Author Archives: admin

Το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης. Προς έναν νέο συνταγματισμό;

Γιώργος Σωτηρέλης
10.9.2012
Το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης. Προς έναν νέο συνταγματισμό;

Προδημοσίευση από το συλλογικό έργο "Πολιτική Επιστήμη: Διακλαδική και κριτική προσέγγιση της πολιτικής πράξης" που θα εκδοθεί με πρωτοβουλία και επιστημονική επιμέλεια του Ομότιμου Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης Α..-Ι. Δ. Μεταξά.

Η οξύτατη οικονομική κρίση, στην οποία έχει βουλιάξει τα τελευταία χρόνια, λιγότερο ή περισσότερο, όλη η ανθρωπότητα, είναι φανερό ότι έχει αλυσιδωτές δραματικές επιπτώσεις στους περισσότερους τομείς της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής. Παράλληλα, όμως, έχει επιφέρει ισχυρούς κλυδωνισμούς και στην σύγχρονη συνταγματική πραγματικότητα (ως διαλεκτική σύνθεση του συνταγματικού δέοντος και της πολιτικής πραγματικότητας), με επίκεντρο την δοκιμασία κορυφαίων συνταγματικών θεσμών και με τελικό αποτέλεσμα την υπονόμευση των νομικοπολιτικών θεμελίων του ίδιου του συνταγματικού κράτους, όπως αυτό διαμορφώθηκε –και ολοκληρώθηκε– στο πλαίσιο της μεταπολεμικής δημοκρατίας.

Στην πραγματικότητα, η οικονομική κρίση ανέδειξε ανάγλυφα και συνάμα επιβεβαίωσε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τάσεις που είχαν διαφανεί, προβλήματα που είχαν αναφυεί και αλλαγές που είχαν δρομολογηθεί, άλλοτε εμφανώς και άλλοτε υποδόρια, ήδη από την τελευταία δεκαετία του προηγούμενου αιώνα, με καταλύτη το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Είναι γνωστό ότι η πτώση του τείχους του Βερολίνου, το 1989, δεν επισφράγισε απλώς το τέλος του μεταπολεμικού διπολισμού. Σηματοδότησε, παράλληλα, το πέρασμα σε μια νέα διεθνή οικονομική πραγματικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από ριζικές ανακατατάξεις τόσο στο πεδίο των παραγωγικών σχέσεων, που υπερβαίνουν σταδιακά τα στενά εθνικά σύνορα και αναδιατάσσονται πλέον σε υπερεθνικό και εν τέλει σε παγκόσμιο επίπεδο, όσο και στο πεδίο των παραγωγικών δυνάμεων, λόγω των πολλαπλών ανατροπών που επέφερε στο εσωτερικό τους η εκρηκτική ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και των επικοινωνιακών δικτύων, σε συνδυασμό με τις ιλιγγιώδεις ταχύτητες αλλά και τις οβιδιακές μεταμορφώσεις των «νομαδικών κεφαλαίων» του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι ως άνω ανακατατάξεις οδήγησαν σταδιακά σε μια σοβαρή μετάλλαξη του κρατούντος κεφαλαιοκρατικού συστήματος, με κύρια χαρακτηριστικά την γεωγραφική μετατόπιση και διάχυση της οικονομικής ισχύος, την ραγδαία και βίαια «απορρύθμιση» των αγορών, μέσω της σταδιακής απεμπλοκής τους από τον κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο που είχε επιτευχθεί στο πλαίσιο των εθνικών κρατών της μεταπολεμικής περιόδου («φονταμενταλισμός των αγορών»), και την αποχαλίνωση των κερδοσκοπικών τάσεων τόσο των παραδοσιακών όσο και, ιδίως, των νέων μορφών του κεφαλαίου («αχαλίνωτος καπιταλισμός»), με αποκορύφωμα βέβαια την πλήρη ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που οδήγησε στην οικονομική κρίση (Σωτηρέλης, σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011 και αναλυτικότερα Σωτηρέλης, 2000, με την εκεί βιβλιογραφία). 
Όλες αυτές οι εξελίξεις επέτειναν, ευλόγως, τους κραδασμούς που είχαν παρατηρηθεί, ήδη με την έναρξη της παγκοσμιοποίησης, και στο πολιτικό και θεσμικό επίπεδο. Ο σημαντικότερος αντίκτυπός τους, πάντως, αφορά τον πυρήνα της πολιτικής κοινωνίας, το συνταγματικό κράτος, το οποίο υφίσταται πλέον, με διαρκώς αυξανόμενη ένταση, κρίσιμα πλήγματα σε όλα τα θεμελιακά στοιχεία που καθόρισαν την φυσιογνωμία, τον ρόλο και τη λειτουργία του (Ι). Ως εκ τούτου, τίθεται επί τάπητος το ζήτημα του αναστοχασμού, ως προς τις αντοχές, τα όρια και την προοπτική του, κατ’επέκταση δε και ως προς τα περιθώρια των λύσεων που μπορούν να προταθούν σχετικά, υπό το πρίσμα ενός σύγχρονου και ανανεωμένου συνταγματισμού (ΙΙ).
Ι
Τρία είναι, ιδίως, τα πεδία στα οποία παρατηρούνται οι σημαντικότερες ρωγμές: το πεδίο της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας (1), το πεδίο της πολιτικής αυτονομίας και, σε τελευταία ανάλυση, της δημοκρατίας (2) και το πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων (3). Ειδικότερα:
1. Είναι φανερό ότι η κρίση αποκαλύπτει πλέον ανάγλυφα την συρρίκνωση που έχει υποστεί η κυριαρχία των εθνικών κρατών υπό την πίεση των διαβρωτικών ανέμων που πνέουν τα τελευταία χρόνια στο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον (Böckenförde, 2011) και ιδίως αφ’ότου άνοιξε ο ασκός του αιόλου της παγκοσμιοποίησης. Ως γνωστόν, η έννοια της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας αποτέλεσε τον πυρήνα της συνταγματικής οργάνωσης του εθνικού κράτους (Μανιτάκης, 2009). Ως εκ τούτου, η υπονόμευσή της, τόσο στο πεδίο της εξωτερικής όσο και στο πεδίο της εσωτερικής κυριαρχίας, θέτει επί τάπητος ένα γενικότερο ζήτημα κρίσης του Συντάγματος, ως του θεσμικού πλαισίου που κατοχυρώνει και εξειδικεύει τις ως άνω εκδοχές της κυριαρχίας, συμπυκνώνοντας πολιτικά και κανονιστικά μια μακρά και επίπονη πορεία σταδιακής τυποποίησης και τιθάσευσης της κρατικής εξουσίας (Μάνεσης, 1980 και 1993). Η πεμπτουσία του όλου ζητήματος εντοπίζεται στις ραγδαίες μεταλλάξεις που έχει υποστεί και εξακολουθεί να υφίσταται το σύγχρονο εξουσιαστικό φαινόμενο, λόγω των ως άνω τεκτονικών ανακατατάξεων της παγκόσμιας οικονομίας. Πράγματι, στο νέο τοπίο που διαμορφώθηκε, υπό την επίδραση συνεχών ιδιωτικοποιήσεων, συγχωνεύσεων και μετακινήσεων, επικράτησαν γιγάντιες και πανίσχυρες ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις, οι οποίες όχι μόνον κινήθηκαν με άνεση στην γκρίζα ζώνη της παγκοσμιοποίησης, ξεφεύγοντας από εθνικούς νομοθετικούς φραγμούς και ελεγκτικούς μηχανισμούς, αλλά και επέτυχαν, για πρώτη φορά στην ιστορία των σύγχρονων κρατών, την αποτελεσματική αμφισβήτηση τόσο της εξωτερικής όσο και της εσωτερικής κυριαρχίας τους. Αυτό συνέβη, ιδίως, διότι οι εν λόγω επιχειρήσεις αξιοποίησαν όλες τις δυνατότητες που τους παρέσχε η πρωτοφανής οικονομική τους ισχύς (ορισμένες από αυτές έχουν προϋπολογισμούς πολλαπλάσιους των περισσότερων εθνικών κρατών) ανέπτυξαν σταδιακά ευρύτερα εξουσιαστικά χαρακτηριστικά και εν τέλει μετεξελίχθηκαν σε πολυσύνθετες ιδιωτικές εξουσίες, οι οποίες περιέσφιξαν σαν ιστός αράχνης τα εθνικά κράτη και έλεγξαν σε μεγάλο βαθμό τους υπερεθνικούς και διεθνείς θεσμούς (συμπεριλαμβανομένης δυστυχώς, ιδίως τα τελευταία χρόνια, και της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ως εκ τούτου επέτυχαν, περιθωριοποιώντας ή αδρανοποιώντας τις όποιες αντιστάσεις τους, να επιβάλουν εν πολλοίς, μέσω πολυμερών διεθνών συμφωνιών και υπερκρατικών οικονομικών κανόνων, την θέληση των διαβόητων πλέον «αγορών», εν είδει φυσικού νόμου που αξιώνει καθολική και άνευ όρων υποταγή (πρβλ. Δρόσος, 2011). Παράλληλα, τα εθνικά κράτη βρέθηκαν στον διεθνή στίβο αντιμέτωπα και με ένα πλέγμα αντίρροπων εξουσιαστικών θεσμών και μηχανισμών, τόσο κατασταλτικών όσο και ιδεολογικών, που ενώ έως τώρα προσιδίαζαν μόνο στην κρατική εξουσία, σήμερα περιβάλλουν και θωρακίζουν τα νέα οικονομικά κέντρα της παγκοσμιοποίησης (χωρίς όμως καμία από τις εγγυήσεις που συνοδεύουν, σύμφωνα με τα εθνικά Συντάγματα, την κρατική εξουσία). Πρόκειται για ιδιωτικής χρήσης –και πλανητικής εμβέλειας– στρατούς, σώματα ασφαλείας, μηχανισμούς παρακολούθησης και μέσα ενημέρωσης, που δεν αντιμάχονται απλώς την δυνατότητα ακαταγώνιστης επιβολής της θέλησης των εθνικών κρατών, δηλαδή το θεμέλιο της κυριαρχίας τους (Μάνεσης, 1980), αλλά και προσπαθούν, σε τελευταία ανάλυση, να προσδώσουν στις ως άνω ιδιωτικές εξουσίες –και κατ’επέκταση στις «αγορές» που αποτελούν την αναγκαία βιόσφαιρά τους– τον ρόλο του επικυριάρχου (Σωτηρέλης, σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011 και αναλυτικότερα Σωτηρέλης, 2000, με την εκεί βιβλιογραφία).
Η οπισθοδρόμηση, κατόπιν των ανωτέρω, είναι προφανής. Το εξουσιαστικό φαινόμενο, που είχε οριοθετηθεί συνταγματικά και ελεγχθεί πολιτικά στο πλαίσιο των εθνικών κρατών          –μέσω ενός συνδυασμού διάκρισης και τυποποίησης των επί μέρους εξουσιών, κατ’επέκταση δε και (αλληλο)εξουδετέρωσης των αυταρχικών παρεκτροπών τους– υπερβαίνει πλέον αυτό το πλαίσιο και διαχέεται σε μεγάλο βαθμό σε ένα υπερεθνικό περιβάλλον απορρύθμισης, εξασθενημένων καταναγκασμών και μειωμένων ελέγχων, όπου κυριαρχεί το ιδιωτικό συμφέρον και ο ανταγωνισμός δίχως όρια. Εκεί το φαινόμενο αυτό μεταλλάσσεται και γιγαντώνεται, διαπλεκόμενο ευθέως πλέον με την οικονομική ισχύ, σε ένα ενιαίο, αδιαίρετο, πολυπλόκαμο και εν πολλοίς ασύδοτο εξουσιαστικό μόρφωμα, που κρατάει μεν τα προσχήματα, απέναντι στα εθνικά κράτη, στην πραγματικότητα όμως επιδιώκει την ευθεία ή διαμεσολαβημένη υποκατάστασή του στην παραδοσιακή έδρα της κυριαρχίας (προκειμένου ιδίως να επιτύχει προοπτικά –παρά την έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης, όπως θα δούμε στη συνέχεια– την άσκηση πρωτογενούς και αδιαμεσολάβητης εξουσίας). Εν όψει δε αυτής της στόχευσης περιχαρακώνει ασφυκτικά τα εθνικά κράτη, υπονομεύοντας συστηματικά και σε βάθος την εξωτερική και εσωτερική κυριαρχία τους, ελαχιστοποιώντας τα περιθώρια των κινήσεών τους και επιφυλάσσοντας εν τέλει γι αυτά έναν ρόλο παρόμοιο με αυτόν που διαδραμάτιζαν στις αρχές του 19ου αιώνα, δηλαδή στην φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Πρόκειται για έναν περιθωριοποιημένο ρόλο «νυχτοφύλακα», ως προς την ομαλή λειτουργία των «αγορών», με πρωταρχικό μέλημα τη διασφάλιση                   –συμπληρωματικά πλέον, σε σχέση με τις ιδιωτικές εξουσίες– της «νέας τάξης πραγμάτων» (Σωτηρέλης, σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011 και αναλυτικότερα Σωτηρέλης, 2000, με την εκεί βιβλιογραφία).
2. Η ως άνω κρίση του εθνικού κράτους, πάντως, όπως αναδείχθηκε ανάγλυφα υπό το φώς της τρέχουσας οικονομικής συγκυρίας, δεν αφορά μόνο τα μέσα και τους μηχανισμούς της –εξωτερικής και εσωτερικής– κυριαρχίας του. Αφορά και την ίδια την νομιμοποιητική βάση του, η οποία στα δημοκρατικά κράτη, δεν είναι άλλη από την λαϊκή κυριαρχία. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, η προϊούσα αποδυνάμωση της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας από τις σύγχρονες υπερεθνικές ιδιωτικές εξουσίες δεν θα ήταν καν νοητή χωρίς την προηγούμενη υπόσκαψη των δημοκρατικών θεμελίων της. Δεν αναφερόμαστε βέβαια σε τυπική αλλά σε ουσιαστική αμφισβήτηση του δημοκρατικού χαρακτήρα του σύγχρονου κράτους. Επιφανειακά, η ισοπολιτεία υφίσταται, τα πολιτικά δικαιώματα δεν τίθενται εν αμφιβόλω και οι εκλογές αποτελούν τον μόνο παραδεδεγμένο τρόπο για ανάδειξη των κυβερνήσεων. Πίσω από την δημοκρατική αυτή πρόσοψη, όμως, συντελούνται βαθιές αλλαγές και ριζικές ανακατατάξεις, οι οποίες αποδομούν τον πυρήνα της σύγχρονης δημοκρατίας, δηλαδή τον ουσιαστικό ρόλο της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των κρατικών αποφάσεων. Αυτό που κατά κανόνα συμβαίνει, το τελευταίο διάστημα, είναι να λαμβάνονται αποφάσεις από κυβερνήσεις που κλίνουν πειθήνια το γόνυ στις διαβόητες «αγορές», επικυρώνοντας απλώς τις όποιες αποφάσεις τους με απρόσωπες και άβουλες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, οι οποίες συχνά δεν αντανακλούν την πραγματική βούληση του λαού ούτε θεσμικά, ελέω εντέχνως μεθοδευμένων εκλογικών συστημάτων, αλλά ούτε και ουσιαστικά, λόγω της ευρύτατης χειραγώγησης που επιτυγχάνουν οι σύγχρονες ιδιωτικές εξουσίες της κατ’ευφημισμόν ενημέρωσης (Μάνεσης, 1993, Σωτηρέλης, σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011 καθώς και Σωτηρέλης, 2000 και 2011Β, με την εκεί βιβλιογραφία). Η πρωτοφανής κρίση αντιπροσώπευσης που αντιμετωπίζουν τα σύγχρονα νομοθετικά σώματα –η οποία αντανακλά την ραγδαία απαξίωση και φθορά των κομμάτων, ως διαμεσολαβητικών θεσμών– σε συνδυασμό με την επιτηδείως και πολυειδώς καλλιεργούμενη παθητικοποίηση και απολιτικοποίηση του εκλογικού σώματος, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην πλήρη υποβάθμιση του συμμετοχικού χαρακτήρα των σύγχρονων πολιτευμάτων και στην σταδιακή υποκατάσταση του ενεργού και πολιτικά δρώντος πολίτη από τον ουδέτερο και ιδιοτελώς κινούμενο καταναλωτή. Αυτό μάλιστα συμβαίνει, ακόμα περισσότερο, όταν οι πολίτες βλέπουν κρίσιμες αποφάσεις, που επιφέρουν άμεσους ή έμμεσους περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας και μεταφορά κρατικών αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικά θεσμικά και οικονομικά μορφώματα –και ιδίως σε εκείνα που αποτελούν την μακρά χείρα των δεσποζουσών στην παγκόσμια σκηνή ιδιωτικών εξουσιών– να λαμβάνονται ερήμην τους, άλλοτε μεν με την τυπική επίκληση σχετικών συνταγματικών εξουσιοδοτήσεων άλλοτε δε, που είναι και το χειρότερο, με την επίκληση του «δικαίου της ανάγκης» και με την συνεχή παράθεση –πραγματικών ή προσχηματικών– εκβιαστικών διλημμάτων. Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις κρίσιμων για την εθνική κυριαρχία πολιτικών αποφάσεων που νομιμοποιούνται με κοινοβουλευτικές διαδικασίες αυξημένης πλειοψηφίας και ακόμη λιγότερες, δηλαδή σπάνιες, οι περιπτώσεις αξιοποίησης θεσμών και διαδικασιών άμεσης δημοκρατίας, οι οποίες είτε αντιμετωπίζονται με βδελυγμία, από τους «τεχνικούς της εξουσίας» είτε απλώς εντάσσονται στους τακτικισμούς ποικιλώνυμων λαϊκιστικών δυνάμεων (με αποτέλεσμα αμφότεροι να βλάπτουν ομοίως, για να παραφράσουμε τον ποιητή, την ιδέα μιας ουσιαστικής και ad hoc δημοκρατικής συμμετοχής).            
Είναι φανερό, εν όψει των ανωτέρω, ότι η κρίση του εθνικού κράτους είναι ταυτόχρονα κρίση τόσο της κυριαρχίας του, εσωτερικής και εξωτερικής, όσο και λαϊκής κυριαρχίας, ως νομιμοποιητικής βάσης της (Σωτηρέλης, 2000, με την εκεί βιβλιογραφία). Ως εκ τούτου, εκείνο που αναδεικνύεται σε κρισιμότερο διακύβευμα των κοινωνικοοικονομικών ανατροπών που συντελούνται γύρω μας είναι, σε τελευταία ανάλυση, η κρίση της πολιτικής αυτονομίας του σύγχρονου εθνικού κράτους, δηλαδή του στοιχείου εκείνου που κατ’εξοχήν συνδέθηκε με την σταδιακή δημοκρατική ολοκλήρωσή του (Μάνεσης, 1980, Zolo, 2010, Böckenförde, 2011, με την εκεί εισαγωγή της Β. Χρήστου). Πράγματι, χρειάσθηκε σχεδόν ένας αιώνας σκληρών και συχνά αιματηρών δημοκρατικών αγώνων, μετά την πρώτη καθιέρωσή του, για να απεμπλακεί το συνταγματικό κράτος από τον ρόλο μιας απλής πολιτικής προέκτασης των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων και να κατακτήσει βαθμιαία, με δολιχοδρομήσεις έστω και με οπισθοδρομήσεις, ένα επίπεδο (σχετικής) πολιτικής αυτονομίας στην λειτουργία του. Για να απομακρυνθεί δηλαδή από μια «εργαλειακή» χρησιμοποίησή του (ως κράτους «στα χέρια» συγκεκριμένων τάξεων) και να καταστεί, μέσω πολλαπλών διαδικαστικών και θεσμικών διαμεσολαβήσεων, κέντρο λήψης δημοκρατικών αποφάσεων και στοιχείο συνοχής του ευρύτερου κοινωνικού σχηματισμού. Αυτή λοιπόν η (σχετική) πολιτική αυτονομία, η οποία διευρύνθηκε, σφυρηλατήθηκε και παγιώθηκε στο πλαίσιο του μεταπολεμικού εθνικού κράτους (Μάνεσης, 1980, με την εκεί βιβλιογραφία), συρρικνώνεται σήμερα ραγδαία, μέσω ιδίως της αποδυνάμωσης και του ευτελισμού των δημοκρατικών βάσεων του σύγχρονου κράτους και της συνακόλουθης υποκατάστασής τους από μια ιδιότυπη ολιγαρχία των αγορών. Η εργαλειακή χρησιμοποίηση του κράτους φαίνεται να επανέρχεται με άλλους όρους, βοηθούντος δυστυχώς και ενός μεγάλου μέρους των πολιτικών δυνάμεων, το οποίο αποδέχεται ή/και υπηρετεί την πρωτοκαθεδρία –αν όχι και την επικυριαρχία– των αγορών. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος της σημερινής άκρως αντιφατικής διεθνούς και ευρωπαϊκή πολιτικής πραγματικότητας, στην οποία προβάλλονται σαν «λύσεις» ακριβώς εκείνες οι πολιτικές που οδήγησαν στην οικονομική κρίση…
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, ιδίως, ότι η πολιτική αυτονομία, δηλαδή η προϋπόθεση και συνάμα η επιβεβαίωση τόσο της εθνικής όσο και της λαϊκής κυριαρχίας, δεν βάλλεται μόνον έξωθεν, από τις υπερεθνικές ιδιωτικές εξουσίες. Η κερκόπορτα ανοίγει από το εσωτερικό του συνταγματικού κράτους, από πολιτικές δυνάμεις και κρατικές λειτουργίες βαθύτατα αλλοτριωμένες από οικονομικά συμφέροντα. Ως εκ τούτου, οι συνήθεις απλουστευτικές και σχηματικές αναλύσεις, που παραπέμπουν σε μια μετωπική αντιπαράθεση μεταξύ κράτους και αγορών, με διακύβευμα την πολιτική αυτονομία, είναι επιστημονικά απρόσφορες και πολιτικά αφελείς. Τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο διεξάγεται μια πολύ πιο σύνθετη και περίπλοκη σύγκρουση, γύρω από την οποία διατάσσονται, ένθεν κακείθεν, ποικίλες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Η σύγκρουση δε αυτή δεν αφορά μόνον την υπεράσπιση ή την αμφισβήτηση της εν λόγω πολιτικής αυτονομίας του κράτους, ως συνισταμένης των ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένων μορφών κυριαρχίας. Αφορά, γενικότερα, την αυτονομία της ίδιας της πολιτικής, δηλαδή την βασική προϋπόθεση για την επιβίωση της πανταχόθεν και παντοιοτρόπως βαλλόμενης σύγχρονης δημοκρατίας.    
3. Την εικόνα της κρίσης του σύγχρονου συνταγματικού κράτους, ως απόρροιας της εξέλιξης αλλά και της προϊούσας κρίσης του διεθνώς κρατούντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος, συμπληρώνει η δραματική επιδείνωση του συστήματος προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Εν προκειμένω δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με επί μέρους αλλοιώσεις και συρρικνώσεις του πεδίου προστασίας των εν λόγω δικαιωμάτων. Η σύγχρονη συνταγματική πραγματικότητα των δικαιωμάτων μαρτυρεί ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη ανατροπή των έως τώρα στερεοτύπων, κυριολεκτικά για μια αλλαγή παραδείγματος (Σωτηρέλης, 2000 και 2011β, με την εκεί βιβλιογραφία). Ειδικότερα:
Α. Τα ατομικά δικαιώματα, που αποτελούν την πρώτη και πλέον παραδοσιακή κατηγορία δικαιωμάτων, είναι γνωστό ότι σχεδιάσθηκαν και εφαρμόσθηκαν με δεδομένο ότι η βασική πηγή της διακινδύνευσης του ατομικού αυτοκαθορισμού ήταν το κράτος. Απέναντι σε αυτό διατάχθηκε ο αμυντικός μηχανισμός τους και σε σχέση με αυτό προσανατολίσθηκαν οι από αυτά απορρέουσες –και δικαστικά αγώγιμες– αξιώσεις. Ωστόσο, στο σύγχρονο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης, της νέας τάξης πραγμάτων και της οικονομικής κρίσης είναι φανερό ότι οι συσχετισμοί στον χώρο της εξουσίας έχουν ανατραπεί άρδην υπέρ των υπερεθνικών (αλλά και των εσωτερικευμένων, εντός του εθνικού κράτους) ιδιωτικών εξουσιών. Ο χώρος της συνταγματικής ελευθερίας δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνον τις τυποποιημένες και δημοκρατικά ελεγχόμενες εκφάνσεις του εθνικού κράτους (το οποίο δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ιστορικά αποτέλεσε, εν πάση περιπτώσει, όχι μόνο πηγή διακινδύνευσης των ατομικών δικαιωμάτων αλλά και εγγυητή της προστασίας τους). Ως μεγαλύτερος κίνδυνος προβάλλουν ήδη οι πανίσχυρες ιδιωτικές εξουσίες, που αξιοποιούν στο έπακρο αφ’ενός μεν τις εγγυήσεις της οικονομικής ελευθερίας, που τις περιβάλλουν προστατευτικά, αφ’ετέρου δε τα –ελεγχόμενα από ή διαπλεκόμενα με αυτές– ιδιωτικά ΜΜΕ (Μάνεσης, 1993, Σωτηρέλης, 2000) για να απειλήσουν, άλλοτε ευθέως και άλλοτε συγκαλυμμένα ή διαμεσολαβημένα, όχι μόνον μεμονωμένα ατομικά δικαιώματα, όπως ιδίως αυτά της ιδιωτικότητας, της κίνησης των ιδεών και της συλλογικής δράσης, αλλά και τον εν γένει κοινωνικό και πολιτισμικό πλουραλισμό, εν τέλει δε την ίδια την ανοιχτή κοινωνία, ως βιόσφαιρα του ατομικού αυτοκαθορισμού (Σωτηρέλης, 2000 και 2011β, με τις εκεί παραπομπές).
Β. Ακόμη χειρότερη εικόνα παρουσιάζει, δεδομένης και της έντασης της οικονομικής κρίσης, το σύστημα προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων. Ένα σύστημα που συνδέθηκε ιστορικά με σκληρούς διεκδικητικούς αγώνες, σήμερα έχει υποστεί τόσες και τέτοιας έκτασης μεταλλάξεις και σχετικοποιήσεις ώστε δύσκολα να μπορεί να ισχυρισθεί κάποιος ότι είναι όντως ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο σύστημα. Είναι αλήθεια ότι από την αρχή τα κοινωνικά δικαιώματα δεν αντιμετωπίζοντας σαν δικαιώματα εντελώς ισότιμα με τα ατομικά, διότι οι αξιώσεις που απέρρεαν από αυτά θεωρούνταν ατελείς αν δεν ενεργοποιούνταν από κάποιον εκτελεστικό νόμο. Ωστόσο, ο συνδυασμός πολιτικών και συνδικαλιστικών διεκδικήσεων και η θεωρητική επεξεργασία της παραπληρωματικότητας των δικαιωμάτων και του status mixtus (Σωτηρέλης, 2000 και 2011β, με τις εκεί παραπομπές) είχε μεταπολεμικά διασφαλίσει, με παραλλαγές έστω στα επί μέρους κράτη, ένα υψηλό επίπεδο κοινωνικής προστασίας, δίνοντας ταυτόχρονα σάρκα και οστά σε όλα τα κοινωνικά δικαιώματα. Έτσι, διαπλάσθηκε σταδιακά η έννοια του «κοινωνικού κεκτημένου», που παρεισάγει μια ανάλογη, σε σχέση με τα ατομικά, προστασία του πυρήνα των κοινωνικών δικαιωμάτων, σε κάθε δε περίπτωση τους προσδίδει συγκεκριμένο κανονιστικό περιεχόμενο, που απορρέει απ’ευθείας από το Σύνταγμα (Σωτηρέλης, 2000 και 2011β, με την εκεί βιβλιογραφία).
Η τάση αυτή διεύρυνσης της προστατευτικής εμβέλειας των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν ανασχέθηκε απλώς, το τελευταίο διάστημα, αλλά κυριολεκτικά ανατράπηκε, καθώς η κοινωνική προστασία έγινε πολύ σύντομα παρανάλωμα στον βωμό της κρίσης (Σωτηρέλης, 2011β, με τις εκεί παραπομπές). Πράγματι, τα κοινωνικά δικαιώματα βρίσκονται σήμερα στο μάτι του κυκλώνα, καθώς θεωρούνται τροχοπέδη όχι μόνο για την επιδιωκόμενη απορρύθμιση των οικονομικών και εργασιακών σχέσεων, προς όφελος των επιχειρηματικών κερδών, αλλά και για μια ισοπεδωτική και άνευ όρων εμπορευματοποίηση του συνόλου των κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών (Σωτηρέλης, σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011 και αναλυτικότερα Σωτηρέλης, 2000, με την εκεί βιβλιογραφία, καθώς και Ferrara, 2006, De Marco, 2008, Zolo, 2010, Rimoli, 2011). Ως εκ τούτου τα δικαιώματα αυτά αντιμετωπίζουν, εκ μέρους των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων που υπηρετούν την ασυδοσία των αγορών, μια συνδυασμένη τριπλή επίθεση, που αφορά ταυτόχρονα, τους δικαιούχους, το κανονιστικό περιεχόμενο και τα συνταγματικά στηρίγματά τους. Ειδικότερα:
α. Τα υποκείμενα των κοινωνικών δικαιωμάτων, εν πρώτοις, επιδιώκεται να αποκοπούν πλήρως από την έννοια του πολίτη και να συνδεθούν αποκλειστικά με τον χώρο του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτό οδηγεί στον δραστικό περιορισμό του κύκλου των δικαιούχων, οι οποίοι δεν ταυτίζονται πλέον ούτε με τους δικαιούχους των πολιτικών δικαιωμάτων (δηλαδή τους πολίτες), όπως συνέβαινε στην μεταπολεμική συνταγματική πραγματικότητα των προηγμένων κρατών, αλλά ούτε, πολύ περισσότερο, με τους φορείς των ατομικών δικαιωμάτων (που συνήθως είναι όλοι οι κατοικούντες στην επικράτεια ενός κράτους), στους οποίους έτεινε να επεκταθεί, πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, η θεσμική προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων. Η βασική επιδίωξη του αχαλίνωτου καπιταλισμού, εδώ και πολύ καιρό, είναι ο περιορισμός του εν λόγω κύκλου των δικαιούχων σε ένα μικρό υποσύνολο των υποκειμένων των άλλων δικαιωμάτων, ώστε να ταυτισθούν, ουσιαστικά, με τον χώρο του κοινωνικού περιθωρίου.
β. Άμεσα συναρτημένη με την ως άνω αντιμετώπιση των υποκειμένων τους είναι, κατά δεύτερον, και η εργώδης προσπάθεια των ιδιωτικών κέντρων εξουσίας για ριζική και εκ βάθρων αναοριοθέτηση του περιεχομένου των εν λόγω δικαιωμάτων. Εν προκειμένω η πορεία είναι πλέον εντελώς αντίστροφη, σε σχέση με όσα είχαν δρομολογηθεί στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα. Τα κοινωνικά δικαιώματα εκλαμβάνονται πλέον, υπό το πρίσμα της νέας θεώρησης, σαν απλά ευχολόγια, που εφαρμόζονται από τους αρμόδιους για την κοινωνική προστασία –και διαρκώς συρρικνούμενους– κρατικούς μηχανισμούς κατά το δοκούν και σε όποια έκταση κριθεί ότι επιτρέπουν οι οικονομικές συνθήκες. Καμία δέσμευση δεν θεωρείται νοητή, ακόμη και αν έχει προηγηθεί μακροχρόνια νομοθετική εξειδίκευση της συνταγματικά προβλεπόμενης προστασίας. Στην πραγματικότητα τα κοινωνικά δικαιώματα, πολιτικά υπονομευμένα –σαν δήθεν «υπεύθυνα» για την οικονομική κρίση– και κανονιστικά απαξιωμένα, επιδιώκεται πάση θυσία να ενταχθούν σε ένα ασφυκτικά οριοθετημένο κοινωνικό γκέτο, νομοθετική επισφράγιση του οποίου θα αποτελούν εν τέλει, εν είδει ελεημοσύνης, οι όποιες κοινωνικές παροχές.
γ. Υπάρχει όμως και μια τρίτη πτυχή της συντονισμένης επίθεσης των ιδιωτικών εξουσιών –και των πολιτικών θεραπαινίδων τους– κατά των κοινωνικών δικαιωμάτων, η οποία πάντως είναι έμμεση, καθώς δεν αφορά πλέον τα ίδια αλλά τα δικαιώματα εκείνα που αποτελούν την αναγκαία βιόσφαιρά τους. Πρόκειται για τα δικαιώματα ομαδικής δράσης στον χώρο της εργασίας (δηλαδή του συνδικαλισμού και της απεργίας), τα οποία βάλλονται σε όλους τους τόνους, σαν «επικίνδυνα», με την προσχηματική και σε κάθε περίπτωση μονομερή και επιτηδευμένη επίκληση των –υπαρκτών, πάντως– «συντεχνιακών παρεκτροπών». Ωστόσο, η συνεχής καταγγελία αυτών των δικαιωμάτων –η οποία βέβαια επαναλαμβάνεται (προς εμπέδωση…) από όλους τους ελεγχόμενους από τις «αγορές» προπαγανδιστικούς μηχανισμούς– δεν αφορά μόνον τον περιορισμό τους, καθεαυτά, ως κρίσιμων «διαμεσολαβητικών» δικαιωμάτων. Αποβλέπει ιδίως στην αχρήστευση της σημαντικότερης ίσως κοινωνικής κατάκτησης που συνδέεται με αυτά: της συλλογικής αυτονομίας. Ο κύριος στόχος είναι η ριζική αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τόσο ως προς την ρυθμιστική εμβέλεια όσο και ως προς την δεσμευτικότητα των συμφωνιών των «κοινωνικών εταίρων», προκειμένου να ανατραπεί η σχέση σχετικής ισοτιμίας που είχε επιτευχθεί μεταπολεμικά μεταξύ των συλλογικών εκπροσώπων του κεφαλαίου και της εργασίας. Ο προφανής και απροκάλυπτα προβαλλόμενος πλέον στόχος είναι η επικράτηση των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που υποτάσσουν τους μεμονωμένους εργαζομένους στην εξουσιαστική βούληση των πανίσχυρων, σε σχέση με αυτούς, εργοδοτών, οι οποίοι θα μπορούν έτσι να επιβάλλουν, χωρίς ουσιαστικές αντιστάσεις, όχι μόνον την μείωση των μισθών αλλά την δραστική περικοπή των κοινωνικών παροχών (ιδίως στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλειας, της απασχόλησης και της υγείας). Στο σημείο αυτό, λοιπόν, η εν γένει υπονόμευση των δικαιωμάτων ομαδικής δράσης και η ειδικότερη επιδίωξη της ουσιαστικής αχρήστευσης της ιδιωτικής αυτονομίας συναρτάται ευθέως και αποφασιστικά με την προσπάθεια δραστικής συρρίκνωσης της προστατευτικής εμβέλειας των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Όλα τα ανωτέρω αποτελούν, στην πραγματικότητα, μια αντίστροφη απόδειξη –και επιβεβαίωση– της ως άνω παραπληρωματικότητας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Πράγματι, όπως δεν νοείτο, κατά το παρελθόν, διεύρυνση της κοινωνικής προστασίας χωρίς αφενός την σύνδεσή της με τους φορείς των πολιτικών δικαιωμάτων και αφετέρου την απρόσκοπτη και πρόσφορη άσκηση των (ατομικών) δικαιωμάτων ομαδικής δράσης, έτσι και δεν νοείται σήμερα συρρίκνωσή της χωρίς την αποσύνδεση των δικαιούχων της από την ιδιότητα του πολίτη και την ταυτόχρονη απονεύρωση της συλλογικής αυτονομίας και των συναφών δικαιωμάτων του συνδικαλισμού και της απεργίας (Σωτηρέλης, 2011β, με τις εκεί παραπομπές, Zolo, 2010).             
 
