Author Archives: admin

Μετανάστες, ιθαγένεια, δικαιωματα

Μεταναστευτικά ρεύματα και κοινωνική ένταξη στην σύγχρονη Ελλάδα – Παναγιώτης Μαντζούφας

Mετανάστες και δικαίωμα ψήφου – Χαράλαμπος Ανθόπουλος

Τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας – Νέδα Κανελλοπούλου

Κοινωνικά δικαιώματα, ιδιότητα του πολίτη και μετανάστες – Ακρίτας Καϊδατζής

H συμμετοχή αλλοδαπών στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ βαθμού: Τα συνταγματικά όρια διεύρυνσης των φορέων των πολιτικών δικαιωμάτων – Χρήστος Παπαστυλιανός

Μετανάστες και ιθαγένεια – Κώστας Χρυσόγονος

Αξίωση για ιθαγένεια. Γιατί και πότε – Ανδρέας Τάκης

Λαός ή έθνος; – Λίνα Παπαδοπούλου

Ιδεολογική ανάγνωση του Συντάγματος – Αντώνης Μανιτάκης

Η απόφαση του ΣτΕ και το εκλογικό αποτέλεσμα – Κώστας Χρυσόγονος

Οι δικαστές ως φύλακες του έθνους – Σταύρος Τσακυράκης

– Συνταγματικότητα των νέων ρυθμίσεων για την κτήση ιθαγένειας και τη συμμετοχή αλλοδαπών στις αυτοδιοικητικές εκλογές

ΣτΕ 350/2011 Τμ. Δ επταμ. με παρατηρήσεις Χρ. Παπαστυλιανού


– Απόφαση Συμβουλίου Επικρατείας (Ολομ.) 460/2013

– Ο αντίλογος για την ιθαγένεια. Το υπόμνημα της ΕΕΔΑΠ στην Ολομέλεια του ΣτΕ

Καταχώρηση: 06-11-2012     Κατηγορία: ΔΙΑΛΟΓΟΙ    

Γνωμοδότηση επί του ερωτήματος: «από ποιο υποσύνολο των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης των ΑΕΙ (εσωτερικά-εξωτερικά) θα πρέπει να επιλεγεί ο Πρόεδρός του;»

Σαράντης Κ. Ορφανουδάκης Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Γνωμοδότηση επί του ερωτήματος: «από ποιο υποσύνολο των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης των ΑΕΙ (εσωτερικά-εξωτερικά) θα πρέπει να επιλεγεί ο Πρόεδρός του;»
Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η
ΕΡΩΤΗΜΑ
Μου ετέθη το ακόλουθο ερώτημα: από ποιο υποσύνολο των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης των ΑΕΙ (εσωτερικά-εξωτερικά) θα πρέπει να επιλεγεί ο Πρόεδρός του;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
1. Ο Έλληνας Νομοθέτης, με τον νόμο 4009/2011 «Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων», αποφάσισε τη μεταβολή του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της Χώρας. Εξάλλου, με τον νόμο 4076/2012, εισήγαγε τροποποιήσεις που συνδέονται με κανονιστικά πεδία, τα οποία συνάντησαν ζωηρή κοινωνική κριτική. Μεταξύ των προβλεπόμενων νέων οργάνων διοίκησης των ΑΕΙ, περιλαμβάνεται η θέσπιση Συμβουλίου Διοίκησης, με σοβαρότατες αρμοδιότητες και τη συμπερίληψη στη σύνθεσή του εξωτερικών μελών, δηλαδή προσώπων που δεν ανήκουν στο στελεχικό δυναμικό των Ιδρυμάτων.
Για την διαδικασία επιλογής του Προέδρου και των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου Διοίκησης, προνοούσε η διάταξη του άρθρου 8 § 5 β του ν. 4009/2011, που επί λέξει είχε ως ακολούθως: «[ο] πρόεδρος και τα λοιπά εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου εκλέγονται χωριστά το καθένα από τα εσωτερικά μέλη, με φανερή ψηφοφορία και πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων του συνόλου των εσωτερικών μελών. Αν δεν επιτευχθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία, η εκλογή επαναλαμβάνεται μέσα σε μία εβδομάδα, οπότε και απαιτείται πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνόλου των εσωτερικών μελών. Με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων του συνόλου των μελών μπορεί να παυθεί εξωτερικό μέλος για λόγους πλημμελούς άσκησης των υποχρεώσεων και καθηκόντων του». Με το άρθρο 2 § 5 του ν. 4076/2012, όμως, η ανωτέρω διάταξη τροποποιήθηκε ως εξής: «[ο] πρόεδρος και τα λοιπά εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου εκλέγονται χωριστά το καθένα από τα εσωτερικά μέλη, με φανερή ψηφοφορία και πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων του συνόλου των εσωτερικών μελών. Τα εσωτερικά μέλη συγκαλούνται προς τούτο, εντός αποκλειστικής προθεσμίας επτά (7) ημερών από την ανάδειξη τους, από το εσωτερικό μέλος που έλαβε τις περισσότερες ψήφους κατά την εκλογή του, το οποίο και προεδρεύει της διαδικασίας. Αν δεν επιτευχθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία, η εκλογή επαναλαμβάνεται μέσα σε επτά (7) ημέρες, οπότε και απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων εσωτερικών μελών. Με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων του συνόλου των μελών μπορεί να παυθεί εξωτερικό μέλος για λόγους πλημμελούς άσκησης των υποχρεώσεων και καθηκόντων του. Αν δεν επιτευχθεί η απαιτούμενη ανωτέρω πλειοψηφία, η συνεδρίαση επαναλαμβάνεται μέσα σε επτά (7) ημέρες, οπότε και απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών».
Απλή σύγκριση των δύο διατάξεων αναδεικνύει ότι το πρώτο εδάφιο παρέμεινε ως είχε, ενώ ο Νομοθέτης α) έκρινε σκόπιμο να εισάγει προθεσμία για τη σύγκληση των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου και β) τροποποίησε τις διαδικαστικές προϋποθέσεις εκλογής του Προέδρου και των εξωτερικών μελών του, καθώς και εκείνες που αφορούν την έκπτωση εξωτερικού μέλους.
Το, κατά τα παραπάνω, πρώτο εδάφιο του νόμου, σύμφωνα με το οποίο «[ο] πρόεδρος και τα λοιπά εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου εκλέγονται χωριστά το καθένα από τα εσωτερικά μέλη, με φανερή ψηφοφορία και πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων του συνόλου των εσωτερικών μελών», δεν διεκδικεί -ασφαλώς- αρετές σαφούς διατύπωσης, αφού η υφιστάμενη οδηγεί σε δύο δυνατές ερμηνευτικές προσεγγίσεις: π ρ ώ τ ο ν, ότι οι εκλέκτορες (εσωτερικά μέλη) υποχρεούνται να επιλέξουν μεταξύ των υποψηφίων εξωτερικών μελών τον Πρόεδρο του Συμβουλίου και δ ε ύ τ ε ρ ο ν, ότι οι εκλέκτορες θα πρέπει να προτάξουν την εκλογή του Προέδρου από το υποσύνολο των εκλεκτόρων. Τις δύο αυτές ερμηνευτικές εκδοχές καθιστά δυνατή η (μάλλον κακή) χρήση του επιθέτου «τα λοιπά» στην γραμματική διατύπωση της επίμαχης διάταξης.
Εν πάση περιπτώσει, και οι δύο προαναφερόμενες εκδοχές, εξ αιτίας της κακής διατύπωσης της κανονιστικής πρόβλεψης, είναι -κατ’ αρχάς- υποστηρίξιμες.
2. Η υιοθέτηση, ωστόσο, της μιας ή της άλλης εκδοχής είναι προφανές ότι οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα και έτσι ο ερμηνευτής του δικαίου, δηλαδή εκείνος που θα κληθεί να εφαρμόσει τον δικαιικό κανόνα, ευρίσκεται στη δυσχερή θέση να πρέπει να παρακάμψει το ζήτημα μέσω της ερμηνείας, ικανοποιώντας, όπως προσφυώς επισημαίνεται, ένα «μεταμεθοδολογικό, φιλοσοφικό αίτημα, που πηγάζει από τον ορθό Λόγο» [1] και, εξ αυτής της αιτίας, εδράζεται στην αρχή του ουσιαστικού κράτους δικαίου. Για την τεκμηρίωση αυτής της θέσης, άλλωστε, ορθά εισφέρεται το επιχείρημα: «[π]ράγματι αυτή η γενική αρχή του θετικού δικαίου -ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου- κελεύει κατ’ oυσίαν οι αποφάσεις των κρατικών οργάνων να είναι σύμφωνες με το νόμο, ο δε νόμος να είναι δικαιολογήσιμος στο περιεχόμενό του, ώστε οι κρίσεις που βασίζονται σ’ αυτόν να μπορούν να είναι ορθές. Στις οριακές περιπτώσεις, όμως, στις οποίες ο νόμος περιλαμβάνει άδικες ή παράλογες ρυθμίσεις, είναι αδύνατον να τεκμηριωθούν νομικές κρίσεις ορθές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, επομένως, επιτρέπεται ο ερμηνευτής να επαναερμηνεύει το νόμο με γνώμονα ότι δεν μπορεί ο νομοθέτης να έχει επιδιώξει να θεσπίσει κάτι το καταδήλως άδικο ή παράλογο»[2].
Με τις παραπάνω προαποδοχές, είναι πρόδηλο ότι στην ερευνώμενη διάταξη δεν τίθεται ζήτημα άρσης μιας «κατάδηλης αδικίας» ή διαπίστωσης «παραλόγου». Με άλλα λόγια, έργο της ερμηνείας (που η μεθοδολογία της επιστήμης του δικαίου στεγάζει υπό τον όρο «λογική ερμηνεία»[3]) είναι να συγκριθούν οι, κατά τα παραπάνω, δύο δυνατές ερμηνευτικές προσεγγίσεις και να προκριθεί εκείνη που θα αναδεικνύει-επιβεβαιώνει τον «έλλογο νομοθέτη». Η επιλογή της εκδοχής, ότι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου θα πρέπει να αναζητηθεί μεταξύ των εκλεγμένων εσωτερικών μελών του, είναι -μάλλον- εκείνη που προσιδιάζει στον, κατά τεκμήριο, «έλλογο νομοθέτη». Το επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής αντλείται α) από το γεγονός ότι, πριν την, κατά το νόμο, επιλογή των εξωτερικών μελών, μεσολαβεί η λειτουργία ενός συλλογικού οργάνου, που συγκαλείται και προεδρεύεται από το εσωτερικό μέλος που έλαβε τις περισσότερες ψήφους κατά την εκλογή του Συμβουλίου και β) από το επίσης γεγονός ότι το ενδιάμεσο αυτό όργανο έχει αποκλειστικό έργο δύο διαφορετικές εκλογές, εκείνη του Προέδρου του Συμβουλίου και αυτή των εξωτερικών του μελών. Η τυχόν εκλογή του Προέδρου από εξωτερικό μέλος, χωρίς τη συμμετοχή των υπολοίπων εξωτερικών μελών (που ακόμα δεν έχουν εκλεγεί) θα ήταν λογικά αδιανόητη, αφού θα παραβίαζε κάθε κανόνα συγκρότησης οργάνου της δημόσιας διοίκησης. Η επιλογή του νομοθέτη να προηγείται η εκλογή του Προέδρου του Συμβουλίου και να έπεται η εκλογή των εξωτερικών λογικά συστοιχείται πλήρως με το γεγονός ότι το νομίμως διασκεπτόμενο συλλογικό όργανο είναι το ενδιάμεσο συλλογικό όργανο, που προέκυψε από τις προτιμήσεις των οριζόμενων από το νόμο εκλογέων. Έτσι δεν απομένει άλλη λογική εκδοχή από εκείνη ότι η εκλογή περιορίζεται μεταξύ των μελών του συλλογικού οργάνου που λειτουργεί νομίμως, δηλαδή των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου, στο οποίο ανήκει αποκλειστικά η αρμοδιότητα εκλογής του Προέδρου, που θα διευθύνει τις εργασίες του Συμβουλίου Διοίκησης, όταν ολοκληρωθεί η νόμιμη συγκρότηση του από το προαναφερόμενο ενδιάμεσο όργανο. Η κατά τα παραπάνω λογική ερμηνεία της υπό κρίση διάταξης ενισχύεται ιδιαίτατα από τη διάταξη του άρθρ. 13 § 3 εδ. β΄ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), που ορίζει «[α]ν το συλλογικό όργανο αποτελείται αποκλειστικώς από αιρετά μέλη, ο πρόεδρος, ο γραμματέας και τα λοιπά μέλη στα οποία ανατίθεται συγκεκριμένο αξίωμα, μαζί με τους αναπληρωματικούς τους, εκλέγονται, με μυστική ψηφοφορία, από τα μέλη του συλλογικού οργάνου». Από την διάταξη αυτή αβίαστα προκύπτει ότι ο νομοθέτης αυτού του τόσο σημαντικού νομοθετήματος -προεχόντως- εμπιστεύεται την αρχή της συλλογικής αυτονομίας, όταν τα όργανα της δημόσια διοίκησης συντίθενται αποκλειστικά από αιρετά μέλη.
3. Σε επίρρωση, άλλωστε, των αιτιάσεων για την ορθή ερμηνεία του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8 § 5 β του ν. 4009/2011 εισφέρεται το γράμμα της παραγράφου 7 του άρθρου 8 του ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, σύμφωνα με την οποία «[τ]α μέλη του Συμβουλίου εκλέγουν, με πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνόλου των μελών του, τον αναπληρωτή πρόεδρο του Συμβουλίου μεταξύ των καθηγητών του ιδρύματος που έχουν εκλεγεί στο Συμβούλιο. Αν δεν επιτευχθεί η απαιτούμενη ανωτέρω πλειοψηφία, η συνεδρίαση επαναλαμβάνεται μέσα σε επτά (7) ημέρες, οπότε και απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών». Η ανάγνωση -και μόνον- της άνω ρύθμισης παρέχει το επιχείρημα, ότι η τελολογική ερμηνεία (πλέον) της υπό κρίση διάταξης επιβάλλει Πρόεδρος του Συμβουλίου να εκλεγεί μεταξύ των καθηγητών του ιδρύματος που έχουν εκλεγεί στο Συμβούλιο, καθώς η βούληση του Νομοθέτη δεν μπορεί να διαφοροποιείται σε άλλη επιλογή για τον Πρόεδρο από εκείνη για τον Αναπληρωτή του!
4. Η σύμφωνη προς το Σύνταγμα ερμηνεία του Νόμου, τέλος, καθιστά μόνη δυνατή την ερμηνεία ότι η εκλογή Προέδρου Συμβουλίου ΑΕΙ αναζητάται μόνο μεταξύ των εκλεγέντων-καθηγητών του Ιδρύματος. Ειδικότερα, δεδομένου ότι θεωρία και νομολογία αποδέχονται ότι η σύμφωνη προς το Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων, ως ερμηνευτική μέθοδος, ενεργοποιείται όταν η ερμηνευόμενη διάταξη είναι ερμηνευτικά αμφίσημη, δηλαδή εμφανίζει δύο τουλάχιστον ερμηνευτικές εκδοχές, εκ των οποίων η μία να εμπεριέχει το ενδεχόμενο αντίθεσης της διάταξης του νόμου προς το Σύνταγμα και η άλλη να οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή τη συμφωνία της προς το Σύνταγμα[4]. Πράγματι, η ερμηνευτική εκδοχή που θα κατέληγε ότι το ενδιάμεσο όργανο των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου θα έπρεπε να αναζητήσει τον Πρόεδρο μεταξύ των εξωτερικών μελών του εμφανίζει το ενδεχόμενο αντίθεσης προς το άρθρο 16 § 5 εδ. α΄ του ισχύοντος Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται η αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ[5]. Το γεγονός ότι ο νομοθέτης μερίμνησε να μην πληγεί το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου 4009/2011, όπου αναφέρεται επί λέξει: «[ε]ν συνεχεία, τα 8 ή 6 εσωτερικά μέλη επιλέγουν τα 7 ή 5 εξωτερικά μέλη. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ιδρυμάτων, η οποία επιβάλλει να επιλέγονται από τα μέλη του ιδρύματος τα πρόσωπα που ορίζονται στα όργανα διοίκησης των ιδρυμάτων. Άλλωστε, το Σύνταγμα δεν αποκλείει τη συμμετοχή εξωτερικών μελών στη σύνθεση των οργάνων των Α.Ε.Ι. Αρκεί αυτά, όπως εν προκειμένω, να επιλέγονται είτε από εκλεγμένα μέλη που ανήκουν στο Α.Ε.Ι. είτε από άλλα αιρετά όργανα του Α.Ε.Ι. Βασικές προϋποθέσεις για να εκλεγεί ένα πρόσωπο ως εξωτερικό μέλος είναι η ευρεία αναγνώρισή του στην επιστήμη, τα γράμματα, την τέχνη, η κοινωνική δραστηριότητά του ή η σημαντική προσφορά του στο κοινωνικό σύνολο από θέση ευθύνης. Υποψήφια εξωτερικά μέλη κωλύονται να εκλεγούν αν είχαν οποιαδήποτε οικονομική σχέση με το ίδρυμα την τελευταία πενταετία, καθώς και αν είναι εν ενεργεία καθηγητές του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι. ή συνταξιούχοι καθηγητές του ίδιου Α.Ε.Ι. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι για την επιλογή των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου απαιτείται η αυξημένη πλειοψηφία μεταξύ των εσωτερικών μελών. Τούτο προβλέπεται προκειμένου να διασφαλισθεί ότι κάθε φορά θα επιλέγονται πρόσωπα ευρύτερης αποδοχής και αναγνώρισης, η επιλογή των οποίων απαιτεί σοβαρή διερεύνηση, διαβούλευση και συναίνεση με στόχο τη συμμετοχή εξαιρετικών προσωπικοτήτων στη ζωή του ιδρύματος. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ψηφοφορία θα πρέπει να είναι ακραία επιλογή ώστε να μη δημιουργούνται αντικίνητρα σε προσωπικότητες υψηλού κύρους και με διάθεση προσφοράς….. ». Ωστόσο, δεδομένου ότι τόσο κατά το άρθρο 8 § 13 του ν. 4009/2011 όσο και κατά τα άρθρα 14 §§ 2,8,12 και 15 §§ 7, 8 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Διοίκησης ΑΕΙ εξοπλίζεται με σημαντικές αρμοδιότητες[6], το ενδεχόμενο προβολής αντισυνταγματικότητας της αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής είναι προφανές. Υπό τα δεδομένα αυτά, ενεργοποιουμένης της ερμηνευτικής μεθόδου της σύμφωνης προς το Σύνταγμα ερμηνείας, προδήλως ενισχύεται -και με την μέθοδο αυτή- η προκριθείσα θέση για το κρινόμενο ζήτημα, καθώς ο νομοθέτης της ερευνώμενης διάταξης εμφανίζεται να ευλαβείται την αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ.
Σ Υ Μ Π Ε Ρ Α Σ Μ Α
Από την ανάπτυξη που προηγήθηκε είναι πασιφανές ότι κατά την ορθότερη ερμηνευτική προσέγγιση της διάταξης του άρθρου 8 § 5 β εδ. α΄του ν. 4009/2011, η εκλογή του Προέδρου του Συμβουλίου Διοίκησης ΑΕΙ θα πρέπει να γίνει από το ενδιάμεσο Όργανο των εκλεγέντων εσωτερικών μελών του προαναφερόμενου Συμβουλίου, πριν την εκλογή των εξωτερικών μελών του, με φανερή ψηφοφορία και πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων του συνόλου των εσωτερικών μελών και αν δεν επιτευχθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία, με νέα, μέσα σε επτά ημέρες, σύγκληση του ίδιου πάντα ενδιάμεσου Οργάνου, οπότε και αρκεί η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων εσωτερικών μελών. Υποψήφιοι για την κατάληψη της θέσης του Προέδρου μπορούν να είναι μόνον καθηγητές του Ιδρύματος, από τον κλειστό κύκλο των εκλεγέντων εσωτερικών μελών.


[1] Έτσι Κ. Μ. Σταμάτης, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, ζ΄ έκδ. (2006), σελ.346.
[2] Κ.Μ. Σταμάτης, ibid.
[3] Για την «λογική ερμηνεία» βλ. Κ.Μ. Σταμάτη, ό.π., σελ. 378-379. Πρβλ. πάντως και Κ. Τσάτσου, Το πρόβλημα της ερμηνείας του Δικαίου, β΄εκδ. (1978), σελ. 123, όπου υποστηρίζεται ότι η «λογική ερμηνεία, εν αντιθέσει προς την γραμματικήν, σημαίνει ακριβώς την ιστορικώς ή τελολογικώς καθοριζομένην».
[4] Βλ. Β. Μπουκουβάλα, Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία και ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 194-200.
[5] Για την πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση, ως οργανωτική διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, βλ., αντί πολλών άλλων, Π. Μαντζούφα, Ακαδημαϊκή ελευθερία. Οργανωτική και διαδικαστική θεώρηση. Το συνταγματικό πλαίσιο της εξέλιξης των πανεπιστημιακών, 1997, σελ. 227-260
[6] Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Διοίκησης των ΑΕΙ όπως και των λοιπόν συλλογικών Οργάνων της Διοίκησης καθορίζει το χρόνο και τόπο συνεδρίασης του Οργάνου, καταρτίζει την ημερήσια διάταξή του και απευθύνει πρόσκληση συμμετοχής στα μέλη του, κηρύσσει και λήξη των συνεδριάσεων και διευθύνει τις εργασίες του, επικυρώνει τα πρακτικά του και υπογράφει τις αποφάσεις και πράξεις του Οργάνου και μεριμνά για την εφαρμογή τους.

Δικαίωμα στο θάνατο – Ευθανασία

– Υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο;
Ιωάννης Μανωλεδάκης
Γιώργος Ν. Καραβοκύρης

– Υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο; (Μια συζήτηση με τον Καθηγητή Ιωάννη Μανωλεδάκη)
Λίνα Παπαδοπούλου

 

Καταχώρηση: 05-11-2012     Κατηγορία: ΔΙΑΛΟΓΟΙ    

Υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο;

Ιωάννης Μανωλεδάκης
manoledakis_bΟ Ιωάννης Μανωλεδάκης ξεκινά την πραγμάτευση από τον ορισμό της έννοιας του δικαιώματος, το οποίο αποτελεί μία εξουσία την οποία απονέμει η έννομη τάξη σε ένα πρόσωπο προς εξυπηρέτηση κάποιου βιοτικού ή έννομου συμφέροντός του. Μετά από εξέταση του οπλοστασίου του ποινικού δικαίου ο συγγραφέας καταλήγει ότι de lege lata δεν συνάγεται δικαίωμα στο θάνατο, εφόσον η παροχή βοήθειας σε αυτοκτονία τιμωρείται. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και βάσει του Συντάγματος. Το κύριο επιχείρημά του όμως είναι ότι καμιά έννομη τάξη δεν δύναται να αναγνωρίσει ένα δικαίωμα στο θάνατο, καθώς ο θάνατος, δηλαδή η ανυπαρξία του υποκειμένου, και κατά συνέπεια η ανυπαρξία της έννομης τάξης εν τω συνόλω, ούτε αποτελούν ούτε θα μπορούσαν ποτέ να αποτελέσουν «συμφέρον» άξιο προστασίας από την ίδια την έννομη τάξη αφού αυτό θα σήμαινε την αυτοκατάργησή της. Μέσω του ερωτήματος αν υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο ο Ιωάννης Μανωλεδάκης αναδεικνύει παράλληλα την αυτονομία της νομικής επιστήμης, έναντι άλλων κοινωνικών επιστημών και καταγράφει τα όριά της.

Τα πρόσωπα του Ιανού: Μορφές πολιτικής αντιπροσώπευσης από την αρχαιότητα ως τη μετανεωτερικότητα

Κώστας Χ.Χρυσόγονος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

Τα πρόσωπα του Ιανού: Μορφές πολιτικής αντιπροσώπευσης από την αρχαιότητα ως τη μετανεωτερικότητα

Jürgen Habermas, Για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης, 2012

(βιβλιοκρισία: Νίκος Ζέρβας)

Jürgen Habermas, Για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης, 2012
Παρουσίαση του προσωπικού δοκιμίου του Jürgen Habermas, με τίτλο «Για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης».
Νίκος Σπ. Ζέρβας
Πολιτικός επιστήμονας Πανεπιστημίου Αθηνών
Περιεχόμενα
Πρόλογος : ………………………………………………………………………..σελ.3
Ενότητα 1 : Η ιδέα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η ρεαλιστική ουτοπία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων……………………………………………σελ.5
Ενότητα 2 : Η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό το φως της συνταγματοποίησης του δικαίου………………………………………….σελ.8
Ενότητα 3 : Η Ευρώπη της ομοσπονδιακής δημοκρατίας……………σελ.18
Βιβλιογραφικές αναφορές : …………………………………………….σελ.21
Άρθρα : ………………………………………………………………………..σελ.22
Πρόλογος
Το Σεπτέμβριο του 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers ξέσπασε η διεθνής οικονομική κρίση. Η κρίση, πολύ σύντομα, διαπέρασε τα αμερικανικά σύνορα και εισήλθε στον ευρωπαϊκό χώρο, πλήττοντας κυρίως τις χώρες του Νότου, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος. Η χώρα μας απ’ το Νοέμβριο του 2009 βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κρίση χρέους (Στείρης, 20.12.2012) εξαιτίας των χρηματοπιστωτικών ’’παιχνιδιών’’ παντοδύναμων επενδυτικών σχημάτων, αλλά και λόγω των αξιολογήσεων και των συνεχών υποβαθμίσεων της πιστοληπτικής της ικανότητας απ’ τους περιβόητους πια οίκους αξιολόγησης. Ωστόσο, οι βαθύτερες ρίζες της διόγκωσης της κρίσης χρέους για τα μεσογειακά ευρωπαϊκά κράτη εντοπίζονται στην αδράνεια που επέδειξαν οι εταίροι τους για την ταχεία αντιμετώπισή της.
Αφορμής δοθείσης απ’ την προεκτιθείσα αδράνεια, ο Jürgen Habermas στο προσωπικό του δοκίμιο «Για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης» καταβάλλει την προσπάθεια να προτείνει κάποιες διορθώσεις στο κατασκευαστικό, όπως επισημαίνει, λάθος της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Το συγκεκριμένο λάθος απορρέει απ’ την ανυπαρξία πολιτικών καθοδήγησης. Ενώ οι κεντρικοί στόχοι της υιοθέτησης του κοινού νομίσματος ήταν αφ’ ενός η κατασκευή ενός μέσου για την άρρηκτη σύνδεση των εθνικών οικονομιών μεταξύ τους, αφ’ ετέρου δε η επιτάχυνση της πορείας προς μια πολιτική ένωση (Τσούκαλης 2004 : σελ.235) -όπως ισχυρίζονταν άλλωστε οι Γερμανοί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της Συνθήκης του Μάαστριχτ-, ο δεύτερος δεν επετεύχθη ποτέ. Αντιθέτως, όπως τονίζει ο συγγραφέας, η Ευρώπη τείνει να μεταβληθεί σε μία μεταδημοκρατική-αντιδημοκρατική ηγεμονία, όπου οι αρχηγοί των εθνικών κρατών με μια πειθαναγκασμένη πλειοψηφία των κοινοβουλίων τους προσπαθούν να νομιμοποιήσουν τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Πρόκειται δηλαδή για έναν εκτελεστικό φεντεραλισμό, ο οποίος αποδεικνύει την έλλειψη των δύο θεμελιωδών, θεωρητικά, στοιχείων της Ε.Ε., του θεσμικού κράτους δικαίου και της δημοκρατικότητας. Τούτο διότι η όλη δομή και λειτουργία της Ένωσης ευνοεί μεν τη διάσταση του θεσμικού κράτους, κυρίως όμως την οικονομική ευνομία, που στηρίζεται στους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς (Πολύδωρας 2008 : σελ. 307).
Για όλους τους παραπάνω λόγους ο Γερμανός φιλόσοφος προτάσσει την αναγκαιότητα ’’σύναψης’’ μιας νέας Συνθήκης, ενός Συντάγματος, απ’ το οποίο θα ανακύπτει μια υπερεθνική δημοκρατία. Γύρω απ’ αυτήν περιστρέφεται και η ανάλυσή του, η οποία εκτείνεται σε τρεις ξεχωριστές ενότητες.
 
Στην πρώτη ενότητα ο συγγραφέας ερευνά τη σχέση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τη γενεαλογική έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Συγκεκριμένα, προβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως την «ηθική πηγή» όλων των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ως βάση της άλλωστε, σύμφωνα με τον Kant, θεωρεί την αυτονομία, την ελευθερία της βούλησης, την οποία συσχετίζει με τον επαναστατικό-αγωνιστικό χαρακτήρα των δικαιωμάτων, όπως αυτός διαμορφώθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα.
Εν συνεχεία, στη δεύτερη κατά σειρά ενότητα, ο Habermas παραθέτει τη σημαντικότητα της θέσπισης ενός ευρωπαϊκού Συντάγματος, ενός κοσμοπολιτικού δικαίου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Για την ορθή δομή του προτείνει τη διεθνοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας υπό τη μορφή δημοκρατικής ομοσπονδίας εθνικών κρατών. Για να καταλήξει βέβαια στο συγκεκριμένο συμπέρασμα, στην αναγκαιότητα δηλαδή της σύναψης της νέας αυτής Συνθήκης, ο φιλόσοφος επισημαίνει τα σαθρά θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος -το δημοκρατικό κυρίως έλλειμμα-, τα οποία το εκθέτουν και το καθιστούν αδύναμο ν’ αντιδράσει απέναντι στα πυρά που δέχονται τα κράτη του στο νέο, παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον του αχαλίνωτου καπιταλισμού.
Πάνω σ’ αυτό άλλωστε, στο ελάττωμα της ευρωπαϊκής κατασκευής, στο τελευταίο μέρος της μελέτης του ασκεί την κριτική του στην εθνοκεντρική εικόνα της Ευρώπης. Η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζει την εθνική μοναξιά της επανενομένης Γερμανίας, η οποία αρνήθηκε να προσφέρει την αναγκαία και ζωτική χείρα βοηθείας στα κράτη -μεταξύ των οποίων και του δικού μας- που ’’βομβαρδίστηκαν’’ απ’ τη χρηματιστική κερδοσκοπία επαίσχυντων νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Για τον λόγο τούτο άλλωστε, χαρακτηρίζει τη Γερμανίδα Καγκελάριο ως «λομπίστρια», που με επικλήσεις στο υπόδειγμα της γερμανικής δημοσιονομικής πειθαρχίας, ουσιαστικά μπλόκαρε την κοινη δράση της Ένωσης, η οποία θα είχε στηρίξει εγκαίρως την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδος, χωρίς η τελευταία να μετατραπεί σε έρμαιο των ανήθικων αγορών.
 
 
 
 
 
 
 
Ενότητα 1
Η ιδέα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η ρεαλιστική ουτοπία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Στο πρώτο μέρος της ανάλυσής του ο Habermas, όπως προαναφέραμε, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η συγκεκριμένη έννοια συναντάται στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του 1948, όπου όπως τονίζεται χαρακτηριστικά «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα». Επιπλέον, το απαραβίαστο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεσπόζει και στο 1ο άρθρο του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που υιοθετήθηκε στη Σύνοδο Κορυφής της Νίκαιας το 2000. Η σημαντικότητά της έγκειται στο γεγονός, πως αυτή καθ’ αυτή δεν αποτελεί μονάχα ένα θεμελιώδες δικαίωμα. Τουναντίον, είναι η βάση όλων των δικαιωμάτων, καθώς απ’ αυτήν απορρέουν τ’ αντίστοιχα της ζωής, της ακεραιότητας του προσώπου, της απαγόρευσης των βασανιστηρίων και εξευτελιστικών ποινών, της δουλείας και της αναγκαστικής εργασίας (Παπαδημητρίου 2001 : σελ.23). Για τον λόγο τούτο άλλωστε, η έννοια της αξιοπρέπειας συμπεριλήφθη και στο άρθρο Ι-2 του, απορριφθέντος εν τέλει, σχεδίου Συντάγματος της Ευρώπης, βάσει του οποίου «η Ένωση στηρίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, καθώς και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» (Χρυσόγονος 2005 : σελ.52).
Όσον αφορά τη σύνδεση της αξιοπρέπειας με το δικαίωμα στη ζωή, ο συγγραφέας την εναποθέτει στη θεωρία του Kant περί αυτής. Το κατηγορηματικό πρόσταγμα του Kant απαγορεύει στο κράτος τη μεταχείριση οποιουδήποτε ατόμου ως μέσου για άλλο σκοπό, ακόμη κι αν πρόκειται για τη σωτηρία της ζωής πολύ περισσοτέρων ατόμων (Habermas 2012 : σελ.19). Εκτός αυτού η ηθική φόρτιση μεταξύ αξιοπρέπειας και δικαιώματος για ζωή, οφείλουμε να επισημάνουμε, πως κυριάρχησε στον ευρωπαϊκό χώρο ύστερα απ’ τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου οι κατακριτέες – εξευτελιστικές για τον άνθρωπο ενέργειες των φασιστικών καθεστώτων, έδωσαν ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην αξία και την αξιοπρέπειά του (Μάνεσης 1981 : σελ.109), ενισχύοντας συνάμα τους εγγυητικούς θεσμούς προστασίας τους.
Επομένως, απ’ τα προεκτιθέντα γίνονται εμφανείς οι λόγοι για τους οποίους ο Habermas θεωρεί την αξιοπρέπεια ως την ηθική πηγή όλων των δικαιωμάτων. Όχι μόνο των ατομικών, όπως απορρέει απ’ το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αλλά και των κοινωνικών, καθώς όπως επισημαίνει ο συγγραφέας στο άρθρο 22 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, προβλέπεται η «εξασφάλιση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων, ώστε καθένας να μπορεί να ζει σε συνθήκες, που να εξασφαλίζουν την αξιοπρέπεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του», συνδέοντάς την τοιουτοτρόπως με το δικαίωμα της κοινωνικής προστασίας.
Εκτός όμως απ’ τον προσδιορισμό της αξιοπρέπειας ως πηγής όλων των δικαιωμάτων, ο Habermas υπερασπίζεται την άποψη, ότι αυτή καθ’ αυτή είναι ο λόγος για τον οποίο εισήχθη η ηθική στο δίκαιο. Απ’ το σεβασμό της αξιοπρέπειας τόσο απ’ την πλευρά του κράτους, όσο και απ’ την αντίστοιχη των πολιτών, προήλθε η καθολική αποδοχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο αδιαίρετος χαρακτήρας τους, όπως και η ισότητα της πρόσβασης σ’ αυτά. Τούτο διότι αυτές οι αμοιβαίες υποχρεώσεις, όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο συγγραφέας σε άλλο του έργο, αποτελούν την ουσία των ηθικών δικαιωμάτων (Habermas 2005 : σελ.158).
Για το συγγραφέα άλλωστε, ο αδιαίρετος χαρακτήρας των ατομικών δικαιωμάτων στηρίζεται στην εξατομίκευση, στη μη συγκρίσιμη αξία του καθενός. Όπως και ο Kant, ο Habermas υιοθετεί την άποψη πως η «αυτονομία αποτελεί τη βάση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπως και της αντίστοιχης κάθε άλλης έλλογης φύσης» (Habermas 2012 : σελ.42). Η αυτονομία έγκειται στην ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης, στη διαμόρφωση της οποίας δεν πρέπει και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επεμβαίνει η κρατική εξουσία. Ωστόσο, η απόλυτη ελευθερία οδηγεί πολλές φορές σε ασυδοσία. Ναι μεν οι άνθρωποι χωρίς δικαιώματα αντιμετωπίζονται σαν ζώα, χωρίς υποχρεώσεις όμως συμπεριφέρονται σαν ζώα (Ράμφος 2011 : σελ.313-314)! Για τον λόγο τούτο ο συγγραφέας επισημαίνει και πάλι την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η οποία συνίσταται στο ότι όλοι οι υπόλοιποι συνάνθρωποι σέβονται τη σφαίρα της ελεύθερης βούλησης, θεωρώντας την απαραβίαστη. Απ’ την ελευθερία της βούλησης όμως απορρέει κατά τον Habermas η αναγκαιότητα της ικανότητας του ανθρώπου για λογική αυτονομοθεσία, καθώς οι πολίτες μέσω της ελευθερίας δύνανται να δημιουργούν, να θεσπίζουν νόμους και ταυτοχρόνως να συνιστούν το πεδίο εφαρμογής των!
Πάντως πέραν της προαναφερθείσας ένταξης της ηθικής στο δίκαιο απ’ την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ο συγγραφέας τονίζει την ηθική φόρτιση που προσέδωσαν στα θεμελιώδη δικαιώματα οι δύο Συνταγματικές Επαναστάσεις στα τέλη του 18ου αιώνα (Αμερικανική και Γαλλική). Η αναζήτηση και η μάχη για την ελευθερία αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη της καταξίωσης του ανθρώπου. Τούτο διότι η ελευθερία είναι το ύπατο ιδεώδες και ταυτόχρονα στοιχειώδες, το οποίο δίνει νόημα στην ίδια τη ζωή, όταν κατακτάται με αγώνες, θυσίες και αίμα (Πολύδωρας 2008 : σελ.171). Γι’ αυτό και η σκέψη του Γερμανού φιλοσόφου στρέφεται στο γεγονός, πως τα ανθρώπινα δικαιώματα μόνο σε μια ελεύθερη κοινωνία, σ’ ένα εθνικό κράτος μπορούν να αποκτήσουν θετική ισχύ ως θεμελιώδη. Παράλληλα όμως, διατυπώνεται και ο προβληματισμός του, σχετικός με την εκτός συνόρων ισχύ τους.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η πέρα από εθνικά σύνορα αξίωση οικουμενικής τους ισχύος θα μπορούσε να υλοποιηθεί μόνο σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Απ’ τη στιγμή που η συγκεκριμένη κοινωνία δεν υφίσταται, αποδεικνύεται περίτρανα η «ρεαλιστική ουτοπία» που τα χαρακτηρίζει (Habermas 2012 : σελ.48-49). Πάνω σ’ αυτή την ουτοπία άλλωστε ο συγγραφέας φέρει ως παράδειγμα τις αποφάσεις που λαμβάνονται στα πλαίσια του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε.. Ενώ σε κάποιες περιπτώσεις οι ανθρωπιστικές επεμβάσεις του Οργανισμού βρίσκονται αντίθετες στις προθέσεις εθνικών κυβερνήσεων, η λήψη αποφάσεων από συγκεκριμένα-παγιωμένα μέλη στο όνομα της διεθνούς κοινότητας αποδεικνύει περίτρανα την προώθηση μιας τμηματικής, έστω προσωρινής, θεσμοθετημένης παγκόσμιας τάξης. Απ’ αυτήν την ανισότητα ως προς τη λήψη αποφάσεων απορρέει ένα δημοκρατικό έλλειμμα της παγκόσμιας διακυβέρνησης (Διεθνές γραφείο εργασίας 2004 : σελ.136), βασισμένου σε μια κατάσταση που επικρατούσε αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δίχως να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι σημερινές πραγματικότητες. Ένα αντίστοιχο έλλειμμα εντοπίζει ο Habermas και στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι που αναλύει στην αμέσως επόμενη ενότητα.
Στεκούμενος όμως στον Ο.Η.Ε., ο συγγραφέας καταδεικνύει και την επικινδυνότητα της διγλωσσίας, στην οποία υπάγονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η διάδοση της ρητορικής των δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να οδηγήσει και στην κατάχρησή τους για τη νομιμοποίηση οποιασδήποτε πολιτικής ισχύος. Στην περίπτωση του Οργανισμού, όπως επισημαίνει ασπαζόμενος την υποψία-άποψη του Carl Schmitt, το πρόγραμμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπάρχει για να γίνεται αντικείμενο ιμπεριαλιστικής κατάχρησης. Τοιουτοτρόπως, όμως καταστρέφεται η θεμελιώδης σχέση μεταξύ δικαιωμάτων και δημοκρατίας.
Βέβαια, κλείνοντας την ενότητά του, ο Habermas σε καμία περίπτωση δεν συμμερίζεται την αντίληψη του φυσικού δικαίου περί «εμφύτων» δικαιωμάτων. Αντιθέτως υποστηρίζει, πως για να λάβουν σάρκα και οστά πρέπει ο φορέας τους ν’ ανήκει σε μια συγκεκριμένη πολιτική κοινότητα. Εκείνο όμως, στο οποίο διατυπώνει τις ενστάσεις του είναι «ο περιορισμός της εστίασης της θεματικής τους σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής» (Habermas 2012 : σελ.53). Διότι η αποδεδειγμένη ηθική τους υπεραξία, μέσω του αλληλοσεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, είναι από μόνη της ικανή ώστε να δημιουργήσει δικαιότερες πολιτικές τάξεις.
Ενότητα 2
Η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό το φως της συνταγματοποίησης του δικαίου
Έχοντας αναλύσει τη σημαντικότητα της έννοιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπως επίσης και τη «ρεαλιστική ουτοπία» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων -που απορρέει απ’ την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευσή τους-, ο Habermas περνά στη δεύτερη ενότητα της μελέτης του θέτοντας την ανάγκη για τη θέσπιση ενός νέου, ευρωπαϊκού -και όχι μόνο- Συντάγματος. Τη θεωρία του για τη νέα αυτή συνθήκη τη στηρίζει πάνω στην ιδέα του Kant περί «κοσμοπολιτικού δικαίου». Το κοσμοπολιτικό δίκαιο αποτελούσε για τον Kant μια νέα κατηγορία δικαίου (πέρα απ’ το συνταγματικό και το διεθνές), όπου οι λαοί αφ’ ενός έχοντας συγκροτήσει ένα δημοκρατικό πολιτικό σύνταγμα, και τα κράτη αφ’ ετέρου έχοντας αναδείξει μια διεθνή έννομη τάξη, μια συνομοσπονδία κρατών ως κοσμοπολιτική ένωση αρχών, θα έπρεπε στο εξής να ενώσουν τις δυνάμεις τους για τη συγκρότηση ενός συστήματος «κοσμοπολιτικής δικαιοσύνης» (Χρυσοχόος κ.α. 2009 : σελ.50). Τοιουτοτρόπως, εάν η καντιανή θεωρία εφαρμοζόταν στην πράξη, η Ε.Ε. θα αποτελούσε μια «κοσμοπολιτική» πια ένωση κρατών, που ναι μεν θα ξεπερνούσε την εθνική κυριαρχία, χωρίς δε να καταργεί τα ίδια τα κράτη.
Ωστόσο, για τον συγγραφέα η πραγματικότητα αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Όχι μόνο δεν υφίσταται μια κοσμοπολιτική ένωση κρατών, αλλά τα ίδια πλέον τα εθνικά κράτη βρίσκονται αντιμέτωπα με τις συνταγματικές συνέπειες που προκαλεί η παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση. Οι διεθνείς αγορές έχουν πια, ύστερα απ’ την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την οριστική λήξη του Ψυχρού Πολέμου, αποθρασυνθεί, επιδιώκοντας την υποταγή των εθνικών κρατών στις επιταγές τους. Η εθνική κυριαρχία κλυδωνίζεται από έναν «φονταμενταλισμό της αγοράς» (Σωτηρέλης 25.10.2011 : σελ.4-5), όπου γιγαντιαίες μονοπωλιακές και ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις ελέγχουν κυβερνήσεις και πολιτικές. Ενώ η ουσία του εθνικού κράτους ήταν η πολιτική του αυτονομία -το γεγονός ότι η χάραξη και η άσκηση των πολιτικών του δεν ετεροκαθορίζονταν-, πλέον οι ’’ιδιωτικές εξουσίες’’ διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, χρησιμοποιώντας το κράτος ως εργαλείο για την ικανοποίηση των βουλήσεών τους. Όλα τα προεκτιθέντα άλλωστε, τα αντιλαμβάνεται κανείς, εάν αναλογιστεί το τι συμβαίνει τη δεδομένη στιγμή όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και σε άλλα, ισχυρά μέχρι πριν από λίγα χρόνια κράτη.
Ποιά είναι όμως η γενεσιουργός αιτία της ειδεχθούς αυτής κατάστασης; Ο Habermas ως βασική αιτία της κρίσης εντοπίζει την έλλειψη αρμοδιοτήτων από πλευράς Ε.Ε. για την αναγκαία εναρμόνιση των διαφορετικών ως προς την ανταγωνιστικότητά τους εθνικών οικονομιών. Αντί για τη λήψη δημοκρατικών και δεσμευτικών αποφάσεων, οι Ευρωπαίοι ηγέτες προέβαιναν σε μη δεσμευτικές, από νομική άποψη, μεταξύ τους συνομιλίες. Επίσης, υιοθετήθηκε ένα κοινό νόμισμα με αδύναμο και μη ισορροπημένο θεσμικό πλαίσιο, που ως αντιδιαστολή για τις συγκεκριμένες ατέλειες προτάσσει μονάχα αυστηρούς κανόνες (Τσούκαλης 2007 : σελ.307). Η έλλειψη του θεσμικού πλαισίου, ούτως η άλλως, συνδυασμένη με την εξάρτηση των εθνικών κυβερνήσεων από ιδιωτικά κέντρα, αφήνουν κατά τον συγγραφέα τα σημάδια τους και στον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όπως επισημαίνει ο φιλόσοφος, παρέμειναν αδρανείς ως προς την αντιμετώπιση της διογκούμενης κρίσης χρέους, που αντιμετώπιζαν εταίροι τους -μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα-, υπό τον φόβο που τους προκαλούσαν μεγάλες τράπεζες και οίκοι αξιολόγησης. Ενώ οι αγορές το Νοέμβριο του 2009 υποβάθμιζαν συνεχώς τα ελληνικά ομόλογα, η Ε.Ε. φάνηκε να κινείται μόνο σε επίπεδο ανούσιων δηλώσεων καλών προθέσεων (Καζάκος 2011 : σελ.22). Την ώρα που τα περιβόητα spreads εκτοξεύονταν στα ύψη, αναμένονταν οι αποφάσεις αργόσυρτων κοινοβουλευτικών διαδικασιών μελών της ευρωζώνης. Τέλος, ενώ υποστηριζόταν εξ’ αρχής, μετά την προσφυγή της χώρας μας, από πολλά μέλη του Δ.Σ. του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, οι Ευρωπαίοι επεδίωκαν να σώσουν τις τράπεζές τους, που ήταν εκτεθειμένες σε ελληνικά ομόλογα (Ρουμελιώτης 2012 : σελ.26-27). Μόνο όταν αυτές απηλάγησαν από ένα μεγάλο μέρος των ομολόγων, έδωσαν 18 μήνες αργότερα τη συγκατάθεση για το ’’κούρεμα’’.
Εκτός όμως απ’ τη ταχύτητα και την ανεπάρκεια που επέδειξαν στον τρόπο αντίδρασης, εξαιτίας της ασκούμενης απ’ τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα επιρροής, ο Habermas συνδέει την ανυπαρξία σοβαρών θεσμικών διαδικασιών και με τον κίνδυνο απώλειας της νομιμότητας των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απ’ τους απογοητευμένους λαούς. Σαν παράδειγμα φέρει την πατρίδα του, τη Γερμανία. Υπό το φόβο έλλειψης δημοκρατικής νομιμοποίησης στη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από εθνικό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, όπως υπονοεί, δεν επέδειξε την αρμόζουσα αποφασιστικότητα για την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος όλων των λαών της Ευρωζώνης. Επιπλέον, τον κατηγορεί για υποκρισία, καθώς ο Σόϊμπλε προτείνοντας την άμεση εκλογή του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ουσιαστικά προωθεί την τεχνοκρατική αυτοεξουσιοδότηση ενός συμβουλίου του ευρωπαϊκού πυρήνα, το οποίο θα κυβερνούσε με άτυπες αποφάσεις, παραβιάζοντας τις ευρωπαϊκές συνθήκες (Habermas 2012 : σελ.62-63). Αυτή είναι και η ουσία του «εκτελεστικού φεντεραλισμού», που αντιπροσωπεύει τις τάξεις της Ένωσης και την χαρακτηρίζει από πλήρη ανυπαρξία ελέγχου ως προς τον τρόπο λειτουργίας και λήψεως των αποφάσεων μεταξύ των ελίτ της.
 
Απέναντι στον προαναφερθέντα φεντεραλισμό ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει μια διεθνοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας με τη μορφή δημοκρατικής ομοσπονδίας εθνικών κρατών. Στη συγκεκριμένη ομοσπονδία τα εθνικά κράτη θα υποτάσσονται μεν στο υπερεθνικά θεσμοθετημένο δίκαιο, απ’ την άλλη όμως το σύνολο των πολιτών της Ένωσης θα μοιράζεται τη συντακτική εξουσία με περιορισμένο αριθμό «συνταγματικών κρατών», τα οποία έχουν λάβει από τους λαούς τους την εντολή να συμμετάσχουν για τη δημιουργία μιας κοινής οντότητας. Ωστόσο, στο σημείο τούτο απαιτείται δέουσα προσοχή, διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρόλο που μπορεί να διαθέτει ορισμένα στοιχεία -λ.χ. ίδρυση με συνθήκη- (Παντελής 2007 : σελ.57), επ’ ουδενί δεν αντιστοιχεί σε ομοσπονδία κρατών. Στα ομόσπονδα κράτη, παρά το γεγονός ότι ναι μεν μπορεί να υπάρχει μια ομόφωνη κοινή βούληση, δεν υφίσταται κυριαρχική αρμοδιότητα, διότι η κυριαρχία παραμένει ακέραιη στα κράτη που μετέχουν στην ομοσπονδία (Τσάτσος 2007 : σελ.76).
Εν πάση περιπτώσει, η ιδεατή για τον Habermas διεθνοποιημένη λαϊκή κυριαρχία είναι η μόνη που μπορεί να σταθεί απέναντι σε πανίσχυρους υπερεθνικούς οργανισμούς, τις αυτονομημένες, όπως χαρακτηρίζει, παγκόσμιες εκτελεστικές εξουσίες. Η επικράτηση των γιγαντιαίων και παντοδύναμων αυτών επιχειρήσεων αμφισβητούν πλέον ανοικτά τόσο την εσωτερική, όσο και την εξωτερική κυριαρχία των κρατών, καθώς υπό τον έλεγχό τους βρίσκονται υπερεθνικοί και διεθνείς θεσμοί, αλλά και εξουσιαστικοί ιδεολογικοί και κατασταλτικοί μηχανισμοί, όπως ιδιωτικοί στρατοί, ΜΜΕ, μηχανισμοί παρακολούθησης κλπ (Σωτηρέλης 10.9.2012 : σελ.2-3). Γι’ αυτόν τον λόγο, όπως έχει επισημάνει ο Γερμανός φιλόσοφος κατά το παρελθόν και σε άλλο του σύγγραμμα, η ενοποίηση της Ευρώπης κρίνεται αναγκαία διότι τα εθνικά κράτη αδυνατούν από μόνα τους και μόνο «να διατηρήσουν την ικανότητα δράσης για ν’ αντισταθούν στη μοίρα μιας έρπουσας αφομοίωσης στο κοινωνικό μοντέλο που τους πλασάρει το καθεστώς που κυριαρχεί στην εποχή μας στην παγκόσμια οικονομία» (Habermas 2006 : σελ.126).
Απαραίτητα συστατικά στοιχεία της διεθνοποιημένης λαϊκής κυριαρχίας ο συγγραφέας θεωρεί :
1. τη δημοκρατική «κοινοτικοποίηση» ελευθέρων και ίσων νομικών προσώπων
2. την οργάνωση συλλογικών ικανοτήτων δράσης
3. το μέσω ενσωμάτωσης της αλληλεγγύης ανάμεσα σε ξένους μεταξύ τους πολιτών
Βέβαια, κύρια θέση στην παγκόσμια λαϊκή κυριαρχία που προτάσσει ο Habermas οφείλει να καταλαμβάνει η δημοκρατική αυτοδιάθεση των πολιτών. Ο θεμέλιος λίθος της ατομικής ελευθερίας κατά τον Kant -την θεωρία του οποίου ενστερνίζεται ο συγγραφέας στην πρώτη ενότητα- έγκειται στις ιδέες της υπεροχής της θέλησης του ατόμου και της αυτονομίας (Ridola 2010 : σελ.40). Επομένως, σε μια ορθώς δομημένη δημοκρατική κοινωνία πρέπει κατά τον Habermas οι αποδέκτες του αναγκαστικού δικαίου να είναι ταυτοχρόνως και οι νομοθέτες του. Γι’ αυτόν τον λόγο θεωρεί αναγκαία τη συμπερίληψη όλων των πολιτών της διεθνοποιημένης κοινωνίας στη νομοθετική διαδικασία. Ωστόσο, για την επίτευξή μιας σύζευξης μεταξύ των λαμβανομένων πολιτικών αποφάσεων απαραίτητη κρίνεται απ’ το φιλόσοφο η διαβουλευτική διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Οι διαλογικές διαδικασίες σχηματισμού της συλλογικής θέλησης είναι εξαιρετικά σημαντικές, διότι μ’ αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται ορθότερα η επίτευξη συλλογικών σκοπών, οι οποίοι μέχρι στιγμής κουτσουρεύονται από καθαρά διοικητικές ή προσανατολισμένες στην εξουσία αποφάσεις, που σε καμία περίπτωση δεν ικανοποιούν συλλογικές ανάγκες (Habermas 1987 : σελ.38).
Απ’ τις προαναφερθείσες διαλογικές διαδικασίες για τη λήψη από κοινού αποφάσεων απ’ τους ίδιους τους πολίτες, είναι φυσικό να περιορίζεται η ελευθερία δράσης του κυρίαρχου κράτους, όπως αυτήν την εγγυάται το κλασσικό διεθνές δίκαιο. Τοιουτοτρόπως, όμως διερωτάται κανείς εάν ο περιορισμός της ελευθερίας δράσεως του ελεύθερου κράτους επηρεάζει και την εξωτερική του κυριαρχία. Ο Habermas είναι κατηγορηματικός. Τονίζει, πως παρόλο που η κυριαρχία του λαού που εκδηλώνεται με μια νομοθεσία γενικής δημοκρατικής ισχύος, εγγυούμενη σε όλους τους πολίτες ίσα δικαιώματα, επ’ ουδενί δεν επηρεάζει την εξωτερική κυριαρχία, η οποία σαφώς στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, ερχόμενο το κράτος αντιμέτωπο με νέους, παντοδύναμους υπερεθνικούς εχθρούς, πρέπει να εκφράζεται μ’ ένα μοντέλο αυθαίρετης ελευθερίας. Απεναντίας, αναπτύσσοντας τη θεωρία του Robert Dahl περί «αυτεπενέργειας» (Habermas 2012 : σελ.75) επισημαίνει την αυξημένη δυνατότητα του κράτους να επικεντρωθεί σ’ ένα στόχο, λ.χ. την εθνική άμυνα, εάν ο δημοκρατικότερος τρόπος λειτουργίας του παράσχει στους πολίτες την ικανότητα να διευθετούν μόνοι τους τις υποθέσεις τους!
Κάνοντας όμως ένα βήμα παραπέρα απ’ τη διεθνοποιημένη λαϊκή βούληση, ο συγγραφέας προβαίνει στην πρόταση για μια νέα Ευρωπαϊκή Ένωση, απηλλαγμένη απ’ το δημοκρατικό έλλειμμα που τη χαρακτηρίζει. Ένα έλλειμμα, που κατά κανόνα και συνδυασμένο με τις εθνικιστικές και εθνοκεντρικές τάσεις που επικράτησαν ύστερα απ’ την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, ανέστειλλε τις διαδικασίες για την πολιτική ένωση της Ευρώπης (Λυμπερόπουλος 2008 : σελ.128). Κύριο γνώμονα για τη νέα Ε.Ε. αποτελεί για το φιλόσοφο η δημοκρατική εκνομίκευση της Ένωσης, η οποία θα επιτευχθεί μέσω :
1. της συλλογικοποίησης των νομικών προσώπων, τα οποία σε ορισμένο χώρο θα συνέρχονται σε μια ένωση ελευθέρων και ίσων πολιτών, παραχωρώντας προς αλλήλους δικαιώματα που εξασφαλίζουν στον καθένα την ίδια ιδιωτική και πολιτική αυτονομία
2. της κατανομής αρμοδιοτήτων στα πλαίσια ενός οργανισμού, ο οποίος διασφαλίζει με διοικητικά όργανα τη συλλογική δικαιοπρακτική ικανότητα των συνενωμένων πολιτών
3. το μέσον ολοκλήρωσης μιας κρατικής και υπερκρατικής πολιτικής αλληλεγγύης, που είναι αναγκαία για μια κοινή πολιτική διαμόρφωση βούλησης, για την επικοινωνιακή δηλαδή παραγωγή δημοκρατικής εξουσίας και τη νομιμοποίηση της άσκησης της εξουσίας
Αντιμέτωπη βέβαια με τη συγκεκριμένη πρόταση τίθεται η πραγματικότητα σχετικά με το τι συμβαίνει στο ευρωπαϊκό πεδίο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το δίκαιο της έχει προτεραιότητα έναντι του δικαίου των κρατών-μελών, μολονότι τα όργανά της δεν διαθέτουν ούτε την αντίστοιχη αρμοδιότητα, ούτε τη δέουσα νομιμοποίηση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παρά την αύξηση των αρμοδιοτήτων του με την υπογραφή της Συνθήκης της Λισσαβώνας, δεν είναι εξοπλισμένο με όσες αρμοδιότητες είναι απαραίτητες για την άσκηση του νομιμοποιητικού και ελεγκτικού του έργου, καθώς και για να συμπράττει αποτελεσματικά στη νομοθετική διαδικασία (Τσάτσος 2007 : σελ.101). Εκτός αυτού, οι ευρωεκλογές για την ανάδειξη των μελών του, παρά την ταυτόχρονη διεξαγωγή τους σε όλα τα κράτη-μέλη, παραμένουν στην πράξη προσκολλημένες στους εθνικούς ’’δημόσιους χώρους’’, μεταλασσόμενες σ’ ένα είδος οιονεί δημοσκόπησης για τα εθνικά πολιτικά δρώμενα, ή και ψήφου διαμαρτυρίας για τα πεπραγμένα των κυβερνήσεων (Χρυσόγονος 2005 : σελ.59). Γι’ αυτούς τους λόγους ενώ η Ε.Ε. δεσμεύει τα κράτη-μέλη στην άσκηση νομοθετικών και δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων, δεν διαθέτει το δυναμικό επιβολής κυρώσεων όπως ένα εθνικό κράτος.
Ωστόσο, ο Habermas εύλογα διερωτάται πώς στα συγκεκριμένα πλαίσια το δίκαιο των ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπερέχει έναντι κάθε εθνικού δικαίου. Σ’ αυτή τη διαστροφή, όπως υπονοεί, συνέβαλλε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και οι αποφάσεις που έλαβε σε μια υπόθεση το 1963 -υπόθεση van Gend και Loss- (Habermas 2012 : σελ. 86-87). Παρόλα αυτά, όπως τονίζει το άρθρο 4 παρ.2 της Συνθήκης για την Ε.Ε., χορηγείται στα εθνικά δικαστήρια η εξουσιοδότηση να ελέγχουν την ακεραιότητα των συνταγματικών εκείνων αρχών, που είναι καταστατικές για τη δικαιακή και δημοκρατική εν τέλει δομή του εκάστοτε κράτους-μέλους. Το μοναδικό πάτημα, επισημαίνει, που έχει βρει η Ένωση είναι η απουσία ενός διεθνούς συνταγματικού δικαίου, με την οποία παραμένουν ακάλυπτα τα κράτη-μέλη απέναντι στην αναγκαστική νομοθεσία της Ένωσης.
Πέραν όμως της συνταγματικώς διεθνοποιημένης κοινωνίας, ο συγγραφέας προτάσσει και πάλι το ζήτημα της συνταγματικής οργάνωσης της Ε.Ε.. Για την επίτευξή της βέβαια, όπως τονίζει, απαιτείται μια καλύτερη οργανωτική δομή απ’ την υφιστάμενη. Τούτο διότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στερούμενη ενός οργανωμένου διοικητικού μηχανισμού, εμπιστεύεται την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα κοινοβούλια και στις διοικήσεις των κρατών-μελών (Habermas 2012 : σελ.91). Παρά το γεγονός ότι αποτελεί το κύριο εκτελεστικό όργανο της Ένωσης (Τσούκαλης 2004 : σελ.52), ουσιαστικά μοιράζεται τις εκτελεστικές αρμοδιότητες με το Συμβούλιο, τους υπουργούς δηλαδή των 27 χωρών. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε και οι πολίτες της Ε.Ε., παρά τον διφυή χαρακτήρα της ταυτότητάς τους -αφ’ ενός πολίτης του εθνικού κράτους, αφ’ ετέρου Ευρωπαίος πολίτης- (Τσάτσος 2007 : σελ.99), απολαμβάνουν με τη στενή έννοια το καθεστώς του πολίτη κράτους, με συνέπεια, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει να μην έχει αναπτυχθεί η απαιτούμενη αλληλεγγύη μέσω της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών.
Πάντως, για να αιτιολογήσει τον προεκτιθέντα ισχυρισμό του, ο Habermas αντιπαραβάλλει το γεγονός ότι η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προήλθε από κάποια μεγάλη λαϊκή επανάσταση, όπως οι αντίστοιχες στα τέλη του 18ου αιώνα. Αντιθέτως, σ’ αυτήν αντικατοπτρίζεται ο ρόλος των εθνικών κρατών, τα οποία μέσω αμοιβαίων διαπραγματεύσεων και υποχωρήσεων προέβησαν στο καθοριστικό βήμα της ενοποίησης. Επομένως, είναι λογικό οι πολίτες να έχουν περισσότερο σφικτούς δεσμούς με τα εθνικά τους κράτη, παρά με την Ένωση.
Απ’ την άλλη όμως η υπογραφή της Συνθήκης της Λισσαβώνας το 2009 και οι αλλαγές που αυτή έφερε αποδεικνύει την τάση της μετακίνησης των οργανωτικών δομών της ενοποίησης προς όφελος πια του Ευρωπαίου πολίτη. Παρά την εξέχουσα θέση που παράσχει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Συμβούλιο υπουργών, η νέα συνθήκη, αναφέρει ο Habermas, αναβάθμισε το ρόλο και του Κοινοβουλίου. Η καθιέρωση της «συναπόφασης» ως συνήθους νομοθετικής διαδικασίας -για το 80% των νομοθετικών πράξεων συνομοθέτης το Κοινοβούλιο με το Συμβούλιο- (Ιωακειμίδης 2010 : σελ.85-87), η εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής, όπως και η ευρύτερη συμμετοχή του στη διαδικασία αναθεώρησης των συνθηκών, το κατατάσσουν για το συγγραφέα ως ισότιμο νομοθετικό όργανο. Βέβαια, τα ερωτήματα που τίθενται έχουν να κάνουν με το κατά πόσο οι ευρωεκλογές αντιμετωπίζονται τόσο απ’ τους πολίτες, όσο και απ’ τα κόμματα, ως μια σοβαρή διαδικασία, καθοριστική για τα μέλλοντα, ή μήπως θεωρούνται ένα απλό υποκατάστατο είδος των εθνικών εκλογών (Τσούκαλης 2004 : σελ.70). Εντούτοις, παρά τις εκ μέρους μας αμφιβολίες, ο Γερμανός φιλόσοφος φρονεί, πως στο εξής υποκείμενο θέσπισης του Συντάγματος δεν θα είναι τα κράτη-μέλη, αλλά οι ίδιοι, οι λαοί της Ευρώπης.
Ποιος θα είναι όμως ο ρόλος των εθνικών κρατών στο νέο, συνταγματικό ευρωπαϊκό χώρο; Η αφαιρούμενη απ’ αυτά συντακτική αρμοδιότητα πρέπει κατά τον συγγραφέα να μεταφερθεί στα χέρια των πολιτών τους. Τα νέα υποκείμενα θα την ασκούν είτε απευθείας τα ίδια, είτε εκχωρώντας την στα νομιμοποιημένα (;) νομοθετικά όργανα της Ένωσης. Για την επίτευξη όμως του συγκεκριμένου στόχου, τα συντακτικά υποκείμενα οφείλουν να εκχωρήσουν στην ομοσπονδιακή κοινότητα αφ’ ενός τα κυριαρχικά δικαιώματα του κράτους τους, αφ’ ετέρου τα προσωπικά-ατομικά τους δικαιώματα. Δεν υπάρχει όμως ο κίνδυνος αμφισβήτησής τους, εάν αναλογιστεί κανείς τι συμβαίνει τη σήμερον ημέρα με τον τρόπο παρέμβασης υπερεθνικών οργανισμών, εξαρτημένων από ιδιωτικά συμφέροντα; Ο Habermas είναι για ακόμη μία φορά κατηγορηματικός. Τα εθνικά κράτη θα είναι εκείνα που θ’ αναλάβουν, όπως επισημαίνει, το ρόλο της εξασφάλισης της ελευθερίας ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου. Εκτός αυτού εκείνα θα προασπίσουν την ελευθερία και των πολιτών τους, υπερμαχόμενα για τη δικαιοσύνη και το δίκαιο εντός της Ένωσης. Τη δυνατότητα αυτή, άλλωστε, τους την παράσχει η επονομαζόμενη «αρχή της επικουρικότητας».
Βάσει της συγκεκριμένης αρχής, η οποία παρατίθεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ε.Ε., ο συγγραφέας προτάσσει την προβλεπόμενη αφ’ ενός λήψη των αποφάσεων όσο το δυνατόν πλησιέστερα στους πολίτες, και αφ’ ετέρου τη μη ανάληψη δράσης απ’ την πλευρά της Ένωσης, εάν η αντίστοιχη σε εθνικό, περιφερειακό, ακόμα και τοπικό επίπεδο είναι σαφώς πιο αποτελεσματική (Habermas 2012 : σελ.106)! Η σημαντικότητα της συγκεκριμένης αρχής αποδεικνύεται επίσης και απ’ το γεγονός ότι και η Συνθήκη της Λισσαβώνας απαιτεί πια σε όλα τα σχέδια νομοθετικών πράξεων να τηρείται η «επικουρικότητα», ενώ συνάμα επιτρέπει στα εθνικά κοινοβούλια ν’ αντιταχθούν σε μια πρόταση που την παραβιάζει (Ιωακειμίδης 2010 : σελ.41-43).
Ωστόσο, όλα όσα έχει εκθέσει μέχρι στιγμής ο συγγραφέας, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, αποτελούν ένα μελλοντικό όραμα. Η πραγματικότητα αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Το δημοκρατικό έλλειμμα, που απορρέει απ’ τον τρόπο αντιμετώπισης των ευρωπαϊκών εκλογών, ενισχύεται απ’ την ανισορροπία των αρμοδιοτήτων, παρά τις προοπτικές της Λισσαβώνας, που εντοπίζεται μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου. Επιπλέον, αποδίδονται σημαντικά δικαιώματα στην Επιτροπή, δίχως αυτή να λογοδοτεί τουλάχιστον στους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών λαών. Τέλος, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παρά το ότι, όπως εκθέτει, βρίσκεται στη δεύτερη θέση της ιεραρχίας μετά το Κοινοβούλιο, αποτελεί το διευθυντικό όργανο, που ορίζει τις κατευθύνσεις της πολιτικής, δίχως να διαθέτει ούτε νομοθετικό σώμα, ούτε δικαίωμα υποβολής προτάσεων στην Επιτροπή! Η μη συμπερίληψή του άλλωστε στη θεσμική δομή της Ε.Ε. αποδείχθηκε καταστροφική όταν στα τέλη του 2008-αρχές του 2009 η οικονομική κρίση περνούσε το κατώφλι της Ευρώπης. Ενώ απαιτούνταν ταχύτατες αποφάσεις για την αντιμετώπισή της, την εμφάνισή της έκανε μια κωλυσιεργία, καθώς αυτές έπρεπε να εγκριθούν από 17 κοινοβούλια της ευρωζώνης (Καζάκος 2011 : σελ.22).
Μόλα ταύτα επανερχόμενος στο ζήτημα της ουσιαστικής συνταγματικής ενοποίησης μεταξύ των πολιτών της Ε.Ε., απαραίτητο γι’ αυτήν στοιχείο ο Habermas θεωρεί την ύπαρξη αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών. Αναλαμβάνοντας ο ένας την ευθύνη για τον άλλο οι Ευρωπαίοι θα καταφέρουν να μοιράζονται μεταξύ τους και την κυριαρχία των κρατών-μελών τους. Παρόλα αυτά όμως, μια ενωσιακή θεσμική δομή πρέπει να ανταποκρίνεται και στην ετερότητα του ευρωπαϊκού ενωσιακού χώρου (Τσάτσος 2007 : σελ.85). Τούτο είναι αναγκαίο διότι στην Ευρώπη πάντοτε επικρατούσε ένας ιστορικοπολιτικός δυϊσμός, που από τη μια μεριά μεν έφερε την ενότητα, απ’ την άλλη όμως υπερίσχυε η πολυκρατικά αποτυπωμένη διαφορετικότητα.
Για τον Habermas όμως η υπερεθνική επέκταση της αλληλεγγύης θα πραγματοποιηθεί μόνο μέσω μιας διαδικασίας εκμάθησης, η οποία δύναται να ενθαρρυνθεί απ’ τη μέριμνα για οικονομικές και πολιτικές αναγκαιότητες. Η παιδεία είναι εκείνη που απελευθερώνει τον άνθρωπο απ’ τις προκαταλήψεις και τις ψυχώσεις, καλλιεργώντας του την ευαισθησία και τονώνοντας την επιθυμία για μια καλύτερη ζωή (Μπέης 2011 : σελ.375). Η αρμονική κοινωνική συμβίωση πρέπει να επιδιώκεται, όχι με την απειλή και την επιβολή κυρώσεων του νόμου, αλλά μονάχα με την παιδαγωγική διαδικασία, που λαμβάνει χώρα τόσο στο σπίτι και στην οικογένεια, όσο και στην κοινωνία μέσω της διδασκαλίας, αλλά και του κριτικού διαλόγου στα ΜΜΕ.
Όσον αφορά τα τελευταία, ο φιλόσοφος αποδεικνύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που δύνανται να διαδραματίσουν στην πορεία της ενοποίησης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, όσο πιο πολύ τα μέσα ενημέρωσης αναδεικνύουν πόσο πιο βαθιά παρεμβαίνουν στην καθημερινότητα οι αποφάσεις της Ε.Ε., τόσο εντονότερα οι λαοί της θα ενδιαφέρονται ν’ ασκούν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα ως Ευρωπαίοι πολίτες. Πάντως, σε σχέση με τα ΜΜΕ απαιτείται ύψιστη προσοχή, καθώς στην παρούσα φάση χρησιμοποιούνται περισσότερο ως εργαλεία από πανίσχυρα ιδιωτικά κέντρα για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης (Σωτηρέλης 25.10.2011 : σελ.7-8).
Για τον λόγο τούτο ο Habermas, πάνω σ’ αυτή την κερδοσκοπία των αγορών θεωρεί, πως η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να ορθοποδήσει και -γιατί όχι- να επικρατήσει, μόνο όταν αποκτήσει πολιτικές αρμοδιότητες ελέγχου των χρηματαγορών, τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό πυρήνα, μεταξύ δηλαδή των μελών της Ο.Ν.Ε.. Εντούτοις, παραδέχεται ότι μια ενδεχόμενη κοινή οικονομική διακυβέρνηση τη δεδομένη στιγμή είναι σχεδόν αδύνατη, καθώς η Ένωση θα έπρεπε να καταπατήσει στα άδυτα των εθνικών κοινοβουλίων, στους εθνικούς προϋπολογισμούς, παραμερίζοντας κατάφωρα το ισχύον δίκαιο. Σ’ αυτό το σημείο αποδεικνύεται και η παράνοια του όλου συστήματος, διότι παρά το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν γενικά τον περιορισμό του εθνικού κράτους να ρυθμίζει τα του οίκου του στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, δεν συμφωνούν για το τι ακριβώς ενδείκνυται να κάνουν από κοινού, ούτε διακατέχονται από υψηλό βαθμό σιγουριάς για τις επιπτώσεις βασικών και εναλλακτικά προσφερόμενων επιλογών (Καζάκος 2008 : σελ.37). Κάτι αντίστοιχο γίνεται εμφανές και από την υφιστάμενη οικονομική κρίση.
Όπως τονίζει ο Habermas, αντί η Ένωση με όλα της τα θεσμικά εργαλεία ν’ αντιδράσει αποφασιστικά απέναντι στα σφυροκοπήματα που δέχονταν οι εταίροι της από ξένα κέντρα, το δίδυμο Μέρκελ-Σαρκοζύ παρακάμπτοντας τη Συνθήκη της Λισσαβώνας και προσδίδοντας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ένα πανίσχυρο ρόλο, μια διακυβερνητική κυριαρχία, ουσιαστικά διαβίβαζαν τις προσταγές των αγορών στους εθνικούς προϋπολογισμούς μέσω απειλών κυρώσεων και πιέσεων προς τ’ αδύναμα κοινοβούλια! Πρόκειται για μια παραλυτική συγκυρία της διεθνούς πολιτικής, όπου οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν ξεπεράσει σε εμβέλεια τα εθνικά κράτη (Κοτζιάς 2011 : σελ.394). Η προσπάθεια δε των κρατών να ξανακερδίσουν ένα μέρος της ικανότητας πολιτικής αυτοκυβερνησίας θεωρείται απ’ το συγγραφέα ως μια απλή αυτοπροβολή, που ουδεμία σχέση έχει με μια δημοκρατική εκνομίκευση της Ε.Ε., ως απόρροια της πανευρωπαϊκής αλληλεγγύης των πολιτών. Αντιθέτως, εκείνο που συμπεραίνει απ’ τον τρόπο χειρισμού της κρίσης έγκειται στη μετατροπή της Ε.Ε. σε μια μεταδημοκρατική γραφειοκρατική εξουσία.
Πέραν όμως της δημοκρατικής εκνομίκευσης της Ε.Ε., μέσω της υιοθέτησης ενός νομιμοποιημένου απ’ τους λαούς Συντάγματος το συγγραφέα απασχολεί και η παγκοσμιοποίηση. Απ’ το 1989 και έπειτα στα σκαριά βρέθηκε ένας νέος κόσμος, ο οποίος δομήθηκε με τεχνολογικά και οικονομικοπολιτικά υλικά. Στο νέο αυτό κόσμο όμως, διαχρονικά παρατηρείται μια αντίφαση, μια παραδοξότητα. Ενώ απ’ τη μια σχηματίζονται μεγάλες, υπερεθνικές, ακόμα και ηπειρωτικές ενώσεις κρατών, απ’ την άλλη ενιαία και σφικτά ομοσπονδιακά κράτη είτε διασπώνται σε μικρές ανεξάρτητες οντότητες (βλ. πρώην Γιουγκοσλαβία), είτε διακατέχονται από αποσχιστικές τάσεις, λ.χ. η Ισπανία (Καταλονία και Βασκονία), το Βέλγιο, η Βόρειος Ιρλανδία κλπ (Πολύδωρας 2008 : σελ.182).
Οι νέες αυτές γεωπολιτικές τάσεις δίνουν στο φιλόσοφο την αφορμή να κάνει λόγο για ένα δημοκρατικό Σύνταγμα πλέον της Διεθνούς Κοινωνίας. Συντακτικά του υποκείμενα θεωρεί πως πρέπει να είναι αφ’ ενός μια κοινωνία πολιτών του κόσμου -μια κοσμοπολιτική κοινωνία, για την οποία έχει ξανακάνει λόγο σε άλλο σύγγραμά του κατά το παρελθόν- (Habermas 1987 : σελ. 37-38), αφ’ ετέρου δε τα ίδια τα εθνικά κράτη. Θα εδύνατο βέβαια να διερωτηθεί κανείς, ποιος θα είναι ο ρόλος του Ο.Η.Ε. στη νέα διεθνοποιημένη κοινωνία. Ο συγγραφέας αναγνωρίζοντας την ιδιότητα του Οργανισμού ως θεματοφύλακα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνιστά να επικεντρωθεί σ’ αυτή του την αρμοδιότητα, ενασχολούμενος παράλληλα και με ζητήματα παγκόσμιας ειρήνης, αφήνοντας όμως τα πολιτικά στους λαούς και τα κράτη. Την αλλοίωση του ρόλου του άλλωστε απ’ τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, που καταστρατηγούν τα δικαιώματα του ανθρώπου, την ανέδειξε στην προηγούμενη ενότητα του δοκιμίου του (Habermas 2012 : σελ. 49-51).
Ο Habermas, ωστόσο, όντας ρεαλιστής παραδέχεται, ότι στην προοπτική της σύστασης μιας κοσμοπολιτικής κοινωνίας, είναι φυσικό να εγερθούν αμφιβολίες που θα στηρίζονται στο φόβο της απώλεσης του κράτους πρόνοιας. Για να τιθασεύσει αυτές τις αμφιβολίες αντιπαραβάλλει την επέκταση του δικαίου της Χάρτας των Ηνωμένων Εθνών από ένα Παγκόσμιο Κοινοβούλιο. Ένα Κοινοβούλιο απ’ το οποίο θα απουσιάζουν στοιχεία αυτοοριοθέτησης, αλλά και αυτοπροβολής. Όσον αφορά δε τη νομιμοποίησή του, εκείνη θα προέκυπτε μέσω μιας εκλογικής διαδικασίας στην κοσμοπολιτική κοινωνία, απ’ την οποία θα αναδεικνύονταν οι αντιπρόσωποι «των πολιτών του κόσμου». Επιπλέον, η ύπαρξη μιας παγκόσμιας επικοινωνιακής συνοχής, είναι βέβαιο, πως θα διαμόρφωνε μια αιτιολογημένη κρίση για τον ηθικό πυρήνα των λαμβανομένων αποφάσεων στο επίπεδο του Ο.Η.Ε..
Τοιουτοτρόπως, ο συγγραφέας κλείνει τη δεύτερη του ενότητα προβάλλοντας ένα σχέδιο, με το οποίο θα μπορούσαν τα εθνικά κράτη ν’ αντισταθούν στον πόλεμο που δέχονται από πανίσχυρα ιδιωτικά κέντρα, τα οποία καθημερινά καταπατούν τόσο την εθνική τους κυριαρχία, όσο και τα δικαιώματα του ανθρώπου. Γι’ αυτό και μόνο όταν ένα μέρος αυτής της κυριαρχίας μεταφερθεί σε υπερεθνικά κέντρα, θα προκύψει ένας «συνταγματικός κοσμοπολιτισμός» -υπερεθνικός συνταγματισμός- (Σωτηρέλης 10.9.2012 : σελ.12-13), ως τελευταίο ανάχωμα στη σκληρή, άνιση κατά τ’ άλλα μάχη που δίδεται.
 
