η δήλωση ενός κρατικού αξιωματούχου συνιστά παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο των ειδικών συνθηκών εντός των οποίων διατυπώθηκε η επίμαχη δήλωση (Adolf c. Autriche, 26.3.1982, série A no 49, §§ 36-41). ii. Εφαρμογή των ανωτέρω αρχών στην προκειμένη περίπτωση α) Ως προς το γεγονός ότι οι δηλώσεις έγιναν μετά την καταδίκη του προσφεύγοντος σε πρώτο βαθμό
34. Το Δικαστήριο επισημαίνει κατ’ αρχήν ότι οι επίμαχες φράσεις ειπώθηκαν μετά την καταδίκη του προσφεύγοντος στον πρώτο βαθμό και εκκρεμούσης κατ’ έφεση της υποθέσεως. Το ζήτημα λοιπόν που τίθεται είναι αν θα μπορούσε να υπάρξει προσβολή της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως δεν εμποδίζει καθόλου τις αρμόδιες αρχές να αναφέρονται στην υπάρχουσα καταδίκη του προσφεύγοντος, ενώ ακόμη δεν έχει καταστεί η καταδίκη του τελεσίδικη. Με άλλα λόγια, η πρωτόδικη καταδίκη είναι το αντικειμενικό στοιχείο το οποίο συνιστά το κεντρικό στοιχείο της κατ’ έφεση διαδικασίας. Άλλωστε, δεν πρέπει το άρθρο 6§2, υπό το φως του άρθρου 10 της Συμβάσεως, ούτε να εμποδίζει τις αρχές να ενημερώσουν το κοινό για την επίμαχη καταδίκη, ούτε, πολύ περισσότερο, να εμποδίζει την σχετική συζήτηση στον Τύπο μεγάλης κυκλοφορίας ή στο κοινό γενικά ή, όπως στο παράδειγμά μας, σε μία κοινοβουλευτική αντιπαράθεση (mutatis mutandis, Allenet de Ribemont, προηγουμένως, §38; Papon c. France (no 2) (déc.), no 54210/00, CEDH 2001-XII). Εν τούτοις, οι σχετικές αναφορές πρέπει να γίνονται με όλη τη διακριτικότητα και όλη την επιφύλαξη που επιβάλλει ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας (Peša c. Croatie, no 40523/08, §139, 8.4.2010).
35. Εξ άλλου, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι έχει ήδη αποφανθεί ότι σε ένα προκαταρκτικό στάδιο μίας ποινικής υποθέσεως, οι δηλώσεις των κρατικών αρχών δεν πρέπει ούτε να παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του κατηγορούμενου, ούτε να προδικάζουν την δικαστική κρίση (Allenet de Ribemont, προηγουμένως, §41). Επίσης, στις υποθέσεις που τα εθνικά δικαστήρια δεν απεφάνθησαν επί της ενοχής κατά τρόπο οριστικό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δέχθηκε ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να γίνεται σεβαστή μέχρι την νόμιμη τελεσίδικη καταδίκη του ενδιαφερομένου (Englert c. Allemagne, no 10282/83, Έκθεση της Επιτροπής, 9.10.1985, DR 31, σ. 11, §49 και Nölkenbockhoff c. Allemagne, no 10300/83, Έκθεση της Επιτροπής, 9.10.1985, DR 31, σ. 12, §45).
36. Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να επαναλάβει επίσης ότι η Σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εγγυάται δικαιώματα συγκεκριμένα και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά και πλασματικά (μεταξύ άλλων, Artico, προηγουμένως, §33 ; Capeau c. Belgique, no 42914/98, § 21, CEDH 2005 I). Επομένως, και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν παύει να βρίσκεται σε ισχύ στην κατ’ έφεση διαδικασία μόνον από το γεγονός ότι η πρωτόδικη διαδικασία οδήγησε στην καταδίκη του προσφεύγοντος. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα αντέκρουε τον ίδιο τον ρόλο της έφεσης, κατά την οποία ο αρμόδιος δικαστής είναι υποχρεωμένος να επανεξετάσει και τα πραγματικά και τα νομικά ζητήματα της πρωτόδικης απόφασης. Το τεκμήριο αθωότητας θα ήταν έτσι μη εφαρμοστέο σε μία διαδικασία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος ζητά μία νέα δικανική κρίση της υποθέσεώς του και αποσκοπεί στην ανατροπή της προηγούμενης καταδίκης του.
37. Μένει, πάντως, στο Δικαστήριο να εξετάσει αν οι δηλώσεις για την καταδίκη του προσφεύγοντος έλαβαν χώρα σε τέτοιες περιστάσεις και διατυπώθηκαν με τέτοιο τρόπο που μπορούσαν να θεωρηθούν ικανές να επηρεάσουν την εκτίμηση του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου η υπόθεση ήταν εκκρεμής. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο θα ερευνήσει αν οι επίμαχες φράσεις των αξιωματούχων οδηγούσαν στην σκέψη ότι αυτοί είχαν προδικάσει την επανεξέταση της υποθέσεως που θα γινόταν από το αρμόδιο δικαστήριο. β) Ως προς τον σεβασμό της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας
38. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο επισημαίνει ευθύς εξαρχής ότι οι επίμαχες δηλώσεις έγιναν από τον Πρωθυπουργό και δύο Υπουργούς του. Προέρχονταν δηλαδή από τους πιο υψηλούς κρατικούς αξιωματούχους. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι αυτοί οι αξιωματούχοι ήταν δεσμευμένοι να σέβονται το τεκμήριο της αθωότητας (Y.B. et autres c. Turquie, nos 48173/99 et 48319/99, § 43, 28.10.2004). Εξ άλλου, οι δηλώσεις αυτές έγιναν όταν η υπόθεση εκκρεμούσε στο εφετείο. Επιπλέον δε, το (πρωτόδικο) Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών είχε διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του προσφεύγοντος μέχρι την έκδοση της εφετειακής απόφασης (Nölkenbockhoff, προηγουμένως, §46). Συνεπώς, παρά την πρωτόδικη καταδίκη του προσφεύγοντος, η αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.
– Ως προς το ζήτημα της προσωποποίησης των επίμαχων αναφορών
39. Σχετικά με τις αναφορές του Υφυπουργού Οικονομικών, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πρόθεση των δηλώσεών του, στο πλαίσιο μίας κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης, ήταν να ασκήσει κριτική στο Σοσιαλιστικό Κόμμα για τους δεσμούς που διατήρησε με πρόσωπα που είναι εμπλεκόμενα στην υπόθεση. Το Δικαστήριο σημειώνει ιδιαίτερα ότι ο Υφυπουργός Οικονομικών χρησιμοποίησε φράσεις όπως «Τους διορίσατε υπηρεσιακούς Υπουργούς Τύπου, πρέσβεις εκ προσωπικοτήτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όταν ήδη είχαν αρχίσει να δημοσιοποιούνται τα σκάνδαλα στο Πάντειο;». Το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι λεπτομέρειες αυτές καθιστούσαν πολύ εύκολα αναγνωρίσιμο τον προσφεύγοντα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τον φάκελο, κανένας άλλος καταδικασθείς με την υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση δεν συγκεντρώνει αυτή την περιγραφή (Y.B. et autres, προηγουμένως, §48, και Pandy c. Belgique, no 13583/02, § 45, 21.9.2006). Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν δεν αναφέρθηκε ονομαστικώς, ο προσφεύγων προσδιορίστηκε [φωτογραφήθηκε] χωρίς αμφιβολία με τις φράσεις του Υφυπουργού Οικονομικών.