ΙΙ
Είναι πρόδηλο, με βάση τα προεκτεθέντα, ότι το συνταγματικό κράτος διέρχεται εδώ και πολλά χρόνια μια βαθιά κρίση, δομικού χαρακτήρα, η οποία αφ’ενός μεν συνέβαλε στην πρόσφατη κατάρρευση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αφ’ετέρου δε επιδεινώθηκε ραγδαία από αυτήν (Σωτηρέλης, σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011, Μανιτάκης, 2011, Δρόσος, 2011). Το αποτέλεσμα είναι να αμφισβητούνται πλέον έντονα, άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα, όλα τα βασικά στοιχεία που καθόρισαν την πορεία και ολοκλήρωσαν την φυσιογνωμία του. Η εθνική (κρατική) κυριαρχία, η δημοκρατία και η ελευθερία δεν είναι απλώς κάποιες πτυχές του συνταγματικού κράτους. Είναι η πεμπτουσία του. Και όταν αυτή η πεμπτουσία απειλείται, βάλλεται και κλυδωνίζεται, σύμφωνα με όσα σκιαγραφήσαμε προηγουμένως, τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι, ευλόγως, υπαρξιακά ερωτήματα. Μπορεί να αντέξει στην σημερινή συγκυρία του 21ου αιώνα το συνταγματικό κράτος που διαμορφώθηκε τους δύο προηγούμενους αιώνες; Οι προαναφερθέντες όροι ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο του σύγχρονου συνταγματικού κράτους ή απλώς βαυκαλιζόμαστε ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει και ότι όλα θα βελτιωθούν και θα επανέλθουν στα παλαιά στερεότυπα όταν χαλαρώσει η πίεση της κρίσης; Και το κρισιμότερο: υπάρχει προοπτική αναθεμελίωσης του συνταγματικού κράτους, ώστε να αντιστοιχηθεί με τα σύγχρονα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα χωρίς να προδώσει τον πυρήνα του, το ιστορικό βάθος και την δημοκρατική παράδοσή του;
Τα ερωτήματα αυτά, παρότι συχνά δεν ομολογείται, ταλανίζουν ολοένα και περισσότερο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλους τους υπολογίσιμους πολιτικούς, θεσμικούς και οικονομικούς παράγοντες, διεθνείς και εσωτερικούς. Οι απαντήσεις που δίδονται βέβαια (όταν δίδονται) ποικίλλουν, ανάλογα με τον βαθμό κατανόησης αλλά και την οπτική γωνία προσέγγισης του ζητήματος. Κλιμακώνονται δε ανάμεσα σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες –και αλληλοσυγκρουόμενες– τάσεις:
Η πρώτη είναι αυτή της περιχαράκωσης στα εθνικά σύνορα και στα παραδεδεγμένα –με διατήρηση, πάση θυσία και σε πείσμα των προϊουσών ριζικών αλλαγών και ανακατατάξεων, όλων των παραδοσιακών στερεοτύπων του εθνικού κράτους και του μεταπολεμικού συνταγματισμού– με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ως προς την ουσιαστική δυνατότητα των εθνικών συνταγματικών θεσμών να αντιμετωπίσουν την ολοένα αυξανόμενη πίεση των διεθνών ιδιωτικών εξουσιών.
Η δεύτερη είναι αυτή της άμεσης υπέρβασης του εθνικού κράτους, σαν παρωχημένου, της εγκατάλειψης των συναφών φραγμών και εγγυήσεων και της «ανάθεσης» της παγκόσμιας διακυβέρνησης σε υπερεθνικούς θεσμούς, οι οποίοι στο μεν πολιτικό επίπεδο θα δίνουν πρωτοκαθεδρία στο αόρατο χέρι των διεθνών αγορών –με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ρόλο των ήδη δεσποζουσών στην παγκόσμια σκηνή ιδιωτικών εξουσιών– στο δε συνταγματικό πεδίο θα ευνοεί έναν διάχυτο, απροσδιόριστο και ολοένα απομακρυνόμενο από το εθνικό κράτος συνταγματισμό, με επίκεντρο, πλέον, όχι τους πολίτες αλλά τους φορείς των οικονομικών δικαιωμάτων (επιχειρηματίες και καταναλωτές).
Οι ως άνω τάσεις, που αντανακλούν ήδη εμπειρίες, προβληματισμούς και αναζητήσεις τουλάχιστον δύο δεκαετιών, έχουν ευλόγως αντίκτυπο και στην σύγχρονη συνταγματική θεωρία, η οποία, εν μέσω και υπό την πίεση των καταιγιστικών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, καλείται γενικά μεν να αναστοχασθεί το νόημα και το περιεχόμενου του σύγχρονου συνταγματισμού ειδικότερα δε να αναπροσδιορίσει τις δυνατότητες και τα περιθώρια παρέμβασής του στην σημερινή σύνθετη, δύσκολη και ευαίσθητη συγκυρία (De Marco, 2008). Αυτό σημαίνει, ιδίως, την οριοθέτηση ενός νέου πλαισίου συνταγματικής πολιτικής, το οποίο θα συνυπολογίζει και θα σταθμίζει τόσο τα σημερινά δεδομένα πολλαπλής υπονόμευσης του εθνικού κράτους και τις ανάγκες αμυντικής περιχαράκωσής του, βάσει ενός νέου «συνταγματικού πατριωτισμού» (1) όσο και τους ποικίλους πολιτικοκοινωνικούς καθορισμούς που προκύπτουν από την ευρωπαϊκή και διεθνή του ένταξη και επιτάσσουν την συμπλήρωση των σχετικών αναζητήσεων με στοιχεία «συνταγματικού κοσμοπολιτισμού» (2).
1. Το κρίσιμο ερώτημα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος συνταγματισμός συνδέεται άρρηκτα με την πορεία και την προοπτική του εθνικού κράτους. Για όσο διάστημα του εθνικό κράτος αποτελούσε το αποκλειστικό πεδίο μέσα στο οποίο διεξαγόταν η θεωρητική συζήτηση για το Σύνταγμα, ο συνταγματισμός –ο οποίος ιστορικά αποτέλεσε πνευματικό τέκνο του διαφωτισμού– είχε κατά κανόνα διεκδικητικό χαρακτήρα, με σημαντικότερα αιτήματα στο μεν οργανωτικό πεδίο τον εκδημοκρατισμό των κρατικών θεσμών και διαδικασιών στο δε πεδίο της συνταγματικής ελευθερίας την διεύρυνση ή την ποιοτική αναβάθμιση της προστατευτικής εμβέλειας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την εμπέδωση του πλουραλισμού (Ferrara, 2006, Grimm, 2010, Rimoli, 2011). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο συνταγματισμός του παρελθόντος δεν είχε και αμυντικά στοιχεία. Αυτά όμως κατά βάση περιορίζονταν σε ανώμαλες περιόδους εκτροπής από την συνταγματική τάξη, οπότε το ζητούμενο ήταν να διατηρηθούν σε ισχύ, στο μέτρο του δυνατού, ορισμένοι έστω εγγυητικοί θεσμοί που συνδέονταν με το καταλυθέν ή κλυδωνιζόμενο συνταγματικό καθεστώς (κλασικό παράδειγμα τέτοιου εγγυητικού συνταγματισμού είναι το προδικτατορικό έργο του αείμνηστου Δασκάλου μου Αριστόβουλου Μάνεση). Κατά τα άλλα, σε ομαλές περιόδους τα μόνα αμυντικά στοιχεία που συνδέονταν με τον παραδοσιακό συνταγματισμό ήταν εκείνα που σχετίζονταν με αιτήματα αντιστοίχησης είτε των συνταγματικών θεσμών είτε των δικαιωμάτων με κρίσιμες κοινωνικοοικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις. Αυτό όμως γινόταν πάντοτε υπό το ως άνω διεκδικητικό πρίσμα, το οποίο πρυτάνευε, και πάντοτε στο γενικό πλαίσιο προτεραιοτήτων του εθνικού κράτους (πχ καθιέρωση ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, κατοχύρωση «νέων δικαιωμάτων»).
Η κατάσταση άλλαξε άρδην, όπως είναι φυσικό, με την σταδιακή επικράτηση του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης, επιδεινώθηκε δε ραγδαία το τελευταίο διάστημα, υπό την βαριά σκιά της οικονομικής κρίσης. Ο παραδοσιακός συνταγματισμός βρέθηκε στη δίνη των προεκτεθέντων υπαρξιακών ερωτημάτων για το μέλλον του εθνικού κράτους και ως εκ τούτου ο προβληματισμός για τον ρόλο του Συντάγματος στην νέα πραγματικότητα κατέστη ήδη προ πολλού επιτακτικός. Στην πραγματικότητα, εκείνο που προέχει είναι η θεωρητική επεξεργασία ενός νέου συνταγματισμού, τόσο ως προς την φυσιογνωμία όσο και ως προς το περιεχόμενο (Ferrara, 2006, De Marco, 2008, Ridola, 2010, Rimoli, 2011, Zolo, 2010, Grimm, 2010, Δρόσος, 2011, Μανιτάκης, 2011, Χρυσόγονος, 2012). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ρήξη με τον παραδοσιακό συνταγματισμό, ούτε, πολύ περισσότερο, ανατροπή του. Η καλύτερη λύση, όπως συμβαίνει συνήθως όταν έχουμε να κάνουμε με τέτοιου είδους αλλαγές, είναι η τομή μέσα στη συνέχεια. Αρκεί, βέβαια, η συγκεκριμένη τομή να είναι αφ’ενός μεν ιδιαίτερα προσεκτική, ώστε να μην θιγεί η πλούσια κληρονομιά του παραδοσιακού συνταγματισμού, όπως αποτυπώνεται, ιδίως, στον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό, αφ’ετέρου δε αρκούντως τολμηρή, ώστε να επιφέρει τον ριζικό αναπροσανατολισμό του, που είναι όμως, ταυτόχρονα, απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την επιβίωσή του. Με άλλα λόγια, για να ανιχνευθεί ο νέος ρόλος του συνταγματισμού στην εποχή της κρίσης, επιβάλλεται να προηγηθεί μια προσεκτική αποτίμηση των σημερινών δεδομένων του συνταγματικού κράτους, όπως αυτά προσδιορίζονται με βάση την ένταξή του στο σύγχρονο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον. Με βάση αυτά τα δεδομένα, όπως τα σκιαγραφήσαμε προηγουμένως, είναι δυνατόν να εντοπισθούν τα σημεία στα οποία υστερεί ο παραδοσιακός συνταγματισμός, είτε διότι αδυνατεί να δώσει λύσεις είτε διότι οι λύσεις που προτείνει τείνουν να καταστούν ιστορικά ξεπερασμένες και θεσμικά απρόσφορες. Αφού δε εντοπισθούν αυτά τα σημεία, απομένει να αξιολογηθούν και να ενταχθούν στον ευρύτερο προβληματισμό για τον αναπροσανατολισμό του συνταγματισμού σε νέες κατευθύνσεις. Το προέχον πάντως στοιχείο αυτού του προβληματισμού είναι η αναγκαιότητα να καθορισθεί με μεγάλη προσοχή πρώτον ο χαρακτήρας αυτών των κατευθύνσεων (αμυντικός ή επιθετικός) και δεύτερον οι επί μέρους προτεραιότητες σε σχέση με την σοβούσα, κατά τα ανωτέρω, κρίση του συνταγματικού κράτους. Ειδικότερα:
Με βάση τα όσα αναπτύχθηκαν στο πρώτο μέρος (υπό Ι) ο νέος συνταγματισμός πρέπει πλέον να είναι, ταυτόχρονα, αμυντικός και επιθετικός. Βραχυπρόθεσμα, και με βάση τον δεδομένο συσχετισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, το αμυντικό στοιχείο ίσως είναι σημαντικότερο. Ο νέος συνταγματισμός πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποκρούσει την λογική της διάχυσης και εξαΰλωσης του εθνικού κράτους και της υποκατάστασης των θεσμών και διαδικασιών του από μια χαλαρή, εύπλαστη και ευέλικτη «παγκόσμια διακυβέρνηση», πολλώ δε μάλλον όταν ήδη έχει καταστεί φανερό ότι αυτή θα προέλθει από μια ρευστή και αβέβαιη «συνταγματοποίηση» (De Marco, 2008, Grimm, 2010) και θα έχει ως βάση την οικονομική αυτορρύθμιση των παγκόσμιων αγορών και την συνακόλουθη απορρύθμιση της κοινωνικής συμβίωσης. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ακύρωση κοινωνικών και πολιτικών κατακτήσεων αιώνων, καθώς θα έριχνε στην θολή χοάνη της παγκοσμιοποίησης όχι μόνον την εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία των κρατών αλλά και ό,τι ιστορικά συνδέεται με αυτήν: αυτονομία της πολιτικής, δημοκρατικούς θεσμούς, δικαιοκρατικές εγγυήσεις, θεμελιώδη δικαιώματα (Ridola, 2010, De Marco, 2008, Böckenförde, 2011 και Zolo, 2010, Grimm, 2010, Habermas, 2011). Και τούτο διότι, όπως έχω υποστηρίξει επανειλημμένα έως τώρα, το εθνικό κράτος, παρά τις αρχικές ολιγαρχικές και αυταρχικές καταβολές του αλλά και τις κατά καιρούς εμφανισθείσες εθνικιστικές ή κρατικιστικές ή και ολοκληρωτικές παρεκτροπές του, αποτέλεσε το θεσμικό φυτώριο μέσα στο οποίο άνθισε η πλέον προωθημένη έως τώρα εκδοχή της πολιτικής δημοκρατίας, της προσωπικής ελευθερίας και της κοινωνικής συνοχής. Ως εκ τούτου, μια ελαφρά τη καρδία καταστροφή του, όπως προτρέπουν οι σειρήνες της παγκοσμιοποίησης, θα είχε για τις προαναφερθείσες κατακτήσεις εξ ίσου δραματικές συνέπειες με εκείνες που θα είχε η καταστροφή ενός πραγματικού θερμοκηπίου για τα ξαφνικά εκτιθέμενα σε δυσμενείς ατμοσφαιρικές συνθήκες φυτά του (Σωτηρέλης, 2000 και 2011β καθώς και σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011).
Υπό τις σημερινές μάλιστα συνθήκες, οι οποίες έχουν αναδείξει περισσότερο από ποτέ την αναγκαιότητα της πολιτικής συμμετοχής, της πολυφωνίας και της κοινωνικής συνοχής, η υπεράσπιση του εθνικού κράτους, ως του ιστορικού πλαισίου της σύγχρονης δημοκρατίας, πρέπει να εκφρασθεί με συγκεκριμένες προτάσεις. Οι προτάσεις αυτές είναι χρήσιμες όχι μόνον για να θωρακίζουν με πρόσθετες εγγυήσεις τους θεσμούς του, ώστε να μπορούν να αντέξουν την πίεση των ιδιωτικών εξουσιών και των διαπλεκόμενων με αυτές πολιτικών υποχειρίων τους, αλλά και για να ενισχύουν τα νομιμοποιητικά του θεμέλια, δηλαδή τους πολιτικούς και κοινωνικούς δεσμούς που τα συναρθρώνουν, ώστε να αποκτήσουν ισχυρότερο έρεισμα, παρεχόμενο από έναν διευρυμένο και ποιοτικά εμπλουτισμένο δημόσιο χώρο (Zolo, 2010, Habermas, 2011, Müller, 2012).
Ωστόσο, ένας αποκλειστικά αμυντικός-εγγυητικός προσανατολισμός του νέου συνταγματισμού θα ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένος να δίνει μάχες οπισθοφυλακής και μάλιστα σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες (ιδίως για τα ασθενέστερα κράτη). Πολλώ δε μάλλον όταν ένας τέτοιος προσανατολισμός δεν εμφανίζεται ως απόρροια μιας υγιούς και απολύτως θεμιτής αντίληψης πατριωτισμού αλλά αντιθέτως διανθίζεται, κι αυτό δυστυχώς συμβαίνει συχνά, με εθνικοθρησκευτικές οιμωγές και λαϊκιστικές κορώνες περί επιστροφής προς τα πίσω, όπως αυτό ορίζεται από τους νοσταλγούς μιας παρακμιακής και εν πολλοίς κατασκευασμένης παράδοσης. Ένας τέτοιος συνταγματισμός, που εμφανίζεται σαν απολίθωμα μιας παρωχημένης και βαθύτατα συντηρητικής κρατικιστικής ιδεολογίας, όχι μόνον δεν είναι νέος και δεν υπηρετεί τις αρχές τις οποίες ψευδεπίγραφα επαγγέλλεται αλλά προετοιμάζει και το έδαφος για την εύκολη επικράτηση της ολιγαρχίας των αγορών κατ’ επέκταση δε και για την κατάλυση των κατακτήσεων του παραδοσιακού συνταγματισμού.         
2. Με βάση τα ανωτέρω, ο αμυντικός χαρακτήρας, υπό την ευρύτερη οπτική γωνία ενός νέου «συνταγματικού πατριωτισμού» (Müller, 2012, με την εκεί βιβλιογραφία, καθώς και την εισαγωγή του Χ. Παπαστυλιανού) είναι μεν απαραίτητο στοιχείο του νέου προσανατολισμού που πρέπει να αποκτήσει ο συνταγματισμός στην εποχή της κρίσης, αλλά δεν είναι και επαρκές. Σε μια εποχή με τόσο περίπλοκες και σύνθετες ευρωπαϊκές και διεθνείς διεργασίες τόσο ο στρουθοκαμηλισμός όσο και το σύνδρομο του σκαντζόχοιρου αποτελούν τις πλέον βέβαιες συνταγές αποτυχίας απέναντι στους επιθετικούς ανέμους που σαρώνουν τις πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις αιώνων, ιδίως δε εκείνες που συνδέονται με το εθνικό κράτος ως συνταγματικό κράτος. Αν θέλουμε πράγματι να μιλήσουμε για έναν νέο συνταγματισμό, η διατήρηση των εν λόγω κατακτήσεων πρέπει να διασυνδεθεί άρρηκτα με την διεκδίκηση μιας ταυτόχρονης επέκτασης των βασικών αρχών του παραδοσιακού συνταγματισμού εκτός εθνικών ορίων. Με άλλα λόγια, πρέπει να αναζητήσουμε τους όρους και τις προϋποθέσεις ενός υπερεθνικού πλέον συνταγματισμού, ο οποίος όμως δεν θα έρθει καταλύσαι αλλά πληρώσαι τον συνταγματισμό που διαπλάσθηκε στο πλαίσιο των εθνικών κρατών (Müller, 2012).
Αυτό βέβαια σημαίνει, αναπόφευκτα, ότι ένα μέρος της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας, καθώς και των αρμοδιοτήτων που την υποστασιοποιούν, θα μεταφερθεί σε υπερεθνικά όργανα. Μια τέτοια μεταφορά, από πρώτη άποψη φαίνεται σαν κίνδυνος για την δημοκρατική αρχή και την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, δηλαδή για τις συνταγματικές κατακτήσεις που συνδέθηκαν ιστορικά με την κατοχύρωση της κρατικής (δηλ. τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής) κυριαρχίας. Ωστόσο, μια προσεκτική θεώρηση των διεθνών και ευρωπαϊκών εξελίξεων, όπως προσπαθήσαμε να τις σκιαγραφήσουμε προηγουμένως, δείχνει ακριβώς το αντίθετο: ότι μακροπρόθεσμα, η μόνη δυνατότητα να προστατευθούν οι προαναφερθείσες αρχές, σε τελευταία δε ανάλυση και η ίδια η εθνική (κρατική) κυριαρχία, είναι η διάσωσή τους σε ένα ανώτερο θεσμικό επίπεδο, με απώτερη προοπτική, σε πρώτο στάδιο, την διαμόρφωση (και) ενός «ευρωπαϊκού συνταγματικού πατριωτισμού» (Müller, 2012, με την εκεί βιβλιογραφία). Με άλλα λόγια, απέναντι στις τυφλές δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, που απειλούν τα εθνικά κράτη, απαιτούνται αντίστοιχα ευρωπαϊκά –και εν δυνάμει παγκόσμια– «συνταγματικά» αντίβαρα, που θα θωρακίσουν με ισχυρούς εγγυητικούς θεσμούς και με ευρύτατης εμβέλειας προστατευτικούς μηχανισμούς τις θεμελιώδεις αρχές της σύγχρονης δημοκρατίας (Σωτηρέλης, σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011 και αναλυτικότερα Σωτηρέλης, 2000, με την εκεί βιβλιογραφία, καθώς και Habermas, 2011).
Ένα πρόπλασμα τέτοιων θεσμών, βέβαια, έχει ήδη διαμορφωθεί τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδίως μέσω του ΟΗΕ, όσο και σε στενότερο υπερεθνικό επίπεδο, με περισσότερο προωθημένες, έως τώρα, τις διεργασίες που έχουν συμβεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο (αρχικά μέσω του Συμβουλίου της Ευρώπης και στη συνέχεια μέσω, ιδίως, της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ωστόσο, οι έως τώρα εξελίξεις πόρρω απέχουν από το να παράσχουν ένα ικανοποιητικό πλαίσιο θεσμικής οργάνωσης και προστασίας, το οποίο θα μπορούσε όντως να υποκαταστήσει αλλά και να εγγυηθεί ταυτόχρονα, έστω και εν μέρει, τις εθνικές συνταγματικές κατακτήσεις. Σε παγκόσμιο επίπεδο οι όποιες προσπάθειες που εκπορεύθηκαν από τον ΟΗΕ είχαν έως τώρα αναιμικά αποτελέσματα. Αυτό οφείλεται, ιδίως, στο ότι τα θεσμικά μορφώματα που κυριαρχούν είναι δυστυχώς αυτά που εγκαθιδρύθηκαν στην μεταπολεμική περίοδο, με διάφορες διεθνείς συμφωνίες (Παγκόσμια Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως κττ). Τα μορφώματα αυτά, παρότι η αρχική τους στόχευση ήταν το να θέσουν ένα στοιχειώδες ρυθμιστικό πλαίσιο για την διεθνή οικονομία, κατέληξαν σταδιακά να απολέσουν το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής και θεσμικής αυτονομίας τους και να υποταχθούν στις νέες πανίσχυρες και πλανητικής εμβέλειας ιδιωτικές εξουσίες, που κυριάρχησαν με καταλύτη την παγκοσμιοποίηση. Αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, παρά την τεράστια πρόοδο που έχει συντελεσθεί, βρισκόμαστε ακόμη πολύ μακριά από μια Ευρώπη που θα μπορεί να υπερασπισθεί με αξιώσεις τον συνταγματικό πολιτισμό της απέναντι στις ασφυκτικές πιέσεις του «αχαλίνωτου καπιταλισμού» και του «φονταμενταλισμού των αγορών». Ναι μεν η εικόνα της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει μεγάλες διαφορές σε σχέση με την αρχική Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, ναι μεν έχει διαμορφωθεί, μέσω των Συνθηκών που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία της, ένα θεσμικό πλαίσιο συνταγματικής περιωπής αλλά ακόμη δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα πραγματικό ευρωπαϊκό Σύνταγμα, όπως το οραματίσθηκαν οι υπέρμαχοι μιας ουσιαστικής πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, καθώς τα πολλαπλά –δημοκρατικά, κοινωνικά και δικαιοκρατικά– ελλείμματα που σφράγισαν εγγενώς το ευρωπαϊκό εγχείρημα (Σωτηρέλης, σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011 και αναλυτικότερα Σωτηρέλης, 2000, με την εκεί βιβλιογραφία, καθώς και Ridola, 2010, Habermas, 2011), ταλανίζουν ακόμα την σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Υπήρξε βέβαια μια σοβαρή σχετική προσπάθεια περιορισμού –αλλά όχι και πλήρους εξάλειψης– αυτών των ελλειμμάτων, μέσω της πρότασης για καθιέρωση ευρωπαϊκού Συντάγματος, η οποία όμως εξόκειλε λόγω ποικίλων αντιδράσεων ετερόκλητων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που αποτυπώθηκαν και μέσω δημοψηφισμάτων. Έτσι καταλήξαμε και πάλι στην πεπατημένη των Συνθηκών, με την Συνθήκη της Λισαβόνας να αποτελεί ένα περιορισμένης εμβέλειας και χρησιμότητας συνταγματικό πλαίσιο, το οποίο ήδη έχει αποδειχθεί τραγικά ανεπαρκές για την αντιμετώπιση των οξυμμένων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην εποχή της κρίσης. Ας δούμε όμως το πρόβλημα πιο συγκεκριμένα:
Ζούμε σε μια εποχή στην οποία το ζήτημα της πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης τίθεται με τρόπο εξαιρετικά επιτακτικό, καθώς οι λύσεις που μπορούν να προέλθουν από τα μεμονωμένα κράτη της, όσο ισχυρά και αν είναι καθεαυτά, μακροπρόθεσμα δεν παρέχουν εχέγγυα ούτε ως προς την καταλληλότητα και την αποτελεσματικότητά τους αλλά ούτε και ως προς την συμβατότητά τους με το ευρωπαϊκό (δημοκρατικό και δικαιοκρατικό) κεκτημένο. Πράγματι, όπως έχουν δείξει περίτρανα οι έως τώρα σπασμωδικές και αντιφατικές κινήσεις της οικονομικά και πολιτικά ηγεμονεύουσας στον χώρο της Ευρώπης Γερμανίας, οι λύσεις αυτές θα είναι, σε κάθε περίπτωση, αφ’ενός μεν περιορισμένες, μονομερείς και κοντόφθαλμες αφ’ετέρου δε προβληματικές, ως προς το ισχύον σύστημα προστασίας των πολιτικών και κοινωνικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού. Ως εκ τούτου, η έλλειψη συνταγματικών θεσμών που θα μπορούσαν, με όρους πολιτικής αυτονομίας και κοινοτικής αλληλεγγύης, να οργανώσουν τις άμυνες της Ευρώπης απέναντι στην κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού της συστήματος και γενικότερα στην δημοσιονομική κρίση που την ταλανίζει, είναι περισσότερο από κραυγαλέα (Habermas, 2011). Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν η έλλειψη αυτή έχει ανατροφοδοτήσει τα εθνικιστικά αντανακλαστικά, έχει αναζωπυρώσει παλαιότερες αντιπαραθέσεις και, ιδίως, έχει καταστήσει εν πολλοίς την Ευρωπαϊκή Ένωση άβουλο όργανο των διεθνών αγορών και των θεσμικών και πολιτικών υποχειρίων τους. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να διαπιστώσει κανείς την τεράστια αντίφαση:
Από τη μία η κρίση, ιδίως στις ασθενέστερες χώρες και κατ’εξοχήν στη χώρα μας, επιδρά καταλυτικά στην πολιτική ενοποίηση και βοά για την αναγκαιότητα να αναληφθούν πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση συνταγματικής αναδιοργάνωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να οικοδομηθούν ισχυροί και αποτελεσματικοί θεσμοί για την άσκηση πρόσφορων και δημοκρατικά νομιμοποιημένων (μέσω του –αναιμικού προς το παρόν– Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) δημόσιων πολιτικών, με ιδιαίτερη έμφαση σε αυτές που θα συνεπάγονται ενιαία δημοσιονομική πολιτική (με Ευρωπαϊκό Υπουργείο Οικονομικών και με Κεντρική Τράπεζα με πλήρεις αρμοδιότητες) αλλά και την οργάνωση της κοινωνικής προστασίας των αδυνάτων, που πολλαπλασιάζονται ραγδαία (με ενιαίο Υπουργείο Ευρωπαϊκής Αλληλεγγύης και Συνοχής).
Από την άλλη, οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που αντιμάχονται την πολιτική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλλιεργούν ένα κλίμα εθνικού απομονωτισμού και εμβαλωματικών λύσεων, οι οποίες, δυστυχώς, όχι μόνον υπονομεύουν την ενιαία ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της κρίσης, επιβραδύνοντας και θέτοντας συνεχώς προσκόμματα στην πολιτική ενοποίηση, αλλά και οδηγούν –με πρωτοστατούντα τον συντηρητικό πολιτικό συνασπισμό της Γερμανίας– στην υιοθέτηση οικονομικών επιλογών που φαίνεται να υπαγορεύονται από τις ίδιες τις ιδιωτικές εξουσίες που προκάλεσαν την κρίση, λόγω της ασυδοσίας τους, εγκυμονώντας έτσι εξαιρετικά έντονους κινδύνους για όσα συμβολίζουν το ευρωπαϊκό πρότυπο πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας.
Εν όψει των ανωτέρω, ένα Ευρωπαϊκό Σύνταγμα δημοκρατικής έμπνευσης και μακράς πνοής πρέπει να αποτελέσει, ως επιθετικό συμπλήρωμα του αναγκαίου εγγυητισμού, την μείζονα διεκδίκηση του νέου συνταγματισμού, προκειμένου να διασωθούν, με την μεταφορά τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα βασικά κεκτημένα της εθνικής κυριαρχίας, της πολιτικής δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους δικαίου (Μάνεσης, 1993, Σωτηρέλης, σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011 και αναλυτικότερα Σωτηρέλης, 2000, με την εκεί βιβλιογραφία, καθώς και Habermas, 2011, Müller, 2012). Διαφορετικά κινδυνεύουν να καταστούν, μέσω ενός στείρου και κοντόφθαλμου εθνικού απομονωτισμού, έρμαιο στη δίνη της δημοσιονομικής κρίσης και της οικονομικής κατάρρευσης των εθνικών κρατών, αρχής γενησομένης από τα κράτη που αποτελούν τους ασθενείς κρίκους του παγκόσμιου κοινωνικοοικονομικού συστήματος (ή έχουν επιλεγεί ως τέτοιοι…).
Είναι προφανές ότι αυτή η διευρυμένη και διεκδικητική εκδοχή του νέου συνταγματισμού δεν αφορά μόνο το ευρωπαϊκό επίπεδο. Ένα Ευρωπαϊκό Σύνταγμα που θα υπερέβαινε μεν την παραδοσιακή λογική της Ομοσπονδιακής Οργάνωσης (Grimm, 2010) αλλά και θα διασφάλιζε ταυτόχρονα τις βασικές κατακτήσεις των ευρωπαϊκών λαών και των αντίστοιχων κρατών σε μια νέα διαλεκτική ενότητα του εθνικού με το υπερεθνικό, ως προς την κυριαρχία, την δημοκρατία και την ελευθερία (Σωτηρέλης, σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011 και αναλυτικότερα Σωτηρέλης, 2000, με την εκεί βιβλιογραφία, καθώς και Habermas, 2011), θα μπορούσε να αποτελέσει το πρότυπο και μιας μελλοντικής παγκόσμιας συνταγματικής οργάνωσης. Αυτή είναι άλλωστε, μακροπρόθεσμα, η μόνη προοπτική αποκατάστασης μιας πραγματικής και βιώσιμης ισορροπίας ανάμεσα στην πολιτική και στην αγορά σε διεθνές επίπεδο. Διότι μόνο μια παγκόσμια συνταγματική τάξη μπορεί να θωρακίσει σταδιακά τις πλέον εκτεθειμένες στην πίεση του αχαλίνωτου καπιταλισμού πλευρές των εθνικών κρατών, εξοπλίζοντάς τα με ένα δεύτερο επίπεδο προστασίας, αλλά και διαμορφώνοντας νέους όρους πολιτικής αυτονομίας απέναντι στην αδίστακτη ασυδοσία και τον απροκάλυπτο πλέον φονταμενταλισμό των αγορών.
Όλα αυτά, βέβαια, όπως το επισημάναμε ήδη, συνεπάγονται, κατ’ανάγκην, υποκατάσταση μέρους των εθνικών Συνταγμάτων, με την μεταφορά σε ευρωπαϊκό και προοπτικά σε παγκόσμιο επίπεδο, ενός ισοδυνάμου εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας, δημοκρατίας και δικαιωμάτων. Αυτό όμως, επιμένουμε, δεν συνεπάγεται, με βάση την οπτική που προεκτέθηκε, εγκατάλειψη των κατακτήσεων του παραδοσιακού συνταγματισμού. Κάθε άλλο μάλιστα: αποτελεί όρο για την διάσωσή τους. Για τον λόγο αυτόν, πλάι στον απαραίτητο εγγυητισμό, στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, που αυτή τη στιγμή είναι η βασική προτεραιότητα, πρέπει να προστεθεί, άνευ ετέρου, και η ευρωπαϊκή –εν δυνάμει δε και η παγκόσμια– προοπτική. Εφ’όσον δε το επιτρέψουν οι πολιτικές συνθήκες και ο συσχετισμός των δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο, αυτή η προοπτική πρέπει να αποτελέσει την βασική διεκδίκηση και το κύριο μέλημα του νέου συνταγματισμού. Ενός συνταγματισμού ο οποίος, συμπερασματικά, οφείλει να σταθμίσει πολύ προσεκτικά δύο παραμέτρους:
Πρώτον τα κεκτημένα και τα στερεότυπα του παραδοσιακού –ιδίως του ευρωπαϊκού–συνταγματικού πολιτισμού, προκειμένου να κρατήσει την ουσία του, που ενσωματώνει μια δύσβατη και αγωνιστική πορεία αιώνων, που δεν μπορεί και δεν πρέπει ούτε να αγνοηθεί ούτε να υποτιμηθεί.
Δεύτερον, τις προκλήσεις ενός ήδη αναδυθέντος, διευρυμένου, πολυεπίπεδου και ανοιχτού στις εξελίξεις, συνταγματικού κοσμοπολιτισμού (πρβλ. De Marco, 2008, Ridola, 2010, Grimm, 2010, Müller, 2012) προκειμένου να συνυπολογίσει και να ενσωματώσει τις ραγδαίες αλλαγές της εποχής της κρίσης.
Μόνον έτσι, με μια βαθιά τομή μέσα στην συνέχεια, μπορεί πρώτον να διαμορφωθεί επί της αρχής ο νέος συνταγματισμός, ως συνταγματισμός που θα αντιστοιχείται κριτικά και με τρόπο νομικοπολιτικά πρόσφορο στην νέα διεθνή και ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Ένας τέτοιος δε συνταγματισμός οφείλει, στη συνέχεια, να εξειδικευθεί με συγκεκριμένες προτάσεις συνταγματικής πολιτικής. Οι προτάσεις αυτές θα εκκινούν βεβαίως, με βάση τα σημερινά δεδομένα, από τον εγγυητισμό, δηλαδή θα είναι προεχόντως εθνικές, προσγειωμένες και ρεαλιστικές (όπως αυτές που εν πολλοίς διατυπώνει σήμερα η ελληνική συνταγματική θεωρία, βλ. ενδεικτικά Χρυσόγονος, 2011, Σωτηρέλης 2011α, Δρόσος 2011 καθώς και Πικραμένος και Ξηρός, σε: Σωτηρέλης, Πικραμένος, Ξηρός, 2011). Ταυτόχρονα όμως πρέπει να ανοίγουν, για να είναι πειστικές, και ένα μεγάλο παράθυρο στον ευρωπαϊκό και εν δυνάμει στον παγκόσμιο συνταγματισμό, αποκτώντας έτσι, παράλληλα, υπερεθνικό, καινοτόμο και ριζοσπαστικό χαρακτήρα (πρβλ. Μάνεσης, 1993, Habermas, 2011, Müller, 2012).                
Αυτή, λοιπόν, είναι η μεγάλη πρόκληση του νέου συνταγματισμού: να συναρθρώσει, με συγκεκριμένες προτάσεις, το εθνικό με το υπερεθνικό και το εγγυητικό με το διεκδικητικό, προκειμένου να επιτύχει, υπό την δαμόκλειο σπάθη της σημερινής ζοφερής οικονομικής πραγματικότητας, ένα νέο μείγμα συνταγματικού πατριωτισμού και συνταγματικού κοσμοπολιτισμού. Από την επιτυχία δε αυτού του μείγματος και συνακόλουθα από την δυνατότητα επιβολής και εφαρμογής του μέσω μιας αποφασιστικής και πρόσφορης συνταγματικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα εξαρτηθεί, σε μεγάλο βαθμό, η δυνατότητα επιβίωσης των θεμελιωδών αρχών και των νομικοπολιτικών κατακτήσεων που σφράγισαν την πορεία της σύγχρονης δημοκρατίας.         
 
Βιβλιογραφία
 
Άρθρα
Δρόσος, Γ. (2011), «Συνταγματικός λόγος και οικονομική κρίση», Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 2011 (6), 764-778 (και σε: http://www.constitutionalism.gr/html/ent/301/ent.2301.asp [πρόσβαση: 12.3.2012]).
Μάνεσης, Αρ. (1993), «Το Σύνταγμα, στο κατώφλι του 21ου αιώνα», στον τόμο: Μάνεσης, Αρ. (2007), Συνταγματική Θεωρία και Πράξη ΙΙ (1980-2000), Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα, σ. 113-141.
Μανιτάκης, Α. (2011), «Απόπειρα πολιτειακής ανίχνευσης της νέας, παγκοσμιοποιημένης, εποχής που αναδύεται επώδυνα στη χώρα μας»http://www.constitutionalism.gr/html/ent/227/ent.2227.asp [πρόσβαση: 20/12/2011].
Σωτηρέλης, Γ. (2011), «Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: Τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια», http://www.constitutionalism.gr/html/ent/058/ent.2058.asp [πρόσβαση: 22.5.2011].
Σωτηρέλης, Γ. (2011), «Η συνταγματική ελευθερία στην εποχή των ραγδαίων αλλαγών. Προς μια νέα θεώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων;», http://www.constitutionalism.gr/html/ent/259/ent.2259.asp [πρόσβαση: 26/01/2012].
Χρυσόγονος, Κ. (2011), «Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα σκέψεις για μια άλλη αναθεώρηση», http://www.constitutionalism.gr/html/ent/056/ent.2056.asp [πρόσβαση: 22/05/2011]
Χρυσόγονος, Κ. (2012) «Γιατί το Σύνταγμα; Ιστορικές προϋποθέσεις του συνταγματισμού» http://www.constitutionalism.gr/html/ent/310/ent.2310.asp [πρόσβαση: 21/03/2012]
Grimm, D. (2010) «The Achievement of Constitutionalism and its Prospects in a Changed World», στον συλλογικό τόμο: Dobner, P., Loughlin M. (Eds), The Twilight of Constitutionalism? New York: Oxford University Press, pp. 3-22.
Habermas, J. (2011), «H Ευρώπη μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις», Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική, 2011 (23), 17-23.
Zolo, D. (2010), «Il tramonto della democrazia nell’era della globalizzazione», Jura Gentium, VI (2010), 1, http://www.juragentium.unifi.it/it/surveys/wlgo/tramonto.htm [πρόσβαση: 10.12.2010].
 
Γενικά έργα
Μάνεσης, Αρ. (1980), Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οίκος Σάκκουλα.
Μανιτάκης, Α. (2009), Συνταγματική Οργάνωση του Κράτους, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα.
Σωτηρέλης, Γ. (2000), Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της «παγκοσμιοποίησης», Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Σωτηρέλης Γ., Πικραμένος Μ., Ξηρός Θ. (2011), Η μεταρρύθμιση του κράτους στην εποχή των μεγάλων προκλήσεων, Αθήνα: εκδόσεις Παπαζήση (Σωτηρέλης, Γ., «Η οικονομική κρίση ως ευκαιρία για την επαναθεμελίωση του κράτους», σ. 13-58 -και προδημοσίευση σε: http://www.constitutionalism.gr/html/ent/186/ent.2186.asp [πρόσβαση: 25/10/2011]-, Πικραμένος, Μ., «Σκέψεις για τη συνταγματική μεταρρύθμιση της διοικητικής οργάνωσης του κράτους», σ. 59-76, Ξηρός, Θ., «Εμβάθυνση της δημοκρατίας και αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος», σ. 77-92).
Böckenförde, Ε.-W. (2011), Συμβολές στη θεωρία για το κράτος και την πολιτική αυτονομία, Αθήνα: εκδ. Παπαζήση.
De Marco, E. (2008), Percorsi del “Nuovo Costituzionalismo”, Milano: Giuffrè Editore.
Ferrara, G. (2006), La Costituzione. Dal pensiero politico alla norma giuridica, Milano: Feltrinelli.
Müller, J.-W. (2012), Συνταγματικός Πατριωτισμός, Αθήνα: εκδ. Παπαζήση. 
Ridola, P. (2010), Diritto comparato e diritto costituzionale europeo, Torino: G. Giappicheli Editore.
Rimoli, F. (2011), L’idea di Costituzione. Una storia critica. Roma: Carocci Editore.
 
 
Ορολογικό Ευρετήριο
Ατομικά Δικαιώματα, σ. 5, 6, 7
Δημοκρατία, σ. 1, 2, 3, 4, 5, 8, 10, 11, 13, 15
Εθνική (Κρατική) Κυριαρχία, σ. 2, 3, 4, 8, 10, 11, 13, 14
Εθνικό Κράτος, σ. 2, 3, 4, 5, 8, 10, 11
Ευρωπαϊκός Συνταγματικός Πολιτισμός, σ. 9, 12, 14
Θεμελιώδη Δικαιώματα, 1, 5, 7, 9, 10
Ιδιωτικές Εξουσίες, 2, 3, 4, 5, 12, 13
Κοινωνικά Δικαιώματα, σ. 4, 5, 6, 7
Λαϊκή Κυριαρχία, σ. 3, 4, 5
Παγκοσμιοποίηση, σ. 1, 2, 5, 9, 10, 11, 12, 15
Πολιτικά Δικαιώματα, σ. 3, 6, 7
Πολιτική Αυτονομία, σ. 4, 5, 13
Συνταγματική Πολιτική, σ. 8, 15
Συνταγματικό Κράτος, σ. 1, 4, 7. 8, 11
Συνταγματικοί Θεσμοί, σ. 1, 8, 9, 12
Συνταγματικός Κοσμοπολιτισμός, σ. 9, 14
Συνταγματικός Πατριωτισμός, σ. 8, 11, 14
Συνταγματισμός, 9, 10, 11, 14

Συνταγματισμός και Σύνταγμα: Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον

Γιώργος Σωτηρέλης
Καταχώρηση: 10/09/2012
Του Κώστα Χρυσόγονου Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου
Καταχώρηση: 21/03/2012
Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Καταχώρηση: 22/05/2011

Νέδα Αθ. Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Επίκουρη Καθηγήτρια Συγκριτικού Δημοσίου Δικαίου, Γενικό Τμήμα Δικαίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Καταχώρηση: 06/04/2011
Καταχώρηση: 10-09-2012     Κατηγορία: ΔΙΑΛΟΓΟΙ    

Κοινός νους και κενά σημεία στην «απόφαση του Μνημονίου»

του Κώστα Μποτόπουλου Διδάκτορα Συνταγματικού Δικαίου, Προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Κοινός νους και κενά σημεία στην «απόφαση του Μνημονίου»

1. Το περίφημο «Μνημόνιο», που αποτελείται από τρία κείμενα[1], τα οποία με τη σειρά τους είναι οργανικά μέρη ενός «ευρωπαϊκού συμπλέγματος»[2] κανόνων δικαίου και πολιτικών εξαγγελιών-δεσμεύσεων, άλλαξε, από το Μάιο του 2010, την πολιτική και κοινωνική, άρα και τη νομική ζωή της χώρας. Η ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προσβολή του, έστω έμμεσα, αφού μόνο έτσι επιτρέπει το ελληνικό σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, ήταν και αναμενόμενη ενόψει της πρακτικής επιρροής και της αμφισβήτησης των μέτρων που απέρρευσαν από αυτό (συναφείς και συνεκδικασθείσες αιτήσεις ακυρώσεως υποβλήθηκαν τελικά από 10 φορείς και 22 πρόσωπα) και αναγκαία για το ξεκαθάρισμα πλήθους πολύπλοκων νομικών ζητημάτων. Η επίκληση, στη θεωρία και στην πράξη, και η εξέταση, από το ανώτατο διοικητικό Δικαστήριο, σειράς αιτιάσεων συνταγματικότητας σε μια τόσο μεγάλης σημασίας υπόθεση όχι μόνο δεν συνιστά «ανεύθυνη πλειοδοσία»[3], αλλά αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, απόδειξη λειτουργίας του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.

