Author Archives: admin

Ζητήματα συνταγματικής οργάνωσης, δικαστικής προστασίας και δημοκρατίας στην εποχή της σημερινής κρίσης

ΓΙΑΝΝΗΣ Ζ. ΔΡΟΣΟΣ Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ζητήματα συνταγματικής οργάνωσης, δικαστικής προστασίας και δημοκρατίας στην εποχή της σημερινής κρίσης

Πρόλογος

Ακούγεται ότι οι Έλληνες μελετητές του συνταγματικού δικαίου, ήδη ως φοιτητές, γνωρίζουν αρκετά ξένες γλώσσες, κυρίως αγγλικά, και έτσι έχουν πρόσβαση στην βιβλιογραφία αυτή. Η εικασία αυτή είναι πλάνη. Η χώρα μας –μια μακρινή επαρχία της ευρωπαϊκής σκέψης, περισσότερο αποκομμένη από αυτήν από όσο γενικώς νομίζεται- έχει ανάγκη από δόκιμες μεταφράσεις στην ελληνική κλασικών ή πάντως σημαντικής επιρροής έργων. Αυτόν τον ελληνικό πνευματικό επαρχιωτισμό ανέλυσε και σε θεωρητικά του κείμενα ο πιο επίκαιρος παρά ποτέ αξέχαστος Παναγιώτης Κονδύλης. Επιχείρησε να συμβάλει στο ξεπέρασμά του αφιερωνόμενος με χαλύβδινη συστηματικότητα στην έκδοση σειρών δοκίμων μεταφράσεων θεμελιωδών βιβλίων της δυτικής, κυρίως, σκέψης στα ελληνικά. Τα βιβλία των Γιάκομπ Μπούρχαρντ, Ο πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία, Νόρμπερτ Ελίας, Η εξέλιξη του πολιτισμού, Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας, Βέρνερ Ζομπαρτ, Ο αστός και άλλα από τις εκδόσεις Νεφέλη και στη συνέχεια κλασικά έργα όπως Ο Λεβιάθαν του Χόμπς, η Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως του Λόκ, Η διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φιλοσοφίας του Μάρξ, Η ιστορική πορεία της φιλελεύθερης σκέψης του Μακ Φέρσον, Η μεταμοντέρνα κατάσταση του Λυοτάρ, Το πνεύμα των νόμων του Μοντεσκιέ, Ο μύθος του κράτους του Κασσίρερ και όχι λίγα ανάλογα από τις εκδόσεις Γνώση ήταν το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας. Υπήρξαν αναγνώστες, ίσως όχι όλων, ίσως όχι πολλοί, όμως μεγάλη σημασία δεν έχει μόνον ο αριθμός και η εμβρίθεια των αναγνωστών, αλλά η εμφάνιση στα ελληνικά βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες, στην ελληνική γλώσσα, ενός corpus δυτικής κλασικής σκέψης σε έκταση που δεν ήταν αντιληπτή πιο πριν εδώ στην Αθήνα. Με τις σειρές αυτές που επιμελήθηκε ο Κονδύλης, ο δυτικός πνευματικός πολιτισμός απέκτησε, μέσω των μεταφράσεων αυτών, άμεση και ευθεία παρουσία στην Αθήνα, στο πραγματικό του βάθος και βάρος, και όχι μόνον μέσω των μύθων που δημιουργούν οι αντηχήσεις των μεγάλων ονομάτων.
Η σημερινή μας εκδήλωση γίνεται για να τιμήσουμε την σειρά «Σύγχρονοι στοχαστές για τη δημοκρατία και το Σύνταγμα» που εκδίδει, από τις εκδόσεις Παπαζήση, το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου. Ήδη το δικό σας βιβλίο, καθηγητά Ridola, Τα θεμελιώδη δικαιώματα στην ιστορική εξέλιξη του συνταγματισμού, και επίσης το εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου του Ronald Dworkin Το δίκαιο της ελευθερίας: η ηθική ανάγνωση του αμερικανικού Συντάγματος με τίτλο Η ηθική ανάγνωση του αμερικανικού Συντάγματος, το βιβλίο του Carl Schmitt Σχετικά με τα τρία είδη της νομικής σκέψης, οι Συμβολές στη θεωρία για το κράτος και την πολιτική αυτονομία του Ernst-Wolfgang Boeckenfoerde, ο Συνταγματικός πατριωτισμός του Jan Werner Mueller συνθέτουν το θεμέλιο μιας σειράς δοκίμων βιβλίων συνταγματικής θεωρίας, τόσο αναγκαίων για μία χώρα που συνήθως μιλά πολύ αλλά διαβάζει λίγο. Με τις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις κατέστησα, νομίζω, σαφή την σημασία που αποδίδω σε μια προσπάθεια όπως αυτή που τιμούμε σήμερα. Καλή δύναμη στον Ξενοφώντα Κοντιάδη και στον Γιάννη Τασόπουλο που διευθύνουν τη σειρά και σε όλους τους συναδέλφους, μεταφραστές και επιμελητές των βιβλίων της, καλή συνέχεια στη σειρά και ίδια τα βιβλία της να είναι καλοτάξιδα!
***
Εισαγωγική παρατήρηση
Η κρίση στην οποία ζει αυτόν τον καιρό η Ευρωζώνη και η Ελλάδα μέσα σε αυτήν εκδηλώθηκε ως κρίση χρηματοπιστωτική αρχικά και οικονομική και γενικευμένη θεσμική, πολιτική κρίση και κρίση ταυτότητας στη συνέχεια. Η κρίση, που αρχικά εκδηλώθηκε ως αδυναμία της Ελλάδας να συνεχίσει να χρηματοδοτείται από τις λεγόμενες «αγορές», ανέδειξε επίσης θεσμικές και συνταγματικές πλευρές τόσο ευρύτερα στην Ευρωζώνη και ειδικότερα στην Ελλάδα.
Θα αρχίσω, αρκετά σχηματικά, με τις θεσμικές και κατά κάποιον τρόπο συνταγματικού τύπου εξελίξεις και τάσεις που επέφερε η κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση –κυρίως στην Ευρωζώνη. Στη συνέχεια θα αναφερθώ σε πολιτειακές και νομικές συνέπειες της κρίσης στην Ελλάδα, τέλος θα σας προτείνω λίγες λέξεις επικαιρότητας στο θέμα «δημοκρατία», όπως τίθεται στον τίτλο της ημερίδας μας.
***
Ευρωπαϊκή θεσμική οργάνωση και κρίση
Το ευρώ, το κοινό μας νόμισμα, είναι ισχυρό αλλά ανάπηρο. Όσο τα πράγματα πήγαιναν καλά η αναπηρία του –η ανυπαρξία δηλαδή θεσμικών εργαλείων και πολιτικών της ζώνης του ευρώ για την υποστήριξη του κοινού νομίσματος σε περίπτωση κρίσης του- δεν ήταν πρόβλημα. Όταν τα πράγματα πήραν τον δρόμο που πήραν, η αναπηρία θεσμικού και πολιτικού οικοδομήματος στο οποίο στηρίζεται το ευρώ αποδείχθηκε πρόβλημα.
Για τον λόγο αυτό και η αντιμετώπιση της κρίσης δεν βάδισε παράλληλα με μία πορεία ανάπτυξης θεσμών και νομικών βάσεων και λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Ευρωζώνη. Για να γίνω σαφέστερος: η Ελλάδα, π.χ., την στιγμή της κρίσης είχε όλους τους αναγκαίους θεσμούς για την αντιμετώπισή της –Σύνταγμα, νόμους, βουλή, κυβέρνηση, εκλογικό σώμα κ.λπ.- όλα τα είχαμε, χρήματα δεν είχαμε. Η Ευρωζώνη είχε χρήματα (ακριβέστερα: μπορούσε να βρει χρήματα), δεν είχε όμως ούτε όργανα ούτε νομικό θεμέλιο ούτε αποκρυσταλλωμένη οικονομική πολιτική για να τα διαθέσει προκειμένου να αντιμετωπισθεί η κρίση. Και τότε η Ευρώπη αυτοσχεδίασε.
Σχηματικά τα σταδιακά θεσμικά βήματα της Ευρώπης για την αντιμετώπιση της κρίσης ήταν τα εξής:
· Αρχικά, στις 9 Μαΐου του 2010, δημιουργήθηκε μία πιστωτική γραμμή για την εξασφάλιση στην Ελλάδα της δανειακής χρηματοδότησης που είχε κριθεί αναγκαία. Τα κεφάλαια θα συγκέντρωναν τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης –τα οποία συμμετέχαν σε αυτά με βάση την κλείδα συμμετοχής τους στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα- και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Τα επιτόκια θα ήταν αρκετές φορές χαμηλότερα από τα προσφερόμενα από τις «αγορές» και πάντως τέτοια που, συνδυαζόμενα με τα μέτρα λιτότητας που θα ελάμβανε (και έλαβε) η Ελλάδα προκειμένου να έχει αυτήν την χρηματοδότηση, θεωρήθηκε ότι επιτρέπουν την σχετικά σύντομη επάνοδο της Ελλάδας στην διεθνή χρηματοπιστωτική τάξη, δηλαδή στις «αγορές». Αυτός ήταν ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, European Financial Stability Mechanism, το EFSM.
· Την ίδια ημέρα ιδρύθηκε μία ανώνυμη εταιρία με έδρα το Λουξεμβούργο, μετόχους τα Κράτη μέλη της Ευρωζώνης, μετοχική σύνθεση και συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο πάνω κάτω με βάση την κλείδα συμμετοχής τους στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και σκοπό της την εξασφάλιση βιώσιμης χρηματοδότησης και άλλων πέραν της Ελλάδας μελών της Ευρωζώνης με χρηματοδοτικές πηγές και όρους αντίστοιχα με όσα συμφωνήθηκαν για την Ελλάδα. Αυτό ήταν το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το European Financial Stability Fund, το EFSF. Σε αυτό προσέφυγαν σύντομα η Πορτογαλία και η Ιρλανδία και αργότερα, για περαιτέρω χρηματοδότηση, η Ελλάδα.
· Το καλοκαίρι του 2011 αποφασίστηκε, και έλαβε την τελική της μορφή ως διεθνής συνθήκη στις 9 Φεβρουαρίου 2012, η ίδρυση ενός διεθνούς οικονομικού οργανισμού για την εξασφάλιση βιώσιμης χρηματοδότησης όποιου μέλους της Ευρωζώνης την έχει ανάγκη, με όρους στην φιλοσοφία και κατεύθυνση των EFSM και EFSF. Είναι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, European Stability Mechanism, το ESM. Το ESM θα αναλάβει από το 2013 τις αρμοδιότητες και οικονομικές λειτουργίες των EFSM και EFSF.
Εδώ μία επισήμανση: οι παραπάνω εξελίξεις –περιορίζομαι στην θεσμική και νομική πλευρά τους- δεν είναι, κατά κυριολεξία, εξελίξεις στο κοινοτικό δίκαιο, όπως το γνωρίζαμε. Την κρίση αντιμετώπισε όχι η Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά η Ευρωζώνη, δηλαδή τα 17 από τα 27 Κράτη μέλη της Ένωσης. Προκειμένου να υλοποιηθούν τα χρηματοδοτικά μέτρα που αποφάσισαν τα μέλη της Ευρωζώνης και να διασφαλισθούν τα αναμενόμενα από αυτά οικονομικά κυρίως αποτελέσματα, χρειάσθηκε να δημιουργηθεί ένα εξαιρετικά πολύπλοκο νομικό έδαφος: διεθνείς συμβάσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωζώνης τα οποία και την κύρωσαν με βάση τις εθνικές συνταγματικές τους διαδικασίες, εμπλοκή κοινοτικών οργάνων, συμφωνία με το ΔΝΤ, άτυπες συμφωνίες με την μορφή Μνημονίων Κοινής Κατανόησης. Αυτό το νομικό έδαφος πιστοποιεί μία μετέωρη στιγμή στην λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης: τα θεσμικά της εργαλεία και δυνατότητες φάνηκε να έχουν εξαντλήσει την προωθητική τους δύναμη, δεν αρκούσαν και δεν άντεχαν, και για αυτό και το πολύπλοκο παραπάνω σχήμα. Το σχήμα αυτό βρίσκεται σε αντίστροφη φορά από την γνωστή ως τώρα εξέλιξη της ΕΕ και των θεσμών της.
Αλλά το πράγμα δεν σταματά εκεί. 25 από τα 27 κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων το σύνολο των κρατών της Ευρωζώνης, συνήψαν στις 2 Μαρτίου 2012 τη συνθήκη «Για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και την διακυβέρνηση στην οικονομική και νομισματική ένωση». Για μία ακόμη φορά πρόκειται ξανά για διεθνή συνθήκη και όχι για συμπλήρωση ή τροποποίηση του πρωτογενούς ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου. Το ουσιαστικό περιεχόμενό της είναι ότι εισάγει την πολιτική της λιτότητας ως θεσμικό και συνταγματικό σκοπό των Κρατών μελών της Ευρωζώνης. Ως προς το διαδικαστικό της περιεχόμενο, η Συνθήκη εισάγει διαδικαστικούς και δικαιοδοτικούς κανόνες οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης, με βασική αιχμή την υπαγωγή υπό την δημοσιονομική διαχείριση των κοινοτικών οργάνων όποιων κρατών μελών της Ευρωζώνης δεν θα επετύγχαναν το ουσιαστικό περιεχόμενο της Συνθήκης, δηλαδή τους ποσοτικά προσδιοριζόμενους δημοσιονομικούς στόχους.
Τους παραπάνω χρηματοδοτικούς μηχανισμούς συνδέει βαθύτερα μία θεμελιώδης αντίληψη: οι κατευθυντήριες γραμμές και η φιλοσοφία που διέπουν τα μέτρα και τις διαδικασίες σχεδιασμού και ελέγχου της δημοσιονομικής διαχείρισης που εισήχθησαν στα «προβληματικά» κράτη μέσω των παραπάνω μηχανισμών προκειμένου να αντιμετωπισθεί η «έκτακτη» κατάσταση της κρίσης τους εντάσσεται, εξορθολογισμένα, σε corpus διεθνών υποχρεώσεων και συνταγματικής περιωπής δεσμεύσεων των κρατών τουλάχιστον της Ευρωζώνης. Τα μέτρα προς αντιμετώπιση της «έκτακτης» κατάστασης καθίστανται πάγια.
Η ελληνική διάσταση
Η παρούσα ελληνική κρίση δεν είναι προϊόν καταπάτησης του Συντάγματος του 1975 ή θεμελιώδους πολιτικής σύγκρουσης ως προς την έννοια βασικών του διατάξεων. Το Σύνταγμα του 1975 γενικά λειτούργησε, δεν εμπόδισε όμως την περιέλευση της χώρας στο οικονομικό αδιέξοδο.
Προϊόν της δημοκρατικής έκρηξης που επακολούθησε την κατάρρευση της χούντας, η άπλετη δημοκρατία του 1975 και η ένταξή μας στην κοινοτική Ευρώπη ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής δυναμικής που εξαπολύθηκε το χαρούμενο 1974, με την έξοδό μας από την εθνικά και πολιτικά ασφυκτική κατάσταση όπου μας είχε οδηγήσει η μετεμφυλιακή Ελλάδα του παρακράτους της Δεξιάς και η χούντα. Η δημοσιονομική κατάρρευση του 2009 έδειξε ότι η δυναμική αυτή είχε εξανεμισθεί. Αν η πολιτειακή μας εξέλιξη του 1974 προέκυψε ως έξοδός μας από ένα αδιέξοδο, η πολιτειακή μας εξέλιξη του 2009 προέκυψε ως περιέλευσή μας σε ένα άλλο αδιέξοδο.
***
Η βεβαιότητα, αρκετά νωρίς μετά την πτώση της χούντας, ότι εδραιώθηκε το δημοκρατικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα επέτρεψε σε βαθύτερα, στοιχειακά, ρεύματα και χθόνιες δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, αποχαλινωμένα μέσα στην δημοκρατική μέθη του 1974, να ακολουθήσουν την δική τους αλήθεια. Ανεπαισθήτως, η δημοκρατία έγινε αντιληπτή περισσότερο ως υλική απόλαυση και λιγότερο ως πολιτική ελευθερία και ανεξαρτησία. Η απαίτηση για διαρκώς μεγαλύτερες υλικές παροχές προβλήθηκε ως πρόταγμα για διαρκώς περισσότερη δημοκρατία, ανεξάρτητα από το αν οι παροχές αντιστοιχούσαν σε πραγματική παραγωγική δύναμη ή ήταν παρασιτικές.
Η πλειοδοσία παροχών με δάνειο χωρίς αντίκρισμα απέληξε στην εκποίηση της οικονομικής οργάνωσης και διαχείρισης της χώρας στους δανειστές της. Είναι αυτή ακριβώς η εκποίηση που δίνει σήμερα λαβή σε εκδηλώσεις λαϊκής οργής και εθνικής αγανάκτησης. Και όμως: η ίδια αυτή εκποίηση -ακριβέστερα: οι ορατές, διαπιστώσιμες και διαπιστωμένες βάσεις της- εκδηλωνόταν επί δεκαετίες (για όσο δηλαδή δεν μας ζητούσαν τα ρέστα) ως δυναμικό λαϊκό αίτημα και μεταβαλλόταν σε συνεπή κοινωνική κυβερνητική πολιτική προτεραιότητα. Κατά την διατύπωση του, όπως στην αρχή σημείωσα, και σήμερα πιο επίκαιρου από ποτέ Παναγιώτη Κονδύλη, ”η συγκεκριμένη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος (…) κατάντησε να αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στην εθνική και οικονομική ανάπτυξη –κάτι παραπάνω μάλιστα: έγινε αγωγός εκποίησης της χώρας με αντάλλαγμα την δική της διαιώνιση, δηλαδή τη δυνατότητά της να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές ψήφου.[1]
Εκλογικεύσεις και εκλογές
Οι εκλογές της 6ης Μαΐου αρχικά και της 17ης Ιουνίου 2012 στη συνέχεια σημειώνουν την οριστική λήξη της κοινωνικής και πολιτικής ισορροπίας που διαμορφώθηκε και επικράτησε από το 1974. Παρέσυραν και παρασέρνουν πολιτικές δυνάμεις, πρακτικές και πρόσωπα, χωρίς όμως να έχουν προδιαγράψει ακόμη ούτε την έκβαση της εξόδου από την παλαιά κατάσταση, έκβαση η οποία έχει την εθνική, ελληνική πτυχή της, εξαρτάται όμως σε καθοριστικό βαθμό και από την αντιμετώπιση της γενικότερης οικονομικής κρίσης τουλάχιστον στην Ευρώπη, και όχι μόνον.
Η αντιμετώπιση της κρίσης από την ελληνική κοινωνία και πολιτεία είναι μία εξελισσόμενη συνθήκη, η οποία ασφαλώς κάποτε θα μελετηθεί ενδελεχώς. Αυτό δεν με αποτρέπει από μία παρατήρηση σχετικά με μία, τουλάχιστον, πλευρά του δύσκολου και αγχώδους δημόσιου διαλόγου και πολεμικής που εκτυλίσσεται τις μέρες και τις εβδομάδες αυτές. Αναφέρομαι στην ψυχαναλυτική έννοια «εκλογίκευση».
Η εκλογίκευση είναι ένας μηχανισμός άμυνας. Ενεργοποιείται ως προσπάθεια του ατόμου να παράσχει στον εαυτό του, ή και στους άλλους, ερμηνείες που φαίνονται λογικές και ηθικά αποδεκτές για μη αποδεκτές συμπεριφορές ή επιθυμίες του. Αποκρύπτει όμως η εκλογίκευση και απομακρύνει από την αντίληψη του αμυνόμενου την αδυναμία του να αποδεχθεί καταστάσεις στη δημιουργία των οποίων συνέβαλε ή στις οποίες συμμετέχει ή να ομολογήσει τα ανομολόγητα. Κατά κανόνα, η απόκρυψη αυτή παίρνει συχνά την μορφή μιας αληθοφανούς και λογικά αποδεκτής εξήγησης. Όσο περισσότερο περίτεχνη και δημιουργική είναι η εκλογίκευση τόσο καλύτερα αποκρύπτει εκείνα που το άτομο δεν μπορεί ή δεν θέλει να αντιμετωπίσει ευθέως και τόσο αποτελεσματικότερα προσφέρει ευλογοφανείς εξηγήσεις για τα πάντα.
Σε πολλές στιγμές του δημόσιου διαλόγου, και μάλιστα προερχόμενες από ιδιαίτερα δυναμικές και ανερχόμενες πλευρές, είναι εμφανής μία εκλογίκευση. Παίρνει την μορφή μιας διπλής φυγής: φυγής από το «εγώ» και φυγής από το «εδώ».
Η φυγή από το «εγώ» ρίχνει την ευθύνη για τα πάντα σε κάποιους άλλους. Και όταν επιρρίπτει ευθύνη στους επί 35 πολιτικά και κυβερνητικά κυρίαρχους ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία και πάλι εκλογικεύει, διότι αποφεύγει, περιδεώς, να μετρηθεί με το γεγονός ότι τα κόμματα αυτά τα ανέβαζε στην εξουσία και τα στήριζε η πιο βαθεία Ελλάδα και μία ισχυρότατη και εξαιρετικά σταθερή για όλη αυτήν την τριακονταπενταετία κοινωνική βάση και πολιτική και εκλογική υποστήριξη.
Η φυγή από το «εδώ» εκδηλώνεται με την, γενικά πειστική κατά τη δική μου προσέγγιση των πραγμάτων, κριτική του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, του καπιταλισμού ως συστήματος και ως τρόπου εφαρμογής της λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς, γενικώς κριτική του αδιέξοδου –κατά τα μέχρι τώρα αποτελέσματα και κατά την θεωρητική κατεδάφισή του από οικονομολόγους επιπέδου Νόμπελ- του νεοφιλελεύθερου μοντέλου που επικρατεί στην Ευρώπη. Εκδηλώνεται ακόμη με την καλλιέργεια της ψευδούς ελπίδας –όχι συνειδητής απάτης, θέλω να πιστεύω- ότι «λύση» στην ελληνική κρίση μπορεί να είναι μόνο ευρωπαϊκή, ότι δηλαδή, περίπου, ό,τι κάναμε καλώς καμωμένο.
Ασφαλώς, το επαναλαμβάνω, δεν βρίσκεται η πηγή όλων των προβλημάτων στο «εγώ» και στο «εδώ». Όμως στην ελληνική κρίση δεν μπορεί να υπάρξει θετική διέξοδος για την Ελλάδα χωρίς να αντιμετωπίσουμε, ευθέως, και το «εγώ» και το «εδώ» -ο,τιδήποτε λιγότερο θα ήταν χειρότερο από δειλία, θα ήταν λάθος.
Με τις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 το κομματικό σύστημα που είχε διαμορφωθεί ανατράπηκε, χωρίς ακόμη να έχει αντικατασταθεί από ένα άλλο. Μία νέα μορφή του κομματικού συστήματος ίσως αυτό αρχίσει να διαφαίνεται με τις εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012, τούτο όμως είναι ένα ανοικτό θέμα. Δεν θα σταθώ σε θέματα συνταγματικής οργάνωσης του πολιτεύματος διότι, τουλάχιστον κατά κυριολεξία, δεν πρόκειται για «Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης» -το ισχύον Σύνταγμα παρέχει όλα τα αναγκαία για να αντιμετωπισθεί η κρίση και η ανατροπή του κομματικού συστήματος επήλθε μέσω των συνταγματικών θεσμών, κυρίως με τις εκλογές, και όχι έξω από αυτούς-, αλλά μάλλον για συνταγματικές μεταβολές που προκύπτουν, αν προκύψουν, ως αποτέλεσμα της κρίσης. Σκέψεις γίνονται, όπως η αφελέστατη και ολίγον λαϊκιστική πρόταση για μείωση του αριθμού των βουλευτών σε 250 (αλήθεια αν τους μειώναμε σε 50 μήπως βγαίναμε εντελώς από την κρίση; Αν του καταργούσαμε μήπως;), αλλά για αυτές σε άλλη στιγμή. Η γενική μου πάντως προσέγγιση είναι ότι ακριβώς επειδή η Ελλάδα μετά το 2009 είναι μία εντελώς διαφορετική χώρα από την Ελλάδα ανάμεσα στο 1974 και το 2009, πρέπει η νέα αυτή χώρα να αποτυπωθεί και σε συνταγματικές ρυθμίσεις που αφορούν σημαντικά θέματα οργάνωσης και λειτουργίας του πολιτεύματος. Όμως αυτό δεν είναι αντικείμενο της παρούσας παρέμβασής μου.
Η οικονομική κρίση ως έκτακτη κατάσταση και η εφαρμογή του Συντάγματος
Αντίθετα αντικείμενό της είναι η επίπτωση της κρίσης στην εφαρμογή και την λειτουργία του Συντάγματος ως θεμελίου δικαιωμάτων. Αναφέρομαι ειδικότερα στην οικονομική κρίση ως έκτακτη ανάγκη. Η οικονομική κρίση, ως –κατ΄ ελπίδα- έκτακτη, άρα εξαιρετική, κατάσταση αναδεικνύει ζητήματα συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν δικαιώματα. Δεν ενδιαφέρει εδώ η προβολή της έκτακτης ανάγκης ως λόγος παρέκκλισης από τον συνταγματικό κανόνα –τέτοια παραδείγματα παρέχει πολλά η ελληνική συνταγματική ιστορία- αλλά η επίκλησή της ως λόγος διαφορετικής ερμηνείας και εφαρμογής του ισχύοντος συνταγματικού κανόνα.
Το θέμα πραγματεύεται σε ένα συντομότατο αλλά εξαιρετικά πυκνό άρθρο με θέμα Δημόσιο δίκαιο σε έκτακτες συνθήκες από την οπτική της ακυρωτικής διαδικασίας, το οποίο έγραψε ο τότε Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και σημερινός Πρωθυπουργός κ. Πικραμμένος. Το άρθρο κινείται στην παράδοση της μελέτης της εξαιρετικής νομοθεσίας που κυρίως ο Μάνεσης επεξεργάσθηκε για πρώτη φορά θεωρητικά στην ελληνική συνταγματική επιστήμη[2]CarlSchmitt […].[3]. Ο κ. Πικραμμένος, επισημαίνει ότι η οικονομική κρίση «νοείται ως μία αιφνίδια επιδείνωση όλων ή των περισσοτέρων οικονομικών δεικτών (…) σε συνδυασμό με την απώλεια της πίστης και συνεπώς της δανειοληπτικής ικανότητας, τη μείωση στην παροχή χρήματος, την ύπαρξη φόβων χρεωκοπίας χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, την μετατροπή υλικών ή άυλων αξιών σε χρήμα κ.λπ. […] Ενόψει λοιπόν των εκτάκτων συνθηκών, η οργανωμένη εξουσία, το Κράτος δηλαδή, καλείται πρώτα να προστατέψει τον ίδιο του τον εαυτό και στη συνέχεια να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση στοχεύοντας στην αποκατάσταση της σταθερότητας του συστήματος χρηματοδότησης της οικονομίας.» «Γνώμονα του διοικητικού δικαστή […] μπορεί να αποτελέσει η θεωρία […] των ‘εξαιρετικών περιστάσεων’ […] Ο δικαστής πρέπει πρώτα να διαπιστώσει αν υπάρχει κάποιος κίνδυνος με τα εξής χαρακτηριστικά: (α) να είναι υφιστάμενος ή επικείμενος (β) οι συνέπειές του να αφορούν το σύνολο της κοινωνίας (γ) η συνέχεια της οργανωμένης ζωής της κοινωνίας να απειλείται (δ) να είναι εξαιρετικός […]. Προϋπόθεση όμως για την λήψη των μέτρων αυτών είναι η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας […] παρόλο που οι έκτακτες συνθήκες […] επιτρέπουν ή μάλλον επιβάλλουν στον δικαστή ν’ αποφασίσει εάν η απόκλιση από την συνήθη νομιμότητα είναι δικαιολογημένη και συνεπώς ανεκτή, εντούτοις δεν τον καθιστούν κυρίαρχο κατά τον ορισμό του
Δεν ενδιαφέρει εδώ μεγαλύτερη πραγμάτευση του θέματος. Αξίζει όμως να δούμε την νομολογιακή εφαρμογή του σε ένα εξαιρετικά χαρακτηριστικό παράδειγμα: το εάν το ταμειακό συμφέρον του κράτους συνιστά ή όχι «δημόσιο συμφέρον» ικανό να οδηγήσει σε ανάλογο περιορισμό της έκτασης ατομικών δικαιωμάτων. Το παράδειγμα είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό διότι η Ελλάδα έχει ήδη καταδικασθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ακριβώς για αυτό το ζήτημα, σε δίκη με ειδικότερο αντικείμενο την διαφοροποίηση προς τα κάτω των νομίμων επιτοκίων που επιβάλλονται εις βάρος του δημοσίου σε σχέση με εκείνα που επιβάλλονται εις βάρος ιδιωτών. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μεϊδάνης κατά Ελλάδας της 22ας Μαΐου 2008, το ΕΔΔΑ, αφού δέχθηκε ότι «τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου μπορούν να χαίρουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προνομίων και ασυλιών που τους επιτρέπουν να εκτελούν αποτελεσματικά τις αποστολές τους δημοσίου δικαίου» έκρινε ότι «το απλό ταμειακό συμφέρον [εν προκειμένω ενός νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου] δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος σε σεβασμό της περιουσίας […] που επιφέρει η [εκεί] επίμαχη ρύθμιση», δεν τίθεται δηλαδή ούτε θέμα αναλογικότητας, καθώς το απλό ταμειακό συμφέρον του δημοσίου δεν επιτρέπει κανέναν περιορισμό ατομικού δικαιώματος –αν τον επέτρεπε θα εξεταζόταν αν ο τυχόν επιβληθείς περιορισμός είναι τυχόν ανάλογος ή όχι. Έτσι, η επίδικη στην περίπτωση και ευνοϊκή για το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου διαφοροποίηση του ύψους των επιτοκίων δεν κρίθηκε σύμφωνη με την ΕΣΔΑ. Η απόφαση 1620/2011 το Στ’ Τμήματος του ΣτΕ, παραπεμπτική πάντως στην Ολομέλεια, αντιμετωπίζοντας την φαινομενικά απόλυτη νομολογία του ΕΔΔΑ, σε μία στιγμή ιδιαίτερα λεπτής εφευρετικότητας, δέχεται ότι ναι μεν το «απλό» ταμειακό συμφέρον του δημοσίου δεν αποτελεί αποχρώντα λόγο δημοσίου συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει περιορισμό, έστω ανάλογο, του δικαιώματος στην περιουσία, όμως η «διασφάλιση της ”δημοσιονομικής ισορροπίας” του Κράτους» αποτελεί. Για να τεκμηριώσει την θέση του αυτή το δικαστήριο δέχθηκε ως πραγματικό γεγονός ότι «η δημοσιονομική ισορροπία του ελληνικού Κράτους […] έχει ήδη σοβαρότατα κλονισθεί. Το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος είναι τεράστια, ανερχόμενα σε πρωτοφανή, στην ιστορία των δημοσίων οικονομικών της χώρας επίπεδα […] Η μείωση, συνεπώς, του δημοσίου χρέους δεν συνιστά έναν απλώς δημοσιονομικό στόχο, αλλά αποτελεί εθνικό διακύβευμα. Και τούτο διότι η δημοσιονομική κρίση έχει, εξαιτίας της πρωτοφανούς διάστασής της, χαρακτήρα εθνικής κρίσης.»[4]
Το ταμειακό συμφέρον του δημοσίου σήμερα και λόγω της κρίσης δεν είναι απλώς και μόνο «δημόσιο ή γενικό συμφέρον» -οπότε δεν θα δικαιολογούσε περιορισμό δικαιώματος που προστατεύεται από την ΕΣΔΑ. Είναι «εθνικό διακύβευμα», οπότε και δικαιολογεί περιορισμό δικαιώματος που προστατεύεται από την ΕΣΔΑ. Να λοιπόν ένα κλασικό νομολογιακό παράδειγμα λειτουργίας του Συντάγματος σε εποχή κρίσης.
Η δημοκρατία στην εποχή κρίσης
Δεν θα ήθελα να τελειώσω χωρίς δυο ενδεικτικά σημεία για το θέμα «δημοκρατία στην εποχή της κρίσης». Το ένα αφορά στο δημοκρατικό έλλειμμα στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άλλο στο δημοψήφισμα.
Στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται –από παλιά- να υπάρχει όχι απλώς δημοκρατικό έλλειμμα, αλλά κυριολεκτικά «λαοφοβία». Την επιβεβαιώνει και η Συνθήκη της 2ας Μαρτίου 2012, στην οποία ήδη αναφέρθηκα. Η Συνθήκη δεν δημιουργεί, ούτε προβλέπει, ακόμη και χαραμάδα μηχανισμών δημοκρατικού ελέγχου και νομιμοποίησης των αποφάσεων που λαμβάνουν τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη εντός των οργάνων αυτών από έναν ενιαίο ευρωπαϊκό δήμο. Τα προγράμματα λιτότητας εκπονούνται και επιβάλλονται με αρκετά κοινά χαρακτηριστικά πενταετών προγραμμάτων των χωρών του πάλαι ποτέ υπάρξαντος Σοσιαλισμού: σχεδιάζονται κεντρικά, από κατά κανόνα βέβαιους για την ορθότητά τους «ειδικούς» και για την τυχόν αποτυχία τους φταίνε όλοι εκτός από εκείνους που τα σχεδίασαν και τα αποφάσισαν. Δημοκρατικά υπόλογος στο αντίστοιχο με το πεδίο εφαρμογής των αποφάσεων αυτών ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπάρχει κανένας. Μήπως βαθύτερα κατάλοιπα της ανατολικογερμανικής πρώτης παιδείας της κας Μέρκελ; Μήπως γενικότερη τάση;
Σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι η ιστορική πείρα διδάσκει, ότι, σε βάθος χρόνου, η έλλειψη ενιαίου πολιτικού και δημοκρατικού αντικρίσματος της οικονομικής διακυβέρνησης, ειδικά στην Ευρώπη, κινδυνεύει να κλονίσει όχι μόνο τα πολιτικά και κοινωνικά θεμέλια της τόσο επίζηλη δημοσιονομικής σταθερότητας, αλλά και συνολικά ό,τι συνηθίζεται να αποκαλείται ”Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα”. Αποκλείοντας δηλαδή από την αποφασιστική πολιτική συμμετοχή εκείνους υπέρ των οποίων φέρεται να αναπτύσσεται αυτή η ευρωπαϊκού επιπέδου και βεληνεκούς πολιτική δράση, κινδυνεύει να αναιρέσει ό,τι ακριβώς επιχειρεί να αποκαταστήσει. Κάποτε, αργά ή λιγότερο αργά, η Ευρώπη θα συναντήσει καταπρόσωπο τους ευρωπαϊκούς λαούς, τους Ευρωπαίους, ως ενιαίο πολιτικό υποκείμενο και κοινωνικό μέγεθος, και τότε ή θα τους πείσει ή θα διαλυθεί.
Το δημοψήφισμα. Όταν, τον Νοέμβριο του 2011 το πρότεινε –άγαρμπα και ανεπεξέργαστα, ειν’ αλήθεια- ο Γιώργος Παπανδρέου το απέρριψαν όλοι, και εδώ και έξω. Το απέρριψαν με διαφορετικά επιχειρήματα, που όμως, κατά βάση, είχαν την ίδια βαθύτερη θεμελίωση: η κρίση παραείναι σημαντική για να αποφανθεί επ΄ αυτής, τυπικά, επίσημα και δεσμευτικά, ο λαός. Το Νοέμβριο του 2011, με λόγια ουδενός ελάσσονος του Juergen Habermas, η εξαγγελθείσα κατακυνηγηθείσα πρόθεση του πρώην Πρωθυπουργού να οργανώσει δημοψήφισμα ”αποκάλυψε το κυνικό νόημα του ελληνικού δράματος –λιγότερη δημοκρατία είναι καλύτερη για τις αγορές [..] Η ελληνική καταστροφή είναι ωστόσο μία σαφής προειδοποίηση εναντίον του μετα-δημοκρατικού δρόμου που ακολουθούν οι Μέρκελ και Σαρκοζύ. Μία συγκέντρωση της εξουσίας σε μία διακυβερνητική επιτροπή Αρχηγών κυβερνήσεων, που επισείουν τις αποφάσεις τους στα εθνικά κοινοβούλια είναι λάθος δρόμος. Μία δημοκρατική Ευρώπη, η οποία δεν είναι διόλου υποχρεωμένη να λάβει την μορφή ενός ομοσπονδιακού κράτους, πρέπει να είναι διαφορετική.”
Το δημοψήφισμα λοιπόν είναι κακό για τις αγορές. Μόνο για αυτές;
Το θέμα όμως, ως ζήτημα δημοκρατίας, δεν τελειώνει εδώ. Οι εκλογές της 6ης Μαΐου του 2012 ανέδειξαν επτά κοινοβουλευτικές μειοψηφίες: την Νέα Δημοκρατία αποδοκίμασε το 81,15% των ψηφοφόρων, τον αναμφισβήτητο πολιτικό νικητή των εκλογών ΣΥΡΙΖΑ αποδοκίμασε το 83,22%, το ΠΑΣΟΚ το αποδοκίμασε το 86,82%, τους Ανεξάρτητους Έλληνες αποδοκίμασε το 89,4%, το ΚΚΕ το αποδοκίμασε το 91,52% και την Χρυσή Αυγή αποδοκίμασε το 93,03% του εκλογικού σώματος. Επίσης, το σύνολο των λοιπών κομμάτων που κατήλθαν στις εκλογές χωρίς κανένα τους να συγκεντρώσει το απαιτούμενο για κοινοβουλευτική εκπροσώπηση 3% το αποδοκίμασε το 80,97% του εκλογικού σώματος. Ωστόσο όλα ή σχεδόν όλα τα κόμματα θεωρούν ότι το εκλογικό σώμα αποδοκίμασε ή επιδοκίμασε κάτι πολύ γενικότερο και ευρύτερο από το καθ΄ έκαστο κομματικό εκλογικό αποτέλεσμα. Το εκλογικό σώμα όμως δεν ρωτήθηκε ευθέως για αυτό, ενώ τα ίδια αυτά κόμματα (περιλαμβανομένου του ΠΑΣΟΚ υπό την μετά Παπανδρέου ηγεσία του) αρνήθηκαν και αρνούνται σθεναρά να ερωτηθεί ευθέως.
Το θέμα του δημοψηφίσματος επανήλθε όπως επανήλθε με την πρόσφατη εμπλοκή του ονόματος της κας Μέρκελ. Αν υποθέσουμε ότι η πρότασή της έγινε όπως ακούσθηκε ότι έγινε, τότε το μόνο που μπορώ να παρατηρήσω είναι ότι επιχειρήθηκε να χρησιμοποιηθεί ο λαός ως σώμα πολιτών που ασκεί άμεση δημοκρατία –δηλαδή πολιτών που αποφασίζουν ευθέως και αμέσως για ένα μείζον πολιτικό ζήτημα- προκειμένου να ακυρωθεί το ενδεχόμενο πολιτικό αποτέλεσμα της θέλησης του ίδιου λαού ως σώματος εκλογέων -δηλαδή πολιτών που επιλέγουν κόμματα και εκλέγουν βουλευτές.
Τόσο στην περίπτωση της οργίλης απόρριψης της πρότασης για δημοψήφισμα του Νοεμβρίου 2011 όσο και στην περίπτωση της απόπειρας να εισαχθεί δημοψήφισμα ταυτόχρονα με τις εκλογές του Ιουνίου του 2012 το προφανές σκεπτικό ήταν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από δημοκρατικό: ήταν να αποφευχθεί να έχει το εκλογικό σώμα, αυτό τελικά, την όποια, βαρύτατη, ευθύνη της πολιτικά κρίσιμης και θεσμικά αποφασιστικής επιλογής σχετικά με την αντιμετώπιση της κρίσης.
Η παρατήρησή μου αυτή δεν αφορά τη γνώμη μου για το αν ήταν ορθό να επιχειρηθεί δημοψήφισμα τον Νοέμβριο του 2011, αλλά την επισήμανση ενός διδακτικού παραδείγματος μίας εξόχως πονηρής χρήσης της δημοκρατίας σε περίοδο κρίσης.


[1] Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Αθήνα, 1991, σελ.43.
[2] Μία εισαγωγή στον ευρύτερο θεωρητικό προβληματισμό σχετικά με το λεγόμενο «δίκαιο της ανάγκης», βλ. σε Αριστόβουλου Μάνεση, Περί αναγκαστικών νόμων. Αι εξαιρετικαί νομοθετικαί αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας, Αθήναι – Θεσσαλονίκη1953, ιδίως τα κεφάλαια Δ’ (Η δικαϊική θεμελίωσις των αναγκαστικών νόμων), σελ. 127 επ. και Ε’(Άσκησις και όρια της εξαιρετικής νομοθετικής εξουσίας), σελ. 159 επ.
[3] Βλ. Παναγιώτη Πικραμμένου, Δημόσιο Δίκαιο σε έκτακτες συνθήκες από την οπτική της ακυρωτικής διοικητικής διαδικασίας, σε ΘΠΔΔ, τευχ. 2/2012, σελ. 97-100.
[4] Η νομολογία αυτή αποτελεί ήδη αντικείμενο κριτικής, βλ. Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου, Το δημόσιο συμφέρον υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσης. Σκέψεις με αφορμή τις αποφάσεις ΣτΕ Β’, 693/2011, ΣτΕ Στ’ 1620/2011 και ΣτΕ Α’, 2094/2011 σε ΕφημΔΔ, τευχ. 1/2012, σελ. 100-112,εκτιμώ δε ότι η κριτική μελέτη της σχετικής νομολογιακής τάσης που τείνει να διαμορφωθεί θα συνεχισθεί και στο μέλλον.

Trade unions, collective bargaining and collective action beyond the EU and its Court of Justice. A tale of shrinking immunities and sparkling new competences from the land of the Lesser Depression

Eftychia Achtsioglou, Marco Rocca

Trade unions, collective bargaining and collective action beyond the EU and its Court of Justice. A tale of shrinking immunities and sparkling new competences from the land of the Lesser Depression.
 

The purpose of this article is to assess the status of collective labour rights in the EU legal order, in the shadow of the current economic crisis. In sharp contrast to the key position granted to collective social rights in the New Deal programs which contributed to bring the US out of the Great Depression, today the EU appears to be less and less protective of workers’ collective rights. Following the infamous Laval and Viking judgments, and their “chilling effect” upon collective action, recent developments at EU level have undermined any legal certainty regarding trade unions’ rights. Against this judge-made framework the analysis is developed around two main themes. On the one hand, we set forth and criticise the interpretation both of trade unions as such and of their rights delivered by the CJEU, taking into account the recent judgments dealing with the right to collective bargaining. On the other, we analyse the evolutions of the relationship between fundamental social rights and economic freedoms. In particular, the assessment of the Commission’s proposal for a Regulation on the right to take collective action in the context of economic freedoms comes as an interim conclusion on the topic. The study proceeds to approach the issue in the light of the accession of the EU to the ECHR, with regard to the ECtHR recent jurisprudence which appears as more respectful of the right to bargain collectively and the right to strike.

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο: Η κήρυξη ως αντισυνταγματικής προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Γεώργιος Αναγνωσταράς, Δικηγόρος, Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου. Ειδικός Επιστήμονας - Νομικός (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης). Επιστημονικός Συνεργάτης (ΤΕΙ Αθήνας). Μια αγγλόφωνη εκδοχή της παρούσας μελέτης θα δημοσιευτεί στο (2013) 14 German Law Journal.

Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο: Η κήρυξη ως αντισυνταγματικής προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

I.Εισαγωγή Έχουν περάσει είκοσι περίπου χρόνια από τότε που το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο ανακοίνωσε με έμφαση στην περίφημη υπόθεση Μάαστριχτ ότι προτίθεται ασκεί έλεγχο συνταγματικότητας των πράξεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κηρύσσοντας αντισυνταγματικές και ανεφάρμοστες σε εθνικό επίπεδο όλες εκείνες τις πράξεις τους που υπερβαίνουν τα όρια των αρμοδιοτήτων που τους έχουν παραχωρηθεί από τα κράτη μέλη.[1] Αυτή η νομολογία ενέπνευσε και άλλα συνταγματικά δικαστήρια, τα οποία ανακοίνωσαν με τη σειρά τους την πρόθεση να ασκήσουν αντίστοιχο έλεγχο συνταγματικότητας των πράξεων των ενωσιακών οργάνων.[2] Το ίδιο το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο επαναβεβαίωσε σε αρκετές περιπτώσεις τον ρόλο του ως του υπέρτατου υπέρμαχου του εθνικού Συντάγματος έναντι της επεκτατικής εισαγωγής και ερμηνείας των ενωσιακών κανόνων από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[3] Μέχρι πρόσφατα όμως, δεν υπήρχε ιστορικό προηγούμενο κήρυξης κάποιας ενωσιακής πράξεως ως αντισυνταγματικής. Σε όσες περιπτώσεις τα συνταγματικά δικαστήρια είχαν ενεργήσει έλεγχο συνταγματικότητας των πράξεων των οργάνων της Ένωσης, είχαν καταλήξει τελικά στο συμπέρασμα ότι αυτές κινούνταν εντός των ορίων των ανατεθειμένων από τα κράτη μέλη αρμοδιοτήτων τους.[4]