40. Όσον αφορά τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, στις 2 Ιουλίου 2007, και του Υπουργού Δικαιοσύνης, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτές δεν αναφέρουν ευθέως τον προσφεύγοντα. Ο Πρωθυπουργός περιέγραψε την παρούσα υπόθεση ως πρωτοφανές σκάνδαλο υπεξαίρεσης προς όφελος των εμπλεκομένων προσώπων. Από την πλευρά του ο Υπουργός Δικαιοσύνης εξεφράσθη ενώπιον του Κοινοβουλίου επί του «σκανδάλου του Πάντειου», συμπληρώνοντας ότι η ελληνική δικαιοσύνη καταδίκασε με «θάρρος και παρρησία» όλους αυτούς που προηγουμένως η Αντιπολίτευση δήθεν προστάτευε. Ακόμη κι αν οι δηλώσεις αυτές δεν υπεδείκνυαν ονομαστικά τον προσφεύγοντα, εν τούτοις έκαναν ρητή αναφορά στην ποινική υπόθεση και στα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι η υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καταδίκασε πρωτοδίκως τον προσφεύγοντα μεταξύ άλλων εννέα κατηγορουμένων, δηλαδή, μίας καλά προσδιορισμένης ομάδας προσώπων. Προσδίδει, επίσης, ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η υπ’αριθ. 1969/2005 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι ο προσφεύγων έπαιξε «πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάπραξη των κακουργηματικής μορφής αξιόποινων πράξεων». Επιπλέον, η υπόθεση είχε γίνει ειδικό θέμα των μέσων μαζικής επικοινωνίας στην Ελλάδα και ο προσφεύγων είχε στο παρελθόν διατελέσει Πρύτανης της Παντείου, υπηρεσιακός (ad interim) Υπουργός Τύπου και Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Τα ανωτέρω αρκούν στο Δικαστήριο για να συμπεράνει ότι, εξαιτίας της ανάμειξής του στην επίδικη υπόθεση, του κύρους και των αξιωμάτων που κατείχε στο παρελθόν, οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Δικαιοσύνης αναφέρονταν στον προσφεύγοντα σε τέτοιο βαθμό που τον καθιστούσαν αναγνωρίσιμο. – Ως προς το περιεχόμενο των επίμαχων δηλώσεων
41. Σχετικά με τον Πρωθυπουργό, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι δηλώσεις του παρέπεμπαν στην υπόθεση αυτή, χωρίς ωστόσο να υπάρχει άμεση αναφορά στην εκκρεμή ποινική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου. Βεβαίως, η έκφραση «σκάνδαλο άνευ προηγουμένου» θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, καθώς θα μπορούσε να δώσει αρνητική χροιά στο περιεχόμενο των δηλώσεων του Πρωθυπουργού, αλλά και στην ίδια την υπόθεση. Ωστόσο, το Δικαστήριο εκτιμάει ότι, στο σύνολό τους, οι αμφισβητούμενες εκφράσεις μάλλον αποτελούν μία γενική αναφορά στο αντικείμενο της υποθέσεως παρά μία απόπειρα να προδικάσουν την απόφαση του Εφετείου. Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι όσον αφορά τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§2 της Συμβάσεως.
42. Αναφορικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Υφυπουργός χρησιμοποίησε κυρίως τις εκφράσεις «απατεώνες» και «εσείς κλέβετε μέχρι κι ο ένας τον άλλον». Δεν περιορίστηκε σε μία απλή μνεία της καταδίκης του προσφεύγοντος σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 2444/2007 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων, επιλογή που θα ήταν απόλυτα σύμφωνη με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Ως προς αυτήν την παρατήρηση, αξίζει να σημειωθεί ότι, καθώς η απόφαση αυτή δεν είχε ακόμη καθαρογραφεί, ο Υφυπουργός Οικονομικών χρησιμοποίησε τις ανωτέρω εκφράσεις χωρίς να γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίστηκε το Εφετείο Κακουργημάτων για να ανακοινώσει την ετυμηγορία του. Για το Δικαστήριο, τόσο απόλυτες και τόσο λίγο επιφυλακτικές εκφράσεις ήταν πιθανό να οδηγήσουν το κοινό να πιστέψει στην οριστική ενοχή του προσφεύγοντος. Ιδιαιτέρως, η λέξη «απατεώνας» αποτελούσε προσωπική του ερμηνεία, με έντονα αρνητική χροιά, της υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφασης έναντι του προσφεύγοντος. Επιπλέον, η έκφραση «εσείς κλέβετε μέχρι κι ο ένας τον άλλον», αναφερόμενη με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο στον προσφεύγοντα, παρουσιάστηκε ως μία νέα εκτίμηση των γεγονότων στην οποία θα προέβαινε το Εφετείο προκειμένου να εκδώσει απόφαση με ισχύ δεδικασμένου. Συνοψίζοντας, οι επίμαχες εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο Υφυπουργός Οικονομικών φαίνεται να αντανακλούν την προσωπική του εκτίμηση της κατάστασης προδικάζοντας ενδεχομένως την απόφαση του Εφετείου.
43. Όσον αφορά τα λεγόμενα του Υπουργού Δικαιοσύνης, το Δικαστήριο εκτιμάει, πρώτον, ότι δεν χρησιμοποίησε τόσο απόλυτες εκφράσεις όσο ο Υφυπουργός Οικονομικών για να αναφερθεί στην καταδίκη όσων εμπλέκονταν σε αυτήν την υπόθεση. Συνεπώς, οι εκφράσεις του δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προσωπική εκτίμηση, με αρνητική χροιά, της υπ’ αριθμ. 2444/2007 απόφασης. Όμως, πρέπει εξίσου να σημειωθεί ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης είχε δηλώσει πως η ελληνική δικαιοσύνη είχε καταδικάσει «με θάρρος και τόλμη» όσους εμπλέκονταν σε αυτή την υπόθεση. Αυτή η έκφραση θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση ότι ο συγκεκριμένος Υπουργός ήταν ικανοποιημένος με την υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση και προέτρεπε το Εφετείο, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η υπόθεση, να επιβεβαιώσει την προαναφερθείσα ετυμηγορία. Επ’αυτού, πρέπει να ληφθούν, ιδίως, υπόψη τα συγκεκριμένα πολιτικά καθήκοντα του Υπουργού αυτού εκείνη την περίοδο. Με την ιδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, ενσάρκωνε την πολιτική εξουσία που είχε κατ’εξοχήν υπό την αιγίδα της την οργάνωση και σωστή λειτουργία των δικαστηρίων. Επομένως, θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός ως προς τη χρήση εκφράσεων που θα έδιναν ενδεχομένως την εντύπωση ότι αποβλέπει να επηρεάσει την έκβαση της υποθέσεως που εκκρεμούσε ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο υποστηρίζει ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο Υπουργός Δικαιοσύνης φάνηκαν να προδίκασαν την απόφαση του Εφετείου.
44. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον ισχυρισμό της ελληνικής κυβέρνησης σύμφωνα με τον οποίο δίνεται σημασία στη χρονική απόσταση που χωρίζει τις επίμαχες αυτές εκφράσεις από την κατ’ έφεση εξέταση της υποθέσεως. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υπόθεση παραμένει εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου και, συνεπώς, οι επίμαχες εκφράσεις δεν δύνανται να επηρεάσουν τούτο το δικαστήριο μετά την παρέλευση ενός τόσο μεγάλου εύλογου χρονικού διαστήματος. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η συμβατότητα των επικριτικών εκφράσεων με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας καθορίζεται σε συνάρτηση με τη στιγμή που είχαν ειπωθεί. Επομένως, το χρονικό διάστημα που ενδέχεται να τις χωρίζει από την επί της ουσίας εξέταση ή επανεξέταση της υποθέσεως δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο στην εκτίμηση της αιτίασης που αντλείται από το άρθρο 6§2 της Σύμβασης. Πάντως, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το να αποδεχτεί τον ισχυρισμό της ελληνικής κυβέρνησης θα οδηγούσε σε παράλογο συμπέρασμα σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης, ότι δηλαδή όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια μιας ποινικής διαδικασίας τόσο μπορεί να ελαχιστοποιηθεί η προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας τελεσθείσα σε ένα ορισμένο στάδιο της ίδιας διαδικασίας.
45. Συνοψίζοντας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Υφυπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Δικαιοσύνης στις δηλώσεις τους της 11 Ιουνίου 2007 και 12 Φεβρουαρίου 2008 αντίστοιχα επέλεξαν φρασεολογία που ξεπερνούσε κατά πολύ την απλή αναφορά στην καταδίκη με την υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση. Το Δικαστήριο δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο γεγονός ότι οι εν λόγω δηλώσεις προήλθαν από υψηλόβαθμα πολιτικά πρόσωπα και, ιδιαιτέρως στην περίπτωση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από μία αρχή που λόγω του ρόλου της υποτίθεται ότι κρατάει ιδιαίτερα συγκρατημένη στάση όσον αφορά το σχολιασμό δικαστικών αποφάσεων. Τα στοιχεία αυτά αρκούν για να καταλήξει το Δικαστήριο ότι υπήρξε, εν προκειμένω, παραβίαση του άρθρου 6§2 της Σύμβασης ως προς την εκκρεμή διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης.
ΙΙ. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
46. Ο προσφεύγων παραπονείται ότι οι ισχυριζόμενες παρατυπίες της διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων καθώς επίσης το ότι αγνοήθηκε το τεκμήριο του τεκμηρίου αθωότητας αποτελούν προσβολή του άρθρου 8 της Σύμβασης.
Επί του παραδεκτού
47. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε καμία διευκρίνιση ως προς αυτήν την αιτίαση και με τον τρόπο που αυτή παρουσιάστηκε δεν παρατηρείται καμία παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το τμήμα αυτό της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο υπό την έννοια του άρθρου 35 §§ 3 α) και 4 της Σύμβασης.
ΙΙΙ. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
48. Ο προσφεύγων παραπονείται ότι δεν διέθετε κανένα ένδικο μέσο στο εσωτερικό δίκαιο προκειμένου να εγείρει τις αιτιάσεις που αντλούνται από την επικαλούμενη παραβίαση των άρθρων 6 §§ 1, 2 και 3 καθώς επίσης του άρθρου 8 της Σύμβασης. Επικαλείται το άρθρο 13 της Σύμβασης που ορίζει τα εξής: «Παv πρόσωπov τoυ oπoίoυ τα αvαγvωριζόμεvα εv τη (…)Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαv, έχει τo δικαίωμα πραγματικής πρoσφυγής εvώπιov εθvικής αρχής, έστω και άv η παραβίασις διεπράχθη υπό πρoσώπωv εvεργoύvτωv εv τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων του.»
Α. Επί του παραδεκτού
49. Όσον αφορά τα τμήμα της αιτίασης που αντιστοιχούν στο τεκμήριο αθωότητας του προσφεύγοντος σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης, το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν είναι προδήλως αβάσιμα υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης. Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν προσκρούσει σε κανένα άλλο λόγο απαραδέκτου. Συνεπώς, πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
50. Επίσης, το Δικαστήριο σημειώνει πως ο προσφεύγων παραπονείται ότι δεν είχε στη διάθεσή του μια πραγματική προσφυγή προκειμένου να παραπονεθεί για την προσβολή των άρθρων 8, 6 §§ 1 και 3 καθώς επίσης του άρθρου 6 § 2 της Σύμβασης αναφορικά με την υπ’ αριθμ. 1969/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά και των δηλώσεων του Πρωθυπουργού. Ως προς αυτό, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης απαιτεί εθνικό ένδικο μέσο μόνο για όσες καταγγελίες θεωρούνται «υπερασπίσιμες» στο πλαίσιο της Σύμβασης (μεταξύ άλλων, Σαμπάνης και άλλοι κατά Ελλάδας, Νο 32526/05, § 55, 5 Ιουνίου 2008). Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση για τις αιτιάσεις που αντλούνται από το άρθρο 8, αλλά και το άρθρο 6 §§ 1 και 3. Το ίδιο ισχύει για τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού λαμβάνοντας υπόψη το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο σχετικά με το άρθρο 6 § 2 (βλέπε την ανωτέρω παράγραφο 41).
51. Ως εκ τούτου, το μέρος αυτό της προσφυγής κηρύσσεται προδήλως αβάσιμο και απορρίπτεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3 α) και 4 της Σύμβασης.
. Επί της ουσίας
52. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν ο προσφεύγων είχε στη διάθεσή του κάποιο ένδικο μέσο στο εσωτερικό δίκαιο προκειμένου να εγείρει την αιτίαση που αντλείται από την παραβίαση του άρθρου 6 §2 σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης σε βάρος του ιδίου.
53. Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της εν λόγω διάταξης. Σημειώνει ότι ο ενδιαφερόμενος είχε στη διάθεσή του την αγωγή αποζημίωσης όπως αυτή προβλέπεται από τα άρθρα 57 και 59 του αστικού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα.
54. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται πως δεν είχε στη διάθεσή του κάποιο ένδικο μέσο που θα του εξασφάλιζε επαρκή αποκατάσταση της διαπιστωθείσας παραβίασης.
55. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης προβλέπει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής για όσες παραβιάσεις θεωρούνται «υπερασπίσιμες» στο πλαίσιο της Σύμβασης. Μια τέτοια προσφυγή πρέπει να της παρέχει την αρμοδιότητα να εξετάσει το περιεχόμενο της αιτίασης που θεμελιώνεται στη Σύμβαση και να προσφέρει την κατάλληλη αποκατάσταση, ακόμη κι αν τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν μια ορισμένη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώνονται στις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η διάταξη αυτή. Η προσφυγή που απαιτείται από το άρθρο 13 πρέπει να είναι «πραγματική» από πρακτικής και νομικής άποψης (βλέπε ανωτέρω, Hassan και Tchaouch, §§ 96-98, ΕΔΑΔ 2000-ΧΙ, και Μητροπολιτική Εκκλησία της Βεσσαραβίας και άλλοι κατά Μολδαβίας, Νο 45701/99, § 136-137, ΕΔΑΔ 2001-ΧΙΙ).
56. Λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους απέρριψε την ένσταση της μη εξάντλησης των εθνικών ένδικων μέσων που προέβαλε η ελληνική κυβέρνηση βασιζόμενη στα άρθρα 57 και 59 του αστικού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα (βλέπε ανωτέρω παραγράφους 28 και 29) και δεδομένου ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν αναφέρει κανένα άλλο ένδικο μέσο στο οποίο θα μπορούσε να προσφύγει ο αιτών προκειμένου να πετύχει την αποκατάσταση της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ελληνική κυβέρνηση παραβίασε τις υποχρεώσεις της απέναντι στο άρθρο 13 της Σύμβασης.
57. Επομένως, υπάρχει παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης ως προς τα ανωτέρω.
ΙV. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
58. Το άρθρο 41 της Σύμβασης ορίζει τα ακόλουθα: «Εάv τo Δικαστήριo κρίvει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή τωv Πρωτoκόλλωv της, και αv τo εσωτερικό δίκαιo τoυ Υψηλoύ Συμβαλλόμεvoυ Μέρoυς δεv επιτρέπει παρά μόvo ατελή εξάλειψη τωv συvεπειώv της παραβίασης αυτής, τo Δικαστήριo χoρηγεί, εφόσov είvαι αvαγκαίo, στov παθόvτα δίκαιη ικαvoπoίηση.»
Α. Βλάβη
59. Ο προσφεύγων ζητά 500.000 Ευρώ (EUR) για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκλήθηκε λόγω της παραβίασης των άρθρων 6§2 και 13 της Σύμβασης.
60. Η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί το ποσό αυτό υπερβολικό. Εκτιμάει ότι οι διαπιστώσεις της παραβίασης αποτελούν από μόνες τους επαρκή και δίκαιη αποζημίωση για ηθική βλάβη.
61. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι διαπίστωσε παραβίαση των άρθρων 6 § 2 και 13 της Σύμβασης. Αποφασίζοντας αμερόληπτα, το Δικαστήριο επιδικάζει στον προσφεύγοντα το ποσό των 12.000 Ευρώ (EUR) για ηθική βλάβη συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος.
. Έξοδα και δικαστική δαπάνη
62. Ο προσφεύγων ζητά το ποσό των 14.000 Ευρώ (EUR) για την καταβολή των εξόδων όσον αφορά την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίζοντας τις σχετικές αποδείξεις.
63. Η ελληνική κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα του προσφεύγοντος ή αλλιώς να μην του επιδικάσει ποσό που υπερβαίνει τα 1.500 Ευρώ (EUR).
64. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 της Σύμβασης προϋποθέτει ότι αποδεικνύονται πραγματικά, αναγκαία και, επίσης, εύλογα ως προς το ύψος τους (Ιατρίδης κατά Ελλάδας [GC], Νο 31107/96, § 54, ΕΔΑΔ 2000-XI). Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που έχει στην κατοχή του και τα προαναφερθέντα κριτήρια, το Δικαστήριο θεωρεί εύλογο να επιδικάσει στο προσφεύγοντα το ποσό των 10.000 Ευρώ (EUR) συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
65. Το Δικαστήριο κρίνει σωστό να υπολογίσει το ύψος των τόκων υπερημερίας με βάση το επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας προσαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
1. Κηρύσσει παραδεκτή την αιτίαση που αντλείται από το άρθρο 6§2 σχετικά με τις δηλώσεις μελών της κυβέρνησης και την αιτίαση που αντλείται από το άρθρο 13 της Σύμβασης σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης, ενώ κηρύσσει απαράδεκτα τα περαιτέρω της προσφυγής,
2. Αποφαίνεται ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§2 της Σύμβασης σχετικά με τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού,
3. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§2 της Σύμβασης σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης,
4. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης,
5. Αποφαίνεται ότι α) το εναγόμενο, ήτοι το ελληνικό κράτος, πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα, εντός τριών μηνών μετά την ημερομηνία που θα καταστεί η απόφαση τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, το ποσό των 12.000 Ευρώ (EUR) (δώδεκα χιλιάδων Ευρώ) για ηθική βλάβη και το ποσό των 10.000 Ευρώ (EUR) (δέκα χιλιάδων Ευρώ) για έξοδα και δικαστική δαπάνη, συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος από τον προσφεύγοντα. β) ότι από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, τα ποσά αυτά θα αυξάνονται με απλό τόκο με επιτόκιο ίσο προς το ισχύον κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
6. Απορρίπτει την αίτηση δίκαιης ικανοποίησης για τα περαιτέρω.
Ενημερωτικό σημείωμα
Εξετάζοντας το ζήτημα αν μπορεί ο πρωθυπουργός της χώρας ή οι υπουργοί του να αποφαίνονται εντός της Βουλής περί της ενοχής κατηγορουμένου έστω κι αν ο τελευταίος έχει καταδικαστεί πρωτόδικα και εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσής του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμήνευσε για πρώτη φορά τόσο προστατευτικά για τον κατηγορούμενο το τεκμήριο αθωότητας του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι σε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας δεν οδηγούν μόνον οι δηλώσεις δικαστικών αλλά και υψηλών πολιτειακών παραγόντων, έστω κι αν αυτές πραγματοποιούνται στο Κοινοβούλιο και έχει ήδη προηγηθεί η πρωτόδικη καταδίκη των κατηγορουμένων. Σημειώνεται ότι η υπόθεση των οικονομικών ατασθαλιών στο Πάντειο εκδικάζεται αυτό τον καιρό σε δεύτερο βαθμό στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων.