Παρόλο που θα μπορούσε να ήταν το συμπέρασμα της παρούσας μελέτης, μπορούμε να το πούμε εξαρχής: με την υπ’ αριθμ. 668/2012 σχετική απόφαση του, το Συμβούλιο της Επικρατείας επέλεξε την κοπή του γόρδιου δεσμού του ευρύτερου ζητήματος (της συνταγματικότητας του Μνημονίου) σε βάρος της ενδελεχούς διερεύνησης των επιμέρους ζητημάτων. Προέκρινε ως πυξίδα έναν, υπό νομική έννοια, κοινό νου, προσανατολισμένο στις ευρύτερες εκ του Μνημονίου, ή της ενδεχόμενης ακύρωσης του Μνημονίου, συνέπειες για την οικονομική, κοινωνική, πολιτική ζωή της χώρας αλλά και για τον ιδιωτικό βίο καθενός από τους πολίτες της. Διαβάζοντας την απόφαση, όπως και την εισήγηση επί της οποίας στηρίχτηκε[4], ο νομικός έχει την αίσθηση ότι γίνεται προσπάθεια απλοποίησης και όχι εμβάθυνσης, γενικών απαντήσεων στα τιθέμενα ζητήματα και όχι εξάντλησης του πυρήνα τους, δημιουργίας κλίματος ασφάλειας και όχι «μαθήματος» διοικητικού και συνταγματικού δικαίου (σαν κι αυτό που συνηθίζει, για παράδειγμα, να κάνει το Γερμανικό ομοσπονδιακό Δικαστήριο στις μεγάλες ευρωπαϊκές» υποθέσεις), «απόκρουσης» μάλλον παρά αντιμετώπισης του «φαινομένου Μνημόνιο»[5]. Ακόμα και η παράθεση των πραγματικών βάσεων της υπόθεσης γίνεται με τρόπο κυρίως περιγραφικό και λιγότερο συνθετικό -παρόλο που οι υποκείμενοι κανόνες συνιστούν, όπως ειπώθηκε, «σύμπλεγμα» και μάλιστα εντελώς πρωτότυπο, με πολλές ατυπίες και πολλά διαφορετικά και αλληλοσυμπληρούμενα επίπεδα. Οι νομικές αποφάνσεις έχουν σαφήνεια αλλά όχι μεγάλη αναλυτικότητα, έτσι ώστε τελικά να μοιάζουν πιο απλές και μονοσήμαντες από όσο θα ανέμενε κανείς λόγω του θέματος να είναι.
Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν έχουν αναγκαστικά επικριτικό περιεχόμενο: η «εργαλειοποίηση» του κοινού νου σε μια τέτοια υπόθεση, ιδίως όταν, όπως νομίζω ότι συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, η απόφαση δεν πάσχει, στα κύρια σημεία και πάντως στα βασικά συμπεράσματά της, έχει και χρήσιμα καταπραϋντική και έμμεσα παιδαγωγική αξία. Αποφορτίζει πείθοντας και έτσι πληροί μια σημαντική αποστολή του δικαίου: να απαντά στο διάχυτο αίτημα ασφάλειας, κρίσιμο τμήμα του οποίου είναι η μη αποκοπή από την κοινωνική πραγματικότητα. Πράττοντας έτσι, βέβαια, η απόφαση είναι λογικό να αφήνει κενά και να δίνει μεγάλα περιθώρια σχολιασμού. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, δικαιολογούμε την ύπαρξή μας οι συμβάλλοντες στο παρόν αφιέρωμα.
2. Η απόφαση τηρεί, καταρχάς, το αναγκαίο μέτρο ως προς τους χρόνους και το περιεχόμενό της. Για αιτήσεις ακυρώσεως που υποβλήθηκαν στις 26 Ιουλίου και την 1η Σεπτεμβρίου 2010, το Δικαστήριο συνεδρίασε δημόσια στις 23 Νοεμβρίου 2010 (μετά από μία αναβολή) και δημοσίευσε την απόφαση του στις 20 Φεβρουαρίου 2012, μετά από πέντε διασκέψεις (13 Φεβρουαρίου, 18 Μαρτίου, 19 Απριλίου, 13 Μαΐου και 20 Ιουνίου 2011). Ενάμισης χρόνος από την εισαγωγή της δίκης ως την ολοκλήρωσή της και ένας από την πρώτη διάσκεψη, για μια υπόθεση τέτοιας βαρύτητας, είναι διάστημα που μπορεί να θεωρηθεί εύλογο και πάντως δεν καταπατά το αίσθημα δικαίου (όσο και αν το οκτάμηνο από το τέλος των διασκέψεων ως τη δημοσίευση της απόφασης θα μπορούσε να συντμηθεί και η «διαρροή» της δικανικής κρίσης πριν από την επισημοποίησή της να αποφευχθεί).
Το σκεπτικό της απόφασης, που ελήφθη από μια «μεγάλη Ολομέλεια» (ο Πρόεδρος, 9 Αντιπρόεδροι, 41 Σύμβουλοι, 3 Πάρεδροι), εκτείνεται σε 129 σελίδες και αντιμετωπίζει όλες τις αιτιάσεις των αιτούντων (πλην του αιτήματος που περιλαμβάνεται στο υπόμνημα των αιτήσεων ακυρώσεως για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ[6]). Ωστόσο η μισή σχεδόν απόφαση (ως τη σκέψη 15 στη σελ. 58) αναλώνεται σε απλή (ενώ, όπως ειπώθηκε, από τη φύση της θα δικαιολογούνταν να μην είναι απλή) παράθεση της πραγματικής βάσης: αναφορά στη Συνθήκη της Λισαβόνας –σκ. 6, στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης –σκ. 7, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο –σκ. 8, στο ιστορικό της αναζήτησης από την Ελλάδα έκτακτης δανειακής στήριξης από τους εταίρους της –σκ. 9, στο ν. 3833/2010 και τα πρώτα «επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» -σκ. 10, σε οιονεί παράγωγες εννόμων αποτελεσμάτων δηλώσεις των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωζώνης για τη χρηματοδοτική στήριξη της Ελλάδας –σκ. 11, στο ίδιο το «Μνημόνιο Συνεννόησης», όπως προσαρτήθηκε στο ν. 3845/2010 –σκ. 12, στο λοιπό περιεχόμενο του ν. 3845/2010, δηλαδή κυρίως στις μειώσεις αποδοχών και συντάξεων, στις αυξήσεις των συντελεστών φόρου και στην επιβολή έκτακτης εισφοράς στο εισόδημα –σκ. 13, στη Σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης –σκ. 14. Περαιτέρω, οι σκ. 15 έως 20 (σελ. 58-68) ασχολούνται με θέματα παραδεκτού (θεωρώντας ορισμένες από τις προβαλλόμενες πράξεις ως μη προσβλητές «εγκυκλίους», παρά τον ισχυρισμό των αιτούντων ότι περιείχαν κατ’ ουσίαν θέσπιση κανόνων δικαίου), ενώ οι σκ. 21-26 αποφαίνονται επί ζητημάτων εννόμου συμφέροντος (αποκλίνοντας, ορθώς κατά τη γνώμη μου, από την εισήγηση[7] σχετικά με το έννομο συμφέρον του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών[8], το οποίο θεωρείται υπαρκτό για μία από τις τρεις προσβαλλόμενες πράξεις, ενόψει της προάσπισης των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του Συλλόγου αλλά και του ρόλου του που συνδέεται με την οργάνωση και εν γένει λειτουργία της Δικαιοσύνης). Έτσι, η αντιμετώπιση συνταγματικών ζητημάτων αρχίζει στη σκέψη 27 και σελ. 75 της απόφασης: οι σκ. 27-29 και 32-33 (με μειοψηφίες) ασχολούνται με το ζήτημα της συνταγματικότητας και της διαδικασίας ψήφισης του Μνημονίου ως εκ της νομικής φύσης του, οι σκ. 30 και 31 (μειοψηφία) με το ζήτημα της παρεχόμενης στον Υπουργό Οικονομικών εξουσιοδότησης για εκπροσώπηση του ελληνικού Δημοσίου και σύναψη των εκ του Μνημονίου υποχρεώσεων (και η σκ. 42 με άλλο ζήτημα εξουσιοδότησης) , οι σκ. 34 έως 36 (με μειοψηφίες) με τη μη παραβίαση του «περιουσιακού δικαιώματος» του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 17 του ελληνικού Συντάγματος, οι σκ. 37 ως 41 (με μειοψηφίες) με τις αρχές της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών (άρθρο 4 παρ. 5 Συντ.) και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), ενώ η σκ. 43 εξετάζει με εντελώς συνοπτικό τρόπο τα ζητήματα παραβίασης διατάξεων του «εργατικού Συντάγματος» (άρθρα 5 παρ. 1 περί οικονομικής ελευθερίας, 22 περί συλλογικών συμβάσεων και 23 περί συνδικαλιστικής ελευθερίας).
Τρεις γενικές παρατηρήσεις για τα «συνταγματικά» της απόφασης: η επιχειρηματολογία, όπως προειπώθηκε και ισχύει κυρίως για αυτή την κατηγορία σκέψεων, είναι συνοπτική και περισσότερο γενικού-«πολιτικού»[9]internacorporis[10](σκέψη 27), β) η επιβεβαίωση, σε βαθμό παγιοποίησης, της συμπερίληψης και των ενοχικών δικαιωμάτων στη συνταγματική έννοια της «περιουσίας» κατ’ άρθρο 17 του Συντάγματος, σε ευθυγράμμιση με τη λογική της ΕΣΔΑ και με εγκατάλειψη της ως πριν από λίγα χρόνια κρατούσας νομολογιακής αντιμετώπισης (σκ. 34 και 35), γ) η ορθή αλλά ατελής επισήμανση ότι άλλο η νομική έννοια της «εθνικής κυριαρχίας» και οι δυνατότητες και προϋποθέσεις «νόμιμης συρρίκνωσης» της είτε από το Σύνταγμα είτε στο ίδιο το Μνημόνιο και άλλο ο de facto περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας από τη συμμετοχή της χώρας σε διακρατικούς οργανισμούς και ενώσεις ή από την σύναψη διεθνών δεσμευτικών υποχρεώσεων[11] (σκ. 32). παρά τεχνικού χαρακτήρα’ οι μειοψηφίες που θεωρούν ότι υπάρχουν ζητήματα αντισυνταγματικότητας είναι αριθμητικά πολύ μικρές’ μόνο τρεις ενδιαφέρουσες «παράπλευρες» αποφάνσεις ανευρίσκονται σε μια απόφαση 129 σελίδων: α) η επίκληση της «ορθής πλειοψηφίας» (τρία πέμπτα των βουλευτών κατ’ άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος ή 50% + 1 κατά 28 παρ. 3) ελέγχεται καταρχήν δικαστικώς και δεν συνιστά
Πρώτο «κενό», συνεπώς, η έλλειψη αναλυτικών νομικών σκέψεων και δεύτερο η μη αναφορά σε παρεμπίπτοντα σημαντικά ζητήματα: θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί τη νομιμότητα μη ψήφισης της δανειακής σύμβασης από τη Βουλή, τη σχέση ανάμεσα στα άρθρα 28 παρ. 2 και 28 παρ. 3 του Συντάγματος και πότε ισχύει το καθένα, καθώς και τη σχέση του άρθρου 28 με το άρθρο 36 του Συντάγματος (τι νομική επίπτωση έχει η χρησιμοποίηση του όρου «συνθήκες» στο άρθρο 36 παρ. 2, «συμβάσεις» στο άρθρο 28 παρ. 1, «συνθήκη ή συμφωνία» στο άρθρο 28 παρ. 2 και κανενός χαρακτηρισμού στο άρθρο 28 παρ. 3;) και άλλα ζητήματα που τίθενται αμέσως ή εμμέσως από τις αιτήσεις ακυρώσεως και τα συνοδευτικά τους υπομνήματα ή εγείρονται από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης.
3. Πρώτη επί της ουσίας απόφανση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην «απόφαση του Μνημονίου»: το Μνημόνιο δεν αποτελεί διεθνή συνθήκη αλλά «πολιτικό πρόγραμμα», διότι με αυτό δεν αναλαμβάνονται αμοιβαίες δεσμεύσεις των μερών, ούτε προβλέπονται νομικά μέσα εξαναγκασμού της ελληνικής κυβέρνησης, ούτε προκύπτει, κατ’ άλλο τρόπο, νομική δεσμευτικότητα. Συνέπεια αυτής της απόφανσης είναι ότι το Μνημόνιο καλώς «ψηφίστηκε», ενσωματούμενο ως Παράρτημα στο ν. 3845/2010, με την απλή πλειοψηφία της Βουλής, καθώς δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 28 (και κυρίως του άρθρου 28 παρ. 3) του Συντάγματος.
Ως προς το ζήτημα αυτό, η θεωρία είναι διχασμένη αλλά, σε κάθε περίπτωση, κατά τη γνώμη μου, η επιχειρηματολογία της πλειοψηφίας όχι απολύτως πειστική. Είτε το Μνημόνιο γίνει δεκτό ως «άτυπη διεθνής συμφωνία»[12], είτε ως «κανονική αν και πρωτότυπη» διεθνής συμφωνία[13], τα περισσότερα στοιχεία της πραγματικότητας, δηλαδή της λειτουργίας του Μνημονίου, συνηγορούν, πιστεύω, ότι πρόκειται για δεσμευτικό διεθνές κείμενο που δημιουργεί αμφίπλευρες υποχρεώσεις, άρα συνιστά, έστω υπό την πιο ευρεία έννοια, «διεθνή συμφωνία». Η δεσμευτικότητα δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω: το Μνημόνιο συνιστά αναγκαίο στήριγμα της δανειακής σύμβασης (και γι’ αυτό δεν ακριβολογεί ούτε πραγματολογικά ούτε νομικά η θέση της απόφασης –σκ. 28, σελ. 80- ότι «οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της Ελλάδας έναντι των άλλων κρατών μελών της Ευρωζώνης ως προς τη λήψη μέτρων για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων … δεν απορρέουν από το Μνημόνιο αυτό καθεαυτό αλλά ενδεχομένως από την υπογραφείσα μετά τη δημοσίευση του ν. 3845/2010… σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης»)΄προβλέπει μέτρα που απλώς, επαναλαμβανόμενα και μάλιστα σε πολύ πιο συνοπτική μορφή, έλαβαν «κοινοτικό ένδυμα» με την απόφαση 2010/320 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και γι’ αυτό δεν είναι ούτε ορθό να λέγεται ότι οι υποχρεώσεις της χώρας μας γεννήθηκαν με τη δεύτερη αυτή πράξη)΄ελέγχεται ως προς τα αποτελέσματά του, μέσα μάλιστα σε συγκεκριμένα (και επιπλέον στενά) χρονικά περιθώρια, η δε δανειοδότηση της χώρας, μόνη λύση για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε ούτε Μνημόνιο ούτε ν. 3845 ούτε οι προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις, εξαρτάται ευθέως από την επίτευξη αυτών των (δεσμευτικών) αποτελεσμάτων΄ υπογράφηκε και εφαρμόζεται στο όνομα της χώρας και στο πλαίσιο της συμμετοχής της σε διακρατικούς οργανισμούς (την Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικά δε την Ευρωζώνη, και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο).
Η «πολιτική» μορφή του Μνημονίου ως οιονεί «προγράμματος της ελληνικής κυβέρνησης» (και μάλιστα, αλλά αυτή είναι μη νομική ιστορία, εντελώς διαφορετικού από αυτό με το οποίο η τότε κυβέρνηση διεκδίκησε τη λαϊκή ψήφο και πέτυχε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία) δεν αναιρεί ούτε τη δεσμευτικότητα ούτε την υποχρεωτικότητα των σε αυτό περιεχόμενων κανόνων, ούτε την ανάγκη αυτοί οι κανόνες να εισαχθούν, ακριβώς λόγω των χαρακτηριστικών τους, στην ελληνική έννομη τάξη (τα προγράμματα δεν έχουν ανάγκη καμίας «επικύρωσης», αφού ακόμα και η ψήφος εμπιστοσύνης ακολουθεί άλλη διαδικασία και έχει άλλη λειτουργία στο πολίτευμά μας). Η εγγενής σχέση Μνημονίου-δανειακής σύμβασης φωτίζει, εκτός των άλλων, και τη φύση του πρώτου ως «διεθνούς σύμβασης» ή τμήματος ανάληψης διεθνών υποχρεώσεων, η οποία και νομοθετική επικύρωση χρειάζεται και δικαστικά ελέγχεται.
Νομίζω, συνεπώς, ότι το καλύτερα ανταποκρινόμενο στην ιδιαίτερη πραγματικότητα της γένεσης και της λειτουργίας του Μνημονίου και του ν. 3845/2010 νομικό σχήμα είναι η αποδοχή ότι επρόκειτο περί ειδικού, και πρωτόγνωρου, τύπου «διεθνούς συνθήκης» ή συμφωνίας, η οποία έπρεπε να εισαχθεί, με απλή πλειοψηφία, στην ελληνική τάξη δυνάμει του άρθρου 36 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαιτεί ψήφιση από τη Βουλή διεθνών υποχρεώσεων που «επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες». Το άρθρο 28 του Συντάγματος, πόσο μάλλον το άρθρο 28 παρ. 2, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφού στο Μνημόνιο δεν προβλέπεται αναγνώριση άσκησης αρμοδιοτήτων εθνικών οργάνων σε όργανα διεθνούς οργανισμού –αντίθετα, στη θεωρία τουλάχιστον, το Μνημόνιο δημιουργούσε πανηγυρικά «εθνική υποχρέωση» υλοποίησης διεθνώς συμφωνημένων κανόνων. Το σχήμα αυτό απηχείται σε τρεις συγκλίνουσες με την πλειοψηφία μειοψηφικές γνώμες και θα οδηγούσε στο ίδιο με της πλειοψηφίας νομικό αποτέλεσμα (απόρριψη της αιτίασης για αντισυνταγματική διαδικασία), χωρίς καταφυγή στην αδόκιμη διάκριση μεταξύ «διεθνούς συνθήκης» (με έννομες συνέπειες και χρήζουσα νομοθετικής επικύρωσης) και «πολιτικού προγράμματος» (που θα μπορούσε, αφήνεται να υπονοηθεί, και να μην επικυρωθεί). Ο ίδιος, εξάλλου, ο νόμος 3845/2010, στην παρ. 4 εδαφ. β του άρθρου πρώτου αναγνωρίζει την υποχρεωτικότητα της εισαγωγής προς κύρωση του Μνημονίου στη Βουλή[14] (το ότι το σώμα του Μνημονίου «κυρώνεται» ως παράρτημα δεν έχει, ως προς αυτό, καμία σημασία), καταφάσκοντας έτσι για τον κατ’ ουσίαν χαρακτήρα του ως «διεθνούς συνθήκης» υπό την έννοια του άρθρου 36 του Συντάγματος.
4. Δεύτερη δέσμη ουσιαστικών κρίσεων της απόφασης, αυτή που αφορά τη (μη) παραβίαση των περιουσιακών δικαιωμάτων και των συνταγματικών ή υπερεθνικών κανόνων που συνδέονται με τις περικοπές μισθών, συντάξεων και επιδομάτων. Εδώ η επιχειρηματολογία της απόφασης είναι κλασική, αναμενόμενη, νομικά μάλλον απλή και δύσκολα αμφισβητήσιμη αλλά όχι απολύτως πλήρης. Οι δύο εννοιολογικοί της πόλοι είναι η δημόσια ωφέλεια εκ της (ύστατης, προσωρινής και αναγκαίας) στέρησης της περιουσίας και η εξαιρετική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί λόγω της κρίσης[15]. Το Δικαστήριο δέχεται, ασφαλώς, ότι η περιουσία (στην οποία ανήκει και η αξίωση αποδοχών εκ μέρους του κράτους, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις) προστατεύεται και ότι η επέμβαση σε αυτή επιτρέπεται μόνο «για λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος». Η ιδιαιτερότητα δε των περιστάσεων είναι αυτή που επιτρέπει στο δικαστή να θεωρήσει ότι τηρούνται οι όροι της προσφορότητας, αναγκαιότητας και αναλογικότητας, που παγίως θέτει η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και επαναλαμβάνει το ΣτΕ στην προκείμενη περίπτωση. Τα μέτρα είναι πρόσφορα και αναγκαία «ως εκ της φύσεως τους», αφού συμβάλλουν, πέραν αμφιβολίας, στην περιστολή των δημοσίων δαπανών με τρόπο αντικειμενικά αποτελεσματικό (ως προς το μέγεθος της εξοικονόμησης, όχι αναγκαστικά τη συνολική εξυγίανση). Δεν παραβαίνουν την αναλογικότητα γιατί εντάσσονται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προγράμματος, ισορροπούν ανάμεσα στο γενικό συμφέρον και την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων, καθώς ισχύουν για όλους τους εργαζόμενους και όλους τους συνταξιούχους. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, το επιχείρημα των «οριζόντιων περικοπών», που είχε χρησιμοποιηθεί από τους αιτούντες για να στηρίξει παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας[16], «αντιστρέφεται» από το Δικαστήριο και μετατρέπεται σε στήριγμα της αμεροληψίας του κράτους και της ίσης μεταχείρισης.
Είναι αλήθεια ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ, στην οποία εδράζεται το ΣτΕ, αφήνει μεγάλη ευχέρεια στο (στριμωγμένο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων) κράτος να διαγνώσει εκείνο πότε υφίσταται «ανάγκη εκ δημοσίου συμφέροντος»[17]. Είναι επίσης γεγονός ότι τα εκ του Μνημονίου μέτρου συγκροτούν, σχεδόν εξ ορισμού, «δημοσιονομικό δίκαιο της ανάγκης». Αν σε κάτι δεν είναι απολύτως ικανοποιητική, ως προς το θέμα αυτό, η απόφαση είναι στον υψηλό βαθμό ταυτολογίας της: έτσι όπως είναι διατυπωμένη, είναι σα να μας λέει ότι υπήρχε εξαιρετική ανάγκη, άρα μπορούσαν να επέλθουν περιουσιακοί περιορισμοί, άρα καλώς επήλθαν οι περιορισμοί που επήλθαν. Λείπει η εξήγηση του γιατί, με τα ληφθέντα μέτρα, επήλθε «περιορισμός» και όχι «στέρηση» περιουσίας, για την οποία θα έπρεπε να συντρέχουν άλλες προϋποθέσεις αλλά θα απαιτούνταν και αποζημίωση (κι εδώ το ζήτημα λύνεται ως θέσφατο). Το ίδιο ισχύει και για την αιτιολόγηση της προσφορότητας της συγκεκριμένης επιλογής του νομοθέτη (για «οριζόντιες περικοπές» των δημοσίων υπαλλήλων) σε σχέση με άλλες. Η απάντηση στις αιτιάσεις για παραβίαση της αρχής της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 Συντάγματος) και της αρχής της αναλογικότητας θα κέρδιζαν σε πειστικότητα αν το Δικαστήριο έμπαινε στην ουσία των μέτρων, ενόψει των περιστάσεων, και αναδείκνυε όχι ότι δεν υπήρχαν άλλες εναλλακτικές αλλά ότι, από νομική τουλάχιστον άποψη, η πλήρης «ισότητα στη στέρηση» ήταν η κοντινότερη στα όρια του κράτους δικαίου επιλογή. Σε κάθε περίπτωση, όπως παγίως δέχεται το Συμβούλιο της Επικρατείας ήδη από τη δεκαετία του 1980, ερμηνεύοντας έτσι τον «κοινωνικό χαρακτήρα» της οικονομικής δραστηριότητας και του «οικονομικού Συντάγματος» στην Ελλάδα, το κράτος έχει και δικαίωμα και μεγάλα περιθώρια να προβεί σε (προσωρινή;) χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης των ατόμων προκειμένου να (προσπαθήσει να) διασώσει την εθνική οικονομία. Η οξύτητα της δημοσιονομικής κρίσης που οδήγησε στο Μνημόνιο δεν επέτρεπε, σχεδόν αντικειμενικά, παρέκβαση από αυτή την κατεύθυνση. Καλύτερη παιδαγωγία θα ήταν πάντως ευπρόσδεκτη.
5. Πέρα από τις ουσιαστικές κρίσεις του, το Δικαστήριο προέβη και σε μια σειρά «αρνήσεων αποδοχής», καλυπτόμενο πίσω από την ιδιαιτερότητα και τους περιορισμούς που απορρέουν από τον τρόπο ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα. Απορρίφθηκαν έτσι χωρίς να ελεγχθούν ως προς την ουσία τους οι αιτιάσεις των αιτούντων περί:
α) παράνομης εξουσιοδότησης στον Υπουργό Οικονομικών να εκπροσωπεί το Δημόσιο και να υπογράφει κάθε «μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού … προκειμένου να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της προηγουμένης παραγράφου», δηλαδή του Μνημονίου. Σημειωτέον ότι, στην αρχική μορφή της διάταξης, προβλεπόταν ότι τα ως άνω κείμενα θα εισάγονταν στη Βουλή για κύρωση, σε μεταγενέστερο όμως νομοθέτημα (3847/2010), η λέξη «κύρωση» αντικαταστάθηκε με τις λέξεις «συζήτηση και ενημέρωση» -κάτι που και στην απόφαση του ΣτΕ αναφέρεται (σκ. 30) και εξόχως προβληματικό, από άποψη κράτους δικαίου, είναι[18]. Εντούτοις, το Δικαστήριο παραμερίζει την αιτίαση χωρίς να την εξετάσει, με βάση το συλλογισμό ότι το θέμα της εξουσιοδότησης «αφορά μνημόνια, συμφωνίες και συμβάσεις δανεισμού που ενδεχομένως θα καταρτισθούν ή θα συναφθούν στο μέλλον … και ως εκ τούτου δεν συνδέονται με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση», ενώ προχωρεί και στην κρίση ότι «το προσαρτηθέν στο ν. 3845/2010 Μνημόνιο, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα του, δεν διέπεται από τις ως άνω διατάξεις … εφ’ όσον είχε καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος τους». Βρίσκω αυτή την επιχειρηματολογία υπερβολικά τυπικιστική. Το Συμβούλιο θα μπορούσε να δεχθεί, όπως προειπώθηκε, ότι Μνημόνιο, δανειακή σύμβαση και άλλες προγενέστερες και μεταγενέστερες θεματικά συναφείς πράξεις και αποφάσεις συνιστούν ένα πλέγμα διεθνών κανόνων χρηζόντων επικύρωσης κατά το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος, αλλά ότι η διαδικασία ψήφισης μελλοντικών τμημάτων αυτού του πλέγματος δεν έχει επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση. Μια τέτοια αντιμετώπιση θα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα, χωρίς να φτάνει στο νομικώς άτοπο της διατυπούμενης στη σκέψη 31 της απόφασης μειοψηφία, η οποία ισχυρίζεται ότι έτσι, δηλαδή δια της πρόβλεψης επικύρωσης μελλοντικής πράξης, συμπαρασύρεται σε ακυρότητα όλο το πλέγμα,
β) διερεύνησης της συνταγματικότητας ή έστω της επιρροής της δανειακής σύμβασης, η οποία «ξεπετάγεται» με το επιχείρημα ότι «δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως στα πλαίσια της παρούσας δίκης, διότι … δεν συνδέεται με τις προσβαλλόμενες (διοικητικές) πράξεις» (σκ. 28). Και πάλι η θεωρία του «πλέγματος» θα έδινε πιο πρόσφορες νομικά λύσεις,
γ) διερεύνησης της παραβίασης σειράς εργασιακών δικαιωμάτων (σκ. 43). Εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο, ίσως, κενό της «απόφασης του Μνημονίου». Ενώ πρόκειται για αιτιάσεις που αγγίζουν τον πυρήνα συνταγματικών δικαιωμάτων με τουλάχιστον υπόνοια παραβίασης τους[19], το Δικαστήριο θεωρεί ότι προβλήθηκαν απαραδέκτως «διότι αφορούν ρυθμίσεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010, οι οποίες δεν έχουν εξειδικευτεί με την κοινή υπουργική απόφαση που αφορά συνταξιούχους…, τα δε αιτούντα φυσικά πρόσωπα δεν ισχυρίζονται ότι οι ρυθμίσεις αυτές έχουν εφαρμοστεί με τις προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις». Δύσκολο να αντιμετωπιστούν με όπλα του τυπικού δικαίου αυτές οι «αποκρούσεις» -γι’ αυτό και για το συγκεκριμένο ζήτημα δεν υπάρχει μειοψηφία. Ωστόσο θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, μήπως το Δικαστήριο θα άξιζε να δοκιμάσει, έστω και για να την απορρίψει, τη σκέψη ότι τα εργασιακά δικαιώματα μπορεί να μην συνδέονται ευθέως με τις προσβαλλόμενες πράξεις, συνδέονται όμως με αυτές μέσω του δεσμού εργασία-σύνταξη, αποτελώντας την καρδιά της πρώτης και το λόγο ύπαρξης της δεύτερης. Ανοίγοντας κι άλλο τον προβληματισμό, η υπόθεση, και η απόφαση, του Μνημονίου εγκαλούν έναν τρόπο ελέγχου της συνταγματικότητας που αφήνει, εκ προοιμίου, εκτός ελέγχου[20] εκτεταμένα πεδία κρίσιμων για την ίδια τη λειτουργία του πολιτεύματος μας νομοθετημάτων. Σκοπεύοντας, και επιτυγχάνοντας σε κάποιο βαθμό, τη δημιουργία ασφάλειας δικαίου, θα ήταν κάπως ειρωνικό, αλλά όχι αταίριαστο με το κλίμα της εποχής, μια τόσο σημαντική στιγμή της ελληνικής νομικής ζωής να σπείρει την αμφιβολία για θεμελιώδεις επιλογές του Έλληνα συνταγματικού νομοθέτη.


[1] Βλ. γενικώς περί Μνημονίου, Π. Γκλαβίνη, Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη, εκδ. Σάκκουλα, 2010, Κ. Μποτόπουλου, Τα θεσμικά της κρίσης, εκδ. Νέδα, 2010.
[2] Αντ. Μανιτάκη, «Τα συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου ενόψει μοιρασμένης κρατικής κυριαρχίας και επιτηρούμενης δημοσιονομικής πολιτικής», προδημοσίευση από τον τιμητικό τόμο Ν. Μπάρμπα στον ιστότοπο www.constitutionalism.gr.
[3] Ν. Αλιβιζάτος, «Αντισυνταγματικότητες: όχι στην ανεύθυνη πλειοδοσία», στην Καθημερινή, 11 Ιουλίου 2010. Βλ και την «απάντηση» από Κ. Μποτόπουλο, «Τα συνταγματικά του Μνημονίου», στη Μεταρρύθμιση, 18 Σεπτεμβρίου 2010, με ειδική επισήμανση ότι και ο ίδιος ο συγγραφέας του πρώτου άρθρου παραδέχεται ότι μερικά από τα μέτρα του Μνημονίου «είναι τόσο ισοπεδωτικά και ανεπιεική που, αργά ή γρήγορα, θα πέσουν».
[4] Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο www.constitutionalism.gr.
[5] Έτσι, με βάση την εισήγηση επί της συζητούμενης απόφασης, ο Κ. Μποτόπουλος, «Μνημόνιο και Σύνταγμα», στο περιοδικό Forum, Μάιος 2011, τεύχος-αφιέρωμα «Μνημόνιο: ένα χρόνο μετά…»
[6] Στη Δίκη του Μνημονίου, εκδ. ΔΣΑ, 2011, σελ. 161.
[7] Σύμφωνα με την εισήγηση, εάν γινόταν δεκτό έννομο συμφέρον του ΔΣΑ για την εν λόγω αίτηση, αυτό θα ισοδυναμούσε με αποδοχή μιας actio popularis.
[8] Άλλο πάντως, έστω και μη νομικό, το ζήτημα της εκ προοιμίου τοποθέτησης κατά του Μνημονίου στην οποία προέβη, στο όνομα μάλιστα όλων των μελών του, ο ΔΣΑ σπεύδοντας να υποβάλει τη σχετική αίτηση ακυρώσεως, τοποθέτηση η οποία, κατά τη γνώμη μου, υπερακοντίζει το θεσμικό του ρόλο. Βλ. Κ. Μποτόπουλου, «Τα συνταγματικά του Μνημονίου», ό.π. Έτσι και ο Τρύφων Κουταλίδης, «Αδιανόητες οι συνέπειες το Μνημόνιο να κριθεί αντισυνταγματικό», στο Forum, ο.π.
[9] Υπ’ αυτή την έννοια μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει δίκιο στην (επί της εισήγησης, που τελικώς ακολουθήθηκε και στην απόφαση) κριτική του ο Γ. Κασιμάτης στη γνωμοδότηση του «Σχετικά με την υπόθεση του ΔΣΑ στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα ζητήματα που δημιουργεί η εισήγηση», στο Η δίκη του Μνημονίου, ό.π.
[10] Όπως ανέμενε μέρος της θεωρίας. Βλ. Γ. Κασιμάτη, συμβολή σε εκδήλωση του ΔΣΑ που διεξήχθη στις 15 Ιουνίου 2010 με τίτλο «Μνημόνιο, Σύνταγμα, Ευρωπαϊκή Συνθήκη και ΕΣΔΑ», εκδ. ΔΣΑ, 2010. Έτσι και ο Κ. Μποτόπουλος, «Τα συνταγματικά του Μνημονίου», ό.π.
[11] Για το ζήτημα της κυριαρχίας, βλ. Κ. Μποτόπουλου, «Μνημόνιο, κυριαρχία και αυτονομία», στο έργο Πολιτική Επιστήμη υπό την επιμέλεια Α. Ι. Δ. Μεταξά, υπό έκδοση.
[12] Έτσι ο Α. Μανιτάκης, «Τα συνταγματικά ζητήματα…», ό.π., ο Π. Γκλαβίνης, Το Μνημόνιο της Ελλάδας…, ό.π., Ξενοφών Κοντιάδης, στη συμμετοχή του στην εκδήλωση της 15ης Ιουνίου 2010 του ΔΣΑ, ό.π.
[13] Έτσι ο Γ. Κασιμάτης, στην εκδήλωση του ΔΣΑ, ό.π., ο Γ. Κατρούγκαλος, «Memoranda sunt servanta? H συνταγματικότητα του ν. 3845/2010 και του Μνημονίου για τα μέτρα εφαρμογής των συμφωνιών με το ΔΝΤ, την ΕΕ και την ΕΚΤ», στην Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 2010, τ. 3.
[14] Το αναφέρει ο Γ. Κασιμάτης στη μνημονευθείσα και ενσωματωθείσα στο μετά την ακροαματική διαδικασία υποβληθέν Υπόμνημα των αιτούντων (στη Δίκη του Μνημονίου, ό.π., σελ. 184).
[15] Στη συνέχεια ιδίως της σχετικής με την επανένωση της Γερμανίας νομολογία του ΕΕΔΑ, υποθέσεις Johnandothersv. Germanyμε αποφάσειςτης 30ης Ιουνίου 2005.
[16] Βλ. στη Δίκη του Μνημονίου, ο.,π., σελ. 61
[17] Βλ. αναλυτικά για τη νομολογία του ΕΔΔΑ, Nicos Frangakis, “A State’s exceptional economic measures under the European Convention of Human Rights. The case of the Greek Memorandum”, in The European Convention of Human Rights, a living instrument, Essays in honour of Christos L. Rozakis, ed. Bruylant, 2011.
[18] Έτσι ο Πρ. Παυλόπουλος, «Υπερασπίζοντας το Σύνταγμα», στην Καθημερινή, 18 Ιουλίου 2010, ο οποίος μιλά για διπλή παραβίαση: του άρθρου 36 παρ. 2 του Συντάγματος περί νομοθετικής κύρωσης διεθνών «συνθηκών» και του άρθρου 74 παρ. 5 περί ασχέτων διατάξεων.
[19] Εκτός από αναλυτικές αναφορές στα δικόγραφα των λόγων ακυρώσεως (στη Δίκη του Μνημονίου, ό.,π), προς αυτή την κατεύθυνση τείνουν, μεταξύ πολλών, οι Α. Καζάκος, σε σειρά άρθρων και συνεντεύξεων (τελευταία στην εφ. Πριν, 7 Μαρτίου 2012), Ξ. Κοντιάδης(στην ημερίδα ΔΣΑ, ό.π. και «Εργασία χωρίς εγγυήσεις», στο Έθνος, 22 Ιουνίου 2010), Κ. Μποτόπουλος, «Τα συνταγματικά του Μνημονίου», ό.,π., καθώς και τα πορίσματα της ειδικής Έκθεσης της Ελληνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για το Μνημόνιο (στην Ελευθεροτυπία, 7 Ιουλίου 2010).
[20] Κ. Χρυσόγονος, «Η αλήθεια για το Μνημόνιο», στην Ελευθεροτυπία, 24 Ιουνίου 2010.

ΣτΕ 792/2012 – Επίδομα 176 ευρώ – Αρχή της ισότητας

ΣτΕ 792/2012, με σημείωμα Α. Καϊδατζή

ΣτΕ 792/2012 – Επίδομα 176 ευρώ – Αρχή της ισότητας

ΣτΕ 792/2012 Τμ. ΣΤ΄

[Επίδομα 176 ευρώ – Αρχή της ισότητας]
Πρόεδρος: Δ. Πετρούλιας, Αντιπρόεδρος ΣτΕ
Εισηγήτρια: Α. Χλαμπέα, Σύμβουλος
Η εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας δεν μπορεί να οδηγεί στην επέκταση και γενίκευση μιας παράνομης διοικητικής πρακτικής. Δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Δεν μπορεί, με επίκληση της αρχής της ισότητας, να υποχρεωθεί η Διοίκηση να επεκτείνει στις λοιπές κατηγορίες υπαλλήλων ορισμένη μισθολογική παροχή που χορηγήθηκε σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του νόμου (παραπέμπει στην Ολομέλεια).
[…]
3. Επειδή, με την παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση των τριών πρώτων εδαφίων της παραγράφου αυτής με την παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112) – το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 51 του νόμου αυτού, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (10.7.2009) –, θεσπίζεται ως πάγια ρύθμιση ο κανόνας του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφ’ όσον το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιόν του είναι κατώτερο των 40.000 ευρώ. Κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο από το ανωτέρω ποσό, όταν προβάλλεται συγκεκριμένα, με το εισαγωγικό δικόγραφο αυτής, ότι η επίλυση της διαφοράς έχει για τον αναιρεσείοντα ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αιτήσεως ή ότι με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. Με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε στις 3.12.2009, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 3772/2009 και ως εκ τούτου εμπίπτει στις ανωτέρω διατάξεις του, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προς εκδίκαση διαφορά, το αντικείμενο της οποίας ως προς έναν έκαστο των αναιρεσιβλήτων, είναι κατώτερο των 40.000 ευρώ. Το Δημόσιο όμως προβάλλει, με την κρινόμενη αίτηση, ότι αυτή ασκείται παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 3 περ. α του π.δ. 18/1989, διότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτό ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με το, υπογραφόμενο από Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, με εντολή του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), με αριθ. πρωτ. 4704/9850/20.1.2009, έγγραφο, που έχει ενσωματωθεί στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, στο Ν.Σ.Κ. έχουν υποβληθεί και στα αρμόδια δικαστήρια έχουν κατατεθεί («σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα επιδοθείσες υποθέσεις») περί τις 28.888 ατομικές αιτήσεις αναγνωρίσεως απαιτήσεων και αγωγές με αντικείμενο την παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 καθώς και 107.312 ομαδικές αιτήσεις / αγωγές με το αυτό αντικείμενο, οι οποίες αφορούν τουλάχιστον 243.512 υπαλλήλους (107.312 Χ 2 + 28.888) που διεκδικούν την εν λόγω παροχή. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό του Ν.Σ.Κ. ο ακριβής αριθμός των υπαλλήλων, που διεκδικούν την παροχή με τις προαναφερόμενες ομαδικές αιτήσεις / αγωγές, δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί, καθώς δεν είναι γνωστό πόσοι σωρεύονται σε κάθε αίτηση ή δικόγραφο αγωγής. Επίσης και το ακριβές ύψος των διεκδικούμενων ποσών δεν μπορεί να καθορισθεί, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθούν τα χρονικά διαστήματα τα οποία αφορούν οι διεκδικούμενες παροχές. Εν πάση όμως περιπτώσει, κατά τα προβαλλόμενα, το ύψος του συνολικώς διεκδικούμενου ποσού ανέρχεται σε τουλάχιστον 1.701.000.000 ευρώ, ποσό το οποίο αποτελεί, κατά το αναιρεσείον Δημόσιο, σοβαρότατη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, όπως προκύπτει και από το, συνημμένο στην κρινόμενη αίτηση, έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (αριθ. πρ. 2/4563/0022/27.1.2009). Περαιτέρω, στην κρινόμενη αίτηση επισυνάπτεται και απόσπασμα της από 13.10.2008 «ενδεικτικής» κατάστασης (504 σελίδων), (σε συνέχεια, όπως αναφέρεται στο ανωτέρω έγγραφο του Ν.Σ.Κ., προηγούμενης κατάστασης του έτους 2007), στην οποία αναφέρονται ονόματα διεκδικούντων την επίμαχη παροχή των 176 ευρώ καθώς και οι υπηρεσίες στις οποίες ανήκουν. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Δημοσίου, με τους οποίους γίνεται αναφορά, βάσει των επισυναπτόμενων στην κρινόμενη αίτηση ανωτέρω εγγράφων στοιχείων, σε συγκεκριμένο αριθμό εκκρεμών ενώπιον των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών υποθέσεων υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, διεκδικούντων την παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, είναι ειδικοί και συγκεκριμένοι και τεκμηριώνουν πλήρως ενόψει και του διεκδικούμενου ποσού (1.701.000.000 ευρώ) τις ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις που συνεπάγεται η επίλυση της επίδικης διαφοράς για το Δημόσιο. Άλλωστε, οι εκκρεμείς αυτές υποθέσεις αφορούν ευρύτατες κατηγορίες υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, (υπάλληλοι των Υπουργείων Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Αγροτικής Ανάπτυξης, Δικαιοσύνης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ΥΠΕΧΩΔΕ, Εθνικής Άμυνας, δικαστικοί υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί, αστυνομικοί υπάλληλοι, υπάλληλοι της ΕΥΠ, υπάλληλοι νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων κ.άλ.), γεγονός το οποίο είναι γνωστό και στο Δικαστήριο από τον μεγάλο αριθμό εκκρεμών ενώπιόν του σχετικών αιτήσεων αναιρέσεως που αφορούν μεγάλες κατηγορίες υπαλλήλων. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση ασκείται παραδεκτώς (πρβλ. ΣτΕ 3164/2011 επτ., 2068/2009 Ολομ., 2298/2009, 2578/2007 κ.ά.).
4. Επειδή, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ’ αρχήν, δεν υφίσταται, οσάκις ο νόμος παρέχει την εξουσία στην διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη της κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από τον δικαστή κρίση της Διοίκησης. Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφ’ όσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη της Διοίκησης να προβεί στην έκδοση της κανονιστικής πράξης είναι μη νόμιμη (βλ. ΣτΕ 1849/2009 Ολομ., 1430/1981 Ολομ. κ.άλ.).
5. Επειδή, με τις διατάξεις του κεφαλαίου Α΄ του ν. 2738/1999 εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παραγρ. 1 του ανωτέρω νόμου η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Στο άρθρο 13 παραγρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, με τίτλο «Συλλογικές συμφωνίες», προβλέπονται τα ακόλουθα : «1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α. … α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση». Ακολούθως, με το άρθρο 14, το οποίο έχει ως τίτλο «Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών», του ν. 3016/2002 ορίσθηκαν τα εξής : «1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α΄) και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή. β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. … 5. … 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002». Με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 καταργήθηκε από την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 1.1.2004, σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού, μεταξύ άλλων, το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή του. Ορίσθηκε δε με το άρθρο 24 παρ. 3 του 3205/2003, ότι τα θέματα που ρυθμίζει δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του. Ενώ, με την παραγρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου 24 ορίσθηκε ότι «Ειδικότερα, ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α΄) ως ειδική παροχή… διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31.12.2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις». Τέλος, στον ν. 3336/2005 (Α΄ 96), Κεφάλαιο Β΄ υπό τον τίτλο «Εισοδηματική πολιτική έτους 2005», ορίζεται ότι «Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1.1.2005» (άρθ. 2 παρ. 3) .
6. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ν. 2738/1999 και του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 προκύπτει ότι τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών, που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999, και αφορούν μισθούς και αμοιβές, ρυθμίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού. Με τη διάταξη δε της παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου 14 του ν. 3016/2002, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωσή της, («είναι δυνατόν να επεκτείνονται») παρέχεται απλώς ευχέρεια, και δεν επιβάλλεται η υποχρέωση, στους προαναφερόμενους συναρμόδιους υπουργούς να επεκτείνουν, «εν όλω ή εν μέρει», με την έκδοση κοινών αποφάσεών τους, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις των υπουργικών αποφάσεων της παραγρ. 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των ο.τ.α., και των ν.π.δ.δ., που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών. Η επέκταση όμως αυτή των μισθολογικών ρυθμίσεων, η οποία, κατά ρητή πρόβλεψη της παραγρ. 2 μπορεί να είναι είτε ολική είτε μερική, εάν αποφασισθεί, προφανώς ύστερα από συνεκτίμηση και των δυνατοτήτων του κρατικού προϋπολογισμού, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 176 ευρώ. Ρητώς δε ορίζεται στην παραγρ. 3 του άρθρου 14 ότι, αν στο εν λόγω προσωπικό καταβάλλονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, «οποιουδήποτε είδους» πρόσθετες μισθολογικές παροχές κατώτερες των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγηθεί μόνον η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Συνεπώς, από τις διατάξεις των παραγρ. 2 και 3 του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ρητώς αποκλείεται η χορήγηση της ανωτέρω μισθολογικής παροχής (των 176 ευρώ), αν στο προσωπικό του Δημοσίου, ο.τ.α. και λοιπών ν.π.δ.δ. καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπερβαίνουν το ποσό των 176 ευρώ. Εν όψει των προεκτεθέντων, και δεδομένου ότι η επέκταση των μισθολογικών ρυθμίσεων των αποφάσεων της παραγρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, δεν επιβάλλεται, κατά τη ρητή διάταξη του νόμου, ως υποχρεωτική, αλλά ανήκει στην ευχέρεια των συναρμόδιων υπουργών, οι οποίοι για την άσκηση της ευχέρειας αυτής προφανώς συνεκτιμούν και τις δημοσιονομικές δυνατότητες του κρατικού προϋπολογισμού, μπορεί δε να είναι είτε ολική είτε μερική, η μη έκδοση των προβλεπομένων στην παραγρ. 2 κανονιστικών υπουργικών αποφάσεων για την επέκταση αυτή δεν αποτελεί, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στη σκέψη 4 πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, και συνεπώς δεν υφίσταται για το Δημόσιο υποχρέωση καταβολής της επίμαχης μισθολογικής παροχής. Κατά μείζονα δε λόγο τούτο ισχύει, όταν πρόκειται για υπαλλήλους του Δημοσίου, των ο.τ.α. ή των λοιπών ν.π.δ.δ. στους οποίους καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές που υπερβαίνουν το ποσό των 176 ευρώ και εκ του λόγου αυτού αποκλείεται η χορήγηση της εν λόγω παροχής σ’ αυτούς. Εξ άλλου, η τυχόν, κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων των παραγρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για την χορήγηση της μισθολογικής παροχής των 176 ευρώ, σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, παρά τη μη συνδρομή των τασσόμενων από τις εξουσιοδοτικές διατάξεις αυτής προϋποθέσεων, εκδοχή την οποία πάντως αρνείται το αναιρεσείον Δημόσιο με την υπό κρίση αίτηση, δεν μπορεί να υποχρεώσει τη Διοίκηση στην επέκταση της παράνομης αυτής πρακτικής και σε λοιπές κατηγορίες υπαλλήλων, κατ’ επίκληση της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Και τούτο διότι, κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν νοείται ισότητα στην παρανομία (βλ. Σ.τ.Ε. 3232/2001, 934, 2331, 3336/2009, 733/2004, 3473/1977 Ολομ., 560, 4154/1973 Ολομ., βλέπε και Διάταξη του Δ.Ε.Ε. της 12.2.2009, Bild digital et ZVS, C-39/08 και C-43/08, σκέψη 18, μη δημοσιευθείσα, Απόφαση Δ.Ε.Κ. (ήδη Δ.Ε.Ε.) της 9.10.1984, Witte/Parlement, 188/83, Συλλ. σ. 3465, σκέψη 15 : «… Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, την οποία επικαλούνται οι αιτούντες πρέπει να εναρμονίζεται με την αρχή της νομιμότητας. Ως εκ τούτου, ουδείς μπορεί να επικαλείται υπέρ αυτού παρανομία που διαπράχθηκε προς όφελος άλλου προσώπου, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση μιας ταυτόσημου περιεχομένου αποφάσεως», Απόφαση Π.Ε.Κ. (ήδη Γ.Δ.) της 14.10.2009, Bank Melli Iran/Conseil, Τ-390/08, Συλλ. σελ. ΙΙ-3967, σκέψη 59, Απόφαση Π.Ε.Κ. (ήδη Γ.Δ.) της 14.5.1998, SCA Holding/Επιτροπής Τ-327/94, Συλλ. σελ. ΙΙ-1373, σκέψη 160). Ούτε δε μπορεί να γίνει δεκτό ότι η, έστω και συστηματική, κατά παράβαση διατάξεων τυπικού νόμου και συγκεκριμένα των παραγρ. 2 και 3 του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, χορήγηση της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, μπορεί να προσδώσει στην παροχή αυτή χαρακτήρα γενικής μισθολογικής προσαύξησης των αποδοχών όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, καταβαλλόμενης υποχρεωτικώς και ανεξαρτήτως του εάν συντρέχουν οι τασσόμενες στον ν. 3016/2002, ο οποίος προβλέπει την παροχή αυτή, προϋποθέσεις (πρβλ. Ε.Σ. 1723/2010 Ολομ., 489 και 2482/2008, 2139/2007). Προφανώς, δεν είναι, κατά το Σύνταγμα, νοητό η εφαρμογή της αρχής της ισότητας να έχει ως συνέπεια τη γενίκευση μιας παράνομης διοικητικής πρακτικής. Ούτε ασφαλώς μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Σύνταγμα παρέχει στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση τη δυνατότητα να τροποποιεί τις εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου με την συστηματική, κατά παράβαση του νόμου αυτού, έκδοση κανονιστικών πράξεων, αναγνωρίζοντας, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητας, με τον τρόπο αυτό μία παράνομη διοικητική πρακτική, ως πηγή κανόνων δικαίου. Ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισότητας θα μπορούσε να τεθεί, μόνον εάν η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, ασκώντας την ευχέρεια που παρέχουν σ’ αυτήν οι διατάξεις των παραγρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, χορηγούσε νομίμως, δηλαδή με την συνδρομή των οριζομένων προϋποθέσεων στο μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων υπαλλήλων την επίμαχη μισθολογική παροχή, εξαιρώντας, αδικαιολογήτως, από την χορήγηση της παροχής αυτής πολύ περιορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, οι οποίες πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις.
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, μόνιμοι δικαστικοί υπάλληλοι, αμειβόμενοι κατά τις διατάξεις των ν. 2470/1997 και 3205/2003, με την από 20.12.2005 αγωγή τους ζήτησαν να υποχρεωθεί το Δημόσιο να τους καταβάλει την μηνιαία πρόσθετη παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 31.12.2005, ισχυριζόμενοι ότι, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν τους έχει καταβληθεί, δεδομένου ότι αυτή έχει προσλάβει τον χαρακτήρα γενικής μισθολογικής προσαύξησης των αποδοχών των υπαλλήλων, οι οποίοι αμείβονται με το ενιαίο μισθολόγιο. Με την απόφαση 2796/2007 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε το Δημόσιο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες, για το παραπάνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 6.336 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, με την αιτιολογία ότι η εξαίρεση των εναγόντων από τη χορήγηση της ένδικης παροχής, η οποία αποτελεί γενική προσαύξηση του μισθού όλων των υπαλλήλων παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου το Δημόσιο άσκησε την από 10.1.2008 έφεση, προβάλλοντας ότι η κρίση αυτή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι εσφαλμένη. Και τούτο διότι από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 συνάγεται ότι η επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999, δεν είναι υποχρεωτική, αλλά δυνητική και απαιτείται προς τούτο η έκδοση κανονιστικής πράξης των συναρμόδιων υπουργών. Εξ άλλου, κατά τους προβληθέντες από το Δημόσιο ισχυρισμούς, ρητώς στην παρ. 3 του άρθρου 14 ορίζεται (εν όψει και του σκοπού της ρύθμισης, δηλαδή της ενίσχυσης των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) ότι, αν σε υπαλλήλους καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές κατώτερες των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγηθεί μόνον η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Σε όλους δε τους δικαστικούς υπαλλήλους καταβάλλονται μηνιαίως πρόσθετες μισθολογικές παροχές, έναντι της συνήθους απασχόλησης εντός του νομίμου ωραρίου της εργασίας τους. Συγκεκριμένα, καταβάλλεται η κατ’ αποκοπή μηνιαία πάγια αποζημίωση του άρθρου 16 παρ. 9 του ν. 2298/1995, ανερχόμενη σε 184,89 ευρώ, και χρηματικό ποσό προερχόμενο από τον ειδικό λογαριασμό 26281/6, ύψους 234,78 ευρώ μηνιαίως από το έτος 2001 και 316 ευρώ μηνιαίως από 1.5.2005. Οι πρόσθετες αυτές παροχές υπερβαίνουν το ποσό των 176 ευρώ μηνιαίως και συνεπώς αποκλείεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 3016/2002, η χορήγηση της εν λόγω παροχής στους δικαστικούς υπαλλήλους. Εν όψει δε αυτών, δεν υπάρχει παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την έφεση του Δημοσίου, κρίνοντας αβάσιμους του ανωτέρω λόγους. Συγκεκριμένα, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι η προαναφερόμενη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 χορηγήθηκε αρχικά, με σκοπό την εξομάλυνση των μισθολογικών διαφορών υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων του Δημοσίου, των ο.τ.α. και των λοιπών ν.π.δ.δ. Στη συνέχεια, όμως, με σειρά υπουργικών αποφάσεων (60 περίπου), εκδοθεισών σε σύντομο χρονικό διάστημα (κυρίως εντός του έτους 2002), η ως άνω παροχή χορηγήθηκε διαδοχικώς σε διάφορες κατηγορίες και ειδικότητες υπαλλήλων διαφόρων υπουργείων, ο.τ.α. και ν.π.δ.δ., χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς τη φύση, το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους. Με τη χορήγηση της ανωτέρω παροχής, και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα, σε μεγάλες και ανόμοιες μεταξύ τους κατηγορίες υπαλλήλων διαφόρων υπουργείων, ο.τ.α. και ν.π.δ.δ., αδιακρίτως αν πρόκειται για χαμηλόμισθους ή όχι, εξέλιπε τελικώς, κατά την κρίση του Εφετείου, ο βασικός λόγος (ενίσχυση χαμηλόμισθων υπαλλήλων) που θα δικαιολογούσε τη χορήγησή της σε συγκεκριμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων και κατέστη αντιθέτως κανόνας η χορήγησή της, σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα, αφού η ειδική αυτή παροχή απέκτησε πλέον το χαρακτήρα επιδόματος που προσαυξάνει τους μισθούς όλων των προαναφερόμενων κατηγοριών. Το συμπέρασμα δε αυτό, κατά το Εφετείο, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης περιέλαβε, με τα άρθρα 1 παρ. 13 του ν. 3029/2002, 2 παρ. 16 του ν. 3234/2004 και 2 του ν. 3513/2006, την επίδικη παροχή στις συντάξιμες αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ο.τ.α. και των λοιπών ν.π.δ.δ., ανεξαρτήτως αν λαμβάνουν ή όχι την εν λόγω παροχή. Εν όψει αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η, κατ’ εξαίρεση μη χορήγησή της σε μερικές μόνο κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, συνιστά άνιση μεταχείρισή τους έναντι των υπολοίπων κατηγοριών, στις οποίες αυτή εχορηγείτο. Προς αποκατάσταση δε της διαταραχθείσας ισότητας θα πρέπει η εν λόγω παροχή να χορηγηθεί και σε όλους τους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα που δεν την έλαβαν. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η άνιση και αδικαιολόγητη δυσμενής αυτή μεταχείριση διατηρήθηκε και υπό την ισχύ του ν. 3205/2003, διότι ναι μεν με το άρθρο 28 παρ. 1 αυτού καταργήθηκαν από 1.1.2004 και εφεξής όλες οι εκδοθείσες κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 κοινές υπουργικές αποφάσεις, ωστόσο, αφενός η παροχή αυτή διατηρήθηκε, με το άρθρο 24 παρ. 2 του παραπάνω νόμου, ως προσωπική διαφορά, σε όλους τους υπαλλήλους στους οποίους είχε χορηγηθεί με τις κοινές υπουργικές αποφάσεις και συνέχισε να καταβάλλεται σ’ αυτούς προσαυξάνοντας τις αποδοχές τους, αφετέρου με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων εχορηγείτο η παροχή. Με τις σκέψεις αυτές, το Διοικητικό Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η ένδικη παροχή, ενόψει της μη σύνδεσης και συνάρτησής της προς τις πραγματικές μισθολογικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελούσαν οι κατηγορίες των υπαλλήλων στις οποίες αυτή καταβλήθηκε και της γενικότητας με την οποία χορηγήθηκε σε πλήθος κατηγοριών υπαλλήλων, χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση, αποτελεί προσαύξηση μισθού, την οποία, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν έλαβαν οι εφεσίβλητοι. Για το λόγο δε αυτό, δεν μπορεί να συμψηφισθεί με τις παραπάνω πρόσθετες μισθολογικές παροχές που, όπως προέβαλε το Δημόσιο, ελάμβαναν αυτοί, οι οποίες, κατά τη κρίση του Εφετείου, «άλλωστε είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας ως δικαστικών υπαλλήλων». Βάσει των ανωτέρω γενομένων δεκτών, το Δημόσιο υποχρεώθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να καταβάλει σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους, νομιμοτόκως, το ποσό των 4.294,40 ευρώ, που αντιστοιχεί στην μηνιαία παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 31.12.2005.
8. Επειδή, η ανωτέρω κρίση του Διοικητικού Εφετείου δεν είναι ορθή. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 5, και υπό την εκδοχή, την οποία πάντως το αναιρεσείον Δημόσιο αρνείται με την κρινόμενη αίτηση, όπως αναπτύσσεται με το από 12.6.2001 υπόμνημα, ότι δηλαδή με σειρά υπουργικών αποφάσεων η επίμαχη μισθολογική παροχή χορηγήθηκε σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων αδιακρίτως του εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, δηλαδή χορηγήθηκε κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του εν λόγω νόμου, και υπό την εκδοχή αυτή δεν μπορεί, πάντως, με την επίκληση της αρχής της ισότητας, να υποχρεωθεί η Διοίκηση να προβεί στην επέκταση της χορήγησης της επίμαχης παροχής και στις λοιπές κατηγορίες υπαλλήλων, ανεξαρτήτως του εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο ν. 3016/2002, δηλαδή παρανόμως. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την εκτεθείσα πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (αλλά και του Δ.Ε.Κ. ήδη Δ.Ε.Ε.), δεν νοείται ισότητα στην παρανομία, δεδομένου ότι προφανώς η εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας δεν μπορεί να οδηγεί στην επέκταση και γενίκευση μιας παράνομης διοικητικής πρακτικής. Εξ άλλου, και η επικουρικώς διατυπούμενη σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι οι καταβαλλόμενες στους δικαστικούς υπαλλήλους πρόσθετες μισθολογικές παροχές της πάγιας μηνιαίας αποζημίωσης του άρθρου 16 παρ. 9 του ν. 2298/1995 και το προερχόμενο από τον ειδικό λογαριασμό 26281/6, που υπερέβαιναν το ποσό των 176 ευρώ, δεν είναι ληπτέες υπ’ όψη για την χορήγηση της παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, διότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας ως δικαστικών υπαλλήλων, είναι εσφαλμένη. Και τούτο διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη της παρ. 3 του εν λόγω άρθρου 14, αποκλείεται, εν πάση περιπτώσει, η χορήγηση της ανωτέρω μισθολογικής παροχής (των 176 ευρώ) σε υπαλλήλους στους οποίους καταβάλλονται «οποιουδήποτε είδους» πρόσθετες μισθολογικές παροχές που υπερβαίνουν το ποσό των 176 ευρώ, χωρίς καμία διάκριση ως προς το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των υπαλλήλων. Τέλος, ούτε βεβαίως ευσταθεί και το αναφερόμενο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιχείρημα ότι η επίδικη παροχή των 176 ευρώ απέκτησε χαρακτήρα υποχρεωτικής γενικής μισθολογικής προσαύξησης των αποδοχών των υπαλλήλων, ανεξαρτήτως τυχόν καταβαλλομένων σ’ αυτούς πρόσθετων μισθολογικών παροχών, εκ του ότι ο νομοθέτης περιέλαβε την παροχή αυτή, με τη διάταξη της παρ. 13 του άρθρου 1 του ν. 3029/2002 (Α΄ 160), στις συντάξιμες αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ., αδιαφόρως αν την λαμβάνουν ή όχι. Και τούτο διότι, πέραν των προεκτεθέντων, ανεξαρτήτως του ότι η ως άνω διάταξη είναι συνταξιοδοτική και δεν καθορίζει τις ληπτέες αποδοχές των ενεργεία υπαλλήλων, εν πάση δε περιπτώσει, με το άρθρο 1 παρ. 15 του ν. 3234/2004 (Α΄ 52) η εν λόγω διάταξη έπαυσε να ισχύει από 1.1.2004 και, ως εκ τούτου, είχε εφαρμογή μόνο για το έτος 2003 (βλ. σχετικώς και την αιτιολογική έκθεση του ν. 3234/2004, με το άρθρ. 2 παρ. 16 του οποίου ορίσθηκε ότι ειδικά για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ., οι οποίοι δεν έλαβαν το επίδομα των 176 ευρώ του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις της παρ. 13 του άρθρου 1 του ν. 3029/2002 κρατήσεις διενεργούνται, μόνο για το έτος 2003 και από 1ης Ιανουαρίου του έτους αυτού, επί του πράγματι καταβαλλόμενου επιδόματος του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 13 του ν. 2470/1997 και μέχρι του συνολικού ποσού των 176 ευρώ).
9. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω γενομένων δεκτών, η υπό κρίση αίτηση θα έπρεπε, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Λόγω όμως, της μείζονος σπουδαιότητας του ανωτέρω ζητήματος, σχετικά με την, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητας, επέκταση της χορήγησης της επίδικης παροχής και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 καθώς και λόγω της αντίθετης νομολογίας του Αρείου Πάγου (βλ. Α.Π. 946, 754 και 1723/2010 και 574/2009) το ζήτημα αυτό πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 18/1989. Ορίζεται δε εισηγητής ο Σύμβουλος Κ. Ευστρατίου.
Σημείωμα
Το ουσιαστικό νόημα της απόφασης βρίσκεται στη σκέψη ότι η αρχή της ισότητας μόνο τότε παραβιάζεται, όταν η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση χορηγεί νομίμως στο μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων υπαλλήλων ορισμένη μισθολογική παροχή, αλλά αδικαιολόγητα εξαιρεί πολύ περιορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, οι οποίες πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Με αυτήν όπως και με άλλες αποφάσεις, φαίνεται πια πως μεταστρέφεται νομολογία ετών και βλέπουμε το τέλος της κακώς νοούμενης «επεκτατικής ισότητας», δηλαδή κατ’ αποτέλεσμα της άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής με δικαστικές αποφάσεις (από την πλούσια βιβλιογραφία για το θέμα βλ. ενδεικτικά Θ. Αντωνίου, Η ισότητα εντός και δια του νόμου, 1998, σ. 204 επ., Ι. Μαθιουδάκη, Επέκταση ευνοϊκής ρύθμισης για λόγους ισότητας, ΔιΔικ 2003, σ. 852 επ., Δ. Φιλίππου, Επεκτατική εφαρμογή της αρχής της ισότητας και επί εξαιρετικής ευμενούς ρύθμισης, ΔτΑ 17/2003, σ. 187 επ.). Προφανώς η τρέχουσα δημοσιονομική συγκυρία δεν είναι άσχετη με τη μεταστροφή αυτή, καθώς η προηγούμενη νομολογία, με «εμβληματικό» παράδειγμα το περιβόητο επίδομα των 176 ευρώ, έχει κι αυτή κι αυτή μερίδιο ευθύνης, έστω περιορισμένο, για το δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει ήδη μεταστρέψει τη νομολογία του για το επίμαχο επίδομα (ΕλΣυν 1723/2010 Ολ., ΕΔΚΑ 2010, σ. 1033). Μένει να δούμε αν τελικά η απόφαση αυτή του ΣΤ΄ Τμήματος επιβεβαιωθεί από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Όπως επίσης και αν ο Άρειος Πάγος θα προσχωρήσει σε αυτή την τάση ή αν, αντιθέτως, το ζήτημα θα αχθεί στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