 
 
 
 
Ενότητα 3
Η Ευρώπη της ομοσπονδιακής δημοκρατίας
Έχοντας ολοκληρώσει και εκθέσει τις προτάσεις του για μια λαϊκώς συνταγματοποιημένη ενοποίηση, τόσο της ευρωπαϊκής, όσο και της παγκόσμιας κοινότητας, ο συγγραφέας στο τρίτο μέρος της μελέτης του επικεντρώνεται στα μέχρι τώρα ελαττώματα της ευρωπαϊκής κατασκευής. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν του την οικονομική κρίση, τον τρόπο αντιμετώπισής της, αλλά και τις συνέπειές της, ασκεί την κριτική του στην υποκριτική στάση της Γερμανίας, όπως και στα κατασκευαστικά σφάλματα της Ευρωζώνης.
Κατ’ αρχάς, ο Habermas κάνει λόγο για το αντιδραστικό πρότυπο της εθνικής μοναξιάς της Γερμανίας. Μόλις ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση, η καγκελάριος Μέρκελ αρνήθηκε να συνδράμει σε μια κοινή ευρωπαϊκή πορεία των χωρών της Ε.Ν.Ε.. Ενώ ο ευρωπαϊκός Νότος πληττόταν απ’ τις συνεχείς αξιολογήσεις και τις υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας των χωρών του, εκείνη έπαιζε σύμφωνα με το συγγραφέα ένα εσωτερικό πολιτικό παιχνίδι, καθώς εν’ όψει βρίσκονταν οι εκλογές της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, αποδίδοντας χυδαία τις ευθύνες της κρίσης στα οικονομικά ασθενέστερα κράτη, όπως η Ελλάδα, θεωρώντας τες «αποδιοπομπαίους τράγους».
Αυτή η υποκριτική στάση, το «πολιτικό σκάνδαλο», ήταν άλλωστε η αφορμή ώστε ν’ ανοίξει η όρεξη εκπροσώπων του αχαλίνωτου καπιταλισμού, οι οποίοι εκφράζουν διαχρονικά επαίσχυντες νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό τους τον αποδίδει ο φιλόσοφος, διότι αφ’ ενός παραχωρούν αδυσώπητη κυριαρχία στα ιδιωτικά επενδυτικά συμφέροντα, αφ’ ετέρου αποδέχονται ασυγκίνητες την αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα. Τοιουτοτρόπως, δημιουργούν όπως τονίζει ένα «Prekariat» -κοινωνικά και οικονομικά επισφαλείς ομάδες-, αδιαφορώντας για την παιδική φτώχεια, τους μισθούς πείνας κλπ. Η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε πλουσίους και φτωχούς εκφράζει ούτως ή άλλως τον έναν απ’ τους πυλώνες του κορπορατιστικού συστήματος (Klein 2010 : σελ. 32). Ένας άλλος, ιδιαιτέρως ξεχωριστός, έγκειται στη μανία για ιδιωτικοποιήσεις, υποσκάπτοντας κεντρικές λειτουργίες του κράτους (δημόσια υγεία, κοινωνική ασφάλιση, παιδεία) και ξεπουλώντας τα απομεινάρια της πολιτικής δημόσιας σφαίρας σε επενδυτές, που ενδιαφέρονται μονάχα για την αύξηση των περιουσιών τους. Η τελευταία αποτελεί για τον συγγραφέα την ουσία της χρηματιστικής κερδοσκοπίας!
Η σκληρή όψη του καπιταλισμού, βέβαια, δεν εμφανίσθηκε εν μία νυκτί, με την κατάρρευση μιας τράπεζας εκτεθειμμένης σε μολυσμένα ομόλογα. Αντιθέτως, έχει τις ρίζες της στις αρχές της δεκαετίας του 70’, όπου η εγκατάλειψη του συστήματος των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών και οι πετρελαϊκές κρίσεις (Economides-Wilson 2007 : σελ.125-126) οδήγησαν στην απομάκρυνση απ’ την οικονομική ευημερία του κεϋνσιανισμού και στην άνευ όρων παράδοση σ’ ένα αβυσσαλέο ιδιωτικό ανταγωνισμό, δίχως ίχνος κρατικής παρέμβασης. Η όλη κατάσταση πάντως εκτροχιάστηκε απ’ το 1989 και έπειτα. Για τους προαναφερθέντες λόγους ο Habermas επαναλαμβάνει την αναγκαιότητα πλέον όλα τα εθνικά κράτη να θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη της διεθνούς κοινότητας.
Την αναγκαιότητα αυτή τη συνδέει και με τα ελαττώματα, όπως τονίζει, που παρουσιάζει η ευρωπαϊκή κατασκευή. Ενώ ο μακροπρόθεσμος στόχος του Μάαστριχτ, όταν η Ο.Ν.Ε. βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα, αφορούσε τη σταδιακή μετατροπή της κοινότητας σε πολιτική ένωση (Τσούκαλης 2007 : σελ.294), στην πραγματικότητα κάτι αντίστοιχο δεν υφίσταται. Τουναντίον, κάθε χώρα αντιδρά διαφορετικά, με τα δικά της μέτρα οικονομικής πολιτικής, δίχως να υπάρχει μια αμοιβαία πολιτικοοικονομική διαμόρφωση κοινής βούλησης. Επιπλέον, τα κράτη-μέλη φθάνουν, απ’ όσα αναφέρει ο συγγραφέας, στο έσχατο σημείο να μαλώνουν μεταξύ τους για το πόσο κράτος και πόση αγορά επιθυμεί το καθένα, ασκώντας παράλληλα την πιο συμφέρουσα για τα ίδια και επ’ ουδενί για την Ένωση εξωτερική πολιτική.
Επομένως, η κυκλοφορία του κοινού νομίσματος δίχως να έχουν καθοριστεί οι αρμοδιότητες με τις οποίες θα μπορούσαν να συντονιστούν αποτελεσματικά οι οικονομικές πολιτικές των κρατών-μελών, αποτελεί για τον Habermas την βαθύτερη αιτία της κρίσης. Μόλα ταύτα, στη διόγκωσή της συνέβαλε τα μέγιστα η «λομπίστρια», όπως τη χαρακτηρίζει, των εθνικών συμφερόντων του οικονομικά ισχυρότερου κράτους, Άνγκελα Μέρκελ. Με επικλήσεις στο υπόδειγμα της γερμανικής δημοσιονομικής πειθαρχίας, μπλόκαρε την κοινή δράση της Ένωσης, η οποία θα είχε στηρίξει εγκαίρως την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας έναντι κερδοσκοπικών κινήσεων με στόχο τη χρεοκοπία της. Μια στάση διαχρονική, καθώς η Γερμανία ανέκαθεν αναδιπλώνεται στον εαυτό της, κλείνοντας τα ότα της προς τους εταίρους, αλλά και σε κάθε σκέψη για δημοσιονομικό συντονισμό και κοινή έκδοση ευρωομολόγου, ερμηνεύοντάς τες σαν επέλαση στις βαθιές τσέπες των Γερμανών φορολογούμενων για τη σωτηρία των άσωτων ευρωπαϊκών χωρών (Ανδρουλάκης 2009 : σελ.37). Απ’ το φόβο της γερμανικής κοινής γνώμης άλλωστε, και των όπλων μαζικής καταστροφής του κίτρινου τύπου, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, αγνοήθηκαν τα όπλα μαζικής καταστροφής των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Συνοπτικά, ο Habermas στο τελευταίο αυτό μέρος της μελέτης του για τη διαρκώς επεκτεινόμενη ευρωπαϊκή κρίση, προτάσσει τους εξής λόγους :
Ø το κατασκευαστικό σφάλμα της Ο.Ν.Ε., καθώς απ’ το 1999 έλειπαν τα απαραίτητα εργαλεία για μια κοινή οικονομική πολιτική. Για παράδειγμα, κατ’ απαίτηση των Γερμανών στο Μάαστριχτ του «3%-3%-60%» δεν συμπεριλήφθη ένας αντίστοιχος με των Η.Π.Α. «Μηχανισμός Ανακύκλωσης Πλεονασμάτων» (Βαρουφάκης 2012 : σελ.405). Οι Γερμανοί αποδεικνύεται, πως ήθελαν την Ευρωζώνη ως εργαλείο, που θα συντηρούσε στο διηνεκές την ’’υποχρέωση’’ ελλειμματικών χωρών να προσφέρουν επαρκή ζήτηση για τις εξαγωγές της.
Ø την αποτυχία και το έλλειμμα ανεξαρτησίας εθνικών κυβερνήσεων απέναντι σε ανήθικες χρηματοπιστωτικές αγορές, λόγω της παραίτησης από μια δημοκρατική συνεργασία, που θα έθετε ως στόχο την ενίσχυση της ικανότητας κοινής πολιτικής δράσης.
Ø την έλλειψη νομιμοποίησης που χαρακτηρίζει τις αποφάσεις της Ένωσης, κυρίως απ’ τη μεριά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως την παραθέτει στη δεύτερη ενότητα της μελέτης του (Habermas 2012 : σελ.97-99).
Ø το γερμανικό πρότυπο δημοσιονομικής, οικονομικής, κοινωνικής και μισθολογικής πολιτικής, μέσω μιας δέσμης μέτρων, τα οποία οδηγούν συνεχώς σ’ ένα αντιπαραγωγικό αντιπληθωρισμό διαρκείας στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας λόγω λιτότητας.
Τέλος, τα βέλη του Γερμανού φιλοσόφου δέχεται και το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας, τονίζοντας τις αυθαίρετες, αλλά και αμετάκλητες εθνικές αρμοδιότητες που διαθέτει, οι οποίες το προβάλλουν ως θεματοφύλακα της ταυτότητας του εθνικού κράτους εναντίον της περαιτέρω προσπάθειας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Κάτι αντίστοιχο απορρέει απ’ την αντιευρωπαϊκή του, για τον Habermas, απόφασή του για τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, ενώ η συνδρομή και κάποιου είδους βοήθειας προς τη χώρα μας στις απαρχές της κρίσης πιθανώς ν’ανατρεπόταν στο ισχυρό αυτό αντίβαρο (Καζάκος 2011 : σελ.23).
Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως, και κλείνοντας τη μελέτη του, ο συγγραφέας καλεί κάθε φορέα (κόμματα, κινήματα, ομάδες) και προπάντων τους Ευρωπαίους -και όχι μόνο- πολίτες ν’αγωνιστούν για μια νέα, βασισμένη στις αρχές της ελευθερίας και της αλληλεγγύης, διεθνή κοινότητα, παρά τα εμπόδια που και υφίστανται και θα προκύπτουν στο μέλλον.
 
 
 
Βιβλιογραφικές αναφορές
1. Ανδρουλάκης Μ. (2009), Έ, Πρόεδρε!, ε’ έκδοση, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα
2. Βαρουφάκης Γ. (2012), Παγκόσμιος Μινώταυρος. Οι πραγματικές αιτίες της κρίσης, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα
3. Διεθνές Γραφείο Εργασίας, Διεθνής Επιτροπή για την κοινωνική διάσταση της παγκοσμιοποίησης (2004), Δίκαιη παγκοσμιοποίηση. Δημιουργώντας ευκαιρίες για όλους, εκδόσεις Διόνικος, Αθήνα
4. EconomidesS., WilsonP. (2007), Ο οικονομικός παράγοντας στις διεθνείς σχέσεις, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα
5. HabermasJ. (2012), Για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα
6. HabermasJ. (2006), Η εποχή των μεταβάσεων, εκδόσεις Scripta, Αθήνα
7. HabermasJ. (2003), Ο μεταεθνικός αστερισμός, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα
8. HabermasJ. (1987), Αυτονομία και αλληλεγγύη, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα
9. Ιωακειμίδης Π. (2010), Η Συνθήκη της Λισσαβώνας, β’ έκδοση, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα
10.Καζάκος Π. (2011), Μετά το «Μνημόνιο». Οικονομική πολιτική στην Ελλάδα υπό διεθνή έλεγχο, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα
11.Καζάκος Π. (2008), Έτοιμη για το μέλλον; Η Ευρώπη μετά την αναθεώρηση των συνθηκών, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα
12.KleinN. (2010), Το δόγμα του σοκ, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα
13.Κοτζιάς Ν. (2011), Η πολιτική σωτηρίας ενάντια στην τρόϊκα, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα
14.Λυμπερόπουλος Κ. (2005), Η αρπαγή της Ευρώπης. Η Ευρώπη στη σκιά της Πλανητικής Αυτοκρατορίας, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα
15.Μάνεσης Αρ. (1981), Συνταγματικά δικαιώματα. Α’, ατομικές ελευθερίες, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη
16.Μπέης Κ. (2011), Η Ελλάδα που αγάπησα. Η Ελλάδα της χρεοκοπίας, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα
17.Παντελής Αντ. (2007), Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, β’ έκδοση, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα
18.Παπαδημητρίου Γ. (2001), Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα
19.Πολύδωρας Β. (2008), Για μια νέα ιδεολογία, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα
20.Ράμφος Στ. (2011), Η λογική της παράνοιας, ια’ έκδοση, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα
21.RidolaP. (2010), Τα θεμελιώδη δικαιώματα στην ιστορική εξέλιξη του συνταγματισμού, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα
22.Ρουμελιώτης Π. (2012), Το άγνωστο παρασκήνιο της προσφυγής στο ΔΝΤ, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα
23.Τσάτσος Δ. (2007), Η έννοια της δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα
24.Τσάτσος Δ. (2005), Τα μεγάλα θεσμικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκδόσεις Σαββάλα, Αθήνα
25.Τσούκαλης Λ. (2004), Ποια Ευρώπη;, εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα
26.Χρυσόγονος Κ. (2005), Το μετέωρο βήμα της Ευρώπης, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα
27.Χρυσοχόος Δ., Τσινισιζέλης Μ., Υφαντής Κ., Σταυρίδης Σ., Ξενάκης Δ. (2009), Ευρωπαϊκή Πολιτεία. Η τέχνη της συνδιάθεσης, εκδόσεις Σαββάλα, Αθήνα
 
Άρθρα
1. Στείρης Γ., «Το Βατερλό της σύγχρονης πολιτικής», 20.12.2012, στο http://www.papapolitika.gr/ArticleDetails/tabid/63/ArticleID/531654/ToBaterlotissynchronispolitikis.aspx
2. Σωτηρέλης Γ., «Το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης. Προς ένα νέο συνταγματισμό;», 10.9.2012 (καταχώρηση), στο http:// www.constitutionalism.gr /html/ent/394/ent.2394.asp
3. Σωτηρέλης Γ., «Η οικονομική κρίση ως ευκαιρία για την επαναθεμελίωση του κράτους», 25.10.2011 (καταχώρηση), στο http://www.constitutionalism.gr/html/ent/186/ent.2186.asp
4. Τσούκαλης Λ. (2007), «Η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση», σελ.289-315 στο Μαραβέγιας Ν., Τσινισιζέλης Μ. (επιμ.), Νέα Ευρωπαϊκή Ένωση. Οργάνωση και πολιτικές. 50 χρόνια, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα
Καταχώρηση: 01-10-2012     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Ιστορικές αδικίες και δικαιώματα ομάδων στο δημοκρατικό κράτος δικαίου

Νίκος Γαρυπίδης Δικηγόρος, ΜΔΕ Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής ΑΠΘm LL.M. EALT Βρυξελλών

Ιστορικές αδικίες και δικαιώματα ομάδων στο δημοκρατικό κράτος δικαίου

«Ο τρόπος με τον οποίο κατά
την ιστορική αναδρομή
βλέπουμε να κατανέμεται η ενοχή
και η αθωότητα καθρεφτίζει και τους κανόνες
σύμφωνα με τους οποίους
είμαστε διατεθειμένοι να σεβόμαστε
ο ένας τον άλλον ως πολίτες
αυτής της Δημοκρατίας»
Jürgen Habermas[1]

Ι. Εισαγωγή
Μια τεράστια σειρά αξιώσεων για αποκατάσταση των αδικιών του παρελθόντος έχουν εμφανιστεί σε εθνικό και διεθνές επίπεδο στο μεταπολεμικό κόσμο. Πρώτα διατύπωσαν αξιώσεις τα θύματα του ολοκαυτώματος και των υπόλοιπων φρικαλεοτήτων του ναζισμού. Το ίδιο ζητούν και τα θύματα των πολιτικών διώξεων στην Αργεντινή. Στις Η.Π.Α. έχει ξεσπάσει μια μεγάλη διαμάχη σχετικά με το εάν θα πρέπει να υπάρξουν και ποια μορφή πρέπει να λάβουν οι πολιτικές αποκατάστασης των θεσμών της δουλοκτησίας, ενώ οι ιαπωνικής καταγωγής Αμερικανοί έχουν ήδη πετύχει την επίσημη απολογία και, σε κάποιες περιπτώσεις, υλικές αποζημιώσεις για τον μαζικό περιορισμό τους σε στρατόπεδα κατά τη διάρκεια του πολέμου[2]. Πρώην αποικίες θέτουν σε διεθνές επίπεδο ζήτημα αποζημιώσεων στις παλαιές αποικιοκρατικές δυνάμεις, ενώ οι αυτόχθονες σε Αυστραλία και Βόρεια Αμερική διεκδικούν την επιστροφή μέρους της γης που τους αφαιρέθηκε ή αποζημιώσεις για την έξωσή τους από αυτήν[3].
Παρά την ευρεία συζήτηση που λαμβάνει χώρα σχετικά με τα θεμέλια, την ουσία και τη λειτουργία αυτών των μορφών αποκατάστασης έχει ελάχιστα διερευνηθεί το ζήτημα του ποια μπορεί να είναι η σημασία της ιδέας αυτής για την διαδικασία αναγνώρισης δικαιωμάτων ομαδικής διαφορετικότητας. Όπως είναι γνωστό, τα δικαιώματα αυτά στοχεύουν στο να εξασφαλίσουν ίσους όρους πρόσβασης στην οικονομική και δημόσια ζωή, καθώς και προϋποθέσεις αναπαραγωγής της ιδιαίτερης πολιτιστικής ταυτότητας ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Η δικαιολόγηση των δικαιωμάτων εξάγεται συνήθως στη θεωρία από το δόγμα της αυτονομίας ή από την εγγενή αξία της συλλογικής διαφορετικότητας στις πλουραλιστικές κοινωνίες[4]. Η αναγωγή στην ιδέα της αποκατάστασης δεν επιχειρεί σε καμιά περίπτωση να υποκαταστήσει τέτοιου είδους φιλοσοφικές θεμελιώσεις. Στο κείμενο που θα ακολουθήσει, θα διατυπωθεί η άποψη ότι το επιχείρημα της αποκατάστασης μπορεί να επιστηρίξει πολιτικά τις αξιώσεις για δικαιώματα, των οποίων, σε ορισμένες περιπτώσεις, αποτελεί ένα τόσο κρίσιμο λειτουργικό συμπλήρωμα, ώστε η συνταγματική πολιτική αναγνώρισής τους να πρέπει οπωσδήποτε να ανατρέχει σε μια δημόσια κριτική αξιολόγηση του παρελθόντος.
Προκειμένου να κατανοηθεί η λειτουργική χρησιμότητα της ιδέας της αποκατάστασης, αυτή θα πρέπει να τοποθετηθεί στον «ενδιάμεσο χώρο» μεταξύ διανεμητικής και επανορθωτικής δικαιοσύνης, καθώς η θεμελίωσή της ως καθήκοντος συνθέτει στοιχεία και των δύο. Αφού πρώτα επιχειρηθεί μια κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων αποκατάστασης θα διερευνηθούν τα βασικά στοιχεία της ίδιας της ιδέας σε αφαιρετικό επίπεδο. Η επεξεργασία αυτή θα συνεχιστεί, καθώς θα τεθεί υπό κριτική το «υπόδειγμα της υπαιτιότητας», η επικρατούσα δηλαδή στη νομική θεωρία σύλληψη του ζητήματος και θα προταθεί μια εναλλακτική οπτική, που κατανοεί το καθήκον αποκατάστασης ως υποχρέωση πηγάζουσα από την ίδια την κοινωνική επαφή μεταξύ των υποκειμένων. Το «υπόδειγμα της κοινωνικής επαφής» θα αποδειχθεί ανώτερο, εφόσον θα επιτρέψει να αναχαιτιστούν ποικίλες κριτικές ενάντια στις πολιτικές αποκατάστασης. Υπ’ αυτό το πρίσμα, θα καταστεί πλέον σαφής η σκοπιμότητα της επίκλησης των παλαιών αδικιών στους θεμελιωτικούς των δικαιωμάτων των ομάδων νομοθετικούς διαλόγους.
ΙΙ. Κατηγορίες παλαιών αδικιών
Όπως χρησιμοποιείται στη διεθνή νομική και πολιτική θεωρία, ο όρος «αποκατάσταση» (reparation) σε σχέση με μαζικές αδικίες του παρελθόντος δεν παραπέμπει σε μια σαφώς οριοθετημένη έννοια. Πριν επιχειρηθεί μια πιο συστηματική ανάλυση των εννοιολογικών της στοιχείων, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι με τον τρόπο που χρησιμοποιείται εδώ, ο όρος δεν αναφέρεται στις πολεμικές επανορθώσεις που οι νικητές των πολέμων επιβάλλουν στους ηττημένους. Πρόκειται για νομοθετικού ή άλλου τύπου κρατικές πολιτικές οι οποίες, ανεξάρτητα εάν εμφανίζονται στις εσωτερικές ή τις διεθνείς σχέσεις, αποφασίζονται κυριαρχικά από τις πολιτικές εξουσίες, με σκοπό την αναστροφή των συνεπειών μιας ιστορικής αδικίας και την διατύπωση μιας δημόσιας απολογίας για την διάπραξή της. Στην πολιτική πρακτική και ιδιαίτερα στη νομική θεωρία, η αποκατάσταση συνδέεται με την παροχή χρηματικών αποζημιώσεων στα «θύματα» της αδικίας ή σε συλλογικότητες που τα «εκπροσωπούν». Θα συμφωνήσουμε, ωστόσο, με όσους υποστηρίζουν ότι οι χρηματικές καταβολές δεν συνιστούν ουσιώδες στοιχείο της αποκατάστασης[5].
Στο επίπεδο της κατηγοριοποίησης είναι δυνατό να γίνουν τρεις βασικές διακρίσεις ιστορικών αδικιών που μπορούν να δικαιολογήσουν αξιώσεις αποκατάστασης[6]Guantalupe-Hidalgo, που σφράγισε το τέλος του μεξικανοαμερικανικού πολέμου και εγγυήθηκε τα γλωσσικά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα των μεξικανοαμερικανών με αντάλλαγμα την ένταξή τους στην εδαφική επικράτεια της Ομοσπονδίας, παραμερίστηκε από το αμερικανικό κράτος αμέσως μετά τη θέση της σε ισχύ. Η πρώτη αφορά τον παράνομο, συστηματικό αποκλεισμό μιας ομάδας ανθρώπων από την απόλαυση ενός αναγνωρισμένου από το δικαιικό σύστημα δικαιώματος. Ένα τυπικό παράδειγμα στην κατηγορία αυτή αποτελεί η μονομερής αποκήρυξη ή παραβίαση συνθηκών που διέπουν τη σχέση μεταξύ ενός κράτους και μιας συγκεκριμένης ομάδας κατοίκων της επικράτειάς του. Στην πράξη, οι συνθήκες αυτές στοχεύουν συνήθως στη νομιμοποίηση ενός υπό σύσταση κράτους ή της εδαφικής επέκτασής του, προβλέποντας σε αντάλλαγμα την παραχώρηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων σε αυτόχθονες πληθυσμούς. Για παράδειγμα, η γνωστή συνθήκη[7].
Σήμερα, λόγω του συστηματικού γλωσσικού και οικονομικού τους αποκλεισμού, οι ισπανόφωνοι πληθυσμοί της περιοχής απολαμβάνουν πολύ λιγότερες ευκαιρίες ζωής σε σχέση με τη μειοψηφία των λευκών. Μια απλή, de lege lata ενεργοποίηση της συνθήκης δεν θα συνέβαλλε πλέον ουσιαστικά στη βελτίωση της θέσης των ισπανόφωνων, διότι στο μεταξύ, λόγω της μετακίνησης των πληθυσμών, οι ισπανόφωνοι συγκροτούν ομάδες πολύ διαφορετικές από τους αρχικά συμβεβλημένους αυτόχθονες, ενώ επιπλέον η κοινωνική τους υστέρηση έχει διαχυθεί σε ποικίλα επίπεδα της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Υπό αυτές τις συνθήκες, μόνον η θεσμοθέτηση ενός ιδιαίτερου νομικοπολιτικού status γι’ αυτές τις ομάδες είναι δυνατόν να άρει το αρχικό πλήγμα που έχει υποστεί η συμβατικά θεμελιωμένη προσδοκία των μελών τους, ότι τα δικαιώματά τους δεν θα χάσουν την αξία τους.
Ένας δεύτερος τύπος αδικίας αναφέρεται στον αυθαίρετο, αν και δικαιικά επιβεβλημένο, αποκλεισμό μιας ομάδας από το σύστημα των δικαιωμάτων, ενάντια στις θεμελιακές αρχές αυτού του συστήματος. Συνήθως η δουλεία στις νότιες πολιτείες των Η.Π.Α. και η αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη στους έγχρωμους κατανοείται ως μια τέτοιου τύπου αδικία, στο βαθμό που ήδη από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας οι καταστατικές αρχές του πολιτεύματος των Η.Π.Α. βρίσκονται καταφανώς σε αντίθεση με μια τέτοια πρακτική[8]. Ωστόσο, η προσπάθεια μεταβολής του καθεστώτος αυτού σε συνταγματικό επίπεδο ήταν χρονοβόρα και μακρόσυρτη. Ξεκίνησε με τη μετεμφυλιακή αναδόμηση του συστήματος των δικαιωμάτων και, παρά τις εξελίξεις που πυροδότησε το κίνημα ισότητας και διεκδίκησης δικαιωμάτων των εγχρώμων στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, παραμένει μέχρι σήμερα ημιτελής.
Σε αυτήν την κατηγορία εντάσσονται στη θεωρία και οι παλαιές αδικίες που αφορούν στην άτυπη αποστέρηση συγκεκριμένων δυνατοτήτων δράσης από μια ομάδα, χωρίς αυτό να καταγράφεται στην έννομη τάξη. Ένας τέτοιος τύπος αδικίας αναφέρεται στον πιεστικό τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα η ενσωμάτωση των ιδιαίτερων πολιτισμών στην πλειοψηφική κουλτούρα κατά τη διάρκεια της εθνικής οικοδόμησης, την ιστορική φάση δηλαδή της πολιτιστικής ομογενοποίησης που υπέστησαν οι νεωτερικές κοινωνίες κατά την ανάδυση και σταθεροποίηση της κυριαρχίας του εθνικού κράτους. Υπό το πρίσμα του δόγματος της ουδετερότητας του κράτους, τα φιλελεύθερα συστήματα συνήθως δεν προσέδωσαν στις πρακτικές αυτές έναν ανοιχτά καταπιεστικό χαρακτήρα. Οι μειονότητες υποχρεώθηκαν να ενσωματωθούν στην πλειοψηφία, καθώς οι οικονομικές και εκπαιδευτικές δομές του κράτους, όπως επίσης και ο τρόπος οργάνωσης της γραφειοκρατίας του (με την καθιέρωση, για παράδειγμα, μιας επίσημης γλώσσας), μετέτρεψαν τη διατήρηση του ιδιαίτερου πολιτισμού των μειονοτήτων σε επιλογή «υψηλού κόστους». Στις περιπτώσεις αυτές, η αποκατάσταση των παλαιών αδικιών για τις ομάδες αυτές επιτρέπει την υιοθέτηση μιας έμπρακτα κριτικής στάσης έναντι των ‘θυσιών’ στις οποίες οι πρόγονοί μας υποβλήθηκαν προκειμένου να δημιουργήσουν το έθνος, τη συλλογική ταυτότητα και μνήμη[9]. Ήδη στις απαρχές του ο φιλελεύθερος εθνικισμός υποστήριξε ότι η απώθηση αυτών των ιστορικών διαδικασιών, ακόμη και όταν αυτές συνδέθηκαν με πράξεις βαναυσότητας, αποτελεί όρο για την αναπαραγωγή της ενότητας σε ένα δημοκρατικό σύστημα. Ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της φιλελεύθερης εθνικιστικής ιδεολογίας ισχυρίστηκε ήδη τον 19ο αιώνα: «Η λησμοσύνη, θα έλεγα μάλιστα το ιστορικό σφάλμα, αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα στην ίδρυση ενός έθνους,…Πραγματικά, η ιστορική έρευνα ξαναφέρνει στο φως τις πράξεις βίας που βρίσκονται στις απαρχές κάθε πολιτικού σχηματισμού …Η ενότητα επιτυγχάνεται πάντα με απότομο τρόπο»[10].
Σύγχρονες αξιώσεις αποκατάστασης μπορεί τέλος να καθιδρύσει μια αδικία που ανάγεται στις δομές μιας θεμελιακά στρεβλής ηθικοκοινωνικής τάξης. Το χαρακτηριστικό στην περίπτωση αυτή, είναι ότι η αδικία εμφανίζεται ως πλήρως νομιμοποιημένη στο ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο όπου εκδηλώνεται. Τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας, κυρίως η συστηματική εξάλειψη των αυτοχθόνων πληθυσμών της Βορείου και Νοτίου Αμερικής, αλλά και των Αυστραλών γηγενών στη διάρκεια των ευρωπαϊκών εποικισμών αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις τέτοιων αδικιών. Δικαιώματα που τείνουν στην προστασία και την εξασφάλιση των όρων διατήρησης των διαφορετικών αυτών πολιτισμών, όπως για παράδειγμα τα συλλογικά δικαιώματα αυτοκαθορισμού και αναπαραγωγής της ιδιαίτερης ταυτότητάς τους, αναγνωρίζονται συνήθως με αναφορά στις αδικίες που προηγήθηκαν σε βάρος τους.
ΙΙΙ. Τα βασικά στοιχεία μιας ιστορικής αδικίας
Μια από τις συνήθεις κριτικές που δέχεται η ιδέα της αποκατάστασης είναι ότι η εφαρμογή της σε κάποιες περιπτώσεις, και με δεδομένη τη «σκληρότητα» της ανθρώπινης ιστορίας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να εγερθούν αξιώσεις από το σύνολο σχεδόν των κοινωνικών ομάδων[11]. Για το λόγο αυτό, ο κατά το δυνατόν αυστηρότερος προσδιορισμός των γενικών χαρακτηριστικών μιας παρελθούσας αδικίας που είναι δυνατό να στηρίξει αίτημα αποκατάστασης είναι ζήτημα εξαιρετικής κρισιμότητας.
Το πρώτο βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι οι αδικίες αυτές στρέφονται ενάντια σε μια ευρεία ομάδα ανθρώπων, προσδιορισμένη από κάποιο πολιτιστικό ή φυσικό χαρακτηριστικό, ή από έναν συνδυασμό των δύο[12]. Η ομάδα δεν είναι απαραίτητο να ενοποιείται από μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα όταν λαμβάνει χώρα η αδικία. Είναι μάλιστα αρκετά σύνηθες, η σύνδεση μεταξύ των μελών αυτής της ομάδας να εμφανιστεί κατόπιν, σαν αντίδραση στην αδικία, όπως συνέβη με την ταυτότητα του αντιαποικιακού εθνικισμού.
Ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω κατηγοριών είναι ότι αποτελούν περιπτώσεις διαρκούς αδικίας (enduring injustices)[13]. Οι συγκεκριμένοι τύποι αδικίας εμφανίζουν μια ιδιαίτερη χρονικότητα. Λαμβάνουν χώρα στο ιστορικό παρελθόν, αλλά οι συνέπειές τους επιδρούν στις σύγχρονες κοινωνικές σχέσεις. Το παράδειγμα των εγχρώμων στις Η.Π.Α. είναι πολύ χαρακτηριστικό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ακόμη και μετά τον εμφύλιο, η στάση του αμερικάνικου κράτους και της κοινωνίας αποθάρρυναν την ενσωμάτωση των απελεύθερων πληθυσμών. «Μόλις οι απελευθερωμένοι σκλάβοι έγιναν πολίτες, το κράτος τους εγκατέλειψε. Επέτρεψε στους λευκούς να αναλάβουν τη διακυβέρνηση των νότιων Πολιτειών και μέσω του νόμου ή του τρόμου να εξουδετερώσουν πολιτικά τους αφροαμερικανούς…Οι Κυβερνήσεις, πολιτειακές και ομοσπονδιακές, δεν προέβησαν σε καμιά προσπάθεια να δικαιώσουν την επέκταση των δικαιωμάτων στους μαύρους και αυτή η αποτυχία εμπόδισε τους αφροαμερικανούς από το να ακολουθήσουν το υπόδειγμα των μεταναστών και να πετύχουν την ενσωμάτωσή τους στην αμερικανική κοινωνία. Η αλήθεια είναι ότι μόνο μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αυτή η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται»[14]. Ταυτόχρονα, η διατήρηση του θεσμού της δουλείας προϋπέθετε σε ιδεολογικό επίπεδο την επικράτηση μιας φυλετιστικής αντίληψης περί της φυσικής υπεροχής των λευκών, αντίληψη που διατηρήθηκε και μετά τον εμφύλιο. Στο μεσοπόλεμο ενδυναμώθηκε μάλιστα περαιτέρω, καθώς επενδύθηκε επιστημονικά από τις κυρίαρχες τότε θεωρίες του κοινωνικού δαρβινισμού, ενώ κατόπιν συνδέθηκε με τον πρώτο αμερικανικό επεκτατισμό, με τη μορφή κυρίως του καθήκοντος της λευκής φυλής να «εκπολιτίσει» τις υπόλοιπες[15].
Όπως αποδεικνύει συστηματικά ένα πλήθος εμπειρικών ερευνών, σήμερα οι αφροαμερικανοί ζουν σε συνθήκες πολύ χειρότερες συγκριτικά με τους λευκούς σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής[16] και η κατάσταση αυτή αναμφίλεκτα συνδέεται ιστορικά με τη δουλεία[17]. Η στερεοτυπική εικόνα των εγχρώμων ως οκνηρών και ανίκανων για διανοητική εργασία επιμένει στις καθημερινές σχέσεις, ενώ μοιραία διαχέεται στη λειτουργία των θεσμών. Επιπλέον στην ιστορική μνήμη, η επίγνωση της έκτασης και η λειτουργίας του θεσμού της δουλείας στις πρώτες δεκαετίες του αμερικανικού κράτους έχει απαλειφθεί πλήρως. Μια εξιδανικευμένη αφήγηση της εθνικής ιστορίας, ως τελεολογικά συνδεδεμένης με τις αξίες των πατέρων του Συντάγματος, έχει υποβαθμίσει τη δουλεία σε μια απλή ιστορική συγκυρία, σε μια πολιτισμική ιδιαιτερότητα του Νότου, που έχει πλέον συνολικά εκλείψει στη δίνη της θριαμβευτικής πορείας του έθνους προς την ελευθερία[18].
Κατά μια έννοια, οι διαρκούσες αδικίες αποτελούν μια μορφή «αποτυχίας» της φιλελεύθερης αντίληψης περί δικαιωμάτων, ο ατομοκεντρισμός της οποίας οδηγεί σε ένα εγχείρημα αφηρημένης σύλληψης των θεσμικών εξασφαλίσεων της ελευθερίας. Με τον τρόπο αυτό, δεν λαμβάνονται υπόψη οι διακινδυνεύσεις της ελευθερίας, που αναφύονται λόγω της συγκεκριμένης μορφής του καταμερισμού της εργασίας στις σύγχρονες κοινωνίες. Αντίθετα, στον σύγχρονο φιλελεύθερο στοχασμό διατυπώνεται συχνά η πεποίθηση ότι η αναγνώριση των κλασικών θεμελιωδών ελευθεριών είναι σε θέση από μόνη της να αναστρέψει τις στερεοτυπικές προκαταλήψεις και την ανισότητα των ευκαιριών ζωής στις κοινωνικές δομές. Έτσι ο Ronald Dworkin από τη μια πλευρά καθιστά σαφές ότι οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις, που είναι προϊόν συγκυρίας και δεν ανάγονται στην επιλογή των υποκειμένων, αποτελούν πρόβλημα για τη φιλελεύθερη θεωρία δικαιοσύνης[19]. Ταυτόχρονα, όμως, επιμένει να δείχνει ότι σε συνθήκες φιλελεύθερης δημοκρατίας, η επίδρασή τους δεν μπορεί παρά να φθίνει συστηματικά, αφού «…εάν τα βασικά στοιχεία της αντίληψης περί ισότητας των πόρων πραγματοποιηθούν, η τάξη θα εκλείψει, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Εάν πάλι η δέουσα νομοθεσία για τα ατομικά δικαιώματα υιοθετηθεί και εφαρμοστεί, η προκατάληψη στο χώρο της εργασίας θα εξαφανιστεί…»[20]. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει πως στις συνθήκες που δημιουργούν οι φιλελεύθεροι θεσμοί, οι προκαταλήψεις και οι ανισότητες ευκαιριών έχουν επιδείξει εξαιρετική βιωσιμότητα, αν μη τι άλλο, διότι η ιδέα της κοινωνικής «ουδετερότητας» των φιλελεύθερων θεσμικών διαρρυθμίσεων τρέφει στην κοινή γνώμη την αυταπάτη ότι οι αποκλεισμοί είναι ζήτημα της επιλογής των ίδιων των αποκλεισμένων.
Τέλος, οι αδικίες που θεμελιώνουν αξιώσεις αποκατάστασης είναι δομικές. Δεν οφείλονται στις διαπροσωπικές επαφές μεταξύ των υποκειμένων, αλλά στις δομές των κοινωνικών σχέσεων και τη λειτουργία των θεσμών. Όπως δείχνουν οι κοινωνιολόγοι, οι δομές αποτελούν «…κανόνες και σύνολα πόρων που εμπλέκονται περιοδικά στην αναπαραγωγή των κοινωνικών συστημάτων»[21]. Οι δομές δεν είναι στατικές καταστάσεις. Λειτουργούν ως δυναμικές διαδικασίες που προσδιορίζουν τις σχέσεις των υποκειμένων και πετυχαίνουν τη σταθεροποίησή τους μέσα στο χρόνο. Καθώς οι άνθρωποι δρουν στη βάση δομικά προσδιορισμένων κανόνων και προσδοκιών που καθιστούν συγκεκριμένους πόρους διαθέσιμους για τον καθένα, η δράση τους αναπαράγει τις προϋφιστάμενες δομές. Δεν αποτελεί συνεπώς παραδοξότητα το γεγονός ότι παρά τις εξισωτικές διακηρύξεις στις κοινωνίες μας «ο φυλετισμός, ως ανθεκτικός ιός, έχει την τάση να πολλαπλασιάζεται δημιουργώντας ακατάπαυστα νεότερες γενιές». Είναι, για παράδειγμα, αναπόδραστο ότι σε θεσμικό επίπεδο «…ένας οργανισμός, όπως η αστυνομία, θα διορίσει όσους διατηρούν παρόμοιες απόψεις και θα τους εκπαιδεύσει με τις παραδοσιακές μεθόδους. Τούτο είναι φυσικά σημαντικό για την οργανωτική της συνοχή. Συνεπώς η διείσδυση του φυλετισμού σε ένα σύστημα θεσμών θα του επιτρέψει να παραμείνει εκεί για πολλές γενιές».[22]
Δομικές αδικίες εμφανίζονται όταν συγκεκριμένες κοινωνικές διαδικασίες θέτουν ευρείες κατηγορίες ανθρώπων σε σχέση κυριαρχίας (domination), εκμετάλλευσης, ή τους αποστερούν σημαντικές ευκαιρίες αυτοανάπτυξης, ενώ την ίδια στιγμή κάποιες άλλες κατηγορίες απολαμβάνουν θέσεις κυριαρχίας, λαμβάνουν ωφελήματα από την εκμετάλλευση των άλλων, ή απολαμβάνουν έναν ευρύ κύκλο δυνατοτήτων ανάπτυξης των ικανοτήτων τους[23]. Η θεσμική και εξωθεσμική σταθεροποίηση αυτών των αδικιών δεν εξαρτάται από την ψυχική στάση των υποκειμένων έναντι τους, αφού, όντας εγκλωβισμένα στις κοινωνικές δομές, δε μπορούν παρά να τις αναπαράγουν αθέλητα. Ακόμη συνεπώς και ενάντια στην καλή τους προαίρεση «…τα άτομα δρουν και αντιδρούν με τρόπο που έχει ως αθροιστικό αποτέλεσμα τη δομική ανισότητα»[24]. Πράγματι, ένα από τα κατάλοιπα της δουλείας είναι ο έντονος στιγματισμός οποιουδήποτε γίνεται αντιληπτός ως αφροαμερικάνος λόγω κάποιου φυσικού ή κοινωνικού του χαρακτηριστικού, αφού, ανεξάρτητα από την ακρίβεια αυτής της αντίληψης, δημιουργείται αυτόματα μια δεδομένη κοινωνική πραγματικότητα γι’ αυτόν με συγκεκριμένες συνέπειες σε επίπεδο δυνατοτήτων αυτονάπτυξης[25]. Ο περιορισμός των δυνατοτήτων για τους έγχρωμους σημαίνει αντίστοιχα μια διεύρυνσή τους για τους λευκούς και τούτο συμβαίνει ανεξάρτητα από την ατομική στάση των τελευταίων στο φυλετικό ζήτημα.
Εφόσον φυσικά οι επίσημοι και ανεπίσημοι κανόνες, οι στερεοτυπικές εικόνες και οι κοινωνικές συμβάσεις έχουν ορατές συστημικές συνέπειες στη διανομή των αγαθών «…τότε η κοινωνία είναι υπεύθυνη για τις συνέπειες αυτές που δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να τεθούν εκτός της εμβέλειας του προβλήματος της δικαιοσύνης»[26]. Η αξιολόγηση όμως μιας κατάστασης ως άδικης δεν αποτελεί μια απλώς θεωρητική απόφανση. Σε πολιτικό επίπεδο συνεπάγεται άμεσα ότι σε κάποιους, ατομικά ή συλλογικά, πρέπει να καταλογιστεί η αδικία. Αυτή ακριβώς η έμπρακτη απόδοση ευθύνης για μια παλαιά αδικία, κυρίως ως προς το ζήτημα της υποχρέωσης άρσης των σημερινών συνεπειών της, συνιστά την ουσία των θεσμών και των πολιτικών της αποκατάστασης.
IV. Η εξατομίκευση της ευθύνης για αποκατάσταση
Το μεγαλύτερο μέρος της σχετικής νομικής και πολιτικής θεωρίας συνδέει φιλοσοφικά το πρόβλημα της αποκατάστασης των παλαιών αδικιών με την επανορθωτική δικαιοσύνη. Ως ζήτημα, η επανορθωτική δικαιοσύνη αναδύεται όταν οι κανόνες μιας δίκαιης κοινωνικής τάξης έχουν παραβιαστεί. Σκοπός της είναι η επαναφορά των υποκειμένων στην προηγούμενη της παραβίασης κατάσταση. Με την έννοια αυτή, ο προσανατολισμός της επανορθωτικής δικαιοσύνης είναι παρελθοντικός. Αντίθετα η διανεμητική δικαιοσύνη αφορά στη βασική κατανομή των δικαιωμάτων, των ευθυνών, των ωφελημάτων, των βαρών και των πόρων. Μέσω αυτής επιχειρείται η συγκρότηση μιας κοινωνικής τάξης όπου τα υποκείμενα, ανάλογα με τις επιλογές τους, λαμβάνουν τη δέουσα θέση ή μερίδα. Συνεπώς η διανεμητική δικαιοσύνη είναι προσανατολισμένη στο μέλλον.
Διαισθητικά η σχέση αποκατάστασης και επανορθωτικής δικαιοσύνης προβάλλει απολύτως εύλογα, εφόσον και οι δύο εμφανίζουν ένα σαφές ενδιαφέρον για το παρελθόν. Από την πλευρά αυτή, η ηθική θεμελίωση της πολιτικής των αποκαταστάσεων συνίσταται στην πεποίθηση ότι όταν κάποιος βλάπτεται παράνομα, ο δράστης οφείλει να επανορθώσει τη βλάβη. Η έμφαση στον παρελθοντικό προσανατολισμό έχει στρέψει συστηματικά τον προβληματισμό σχετικά με το ζήτημα της αποκατάστασης των παλαιών αδικιών στο «υπόδειγμα της υπαιτιότητας», που εμπνέεται κατά κύριο λόγο από τους θεσμούς και τη θεωρία της αδικοπρακτικής ευθύνης στο αστικό δίκαιο[27]. Βάσει αυτού, η ευθύνη για αποκατάσταση ανήκει στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα, στων οποίων τη δράση είναι δυνατό να αποδοθεί αιτιακά η αδικία και υπό τον όρο ότι η ζημιογόνα πράξη είναι αποδεδειγμένα εμπρόθετη και έχει εκτυλιχθεί με επαρκή γνώση των σχετικών συνθηκών[28]. Ακόμη λοιπόν και για μεγάλο μέρος των οπαδών της, η ευθύνη για αποκατάσταση παρουσιάζει νομικό θεμέλιο και πρέπει να αποδίδεται πολιτικά εξαιτίας της πρακτικής αδυναμίας των δικαστηριακών θεσμών να επιδικάσουν τέτοιου είδους αποζημιώσεις[29].
Στο βαθμό που εφέλκεται από το υπόδειγμα της υπαιτιότητας, η νομική και πολιτική συζήτηση σχετικά με την αποκατάσταση έχει οδηγηθεί σε μια εξαιρετικά περιοριστική σύλληψη του ζητήματος, με κύριο ενδιαφέρον την παροχή υλικών επανορθώσεων στα θύματα της αδικίας κατά το πρότυπο της αποζημίωσης του αστικού δικαίου[30]. Πέρα από την περιοριστική τάση, το υπόδειγμα της υπαιτιότητας δείχνει τόσο στο επίπεδο της φιλοσοφικής θεμελίωσης, όσο και σε αυτό της πρακτικής εφαρμογής, να προσκρούει σε ανυπέρβλητες συστηματικές δυσχέρειες, που έχουν δώσει λαβή για κριτικές στην ίδια την ιδέα της αποκατάστασης.
Η επανορθωτική δικαιοσύνη απαιτεί μια σχέση ταυτότητας μεταξύ του αδικούντα και αυτού που βαρύνεται με το καθήκον αποκατάστασης, όπως επίσης και την ταύτιση μεταξύ θύματος και φορέα της αξίωσης σε αποζημίωση. Στην περίπτωση της αποκατάστασης μαζικών παλαιών αδικιών, η αρχή της ταυτότητας οδηγεί σε σειρά προβλημάτων, καθώς τα άμεσα εμπλεκόμενα υποκείμενα συνήθως δεν υπάρχουν πλέον. Ακολουθώντας τη λογική των θεσμών του αστικού δικαίου, μέρος της θεωρίας επιχειρεί να προσδιορίσει τα υποκείμενα μέσω γραμμών κληρονομικής διαδοχής, περιορίζοντας τον κύκλο των προσώπων που μπορούν να αξιώσουν αποκατάστασης συγκεκριμένα στους απογόνους αυτών που υπέστησαν την αδικία[31].
Ωστόσο, ιδιαίτερα με ευκαιρία το πρόβλημα της αποκατάστασης των θυμάτων της δουλείας, το εγχείρημα προσέκρουσε στο λεγόμενο «υπαρξιακό» ζήτημα. Σύμφωνα με τον προβληματισμό αυτό, για τους σημερινούς αφροαμερικανούς η δουλεία υπήρξε υπαρξιακός όρος, αφού εάν οι πρόγονοί τους δεν εξανδραποδίζονταν και δεν μεταφέρονταν στην Αμερική, οι ίδιοι δεν θα είχαν καν γεννηθεί[32]. Διάφορες κατασκευές επιχειρούν την υπέρβαση του προβλήματος. Υποστηρίχθηκε, για παράδειγμα, η άποψη ότι η μη αποκατάσταση της αδικίας αποτελεί ένα αυτοτελές διαρκές αδίκημα, του οποίου η διάπραξη ξεκινά αμέσως μετά την αδικία και συνεχίζεται μέχρι να υπάρξει αποκατάσταση. Με τον τρόπο αυτό, είναι δυνατός ο ισχυρισμός ότι οι απόγονοι των αδικημένων είναι θύματα όχι της αρχικής αδικίας, αλλά του αδικήματος της «μη αποκατάστασης»[33].
Πάντως και αυτή η θεώρηση χαράσσει τον κύκλο των προσώπων που μπορούν να αξιώσουν αποκατάστασης συγκεκριμένα στους απογόνους αυτών που υπέστησαν την αδικία[34]. Τα «θύματα» της δουλείας όμως δεν είναι μόνον οι σκλάβοι και απόγονοι τους. Όπως ειπώθηκε πιο πάνω, οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις, τα ήθη και τα στερεότυπα που έχουν γεννήσει οι θεσμοί της δουλοκτησίας συνεπάγονται σήμερα μια άμεση υστέρηση σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικοοικονομικών και διαπροσωπικών δυνατοτήτων για οποιονδήποτε τοποθετείται στην κατηγορία του αφροαμερικανού. Με δεδομένη λοιπόν την κοινωνική διάχυση των επιβλαβών συνεπειών της αδικίας, ο προσδιορισμός σχετικής ευθύνης με βάση το πρότυπο της αστικής ζημίας είναι μοιραία εξαιρετικά ανελαστικός. Κατά ανάλογο τρόπο, η ωφέλεια από την αδικία έχει επίσης διασπαρθεί στον κοινωνικό ιστό. Όπως παρατηρεί ένας από τους πιο συστηματικούς μελετητές του ζητήματος, ακόμη και οι μετανάστες που έφτασαν στις Η.Π.Α. μετά την κατάργηση της δουλείας ευνοήθηκαν συστηματικά από τα κοινωνικά της «κατάλοιπα». «Είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν ευκαιρίες από κεφάλαια στα οποία οι σκλάβοι είχαν αξίωση, όπως και φυσικούς πόρους, γη για παράδειγμα, στα οποία επίσης οι σκλάβοι διεκδικούσαν τίτλους. Το δεδομένο ότι [οι μετανάστες] εργάστηκαν σκληρά και ανταγωνίστηκαν γι’ αυτές τις ευκαιρίες δεν έχει σημασία από την οπτική αυτή. Μπορεί να έχουν δικαιώματα στα αποκτήματά τους, αλλά όχι και στις ευκαιρίες που κατέστησαν εφικτά αυτά τα αποκτήματα»[35].
Πιο χαλαρές εφαρμογές του υποδείγματος της υπαιτιότητας εστιάζουν στον τρόπο που σε μια δημοκρατική κοινωνία οι υποχρεώσεις, οι αξιώσεις και τα βάρη κληρονομούνται στις οργανωμένες διαγενεακές ενώσεις και οργανώσεις. Οι θέσεις αυτές αναζητούν συλλογικά, νομικά συγκροτημένα υποκείμενα ως φορείς της ευθύνης και των αξιώσεων αποκατάστασης. Τα κράτη είναι αναπόφευκτα οι πιο βασικοί υποψήφιοι[36]. Ακόμη και στην αντίληψη αυτή ωστόσο, σε ό,τι αφορά μη συγκροτημένες ομάδες ανθρώπων, η ευθύνη ή η αξίωση πρέπει να εξατομικευτεί. Η θεώρηση αυτή μετατρέπει την αποκατάσταση σε υπόθεση των διακρατικών σχέσεων ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε πρόβλημα που αφορά τις σχέσεις μιας πολιτικής κοινότητας με τους πολίτες ατομικά. Από την πλευρά των αντιπάλων της αποκατάστασης, ασκείται εύλογα η κριτική ότι τέτοιου είδους κατασκευές συγκολλούν με αντιφατικό τρόπο συλλήψεις συλλογικής και εξατομικευμένης ευθύνης.. Διότι εάν μια πράξη δεν μπορεί πράγματι να καταλογιστεί συλλογικά σε ένα μέρος της κοινωνίας, δεν είναι δυνατό να θεμελιωθεί ευθύνη και της συλλογικότητας που εκπροσωπεί την κοινωνία (π.χ. του κράτους)[37].
Επιπλέον, στο πλαίσιο του υποδείγματος της υπαιτιότητας είναι δυνατό να γίνει λόγος για μορφές «παραγραφής» των παλαιών αδικιών. Αρκετοί συγγραφείς υποστηρίζουν ορθά ότι οι αξιώσεις που προκύπτουν από την άσκηση των δικαιωμάτων εξαρτώνται πάντοτε από την πάροδο του χρόνου, καθώς και από την μεταβολή των καταστάσεων. Συζητώντας το θέμα των γαιών των αυτοχθόνων, ο Jeremy Waldron εκκινεί από την αναμφίβολα βάσιμη σκέψη ότι τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα πρέπει να αναγνωρίζονται διότι αποτελούν θεσμικές ρυθμίσεις σημαντικές για την αυτόνομη ανάπτυξη και την πραγμάτωση των βιοτικών σχεδίων των υποκειμένων. Όταν όμως υπό συγκεκριμένες συνθήκες δεν επιτελούν αυτή την λειτουργία, η κανονιστική τους αξία εμφανίζεται μειωμένη. Αν και συνιστά αποτέλεσμα άδικης κατάκτησης, συμπεραίνει ο Waldron, οι αυτόχθονες οφείλουν να ανεχθούν την κατάσταση όπως αυτή έχει πλέον διαμορφωθεί. Εφόσον σήμερα η γη αποτελεί έναν σπάνιο πόρο, οι απόγονοι των αρχικών δικαιούχων οφείλουν να τον μοιραστούν με τους απογόνους όσων την άρπαξαν[38].
Είναι αυτονόητο ότι η αξίωση αποκατάστασης δεν είναι απόλυτη. Η ικανοποίησή της πρέπει να σταθμίζεται με άλλα ανταγωνιστικά ηθικοπολιτικά αιτήματα. Οι παραπάνω αναλύσεις καταδεικνύουν, ωστόσο, ότι η παρελθοντικά προσανατολισμένη θεμελίωση της αξίωσης αποκατάστασης προκαλεί την έντονη συρρίκνωσή της, ακριβώς διότι δεν λαμβάνει υπόψη το στοιχείο της διάρκειας των προηγούμενων αδικιών.
V. Ο συλλογικός και πολιτικός χαρακτήρας της ευθύνης για αποκατάσταση
Ασφαλώς, σε ένα κράτος δικαίου η αστική και ποινική ευθύνη δεν μπορεί παρά να αποδίδεται στη βάση ξεκάθαρων κανόνων, αφού πρώτα αξιολογηθούν οι προθέσεις και οι ακριβείς συνέπειες των πράξεων των ατόμων. Όταν όμως το ζήτημα αφορά σε διαρκείς δομικές αδικίες, το υπόδειγμα της υπαιτιότητας αποδεικνύεται ανεπαρκές. Η φύση της ευθύνης για επανόρθωση θα μπορούσε να αναζητηθεί πιο πρόσφορα με βάση το υπόδειγμα «της ευθύνης από την κοινωνική επαφή», που η Iris Marion Young επεξεργάστηκε για να διερευνήσει το καθήκον άρσης των αδικιών στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Φιλοσοφικά, η σύλληψη φαίνεται να πηγάζει από την ιδέα πως η ίδια η κοινωνική επαφή δημιουργεί αυτομάτως καθήκοντα, καθώς «…η διαπίστωση των συνεπειών μια συνδεδεμένης δράσης υποχρεώνει τους ανθρώπους να προβληματιστούν επί των όρων αυτής της σύνδεσης»[39].
Το εν λόγω παράδειγμα ευθύνης είναι σε θέση να υπερβεί τις ατομικιστικές προκείμενες της νομικής ευθύνης. Αν και πολιτική στη φύση της, θα πρέπει να διακριθεί από τη δημοκρατική ευθύνη που αποδίδεται δια των αντιπροσωπευτικών διαδικασιών σε κατόχους δημοσίων αξιωμάτων για συγκεκριμένες αποφάσεις[40]. Μέσω του υποδείγματος της κοινωνικής επαφής, θεμελιώνεται ένα γενικό καθήκον των υποκειμένων να επιδίδονται σε μορφές δημόσιας επικοινωνιακής διάδρασης, προκειμένου να ρυθμίζουν κατά το δυνατόν πιο δίκαια τις κοινωνικές σχέσεις που τα συνδέουν. Το θεμέλιό της θα πρέπει να αναζητηθεί στις υποχρεώσεις που δημιουργεί ο ιδιαίτερος ρόλος των πολιτών στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης κοινωνικής δομής. Ήδη στις καθημερινές σχέσεις, είμαστε σε θέση να διατυπώνουμε τον ισχυρισμό ότι οι εκπαιδευτικοί είναι υπεύθυνοι για την παιδεία των μαθητών. Η ευθύνη αυτή είναι αναμφίβολα ευρύτερη από μια απλή δέσμη νομικών υποχρεώσεων που βαραίνουν τους εκπαιδευτικούς ως άτομα και μπορεί να αποδοθεί ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη δυνατότητα του καθένα ξεχωριστά να επηρεάσει την εκπαιδευτική διαδικασία. Όταν λοιπόν διατυπώνεται η άποψη ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν καθήκον να δράσουν για την άρση των αδικιών στο σύστημα της εκπαίδευσης, δεν αποδίδεται σε αυτούς κάποιο είδος ενοχής. Προσδιορίζεται απλώς η υποχρέωσή τους να ενεργήσουν με συγκεκριμένο τρόπο, στοχεύοντας σε ορισμένα αποτελέσματα[41].
Κατανοώντας την ευθύνη για τις παλαιές αδικίες στο πλαίσιο αυτό, τα υποκείμενα δεν βαρύνονται με το καθήκον αποκατάστασης διότι τις διέπραξαν, ή διότι κληρονομούν με οποιονδήποτε τρόπο την ενοχή για την διάπραξη τους, αλλά επειδή με την δράση τους συμβάλλουν στη διατήρηση των συνεπειών τους σήμερα[42]. Η ευθύνη αυτή πηγάζει από την συνύπαρξη των υποκειμένων σε ένα σύστημα αλληλοεξαρτώμενων διαδικασιών συνεργασίας και ανταγωνισμού, μέσω του οποίου επιδιώκουν οφέλη και στοχεύουν στην πραγμάτωση των βιοτικών τους σχεδίων. Μολονότι μια άμεση αιτιακή σύνδεση του δρώντα με την αδικία είναι αδύνατο να προσδιοριστεί, ο ίδιος φέρει ευθύνη γι’ αυτήν ως μέρος της διαδικασίας που την αναπαράγει στις συνέπειές της.
VI. Ευθύνη από υπαιτιότητα και κοινωνική επαφή: Μια αντιπαραβολή
Είναι δυνατό να προσδιοριστούν τέσσερα βασικά στοιχεία της ευθύνης από την κοινωνική επαφή για τις παλαιές αδικίες στην αντιδιαστολή της με την υπαιτιότητα. Η ευθύνη από την κοινωνική επαφή δεν επιχειρεί να απομονώσει τους υπευθύνους. Σε ένα σύστημα ηθικών και νομικών κανόνων είναι εξαιρετικά σημαντικό να προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι υπαίτιοι κάθε παράβασης και να γνωρίζουν ότι θα κληθούν να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους ως άτομα. Αναμφίβολα, η ανάγκη αυτή εκφράζεται στις προκείμενες του υποδείγματος της υπαιτιότητας. Όταν όμως η βλάβη προκύπτει από τη συμμετοχή χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων στην παραγωγή και διαιώνιση μιας αδικίας, η υπαιτιότητα συνιστά ένα εξαιρετικά περιοριστικό πλαίσιο. Η διαπίστωση ότι συγκεκριμένοι άνθρωποι ευθύνονται νομικά ή πολιτικά για την διάπραξη μιας αδικίας δεν απαλλάσσει όσους συμβάλλουν, έστω και αθέλητα, στην αναπαραγωγή των συνεπειών της. Είναι απολύτως προφανής η ευθύνη των κρατών, καθώς και συγκεκριμένων πολιτών για το θεσμό της δουλείας, ή για την αποικιοκρατία. Αυτό, ωστόσο, δεν επιδρά καθόλου στο ότι όλοι οι πολίτες, που απολαμβάνουν οφέλη με την μορφή ιδιαίτερης πρόσβασης σε βιοτικές ευκαιρίες, οφείλουν να πράξουν ό,τι είναι δυνατό για να άρουν την αδικία και τις συνέπειές της.
Το υπόδειγμα της υπαιτιότητας αφορά σε παραβιάσεις κανόνων που συγκροτούν ένα ήδη αποδεκτό ηθικονομικό status quo. Στο πλαίσιό της, η ευθύνη αποδίδεται για συγκεκριμένες, διακριτές πράξεις που διακόπτουν αυτό που γενικά θεωρείται ως ομαλή ροή της κοινωνικής συνεργασίας. Αντιθέτως, οι συνέπειες των διαρκών δομικών αδικιών, στην άρση των οποίων τείνει η ιδέα της αποκατάστασης, είναι συνήθως στοιχείο αυτής της ομαλότητας. Ενσωματωμένη στο πρότυπο της κοινωνικής επαφής, η αποκατάσταση ως ιδέα και ως πράξη επιτρέπει την αμφισβήτηση του statusquo, θεματοποιώντας τους αποκλεισμούς και τις ανισότητες που ενυπάρχουν στις κοινωνικές σχέσεις και γίνονται αποδεκτές συνήθως ως δικαιολογημένες, διότι οι ιστορικές τους αιτίες ανήκουν στο παρελθόν και έχουν λησμονηθεί.
Το υπόδειγμα της κοινωνικής επαφής συνδυάζει έναν μελλοντικό και έναν παρελθοντικό προσανατολισμό, που το καθιστά πολύ πιο ελκυστικό ως θεμελιωτική βάση για τις πολιτικές αποκατάστασης[43]. Η υπαιτιότητα αποδίδεται για μια άδικη πράξη, της οποίας η εκτέλεση έχει ήδη ολοκληρωθεί. Ασφαλώς, η αποδιδόμενη ευθύνη και σε αυτήν την περίπτωση προσβλέπει, έστω έμμεσα, στο μέλλον, εφόσον ένας από τους στόχους της είναι να αποτρέψει την επανάληψη παρόμοιων αδικιών. Ωστόσο, η ευθύνη από κοινωνική επαφή επιχειρεί να αναμορφώσει δομές που θα συνεχίσουν αναπόδραστα να παράγουν αδικία εάν δεν υπάρξει μια δυναμική παρέμβαση σε αυτές. Το κεντρικό ζήτημα σε μια τέτοια περίπτωση, δεν είναι να κατηγορηθεί ή να τιμωρηθεί κάποιος, αλλά να αναμορφωθεί η δομή που προκαλεί το ίδιο το πρόβλημα, μέσω της συντονισμένης πολιτικής δράσης όσων μετέχουν σε αυτήν[44].
Ένα τελευταίο χαρακτηριστικό της ευθύνης από κοινωνική επαφή που τη διακρίνει από την υπαιτιότητα συνίσταται στο ότι αναφέρεται σε αδικίες, στη διαιώνιση των οποίων μόνο η συλλογική δράση των υποκειμένων μπορεί να θέσει τέλος. Οι δομικές διαδικασίες μπορούν να μεταβληθούν μόνο όταν μια πλειάδα υποκειμένων από ποικίλες κοινωνικές θέσεις κινητοποιηθούν σε συγκεκριμένη κατεύθυνση. Το παραπάνω χαρακτηριστικό εξηγεί για ποιο λόγο το βάρος της αποκατάστασης φέρουν πρωτίστως, αν και όχι αποκλειστικά, οι κρατικοί μηχανισμοί: «Μόνο οι συλλογικοί δρώντες, που είναι σε θέση να κινητοποιήσουν τις δημόσιες αρχές μπορούν να αντιμετωπίσουν…τα συσσωρευμένα για μεγάλες χρονικές περιόδους στερεότυπα διάκρισης σε βάρος ομάδων, οι οποίες δημιουργούν τεράστιες υστερήσεις συλλογικής φύσης και παρέχουν γενικευμένα προνόμια σε όσους ευνοούνται»[45]. Συνεπώς, η φύση και η εμβέλεια των δυνατοτήτων δράσης των κρατών είναι που δημιουργούν την ευθύνη για την αποκατάσταση και όχι οι κληρονομημένες από τις πολιτικές επιλογές του παρελθόντος υποχρεώσεις.
VΙI. Δικαιώματα ομάδων και ευθύνη για επανόρθωση των παλαιών αδικιών
Για πολλούς, αυτή η προοπτικά προσανατολισμένη ερμηνεία της ευθύνης για αποκατάσταση των παλαιών αδικιών καθιστά περιττή κάθε αναφορά σε αυτήν, για την διαδικασία αναγνώρισης των δικαιωμάτων των ομάδων. Εφόσον η αναγνώριση ιδιαίτερων δικαιωμάτων στις ίσες ευκαιρίες και την αναπαραγωγή των επιμέρους πολιτιστικών ταυτοτήτων επιβάλλεται ευθέως από λόγους διανεμητικής και αναδιανεμητικής δικαιοσύνης, η αναδρομή στην ιστορία των άδικων ανισοτήτων δεν είναι αναγκαία[46].
Η παραπάνω θέση διατηρεί μια αρκετά στατική αντίληψη για την κανονιστική επίδραση των δικαιωμάτων, τα οποία δεν πρέπει να κατανοούνται ως «…τίτλοι, αλλά ως σχέσεις…»[47], που καθιστούν δυνατή την ατομική και συλλογική δράση των υποκειμένων, διανοίγοντας πρωτίστως έναν χώρο συλλογικής επικοινωνίας[48]. Από την οπτική αυτή, η ποιότητα και η συγκεκριμένη μορφή που λαμβάνει η διαλογική διαδικασία αναγνώρισης των δικαιωμάτων, καθώς και οι εντός αυτής προβαλλόμενες αιτιολογίες, αποτελούν στοιχεία ουσιαστικής σημασίας για την κανονιστική τους επενέργεια ως θεσμικών ρυθμίσεων. Πέρα από το διανείμει τα αγαθά και τις δυνατότητες, η πολιτική των δικαιωμάτων πρέπει να στοχεύει στην αμοιβαία αναγνώριση και εμπιστοσύνη μεταξύ των υποκειμένων. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία έχουν τραυματιστεί βαρύτητα στις περιπτώσεις των παλαιών αδικιών. «Τα εγκλήματα του παρελθόντος είναι πάντοτε σχετικά διότι δηλητηριάζουν την κοινή ζωή των ομάδων. Είναι δυνατό να ειπωθεί ότι έχουν αλλοτριώσει τόσο αυτούς που μοιράζονται την ίδια ταυτότητα με τα θύματα, όσο και με τους θύτες»[49]. Σε αντίθεση με τον φόβο που διατυπώνεται συχνά σχετικά με την πιθανότητα οι πράξεις αποκατάστασης να αναμοχλεύσουν κατασιγασμένα συλλογικά πάθη, η δημόσια παραδοχή της αδικίας συνιστά σημείο εκκίνησης για τη σφυρηλάτηση μιας νέας σχέσης κοινωνικής συνεργασίας[50].
Οι μη αναγνωρισμένες δημόσια ιστορικές αδικίες δεν παραμορφώνουν μόνον την εικόνα που οι ομάδες διατηρούν η καθεμιά για την άλλη. Παράγουν επίσης απατηλές εικόνες αυτοκατανόησης. Καθώς η λήθη έχει πλέον σκεπάσει τις ιστορικές αιτίες των σημερινών ανισοτήτων, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι συνήθως εσωτερικεύουν ως φυσικό το κατώτερο κοινωνικό τους status, ενώ την ίδια στιγμή όσοι απολαμβάνουν ωφελήματα από τις διαρκείς δομικές αδικίες έχουν κάθε λόγο να πιστεύουν στη δική τους ανωτερότητα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι στις Η.Π.Α. μέρος της λευκής πλειοψηφίας ισχυρίζεται ότι οι πολιτικές και τα ιδιαίτερα δικαιώματα υπέρ των στιγματισμένων ομάδων την καθιστούν «θύμα ενός ασύνετου κράτους» και περιγράφει τις διεκδικήσεις των ισπανόφωνων, των μαύρων και των αυτοχθόνων πληθυσμών ως μορφή «αντίστροφου ρατσισμού»[51]. Αυτές ακριβώς είναι οι συνέπειες της ζώσας δύναμης μιας ιστορίας που δεν έχει ξεπεραστεί, αλλά και δεν ανακαλείται δημόσια. Όταν οι ιστορικές ρίζες της ανισότητας έχουν λησμονηθεί τότε η υπεροχή των προνομιούχων γίνεται αντιληπτή ως το φυσικό αποτέλεσμα των ατομικών επιλογών και των νοοτροπιών ή πρακτικών των μη προνομιούχων ομάδων. Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη ότι υπ’ αυτές τις συνθήκες οι εξισωτικές πολιτικές φαντάζουν ως αδικαιολόγητα διακριτική μεταχείριση. Όταν το παρελθόν έχει λησμονηθεί, μια «φιλελεύθερη», «ουδέτερη» έναντι των ομάδων γλώσσα είναι απολύτως λογικό να κυριαρχήσει στην πολιτική επικοινωνία.
Μια κοινότητα λοιπόν που επιχειρεί να ρυθμίσει τις εντός αυτής σχέσεις με βάση τις αρχές της ίσης ελευθερίας πρέπει να κατανοεί τη φύση των παρουσιαζόμενων στο κοινωνικό σώμα ανισοτήτων και βέβαια, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, τούτο είναι εφικτό μόνο μέσω της αναδρομής στη γενεαλογία τους[52]. Με αυτήν την έννοια, είναι δυνατό να συνδεθεί ένας συγκεκριμένος χειραφετικός πολιτικός σκοπός στο παρόν, με τις ιδιαίτερες συνθήκες που διαμόρφωσαν την καταπίεση στη διαδρομή του χρόνου[53].
Επίλογος
Στη συστηματική ανάλυσή του για τη φύση της εθνικής ιδεολογίας, ο Karl Deutsch έχει υποστηρίξει ότι το έθνος αποτελείται από μια «ομάδα ανθρώπων που ενοποιούνται από μια εσφαλμένη αντίληψη για το παρελθόν τους»[54]Hannah Arendt: «Δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια να κρατούμε το καλύτερο από το παρελθόν και να το αποκαλούμε κληρονομιά μας, ενώ την ίδια στιγμή να παραμερίζουμε το κακό και να το αντιλαμβανόμαστε ως φόρτωμα που ο χρόνος από μόνος του θα το ενταφιάσει στη λήθη…Αυτό είναι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε». Η θέση αυτή αντανακλά την εξαιρετικά διαδεδομένη στο συντηρητισμό άποψη, ότι οποιαδήποτε μορφή αμφισβήτησης της παράδοσης καθιστά το λαό ανίκανο να αναμετρηθεί με το μέλλον[55]. Μολαταύτα, η ενότητα που εξασφάλισαν οι βίαιες πτυχές της διαδικασίας εδραίωσης των κρατών εθνών αποδεικνύεται εξαιρετικά εύθραυστη, διότι συγκαλύπτει δομικά παραγόμενες διαιρέσεις και ενεργοποιεί αντιστάσεις ενάντια στις πολιτικές εξάλειψής τους. Αντίθετα, η δημόσια ιστορική μνήμη, εννοούμενη ως αποκατάσταση μιας κριτικής σχέσης της πολιτικής κοινότητας με το παρελθόν της, είναι αυτή που δημιουργεί νέες βάσεις για την οικοδόμηση μιας συνεργασίας, στηριζόμενης σε εξισωτικές αρχές. Αυτή η δημόσια χρήση της ιστορίας δεν μπορεί παρά να αποτελεί μέρος της συνταγματικής πολιτικής αναγνώρισης των δικαιωμάτων. Ακόμη και γι’ αυτήν ισχύει απόλυτα η διαπίστωση της[56].


[1] Ο μεταεθνικός αστερισμός, Λ. Αναγνώστου μετ., Πόλις, Αθήνα 2003, σ. 66.
[2] Για όλες τις παραπάνω περιπτώσεις βλ. R. Brooks(επιμ.),Whensorryisnotenough: Thecontroversyoverapologiesandreparationsforinjustice, New York University Press, New York 1999.
[3] J. Thomson, «Historical obligations», Australian Journal of Philosophy, 2000, τ. 78 (3), σ. 334-45 και C. Nine, «Superseding historic injustice and territorial rights», Critical Review of International Social and Political Philosophy, 2008, τ. 11 (1), σ. 79-89.
[4] Για μια συνολική συζήτηση του θέματος N.T. Casals, Group rights as human rights: A liberal approach to multiculturalism, Springer, Dordrecht 2006, κεφ. 5.
[5] «Παρατηρώντας την εκστρατεία των επανορθώσεων στις Η.Π.Α., γίνεται αντιληπτό ότι δεν αφορούσε ποτέ αποκλειστικά, αλλά ούτε καν κυρίως, την παροχή υλικών αποζημιώσεων. Το αίτημα για αποκατάσταση κατέτεινε στην κοινωνική δικαιοσύνη, στη συμφιλίωση, στην εσωτερική ανασύνταξη της μαύρης Αμερικής και την εξάλειψη του θεσμικού φυλετισμού», R. Kelly, Freedom dreams: The black radical imagination, Beacon Press, Boston 2002, σ. 114. Για την άρνηση των Κορεατών, θυμάτων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου να λάβουν αποζημιώσεις από την Ιαπωνική κυβέρνηση επειδή αυτές δεν συνοδεύονταν από συμβολική πράξη απολογίας για τα σε βάρος τους εγκλήματα, T. Ito, «Japan’s official responses to reparations», σε When sorry is not enough, ό.π., σ. 126-41.
[6] Βλ. J. v. Platz/D. Reidy, «Structural diversity of historical injustices», Journal of Social Philosophy, 2006, τ. 37 (3), σ. 360-376.
[7] J. M. Haynes, «What is it about saying we are sorry? The new federal legislation and the forgotten promises of the Treaty Guantalupe – Hidalgo», Scholar, 2001, τ. 3, σ. 231-49.
[8] Συντεταγμένο από τον δουλοκτήτη Thomas Jefferson το ψηφισμένο το 1776 κείμενο διακήρυσσε: «Θεωρούμε ως αυτονόητες αλήθειες, ότι όλοι οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν ως ίσοι, ότι έχουν προικιστεί από τον Δημιουργό με συγκεκριμένα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων είναι η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας».
[9] Βλ. Μ. Freeman, «Past wrongs and liberal justice», Ethical Theory and Moral Practice, 5 (2), 2002, σ. 201-220.
[10] E. Renan, «Τι είναι έθνος», σε Του Ιδιου, Τι είναι έθνος και προσευχή πάνω στην Ακρόπολη, Γ. Λάμψας/Η.Π. Νικολούδης (μετ.), Ροές, Αθήνα 2009, [πρωτ. 1882], σ. 22.
[11] «Εξαρτάται φυσικά από την ευρύτητα του ορισμού των αδικιών», παρατηρεί με σκεπτικισμό έναντι της αποκατάστασης ο C. Kukathas, «αλλά πάντως δεν χρειάζεται και ιδιαίτερο κόπο αυτές να περιλαμβάνουν τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού», «Who? Whom? Reparation and the agency problem», Journal of Social Philosophy, 2006, τ. 37 (3), σ. 330-41 (336).
[12] B. Boxill, Blacks and social justice, Rowman & Littlefield, Lanham 1992, σ. 152-54.
[13] J. Spinner-Havel, «From historical to enduring injustices», Political Theory, 2007, τ. 35 (5), σ. 574-97 (576-77). Για τη χρονικότητα στο ζήτημα της δικαιοσύνης, βλ. B. Ackerman, «Temporal horizon of justice», Journal of Philosophy, 1997, τ. 94 (3), σ. 299-331.
[14] R. Fulinwider, «The case for reparations», Philosophy and Public Policy Quarterly, 2000, τ. 2/3, σ. 1-11 (6).
[15] T. McCarthy, «Vergangenheitsbewältigung in the USA: On the politics of memory of slavery», Political Theory, 2002, τ. 30 (5), σ. 623-48 (631-33)
[16] K. Logue, «Reparations as redistribution», Boston University Law Review, 2006, τ. 84 (5), σ. 1319-74 (1348-52).
[17] Βλ. επίσης D. Lyons, «Unfinished business: Racial junctures in U.S. history and their legacy», σε Justice in time, ό.π., σ. 271-78.
[18] McCarthy, «Vergangenheitsbewältigung in the USA», ό.π., σ. 634-35.
[19] «Η ταξική κατάσταση και η προκατάληψη είναι ζητήματα αδικίας και όχι τύχης, και διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διανομή των επαγγελμάτων και των εισοδημάτων στις σύγχρονες δημοκρατίες», R. Dworkin, The sovereign virtue: The theory and practice of equality, Harvard University Press, Cambridge/Mas. 2000, σ. 345-46. Για μια κριτική των θεωριών του φιλελεύθερου εξισωτισμού στην κατεύθυνση αυτή, R. Pierik/I. Robeyns, «Recourses versus capabilities: Social endowment in egalitarian theories», Political Studies, 2007, τ. 55 (1), σ. 133-52.
[20] Dworkin, The sovereign virtue, ό.π., στο ίδιο.
[21] A. Giddens, The constitution of society, University of California Press, Berkeley 1984, σ. 25.
[22] K. Hilton, «Slavery and tort law», BostonUniversityLawReview, 2006, τ. 84 (5), σ. 1209-55 (1236-37).
[23] Για την έννοια των δομικών αδικιών σε αναφορά με προβλήματα δικαιοσύνης στην παγκόσμια κοινωνία βλ. I.M. Young, «Responsibility and global justice: A social connection model», SocialPhilosophyandPolicy, 2006, τ. 23 (1), σ. 102-30.
[24] I.M. Young, «Equality of whom? Social groups and judgments of injustice», Journal of Political Philosophy, 2001, τ. 9 (1), σ. 1-18 (9).
[25] Τούτο συμβαίνει ακόμη και στο σύστημα της ελεύθερης αγοράς, το οποίο υποτίθεται ότι κινητοποιείται αποκλειστικά από τη λογική του κέρδους, Boxill, Blacks and social justice, ό.π. σ. 23-31.
[26] T. Nagel, «Justice and nature», Oxford Journal of Legal Studies, 1997, 17 (2), σ. 303.
[27] Ακόμη και στην κριτική νομική θεωρία διατυπώνεται η πεποίθηση ότι η κεντρική ιδέα της αποκατάστασης ανάγεται στην επανορθωτική δικαιοσύνη, που επιβάλλει στους «αδικοπραγούντες να αποζημιώνουν τα θύματα για τις απώλειές τους», M. Minow, Between vengeance and forgiveness, Beacon Press, Boston 1992, σ. 104.
[28] Για μια συνοπτική φιλοσοφική ανάλυση των θεμελίων της ευθύνης αυτού του τύπου, H. Jonas, Das Prinzip Verantwortung: Versuch einer Ethik für die technologische Zivilisation, Suhrkamp, Frankfurt/a.M. 1979, σ. 171-75.
[29] Στην ευρεία διάδοση της άποψης αυτής αναφέρεται κριτικά η M. U. Walker, «Restorative justice and reparations», Journal of Social Philosophy, 2006, τ. 37 (3), 377-95 (378-81).
[30] Μια συστηματική νομική ανάλυση των πολιτικών αποκατάστασης με βάση την αναλογία τους προς τους θεσμούς της αδικοπραξίας επιχειρούν οι E. Posner/A. Vermeule, Reparation for slavery and other historical injustices, Columbia Law Review, 2003, τ. 104 (3), σ. 689-748. Για μια κριτική του «νομικίστικου» παραδείγματος στη θεωρία της αποκατάστασης βλ. J. Thomson, Taking responsibility for the past: Reparation and historical injustice, Polity Press, Oxford 2002, κεφ.1.
[31] Στο ίδιο, σ. 101-13.
[32] C. Morris, «Existential limits to the rectification of past wrongs», American Philosophical Quarterly, 1984, τ. 21, σ. 175-84 και S. Kershnar, «Are the descendants of slaves owed a compensation for slavery», Journal of Applied Philosophy, 1999, τ. 16 (2), 95-101., R. Kumar/D. Silver, «The legacy of injustice: Wronging the future, responsibility for the past», σε L. Meyer(επιμ.), Justice in time: Responding to historical injustices, Nomos, Baden-Baden, 2004, σ. 145-58.
[33] G. Sher, «Transgenerational compensation», Philosophy and Public Affairs, 2005, τ. 33 (2), σ. 181-200. B. Boxill, «A lockean argument for black reparation», Journal of Ethics, 2003, τ. 7, 63-91 (88-91). Για ένα παρόμοιου τύπου επιχείρημα J. Simmons, «Historical rights and fair shares», Law and Philosophy, 1995, 15 (2), σ. 149-84. Ο Jeremy Waldron δείχνει να έλκεται από το επιχείρημα, όταν διατυπώνει την άποψη ότι «αντί να θεωρήσουμε την αρπαγή της γης των αυτοχθόνων ως μια μεμονωμένη πράξη αδικίας που έλαβε χώρα μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και ανήκει πλέον στο παρελθόν, πρέπει να την κατανοήσουμε ως διαρκούσα αδικία. Η αδικία διαρκεί και διαιωνίζεται από το νομικό σύστημα όσο η απαλλοτριωμένη γη δεν επιστρέφεται σε αυτούς που την έχασαν», «Superseding historical injustice», Ethics, 1992, τ. 103 (1), σ. 4-28 (14). Είναι φανερό ότι αυτή η σύλληψη της διαρκούσας αδικίας είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που εκτίθεται παραπάνω, όπου η διάρκεια εντοπίζεται στη χρονική έκταση των κοινωνικών συνεπειών του ιστορικού εγκλήματος και όχι στον τρόπο διάπραξής του.
[34] Thomson, Taking responsibility for the past, ό.π., σ. 130-48.
[35] Boxill, «A lockean argument for black reparation», ό.π., σ. 77, ομοίως και R. Hill, «Compensatory justice: Over time and between groups», Journal of Political Philosophy, 2002, τ. 10 (4), σ. 277-312.
[36]Thomson, Taking responsibility for the past, ό.π., κεφ. 2 και D. Miller, «Holding nations responsible», Ethics, 2004, τ. 114 (2), σ. 240-68. Κριτικά ο C. Kukathas, «Responsibility for past injustice: How to shift the burden», Politics Philosophy and Economics, 2002, τ. 2 (2), σ. 165-90.
[37] Kukathas, «Who? Whom?», ό.π., σ. 340-41.
[38] Waldron, «Superseding historical injustice», ό.π., παρόμοια και ο D. Lyons, «The new Indian claims and original rights to land», Social Theory and Practice, 1977, τ. 4 (3), σ. 249-72, ο οποίος καταλήγει στη θέση ότι «τα ίδια τα δικαιώματα και όχι μόνο η άσκηση ή το περιεχόμενό τους είναι εξαρτημένα από τις συνθήκες» (σ. 370). Για μια κριτική της θεώρησης αυτής P. Patton, «Colonization and historical experience: The Australian experience», σε Justice in time, ό.π. σ. 159-72.
[39] J. Dewey, The public and its problems, Ohio University Press, Athens 1991, σ. 24.
[40] Για τη φύση της ευθύνης αυτής, Jonas, Das Prinzip Verantwortung, ό.π., σ. 180-84.
[41] H. Richardson, «Institutionally divided moral responsibility», Social Philosophy and Policy, τ. 16 (2), 1999, σ. 218-49.
[42] Είναι συνεπώς αβάσιμη η κριτική ότι «…το εγχείρημα των αποκαταστάσεων, μέσω της λογικής του αδικοπραγούντα και του θύματος, δεν αποζητά την ενίσχυση ή την χειραφέτηση των υποταγμένων αλλά την εκδίκηση δια της τιμωρίας, που θα κάνει τους αδικούντες να υποφέρουν όπως τα θύματά τους», W. Brown, States of injury: Power and freedom in late modernity, Princeton University Press, Princeton 1995, σ. 27. Στην πραγματικότητα, η ευθύνη για αποκατάσταση δεν αναφέρεται σε κάποιο είδος ενοχής για την πράξη, αλλά στο κοινωνικό καθήκον άρσης των συνεπειών της αδικίας.
[43] L. Wenar, «Reparations for the future», Journal of Social Philosophy, 2006, τ. 37 (3), σ. 396-405.
[44] Για την συλλογική ευθύνη έναντι του μέλλοντος στην κατεύθυνση αυτή βλ. Jonas, Das Prinzip Verantwortung, ό.π., κεφ. 4.
[45] O. Patterson, The ordeal integration, Civitas, Washington D.C. 1997, σ. 121-22.
[46] Waldron, «Superseding historical injustice», σ. 27. Απορρίπτοντας την ιδέα της αναδρομής στο παρελθόν ο Rainer Forst καταλήγει: «Μόνο με αναφορά στις αιτίες και την επιμονή του παρόντος καταμερισμού των κοινωνικών δυνάμεων, είναι δυνατό να υπηρετηθεί η προοπτική ενός αποτελεσματικού εγχειρήματος εξασφάλισης της ισότητας ευκαιριών και να διατυπωθούν δικαιολογήσεις, σχετικά με το ποιες ομάδες δικαιούνται ειδικής μεταχείρισης», Kontexte der Gerechtigkeit: Politische Philosophie jenseits von Liberalismus und Kommunitarismus, Suhrkamp, Frankfurt/a.M. 1994, σ. 125.
[47] I. M. Jung, Justice and the politics of difference, Princeton University Press, Princeton 1990, σ. 25.
[48] O. Gersternberg, Bürgerrechte und deliberative Demokratie: Elemente einer pluralistischen Verfassungstheorie, Suhrkamp, Frankfurt/a.M. 1997, σ. 107-9.
[49] Wenar, «Reparations for the future», ό.π., σ. 403.
[50] Για τη δυνατότητα των δημόσιων πράξεων αποκατάστασης να παράγουν συλλογικές δεσμεύσεις, I. Baldus, «The phychodynamics of racial reparations», Psychoanalysis, Culture & Society, 2004, τ. 9 (3), σ. 159-85, βλ. επίσης C. Kutz, «Justice in reparations: The cost of memory and the value of talk», Philosophy and Public Affairs, 2004, τ. 32 (3), σ. 277-312 (282).
[51] Balfour, «Reparations after identity politics», ό.π., σ. 795.
[52] Είναι πολύ χαρακτηριστικό, ότι στα πλαίσια της κριτικής του στο σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας ο Marx κατάφυγε, μέσω της θεώρησης του ζητήματος της πρώτης συσσώρευσης, στις ιστορικές περιστάσεις γέννησης της κοινωνικής τάξης, που δεν έχει «τίποτα άλλο να πουλήσει εκτός από τον ίδιο τον εαυτό της». Μέμφθηκε μάλιστα επίμονα την κλασική πολιτική οικονομία, για την ιδεολογική της λειτουργία ως μηχανισμού αποσιώπησης αυτής της ιστορίας: «Όπως είναι γνωστό, στην πραγματική ιστορία τον πρώτο ρόλο παίζουν η κατάχτηση, η υποδούλωση, ο φόνος μετά ληστείας, με δύο λόγια η βία. Στην ήπια όμως πολιτική οικονομία επικρατεί ανέκαθεν το ειδύλλιο. Το δίκαιο και η ‘εργασία’ ήταν πάντα τα μοναδικά μέσα πλουτισμού…Στην πραγματικότητα, οι μέθοδοι της πρωταρχικής συσσώρευσης κάθε άλλο παρά ειδυλλιακές ήταν», Το Κεφάλαιο: Τόμος Ι, Π. Μαυρομάτης μετ., Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2009, σ. 739.
[53] W. Lutz, «Haben wir moralische Verpflichtungen gegenüber früheren Generationen? Moralisher Universalismus und erinnernde Solidarität», Babylon, τ. 9, σ. 78-94.
[54] Nationalism and its alternatives, Knopf, New York 1969, σ. 19.
[55] J. Habermas, «Για τη δημόσια χρήση της ιστορίας», σε Tου Iδιου, Ο μεταεθνικός αστερισμός, ό.π., σ. 57.
[56] «Preface to the first edition», σε Tης Iδιας, The origins of totalitarianism, Harcourt Brace, New York 1973, σ. ix.