Η έκδοση επομένως της πρώτης στα χρονικά απόφασης Συνταγματικού Δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε ως αντισυνταγματική πράξη οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνιστά αναμφίβολα ιστορική εξέλιξη μεγάλου ενδιαφέροντος και σημασίας.[5] Αντίθετα με αυτό που θα ανέμενε ίσως κανείς, η απόφαση αυτή δεν εκδόθηκε από το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο αλλά από το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο. Το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της υπόθεσης ήταν από πρώτης όψεως μάλλον κοινότυπο. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης δεν βρισκόταν κάποιο σημαντικό θέμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά μια παντελώς άγνωστη εκτός των τσέχικων συνόρων προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούσε τη νομιμότητα χορήγησης ενός συμπληρωματικού ποσού επί της συντάξεως γήρατος.[6] Υπήρχε όμως στο παρασκήνιο της υπόθεσης μια έντονη αντιπαράθεση μεταξύ του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Τσέχικου Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο επικαλούταν την επίμαχη προδικαστική απόφαση προκειμένου να αμφισβητήσει την ορθότητα της νομολογίας του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου επί της ύπαρξης συνταγματικής υποχρέωσης χορηγήσεως συμπληρώματος συντάξεως γήρατος. Με τον τρόπο αυτό όμως, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο αμφισβητούσε εμμέσως τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων του Συνταγματικού Δικαστηρίου και την πρωτοκαθεδρία του στη δικαστική πυραμίδα της τσέχικης εννόμου τάξεως. Έστω λοιπόν και αν η εμπλεκόμενη στην υπόθεση προδικαστική απόφαση ήταν ελάχιστου ενδιαφέροντος για τα υπόλοιπα κράτη μέλη, είχε βρεθεί παρά ταύτα στο μέσο μια ανοιχτής αντιπαράθεσης μεταξύ δύο ανώτατων εθνικών δικαστηρίων που αντιμάχονταν στην ουσία υπέρ της ορθότητας της νομολογίας τους και της θεσμικής τους θέσης.
Η παρούσα μελέτη είναι δομημένη ως εξής. Στην αρχή, περιγράφει το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, επιχειρεί να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η απόφαση αυτή συνιστά την συγκεκριμένη χρονική στιγμή που εκδόθηκε και με το σκεπτικό επί του οποίου βασίστηκε μια πολιτικά λανθασμένη κίνηση που μεταξύ όλων των άλλων αντιστρατεύεται την προηγούμενη επί του θέματος νομολογία τόσο του ίδιου του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου όσο κυρίως του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου που πρώτο εμπνεύστηκε την άσκηση ελέγχου συνταγματικότητας επί των πράξεων των οργάνων της Ένωσης. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για αυτόν ακριβώς το λόγο η επίμαχη απόφαση δεν αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τη νομολογία των άλλων συνταγματικών δικαστηρίων ούτε και να προκαλέσει σοβαρές εντάσεις στις σχέσεις τους με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμα και αν το τελευταίο αποφασίσει να σηκώσει το γάντι και να επαναβεβαιώσει τη θέση που κρίθηκε ως αντισυνταγματική από το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο.
ΙΙ. Τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης
Μετά τη διάλυση της Τσεχοσλοβακίας, υπογράφηκε μεταξύ της Τσεχίας και της Σλοβακίας μια διεθνής συμφωνία με στόχο να καθορίσει ποιο κράτος θα είχε την υποχρέωση να πληρώσει τις συνταξιοδοτικές παροχές για τις περιόδους ασφάλισης υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς της ύπαρξης του ενιαίου ομοσπονδιακού κράτους. Η λύση που υιοθετήθηκε ήταν ότι οι παροχές αυτές θα καταβάλλονταν από το κράτος εκείνο στο οποίο ο εργοδότης είχε την έδρα του κατά τη στιγμή της διάλυσης της ομοσπονδίας. Για κάποιους Τσέχους πολίτες αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καταβολή ενός τουλάχιστον μέρος της σύνταξης γήρατος από τη Σλοβακία, έστω και αν δεν είχαν ποτέ εργαστεί εκεί στην πραγματικότητα. Η πρακτική συνέπεια αυτού ήταν να λάβουν τελικά μικρότερες συντάξεις από αντίστοιχους Τσέχους πολίτες, καλυπτόμενος ολοκληρωτικά από το τσέχικο ασφαλιστικό σύστημα.
Το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό παραβίαζε την συνταγματική αρχή της ισότητας.[7] Κατέληξε συγκεκριμένα στο συμπέρασμα ότι όταν ένας Τσέχος πολίτης πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη συντάξεως γήρατος μεγαλύτερης από εκείνη που προκύπτει βάσει της υπογραφείσης συμφωνίας μεταξύ Τσεχίας και Σλοβακίας, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να του καταβάλλουν συμπληρωματική παροχή ώστε το ύψος της σύνταξης που τελικά λαμβάνει να είναι ίσο με αυτό που θα ελάμβανε αν απασχολούταν συνολικά υπό καθεστώς τσέχικης κοινωνικής ασφάλισης. Προϋπόθεση χορήγησης αυτής της συμπληρωματικής παροχής είναι η κατοχή της τσέχικης υπηκοότητας και η κατοικία του συνταξιούχου στην τσέχικη επικράτεια.
Αυτή όμως η κρίση του Συνταγματικού Δικαστηρίου αμφισβητήθηκε έντονα από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της χώρας. Αυτή η αμφισβήτηση οδήγησε με τη σειρά της σε μια έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο δικαστηρίων, η οποία κορυφώθηκε όταν το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο αποφάσισε να προβεί σε προδικαστική παραπομπή επί του θέματος ρωτώντας αν η χορήγηση του συμπληρωματικού ποσού επί της συντάξεως γήρατος ήταν σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης. Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο ζητούσε με τον τρόπο αυτό να πληροφορηθεί αν η νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου παραβίαζε τις διατάξεις του Κανονισμού για την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς που κινούνται εντός της Ένωσης.[8] Αυτή η απόφαση παραπομπής συνιστούσε ευθεία επίθεση προς το Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο είχε αρνηθεί σε μια αντίστοιχη υπόθεση να αποστείλει προδικαστικά ερωτήματα όταν του προβλήθηκαν αντίστοιχα επιχειρήματα ενωσιακού δικαίου.[9] Η απάντηση του Συνταγματικού Δικαστηρίου ήταν άμεση. Σε μια παρόμοια υπόθεση, ακύρωσε την απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου να αναστείλει την εκδίκαση της διαφοράς μέχρι να λάβει απάντηση στα ερωτήματα που είχε ήδη αποστείλει επί της ερμηνείας των κανόνων της Ένωσης.[10]
Απαντώντας επί της προδικαστικής παραπομπής, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέληξε στην υπόθεση Landtová στο συμπέρασμα ότι η νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου παραβίαζε τους ενωσιακούς κανόνες στο βαθμό που η καταβολή της επίμαχης χρηματικής παροχής επιφυλασσόταν αποκλειστικά και μόνο για Τσέχους πολίτες που κατοικούν στην τσέχικη επικράτεια. Συνιστούσε επομένως τόσο άμεση όσο και έμμεση διάκριση βάσει εθνικότητας, η οποία έθετε σε μειονεκτική θέση τους υπηκόους άλλων κρατών μελών που είχαν κάνει χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των μισθωτών εντός της Ένωσης.[11] Μέχρι λοιπόν τη λήψη μέτρων αποκατάστασης της ίσης μεταχείρισης, οι αρμόδιες τσέχικες αρχές δεν νομιμοποιούνταν να αρνηθούν την επέκταση χορήγησης της συμπληρωματικής παροχής στα αποκλειόμενα βάσει της νομολογίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου πρόσωπα.[12] Όσον αφορά τα πρόσωπα τα οποία ήδη ελάμβαναν την ειδική αυτή παροχή, οι ενωσιακοί κανόνες δεν απαγόρευαν τη λήψη μέτρων που να αποκαθιστούν την ισότητα με τη μείωση των πλεονεκτημάτων των ατόμων που ετύγχαναν αυτής της ευνοϊκής μεταχείρισης. Προ της λήψεως τέτοιων μέτρων όμως, κανένας κανόνας της Ένωσης δεν απαιτούσε να στερηθεί της συμπληρωματικής παροχής η κατηγορία των προσώπων που ήδη την ελάμβανε.[13]
Όταν η υπόθεση επέστρεψε στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, αυτό συμπέρανε ότι βάσει της προδικαστικής αυτής απόφασης δε δεσμευόταν πλέον από την ερμηνεία του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Δεδομένου επίσης του γεγονότος ότι η χορήγηση της επίμαχης συμπληρωματικής παροχής είχε βασιστεί σε μια λανθασμένη ερμηνεία των ενωσιακών κανόνων, η πληρωμή της ήταν παράνομη. Συνεπώς, κανείς δεν νομιμοποιούταν να τη λαμβάνει.[14] Λίγους μόνο μήνες αργότερα, τέθηκε σε εφαρμογή νομοθετική ρύθμιση με την οποία απαγορευόταν στο εξής ολοκληρωτικά η χορήγηση κάθε συμπληρωματικής παροχής κοινωνικής ασφάλισης για περιόδους εργασίας πριν τη διάλυση της Τσεχοσλοβακίας.[15]
Αυτή ήταν όμως μόνο η αρχή της ιστορίας. Στην πρώτη ευκαιρία που του δόθηκε το Συνταγματικό Δικαστήριο επέμεινε στην ορθότητα της νομολογίας του, ακυρώνοντας την άρνηση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου να χορηγήσει την συμπληρωματική παροχή συντάξεως γήρατος στη βάση του ότι αυτό αντιστρατευόταν τους ενωσιακούς κανόνες. Το κεντρικό επιχείρημα του Συνταγματικού Δικαστηρίου ήταν ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν εφαρμόζεται καθόλου όσον αφορά το θέμα της χορήγησης της επίμαχης χρηματικής παροχής, καθώς δεν υπάρχει το απαιτούμενο στοιχείο της αλλοδαπότητας στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης που αντιστοιχούν σε περιόδους εργασίας που συμπληρώθηκαν κατά την εποχή όπου Τσεχία και Σλοβακία ήταν τμήματα του ίδιου ομοσπονδιακού κράτους. Σύμφωνα με το Συνταγματικό Δικαστήριο, η απασχόληση σε έναν εργοδότη που είχε την έδρα του στη Σλοβακία κατά τη χρονική περίοδο της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί αναδρομικά ως χρόνος απασχόλησης σε άλλο κράτος μέλος. Η μη αναγνώριση αυτής της ιδιοσυγκρασιακής πραγματικότητας συνιστούσε έλλειψη κατανόησης της ευρωπαϊκής ιστορίας και οδηγούσε στη σύγκριση μη συγκρίσιμων μεταξύ τους καταστάσεων. Με αναφορά στην προγενέστερη νομολογία του, το Συνταγματικό Δικαστήριο επεσήμανε ότι υποχρεούται σε εξαιρετικές περιπτώσεις να ασκεί έλεγχο επί των πράξεων των οργάνων της Ένωσης προκειμένου να κρίνει το αν αυτές υπερβαίνουν τα όρια των ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων τους. Με την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου επί της συμπληρωματικής παροχής συντάξεως γήρατος, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε υπερβεί αυτά τα όρια. Η σχετική του προδικαστική απόφαση είχε επομένως εκδοθεί κατά παράβαση της αρχής των ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων. Το γεγονός αυτό επιδρούσε και επί της εγκυρότητας της νομοθετικής ρύθμισης, που απαγόρευε την στο εξής χορήγηση κάθε συμπληρωματικής παροχής συντάξεως γήρατος. Αν η νομοθετική αυτή ρύθμιση είχε υιοθετηθεί για να υπάρξει συμμόρφωση στην προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης, οι κανόνες της είχαν πλέον υπερκεραστεί από την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου. [16]
ΙΙΙ. Η απόφαση του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου: Νομικά πλημμελής και πολιτικά λανθασμένη;
Σε ορισμένους ευρωσκεπτικιστικούς κύκλους, η απόφαση του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου θα χαιρετιστεί ασφαλώς με ενθουσιασμό ως μια απαραίτητη και θετική ενεργοποίηση του έκτακτου συνταγματικού μηχανισμού ελέγχου κατά της ακτιβιστικής και επεκτατικής ερμηνείας και εφαρμογής των ενωσιακών κανόνων από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάποιοι άλλοι μπορεί να τη θεωρήσουν ως ένα σαφές προειδοποιητικό μήνυμα και προς τα υπόλοιπα όργανα της Ένωσης να είναι περισσότερο προσεκτικά ως προς τα όρια άσκησης των αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί από τα κράτη μέλη. Μια πιο προσεκτική όμως ανάγνωση της υπόθεσης, γεννά πολλές αμφιβολίες για το αν αυτή ήταν πράγματι η καταλληλότερη περίσταση να εγκαινιαστεί η πρακτική εφαρμογή του συνταγματικού μηχανισμού ελέγχου των πράξεων της Ένωσης.
Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που τροφοδοτούν αυτήν την αμφιβολία. Κάποιοι από αυτούς αφορούν στο σκεπτικό του Συνταγματικού Δικαστηρίου και στο συμπέρασμα που αυτό καταλήγει για την έλλειψη του απαιτούμενου στοιχείου αλλοδαπότητας, ώστε να είναι εφαρμοστέοι επί του προκειμένου οι ενωσιακοί κανόνες. Κάποιοι άλλοι σχετίζονται με το χρονικό σημείο έκδοσης της απόφασης και την εφαρμογή των κριτηρίων ελέγχου της συνταγματικότητας των πράξεων των ενωσιακών οργάνων με καταφανώς αυστηρότερο τρόπο από αυτόν που έχει υιοθετήσει ο ίδιος ο εμπνευστής αυτού του ελέγχου, το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο. Υπάρχει τέλος το πρόβλημα ότι η συγκεκριμένη απόφαση μπορεί λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες εκδόθηκε να ερμηνευτεί ως υποκινούμενη ουσιαστικά από τον εγωισμό του Συνταγματικού Δικαστηρίου, με απώτερο σκοπό να προστατευτούν τα υπάρχοντα θεσμικά του προνόμια και η πρωτοκαθεδρία του στη δικαστική πυραμίδα της τσέχικης έννομης τάξης.
Α. Το αμφιλεγόμενο σκεπτικό του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου
Κατά την άποψη του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η κρίση του για την αντισυνταγματικότητα της προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν η αναπόδραστη συνέπεια της προηγούμενης επί του θέματος νομολογίας του. Όπως είχε επανειλημμένα τονίσει στο παρελθόν, το Συνταγματικό Δικαστήριο αποτελούσε τον υπέρτατο υπέρμαχο του εθνικού Συντάγματος έναντι πιθανών υπερβάσεων αρμοδιοτήτων από τα ενωσιακά όργανα.[17] Αν τα όργανα αυτά υιοθετούσαν ποτέ μια ερμηνεία των ενωσιακών κανόνων που θα παραβίαζε ουσιώδεις συνταγματικούς κανόνες και τις αρχές επί των οποίων εδράζεται το κράτος δικαίου, οι πράξεις τους δεν θα παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα σε εθνικό επίπεδο. Σε τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις, το Συνταγματικό Δικαστήριο θα νομιμοποιούταν να ενεργοποιήσει τον έκτακτο μηχανισμό ελέγχου συνταγματικότητας και να κρίνει αν τα όργανα της Ένωσης είχαν ενεργήσει εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους. Στην προκειμένη περίπτωση, η ελεγχόμενη προδικαστική απόφαση είχε εφαρμόσει τους ενωσιακούς κανόνες σε μια καθαρά εσωτερική κατάσταση που αφορούσε σε περιόδους κοινωνικής ασφάλισης οι οποίες είχαν συμπληρωθεί εντός ενός ενιαίου ομοσπονδιακού κράτους. Αυτή η ερμηνεία καταφανώς υπερέβαινε τα όρια των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη λειτουργία του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής. Επομένως, έπασχε από αντισυνταγματικότητα και δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σε εθνικό επίπεδο.
Παρατηρείται όμως ότι το παραπάνω σκεπτικό στηρίζεται στο δεδομένο ότι οι ενωσιακοί κανόνες είναι εντελώς ανεφάρμοστοι στις έννομες σχέσεις που ρυθμίζει η διμερής διεθνής συμφωνία μεταξύ της Τσεχίας και της Σλοβακίας. Το βασικό αντεπιχείρημα σε αυτό είναι ότι η παραπάνω συμφωνία κατέστη οργανικό τμήμα της ενωσιακής έννομης τάξης με την προσχώρηση των δύο χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.[18] Πράγματι, η συγκεκριμένη συμφωνία αναφέρεται ρητά στο τρίτο παράρτημα του Κανονισμού για την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς που κινούνται εντός της Ένωσης.[19] Αυτή η αναφορά της επέτρεψε να παραμείνει σε ισχύ, παρά την πρόβλεψη του Κανονισμού ότι οι ρυθμίσεις του αντικαθιστούν κάθε συμφωνία κοινωνικής ασφάλισης μεταξύ των κρατών μελών.[20] Σύμφωνα με το Συνταγματικό Δικαστήριο, αυτή η πρόβλεψη εξαιρούσε συνολικά την συνθήκη μεταξύ Τσεχίας και Σλοβακίας από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού και από τις θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού δικαίου. Αυτό με τη σειρά του σήμαινε ότι η παραπάνω συμφωνία θα μπορούσε να ερμηνευτεί σύμφωνα με τη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, έστω και αν τελικά η ερμηνεία αυτή επεφύλασσε ευνοϊκότερη μεταχείριση των Τσέχων πολιτών σε σύγκριση με τους πολίτες άλλων κρατών μελών που είχαν κάνει χρήση της ελευθερίας εργασιακής κινητικότητας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το κύριο πρόβλημα με την παραπάνω ανάλυση είναι ότι ο επίμαχος Κανονισμός αναφέρει στο σχετικό του παράρτημα δύο χωριστές κατηγορίες συμφωνιών κοινωνικής ασφάλισης μεταξύ κρατών μελών που παραμένουν σε ισχύ παρά την εισαγωγή του.[21] Μόνο εκείνες οι συμφωνίες που αναφέρονται ρητά στη μία από τις παραπάνω λίστες μπορούν να εισάγουν εξαιρέσεις για κάποια από τα πρόσωπα που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Επομένως, μόνο αυτές οι συμφωνίες νομιμοποιούνται να θεσπίσουν αποκλίσεις για κάποιες κατηγορίες ατόμων από την αρχή της ίσης μεταχείρισης.[22] Η συνθήκη μεταξύ Τσεχίας και Σλοβακίας δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν τη λίστα. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να συνεχίσει να ρυθμίζει τις συνταξιοδοτικές παροχές των προσώπων με περιόδους κοινωνικής ασφάλισης που ανάγονται στο χρόνο ύπαρξης της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας, αλλά η ερμηνεία της δεν μπορεί να αγνοεί τις βασικές αρχές του ενωσιακού δικαίου. Αυτό προφανώς περιλαμβάνει και την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως εθνικότητας, που αναφέρεται στον Κανονισμό. Άλλωστε, ο Κανονισμός αυτός καθιστά σαφές ότι οι συμφωνίες κοινωνικής ασφάλισης που παραμένουν σε ισχύ αφορούν όλα τα πρόσωπα που καλύπτονται από την εφαρμογή του εκτός αν προβλέπεται κάτι άλλο στις ρυθμίσεις των παραρτημάτων του.[23]
Σύμφωνα με την παραπάνω ερμηνεία, σωστά έγινε επίκληση των ενωσιακών κανόνων από την ελεγχόμενη προδικαστική απόφαση. Νομίμως επίσης η απόφαση αυτή ασχολήθηκε με την επί του θέματος νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου και με το αν η χορήγηση της επίμαχης συμπληρωματικής παροχής συντάξεως γήρατος ήταν συμβατή με τις ρυθμίσεις του Κανονισμού και με την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως εθνικότητας. Ασφαλώς, δεν μπορεί να αγνοηθεί εύκολα το επιχείρημα του Συνταγματικού Δικαστηρίου ότι η θεσμοθέτηση της παραπάνω παροχής αφορά μια όλως ιδιοσυγκρασιακή κατάσταση που οδήγησε στη γέννηση δύο νέων κυρίαρχων κρατών τα οποία επέλεξαν στην πορεία να συμμετάσχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ομοίως όμως δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις αυτών των κρατών το θεώρησαν περιττό να περιλάβουν στην ενταξιακή τους διαπραγμάτευση την εισαγωγή της μεταξύ τους συνθήκης σε εκείνη τη λίστα των συμφωνιών κοινωνικής ασφάλισης που επιτρέπεται να εφαρμοστούν σε ορισμένα μόνο από τα πρόσωπα που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής του σχετικού Κανονισμού. Επεκτείνοντας λίγο την παραπάνω συλλογιστική, η χορήγηση με περιορισμούς εθνικότητας και γεωγραφικότητας της επίμαχης χρηματικής παροχής δεν κρίθηκε ως ασύμβατη με την αρχή της ίσης μεταχείρισης επειδή ένα ενωσιακό όργανο επέκτεινε αυθαίρετα την εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων σε μία καθαρά εσωτερική κατάσταση. Αυτό συνέβη επειδή οι αρμόδιες εθνικές κυβερνήσεις επέλεξαν κυριαρχικά να καταστήσουν τη μεταξύ τους συμφωνία οργανικό τμήμα της ενωσιακής έννομης τάξης, χωρίς να εισάγουν εξαιρέσεις ως προς τα πρόσωπα στα οποία η συμφωνία αυτή θα αφορούσε.
Β. Η επιθετική εφαρμογή των κριτηρίων ελέγχου συνταγματικότητας από το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο
Επομένως, ήταν μάλλον το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο και όχι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο έσφαλε όσον αφορά στην εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων στις επίμαχες παροχές κοινωνικής ασφάλισης. Αλλά ακόμα και αν υπέθετε κανείς ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε ερμηνεύσει σωστά το νομικό πλαίσιο της υπόθεσης, και πάλι θα ήταν πολύ αμφισβητήσιμο αν αυτή ήταν πράγματι η πλέον ιδανική περίσταση να κηρυχθεί αντισυνταγματική μια πράξη ενός ενωσιακού οργάνου. Αυτό καθίσταται απόλυτα σαφές όταν συγκρίνει κανείς το σκεπτικό του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου με τη νομολογία του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο παραδοσιακά αποτελεί την κύρια πηγή έμπνευσης των υπόλοιπων συνταγματικών δικαστηρίων όσον αφορά την άσκηση ελέγχου συνταγματικότητας επί των πράξεων των οργάνων της Ένωσης.[24]
Β1. Η εισαγωγή αυτοπεριορισμών στην άσκηση ελέγχου συνταγματικότητας από το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο
Όταν το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο επαναβεβαίωσε πανηγυρικά στην απόφαση Συνθήκη της Λισαβόνας ότι έχει αρμοδιότητα να ασκεί έλεγχο συνταγματικότητας των πράξεων των οργάνων της Ένωσης, κάποιοι αναλυτές επεσήμαναν ότι για μια ακόμα φορά αρέσκεται σε πομπώδεις θεωρητικές κατασκευές χωρίς να προτίθεται να τις εφαρμόσει στην πράξη.[25] Κάποιοι άλλοι το χαρακτήρισαν ως τον συνήθη ταραχοποιό, ο οποίος μπορεί παρά ταύτα να υποχρεωθεί κάποια στιγμή να ενεργήσει επιθετικά μόνο και μόνο για να μη φανεί ανακόλουθος με τις θεωρίες του.[26] Υπήρχαν τέλος και κάποιοι που το ενθάρρυναν έντονα να μετουσιώσει σε πράξη τον έλεγχο συνταγματικότητας του τρόπου άσκησης των αρμοδιοτήτων των οργάνων της Ένωσης, προκειμένου να θέσει ένα ισχυρό ανάχωμα στη συνεχώς αυξανόμενη υφαρπαγή νομοθετικής εξουσίας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[27] Αυτοί οι τελευταίοι ασφαλώς απογοητεύτηκαν, όταν τελικά το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Honeywell μια πολύ περιοριστική ερμηνεία της προγενέστερης επί του θέματος νομολογίας του αποδεχόμενο ουσιαστικά την ερμηνευτική εξουσία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σημασία του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής.[28]
Η υπόθεση Honeywell αφορούσε μια συνταγματική προσφυγή ενώπιον του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά μιας απόφασης ενός εθνικού εργατικού δικαστηρίου. Στην απόφαση αυτή είχε κριθεί ότι η γερμανική νομοθεσία για τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τους πιο ηλικιωμένους εργαζόμενους συνιστούσε άνιση μεταχείριση βάσει ηλικίας, η οποία απαγορευόταν κατά το ενωσιακό δίκαιο. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι αυτή η απόφαση έθιγε τη συνταγματικά προστατευόμενη συμβατική της ελευθερία, καθώς βασιζόταν σε μια προδικαστική απόφαση με την οποία αναγνωρίστηκε αυθαίρετα ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης η απαγόρευση της άνισης μεταχείρισης στη βάση της ηλικίας όσον αφορά την απασχόληση και την εργασία.[29] Κατά την προσφεύγουσα, επρόκειτο επομένως για ερμηνεία η οποία είχε εκδοθεί κατά παράβαση των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεδομένου αυτού, κακώς την εφάρμοσε το αρμόδιο εργατικό δικαστήριο εφόσον ήταν αντισυνταγματική και δεν παρήγαγε αποτελέσματα σε εθνικό επίπεδο.
Κρίνοντας επί της προσφυγής, το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο επανέλαβε καταρχήν ότι νομιμοποιείται να ελέγχει την τήρηση από τα ενωσιακά όργανα των ορίων των ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων τους. Επεσήμανε όμως στη συνέχεια ότι η υπεροχή και η ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης θα υπονομεύονταν, αν επαφιόταν στο κάθε εθνικό δικαστήριο να ενεργήσει μόνο του τον παραπάνω έλεγχο. Για τον λόγο αυτό, ο έλεγχος αυτός θα πρέπει να ασκείται κατά τρόπο φιλικό προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.[30] Στην κατεύθυνση αυτή, το Συνταγματικό Δικαστήριο υποχρεούται καταρχήν να τηρεί τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πηγές δεσμευτικής ερμηνείας των ενωσιακών κανόνων. Πριν επομένως αναγνωριστεί ότι κάποια πράξη οργάνου της Ένωσης είναι αντισυνταγματική και άρα ανεφάρμοστη σε εθνικό επίπεδο, θα πρέπει πρώτα να παρέχεται η ευχέρεια να κρίνεται το θέμα της εγκυρότητας και της ερμηνείας της στο πλαίσιο του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής.[31]
Το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο ανέφερε έπειτα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες νομιμοποιείται να κηρύσσει αντισυνταγματικές τις πράξεις των οργάνων της Ένωσης. Σημείωσε ότι θα πρέπει να υφίσταται επί του προκειμένου μια επαρκώς σοβαρή παραβίαση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης. Αυτή θα πρέπει συγκεκριμένα να είναι προφανής και να προκαλεί ταυτόχρονα μια σημαντική μετατόπιση στην κατανομή των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην Ένωση και τα κράτη μέλη της, σε βάρος των τελευταίων.[32] Ειδικά όσον αφορά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να αναγνωριστεί κάποια ανοχή στα τυχόν σφάλματα που αυτό μπορεί να υποπέσει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Δεν επιτρέπεται επομένως κατά κανόνα στο Συνταγματικό Δικαστήριο να υποκαταστήσει με τις αποφάσεις του την κρίση του οργάνου αυτού επί θεμάτων ερμηνείας των κανόνων της Ένωσης.
Το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο προχώρησε έπειτα στην εφαρμογή των παραπάνω κριτηρίων στην εκκρεμούσα ενώπιον αυτού συνταγματική προσφυγή. Θεώρησε άσκοπο να ερευνήσει αν η επίμαχη προδικαστική απόφαση μπορούσε να ενταχθεί στο πλαίσιο μιας νομικά παραδεκτής μεθόδου ερμηνείας των ενωσιακών κανόνων, εφόσον ήταν προφανές ότι το Δικαστήριο της Ένωσης δεν είχε υποπέσει επί του προκειμένου σε μια επαρκώς σοβαρή παραβίαση των αρμοδιοτήτων του. Έστω και αν το σκεπτικό του για την ύπαρξη μιας γενικής αρχής που απαγορεύει την άνιση μεταχείριση στη βάση της ηλικίας δεν ήταν απόλυτα πειστικό, πάντως δεν περιόριζε την ευχέρεια ενεργειών των εθνικών κυβερνήσεων σε βαθμό που να συνεπάγεται σημαντική μετατόπιση στην κατανομή των αρμοδιοτήτων.[33]
Β2. Η πολιτική μηδενικής ανοχής του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου
Όταν τοποθετηθεί σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου αφίσταται από πολλές απόψεις από τα κριτήρια ελέγχου συνταγματικότητας των πράξεων της Ένωσης που φαίνεται να προκρίνει η νομολογία του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Για τους Τσέχους συνταγματικούς δικαστές η άσκηση αυτού του ελέγχου δεν αφορά μόνο στις περιπτώσεις που μια πράξη οργάνου της Ένωσης οδηγεί σε μια σημαντική μετατόπιση στην κατανομή των αρμοδιοτήτων σε βάρος των κρατών μελών. Ο έλεγχος αυτός συνταγματικότητας είναι πολύ ευρύτερης εφαρμογής και τα όποια του όρια καθορίζονται κατά περίπτωση με βάση τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τη βαρύτητα της υπέρβασης αρμοδιοτήτων που καταλογίζεται στο ενωσιακό όργανο. Από την άποψη αυτή η απόφαση του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι πολύ κοντά στη μειοψηφούσα άποψη ενός από τους Γερμανούς συνταγματικούς δικαστές της υπόθεσης Honeywell, ο οποίος έκρινε ότι η επιβολή της υποχρέωσης να αποδειχθεί η ύπαρξη μιας σημαντικής μετατόπισης στην κατανομή των αρμοδιοτήτων αποστερεί πρακτικά από τον προσφεύγοντα κάθε πιθανότητα τελεσφόρησης της προσφυγής του στη βάση της υπέρβασης από τα ενωσιακά όργανα των ορίων των ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων τους.[34]
Το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο φαίνεται επίσης να υπονοεί ότι δεν θα ανεχτεί καμιά περίπτωση λανθασμένης ερμηνείας των ενωσιακών κανόνων από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε σχετική του ανακοίνωση τύπου, το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο επεσήμανε ότι η ελεγχόμενη προδικαστική απόφαση κρίθηκε αντισυνταγματική επειδή το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέβλεψε ακουσίως κρίσιμα πραγματικά στοιχεία τα οποία θα το είχαν αλλιώς οδηγήσει στο συμπέρασμα της μη εφαρμογής των ενωσιακών κανόνων επί της επίμαχης συμπληρωματικής παροχής κοινωνικής ασφάλισης. Σύμφωνα πάντοτε με το ίδιο παραπάνω ανακοινωθέν τύπου, η εσφαλμένη αυτή κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφειλόταν κατά βάση στις ανεπαρκείς και παραπλανητικές πληροφορίες που του παρασχέθηκαν από την τσέχικη κυβέρνηση η οποία ρητά εξέφρασε την άποψη ότι η χορήγηση του ειδικού χρηματικού συμπληρώματος και η επί αυτής νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου αντέβαιναν στους ενωσιακούς κανόνες.[35] Για το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, αυτό θα θεωρούταν πιθανότατα ως περίπτωση συγγνωστής πλάνης που δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην κήρυξη αντισυνταγματικότητας. Προφανώς, το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο είχε τελείως άλλη άποψη επί του θέματος. Έστω και αν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε παραπλανηθεί από την εσφαλμένη πληροφόρηση που του είχε παρασχεθεί από την τσέχικη κυβέρνηση, η προδικαστική του απόφαση ήταν πάντως αντισυνταγματική καθώς υπερέβαινε τελικά τα όρια των αρμοδιοτήτων του.
Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η παντελής απουσία από την απόφαση κάθε αναφοράς στην υποχρέωση χρήσης του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής πριν την κήρυξη ως αντισυνταγματικής της ερμηνείας των ενωσιακών κανόνων από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Συνταγματικό Δικαστήριο αρνείται έτσι ουσιαστικά την παροχή της ευκαιρίας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επανεξετάσει τις απόψεις του στη βάση ακριβέστερων πραγματικών στοιχείων και να κάνει χρήση του ενωσιακού θεσμικού πλαισίου προκειμένου να αποκαταστήσει τις όποιες νομικές του πλημμέλειες. Για μια ακόμα φορά, το μήνυμα είναι σαφές. Η τήρηση των ορίων άσκησης των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί μόνο να εγγυηθεί εντός του εθνικού συνταγματικού πλαισίου. Αυτό με τη σειρά του υπονοεί ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο αμφισβητεί τη λειτουργικότητα των θεσμικών μηχανισμών που παρέχει στην κατεύθυνση αυτή το ενωσιακό δίκαιο, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιθανολογούμενες υπερβάσεις που καταλογίζονται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αναμφίβολα επομένως, η επίμαχη απόφαση του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου συνιστά μια πολύ επιθετική εφαρμογή του μηχανισμού ελέγχου συνταγματικότητας των πράξεων της Ένωσης η οποία αντίκειται στη σαφώς πιο φιλελεύθερη και φιλοευρωπαϊκή προσέγγιση του ίδιου του εμπνευστή αυτού του συνταγματικού ελέγχου. Αυτό υπονοεί περαιτέρω μια τάση να γίνεται χρήση του έκτακτου αυτού μηχανισμού ακόμα και σε περιπτώσεις, όπου το θέμα θα μπορούσε κάλλιστα να αντιμετωπιστεί εντός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου της Ένωσης. Είναι όμως πολύ αμφίβολο αν αυτή η προσέγγιση είναι συμβατή με την προγενέστερη επί του θέματος θέση του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου ότι προτίθεται να προσφύγει στον συνταγματικό μηχανισμού ελέγχου μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, εμπιστευόμενο κατά τα λοιπά την τήρηση της αρχής των ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων στα αρμόδια ενωσιακά όργανα.[36]
Γ. Τα αμφιλεγόμενα κίνητρα του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου
Από νομικής επομένως πλευράς, φαίνεται ότι η κήρυξη ως αντισυνταγματικής της επίμαχης προδικαστικής απόφασης ήταν μάλλον αδικαιολόγητη. Η επί του θέματος όμως κρίση του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου ελέγχεται και από μία ακόμα άποψη. Η αμφισβήτηση οφείλεται αυτή τη φορά στις ειδικές περιστάσεις τις υπόθεσης, που γεννούν υποψίες για τα πραγματικά κίνητρα του Συνταγματικού Δικαστηρίου και θέτουν σε αμφιβολία την αντικειμενικότητα της κρίσης του όταν η ερμηνεία των ενωσιακών κανόνων θίγει τα κεκτημένα θεσμικά του προνόμια.
Πράγματι, μια πιθανή ερμηνεία της απόφασης θα μπορούσε να είναι ότι αυτή στοχεύει ουσιαστικά κατά του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου και στην επίκληση των ενωσιακών κανόνων που αυτό επιχειρεί προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομολογία του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου για την υποχρέωση χορήγησης της συμπληρωματικής χρηματικής παροχής κοινωνικής ασφάλισης. Όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, η ίδια η τσέχικη κυβέρνηση εξέφρασε ρητά ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης την άποψη ότι η επί του θέματος νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου αντίκειται στους ενωσιακούς κανόνες. Μετά μάλιστα την έκδοση της σχετικής προδικαστικής απόφασης, το τσέχικο κοινοβούλιο έσπευσε να υιοθετήσει ρύθμιση με την οποία απαγορευόταν η μελλοντική χορήγηση αντίστοιχων συμπληρωματικών παροχών κοινωνικής ασφάλισης. Με τον τρόπο αυτόν, τόσο η κυβέρνηση όσο και το κοινοβούλιο ενστερνίστηκαν στην ουσία τις απόψεις του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου. Είναι πολύ πιθανό επομένως το Συνταγματικό Δικαστήριο να θεώρησε ότι όλα τα παραπάνω υπονόμευαν το θεσμικό του κύρος και τη θέση του στην κορυφή της εθνικής δικαστικής πυραμίδας. Αποφάσισε λοιπόν να αντιδράσει στρεφόμενο κατά της πηγής αυτής της κατά τη γνώμη του θεσμικής εκτροπής, κηρύσσοντας αντισυνταγματική την ερμηνεία των ενωσιακών κανόνων από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, δεν ήταν η απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης στην οποία στόχευε πρωτίστως το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο. Η απόφαση αυτή ήταν αντιθέτως μια παράπλευρη απώλεια σε έναν ακήρυκτο εμφύλιο πόλεμο μεταξύ δύο ανώτατων δικαστηρίων, ο οποίος αφορούσε την προστασία του νομικού κύρους και των θεσμικών προνομίων των εμπλεκομένων πλευρών.[37]
Ακόμα και έτσι όμως, τα απώτερα κίνητρα του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου πολύ δύσκολα θα συγκέντρωναν τόσο έντονη την προσοχή πάνω τους αν το νομικό σκεπτικό του ήταν περισσότερο ακριβές και πειστικό. Όπως όμως έχει αναφερθεί παραπάνω, η επίμαχη απόφαση αμφισβητείται για λόγους που αφορούν όχι μόνο τον τρόπο ερμηνείας των εμπλεκόμενων στην υπόθεση ενωσιακών κανόνων αλλά και την ίδια την κατανόηση από το Συνταγματικό Δικαστήριο του σκοπού και των ορίων του έκτακτου συνταγματικού μηχανισμού ελέγχου της τήρησης από τα ενωσιακά όργανα των ορίων των αρμοδιοτήτων τους. Οι νομικές αυτές ατέλειες καθίστανται ακόμα εντονότερες, όταν ερευνώνται υπό το πρίσμα των αμφιβολιών που αναφύονται ως προς τα πραγματικά κίνητρα που οδήγησαν στην έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης. Ενόψει των παραπάνω, η απόφαση αυτή δεν είναι απλά αμφιλεγόμενη από νομικής απόψεως. Συνιστά ταυτόχρονα μια πολιτικά ριψοκίνδυνη κίνηση, η οποία μπορεί πιθανόν να πυροδοτήσει τις ακριβώς αντίθετες αντιδράσεις από εκείνες στις οποίες προφανώς αποσκοπούσε το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο.
IV. Πιθανές συνέπειες για τις σχέσεις μεταξύ των Δικαστηρίων: Πολύ κακό για το τίποτα;
Πόσο πιθανό είναι αυτή η απόφαση του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου να διαταράξει τις σχέσεις του με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να επηρεάσει τη νομολογία των υπόλοιπων συνταγματικών δικαστηρίων;
Οι προθέσεις του Δικαστηρίου της Ένωσης αναμένεται να καταστούν γνωστές πολύ σύντομα, καθώς το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο αντέδρασε άμεσα στην απόφαση αποστέλλοντας και πάλι νεότερα προδικαστικά ερωτήματα.[38] Στην προδικαστική του παραπομπή, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο ερωτά αν οι Τσέχοι πολίτες που επικαλούνται περιόδους κοινωνικής ασφάλισης που συμπληρώθηκαν κατά τον χρόνο ύπαρξης της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού για την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς που κινούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, επιθυμεί επίσης να πληροφορηθεί αν οι ενωσιακοί κανόνες απαγορεύουν την ευνοϊκότερη μεταχείριση αυτής της κατηγορίας προσώπων σε σχέση με τη χορήγηση συμπληρωματικών παροχών κοινωνικής ασφάλισης παρά την ύπαρξη της σχετικής νομολογίας του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Ερωτά τέλος ρητά αν οι ενωσιακοί κανόνες του απαγορεύουν να δεσμεύεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας από τη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, όταν η νομολογία αυτή αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο όπως αυτό έχει ερμηνευτεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ασφαλώς, είναι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο να επιχειρήσει κανείς να προβλέψει την τελική έκβαση αυτής της τόσο σημαντικής και πολιτικά ευαίσθητης προδικαστικής παραπομπής. Ωστόσο, η εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος αποδεικνύει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την τάση να εμμένει στη νομολογία του και όταν ακόμα αυτή αμφισβητείται από τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια. Πολύ χαρακτηριστική στην κατεύθυνση αυτή είναι η απόφαση στην υπόθεση kdeveci.[39] Σε αυτήν την απόφαση, επαναβεβαιώθηκε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο η ύπαρξη μιας γενικής αρχής της Ένωσης που απαγορεύει τις εργασιακές ανισότητες με βάση την ηλικία.[40] Η απόφαση αυτή εκδόθηκε παρά το γεγονός ότι η αρχική εισαγωγή αυτής της γενικής αρχής στην υπόθεση Mangold είχε επικριθεί εντονότατα.[41] Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι εκδόθηκε παρά το ότι κατά το συγκεκριμένο χρόνο εκκρεμούσε ενώπιον του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου προσφυγή με την οποία ζητούταν να κηρυχθεί ανεφάρμοστη σε εθνικό επίπεδο η νομολογία Mangold.[42] Το κύριο επιχείρημα της συνταγματικής αυτής προσφυγής ήταν ότι η επίμαχη ερμηνεία των ενωσιακών κανόνων είχε εφεύρει μια ανύπαρκτη γενική αρχή ίσης μεταχείρισης στη βάση της ηλικίας, η οποία έθετε σε αμφισβήτηση την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της. Συνιστούσε επομένως πράξη που είχε πραγματοποιηθεί κατά παράβαση της αρχής των ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων, η οποία δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα αλλά υποχρέωνε αντιθέτως τα αρμόδια εθνικά όργανα να αρνηθούν την εφαρμογή της ως αντισυνταγματικής.
Η απόφαση στην υπόθεση kdeveci εκδόθηκε λίγους μόνο μήνες αφότου το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο είχε επαναβεβαιώσει πανηγυρικά στην υπόθεση Συνθήκη της Λισαβόνας την αρμοδιότητα του να ασκεί έλεγχο συνταγματικότητας επί των πράξεων των οργάνων της Ένωσης.[43] Ούτε όμως αυτό το γεγονός αλλά ούτε και η απειλή της εκκρεμούσας τότε συνταγματικής προσφυγής κατά της αναγνώρισης της ενωσιακής αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως ηλικίας αποθάρρυναν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το να επιμείνει εμφατικά στη νομολογία του. Αντιθέτως, αυτό έμεινε σταθερό στις θέσεις τους στέλνοντας έτσι ένα σαφές μήνυμα με πολλαπλούς παραλήπτες ότι θα συνεχίσει να ασκεί τα θεσμικά του καθήκοντα του με τον τρόπο που θεωρεί το ίδιο σωστό ασχέτως των όποιων τυχόν συνταγματικών αντιδράσεων προκαλούνται σε εθνικό επίπεδο. Πιθανότητα μάλιστα αυτό το μήνυμα να ελήφθη τελικά πολύ σοβαρά υπόψη από το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο μερικούς μόνο μήνες αργότερα κατέληξε στην υπόθεση Honeywell στο συμπέρασμα ότι η αναγνώριση της επίμαχης γενικής αρχής δεν συνιστούσε παραβίαση της αρχής των ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων και δεν έπασχε επομένως από αντισυνταγματικότητα.[44]
Η εμπειρία από την υπόθεση kdeveci υπονοεί κατά συνέπεια ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που απέστειλε το Τσέχικο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο θα απαντηθούν πιθανότατα κατά τρόπο που θα επαναβεβαιώνει την απαγόρευση χορήγησης συμπληρωματικών παροχών κοινωνικής ασφάλισης βάσει κριτηρίων εθνικότητας και κατοικίας, ασχέτως των όσων αντιθέτων υποστηρίζει επί του θέματος το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο.[45] Αυτό μπορεί φυσικά να επηρεάσει προσωρινά τις σχέσεις μεταξύ του συνταγματικού αυτού δικαστηρίου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά πάσα πιθανότητα, θα πυροδοτήσει επίσης έναν νέο γύρο αντιπαλότητας σε εθνικό επίπεδο μεταξύ του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου που θα υπαγορεύεται και πάλι περισσότερο από πολιτικής φύσεως σκοπιμότητες παρά από νομική λογική. Είναι όμως μάλλον απίθανο ότι αυτή η ένταση θα κλιμακωθεί τελικά σε μια σοβαρή θεσμική κρίση, η οποία θα τραυματίσει το κύρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα οδηγήσει σε έναν ανοικτό πόλεμο μεταξύ αυτού και των εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η επίμαχη απόφαση του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν αναμένεται να αποτελέσει σημαντική πηγή έμπνευσης για τα υπόλοιπα συνταγματικά δικαστήρια, αν και αναμφίβολα θα εορταστεί σε κάποιους ευρωσκεπτικιστικούς κύκλους ως ένας συνταγματικός θρίαμβος που αποκαθηλώνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την πρωτοκαθεδρία του σε θέματα ερμηνείας και εφαρμογής των ενωσιακών κανόνων.
Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ του παραπάνω συμπεράσματος. Ο πρώτος αφορά στα εγγενή θεσμικά όρια του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου.[46] Αυτό δεν έχει σε καμία περίπτωση το θεσμικό κύρος του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις του δεν μπορούν από μόνες τους να πυροδοτήσουν μια γενικευμένη κρίση που θα επεκταθεί στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και που θα οδηγήσει σε μια συντονισμένη κίνηση αμφισβήτησης του κύρους των αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ατυχώς για το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο, το χρονικό σημείο στο οποίο επέλεξε να ενεργοποιήσει τον έκτακτο μηχανισμό άσκησης συνταγματικού ελέγχου ήταν πολύ ατυχές. Αν η απόφαση είχε εκδοθεί αμέσως μετά την απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Συνθήκη της Λισαβόνας, η χρονική συγκυρία θα ήταν ασφαλώς πολύ ευνοϊκή για αυτό. Η επακόλουθη όμως νομολογιακή στροφή του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου σε περισσότερο μετριοπαθείς θέσεις εγκαινίασε ένα τελείως καινούριο νομικό σκηνικό. Μέσα στη νέα αυτή νομική πραγματικότητα, το σκεπτικό του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου το οδηγεί σε πλήρη θεσμική απομόνωση καθώς έρχεται πλήρη αντίθεση με το επιχειρούμενο άνοιγμα των συνταγματικών κανόνων προς το ενωσιακό δίκαιο και με την απορρέουσα υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να κάνουν χρήση του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής πριν την ενεργοποίηση του έκτατου μηχανισμού συνταγματικού ελέγχου των πράξεων των οργάνων της Ένωσης.
Ο δεύτερος λόγος αφορά στις προφανείς αδυναμίες της απόφασης του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Όπως έχει ήδη αναλυθεί, το νομικό σκεπτικό της απόφασης αυτής δεν είναι καθόλου πειστικό. Ταυτόχρονα, η απόφαση φαίνεται να υποκινείται από τον σκοπό προστασίας κεκτημένων θεσμικών προνομίων που τίθενται σε αμφισβήτηση από την προσπάθεια επίκλησης των ενωσιακών κανόνων από κάποιο άλλο ανώτατο εθνικό δικαστήριο. Η απόφαση φαίνεται επομένως να στερείται της απαιτούμενης νομιμοποίησης, ώστε να χρησιμεύσει ως πηγή έμπνευσης και ως μελλοντικό σημείο αναφοράς για τα υπόλοιπα συνταγματικά δικαστήρια. Είναι μάλλον πιθανότερο ότι κάποια στιγμή στο εγγύς μέλλον το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο θα επιχειρήσει να επαναπροσδιορίσει τη θέση του, συναισθανόμενο και το ίδιο ότι η περίσταση κάθε άλλο παρά προσφερόταν για να ενεργοποιήσει στην πράξη τον έλεγχο συνταγματικότητας των πράξεων των οργάνων της Ένωσης. Αυτή η ευκαιρία μάλιστα ίσως τελικά του προσφερθεί πολύ σύντομα, με αφορμή την προδικαστική παραπομπή στην οποία έχει ήδη προβεί επί του θέματος το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο.
V. Επίλογος
Αν και αναμφισβήτητα πρόκειται για μια ιστορικής σημασίας εξέλιξη, η απόφαση του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου φαίνεται να συνιστά μια νομικά αμφισβητήσιμη και πολιτικά λανθασμένη ενεργοποίηση του έκτακτου συνταγματικού μηχανισμού ελέγχου της τήρησης από τα ενωσιακά όργανα της αρχής των ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων τους. Παρά ταύτα, η υπόθεση αυτή ίσως και να φανερώνει σε ποιες κυρίως περιστάσεις είναι πρακτικά πιθανό ένα εθνικό Συνταγματικό Δικαστήριο να κρίνει ως αντισυνταγματική την έκδοση μιας ενωσιακής πράξης. Αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση που ένα Συνταγματικό Δικαστήριο το οποίο έχει προηγουμένως παραλείψει να προβεί το ίδιο στην αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων επί της ερμηνείας των ενωσιακών κανόνων ανακαλύπτει στην πορεία ότι απειλείται το θεσμικό του κύρος, επειδή ένα άλλο ανώτατο εθνικό δικαστήριο το οποίο έκανε αργότερα χρήση του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής επικαλείται τις απαντήσεις που έλαβε προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομολογία του συνταγματικού δικαστηρίου. Μαχόμενο τότε για την προάσπιση των κεκτημένων θεσμικών του προνομίων το συνταγματικό δικαστήριο μπορεί να το θεωρήσει απαραίτητο να στραφεί κατά της πρωτογενούς πηγής αυτής της αμφισβήτησης, αν και στην ουσία ο στόχος της επίθεσης είναι πρωτίστως το αντίπαλο εθνικό δικαστήριο.
Αυτός ο κίνδυνος μπορεί να αποφευχθεί, μόνο αν τα συνταγματικά δικαστήρια κάνουν πιο συχνή και συνεπή χρήση του προδικαστικού μηχανισμού. Στην περίπτωση του επίμαχου χρηματικού συμπληρώματος επί της συντάξεως γήρατος, το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο είχε επαρκείς ευκαιρίες κατά το παρελθόν να αποστείλει τα δικά του προδικαστικά ερωτήματα εξηγώντας και τους λόγους για τους οποίους η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής έπρεπε να κριθεί νόμιμη. Επέδειξε όμως αλαζονεία και τις προσπέρασε ανεκμετάλλευτες, παρέχοντας έτσι το περιθώριο στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο να κάνει εκείνο χρήση του σχετικού μηχανισμού αφήνοντας τελικά το Συνταγματικό Δικαστήριο να παραπονείται ότι η επιχειρηματολογία του δεν ελήφθη υπόψη στην έκδοση της προδικαστικής απόφασης.[47] Είναι βέβαια γνωστό ότι τα συνταγματικά δικαστήριο πολύ σπανίως κάνουν χρήση του προδικαστικού μηχανισμού. Υπάρχουν παρά ταύτα κάποιες ενδείξεις ότι η κατάσταση αυτή τείνει τελευταία να βελτιωθεί.[48] Αν αυτό επιβεβαιωθεί, το γεγονός αυτό δεν θα εγκαινιάσει μόνο την απαρχή μιας καινούριας εποχής στις θεσμικές τους σχέσεις με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα μειώσει επίσης σημαντικά την πιθανότητα καταχρηστικής προσφυγής στον έκτακτο συνταγματικό μηχανισμό ελέγχου της αρχής των ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων, όταν αυτό μπορεί να αποφευχθεί με τη χρήση των θεσμικών εναλλακτικών που προσφέρει το υφιστάμενο ενωσιακό πλαίσιο.


* Δικηγόρος, Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου. Ειδικός Επιστήμονας – Νομικός (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης). Επιστημονικός Συνεργάτης (ΤΕΙ Αθήνας). Μια αγγλόφωνη εκδοχή της παρούσας μελέτης θα δημοσιευτεί στο (2013) 14 GermanLawJournal.
[1] BVerfGE 89, 2 BvR 2134/92 & 2159/92(Μάαστριχτ).
[2] Διακήρυξη 1/2004 του Ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (Ευρωπαϊκό Σύνταγμα), με σχολιασμό από Camilo Schutte, ‘Tribunal Constitucional on the European Constitution. Declaration of 13 December 2004’, (2005) 1 European Constitutional Law Review 281 και Ricardo Alonso García, ‘The Spanish Constitution and the European Constitution: The Script for a Virtual Collision and Other Observations on the Principle of Primacy’, (2005) 6 German Law Journal 1001. Απόφαση K 18/04 του Πολωνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (Συνθήκη Προσχώρησης), με σχόλιο από Krystyna Kowalik-Banczyk σε (2005) 6 GermanLawJournal 1355. Απόφαση Pl. ÚS 19/08 (ΣυνθήκηΛισσαβόνας I) του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου, με σχόλιο από Petr Bríza, ‘The Constitutional Court on the Lisbon Treaty Decision of 26 November 2008’, (2009) 5 European Constitutional Law Review143.
[3] Βλέπε ιδιαίτερα στην κατεύθυνση αυτή BVerfGE, 2 BvE 2/08 (Συνθήκη Λισσαβόνας), http://www.bverfg.de/entscheidungen/es20090630_2bve000208.html. Αυτή η απόφαση έτυχε εκτενέστατου σχολιασμού. Βλέπε μεταξύ άλλων Dimitrios Doukas, ‘The Verdict of the German Federal Constitutional Court on the Lisbon Treaty: Not Guilty but Don’t Do it Again’, (2009) 34 European Law Review 866, Jacques Ziller, ‘The German Constitutional Court’s Friendliness Towards European Law’, (2010) 16 European Public Law 53, Daniel Thym, ‘In the Name of Sovereign Statehood: A Critical Introduction to the Lisbon Judgment of the German Constitutional Court’, (2009) 46 Common Market Law Review 1795; Dieter Grimm, ‘Defending Sovereign Statehood Against Transforming the European Union into a State’, (2009) 5 European Constitutional Law Review 353, Ronald Bieber, ‘An Association of Sovereign States’, (2009) 5 European Constitutional Law Review 391, Tobias Lock, ‘Why the European Union is not a State’, (2009) 5 European Constitutional Law Review 407, Christoph Schönberger,: ‘Lisbon in Karlsruhe: Maastricht’s Epigones at Sea’, (2009) 10 German Law Journal 1201, Daniel Halberstam & Christoph Möllers, ‘The German Constitutional Court Says “Ja zu Deutschland!”’, (2009) 10 German Law Journal 1241. Βλέπε επίσης BVerfGE, 2 BvR 2661/06 (Honeywell), http://www.bverfg.de/en/decisions/rs20100706_2bvr266106en.html, με σχόλιο από Christoph Möllers, ‘Constitutional Review of European Acts Only Under Exceptional Circumstances’, (2011) 7 European Constitutional Law Review 161.
[4] Πολύ χαρακτηριστική είναι η απόφαση SK 45/09 του Πολωνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, http://www.trybunal.gov.pl/eng/summaries/documents/ SK_45_09_EN.pdf.
[5] Pl. ÚS 5/12 (Σλοβακικές Συντάξεις) της 31 Ιανουαρίου 2012 του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου, http://www.concourt.cz/view/pl-05-12. Για ένα αναλυτικό σχόλιο επί αυτής, βλέπε Robert Zbíral, ‘A Legal Revolution or Negligible Episode? Court of Justice Decision Proclaimed Ultra vires’, (2012) 49 Common Market Law Review1475. Βλέπε επίσης Jan Komárek, ‘Czech Constitutional Court Playing with Matches: The Czech Constitutional Court Declares a Judgment of the Court of Justice of the EU Ultra vires’ (2012) 8 European Constitutional Law Review 323.
[6] Υπόθεση C-399/09, Marie Landtová κατά Česká správa socialního zabezpečení, απόφαση της 22 Ιουνίου 2011, αδημοσίευτη.
[7] Απόφαση III. ÚS 252/04 του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου, http://www.concourt.cz/view/3-252-04.
[8] Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου της 14 Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας , Ε.Ε. 1971 L 149/2.
[9] Απόφαση Pl. ÚS 4/06 του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου, http://www.concourt.cz/view/pl-04-06.
[10] Απόφαση III. ÚS 1012/10 του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου.
[11] Landtová(υποσημείωση 6) παρ. 41-49.,
[12] ο.π. παρ. 51.
[13] ο.π. παρ. 52-54.
[14] Απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της 25 Αυγούστου 2012, file No. 3 Ads 130/2008-204. Το κείμενο της απόφασης υπάρχει στα τσέχικα στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.nssoud.cz/files/SOUDNI_VYKON/2008/0130_3Ads_08_20110831084552_prevedeno.pdf.
[15] § 106a της Πράξης 155/1995 Coll., όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη 428/2011 Coll.
[16] Pl. ÚS 5/12 (Σλοβακικές Συντάξεις), υποσημείωση 5. Η αγγλική μετάφραση της απόφασης δεν έχει αρίθμηση παραγράφων και για το λόγο αυτό δεν επιχειρείται στην παρούσα μελέτη ειδικότερη παραπομπή σε συγκεκριμένες παραγράφους.
[17] Pl. ÚS 19/08 (Συνθήκη Λισαβόνας I) του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου παρ. 120 και 216, http://www.concourt.cz/view/pl-19-08. Ομοίως και η Pl. ÚS 29/09 (Συνθήκη Λισαβόνας II) του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου παρ. 150, http://www.concourt.cz/view/pl-29-09.
[18] Βλέπε χαρακτηριστικά στην κατεύθυνση αυτή την μειοψηφούσα άποψη ενός από δικαστές του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Pl. ÚS 5/12 (Σλοβακικές Συντάξεις).
[19] Παράρτημα III of Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (υποσημείωση 8).
[20] Άρθρα 6 και 7 παρ. 2 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (υποσημείωση 8).
[21] Τμήμα Α και Τμήμα Β αντιστοίχως του Παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (υποσημείωση 8).
[22] Στην ίδια κατεύθυνση, Zbíral (υποσημείωση 5) σελ. 1484 και Komárek (υποσημείωση 5).
[23] Άρθρο 3 παρ. 3 του Κανονισμού ΕΟΚ 1408/71 (υποσημείωση 8).
[24] Στην απόφαση Pl. ÚS 5/12 (Σλοβακικές Συντάξεις), το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο κάνει ρητή αναφορά σε αυτή τη νομολογία στο έκτο κεφάλαιο της απόφασης. Αντίστοιχες αναφορές έκανε και στην απόφαση Pl. ÚS 19/08 (Συνθήκη Λισαβόνας I), στις παραγράφους 116-118, 139 και 216. Ομοίως και στην Pl. ÚS 29/09 (Συνθήκη ΛισαβόναςII) στην παρ. 137.
[25] Joseph Weiler, ‘The Lisbon Urteil and the Fast Food Culture’, (2009) 20 European Journal of International Law 505.
[26] Christoph Schönberger, (υποσημείωση 2) σελ. 1216.
[27] Roman Herzog & Lüder Gerken, ‘Stop the European Court of Justice’, EU Observerτης 10 Σεπτεμβρίου 2008, http://euobserver.com/opinion/26714.
[28] Honeywellυποσημείωση 3). Για περισσότερες πληροφορίες επί αυτής της αποφάσεως, βλέπε Asteris Pliakos & Georgios Anagnostaras, ‘Who is the Ultimate Arbiter? The Battle over Judicial Supremacy in EU Law’, (2011) 36 European Law Review 109. Βλέπε επίσης Mehrdad Payandeh, ‘Constitutional Review of EU Law After Honeywell: Contextualising the Relationship Between the German Constitutional Court and the Court of Justice of the European Union’, (2011) 48 Common Market Law Review 9 και Matthias Mahlmann, ‘The Politics of Constitutional Identity and its Legal Frame – The Ultra vires Decision of the German Federal Constitutional Court’, (2010) 11 German Law Journal 1407. (
[29] Υπόθεση C-144/04 Werner Mangold κατά Rüdiger HelmΣυλλογή 2005 I-9981.,
[30] Honeywell (υποσημείωση 3), παρ. 56-59.
[31] ο.π. παρ. 60.
[32] ο.π. παρ. 61.
[33] ο.π. παρ. 75-79.
[34] ο.π. παρ. 101-103.
[35] Ανακοίνωση Τύπου της 15 Φεβρουαρίου 2012, http://www.concourt.cz/view/6342.
[36] Pl. ÚS 19/08 (Συνθήκη Λισαβόνας I) παρ. 120 και 139. Βλέπε επίσης Pl. ÚS 29/09 (Συνθήκη Λισαβόνας II) παρ. 150.
[37] Στην ίδια αυτή κατεύθυνση, βλέπε Zbíral (υποσημείωση 5) σελ. 1487-1488.
[38] Υπόθεση C-253/12 JS κατά Česká správa sociálního zabezpečení, Ε.Ε. 2012 C 273/2.
[39] Υπόθεση C-555/07 Seda kdeveci κατά Swedex GmbH & Co. KG, Συλλογή 2010 I-365. Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε το σχολιασμό της από την Anja Wiesbrock στο (2010) 11 GermanLawJournal539. Βλέπε επίσης το σχόλιο από τους Gregor Thüsing & Sally Horler στο (2010) 47 Common Market Law Review 1161.
[40] ο.π.παρ. 18-27.
[41] Mangoldυποσημείωση 29), παρ. 74-78. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι κάποιες από τις κριτικές αυτές προήλθαν από τους ίδιους τους Γενικούς Εισαγγελείς του Δικαστηρίου, που το προειδοποίησαν να μην αμφισβητήσει χωρίς την ύπαρξη ρητής νομικής βάσης τις πολιτικές επιλογές που είχαν κάνει στον τομέα αυτό οι εθνικοί νομοθέτες εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους. Βλέπε χαρακτηριστικά σε αυτήν την κατεύθυνση τις Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Geelhoed στην Υπόθεση C-13/05 Sonia Chacón Navas κατά Eurest Colectividades SA, Συλλογή 2006 I-6467 παρ. 52-55. Βλέπε ομοίως τις Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Mazák στην Υπόθεση C-411/05 Felix Palacios de la Villa κατά Cortefiel Servicios SA, Συλλογή 2007 I-8531 παρ. 58-59 και 89-97. Βλέπε επίσης και τις Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Colomer στις Υποθέσεις C-55/07 & C-56/07 Michaeler και λοιποί κατά Amt r sozialen Arbeitsschutz Autonome Provinz Bozen, Συλλογή 2008 I-3135 παρ. 21-22. (
[42] Honeywell (υποσημείωση 3).
[43] Συνθήκη Λισαβόνας (υποσημείωση 3).
[44] Honeywell (υποσημείωση 3).
[45] Αυτό προϋποθέτει ασφαλώς να κριθεί η προδικαστική αυτή παραπομπή παραδεκτή, παρά το γεγονός ότι η τσέχικη νομοθεσία απαγορεύει πλέον απολύτως την οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση συμπληρωματικών παροχών κοινωνικής ασφάλισης. Αυτή η νομοθεσία συνεχίζεται να είναι σε ισχύ, καθώς η αναφορά του Τσέχικου Συνταγματικού Δικαστηρίου σε αυτήν έγινε με τη μορφή obiter dictum.
[46] Βλέπε ιδίως στην κατεύθυνση αυτή Arthur Dyevre, ‘Judicial Non-Compliance in a Non-Hierarchical Legal Order: Isolated Accident or Omen of Judicial Armageddon?’, http://ssrn.com/abstract=2084639 και http://dx.doi.org/10.2139/ssrn.2084639.
[47] Το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο επιχείρησε να παρέμβει στην υπόθεση Landtová (υποσημείωση 6) μέσω γραπτού υπομνήματος, στο οποίο εξέφραζε την ελπίδα ότι προκειμένου να εξασφαλίσει την αντικειμενικότητα της κρίσης του το Δικαστήριο της Ένωσης θα εξοικειωνόταν με τα επιχειρήματα που σέβονταν τη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου και την συνταγματική ταυτότητα της Τσέχικης Δημοκρατίας. Αυτό όμως το υπόμνημα κρίθηκε ως απαράδεκτο, ως προερχόμενο από μη εμπλεκόμενο στην υπόθεση μέρος. Το Συνταγματικό Δικαστήριο θεώρησε το γεγονός αυτό ως παραβίαση της αρχής του audiatur et altera pars.
[48] Δύο προδικαστικές παραπομπές έγιναν πρόσφατα από το Ισπανικό Συνταγματικό Δικαστήριο στην Υπόθεση C-399/11 Ποινική Δίωξη κατά του Stefano Melloni, Ε.Ε. 2011 C 290/5και το Βελγικό Συνταγματικό Δικαστήριο στην Υπόθεση C-197/2011 Eric Libert και λοιποί κατά Φλαμανδικής Κυβέρνησης, Ε.Ε. 2011 C 211/13. Και οι δύο αυτές παραπομπές βρίσκονται επί του παρόντος στο στάδιο των Προτάσεων.

Δωρεάν παιδεία και μεταπτυχιακές σπουδές

Αντώνης Αργυρός, Δικηγόρος

Δωρεάν παιδεία και μεταπτυχιακές σπουδές

Το Γ' τμήμα ΣτΕ με την με αριθμό 2714/10 Απόφαση του παρέπεμψε την ανωτέρω υπόθεση στην Ολομέλεια του ΣτΕ ,λόγο της σπουδαιότητας των ζητημάτων που αφορούν τη δωρεάν παιδεία, στην ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης. Το ζήτημα που τέθηκε είναι κατά πόσον το Σύνταγμα, κατοχυρώνει ανεπιφύλακτα το δικαίωμα δωρεάν παιδείας[1] σε όλες τις βαθμίδες της ή ότι είναι συνταγματική η ρύθμιση που επέβαλε την καταβολή διδάκτρων από μεταπτυχιακούς φοιτητές.

Η Ολομέλεια του ΣΤΕ με τη με αριθμό 2411/2012 απόφαση της, κατά πλειοψηφία έκρινε ότι είναι συνταγματική η ρύθμιση και ότι οι διατάξεις των άρθρων 3 § 3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 § 4 του Συντάγματος και ότι η δωρεάν παιδεία καλύπτει μόνο τη βασική αποστολή της, όπως αυτή έχει ιστορικά διαμορφωθεί, δηλαδή μέχρι την απόκτηση πτυχίου, ενώ οι μεταπτυχιακές σπουδές ξεπερνούν την κύρια αποστολή των ΑΕΙ και νόμιμα επιβάλλονται δίδακτρα, αφού παράλληλα προβλέπονται υποτροφίες και φοιτητικά δάνεια.
Η άποψη για την αντισυνταγματικότητα της ρύθμισης επεσήμανε, ότι είναι διαφορετικό ζήτημα η κρατική υποχρέωση για δωρεάν παιδεία από την ενίσχυση όσων διακρίνονται (υποτροφίες) ή όσων έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία. Κατά την ίδια άποψη, οι μεταπτυχιακές σπουδές συγκαταλέγονται οπωσδήποτε στον πυρήνα της βασικής αποστολής των ΑΕΙ και συνδέονται άρρηκτα με την ακαδημαϊκή ελευθερία, ενώ είχαν προβλεφθεί νομοθετικά από το 1932 και το 1973, και συνεπώς το Σύνταγμα του 1975 τις είχε υπόψη του, όταν διακήρυττε με απόλυτο τρόπο ότι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες. Ειδικότερα:
1.- Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 16 τα εξής: «1. … 4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. 5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. ».
2.- Στο άρθρο 13 του διεθνούς συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1532/1985 (φ. 45) ορίζεται ότι: «1. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα μορφώσεως κάθε προσώπου. Συμφωνούν ότι η μόρφωση, πρέπει να αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και του αισθήματος της αξιοπρέπειας της και να ενισχύει το σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Συμφωνούν ακόμη ότι η μόρφωση πρέπει να καθιστά κάθε πρόσωπο ικανό να διαδραματίσει ένα χρήσιμο ρόλο σε μια ελεύθερη κοινωνία, να ευνοεί την κατανόηση, την ανοχή και φιλία μεταξύ όλων των εθνών και όλων των φυλετικών ομάδων, των εθνικών ή θρησκευτικών και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της δραστηριότητας των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της ειρήνης. 2. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι προς το σκοπό εξασφαλίσεως της πλήρους άσκησης του δικαιώματος αυτού: α)…, β,. γ) Η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται σε όλους ισότιμα ανάλογα με τις ικανότητες καθενός, με όλα τα κατάλληλα μέσα και μάλιστα με την προοδευτική θέσπιση της δωρεάν παιδείας.».
3. Το Σύνταγμα του 1911 στο άρθρο 16 αναφέρει : «Όλοι οι έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητες τους.»
4.Ο ν. 5343/1932 «περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών» (φ. 85) προέβλεπε στο άρθρο 11 ότι οι σχολές του Πανεπιστημίου απονέμουν πτυχία και διδακτορικά διπλώματα, ενώ με το π.δ. 359/1973 (φ. 264) ορίσθηκε στο άρθρο 1 ότι: «1. Ιδρύονται παρά τη Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών δύο Τμήματα Μεταπτυχιακών Σπουδών: α) Οικονομικόν, και β) Διοικήσεως Επιχειρήσεων. 2. Σκοπός των Τμημάτων τούτων είναι η επί μεταπτυχιακού επιπέδου ειδίκευσις πτυχιούχων Ανωτάτων Σχολών εις τους βασικούς τομείς της Οικονομικής Επιστήμης και της Διοικήσεως Επιχειρήσεων, προς δημιουργίαν ανωτέρων στελεχών προς κάλυψιν των αναγκών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, της Δημοσίας Διοικήσεως και της Ιδιωτικής Οικονομίας», στο άρθρο 2 ότι: «Έκαστον των ως άνω Τμημάτων περιλαμβάνει δύο βαθμίδας εκπαιδεύσεως: 1η βαθμίς: Πρόγραμμα Εξειδικευμένων Μεταπτυχιακών Σπουδών. 2α βαθμίς: Πρόγραμμα Διδακτορικών Σπουδών» (οι διατάξεις του τελευταίου άρθρου που αφορούν στην απονομή διδακτορικού διπλώματος καταργήθηκαν με το άρθρο μόνο του π.δ. 521/1975, φ. 171) και στο άρθρο 14 ότι: «Προς αντιμετώπισιν των πάσης φύσεως δαπανών λειτουργίας των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών εγγράφεται κατ’ έτος ανάλογος πίστωσις εις τον προϋπολογισμόν εξόδων της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, υπό ιδίους Κωδικούς αριθμούς, αυξανομένης κατά το ποσόν των δαπανών των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών της προς την ανωτέρω Σχολήν παρεχομένης κρατικής επιχορηγήσεως».
5.- Ο ν. 1566/1985 (φ. 167) όρισε στο άρθρο 81 τα εξής: «Α. Μεταπτυχιακές σπουδές: 1. Σε κάθε τμήμα μπορεί να λειτουργεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών που θα περιέχει επιμέρους ειδικεύσεις. Η απόφαση εκδίδεται μετά από εισήγηση του τμήματος και ύστερα από γνώμη της συγκλήτου και του ΣΑΠ. Κάθε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών οδηγεί σε μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης. 2. … 5. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του τυχόν συναρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του ΣΑΠ και των συγκλήτων των ΑΕΙ, καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) … ια) Τα σχετικά με τη χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, την αξιοποίηση πόρων, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα και τους όρους και προϋποθέσεις για την αξιοποίηση αυτή, την κατάρτιση του προϋπολογισμού μεταπτυχιακών σπουδών και έρευνας κάθε ΑΕΙ. 6. … 7. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές έχουν όλα τα προνόμια και τις διευκολύνσεις των προπτυχιακών φοιτητών. 8. … Β. Διδακτορικά διπλώματα. 1. Κάθε τμήμα απονέμει διδακτορικό δίπλω-μα. … 2. Η διαδικασία προπαρασκευής και απόκτησης διδακτορικού διπλώματος αποτελεί τη δεύτερη φάση του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών. 3. … 5. Οι υποψήφιοι διδάκτορες είναι μεταπτυχιακοί φοιτητές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 6. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του αρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του ΣΑΠ και των συγκλήτων των ΑΕΙ, καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια εγγραφής των υποψήφιων διδακτόρων, β) … ». Ακολούθησε ο ν. 2083/1992 (φ. 159) ο οποίος όρισε στο άρθρο 10 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα έχουν την κύρια ευθύνη της οργάνωσης και λειτουργίας προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών (ΠΜΣ), τα οποία έχουν επιστημονική ενότητα και πληρούν προϋποθέσεις, που εγγυώνται υψηλό επίπεδο σπουδών. 2. Τα ΠΜΣ βρίσκονται μέσα στο πλαίσιο των σκοπών και των στόχων των ΑΕΙ, αναφέρονται σε συγγενείς ειδικότητες και αποσκοπούν στην προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και στην ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, ερευνητικών και αναπτυξιακών αναγκών της χώρας. … » και στο άρθρο 12 ότι: «1. … 7. Με γνώμη της ΓΣΕΣ ενός τμήματος και απόφαση της Συγκλήτου του οικείου ΑΕΙ μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος. 8. … ».
6.-Τέλος ο ν. 3685/2008 (φ. 148) σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση, εν όψει της ανάγκης να προσαρμοσθεί το θεσμικό πλαίσιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές και την πανεπιστημιακή έρευνα που θεσπίσθηκε με τον ν. 2083/1992 στα νέα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής και να παρακολουθεί τις ευρωπαϊκές εξελίξεις στην ανώτατη εκπαίδευση και τις νέες διαμορφούμενες διεθνώς συνθήκες και προοπτικές, οργάνωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές με τρόπο σύγχρονο προς τον σκοπό της ευελιξίας της οργανώσεως και λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών και της περαιτέρω αναπτύξεως και αναβαθμίσεως των μεταπτυχιακών σπουδών στην Χώρα. Ειδικότερα ο ν. 3685/2008 όρισε στο άρθρο 1 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3549/2007 (ΦΕΚ 69 Α΄) έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την οργάνωση των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα και χορηγούν Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (ΜΔΕ). Τα Πανεπιστήμια έχουν επιπλέον την αρμοδιότητα να χορηγούν Διδακτορικά Διπλώματα (ΔΔ). 2. Τμήματα των ΑΕΙ μπορούν να οργανώνουν αυτοδύναμα ή να συνδιοργανώνουν μεταξύ τους ή με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) για τη χορήγηση ΜΔΕ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος έγκρισης ΠΜΣ προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι η συνυποβολή της έκθεσης αξιολόγησης του οικείου Τμήματος, σύμφωνα με το ν. 3374/2005 (ΦΕΚ 189 Α΄), από την οποία προκύπτει η ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη λειτουργία του Προγράμματος. 3. α) Τα ΠΜΣ αποσκοπούν στην περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και των τεχνών και στην προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών ανάπτυξης της χώρας. β) … », στο άρθρο 3 ότι: «1. Τα Ιδρύματα στα οποία λειτουργούν ΠΜΣ εκδίδουν Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών, ο οποίος καταρτίζεται από … 2. … 3. Με απόφαση της ΣΕΣ του οικείου ή των οικείων Ιδρυμάτων, μετά από γνώμη της ΓΣΕΣ του Τμήματος ή της ΕΔΕ, μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων και το ύψος αυτών για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος», στο άρθρο 6 ότι: «1. α) Τα ΠΜΣ καταρτίζονται από τη ΓΣΕΣ του οικείου Τμήματος που διαθέτει την απαραίτητη κτιριακή-υλικοτεχνική υποδομή και το απαραίτητο διδακτικό και λοιπό προσωπικό και υποβάλλονται για έγκριση στη ΣΕΣ του Ιδρύματος. β) Στο ΠΜΣ μπορεί να μετέχουν περισσότερα του ενός Τμήματα του ίδιου ή άλλων ΑΕΙ ή αναγνωρισμένα ερευνητικά Ιδρύματα της ημεδαπής. … γ) Κάθε ΠΜΣ καταλήγει στην απονομή ΜΔΕ και διαρκεί τουλάχιστον ένα πλήρες ημερολογιακό έτος. … 2. Το Σχέδιο ΠΜΣ περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία που εξετάζονται από τη ΣΕΣ: α) … στ) Τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του οικείου Τμήματος σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για την απρόσκοπτη λειτουργία του προγράμματος. ζ) Τη χρονική διάρκεια λειτουργίας του ΠΜΣ και αναλυτικά το κόστος της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, της λειτουργίας και τις πηγές χρηματοδότησής του. η) Την έκθεση αξιολόγησης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. 3. Η τελική έγκριση του ΠΜΣ γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μόνο επί των στοιχείων στ΄, ζ΄ και η΄ του προγράμματος ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ουσιαστικό έλεγχο. Με πρόταση της ΓΣΕΣ του Τμήματος και έγκριση της ΣΕΣ μπορεί να γίνεται τροποποίηση του προγράμματος των μαθημάτων και ανακατανομή μεταξύ των εξαμήνων. 4. Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων χρηματοδοτεί κατά προτεραιότητα ΠΜΣ, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο επιστημονικών τομέων προτεραιότητας, που έχουν καθορισθεί με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, για την προώθηση θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος ή στρατηγικής σημασίας, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών, την ικανοποίηση κοινωνικών και οικονομικών αναγκών ή άλλων λόγων εθνικών προτεραιοτήτων. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται επίσης εκάστοτε η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης κάθε επί μέρους χρηματοδότησης» και στο άρθρο 8 ότι: «1. α) Πόροι των ΠΜΣ μπορεί να είναι δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, χορηγίες φορέων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα γενικά, νομικών ή φυσικών προσώπων ή πόροι από ερευνητικά προγράμματα, κοινοτικά προγράμματα, επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού και δίδακτρα. β) Τα ΠΜΣ δικαιούνται χρηματοδότησης από τον τακτικό προϋπολογισμό σύμφωνα με την υπουργική απόφαση έγκρισής τους, η οποία καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις χρηματοδότησής τους βάσει κριτηρίων ποιότητας και των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης του οικεί-ου Τμήματος σύμφωνα με το ν. 3374/2005 και του καθενός ΠΜΣ σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου. 2. Η διαχείριση των εσόδων των ΠΜΣ γίνεται από τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) και κατανέμονται ως εξής: α) 65% για λειτουργικά έξοδα του προγράμματος και για αμοιβές – αποζημιώσεις του διδακτικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού για εργασία που υπερβαίνει τις κατά νόμο υποχρεώσεις τους, καθώς και για τη χορήγηση υποτροφιών σε μεταπτυχιακούς φοιτητές μετά από πρόταση της ΓΣΕΣ ή της ΕΔΕ. β) 25% για κάλυψη λειτουργικών εξόδων του ιδρύματος που αφορούν το ΠΜΣ και γ) 10% κρατήσεις υπέρ του ΕΛΚΕ. Η ανωτέρω κατανομή δεν ισχύει στην περίπτωση χορηγίας ή δωρεάς για συγκεκριμένο σκοπό, καθώς και για κρατικές επιχορηγήσεις, οι οποίες κατανέμονται σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις. 3. Ο Διευθυντής του ΠΜΣ είναι αρμόδιος για τη σύνταξη του προϋπολογισμού και απολογισμού του Προγράμματος, τους οποίους υποβάλλει στη ΓΣΕΣ, την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και την έκδοση των εντολών πληρωμής των σχετικών δαπανών» και στο άρθρο 9 ότι: «1. α) Ο υποψήφιος που ενδιαφέρεται για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής υποβάλλει σχετική αίτηση στη Γραμματεία του Τμήματος, στο οποίο ενδιαφέρεται να εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή, προσδιορίζοντας σε γενικές γραμμές το αντικείμενό της. Η ΓΣΕΣ του Τμήματος εξετάζει αν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με βάση τα κριτήρια που έχουν τεθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών. β) Δικαίωμα υποβολής αίτησης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής έχουν κάτοχοι ΜΔΕ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών και μετά από αιτιολογημένη απόφαση της ΓΣΕΣ μπορεί να γίνει δεκτός ως υποψήφιος διδάκτορας και μη κάτοχος ΜΔΕ, Πτυχιούχοι ΤΕΙ, ΑΣΠΑΙΤΕ ή ισότιμων σχολών μπορούν να γίνουν δεκτοί ως υποψήφιοι διδάκτορες μόνο, εφόσον είναι κάτοχοι ΜΔΕ. 2. … 5. α) Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ και οι υποψήφιοι διδάκτορες που δεν έχουν υγειονομική κάλυψη δικαιούνται υγειονομικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, όπως ισχύει και για τους προπτυχιακούς φοιτητές. β) Οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2640/1998 (ΦΕΚ 206 Α΄) εφαρμόζονται αναλόγως και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ ή υποψήφιους διδάκτορες, σε περίπτωση που πραγματοποιούν πρακτική άσκηση σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών τους. γ) Για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 43 του ν. 2413/1996 (ΦΕΚ 124 Α΄) για τη χορήγηση φοιτητικών δανείων» και στην § 2 του άρθρου 12 ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3187/2003 (ΦΕΚ 233 Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 3413/2005 (ΦΕΚ 278 Α΄), από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 13, 14 § 1 και 17 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυαν, το άρθρο 23 του ν. 3404/ 2005, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αφορά σε θέματα που ρυθμίζονται διαφορετικά από αυτόν».
Με τις προδιαληφθείσες συνταγματικές διατάξεις κατοχυρώνεται η ανάπτυξη της ανωτάτης παιδείας ως θεμελιώδης σκοπός της πολιτείας που αποβλέπει στη προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσης, με την έρευνα και τη διδασκαλία και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και αρχές, που διέπουν την παροχή της. Ειδικότερα, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων η παροχή της ανώτατης παιδείας, ανατίθεται σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, αποφασίζοντα για τις υποθέσεις τους αποκλειστικά με δικά τους συλλογικά ή ατομικά όργανα. Το κράτος διατηρεί την εξουσία να καθορίζει την αρμοδιότητά τους και να προβαίνει στην οργάνωσή τους, εντός των διαγραφομένων υπό του Συντάγματος πλαισίων. Ασκώντας δε έλεγχο νομιμότητος επί των διοικητικών τους πράξεων υποχρεούται ταυτόχρονα στην οικονομική ενίσχυσή τους. Διά τους ανωτέρω λόγους κατοχυρώνονται συνταγματικά οι αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και η ελευθερία της επιστήμης της έρευνας και της διδασκαλίας. Η κατοχύρωση αυτή δεν καλύπτει μόνο τη συλλογική δραστηριότητα, αλλά αφορά και σε κάθε ατομική δράση. Συνέπεια της ελευθερίας της αυτοδυνάμου διδασκαλίας ως ατομικού δικαιώματος, που αναφέρεται σε όλο το διδακτικό προσωπικό είναι το δικαίωμα μαθήσεως των φοιτητών, που στα σύγχρονα πανεπιστήμια δεν είναι απλοί χρήστες της παρεχομένης υπηρεσίας, αλλά παράγοντες συμμετέχοντες στην άσκηση της. (βλ. ΣτΕ 2805/1984). Το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας σε όλες της βαθμίδες της αποτελεί την εξέλιξη του σχετικού αρχαιότερου κοινωνικού δικαιώματος στην ελληνική συνταγματική ιστορία. «Η κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας και η πρόβλεψη της παροχής από το Κράτος των αναγκαίων οικονομικών μέσων για την πραγματοποίηση των σκοπών τους δεν καλύπτει μόνον προγράμματα σπουδών ορισμένου επιπέδου ή περιεχομένου και δεν περιορίζεται στα υφιστάμενα κατά τον χρόνο θεσπίσεως του Συντάγματος προγράμματα εκπαιδεύσεως που αντιστοιχούν σε ορισμένα μόνον πτυχία, ειδικότερα δε δεν αφορά την παροχή παιδείας από τα πανεπιστήμια μόνον για τα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών που ολοκληρώνεται με την χορήγηση σχετικού πτυχίου που υπήρχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, αλλά αφορά όλα εκείνα τα προγράμματα σπουδών που ο νομοθέτης εκάστοτε αναθέτει σε αυτά και προσιδιάζουν στην αποστολή τους κατά τις απαιτήσεις της τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της και εν όψει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών[2]»
Άλλωστε και από τη άποψη της μειοψηφίας στη Ολομέλεια του ΣΤΕ συνάγεται ότι: «ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει την αποστολή της παιδείας ευθέως στο Κράτος και κατοχυρώνει σε όλους τους Έλληνες το δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες των κρατικών εκπαιδευτηρίων χωρίς καμιά διάκριση» και οπωσδήποτε και δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η ρύθμιση, που επέβαλε την καταβολή διδάκτρων από μεταπτυχιακούς φοιτητές, αν και τα αντίθετα έκρινε η σχολιαζομένη απόφαση. Το άρθρο 16, λοιπόν, καθιερώνει συνταγματική αρχή παροχής δωρεάν ανώτατης παιδείας και στα ΑΕΙ, όπως δέχονται, και οι Ν. Α λ ι β ι ζ ά τ ο ς και Α ν τ. Μ α ν ι τ ά κ η ς (βλ. κείμενό τους «Πανεπιστήμια: Ας κατεβάσουμε λίγο τους τόνους», στην "Καθημερινή", 17.7.2011, σελ. 19).
 