Στο στόχαστρο του Δικαστηρίου βρέθηκαν οι δηλώσεις του τότε Πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή, του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης Σ. Χατζηγάκη και του τότε Υπουργού Π. Δούκα. Και ναι μεν οι δηλώσεις Καραμανλή είχαν στοιχεία αμφισβήτησης της αθωότητας αλλά δεν “φωτογράφιζαν” προσωπικά τον Κώνστα, όπως συνέβη, πάντοτε κατά το Δικαστήριο, με εκείνες Χατζηγάκη και Δούκα.
Το Δικαστήριο επιδίκασε στον Κώνστα συνολικό ποσό 22.000 ευρώ για ηθική βλάβη και δικαστικά έξοδα.
Συγγενείς αποφάσεις Στρασβούργου: Allenet de Ribemont κατά Γαλλίας (10.2.1995), Daktaras κατά Λιθουανίας (10.10.2000), Lavents κατά Λιθουανία (28.11.2002), Adolf κατά Αυστρίας (26.3.1982).

[…]
1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκείται εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, ζητείται η αναίρεση της 119/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που με αυτήν έγινε δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας και υποχρεώθηκε το Δημόσιο να της καταβάλει, επί διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση σύμβασης δασοπυρόσβεσης, τόκους από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση του κεφαλαίου των απαιτήσεών της, υπολογιζόμενους όχι με βάση το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944) επιτόκιο 6%, αλλά με βάση το γενικώς ισχύον επιτόκιο.
2. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Η αναιρεσίβλητη εταιρία, με τις 480/2001 και 479/2001 συμβάσεις που συνήψε με το ελληνικό Δημόσιο, μετά τη διενέργεια δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού, ανέλαβε την παροχή προς αυτό υπηρεσιών δασοπυρόσβεσης με τη χρήση ελικοπτέρων και το απαιτούμενο προσωπικό λειτουργίας και υποστήριξης αυτών, κατά την αντιπυρική περίοδο του έτους 2001. Σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, η παρακολούθηση και η οριστική παραλαβή των υπηρεσιών δασοπυρόσβεσης γινόταν από επιτροπή, που είχε συσταθεί για το σκοπό αυτό, η οποία συνέτασσε τα σχετικά πρωτόκολλα τμηματικής, οριστικής, ποιοτικής και ποσοτικής παραλαβής στο τέλος κάθε μήνα, ενώ η συμβατική αξία, με βάση τα πρωτόκολλα, ήταν καταβλητέα εξ ολοκλήρου με την οριστική παραλαβή των υπηρεσιών. Κατ’ εφαρμογή των όρων αυτών των συμβάσεων, η εταιρία εξέδωσε, μετά την οριστική παραλαβή των υπηρεσιών της, τα τιμολόγια 274/480/05/1.10.2001, 312/480/06/8.11.2001, 274/479/06/1.10.2001, 312/479/07/8.11.2001 και 348/479/Ε102/14.12.2001, για ποσά ανερχόμενα (μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων) σε 2.465.342,61, 2.102.926,17, 1.422.313,04, 1.592.240,79 και 616.335,66 ευρώ αντιστοίχως. Με την από 16.1.2002 αγωγή της η εταιρία ζήτησε αρχικά να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφλησή τους: α) ποσό 9.919.638 ευρώ, που αποτελούσε την αξία επτά τιμολογίων που εξέδωσε για την είσπραξη αμοιβής της για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, καθώς και β) ποσό 880.411 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική της βλάβη. Μετά την ικανοποίηση από το Δημόσιο μέρους των απαιτήσεών της, η εταιρία, με το από 10.11.2003 υπόμνημά της, περιόρισε το αρχικό αίτημά της και ζήτησε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφλησή του, το ποσό των 616.335,61 ευρώ, που αφορά την αξία του 348/479/Ε102/14.12.2001 ανεξόφλητου τιμολογίου και το ποσό των 333.458,12 ευρώ, που αφορά τόκους υπερημερίας εξοφληθέντων -μετά την από 17.1.2002 επίδοση της αγωγής- τεσσάρων τιμολογίων συνολικής αξίας 7.582.822,61 ευρώ, υπολογιζόμενους, με βάση το γενικώς ισχύον κατά την κρίσιμη περίοδο, επιτόκιο, ύψους 11,25%. Η ανωτέρω αγωγή, όπως περιορίσθηκε το αίτημά της έγινε δεκτή από το Διοικητικό Εφετείο. Ειδικότερα, κατά την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, από τα προαναφερθέντα πέντε τιμολόγια τα τέσσερα πρώτα τα εξόφλησε το Δημόσιο στις 21.6.2002 (τα δύο πρώτα) και στις 21.5.2002 (τα δύο επόμενα), ενώ το τελευταίο δεν το εξόφλησε, με την αιτιολογία της έλλειψης σχετικής πίστωσης στον προϋπολογισμό. Το εν λόγω τιμολόγιο 348/479/Ε102/14.12.2001 αφορούσε υπηρεσίες δασοπυρόσβεσης (από 16.6.2001 έως 26.7.2001), την ορθή εκτέλεση των οποίων διαπίστωσε η αρμόδια τριμελής επιτροπή, η οποία συνέταξε προς τούτο το από 29.11.2001 πρωτόκολλο παραλαβής τους. Την αμοιβή για τις εν λόγω υπηρεσίες, που ανερχόταν στο ποσό των 616.335,61 ευρώ, δεν την κατέβαλε το Δημόσιο στην αναιρεσίβλητη εταιρία, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και για τούτο, κατά την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης, έπρεπε να υποχρεωθεί να την καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφλησή της. Περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, το ποσοστό του επιτοκίου (υπερημερίας και νόμιμου), που ισχύει για τις οφειλές του Δημοσίου, ανέρχεται σε 6% (από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι με τις συμβάσεις είχε συμφωνηθεί άλλο επιτόκιο) και ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (ήτοι από την επίδοση της αγωγής στις 17.1.2002 και έως την εξόφληση των οφειλών των τεσσάρων τιμολογίων στις 21.5.2002 και 21.6.2002) το ποσοστό του γενικώς ισχύοντος επιτοκίου (υπερημερίας και νόμιμου) ήταν υψηλότερο από το πιο πάνω ποσοστό, συγκεκριμένα δε ανερχόταν σε 11,25%, και εκτιμώντας ότι δεν προέκυπτε ότι υπήρχε κάποιος λόγος δημόσιας ωφέλειας που να καθιστούσε ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, ενώ ούτε το Δημόσιο επικαλούνταν την ύπαρξη τέτοιου λόγου, έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης και είναι, ως εκ τούτου, μη εφαρμοστέα. Κατόπιν αυτών, το δικάσαν δικαστήριο υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη εταιρία: α) το ποσό των 331.120,90 ευρώ, ως τόκους υπερημερίας, για την καθυστέρηση εξόφλησης των τεσσάρων τιμολογίων, υπολογιζόμενους, από την επίδοση της αγωγής στο Δημόσιο (17.1.2002) έως την εξόφλησή τους ( 21.5.2002 και 21.6.2002), με βάση το γενικώς ισχύον, κατά την περίοδο αυτή, επιτόκιο 11,25%, β) το ποσό των 616.335,61 ευρώ, που αποτελεί την αξία του ανεξόφλητου υπ’ αριθ.348/479/Ε102/14.12.2001 τιμολογίου και γ) τόκους που αφορούν το επιδικασθέν ποσό των 616.335,61 ευρώ, από την επίδοση της αγωγής στο Δημόσιο έως την εξόφλησή του, υπολογιζόμενους με βάση το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο ως εξής:11,25% από 18.1.2002 έως 5.12.2002, 10,75% από 6.12.2002 έως 6.3.2003, 10,50% από 7.3.2003 έως 5.6.2003 και 10% από 6.6.2003 ή με όποιο επιτόκιο υπερημερίας ισχύσει γενικώς στη συνέχεια και έως την εξόφληση του ανωτέρω ποσού. Με την υπό κρίση αίτηση το Δημόσιο ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτή το Διοικητικό Εφετείο, κρίνοντας αντίθετη προς το Σύνταγμα και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και μη εφαρμοστέα τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, δέχθηκε ότι οι οφειλόμενοι τόκοι πρέπει να υπολογισθούν με βάση το γενικώς εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας.