ΣτΕ (Ολ.) 142/2012 – Επιλογή προεδρείων ανωτάτων δικαστηρίων

ΣτΕ (Ολ.) 142/2012, με σημείωμα Α. Καϊδατζή

ΣτΕ (Ολ.) 142/2012 – Επιλογή προεδρείων ανωτάτων δικαστηρίων

ΣτΕ (Ολ.) 142/2012

[Επιλογή προεδρείων ανωτάτων δικαστηρίων]
Πρόεδρος: Π. Πικραμμένος
Εισηγήτρια: Ηρ. Τσακόπουλος, Σύμβουλος
Το άρθρο 90 παρ. 5 Συντ. δεν αποκλείει, η επιλογή προέδρων και αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων να γίνεται σε περισσότερα του ενός στάδια (προεπιλογή – τελική επιλογή). Αλυσιτελώς προβάλλεται ως λόγος ακυρώσεως ότι το άρθρο 1 του ν. 3841/2010, το οποίο προβλέπει γνωμοδότηση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, αντίκειται στην παραπάνω διάταξη, δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν υπήρξε τέτοια γνωμοδότηση και, επομένως, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε την επιλογή αντιπροέδρων του ΣτΕ χωρίς να λάβει υπόψη τη γνώμη άλλου οργάνου (μειοψ.).
[…]
3. Επειδή, το άρθρο 90 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 5 ότι «Οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας… ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως ο νόμος ορίζει», στην δε παράγραφο 6 ότι «Οι αποφάσεις ή πράξεις κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας». Όπως δε έχει κριθεί (βλ. Σ.τ.Ε. 292/1984 Ολομ.) κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, ο αποκλεισμός του ελέγχου του Συμβουλίου της Επικρατείας, δηλαδή το απαράδεκτο της αιτήσεως ακυρώσεως, αφορά τις αποφάσεις ή πράξεις που εκδίδονται κατά τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου, δηλαδή, ειδικότερα ως προς την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, τις αποφάσεις ή πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς που θεσπίζει η εν λόγω παράγραφος. Συνεπώς, δεν εμπίπτουν στο καθιερούμενο απαράδεκτο, αλλά είναι ακουστοί και περαιτέρω εξεταστέοι, οι λόγοι ακυρώσεως οι οποίοι αμφισβητούν την συνδρομή όρου ή προϋποθέσεως που τίθεται από την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος.
4. Επειδή, ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988, Α΄ 35), ορίζει στην παράγραφο 3 του άρθρου 49, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε εν τέλει με το άρθρο 1 του ν. 3841/2010 (Α΄ 56), τα εξής: «α) Οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Προέδρου και του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επιλέγει τους προαγόμενους μεταξύ εκείνων που έχουν τα νόμιμα προσόντα. Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων ζητείται από τον παραπάνω Υπουργό και δεν τον δεσμεύει κατά τη διατύπωση της εισήγησης του προς το Υπουργικό Συμβούλιο… γ) Η διάταξη της περίπτωσης α’ της παραγράφου αυτης εφαρμόζεται και για τις προαγωγές στις θέσεις των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πριν ζητηθεί η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του ως άνω Υπουργού, προεπιλεγεί, όταν η προς πλήρωση θέση είναι μία, έξι από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα. Για καθεμία επιπλέον θέση, ο αριθμός των προεπιλεγόμενων αυξάνεται κατά δύο. Στη συνέχεια, ο Υπουργός απευθύνεται στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, η οποία, μετά από ακρόαση των υποψηφίων, εκφράζει, με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με πλειοψηφία τουλάχιστον των τεσσάρων πέμπτων των μελών της, γνώμη προτείνοντας αριθμό δικαστικών λειτουργών ίσο προς το ήμισυ των προεπιλεγέντων. δ) Για την πλήρωση των θέσεων, οι οποίες πρόκειται να μείνουν κενές στις 30 Ιουνίου κάθε έτους, ο ως άνω Υπουργός κινεί τις διαδικασίες που ορίζονται στις διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων της παραγράφου αυτής το αργότερο ως το τέλος Απριλίου. Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο κενωθεί κάποια από τις παραπάνω θέσεις κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους, η διαδικασία κινείται μέσα σε δύο μήνες από την κένωση της θέσης και η προαγωγή του δικαστικού λειτουργού ανατρέχει στη λήξη της δίμηνης αυτής προθεσμίας, ε) Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής παρέχεται μέσα σε δύο μήνες από τότε που ζητήθηκε και αφορά πάντοτε αριθμό δικαστικών λειτουργών που δεν μπορεί να είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος του αριθμού που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτώσεων β’ και γ’ της παραγράφου αυτής. Η διαδικασία για την προαγωγή δικαστικού λειτουργού μπορεί να συνεχιστεί και χωρίς την παραπάνω γνώμη, αν για οποιονδήποτε λόγο παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία. Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων μπορεί να παραλειφθεί, αν δεν είναι δυνατή η σύγκληση της λόγω διάλυσης της Βουλής ή για οποιονδήποτε άλλο νόμιμο λόγο».
5. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Το Υπουργικό Συμβούλιο, με την πράξη του 9/28.4.2010, προεπέλεξε οκτώ (8) Συμβούλους Επικρατείας, νεώτερους στην επετηρίδα από την αιτούσα, για την πλήρωση δύο κενών οργανικών θέσεων Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, ζητήθηκε δε με το από 29.4.2010 έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3841/2010, η σχετική γνώμη της Διασκέψεως των Προέδρων της Βουλής. Ενώπιον του οργάνου ατού έλαβε χώρα, στις 21.6.2010, η ακρόαση των προεπιλεγέντων, όπως όμως αναφέρεται στο υπ’ αριθμ. 2787/28.6.2010 έγγραφο του Προέδρου της Βουλής προς τον ως άνω Υπουργό, «η Διάσκεψη των Προέδρων δεν εξέφρασε γνώμη, σύμφωνα με το νόμο και τον Κανονισμό της Βουλής, διότι κατά την ψηφοφορία που επακολούθησε δεν επετεύχθη ομοφωνία ή πλειοψηφία τουλάχιστον των τεσσάρων πέμπτων των μελών της…» (σχετικό και το απόσπασμα από το πρακτικό της Διάσκεψης των Προέδρων της 21ης Ιουνίου 2010). Κατόπιν αυτού, το Υπουργικό Συμβούλιο, με την πράξη του 20/6.7.2010, η οποία απετέλεσε και την πρόταση του για την έκδοση του προσβαλλόμενου προεδρικού διατάγματος, αποφάσισε να επιλέξει για προαγωγή τις αναφερόμενες στην δεύτερη σκέψη Συμβούλους Επικρατείας, έχοντας υπ’ όψη, όπως αναφέρεται στο προοίμιο του διατάγματος αυτού, μεταξύ άλλων, «το γεγονός ότι η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, μετά από ακρόαση των παραπάνω προεπιλεγέντων κατά τη συνεδρίαση της την 21η Ιουνίου 2010, δεν εξέφρασε γνώμη με την απαιτούμενη κατά νόμο πλειοψηφία», καθώς και την από 6.7.2010 εισήγηση του αρμοδίου Υπουργού, που είχε διατυπωθεί με βάση «τα στοιχεία των ατομικών υπηρεσιακών φακέλων των [προεπιλεγέντων] δικαστικών λειτουργών… αυστηρώς εκτιμώμενα…».
6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα είναι ακυρωτέο, διότι η διαδικασία εκδόσεως του στηρίζεται σε αντισυνταγματικές διατάξεις ότι, ειδικότερα, η διαδικασία που καταστρώνεται στο άρθρο 1 του ν. 3841/2010 αντίκειται στο άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος διότι η συνταγματική αυτή διάταξη αφ’ ενός μεν αναθέτει στο Υπουργικό Συμβούλιο την επιλογή των προαγόμενων και αποκλείει την γνωμοδοτική παρέμβαση άλλου οργάνου, αφ’ ετέρου δε επιβάλλει η περί επιλογής κρίση από το Υπουργικό Συμβούλιο να γίνεται εφ’ άπαξ μεταξύ όλων των μελών του Δικαστηρίου που έχουν τα τυπικά προσόντα και όχι κατά στάδια. Η αιτούσα ισχυρίζεται επίσης ότι η εξέταση του παραπάνω λόγου ακυρώσεως είναι λυσιτελής, παρ’ όλον ότι δεν επιτεύχθηκε η πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών της Διασκέψεως των Προέδρων της Βουλής, «δεδομένου ότι η αντισυνταγματικότητα δεν αίρεται εκ του λόγου αυτού, δεδομένου μάλιστα ότι δεν στηρίζεται μόνο στην παρέμβαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, αλλά και στο ότι η τεχνική επιλογή δεν έγινε με εφ’ άπαξ κρίση μεταξύ όλων των μελών των εχόντων τα τυπικά προσόντα, αλλά κατά στάδια, κατόπιν της ως άνω προεπιλογής».
7. Επειδή, με τους εκτιθέντες λόγους ακυρώσεως προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, ότι το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων που θέτει το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην τέταρτη σκέψη, ως προς την έννοια της διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 6 του Συντάγματος, οι λόγοι αυτοί ακυρώσεως είναι ακουστοί. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως είναι παραδεκτή από της απόψεως αυτής, ασκείται δε παραδεκτώς και κατά τα λοιπά και είναι περαιτέρω εξεταστέα.
8. Επειδή, όπως προκύπτει από το ιστορικό της υποθέσεως, η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής δεν διατύπωσε γνώμη σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3841/2010, εξ ου και το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά την συνεδρίαση του της 6.7.2010, αποφάσισε με βάση τα στοιχεία των ατομικών υπηρεσιακών φακέλων των κρινόμενων, δηλαδή χωρίς να λάβει υπ’ όψη την γνώμη άλλου οργάνου. Υπό τα δεδομένα αυτά, η εξέταση του λόγου ακυρώσεως, κατά τον οποίο οι διατάξεις αυτές, προβλέπουσες στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως της αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου «γνωμοδοτική παρέμβαση άλλου οργάνου» αντιβαίνουν στο Σύνταγμα, και, ως εκ τούτου, το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα είναι ακυρωτέο ως εκδοθέν βάσει αντισυνταγματικών διατάξεων, είναι αλυσιτελής, εφ’ όσον, πάντως, στην προκειμένη περίπτωση τέτοια, αντισυνταγματική κατά την αιτούσα, παρέμβαση δεν υπήρξε. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος, κατά το γράμμα και το πνεύμα της, δεν αποκλείει η αναφερόμενη σε αυτήν επιλογή να γίνεται σε περισσότερα του ενός στάδια (προεπιλογή – τελική επιλογή). Επομένως, το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα δεν μπορεί να θεωρηθεί μη νόμιμο εκ μόνου του λόγου ότι το Υπουργικό Συμβούλιο προεπέλεξε αρχικά και σε επόμενη συνεδρίαση του προέβη στην τελική επιλογή του, αβασίμως δε η αιτούσα, προκειμένου να στηρίξει την εκδοχή της περί λυσιτελούς της κρινομένης αιτήσεως, προβάλλει το αντίθετο. Μειοψήφησαν ο Αντιπρόεδρος Αθ. Ράντος και οι Σύμβουλοι Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, I. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, I. Ζόμπολας, Μ. Παπαδοπούλου, Α. Καλογεροπούλου, Α. Σταθάκης και Θ. Αραβάνης, καθώς και ο Πάρεδρος Χ. Ντουχάνης. οι οποίοι υποστήριξαν ότι είναι λυσιτελής η εξέταση των ισχυρισμών της αιτούσης περί της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3841/2010. Από τα μειοψηφήσαντα μέλη του Δικαστηρίου, οι Σύμβουλοι Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, I. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, I. Ζόμπολας, Α. Σταθάκης, Θ. Αραβάνης και ο Πάρεδρος Χ. Ντουχάνης υποστήριξαν την εξής γνώμη: Με τους προβαλλόμενους ως άνω λόγους ακυρώσεως τίθεται το ζήτημα αν η παρεμβολή του γνωμοδοτικού σταδίου που προβλέπεται στο άρθρο 1 του ν. 3841/2010 πριν από την άσκηση της κατά το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος αποφασιστικής αρμοδιότητας του Υπουργικού Συμβουλίου, συνάδει με τον τρόπο επιλογής που θεσπίζεται με τη συνταγματική αυτή διάταξη. Το ζήτημα τούτο, εξεταστέο και αυτεπαγγέλτως, καθώς αφορά τη συνταγματικότητα των εφαρμοσθεισών διατάξεων, δεν συνδέεται κατ’ ανάγκην με τη θετική ολοκλήρωση του ως άνω γνωμοδοτικού σταδίου και την περαιτέρω λήψη υπ’ όψη της οικείας γνωμοδότησης από το Υπουργικό Συμβούλιο. Γιατί εμπεριέχει τον προβληματισμό κατά πόσον αυτή καθ’ εαυτήν η προβλεπόμενη γνωμοδοτική διαδικασία είναι συμβατή με ουσιώδη χαρακτηριστικά, όπως το αναιτιολόγητο, του ως άνω συνταγματικού συστήματος επιλογής. (Βλ. 2/2010 πρακτικό της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε., με το οποίο εκφράσθηκαν εν συμβουλίω οι σχετικές απόψεις του Δικαστηρίου). Συνεπώς, κατά τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, αφ’ ης, πάντως, εν προκειμένω, κινήθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, η εν λόγω διαδικασία με την προεπιλογή Συμβούλων και την ακρόαση τους ενώπιον της Διασκέψεως των Προέδρων της Βουλής κατ’ εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων, μόνη η μη ολοκλήρωση της διαδικασίας δεν καθιστά αλυσιτελείς τους ανωτέρω περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι θα έπρεπε να εξετασθούν περαιτέρω. Ο Αντιπρόεδρος Αθ. Ράντος και η Σύμβουλος Μ. Παπαδοπούλου υποστήριξαν την εξής γνώμη: Όπως προκύπτει από το εκτεθέν ιστορικό της υποθέσεως, αφ’ ενός μεν, στο πλαίσιο της επίμαχης επιλογής Αντιπροέδρων του Δικαστηρίου, το Υπουργικό Συμβούλιο προέβη στην προεπιλογή υποψήφιων δικαστικών λειτουργών, κατ’ εφαρμογή του συστήματος του άρθρου 49 παρ. 3 του ΚΟΔΚΔΛ, όπως ισχύει, μεταξύ των οποίων και οι τελικώς επιλεγέντες, στους οποίους δεν περιελήφθη η αιτούσα, αφ’ ετέρου δε τηρήθηκε η περαιτέρω διαγραφόμενη στο νόμο διαδικασία, εφ’ όσον οι εν λόγω προεπιλεγέντες δικαστικοί λειτουργοί παρουσιάσθηκαν ενώπιον του κατά το νόμο οργάνου του Κοινοβουλίου και έτυχαν της ενώπιον αυτού ακροάσεως. Εν όψει τούτων, ουδεμία από την άποψη αυτή ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, τελικώς, η Διάσκεψη των Προέδρων δεν εξέφερε συγκεκριμένη, ονομαστικώς προσδιορισμένη γνώμη επί των προς επιλογή προσώπων, διότι το γεγονός και μόνον ότι τούτο δεν κατέστη δυνατόν λόγω μη επιτεύξεως ομοφωνίας ή της κατά νόμο πλειοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων των μελών της ή ακόμη και ελλείψει απαρτίας, συνιστά και αυτό, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, εκφορά γνώμης. Τούτο, διότι σε κοινοβουλευτικό πολίτευμα, όπως το καθιερούμενο από το Σύνταγμα, όπου «οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση» (άρθρο 60 παρ. 1 του Συντάγματος), ουδόλως αποκλείεται να εκφράζεται η γνώμη αυτή με την μη συμμετοχή σε ορισμένες διαδικασίες ή με την αποχή από ψηφοφορίες. Το γεγονός ότι συνέπεια των συμπεριφορών αυτών μπορεί να είναι η μη λήψη της επιζητούμενης αποφάσεως του νομοθετικού σώματος ουδόλως σημαίνει ότι το σώμα δεν άσκησε τις κατά το Σύνταγμα και το νόμο αρμοδιότητες του. Αντιθέτως, και ο τρόπος αυτός εκδηλώσεως της γνώμης και ψήφου συνιστά έναν κατ’ αρχήν παραδεκτό τρόπο ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος. Ειδικότερα, μάλιστα, σε περιπτώσεις όπου το Σύνταγμα και ο νόμος, επιζητώντας ευρύτερες συναινέσεις, καθιερώνουν αυξημένα ποσοστά απαρτίας και πλειοψηφίας μελών του Κοινοβουλίου, ο ως άνω τρόπος εκδηλώσεως της γνώμης αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αφού επιτρέπει και σε μικρότερες μειοψηφίες να εκφράζουν την απαρέσκεια τους προς προτεινόμενες ρυθμίσεις ή επιλογές, συνδέοντας με συγκεκριμένες έννομες συνέπειες τον ως άνω αρνητικό τρόπο εκδηλώσεως της γνώμης και ψήφου των. Εκ των πραγμάτων δε, το τελικώς αποφασίζον όργανο, εν προκειμένω το Υπουργικό Συμβούλιο, στο οποίο περιέρχεται η εκφρασθείσα με τον τρόπο αυτό γνώμη του αρμόδιου οργάνου του Κοινοβουλίου, τελεί σε γνώση της γνώμης αυτής κατά τη λήψη της αποφάσεως του. Δεν ευσταθεί, επομένως, ερμηνευτική εκδοχή που θα καθιστούσε άμοιρες νομικής σημασίας, εξομοιούμενες με μη λαβούσες χώρα, εκφορές αρνητικής γνώμης ή συμπεριφοράς κοινοβουλευτικών οργάνων. Επομένως και μόνον το γεγονός ότι έλαβε χώρα προεπιλογή υποψηφίων και ακρόαση των προεπιλεγέντων από το αρμόδιο όργανο του Κοινοβουλίου συνιστά πλήρη τήρηση του εν λόγω τύπου και, επομένως, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 3, καθιστά εξεταστέο από το Δικαστήριο το σχετικό ζήτημα. Πολλώ δε μάλλον εφ’ όσον, επί πλέον, έλαβε χώρα και μη τελεσφορήσασα, ελλείψει επιτεύξεως ομοφωνίας ή πλειοψηφίας, απόπειρα διατυπώσεως γνώμης επί συγκεκριμένων προσώπων, η οποία περιήλθε και ελήφθη υπ’ όψιν από το Υπουργικό Συμβούλιο. Αλλ’ ακόμη και αν θεωρούνταν εν προκειμένω εφαρμοστέες οι γενικές αρχές εκφοράς γνώμης από συλλογικά όργανα της Διοικήσεως (η εφαρμογή των οποίων, πάντως, δεν προσήκει στην περίπτωση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών), και πάλι η τελική αδυναμία διατυπώσεως συγκεκριμένης γνώμης λόγω αδυναμίας επιτεύξεως πλειοψηφίας, ουδόλως ισοδυναμεί με μη τήρηση του τύπου -θα ήταν εντελώς άτοπη η ακύρωση μιας πράξεως για μη τήρηση ουσιώδους τύπου στην περίπτωση αυτή ή η αλυσιτέλεια του σχετικού λόγου ακυρώσεως- αλλ’ έχει απλώς ως συνέπεια ότι το εισαχθέν προς γνωμοδότηση ζήτημα θεωρείται απορριφθέν, λύση που αρμόζει και εν προκειμένω (βλέπε και το άρθρο 15 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999, Α’ 45). Περαιτέρω, ο Αντιπρόεδρος Α. Ράντος, αναφερόμενος στη γνώμη που διατύπωσε στο υπ’ αριθ. 2/2010 πρακτικό της Ολομελείας του Δικαστηρίου σε Συμβούλιο, διετύπωσε την γνώμη ότι ο λόγος αυτός ακυρώσεως, κατ’ ουσίαν εξεταζόμενος, θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους εκεί εκτιθέμενους λόγους. Τέλος, η Σύμβουλος Α. Καλογεροπούλου υποστήριξε την εξής γνώμη: Η έρευνα των ως άνω λόγω ακυρώσεως είναι λυσιτελής, εφόσον, πάντως, κινήθηκε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 του ν. 3841/2010, η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή διαδικασία.
9. Επειδή, μη προβαλλομένου άλλου λόγου ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Σημείωμα
Πολλαπλά ενδιαφέρουσα η απόφαση της Ολομέλειας (όπως και η όμοια ΣτΕ 114/2012 Ολ., ΝοΒ 2012, σ. 730 επ., με σχόλιο Αντ. Αργυρού).
Καταρχάς, και κυρίως, για το ουσιαστικό ζήτημα που αντιμετώπισε αναφορικά με την πολυσυζητημένη νομοθετική εξειδίκευση ή τροποποίηση, ανάλογα πώς το βλέπει κανείς, από το ν. 3841/2010 της συνταγματικής διαδικασίας του άρθρου 90 παρ. 5 Συντ. για την επιλογή των προεδρείων των ανώτατων δικαστηρίων (βλ. ιδίως το Πρακτικό Διοικητικής Ολομέλειας ΣτΕ 2/2010, ΘΠΔΔ 2010, σ. 281, και από τη θεωρία Αντ. Μανιτάκηwww.constitutionalism.gr, πρβλ. και Ά. Ψύγκα, Η επιλογή των δικαστικών λειτουργών στις Η.Π.Α., ΕΔΔηΛΥ 2011, σ. 307 επ., και αναδημοσίευση σε: www.constitutionalism.gr). Αν και το Δικαστήριο απέφυγε να κρίνει τη συνταγματικότητα της νομοθετικής ρύθμισης, καθότι έκρινε κατά πλειοψηφία ότι αλυσιτελώς προβλήθηκε ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως, παρόλα αυτά διατύπωσε εν παρόδω την άποψη ότι η διαρρύθμιση της διαδικασίας επιλογής σε περισσότερα στάδια, άρα καταρχήν και η νομοθετική παρέμβαση για την εξειδίκευση της διαδικασίας, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα –με άλλα λόγια, δεν συνιστά νομοθετική τροποποίηση συνταγματικά προβλεπόμενης διαδικασίας. , Η ατυχής νομοθετική τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, σε: www.constitutionalism.gr, Θ. Παπαθεοδώρου, Οι μεταπολιτευτικές πολιτικές διαστάσεις της επιλογής ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων, σε:
Το δεύτερο ενδιαφέρον σημείο στην απόφαση είναι ακριβώς το δικονομικό ζήτημα της απόρριψης του λόγου ακυρώσεως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενου (για το ευρύτερο ζήτημα πρβλ. ιδίως Κ. Γώγου, Οι αλυσιτελείς τυπικοί λόγοι ακυρώσεως επί πράξεων δέσμιας αρμοδιότητας, ΔτΑ 2011, σ. 397 επ.).
Ένα τρίτο, συναφές και εξίσου ενδιαφέρον, ζήτημα αφορά το συγκεκριμένο χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, όπως παραστατικά προκύπτει από την αντιπαραβολή της κρίσης της πλειοψηφίας με τη γνώμη της μειοψηφίας. Στο σύστημά μας, ο έλεγχος της συνταγματικότητας του νόμου είναι συγκεκριμένος με την έννοια ότι, κατά κανόνα, δεν ελέγχεται ο νόμος καθαυτόν, δηλαδή κατά το γράμμα του και μόνον (αφηρημένα), αλλά ελέγχεται ο νόμος κατά την εφαρμογή του, με το συγκεκριμένο τρόπο που εφαρμόζεται σε ορισμένη υπόθεση και ενόψει του πραγματικού και δικονομικού πλαισίου της διαφοράς που προέκυψε από την εφαρμογή του νόμου στην περίπτωση αυτή (πρβλ. ιδίως Γ. Πινακίδη, Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας του ελέγχου της συνταγματικότητας κατά το άρθρο 93 παρ. 4 Συντ., Νέα Νομική Επιθεώρηση 2001, σ. 69 επ.).
Στη σχολιαζόμενη απόφαση, η πλειοψηφία απέφυγε να προβεί σε έλεγχο συνταγματικότητας, για το λόγο ότι «υπό τα δεδομένα αυτά», δηλαδή ότι η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής δεν διατύπωσε τελικά γνώμη, «στην προκειμένη περίπτωση» δεν υπήρξε εφαρμογή του νόμου και, άρα, αλυσιτελώς προβάλλεται λόγος αντισυνταγματικότητας. Ανεξάρτητα από το αν είναι ορθή αυτή η επιμέρους κρίση (την οποία η μειοψηφία αντικρούει με τη σκέψη ότι η μη διατύπωση γνώμης λόγω μη επίτευξης της απαιτούμενης πλειοψηφίας συνιστά παρόλα αυτά εφαρμογή, αν και ατελέσφορη, του νόμου), πάντως εδώ η πλειοψηφία τηρεί υποδειγματικά το συγκεκριμένο χαρακτήρα του ελέγχου της συνταγματικότητας.

Αντιθέτως, η μείζων μειοψηφία διατύπωσε τη γνώμη ότι το ζήτημα της συμβατότητας του προβλεπόμενου στο ν. 3841/2010 γνωμοδοτικού σταδίου με τη διαδικασία του άρθρου 90 παρ. 5 Συντ. «εμπεριέχει τον προβληματισμό κατά πόσον αυτή καθ’ εαυτήν η προβλεπόμενη γνωμοδοτική διαδικασία είναι συμβατή με ουσιώδη χαρακτηριστικά, όπως το αναιτιολόγητο, του ως άνω συνταγματικού συστήματος επιλογής», για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μόνη η μη ολοκλήρωση της διαδικασίας δεν καθιστά αλυσιτελή τον περί αντισυνταγματικότητας λόγους ακυρώσεως.