[1] Το πρώτο νομοθέτημα στον κόσμο για παροχή δωρεάν παιδείας είναι έργο τού σπουδαίου νομοθέτη Χαρώνδα. Πράγματι, στην Κατάνη της Κάτω Ιταλίας, τον 6° αιώνα π.Χ., ο Χαρώνδας πρώτος ενομοθέτησε ότι «όλα τα παιδιά τών πολιτών πρέπει να μαθαίνουν γράμματα και η πόλη να πληρώνει τους μισθούς των δασκάλων», διότι θεώρησε ότι οι άποροι, οι οποίοι δεν μπορούσαν από μόνοι τους να πληρώνουν μισθούς, θα στερούνταν τις ευγενέστερες επιδιώξεις.» (ενομοθέτησε γαρ των πολιτών τους υιείς άπαντας μανθάνειν γράμματα, χορηγούσης της πόλεως τους μισθούς τοις διδασκάλοις…). (Διόδωρος Σικελιώτης, 12,12,4,3). Στην προκήρυξη της Πελοποννησιακής Γερουσίας (Τριπολιτσά, 16 Μαρτίου 1822) αναφέρεται ρητώς ότι «προσκαλείται η φιλομαθής νεολαία αφ’ όλην την Πελοπόννησον να συντρέξη εδώ διά να διδαχθή αμισθί, κηρύττουσα ότι κάθε μαθητής δεν θα εξοδεύση άλλο τι παρά δια τα βιβλία του και δια την ζωοτροφίαν του. Διατάττει δε τους γονείς να μη παραμελήσουν το ιερόν χρέος των αλλά να φροντίσουν επιμόνως δια την παιδείαν των τέκνων των».

[2] Όπως ορθότατα αναφέρει η μειοψηφία της παραπεμπτικής, με αριθμό 2714/10 Απόφασης του Γ’ Τμήματος ΣτΕ.

Ιφιγένειας Καμτσίδου: Το Κοινοβουλευτικό Σύστημα. Δημοκρατική αρχή και κυβερνητική Ευθύνη. ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Δημ. Κοντόγιωργα – Θεοχαροπούλου, Oμ. Καθηγήτρια Νομικής ΑΠΘ

Ιφιγένειας Καμτσίδου: Το Κοινοβουλευτικό Σύστημα. Δημοκρατική αρχή και κυβερνητική Ευθύνη. ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Από
Δημ. Κοντόγιωργα – Θεοχαροπούλου
Oμ. Καθηγήτρια Νομικής ΑΠΘ
Ιφιγένειας Καμτσίδου: Το Κοινοβουλευτικό Σύστημα. Δημοκρατική αρχή
και κυβερνητική Ευθύνη
σελ. 1-309, 2011, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα
Πρόκειται για μία νέα Μονογραφία της Ιφιγένειας Καμτσίδου (Δρας Πανεπιστημίου Paris X, Nanterre, αναπληρώτριας Καθηγήτριας του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου υπηρετεί ευδοκίμως και με ιδιαίτερη επιτυχία στο διδακτικό έργο, ως μέλος ΔΕΠ από το 1994.
Η Μονογραφία αυτή είναι αφιερωμένη στο «Κοινοβουλευτικό Σύστημα», με μία νέα οπτική γωνία στα ελληνικά τουλάχιστον δεδομένα, δηλαδή ως κυβερνητικό σύστημα των συγχρόνων συνταγματικών δημοκρατιών, έχοντας δυο άξονες: Την δημοκρατική αρχή και την κυβερνητική ευθύνη.
Εκ προοιμίου θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σ., ξεφεύγοντας από την μέχρι τούδε «πεφιλημένη» θεματολογία των συνταγματολόγων περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ΕΔΔΑ, του οποίου η νομολογία παρέχει και τον ασφαλή οδηγό της επεξεργασίας των «χιλιοειπωμένων» (αλλά δοκιμαζόμενων σήμερα) δικαιωμάτων, «ετόλμησε» – «διακινδυνεύοντας» θα έλεγα, την ασφάλεια των συμπερασμάτων της, λόγω της εξ ορισμού ανυπαρξίας σχετικής νομολογίας – να επιλέξει θεματική, ναι μεν κλασική, αλλά εν πολλοίς «εξαντλημένη» ή τουλάχιστον «ξεχασμένη», κατά τον χρόνο που την επέλεξε.
Εν τούτοις, η θεματική αυτή εξελίχθη αιφνιδίως τόσο δραματικά, επίκαιρη και πολύπλοκη ώστε η επιλογή του θέματος που έγινε λογικά, τουλάχιστον, πριν από δυο χρόνια από του έτους έκδοσης της Μελέτης, να είναι σχεδόν «προφητική» και η επεξεργασία του θέματος αναγκαία για πολλούς λόγους. Όπως, π.χ. διότι ευρισκόμεθα σε καιρούς εθνικής δημοσιονομικής κρίσεως, εν μέσω παγκοσμίου οικονομικής κρίσεως, με απαξιωμένη, όμως, την Βουλή, από «αγανακτισμένους», σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπου η διακυβέρνηση στηρίζεται στο Κοινοβουλευτικό σύστημα που πραγματεύεται η σ. και με πρωθυπουργούς διορισμένους, οπότε να αναρωτιέται κανείς, πού είναι σήμερα η δημοκρατική αρχή – και προπαντός στην Χώρα μας πού είναι η πολιτική ευθύνη. Πράγματι, εδώ είναι μια άλλη «πονεμένη ιστορία» , αφού η πολιτική ευθύνη ισούται με το «τίποτε» και η διαφθορά του πολιτικού κόσμου «καλά κρατεί» με το Κοινοβούλιο να φροντίζει για την παραγραφή και την απαλλαγή και όλα να τα περιμένομε από τον δικαστικό έλεγχο και όχι από τον κοινοβουλευτικό, στον οποίο θεμιτά πιστεύει η σ., όπως θα διαπιστώσομε στην ανάλυση της Μελέτης. Ήλθε, λοιπόν, το “timing” για μια επιστημονική αναγέννηση των αξιών του Κοινοβουλευτικού Συστήματος ή μάλλον της Βουλής και των σχέσεών της με την εκτελεστική εξουσία, πέραν του νομοθετικού έργου, στην Χώρα μας;
«Μια φρέσκια ματιά», ενός νέου ακαδημαϊκού επιστήμονα είναι η απάντηση στην παλαιά αυτή και κλασική θεματική. Μια τέτοια ματιά ήταν τελικά παραπάνω από αναγκαία και μάλιστα όχι εντοπισμένη στον ελληνικό χώρο, αλλά με διάχυτη έρευνα, τεκμηριωμένη, με κριτική καταγραφή και ερμηνεία για τα ισχύοντα στο συγκριτικό δίκαιο, που επιχειρείται από την σ. στην παρουσιαζομένη Μελέτη, επαναφέροντας παλαιές συνταγματικές αρχές, όπως: Τι σημαίνει κοινοβουλευτισμός και τι κοινοβουλευτική κυβέρνηση, πώς επισυμβαίνει η εξισορρόπηση των δυο «πόλων» (κεφαλών) της εκτελεστικής εξουσίας και τι σημαίνει τούτο για το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Πώς έγινε η εννοιολογική συγκρότηση του κοινοβουλευτικού συστήματος, ποια είναι τα είδη τούτου και πώς διακρίνονται. Πώς πραγματώνεται η δημοκρατική αρχή και τι συνιστά κυβερνητική αλλά και πολιτική ευθύνη;
Αναλυτικότερα:
Η Μελέτη χωρίζεται σε τέσσερα Κεφάλαια.
Στο Πρώτο Κεφάλαιο της Μελέτης παρουσιάζονται συνοπτικά οι ιστορικές συνθήκες γεννήσεως του κοινοβουλευτικού συστήματος υπό το πρίσμα των πρακτικών που το συγκρότησαν ως μηχανισμό κατανομής και περιορισμού της κρατικής εξουσίας, καθώς και η άσκηση της εξουσίας αυτής σύμφωνα με την θέληση των Βουλών και στη συνέχεια του εκλογικού σώματος, μη παραλείποντας το φαινόμενο της επιβολής του φόρου ως γενεσιουργού του Κοινοβουλευτισμού. Το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία, λόγω της εθνικής δημοσιονομικής κρίσεως.
Στο Δεύτερο Κεφάλαιο αποτυπώνονται οι εννοιολογικές περιπέτειες του Κοινοβουλευτικού Συστήματος και διερευνάται η θεσμικοπολιτική σημασία του συγχρόνου νοήματός του. Πώς δηλαδή το Κοινοβουλευτικό Σύστημα διακυβέρνησης απεκρυσταλλώθη με την κλασική δυαδική μορφή του, απότοκο των αιτημάτων της εποχής και τι εχαρακτηρίσθη εν συνεχεία ως Κοινοβουλευτική Κυβέρνηση στην μονιστική θεώρηση του Κοινοβουλευτισμού. Ήτοι: Η δυαδική (δικέφαλη) δομή της εκτελεστικής εξουσίας. Η ιδιαίτερη πρωταρχική θέση του Κοινοβουλίου στο εσωτερικό των θεσμών. Η σχέση εξάρτησης της Κυβέρνησης από την Βουλή, αφού εξαρτάται η πρώτη από την εμπιστοσύνη της δεύτερης (Αρχή της δεδηλωμένης).
Η σ. ερευνά το πώς εγεννήθη η μονιστική θεώρηση του Κοινοβουλευτισμού (που ωστόσο «λεκτικά», πρέπει να πούμε, διετήρησε τον δυαδισμό)- την αίγλη που αυτή εγνώρισε, αλλά και τον εκφυλισμό της εν λόγω θεώρησης. Έτσι, με επιστημονική «παρρησία», επισημαίνεται από την σ., ότι η μονιστική θεώρηση συνεδέθη τόσον με την ευχερέστερη πραγμάτωση της δημοκρατικής αρχής, όσον, όμως, και με το κομματικό φαινόμενο, το οποίο την νόθευσε, αφού οδήγησε στην πολιτική ταύτιση (ομογενοποίηση) της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας με την κυβέρνηση. Η τελευταία με την σειρά της επέφερε την ριζική συρρίκνωση του ελεγκτικού ρόλου του Κοινοβουλίου. Στον ρόλο, δε αυτό του Κοινοβουλίου επιμένει και ορθά η σ., ως χαρακτηριστικό και μέγα πλεονέκτημα του Κοινοβουλευτικού Συστήματος διακυβέρνησης που αναπτύσσει και προσπαθεί να επισημάνει τις παθογένειες.
Ακόμη δε και με την «συμμαχική κυβέρνηση», η σ. «προφητικά» για τα τρέχοντα ελληνικά πράγματα, όπου σπανίζουν οι συμμαχικές κυβερνήσεις, διαπιστώνει ότι το σύστημα συναντά δυσχέρειες, με αποτέλεσμα η ευθύνη της Κυβέρνησης να είναι επίσης τυπική.
Εξάλλου, η σ. επισημαίνει τις δοκιμασίες της μονιστικής θεωρήσεως του Κοινοβουλευτισμού, εξαιτίας και της ανάδειξης του Προέδρου της Δημοκρατίας με καθολική ψηφοφορία που του προσέδωσε ευρεία νομιμοποίηση και οδήγησε στην εμφάνιση του ημιπροεδρικού συστήματος. Οπότε, τούτο θυμίζει πρακτικές δυαδικής θεωρήσεως του Κοινοβουλευτισμού.
Τέλος, εξετάζεται ως ιδιαίτερο είδος ο εκλογικευμένος- πειθαρχημένος Κοινοβουλευτισμός και τι αυτός σημαίνει.
Όσον αφορά στην σύγχρονη νοηματοδότηση του Κοινοβουλευτισμού ως συνταγματικής μεθόδου άσκησης της εξουσίας, η προσέγγιση γίνεται πρώτα-πρώτα μέσω του δυαδικού – δικεφάλου για «μας» τους διοικητικολόγους – χαρακτήρος της εκτελεστικής εξουσίας. Στην συνέχεια παρατηρείται ότι μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο έχομε το φαινόμενο της υποχωρήσεως του Αρχηγού του Κράτους και της ενισχύσεως του Πρωθυπουργού. Έχομε, δηλαδή, το λεγόμενο «πρωθυπουργικοκεντρικό» σύστημα – όπως η αναθεώρηση του Ελληνικού Σ. (1975), το 1986 – ως ειδικότερη, μάλιστα, έκφανση της δημοκρατικής αρχής, όπως ορθά υποστηρίζει η σ.
Εν προκειμένω, όμως, σημειώνεται με ειλικρίνεια η αντίφαση, (η διάβρωση), που ενσωματώνει το Κοινοβουλευτικό σύστημα. Εκείνη, δηλαδή, που οφείλεται στην επίδραση και τον ρόλο του κυβερνητικού κόμματος, ως διαχειριστού πλέον τόσον της εκτελεστικής όσον και της νομοθετικής εξουσίας, εξυπηρετώντας τελικά τους στόχους της κομματικής παράταξης και παραγνωρίζοντας το δημόσιο συμφέρον και τις πολιτικές ή κοινωνικές μειοψηφίες, οι οποίες θα πρέπει να παρατηρήσομε ότι αθροιστικά, όμως, μπορεί να συνιστούν την – μη κυβερνώσα – πλειοψηφία.
Μοναδική, αν και ελαχίστη εγγύηση για τον σεβασμό των προταγμάτων της δημοκρατικής αρχής θεωρούνται κατά την σ. οι διαδικασίες που αφορούν αφ’ ενός την ανάδειξη των φορέων των κρατικών οργάνων, που ασκούν την πολιτική εξουσία, αφετέρου την επικοινωνία των τελευταίων μεταξύ τους και με το εκλογικό σώμα. Η τήρηση αυτής της εγγύησης, ανατίθεται στον Αρχηγό του Κράτους, ο οποίος ως ρυθμιστής του πολιτεύματος, αναλαμβάνει την συνταγματική διεύθυνση της Χώρας. Έτσι, κατά την σ., η καθιέρωση του διπολικού εκτελεστικού, με τα χαρακτηριστικά που αυτό σήμερα προσλαμβάνει, αποτελεί ένα βασικό μηχανισμό ασκήσεως της δημοκρατικής εξουσίας στα Κοινοβουλευτικά Συστήματα.
Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, η σ., δεν διακρίνει τον λειτουργικό διχασμό του Αρχηγού του Κράτους και τον ταυτίζει με τον αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, αν και τον ονομάζει «Αρχηγό του Κράτους» και «ρυθμιστή του πολιτεύματος». Δεν φαίνεται, δηλαδή, να ερευνά την εφαρμογή ή όχι της αρχής της τριπλής διακρίσεως των λειτουργιών και κυρίως τις αποκλίσεις της βάσει του λειτουργικού διχασμού των οργάνων*. Ίσως, διότι από άποψη ουσίας και άρα πολιτικής επιστήμης, τούτο στην πράξη να εξισούται με «ενισχυμένη» – έως αυτοδύναμη; – την εκτελεστική εξουσία, σε ένα «σύγχρονο» Κοινοβουλευτικό Σύστημα διακυβέρνησης, ενώ η νομική, τριπλή οργανωτική μορφή του εν λόγω συστήματος, βάσει της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών και των αποκλίσεών της, να έχει σημασία κυρίως για την έννομη προστασία των διοικουμένων.
Στο Τρίτο Κεφάλαιο εξετάζονται οι μέθοδοι αναδείξεως των δυο κεφαλών της εκτελεστικής εξουσίας: Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού. Διαπιστώνεται ότι ο έμμεσα εκλεγόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιλέγεται με μέθοδο που τον συνδέει μεν με την λαϊκή θέληση, χωρίς όμως να του προσδίδει (ευρεία) δημοκρατική νομιμοποίηση. Πάντως, επισημαίνεται και εδώ από την σ., ότι η ευρεία πλειοψηφία που συνήθως απαιτείται για την εκλογή του, «αναδεικνύει την σημασία της διακομματικής συνεννόησης» και άρα την σημασία και την επίδραση του κομματικού φαινομένου. Παραλλήλως, η σ. παρατηρεί ότι η καθιέρωση αμέσου εκλογής του Προέδρου μπορεί να αποτελέσει ένα διορθωτικό παράγοντα της λειτουργίας των κοινοβουλευτικών θεσμών.
Στην συνέχεια, ερευνάται από την σ. «ο διορισμός του πρωθυπουργού», που θεωρείται «κομβικό σημείο στη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού», δεδομένου ότι πρόκειται για «ανάθεση της εντολής για την διακυβέρνηση της Χώρας… με αμιγώς πολιτικά χαρακτηριστικά…». Η έρευνα γίνεται στο συγκριτικό δίκαιο. Έτσι υπάρχει κατάταξη των κοινοβουλευτικών συστημάτων, για τον διορισμό του πρωθυπουργού. Έμφαση δίδεται στο ελληνικό σύστημα, όπου ισχύει μακροχρόνια η εφαρμογή της αρχής της δεδηλωμένης, βάσει της οποίας η ανάδειξη του πρωθυπουργού πρέπει να φανερώνει «την διαμόρφωση ενός κοινοβουλευτικού συνασπισμού που θα στηρίξει αταλάντευτα τις επιλογές της Κυβέρνησης».
Τέλος, η σ. ορθά επιμένει στη σημασία της ιστορίας του κοινοβουλευτισμού δεδομένου ότι «η διαμόρφωσή του» είναι «καρπός μακραίωνης διαδικασίας, μέσα από την οποία διαμορφώθηκαν και εδραιώθηκαν και οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί και κυρίως οι μηχανισμοί απόδοσης της πολιτικής ευθύνης στην κυβέρνηση, σε αντίθεση με τον αρχηγό του κράτους που παραμένει θεσμικοπολιτικά ανεύθυνος».
Στο Τέταρτο Κεφάλαιο ερευνάται ειδικότερα η σημασία της πολιτικής ευθύνης των φορέων της εκτελεστικής εξουσίας, που θα έλεγα ότι είναι «το διακύβευμα» όλης της Μελέτης για την σ.
Εξηγείται και δικαιολογείται το «ανεύθυνο» και ο περιορισμός της ευθύνης του αρχηγού του κράτους, λόγω του αποκλεισμού του από την κυβερνητική εξουσία. Εν τούτοις, η σ. θεωρεί ότι η προσυπογραφή των σχετικών πράξεων, βάσει του Συντ., σημαίνει κατανομή της ευθύνης ανάμεσα σ’ αυτόν και τους υπουργούς. Όσον αφορά στις αυτοτελείς αρμοδιότητές του, υποστηρίζει, ότι η Βουλή θα πρέπει να έχει την εξουσία παρακολούθησης του έργου του ΠτΔ και να εξετάζει τις επιλογές του. Έτσι, προτείνει τα ισχύοντα στο αυστριακό Σύνταγμα να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης για το ελληνικό Σύνταγμα.
Η σ. θεωρεί ως το σταθερότερο στοιχείο του Κοινοβουλευτισμού, την εξουσία της Βουλής να ελέγχει το κυβερνητικό έργο. Επισημαίνει όμως, όπως ήδη το έχει κάνει και στα προηγούμενα Κεφάλαια, την «πολιτική ομογενοποίηση του Κοινοβουλίου και της Κυβέρνησης», γεγονός, που σε πολλές περιπτώσεις στα σύγχρονα πολιτεύματα καθιστά τον έλεγχο αυτό «πλασματικό». Έτσι, κατά την σ., ο Κοινοβουλευτισμός, ως «κυβερνητικό σύστημα» (εν ευρεία εννοία του όρου, αλλιώς έχει αντίφαση) ευρίσκεται σε «ενδημική κρίση». Τούτο έχει την έννοια ότι επιζητείται μάλλον να νομιμοποιεί την πολιτική εξουσία, παρά να θεμελιώνει την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, στον έλεγχο των κυβερνώντων.
Η σ. κάνει φιλότιμη προσπάθεια να προσδιορίσει το σύγχρονο νόημα της πολιτικής ευθύνης ως νομικής σχέσης , μέσω της αναγωγής της στην ευθύνη σε άλλους κλάδους του δικαίου και στην συνέχεια σε αντιπαραβολή με την υποχρέωση λογοδοσίας των κυβερνώντων (accountability). Όπως παρατηρεί ειδικότερα και «εύστοχα» η σ., η τελευταία, καρπός εξελίξεων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, τείνει να περιορίσει την ευθύνη των κυβερνώντων μόνο στην υποχρέωση να παρουσιάζουν το έργο τους και να εξηγούν τη δράση τους με βάση τους υφισταμένους κανόνες δικαίου.
Αντίθετα, η σ. υποστηρίζει, τεκμηριωμένα, ότι η πολιτική ευθύνη συνίσταται και άρα συνιστά συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει στην κυβέρνηση και το έργο της να υποβάλλεται σταθερά στην κοινοβουλευτική αξιολόγηση και γενικά σε δημόσιο έλεγχο. Δηλαδή, η πολιτική ευθύνη είναι ο μηχανισμός που εξασφαλίζει την διατήρηση ή την αποκατάσταση του δεσμού της συνοχής ανάμεσα στην κυβέρνηση και στο αντιπροσωπευτικό σώμα, με σεβασμό στην εντολή που έλαβαν από το εκλογικό σώμα.
Έτσι, η σ. με αλληλουχία σκέψεων καταλήγει ότι η πολιτική ευθύνη δεν αποδίδεται με την απόρριψη πρότασης εμπιστοσύνης ή την υπερψήφιση πρότασης μομφής, αλλά και με την υποβολή του κυβερνητικού έργου σε σταθερό, στον λεγόμενο «ήπιο», κοινοβουλευτικό έλεγχο. Η δε έρευνα της σ. στο συγκριτικό δίκαιο αποδεικνύει ότι ηπολιτική ευθύνηστις διάφορες μορφές κοινοβουλευτικού ελέγχου, που συναντώνται στα κοινοβουλευτικά συστήματα, συνεχίζει να διατηρεί αυξημένη νομικοπολιτική σημασία. Συνεπώς, η δυνατότητα σταθερής αντιπαραβολής της εντολής που έλαβαν οι κυβερνώντες από τον λαό προς τις δεσμεύσεις που αυτοί ανέλαβαν στην πολιτική σφαίρα, αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα του Κοινοβουλευτισμού. Τούτο τον καθιστά, κατά την σ., το πιο πρόσφορο οργανωτικό σχήμα για την διακυβέρνηση των συγχρόνων συνταγματικών δημοκρατιών.
Τέλος, η παρουσιαζόμενη Μονογραφία ολοκληρώνεται με την τελευταία ενότητα που περιέχει τα Συμπεράσματα της Ερευνητικής αυτής δουλειάς.
Κατόπιν της πιο πάνω αναλύσεως και των ειδικότερων σκέψεων που προηγήθησαν, επ’ ευκαιρία των ενοτήτων της παρουσιαζομένης Μονογραφίας, ημπορεί να συνοψίσει κανείς, ως γενικές παρατηρήσεις, τα εξής.
Οι γενικές παρατηρήσεις συμφωνούν απόλυτα με τις ειδικές, που ήδη έχουν διατυπωθεί. Έτσι, πράγματι, αποδεικνύεται ότι το θέμα ήθελε τόλμη και μάλιστα και για προσθέτους λόγους. Όπως το γεγονός ότι η σ. έπρεπε να δαμάσει ένα τεράστιο υλικό ποικίλης φύσεως: ιστορικό, πολιτικό, νομικό, κοινωνιολογικό. Έπρεπε να ανεβεί ένα «όρος» τέτοιας ποικίλης ύλης, ώστε μέχρι να το ανεβεί, απέκτησε τούτο πολλαπλά στοιχεία «ειδικής φόρτισης». Εν τούτοις, η σ. δεν έκαμε «πίσω». Προχώρησε με τόλμη, με ειλικρίνεια και αισιοδοξία, όπως αρμόζει σε μια ακαδημαϊκού επιπέδου ερευνητική προσπάθεια. Έδωσε την συνταγματική και πολιτική διάσταση του θέματος, χωρίς να απομακρυνθεί από τους άξονες του υποτίτλου της Μελέτης. Δεν «φοβήθηκε» , παρόλο που έβλεπε ενίοτε ότι πατούσε «σε κινούμενη άμμο». Δεν παρεσύρθη σε «μύδρους» και «αφορισμούς για την ελληνική πραγματικότητα», αλλά αυτοπεριοριζόμενη και πειθαρχημένη – πέρα και από το προσωπικό της «ταμπεραμέντο» – εμφανίζεται ψύχραιμη και ώριμη για την έρευνα του θέματος. Επεξεργάσθηκε τα ζητήματα με συνετές σκέψεις και μάλιστα σε χρόνο πρωθύστερο, από ό,τι αυτά «έτρεξαν» και «τρέχουν», με ένα διακριτικό επιστημονικό τρόπο, «προφητικό», όπως ήδη επεσήμανα, δεδομένου ότι δεν είχε ξεσπάσει ούτε το σημερινό μέγεθος της δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης, ούτε και πολύ περισσότερο, το κύμα των αγανακτισμένων κατά του κοινοβουλευτισμού ή και κατά του ελληνικού «προεδρικού» συστήματος. (Απλώς υπέφωσκε).
Εξάλλου, έγιναν, αιφνιδίως, τόσα πολλά τα ζητήματα στο επιστημονικό τραπέζι των συγχρόνων ευρωπαϊκών Κοινοβουλευτικών Δημοκρατιών, ώστε, με καταλύτη τις εθνικές δημοσιονομικές κρίσεις στο κέντρο της παγκοσμίου οικονομικής «τοξικής» κρίσεως, είναι να απορεί κανείς πως η σ. διέφυγε την «σκύλα» και την «χάρυβδη», επιλέγοντας μόνον τους χρησίμους και κρισίμους προβληματισμούς. Βέβαια, είναι φανερό ότι είχε ασφαλή οδηγό, που την βοήθησε αποφασιστικά – αν και την επηρέασε, ίσως, ως μη έδει, – «γλωσσικά» – την διεθνή εξαντλητική βιβλιογραφία, με την οποία τεκμηριώνει τις απόψεις της, αξιοποιώντας, βεβαίως, την γνωστή γλωσσομάθεια της που είναι και ένα από τα προσωπικά της δυνατά σημεία.
Έτσι, με τεκμηριωμένες σκέψεις, προχωρεί σε προτάσεις, για την αντιμετώπιση και την βελτίωση της κοινοβουλευτικής πραγματικότητος, χωρίς «κορώνες». Με προσοχή ερευνά την παθολογία, αλλά και την «ευλογία» του εν λόγω συστήματος, όπως εκείνη για την «πολιτική ευθύνη» της κυβέρνησης στο τέταρτο Κεφάλαιο της Μονογραφίας. Θεματική, πολύ καλά επεξεργασμένη, για την οποία θα είχα την γνώμη, ότι μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα για μια αυτοτελή Εργασία, με βάση τα πορίσματα στην παρουσιαζομένη Μελέτη, δεδομένου ότι το ζήτημα είναι κρίσιμο και επίκαιρο, ώστε να μην «χάνεται» στον υπόλοιπο «όγκο» του Βιβλίου. Ένα τέτοιο πόνημα το έχει ανάγκη ο τόπος.
Βέβαια, όσον αφορά στις προϋποθέσεις της ευθύνης αυτής, θα πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσον το ότι στο Δημόσιο Δίκαιο, η προϋπόθεση της «παρανομίας» ταυτίζεται με εκείνη της «υπαιτιότητος» στο Ιδιωτικό Δίκαιο, όσον και το ότι στην εν λόγω «παρανομία» θα πρέπει να συγκαταλέγεται, σήμερα, και από πολλού χρόνου και η παραβίαση της ηθικής και της δεοντολογίας (soft law), ως γενικές αρχές που συγκροτούν την έννοια της «νομιμοποιήσεως» (legitimitas)* της οποιασδήποτε συμπεριφοράς και πολλώ μάλλον των πολιτικώς υπευθύνων προσώπων.
Με τις σκέψεις αυτές, εύχομαι «καλοτάξιδο» το βιβλίο της κ.Καμτσίδου.
Δημ.Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου
Ομ. Καθηγητρία Νομικής ΑΠΘ


* Βλ. Δημ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Το κριτήριο του λειτουργικού διχασμού των οργάνων του Διεθνούς Δικαίου, ως κριτήριο του φαινομένου της δικαστικής ασυλίας των «Κυβερνητικών» Πράξεων στο Εσωτερικό Δημόσιο Δίκαιο, Διοικ. Δίκη, 1990, σ.257επ. και εις Εμβάθυνση Δημοσίου Δικαίου, εκδ. Σάκκουλα 2005, τ.Α’, σελ. 1-240.
* Α. Μάνεση

Κριθέντα και ανοικτά ζητήματα στην κρατική χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων. Υπό το φως των πρόσφατων νομολογιακών εξελίξεων.

Θανάσης Γ. Ξηρός, Δικηγόρος-ΔΝ Προδημοσίευση από τον τιμητικό τόμο στη μνήμη Γ. Παπαδημητρίου II Καταχώρηση: 02/01/2013

Κριθέντα και ανοικτά ζητήματα στην κρατική χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων. Υπό το φως των πρόσφατων νομολογιακών εξελίξεων.

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις Η συνταγματικότητα των προϋποθέσεων για τον καθορισμό των δικαιούχων της τακτικής κρατικής χρηματοδότησης έχει κριθεί, κατ’ επανάληψη, στο παρελθόν τόσο από το Δ΄ Τμήμα και την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας όσο και από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο[1]. Η ετυμηγορία τους ήταν συνήθως ομόφωνη και απέρριπτε τις προβαλλόμενες αιτιάσεις. Στην πάγια νομολογία γίνεται δεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης, όταν εξειδικεύει τους ορισμούς της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ., ενεργεί μεν στο πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας, διαθέτοντας ευρεία περιθώρια επιλογών, οι αποφάσεις του πρέπει όμως να διαμορφώνονται με αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια.

Στις τρεις γενιές δικαίου των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων, όπως θεσπίστηκαν με τους ν. 1443/1984[2], 2429/1996[3] και 3023/2002[4], οι σχετικές επιλογές παρέμειναν, σε γενικές γραμμές, αδιαφοροποίητες. Ωστόσο, στην αναθεώρηση του 2001 η κρατική χρηματοδότηση αναγορεύτηκε σε δικαίωμα των κομμάτων[5]. Έτσι, μεταβλήθηκαν στο επίπεδο του Συντάγματος όσα είχε υπόψη του ο δικαστής, όταν έταμε τέτοιες διαφορές. Γι’ αυτό, το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν έκρινε αίτηση ακυρώσεως, με την οποία ετίθετο μια ακόμη φορά, αλλά πρώτη υπό τη νέα συνταγματική τάξη, σε αμφισβήτηση ο καθορισμός των δικαιούχων της τακτικής κρατικής χρηματοδότησης. Την παρέπεμψε[6] στην Ολομέλεια και με την ετυμηγορία της φαίνεται να κλείνει οριστικά, υπό τα ισχύοντα πάντως συνταγματικά και νομοθετικά δεδομένα, κάθε συζήτηση για τις επίδικες επιλογές του κοινού νομοθέτη.
ΙΙ. Ο καθορισμός των δικαιούχων της τακτικής χρηματοδότησης
1. Η Ολομέλεια κλήθηκε να δικάσει την αίτηση του πολιτικού κόμματος «ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΕΡΓΗΣ-ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ», με την οποία ζητήθηκε η ακύρωση της απόφασης καθορισμού των δικαιούχων της τακτικής χρηματοδότησης για το έτος 2005, κατά το μέρος της που παρέλειψε να το συμπεριλάβει. Το αιτούν δεν συμμετείχε στις γενικές βουλευτικές εκλογές της 7ης Μαρτίου 2004, ενώ σε εκείνες της 13ης Ιουνίου 2004 για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέτυχε να εκλέξει βουλευτή. Το Δικαστήριο, όπως ίσως αναμένονταν, στην απόφασή του 3869/2011[7] έκρινε, ορθά, τον αποκλεισμό νόμιμο και απέρριψε, ομόφωνα, την αίτηση.
Η συνταγματικότητα των προϋποθέσεων για τον καθορισμό των δικαιούχων της τακτικής χρηματοδότησης άγονταν πρώτη φορά ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά την αναθεώρηση του 2001. Ωστόσο, οι βασικές παραδοχές της νομολογίας του, όπως είχε πριν παγίως διαπλαστεί, δεν θα μπορούσαν ασφαλώς να αγνοηθούν. Τουναντίον, πρόσφεραν στέρεη και, δίχως υπερβολή, δοκιμασμένη βάση για τη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης. Δεν πρέπει, γι’ αυτό, να προκαλεί απορία το γεγονός ότι η μείζονα σκέψη της απόφασης έχει έντονες αναφορές στο νομολογιακό κεκτημένο. Στην αφετηρία της βρίσκονται οι γνωστές νομοθετικές επιλογές, οι οποίες εξετάζονται με αναγωγή στις κρίσιμες συνταγματικές διατάξεις, δηλαδή στους συνταγματικούς καθορισμούς των δικαιούχων της τακτικής χρηματοδότησης.
Η γενική αρχή της ισότητας[8] και, ιδίως, η αρχή της ίσης μεταχείρισης και της παροχής ίσων ευκαιριών, οι δύο τελευταίες ως συνιστώσες της αρχής του πολυκομματισμού[9] και θεμέλιο κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος, καθιστούν, καταρχήν, δικαιούχους όλα τα κόμματα. Υπό το φως των κανονιστικών τους επιταγών, η συνταγματική πρόβλεψη για την, εν γένει, κρατική χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων[10] επιτρέπει, λοιπόν, σε όλους να τη λάβουν. Εξαιρέσεις, με τη μορφή προϋποθέσεων, μπορεί πάντως να προβλεφθούν νομοθετικά. Για να είναι όμως συνταγματικά θεμιτές, όπως και ο αποκλεισμός όσων δεν τις πληρούν, πρέπει να εδράζονται σε αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια. Μόνον έτσι υπηρετείται ο επιδιωκόμενος σκοπός, δηλαδή η τακτική χρηματοδότηση καταβάλλεται αποκλειστικά σε σχηματισμούς που εκπροσωπούν εν ενεργεία πολιτικές δυνάμεις με έκδηλη παρουσία στην πολιτική ζωή. Τέτοια κριτήρια θεωρούνται, εναλλακτικά, η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ή η συμμετοχή στις εκλογές, με την κατάρτιση πλήρων συνδυασμών σε ικανό αριθμό βασικών εκλογικών περιφερειών, και η υπολογίσιμη εκλογική δύναμη,με τη συγκέντρωση ελάχιστου ποσοστού εγκύρων ψηφοδελτίων στην επικράτεια[11]. Οι επίδικες επιλογές του κοινού νομοθέτη, επειδή ακριβώς θέτουν προϋποθέσεις που πληρούν τις παραπάνω προδιαγραφές, κρίθηκε, ορθά, ότι δεν προσκρούουν στο Σύνταγμα.
2. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας για να καταλήξει στην ετυμηγορία της, έπρεπε, επιπλέον, να εξετάσει, εάν η αναθεώρηση της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. επηρεάζει και με ποιον τρόπο όσα είχαν έως τότε νομολογηθεί σχετικά με τις, ουσιαστικά αδιαφοροποίητες, προϋποθέσεις για τον καθορισμό των δικαιούχων της τακτικής χρηματοδότησης. Με άλλα λόγια, να αποφανθεί κατά πόσον η αναγόρευσή της σε δικαίωμα των πολιτικών κομμάτων καθιστούσε τα κριτήρια, όπου εδράζονται, μη αντικειμενικά και απρόσφορα για την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου σκοπού και, εντέλει, τις προϋποθέσεις συνταγματικά μη θεμιτές. Μόνο σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν επιτρεπτό να λάβουν χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό όλοι οι κομματικοί σχηματισμοί[12].
Η νέα συνταγματική διάταξη μετέβαλλε μεν στη διατύπωσή της την αρχική ρύθμιση του Συντάγματος, περιορίστηκε όμως να διευκρινίσει, για την ακρίβεια να επιβεβαιώσει, το περιεχόμενό της, όπως είχε καθοριστεί στην επιστήμη[13]. Πράγματι, η κρατική χρηματοδότηση αποτελούσε, κατά την επικρατούσα ερμηνευτικά θεώρηση της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. ήδη από τη θέσπισή της το 1975, δικαίωμα των πολιτικών κομμάτων[14]. Συνεπώς, η πρωτοβουλία του συντακτικού νομοθέτη στερούνταν οποιασδήποτε ουσιαστικής κανονιστικής επενέργειας, καθώς δεν εισέφερε νέα συνταγματικά δεδομένα, τέτοια τουλάχιστον που θα ήταν σε θέση να ανατρέψουν τα κεκτημένα της πάγιας νομολογίας.
Την άποψη αυτή δέχεται και η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Για να αναδείξει τη ratio της νέας διάταξης προσέφυγε στα πρακτικά των εργασιών της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, αξιοποιώντας τα κλασικά εργαλεία της γραμματικής, της συστηματικής και της ιστορικής ερμηνείας του δικαίου. Έκρινε, ορθά, ότι ο συντακτικός νομοθέτης δεν επιδίωξε τη γενικευμένη διεύρυνση των δικαιούχων της κρατικής χρηματοδότησης και δεν αναγνώρισε ως τέτοιους όλα ανεξαιρέτως τα πολιτικά κόμματα. Αντιθέτως, εξουσιοδότησε τον κοινό νομοθέτη να θεσπίσει τις προϋποθέσεις για τον καθορισμό τους, οι οποίες πάντως πρέπει αφενός να εδράζονται σε κριτήρια αντικειμενικά και πρόσφορα, αφετέρου δε να υπηρετούν τον επιδιωκόμενο σκοπό[15].
3. Δικαιούχοι της τακτικής χρηματοδότησης είναι, κατά σειρά, όσα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί τους:
α) εκπροσωπούνται στη Βουλή με βουλευτές, εκλεγμένους στις γενικές βουλευτικές εκλογές από τους συνδυασμούς τους,
β) έχουν εκλέξει αντιπροσώπους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και
γ) στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές κατήρτισαν πλήρεις συνδυασμούς, τουλάχιστον στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των βασικών εκλογικών περιφερειών, συγκεντρώνοντας αριθμό ψήφων ίσο τουλάχιστον με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) των εγκύρων ψηφοδελτίων της επικράτειας [16], [17].
Από τη στιγμή που η Ολομέλεια δέχθηκε ότι η αναθεώρηση δεν επέφερε καμία μεταβολή στα συνταγματικά δεδομένα της επίδικης διαφοράς, η ετυμηγορία της ήταν αναμενόμενη. Η εκπροσώπηση, στη Βουλή ή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς επίσης η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία με ικανό αριθμό συνδυασμών και η εξασφάλιση ελάχιστης αλλά υπολογίσιμης εκλογικής δύναμης εξακολουθούν να αποτελούν προϋποθέσεις που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του Συντάγματος και της νομολογίας. Δηλαδή, εδράζονται σε κριτήρια αντικειμενικά και πρόσφορα, τέτοια που καθιστούν όσα κόμματα και συνασπισμούς δεν τις πληρούν σχηματισμούς δίχως πολιτική υπόσταση ή χωρίς ενεργή παρουσία στο πολιτικό γίγνεσθαι. Συνεπώς, ο αποκλεισμός τους από την τακτική χρηματοδότηση εναρμονίζεται πλήρως προς τους συνταγματικούς καθορισμούς των δικαιούχων της, δηλαδή τη γενική αρχή της ισότητας και τη θεμελιώδη αρχή του πολυκομματισμού, στις επιμέρους συνιστώσες του, της ίσης μεταχείρισης και της παροχής ίσων ευκαιριών.
4. Το αιτούν πολιτικό κόμμα συμμετείχε μόνον στις εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Προκειμένου να λάβει τακτική χρηματοδότηση, θα έπρεπε, λοιπόν, να εκλέξει βουλευτή. Δεν τα κατάφερε και μοιραία δεν συμπεριλήφθηκε, γι’ αυτό το λόγο, στους δικαιούχους της. Στην αίτησή του πρόβαλλε την αντισυνταγματικότητα του συνόλου των νομοθετημένων προϋποθέσεων, ζητώντας να διατίθεται σε όλα τα πολιτικά κόμματα που λειτουργούν νόμιμα.
Φαίνεται μάλιστα να προχωρεί και ένα ακόμη βήμα πέραν των συνηθισμένων αιτιάσεων, υποστηρίζοντας ότι κρατική χρηματοδότηση πρέπει να λαμβάνουν όλα ανάλογα με την εκλογική τους δύναμη, δηλαδή τον αριθμό των εγκύρων ψηφοδελτίων τους στην επικράτεια. Έτσι, έθεσε, εμμέσως, και ζήτημα αμφισβήτησης των νομοθετημένων ρυθμίσεων για την κατανομή της μεταξύ των δικαιούχων. Την αιτίαση αυτή όμως το Δικαστήριο δεν την εξέτασε, αφού ο καθορισμός τους προηγείται, χρονικά και συστηματικά, της κατανομής. Συνεπώς, από τη στιγμή που κρίνεται, ορθά, ότι το αιτούν αποκλείστηκε κατά τρόπο συνταγματικά θεμιτό, παρέλκει κάθε περαιτέρω συζήτηση.
ΙΙΙ. Δύο ανοικτά ακόμη ζητήματα
Για όσο χρόνο τα συνταγματικά και νομοθετικά δεδομένα καθορισμού των δικαιούχων της τακτικής (κρατικής) χρηματοδότησης παραμένουν ουσιωδώς αμετάβλητα, δεν θεωρείται πιθανόν να απασχολήσουν σοβαρά το Συμβούλιο της Επικρατείας διαφορές με αυτό το αντικείμενο. Βέβαια, δεν αποκλείεται εντελώς να εγερθούν και στο μέλλον ενώπιον Τμήματος ή, σπανιότερα, της Ολομέλειας νέες αμφισβητήσεις ως προς τη συνταγματική συμβατότητα των νομοθετημένων προϋποθέσεων. Ωστόσο, η διαπλασθείσα, και με την απόφαση 3869/2011, πάγια νομολογία δεν καταλείπει κανένα ουσιαστικά περιθώριο σοβαρής συζήτησης. Υπό τις παραδοχές που μόλις εκτέθηκαν, το ζήτημα φαίνεται, λοιπόν, να κλείνει οριστικά.
Ο καθορισμός των δικαιούχων της τακτικής χρηματοδότησης αποτελεί συνιστώσα μιας ευρύτερης θεματικής, ενταγμένης συστηματικά στο πρώτο κεφάλαιο της ισχύουσας νομοθεσίας υπό το γενικό τίτλο: «Κρατική χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων». Τη συνθέτουν οι ρυθμίσεις για τις διακρίσεις και το ύψος[18], τους δικαιούχους[19] και την κατανομή της[20] καθώς επίσης την οικονομική ενίσχυση για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς[21]. Η επίδικη υπήρξε πράγματι η «δημοφιλέστερη» δικαστικά, δεν αναμένεται όμως, για τους λόγους που μόλις εκτέθηκαν, ότι θα συνεχίσει να απασχολεί την επικαιρότητα και τα δικαστήρια στο άμεσο μέλλον, τουλάχιστον με την ίδια ένταση.
Στην ίδια θεματική ανήκουν, επίσης, δύο ακόμη εξίσου ενδιαφέρουσες συνιστώσες που θα μπορούσαν να δώσουν λαβή σε αμφισβητήσεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πρόκειται, εν πρώτοις, για τον καθορισμό των δικαιούχων της εκλογικής, της δεύτερης, μικρότερης σε ύψος αλλά εξαιρετικά κρίσιμης κατά τη διεξαγωγή του εκλογικού αγώνα, κατηγορίας κρατικής, χρηματοδότησης. Οι νομοθετημένες προς τούτο προϋποθέσεις διαφοροποιούνται ελάχιστα και πάντως όχι ουσιωδώς από τις αντίστοιχες για την τακτική. Γι’ αυτό, φαίνεται, καταρχήν, ότι η συνταγματικότητά τους δύσκολα θα ετίθετο σε αμφισβήτηση. Ωστόσο, ο σκοπός για τον οποίο διατίθεται και, ιδίως, πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν επιτρέπουν να υποστηριχθεί ότι και αυτό το ζήτημα έχει, επίσης, κλείσει δικαστικά.
Εξάλλου, η χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων και υπό τις δύο μορφές της, την κρατική και την ιδιωτική, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη και την ανανέωση, με δύο λόγια για την εξέλιξη, του κομματικού και, σε απώτερη αναγωγή, του πολιτικού συστήματος. Η κρατική, λόγω του ύψους της και σε συνάρτηση με τις επιλογές για τον καθορισμό των δικαιούχων της, μπορεί να οδηγήσει στην «τσιμεντοποίηση» του κομματικού φαινομένου ή να αποδειχθεί καταλύτης για την αναζωογόνηση της πολιτικής ζωής. Τη συγκεκριμένη κατεύθυνση διαμορφώνει κυρίαρχα και προνομιακά η κατανομή στους δικαιούχους της. Οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν έχουν επί τριάντα σχεδόν έτη, παρά την προφανή σημασία τους, απασχολήσει ουσιαστικά τη νομολογία. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα ζήτημα που δεν είναι απλώς ανοικτό, αλλά κυριολεκτικά δεν έχει ακόμη ανοίξει.
IV. Οι δικαιούχοι της εκλογικής χρηματοδότησης
1. Η κρατική χρηματοδότηση διατίθεται στα πολιτικά κόμματα, προκειμένου να αντιμετωπίζουν τις λειτουργικές και τις εκλογικές του δαπάνες. Προβλέποντας ο συντακτικός και, κατ’ εξουσιοδότησή του, ο κοινός νομοθέτης το σκοπό που εκπληρώνεται με την καταβολή της, οροθετεί και τις γενικές κατηγορίες στις οποίες διακρίνεται, την ετήσια τακτική και την εκλογική. Η δεύτερη, όπως δηλώνεται στον τίτλο της, χορηγείται ενόψει γενικών βουλευτικών εκλογών ή εκλογών για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ανέρχεται σε ποσοστό έως μηδέν κόμμα είκοσι δύο τοις χιλίοις (0,22‰) των τακτικών εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού, μπορεί δε να φθάσει έως το μηδέν κόμμα τριάντα πέντε τοις χιλίοις (0,35‰), εάν στη διάρκεια του ίδιου ημερολογιακού έτους διεξαχθούν περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις[22].
Δικαιούχοι της εκλογικής είναι ουσιαστικά όσοι λαμβάνουν την κρατική χρηματοδότηση[23]. Οι προϋποθέσεις για τον καθορισμό τους διατηρούνται, κατά βάση, οι ίδιες, αφού η σχετική ρύθμιση επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτολεξεί[24]. Οι σημειακές διαφοροποιήσεις επιβάλλονται και δικαιολογούνται από το σκοπό της διάθεσης της εκλογικής χρηματοδότησης, δηλαδή την αντιμετώπιση δαπανών του εκλογικού αγώνα. Εντοπίζονται, εν πρώτοις, στην απαίτηση η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση να συντρέχει κατά την περίοδο, βουλευτική ή την αντίστοιχη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εξάλλου, η ποσοστιαία ελάχιστη συμμετοχή με πλήρεις συνδυασμούς και η απήχηση στο εκλογικό σώμα, στο ίδιο πάντοτε ύψος, αφορά μόνον τις γενικές βουλευτικές εκλογές, ενώ στις ευρωπαϊκές ζητούμενο, ευλόγως, είναι αποκλειστικά η προτίμηση στο ίδιο ποσοστό των ψήφων.
2. Από τις δύο μορφές της κρατικής χρηματοδότησης, η τακτική παραμένει ποσοτικά η μεγαλύτερη και η καταβολή της αρχίζει το επόμενο έτος εκείνου των εκλογών, ολοκληρώνεται δε τη χρονιά διενέργειας της νέας εκλογικής αναμέτρησης[25]. Αντίθετα, η εκλογική, σημαντικά μικρότερη, κατανέμεται στο μεγαλύτερο μέρος της κατά τη διάρκεια του εκλογικού αγώνα και πριν από την ψηφοφορία σε όσους εκπροσωπούνταν στη διαλυθείσα Βουλή[26]. Δηλαδή, σε σχηματισμούς με σημαντική απήχηση στο εκλογικό σώμα, οι οποίοι λαμβάνουν, κατά κανόνα, τακτική χρηματοδότηση και είναι, επιπλέον, δικαιούχοι στο υπόλοιπο της εκλογικής χρηματοδότησης[27].
Το ενδιαφέρον για την αμφισβήτηση των προϋποθέσεων καθορισμού των δικαιούχων, εν γένει, της κρατικής χρηματοδότησης περιορίζεται, λοιπόν, σε πολιτικά κόμματα με μικρή[28] εκλογική δύναμη που αποκλείονται από την καταβολή της. Έχοντας τη δυνατότητα να στραφούν κατά των πράξεων διάθεσή της, προκρίνουν όλα αυτά τα χρόνια να εγείρουν δικαστικά αμφισβητήσεις μόνο για την τακτική χρηματοδότηση. Έτσι, εξηγείται, γιατί η εκλογική δεν έχει ως σήμερα απασχολήσει, αυτοτελώς, τη νομολογία. Πράγματι, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ουδέποτε έχει ζητηθεί, ευθέως και αποκλειστικά, η ακύρωση απόφασης καθορισμού των δικαιούχων της[29]. Αλλά και ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου αμφισβητήθηκε αφενός η συνταγματικότητα του αποκλεισμού μεμονωμένων υποψηφίων ή ο υπολογισμός και η στιγμή καταβολής της, αφετέρου δε η συμμετοχή και η εκλογική απήχηση στο νομοθετημένο ύψος ως προϋποθέσεων για τον καθορισμό των δικαιούχων της, εν γένει, της κρατικής χρηματοδότησης. Οι ενστάσεις απορρίφθηκαν όμως με την υιοθέτηση των σκέψεων της πάγιας νομολογίας[30].
Η ουσιαστική ταύτιση των προϋποθέσεων για τον καθορισμό των δικαιούχων της κρατικής χρηματοδότησης και στις δύο μορφές της, σε συνδυασμό με την πάγια νομολογία σε διαφορές σχετικά με την τακτική θα αρκούσαν για να δικαιολογηθεί, καταρχήν, η παντελής απουσία αυτοτελούς δικαστικής αμφισβήτησης στην περίπτωση της εκλογικής (χρηματοδότησης). Αν και ο σκοπός που υπηρετεί η διάθεση καθεμιάς είναι διακριτός και οι ανάγκες που αντιμετωπίζονται σαφώς διαφορετικές, δύσκολα θα αναμένονταν οποιαδήποτε νομολογιακή διαφοροποίηση. Έτσι, ακόμη και στην περίπτωση που ζητούνταν η ακύρωση απόφασης καθορισμού των δικαιούχων της εκλογικής χρηματοδότησης, ασφαλώς με μόνη την προβολή της αντισυνταγματικότητας των νομοθετημένων προϋποθέσεων, η απόρριψη της σχετικής αίτησης θα θεωρούνταν εύλογη, με την επίκληση των αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων στα οποία εδράζονται και υπηρετούν τον επιδιωκόμενο σκοπό, συναπτόμενο προς την εκπροσώπηση εν ενεργεία πολιτικών δυνάμεων με έκδηλη παρουσία στην πολιτική ζωή[31].
3. Πρόκειται για εκτίμηση, η οποία εξασφαλίζει την επιβεβαίωσή της αποκλειστικά σε συνθήκες «νομολογιακής σταθερότητας». Και μπορεί μεν να μην θεωρείται δυνατή η ευθεία ανατροπή για όσο χρόνο τα κριθέντα συνταγματικά και νομοθετικά δεδομένα της τακτικής χρηματοδότησης παραμένουν αμετάβλητα, δεν αποκλείεται όμως με νεώτερη δικαστική κρίση σε σχετικό ή συναφές ζήτημα να προκληθούν ρωγμές, τέτοιας ποιότητας και έντασης, που θα έθεταν, εμμέσως αλλά αποφασιστικά, σε αμφισβήτηση το κεκτημένο της πάγιας νομολογίας. Τέτοια ρωγμή φαίνεται να επιφέρει η απόφαση 3427/2010 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας[32].
Μετά την παραπεμπτική απόφαση 1784/2009 του Δ΄ Τμήματος[33], κλήθηκε να δικάσει δύο αιτήσεις του πολιτικού κόμματος «ΔΡΑΣΗ». Με αυτές ζητούσε την ακύρωση ισάριθμων αποφάσεων του, τότε, Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, στις οποίες καθορίζονταν οι όροι, οι προϋποθέσεις και ο χρόνος προβολής των πολιτικών κομμάτων και των συνασπισμών τους στις εκλογές της 7ης Ιουνίου 2009 για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από τους δημόσιους και τους ιδιωτικούς ενημερωτικούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, καθώς επίσης από φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών. Η ετυμηγορία της Ολομέλειας, παρά τις όποιες και μάλιστα διόλου ευκαταφρόνητες «τεχνικές» δυσκολίες για τη συμμόρφωση στο περιεχόμενό της[34] ή τις εύλογες παρατηρήσεις και επιφυλάξεις σε επιμέρους σκέψεις της[35], θέτει σε νέα βάση τη διεξαγωγή του εκλογικού αγώνα. Η σημειούμενη μεταβολή δεν περιορίζεται μάλιστα στις ευρωπαϊκές αλλά καταλαμβάνει και τις γενικές βουλευτικές εκλογές[36].
Για να τάμει τη διαφορά αναζήτησε τους συνταγματικούς καθορισμούς της δημόσιας προβολής των προγραμμάτων και των θέσεων των πολιτικών κομμάτων και των συνασπισμών τους κατά τη διάρκεια του εκλογικού αγώνα. Στους παραδοσιακούς των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 14 και 29 παρ. 2 Συντ., που διαμόρφωσαν, προνομιακά, την κρίση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001[37], προσθέτει, ορθά, τα άρθρα 5 παρ. 1, 5Α, 15 παρ. 2 και 52 Συντ. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία τους δέχεται[38] ότι η εξασφάλιση της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, απαιτεί, μεταξύ άλλων, την, κατά το δυνατόν, πληρέστερη, έγκαιρη και πολύπλευρη ενημέρωση του εκλογικού σώματος[39]. Ο διατιθέμενος προς τούτο δωρεάν χρόνος μπορεί να διαφοροποιείται με την προσφυγή σε πρόσφορα και αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, η συμμετοχή στις εκλογές ή η εκλογική απήχηση[40], σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να εξασφαλίζεται, καταρχήν, σε όλους ένας ελάχιστος, πλην όμως ικανός, χρόνος για να προβάλουν δημόσια το πρόγραμμα και τις θέσεις τους.
Στην κρίση της Ολομέλειας ο διατιθέμενος χρόνος επιμερίζεται αφενός σε εκείνον που κατανέμεται με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, προφανώς αντιστοιχεί στον περισσότερο, αφετέρου δε σε ότι απομένει που μοιράζεται, δίχως εξαιρέσεις, σε όλους εκείνους που συμμετέχουν στην εκλογική αναμέτρηση. Δικαιούχοι του τελευταίου είναι, λοιπόν, όλα τα πολιτικά κόμματα, ανεξάρτητα από τη στιγμή ίδρυσής τους, περιλαμβανομένων και των νεοπαγών[41]. Στην κρίση του Δικαστηρίου η δωρεάν διάθεση ελάχιστου ραδιοτηλεοπτικού χρόνου σε όλους αποτελεί εγγύηση της ίσης μεταχείρισης, παρέχει, κατά το δυνατόν, ίσες ευκαιρίες στη διεκδίκηση της προτίμησης του εκλογικού σώματος και διευκολύνει τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Με την αξιοποίησή του γίνονται ευρύτερα γνωστές οι θέσεις, παρουσιάζεται το πρόγραμμα και, μέσω αυτών, κάθε πολίτης μπορεί να διαμορφώσει ελεύθερα τη βούλησή του, επιλέγοντας μεταξύ των προσφερόμενων προτάσεων. Η προκρινόμενη τελικά είναι ή πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της γνώσης που στις συνθήκες αυτές διασφαλίζει τη γνήσια έκφραση της λαϊκής θέλησης.
4. Η γνώση του προγράμματος και των θέσεων κατά τη διεκδίκηση της προτίμησης του εκλογικού σώματος δεν εξαντλείται πάντως στη δωρεάν δημόσια προβολή. Για την ενημέρωση των εκλογέων τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί τους είναι, επίσης, υποχρεωμένα να πραγματοποιούν, ανά την επικράτεια, εκδηλώσεις, να εκτυπώνουν ενημερωτικό ή άλλο εκλογικό υλικό και να το διακινούν. Αλλά και η, εν γένει, συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία έχει οικονομικό κόστος. Αθροιζόμενα τα ποσά που διατίθενται για τις ποικίλες ανάγκες του εκλογικού αγώνα, συγκεκριμενοποιούν τις εκλογικές δαπάνες[42].
Μέρος τους αντιμετωπίζεται με την εκλογική χρηματοδότηση[43]. Δικαιούχοι της όμως δεν είναι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, το σύνολο των πολιτικών σχηματισμών, κόμματα και συνασπισμοί τους, που συμμετέχουν στην εκλογική αναμέτρηση, αλλά μόνον όσοι πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις[44]. Εξαιρούνται, λοιπόν, εκείνοι που ιδρύονται στη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου[45] ή με αφορμή και ενόψει της προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία είτε πριν από την προκήρυξή της είτε, σπανιότερα, μετά και κατά τη διάρκεια του εκλογικού αγώνα[46]. Ο αποκλεισμός τους από την εκλογική χρηματοδότηση τους στερεί πόρους που θα συνέβαλαν στην, κατά το δυνατόν, πλήρη και πάντως πιο έγκαιρη ενημέρωση του εκλογικού σώματος.
Έτσι, υποχρεούνται να διεκδικήσουν την προτίμηση των ψηφοφόρων υπό σαφώς δυσμενέστερους, σε σύγκριση μάλιστα με τους κρατικά χρηματοδοτούμενους ανταγωνιστές τους επαχθείς, όρους. Δωρεάν, αλλά πολύ περιορισμένος, χρόνος διατίθεται σε ελάχιστους από τους αποκλειόμενους της εκλογικής χρηματοδότησης, δυνατότητα αγοράς δεν υπάρχει[47] και η έντυπη παρουσίαση του προγράμματος και των θέσεων δεν αρκεί για να υποκαταστήσει στοιχειωδώς το έλλειμμα της ηλεκτρονικής προβολής. Συνεπώς, συμμετέχουν στην πολιτική ζωή και ανταγωνίζονται σε συνθήκες που δεν διασφαλίζουν την ελεύθερη και τη γνήσια εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας.
Δημόσια προβολή και εκλογική χρηματοδότηση συνιστούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από τη στιγμή που η πάγια νομολογία για την πρώτη ανατράπηκε, επ’ ωφελεία των μικρών, πιθανολογείται βάσιμα ότι, αργά ή γρήγορα, την ίδια τύχη θα έχει μάλλον η δεύτερη, κατά το μέρος της που αφορά τις προϋποθέσεις για τον καθορισμό των δικαιούχων. Οι συνταγματικοί καθορισμοί τους, δηλαδή η γενική αρχή της ισότητας, το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή, η αρχή του πολυκομματισμού, στις επιμέρους συνιστώσες της ίσης μεταχείρισης και της παροχής ίσων ευκαιριών στα πολιτικά κόμματα και τους συνασπισμούς τους, και, βέβαια, η θεμελιώδης εκλογική αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης[48], ερμηνευόμενοι υπό την ίδια οπτική σε μια ακυρωτική δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δύσκολα θα οδηγούσαν σε διαφορετική, κατά το μάλλον ή ήττον, ετυμηγορία[49].
V. Η κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης
1. Το σύστημα κατανομής της κρατικής χρηματοδότησης παραμένει σχεδόν αδιαφοροποίητο στις δύο τελευταίες γενιές του δικαίου των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων. Η μερίδα του λέοντος, σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%)[50] του συνόλου, της τακτικής διατίθεται ετησίως[51] σε όσους σχηματισμούς έχουν εκλέξει βουλευτές από τους συνδυασμούς τους με βάση την εκλογική δύναμη. Από το υπόλοιπο είκοσι τοις εκατό (20%) το μισό διανέμεται, ισόποσα, μεταξύ αφενός όσων έχουν εκλέξει αντιπροσώπους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο[52] και αφετέρου εκείνων που εξασφάλισαν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, δηλαδή των δικαιούχων της προηγούμενης κατανομής. Το απομένον, το λοιπό δέκα τοις εκατό (10%)[53], λαμβάνουν, επίσης ισόποσα, εκείνοι που συμμετείχαν στις γενικές βουλευτικές εκλογές, καταρτίζοντας πλήρεις συνδυασμούς στον καθορισμένο αριθμό βασικών εκλογικών περιφερειών και συγκεντρώνοντας την προβλεπόμενη εκλογική δύναμη[54], καθώς επίσης στους δικαιούχους των δύο προηγούμενων κατανομών[55].
Η εκλογική χρηματοδότηση δεν καταβάλλεται εφάπαξ αλλά σε δύο διακριτές χρονικές στιγμές, πριν και μετά τις εθνικές ή τις ευρωπαϊκές εκλογές[56]. Ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου της διανέμεται στη διάρκεια του εκλογικού αγώνα σε όσους σχηματισμούς εκπροσωπήθηκαν στη διαλυθείσα Βουλή ή, αντίστοιχα, την Ευρωβουλή[57]. Το υπόλοιπο σαράντα τοις εκατό (40%) διατίθεται μετεκλογικά στα πολιτικά κόμματα και τους συνασπισμούς τους, που κατήρτισαν πλήρεις συνδυασμούς στον καθορισμένο αριθμό βασικών εκλογικών περιφερειών και συγκέντρωσαν την προβλεπόμενη εκλογική δύναμη, με βάση τον αριθμό των εγκύρων ψηφοδελτίων τους[58]. Δικαιούχοι, είναι επίσης, όσοι χρηματοδοτήθηκαν πριν από τις εκλογές[59].
2. Στις επιλογές του για την κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης και στις τρεις γενιές του δικαίου των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων ο κοινός νομοθέτης επιδεικνύει δυσεξήγητη εύνοια στους σχηματισμούς με ευρεία απήχηση στις τάξεις του εκλογικού σώματος και αδικαιολόγητη εμμονή στην υπερεκτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος της προηγούμενης αναμέτρησης. Εν πρώτοις, στην κατανομή της τακτικής χρηματοδότησης οι σχηματισμοί που εκπροσωπούνται στη Βουλή λαμβάνουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της, με βάση την εκλογική τους δύναμη, και μοιράζονται ισόποσα με τους άλλους δικαιούχους το υπόλοιπο. Έτσι, τα πολιτικά κόμματα με μικρή αλλά πάντως υπολογίσιμη απήχηση στις τάξεις του εκλογικού σώματος [60]περιορίζονται καθόλο το διάστημα μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων σε ισχνή χρηματοδότηση, με όλες τις παρεπόμενες δυσμενείς συνέπειες στην προετοιμασία τους για τη διεκδίκηση της προτίμησης του εκλογικού σώματος.
Εξάλλου, η εκλογική χρηματοδότηση κατευθύνεται στο μεγαλύτερο μέρος της προεκλογικά σε όσους είχαν πετύχει να αναδείξουν αντιπροσώπους στη διαλυθείσα Βουλή. Έτσι, αποκλείονται και πάλι τόσο οι σχηματισμοί με υπολογίσιμη εκλογική απήχηση όσο και οι νεοπαγείς. Αλλά και το διόλου ευκαταφρόνητο υπόλοιπο ποσοστό της κατανέμεται μετεκλογικά κατά τρόπο που, αν δεν επιτείνει, διαιωνίζει τις ανισότητες. Βέβαια, δικαιούχοι παραμένουν και τα πολιτικά κόμματα ή οι συνασπισμοί τους που πληρούν τους όρους της συμμετοχής και της εκλογικής δύναμης. Ωστόσο, στην κατανομή συμμετέχουν και όσοι έλαβαν την πρώτη δόση της εκλογικής χρηματοδότησης. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, οι περισσότεροι από αυτούς να χρηματοδοτηθούν από δύο ροές, αφού το κομματικό μας σύστημα διακρίνεται για τη στατικότητά του και τα περιθώρια ανανέωσης από αναμέτρηση σε αναμέτρηση διαγράφονται, κατά κανόνα, ασφυκτικά.
3. Οι ρυθμίσεις για την κατανομή της κρατικής, τακτικής και εκλογικής, χρηματοδότησης δεν έχουν ουσιαστικά τεθεί ακόμη στη βάσανο της δικαστικής κρίσης. Το γεγονός προκαλεί, ίσως, απορίες, βρίσκει όμως πειστική εξήγηση στις δικονομικές επιλογές της ακυρωτικής δίκης και στις ιδιαιτερότητες του πολιτικού μας συστήματος. Για να λάβει κανείς κρατική χρηματοδότηση πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί ως δικαιούχος της. Τα δύο ζητήματα βρίσκονται σε χρονική ακολουθία και ρυθμίζονται ενιαία από τον Υπουργό Εσωτερικών. Η νομιμότητα της απόφασής του αμφισβητείται με αίτηση ακυρώσεως, η οποία θα μπορούσε να βάλει και κατά μέρους της, δηλαδή είτε κατά των προϋποθέσεων για τον καθορισμό των δικαιούχων είτε κατά της συγκεκριμένης κατανομής[61]. Αιτούντες μπορεί είναι πολιτικά κόμματα ή οι συνασπισμοί τους, αρκεί να πλήττονται, με οποιονδήποτε τρόπο, από το περιεχόμενό της[62].
Στην πρώτη περίπτωση[63], ο αιτών για να διαθέτει έννομο συμφέρον πρέπει να έχει αποκλειστεί από τους δικαιούχους της χρηματοδότησης, επειδή δεν πληροί τις νομοθετημένες προϋποθέσεις. Τυχόν αποδοχή της αίτησης επιφέρει την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης στο συγκεκριμένο σημείο της, χωρίς όμως να επιτρέπει οποιαδήποτε κρίση, ακόμη και εάν έχει ζητηθεί, για την κατανομή της χρηματοδότησης[64]. Η τελευταία μπορεί πάντως να αμφισβητηθεί αυτοτελώς από όσους λαμβάνουν ήδη χρηματοδότηση, επιδιώκοντας τη μεταβολή της ποσοστιαίας αναλογίας σε καθεμία από τις τρεις διακριτές κατηγορίες δικαιούχων.
Τα τριάντα σχεδόν έτη ισχύος του δικαίου των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων, η συντριπτική πλειονότητα των αιτήσεων για την ακύρωση επιλογών του αφορούσε τις προϋποθέσεις καθορισμού των δικαιούχων της τακτικής κρατικής χρηματοδότησης. Η απόρριψή τους δεν επέτρεψε, ακόμη και στη σπάνια περίπτωση που θα αμφισβητούνταν η κατανομή της, στη δικαστική κρίση να προχωρήσει. Εξάλλου, οι σχηματισμοί που λάμβαναν κρατική χρηματοδότηση ουδέποτε έως σήμερα φαίνεται να έθεσαν ζήτημα συνταγματικότητας των νομοθετικών ορισμών για τη διάθεσή της. Οι λόγοι πρέπει να αναζητηθούν, προεχόντως, στο γεγονός ότι οι περισσότεροι συμμετείχαν στις τρεις κατανομές και οι διαφοροποιήσεις που θα προκαλούσε ενδεχόμενη ακυρωτική απόφαση δεν θα μετέβαλλε ουσιωδώς το συνολικό ποσό που τους αναλογεί. Γι’ αυτό, προκρίνουν να μην θέσουν σε δοκιμασία τα κεκτημένα τους. Απομένουν, λοιπόν, οι σχηματισμοί που καθίστανται δικαιούχοι λόγω της συμμετοχής και της εκλογικής τους δύναμης. Αν και θα μπορούσαν να προσδοκούν βάσιμα ανατροπές, παραμένουν μάλλον αδιάφοροι, για λόγους που δεν είναι προφανείς και δύσκολα μπορεί να αναζητηθούν.
4. Οι συνταγματικοί καθορισμοί του συστήματος για την κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης είναι οι ίδιοι με εκείνους διέπουν τους δικαιούχους της. Πρόκειται για τη γενική αρχή της ισότητας, το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή, την αρχή του πολυκομματισμού, στις επιμέρους συνιστώσες της ίσης μεταχείρισης και της παροχής ίσων ευκαιριών στα πολιτικά κόμματα και τους συνασπισμούς τους, και βέβαια, τη θεμελιώδη εκλογική αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης. Η υπαγωγή των επιμέρους ρυθμίσεων του συστήματος στο κανονιστικό τους πεδίο, με τις επιβαλλόμενες πάντως διαφοροποιήσεις μεταξύ της τακτικής και της εκλογικής χρηματοδότησης, αναδεικνύει ασυμβατότητες, ικανές να στοιχειοθετήσουν λόγους ακυρώσεως των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή τους.
Η πληθωρική συμμετοχή όσων σχηματισμών ανέδειξαν από τους συνδυασμούς του βουλευτή στην τακτική χρηματοδότηση τους επιτρέπει να δρουν με μεγαλύτερη άνεση στη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. Αλλά και η εκλογική χρηματοδότηση κατευθύνεται προνομιακά σε αυτούς τόσο πριν όσο και μετά την εκλογική αναμέτρηση. Αντιθέτως, οι μικροί περιορίζονται στην ισόποση διανομή μικρού μόνο μέρους της τακτικής χρηματοδότησης και αποκλείονται από το μεγαλύτερο μέρος της εκλογικής[65]. Τέλος, δεν είναι δικαιούχοι και των δύο μορφών της κρατικής χρηματοδότησης σχηματισμοί που συστάθηκαν κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, ακόμη και αν διαθέτουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση[66].
Ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται η κρατική χρηματοδότηση στοιχειοθετεί άνιση μεταχείριση σε βάρος των πολιτικών κομμάτων και των συνασπισμών τους με υπολογίσιμη απήχηση στις τάξεις του εκλογικού σώματος. Δεν τους εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες για να διεκδικήσουν την προτίμησή του, αφού οι μεγάλοι διαθέτουν οικονομική ευχέρεια και περισσότερα μέσα. Έτσι, αλλοιώνεται, εν γένει, η γνήσια διαμόρφωση στη διάρκεια του εκλογικού αγώνα και, ιδίως, η αυθεντική εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, προσβάλλεται το δικαίωμα των άλλων, ως συνταγματικό όριο για τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή, και διευκολύνεται η «τσιμεντοποίησή» της, καθώς οι μεγάλοι μεγαλώνουν περισσότερο και οι μικροί μικραίνουν και άλλο.
Αν και το ζήτημα της συνταγματικότητας του συστήματος κατανομής της κρατικής χρηματοδότησης παραμένει ανοικτό, δεν φαίνεται να καταλείπονται πολλά περιθώρια δικαστικής ανατροπής του, τουλάχιστον για όσο χρόνο διατηρείται αναλλοίωτη η νομική, δικονομική, και η πολιτική πραγματικότητα, όπως σκιαγραφήθηκαν προηγουμένως. Ο κοινός νομοθέτης μπορεί και οφείλει να αναλάβει πάντως πρωτοβουλία που θα εκσυγχρονίσει, θα εναρμονίσει προς το Σύνταγμα και, εντέλει, θα καταστήσει το σύστημα δικαιότερο και πιο φιλικό στους μικρούς. Η εκδήλωσή της πρέπει να εξελιχθεί στοχευμένα και να επιχειρήσει συνδυασμένα την τροποποίηση των επίμαχων ρυθμίσεων και για τις δύο μορφές της κρατικής χρηματοδότησης.
Το ποσοστό της τακτικής που κατανέμεται με βάση την εκλογική δύναμη θεωρείται εύλογο να μειωθεί, να αυξηθεί, αντίστοιχα, εκείνο που διανέμεται ισόποσα και, σε κάθε περίπτωση, οι μεγάλοι σχηματισμοί να αποκλείονται από τη συμμετοχή σε όλες τις κατανομές[67]. Εξάλλου, η εκλογική χρηματοδότηση, στο μέρος της που καταβάλλεται μετά την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό να διατίθεται και σε σχηματισμούς με εκπροσώπηση στη διαλυθείσα Βουλή. Τέλος, φαίνεται σκόπιμο να εξεταστεί η κατάργηση του αποκλεισμού από την κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης των σχηματισμών που συστάθηκαν κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. Αν και θα μπορούσε να εκληφθεί, κακόπιστα, ως οικονομικό αντικίνητρο για την αποτροπή πολιτικών ανακατατάξεων, η εμπειρία του παρελθόντος καταδεικνύει ότι σπανίως λειτούργησε στην πράξη ως τέτοιο. Άλλωστε, η λελογισμένη και πολιτικά τεκμηριωμένη κινητικότητα των βουλευτών συνιστά εκδήλωση της ελεύθερης εντολής και, συχνά, επιτρέπει την προσαρμογή στα νέα πολιτικά δεδομένα.
VΙ. Συμπεράσματα
Τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων διατηρούνται στην επικαιρότητα από την πρώτη ουσιαστικά στιγμή της θέσπισης των ρυθμίσεων που τα κατέστησε διακριτό κλάδο του δικαίου μας. Η πολιτική και η επιστημονική συζήτηση επικεντρώθηκε στον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης και την, εν γένει, επικράτηση της διαφάνειας στα πεπραγμένα της. Οι πρωτοβουλίες που, κατά καιρούς, αναλήφθηκαν, αν και οι προθέσεις θεωρούνται πάντοτε αγαθές, δεν έχουν ακόμη δώσει πειστικές απαντήσεις. Αντιθέτως, τα δικαστήρια απασχόλησε έντονα και επίμονα ο καθορισμός των δικαιούχων της τακτικής κρατικής χρηματοδότησης. Η συνταγματικότητα των νομοθετημένων προϋποθέσεων αμφισβητήθηκε, αλλά η πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως διαπλάστηκε πριν και μετά την αναθεώρηση του 2001, με τελευταία χρονικά την απόφαση 3869/2011 της Ολομέλειας, δεν αφήνει, υπό τα επικρατούντα νομικά δεδομένα, κανένα ουσιαστικά περιθώριο για νέες, σοβαρές, αμφισβητήσεις.
Η ταυτότητα του νομικού λόγου και παρά το γεγονός ότι η συνταγματικότητα των προϋποθέσεων για τον καθορισμό των δικαιούχων της δεν έχει ακόμη αυτοτελώς αμφισβητηθεί δικαστικά, θα επέτρεπε να ισχύσει το ίδιο και στην περίπτωση της εκλογικής χρηματοδότησης. Άλλωστε, δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς από εκείνες της τακτικής που κρίθηκαν από την πάγια νομολογία συνταγματικά θεμιτές. Ωστόσο, τα πραγματικά δεδομένα, μεταξύ των οποίων πρέπει να αναφερθεί ιδιαίτερα ο σκοπός και οι ανάγκες που αντιμετωπίζονται με τη διάθεση της εκλογικής χρηματοδότησης, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφοροποιήσεις τη δικαστική κρίση. Την εκτίμηση ενισχύουν οι σκέψεις που επικράτησαν στην απόφαση 3427/2010 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη δωρεάν ραδιοτηλεοπτική προβολή των προγραμμάτων και των θέσεων στη διάρκεια του εκλογικού αγώνα. Έτσι, το ζήτημα των δικαιούχων της εκλογικής χρηματοδότησης πρέπει να θεωρείται ακόμη ανοικτό.
Τέλος, δεν έχει καν ανοίξει δικαστικά η συμβατότητα των νομοθετικών ρυθμίσεων που οργανώνουν το σύστημα κατανομής της κρατικής, τακτικής και εκλογικής, χρηματοδότησης. Η συγκεκριμενοποίησή της, κάθε έτος και, αντίστοιχα, ενόψει και μετά την εκλογική αναμέτρηση, στην απόφαση που καθορίζει και τους δικαιούχους της, δύσκολα θα επέτρεπε, υπό την ισχύουσα δικονομική τάξη, να φθάσει τελικά στη δικαστική κρίση. Αλλά και όταν ακόμη τούτο θα ήταν δυνατό, όσοι νομιμοποιούνται να την αμφισβητήσουν δεν το πράττουν. Το ισχύον σύστημα κατανομής, ιδίως της τακτικής χρηματοδότησης, επιτρέποντας την άνιση μεταχείριση σχηματισμών με υπολογίσιμη εκλογική απήχηση, δεν τους εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες για να διεκδικήσουν την προτίμηση του εκλογικού σώματος, αλλοιώνει, εν γένει, την ελεύθερη διαμόρφωση και, ιδίως, τη γνήσια εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, και, εντέλει, διευκολύνει την «τσιμεντοποίηση» του κομματικού συστήματος. Η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης είναι ευθύνη του κοινού νομοθέτη και η πρωτοβουλία του πρέπει να εκδηλωθεί, χωρίς να αναμένει την, έτσι και αλλιώς αβέβαιη χρονικά, δικαστική κρίση.