Η αναλογικότητα ως διάμεσος της εθνικής και της ενωσιακής έννομης τάξης – Σκέψεις με αφορμή την (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011

Δημήτρης Σ. Νικηφόρος
«…Όπως το κοινοτικό δίκαιο λαμβάνει υπόψη του τη συνταγματική ταυτότητα των κρατών – μελών, έτσι και το εθνικό συνταγματικό δίκαιο οφείλει να προσαρμόζεται στις επιταγές της κοινοτικής έννομης τάξης…»
 
M. Poiares Maduro, Γενικός Εισαγγελέας στο ΔΕΚ,
Προτάσεις στην C-213/07, σκέψη 33.
 
Εισαγωγή
 
Η υπόθεση του «βασικού μετόχου»[1] έφτασε στο τέλος της μετά από σχεδόν μία δεκαετία[2] με την έκδοση, από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (εφεξής ΣτΕ), της απόφασης 3470/2011[3]. Σε αυτήν, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της χώρας έκρινε ομόφωνα[4] αντισυνταγματικό «το όλο πλέγμα των διατάξεων του νόμου 3021/2002» που αφορούσαν την έκταση και τις συνέπειες της συνδρομής των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ., λόγω αντίθεσής τους προς την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη. Έτσι, ως προς την περί αντισυνταγματικότητας κρίση του δικαστηρίου, συνεχίστηκε η «παράδοση» των αποφάσεων ΣτΕ 3242/2004[5] και (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006[6]. Οι ομοιότητες, ωστόσο, μεταξύ τους σταματούν εδώ. Και τούτο διότι στην (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011, δεν υιοθετήθηκε απλώς σκεπτικό διαφορετικό από τις προηγούμενες αποφάσεις, ως προς τη θεμελίωση της αντισυνταγματικότητας. Αλλά, επιπρόσθετα, το ΣτΕ περιορίστηκε στον έλεγχο συνταγματικότητας των κρίσιμων νομοθετικών διατάξεων, χωρίς να συμπεριλάβει και κάποια σκέψη περί της συμβατότητας των συγκεκριμένων διατάξεων με το ενωσιακό δίκαιο (πρωτογενές και παράγωγο), όπως έπραξε στις δύο προηγούμενες παραπεμπτικές – στην Ολομέλεια και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής ΔΕΚ)[7], αντίστοιχα – αποφάσεις (Ι).
Ο δικαιολογητικός λόγος της στάσης αυτής της Ολομέλειας θα πρέπει να αναζητηθεί στην υιοθέτηση της κεφαλαιώδους σημασίας θέσης του ΣτΕ για εναρμόνιση της εθνικής με την ενωσιακή έννομη τάξη, που επιχειρείται με όχημα την κοινή σε αυτές αρχή της αναλογικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με την τελικώς επιλεχθείσα λύση, όχι μόνο ξεκαθαρίζεται ο «ερμηνευτικός σχετικισμός»[8] MichanikiAE/EthnikoSimvoulioRadiotileorasis, IpourgosEpikratias» (C-213/07, εφεξής «Μηχανική»)[9] (ΙΙ). της (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006, αλλά, πολύ περισσότερο, εγκαταλείπεται η μονιστική και εθνοκεντρική θεώρηση της παραπεμπτικής απόφασης ΣτΕ 3242/2004. Πάντως, για την επικράτηση της παραπάνω αντίληψης, καθοριστική υπήρξε η αξιοποίηση από το ΣτΕ των απαντήσεων που του έδωσε το ΔΕΚ με την προδικαστική του απόφαση «
 
Ι. Η «ρήτρα αναλογικότητας» του άρθρου 14 παρ. 9 εδ. ζ Συντ.: θεμέλιο της κρίσης για την αντισυνταγματικότητα της περί «βασικού μετόχου» νομοθεσίας …
 
Σε ακύρωση του πιστοποιητικού που είχε εκδώσει το ΕΣΡ περί μη συνδρομής των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων, βάσει του ν. 3021/2002[10], οδηγήθηκε τελικώς το ΣτΕ, επειδή έγινε δεκτός λόγος ακυρώσεως, σχετικός με την αντίθεση του πλέγματος των διατάξεων του νόμου αυτού που αφορούσαν την έκταση και τις συνέπειες της συνδρομής των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. προς την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη[11]. Η ομόφωνη αυτή κρίση του δικαστηρίου, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς, είναι, ως προς την κατάφαση της αντισυνταγματικότητας των κρίσιμων νομοθετικών διατάξεων, όμοια με τα όσα έγιναν δεκτά, τόσο στην παραπεμπτική απόφαση του Δ΄ Τμήματος ΣτΕ 3242/2004[12], όσο και, κατά πλειοψηφία, στην (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006[13]. Σημαντική και ποιοτική, ωστόσο, διαφοροποίηση – μεταξύ των τριών αποφάσεων – παρατηρείται ως προς το σκεπτικό έκαστης εξ αυτών. Και τούτο διότι οι μεν δύο πρώτες, χρονικά, αποφάσεις στήριξαν τη σχετική επιχειρηματολογία τους στη θέση ότι το ασυμβίβαστο του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. έχει προληπτικό χαρακτήρα (Α), ενώ, αντίθετα, στην (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011 υιοθετήθηκε ομόφωνα η άποψη ότι η παραπάνω συνταγματική διάταξη καθιερώνει ένα «ασυμβίβαστο των πράξεων» (Β).
 
Α. Η αρχική εμμονή του ΣτΕ στη λογική του «προληπτικού ασυμβιβάστου»
 
Πιο συγκεκριμένα, η μελέτη των αποφάσεων ΣτΕ 3242/2004 και (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006 καταδεικνύει την, καταρχήν, μετατόπιση της θέσης του δικαστηρίου ως προς τη σχετική με το ζήτημα των παρένθετων προσώπων ερμηνεία του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. Πράγματι, στη μεν πρώτη, το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ στήριξε, ομοφώνως, την αντίθεση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 εδ. α και 3 παρ. 2 ν. 3021/2002 προς το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ., στο σημείο που αυτές – μετατρέποντας, το (κατά την παραπάνω γνώμη) θεσπισθέν, από το Σύνταγμα, ως αμάχητο τεκμήριο σε μαχητό – εξαρτούν τη συνδρομή του ασυμβιβάστου στους συζύγους και συγγενείς, ως παρενθέτων προσώπων, από το στοιχείο της «οικονομικής εξάρτησής» τους από τον ιδιοκτήτη, εταίρο, βασικό μέτοχο κτλ[14]. Αντίθετα, η (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006 δέχθηκε μεν, κατά πλειοψηφία, ότι το άρθρο 14 παρ. 9 εδ. στ’ Συντ. καθιερώνει μαχητό τεκμήριο. Έκρινε, ωστόσο, αντισυνταγματικές τις παραπάνω ρυθμίσεις, για τον λόγο ότι εισάγουν την «οικονομική αυτοτέλεια» ως τρόπο απόδειξης της μη ύπαρξης παρενθετότητας, ενώ κατά την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη η μόνη δυνατότητα που παρέχεται στον σύζυγο, συγγενή ή οικονομικά εξαρτημένο άτομο είναι να αποδείξει ότι στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε αυτοτελώς, αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό και προς ίδιον όφελος[15].
Παρόλα αυτά, αδιατάρακτη παρέμεινε η σύμπτωση των προαναφερθεισών αποφάσεων ως προς το κεντρικό, για την προβληματική, ζήτημα του ασυμβιβάστου που καθιερώνεται στο πέμπτο εδάφιο του άρθρου 14 παρ 9 Συντ. Η σχετική θέση αποτυπώνεται με ενάργεια στην (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006[16], κατά την οποία, με την επιλογή του όρου «ασυμβίβαστη ιδιότητα», το Σύνταγμα καθιερώνει ένα απόλυτο κώλυμα για τους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται, ταυτόχρονα, στο χώρο των ΜΜΕ και των δημοσίων έργων, το οποίο δεν μπορεί να άρει ο κοινός νομοθέτης. Και τούτο διότι η εξουσία του περιορίζεται στη θέσπιση των ειδικότερων ρυθμίσεων προς συμπλήρωση του όλου συστήματος των κανόνων που θέτει το Σύνταγμα. Οι νομοθετικές, ωστόσο, αυτές ρυθμίσεις δεν μπορούν να ανατρέψουν ή να καταστήσουν ανενεργείς τις σαφείς συνταγματικές διατάξεις και απαγορεύσεις.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, ο κοινός νομοθέτης θα είναι μεν αυτός, βάσει του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ.[17] τους επιχειρηματίες, τους δραστηριοποιούμενους στους δύο κρίσιμους τομείς, από την προσπάθεια παραβίασης της συνταγματικής απαγόρευσης. Διαφορετικά, καταλήγει η πλειοψηφία της (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006, δηλαδή σε περίπτωση μη υιοθέτησης της απόλυτης αυτής ασυμβίβαστης ιδιότητας, καταστρατηγείται ο σκοπός της συνταγματικής διάταξης. Ο τελευταίος συνίσταται στην αποτροπή της δημιουργίας συνθηκών, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο άσκησης τέτοιας αθέμιτης επιρροής,από τα μέσα ενημέρωσης στη διαδικασία της ανάθεσης των δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, που θα ήταν βλαπτική για το δημόσιο συμφέρον[18]., ο οποίος θα προσδιορίσει το είδος και τη διαβάθμιση των κυρώσεων για την παραβίαση των επιταγών της προαναφερθείσας συνταγματικής διάταξης. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, οι κυρώσεις αυτές είναι υποχρεωτικές και πρέπει να αποτρέπουν αποτελεσματικά
Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι στις δύο αυτές αποφάσεις το ασυμβίβαστο του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. γίνεται αντιληπτό υπό την αμιγώς προληπτική του μορφή[19], με τους ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης που έχουν επιχειρηματικά συμφέροντα και στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων να θεωρούνται, εξ ορισμού και αμάχητα, ως «ύποπτοι» για διαφθορά[20]. Στο πλαίσιο δε αυτό της μαξιμαλιστικής ερμηνευτικής προσέγγισης του κανονιστικού περιεχομένου της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, δικαιολογείται τόσο η αναγνώριση της πλήρους και άμεσης εφαρμογής της[21], η οποία περιορίζει στο μέγιστο δυνατό βαθμό το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας του κοινού νομοθέτη, όσο και η απόρριψη της συστηματικής ερμηνείας των άρθρων 14 παρ. 9, 5 παρ. 1 και 3 και 25 παρ. 1 εδ. δ Συντ.[22], που θεωρείται ότι καθιστά την κρίσιμη διάταξη κενή περιεχομένου, ανατρέποντας, συγχρόνως, τον σαφή στόχο της[23].
 
Β. Η τελική επικράτηση της αντίληψης περί «ασυμβιβάστου των πράξεων» μέσω της ανάδειξης της «ρήτρας αναλογικότητας» του άρθρου 14 παρ. 9 εδ. ζ Συντ.
 
Στον αντίποδα, ακριβώς, της αντίληψης αυτής εδράζεται η ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ., που επιχειρείται στην (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011. Η διαπίστωση αυτή δεν προκύπτει απλά από το γεγονός ότι στην παραπάνω απόφαση υιοθετήθηκε η αντίστοιχη μειοψηφία[24] δεν καταφέρουν να αποδείξουν ότι ενεργούν δι’ ίδιον λογαριασμόν και δεν είναι παρένθετα ή ότι έχουν οικονομική αυτοτέλεια έναντι των συγγενών αυτών»[26]) που καθιερώνουν οι διατάξεις αυτές. της (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006 και, μάλιστα, η ειδικότερη γνώμη αυτής[25], αλλά επιβεβαιώνεται, πρωτίστως, από το ουσιαστικό περιεχόμενο της σχετικής επιχειρηματολογίας. Πιο συγκεκριμένα, η αντισυνταγματικότητα του πλέγματος των σχετικών με τη ρύθμιση του ασυμβιβάστου διατάξεων του ν. 3021/2002 εντοπίζεται στην προκειμένη περίπτωση, ακριβώς, στον γενικό και απόλυτο χαρακτήρα του ασυμβιβάστου που αφορά τους ιδιοκτήτες, εταίρους, βασικούς μετόχους κτλ, καθώς και του ασυμβιβάστου λόγω παρενθετότητας (εφόσον τα πρόσωπα της δεύτερης περίπτωσης «
Και τούτο διότι, με βάση το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ., ο κοινός νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει ως κύρωση την απαγόρευση της σύναψης σύμβασης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης μόνο στην περίπτωση όπου πληρούνται, σωρευτικά, δύο προϋποθέσεις: α) δεν απαιτείται να συντρέχει, απλά, σε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), που συμμετέχει σε διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, μία από τις προαναφερθείσες ασυμβίβαστες ιδιότητες (όπως προβλέπει ο ν. 3021/2002), αλλά, επιπλέον, β) είναι αναγκαίο το πρόσωπο αυτό, κατά τη διαδικασία της ανάθεσης, να «προέβη αποδεδειγμένα σε παράνομη ή αθέμιτη ενέργεια, προκειμένου να επιτύχει να του ανατεθεί, τελικώς, η εν λόγω δημόσια σύμβαση, με αποτέλεσμα να παραβιασθούν οι αρχές της προστασίας κατά του αθεμίτου ανταγωνισμού και της διαφάνειας»[27].
Η ομόφωνη αυτή θέση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας στηρίχθηκε, καταρχάς, στη γραμματική[28] και «γενετική»[29] ερμηνεία της προαναφερθείσας συνταγματικής διάταξης. Από την αξιοποίηση των δύο αυτών ερμηνευτικών μεθόδων συνήχθη ότι δεν επιβάλλεται εκ του Συντάγματος ως κυρωτική συνέπεια, σε περίπτωση παραβίασης του ασυμβιβάστου του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ., η απαγόρευση σύναψης ή η ακύρωση της, ήδη, συναφθείσας σύμβασης. Αντίθετα, με βάση την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της συνταγματικής αυτής διάταξης, ο κοινός νομοθέτης έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει τις κατάλληλες, κατά την εκτίμησή του, κυρώσεις που «μπορεί να φτάνουν μέχρι … και την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης». Η τελευταία, συνιστά, με άλλα λόγια, μία μόνο από τις περισσότερες δυνατές κυρώσεις που δύναται να επιβάλλει ο νομοθέτης «εν όψει των εξελισσόμενων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και των πολιτικών του εκτιμήσεων, καθώς και των υποχρεώσεων της Χώρας ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης»[30].
Από την παρουσίαση του σκεπτικού της (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011, που προηγήθηκε, σαφώς προκύπτει ότι, κατά την απόφαση αυτή, το ασυμβίβαστο του άρθρου 14 παρ. 9 εδ. ε’ και στ’ Συντ. γίνεται, πλέον, αντιληπτό ως ένα είδος «ασυμβιβάστου των πράξεων»[31]. Και τούτο διότι, με βάση και την τελολογική ερμηνεία[32] της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, ο σκοπός του ασυμβιβάστου εντοπίζεται στην αποτροπή μόνον της συγκεκριμένης αθέμιτης επιρροής, που μπορεί να ασκηθεί στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης[33].
Διαπιστώνουμε, συνεπώς, ότι η τελολογική ερμηνεία του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ., έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την τελική κρίση του δικαστηρίου, και στις τρεις προαναφερθείσες αποφάσεις. Ειδικότερα, στις ΣτΕ 3242/2004 και (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006 ο έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των άρθρων 2 και 3 ν. 3021/2002 περιορίστηκε (και ορθώς, με βάση τον συγκεκριμένο[34] χαρακτήρα που έχει ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων στη χώρα μας) μόνο στη νομοθετική εξειδίκευση του ασυμβιβάστου παρενθετότητας, χωρίς να καταλάβει και το βασικό ασυμβίβαστο, επειδή θεωρήθηκε ότι το τελευταίο συνάδει απόλυτα με τον προληπτικό, γενικό και απόλυτο χαρακτήρα του προβλεπόμενου στο άρθρο 14 παρ. 9 εδ. ε’ Συντ. ασυμβιβάστου, στον οποίο και κατέληξε το ΣτΕ με βάση την τελολογική ερμηνεία της συνταγματικής αυτής διάταξης[35]. Αντίθετα, στην (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011, ακριβώς επειδή το δικαστήριο θεώρησε (αξιοποιώντας τη γραμματική, γενετική και, κυρίως, τελολογική ερμηνεία) ότι το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ. καθιερώνει ένα «ασυμβίβαστο των πράξεων», έκρινε αντισυνταγματικό (υπερβαίνοντας εν μέρει τον συγκεκριμένο χαρακτήρα του ελέγχου συνταγματικότητας) «το όλο πλέγμα των διατάξεων του ν. 3021/2002», δηλαδή όχι μόνο ως προς τη νομοθετική εξειδίκευση του ασυμβιβάστου παρενθετότητας, αλλά και ως προς αυτήν του βασικού ασυμβιβάστου, καθώς και, γενικά, ως προς τον προσδιορισμό των συνεπειών της συνδρομής των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων[36].
Θεμέλιο δε για τη συγκεκριμένη κρίση περί αντισυνταγματικότητας και, συγχρόνως, συνεκτικό ιστό της όλης συλλογιστικής του δικαστηρίου αποτέλεσε, στην τελευταία αυτή απόφαση, η «ρήτρα αναλογικότητας»[37] DNA της σχετικής συνταγματικής διάταξης, από το 2001[39]. Έμελλε, ωστόσο, να αξιοποιηθεί στη νομολογία του ΣτΕ[40], παρά τις έγκαιρες επισημάνσεις της θεωρίας[41], μόλις δέκα χρόνια μετά τη συμπερίληψή της στο εδάφιο ζ’ του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. που εμπεριέχεται στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. Η ρήτρα αυτή, η οποία αξιώνει την κλιμάκωση των κυρώσεων ανάλογα με τη βαρύτητά τους και τις συνέπειες της παράβασης των εδαφίων ε’ και στ’ του παραπάνω άρθρου[38], είναι εγγεγραμμένη στο
Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα σχετικά με το ποιος είναι ο δικαιολογητικός εκείνος λόγος που ώθησε το ΣτΕ να μεταβάλλει άρδην την αντίληψή του, ως προς την ερμηνεία (γραμματική, γενετική, και, κυρίως, τελολογική) των κρίσιμων εδαφίων ε’, στ’ και ζ’ του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. Ο λόγος αυτός συνδέεται στενά με τις απαντήσεις που έδωσε το ΔΕΚ με την προδικαστική του απόφαση C-213/07. Συγχρόνως, δε, εξηγεί και το γιατί, στη συγκεκριμένη απόφαση, το δικαστήριο – σε αντίθεση με τις ΣτΕ 3242/2004 και (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006[42] – περιορίστηκε μόνο σε έλεγχο αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ν. 3021/2002, χωρίς να θέσει και το ζήτημα της συμβατότητάς τους με το πρωτογενές και παράγωγο ενωσιακό δίκαιο.
 
ΙΙ. … και προϊόν της εναρμόνισης Συντάγματος και ενωσιακού δικαίου μέσω της κοινής στις δύο έννομες τάξεις αρχής της αναλογικότητας
 
Το «κλειδί» για την κατανόηση της πλήρους μεταστροφής (ή ορθότερα αντιστροφής) της νομολογίας του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της χώρας, με την ανάδειξη της «ρήτρας αναλογικότητας» του εδ. ζ’ του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. σε κεντρικό πυλώνα της συλλογιστικής που υιοθέτησε η Ολομέλεια, εντοπίζεται στις απαντήσεις του ΔΕΚ στα τρία προδικαστικά ερωτήματα της (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006[43]. Και τούτο διότι το ΣτΕ, μένοντας πιστό στο θεσμικό διάλογο που το ίδιο ξεκίνησε με το Δικαστήριο της Ένωσης, προσέτρεξε, όπως και το τελευταίο, στην αρχή της αναλογικότητας για να εναρμονίσει την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη με τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου (Α). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι επιλέχθηκε μία λύση, η οποία, στηριζόμενη σε μια κοινή αρχή του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού, απομακρύνεται από τις μονιστικές θεωρίες και εντάσσεται στη λογική του συνταγματικού πλουραλισμού (Β).
 
Α. Η προσφυγή στην αρχή της αναλογικότητας για την πραγμάτωση της εκ του Συντάγματος απορρέουσας υποχρέωσης εναρμόνισης του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. με το ενωσιακό δίκαιο
 
Ειδικότερα, με την απόφαση «Μηχανική» (C-213/07), κρίθηκε – εν πολλοίς – ότι οι περιορισμοί που επέρχονται στις ενωσιακές ελευθερίες εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών[44] από εθνική διάταξη, η οποία καθιερώνει γενικό ασυμβίβαστο στους τομείς των δημοσίων έργων και των μέσων ενημέρωσης, αποκλείοντας μια ολόκληρη κατηγορία εργοληπτών, βάσει αμάχητου τεκμηρίου (σύμφωνα με το οποίο, η παρουσία – μεταξύ των υποβαλλόντων την προσφορά – εργολήπτη που εμπλέκεται και στον τομέα των μέσων ενημέρωσης είναι αναπόφευκτα ικανή να αλλοιώσει τον ανταγωνισμό, χωρίς να του παρέχεται δικαίωμα απόδειξης προς αντίκρουση τυχόν προβαλλόμενων στοιχείων), βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των θεμιτών, από ενωσιακή σκοπιά, στόχων της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας[45],[46]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ΔΕΚ απεφάνθη, δεσμευτικά[47], για το ΣτΕ, επί της ενωσιακής αρχής της αναλογικότητας σε θέματα ανταγωνισμού, διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων[48].
Έχοντας, λοιπόν, ως δεδομένο ότι προληπτικό, γενικό και απόλυτο ασυμβίβαστο μεταξύ του τομέα των δημοσίων έργων και των μέσων ενημέρωσης αντιβαίνει στην ενωσιακή αρχή της αναλογικότητας (και, ακριβέστερα, στην ειδικότερη αρχή της αναγκαιότητας[49]), δηλαδή στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο[50], η Ολομέλεια του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου προχώρησε σε μία θεμελιώδη επιλογή: να αποφύγει μία σύγκρουση του ενωσιακού δικαίου με το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ. Θεώρησε δε την επιλογή αυτή ως επιβεβλημένη και, μάλιστα, από το ίδιο το Σύνταγμα. Και τούτο διότι, κατά την ομόφωνη θέση του δικαστηρίου, τόσο από τη γενετική ερμηνεία του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ.[51], όσο και από τη συστηματική ερμηνεία[52] της διάταξης αυτής με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 Συντ., προκύπτει η «υποχρέωση εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου»[53],[54].
Οι τελευταίες αυτές κινήσεις του δικαστηρίου είναι έμπλεες συμβολισμών, καθώς αποκαλύπτουν ένα βασικό, αλλά και, συνάμα, παράτολμο, στόχο του: να μην διακυβεύσει το κύρος του ελληνικού Συντάγματος[55], χωρίς, συγχρόνως, να κατηγορηθεί για εθνικό μονισμό. Ακριβώς δε προς επίτευξη του στόχου αυτού, το ΣτΕ, στη συγκεκριμένη περίπτωση[56], χρησιμοποίησε ως μέθοδο την «εναρμόνιση των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου»[57], που προάγει τον αμοιβαίο σεβασμό των δύο εννόμων τάξεων, και όχι τη λεγόμενη «σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος»[58], η οποία παραπέμπει στην αξίωση υπερίσχυσης του ενωσιακού δικαίου. Ειδικότερα, η μέθοδος της πρακτικής εναρμόνισης, προϋποθέτοντας την ισοκυρία συνταγματικών διατάξεων και κανόνων του ενωσιακού δικαίου, συνεπάγεται την αμοιβαία υποχώρηση αυτών, προκειμένου να προσεγγίσουν οι μεν τους δε. Αντίθετα, η πρόταση της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του Συντάγματος «υπονοεί και προϋποθέτει την προτεραιότητα εφαρμογής, αν όχι την ιεραρχική υπεροχή, του πρώτου έναντι του δεύτερου, κατά την ίδια έννοια που η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του νόμου απορρέει από την τυπική υπεροχή του πρώτου έναντι του δεύτερου».[59] Επιπλέον, εντοπίζοντας το συνταγματικό έρεισμα της επιλεγείσας μεθόδου, τόσο στην ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 Συντ., όσο και στο ίδιο το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ., και ερμηνεύοντας συστηματικά τις δύο διατάξεις, η Ολομέλεια του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου θέλησε να καταδείξει ότι αυτή η υποχρέωση εναρμόνισης απορρέει από το ίδιο το ελληνικό Σύνταγμα, ανεξαρτήτως του αν επιβάλλεται και από το ενωσιακό δίκαιο. Έτσι, κατόρθωσε, απολύτως επιτυχημένα, να αποφύγει κάθε υπόνοια για «υπόθαλψη» της συγκρουσιακής λογικής περί υπεροχής, είτε του ενωσιακού δικαίου, είτε του εθνικού Συντάγματος.
Με ποιον τρόπο, όμως, επετεύχθη, η εναρμόνιση του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. με τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου; Πρόκειται για το πλέον κρίσιμο σημείο ολόκληρης της απόφασης, καθώς η εναρμόνιση αυτή, η οποία και οδήγησε το δικαστήριο στην υιοθέτηση της λογικής του «ασυμβιβάστου των πράξεων», συντελέστηκε μέσω μιας κοινής, στην ελληνική[60] και την ενωσιακή[61] έννομη τάξη, αρχής. Και η κοινή αυτή αρχή δεν είναι άλλη από την αρχή της αναλογικότητας[62], τη «βασίλισσα του σύγχρονου συστήματος κατοχύρωσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων»[63]. Ειδικότερα, η χρήση του επιθέτου «κοινή» οφείλεται, ακριβώς, στο γεγονός ότι η εθνική και η ενωσιακή πρόσληψη της αναλογικότητας παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες ως προς την καταγωγή (γερμανική), το θεμέλιο (αρχή του ουσιαστικού Κράτους Δικαίου ή Κοινότητας Δικαίου, αντίστοιχα), τη φύση (αρχή συνταγματικού ή οιονεί συνταγματικού επιπέδου, αντίστοιχα), τη νομική ισχύ (έναντι κάθε μορφής κρατικής εξουσίας, αλλά και ιδιωτικής), καθώς και ως προς τα προσδιοριστικά στοιχεία της αρχής, που συνίστανται στην κατάφαση τριών εν γένει σταδίων ελέγχου (καταλληλότητας, αναγκαιότητας, εν στενή εννοία αναλογικότητας)[64].
Βεβαίως, δεν είναι η πρώτη φορά[65] που το ΣτΕ κάνει χρήση της αρχής της αναλογικότητας με αναφορά στο διττό θεμέλιό της, δηλαδή εκείνο της συνταγματικής πρόβλεψής της στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ Συντ. και εκείνο της νομολογίας του ΔΕΚ[66]. Είναι, ωστόσο, η πρώτη φορά που η αναλογικότητα χρησιμοποιείται, πέρα από σταθμιστική μέθοδος συγκρουόμενων συνταγματικών αγαθών[67], και ως μηχανισμός εναρμόνισης της εθνικής με την ενωσιακή έννομη τάξη.
Πιο συγκεκριμένα, στην (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011, δεν έγινε επίκληση της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο του ελέγχου συνταγματικότητας του πλέγματος των σχετικών με τη ρύθμιση του ασυμβιβάστου διατάξεων του ν. 3021/2002, για να εξεταστεί αν η θέσπιση, από τον κοινό νομοθέτη, προληπτικού, γενικού και απόλυτου ασυμβιβάστου της επιχειρηματικής δραστηριότητας, μεταξύ του τομέα των ΜΜΕ και εκείνου των δημοσίων συμβάσεων, συνιστά κατάλληλο, αναγκαίο και εν στενή εννοία αναλογικό, περιοριστικό της επιχειρηματικής ελευθερίας, μέτρο, χάριν της προαγωγής της αρχής της διαφάνειας, ως συνταγματικού σκοπού[68]. Αντίθετα, κρίθηκε, όπως, ήδη, παρουσιάσαμε, ότι τα άρθρα αυτά αντίκεινται στο άρθρο 14 παρ. 9 Συντ.
Παρόλα αυτά, και πάλι η αρχή της αναλογικότητας διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη σχετική κρίση του δικαστηρίου. Με τη μόνη διαφορά ότι ο τελευταίος εντοπίζεται, εν προκειμένω, στο επίπεδο της ερμηνείας της προαναφερθείσας συνταγματικής διάταξης. Πράγματι, ήταν η αρχή αυτή, που προέκρινε την ερμηνευτική εκείνη εκδοχή, η οποία εναρμονίζει το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ. με το ενωσιακό δίκαιο. Τούτο, ωστόσο, συντελέστηκε με αρνητικό τρόπο, καθώς η εκδοχή του «ασυμβιβάστου των πράξεων», την οποία υιοθέτησε το δικαστήριο,αναδείχθηκε μέσω της απόρριψης της εκδοχής του προληπτικού, γενικού και απόλυτου ασυμβιβάστου.
Ειδικότερα, η τελευταία κρίθηκε, από το ΣτΕ, ότι αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, «η οποία αποτελεί αρχή τόσο της ελληνικής εννόμου τάξεως (κατοχυρούμενη, μάλιστα από το ίδιο το Σύνταγμα στο άρθρο 25 παρ. 1 τελευταία περίοδο), όσο και της κοινοτικής, η οποία κατά τη βούληση του αυτού συντακτικού νομοθέτη πρέπει να εφαρμόζεται στην εσωτερική έννομη τάξη»[69] Κατ’ αυτόν δε τον τρόπο, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της χώρας, όχι μόνο απεφάνθη το ίδιο, ως φυσικός δικαστής[70], ότι η λογική του προληπτικού, γενικού και απόλυτου ασυμβιβάστου αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά, επιπλέον, όπως προκύπτει και από τη σχετική διατύπωση της απόφασης, αντιλήφθηκε και ως κοινή την ελληνική και ενωσιακή πρόσληψη της αρχής αυτής. Τούτο αποδεικνύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι υπόδειγμα του δικαστηρίου για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας αποτέλεσε η αντίστοιχη, δεσμευτική για το ίδιο, κρίση του ΔΕΚ («Μηχανική») περί της αντίθεσης του παραπάνω ασυμβιβάστου με την ενωσιακή αρχή της αναλογικότητας[71]..
Έτσι, λοιπόν, η κοινή (εθνική και ενωσιακή) αρχή της αναλογικότητας, μέσω της «σκίασης» της λογικής του προληπτικού ασυμβιβάστου, κατόρθωσε να«φωτίσει» εκείνες τις πτυχές της γραμματικής, γενετικής – ιστορικής, τελολογικής και συστηματικής ερμηνείας του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ., οι οποίες και συνέβαλαν στην ανάδειξη – αποκάλυψη της, εγγενώς, προβλεπόμενης στο τελευταίο εδάφιο αυτού, «ρήτρας αναλογικότητας», ως του νοηματικού πυρήνα του θεσπιζόμενου ασυμβιβάστου. Αξιοποιώντας δε τη ρήτρα αυτή, το ΣτΕ έκανε, εν συνεχεία, δεκτό ότι το ασυμβίβαστο των εδαφίων ε’ και στ’ του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. συνιστά ένα (μη αντικείμενο και προς τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου, με βάση την απόφαση του ΔΕΚ «Μηχανική») «ασυμβίβαστο των πράξεων» προς το οποίο αντιβαίνει, όμως, το καθιερούμενο στο ν. 3021/2002 προληπτικό, γενικό και απόλυτο ασυμβίβαστο.
Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε, μπορούμε, πλέον, να κατανοήσουμε, πλήρως, και τον λόγο για τον οποίο η Ολομέλεια του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, στην (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011 [και σε αντίθεση με τις προηγηθείσες ΣτΕ 3242/2004 και (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006], περιορίστηκε μόνο σε έλεγχο συνταγματικότητας των σχετικών με τη ρύθμιση του ασυμβιβάστου διατάξεων του ν. 3021/2002, χωρίς να θέσει, συγχρόνως, και το ζήτημα της συμβατότητας αυτών με το ενωσιακό δίκαιο. Τούτο το έπραξε, ακριβώς, επειδή μέσω της, τελικώς, επικρατήσασας εκδοχής του «ασυμβιβάστου των πράξεων» συντελέστηκε η εναρμόνιση του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. με το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο. Κρίθηκε, επομένως, ότι αρκεί ο έλεγχος συνταγματικότητας και για την κάλυψη των επιταγών του ενωσιακού δικαίου.
 
Β. Η ένταξη της υιοθετούμενης από την Ολομέλεια λύσης στη λογική του συνταγματικού πλουραλισμού
 
Κατ’ αυτόν τον εύστοχο τρόπο, λοιπόν, η Ολομέλεια του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου απέφυγε, εν τέλει, μία, άλλως αναπότρεπτη, σύγκρουση του Συντάγματος με το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο. Το αξιοπρόσεκτο, πάντως, σημείο στην όλη μέθοδο που ακολούθησε το ΣτΕ εντοπίζεται στο ότι αυτό δεν κατέφυγε στην αρχή της υπεροχής (του Συντάγματος[72] ή του ενωσιακού δικαίου[73]) για να άρει τη σχετική σύγκρουση, αλλά, αντίθετα, προκρίνοντας τη μέθοδο του αμοιβαίου σεβασμού και της πρακτικής εναρμόνισης, χρησιμοποίησε την αρχή της αναλογικότητας ως διάμεσο της εθνικής και της ενωσιακής έννομης τάξης. Θεώρησε, δηλαδή, ότι η αρχή της αναλογικότητας συνιστά μία κοινή[74] συνταγματική αρχή του ευρωπαϊκού νομικού συστήματος[75], η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός άρσης των συγκρούσεων που ανακύπτουν μεταξύ εθνικού Συντάγματος και ενωσιακού δικαίου[76], σε αντικατάσταση της αρχής της υπεροχής[77].
Σε αντίκρουση της παραπάνω θέσης θα μπορούσε, πάντως, να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι αυτή αναβιώνει τη συζήτηση περί αντισυνταγματικών διατάξεων του Συντάγματος[78]. Ειδικότερα, με βάση την αντίληψη αυτή, η υιοθετηθείσα για το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ. ερμηνευτική εκδοχή, περί «ασυμβιβάστου των πράξεων», εμφανίζεται ως συμμόρφωση της προαναφερθείσας συνταγματικής διάταξης με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία, μάλιστα, γνωρίζει και ρητή συνταγματική κατοχύρωση στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ Συντ. Δηλαδή, υπονοείται σαφώς ότι, μέσω ενός τέτοιου εγχειρήματος, η τελευταία συνταγματική διάταξη αναδεικνύεται τυπικά ανώτερη σε σχέση με εκείνη του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ., γεγονός που έχει ως συνέπεια να υποσκάπτεται το ισόκυρο των συνταγματικών διατάξεων[79].
Ο ισχυρισμός αυτός φρονούμε ότι δεν ευσταθεί. Και τούτο διότι, αν η προαναφερθείσα άποψη γινόταν δεκτή τότε οι γενικές συνταγματικές αρχές θα έχαναν την κανονιστική τους δύναμη και δεν θα μπορούσαν να επιτελέσουν τον ρόλο τους ο οποίος συνίσταται στο να «‘φωτίζουν’ το νόημα των υπό ερμηνεία διατάξεων και ‘προσανατολίζουν’ τον ερμηνευτή στην επιλογή των ερμηνευτικών προτάσεών του»[80]. Αυτό ακριβώς έπραξε, εν προκειμένω, και η κοινή στο ευρωπαϊκό νομικό σύστημα αρχή της αναλογικότητας, η οποία, λειτουργώντας ως μηχανισμός αποφυγής της σύγκρουσης μεταξύ του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. και του ενωσιακού δίκαιου, συνέβαλε, απλά, στο να τονιστεί η «ρήτρα αναλογικότητας» του εδαφίου ζ’ του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ., που, ωστόσο, υπήρχε σ’ αυτό από τη θέσπισή του με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001.
Πιο συγκεκριμένα, η θέση που προκρίνεται στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης υποστηρίζει ότι η ακολουθούμενη από την Ολομέλεια του ΣτΕ τακτική, η οποία με την απόρριψη της λογικής της υπεροχής, απομακρύνεται από τις θεωρίες περί μονισμού (εθνικού ή ενωσιακού), θα μπορούσε βάσιμα να ενταχθεί στη λογική του συνταγματικού πλουραλισμού[81]. Ο τελευταίος αποτελεί εκείνη τη θεωρητική κατασκευή που, αφενός, λειτουργεί ως ένα μέσο αντιμετώπισης συγκρούσεων συνταγματικής τάξης και, αφετέρου, μπορεί να περικλείσει και να ρυθμίσει τη φύση του πολιτικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης[82].
Η αφετηρία του συνταγματικού πλουραλισμού είναι περιγραφική. Και τούτο διότι με αυτόν αποδίδεται το φαινόμενο της πολλαπλότητας των συνταγματικών πηγών και αξιώσεων υπεροχής, μεταξύ της ενωσιακής και των εθνικών εννόμων τάξεων, οι οποίες αντιμετωπίζονται, ως κανονιστικά αυτόνομες, αλλά, συγχρόνως, και ως θεσμικά συνδεόμενες. Μέσω δε του φαινομένου αυτού δημιουργούνται οι συνθήκες για ενδεχόμενες συνταγματικές συγκρούσεις, οι οποίες, ωστόσο, δεν ρυθμίζονται ιεραρχικά, αλλά «ετεραρχικά»[83]. Ειδικότερα, η θεωρητική αυτή κατασκευή προϋποθέτει ότι τόσο το Δικαστήριο της Ένωσης όσο και τα εθνικά ανώτατα ή συνταγματικά δικαστήρια έχουν συναίσθηση των ανταγωνιστικών θεωρήσεών τους και δρουν ανάλογα, συμβιβάζοντας τις αντίστοιχες απαιτήσεις τους, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος συνταγματικών συγκρούσεων[84].
Το πλεονέκτημα της παραπάνω προσέγγισης, η οποία αφήνει ανοικτό το ζήτημα της υπεροχής, έγκειται, ακριβώς, στην ευελιξία της, καθώς αυτή επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στο πεδίο των πραγματικών σχέσεων και, άρα, δίνει το προβάδισμα στην πολιτική διευθέτηση. Το πλεονέκτημα, όμως, αυτό, ως άλλος «Ιανός», αποτελεί, παράλληλα, και τη σημαντικότερη αδυναμία της περιγραφικής θεώρησης. Και τούτο διότι αυτή, αδυνατώντας να προσφέρει συγκεκριμένα μεθοδολογικά εργαλεία που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μία συνταγματική σύγκρουση, η οποία δεν κατέστη δυνατό να αποφευχθεί, δημιουργεί σοβαρή ανασφάλεια δικαίου[85].
Για την υπέρβαση της αδυναμίας αυτής, ο συνταγματικός πλουραλισμός προχώρησε στην αναζήτηση εκείνων των αρχών και των κανόνων, μέσω των οποίων θα πρέπει να επιλύονται οι τυχόν ανακύπτουσες συγκρούσεις μεταξύ των εθνικών Συνταγμάτων και του ενωσιακού δικαίου. Ακριβώς, δε λόγω της διαμεσολαβητικής αυτής λειτουργίας που καλούνται να επιτελέσουν, οι αρχές αυτές εντοπίστηκαν στις κοινές αρχές του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού, που γίνονται αποδεκτές τόσο από την ενωσιακή, όσο και από τις εθνικές έννομες τάξεις. Ειδικότερα, πρόκειται για τη δικαιοκρατική[86] και δημοκρατική αρχή, την ισότητα και την ατομική ελευθερία[87], οι οποίες και συγκροτούν την ιδέα του ευρωπαϊκού συνταγματισμού[88].
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κανονιστική πρόσληψη του συνταγματικού πλουραλισμού, αποφεύγοντας τα δογματικά αδιέξοδα της ευθείας αντιπαράθεσης, εστιάζει στην αξιακή ομοιογένεια της ενωσιακής και των εθνικών εννόμων τάξεων. Μάλιστα, η παραπάνω θεωρητική κατασκευή βρίσκει έκφραση στο διάλογο των εφαρμοστών του δικαίου[89], τόσο τον κάθετο (μεταξύ Δικαστηρίου της Ένωσης και εθνικών ανώτατων ή συνταγματικών δικαστηρίων), όσο και τον οριζόντιο (μεταξύ των εθνικών ανώτατων ή συνταγματικών δικαστηρίων)[90].
Στο πλαίσιο δε του κάθετου διαλόγου των δικαστών εντάσσεται και η (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011, καθώς η Ολομέλεια του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της χώρας, ακολουθώντας τον δρόμο που είχε, ήδη, χαράξει το ΔΕΚ στην υπόθεση «Μηχανική»[91], χρησιμοποίησε την κοινή στο ευρωπαϊκό νομικό σύστημα αρχή της αναλογικότητας για να εναρμονίσει το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ. με το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο. Βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζουμε ότι ΣτΕ και ΔΕΚ, εξαιτίας της λύσης που έδωσαν, έχουν επίγνωση του συνταγματικού πλουραλισμού και ότι θεωρούν πως τον πραγματώνουν. Άλλωστε, αυτό δεν απαιτείται ούτε από τον ίδιο τον συνταγματικό πλουραλισμό. Αντίθετα, ο τελευταίος απαιτεί απλώς από τα δικαστήρια να δρουν έτσι ώστε, χωρίς απαραιτήτως να δέχονται στην ουσία τους τις αντικρουόμενες συνταγματικές αξιώσεις τους, να τις συμβιβάζουν[92]. Αυτό, ακριβώς, συντελέστηκε με την (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011. Και, μάλιστα, επιτυχημένα.
 
Επίμετρο
 
Εγκαταλείποντας τον «νομολογιακό πατριωτισμό»[93] της ΣτΕ 3242/2004, αλλά και τη μεταλλαγμένη μορφή αυτού[94], που απαντάται στο πλαίσιο του «ερμηνευτικού σχετικισμού» της (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006, η (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011 ολοκλήρωσε επιτυχημένα (και χωρίς αστερίσκους) τον θεσμικό διάλογο που είχε ανοίξει – μέσω του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής – το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της χώρας με το ΔΕΚ, διασφαλίζοντας τόσο την αποκατάσταση της ενωσιακής νομιμότητας, όσο και τη διαφύλαξη του κύρους του ελληνικού Συντάγματος. Ειδικότερα, η Ολομέλεια του ΣτΕ, βαδίζοντας στα χνάρια της προδικαστικής απόφασης «Μηχανική», του ΔΕΚ, χρησιμοποίησε την κοινή (στην ελληνική και την ενωσιακή έννομη τάξη) αρχή της αναλογικότητας, προκειμένου να επιτύχει την, κατά την κρίση της, συνταγματικώς επιβεβλημένη (με βάση την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 και το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ.) εναρμόνιση του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. με τους κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου.
Προϊόν της εναρμόνισης αυτής αποτέλεσε η ανάδειξη – αποκάλυψη της «ρήτρας αναλογικότητας» που ενυπήρχε στο τελευταίο εδάφιο της προαναφερθείσας συνταγματικής διάταξης, ήδη από τη θέσπισή της το 2001, μέσω της οποίας το δικαστήριο οδηγήθηκε στη διαπίστωση ότι το ασυμβίβαστο του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. συνιστά ένα (μη αντιβαίνον στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο) είδος «ασυμβιβάστου των πράξεων». Λόγω, όμως, της ομόφωνης, μάλιστα, απόφανσής της αυτής, επόμενο ήταν η Ολομέλεια του ΣτΕ να θεωρήσει ότι «το όλο πλέγμα των διατάξεων του νόμου 3021/2002», που αφορούσαν την έκταση και τις συνέπειες της συνδρομής των ασυμβίβαστων ιδιοτήτων του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ., αντιβαίνει στην προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη. Και τούτο διότι οι σχετικές διατάξεις οικοδομήθηκαν στη βάση της καθιέρωσης ενός προληπτικού, γενικού και απόλυτου ασυμβίβαστου της επιχειρηματικής δραστηριότητας μεταξύ του τομέα των ΜΜΕ και εκείνου των δημοσίων έργων.
Από την ανάλυση που προηγήθηκε δεν θα ήταν υπερβολή αν κάναμε λόγο για μία απόφαση αρχής στη νομολογία του ΣτΕ. Η θέση μας δε αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για πρώτη φορά, δέχθηκε, ομόφωνα, πως η υποχρέωση εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου συνάγεται από την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 Συντ. Αλλά, κυρίως, επειδή η Ολομέλεια χρησιμοποίησε την αρχή της αναλογικότητας ως διάμεσο της ελληνικής και της ενωσιακής έννομης τάξης, δηλαδή ως μηχανισμό άρσης ενδεχόμενων συγκρούσεων μεταξύ τους, σε αντικατάσταση της αρχής της υπεροχής. Και μπορεί, όντως, η, τελικώς, δοθείσα στο άρθρο 14 παρ. 9 Συντ. ερμηνεία να υπήρξε ιδιαίτερα «ελαστική»[95]. Ωστόσο, η επιλογή του ΣτΕ για συνεργασία και αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ Συντάγματος και ενωσιακού δικαίου, μέσω των κοινών αρχών του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, αποτελεί σημαντικότατη υποθήκη για τη μελλοντική, εκ μέρους του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της χώρας, διαχείριση των σχέσεων του εθνικού μας δικαίου με το ενωσιακό, ιδίως δε στην κρίσιμη περίοδο που διανύουμε.
 

 

 

 

 

 

 


* Μεταπτυχιακός φοιτητής Τομέα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ.
 
[1] Έτσι αποκαλείται, κατά συνεκδοχή, η υπόθεση που εισήχθη ενώπιον του ΣτΕ το 2002 με αίτηση της εταιρίας «Μηχανική» για ακύρωση του πιστοποιητικού περί μη συνδρομής ασυμβίβαστων ιδιοτήτων που εξέδωσε το ΕΣΡ, βάσει του τότε ισχύοντος νόμου 3021/2002, προκειμένου η εταιρία «Σαραντόπουλος» (η οποία στη συνέχεια απορροφήθηκε από την «Παντεχνική») να μπορέσει να συνάψει με τη δημόσια επιχείρηση «Έργα» σύμβαση για την εκτέλεση δημοσίου έργου. Βασικός λόγος ακύρωσης αποτέλεσε η ένσταση αντισυνταγματικότητας των άρθρων 2 παρ. 2 εδ. α και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002 ενόψει του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. Για τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά ζητήματα της υπόθεσης βλ. διεξοδικά σε Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της «υπεροχής», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2009, σ. 494 επ. Βεβαίως, ο όρος «βασικός μέτοχος» υποδηλώνει, γενικότερα, την πολιτική και νομική συζήτηση για τη «συνταγματική ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος εδ. ε επ. που θεσπίζει το ασυμβίβαστο μεταξύ επιχειρηματικής και διευθυντικής επαγγελματικής δραστηριότητας στο χώρο των ΜΜΕ και στο χώρο των δημοσίων έργων», όπως επισημαίνει ο Β. Γ. Τζέμος, Ο «βασικός μέτοχος», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2006, σ. 17 επ.

 

 

 

 

 

 

[2] Αν αναλογιστεί κανείς ότι η σχετική αίτηση ακύρωσης κατατέθηκε στο ΣτΕ στις 24/12/2002 και η δημοσίευση της (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011 έγινε στις 04/11/2011, αφού, πάντως, χρειάστηκε να εκδοθούν, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, μία παραπεμπτική, στην Ολομέλεια, απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ (3242/2004), μία απόφαση της Ολομέλειας του ίδιου δικαστηρίου (3670/2006), στην οποία διατυπώθηκαν τρία προδικαστικά ερωτήματα προς το – τότε – ΔΕΚ και μία προδικαστική απόφαση αυτού (C-213/07), απαντητική στα ερωτήματα της Ολομέλειας. (Οι αποφάσεις αυτές βρίσκονται αναρτημένες σε «Διάλογοι», Φάκελος «Βασικός Μέτοχος», www.constitutionalism.gr).

 

 

 

 

 

 

[3] Μαζί της δημοσιεύτηκαν και οι (Ολ.) ΣτΕ 3471/2011 και 3472/2011, οι οποίες ασχολούνται με δικονομικά ζητήματα της σχετικής περί «βασικού μετόχου» προβληματικής. Βλ. συγκεντρωτικά σχόλια και για τις τρεις αποφάσεις σε Χ. Συνοδινού, Συνολικές παρατηρήσεις, ΘΠΔΔ 12/2011, σ. 1128-1131.

 

 

 

 

 

 

[4] Η ομοφωνία που επιτεύχθηκε, και δη σε επίπεδο Ολομέλειας, προκαλεί εντύπωση, ιδιαίτερα μάλιστα αν αναλογιστεί κανείς την πλειάδα μειοψηφιών, αλλά και ειδικότερων συντρεχουσών γνωμών (τόσο στην πλειοψηφία, όσο και στη μειοψηφία), που καταγράφηκαν στην προηγούμενή απόφαση (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006. Η σημασία δε της ομοφωνίας αυτής επιτείνεται από το γεγονός ότι συνδέεται με τη θεμελιώδη επιλογή της Ολομέλειας του ΣτΕ να υιοθετήσει τη νομολογιακή πρακτική της εναρμόνισης εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης, προάγοντας, έτσι, συγχρόνως, τον διάλογο μεταξύ του ελληνικού Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου και του ΔΕΚ.

 

 

 

 

 

 

[5] Πρόκειται για την εναρκτήρια απόφαση της υπόθεσης, παραπεμπτική στην Ολομέλεια του ΣτΕ. Βλ. την απόφαση σε: α) ΔίΜΜΕ 2004, σ. 523 επ. καθώς και τις Παρατηρήσεις Χ. Συνοδινού, ΣτΕ 3242/2004: «επιβολή» της υπεροχής του εθνικού Συντάγματος ή bras de fer μεταξύ εθνικού και κοινοτικού δικαστή;, ΔίΜΜΕ 1/2005, σ. 34 επ., β) Εφαρμογές ΔΔ Ι/2005, 260 επ., με Παρατηρήσεις Θ. Αντωνίου, Η απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη σχέση Κοινοτικού και Συνταγματικού Δικαίου – Μερικές σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 3242/2004 για τον βασικό μέτοχο. Τέλος, βλ. και «Διάλογοι», Φάκελος «Βασικός Μέτοχος», www.constitutionalism.gr.

 

 

 

 

 

 

[6] Είναι η απόφαση της Ολομέλειας, μετά την παραπεμπτική ΣτΕ 3242/2004, η οποία με τη σειρά της υπέβαλε στο ΔΕΚ τρία προδικαστικά ερωτήματα. Βλ. την απόφαση σε: α) ΤοΣ 2/2007, σ. 547 επ., με Παρατηρήσεις Β. Γ. Τζέμου, Το ασυμβίβαστο του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος από το ΣτΕ προς το ΔΕΚ, β) ΕφημΔΔ 3/2007, σ. 287 επ., με Παρατηρήσεις Σ. Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, Από την απόφαση ΣτΕ (Δ΄) 3242/2004 στην απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 3670/2006: το Συμβούλιο της Επικρατείας και οι «συνταγματικές» αρχές της έννομης τάξης ΕΚ/ΕΕ, γ) ΕυρΠολ 2/2007, σ. 690 επ., με παρατηρήσεις Σπ. Βλαχόπουλου, Συνταγματικό και ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο σε σχέσεις έντασης. Τέλος, βλ. και «Διάλογοι», Φάκελος «Βασικός Μέτοχος», www.constitutionalism.gr.

 

 

 

 

 

 

[7] Στο πλαίσιο της μελέτης αυτής δεν χρησιμοποιείται ο όρος «Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (ΔΕΕ), αλλά η προ της έναρξης ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας (01/12/2009) ονομασία του (ΔΕΚ), καθαρά για τον λόγο ότι υπό αυτή την ονομασία το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση στην υπόθεση C-213/07, «Μηχανική».

 

 

 

 

 

 

[8] Ο όρος προέρχεται από την ομότιτλη μελέτη του Ευ. Βενιζέλου, Ερμηνευτικός σχετικισμός, δικονομικοί καταναγκασμοί, δογματικές αντιφάσεις και πολιτικά διλήμματα στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις σχέσεις εθνικού συντάγματος και ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου – Η «παραδειγματική» λειτουργία της ΣτΕ (Ολ.) 3670/2006 για το άρθρο 14 παρ. 9 Σ, ΕφημΔΔ 1/2008, σ. 85 επ., σύμφωνα με τον οποίο (σ. 91), «ο ερμηνευτικός σχετικισμός αφορά όχι μόνο το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού ή την αξιολόγηση και την υπαγωγή πραγματικών δεδομένων ή υποδεέστερων κανόνων δικαίου στη μείζονα σκέψη, αλλά αυτήν καθ’ εαυτήν τη συγκρότηση της μείζονος σκέψης».

 

 

 

 

 

 

[9] Βλ. την απόφαση σε: α) ΤοΣ 4/2008, με Παρατηρήσεις Α. Γέροντα, Η νομολογιακή περιπέτεια του βασικού μετόχου. Η απόφαση ΣτΕ 3670/2006 της Ολομέλειας και της 16.12.2008 του ΔΕΚ (υπόθεση C-213/07), ΤοΣ 4/2008, σ. 942 επ., β) ΘΠΔΔ 5/2009, σ. 618 επ., με Παρατηρήσεις Χ. Συνοδινού, γ) ΔίΜΜΕ 4/2008, με Παρατηρήσεις Β. Γ. Τζέμου, «Βασικός Μέτοχος» – Αρχή της Αναλογικότητας σημειώσατε 2, ΔίΜΜΕ 4/2008, σ. 536 επ., δ) Εφαρμογές ΔΔ ΙΙ/2009, σ. 705 επ. με παρατηρήσεις Κ. Δ. Καραϊσκάκη, ΔΕΚ: υπεροχή κοινοτικής Οδηγίας επί του εθνικού Συντάγματος ή η υπέρτατη πρόκληση για τον εθνικό δικαστή – Ανάγκη επανακαθορισμού της ιεραρχίας των κανόνων στην Ευρώπη. Τέλος, βλ. και «Διάλογοι», Φάκελος «Βασικός Μέτοχος», www.constitutionalism.gr.

 

 

 

 

 

 

[10] Του, χρονικά, πρώτου από τους τρεις, συνολικά, εκτελεστικούς νόμους του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. Ειδικότερα, πρόκειται για τους ν. 3021/2002, 3310/2005 και 3414/2005. Βλ. διεξοδικά γι’ αυτούς, καθώς και για την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Ελληνικής Κυβέρνησης και Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που οδήγησε, αρχικά, σε αναστολή του δεύτερου και, στη συνέχεια, σε αντικατάστασή του από τον τρίτο, κατά σειρά, εκτελεστικό νόμο σε Β. Γ. Τζέμου, Ο «Βασικός Μέτοχος», ό.π. (υποσ. 1), σ. 93 επ., 129 επ. και 161 επ., αντίστοιχα, καθώς και σε Α. Καρανάσιου, Η προβληματική του βασικού μετόχου, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2007, σ. 23 επ.

 

 

 

 

 

 

[11] Βλ. στη σκέψη 10 [: «…το όλο πλέγμα των διατάξεων του νόμου 3021/2002, ο οποίος στηρίζεται σε αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων του εν λόγω άρθρου (14 παρ. 9) του Συντάγματος και με τον οποίον προσδιορίζονται οι συνέπειες της συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του εν λόγω άρθρου, προσκρούουν στην αληθή έννοια αυτού και ως αντίθετες με αυτό δεν είναι εφαρμόσιμες. Με τα δεδομένα αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία εξεδόθη κατ’ εφαρμογή των αντισυνταγματικών αυτών διατάξεων του νόμου 3021/2002 είναι ακυρωτέα» (η έμφαση δική μας)].

 

 

 

 

 

 

[12] Βλ. στο τέλος της σκέψης 14 [: «…Οι αυτές όμως νομοθετικές διατάξεις (του άρθρου 2 παρ. 2 εδάφ. α και του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002) … αντίκεινται στην διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, η δε προσβαλλόμενη πράξη του ΕΣΡ, η έκδοση της οποίας ερείδεται επί των ανωτέρω κατά το μέρος τούτο αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 3021/2002 θα έπρεπε για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, ν’ ακυρωθεί»].

 

 

 

 

 

 

[13] Βλ. στις σκέψεις 19 (: «…με τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση, θα ήταν, καταρχήν, ακυρωτέα, κατ’ αποδοχή σχετικού λόγου ακυρώσεως…») και 20 (: «…σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση πράξη θα έπρεπε να ακυρωθεί, διότι εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 περ α’ και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002, οι οποίες είναι αντίθετες με το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος…»).

 

 

 

 

 

 

[14] Βλ. τα κρίσιμα αποσπάσματα στη σκέψη 14: «…από την γραμματική διατύπωση των κρισίμων εδαφίων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος προκύπτει, ότι οι σύζυγοι και συγγενείς των ιδιοκτητών, βασικών μετόχων, εταίρων κλπ. επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης θεωρούνται εξ ορισμού ως παρένθετα πρόσωπα σε σχέση με αυτούς και, συνεπώς, καταλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση από την απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων… ο συνταγματικός νομοθέτης δεν εξήρτησε την υπαγωγή των συζύγων και των συγγενών στο καθεστώς της απαγορεύσεως συνάψεως δημοσίων συμβάσεων από την συνδρομή ή μη στο πρόσωπό τους του κριτηρίου της οικονομικής αυτοτέλειας σε σχέση προς τον ιδιοκτήτη, βασικό μέτοχο κλπ. επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης… ο κοινός νομοθέτης, ρυθμίζοντας τα ειδικότερα ζητήματα τα σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως μπορεί μόνο να καθορίσει τον βαθμό συγγενείας, μέχρι του οποίου εξικνείται η απαγόρευση. Δεν μπορεί, όμως, να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής της συνταγματικής διατάξεως, έτσι όπως αυτό έχει προσδιορισθεί από τον ίδιο τον συνταγματικό νομοθέτη, θεσπίζοντας πρόσθετες προϋποθέσεις ή εισάγοντας μαχητά τεκμήρια, σε περίπτωση ανατροπής των οποίων αίρεται η απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και το ασυμβίβαστο για τις ανωτέρω κατηγορίες, κατά τρόπο αντίθετο προς την βούληση του συνταγματικού νομοθέτη… κατά το μέρος που με (τις διατάξεις) αυτές προβλέπεται ότι, οι σύζυγοι και οι συγγενείς ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου κλπ. επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης καταλαμβάνονται από την απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και το ασυμβίβαστο, μόνον εφόσον δεν μπορέσουν να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια έναντι αυτού, καθ’ ό δηλ. μέρος εισάγουν σχετικώς μαχητό τεκμήριο, αντίκεινται στην διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος». Από τη θεωρία υπέρ της θέσης αυτής τάχθηκαν με γνωμοδοτήσεις τους οι καθηγητές Γ. Κασιμάτης, Το ασυμβίβαστο των ιδιοτήτων του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχειρήσεων Μέσων Ενημέρωσης σε σχέση με τις αντίστοιχες ιδιότητες προσώπων που αναλαμβάνουν την εκτέλεση έργων ή προμηθειών και την παροχή υπηρεσιών του δημοσίου και νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ΤοΣ 2/2003, σ. 295 επ. και Α. Μανιτάκης, Η συνταγματικότητα της νομοθετικής απαλλαγής από το «ασυμβίβαστο» του άρθρου 14 παρ. 9 εδ. στ του Συντάγματος, των «συζύγων» και των «συγγενών» εφ’ όσον αποδείξουν την οικονομική τους αυτοτέλεια, ΤοΣ 2/2003, σ. 311 επ. Πρβλ. και Γ. Γεραπετρίτη, Το Σύνταγμα και ο δικαστής: μια αέναη διαλεκτική σχέση – Σκέψεις με αφορμή τις αποφάσεις 3242/2004 και 3243/2004 του ΣτΕ για τον «βασικό μέτοχο», ΝοΒ, 2005, σ. 443 επ. Βλ. όμως Ν. Κ. Αλιβιζάτου, Σύνταγμα και «διαπλοκή» – Συμβολή στην ερμηνεία της (νέας) παρ. 9 του άρθρου 14 Σ, ΔίΜΜΕ 1/2004, σ. 16 επ. (και ιδίως σ. 23 επ.) και Δ. Χαραλάμπη, Σκέψεις σχετικά με τα ζητήματα της διαφάνειας, τις «Ασυμβίβαστες Ιδιότητες» και τον «Βασικό Μέτοχο», ΔίΜΜΕ 1/2004, σ. 31 επ. (και ιδίως σ. 34-37), οι οποίοι θεωρούν αναγκαία τη συστηματική ερμηνεία των άρθρων 14 παρ. 9, 5 παρ. 1 και 2 παρ. 1 Συντ.

 

 

 

 

 

 

[15] Βλ. τα σχετικά αποσπάσματα από τις σκέψεις 15 [: «…Ενεργεί … ως παρένθετο πρόσωπο, κατά την έννοια της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, εκείνο το πρόσωπο, το οποίο ασκεί μία δραστηριότητα ή κατέχει μία ιδιότητα στο όνομά του, στην πραγματικότητα, όμως, ενεργεί για λογαριασμό, ή καθ’ υπόδειξη, ή κατ’ εντολή κάποιου άλλου προσώπου, με το οποίο το συνδέει μία εσωτερική συμφωνία και το οποίο κατευθύνει τις ενέργειες του. Ο συντακτικός νομοθέτης … (θεσπίζει τεκμήριο) μαχητό υπό την έννοια ότι στα ως άνω μνημονευόμενα πρόσωπα παρέχεται η δυνατότητα να ανταποδείξουν ότι ενεργούν, στην προκείμενη περίπτωση, αυτοτελώς και για ίδιο λογαριασμό, ασκούντες την περί ης πρόκειται δραστηριότητα (σύναψη με το Δημόσιο συμβάσεως έργου, προμήθειας, ή υπηρεσιών) αποκλειστικώς προς ίδιον συμφέρον, χωρίς να απαιτείται τα πρόσωπα αυτά να ισχυρισθούν και να αποδείξουν, πράγμα, άλλωστε, αδύνατον, την ανυπαρξία σχέσεως εντολής ή εσωτερικής συμφωνίας προς τον ιδιοκτήτη, βασικό μέτοχο κ.λπ. μέσων μαζικής ενημέρωσης…»] και 16 [: «οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 περ. α και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002, κατά το μέρος που με αυτές ορίζεται ότι οι συγγενείς ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου κ.λπ. επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης δεν λογίζονται ως παρένθετα αυτών πρόσωπα, αν αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια, σε σχέση με τα προαναφερθέντα στελέχη επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης, αντίκεινται στην προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη. Τούτο διότι υιοθετείται από αυτές ως στοιχείο, επί τη βάσει του οποίου συγγενής στελέχους επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης μπορεί να ανταποδείξει, ότι δεν λειτουργεί ως παρένθετο του στελέχους αυτού πρόσωπο, η εκ μέρους του απόδειξη του γεγονότος, ότι διαθέτει έναντι αυτού οικονομική αυτοτέλεια, ενώ, κατά τα προλεχθέντα, το μόνο αποδεκτό, κατά το άρθρο 14 παρ. 9 εδάφιο έκτο του Συντάγματος, στοιχείο, για την ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου της λειτουργίας κάποιου προσώπου, εκ των μνημονευομένων στην διάταξη αυτή, ως παρενθέτων, είναι η απόδειξη, ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση το, τεκμαιρόμενο ως παρένθετο άλλου, πρόσωπο ενήργησε αυτοτελώς, για ίδιο λογαριασμό και προς το ίδιο συμφέρον» (η έμφαση δική μας)]. Από τη θεωρία βλ. Β. Γ. Τζέμου, Ο «Βασικός Μέτοχος», ό.π. (υποσ. 1), σ. 100 επ.

 

 

 

 

 

 

[16] Θεωρείται, ωστόσο, δεδομένη και για την παραπεμπτική ΣτΕ 3242/2004, με βάση τα όσα έκανε δεκτά για τον αμάχητο χαρακτήρα του τεκμηρίου παρενθετότητας του άρθρου 14 παρ. 9 εδ. στ’ Συντ. και τους γενικούς σκοπούς που εξυπηρετεί η θέσπιση του ασυμβιβάστου στο πέμπτο εδάφιο του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. Βλ. το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη σκέψη 14: «…Έχοντας, προεχόντως υπόψη την – παγκοίνως γνωστή – τεράστια επιρροή, που ασκούν τα ραδιοτηλεοπτικά ιδίως μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας στην διαμόρφωση και διάπλαση της κοινής γνώμης στις σύγχρονες κοινωνίες, ο συνταγματικός νομοθέτης επιδιώκει, με την επίμαχη ρύθμιση, να αποτρέψει κατ’ αρχάς τον κίνδυνο αθεμίτων παρεμβάσεων στη διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών, παρεμβάσεων οι οποίες είναι κατά κανόνα αφανείς, συναρτώνται δε με την εκ μέρους των εν λόγω μέσων ακολουθούμενη εν γένει γραμμή και με την τοποθέτησή τους σε ζητήματα πολιτικής επικαιρότητας. Πρόκειται για παρεμβάσεις, οι οποίες ασκούνται με την επιδίωξη να εξυπηρετηθούν και να προωθηθούν, ανεπιτρέπτως, μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, στον τομέα αυτών των οικονομικών δραστηριοτήτων. Έτσι ο συνταγματικός νομοθέτης επιδιώκει με την εν λόγω ρύθμιση να αποκλείσει την, δυσαπότρεπτη άλλως, δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν τα μέσα αυτά από εκείνους που τα ελέγχουν, προκειμένου να καταστούν οι προνομιακοί αντισυμβαλλόμενοι του Δημοσίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων…» (η έμφαση δική μας).

 

 

 

 

 

 

[17] Βλ. διεξοδικά για την επιφύλαξη υπέρ του νόμου που αποδίδεται με τον όρο «όπως νόμος ορίζει», ή τον ταυτόσημο «νόμος ορίζει», σε Ι. Καμτσίδου, Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου ως περιορισμός, εγγύηση και διάμεσος των ελευθεριών, Σάκκουλας, 2001, σ. 223-228 και 342-346.

 

 

 

 

 

 

[18] Βλ. την αναλυθείσα συλλογιστική της πλειοψηφίας στην (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006 στην αρχή της σκέψης 14.

 

 

 

 

 

 

[19] Ως τις πλέον χαρακτηριστικές και αντιπροσωπευτικές της αντίληψης αυτής φράσεις που χρησιμοποιούνται από τις δύο αποφάσεις θεωρούμε τις ακόλουθες: α) «ο συνταγματικός νομοθέτης επιδιώκει, με την επίμαχη ρύθμιση, να αποτρέψει κατ’ αρχάς τον κίνδυνο αθεμίτων παρεμβάσεων … οι οποίες είναι κατά κανόνα αφανείς» (ΣτΕ 3242/2004, σκέψη 14) και β)«με την ρύθμιση αυτή επιδιώκεται η αποτροπή της δημιουργίας συνθηκών, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο άσκησης τέτοιας αθέμιτης επιρροής, βλαπτικής για το δημόσιο συμφέρον» [(Ολ.) ΣτΕ 3670/2006, σκέψη 14].

 

 

 

 

 

 

[20] Βλ. για την αντίληψη αυτή σε Χ. Ανθόπουλου, Το ασυμβίβαστο των ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης πριν και μετά το νέο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος σε Ξ. Κοντιάδη (επιμ.), Πέντε χρόνια μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, τόμος α΄, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2006, σ. 320-321, ο οποίος, ασκώντας κριτική, επισημαίνει ότι «στη λογική της εκδοχής αυτής (την οποία θεωρεί ασυμβίβαστη με ένα συνταγματικό κράτος δικαίου) εμπεριέχεται μια απαξιωτική εκτίμηση για τον ρόλο του τύπου και των άλλων μέσων ενημέρωσης, αφού αυτά εμφανίζονται ως πειθήνια ‘όργανα διαφθοράς’ στα χέρια των ιδιοκτητών τους».

 

 

 

 

 

 

[21] Βλ. το σχετικό απόσπασμα στη σκέψη 14 της (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006: «…Η επιλογή του όρου ‘ασυμβίβαστη ιδιότητα’, όρου περιλαμβάνοντος δύο λέξεις με σαφή και αναμφισβήτητη έννοια, δεν είναι άνευ σημασίας. Σημαίνει ότι, εξ αυτού τούτου του Συντάγματος, καθιερώνεται ένα απόλυτο κώλυμα για τους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται, υπό τις ειδικότερες, περαιτέρω, διακρίσεις που θέτει η ανωτέρω συνταγματική διάταξη, στον ένα εκ των ως άνω τομέων επιχειρηματικής δραστηριότητας, να δραστηριοποιούνται και στον άλλο, το συνταγματικώς δε θεσπισθέν αυτό κώλυμα ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί βεβαίως να το άρει και δεν έχει περιθώριο θεσπίσεως ρυθμίσεων, επί τη βάσει της εξουσιοδοτήσεως, που του παρέχεται με το τελευταίο εδάφιο της διατάξεως αυτής, σε σχέση ειδικά με το ποιο ακριβώς περιεχόμενο έχει ο όρος ‘ασυμβίβαστη ιδιότητα’, να τον προσδιορίσει, δηλαδή, με τέτοιο τρόπο, ώστε στην πράξη η ιδιότητα που το Σύνταγμα θέλησε να είναι ασυμβίβαστη, να καταστεί τελικά ‘συμβατή’».

 

 

 

 

 

 

[22] Βλ. το σχετικό απόσπασμα στη σκέψη 14 της (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006: «…το γεγονός ότι με το άρθρο 5 παρ. 1 και 3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματοςκατοχυρώνονται το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και της συμμετοχής του καθενός στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, καθώς και η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, κατά την θέσπιση περιορισμών στα ατομικά δικαιώματα, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η, ισόκυρη με αυτές, διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος (διάταξη η οποία είναι επιπλέον και ειδική διάταξη, σε σχέση με τις άλλες δύο, θεσπισθείσα επί τούτου από τον συνταγματικό νομοθέτη, προκειμένου να καταστούν δυνατοί περιορισμοί στην οικονομική και επιχειρηματική ελευθερία των επιχειρηματιών, των δραστηριοποιουμένων στους τομείς των μέσων ενημέρωσης και των δημοσίων συμβάσεων, οι οποίοι, άλλως, θα ήσαν συνταγματικώς ανεπίτρεπτοι) μπορεί να ερμηνευθεί, υπό το φως των οριζομένων σε αυτές, με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να καταστεί κενή περιεχομένου ή να ανατρέπεται το σαφές γράμμα της και οι, ομοίως, σαφείς στόχοι της».

 

 

 

 

 

 

[23] Βλ. διεξοδικά Ευ. Βενιζέλου, Ερμηνευτικός σχετικισμός…, ό.π. (υποσ. 8), σ. 88-89.

 

 

 

 

 

 

[24] Πρόκειται για τη μειοψηφία και την ειδικότερη γνώμη αυτής που διατυπώνονται στο πλαίσιο της σκέψης 14 της (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006 για το ασυμβίβαστο του πέμπτου εδαφίου του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ.

 

 

 

 

 

 

[25] Η ειδικότερη γνώμη της μειοψηφίας στη σκέψη 14 της (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006 ανήκει στο Σύμβουλο Δημ. Πετρούλια.

 

 

 

 

 

 

[26] Αξίζει να επισημανθεί στο σημείο αυτό η διαφοροποίηση που προκύπτει ως προς το ζήτημα των προϋποθέσεων ανατροπής του τεκμηρίου παρενθετότητας, μεταξύ των (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006 και 3470/2011. Έτσι, ενώ με βάση την πρώτη, όπως, ήδη επισημάναμε, «το μόνο αποδεκτό, κατά το άρθρο 14 παρ. 9 εδάφιο έκτο του Συντάγματος, στοιχείο, για την ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου της λειτουργίας κάποιου προσώπου, εκ των μνημονευομένων στην διάταξη αυτή, ως παρενθέτων, είναι η απόδειξη, ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση το, τεκμαιρόμενο ως παρένθετο άλλου, πρόσωπο ενήργησε αυτοτελώς, για ίδιο λογαριασμό και προς το ίδιο συμφέρον» (σκέψη 16), η δεύτερη φαίνεται να αποδέχεται, ως προς το σημείο αυτό τη μειοψηφία της (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006, σύμφωνα με την οποία, ήδη, από τα άρθρα 2 παρ. 2 εδ. α’ και 3 παρ. 1 και 2 ν. 3021/2002, προκύπτει ότι «το ασυμβίβαστο … καταλαμβάνει ως παρένθετα πρόσωπα, τους συζύγους και τους συγγενείς των ανωτέρω φυσικών προσώπων, όχι μόνον όταν οι σύζυγοι και οι συγγενείς δεν μπορούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια, σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά, αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε αποδειχθεί ότι οι σύζυγοι και συγγενείς, μολονότι οικονομικά ανεξάρτητοι, ενεργούν, σε συγκεκριμένη περίπτωση ‘βάσει γενικής ή ειδικής συμφωνίας, για λογαριασμό ή καθ’ υπόδειξη ή εντολή’ προσώπου με ασυμβίβαστη ιδιότητα». Βεβαίως, στην (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011 το ζήτημα αυτό είναι επουσιώδες, καθώς, όπως εκτίθεται στη συνέχεια, η αντισυνταγματικότητα του πλέγματος των σχετικών με τη ρύθμιση του ασυμβιβάστου διατάξεων του ν. 3021/2002 συνδέεται με την παραδοχή ότι, βάσει του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. «μόνη η συνδρομή μιας εκ των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων δεν μπορεί να οδηγήσει στην απαγόρευση αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, αν δεν αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι κατά τη διαδικασία της αναθέσεως της συγκεκριμένης δημοσίας συμβάσεως, το εν λόγω πρόσωπο, το φέρον την προαναφερθείσα ιδιότητα προέβη αποδεδειγμένα σε παράνομη ή αθέμιτη ενέργεια, προκειμένου να επιτύχει να του ανατεθεί, τελικώς, η εν λόγω δημόσια σύμβαση».

 

 

 

 

 

 

[27] Βλ. το σχετικό απόσπασμα από τη σκέψη 10 της (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011: «ο νομοθέτης με τον εκτελεστικό του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος νόμο 3021/2002, που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως, με τα άρθρα 2 και 3 του ν. 3021/2002 …, καθιέρωσε την γενική και απόλυτη απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, των οποίων οι ιδιοκτήτες, βασικοί μέτοχοι, εταίροι και διευθυντικά στελέχη είναι ιδιοκτήτες, βασικοί μέτοχοι, εταίροι και διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης καθώς και με φυσικά ή νομικά πρόσωπα των οποίων οι ιδιοκτήτες, βασικοί μέτοχοι, εταίροι και διευθυντικά στελέχη είναι παρένθετα πρόσωπα ή συγγενείς ιδιοκτητών, βασικών μέτοχων, εταίρων και διευθυντικών στελεχών επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, αν τα τελευταία δεν καταφέρουν να αποδείξουν ότι ενεργούν δι’ ίδιον λογαριασμόν και δεν είναι παρένθετα ή ότι έχουν οικονομική αυτοτέλεια έναντι των συγγενών αυτών. Ενόψει όμως της εννοίας των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, … σύμφωνα με την οποία μόνη η συνδρομή μιας εκ των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων δεν μπορεί να οδηγήσει στην απαγόρευση αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, αν δεν αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι κατά τη διαδικασία της αναθέσεως της συγκεκριμένης δημοσίας συμβάσεως, το εν λόγω πρόσωπο, το φέρον την προαναφερθείσα ιδιότητα προέβη αποδεδειγμένα σε παράνομη ή αθέμιτη ενέργεια, προκειμένου να επιτύχει να του ανατεθεί, τελικώς, η εν λόγω δημόσια σύμβαση, το όλο πλέγμα των διατάξεων του νόμου 3021/2002, ο οποίος στηρίζεται σε αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων του εν λόγω άρθρου του Συντάγματοςκαι με τον οποίο προσδιορίζονται οι συνέπειες της συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του εν λόγω άρθρου, προσκρούουν στην αληθή έννοια αυτού και ως αντίθετες με αυτό δεν είναι εφαρμοστέες» (η έμφαση δική μας).