ΣτΕ (Ολ.) 1972/2012 – Συνταγματικότητα ειδικού τέλους ακινήτων (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)

ΣτΕ (Ολ.) 1972/2012, με σημείωμα Α. Καϊδατζή

ΣτΕ (Ολ.) 1972/2012 – Συνταγματικότητα ειδικού τέλους ακινήτων (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)

ΣτΕ (Ολ.) 1972/2012

[Συνταγματικότητα ειδικού τέλους ακινήτων (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)]
Πρόεδρος: Π. Πικραμμένος
Εισηγητής: Ευ. Νίκα, Σύμβουλος
Το Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών δεν αποτελεί νέο πάγιο φόρο, αλλά έκτακτο μέτρο προς αντιμετώπιση ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος. Προστιθέμενο στις έκτακτες φορολογίες που επιβλήθηκαν την τελευταία τριετία συνεπάγεται μεν αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών, όμως υπό τις δεδομένες συνθήκες συνιστά ανεκτό περιορισμό της περιουσίας (μειοψ.). Η ανάθεση της εισπράξεώς του σε μη κρατικά όργανα (ΔΕΗ και εναλλακτικοί πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας) δεν αντίκειται στην αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, εφ’ όσον τα όργανα αυτά περιορίζονται στο έργο της απλής εισπράξεως βεβαιωμένων φόρων και δεν εξοπλίζονται περαιτέρω με μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως (μειοψ.). Ωστόσο, η θεσπιζόμενη δυνατότητα της ΔΕΗ και των εναλλακτικών παρόχων να προβαίνουν σε διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος προς τον καταναλωτή συνιστά μη επιτρεπτή παρέμβαση του νομοθέτη σε όρους συνεστημένης σύμβασης, ενώ επίσης άγει σε αναίρεση της καθολικότητας της παροχής υπηρεσιών κοινωφελούς δικτύου για λόγο που δεν είναι συναφής με την εν λόγω παροχή και, ως εκ τούτου, αντίκειται στο Σύνταγμα (μειοψ.).
[…]
2. Eπειδή, με την αίτηση αυτή, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με το από 11.11.2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 1211/2011 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών υπό τον τίτλο «Καθορισμός του τρόπου και της διαδικασίας για: α) την είσπραξη του έκτακτου ειδικού τέλους ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, β) τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. από τον κύριο ή επικαρπωτή του ακινήτου σε περίπτωση μη καταβολής του μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, γ) τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους σε περίπτωση μη συνδρομής των προϋποθέσεων απαλλαγής και δ) την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 6, 7, του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 11 καθώς και των προϋποθέσεων επιστροφής του ειδικού τέλους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., για το έτος 2011» (ΦΕΚ Β΄ 2298/13.10.2011).
3. Επειδή, η κρινομένη αίτηση, εισήχθη στην Ολομέλεια λόγω μείζονος σπουδαιότητος με την από 1.11.2011 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. α΄ του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8).
4. Επειδή, ο αιτών φερόμενος, κατά τα προσκομισθέντα στοιχεία, ως ιδιοκτήτης ηλεκτροδοτουμένου διαμερίσματος και υποκείμενος, ως εκ τούτου, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα σε επόμενες σκέψεις, στο Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.), που αποτελεί το αντικείμενο ρυθμίσεως της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως, μετ’ εννόμου συμφέροντος ασκεί την υπό κρίση αίτηση.
5. Επειδή, η προσβαλλομένη υπουργική απόφαση εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 53 παρ. 13 του ν. 4021/2011 (ΦΕΚ Α΄ 218/3.10.2011) και προβαίνει σε εξιδίκευση και ρύθμιση των λεπτομερειών εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω άρθρου 53, με τις οποίες επιβλήθηκε και ρυθμίσθηκε το «Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)». Επομένως, τυχόν ανίσχυρο των διατάξεων του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 καθιστά μη νόμιμες και ακυρωτέες τις ρυθμίσεις της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως που στηρίζονται σ’ αυτές και, ως εκ τούτου, παραδεκτώς προβάλλονται με την κρινομένη αίτηση λόγοι περί αντισυνταγματικότητος των νομοθετικών αυτών διατάξεων (πρβλ. ΣτΕ 668/2012).
6. Επειδή, με το άρθρο 53 παρ.1 του ν. 4021/2011 επιβλήθηκε «ειδικό τέλος υπέρ του Δημοσίου στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που υπάγονται κατά τη 17η Σεπτεμβρίου κάθε έτους στο τέλος ακίνητης περιουσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 (Α΄62)», ως προς δε τα προσδιοριστικά στοιχεία του τέλους αυτού ορίσθηκαν στις επόμενες διατάξεις του ιδίου άρθρου τα εξής: «2. Για τον υπολογισμό του τέλους της παραγράφου 1 λαμβάνεται υπόψη το εμβαδό της δομημένης επιφάνειας, το ύψος της τιμής ζώνης και η παλαιότητα του ακινήτου, όπως αυτά αναγράφονται στο λογαριασμό της Δ.Ε.Η. ή τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος με βάση τα οποία λογίστηκε κατά τη 17.9.2011 το τέλος ακίνητης περιουσίας της παρ.1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993, καθώς και συντελεστής προσαύξησης αντιστρόφως ανάλογος προς την παλαιότητα του ακινήτου και συντελεστής προσδιορισμού του τέλους σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο σύμφωνα με τους ακόλουθους πίνακες: α) … [πίνακας συντελεστών ειδικού τέλους (ευρώ/τ.μ.)] β) … [πίνακας συντελεστών παλαιότητας] 3. Το ποσό του τέλους προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων των ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών για τις οποίες υπολογίστηκε από τη Δ.Ε.Η. ή τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος το τέλος της παρ.1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993, επί το συντελεστή του ειδικού τέλους που αντιστοιχεί στην τιμή ζώνης του ακινήτου και επί το συντελεστή προσαύξησης που αντιστοιχεί στην παλαιότητα του ακινήτου, σύμφωνα με τους πίνακες της προηγουμένης παραγράφου. Ειδικά για τα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα για τα οποία δεν έχει καθοριστεί τιμή ζώνης και δεν έχει υπολογιστεί το τέλος του άρθρου 24 του ν. 2130/1993, εφόσον δεν υπάρχει απαλλαγή σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος, το ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου υπολογίζεται με πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων του ακινήτου επί συντελεστή τρία (3). Στην περίπτωση που δεν υπάρχει και το εμβαδόν του ακινήτου, το ειδικό τέλος υπολογίζεται, κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, με βάση τα τετραγωνικά μέτρα που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών. 4. Το τέλος βαρύνει για μεν το 2011 τον κατά τη 17.9.2011 κύριο του ακινήτου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και σε περίπτωση επικαρπίας τον επικαρπωτή, για δε το 2012 τον κατά την 28.4.2012 κύριο ή επικαρπωτή αντίστοιχα. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας το ποσό του τέλους υπολογίζεται κατά το λόγο της μερίδας κάθε συνιδιοκτήτη. 5. Στο ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται τα ακίνητα που ανήκουν: α) στο Ελληνικό Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ, στους Ο.Τ.Α. και τις δημοτικές επιχειρήσεις, β) … γ) … Επίσης απαλλάσσονται από το έκτακτο ειδικό τέλος: α) Οι κοινόχρηστοι χώροι πολυκατοικιών και ξενοδοχειακών καταλυμάτων β) Τα ακίνητα πού έχουν χαρακτηρισθεί:-ως διατηρητέα… -ως χώροι ιστορικών και αρχαιολογικών μνημείων και γ) Τα ακίνητα που έχουν αποκλειστικά γεωργική ή κτηνοτροφική ή βιοτεχνική ή βιομηχανική χρήση. 6. Κατ’ εξαίρεση των παραγράφων 2 και 3, το ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου ισούται με 0,5 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ανεξάρτητα από την τιμή ζώνης και την παλαιότητα του ακινήτου, για ένα ακίνητο που ιδιοκατοικείται και ανήκει κατά κυριότητα ή επικαρπία σε: α) πολύτεκνο… β) σε πρόσωπο που είναι το ίδιο ή πρόσωπο που το βαρύνει φορολογικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΚΦΕ, ανάπηρο, … Ομοίως, κατ’ εξαίρεση των παραγράφων 2 και 3 δεν οφείλεται το ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου για ένα ακίνητο που ιδιοκατοικείται και ανήκει κατά κυριότητα ή επικαρπία σε μακροχρόνια άνεργο 7. Για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ο δικαιούχος … υποβάλλει αίτηση στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.)…».
7. Επειδή, όπως εξαγγέλλεται στις πρώτες γραμμές της πρώτης παραγράφου του ως άνω άρθρου 53 του ν. 4021/2011 και όπως αναλύεται στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το σχέδιο διατάξεως του άρθρου 53, το οποίο είχε κατατεθεί ως “προσθήκη-τροπολογία”, η επιβολή του τέλους αυτού υπαγορεύθηκε από την επιτακτική ανάγκη να ληφθούν μέτρα έκτακτα και κατεπείγοντος χαρακτήρα, ώστε, παρά την αναθεώρηση των προβλέψεων για το δημοσιονομικό έλλειμμα συνεπεία αναθεωρήσεως του βαθμού ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, να καταστεί παρ’ όλα αυτά δυνατόν να επιτευχθούν οι τεθέντες δημοσιονομικοί στόχοι μειώσεως του ελλείμματος τόσο για το 2011 όσο και για το 2012. Ως εκ τούτου, εφ’ όσον δηλαδή το επίδικο τέλος δεν επιβάλλεται σε ανταπόδοση συγκεκριμένης υπηρεσίας παρεχομένης από το Κράτος προς τους επιβαρυνομένους με αυτό, τα δε έσοδα από την είσπραξή του περιέρχονται στον κρατικό προϋπολογισμό προς κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος, ήτοι προς εξυπηρέτηση γενικοτέρου κρατικού σκοπού, δεν συνιστά ανταποδοτικό τέλος, αλλά φόρο κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος. Aλλωστε, η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, από την οποία, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, εξαρτάται απολύτως η πραγματική αξία της βαρυνομένης με το επίδικο τέλος ακίνητης περιουσίας, συνιστά μεν σκοπό δημοσίου συμφέροντος, όχι, όμως παροχή ειδικής ωφελείας προς τους βαρυνομένους με αυτό, ώστε να αναιρείται ο χαρακτήρας του εν λόγω “τέλους” ως φορολογικής επιβαρύνσεως.
8. Επειδή, περαιτέρω, η εν λόγω φορολογική επιβάρυνση έχει έκτακτο χαρακτήρα, όπως τούτο εξαγγέλλεται στον τίτλο του ως άνω άρθρου 53 του ν. 4021/2011 [«Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)»] και όπως προκύπτει τόσο από τις επί μέρους ρυθμίσεις του νόμου όσο και από το προαναφερθέν περιεχόμενο της οικείας αιτιολογικής εκθέσεως, αλλά και τις γενόμενες στην Βουλή σχετικές συζητήσεις. Ειδικότερα, ναι μεν, κατά την προπαρατεθείσα παράγραφο 1 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. επιβάλλεται στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που υπάγονται “κατά την 17η Σεπτεμβρίου κάθε έτους” στο τέλος ακίνητης περιουσίας του άρθρου 24 του ν. 2130/1993, όμως, στην παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου εξειδικεύεται σαφώς ότι η επιβάρυνση από το “τέλος” αφορά μόνον τα έτη 2011 και 2012, αφού προβλέπεται ότι «το τέλος βαρύνει για μεν το 2011 τον κατά τη 17.9.2011 κύριο του ακινήτου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και σε περίπτωση επικαρπίας τον επικαρπωτή, για δε το 2012 τον κατά την 28.4.2012 κύριο ή επικαρπωτή». Ο έκτακτος χαρακτήρας του επιδίκου “τέλους” συνάγεται, άλλωστε, και από το περιεχόμενο της οικείας αιτιολογικής εκθέσεως, σύμφωνα με την οποία το “τέλος” επιβλήθηκε προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι μειώσεως του ελλείμματος για τα έτη 2011 και 2012, και επιβεβαιώνεται από τις δηλώσεις του Υπουργού Οικονομικών, κατά την σχετική συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής, ότι «[το τέλος] αυτό θα ισχύσει και το 2012 και μετά ενσωματώνεται στο εθνικό φορολογικό σύστημα» (Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση ΣΙΗ΄, 22.9.2011, σελ. 17406) και ότι «το τέλος αυτό επιβάλλεται για το 2011 και για το 2012 και εντάσσεται στο εθνικό φορολογικό σύστημα για τα επόμενα έτη, αλλά εκεί βεβαίως θα επεξεργαστούμε όλες τις παραμέτρους του συστήματος και όλες τις επιβαρύνσεις των ακινήτων …» (Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση ΣΙΗ΄, 22.9.2011, σελ. 17407). Κατά δε την συγκλίνουσα γνώμη της Συμβούλου Ο. Ζύγουρα ο έκτακτος και προσωρινός χαρακτήρ του μέτρου προκύπτει, επί πλέον, ευθέως, από την ρητή αναφορά στην παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, κατά την οποία το μέτρο επιβάλλεται «για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίστανται στην άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος» Η αναφορά αυτή, στο ίδιο το κείμενο του νόμου, στους λόγους επιβολής του μέτρου δεν στερείται κανονιστικού περιεχομένου, έχει δε την έννοια ότι με αυτήν οριοθετείται, κατ’ αρχήν, από τον ίδιο το νομοθέτη το χρονικό πλαίσιο ισχύος του μέτρου, το οποίο δεν δύναται να αφορά παρά στην αντιμετώπιση της ανάγκης για «άμεση» μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Προσδιορίζεται δε περαιτέρω, με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου, ειδικότερα, η χρονική διάρκεια ισχύος του μέτρου, το οποίο, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, αφορά στα έτη 2011 και 2012. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, κατά την γνώμη του οποίου ο επίδικος φόρος, όπως επιβάλλεται με το άρθρο 53 παρ.1 του ν. 4021/2011, έχει πάγιο χαρακτήρα.
9. Επειδή, στην μεν παράγραφο 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος», στην δε παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου ότι «Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία … δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης .…». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, το αντικείμενο και το υποκείμενο του φόρου, ο φορολογικός συντελεστής καθώς και οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από αυτόν πρέπει να θεσπίζονται με τυπικό νόμο και όχι με πράξη της Διοικήσεως που εκδίδεται κατά νομοθετική εξουσιοδότηση. Δεν αποκλείεται, όμως, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η επιβολή φόρου δια του προσδιορισμού του υποκειμένου, του αντικειμένου και του συντελεστή του φόρου κατά παραπομπή σε διατάξεις άλλου τυπικού νόμου, εφ’ όσον έτσι προσδιορίζονται εμμέσως μεν, πλην σαφώς, τα απαιτούμενα από την διάταξη του άρθρου 78 παρ.1 του Συντάγματος απαιτούμενα προσδιοριστικά στοιχεία του φόρου.
10. Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 53 του ν. 4021/2011 ορίζεται, στην μεν παράγραφο 1 αυτού, ότι το επίδικο τέλος επιβάλλεται «στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που υπάγονται κατά τη 17η Σεπτεμβρίου κάθε έτους στο τέλος ακίνητης περιουσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993», στην δε παράγραφο 4 ότι «το τέλος βαρύνει για μεν το 2011 τον κατά τη 17.9.2011 κύριο του ακινήτου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και σε περίπτωση επικαρπίας τον επικαρπωτή, για δε το 2012 τον κατά την 28.4.2012 κύριο ή επικαρπωτή». Εξαιρέσεις και απαλλαγές από το τέλος προβλέπονται στις επόμενες παραγράφους 5 και 6 εν όψει του προσώπου του ιδιοκτήτη ή της χρήσεως για την οποία ηλεκτροδοτείται το ακίνητο, στην δε παράγραφο 7 προβλέπεται η θέσπιση διαδικασίας για την υπό της Γ.Γ.Π.Σ. ενημέρωση της ΔΕΗ και των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος, κατ’ αρχήν, πρό της βεβαιώσεως του επιδίκου τέλους, ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της παραγράφου 6 (μειώσεις- απαλλαγές). Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου καθορίζονται δέκα (10) συντελεστές προσδιορισμού του τέλους, εκπεφρασμένοι σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο φορολογουμένης επιφανείας. Οι εν λόγω συντελεστές κλιμακώνονται από το ποσό των πενήντα λεπτών (0,5) έως το ποσό των δεκαέξη (16) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο σε αντιστοιχία με το ύψος της ισχύουσας τιμής ζώνης, στην οποία βρίσκεται το βαρυνόμενο ακίνητο (τιμή ζώνης από 0 έως 500 ευρώ: συντελεστής 3, τιμή ζώνης από 501 έως 1000 ευρώ: συντελεστής 4 κ.ο.κ.), περιλαμβάνεται δε σ’ αυτούς και ο “ειδικός” συντελεστής των 0,5 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για ακίνητα σε περιοχές με τιμή ζώνης από 0 έως 3000 ευρώ, τα οποία ιδιοκατοικούνται από πολύτεκνους και αναπήρους. Στην ίδια παράγραφο καθορίζονται και έξη (6) συντελεστές προσαύξησης αντιστρόφως ανάλογοι προς την παλαιότητα του ακινήτου, οι οποίοι κλιμακώνονται από 1 έως 1,25 (4 έως 0 έτη: συντελεστής παλαιότητας 1,25, 9 μέχρι και 5 έτη: συντελεστής παλαιότητας 1,20 κ.ο.κ.), από τους οποίους ο συντελεστής παλαιότητας 1, που αντιστοιχεί, κατ’ αρχήν, σε ακίνητα παλαιότερα των 25 ετών, είναι εφαρμοστέος, ανεξαρτήτως παλαιότητας, και σε ακίνητα σε περιοχές με τιμή ζώνης από 0 έως 3000 ευρώ τα οποία ιδιοκατοικούν πολύτεκνοι και ανάπηροι. Το οφειλόμενο ποσό τέλους προκύπτει, κατά τα οριζόμενα στην επομένη παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, από τον πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων των ηλεκτροδοτουμένων δομημένων επιφανειών επί τον συντελεστή του ειδικού τέλους, που αντιστοιχεί κατά τα ανωτέρω στην τιμή ζώνης του ακινήτου, και επί τον συντελεστή προσαύξησης που αντιστοιχεί στην παλαιότητα του ακινήτου, τα στοιχεία δε αυτά, ήτοι το εμβαδόν των επιφανειών, το ύψος της τιμής ζώνης και η παλαιότητα του ακινήτου, λαμβάνονται όπως αναγράφονται στο λογαριασμό της Δ.Ε.Η. ή των εναλλακτικών προμηθευτών του ηλεκτρικού ρεύματος και με βάση τα οποία υπολογίστηκε κατά την 17.9.2011 το τέλος ακίνητης περιουσίας της παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993. Ειδικά, για τα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, για τα οποία δεν έχει καθοριστεί τιμή ζώνης και δεν έχει υπολογιστεί το τέλος ακίνητης περιουσίας, εφ’ όσον δεν υπάρχει απαλλαγή σύμφωνα με την παρ. 5, η παράγραφος 3 του ως άνω άρθρου ορίζει ότι το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. υπολογίζεται με πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων του ακινήτου επί συντελεστή τρία (3), ενώ στην περίπτωση που δεν υπάρχει και το εμβαδόν του ακινήτου, το ειδικό τέλος υπολογίζεται με βάση τα τετραγωνικά μέτρα που ελήφθησαν υπ’ όψη για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών. Εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 για τον υπολογισμό του τέλους ακίνητης περιουσίας και οι διατάξεις για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών, στις οποίες γίνεται αναφορά στις παραγράφους 1 έως 3 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, έχουν ως ακολούθως: το άρθρο 24 του ν. 2130/1993 (ΦΕΚ Α΄62), με το οποίο επιβλήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1993 τέλος επί “της αξίας της ακίνητης περιουσίας”, της αξίας αυτής υπολογιζομένης μόνον βάσει του ύψους της τιμής ζώνης και του συντελεστή παλαιότητας όπως καθορίζονται και ισχύουν κάθε φορά με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών κατά την διαδικασία του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ Α΄43), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1473/1984 (ΦΕΚ Α΄127), προέβλεψε ότι για την βεβαίωση και είσπραξη του τέλους αυτού, για τα ακίνητα που έχουν μετρητή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, ο ιδιοκτήτης ή επικαρπωτής ή νομέας υποβάλλει δήλωση για το έτος 1993 στον Δήμο, όπου βρίσκονται τα ακίνητα, ενώ για τα επόμενα έτη δήλωση υποβάλλεται μόνον για τα ακίνητα εκείνα, στα οποία έχει επέλθει μεταβολή στα στοιχεία της αρχικής δήλωσης (παρ.5). Μετά την υποβολή των ως άνω δηλώσεων οι Δήμοι και οι Κοινότητες, ύστερα από έλεγχο αυτών, καταρτίζουν κατάσταση, στην οποία για κάθε υπόχρεο αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του, ο αριθμός του μετρητή που αντιστοιχεί σε κάθε ακίνητο και η “αξία κάθε ακινήτου” ανά μετρητή της Δ.Ε.Η. υπολογισθείσα, κατά τα προαναφερθέντα, μόνον βάσει της ισχυούσης για το ακίνητο τιμής ζώνης και του οικείου συντελεστή παλαιότητας. Στην κατάσταση αυτήν περιλαμβάνονται και τα ακίνητα για τα οποία δεν υποβλήθηκε δήλωση από τους υποχρέους, με βάση τα στοιχεία που τηρούνται σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα, ή με αυτά που προκύπτουν ύστερα από έλεγχο για τον προσδιορισμό των ακινήτων που δεν δηλώθηκαν. Τα ανωτέρω στοιχεία μπορεί να μεταβάλλονται για την προσαρμογή τους προς τα μηχανογραφικά δεδομένα της Δ.Ε.Η., με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Η κατάσταση αυτή μαζί με την απόφαση του Δημοτικού ή Κοινοτικού συμβουλίου, περί καθορισμού του συντελεστή του τέλους, αποστέλλονται εφάπαξ στη Δ.Ε.Η. μέχρι 30 Νοεμβρίου (1993) και ισχύουν μέχρι να τροποποιηθούν ή καταργηθούν (παρ.8). Περαιτέρω, ο ν. 27/1975 (ΦΕΚ Α΄74), που όρισε ότι «τα κατά την κείμενην νομοθεσίαν οφειλόμενα τέλη καθαριότητας και αποκομιδής απορριμμάτων και φωτισμού υπέρ των δήμων και κοινοτήτων καθορίζονται δι’ έκαστον εστεγασμένον ή μη χώρον ανά μετρητήν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος προς φωτισμόν παρά της ΔΕΗ» (άρθρο 1 παρ.1), προέβλεψε ότι «επί ειδικών καταστάσεων περιεχουσών τα αναγκαία στοιχεία των υποχρέων καταναλωτών, αίτινες εκτυπούνται υπό της ΔΕΗ και αποστέλλονται εις τους δήμους και τας κοινότητας το βραδύτερον μέχρι τέλους του μηνός Ιουλίου 1975 καταχωρίζεται υπ’ αυτών η κατά τας υπευθύνους δηλώσεις εμβαδομέτρησις των ήδη ηλεκτροδοτουμένων χώρων. Αι καταστάσεις αύται, μετά την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωσίν των, επιστρέφονται εις την ΔΕΗ …» (άρθρο 2 παρ.1).
11. Επειδή, από τις εκτεθείσες ανωτέρω διατάξεις προκύπτει εν πρώτοις ότι αντικείμενο της επίδικης φορολογικής επιβαρύνσεως είναι οι ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων και ειδικότερα το εμβαδόν αυτών, όπως αυτό έχει καταχωρισθεί στην βάση πληροφοριών του Διαχειριστή Δικτύου της ΔΕΗ και αναγράφεται στους λογαριασμούς της Δ.Ε.Η. ή των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος, βάσει του οποίου (εμβαδού) υπολογίσθηκε στις 17.9.2011 το τέλος επί της ακίνητης περιουσίας του άρθρου 24 του ν. 2130/1993, ή, στην περίπτωση που δεν έχει υπολογισθεί το τέλος του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 και δεν υπάρχει και το εμβαδόν του ακινήτου, τα τετραγωνικά μέτρα που ελήφθησαν υπ’ όψη για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών. Συνεπώς, το αντικείμενο του φόρου προσδιορίζεται, όπως απαιτείται από το άρθρο 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, από το νόμο και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως. Περαιτέρω, δεδομένου ότι το αντικείμενο του ως άνω φορολογικού βάρους ορίζεται στο νόμο, δεν αντίκειται στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις ο προβλεπόμενος από το νόμο προσδιορισμός της εκτάσεως της φορολογητέας ύλης (ήτοι της επιφανείας των επιβαρυνομένων επιφανειών) κατά παραπομπή σε διατάξεις άλλου τυπικού νόμου και ειδικότερα με βάση τα τετραγωνικά μέτρα που αναγράφονται στον λογαριασμό της Δ.Ε.Η. ή των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος, τα οποία έχουν καταχωρισθεί στις μηχανογραφικές καταστάσεις της Δ.Ε.Η. και ήδη (μετά την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας) και των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προαναφερθείσες διατάξεις των παραγράφων 5 και 8 του άρθρου 24 του ν. 2130/1994 (και της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 25/1975) ύστερα από την υποβολή δηλώσεων εκ μέρους των υποχρέων και την σύνταξη σχετικών καταστάσεων από τους Δήμους και τις Κοινότητες που προωθήθηκαν στην Δ.Ε.Η., τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
12. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 ορίζονται ωσαύτως οι συντελεστές προσδιορισμού του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. Δεν αντίκειται δε, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στο άρθρο 78 παρ.1 και 4 του Συντάγματος ο καθορισμός των συντελεστών του “τέλους” (ευρώ/τ.μ.) σε αντιστοιχία, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, προς τιμές ζώνης, οι οποίες έχουν καθορισθεί και ισχύουν, βάσει κανονιστικών υπουργικών αποφάσεων, για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων ως φορολογητέας ύλης σε άλλες φορολογίες (όπως στις φορολογίες μεταβιβάσεως ακινήτων, κληρονομιών, δωρεών κλπ.). Περαιτέρω, στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 καθορίζεται ρητώς και το υποκείμενο της φορολογικής επιβαρύνσεως του άρθρου αυτού, που είναι το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η κυριότητα ή, εάν έχει συσταθεί, η επικαρπία του ακινήτου της παραγράφου 1 κατά τις κρίσιμες ημερομηνίες που ορίζονται στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου, ενώ η πρόβλεψη στην παράγραφο 12 ότι, σε περίπτωση μη ιδιοκατοικήσεως, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. καταβάλλεται από τον χρήστη του ακινήτου και, συνεπώς, καταναλωτή του ηλεκτρικού ρεύματος, αναγομένη στο στάδιο εισπράξεως του φόρου, δεν καθιστά τον τελευταίο υποκείμενο αυτού. Εν όψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν και οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι το υποκείμενο και ο φορολογικός συντελεστής του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. δεν καθορίζονται ευθέως από το νόμο.
13. Επειδή, ως προς τα αντιμετωπισθέντα στις προηγούμενες τέσσερεις παραγράφους ζητήματα ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου και Δ. Αλεξανδρής διετύπωσαν την γνώμη ότι, αν και τα προσδιοριστικά στοιχεία του φόρου (υποκείμενο, αντικείμενο, συντελεστής) προσδιορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, συντρέχει, εν τούτοις, παράβαση της αρχής της βεβαιότητας του φόρου, η οποία, ως έκφανση της αρχής της νομιμότητας του φόρου κατοχυρώνεται στο άρθρο 78 του Συντάγματος, όπως αναλυτικότερα εκτίθεται κατωτέρω στην μειοψηφία των ιδίων μελών του Δικαστηρίου στην σκέψη 21 αναφορικά με την βεβαίωση του φόρου. Eξ άλλου, κατά την γνώμη του Συμβούλου Γ. Ποταμιά, ο επίδικος φόρος επιβάλλεται κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος. Τούτο δε διότι η κατά το άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος επιβολή φόρου σε είδος περιουσίας από τυπικό νόμο προϋποθέτει αυτοτελές προσοδοφόρο (έστω και κατά τεκμήριο) περιουσιακό αντικείμενο. Τέτοια στοιχεία δεν περιέχει το επίδικο ειδικό τέλος στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα με οικιστική ή εμπορική χρήση, το οποίο επιβλήθηκε με κριτήριο τη δυνατότητα ταχείας είσπραξης των σχετικών εσόδων (βλ. αιτιολογική έκθεση της προσθήκης αιτιολογίας). Το εμβαδόν μιας ηλεκτροδοτούμενης επιφάνειας δεν αποτελεί είδος περιουσίας κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος διότι δεν αποτελεί αυτοτελές προσοδοφόρο αντικείμενο ούτε καθίσταται τέτοιο από το είδος χρήσεως ή από το ότι διαθέτει ηλεκτρική παροχή. Η έλλειψη αυτή δεν δύναται να θεραπευθεί δια παραπομπής στο αντικείμενο του φόρου που προβλέπει το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 2130/1993 διότι πρόκειται για διαφορετικό αντικείμενο φόρου. Ειδικότερα, το τέλος υπέρ ο.τ.α. (άρθρ. 24 παρ. 1 ν. 2130/1993), υπολογίζεται επί της αξίας της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται εντός της διοικητικής τους περιφέρειας α) στα πάσης φύσεως ακίνητα που βρίσκονται εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμών υφισταμένων πρό του έτους 1923 και β) στα κάθε είδους κτίσματα που βρίσκονται εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων οικισμών υφισταμένων πρό του έτους 1923. Σύμφωνα δε με την παραγρ. 8 του άρθρου 24 του νόμου η βεβαίωση και είσπραξη του τέλους για τα ακίνητα, που έχουν μετρητή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ, γίνεται με βάση την κατάσταση υποχρέων, στην οποία αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία (η αξία κάθε ακινήτου ανά μετρητή της ΔΕΗ κλπ.).
14. Επειδή, το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» και στην παράγραφο 5 ότι «Οι Έλληνες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με το άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος, που καθορίζει τα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολογικής επιβαρύνσεως (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), συνάγεται ότι ο νομοθέτης είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές των οικονομικών επιβαρύνσεων για την δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του Κράτους, που δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνομένους πολίτες με διαφόρους τρόπους, περιορίζεται, όμως, από ορισμένες γενικές αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από τον συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα. Οι αρχές αυτές είναι συγκεκριμένα η καθολικότητα της επιβαρύνσεως και η ισότητα αυτής έναντι των βαρυνομένων, εξειδικευομένη με τον, κατ’ αρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας, καθορισμό του φορολογικού βάρους, το οποίο, πάντως, επιβάλλεται επί συγκεκριμένης και εξ αντικειμένου οριζομένης φορολογητέας ύλης, που μπορεί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, να είναι το εισόδημα, η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές. Κατά την έννοια δε των ιδίων ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο μόνον κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφ’ όσον πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη, η οποία, κατ’ αυτό τον τρόπο, επιτρέπει την επιβάρυνση του συγκεκριμένου αυτού κύκλου φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα (ΣτΕ 2469-2471/2008 Ολομ., 2113/1963 Ολομ.).
15. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε μαζί με την Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256) ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους εισπράξεώς τους κατ’ εκτίμηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους. Όμως, εφ’ όσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της υπάρξεως αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών. Ως εκ τούτου, επιβολή φορολογικής υποχρεώσεως που συνιστά υπερβολικό βάρος για τα πρόσωπα που βαρύνονται με αυτήν ή κλονίζει ριζικά την οικονομική τους κατάσταση αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (βλ ΕΔΔΑ απόφαση της 2.12.1985, Svenska κατά Σουηδίας, αριθμ. 11036/84, απόφαση της 14.12.1988, Wasa κατά Σουηδίας, αριθμ. 13013/87, απόφαση της 16.1.1995, Ricardo Travers κατά Ιταλίας, αριθμ.15117/89).
16. Επειδή, στο πλαίσιο της προσπαθείας μειώσεως του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας, ο νομοθέτης προέβη, από το 2009 και μετά, στη θέσπιση σειράς δημοσιονομικών μέτρων τόσο για την περιστολή των δημοσίων δαπανών όσο και για την αύξηση των δημοσίων εσόδων. Στα ληφθέντα προς αύξηση των δημοσίων εσόδων φορολογικά μέτρα περιλαμβάνεται ικανός αριθμός “εκτάκτων εισφορών” που επιβλήθηκαν επί του εισοδήματος και των δαπανών των φορολογουμένων. Ειδικότερα, όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα, με το άρθρο 18 του ν. 3758/2009 (ΦΕΚ Α΄ 68) επιβλήθηκε έκτακτη οικονομική εισφορά επί του συνόλου του καθαρού εισοδήματός τους του οικονομικού έτους 2008, εφ’ όσον αυτό είναι ανώτερο των 60.000 ευρώ, κλιμακουμένη από 1.000 ευρώ έως 25.000 ευρώ αναλόγως του ύψους του εισοδήματος αυτού, ακολούθως δε, με το άρθρο 5 του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α΄ 40), επιβλήθηκε εκ νέου στα φυσικά πρόσωπα έκτακτη οικονομική εισφορά ανερχομένη σε ποσοστό 1% επί του συνόλου του καθαρού εισοδήματός τους του οικονομικού έτους 2010, εφ’ όσον αυτό είναι 100.000 ευρώ και άνω. Στη συνέχεια, με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α΄ 152) επιβλήθηκε ειδική εισφορά αλληλεγγύης στο ετήσιο συνολικό καθαρό εισόδημα άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ των φυσικών προσώπων, οικονομικών ετών 2011-2015, υπολογιζομένη με συντελεστή από 1% έως 5%. Τα εισοδήματα των νομικών προσώπων υπήχθησαν επίσης, αφ’ ενός μεν, με το άρθρο 2 του ν. 3808/2009 (ΦΕΚ Α΄227) στην έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης για το οικονομικό έτος 2009, εφ’ όσον το συνολικό καθαρό εισόδημά τους υπερβαίνει τα 5.000.000 ευρώ, υπολογιζομένη με κλιμακούμενο συντελεστή από 5% έως 10% ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος αυτού, αφ’ ετέρου δε, με το άρθρο πέμπτο του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α΄65) στην έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης στο συνολικό καθαρό εισόδημα του οικονομικού έτους 2010, εφ’ όσον αυτό υπερβαίνει τα 100.000 ευρώ, υπολογιζομένη με κλιμακούμενο συντελεστή από 4% έως 10% ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος αυτού. Εξ άλλου, έκτακτη εισφορά επιβλήθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3790/2009 (ΦΕΚ Α΄143) στα ιδιωτικά και επαγγελματικά πλοία αναψυχής και με το άρθρο 30 του προαναφερθέντος ν. 3986/2011 επί των ποσών των ετησίων αντικειμενικών δαπανών που προκύπτουν από την κυριότητα ή κατοχή επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως άνω των 1.929 κυβικών εκατοστών, σκαφών αναψυχής ιδιωτικής χρήσεως, αεροσκαφών, ελικοπτέρων και ανεμοπτέρων, καθώς και δεξαμενών κολύμβησης, όπως τα ποσά αυτά προκύπτουν από την δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2011. Επί της ακίνητης περιουσίας έκτακτη φορολογική επιβάρυνση, στο πλαίσιο της αντιμετωπίσεως της οικονομικής κρίσεως της τελευταίας τριετίας, επιβλήθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3808/2009 και αφεώρα μόνον την μεγάλη ακίνητη περιουσία φυσικών προσώπων (αξίας 400.000 ευρώ και άνω), υπολογιζομένη κατά την εκκαθάριση του Ε.Τ.Α.Κ. του έτους 2009 με προοδευτικό συντελεστή 1‰ – 9‰ ανά κλιμάκιο φορολογητέας αξίας. Έκτακτη φορολογική επιβάρυνση επί της ακίνητης περιουσίας, αλλά με πολύ ευρύτερη φορολογική βάση, αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, και το επίδικο τέλος, το οποίο επιβλήθηκε επί των ηλεκτροδοτουμένων για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένων επιφανειών (βλ. δήλωση του Υπουργού Οικονομικών κατά την συζήτηση του επίμαχου άρθρου στην Βουλή: «συλλαμβάνει όλη την ακίνητη περιουσία, δηλωμένη και αδήλωτη, νόμιμη και αυθαίρετη …» Πρακτικά της Βουλής Συνεδρίαση ΣΙΖ΄ Συν. Της 21.9.2011, σελ. 17327). Θεσπίζοντας το επίδικο τέλος ως φόρο επί της περιουσίας, ο νομοθέτης απέβλεψε, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος, στην φοροδοτική ικανότητα που απορρέει από αυτή καθεαυτή την κατοχή της ανωτέρω ακίνητης περιουσίας ως φορολογητέας ύλης (άλλως, πηγής πλούτου) διαφορετικής από το εισόδημα, δοθέντος ότι, κατά την συνταγματική αυτή διάταξη, αντικείμενο φορολογικής επιβαρύνσεως μπορούν να αποτελέσουν όχι μόνον το εισόδημα, αλλά, αυτοτελώς, και η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές. Ως εκ τούτου, η ύπαρξη προσόδου από το ακίνητο δεν αποτελεί προϋπόθεση ή κριτήριο υπαγωγής στο Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. ούτε, άλλωστε, η μη συνεκτίμηση, κατά την επιβολή του επιδίκου τέλους, της υπάρξεως (ή μη) εισοδήματος από το βαρυνόμενο ακίνητο συνιστά, μόνη αυτή, παράβαση της συνταγματικής αρχής της ίσης, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητας εκάστου, επιβαρύνσεως. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι δηλαδή μόνον το εισόδημα μπορεί να αποτελέσει βάση φορολογίας και δείκτη προσδιορισμού της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, δεν ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε, άλλωστε, ανταποκρίνεται στην αρχή της φορολογικής ισότητας η απαλλαγή από την φορολογία κάθε απρόσοδης περιουσίας. Περαιτέρω, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. δεν αποτελεί, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά (βλ. σκ.8), νέο πάγιο φόρο επί της ακίνητης περιουσίας, αλλά, όπως προκύπτει από τις επί μέρους ρυθμίσεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 και την οικεία αιτιολογική έκθεση, έκτακτο μέτρο για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων για το έλλειμμα του 2011 και την επίτευξη των αντιστοίχων στόχων για το 2012. Συνεπώς και εξ αυτού του λόγου, ήτοι του εκτάκτου χαρακτήρος της επίδικης φορολογικής επιβαρύνσεως, ο νομοθέτης, ο οποίος πάντως, κατά τα εκτεθέντα στην προηγουμένη σκέψη, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό των διαφόρων μορφών φορολογικών επιβαρύνσεων, δεν ήταν υποχρεωμένος, θεσπίζοντας τον εν λόγω έκτακτο φόρο, να ακολουθήσει τις μορφές και τις αρχές που έχει χρησιμοποιήσει σε άλλες περιπτώσεις φορολογίας της ακίνητης περιουσίας. Ως εκ τούτου, η επιβολή του εν λόγω φόρου που, όπως διαμορφώνεται στο νόμο, συνάπτεται με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που είναι το εμβαδόν της ηλεκτροδοτουμένης για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένης επιφανείας (ήτοι ακίνητης περιουσίας εν δυνάμει λειτουργικής και εκμεταλλεύσιμης), η ισχύουσα για το ακίνητο τιμή ζώνης, στην οποία αντιστοιχεί ορισμένος συντελεστής φόρου εκπεφρασμένος σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, και η παλαιότητα του κτίσματος, στην οποία αντιστοιχεί ορισμένος συντελεστής παλαιότητας, δεν υπερβαίνει τα όρια της κατά τα ανωτέρω διακριτικής ευχερείας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο και χρόνο φορολογήσεως διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων και, κατ’ ακολουθίαν, δεν παραβιάζει τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις και αρχές, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., που επιβλήθηκε εκτάκτως προς αντιμετώπιση ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επέμβαση στην περιουσία των φορολογουμένων δυσανάλογη σε σχέση με τον κατά τα ανωτέρω επιδιωχθέντα σκοπό, λαμβανομένων υπ’ όψη αφ’ ενός του περιορισμένου χρονικού πλαισίου εφαρμογής του (2011-2012) αφ’ ετέρου δε του ύψους αυτού σε σχέση με την αξία της βαρυνομένης ακίνητης περιουσίας (έως 8‰), όπως προκύπτει από τους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011. Ούτε, εν όψει ιδία του εκτάκτου χαρακτήρος του, μπορεί να θεωρηθεί ότι σε συνδυασμό με τις λοιπές φορολογίες που συνδέονται με την κατοχή ακίνητης περιουσίας καθιστά δημευτικό το εθνικό σύστημα φορολογίας των ακινήτων. Εξ άλλου, ναι μεν προστιθέμενο στις έκτακτες φορολογίες επί του εισοδήματος που επιβλήθηκαν την τελευταία τριετία, το επίδικο “τέλος” συνεπάγεται αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών και, συνακόλουθα, μείωση του συνολικού διαθεσίμου πλούτου των φορολογουμένων. Όμως, με την βάση, τον συντελεστή και την χρονική διάρκεια που επιβλήθηκε και λαμβανομένων υπ’ όψη α) των εξαιρέσεων (παρ. 5) και των παρασχεθεισών μειώσεων και απαλλαγών σε πολυτέκνους, αναπήρους και ανέργους (παρ. 6), β) της κατ’ επανάληψη έκτακτης επιβαρύνσεως -στο πλαίσιο της ιδίας οικονομικής συγκυρίας- του δηλουμένου ετησίου εισοδήματος των φυσικών και νομικών προσώπων γ) του μεγέθους και της αξίας της ακίνητης περιουσίας στην χώρα (κατά την αιτιολογική έκθεση το επίδικο τέλος αφορά 5,097 εκατομμύρια οικιακές και εμπορικές παροχές που αντιστοιχούν σε δομημένες επιφάνειες συνολικού εμβαδού 562 τετραγ.μέτρων αντικειμενικής αξίας σύμφωνα με τα στοιχεία της φορολογικής διοικήσεως 560 δισεκατομμυρίων ευρώ και εμπορικής αξίας περίπου ενός (1) τρισεκατομμυρίου ευρώ κατά τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλαδος) και δ) του σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε, ήτοι προς αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, άμεσης ανάγκης καλύψεως προσθέτου δημοσιονομικού ελλείμματος σε περιβάλλον οικονομικής υφέσεως, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. συνιστά, υπό τις δεδομένες συνθήκες, ανεκτό κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περιορισμό της περιουσίας. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η επιβολή του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., ως συνιστώσα διπλή εντός του ιδίου έτους και πολλαπλή επί του αυτού αντικειμένου φορολόγηση, αντίκειται στις προαναφερθείσες προστατευτικές της περιουσίας διατάξεις της ΕΣΔΑ και την κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Με τα δεδομένα αυτά δεν συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως ούτε του προστατεύοντος την ιδιοκτησία άρθρου 17 του Συντάγματος, ο δε περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως είναι επίσης απορριπτέος. Συναφώς διετυπώθησαν οι εξής συγκλίνουσες γνώμες: Α) Ως προς τον λόγο ακυρώσεως ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ο Σύμβουλος Γ. Παπαγεωργίου διετύπωσε την συγκλίνουσα γνώμη ότι ο λόγος αυτός ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν νοείται παράβαση της ανωτέρω διατάξεως από γενικούς, αφηρημένους και απρόσωπους κανόνες δικαίου, αλλά μόνον από εξατομικευμένη επέμβαση στο αναγνωριζόμενο από την διάταξη αυτή δικαίωμα. Β) Ως προς τον λόγο περί παραβιάσεως της συνταγματικής αρχής της ίσης, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητας εκάστου, επιβαρύνσεως, η Σύμβουλος Αικ. Χριστοφορίδου διετύπωσε την συγκλίνουσα με την πλειοψηφήσασα γνώμη ότι η επιβολή του επιδίκου “τέλους” δεν αντίκειται στην ανωτέρω αρχή, εφ’ όσον, ήδη, βάσει των τροποποιήσεων που επέφερε στο άρθρο 53 του ν. 4021/2011 η από 16.12.2011 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (κυρωθείσα με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012, ΦΕΚ Α΄ 31), κάθε κύριος ακινήτου που διαβιοί υπό μειονεκτικές συνθήκες, όπως η απουσία εισοδήματος και λοιπών περιουσιακών στοιχείων (πλήν του ακινήτου που ιδιοκατοικεί), μπορεί να απαλλαγεί εν όλω ή εν μέρει από την καταβολή του “τέλους” ή να διευκολυνθεί στην καταβολή του.
17. Επειδή, ως προς το ζήτημα αν η επιβολή του “επιδίκου τέλους” αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ίσης, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητας εκάστου, επιβαρύνσεως, που αντιμετωπίσθηκε στη προηγουμένη σκέψη, διετυπώθησαν οι ακόλουθες μειοψηφούσες γνώμες: Α) ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Αλεξανδρής και Γ. Ποταμιάς διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη, με την οποία συνετάχθη και η Πάρεδρος Φ. Γιαννακού: Από τις διατάξεις των παρ.1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος συνάγονται, προκειμένου περί επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων, οι αρχές της καθολικότητας του φόρου και της φορολογικής ισότητας, η δεύτερη δε αυτή εξειδικεύεται με τον καθορισμό του φορολογικού βάρους, σε κάθε περίπτωση, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητος εκάστου . κατά την εν λόγω, δηλαδή, συνταγματική αρχή, η επιβολή φόρου επιτρέπεται μόνον εάν και στον βαθμό που υφίσταται φοροδοτική ικανότητα. Η φοροδοτική ικανότητα αποτελεί ιδιότητα του υποκειμένου και συνίσταται, όπως αυτή η ίδια η λεκτική διατύπωση του όρου φανερώνει, στην δυνατότητα του συγκεκριμένου προσώπου να καταβάλει τον φόρο, χωρίς να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς, εν όψει του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος, διαβιώσεώς του, προσδιορίζεται δε βάσει κριτηρίων αντικειμενικών, αναγομένων στο εισόδημα ή στην περιουσία, και υποκειμενικών, αναγομένων κυρίως στην προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, υγεία και ηλικία του φορολογουμένου (βλ. Πρακτικά Επιτροπών της Βουλής επί του Συντάγματος, Συνεδρίαση της 28.1.1975, σελ. 396). Η απορρέουσα δε από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις υποχρέωση του φορολογικού νομοθέτη να σέβεται τις αρχές της καθολικότητος και της ισότητος του φόρου και, ειδικώτερα να τηρεί το κριτήριο της φοροδοτικής ικανότητος δεν αναιρείται στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η φορολογική επιβάρυνση δεν θεσπίζεται ως πάγια, μέλλουσα να ισχύσει επ’ αόριστον, αλλά μόνον για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, χαρακτηριζομένη ως «έκτακτη». Εν προκειμένω, με το άρθρο 53 του ν. 4021/2011 επιβάλλεται φορολογική επιβάρυνση «στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που υπάγονται στο κατά το άρθρο 24 του ν. 2130/1993 τέλος ακινητης περιουσίας (παρ. 1). Η φορολογική αυτή επιβάρυνση, η οποία επιβάλλεται για τα έτη 2011 και 2012 (παρ. 4), χαρακτηριζομένη στον τίτλο του εν λόγω άρθρου ως «έκτακτη», υπολογίζεται βάσει του εμβαδού, της παλαιότητος και της τιμής ζώνης του ακινήτου (παρ. 2) και βαρύνει τον κύριο ή επικαρπωτή αυτού (παρ. 4). Περαιτέρω, στην παρ. 5 του ως άνω άρθρου προβλέπονται περιπτώσεις ακινήτων, τα οποία, εν όψει του προσώπου του ιδιοκτήτου ή/και της χρήσεώς των, απαλλάσσονται του φόρου, ενώ στην παρ. 6 του άρθρου αυτού προβλέπονται, υπό προϋποθέσεις, η επιβολή μειωμένου συντελεστή στους πολύτεκνους και στους ανάπηρους και η απαλλαγή των μακροχρονίως ανέργων που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. (ή στα αντίστοιχα μητρώα ανέργων ναυτικών, τεχνικών τύπου και υπαλλήλων ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης) . η λήψη, όμως, υπ’ όψιν όλων των ως άνω κρισίμων για την βεβαίωση του επιμάχου φόρου παραμέτρων λαμβάνει χώραν, όπως συνάγεται από την παρ. 7 (στην οποία γίνεται λόγος και για επιστροφή του φόρου), μετά την κατά την παρ. 8 βεβαίωση (εξατομίκευση) του φόρου που συντελείται με την εγγραφή στις μηχανογραφικές καταστάσεις που καταρτίζει η ΔΕΗ (και οι λοιποί εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος). Όμως, από μόνα τα προεκτεθέντα τρία στοιχεία (εμβαδόν, παλαιότης, τιμή ζώνης) του ακινήτου, βάσει των οποίων, κατά την παρ. 8, γίνεται η βεβαίωση του φόρου με τις ανωτέρω μηχανογραφικές καταστάσεις, ασυνδέτως προς άλλα κριτήρια αντικειμενικά (προσδιοριστικά της αξίας ή/και της αποδόσεως των ακινήτων) και κυρίως, υποκειμενικά (εισοδηματικά, περιουσίας, προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως), δεν αποδεικνύεται, ουδέ καν τεκμαίρεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας του κυρίου ή επικαρπωτού του ακινήτου και η έκταση της ικανότητας αυτής, η μη λήψη δε υπ’ όψιν της φοροδοτικής ικανότητας των βαρυνομένων με τον επίμαχο φόρο προσώπων για την επιβολή αυτού συνιστά παραβίαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, εν όψει μάλιστα και της, κατά τον χρόνο θεσπίσεως αυτού, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μειώσεως μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών). Περαιτέρω, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι για την επιβάρυνση των προσώπων στα οποία επιβάλλεται ο επίμαχος φόρος, συντρέχει το στοιχείο της φοροδοτικής ικανότητος, ο προσδιορισμός του κύκλου των βαρυνομένων με τον φόρο αυτό προσώπων παρίσταται, εν όψει του εξαγγελλομένου σκοπού («άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος»), αυθαίρετος, διότι οι επίμαχες ρυθμίσεις θίγουν τις, καθιερούμενες από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, αρχές της καθολικότητας και της ισότητος του φόρου, αφού εισάγουν διαφορετική μεταχείριση, ανεπίδεκτη δικαιολογήσεως εν όψει του προαναφερθέντος σκοπού, μεταξύ, αφ’ ενός μεν, των ως άνω προσώπων (ιδιοκτητών ή επικαρπωτών δομημένων επιφανειών οικιστικής ή εμπορικής χρήσεως), τα οποία θεωρούνται ως έχοντα φοροδοτική ικανότητα, και, αφ’ ετέρου, των ιδιοκτητών ή επικαρπωτών άλλων, ενδεχομένως προσοδοφόρων, ακινήτων μη ηλεκτροδοτουμένων ή μη δομημένων ή ακινήτων βιομηχανικής, βιοτεχνικής, γεωργικής ή κτηνοτροφικής χρήσεως ή χώρων αθλητικών εγκαταστάσεων (βλ. παρ. 5). Είναι, επίσης, εκτός άλλων περιπτώσεων, ανεπίδεκτη δικαιολογήσεως, εν όψει του προεκτεθέντος σκοπού του νόμου, και η, κατά την παρ.6 του εν λόγω άρθρου, απαλλαγή από τον επίμαχο φόρο των ακινήτων, που ιδιοκατοικούνται αποκλειστικώς από μακροχρονίως ανέργους εγγεγραμμένους στα μητρώα του ΟΑΕΔ (ή στους σχετικούς καταλόγους ανέργων ναυτικών, τεχνικών τύπου και προσωπικού ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης), όχι δε και των ακινήτων που ιδιοκατοικούνται από τους λοιπούς πράγματι, κατά κοινήν πείραν, μακροχρονίως ανέργους, των οποίων δεν προβλέπεται κατά νόμο η εγγραφή στα ανωτέρω μητρώα (λ.χ. των μακροχρονίως ανέργων που δεν είχαν απασχοληθεί ως μισθωτοί, αλλά ως ελεύθεροι επαγγελματίες). Εν όψει των ανωτέρω, όλως ενδεικτικώς επισημανθέντων, οι ρυθμίσεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 αντίκειται στις διατάξεις των παρ. 1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, τούτο δε ανεξαρτήτως αν οι ρυθμίσεις αυτές, ως επιβάλλουσες φορολογικές επιβαρύνσεις για περιορισμένο χρονικό διάστημα, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «έκτακτες». Σημειωτέον, άλλωστε, ότι ο επίμαχος φόρος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «έκτακτος» υπό την έννοια του φόρου που επιβάλλεται για την αντιμετώπιση εκτάκτων και απροβλέπτων καταστάσεων (όπως λ.χ. φυσικών καταστροφών, θεομηνιών, πολεμικών γεγονότων), δεδομένου ότι η θέσπισή του στις 3.10.2011, με άμεση ισχύ από της ημερομηνίας αυτής, χωρίς σχετική πρόβλεψη στον προϋπολογισμό του έτους 2011 (κατά παράβαση δηλαδή των παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 79 του Συντάγματος) αποσκοπεί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας, στην πρόληψη των προβλημάτων (δημοσιονομικών ελλειμμάτων) που μέλλουν να προκύψουν από την εκτέλεση του τρέχοντος προϋπολογισμού (2011) και του Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015. Β) Οι Σύμβουλοι Μ. Καραμανώφ, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος και Ι. Γράβαρης διετύπωσαν τα ακόλουθη γνώμη: Το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος επιτάσσει τη συμμετοχή των ελλήνων πολιτών στα δημόσια βάρη, όχι μόνο «χωρίς διακρίσεις» αλλά και «ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Από την τελευταία αυτή προϋπόθεση απορρέει η βασική για τη φορολογία αρχή, κατά την οποία αναγκαίος όρος για την επιβολή οποιουδήποτε φόρου είναι η ύπαρξη αντίστοιχης φοροδοτικής ικανότητας δυνατότητας δηλαδή του φορολογουμένου, εν όψει και της συνεπούς εκπλήρωσης των λοιπών υποχρεώσεών του προς το κράτος, να καταβάλει το φόρο χωρίς να διακινδυνεύσει, εκ του λόγου τούτου, η συντήρησή του. Εν σχέσει, άλλωστε, προς την αρχή αυτή καθορίζονται περαιτέρω, στο άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, τα στοιχεία που, περιοριστικά, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολόγησης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες, συναλλαγές) με την έννοια ότι από τα στοιχεία αυτά και μόνον επιτρέπεται να συναχθεί κατ’ αρχήν φοροδοτική ικανότητα αλλά και ότι στην πραγματική ύπαρξη της τελευταίας οφείλει, εν πάση περιπτώσει, να αποβλέπει ο κοινός νομοθέτης κατά την επιβολή των κατ’ ιδίαν φόρων, συνεκτιμώντας τις συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες και χρησιμοποιώντας πρόσφορα προς τούτο κριτήρια. Η συνταγματική αυτή υποχρέωση αποτελεί όριο στην άσκηση της νομοθετικής φορολογικής πολιτικής εν γένει, η παράβλεψη του οποίου αποτελεί αντικείμενο δικαστικής κρίσεως κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Εν όψει αυτών, το επίδικο «έκτακτο ειδικό τέλος» του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 δεν συνάδει με τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις. Διότι, ναι μεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, φόρο επί της ακίνητης περιουσίας, ειδικότερα δε επί της κατοχής της, όπως όμως προκύπτει τόσον από την αιτιολογική έκθεση του νόμου όσο και από τις ίδιες τις ρυθμίσεις του, η επιβολή του, υπαγορευόμενη από την ανάγκη «άμεσης μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος» και περιοριζόμενη μόνο στις «ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες», δεν αποβλέπει κατ’ ουσίαν παρά σε μόνη την άμεση είσπραξη του οικείου ποσού, την οποία εξασφαλίζει πράγματι στις περιπτώσεις αυτές ο εισπρακτικός μηχανισμός μέσω των λογαριασμών της Δ.