[1] Βλ. Θ. Ξηρού,Οι προϋποθέσεις για τον καθορισμό των δικαιούχων της τακτικής κρατικής χρηματοδότησης στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με αφορμή την απόφαση 3157/2009 (Δ΄ Τμ.), ΘΠΔΔ 8-9/2010, σ. 910-911.
[2] Α΄ 73.
[3] Α΄ 155.
[4] Α΄ 146.
[5] Βλ. Ευάγ. Βενιζέλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Αναθεωρημένη Έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2008, σ. 455· Χρυσόγονου Κ., Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2003, σ. 280 και Θ. Ξηρού, Τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών στο αναθεωρημένο Σύνταγμα, στον τόμο: του ιδίου, Το δίκαιο των πολιτικών κομμάτων, Δεύτερη Έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2010, σ. 289 επ.
[6] Με την (αδημοσίευτη) απόφασή του 3159/2009. Όμοιες είναι και οι αποφάσεις του ίδιου Τμήματος 3157 [σε ΘΠΔΔ 8-9 (2010), σ. 907 επ.] και η (αδημοσίευτη) 3158/2009.
[7] Για το κείμενο της απόφασης βλ. ΝοΒ 5 (2012), σ. 725 επ. Όμοιες είναι και οι αδημοσίευτες αποφάσεις 3770 και 3771/2011.
[8] Άρθρο 4 παρ. 1 Συντ. Βλ., αντί πολλών, Αθ. Ράϊκου Αθ., Συνταγματικό Δίκαιο. Θεμελιώδη Δικαιώματα, 2ος Τόμος, 2η Έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 413 επ.· Κ. Χρυσόγονου, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, Τρίτη αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα 2006, σ. 119 επ. και Πρ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο. Ατομικά Δικαιώματα, Τρίτη αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2010, σ. 1231 επ.·
[9] Άρθρο 29 παρ. 1 Συντ. Βλ., αντί πολλών, Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Β΄, Οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σ. 112 επ· Γ. Παπαδημητρίου, Δίκαιο των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα-Κομοτηνή 1994, σ. 48 επ.· Κ.Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 5), σ. 271 επ.· Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 5), σ. 458 επ. και Αθ. Ράϊκου, Συνταγματικό Δίκαιο, 4η Έκδοση, Αθήνα 2012, σ. 504 επ.
[10] Άρθρο 29 παρ. 2 πρότ. 1 Συντ. Βλ, αντί άλλων, Κ.Χρυσόγονου, όπ.π., σ. 280 επ.· Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π., σ. 455 επ. και Αθ. Ράϊκου, όπ.π., σ. 508 επ.
[11] Όχι όμως και η χρηματοδότηση κατά το προηγούμενο έτος, που αποτελούσε προϋπόθεση για τον καθορισμό των δικαιούχων της στα άρθρο 51 του ν. 1731/1987 και 8 του ν. 1775/1988. Πρόκειται για προϋπόθεση που εδράζεται σε κριτήριο συμπτωματικό και απρόσφορο, όπως δέχθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας στις αποφάσεις του 993/1989 (Ολ.) [Αρμενόπουλος 2 (1989), σ. 393 επ. και ΝοΒ 9 (1989), σ. 1283 επ.] και 1116/ 1990 [ΤοΣ 2 (1990), σ. 289 επ.]. Βλ., επίσης, Κ. Χρυσόγονου, όπ.π., σ. 283.
[12] Δηλαδή, ακόμη και εκείνοι που δεν αντιπροσωπεύουν εν ενεργεία πολιτικές δυνάμεις ή δεν έχουν έκδηλη παρουσία στην πολιτική ζωή
[13] Βλ. Γ. Παπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 5), σ. 59 επ. και Θ. Ξηρού, Τα οικονομικά, όπ.π. (σημ. 5), σ. 289 επ.
[14] Που αντιστοιχούσε, εάν το προσεγγίσει κανείς υπό την οπτική του αποδέκτη, σε υποχρέωση της πολιτείας. Την προσθήκη τέτοιας διατύπωσης για την αντικατάσταση της αναφοράς σε δικαίωμα πρότεινε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος το 2008, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Βλ. Θ. Ξηρού, Το πολιτικό χρήμα στην τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος, στον τόμο: του ιδίου, όπ.π. (σημ. 5), σ. 380-382.
[15] Εν προκειμένω, η Ολομέλεια υιοθέτησε και επανέλαβε τις σκέψεις της πάγιας νομολογίας.
[16] Υπενθυμίζεται ότι για την εξασφάλιση κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης το ισχύει εκλογικό σύστημα προβλέπει «κατώφλι» σε διπλάσιο ύψος, δηλαδή σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) των εγκύρων ψηφοδελτίων της επικράτειας [άρθρο 99 παρ. 1 του π.δ. π.δ. 26/2012 «Κωδικοποίηση σ’ ενιαίο κείμενο των διατάξεων της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών» (Α΄ 57)]. Βλ., αντί άλλων, Αθ. Ράϊκου, όπ.π. (σημ. 9), σ. 596 επ.
[17] Άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3023/2002. Όμοια ρύθμιση περιέχονταν και στο άρθρο 2 του ν. 2429/1996 [βλ. Θ. Ξηρού, Τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών στο ν. 2429/1996, στο τόμο: του ιδίου, όπ.π. (σημ. 5), σ. 213-214] και με διαφοροποιήσεις στο ν. 1443/1984 [βλ. Γ. Παπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 5), σ. 64-65].
[18] Άρθρο 1 του ν. 3023/2002, όπως διαμορφώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3242/2004 (Α΄ 102).
[19] Άρθρο 2 του ν. 3023/2002.
[20] Άρθρο 3 του ν. 3023/2002.
[21] Άρθρο 4 του ν. 3023/2002.
[22] Άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 3023/2002, όπως διαμορφώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3242/2004. Εκλογική χρηματοδότηση διατέθηκε στις αναμετρήσεις του Νοεμβρίου 1989, του Απριλίου 1990 και του Οκτωβρίου 1993, με την ψήφιση ad hoc («φωτογραφικών») τροπολογιών. Για πρώτη φορά εισάγεται με πάγια ρύθμιση στο σώμα το δικαίου των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων στη δεύτερη γενιά του με το άρθρο 1 του ν. 2429/1996 [βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 17), σ. 211 επ.].
[23] Βλ. αμέσως παραπάνω ΙΙ, 3.
[24] Άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3023/2002. Βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π., σ. 214.
[25] Άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α του ν. 3023/2002.
[26] Οι δικαιούχοι του εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου της εκλογικής χρηματοδότησης καθορίζονται το αργότερο δέκα ημέρες μετά την προκήρυξη των εκλογών με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών (άρθρο 3 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3023/2002). Η χρηματοδότηση φθάνει σε αυτούς, συνήθως, την τελευταία εβδομάδα του εκλογικού αγώνα.
[27] Δηλαδή, στο σαράντα τοις εκατό (40%) που διατίθεται μετεκλογικά, αλλά όχι αποκλειστικά με βάση τη νωπή λαϊκή ετυμηγορία.
[28] Λιγότερη του ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) των εγκύρων ψηφοδελτίων της επικράτειας, δηλαδή με μη υπολογίσιμη, κατά την πάγια νομολογία, εκλογική δύναμη.
[29] Και, δι’ αυτής, των προϋποθέσεων καθορισμού τους.
[30] Με τις αποφάσεις του 74/1997 (βλ. Αθ. Ράϊκου, Ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών της 22ας Σεπτεμβρίου 1996, Στ΄ Συμπλήρωμα του Δικονομικού Εκλογικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 1999, σ. 267 επ.) και, αντίστοιχα, 34 και 35/1999 (βλ. του ιδίου, Ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών της 9ης Απριλίου 2000, Ζ΄ Συμπλήρωμα του Δικονομικού Εκλογικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 2003, σ. 171 επ.)
[31] Δηλαδή, με την επίκληση των ίδιων λόγων που οδηγούν, παγίως, στην απόρριψη κάθε αίτησης για την ακύρωση της απόφασης καθορισμού των δικαιούχων της τακτικής χρηματοδότησης, επειδή οι νομοθετημένες προϋποθέσεις εδράζονται σε αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια. Βλ. παραπάνω ΙΙ.
[32] Για το κείμενό της βλ. ΕφημΔΔ 6 (2010), σ. 848 επ.
[33] Για το κείμενό της βλ. ΕφημΔΔ 3 (2009), σ. 291 επ. Πρβλ, επίσης, την ενδιαφέρουσα προσέγγιση του Κ. Γιαννακόπουλου [Μήπως οι ευρωεκλογές πρέπει να γίνουν πιο ανταγωνιστικές; Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 1784/2009, όπ.π., σ. 274 επ.].
[34] Αφού θα υποχρεωθεί να διαθέσει δωρεάν ραδιοτηλεοπτικό χρόνο σε εκλογικούς σχηματισμούς που δεν έχουν ακόμη υποβάλλει την εκλογική του δήλωση και, πολύ περισσότερο, δεν έχουν ανακηρυχθεί οι συνδυασμοί τους.
[35] Που συνέχονται με την προηγούμενη επισήμανση και εντοπίζονται, υπό το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, στις εξομοίωση πολιτικών κομμάτων που έχουν ιδρυθεί και συμμετέχουν στην πολιτική ζωή και σχηματισμών που, ενδεχομένως, μόλις ιδρύθηκαν, δηλώνοντας πρόθεση να διεκδικήσουν την προτίμηση του εκλογικού σώματος, χωρίς όμως να έχουν αποκτήσει ακόμη, τουλάχιστον στις περισσότερες περιπτώσεις, νόμιμη υπόσταση.
[36] Όπως κρίθηκε πρόσφατα στην προσωρινή διαταγή του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας της 20ής Απριλίου 2012, με την οποία δέχθηκε κοινό αίτημα των πολιτικών κομμάτων «ΔΡΑΣΗ» και «Φιλελεύθερη Συμμαχία», επικαλούμενος την απόφαση 3427/2010 της Ολομέλειας. Κάλεσε τη διοίκηση να εκδώσει νέα απόφαση για τη δημόσια προβολή, τάσσοντας ρητή προθεσμία, ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης της 6ης Μαΐου 2012.
[37] Βλ., αντί πολλών, τις αποφάσεις 52/1989 (βλ. Αθ. Ράϊκου, Ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών και των ευρωβουλευτικών εκλογών, Δ΄ Συμπλήρωμα του Δικονομικού Εκλογικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σ. 160 επ.), καθώς επίσης 34 και 35/1999 [του ιδίου, Ζ΄ Συμπλήρωμα,όπ.π. (σημ. 30)].
[38] Στην 8η σκέψη της απόφασης.
[39] Για το ζήτημα βλ., αντί πολλών, Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 5), σ. 459 επ.· Αθ. Ράϊκου, όπ.π. (σημ. 9), σ. 504 επ.
[40] Δηλαδή, επαναλαμβάνει τις προϋποθέσεις της πάγιας νομολογίας για τον καθορισμό των δικαιούχων της τακτικής χρηματοδότησης.
[41] Πρόκειται για τους πολιτικούς σχηματισμούς που ιδρύονται με αφορμή και ενόψει της προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία είτε πριν από την προκήρυξή της είτε, σπανιότερα, μετά και κατά τη διάρκεια του εκλογικού αγώνα.
[42] Η έννοια διαθέτει συνταγματική αναφορά ήδη από το 1975 και εξειδικεύεται στην ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 5 παρ. 3 εδ. γ του ν. 3023/2002), προκειμένου να εφαρμοστούν οι ρυθμίσεις της για τη δημοσιότητα και τον έλεγχο των οικονομικών του εκλογικού αγώνα των πολιτικών κομμάτων και των συνασπισμών τους.
[43] Άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3023/2002.
[44] Άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3023/2002.
[45] Η σχετική πρόβλεψη τέθηκε για να αποτρέψει μετακινήσεις και τη δημιουργία νέων κομματικών σχηματισμών στο διάστημα μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων. Βέβαια, στο παρελθόν δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που η σχετική πρωτοβουλία στόχευε απλώς στην εξασφάλιση κρατικής χρηματοδότησης, ωστόσο ο αποκλεισμός από τους δικαιούχους νέων πολιτικών κομμάτων, στα οποία εντάχθηκαν βουλευτές που αναδείχθηκαν με τη σημαία άλλου, ανεξαρτήτως του αριθμού τους, δεν είναι άμοιρος κριτικός.
[46] Οι τελευταίοι καλούνται νεοπαγείς σχηματισμοί, όπως αναφέρεται στη 8η σκέψη της απόφαση 3427/2010.
[47] Όχι ελλείψει χρημάτων, αλλά επειδή απαγορεύεται ρητά στο άρθρο 46 παρ. 1β του π.δ. 26/2012.
[48] Η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 52 Συντ. και με το κανονιστικό της περιεχόμενο καταλαμβάνει τόσο τη βουλευτική περίοδο όσο και τον εκλογικό αγώνα, επιβάλλοντος σε όλους τους λειτουργούς της Πολιτείας να διαμορφώνουν συνθήκες που θα τη διασφαλίζουν και θα την εγγυώνται. Βλ., αντί άλλων, Μ. Πικραμένου, Η αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, Αθήνα-Κομοτηνή 1993 και Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 5), σ. 427 επ.
[49] Ετυμηγορία, η οποία εκτιμάται, βάσιμα, ότι θα επέβαλε τη διάθεση ελάχιστου ποσού σε όλους, καταρχήν, όσοι συμμετέχουν στον εκλογικό αγώνα, το οποίο θα διανέμεται ισόποσα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες τους και να καλύψουν μέρος των εκλογικών τους δαπανών. Δεν πρέπει πάντως να αποκλειστεί εντελώς το ενδεχόμενο ο κοινός νομοθέτης να σπεύσει, αυτοβούλως, να αναθεωρήσει τις επιλογές του, σε μία εκδήλωση ρεαλισμού, προκειμένου να μην τον προλάβουν οι αναμενόμενες, εύλογα, εξελίξεις και, έτσι, να μην εξαναγκαστεί να συμμορφωθεί σε δικαστική κρίση με αυτό το περιεχόμενο.
[50] Στην προϊσχύσασα νομοθεσία (άρθρο 3 παρ. 1 α του ν. 2429/1996) ανέρχονταν στο ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) [βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 17), σ. 215] και στο ίδιο άρθρο του ν. 1443/1984 στο ενενήντα τοις εκατό (90%) [βλ. Γ. Παπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 5), σ. 65].
[51] Αν και η τακτική χρηματοδότηση καταβάλλεται εφάπαξ, δηλαδή στο σύνολό της μία φορά κάθε έτος και εντός του πρώτου τριμήνου του (άρθρο 3 παρ. 1 εδ. γ΄), ο τότε, Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, εντελώς αυθαίρετα και προβάλλοντος τη συζητούμενη τροποποίηση του νόμου, τη διέθεσε το 2011 σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις. Η πρωτοβουλία του παραβιάζει ευθέως την ισχύουσα νομοθεσία, αλλά η νομιμότητά της δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, ίσως γιατί οι δικαιούχοι έκριναν ότι δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία την «επικοινωνιακή» επίθεση σε βάρος τους, σε μία εποχή που τα οικονομικά της χώρας κατακρημνίζονταν. Η πρακτική συνεχίστηκε και το 2012, τούτη τη φορά για λόγους αντικειμενικούς, αφού οι εγγεγραμμένες πιστώσεις στον κρατικό προϋπολογισμό δεν επαρκούσαν για την καταβολή του συνόλου της τακτικής χρηματοδότησης, όπως καθορίστηκε με βάση τα εκτιμώμενα τακτικά έσοδά του. Γι’ αυτό το λόγο, η απόφαση για τη δ΄ δόση του έτους, δηλαδή τα ποσά που αντιστοιχούν στους μήνες Οκτώβριος-Δεκέμβριος, δεν έχει ακόμη εκδοθεί.
[52] Από τους συνδυασμούς τους. Στην προϊσχύσασα νομοθεσία (άρθρο 3 παρ. 1 α του ν. 2429/1996), που καθιέρωσε αυτήν την κατανομή, ανέρχονταν στο πέντε τοις εκατό (5%) [βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 17), σ. 215].
[53] Το ίδιο ποσοστό διατίθετο υπό την ισχύ του ν. 1443/1984 [βλ. Γ. Παπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 5), σ. 65 και του ν. 2429/1996 [βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 17)].
[54] Βλ. παραπάνω ΙΙ, 3.
[55] Με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή σε τρεις κατανομές και την ίδια ποσοστιαία συμμετοχή, και στους ίδιους δικαιούχους διατίθεται η οικονομική ενίσχυση για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς, η οποία ανέρχεται συνολικά σε ποσό ίσο με το μηδέν κόμμα ένα τοις χιλίοις (0,1‰) των τακτικών εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού (άρθρο 4 του ν. 3023/2002).
[56] Άρθρο 3 παρ. 2, σε συνδυασμό με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, του ν. 3023/2002. Όμοια ρύθμιση προβλέφθηκε και στο ν. 2429/1996 [βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 17), σ. 216 επ.].
[57] Με βουλευτές εκλεγμένους από τους συνδυασμούς τους και με βάση την εκλογική τους δύναμη.
[58] Η απόφαση καθορισμού των δικαιούχων και κατανομής της χρηματοδότησης εκδίδεται το αργότερο δύο μήνες μετά τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας (άρθρο 3 παρ. 2 εδ. β΄ πρότ. 1 του ν. 3023/2002).
[59] Ελλείψει ειδικής ρύθμισης πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δικαιούχοι, ανεξαρτήτως του ποσοστού που συγκέντρωσαν στη νωπή λαϊκή ετυμηγορία και χωρίς να απαιτείται η εκλογή αντιπροσώπου τους στη Βουλή ή στην Ευρωβουλή.
[60] Σύμφωνα με την πάγια νομολογία. Πρόκειται για τους σχηματισμούς που συγκέντρωσαν ποσοστό εγκύρων ψηφοδελτίων που υπερβαίνει το ελάχιστα απαιτούμενο για τη λήψη κρατικής χρηματοδότησης, δηλαδή τουλάχιστον ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%), έχοντας καταρτίσει πλήρεις συνδυασμούς τουλάχιστον στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των βασικών εκλογικών περιφερειών της χώρας.
[61] Βέβαια, στην πράξη με την αίτηση ζητείται, συνήθως, η ακύρωση της απόφαση χωρίς διακρίσεις και αφήνεται στο Δικαστήριο να κρίνει σχετικά στο πλαίσιο της δικονομικά ισχύουσας τάξης.
[62] Δεν αποκλείονται πάντως αίτηση ακυρώσεως να υποβληθεί από ένωση προσώπων ή ιδιώτη. Και στις δύο περιπτώσεις, πρέπει να διαθέτουν έννομο συμφέρον. Εάν δεν το αποδείξουν, η πρωτοβουλία τους θα απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως συνέβη αφενός με την «Ένωση προσώπων για την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών» στην (αδημοσίευτη) απόφαση 2284/1994 (Δ΄ Τμ.) και αφετέρου με ιδιώτη δικηγόρο, που επικαλέστηκε την ιδιότητα του φορολογούμενου για να θεμελιώσει προσωπικό δεσμό με την απόφαση κατανομής του 1998, στην (αδημοσίευτη) απόφαση 582/2001 (Δ΄ Τμ.).
[63] Δηλαδή, για την αμφισβήτηση των προϋποθέσεων καθορισμού των δικαιούχων.
[64] Την ίδια τύχη θα έχει η αμφισβήτηση της κατανομής σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης ακυρώσεως, όταν κριθούν σύμφωνες με το Σύνταγμα οι προϋποθέσεις καθορισμού των δικαιούχων. Εν προκειμένω, παρέλκει η εξέταση των προβαλλόμενων στο ίδιο δικόγραφο λόγων. Τούτο έχει συμβεί κατ’ επανάληψη στο παρελθόν.
[65] Εκείνο που διατίθεται στη διάρκεια του εκλογικού αγώνα.
[66] Την οποία προφανώς έχουν πετύχει με προσχωρήσεις βουλευτών που εκλέχθηκαν υπό τη σημαία άλλου κόμματος.
[67] Εναλλακτικά, αν και πρόκειται για «προωθημένη» προσέγγιση, θα μπορούσε να εξεταστεί η κατάργηση της ισόποσης κατανομής και το σύνολο της τακτικής χρηματοδότησης να διατίθεται σε συνάρτηση προς τον αριθμό των εγκύρων ψηφοδελτίων όλων των δικαιούχων της.

Ο Κωνσταντίνος Δ. Τριανταφυλλόπουλος και η πολιτική. Η μελέτη έχει δημοσιευτεί στον τόμο Κωνσταντίνος Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Ο ανακαινιστής της σύγχρονης ελληνικής νομικής επίστήμης, εκδ. Αντ.Σάκκουλα, 2008, σ. 93-144

Παναγιώτης Γ. Μαντζούφας Επίκουρος Καθηγητής στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ.