3. Επειδή, στο άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26-6/10-7-1944, Α΄139), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 – Α΄164), ορίζεται ότι: “Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής”. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας και του νομίμου επιτοκίου που ίσχυε για τις οφειλές του Δημοσίου από τις 17.1.2002, οπότε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη επέδωσε την αγωγή της στο Δημόσιο, μέχρι την εξόφληση των τεσσάρων τιμολογίων(στις 21.5.2002 και 21.6.2002), ανερχόταν σε 6%. Καθ’ όλο, όμως, το διάστημα τούτο, το ποσοστό του γενικώς ισχύοντος επιτοκίου (υπερημερίας και του νομίμου επιτοκίου) ήταν υψηλότερο από το ανωτέρω ποσοστό, ανερχόμενο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ν.2842/2000, σε 11,25%. Το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, το γενικώς ισχύον επιτόκιο ανερχόταν σε 10,75% από 6.12.2002 έως 6.3.2003, σε 10,50% από 7.3.2003 έως 5.6.2003, σε 10% από 6.6.2003 έως 5.12.2005, σε 10,25% από 6.12.2005 έως 7.3.2006, σε 10,50% από 8.3.2006 έως 14.6.2006, σε 10,75% από 15.6.2006 έως 8.8.2006, σε 11% από 9.8.2006 έως 10.10.2006, σε 11,25% από 11.10.2006 έως 12.12.2006, σε 11,50% από 13.12.2006 έως 13.3.2007, σε 11,75% από 14.3.2007 έως 12.6.2007, σε 12% από 13.6.2007 έως 8.7.2008, σε 12,25% από 9.7.2008 έως 7.10.2008, σε 11,75% από 8.10.2008 έως 8.10.2008, σε 11,25% από 9.10.2008 έως 10.11.2008, σε 10,75% από 11.11.2008 έως 9.12.2008, σε 10% από 10.12.2008 έως 10.3.2009, σε 9,50% από 11.3.2009 έως 7.4.2009, σε 9,25% από 8.4.2009 έως 12.5.2009, σε 8,75% από 13.5.2009 έως 12.4.2011 και σε 9% από 13.4.2011 έως και τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως στις 2.5.2011. Στην κρινόμενη υπόθεση δεν έχει εφαρμογή το π.δ.166/2003 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2000/35 της 29.6.2000 για την “καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές”» (ΦΕΚ Α΄138/2003), δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι επίδικοι τόκοι αφορούν συμβάσεις συναφθείσες το έτος 2001.
4. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, με την οποία καθορίζεται το ύψος του τόκου των οφειλών του Δημοσίου δεν αποτελεί δικονομική αλλά ουσιαστική διάταξη και ως εκ τούτου, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτή τόκου, σε σχέση με τον εκάστοτε γενικώς ισχύοντα τόκο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα παραβίασης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου (πρβλ. ΣτΕ1663/2009 Ολομ. και ΕΔΔΑ, απόφαση Μεϊδάνης κατά Ελλάδας, της 22.5.2008, σκέψεις 34 έως 36).
5. Επειδή, όπως έχει ήδη κρίνει η Ολομέλεια του Δικαστηρίου (ΣτΕ 1663/2009 Ολομ.), η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι: “Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου”, έχει πεδίο εφαρμογής και σε σχέσεις δημοσίου δικαίου, αν με συγκεκριμένη ουσιαστικού περιεχομένου ρύθμιση, που δεν ανάγεται στην άσκηση δημόσιας εξουσίας από τα όργανα του Δημοσίου, θεσπίζεται υπέρ αυτού έναντι των ιδιωτών αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση, χωρίς να συντρέχει προς τούτο λόγος δημόσιου συμφέροντος. Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), η υπέρ του Δημοσίου, μη δικαιολογούμενη από αποχρώντα λόγο δημόσιου ή γενικού συμφέροντος, διαφοροποίηση του ύψους του επιτοκίου που αφορά τις οφειλές του, σε σχέση με το ύψος του επιτοκίου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, συνιστά παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., (κυρωθείσης με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 ΦΕΚΑ΄ 256), με το οποίο ορίζεται ότι “Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. …” (βλ. απόφαση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος της 22ας Μαίου 2008).