Ε.Η. Με τα ως άνω όμως δεδομένα, η κατοχή της εν λόγω ακίνητης περιουσίας, έχοντας καταστεί φορολογητέα για τον πιο πάνω λόγο, χωρίς να προκύπτει ότι έχει περαιτέρω εκτιμηθεί προς τούτο η σημασία της ως κριτηρίου διαγνώσεως φοροδοτικής ικανότητας, δεν αποτελεί πρόσφορο τέτοιο κριτήριο για τους βαρυνομένους με το επίδικο έκτακτο τέλος, δεδομένης και της αντίστροφης προοδευτικότητας που εμφανίζει η ρύθμιση του πίνακα α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 53, καθώς και εν όψει της παρούσας συγκυρίας, κατά την οποία, όπως είναι κοινώς γνωστό, η οικονομική κατάσταση των φορολογουμένων έχει ουσιωδώς πληγεί τόσον από την προσθήκη στους παγίους φόρους σωρείας εκτάκτων φορολογικών επιβαρύνσεων και δη σε συντομότατο χρονικό διάστημα, όσον και από την έντονη ύφεση που παρατηρείται στην οικονομία, με επιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στα εισοδήματα αλλά και στην αγορά ακινήτων. Γ) Οι Σύμβουλοι Μ. Παπαδοπούλου και Μ. Πικραμένος διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι οι έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας που επιτάσσει τη συμμετοχή όλων των ελλήνων πολιτών στην εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων τους προς την Πολιτεία, μέσω της καταβολής φόρων, με σκοπό την κάλυψη των δημοσίων δαπανών. Από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου συνάγεται, περαιτέρω, ότι η επιβολή φόρων στους έλληνες πολίτες πρέπει να βασίζεται: α) στην αναλογική ισότητα υπό την έννοια ότι οι πολίτες συμμετέχουν στις φορολογικές υποχρεώσεις σύμφωνα με τις οικονομικές τους δυνάμεις και επομένως δεν επιτρέπεται η αντιμετώπισή τους επί τη βάσει της αριθμητικής-μαθηματικής ισότητας που θα οδηγούσε στην ίδια μεταχείριση των οικονομικά ευρωστότερων με τους οικονομικά ασθενέστερους, β) στη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών η οποία επιβάλλει στο νομοθέτη να λαμβάνει υπόψη ότι υπάρχει ένα όριο κατά τη θεσμοθέτηση φορολογικών επιβαρύνσεων, τυχόν υπέρβαση του οποίου πλήσσει τη δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις αυτές και ταυτόχρονα να διατηρήσουν ένα ανεκτό βιοτικό επίπεδο. Οι εν λόγω απορρέουσες από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος επιταγές προς τον κοινό νομοθέτη ισχύουν ακόμα και σε περιόδους οικονομικών κρίσεων κατά τις οποίες η Πολιτεία αναγκάζεται να λάβει έκτακτα οικονομικά μέτρα, τα οποία επιβάλλονται παραλλήλως με τους τακτικούς φόρους, για τη θεραπεία επιτακτικών αναγκών υπέρτερου εθνικού συμφέροντος και έχουν ως συνέπεια ιδιαίτερα επαχθείς επιβαρύνσεις για μεγάλες κατηγορίες πολιτών. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις και την αιτιολογική έκθεση του ν. 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας – Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (ΦΕΚ Α΄ 40) η χώρα αντιμετωπίζει την τελευταία τριετία πρωτόγνωρες οικονομικές συνθήκες και την μεγαλύτερη δημοσιονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών η οποία απειλεί σοβαρά την εθνική οικονομία (βλ. την αιτιολογική έκθεση του νόμου και την απόφαση Ολομ. ΣτΕ 668/2012). Προς αντιμετώπιση των σοβαρών αυτών προβλημάτων ελήφθησαν ήδη μέτρα με τα οποία επιβλήθηκε έκτακτη εφάπαξ εισφορά στο εισόδημα φυσικών προσώπων (άρθρο 18 του ν. 3758/2009), μειώθηκαν οι μισθοί των υπηρετούντων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 και 2 του ν. 3833/2010), αυξήθηκαν οι συντελεστές φόρου προστιθέμενης αξίας και διαφόρων ειδικών φόρων κατανάλωσης (άρθρα 12-15 του ν. 3833/2010), επιβλήθηκε έκτακτη εφάπαξ εισφορά επί του εισοδήματος των φυσικών προσώπων οικονομικού έτους 2010 (άρθρο 5 του ν. 3833/2010), επιβλήθηκε ειδική εισφορά αλληλεγγύης στο ετήσιο συνολικό καθαρό εισόδημα άνω των 12.000 ευρώ των φυσικών προσώπων (άρθρο 29 του ν. 3986/2011), επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά επί της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης που προκύπτει από την κυριότητα ή κατοχή επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης (άρθρο 30 του ν. 3986/2011) και επιβλήθηκε ετήσιο τέλος επιτηδεύματος στους επιτηδευματίες και τους ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα (άρθρο 31 του ν. 3986/2011). Κατόπιν αυτών των διαδοχικών φορολογικών και εισοδηματικών μέτρων είναι προφανές ότι οι έλληνες πολίτες έχουν ήδη υποστεί σοβαρότατες οικονομικές απώλειες οι οποίες, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, επηρεάζουν ουσιωδώς το πραγματικό επίπεδο της φοροδοτικής τους ικανότητας. Εξάλλου, η επίδικη επιβάρυνση του ν. 4021/2011 δεν αποτελεί τέλος αλλά φόρο που επιβάλλεται επί της ακίνητης περιουσίας των πολιτών, η οποία έχει ήδη υποστεί σοβαρή μείωση της αξίας της, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, εφόσον η βαθύτατη οικονομική κρίση έχει ως συνέπεια τον δραματικό περιορισμό των αγοραπωλησιών των ακινήτων και την κλιμακούμενη αύξηση του αριθμού των ακινήτων που δεν προσπορίζουν εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους. Από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4021/2011 προκύπτει ότι ο νομοθέτης χρησιμοποίησε αποκλειστικά και μόνο γενικά αριθμητικά στοιχεία σχετικά με το σύνολο των ακινήτων και την αξία τους σε ολόκληρη την επικράτεια και αρκέσθηκε να προσδιορίσει το συνολικό ποσό που θα εισπράξει το κράτος από την επιβολή του φόρου. Με τα δεδομένα αυτά οι διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος διότι επιβάλλουν ένα ακόμα φορολογικό βάρος στους έλληνες πολίτες χωρίς να συνεκτιμάται διόλου, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, τόσο για την επιβολή αυτού τούτου του φόρου όσο και για το ύψος του, η συνολική μέχρι σήμερα φορολογική τους επιβάρυνση, με την άθροιση τακτικών και εκτάκτων φορολογικών υποχρεώσεων, η οποία έχει δυσμενέστατες επιπτώσεις στη φοροδοτική ικανότητα και ως εκ τούτου στη διατήρηση ανεκτού βιοτικού επιπέδου για πολλές κατηγορίες κατηγοριών πολιτών, που έχουν ήδη υποστεί σοβαρότατες οικονομικές απώλειες, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι για τον επίδικο φόρο δεν προβλέπεται απαλλαγή ούτε καν της πρώτης κατοικίας που αποτελεί, ιδίως εν μέσω σοβούσας οικονομικής κρίσης, αναγκαίο στοιχείο για την αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.) και για την προστασία της οικογένειας (άρθρο 21 Συντ.). Δ) Τέλος, ο Σύμβουλος Β. Αραβαντινός διετύπωσε την ακόλουθη γνώμη: η επίδικη φορολογία είναι αντισυνταγματική ως αντικείμενη στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, αφού το κριτήριο επιβολής της, ήτοι το εμβαδόν της ηλεκτροδοτούμενης επιφανείας δεν δύναται σε καμμία περίπτωση να αποτελέσει και κριτήριο φοροδοτικής ικανότητος του φορολογουμένου ενώ, με μέτρο υπολογισμού του φόρου βάσει της εν λόγω επιφανείας, ουσιαστικά θεσπίζεται ένα αμάχητο τεκμήριο φοροδοτικής ικανότητος, στο οποίο εν τοις πράγμασι δεν χωρεί ανταπόδειξη ως προς τη δυνατότητα του υποχρέου να το καταβάλει κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1. Τέλος, η κρίσιμη οικονομική κατάσταση της χώρας που αναφέρει η εισηγητική έκθεση του νόμου δεν είναι δυνατόν να άρει την αντισυνταγματικότητά της, αφού το ίδιο το Σύνταγμα έχει ειδικές ρυθμίσεις για έκτακτες καταστάσεις και δεν επιτρέπεται η καταστρατήγησή του από τον κοινό νομοθέτη.
18. Επειδή, ως προς το επίσης αντιμετωπισθέν στην σκέψη 16 ζήτημα αν η επιβολή του επιδίκου τέλους αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου μειοψήφησε ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου, κατά την γνώμη του οποίου, η επιβολή της επίδικης φορολογικής επιβαρύνσεως δεν συνιστά ανεκτό περιορισμό της ιδιοκτησίας των βαρυνομένων με αυτή προσώπων, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένης της δεινής οικονομικής καταστάσεως εις την οποία έχει περιέλθει η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών και ειδικότερα οι εξ αυτών βαρυνόμενοι με την καταβολήν της επίδικης φορολογίας. Η δεινή αυτή οικονομική κατάστασις είναι απότοκος των συνεχών μειώσεων των εν γένει εισοδημάτων των και της αυξήσεως των φορολογικών βαρών που τους επιβάλλονται. Ειδικότερα οι συνεχείς μειώσεις μισθών και συντάξεων, με παράλληλη διατήρηση της τιμής των αγαθών εις τα προ της οικονομικής κρίσεως υψηλά επίπεδα, συνδυαζόμενη με αύξηση των πάσης φύσεως φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών (κατάργησις σειράς φοροαπαλλαγών, επιβολή νέων φόρων δια της υπερμέτρου αυξήσεως των τεκμηρίων διαβιώσεως, αύξησις των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων, υπό καθεστώς υφέσεως της οικονομίας, η οποία συνεπάγεται όχι μόνον μείωση των αντικειμενικών τους αξιών αλλά και των πάσης φύσεως προσόδων εξ αυτών κλπ.) αποτελούν τους κύριους παράγοντες μειώσεως της αγοραστικής δυνάμεως των πολιτών, που οδηγούν αναποτρέπτως εις την μείωση της αγοραστικής τους δυνάμεως, σε επίπεδο που να απειλεί πολλές φορές ακόμη και το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως ορισμένων εξ αυτών. Αυτόθροος συνέπεια όλων αυτών είναι η αδυναμία εκπληρώσεως των φορολογικών υποχρεώσεων από ορισμένους από τους βαρυνομένους με την επίδικη φορολογία λόγω εξαντλήσεως της φοροδοτικής τους ικανότητος, την οποία έπρεπε προηγουμένως να σταθμίσει ο νομοθέτης προκειμένου να προχωρήσει στην επιβολή της, κατά τρόπο συμβατό με την προαναφερθείσα διάταξη του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
19. Επειδή, περαιτέρω, για την βεβαίωση και την είσπραξη του επιδίκου “τέλους” ορίζονται στις παραγράφους 8 και 9 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 τα εξής: «8. Η βεβαίωση του ειδικού τέλους συντελείται με την εγγραφή στις 17.9.2011 του ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου στις μηχανογραφικές καταστάσεις της Δ.Ε.Η. και των λοιπών εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος και ο κατάλογος αυτός αποτελεί τον τίτλο βεβαίωσης για το Ελληνικό Δημόσιο και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο των αρμόδιων Δ.Ο.Υ. Αρμόδιος προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. είναι ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του κυρίου ή επικαρπωτή του ακινήτου κατά την ημερομηνία αρχικής έκδοσης του λογαριασμού της Δ.Ε.Η. και των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος κατ’ έτος. Η βεβαίωση του τέλους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., αν δεν καταβληθεί το τέλος μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, διενεργείται μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 11, όπως ειδικότερα ορίζεται με την υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 13 του παρόντος άρθρου. 9. Το ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου συνεισπράττεται από τη Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος για το έτος 2011 σε δύο (2) ισόποσες δόσεις που εκδίδονται από αυτούς από τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους μέχρι τον Ιανουάριο του 2012».
20. Επειδή, κατά την έννοια της προπαρατεθείσης παραγράφου 8 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 ερμηνευομένης σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου σχετικά με τον υπολογισμό του τέλους και τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων 2130/1993 και 27/1975 σχετικά με τον υπολογισμό του τέλους ακίνητης περιουσίας και δημοτικών τελών, η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές καταρτίζουν κατάλογο υποχρέων ανά μετρητή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με το οφειλόμενο σε κάθε περίπτωση ποσό, το οποίο προκύπτει, όπως εξετέθη ανωτέρω, από τον πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων των ηλεκτροδοτουμένων δομημένων επιφανειών, επί τη βάσει των οποίων υπολογίσθηκε στις 17.9.2011 από την ΔΕΗ ή τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος το τέλος του άρθρου 24 παρ. 1 του ν. 2130/1993 (ή εν πάση περιπτώσει τα δημοτικά τέλη), επί τον συντελεστή του ειδικού τέλους που αντιστοιχεί στην τιμή ζώνης του ακινήτου και επί τον συντελεστή προσαύξησης που αντιστοιχεί στην παλαιότητα του ακινήτου, σύμφωνα με τους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011. Κατά την σύνταξη του καταλόγου, τα στοιχεία που αφορούν την ηλεκτροδοτουμένη δομημένη επιφάνεια, δηλαδή, το εμβαδόν της εν λόγω επιφανείας, το ύψος της τιμής ζώνης και η παλαιότητα του ακινήτου, λαμβάνονται, όπως αυτά, δηλωθέντα από τους κυρίους, επικαρπωτές ή νομείς των ακινήτων και περιληφθέντα στους καταρτισθέντες κατά το άρθρο 24 παρ. 8 του ν. 2130/1993 καταλόγους των δήμων και κοινοτήτων, έχουν καταχωρισθεί στην βάση πληροφοριών της ΔΕΗ καθώς και των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος (βλ. και άρθρα 2 και 3 του ν. 25/1975 για τους καταλόγους για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών). Με την εγγραφή στον ανωτέρω κατάλογο συντελείται η βεβαίωση του τέλους στο όνομα και για λογαριασμό του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται η σύνταξη χρηματικού καταλόγου και από τον αρμόδιο σε κάθε περίπτωση Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του κυρίου ή επικαρπωτή του ακινήτου (βλ. ιδία ρύθμιση και στο άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 25/1975 για τα δημοτικά τέλη, στο άρθρο 10 παρ. 6 του ν. 1080/1980 (ΦΕΚ Α΄ 246) για τον φόρο επί των ηλεκτροδοτουμένων χώρων και στο άρθρο 24 παρ. 8 του ν. 2130/1993 για το τέλος ακίνητης περιουσίας). Με την διαδικασία αυτή το Δημόσιο δεν αποξενώνεται από την εξουσία βεβαιώσεως και εισπράξεως του επιδίκου τέλους δοθέντος ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 53, η αρμοδιότητα προς έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής μειωμένου συντελεστού ή απαλλαγής από το τέλος ανήκει μόνο στις κρατικές αρχές, που ενημερώνουν σχετικώς την Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές, κατ’ αρχήν, πρό της βεβαιώσεως του τέλους, εάν δε δεν καταβληθεί το τέλος μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, ο αρμόδιος Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. προβαίνει σε βεβαίωση του τέλους (εδάφιο τρίτο της παραγράφου 8 του άρθρου 53) και μεριμνά περαιτέρω για την είσπραξη αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα για την Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) (εδάφιο δεύτερο της παραγράφου 11 του άρθρου 53). Ο αρμόδιος Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. είναι, άλλωστε, ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατά νόμο διάδικος σε περίπτωση προσφυγής του φορολογουμένου κατά της πράξεως καταλογισμού του τέλους που ενσωματώνει ο λογαριασμός κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Με τα δεδομένα αυτά το σύστημα βεβαιώσεως του έκτακτου ειδικού τέλους ηλεκτροδοτουμένων δομημένων επιφανειών, όπως διαμορφώνεται στο νόμο και έχει περιγραφεί ανωτέρω, δεν αντίκειται στην αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, ο δε περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά δε την συγκλίνουσα γνώμη της Συμβούλου Ο. Ζύγουρα, η ανάθεση στην Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτάς της σχετικής με την διαδικασία βεβαιώσεως και εισπράξεως του ανωτέρω τέλους υπηρεσίας, όπως οργανώνεται από το άρθρο 53 του ν. 4021/2011, ουδόλως αντίκειται προς την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών ή άλλη συνταγματική αρχή. Και τούτο, διότι ο νόμος θέτει πλήρως το πλαίσιο, στο οποίο η Δ.Ε.Η. και οι λοιποί εναλλακτικοί προμηθευτές θα ασκούν τις σχετικές αρμοδιότητες. Εξ άλλου, οι ανατιθέμενες στους ως άνω ιδιώτες προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος αρμοδιότητες αφορούν εις την διαδικασίαν βεβαιώσεως και εισπράξεως του φόρου αυτού, όχι δε και στον κανονιστικό προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, των υποκειμένων του φόρου ή την θέσπισιν συντελεστών, η περί των οποίων ρύθμιση γίνεται από τον ν. 4021/2011. Περαιτέρω, εκ του νόμου προβλέπεται, ότι στις περιπτώσεις απαλλαγής από το τέλος τα σχετικά ζητήματα ρυθμίζονται δια πράξεων και ενεργειών κρατικών υπηρεσιών και οργάνων (άρθρο 53 παρ. 7), ενώ και επί μη καταβολής του τέλους δια των προμηθευτών ηλεκτρικής ενεργείας χωρεί βεβαίωση του τέλους από την αρμοδία Δ.Ο.Υ. (άρθρο 53 παρ. 8).
21. Επειδή, ως προς το αντιμετωπισθέν στην προηγουμένη σκέψη ζήτημα εάν αντίκειται η θεσπιζομένη από το άρθρο 53 του ν. 4021/2011 διαδικασία βεβαιώσεως του ΕΕΤΗΔΕ προς την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών διετυπώθησαν οι ακόλουθες μειοψηφούσες γνώμες: Α) ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου, οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Αλεξανδρής και Γ. Ποταμιάς διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη με την οποία συνετάχθη και η Πάρεδρος Φρ. Γιαννακού: Όπως ρητώς ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 53 του ν. 402/2011, η βεβαίωση του επίμαχου φόρου, η εξατομίκευση δηλαδή της φορολογικής οφειλής με τον προσδιορισμό του ύψους του φόρου και του προσώπου του υποχρέου «συντελείται με την εγγραφή στις 17.9.2011 του ηλεκτροδοτουμένου ακινήτου στις μηχανογραφικές καταστάσεις της Δ.Ε.Η. και των λοιπών εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος και ο κατάλογος αυτός αποτελεί τον τίτλο βεβαίωσης για το Ελληνικό Δημόσιο και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο των αρμόδιων Δ.Ο.Υ.». Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι – σε αντίθεση με το, επίσης εισπραττόμενο από την Δ.Ε.Η., τέλος ακίνητης περιουσίας του άρθρου 24 του ν. 2130/1993, του οποίου η βεβαίωση συντελείται με την εγγραφή του υποχρέου, κατά την παρ. 8 του εν λόγω άρθρου, στον σχετικό κατάλογο που καταρτίζει ο οικείος Δήμος ή Κοινότητα – η βεβαίωση του επίμαχου φόρου συντελείται με την εγγραφή του ακινήτου στους καταλόγους που καταρτίζουν διάφορα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (η Δ.Ε.Η. και οι λοιποί εναλλακτικοί προμηθευτές), η εγγραφή δε στους καταλόγους που καταρτίζουν τα εν λόγω νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου αποτελεί για το Ελληνικό Δημόσιο τον τίτλο βεβαιώσεως του φόρου. Επομένως, με το σύστημα αυτό η βεβαίωση του φόρου, η εφαρμογή δηλαδή του φορολογικού νόμου σε συγκεκριμένη ατομική περίπτωση με τον προσδιορισμό του προσώπου του υποχρέου και του ύψους της φορολογικής οφειλής, ανατίθεται σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Τούτο, όμως, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 και 26 του Συντάγματος, διότι η βεβαίωση του φόρου, έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο, αποτελεί βασική έκφραση της δημόσιας εξουσίας και της κυριαρχίας του Κράτους, οι οποίες, κατά τις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις, ασκούνται αποκλειστικά από όργανα του Κράτους (ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου) και όχι από ιδιώτες (βλ. Ολομ. ΣτΕ 1934/1988), ειδικώτερα δε, η βεβαίωση του φόρου, εντασσομένη, ως εκ του ανωτέρω περιεχομένου της, στην άσκηση της εκτελεστικής λειτουργίας του Κράτους, ασκείται από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας αυτού, σύμφωνα με την καθιερούμενη από το ως άνω άρθρο 26 του Συντάγματος αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών. Την παραβίαση, εν προκειμένω, των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων δεν είναι ικανή να άρει η πρόβλεψη, στην παρ. 7 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, της δυνατότητος ελέγχου, από όργανα της κρατικής διοικήσεως, της γενομένης από τα ως άνω νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου βεβαιώσεως του φόρου. Και τούτο α) διότι κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα είναι η αρμοδιότητα ως προς την βεβαίωση του φόρου και όχι ως προς τον επακολουθούντα έλεγχο αυτής, β) διότι ο έλεγχος αυτός δεν χωρεί σε κάθε περίπτωση, αλλά αφορά μόνο στις, κατά την παρ. 6 του ως άνω άρθρου 53, περιορισμένες περιπτώσεις εφαρμογής μειωμένου συντελεστή ή απαλλαγής, προϋποθέτει δε αίτηση του ενδιαφερομένου. Με τον έλεγχο, άλλωστε, αυτόν παρέχεται – μετά την βεβαίωση, με τους καταρτιζόμενους από την Δ.Ε.Η. (και τους λοιπούς εναλλακτικούς προμηθευτές) καταλόγους, του επίμαχου φόρου βάσει του εμβαδού, της παλαιότητος και της τιμής ζώνης του ακινήτου – η δυνατότητα ανατροπής της εν λόγω βεβαιώσεως δια της εκ των υστέρων λήψεως υπ’ όψιν των, κατά την παρ. 6 υποκειμενικών κριτηρίων φοροδοτικής ικανότητος που συνεπάγονται μείωση της φορολογικής επιβαρύνσεως ή απαλλαγή από αυτήν προκειμένου, μεταξύ άλλων, να επιστραφεί «επιπλέον τέλος που τυχόν καταβλήθηκε» (βλ. παρ. 7 του άρθρου 53). Η πρόβλεψη, όμως, της ανωτέρω δυνατότητος αντίκειται στην αρχή της οριστικότητος της προσδιοριστικής του φόρου πράξεως που εμπεριέχεται στον κανόνα της βεβαιότητος του φόρου, ο οποίος αποτελεί ειδικώτερη έκφανση της, καθιερουμένης με το άρθρο 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, αρχής της νομιμότητος του φόρου. Τέλος, η προπεριγραφείσα παραβίαση των άρθρων 1 παρ. 3 και 26 του Συντάγματος δεν αίρεται από την, προβλεπόμενη στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, δυνατότητα εκ νέου βεβαιώσεως του επίμαχου φόρου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., αφού η νέα αυτή βεβαίωση τελεί υπό την αίρεση της μη καταβολής αυτού μέσω του λογαριασμού καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος. Β) Οι Σύμβουλοι Μ. Καραμανώφ και Ιω. Γράβαρης διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: τίτλος βεβαιώσεως του επίμαχου ειδικού τέλους αποτελεί κατά τη ρητή διατύπωση του νόμου, η εγγραφή αυτού στους καταλόγους που καταρτίζει η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία και προσδιορίζει τον υπόχρεο ανά μετρητή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος ως και το οφειλόμενο κατά περίπτωση ποσό. Η ανάθεση όμως της βεβαιώσεως φόρου σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δη εμπορική ανώνυμη εταιρεία, όπως είναι πλέον η Δ.Ε.Η., και, εξ ορισμού βεβαίως, οι λοιποί εναλλακτικοί προμηθευτές, αντίκειται στα άρθρα 26 και 95 του Συντάγματος, τα οποία επιβάλλουν όπως οι πράξεις ασκήσεως του πυρήνα της δημοσίας εξουσίας, ως είναι κατ’ εξοχήν η βεβαίωση φόρου, εκδίδονται από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας και ελέγχονται ακυρωτικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια. Ούτε, εξ άλλου, δύναται να θεωρηθεί ότι, αν όχι οι λοιποί προμηθευτές, τουλάχιστον η Δ.Ε.Η. έχει ως προς την αρμοδιότητα βεβαιώσεως του επίμαχου φόρου διφυή χαρακτήρα. Και τούτο διότι ο διφυής χαρακτήρας, ως νομική έννοια αναγκαία για τη διασφάλιση του κρατούντος οργανικού κριτηρίου, προϋποθέτει νομικό πρόσωπο με ένδυμα μεν ιδιωτικού δικαίου, πλην όμως λειτουργούντος όχι με κερδοσκοπικό σκοπό αλλά προς το δημόσιο συμφέρον και υπαγόμενο, χάριν τούτου, σε ειδικό καθεστώς δημοσίου δικαίου, ήτοι με προνόμια και υποχρεώσεις ασυμβίβαστα προς τις αρχές και απαιτήσεις του ελευθέρου ανταγωνισμού, στις οποίες υπάγεται πλέον η Δ.Ε.Η. σύμφωνα με την κοινοτική έννομη τάξη. Εξ άλλου, το γεγονός ότι το Δημόσιο, σε περίπτωση μη καταβολής του επίμαχου τέλους μέσω του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος, διατηρεί, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 53, αρμοδιότητα «βεβαιώσεως» και εισπράξεως αυτού σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, δεν αίρει την αντίθεση του συστήματος του νόμου προς τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις. Και τούτο διότι η ως άνω «βεβαίωση» εντάσσεται πράγματι είτε στη διαδικασία τροποποιήσεως της αρχικής καταλογιστικής πράξεως (περιπτώσεις απαλλαγών, μειώσεων κλπ.) είτε στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως αυτής, η οποία, όμως, προϋποθέτει μη συμμόρφωση του οφειλέτου προς την ήδη γεννηθείσα με την εγγραφή του στους καταλόγους της Δ.Ε.Η. φορολογική υποχρέωση αυτού. Δεδομένου δε ότι η ειδική διαδικασία επιβολής του περί ου πρόκειται τέλους, όπως αυτή θεσπίζεται στις αντίστοιχες διατάξεις του ν. 4021/2011 αποτελεί θεμελιώδες και αναπόσπαστο στοιχείο αυτού, ο νόμος πάσχει αντισυνταγματικότητα στο σύνολό του, και, κατά συνέπεια, η επ’ αυτού ερειδομένη και ήδη προσβαλλομένη κανονιστική απόφαση είναι και αυτή μη νόμιμη και ακυρωτέα.
22. Επειδή, εξ άλλου, η ανάθεση της εισπράξεως φόρων και τελών, δημοσίων και δημοτικών, σε μη κρατικά όργανα, όπως είναι οι τράπεζες, τα Ελληνικά Ταχυδρομεία ή οργανισμοί κοινής ωφελείας έναντι ανταλλάγματος, δεν αντίκειται στην αρχή διακρίσεως των εξουσιών, εφ’ όσον τα όργανα αυτά περιορίζονται στο έργο της απλής εισπράξεως των βεβαιωμένων φόρων και τελών και δεν εξοπλίζονται περαιτέρω με μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως (βλ. άρθρο 2 του ν.δ. 356/1974 περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, ΦΕΚ Α΄ 90, και άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, ΦΕΚ Α΄247, βλ. επίσης άρθρο 68 του από 24.9-20.101958 διατάγματος περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων, ΦΕΚ Α΄171, για την ενοικίαση φόρων, τελών και δικαιωμάτων από τους Ο.Τ.Α). Ως εκ τούτου αβασίμως προβάλλεται ότι αντίκειται στην ανωτέρω συνταγματική αρχή η ανάθεση στην Δ.Ε.Η. και τους λοιπούς εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος του έργου της εισπράξεως του επιδίκου τέλους.
23. Επειδή, ο λόγος ότι η κατά τα ανωτέρω ανάθεση στην Δ.Ε.Η. του έργου της εισπράξεως της επίδικης επιβαρύνσεως αντίκειται στους καταστατικούς σκοπούς της εν λόγω επιχειρήσεως, προβαλλόμενος εκ μέρους του αιτούντος, που κατά τα ανωτέρω δεκτά στην σκέψη 4 νομιμοποιείται στην άσκηση της παρούσας αιτήσεως υπό την ιδιότητα του φορολογουμένου, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως προβαλλόμενος εκ συμφέροντος τρίτου.
24. Επειδή, ακολούθως, για την περίπτωση μη καταβολής του τέλους μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, ορίζεται στην παράγραφο 11 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 ότι η ΔΕΗ και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος προβαίνουν στην έκδοση εντολής διακοπής του ρεύματος του καταναλωτή προς τον Διαχειριστή του Δικτύου, ο οποίος προβαίνει σε διακοπή της σύνδεσης και δεν το επαναχορηγούν μέχρι να εξοφληθεί το οφειλόμενο τέλος, δεν επιτρέπεται δε η αλλαγή προμηθευτή ηλεκτρικού ρεύματος αν δεν εξοφληθεί προηγουμένως τα ειδικό τέλος. Εξ άλλου, ο ν. 4001/2011, που ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ, ορίζει στο Δεύτερο Μέρος αυτού (άρθρα 46- 59), αναφορικά με την προμήθεια ηλεκτρικού ρεύματος από τους καταναλωτές, μεταξύ άλλων, ότι α) η προμήθεια ηλεκτρικού ρεύματος επιτρέπεται μόνον μετά από σύναψη σύμβασης προμηθείας μεταξύ προμηθευτή και πελάτη, την οποία καταρτίζει και υποβάλλει ο προμηθευτής στον πελάτη κατόπιν αιτήσεως του τελευταίου, οι δε γενικοί και ειδικοί όροι της συμβάσεως αυτής πρέπει να είναι συμβατοί με τις αρχές της καλής πίστης και τήρησης των συναλλακτικών ηθών και να καθίστανται γνωστοί στον πελάτη πριν από την σύναψη της συμβάσεως (άρθρο 47 παρ. 2) β) ο προμηθευτής δικαιούται να αρνηθεί να προμηθεύσει συγκεκριμένο πελάτη εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι, όπως η ύπαρξη ληξιπροθέσμων οφειλών του πελάτη προς άλλον προμηθευτή. Οι προϋποθέσεις άρνησης προμηθείας και διακοπής της παροχής πρέπει να είναι σαφώς διατυπωμένες και να παρέχονται στον πελάτη εκ των προτέρων και ιδίως κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της σύμβασης προμήθειας (άρθρο 48 παρ. 5).
25. Επειδή, η θεσπιζομένη, κατά τα ανωτέρω, στην παράγραφο 11 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 δυνατότητα της ΔΕΗ και των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος να προβαίνουν σε διακοπή της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος προς τον καταναλωτή αντίκειται στο Σύνταγμα και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρη, οι δε ερειδόμενες στην ανωτέρω ρύθμιση διατάξεις του άρθρου 4 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως είναι ακυρωτέες. Επί της ειδικότερης θεμελιώσεως της αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω ρυθμίσεως έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Με το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη» κατοχυρώνεται, ως ατομικό δικαίωμα η οικονομική ελευθερία. Ειδική εκδήλωση του συνταγματικού αυτού δικαιώματος αποτελεί για τους ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, η ελευθερία των συμβάσεων, στη οποία ανήκουν, μεταξύ άλλων, και η σύμφυτη αξίωση της τηρήσεως των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων. Νομοθετική επέμβαση σε συνεστημένη συμβατική σχέση είναι επιτρεπτή ως εξαιρετικό μέτρο, λαμβανόμενο στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητος, όταν σοβαροί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι συνάπτονται με το αντικείμενο της συμβάσεως, δικαιολογούν την ανατροπή της ομαλής εξελίξεως της συμβάσεως ή την μεταβολή των συμφωνηθέντων από τους αντισυμβαλλομένους (πρβλ. ΣτΕ 1909-10/2001 Ολομ.). Δεν επιτρέπεται, όμως, κατά την έννοια της ως άνω συνταγματικής διατάξεως, επέμβαση του νομοθέτη σε όρους συνεστημένης συμβάσεως, όταν η επέμβαση αυτή δεν αποσκοπεί στην άρση επιβλαβών για το δημόσιο συμφέρον συνεπειών της συμβάσεως, αλλά αποβλέπει σε σκοπό ξένο προς το αντικείμενο αυτής. Εν όψει των ανωτέρω, η προβλεπομένη στην παράγραφο 11 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 δυνατότητα διακοπής της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος σε καταναλωτή, ο οποίος δεν καταβάλλει, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο αυτό τρόπο, το οφειλόμενο από αυτόν ειδικό τέλος, αν και κατά τα λοιπά προσφέρεται στην καταβολή του αντιτίμου του οικείου λογαριασμού κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, αποτελεί συνταγματικώς ανεπίτρεπτη επέμβαση στην συμβατική σχέση μεταξύ του καταναλωτή και του προμηθευτή ηλεκτρικού ρεύματος και προσβολή του δικαιώματος του πρώτου για ελεύθερη απόλαυση των απορρεόντων από την σχετική σύμβαση προμηθείας δικαιωμάτων του. Πράγματι εκ του ότι θεμιτώς, κατά τα ειδικότερον εκτεθέντα ανωτέρω, ανάγεται σε νόμιμο τίτλο βεβαιώσεως για το Δημόσιο η εγγραφή του καταναλωτή στις μηχανογραφικές καταστάσεις των προμηθευτών ηλεκτρικής ενεργείας και προβλέπεται η είσπραξη του ειδικού τέλους ενιαίως με την εξόφληση του οικείου λογαριασμού καταναλώσεως, ουδόλως παρέπεται ότι είναι δυνατόν να επακολουθεί, ως συνέπεια της μη καταβολής του τέλους και εν είδει κυρώσεως, η διακοπή της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος στον συνεπή απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του προμηθευτή καταναλωτή, διότι με τον τρόπο αυτό υπάρχει επέμβαση στην μεταξύ αυτών συμβατική σχέση. Τούτο δε, διότι η επιδίωξη διασφάλισης της καταβολής νομίμως προβλεπομένης φορολογικής επιβαρύνσεως συνιστά σκοπό θεμιτό μεν καθεαυτό, όμως άσχετο με το αντικείμενο της συμβάσεως παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Εξ άλλου, με την κύρωση της διακοπής από τον Διαχειριστή του Δικτύου της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος σε φορολογούμενο για τον λόγο ότι δεν είναι συνεπής με φορολογικές υποχρεώσεις άσχετες προς τις απορρέουσες από την σύμβαση προμηθείας ηλεκτρικού ρεύματος υποχρεώσεις του παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, διότι πρόκειται περί μέτρου το οποίο άγει σε αναίρεση της καθολικότητας της παροχής των υπηρεσιών κοινωφελούς δικτύου εξυπηρετήσεως για λόγο, ο οποίος δεν είναι συναφής με την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας. Κατά την γνώμη του Αντιπροέδρου Ν. Σακελλαρίου, των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Γ. Ποταμιά, Μ. Παπαδοπούλου και Θ. Αραβάνη, με την οποία συντάχθηκε και η Πάρεδρος Φρ. Γιαννακού, η κύρωση της διακοπής της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος σε περίπτωση μη καταβολής του επίμαχου “τέλους” αντίκειται όχι μόνον στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, αλλά επίσης και στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι συνεπάγεται στέρηση κοινωνικού αγαθού ζωτικής σημασίας, ουσιώδους για την αξιοπρεπή, υπό τα σύγχρονα δεδομένα, διαβίωση του ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά την γνώμη των Συμβούλων Αι. Σακελλαροπούλου και Α-Γ.Βώρου, το επίμαχο μέτρο, η διακοπή δηλαδή του ηλεκτρικού ρεύματος ως μέτρου εξαναγκασμού για την καταβολή του επιδίκου τέλους, αντίκειται, κατά το μέρος που αφορά σε φυσικά πρόσωπα, στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι χρησιμοποιεί αγαθό ζωτικής σημασίας για την ανθρώπινη διαβίωση, προκειμένου να εξασφαλίσει την εκπλήρωση φορολογικής υποχρεώσεως για λόγους ασύνδετους προς το περιεχόμενο της συμβάσεως μεταξύ καταναλωτή και προμηθευτή του ηλεκτρικού ρεύματος, κατά δε το μέρος που αφορά σε νομικά πρόσωπα, αντίκειται στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, κατά τα προεκτεθέντα. Εξ άλλου, κατά την γνώμη των Συμβούλων Χρ. Ράμμου , Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνη, Ι. Γράβαρη, Μ. Σταματελάτου και Β. Αραβαντινού, η διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, όπως προβλέπεται στην ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 11 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, αποτελεί μέτρο εξαναγκασμού για την καταβολή του επίδικου τέλους ασύνδετο με υπαιτιότητα του φορολογουμένου ή με την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ως καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας και με τα χαρακτηριστικά αυτά το εν λόγω μέτρο αντίκειται ευθέως στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος για το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου. Τούτο δε, διότι χρησιμοποιεί αγαθό ζωτικής σημασίας για την ανθρώπινη διαβίωση ως μοχλό πίεσης για την εκπλήρωση φορολογικής υποχρέωσης, υποβιβάζοντας έτσι τον άνθρωπο από υποκείμενο της εννόμου τάξεως σε απλό μέσον για την επίτευξη (οσονδήποτε σοβαρών, αδιάφορο) δημόσιων σκοπών. Επί ευθείας, άλλωστε, όπως εν προκειμένω, προσβολής της κατά το ανωτέρω άρθρο 2 του Συντάγματος «πρωταρχικής υποχρέωσης της Πολιτείας» να σέβεται, σε κάθε ανεξαιρέτως περίπτωση, την ανθρώπινη αξία, δεν νοείται διακριτή αντίθεση και σε άλλες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων επί μέρους συνταγματικές διατάξεις ή στην αρχή της αναλογικότητας καθόσον τα σχετικά ζητήματα προϋποθέτουν ρυθμίσεις συμβατές, πάντως, με την πιο πάνω θεμελιώδη υποχρέωση καθ’ εαυτήν (πρβλ., μεταξύ άλλων, ΑΕΔ 1/2010, καθώς και συγκλίνουσα με την πλειοψηφία γνώμη στην ΣτΕ 1213/2010 Ολομ.). Τέλος, κατά την γνώμη της Συμβούλου Ο. Ζύγουρα η διάταξη της παρ. 11 του άρθρου 53 του ν. 4021/11, κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται η διακοπή ηλεκτροδοτήσεως του ακινήτου, σε περίπτωση μη καταβολής του προβλεπομένου με το άρθρο αυτό ειδικού τέλους, αντίκειται προς την συνταγματική αρχή της αναλογικότητος. Και τούτο, διότι η εκπλήρωση φορολογικής υποχρεώσεως των ιδιοκτητών των ακινήτων, την οποία αυτοί έχουν έναντι του κράτους και εκπληρώνουν, κατά τας διατάξεις του άρθρου αυτού, δια της Δ.Ε.Η. ή των εναλλακτικών προμηθευτών, στους οποίους έχει ανατεθεί, υπό τους εκτεθέντας περιορισμούς, η διαδικασία βεβαιώσεως και εισπράξεως του φόρου αυτού, δεν συνάπτεται προς την απορρέουσα από την σχέση μεταξύ των ιδιοκτητών των ακινήτων και της Δ.Ε.Η. ή του εναλλακτικού προμηθευτού, ως παρόχων ηλεκτρικού ρεύματος, υποχρέωση των τελευταίων να διασφαλίζουν, κατά τους όρους του νόμου και των σχετικών συμβάσεων, την παροχή στους πελάτες των ηλεκτρικής ενεργείας, ήτοι αγαθού, η παροχή του οποίου αποτελεί υπηρεσία γενικού ενδιαφέροντος, βάσει δε των σχετικών ρυθμίσεων του κοινοτικού δικαίου (οδηγία 2009/72/ΕΚ), σε καθεστώς απελευθερωμένης αγοράς ενέργειας, το κράτος οφείλει εν πάση περιπτώσει να διασφαλίζει στους πολίτες την δυνατότητα προσβάσεως στην σχετική καθολική υπηρεσία.
26. Επειδή, ως προς το αντιμετωπισθέν στην προηγουμένη σκέψη ζήτημα, μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, οι Αντιπρόεδροι Σ. Ρίζος, Δ. Πετρούλιας, Αγγ. Θεοφιλοπούλου και οι Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Δ. Μαρινάκης και Φ. Ντζίμας, οι οποίοι υπεστήριξαν τη γνώμη ότι η επίμαχη διάταξη της παρ. 11 του άρθρου 53 του ν. 421/2011 είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα, με τις ακόλουθες σκέψεις: Σύμφωνα με τη νομολογία της Ολομέλειας του Δικαστηρίου (ΣτΕ 1909-10/2001), το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος δεν αποκλείει τη δυνατότητα νομοθετικής επέμβασης στην εξέλιξη συνεστημένης συμβατικής σχέσης, η οποία μάλιστα μπορεί να συνίσταται όχι μόνον στην «αναγκαστική προσαρμογή», αλλά και στην κατάργηση της σύμβασης από τον νομοθέτη, εφ’ όσον όμως τούτο «δικαιολογείται για σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, όπως είναι η βλάβη της εθνικής οικονομίας», η δε σχετική νομοθετική ρύθμιση, επιβαλλόμενη με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχουν όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, οι οποίες δικαιολογούν το επίμαχο νομοθετικό μέτρο της διακοπής της ηλεκτροδότησης του βαρυνόμενου ακινήτου, ως μέσο εξαναγκασμού για την καταβολή του επίδικου τέλους, εάν ο χρήστης δεν προβαίνει στην καταβολή του μαζί με τον λογαριασμό κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Ειδικότερα, όπως έχει ήδη εκτεθεί (βλ. ανωτέρω σκέψη 8), ρητώς στην ίδια τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, με την οποία θεσπίζεται το επίδικο έκτακτο τέλος, εξαγγέλλεται ότι αυτό επιβάλλεται «για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίσταται στην άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος». Όπως δε επισημαίνεται και στην αιτιολογική έκθεση επί του ανωτέρω άρθρου 53, η επιβολή του εν λόγω τέλους υπαγορεύθηκε από την επιτακτική ανάγκη να ληφθούν έκτακτα και «κατεπείγοντος χαρακτήρα» μέτρα, ώστε να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι μείωσης του ελλείμματος τόσο για το 2011 όσο και για το 2012. Συνεπώς, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, η κατεπείγουσα, όπως τονίζεται στην αιτιολογική έκθεση, είσπραξη των προϋπολογιζόμενων ποσών από το εν λόγω έκτακτο τέλος, συνιστά όχι έναν συνήθη δημοσιονομικό στόχο, αλλά σκοπό εθνικού συμφέροντος, αφού, και σε συνδυασμό με λοιπά λαμβανόμενα μέτρα, συμβάλλει στην αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσεως που αντιμετωπίζει η Χώρα. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, δηλαδή της ανάγκης κατεπείγουσας πραγματοποίησης εσόδων, για την άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, ο νομοθέτης επέλεξε, ως το πλέον πρόσφορο, κατά την κυριαρχική του εκτίμηση, μέτρο, την επιβολή του επίδικου έκτακτου τέλους, όχι επί οιουδήποτε ακινήτου (δομημένου ή αδόμητου), αλλά ειδικώς μόνον επί των «ηλεκτροδοτούμενων» δομημένων επιφανειών των ακινήτων. Και τούτο διότι απέβλεψε τόσο στη φορολόγηση των εν δυνάμει ενεργών, λειτουργικά, οικοδομών (για οικιστική ή εμπορική χρήση), όσο και στην άμεση (οιονεί αυτόματη) και με ελάχιστη, σε σχέση με τις συνήθεις χρονοβόρες διαδικασίες καταλογισμού και είσπραξης των φόρων, δαπάνη για το Δημόσιο, καταβολή του τέλους μαζί με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος. Ακριβώς δε λόγω αυτού του διττού σκοπού δικαιολογείται πλήρως η φορολόγηση μόνον των ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών των ακινήτων και όχι και των λοιπών μη ηλεκτροδοτούμενων, δομημένων, καθώς και των αδόμητων ακινήτων. Για την ικανοποίηση του ανωτέρω σκοπού, δηλαδή, της κατεπείγουσας πραγματοποίησης εσόδων, ο νομοθέτης, επί πλέον, αφ’ ενός προέβλεψε την υποχρέωση καταβολής του τέλους μαζί με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος από τον χρήστη του ακινήτου, ορίζοντας ότι, σε περίπτωση μισθωμένων ακινήτων, με την καταβολή αυτή επέρχεται αυτοδικαίως ο συμψηφισμός με οφειλόμενα ή μελλοντικά μισθώματα. Ρητώς δε όρισε (παρ. 12 του άρθρου 53) ότι η ρύθμιση αυτή κατισχύει κάθε άλλης αντίθετης συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών, επεμβαίνοντας με τον τρόπο αυτό στην μεταξύ του μισθωτή και εκμίσθωση σχέση, για σκοπό που δεν συνδέεται «άμεσα» με την σύμβαση μίσθωσης, αλλά αποβλέπει στην άμεση είσπραξη του τέλους. Οι ανωτέρω ειδικές αυτές ρυθμίσεις, (επιβολή του τέλους μόνον στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, υποχρέωση καταβολής του τέλους από τον χρήστη του ακινήτου με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος και απαγόρευση (διακοπή) της ηλεκτροδότησης του ακινήτου σε περίπτωση μη καταβολής του τέλους) αποτελούν πρόσφορα και αναγκαία μέτρα για την εξυπηρέτηση του ανωτέρω σκοπού, αφού προφανώς εξυπηρετούν την κατεπείγουσα ανάγκη πραγματοποίησης των εσόδων από το επίδικο τέλος. Τούτο δε διότι, η μεν άμεση είσπραξη του τέλους δεν είναι πάντα ευχερής από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, που είναι και το υποκείμενο του φόρου, όταν αυτός δεν είναι και ο χρήστης του ακινήτου ή όταν αυτό είναι αδήλωτο ή αυθαίρετο. Εξ άλλου, η διακοπή της ηλεκτροδότησης του ακινήτου αποτελεί ένα αποτελεσματικό μέσο εξαναγκασμού για την πληρωμή της φορολογικής αυτής οφειλής. Και βεβαίως ο περιορισμός αυτός της συμβατικής ελευθερίας, δηλαδή της απαγόρευσης παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στο βαρυνόμενο ακίνητο, σε περίπτωση μη καταβολής του τέλους, δεν αποτελεί ρύθμιση άσχετη προς το αντικείμενο της σύμβασης ηλεκτροδότησης. Η σχέση είναι προφανής, αφού το επίμαχο τέλος επιβάλλεται, για τους προαναφερθέντες εθνικού (και όχι απλώς δημόσιου) συμφέροντος λόγους, μόνον στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, δηλαδή βαρύνει ακίνητα για τα οποία υπάρχει σύμβαση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Άλλωστε, σύμφωνα με την ήδη ισχύουσα νομοθεσία, αναγκαία προϋπόθεση για την ηλεκτροδότηση οικοδομής, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών ανέγερσής της, είναι η βεβαίωση της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ότι έχει υποβληθεί δήλωση του ιδιοκτήτη ή της επιχείρησης κατασκευής, συνοδευόμενη με τα προβλεπόμενα από τη φορολογική νομοθεσία παραστατικά, προκειμένου να διασφαλίζεται η διενέργεια φορολογικού ελέγχου των ιδιοκτητών και των επιτηδευματιών που εκτέλεσαν τις εργασίες ανέγερσης της οικοδομής (βλ. άρθρα 8 του ν. 1882/1990, 35 και 36 του ν. 2238/1994 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις). Επίσης, τα άρθρα 6 του ν. 25/1975, 10 παρ. 2 του ν. 1080/1980 και 24 του ν. 2130/1993, που αφορούν δημοτικούς φόρους, προβλέπουν τη διακοπή της ηλεκτροδότησης του ακινήτου σε περίπτωση μη καταβολής τους. Ίδια ρύθμιση είχε προβλεφθεί και για την έκτακτη εισφορά του άρθρου 2 του ν. 2019/1992. Εκτός της φορολογικής νομοθεσίας, η απαγόρευση της ηλεκτροδότησης του ακινήτου προβλέπεται ήδη και στην πολεοδομική νομοθεσία. Συγκεκριμένα, ρητώς απαγορεύεται, κατ’ αρχήν η ηλεκτροδότηση οικοδομής, την οποία ο ιδιοκτήτης έχει ανεγείρει αυθαιρέτως, δηλαδή κατά παράβαση της πολεοδομικής νομοθεσίας (βλ. άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1512/1985, το οποίο απαγορεύει επίσης και τη σύνδεση του ακινήτου με κάθε άλλου είδους δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης, τηλεπικοινωνιών και φυσικού αερίου). Πρέπει δε επίσης να σημειωθεί ότι με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αναγνωρίζεται ευρύτατη εξουσία στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε περιορισμούς στη χρήση αγαθών, ειδικώς «προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων» (βλ. ανωτέρω σκέψη 15). Τέλος, το επιβαλλόμενο μέτρο, εν όψει του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή της κατεπείγουσας εθνικής ανάγκης είσπραξης εσόδων για την άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, δεν προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, αφού μάλιστα η ρύθμιση αυτή δεν καθιστά αδύνατη, αλλά απλώς δυσχεραίνει τη χρήση του ακινήτου, προβλέπει δε την άρση της διακοπής της ηλεκτροδότησης μετά την καταβολή του οφειλόμενου τέλους. Ο ανωτέρω σκοπός, όπως έχει ήδη εκτεθεί, δεν μπορεί να επιτευχθεί με τα προβλεπόμενα μέσα διοικητικής εκτέλεσης (τα οποία είναι και σοβαρότερα για τον οφειλέτη, αφού μπορεί να φθάσουν έως και την αναγκαστική κατάσχεση και εκποίηση του ακινήτου), δεδομένου ότι αυτά απαιτούν και μεγαλύτερο χρόνο και αυξημένη δαπάνη για το Δημόσιο και συνεπώς είναι απρόσφορα για το σκοπό που επιδιώκεται, εν όψει μάλιστα και των εγγενών αδυναμιών του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, αλλά και των ενδεχομένων χρονοβόρων δικαστικών αμφισβητήσεων. Άλλωστε, στη νομοθεσία προβλέπονται και άλλοι πολύ σοβαρότεροι περιορισμοί, όχι μόνον της οικονομικής, αλλά και της προσωπικής ελευθερίας για την μη καταβολή των προς το Δημόσιο οφειλών. Όπως είναι η μη χορήγηση πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας, η οποία έχει ως συνέπεια σοβαρούς περιορισμούς της συμβατικής ελευθερίας, καθώς και της ελεύθερης γενικά ανάπτυξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας (βλ. άρθρο 26 του ν. 1882/1990 και 1 της απόφασης 1109793/1999 (ΦΕΚ Β΄ 2134/99) του Υπουργού Οικονομικών), η απαγόρευση εξόδου του οφειλέτη από τη Χώρα, ρύθμιση η οποία ίσχυσε στο παρελθόν και έχει κριθεί, κατ’ αρχήν, σύμφωνη προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ. 4674/1998 Ολομ. και ΕΔΔΑ Riener κατά Βουλγαρίας, της 25.5.2006), προσωρινή αναστολή της λειτουργίας καταστήματος ή γραφείου ή άλλης επαγγελματικής εγκατάστασης σε περίπτωση φορολογικών παραβάσεων (βλ. άρθρο 13 ν. 2523/1997), ενώ, εξάλλου, η μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο αποτελεί και ποινικό αδίκημα και μάλιστα, αναλόγως του οφειλόμενου ποσού, και κακουργηματικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις, το επίμαχο μέτρο της απαγόρευσης της ηλεκτροδότησης των ακινήτων, λόγω μη καταβολής επίδικου τέλους, δεν προσκρούει, κατά την μειοψηφούσα αυτή γνώμη, στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε σε άλλη συνταγματική διάταξη, οι δε αντίθετοι λόγοι ακυρώσεως είναι απορριπτέοι.
27. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ. 1 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως και υπό τον τίτλο “Διαδικασία απόδοσης του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. από την Δ.Ε.Η. στο Ελληνικό Δημόσιο” ορίζεται ότι «Με τη συμπλήρωση της 20ης ημέρας (ή της επόμενης εργάσιμης) από τη λήξη του μήνα που εισπράχθηκε το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος οφείλουν να καταθέτουν το εισπραχθέν ποσό στο Κ.Α.Ε. 0224 του προϋπολογισμού». Εξ άλλου, με την υπ’ αριθμ. 2/69273/0020/5.10.2011 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως, ενεγράφη στον προϋπολογισμό Κωδικός Αριθμός Εισόδου (Κ.Α.Ε.) με αριθμό 0224 και την ονομασία «Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών». Συνεπώς, όσα ισχυρίζεται ο αιτών σχετικά με καταχώρηση του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. στον κρατικό προϋπολογισμό κατά παράβαση του άρθρου 79 του Συντάγματος, κατά τρόπο εσφαλμένο και παραπλανητικό και ειδικότερα για το λόγο ότι ο αναφερόμενος στην ως άνω προσβαλλομένη απόφαση Κ.Α.Ε. αφορά σε Κωδικό Αριθμό Εξόδων με τίτλο «Επίδομα δυσμενών και ειδικών συνθηκών εργασίας» είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
28. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να ακυρωθούν οι διατάξεις του άρθρου 4 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως, στο μέτρο που με αυτές εξειδικεύεται και συμπληρώνεται η προβλεπομένη στην παράγραφο 11 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 ρύθμιση περί διακοπής της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος σε περίπτωση μη καταβολής του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, ρύθμιση, η οποία, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα ως αντισυνταγματική.
29. Επειδή, κατά τα λοιπά η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Σημείωμα
Το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, ο «φυσικός» δικαστής της συνταγματικότητας των περισσότερων από τις δημόσιες πολιτικές και τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της τρέχουσας δημοσιονομικής κρίσης ή, αλλιώς, των λεγόμενων πολιτικών του Μνημονίου. Όπως με τη βασική απόφαση για το Μνημόνιο (ΣτΕ 668/2012 Ολ., σε: www.constitutionalism.gr), έτσι και με αυτή καθώς και με άλλες αποφάσεις, το Συμβούλιο της Επικρατείας φαίνεται ότι διαμορφώνει μια προσεκτική νομολογιακή πολιτική, που με κάποια δόση σχηματικότητας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως στάση «κριτικής αποδοχής». Αποφεύγει να διαπιστώσει αντισυνταγματικότητες, τουλάχιστον όσον αφορά τις μείζονες πολιτικές επιλογές, αλλά ταυτόχρονα δεν παραλείπει να στείλει το μήνυμα στην πολιτική εξουσία και το νομοθέτη ότι προσεγγίζει (συνταγματικά) όρια που δεν πρέπει εφεξής να υπερβεί (βλ. Α. Καϊδατζή, ‘Μεγάλη πολιτική’ και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Συνταγματικά ζητήματα και ζητήματα συνταγματικότητας στο ‘Μνημόνιο’, σε: www.constitutionalism.gr).
Με την απόφαση αυτή, η Ολομέλεια κρίνει ότι η βασική πολιτική επιλογή που έχει ενώπιόν της, η επιβολή του έκτακτου ειδικού τέλους στα ακίνητα, όπως και το βασικό μέτρο προς εφαρμογή της, η είσπραξη του τέλους μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα, είναι ωστόσο αντισυνταγματικό ένα παράλληλο μέτρο, η κύρωση της διακοπής ρεύματος σε περίπτωση μη πληρωμής του τέλους.
Δύο τουλάχιστον σημεία έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο σκεπτικό της απόφασης και αξίζει να μνημονευθούν.
Πρώτον, αυτό που εντυπωσιάζει, ήδη από τις πρώτες γραμμές της απόφασης, είναι πόσο υπερτονίζει το Δικαστήριο και επιμένει στον έκτακτο και προσωρινό χαρακτήρα του μέτρου, παρόλο που αυτός κάθε άλλο προφανής είναι. Αν εξαιρέσει κανείς το χαρακτηρισμό του ως «έκτακτου» τέλους, λίγα πράγματα στο νόμο δείχνουν ότι πρόκειται για προσωρινό μέτρο. Το Δικαστήριο καθιστά σαφές ότι η κρίση του θα ήταν πιθανότατα διαφορετική, εάν επρόκειτο για πάγια ρύθμιση. Εξίσου σαφές είναι και το έμμεσο μήνυμα προς τον μελλοντικό νομοθέτη που θα θελήσει να παρατείνει το μέτρο ή να το επαναθεσπίσει με άλλο όνομα…