Ο Κωνσταντίνος Δ. Τριανταφυλλόπουλος και η πολιτική. Η μελέτη έχει δημοσιευτεί στον τόμο Κωνσταντίνος Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Ο ανακαινιστής της σύγχρονης ελληνικής νομικής επίστήμης, εκδ. Αντ.Σάκκουλα, 2008, σ. 93-144
Ο Κωνσταντίνος Δ. Τριανταφυλλόπουλος δεν ανακαίνισε μόνο το δόγμα του αστικού δικαίου, δεν διακόνησε μόνο την ιστορία του δικαίου στη διαχρονία της εγκαινιάζοντας νέες ερευνητικές μεθόδους, δεν διέπλασε μόνο την νεώτερη ελληνική νομοθεσία «είτε εισάγων νέους (. . . .) είτε ανανεώνων παλαιούς θεσμούς (. . . .)»[1]. Η δράση του Τριανταφυλλόπουλου δεν εξαντλήθηκε στην προς κάθε κατεύθυνση «ριζική ανακαίνιση και αναθεμελίωση» της νομικής επιστήμης και διδασκαλίας[2], αλλά διαχύθηκε στον κοινωνικό και πολιτικό βίο της χώρας.
Ο Τριανταφυλλόπουλος, πνεύμα δυνατό και ανήσυχο, νοοτροπία προοδευτική και ρηξικέλευθη, προσωπικότητα θεληματική και ρωμαλέα, δεν οικονομήθηκε στα όρια των νομικών επιστημών – αυτά που και ο ίδιος διεύρηνε, εκείνα που πρωτοπόρα και δημιουργικά εθεράπευσε. Ο Τριανταφυλλόπουλος, «κομιστής εν Ελλάδι νέων αντιλήψεων, επιδέξιος προσαρμοστής αυτών εις τας διαστάσεις της ελληνικής οικονομίας και εις τας βασικάς αρχάς του παρ’ ημίν ισχύοντος δικαίου»[3], έστρεψε το βλέμμα του στην Ελλάδα της εποχής του : παρατήρησε προσεκτικά την κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου του, ενωτίσθηκε τα αιτήματα της ραγδαία μεταβαλλόμενης ελληνικής κοινωνίας του καιρού του και ένιωσε τις καινοφανείς ανάγκες των συγκαιριανών του. Έτσι και γι’ αυτό, ο Τριανταφυλλόπουλος, χωρίς ποτέ να αποξενωθεί από αυτά, έβγαινε από το νομικό σπουδαστήριο και κατέβαινε από την πανεπιστημιακή καθέδρα για να περάσει το κατώφλι της πολιτικής και να βαδίσει στο γοητευτικά δύσκολο και τερπνά ακανθώδες έδαφος της πολιτικά νοηματοδοτούμενης κοινωνικής δράσης, όχι ως κατ’ επάγγελμα πολιτικός αλλά ως ενεργός πολίτης.
Αν θελήσουμε να αναζητήσουμε την απαρχή του ενδιαφέροντος του Τριανταφυλλόπουλου για την πολιτική – και ως τέτοια πρέπει να εννοήσουμε, για τις ανάγκες του παρόντος, όχι μόνο τη διαπάλη των κομματικών σχηματισμών για την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας αλλά τη διαπάλη των ιδεών για την οργάνωση και λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας – θα πρέπει να αναχθούμε στα χρόνια των σπουδών του στη Γερμανία, δηλ. στα έτη 1904-1906, όταν, αφού αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή, μετέβη αρχικώς στην Γοτίγγη (Göttigen) και κατόπιν στο Βερολίνο προς συμπλήρωση των σπουδών του. Εκεί, στο Βερολίνο, συνήψε ισχυρούς πνευματικούς και ηθικούς δεσμούς με τα ευάριθμα μέλη μίας ομάδας ξεχωριστών, και αργότερα διακεκριμένων στην πατρίδα τους, νεαρών σπουδαστών. Ο Τριανταφυλλόπουλος, πρεσβύτης πλέον, ανατρέχει νοσταλγικά στην εποχή εκείνη[4]:
«Ας θυμηθούμε αυτήν την εποχήν, την πανεπιστημιακήν της Γερμανίας. Τότε εγνώρισα τον Αλέξανδρον Παπαναστασίου. Έτος 1903. Είχα πάει στο Βερολίνον από μικρόν γερμανικόν Πανεπιστήμιον [της Γοτίγγης] δια να συνεορτάσω με τους συμπατριώτας τα Χριστούγεννα εις κοινόν δείπνον. Ήσαν εκεί μερικοί σπουδασταί γνωστοί μου εξ Αθηνών και άλλοι, ιδίως υπάλληλοι, όλοι λαμπροφορεμένοι και μυστακοφόροι, κατά την μόδα που ήτον τότε. Έξαφνα εισήλθεν εις την αίθουσαν ένας νέος άλλου τύπου : απλός, κυματίζουσα κόμη, κόκκινη κραβάτα, εντελώς ξυρισμένο πρόσωπο, δύο φωτερά μάτια, ένα ελαφρό μειδίαμα, μικρή κλίση της κεφαλής. Ένα σύνολον γοητευτικόν. Ήτο ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου».
Οι νεαροί σπουδαστές της βερολινεζικής συντροφιάς φαίνεται ότι δεν μελετούσαν μόνο, με επιμέλεια, τα πανεπιστημιακά εγχειρίδια και δεν παρακολουθούσαν μόνο, ευσυνείδητα, τις πανεπιστημιακές παραδόσεις. Έκαναν κάτι περισσότερο : αναζήτησαν, ενωτίσθηκαν και αφομοίωσαν τις προοδευτικές πνευματικές και πολιτικές κινήσεις που γνώριζε η Ευρώπη στις αρχές του 20ου αιώνα. Έτσι, γνώρισαν την κοινωνιολογική, την οικονομολογική, μα και τη μοντέρνα νομική σκέψη της εποχής τους[5], καθώς επίσης τις κοινωνιστικές – όπως λέγονταν τότε οι σοσιαλιαστικές – πολιτικές αντιλήψεις.
Τις νέες μεθόδους σκέψης και τις καινούργιες πολιτικές αντιλήψεις οι νεαροί σπουδαστές φιλοδόθησαν να μεταλαμπαδεύσουν στην Ελλάδα και με αυτές να ερευνήσουν, να μελετήσουν, να ερμηνεύσουν μα και να αναμορφώσουν ότι την συνέθετε : την κοινωνία, την οικονομία, το δίκαιο, τον πολιτισμό της εν γένει. Τι έκαναν για να πετύχουν τις φιλόδοξες επιδιώξεις τους αυτές, είναι γνωστό : Το 1907, εμπνεόμενοι από την βρεττανική Φαβιανή Εταιρεία[6], ιδρύουν την Κοινωνιολογική Εταιρεία[7]. Ο Τριανταφυλλόπουλος αναθυμάται[8] :
«Από τους συνδαιτυμόνας εκείνης της βραδυάς του Βερολίνου και τινας άλλους, όταν επεστρέψαμεν εις την πατρίδα, προήλθεν η Κοινωνιολογική Εταιρεία, η οποία έπαιξε και επιστημονικόν και πολιτικόν ρόλον εις την πατρίδα μας (. . .). Ήτο αποτέλεσμα των σκέψεων και των συζητήσεών μας στο Βερολίνον. Εβλέπαμε την κακοδαιμονίαν που υπήρχε τότε εις τον τόπον μας, την διαφοράν που είχαμεν από την Γερμανίαν, που ήταν τότε ένα λαμπρά ωργανωμένον κράτος με ένα καλόν Κοινοβούλιον, το οποίον συνεκράτει τον τρελλόν εκείνον Αυτοκράτορα, τον Κάιζερ. Τότε είπαμε ότι κάτι πρέπει να γίνη εις την Ελλάδα. Και όταν επεστρέψαμεν εις την πατρίδα συνεκεντρώθημεν με πρωτοβουλίαν του Παπαναστασίου, που ήτο γεννημένος πολιτικός, και ιδρύσαμε την Κοινωνιολογικήν Εταιρείαν, τω 1908. Ιδρυταί της ήσαν επτά : Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Θαλής Κουτούπης, Αλέξανδρος Δελμούζος, Θρασύβουλος Πετιμεζάς, Παναγιώτης Αραβαντινός, Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος και Αλέξανδρος Μυλωνάς».
Η δράση της Κοινωνιολογικής Εταιρείας ξεκίνησε με την έκδοση της περισπούδαστης «Επιθεωρήσεως των Κοινωνικών και Νομικών Επιστημών». Ο Τριανταφυλλόπουλος διηγείται[9] :
«Τέτοια περιοδικά δεν εξεδόθησαν έκτοτε[10] . . . Κυττάξτε τας συνεργασίας. Πρώτη είναι η μελέτη του Αλεξάνδρου Παπαναστασίου “Μεθοδολογικά προβλήματα της οικονομικής”. Ο Κ. Ελευθερουδάκης φέρεται ως εκδότης, όμως εμείς εβάζαμεν από κοινού τα έξοδα της εκδόσεως. Εφέρναμε χαρτί από την Βιέννην. Η εποχή δεν ήτο ακόμη έτοιμη να δεχθεί παρόμοιαν εργασίαν επιστημονικήν. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ενεγράφη εκ των πρώτων συνδρομητής μας. Και ήτο ο μόνος εις ολόκληρον την Κρήτην».
Το 1907 η Κοινωνιολογική Εταιρεία εκδηλώνει δημοσίως τη συμπαράστασή της στον Κωστή Παλαμά, όταν αυτός το 1908, επί κυβερνήσεως Γ. Θεοτόκη, κλήθηκε σε απολογία από τον Υπουργό Παιδείας Ανδρέα Στεφανόπουλο, διότι, αν και Γενικός Γραμματέας του Πανεπιστημίου, έγραφε στη δημοτική γλώσσα[11]. Ο Τριανταφυλλόπουλος αναθυμάται[12] :
«Άλλη δημοσία εμφάνισις [της Κοινωνιολογικής Εταιρείας] υπήρξεν η σύγχρονος προς την δημοσίευσιν του πρώτου τεύχους [της Επιθεωρήσεως των Κοινωνικών και Νομικών Επιστημών] καταχώρησις του υπέρ του Κωστή Παλαμά Μανιφέστου εις την εφημερίδα των Δικηγόρων Δικαιοσύνη (24 Μαΐου 1908), αλλά και εις τούτο υπογραφόμεθα ατομικώς οι ιδρυταί της Εταιρείας, επί πλέον δε ο εν τω μεταξύ επανελθών Μυλωνάς. Ο λόγος δι’ ον δεν υπογραφόμεθα ως Κοιν. Εταιρεία ήτο διότι ηθέλαμεν να μαζεύσωμεν πολλάς υπογραφάς, ως Εταιρεία, δε θα ήτο τούτο αδύνατον, διότι εν τω μεταξύ αύτη ήτο κοινόν μυστικόν και εθεωρείτο ως επαναστατικόν σωματείον. Μόλα ταύτα εις μόνον εκτός της Εταιρείας ιστάμενος το υπέγραψεν, ο δικηγόρος Αντώνιος Γαζής[13], ο προ διετίας αποθανών αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας».
Η ιστορική συγκυρία στάθηκε ευνοϊκή για τους Κοινωνιολόγους. Τον Αύγουστο του 1909, μια ομάδα αξιωματικών, επονομαζόμενη «Στρατιωτικός Σύνδεσμος», με αρχηγό της τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά, πραγματοποιεί το κίνημα που έμεινε στην ιστορία ως «επανάσταση του Γουδί». Οι Κοινωνιολόγοι αδράχνουν την ευκαιρία να επηρεάσουν τα ραγδαίως και προς άγνωστη κατεύθυνση εξελισσόμενα πολιτικά πράγματα της χώρας. Και πάλι με τα λόγια του Τριανταφυλλόπουλου[14] :
«Βεβαίως, η Εταιρεία μας ανεμίχθη εις την επανάστασιν εκείνην. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος που είχε κάμει την επανάστασιν, δεν ήτο παρασκευασμένος να αντιμετωπίσει τα προβλήματα. Λοιπόν, η Εταιρεία μας κατήρτισε και υπέβαλε ένα υπόμνημα εις τον συνταγματάρχην Νικόλαον Ζορμπάν, τον αρχηγόν του Συνδέσμου. Ήταν ένα πρόγραμμα του “Τι πρέπει να γίνει”[15]. Είχε καταρτισθεί τη συνεργασία πολλών από ημάς, αλλά την τελικήν μορφήν είχε δώσει ο Παπαναστασίου.
Προκειμένου να συνδράμουν δραστικά στην εδραίωση της επανάστασης του 1909[16], η Κοινωνιολογική Εταιρεία αναλαμβάνει δράση και εκτός των Αθηνών. Έτσι, ο Τριανταφυλλόπουλος και ο Πετιμεζάς μεταβαίνουν στο Βόλο για να διασκεδάσουν την επιφυλακτική στάση που το Εργατικό Κέντρο της πόλης τηρεί απέναντι στο Κίνημα του 1909[17]. Ο Τριανταφυλλόπουλος διηγείται[18] :
«Επειδή ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος εύρισκεν αντίδρασιν εις τον Βόλον, όπου υπήρχεν ωργανωμένη σοσιαλιστική κίνησις, συνεννοήθημεν και επήγα εγώ με τον Πετμεζάν και ωμιλήσαμεν από του εξώστου του Σοσιαλιστικού Κέντρου (9 ή 10 Σεπτ. 1909)[19]. Εκεί εκάμαμεν λόγον περί σοσιαλισμού, εμφανίσαντες την Εταιρείαν, εξ ονόματος της οποίας ωμιλούσαμεν, ως ακολουθούσαν τον αναμορφωτικόν (αντίθεσις : επαναστατικόν) σοσιαλισμόν (. . .). Η επίδρασις υπέρ της αποδοχής του στρατιωτικού κινήματος ως λαϊκής επαναστάσεως ήτο καταφανής εις την υποδοχήν, ης ετύχομεν, διότι εμείναμεν εκεί 4 – 5 ημέρας».
Με τη μετάβαση των μελών της στο Βόλο και την εκεί δράση τους, η Κοινωνιολογική Εταιρεία πραγματώνει στην Ελλάδα το Φαβιανό της πρότυπο : συστήνεται στην κοινωνία, διαδίδει τις αρχές της, αναπτύσσει συνεργασία με επαγγελματικές ενώσεις, όπως τα Εργατικά Κέντρα Βόλου και του Πειραιά και επιζητεί να διασυνδεθεί με οργανωμένες προσπάθειες που σκοπούν στην «αναμόρφωση» των κακώς κειμένων στην κοινωνία και το κράτος πραγμάτων . προσπάθειες όπως αυτή που ανέλαβαν ο Αλέξανδρος Δελμούζος και ο ιατρός Δημήτριος Σαράτσης, όταν, ιδρύοντας το Ανώτερο Παρθεναγωγείο στην πόλη του Βόλου, επιχείρησαν – ούτε άσκοπα, ούτε μάταια – να « .… συνταρά[ξουν] τα λιμνάζοντα νερά του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος με το νέο πνεύμα και τις καινοτομίες που εισήγαγ[αν] στη διδασκαλία και την σχολική μέθοδο …. »[20]. Ο Τριανταφυλλόπουλος, συγκεκριμένα, καθιερώνει συνεργασία με το πρωτοποριακό, μαχητικό όργανο του Εργατικού Κέντρου Βόλου[21], την εφημερίδα «Εργάτης»[22], σε εμφανή θέση της οποίας καταχωρίζεται το όνομά του (όπως και αυτό του Θρασύβουλου Πετιμεζά) ως τακτικού συνεργάτη της. Την εποχή αυτή ο Τριανταφυλλόπουλος δημοσιεύει στην εφημερίδα «Εργάτης» μετάφραση του «E.R. Pease, Ο σοσιαλισμός και αι μεσαίαι τάξεις»[23], στην εφημερίδα «Ο Κοινωνισμός» μετάφραση του «M. TuganBaranowsky, Ο σύγχρονος σοσιαλισμός και η ιστορική αυτού εξέλιξις. Εισαγωγή»[24], άρθρο υπό τον τίτλο «Έκκλησις προς τον Λαόν»[25] και μία συνέντευξη[26], και στην εφημερίδα «Λαός» άρθρο υπό τον τίτλο «Λόγος διά το οκτάωρον των θερμαστών»[27]. Την ίδια εποχή αναπτύσσει στενή φιλία με τον Αλέξανδρο Δελμούζο, με τον οποίο θα συμπορευθούν στους αγώνες για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας και του οποίου λίγα χρόνια αργότερα θα είναι ο νομικός παραστάτης στη «δίκη του Ναυπλίου».
Η Κοινωνιολογική Εταιρεία δεν περιορίζεται στις ακαδημαϊκού τύπου μορφές δράσης που είχε υιοθετήσει μέχρι τότε. Με τον Αλ. Παπαναστασίου επί κεφαλής – αυτόν τον άνδρα «που ήτο γεννημένος πολιτικός»[28] – οι Κοινωνιολόγοι αποφασίζουν να αναλάβουν πολιτική δράση στην πιο στενή έννοια του όρου . να συμμετάσχουν σε βουλευτικές εκλογές. Πράγματι, το 1910 συμμετέχουν στις εκλογικές αναμετρήσεις της 8ης Αυγούστου για την ανάδειξη της Α΄ Αναθεωρητικής Βουλής («εκλογές της Συνελεύσεως του 1910») και της 28ης Νοεμβρίου για την ανάδειξη της Β΄ Αναθεωρητικής Βουλής («εκλογές της Συνελεύσεως του 1911»[29]). Ο Τριανταφυλλόπουλος, αν και ετοιμάσθηκε για το αντίθετο, δεν συμμετέχει στην εκλογική αναμέτρηση του Αυγούστου : «. . . απλώς και μόνον διότι έφθασεν αργά η περί ανακηρύξεώς του αίτησις, δεν συμπεριελήφθη εις τον λαϊκόν συνδυασμόν Λαρίσης», γράφει συντάκτης της εφημερίδας «Ο Κοινωνισμός» στο 26ο φύλλο της 10ης Σεπτεμβρίου 1910[30], προλογίζοντας την εκεί δημοσιευόμενη συνέντευξή του με τον Τριανταφυλλόπουλο. Αυτός, στην ερώτηση «επί του φλέγοντος [τότε] ζητήματος, του εάν η Εθνοσυνέλευσις πρέπει να λάβει το κύρος της Συντακτικής και ουχί της Αναθεωρητικής» απαντά :
«Αφού και αι δύο μερίδες εν τη Βουλή κατ’ ουσίαν συναντώνται, το ζήτημα καταντά απλώς και μόνον ζήτημα πείσματος. Αλλ’ εις την πολιτικήν δράσιν και το πείσμα πολλάκις δεν είνε άνευ σημασίας. Τώρα λ.χ. η νίκη των αναθεωρητικών θα εξελαμβάνετο ως ήττα της λαϊκής ιδέας ευθύς αμέσως εις τας πρώτας στιγμάς που εξηγέρθη ο λαός και ήρχισε να δείχνη τας κρυμμένας δυνάμεις του».
Στην επόμενη ερώτηση : «Σεις, κ. Τριανταφυλλόπουλε, ποιάν γνώμην θα υπεστηρίζατε ως πληρεξούσιος;», ο Τριανταφυλλόπουλος απαντά :
«Θα ήμην ουσιαστικώς συντακτικός και τούτο διά να συζητηθή η θεμελιώδης θεωρουμένη διάταξις περί θρησκείας. Το άρθρον 1 του συντάγματος χαρακτηρίζει επικρατούσαν μεν θρησκείαν την Ορθόδοξον χριστιανικήν, ανεκτήν δε πάσαν άλλην γνωστήν. Αλλά ποίαι είνε αι γνωσταί θρησκείαι; Έχει δε τούτο πολλήν πρακτικήν σημασίαν, διότι ο Έλλην πολίτης, προκειμένου να ενασκήση ανθρώπινά τινα και πολιτειακά αυτού δικαιώματα παραπέμπεται εις την θρησκείαν του. Ούτω λ.χ. εις το ζήτημα του γάμου ή του όρκου, εκ του οποίου εξαρτάται η επίκλησις της δικαστικής εξουσίας. Η Ελληνική πολιτεία εις τον έχοντα άγνωστον θρησκείαν ήθελεν απαρνηθή την σύμπραξίν της εις πράξεις τας οποίας έπρεπε κάθε πολίτης να επιχειρή απλώς και μόνον ως τοιούτος. Βλέπετε λοιπόν ότι παρ’ ημίν δεν υπάρχει ανεξιθρησκεία υπό την έννοιαν ότι αναγνωρίζεται ως και ανυπαρξία πάσης θρησκείας».
Στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, αυτήν του Νοεμβρίου (1910), ο Τριανταφυλλόπουλος θέτει υποψηφιότητα με τον βενιζελικό συνδυασμό των Στάμου Παπαφράγκου και Παναγιώτη Δαγκλή, για την εκλογική περιφέρεια της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, στην οποία τότε υπαγόταν και διοικητικώς η γενέτειρά του, το Καρπενήσι[31]. Η προσπάθεια δεν στέφεται με επιτυχία. Ο Τριανταφυλλόπουλος ιστορεί[32] :
«Ως πολιτικόν κόμμα αυτοτελές [επωνομαζόμενο «Λαϊκόν Κόμμα»] ενεφανίσθη [η Κοινωνιολογική Εταιρεία] εις τας εκλογάς της Συνελεύσεως του 1911. Εις τας εκλογάς της Συνελεύσεως του 1910 μετέσχον ο Παπαναστασίου και ο Αραβαντινός, έκαστος εις τας επαρχίας του, όπου ο πρώτος είχε κόμμα από τον πατέρα του (Λεβίδι Μαντινείας), ο δε δεύτερος από πολλού εκαλλιέργει την υποψηφιότητά του (Κορινθία), και ο Πετμεζάς εν Αττική υποδειχθείς υπό των εμποροϋπαλλήλων. Ο Παπαναστασίου και ο Πετμεζάς επέτυχαν, ο Αραβαντινός απέτυχε. (….) Εις την Συνέλευσιν του 1911 εξετέθημεν υπό ίδιον πρόγραμμα εις τας επαρχίας μας. Το πρόγραμμα περιελαμβάνετο εις πολυσέλιδον φυλλάδιον, το δε κόμμα, υφ’ ου την σημαίαν εξετέθημεν, ήτο σοσιαλιστικόν αναμορφωτικόν. Ενετάχθημεν εις Βενιζελικούς συνδυασμούς (άλλοι δεν υπήρχαν τότε), αλλά διατηρούντες την αυτοτέλειάν μας. Εκ των υποψηφίων του κόμματος ο μεν Αραβαντινός και ο Παπαναστασίου έγιναν προθύμως δεκτοί εις τους επιστήμους Βενιζελικούς συνδυασμούς, ομοίως ο Πετμεζάς εδώ άτε υποδεικνυόμενος υπό των εμποροϋπαλλήλων και επέτυχον πάντες. Εγώ δεν εγενόμην δεκτός εις τον υπό τον Στράτον επίσημον Βενιζελικόν συνδυασμόν Αιτωλοακαρνανίας ως υποψήφιος άλλου κόμματος [του Λαϊκού» των Κοινωνιολόγων] όθεν μετέσχον του ετέρου βενιζελικού επίσης συνδυασμού, του ανεπιστήμου, υπό τον Δαγκλήν [και τον Παπαφράγκο]. Ενθυμούμαι ότι εις το Αγρίνιον, όπου ωμίλησα δις και εμοίρασα το φυλλάδιον, εψηφίσθην όσον περίπου και ο Στράτος. Αλλά δεν είχομεν καμμίαν συνοχήν οι 12 υποψήφιοι, ένεκα δε του σοσιαλιστικού κηρύγματος ήλθα εις ρήξιν εν Μεσολογγίω (όπου εμαυρίσθημεν αγρίως) με τον εκ Βάλτου συνυποψήφιον Βάλβην, μηχανικόν μεταλλείων. Εννοείται κανείς δεν επέτυχεν. Έκτοτε εγώ δεν ανεμείχθην εις την ενεργόν πολιτικήν, αφοσιωθείς εις το Πανεπιστήμιον, όπου ήμην ήδη από του 1908 υφηγητής».
Αν όμως εκλεγόταν θα έμενε στην πολιτική; Όταν αυτή του τέθηκε πολλά χρόνια αργότερα από τον δικηγόρο Γεώργιο Μιχαλογιάννη, απάντησε[33] :
«. . . αν επετύγχανον ίσως έμενα».
Πάντως, αυτή είναι η πρώτη και τελευταία φορά που ο Τριανταφυλλόπουλος θέτει υποψηφιότητα σε βουλευτικές εκλογές. Το ενδιαφέρον του όμως για την πολιτική και τον δημόσιο βίο δεν υποχωρεί, και ο ίδιος δεν ιδιωτεύει. Δεν αποστρέφει το ενδιαφέρον του από τη διαπάλη των πολιτικών κομμάτων στην κεντρική πολιτική σκηνή – άλλωστε, αργότερα, δύο φορές αποδέχθηκε να αναλάβει υπουργικά καθήκοντα – αλλά διατηρεί τον εαυτό του, με όλη τη σωματική αλκή, την πνευματική ρώμη, τον ακέραιο χαρακτήρα και την βαρειά επιστημονική σκευή που τον διακρίνουν, σε διαρκή ετοιμότητα στην υπηρεσία της Πατρίδας και «εις τα ιδανικά των πολλών και των αδυνάτων»[34].
Δύο χρόνια μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1910 για τη Β΄ Αναθεωρητική Βουλή ξεσπούν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Ο Τριανταφυλλόπουλος, τριάντα ενός περίπου ετών και με προ πολλού εκπληρωμένες τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, κατατάσσεται εθελοντικά στο στρατό. Μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Αλέξανδρο Παπαναστασίου και τον συμπολίτη του Γεώργιο Καφαντάρη[35], επίσης εθελοντές, ζητούν να υπηρετήσουν στην πρώτη γραμμή. Ο Τριανταφυλλόπουλος κατατάσσεται ως οπλίτης στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού. Ο ίδιος, πολλά χρόνια μετά, αναπολεί[36] :
«Επήγαμεν εθελονταί, διότι αι ηλικίαι μας δεν είχαν κληθή. Ο Παπαναστασίου και εγώ. Ήλθε μαζί μας και ο Καφαντάρης, που ήταν τότε σαράντα ετών. Δεν ανήκε εις την Εταιρείαν μας, αλλά είχε στενάς σχέσεις μαζί μας, προπάντων με εμένα που ήμουν συμπολίτης του. Μας εγύμνασαν είκοσι ημέρας και έπειτα μας έστειλαν εις την Θεσσαλονίκην με το πρώτον Σύνταγμα, και έπειτα επήγαμε και κατελάβαμεν την Χίον. 13 Νοεμβρίου του 1912. Ανεβαίναμεν εις το βουνό το Αίπος και επολεμούσαμεν τους Τούρκους και ο Καφαντάρης υπέφερε από φλεβίτιδα, αλλά δεν ήθελε να φύγη. Ήτο βουλευτής, και ο υπουργός ο Στράτος του τηλεγραφούσε να γυρίση στη Βουλή, εκείνος δεν εδέχετο. Ήταν ένας αληθινός άνδρας. Όταν, τέλος, ο Ζιχνή πασάς παρεδόθη, εγνωρίσαμεν και τους λογίους του νησιού, τον Παντελήν Κοντογιάννην, έπειτα καθηγητήν του Πανεπιστημίου, άλλους. Ύστερα μας έβαλαν σε τρία καράβια, επεράσαμεν απέξω από την Σύρον 24 ώρες πριν από την επίθεσιν του «Χαμηδιέ» που εβομβάρδισε την Σύρον, εφθάσαμεν στην Πρέβεζα και έπειτα από μια εβδομάδα ωδεύαμεν προς το Μπιζάνι. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου ήταν μέσα στους στρατιώτας που πολέμησαν στο Μπιζάνι και εμπήκαν στα Γιάννινα».
Από την Ήπειρο ο Τριανταφυλλόπουλος αποσπάται στη Γενική Διοίκηση των Νήσων του Αιγαίου, της οποίας, του Χαρ. Βοζίκη διοικούντος, διορίστηκε Γενικός Γραμματέας από τα τέλη Ιανουαρίου έως τα τέλη Αυγούστου του 1913, οπότε παραιτείται[37]. Για τις υπηρεσίες του αυτές στην πατρίδα παρασημοφορήθηκε με το «Μετάλλιον του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου με τη διεμβολή «Λέσβος – Χίος». Τα έτη που ακολούθησαν το ευτυχές για την Ελλάδα τέλος των Βαλκανικών Πολέμων υπήρξαν δημιουργικά για τον ήδη από το 1908 υφηγητή του Ρωμαϊκού Δικαίου. Από τον Σεπτέμβριο του 1913 μέχρι τις αρχές του 1915 χρημάτισε μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ιδιότητα υπό την οποία εισηγήθηκε το «διεθνώς πρωτοποριακό», προσχέδιο νόμου περί συμβάσεως εργασίας[38], «το πρώτο ολοκληρωμένο νομοθέτημα εργατικού δικαίου στη χώρα μας, σε μια εποχή που δεν υπήρχε εργατικό δίκαιο»[39], το οποίο περιελήφθηκε εν τέλει στο δεύτερο βιβλίο του Αστικού Κώδικα περί Ενοχικού Δικαίου.
Τον Απρίλιο του 1914 διεξάγεται η «δίκη του Ναυπλίου»[40], η τελευταία φάση μιας σφοδρής διαμάχης στην κοινωνία του Βόλου και μιας μακράς προδικασίας που ξεκίνησε με το υπ’ αριθμ. 13/16.1.1912 Βούλευμα Εφετών Λαρίσης, το οποίο ο Τριανταφυλλόπουλος με οξύνοια και στοχαστικότητα στηλίτευσε λίγο καιρό πριν στο κείμενό του «Θεός και Θέμις»[41]. Κατηγορούμενος στη δίκη ο παιδαγωγός Αλέξανδρος Δελμούζος, διευθυντής του Ανωτέρου Παρθεναγωγείου που είχε ιδρύσει ο Δήμος Παγασών (Βόλου), το 1908, και ο ιατρός Δημήτριος Σαράτσης, ο οποίος ως δημοτικός σύμβουλος του Δήμου είχε εισηγηθεί την ίδρυση του πρωτοποριακού αυτού εκπαιδευτηρίου με πρωτοφανείς για την εποχή εκπαιδευτικούς σκοπούς και τις καινοφανείς παιδαγωγικές μεθόδους. Περαιτέρω κατηγορούμενοι είναι ο δικηγόρος και πρωτεργάτης στην ίδρυση και λειτουργία του Εργατικού Κέντρου Βόλου, Κωνσταντίνος Ζάχος, ο επίσης δικηγόρος και δραστήριο στέλεχος του Εργατικού Κέντρου Λαρίσης, Ιωάννης Ασπιώτης, καθώς και οκτώ στελέχη του Εργατικού Κέντρου Βόλου. Στους κατηγορούμενους αποδόθηκαν τα ποινικά αδικήματα της αθεΐας (εξ ου και η υπόθεση έμεινε γνωστή και ως «Αθεϊκά του Βόλου») και προσβολή της δημόσιας ηθικής και της θρησκείας. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όπως το εξεφώνησε ο Εισαγγελέας Σ. Σωτηριάδης από την εισαγγελική έδρα, οι κατηγορούμενοι «από κοινού συμφέροντος κινούμενοι απεφάσισαν την εκτέλεσιν των επομένων πράξεων και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν. Α) Κατά διαφόρους εποχάς από του Σεπτεμβρίου 1908 μέχρι τέλους Μαρτίου του 1911 εν Βόλω, Λαρίση και ιδίως εν τω Εργατικώ Κέντρω και τω Ανωτέρω Παρθεναγωγείω Βόλου, προσεπάθησαν διά ζώσης, διά διδασκαλίας και δι’ εντύπων φυλλαδίων να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, τουτέστι την αθεΐαν, με τα οποία ενεργούμενα είναι ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως, διδάσκοντες ότι δεν υπάρχει Θεός, ότι η θρησκεία αποτελεί την άρνησιν της σκέψεως, ότι προ παντός πρέπει να εκριζωθή η ρίζα του κακού η θρησκεία, ότι ο άνθρωπος εδημιουργήθη υπό πιθήκων, ότι ο Θεός είναι ένα αγγούρι, ότι η πατρίς είνε πόρνη και στρίγγλα μητριά και η θρησκεία μαστρωπός, και τον σκοπόν των εν μέρει κατώρθωσαν προσελκύσαντες εις τας δοξασίας ταύτας πολλούς, ήτοι τον Διονύσιον Σκούταρην, Απόστολον Καρασεΐνην, Α. Πανταζόπουλον, Π. Τζορβάν και πολλούς άλλους. Β) Κατά τους αυτούς τόπους και χρόνους, διά ζώσης και δι’ εντύπων φυλλαδίων και διά διδασκαλιών εν τοις καφενείοις και εις άλλα κέντρα, δι’ ομιλιών δημοσία γενομένων εξεφράσθησαν εις πρόσκομμα άλλων με τρόπον προσβάλλοντα το οφειλόμενον σέβας προς τον Δημιουργόν του Παντός, και εξέφραζον δημοσία τοιαύτας αρχάς, δόξας και φρονήματα, τα οποία αντιβαίνουσι εν γένει εις τας βάσεις της θρησκείας και της ηθικής και είναι επιβλαβή εις την θρησκείαν και τα ήθη, ήτοι ότι δεν υπάρχει Θεός, ότι ο Θεός είναι εφεύρεσις ίνα χρησιμεύση ως σκιάχτρον, δεν είναι Θεός ο επιτρέπων την αδικίαν εις τον κόσμον, ότι η πατρίς είναι πόρνη και στρίγγλα μητριά».
Ο Τριανταφυλλόπουλος – δεδηλωμένος δημοτικιστής[42], εκ των συνιδρυτικών μελών του Εκπαιδευτικού Ομίλου, αρθρογράφος στο «Δελτίον» που ο Όμιλος εξέδιδε, φίλος του Δελμούζου από τα χρόνια των σπουδών τους στη Γερμανία και εξ αρχής συν-εταίρος του στην Κοινωνιολογική Εταιρεία – ήταν ο πλέον ενδεδειγμένος να αναλάβει την υπεράσπισή του. Και πράγματι την αναλαμβάνει και τον κατορθώνει με τρόπο που του χάρισε διαρκή ακτινοβολία και του εξασφάλισε επίζηλη θέση στα ελληνικά δικαστικά χρονικά και στους αγώνες των προοδευτικών κοινωνικών δυνάμεων του μεσοπολέμου για τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Αλλά και στη δική του μνήμη, η δίκη αυτή έμεινε ανεξίτηλα γραμμένη. Με εμφανή νοσταλγία την διηγείται[43]:
«Έπειτα, [ήτοι μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους] πέρασαν πάλι ολίγα χρόνια, εξερράγη ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Και τότε ήλθε ο εθνικός διχασμός. Τότε, εις τα 1914 ήταν και η δίκη του Ναυπλίου, η περιώνυμος. Οι νεώτεροι δε θα την ξέρουν. Και οι παλαιότεροι θα την έχουν ξεχάσει. Ήταν μια συγκλονιστική δίκη περί αθεΐας, που βάσταξε από τις 16 έως τις 28 Απριλίου του 1914, στο Εφετείο Ναυπλίου[44]. Όλη η Ελλάδα είχε αναστατωθή τότε με τη δίκη αυτή. Η απήχησή της είχε φτάσει και στην Ευρώπη. Κατηγορούμενοι : Ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο μεγάλος παιδαγωγός, και ο γιατρός του Βόλου Δημήτριος Σαράτσης. Ο Δελμούζος, ως διευθυντής του Προτύπου Παρθεναγωγείου του Βόλου κατηγορήθηκε ότι δίδασκε την αθεΐα. Κοντά στην αθεΐα βάλανε και άλλα : μαλλιαρισμούς, ακολασίες του διευθυντή με τις μαθήτριες, ή τουλάχιστον χιονοπολέμους ανάρμοστους και χαμόγελα, και ότι εδίδασκαν εις τα κοράσια εκ του φυσικού πώς θα γίνη ένας επίδεσμος χωρίς πλαγγόνα . . . Ήμουν, όπως ξέρετε, θεράπτων δικηγόρος των κατηγορουμένων. Ω, τι εποχή! Ιδέστε τον τόμον των πρακτικών της δίκης! (. . .) Αυτή η δίκη ήτο πράγματι σπουδαία! . . .».
Το 1916 ο Εθνικός Διχασμός περί το ήδη επίμαχο δίλημμα : «ουδετερότητα ή συμμετοχή στον Πόλεμο;» κορυφώνεται. Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος εμμένει στην πολιτική της ουδετερότητας της χώρας έναντι των αντιμαχομένων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Ο Βενιζέλος υποστηρίζει ανένδοτα το αντίθετο : η Ελλάδα οφείλει να συμμετάσχει στον πόλεμο και δη στο πλευρό της Αντάντ, αν θέλει να κερδίσει από την διανομή εδαφών του «μεγάλου ασθενούς» που έπνεε τα λοίσθια, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η σύγκρουση παροξύνεται όταν, στις 12 Σεπτεμβρίου, ο Βενιζέλος συγκροτεί στα Χανιά την «Προσωρινή Κυβέρνηση του Βασιλείου της Ελλάδος», της οποίας την έδρα μεταφέρει λίγες μέρες αργότερα, στις 26 του μήνα, στη Θεσσαλονίκη («Κράτος της Θεσσαλονίκης»). Εκεί αναλαμβάνει και την ηγεσία του κινήματος της «Εθνικής Αμύνης» που είχε εκδηλωθεί ήδη τον προηγούμενο μήνα Αύγουστο, και προχωρεί στη συγκρότηση στρατού, τον οποίο θα έθετε στο πλευρό της Ατάντ. Τον Οκτώβριο ο Τριανταφυλλόπουλος και οι Ν. Γ. Πολίτης, Κων. Χατζόπουλος, Ν. Κιτσίκης, Κυρ. Βαρβαρέσσος και Θρ. Γ. Πετιμεζάς αποφασίζουν να λάβουν υπεύθυνα θέση στο επίμαχο ζήτημα. Υπογράφουν κείμενο – «σχεδιασμένο» από τον Παπαναστασίου, σύμφωνα με μαρτυρία του Τριανταφυλλόπουλου – το οποίο φέρει ως ημερομηνία την 3η Οκτωβρίου 1916, επιγράφεται «Διακήρυξις προς τον Βασιλέα» και σκοπεί να πείσει τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την πολιτική τής ουδετερότητας. Η προσπάθεια κατεστάλη εν τη γεννέση της, πριν ακόμα εξέλθει από τον κύκλο των υπογραφόντων. «Η περιφορά της Διακήρυξης προδόθηκε και κατασχέθηκε στα χέρια του Ν. Γ. Πολίτη. Ακολούθησαν διώξεις και ανακρίσεις, που εσταμάτησαν με την επέμβαση του τότε πρωθυπουργού Σπ. Λάμπρου, συναδέλφου του Ν. Γ. Πολίτη στο Πανεπιστήμιο»[45]. Η «Διακήρυξις» αρχίζει ως εξής[46] :
«Βασιλεύ, Αι μεγάλαι συμφοραί, αίτινες επισωρεύονται καθ’ ημέραν εις το Έθνος και το Κράτος και αι μεγαλύτεραι ακόμη αι διακρινόμεναι πλέον καθαρά εις τον ορίζοντα, αναγκάζουν και ημάς, εργάτας της επιστήμης και της τέχνης και υπαλλήλους της Πολιτείας, ευρισκομένους μακράν της πολιτικής διαπάλης, να ας είπωμεν δημοσία την γνώμην μας, η οποία πιέζει το στήθος μας.
Βασιλεύ, Η Ελλάς χάνεται. Και αιτία του χαμού της είναι η πολιτική της ουδετερότητος. Η πολιτική αυτή εντελώς αντίθετος εις την ιστορίαν, τας παραδόσεις, τας νομίμους βλέψεις του Ελληνισμού και τας συνθήκας υπό τας οποίας διαβιοί, απειλεί την υπόστασίν του. Η πολιτική αυτή μας εχώρισεν από τους γενναίους συμμάχους μας και από τας μεγάλας εκείνας Δυνάμεις, των οποίων η ισχυρά συνδρομή εβοήθησε της πατρίδος μας την απελευθέρωσιν, και εις τας οποίας πάντοτε εις τας δυσκόλους ημέρας κατεφεύγομεν και ευρίσκομεν προστασίαν. Ούτως απεμονώθημεν, ενώ οι αδυσώπητοι εχθροί μας κρατύνονται και μας συντρίβουν. ( . . . ).
Βασιλεύ, Εις σε απόκειται να ενώσης πάλιν την Ελλάδα, να οπλίσης τον στρατόν της με θάρρος και ενθουσιασμόν και να του δείξης τον δρόμον του καθήκοντος, τον δρόμον των μεγάλων αγώνων και θυσιών, αλλά συγχρόνως και της νίκης και του λαμπρου και του ασφαλούς μέλλοντος. Η ουδετερότης είναι βεβαίως καλή, διότι είναι γλυκεία η ειρήνη. Αλλ’ η ουδετερότης είναι πλέον αδύνατος αφού όλη η Ευρώπη αγωνίζεται, αφού ο πόλεμος εξετάθη εις την χώραν μας και διεξάγεται δι’ αυτήν. Εκτός τούτου όταν ημείς βλέπομεν με εσταυρωμένας τας χείρας να καταλαμβάνεται παρά τα συμπεφωνημένα η χώρα μας, να αιχμαλωτίζεται ο στρατός μας και να αρπάζεται το πολεμικόν υλικόν μας, μένομεν ουδέτεροι ή τηρούμεν στάσιν εχθρικήν προς τας προστάτιδας Δυνάμεις; ( . . . ). Εις την συνείδησιν του Έθνους θα ανέλθη πολύ υψηλότερα εκείνος όστις θα δειχθή υποχωρητικός και θα το ενώση διά τον μέγαν αγώνα. Συλλογίσου ότι τούτο, αφού δυστυχώς ευρισκόμεθα έξω του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος, Συ ημπορείς να το κάμης.
Μη θελήσης, Βασιλεύ, με δισταγμούς και αναβολάς να κλείσης την ένδοξον ιστορίαν Σου με μίαν μαύρην και άδοξον σελίδα, μαύρην και άδοξον και διά το Έθνος».
Ο Κωνσταντίνος δεν μεταπείθεται. Οι περί αυτόν (παρα-)πολιτικές και (παρα-)στρατιωτικές δυνάμεις αντιδρούν. Οι τυφλά υπάκουοι «Επίστρατοι»[47] αναδιοργανώνονται σε στρατιωτική δύναμη, εξοπλίζονται και στις 18 Νοεμβρίου, από κοινού με δυνάμεις του τακτικού στρατού, αποκρούουν αιφνιδίως τα συμμαχικά στρατεύματα των Γάλλων, Άγγλων και Ιταλών, όταν αυτά, κατόπιν συμφωνίας με τον Κωνσταντίνο, επιχείρησαν να καταλάβουν στρατηγικές θέσεις στην Αθήνα. Αφιονισμένοι από την ψευδαίσθηση ότι κατήγαγαν μεγάλη νίκη επί των Συμμάχων, οι Επίστρατοι, στις 9 Νοεμβρίου επιδίδονται σε ανελέητο διωγμό των «προδοτών» της χώρας φιλελευθέρων : τριάντα πέντε δολοφονούνται και εκατοντάδες κακοποιούνται, με τη συνεργασία και κρατικών Αρχών, στην Αθήνα και την επαρχία. Ο βενιζελικός Τύπος φιμώνεται. Εν όψει αυτών, τα οποία επονομάσθηκαν «Νοεμβριανά»[48], η μεν προσωρινή κυβέρνηση κηρύσσει έκπτωτο τον Κωνσταντίνο, οι δε Σύμμαχοι προβαίνουν σε ναυτικό αποκλεισμό της Αθήνας στις 25 Νοεμβρίου, και αναγνωρίζουν επισήμως την προσωρινή κυβέρνηση. Σε αυτό το περιβάλλον, το εχθρικό για τους αντικωνσταντινικούς πολίτες, τα μέλη της Κοινωνιολογικής Εταιρείας κινδυνεύουν σοβαρά. Για να σωθούν φυγαδεύονται και κρύβονται όπου μπορούν. Ο Τριανταφυλλόπουλος – πολύ λιτά, μα εκφραστικά – λέει[49] :
«. . . Και έπειτα …. Έπειτα ήλθαν τα Νοεμβριανά, ήρχισαν οι συλλήψεις, εσκορπίσαμεν όλοι της ομάδος μας. Ο Παπαναστασίου, ο Αραβαντινός, ο Πετιμεζάς, έφθασαν άλλος εις την Θεσσαλονίκην, άλλος εις την Κρήτην. Εμένα δεν με έπιασαν διότι δεν με ευρήκαν χάρις εις μίαν προειδοποίησιν του Εισαγγελέως, που ήτο συμπολίτης μου».
Το 1916 ο Τριανταφυλλόπουλος εναντιώνεται στο ανάθεμα κατά του Βενιζέλου με τρία εμβριθή και μαχητικά κείμενα στην έγκριτη «Νεοελληνική Επιθεώρηση» του Ανδρέα Πουρνάρα[50]. Το επόμενο έτος (1917), όταν συγκροτείται Ανώτατο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο για να δικάσει τους μητροπολίτες εκείνους που αναθεμάτισαν τον Βενιζέλο, ο Τριανταφυλλόπουλος ορίζεται πολιτικός Σύμβουλος του Δικαστηρίου. Ο ίδιος διηγείται[51] :
«Τότε έγινε και το Ανάθεμα του Βενιζέλου από την Ιεράν Σύνοδον. Αλλά όταν επεκράτησε το κίνημα της Θεσσαλονίκης και ήλθεν ο Βενιζέλος στας Αθήνας συνεστήθη έκτακτον εκκλησιαστικόν δικαστήριον διά να δικάση την Ιεράν Σύνοδον. Τότε η Κυβέρνησις εσκέφθη να θέση εις επικουρίαν του δικαστηρίου ένα νομικόν. Απετάθησαν εις τον καθηγητήν του Εκκλησιαστικού Δικαίου Κ. Ράλλην, ο οποίος δεν εδέχθη. Τότε ο Ρακτιβάν, υπουργός της Δικαιοσύνης, επρότεινε εμένα. Με εκάλεσε ο υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων και μου το είπε. Αλλά εγώ, με την αληθή δικαιολογίαν ότι δεν ήμουν εντριβής εις το Κανονικόν Δίκαιον, έφερα αντιρρήσεις. Τότε με εκάλεσε – ήτο Αύγουστος του 1917 – ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος εις τον οποίον επανέλαβα τα ίδια. Μου λέει : “Δεν είσθε υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου;” “Μάλιστα”. “Από το Ρωμαϊκόν Δίκαιον δεν επήγασε και το Κανονικόν Δίκαιον;”. “Περίπου”.”Ε, τότε θα πάτε, και με βάσιν το Ρωμαϊκόν Δίκαιον είναι μία ευκαιρία να μάθετε και το Κανονικόν Δίκαιον!”. Έτσι επήγα και παρέστην εις την δίκην. Προήδρευε ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος. Οι κατηγορούμενοι αρχιερείς καθηρέθησαν και εστάλησαν ως μοναχοί εις την Αίγιναν[52]. Αλλά, όταν αργότερα άλλαξαν τα πράματα και έπεσε ο Βενιζέλος, επήγε αντιτορπιλλικόν και τους έφερε πίσω . . . ».
Το 1918 ο Τριανταφυλλόπουλος, από κοινού με άλλα μέλη της Κοινωνιολογικής Εταιρείας, σοσιαλιστές και ριζοσπάστες φιλελεύθερους, συμμετέχει στην ίδρυση της «Ελληνικής Ενώσεως προς υπεράσπισιν των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτου», της οποίας πρώτος Πρόεδρος είναι ο Αλέξανδρος Σβώλος και σκοπός της η διαφώτιση και κινητοποίηση των δημοκρατικών πολιτών, καθώς και ο έλεγχος των εξουσιών[53].
Το 1918 ο Τριανταφυλλόπουλος, μαζί με τον Καθηγητή του Εμπορικού Δικαίου Θρ. Πετιμεζά και τον δικηγόρο Γ. Πετρίδη, επιλέγεται, καθ’ υπόδειξη του Υπουργείου Εξωτερικών, από την Γενική Εργατική Συνομοσπονδία Πειραιώς ως μέλος εξαμελούς αντιπροσωπείας, στην σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου του Γαλλικού Τμήματος της Εργατικούς Διεθνούς (SFIO), στο Παρίσι. Την αποστολή της αντιπροσωπείας παρακίνησε ο Βενιζέλος, ο οποίος, αξιοποιώντας κάθε ευκαιρία διεθνούς ενισχύσεως της χώρας εν όψει των βέβαιων συνοριακών ανακατατάξεων στη Βαλκανική μετά το διαφαινόμενο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έκρινε αναγκαίο «κάποιο είδος ελληνικής σοσιαλιστικής εκπροσώπησης στο εξωτερικό», η οποία θα συνέβαλε στη βελτίωση των σχέσεων της κυβερνήσεώς του με τους έντονα δραστήριους στην Δυτική Ευρώπη σοσιαλιστικούς και εργατικούς κύκλους. Η αποστολή της αντιπροσωπείας ματαιώνεται, όταν η κυβέρνηση πληροφορείται ότι η σύνοδος της SFIO στερείται του νομιζόμενου διασυμμαχικού – διεθνούς χαρακτήρα[54].
Το αυτό έτος ο Τριανταφυλλόπουλος, και πάλι με τους Θρ. Πετιμεζά και Γ. Πετρίδη, επιλέγεται, καθ’ υπόδειξη του Υπουργείου Εξωτερικών, ως μέλος της τριμελούς αντιπροσωπείας του Εργατικού Κέντρου Αθηνών και της Γενικής Εργατικής Συνομοσπονδίας Πειραιώς στην Τέταρτη Διασυμμαχική Εργατική και Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη στο Λονδίνο στις 17 και 19 Σεπτεμβρίου. Η εμπόλεμη κατάσταση της χώρας, όμως, εμποδίζει τον Τριανταφυλλόπουλο και τον Πετιμεζά να αναχωρήσουν από την Ελλάδα. Στο Λονδίνο κατορθώνει να μεταβεί μόνο ο Πετρίδης, ο οποίος βρισκόταν ήδη στην Ελβετία[55].
Το 1920 η πολιτική μεταβολή που επέρχεται από την συντριπτική ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου και την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από τους κωνσταντινικούς, το Λαϊκό Κόμμα προκαλεί την απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο, στο οποίο επανέρχεται από την Επαναστατική Κυβέρνηση του 1922[56], η οποία υπό τον Ν. Πλαστήρα αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά την μικρασιατική καταστροφή. Κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται εκτός Πανεπιστημίου, ο Τριανταφυλλόπουλος, ήδη πατέρας δύο τέκνων, αρνείται να προσυπογράψει τη διακήρυξη των «δημοκρατικών φιλελευθέρων» που έμεινε γνωστή ως «Δημοκρατικό Μανιφέστο»[57] και την οποία υπογράφουν οι Αλ. Παπαναστασίου (που είναι και ο συντάκτης της), Γ. Βηλαράς, Σπ. Θεοδωρόπουλος, Περ. Καραπάνος, Κ. Μ. Μελάς, Δ. Πάζης και Θρ. Πετιμεζάς[58]. Η διακήρυξη, πολύ έντονα λογοκριμένη, δημοσιεύεται στις εφημερίδες «Πατρίς» και «Ελεύθερος Τύπος» στις 12/25 Φεβρουαρίου. Συντάκτης και συνυπογράφοντες παραπέμπονται σε δίκη ενώπιον του Κακουργοδικείου Λαμίας με την κατηγορία της εξυβρίσεως του Βασιλέως και της εσχάτης προδοσίας. Ο Τριανταφυλλόπουλος ανήκει στους συνηγόρους υπεράσπισης. Μεταξύ αυτών διαλάμπει για την ευφράδειά του ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος διά της δίκης αυτής καθιερώνεται στην κοινή συνείδηση ως δεινός ρήτορας. Η δίκη διεξάγεται στις 20 Ιουνίου. Η απόφαση είναι καταδικαστική και οι κατηγορούμενοι φυλακίζονται μέχρι τον Σεπτεμβρίου του 1922, οπότε τους απελευθερώνει η επαναστατική κυβέρνηση των Πλαστήρα – Γονατά.
Η Κυβέρνηση του Γ. Καφαντάρη, η οποία είχε διαδεχθεί την βραχύβια Κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου (11.1 – 4.2.1924) και έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στις 26 Φεβρουαρίου, παραιτείται στις 8 Μαρτίου υπό την πίεση των στρατιωτικών. Ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος αποποιείται την εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως που του δίδει ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, ως Αντιβασιλεύς μετά την αποδημία του Γεωργίου Β΄ στο εξωτερικό στις 19 Δεκεμβρίου 1923. Την αποδέχεται όμως ο Αλ. Παπαναστασίου, στις 9 Μαρτίου. Την επομένη, ο Ελ. Βενιζέλος, αντιλαμβανόμενος ότι αδυνατεί να αποτρέψει την πραξικοπηματική λύση του εκκρεμούς πολιτειακού ζητήματος, αναχωρεί για το εξωτερικό. Εν τω μεταξύ, ευφυής πολιτικός χειρισμός και έξυπνες διαβουλεύσεις του Αλ. Παπαναστασίου με στελέχη του κόμματος των Φιλελευθέρων τον πείθουν ότι δύναται να υπολογίζει στην κοινοβουλευτική τους υποστήριξη. Έτσι, προχωρεί στο σχηματισμό κυβερνήσεως, η οποία ορκίζεται στις 12 Μαρτίου. Το πρώτο μέλημα του πρωθυπουργού Αλ. Παπαναστασίου είναι να επιτύχει οριστική λύση του πολιτειακού και δυναστικού ζητήματος κατά τρόπο αποδεκτό από τη βασιλόφρονα παράταξη. Για το σκοπό αυτό στρέφεται αφ’ ενός προς την πλέον σημαίνουσα προσωπικότητα της αντιβενιζελικής παράταξης, του Ιωάννη Μεταξά και αφ’ ετέρου προς την «Συνταγματική Επιτροπή», το όργανο δηλαδή του υπό την επωνυμία «Συνταγματική Παράταξη» συνασπισμού αντιβενιζελικών κομμάτων και ομάδων. Με τον Ιω. Μεταξά, ο οποίος ζει στο Παρίσι, όπου είχε καταφύγει μετά την αποτυχημένη στρατιωτική «Αντεπανάσταση» των Λεοναρδόπουλου – Γαργαλίδη – Ζήρα, τον Οκτώβριο του 1923 – επιδιώκει επικοινωνία διά του υπαρχηγού του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων και διαλλακτικού βασιλόφρονα Αλέξανδρου Βαμβέτσου, στον οποίο, αφού κατέστησε σαφές ότι είναι αμετάκλητα αποφασισμένος να προέλθει στην ανακήρυξη της Δημοκρατίας, του προτείνει, μεταξύ άλλων, τα μισά υπουργεία της κυβερνήσεώς του. Ο Αλ. Βαμβέτσος ενημερώνει τον Μεταξά, ο οποίος ενθαρρύνει τη συνέχιση των διαβουλεύσεων και δέχεται να μεταβεί στο Μπρίντεζι προς συνάντηση με δύο απεσταλμένους της Κυβέρνησης, τους Τριανταφυλλόπουλο και Ιωάννη Χαλκοκονδύλη. Η συνάντηση πραγματοποιείται στις 16 Μαρτίου, το πρωί με τον Ιω. Χαλκοκονδύλη και το απόγευμα με τον Τριανταφυλλόπουλο, ο οποίος συνομιλεί με τον Ιω. Μεταξά πλέον των τριών ωρών. Ο Τριανταφυλλόπουλος αφηγείται[59] :
«Με εκάλεσε ο πρωθυπουργός Παπαναστασίου και μου ανέθεσε μίαν εμπιστευτικήν αποστολήν. Να πάω εις το Μπρίντεζι, να συναντήσω τον εξόριστον Ιωάννην Μεταξάν και να του κάμω μίαν πρότασιν διά να εισέλθη ο τόπος εις την ομαλότητα. Επήγαμε εις τον Μεταξάν, εις το Μπρίντεζι, μαζί με τον Χαλκοκονδύλην. (. . .).
Είπα εις τον Ιωάννην Μεταξάν ότι η Κυβέρνησις της Δημοκρατίας επιθυμεί να θέση τέρμα εις το ζήτημα το βασιλικόν και σας παρακαλεί, πρώτον, να πάτε στο Βουκουρέστι, όπου είναι ο Βασιλεύς Γεώργιος και να του προτείνετε 60 εκατομμύρια χρυσά φράγκα, υπό τον όρον να παραιτηθή των δικαιωμάτων του επί του θρόνου. Ο Μεταξάς απήντησε σ’ αυτό ότι δεν έχει καμμίαν επαφήν με τον βασιλέα και ότι δεν ημπορεί να ανταποκριθή εις την παράκλησιν της Κυβερνήσεως. Το δεύτερον που του προέτεινα εκ μέρους της Κυβερνήσεως ήτο να αμνηστευθή διά ψηφίσματος της Εθνοσυνελεύσεως και να έλθη εις την Ελλάδα να πολιτευθή υπό το νέον καθεστώς, με πλήρη ελευθερίαν λόγου, χωρίς όμως να βάλλη κατά της Δημοκρατίας. Του είπα ότι δεν θα διακινδυνεύη ούτε αυτός, ούτε οι φίλοι του, και προς τούτο ο Πρωθυπουργός παρέχει πλήρη εγγύησιν.
Μου λέει τότε ο Μεταξάς :
“Πολύ καλά ο Πρωθυπουργός. Μα έχει και μερικούς υπουργούς, και δεν ξέρω αν είναι εις θέσιν να δώση και δι’ αυτούς εγγυήσεις”.
“Εννοείτε τον Κονδύλην;”, είπα.
“Το καταλάβατε”.
“Είναι πατριώτης μου και τον ξέρω καλά. Μπορεί να είναι άγριος, αλλά είναι έντιμος αξιωματικός. Και ενόσω η Κυβέρνησις ομιλεί περί εγγυήσεως δεν ημπορεί παρά να είναι και εκείνος σύμφωνος (. . .)”.
Έλεγα αυτά εις τον Ιωάννην Μεταξάν, αλλά δεν ήμουν βέβαιος διά τον Κονδύλην. Απεχωρίσθημεν με φιλικάς διαθέσεις χωρίς να μου δώση συγκεκριμένην απάντησιν. Ο Μεταξάς πράγματι επέστρεψε εις την Ελλάδα. Και ενθυμούμαι ότι οι φοιτηταί μου με εχειροκρότησαν διότι είχα μεσολαβήσει . . .».
Στις 25 Ιουνίου του 1925 ο Στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος ανατρέπει πραξικοπηματικά την κυβέρνηση του Αν. Μιχαλακόπουλου και σχηματίζει δική του, η οποία στις 30 Ιουνίου λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Συνέλευση[60]. Στις 5 Ιανουαρίου του 1926 αυτοανακηρύσσεται δικτάτωρ και στις τμηματικές εκλογές της 4ης και 11ης Απριλίου – μετά την παραίτηση του Π. Κουντουριώτη στις 15 Μαρτίου – εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Φιλοδοξία του Θ. Πάγκαλου είναι “να μοιάσει” στον Αμερικανό πρόεδρο αποκτώντας αρμοδιότητες σαν τις δικές του. Έχοντας αυτό κατά νου, αρχίζει να διερευνά δυνατότητες να παραμερίσει τα εμπόδια που το Σύνταγμα του 1911 του προβάλλει. Για τον σκοπό αυτό συμβουλεύεται καθηγητές της Νομικής Σχολής. Αρχικώς τον Τριανταφυλλόπουλο, Θρ. Πετιμεζά και Κυριάκο Βαρβαρέσσο, και κατόπιν τους Θεόδωρο Αγγελόπουλο και τον υποψήφιο για την έδρα του Συνταγματικού Δικαίου Αλέξανδρο Σβώλο. Τη συνάντηση που ο Τριανταφυλλόπουλος, από κοινού με τους Πετιμεζά και Βαρβαρέσσο, είχε με τον Πάγκαλο, την αφηγήθηκε στον Γρηγόριο Δαφνή. Στο έργο του «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923 – 1940», ο Γρ. Δαφνής παραθέτει ό,τι του αφηγήθηκε ο Τριανταφυλλόπουλος ως εξής[61] :
«Το πρώτον εκάλεσε τους καθηγητάς της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Τριανταφυλλόπουλον, Κυρ. Βαρβαρέσσον και Θρας. Πετμεζάν. Τους εδέχθη εις το Πολιτικόν Γραφείον και τους ανεκοίνωσεν ότι θέλει να τροποποιήση το Σύνταγμα, ώστε τούτο να περιλάβη διατάξεις περί των δικαιωμάτων του προέδρου της Δημοκρατίας, αναλόγους προς τας διατάξεις του αμερικανικού Συντάγματος. Τους εζήτησε δε να του συντάξουν σχέδιον νέου Συντάγματος. Οι τρεις καθηγηταί τον ήκουαν χωρίς να ομιλούν. Ο Πάγκαλος, αφού ετελείωσε, τους είπεν : “Ε, τι λέτε;”.
Πρώτος ωμίλησεν ο Πετμεζάς. Ορθά – κοφτά του παρετήρησε : “Δεν μου λες, κυρ Θόδωρε, με ποιο δικαίωμα θα κάμης μεταβολήν του Συντάγματος;”
Ο δικτάτωρ, που συνεδέετο από χρόνια με τον Πετμεζάν, εγέλασε : “Καημένε Θρασύβουλε”, του είπε, “πάντα ο ίδιος θα είσαι. Να σου πω με ποιο δικαίωμα. Την πρώτην ημέραν που θα το διαβάση ο κόσμος, θα εκπλαγή. Την επομένην θα πη : “Για να δούμε. Μπορεί να είναι καλό!” Μετά 5 – 6 ημέρες θα το έχη ξεχάσει. Μ’ αυτό το δικαίωμα θα το τροποποιήσω. Αλλ’ αφού έτσι το θέλεις, ας ακούσουμε τι λέγει και ο Τριανταφυλλόπουλος”.
Τριανταφυλλόπουλος: Πέρυσι, κ. πρόεδρε, ο τότε υπουργός της Δικαιοσύνης με εκάλεσε, μαζί με τους Ρακτιβάν και Μίσιον, διά να συσκεφθούμε επί του θέματος του ενοικιοστασίου. Ο υπουργός μας εξέθεσε τας αντιλήψεις του αι οποίαι ήσαν τελείως διαφορετικαί από τας ιδικάς μας. Ο Ρακτιβάν όμως παρετήρησεν ότι το θέμα ήτο καθαρώς τεχνικόν, η συμβολή μας θα ήτο τεχνικής καθαρώς φύσεως και ότι ημπορούσαμε να συνεργασθώμεν εις την σύνταξιν του ενοικιοστασίου, έστω και αν δεν ήμεθα σύμφωνοι με τας γενικάς γραμμάς που έθετεν ο υπουργός. Και εδέχθημεν. Τώρα το θέμα δεν είναι τεχνικόν, πρόκειται περί τροποποιήσεως θεμελιώδους νόμου.
Πάγκαλος : Σας ευχαριστώ, κ. καθηγητά. Και η ιδική σας γνώμη, κ. Βαρβαρέσσο, ποια είναι;
Ο Βαρβαρέσσος έδωσε μίαν απάντησιν μάλλον νεφελώδη, της οποίας η σημασία ήτο ότι και αυτός δεν ήτο διατεθειμένος να συνεργασθή εις την ζητουμένην τροποποίησιν.
Ο Πάγκαλος δεν δυσηρεστήθη από την άρνησιν των τριών καθηγητών. “Δεν συμφωνείτε μαζί μου”, τους είπεν, “αλλά αυτό δεν έχει σημασίαν. Η ειλικρίνειά σας μου άρεσε”.
Στις 22 Αυγούστου 1926 ο Στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης ανατρέπει τον Θ. Πάγκαλο. Η ανατροπή όμως αυτή «δεν [σημαίνει] αυτόματον και άμεσον επάνοδον εις τον συνταγματικόν και κοινοβουλευτικόν βίον»[62]. Το πολιτειακό ζήτημα είναι ακόμη ανοικτό, με το Λαϊκό Κόμμα να διακηρύσσει ότι μετά την επάνοδό του στην εξουσία θα προκηρύξει δημοψήφισμα για την επαναφορά της Βασιλείας. Η μεν Ελληνική Πολιτεία μοιάζει ασύνταχτη, με το Σύνταγμα του 1911 να έχει καταργηθεί και αυτό του Θ. Πάγκαλου να μην αναγνωρίζεται πια, ο δε ανώτατος άρχοντας του Κράτους ελλείπει, αφού ο Π. Κουντουριώτης είχε παραιτηθεί και ο Θ. Πάγκαλος έχει ανατραπεί[63]. Εξ άλλου, οι μεν στρατιωτικοί υπό τον Γ. Πλαστήρα, απειλούν με νέο κίνημα, οι δε πολιτικοί διαφωνούν, ατελεύτητα εφ’ όλων των ζητημάτων : του πολιτειακού, του χρόνου και του συστήματος διεξαγωγής των εκλογών, των οικονομικών, της εξωτερικής πολιτικής . . . Κατόπιν αλλεπαλλήλων διαβουλεύσεων και συσκέψεων για το σχηματισμό οικουμενικής κυβερνήσεως και πλήθους συμβιβαστικών προτάσεων και αντιπροτάσεων, που όλες προσκόπτουν στη σθεναρή επιθυμία του Γ. Κονδύλη να αναλάβει την προεδρία της Κυβερνήσεως και τα πολεμικά υπουργεία των Στρατιωτικών και του Ναυτικού, οι πολιτικοί, αφού συμφωνούν οι εκλογές να διενεργηθούν τον Οκτώβριο, αναθέτουν στον Π. Κουντουριώτη – ο οποίος εν τω μεταξύ εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Προεδρία της Δημοκρατίας – να εύρει διέξοδο στο κυβερνητικό αδιέξοδο.
Έτσι, ο Π. Κουντουριώτης δίδει στον Γ. Κονδύλη εντολή σχηματισμού υπηρεσιακής κυβέρνησης. Ο Γ. Κονδύλης σχηματίζει κυβέρνηση, στην οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον Α. Παπαναστασίου ως υπουργό Παιδείας και προσωρινώς Κοινωνικής Πρόνοιας, τον Τριανταφυλλόπουλο ως υπουργό Δικαιοσύνης, τον Θρ. Πετιμεζά ως υπουργό Εσωτερικών και προσωρινώς Συγκοινωνίας και τον Λ. Νάκο ως υπουργό Γεωργίας και Εμπορίου. Η κυβέρνηση ορκίζεται στις 26 Αυγούστου και ευθύς αμέσως εξαγγέλλει ότι θα διενεργήσει εκλογές στις 24 Οκτωβρίου. Ακολουθούν τα πολύνεκρα επεισόδια της 9ης Σεπτεμβρίου, δηλαδή η βίαιη διάλυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων και των κινητοποιήσεων πολλών χιλιάδων Αθηναίων, οι οποίοι, χωρίς κεντρική καθοδήγηση, διαδήλωναν τα αντιμιλιταριστικά τους συναισθήματα στο κέντρο της Αθήνας και απαιτούσαν την διάλυση της Κυβερνήσεως Γ. Κονδύλη και τον άμεσο σχηματισμό άλλης, συνταγματικής. Στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Γ. Κονδύλης απευθύνει διάγγελμα προς τον ελληνικό Λαό, στον οποίο, μεταξύ άλλων, αναγγέλλει την πρόθεσή του να αποσυρθεί από την πολιτική. Ακολουθεί, διάβημα των βασιλοφρόνων Παναγιώτη. Τσαλδάρη, Ι. Μεταξά και Κωνσταντίνο. Δεμερτζή προς τον Π. Κουντουριώτη. Του ζητούν να διορίσει καθαρώς υπηρεσιακή κυβέρνηση, χωρίς τον Π. Κονδύλη, τον οποίο θεωρούν φανατικό αντιβασιλικό και γι’ αυτό μεροληπτικό και αφερέγγυο. Νέες διαβουλεύσεις άγουν σε νέο συμβιβασμό : να παραιτηθούν όσοι υπουργοί πρόκειται να πολιτευθούν και οι εκλογές να διενεργηθούν στις 7 Νοεμβρίου.
Μαζί με όσους παραιτούνται για τον λόγο αυτό, παραιτείται και ο Τριανταφυλλόπουλος, αν και δεν σκοπεύει να πολιτευθεί στις επικείμενες εκλογές. Γιατί όμως παραιτείται; Ο αληθινός λόγος δεν φαίνεται να είναι αυτός, τον οποίο επισήμως προέβαλε, δηλαδή η διαφωνία του επί του ζητήματος του ενοικιοστασίου, αλλά, σύμφωνα με μαρτυρία του υιού του Ιωάννη Τριανταφυλλόπουλου, η πρόθεση της Κυβέρνησης, όπως αποδεχθεί την πρόταση του Θρ. Πετιμεζά να απαγορεύσει στους συνεργασθέντες με το δικτατορικό καθεστώς του Θ. Πάγκαλου να πολιτευθούν στις εκλογές, μεταξύ δε αυτών και του Παναγιώτη Αραβαντινού, γυναικάδελφου του Τριανταφυλλόπουλου. Πράγματι, στις 11 Οκτωβρίου δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η από 11 Οκτωβρίου 1926 Συντακτική Πράξη (ΦΕΚ Α, 357), στην οποία ορίζεται ότι[64] :
«Δεν δύνανται να εκλεχθώσι βουλευταί ουδέν να ανακηρυχθώσιν «υποψήφιοι διά τας προσεχείς εκλογές, αίτινες ωρίσθησαν την 7ην «Νοεμβρίου 1926, ο Θεόδωρος Πάγκαλος και οι κάτωθι αναφερόμενοι, «διατελέσαντες Υπουργοί και Υφυπουργοί της 30ής Σεπτεμβρίου 1925 «μέχρι της 22 Αυγούστου 1926, ήτοι 1) . . . 34) Παναγιώτης «Αραβαντινός».
Ιανουάριος 1928. Ο ελληνορουμάνος, γαλλόφωνος συγγραφέας Παναϊτ Ιστράτι(πραγματικό όνομα Παναγής Βαλσάμης) βρίσκεται, για πρώτη και τελευταία φορά, στην Αθήνα προσκεκλημένος της εφημερίδας «Ελεύθερον Βήμα». Ο εκπαιδευτικός όμιλος, υπό την προεδρία του Δημητρίου Γληνού, τον καλεί να εκθέσει σε διάλεξη, τις εντυπώσεις του από την Σοβιετική Ένωση, την οποία ο διακεκριμένος συγγραφέας είχε πολύ πρόσφατα επισκεφτεί και όπου γνωρίστηκε με τον Ν.Καζατζάκη. Η διάλεξη δίνεται στο θέατρο «Αλάμπρα» επί της οδού Χαλκοκονδύλη. Στην αρχή ο Δ.Γληνός, παρουσιάζει τον καλεσμένο του Εκπαιδευτικού Ομίλου στο πολυπληθές κοινό, το οποίο είχε κατακλύσει την πλατεία και τους εξώστες του θεάτρου. Ακολουθεί ο Ν.Καζατζάκης και έπεται ο Π.Ιστράτι, ο οποίος μιλώντας στα γαλλικά, τα οποία μεταφράζει ο Παντελής Πρεβελάκης, εμφυσά στο ακροατήριο του όλον του τον ενθουσιασμό για ότι είδε στην Σοβιετική Ένωση. Μετά το πέρας της διάλεξης, το κοινό ξεσηκωμένο, από την ενθουσιώδη ομιλία, «κινείται σε διαδήλωση υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης προς την πλατεία Κάνιγγος». Αστυνομικές δυνάμεις, όμως, διαλύουν την ειρηνική διαδήλωση βίαια. Συνέπειες: Ο Παναϊτ Ιστράτι απελαύνεται και ο Δ.Γληνός παραπέμπεται σε δίκη ενώπιον του Πλημμελειοδικείου Αθηνών με τις κατηγορίες του υποκινητή αφ’ ενός «μίσους» και «εχθροπάθειας» μεταξύ των πολιτών, και αφ’ ετέρου της φιλοσοβιετικής διαδήλωσης.
Την 1η Ιουνίου γίνεται η δίκη. Δικηγόροι του Δ.Γληνού είναι ο Αλ.Σβώλος και Περ. Ράλλης. Ο Τριανταφυλλόπουλος καταθέτει στο δικαστήριο ως μάρτυρας υπεράσπισης μαζί με τους Αλ.Παπαναστασίου, Περ. Καραπάνο, Στρ.Σωμερίτη. Η ετυμηγορία, αθωωτική για τον Δ.Γληνό «θεωρήθηκε νίκη σημαντική του προοδευτικού πνεύματος ενάντια στο ιδιώνυμο»[65]
Τον Μάιο του 1932 η Κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου ευρίσκεται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Η Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία διαμαρτύρονται έντονα και απειλούν αντίποινα για την καθυστέρηση της Ελλάδας να εξυπηρετήσει τις πιστωτικές της υποχρεώσεις εκ των δανείων σε χρυσό, τα οποία είχε λάβει. Από την άλλη, απεργιακές κινητοποιήσεις των υπαλλήλων των ΤΤΤ παραλύουν τις τηλεγραφικές, ταχυδρομικές και τηλεφωνικές επικοινωνίες. Ο Ελ. Βενιζέλος, αν και διαθέτει την πλειοψηφία στη Βουλή και τη Γερουσία, αντιλαμβάνεται, ότι δεν διαθέτει την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος. Έτσι, στις 21 Μαρτίου 1932, υποβάλλει την παραίτηση της Κυβέρνησής του απευθύνοντας έκκληση στους αρχηγούς των δημοκρατικών κομμάτων να σχηματίσουν κυβέρνηση συνασπισμού προς αντιμετώπιση των επειγόντων προβλημάτων της χώρας και προκήρυξη εκλογών. Προσπάθεια του Προέδρου της Δημοκρατίας Αλέξανδρου Ζαΐμη, όπως σχηματισθεί είτε οικουμενική κυβέρνηση, είτε κυβέρνηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, είτε κυβέρνηση συνασπισμού των μικρών δημοκρατικών κομμάτων (των Παπαναστασίου, Ζαβιτζιάνου, Κονδύλη και Καφαντάρη) αποτυγχάνουν. Εν όψει του αδιεξόδου, ο Αλ. Ζαΐμης αποδέχεται πρόταση του Ελ. Βενιζέλου να δώσει εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως στον Αλ. Παπαναστασίου. Στην κυβέρνηση που ο Αλ. Παπαναστασίου σχηματίζει περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο Τριανταφυλλόπουλος ως Υπουργός Δικαιοσύνης και Εθνικής Οικονομίας και ο ιατρός Δ. Σαράτσης ως υφυπουργός Υγιεινής. Η Κυβέρνηση ορκίζεται στις 26 Μαΐου. Η σύνθεσή της δυσαρεστεί σχεδόν τους πάντες – τόσο τον Ελ. Βενιζέλο και το κόμμα του των Φιλελευθέρων, όσο και κόμματα της αντιπολίτευσης – τον καθένα για τους λόγους του. Στη Βουλή, όπου, στις 3 Ιουνίου εμφανίζεται για τις προγραμματικές της δηλώσεις η Κυβέρνηση, παρίστανται μόνο το Κόμμα των Φιλελευθέρων και το Αγροτικό και Εργατικό Κόμμα του Αλ. Παπαναστασίου, ο δε Ελ. Βενιζέλος καθιστά εμμέσως σαφές ότι δεν παρέχει ψήφο εμπιστοσύνης, αλλά ψήφο υπό όρους ανοχής. Τούτο γίνεται αντιληπτό από τον Αλ. Παπαναστασίου, ο οποίος ήδη στη δευτερολογία του δεν αφήνει αμφιβολία, ότι δεν επιθυμεί να κυβερνήσει υπό την κηδεμονία του Ελ. Βενιζέλου και του Κόμματός του. Λίγες ώρες μετά η Κυβέρνηση παραιτείται ομοθύμως.
Στις 6 Ιουνίου του 1933 γίνεται η απόπειρα δολοφονίας του Ελ. Βενιζέλου επί της Λεωφόρου Κηφισίας. Το πολιτικό κλίμα βαραίνει ακόμα περισσότερο, η πολιτική σύγκρουση βενιζελικών και αντιβενιζελικών παροξύνεται δραματικά και το μεταξύ τους χάσμα βαθαίνει ακόμα πιο πολύ. Ευθύς μετά την εγκληματική απόπειρα, αστυνομικές και δικαστικές Αρχές αναζητούν τους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς της. Την ανάκριση διενεργεί ο Εφέτης Μ. Τζωρτζάκης και την εποπτεύει ο Εισαγγελέας Εφετών Δ. Ρηγανάκος. Στις 23 Δεκεμβρίου και ενώ το ανακριτικό έργο βρίσκεται εν εξελίξει, η Κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη, αν και ήδη σε δεινή θέση, αποφασίζει την αντικατάσταση του Μ. Τζωρτζάκη διά του Πρωτοδίκου Α. Ζάννου και του εποπτεύοντος την ανάκριση Εισαγγελέα Εφετών Δ. Ρηγανάκου διά του Αρεοπαγίτη Η. Παπαηλιού. Ο Υπουργός της Δικαιοσύνης δικαιολογεί τις αντικαταστάσεις αυτές προβάλλοντας την ανάγκη ταχύτερης προόδου του ανακριτικού έργου, αν και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γ. Χοϊδάς τού έχει επισημάνει ότι «δεν νοείται σπουδή επί τοιούτων υποθέσεων». Η αντιπολίτευση υποβάλλει επερώτηση, η οποία συζητείται στις 15.1.1934 στη Βουλή. Την επερώτηση του στελέχους του Κόμματος των Φιλελευθέρων Γ. Μαρή, ο οποίος προς επίρρωση των επιχειρημάτων του επικαλείται τη γνώμη των Καθηγητών Τριανταφυλλόπουλου, Θρ. Πετιμεζά, Αλ. Σβώλου, Πολυχρονιάδη, του Υφηγητή Γ. Ράμμου και του πρώην Εισαγγελέα Εφετών Γ. Μαζούρου. Στον Γ. Μαρή αντέλεξε ο βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος και διακεκριμένος ποινικολόγος της εποχής Κ. Τσουκαλάς, ο οποίος, αφού υποστήριξε τις κυβερνητικές ενέργειες, αμφισβήτησε, ως προερχόμενες από κατά κλάδον αναρμοδίους νομικούς, το κύρος των γνωμών που ο Γ. Μαρής επικαλέσθηκε! Η γνώμη του Τριανταφυλλόπουλου, που είχε διατυπωθεί επί ερωτήσεως της εφημερίδας «Νέος Κόσμος» και είχε δημοσιευθεί στο από 28.12.1933 φύλλο αυτής, ήταν η ακόλουθη[66] :
«Το άρθρον 118 του οργανισμού των δικαστηρίων λέγει ότι ο ανακριτής ορίζεται ή υπό του προέδρου της δημοκρατίας ή υπό του προέδρου του δικαστηρίου. Πρόκειται περί του αρχικού διορισμού, αλλ’ άπαξ διορισθείς δεν δύναται να ανακληθή προ της λήξεως της θητείας του ή, εάν τοιαύτη δεν υφίσταται, προ της περαιώσεως των υποθέσεων, αίτινες εστάλησαν εις αυτόν από τον εισαγγελέα. Η επέμβασις της εκτελεστικής εξουσίας ή και αυτού του προέδρου του δικαστηρίου, αν ο ανακριτής δεν κωλύεται, είναι ασφαλώς παράνομος και ως τοιαύτη συνοδεύεται και με κυρώσεις. Ούτω λύεται το ζήτημα και εις την Γαλλίαν. Αλλά και αν ………. ρητώς άφηνεν ο νόμος την ανάκλησιν του μήπω περατώσαντος πάσας τας εκκρεμείς υποθέσεις ανακριτού εις την διακριτικήν εξουσίαν του υπουργού, ούτος έπρεπε να κάμνη χρήσιν του δικαιώματος αυτού κατά την ορθήν κατεύθυνσιν.
Πας υγιώς σκεπτόμενος βλέπει καθαρά ότι δεν είνε η ανύπαρκτος ολιγωρία του ανακριτού, αλλά η προσπάθεια ωρισμένων Αρχών προς συγκάλυψιν του εγκλήματος, ήτις επέφερε την βραδύτητα. Πώς θα προχωρήση η ανάκρισις, όταν ο μεν κυριώτερος εκ των ενοχοποιουμένων αυτουργών παραμένη ασύλληπτος, ενώ υπό κανονικάς περιπτώσεις θα εξετελείτο το ένταλμα εντός ημερών, ως ηθικών αυτουργών αναστέλλεται η δίωξις, μετά την τελευταίαν παράνομον απόφασιν της κοινοβουλευτικής επιτροπής;…
Και ο ανακριτής και η Εισαγγελία εβάδισαν μετά περισκέψεως και αξιεπαίνου προσοχής. Αρκεί να ενθυμηθή τις τα έγγραφα του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, που με όσην λεπτότητα, αναξίαν της ωμής αντιδράσεως, επροσπάθησε να φέρη εις την ευθείαν οδόν την εκτελεστικήν αρχήν…».
Η αναζήτηση πολιτικών και ποινικών ευθυνών για την απόπειρα δολοφονίας του Ελ. Βενιζέλου διήρκησε, ατελέσφορα, μέχρι τον Μάρτιο του 1935(!). Πλην όμως επί ματαίω…
Το 1935, ξεσπά το αποτυχημένο κίνημα του Γ. Πλαστήρα. Η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος, υπό τον Π. Τσαλδάρη, δεν χάνει καιρό. Εκκαθαρίζει Εκκλησία, Ο.Τ.Α., Στρατό, Σώματα Ασφαλείας και Δικαιοσύνη από τους βενιζελικούς. Το Πανεπιστήμιο δεν εξαιρείται. Η θέση του Τριανταφυλλόπουλου στη Νομική Σχολή κινδυνεύει και πάλι. Εν αγνοία του, ο Γεώργιος Στρεϊτ τον σώζει από τη βέβαιη απόλυση. Ο Τριανταφυλλόπουλος αναθυμάται[67] :
«Το 1935 είχα περιληφθή εις τον κατάλογον των απολυομένων καθηγητών, αλλά τη επεμβάσει του αειμνήστου Γεωργίου Στρέϊτ, επισκεφθέντος τον ασθενούντα αρχηγόν του Λαϊκού κόμματος εις Γλυφάδα απηλείφθη το όνομά μου εκ του καταλόγου. Το γεγονός τούτο το αναφέρω ειδικώς διά να προσθέσω ότι το πρώτον μετά εν έτος επληροφορήθην την επέμβασιν του Στρέϊτ. Τούτο δε το υπηνίχθην εις τον επικήδειον λόγον, ον εξεφώνησα κατά την κηδείαν του ως πρόεδρος της Ακαδημίας.»
Τον Αύγουστο του 1936 εγκαθιδρύεται η δικτατορία του Ιω. Μεταξά. «Τα φιλελεύθερα και προοδευτικά φρονήματα του Τριανταφυλλόπουλου τον θέτουν πάλιν υπό κυβερνητικήν δυσμένειαν»[68], η οποία δεν αργεί να εκδηλωθεί. Ο Ιω. Μεταξάς θεωρεί ότι η Νομική Σχολή Αθηνών είναι άντρο «δημοκρατικών» και ότι ο Τριανταφυλλόπουλος είναι εκ των αρχηγών τους. Έτσι, το 1937, το δικτατορικό καθεστώς αντιμάχεται την υποψηφιότητά του για την πρυτανεία, την οποία ο Τριανταφυλλόπουλος χάνει «. . . εκλεγέντος αντ’ αυτού του πολύ συντηρητικοτέρου συναδέλφου του Γεωργίου Μπαλή»[69].
Την αυτή περίπου εποχή, πληροφορίες εξ Αθηνών περί των πολιτικών και κοινωνικών φρονημάτων του Τριανταφυλλόπουλου διαβιβάζονται στη Νομική Σχολή της Βόννης και πετυχαίνουν να ματαιωθεί η αναγόρευση του επιφανούς Έλληνα νομοδιδασκάλου σε επίτιμο διδάκτορα[70].
Το επόμενο έτος (1938) οι έλληνες νομικοί καλούνται, διά δημοσιεύματος στον νομικό τύπο, να συνδράμουν στην μελέτη των ευεργετικών συνεπειών της πολιτειακής μεταβολής της «4ης Αυγούστου» επί των κατ’ ιδίαν κλάδων της ελληνικής εννόμου τάξεως. Αρκετοί σπεύδουν, μεταξύ αυτών οι Γεώργιος Μπαλής, Ηλίας Αναστασιάδης, Κωνσταντίνος Γαρδίκας, Ιωάννης Σπυρόπουλος, Πέτρος Βάλληνδας, Ανδρέας Γαζής, Ηλίας Γάφος, Μιχαήλ Στασινόπουλος, Γεώργιος Παπαχατζής, Αλέξανδρος Τσιριντάνης[71]. Ο Τριανταφυλλόπουλος απέχει.
Περί τα τέλη του αυτού έτους (1938) η κυβέρνηση Ιω. Μεταξά, όταν «μετά μακράν έλλειψιν ενδιαφέροντος αποφασίζει [. . .] να κινήσει εκ νέου την υπόθεσιν της συντάξεως του Αστικού Κώδικος και να προωθήσει την τελική εν συνόλω επεξεργασίαν των από καιρού ετοίμων σχεδίων του»[72], παραγκωνίζει τον Τριανταφυλλόπουλο και αναθέτει στον Γ. Μπαλή την επιμέλεια του τελικού κειμένου του Σχεδίου[73].
Την επαύριο της κηρύξεως του ελληνοϊταλικού πολέμου ο Ιω. Μεταξάς καλεί σε συγκέντρωση τους καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών στη Μεγάλη Αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου. Ενόψει των εκτάκτων περιστάσεων ο Τριανταφυλλόπουλος θεωρεί χρέος του να υποσκελίσει τη χαώδη απόσταση που τον χωρίζει από το μεταξικό καθεστώς και τον δικτάτορα προσωπικώς. Έτσι, παρευρίσκεται στη συγκέντρωση[74].
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Τριανταφυλλόπουλος, ήδη εξήντα ετών, διαμένει στην Αθήνα, απ’ όπου κινητοποιείται, από κοινού με τους Γ. Καφαντάρη, Κωνσταντίνο Τσάτσο και άλλους Ευρυτάνες, για τον επισιτισμό της λιμοκτονούσας ιδιαίτερης πατρίδας τους, της Ευρυτανίας[75].
Κατά την ίδια ζοφερή περίοδο, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, μα και τον επιστημονικό και εν γένει πνευματικό κόσμο της χώρας απασχολεί η πειθαρχική δίωξη του καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωάννη Κακριδή, ο οποίος κατηγορείται και εν τέλει τιμωρείται, διότι γράφει σε ορθογραφικό και τονικό σύστημα που παρεκκλίνει της καθιερωμένης γραφής της ελληνικής γλώσσας, και μεταχειρίζεται ανεπίτρεπτο για την πανεπιστημιακή διδασκαλία γλωσσικό ιδίωμα. Ο Τριανταφυλλόπουλος σπεύδει από τους πρώτους να υπερασπίσει την ακαδημαϊκή ελευθερία που πλήττεται στο πρόσωπο του συναδέλφου του. Ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου καταθέτει, μεταξύ άλλων[76] :
«Η πειθαρχική δίωξις του συναδέλφου μου κ. Κακριδή δεν ημπορεί να αφήση ασυγκίνητον κανένα πανεπιστημιακόν, έτι πλέον κανένα πνευματικόν άνθρωπον.
Η ελευθερία της επιστημονικής ερεύνης και η αδέσμευτος εκδήλωσις της σκέψεως αποτελεί όρον πρωταρχικόν της αναζητήσεως της αληθείας. Ούτε καν η πρακτική ωφέλεια δεν ημπορεί να τεθή ως προϋπόθεσις της επιστήμης. Το αναζητούμενον, άτε άγνωστον, δεν δύναται να προσδιορισθή, ως εικός, από το υφιστάμενον. Η γνώσις απαιτεί πλήρη ελευθερίαν, την οποίαν δεν ημπορεί να δεσμεύση το Κράτος, εάν αντιλαμβάνεται την αποστολήν του. Η ομαδική σκέψις και συνεπώς η ομαδική (και αυτό είναι το Πανεπιστήμιον) καλλιέργεια της επιστήμης προϋπήρξε του Κράτους, όπερ μόνον να διευκολύνη αυτήν έχει προορισμόν, όχι να θέτη φραγμούς είτε ως προς το αντικείμενον είτε ως προς την μέθοδον.
Και ως προς το πρωταρχικόν τούτο σημείον εστάθησαν εις το ύψος της αληθινής επιστήμης εκ του αρχαίου κόσμου μόνον οι Έλληνες και αυτό δεν πρέπει να το λησμονώμεν ιδιαιτέρως ημείς, αν θέλωμεν να δικαιώνωμεν την καταγωγήν και να έχωμεν επιστημονικήν κίνησιν αληθινήν και όχι εξ επιταγής τούτου ή εκείνου του καθεστώτος παρωδίαν επιστήμης. ( . . . ). Εις περιόδους μάλιστα ταραχώδεις και αλματικάς, οία είναι και η μεταπολεμική, οφείλει κάθε επιστήμη να δικαιώνη την ύπαρξίν της και να ανανεώνη την πίστιν των ανθρώπων επί την αξίαν αυτής. Κατ’ αυτόν τον τρόπον προσδιορίζεται η μέθοδος, που πρέπει εκάστοτε να ακολουθώμεν διά την πανεπιστημιακήν διδασκαλίαν κάθε επιστήμης, διότι αντικείμενον και μέθοδος είναι εν και το αυτό ( . . . )».
Ο Τριανταφυλλόπουλος είχε μακρόχρονη, στενή σχέση με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος[77]. Προ πολλού νομικός της Σύμβουλος, διορίζεται το 1940 από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Αλέξανδρο Κοριζή μέλος της Τριμελούς Διοικούσης Επιτροπής της και το 1945 εκλέγεται από την έκτακτη Γενική Συνέλευση της Τράπεζες μέλος του Διοικητικού («Γενικού», όπως λεγόταν τότε) Συμβουλίου της. Η σχέση του Τριανταφυλλόπουλου με την Εθνική Τράπεζα κορυφώνεται όταν ο Γ. Παπανδρέου, ως Πρόεδρος της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητας (26.4.1944 – 3.1.1945), τον διορίζει μεταβατικό Διοικητή της, αποδεχόμενος την πρόταση των Εαμικών υπουργών της Κυβερνήσεώς του Αλ. Σβώλου, Άγγελου Αγγελόπουλου και Ηλία Τσιριμώκου. Η θητεία του Τριανταφυλλόπουλου ως Διοικητή της Τράπεζας, αν και βραχύβια, υπήρξε κρίσιμη για τη νέα αρχή που η Τράπεζα έπρεπε να κάνει στις πολύ αντίξοες, από κάθε άποψη, συνθήκες, στις οποίες βρίσκονταν η χώρα και ειδικότερα η Αθήνα, την επαύριο της απελευθέρωσης. Η Τράπεζα, καθημαγμένη καθώς ήταν από την αυθαίρετη αντιμετώπιση που της επιφύλαξαν οι γερμανικές Αρχές Κατοχής, ήταν αντιμέτωπη με προβλήματα πολλά, οξύτατα και δυσεπίλυτα. Ένας κύκλος ζητημάτων που η Διοίκηση Τριανταφυλλόπουλου έπρεπε να αντιμετωπίσει επειγόντως, ήταν εκείνο της «πολιτικής προσωπικού». Έπρεπε να αποκατασταθούν οι υπάλληλοι που είχαν διωχθεί από την κατοχική Διοίκηση της Τράπεζας και να αντιμετωπισθούν προσηκόντως εκείνοι που είχαν προσληφθεί ή προαχθεί από αυτήν ή είχαν συνεργασθεί με τους κατακτητές.
Η Διοίκηση Τριανταφυλλόπουλου αντιμετωπίζει τα ζητήματα αυτά με μετριοπάθεια και ρεαλισμό. Ειδικώτερα, επαναπροσλαμβάνονται όσοι είχαν εξαναγκασθεί σε παραίτηση από την κατοχική Διοίκηση της Τράπεζας και ακυρώνονται, χωρίς μείωση αποδοχών, όσες προαγωγές υπαλλήλων στο βαθμό του διευθυντή είχαν πραγματοποιηθεί από αυτή. Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογήν ειδικών νομοθετικών διατάξεων, απολύονται υπάλληλοι που προσελήφθησαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, εξαιρεθέντων των «βετεράνων πολεμιστών». Τέλος, υπάλληλοι της Τράπεζας που φέρονταν να έχουν συνεργασθεί με τους κατακτητές, παραπέμπονται στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, ενώπιον του οποίου μπορούν να απολογηθούν και να προσκομίσουν αποδεικτικά μέσα υπερασπίσεώς τους, μέχρι δε περατώσεως της πειθαρχικής ή της τυχόν εκκρεμούσης ποινικής δίκης τίθενται διαθεσιμότητα.
Εκτός από την «πολιτική προσωπικού» που έπρεπε να χαράξει και να εφαρμόσει, η Διοίκηση Τριανταφυλλόπουλου καλείται να θέσει τα θεμέλια «μιας νέας μακροπρόθεσμης πολιτικής ανάκαμψης της Τράπεζας». Για να επιτευχθεί αυτό, επιδίδεται στην καταγραφή των οικονομικών αναγκών όλων των παραγωγικών κλάδων της ελληνικής οικονομίας.
Σήμερα, εξήντα και πλέον χρόνια μετά, η Διοίκηση Τριανταφυλλόπουλου αποτιμάται θετικά : «Παρά τη βραχύβια παραμονή του στη θέση του διοικητή, ο καθηγητής Τριανταφυλλόπουλος λειτούργησε στη βάση ενός μακρόπνοου σχεδιασμού, προσεγγίζοντας τα τεράστια προβλήματα μιας ταραγμένης περιόδου με σύνεση και προγραμματισμό (. . .). Στη βάση του πλαισίου Τριανταφυλλόπουλου κινήθηκε και η διοίκηση Πεσμαζόγλου που τον διαδέχθηκε».
Αρχές του 1948. Εμφύλιος μαίνεται. Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) αρχίζει «να μετακινεί προς τις ανατολικές χώρες παιδιά από τις παραμεθόριες περιοχές»[78]. Η Κυβέρνηση κατηγορεί το ΚΚΕ για «παιδομάζωμα». Το ΚΚΕ ανταποδίδει την κατηγορία κάνοντας και αυτό λόγο για «παιδομάζωμα», «γενοκτονία» και «γενιτσαρισμό»[79]. Στις 27 Φεβρουαρίου, η Ελληνική Κυβέρνηση κάνει διάβημα στην Ειδική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Βαλκάνια (UNSCOB) και καταγγέλλει, μεταξύ άλλων, τη βίαιη μετακίνηση ελληνοπαίδων «. . . στην Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, καθώς και σε άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης». Τον ίδιο καιρό, και ο Ελληνικός Τύπος μιλάει για «παιδομάζωμα», για «απόπειρα καταστροφής του Ελληνικού Έθνους», για «εκσλαβισμό» των ελληνοπαίδων, ανεβάζει τον αριθμό των «απαχθέντων παιδιών», σε τέσσερις χιλιάδες (4.000) και δημοσιεύει εκτιμήσεις κυβερνητικών Αρχών, ότι οι απαγωγές θα υπερβούν τις ογδόντα (80.000)[80]. Υπό τις συνθήκες αυτές και σε κλίμα οξύτητας που σήμερα μόνο δύσκολα μπορούμε να διανοηθούμε έστω και λίγο, το έγκυρο περιοδικό «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ», αφιερώνει στο 505ο τεύχος της, τον Ιούνιο του 1948, είκοσι σελίδες σε αυτό που και η ίδια αποκαλεί, στον τίτλο του αφιερώματος, «παιδομάζωμα» και δημοσιεύει είκοσι πολύ μικρής, μικρής ή μετρίας εκτάσεως κείμενα – και τρία ομόθεμα σκίτσα του Ουμβέρτου Αργυρού – με ισάριθμες υπογραφές των : Κ. Τριανταφυλλόπουλου, Γρ. Ξενόπουλου, Δ. Σ. Μπαλάνου, Σ. Β. Κουγέα, Γ. Σ. Μαριδάκη, Π. Κανελλόπουλου, Κ. Τσάτσου, Τ. Αθανασιάδη, Κ. Δ. Γεωργούλη, Γ. Θεοτοκά, Άλκη Θρύλου, Μ. Καραγάτση, Λίνου Πολίτη, Τατιάνας Σταύρου, Γ. Σίδερη και Γ. Χατζίνη. Στο εισαγωγικό, λυρικής πνοής, σημείωμα του επιμελητή του αφιερώματος και διευθυντή του περιοδικού Πέτρου Χάρη απουσιάζει κάθε μνεία των αντιμαχομένων παρατάξεων, αλλά και στα περισσότερα από τα είκοσι δημοσιευόμενα κείμενα λείπουν αναφορές στον «Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας», στο ΚΚΕ, ή / και στελέχη αυτών. Σε μερικά μόνο υπάρχουν κάποιες συγχρονικές αναφορές. Έτσι, ο Σ. Β. Κουγέας μιλά για «το αποτρόπαιον έγκλημα του σλαβοκομμουνισμού, την βιαίαν δηλαδή απαγωγή των μικρών ελληνοπαίδων και την συγκέντρωσιν αυτών εις τα δορυφορούντα κομμουνιστικά κράτη . . .», και για «κομμουνιστικόν παιδομάζωμα» . ο Π. Κανελλόπουλος για «κομμουνισμό», ο Γ. Θεοτοκάς για «συμμοριτικό αγώνα», «κομμουνισμό» και «Ελληνικό Κομμουνισμό», ο Μ. Καραγάτσης για «το βιολογικό φαινόμενο του κομμουνιστή, δηλαδή του ανθρώπου με τη βαθύτατα βλαμένη ψυχονευρικότητα» και για «Έλληνες κομμουνιστές». Το κείμενο του Τριανταφυλλόπουλου προτάσσεται όλων, προφανώς λόγω της ιδιότητας αυτού ως Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών το 1948. Γράφει ο Τριανταφυλλόπουλος :
«Εξ όλων των βαρβαροτήτων του τελευταίου πολέμου τίποτε δεν είναι απανθρωπότερον από την απαγωγήν των ελληνοπαίδων, που έθεσαν εις ενέργειαν οι προαγωγοί και οι εχθροί της ελληνικής πατρίδος.
Αιχμαλωσίαι ολοκλήρων πόλεων και απαγωγή πληθυσμών συν γυναιξί και τέκνοις εις δουλείαν δεν έλειψαν ούτε κατά την αρχαιότητα ούτε κατά τον σκοτεινόν μεσαίωνα, αλλά παιδιών και νηπίων απόσπασις από τας μητρικάς αγκάλας, ως μέτρον πολεμικόν, δεν γνωρίζω να μαρτυρήται που.
Και όμως το ανήκουστον αυτό έγκλημα κατά της ανθρωπότητος δεν επροκάλεσεν ουδέ εις τους συμπολεμήσαντας υπέρ της ελευθερίας λαούς όσην ανέμενέ τις αντίδρασιν, ενώ ημείς, παρά τας καταστροφάς που υπέστημεν και παρά τον πόλεμον ον συνεχίζομεν ουχί μόνον υπέρ ημών αυτών, μετέσχομεν ακόμη και εις αυτόν τον τελευταίον έρανον τον οποίον ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών ενήργησεν υπέρ των παιδίων όλου του κόσμου, δηλαδή και αυτών των Μεγάλων Δυνάμεων.
Όταν ο Ιμβραΐμ ηχμαλώτιζε παιδία και τα μετέφερεν εις Αίγυπτον με τον απώτερον σκοπόν να αποικίση την ερημωθείσαν Πελοπόννησον με Άραβας, εξηγέρθη ολόκληρος η Δύσις και εις την εξαγοράν των παιδιών έδωκαν χείρα βοηθείας ακόμη και χώραι πολέμιοι προς την ελληνικήν ελευθερίαν.
Τώρα που δεν υπάρχει καν ουδέ η ελπίς της εξαγοράς δεν είδομεν ακόμη να εξεγερθή σύσσωμος ο πολιτισμένος κόσμος και δεν ηκούσαμεν ούτε τα πνευματικά ιδρύματα της ξένης ούτε τους ποικιλωνύμους οργανισμούς των Ηνωμένων Εθνών ή της Ηνωμένης Ευρώπης να στιγματίσουν το έγκλημα κατά τρόπον αποτελεσματικόν.
Είθε αι εκκλήσεις που συγκεντρώνει η «Νέα Εστία» να συντελέσουν εις παγκόσμιον συναγερμόν, μήπως αι δυστυχείς αυταί υπάρξεις, το έαρ της πατρίδος μας, «τα παιδάκια, οι ασυλλόγιστες χαρές» επανίδουν το φως της Ελλάδος».
Το 1963 ο Τριανταφυλλόπουλος είναι ογδόντα δύο ετών, όταν η Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με κοσμήτορα τον Καθηγητή Χαράλαμπο Φραγκίστα, αποφασίζει να τον ανακηρύξει επίτιμο διδάκτορα, τιμώντας έτσι την «παιδεία και αρετή του ανδρός» και την «εξόχως ευδόκιμη θεραπεία της επιστήμης του δικαίου στη δογματική ανάλυση, φιλοσοφική θεμελίωση και ιστορική έρευνα». Κατά την τελετή που πραγματοποιείται στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου, ο Τριανταφυλλόπουλος, «εν προφανεί συγκινήσει, με την χαρακτηρίζουσα αυτόν ευφράδεια, σαφήνεια και υποβλητικότητα», όπως έγραψε ο «Αρμενόπουλος»[81], μιλά για «Αρχαία ζητήματα συγχρόνων νόμων». Στην ομιλία του αυτή – συμβολή στη νομοθετική ιστορία της χώρας, αλλά και στη νομοθετική θεωρία καθ’ εαυτή – αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στη δυσμενή κριτική που ασκήθηκε στον Αστικό Κώδικα, και συγκεκριμένα στη μομφή που αποδόθηκε στους συντάκτες του, ότι κατά τη διαμόρφωση του περιεχομένου των ρυθμίσεών του παραγνώρισαν τα ελληνικά δίκαια και τα «πάτρια ημών έθιμα» χάριν του ρωμαϊκού δικαίου, το οποίο, κατά τους επικριτές, εισέβαλε στην Ελλάδα διά της οδού της γερμανικής επιστήμης. Ο Τριανταφυλλόπουλος αντικρούει την κριτική αυτή λέγοντας[82] :
«[. . .] πώς ήτο δυνατόν η Επιτροπή του Αστικού Κώδικος και η Συντακτική και η Αναθεωρητική, ης μετείχον πάντες οι αρχηγοί των εν ενεργεία τότε τελούντων πολιτικών κομμάτων, να αγνοήσουν το από δύο περίπου χιλιετηρίδων αρχικώς μεν γνωστόν εις ελληνικάς χώρας, είτα δε ισχύον, αυτόθι κατά βάσιν ρωμαϊκόν δίκαιον, το οποίον κατά την ανακάθαρσιν του corpusjuriscivilis διά των Βασιλικών μετετράπη απλώς εις ελληνόγλωσσον κείμενον και ως τοιούτον διά της Εκκλησίας έφθασε μέχρι της Εθνεγερσίας; Και πώς ήτο δυνατόν η Επιτροπή να απεμπολήση το εθνικόν μας αυτό δίκαιον, όπερ ήτο και είναι το αρτιώτερον πάντων των ιδιωτικών δικαίων, καταστάν βασικόν υπόδειγμα εις τους αστικούς κώδικας όλων των ευρωπαϊκών χωρών από του δεκάτου ογδόου αιώνος και εφεξής; Είναι κοινός τόπος ότι το ρωμαϊκόν δίκαιον με την μοναδικήν ύλην προς ελαστικάς κατασκευάς, απόρροιαν εν μέρει ζυμώσεως με κανόνας διασκευασμένους εις το ελληνιστικόν περιβάλλον, και ως είναι επί πλέον διαποτισμένον από γενικάς ιδέας ελληνικής φιλοσοφικής προελεύσεως, αποβαίνει η πλέον ολοκληρωμένη κληρονομία του αρχαίου πολιτισμού, χρήσιμον εις πάσαν επιστημονικήν περί δικαίου έρευναν και διά τούτο τυγχάνον πανταχού όχι μόνον ιστορικής επεξεργασίας, αλλά; Με τινας εξαιρέσεις, και απολύτου σεβασμού, στοιχείον απαραίτητον υγιούς συγχρόνου κοινωνικής συγκροτήσεως και νομικής παιδεύσεως, όπως εκ παραλλήλου είναι κατά παλαιάν παρομοίωσιν ο Ευκλείδης εις την γεωμετρίαν, η ελληνική τέχνη της γλυπτικής εις τον αισθητικόν και η ελληνική φιλοσοφία εις τον στοχαστήν. Και όταν όλος ο προωδευμένος κόσμος φέρη την σφραγίδα των νόμων της Ρώμης, είναι ανεδαφική η προσπάθεια όπως ημείς αιφνιδίως, με κίνδυνον απομονώσεως, νοθεύοντες την εθνικήν μας ιστορίαν, απομακρυνθώμεν του κύκλου των κρατών εκείνων, άτινα διά των αστικών των κωδίκων θεραπεύουν κατά βάσιν αρχάς ρωμαϊκού δικαίου».
Με αυτές τις σκέψεις ο Τριανταφυλλόπουλος θα μπορούσε να τερματίσει, για τις ανάγκες της αντιφώνησής του, την υπεράσπιση του βασικού προσανατολισμού του Αστικού Κώδικα. Η υπεράσπιση θα ήταν επαρκής. Ο τιμώμενος νομοδιδάσκαλος, όμως, δεν έχασε την ευκαιρία – ή μήπως τη δημιούργησε; – να λάβει θέση και επ’ αυτού, το οποίο εκείνη την εποχή, δύο χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης Συνδέσεως της Ελλάδος με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (1961), όχι μόνο δεν ήταν ακόμη κοινός τόπος, αλλά, όπως φάνηκε αργότερα στη μεταπολίτευση, απευκταία προοπτική για περισσότερους από τους μισούς Έλληνες. Ο πρεσβύτης Τριανταφυλλόπουλος αντιλαμβάνεται πλήρως, παραδέχεται χωρίς επιφυλάξεις και διαδηλώνει με ενάργεια αυτό που οι επίγονοί του χρειάστηκαν τριάντα σχεδόν χρόνια να συνειδητοποιήσουν, ότι δηλαδή το μέλλον της Ευρώπης βρίσκεται στην πρωτοφανή – και γι΄ αυτό εντελώς επισφαλή, τότε – προσπάθεια των χωρών της να συνεργασθούν μέσα από τους νεοπαγείς θεσμούς των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και ότι το μέλλον της Ελλάδας είναι αδιαχώριστο από αυτές. Ας τον διαβάσουμε :
«Ο σύνδεσμος αυτός [του «προωδευμένου κόσμου» με το ρωμαϊκό δίκαιο], ήδη από του πρώτου πολέμου εκδηλωθείς και εις την νομοθεσίαν συγκριτικώς και εις την ερμηνευτικήν μέθοδον, κατέστη την σήμερον, μετά τον δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον, εντονώτερος, επειδή εξυπηρετεί ευρύτερον την απρόσκοπτον συνεργασίαν μας προς ευόδωσιν ενοποιητικών μορφών επί οικονομικού προ παντός πεδίου και γενικώτερον επί παιδευτικού. Αρκεί να υπομνησθή η αναμενομένη ασφαλώς διά της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ενώσεως προσπάθεια προς ενοποίησιν νομικών θεσμών, που θα είναι προϊόν καλοπίστου συνεργασίας όλων των μετόχων της Κοινότητος, έτι πλέον, ως ετόνισεν προσφάτως συνάδελφος του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκ της επικοινωνίας ταύτης με τους λοιπούς ευρωπαϊκούς λαούς προσδοκώμεν να αντιμετωπίσωμεν νικηφόρους και κάποιαν εγωπάθειάν μας. Ουδ’ υφίσταται ο υπό τινων εκφραζόμενος φόβος, ότι εντός του πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως κίνδυνος είναι να υποστώμεν μείωσιν έναντι πολυπληθεστέρων και οικονομικώς ευρώστων εθνών. Διότι μακρά πείρα ανέκαθεν πιστοποιεί ότι ευκολώτερον και ταχύτερον ενούνται εις κοινούς μεγάλους σκοπούς έθνη, ανεξαρτήτως μεγέθους, βιούντα υπό τον αυτόν ή παρεμφερή κοινωνικόν και οικονομικόν και, συνεπώς, υπό κοινόν ιδεολογικόν ρυθμόν».
Ο Τριανταφυλλόπουλος δεν υπήρξε πολιτικός ούτε της πρώτης ούτε της δεύτερης γραμμής. Υπήρξε, με τα λόγια του Κωνσταντίνου Τσάτσου[83], «. . . ενεργός πολίτης εις την ιδανικήν της λέξεως ταύτης σημασίαν (. . .), γνήσιος δημοκράτης (. . .). Ουχί άπαξ εκινδύνευσεν εν τη προασπίσει των πολιτικών του πεποιθήσεων. Ουδέποτε κατεδέχθη να κρύψη, υπό το προσωπείον μιας δήθεν επιστημονικής θεωρήσεως των πραγμάτων, τας καθαρώς πολιτικάς του ενεργείας. Ότε ωμίλει ως οπαδός μιας πολιτικής μερίδος, το διεκήρυσσε, και εδέχθη υπερηφάνως τας από μέρους των τότε κρατούντων επιβληθείσας κυρώσεις. Απόλυτη συνέπεια χαρακτηρίζει τας πολιτικάς του εκδηλώσεις, είτε ωμίλει εις εποχάς ότε επεκράτει ο ιδικός του πολιτικός κόσμος, είτε επεκράτει ο αντίπαλος, είτε το καθεστώς ήτο ελεύθερον, είτε όχι. Δεν ανέμενε το ατιμώρητον διά να ομιλήσει».
Ο Τριανταφυλλόπουλος υπήρξε εκείνος που κατόρθωσε να ενσαρκώσει με επιτυχία την υψηλή επιστημοσύνη, την επαγγελματική ευσυνειδησία, την πολιτική εγρήγορση και την κοινωνική ευαισθησία, δημιουργώντας έτσι, από κοινού με τους Θρασύβουλο Πετιμεζά και Αλέξανδρο Σβώλο, έναν νέο τύπο πανεπιστημιακού δασκάλου, του οποίου τη συνέχεια γνωρίσαμε στο πρόσωπο των Αριστόβουλου Μάνεση, Φαίδωνος Βεγλερή και Γεωργίου Κουμάντου. Την ισορροπημένη σχέση του Τριανταφυλλόπουλου με την πολιτική και την ευρύτερα πολιτικά προσανατολισμένη κοινωνική και επαγγελματική δράση δεν βρίσκω καλύτερο τρόπο να εκφράσω από αυτόν που βρήκε ο δικηγόρος Σπύρος Μανούσος, όταν το 1951, με αφορμή την αποχώρηση του Τριανταφυλλόπουλου από το Πανεπιστήμιο, έγραψε εκ μέρους της «Θέμιδος» : «Αι πέρα δε της νομικής επιστήμης ικανότητές του, εκτός των άλλων, του εξησφάλιζον εις την πολιτικήν εκλεκτήν θέσιν, ήτις πολλάκις του προσεφέρθη. Και είναι προς έπαινόν του ότι μη δελεασθείς παρέμεινεν πιστός εις την αποστολήν του εν τω Πανεπιστημίω και εις την διακονίαν της νομικής επιστήμης. Αποτελεί η στάσις του αυτή αντίθεσιν προς την τακτικήν μερικών εξ εκείνων, οίτινες διά της προώρου, χάριν της πολιτικής, αποχωρήσεώς των από την πανεπιστημιακήν σταδιοδρομίαν επιτρέπουν και την σκέψιν ότι δεν απέβλεψαν να διαθέσουν εις το Πανεπιστήμιον τας υπηρεσίας των οποίων η επιστημονική ικανότης των καθίστα δυνατήν την εις αυτό παροχήν, αλλά να χρησιμοποιήσουν αυτό ως προβαθμίδα διά την σταδιοδρομίαν των εις την πολιτικήν. Αποτελεί ακόμη αντίθεσιν και προς όσους, πράγματι διαπρέψαντας εις αυτό, το απηρνήθησαν χάριν της πολιτικής. Δεν έχει βεβαίως θέσιν ενταύθα η κρίσις αν εκ της αποδόσεώς των εις την πολιτικήν σταδιοδρομίαν διαπιστούται εκ των υστέρων ότι επεβάλλετο να την ακολουθήσουν, είναι όμως δυνατόν να παρατηρηθή ότι οι περισσότεροι εξ αυτών ίσως να εζημίωσαν το Πανεπιστήμιον εγκαταλείψαντες αυτό».