6. Επειδή, ο τόκος δεν αποτελεί μόνον το παρεχόμενο στο δανειστή αντάλλαγμα για τη χρήση από τον οφειλέτη του κεφαλαίου του χρέους (συναρτώμενος, μεταξύ άλλων, και από τη γενικότερη κατάσταση της οικονομίας και το χρόνο αποπληρωμής), αλλά καλύπτει, εξυπηρετώντας την ασφάλεια των συναλλαγών, και τον κίνδυνο, που διατρέχει ο δανειστής, της μη αποπληρωμής της οφειλής. Μέρος, δηλαδή, του τόκου ενσωματώνει αξία αντίστοιχη προς τον εν λόγω κίνδυνο. Ως εκ τούτου, το ύψος του τόκου ευλόγως διαμορφώνεται ανάλογα και προς τον κίνδυνο της ενδεχόμενης αδυναμίας καταβολής του χρέους, δημοσίου ή ιδιωτικού και συνεπώς, δικαιολογημένα το ύψος του τόκου διαφοροποιείται ανάλογα με τη φερεγγυότητα (πιστοληπτική ικανότητα) του οφειλέτη. Το ελληνικό Κράτος διαχρονικά είναι, χωρίς αμφιβολία, πλέον αξιόπιστος οφειλέτης σε σχέση με τους ιδιώτες οφειλέτες. Πράγματι, το ελληνικό Δημόσιο μπορεί μεν, λόγω της κακής του οικονομικής κατάστασης, να καθυστερεί ενίοτε την πληρωμή των οφειλών του, αλλά πάντως αποδίδει, μεταπολεμικά και έως σήμερα, τα χρέη του, καταβάλλοντας και τους οφειλόμενους τόκους. Η τελευταία φορά που το ελληνικό Κράτος περιήλθε σε κατάσταση παύσης πληρωμών ανάγεται στο έτος 1932. Αντιθέτως, είναι κοινώς γνωστή, η εκτεταμένη και μοναδικής διάστασης για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, τα δε ανείσπρακτα βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη των ιδιωτών προς το Δημόσιο ανέρχονται σε τεράστιο ποσό, που υπερβαίνει τα τριάντα δισεκατομμύρια ευρώ. Άλλωστε, μια από τις βασικές αιτίες της σημερινής πρωτοφανούς δεινής δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας είναι η μη καταβολή προς το Δημόσιο βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων οφειλών των ιδιωτών. Τέλος, οι ιδιώτες οφειλέτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, δεν έχουν βεβαίως τη συνέχεια και διάρκεια ενός κράτους οφειλέτη. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει σαφώς ότι ο κίνδυνος, τον οποίο διαχρονικά διατρέχει το Δημόσιο ως δανειστής, όσον αφορά την καταβολή των προς αυτό οφειλών των ιδιωτών, είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι ιδιώτες δανειστές του. Κατά συνέπεια, η διαφοροποίηση του τόκου, νόμιμου ή υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του αντίστοιχου γενικώς ισχύοντος τόκου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, είναι, χωρίς αμφιβολία, κατ’ αρχήν, δικαιολογημένη. Ως εκ τούτου, το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε το δικαίωμα στην περιουσία που κατοχυρώνει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει και της εύλογης, εν προκειμένω, σχέσης των επιτοκίων (6% αφ’ ενός και 8,75 έως 12,25% αφ’ ετέρου, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 3).
7. Επειδή, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την προαναφερόμενη απόφαση 1663/2009 έκρινε, επικαλούμενη και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, (απόφαση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος της 22ας Μαίου 2008) ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου αντίκειται στις μνημονευθείσες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ως εισάγουσα αδικαιολόγητη υπέρ του Δημοσίου διαφοροποίηση μεταξύ του ύψους του τόκου, νομίμου και υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του αντίστοιχου γενικώς ισχύοντος τόκου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών. Και τούτο διότι, όπως έγινε δεκτό, μόνον το ταμειακό απλώς συμφέρον του Δημοσίου, το οποίο δεν ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διαφοροποίηση αυτή, δεδομένου μάλιστα ότι το Δημόσιο δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε την ύπαρξη κάποιου λόγου δημόσιου συμφέροντος, συναπτόμενου με την καλή άσκηση των δημοσίων λειτουργιών, που θα δικαιολογούσε την επίμαχη προνομιακή μεταχείρισή του. Το ΕΔΔΑ στην προαναφερόμενη απόφασή του (Μεϊδάνης κατά Ελλάδος), με την οποία κρίθηκε το ζήτημα της συμφωνίας με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της διαφοροποίησης του τόκου υπερημερίας, που εφαρμόζεται στις οφειλές των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και εκείνου που αφορά τις οφειλές των ιδιωτών, αφού δέχθηκε ότι μόνη η ένταξη στη δομή του Κράτους δεν αρκεί, καθεαυτή, για να καταστήσει νόμιμη, σε κάθε περίπτωση, την εφαρμογή των προβλεπόμενων για την καλή άσκηση των δημοσίων λειτουργιών, κρατικών προνομίων, περαιτέρω έκρινε ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ένα δημόσιο ή γενικό συμφέρον και να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος για σεβασμό της περιουσίας του δανειστή, που προκαλεί η ρύθμιση του άρθρου 7 του π.δ.496/1974, η οποία ορίζει το ύψος του τόκου, νομίμου ή υπερημερίας, σε 6%. Επιπλέον δε, επεσήμανε ότι η ελληνική Κυβέρνηση δεν προέβαλε κανέναν άλλο εύλογο και αντικειμενικό λόγο, ικανό να δικαιολογήσει την ανωτέρω διάκριση των επιτοκίων, σε σχέση με τις απαιτήσεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Με τη νεώτερη απόφαση, Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας της 25ης Ιουνίου 2009, το ΕΔΔΑ έκρινε το παρόμοιο ζήτημα της συμφωνίας με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της διαφοροποίησης του χρόνου παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου των υπαλλήλων του με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που αφορούν αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις (άρθρο 90 παρ. 3 του ν.2362/1995) και του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων του Δημοσίου (άρθρο 86 του ν.2362/1995). Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι προνόμια και ασυλίες του Κράτους είναι ενδεχομένως αναγκαία για την εκπλήρωση των δημοσίου συμφέροντος σκοπών του, μόνη, όμως, η ένταξη στη δομή του Κράτους δεν αρκεί, καθεαυτή, για να καταστήσει αποδεκτή, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, την εφαρμογή κρατικών προνομίων, αλλά θα πρέπει η εφαρμογή αυτή να είναι αναγκαία για την καλή άσκηση των δημοσίων λειτουργιών. Επανέλαβε δε ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ένα δημόσιο ή γενικό συμφέρον, το οποίο θα δικαιολογούσε, σε κάθε περίπτωση, την προσβολή των δικαιωμάτων του ατόμου. Ενόψει αυτών δέχθηκε ότι στην επίδικη περίπτωση, η προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου, ως προς το χρόνο παραγραφής των οφειλών του προς τους ιδιώτες, δεν ήταν δικαιολογημένη από λόγο δημοσίου συμφέροντος, διότι η ελληνική Κυβέρνηση επικαλέσθηκε, κατά τρόπο αφηρημένο και γενικό, τα δημοσιονομικά συμφέροντα του Κράτους, χωρίς, ωστόσο, να παρέχει συγκεκριμένα και συμπληρωματικά στοιχεία για την επίπτωση, που θα είχε “στη δημοσιονομική ισορροπία του Κράτους”, μία απόφαση υπέρ των αξιώσεων προσώπων που θα βρίσκονταν στην ίδια θέση με τον προσφεύγοντα.