 

 

 

 

 

 

[28] Βλ. σκέψη 9: «…από την διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος…».

 

 

 

 

 

 

[29] Η διάκριση της «γενετικής» ερμηνείας από την ιστορική είναι θεμελιώδης στο έργο των Müller και Christensen, Juristische Methodik, τόμος Ι, έκδοση θ’, Duncker und Humblot, 2004, σ. 336-337, μέσω της οποίας επισημαίνονται δύο παραλλαγές του ιστορικού (εν ευρεία εννοία) στοιχείου του κλασικού μεθοδολογικού κανόνα ερμηνείας. Από την ελληνική βιβλιογραφία βλ. σε Π. Λαζαράτου, Η ιστορική – γενετική ερμηνεία στο ευρωπαϊκό δίκαιο σε «Γενέθλιον Απόστολου Γεωργιάδη», τόμος ΙΙ, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2006, σ. 1909-1910. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον τελευταίο (σ. 1909), η ιστορική (υπό στενή εννοία) ερμηνεία «βασίζεται σε άντληση επιχειρημάτων από παλαιότερα ισχύσασες διατυπώσεις ενός νομοθετήματος με περιεχόμενο ανάλογο προς τον ερμηνευόμενο κανόνα δικαίου». Έτσι, λοιπόν, για ιστορική ερμηνεία θα μπορούσε να γίνει λόγος, στο πλαίσιο της προβληματικής για τον «βασικό μέτοχο», σε περίπτωση αξιοποίησης του άρθρου 1 παρ. 11 ν. 2328/1995, που συνιστά προσυνταγματική νομοθεσία, σε σχέση με το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ., το οποίο προστέθηκε κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Αντίθετα, ως γενετική, ο ίδιος ορίζει την «ερμηνευτική εργασία που βασίζεται σε άντληση επιχειρημάτων από το υλικό που δημιουργήθηκε κατά τη διαδικασία δημιουργίας του συγκεκριμένου ερμηνευόμενου νόμου». Συνεπώς, στο γενετικό υλικό του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. εμπίπτουν «οι οικείες συζητήσεις ενώπιον της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής», στις οποίες αναφέρεται η (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011, στη σκέψη 9, για να στηρίξει την επιχειρηματολογία της, με μνεία και των σχετικών Πρακτικών της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής. Με αυτήν, λοιπόν, την έννοια χρησιμοποιούμε κι εμείς για τις ανάγκες της παρούσας μελέτης τον όρο «γενετική» ερμηνεία, τον οποίο θεωρούμε επιτυχέστερο από τον γενικότερο όρο «ιστορική» ερμηνεία, καθώς, μέσα από την ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ., που επιχειρεί η Ολομέλεια του ΣτΕ, αναδεικνύεται, όπως εκτίθεται διεξοδικά στη συνέχεια, η «ρήτρα αναλογικότητας» που εμπεριέχεται στο τελευταίο εδάφιο της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, ως στοιχείο της «γενετικής» της ταυτότητας. Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην επισημάνουμε ότι στο πλαίσιο της περί «βασικού μετόχου» προβληματικής, από την πλευρά της θεωρίας, ιδιαίτερα επιτυχής χρήση της «γενετικής» και «ιστορικής» (εν στενή εννοία) ερμηνείας πραγματοποιείται από τον Χ. Ανθόπουλο, Το ασυμβίβαστο…, ό.π. (υποσ. 20), σ. 334-340.

 

 

 

 

 

 

[30] Βλ. τα κρίσιμα αποσπάσματα από τη σκέψη 9: «…Ο συνταγματικός νομοθέτης ανέθεσε, με την διάταξη του τελευταίου εδαφίου … (του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ.), στον κοινό νομοθέτη τον προσδιορισμό των κυρώσεων, που θα πρέπει να επιβάλλονται, σε περίπτωση παραβιάσεως των συνταγματικών επιταγών, ορίζοντας ότι η απαγόρευση συνάψεως συμβάσεως ή η ακύρωση της ήδη συναφθείσης είναι μία εκ των πολλών δυνατών κυρώσεων. Από τα προεκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι από το Σύνταγμα δεν επιβάλλεται ως κυρωτική συνέπεια, σε περίπτωση παραβίασης του ασυμβιβάστου, η απαγόρευση σύναψης ή η ακύρωση της ήδη συναφθείσης σύμβασης, αφού εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να επιλέξει τις, κατά την εκτίμησή του, κατάλληλες κυρώσεις, οι οποίες, κατά την ρητή διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος, ‘μπορεί να φθάνουν μέχρι … και την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης’. Οι διατάξεις, συνεπώς, του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος παρέχουν στον κοινό νομοθέτη ευχέρεια κατά τη θέσπιση των αναγκαίων για την εφαρμογή τους ‘ειδικοτέρων ρυθμίσεων’, με τις οποίες θα καθορίζει τους, κατά την εκτίμησή του, πλέον πρόσφορους όρους τόσο για τη συνδρομή του ασυμβιβάστου, όσο και για τις συνέπειες της παραβίασής του, εν όψει των εξελισσόμενων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και των πολιτικών του εκτιμήσεων, καθώς και των υποχρεώσεων της Χώρας ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (η έμφαση δική μας).

 

 

 

 

 

 

[31] Για την έννοια του «ασυμβιβάστου των πράξεων» βλ. διεξοδικά σε Χ. Ανθόπουλο, Το ασυμβίβαστο…, ό.π. (υποσ. 20), σ. 326 και 342, ο οποίος επισημαίνει ότι αυτό το είδος ασυμβιβάστου συνυπήρχε με το προληπτικό ασυμβίβαστο στο άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2328/1995. Συνίστατο δε στην «ex post κύρωση της αθέμιτης χρήσης των μέσων ενημέρωσης από πρόσωπα στα οποία ήδη συνέτρεχε το ασυμβίβαστο».

 

 

 

 

 

 

[32] Βλ. για την τελολογική ερμηνεία, ειδικά, των συνταγματικών διατάξεων σε Φ. Κ. Σπυρόπουλου, Η ερμηνεία του Συντάγματος, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1999, σ. 73-78, σύμφωνα με τον οποίο, «η τελολογική ερμηνεία αποβλέπει στον καθορισμό του αντικειμενικού σκοπού του νόμου, στο σύνολο δηλαδή των λόγων, που δικαιολογούν κατά τον καλύτερο και αρτιότερο δυνατό τρόπο τη ρύθμιση του νόμου ως τμήμα του συνόλου του δικαιικού συστήματος» (σ. 77, η έμφαση στο κείμενο) και διακρίνεται από την (εν ευρεία εννοία) ιστορική ερμηνεία, η οποία «διερευνά την υποκειμενική βούληση, δηλαδή τον σκοπό του νομοθέτη» (σ. 74, η έμφαση δική μας).

 

 

 

 

 

 

[33] Βλ. σχετικά στη σκέψη 9: «…σκοπός των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος είναι η αποτροπή, όχι βεβαίως κάθε εν γένει επιρροής, των μέσων ενημέρωσης στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας, η οποία είναι, άλλωστε, σύμφυτη με το ρόλο των μέσων αυτών στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες, αλλά μόνον της συγκεκριμένης αθέμιτης επιρροής, που μπορεί να ασκηθεί στα πλαίσια μιας διαδικασίας αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, με σκοπό την επίτευξη συνάψεως της σχετικής συμβάσεως».

 

 

 

 

 

 

[34] Βλ. για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα σε Α. Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος Ι, Σάκκουλας, 2004, σ. 465-466, σύμφωνα με τον οποίο, ο έλεγχος είναι συγκεκριμένος «επειδή ασκείται με αφορμή την εφαρμογή και ερμηνεία της κρίσιμης νομοθετικής διάταξης ή των κρίσιμων διατάξεων σε μια συγκεκριμένη διαφορά, και η κρίση για την αντισυνταγματικότητα διατυπώνεται πάντα – αυτό είναι το πιο ουσιώδες – ενόψει των πραγματικών και νομικών περιστατικών της επίδικης διαφοράς και για τις ανάγκες επίλυσής της. Η κρίση περιορίζεται άρα αποκλειστικά στην κρίσιμη διάταξη και στο νόημα που αυτή αποκτά για την επίλυση της διαφοράς».

 

 

 

 

 

 

[35] Όπως, ήδη, διεξοδικά παρουσιάσαμε, στις δύο παραπεμπτικές – στην Ολομέλεια του ΣτΕ και το ΔΕΚ, αντίστοιχα – αποφάσεις, το σχετικό συνταγματικό ασυμβίβαστο ερμηνεύτηκε ως προληπτικό, επειδή θεωρήθηκε ότι ο σκοπός του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. συνίσταται στην αποτροπή της δημιουργίας συνθηκών που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τον κίνδυνο της αθέμιτης χρήσης των ΜΜΕ, στο πλαίσιο της σύναψης δημοσίων συμβάσεων.

 

 

 

 

 

 

[36] Σύμφωνος προς τη θέση αυτή και ο Χ. Συνοδινός, Συνολικές παρατηρήσεις, ό.π. (υποσ. 3), σ. 1130. Προς διερεύνηση παραμένει (βλ. παρακάτω υπό ΙΙ), ωστόσο, ο λόγος που ώθησε το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο να διαφοροποιηθεί στην υπό σχολιασμό απόφαση, ως προς την ratio της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, σε σχέση με τις δύο προηγούμενες αποφάσεις.

 

 

 

 

 

 

[37] Ο εύστοχος όρος ανήκει στον Χ. Ανθόπουλο, Το ασυμβίβαστο…, ό.π. (υποσ. 20), σ. 342, ο οποίος υποστηρίζει ότι «η απαγόρευση σύναψης ή η ακύρωση μιας συγκεκριμένης σύμβασης μπορεί να επιβληθεί μόνο όταν διαπιστώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση αθέμιτη χρήση των μέσων ενημέρωσης στις επιχειρήσεις των οποίων μετέχουν πρόσωπα που εμπίπτουν στο ασυμβίβαστο του άρθρου 14 παρ. 9 εδ. ε και στ Συντ, για την άσκηση επιρροής στη διαδικασία ανάθεσης της σύμβασης αυτής».

 

 

 

 

 

 

[38] Πρβλ. Ξ. Ι. Κοντιάδη, Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2002, σ. 305-306, σύμφωνα με τον οποίο, «η αναφορά στις μέγιστες κυρώσεις που μπορούν να θεσπιστούν δεν θα ήταν ορθό να θεωρηθεί ότι αποσκοπούν μόνο στο να δοθεί έμφαση στις αυστηρές συνέπειες της παράβασης των περιορισμών και απαγορεύσεων των προηγούμενων εδαφίων του άρθρου, αλλά φαίνεται να παραπέμπει, εμμέσως πλην σαφώς, στην προσεκτική αξιοποίηση της αρχής της αναλογικότητας στην επίμαχη περίπτωση» (η έμφαση στο κείμενο).

 

 

 

 

 

 

[39] Το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ. αναθεωρήθηκε στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001. Για την αναθεωρημένη μορφή του βλ. διεξοδικά σε Ευ. Βενιζέλου, Το Αναθεωρητικό Κεκτημένο, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2002, σ. 200 επ. (και ιδίως 206-207).

 

 

 

 

 

 

[40] Βεβαίως, όπως επισημάναμε, η σχετική ερμηνεία είχε, ήδη, προταθεί στη σκέψη 14 της (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006, από τη μειοψηφία και, κυρίως, από την ειδικότερη γνώμη αυτής. Για πρώτη, όμως, φορά η άποψη αυτή καθίσταται κρατούσα και, δη ομοφώνως, μέσα στους κόλπους του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, στην (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011.

 

 

 

 

 

 

[41] Βλ. τις υποσ. 37 και 38 και τους εκεί αναφερόμενους συγγραφείς.

 

 

 

 

 

 

[42] Πράγματι, τόσο στην ΣτΕ 3242/2004, όσο και στην (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006 διατυπώνονται σκέψεις και ως προς τη συμβατότητα των άρθρων 2 και 3 ν. 3021/2002, αλλά και του ίδιου του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ., τόσο προς το πρωτογενές, όσο και προς το παράγωγο ενωσιακό δίκαιο. Μάλιστα, κάπως σχηματικά [λόγω του πλήθους των μειοψηφιών και των ειδικότερων γνωμών στην (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006], θα μπορούσαμε να πούμε ότι συντελείται μία εναλλαγή πλειοψηφίας – μειοψηφίας μεταξύ των δύο αποφάσεων. Ειδικότερα, η μεν ΣτΕ 3242/2004 αποφάνθηκε (κατά πλειοψηφία) ότι ουδόλως υφίσταται ζήτημα σύγκρουσης του εθνικού με το ενωσιακό δίκαιο, καθώς ο κανόνας της παραπάνω συνταγματικής διάταξης δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του θεσπιζόμενου με το άρθρο 24 της Οδηγίας 93/37/ΕΟΚ κανόνα [βλ. διεξοδική παρουσίαση και κριτική των θέσεων της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας σε Χ. Συνοδινό, ΣτΕ 3242/2004: «επιβολή»…, ό.π. (υποσ. 5), σ. 38-40]. Αντιθέτως, η (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006, υιοθετώντας, κατά βάση, τη μειοψηφία της παραπεμπτικής, προχώρησε σε έλεγχο συμβατότητας των κρίσιμων εθνικών διατάξεων τόσο με την προαναφερθείσα Οδηγία, όσο και με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και, ακριβώς, λόγω του έντονου «ερμηνευτικού σχετικισμού» μεταξύ των μελών του δικαστηρίου, υπέβαλε στο ΔΕΚ τα τρία προδικαστικά ερωτήματα που αναφέρονται στην υποσ. 43 [βλ. διεξοδικά σε Α. Γέροντα, Η νομολογιακή περιπέτεια…, ό.π. (υποσ. 9), σ. 961-974].

 

 

 

 

 

 

[43] Τα ερωτήματα που έθεσε η (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006 στο ΔΕΚ είναι – συνοπτικά – τα ακόλουθα: 1ο) είναι περιοριστικός ή όχι ο χαρακτήρας της απαρίθμησης των λόγων αποκλεισμού εργοληπτών δημοσίων έργων του άρθρου 24 της Οδηγίας 93/37/ΕΟΚ;, 2ο) υπό την εκδοχή ότι η μνεία λόγων αποκλεισμού εργοληπτών στο προαναφερθέν άρθρο της Οδηγίας δεν είναι περιοριστική, διάταξη (όπως οι κρίσιμες εθνικές) θεσπίζουσα τα επίμαχα ασυμβίβαστα για λόγους προστασίας της διαφάνειας των κρατικών οικονομικών λειτουργιών, εξυπηρετεί σκοπούς συμβατούς με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και συμβιβάζεται με την ευρωπαϊκή αρχή της αναλογικότητας; και 3ο) εάν γίνει δεκτό ότι η μνεία των λόγων αποκλεισμού είναι περιοριστική, ή είναι ενδεικτική και το δεύτερο ερώτημα απαντηθεί αρνητικά, η παραπάνω Οδηγία παραβιάζει τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου περί προστασίας του ανταγωνισμού και της διαφάνειας, καθώς και την αρχή της επικουρικότητας; Βλ. την πλήρη διατύπωση των ερωτημάτων στις σκέψεις 28, 30 και 31 της απόφασης, αντίστοιχα.

 

 

 

 

 

 

[44] Στο σημείο αυτό οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι το ΔΕΚ δεν ανέφερε, κατά τη διενέργεια του ελέγχου αναλογικότητας στο πλαίσιο της υπόθεσης «Μηχανική», ποιες ελευθερίες περιορίζονται από την καθιέρωση στην ελληνική έννομη τάξη του ασυμβιβάστου στους τομείς των δημοσίων έργων και των μέσων ενημέρωσης, για την επίτευξη των θεμιτών στόχων της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας. Τούτο, όμως, μπορούμε να το συνάγουμε από τη σκέψη 39 της απόφασης «Μηχανική», όπου και κατονομάζονται οι ενωσιακές ελευθερίες που προωθούνται με την οδηγία 93/37. Ειδικότερα, το ΔΕΚ επισημαίνει ότι «από τη δεύτερη … αιτιολογική σκέψη και από τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/37 προκύπτει ότι ο συντονισμός αυτός αποσκοπεί στην ταυτόχρονη πραγματοποίηση της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όσον αφορά τις συμβάσεις δημοσίων έργων, καθώς και στην ανάπτυξη, σε κοινοτική κλίμακα, πραγματικού ανταγωνισμού στον τομέα αυτόν, ευνοώντας την ευρύτερη δυνατή εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους εργολήπτες των κρατών μελών» (η έμφαση δική μας). Εφόσον, λοιπόν, οι ελληνικές ρυθμίσεις περί του ασυμβιβάστου αυτού συμπληρώνουν την οδηγία 93/37, ως προς τα μέτρα αποκλεισμού εργολήπτη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων, λειτουργούν περιοριστικά για τις ενωσιακές ελευθερίες εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών που προάγονται με την οδηγία. Από τη θεωρία βλ. Χ. Συνοδινού, Ασυμβίβαστο μεταξύ ΜΜΕ και επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν δημόσιες συμβάσεις και ζήτημα συμβατότητάς του με το κοινοτικό δίκαιο, ΔηΣΚΕ 1/2004, σ. 20-21, σύμφωνα με τον οποίο οι εθνικές διατάξεις περί ασυμβιβάστου είναι ικανές να παρεμποδίσουν την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών εγκατάστασης, παροχής υπηρεσιών (ενώ, συγχρόνως, προσθέτει) και κυκλοφορίας κεφαλαίων (η οποία, όμως, δεν περιλαμβάνεται από το ΔΕΚ μεταξύ των ενωσιακών ελευθεριών που προωθούνται με την οδηγία 93/37).

 

 

 

 

 

 

[45] Βλ. ΔΕΚ 16.12.2008, C-213/07, Michaniki AE/Ethniko Simvoulio Radiotileorasis, Ipourgos Epikratias, σκέψεις 61-69.

 

 

 

 

 

 

[46] Η αντίθεση του συγκεκριμένου ασυμβιβάστου με την ενωσιακή αρχή της αναλογικότητας είχε εγκαίρως επισημανθεί, σε επίπεδο θεωρίας, τόσο από τον Χ. Συνοδινό, Ασυμβίβαστο μεταξύ ΜΜΕ…, ό.π. (υποσ. 44), σ. 15 επ. (και, ιδίως, σ. 22-26), όσο και, κυρίως, από την Ευ. Κουτούπα-Ρεγκάκου, Οι νόμοι περί βασικού μετόχου και η απόφαση του ΔΕΚ της 03.03.2005 στην υπόθεση Fabricom, ΔηΣΚΕ 1/2005, σ. 20-24, η οποία, αξιοποιώντας τα πορίσματα από την – τότε – πρόσφατη νομολογία του ΔΕΚ (υπόθεση Fabricom, στην οποία, άλλωστε, στηρίχθηκε και το ίδιο το Δικαστήριο της Ένωσης στην κρίση του επί της C-213/07, «Μηχανική»), σχεδόν προφητικά, υπογράμμισε (σ. 24) ότι «ο τελικός γνώμονας του συμβατού των νόμων περί βασικού μετόχου προς το κοινοτικό δίκαιο είναι η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, ο βαθμός δηλαδή περιορισμού των σχετικών ελευθεριών. Ο απόλυτος και in abstracto τρόπος λειτουργίας του ασυμβιβάστου και το αμάχητο τεκμήριο που οι νόμοι αυτοί εγκαθιστούν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας…» (η έμφαση στο κείμενο).

 

 

 

 

 

 

[47] Για τη δέσμευση του δικαστή της κύριας δίκης από την απόφαση του ΔΕΚ επί της προδικαστικής παραπομπής βλ. διεξοδικά Β. Σκουρή, σε Του Ιδίου, Ερμηνεία Συνθηκών, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2003, ά. 234 ΕΚ, αρ. περ. 32.

 

 

 

 

 

 

[48] Πρβλ. Β. Γ. Τζέμου, «Βασικός Μέτοχος» – Αρχή της Αναλογικότητας…, ό.π. (υποσ. 9), σ. 539.

 

 

 

 

 

 

[49] Βλ. για τη χρήση της αρχής της αναγκαιότητας ως παραμέτρου του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των αμάχητων τεκμηρίων, από την άποψη του συγκριτικού συνταγματικού δικαίου, σε Χ. Ανθόπουλου, Η αρχή της αναλογικότητας στο ιταλικό συνταγματικό δίκαιο, ΔτΑΤεΣ ΙΙΙ/2005, σ. 124-125.

 

 

 

 

 

 

[50] Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι η συμβατότητά του ασυμβιβάστου με το παράγωγο ενωσιακό δίκαιο διασφαλίστηκε, χάριν της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Πιο συγκεκριμένα, από την απάντηση αυτή, προέκυψε ότι μπορεί μεν το άρθρο 24 εδ. α της Οδηγίας 93/37/ΕΟΚ να απαριθμεί εξαντλητικά τους στηριζόμενους σε αντικειμενικές σκέψεις – απτόμενες της επαγγελματικής ιδιότητας – λόγους αποκλεισμού της συμμετοχής ενός εργολήπτη από διενεργούμενο διαγωνισμό. Ωστόσο, η Οδηγία αυτή δεν κωλύει ένα κράτος μέλος να προβλέψει – κατά διακριτική ευχέρεια – άλλα μέτρα αποκλεισμού αποσκοπούντα στη διασφάλιση της τήρησης των αρχών της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας, υπό την επιφύλαξη της αρχής της αναλογικότητας. Συνεπώς, κρίθηκε ότι η βούληση του ελληνικού κράτους να αποτρέψει τον κίνδυνο εμφάνισης πρακτικών ικανών να απειλήσουν τη διαφάνεια και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, οι οποίες θα μπορούσαν να προκληθούν – κατά την εκτίμησή του – από την παρουσία, μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά κατά τη σύναψη μιας δημόσιας σύμβασης, εργολήπτη ο οποίος ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης ή διατηρεί δεσμούς με πρόσωπο εμπλεκόμενο στον τομέα αυτόν, συνάδει προς τους ενωσιακούς σκοπούς γενικού συμφέροντος περί διατήρησης της πολυφωνίας και της ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης καθώς, επίσης, και της καταπολέμησης της απάτης και της διαφθοράς. Βλ. διεξοδικά, για τα σχετικά ζητήματα, σε D. McGowan, Exclusion of Bidders on Grounds of Holding Media Interests: Michaniki AE v Ethniko Simvoulio Radiotileorasis and Ipourgos Epikratias (C-213/07) – Case Comment, PPLR, 2009, σ. 79-82.

 

 

 

 

 

 

[51] Επισήμανε, δηλαδή, το ΣτΕ (παραπέμποντας στα σχετικά Πρακτικά της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής), ότι η διάταξη αυτή, εγγενώς, αποζητά να συμβαδίζει με τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου. Βλ. διεξοδικά για τη θέση αυτή Ευ. Βενιζέλου, Οι εγγυήσεις πολυφωνίας και διαφάνειας στα ΜΜΕ κατά το άρθρο 14 § 9 – Οι κανόνες ερμηνείας του Συντάγματος και οι σχέσεις Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου, ΝοΒ, 2005, σ. 424 επ. (και, ιδίως, 432-433, 441-442), ο οποίος, με παραπομπή στα σχετικά Πρακτικά της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, υπογραμμίζει (σ. 432-433) ότι «η επιφύλαξη (του εδ. ζ του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ.) … δεν εννοείται μόνο ως επιφύλαξη υπέρ του εθνικού τυπικού νόμου και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου στο πλαίσιο του άρθρου 43 Σ. αλλά και ως επιφύλαξη υπέρ της κοινοτικής νομοθεσίας και του διεθνούς δικαίου…». Καταλήγει (σ. 442) δε με τη διαπίστωση ότι «η ερμηνευτική … εναρμόνιση μεταξύ των άρθρων 14 § 9 και 28 επιβάλλει όλες οι επιφυλάξεις υπέρ του νόμου και όλες οι έννοιες του άρθρου 14 § 9 να ερμηνεύονται έτσι ώστε να μην δημιουργείται πρόβλημα ως προς τη σχέση Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου, μέσα στο πλαίσιο της γραμματικής διατύπωσης, της συστηματικής θέσης και του ιστορικού υποβάθρου της συνταγματικής διάταξης».

 

 

 

 

 

 

[52] Βλ. για τη συστηματική ερμηνεία σε Φ. Κ. Σπυρόπουλου, Η ερμηνεία…, ό.π. (υποσ. 32), σ. 62-71, σύμφωνα με τον όποιο (σ. 63) πρόκειται για «ερμηνεία του κανόνα σε σχέση πάντοτε με άλλους κανόνες, ενταγμένους είτε στο ίδιο νομοθέτημα είτε στον ίδιο κλάδο δικαίου είτε στο συνολικό δικαιικό σύστημα» και από την πιο πρόσφατη βιβλιογραφία Γ. Κασιμάτη, Μορφές ερμηνείας ιεραρχικής εναρμόνισης του δικαίου – Οι νέες διαστάσεις της συστηματικής ερμηνείας του δικαίου, ΤοΣ 1/2006, σ. 6 επ.

 

 

 

 

 

 

[53] Η λύση της συστηματικής ερμηνείας των άρθρων 14 παρ. 9 και 28 (ερμηνευτική δήλωση) Συντ. είχε υποστηριχθεί στη θεωρία από τον Γ. Παπαδημητρίου, Συνταγματικά Ανάδελφοι; σε Του Ιδίου, Η Δημοκρατία σε δοκιμασία, εκδόσεις Πόλις, 2008, σ. 81 επ., ήδη, από το 2005 (καθώς το σχετικό άρθρο δημοσιεύτηκε, αρχικά, στην εφημερίδα «Το Βήμα», 03/04/2005). Ειδικότερα, σύμφωνα με τον τελευταίο (σ. 86), «το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ. για το βασικό μέτοχο πρέπει να ερμηνευτεί σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 Συντ. και την ερμηνευτική δήλωσή του. Οι παραπάνω διατάξεις επιβάλλουν την επίμονη αναζήτηση της ερμηνείας του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ., η οποία θα επέτρεπε την εφαρμογή του με τους κρίσιμους κανόνες τόσο του πρωτογενούς όσο και του παράγωγου κοινοτικού δικαίου». Και τούτο διότι, όπως ο ίδιος υπογραμμίζει (σ. 83-84), το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Συντ. «εκτός από έρεισμα για την προσχώρηση και τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί έρεισμα για την εγγυητική λειτουργία του Συντάγματος ως προς την απρόσκοπτη εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στο πλαίσιο της έννομης τάξης μας». Οι τελευταίες δε επισημάνσεις θεωρεί (σ. 86) ότι «εμπεδώνονται στην ερμηνευτική δήλωση που το συνοδεύει και η οποία προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001».

 

 

 

 

 

 

[54] Βλ. το απόσπασμα από τη σκέψη 9: «… Η ερμηνεία αυτή των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, ενισχύεται άλλωστε και από την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 του Συντάγματος από την οποία προκύπτει η υποχρέωση εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου,που αποτελεί, και την εκπεφρασμένη βούληση του Αναθεωρητικού νομοθέτη κατά τις συζητήσεις στην Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, τόσον επί του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος όσον και επί του άρθρου 28 αυτού (βλ. Πρακτικά Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, συνεδρίαση ΡΙΔ΄ – 14.2.2001 πρωί – σελ. 4851 επόμ. και ιδίως σελ. 4857 και 4859)».

 

 

 

 

 

 

[55] Σύμφωνος με τη θέση αυτή ο Χ. Συνοδινός, Συνολικές παρατηρήσεις, ό.π. (υποσ. 3), σ. 1130.

 

 

 

 

 

 

[56] Και σε αντίθεση με άλλες υποθέσεις, όπου το ΣτΕ επιστράτευσε τη σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος. Βλ. σχετικά παραδείγματα σε Ξ. Ι. Κοντιάδη/Χ. Συνοδινού, Ο «βασικός μέτοχος» και η νέα αιτιολογημένη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Σκέψεις για τα όρια της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας, ΕφημΔΔ 4/2007, σ. 419 και υποσ. 65.

 

 

 

 

 

 

[57] Για το πώς αξιοποιεί τη μέθοδο αυτή η Ολομέλεια του ΣτΕ βλ. αμέσως παρακάτω.

 

 

 

 

 

 

[58] Βλ. γενικά για τη σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του εθνικού δικαίου (του Συντάγματος συμπεριλαμβανομένου), Α. Σ. Μεταλληνού, Η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία σε «Ενθύμημα Άλκη Αργυριάδη», τόμος ΙΙ, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1996, σ. 607 επ., ο οποίος την ορίζει (σ. 608) ως «την ερμηνευτική εκείνη μέθοδο που απαιτεί από τον εφαρμοστή του δικαίου, όταν υπάρχουν περισσότερες δυνατές ερμηνείες ενός κανόνα, από τις οποίες μία τουλάχιστον είναι αντίθετη με το κοινοτικό δίκαιο και μία τουλάχιστον είναι σύμφωνη με αυτό, να επιλέγει την τελευταία, ή αν είναι περισσότερες μία από τις τελευταίες».

 

 

 

 

 

 

[59] Βλ. Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα…, ό.π. (υποσ. 1), σ. 435-436.

 

 

 

 

 

 

[60] Για την αρχή της αναλογικότητας στην ελληνική έννομη τάξη βλ. αντί άλλων τις μονογραφίες των Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Η αρχή της αναλογικότητας στο εσωτερικό δημόσιο δίκαιο, Σάκκουλας, 1989 και Σ. Ορφανουδάκη, Η αρχή της αναλογικότητας στην ελληνική έννομη τάξη – Από τη νομολογιακή εφαρμογή της στη συνταγματική της καθιέρωση, Σάκκουλας, 2003.

 

 

 

 

 

 

[61] Για την αρχή της αναλογικότητας στην ενωσιακή έννομη τάξη βλ. Ευ. Πρεβεδούρου, Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ΔτΑΤεΣ ΙΙΙ/2005, σ. 167-226, η οποία, μάλιστα, την θεωρεί ως «παράδειγμα δημιουργικής αλληλεπίδρασης των εννόμων τάξεων, λόγω της ευρείας εφαρμογής της στο σύνολο των δικαιικών συστημάτων των κρατών μελών», Β. Γ. Τζέμου, Η αρχή της αναλογικότητας στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο σε «Μελέτες Ευρωπαϊκού Δικαίου», 2003, www.dimosiodikaio.gr, G. Gerapetritis, Proportionality in administrative law – Judicial review in France, Greece, England and the European Community, Ant. N. Sakkoulas Publishers, 1997, σ. 59 επ. και T. Tridimas, Proportionality in Community Law: searching for the appropriate standard of scrutiny σε E. Ellis (επιμ.), The principle of proportionality in the Laws of Europe, Hart Publishing, 1999, σ. 65 επ.

 

 

 

 

 

 

[62] Βλ. χαρακτηριστικά Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Πριν και … μετά τον Πρόλογο, ΔτΑΤεΣ ΙΙΙ/2005, σ. 15, η οποία υπογραμμίζει ότι «η αρχή δεν γνωρίζει πλέον … σύνορα μεταξύ εθνικού ή υπερεθνικού Δικαίου, όπως κοινοτικού … δικαίου, απ’ όπου άλλως τε και προήλθε η σύγχρονη έννοιά της».

 

 

 

 

 

 

[63] Κατά τον Β. Γ. Τζέμο, Ο «Βασικός Μέτοχος», ό.π. (υποσ. 1), σ. 227.

 

 

 

 

 

 

[64] Βλ. διεξοδικά Σ. Ορφανουδάκη/Β. Κοκοτα, Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στην ελληνική και την κοινοτική έννομη τάξη: συγκλίσεις και αποκλίσεις, ΕΕΕυρΔ 4/2007, σ. 691-720 (και, ιδίως, σ. 697, 700 και 719). Ωστόσο, όπως προκύπτει, ήδη, από τον τίτλο της μελέτης αυτής, οι συγγραφείς δεν περιορίστηκαν μόνο στην επισήμανση των ομοιοτήτων μεταξύ της ελληνικής και της ενωσιακής πρόσληψης της αρχής της αναλογικότητας, αλλά, παράλληλα, συμπεριέλαβαν και μία σειρά παρατηρήσεων σχετικά με τις αποκλίσεις που διαπίστωσαν. Οι τελευταίες εντοπίζονται, σύμφωνα, πάντα, με τους ίδιους (σ. 719-720), «στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας», όπου, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, «η λειτουργία της αρχής περιορίζεται αυστηρά στον ορίζοντα προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων», με συνέπεια «(να) διατηρεί και (να) προτάσσει την ουσιαστική της όψη, η οποία συνίσταται στην εξεύρεση μιας σχέσης αναλογίας μεταξύ συγκρουόμενων συνταγματικών δικαιωμάτων», χωρίς, ωστόσο, να «παραγνωρίζεται (και) η διαδικαστική της λειτουργία». Αντίθετα, στο πλαίσιο της ενωσιακής έννομης τάξης, «η αρχή εφαρμόζεται περισσότερο σε άλλους τομείς (της κοινής αγροτικής πολιτικής, του ανταγωνισμού, του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων), παρά στα δικαιώματα, η δε λειτουργία της αποσκοπεί στη διασφάλιση των τεσσάρων κοινοτικών ελευθεριών, για την προώθηση των οποίων τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζει η Ένωση λειτουργούν, εν τέλει, επικουρικά». Έτσι, σ’ αυτή την περίπτωση, η αρχή της αναλογικότητας «λειτουργεί περισσότερο εργαλειακά – διαδικαστικά, κατανέμοντας αρμοδιότητες μεταξύ των νομοθετούντων εθνικών και κοινοτικών οργάνων, αφού η κρίση περί αναλογικότητας ή μη του περιοριστικού (εθνικού ή κοινοτικού) μέτρου ισοδυναμεί με κρίση περί της αρμοδιότητας ή μη του νομοθετούντος (εθνικής ή κοινοτικής προελεύσεως) οργάνου» (η έμφαση στο κείμενο).

 

 

 

 

 

 

[65] Βλ. αντί άλλων την αντιπροσωπευτική (Ολ.) ΣτΕ 990/2004, ΔτΑΤεΣ ΙΙΙ/2005, σ. 327 επ., όπου και επισημαίνεται, στη σκέψη 12 αυτής, (σ. 347) ότι «η αρχή της αναλογικότητας, απορρέουσα από την έννοια και τους θεσμούς του κράτους δικαίου, καθιερώνεται ήδη ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρ. 25 παρ. 1) και συγκαταλέγεται, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου». Βλ. διεξοδικά για την απόφαση αυτή Σ. Ορφανουδάκη, Οι διοικητικές κυρώσεις για τελωνειακές παραβάσεις λαθρεμπορίας και ο δικαιοδοτικός έλεγχος επιβολής τους – Σχόλιο με αφορμή την απόφαση Ολομ. ΣτΕ 990/2004, ΔτΑΤεΣ ΙΙΙ/2005, σ. 79-103, Γ. Γεραπετρίτη, Πρόσωπα και προσωπεία του ελέγχου αναλογικότητας – Σχόλιο με αφορμή την ΣΕ (Ολομ.) 990/2004, ΔτΑΤεΣ IV/2006, σ. 269-278 και, κυρίως, Ε. Λ. Θεοχαροπούλου, Εφαρμογές της αρχής της αναλογικότητας. Συνταγματικά και υπερεθνικού δικαίου ζητήματα, σχετικά με την έκταση του αναιρετικού ελέγχου κατά την επιβολή πολλαπλών τελών για λαθρεμπορική τελωνειακή παράβαση – Απόφαση 990/2004 Ολομέλειας του ΣτΕ, ΔτΑΤεΣ ΙΙΙ/2005, σ. 227-298, σύμφωνα με την οποία (σ. 264-265), από το προαναφερθέν απόσπασμα της απόφασης «αποδεικνύεται και το νόημα και η σημασία της ρητής κατοχυρώσεως της αρχής αυτής στην αναθεώρηση του 2001 του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι αναγνωρίζεται πως η αναλογικότητα – πέραν μιας κλασσικής της εκδοχής, ως αρχής ‘συγχωνευμένης’ σε άλλες συγγενείς αρχές – έχει και σύγχρονο περιεχόμενο: εκείνο που της προσέδωκε η νομολογία του ΔΕΚ, αλλά και του ΣτΕ μέχρι σήμερα και το οποίο περιεχόμενο εγκλείεται στο άρθρο 25§1 του αναθεωρημένου Συντάγματος (2001)» και Μ. Παπαδοπούλου, Η κοινοτική αρχή της αναλογικότητας ενώπιον του εθνικού δικαστή. Απαράκαμπτη δικαιική σταθερά ή νομολογιακά προσδιοριζόμενη μεταβλητή; – Με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 990/2004, ΔτΑΤεΣ IV/2006, σ. 279-308.

 

 

 

 

 

 

[66] Βλ. διεξοδικά για τη λειτουργία του ΣτΕ ως ενωσιακού δικαστή της αναλογικότητας σε Κ. Γώγου, Πτυχές του ελέγχου αναλογικότητας στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΔτΑΤεΣ ΙΙΙ/2005, σ. 312-314, ο οποίος παρατηρεί ότι «η λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως κοινοτικού δικαστή επηρέασε ουσιωδώς το δικαστήριο κατά τον προσδιορισμό των βασικών θέσεών του ως προς την αρχή της αναλογικότητας».

 

 

 

 

 

 

[67] Η πρωταρχική αυτή λειτουργία της αρχής της αναλογικότητας δεν εξαφανίζεται στην προκειμένη περίπτωση, καθώς μέσω της εναρμόνισης που επιτυγχάνει, μεταξύ του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. και του ενωσιακού δικαίου, συντελείται και η στάθμιση της αρχής της διαφάνειας με την επιχειρηματική ελευθερία.

 

 

 

 

 

 

[68] Για το γεγονός ότι η αρχή της διαφάνειας κατέστη, μετά την αναθεώρηση του 2001, από απλό όριο της κρατικής δράσης, συνταγματικός σκοπός (χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του άρθρου 14 παρ. 9 εδ. β Συντ.: «για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας»), βλ. διεξοδικά Κ. Γιαννακόπουλου, Προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού και διαφάνεια: όρια ή σκοποί του κρατικού παρεμβατισμού;, ΕφημΔΔ 6/2006, σ. 758-763, ο οποίος, αναφερόμενος στις επιπτώσεις αυτής της μεταλλαγής, τονίζει (σ. 761) ότι «όπως κατέδειξε η εξέλιξη της υπόθεσης του ‘βασικού μετόχου’, η παραπάνω αντίληψη παραβιάζει διατάξεις του παράγωγου κοινοτικού δικαίου για τις δημόσιες συμβάσεις και του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου για τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας. Δεν ήταν λοιπόν, παράδοξο ότι, τελικώς προκλήθηκαν τριβές μεταξύ της εθνικής και της κοινοτικής έννομης τάξης, οι οποίες οδήγησαν σε υπονόμευση του κύρους του ίδιου του εθνικού Συντάγματος».

 

 

 

 

 

 

[69] Βλ. το σχετικό απόσπασμα από τη σκέψη 9 της (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011: «Αντιθέτως ερμηνευόμενη η επίμαχη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, ως έχουσα, δηλαδή, την έννοια ότι απαγορεύει την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως σε διαγωνιζόμενο αποκλειστικώς και μόνον εκ γεγονότος ότι στο πρόσωπό του συντρέχει μια εκ των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί αρχή τόσο της ελληνικής εννόμου τάξεως (κατοχυρούμενη, μάλιστα από το ίδιο το Σύνταγμα στο άρθρο 25 παρ. 1 τελευταία περίοδο), όσο και της κοινοτικής, η οποία κατά την ρητή βούληση του αυτού συνταγματικού νομοθέτη πρέπει να εφαρμόζεται στην εσωτερική έννομη τάξη(βλ. ανωτέρω τα κριθέντα με την απόφαση της 16.12.2008 του ΔΕΚ, σύμφωνα με τα οποία η κοινοτική αρχή της αναλογικότητας και η Οδηγία 93/37/ΕΚ, δεν επιτρέπει ρυθμίσεις που καθιερώνουν αμάχητο τεκμήριο ασυμβιβάστου μεταξύ, αφενός, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών – σκ. 69 -)».

 

 

 

 

 

 

[70] Βλ. για την αναγκαιότητα της διενέργειας του ελέγχου αναλογικότητας από το δικαστήριο της κύριας δίκης, και όχι από το ΔΕΚ, εφόσον το πρώτο είναι περισσότερο ικανό να εκτιμήσει τις ιδιαιτερότητες της εθνικής περίπτωσης, σε V. Kosta, Case Note – European Court of Justice, Case C-213/07, Michaniki AE v. Ethniko Simvoulio Radiotileorasis, Ipourgos Epikratias, EuConst 5/2009, σ. 510-514 (και, ιδίως, σ. 513-514).

 

 

 

 

 

 

[71] Σύμφωνος με τη θέση και ο Χ. Συνοδινός, Συνολικές παρατηρήσεις, ό.π. (υποσ. 3), σ. 1130.

 

 

 

 

 

 

[72] Σε αντίθεση με την ΣτΕ 3242/2004, όπου η κρατήσασα άποψη έκρινε υπέρ της υπεροχής του ελληνικού Συντάγματος έναντι του ενωσιακού δικαίου, θεωρώντας αδιανόητη την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ, σχετικού με τη συμβατότητα του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. με το ενωσιακό δίκαιο. Βλ. σχετικά αποσπάσματα από τη σκέψη 19 της παραπάνω απόφασης: «… Εφόσον, όμως, η κοινοτική έννομη τάξη ισχύει στην Ελλάδα επί τη βάσει του ως άνω κυρωτικού τυπικού νόμου, ο οποίος εξεδόθη δυνάμει του συγκεκριμένου άρθρου του Συντάγματος, διατάξεως δηλαδή ισότιμης και ισόκυρης με τις όλες τις υπόλοιπες συνταγματικές διατάξεις, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί υπεροχής της κοινοτικής εννόμου τάξεως έναντι του Συντάγματος, σε περίπτωση που, καθ’ υπόθεση, διάταξη του πρωτογενούς ή του παραγώγου δικαίου θα ερχόταν σε αντίθεση, κατά το ουσιαστικό περιεχόμενό της, με επιτακτικού χαρακτήρα, κατά το σαφές νόημά της, συνταγματική διάταξη… δεν είναι δυνατόν στην ελληνική έννομη τάξη να αναγνωρισθεί κανόνας υπερτέρας τυπικής ισχύος από οποιαδήποτε επιτακτικού χαρακτήρος συνταγματική διάταξη, έτσι ώστε να παρακαμφθεί η εφαρμογή της, τουλάχιστον κατά την παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, και ενόσω δεν έχει θεσπισθεί, ως υπερκείμενος κανών, κοινό ευρωπαϊκό συνταγματικό κείμενο δεσμεύον τα κράτη μέλη να τροποποιούν τα συντάγματά τους, κατά το μέρος που αντιβαίνουν προς αυτό, με συνέπεια να δημιουργείται εξουσία και καθήκον του εθνικού δικαστή, να ελέγχει το συμβατόν διατάξεων του εθνικού συντάγματος προς αυτό το ευρωπαϊκό συνταγματικό κείμενο». Βλ. διεξοδικά για τη θέση αυτή της πλειοψηφίας, με συνακόλουθη κριτική, σε Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα…, ό.π. (υποσ. 1), σ. 516-522, Γ. Γεραπετρίτη, Το Σύνταγμα και ο δικαστής…, ό.π. (υποσ. 14), σ. 453-456 και Ευ. Βενιζέλου, Οι εγγυήσεις πολυφωνίας…, ό.π. (υποσ. 51), σ. 436-438.

 

 

 

 

 

 

[73] Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι η (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006 απέφυγε μεν να δώσει απάντηση στο δυσχερές ερώτημα για το αν υπερέχουν οι διατάξεις του Συντάγματος ή του ενωσιακού δικαίου, η πλειοψηφία, ωστόσο, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να υιοθετηθεί η θέση της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου (πρωτογενούς και παράγωγου) έναντι και των συνταγματικών διατάξεων. Η μη σαφής θέση του δικαστηρίου οφείλεται στο γεγονός ότι η αντιμετώπιση του σχετικού ζητήματος δεν ήταν αναγκαία για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς. Βλ. διεξοδικά Σπ. Βλαχόπουλου, Συνταγματικό και ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο…, ό.π. (υποσ. 6), σ. 710. Ωστόσο, σύμφωνα με την Σ. Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, Από την απόφαση…, ό.π. (υποσ. 6), σ. 299, για την πλειοψηφία η υπεροχή του ενωσιακού δικαίου θεωρείται δεδομένη. Τέλος, ο Ευ. Βενιζέλος, Ερμηνευτικός σχετικισμός…, ό.π. (υποσ. 8), σ. 93, θεωρεί ότι «η θέση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του ΣτΕ και αυτή καθ’ εαυτή η αποστολή των προδικαστικών ερωτημάτων συνιστά και απάντηση του Δικαστηρίου στο ζήτημα των σχέσεων Εθνικού Συντάγματος και ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου: εφόσον το ίδιο το εθνικό Σύνταγμα καθίσταται αντικείμενο ελέγχου της συμβατότητάς του προς το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και μάλιστα το παράγωγο, αυτό προφανώς υπερέχει του εθνικού Συντάγματος στο πεδίο της εφαρμογής του». Συγχρόνως, πάντως, ο ίδιος δεν αποκλείει και «μια ‘χαραμάδα’ εθνικής συνταγματικής ‘αντίστασης’ μετά από μια απόφαση του ΔΕΚ που θα απαντά στα προδικαστικά ερωτήματα του ΣτΕ με τρόπο που θα καθιστά αναπόφευκτο τον παραμερισμό του εθνικού συνταγματικού κανόνα και θα επιβεβαιώνει την αυτοαναφορική υπεροχή του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου».

 

 

 

 

 

 

[74] Βλ. διεξοδικά σε Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα…, ό.π. (υποσ. 1), σ. 530, σύμφωνα με την οποία «η αρχή της αναλογικότητας, καθώς είναι κοινή θεμελιώδης αρχή τόσο των εθνικών όσο και της κοινοτικής έννομης τάξης, συνιστά ένα στοιχείο του κοινού ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού, η δε στήριξη της δικανικής κρίσης σε αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της συμπλοκής και σύμπραξης των δύο εννόμων τάξεων, εθνικής και κοινοτικής, και της δημιουργίας μιας ενιαίας ευρωπαϊκής συνταγματικής τάξης. Η τελευταία αρθρώνεται μεν σε διαφορετικά επίπεδα νομοθετικής πράξης και δικανικών κρίσεων, διέπεται όμως από τις ίδιες σε γενικές γραμμές αρχές και αξίες» (η έμφαση δική μας). Για το ό,τι η αρχή της αναλογικότητας συνιστά «θεμελιώδη αρχή και αξία του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού» βλ. διεξοδικά Σ. Ορφανουδάκη, Η αρχή της αναλογικότητας…, ό.π. (υποσ. 60), σ. 29-30.

 

 

 

 

 

 

[75] Ο σχετικός όρος προέρχεται από τη διάκριση που κάνει ο K. Tuori, The Many Constitutions of Europe σε K. Tuori/S. Sankari (επιμ.), The many Constitutions of Europe, Ashgate Publishing, 2010, σ. 3-30, σε «έννομη τάξη» και «νομικό σύστημα», όπου η πρώτη έννοια «αναφέρεται στο δίκαιο ως ένα συμβολικό – κανονιστικό φαινόμενο», ενώ η δεύτερη παραπέμπει στις «νομικές πρακτικές που παράγουν και αναπαράγουν την έννομη τάξη (νομοπαραγωγή, νομολογία και νομική επιστήμη)». Με βάση, λοιπόν, τη διάκριση αυτή «μπορούμε να αντιληφθούμε την έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις εθνικές έννομες τάξεις ως αυτόνομες πλην όμως ως μέρη του ίδιου ευρωπαϊκού νομικού συστήματος». Βλ. διεξοδικά M. P. Maduro, Τρεις θεωρήσεις συνταγματικού πλουραλισμού, Εφαρμογές ΔΔ ΙΙΙ/2010, σ. 908.

 

 

 

 

 

 

[76] Πρβλ. Π. Ε. Δεγλερη, Διαφθορά & Δημόσιες Συμβάσεις – Η νομοθετική και δικαστική περιπέτεια του «Βασικού Μετόχου» και του «Πιστοποιητικού Διαφάνειας», Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σ. 269-270, σύμφωνα με τον οποίο «η επίλυση του ζητήματος υπήρξε εν τέλει έντεχνα ομαλοποιητική, ακολουθώντας την άποψη ότι οι ενστάσεις μεταξύ του κοινοτικού δικαίου και των εθνικών Συνταγμάτων μπορούν να επιλυθούν με τη σύνθεση των διαφορετικών απόψεων που εκφράζουν και την αναζήτηση του κοινού παρονομαστή αυτών, που δεν είναι άλλος από τις θεμελιώδης αρχές και την Συνθήκη της Ε.Ε. Δηλαδή αντί να γίνεται λόγος για υπεροχή του ενός ή του άλλου νομικού συστήματος, μπορεί κάλλιστα να γίνει λόγος για αμοιβαίο σεβασμό και τήρηση των θεμελιωδών αρχών, τόσο σε συνταγματικό, όσο και σε κοινοτικό επίπεδο … Με τις παραπάνω σκέψεις η αρχή της αναλογικότητας … έγινε στην προκειμένη περίπτωση ο μοχλός άρσης των συγκρούσεων, αποκαθιστώντας την ισορροπία μεταξύ των δύο νομικών συστημάτων».

 

 

 

 

 

 

[77] Για τη θέση ότι η αρχή της αναλογικότητας μπορεί να αντικαταστήσει την αρχή της υπεροχής, στο πεδίο της άρσης συνταγματικών συγκρούσεων βλ. και M. Ross, Effectiveness in the European legal order(s): beyond supremacy to constitutional proportionality?, E.L. Rev., 2006, σ. 495-497 (και, ιδίως, σ. 497), παρά το ό,τι ο ίδιος προκρίνει, εντέλει, την αρχή της αποτελεσματικότητας.

 

 

 

 

 

 

[78] Με βάση την τελευταία, «υπάρχουν συνταγματικοί κανόνες και συνταγματικές αρχές που έχουν ανώτερο τυπικό κύρος σε σχέση με άλλες συνταγματικές διατάξεις, διότι ενσωματώνουν αρχές και αξίες ακατάλυτες και απαραβίαστες, δηλαδή αρχές και αξίες φυσικοδικαιικές, ή αρχές και αξίες που ο ίδιος ο συντακτικός νομοθέτης εξήρε ως ιδιαίτερα σημαντικές, καθορίζοντάς τις ως μη αναθεωρήσιμες». Για τη θεωρία αυτήν και την αντίκρουσή της, βλ. διεξοδικά σε Φ. Κ. Σπυρόπουλου, Η ερμηνεία…, ό.π. (υποσ. 32), σ. 136-143.

 

 

 

 

 

 

[79] Βλ. σχετικά Α. Γέροντα, Η νομολογιακή περιπέτεια…, ό.π. (υποσ. 9), σ. 952 και υποσ. 23.

 

 

 

 

 

 

[80] Βλ. Α. Μανιτάκη, Κράτος Δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας, τόμος Ι, Σάκκουλας, 1994, σ. 368. Ως τέτοια συνταγματική αρχή θεωρεί – μεταξύ άλλων – ο ίδιος και την αρχή της αναλογικότητας (σ. 365).

 

 

 

 

 

 

[81] Για τον συνταγματικό πλουραλισμό καθώς και για τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά του σε σχέση με τις μονιστικές θεωρίες, βλ. διεξοδικά Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα…, ό.π. (υποσ. 1), σ. 575 επ., όπου και πλήρης επισκόπηση της σχετικής επιστημονικής συζήτησης, με πλούσιες παραπομπές στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία. Γενικά για το φαινόμενο του νομικού πλουραλισμού, δηλαδή για τη «συνύπαρξη στον ίδιο κοινωνικοπολιτικό χώρο ποικίλων εξωκρατικής προέλευσης συστημάτων νομικών κανόνων, τα οποία λειτουργούν παράλληλα με το επίσημο κρατικής προέλευσης δίκαιο» βλ., από την ελληνική βιβλιογραφία, Χ. Δεληγιάννη-Δημητράκου, Συγκριτικό Δίκαιο και νομικός πλουραλισμός, Σάκκουλας, 2008, σ. 3 επ.

 

 

 

 

 

 

[82] Πρβλ. M. P. Maduro, Τρεις θεωρήσεις…, ό.π. (υποσ. 75), σ. 905.

 

 

 

 

 

 

[83] Κατά τη διατύπωση του N. Walker, The Idea of Constitutional Pluralism, MLR, 2002, σ. 337.

 

 

 

 

 

 

[84] Βλ. διεξοδικά για την περιγραφική (ή «εμπειρική») θεώρηση του συνταγματικού πλουραλισμού σε M. P. Maduro, Τρεις θεωρήσεις…, ό.π. (υποσ. 75), σ. 907-916.

 

 

 

 

 

 

[85] Για τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες της περιγραφικής θεώρησης βλ. διεξοδικά Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα…, ό.π. (υποσ. 1), σ. 594-596.

 

 

 

 

 

 

[86] Από την αρχή του κράτους δικαίου συνάγεται και η αρχή της αναλογικότητας, η οποία, ωστόσο, «μπορεί να παρασταθεί και ως αρχή με εξειδικευμένο κανονιστικό περιεχόμενο». Βλ. διεξοδικά Α. Μανιτάκη, Κράτος Δικαίου…, ό.π. (υποσ. 80), σ. 150 και 423. Για το ό,τι η αρχή της αναλογικότητας εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές και αξίες του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού βλ. ανωτέρω υποσ. 74 και τους εκεί αναφερόμενους συγγραφείς.

 

 

 

 

 

 

[87] Βλ. διεξοδικά M. Kumm, The jurisprudence of Constitutional Conflict: constitutional Supremacy in Europe before and after the Constitutional Treaty, ELJ 2005, σ. 289.

 

 

 

 

 

 

[88] Βλ. αναλυτικά για την κανονιστική θεώρηση του συνταγματικού πλουραλισμού και την αξιολόγησή της σε Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα…, ό.π. (υποσ. 1), σ. 596-604.

 

 

 

 

 

 

[89] Πρβλ. Ευ. Β. Πρεβεδούρου, Η σχέση εθνικού Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου υπό το πρίσμα του διαλόγου των δικαστών – Πρακτική απάντηση σε ένα δογματικό ζήτημα, ΕΔΚΑ, 2010, σ. 265 και 274, σύμφωνα με την οποία, «στο πλαίσιο της νομικής πολυφωνίας και της διάδρασης πλειόνων νομικών χώρων που χαρακτηρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο διάλογος των εφαρμοστών του δικαίου, πρωτίστως δε των δικαστών, στους οποίους απόκειται η ερμηνεία και ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του, είναι το αποτελεσματικότερο εργαλείο για την ολοκλήρωση του συστήματος, την προώθηση της όσμωσης αρχών και αξιών και την άρση μεμονωμένων συγκρούσεων. Ο διάλογος δεν συνιστά νομική έννοια ούτε, βεβαίως, νομικά δεσμευτική υποχρέωση των δικαστών. Πρόκειται για ρεαλιστική προσέγγιση της σχέσης κοινοτικού δικαίου και εθνικών Συνταγμάτων, δεδομένου μάλιστα ότι λειτουργεί αμφίδρομα, με συνέπεια και το κοινοτικό δίκαιο, στη διαμόρφωση των εννοιών και των επιταγών του, να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των δικαίων των κρατών-μελών. Με άλλα λόγια, ο διάλογος προϋποθέτει την ομοιογένεια των αξιών και καθιστά εφικτή την άμβλυνση των ενδεχόμενων διαφορών, διευκολύνοντας την προοδευτική κανονιστική εναρμόνιση των εθνικών και ενωσιακών συνταγματικών κειμένων» (η έμφαση δική μας).

 

 

 

 

 

 

[90] Βλ. διεξοδικά για τον οριζόντιο και τον κάθετο διάλογο των δικαστών σε M. P. Maduro, Interpreting European Law: judicial adjudication in a context of constitutional pluralism, EJLS 2/2007, σ. 1-21. Χαρακτηριστικό νομολογιακό παράδειγμα κάθετου, αλλά, συγχρόνως, και οριζόντιου διαλόγου των δικαστών αποτελεί η απόφαση του Conseil d’ Etat της 10ης Απριλίου 2008, Conseil national des barreaux. Βλ. για την απόφαση αυτή Ευ. Β. Πρεβεδούρου, Η σημασία του διαλόγου των δικαστών για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων – (Σκέψεις με αφορμή την απόφαση του γαλλικού Conseil d’ Etat της 10ης Απριλίου 2008, Conseil national des barreaux), ΘΠΔΔ 5/2009, σ. 550-566.

 

 

 

 

 

 

[91] Πράγματι, η θέση του ΔΕΚ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί διαλλακτική, καθώς στηρίζει τη δυνατότητα ανεύρεσης βιώσιμης συμβιβαστικής λύσης μεταξύ των δύο εννόμων τάξεων. Βλ. διεξοδικά Χ. Συνοδινού, Παρατηρήσεις, ό.π. (υποσ. 9), σ. 627 επ. και Π. Ε. Δεγλερή, Διαφθορά…, ό.π. (υποσ. 76), σ. 269-270. Χαρακτηριστικές, μάλιστα, μιας ιδιαίτερα ανοικτής στις εθνικές ιδιαιτερότητες πρόσληψης του ενωσιακού δικαίου, θεωρούνται οι κάτωθι σκέψεις του – σημειωτέον – πλουραλιστή (βλ. το πλέον αντιπροσωπευτικό κείμενο του M. P. Maduro, Contrapunctual Law: Europe’s Constitutional Pluralism in Action σε N. Walker (επιμ.), Sovereignty in Transition, Hart Publishing, 2003, σ. 501-537) Γενικού Εισαγγελέα του ΔΕΚ, στην υπόθεση «Μηχανική», M. Poiares Maduro: (από τη σκέψη 31) «…ο σεβασμός της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών αποτελεί καθήκον για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το καθήκον αυτό το είχε από τον χρόνο της ίδρυσής της. Πράγματι, αποτελεί στοιχείο της ίδιας της ουσίας του ευρωπαϊκού σχεδίου που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 50 και συνίσταται στην πορεία προς την ολοκλήρωση με παράλληλη διατήρηση της πολιτικής οντότητας των κρατών. Απόδειξη αυτού είναι ότι το καθήκον αυτό διατυπώθηκε ρητώς για πρώτη φορά με την ευκαιρία της αναθεώρησης των Συνθηκών, της οποίας οι πρόοδοι προς την ολοκλήρωση την οποία προέβλεπε κατέστησαν αναγκαία, στα μάτια των συντακτών της, την υπόμνησή του. Έτσι, το άρθρο ΣΤ, παράγραφος 1, της Συνθήκης του Μάαστριχτ, νυν άρθρο 6, παράγραφος 3, της Συνθήκης για την Ένωση, ορίζει ότι ‘[η] Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της’. Η εθνική ταυτότητα στην οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή περιλαμβάνει προφανώς τη συνταγματική ταυτότητα του κράτους μέλους. Αυτό επιβεβαιώνεται, εν ανάγκη, από τη ρητή απαρίθμηση των στοιχείων της εθνικής ταυτότητας την οποία επιχειρούν το άρθρο Ι-5 του Συντάγματος της Ευρώπης και το άρθρο 4, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ένωση, όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Πράγματι, από την πανομοιότυπη διατύπωση των δύο αυτών κειμένων προκύπτει ότι η Ένωση σέβεται ‘την εθνική […] ταυτότητα [των κρατών μελών] που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή’», (από τη σκέψη 33) «…Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι ο σεβασμός αυτός της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών δεν μπορεί να εκληφθεί ως απόλυτος σεβασμός όλων των εθνικών συνταγματικών κανόνων. Αν ίσχυε αυτό, τα εθνικά συντάγματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα μέσο που θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να απαλλάσσονται από την υποχρέωση τήρησης του κοινοτικού δικαίου σε ορισμένους τομείς. Επιπλέον, θα μπορούσαν να προκύψουν διακρίσεις μεταξύ κρατών μελών αναλόγως του περιεχομένου που αποδίδουν τα κράτη αυτά στα εθνικά συντάγματά τους. Όπως το κοινοτικό δίκαιο λαμβάνει υπόψη του τη συνταγματική ταυτότητα των κρατών μελών, έτσι και το εθνικό συνταγματικό δίκαιο οφείλει να προσαρμόζεται στις επιταγές της κοινοτικής έννομης τάξης» (η έμφαση δική μας). Βεβαίως, είναι γεγονός ότι το ΔΕΚ κράτησε μια πιο επιφυλακτική στάση σε σχέση με τις προτάσεις του Γεν. Εισαγγελέα. Και τούτο διότι δεν θέλησε να υποσκάψει την ομοιόμορφη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Παρόλα αυτά, δεν παρέλειψε ούτε αυτό, εν τέλει, να αφήσει ανοικτή τη δυνατότητα αξιολόγησης των κατ’ ιδίαν συνθηκών σε κάθε κράτος-μέλος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προσπάθησε, αφενός μεν να διασφαλίσει μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ της ενωσιακής έννομης τάξης και των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, διατηρώντας και διαφυλάσσοντας, ωστόσο, ταυτόχρονα, την ενότητα του ενωσιακού δικαίου και το χρήσιμο αποτέλεσμα των κανόνων του. Βλ. διεξοδικά Κ. Δ. Καραϊσκάκη, ΔΕΚ: υπεροχή…, ό.π. (υποσ. 9), σ. 745 επ. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι, εν τέλει, το ΔΕΚ έμεινε πιστό στον θεσμικό διάλογο με τον εθνικό δικαστή, κατευθύνοντας το ΣτΕ να αναζητήσει τη λύση του ζητήματος στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί όχι μόνο ενωσιακή, αλλά και εθνική συνταγματική αρχή.

 

 

 

 

 

 

[92] Πρβλ. M. P. Maduro, Τρεις θεωρήσεις…, ό.π. (υποσ. 75), σ. 915-916, σύμφωνα με τον οποίο, «ο συνταγματικός πλουραλισμός δεν προϋποθέτει ότι τα δικαστήρια κάνουν λόγο για συνταγματικό πλουραλισμό στις αποφάσεις τους. Ούτε καν απαιτεί έναν ανοικτό διάλογο μεταξύ των δικαστηρίων. Όσοι ισχυρίζονται ότι τα δικαστήρια δεν ενστερνίζονται τον συνταγματικό πλουραλισμό, γιατί ούτε κάνουν λόγο για συνταγματικό πλουραλισμό ούτε αναφέρουν τις αποφάσεις άλλων δικαστηρίων, χάνουν την ουσία. Το γεγονός ότι τα δικαστήρια συνεχίζουν να προσεγγίζουν το δίκαιο υπό την εσωτερική οπτική γωνία των εννόμων τάξεών τους δεν συνεπάγεται ότι αυτή η οπτική γωνία δεν έχει μεταβληθεί λόγω του συνταγματικού πλουραλισμού. Κυριότερο παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο πολλά εθνικά δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει τα συντάγματά τους ώστε να ανταποκρίνονται στις απορρέουσες από την αξίωση για υπεροχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτήσεις δίχως επίσημα να δέχονται, στις περισσότερες των περιπτώσεων, μία τέτοια υπεροχή. Ο αφηγητής παραμένει ακόμα το εθνικό σύνταγμα, αλλά το σενάριο έχει μεταβληθεί. Αυτό που ο συνταγματικός πλουραλισμός απαιτεί, από την άποψη αυτή, είναι να μεταβάλλουν οι δικαστικοί φορείς την εσωτερική θεώρηση της έννομης τάξης τους με σκοπό να συμβιβάσουν τις αξιώσεις της άλλης έννομης τάξης» (η έμφαση δική μας).

 

 

 

 

 

 

[93] Κατά την διατύπωση του Κ. Θ. Γιαννακόπουλου, Τα δικαιώματα στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σε Μ. Τσαπόγα/Δ. Χριστόπουλου (επιμ.), Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003, Καστανιώτης, 2004, σ. 462-464. Με τον όρο αυτό αποδίδεται η πρακτική που – μέχρι σχετικά πρόσφατα – ακολουθούσε το ΣτΕ για να αποφύγει την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΚ όταν ετίθετο ή μπορούσε να τεθεί ζήτημα σύγκρουσης μεταξύ του ενωσιακού δικαίου και του εθνικού Συντάγματος.

 

 

 

 

 

 

[94] Πρβλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Το άρθρο 16 Σ., το κοινοτικό δίκαιο και το Συμβούλιο της Επικρατείας … δέκα χρόνια μετά, ΕφημΔΔ 2/2007, σ. 145, σύμφωνα με τον οποίο, στην (Ολ.) ΣτΕ 3670/2006, «το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 9 Σ. παραβιάζουν το άρθρο 24 και τις αρχές της Οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, στη συνέχεια ερμήνευσε το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο υπό το πρίσμα της ιδιαίτερης σύλληψης που τυγχάνουν στην ελληνική πραγματικότητα οι αρχές της διαφάνειας και του ελεύθερου ανταγωνισμού στην ανάληψη των δημοσίων συμβάσεων. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι, αν ήθελε γίνει δεκτό πως η Οδηγία 93/37/ΕΟΚ απαγορεύει τη θέσπιση ρυθμίσεων που περιορίζουν τη συμμετοχή στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων όπως αυτή του άρθρου 14 παρ. 9 Σ., θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η εν λόγω Οδηγία παραβιάζει το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο. Για τον λόγο δε αυτόν, διατυπώθηκε τελικώς σχετικό προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΚ. Φαίνεται λοιπόν [καταλήγει ο ίδιος] ότι ο ‘νομολογιακός πατριωτισμός’, ο οποίος σε άλλες περιπτώσεις, όπως … (στη) ΣτΕ Δ΄ 3242/2004, οδήγησε στην άρνηση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΚ, στις μέρες μας προκρίνει μάλλον μια στρατηγική ‘εκ των έσω’ αποδόμησης του κοινοτικού δικαίου, ερμηνεύοντας το τελευταίο υπό το πρίσμα των ιδιαιτεροτήτων της εθνικής έννομης τάξης» (η έμφαση δική μας).

 

 

 

 

 

 

[95] Πρβλ. Χ. Συνοδινού, Συνολικές παρατηρήσεις, ό.π. (υποσ. 3), σ. 1130 και υποσ. 21, ο οποίος, μάλιστα, υποστηρίζει ότι «η περιεχόμενη στην εν λόγω συνταγματική διάταξη έννοια του ‘ασυμβιβάστου’ κενώθηκε … περιεχομένου».

 

 

 

 

 

 

Persoenlichkeitsschutz beim Kampf gegen Terrorismus

Foteini G. Sarantopoulou (LL.M)

Persoenlichkeitsschutz beim Kampf gegen Terrorismus

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Ο Ινδικός Πολιτικός Συνταγματισμός