Η μελέτη έχει δημοσιευτεί στο τόμο «Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος. Ο ανακαινιστής της σύγχρονης ελληνικής νομικής επιστήμης», Αντ.Σάκκουλας, 2008, σ. 93-144 και αποτελεί ανεπτυγμένη μορφή προφορικής εισήγησης που έγινε στην αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών στο πλαίσιο επιστημονικού μνημοσύνου για το Κ.Τριανταφυλλόπουλο
[1] Κ. Δ. Τσάτσος, σε : Νέον Δίκαιον 22(1966), 95.
[2] Π. Ι. Ζέπος, σε : ΝοΒ 14(1966), 408 [=ΕΕΝ 33(1966) 82, Νέα Εστία Μ΄(1966), 401].
[3] Κ. Δ. Τσάτσος, σε : Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 41(1966), 418 [=Νέον Δίκαιον 23(1967)].
[4] Σε εφ. «Το Βήμα» της 14.4.1964 (συνομιλία με τον Ηλία Βενέζη). Βλ. και Κωνσταντινος Δ.Τριανταφυλλόπουλος, Πρόλογος σε : Αλ.Παπαναστασίου, Μελεται, λόγοι, άρθρα(επιμ. Ξ.Λευκοπαριδης), Αθηναι, 1957, σ. η’ επ.
[5] Την εν γένει πνευματική κίνηση περί το δίκαιο τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα περιγράφουν με απαράμιλλη πυκνότητα και γλαφυρότητα οι Π. Γ. Ζήσης, σε : Νέον Δίκαιον 7(1951), 532 [= Νέον Δίκαιον 22 1966, 95 επ. και σε : Π. Γ. Ζήσης, Μελέται και Άρθρα, τόμος Β΄, Αθήναι 1970, 36 επ.], Ι. Σόντης, σε : ΝοΒ 7(1959), 1213 επ. και Κ. Δ. Τσάτσος, όπ.π. (υποσ. 3), 411 επ.
[6] Ο Δ. Θ. Γεωργιάδης γράφει στη «Σύγχρονη Εγκυκλοπαίδεια» [(Ελευθερουδάκη) έκδοσις τρίτη, (χ.χ.), Εκδόσεις Ν. Νίκας & Σία ΕΕ, τόμος 12ος, σελ. 525] για τη Φαβιανή Εταιρεία (Fabian Society) και τους Φαβιανούς : «Σοσιαλιστική συντηρητική εταιρεία, ιδρυθείσα εν Λονδίνω κατά το έτος 1883, αντίθετος των αρχών του Μαρξισμού και του επαναστατικού σοσιαλισμού. Την ονομασίαν της ταύτην έλαβεν εκ του Ρωμαίου νικητού του Αννίβα Φαβίου Κουνκτάτορος, ιστορικού καταστάντος διά την σωφροσύνην και περίσκεψιν αυτού, ην και οι ιδρυταί της εταιρείας εφιλοδόξουν να ακολουθήσωσι τονίζοντες την ανάγκην της απαραιτήτου μακράς σκέψεως προ της λήψεως πάσης αποφάσεως. Η εταιρεία διά της εκδόσεως των “Φαβιανών Δοκιμίων” (Fabian Tracts), της διαδόσεως των αρχών της και της συνεργασίας μετά των επαγγελματικών ενώσεων, επεκράτησε καθ’ όλην την Αγγλίαν. Αλλά διά της μετέπειτα ιδρύσεως του εργατικού κόμματος, του οποίου πάντα σχεδόν τα πρόσωπα υπήρξαν μέλη της, επεσκιάσθη κατά πολύ η δράσις και η δύναμις αυτής. Μεταξύ των Φαβιανών συγκατελέγοντο οι Βέρναρδ Σω, Σίδνεϋ Όλιβερ, Γράχαμ Ουάλλας, Σίδνεϋ Ουέββ κ.α. Κεκηρυγμένοι κατά των μαρξιστικών θεωριών της πάλης των τάξεων, της αξίας και υπεραξίας και του ιστορικού υλισμού, υπεστήριζον ότι αι σοσιαλιστικαί αρχαί δεν έπρεπε να επικρατήσωσι διά της επαναστάσεως και των βιαίων μέτρων, αλλά διά του χρόνου, της διδασκαλίας και της καταλλήλου τακτικής. Μεταξύ του καθωρισμένου των προγράμματος περιελαμβάνετο η μεγαλυτέρα απόδοσις του φυσικού πλούτου μιας χώρας διά της οργανώσεως της παραγωγής, η κατάπαυσις της σπατάλης εργασίας και αγαθών, ο μετριασμός της μεγάλης ανισότητος μεταξύ των ανθρώπων διά του δικαιοτέρου τρόπου κατανομής του εισοδήματος χάριν αυτού τούτου του αστικού καθεστώτος και τέλος η ανάπτυξις του αισθήματος της αλληλεγγύης και αλληλοβοηθείας μεταξύ των ανθρώπων [Βιβλιογρ. – E. Pease, The History of the Fabian Society (β΄ έκδ. 1925)]».
[7] Περί της Κοινωνιολογικής Εταιρείας βλ., μεταξύ άλλων, Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος, β΄ έκδοση, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1956, σελ. 106 επ., Μάρκος Α. Γκιόλιας, Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος, εκδόσεις Π. Μοσχονάς, Αγρίνιο 1996, σελ. 222 επ. Ρένα Σταυρίδη – Πατρικίου, Γλώσσα, Εκπαίδευση και Πολιτικός Ολκός, 1999, 68 επ., Κωνσταντίνος Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Πρόλογος σε : Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, Μελέτες. Λόγοι. Άρθρα, (επιμέλεια Ξ. Λευκοπαρίδη), 1957, σελ. ζ΄-κδ΄, όπου εν συνεχεία (σελ. 3 επ.) δημοσιεύεται το Καταστατικό της Κοινωνιολογικής Εταιρείας, το έτος ιδρύσεως της οποίας δεν είναι βέβαιο. Συγκεκριμένα, ο μεν Αλ. Παπαναστασίου δεν τη χρονολογεί, αλλά φαίνεται να την τοποθετεί πριν το 1909 (σε : Αλ. Παπαναστασίου, Μελέτες. Λόγοι. Άρθρα, οπ.π. σελ. 746), ο δε Τριανταφυλλόπουλος σε συνέντευξή του στην εφ. Ελεύθερος της 25.6.1945 τη χρονολογεί στα 1907, ενώ στον προμνησθέντα Πρόλογό του (σελ. η΄), στα 1908.
[8] Σε εφ. «Το Βήμα», όπ.π. υποσ. 4.
[9] Σε εφ. «Το Βήμα», όπ.π. (υποσ. 4).
[10] Η κρίση αυτή του Τριανταφυλλόπουλου αδικεί την ισάξια «Επιθεώρηση Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών», για την οποία με περηφάνεια μίλησε στον Ηλ. Βενέζη, σε : εφ. «Το Βήμα», της 5.5.1965, όπου διαβάζουμε : «(. . .) Τότε [το 1916] εξεδώσαμεν, διά να υπηρετήσωμεν την οργάνωσιν των πνευματικών δυνάμεων του έθνους, νέον περιοδικόν με τον τίτλον : “Επιθεώρησις Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών”. Εκεί είχε γράψει ένα λαμπρόν άρθρον περί τέχνης ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος. Και ο Παπαναστασίου ένα άρθρον που ενέκρινε το κίνημα της Θεσσαλονίκης. Ένα μονάχα τεύχος αυτού του περιοδικού επρολάβαμεν να εκδώσωμεν. Ιδέστε τας συνεργασίας του. Ο κ. καθηγητής μου έδωσε τον ογκώδη τόμο. Περιεχόμενα : Αλ. Παπαναστασίου : “Ο Εθνικισμός”. Γ. Παπανδρέου : “Η Ευρώπη προ του πολέμου”. Σ. Κορώνη : “Μελέται επί της οικονομικής μας πολιτικής”. Σ. Λοβέρδου : “Ο πόλεμος και η οικονομική επέμβασις του Κράτους”. Ν. Κιτσίκη : “Η θετικιστική θεωρία της γνώσεως κατά τον E. Mach”. Κ. Τριανταφυλλόπουλου : “Εκ της τελευταίας νομοθετικής κινήσεως”. Αλ. Δελμούζου : “Δημοτικισμός και ελληνική Παιδεία”. Κ. Χατζοπούλου : “Η γερμανική τέχνη και ο πόλεμος”».
[11] Το κείμενο δημοσίας συμπαραστάσεως στον Παλαμά το είχε συντάξει ο Αλ. Παπαναστασίου και το προσυπέγραφαν οι Κ. Τριανταφυλλόπουλος, Αλ. Μυλωνάς, Αλ. Δελμούζος και Αντ. Γαζής. Το κείμενο αναδημοσιεύθηκε σε : Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, Μελέτες, Λόγοι, Άρθρα, Πρόλογος Κωνσταντίνου Τριανταφυλλόπουλου, (επιμέλεια Ξ. Λευκοπαρίδη), 1957, σελ. 1 επ.
[12] Σε συνέντευξη στην εφ. Ελεύθερος της 25.6.1945, η οποία αναδημοσιεύθηκε σε : Γ. Κορδάτος, όπ.π. (υποσ. 7), σελ. 110 επ.
[13] Πατέρας του Καθηγητή Ανδρέα Γαζή. Βλ. βιογραφικά του στοιχεία σε : Το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο θεσμός και τα πρόσωπα, Αθήνα 2005, σελ. 183.
[14] Στην εφ. «Το Βήμα» της 21.4.1964 (συνομιλία με τον Ηλ. Βενέζη).
[15] Το κείμενο του «Τι πρέπει να γίνει» βρίσκεται πλέον σε : Αλ. Παπαναστασίου, όπ.π. (υποσ. 11), σελ. 45 επ. Ο Τριανταφυλλόπουλος διηγείται, περαιτέρω, στον Ηλ. Βενέζη (όπ.π. υποσ. 14), «. . . Τι υπεδείκνυε, κυρίως, εκείνο το υπόμνημα; Να ληφθούν μερικά αντισυνταγματικά μέτρα, να ανατεθή η προεδρία της κυβερνήσεως “εις πρόσωπον εκτός της εν τω ελευθέρω βασιλείω ενεργού πολιτικής”, δηλαδή του Βενιζέλου, να κληθή Εθνική Συνέλευσις, αναθεωρητικής μορφής, διά την μεταρρύθμισιν ωρισμένων διατάξεων μη θεμελιωδών, να πεισθεί ο Βασιλεύς να εγκολπωθεί το επαναστατικόν κίνημα, διότι, αν απεφάσιζε να καταλείπη τον θρόνον, θα έθετε εις κίνδυνον μεγάλα εθνικά ζητήματα. Η δημοκρατική ιδέα δεν είχε ακόμη ωριμάσει εις τον λαόν». Και ο Τριανταφυλλόπουλος συνεχίζει : «Την επανάστασιν του Γουδί την επηρεάζαμε διά τον Κουτούπη, που ήτο στην Επιτροπή της Επαναστάσεως. Επίσης και μέσω του γαμβρού του Παπαναστασίου, του Λοπρέστη. Όταν ήλθε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στας Αθήνας, καλεσμένος από την Επανάστασιν, εζήτησε, μέσω του Ελευθερουδάκη, να μας γνωρίση. Ήταν, καθώς είπαμε, ο μόνος συνδρομητής του περιοδικού μας εις την Κρήτην. Τον εδέχθημεν, λοιπόν, μια βραδιά στο σπίτι του Παπαναστασίου. Ήταν εκείνο το βράδυ εκεί, εκτός από ημάς τους εταίρους της Κοινωνιολογικής Εταιρείας, και μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου και άλλοι φίλοι της. Ενθυμούμαι τον Βλαδίμηρον Μπένσην, τον Λουκάν Νάκον. [Ο Ελευθέριος Βενιζέλος] μας ανέπτυξε τας σκέψεις του διά την μελλοντικήν πορείαν του Κράτους με μίαν καταπλήσσουσαν σαφήνειαν και ενάργειαν. Clarté που λέει και ο Παλαμάς εις τα περί Ραχήλ . . .».
[16] Σχετικά με το «Κίνημα του 1909» βλ. πλέον Β.Σ.Ε. Τσίχλης, Το Κίνημα του Γουδή και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, Πολύτροπον, 2007.
[17] Σύμφωνα με την έγκριτη εφ. «Θεσσαλία» της 18.9.1909, στο Βόλο φαίνεται να είχε αποφασισθεί να μεταβεί και ο Παναγιώτης Αραβαντινός, ο οποίος μάλλον είτε δεν μετέβη ή δεν μίλησε, αφού το όνομά του δεν μνημονεύεται στην αναλυτική ειδησεογραφία της εφημερίδας, η οποία στις επόμενες ημέρες (20 και 21.9.1909), αναφέρθηκε διεξοδικά στην άφιξη των Τριανταφυλλόπουλου και Θρασύβουλου Πετιμεζά στον Βόλο και την εκεί δημόσια ομιλία τους.
[18] Σε συνέντευξη στην εφ. «Ελεύθερος» της 25.6.1945.
[19] Η ακριβής ημερομηνία είναι η 20ή Σεπτεμβρίου, βλ. εφ. «Θεσσαλία» της 20.9.1909. Στο φύλλο της επόμενης ημέρας η εφημερίδα δημοσιεύει διεξοδικό ρεπορτάζ, στο οποίο η ομιλία του Τριανταφυλλόπουλου περιγράφεται ως εξής : «Ο κ. Μαρδέλλης [καπνεργάτης, εκ μέρους του Εργατικού Κέντρου Βόλου] παρέχει το βήμα εις τον κ. Τριανταφυλλόπουλον, όστις υπό τα χειροκροτήματα του πλήθους, έρχεται ομιλών με φωνήν ήρεμον, διαυγή και καθαράν αν και ουχί πολύ ισχυράν. Κατ’ αρχάς εχαιρέτισεν εκ μέρους της «Κοινωνιολογικής Εταιρίας» σύμπαντα τον εργατικόν πληθυσμόν του Βόλου, ιδιαιτέρως δε ηυχαρίστησε το «Εργατικόν Κέντρον» μεθ’ ου η «Κοινωνιολογική Εταιρία» συνδέεται ως είπεν, διά της κοινής κοινωνιστικής ιδέας. Τοιουτοτρόπως εισήλθεν ο ρήτωρ εις το κύριον θέμα. Εξήτασε πως επολιτεύθησαν αι κοινοβουλευτικαί κυβερνήσεις, και διατί σχετικώς απέτυχε παρ’ ημίν το κοινοβουλευτικόν πολίτευμα το οποίον όμως είναι το κράτιστον ως έχον τας περισσοτέρας αρετάς και τας ολιγωτέρας κακίας. Η συναλλαγή, είπεν, καθ’ ης τόσον επιτιθέμεθα, δεν είναι η αιτία, είναι το αναγκαίον αποτέλεσμα. Το στρατιωτικόν κίνημα ο ρήτωρ εχαρακτήρισεν ευμενώς ειπών ότι ήδη ο Λαός έχει υποχρέωσιν να ίσταται φρουρός παρά το πλευρόν της Μεγάλης Αρρώστου, της δυστυχισμένης μας Μητέρας Ελλάδος μέχρις ότου ημείς τα παιδιά της τελειώσωμεν το θεραπευτικόν έργον. Κατέληξε δε συνιστών την σύμπηξιν καθαρώς εργατικού κόμματος διότι μόνον η πολυπληθεστέρα εργατική τάξις δύναται να δώση την αντίθεσιν γενικών συμφερόντων απέναντι του συμφέροντος της μέχρι σήμερον κυβερνώσης τον τόπον κεφαλοκρατικής τάξεως, αυτή και μόνη διετέλεσεν έως τώρα μακράν της σιτίσεως εκ του προϋπολογισμού, είναι δε επομένως αδιάφθορος και έχει ηθικόν βάθος διά να κρατήση κόμμα εις την αληθινήν αποστολήν του. Δεν είνε ο σοσιαλισμός εκείνος ο οποίος εγέννησε την ουχί αδικαιολόγητον πικρίαν του δυναστευομένου εργατικού πληθυσμού κατά της κρατούσης τάξεως ούτε η προπαγάνδα εκείνη η οποία ωθεί προς τα εμπρός κατά τους νεωτέρους χρόνους τον εργατικόν όγκον, αλλ’ είνε όπως λέγει σύγχρονος οικονομολόγος, παν άλλο ή συμπαθώς διακείμενος προς την σοσιαλιστικήν ιδέαν, η φυσική των πραγμάτων εξέλιξις, την οποίαν ούτε τα ημίμετρα των Κυβερνήσεων ούτε η πανουργία της κεφαλαιοκρατικής τάξεως ειμπορούν ν’ αποτρέψουν. Ο αγών αρχίζει και εδώ, όως έγινε παντού. Συμφέρον λοιπόν έχει η κρατούσα τάξις να υποδεχθή την σύμπηξιν εργατικού κόμματος με όσον το δυνατόν ολιγωτέρας προλήψεις, διά να εμποδίση την σύρραξιν, ήτις αργά ή γρήγωρα θέλει επέλθη μοιραία. Ούτω και μόνον ο αγών των δύο τάξεων δεν συναποφέρει κινδύνους, αλλά θέλει γίνη δημιουργός πολιτισμού και πρόδρομος της κοινωνιστικής ευημερίας. Ο κ. Τριανταφυλλόπουλος χειροκροτούμενος ζωηρότατα καταλείπει το βήμα, εφ’ ο ανέρχεται ο κ. Πετιμεζάς, όστις (. . .)»
[20] Χαράλαμπος Γ. Χαρίτος, Το Παρθεναγωγείο του Βόλου, τόμος Α΄, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας / Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1989, σελ. 77.
[21] Για το Εργατικό Κέντρο Βόλου βλ. Γ. Κορδάτος, όπ.π. (υποσ. 7), σελ. 135 επ., Μ. Α. Γκιόλιας, όπ.π. (υποσ. 7), σελ. 230 επ., Χ. Γ. Χαρίτος, όπ.π. (υποσ. 15), σελ. 52 επ., 56 επ. και Νίτσα Κολιού, Οι ρίζες του εργατικού κινήματος και ο «Εργάτης» του Βόλου, εκδόσεις Οδυσσέας, 1998.
[22] Για την εφημερίδα Εργάτης βλ. τις βιβλιογραφικές παραπομπές όπ.π. (υποσ. 16).
[23] Στο φύλλο της 10 Απριλίου 1908 (βλ. Παναγιώτης Κ. Τσούκας, Εργογραφία Κ. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, σε : Συνήγορος 54(2006), 58 επ. και σε : «Ευρυτανικά Χρονικά» 20(2006), σελ. 28 επ.
[24] Στα φύλλα των 17.9.1910, 24.9.1910, 1.10.1910, 8.10.1910, 15.10.1910, 29.10.1910, 5.11.1910 (βλ. Π. Κ. Τσούκας, όπ.π. υποσ. 23).
[25] Στο φύλλο της 15.10.1910 (βλ. Π. Κ. Τσούκας, όπ.π. υποσ. 23).
[26] Στο φύλλο της 10.9.1910 (βλ. Π. Κ. Τσούκας, όπ.π. υποσ. 23).
[27] Στο φύλλο της 7.6.1914 (βλ. Π. Κ. Τσούκας, όπ.π. υποσ. 23).
[28] Κ. Τριανταφυλλόπουλος, σε : εφ. «Το Βήμα», όπ.π. (υποσ. 4).
[29] Στην εκλογική αναμέτρηση για την Α΄ Αναθεωρητική Βουλή (8.8.1910), οι Κοινωνιολόγοι συμμετέσχον ως κομματικός σχηματισμός, υπό τον τίτλο «Λαϊκόν Κόμμα», την ιδεολογία του οποίου ο Τριανταφυλλόπουλος αποδίδει στην συνέντευξή του στην εφ. «Ελεύθερος» της 25.6.1945 ως εξής : «Το κόμμα ενεφορείτο από ιδεολογίαν σοσιαλιστικήν πέραν του κρατικού σοσιαλισμού, ον επρέσβευε κατ’ αρχήν αυτός ούτος ο Βενιζέλος. Επισήμως δεν ωνομάσθη το κόμμα σοσιαλιστικόν, αλλ’ ουδέποτε απεκρούσαμεν τοιούτον χαρακτηρισμόν εφ’ όσον, ως συνήθως τότε, ο σοσιαλισμός εσυγχέετο εξ αγνοίας ή κακίας με τον αναρχισμόν». Στην αυτή συνέντευξη υπογραμμίζει στην έναντι του Βενιζέλου αυτοτέλεια του κόμματος των Κοινωνιολόγων : «Ως είπα, το κόμμα ήτο αυτοτελές και κοινώς ονομάζετο κόμμα των κοινωνιολόγων. Ούτω τους απεκάλει και ο Βενιζέλος εν τη Βουλή. Εις την ψήφισιν των αναμορφωτικών εν γένει νόμων δεν αντετίθεντο, ήσκουν όμως σφοδράν κριτικήν πλειοδοτούντες και πολλάκις ερχόμενοι εις σύγκρουσιν, ιδία με τα παλαιοκομματικά στοιχεία του Βενιζέλου. Τούτο συνέβη ιδία εις το αγροτικόν ζήτημα (εφ’ ου είχε δημοσιεύσει μακράν μελέτην ο Παπαναστασίου εις την Ν. Ημέραν) και εις το γλωσσικόν. Ακόμα και κατά τον ευρωπαϊκόν πόλεμον, ότε ο Παπαναστασίου εγένετο Γενικός Διοικητής των Ιονίων νήσων και ήτα υπουργός της Συγκοινωνίας, ο δε Αραβαντινός απεστάλη μετά του κ. Καφαντάρη εις Αμερικήν, διετήρησαν την αυτοτέλειάν των, μετέχοντες ως σύμμαχοι και ουχί ως φιλελεύθεροι και διά τούτο πάντοτε υποβλεπόμενοι υπ’ αυτών». Το πολιτικό πρόγραμμα του «Λαϊκού Κόμματος» των Κοινωνιολόγων βλ. σε : Αλ. Παπαναστασίου, όπ.π. (υποσ. 11), σελ. 73 επ., 88 επ., πρβλ. και σελ. 748.
[30] Η εφ. «Ο Κοινωνισμός» φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής και είναι προσιτή σε κάθε ενδιαφερόμενο.
[31] Ο Ευρυτάνας λογοτέχνης Στέφανος Γρανίτσας (1880-1915), προσωπικός φίλος του Ελ. Βενιζέλου και βουλευτής Αιτωλίας και Ακαρνανίας το 1910, αναφερόμενος στην προσπάθεια του Βενιζέλου να ανανεώσει το πολιτικό προσωπικό της χώρας με νέα, και δη νεαρά, πρόσωπα προοδευτικών πεποιθήσεων, γράφει, σε άρθρο του υπό τον τίτλο «Ο Βενιζέλος και ο ελληνικός νεωτερισμός» : «Επήρε τους κ.κ. Μιχαλακόπουλο, Δεμερτζή, Διομήδη, Αραβαντινό, Καφαντάρη, Ιατρίδη, Μαβίλη, Ζαβιτσιάνο, με τα χέρια του τον Τσακανίκα – ανύποπτο για πολιτικά, που εναντίον του επαναστάτησε κόσμος και κόσμος, γιατί ο άμοιρος δεν είχε ούτε ένα ψήφο και ήταν και δημοτικιστής. Προσέφερε ακόμα θέση στον κ. Π. Καραπάνο, θαρρώ και τον Θ. Κουτούπη. Επέμεινε σ’ εμάς τους Αιτωλοακαρνάνες για τον Κωνσταντίνο Τριανταφυλλόπουλο και μόνο τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου δεν ημπόρεσε να βολέψη από αντίσταση του Νικ. Δημητρακοπούλου, με όλη την επιμονή, την οποία έδειξε απέναντι του πρώην Υπουργού της Δικαιοσύνης, που δεν ήθελε κανέναν από τους σοσιαλιστές. Αυτός λοιπόν είναι, που αντιπαθεί το ανεξάρτητο φρόνημα και δεν ανέχεται γνώμη αντίθετη! Ούτε ένας από τους παραπάνω δεν είναι, που να μην είπε στη Βουλή και έξω πολλές φορές γνώμες δικές του, αντίθετες από τις γνώμες του Βενιζέλου. Και όμως όχι, δεν επειράχτηκε, αλλά μας έσπρωξε και μας σπρώχνει στη δημιουργία ομάδων με ιδικές του ιδέες, θεωρώντας την ύπαρξη της Κοινωνιολογικής Ομάδος ως τόσο πολύτιμη, για κινητήριο δύναμη της κοινωνίας και της πολιτείας, για ατμομηχανή, όπως την εχαρακτήρισε πολλάκις, ώστε, άμα τρίτος ωμίλησε, περί συγχωνεύσεώς της στο κόμμα του, είπε : Αυτή χρειάζεται με κάθε τρόπο να είναι αυτούσια, να είναι των άκρων, να κινή το πλήθος και την πολιτεία προς τα εμπρός». (βλ. Άπαντα Στέφανου Γρανίτσα, επιμέλεια Μάρκου Γκιόλια, εκδόσεις Τυμφρηστός, Αθήνα 1970, σελ. 390). Από το παράθεμα αυτό δεν προκύπτει η εκλογική αναμέτρηση, ενόψει της οποίας ο Βενιζέλος «επέμεινε στους Αιτωλοακαρνάνας για τον Κωνσταντίνο Τριανταφυλλόπουλο». Μάλλον θα εννοείται αυτή του Νοεμβρίου 1910. Εξ άλλου, ο Γρανίτσας φαίνεται να υπονοεί ότι ο Βενιζέλος πέτυχε να συμπεριληφθεί ο Τριανταφυλλόπουλος σε βενιζελικό συνδυασμό. Ποιόν όμως; Αν επρόκειτο πράγματι, όπως υποθέτουμε, για τις εκλογές του Νοεμβρίου 1910, στον «επίσημο» του Στράτου ή τον «ανεπίσημο» των Παπαφράγκου – Δαγκλή;
[32] Στην εφ. «Ελεύθερος» της 25.6.1945.
[33] Στην εφ. «Δικηγορική Γνώμη», αρ. φύλλου 62-64, έτος ΣΤ΄(1966).
[34] Βλ. Αλέξανδρος Σβώλος, Τα ατομικά δικαιώματα εις τα Συντάγματα της τελευταίας εικοσαετίας (1919-1939), [ : ΕΕΑΝ 62(1943), 12 – Μελέτη αφιερωμένη στον Τριανταφυλλόπουλο, της οποίας προτάσσονται τα εξής].
[35] Για τον Γ. Καφαντάρη βλ., μεταξύ άλλων, Ο Γεώργιος Καφαντάρης και η εποχή του 1873-1946, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα 1991 (πρακτικά συνεδρίου).
[36] Σε : εφ. «Το Βήμα», όπ.π. (υποσ. 4).
[37] Τον λόγο της παραιτήσεως διαβάζουμε σε : Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, [σειρά Α΄], τόμος Γ΄, Πάπυρος, σελ. 70-71, όπου διασώζεται η σχετική με αυτήν μαρτυρία του υιού Ιω. Τριανταφυλλοπούλου. Ο Σπ. Β. Μαρκεζίνης γράφει : «Τον ηρώτησε κάποτε ο Βοζίκης περί της τύχης μιας αιτήσεως. Εκείνος απήντησεν, ότι είχε διεκπεραιωθή και ότι το ζήτημα είχε λυθή κατ’ ευχήν. Επηκολούθησεν ο εξής διάλογος, χαρακτηριστικός της νοοτροπίας του ευφυεστάτου και διαθέτοντος παλαιοκομματικήν εμπειρίαν Χ. Βοζίκη με τον νέον τότε Κ. Τριανταφυλλόπουλον, τον οποίον ενδιέφερεν η επίδειξις της ταχυτέρας δυνατής διεκπεραιώσεως των υποθέσεων. “Βοζίκης : Μα η αίτησις υπεβλήθη χθες. Τριανταφυλλόπουλος : Και τι μ’ αυτό; Το αίτημα υπήρξε νόμιμον. Βοζίκης : Και το έλυσες χωρίς να έλθουν να σε παρακαλέσουν; Τριανταφυλλόπουλος : Αφού το αίτημα ήτο νόμιμον. Βοζίκης : Ώστε έτσι, θα λύωμεν όλας τας υποθέσεις αμέσως, χωρίς να φαίνεται ότι υπάρχει η παραμικρά δυσκολία! Δεν καταλαβαίνεις ότι πρέπει να φαινώμεθα ότι τους λύομεν άλλως άλυτα προβλήματα και ότι θα τους τα παρουσιάζωμεν ως ρουσφέτια;”. Υπό τοιαύτας συνθήκας η συνεργασία ήτο δυσχερής και διεκόπη, παραιτηθέντος του Τριανταφυλλοπούλου». Εν σχέσει προς την υπηρεσία του Τριανταφυλλόπουλου στη Γενική Διοίκηση των Νήσων του Αιγαίου ο Σπ. Β. Μαρκεζίνης γράφει περαιτέρω : «Την εποχήν εκείνην υπηρέτει εις την Γενικήν Διοίκησιν, ως διευθυντής των Οικονομικών Υπηρεσιών, ο Ανάργυρος Π. Νομικός, βραδύτερον διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών και Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ανεγνωρισμένης ευφυΐας και ακεραιότητος άνθρωπος. Αυτός λοιπόν διηγείτο εις τον συγγραφέα, ότι ο Χ. Βοζίκης, όπως και ο ίδιος, αρχήθεν υπέβλεπαν τον Τριανταφυλλόπουλον, ως και όλους τους επιστρέφοντας εκ της αλλοδαπής, ιδίως εκ της Γερμανίας, ως τάχα σπουδαίους, οι οποίοι θα εδίδασκον τους ευφυεστάτους, αλλά μη τυχόντας περαιτέρω παιδείας Έλληνας, τον ορθόν τρόπον του διοικείν. Αυτού του είδους η αντίδρασις, της οποίας η μνημονευθείσα περίπτωσις δεν ήτο η μόνη, ωδήγει εις χάσμα και αδυναμίαν συνεργασίας. Ακριβώς δε διότι ήτο καθολικωτέρα η αντίδρασις, δι’ αυτό και τονίζεται ενταύθα. (. . .)».
[38] Έκθεση και προσχέδιον νόμου περί συμβάσεως εργασίας, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1913 [= ΕΕργΔ Α΄(1942), 870-879, 902-908].
[39] Βλ. Μιχάλης Γ. Σταθόπουλος, Ο Κωνσταντίνος Δ. Τριανταφυλλόπουλος ως δημιουργός και ερμηνευτής του δικαίου. Και μια συμβολή στην ιστορία των δύο Αστικών Κωδίκων (στον ανά χείρας τόμο).
[40] Για όσα ακολουθούν βλ. προπάντων : Χ. Γ. Χαρίτος, όπ.π. (υποσ. 18), σελ. 294 επ.. Επίσης, βλ. Η δίκη του Ναυπλίου (16 – 28 Αυγούστου 1914), εστενογραφημένα πρακτικά, Βιβλιοπωλείον Γ. Βασιλείου, Αθήναι 1915 [= Εκδόσεις Διόνυσος – Γεωργίου Νασιώτη, Αθήναι 1976].
[41] Θεός και Θέμις, έλεγχος του 13(1912) βουλεύματος των Εφετών Λαρίσης, Τυπογραφείον «Εστία», Αθήναι 1912.
[42] Για την σχέση του Τριανταφυλλόπουλου με τον δημοτικισμό, βλ. Π. Κ. Τσούκα, Ο Κ. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, το κίνημα του δημοτικισμού και η δημοτική γλώσσα, στον τιμητικό τόμο για τον καθηγητή Μ.Σταθόπουλο τόμος II, Αντ.Σάκκουλας, 2010, σ. 2929-2984.
[43] Σε εφ. «Το Βήμα» της 28.4.1964 (συνομιλία με τον Ηλ. Βενέζη).
[44] Μέλη του Δικαστηρίου ήταν οι Χαρ. Νικητόπουλος, Πρόεδρος Εφετών, Κυρ. Μωραΐτης, Νικ. Γρηγορογιάννης, Ιω. Δεσποτόπουλος και Λεων. Λουκάκος, Εφέτες. Εισαγγελέας ο Σ. Σωτηριάδης.
[45] Ξενοφών Λευκοπαρίδης, σε : Αλ. Παπαναστασίου, όπ.π. (υποσ. 11), σελ. 259 (υποσημείωση).
[46] Το πλήρες κείμενο της «Διακηρύξεως προς τον Βασιλέα» βλ. σε : Αλ. Παπαναστασίου, όπ.π. (υποσ. 11), σελ. 259 επ.
[47] «Επίστρατοι» : έφεδροι οπλίτες, οι οποίοι αποστρατεύθηκαν κατ’ επιταγήν της Αντάντ προς τον Βασιλέα Κωνσταντίνο και ακολούθως, με τη σύμπραξη του Γενικού Επιτελείου και του Μεταξά προσωπικώς, οργανώθηκαν σε συνδέσμους, καθ’ όλη σχεδόν την ελλαδική επικράτεια, με κορυφαίο τον «Πανελλήνιον Σύλλογον Εφέδρων». Ανερχόταν σε περίπου 200.000, αποτελώντας έτσι την «πρώτη μαζική πολιτική οργάνωση στην Ελλάδα» [βλ. Γεώργιος Μαυρογορδάτος, σε : Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμος 6ος (1909-1922), Ελληνικά Γράμματα, 2003, σελ. 21]. Οι Επίστρατοι, εμφορούμενοι από συναισθήματα τυφλής υπακοής και πίστης στον Βασιλέα Κωνσταντίνο, επιδόθηκαν κατ’ επανάληψη σε απηνή διωγμό των φιλελευθέρων και άσκηση κτηνώδους βίας κατ’ αυτών.
[48] Βλ. Γιαννης Μουρέλος, Τα «Νοεμβριανά» του 1916, εκδ. Πατάκη, 2007.
[49] Σε εφ. «Το Βήμα» της 5.5.1964 (συνομιλία με τον Ηλ. Βενέζη).
[50] Το ανάθεμα εν τω νεωτέρω ελληνικώ δικαίω, σε : Νεοελληνική Επιθεώρησις 1(1917), 232-237, Και πάλιν το ανάθεμα, αυτόθι 1(1917), 310-312, Ελευθερία και ανάθεμα, αυτόθι 2(1918) 352-353.
[51] Σε εφ. «Το Βήμα» όπ.π. (υποσ. 49).
[52] Το κείμενο της αποφάσεως του Ανωτάτου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου βλ. σε : Ανώτατον Εκκλησιαστικόν Δικαστήριον, Απόφασις καταδίκης των μελών της Ιεράς Συνόδου της ΞΑ΄ περιόδου, έκδοσις «Πατριωτικής Ενώσεως», Αθήναι 1917. (Η δυσεύρετη αυτή απόφαση πρόκειται να αναδημοσιευθεί στα «Άπαντα του Κωνσταντίνου Δ. Τριανταφυλλόπουλου» που άρχισε ήδη να εκδίδει η Ακαδημία Αθηνών, με τη συνεργασία του «Ιδρύματος Γαζή – Τριανταφυλλοπούλου», υπό την επιμέλεια του Π. Κ. Τσούκα).
[53] Βλ. εφ. «Ριζοσπάστης» της 11.11.1918 καθώς και Στρατής Σωμερίτης, Η μεγάλη καμπή. Μαρτυρίες- Αναμνήσεις 1924-1974, Μέρος Α’, από τη δημοκρατία στον φασισμό 1924-1941, εκδ. Ολκός, Αθήνα, 1975, σ. 146 επ. και Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, σειρά Β΄ Σύγχρονος Ελλάς, τόμος Γ΄, εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος, σελ. 139.
[54] Βλ. Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, μτφρ. Σαρ. Αντίοχου, Εξάντας, 1978, σελ. 221.
[55] Βλ. Γ. Β. Λεονταρίτης, όπ.π. (υποσ. 54), σελ. 228.
[56] Βλ. Ιωάννης Κ. Καράκωστας, Κ. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Λίγα λόγια για τον ακαδημαϊκό του βίο και την επιστημονική του δράση (στον ανά χείρας τόμο).
[57] Το κείμενο του «Δημοκρατικού Μανιφέστου» βλ. σε : Αλ. Παπαναστασίου, όπ.π. (υποσ. 11), σελ. 294 επ. Πρβλ. Ιωάννης Γιαννουλόπουλος, σε : Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, όπ.π., σελ. 196 επ., Γ.Αναστασιάδης, Το «δημοκρατικό μανιφέστο» και ο τύπος της εποχής στον τόμο Α.Παπαναστασίου, Θεσμοί, Ιδεολογία και Πολιτική στο Μεσοπόλεμο, (επιμ. Γ.Αναστασιάδης Γ.Κοντογιώργης, Π,Πετρίδης), εκδ. Πολύτυπο, 1987, σ. 407 επ.
[58] Τα ονόματα αυτά μνημονεύονται σε : Αλ. Παπαναστασίου, όπ.π. (υποσ. 7), σελ. 299. Πάντως, ενίοτε, το Δημοκρατικό Μανιφέστο φέρεται [(βλ. εφ. «Ελεύθερο Βήμα» της 20.6.1922, σε: Δημήτριος Θ. Νάτσιος, Δικηγόροι και Δικηγορικός Σύλλογος Λαμίας (1833-2003), έκδοση Δ.Σ.Λ., Λαμία 2004, σελ. 120)] να έχει υπογραφεί από τον διευθυντή τής εφ. «Νεολόγος» (Πατρών) Παπανδρεόπουλο, αντί του Δ. Πάζη, ενίοτε δε (βλ. μαρτυρία Ιωάννη Κ. Τριανταφυλλόπουλου σε : Σπ. Β. Μαρκεζίνης) και από τον Λουκά Νάκο (βλ. Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, σειρά Β΄, τόμος Γ΄, 1924-1935, σελ. 131).
[59] Βλ. εφ «Το Βήμα», οπ.π
[60] Πρόκειται για την Δ΄ Συντακτική Συνέλευση, η οποία είχε αναδειχθεί από τις εκλογές της 16.12.1923 και διαλύθηκε από τον Πάγκαλο στις 29.9.1925. Ταυτόχρονα με τη δημοσίευση του σχεδίου Συντάγματος, την κατάρτιση του οποίου η Συνέλευση είχε αποφασίσει, με Ψήφισμά της, και είχε αναθέσει σε τριακονταμελή επιτροπή υπό τον Αλ. Παπαναστασίου.
[61] Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923-1940, τόμ. Α΄, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1997, σελ. 313 επ. Τις προθέσεις του Θ.Πάγκαλου, να εφαρμοστεί στην Ελλάδα προεδρικό σύστημα αμερικάνικου τύπου αντέκρουσε, με σειρά άρθρων στην εφ. «Ελεύθερον Βήμα» (17 έως 20 Μαρτίου 1926) ο Αλ.Σβώλος. Βλ. Ν.Αλιβιζάτος, Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία(1821-1941),Αντ.Σάκκουλας, 1981, σ. 137 επ.
[62] Γρ. Δαφνής, όπ.π, σελ. 334.
[63] Γρ. Δαφνής, όπ.π, σελ. 334.
[64] Η Εισηγητική έκθεση επί της Σ.Π. της 11.10.1926 δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ (φ. Α΄ 357) και έχει ως εξής : «Η Κυβέρνησις δεν δύναται ν’ αφήση ανικανοποίητον την επιτακτικήν αξίωσιν της κοινής γνώμης, απαιτούσης τον αποκλεισμόν των υποδίκων Υπουργών από του δικαιώματος του να κατέλθουν ως υποψήφιοι εις τας προσεχείς εκλογάς. Η εξακρίβωσις της ποινικής ευθύνης των Υπουργών τούτων και ιδίως των από της παρανόμου διαλύσεως της Δ΄ των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως υπηρετησάντων, έχει ανατεθή εις Ανακριτικόν Συμβούλιον εξ ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, θα ήτο δε ανευλαβές αν, διαρκούντος του έργου του Ανακριτικού Συμβουλίου, επετρέπετο εις εκείνους, τους οποίους η Κυβέρνησις παρέπεμψεν ενώπιον αυτού να μετάσχωσι του εκλογικού αγώνος. Ο αποκλεισμός άλλως τε των προσώπων τούτων από τας προσεχείς εκλογάς επιβάλλεται ουχί ολιγώτερον και εκ λόγων στοιχειώδους πολιτικής ηθικής και εκ σεβασμού προς την νομικήν αρχήν ότι ουδείς δύναται να είναι δικαστής της ιδίας αυτού υποθέσεως δεδομένου, ότι το ζήτημα της ποινικής των Υπουργών τούτων ευθύνης θέλει λυθή από την μέλλουσαν να συνέλθη Βουλήν. Εκ των ανωτέρω λόγων η Κυβέρνησις προάγεται εις την κάτωθιν συντακτικήν πράξιν : Περί εκλογιμότητος των διατελεσάντων Υπουργών και Υφυπουργών από της 30 Σεπτεμβρίου 1925 μέχρις της 22 Αυγούστου 1926. ( . . . )».
[65] Βλ. Τ.Βουρνά, Δημήτρης Γληνός, εκδ. Αφων Τολίδη, 1975, σ. 57 επ.
[66] Βλ. και τη δήλωση του Τριανταφυλλόπουλου στην εφ. «Νέος Κόσμος» της 17.1.1934, ως κύριο, πρωτοσέλιδο θέμα της.
[67] Σε εφ. «Δικηγορική Γνώμη», όπ.π. .
[68] Αλ. Γ. Λιτζερόπουλος, σε : ΝοΒ 14(1966), 395. Ο Γ. Μιχαλογιάννης (όπ.π. 33), αναφερόμενος στη διδακτική δεινότητα, με την οποία ο Τριανταφυλλόπουλος ανέπτυσσε στους φοιτητές του τις δυσνόητες έννοιες του ενοχικού δικαίου, ιστορεί το εξής που συνέβη στον Τριανταφυλλόπουλο επί δικτατορίας Μεταξά : «. . . Και, ότε κατελύθη η δημοκρατία, ο λόγος περί “διαζευκτικών ενοχών”. Τι ήθελε ο ευλογημένος να ξεφύγη από τα καθιερωμένα παραδείγματά του; “τον ίππον μου”, “100 κιλά σίτου”, “ο ανεψιός μου”, “το ωρολόγιόν μου” και να τραπή σ’ έντυπα και μάλιστα περασμένης εποχής. Και εν γνώσει του ανεζήτει εφημερίδα, μη υπάρχουσαν τότε . . . – Λέγω εις τον εφημεριδοπώλην : δώσε μου την “Παλιγγενεσία” κι’ αυτός μου δίδει μια άλλη. Δεν πειράζει του λέω το ίδιο κάνει, όλες γράφουν τα ίδια . . . “Όλες γράφουν τα ίδια;”. Αλλ’ οι πράκτορες “του τρίτου πολιτισμού”, δεν ήθελαν περισσότερα . . . Ο γαλήνιος πρεσβύτης δεν πρόφθασε να φθάση σπίτι του, όταν αρμόδια χείλη έσπευσαν να τον πληροφορήσουν για το “ολίσθημά” του και ότι του λοιπού, προς αποφυγήν δυσαρέστων συνεπειών, πρέπει να εκλέγη προσεκτικώτερα τα παραδείγματά του . . .».
[69] Αλ. Γ. Λιτζερόπουλος, όπ.π.
[70] Αλ. Γ. Λιτζερόπουλος, όπ.π.
[71] Βλ. Θέμις ΜΘ΄(1938), 704 και ΕΕΝ Δ΄(1938), 611.
[72] Αλ. Γ. Λιτζερόπουλος, όπ.π. (υποσ. ).
[73] Μερικούς από τους λόγους του παραγκωνισμού βλ. σε Μιχαήλ Σταθόπουλο, όπ.π.
[74] Προσωπική μαρτυρία του Ακαδημαϊκού Γεωργίου Μητσόπουλου στον Π. Κ. Τσούκα, όπως μου το ανέφερε.
[75] Βλ. Δημοσθένης Γ. Γούλας, Γεώργιος Καφαντάρης, Ιστορικές εκδόσεις Στεφ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1982, σελ. 97 επ., 101 επ.
[76] Βλ. Η δίκη των τόνων (Η πειθαρχική δίωξις του καθηγ. Ι. Θ. Κακριδή, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι. Δ. Κολλάρου, (χ.χ.), σελ. 90 επ.
[77] Για όλα όσα ακολουθούν βλ. Γεώργιος Παγουλάτος, Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 1940-2000, έκδοση : Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος / Πρόγραμμα Ερευνών Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 2006, σελ. 28, 112, 140 – 142, απ’ όπου τα παραθέματα. Πρβλ. και Ζήσιμος Χ. Συνοδινός, Ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος στη Διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, σε : Εμείς και Η ΤΡΑΠΕΖΑ, περιοδική έκδοση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, τχ. 11, Ιούνιος 1998, 12 επ.
[78] Βασίλειος Κόντης, σε : Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΣΤ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000, σελ. 152, όπου (σελ. 153) και αριθμητικά στοιχεία για τον πιθανό αριθμό των «μετακινηθέντων παιδιών», καθώς και η παρατήρηση : «. . . όλες οι περιπτώσεις [μετακινήσεως] δεν ήταν ίδιες. Υπήρξαν περιπτώσεις συναινέσεως, ψυχολογικής άλλης πίεσης καθώς και βίαιες απαγωγές».
[79] Στο πνεύμα αυτό ο Βασίλης Μπαρτζιώτας, εκ των ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ, γράφει στα 1981 ( : Ο Αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, Αθήνα 1981, σελ. 128), «Η σωστή, αξιέπαινη και ανθρωπιστική αυτή πράξη του ΔΣΕ χαρακτηρίστηκε από την κυβέρνηση της Αθήνας σαν . . . “παιδομάζωμα” . . . “γενοκτονία” . . . και “γενιτσαρισμός”. Ενώ πραγματικό παιδομάζωμα και γενιτσαρισμό έκανε το ίδιο το κράτος της Αθήνας, που όσα παιδιά των ανταρτών του ΔΣΕ, με την τρομοκρατία και την απάτη, έπεσαν στα χέρια του τα είχαν κλείσει στα διάφορα αναμορφωτήρια, στις λεγόμενες σχολές Φρειδερίκης της Λέρου, όπου πραγματικά διαπαιδαγωγούσαν γενίτσαρους και μάθαιναν στα παιδιά ότι οι γονείς τους είναι προδότες και πρέπει να τους καταδίδουν στην Αστυνομία!».
[80] Βλ. Lars Boerentzen, Το “παιδομάζωμα” και οι παιδουπόλεις της βασίλισσας, σε : Μελέτες για τον εμφύλιο πόλεμο 1945 – 1949,(επιμ. L. Boerenzen, Ι.Ιατρίδης, O.L.Smith,) Ολκός,σελ. 137 επ.
[81] Αρμενόπουλος 17(1963), 461.
[82] Σε : Αρμενόπουλος 17(1963), 460-484 [=ΕΕΝ 31(1964), 81-90 και σε ανάτυπο].
[83] Κ. Δ. Τσάτσος, σε : Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 41(1966), 426-427 [=Νέον Δίκαιον 23(1967), 7].