8. Επειδή, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ, η διαφοροποίηση μεταξύ του τόκου, νομίμου και υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του γενικώς ισχύοντος τόκου, που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, μπορεί να δικαιολογηθεί από αποχρώντα λόγο δημόσιου ή γενικού συμφέροντος. Τέτοιο λόγο δεν αποτελεί το απλό ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, αποτελεί, όμως, η διασφάλιση “της δημοσιονομικής ισορροπίας του Κράτους”. Εν προκειμένω, η δημοσιονομική ισορροπία του ελληνικού Κράτους, όπως είναι γνωστό, έχει ήδη σοβαρότατα κλονισθεί. Το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος είναι τεράστια, ανερχόμενα σε πρωτοφανή, στην ιστορία των δημόσιων οικονομικών της Χώρας, επίπεδα. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπισή τους, λόγω και της διεθνούς συγκυρίας καθώς και των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και διοίκησης, εκτιμάται ως εξαιρετικά δυσχερής. Τα πρώτα άμεσα μέτρα, για την εξοικονόμηση πόρων, με μείωση των δημόσιων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων, έλαβε ο νομοθέτης με το ν.3833/2010 “Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης” (ΦΕΚ A’ 40/15.3.2010). Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα προς την άμεση και επιτακτική ανάγκη να προστατευθεί το εθνικό συμφέρον και πρόσφορα, προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στην ανάγκη μείωσης του υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζει η Συνθήκη της ΛΕΕ, σύμφωνα και με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Πράγματι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τις αποφάσεις του 2009/415/ΕΚ, 2010/291/ΕΕ, 2010/190/ΕΕ και 2010/182/ΕΕ διαπίστωσε την κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα και απηύθυνε σύσταση και προειδοποίηση για τη λήψη άμεσων μέτρων μείωσής του. Ήδη, όμως, από το 2004 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος και είχε ειδοποιήσει να ληφθούν άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανησυχητικής αυτής κατάστασης (αποφάσεις 2004/917/ΕΚ, 2005/334/ΕΚ, 2005/441/ΕΚ του Συμβουλίου). Με την ψήφιση του ν.3845/2010 ” Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Α΄65/2010) εφαρμόζεται πρόγραμμα οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής, προκειμένου να επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος, να διασφαλισθεί η δυνατότητα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και η αποφυγή της παύσης των πληρωμών του Κράτους, δηλαδή η αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης, με μακροχρόνιες, άκρως δυσμενείς, όχι μόνον οικονομικές και κοινωνικές, αλλά ενδεχομένως και εθνικές επιπτώσεις (βλ. την αιτιολογική έκθεση του ν.3845/2010 και τα προσαρτημένα στο νόμο αυτό Παραρτήματα). Η μείωση, συνεπώς, του δημοσίου χρέους δεν συνιστά έναν απλώς δημοσιονομικό στόχο, αλλά αποτελεί εθνικό διακύβευμα. Και τούτο διότι η δημοσιονομική κρίση έχει, εξαιτίας της πρωτοφανούς διάστασής της, χαρακτήρα εθνικής κρίσης. Επομένως, η διαφοροποίηση, μεταξύ του επιτοκίου που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του υψηλότερου επιτοκίου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, συνεπαγόμενη τον περιορισμό του κρατικού χρέους, είναι, τουλάχιστον από το 2004, αφότου επισήμως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος που συνιστούσε απειλή για τη δημοσιονομική ισορροπία της Χώρας, πλήρως δικαιολογημένη. Και τούτο διότι συμβάλλει στην επίτευξη ενός μείζονος εθνικού συμφέροντος σκοπού, εκείνου της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας αρχικά, ήδη δε της αποτροπής της οικονομικής κατάρρευσης της Χώρας. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ, από την επίμαχη διαφοροποίηση, με το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, των επιτοκίων δεν προκαλείται παραβίαση ούτε της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει και της εύλογης σχέσης των επιτοκίων.
9. Επειδή, για τους εκτεθέντες στις προηγούμενες σκέψεις (6 και 8) δύο λόγους, αυτοτελώς λαμβανόμενους υπόψη, οι οποίοι δεν είχαν εκτιμηθεί από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ, η ρύθμιση του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας αντιθέτως, έσφαλε και για τον βασίμως προβαλλόμενο σχετικό λόγο αναιρέσεως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του θα ήταν αναιρετέα. Λόγω, όμως, της μείζονος σπουδαιότητας του ανωτέρω ζητήματος και της εν τω μεταξύ, αντίθετης προς την απόφαση 1663/2009 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας νομολογίας επ’ αυτού του Αρείου Πάγου (βλ. ΑΠ 1127,1128/2010) πρέπει το εν λόγω ζήτημα, της συμφωνίας του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου προς το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ.18/1989. Ορίζεται δε εισηγητής η Σύμβουλος Β. Ραφτοπούλου.
Σημείωμα
Η παραπεμπτική αυτή απόφαση του ΣΤ’ Τμήματος ανοίγει εκ νέου το ζήτημα της συνταγματικότητας του τόκου υπερημερίας 6% που καταβάλει το Δημόσιο βάσει του αρ. 21 του Κώδικος Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, η διάταξη του οποίου είχε κριθεί αντισυνταγματική και αντίθετη προς το αρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 1663/2009, Αρμ 2009.925) και του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΟλΕΣ 513/2009,ΑρχΝ 2009.250), καθώς και από το Ειδικό Δικαστήριο του αρ. 88 Συντάγματος (ΕιδΔικ αρ. 88 Συντάγματος 1/2005, Δίκη 2006.157 – contra παγίως ο Άρειος Πάγος, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 363/2006). Ταυτόχρονα, η παρουσιαζόμενη εδώ απόφαση θέτει σε νέα βάση το ζήτημα του ταμειακού συμφέροντος του Δημοσίου ως λόγου δημοσίου συμφέροντος, υπό την ειδικότερη εκδοχή της προστασίας της «δημοσιονομικής ισορροπίας του Κράτους» (πρβλ ΟλΕΣ 166/2010, ΘΠΔΔ 2010.453, όπου γίνεται λόγος για την «αρχή την ακριβείας του Προϋπολογισμού» η τήρηση της οποίας αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος, σε αντίθεση με το στενώς ταμειακό συμφέρον του δημοσίου). Πρέπει, ωστόσο, να προσεχθεί η επισήμανση της ίδιας της απόφασης ότι εν προκειμένω, λόγω του χρόνου γένεσης της διαφοράς, δεν τυγχάνει εφαρμογής το πδ 166/2003, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2,3 και 4 του οποίου ο τόκος υπερημερίας υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά τρόπο ενιαίο για όλες τις πλήρωμες που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, ως τέτοια δε θεωρείται κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής.
Σ.Κ.


Την 10η Ιουνίου 2011, ημέρα Παρασκευή και ώρα 19.00,τη Μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (κεντρικό κτήριο, Πανεπιστημίου 30), θα αναγορευθούν επίτιμοι διδάκτορες του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Βασίλειος Σκουρής και ο Δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Χρήστος Ροζάκης.
Η πρόσκληση στο αρχείο .pdf που επισυνάπτεται.


Read the full article on the attached pdf file.