Παναγιώτης Γ. Φλέσσας

Ο Ινδικός Πολιτικός Συνταγματισμός
Διάγραμμα:
Εισαγωγή
I. Ο διαλογικός χαρακτήρας της κοινότητας του βίου
II. Η ποικιλομορφία, τα δικαιώματα και ο Πολιτικός Συνταγματισμός
III. Η πρακτική του Πολιτικού Συνταγματισμού στην Ινδία
IV. Το συνταγματικό κείμενο: η Ισότητα ως σύμβολο και τεχνολογία!
V. Εντάσεις και όρια του ινδικού υποδείγματος;
Αντί Επιλόγου
Εισαγωγή
Στην Ινδία γίνεται δεκτό[1] πως σε ένα ήδη πολυσύνθετο, με ιδιαίτερες αντιθέσεις αλλά και συνθέσεις, γηγενές[2] υπόβαθρο είναι δυνατόν, στον νομικό χώρο και, ιδίως, αυτόν του δημοσίου δικαίου, να ανιχνευθεί φιλελεύθερη επιρροή εκ δυσμών από ποικίλες πηγές: α) τις ΗΠΑ, όσον αφορά στην υιοθέτηση νομικά δεσμευτικού Συντάγματος καθώς και δικαιωμάτων και μέτρων θετικής δράσης υπέρ των αδυνάτων υπό την αιγίδα ενός κεντρικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, β) την Γαλλία, όσον αφορά στον εκτεταμένο κεντρικό κρατικό φορέα, στην έμφαση στην έννοια του έθνους-κράτους και στην έννοια του πολίτη, καθώς και στην μη αναγόρευση της παραδοσιακής και πλειοψηφούσας ως επίσημης θρησκείας, γ) την Ιρλανδία, όσον αφορά στην υιοθέτηση καταλόγου κατευθυντήριων αρχών προς την εκτελεστική εξουσία, και δ) την Μεγάλη Βρετανία, όσον αφορά στην υιοθέτηση της αγγλικής γλώσσας στο ανώτατο Δικαστήριο και στην πρωτοκαθεδρία του Κοινοβουλίου, ιδίως, εν σχέσει προς τον τρόπο αναθεώρησης του Συντάγματος. Τα δάνεια στοιχεία της επιρροής αυτής, αν και ισχυρά, δεν έχουν εμποδίσει την ανάπτυξη της ιδιομορφίας του ινδικού συνταγματικού συστήματος σε βαθμό, ώστε να αποτελεί η περίπτωση αυτή πρόκληση αυτοτελούς μελέτης εν σχέσει με νομικές και πολιτικές θεωρήσεις διαφορετικών ρευμάτων και διλημμάτων του φιλελευθερισμού της ύστερης νεωτερικότητας.
Κατόπιν του διαχωρισμού της Ινδικής χερσονήσου (ή Υπο-ηπείρου, ορθότερα, κατά μετάφραση του αγγλικού όρου Sub-continent), σε διάφορα κράτη, μετά την απο-αποικιοποίηση, η φιλελεύθερη κατεύθυνση του πολιτικού και νομικού συστήματος της χώρας είναι κυρίαρχη υπέρ την εξηκονταετία ήδη, υπό καθεστώς ειρήνης και δημοκρατίας, παρόλο που γεωγραφικά, οικονομικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει αφάνταστες πιέσεις. Ο φιλελεύθερος νομικός πολιτισμός στην Ινδία δεν θεωρήθηκε πανοπλία κατά του λαϊκισμού ή κατά βιαίων εκτροπών του πολιτεύματος στην χώρα, αλλά εργαλείο εκσυγχρονισμού της κοινωνίας, μάλλον ανταποκρινόμενο σε πολιτικές πιέσεις και πρακτικές ανάγκες μίας ζώσας (και ζέουσας) δημοκρατίας.
Πρέπει να σημειωθεί, εκ των προτέρων, βέβαια, ότι ο δημόσιος και νομικός λόγος εντός της Ινδίας, κατά κάποιον ιδιόμορφο τρόπο, εμπνέεται από τα ιδανικά του Διαφωτισμού, ιδίως, την τριάδα των αξιών των μεγάλων ευρωπαϊκών επαναστάσεων, όπως διατυπώνονται ως στόχοι του κράτους στο Προοίμιο του Συντάγματος[3]. Στην συνταγματική θεωρία και πράξη της χώρας, όμως, επικρατεί, μάλλον μία ιδιότυπη αντίληψη, εν μέρει κοντύτερα στα νάματα του φυσικού δικαίου, κατά την οποία συχνά επαναλαμβάνεται ότι οι πολίτες αποτελούν δημιουργήματα διαφορετικών μεν θεών, είναι, όμως, όλοι εξοπλισμένοι με την λογική και τα αναφαίρετα πολιτικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Βεβαίως, τα δικαιώματα αυτά εξειδικεύονται και προστατεύονται δυνάμει του, και, εν τοις πράγμασι, συναρμόζονται στο ινδικό κράτος και το σύνταγμά του[4], που επιδιώκει τον εκσυγχρονισμό της παραδοσιακής φιλοσοφίας, κοινωνίας και οικονομίας της χώρας.
Περαιτέρω, και κυρίως, ο ινδικός νομικός συνταγματισμός, έχοντας να αντιμετωπίσει την ιλιγγιώδη ποικιλομορφία εθνοτικών, θρησκευτικών και γλωσσικών κοινοτήτων, συνάρμοσε τις τρομερές εντάσεις, που η ποικιλομορφία αυτή υποδηλώνει, με σειρά λύσεων, που αν και χρησιμοποιούν το αξιακό οπλοστάσιο του δυτικού φιλελευθερισμού, όπως θα δούμε παρακάτω δυνάμει της χρήσης αντίστοιχων εργαλείων, όρων και αξιών με αυτές των πλέον εξισωτικών φιλελεύθερων συνταγματικών εννόμων τάξεων, στο επίπεδο της εκλογικής και κοινοβουλευτικής πρακτικής, αποδεικνύεται ότι αποτελεί μία επιτυχή, αυτοδύναμη φιλελελεύθερη, εξισωτική και ρεπουμπλικανική πρόταση αντιμετώπισης των προκλήσεων αυτών, και, συγκεκριμένα, ένα Υπόδειγμα Πολιτικού Συνταγματισμού. Ο ινδικός Συνταγματισμός, δηλαδή ενώ μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, να αποτελεί απάνθισμα διαφορετικών εκδοχών φιλελευθερισμού, καταδεικνύεται ότι α) διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε πρακτικό και αναλυτικό επίπεδο, β) συνιστά, ήδη, μία ιδιόμορφη, συμμετοχική, διαλογική και εξισωτική πολιτική πρακτική επί μακρόν, και συνεπώς, μπορεί να θεωρηθεί ότι γ) συγκροτεί ένα διακριτό φιλελεύθερο υπόδειγμα, που προσομοιάζει με αυτό του «Πολιτικού Συνταγματισμού»[5].
Το επιχείρημα μας κατά την παρούσα ανάλυση είναι ότι η Ελευθερία ως μη-κυριαρχία[6] παρέχει τον βαθύτερο αλλά κύριο, αξιακό άξονα για την ινδική νομική και πολιτική πραγματικότητα, σύμφωνο προς τις κύριες θέσεις του Πολιτικού Συνταγματισμού, καθορίζοντας, δηλαδή, μέσα στο στάδιο της πολιτικής δράσης[7] α) ως διαδικαστικά μέσα, το κράτος δικαίου, την διάκριση των εξουσιών, την διαβουλευτική δημοκρατία, την έγκριση από ένα ισχυρό ή δύο κοινοβουλευτικά σώματα, τον ανεξάρτητο έλεγχο, ιδίως από τον Τύπο, και άλλες ανεξάρτητες αρχές, β) ως γνωμοδοτικά μέσα, το ισχυρό Κοινοβούλιο, την ίδρυση συμβουλευτικών σωμάτων κοινοτικής βάσης, την δημιουργία δημόσιων επιτροπών εξέτασης και ελέγχου ορισμένων κυβερνητικών σχεδίων, την δημοσίευση των κυβερνητικών προτάσεων εκ των προτέρων καθώς και τις διάφορες τεχνικές βολιδοσκόπησης των πολιτών, και γ) ως μέσα προσφυγής των πολιτών, τη δυνατότητα μηνύσεων κατά αξιωματούχων, την ανάπτυξη συστήματος διοικητικής προστασίας, ιδίως μέσω διοικητικών επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών και δικαστικού ελέγχου, καθώς και τις εκτεταμένες δυνατότητες κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Η παρούσα ανάλυση εκκινεί από την παρουσίαση ορισμένων στοιχείων της συζήτησης για την πολιτιστική ποικιλομορφία, τα οποία θεωρώ χρήσιμα για την στοιχειοθέτηση του επιχειρήματός μου: η αρχή της διαφοράς του Ταίηλορ, και, ιδίως, η ανάπτυξή του για τον διαλογικό χαρακτήρα της γλώσσας ως προϋπόθεσης της κοινότητας του βίου (Ι) συνδέεται με τις διακρίσεις του Κυμλίκα μεταξύ εθνοτικών και εθνικών (εθνο-γλωσσικών, κυρίως) ομάδων, καθώς και με τις προτάσεις πολιτικής αναγνώρισης των δικαιωμάτων της διαφορετικότητας (ΙΙ), ιδίως, εν σχέσει προς τη συζήτηση περί πολυπολιτισμικότητας και των ορίων επέμβασης του κράτους κατά το φιλελεύθερο υπόδειγμα. Στρεφόμενοι, κατόπιν στην συζήτηση εντός της Ινδίας, παρουσιάζονται, κατ’ αρχάς, ο ινδικός, Πολιτικός Συνταγματισμός (III), καθώς και η σχετική ινδική συζήτηση ως αναγνώριση και εξέλιξη των κανονιστικών αξιών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στο τμήμα, που ακολουθεί (IV), παρατίθεται το συνταγματικό κείμενο, με σκοπό να καταδειχθεί, κατ΄αρχήν, πώς λειτουργεί η Ισότητα ως συμβολική κορωνίδα του, αλλά και σαν τεχνολογία ενσωμάτωσης (και συμμετοχής) των διαφόρων μειονοτικών κοινοτήτων στον πολιτικό διάλογο της χώρας, εναρμονίζοντας την διαδικαστική και την αναδιανεμητική ισότητα με την ελευθερία συμμετοχής, που απορρέει από την ελευθερία ως μη-κυριαρχία κατά τον ορισμό του Πολιτικού Συνταγματισμού έναντι όλων των μορφών αυθαίρετης εξουσίας. Τέλος, επισημαίνονται ορισμένες εντάσεις, εν σχέσει προς την μελλοντική πορεία των πολιτών ορισμένων μειονοτήτων, ιδίως, εν σχέσει προς την τοποθέτηση τους εντός αλλά και έναντι άλλων μειονοτήτων, και ψηλαφίζονται, έτσι, πιθανώς, και τα όρια του ινδικού Πολιτικού Συνταγματισμού (V), στο μέτρο, που τα μέλη ορισμένων μειονοτήτων δεν συμμετέχουν, ακριβώς, σε αυτό τον πολιτικό ορίζοντα διαλόγου, ίσως, λόγω της διατήρησης μορφών αυθαίρετης εξουσίας σε διάφορα σημεία της ινδικής κοινωνίας.
Ι. Ο διαλογικός χαρακτήρας της κοινότητας του βίου
Στην σχετική συζήτηση περί πολυπολιτισμικότητας και των αγώνων αναγνώρισης στα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη δικαίου, αρχικά η Ινδία αναφέρθηκε ακροθιγώς[8] και μόνο περιφερειακά[9], εν σχέσει προς μία συζήτηση, η οποία είχε, αρχικά, το κέντρο βάρους της στις πολιτικές εντάσεις της βορειο-αμερικανικής ηπείρου. Βεβαίως, η συζήτηση αυτή εκκίνησε από την σκοπιά της «κοινοτιστικής»[10] κριτικής του σύγχρονου φιλελευθερισμού,[11] στα πλαίσια του αγώνα των Γαλλόφωνων του Κεμπέκ του Καναδά[12], αλλά στην συνέχεια αναμίχθησαν άλλες ομάδες και κοινότητες και διατυπώθηκαν ποικίλα επιχειρήματα, υπέρ[13] και κατά[14], στα πλαίσια πολυδιάστατων αγώνων αναγνώρισης στο σύγχρονο δημοκρατικό κράτος[15]. Ορισμένα κύρια σημεία της συζήτησης αυτής θα αναφερθούν κατωτέρω, προκειμένου να θίξουμε, τελείως, πρόσφατες τοποθετήσεις, που αναδεικνύουν τις διαφορετικές εντάσεις, προκλήσεις και πρακτικές (τόσο στην ευρωπαϊκή ήπειρο[16] όσο και σε άλλες περιοχές, όπως στην ασιατική ήπειρο[17] και, κυρίως,) στην ινδική υπο-ήπειρο,[18] που συνηγορούν για μία διαφορετική τοποθέτηση του ζητήματος προς εξέταση, ενόψει των κριτικών των «συλλογικών δικαιωμάτων», των «θετικών διακρίσεων» και του ζητήματος της «μειονότητας εντός της μειονότητας», ιδίως από την πλευρά της ρεπουμπλικανικής αντίληψης της πολιτικής ελευθερίας ως μη-κυριαρχίας[19].
Ο Ταίηλορ στη διάσημη μελέτη του[20] έχει επιχειρήσει μία ανάλυση της πολυπολιτισμικότητας με κεντρικό στοιχείο την αξίωση της «αναγνώρισης» εκκινώντας από την έννοια της «αυθεντικότητας». Η ανάλυσή του αφορμάται από το πραγματικό γεγονός ότι σειρά μειονοτήτων και άλλων δεύτερης κατηγορίας ομάδων του πληθυσμού αξιώνουν την «αναγνώρισή» τους και αυτό συχνά αποτελεί κινητήρια δύναμη πολλών κοινωνικών εντάσεων και επαναστάσεων. Η αναγνώριση αυτή συσχετίζεται με την έννοια της «ταυτότητας», η οποία «υποδηλώνει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε ποιοί είμαστε». Επειδή, δε, η ταυτότητά μας συγκροτείται από τον τρόπο αναγνώρισής μας από τους άλλους, τουλάχιστον εν μέρει, η απουσία ή η εσφαλμένη αναγνώριση ενός ατόμου ή μίας ομάδας μπορεί να «αποτελέσει μία μορφή καταπίεσης, η οποία καταλήγει στον εγκλωβισμό και σε έναν εσφαλμένο, διαστρεβλωμένο και στερημένο τρόπο ύπαρξης». Ως παράδειγμα αναφέρεται το αίσθημα κατωτερότητας που έχουν εσωτερικεύσει ορισμένες γυναίκες ή αφροαμερικανοί και τους εμποδίζει να εκμεταλευθούν ευκαιρίες που τους παρουσιάζονται, έστω και μετά την άρση αντικειμενικών εμποδίων ευθείας καταπίεσής τους.
Η ιστορική απαρχή αυτής της ανάλυσης θεωρείται το ιδανικό της ίσης αξιοπρέπειας όλων, όπως έγινε αυτό αντιληπτό μετά την υποχώρηση των ιεραρχικά δομημένων κοινωνιών, ως προσωπική ταυτότητα με στόχο την γνησιότητα του εαυτού και του τρόπου ύπαρξής του ή, όπως τίθεται αλλιώς, «το ιδανικό της αυθεντικότητας»: «το να είμαι πιστός στον εαυτό μου συνεπάγεται την αποδοχή της αυθεντικότητάς μου, κάτι που μόνο εγώ μπορώ να ανακαλύψω». Δεν πρέπει, όμως, κάτι τέτοιο να παρεξηγηθεί σαν άσκηση σε μονόλογο. Αντιθέτως, ο Ταίηλορ με έμφαση αναλύει πώς η προσωπικότητα εξελίσσεται δυνάμει του διαλογικού χαρακτήρα της γλώσσας, της επαφής μας με, και χάριν αυτής, της συνδιαμόρφωςής μας από τους άλλους, τα «σημαίνοντα πρόσωπα». Και αυτή η διαδικασία διαρκεί καθόλη την ζωή μας – μάλιστα, η κοινή απόλαυση των καλών πραγμάτων αποτελεί την ουσία τους. Η ταυτότητά μας, επομένως, δηλαδή οι επιθυμίες, οι προτιμήσεις, οι προσδοκίες, που διαμορφώνουμε για πράγματα και πρόσωπα που αγαπούμε, εφόσον λαμβάνει χώρα εξ ορισμού, μόνον μέσω των προσώπων με τα οποία συνδιαλέγομαστε, σφυρηλατείται από τον διάλογο σε εποικοδομητική επαφή με τους άλλους συν-ανθρώπους αυτής της κοινωνίας. Η αναγνώριση της σημασίας της διαδικασίας αυτής, της κοινής συμμετοχής και απόλαυσης μέσα από την γλώσσα, αποτελεί τον κύριο λόγο της αξίας των επιμέρους γλωσσικών αιτημάτων, κυρίως, των εθνο-γλωσσικών ή / και των εθνο-θρησκευτικών μειονοτήτων με διαφορετική γλώσσα ή / και αλφάβητο, όπως στην περίπτωση της Ινδίας κατωτέρω, ταυτοχρόνως όμως, στο μέτρο κατά οποίο γίνεται γενικότερα παραδεκτό από τα μέλη μίας κοινότητας, ανοίγει και τον δρόμο προς δημιουργία ενός κοινού Λόγου σχετικά.
Η μετάβαση από τις κοινωνίες της τιμής στο νεωτερικό πρόταγμα της ίσης αξιοπρέπειας, στον νομικό χώρο μας οδήγησε στην καθολική ισότητα, δηλαδή στην ίση συμμετοχή όλων των πολιτών στην πολιτεία και την έμφαση στην απόλαυση ίδιων ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων από τον κάθε πολίτη ανεξαρτήτως άλλων διαφορών. Σε μία ρουσσωϊκή κοινωνία, όπου οι πολίτες είναι ταυτόχρονα κυρίαρχοι και υπήκοοι, η ευθυγράμμιση της ισότητας ως προς την ελευθερία με την απουσία διαφοροποίησης παραμένει ιδιαίτερα ελκυστική [αλλά] οπουδήποτε κυριαρχεί …τα περιθώρια αναγνώρισης της [αυθεντικότητας και] της διαφοράς είναι ιδιαίτερα μικρά: με δυό λόγια, η δημοκρατία μοιάζει, συνεπώς, να επικεντρώνεται στην τήρηση της ουδέτερης διαδικασίας κατά την οποία η πολιτειακή εφαρμογή του δικαίου επιβάλλεται του όποιου παραδοσιακά προσδιορισμένου αγαθού. Από την άλλη πλευρά, όμως, επισημαίνεται ότι η μετέπειτα σύγχρονη εξέλιξη της έννοιας της ταυτότητας οδηγεί δυνάμει του προτάγματος της αυθεντικότητας, κατ’ αρχάς, στην πρόταξη της Διαφοράς, κατά την οποία εύλογα ζητείται στην δημόσια σφαίρα η αναγνώριση όχι απλώς μίας εξίσου ύπαρξης αλλά της συγκεκριμένα ατομικής έκφανσης κατά αυθεντικό και αυτόνομο τρόπο, δηλαδή κατά τρόπο που δεν αφομοιώνεται στην κυρίαρχη μάζα.
Οι σύγχρονες πολυδιασπασμένες κοινωνίες, κατά τούτο, κατηγορούνται πώς μοιάζουν να μην είναι δυνατόν να λειτουργήσουν στην βάση της πλήρους πολιτισμικής ουδετερότητας του κράτους έναντι των διαφορετικών αντιλήψεων για το αγαθό, διότι υποστηρίζεται ότι ευνοούν κατεστημένες, ήδη, εντός τους πλειοψηφίες, δηλαδή την όποια εθνικά ή κοινωνικά πλειοψηφούσα κοινότητα, συνήθως εμφορούμενης από προκαταλήψεις υπέρ των μέσης και ανώτερης τάξης ανδρών, σε βάρος οποιωνδήποτε διαφορετικών, περιφερειακών, μειονοτικών κοσμοειδώλων. Μία μή αυτοαναιρούμενη[21] απάντηση στην κατηγορία της τυφλότητας του διαδικαστικού φιλελευθερισμού, ο οποίος υπήρξε η κύρια λύση του εντάσεων της αναγκαίας, απλής συμβίωσης στα πρώτα στάδια του νομικού φιλελευθερισμού εντός των μεγάλων σύγχρονων κοινωνιών, θα εξετάσουμε κατωτέρω στην περίπτωση της Ινδίας: προεκτείνοντας την ελπίδα του Ταίηλορ περί «συγχώνευσης των οριζόντων» μεταξύ διαφορετικών λεξιλογίων περί του αγαθού, αρχικά, ανοίκειων μεταξύ τους πολιτιστικών ομάδων κατά την μετοχή τους σε αυτόν τον κοινό βίο – η αυθεντικότητα και η αυτονομία υπηρετούν το κάθε άτομο, διότι απορρέουν από την βασική γενική αρχή της ανθρώπινης αξίας, ορθώς νοουμένης όχι ως απλή επιβίωση ή αναγκαία συμβίωση αλλά συνοψιζόμενη, ορθότερα, ως μετοχή εν ελευθερία[22], η οποία προηγείται από τα αιτήματα της όποιας συλλογικότητας, πλειοψηφούσας ή μειοψηφούσας, εν δυνάμει ισχυρότερης και επικίνδυνης για τα δικαιώματα του εκάστου προσώπου. Ως κύριο ζήτημα, συνεπώς, αναδεικνύεται η μετάβαση από την αναγκαία συμβίωση διαφόρων ατόμων στον κοινό βίο των πολιτών, άλλως η δημιουργία του απαραίτητου για τον Βίο Κοινού Λόγου, ενόσω, δηλαδή, διασφαλίζεται η Διαφορά, η έκφραση, δηλαδή, της προσωπικής ιδιομορφίας κατά τρόπο αυτόνομο.
ΙΙ. Η ποικιλομορφία, τα δικαιώματα και ο Πολιτικός Συνταγματισμός
Εφόσον αναδείξουμε την αναγκαιότητα του λόγου για τον κοινό βίο και προτάξουμε την προστασία της διαφοράς, της ιδιομορφίας, δηλαδή, του κάθε ενός Προσώπου, κατά τον κοινό αυτόν επιδιωκόμενο λόγο[23]national minorities) και των εθνοτικών ομάδων (ethnic groups), οι οποίες μας δίνουν, αντίστοιχα, πολυεθνικά και πολυεθνοτικά κράτη (multinational & polyethnic states). Ο Κυμλίκα χρησιμοποιεί τον πρώτο όρο, αυτόν της εθνικής μειονότητας, για να περιγράψει την πολιτιστική διαφορά που οφείλεται στην ενσωμάτωση σε ένα μεγαλύτερο κράτος προηγουμένως αυτο-κυβερνώμενων, εδαφικά συγκεντρωμένων κοινοτήτων, που, συνήθως, επιδιώκουν την διατήρησή τους ως τέτοιες παράλληλα με την κυρίαρχη πλειοψηφία και απαιτούν έναν βαθμό αυτονομίας, προκειμένου να επιτύχουν την διατήρησή τους ως διακριτές κοινότητες[26]. Ο δεύτερος όρος, των εθνοτικών ομάδων, χρησιμοποιείται για να δηλώσει την πολιτιστική διαφορά, που ανακύπτει δυνάμει οικοειοθελούς ατομικής και οικογενειακής μετανάστευσης, εφόσον δημιουργηθούν χαλαρές συσσωματώσεις μεταναστών, που θέλουν, μεν, να ενσωματωθούν στην ευρύτερη κοινωνία ως πλήρη μέλη της διατηρώντας, όμως, κατά έναν βαθμό την διαφορετικότητά τους και για αυτόν τον λόγο επιδιώκουν την μεγαλύτερη αναγνώριση της εθνοτικής τους ταυτότητας μέσω της μεταβολής των νόμων και θεσμών προς εξυπηρέτηση της αναγνώρισης αυτής. , τίθενται σειρά ζητημάτων, σχετική με τα οποία είναι η ανάλυση του Κυμλίκα[24], που διευκρινίζει ορισμένους[25] από τους ανωτέρω όρους και προωθεί την σχετική συζήτηση, περαιτέρω. Κατ’ αρχάς, προτείνεται η διάκριση ανάμεσα σε δύο τρόπους πολιτιστικής διαφοράς αντίστοιχων κοινοτήτων, αυτή των εθνικών μειονοτήτων (
Σχετικά, έχει προταθεί, στα πλαίσια της ικανότητας του φιλελευθερισμού να εξελίσσεται προσαρμοζόμενος, και σε συνέχεια, ιδίως, της προόδου που επέδειξε το μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος, η υιοθέτηση ενός δικαιώματος στην πολιτιστική διαφορά[27] για το κάθε «πρόσωπο, που είτε μεμονωμένα είτε από κοινού με άλλα έχει δικαίωμα να επιλέγει και να αξιώνει τον σεβασμό της πολιτισμικής του ταυτότητας στο πλάισιο της πολυμορφίας των τρόπων έκφρασής του, να γνωρίζει και να αξιώνει το σεβασμό τόσο του πολιτισμού του όσο και άλλων πολιτισμών, οι οποίοι στο πλαίσιο της ποικιλομορφίας τους συνεισφέρουν στην κοινή κληρονομία της ανθρωπότητας΄ επίσης έχει δικαίωμα πρόσβασης στις πολιτισμικές κληρονομιές που συνιστούν εκδηλώσεις και εκφράσεις χαρακτηριστικές των διαφόρων πολιτισμικών ομάδων». Η ενσωμάτωση της εθνοπολιτισμικής δικαιοσύνης μέσω της δεύτερης αρχής της δικαιοσύνης, αυτή της διαφοράς, δεν είναι δυνατόν να θίξει, όμως, την ουσία του φιλελευθερισμού, την αρχή της ισότητας των πολιτικών ελευθεριών, η οποία προηγείται λεξικογραφικά κατά Ρωλς. Η άσκηση, συνεπώς, των πολιτιστικών αυτών δικαιωμάτων υπόκειται σε διπλό περιορισμό, εφόσον ενσωματώνεται στο σύνολο των δικαιωμάτων του ανθρώπου αλλά και συνυπάρχει με τα δικαιώματα των άλλων.
Είναι διαφορετικό θέμα, όμως, ο ρυθμός, βέβαια, μετασχηματισμού της κατανόησης από εμάς του δικαιώματος του άλλου σε μία διαφοροποιημένη ταυτότητα και συνακόλουθα «της αναθεώρησης της εμπειρίας μας για τον ανθρώπινο κόσμο, ώστε να καταστεί αντικείμενο των πολιτικών επιλογών, υπό την αυστηρή έννοια του όρου και προτίθεμαι να παρουσιάσω σχετικές ενδείξεις κατά τη μελέτη του ινδικού υποδείγματος. Ο Κυμλίκα, ενόψει αυτών των προκλήσεων, προτείνει τις εξής, ειδικότερες, τρεις κατηγορίες των αναγκαίων δικαιωμάτων (ή, ορθότερα, πολιτικών ελευθεριών) των πολιτών στη διαφορά[28]selfgovernmentrights), τα πολυεθνοτικά δικαιώματα (polyethnicrights) και τα δικαιώματα ειδικής αντιπροσώπευσης (specialrepresentationrights). για την εξυπηρέτηση της αναγνώρισης των (εθνοτικών και εθνικών) μειονοτήτων, που σήμερα, ουσιαστικά όλα τα κράτη είναι υποχρεωμένα να λάβουν υπόψιν, εφόσον σχεδόν όλα εμπίπτουν είτε στην κατηγορία των πολυεθνικών είτε αυτή των πολυθνοτικών κρατών: τα δικαιώματα αυτοδιοίκησης (
Τα Δικαιώματα Αυτοδιοίκησης, συνήθως λαμβάνουν τη μορφή πολιτικής αυτονομίας ή χωρικής αυτοδιοίκησης, συνήθως, αν και όχι πάντοτε, μέσω ενός ομοσπονδιακού σχήματος, εγγράφονται στις συνταγματικές σταθερές του πολιτικού συστήματος, αν και έχουν περιορισμένη μόνο αναγνώριση στο διεθνές δίκαιο μόνον δυνάμει της αναφοράς στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης για τις πρώην αποικίες αλλά όχι τις μειονότητες. Τα Πολυεθνοτικά Δικαιώματα, αρχικώς, είχαν την έννοια της αποφυγής της πλήρους ταύτισης με τα ήθη και έθιμα της κυρίαρχης πλειοψηφίας αλλά κατ’αυτά, στη συνέχεια, υποστηρίζεται, ότι πρέπει το κράτος να δράσει τόσο αρνητικά εναντίον των κυρίαρχων, συχνά, ρατσιστικών στερεοτύπων όσο και θετικά υποστηρίζοντας την πολιτιστική ποικιλία μέσω ενθάρρυνσης εκπαιδευτικών και μορφωτικών δραστηριοτήτων των μειονοτήτων. Εδώ εντάσσονται ακόμα και οι πολυσυζητημένες, πρόσφατα, απαιτήσεις των μειονοτήτων για εξαίρεση από τις απαγορεύσεις που επιβάλλει η πλειοψηφία έως του σημείου ενσωμάτωσης του προσωπικού δικαίου των θρησκευτικών μειονοτήτων στο κρατικό σύστημα δικαίου αλλά και αιτήματα για την ανάληψη τμημάτων του κράτους πρόνοιας από επιμέρους κοινότητες[29]. Τέλος, τα Δικαιώματα Ειδικής Αντιπροσώπευσης, που εμφανίζονται σαν συμπληρωματικά προς τα άλλα μέτρα, μπορεί να επιδιώκουν τη διόρθωση προηγούμενης άδικης υπο-αντιπροσώπευσης συγκεκριμένων μειονοτήτων μέσω, πιθανόν, μέτρων θετικών διακρίσεων ή τη συμμετοχή άλλων ομάδων του πληθυσμού, που παραδοσιακά, δεν αντιπροσωπεύονταν ως τέτοιες: σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να συνδέονται με αντιπαρατιθέμενες επιδιώξεις, που πολύ απέχουν από την επίλυσή τους[30].
Τα δικαιώματα αυτά απορρέουν από την πρωταρχική αξία της αυτονομίας, η οποία απαιτεί προϋποθέσεις, όπως συγκεκριμένες δυνατότητες επιλογών, ενημέρωση επ’ αυτών, καθώς και την ικανότητα διάκρισης μεταξύ αυτών, ενώ απαραίτητος μηχανισμός για την μετάδοση, εκμάθηση και συμμετοχή σε αυτές είναι ο συγκεκριμένος πολιτισμός, εντός του οποίου ανατρεφόμαστε και διάγουμε. Οι εθνοτικές / εθνικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές συλλογικότητες παρέχουν αυτά τα σημεία αναφοράς και εργαλεία, που είναι απαραίτητα για την ορθή χρήση της αυτονομίας και της ελευθερίας των πολιτών και, κατά τούτο είναι χρήσιμες και δικαιούνται προστασίας. Κατά την ορθότερη ανάγνωση της ανάλυσης του Κυμλίκα, συνεπώς, τα πολυπολιτισμικά δικαιώματα κακώς συγχέονται, ενίοτε, με την ορολογία περί συλλογικών δικαιωμάτων[31], διότι εξειδικεύουν την αρχή της αυτονομίας, της φιλελεύθερης αξίας που αποτελεί τον άλλο πόλο του φιλελευθερισμού, και, συνεπώς, συν- και αλληλο- προσδιορίζονται από την φιλελεύθερη αρχή της ίσης ελευθερίας για όλους[32].
Κατά τούτο, τα πολιτισμικά δικαιώματα διαθέτουν την εξής τριπλή βάση ηθικής νομιμοποίησης: α) την αρχή της διαφοροποιημένης ισότητας σε συνέχεια της μεταρρύθμισης του κοινωνικού κράτους προς την κατεύθυνση υιοθέτησης μέτρων αντίρροπων, θετικών διακρίσεων για την επίτευξη της ουσιαστικής και όχι απλής διαδικαστικής ισότητας και ενσωμάτωσης των κοινωνικο-οικονομικά αποκλεισμένων πολιτών, β) την ύπαρξη γραπτών ιστορικών συμφωνιών ή εννοούμενων κοινωνικών συμβολαίων, οπότε και αποτελεί αντικείμενο ειδικότερης μελέτης η έκταση των κατοχυρούμενων δικαιωμάτων και αξιώσεων, η δυνατότητα μεταρρύθμισής τους και η σχέση τους με άλλους συνταγματικούς θεσμούς, όπως οι χάρτες δικαιωμάτων και τα ανώτατα δικαστήρια και γ) την εγγενή αξία της ύπαρξης ποικιλίας ανταγωνιζόμενων διαθέσιμων κοσμοειδώλων, επιχείρημα το οποίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην χώρα αυτή, μια και συνάδει με ορισμένες ιδιαίτερα διαδεδομένες συγκρητιστικές πρακτικές της πλειοψηφικής ινδουιστικής πίστης.
Καυτηριάζεται, ορθά, η λανθασμένη τάση νομικιστικής ανάγνωσης του φιλελευθερισμού, σήμερα, και, συνακόλουθης, ταύτισής του με την, απλώς, επεκτατική νομολογία εφαρμογής καταλόγων δικαιωμάτων από τα ανώτατα δικαστήρια, γεγονός το οποίο, πλήττει, κακώς, την πολιτική, κατά Ρώλς, διάσταση της δικαιοσύνης[33], ιδίως σε περιπτώσεις πλουραλισμού[34], διότι ξεχνιούνται έτσι οι δυνατότητες ευελιξίας και προσαρμοστικότητας ενός κοινοβουλευτικού συστήματος, που ερείδεται στην πρακτική ανεκτικότητα, κατά την οποία ενθαρρύνεται όχι η υπερβολική εκνομίκευση[35], αλλά ο πολιτικός διάλογος και η διαπραγμάτευση σε όλα τα επίπεδα κοινωνικής συμβίωσης και, κατεξοχήν, στο κοινοβούλιο. Για αυτόν τον λόγο, είναι απαραίτητη η καταφυγή σε ποικίλες μεθόδους και εργαλεία πολιτικής διαβούλευσης, θαυμαστό υπόδειγμα οργάνωσης και λειτουργίας των οποίων αποτελεί η Ινδία.
Οπωσδήποτε, σε ακραίες περιπτώσεις, ορθώς εισάγεται η διάκριση μεταξύ έμμεσων και άμεσων επεμβάσεων εντός της κοινότητας, εν σχέσει με την δυνατότητα του φιλελεύθερου κράτους, εφόσον διαπιστώνονται απλές αντιφιλελεύθερες πρακτικές εντός μίας μειονότητας, ευνοώντας την χρήση εμμέσων κινήτρων διαλόγου και διαπραγμάτευσης, αντί για απευθείας, εξωτερική, απαγορευτική / κατασταλτική, επέμβαση προς συμμόρφωση στα εσωτερικά της όποιας, ιστορικής κοινότητας. Βεβαίως, ορθά, έχουν αποκλεισθεί κατά μία τέτοια προσέγγιση, ορισμένες, τουλάχιστον, ξεκάθαρα αντι-φιλελεύθερες πρακτικές, διότι επισημαίνεται, εξαρχής, ότι τα όποια κοινοτικά αιτήματα δεν μπορούν παρά να έπονται των ατομικών. Σε επίπεδο συνταγματικής θεωρίας και πρακτικής, το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η πολιτική ευελιξία του ινδικού φιλελευθερισμού εκφράζεται, όντως, επί μακρόν ήδη, μέσω πολλαπλών, τέτοιων, διακρίσεων:
α) Σε επίπεδο αξιών, που λειτουργούν διττά, καθώς ορισμένες παραμένουν ως ο αμετακίνητος πυρήνας της πολιτείας, ενώ ορισμένες άλλες υπόκεινται σε βελτιώσεις προκειμένου να εναρμονισθούν πρακτικά μεταξύ τους. Μία εκδοχή αυτή της θεώρησης αυτής, μας την δίνει η θεωρία του σκληρού συνταγματικού πυρήνα, που αναγνωρίζεται,[36] ότι δικαιούνται να επιτηρούν τα δικαστήρια και, ιδίως, το Ανώτατο Συνταγματικό της χώρας, έναντι τυχόν καιροσκοπικών πλειοψηφικών συμμαχιών εντός της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, που μπορούν κατά τα λοιπά να τροποποιήσουν το πεδίο εφαρμογής των περισσοτέρων δικαιωμάτων.
β) Μία περαιτέρω διάκριση που έχει κάνει δεκτή η θεωρία και η πρακτική στην Ινδία αφορά στα δικαστικώς εφαρμοστέα συνταγματικά δικαιώματα, κατ’ αντιδιαστολή προς τις πολιτικές διατάξεις του Συντάγματος, που απευθύνονται στην εκτελεστική εξουσία, δίχως να δεσμεύουν την δικαστική, με αποκορύφωμα την έννοια της ιδιοκτησίας, ιδίως στην πληθώρα δικαστικών αποφάσεων και συνταγματικών αναθεωρήσεων, καθ’ όλη την διάρκεια της περιόδου έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970, με σκοπό την νομική θεμελίωση της επιχειρούμενης, τότε, ευρείας κρατικοποίησης / κοινωνικοποίησης, άνευ αποζημιώσεως της μεγάλης, έγγειας, συχνά σχολάζουσας, ιδιωτικής ιδιοκτησίας.
γ) Τέλος, το ίδιο το ινδικό Σύνταγμα υπόκειται κατά τμήματα σε διαφορετικούς τρόπους και βαθμούς δυσκολίας αναθεώρησης με συμμετοχή ποικίλων θεσμών με διαφορετικό βαθμό επιρροής αναλόγως της θεματικής. Ακόμα και αυτές οι διαδικασίες αναθεώρησης, καθώς και τα σύνορα των ομόσπονδων κρατιδίων, μπορεί να τροποποιηθούν δυνάμει των πλέον δύσκολων διαδικασιών τροποποίησης, όπως και έχει, ήδη, συμβεί επανειλημμένως!
Αυτά τα εργαλεία, όμως, ακριβώς συνιστούν όχι τον τυπικό νομικό συνταγματισμό[37] αλλά τον ευέλικτο και δυναμικώς ανταποκρινόμενο στην κοινωνική και οικονομική δυναμική πολιτικό τρόπο του συνταγματισμού[38], που ήδη έχουμε προδιαγράψει ανωτέρω[39]: η οριζόντια διάκριση των εξουσιών, ιδίως μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των τοπικών στα επιμέρους ομοσπονδιακά κρατίδια καθώς και αυτής μεταξύ της εκτελεστικής, της δικαστικής και της βουλευτικής, με σκοπό την αμοιβαία εξισορρόπησή τους, η καθολική συμμετοχή τόσο κατά το δικαίωμα του εκλέγειν, όσο και του εκλέγεσθαι καθώς και η όσο το δυνατόν διαφανέστερη λειτουργία της εκτελεστικής αλλά και η ευκολότερη πρόσβαση στην δικαστική εξουσία, ιδίως για τους πλέον αδύνατους, καθώς και η διατήρηση μεγάλου μέρους της λεγόμενης «υψηλής» πολιτικής, όπως ο εκλογικός νόμος, οι συνταγματικές αρχές και αξίες, ιδίως, οι ομοσπονδιακές σχέσεις και θεσμοί μακριά από τη μέγγενη του νομικού συνταγματισμού των δικαστηρίων και των νομικών αλλά ανοικτού στην καθημερινή, ολοένα επεκτεινόμενη, θεσμικά, πολιτική, «αγωνιστική», διαβούλευση, κατόπιν ελεύθερων εκλογών, εντός ενός ισχυρού κοινοβουλίου μεταξύ εκπροσώπων όλων των πολιτών!
Κατά πόσον η ανάλυση αυτή παρέχει πειστικές απαντήσεις στο φόβο του πατερναλισμού και της απορρόφησης του αυτόνομου υποκειμένου είτε από ένα ισχυρό κεντρικό κράτος, είτε από όποιες περιχαρακωμένες συλλογικότητες, εξετάζεται στη συνέχεια κατά την αναλυτικότερη παρουσίαση της λειτουργίας του ινδικού συστήματος. Οι παρατηρήσεις αυτές, αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, εφόσον ενσκύψει κανείς εγγύτερα στα των εντάσεων που προκαλεί το ζήτημα της θέσης των μειονοτήτων, τόσο εντός άλλων μειονοτήτων, όσο και εν σχέσει με την ινδουιστική πλειονότητα και των σχετικών επιχειρημάτων που προσφέρουν οι ίδιοι οι Ινδοί θεωρητικοί.
III. Ανεκτική, συμμετοχική και διαλογική η Πρακτική του ινδικού Πολιτικού Συνταγματισμού
Στρεφόμενοι τώρα προς την ίδια την ινδική θεωρία, διάσημο είναι το επιχείρημα του Σεν[40] για τα πανάρχαια στοιχεία ανεκτικότητας, ενθάρρυνσης της συζήτησης και της ειρήνευσης και εξισωτισμού της ινδικής κοινωνία, τόσο εν σχέσει με το βουδιστή αυτοκράτορα Ασόκα[41] όσο και με το μουσουλμάνο αυτοκράτορα Άκμπαρ[42]. Φαίνεται, πώς οι προσπάθειες αυτές έχουν ως θρησκευτικές εκφάνσεις τους, ακόμα και σήμερα, τον Βουδισμό, και, ιδίως, τον Σικκισμό και τον Σουφισμό, ως διακριτά συγκρητιστικά ρεύματα εντός των δύο κύριων θρησκευτικών πολιτισμών, του Ινδουισμού και του Ισλαμισμού, καθώς και έναν διάχυτο λαϊκό πολιτιστικό συγκρητισμό σε όλη την Υπο-ήπειρο – κατά τούτο, είναι δυνατόν να υποστηρίξει κανείς, ότι υφίστανται έως και σήμερα ορατές αποτυπώσεις μίας πολύμορφης όσμωσης, η οποία, πρέπει να δεχθούμε ότι σχετίζεται με τις πανάρχαιες, τιτανικές εντάσεις στην περιοχή[43].
Στο πλαίσιο της επέκτασης της συζήτησης της πολυπολιτισμικότητας, της ετερότητας και της ποικιλομορφίας, Ινδοί θεωρητικοί, σήμερα, και μετά την τραυματική (μετα-) πολεμική εμπειρία της διαίρεσης της Υπο-ηπείρου σε κράτη στη βάση της θρησκείας της πλειοψηφίας των κατοίκων τους, έχουν τελείως πρόσφατα θέσει διαφορετικές όψεις του θέματος σε δημόσια διαβούλευση[44] και από ορισμένους υποστηρίζεται η άποψη ότι η Ινδία προσφέρει ένα διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης των προκλήσεων της πολυμορφίας[45], ιδίως εφόσον μελετηθούν επιμέρους κρατικές πολιτικές[46] υπό το φως των ισχυρότατων εντάσεων λόγω των ποικίλων δημογραφικών διαφορών[47]. Ορισμένοι, μάλιστα, έχουν από καιρό υποστηρίξει τη θέση ότι τα ομοσπονδιακά στοιχεία του ινδικού συστήματος είναι υπεύθυνα για την διασφάλιση της συμβίωσης τόσων κοινοτήτων στα πλαίσια της Ινδικής Πολιτείας[48]. Θα παρουσιαστεί, εδώ, η ανάλυση των Καθηγητών Μπατατσαρίγια και Μπαγκράβα εκτενώς, διότι αφενός μεν συνδιαλέγονται με την φιλελεύθερη θεωρία, που προαναφέρθηκε, και την προεκτείνουν, αφετέρου δε, αποτελούν πολύ καλό εφαλτήριο κατανόησης του συνταγματικού κειμένου του ινδικού Πολιτικού Συνταγματισμού, που αναλύεται κατωτέρω.
Α) Ο Μπατατσαρίγια, κατ’ αρχάς, διακρίνει[49] την δημογραφική πλευρά της πολυπολιτισμικότητας από άλλες πλευρές της, ιδίως την κρατική, την ιδεολογική, την πολιτική της. Δημογραφικά, με πάνω από ένα δισεκατομμύριο κατοίκους, σύντομα το κράτος με τον μεγαλύτερο πληθυσμό στην γη, η ποικιλία γλωσσών, θρησκειών, κοινοτήτων και εθνοτήτων στην Ινδία είναι παροιμιώδης και μοναδική παγκοσμίως. Στη χώρα ομιλούνται πάνω από 18 επίσημες γλώσσες και πάνω από 200 απλές γλώσσες και περί τις 2000 διαλέκτους, ενώ λατρεύουν κατά τον ινδουισμό, ισλαμισμό, σικκισμό, βουδισμό, τζαϊνισμό, χριστιανισμό, ανιμισμό, πέραν της απίστευτης ποικιλομορφίας των συγκριτιστικών εκδοχών και συνδυασμών όλων των ανωτέρω. Τα υπέρ-τριάντα κρατίδια της χώρας αντιστοιχούν στις περισσότερες περιπτώσεις στην πολιτική αποτύπωση της γεωγραφικής συγκέντρωσης των κυριότερων εθνο-θρησκευτικών ή εθνο-γλωσσικών κοινοτήτων και εθνοτήτων ως αποτέλεσμα δύο κυμάτων επαναχάραξης των εσωτερικών συνόρων, το πρώτο εκ των οποίων επικεντρώθηκε στο νότο της χώρας τη δεκαετία του 1960 ενώ το δεύτερο αφορά στις βόρειες και ανατολικές περιοχές της χώρας και βρίσκεται σε εξέλιξη ακόμα και σήμερα[50]. Αυτή αποτελεί την ορατή, από πλευράς κρατικής οργάνωσης, πλευρά της ινδικής πρακτικής απάντησης σχετικά με την τρομερή ποικιλομορφία, που αντιμετωπίζουν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κρατίδια είναι ομοιογενή, απλώς η αναδιοργάνωσή τους έχει απλοποιήσει την κατάσταση σε κάποιο βαθμό, αν και αρκετές άλλες ομάδες δεν έχουν επιτύχει παρόμοια αναγνώριση αντίστοιχων αιτημάτων τους παρά τις προσπάθειες τους και τις σχετικές εντάσεις. Συνολικά, μία σειρά θεσμικών μέτρων έχουν ληφθεί προς επίρρωση της ανάλυσης του Κυμλίκα σε όλα τα επίπεδα της κρατικής οργάνωσης καθώς μετά από μία πρώτη, περιορισμένη, αναστραφείσα εδώ και καιρό, προσπάθεια ενοποίησης των κρατιδίων στη δεκαετία του 1950, έκτοτε σειρά αρμοδιοτήτων έχει μεταβιβασθεί στα τοπικά κρατίδια, στα περιφερειακά, δημοτικά και κοινοτικά συμβούλια (πανταγιάτ)[51], ακόμα και σε σε πολλά τοπικά συμβούλια, ιδίως των δασόβιων φυλών, ενώ έχει επιδιωχθεί η αντιπροσώπευση των περισσότερων μειονοτήτων τόσο σε τοπικό όσο και σε κεντρικό επίπεδο στη δημόσια διοίκηση και διαβούλευση. Μάλιστα οι ενέργειες αυτές έχουν αναληφθεί, μαζί με την θετική δράση υπέρ των μειονοτήτων, ρητά ως ακρογωνιαίος λίθος της ιδεολογίας της σύγχρονης Ινδίας, όπως προκύπτει από την έμφαση, μεταξύ άλλων, του ίδιου συνταγματικού κειμένου και της έως τώρα έμφασης της πρακτικής εφαρμογής του στην Ισότητα!
Ειδικότερα, επειδή υφίστανται διάφοροι μηχανισμοί σχετικά πολύ εύκολης αναθεώρησης του Συντάγματος του 1949, ειδικά σε σχέση με ζητήματα επαναχάραξης εσωτερικών συνόρων (καθώς απαιτείται, απλώς, απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κατόπιν πρότασης του Προέδρου της Δημοκρατίας και εφόσον έχει διαβουλευθεί σχετικά το νομοθετικό σώμα του αντίστοιχου κρατιδίου) και οι σχετικές διατάξεις έχουν χρησιμοποιηθεί πάμπολες φορές με αποτέλεσμα την ψήφιση, τουλάχιστον, είκοσι τέτοιων νόμων, δηλαδή για την επαναχάραξη και ίδρυση νέων κρατιδίων, πολλές ομάδες έχουν επιτύχει στην αναγνώρισή τους ως μειονότητες εντός μειονοτήτων και στην, συνακόλουθη, αυτόνομη πολιτική τους αντιπροσώπευση είτε μέσω της ειδικής αντιπροσώπευσής τους στο ομοσπονδιακό κέντρο, είτε μέσω της αυτοδιοίκησής τους μέσω των νεοσχηματισμένων αυτών τοπικών μονάδων και κρατιδίων: συνολικά, πρέπει κανείς να δεχθεί ότι η Ινδία αποτελεί μεν νομικά ενιαίο κράτος αλλά, έως τώρα, έχει επιδείξει μία ιδιαίτερα ευέλικτη, ομοσπονδιακή και κοινοβουλευτική, πρακτική[52] όσον αφορά στην, κατ’ αρχήν, πολιτική διευθέτηση τέτοιων μειονοτικών αιτημάτων[53]. Αυτή αποτελεί, σε συντομία, μία άλλη, πολιτική, «αγωνιστική», πλευρά της πολυμορφίας, που αφορά, κατ’ αρχάς, στην κρατική οργάνωση: παρά την πανσπερμία γλωσσών, οι πολιτικές δυνατότητες του συνταγματικού κειμένου μέσω της ευέλικτης πρακτικής διαβούλευσης σε τοπικό και κεντρικό ομοσπονδιακό επίπεδο του ενιαίου ινδικού κράτους διευκολύνουν την σταδιακή ανάδυση εκείνου του ορίζοντα «αγωνιστικού» διαλόγου επί τη βάσει του κοινού, πια, λεξιλογίου του Συντάγματος[54].
Β) Η ανάλυση του Μπαργκάβα[55], στο κανονιστικό επίπεδο, ορίζει την πολυπολιτισμικότητα ως μία προσπάθεια, που υπογραμμίζει τη σημασία του «ανήκειν» ενώ, ταυτόχρονα, νομιμοποιεί την επιθυμία να διατηρήσει κανείς τη «διαφορετικότητά» του. Περαιτέρω, επιχειρηματολογεί υπέρ μιάς «πολιτικής πολυποτισμικότητας», η οποία ενσωματώνει τόσο πολιτικές συλλογικών στόχων, όσο πολιτικές της διαφορετικότητας σχετικές προς την παροιμιώδη ινδική ποικιλομορφία, διότι στοχεύει τόσο στην καλλιέργεια του αισθήματος της συλλογικότητας, όσο και την ενθάρρυνση της διαφοράς, γεγονός για το οποίο οι φιλελεύθεροι δημοκράτες, συχνά, θεωρεί ότι αδιαφορούν. Θέτοντας το απλά, κανένας δεν πρέπει ούτε να υποφέρει εξαιτίας της ταυτότητάς της / του, με όση ιδιαιτερότητα και εάν την ορίζει ή με όση ιδιοσυγκρασία και εάν την ασκεί, ούτε να πιέζεται για να εγκαταλείψει ή συμβιβάσει την ίδια της / του την ταυτότητα ως τίμημα για τη λήψη των πλεονεκτημάτων νέων πολιτικών δικαιωμάτων.
Ο βασικός του ισχυρισμός είναι ότι τόσο η εξομοίωση όσο και η διαφορετικότητα μπορούν να αποτελέσουν πηγές ανισότητας και αδικίας. Δεν πρέπει καμία και κανένας να γίνεται αντικείμενο διάκρισης εξαιτίας των ειδικών χαρακτηριστικών της θρησκείας και της κουλτούρας της / του, ή να αναγκάζεται να παραμερίσει πολιτισμικές ιδιαιτερότητές της / του ως προϋπόθεση της απόκτησης νέας ιθαγένειας. Κατά κάποιον τρόπο, πρέπει να βρεθεί χώρος, ώστε να διευκολυνθεί η πολυπολιτισμική ιδιαιτερότητα εντός της πολιτικής σφαίρας, που έχει, ήδη, οργανώσει ο φιλελεύθερος ατομισμός και η δημοκρατία. Πρέπει, ιδιαίτερα, να είμαστε προσεκτικοί εναντίον ορισμένων «λανθανουσών απαγορεύσεων» εντός της δημοκρατίας μας, ή, άλλως, πρέπει να επαγρυπνούμε εναντίον ενός φοβερού «εθνικά, καθαρού κράτους». Αυτή η επιχειρηματολογία του μας θέτει ενώπιον του κρίσιμου ερωτήματος κατά πόσον κάθε «διαφορετικότητα» δικαιούται της προσοχής μας και της λήψης ίσης φροντίδας;! Μήπως, μία υπερέμφαση στην διαφορετικότητα, δημιουργεί αντιθέσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς συλλογικούς στόχους και στην σχετική κατανομή των πόρων;!
Ο Μπαργκάβα στο έργο του[56], προτείνει τις εξής, περαιτέρω, διακρίσεις τύπων πολυπολιτισμικότητας συνδιαλεγόμενος ουσιαστικά με τους θιασώτες των κυριότερων πολιτικών προγραμμμάτων για το μέλλον της χώρας του ενόψει αυτών των πραγματικών ερωτημάτων: της φιλελεύθερης πολυπολιτισμικότητας, της αυταρχικής πολυπολιτισμικότητας και της δημοκρατικής πολυπολιτισμικότητας. Στο πλαίσιο της Ινδικής πολιτείας, ο Μπαργκάβα έχει αναγνωρίσει, δε, τα παρακάτω προβλήματα της πολυπολιτισμικότητας, εν σχέσει με την ενθάρρυνση της ιδιαίτερης ταυτότητας: Πρώτον, μία υπερβολική έμφαση στην ιδιαίτερη και ουσιαστική ταυτότητα μπορεί να οδηγήσει στην περιθωριοποίηση των άλλων και, τελικώς, στην απαγόρευση εισόδου τους στην επιδιωκόμενη κοινότητα και την πλήρη απόρριψη του Άλλου. Δεύτερον, υπερβολική ενθάρρυνση της διαφορετικότητας, βαθαίνει τα χάσματα και τις διαιρέσεις καθιστώντας, έτσι, δυσκολότερη, μακροπρόθεσμα και γενικότερα, την οικοδόμηση κοινών θεμελίων μίας αρμονικής συμβίωσης. Τρίτον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί να ενθαρρυνθεί κάποια κοινότητα να επεκτείνει λανθασμένα την επιρροή της επί των ατομικών ελευθεριών των ατόμων υπονομεύοντας τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Συγκεκριμένα, ο Μπαργκάβα θεωρεί απαράδεκτη την αυταρχική πολυ-πολιτισμικότητα, διότι τείνει να ακυρώσει την προσωπική ελευθερία και αυτονομία, παραμένοντας μονοσήμαντα εγκλωβισμένη στην εμμονή της ταυτότητας και της συμμετοχής σ’ αυτήν. Η φιλελεύθερη πολυπολιτισμικότητα αντιλαμβάνεται, από την άλλη μεριά, την καταπίεση αυτού του είδους αλλά επιλέγει να διατηρήσει «εκτεταμένους χώρους της δημόσιας σφαίρας απρόσβλητους από την πολιτική επέμβαση και επιτρέπει την εσωτερική της κοινότητας καταπίεση να συνεχίζεται με αποτέλεσμα, απομονώνοντας την πολιτική σφαίρα από το εσωτερικό των διαφορετικών κοινοτήτων, να καταλήγει στην παγίωση, ακριβώς, αυτών των διαφορών».
Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφερθεί η άποψη του Μπιλγκράμι, διότι εισάγει το ερώτημα της θέσης του συνεπούς αλλά και μη αυτοαναιρούμενου φιλελεύθερου ενώπιον μίας λιγότερο φιλελεύθερης, προβληματικής κοινότητας. Ο Μπιλγκράμι βάσει της διάκρισης ανάμεσα στο έθνος – κράτος και έθνους αφενός και κοινότητας αφετέρου[57], επισημαίνει, ιδίως, εν σχέσει με τη μουσουλμανική κοινότητα της χώρας και το θρησκευτικό οικογενειακό και κληρονομικό της δίκαιο, έναν κίνδυνο για μία φιλελεύθερη πολυπολιτισμική κρατική πολιτική, εφόσον επιτρέπει αντι-φιλελεύθερες πολιτικές να συνεχίζονται στο εσωτερικό μίας κοινότητας, στο μέτρο που συνεχίζεται η μη-εισαγωγή ενιαίου αστικού κώδικα για όλους τους πολίτες της χώρας: εφόσον στην πραγματικότητα το λεγόμενο δικαίωμα εξόδου, κατά την φιλελεύθερη προσέγγιση, μίας καταπιεζόμενης γυναίκας από το πλέγμα μίας μη-φιλελεύθερης κοινότητας δεν υφίσταται ως πραγματική δυνατότητα[58], μία απλώς, φιλελεύθερη πολυπολιτισμική κρατική πολιτική σε ορισμένα, τουλάχιστον, θέματα κοινοτικού ενδιαφέροντος κινδυνεύει να αυτο-αναιρεθεί[59].
Διαπιστώνοντας όλη αυτήν την παθολογία, ο Μπαργκάβα υποστηρίζει τη «δημοκρατική» πολυπολιτισμικότητα, επειδή «είναι πληρέστερα προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει την ένταση μεταξύ της συμμετοχής σε μία ταυτότητα αφενός και των απαιτήσεων της ατομικής αυτονομίας, ώστε να εναρμονίσει στη δημόσια σφαίρα αμφότερα αυτά τα θέματα».
Η δημοκρατική πολυπολιτισμικότητα επιμένει στην διατήρηση του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος προσκαλεί την πολιτική συμμετοχή όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως κοινότητας, και που δεν είναι αδιάφορος αλλά αποδοκιμάζει καταπιεστικές κοινοτικές πρακτικές, με σκοπό να εκριζώσει την υποταγή και την καταπίεση. Έτσι, το κράτος είναι πρωτοπόρος της εκσυγχρονιστικής αλλαγής αλλά κατά τρόπο διαφορετικό από όσους είμαστε, ήδη, εξοικειωμένοι[60]. Στο μέτρο, δε, που η φυσιογνωμία καθώς και, συχνά, και οι εκλογικές και άλλες δημόσιες συμπεριφορές πάρα πολλών μελών του εκλογικού σώματος επηρεάζεται ισχυρά από την θρησκευτικότητα τους, είναι εύλογο για ένα εκσυγχρονιστικό κράτος να μην διατηρεί τη γαλλική, αυστηρή διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, κυριαρχώντας στο μεν, και εξοστρακίζοντας τη θρησκευτικότητα στο δε. Κατά τούτο, η ινδική Πολιτεία αποφεύγει να οργανώσει μία κρατική ισχυρή πατερναλιστική ή κορπορατιστική παιδεία και με πρακτικό πνεύμα αναγνωρίζει την πρακτική χρησιμότητα ιδιωτικών[61] και τοπικών ενεργειών, ιδίως, θρησκευτικών κοινοτήτων και ιδρυμάτων να ενσταλάξουν τα ιδεώδη προς συμμετοχή στο δημόσιο βίο.
Κατά τον Μπαργκάβα, τέτοια φιλοδοξεί να είναι η Ινδική πολιτεία και έξι είναι τα χαρακτηριστικά, που αξίζουν αναφοράς, όπως φωτίζονται ειδικότερα κατωτέρω από το συνταγματικό γράμμα και πρακτική:
α) πρώτον, οι διαφορετικές κοινότητες και θρησκείες δεν είναι εξαρτήματα ή επήλυδα στοιχεία, αλλά εξ αρχής συστατικά μέρη αυτής της κοινής προσπάθειας της δημοκρατικής πολυπολιτισμικότητας, ως μέρη του Ινδικού υποδείγματος (ιστορικότητα συνύπαρξης κοινοτήτων).
β) το Ινδικό Σύνταγμα δεν εναντιώνεται προς τις θρησκευτικές κοινότητες. Αν και ο κρατικός μηχανισμός δεν ταυτίζεται με κάποια συγκεκριμένη εκκλησία ή με τη θρησκεία γενικότερα, καθώς δεν υπάρχει καθιερωμένη θρησκεία ή εκκλησία, υπάρχει επίσημη, δημόσια αναγνώριση των θρησκευτικών κοινοτήτων (μετριοπαθής κοσμικός χαρακτήρας του ινδικού κράτους).
γ) υπάρχει, επισήμως, δέσμευση προς πολλαπλές αξίες, καθώς η ελευθερία και η ισότητα δεν συλλαμβάνονται στενά αλλά ερμηνεύονται ευρέως, ώστε να καλύψουν την σχετική αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων και την κοινωνική ισότητα, όπως και άλλες πρωταρχικές αξίες, όπως η ειρήνη και ανεκτικότητα μεταξύ των κοινοτήτων. Το ινδικό Κράτος είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητο στην πιθανότητα των θρησκευτικών κοινοτήτων να ευλογήσουν (ή να αποθαρρύνουν) τη βία (πρακτική ανεκτικότητα του ινδικού κράτους).
δ) τέταρτον, το ινδικό Σύνταγμα δεν υψώνει τείχος χωρισμού κράτους εκκλησίας – παρότι υπάρχουν όρια, αυτά είναι πορώδη: το γεγονός αυτό επιτρέπει στο κράτος να παρεμβαίνει στις εκκλησίες, για να τις βοηθήσει ή να τις εμποδίσει. Κάτι τέτοιο περιλαμβάνει πολλαπλούς ρόλους: αδιάκριτη αδειοδότηση σε εκπαιδευτικούς οργανισμούς των θρησκευτικών κοινοτήτων, παρεμπόδιση κοινωνικο-θρησκευτικών θεσμών που αρνούνται την ίση αξία των μελών τους ή άλλων (π.χ. η απαγόρευση του θεσμού των αθίκτων, η υποχρέωση να επιτέπεται η είσοδος όλων, ανεξαρτήτως κάστας να εισέρχονται στους ινδουιστικούς ναούς, και, δυνητικά[62], η εξίσωση της θέσης των μελών των δύο φύλλων). Εν συντομία, η σχέση διάκρισης κράτους και θρησκείας δεν ερμηνεύεται σαν αυστηρή απαγόρευση συσχέτισής τους ή κρατική ουδετερότητα αλλά, μάλλον, ως συσχέτιση επί τη βάσει αυτών των γενικών αρχών (principled distance).
ε) έτσι, καταδεικνύεται ότι δεν χρειάζεται να επιλέξουμε μεταξύ ενεργητικής εχθρότητας και παθητικής αδιαφορίας ή μεταξύ ασεβούς εχθρότητας και ευσεβούς αδιαφορίας. Μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα όσον είναι απαραίτητο εχθρικοί εφόσον διατηρούμε έναν ενεργητικό σεβασμό: το κράτος επεμβαίνει για να παρεμποδίσει ορισμένες πρακτικές, οι οποίες παραβιάζουν τον σκληρό πυρήνα των συνταγματικών αξιών του, ενώ ταυτόχρονα, επιδεικνύει σεβασμό για τις θρησκευτικές κοινότητες έμπρακτα υποστηρίζοντάς τες με κάποιον άλλο τρόπο[63] (σχέση συναλληλίας ινδικού κράτους και θρησκείας).
στ) Έκτον, αποφεύγοντας ευθύς εξ αρχής να παγιώσει την αφοσίωσή του στην αποκλειστική και μανιχαϊστική προστασία ή των ατομικών ή των κοινοτικών αξιών, το ινδικό κράτος δεν καθορίζει αυστηρά αλλά πορώδη όρια ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, και, έτσι, ο συνταγματικά κοσμικός χαρακτήρας του κράτους επιτρέπει επί αυτών των θεμάτων τη λήψη αποφάσεων κατά την ανοικτή δυναμική της κοινοβουλευτικής, δημοκρατικής πολιτικής (δημοκρατική πολιτική πολυπολιτισμικότητας).
Κατά τούτο, καθίστανται ευκρινέστερα τα πολιτικά στοιχεία ενός διακριτού ινδικού υποδείγματος, του δημοκρατικού (κοινοβουλευτικού και ομοσπονδιακού) Πολιτικού Συνταγματισμού. Το ινδικό υπόδειγμα αναγνωρίζει την εγγενή σημασία της ελευθερίας και της συμμετοχής, άλλως την μετοχής εν ελευθερία στο πλαίσιο ενός κλίματος ανεκτικότητας, και την εποικοδομητική της δυνατότητα μέσω του διαλόγου και της διαβούλευσης, αλλά, επίσης, θέλγεται ιδιαίτερα από την εργαλειακή χρηστικότητα των αξιών αυτών: τόσο οργανωτικά ώστε να αυξάνεται η ευαισθησία της κοινωνίας και να βελτιώνεται η απόδοση του κράτους προς τις ανάγκες των πολιτών, όσο και παιδευτικά για να εξασφαλίζεται η (ανα-) μόρφωση και του τελευταίου πολίτη μέσω της εξάσκησης αυτών των πολιτικών ελευθεριών[64].
Οι πολιτικές ελευθερίες θάλπουν μία αισιόδοξη πεποίθηση για τις δυνατότητές μας και, άρα το μέλλον μας και, συνεπώς, ευνούν ένα αγωνιστικό φρόνημα στο εδώ και τώρα της ύπαρξής μας. Ακόμα και η ελευθερία, όμως, ή οποιαδήποτε άλλη αξία δεν γίνεται δεκτή ως αποκλειστική και πρυτανεύουσα αξία στον πολύμορφο αυτό ινδικό πολιτισμό: η πολιτική συμμετοχή ενισχύεται, ιδίως, μέσω της προσέλκυσης των λιγότερο ευνοημένων στρωμάτων, λόγω της αξίας της για αυτούς τους ίδιους τους πολίτες. Από την άλλη πλευρά, δεν έχει υποστηριχθεί πειστικά στην Ινδία κάποια ισχυρώς περφεξιονιστική αντίληψη ή πρακτική της πολιτικής ή άλλης αρετής. Βεβαίως, η πολιτική συμμετοχή ενισχύεται ως αγαθό, εργαλειακά όμως, διότι τείνει στην εξάλειψη της διαδεδομένης στη χώρα φτώχειας και καταπίεσης, που πηγάζουν από την κρατική ή από όποια άλλη εξουσία, τοπικής, ταξικής, θρησκευτικής ή κοινοτικής χροιάς[65]. Το κατά πόσον εναρμονίζονται τα ρεπουμπλικανικά αυτά στοιχεία με τις απαιτήσεις της διανεμητικής και της διαδικαστικής δικαιοσύνης εξετάζεται, στο αμέσως ακόλουθο τμήμα, εν σχέσει με το ίδιο το Συνταγματικό Κείμενο της Ινδίας[66].
IV. Το συνταγματικό κείμενο[67]: η Ισότητα ως σύμβολο και τεχνολογία
Πυρετώδεις προσπάθειες στην πολυαίμακτη περίοδο κατά και αμέσως μετά τον Διαχωρισμό της Υπο-ηπείρου σε δύο κράτη με βάση το θρήσκευμα των κατοίκων τους, δηλαδή το Πακιστάν και την Ινδία, οδήγησαν στην ψήφιση ενός μακροσκελούς Συντάγματος, στο προοίμιο του οποίου διακηρύσεται η απόφαση του λαού της χώρας για
την σύνταξη του πολιτεύματος της χώρας ως ανεξάρτητη, σοσιαλιστική και κοσμική[68], προεδρική δημοκρατία[69].
Πρωταρχική στόχευση του Προιμίου κειμένου αυτού είναι η κοινωνική, οικονομική και πολιτική Δικαιοσύνη. Αμέσως ακολουθείται η διακήρυξη διασφάλισης της γνωστής μας τριάδας αξιών του φιλελεύθερου εκσυγχρονισμού, της ελευθερίας, της ισότητας και της αδερφοσύνης για όλους τους πολίτες.
Η Ισότητα, συγκεκριμένα, ορίζεται σε σχέση με την κοινωνική θέση και τις ευκαιρίες. Εφόσον πρώτα διακηρύσσεται ως στόχευση η διασφάλιση αυτών των αξιών, δύο πράγματα γίνονται προφανή κατά την διατύπωση αυτή του συνταγματικού κειμένου, ιδίως σχετικά με την διασφάλιση της ισότητας κοινωνικής θέσης και ευκαιριών: α) υπολαμβάνεται ως σημαντικό πρόβλημα της νέας Ινδίας η άνιση κοινωνική θέση και η έλλειψη ευκαιριών διαθέσιμων για, τουλάχιστον, κάποιο τμήμα των πολιτών της χώρας, και β) διατυπώνεται, έτσι, έμμεσα, η πολιτική βούληση εξίσωσης αυτών των ανισοτήτων ως συνταγματική στόχευση. Εισάγεται, δηλαδή, η προβληματική της ανισότητας[70] ως συστατικό στοιχείο της συντεταγμένης ινδικής Πολιτείας, και δικαιολογείται το πρόγραμμα κοινωικής μηχανικής και εκσυγχρονισμού της χώρας[71].
Περαιτέρω, το Συνταγματικό κείμενο της Ινδίας περιλαμβάνει έναν κατάλογο θεμελιωδών δικαιωμάτων (τμήμα ΙΙ) και έναν κατάλογο θεμελιωδών αρχών (τμήμα ΙΙΙ). Ο πρώτος αφορά σε αγώγιμα στα δικαστήρια δικαιώματα, ενώ ο δεύτερος σε διακηρύξεις που απευθύνονται προς την εκτελεστική εξουσία. Η Ισότητα, αναλύεται στον πρώτο από αυτούς τους καταλόγους, αυτόν των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ως το πρώτο στην σειρά, και σε σπουδαιότητα, δικαίωμα με αγώγιμες αξιώσεις[72].
Το Συνταγματικό κείμενο εκκινεί τον κατάλογο των θεμελιωδών δικαιωμάτων με την Ισότητα ενώπιον και δια του νόμου, όπως την γνωρίζουμε από την πολιτική και συνταγματική παράδοση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου (άρθρο 14)[73] και συνεχίζει με την Ισότητα ως γενική απαγόρευση των διακρίσεων δυνάμει θρησκείας, φυλής, κάστας, φύλλου ή τόπου γέννησης με ενέργεια έναντι τρίτων (άρθρο 15) αλλά και ως θετική αναδιανεμητική δράση (άρθρο 15 παρ. 4 όπως τροποποιήθηκε)[74]. Το Συνταγματικό κείμενο ολοκληρώνει με την Ισότητα των ευκαιριών πρόσληψης στον Δημόσιο Τομέα (άρθρο 16)[75], και την ευθεία ποινική απαγόρευση της πρακτικής των «άθικτων» (άρθρο 17)[76].
Εντυπωσιάζει ότι το κείμενο αυτό αναπτύσσει ιδιαίτερα διατάξεις ρυθμίσεων για την ισότητα που θίγουν τις πιο πιεστικές διαστάσεις αυτής της προβληματικής, δηλαδή την απαγόρευση των διακρίσεων (α) και την ισότητα των ευκαιριών (β). α) Όσον αφορά στην πρώτη διάσταση της απαγόρευσης των διακρίσεων, παρατηρείται ότι απευθύνεται πρώτον στο ίδιο το Κράτος (άρθρο 15). Είναι ακόμα πιο σημαντικό, όμως, ότι εισάγεται τριτενέργεια της απαγόρευσης σε ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής: ρητά, δηλαδή, απαγορεύει διακρίσεις ακόμα και στις σχέσεις μεταξύ πολιτών και, εν γένει, ιδιωτών, εφόσον αφορούν στην πρόσβαση σε καταστήματα, σε εστιατόρια, σε ξενοδοχεία και σε χώρους διασκέδασης ή την χρήση πηγαδιών, υδατοδεξαμενών, αναβαθμών πλύσης, δρόμων και σημείων δημόσιας αναψυχής εφόσον συντηρούνται αυτά έστω και εν μέρει με κρατική χρηματοδότηση ή είναι αφιερωμένα στη δημόσια χρήση. Η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει, επομένως, με δεδομένες την μεγάλη έκτασή του εν στενή εννοία Κράτους, τις δυνατότητες περαιτέρω επιρροής του στην κοινωνία και την οικονομία της χώρας καθώς και την ευρεία διατύπωση της τριτενέργειας της απαγόρευσης, έναν πάρα πολύ εκτεταμένο χώρο της βιοτικής σφαίρας του πολίτη σε ολόκληρη την χώρα. Μπορούμε, συνεπώς, να αναγνωρίσουμε, ότι αυτή η απαγόρευση των διακρίσεων, εάν εννοηθεί ως αμυντική ελευθερία έναντι των αυθαίρετων, δηλαδή των παράνομων διακρίσεων, από οποιονδήποτε και αν προέρχεται, ότι συνάδει με τη ρεπουμπλικανική αντίληψη περί ελευθερίας ως μη-κυριαρχίας[77], ιδίως, έναντι μη-κρατικών εξουσιαστικών φαινομένων θρησκευτικής, κοινωνικής ή τοπικιστικής φύσεως.
Ο εν ευρεία εννοία Δημόσιος Χώρος, όμως, θεωρήθηκε ότι δεν είναι δυνατόν να αποκαθαρθεί διαμιάς από τις διακρίσεις δίχως την περαιτέρω ενεργητική κοινωνική μηχανική του Κράτους με σκοπό την εξυπηρέτηση των αιτημάτων της αναδιανεμητικής δικαιοσύνης: για αυτόν τον λόγο προβλέπονται ειδικές δράσεις του Κράτους υπέρ των παιδιών, των γυναικών (15 παρ. 3), τις προσδιορισμένες κάστες και φυλές (15 παρ. 4) (μέλη σε Προκαθορισμένες Κάστες και Φυλές, εφεξής ΠΚΦ, περί το 15% και το 7,5 του γενικού πληθυσμού, αντιστοίχως) σε συγκεκριμένα κρατίδια και των πολιτών που ανήκουν στις υποανάπτυκτες κλάσεις (τα μέλη των Λοιπών Υποανάπτυκτων Τάξεων, ΛΥΤ εφεξής, που βρίσκονται πάνω από τις Προκαθορισμένες Κάστες και Φυλές αλλά κάτω από τις τρεις, κύριες, κατά την κυρίαρχη ινδουιστική αντίληψη, τάξεις της κοινωνίας, που αποτελούν περί το 25% του γενικού πληθυσμού). Για την ενίσχυση της θέσης της γυναίκας, αρκεί στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι εμπλέκεται με την πορεία των μειονοτικών δικαιωμάτων και ότι τμήμα της παρουσίασης αυτής θίγει ακριβώς στο ζήτημα της μειονότητας εντός της μειονότητας κατωτέρω. Το σύστημα της κοινωνικής μηχανικής στηρίζεται, κυρίως, στη ρύθμιση του άρθρου 15 παρ. 4 που επιτρέπει την κατά απόκλιση της απαγόρευσης των διακρίσεων κρατική ενέργεια για την βελτίωση της θέσεως πολιτών που προέρχονται από μορφωτικά και κοινωνικά υπανάπτυκτες τάξεις και από τις προκαθορισμένες κάστες και φυλές (περίπου το 47% του γενικού πληθυσμού, συνολικά). Το σύστημα, δε, αυτό συμπληρώνεται με έναν κατάλογο Προκαθορισμένων ομάδων (που είναι κάστες ή φυλές) μέλη, των οποίων δικαιούνται να τύχουν μέτρων θετικής διάκρισης με περαιτέρω νομοθετική δράση, η οποία έως τώρα έχει επικεντρωθεί στις ποσοστώσεις εισόδου στο πανεπιστήμιο.
β) Όσον αφορά στην ισότητα των ευκαιριών πρόσληψης στον δημόσιο τομέα (άρθρο 16) παρατηρείται ότι: σε μία χώρα κατά βάσιν γεωργική για το μεγαλύτερο τμήμα της σύγχρονης μας ιστορίας της και με την πλειοψηφία του πληθυσμού να εξακολουθεί να στηρίζεται στη γη για την επιβίωσή του, όχι μόνο η πρόσληψη στον εκτεταμένο Δημόσιο τομέα αποτέλεσε κύρια οδό ταχείας οικονομικής και κοινωνικής ανέλιξης για τους πολίτες, αλλά ταυτόχρονα και μοναδικό σε αποτελεσματικότητα και δημοτικότητα μοχλό της κοινωνικής μηχανικής του προγράμματος εκσυγχρονισμού της κοινωνίας. Συνεπώς, δεν πρέπει να μας εκπλήσει ούτε η έκταση του συγκεκριμένου άρθρου (είναι το μακροσκελέστερο όλων των άρθρων για το δικαίωμα ισότητας) ούτε οι λεπτομερεικές ρυθμίσεις στις οποίες προβαίνει.
Συνολικά, εισάγεται, μεν, η κλασσικά διατυπωμένη διαδικαστική ισότητα ενώπιον του νόμου για τις προσλήψεις στο δημόσιο, ρητά, δε, απαγορεύονται οι ίδιες με το προηγούμενο άρθρο διακρίσεις δυνάμει θρησκείας, φυλής, κάστας, φύλλου ή τόπου γέννησης, που μπορεί να απορρέουν από τον κρατικό ή και όποιον άλλο εξουσιαστικό μηχανισμό, κοινωνικό, γεωγραφικό, φυλετικό, θρησκευτικό ή κοινοτικό. Μία άλλη κύρια θεματική της ισότητας, όμως, αφορά στην κατοχύρωση της δυνατότητας θετικής διανεμητικής δράσης της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας προς εξισορρόπηση των ήδη υπαρχουσών ανισοτήτων. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 16, καθορίζεται η δυνατότητα του Κράτους να αποκλίνει από την αξιοκρατική επιλογή υπαλλήλων του, ώστε να διασφαλισθεί η κατάλληλη, κατά την κρατική προαίρεση, αντιπροσώπευση μελών από τις υποανάπτυκτες τάξεις και ΠΚΦ και στην Δημόσια Υπηρεσία. Μέριμνα λαμβάνεται να διασφαλισθεί η αντιπροσώπευση των τελευταίων κατά το στάδιο των προαγωγών κατά αρχαιότητα και ακόμα και μετά από αυτές.
Πέρα από το άρθρο 14 το οποίο γίνεται δεκτό ότι αναφέρεται στη γνωστή κλασσική προβληματική της ισότητας, το κείμενο του άρθρου 16 καλύπτει μόνο μέτρα επαγγελματικής αποκατάστασης πολιτών στο δημόσιο, όχι τα των ποσοστώσεων εισαγωγής στο πανεπιστήμιο τα οποία βασίζονται στο κείμενο του προηγούμενου άρθρου 15. Κατά τούτο διακρίνονται οι νομικές βάσεις αυτών των στόχων θετικής εξισωτικής ισότητας τόσο μεταξύ τους όσο και από το πεδίο της πολιτικής αντιπροσώπευσης: προβλέπεται η κατοχύρωση ορισμένων θέσεων αναλογικά προς τον πληθυσμό τους τόσο στην Κάτω Βουλή όσο και τις Αντιπροσωπείες σε τοπικό επίπεδο για αντιπροσώπους των ΠΚΦ (82 επί συνόλου 543 στην παρούσα) σε προσωρινή βάση ανανεωμένη πρόσφατα έως το 2025[78]. Στην ουσία τους, πάντως οι δύο νομικές αυτές βάσεις δίνουν έναυσμα σε, περίπου, 25% ποσόστωση για τις ΠΚΦ (επί πλέον της οποίας αναγνωρίζεται σήμερα στην πράξη και άλλο ένα περίπου 25% για τα μέλη των λοιπών υποναάπτυκων τάξεων, ΛΥΤ) στους τομείς αυτούς δυνάμει της κρατικής δράσης, ποσοστό που δεν απέχει από την πραγματική κατανομή του πληθυσμού των εν λόγω ομάδων, και συχνά συμπληρώνονται με μέτρα των τοπικών κρατών υπερακοντίζοντας τις συστάσεις του Κυμλίκα, που εξετάσαμε ενωρίτερα.
Κρίσιμες ήταν σχετικώς αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας[79] από τα πρώτα ήδη χρόνια λειτουργίας του, εν σχέσει με τα κρατικά προγράμματα θετικής δράσης, δηλαδή πολύ ενωρίτερα από τις αντίστοιχες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ[80]. Σε μία από τις πρώτες υποθέσεις του, το Δικαστήριο διακήρυξε ότι ισότητα ενώπιον του νόμου δεν σημαίνει ίδια μεταχείριση ανόμοιων περιπτώσεων αλλά, αντιθέτως, ότι η αρχή της μη διάκρισης προϋποθέτει, εν σχέσει με το ίδιο πεδίο εφαρμογής, την ομοιότητα των περιπτώσεων[81].
Ενδιαφέρουσα, και πολιτικά αμφιλεγόμενη, έχει αποδειχθεί, ιδίως[82], η κρατική πολιτική θετικών διακρίσεων κατά την είσοδο στις ανώτατες πανεπιστημιακές σχολές, και ιδίως στην ιατρική, τη νομική και τις σχολές μηχανικών. Μία από τις πρώτες αποφάσεις του Δικαστηρίου απέρριψε τη σχετική νομοθεσία ενός κρατιδίου[83], που σε εφαρμογή σχετικής αρχής του καταλόγου των θεμελιωδών αρχών (άρθρο 46 για την ενδυνάμωση της εκπαίδευσης των κατώτερων τάξεων), οργάνωσε τις εισητήριες εξετάσεις των πανεπιστημιακών του σχολών αποκλειστικά επί τη βάσει ποσοστώσεων κάστας και θρησκείας, διότι έκρινε τις σχετικές διατάξεις ως αντίθετες στο άρθρο 29 του Συντάγματος, που απαγορεύει τις απαγορεύσεις εισόδου στα πανεπιστήμια βάσει κάστας ή θρησκείας[84].
Η αντίθεση ανάμεσα στη ρητή αυτή απαγόρευση της θετικής διάταξης του άρθρου 29 και αυτήν της πολιτικής διακήρυξης του άρθρου 46, ήρθη με συνταγματική τροποίηση[85] η οποία κατά τούτο συνιστά εξαίρεση από την αρχή της μη διάκρισης και την ειδικότερη απαγόρευση των διακρίσεων στα εκπαιδευτικά θέματα. Η ένταση αυτή αντιμετωπίσθηκε από το Δικαστήριο σε άλλη υπόθεση[86], όπου ετέθη το θέμα των ποσοστώσεων υπέρ διαφόρων ομάδων σε ποσοστό εξήντα οκτώ τοις εκατό επί του συνόλου των εισακτέων προπτυχιακών φοιτητών στις τεχνικές σχολές. Το Δικαστήριο έκρινε, ορθώς, ότι το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το εύλογο όριο του πενήντα τοις εκατό, βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων. Η λογική της απόφασης ήταν ότι προκειμένου να ενισχυθεί η θέση των αδύνατων της κοινωνίας, δεν πρέπει να αδικηθούν αυτοί που πραγματικά αξίζουν να πετύχουν στις εξετάσεις – συνεπώς, δεν αντέκρουσε τη λογική της θετικής δράσης στον τομέα αυτό.
Σε μία άλλη σειρά[87] υποθέσεων, όμως, το Δικαστήριο έκρινε ως αντισυνταγματική νομοθετική ρύθμιση ενός κρατιδίου, εν σχέσει προς την ποσόστωση κατά την εισαγωγή μεταπτυχιακών φοιτητών στην ιατρική σχολή: στην πρώτη απόφασή του σχετικά το Δικαστήριο εξέτασε και το κριτήριο της εντοπιότητας των φοιτητών ως παράγοντα ποσόστωσης μαζί με τους κοινωνικούς λόγους, όπως ανωτέρω, και αποδέχθηκε έως το ποσοστό του πενήντα τοις εκατό τον πρώτο αλλά απέρριψε τους ανωτέρω λόγους, ενώ με επόμενες[88] αποφάσεις του επέμενε στην λογική ότι το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον απαιτεί την εγγραφή φοιτητών σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών εξειδίκευσης μόνον επί τη βάσει της αξιοκρατίας.
Οι ανωτέρω διατάξεις και η σχετική δυναμική αναφέρονται σε πολίτες που ανήκουν στις ΠΚΦ (στην πράξη, δηλαδή, προερχόμενους από την κάστα των γεωργών και των «άθικτων» (untouchables, ή dhalits, ή pariahs, ή harijans με ποικίλες πρακτικές απαγορεύσεις που καλύπτουν σχεδόν το σύνολο των δραστηριοτήτων της ανθρώπινης ζωής τους, ακόμα και θανάτου τους) καθώς και από τις δασόβιες φυλές. Παρότι οι πρακτικές αυτές είναι επισήμως απαγορευμένες (βλ. ανωτέρω άρθρο 17 Συντάγματος) και παρόλο, που πολλά μέλη αυτών των ομάδων έχουν προσηλυτισθεί κατά την πάροδο των αιώνων στον, εκ πρώτης όψεως φαινομενικά, α-καστικό, εξισωτικό χριστιανισμό και ισλαμισμό, οι κάστες εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, εν σχέσει προς το προσωπικό δίκαιο και ιδίως τα κωλύματα γάμου ακόμα και εντός αυτών των κοινοτήτων, οι οποίες όμως δεν καλύπτονται από τα συστήματα ποσοστώσεων[89], ή να οδηγούν σε αδιέξοδα, όταν υπο-ομάδες ζητούν την διάκρισή τους από ευρύτερες ομάδες, ώστε να τύχουν των προνομίων της θετικής δράσης αυτοτελώς εντός διακριτών κοινοτήτων ή κρατιδίων, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω[90].
Έτσι παρουσιάζεται, δηλαδή, μία έντονα πολιτικοποιημένη κατάσταση εντός του ινδουιστικού φάσματος, του περίπου 85% των κατοίκων της χώρας, στα ανωτέρω αναφερόμενα μέλη της οποίας οι παραπάνω διατάξεις προσφέρουν ορισμένες σημαντικές διεξόδους.
Το κείμενο, όμως, του Συντάγματος αναφέρεται επίσης στις λοιπές υποανάπτυκτες, κοινωνικά και εκπαιδευτικά, τάξεις (οι λεγόμενες Other Backward Classes, OBC’s, ΛΥΤ ανωτέρω) μέλη των οποίων επίσης δικαιούνται κρατικής δράσης θετικών διακρίσεων στον εκπαιδευτικό τομέα και τις κρατικές προσλήψεις (κατά το ποσοστό ύψους 25%). Ένα πρώτο πρόβλημα από αυτής της πλευράς προκύπτει, εν σχέσει προς την καταμέτρηση και χαρτογράφηση των μελών αυτών των τάξεων, καθότι ορίζονται κατ’αντιδιαστολή προς τις ΠΚΦ. Η δυσκολία εύρεσης κοινών κριτηρίων σχετικά αντανακλά την δυναμική διάσταση και την καθολική έκταση του θρησκευτικό-κοινωνικού συστήματος των Ινδιών, στοιχείο το οποίο συχνά διαφεύγει της προσοχής ξένων παρατηρητών. Μόνο, τελείως, πρόσφατα, κατά τη δεκαετία του 1990, έγινε δυνατή η προσπάθεια λεπτομερέστερης αποτύπωσης των μελών των ΛΥΤ στις εθνικές απογραφές, ενώ ακριβής καταγραφή του συνόλου των σχέσεων (κυρίως απαγορεύσεων) προσωπικού δικαίου ανάμεσα στις χιλιάδες υπο-κάστες (jatis) δεν έχει καταστεί ακόμα δυνατή.
Κυριότερο, όμως ζήτημα παραμένει η ένταση και η έκταση της σχετικής κρατικής παρέμβασης, ιδίως, εν σχέσει με τις εντάσεις που σχετίζονται με αυτήν και τα πιθανά όρια της. Καθοριστικό ήταν το πόρισμα της επιτροπής Μαντάλ, εν σχέσει προς το ύψος και τα κριτήρια των ποσοστώσεων υπέρ των εθνο-γλωσσικών, θρησκευτικών και τοπικών μειονοτήτων, θέμα το οποίο αποτελεί καυτό πολιτικό ζήτημα στη χώρα και το οποίο αναλύουμε αμέσως κατωτέρω, ενώ τμήμα του θέματος της μειονότητας εντός της μειονότητας, ιδίως της αυτο-ρύθμισης της μουσουλμανικής κοινότητας εν σχέσει με την θέση της γυναίκας παρουσιάζεται εν συνεχεία, επίσης, στο τελευταίο τμήμα της παρούσας ανάλυσης.
V. Εντάσεις και όρια του ινδικού υποδείγματος;
Ήδη από τη δεκαετία του 1950 επίσημη Επιτροπή για τις Υπανάπτυκτες Κλάσεις είχε ασχοληθεί με το ζήτημα των κριτηρίων ένταξης στις λεγόμενες υπανάπτυκτες, προκαθορισμένες και λοιπές κλάσεις και αναγνώρισε τον κίνδυνο για οποιαδήποτε θετική κρατική δράση επί τη βάσει κοινωνικο-γλωσσικών ή, ιδίως, κοινωνικο-θρησκευτικών κριτηρίων, όπως η κάστα, να διαιωνήσει ακριβώς αυτές τις διαιρέσεις, που επιδιώκει να εξαλείψει εντός της εν ευρεία εννοία ινδουιστικής πλειοψηφίας. Επιπροσθέτως, είναι δυνατόν για ορισμένα μέλη μίας κλάσης, η οποία γενικώς χαρακτηρίζεται ως υπανάπτυκτη, ιδίως με την πάροδο του χρόνου και μετά την αρχική συνδρομή της κρατικής παρέμβασης, να μην ισχύει, πλέον, μία τέτοια διαπίστωση. Περαιτέρω, ακόμα και εντός των λεγόμενων μεσαίων και ανώτερων τάξεων υφίσταται έντονη διαφοροποίηση μεταξύ των πολιτών και αυτό γίνεται ακόμα εμφανέστερο εφόσον συγκριθούν μέλη κλάσεων από διαφορετικά κρατίδια και περιοχές της χώρας. Τα επιχειρήματα αυτά, τα οποία θυμίζουν παρόμοιους προβληματισμούς σχετικά με το πρόγραμμα θετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ, οδήγησαν την Επιτροπή να προτείνει τα εξής, αρκετά ασαφή, κριτήρια για την ένταξη κάποιας κλάσης: α) έλλειψη γενικών εκπαιδευτικών δυνατοτήτων για μεγάλο τμήμα της κάστας ή της κοινότητας, β) ανεπαρκή αντιπροσώπευση στους τομείς του εμπορίου και της βιομηχανίας, και γ) υψηλό ποσοστό μικροκαλλιεργητών ανάμεσα στα μέλη της κλάσης. Η κεντρική κυβέρνηση δεν έκανε δεκτά τα κριτήρια αυτά με αποτέλεσμα για τους σκοπούς των άρθρων 15.4 και 16.4 του Συντάγματος το κάθε κρατίδιο να οργανώνει την συνδρομή του προς μέλη υπανάπτυκτων κλάσεων βάσει δικών του κριτηρίων, ενώ η κεντρική κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει πλειάδα κριτηρίων, μεταξύ των οποίων αυξανόμενα και αμιγώς εισοδηματικά κριτήρια, για τη στελέχωση των δικών της υπηρεσιών και των εθνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου έχει προσπαθήσει να δώσει ορισμένες κατευθύνσεις στο ακανθώδες αυτό ζήτημα: στην υπόθεση Balaji έκανε δεκτό ότι η κάστα μπορεί να αποτελεί ένα, όχι αποκλειστικό, από τα κριτήρια για τον καθορισμό της κοινωνικής και εκπαιδευτικής υπανάπτυξης. Στην υπόθεση Rajendran[91] έγινε δεκτός ο επιμέρους καθορισμός των υπανάπτυκτων κλάσεων βάσει της κάστας τους, διότι θεωρήθηκε ότι η υπανάπτυξη τους οφείλεται στο επάγγελμα των μελών της. Στην υπόθεση Jayasree[92] έγινε δεκτό από το Ανώτατο Δικαστήριο κυβερνητικό διάταγμα το οποίο όριζε τις υπανάπτυκτες κλάσεις θέτοντας όμως ως όριο τις 10.000 ρουπίες για να εξαιρέσει όσα μέλη των κλάσεων αυτών είχαν ανώτερο εισόδημα διότι το εισόδημα ή η οικονομική κατάσταση αποτελεί κατάλληλο και σχετικό κριτήριο. Μάλιστα στη συνέχεια της υπόθεσης Indra Sawney II[93], το δικαστήριο επεσήμανε ευθαρσώς ότι «η κάστα δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστική βάση για τις κρατικές ποσοστώσεις. Η ποσόστωση υφίσταται για την υπανάπτυκτη κλάση πολιτών μίας συγκεκριμένης κάστας. Συνεπώς, από αυτήν την κλάση πρέπει να εξαιρούνται η αφρόκρεμα και η μη υπανάπτυκτη κλάση πολιτών».
Νέα Επιτροπή που συστήθηκε για τον ίδιο σκοπό, υπό τον πρόεδρο Mandal, στο πόρισμα της στο τέλος του 1980, δεν αποδέχθηκε το οικονομικό κριτήριο και ταύτισε τις κλάσεις με τις κάστες με αποτέλεσμα, ενόψει της υπάρχουσας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, να προτείνει την ποσόστωση στο ύψος του 27% για τις ΛΥΤ ώστε μαζί με το 22,5% για τα μέλη των ΠΚΦ, η συνολική ποσόστωση για τις κυβερνητικές υπηρεσίες να μην ξεπερνά το 50% των προσφερομένων θέσεων. Το πόρισμα αυτό έχει θεωρηθεί αμφιλεγόμενο και έχει συνδεθεί με σειρά διαδηλώσεων και συγκρούσεων στη δεκαετία του 1990, όταν έγινε προσπάθεια να πραγματωθεί με αποτέλεσμα το Ανώτατο Δικαστήριο να εκδόσει την διάσημη απόφαση IndraSawhneyvs. India[94], κατά την οποία μία υπανάπτυκτη κλάση δεν μπορεί να καθορισθεί αποκλειστικά επί τη βάσει ούτε του οικονομικού κριτηρίου, ούτε της κάστας μόνον. Το δικαστήριο απέκλεισε το ενδεχόμενο τα τέκνα ενός δημοσίου υπαλλήλου να θεωρηθούν υπανάπτυκτα, εφόσον αυτός προσελήφθη βάσει της κρατικής θετικής δράσης των ποσοστώσεων διότι αποτελούν μέρος της αφρόκρεμας πλέον και τυχόν δράση υπέρ τους αφαιρεί δυνατότητες από τα μέλη της κλάσης που πραγματικά έχουν ανάγκη[95]. Συνολικά, δεν μπορούν κάθε έτος οι ποσοστώσεις αυτές κατά κανόνα να υπερβούν το 50%. Τυχόν αδιάθετες θέσεις μεταφέρονται στο επόμενο έτος, αλλά η ποσόστωση μελλοντικά θα ισχύσει μόνο στο επίπεδο εισόδου στην Δημόσια Υπηρεσία και όχι για τις προαγωγές, τις συνταξιοδοτήσεις κοκ. Αυτή η συνολική ποσόστωση αναφέρεται σε πολίτες μέλη των ΠΚΦ και των ΛΥΤ (κάθετη ποσόστωση) αλλά και των ατόμων με ειδικές ανάγκες (οριζόντια ποσόστωση) – ειδικά για τους τελευταίους εφαρμόζεται η λεγόμενη συναρμοζόμενη ποσόστωση στο 3%. Από την ρύθμιση αυτή βάσει της αξιοκρατίας και ανάγκης αποτελεσματικότητας της Δημόσιας Υπηρεσίας εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι τεχνικές θέσεις στις ένοπλες δυνάμεις και την έρευνα, οι διδακτικές θέσεις καθηγητών στα πανεπιστήμια, οι πιλότοι αεροσκαφών και υπερ-εξειδικευμένοι ιατροί, μηχανικοί και άλλοι επιστήμονες. Η έννοια των θετικών αυτών διακρίσεων δικαιολογείται ως παροδική εξαίρεση από την Ισότητα όλων των πολιτών δυνάμει των αρχών της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η υπέρβαση του ορίου αυτού θα πλήξει ένα βασικό χαρακτηριστικό της έννομης τάξης της χώρας, την ισότητα, ακόμα και εάν προωθηθεί με συνταγματική αναθεώρηση, γεγονός το οποίο ακολούθησε τοπική και προστατευτική αυτής συνταγματική νομοθεσία[96] και νεώτερη νομολογία[97] του Ανώτατου Δικαστηρίου σχετικά με την απαγόρευση ποσόστωσης κατά τις προαγωγές[98] και τις υπε-εξειδικευμένες σπουδές[99].
Επιπροσθέτως, αποτελεί μείζον ζήτημα κατά πόσον οι γυναίκες πρέπει να θεωρηθούν αυτοτελώς μία μειονότητα, και, συνεπώς, να δικαιούνται ποσόστωσης πρόσληψης στην δημόσια υπηρεσία και εγγραφής στα κολλέγια και πανεπιστήμια. Το ζήτημα επιτείνεται από την δυσμενή τους θέση στην ινδική κοινωνία, και ιδίως στις αγροτικές περιοχές και, ακόμα περισσότερο, εντός ορισμένων μειονοτήτων. Η πιο σημαντική απόφαση σχετικά με το άρθρο 15.3 πρόσφατα[100] αποδέχεται τις ειδικές προβλέψεις υπέρ των γυναικών για διορισμό στην Δημόσια Υπηρεσία υπό την έννοια, εφόσον κατά τα λοιπά οι υποψήφιοι είναι ισοδύναμοι, είναι δυνατόν να δίδεται προτεραιότητα στις γυναίκες υποψηφίους και έως του ποσοστού του 30% κατά το άρθρο 15.3 το οποίο αποτελεί εξαίρεση της ρύθμισης του 15.1. Κατά το Ανώτατο Συνταγματικό δικαστήριο, μία τέτοια ρύθμιση δεν αποτελεί ποσόστωση αλλά θεμιτή θετική δράση στο μέτρο που λειτουργεί στο αρχικό στάδιο της πρόσληψης, εφόσον άνδρας και γυναίκα υποψήφιοι είναι εξίσου ικανοί, και δεν υπάγεται, κατ’ ανάγκην στις διατάξεις του ειδικότερου άρθρου 16. Αναμένεται το ζήτημα αυτό να μας δώσει πολύ περισσότερη νομολογία στα επόμενα χρόνια.
Η ανωτέρω ανάλυση εν σχέσει με τη θετική κρατική δράση, δεν καλύπτει[101] την κυριότερη θρησκευτική και γλωσσική μειονότητα, αυτή των μουσουλμάνων[102]. Το επιπρόσθετο ενδιαφέρον ζήτημα εδώ είναι ο λεγόμενος ενιαίος αστικός κώδικας εν σχέσει με την θέση των γυναικών εντός των διαφόρων κοινοτήτων κατά το άρθρο 44 του Συντάγματος[103], το οποίο εμπίπτει στο κεφάλαιο των προγραμματικών διακηρύξεων, μη δεσμευτικής νομικής ισχύος, γνωστών ως Κατευθυντήριες Αρχές. Το άρθρο αυτό απαιτεί[104] την, εν καιρώ, εκκοσμίκευση και κωδικοποίηση των προσωπικών νόμων των διαφόρων κοινοτήτων στην χώρα, αλλά έως τώρα, ενώ η ινδουιστική, πλειοψηφική κοινότητα απέκτησε τέτοιο νόμο, κατ’ αποκλεισμό του θρησκευτικού προσωπικού της δικαίου, η ηγεσία της μουσουλμανικής κοινότητας διστάζει, ενόψει του ταραγμένου παρελθόντος και του δυσμενούς διεθνούς περιβάλλοντος της χώρας, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εντάσεις μεταξύ μελών των δύο κοινοτήτων, ιδίως επί περιπτώσεων αλλαγής θρησκείας, λόγω της επιτρεπόμενης πολυγαμίας, της δυσχέρειας διαζυγίου και διατροφής των γυναικών ύστερα από αυτό, των κληρονομικών ζητημάτων σχετικά, ιδίως επί αλλαγής θρησκεύματος κ.α., που γίνονται αντιληπτές ως ελευθερίες των μουσουλμάνων και όχι των ινδουιστών!
Το Ανώτατο Δικαστήριο από το 1985 έχει εισηγηθεί[105]iddat) και πρόσφατα επανέλαβε αυτήν την κρίση[107]. Αυτά τα δειλά βήματα δεν συνεχίσθησαν στις περισσότερες άλλες υποθέσεις, ενώ σε μία μόνον περίπτωση[108] το δικαστήριο, ενώπιον μίας περίπτωσης αυτοβούλως εξισλαμισθέντος πρώην ινδουιστή συζύγου, ώστε να μπορέσει να παντρευθεί δεύτερη σύζυγο ταυτόχρονα με την πρώτη, θεώρησε τον δεύτερο γάμο άκυρο και ζήτησε την εφαρμογή του άρθρου 44, ώστε να αποκτήσει η χώρα εναίο προσωπικό νόμο. «ότι είναι καιρός για την παρέμβαση της νομοθετικής εξουσίας σε αυτά τα θέματα, ώστε να αποκτήσει η χώρα ενιαίο κώδικα γάμων και διαζυγίων». Σε μία άλλη υπόθεση[106], το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο σύζυγος οφείλει να δώσει διατροφή πέραν της τρίμηνης θρησκευτικά παραδεδομένης, κατά την ισλαμο-ινδική παράδοση, περιόδου (
Σε σειρά, πολλών άλλων, όμως, υποθέσεων[109], που εκλήθη να λάβει θέση όσον αφορά τη νομιμότητα της πολυγαμίας, η οποία είναι επιτρεπτή κατά τον ισλαμικό νόμο, το Ανώτατο Δικαστήριο εμμένοντας στην αυτο-περιοριστική γραμμή του, σύμφωνη με την εδώ υποστηριζόμενη θέση περί πρωτείων της πολιτικής διαπραγμάτευσης, πέραν του βασικού αδιαπραγμάτευτου πυρήνα της συνταγματικής νομιμότητας, θεώρησε ότι η θεματική αυτή ανήκει στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, όχι στην δικαστική, και αρνήθηκε να εκδώσει διάταξη προς την εφαρμογή του άρθρου 44 προς εναρμόνιση με τις ρυθμίσεις περί ισότητας των άρθρων 14 και 15. Το δικαστήριο, δηλαδή, αυτο-περιορίσθηκε και αναμένει την ωρίμανση των συνθηκών, ιδίως εντός της ίδιας της κοινότητας των πιστών μουσουλμάνων[110]. Όπως, ευθαρσώς και με ακρίβεια, το έχει θέσει το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο[111]: «εναίος αστικός κώδικας για όλους τους πολίτες μπορεί να είναι επιθυμητός αλλά η θέση του σε ισχύ αμέσως μπορεί να αποβεί αντιπαραγωγική για την ενότητα του έθνους[112]»!
Αντί επιλόγου
Προφανώς, η υπενθύμιση της αξίας της ανεκτικότητας και της εξάσκησης της ερμηνείας (και εξέλιξης) και του Ισλάμ από την ίδια την (φεμινιστική, οικολογική, φιλελεύθερη ή άλλη) ισλαμική θεωρία και την κοινότητα των πιστών του στην Ινδία (και αλλού) είναι υπερπολύτιμη και πολυ-αναμενόμενη, στα πλαίσια ενός, πολιτικού, διαλόγου εντός και μεταξύ πολιτών και κοινοτήτων στην βάση της αναζήτησης κοινών αξιών & αρχών ενός κοινού βίου, ενόψει των εκάστοτε συγκεκριμένων συνθηκών και αναγκών [113] – και, βέβαια, εντός των παρόντων ορίων της ιστορίας[114], της οικονομίας και της γεωγραφίας, μία τέτοια εξέλιξη ως αναζήτηση & κατασκευή ενός κοινού συνταγματικού ορίζοντα, είναι προτιμητέα της ευθείας εξωτερικής παρέμβασης[115], εφόσον δεν μπορεί να αποτελεί αποδεκτό στόχο σε τέτοιες περιπτώσεις ένα πατερναλιστικό κράτος περφεξιονιστικής κατεύθυνσης υπό μία επιθετική πλειοψηφία, που θα είχε, πιθανόν, ως αποτέλεσμα την περιχαράκωση ορισμένων μειονοτικών πολιτών σε κάποια αμυνόμενη συλλογικότητα!
Ανωτέρω παρουσιάστηκε η αρχή της Ισότητας ως σύμβολο και τεχνολογία του ινδικού Πολιτικού Συνταγματισμού. Αναλύθηκαν οι διαφορετικές της όψεις της, τόσο κατά το γράμμα του Συντάγματος όσο και κατά τη συνταγματική θεωρία και νομολογία ως διαδικαστική και αναδιανεμητική ισότητα. Εντοπίσθηκαν, επίσης, τα βασικά στοιχεία της ελευθερίας ως μη-κυριαρχία τόσο έναντι της κρατικής, όσο και έναντι όλων των μορφών αυθαίρετης εξουσίας. Ο καθορισμός και η νομιμοποίηση της καταπολέμησης, όμως, της φτώχειας και των διακρίσεων καθίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση δυνατή μέσω της ολοένα διευρυνόμενης πολιτικής συμμετοχής στον καθορισμό και την νομιμοποίηση των ορίων του νόμου: ο λόγος του Πολιτικού Συνταγματισμού, δηλαδή, στοχεύει, ακριβώς, στην δημιουργία ενός αγαθού κύκλου πολιτικής συμμετοχής, διαβούλευσης, νομιμοποίησης και καθορισμού της δημόσιων στόχων του κοινού βίου, δηλαδή του περιεχομένου της κρατικής παρέμβασης, με σκοπό την άρση αυθαίρετων, δηλαδή των μη ελλόγων, διακρίσεων, από όποιον και αν προέρχονται, ώστε να βελτιωθούν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες του βίου όλων των διαλεγόμενων. Και η έννοια της πολιτικής ελευθερίας, δηλαδή της συμμετοχής εν ελευθερία, όπου ως ελευθερία ορίζεται η μη-κυριαρχία, βρίσκεται στην ρίζα αυτού του αγαθού κύκλου.
Εν κατακλείδι, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αποτελεί χρέος, προσωπικά, των μελών[116] τέτοιων των κοινοτήτων να συνεχίζουν να επιδιορθώνουν κατά ανεκτικό και δίκαιο τρόπο το κοινό σκάφος τους, να καθορίζουν εύλογα κίνητρα για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή στον δημόσιο πολιτικό διάλογο σχετικά, και να συνδράμουν εποικοδομητικά σε έναν τέτοιο διάλογο εντός των ιδίων κοινοτήτων τους[117] με άμεσο στόχο τον συντονισμό τους με τις άλλες παραδόσεις και με απώτερο σκοπό την κοινή συνταγματική τους εναρμόνιση[118].
Από μία τέτοια σκοπιά και ενόψει των ιδιαίτερων εντάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, η πρακτική του ινδικού Πολιτικού Συνταγματισμού αποτελεί, πραγματικά, υπόδειγμα κοινού λόγου ενός αναδυομένου δήμου, που αξίζει να ληφθεί υπ’ όψιν μας , ιδίως ενόψει των πιέσεων και των προκλήσεων, που αντιμετωπίζει η Ενωμένη Ευρώπη[119] και, ιδίως, η Ελλάδα[120], αλλά και των δυνατοτήτων, που ανοίγονται σχετικά [121], κυρίως όσον αφορά την δυνατότητα αλλά και τα όρια της εναρμόνισης της διαδικαστικής και της αναδιανεμητικής ισότητας μέσα από την ελευθερία της συμμετοχής, που απορρέει από την ελευθερία ως μη-κυριαρχία έναντι όλων των μορφών αυθαίρετης, δημόσιας αλλά και ιδιωτικής, εξουσίας.