Δεύτερον, το Δικαστήριο δεν διστάζει να κρίνει αντισυνταγματική μία, έστω παράπλευρη, αλλά πάντως σημαντική για την αποτελεσματικότητα του μέτρου, πτυχή του. Ο κύριος λόγος όμως της αντισυνταγματικότητας είναι ότι η ρύθμιση αντίκειται στην ελευθερία των συμβάσεων. Αυτό μπορεί να ιδωθεί ως ένα μήνυμα με διπλό αποδέκτη. Καταρχάς, μήνυμα προς την πολιτική εξουσία ότι η καταρχήν ανοχή του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν αποτελεί carte blanche για το νομοθέτη. Και, ταυτόχρονα, μήνυμα προς όσους αμφισβητούν τη συνταγματικότητα των μέτρων, αφού το Συμβούλιο εξακολουθεί να αποφεύγει να διαπιστώσει παραβίαση περιουσιακών ή κοινωνικών δικαιωμάτων ή της αρχής της ισότητας (βλ. ιδίως τη σημαντική συμβολή των Ξ. Κοντιάδη/Α. Φωτιάδου, Κοινωνικά δικαιώματα, αναλογικότητα και δημοσιονομική κρίση, ΔτΑ 2012, σ. 27 επ., και αναδημοσίευση σε: www.constitutionalism.gr).

ΣτΕ (Ολ.) 2411/2012 – Συνταγματικότητα διδάκτρων σε μεταπτυχιακά προγράμματα

ΣτΕ (Ολ.) 2411/2012, με σημείωμα Α. Καϊδατζή

ΣτΕ (Ολ.) 2411/2012 – Συνταγματικότητα διδάκτρων σε μεταπτυχιακά προγράμματα

ΣτΕ 2411/2012 Ολ.

[Συνταγματικότητα επιβολής διδάκτρων σε μεταπτυχιακά προγράμματα]
Πρόεδρος: Π. Πικραμμένος
Εισηγητής: Γ. Ποταμιάς, Σύμβουλος
 
Το δικαίωμα δωρεάν παιδείας εκτείνεται καθ’ όλη τη διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών, οι οποίες περαιώνονται με τη λήψη του πτυχίου. Ως προς τις μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής εργασίας εναπόκειται στην εκτίμηση του κοινού νομοθέτη να επιβάλλει στους μεταπτυχιακούς φοιτητές εκτός από την κρατική επιχορήγηση και δίδακτρα, για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των σχετικών προγραμμάτων. Δεν δύναται όμως να καθορίσει δίδακτρα σε τέτοιο ύψος, ώστε να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η συμμετοχή σε ΠΜΣ φοιτητών περιορισμένης εισοδηματικής ικανότητας, διότι ένα τέτοιο μέτρο θα παραβίαζε την γενική ελευθερία προσβάσεως στην παιδεία (μειοψ.).
 
[…]
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 24528/Β7/11-5-2009 αποφάσεως του Υφυπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ, 990/26-5-2009, τ. Β) κατά το μέρος που με αυτήν ορίστηκε στο άρθρο 11 παρ. 2 ότι το κόστος λειτουργίας του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης με τίτλο «Κοινωνική Πολιτική και Κοινωνική Εργασία» θα καλυφθεί, μεταξύ άλλων, και από δίδακτρα.
3. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 2714/2010 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατ’ άρθρ. 14 παρ. 2 εδάφ. β’ του πρ.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8) λόγω σπουδαιότητας το ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 3 και 8 του ν. 3685/2008 (Α΄ 148) με βάση τις οποίες η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση όρισε ότι το κόστος λειτουργίας του ως άνω προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών καλύπτεται, μεταξύ άλλων, και από δίδακτρα.
4. Επειδή, ο αιτών με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη αίτηση ως εκ της ιδιότητάς του ως αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, ο οποίος μάλιστα μειοψήφησε κατά την λήψη της υπ’ αριθμ. 27/21-1-2009 αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως Ειδικής Συνθέσεως (ΓΣΕΣ) του εν λόγω Τμήματος σχετικά με την έγκριση λειτουργίας του ως άνω μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών ως προς το ζήτημα της καλύψεως του κόστους λειτουργίας του και με δίδακτρα των μεταπτυχιακών φοιτητών. Κατά την γνώμη του Συμβούλου Γ. Ποταμιά εν προκειμένω η προσβαλλόμενη κανονιστική απόφαση δεν αφορά προσωπικά τον αιτούντα ούτε θίγει έστω και έμμεσα έννομα συμφέροντά του κατά την έννοια του άρθρου 47 παρ. 1 του πρ. δ/τος 18/1989 (Α΄ 8). Ούτε άλλωστε θεμελιώνεται έννομο συμφέρον στο εύλογο ενδιαφέρον του για την εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος ή του ως άνω Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Κοινωνική Πολιτική και Κοινωνική Εργασία» διότι αυτό έχει γενικό χαρακτήρα και εντάσσεται στο γενικό ενδιαφέρον του κάθε πολίτη για την τήρηση των νόμων και την σύννομη άσκηση κάθε διοικητικής λειτουργίας. Εφόσον το έννομο συμφέρον του αιτούντος δεν είναι προσωπικό, άμεσο και ενεστώς η κρινόμενη αίτηση, κατά την γνώμη αυτή, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
5. Επειδή, στο άρθρο 16 του Συντάγματος, ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «… 4. οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. 5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. … 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων … 8. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης άδειας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ’ αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους. Η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται …».
6. Επειδή, οι μεταπτυχιακές σπουδές στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα οργανώθηκαν συστηματικά το πρώτον με τα άρθρα 26, 27 και 28 του ν. 1268/1982 (Α΄ 87). Με το άρθρο 81 του ν. 1566/1985 (Α΄ 167) οργανώθηκαν εκ νέου οι μεταπτυχιακές σπουδές και καταργήθηκαν οι σχετικές ρυθμίσεις (άρθρα 26, 27 και 28) του ν. 1268/1982. Εν συνεχεία, οι μεταπτυχιακές σπουδές οργανώνονται εκ νέου με τις διατάξεις των άρθρων 10-14 του ν. 2083/1992 (Α΄ 159). Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 7 του τελευταίου νόμου ορίζεται ότι «7. Με γνώμη της Γ.Σ.Ε.Σ. (Γενικής Συνέλευσης Ειδικής Σύνθεσης) ενός τμήματος και απόφαση της Συγκλήτου του οικείου Α.Ε.Ι. μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος».
7. Επειδή, με τον νόμο 3685/2008 (Α΄ 148) κωδικοποιούνται και συμπληρώνονται (βλ. Εισηγ. Έκθεση σελ. 1) οι ισχύουσες για τις μεταπτυχιακές σπουδές διατάξεις προκειμένου η ελληνική νομοθεσία να προσαρμοσθεί πλήρως στα ευρωπαϊκά δεδομένα και να οργανωθούν οι μεταπτυχιακές σπουδές με τρόπο σύγχρονο και εξωστρεφή. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου ορίζεται ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3549/2007 (ΦΕΚ 69 Α΄) έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την οργάνωση των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα και χορηγούν Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (Μ.Δ.Ε.). Τα Πανεπιστήμια έχουν επιπλέον την αρμοδιότητα να χορηγούν Διδακτορικά Διπλώματα (Δ.Δ.). 2. Τμήματα των Α.Ε.Ι. μπορούν να οργανώνουν αυτοδύναμα ή να συνδιοργανώνουν μεταξύ τους ή με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (Π.Μ.Σ.) για τη χορήγηση Μ.Δ.Ε. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος έγκρισης Π.Μ.Σ. προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι η συνυποβολή της έκθεσης αξιολόγησης του οικείου Τμήματος, σύμφωνα με το ν. 3374/2005 (ΦΕΚ 189 Α΄), από την οποία προκύπτει η ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη λειτουργία του Προγράμματος. 3. α) Τα Π.Μ.Σ. αποσκοπούν στην περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και των τεχνών και στην προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών ανάπτυξης της χώρας. β) … », στο άρθρο 3 ότι: «1. Τα Ιδρύματα στα οποία λειτουργούν Π.Μ.Σ. εκδίδουν Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών, ο οποίος καταρτίζεται από … 2. … 3. Με απόφαση της Σ.Ε.Σ. του οικείου ή των οικείων Ιδρυμάτων, μετά από γνώμη της Γ.Σ.Ε.Σ. του Τμήματος ή της Ε.Δ.Ε., μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων και το ύψος αυτών για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος», στο άρθρο 6 ότι: «1. α) Τα Π.Μ.Σ. καταρτίζονται από τη Γ.Σ.Ε.Σ. του οικείου Τμήματος που διαθέτει την απαραίτητη κτιριακή-υλικοτεχνική υποδομή και το απαραίτητο διδακτικό και λοιπό προσωπικό και υποβάλλονται για έγκριση στη Σ.Ε.Σ. του Ιδρύματος. β) Στο Π.Μ.Σ. μπορεί να μετέχουν περισσότερα του ενός Τμήματα του ίδιου ή άλλων Α.Ε.Ι. ή αναγνωρισμένα ερευνητικά Ιδρύματα της ημεδαπής. … γ) Κάθε Π.Μ.Σ. καταλήγει στην απονομή Μ.Δ.Ε. και διαρκεί τουλάχιστον ένα πλήρες ημερολογιακό έτος. … 2. Το Σχέδιο Π.Μ.Σ. περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία που εξετάζονται από τη Σ.Ε.Σ.: α) … στ) Τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του οικείου Τμήματος σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για την απρόσκοπτη λειτουργία του προγράμματος. ζ) Τη χρονική διάρκεια λειτουργίας του Π.Μ.Σ. και αναλυτικά το κόστος της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, της λειτουργίας και τις πηγές χρηματοδότησής του. η) Την έκθεση αξιολόγησης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. 3. Η τελική έγκριση του Π.Μ.Σ. γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μόνο επί των στοιχείων στ΄, ζ΄ και η΄ του προγράμματος ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ουσιαστικό έλεγχο. Με πρόταση της Γ.Σ.Ε.Σ. του Τμήματος και έγκριση της Σ.Ε.Σ. μπορεί να γίνεται τροποποίηση του προγράμματος των μαθημάτων και ανακατανομή μεταξύ των εξαμήνων. 4. Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων χρηματοδοτεί κατά προτεραιότητα Π.Μ.Σ., τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο επιστημονικών τομέων προτεραιότητας, που έχουν καθορισθεί με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, για την προώθηση θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος ή στρατηγικής σημασίας, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών, την ικανοποίηση κοινωνικών και οικονομικών αναγκών ή άλλων λόγων εθνικών προτεραιοτήτων. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται επίσης εκάστοτε η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης κάθε επί μέρους χρηματοδότησης» και στο άρθρο 8 ότι: «1. α) Πόροι των Π.Μ.Σ. μπορεί να είναι δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, χορηγίες φορέων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα γενικά, νομικών ή φυσικών προσώπων ή πόροι από ερευνητικά προγράμματα, κοινοτικά προγράμματα, επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού και δίδακτρα. β) Τα Π.Μ.Σ. δικαιούνται χρηματοδότησης από τον τακτικό προϋπολογισμό σύμφωνα με την υπουργική απόφαση έγκρισής τους, η οποία καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις χρηματοδότησής τους βάσει κριτηρίων ποιότητας και των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης του οικείου Τμήματος σύμφωνα με το ν. 3374/2005 και του καθενός Π.Μ.Σ. σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου. 2. Η διαχείριση των εσόδων των Π.Μ.Σ. γίνεται από τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) και κατανέμονται ως εξής: α) 65% για λειτουργικά έξοδα του προγράμματος και για αμοιβές – αποζημιώσεις του διδακτικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού για εργασία που υπερβαίνει τις κατά νόμο υποχρεώσεις τους, καθώς και για τη χορήγηση υποτροφιών σε μεταπτυχιακούς φοιτητές μετά από πρόταση της Γ.Σ.Ε.Σ. ή της Ε.Δ.Ε. β) 25% για κάλυψη λειτουργικών εξόδων του ιδρύματος που αφορούν το Π.Μ.Σ. και γ) 10% κρατήσεις υπέρ του Ε.Λ.Κ.Ε. Η ανωτέρω κατανομή δεν ισχύει στην περίπτωση χορηγίας ή δωρεάς για συγκεκριμένο σκοπό, καθώς και για κρατικές επιχορηγήσεις, οι οποίες κατανέμονται σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις. 3. Ο Διευθυντής του Π.Μ.Σ. είναι αρμόδιος για τη σύνταξη του προϋπολογισμού και απολογισμού του Προγράμματος, τους οποίους υποβάλλει στη Γ.Σ.Ε.Σ., την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και την έκδοση των εντολών πληρωμής των σχετικών δαπανών» και στο άρθρο 9 ότι: «1. α) Ο υποψήφιος που ενδιαφέρεται για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής υποβάλλει σχετική αίτηση στη Γραμματεία του Τμήματος, στο οποίο ενδιαφέρεται να εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή, προσδιορίζοντας σε γενικές γραμμές το αντικείμενό της. Η Γ.Σ.Ε.Σ. του Τμήματος εξετάζει αν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με βάση τα κριτήρια που έχουν τεθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών. β) Δικαίωμα υποβολής αίτησης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής έχουν κάτοχοι Μ.Δ.Ε. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών και μετά από αιτιολογημένη απόφαση της Γ.Σ.Ε.Σ. μπορεί να γίνει δεκτός ως υποψήφιος διδάκτορας και μη κάτοχος Μ.Δ.Ε. Πτυχιούχοι Τ.Ε.Ι., Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε. ή ισότιμων σχολών μπορούν να γίνουν δεκτοί ως υποψήφιοι διδάκτορες μόνο, εφόσον είναι κάτοχοι Μ.Δ.Ε. 2. … 5. α) Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές για απόκτηση Μ.Δ.Ε. και οι υποψήφιοι διδάκτορες που δεν έχουν υγειονομική κάλυψη δικαιούνται υγειονομικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, όπως ισχύει και για τους προπτυχιακούς φοιτητές. β) Οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2640/1998 (ΦΕΚ 206 Α΄) εφαρμόζονται αναλόγως και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για απόκτηση Μ.Δ.Ε. ή υποψήφιους διδάκτορες, σε περίπτωση που πραγματοποιούν πρακτική άσκηση σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών τους. γ) Για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 43 του ν. 2413/1996 (ΦΕΚ 124 Α΄) για τη χορήγηση φοιτητικών δανείων» και στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3187/2003 (ΦΕΚ 233 Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 3413/2005 (ΦΕΚ 278 Α΄), από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 13, 14 παρ. 1 και 17 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυαν, το άρθρο 23 του ν. 3404/ 2005, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αφορά σε θέματα που ρυθμίζονται διαφορετικά από αυτόν».
8. Επειδή, το κατ’ άρθρο 16 παρ. 4 του Συντάγματος δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, δηλαδή και στην ανώτατη εκπαίδευση που παρέχεται στα κατ’ άρθρο 16 παρ. 5 ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, προβλέπεται το πρώτον με το Σύνταγμα του1975, για όλους ανεξαιρέτως τους έλληνες, οι οποίοι επέτυχαν, μετά από αντικειμενική δοκιμασία προς διαπίστωση της ικανότητάς τους, να εγγραφούν και να συμμετάσχουν στην παρεχόμενη από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα εκπαίδευση (πρβλ. ΣΕ 673/1987, 3140/1980). Περιεχόμενο της δωρεάν παιδείας στην ανώτατη εκπαίδευση είναι η ανεξάρτητα από εισοδηματικά κριτήρια μη συμμετοχή των φοιτητών στο κόστος λειτουργίας και παροχής του εκπαιδευτικού έργου διά της καταβολής διδάκτρων καθώς και η δωρεάν προμήθεια και παροχή των αναγκαίων διδακτικών μέσων (βιβλία κλπ.). Το εν λόγω δικαίωμα εκτείνεται καθ’ όλη την χρονική διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών, οι οποίες περαιώνονται με τη λήψη του πτυχίου. Το πτυχίο αποδεικνύει και αντιπροσωπεύει ένα περιεχόμενο επιστημονικών γνώσεων οι οποίες έχουν αποκτηθεί από τον κάτοχό του μεθοδικά και με βάση αυτό μπορεί κατ’ αρχήν να ασκήσει αντίστοιχη επαγγελματική δραστηριότητα. Επίσης, το πτυχίο αποτελεί για τον κάτοχό του αφετηρία περαιτέρω επιστημονικής εξελίξεως διά της συμμετοχής του σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών ή σε διαδικασία εκπονήσεως διδακτορικής διατριβής. Όταν ο συντακτικός νομοθέτης θέσπισε με το Σύνταγμα του 1975 το εν λόγω κοινωνικό δικαίωμα και για την ανώτατη εκπαίδευση είχε υπόψη του το θεσμικό πλαίσιο και το κόστος λειτουργίας των προπτυχιακών σπουδών ενώ απουσίαζαν σχεδόν από τα ελληνικά πανεπιστήμια οι μεταπτυχιακές σπουδές (βλ. σελ. 5 Εισηγητ. Εκθ. ν. 1268/82) και το αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο. Ενόψει αυτού, ως προς τις μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής εργασίας εναπόκειται στην εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, να επιβάλλει στους μεταπτυχιακούς φοιτητές εκτός από την κρατική επιχορήγηση και δίδακτρα, για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών. Στην περίπτωση όμως αυτή για τον καθορισμό των διδάκτρων δύναται να λάβει υπόψη του ο νομοθέτης ή κατ’ εξουσιοδότηση η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση και εισοδηματικά κριτήρια. Δεν δύναται όμως να καθορίσει δίδακτρα σε τέτοιο ύψος ώστε να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η συμμετοχή σε ΠΜΣ φοιτητών περιορισμένης εισοδηματικής ικανότητας διότι ένα τέτοιο μέτρο θα παρεβίαζε την γενική ελευθερία προσβάσεως στην παιδεία. Με τα άνω δεδομένα οι διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3 και 8 παρ. 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του Συντάγματος παρέχουν δε νόμιμο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως με την οποία ορίστηκε ότι το κόστος λειτουργίας του ως άνω προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών θα καλυφθεί, εκτός των άλλων πόρων και από δίδακτρα. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ι. Ζόμπολας, Α. Ντέμσιας, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Ο. Ζύγουρα και Δ. Μακρής, οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: Από τις αναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει την αποστολή της παιδείας ευθέως στο Κράτος και κατοχυρώνει σε όλους τους Έλληνες το δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες των κρατικών εκπαιδευτηρίων χωρίς καμμία διάκριση. Το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας είναι διάφορο από την υποχρέωση του Κράτους να ενισχύει τoυς σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς πoυ έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τoυς. Άλλωστε η εκ μέρους του Συντάγματος ανεπιφύλακτη κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας σε όλες της βαθμίδες της αποτελεί την εξέλιξη του σχετικού αρχαιότερου κοινωνικού δικαιώματος στην συνταγματική ιστορία της Χώρας. Περαιτέρω με το Σύνταγμα κατοχυρώνεται η ανάπτυξη της ανώτατης παιδείας ως θεμελιώδης σκοπός της Πολιτείας που αποβλέπει στην προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσεως, με την έρευνα και την διδασκαλία και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και αρχές που διέπουν την παροχή της. Ειδικότερα η παροχή της ανώτατης εκπαιδεύσεως ανατίθεται αποκλειστικά σε ιδρυματικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε καθηγητές που έχουν την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού και που υπάγονται στην αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας που εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία, οι οποίες αναπτύσσονται με κανόνες που θεσπίζει το Κράτος, το οποίο ασκεί εποπτεία επί των πράξεών τους και με οικονομικά μέσα που παρέχει το ίδιο για την πραγματοποίηση των σκοπών τους (βλ. ΣτΕ 2811/1984 Ολομέλεια). Η κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας και η πρόβλεψη της παροχής από το Κράτος των αναγκαίων οικονομικών μέσων για την πραγματοποίηση των σκοπών τους δεν καλύπτει μόνον προγράμματα σπουδών ορισμένου επιπέδου ή περιεχομένου και δεν περιορίζεται στα υφιστάμενα κατά τον χρόνο θεσπίσεως του Συντάγματος προγράμματα εκπαιδεύσεως που αντιστοιχούν σε ορισμένα μόνον πτυχία, ειδικότερα δε δεν αφορά την παροχή παιδείας από τα πανεπιστήμια μόνον για τα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών που ολοκληρώνεται με την χορήγηση σχετικού πτυχίου που υπήρχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, αλλά αφορά όλα εκείνα τα προγράμματα σπουδών που ο νομοθέτης εκάστοτε αναθέτει σε αυτά και προσιδιάζουν στην αποστολή τους κατά τις απαιτήσεις της τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της και εν όψει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Τα αναφερθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, κατά το Σύνταγμα, των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και των καθηγητών τους συνδέονται αρρήκτως με την δωρεάν παροχή παιδείας σε όλους μέσω των προγραμμάτων σπουδών που προβλέπει ο νομοθέτης και που συνιστούν την αποστολή τους. Επιπροσθέτως, ο Σύμβουλος Δ. Μακρής υποστήριξε και τα εξής: Το κατοχυρούμενο από το Σύνταγμα δικαίωμα δωρεάν παιδείας δεν μπορεί να περιορισθεί σε ορισμένο μόνον βασικό επίπεδο σπουδών χωρίς να θίγεται το περιεχόμενο και το αντικείμενο της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Οι προσφερόμενες άλλωστε υπηρεσίες παιδείας από τα εν λόγω ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που διέπονται από τις αναφερθείσες αρχές δεν είναι επιτρεπτό από το Σύνταγμα να έχουν ως προϋπόθεση την καταβολή χρηματικού ποσού εκ μέρους των φοιτητών. Το Σύνταγμα, κατά την έννοια του, αποκλείει την ύπαρξη οικονομικής σχέσεως μεταξύ των καθηγητών των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που είναι δημόσιοι λειτουργοί και των φοιτητών σε οποιοδήποτε επίπεδο σπουδών που εντάσσεται στην αποστολή τους και, κατά συνέπεια, είναι αντίθετη προς αυτό η πρόβλεψη καταβολής από τους φοιτητές διδάκτρων για την διδασκαλία και παροχή παιδείας στο πλαίσιο μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών και μάλιστα όταν σημαντικό τμήμα των διδάκτρων αυτών διατίθεται, κατά τον νόμο, για αμοιβή ή αποζημίωση του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού. Άλλωστε, κατά τα εκτεθέντα, και πριν από την θέσπιση του Συντάγματος το έτος 1975, είχαν προβλεφθεί από τον νομοθέτη μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα για την χορήγηση διδακτορικού διπλώματος και πτυχίου εξειδικευμένων μεταπτυχιακών σπουδών (Ν. 5343/1932 και Π.Δ. 359/1973) και τούτο ήταν, βέβαια, σε γνώση του συνταγματικού νομοθέτη, ο οποίος με απόλυτο τρόπο διακηρύσσει ότι όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες της στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Η ευρύτερη βέβαια λειτουργία προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών στα Τμήματα των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και η διαδικασία προπαρασκευής και αποκτήσεως διδακτορικού διπλώματος ως δεύτερης φάσεως του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών προβλέφθηκε μεταγενέστερα με τον Ν. 1566/1985, χωρίς όμως ούτε και τότε να καθορίζεται ότι η χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων διενεργείται με την καταβολή διδάκτρων. Η καταβολή διδάκτρων από τους μεταπτυχιακούς φοιτητές προβλέφθηκε με τον Ν. 2083/1992 και ήδη με τον Ν. 3685/2008. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3685/2008 που διέπουν πλέον την οργάνωση και λειτουργία των μεταπτυχιακών σπουδών, τα μεταπτυχιακά αυτά προγράμματα σπουδών εντάσσονται ρητά στην ανώτατη βαθμίδα της παιδείας που παρέχεται από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που λειτουργούν με την μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, λειτουργούν με την ευθύνη των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και έχουν ως σκοπό την περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσεως και των τεχνών και την προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών αναπτύξεως της Χώρας. Οι σκοποί αυτοί βρίσκονται στον πυρήνα της αποστολής των εκπαιδευτικών αυτών ιδρυμάτων και συνδέονται αρρήκτως με την ακαδημαϊκή ελευθερία και άρα οι σχετικές υπηρεσίες κατά το Σύνταγμα πρέπει να παρέχονται από αυτά δωρεάν. Εν όψει των προεκτεθέντων, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, των ανωτέρω Συμβούλων, οι διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 3 και του άρθρου 8 του Ν. 3685/2008, σύμφωνα με τις οποίες τα δίδακτρα περιλαμβάνονται μεταξύ των πόρων των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών, σημαντικό τμήμα των οποίων μάλιστα διατίθεται για αμοιβές-αποζημιώσεις του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού, έρχονται σε αντίθεση προς το Σύνταγμα και δεν εφαρμόζονται, με συνέπεια να είναι παράνομο το αντίστοιχο προσβαλλόμενο τμήμα της υπουργικής αποφάσεως που έχει ως έρεισμα τις αναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με τον μοναδικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, θα έπρεπε ως εκ τούτου να γίνει δεκτός.
9. Επειδή, σύμφωνα με όσα κρίθηκαν στην προηγούμενη σκέψη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως, σύμφωνα με τον οποίο είναι ακυρωτέα η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 11 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως, η οποία ορίζει ότι το κόστος λειτουργίας του ως άνω Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών θα καλυφθεί, μεταξύ άλλων, και από δίδακτρα επειδή κατά την άποψη του αιτούντος η ρύθμιση αυτή δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3 και 8 παρ. 1α του ν. 3685/2008.
10. Επειδή, μη προβαλλομένου άλλου λόγου ακυρώσεως, η αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
 
Σημείωμα
 
Η κατά πλειοψηφία κρίση της Ολομέλειας είναι σαφής και μονοσήμαντη: δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η νομοθετική διάταξη που επιτρέπει την επιβολή διδάκτρων σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών. Η απόφαση υιοθετεί τη γνώμη που είχε διατυπωθεί στην παραπεμπτική απόφαση του Γ΄ Τμήματος (ΣτΕ 2714/2010, σε: www.constitutionalism.gr = ΕφημΔΔ 2010, σ. 756, με σχόλιο Δ. Ακουμιανάκη). Το σκεπτικό όμως που υποστηρίζει την κρίση αυτή περιέχει κρίσιμες επιφυλάξεις. Ας κρατήσουμε τα εξής σημεία:
Πρώτον, το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας πράγματι κατοχυρώνεται πλήρως στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέχρι και το πέρας των βασικών σπουδών, που ολοκληρώνονται με τη λήψη του πτυχίου (κάτι όχι αυτονόητο, βλ. για παράδειγμα την αντίθετη άποψη του καθηγητή Π. Παραρά, εφημ. Η Βραδυνή 24.9.2011, και αναδημοσίευση σε: www.constitutionalism.gr). Και μάλιστα, το δικαίωμα αυτό έχει πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο: απουσία διδάκτρων και δωρεάν παροχή διδακτικών μέσων, ιδίως βιβλίων.
Δεύτερον, το δικαίωμα δωρεάν παιδείας δεν εκτείνεται και στις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, όπου ο νομοθέτης μπορεί να προβλέψει την επιβολή διδάκτρων. Αυτά ωστόσο δικαιολογούνται για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας. Σημαίνει άραγε αυτό ότι, αν το λειτουργικό κόστος καλύπτεται από άλλες πηγές, η επιβολή διδάκτρων δεν θα είναι συνταγματικά ανεκτή; Πιο σημαντική ίσως είναι μια άλλη σκέψη που υποκρύπτεται εδώ: ότι τα δίδακτρα δεν μπορούν να διαμορφώνονται βάσει υπεραξιών (π.χ. τη φήμη του προγράμματος) που δεν αντιστοιχούν στο κόστος, με άλλα λόγια ότι δεν είναι επιτρεπτή η εμπορευματοποίηση των μεταπτυχιακών σπουδών.
Τέλος, τρίτον, αναγνωρίζεται μια γενική ελευθερία πρόσβασης στην παιδεία, η οποία εν προκειμένω θέτει όρια στο νομοθέτη αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους των διδάκτρων. Αν παραβλέψουμε προς στιγμήν τις πρακτικές συνέπειες της απόφασης, αυτή η τρίτη σκέψη είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο σημαντική συμβολή της: η υιοθέτηση της αντίληψης ότι ένα κοινωνικό δικαίωμα είναι δικαίωμα πρόσβασης σε ορισμένο κοινωνικό αγαθό –και εδώ, ίσως ακόμη περισσότερο, ως ελευθερία πρόσβασης (βλ. πρόχειρα Α. Καϊδατζή, Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων, 2006, σ. 336 επ.).
Από δικαιοπολιτική άποψη, η συζήτηση για το κόστος της δημόσιας εκπαίδευσης και γενικότερα του κοινωνικού κράτους (και, ίσως ακόμη περισσότερο, για την κατανομή του κόστους αυτού στους πολίτες) είναι ένα μείζον θέμα που, ενόψει των περιστάσεων, τίθεται επιτακτικά ακόμη και σε συνταγματικό επίπεδο (βλ. αντί άλλων Ν. Αλιβιζάτου, Πέρα από το άρθρο 16, τα πριν και τα μετά, 2007). Από δικαιοδογματική άποψη, ωστόσο, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο πόσο πιο στέρεη και πειστική φαίνεται η γνώμη της μειοψηφίας και, αντιστοίχως, πόσο ασθενής μοιάζει η επιχειρηματολογία της πλειοψηφίας. Το βασικό, ιστορικό επιχείρημα ότι ο συντακτικός νομοθέτης περίπου αγνοούσε τις μεταπτυχιακές σπουδές όταν θέσπιζε το δικαίωμα της δωρεάν παιδείας (στην ίδια γραμμή και η απόφαση ΔΕφΠατρ 705/2010, ΕφημΔΔ 2010, σ. 783 επ., με σχόλιο Ν. Παπαχρήστου, για τη συνταγματικότητα της επιβολής διδάκτρων στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο) αντικρούεται εύκολα από τη μειοψηφία, η οποία άλλωστε δεν είχε παρά να ερμηνεύει γραμματικά μια από τις πιο σαφείς και συγκεκριμένες διατάξεις στο Σύνταγμά μας.