Paolo Ridola, Τα θεμελιώδη δικαιώματα στην ιστορική εξέλιξη του συνταγματισμού, Γ. Τσόλκας (μετ.), Χ. Ανθόπουλος/Χ. Ακριβοπούλου (επιμ.), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2010, σελ. 143.

Του Ν. Γαρυπίδη Προδημοσίευση από το περιοδικό Δικαιώματα του Ανθρώπου

Paolo Ridola, Τα θεμελιώδη δικαιώματα στην ιστορική εξέλιξη του συνταγματισμού, Γ. Τσόλκας (μετ.), Χ. Ανθόπουλος/Χ. Ακριβοπούλου (επιμ.), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2010, σελ. 143.

O Paolo Ridola, καθηγητής του συγκριτικού συνταγματικού δικαίου στο πανεπιστήμιο «La Sapienza» της Ρώμης, διερευνά την ιστορική διαδρομή του σύγχρονου συστήματος των δικαιωμάτων, στοχεύοντας στην κατανόηση της λειτουργίας και του μετασχηματισμού τους στις σημερινές συνταγματικές τάξεις. Στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας χαράσσει μια νοητή διαδρομή, η οποία του επιτρέπει να επεξεργαστεί παραδοσιακά αλλά και σύγχρονα προβλήματα της φύσης, του περιεχομένου και των ορίων των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ατόμου. Το αναλυτικό επίκεντρο του Ridola εντοπίζεται σε μια συστηματική περιοδολόγηση της ιστορικής εξέλιξης των δικαιωμάτων, ξεκινώντας από τις απαρχές τους, όπως αυτές εντοπίζονται στο χριστιανισμό και στην ελληνορωμαϊκή παράδοση, αλλά και στον τρόπο που διαποτίζουν τις μεσαιωνικές πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικές δομές. Στη συνέχεια εξετάζει τη φάση της θετικοποίησης των δικαιωμάτων στο πλαίσιο του ιστορικού κινήματος του Συνταγματισμού και των Διακηρύξεων της γαλλικής και αμερικανικής επανάστασης, καθώς και τον πρώιμο συνταγματισμό του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, ο οποίος υπογραμμίζει την εγγυητική διάσταση των δικαιωμάτων και καταλήγει στη διαμόρφωση της θεωρίας των δημόσιων υποκειμενικών δικαιωμάτων. Τέλος επικεντρώνει στον μετασχηματισμό του Συντάγματος ως επίκεντρου των εγγυήσεων των δικαιωμάτων και ως πίνακα αξιών των πλουραλιστικών κοινωνιών, των ‘πολυαρχιών’ του 20ου αιώνα αναλύοντας τη μετάβαση στα μεταπολεμικά συντάγματα του «κοινωνικού πλουραλισμού» στη γερμανική και ιταλική εμπειρία και το πώς αυτά οδηγούν στη σύγχρονη διαμόρφωση θεωρητικών ρευμάτων ερμηνείας των δικαιωμάτων, όπως η θεσμική, η αξιακή, η δημοκρατική συμμετοχική και η παροχική προσέγγιση. Στα συμπεράσματα του, ο συγγραφέας συμπυκνώνει τις δυο βασικές αρχές ενός δυναμικού εξελισσόμενου συνταγματισμού σε συνθήκες πολυπολιτισμικότητας και διαφορετικότητας. Πρόκειται για μια νέα μετα-εθνική οικουμενικότητα και μια μετασχηματισμένη ιδιότητα του πολίτη, που αναδιατάσσουν χωρίς ωστόσο να διασπούν την ιστορική συνέχεια των κλασικών προταγμάτων του φιλελεύθερου συνταγματισμού.

Η ‘προϊστορία’ των δικαιωμάτων για τον Paolo Ridola προηγείται της συνταγματοποίησης τους, η οποία συντελέστηκε μέσα από τις επαναστάσεις που συντάραξαν το 17ο και 18ο αιώνα την Γαλλία, την Αγγλία και τη Βόρεια Αμερική. Η ιστορική προέλευση των δικαιωμάτων είναι δυνατόν να εντοπιστεί στη αρχαιοελληνική ελευθερία του πολίτη της πόλεως. Πρόκειται για μια πρωταρχική αλλά περιορισμένη κατανόηση της ελευθερίας σε ένα πολιτικό σύστημα που δομείται στη βάση μιας σειράς κοινωνικοπολιτικών αποκλεισμών. Κατά το συγγραφέα, είναι η χριστιανική παράδοση και η σύνδεσή της κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους με τη φιλοσοφία του στωϊκισμού που επεκτείνει, χωρίς να ολοκληρώνει, το προστατευτικό πεδίο των αρχαϊκών ελευθεριών. Οι ιδέες του στωϊκισμού για μια ισότητα των ανθρώπων θεμελιωμένη στον ορθό λόγο προσδίδουν στις αντιλήψεις για την ελευθερία, την οικουμενικότητα αλλά και τον κοσμοπολιτισμό που αποτελούν έως και σήμερα κεντρικά χαρακτηριστικά των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Ωστόσο, οι ιδέες αυτές παρά τη σύγχρονη σημασία τους βρίσκουν περιορισμένη απήχηση στο ρωμαϊκό κόσμο. Επιπλέον, στο Μεσαίωνα, η έννοια της ελευθερίας μετασχηματίζεται για να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας κοινωνίας διαστρωματωμένης και ιεραρχημένης στη βάση των πολιτικοκοινωνικών δομών του φεουδαλισμού. Πρόκειται για μια κατανόηση της ελευθερίας ως προνομίου συντεχνιακών τάξεων (κατά τον Ridola, ‘δικαιώματα ελευθερίας’ των συντεχνιών) η οποία αποτυπώνεται σε κείμενα της εποχής, όπως η Magna Carta Libertatum και η Habeas Corpus Act. H εξέλιξη αυτή σχηματοποιεί τα δικαιώματα ως προνόμια/αμυντικούς μηχανισμούς κατά των συγκεντρωτικών εκείνων τάσεων, που χαρακτηρίζουν τη διαδικασία συγκρότησης των νεωτερικών κρατών.
Για το συγγραφέα, ο δεύτερος και αναγκαίος σταθμός της σύγχρονης ανάλυσης των συνταγματικών δικαιωμάτων είναι η συνταγματοποίησή τους, κυρίως με την κατοχύρωσή τους στις Διακηρύξεις των αστικών επαναστάσεων στη Γαλλία (1789) και στις ΗΠΑ (1776). Στην περίοδο αυτή αναδεικνύεται με τρόπο δυναμικό η προσωπικότητα του ατόμου ως αυτόνομη αξία μέσα στο πλαίσιο δύο παράλληλων μεταβολών. Στο ιδεολογικό επίπεδο, καθοριστικής σημασίας αποδείχθηκε η ανάδυση της προτεσταντικής μεταρρύθμισης και της εδραίωσης της θρησκευτικής ανοχής στη βάση της οποίας θεμελιώνεται η ελευθερία της έκφρασης και των στοχασμών και η απαγόρευση της λογοκρισίας, ενώ πολιτικά και οικονομικά καταλυτική υπήρξε η επικράτησης της αστικής τάξης, καθώς και του συστήματος του οικονομικού φιλελευθερισμού. Κατά τη φάση αυτή, τα συνταγματικά δικαιώματα συνδέονται με την ιδιοκτησία και την οικονομική ελευθερία, μετασχηματίζοντας ριζικά τα κλασικά, μεσαιωνικά δόγματα του φυσικού δικαίου και του κοινωνικού συμβολαίου. Τα φυσικά δικαιώματα του ατόμου θεμελιώνουν τους ταξικούς και οικονομικούς ορίζοντες μιας ελευθερίας που προσλαμβάνει το χαρακτήρα ενός κτητικού ατομικισμού. Παράλληλα, το κοινωνικό συμβόλαιο από σύμβαση μεταξύ του μονάρχη και των υπηκόων του μετασχηματίζεται σε συμφωνία μεταξύ ελεύθερων και ίσων ατόμων. Είναι αυτήν ακριβώς την περίοδο αυτή που η υπεροχή του κοινοβουλίου αλλά και του γενικού και αφηρημένου νόμου επιβάλλεται ως εγγύηση μιας τυπικής ισότητας μεταξύ των ατόμων, ενώ παράλληλα η αρχή της νομιμότητας διαμορφώνεται ως δέσμευση της εκτελεστικής αλλά και της δικαστικής εξουσίας.
Η συνταγματοποίηση των δικαιωμάτων οδηγεί στον πρώιμο συνταγματισμό του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, ο οποίος αναπτύσσεται μεταξύ εγγυητισμού και κρατισμού, όπως επισημαίνει εμφατικά ο Paolo Ridola. Ο εγγυητισμός συνδέεται ‘θεσμικά’ με τα δικαιώματα, συνιστώντας έναν τρόπο πολιτικής οργάνωσης, μια ‘τεχνική της ελευθερίας’, η οποία εξασφαλίζει τη νομική προστασία των πολιτών έναντι του κράτους. Παράλληλα, δίνει προτεραιότητα στην κατά τον Ridola, ‘εξωτερική άποψη’ των δικαιωμάτων, υποτάσσοντας με την έννοια αυτή το κράτος, στην κοινωνία και το άτομο. Κεντρική παρατήρηση του συγγραφέα αποτελεί η μετεξέλιξη του εγγυητισμού σε νομοθετικό θετικισμό. Έτσι την περίοδο αυτή, υπό το φως κυρίως των νομικών μηχανισμών εγγύησης των δικαιωμάτων, η ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων μεταφέρεται σταδιακά από τα Συντάγματα στο νόμο, συγκροτώντας ένα ‘νομοθετικό κράτος’. Η μετάβαση αυτή έχει δύο καθοριστικές συνέπειες. Πρώτον συνδέεται με μια υπερβολική εμπιστοσύνη απέναντι στο κοινοβούλιο και τον κοινοβουλευτικό νόμο, η οποία φθίνει όλο και περισσότερο προς το τέλος του 19ου αιώνα. Επιπλέον, επιβεβαιώνει την πρωτοκαθεδρία των θεσμών της κοινωνίας των ιδιωτών έναντι του κράτους. Η σημαντικότερη, ωστόσο, συνέπεια του εγγυητισμού συνδέεται με τη διαμόρφωση της γερμανικής θεωρίας των δημόσιων υποκειμενικών δικαιωμάτων, του τέλους του 19ου αιώνα. Τα δημόσια υποκειμενικά δικαιώματα είναι ‘αντανακλαστικά’, αφού ουσιαστικά συγκροτούνται στη βάση της «εθελούσιας» απόσυρσης της κρατικής εξουσίας από ένα πεδίο ελευθερίας του ατόμου. Είναι στο πλαίσιο αυτής της θεωρίας, που ο Georg Jellinek διαμορφώνει τη διάσημη τετραπλή ταξινόμηση των δικαιωμάτων, η οποία βασίζεται στο statuspassivus, την εξάρτηση της ελευθερίας από το νόμο, το statusnegativus και positivus, δηλαδή την αρνητική ελευθερία και τη δυνατότητα διεκδίκησης κρατικών παροχών, καθώς και τη συμμετοχή του ατόμου στην πολιτική ζωή, το statusactivus.
Ο 20ος αιώνας ανασυνθέτει τη λειτουργία των δικαιωμάτων αλλά και του ίδιου του Συντάγματος που καλείται να ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός πολυσύνθετου, πλουραλιστικού ιστού, μιας κοινωνίας που έχει τη μορφή ‘πολυαρχίας’. Πράγματι, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, την περίοδο αυτή, η παραδοσιακή αστική φιλελεύθερη ηγεμονία υποχωρεί και ο συνταγματισμός καλείται να ανταποκριθεί στην ενσωμάτωση νέων υποκειμένων στον κοινωνικό ιστό, όπως τα κόμματα και τα συνδικάτα. Στο πλαίσιο αυτό, τα συντάγματα λειτουργούν ως πίνακες αξιών που προωθούν την ουσιαστική έναντι της διαδικαστικής, ‘πλειοψηφικής’ δημοκρατίας και απορροφούν τις συγκρούσεις της πολιτικής διαδικασίας. Στη μετάβαση αυτή, τα συντάγματα διευρύνουν τους καταλόγους δικαιωμάτων τους (όπως το Σύνταγμα της Βαϊμάρης του 1919), ενώ συνθέτουν στο περιεχόμενο τους δυνάμει ανταγωνιστικές και αντιθετικές αρχές, οι οποίες επιβεβαιώνουν τον μη απόλυτο, πλουραλιστικό τους χαρακτήρα. Τα συντάγματα αυτά υπερβαίνουν τη φιλελεύθερη διχοτόμηση μεταξύ πολιτικής σφαίρας και ιδιωτικής κοινωνίας, καθώς και τη μεθοδολογική ακαμψία του νομικού θετικισμού και μεταβάλλονται σε επίκεντρο της εγγύησης των δικαιωμάτων και σε ρυθμιστές του κοινωνικού πλουραλισμού. Πρόκειται για τη μετάβαση από το ‘νομοθετικό κράτος’ του φιλελεύθερου εγγυητισμού, στο ‘συνταγματικό κράτος’ του πλουραλισμού των αξιών, το οποίο λειτουργεί ως νομιμοποιητικό θεμέλιο μιας ουσιαστικής κατανόησης της αρχής της νομιμότητας. Οι δύο βασικότερες συνέπειες του μετασχηματισμού αυτού είναι ότι αφενός τα δικαιώματα χάνουν την αρχική-φιλελεύθερης καταγωγής ανταγωνιστικότητά τους προς το κράτος, ενώ αφετέρου η ‘προτίμηση του νόμου’, η αδιαμφισβήτητη δηλαδή υπεροχή του μετατρέπεται στη διαδικαστική προστασία των μειοψηφιών μέσω της ‘επιφύλαξης του νόμου’.
Στα ευρωπαϊκά Συντάγματα της εποχής μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ο Paolo Ridola παρατηρεί τη σύζευξη της αρχής του πλουραλισμού με την αρχή της ουσιαστικής ισότητας. Πρόκειται για μια μεταβολή που τοποθετεί τα δικαιώματα μεταξύ ελευθερίας και ισότητας και η οποία στο γερμανικό Σύνταγμα εκφράζεται μέσα από τη ρήτρα του «κοινωνικού κράτους». Μια ρήτρα που παραπέμπει σε έναν νέο «κοινωνικό πλουραλισμό» με στόχο τη νομιμοποίηση των επιμέρους και πολυσύνθετων κοινωνικών συνιστωσών. Στην ιταλική εμπειρία, η σύζευξη της αρχής του πλουραλισμού και της ουσιαστικής ισότητας καταγράφεται στο Σύνταγμα μέσα από την αρχή της κοινωνικής αξιοπρέπειας (άρθρο 1), την αρχή της «προσωποκρατίας» (άρθρο 2) και την κατοχύρωση της ουσιαστικής ισότητας (άρθρο 3). Πλουραλισμός και ισότητα στον ιταλικό συνταγματισμό παραπέμπουν σε ένα πολιτικό σύστημα που εξασφαλίζει την κοινωνική συμμετοχή, αίροντας κάθε είδους θεσμικούς μηχανισμούς κοινωνικού αποκλεισμού. Η βασική επενέργεια της «κοινωνικής» αυτής στροφής των νέων, μεταπολεμικών συνταγμάτων του πλουραλισμού είναι ότι η κατανόηση των δικαιωμάτων υπερβαίνει την παραδοσιακή αρνητική, εγγυητική τους λειτουργία καθιστώντας τα «κανόνες δόμησης» του συνόλου της κοινωνικής συμβίωσης. Στο πλαίσιο αυτό κρίσιμο καθίσταται το ζήτημα της, κατά τον Ridola, αποτελεσματικότητας των δικαιωμάτων, όπως αυτό εκφράζεται στην καθιέρωση της «τριτενέργειας» των δικαιωμάτων, της επίκλησής τους δηλαδή πέρα από το κράτος και έναντι των ιδιωτικών εξουσιών. Στο επίπεδο της θεωρίας, η έμφαση στην αποτελεσματικότητα αποτυπώνεται και στην εκ νέου επεξεργασία της θεωρίας των status του Jellinek από τον Häberle, υπό το πρίσμα της δημιουργίας ενός statusactivusprocessualis του ατόμου. Της ενεργής δηλαδή δυνατότητας πρόσβασης του πολίτη στους μηχανισμούς και στις διαδικασίες που θα καθιστούν πραγματική την απόλαυση των ατομικών (πχ. δικαίωμα στη δικαστική προστασία) αλλά και των κοινωνικών του δικαιωμάτων (πχ. δικαίωμα ακρόασης, διαφάνειας της διοικητικής διαδικασίας). Κατά το συγγραφέα, στο πλαίσιο αυτό τα νέα, μεταπολεμικά συντάγματα του πλουραλισμού επιτυγχάνουν να μετασχηματίσουν την ελευθερία από «απελευθέρωση» του ατόμου με την έννοια της «εναντίωσης» στο κράτος σε ενεργητική, επικοινωνιακή διεκδίκηση των δικαιωμάτων στο πλαίσιο ενός πολύπλοκου κοινωνικού ιστού. Παράλληλα, διασφαλίζουν την έξοδο του προσώπου από την ατομική του σφαίρα και την είσοδο του σε έναν δημόσιο χώρο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στο πεδίο των δικαιωμάτων.
Στο τελευταίο μέρος της μελέτης του, ο Ridola επεξεργάζεται κριτικά τα σύγχρονα ρεύματα προσέγγισης των δικαιωμάτων των πλουραλιστικών συνταγμάτων προκειμένου να διαμορφώσει τη δική του θεώρηση. Έτσι, με κεντρική του κατηγορία το «απαραβίαστο», τη συνταγματική δηλαδή εγγύηση της ύπαρξης των δικαιωμάτων, ο συγγραφέας προσεγγίζει τη θεσμική, την αξιακή, τη δημοκρατική-συμμετοχή και την παροχική προσέγγισή τους. Κατά την άποψη του, καμία από αυτές δεν είναι σε θέση να συμπεριλάβει την πλουραλιστική διάσταση των δικαιωμάτων των σύγχρονων συνταγμάτων, η οποία απαιτεί την υπέρβαση των μονοδιάστατων θεωρήσεων τους. Έτσι, η θεσμική θεώρηση, παρά το γεγονός ότι τονίζει τη συλλογική θεώρηση της ατομικής ελευθερίας, ενέχει τον κίνδυνο προ-συνταγματικών ιεραρχήσεων που μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία προνομιακών κοινωνικών θεσμών (πχ. οικογένεια). Η αξιακή θεώρηση έχει το πλεονέκτημα ότι εκφράζει τη σύγχρονη μεταστροφή στην κατανόηση των δικαιωμάτων ως αρχών και στόχων του συνόλου της κοινωνικής συμβίωσης. Ωστόσο, είναι δυνατόν να εξαρτήσει τη δυναμική εξελικτικότητα που αυτά εκφράζουν από τις αμφιταλαντευόμενες πλειοψηφικές κοινωνικές αντιλήψεις, ενδυναμώνοντας την αποφασιοκρατία της δικαστικής εξουσίας στο ζήτημα της ερμηνείας των δικαιωμάτων. Η δημοκρατική-συμμετοχική θεώρηση αντιλαμβάνεται τα δικαιώματα ως μέσα ολοκλήρωσης της πολιτικής οργάνωσης και εμπεριέχει τον κίνδυνο μετασχηματισμού τους από ελευθερίες, σε αρμοδιότητες και υποχρεώσεις του πολίτη. Τέλος, η πιο περιεκτική κατά τον Ridola προσέγγιση των δικαιωμάτων, η παροχική, αναδεικνύει τόσο τη θετική διάστασή τους όσο και την έξοδο της προστασίας του προσώπου από τον «οικονομιστικό» φιλελεύθερο ατομικισμό, προς έναν περιεκτικό δημόσιο χώρο, ο οποίος συγκερνά κράτος και κοινωνία. Ακόμη και αυτή ωστόσο, αν κατανοηθεί ως μονοδιάστατα είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ταύτιση της ελευθερίας του προσώπου με την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων του, περιορίζοντας τα τελευταία σε καθήκοντα που το Σύνταγμα αναθέτει στις δημόσιες αρχές.
Τα συμπεράσματα του Ridola υποδηλώνουν και τη συνολική ποιότητα του εγχειρήματος του. Η σύζευξη της ανάλυσης των δικαιωμάτων με την ιστορική πορεία του συνταγματισμού δίνει τη δυνατότητα στο συγγραφέα να αναπαραστήσει τις σύγχρονες συνθήκες αλλά και τα προτάγματα εντός των οποίων διαμορφώνεται κάθε απώτερη, μελλοντική συζήτηση για τα δικαιώματα. Η συζήτηση αυτή, αν και ανοιχτή και εξελισσόμενη προσδιορίζεται ωστόσο από τα παραδοσιακά δόγματα του κλασικού φιλελευθερισμού, τα οποία μετασχηματίζονται υπό το φως των σύγχρονων συνθηκών της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας. Ο ταξικός χαρακτήρας των δικαιωμάτων, ο οποίος αποτέλεσε κεντρικό θέμα της κριτικής που δέχτηκε ο παραδοσιακός συνταγματισμός, υποχωρεί, παραχωρώντας τη θέση του σε μια ιδέα προστασίας της ελευθερίας του ατόμου σε συνθήκες κοινωνικής διαφοροποίησης και πολυπολιτισμικότητας. Η εναντίωση των δικαιωμάτων στο κράτος, η κλασική αρνητική ελευθερία αντικαθίσταται από μια νέα αντίληψη της οικουμενικότητας των δικαιωμάτων. Απόγονος των φυσικοδικαιϊκών προσεγγίσεων, η οικουμενικότητα αυτή απορρέει από τη συνύπαρξη και επαφή των δικαιωμάτων σε εθνικό, υπερεθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Παράλληλα, η ιδιότητα του πολίτη από αποκλειστικός δεσμός προς ένα έθνος κράτος τρέπεται σε οδηγό μιας πολλαπλότητας εθνικών και μετα-εθνικών ταυτοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, όπως με ενάργεια ο Ridola καταγράφει, τα εθνικά και μετα-εθνικά (πχ. Χάρτα της ΕΕ) συντάγματα δεν μπορούν παρά να μετασχηματιστούν και αυτά. Έτσι, από τη μια «ουδετεροποιούνται» προκειμένου να υποδεχθούν τη διαφορετικότητα των υποκειμένων στα οποία αναφέρονται. Από την άλλη επεκτείνουν το περιεχόμενό τους προκειμένου να θωρακίσουν το άτομο έναντι των νέων διακινδυνεύσεων, των ρίσκων που οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες γεννούν.
Με την έννοια αυτή, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο κλασικός φιλελεύθερος συνταγματισμός των δικαιωμάτων για τον Ridola δεν έχει χαθεί. Αντίθετα, επιστρέφει μετασχηματισμένος προκειμένου να ανταποκριθεί πάντα στο ίδιο, πρωταρχικό αίτημα που τον γέννησε: στην προστασία του προσώπου. Όχι πλέον έναντι του κράτους ή της ιδιωτικής εξουσίας που παραδοσιακά συγκρότησαν την έννοια της ελευθερίας, αλλά έναντι της ομογενοποίησης και του συγκεντρωτισμού, που θέτουν υπό διακινδύνευση στις μεταεθνικές κοινωνίες τη διαφορετικότητα του ατόμου. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον παρά ένας σύγχρονος εγγυητισμός των δικαιωμάτων, σε αναφορά πάντα με την ιστορική συνέχεια, τις αξίες και τα επιτεύγματα του κλασικού φιλελεύθερου συνταγματισμού των δικαιωμάτων.
Η ανάλυση της εξέλιξης των δικαιωμάτων από την πλευρά των ιστορικών όρων που κατέστησαν δυνατή την ανάδυση και τον μετασχηματισμό τους, επιτρέπει στον Ridola να αναδείξει το κανονιστικό τους περιεχόμενο, ως αξιώσεων αναγνώρισης της ίσης ελευθερίας σε συνθήκες κοινωνικής ανισότητας και να επιμείνει στην ανάγκη ανανοηματοδότησής τους στις κοινωνίες της παγκοσμιοποίησης και της διαφορετικότητας. Δίνοντας έμφαση στο πρόβλημα της αποτελεσματικότητας των δικαιωμάτων, καθώς και στις κοινωνικές προϋποθέσεις της ουσιαστικής εφαρμογής τους, είναι σε θέση να υπερβεί τον «δικαιωματοκεντρισμό» πολλών σύγχρονων φιλελεύθερων θεωρήσεων, που δείχνουν να υπερεκτιμούν τη δυνατότητα των κλασικών ατομικών ελευθεριών να επιδράσουν χειραφετικά στις κοινωνικές σχέσεις, ανεξάρτητα από τη μορφή που λαμβάνει η κατανομή των πόρων και των ευκαιριών. Έτσι για παράδειγμα, ο Ridola θα θεωρούσε καταφανώς απλουστευτική μια άποψη, όπως αυτή που διατυπώνει ο Ronald Dworkin όταν ισχυρίζεται, ότι «…η νομοθεσία περί ατομικών δικαιωμάτων θα υποβάθμιζε τους αποκλεισμούς και τα κοινωνικά στερεότυπα, διότι με τον καιρό θα ελάττωνε τις προσδοκίες που δημιουργούν, προκαλώντας την εξαφάνιση των κοινωνικά παραγόμενων ανισοτήτων» (Sovereign virtue: The theory and practice of equality, Harvard University Press, Cambridge/Ma 2000, σελ. 345-46). Στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, ο Ridola διαφωτίζει το βαθύτερο κοινωνικό ρίζωμα των δικαιωμάτων, υποστηρίζοντας ότι είναι δυνατό να εξασφαλίσουν την ατομική ελευθερία μόνον όταν συνδέονται με συγκεκριμένα στοιχεία ουσιαστικής δικαιοσύνης και ισότητας, στοιχεία τα οποία και τα ίδια οφείλουν να σταθεροποιούν. Επιπλέον, η ανάλυσή του είναι σε θέση να καταδείξει τον χαρακτήρα των δικαιωμάτων ως ανοιχτών επικοινωνιακών σχέσεων, που δημιουργούν τις προϋποθέσεις διατύπωσης νέων διεκδικήσεων, καθιστώντας την πραγμάτωση των αξιακών προταγμάτων του συνταγματισμού ένα ιστορικά ανοιχτό εγχείρημα.
Ωστόσο, η θεώρηση του Ridola παραμένει κάπως αβασάνιστα προσκολλημένη στις αναλύσεις της πλουραλιστικής δημοκρατικής και συνταγματικής θεωρίας που εκπροσωπούν στοχαστές όπως ο Dahl και ο Häberle, με αποτέλεσμα να εμφορείται από μια ίσως υπέρμετρη αισιοδοξία, ως προς τη δυνατότητα των σύγχρονων δικαιοκρατικών συστημάτων να απορροφήσουν ένα πολυφωνικό σύμπαν διαφορετικών αιτημάτων, αξιακών προσανατολισμών και συμφερόντων, οδηγώντας τους πολιτικούς ανταγωνισμούς σε ειρηνευτικές ισορροπίες. Πρόκειται για μια αισιοδοξία, που έχει δεχτεί αρκετά εύλογες κριτικές, ιδιαίτερα σε σχέση με την αδυναμία της να θεματοποιήσει τις τεράστιες ασυμμετρίες στην κατανομή της κοινωνικής εξουσίας και των πόρων πολιτικής επιρροής, όπως εμφανίζονται στις δομές της ύστερης νεωτερικότητας. Όμως αυτή η οπτική θα μπορούσε να αποδειχθεί πιθανόν πιο πρόσφορη για την ανάλυση της κρίσης από την οποία διέρχεται ο σύγχρονος συνταγματισμός, σε συνθήκες όπου οι όροι της κοινωνικής και πολιτικής αναπαραγωγής των δημοκρατικών συστημάτων τίθενται υπό αμφισβήτηση. Μια γενικευμένη κρίση, με χαρακτηριστικά συμπτώματα την απαξίωση των κοινωνικών δικαιωμάτων στη δίνη των διαδικασιών της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, την αυταρχική αναδιάταξη του συστήματος της ποινικής καταστολής υπό το πρίσμα του δόγματος της κρατικής ασφάλειας και την εμφάνιση τεράστιων ρίσκων για την ιδιωτική σφαίρα και την οικολογική ισορροπία. Φαινόμενα, τα οποία άλλωστε και ο ίδιος ο Ridola παρατηρεί με εξαιρετική ανησυχία..
Περιεκτικό στην ανάλυσή του και σαφές στα επιχειρήματά του, το βιβλίο του Ridola είναι ένα απαραίτητο εργαλείο για οποιονδήποτε ασχολείται με το ζήτημα των δικαιωμάτων και του συνταγματισμού στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία.
Νίκος Γαρυπίδης

Βιβλιοπαρουσίαση: Πέτρος Ι. Παραράς, Συνταγματικός πολιτισμός και δικαιώματα του ανθρώπου, Βιβλιοθήκη του Πολίτη, Αντ. Σάκκουλας: Αθήνα-Κομοτηνή 2011, σ. 234

Χριστίνα Ακριβοπούλου

Βιβλιοπαρουσίαση: Πέτρος Ι. Παραράς, Συνταγματικός πολιτισμός και δικαιώματα του ανθρώπου, Βιβλιοθήκη του Πολίτη, Αντ. Σάκκουλας: Αθήνα-Κομοτηνή 2011, σ. 234

Η συμβολή του δικαστή και καθηγητή Πέτρου Παραρά[1] στον αγώνα για προώθηση και κατοχύρωση του συστήματος των δικαιωμάτων στη μεταπολιτευτική Ελλάδα είναι πολύ γνωστή και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Εργάστηκε ακούραστα στην κατεύθυνση αυτή τόσο στο μέτωπο της νομικής θεωρίας, όσο και της πράξης με την ιδιότητα του συγγραφέα, του εκδότη, του καθηγητή, του δικαστή, του επιμελητή βιβλίων, καθώς και του διευθυντή του κέντρου προστασίας των δικαιωμάτων Libertas. Κορυφαίες στιγμές της ερευνητικής του συνεισφοράς μπορούν να θεωρηθούν τα έργα του σχετικά με την ερμηνεία του ελληνικού Συντάγματος (Σύνταγμα 1975 – Corpus I, ΙΙ και ΙΙΙ, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1982, 1985 και 1999), που επανεκδίδονται επικαιροποιημένα σε δεύτερη έκδοση από το 2010, αλλά και η συνεχής εκδοτική προσπάθεια των περιοδικών Δικαιώματα του Ανθρώπου και AnnuaireInternationaledesDroitsdelHomme, τα οποία για πολλά χρόνια φιλοξενούν διεθνή συνέδρια με σύγχρονα θέματα για την προστασία των δικαιωμάτων. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της συνεισφοράς αυτής είναι η πολυπρισματική προσέγγιση του ζητήματος των δικαιωμάτων από την πλευρά όχι μόνο του συνταγματικού, αλλά και του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου.

Το τεράστιο απόθεμα συσσωρεμένης γνώσης και εμπειρίας αποτυπώνεται σχεδόν σε κάθε σελίδα του πρόσφατου έργου του Πέτρου Παραρά Συνταγματικός πολιτισμός και δικαιώματα του ανθρώπου. Αντιμετωπίζοντας δύσβατα θεωρητικά ζητήματα, ο συγγραφέας προσφέρει άμεσα απαντήσεις σαφείς, κατασταλαγμένες, και ταυτόχρονα προκλητικές. Η ανάλυσή του δείχνει να εκκινεί από δύο βασικές πολιτικές και φιλοσοφικές διαισθήσεις, που αφορούν στην τεράστια αξία, αλλά και την επισφαλή θέση των δικαιωμάτων στο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της ύστερης νεοτερικότητας. Από τη μια πλευρά, τα δικαιώματα αναδεικνύονται ως κομβικής σημασίας απελευθερωτικές κατακτήσεις του σύγχρονου δημοκρατικού πολιτισμού, ιδιαιτέρα μετά την ιστορική τους συνάντηση με το συνταγματισμό. Ταυτόχρονα, όμως, οι αναλύσεις του συγγραφέα διαποτίζονται από μια ανησυχία σχετικά με τη λειτουργία τους ως πρόσχημα για τη συγκάλυψη μορφών αυθαίρετης εξουσιαστικής πολιτικής. Κατά την άποψή του, η σύγχρονη θεωρία των δικαιωμάτων συμβάλλει σε αυτή την αμφίδρομη λειτουργία, στο βαθμό που προσχωρεί αβασάνιστα στην ιδέα της οικουμενικότητας των δικαιωμάτων, αποδεχόμενη ακόμη και τη δυνατότητα της βίαιης επιβολής τους.
Όρος για την υπέρβαση της πιο πάνω τάσης αποτελεί, κατά τον συγγραφέα, η ακριβής οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής των δικαιωμάτων έναντι του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των λαών και του σεβασμού της πολιτιστικής τους διαφορετικότητας. Μια οριοθέτηση που ο Λόγος περί οικουμενικότητας δεν επιχειρεί, διότι, εγκλωβισμένος σε ρομαντικές ουτοπίες, υποτιμά τη σημασία των ιδιαίτερων κοινωνικοπολιτικών προϋποθέσεων ανάπτυξης του συστήματος των βασικών ελευθεριών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο Παραράς αναλύει τα δικαιώματα ως συστατικά του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού, του ιδιαίτερου δηλαδή ιστορικού παραδείγματος που τα γέννησε και ανέδειξε ως κατηγορίες της ελευθερίας.
Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο ‘Ο νομικός πολιτισμός ως συνταγματικός πολιτισμός’[2]relativismeculturel) ως απάντηση στον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό των ‘δυτικής’ προέλευσης δικαιωμάτων. Κατά την άποψή του, τα δικαιώματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το πρότυπο του ευρωπαϊκού ελληνορωμαϊκού και ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού[3]«…ο νομικός πολιτισμός, ως άμεσα δεμένος με τα δικαιώματα του ανθρώπου, δεν νοείται ως οικουμενικός ή παγκόσμιος, όπως ήδη αναπτύχθηκε, αναφερόμενος δε σε συγκεκριμένη έννομη τάξη, μετατρέπεται ο πολιτισμός αυτός, λόγω της αξιολογικής αναγωγής αυτής της έννομης τάξης στο Σύνταγμα, σε συνταγματικό πολιτισμό…»[4]. , του οποίου η νομική πτυχή εξελίχθηκε μέσω της ανάδυσης των γραπτών και αυστηρών Συνταγμάτων σε συνταγματικό πολιτισμό. Ο εντοπισμός του ιστορικού πεδίου εμφάνισης του ευρωπαϊκού πολιτισμού, καθώς και η τυποποίησή του μέσω της συνταγματοποίησης προδικάζει, κατά τον συγγραφέα, και το πεδίο ισχύος αλλά και την μορφή που αυτός λαμβάνει: ο συγγραφέας εκθέτει την κεντρική του θέση περί της ‘αδύνατης οικουμενικότητας των δικαιωμάτων’, αλλά και της θέσης του περί πολιτιστικού σχετικισμού (
Προκειμένου να διακριθεί με ακρίβεια το ζήτημα της κανονιστικής ισχύος από το πραγματικό πρόβλημα της εφαρμογής προσδιορίζονται τρία επίπεδα οικουμενικότητας των δικαιωμάτων. Το πρώτο αφορά στην καθολικευσιμότητά τους ως ηθικών αιτημάτων, το δεύτερο στην πολιτική επιδίωξη της παγκόσμιας εφαρμογής τους και το τρίτο στην πραγματική δυνατότητα εφαρμογής τους, δηλαδή στην αποτελεσματικότητά τους ως νομικών διευθετήσεων[5]. Ενόψει της διαφορετικότητας των πολιτισμών στο σημερινό κόσμο, η αποδοχή της οικουμενικότητας των δικαιωμάτων στο τελευταίο επίπεδο αποτελεί, κατά τον συγγραφέα, μια ουτοπική και εν δυνάμει επικίνδυνη ιδεοληψία.
Μολαταύτα η μονομερής έμφαση της ανάλυσης στον ηθικό σχετικισμό, την κοινοτιστική σύλληψη της ελευθερίας και την συγκειμενική (contextualist) φύση της θεμελίωσης των δικαιωμάτων επισκιάζει το δεδομένο, ότι η κριτική στον οικουμενισμό των δικαιωμάτων στηρίζεται εν τέλει σε μια προκείμενη που αξιώνει καθολική ισχύ και θεωρείται μάλιστα εξοπλισμένη με «επάλληλες συναινέσεις» στην παγκόσμια κοινωνία: «αφού από όλους αναγνωρίζεται και έχει πλέον διεθνώς κατοχυρωθεί το δικαίωμα στην “πολιτιστική διαφορετικότητα”, και, παράλληλα, η υποχρέωση των κρατών να προστατεύουν και να προωθούν ό,τι αποτελεί περιεχόμενο της νομικής αυτής έννοιας, κάτι που δεν μπορούμε να απαρνηθούμε, έπεται ότι ο “οικουμενισμός” και η “οικουμενικότητα” των δικαιωμάτων του ανθρώπου μετατρέπεται, τελικά, σε “σχετικισμό”»[6]essentialist) σύλληψη των διαφορετικών πολιτιστικών προτύπων ως ασύμβατων, ολικών μορφών ζωής, αδιαπέραστων από κάθε μορφή διαπολιτιστικής επικοινωνίας[7]. . Η θεμελίωση αυτή καθίσταται εφικτή, μόνο στο βαθμό που ο συγγραφέας, παρά την σχετικιστική του προοπτική, αποφεύγει μια ουσιολογική (
Η αντιμετώπιση συνεπώς του ζητήματος της οικουμενικότητας των δικαιωμάτων προσβλέπει σε μια σύνθεση καθολικού και μερικού εξαιρετικά πιο πολύπλοκη από αυτήν που εισπράττει τελικά ο αναγνώστης, τουλάχιστον ο βιαστικός. Ενώ η φιλοσοφική απόσταση της ανάλυσης του Παραρά από σχήματα θεμελίωσης ενός παγκόσμιου συστήματος δικαιωμάτων, όπως αυτό που επιχειρεί ο John Rawls στη «ρεαλιστική ουτοπία» του Δικαίου των λαών[8], είναι ίσως μικρότερη από όσο ο ίδιος ο συγγραφέας αφήνει να διαφανεί[9].
Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο ‘Παράγοντες που διαμορφώνουν το παρόν του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού’ ο συγγραφέας ξεδιπλώνει τους άξονες στους οποίους διαμορφώνεται το ευρωπαϊκό συνταγματικό κεκτημένο προστασίας των δικαιωμάτων. Οι παράγοντες αυτοί είναι τρεις:
α) Η ανάδυση της ευρωπαϊκής νομολογίας των δυο δικαστηρίων του Στρασβούργου (ΕΔΔΑ) και του Λουξεμβούργου (σήμερα ΔΕΕ) σε επίκεντρο της ενοποίησης της ερμηνείας στα ζητήματα δικαιωμάτων από τις επιμέρους εθνικές ευρωπαϊκές έννομες τάξεις. Τα δυο δικαστήρια (υπερεθνικά συνταγματικά δικαστήρια κατά τη χαρακτηριστική έκφραση του συγγραφέα) έχουν επιτύχει στην εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου και της αρχής της επιείκειας, διαμορφώνοντας ένα ευρωπαϊκό συνταγματικό κεκτημένο ως προς το επίπεδο προστασίας των ελευθεριών.
β) Η διεθνοποίηση και ομογενοποίηση του ευρωπαϊκού δικαίου, όπως επιτεύχθηκε κυρίως μέσω της διείσδυσής του στις αναδυόμενες μεταβατικές δημοκρατίες της ανατολικής Ευρώπης.
γ) Τέλος, η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής κοινότητας δικαίου, ενός iuscommune στο πεδίο των δικαιωμάτων, η οποία συγκροτήθηκε πάνω στην αμοιβαία ανταλλαγή, την αλληλεπίδραση και διάδραση μεταξύ των επιμέρους εθνικών εννόμων τάξεων, δημιουργώντας έναν κοινό συνταγματικό χώρο αξιών και αρχών. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι η συνταγματική κατοχύρωση και προστασία των δικαιωμάτων, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, η δημιουργία ενός ουσιαστικού κράτους δικαίου, η προστασία της ασφάλειας του δικαίου και η επιεικής εφαρμογή του, η αναβάθμιση της εξουσίας των δικαστών στο πεδίο προστασίας των δικαιωμάτων, το δικαίωμα στην ασφάλεια και τέλος το δόγμα των θετικών υποχρεώσεων των εθνικών κρατών αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων.[10]
Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο ‘Οι προοπτικές του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού’ διερωτάται σχετικά με το μέλλον του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού. Κατά την άποψη του συγγραφέα, μπορεί αναμφίβολα να παρατηρηθεί μια συνεχής βελτιστοποίηση των θεσμικών και πολιτικών όρων προστασίας των ατομικών ελευθεριών[11] αλλά και των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης. Πράγμα στο οποίο η νομολογία των υπερεθνικών ευρωπαϊκών δικαστηρίων, και ιδιαίτερα του Στρασβούργου, έχει συμβάλλει τα μέγιστα, ερμηνεύοντας δημιουργικά κατά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, αλλά και του δόγματος περί θετικών υποχρεώσεων των εθνικών κρατών για την προστασία των δικαιωμάτων.
Το μεγάλο ωστόσο και δυσεπίλυτο πρόβλημα συνίσταται κατά το συγγραφέα στη δυνατότητα πραγματικής απόλαυσης και αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων της διαφορετικότητας, των ‘συλλογικών δικαιωμάτων τοπικών ή και ευρύτερων κοινωνιών και μειονοτήτων’[12]. Ο συγγραφέας αναζητά τα ερείσματα της προστασίας των δικαιωμάτων αυτών στο υπερεθνικό, διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο, ενώ ασκεί δριμεία κριτική στην πολιτική επίκληση των δικαιωμάτων εθνικών ομάδων, μειονοτήτων για τη νομιμοποίηση στρατιωτικών παρεμβάσεων (Βοσνία, Κόσοβο κλπ.)[13]. Στο πλαίσιο αυτό, και αναφερόμενος στην ιδέα της διεθνούς δικαιοσύνης στα ζητήματα παρέμβασης με τη συμβολική επίκληση της προστασίας των δικαιωμάτων μειονοτήτων ή εθνικών ομάδων, ο συγγραφέας αναφέρεται στην ανάπτυξη ενός δυαδικού συστήματος, που διαχωρίζει τη δικαιοσύνη «…των μεγάλων δυνάμεων για τις οποίες ισχύει η πλήρης ατιμωρησία για ό, τι διαπράττουν … αφετέρου δε τη “δικαιοσύνη των νικητών” που επιβάλλεται από αυτούς, με τη βοήθεια βέβαια διεθνών θεσμών, σε βάρος των ηττημένων χωρών…»[14]. Κινδύνους τέλος, ο συγγραφέας διαβλέπει και στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, που, υπό την καθοδήγηση θεσμών υπερεθνικής διακυβέρνησης, μπορεί σταδιακά να καταλήξει σε μια ισοπεδωτική ομογενοποίηση και στον εκφυλισμό των αξιών του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού.
Το βιβλίο κλείνει με ένα κεφάλαιο επιχείρημα για το ‘Κεκτημένο του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού’, παρέχοντας στον ερμηνευτή του δικαίου ένα στιβαρό και πρακτικό επιχείρημα για τα όρια του εθνικού αναθεωρητικού οργάνου στο χώρο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Κατά την άποψη που διατυπώνεται στο κεφάλαιο αυτό, η δημιουργία, ιδίως μέσω της νομολογίας των υπερεθνικών ευρωπαϊκών δικαστηρίων (ΕΔΔΑ και ΔΕΕ), ενός κεκτημένου προστασίας των δικαιωμάτων με άξονα την προστασία της αξίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, περιορίζει την διακριτική ευχέρεια του αναθεωρητικού νομοθέτη. Στο πλαίσιο της παρατήρησης αυτής, η αναθεωρητική λειτουργία όχι μόνο δεν διαθέτει «…διόλου απόλυτη και ανεξέλεγκτη ελευθερία κινήσεως στο χώρο των δικαιωμάτων του ανθρώπου»,[15]minimum προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και να επιδρά μόνο βελτιωτικά και επαυξητικά στην προστασία τους[16]Conseil constitutionnel, διαμορφώνοντας έτσι ένα αδιαπραγμάτευτο επίπεδο ελάχιστης εγγυημένης προστασίας για τα δικαιώματα.. Πρόκειται για διεργασία που, όπως με οξυδέρκεια προβλέπει ο συγγραφέας, σύντομα θα οδηγήσει στο μαρασμό των ‘εθνικών’ Συνταγμάτων και «σε σταδιακή παρακμή της αναθεωρητικής λειτουργίας στην Ευρώπη»[17]. Στο απαραβίαστο αυτό ουσιαστικό κανονιστικό, νομοθετικό και κυρίως αναθεωρητικό όριο συμπυκνώνεται η θεώρηση του συγγραφέα υπέρ της διαμόρφωσης ενός «κεκτημένου του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού»[18] αντίστοιχου με αυτό που έχει διαμορφώσει η γαλλική νομολογία του αλλά είναι υποχρεωμένη να σέβεται το ευρωπαϊκό
Σε μια εποχή που ισχυροί κραδασμοί συγκλονίζουν τον ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο και είναι πλέον εμφανής ο κίνδυνος το ενδιαφέρον για τις ατομικές και κοινωνικές ελευθερίες να υποσκελιστεί στο όνομα της αποδοτικότητας, σε μια παγκόσμια τάξη που τα δικαιώματα τείνουν να μετατραπούν από σύμβολο χειραφέτησης σε επιθετική αιχμή, το βιβλίο του Πέτρου Παραρά θέτει καίρια ζητήματα και επιχειρεί ξεκάθαρες και θαρραλέες απαντήσεις, χωρίς υπεκφυγές ή φλύαρο πολιτικό ρομαντισμό. Πρόκειται λοιπόν για βιβλίο που πρέπει να προβληματίσει κάθε μελετητή του ζητήματος τον δικαιωμάτων από όποιο τομέα της κοινωνικής έρευνας και αν προέρχεται.