[1] Πανθομολογούμενο αλλά χαρακτηριστικά, ιδίως, σε Durga Das Burga IntroductiontotheConstitutionofIndia, Wadhwa’s Legal Classic, 19th ed. 2005, σελ. 33 και αναλυτικότερα σε S.P. Sathe JudicialActivisminIndia: TransgressingBordersandEnforcingLimits (LawinIndia), Oxford University Press, 2003, 2nd σελ. 1 επ., 34 επ., 62 επ., ιδίως σχετικά με την νομολογία Dred Scott και Lochner του Supreme Court των ΗΠΑ, πριν το New Deal της δεκαετίας του 1930 και την θετικιστική παράδοση των αγγλικών δικαστηρίων υπό την επιρροή του Dicey, εν σχέσει με τον δικαστικό έλεγχο στην Ινδία και την ακτιβιστική εξέλιξη του ινδικού Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενόψει της επιχειρηθείσας κοινωνικο-οικονομικής αναδιάρθρωσης της χώρας μετά την ανεξαρτησία της, κυρίως, μέσω απαλλοτριώσεων, αναδασμών, κρατικοποιήσεων και άλλων μέτρων κατά της (μεγάλης, έγγειας, σχολάζουσας, κυρίως) ατομικής ιδιοκτησίας.
[2] Αναφορές επί της διοικητικής παράδοσης της Μογγολικής δυναστείας πριν την Βρετανική περίοδο, σε M. P. Jain & S. N. Jain PrinciplesofAdministrativeLaw, Wadha and Company Nagpur, 2004, 4th ed., Introductory, σελ. 1 υποσ. 3
[3] Βλ. κατωτέρω V. Η Ισότητα ως σύμβολο και τεχνολογία!
[4] Το ινδικό κράτος αποτελεί «ένα κυρίαρχο, σοσιαλιστικό, κοσμικό, δημοκρατικό κράτος» κατά το Προοίμιο του Ινδικού Συντάγματος. Σημειωτέον ότι δεν αναγνωρίζεται καμία ως κυρίαρχη ή επίσημη ή πολιτικώς σημαντική θρησκεία στη χώρα.
[5] Richard Bellamy Political Constitutionalism – a Republic Defense of the Constitutionality of Democracy, Cambridge University Press, 2007, Phillip Pettit Republicanism – a Theory of Freedom and Government, Oxford University Press, 2000 και ιδιαίτερα Phillip Pettit A Theory of Freedom – From the Psychology to the Politics of Agency, Oxford University Press, 2001, στα ελληνικά ως Phillip Pettit ΘεωρίατηςΕλευθερίαςαπότηνψυχολογίαστηνπολιτικήτηςδράσης, Πόλις, 2007.
[6] Phillip Pettit Republicanism – a Theory of Freedom and Government, Oxford University Press, 2000, όπου ορίζεται ως “liberty as non-domination” σελ. 51 επ. και ιδιαίτερα Phillip Pettit A Theory of Freedom – From the Psychology to the Politics of Agency, Oxford University Press, 2001, στα ελληνικά ως Phillip Pettit ΘεωρίατηςΕλευθερίαςαπότηνψυχολογίαστηνπολιτικήτηςδράσης, Πόλις, 2007, σελ. 256 επ. για το ιδεώδες της μη – κυριαρχίας, ενώ για την ρεπουμπλικανική ιστορία της ιδέας βλ. σελ. 267 επ. αλλά και σε Richard Bellamy Political Constitutionalism – a Republic Defense of the Constitutionality of Democracy, Cambridge University Press, 2007, ιδίως για την αντιδιαστολή προς την ισχυρή σήμερα τάση στις δυτικές δημοκρατίες προς ολοένα και περισσότερο «νομικό συνταγματισμό».
[7] Phillip Pettit A Theory of Freedom – From the Psychology to the Politics of Agency, Oxford University Press, 2001, στα ελληνικά ως Phillip Pettit ΘεωρίατηςΕλευθερίαςαπότηνψυχολογίαστηνπολιτικήτηςδράσης, Πόλις, 2007 σελ. 307 επ.
[8] Τσ. Ταίλορ Πολυπολιτισμικότητα, Πόλις, 1997, 3η έκδοση, σ. 123, υπ. 43, για μία αντιδιαστολή των ράγκα από δυτικές μουσικές φόρμες, Γ. Χάμπερμας Αγώνες Αναγνώρισης στο Δημοκρατικό Κράτος, Ν. Σύνορα Λιβάνη, 1994, σ. 8,9 εν σχέσει προς τις πολιτικές μετανάστευσης των δυτικο-ευρωπαϊκών κρατών, Μ. Νουσμπάουμ Υπέρ Πατρίδος, Scripta, 1999, σ. 19 επ., εν σχέσει προς τις κοσμοπολιτικές ιδέες στο Σπίτι και ο Κόσμος του Ρ. Ταγκόρ, σ.29, εν σχέσει προς το κοσμοπολιτικό πανεπιστήμιο της Καλκούτας του ιδίου, σ. 136 επ. & 144, όπου σχετικά σχόλια των Αμ. Σεν και Τ. Ταίλορ.
[9] B. C. Parekh, The Politics of Multiculturalism, London, Macmillan, 1998.
[10] Για μία αριστοτελική πρόταση βασισμένη στην καλλιέργεια των αρετών εντός της κοινότητας, Alasdair MacIntyre, AfterVirtue: AStudyinMoralTheory, University of Notre Dame Press, 3rd, 2007.
[11] Με την πιο διεισδυτική κριτική από Michael J. Sandel, Liberalism and the Limits of Justice, Cambridge University Press; 2nd, 1998.
[12] Ταίλορ Πολυπολιτισμικότητα ο.π. σ. 103 επ. εν σχέσει ιδίως με την τροπολογία Meech, Kymlicka Liberalism, CommunityandCulture, Oxford, Clarendon Press, 1989.
[13] B.C. Parekh Rethinking multiculturalism: cultural diversity and political theory, Palgrave, 2000.
[14] S.M. Okin, Is multiculturalism bad for women?, Princeton University Press, 1999.
[15] Αναλυτικότερα σε Γ. Χάμπερμας Αγώνες Αναγνώρισης στο Δημοκρατικό Κράτος, Ν. Σύνορα Λιβάνη, 1994 σελ. 45 επ.
[16] Moddod, Triantafyllidou & Zapata-Barrero (ed.) European Multiculturalism, Muslims and Citizenship, Routledge, 2006, UK.
[17] Kymlicka & He (ed.) Multiculturalism in Asia, Oxford University Press, 2005.
[18] Gurpreet Mahajan “Indian Exceptionalism or Indian Model: Negotiating Cultural Diversity and Minority Rights in a Democratic Nation-State:”, κεφάλαιο 13 σε Kymlicka & He (ed.) Multiculturalism in Asia, Oxford University Press, 2005. Επίσης το ηλεκτρονικό περιοδικό Seminar τεύχος 484 για την Πολυπολιτισμικότητα http://www.india-seminar.com/semframe.html.
[19] Phillip Pettit RepublicanismaTheoryofFreedomandGovernment, Oxford University Press, 2000, όπου ορίζεται ως “liberty as non-domination” σελ. 51 επ. και για προαπαιτούμενα αυτής Phillip Pettit ATheoryofFreedomFromthePsychologytothePoliticsofAgency, Oxford University press, 2001, στα ελληνικά ως Phillip Pettit Θεωρία της Ελευθερίας –από την ψυχολογία στην πολιτική της δράσης, Πόλις, 2007.
[20] Τσ. Ταίλορ Πολυπολιτισμικότητα, Πόλις, 1997, 3η έκδοση σ. 72 επ.
[21] Για την ανάγκη διάκρισης ανάμεσα σε κοινωνίες που πιστεύουν στην ανθρώπινη αξία ή όχι, ανεξαρτήτως του βαθμού κοσμικότητάς τους, ως αποφυγή της παγίδας, ιδίως, του οριενταλισμού, εις Κατερίνα Δαλακούρα Ισλάμ, Φιλελευθερισμός και Ανθρώπινα Δικαιώματα, Πατάκης, 2005, σελ. 67 επ., κεφάλαιο 3 «το Ισλάμ και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα».
[22] Με αφορμή την ανατοποθέτηση του Rawls, ιδίως σχετικά με την ιδέα της πολιτικής σύλληψης της δικαιοσύνης, της κοινωνίας ως συστήματος συνεργασίας και της δυναμικής του political constructivism βλ. στο έργο του PoliticalLiberalism, Columbia University Press, NY, 1996, σελ. 11-22, 29-43 και 89 επ. αλλά και το έργο του R. Bellamy, ιδίως στο κεφάλαιο που επιγράφεται «Liberal Justice: Political and Metaphysical» στο RethinkingLiberalism, Pinter, 2000, σελ. 111 επ. για την διάκριση του μεταξύ του ατομικιστικού Σωματείου, της σχετικιστικής ή και φανατικής Κοινότητας και της άριστης Πολιτείας κατά την μετάφρασή μας των όρων club, community και commonwealth.
[23] Πολύ αναλυτικώτερα σε συνέδριο του Διεθνούς Κέντρου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου «Libertas», με τίτλο «Πολιτισμική Διαφορετικότητα και Ανθρώπινα Δικαιώματα», σε ΔτΑ, Αντ.Ν. Σάκκουλας, 2008.
[24] Will Kymlicka, MulticulturalCitizenship, 1995, Clarendon Press, OUP, Oxford.
[25] Αφήνουμε κατά μέρος, προς στιγμήν, αιτήματα αναγνώρισης που προβάλλονται από άλλες σκοπιές, π.χ. φεμινιστική εν σχέσει με την θέση των γυναικών, φυλογενής εν σχέσει με την θέση των ομοφυλοφίλων, βλ. σε Χάμπερμας ο.π. σημ. 9 σ.58 επ. ιδίως 60 επ. Η φεμινιστική σκοπιά στην Ινδία δεν πέτυχε την προώθηση των αιτημάτων της κατά την σύνταξη του Πορίσματος της Επιτροπής Μαντάλ και τις μετέπειτα συγκρούσεις αλλά διαδραματίζει κάποιον ρόλο διότι, μετά την μεταρρύθμιση των λοιπών προσωπικών δικαίων των διαφόρων κοινοτήτων στην χώρα, μαίνεται αυτή την στιγμή η συζήτηση εν σχέσει με την πιθανή συνέχιση (αυτο-)ρύθμισης της μουσουλμανικής κοινότητας εν σχέσει με το ζήτημα της θέσης των γυναικών ως μειονότητας εντός της μειονότητας.
[26] Τέτοιες είναι και οι κύριες κοινότητες στην Ινδία, οι οποίες, κυρίως, συμμετέχουν στη σχετική αγωνιστική διαβούλευση με ποικίλα εθνο-φυλετικά (και συχνά και εθνο-γλωσσικά) χαρακτηριστικά αλλά και διαποτισμένες από μία έντονη θρησκευτικότητα. Αντιθέτως, η δημιουργία τα τελευταία χρόνια κοινοτήτων παράνομων μεταναστών, κυρίως μουσουλμάνων από το Μπαγκλαντές που υφίστανται, πλέον, κυρίως, στην περιοχή της γειτονικής Καλκούτας και της ανθηρότατης Βομβάης, ενώ έχει ως αποτέλεσμα εντάσεις διαφορετικού τύπου ανάμεσα σε αυτές και τους εσωτερικούς μετανάστες ή τους μόνιμους κατοίκους των περιοχών αυτών, βρίσκεται εκτός της σχετικής συνταγματικής συζήτησης, που περιγράφουμε εδώ, και, συχνά, καταλήγει σε πολύ βίαια επεισόδια, πολύ μικρότερης, όμως, έκτασης. Οι πρόσφατα επήλυδες δεν συμμετέχουν από αυτής της πλευράς, παρά μόνον περιφερειακά – το διακύβευμα των σχετικών συγκρούσεων αφορά στους όρους της εγκατάστασής τους και μόνον. Σε κάθε περίπτωση, η έκταση αυτών των εντάσεων δεν συγκρίνεται με την ιλιγγιώδη ποικιλομορφία και δημογραφικές πιέσεις μεταξύ των ιστορικά αυτοχθόνων, η οποία έχει εξαρχής αποτυπωθεί στο Σύνταγμα της χώρας, όπως καταδεικνύεται στη συνέχεια.
[27] Σε συνέχεια του προσχεδίου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών, που αφορά στην αναγνώριση των πολιτιστικών δικαιωμάτων, βλ. Σ. Μεζύρ & Αλ. Ρενώ AlterEgo – τα παράδοξα της δημοκρατικής ταυτότητας, μτφ Φρ. Στεφοπούλου – επιμ. Β. Βουτσάκης, Πόλις, 2005, 294 επ.
[28] Τα οποία αρνείται να αποδεχθεί ως συλλογικά – βλ. και την Iris Young που προτείνει μία διαφορισμένη ιδιότητα του πολίτη για τις σύγχρονες πολυπολιτισμικές δημοκρατίες, «differentiated citizenship» στο άρθρο της “Polity and Group Difference: a critique of the ideal of universal citizenship” Ethics, 1989, 99/2, 258.
[29] Όπως καταδεικνύεται κατωτέρω όσον αφορά στην Ινδία. Αντιθέτως, κακώς, ο Β.C. Parekh με σκοπό να δημιουργηθεί μία κοινότητα κοινοτήτων, ιδίως στην συζήτηση του με τον Brian Barry εκκινεί από μία κριτική του φιλελευθερισμού ως ατομοκεντρικού, προκειμένου να υποστηρίξει ότι προηγούνται τα συλλογικά δικαιώματα.
[30] Το πιθανότερο είναι ότι θα αναγνώριζε τέτοιους είδους ιδιαίτερες συμφωνίες όσον αφορά σε συγκεκριμένες ομάδες μεταναστών εντός της Ινδίας.
[31] Αντιθέτως, προτείνει εύλογα: α) να διακρίνουμε ανάμεσα στην εξωτερική προστασία, που κάθε κοινότητα δικαιούται δυνάμει της αρχής της αυτονομίας, και τους εσωτερικούς περιορισμούς προς τα μέλη της, που, σε κάθε περίπτωση, οριοθετούνται από την αρχή της ελευθερίας και προσωπικής αξιοπρέπειας, και, β) να αντιληφθούμε ότι συχνότερα παρεξηγούμε τα αιτήματα των κοινοτήτων συγχέοντας την παραπάνω διάκριση με τον κίνδυνο να οδηγηθούμε σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, εφόσον η μη αναγνωριζόμενη εξωτερικά κοινότητα είναι πιθανότερο να αναδιπλωθεί αμυντικά προς τα έσω, δηλαδή προς την επιβολή ισχυρότερων περιορισμών στα μέλη της.
[32] Εν παρόδω μόνον διαφαίνεται η ακριβής οριοθέτηση αυτής στο κείμενο του Κυμλίκα ο.π. υποσ. 14: α) σελ.170 όπου αναφέρεται σε ιστορικές συμφωνίες σε εξειδίκευση των οποίων ορισμένες εσωτερικές των ομάδων αυτών διατάξεις οφείλουμε να αποδεχθούμε, εκτός και εάν είναι άδικες σε βαθμό ασυνειδησίας, «unconscionably unjust», όπως, αναφέρει, όσον αφορά στην διατήρηση σκλάβων, και β) σελ. 161-2 σε σειρά παραδειγμάτων από τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου του Καναδά και των ΗΠΑ σχετικά με μη φιλελεύθερες πρακτικές ορισμένων θρησκευτικών μειονοτήτων.
[33] J. Rawls PoliticalLiberalism, Columbia University Press, 2005, 2nd ed., για την ιδέα της πολιτικής σύλληψης της δικαιοσύνης, σελ. 11 επ. και για την πολιτική σύλληψη του προσώπου, σελ. 29 επ.
[34] R. Bellamy [Democratic] Liberalism and the challenge of pluralism σε Rethinking Liberalism, Pinter, 2000, σελ. 187 επ
[35] Αποδίδεται σαν υπερβολικήεκνομίκευση το δίπολο των όρων Judicialization & Legalization – για τον πρώτο αντί πολλών, ως προϊούσα τάση εντός των δυτικών δημοκρατιών, ιδίως εντός της Ε.Ε., Alec Stone Sweet, “The European Court of Justice and the judicialization of EU governance”, Living Reviews in European Governance, Vol. 5, (2010), No. 2: http://www.livingreviews.org/lreg-2010-2 (cited [<25.06.2010>]).
[36] S.P. Sathe Judicial Activism in India: Transgressing Borders and Enforcing Limits (Law in India), Oxford University Press, 2003, 2nd, όπου και ανάλυση της σχετικής, νομολογιακής προελεύσεως, διάκρισης όσον αφορά στο basic structure, δηλ. στην αναλλοίωτη βασική δομή του πολιτεύματος.
[37] Για μία γενικώτερη ιστορική αναδρομή σχετικά με την έννοια του Πολιτικού Συνταγματισμού βλ. Q. Skinner LibertyBeforeLiberalism, Cambridge University Press, 1998, στα ελληνικά ως Η ελευθερία προτιμότερη από τον φιλελευθερισμό, 2005 και, ιδίως, την ανάλυση σε Richard Bellamy PoliticalConstitutionalismaRepublicDefenseoftheConstitutionalityofDemocracy, Cambridge University Press, 2007, σελ. 13-142, κατ’ αντιδιαστολή προς τον εξαπλούμενο σήμερα νομικό συνταγματισμό,“legal constitutionalism”., μετάφραση: Αρ. Παρίση, Καρδαμίτσα, 2002, σελ. 65-98 ως «ελεύθερες πολιτείες και ατομική ελευθερία» και αναλυτικότερα σε Θεμέλια της νεότερης πολιτικής σκέψης – Η Αναγέννηση: Η εποχή της μεταρρύθμισης, μετάφραση: Μ. Σαρηγιάννης, Αλεξάνδρεια
[38] R. Bellamy LiberalJustice: PoliticalandMetaphysical σε RethinkingLiberalism, Pinter, 2000, σελ. 111 επ. για την διάκριση του μεταξύ του ατομικιστικού Σωματείου, της σχετικιστικής ή και φανατικής Κοινότητας και της άριστης Πολιτείας κατά την ορθότερη μετάφραση των όρων club, community και commonwealth.
[39] R. Bellamy «Three Models of Rights and Citizenship» σε Rethinking Liberalism Pinter, 2000, σελ. 162 επ.
[40] Αντί πολλών δες Amartya Sen, “Human Rights and Asian Values”, TheNewRepublic, July 14-July 21, 1997 διαθέσιμο και σε Α. Sen Τhe Argumentative Indian, OUP, 2005, ιδίως σελ. 3-44 και 273 επ.
[41] Ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ. ο Μέγας Ασόκα, που πρώτος ενοποίησε την Ινδική Υπο-ήπειρο, επεδίωξε συνειδητά την ειρήνευση, προστάτευσε τις μειονότητες, ακόμα και των πιο αδύναμων δασόβιων φυλών, ενώ οι αυτοκρατορικές στήλες, που ανήγειρε σε όλη την αυτοκρατορία του, αναγράφουν ύμνους προς την ανεκτικότητα και την διαφορετικότητα. «εάν ένα πρόσωπο τον αδικήσει, αυτή η αδικία πρέπει να συγχωρεθεί, εφόσον είναι κάτι τέτοιο δυνατόν». Ο σκοπός της διακυβέρνησής του ήταν «η μη-βία, έλεγχος των συναισθημάτων, η αμεροληψία και η ήπια συμπεριφορά προς όλα τα δημιουργήματα». Φαίνεται ότι τα αιτήματα αυτά βρήκαν και φιλοσοφική θεμελίωση τόσο στα γραπτά ποιητών και φιλοσόφων, όπως ο Καουτίλια, που εξεθείαζε την υποχρέωση προνοίας ενός πατερναλιστικού συστήματος, αλλά και στην κρατική ενθάρρυνση του βουδισμού και στην εμφάνιση και εξάπλωση των κινημάτων του βουδισμού και του τζαϊνισμού σε όλη την Ασία, καθώς και στον μετασχηματισμό του ίδιου του βεδισμού σε ινδουισμό – αποτελούν, δε, σήμερα θεμέλιους λίθους της μόρφωσης, σήμερα, των νέων πολιτών της ινδικής δημοκρατίας.
[42] Το εντυπωσιακότερο παράδειγμα, ιδίως ενόψει της λανθασμένης εικόνας που συχνά προβάλλεται για το Ισλάμ ως μονολιθικό και αδρανές σύστημα αξιών, και ενόψει της εμπλοκής του και στα σύγχρονα μας δρώμενα στην υπο-ήπειρο, αποτελεί αυτό του Μέγα Άκμπαρ, που ενοποίησε ξανά την Υπο-ήπειρο ως ηγέτης της Μογγολικής δυναστείας τον 11ο αι. μ.Χ., και ενθάρρυνε τον συγκρητισμό μεταξύ των λαών και των θρησκειών της αυτοκρατορίας του συνειδητά ερχόμενος σε σύγκρουση με το ισλαμικό ιερατείο για την υποστήριξη της θέσεων των λοιπών λαών της αυτοκρατορίας. Ο Άκμπαρ αποδέχθηκε διαφορετικές μορφές κοινωνικής και θρησκευτικής συμπεριφοράς, υποστήριξε την θρησκευτική ελευθερία, και διατράνωσε την αξία την ανεκτικότητας, ιδίως στο θρησκευτικό επίπεδο. Δεν ήταν μόνος του σε αυτή την προσπάθεια – και άλλα μέλη της δυναστείας είχαν αντίστοιχες απόψεις και φαίνεται ότι το παλάτι ήταν συχνά κέντρο επαφής αριστοκρατών αλλά και φιλοσόφων και ποιητών όλων των θρησκευτικών δογμάτων, οπότε και προωθήθηκε η μετάφραση ποιημάτων, επιστημονικών και φιλοσοφικών βιβλίων και ιερών κειμένων από τις ινδικές γλώσσες στα περσικά και το αντίστροφο, καθ’ όλη την διάρκεια της δυναστείας στην αρχή της χιλιετίας, με διακηρυγμένο στόχο την όσμωση μεταξύ του νεο-εισελθέντος αραβο-περσικού και του παλαιότερου ινδικού πολιτισμού. Αναλυτικότερα ειδικά για τις διαφορετικές αραβικές, περσικές, επίσημες και σουφικές εκδοχές του Ισλάμ στην Ινδία εις Muzaffar Alam, The languages of political Islam in India 1200-1800, Permanent Black, Longman, 2004.
[43] Gurpreet Mahajan “Indian Exceptionalism or Indian Model: Negotiating Cultural Diversity and Minority Rights in a Democratic Nation-State:” σελ. 292, κεφάλαιο 13 σε Kymlicka & He (ed.) Multiculturalism in Asia, Oxford University Press, 2005.
[44] Βλ. στο διαδικτυακό περιοδικό Seminar τεύχος 484, Δεκ. 1999, για την Πολυπολιτισμικότητα http://www.india-seminar.com/semframe.html(13.09.2012) “A symposium on democracy in culturally diverse societies”, ιδίως Sarah Jojesh “Of minorities and majorities”.
[45] Bhargava, Baggi and Sudarshan (eds) Multiculturalism, Liberalism and Democracy, 1999, Delhi, OUP.
[46] Ενδεικτικά, βλ. στο διαδικτυακό περιοδικό Seminar: α) τεύχος 602 October 2009, INDIA’S RELIGIOUS MINORITIES, a symposium on exclusion, identity and citizenship, β) τεύχος 591
November 2008, BATTLE FOR THE STATES, a symposium on the forthcoming state
assembly elections, και γ) τεύχος 610, June 2010, LIVING TOGETHER, a symposium on intercultural dialogue, σε http://www.india-seminar.com(13.09.2012).
[47] Harihar Bhattacharyya “Multiculturalism in Contemporary India”, International Journal on Multicultural Societies (IJMS), Vol.5, No.2, 2003: 148-161.
[48] J. Dasgupta “India’s federal design and multicultural national construction” σε Kohli (ed.) The successes of Indian’s Democracy, Cambridge University Press, 2001, σελ. 49 επ.
[49] Harihar Bhattacharyya “Multiculturalism in Contemporary India”, International Journal on Multicultural Societies (IJMS), vol.5, No.2, 2003: 148-161
[50] Με μη αναμενόμενες, συχνά, συνέπειες καθώς άλλες, αυτόχθονες ή /και επήλυδες (δηλαδή, εθνικές ή / και εθνοτικές μειονότητες κατά Κυμλίκα), υπο-ομάδες ζητούν την κατά Ταίηλορ αναγνώριση τους επικεντρώνοντας στη αξίωση για εκπαίδευση στη μητρική τους γλώσσα, στη χρήση της γλώσσας αυτής στη δημόσια υπηρεσία, και στη ποσοστιαία είσοδό τους στα τοπικά κολλέγια. Θετικά η κρατική ανταπόκριση έλαβε την μορφή δύο συνταγματικών αναθεωρήσεων του άρθρου 350 για την υποχρέωση των κρατιδίων να προσφέρουν δημοτική εκπαίδευση στην γλώσσα όλων των μειονοτήτων και μίας νομοθετικής απαγόρευσης της μακρόχρονης κατοίκησης σε ένα κρατίδιο ως προϋπόθεση πρόσληψης στην δημόσια υπηρεσία του ενώ έχει επιτραπεί από το Ανώτατο Δικαστήριο (υπόθεση Arun Narayan vs State of Karnataka AIR 1976 K 174) στα τοπικά κρατίδια να εγγράφουν έως ένα ποσοστό μόνο αυτόχθονες φοιτητές.
[51] Αντί πολλών σε S.K. Mitra “Making local government work: local elites, panchayati raj and governance in India” σε Kohli (ed.) The successes of Indian’s Democracy, Cambridge University Press, 2001, σελ. 103 επ.
[52] Κατά τη διατύπωση του Μπατατσαρίγια ‘an indestructible union of destructible states’ ο.π.σελ.159.
[53] Μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει τα δικαιώματα αυτοδιοίκησης (self-government rights), τα πολυεθνοτικά δικαιώματα (polyethnic rights) και τα δικαιώματα ειδικής αντιπροσώπευσης (special representation rights) κατά Κυμλίκα στις προαναφερθείσες πολυεπίπεδες ινδικές πολιτικές.
[54] Βλ. και την ευχή του Ταίηλορ περί «συγχώνευσης των οριζόντων» μεταξύ διαφορετικών λεξιλογίων περί του αγαθού, αρχικά, ανοίκειων μεταξύ τους πολιτιστικών ομάδων.
[55] Bhargava, Baggi and Sudarshan (eds) Multiculturalism, Liberalism and Democracy 1999, Οxford University Press.
[56] Βλ. αναλυτικότερα το βιογραφικό και τα έργα του διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Open Forum for Democracy, http://www.opendemocracy.net/author/Rajeev_Bhargava.jsp (13.09.12), ιδίως, τις συνεντεύξεις του India’s model: faith, secularism and democracy, 03.11.2004 και Poverty and political freedom 12.08.2003.
[57] Α. Bilgrami, 1999. “Secular liberalism and the moral psychology of identity” σε: Bhargava et al., eds., Μulticulturalism, Liberalism and Democracy. Delhi: Oxford University Press.
[58] Okin, “Mistresses of Their Own Destiny”: Group Rights, Gender, and Realistic Rights of Exit’, Ethics 112 (2): 205-230, at p.206.
[59]Αν και το να έχουμε υπ’ όψιν μας την πολυπλοκότητα της κατάστασης, σχετικά με την ένταση μεταξύ των φεμινιστικών και πολυπολιτισμικών αιτημάτων αναγνώρισης δεν πρέπει να μας οδηγεί στην απαισιοδοξία, την αδράνεια, ή στην, άνευ ετέρου, επίκληση ενός δικαιώματος τρίτων για επέμβαση στο εσωτερικό της κοινότητας για διάσωση των καταπιεζομένων γυναικών κατά S. M. Okin σε “Mistresses of Their Own Destiny”: Group Rights, Gender, and Realistic Rights of Exit” Ethics 112 (January 2002): 205 –230, αλλά και σε “Is Multiculturalism Bad for Women?” σε Boston Review http://bostonreview.net/BR22.5/okin.html, όπως επισημαίνει ο Bhikhu Parekh στο “A Varied Moral World”, στην Boston Review, βλ. http://bostonreview.net/BR22.5/parekh.html ελεγμένο την 13.09.2012.
[60] Δες για διακρίσεις σχετικά σε ΗΠΑ, ΗΒ, Γαλλία και Γερμανία από Modood & Kastoryano “Secularism and the accommodation of Muslims in Europe” εις Multiculturalism, Muslims & Citizenship, aEuropeanapproach, Modood, Triantafyllidou, Zapata-Barrero, 2006, Routledge, UK.
[61] Εκτεταμένο ποσοστό της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων προσφέρεται από ιδιωτικά σχολεία, τοπικούς και θρησκευτικούς οργανισμούς. Οι κύριες θρησκευτικές κοινότητες στην Ινδία δεν αποτελούν εκκλησίες κεντρικά οργανωμένες κατά το παπικό πρότυπο αλλά μάλλον δίκτυα κοινοτήτων πιστών.
[62] Ορισμένοι είναι απαισιόδοξοι όσον αφορά στην δυνατότητα του ινδικού συστήματος να προχωρήσει στην απαιτούμενη αναθεώρηση του προσωπικού δικαίου όλων των κοινοτήτων, διότι όπως φαίνεται, έως τώρα, εντός των κοινοτήτων αυτών δεν είναι αρκετά ισχυρή η πεποίθηση για εσωτερική, αυτο- μεταρρύθμιση προς συμμόρφωση προς τα προσφερόμενα έμμεσα κίνητρα και τις γενικότερες απαιτήσεις – βλ. P. Chatterjee “Secularism and toleration” EconomicandPoliticalWeekly, 9 July 1994.
[63] Για μία σύντομη παρουσίαση του θέματος της σχέσης θρησκείας κράτους στην Ινδία δες Μαρία Πρωτόπαππα «Religion and Law: Constitutional Provisions – how Indian Law has been influenced over the centuries by the ancient religion of Hinduism”, LXXXIV Poros, σελ. 385 επ.
[64] Και κατά τούτο προσομοιάζει με πλευρές του νέο-ρεπουμπλικανικού κοινοτισμού– για μία κριτική προσέγγιση του οποίου βλ. Αρ. Χατζή «Η αναβίωση της ρεπουμπλικανικής θεωρίας δικαίου» σε Επιστήμη και Κοινωνία,τ.4, 2000, σελ.79 επ. ενώ ο Λίποβατς στο ίδιο τεύχος προσφέρει μία σχετική ανάπτυξη για την τραγικότητα της διαλεκτικής μεταξύ Αγαθού και Ορθού, σελ. 19 επ «Ούτε ατομικιστικός φιλελευθερισμός, ούτε κοινοτικός συντηρητισμός: φιλελεύθερος ρεπουμπλικανισμός στην δυτική νεωτερικότητα».
[65] Phillip Pettit A Theory of Freedom – From the Psychology to the Politics of Agency, Oxford University Press, 2001, στα ελληνικά ως Phillip Pettit Θεωρία της Ελευθερίας –από την ψυχολογία στην πολιτική της δράσης, Πόλις, 2007.
[66] Ευρύς κύκλος εξειδικευμένων συζητήσεων και θεμάτων εν σχέσει με με την Ινδική Πολιτεία και, ιδίως, τον Ινδικό Συνταγματισμό είναι διαθέσιμα στον τόμο LXXXIV της European Public Law Series με τίτλο POROS PROJECT 2005-2007 EU-India Economic Cross Cultural Programme, Comparative Studies and Proceedings of Seminars and Conferences, Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίου Δικαίου, Esperia Publications, London, 2006 (εφεξής, LXXXIV PΟROS). Ειδικά όσον αφορά στην ισότητα γυναικών – ανδρών, βλ. http://www.nls.ac.in/resources/gender/finalgender1.htm (13.09.2012). Το ινδικό Σύνταγμα τέθηκε σε ισχύ την 26η Ιανουαρίου 1950.
[67] Δες και τη σελίδα του ινδικού Υπουργείου Δικαιοσύνης http://lawmin.nic.inAll India Review (AIR) και έχουν ελεγχθεί ως διαθέσιμες στην ανωτέρω μηχανή αναζήτησης την 01.06.2010., ιδίως σε http://indiacode.nic.in/coiweb/welcome.html για το Συνταγματικό κείμενο και σε http://judis.nic.in/supremecourt/chejudis.asp για τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αναφορές της νομολογίας στις υποσημειώσεις παραμένουν στην
[68] Στο συνταγματικό κείμενο ανιχνεύεται πέραν των μέτρων εξισωτικού εκσυγχρονισμού εντός του φιλελεύθερου πλαισίου και η σοσιαλιστική επιρροή: αυτή ενεγράφη στο συνταγματικό κείμενο, κυρίως, με την εισαγωγή του επιθέτου «σοσιαλιστική» στο προοίμιο του (ταυτόχρονα με την αναφορά στην εκκοσμίκευς;h του) και με την μετάπτωση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας σε δίκαιη αποζημίωση επί απαλλοτρίωσης, δηλαδή από τον κατάλογο των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε απλό συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 300Α) – αυτά τα σημεία εισήχθησαν δυνάμει συνταγματικής αναθεώρησης κατά τη δεκαετία του 1970 μετά από μία μακρόχρονη διελκυστίνδα μεταξύ της δικαστικής (κυρίως, του Ανωτάτου Δικαστηρίου) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την πρωθυπουργία της Ίντιρα Γκάντι (επικεφαλής του κυρίαρχου κόμματος του Εθνικού Κογκρέσου).
[69] «THE CONSTITUTION OF INDIA, Preamble: We, the people of India, having solemnly resolved to constitute India into a sovereign socialist secular democratic republic and to secure to all its citizens: justice, social, economic and political; liberty of thought, expression, belief, faith and worship; equality of status and of opportunity; and to promote among them all fraternity assuring the dignity of the individual and the unity and integrity of the nation; in our constituent assembly this twenty-sixth day of November, 1949, do hereby adopt, enact and give to ourselves this Constitution».
[70] Περισσότερα για την προσέγγιση της Προβληματικής ως τεχνικής εξουσίας της κυβερνησιμό-τητας, στο πεδίο της δύναμης και της γνώσης συνάμα, σε M. Foucault, EssentialWorks, v. 3, Power, Penguin, 1994, ως σχέση της αλήθειας με την δύναμη σε σελ. 111 επ., και ιδίως για την governmentality ως κυβερνησιμότητα σε σελ. 201 επ.
[71] Αναλυτικά σχεδόν όλα τα κατωτέρω επιμέρους ζητήματα, σε A. Sen & J. Dreze IndiaDevelopmentandParticipation, Oxford University Press, 2002, το οποίο αποτελεί μία πολύ καλή παρουσίαση της ινδικής κατάστασης, και A. Sen DevelopmentasFreedom, The Anchor House Edition, 2000.
[72] Αναλυτικά τη σχετική νομολογία των τριών βασικών συνταγματικά πανηγυρικών μορφών της Ισότητας σε P. M. Bakshi TheConstitutionofIndia, Universal Law Publishing, 6th, 2005, σελ. 16-33 και Prof. M.P. Jain IndianConstitutionalLaw 5th ed. Wadhwa Nagpur, 2005, 855 επ., 902 επ. και 933 επ. αντίστοιχα.
[73] «RIGHT TO EQUALITY: 14. Equality before law.—The State shall not deny to any person equality before the law or the equal protection of the laws within the territory of India».
[74] «15. Prohibition of discrimination on grounds of religion, race, caste, sex or place of birth.—(1) The State shall not discriminate against any citizen on grounds only of religion, race, caste, sex, place of birth or any of them. (2) No citizen shall, on grounds only of religion, race, caste, sex, place of birth or any of them, be subject to any disability, liability, restriction or condition with regard to—(a) access to shops, public restaurants, hotels and places of public entertainment; or (b) the use of wells, tanks, bathing ghats, roads and places of public resort maintained wholly or partly out of State funds or dedicated to the use of the general public. (3) Nothing in this article shall prevent the State from making any special provision for women and children. (4) Nothing in this article or in clause (2) of article 29 shall prevent the State from making any special provision for the advancement of any socially and educationally backward classes of citizens or for the Scheduled Castes and the Scheduled Tribes».
[75] «16. Equality of opportunity in matters of public employment.—(1) There shall be equality of opportunity for all citizens in matters relating to employment or appointment to any office under the State. (2) No citizen shall, on grounds only of religion, race, caste, sex, descent, place of birth, residence or any of them, be ineligible for, or discriminated against in respect of, any employment or office under the State. (3) Nothing in this article shall prevent Parliament from making any law prescribing, in regard to a class or classes of employment or appointment to an office under the Government of, or any local or other authority within, a State or Union territory, any requirement as to residence within that State or Union territory prior to such employment or appointment. (4) Nothing in this article shall prevent the State from making any provision for the reservation of appointments or posts in favour of any backward class of citizens, which, in the opinion of the State, is not adequately represented in the services under the State. (4A) Nothing in this article shall prevent the State from making any provision for reservation in matters of promotion, with consequential seniority, to any class or classes of posts in the services under the State in favour of the Scheduled Castes and the Scheduled Tribes which, in the opinion of the State, are not adequately represented in the services under the State. (4B) Nothing in this article shall prevent the State from considering any unfilled vacancies of a year which are reserved for being filled up in that year in accordance with any provision for reservation made under clause (4) or clause (4A) as a separate class of vacancies to be filled up in any succeeding year or years and such class of vacancies shall not be considered together with the vacancies of the year in which they are being filled up for determining the ceiling of fifty per cent. reservation on total number of vacancies of that year. (5) Nothing in this article shall affect the operation of any law which provides that the incumbent of an office in connection with the affairs of any religious or denominational institution or any member of the governing body thereof shall be a person professing a particular religion or belonging to a particular denomination».
[76] «17. Abolition of Untouchability.—“Untouchability’’ is abolished and its practice in any form is forbidden. The enforcement of any disability arising out of “Untouchability’’ shall be an offence punishable in accordance with law».
[77] Phillip Pettit ATheoryofFreedomFromthePsychologytothePoliticsofAgency, Oxford University Press, 2001, στα ελληνικά ως Phillip Pettit ΘεωρίατηςΕλευθερίαςαπότηνψυχολογίαστηνπολιτικήτηςδράσης, Πόλις, 2007.
[78] Δυνάμει ειδικών άρθρων του Συντάγματος, αρ.330 έως 342.
[79] Περισσότερα για τον δικαστικό ακτιβισμό του Ανώτατου δικαστηρίου της Ινδίας βλ. ad hoc S.P. Judicial Activism in India, 2002, Oxford University Press, ενώ για μία σύντομη παρουσίαση δες Αλέξανδρος Μαντζούτσος “The Supreme Court of India: the judicial Activism in India – Human Rights – Protection of Life and Liberty”, LXXXIV Poros, σελ. 317 επ.
[80] Υπάρχει εκτεταμένη συγκριτική βιβλιογραφία μεταξύ ΗΠΑ και Ινδίας εν σχέσει με αυτή την θεματική – ενδεικτικά, μόνο, αναφέρω “Affirmative Action: India’s Example’, Civil Rights Journal, Fall, 1999 by Clark D. Cunningham.
[81] Chiranjit Lal Chowdhury vs. Union of India 1951, AIR, 41, 1950, SCR, 869.
[82] Για μία πρώτη παρουσίαση δες Αλέξανδρος Κατσαντώνης “The Right to Equality and the System of Reservation in India”, LXXXIV Poros, σελ. 291 επ.
[83] Οι περισσότερες σχετικές αποφάσεις του κεντρικού Συνταγματικού Δικαστηρίου εξετάζουν την νομιμότητα νομοθετικών μέτρων των ομόσπονδων τοπικών κρατιδίων – για το θέμα του ινδικού ομοσπονδιακού συστήματος βλ. Ειρήνη Περιβολαράκη “The Indian Federal System”, LXXXIV Poros, σελ. 363 επ.
[84] State of Madras vs Champakam Doraitajan ΑΙR, 1951, SC, 226.
[85] Το ινδικό Σύνταγμα τροποποιείται κατά διάφορους τρόπους και βαθμούς δυσκολίας αλλά, εν γένει, είναι αρκετό να υπογραμμισθεί εδώ η ευκολία αναθεώρησής του από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία, γεγονός το οποίο το κατατάσσει στην κατηγορία των «εύκολα αναθεωρήσιμων» συνταγμάτων, πιο κοντά στην βρετανική πρακτική του ισχυρού υπερέχοντος κοινοβουλίου παρά στην αμερικανική ή την γερμανική αντίστοιχη, όπου ισχυρά θεσμικά αναχώματα στη δράση της πλειοψηφίας, κυρίως, θέτουν τα ανώτατα συνταγματικά δικαστήρια και η Άνω Βουλή / Γερουσία.
[86] M.R.Balaji and Others vs State of Mysore ΑIR, 1963, SP, 649.
[87] A. Peerikakaruppan vs. State of Tamil Nadu 1971, AIR, 2303, 1971, SCR (2), 430, 1971, SCC, 38
[88] Dr. Preeti Srivastana vs. State of Madhya Pradesh AIR, 2894, 1999, (1) Suppl., SCR, 249, 1999, (7), SCC, 120, 1999, (4), SCALE, 579, 1999, (5), JT, 498.
[89] Soosai vs. Union of India AIR, 1986, SC, 733.
[90] Περισσότερα σε Inequality, Poverty and Affirmative Action: Contemporary Trends in India, John M. Alexander, paper prepared for the WIDER conference Inequality, Poverty and Human Well-being, 30-31 May 2003, United Nations University, Helsinki, Finland διαθέσιμο σε https://lirias.kuleuven.be/handle/123456789/190895 (13.09.2012).
[91] P. Rajendran v. State of Madras AIR 1968 SC 1012
[92] K.S. Jayasree vs State of Kerala AIR, 1976, SC, 2381.
[93] Indra Swanhey vs Union of India (ΙΙ) AIR, 2000, SC, 498.
[94] Indra Swanhey vs Union of India (Ι) AIR, 1993, SC, 477.
[95] Στο σημείο αυτό λαϊκιστική αντίδραση πολιτικών διαφόρων κρατιδίων έχει οδηγήσει σε σειρά νομοθετημάτων, που προσπάθησαν να περιστείλουν αυτό το κριτήριο της αφρόκρεμας («creamy layer»), τα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε ως μεροληπτικά: AshokaKumarThakurvs StateofBihar (AIR 1996 SC 75), Mandal AIR 1996 SC 85, και φυσικά το κρατίδιο της Κέραλα με την πρόσφατη IndraSwanheyvsUnionofIndia (ΙΙ) AIR, 2000, SC, 498.
[96] 75η, 76η και 85η αναθεώρηση του συντάγματος, 1994, 1995 και 2001, εν σχέσει προς την νομoθεσία του κρατιδίου Tamil Nadu και άλλων που επιδίωκαν την ανατροπή των κριτηρίων της νομολογίας Indra Swanhey.
[97] Πληρέστερη παρουσίαση σε Prof. M.P. Jain IndianConstitutionalLaw, 5th ed., Wadhwa Nagpur, 2005, 917 επ. σχετικά με την είσοδο στην ανώτερη εκπαίδευση και 963 επ., για την επιτροπή Μαντάλ και τη συνέχειά της, ιδίως 969 επ. και 973 επ.
[98] AjitSingh (II) vs. Punjab 1999, 7, SCC, 209
[99] PreetiSrivastanavs. M.P. 1999, 7 SCC, 120
[100] Government of Andrha Pradesh vs P.B. Vijay Kumar AIR, 1995, SC, 1648.
[101] Μάλλον, πειστικό το σχετικό επιχείρημα σε S.P. Sathe Judicial Activism in India: Transgressing Borders and Enforcing Limits (Law in India), Oxford University Press, 2003, 2nd , σελ.166.
[102] Για μία απάντηση στην σχετική κριτική βλ. Α. Sen Τhe Argumentative Indian, Oxford University Press, 2005, ιδίως σελ. 294 επ.
[103] «44. Uniform civil code for the citizens.—The State shall endeavour to secure for the citizens a uniform civil code throughout the territory of India».
[104] Σύνοψη της σχετικής νομολογίας σε M. P. Jain Outlines of Indian Legal History, Wadhwa and Company, Nagpur, 2005, 5th ed., σελ. 580 επ., ιδίως κεφ. «Personal Laws of Hindus and Mohammedans».
[105] Ms Jorden Diengdeh v S.S. Chopra AIR, 1985, SC, 934, 940.
[106] Mohd Ahmed Khan vs Shah Bano Begum AIR, 1985, SC, 945, 954.
[107] Danial Latife vs Union of India AIR, 2001, SC, 3958.
[108] Sarla Mudgal vs Union of India AIR, 1995, SC, 1531.
[109] Ahmedabad Women Action Group vs Union of India AIR, 1997, SC, 3614, Pannalal Bansilat Patil vs State of Andrha Pradesh 1996, AIR, SC, 1023, και Lily Thomas vs Union of India, 2000, SC, SC, 1650. AIR
[110] Βλ. σχετική επίκληση σε S.P. Sathe Judicial Activism in India: Transgressing Borders and Enforcing Limits (Law in India), Oxford University Press, 2003, 2nd , σελ. 192, σε Jain Indian Constitutional Law 5th ed. Wadhwa Nagpur, 2005, 1387, και με περισσότερες αναφορές P. M. Bakshi The Constitution of India, Universal Law Publishing, 6th, 2005, σελ.88-90.
[111] Pannalal Bansilat Patil vs State of Andrha Pradesh 1996, AIR, SC, 1023, par. 12.
[112] Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμισθεί ότι αμέσως μετά την εκδίκαση μίας από αυτές, της Μ. AhmedKhanvs. ShahBanoBegum (AIR, 1985, SC, 985), κακώς, δες και S.P. Sathe JudicialActivisminIndia: TransgressingBordersandEnforcingLimits (LawinIndia), Oxford University Press, 2003, 2nd σελ. 192, η κυβερνητική πλειοψηφία του κόμματος του Εθνικού Κογκρέσου ενόψει κρίσιμων τοπικών εκλογών έφερε προς ψήφιση διάταξη, που εξαιρούσε την μουσουλμανική κοινότητα από την σχετική διάταξη του κώδικα ποινικής δικονομίας, γεγονός το οποίο εξόργισε ακραία μέλη της ινδουιστικής κοινότητας προκαλώντας έτσι εκτεταμένες και πολύνεκρες ταραχές σε όλη την χώρα και έδωσε λαβή σε ινδουιστικά θρησκευτικά κόμματα να διατυμπανίζουν έκτοτε την ανάγκη ενός ενιαίου, κοσμικού αστικού κώδικα!
[113] Βλ. προς αυτήν την κατεύθυνση ιδίως παρουσίαση διαφορετικών ερμηνευτικών ρευμάτων ανά χώρα εντός του Ισλάμ στην Εγγύς Ανατολή από Κατ. Δαλακούρα σε «Ισλάμ, Φιλελευθερισμός και Ανθρώπινα Δικαιώματα», ιδίως σελ 96 επ., ενώ αναλυτικότερα ειδικά για τις διαφορετικές γραπτές επίσημες και ανεπίσημες εκδοχές του Ισλάμ στην Ινδία εις Muzaffar Alam, ThelanguagesofpoliticalIslaminIndia 1200-1800, Permanent Black, Longman, 2004.
[114] Ενδεικτικά, για την διελκυστίνδα μεταξύ ιστορικών συμφωνιών, και νοοτροπιών, και σύγχρονων διεθνών θεσμίων ad hoc στην ίδια θεματική στην πειστική Λ. Παπαδοπούλου Φυλακισμένες στην Ιστορία, Ελληνίδες Μουσουλμάνες υπό τον Ιερό Νόμο του Ισλάμ, σε Τιμητικός Τόμος για τον Καθηγητή Π.Ι.Παρατά, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα, 2011, σελ.699 επ.
[115] Στο Is Western Patriarchal Feminism Good for Minority / Third World Women δημοσιευμένο στο «Is multiculturalism Bad for women?» Ed. Cohen, Howard and Nussbaum, Princeton, 1999, p. 41 επ.
[116] Είτε ανήκουν σε πλειοψηφικά, είτε μειοψηφικά ρεύματα πίστης και σκέψης ως πρόσωπα , όπως, ορθά, επισημαίνει ο B. Parekh Europe, liberalism and the “muslim question” σε Moddod, Triantafyllidou & Zapata-Barrero (ed.) European Multiculturalism, Muslims and Citizenship, Routledge, 2006, UK σελ. 170 επ. ιδίως 199.
[117] Μία σύντομη παρουσίαση διαφορετικών δημόσιων πολιτικών σε ευρωπαϊκά κράτη μαζί με ειδική εξέταση της κατάστασης στην Αγγλία δες σε Μ. Malik Muslim Legal Norms and the Integration of European Muslims EUI, WP 2009/29 σελ. 16 επ.
[118] Κατά τούτο, και σε αντίθεση με το παρόν επιχείρημα του πολιτικού συνταγματισμού, πρέπει να θεωρηθεί, κατ’ αρχήν, μη πειστικό, τυχόν, κοινοτιστικό επιχείρημα που αντιβαίνει σοβαρά, ιδίως σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ορισμένων πολιτών, στο φιλελεύθερο πλαίσιο, τουλάχιστον, των δημοκρατιών της ΕΕ, εκτός, ίσως, περιορισμένων περιπτώσεων, που διαθέτουν σοβαρή ιστορικότητα και εξαιρετική νομιμοποίηση – ειδικά για την Ελλάδα, αναλυτικότερα και αυστηρότερα σε Ι. Κτιστάκης Ιερός Νόμος του Ισλάμ και μουσουλμάνοι έλληνες πολίτες, Μεταξύ κοινοτισμού και φιλελευθερισμού, Αθήνα Θες/κη, Σάκκουλας, 2007.
[119] Συζήτηση των ζητημάτων, που ετέθησαν όσον αφορά τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, της laicite, δες στα Δικαιώματα του Ανθρώπου, 2006, για την Γερμανία στο τ. 30, και για την Γαλλία στο τ. 29, ενώ περαιτέρω σχολιασμός της διαφορετικότητας και, ιδίως της θρησκευτικής ετερότητας από Χ. Τσιλιώτη σε ΔτΑ, 2009, τ. 42, σελ.333-369 – καθώς και τις τελείως πρόσφατες εξελίξεις βλ. σε Γ.Καραβοκύρης « Το Πρόσωπο και ο Nόμος. H απαγόρευση της απόκρυψης του προσώπου στον δημόσιο χώρο (Conseil Constitutionnel, 2010 – 613 DC, 7/10/2010)» σε www.constitutionalism.gr (13.09.2012).
[120] Για μία εισαγωγική κοινωνιολογική προσέγγιση με περαιτέρω βιβλιογραφία, Ο. Τσακηρίδη, Μουσουλμάνοι μετανάστες στην Ελλάδα – Ανάπτυξη προβληματισμού και πρόταση πολιτισμικής προσέγγισης, σε ΔτΑ, 2009, τ. 44, σελ.1205-1239.
[121] Ξ. Γιαταγάνας «Η πρόσκληση του μεταναστευτικού φαινομένου για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» και Χρ. Παπαστυλιανός «Διαπλάθοντας τον Δήμο: οι προοπτικές συμμετοχής στην πολιτική ζωή» σε (συλ.) Μετανάστευση, ετερότητα και θεσμοί υποδοχής στην Ελλάδα, Σάκκουλας Αθήνα Θεσ/κη, 2010, σελ. 111 επ. και 167 επ. αντίστοιχα.

Συνταγματικότητα ορίων ηλικίας διορισμού δικαστικών επιμελητών

ΣτΕ (Ολ.) 1621/2012, με σημείωμα Β. Κόκοτα

Συνταγματικότητα ορίων ηλικίας διορισμού δικαστικών επιμελητών

[Συνταγματικότητα επιβολής ανωτάτου ορίου ηλικίας κατά την είσοδο στο επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή]

Πρόεδρος: Π. Πικραμμένος
Εισηγητής: Γ. Ποταμιάς, Σύμβουλος
Κρίθηκε ομόφωνα αντισυνταγματική η διάταξη της παρ. 2 περ. α΄ του άρθρου 3 του Ν. 2318/1995 (Κώδικας Δικαστικών Επιμελητών), που θέτει απόλυτο κώλυμα ως προς τη συμμετοχή στον διαγωνισμό για την κατάληψη θέσης δικαστικού επιμελητή σε όσους έχουν υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας τους. Ο συγκεκριμένος περιορισμός αντίκειται στη συνταγματικά προστατευόμενη επαγγελματική ελευθερία, καθώς παρίσταται δυσανάλογος σε σχέση με τον επιδιωκόμενο νομοθετικό σκοπό, να υπηρετείται δηλαδή το έργο της δικαιοσύνης από πρόσωπα με διαπιστωμένη επιστημονική ικανότητα και ηθική υπόσταση.
[…]
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 1/16.5.2003 αποφάσεως της Επιτροπής Εξετάσεων Δικαστικών Επιμελητών της Εφετειακής Περιφέρειας Θεσσαλονίκης έτους 2003 καθ’ ο μέρος με αυτήν απορρίφθηκε αίτηση συμμετοχής της αιτούσας στο διαγωνισμό που προκηρύχθηκε με την υπ’ αριθμ. 27345/31.3.2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων δικαστικών επιμελητών, γιατί είχε υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας της.
3. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 2454/2010 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρ. 100 παρ. 5 του Συντάγματος, το ζήτημα της αντιθέσεως της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 2318/1995 προς τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
4. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι, «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Περαιτέρω, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι, «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.».
5. Επειδή, στα άρθρα 1, 2, 3 και 5 του Ν. 2318/1995 «Κώδικας Δικαστικών Επιμελητών» (Α΄ 126) ορίζεται ότι: «Άρθρο 1. 1. Ο δικαστικός επιμελητής είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός. 2. Έργο του δικαστικού επιμελητή είναι: α) η ενέργεια επιδόσεως δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων, β) η εκτέλεση των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εκτελεστών τίτλων και γ) η εκτέλεση κάθε άλλου καθήκοντος που του έχει ανατεθεί με νόμο. 3. Ο δικαστικός επιμελητής ασκεί τα καθήκοντά του μόνο στην περιφέρεια του πρωτοδικείου που είναι διορισμένος. Άρθρο 2.1. Δικαστικός επιμελητής διορίζεται σε κενή οργανική θέση περιφέρειας πρωτοδικείου κάθε Έλληνας πολίτης, εφόσον επιτύχει σε σχετικό διαγωνισμό, έχει τα αναγκαία προσόντα και δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του τα σχετικά κωλύματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 2. Πτυχιούχοι νομικού τμήματος ημεδαπού πανεπιστημίου ή ισότιμου αλλοδαπού μπορούν να διορισθούν δικαστικοί επιμελητές χωρίς διαγωνισμό, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει την προβλεπόμενη στο εδάφιο γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του παρόντος άσκηση για πτυχιούχους νομικής. Ο διορισμός γίνεται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, με την οποία αυτός ορίζει το πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου επιθυμεί να διορισθεί… Οι προϋποθέσεις των εδαφίων α΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 3… ισχύουν αναλόγως για τον κατά την παρούσα διάταξη διορισμό. Οι διοριζόμενοι με αυτόν τον τρόπο καταλαμβάνουν κενές οργανικές θέσεις… Άρθρο 3. Το Μάρτιο κάθε έτους ο Υπουργός Δικαιοσύνης με απόφασή του… προκηρύσσει διαγωνισμό… για την πλήρωση των κενών κατά το χρόνο της προκηρύξεως οργανικών θέσεων της περιφέρειας κάθε πρωτοδικείου… 2. Δικαίωμα συμμετοχής στο διαγωνισμό έχει ο υποψήφιος εφόσον: α) έχει συμπληρώσει το εικοστό δεύτερο και δεν έχει υπερβεί το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του. Η συμπλήρωση του ορίου ηλικίας λογίζεται ότι επέρχεται στην 1 Ιανουαρίου του έτους κατά το οποίο συμπληρώνεται το εικοστό δεύτερο και στις 31 Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο συμπληρώνεται το τριακοστό πέμπτο έτος… β) έχει τουλάχιστον απολυτήριο λυκείου ή άλλης ισότιμης σχολής ή ισότιμο τίτλο της αλλοδαπής αναγνωρισμένο από το νόμο, γ) έχει συμπληρώσει ετήσια άσκηση σε δικαστικό επιμελητή ή τουλάχιστον εξάμηνη εάν είναι πτυχιούχος νομικού τμήματος ημεδαπού πανεπιστημίου ή ισότιμου αλλοδαπού… Άρθρο 5… Το όριο ηλικίας πρέπει να έχει ο υποψήφιο κατά την ημέρα του διαγωνισμού. Στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος κρίσιμος χρόνος για μεν τα προσόντα και κωλύματα είναι ο χρόνος υποβολής της αιτήσεως και του διορισμού, για δε την ηλικία ο χρόνος υποβολής της αιτήσεως».
6. Επειδή, στην έννοια της προσωπικής ελευθερίας και στην αρχή της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας του ατόμου, που κατοχυρώνονται από το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος, περιλαμβάνεται και η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και ασκήσεως επαγγέλματος. Στην ελευθερία αυτή ο κοινός νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς, είτε με την μορφή αρνητικών όρων και απαγορεύσεων, είτε με την μορφή θετικών υποχρεώσεων προς ενέργεια, πριν από την επιλογή ή και κατά την άσκηση του επαγγέλματος. Οι όροι όμως και οι προϋποθέσεις που τάσσονται από την κοινό νομοθέτη για την επιλογή και την άσκηση του επαγγέλματος είναι συνταγματικά επιτρεπτοί όταν ορίζονται γενικά και κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογούνται δε από αποχρώντες λόγους δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να είναι συναφείς προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα του επαγγέλματος. Ειδικότερα, για το επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή που έχει χαρακτήρα ελευθέρου επαγγέλματος έχει όμως και επικουρικό χαρακτήρα στο έργο της απονομής της δικαιοσύνης, η ρυθμιστική επέμβαση του νομοθέτη, ως προς τους όρους εισόδου σε αυτό, πρέπει να υπαγορεύεται από κριτήρια και να καθιερώνει προϋποθέσεις που ανάγονται στην ηθική συγκρότηση, τις επιστημονικές και τις εν γένει διανοητικές ικανότητες του υποψηφίου, ώστε η λειτουργία της δικαιοσύνης να υπηρετείται από πρόσωπα με διαπιστωμένη επιστημονική ικανότητα και ηθική υπόσταση (πρβλ. ΣΕ Ολομ. 3177/2007, 413/1993).
7. Επειδή, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συν/τος), οι επιβαλλόμενοι από τον νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι, σε σχέση προς αυτόν. Ειδικότερα, όταν ο θεσπιζόμενος περιορισμός αφορά, όχι απλώς στην άσκηση, αλλά στην πρόσβαση στο επάγγελμα προσώπων που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει να είναι εμφανής και διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής ενός τέτοιου εξαιρετικού περιορισμού για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού (βλ. Ολομ. ΣΕ 3665/2005, 3177/2007). Εν προκειμένω, ο επιδιωκόμενος από το άρθρο 3 παρ. 2 περ. α) του ν. 2318/1995 δημόσιος σκοπός να υπηρετείται το έργο της δικαιοσύνης από πρόσωπα με διαπιστωμένη επιστημονική ικανότητα και ηθική υπόσταση δικαιολογεί κατ’ αρχήν την ρυθμιστική επέμβαση του νομοθέτη και την καθιέρωση προϋποθέσεων εισόδου στο επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή. Δεν διαπιστώνεται όμως, κατά τρόπο εμφανή, η προσφορότητα και αναγκαιότητα της επιδίκου ρυθμίσεως, δηλαδή αν και σε ποιο βαθμό εξυπηρετείται ο προαναφερόμενος δημόσιος σκοπός με το απόλυτο κώλυμα εισόδου στο επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή υποψηφίου που έχει υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας του. Τούτο δε διότι η συμπλήρωση του 35ου έτους της ηλικίας ενός υποψηφίου, κατά κοινή πείρα, λαμβανομένων υπόψη και των εν γένει συνθηκών ασκήσεως του συγκεκριμένου επαγγέλματος, δεν απομειώνει την βιολογική του ικανότητα σε βαθμό που να δικαιολογεί τη θέσπιση κωλύματος συμμετοχής του στο διαγωνισμό. Επομένως, ο εν λόγω περιορισμός παρίσταται δυσανάλογος σε σχέση με τον επιδιωκόμενο νομοθετικό σκοπό και η επίδικη ρύθμιση του άρθρου 3 παρ. 2 περ. α του ν. 2318/1995 αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία προστατεύεται, μεταξύ άλλων και η επαγγελματική ελευθερία, σε συνδυασμό με την καθιερούμενη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος). Ως εκ τούτου, ο εν λόγω περιορισμός δεν είναι εφαρμοστέος.
8. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την υπ’ αριθμ. 27345/31-3-2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων δικαστικών επιμελητών, μεταξύ άλλων, και για μία κενή θέση στην Περιφέρεια του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Αίτηση συμμετοχής (υπ’ αριθμ. πρωτ. 780/2-5-2003) στο διαγωνισμό υπέβαλε η αιτούσα συνυποβάλλοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και το υπ’ αριθμ. 8580/2001 πιστοποιητικό του Δημάρχου Ωραιοκάστρου, σύμφωνα με το οποίο η αιτούσα γεννήθηκε την 18-4-1967. Με την υπ’ αριθμ. 1/16-5-2003 απόφαση της Επιτροπής Εξετάσεων Δικαστικών Επιμελητών της Εφετειακής Περιφέρειας Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η αίτηση συμμετοχής της στο διαγωνισμό με την αιτιολογία ότι είχε υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας της. Εν συνεχεία, η ως άνω Επιτροπή με το υπ’ αριθμ. 4/11-6-2003 πρακτικό της συνέταξε τον πίνακα επιτυχόντων ανά Πρωτοδικείο, και, σύμφωνα με αυτόν, για το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης πρώτος κατετάγη ο …, ο οποίος και διορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 135914/8-9-2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ, 215/12-9-2003, τ. Γ΄). Εφόσον όμως η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 περ. α) του ν. 2318/1995 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 7, αυτή είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα εν προκειμένω. Συνεπώς, μη νομίμως η Επιτροπή Εξετάσεων της Εφετειακής Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, με την υπ’ αριθμ. 1/16-5-2003 απόφασή της, απέρριψε την αίτηση συμμετοχής της αιτούσας στο διαγωνισμό με την αιτιολογία ότι είχε υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας της διότι η επίδικη διάταξη ως ανίσχυρη δεν παρέχει νόμιμο έρεισμα στην συγκεκριμένη αιτιολογία. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, κατ’ αποδοχή του σχετικού λόγου ακυρώσεως, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση να αναπεμφθεί στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση του αιτήματος της αιτούσας για την συμμετοχή της στις εξετάσεις δικαστικών επιμελητών.
Σημείωμα
Στη σχολιαζόμενη απόφαση της Ολομέλειας επανέρχεται το ζήτημα της συνταγματικότητας της επιβολής ανωτάτου ορίου ηλικίας κατά την είσοδο στο επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή.
Τα όρια ηλικίας συνιστούν μια ιδιόμορφη κατηγορία περιορισμών της επαγγελματικής ελευθερίας, η επιβολή των οποίων σκοπεί αφενός στην προστασία του ατόμου, που πρέπει να είναι ηλικιακά ώριμο προτού ασκήσει συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα (κατώτατα όρια ηλικίας εισόδου σε ένα επάγγελμα), αφετέρου στην εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος, ιδίως στην ασφάλεια του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από την επαγγελματική δραστηριότητα ατόμων ακατάλληλων να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτή (ανώτατα όρια ηλικίας εισόδου σε ένα επάγγελμα) ή να συνεχίσουν να την ασκούν (όρια ηλικίας εξόδου από ένα επάγγελμα)[1]. Η επιλογή, πάντως, ενός συγκεκριμένου ορίου ηλικίας έναντι άλλου λαμβάνει χώρα πολλές φορές τυχαία, αυθαίρετα ή, τουλάχιστον, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση από τον νομοθέτη[2].
Σύμφωνα με μια διάκριση την οποία προτείνει η θεωρία των «τριών βαθμίδων» και την οποία φαίνεται να ασπάζεται ολοένα και συχνότερα το Συμβούλιο της Επικρατείας, οι νομοθετικές ρυθμίσεις που επιβάλλουν όρια ηλικίας στα ελευθέρια επαγγέλματα εισάγουν περιορισμούς που αφορούν στην πρόσβαση στο επάγγελμα και μάλιστα περιορισμούς υποκειμενικής φύσης, αφού η ηλικία ως προϋπόθεση ανάγεται στο πρόσωπο είτε του ενδιαφερομένου να ασκήσει ένα επάγγελμα (όρια ηλικίας εισόδου) είτε εκείνου που υποχρεούται να πάψει να το ασκεί (όρια ηλικίας εξόδου)[3].
Σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, στο επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή, πρόκειται για δραστηριότητα «εντόνως ρυθμισμένη»[4], δεδομένου ότι ο νομοθέτης την έχει υπαγάγει, μεταξύ άλλων, σε διπλό ηλικιακό περιορισμό, καθιερώνοντας ανώτατο όριο ηλικίας κατά την είσοδο στο επάγγελμα (απαγορεύεται η συμμετοχή στον διαγωνισμό για την κατάληψη θέσης δικαστικού επιμελητή σε όσους έχουν συμπληρώσει το 35ο έτος της ηλικίας τους[5]), αλλά και όριο ηλικίας εξόδουαπό αυτό (με τη συμπλήρωση του 65ου ή, κατ΄ ανώτατο όριο, του 68ου έτους της ηλικίας τους, οι δικαστικοί επιμελητές υποχρεούνται να πάψουν να ασκούν το επάγγελμα[6]).
Το ζήτημα της συνταγματικότητας της επίμαχης διάταξης του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών οδηγήθηκε προς κρίση ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν παραπεμπτικής απόφασης του Γ΄ Τμήματος (ΣτΕ 2454/2010), με την οποία το δικαστήριο έκρινε ότι η ρύθμιση προσέκρουε στη συνταγματική προστασία της επαγγελματικής ελευθερίας, καθώς ήταν απρόσφορη να εξυπηρετήσει τον επιδιωκόμενο σκοπό χάριν του οποίου είχε τεθεί[7]. Η συνταγματικότητα επιβολής ανωτάτου ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό των δικαστικών επιμελητών είχε, ωστόσο, απασχολήσει και στο παρελθόν το Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο είχε τότε αποφανθεί ότι η ρύθμιση, ιδωμένη υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, ήταν συνταγματική, με το αιτιολογικό ότι το όριο ηλικίας των 35 ετών παρίστατο «εύλογο κατά κοινή πείρα, ενόψει της φύσεως, των καθηκόντων αλλά και των εν γένει συνθηκών υπό τις οποίες ασκείται το επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή»[8]. Η νομολογία αυτή μεταστράφηκε με την παραπεμπτική απόφαση του Γ΄ Τμήματος, μεταστροφή η οποία επιβεβαιώθηκε στη σχολιαζόμενη απόφαση της Ολομέλειας.Τόσο στην απόφαση της Ολομέλειας όσο και στην παραπεμπτική, το δικαστήριο αποφαίνεται -κατά πλειοψηφία στην περίπτωση της παραπεμπτικής, ομόφωνα στην απόφαση της Ολομέλειας- ότι το συγκεκριμένο νομοθετικό μέτρο, που αποτυπώνεται στην επίμαχη διάταξη του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών, παρίσταται δυσανάλογο, καθώς είναι απρόσφορο να εξυπηρετήσει τον επιδιωκόμενο σκοπό, δεδομένης, κατά την κρίση του δικαστηρίου, της έλλειψης λογικής αντιστοιχίας της ρύθμισης (απόλυτη απαγόρευση συμμετοχής στον διαγωνισμό για την κατάληψη θέσης δικαστικού επιμελητή σε όσους έχουν συμπληρώσει το 35ο έτος της ηλικίας τους) με τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος («να υπηρετείται το έργο της δικαιοσύνης από πρόσωπα με διαπιστωμένη επιστημονική ικανότητα και ηθική υπόσταση»).
Για να καταλήξει στην κρίση περί αντισυνταγματικότητας της συγκεκριμένης ρύθμισης η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, υιοθετώντας τη θεωρία των «τριών βαθμίδων», διακρίνει μεταξύ περιορισμών που αφορούν στην άσκηση ενός επαγγέλματος και εκείνων που αφορούν στην πρόσβαση σε αυτό, αξιώνοντας στη δεύτερη περίπτωση «…να είναι εμφανής και διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής ενός τέτοιου εξαιρετικού περιορισμού για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού…»[9]. Εξετάζοντας, στη συνέχεια, το δικαστήριο την αναλογικότητα της ρύθμισης, αποφαίνεται ότι «δεν διαπιστώνεται όμως, κατά τρόπο εμφανή, η προσφορότητα και αναγκαιότητα της επιδίκου ρυθμίσεως, δηλαδή αν και σε ποιο βαθμό εξυπηρετείται ο προαναφερόμενος δημόσιος σκοπός με το απόλυτο κώλυμα εισόδου στο επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή υποψηφίου που έχει υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας του. Τούτο δε διότι η συμπλήρωση του 35ου έτους της ηλικίας ενός υποψηφίου, κατά κοινή πείρα, λαμβανομένων υπόψη και των εν γένει συνθηκών ασκήσεως του συγκεκριμένου επαγγέλματος, δεν απομειώνει τη βιολογική του ικανότητα σε βαθμό που να δικαιολογεί τη θέσπιση κωλύματος συμμετοχής του στον διαγωνισμό…»[10]. Το ανωτέρω σκεπτικό απαντάται κατά τρόπο όμοιο και στην παραπεμπτική απόφαση, με τη διαφορά ότι στην τελευταία σημειώθηκε μειοψηφία δύο Συμβούλων που αποφάνθηκαν ότι το μέτρο δεν προσκρούει στην επαγγελματική ελευθερία και είναι συνταγματικό, δεδομένου του «ιδιαιτέρου κρατικού ενδιαφέροντος για το επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή και της υποβολής της ασκήσεώς του σε έντονο ρυθμιστικό πλαίσιο, λόγω του επικουρικού, στην απονομή της δικαιοσύνης, έργου του δικαστικού επιμελητή αλλά και λόγω της ιδιότητάς του ως δημοσίου οργάνου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του…»[11].
Άξιο σχολιασμού είναι το γεγονός ότι μολονότι το Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ήλθε αντιμέτωπο με το ζήτημα της συνταγματικότητας της επίμαχης διάταξης του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών περισσότερες φορές κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, η κρίση του, ωστόσο, παρουσίασε διακυμάνσεις: η επιβολή ανωτάτου ορίου ηλικίας 35 ετών, με τη συμπλήρωση του οποίου απαγορεύεται η συμμετοχή στον διαγωνισμό για την κατάληψη θέσης δικαστικού επιμελητή, κρίθηκε από το Τμήμα σε πρώτη φάση συνταγματική, κατά πλειοψηφία και με τον σχηματισμό αντίθετης μειοψηφίας (ΣτΕ 261/2003), κρίση που «επικυρώθηκε» ομόφωνα από την επταμελή σύνθεση του Τμήματος (ΣτΕ 9/2004), προτού το μέτρο οδηγηθεί εκ νέου προς κρίση ενώπιον του ιδίου Τμήματος και πάλι υπό επταμελή σύνθεση, που έκρινε αυτή τη φορά το μέτρο αντισυνταγματικό, κατά πλειοψηφία και με τον σχηματισμό αντίθετης μειοψηφίας (ΣτΕ 2454/2010), παραπέμποντας τελικά στην Ολομέλεια, που, με τη σχολιαζόμενη απόφαση (ΣτΕ 1621/2012), αποφάνθηκε ομόφωνα ότι το μέτρο είναι αντισυνταγματικό. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις το περιοριστικό της επαγγελματικής ελευθερίας μέτρο παραμένει το ίδιο (απαγόρευση συμμετοχής στον διαγωνισμό για την κατάληψη θέσης δικαστικού επιμελητή σε όσους έχουν συμπληρώσει το 35ο έτος της ηλικίας τους), ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος με τον οποίο συσχετίζεται αυτό παραμένει σταθερός (συνιστάμενος στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, υπό την έννοια να «υπηρετείται το έργο της δικαιοσύνης από πρόσωπα με διαπιστωμένη επιστημονική ικανότητα και ηθική υπόσταση»), ενώ η συσχέτιση μέσου και σκοπού λαμβάνει χώρα πάντοτε υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Η ταυτότητα μέσου, σκοπού και κριτηρίου του ελέγχου δεν στάθηκε, καθώς φαίνεται, ικανή να οδηγήσει σε ενιαία δικαστική κρίση περί της αντισυνταγματικότητας ή μη της επίδικης ρύθμισης. Η έλλειψη σαφήνειας, εξάλλου, κατά τη διατύπωση της δικαστικής κρίσης περί δυσαναλογίας της ρύθμισης -στοιχείο που χαρακτηρίζει συχνά το σκεπτικό των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας- ανακύπτει και στη σχολιαζόμενη απόφαση της Ολομέλειας, στην οποία γίνεται σωρευτική επίκληση των δύο πρώτων κριτηρίων της αρχής της αναλογικότητας (προσφορότητα και αναγκαιότητα), μολονότι η διαπίστωση της ακαταλληλότητας του μέτρου θα έπρεπε να καθιστά περιττό τον έλεγχο της αναγκαιότητάς του.
Πέραν τούτων, η σχολιαζόμενη απόφαση της Ολομέλειας δίνει αφορμή για μια σύγκριση της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας που αφορά στη συνταγματικότητα των ορίων ηλικίας εισόδου σε ένα επάγγελμα, σε σχέση με τη νομολογία που αφορά στη συνταγματικότητα των ορίων ηλικίας εξόδου από ένα επάγγελμα: οι ρυθμίσεις που θέτουν ανώτατα όρια ηλικίας κατά την είσοδο στο επάγγελμα -με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη νομολογία για την εγγραφή πτυχιούχων Νομικής στα μητρώα ασκουμένων του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου[12] και, ήδη με τη σχολιαζόμενη απόφαση, τη συμμετοχή υποψηφίων στον διαγωνισμό για την κατάληψη θέσης δικαστικού επιμελητή- εάν ελεγχθούν υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, προσκρούουν στην επαγγελματική ελευθερία και είναι αντισυνταγματικές∙ αντίθετα, ρυθμίσεις που αφορούν στην επιβολή ορίων ηλικίας εξόδου από ένα επάγγελμα, ιδωμένες και πάλι υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, κρίνονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας συνταγματικές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα και πάλι τη νομολογία για την υποχρεωτική έξοδο από το επάγγελμα των δικαστικών επιμελητών[13], των εργοληπτών δημοσίων έργων[14] και πρόσφατα, σε μια ενδιαφέρουσα «στροφή» του δικαστηρίου, των φαρμακοποιών[15]. Υφίσταται, επομένως, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο εξέλιξης της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μια διαφορετική μεταχείριση των ορίων ηλικίας εισόδου σε σχέση με τα όρια ηλικίας εξόδου, με την πρώτη κατηγορία περιορισμών να υπόκειται σε αυστηρότερο δικαστικό έλεγχο, ο οποίος καταλήγει σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας του μέτρου.
Η επιβολή, πάντως, από τον έλληνα νομοθέτη ορίων ηλικίας είτε κατά την είσοδο σε ένα επάγγελμα είτε κατά την έξοδο από αυτό εγείρει ζητήματα συμβατότητας με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η Οδηγία 2000/78/ΕΚ επιτάσσει την κατάργηση όλων εκείνων των εθνικών ρυθμίσεων που εισάγουν άμεσες και έμμεσες διακρίσεις, μεταξύ άλλων, και λόγω ηλικίας[16]. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η νομοθεσία της Ένωσης διαφοροποιεί την ηλικία από τα λοιπά κριτήρια διάκρισης, αναγνωρίζοντας «περιθώριο εκτίμησης» στα κράτη μέλη να υιοθετήσουν ρυθμίσεις που εισάγουν διακρίσεις βασισμένες στην ηλικία, εφόσον με τον τρόπο αυτό εξυπηρετούνται σκοποί αναγόμενοι στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, υπό την προϋπόθεση, περαιτέρω, ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας[17].
Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι ο εθνικός νομοθέτης δεν συμπεριέλαβε τα όρια ηλικίας μεταξύ των περιορισμών που απαριθμούνται στις διατάξεις του Ν. 3919/2011, ο οποίος εξαγγέλλει την κατάργηση όλων εκείνων των εθνικών ρυθμίσεων που δυσχεραίνουν την πρόσβαση σε ένα επάγγελμα και την άσκησή του. Τουναντίον, με μεταγενέστερο νομοθέτημα (ΠΔ 68/2011), τα όρια ηλικίας του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών κατά την είσοδο στο επάγγελμα καιτην έξοδο από αυτό διατηρήθηκαν σε ισχύ, ενώ η επαγγελματική δραστηριότητα των δικαστικών επιμελητών εξαιρέθηκε συνολικά από τις ρυθμίσεις του Ν. 3919/2011[18].
Κλείνοντας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η «πρακτική» σημασία της σχολιαζόμενης απόφασης της Ολομέλειας είναι ούτως ή άλλως περιορισμένη, αφού, λίγο προτού αυτή δημοσιευθεί, ο εθνικός νομοθέτης με τον Ν. 4072/2012 αντικατέστησε την επίμαχη διάταξη του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών, αυξάνοντας το ανώτατο όριο ηλικίας για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό των δικαστικών επιμελητών από τα 35 στα 40 έτη[19].


[1] Για την ηλικία ως κριτήριο επιβολής περιορισμών στα ατομικά δικαιώματα βλ. Τ. Βιδάλη ‘Οι ηλικιακοί περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων’ σε: Δ. Μέλισσα (επιμ.), Οι ηλικιακοί περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ερευνητικά Προγράμματα 2, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2001, σ. 13 επ.
[2] Με άλλη διατύπωση στο ίδιο συμπέρασμα και ο Δ. Μέλισσας, ‘Ο ηλικιακός αριθμός στο δίκαιο’ σε: Μέλισσα, όπ.π., σ. 57 επ.
[3] Σύμφωνα με τη θεωρία των «τριών βαθμίδων», οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην επαγγελματική ελευθερία μπορούν να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με το εάν αφορούν στην άσκηση (πρώτη βαθμίδα) ή την επιλογή επαγγέλματος, οπότε στη δεύτερη περίπτωση οι περιορισμοί διακρίνονται, περαιτέρω, σε εκείνους που ανάγονται σε υποκειμενικές προϋποθέσεις, όπως η ηλικία (δεύτερη βαθμίδα) και σε εκείνους που ανάγονται σε αντικειμενικές προϋποθέσεις, όπως τα πληθυσμιακά κριτήρια (τρίτη βαθμίδα), βλ. αναλυτικά Β. Κόκοτα, ‘Η συνταγματικότητα των πληθυσμιακών κριτηρίων για την ίδρυση φαρμακείων’, στον δικτυακό τόπο www.constitutionalism.gr. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, στην πρόσφατη νομολογία του, φαίνεται να διακρίνει σαφώς μεταξύ των περιορισμών που επιβάλλονται στην άσκηση και εκείνων που επιβάλλονται στην επιλογή επαγγέλματος, με χαρακτηριστικότερα δείγματα της νομολογίας αυτής τις αποφάσεις που αφορούν στον έλεγχο συνταγματικότητας των πληθυσμιακών κριτηρίων κατά την ίδρυση φαρμακείων: βλ. ΣτΕ Ολ. 3665/2005, ΕΔΚΑ 2006, σ. 59 = Αρμ 2006, σ. 805 = ΔιΔικ 2006, σ. 391 = ΝοΒ 2006, σ. 925 με παρατηρήσεις Κ. Σαμαρτζή = ΕφημΔΔ 2006, σ. 211 με παρατηρήσεις Χ. Τσιλιώτη, καθώς και η παραπεμπτική ΣτΕ 2110/2003 (Δ΄ τμ.), ΕΔΔΔΔ 2004, σ. 89 με παρατηρήσεις Α. Παπακωνσταντίνου.
[4] Έτσι η ΣτΕ Ολ. 3828/1997, ΤοΣ 1998, σ. 392 = ΔιΔικ 1998, σ. 64 = ΕΔΔΔΔ 1998, σ. 93. Πέραν των ορίων ηλικίας που επιβάλλονται κατά την είσοδο στο επάγγελμα και την έξοδο από αυτό, η επαγγελματική δραστηριότητα των δικαστικών επιμελητών υπόκειται σύμφωνα με τον Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών (Ν. 2318/1995, ΦΕΚ Α΄ 126) και σε άλλους περιορισμούς, όπως η λήψη προηγούμενης άδειας για την άσκηση του επαγγέλματος, οι γεωγραφικοί περιορισμοί (άσκηση του επαγγέλματος εντός συγκεκριμένης πρωτοδικειακής ή εφετειακής περιφέρειας), καθώς και οι περιορισμοί ως προς τη συλλογική άσκηση του επαγγέλματος (σύσταση μονάχα αστικής εταιρείας). Ήδη ο Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α΄ 86), τροποποιώντας τον Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών, απαιτεί στο εξής για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό για την κατάληψη θέσης δικαστικού επιμελητή την κατοχή πτυχίου Νομικής Σχολής ημεδαπού πανεπιστημίου ή αναγνωρισμένου αλλοδαπού (άρθρο 3 παρ. 2).
[5] Άρθρο 3 παρ. 2 του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών, πριν την αντικατάστασή του από τις ρυθμίσεις του Ν. 4072/2012.
[6] Άρθρο 82 σε συνδυασμό με το «Άρθρο Δεύτερο» του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών, που καθιερώνουν, αντίστοιχα, το 65ο ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, το 68ο έτος ως ανώτατο όριο ηλικίας αποχώρησης από το επάγγελμα, ρύθμιση που παραμένει σε ισχύ και μετά τη θέσπιση του Ν. 4072/2012.
[7] ΣτΕ 2454/2010 (Γ΄ τμ., 7μελής), Αρμ 2011, σ. 1898 με παρατηρήσεις Ι. Μαθιουδάκη.
[8] ΣτΕ 9/2004 (Γ΄ τμ., 7μελής). Η υπόθεση οδηγήθηκε στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος κατόπιν παραπομπής με τη ΣτΕ 261/2003 (Γ΄ τμ.), ΕΔΔΔΔ 2003, σ. 323 με παρατηρήσεις Α. Παπακωνσταντίνου. Πρβλ, ωστόσο, την αντίθετη γνώμη της μειοψηφίας στη ΣτΕ 261/2003, που αποφάνθηκε ότι το όριο ηλικίας των 35 ετών «…δεν παρίσταται κατά κοινή πείρα εύλογο, ιδιαίτερα μάλιστα περί πτυχιούχων νομικού τμήματος, ο διορισμός των οποίων ως δικαστικών επιμελητών και μετά τη συμπλήρωση του ως άνω ορίου, λόγω των αυξημένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, θα εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον, δεδομένης της φύσεως του επαγγέλματος του δικαστικού επιμελητή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως επικουρικού του έργου της απονομής της δικαιοσύνης».
[9] Διατύπωση η οποία απαντάται στο σκεπτικό της ΣτΕ Ολ. 3665/2005, όπ.π. καθώς και της ΣτΕ Ολ. 3177/2007, Αρμ 2008, σ. 482 με παρατηρήσεις Ευ. Παπαδημητρίου = Αρμ 2008, σ. 1239 με παρατηρήσεις Γ. Μάτσου = ΘΠΔΔ 2008, σ. 154 με παρατηρήσεις Δ. Φιλίππου. Με τη δεύτερη απόφαση η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικό τον χρονικό περιορισμό της πενταετίας από τη λήψη πτυχίου, μετά την παρέλευση της οποίας δεν ήταν δυνατή η εγγραφή πτυχιούχων Νομικής στα μητρώα ασκουμένων του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
[10] ΣτΕ Ολ. 1621/2012 (σκ. 7).
[11] ΣτΕ 2454/2010, όπ.π. (σκ. 7).
[12] ΣτΕ Ολ. 413/1993, ΤοΣ 1994, σ. 143 με παρατηρήσεις Θ. Αραβάνη = ΝοΒ 1994, σ. 273 = Δ/νη 1993, σ. 443 = ΕΔΔΔΔ 1993, σ. 543.
[13] ΣτΕ Ολ. 3828/1997, όπ.π., με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η επιβολή ορίου ηλικίας εξόδου από το επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή είναι συνταγματική.
[14] ΣτΕ Ολ. 3827/1997, ΔιΔικ 1998, σ. 62 = ΕΔΔΔΔ 1998, σ. 88.
[15] Βλ. τις παλαιότερες ΣτΕ Ολ. 474/1989, Αρμ 1989, σ. 173 = ΕΔΚΑ 1989, σ. 300, καθώς και ΣτΕ Ολ. 475/1989, ΤοΣ 1989, σ. 133 = ΝοΒ 1990, σ. 144 = ΕΕργΔ 1989, σ. 261 = Δ/νη 1990, σ. 414 = ΑρχΝ 1989, σ. 280. Με τις αποφάσεις αυτές η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε το όριο ηλικίας των 65 ετών, με τη συμπλήρωση του οποίου οι φαρμακοποιοί έπαυαν υποχρεωτικά να ασκούν το επάγγελμα, αντισυνταγματικό. Ωστόσο, με τις πρόσφατες ΣτΕ Ολ. 2204/2010, ΕΔΚΑ 2011, σ. 510 = ΘΠΔΔ 2011, σ. 530 και ΣτΕ Ολ. 2205-2224/2010, το δικαστήριο έκρινε ότι το όριο ηλικίας των 70 ετών για την υποχρεωτική έξοδο των φαρμακοποιών από το επάγγελμα είναι συνταγματικό.
[16] Για την ηλικία ως απαγορευμένο κριτήριο διάκρισης στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βλ. μεταξύ άλλων C. O’Cinneide, ‘Age discrimination and European Law’, Office for Official Publications of the European Communities, European Commission, Luxembourg, 2005, σ. 1, Π. Πετρόγλου, ‘Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΔΕΚ 5.3.2009, υπόθ. 388/07, The Incorporated Trustees of the National Council on Ageing (Age Concern England) – H απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας στην κοινοτική και ελληνική έννομη τάξη’, ΕΔΚΑ 2009, σ. 799, Δ. Ζερδελή, ‘Η απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας’, ΕΕΕργΔ 2009, σ. 1001 (Α΄ μέρος) και σ. 1065 (Β΄ μέρος) και Κ. Γαβαλά, ‘Διακρίσεις λόγω ηλικίας’, ΕΕΕργΔ 2010, σ. 1311.
[17] Ο Ν. 3304/2005 (ΦΕΚ Α΄ 16), μεταφέροντας στην ελληνική έννομη τάξη τις αντίστοιχες ρυθμίσεις της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ, μεταχειρίζεται διαφορετικά το κριτήριο της ηλικίας, εισάγοντας με το άρθρο 11 εκτεταμένες εξαιρέσεις στον γενικό κανόνα του άρθρου 7 περί απαγόρευσης των διακρίσεων. Στο πλαίσιο αυτό, ορίζεται ότι «δεν συνιστά διάκριση η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, εφόσον η μεταχείριση αυτή προβλέπεται στον νόμο προς εξυπηρέτηση σκοπών της πολιτικής της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, τα δε μέσα επίτευξης των σκοπών αυτών είναι πρόσφορα και αναγκαία» (άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3304/2005). Πέραν της εξαίρεσης αυτής που αφορά ειδικά στο κριτήριο της ηλικίας, η νομοθεσία αναγνωρίζει και μια γενική εξαίρεση που αφορά όλα τα κριτήρια διάκρισης που καθιερώνει η Οδηγία, αφού «δεν συνιστά ανεπίτρεπτη διάκριση η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε χαρακτηριστικό σχετικό με τις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την ηλικία, αναπηρία ή τον γενετήσιο προσανατολισμό, το οποίο, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου αυτές ασκούνται, αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση και εφόσον ο οικείος σκοπός είναι θεμιτός και η προϋπόθεση ανάλογη» (άρθρο 9 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του Ν. 3304/2005) [η έμφαση προστέθηκε].
[18] Ο Ν. 3919/2011 (ΦΕΚ Α΄ 32/01-03-2011) προβλέπει την έναρξη ισχύος των διατάξεών του τέσσερεις μήνες μετά τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ. Ωστόσο, προτού παρέλθει το τετράμηνο, δυνάμει του ΠΔ/τος 68/2011 (ΦΕΚ Α΄ 153/01-07-2011), το επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή εξαιρέθηκε ρητά από τις ρυθμίσεις των άρθρων 2 και 3 του Ν. 3919/2011, η δε εξαίρεση αυτή κρίθηκε ότι «επιβάλλεται από τον χαρακτήρα αυτού ως αμίσθου δημοσίου λειτουργού, στοχεύει δε στην εξυπηρέτηση επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι, ιδίως, η διασφάλιση διαφάνειας και αξιοκρατίας κατά την πρόσβαση στο επάγγελμα, η ορθολογική κατανομή των δικαστικών επιμελητών στην επικράτεια και η αποτελεσματική οργάνωση και άσκηση του επαγγέλματος, το οποίο είναι στενά συνυφασμένο με την απονομή της δικαιοσύνης και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων» (βλ. το «προοίμιο» του ΠΔ/τος 68/2011).
[19] Οι διατάξεις του άρθρου 326 περιπτ. 9, 10 και 11 του Ν. 4072/2012 αντικατέστησαν την παρ. 2 του άρθρου 3 καθώς και την παρ. 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών, ορίζοντας στο εξής ότι: «Δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό έχει ο υποψήφιος: α) εφόσον έχει συμπληρώσει το 22ο και δεν έχει υπερβεί το 40ο έτος της ηλικίας του…».

Τα θεμελιώδη δικαιώματα του αιτούντα πολιτικό άσυλο κατά την ΕΣΔΑ και το «μαχητό» τεκμήριο της «ασφαλούς» χώρας (Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ)

Χ. Μ. Ακριβοπούλου & Μ. Παπανδρέου

Τα θεμελιώδη δικαιώματα του αιτούντα πολιτικό άσυλο κατά την ΕΣΔΑ και το «μαχητό» τεκμήριο της «ασφαλούς» χώρας (Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ)

Ι. Εισαγωγή

Το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο των υποθέσεων M.S.S., C-411/10 και C-493/10 μεταξύ διεθνούς και ενωσιακού δικαίου
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας [διαθέσιμη στα αγγλικά εδώ] αντιμετώπισε για τρίτη φορά με νομολογία του το πρόβλημα της συμβατότητας της εφαρμογής του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ[1] με το σύστημα προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) στο ζήτημα της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο. Στις τρεις υποθέσεις Τ. Ι.[2], Κ. R. S.[3] και στην πρόσφατη M.S.S. το ΕΔΔΑ παρά το γεγονός ότι το σύστημα της ΕΣΔΑ δεν εμπεριέχει ρυθμίσεις ειδικά για την προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο, αλλά και των προσφύγων, διεύρυνε την προστασία των δικαιωμάτων της Σύμβασης (άρθρα 3 και 13 ΕΣΔΑ),[4] προκειμένου να διαμορφώσει ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για την προστασία τους. Κοινό συνδετικό κρίκο μεταξύ των τριών υποθέσεων συνιστά η εφαρμογή του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ για την επαναπροώθηση αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη εισόδου τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Με αφορμή τη ρύθμιση αυτή, το ΕΔΔΑ στην υπόθεση M.S.S. υπογραμμίζει την άποψη ότι η ευθύνη ενός κράτους παραμένει ακέραιη στις περιπτώσεις που η μεταφορά ενός αιτούντα άσυλο σε άλλο κράτος (κράτος εισόδου ή καταγωγής) οδηγεί σε παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, «απόλυτων» (ζωή, αξιοπρέπεια) ή μη (κακομεταχείριση και στέρηση δικαιώματος πραγματικής προσφυγής).
Ειδικότερα, το πραγματικό της υπόθεσης αφορούσε την υπόθεση του M. S. S., Αφγανού πολίτη ο οποίος εισήλθε στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω Ελλάδας και στη συνέχεια έφθασε μέχρι το Βέλγιο όπου και υπέβαλε αίτηση χορήγησης ασύλου. Οι Βελγικές αρχές έκριναν ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ της ΕΕ αρμόδια χώρα για να εξετάσει το αίτημα του προσφεύγοντα ήταν η Ελλάδα και για το λόγο αυτό δρομολόγησαν τη μεταφορά του εκεί. Στην Ελλάδα, ο αιτών άσυλο: α) υποβλήθηκε σε συνθήκες κράτησης προσβλητικές για τα δικαιώματά του, β) αντιμετώπισε γενικότερες συνθήκες δυσχερούς διαβίωσης και γ) ήρθε σε επαφή με ένα σύστημα χορήγησης ασύλου που δεν ανταποκρίνονταν στις εγγυήσεις της ΕΣΔΑ. Για το λόγο αυτό ο M. S. S. προσέφυγε ενώπιον του ΕΔΔΑ, ζητώντας να ελεγχθεί με γνώμονα την ΕΣΔΑ (ενόψει κυρίως του άρθρου 3) τόσο η συμπεριφορά του Βελγίου που τον έστειλε στην Ελλάδα εκθέτοντάς τον σε κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς τις απαιτήσεις της Σύμβασης αλλά και των υποχρεώσεων που απορρέουν από το διεθνές συμβατικό πλαίσιο για τους πρόσφυγες, όσο βέβαια και της Ελλάδας που τον υπέβαλε σε συνθήκες μεταχείρισης, προσβλητικές για τα θεμελιώδη δικαιώματά του.
Στο κείμενο που ακολουθεί, θα εξεταστεί η επιχειρηματολογία του ΕΔΔΑ, υπό το πρίσμα του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ και ιδίως με στόχο τη διασάφηση του τεκμηρίου της «ασφαλούς» χώρας που συνιστά τη βάση του σχετικής ενωσιακής ρύθμισης αναφορικά με την πολιτική της ΕΕ στα ζητήματα χορήγησης ασύλου. Στο πλαίσιο αυτό, θα αναλυθεί το τεστ στο οποίο υποβάλει την έννοια της «ασφαλούς» χώρας το Δικαστήριο του Στρασβούργου από τη σκοπιά του διεθνούς, αλλά και του ενωσιακού δικαίου. Ειδικότερα, θα παρουσιαστεί και θα αναλυθεί το διεθνές προστατευτικό για τους αιτούντες άσυλο καθεστώς όπως αυτό απορρέει από τη Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων (1951)[5] ιδίως όσον αφορά την επίμαχη, υποβόσκουσα στην υπόθεση M. S. S. προσβλητική πρακτική της άμεσης και έμμεσης refoulement[6]. Τέλος, κριτική θα ασκηθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου ως προς την άρνησή του να προβεί σε ειδικότερες σκέψεις όσον αφορά την ανισότητα των όρων που ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ επιβάλλει μεταξύ των κρατών μελών του ευρωπαϊκού νότου, κατεξοχήν χωρών εισόδου αιτούντων άσυλο, όπως η Ελλάδα και του ευρωπαϊκού βορρά, οι οποίες καταλήγουν να θεωρούνται ‘ανεύθυνες’ και χώρες ‘επαναπροώθησης’ αιτήσεων ασύλου με βάση το ενωσιακό δίκαιο[7].
Η πρώτη από τις δυο υποθέσεις (C-411/10) αφορούσε έναν Αφγανό πολίτη ο οποίος έφτασε στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσω της Ελλάδας και υπέβαλε εκεί αίτηση ασύλου. Το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλούμενο το Δουβλίνο ΙΙ ζήτησε την προώθησή του στην Ελλάδα, ενδεχόμενο στο οποίο ο προσφεύγων αντιτάχθηκε, προκαλώντας τελικά την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από το Court of Appeal στο ΔΕΕ. Η δεύτερη υπόθεση (C-493/10) αφορούσε πέντε αιτούντες άσυλο (από το Αφγανιστάν, το Ιράν και την Αλγερία) οι οποίοι υπέβαλαν αίτηση ασύλου στην Ιρλανδία έχοντας διέλθει από την Ελλάδα. Και αυτοί με τη σειρά τους αρνήθηκαν την προώθησή του, κινητοποιώντας αυτή τη φορά προδικαστικό ερώτημα του ιρλανδικού High Court.
Παράλληλα, και υπό το φως των υποθέσεων C-411/10 και C-493/10 του ΔΕΕ θα αναλυθεί το σχετικό ενωσιακό πλαίσιο το λεγόμενο Dublin Asylum System, το οποίο με επίκεντρο τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ περιλαμβάνει μια σειρά από πηγές του ενωσιακού δικαίου στις οποίες συγκαταλέγονται: α) τα κείμενα των Συνθηκών (όπως τροποποιήθηκαν μετά τη Λισαβόνα), β) ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και γ) το σύνολο των κειμένων που απαρτίζουν το Σύστημα του Δουβλίνου δηλαδή ο βασικός Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ, ο Κανονισμός 1560/2003[8] και ο Κανονισμός 2725/2000[9], όπως επίσης και δ) άλλα κείμενα ενωσιακού δικαίου, όπως η Οδηγία 2003/9[10], η Οδηγία 2005/85[11] και η Οδηγία 2004/83[12]. Ειδικότερα, θα εξεταστούν οι βασικές αρχές και η στοχοθεσία του Συστήματος του Δουβλίνου, με άξονα την ανατροπή του έως τώρα ‘αμάχητου’ από τη σκοπιά του ενωσιακού δικαίου τεκμηρίου των κρατών μελών της ΕΕ, ως ‘ασφαλών’ κρατών υποδοχής και εξέτασης αιτήσεων ασύλου. Η ανατροπή του τεκμηρίου αυτού, όπως θα αναλυθεί παρακάτω, συνιστά ουσιαστικά το σημείο τομής για μια ολική αναθεώρηση της σχετικής πολιτικής της ΕΕ, αναφορικά με την εναρμόνιση των πολιτικών χορήγησης ασύλου.
ΙΙ. Το διεθνές πλαίσιο προστασίας των προσφύγων και των αιτούντων ασύλου
Α. Η διεθνής προστασία των δικαιωμάτων των προσφύγων και των αιτούντων ασύλου. Υφίσταται ένα δικαίωμα στο άσυλο;
Τόσο οι πρόσφυγες όσο και οι αιτούντες άσυλο από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου συνιστούν υποκείμενα τόσο γενικής όσο και ειδικής προστασίας. Έτσι, είναι αναγκαίο να έχει κανείς υπόψη του τόσο το δίκαιο που ρυθμίζει ειδικά το status των προσφύγων σε διεθνές επίπεδο, όμως δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι και το γενικό διεθνές δίκαιο προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων εφαρμόζεται παράλληλα και συμπληρωματικά, αφού οι πρόσφυγες αλλά και οι αιτούντες άσυλο είναι επίσης και αυτονόητα υποκείμενα προστασίας των συμβάσεων που τους προστατεύουν ως φορείς ανθρώπινων δικαιωμάτων. Μεταξύ γενικού και ειδικού διεθνούς κανονιστικού πλαισίου δημιουργείται μια σύνθετη σχέση, η οποία επικεντρώνεται στην κυρίαρχη σημασία της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γενικά για την προστασία των προσφύγων και των αιτούντων ασύλου ειδικότερα.
Πράγματι, εάν τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων προστατεύονταν επαρκώς και σωστά αυτό «θεωρητικά θα σήμαινε ότι δεν θα υπήρχαν πρόσφυγες» αφού η κύρια συνιστώσα και αιτία της προσφυγιάς είναι η επιβολή διακρίσεων και/ή διώξεων κατά παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των υποκειμένων τους[13]. Παράλληλα, είναι ορθή και εξαιρετικά επίκαιρη η άποψη η οποία επισημαίνει ότι η διεθνής έννομη τάξη παρέχει ένα ασφαλές και συνεκτικό πλαίσιο προστασίας για τους πρόσφυγες και τους αιτούντες πολιτικό άσυλο, στις χρονικές και ιστορικές εκείνες περιόδους όπου τα κράτη αρχίζουν να ερμηνεύουν στενά το προσφυγικό δίκαιο. Η υπόθεση Μ. S. S. επιβεβαιώνει ιδιαίτερα τη θέση αυτή, στο βαθμό που το σύστημα της ΕΣΔΑ επιτυγχάνει να παράσχει στους προσφεύγοντες αποτελεσματική προστασία δια της γενικής και όχι της ειδικής προστασίας των δικαιωμάτων. Η παρατήρηση αυτή υποδεικνύει γλαφυρά ότι τόσο τα διεθνή και περιφερειακά κείμενα, αλλά και τα όργανα προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων μπορούν τελικά να προσφέρουν ένα σημαντικό και ουσιαστικό έρεισμα για την προστασία των προσφύγων. Για τους λόγους αυτούς, είναι ορθή η επισήμανση ότι η συζήτηση γύρω από τα δικαιώματα των προσφύγων δεν μπορεί παρά να είναι και συζήτηση γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα και ότι οι μηχανισμοί προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε διεθνές επίπεδο μπορούν να είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι και για τα ζητήματα των προσφύγων[14].
Για παράδειγμα, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τη σημασία της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία στο άρθρο 14 παρ. 1 κατοχυρώνει το δικαίωμα του καθενός να ζητά άσυλο[15]. Χρειάζεται να τονιστεί, όμως, ότι αυτή η ρύθμιση δεν είναι εισαγωγική ενός δικαιώματος σε άσυλο, αλλά ενός δικαιώματος στην αίτηση ασύλου. Στη θεωρία γίνεται δεκτό[16] ότι η χορήγηση ασύλου συνιστά εν τέλει κυριαρχικό δικαίωμα του ίδιου του κράτους (principle of sovereignty), από την οποία απορρέει ταυτόχρονα η υποχρέωση όλων των υπολοίπων κρατών να σεβαστούν τη σχετική επιλογή ως κυριαρχική και όχι για αντίστοιχο δικαίωμα των υποκειμένων. Στο πλαίσιο αυτό, ένα κράτος είναι δυνατόν να σταθμίσει άλλα δικαιώματα, αρχές ή συμφέροντα προκειμένου να προβεί στη χορήγηση ασύλου, όπως για παράδειγμα η κρατική ασφάλεια. Αυτό σημαίνει ότι τόσο το κράτος που κυριαρχικά επιλέγει να μην χορηγήσει άσυλο δεν υπέχει ευθύνη έναντι οποιουδήποτε άλλου κράτους και αντίστοιχα ότι το υποκείμενο δεν μπορεί να διεκδικήσει ένα δικαίωμα στο άσυλο strictο sensu, αλλά τη διεξαγωγή μιας διαδικασίας η οποία να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα του, τα δικαιώματα ακρόασης, προσφυγής και δίκαιης δίκης.
Σημαντική, όμως, για τους πρόσφυγες είναι η προστασία που τους παρέχεται σε διεθνή κείμενα αναφορικά με την απαγόρευση γενικά κάθε βασανιστηρίου και κάθε απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Η απαγόρευση αυτή εισάγεται άλλοτε ειδικά, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα του άρθρου 7 του ‘Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα’,[17] αλλά συνιστά και ειδικό αντικείμενο της διεθνούς ‘Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων και της Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας’[18]. Είναι άλλωστε στο πλαίσιο του άρθρου 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 1[19] της ΕΣΔΑ που το ΕΔΔΑ με τη νομολογία του[20], α) απαγορεύει με απόλυτους όρους τον οποιοδήποτε βασανισμό, εξευτελιστική, απάνθρωπη μεταχείριση ή τιμωρία των αιτούντων ασύλου στα κράτη υποδοχής ενώ, β) έχει αναγνωρίσει ως θετική υποχρέωση των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης να μην απελαύνουν τους αιτούντες σε κράτη όπου υπάρχει η βάσιμη υπόνοια ότι θα υποστούν μια μεταχείριση προσβλητική προς τις εγγυήσεις του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.
Β. Το διεθνές δίκαιο προστασίας των προσφύγων: Η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων[21] και το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967[22]
Κομβικής σημασίας για την εξέταση των ζητημάτων προστασίας των προσφύγων στο διεθνές δίκαιο είναι η Σύμβαση της Γενεύης του 1951[23],ενώ ιδιαίτερης έμφασης χρήζουν τα άρθρα 1 (Α παρ. 2 και ΣΤ), 5 και 33. Στο άρθρο 1 Α παρ. 2 ορίζεται ποιος θεωρείται πρόσφυγας κατά το νόημα των διατάξεων της Σύμβασης[24]. Ο ορισμός αυτός καλύπτει τόσο υποκείμενα τα οποία διαθέτουν ιθαγένεια, όσο και ανιθαγενείς. Ως προς τα πρόσωπα τα οποία διαθέτουν την ιθαγένεια ενός κράτους, αυτά θα πρέπει να πληρούν σωρευτικά τις παρακάτω προϋποθέσεις, προκειμένου να μπορούν να επικαλεστούν την προστασία που παρέχει η Σύμβαση: α) να βρίσκονται εκτός του κράτους του οποίου την υπηκοότητα έχουν β) να βιώνουν δικαιολογημένο φόβο δίωξης[25]εξαιτίας περιοριστικά αριθμούμενων λόγων (φυλή, θρησκεία, εθνικότητα, κοινωνική τάξη ή πολιτικές πεποιθήσεις) και γ) να μην μπορούν ή να μην επιθυμούν να ζητήσουν προστασία από το κράτος του οποίου έχουν την ιθαγένεια ακριβώς επειδή υπάρχει το στοιχείο του δικαιολογημένου – και για συγκεκριμένους λόγους – φόβου.
Από την άλλη πλευρά, τα ανιθαγενή πρόσωπα προσδιορίζονται ως πρόσφυγες εάν, για τους ίδιους λόγους οι οποίοι αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω: α) βρίσκονται εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής τους και β) δεν επιθυμούν ή δε μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα αυτή. Βέβαια, στο ίδιο άρθρο (υπό ΣΤ) διευκρινίζεται ότι ακόμη και αν ένα πρόσωπο συγκεντρώνει όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να επικαλείται την προστατευτική δύναμη της Σύμβασης εάν: α) έχει διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, β) έχει διαπράξει σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου ή γ) είναι ένοχο ενεργειών αντίθετων προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών.
Παράλληλα, το άρθρο 5 ρυθμίζει τη σχέση της Σύμβασης με άλλα κείμενα προστασίας των προσφύγων, ορίζοντας ότι η Σύμβαση δεν θίγει δικαιώματα που από άλλες πηγές είναι δυνατόν να αρυσθούν οι πρόσφυγες. Η ρύθμιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στο βαθμό που επιτρέπει τη συμπληρωματική ενέργεια διεθνούς, ενωσιακού, αλλά και συστήματος προστασίας της ΕΣΔΑ στην περίπτωση των αιτούντων ασύλου.
Ας σημειωθεί δε ότι τη Σύμβαση της Γενεύης συμπληρώνει το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967 «σχετικά με το Καθεστώς των Προσφύγων». Η σημασία του Πρωτοκόλλου αυτού είναι μεγάλη και επισημαίνεται στη θεωρία[26]. Πράγματι, στο κείμενο της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 (άρθρο 1 Α παρ. 2) ορίστηκε ότι η Σύμβαση εφαρμόζεται για καταστάσεις δημιουργημένες πριν την 1η Ιανουαρίου 1951. Δηλαδή εάν στο πρόσωπο κάποιου συνέτρεχαν μεν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα (δηλ. φόβος δίωξης που να είναι δικαιολογημένος κ.λπ.- βλ. ανωτέρω), αλλά ο λόγος για τον οποίο συνέτρεχαν είχε προκύψει μετά την 1η Ιανουαρίου 1951, το πρόσωπο αυτό δεν θα μπορούσε να κάνει χρήση των ευεργετικών διατάξεων της Σύμβασης. Το χρονικό αυτό περιορισμό ήρθε να άρει το Πρωτόκολλο του 1967 (Προοίμιο και άρθρο 1 παρ. 2), σύμφωνα με το οποίο τα κράτη αναλαμβάνουν να συμμορφώνονται με τις ουσιαστικές διατάξεις της Σύμβασης του 1951, αλλά πλέον χωρίς το προαναφερθέν χρονικό όριο[27].
Γ. Η αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement), η άμεση ή έμμεση παραβίασή της και η έννοια της «ασφαλούς χώρας» κατά το διεθνές, ενωσιακό δίκαιο και την ΕΣΔΑ
Όπως, όμως, φαίνεται και από την πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ το πιο ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη υπόθεση άρθρο της Σύμβασης της Γενεύης είναι το 33. Στην παρ. 1 του άρθρου αυτού εξαγγέλλεται η αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement)[28]: καμία χώρα δεν επιτρέπεται να απελαύνει ή να επαναπροωθεί πρόσφυγες σε εδάφη όπου η ζωή ή ελευθερία τους κινδυνεύουν εξαιτίας φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων[29]. Σχετικά με το άρθρο αυτό η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες έχει σημειώσει[30] ότι εισάγει μία κεντρική για τη Σύμβαση αρχή η οποία μάλιστα έχει φθάσει να αποτελεί αρχή του εθιμικού διεθνούς δικαίου, δηλαδή δεσμευτική για όλα τα κράτη της διεθνούς κοινότητας, ανεξάρτητα αν έχουν επικυρώσει ή όχι τη Σύμβαση της Γενεύης. Μέσα από την αναγνώρισή της είναι άλλωστε δυνατόν να αναφερόμαστε σήμερα στη συλλογική ευθύνη των κρατών για την προστασία των προσφύγων[31]. Παράλληλα, και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ενόψει ειδικότερα της υπόθεσης ΜSS, έχει επισημάνει ότι η αρχή αυτή τελεί σε εγγύτητα με την απαγόρευση βασανιστηρίων, την απάνθρωπη, εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία τους καθώς και την κάθε προβλεπόμενη απαγόρευση ή προστασία υπέρ των αιτούντων ασύλου, των προσώπων δηλαδή εκείνων για τα οποία δεν έχει κριθεί ακόμη η προσφυγική ή μη ιδιότητά τους.
Ωστόσο και στο σημείο αυτό επικεντρώνεται η προβληματική της πρόσφατης νομολογίας του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, η αρχή της non-refoulement υπόκειται σε μια σημαντική εξαίρεση σύμφωνα με την οποία ένα κράτος, είναι δυνατόν να προωθήσει έναν αιτούντα ασύλου στο έδαφος ενός άλλου εφόσον αυτό θεωρείται «ασφαλές». Ουσιαστικά η έννοια του «ασφαλούς» κράτους θέτει σε λειτουργία έναν διακρατικό διαδικαστικό μηχανισμό προώθησης των αιτούντων ασύλου, σε κράτη τα οποία θεωρούνται ότι έχουν «πρωταρχική υποχρέωση» να εξετάσουν αιτήματα ασύλου και ουσιαστικά λειτουργεί ως μέσο για την επιτάχυνση των σχετικών διαδικασιών από την πλευρά του κράτους, αποκλείοντας όμως στους αιτούντες άσυλο το δικαίωμα προσφυγής[32].
Η έννοια του «ασφαλούς» κράτους εντοπίζεται τη δεκαετία του ’80 στην Ευρώπη και σήμερα συνιστά μια έννοια διαδεδομένη στον Καναδά, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία αλλά και την Αφρική[33]. Εμφανίζεται υπό τρεις εκδοχές, ως «ασφαλές κράτος προέλευσης», περίπτωση στην οποία ένας αιτών άσυλο προέρχεται από μια χώρα η οποία σέβεται τα δικαιώματα και συνακόλουθα δεν δικαιολογείται η αποδοχή του αιτήματός του, ως «ασφαλές πρώτο κράτος» και ως «ασφαλές τρίτο κράτος». Το «ασφαλές πρώτο κράτος» είναι αυτό στο οποίο υποβάλλεται για πρώτη φορά αίτημα ασύλου, ενώ «ασφαλές τρίτο κράτος» (με πρώτο το κράτος προέλευσης) είναι τρίτο κράτος προς το οποίο προωθείται ο αιτών με την αιτιολογία ότι σε αυτό είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή η αίτησή του[34]. Δυστυχώς η χρήση του κριτηρίου του «ασφαλούς» κράτους, είναι δυνατόν να προκαλέσει το φαινόμενο της αλυσιδωτής επαναπροώθησης (chain refoulement) και «τροχιάς» των προσφύγων από κράτος σε κράτος (refugees in orbit), ενώ εγείρει σοβαρές αμφιβολίες για το επιτυγχανόμενο στο πλαίσιο της Συνθήκης της Γενεύης επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων των προσφύγων.
Στο πλαίσιο του Συστήματος του Δουβλίνου, προκειμένου να επιτευχθεί η εναρμόνιση μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ στο ζήτημα απονομής του ασύλου αλλά και να αποφευχθεί η υποβολή περισσότερων της μιας αιτήσεων ασύλου, παράλληλα σε περισσότερα του ενός κράτους, η έννοια του «ασφαλούς» κράτους[35] συνιστούσε αμάχητο τεκμήριο. Έτσι, όλα τα κράτη μέλη θεωρούνταν «ασφαλή» κράτη (με την έννοια των κρατών που σέβονταν τις προϋποθέσεις της Συνθήκης της Γενεύης για την προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο), προκειμένου να διευκολυνθεί η επαναπροώθηση των αιτούντων ασύλου στις χώρες πρώτης εισόδου τους, στα κράτη δηλαδή με «πρωταρχική» ευθύνη για την εξέταση αιτημάτων ασύλου[36].
Τον αμάχητο χαρακτήρα του τεκμηρίου αυτού, αποδομούν ουσιαστικά οι πρόσφατες αποφάσεις του ΕΔΔΑ και ΔΕΕ, υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα απόδοσης συλλογικής ευθύνης μεταξύ των κρατών που δέχονται αιτήσεις ασύλου, ιδίως μέσω της εξέτασης των πραγματικών συνθηκών υποδοχής και διαβίωσης των αιτούντων στα κράτη επαναπροώθησης τους, όπως η Ελλάδα. Στην πράξη, η αποφάσεις αυτές ανατρέπουν τον αμάχητο χαρακτήρα του τεκμηρίου του «ασφαλούς» κράτους σε μαχητό[37]. Σημαντική τέλος, στο πλαίσιο της προβληματικής αυτής, είναι η διάκριση μεταξύ άμεσης και έμμεσης refoulement (direct/indirect refoulement)[38], όπου η τελευταία εμφανίζεται ως ιδιαίτερα κρίσιμη στο πλαίσιο του Συστήματος του Δουβλίνου για τη δημιουργία φαινομένων αλυσιδωτής επαναπροώθησης αιτούντων ασύλου (chain refoulement).
Έτσι, ενώ στην περίπτωση της άμεσης refoulement υφίσταται ένας βάσιμος φόβος ότι ένας αιτών ασύλου θα υποστεί βάναυση, εξευτελιστική μεταχείριση ή δίωξη στο κράτος που προωθείται, στην περίπτωση της έμμεσης ο φόβος βασίζεται στο ότι το κράτος όπου ο αιτών άσυλο θα προωθηθεί, θα τον επανα-προωθήσει σε κράτος όπου κινδυνεύει από απάνθρωπη μεταχείριση ή δίωξη. Η απαγόρευση της άμεσης, όσο και της έμμεσης refoulement θεμελιώνεται στο άρθρο 33 της Συνθήκης της Γενεύης, επιβάλλοντας στα ενδιάμεσα κράτη την ευθύνη να ελέγχουν αν τα κράτη «πρωταρχικής» ευθύνης στα οποία επαναπροωθούν τους αιτούντες άσυλο τηρούν τις διεθνείς συμβατικές υποχρεώσεις, το διεθνές εθιμικό δίκαιο συλλογικής ευθύνης των κρατών για την προστασία των προσφύγων, αλλά και όσων αιτούνται ασύλου. H άποψη αυτή καθίσταται εμφανής στο πλαίσιο της υπόθεσης M.S.S. στο βαθμό που, όπως το ΕΔΔΑ ορθά επισημαίνει, το Βέλγιο ευθύνεται για την παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ[39] τόσο διότι εξέθεσε τον προσφεύγοντα σε διακινδυνεύσεις για τα δικαιώματά του αναφορικά τόσο προς τις δυσχερείς και απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης για τους αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα[40] όσο και προς τα προβλήματα του δικαστικού συστήματος εκδίκασης αιτήσεων ασύλου στη χώρα μας[41].
ΙΙI. Το ενωσιακό πλαίσιο: To Σύστημα του Δουβλίνου και οι επιπτώσεις του στην χάραξη της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής και πολιτικής ασύλου
Α. Aπό τη Συνθήκη Σένγκεν στη δημιουργία ενός κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου
Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να εξετάσει κανείς ποιες είναι οι ευρωπαϊκού δικαίου ρυθμίσεις που καλούνται σε εφαρμογή αναφορικά με τα ζητήματα ασύλου-θεωρήσεων (visas) και ελέγχου των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητη μία σύντομη ιστορική αναδρομή. Το 1985 πέντε κράτη μέλη της (τότε) Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Γαλλία, η Γερμανία, το Βέλγιο, οι Κάτω Χώρες και το Λουξεμβούργο αποφάσισαν να δημιουργήσουν μεταξύ τους ένα χώρο ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων υιοθετώντας μία συμφωνία γνωστή ως Συμφωνία ή Συνθήκη Σένγκεν η οποία άρχισε να ισχύει το 1995. Η Συμφωνία αυτή προέβλεπε κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα μεταξύ των κρατών που την υπέγραψαν και δημιουργία ενιαίων εξωτερικών συνόρων των κρατών αυτών, δηλαδή δημιουργία κοινών κανόνων εισόδου στο χώρο Σένγκεν από οποιοδήποτε κράτος του χώρου αυτού[42].
Με τη θέση σε ισχύ το 1999 της Συνθήκης του Άμστερνταμ (η οποία είχε υπογραφεί το 1997) το Σύστημα Σένγκεν που μέχρι τότε είχε διακυβερνητικό χαρακτήρα και αναπτυσσόταν υπό τον λεγόμενο «τρίτο πυλώνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Συνεργασία στη Δικαιοσύνη και τις Εσωτερικές Υποθέσεις) αποσπάστηκε από τον πυλώνα αυτό[43] και αποτέλεσε τον τίτλο IV του πρώτου (κοινοτικού) πυλώνα[44] υπό τον τίτλο: «Θεωρήσεις, Άσυλο, Μετανάστευση και άλλες πολιτικές σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων»[45]. Το 1999 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε αποφάσισε τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης[46] στην Ευρωπαϊκή Ένωση με αξιοποίηση των δυνατοτήτων που είχαν τότε διανοιγεί με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ. Ουσιώδες στοιχείο αυτού του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης θα ήταν η δημιουργία ενός Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου. Κεντρική θέση εντός αυτού κατέχει ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ, για τον οποίο γίνεται λόγος αμέσως παρακάτω. Βασικές αρχές του Συστήματος αυτού είναι η εναρμόνιση των πολιτικών χορήγησης ασύλου, η προστασία των προσφύγων σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη της Γενεύης, η προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της ΕΕ, η αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και η αποτροπή υποβολής παράλληλων, πολλαπλών αιτήσεων ασύλου.
Β. Ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ: Τα κριτήρια εντοπισμού του «υπεύθυνου» κράτους και τα προβλήματα ιεράρχησής τους
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης το κείμενο με βάση το οποίο προσδιορίζεται σε κάθε περίπτωση ποιο κράτος μέλος είναι αρμόδιο να εξετάσει αίτημα χορήγησης ασύλου ενός αλλοδαπού-πρόσφυγα είναι ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 2003 «για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας» (Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ –στο εξής: Κανονισμός). Αρχικά πρέπει να σημειωθούν δύο στοιχεία: α) ο Κανονισμός, όπως αναφέρεται στο άρθρο 24 παρ. 1 αυτού, αντικαθιστά την παλαιότερη Σύμβαση του Δουβλίνου του 1990, η οποία ρύθμιζε το ίδιο ζήτημα, δηλαδή τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο να εξετάζει αιτήσεις χορήγησης ασύλου που υποβάλλονται σε ένα από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε: Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), β) ο Κανονισμός εφαρμόζεται λαμβανομένων υπόψη και δύο άλλων κειμένων, αφενός του Κανονισμού (ΕΚ) 1560/2003 της Επιτροπής της 2ας Σεπτεμβρίου 2003 «για τα μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 […] για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας» και αφετέρου του Κανονισμού (ΕΚ) 2725/2000 του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2000 «σχετικά με τη θέσπιση του ‘Eurodac’ για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου»[47].
Ήδη από τις εισαγωγικές σκέψεις που διατυπώνονται στον Κανονισμό (παρ. 3) γίνεται σαφής ο σκοπός του κειμένου και αυτός είναι: να γίνει εφικτός ένας «σαφής και λειτουργικός καθορισμός του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεων ασύλου». Βέβαια, ο κύριος στόχος αυτός εξειδικεύεται και συμβαδίζει με άλλους επιμέρους στόχους, όπως «η ταχύτητα κατά την εξέταση των αιτήσεων ασύλου» (παρ. 4) ή η ενότητα των οικογενειών (παρ. 6).
Μία βασική αρχή που διέπει τον Κανονισμό, όπως προκύπτει από το άρθρο 3 παρ. 1, είναι αυτή της εξέτασης κάθε αίτησης ασύλου από ένα μόνο κράτος μέλος. Αυτό το ένα κράτος μέλος το υποδεικνύει σε κάθε περίπτωση η εφαρμογή των άρθρων του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Κανονισμού (άρθρα 5 μέχρι 14). Βέβαια, ενώ κανένα κράτος δεν μπορεί να υποχρεωθεί να εξετάσει αίτηση ασύλου μη όντας υπεύθυνο με βάση τα προαναφερθέντα άρθρα, το αντίστροφο – δηλαδή η αυτόβουλη ανάληψη ευθύνης από ένα κράτος – είναι δυνατό να συμβεί. Αυτή η δυνατότητα αποτελεί ειδικότερη έκφραση της αρχής της κυριαρχίας των κρατών (sovereignty clause, άρθρο 3 παρ. 2).
Η ραχοκοκαλιά, όμως, του Κανονισμού είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Κεφάλαιο ΙΙΙ αυτού, δηλαδή η «Ιεράρχηση των Κριτηρίων» με βάση τα οποία κάθε φορά προσδιορίζεται το αρμόδιο για την εξέταση αιτήσεων χορήγησης ασύλου κράτος. Πέρα από το ότι ειδική μέριμνα λαμβάνεται για τις περιπτώσεις ασυνόδευτων ανήλικων (άρθρο 6), αλλά και για την προστασία της οικογένειας (άρθρα 7 και 8), είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δει κανείς πώς ο Κανονισμός αντιμετωπίζει περιπτώσεις αιτούντων άσυλο οι οποίοι έχουν διασχίσει παράνομα τα σύνορα κράτους μέλους προερχόμενοι από τρίτη χώρα. Σε αυτές τις περιπτώσεις ορίζεται ότι το κράτος του οποίου τα σύνορα διέβη παράνομα ο αλλοδαπός είναι αρμόδιο να εξετάσει την αίτηση ασύλου του αλλοδαπού αυτού και η ευθύνη του αυτή παύει (δηλαδή μετά εφαρμόζονται τα υπόλοιπα κριτήρια του Κεφαλαίου ΙΙΙ) δώδεκα μήνες μετά την παράνομη διάβαση των συνόρων του κράτους αυτού (άρθρο 10 παρ. 1). Αυτός βέβαια ο κανόνας ανατρέπεται εάν ο αλλοδαπός είχε προγενέστερα συμπληρώσει τουλάχιστον πεντάμηνη διαμονή σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη (άρθρο 10 παρ. 2).
Σε κάθε περίπτωση, εάν η εφαρμογή των κριτηρίων του Κανονισμού δεν βοηθήσει στον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου, τότε καλείται να εξετάσει την αίτηση το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ασύλου (άρθρο 13). Επειδή βέβαια η αίτηση χορήγησης ασύλου είναι μία διαδικασία την οποία επισπεύδει όχι κάποιο κράτος μέλος, αλλά ο ίδιος ο αιτών άσυλο ο οποίος ενδέχεται να μη γνωρίζει το περιεχόμενο του Κανονισμού ή να μην επιθυμεί τη λύση που αυτός υπαγορεύει, επειδή με άλλα λόγια είναι συχνό φαινόμενο να απευθύνονται αιτήσεις χορήγησης ασύλου σε κράτη άλλα από αυτά που με βάση τον Κανονισμό είναι αρμόδια[48], το άρθρο 17 προβλέπει ότι: «Εάν το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε αίτηση ασύλου θεωρεί ότι άλλο κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέτασή της, μπορεί να απευθύνει σε αυτό αίτημα περί αναδοχής του αιτούντος, το συντομότερο δυνατό και, σε κάθε περίπτωση, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης ασύλου [..]». Το αίτημα αναδοχής, όμως, δεν αναπτύσσει από μόνο του αποτελέσματα. Το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα εξετάζει τη βασιμότητα αυτού και αποφασίζει εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος (άρθρο 18 παρ. 1). Εάν πάλι το κράτος που δέχεται το αίτημα αποφεύγει να απαντήσει εντός της παραπάνω προθεσμίας τεκμαίρεται ότι αποδέχεται το αίτημα και έτσι αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για την εξέταση της αίτησης χορήγησης ασύλου (άρθρο 18 παρ. 7).
Ο Κανονισμός βέβαια έχει πολύ πλουσιότερο περιεχόμενο από αυτό που παρουσιάστηκε αμέσως παραπάνω. Ωστόσο, οι διατάξεις που αναφέρθηκαν αποτελούν αυτές που περιγράφουν με επάρκεια και ευκρίνεια την επίμαχη υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση M. S. S. Ο προσφεύγων είναι Αφγανός υπήκοος ο οποίος εισήλθε στην ΕΕ διαμέσου της Ελλάδας, αλλά υπέβαλε αίτηση χορήγησης ασύλου στο Βέλγιο. Το Βέλγιο έκανε χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 10 παρ. 1 (αφού άλλωστε δεν είχαν παρέλθει δώδεκα μήνες από την είσοδό του στην ΕΕ μέσω Ελλάδας) και έτσι απηύθυνε στις ελληνικές αρχές αίτημα αναδοχής δυνάμει του άρθρου 17. Η μη απάντηση των ελληνικών αρχών εντός της δίμηνης προθεσμίας δημιούργησε (με βάση το άρθρο 18 παρ. 1 και 7) τεκμήριο αποδοχής και έτσι οι ελληνικές αρχές ανέλαβαν την ευθύνη εξέτασης της αίτησης ασύλου του προσφεύγοντα. Από εκεί και πέρα αρχίζει η διερεύνηση της ευθύνης του μεν Βελγίου για το ότι προώθησε τον προσφεύγοντα στην Ελλάδα, της δε Ελλάδας για όσα έκανε ή δεν έκανε σε σχέση με αυτόν, υπό το φως των διατάξεων της ΕΣΔΑ. Το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών των προβληματισμών καθώς και οι κρίσεις του ΕΔΔΑ εξετάζονται παρακάτω.
Έχει σωστά παρατηρηθεί ότι ο Κανονισμός προϋποθέτει για την ορθή εφαρμογή του – και ταυτόχρονα θεωρεί δεδομένο – ότι κανένα από τα κράτη μέλη δεν παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης, καθώς και ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν την πρόθεση να συνεργάζονται αμοιβαία στα ζητήματα αυτά[49] Βέβαια, τα προβλήματα αρχίζουν από το σημείο που ορισμένα κράτη μέλη καλούνται να αντιμετωπίσουν πολύ μεγαλύτερο φορτίο μετανάστευσης, κυρίως λόγω της γεωγραφικής τους θέσης (π.χ. Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα η οποία σηκώνει και το μεγαλύτερο βάρος εισόδου αιτούντων ασύλου από τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, διαθέτει θαλάσσια σύνορα κοκ.)[50]. Από αυτή την ανισορροπία φορτίου κυρίως (και όχι απαραίτητα από την ασυμμετρία καλής βούλησης και ανθρωπιστικής ευαισθησίας) φαίνεται ότι πηγάζουν τα περισσότερα προβλήματα[51]. Οι επιπτώσεις της επίμαχης απόφασης του ΕΔΔΑ στο σύστημα του Δουβλίνου, κύριο στοιχείο του οποίου είναι ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ, θα μας απασχολήσουν περαιτέρω στα συμπεράσματα μας.
IV. Το Δουβλίνο ΙΙ σε «αναστολή»: Τα επιχειρήματα των ΕΔΔΑ και ΔΕΕ
Α. Το τεστ του ΕΔΔΑ: τα κράτη της ΕΕ ως «υπεύθυνα» για την προστασία των αιτούντων ασύλου κατά το σύστημα της ΕΣΔΑ (άρθρα 3 και 13 ΕΣΔΑ)
Βασική θέση του ΕΔΔΑ, την οποία θεμελιώνει στην ερμηνεία των άρθρων 3 και 13 ΕΣΔΑ, αλλά και στην προγενέστερη νομολογία του είναι ότι η προώθηση του προσφεύγοντα σε μια άλλη χώρα (από το Βέλγιο στην Ελλάδα), επίσης κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, δεν αποσείει την ευθύνη του στο πλαίσιο του συστήματος προστασίας των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ. Κατά συνέπεια, βασική θέση του ΕΔΔΑ είναι ότι ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ δεν είναι δυνατόν να λειτουργεί ως εξαίρεση από την υποχρέωση των κρατών μελών του Συμβουλίου να μην προωθούν έναν αιτούντα ασύλου σε κράτος μέλος όπου είναι πιθανή η δίωξη, η διακινδύνευση της διαβίωσής του, η κακομεταχείρισή του με βάση τις προβλέψεις του άρθρου 3 ΕΣΔΑ[52]. Στο πλαίσιο αυτό το ΕΔΔΑ εξισώνει την ευθύνη μεταξύ Ελλάδος και Βελγίου, στο βαθμό που το μεν πρώτο κράτος ευθύνεται για την παραβίαση των άρθρων 3 και 13 ΕΣΔΑ εξ αιτίας των βάναυσων συνθηκών κράτησης και μεταχείρισης των αιτούντων ασύλου, αλλά και του δικαστικού συστήματος εξέτασής των σχετικών αιτήσεων, ενώ το δεύτερο ευθύνεται για την έκθεση του προσφεύγοντα στις συνθήκες αυτές μέσω της επαναπροώθησής του[53].
Το τεστ το οποίο εφάρμοσε το ΕΔΔΑ, προκειμένου να αποδείξει ότι το Βέλγιο υπείχε εξίσου με την Ελλάδα ευθύνη, συνίστατο στην ανατροπή του τεκμηρίου του Κανονισμού Δουβλίνου ΙΙ, ότι η Ελλάδα ως κράτος μέλος της ΕΕ αποτελεί μια «ασφαλή» για τα δικαιώματα των αιτούντων ασύλου χώρα. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ εξέτασε κατά πόσον οι συνθήκες κράτησης και διαβίωσης του προσφεύγοντα στην Ελλάδα συνιστούσαν πρακτικές απαγορευμένες στη βάση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του διεθνείς αναφορές της Ύπατης Αρμοστείας, της Διεθνούς Αμνηστίας καθώς και των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στις οποίες εκτίθεντο οι απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες κράτησης και μεταχείρισης των αιτούντων ασύλου[54]. Το ΕΔΔΑ, στο πλαίσιο των αναφορών αυτών και λαμβάνοντας υπόψη του το σχετικό χαρακτήρα της έννοιας της κακομεταχείρισης, αποδέχθηκε ότι παρά το γεγονός ότι η κράτηση του προσφεύγοντα σε αυτές τις συνθήκες ήταν σύντομη (τετραήμερη), εντούτοις είχε παραβιαστεί το άρθρο 3 ΕΣΔΑ.
Εν συνεχεία το ΕΔΔΑ εξέτασε τις συνθήκες διαβίωσης του προσφεύγοντα σε κατάσταση απόλυτης εξαθλίωσης και φτώχειας, σταθμίζοντας τον ισχυρισμό της Ελληνικής Κυβέρνησης ότι οι συνθήκες αυτές προκλήθηκαν από την έλλειψη συνεργασίας του με τις ελληνικές αρχές. Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο προσφεύγων ζούσε στους δρόμους, χωρίς οικονομικά μέσα και πρόσβαση σε ιατρικές υπηρεσίες. Παρά το γεγονός ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη του Συμβουλίου να παρέχουν στους αιτούντες άσυλο οικία ή οικονομική βοήθεια που να τους εξασφαλίζει ένα επίπεδο διαβίωσης[55], εν τούτοις στη συγκεκριμένη περίπτωση μια υποχρέωση προστασίας τους πήγαζε από το ενωσιακό και κατά συνέπεια το εθνικό δίκαιο. Πράγματι, η Οδηγία 2003/09[56] ρητά επιτάσσει την παροχή αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης για τους αιτούντες άσυλο στο πλαίσιο της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι η Ελλάδα παραβίασε και ως προς το σημείο αυτό το άρθρο 3 ΕΣΔΑ[57], ιδίως στο βαθμό που ο προσφεύγων ανήκε σε μια ειδική, ευάλωτη ομάδα η οποία σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ απολαμβάνει ειδικής προστασίας στο πλαίσιο της Σύμβασης[58].
Παράλληλα το ΕΔΔΑ, πέρα από την άμεση από την Ελλάδα παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ εξέτασε αν στην προκειμένη περίπτωση υφίστατο παραβίαση του άρθρου 13. Ειδικότερα το ΕΔΔΑ εστίασε στο κατά πόσον οι διαδικασίες παροχής ασύλου εγγυώνταν την προστασία των αιτούντων ασύλου από την άμεση ή έμμεση refoulement προς τα κράτη προέλευσής τους, χωρίς την ανάλογη εξέταση του κατά πόσον εκεί υφίστατο γι’ αυτούς κίνδυνος δίωξης, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Συνθήκης της Γενεύης, αλλά και βάση του προστατευτικού πεδίου του άρθρου 3 ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ στο πλαίσιο αυτό, αναγόμενο σε κριτήρια διαμορφωμένα στη νομολογία του,[59] διαπίστωσε την παραβίαση του άρθρου 13 ΕΣΔΑ από τις ελληνικές αρχές, επισημαίνοντας τις δυσχέρειες πληροφόρησης και ενημέρωσης των αιτούντων ασύλου, τις δυσχέρειες πρόσβασής τους στις αρμόδιες αρχές, την έλλειψη νομικής προστασίας, την καθυστέρηση στην έκδοση απόφασης, καθώς και τον στερεότυπο χαρακτήρα των αποφάσεων ο οποίος παρέπεμπε στην έλλειψη ουσιαστικής δικαστικής προστασίας[60].
Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι το τεκμήριο του «ασφαλούς» κράτους, όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ, δεν αναστέλλει τον έλεγχο του κατά πόσον ένα κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι δυνατόν να παραβιάσει τις εγγυήσεις του άρθρου 3 ΕΣΔΑ. Πράγματι, μολονότι το ενωσιακό δίκαιο προβλέπει ένα επίπεδο προστασίας των αιτούντων ασύλου και των προσφύγων υψηλότερο από το διεθνές, η αποτελεσματικότητα και η ουσιαστική του εφαρμογή δεν είναι δυνατό να προϋποτίθεται, αλλά θα πρέπει να ελέγχεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Στο σημείο αυτό έγκειται κατά το ΕΔΔΑ η ευθύνη του Βελγίου, στο βαθμό που είχε επαρκή πληροφόρηση, ώστε να γνωρίζει τους κινδύνους που διέτρεχε ο προσφεύγων κατά την προώθησή του στην Ελλάδα, κινδύνους που αγνόησε, παραβιάζοντας έτσι τις εγγυήσεις του άρθρου 3[61]. Πρόκειται για μια δίκαιη απόφαση στο βαθμό που ανατρέπει το τεκμήριο του «ανεύθυνου» κράτους που είχε δημιουργήσει η εφαρμογή του αμάχητου τεκμηρίου του «ασφαλούς» κράτους στο πλαίσιο του Συστήματος του Δουβλίνου. Ιδιαίτερη κριτική, ωστόσο, θα μπορούσε να δεχθεί η απόφαση ως προς ότι δεν σταθμίζει σε κανένα σημείο της – σε αντίθεση όπως θα δούμε παρακάτω με την απόφαση του ΔΕΕ – το γεγονός ότι η Ελλάδα, εξ αιτίας και των υπερβολικά ευάλωτων θαλάσσιων συνόρων της, ουσιαστικά συνιστά σήμερα την κύρια πύλη εισόδου παράνομων μεταναστών στην ΕΕ.
Β. ΔΕΕ: Το «μαχητό» τεκμήριο της ασφαλούς χώρας και η «αναστολή» του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ
Μια από τις κεντρικές επισημάνσεις του ΕΔΔΑ κατά την αξιολόγηση της ευθύνης του Βελγίου για την επαναπροώθηση του Μ.S.S. στην Ελλάδα είναι ότι το σχετικό ενωσιακό πλαίσιο, ειδικότερα ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ, τελεί υπό αμφισβήτηση-μεταρρύθμιση σήμερα στο πλαίσιο της ΕΕ[62]. Αυτό συμβαίνει κυρίως εξ αιτίας του επαχθούς βάρους (undue burden) που συνεπάγεται για την Ελλάδα, η οποία, όπως και στην απόφαση του ΔΕΕ επισημαίνεται, συνιστά σημείο εισόδου και άρα κράτος «πρωταρχικής» ευθύνης για υποβολή αιτήματος ασύλου για το 90% των παράνομα εισερχόμενων στο έδαφος της ΕΕ[63]. Σήμερα μια σειρά από κράτη-μέλη της ΕΕ, αλλά και του χώρου της Σένγκεν με διακριτές τους αποφάσεις έχουν αναστείλει την εφαρμογή του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ (Γερμανία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισλανδία, Νορβηγία, Αυστρία, Φινλανδία και Δανία) αναφορικά με την Ελλάδα, εξ αιτίας των δυσχερών συνθηκών μεταχείρισης των αιτούντων ασύλου, καθώς και των προβλημάτων του δικαστικού συστήματος εξέτασης των αιτήσεών τους. Αμφισβητήσεις για τη λειτουργία του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ έχει εκφράσει και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ η μεταρρύθμισή του έχει γίνει αντικείμενο πρότασης της Επιτροπής.
Το ΔΕΕ στην απόφασή του επικοινωνεί με το σκεπτικό του ΕΔΔΑ επί της υπόθεσης M.S.S. σε πολλά σημεία λαμβάνοντας υπόψη του την κεντρική του θέση ως προς την παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ σε περιπτώσεις επαναπροώθησης αιτούντων ασύλου σε κράτη στα οποία υφίσταται κίνδυνος δυσχερούς μεταχείρισης τους ή περαιτέρω προώθησής τους σε κράτη στα οποία είναι δυνατόν να υποστούν διώξεις ή δυσμενή μεταχείριση, βάσει των προβλέψεων της Συνθήκης της Γενεύης[64]. Το ΔΕΕ επισημαίνει ότι βάση της ύπαρξης του κοινού Συστήματος Ασύλου της ΕΕ είναι ο σεβασμός των διεθνών υποχρεώσεων των κρατών μελών της ΕΕ έναντι των προσφύγων και των αιτούντων ασύλου, ένα σύστημα με υψηλό ρυθμιστικό επίπεδο προστασίας, το οποίο παρείχε τη δυνατότητα καταρχήν στην ΕΕ να θεωρεί τα κράτη μέλη της «ασφαλή»[65]. Ωστόσο, και όπως το ΔΕΕ γλαφυρά επισημαίνει υπογραμμίζοντας τις συνθήκες απονομής ασύλου στην Ελλάδα, ένα τέτοιο σύστημα είναι δυνατόν να αντιμετωπίζει πρακτικές δυσλειτουργίες[66], οι οποίες στην περίπτωση της χώρας μας φέρουν πλέον και λόγω του φόρτου αιτήσεων ασύλου, συστημικό χαρακτήρα[67].
Στο πλαίσιο αυτό, κατά το ΔΕΕ η τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων της ΕΕ αναφορικά με τους πρόσφυγες και τους αιτούντες άσυλο υποχρεώνει στην παράκαμψη των προβλέψεων του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, όταν τα κράτη-μέλη της ΕΕ «είναι αδύνατο να αγνοούν»[68] τις συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη όπου, σύμφωνα με τις προβλέψεις του, έχουν το δικαίωμα να τους επαναπροωθούν και ιδίως τον κίνδυνο – που και το ΕΔΔΑ επισημαίνει – προώθησής τους προς τα κράτη μέλη προέλευσής τους υπό την απειλή της εκεί τους δίωξης. Είναι έτσι αναμενόμενο το συμπέρασμα του ΔΕΕ ότι υπό το φως αυτών των διεθνών υποχρεώσεων της ΕΕ δεν είναι επιτρεπτή η εφαρμογή ως «αμάχητου» του τεκμηρίου του «ασφαλούς» κράτους, συμπέρασμα το οποίο αναστέλλει ουσιαστικά την ισχύ του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ[69].
V. Συμπεράσματα: Οι επιπτώσεις των αποφάσεων των ΕΔΔΑ και ΔΕΕ στο σύστημα του Δουβλίνου από μια κριτική σκοπιά
Είναι αλήθεια ότι η πρόσφατη νομολογία ΕΔΔΑ και ΔΕΕ καινοτομεί ως προς αρκετά ζητήματα. Ειδικότερα, η απόφαση του ΔΕΕ θα μπορούσε να θεωρηθεί «τομή» στο σύστημα απονομής ασύλου στο πλαίσιο της ΕΕ.
Στο άρθρο 4 παρ. 3 εδ. α της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) ορίζεται ότι «η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας». Αυτή η εκπλήρωση των καθηκόντων που βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και την αμοιβαία συνεργασία (αλλά και όσα ορίζονται στα εδ. β και γ της ίδιας παρ.) είναι η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας[70]. Η αρχή αυτή μπορεί να αναλυθεί ως εξής: από τη μία πλευρά σημαίνει ότι κάθε κράτος μέλος οφείλει να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που η αρχή αυτή περιγράφει και από την άλλη πλευρά δημιουργεί ένα τεκμήριο ότι κάθε κράτος μέλος πράγματι ενεργεί με τον τρόπο που η αρχή αυτή υποδεικνύει. Γιατί εάν μεν ένα κράτος δεν μπορεί να εκπληρώνει τα καθήκοντά του όπως οφείλει, τότε δεν γίνεται δεκτό στους κόλπους της Ένωσης ενώ αν είναι ήδη κράτος μέλος και δεν θέλει να τα εκπληρώσει, δεν έχει πλέον θέση σε αυτήν.
Από αυτή την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, αλλά και από την αρχή της ισότητας των κρατών μελών (άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ) μπορούν τα κράτη μέλη να συμπεραίνουν εύλογα το εξής: στο βαθμό που συνιστούν μία οικογένεια ισότιμων και καλόπιστα συνεργαζόμενων μελών, καθένα μπορεί να υποθέτει βάσιμα ότι και τα υπόλοιπα τιμούν τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο της ΕΕ. Αυτή την αρχή, ωστόσο, ήρθε να ανατρέψει η απόφαση M.S.S. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ επικαλούμενο πλήθος στοιχείων (από ευρωπαϊκά όργανα, μη κυβερνητικές οργανώσεις, την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες[71]) διαπίστωσε ότι στην Ελλάδα η κράτηση των αιτούντων άσυλο, η διαμονή τους αλλά και η διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων ασύλου δεν εγγυώνται την προστασία των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ. Πρόκειται για προβληματισμό, ο οποίος έχει οδηγήσει σήμερα στο σημείο να υποστηρίζεται ανοιχτά ότι η Ελλάδα δεν είναι ασφαλής χώρα για πρόσφυγες σκόπιμα, ώστε να αποφεύγει τους αιτούντες άσυλο[72].
Αυτή την κατάσταση το ΕΔΔΑ την αντιμετώπισε επιρρίπτοντας στην Ελλάδα ευθύνη για την παραβίαση των υποχρεώσεών της που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και από το σύστημα προστασίας της ΕΣΔΑ, εντοπίζοντας παράλληλα την ευθύνη και του Βελγίου (που επαναπροώθησε τον προσφεύγοντα στην Ελλάδα δίχως να εξετάσει τις συνθήκες στις οποίες τον εκθέτει και μη λαμβάνοντας υπόψη του τα πολλά ανησυχητικά στοιχεία). Ιδίως η διαπίστωση της ευθύνης του Βελγίου στην υπόθεση M.S.S. αλλάζει σημαντικά τα δεδομένα στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Κανένα κράτος μέλος που στέλνει αιτούντες άσυλο σε άλλο κράτος μέλος δεν μπορεί πλέον να εφησυχάζει ότι το Σύστημα του Δουβλίνου το απαλλάσσει της ευθύνης του για το τι συμβαίνει στο κράτος μέλος υποδοχής[73] – οφείλει να εξετάζει, να ερευνά και να λαμβάνει υπόψη του κάθε φορά σε ποιο κράτος προωθεί τον αιτούντα και τι συνθήκες θα αντιμετωπίσει εκεί. Ιδίως υπέχει αυτής της υποχρέωσης, όταν, όπως τονίζει στην αντίστοιχη απόφαση του το ΔΕΕ, είναι «αδύνατον να αγνοεί» τις διακινδυνεύσεις που ο αιτών άσυλο είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει εξ αιτίας της επαναπροώθησής του. Όπως τονίζει ο Κερασιώτης[74] «οι κυβερνήσεις και τα εθνικά δικαστήρια θα πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις εκθέσεις και τις αιτιολογημένες γνώμες για την κατάσταση των ανθρώπινων δικαιωμάτων» στα κράτη μέλη. Έτσι, η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, που αναφέρθηκε παραπάνω, επαναπροσδιορίζεται και αποκτά έναν πιο δυναμικό χαρακτήρα.
Παράλληλα, το ΕΔΔΑ αλλά και το ΔΕΕ με τις αποφάσεις τους αναστέλλουν ως προς την Ελλάδα την εφαρμογή του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ και τις με βάση αυτόν επαναπροωθήσεις αιτούντων άσυλο. Η Ελλάδα με τις αποφάσεις αυτές βρίσκεται ουσιαστικά εκτός Συστήματος Δουβλίνου μέχρι να παρουσιάσει κάποια πρόοδο στις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο και στις διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων ασύλου[75]. Έχει τονιστεί σχετικά ότι εφόσον ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ εντάσσεται στη λογική της κατάργησης των εσωτερικών συνόρων, η μερική εφαρμογή του (με άλλα λόγια: η αναστολή της εφαρμογής του ως προς ορισμένα κράτη) που δεν μπορεί παρά να σημαίνει – σε σχέση με τα κράτη μέλη αυτά – προσωρινή παύση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων ευρύτερα, θα άρμοζε να αποφασιστεί από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών και τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα[76]. Αυτή η αναστολή της εφαρμογής του Κανονισμού ως προς την Ελλάδα συνιστά και το πιο αδύναμο σημείο των δυο αποφάσεων: ποιο άραγε κίνητρο δίνεται στην Ελλάδα να διορθώσει τα κακώς κείμενα αφού με αυτά μπορεί να αποφεύγει τις υποχρεώσεις της; Και ακόμη αφήνει ανοιχτό το πιο κρίσιμο ερώτημα: μήπως και άλλα κράτη μέλη αρχίσουν να εμφανίζουν αδυναμίες σαν της Ελλάδας και να ζητούν αναστολή της εφαρμογής του Κανονισμού ως προς αυτά;