[1] Από το εμπροσθόφυλλο του βιβλίου, «Ο Πέτρος Ι. Παραράς σταδιοδρόμησε ως δικαστής στο Συμβούλιο της Επικρατείας από όπου και αποχώρησε το 2005 με το βαθμό του αντιπροέδρου. Παράλληλα εμβάθυνε και στη θεωρία του δημοσίου δικαίου – με μετεκπαίδευση σε Γαλλία και Γερμανία – και το 1981 αναγορεύθηκε αριστούχος διδάκτωρ της Νομικής Σχολής Αθηνών. Διετέλεσε δε παράλληλα και καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή της Κομοτηνής (1998-2005). Είχε την επιμέλεια – από του έτους 1975 μέχρι το 1998 – του περιοδικού ‘Το Σύνταγμα’, από το έτος δε 1999 διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό ‘Δικαιώματα του Ανθρώπου’ που έκτοτε εκδίδεται ανελλιπώς. Το 2005 ίδρυσε το ‘Διεθνές Κέντρο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου’ (LIBERTAS), στο πλαίσιο του οποίου διοργανώνεται κατ’ έτος στην Αθήνα Διεθνές Συνέδριο με επιμέρους θεματικές εκ των ΔτΑ, τα δε πορίσματα δημοσιεύονται σε ετήσιο ξενόγλωσσο τόμο: ‘Annuaire International des Droits de l’Homme’ (Vol. I-V, 2006-2010). Από το 2005 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2009 διετέλεσε πρόεδρος της κεντρικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής στο πλαίσιο της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης. Τον Ιούνιο του 2010 εκπροσώπησε την Ελλάδα ως δικαστής ad hoc, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου».
[2] Ό.π., σ. 15-102, βλ. επίσης Π. Ι. Παραράς, «Η αδύνατη οικουμενικότητα των δικαιωμάτων του ανθρώπου», ΔτΑ, 45/2010, σ. 11-36.
[3] Ό.π., σ. 15-16
[4] Ό.π., σ. 99, αλλά και 17 επ.
[5] «Υπάρχουν δηλαδή, κατά τα προεκτεθέντα, τρεις διαφορετικές έννοιες: o ‘universalisme’, ως στοιχείο εσωτερικό των δικαιωμάτων του ανθρώπου (= είναι ο ηθικός οικουμενισμός που περιέχει αξίες), η ‘universalisation’, δηλαδή η προσπάθεια, από επίσημους φορείς, κράτη, διεθνείς οργανισμούς, μη κυβερνητικές οργανώσεις, να επεκταθούν τα δικαιώματα αυτά και να ισχύσουν παγκοσμίως, δηλαδή να χαρακτηρισθούν ως οικουμενικά, αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει διότι η ‘universalité’ τους (δηλαδή η δυνατότητα των κανόνων του θετικού δικαίου, που εμπεριέχουν τις παραπάνω αξίες του οικουμενισμού, να αποκτήσουν αποτελεσματικότητα [efficacité] και να εφαρμοσθούν παγκοσμίως) είναι περιωρισμένη», ό.π., σ. 93.
[6] Ο.π., σ. 83.
[7] Ο.π., σ. 48-49.
[8] Ήδη από τον μινιμαλιστικό του χαρακτήρα, είναι σαφές ότι ο ροουλσιανός κατάλογος κατατείνει στην κατοχύρωση δικαιωμάτων που δεν «μπορούμε να αρνηθούμε ως ιδιαζόντως φιλελεύθερα ή ως ιδιαίτερα στοιχεία της δυτικής παράδοσης», J. Rawls, Thelawofpeoples, Harvard University Press, Cambridge 1999, σ. 65.
[9] Ο.π., σ. 82.
[10] Ό.π., σ. 122.
[11] ‘Δικαιωμάτων των μεμονωμένων ατόμων’ όπως τα χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, ό.π., σ. 129.
[12] Ό.π., σ. 133.
[13] Ό.π., σ. 138 και 140-141, όπου και παρατηρεί ότι, «Εδώ το κεκτημένο του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού αγνοήθηκε πλήρως, ενώ εμφανώς αναδύθηκε και προβλήθηκε, για την αιτιολόγηση των σχετικών ενεργειών, η νέα έννοια του ‘στρατιωτικού ανθρωπισμού’ ή η ‘δυναμική επιβολή της ειρήνης’ ή η ‘προώθηση της δημοκρατίας’, παράλληλα και με το αμφιλεγόμενο και από πολλούς αμφισβητούμενο ‘δικαίωμα επεμβάσεως’ (droit d’ ingérence με εμπνευστή τον Bernard Kouchner, που κατόπιν εξελίχθηκε σε devoir d’ingérence), το οποίο όμως παραβιάζει άμεσα την κυριαρχία του όποιου κράτους και το οποίο επικαλούνται δυτικά κράτη για να ισχυρισθούν ότι ξεκινούν μεν πόλεμο σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, αλλά χάριν προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
[14] Ό.π., σ. 144.
[15] Ό.π., σ. 151.
[16] Ό.π., σ. 170, όπου και διατυπώνεται η άποψη ότι «…όχι μόνον οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να καταργηθούν, αλλά ούτε είναι δυνατόν και να περιορισθεί, με την αναθεωρητική διαδικασία, η μέσω αυτών μέχρι τούδε παρεχόμενη στα άτομα προστασία, είτε με την έννοια της προσβολής του πυρήνα τους είτε με την έννοια της συρρικνώσεως του κανονιστικού εύρους αυτών, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί με την ισχύουσα νομοθετική και νομολογιακή επεξεργασία τους (= θεωρία του απρόσβλητου αφενός του πυρήνα και αφετέρου του συμπληρωματικού συνταγματικού-νομολογιακού κανόνα συγκεκριμένου ατομικού δικαιώματος).
[17] Ό.π., σ. 162.
[18] Ό.π., σ. 173, όπου και υπογραμμίζει ότι, «Τη μεθοδολογική αυτή προσέγγιση αφενός των διεθνών κειμένων που προστατεύουν τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και αφετέρου, ιδιαίτερα του άρθρου 110 Σ αποκαλώ: κεκτημένο του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού, του οποίου η ροή είναι ανεπίστροφη, και όπως το κεκτημένο αυτό έχει μέχρι τώρα οριοθετηθεί από την εθνική και υπερεθνική νομοθεσία και νομολογία, στην έννοια δε αυτή συμπυκνώνεται η εισφορά μου στη θεωρία του δημοσίου δικαίου».

H κρίση και το ελληνικό κομματικό σύστημα

Νίκος Μαραντζίδης. Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

H κρίση και το ελληνικό κομματικό σύστημα

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Ένα περιστατικό βαθέως ελληνικό. (Αναδημοσίευση από το περιοδικό The books journal, τευχ. 24, Οκτώβριος 2012, σελ. 22 επ.)

Γιάννης Ζ. Δρόσος

Ένα περιστατικό βαθέως ελληνικό. (Αναδημοσίευση από το περιοδικό The books journal, τευχ. 24, Οκτώβριος 2012, σελ. 22 επ.)

Για μερικά πράγματα το έχει ο Αύγουστος.

Πριν 181 χρόνια, την 1η Αυγούστου 1831 ο Ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης, διοικητής, τότε, του ναυστάθμου του Πόρου εξεμάνη. Σύμφωνα με την έκθεση που υπέβαλε ο μπουρλοτιέρης Κωνσταντίνος Κανάρης στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο Ανδρέας Μιαούλης «παρέδωκεν εις τας φλόγας την [φρεγάτα] Ελλάδα και την κορβέτταν η Ύδρα. […] Τα στρατεύματα κατέλαβον την πόλιν, το φρούριον και τα διασωθέντα ατμοκίνητα. Ευρέθησαν δε εις τ’ ατμοκίνητα αυτά εις τον ναύσταθμον και εις τας αποθήκας φιτύλια εις τα υπονόμους, τα οποία έμελλον να αποκαταστήσουν τον Πόρον σωρόν ερειπίων και φαίνεται ότι ολίγον έλειψεν ώστε να τελειώσουν ο Μιαούλης και οι συναίτιοι του τοιαύτην πράξιν καταστροφής και ερημώσεως.»[1]
Η πράξη αυτή του Μιαούλη ξεσήκωσε την κατακραυγή των σημαινουσών προσωπικοτήτων της εποχής. Όμως όχι μόνον κατακραυγή: φωνές διανοουμένων, Ελλήνων, όπως ο Κοραής, ή και ξένων, όπως οι ιστορικοί Θίερσος και Φίνλευ, δικαιολόγησαν, ως αντίπαλοι του αυταρχισμού και φίλοι της ελευθερίας, την καταβύθιση των πλοίων. Το ίδιο και ορισμένοι ενεργοί πολιτικοί της περιόδου. Ο Μιαούλης πάντως, σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες και ιστορικούς της εποχής, μεταμελήθηκε τελικά.
Η εις βάρος του δικαστική διαδικασία ξεκίνησε στις 13 Αυγούστου 1831, αλλά δεν έφθασε ποτέ στο τέλος της γιατί στο μεταξύ, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 οι γνωστοί από την ιστορία τοπικοί «δυνατοί» οργάνωσαν, στο όνομα της ελευθερίας (τους) την δολοφονία του «τυράννου» Καποδίστρια. Οι πολιτικές εξελίξεις που δρομολόγησε η δολοφονία δεν έφεραν περισσότερη ελευθερία, αλλά την απόλυτη μοναρχία του Όθωνα, παρέσυραν όμως το περιστατικό της ανατίναξης της «Ελλάδας» και της « Ύδρας» στην σκιά της ιστορικής μνήμης και στην πλήρη πολιτική λήθη. Τον Μάϊο του 1832 προτάθηκε στον Μιαούλη να διορισθεί «στόλαρχος» του (απομειωμένου κατά τα δύο ανατιναγμένα σκάφη) ελληνικού στόλου, αλλά δεν δέχθηκε. Δέχθηκε όμως, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, να είναι ένας από τους τρείς Έλληνες προκρίτους που μετέβησαν στην Βαυαρία και προσέφεραν στον Όθωνα το ελληνικό στέμμα. Το 1833, δύο χρόνια μετά την «τοιαύτην πράξιν καταστροφής» διορίσθηκε με οθωνικό διάταγμα αρχηγός του ναυτικού. Ο Μιαούλης τιμήθηκε ζων και μεταθανάτια. Τιμάται από την λαϊκή μνήμη και την ιστορική κρίση, και τιμάται δίκαια, όχι όμως για την (σχεδόν ξεχασμένη) πράξη του αυτή, αλλά για την καθοριστική συμβολή του στον Αγώνα.
Στο υπόβαθρο του περιστατικού βρίσκονταν η προσπάθεια να εισαχθούν δομές και κανόνες ενός σύγχρονου, της εποχής εκείνης, ευρωπαϊκού μετα-οθωμανικού κράτους. Αυτό όμως συνεπάγονταν την ουσιαστική αφαίρεση ισχύος από τις –τηρουμένων των αναλογιών «διακομματικά» και τότε συνασπισμένες προκειμένου να διατηρήσουν την ισχύ τους- ισχυρές αντιδραστικές τοπικές πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες και ηγήτορες. Το πράγμα κατέληξε σε ένοπλη εξέγερση πολλών καπεταναίων, κατάληψη του Πόρου από τον Μιαούλη και 200 Υδραίους, κατάρρευση των διαμεσολαβητικών προσπαθειών των τριών πρέσβεων (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας) , ενεργοποίηση της ένοπλης ισχύος τους για την καταστολή της εξέγερσης και, τέλος, ενόψει της βίαιης ανακατάληψης του Πόρου από την ενισχυμένη από ναυτικές δυνάμεις τους καποδιστριακή κυβερνητική νομιμότητα, ανατίναξη των δύο αυτών πλοίων από τον Μιαούλη. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, μετέπειτα Πρωθυπουργός, αν και αρνήθηκε την ηθική αυτουργία του γεγονότος υποστήριξε, ότι «αν τα πλοία δεν εκαίοντο τότε, η Ελλάς ήθελε θρηνεί σήμερον το γενικόν των ελευθεριών της ναυάγιον.»[2]
Στις 17 και 18 Αυγούστου 2012, με μία παράπλευρη συνέχεια στις 26 Αυγούστου 2012, διαδραματίσθηκε στην Ύδρα μία σύγχρονη εκδοχή ενός ανάλογου, στην βαθύτερη ουσία του, γεγονότος: η σύλληψη μιας Υδραίας επιχειρηματία της εστίασης, η έκρηξη οργής και βίας των Υδραίων και η επαναφορά της τάξης με επέμβαση ισχυρής αστυνομικής δύναμης.
Το γεγονός στηλίτευσε και περιέγραψε ο κ. Θεόδωρος Δρίτσας, βουλευτής της Αριστεράς, μέλος της κοινοβουλευτικής ομάδας της αξιωματικής αντιπολίτευσης, εκλεγόμενος στην εκλογική περιφέρεια όπου ανήκει η Ύδρα.
Προσωπικά δεν τον γνωρίζω. Μετά την δημόσια συμβολή του στην πολιτική τοποθέτηση του περιστατικού, έτυχε να τον παρακολουθήσω σε μία τηλεοπτική εξήγηση της άποψής του. Άκουσα επίσης και μερικές από τις πολιτικές παρεμβάσεις του που ανάρτησε στο διαδίκτυο. Διαμόρφωσα την εικόνα ότι δεν πρόκειται για έναν «πονηρό πολιτευτή» που «βαλάντωνε εκεί στην εξορία και διάβαζε και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία», αλλά για έναν πολιτικό ακτιβιστή που πιστεύει αυτά που εξέφρασε και που εκφράζει αυτά που πιστεύει. Αναγνωρίζω λοιπόν ότι ο κ. Δρίτσας εξέφρασε ανιδιοτελώς μία αποπροσωποποιημένη πολιτική στάση και όχι την μέριμνα «όπως εξασφαλίση την εις το μέλλον επανεκλογήν του δια καλλιεργείας νοσηράς τοπικής δημοτικότητος»[3]. Έτσι αναδεικνύεται εναργέστερα η ιδεολογική και πολιτική σημασία της στάσης του απέναντι στο περιστατικό, το οποίο και καθίσταται εμβληματικό, αποσπώμενο από τον τόπο και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σε αυτό (περιλαμβανομένου του κ. Δρίτσα ), τα οποία και καθίστανται τυχαία και, βαθύτερα, αδιάφορα.
Για μια Ελλάδα φορολογικά λεύτερη.
Για λόγους πληρότητας, αλλά και δικαιοσύνης στην άποψη του κ. Δρίτσα, παραθέτω πλήρως τη σχετική του δήλωση, όπως αναρτάται στην ιστοσελίδα του:
«Μια απλή διαδικασία φορολογικών ελέγχων μετατράπηκε από την κυβέρνηση σε ένα σώου επίδειξης αυταρχισμού.
Διμοιρίες των ΜΑΤ μεταφέρθηκαν δύο φορές στο νησί, το ίδιο και πολυμελή συνεργεία της Οικονομικής Αστυνομίας.
Εντελώς αυθαίρετα επιχειρήθηκε να αποκλειστεί η Ύδρα από την ακτοπλοϊκή σύνδεση και μάλιστα με απόφαση ναυτιλιακής εταιρείας και όχι κάποιας κρατικής υπηρεσίας.
Η «πέτρα του σκανδάλου», η ελεγχθείσα ταβερνιάρισσα, οδηγήθηκε με χειροπέδες(!) υπό τα έκπληκτα βλέμματα των Υδραίων και των τουριστών στο Αστυνομικό Τμήμα, αφού το συνεργείο της Οικονομικής Αστυνομίας αντί να βεβαιώσει τη φορολογική παράβαση, που διαπιστώθηκε, ανέχθηκε να υπερβούν αυτές τον αριθμό των 10, ώστε το αδίκημα να είναι Αυτόφωρο.
Και αφού όλα έχουν ελεγχθεί σε μια καρικατούρα φορολογικού ελέγχου που προκάλεσε την αγανάκτηση των Υδραίων, επιχειρήθηκε δεύτερη εισβολή στο νησί, όπου με παρουσία των ΜΑΤ και της Αστυνομίας τα συνεργεία των υπηρεσιών του Οικονομικού Ελέγχου περιόδευσαν απλώς σε διάφορα καταστήματα ασκώντας δήθεν έλεγχο μέχρι τις 11 το βράδυ, οπότε όλος αυτός ο «θίασος» επιβιβάστηκε και πάλι σε πλωτό του Λιμενικού και αποχώρησε από το νησί.
Αυτό δεν είναι επιχείρηση χτυπήματος της φοροδιαφυγής. Είναι μία ανόητη και πολυδάπανη παράσταση επίδειξης κρατικής και κυβερνητικής πυγμής, με εντελώς αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και με γελοιοποίηση της χώρας μας διεθνώς.
Η κυβέρνηση είναι σε πανικό, αντιμετωπίζει για μια ακόμα φορά τον λαό ως εχθρό και γι αυτό είναι επικίνδυνη.
Για μια ακόμα φορά, τέλος, αποδεικνύεται η υποκρισία της κυβέρνησης αφού ο καθένας γνωρίζει ότι με τέτοια σώου η φοροδιαφυγή όχι μόνο δεν χτυπιέται αλλά αντίθετα διογκώνεται και οι «πονηροί» τρίβουν τα χέρια τους σε βάρος πάντα των «κορόιδων», που πληρώνουν κανονικά τους φόρους τους».
Η δήλωση προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις και θόρυβο (και εντός του κόμματος του κ. Δρίτσα), πράγμα που τον οδήγησε στο να επανέλθει με μία περιγραφή του περιστατικού, που κατά τη γνώμη του δικαιολογούσε την παραπάνω θέση του. Ξανά για λόγους πληρότητας και δικαιοσύνης, παραθέτω αυτούσια και την αφήγησή του, όπως αναρτάται στην ιστοσελίδα της εφημερίδας «Η Αυγή» της 26ης Αυγούστου 2012:
«Καίριας σημασίας πλευρές των γεγονότων της Ύδρας θολώθηκαν έντεχνα από την κυρίαρχη αφήγηση, με αποσιωπήσεις ή μονόπλευρες περιγραφές. Αυτή ήταν η βάση για να γίνει πειστική η κυβερνητική προπαγάνδα ή για να μην αναδειχθούν πολύ σοβαρές αυθαιρεσίες και υπερβάσεις.
Με τη δήλωσή μου θέλησα να ασκήσω πολιτική κριτική σε μια υποκριτική κυβερνητική μεθόδευση διενέργειας εικονικών -κυριολεκτικά- φορολογικών ελέγχων συνοδεία διμοιρίας ΜΑΤ και να τονίσω ότι έτσι δεν χτυπιέται, αλλά, αντίθετα, καλύπτεται ή και ενθαρρύνεται η φοροδιαφυγή. Πού να φανταστώ -ο αφελής- ότι σε όλα τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, τηλεοπτικά και έντυπα, που ακολούθησαν, θα λείπει η ακριβής περιγραφή των γεγονότων και ότι εξαιτίας αυτής της παραπλανητικής αποσιώπησης, η καταγγελία μου θα γινόταν εύκολος στόχος σκόπιμης παρερμηνείας και συκοφάντησης. Στα 65 μου χρόνια, εξακολουθώ να εμπλουτίζω τα επώδυνα πάντα βιώματά μου, για τη σκληρότητα και την ανθεκτικότητα που έχουν οι μυλόπετρες των πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Οφείλω λοιπόν να εξηγήσω, κυρίως για να υπερασπιστώ τον ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ, ως βουλευτής του οποίου μίλησα, με βάση την αξιόπιστη διαρκή πληροφόρηση που είχα από συντρόφους στο νησί, αλλά και άλλους παράγοντες του νησιού επί δυο μέρες.
Την Παρασκευή 17 Αυγούστου κλιμάκιο της Οικονομικής Αστυνομίας μετέβη στην Ύδρα για να διενεργήσει ελέγχους σε καταστήματα εστίασης. Σε έναν από αυτούς τους ελέγχους, η ελεγχόμενη ταβερνιάρισσα θεώρησε -δικαίως ή αδίκως δεν μπορώ να το βεβαιώσω- ότι εξαπατήθηκε από τους ελεγκτές, αφού αυτοί, αντί να βεβαιώσουν την παράβαση που διαπίστωσαν, παρέμειναν εκεί για να την επαναλάβει, ώστε με τη σωρευτική βεβαίωση άνω των δέκα φορολογικών παραβάσεων, το αδίκημα να γίνει αυτόφωρο.
Εξαιτίας της αυτόφωρης σύλληψης αρχικά της ταβερνιάρισσας και μετά του γιου της -που τελικά αφέθηκε ελεύθερος ως αναρμόδιος- δημιουργήθηκε ένταση, η οποία εξελίχθηκε σε αποκλεισμό του αστυνομικού τμήματος, διακοπή της ηλεκτροδότησης και υδροδότησής του και ολιγόλεπτη κατάληψη του υδροπτέρυγου σκάφους της γραμμής, που κατά τις φημολογίες θα μετέφερε τον συλληφθέντα στην Εισαγγελία Πειραιά, φημολογία που τελικά δεν επιβεβαιώθηκε.
Καταγγέλθηκε, μάλιστα, ότι οι διαμαρτυρόμενοι βιαιοπραγούσαν εναντίον μελών του πληρώματος του σκάφους. Ο δήμαρχος δήλωσε ότι ένας πολύ μικρός αριθμός ανθρώπων συμμετείχε σε αυτά τα επεισόδια. Οι δικές μου πληροφορίες αναφέρουν 30 έως 40. Η αστυνομία πιθανότατα θα έχει πληρέστερα στοιχεία.
Τα μεσάνυχτα της Παρασκευής προς Σάββατο, κατέπλευσε στο νησί ένα σκάφος του Λιμενικού Σώματος – Ελληνική Ακτοφυλακή, από το οποίο αποβιβάστηκε μια διμοιρία των ΜΑΤ, η οποία αποκατέστησε την τάξη. Το αστυνομικό τμήμα ελευθερώθηκε, το κράτος λειτούργησε, αποδόθηκαν κατηγορίες, υποβλήθηκαν μηνύσεις εναντίον όσων συμμετείχαν στα επεισόδια και ο συλληφθείς -αν και δεν ήταν ο αγορονομικά υπεύθυνος- οδηγήθηκε συνοδεία ΜΑΤ στον εισαγγελέα Πειραιά, με το σκάφος, οπότε και τα ΜΑΤ έφυγαν από το νησί.
Την επομένη το πρωί, Σάββατο 18 Αυγούστου, τίποτα πια δεν θύμιζε την προηγούμενη μέρα. Η Ύδρα ήταν και πάλι ήσυχη, ο νόμος είχε επιβληθεί, οι συζητήσεις βέβαια έδιναν και έπαιρναν, αλλά και τα ιπτάμενα δελφίνια έφερναν και έπαιρναν κόσμο κανονικά.
Όμως στις 7 το απόγευμα του Σαββάτου, κατέπλευσε εκ νέου στην Ύδρα το σκάφος του Λιμενικού και αποβιβάστηκε νέα διμοιρία ΜΑΤ, μαζί με νέο κλιμάκιο της Οικονομικής Αστυνομίας. Τα ΜΑΤ ακροβολίζονται στην παραλία και οι ελεγκτές αρχίζουν να επιδίδονται σε ελέγχους απολύτως εικονικούς!
Στις 11 το βράδυ, σε κλίμα ιλαρότητας, τα ΜΑΤ και οι ελεγκτές απέπλευσαν από το νησί, χωρίς να βεβαιώσουν ούτε μία παράβαση…
Παράσταση κρατικής και κυβερνητικής πυγμής, χωρίς αντίκρισμα και, θα το επαναλάβω, πολυδάπανη. Συμβολική αποκατάσταση του κύρους του κράτους, θα πουν κάποιοι. Η εξουσία αξιολογείται όταν υπάρχει. Είτε ως αυταρχική, είτε ως φιλελεύθερη. Είτε ως ολιγαρχική είτε ως δημοκρατική. Είτε ως φιλολαϊκή είτε ως αντιλαϊκή. Το βράδυ του Σαββάτου στην Ύδρα η εξουσία σκηνοθέτησε την ύπαρξη της.
Αυτά κατήγγειλα με τη δήλωσή μου, λέγοντας κατά λέξη:
”Αυτό δεν είναι επιχείρηση χτυπήματος της φοροδιαφυγής. Είναι μια ανόητη και πολυδάπανη παράσταση επίδειξης κρατικής και κυβερνητικής πυγμής, με εντελώς αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και με γελοιοποίηση της χώρας μας διεθνώς.
Η κυβέρνηση είναι σε πανικό, αντιμετωπίζει για μια ακόμα φορά το λαό ως εχθρό και γι’ αυτό είναι επικίνδυνη.
Για μια ακόμα φορά τέλος, αποδεικνύεται η υποκρισία της κυβέρνησης, αφού ο καθένας γνωρίζει ότι με τέτοια σώου η φοροδιαφυγή όχι μόνο δεν χτυπιέται αλλά αντίθετα διογκώνεται και οι πονηροί τρίβουν τα χέρια τους σε βάρος πάντα των κορόιδων, που πληρώνουν κανονικά τους φόρους του”.
Έκρινα ότι το κύριο ήταν η κριτική στην κυβέρνηση, γιατί από τη συμπεριφορά της εξουσίας καθορίζονται τα πιο πολλά στις κοινωνικές διεργασίες και συμπεριφορές. Μπορεί αυτή η δήλωσή μου να ερμηνευτεί ως ”συγκάλυψη φοροφυγάδων”;
Η πρωτοφανής επίθεση που εξαπολύθηκε εναντίον μου και δι’ εμού εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ, θύμιζε την καυτή προεκλογική περίοδο.
Μαξίμου και ΜΜΕ προσπαθούν, εν όψει των μέτρων, να τραυματίσουν την αξιοπιστία μας.
Και κυρίως να απαξιώσουν τη δυναμική της εκπροσώπησης κοινωνικών δυνάμεων, που είναι το πλεονέκτημα του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ απέναντι σε μια τρικομματική κυβέρνηση συμβιβασμού και συναλλαγής, εξ ου και οι συκοφαντίες για τοπάρχη, Μαυρογιαλούρο κ.λπ.
Ελπίζω, με τα παραπάνω, να αποσαφήνισα τουλάχιστον στο κοινό της “Αυγής”, το πραγματικό περιεχόμενο της δήλωσης μου και να βοήθησα στη διάλυση της σύγχυσης
Ίδια γνώση των γεγονότων δεν έχω. Υπάρχουν πάντως και άλλης απόχρωσης περιγραφές (ίσως πλησιέστερες προς την τηλεοπτική και φωτογραφική αποτύπωσή τους), οι οποίες μιλούν λιγότερο φειδωλά, π.χ., για τον γενικευμένο τσαμπουκά, από τον οποίο δεν γλίτωσαν ούτε οι εργαζόμενοι στο ιδιωτικής εταιρίας πλοίο της γραμμής που μετέφερε τους αστυνομικούς. Ακούστηκε ότι εδάρησαν αρκετοί, παραμένει όμως ανεξακρίβωτο πόσοι ακριβώς και αν εδάρησαν ανηλεώς ή φάγανε μόνο μερικές ψιλές. Το περιστατικό έγινε την ίδια στιγμή πανελληνίως γνωστό και διεθνώς διαβόητο. Έδωσε λαβή σε ποικίλα σχόλια, ανάμεσά τους και πικρή χλεύη. Ο Δήμαρχος της Ύδρας επιχείρησε να κλείσει το θέμα με έναν τόνο υποβάθμισής του και απόδοσής του σε εκατέρωθεν υπερβολές, τις οποίες και αποδοκίμασε με την πρέπουσα σωφροσύνη.
Το περιστατικό συμπληρώνει μία ακόμη πτυχή, που επισυνέβη λίγες ημέρες μετά. Όπως διαβάζουμε σε ρεπορτάζ του Στέλιου Βραδέλη στην εφημερίδα «Τα Νέα» της 27ας Αυγούστου 2012:
«[…]Με εντολή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πειραιά διατάχθηκε η μετάθεση του διοικητή Γιώργου Ζώτα [Ύδρας] και χρειάστηκε να παρέμβει ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Νίκος Δένδιας για να μην υλοποιηθεί.
Ο αστυνομικός συγκέντρωσε τα πυρά πολλών Υδραίων επειδή δεν ”προστάτευσε” τη συμπολίτισσά τους, όταν άνδρες της Οικονομικής Αστυνομίας τη συνέλαβαν γιατί είχε ”ξεχάσει” να κόψει σημαντικό αριθμό αποδείξεων στην ταβέρνα της. Η σύλληψη εκείνης και του γιου της άλλωστε αποτέλεσε την αφορμή των επεισοδίων. Παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος αξιωματικός σε δύο μήνες συνταξιοδοτείται καθώς συμπληρώνει 35 χρόνια υπηρεσίας […] το αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. ζήτησε τη μετακίνησή του στην Αστυνομική Διεύθυνση Πειραιά με επείγον σήμα το πρωί του Σαββάτου.[…] Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, στο αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. είχαν φτάσει αντιδράσεις από φορείς του νησιού, οι οποίοι πίεζαν για την αντικατάσταση του διοικητή υποστηρίζοντας ότι είχε χάσει και την εμπιστοσύνη του κόσμου. Όταν συνελήφθησαν οι υπεύθυνοι του καταστήματος, κάτοικοι του νησιού είχαν επιτεθεί στο Αστυνομικό Τμήμα και είχαν κόψει το νερό και το ρεύμα, ενώ χρειάστηκε να μεταβεί στο νησί διμοιρία των ΜΑΤ για να αποκατασταθεί η τάξη.
Οι συσχετισμοί με τα πρόσφατα επεισόδια ήταν αδύνατον να αποφευχθούν καθώς ο κ. Ζώτας συνέδραμε στον έλεγχο της Οικονομικής Αστυνομίας στην ταβέρνα. Επίσης στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη είχαν αρχίσει να φτάνουν οι πρώτες αντιδράσεις από διεθνή μέσα που συνδύαζαν τη μετάθεση με τον έλεγχο και τη σύλληψη των ιδιοκτητών της ταβέρνας […].»
Το ίδιο το περιστατικό θα μπορούσε να είναι έως γραφικό, π.χ. μία κωμωδία παρεξηγήσεων του Βυζάντιου ή, σε πιο élaboré μορφή, ακόμη και του Goldoni (αν μάλιστα προστίθετο και κάποιο αίσθημα). Καθώς όμως «από τη συνάντηση ενός ανθρώπινου τύπου γαλουχημένου σε περιβάλλον προκρατικό και προαστικό με τον μηχανισμό της σύγχρονης γραφειοκρατίας, ο οποίος ενσαρκώνει και απαιτεί στάση και συμπεριφορά ορθολογική, προέκυψαν συνδυασμοί άλλοτε σπαρταριστοί και άλλοτε αξιοδάκρυτοι,, συνδυασμοί που ακόμα περιμένουν τον σατιρικό και τον διηγηματογράφο τους»[4], φαντάσθηκα τελικώς το περιστατικό μάλλον ως κινηματογραφική φάρσα της δεκαετίας του ’60. Πρωταγωνιστές θα μπορούσαν να ήταν π.χ. η Ρένα Βλαχοπούλου ως ταβερνιάρισσα, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος ως Αστυνομικός Διευθυντής, ο Αθηνόδωρος Προύσαλης ως Δήμαρχος, ο Ανέστης Βλάχος ως αδελφός της ταβερνιάρισσας, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, (σε φιλική συμμετοχή λόγω του μικρού του ρόλου) ως Υπουργός, ο Σωτήρης Μουστάκας ως Κλάους Μαζούχ (κάπου να φαίνεται κι η τρόικα, αφού όλα γίνονται στην σκιά της). Στον ρόλο του βουλευτή, ελλείψει καλύτερου, αλλά και για λόγους σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δεν μπόρεσα να δω παρά μόνο τον ίδιο τον κ. Δρίτσα.
Δεν είναι όμως φάρσα το περιστατικό.
Περιγραφή και δήλωση είναι το ίδιο πράγμα.
Η περιγραφή του περιστατικού από τον κ. Δρίτσα και η επ΄ αυτού δήλωσή του είναι μία ενιαία πολιτική πράξη. Η δήλωσή του διατυπώνει άποψη για τα γεγονότα, ενώ η περιγραφή του αντιπαραθέτει στην «κυρίαρχη αφήγησή» τους (που δεν είναι «ακριβής περιγραφή») την δική του, προφανώς ορθή και επακριβή, η οποία και δικαιώνει την άποψή του. Άποψη και περιγραφή του συγκλίνουν στην καταγγελία εκείνου που θεώρησε είναι «μία ανόητη και πολυδάπανη επίδειξη κρατικής πυγμής» μιας κυβέρνησης που αντιμετωπίζει «το λαό ως εχθρό».
Ενδεικτικά:
Ο βουλευτής καταγγέλλει ότι η κυβέρνηση «αντιμετωπίζει για μια φορά ακόμη το λαό ως εχθρό και γι΄ αυτό είναι επικίνδυνη.» Ποιος όμως είναι ο «λαός» στη δήλωση του κ. Δρίτσα; Η ταβερνιάρισσα που δέκα διαδοχικές φορές δεν έκοψε το νόμιμο παραστατικό; Οι κεκράκτες (συγγενείς, φίλοι κ.λπ. αγανακτισμένοι πολίτες) που βιαιοπράγησαν; Ποια ακριβώς είναι η εχθρική συμπεριφορά της κυβέρνησης; Ότι τα στελέχη της οικονομικής αστυνομίας πίστεψαν τα μάτια τους και έκαναν τη δουλειά τους; Και ποιος κινδύνευσε από το ότι δεν έμεινε χωρίς απάντηση το γενικευμένο νταηλίκι και επιβλήθηκε, έστω για την επόμενη μόνο ημέρα, στους Υδραίους να δέχονται, ως οφείλουν τους ελέγχους της οικονομικής αστυνομίας;
«Η εξουσία σκηνοθέτησε την ύπαρξη της», καταγγέλλει ο βουλευτής. Το όλον δεν ήταν παρά μια «παράσταση», ένα σκηνοθετημένο από την εξουσία καραγκιοζλίκι δηλαδή, μια κρατική προβοκάτσια. Άρα η «εξουσία», η ανύπαρκτη ως πραγματικό μέγεθος μόνον σκηνοθέτις του εαυτού της, υπέδειξε στην ταβερνιάρισσα να μην εκδώσει δέκα παραστατικά, η «εξουσία» οργάνωσε τα επεισόδια, έδειρε τους εργαζόμενους στο σκάφος κ.λπ. και αυτό για να στείλει την άλλη μέρα τα ΜΑΤ στην Ύδρα…
Ο βουλευτής διαπιστώνει ότι έλαβε χώρα μία «υποκριτική κυβερνητική μεθόδευση», μια «καρικατούρα φορολογικού ελέγχου που προκάλεσε την αγανάκτηση των Υδραίων». Γιατί όμως να αγανακτήσουν οι Υδραίοι; Θυμώσαν άραγε επειδή ο φορολογικός έλεγχος ήταν εικονικός και όχι αληθινός, ή μήπως επειδή αποτολμήθηκε φορολογικός έλεγχος, έστω και προσχηματικός; Ο βουλευτής μάλιστα εξίσταται ότι κατά τους «απολύτως εικονικ[ούς]» ελέγχους της επόμενης ημέρας δεν διαπιστώθηκε ούτε μία παράβαση. Όμως οι έλεγχοι αυτοί ήταν ή εικονικοί –οπότε δεν έχει σημασία τι διαπίστωσαν και τι όχι – ή αληθινοί, οπότε δεν ήταν «χωρίς αντίκρισμα», αφού, τουλάχιστον όσο διήρκεσαν, σταμάτησαν οι παραβάσεις.
Πάντως η «αξιόπιστη διαρκής πληροφόρηση», που ο βουλευτής είχε «από συντρόφους στο νησί, αλλά και από άλλους παράγοντες του νησιού» όσον αφορά τις βιαιοπραγίες ήταν ελλειπής. Αορίστως μας πληροφορεί ότι «καταγγέλθηκε» -από ποιους;- ότι «οι διαμαρτυρόμενοι», τους οποίους δικές του πληροφορίες ανεβάζουν σε «30 έως 40», «βιαιοπραγούσαν εναντίον μελών του πληρώματος του σκάφους». Και επαφίεται στην αστυνομία για την αποκατάσταση μιας πληρέστερης εικόνας: «η αστυνομία πιθανότατα θα έχει πληρέστερα στοιχεία». Ο σκηνοθέτης μιας παράστασης μάρτυρας για την αλήθεια των πραγμάτων; Η απορία μου δεν αφορά καθ΄ εαυτή την περιγραφή των επεισοδίων, όπως την έκτασή τους, την πολιορκία του αστυνομικού τμήματος, την σωματική και φραστική βία σε βάρος των αξιωματικών και άλλων εργαζομένων στο πλοίο της γραμμής κ.λπ. Αφορά στην ελλειπτικότητα της επ΄ αυτών περιγραφής που παρέχει ο βουλευτής. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι δεν γνωρίζει. Μάλλον δίστασε –δείλιασε;- να γίνει ποιο συγκεκριμένος, γι΄ αυτό και η «παραπλανητική αποσιώπηση», εκ μέρους του όμως.
Καταγγέλλει επίσης ότι «[ε]πιχειρήθηκε να αποκλειστεί η Ύδρα από την ακτοπλοϊκή σύνδεση», τούτο δε «με απόφαση ναυτιλιακής εταιρίας και όχι κάποιας κρατικής υπηρεσίας». Πλην του ότι η βαρειά λέξη «αποκλεισθεί» δεν τεκμηριώνεται στην περιγραφή του, τι ακριβώς καταγγέλλει όμως ο βουλευτής; Την ναυτιλιακή εταιρία ότι δεν δέχθηκε να προσεγγίσει ένα λιμάνι όσο δεν εξασφαλιζόταν η ασφάλεια του προσωπικού και του πλοίου της ή το ότι άλλος, και όχι μια κρατική υπηρεσία ήταν εκείνος που επιχείρησε «να αποκλειστεί» η Ύδρα;
Η σύλληψη της ταβερνιάρισσας ήταν πράξη άσκησης κρατικής βίας. Υπάρχουν θεσμοί να κριθεί η νομιμότητά της. Ως πολιτικό γεγονός όμως και ανεξάρτητα από την νομιμότητά του, εκείνη η συγκεκριμένη πράξη δικαιολογεί την δημιουργία τόσης έντασης, που μάλιστα «εξελίχθηκε σε αποκλεισμό του αστυνομικού τμήματος, διακοπή της ηλεκτροδότησης και υδροδότησής του και ολιγόλεπτη κατάληψη του υδροπτέρυγου σκάφους της γραμμής, που κατά τις φημολογίες θα μετέφερε τον συλληφθέντα στην Εισαγγελία Πειραιά, φημολογία που τελικά δεν επιβεβαιώθηκε»; Η δήλωση και η περιγραφή του βουλευτή υπαινίσσονται πως μάλλον ναι.
Η αφήγηση του βουλευτή αντιστρέφει την αιτία της έντασης: δεν την δημιούργησαν οι δέκα φορολογικές παραβάσεις, που και ο ίδιος φαίνεται να δέχεται ότι έγιναν, αλλά η νόμιμη συνέπεια που επέσυραν οι παραβάσεις αυτές. Κατ΄ αυτόν ο αυταρχισμός δεν ασκήθηκε από μία δέκα φορές επαναλαμβανόμενη μέσα σε λίγα λεπτά παράνομη παράλειψη, που οδηγεί μάλιστα σε ευθεία κλοπή των λοιπών φορολογούμενων, αλλά από εκείνους που επιχείρησαν να διασφαλίσουν ότι αυτό θα πάψει. Κακώς περίμενε το κλιμάκιο να διαπιστώσει αν η πρώτη περίπτωση μη έκδοσης του παραστατικού ήταν τυχαία ή όχι; Κακώς βεβαιώθηκε ότι η παράβαση έγινε κατά σύστημα;
Ο κ. Δρίτσας επισημαίνει ακόμη ένα «κλίμα ιλαρότητας» κατά την αποχώρηση των επήλυδων αστυνομικών αρχών. Επιχειρεί έτσι να αποδείξει ότι η κρατική παρέμβαση ήταν ένας περίγελως. Για εμένα όμως, η «ιλαρότητα» αυτή είναι μία πολύ, μα πάρα πολύ σοβαρή υπόθεση. Είναι το γέλιο του μπαγαπόντη απέναντι στο αφελές θύμα του, είναι η κοροϊδία του μαθητή που αντιγράφει πίσω από την πλάτη του επιτηρητή του, το πονηρό μειδίαμα του μεγαλοαγρότη που ζύγισε νοτισμένο το βαμπάκι για να πάρει μεγαλύτερη επιδότηση, το σκοτεινό χαμόγελο του λαδωμένου γραφειοκράτη που «την έφερε» στον αφελή δικαιούχο για να εξυπηρετήσει τον φαύλο μη δικαιούχο πελάτη του. Μπορεί ακόμη, η ιλαρότητα που τόσο ενάβρυνε τον κ. Δρίτσα, να είναι και το χυδαίο χάχανο του τραμπούκου που αφού έδειρε, χλευάζει το ταπεινωμένο από τον ίδιο θύμα του. Σε κάθε περίπτωση η ιλαρότητα αυτή και η επισήμανσή της από τον βουλευτή, στέλνει το σαφές μήνυμα ότι «σας δουλεύουμε, και θα συνεχίσουμε να σας δουλεύουμε!», όχι με την άδεια της αστυνομίας, αλλά με τις φιλοπαίγμονες ευλογίες της πρωτοπορίας του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού στη χώρα μας.
Τελικά πάντως ο κ. Δρίτσας εξανίσταται: «Μπορεί αυτή η δήλωσή μου να ερμηνευτεί ως ”συγκάλυψη φοροφυγάδων”;» Όχι, δεν συγκαλύπτει ειδικώς φοροφυγάδες ο κ. Δρίτσας. Η όλη όμως πολιτική του προσέγγιση στο περιστατικό, η χαρακτηριστική ακροτελεύτια φράση της δήλωσής του, ότι «με τέτοια σώου» η φοροδιαφυγή «διογκώνεται και οι ”πονηροί” τρίβουν τα χέρια τους σε βάρος πάντα των ”κορόιδων”» κάνει την περίπτωση τυπικό, και , δυστυχώς, πολύ ευρύτερο από την φοροδιαφυγή, παράδειγμα προοδευτικόμορφης εκφοράς του πιο οπισθοδρομικού κοινωνικού λόγου, διαχρονικά στην νεοελληνική κοινωνία. Συγκαλύπτει ό,τι το κοινωνικά αντιδραστικότερο ο κ. Δρίτσας με την δήλωσή του αυτή. Φωνασκεί καταγγέλλοντας το κακό, πράττει όμως κατά τρόπο που η φωνή του έχει ως αποτέλεσμα την διαιώνιση του κακού –όχι αναγκαστικά επειδή αυτό επεδίωξε υποκειμενικά, αλλά επειδή αυτό είναι το υπέρ την κεφαλή του αντικειμενικό αποτέλεσμα αυτής του της φωνής.
Με χίλια ονόματα μια χάρη
Όχι, δεν είναι φάρσα το περιστατικό.
Στην ιστορική της διάσταση, η κατασκευή του αναδεικνύει δομικές ομοιότητες με το περιστατικό του Μιαούλη το 1831. Και στις δύο περιπτώσεις εδραία συμφέροντα, κοινωνικές καταστάσεις και τρόποι λειτουργίας και κατανομής πραγματικής ισχύος αντιστάθηκαν στην προσπάθεια για βαθύτερη θεσμική μεταβολή. Και στις δύο περιπτώσεις μια ισχυρή οπισθοδρομική ροπή προσπάθησε να εμποδίσει τα όποια -όσο αδέξια- βήματα προόδου. Και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκε αμοιβαία βία. Και στις δύο περιπτώσεις η οπισθοδρομική ροπή εμφανίσθηκε ως προάσπιση κάποιου ομιχλώδους ιδανικού δικαιοσύνης και ελευθερίας απέναντι σε ό,τι καταγγέλθηκε ως κρατικός αυταρχισμός. Και στις δύο περιπτώσεις βρέθηκαν πολιτικοί απολογητές εκείνων που αντέταξαν το ακλόνητο της δικής τους στασιμότητας στην κίνηση των πραγμάτων προς τα εμπρός.
Και μία ακόμη ομοιότητα, ιδιαίτερα έντονη: η αηδής προσπάθεια να απομακρυνθεί ο αστυνομικός διευθυντής της Ύδρας που συνέδραμε την οικονομική αστυνομία. Από τα πρώτα χρόνια του νέου ελληνικού κράτους, «[ο] ταλαίπωρος υπάλληλος ως τρέμων στρουθός βλέπει τον ικτίνα πτερυσσόμενον περί την φωλεάν του, η δε θέα αύτη κωλύει αυτόν της ετοίμου και αυστηράς διαγνώσεως των υποθέσεων. Φοβείται μη διασφενδονισθή από των Άλπεων εις τας εσχατιάς της Σικελίας.φοβείται μη ίδη το στάδιον αυτού κεκλεισμένον.»[5] Αυτό και τότε, αυτό και τώρα.
Κατά τα λοιπά, οι ομοιότητες των περιστατικών περιορίζονται μόνο στο σχήμα, και μάλιστα σε πολύ γενικές και αφηρημένες γραμμές: οι επιχειρηματίες της εστίασης στην Ύδρα του 2012 δεν είναι οι καραβοκύρηδες και καπεταναίοι του 1831, ούτε η συμβολή τους στην ανάπτυξη της πατρίδας θυμίζει έστω και σκιά της συμβολής των εξεγερμένων κατά του Καποδίστρια στην Ελληνική Επανάσταση. Η αμελής στην ταχεία έκδοση φορολογικών παραστατικών αγορανομική υπεύθυνη της επίμαχης ταβέρνας δεν είναι η Μπουμπουλίνα, ούτε τα ΜΑΤ ο στόλος του Ρώσου Ναύαρχου Ρικόρντ που επέβαλε με τις κανονιοφόρους του την τάξη εκείνον τον Αύγουστο του 1831. Όπως επίσης, η παράλειψη να κοπούν οι νόμιμες αποδείξεις δεν είναι η ανταρσία μεγάλου τμήματος του εθνικού στόλου ούτε οι μπουνιές και οι βρισιές σε ναυτεργάτες και αστυνομικούς ισοδυναμούν με την πυρπόληση δύο μάχιμων και ισχυρών μονάδων του πολεμικού ναυτικού. Και βεβαίως ο συμπαθής Θοδωρής Δρίτσας δεν είναι ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.
Η στάση όμως των καπεταναίων τότε και του κ. Δρίτσα σήμερα είναι κοινή κατά το ότι είναι έκφανση μιας ίδιας και ισχυρότατης παράδοσης πολιτικής αντίδρασης και κοινωνικής οπισθοδρόμησης. Η παράδοση αυτή ανάγεται στις απαρχές του νέου ελληνικού κράτους, συνέχεται με τα μύχια της γενετήριας σύνδεσής του με τις οθωμανικές κοινωνίες από τις οποίες αυτό εξήλθε, και εκφράζει με τον πιο γνήσιο τρόπο τα πλέον οπισθοδρομικά στοιχειακά ρεύματα και μοτίβα πολιτικής και οικονομικής συγκρότησης της ελληνικής κοινωνίας. Η ουσία της βρίσκεται στην εξαιρετική της ικανότητα να παρέχει το κάθε φορά κατάλληλο νέο ένδυμα στις ίδιες εδραίες κοινωνικές και πολιτικές ροπές που συγκρατούσαν, και τότε και τώρα, την νεοελληνική κοινωνία στο τέλμα του βαθύτερου ιστορικού της παρελθόντος. «Είναι χαρακτηριστικό –και εύγλωττο, για όποιον τουλάχιστον έχει ασκηθεί στη συγκριτική μελέτη των ιστορικών φαινομένων πάνω στη βάση ξεκάθαρων εννοιών και εννοιολογικών διακρίσεων- ότι οι πρώτοι και κοινωνικά σημαντικότεροι αντίπαλοι της ”δεσποτείας” και υπέρμαχοι του ”συντάγματος” στη μετεπαναστατική Ελλάδα προήλθαν από τους κύκλους των τοπικών προυχόντων, οι οποίοι με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν να εκχωρήσουν τα πατριαρχικά τους δικαιώματα στο σύγχρονο κράτος. Τα ”τζάκια” συμφιλιώθηκαν με το κράτος μόνον τη στιγμή που μπόρεσαν να το ελέγξουν, είτε ασκώντας επιρροή πάνω στη μοναρχία είτε –ακόμη περισσότερο- μέσω του πελατειακού κοινοβουλευτισμού όμως το έλεγξαν για να το αδρανοποιήσουν […].[6]
Η παρατήρηση αυτή του Παναγιώτη Κονδύλη, που έγινε για τις απαρχές του νέου ελληνικού κράτους, περιγράφει επίσης την ουσία και του περιστατικού της Ύδρας τον περασμένο Αύγουστο.
Σε απλούστερα ελληνικά: με χίλια ονόματα μια χάρη -στο όνομα πάντα του ίδιου του λαού και ενός αόριστου και ιδιαίτερα γενικού και μεγάλου αγαθού που προβάλλεται ως δικαιωματικό, παρέχεται πλήρης κάλυψη στην αντίδραση και στην οπισθοδρόμηση, η οποία, επειδή είναι εκτεταμένη υπολαμβάνεται ως λαϊκή, και επειδή υπολαμβάνεται ως λαϊκή προβάλλεται ως δημοκρατικά νομιμοποιούμενη και πολιτικά θεμιτή. Είναι μία παράδοση βαθέως ελληνική.
Με την πολιτική του τοποθέτηση στο περιστατικό της Ύδρας ο κ. Δρίτσας μετέχει σε αυτήν, την εκφράζει και την συνεχίζει. Αντιστρέφει τα πράγματα: ως μέλος της πολιτικής ηγεσίας της, καλείται να την οδηγήσει την κοινωνία για την αλλάξει, άγεται όμως από το πλέον ακίνητο και θρασύ τέλμα της. Μοιράζει, ανύποπτος, λεκτικά φορέματα προοδευτικότητας εική και ως έτυχε. Παίζει με τη φωτιά νομίζοντας ότι παίζει, και μάλιστα με τις λέξεις. Μασκαρεύει την ακινησία ως κίνηση, την αντίδραση ως δράση, την γενικευμένη κοινωνική συντήρηση ως προοδευτική δημοκρατική επιταγή. Έρχεται ντυμένος φίλος της προόδου, προσφέρει όμως τα παμπάλαια «δώρα» της χειρότερης στασιμότητας. Και, επειδή ανήκει σε πολιτικό σχηματισμό που εμφανίζεται με πρόσημο Αριστεράς επιβεβαιώνει ότι, και στην δική του περίπτωση, «[ι]διαίτερα ιλαροτραγική […] παρουσιάζεται η θέση της ‘αριστεράς’, η οποία, όντας οιονεί καταδικασμένη να υπερασπίζεται τα ‘λαϊκά’ αιτήματα, υποχρεώνεται να γίνει σημαιοφόρος κάθε καταναλωτικής απαίτησης, αρκεί όποιος την προβάλλει να αυτοτιτλοφορείται ‘λαός’ -υποχρεώνεται δηλαδή εξ αντικειμένου να προωθεί την εκποίηση της χώρας, αρκεί ο ‘λαός’ να ζητά την εκποίηση αυτήν».[7]
Και το Μνημόνιο;
Έχω δεινότατες αμφιβολίες αν τα μέτρα των Μνημονίων ή όποια αντίστοιχης φιλοσοφίας είναι ικανά να βγάλουν την Ελλάδα (ή αντίστοιχα την Ευρώπη) από την ύφεση και την κρίση. Μια αντιπαράθεση όμως (ή και μία πολιτική σύνθεση) σχετικά με το περιεχόμενο και την ουσία τους, για να έχει νόημα, προϋποθέτει την θεμελιώδη συμφωνία για την συνολική απόρριψη των τρόπων κοινωνικής οργάνωσης, συγκρότησης και λειτουργίας της ελληνικής πολιτείας που οδήγησαν εδώ, και, την πάνω σε αυτήν την ανατρεπτική απόρριψη, συνάντηση προσώπων -όχι προσωπείων. Άλλης ποιότητας είναι η αντίσταση στα μνημονιακά μέτρα επειδή και στον βαθμό που δεν βγάζουν την ελληνική κοινωνία έξω από το τέλμα και άλλης ποιότητας επειδή ταράσσουν το τέλμα. Στην μία περίπτωση πρόκειται, κατά παράφραση γνωστής φράσης, για διαφωνία ανάμεσα στους κόλπους των δυνάμεων της προόδου –στην άλλη για σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις της κοινωνικής προόδου και της χειρότερης κοινωνικής αντίδρασης, σύγκρουση η οποία δεν γεφυρώνεται και δεν αίρεται παρά μόνο με την οριστική ήττα της μιας ή της άλλης πλευράς.
Το παραδειγματικό περιστατικό που απασχόλησε το άρθρο αυτό δείχνει ότι η ήττα της χειρότερης κοινωνικής αντίδρασης περνά από την οριστική περιέλευση στην ιστορική λήθη και την πολιτική ανυπαρξία της ίδιας εκείνης αξιοθρήνητα οπισθοδρομικής ροπής που συνδέει τα περιστατικά του Πόρου του 1831 και της Ύδρας του 2012, και την οποία αποτύπωσε με κλασικό τρόπο ο συμπαθής κ. Θοδωρής Δρίτσας.


[1] Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου, 4, σελ. 493-494, όπως αναπαραπέμπεται από το λήμμα ‘Μιαούλης’ της ιστοσελίδας Wikipedia. Για τα ιστορικά περιστατικά σχετικά με την ανατίναξη των δύο αυτών ελληνικών πολεμικών πλοίων αρκέσθηκα στην συνοπτική περιγραφή τους στην ιστοσελίδα Wikipedia υπό το λήμμα ‘Μιαούλης’ με τις εκεί παραπομπές σε βιβλιογραφία και πηγές.
[2]Παύλου Καρολίδου, Συμπλήρωσις Ιστορίας Παπαρρηγοπούλου, τομ. Ζ’, 1903, σελ. 250, όπως παραπέμπεται στο λήμμα ‘Μιαούλης’ στον δικτυακό τόπο Wikipedia.
[3] Η φράση ανήκει στον Ηλία Ζέγγελη, Το εν Ελλάδι κοινοβουλευτικόν δίκαιον, 2η εκδ. 1912, σελ. 390
[4] Παναγιώτη Κονδύλη, Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία, Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Π. Κονδύλη Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Από η μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία (1991), όπως επανεκδόθηκε ξεχωριστά το 2011 με τίτλο «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας», σελ. 32-33.
[5] Γ. Μικονίου, Εισαγωγή (στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου του M. Minghetti, Τα πολιτικά κόμματα και η τούτων επέμβασις εις τα της δικαιοσύνης και της διοικήσεως, Λειψία, 1885, σελ. κα’. Ήδη από τον 19ο αιώνα, «[τ]ο σύνολο των εκπροσώπων της εξουσίας, συμπεριλαμβανομένων και των δικαστών και χωροφυλάκων, εκβιάζονταν μόνιμα να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των κατά τόπους βουλευτών […]», βλ. Κων. Τσουκαλά, Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, σε Πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις στην Ελλάδα (1977), σελ. 99.
[6] Κονδύλης, όπ. π. σελ.35-36
[7] Κονδύλης, όπ. π. σελ. 63

Mνημόνιο

 

Εισήγηση στην υπόθεση του «Μνημονίου» – Ειρήνη Σαρπ

Ν. 3899/2010 Μέτρα εφαρμογής του ‘Μνημονίου’

Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο μηχανισμός «στήριξης της ελληνικής οικονομίας» από την οπτική της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής – Κώστας Χρυσόγονος

Οι Συμφωνίες Δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ – Γιώργος Κασιμάτης

Παρατηρήσεις ως προς τη νομική φύση και τις έννομες συνέπειες του «Μνημονίου» – Προκόπης Παυλόπουλος

-Το "Mνημόνιο" ως σημείο στροφής του πολιτεύματος – Γιάννης Δρόσος

Φρουροί των Βερσαλλιών – Γιώργος Βιδάλης

To κράτος δικαίου και η εθνική κυριαρχία μπροστά στο ΔΝΤ – Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

Σύνταγμα, μνημόνιο, εργασιακές σχέσεις και η "σωτηρία της πατρίδας" – Δημήτρης Τραυλός-Τζανετάτος

Ζήτω το μνημόνιο. Μια δυνατότητα είχαμε: να σταματήσουμε τα δανεικά – Σταύρος Τσακυράκης

Η δανειακή σύμβαση μεταξύ Ελλάδας – κρατών μελών ευρωζώνης και η εθνική μας κυριαρχία – Συζήτηση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών

Memoranda sunt Servanda? H συνταγματικότητα του νόμου 3845/2010 και του μνημονίου για τα μέτρα εφαρμογής των συμφωνιών με ΔΝΤ, ΕΕ και ΕΚΤ Γιώργος Κατρούγκαλος

Η «συμφωνία» δανεισμού της Ελλάδας από το ΔΝΤ: Θεσμικά και νομικά ζητήματα – Αντώνης Μπρεδήμας

Δημόσια δάνεια, εθνική κυριαρχία και εθνική οικονομία – Νικολάος Μπάρμπας

«Μνημόνιο», Σύνταγμα, Ευρωπαϊκή Συνθήκη και ΕΣΔΑ. Συζήτηση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών

Μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης: το «Μνημόνιο» ως αναπαραγωγή της κρίσης του κράτους δικαίου – Kωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

 

-Περί δανειστικής κυριαρχίας και πραγματικού διαλόγου, Κώστας Μποτόπουλος, Δρ.Ν., Συνταγματολόγος, Διδάσκων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

-Όταν συνταγματολόγοι πλέουν σε διεθνή ύδατα, Παναγιώτης Γκλαβίνης, Αν. Καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.

-Απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ της 16ης Φεβρουαρίου 20102010/182/ΕΕ (EE L 83 της 30.3.2010), ειδοποίηση της Ελλάδος για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος

-Απόφαση 2010/320/ΕΕ (ΕΕ L 145 της 11.6.2010) ειδοποίηση λήψης μέτρων του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος

'Μεγάλη πολιτική' και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Συνταγματικά ζητήματα και ζητήματα συνταγματικότητας στο ‘Μνημόνιο’

– Έγκριση σχεδίων συμβάσεων χρηματοδοτικής διευκόλυνσης με Ε.Τ.Χ.Σ. και Μνημόνια Συνεννόησης Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α΄ 28/14.02.2012)

Συμβούλιο της Επικρατείας, 668/2012, (Ολομέλεια) «Μνημόνιο»

 

Κώστας Χ. Χρυσόγονος / Ακρίτας Καϊδατζής

 

του Κώστα Μποτόπουλου

-Η επίδραση της οικονομικής κρίσης στα κοινωνικά δικαιώματα
Σταυρούλας Ν. Κτιστάκη Πάρεδρου του ΣτΕ, Αναπληρώτριας Καθηγήτρια ΔΠΘ

– Συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και Σύνταγμα. Μια πρώτη αποτίμηση, ενόψει και της απόφασης ΣτΕ (Ολ.) 668/2012
Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.
Ακρίτας Καϊδατζής, Λέκτορας Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ

-O “επαπειλούμενος” δικανικός και κοινοβουλευτικός λόγος – Σκέψεις για την ανάγκη συγκρότησης μιας ευρωπαϊκής “συνταγματικής ταυτότητας”
Δρ. Αντώνης Μεταξάς Λέκτορας Ευρωπαϊκού Δικαίου, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ

– Η απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το Μνημόνιο – Μια ευρωπαϊκή υπόθεση χωρίς ευρωπαϊκή προσέγγιση
Θεοδώρα Δ. Αντωνίου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Τα όρια του συνταγματικού πατριωτισμού και η διεθνής ανάγνωση του Μνημονίου (αναδημοσίευση από το Νομικό Βήμα)
Παναγιώτης Γκλαβίνης Αναπληρωτή Καθητή Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ

-Οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων για τα ελληνικά μέτρα λιτότητας και η αποτελεσματικότητά τους
Χριστίνα Δεληγιάννη-Δημητράκου Αν. Καθηγήτρια στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.

Omilos Suntagmatikou Dikaiou ‘Aristovoulos Manesis’” “Association of Constitutional Lawyers ‘Aristovoulos Manesis.

Aristovoulos Manesis was a prominent constitutional law Professor who died 12 years ago. His students were the founding fathers of the applicant association.

Main aims:
Τhe Association was foundedn in 2001.
Its main aims are:
[to defend the ideas of Prof. Aristovoulos Manesis, namely, democracy and human rights, esp. liberty, and human dignity,
[to promote constitutional studies in Greece through organisation of scientific events
[to cooperate with Constitutional Law Organisations in other countries
[to connect science and studies of constitutional law through student seminars.
Activities :
Since 2001 we have organised 14 2 or 3 days-Conferences. Each of them has taken place in a different town in Greece, as we aim at decentralising our activities. Many 1-day workshops and other scientific meetings have also taken place in Athens and Thessaloniki. Three common meetings of the postgraduate students of both Athens and Thessaloniki Universities have been combined with conferences in order to integrate younger lawyers into our scientific workings.
In our Conferences (although hundreds kilometers away from Athens) more 50-100 take part, not only academics dedicated to Constitutional Law but also Judges of the Council of State and lawyers working for the Ombudsman or other independent agencies, according to the topic discussed each time.
This internet site contains the most important constitutional law articles, both published or to be published in legal journals, and original ones, and informs about developments in constitutional law. This site substituted an older blog, aiming at discussion and information (http://www.manesis.blogspot.com)
Number of members :
Formaly there only 15 members of the legal entity (non-profit society of civil law), but around and next to this legal personality, there is an (non-formal) organisation of more than 35 members. This organisational scheme allows us to be flexible and liberal in the way we function.
Name and position of Chief Office Bearer
Antonis Manitakis
Emeritus Professor of Constitutional Law
Faculty of Law – Aristotle University of Thessaloniki – Greece
Secretary : Nikos Alivizatos,
Professor of Constitutional Law, National University of Athens
E-mail: val12law@otenet.gr
Καταχώρηση: 07-11-2012     Κατηγορία: Case Law    

Γνωμοδότηση για τη συνταγματικότητα του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016

Κώστας Χ. Χρυσόγονος / Ακρίτας Καϊδατζής

Γνωμοδότηση για τη συνταγματικότητα του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.