[1] Κανονισμός (ΕΚ) 343/2003 του Συμβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 2003 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από πολίτη τρίτης χώρας. Νομική βάση του Κανονισμού υπήρξε το τότε άρθρο 63 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας –νυν άρθρο 78 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για το πλήρες κείμενο του Κανονισμού, βλ. Χ. Μπουρλογιάννη-Βράιλα/Ε. Πετρουλά, Διεθνείς Συμβάσεις Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που δεσμεύουν την Ελλάδα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2002, σελ. 294.
[2] ΕΔΔΑ, Τ. Ι. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Νο 43844/98, 7 Μαρτίου 2000). Στην υπόθεση αυτή πολίτης της Σρι Λάνκα ο οποίος αιτήθηκε ανεπιτυχώς άσυλο στη Γερμανία έφθασε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το Ηνωμένο Βασίλειο θεώρησε εαυτό αναρμόδιο – δυνάμει της τότε Σύμβασης του Δουβλίνου – να εξετάσει την αίτηση ασύλου και έτσι δρομολόγησε την επιστροφή του προσώπου στη Γερμανία. Η προσφυγή του αιτούντος άσυλο ενώπιον του ΕΔΔΑ, με τον ισχυρισμό ότι η επιστροφή του από πλευράς Ηνωμένου Βασιλείου στη Γερμανία συνιστούσε παραβίαση της ΕΣΔΑ, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
[3] ΕΔΔΑ, Κ. R. S. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Νο 32733/08, 2 Δεκεμβρίου 2008). Στην υπόθεση αυτή ένας Ιρανός πολίτης αιτήθηκε άσυλο στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν και είχε εισέλθει στην ΕΕ μέσω Ελλάδας. Και σε αυτή την υπόθεση, το Ηνωμένο Βασίλειο θεώρησε εαυτό αναρμόδιο να εξετάσει την αίτηση ασύλου και δρομολόγησε την επιστροφή του προσώπου στην Ελλάδα. Η προσφυγή του αιτούντος άσυλο ενώπιον του ΕΔΔΑ με τον ισχυρισμό ότι η επιστροφή του στην Ελλάδα θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 3 ΕΣΔΑ απορρίφθηκε, και σε αυτή την περίπτωση, ως απαράδεκτη.
[4] Το άρθρο 3 ΕΣΔΑ («Απαγόρευση των βασανιστηρίων») ορίζει ότι κανένας δεν μπορεί να υποβληθεί σε βασανιστήρια, ούτε σε ποινές ή μεταχείριση απάνθρωπες ή εξευτελιστικές. Το άρθρο 13 ΕΣΔΑ («Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής») ορίζει: «Κάθε πρόσωπο του οποίου τα αναγνωριζόμενα στην παρούσα Σύμβαση δικαιώματα και ελευθερίες παραβιάσθηκαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίαση διαπράχθηκε από πρόσωπα ενεργούντα κατά την εκτέλεση των δημοσίων καθηκόντων τους».
[5] Βλ. Μπουρλογιάννη-Βράιλα/Πετρουλά (επιμ.), ό.π., σελ. 269.
[6] Ο όρος αυτός (στα ελληνικά: επαναπροώθηση) προέρχεται από το γαλλικό ρήμα refouler. Στο διεθνές δίκαιο κάθε κράτος μπορεί να επιλέγει κυριαρχικά ποιοι αλλοδαποί θα διέρχονται από την επικράτειά του ή θα διαμένουν σε αυτήν. Στον κανόνα αυτό, όμως, υπάρχουν εξαιρέσεις: α) πιθανώς το κράτος να δεσμεύεται από διεθνείς συμβάσεις, ή από κανόνες του εθιμικού διεθνούς δικαίου, να μην απομακρύνει από το έδαφός του αλλοδαπούς, β) όταν η απομάκρυνση ενός αλλοδαπού θα δημιουργήσει στο άτομο κίνδυνο δίωξης, ή κίνδυνο κατά της ζωής, ή της ελευθερίας του, τότε η απομάκρυνση απαγορεύεται. Την απαγόρευση αυτή εισήγαγε το άρθρο 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, όπου ορίζεται ότι: «Νo Contracting State shall expel or return (‘refouler’) a refugee in any manner whatsoever to the frontiers of territories where his life or freedom would be threatened on account of his race, religion, nationality, membership of a particular social group or political opinion», δηλαδή ότι «Καμία Συμβαλλόμενη χώρα δεν θα απελαύνει ή επαναπροωθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, πρόσφυγες στα σύνορα εδαφών όπου η ζωή ή η ελευθερία τους απειλείται για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων». Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η επαναπροώθηση απαγορεύεται είτε χάριν προστασίας απόλυτων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 2 ΕΣΔΑ) ή η απαγόρευση βασανιστηρίων (άρθρο 3 ΕΣΔΑ), είτε προς αποτροπή κατάφωρης παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις Cruz Varas και λοιποί κατά Σουηδίας (Νο. 15576/89, 20 Μαρτίου 1991) και Vilvarajah και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Νοs. 13163/87∙ 13164/87∙ 13165/87∙ 13447/87∙ 13448/87, 30 Οκτωβρίου 1991).
[7] Βλ. C. Finotelli, «Nord a Sud in Europa: mito o realtà? I regimi migratory Italiano e Tedesco in prospettiva comparata», Polis, 1/2008, σελ. 57-84.
[8] Κανονισμός (ΕΚ) 1560/2003 της Επιτροπής της 2ας Σεπτεμβρίου 2003 για τα μέτρα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας.
[9] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με τη θέσπιση του “Eurodac” για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου.
[10] Οδηγία 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη.
[11] Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα.
[12] Οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους.
[13] Βλ. Μ. Σταυροπούλου, «Πρόσφυγες και Ανθρώπινα Δικαιώματα», σε 50 χρόνια της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 1948-1998, (επιμ. Κ. Κούφα), Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 153, 156-157. Βλ. επίσης, D. Martin, «Refugees and Migration», σε United Nations Legal Orderεπιμ. O. Schachter/C. Joyner), Cambridge University Press, Cambridge, London. 1995, σελ. 155-180 (161). , (
[14] Βλ. C. Harvey, The right to seek asylum in the European Union, European Human Rights Law Review 2004 (1), σελ. 23-24.
[15] Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου αυτού «Everyone has the right to seek and to enjoy in other countries asylum from persecution».
[16] Βλ. G. S. Goodwin-Gill/S. McAdam, The Refugee in International Law, Oxford University Press, New York, 2007, σελ. 359.
[17] Η Σύμβαση υιοθετήθηκε από τον ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, στις 16 Δεκεμβρίου 1966 και επικυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α΄ 25).
[18] Η Σύμβαση υιοθετήθηκε από τον ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, στις 16 Δεκεμβρίου 1984 και επικυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 1782/1988 (ΦΕΚ Α΄ 116).
[19] Το άρθρο 1 ΕΣΔΑ («Υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου») ότι: «Τα υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναγνωρίζουν, σε όλα τα εξαρτώμενα εκ της δικαιοδοσίας τους πρόσωπα, τα καθοριζόμενα στο πρώτο μέρος της παρούσας Σύμβασης δικαιώματα και ελευθερίες.»
[20] Βλ. από τη νομολογία του ΕΔΔΑ για το επίπεδο προστασίας της ΕΣΔΑ την υπόθεση Kudla κατά Πολωνίας, Νο. 30696/09, 26 Οκτωβρίου, § 91, για τις συνθήκες κακομεταχείρισης των αιτούντων άσυλο στη χώρα μας, βλ. τις υποθέσεις, S.D. κατά Ελλάδας, Νο. 53541/07, 11 Ιουνίου 2009, Tabesh κατά Ελλάδας, Νο. 8256/07, 26 Νοεμβρίου 2009, A.A. κατά Ελλάδας, Νο. 12186/08, 22 Ιουλίου 2010. Βλ. χαρακτηριστικά, υπόθεση M.S.S., ό.π. §§ 219, 220. Βλ. επίσης, G. Clayton, «Article 3 Jurisprudence –N versus UK: not a truly exceptional case?», Immigration Law Digest, 1/2008, σελ. 6-17.
[21] Η Σύμβαση υιοθετήθηκε από τον ΟΗΕ στη Γενεύη, στις 28 Ιουλίου 1951 και επικυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.Δ. 3989/1959 (ΦΕΚ Α΄ 201).
[22] Το Πρωτόκολλο υιοθετήθηκε από τον ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και επικυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Α.Ν. 389/1968 (ΦΕΚ Α΄ 125).
[23] Βλ. §§ 54-56 της σχολιαζόμενης απόφασης M.S.S.
[24] Βλ. Harvey, ό.π., σελ. 20-21.
[25] Βλ. Σ. Βρέλλης, Δίκαιο Αλλοδαπών, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2003, σελ. 256, ο οποίος εντοπίζει εδώ ένα υποκειμενικό στοιχείο (το φόβο δίωξης του υποκειμένου) και ένα αντικειμενικό στοιχείο (τον πραγματικό κίνδυνο που καθιστά το φόβο δίωξης του υποκειμένου αντικειμενικά δικαιολογημένο).
[26] Βλ. σχετικά και Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, Δίκαιο Καταστάσεως Αλλοδαπών, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2007, σελ. 164.
[27] Βλ. Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων, Αλεξάνδρεια Ε.Π.Ε., Αθήνα, 1989.
[28] Βλ. supra, υποσ. 8.
[29] Η μη-επαναπροώθηση θα πρέπει να διακρίνεται από την απέλαση, κατά το ότι η δεύτερη αποτελεί μια διαδικασία που εφαρμόζεται επί νομίμως διαμενόντων αλλοδαπών, βλ. Goodwin-Gill/McAdam, ό.π., σελ. 201.
[30] Επισήμανση Διεθνούς Προστασίας της 13ης Σεπτεμβρίου 2001 (Α/AC. 96/951, §16).
[31] Βλ. A. Hurvitz, The collective responsibility of states to protect refugees, Oxford University Press, New York, 2009.
[32] Βλ. Goodwin-Gill/McAdam, ό.π., σελ. 392.
[33] Βλ. Hurvitz, ό.π., σελ. 76.
[34] Βλ. Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, Επισήμανση Διεθνούς Προστασίας της 31ης Αυγούστου 1993, A/AC. 96/815 § 20).
[35] Βλ. ΔΕΕ C-411/10 και C-493/10, ό.π. § 31.
[36] Βλ. C. Contartese, «The (rebuttable presumption) of the European Union Member States as ‘safe countries’ under the Dublin Regulation», σε Ch. M. Akrivopoulou/N. Garipidis (επιμ.), Human Rights and Risks in the Digital Era: Globalization and the Effects of Information Technologies, IGI Global, Hershey-New York, υπό δημοσίευση 2012.
[37] Βλ. για τις θλιβερές, δυσχερείς συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο στη χώρα μας, Ch. M. Akrivopoulou, «A Critical Outlook in the European Union: The Issue of Immigration in Greece», σε B. Temel (επιμ.), The Great Catalyst: European Union Project and Lessons from Greece and Turkey, Lexington Books, New York, υπό δημοσίευση 2012.
[38] Βλ. Η. Battjes, European Asylum Law and International Law, Martinus Nijhoff, Leyden, 2006, σελ. 241, καθώς και του ίδιου, «The Soering threshold: why only fundamental values prohibit refoulement in ECHR case law», European Journal of Migration and Law, 1/2009, σελ. 205-219.
[39] Βλ. χαρακτηριστικά, υπόθεση M.S.S., ό.π. § 340.
[40] Βλ. I. Dale/B. Nising Lindeman/S. Taraku/K. Hanif/S. Rizakos, «Out the Back Door: The Dublin II Regulation and Illegal Deportations from Greece» NOAS, Norwegian Helsinki Committee, AITIMA, Oslo, Athens, 2009.
[41] Βλ. χαρακτηριστικά, υπόθεση M.S.S., ό.π. § 301 για τα προβλήματα του ελληνικού συστήματος εξέτασης αιτήσεων ασύλου.
[42] Η Συνθήκη Σένγκεν καταλαμβάνει σήμερα όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης. Εξαιρέσεις αποτελούν η Κύπρος, η Βουλγαρία και η Ρουμανία, ενώ ιδιαίτερη είναι η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας. Βλ. Π. Κανελλόπουλος, Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 5η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2010, σελ. 110-111.
[43]Βλ. Ε. Guild, «Seeking Asylum: Storm Clouds between International Commitments and EU Legislative Measures», European Law Review, 2/2004, σελ. 198-218 (199).
[44] Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι απέκτησε και όλα τα χαρακτηριστικά της λειτουργίας αυτού του πυλώνα, Ρ. Ε. Παπαδοπούλου, Η συνεργασία στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης-Προς μία τυπολογία, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 2005, σελ. 167.
[45] Βλ. ειδικότερα, S. Keukeleire, J. MacNaughtan, The Foreign Policy of the European Union Palgrave Macmillan, Basingstoke, 2008, J. Orbie, Europe’s Global Role: External Policies of the European Union, Ashgate, Aldershot, Burlington, 2008, S. Lucarelli/I. Manners επιμ.., Values and Principles in European Union Foreign Policy, Routledge, London, 2006. Ο δε τρίτος πυλώνας μετονομάστηκε σε «Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία σε Ποινικές Υποθέσεις», μέχρι την απορρόφησή του (όπως και όλων των πυλώνων) από την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας.
[46] Βλ. E. Σαχπεκίδου, Ευρωπαϊκό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2011, σελ. 87-88 και τις εκεί υποσημειώσεις, αλλά και Δ. Παπαγιάννης, Εισαγωγή στο ευρωπαϊκό δίκαιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 2007, σελ. 485.
[47] Βλ. για την υιοθέτηση των πολιτικών αυτών από μια κριτική σκοπιά, D. Broeders, «The New Digital Borders of Europe. EU Databases and the Surveillance of Irregular Migrants», International Sociology, 1/2007, σελ. 71-92, D. Broeders/G. Engbersen, «The Fight against Illegal Migration: Identification Policies and Immigrants’ counter Strategies», American Behavioral Scientist, 12/2007, σελ. 1592-1609.
[48] Βλ. J. Steiner/L. Woods, EU Law, Oxford University Press, New York, 2009, σελ. 589.
[49] Βλ. Μ. Bossuyt, «Belgium condemned for inhuman or degrading treatment due to violations by Greece of EU asylum law: MSS v Belgium and Greece», European Human Rights Law Review, 5/2011, σελ. 582-601 (588).
[50] Βλ. την απόφαση ΔΕΕ C-411/10 και C-493/10, ό.π., § 88, όπου και υπογραμμίζεται ότι σήμερα το 90% των παράνομων μεταναστών εισέρχεται στην ΕΕ από την Ελλάδα.
[51] Βλ. Κ. Καλοφωλιάς, Το μεταναστευτικό ζήτημα στη Μεσόγειο (Ισπανία – Ιταλία – Ελλάδα), Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, Αθήνα, 2011. Βλ. επίσης, A. Triadafyllidou/R. Gropas, «Greece», σε EuropeanImmigration: ASourcebook, (επιμ. A. Triadafyllidou/R. Gropas) Ashgate Publishing, Aldershot, 2007, σελ. 141-154, A. Triandafyllidou, «Greek Migration Policy: A Critical Note», Synthesis: Review of Modern Greek Studies, 1/1996, σελ. 15-22.
[52] Βλ. M.S.S., ό.π., § 365.
[53] Μεταξύ των οποίων και ο κίνδυνος προώθησης του M.S.S. από την Ελλάδα προς τη χώρα καταγωγής του, χωρίς την προηγούμενη αξιολόγηση των κινδύνων που είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει, βλ. M.S.S., ό.π., § 342.
[54] Βλ. M.S.S., ό.π., §§ 206, 229.
[55] Βλ. από τη νομολογία του ΕΔΔΑ τις υποθέσεις Chapman κατά Ηνωμένου Βασιλείου, No. 27238/95, 18 Ιανουαρίου 2001, § 99 και Μüslim κατά Τουρκίας, Νο. 53566/99, 26 Απριλίου 2005, § 85.
[56] Βλ. Οδηγία 2003/09/ΕΚ της 25ης Νοεμβρίου 2003 προς την οποία η Ελλάδα προσαρμόστηκε με το Π.Δ. 150/2006 (ΦΕΚ Α΄ 160).
[57] Βλ. M.S.S., ό.π., § 263.
[58] Βλ. M.S.S., ό.π. §§ 232, 251, πρβ. επίσης Oršuš και λοιποί κατά Κροατίας, Νο. 15766/03, 16 Μαρτίου 2010, § 147.
[59] Η οποία αναφέρεται στην αποτελεσματικότητα, πρακτική δυνατότητα και ουσιαστική προστασία του προσφεύγοντα στις αρχές, προκειμένου η προσφυγή του να θεωρείται «πραγματική», βλ. ΕΔΔΑ, Doran κατά Ιρλανδίας, Νο. 50389/99, 20 Μαρτίου 1991, § 57, Çakι κατάΤουρκίας, Νο. 23657/94, 8 Ιουλίου 1999, § 57.
[60] Βλ. M.S.S., ό.π., §§ 301, 302, 321.
[61] Βλ. M.S.S., ό.π., §§ 347-350.
[62] Βλ. M.S.S., ό.π., § 350.
[63] Βλ. ΔΕΕ C-411/10 και C-493/10, ό.π., § 87.
[64] ΔΕΕ C-411/10 και C-493/10, §§ 88, 89, 90.
[65] ΔΕΕ C-411/10 και C-493/10, §75.
[66] ΔΕΕ C-411/10 και C-493/10, ό.π. § 81.
[67] ΔΕΕ C-411/10 και C-493/10, ό.π., § 89.
[68] ΔΕΕ C-411/10 και C-493/10, ό.π., § 94.
[69] ΔΕΕ C-411/10 και C-493/10, ό.π., § 105.
[70] Βλ. Σαχπεκίδου, ό.π., σελ. 198-201.
[71] Βλ. M.S.S., ό.π., § 159 επ.
[72] Βλ. Α. Skordas/Ν. Sitaropoulos, «Why Greece is not a safe host country for refugees», International Journal of Refugee Law, 1/2004, σελ. 25-52 (27, 45).
[73] Βλ. G. Clayton, «Asylum Seekers in Europe: M.S.S. v Belgium and Greece», Human Rights Law Review, 6/2011, σελ. 758-773 (761).
[74] Βλ. Β. Κερασιώτης, Μεταχείριση αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα και Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ διαθέσιμο σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/886/ent.1886.asp (26/12/2011).
[75] Βλ. Clayton, «Asylum Seekers in Europe…», ό.π., σελ. 762-763.
[76] Βλ. Bossuyt, ό.π., σελ. 597.

Άρειος Πάγος (Ολ.) 3/2012 – Δικαίωμα συνένωσης υπηρετούντων στις Ένοπλες Δυνάμεις

Με σχόλιο Σαράντη Κ. Ορφανουδάκη

Άρειος Πάγος (Ολ.) 3/2012 – Δικαίωμα συνένωσης υπηρετούντων στις Ένοπλες Δυνάμεις

Αριθμός 3 / 2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομελείας:

Ηλία Γιαννακάκη, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (λόγω κωλύματος του Προέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα), Δημήτριο Πατινίδη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπροέδρους, Χαράλαμπο Δημάδη- Εισηγητή, Βασίλειο Λυκούδη, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Γεωργία Λαλούση, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Γεώργιο Γεωργέλλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Ανδρέα Ξένο, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Δημήτριο Κόμη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:

Των καλούντων – αναιρεσειόντων: 1) Τ. Α., 2) Κ. Ε., 3) Φ. Ι., 4) Π. Ι., 5) Π. Α., 6) Βλάχου Σπυρίδωνα και 7) Δ. Ι., κατοίκων …, με την ιδιότητα των μελών της προσωρινής διοικητικής επιτροπής της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία “ΕΝΩΣΗ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τους οποίους εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι …. και Γ.Α., που κατέθεσαν προτάσεις.
Του καθού η κλήση – αναιρεσιβλήτου: του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.5.2005 αίτηση των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5265/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7666/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24.8.2007 αίτησή τους.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 519/2010 απόφαση του Δ’ Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε τους λόγους αναιρέσεως στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της Μετά την παραπάνω απόφαση και την από 20.4.2010 κλήση των καλούντων-αναιρεσειόντων η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δήμαδης ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι οι λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 9η Ιουνίου 2011, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Βασίλειος Λυκούδης, Ιωάννης Σίδερης, Νικόλαος Πάσσος και Γεώργιος Αδαμόπουλος, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, με την 519/2010 απόφαση του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στην πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όλοι οι λόγοι από τους αριθμούς 1 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της από 27.5.2005 αιτήσεως αναιρέσεως του Α. Τ., Ε. Κ. κ.λ.π. κατά του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, για αναίρεση της 7666/2006 αποφάσεως του εφετείου Αθηνών, ως δημιουργούντες ζητήματα εξαιρετικής σημασίας. Επομένως, νομίμως, με την από 20.4.2010 κλήση των αναιρεσειόντων φέρονται, ενώπιον της πλήρους ολομελείας του Αρείου Πάγου, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ. Επειδή, στο άρθρο 12 παρ. 1, 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος, ορίζεται ότι: ” 1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια 2. Το σωματείο δεν μπορεί να διαλυθεί για παράβαση του νόμου ή ουσιώδους διάταξης του καταστατικού του, παρά μόνο με δικαστική απόφαση. 3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και σε ενώσεις προσώπων που δε συνιστούν σωματείο”. Στο άρθρο 25 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος διαλαμβάνεται ότι : “1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 2. Η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη”. Και στο άρθρο 29 παρ. 3 ορίζεται ότι: “Απαγορεύεται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στους υπαλλήλους του Δημοσίου, Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων η διοίκηση των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχο”. Περαιτέρω, στο άρθρο 11 παρ. 1 και 2 της Συμβάσεως της Ρώμης “διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών”, που έχει υπογραφεί στις 4.11.1950 και κυρώθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ 256 Α) εχούσης υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 Σ), ορίζεται ότι: “1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν του συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ’ άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του. 2. Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθεί εις εταίρους περιορισμούς πέρα των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το παρόν άρθρον δεν απαγορεύει την επιβολήν νομίμων περιορισμών εις την άσκησιν των δικαιωμάτων τούτων υπό μελών των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους”. Τέλος, στα άρθρα 78, 79, 80 και 81 του ΑΚ ορίζεται, στο πρώτο, ότι “Ένωση προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό αποκτά προσωπικότητα όταν εγγραφεί σε ειδικό δημόσιο βιβλίο …”, στο δεύτερο, ότι “Για την εγγραφή του σωματείου στο βιβλίο οι ιδρυτές ή η διοίκηση του σωματείου υποβάλλουν αίτηση στο πρωτοδικείο. Στην αίτηση επισυνάπτονται η συστατική πράξη … και το καταστατικό με τις υπογραφές των μελών και με χρονολογία”, στο τρίτο ότι ” Το καταστατικό για να είναι έγκυρο πρέπει να καθορίζει: 1. Το σκοπό , την επωνυμία και την έδρα του σωματείου, 2. …” και στο τέταρτο, ότι “Αν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι, το πρωτοδικείο δέχεται την αίτηση …”. Από τις παρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό και προς εκείνες του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, δια των οποίων κατοχυρώνεται η αρχή της ισότητος, συνάγονται τα εξής: Με τα άρθρα 12 παρ. 1 του Συντάγματος και 11 της ΕΣΔΑ, επί των οποίων ερείδεται και η γενικοτέρας σημασίας συνταγματική αρχή της ελευθέρας κοινωνικής ομαδοποιήσεως, κατοχυρώνεται το δικαίωμα ή η ελευθερία της συνενώσεως (του συνεταιρίζεσθαι κατά την ορολογία των προϊσχυσάντων Συνταγμάτων), οι φορείς του οποίου έχουν το δικαίωμα συστάσεως ενώσεως ή σωματείου, που αποβλέπει σε μη κερδοσκοπικούς σκοπούς. Το ατομικό αυτό δικαίωμα, περιλαμβανόμενο στα δικαιώματα της συλλογικής δράσεως, με προέχον χαρακτηριστικό γνώρισμα το συλλογικό στοιχείο, παρέχεται, αδιακρίτως, σε όλους τους Έλληνες πολίτες, ανεξαρτήτως κοινωνικής ή επαγγελματικής τάξεως, η δε άσκησή του δεν τελεί “υπό την ειδική επιφύλαξη του νόμου”. Από καμιά συνταγματική διάταξη δεν προκύπτει ότι για την απόλαυση από τους Έλληνες πολίτες του προαναφερομένου ατομικού δικαιώματος απαιτείται η έκδοση “τυπικού” νόμου, στα πλαίσια της συνταγματικής ρυθμίσεως του άρθρου 72 του Συντάγματος και των ορισμών στο άρθρο 25 παρ.2 εδ. β’ αυτού. Η διάταξη της παρ. 4 του Συντάγματος του 1975, δια της οποίας ήταν επιτρεπτή η επιβολή περιορισμών στους δημοσίους υπαλλήλους, όσον αφορά στην άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος, καταργήθηκε με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων. Ανεξαρτήτως, όμως, αυτού και στις περιοριστικώς στο Σύνταγμα διαλαμβανόμενες περιπτώσεις ρυθμιστικής υπό του κοινού νομοθέτου επεμβάσεως δια της εκδόσεως τυπικού νόμου για την πληρεστέρα ικανοποίηση του ατομικού δικαιώματος, η μη έκδοση τοιούτου νόμου, δεν επάγεται την επ’ αόριστον αναστολή ή και την ματαίωση ικανοποιήσεώς του, διότι, κατά την μεταβατικού χαρακτήρος συνταγματική διάταξη του άρθρου 112, στο Τρίτο Τμήμα του Τετάρτου Μέρους, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Σύνταγμα προβλέπει ρητώς την δημοσίευση ενός νόμου, οι υφιστάμενοι νόμοι ή οι διοικητικές πράξεις κανονιστικού περιεχομένου, με εξαίρεση εκείνων που αντιβαίνουν στο Σύνταγμα, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την δημοσίευση του αντιστοίχου νόμου. Περαιτέρω, η στο άρθρο 12 παρ.1 του Συντάγματος διατυπωμένη ρήτρα περί υποχρεώσεως των ασκούντων το ανωτέρω ατομικό δικαίωμα ” να τηρούν τους νόμους του Κράτους”, έχει την έννοια ότι τόσο ο καταστατικός σκοπός, όσο και η δραστηριότητα της ενώσεως ή του σωματείου πρέπει να μην αντιβαίνουν σε διατάξεις του νόμου, με αντικειμενικό και γενικό χαρακτήρα, που προστατεύουν έννομα αγαθά, τις οποίες υποχρεούται να τηρεί κάθε πολίτης στα πλαίσια της ατομικής του δραστηριότητος, όπως είναι οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ή και άλλοι νόμοι ρυθμιστικοί της συστάσεως, οργανώσεως και λειτουργίας ενώσεων και σωματείων, όπως οι διατάξεις των άρθρων 78 επ. του ΑΚ ή άλλες διατάξεις, δημοσίας τάξεως, εμπίπτουσες στο κανονιστικό πεδίο της συλλογικής δραστηριότητος και εκφράσεως των πολιτών, χωρίς να στρέφονται κατά ορισμένου προσώπου ή ομάδος προσώπων και χωρίς να καθιστούν ανέφικτη ή να δυσχεραίνουν, δυσαναλόγως, την σύσταση ή την λειτουργία ενώσεως ή σωματείου. Ειδικότερα δε, ως προς τον επιδιωκόμενο υπό της ενώσεως ή του σωματείου σκοπό ή τα προβλεπόμενα υπ’ αυτών μέσα προς επίτευξη του καταστατικού σκοπού, πρέπει να μην αντιτίθενται σε κανόνες δημοσίας τάξεως, την εφαρμογή των οποίων δε μπορεί να αποκλείσει η ιδιωτική βούληση (αρ.3 ΑΚ). Ως κανόνες δε δημοσίας τάξεως νοούνται εκείνες οι διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου που συγκροτούν τα θεμέλια του κρατικού, κοινωνικού και οικονομικού συστήματος της χώρας. Επίσης, η άσκηση του ιδίου ως άνω ατομικού δικαιώματος δεν εξαρτάται από την έκδοση αδείας από οποιαδήποτε διοικητική αρχή, νόμου ή από δικαστική απόφαση. Επομένως, ο νόμος δεν επιτρέπεται να εξαρτήσει την άσκηση του προαναφερομένου ατομικού δικαιώματος από προηγούμενη άδεια του κράτους ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου, διάταξη δε νόμου που καθιερώνει την άδεια αυτή ως προϋπόθεση νομίμου συστάσεως και λειτουργίας ενώσεως ή σωματείου, αντίκειται ευθέως στο Σύνταγμα και δεν εφαρμόζεται. Περαιτέρω, του ατομικού δικαιώματος της συνενώσεως απολαμβάνουν, αδιακρίτως, όλοι οι Έλληνες πολίτες, μεταξύ δε αυτών και οι υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίοι τελούν σε ηθελημένη ειδική σχέση εξουσιάσεως προς το κράτος και σε ειδικό καθεστώς πειθαρχίας, μη συναγομένου του αντιθέτου ούτε εκ του γράμματος, ούτε εκ του πνεύματος των άνω συνταγματικών διατάξεων και της διατάξεως του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ. Η αρχή, άλλωστε, της ισότητος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος επιβάλλει στον νομοθέτη να μην δημιουργεί ρήγματα στην καθολικότητα των ατομικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκτός εάν το ίδιο το σύνταγμα εισήγαγε προσόντα προς άσκηση κάποιου δικαιώματος ή εάν η εις βάρος κάποιου αναστολή ή στέρηση κάποιου ατομικού δικαιώματος επιτρέπεται. Το αντίθετο, η αναγνώριση δηλαδή της δυνατότητος να εισάγονται οι γενικές εξαιρέσεις από τον νομοθέτη, εκεί όπου το Σύνταγμα δεν διακρίνει ή απλώς σιωπά, θα άφηνε, κατ’ ουσίαν, ελεύθερο το πεδίο για την αναβίωση αυθαιρέτων διακρίσεων ενώπιον του νόμου και την δημιουργία πολιτών ιδιαιτέρων τάξων, ομάδων ή κατηγοριών (Ολ. ΣΤΕ 867/88). Οι υπηρετούντες δε στις ένοπλες δυνάμεις, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του δικαστηρίου, δεν αποτελούν ειδική κατηγορία Ελλήνων πολιτών, κείμενοι εκτός του πεδίου των επί μέρους εγγυήσεων των συνταγματικών δικαιωμάτων, οι οποίες δεν προβλέπουν, ρητώς, εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής τους, ούτε μπορεί να ισχύσει γι’ αυτούς ένα τεκμήριο διαφοροποιήσεως ως προς την απόλαυση όλων, ανεξαιρέτως, των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπονται από το Σύνταγμα για όλους τους Έλληνες, ανεξαρτήτως φύλου, επαγγέλματος, κοινωνικής ή οικονομικής τάξεως, υπό την έννοια ότι αυτοί έχουν μόνο εκείνα τα δικαιώματα, που ρητώς τους απονέμει η ισχύουσα συνταγματική τάξη και η κείμενοι νόμοι. Αντιθέτως, αυτοί, κατά τεκμήριο έχουν όλα τα δικαιώματα που έχουν όλοι οι Έλληνες πολίτες με τους, κατά το Σύνταγμα, θεμιτούς περιορισμούς, που μπορούν να επιβληθούν. Το Σύνταγμα, εκτός από τις διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζει την κομματική ουδετερότητα των στρατιωτικών, (άρθρ. 29 § 3 ), τα κωλύματα εκλογιμότητός τους (άρθρο 56 §§ 1, 3 και 4) και την υπαγωγή τους στην δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων (άρθρο 96 § § 4 και 5), δεν περιέχει καμμιά άλλη ρύθμιση, γενική ή ειδική, για τα συνταγματικά δικαιώματα των υπηρετούντων στις Ένοπλες Δυνάμεις. Η ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή ενισχύεται και από το γεγονός, ότι πρόταση τροπολογίας από τον τότε Βουλευτή της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως Γ.Β. Μαγκάκη στο άρθρο 11 του Σχεδίου Συντάγματος του 1975 να προστεθεί διάταξη ορίζουσα ότι “Διά νόμου δύνανται να επιβληθούν περιορισμοί εις το δικαίωμα των στρατιωτικών και των αστυνομικών να συνεταιρίζονται”, δεν έγινε δεκτή και δεν περιελήφθη στο Σύνταγμα του 1975. Εκτός αυτού, η ανυπαρξία κάποιου συνταγματικώς και από Διεθνείς Συμβάσεις προστατευομένου ατομικού δικαιώματος, και μάλιστα χωρίς την ειδική επιφύλαξη του νόμου, τουλάχιστον ως προς τα συστατικά αυτού στοιχεία που συγκροτούν τον πυρήνα του, στα πλαίσια της ερμηνείας των αντιστοίχων συνταγματικών διατάξεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί “ως δεδομένη ή αυτονόητη”, αν ληφθεί υπόψη, ότι στην περίπτωση της συστάσεως ενώσεων από τους υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, ο Συντακτικός Νομοθέτης τελούσε εν γνώσει του κρατούντος και σε διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως γενικοτέρου νομικού προβληματισμού, που όμως αυτή (σύσταση ενώσεως) επιτρέπεται όπως στη Γερμανία, στα πλαίσια της ερμηνείας και εφαρμογής της, αντιστοίχου με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ελληνικού Συντάγματος, διατάξεως του άρθρου 9 ΙΙ του Γερμανικού Συντάγματος. Εξάλλου, αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί και από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του ισχύοντος στρατιωτικού ποινικού κώδικος (άρθρ.46 και 47 Ν. 2287/1995 (Α’ 20), οι οποίες προβλέπουν ως στρατιωτικό έγκλημα τη “στάση” και “ομαδική απείθεια”, στην κατάσταση της οποίας “Βρίσκονται οι στρατιωτικοί οι οποίοι, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 46, τρεις ή περισσότεροι ενωμένοι : α) αρνούνται σε πρώτη πρόσκληση να υπακούσουν στις διαταγές των αρχηγών τους, β) υποβάλλουν ομαδικά ή χωριστά, αλλά μετά προηγούμενη συμφωνία παράπονο, αίτηση ή αναφορά, προφορικά ή γραπτά, συνδέοντας την ικανοποίηση του αιτήματός τους με την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή κατά τρόπο που επιδρά στην εκτέλεση των καθηκόντων τους ή στην πειθαρχία του στρατεύματος, γ) ενώ είναι βαθμοφόροι υποβάλλουν ομαδικά ή χωριστά, αλλά μετά προηγούμενη συμφωνία την παραίτησή τους από την υπηρεσία, με σκοπό να εκβιάσουν την αρχή να πάρει ορισμένες αποφάσεις ή να παρεμποδίσει την ομαλή λειτουργία της στρατιωτικής υπηρεσίας”. Αντίστοιχες διατάξεις, που αξιολογούν την ίδια ακριβώς συμπεριφορά και ως πειθαρχικό αδίκημα διαλαμβάνονται και στο άρθρο 77 παρ.3 του ΠΔ 130/1984 “Κύρωση του γενικού κανονισμού υπηρεσίας στο στρατό”. Οι άνω όμως ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που καθιδρύουν, ως υπαλλακτικώς μεικτό έγκλημα, την “ομαδική απείθεια” με τα στις διατάξεις αυτές διαλαμβανόμενα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, τιμωρούμενο με τις στο ανωτέρω άρθρο (παρ. 2) διαλαμβανόμενες στερητικές της ελευθερίας ποινές, αναφέρονται σε αξιόποινη συμπεριφορά των στρατιωτικών κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, πλήττουσα την πειθαρχία στις ένοπλες δυνάμεις, δυνάμενες να θεμελιώσουν τον παράνομο χαρακτήρα, ως αντιστρατευόμενο σε διατάξεις δημοσίας τάξεως, του δια της ενώσεως ή του σωματείου επιδιωκομένου σκοπού ή των μέσων προς επίτευξη αυτού, μη εμπεριέχουσες και απαγορευτικό χαρακτήρα ασκήσεως του άνω ατομικού δικαιωμάτων, ούτε άλλωστε θα ήταν συνταγματικώς επιτρεπτή μία τοιαύτη απαγόρευση. Τέλος, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του άρθρου 12 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ, προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, να θέσει μόνο περιορισμούς στους υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, που τελούν σε καθεστώς ειδικής σχέσεως εξουσίας προς το κράτος, στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων τους, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα συστάσεως ενώσεων, που, όμως, δικαιολογούνται από την φύση της σχέσεώς τους με το κράτος και των συναφών υποχρώσεών τους που απορρέουν από αυτή τη σχέση, οι οποίοι, πάντως, ελέγχονται με βάση την αρχή της αναλογικότητος, και, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται, κατ’ εφαρμογή της αρχής του απροσβλήτου του πυρήνος των θιγομένων ατομικών δικαιωμάτων, να αναιρούν, στην ουσία τους, τα άνω δικαιώματα (ΣΤΕ 888/2008, 1560, 573/2005, 3356/2004). Το ζήτημα όμως αυτό του Συνταγματικώς επιτρεπτού της θεσπίσεως των άνω περιορισμών είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο του επιτρεπτού της αναπτύξεως από τους υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις συλλογικής δραστηριότητος υπό την νομική μορφή της συστάσεως ενώσεων.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που την εξέδωσε, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι με την από την 27.5.2005 αίτησή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείον Αθηνών οι αναιρεσείοντες εζήτησαν την εγγραφή σωματείου υπό την επωνυμία “Ένωση Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων” και ότι μεταξύ των σκοπών του (άρθρο 2 του καταστατικού) είναι και οι εξής: “… 2) Η ανάπτυξη και εξύψωση του επαγγελματικού, κοινωνικού και πολιτιστικού επιπέδου των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, 3) η βελτίωση, προστασία και προαγωγή της θέσης των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων ως μελών του κοινωνικού συνόλου, … 4) η επικοινωνία και συνεργασία με ομοειδείς ενώσεις άλλων χωρών ή διεθνείς, … 5) η μελέτη και υποβολή εισηγήσεων και προτάσεων αναφορικά με τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την επιμόρφωση και εν γένει τα ζητήματα επαγγελματικής κατάρτισης των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, προς ενίσχυση της αμυντικής αποτελεσματικότητας της χώρας, … 6) η προάσπιση της προσωπικής ελευθερίας, της αξιοκρατίας, της ελευθερίας της σκέψης, του λόγου, της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών και των δημοκρατικών ελευθεριών, … 7) η ανάδειξη του ιστορικού και σύγχρονου ρόλου των Ελλήνων Αξιωματικών ως παράγοντα εγγύησης της εθνικής ανεξαρτησίας και εμπέδωσης του δημοκρατικού πολιτεύματος”. Μέσα για την επίτευξη των ανωτέρω σκοπών είναι, μεταξύ άλλων, (άρθρο 3) και τα εξής: “1) Η μέριμνα γενικά για τη βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την οργάνωση και λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων, 2) η οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, διαλέξεων και συγκεντρώσεων, 3) η συμμετοχή σε συμβούλια ή επιτροπές στα οποία συζητούνται θέματα που έχουν σχέση με τους Αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων και η συγκρότηση επιτροπών για τη μελέτη … θεμάτων που ενδιαφέρουν την Ένωση, 6) η δια του τύπου, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας καθώς και κάθε άλλου πρόσφορου μέσου προβολή των κάθε είδους προβλημάτων των μελών της Ένωσης, 7) η επαφή με τις διοικητικές αρχές, τους πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς και επίλυση των επαγγελματικών και συνδικαλιστικών προβλημάτων των Ελλήνων Αξιωματικών, 8) κάθε πρόσφορο και νόμιμο μέσο που κατατείνει στην ικανοποίηση των επαγγελματικών και συνδικαλιστικών αιτημάτων των Ελλήνων Αξιωματικών”.
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τα άνω περιστατικά, κατά παραδοχή της υπό του Εισαγγελέως Πρωτοδικών ασκηθείσης εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως δια της οποίας έγινε δεκτή η αίτηση των αναιρεσειόντων προς αναγνώριση του υπ’ αυτών ιδρυθέντος άνω σωματείου, απέρριψε την αίτηση αυτή ως μη νόμιμη, γιατί: α) η συλλογική δραστηριότητα των υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις είναι “εμμέσως” απηγορευμένη από το Σύνταγμα, β) δεν υφίσταται νόμος ρυθμιστικός της ασκήσεως του ατομικού δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, από τους υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις οι δε κείμενες διατάξεις, όπως το άρθρο 30α που προστέθηκε στον Ν. 1264/1982 με το άρθρο 1 του Ν. 2265/1994, δεν ήσαν εφαρμοστέες ούτε και αναλογικώς, γ) “… είναι πρόδηλη η πρόθεση των ιδρυτών του προς δημιουργία συλλόγου, για να αναμειγνύεται στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων και τον τρόπο προστασίας της έννομης τάξεως, ο οποίος έχει συνταγματικώς ανατεθεί στην αποκλειστική πρωτοβουλία και εγγύηση της κρατικής εξουσίας, που την υλοποιεί με πλέγμα νομοθετημάτων (άρθρ. 25 του Συντάγματος)”.
Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του δικαστηρίου με το να μην εφαρμόσει στην προκειμένη υπόθεση τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 του Συντάγματος, 11 της ΕΣΔΑ, 78, 79, 80 και 81 ΑΚ, οι οποίες, όμως, ενόψει των άνω παραδοχών, ήσαν εφαρμοστέες, υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αφού, όπως ελέχθη, του ατομικού δικαιώματος της συνενώσεως απολαμβάνουν και οι υπηρετούντες στις ένοπλες Δυνάμεις, χωρίς η άσκηση του δικαιώματος αυτού να εξαρτάται από οποιαδήποτε άδεια ή έκδοση ρυθμιστικού της ασκήσεώς του τυπικού νόμου, δυναμένων να εφαρμοσθούν, ελλειπούσης ειδικής νομοθετικής ρυθμίσεως, στην προκειμένη υπόθεση, των γενικών διατάξεων των άρθρων 78 επ. ΑΚ. Ειδικότερα δε, ως προς τους, υπό της ανωτέρω ενώσεως επιδιωκομένους ως άνω καταστατικούς σκοπούς, κανένας εξ αυτών δεν αντιστρατεύεται στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως υπό το προαναφερόμενον εννοιολογικό της περιεχόμενο, όπως εκείνη του άρθρου 25 του Συντάγματος. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι βάσιμος. Ακολούθως προς τα ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά την γνώμη όμως των Αρεοπαγιτών, Γρηγορίου Κουτσοπούλου, Ανδρέα Ξένου και Γεράσιμου Φουρλάνου, έπρεπε να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12§1 του Συντάγματος, οι Έλληνες έχουν δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία τηρώντας τους νόμους. Ακόμη, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 23, το κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτές δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 προβλέπεται, πως οι κάθε είδους περιορισμοί, οι οποίοι μπορούν να επιβληθούν, κατά το Σύνταγμα, στα δικαιώματα του ανθρώπου, πρέπει να προβλέπονται, είτε απ’ ευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Σχετική είναι και η διάταξη του άρθρου 11§1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974, σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικά και στην ελευθερία του συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ίδρυσης, μαζί με άλλους, συνδικάτων με το σκοπό της προάσπισης των συμφερόντων του. Όμως, στη συνέχεια, η παρ. 2 της ίδιας διάταξης ορίζει, ότι η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς, εκτός από τους προβλεπόμενους από το νόμο και αποτελούντες αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια την προστασία της τάξης και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το ίδιο άρθρο, ορίζει, πως δεν απαγορεύει την επιβολή νόμιμων περιορισμών στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών από μέλη των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, το δικαίωμα της σύστασης ενώσεων κλπ, που, πρόδηλα, αφορά όλους του Έλληνες πολίτες, δεν είναι χωρίς περιορισμούς. Έτσι, κατ’ αρχήν, και οι στρατιωτικοί, απολαμβάνουν των πιο πάνω δικαιωμάτων. Το δικαίωμα όμως αυτό, (συνδικαλισμού) εν όψει της φύσης της συγκεκριμένης υπηρεσίας, δεν είναι επιτρεπτό. Και είναι βέβαια, ακριβές, πως ουδεμία μνεία γίνεται, σχετικά, στο Σύνταγμα. Υφίσταται, όμως, η δυνατότητα περιορισμού με βάση τη διάταξη του άρθρου 12§4 του Συντάγματος, σύμφωνα με την πρόδηλη ιδιαιτερότητα του στρατιωτικού κλάδου, στον οποίον, η νομική αντιμετώπιση του συνδικαλισμού, αλλά και του γενικότερου δικαιώματος στο “συνεταιρίζεσθαι”, δεν είναι αναγκαίο να είναι η ίδια που ισχύει για τους λοιπούς υπαλλήλους. Και τούτο, διότι είναι φανερό, πως η, χωρίς επιφυλάξεις, αναγνώριση του πιο πάνω δικαιώματος στο πλαίσιο της στρατιωτικής ζωής, θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με κατάλυση της στρατιωτικής πειθαρχίας (βλ. και Ν. Αλιβιζάτο: Η συνταγματική θέση των ενόπλων δυνάμεων Σάκκουλας, Αθήνα 1992 σελ. 150 σημ. 46, όπου και παραπομπή στις παραδοχές της Ε Αναθεωρητικής Βουλής). Και τούτο ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τον λεγόμενο “συνδικαλισμό” στις ένοπλες δυνάμεις ή, απλά, για τη σύσταση ενώσεων, σωματείων, που, εύστοχα, σε ανάλογη περίπτωση, χαρακτηρίστηκαν ως “καλυμμένος συνδικαλισμός” (βλ. για τους δικαστικούς λειτουργούς σε Ι. Κουκιάδη: Εργατικό Δίκαιο. Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις τ. Ι.Σάκκουλας. Θεσσαλονίκη 1997§1 αρ. 3 in fine σελ. 57). Η τυχόν αναγνώριση του πιο πάνω “καλυμμένου συνδικαλισμού”, οδηγεί σε “εκ των έσω” υπονόμευση της στρατιωτικής λειτουργίας, της στρατιωτικής πειθαρχίας, και θα μπορούσε να οδηγήσει, στο, ωσαύτως αποκρουστέο δικαίωμα για σύσταση ομοίων ενώσεων, σε διάφορους στρατιωτικούς βαθμούς, πχ υπαξιωματικούς, ή και στους οπλίτες, με ό,τι αυτό, εύκολα, θα μπορούσε τούτο να συνεπάγεται (βλ. εκτενείς απόψεις σε Ν. Αλιβιζάτο: οπ.παρ. σελ. 171 επ). Άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 12§4 του Συντάγματος, αναφέρεται μόνο σε πολιτικούς υπαλλήλους και όχι στους στρατιωτικούς. Το ότι δεν απαγορεύεται ο συνδικαλισμός στα σώματα ασφαλείας (άρθρ. 30Α του Ν. 1264/1982) δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές επιχείρημα για την αναλογική εφαρμογή του και στις ένοπλες δυνάμεις. Έχει υποστηριχθεί (βλ. Λ. Σεραφείμ: σημείωση στο Νοβ 2011 σελ. 762 επ), πως τούτο πρέπει να γίνει δεκτό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και για τις ένοπλες δυνάμεις, εφ’ όσον, μεταξύ αστυνομίας και στρατού υπάρχει μόνο διαφορά, ως προς το αντικείμενο δράσης. Όμως, τούτο θα αποτελούσε μια στενή ερμηνεία του προορισμού και του έργου των ενόπλων δυνάμεων, εφ’ όσον δεν πρόκειται, απλά, για “αντικείμενο δράσης”, αλλά για διαφορετικό προορισμό, φιλοσοφία, πεδίο επιχειρησιακής ενέργειας, ευθύνης, οργάνωσης. Ούτε μπορεί να εξομοιωθεί, η επιχείρηση τάξης, ή η προσπάθεια ανεύρεσης κακοποιών με τα επιχειρησιακά σχέδια, κατά ξηρά, θάλασσα και αέρα και την οργάνωση και ετοιμότητα των στρατιωτικών δυνάμεων, για την εθνική άμυνα. Δεν πρόκειται, άρα, για αντικείμενο δράσης, αλλά για πολύ ευρύτερο, και ουσιαστικό αντικείμενο, η δυνατότητα, επίτευξης του οποίου, αν διασαλευθεί η πειθαρχία, θα καταστεί λίαν αμφίβολη. Εξ άλλου, η μαχητική και επιχειρησιακή ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων, εξαρτάται από τις πράξεις λειτουργικής και επιχειρησιακής ικανότητας των στρατιωτικών (σκοπιές, περίπολοι, φρουρά, επιφυλακή), πράξεις, συντήρησης και ελέγχου της μαχητικής ικανότητας (ασκήσεις, βολές, θερινή διαβίωση, συντήρηση οπλικών συστημάτων, οχυρών, οχημάτων, διατροφή, τεχνικό υλικό, εφοδιασμός, υγιεινομικό κλπ) (βλ. Α. Παπαδαμάκη: Στρατιωτικό Ποινικό Δίκαιο, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη 2008, 6 σελ. 190). Η τυχόν δε συνδικαλιστική, συγκεκαλυμμένη ή μη οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, θα μπορούσε να είναι άμεσα καθοριστική για την μαχητική παρουσία της στρατιωτικής υπηρεσίας. Άλλωστε, η διασάλευση της στρατιωτικής πειθαρχίας στην οποία θα μπορούσε να οδηγήσει η ενεργοποίηση των πιο πάνω ενώσεων, συνδέεται και με την αμφισβήτηση της δεσμευτικότητας της νόμιμης προσταγής (βλ. σχ. για το θέμα: Μαγκάκης, Η σύγκρουσις των καθηκόντων εν τω ποινικώ δικαίω 1955. 109, Παπαδάτος: το πρόβλημα της ιεραρχικής προσταγής εν τω ποινικώ δικαίω 1961, σελ. 30 επ., Ι. Παπακυριακόπουλος: το πρόβλημα της προσταγής εις τα εγκλήματα πολέμου ΕΕΝ 1946, 304-311). Επομένως δεν είναι δυνατόν να είναι συνταγματικώς ανεκτή, η σύσταση οργανώσεων (ενώσεων), με οιανδήποτε μορφή, εντός των ενόπλων δυνάμεων, ούτε τούτο προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, αφού ο πιο πάνω περιορισμός, είναι αναγκαίο και εύλογο μέτρο, εν όψει του προπαρατεθέντος σκοπού, που είναι μεγάλης σπουδαιότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε επί αιτήσεως με την οποία, (όπως αυτή νόμιμα [άρθρ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.] επισκοπείται) οι αιτούντες ως μέλη της προσωρινής διοικητικής επιτροπής της “…. υπό ίδρυση Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία “Ένωση Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων” … ζήτησαν την έγκριση λειτουργίας της πιο πάνω “Συνδικαλιστικής Οργάνωσης”, όπως και την εγγραφή της, “… στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο των Συνδικαλιστικών Οργανώσεων του Δικαστηρίου…”. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε: α) πως δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 30Α του Ν. 1264/1982, που αφορά τον συνδικαλισμό στο χώρο της Ελληνικής Αστυνομίας και β) απέρριψε, ως μη νόμιμη την αίτηση, δεχθέν, πως οι σκοποί του καταστατικού της πιο πάνω ένωσης, οδηγούν σε ανάμειξη στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων. Η κρινόμενη αναίρεση, προβάλλει ότι: α) ελλείπει ο νόμος που καθορίζει τα της ασκήσεως “του συνδικαλιστικού δικαιώματος” των υπηρετούντων στις Ένοπλες Δυνάμεις, και συνεπώς, έπρεπε να εφαρμοστεί “… αναλογικά η αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 30Α του Ν. 1264/1982 …” (αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ), β) κακώς εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 54 παρ.1γ του ΑΝ 2803/1941 και 77 του ΠΔ 130/1984 (πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.), γ) παραβιάστηκαν τα προπαρατεθέντα άρθρα του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και δ) παραμορφώθηκε το περιεχόμενο των άρθρων 2 και 3 του Καταστατικού (πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ.). Όπως εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στους σκοπούς της ένωσης αυτής, είναι, πλην άλλων, “η μελέτη και υποβολή εισηγήσεων και προτάσεων αναφορικά με τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την επιμόρφωση και τα εν γένει ζητήματα επαγγελματικής κατάρτισης των αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, προς ενίσχυση της αμυντικής αποτελεσματικότητας της χώρας …, η προάσπιση της προσωπικής ελευθερίας και αξιοκρατίας, της ελευθερίας της σκέψης, του λόγου, της ελεύθερης διακίνησης των δημοκρατικών ιδεών …” μέσα δε για την επίτευξη τούτων, είναι, πλην άλλων, “… η μέριμνα, γενικά, για τη βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την οργάνωση και λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων … η επαφή με διοικητικές αρχές, πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς με στόχο την προώθηση και επίλυση των επαγγελματικών και συνδικαλιστικών προβλημάτων των Ελλήνων Αξιωματικών και δ) κάθε πρόσφορο και νόμιμο μέσο που κατατείνει στην ικανοποίηση των επαγγελματικών και συνδικαλιστικών αιτημάτων των Ελλήνων Αξιωματικών …”. Είναι, κατά ταύτα, πρόδηλο, πως υπάρχει εμφανής ο συνδικαλιστικός σκοπός της πιο πάνω Ένωσης, ο οποίος άλλωστε, ρητά αναφέρεται στα παραπάνω δικόγραφα. Είναι, ωσαύτως φανερό, πως, σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, θα υπάρχει πλήρης διασάλευση της στρατιωτικής πειθαρχίας και ανάμειξη στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων, εφ’ όσον δεν είναι δυνατόν, άλλως, να νοηθεί “… επαφή με πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς, βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου, ικανοποίηση επαγγελματικών αιτημάτων”. Τούτο, δε, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προπαρατέθηκαν, δεν είναι νόμιμο. Ούτε, όμως, (amajori ad minus), είναι, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, επιτρεπτή, η ίδρυση σωματείου, (μη συνδικαλιστικού), εφ’ όσον ο σκοπός και τα μέσα επίτευξής του, δεν διαφοροποιούνται, ούτε η νομική μορφή της ένωσης αναιρεί την ουσία του νομικού προβλήματος. Συνακόλουθα, ορθά ερμήνευσε τις πιο πάνω διατάξεις η προσβαλλόμενη απόφαση και οι αναιρετικοί λόγοι που υποστηρίζουν το αντίθετο, πρέπει ν’ απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ουδεμία παραμόρφωση εγγράφων επήλθε, εφ’ όσον το αναφερόμενο στο καταστατικό της ένωσης, ότι, δηλαδή, δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο ανάμειξη σε θέματα διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι διαφορετικό, από εκείνο που αναφέρεται, όπως παραπάνω, στην πληττόμενη απόφαση. Ούτε η πιο πάνω αναγραφή, μπορεί να αναιρέσει λόγω του διαφοροποιημένου περιεχομένου της, τα μνημονευόμενα σε άλλα σημεία του καταστατικού, όπως αυτά προπαρατέθηκαν και να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Άρα και από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, έπρεπε να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 7666/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

H ελευθερία της συνένωσης και η συνδικαλιστική ελευθερία

Σαράντη Κ. Ορφανουδάκη Αναπληρωτή Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης

H ελευθερία της συνένωσης και η συνδικαλιστική ελευθερία

1. Τα πραγματικά περιστατικά της σχολιαζόμενης απόφασης.

Με την, κατά νόμο, προβλεπόμενη σύμπτωση βουλήσεων ιδρύθηκε Σωματείο με την επωνυμία «Ένωση Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων» και έδρα την Αθήνα. Καταστατικός σκοπός του μορφώματος ορίσθηκε: «1) η μέριμνα γενικά για τη βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την οργάνωση και λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων, 2) η οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, διαλέξεων και συγκεντρώσεων, 3) η έκδοση εφημερίδας ή/και περιοδικού της Ένωσης ως και η δημιουργία ιστοσελίδας στο διαδίκτυο, με τα οποία θα ενημερώνονται τα μέλη της για τους στόχους, τους σκοπούς και τις δραστηριότητές της, 4) η παροχή νομικής ή άλλης βοήθειας στα μέλη για την αντιμετώπιση υπηρεσιακών ή άλλων προβλημάτων, 5) η συμμετοχή σε Συμβούλια ή Επιτροπές στα οποία συζητούνται θέματα που έχουν σχέση με τους Αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων και η συγκρότηση ειδικών επιτροπών για τη μελέτη επιστημονικών ή άλλων θεμάτων που ενδιαφέρουν την Ένωση, 6) η δια του Τύπου, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας καθώς και κάθε άλλου πρόσφορου μέσου προβολή των κάθε είδους προβλημάτων των μελών της Ένωσης, 7) η επαφή με τις διοικητικές αρχές, τους πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς με στόχο την προώθηση και επίλυση των επαγγελματικών και συνδικαλιστικών προβλημάτων των Ελλήνων Αξιωματικών, 8) κάθε πρόσφορο και νόμιμο μέσο που κατατείνει στην ικανοποίηση των επαγγελματικών και συνδικαλιστικών αιτημάτων των Ελλήνων Αξιωματικών, 9) απαγορεύεται ρητά στην Ένωση και τα μέλη αυτής: α) η κήρυξη και η συμμετοχή σε απεργία, β) η συμμετοχή των μελών της σε κάθε είδους εκδηλώσεις πολιτικών ή συνδικαλιστικών φορέων ή πολιτικών προσώπων ή η άσκηση προπαγάνδας υπέρ ή κατά αυτών. Εξαιρούνται τα συνέδρια και οι πολιτιστικές εκδηλώσεις των συνδικαλιστικών φορέων, γ) η προσχώρηση ή η εγγραφή των μελών της ως μελών άλλων επαγγελματικών οργανώσεων εκτός των Διεθνών Στρατιωτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων ή η εκπροσώπηση άλλων εργαζομένων, δ) η με οιονδήποτε τρόπο ανάμειξη σε θέματα διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων».
Κάνοντας χρήση σχετικού δικαιώματός τους οι ιδρυτές του, κατά τα προαναφερόμενα, Σωματείου ζήτησαν -από το αρμόδιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών)- την αναγνώρισή του κατά Νόμο και την εγγραφή του στα οικεία βιβλία Σωματείων. Πράγματι, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση με την υπ’ αριθ. 5265/2005 απόφασή του. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος ζήτησε την αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, πράγμα που πέτυχε και οδήγησε την προσωρινή διοίκηση του Σωματείου στην απόφαση αναστολής κάθε λειτουργίας της Ένωσης, μέχρις ότου «εκκαθαρισθεί» η υπόθεση[1]. Κατόπιν τούτου, εξεδόθη η υπ’ αριθ. 7666/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την έφεση, δεχόμενη ότι η αίτηση αναγνώρισης του σωματείου δεν είναι νόμιμη, γιατί από τους προαναφερόμενους σκοπούς του «είναι πρόδηλη η πρόθεση των ιδρυτών του προς δημιουργία συλλόγου, για να αναμειγνύεται στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων και τον τρόπο προστασίας της έννομης τάξεως, ο οποίος έχει συνταγματικώς ανατεθεί στην αποκλειστική πρωτοβουλία και εγγύηση της κρατικής εξουσίας, που την υλοποιεί με πλέγμα νομοθετημάτων (άρθρ. 25 του Συντάγματος)» και, ως εκ τούτου, «οι σκοποί αυτοί αντιβαίνουν στις συνταγματικές επιταγές, το νόμο και τη δημόσια τάξη, γι` αυτό είναι άκυροι και συνεπιφέρουν την ακυρότητα ολόκληρου του καταστατικού, εφόσον αποτελούν το κύριο και ουσιώδες μέρος του».
Την αναίρεση της εφετειακής απόφασης ζήτησαν τα μέλη της προσωρινής διοικητικής επιτροπής του Σωματείου. Επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη η υπ’ αριθ. 519/2010 απόφαση του Δ΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης της, λόγω της εξαιρετικής σημασίας τους, στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου, η οποία, με την υπ’ αριθμ. 3/2012 απόφασή της, έκανε δεκτό ότι το Εφετείο Αθηνών υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και αναίρεσε την προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. 7666/2006 απόφασή του τελευταίου.
2. Η δικανική κατάστρωση της μείζονος πρότασης της πλειοψηφικής και της μειοψηφικής άποψης της σχολιαζόμενης απόφασης.
Ι. Η υπ’ αριθμ. 3/2012 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου συσπείρωσε την συντριπτική πλειοψηφία των μελών της με αρετές σπάνιες για την πυκνή δομή της μείζονος πρότασης του σκεπτικού της, καθώς φαίνεται να έχει αφομοιώσει απολύτως το νέο δόγμα για το δικαίωμα (ή την ελευθερία), που στεγάζεται στο άρθρο 12 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος. Ειδικότερα, η πλειοψηφία δέχθηκε ότι, με τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, εγκαταλείφθηκε ο προϊσχύσας όρος «δικαίωμα ή ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι» και προκρίθηκε ως ορθότερος ο όρος «δικαίωμα ή ελευθερία της συνένωσης»[2]. Παραπέρα, γίνεται ξεκάθαρη η νομική φύση του δικαιώματος ως προεχόντως ατομικού με, επίσης, χαρακτηριστικό γνώρισμα την κατοχύρωση της συλλογικής και κοινωνικής αυτονομίας[3]. Η σημαντικότερη, πάντως, συμβολή της σχολιαζόμενης απόφασης στην ερμηνεία του άρθρου 12 § 1 του Συντάγματος, έγκειται στο γεγονός ότι το Δικαστήριο πανηγυρικά δέχθηκε πως η άσκηση του δικαιώματος δεν τελεί υπό την «ειδική επιφύλαξη του νόμου», ενώ προκαλεί εντύπωση ότι δεν παραπέμπει στην προηγούμενη νομολογία του και ειδικότερα στις υπ’ αριθμούς 750/2004 του Δ΄ Τμήματός του[4] και 41/2005 απόφαση της Ολομέλειας του[5], που πρώτες υιοθέτησαν την πρόταση χρήσης του όρου «δικαίωμα της συνένωσης» και πρώτες διέγνωσαν ότι η ρήτρα «τηρώντας τους νόμους», που τίθεται ως προαπαίτηση από το συνταγματικό νομοθέτη για την απόλαυση του δικαιώματος της συνένωσης, δεν υπονοεί ειδική επιφύλαξη υπέρ του κοινού νομοθέτη[6]. Εν πάση περιπτώσει, η σχολιαζόμενη απόφαση έκανε δεκτό ότι η προαναφερόμενη ρήτρα «έχει την έννοια ότι τόσο ο καταστατικός σκοπός, όσο και η δραστηριότητα της ενώσεως ή του σωματείου πρέπει να μην αντιβαίνουν σε διατάξεις του νόμου, με αντικειμενικό και γενικό χαρακτήρα, που προστατεύουν έννομα αγαθά, τις οποίες υποχρεούται να τηρεί κάθε πολίτης στα πλαίσια της ατομικής του δραστηριότητος, όπως είναι οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ή και άλλοι νόμοι ρυθμιστικοί της συστάσεως, οργανώσεως και λειτουργίας ενώσεων και σωματείων, όπως οι διατάξεις των άρθρων 78 επ. του ΑΚ ή άλλες διατάξεις, δημοσίας τάξεως, εμπίπτουσες στο κανονιστικό πεδίο της συλλογικής δραστηριότητος και εκφράσεως των πολιτών, χωρίς να στρέφονται κατά ορισμένου προσώπου ή ομάδος προσώπων και χωρίς να καθιστούν ανέφικτη ή να δυσχεραίνουν, δυσαναλόγως, την σύσταση ή την λειτουργία ενώσεως ή σωματείου». Ενδιαφέρον, άλλωστε, εμφανίζει η (από τη σχολιαζόμενη απόφαση) σύνδεση της έννοιας της «δημόσιας τάξης» με τις πρόνοιες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του ισχύοντος Συντάγματος, στο μέτρο που αναδεικνύει την υποχρέωση του νομοθέτη να μη δημιουργεί ρήγματα στην καθολικότητα απόλαυσης ατομικών δικαιωμάτων -άρα και του δικαιώματος της συνένωσης-, δημιουργώντας πολίτες ιδιαιτέρων τάξεων, ομάδων ή κατηγοριών. Συνεπής σ’ αυτήν την ερμηνευτική προσέγγιση, η πλειοψηφία του Δικαστηρίου δέχθηκε ότι τα στελέχη και τα μέλη των Ενόπλων Δυνάμεων δεν αποτελούν ειδική κατηγορία πολιτών, που μπορεί να διαφοροποιηθεί από τους λοιπούς Έλληνες πολίτες, εξαιρούμενα από το προστατευτικό πεδίο εφαρμογής, καθώς περιπτώσεις ειδικών ρυθμίσεων, που συνδέονται με την απόλαυση πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων τους, ρητώς απαντώνται μόνον στις πρόνοιες των άρθρων 29 § 3, 56 §§ 1, 3 και 4 και 96 §§ 4 και 5 του ισχύοντος Συντάγματος.
Αν όμως, η πλειοψηφική σκέψη έχει τα προσόντα μιας υποδειγματικής διατύπωσης νεοτερικού νομικού λόγου, δεν λείπουν και δύο «ενστάσεις», που δεν μπορούν να αποσιωπηθούν από τη κριτική υποχρέωση του επιστημονικού δόγματος. Ειδικότερα, η σχολιαζόμενη πλειοψηφική γνώμη:
α) για λόγους που δεν είναι απολύτως κατανοητοί, εμμένει στην «ιδιαιτερότητα» της εργασιακής σχέσης του Κράτους με τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, εξικνούμενη μάλιστα μέχρι την κατάταξη αυτής της σχέσης μεταξύ των λεγομένων «ειδικών σχέσεων εξουσίασης». Αυτή η αναφορά-κατάταξη, όμως, δεν φαίνεται να υπηρετεί την επιχειρηματολογία της σχολιαζόμενης γνώμης, αν -εν τοις πράγμασι- δεν την υπονομεύει. Πράγματι, η παραδοσιακή ορολογία του δημοσίου δικαίου, υπό την επήρεια του γερμανικού συνταγματικού θετικισμού του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, συνέβαλε στην παραδοχή ύπαρξης «ειδικών σχέσεων εξουσίασης» για σύνολα πολιτών, όπως οι στρατιωτικοί, που εθωρούντο (ως εκ της αποστολής τους και της υπαγωγής τους σε μια απολύτως ιεραρχημένη πυραμίδα κρατικών λειτουργών) αποψιλωμένοι φορείς ελευθεριών, για την απόλαυση των οποίων ήταν θεμιτή η εξαίρεση ή η επιβολή περιορισμών, ακόμα και χωρίς νομοθετική πρόβλεψη[7] και
β) αντιφάσκοντας ευθέως προς τις προηγούμενες ορθές παραδοχές της για την έννοια της ρήτρας «τηρώντας τους νόμους» του άρθρου 12 § 1 του Συντάγματος, αποδέχεται, επικαλούμενη μάλιστα και το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ, ότι «ο νομοθέτης, μπορεί με ειδική νομοθετική ρύθμιση να θέσει μόνο περιορισμούς στους υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, που τελούν σε καθεστώς ειδικής σχέσεως εξουσίας προς το κράτος, στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων τους, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα συστάσεως ενώσεων, που, όμως, δικαιολογούνται από την φύση της σχέσεώς τους με το κράτος και των συναφών υποχρεώσεών τους που απορρέουν από αυτή τη σχέση, οι οποίοι, πάντως, ελέγχονται με βάση την αρχή της αναλογικότητος, και, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται, κατ` εφαρμογή της αρχής του απροσβλήτου του πυρήνος των θιγομένων ατομικών δικαιωμάτων, να αναιρούν, στην ουσία τους, τα άνω δικαιώματα». Από την ανάγνωση και μόνον του παραθέματος αυτού είναι προφανής η αντίφαση, που οδηγεί τον αναγνώστη στην αμήχανη θέση να μην μπορεί να κατανοήσει τί, επιτέλους, δέχεται η πλειοψηφία της σχολιαζόμενης απόφασης; Η ρήτρα «τηρώντας τους νόμους» συνιστά υπόμνηση νομοταγούς συμπεριφοράς ή είναι μια γνήσια επιφύλαξη υπέρ του κοινού νομοθέτη, που εξοπλίζεται με την εξουσία ρύθμισης (άρα και περιορισμού) των δικαιωμάτων για την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος ή, ακόμα και «να υιοθετεί εκείνες τις διατάξεις που, έστω και αν συνεπάγονται κάποιες δεσμεύσεις στην ατομική αυτονομία, είναι αναγκαίες, προκειμένου όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου, και προφανώς οι φορείς της περιοριζόμενης ελευθερίας, να διατηρήσουν τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού τους και ίση κοινωνική κοινωνική αξιοπρέπεια»[8] ; Το ερώτημα και η απάντησή του είναι προφανές ότι έχουν εξαιρετική σημασία και ξεπερνούν τις διαστάσεις ενός απλώς μεθοδολογικού προβλήματος. Η πρώτη εκδοχή, σε αντίθεση με τη δεύτερη, δεν επιτρέπει στο νομοθέτη καμία παρέμβαση, πέραν εκείνων των υποχρεώσεων που εισάγονται για κάθε υποκείμενο στην ελληνική έννομη τάξη (φυσικό ή νομικό) πρόσωπο. Στη δεύτερη, κάθε περιορισμός είναι ανεκτός, αρκεί να σέβεται τους «περιορισμούς των περιορισμών» που προαπαιτούν επιστήμη και νομολογία. Ως εκ τούτου είναι σαφές ότι στο ίδιο σκεπτικό της απόφασης δεν μπορούν να «φιλοξενούνται» και οι δύο εκδοχές. Προκαλούν σύγχυση και απομειώνουν την αξία μιας απόφασης, που προφανώς κλίνει υπέρ της πρώτης εκδοχής, αλλά αστόχησε με την αναφορά στη δεύτερη.
ΙΙ. Η ασθενέστατη μειοψηφική γνώμη, τριών -μόνον- μελών του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπει την μεμψιμοιρία μιας κριτικής που δεν θα αναγνώριζε μόχθο πνευματικό και προσπάθεια νομικής θεμελίωσης σε προσεγγίσεις, που βεβαίως δεν μπορούν να διεκδικήσουν πλήρη στοίχιση με τις ανάγκες του σύγχρονου κοινωνικού βίου, αλλά πάντως δικαιολογούνται από την μακρόχρονη αδυναμία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να αφομοιώσει τις νεοτερικές απόψεις και εξελίξεις. Πράγματι, η μειοψηφική γνώμη συγκροτήθηκε σε μια εξαιρετικά συντηρητική θέση, που είδε στο σωματείο των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων «υποκρυπτόμενη» συνδικαλιστική δράση, η οποία απαγορευόταν μέχρι τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, σύμφωνα με την καταργηθείσα τέταρτη παράγραφο του δωδέκατου άρθρου του Συντάγματος[9], καθώς δέχεται ότι ναι μεν υφίσταται προστασία της συνδικαλιστικής δράσης των πολιτικών υπαλλήλων όχι όμως των στρατιωτικών. Παραπέρα, η μειοψηφική γνώμη, αθροίζοντας, στην εσφαλμένη προϋποθέση ότι ισχύει μια καταργημένη νομοθετική επιταγή, την διάταξη του άρθρου 23 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, δέχεται ότι η άσκηση του δικαιώματος της ίδρυσης σωματείου υπόκειται σε ρύθμιση, άρα και περιορισμό, δεκτικό των σταθμιστικών ελέγχων που επιβάλλονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς η απαγόρευση σύστασης ενώσεων εντός του στρατεύματος συνιστά «αναγκαίο και εύλογο μέτρο», εν όψει διατήρησης της στρατιωτικής πειθαρχίας, που συνιστά σκοπό «μεγάλης σπουδαιότητας».
3. Οι υπαγωγικές κρίσεις της σχολιαζόμενης απόφασης. Συμπερασματικές παρατηρήσεις.
Ι. Στην ελάσσονα πρότασή της η πλειοψηφική γνώμη συμπεριέλαβε τα πραγματικά περιστατικά, παραθέτοντας αφενός τους καταστατικούς σκοπούς και τα περιγραφόμενα στο καταστατικό μέσα προς επίτευξη των επιλεγέντων σκοπών του υπό αναγνώριση σωματείου, και αφετέρου τις αιτιολογίες της εφετειακής απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες «α) η συλλογική δραστηριότητα των υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις είναι “εμμέσως” απηγορευμένη από το Σύνταγμα, β) δεν υφίσταται νόμος ρυθμιστικός της ασκήσεως του ατομικού δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, από τους υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις οι δε κείμενες διατάξεις, όπως το άρθρο 30α που προστέθηκε στον Ν. 1264/1982 με το άρθρο 1 του Ν. 2265/1994, δεν ήσαν εφαρμοστέες ούτε και αναλογικώς, γ) “… είναι πρόδηλη η πρόθεση των ιδρυτών του προς δημιουργία συλλόγου, για να αναμειγνύεται στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων και τον τρόπο προστασίας της έννομης τάξεως, ο οποίος έχει συνταγματικώς ανατεθεί στην αποκλειστική πρωτοβουλία και εγγύηση της κρατικής εξουσίας, που την υλοποιεί με πλέγμα νομοθετημάτων (άρθρ. 25 του Συντάγματος)». Στην κρισιολογία της η πλειοψηφία του Δικαστηρίου, συνεπής προς την μείζονα πρότασή της, έκανε δεκτό ότι η εφετειακή απόφαση έσφαλε, καθώς, εναντίον του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1 του Συντάγματος, 11 της ΕΣΔΑ, 78, 79, 80 και 81 ΑΚ, ενώ άλλωστε οι ιδρυτές του σωματείου είναι φορείς του δικαιώματος της συνένωσης και κανένας από τους σκοπούς του σωματείου δεν αντιτίθεται τα χρηστά ήθη ή κάποιο κανόνα δημόσιας τάξης.
ΙΙ. Στην ελάσσονα πρότασή της η μειοψηφική γνώμη συμπεριέλαβε τις αιτιολογίες της εφετειακής απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες «το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε: α) πως δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 30Α του Ν. 1264/1982, που αφορά τον συνδικαλισμό στο χώρο της Ελληνικής Αστυνομίας και β) απέρριψε, ως μη νόμιμη την αίτηση, δεχθέν, πως οι σκοποί του καταστατικού της πιο πάνω ένωσης, οδηγούν σε ανάμειξη στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων» και παραθέματα από τους καταστατικούς σκοπούς του υπό αναγνώριση σωματείου και των δικογράφων της αναίρεσης και των ενώπιον του Εφετείου υποβληθεισών προτάσεων. Στην κρισιολογία της η μειοψηφία του Δικαστηρίου, συνεπής στις νομικές παραδοχές της, όπως εξετέθησαν παραπάνω, κατέληξε ότι είναι «πρόδηλο, πως υπάρχει εμφανής ο συνδικαλιστικός σκοπός της πιο πάνω Ένωσης, ο οποίος άλλωστε, ρητά αναφέρεται στα παραπάνω δικόγραφα. Είναι, ωσαύτως φανερό, πως, σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, θα υπάρχει πλήρης διασάλευση της στρατιωτικής πειθαρχίας και ανάμειξη στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων, εφ’ όσον δεν είναι δυνατόν, άλλως, να νοηθεί “… επαφή με πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς, βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου, ικανοποίηση επαγγελματικών αιτημάτων”. Τούτο, δε, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προπαρατέθηκαν, δεν είναι νόμιμο. Ούτε, όμως, (amajori ad minus), είναι, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, επιτρεπτή, η ίδρυση σωματείου, (μη συνδικαλιστικού), εφ` όσον ο σκοπός και τα μέσα επίτευξής του, δεν διαφοροποιούνται, ούτε η νομική μορφή της ένωσης αναιρεί την ουσία του νομικού προβλήματος».
ΙΙΙ. Συμπερασματικά κρινόμενη η σχολιαζόμενη απόφαση, επιτρέπει την κατάταξή της μεταξύ των αποφάσεων, οι οποίες επιλύουν με τόλμη και φαντασία σειρά ζητημάτων που κείνται στη ζέουσα ζώνη της κοινωνικής και νομικής πραγματικότητας. Οι αντιφάσεις της πλειοψηφικής γνώμης δεν της στερούν τα χαρακτηριστικά της -εν τέλει- ορθοτομούσας δικαστικής κρίσης, ενώ η εσφαλμένη νομική υπαγωγή και η διαισθητική αποδοχή, εκ μέρους της μειοψηφούσας γνώμης, των δήθεν αποδειχθέντων «πραγματικών προθέσεων» των αναιρεσιόντων, δεν απομειώνουν την αξία της απόφασης, αλλά αντίθετα αποδεικνύουν την καλή θεσμική λειτουργία του Δικαστηρίου.


[1]Βλ. σχετική ανακοίνωση στην ιστοσελίδα της Ένωσης www.eaedyn.gr
[2] Για τα προβλήματα και τις συγχύσεις που δημιουργούνται από τη χρήση του όρου «δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι» και την πρόταση εισαγωγής των όρων «δικαίωμα της συνένωσης» ή «ελευθερία της συνένωσης», βλ. Σ. Ορφανουδάκη, Η ελευθερία της συνένωσης. Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 12 παρ. 1-4 του ισχύοντος Συντάγματος, υπό το φως της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων, εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 13-21.
[3] Για τις συνενώσεις ως μορφώματα, που δημιούργησε η ιδιωτική και συντείνουν στη διαμόρφωση και διασφάλιση της κοινωνικής αυτονομίας, και ως υποκείμενα δικαίου (οργανισμοί), που διασφαλίζουν τη συλλογική και κοινωνική αυτονομία των μελών τους, βλ. Σ. Ορφανουδάκη, ibid, σελ. 140-145 και 163-189.
[4] Η απόφαση έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ» της Τράπεζας Νομικών Πληροφοριών του Δ.Σ.Α.
[5] Η απόφαση δημοσιεύθηκε σε: Αρμ 2005. 1720-1722
[6] Βλ. Σ. Ορφανουδάκη, ό.π., σελ. 197, όπου υποστηρίζεται ότι «η ρήτρα “τηρώντας τους νόμους” δεν συνιστά γνήσια επιφύλαξη υπέρ του νόμου, αλλά αυτονόητη επανάληψη της γενικής υποχρέωσης νομοταγούς συμπεριφοράς, που εξειδικεύεται ως υποχρέωση του φορέα του δικαιώματος της συνένωσης να συμμορφώνεται στις στοιχειώδεις δεσμεύσεις που εισάγονται με τη διάταξη του άρθρου 5 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, για όλα τα υποκείμενα στην ελληνική έννομη τάξη (φυσικά ή νομικά) πρόσωπα». Πρβλ. και Ιφ. Καμτσίδου, Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου, ως περιορισμός, εγγύηση και διάμεσος των ελευθεριών, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 112-117, 326 επ.
[7] Για τις ιδιαίτερες κατηγορίες φορέων των δικαιωμάτων και κριτική της θεωρίας της «ειδικής σχέσης εξουσίασης» βλ. Κ. Χρυσόγονου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, έκδ. γ΄, 2006, σελ. 54-56. Πρβλ. από την παλαιότερη βιβλιογραφία Α. Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, α΄, Ατομικές Ελευθερίες, εκδόσεις Σάκκουλα, δ΄ έκδ., Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 45 και Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα, τ. Α΄, εκδόσεις Α. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, σελ. 164-169, Βλ., τέλος, τη σταδιακή απεμπλοκή του Συμβουλίου της Επικρατείας από τη νομολογία του, που ενέτασσε τη θεωρία της «ειδικής σχέσης εξουσίασης» τις ΣτΕ (ολομ.) 395/1978 ΤοΣ 1978.176 επ., ΣτΕ (ολομ.) 3634/1979 ΤοΣ 1979/113 επ. και ΣτΕ (ολομ.) 867/1988 ΔιΔικ 1989.303 επ.
[8] Έτσι Ιφ. Καμτσίδου, ό.π., σελ. 351-352.
[9] Η παράγραφος τέσσερα του δωδέκατου άρθρου του Συντάγματος του 1975, που όριζε ότι «[μ]ε νόμο μπορεί να επιβληθούν περιορισμοί στο δικαίωμα των δημόσιων υπαλλήλων να συνεταιρίζονται. Περιορισμοί του δικαιώματος αυτού μπορεί να επιβληθούν και στους υπαλλήλους οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης η άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων», καταργήθηκε με την παράγραφο Α του από 6-4-2001 Ψηφίσματος της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 84/17-4-2001, τ. Α΄).