Αντιλαμβάνομαι τη γνώμη της πλειοψηφίας και, εν τέλει, την κρίση της Ολομέλειας ως μια, κάπως αμήχανη ενδεχομένως, προσπάθεια της δικαστικής εξουσίας να αποφύγει να αναλάβει την ευθύνη της παρέμβασης σε ένα μείζον δικαιοπολιτικό ζήτημα. Ανήκει πλέον στην πολιτική εξουσία να αναδεχθεί την ευθύνη που με τον τρόπο αυτό τής παραχωρεί η δικαστική και να θέσει ανοιχτά στο δημόσιο διάλογο και τη δημοκρατική διαδικασία το ζήτημα της κατανομής του κόστους του κοινωνικού κράτους.

Κοινωνικά Δικαιώματα, αναλογικότητα και δημοσιονομική κρίση. Θεωρητικές επισημάνσεις επ΄ευκαιρία την ΣτΕ 668/2012

Ξενοφώντας Κοντιάδης και Αλκμήνης Φωτιάδου

Κοινωνικά Δικαιώματα, αναλογικότητα και δημοσιονομική κρίση. Θεωρητικές επισημάνσεις επ΄ευκαιρία την ΣτΕ 668/2012

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Η πρωταρχικότητα του Αστικού Δικαίου έναντι του Συνταγματικού, (Βιβλιοκρισία του βιβλίου του Ιωάννη. Καράκωστα, το «Δίκαιο της Προσωπικότητας», Νομική Βιβλιοθήκη, 2012)

Του Αντώνη Μανιτάκη Ομότιμου καθηγητή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Η πρωταρχικότητα του Αστικού Δικαίου έναντι του Συνταγματικού, (Βιβλιοκρισία του βιβλίου του Ιωάννη. Καράκωστα, το «Δίκαιο της Προσωπικότητας», Νομική Βιβλιοθήκη, 2012)
(Σκέψεις από την ανάγνωση του βιβλίου του Ιωάννη Καράκωστα «Το Δίκαιο της προσωπικότητας», Νομική Βιβλιοθήκη, 2012)
Εισαγωγικά. Η πρόσκληση που μου απηύθυνε ο συνάδελφος Καράκωστας να παρουσιάσω το βιβλίο του ήταν για μένα, πρώτα, μια πρόσκληση τιμητική, αφού προέρχεται παράλληλα και από την Ένωση αστικολόγων και υπογράφεται από τον αγαπητό συνάδελφο και φίλο από τα φοιτητικά χρόνια Παγιώτη Λαδά. Τιμητική γιατί με συμπεριέλαβε μεταξύ καταξιωμένων συνομιλητών. Η πρόσκληση λειτούργησε όμως μέσα μου και ως πρόκληση σε μια δοκιμασία. Μου έδινε την ευκαιρία να δοκιμάσω την αντοχή της συνταγματικής μου σκέψης πάνω στη σύνθετη και μεταβαλλόμενη σχέση του Συνταγματικού με το Αστικό Δίκαιο, με επίκεντρο την προσωπικότητα.
Το πόνημα του καθηγητή Ιωάννη Καράκωστα είναι, ως γνωστόν, το καταστάλαγμα, το απόσταγμα –θα έλεγα- πολύχρονων αναζητήσεων και μακρόχρονης έρευνας και διδασκαλίας. Συμπυκνώνει την πορεία μιας διεργασίας και μιας σκέψης, που όφειλε κατ΄αρχήν, αν ήθελε να αντέξει στο χρόνο, να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να είναι ανοικτή στο νέο. Τη στάση αυτή την επέβαλε άλλωστε και το αντικείμενο των επιστημονικών του ενδιαφερόντων, δηλαδή η προστασία της προσωπικότητας, η οποία βρέθηκε και βρίσκεται στο επίκεντρο συναρπαστικών τεχνολογικών προκλήσεων και γοητευτικών θεωρητικών εντάσεων.
Την πλέον προφανή εξέλιξη, την αποτυπώνει ήδη ο τίτλος του βιβλίου, που είναι: «Το Δίκαιο της προσωπικότητας». Τίτλος που υποδηλώνει αυτοτελή κλάδο του αστικού δικαίου, με δική του ύλη και με ενότητα ερμηνευτικών κριτηρίων. Ποιος το φανταζόταν πενήντα χρόνια πριν, τότε που άρχιζα τις νομικές σπουδές μου, ότι η προστασία της προσωπικότητας από κεφάλαιο της αδικοπραξίας, του ειδικού ενοχικού δικαίου, που μας το δίδασκε, ως μάθημα κατ΄επιλογήν, ο αείμνηστος Δεληγιάννης, θα διεκδικούσε να γίνει κλάδος του αστικού δικαίου και μάλιστα με επικεφαλίδες κεφαλαίων ύλη του συνταγματικού δικαίου. Το ανά χείρας βιβλίο δικαιώνει και τεκμηριώνει αυτή την εξέλιξη. Η προσωπικότητα από δικαίωμα προσωποπαγές και απόλυτο, μεταλλάχθηκε σε μήτρα δικαιωμάτων ή ακριβέστερα αξιώσεων, με απροσδιόριστο εκ των προτέρων κανονιστικό περιεχόμενο και με νομική φύση αμφιλεγόμενη. Βρέθηκε αντιμέτωπη με όλες σχεδόν τις προκλήσεις και διακινδυνεύσεις της σύγχρονης τεχνολογίας και του ηλεκτρονικού πολιτισμού μας, και ανυψώθηκε από αγαθό άξιο προστασίας απέναντι, κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, σε τρίτους, σε δικαίωμα θεμελιώδες συνταγματικής περιωπής, που στρέφεται έναντι πάντων, erga omnes, ικανό να εγκολπωθεί με τη μορφή ποικίλων εκφάνσεων της προσωπικότητας συνταγματικά δικαιώματα, όλα αυτά που απορρέουν από την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας: επαγγελματική ελευθερία, ελευθερία της εργασίας, των συμβάσεων ή το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή ή το αμφιλεγόμενο δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και τέλος το δικαίωμα στο περιβάλλον, δικαίωμα απόλαυσης ενός ζωτικού χώρου. Όλα αυτά τα σημαντικά και κρίσιμα για το αστικό και συνταγματικό δίκαιο περιέχονται και αναλύονται με εκτενείς αναφορές στη νομολογία με τη στήριξη φυσικά της θεωρίας ή του προσήκοντος δόγματος στην παρουσιαζόμενη σήμερα μονογραφία. Και μόνο η παράθεσή τους θα απαιτούσε χρόνο.
2. Αντικείμενο της παρουσίασης. Θα περιοριστώ αναγκαστικά στην παρουσίαση μιας μόνο πτυχής του βιβλίου, αυτής που με συγκινεί περισσότερο ως συνταγματολόγο, κρίσιμης και ενδιαφέρουσας, κατά τη γνώμη μου, για όλους του νομικούς. Θα την παρουσιάσω από μια μεροληπτική, θεωρητικά, οπτική γωνία, αυτή που υποστηρίζω από τα πρώτα βήματα της πανεπιστημιακής μου καριέρας: οι σχέσεις συντάγματος ή συνταγματικού δικαίου και ιδιωτικού ή καλλίτερα αστικού δικαίου δεν εξαντλούνται στην τυπική ιεράρχηση που επιβάλλει η πυραμιδωτή πρόσληψη των πηγών του δικαίου, η οποία θέτει το Σύνταγμα στην κορυφή της πυραμίδας. Η τυπική υπεροχή του συντάγματος δεν αναιρεί και πάντως ούτε είναι ικανή να αναιρέσει και, βέβαια, δεν εκτοπίζει την ουσιαστική προτεραιότητα και πρωταρχικότητα του αστικού δικαίου έναντι του Συνταγματικού. Ας μην ξεχνάμε ότι το αστικό δίκαιο προηγήθηκε ιστορικά και λογικά του συνταγματικού και ότι το Συνταγματικό καθιερώθηκε ως Δίκαιο σχετικά πρόσφατα. Το Σύνταγμα άρχισε να αντιμετωπίζεται ως δίκαιο στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης από τις αρχές του προηγούμενου μεν αιώνα. Στη χώρα μας, το κανονιστικό περιεχόμενο και η συναρτημένη με αυτό ερμηνεία του, καθιερώθηκε στη δικαστική πρακτική μετά τη Μεταπολίτευση. Οι θεμελιώδεις άρα κατηγορίες το Δικαίου, γεννήθηκαν και βρίσκονται εγκιβωτισμένες στο Αστικό.
Γι΄αυτό και η διαρκής ουσιαστική επικοινωνία τους και η νοηματική και ερμηνευτική αλληλο-τροφοδοσία τους είναι αναπόφευκτη και επιβεβλημένη πέρα από τους ανταγωνισμούς και τις ζηλοτυπίες τους και κυρίως πέρα από τυπικές ιεραρχήσεις.
Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να στηρίξω τη θεμελιώδη αυτή μεθοδολογική μου επιλογή αντλώντας επιχειρήματα από τρία πεδία: α) από τη σχέση του άρθρου 57ΑΚ με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, β) από τον ορισμό της προσωπικότητας, γ) από τη σημασία του «παράνομου», ως διαύλου αναγωγής στο Σύνταγμα και βάση για τη χρήση σταθμιστικών συλλογισμών ή συλλογισμών που βασίζονται στη στάθμιση συμφερόντων.
Η ουσιαστική σχέση του άρθρου 5 παρ. 1Σ με το άρθρο 5 παρ.1Σ
α) Η προσεκτική μελέτη της σχέσης του άρθρου 5 παρ. 1Σ, που κατοχυρώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας με το άρθρο 57 Α.Κ, που καθιερώνει την προστασία της προσωπικότητας από παράνομες προσβολές, αποκαλύπτει πέρα από τη λογική και ιστορική προτεραιότητα της κανονιστικής ρύθμισης του αστικού κώδικα απέναντι στο συνταγματικό, και την ικανότητα του συγκεκριμένου άρθρου (57 ΑΚ) να λειτουργεί ως πηγή διαρκούς κανονιστικής νοηματοδότησης του άρθρου 5 παρ.1Σ. Το τελευταίο καθιερώνει κατά γενική παραδοχή ένα γενικό συνταγματικό δικαίωμα στην ελευθερία του κάθε ατόμου και κατά την κρατούσα άποψη το γενικό αυτό συνταγματικό δικαίωμα διαχέεται ή εξειδικεύεται σε αυτοτελή δικαιώματα, που θεωρούνται εκφράσεις ή πτυχές της ελευθερίας του προσώπου και της προσωπικότητάς του, όπως είναι η επαγγελματική ελευθερία, η ή ελευθερία της πληροφόρησης ή η προστασία των προσωπικών δεδομένων ή ακόμη η προστασία του ιδιωτικού βίου, κ.ά. Η πρόσληψη αυτή του γενικού αυτού συνταγματικού δικαιώματος διασταυρώνεται ή μάλλον συμπλέει με την πρόσληψη του δικαιώματος της προσωπικότητας στο άρθρο 57 ΑΚ, ως ενιαίου και απόλυτου δικαιώματος προστασίας της προσωπικότητας από παντός είδους διακινδυνεύσεις ή προσβολές. Η διαφορά τους έγκειται κυρίως στο ότι το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας έχει μια διάσταση δυναμική και καθολική, ισχύει τόσο στις δημόσιες σχέσεις όσο και στις ιδιωτικές. Η προστασία της προσωπικότητας στο άρθρο 57 έχει, αντίθετα, μια διάσταση αμυντική και η πρόσληψη αυτή δικαιολογεί μια ερμηνεία συσταλτική των άξιων προστασίας στοιχείων της προσωπικότητας ενώ το συνταγματικό δικαίωμα δικαιολογεί μια διασταλτική ερμηνεία του δικαιώματος στην ελεύθερη ανάπτυξή της.
Η κοινή αναφορά και των δύο διατάξεων στον έννοια της προσωπικότητας προσδίδει και στα δύο δικαιώματα μια εξωστρέφεια και τα απαγκιστρώνει από το πρόσωπο και την προσωπική ελευθερία και τα ανάγει απ΄ευθείας στην κοινωνία. Κάνει έτσι δυνατή την διάκριση του φορέα του δικαιώματος που παραμένει το πρόσωπο από το αντικείμενο του δικαιώματος που είναι η προσωπικότητα. Η απαγκίστρωση του της προσωπικότητας από το πρόσωπο, του υποκειμένου από το αντικείμενο. Οι έννομες συνέπειες της διάκρισης ήταν προφανείς στη θεώρηση του δικαιώματος της προσωπικότητας ως δικαιώματος επί της προσωπικότητας, πρόσληψη που υποδήλωνε μια αντίληψη του δικαιώματος επί των στοιχείων της προσωπικότητας κτητική και βουλησιο-κρατική, που απασχόλησε εκτενώς την παλαιότερη θεωρία του δικαιώματος στην προσωπικότητα, όπως τον Πλαγιαννάκο, τον Παπαντωνίου και άλλους. Αλλά και σήμερα δεν στερείται σημασίας, αφού το αν τα εκάστοτε στοιχεία της προσωπικότητας ταυτίζονται ή όχι με το πρόσωπο συναρτάται με το αν μπορούν να γίνουν αντικείμενο συναλλαγής ή εκχώρησης, όπως τα πνευματική δικαιώματα ή το νεκρό σώμα ενός προσώπου.
Η πρόσληψη πάντως του δικαιώματος της προσωπικότητας ως ενιαίου γενικού δικαιώματος, τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, ενισχύει την πρόσληψή του ως μήτρας κανονιστικής δικαιωμάτων, τα οποία μπορούν να προσεγγιστούν ως μερικότερες εκφάνσεις της μιας και ενιαίας προσωπικότητας, έστω και αν εξελικτικά οι εκφάνσεις αυτές διαμορφώνονται σταδιακά σε αυτοτελή δικαιώματα και άρα καθιερώνονται ως επί μέρους δικαιώματα με αυτοτελή υπόσταση, (ιδιωτικός βίος, προσωπικά δεδομένα, θρησκευτική ελευθερία, δικαίωμα στο περιβάλλον κ.α).
Στο σημείο αυτό πιστεύω πως η συμβολή του συγγραφέα είναι καθοριστική, διότι ενσωμάτωσε συνταγματικά προστατευόμενες υποκειμενικές αξιώσεις στο δικαίωμα προστασίας της προσωπικότητας. Μεταμόρφωσε μια σειρά νέων συνταγματικών δικαιωμάτων σε εκφάνσεις της προσωπικότητας, απλώνοντας έτσι ένα ασφαλές δίκτυ αστικής προστασίας στο πυρήνα ή σε θεμελιώδη συστατικά στοιχεία των συνταγματικών αυτών δικαιωμάτων: όπως θρησκευτικές πεποιθήσεις, εθνότητα, προσωπικά δεδομένα, υγιή απόλαυση του ζωτικού χώρου, περιβάλλον και άλλα πολλά.
Θα προσέξατε ενδεχομένως ότι δεν έκανα καμία αναφορά στην αρχή της αξίας του ανθρώπου, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι δεν υπάρχει κανείς ειδικός λόγος που να επιβάλλει την αναγκαστική γενική επίκληση του άρθρου 2 παρ. 1Σ. Η παράλειψη άρα είναι εσκεμμένη και κατά τη γνώμη μου δικαιολογημένη. Δεν προσθέτει κανονιστικά τίποτε το ειδικό και απαραίτητο στο δίκαιο της προσωπικότητας πέρα από αυτό που προσφέρει σε όλα τα δικαιώματα. Ενισχύει, φυσικά, την κανονιστική ακτινοβολία του και αποσαφηνίζει ερμηνευτικά σε περίπτωση αμφιβολιών τον νόημά της. Το ελληνικό δίκαιο της προσωπικότητας, πάντως, και η προστασία της, σε αντιδιαστολή με το γερμανικό, που δεν είχε και δεν έχει αντίστοιχο άρθρο 57 ΑΚ, δεν έχει ανάγκη για να υπάρξει, να συγκροτηθεί και να δικαιολογήσει την αυτάρκεια του από γενικόλογες αναφορές στην γενική συνταγματική αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου.
Το ελληνικό αστικό δίκαιο είχε διασφαλίσει, πολύ πριν θεσπιστεί το άρθρο 5 παρ. 1Σ, την προστασία της προσωπικότητας ως αυτοτελές αστικό δικαίωμα. Λίγη σημασία έχει αν ήταν ή όχι συνταγματικής περιωπής. Σημασία έχει ότι η προστασία της είχε θεμελιώδη σημασία για την ελληνική έννομη τάξη. Η νομολογία ήταν άλλωστε εξαιρετικά πλούσια επ΄αυτού και είχε διαπλάσει ένα πλέγμα προστατευτικό, ευέλικτο και ασφαλές χωρίς περιττές συνταγματικές αναγωγές, που συχνά παράγουν απλώς ιδεολογία χωρίς νομική ουσία.
Οι θεωρητικοί του Δικαίου δεν έχουμε παρά να αξιοποιήσουμε και να τιμήσουμε αυτή την ριζωμένη νομολογία και να την μεταγγίσουμε στην ερμηνεία των νέων συνταγματικών δικαιωμάτων. Αυτήν την αποστολή εκπληρώνει με τρόπο συστηματικό στο βιβλίο του ο συγγραφέας, αφού κάθε συλλογισμός τεκμηριώνεται με δικαστικές αποφάσεις.
Αυτός είναι ο βασικός λόγος που μας αναγκάζει να διαπλάσουμε το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας με αφετηρία το δικαίωμα στην προσωπικότητα, όπως διαμορφώθηκε και διαμορφώνεται στο αστικό δίκαιο.
Ο ανοικτός ορισμός της προσωπικότητας
β) Έρχομαι τώρα στο δεύτερο πεδίο της έρευνάς μου, την άντληση επιχειρημάτων από τον ορισμό της προσωπικότητας. Ούτε το Σύνταγμα στο άρθρο 5 παρ. 1 Σ ούτε το άρθρο 57ΑΚ ορίζει φυσικά τι είναι προσωπικότητα και άρα δεν μπορούμε να ξέρουμε από τα κείμενα ούτε τι είναι αυτό που αναπτύσσεται ελεύθερα ούτε τι είναι αυτό που πρέπει να προστατεύεται από παράνομες προσβολές. Που θα αναζητήσουμε τον ορισμό και κυρίως από πού πρέπει να ξεκινήσουμε τη λογική διαδικασία του προσδιορισμού της από το Σύνταγμα ή από τον Αστικό Κώδικα; Για μένα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λογική αφετηρία μας είναι το Αστικό Δίκαιο, εκεί βρίσκεται η πρωτογενής μήτρα της προσωπικότητας. Εκεί διαπλάστηκαν σταδιακά, από υπόθεση σε υπόθεση, από δικαστική απόφαση σε απόφαση, επί ένα περίπου αιώνα η ταυτότητα και οι εκφάνσεις της προσωπικότητας. Το σύνολο των ιδιοτήτων και βιοτικών σχέσεων που συνθέτουν και συγκεκριμενοποιούν την προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου δεν ορίζεται αφηρημένα ούτε προκύπτει a priori μέσα από μια αυθαίρετη λογική κατασκευή του ερμηνευτή του Συντάγματος. Όταν το Σύνταγμα αναφέρεται σε έννοιες ή κατηγορίες των κλάδων του δικαίου, του αστικού, του ποινικού ή της δικονομίας, του φορολογικού κλπ., είναι λογικό να αναζητούμε το αρχικό νόημα των εννοιών αυτών στον οικείο κλάδο και στις έννομες σχέσεις που το φιλοξενούν. Άλλωστε η προσωπικότητα είναι μια έννοια δυναμική και εξελικτική που προκύπτει μέσα από τη δικαστική και κοινωνική πρακτική, που πλάθεται διαρκώς. Ο Πλαγιανάκος είχε τονίσει τον δυναμικό, εξελικτικό και ανεξάντλητο χαρακτήρα, που η προσωπικότητα εμφανίζει: «το δίκαιον της προσωπικότητος δεν έλαβεν εισέτι την οριστικήν του μορφήν, έγραφε, ευρισκόμενον εισέτι εν εξελίξει….». Ο Δεληγιάννης τόνιζε ότι τα στοιχεία της προσωπικότητας απαριθμούνται εντελώς ενδεικτικά και μένει πάντα ανοικτό το έδαφος τι υπάγεται στην προσωπικότητα και είναι αξίο προστασίας.
Την προσέγγιση αυτή ασπάζεται και ακολουθεί με συνέπεια το καθηγητής Καράκωστας. Τι είναι αυτό που στηρίζει αυτή την εξελικτική και ανοικτή προσέγγιση της προσωπικότητας; μα φυσικά το γενικό δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ.1Σ, που αγκαλιάζει τα περισσότερα συνταγματικά δικαιώματα, που συνδέονται με την προσωπικότητα. Η αναφορά στο άρθρο αυτό είναι ενισχυτική της αρχικής μας προσέγγισης και κατευθύνει, ως γενική θεμελιώδης αρχή του δικαίου της προσωπικότητας, τον δικαστή στη διάπλαση ερμηνευτικά νοημάτων που παρέχουν την μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια δικαίου. Αυτό τονίζει άλλωστε σε πολλά σημεία του βιβλίου ο καθηγητής Καράκωστας. Η προσωπικότητα διαθέτει φύση εξωστρεφή, συνδέει το άτομο με την κοινωνία και ταυτόχρονα διαφυλάσσει ως κόρη οφθαλμού και την εσωτερικότητά, την ταυτότητα και ατομικότητά του, αφού συνδέεται άρρηκτα με το πρόσωπο του κάθε ατόμου, από το οποίο και απορρέει. Αυτή είναι η ιδιαιτερότητά της. Και είναι η πρόσληψή της, ως γενικό συνταγματικό δικαίωμα, που της επιτρέπει να λειτουργεί ως μήτρα διάπλασης δικαιωμάτων που έχουν ως επίκεντρο το πρόσωπο και δίαυλο γένεσης την ίδια. Το γεγονός ότι τα ειδικά δικαιώματα περνούν μέσα από αυτήν για να διαπλαστούν δεν σημαίνει ότι ταυτίζονται υποχρεωτικά με την προσωπικότητα του υποκειμένου. Αρκεί να συνδέονται και να συνεργάζονται μαζί της στην προστασία της ηθικής και κοινωνικής υπόστασης του προσώπου, που συνιστά τον κοινό τους παρανομαστή.
Το νόημα του ‘παράνομου’ της προσβολής
γ) Τέλος, και με αυτό τελειώνω τον περίπλου, θα σταθώ για λίγο στην καρδιά της αστικής προστασίας της προσωπικότητας, επικεντρώνοντας αυτή τη φορά την προσοχή μου στην έννοια του παρανόμου της προσβολής. Το παράνομο της προσβολής αποτελεί τον δίαυλο επικοινωνίας με το Σύνταγμα ή καλλίτερα το μέσο αναγωγής σε αυτό. Η συνταγματική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1Σ ενεργεί -δεν τριτενεργεί όπως εσφαλμένα κατά τη γνώμη μου λέγεται- στη συγκεκριμένη κάθε φορά αδικο-πρακτική σχέση μέσα από τη ρήτρα της απαγόρευσης παράνομης προσβολής της προσωπικότητας. Έτσι, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 57 του Αστικού Κώδικα η κρίση του αν συντρέχει παράνομη συμπεριφορά ή πράξη γίνεται το εφαλτήριο αναγωγής στο άρθρο 5 παρ. 1Σ, σε συνδυασμό ενδεχομένως με το άρθρο 2 παρ. 1Σ, για την αναζήτηση σε αυτό των κανόνων ή κριτηρίων αξιολόγησης του θεμιτού ή παράνομου της συμπεριφοράς.
Η ιδιωτική συμπεριφορά ή πράξη και σε ορισμένες περιπτώσεις και παράλειψη, μπορεί να αξιολογηθεί «παράνομη» ή «αθέμιτη», αν κριθεί ευθέως «αντίθετη» στις συνταγματικά προστατευόμενες εκφάνσεις της προσωπικότητας και κριθεί αντίθετη σε αυτές είτε επειδή θίγει ή προσβάλλει αυτό που θεωρία και νομολογία θεωρούν ότι συνιστά την «ουσία» -κατά την έκφραση του συγγραφέα- της ανθρώπινης αξίας δηλαδή επειδή θίγει μια αστάθμιτη έκφανση ή ιδιότητα ή στοιχείο της ανθρώπινης προσωπικότητας, δηλαδή όταν προσβάλλει τον πυρήνα της, που προσδιορίζεται σε συνάρτηση με την αξία του ανθρώπου, άρα με ένα τρόπο αρκετά στενό (σ. 41).
Εδώ θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο σκληρός πυρήνας της ανθρώπινης προσωπικότητας δεν προσδιορίζεται αφηρημένα a priori, αλλά προκύπτει συγκεκριμένα μέσα από τη νομοθετική και δικαστική πρακτική, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες προστασίας της προσωπικότητας σε συνάρτηση με τις απειλές ή διακινδυνεύσεις που εκπορεύονται λόγω των μεταμορφώσεων της κοινωνικής συμβίωσης και των βιοτικών εν γένει σχέσεων και αναγκών στο ανθρωπογενές περιβάλλον στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον. Η προστασία πάντως που παρέχει το δίκαιο μας στην φυσική και ηθική ακεραιότητα του ανθρώπινη προσώπου επέρχεται και διέρχεται αναγκαστικά μέσω πυλών εισόδου ιδίως γενικών ρητρών και κυρίως μέσω του άρθρου 57 (σημειώνει χαρακτηριστικά ο Καράκωστας σ. 58). Κατά συνέπεια η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1Σ που κατοχυρώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας επιτάσσοντας την προστασία της από προσβολές τρίτων στο πυρήνα ενεργεί συγκεκριμένα μέσα από την ρήτρα του άρθρου 57 ΑΚ και με τους όρους και τις προϋποθέσεις δικονομικές και ουσιαστικές που επιβάλλει το άρθρο αυτό. Δεν πρόκειται για τριτενέργεια, όπως λέγεται, συνταγματικού δικαιώματος αλλά για αναγωγή σε συνταγματικό κανόνα αξιολόγησης – το δικαίωμα εδώ μεταμορφώθηκε σε κανόνα αντικειμενικό σε κριτήριο αξιολόγησης για να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα τι είναι αστάθμητο και τι σταθμητό στην προσωπικότητα και τι την προσβάλει άνευ ετέρου και τι μετά από στάθμιση και είναι άρα παράνομο κατά την έννοια του άρθρου 57 ΑΚ. Τα σταθμητά πάντως στοιχεία της προσωπικότητας (σ. 56) υπόκεινται σε στάθμιση. (βλέπε σ. 59 και 61 σχετικά με την ανάγκη στάθμισης).
Κατά συνέπεια για κάθε στοιχείο της προσωπικότητας που θεωρείται ότι δεν είναι αστάθμητο είναι ανάγκη να γίνει, υπογραμμίζει ο καθηγητής Καράκωστας, στάθμιση συμφερόντων. Το παράνομο της προσβολής θα προκύψει έτσι μέσα από την χρήση της σταθμιστικής συλλογιστικής που τείνει να γίνει και στην προστασία της προσωπικότητας η κυρίαρχη λογική του νομικού συλλογισμού. Άρα το παράνομο της προσβολής κρίνεται συγκεκριμένα ανάλογα με την διακινδύνευση, τα διακυβευόμενα αγαθά ή δικαιώματα και ανάλογα με την βαρύτητα της προσβολής. Συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία για το παράνομο της προσβολής, ο καθηγητής Καράκωστας γράφει (σ. 344) ότι «στοιχείο του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 57 η παρανομία, συντρέχει εφόσον διαπιστώνεται ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα, πράξη ή παράλειψη που θίγει προστατευόμενο αγαθό της προσωπικότητας –που μπορεί να είναι και συνταγματικό δικαίωμα- είναι νομικώς σημαντική και κοινωνικώς πρόσφορη και δεν υπάρχει προφανής λόγος –υπέρτερο συμφέρον άρσεως του παράνομου μετά από εξατομικευμένη στάθμιση συμφερόντων».
Η χρησιμότητα της στάθμισης και τα προβλήματα που δημιουργεί η απουσία της φαίνεται στα παραδείγματα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπου η αδικαιολόγητη υπερπροστασία του ετερο-αναφορικού αυτού δικαιώματος έχει οδηγήσει σε μια απόλυτη προστασία των προσωπικών δεδομένων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη και να σταθμίζονται και άλλα συνταγματικά δικαιώματα ή άλλα συνταγματικά αγαθά που διακινδυνεύονται και είναι και αυτά ισάξιας προστασίας. Συμμερίζομαι απόλυτα την κριτική που άσκησε ο συγγραφέας στις αποφάσεις της Αρχής Προσωπικών Δεδομένων, η οποία αγνόησε επιδεικτικά και αδικαιολόγητα σε αποφάσεις της το άρθρο 57 ΑΚ και την σχετική νομολογία και δεν έλαβε υπόψη ρήτρες ή αρχές άλλων κλάδων του δικαίου κάνοντας υψιπετή αναφορά μόνο στα άρθρα του συντάγματος, στο όνομα μιας στρεβλής εφαρμογής της θεωρίας της τριτενέργειας. Παρέλειψε να εισαγάγει στις αποφάσεις της και στο σκεπτικό της π.χ. την έννοια του δικαιολογημένου συμφέροντος ή των συναλλακτικών υποχρεώσεων ή ηθών.
Στην παρουσίαση σήμερα θέλησα μεταξύ τον άλλων –ελπίζω να το καταλάβατε- να κριτικάρω γενικότερα, με τρόπο έμμεσο, τον υψιπετή συνταγματικό συλλογισμό, που αγνοεί και δεν αξιοποιεί όπως πρέπει τον αστικό συλλογισμό. Θέλησα να δείξω πόσο αυθαίρετος, επικίνδυνος και άδικος μπορεί να γίνει ο επαρμένος συνταγματικός λόγος, όταν δεν αισθάνεται την ανάγκη να επικοινωνήσει, με επιβαλλόμενη περίσκεψη, με τους άλλους κλάδους του Δικαίου και να αξιοποιήσει εκεί που χρειάζεται και όσο χρειάζεται τα διδάγματα της κλασικής νομικής σκέψης, που είναι κυρίως αποθησαυρισμένη στο αστικό και στο δίκαιο της προσωπικότητας.
Θέλησα να αποτίσω σήμερα, ως συνταγματολόγος, στο αστικό δίκαιο έναν οφειλόμενο φόρο τιμής και να δείξω με παράδειγμα το δίκαιο της προσωπικότητας, πόσο ανεπαρκείς είναι για τον κλάδο του Συνταγματικού Δικαίου συλλογισμοί γενικόλογοι και αοριστολογίες χωρίς νομική βαρύτητα. Σας ευχαριστώ γιατί μου δώσατε την ευκαιρία να επιβεβαιώσω στο τέλος της πανεπιστημιακής μου καριέρας αυτό που είχα διαισθανθεί από την αρχή: τη σημασία και πρωταρχικότητα της αστικολογικής νομικής σκέψης για τη νομική επιστήμη γενικότερα.
Θέλω τελειώνοντας να σας ευχηθώ κύριε συνάδελφε να συνεχίσετε με την ίδια εγρήγορση και πνευματική γονιμότητα την συγγραφική σας δημιουργία. Για να μας δίνετε και σε μας τη χαρά να γηράσκουμε αεί διδασκόμενοι.

Η αρχή «nullum crimen nulla poena sine lege» ως συνταγματικός κανόνας δικαίου (άρ. 7 § 1 εδ. α΄ Συντ.) (Τυπική παραγωγή και δογματική ανάλυση στο πλαίσιο ενός θεωρητικού μοντέλου).

Του Κωνσταντίνου Τσίνα

Η αρχή «nullum crimen nulla poena sine lege» ως συνταγματικός κανόνας δικαίου (άρ. 7 § 1 εδ. α΄ Συντ.) (Τυπική παραγωγή και δογματική ανάλυση στο πλαίσιο ενός θεωρητικού μοντέλου).

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Τα συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου ενόψει μοιρασμένης κρατικής κυριαρχίας και επιτηρούμενης δημοσιονομικής πολιτικής

Αντώνη Μανιτάκη, Ομ. Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, πρ. Υπουργού

Τα συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου ενόψει μοιρασμένης κρατικής κυριαρχίας και επιτηρούμενης δημοσιονομικής πολιτικής

Α) Τα κειμενικά δεδομένα
Η νομική και συνταγματική μελέτη των ρυθμίσεων που επιβάλλει ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης της ελληνικής οικονομίας (στο εξής ΕΜΣ) ή αυτό που σχηματικά, αλλά ανακριβώς, καθιερώθηκε να αποκαλούμε «Μνημόνιο», συνιστά, πιστεύω, ένα καλό παράδειγμα για να δοκιμάσουμε την αντοχή μερικών κλασσικών εργαλείων σκέψης του Συνταγματικού Δικαίου. Παράλληλα αποτελεί, το ίδιο, μια μοναδική ευκαιρία για να ψηλαφίσουμε μερικές από τις καταλυτικές αλλαγές που συντελούνται γύρω μας και τις επιπτώσεις που έχουν αυτές στη νομική και πολιτική σκέψη. Είναι καιρός να ανιχνεύσουμε την αλήθεια των αντιλήψεων που επικρατούν και ενστερνιζόμαστε για την κυριαρχία, το κοινωνικό κράτος και τις σχέσεις κράτους και οικονομίας, πολιτικής και συντάγματος. Στο παρόν άρθρο θα περιορίσω την ενασχόλησή μου στο πρώτο.

Το «Μνημόνιο Συνεννόησης» (Memorandum of Understanding) αποτελεί μια άτυπη διεθνή συμφωνία, που εντάσσεται και αποτελεί αναπόσπαστο -το πλέον ουσιώδες- τμήμα ενός πλέγματος αποφάσεων, πράξεων, δηλώσεων, ψηφισμάτων ή ενεργειών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωζώνης, του Συμβουλίου των Υπουργών του Eurogroup, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Πρόκειται, άρα, για ένα πλέγμα μονομερών πράξεων ή αποφάσεων καθώς και διεθνών συμφωνιών ή συμβάσεων, διεθνούς οικονομικού δικαίου και ενωσιακού δικαίου. Η δανειακή συμφωνία της Ελλάδος, π.χ., με τα δέκα πέντε κράτη της Νομισματικής Ένωσης είχε ενωσιακό-διακυβερνητικό και ταυτόχρονα διακρατικό-διμερή και για το λόγο αυτό και δημόσιο διεθνή οικονομικό χαρακτήρα.
Το σύμπλεγμα αυτό πράξεων και αποφάσεων διεθνών οργανισμών συνθέτουν ένα σύνολο, που μαρτυρεί τον σύνθετο χαρακτήρα της σημερινής διεθνούς κοινωνίας αλλά και την πολύπλοκη και πολυμερή ενσωμάτωση ή διασύνδεση της εθνικής ή κρατικής κυριαρχίας με διεθνείς οργανισμούς, υπερεθνικά όργανα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, που δικαιώνουν όσους υποστηρίζουν ότι ο παγκόσμιος συνταγματισμός ευνοεί τη διαπλοκή πολλαπλών εννόμων τάξεων, εθνικών, ηπειρωτικών, διεθνών, σε μια λογικά συνεκτική συνάρθρωση, χωρίς ιεραρχική, τυπικά, μεταξύ τους δόμηση[1].
Το ίδιο σύνθετες και πρωτότυπες είναι και οι μορφές της ρύθμισης που υιοθετούνται, οι οποίες δεν κατατάσσονται στα παραδοσιακά και καθιερωμένα νομικά εργαλεία του διεθνούς και συνταγματικού δικαίου. Επειδή αφορούν σχέσεις πρωτότυπες και πρωτόγνωρες, ξεφεύγουν από καθιερωμένα νομικά πρότυπα. Πρόκειται για πρωτότυπες πηγές δικαίου και πάντως για μορφές ρύθμισης λιγότερο τυπικές, «εύπλαστες» ή «ήπιες», προσανατολισμένες στον σκοπό που επιδιώκουν και στην αποτελεσματικότητα της ρύθμισης.
Το ιδιότυπο αυτό πλέγμα νομικών ή και πολιτικών κειμένων συγκροτεί στην περίπτωση τουλάχιστον της Ελλάδος έναν πρωτότυπο και μη προβλεπόμενο από τις ευρωπαϊκές συνθήκες ευρωπαϊκό σύμπλεγμα[2], που αποκαλείται Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης. Βρίσκεται στις παρυφές, στα όρια της ενωσιακής νομιμότητας και αποκλίνει από τις σταθερές της διεθνούς νομιμότητας, διότι περιλαμβάνει πράξεις της ΕΕ και της Ευρωζώνης, διακυβερνητικού χαρακτήρα, του ΔΝΤ, διεθνείς συμφωνίες με διεθνείς ή υπερεθνικούς οργανισμούς και παράλληλα εγκαθιστά ευρωπαϊκούς χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς επιτήρησης και παρέμβασης στη δημοσιονομική πολιτική της Ελλάδος, με χαλαρό νομιμοποιητικό έρεισμα στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα άρθρα 126(9) και 136. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις δίδουν έρεισμα για όχληση του Συμβουλίου προς την Ελλάδα για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος της, χωρίς όμως να θεμελιώνουν κοινοτική εξουσία χάραξης μέτρων δημοσιονομικής πειθαρχίας[3].
Αποτελεί σίγουρα το ιστορικό πρόπλασμα μιας οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρώπης που τελεί υπό διαμόρφωση και επίκειται η μορφοποίησή της.
Είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε, εν συντομία, το πλέγμα αυτών των διεθνών συμφωνιών και ευρωπαϊκών πράξεων προβαίνοντας σε μια αρχική, βασική, διάκριση: χρειάζεται να διακρίνουμε, κατ΄ αρχήν, τις δανειακές συμβάσεις (στην πραγματικότητα και κατά κυριολεξία υπήρξε μια δανειακή σύμβαση που συνήψε η Ελλάδα με τα 15 κράτη της Ευρωζώνης, ) από το «Μνημόνιο Συνεννόησης». Τις δύο αυτές κατηγορίες νομικών κειμένων πρέπει ακόμη να τις εντάξουμε σε ένα πλέγμα πράξεων και αποφάσεων, που προηγήθηκαν ή έπονται του Μνημονίου όσο και της δανειακής σύμβασης. Αναφέρονται άλλωστε ρητά οι πράξεις αυτές ή προϋποθέτουν τόσο τη δανειακή σύμβαση όσο και το Μνημόνιο[4].
Πρόκειται, λοιπόν, για δύο διακριτές κατηγορίες νομικών κειμένων, που συνεπάγονται διαφορετικές ρυθμιστικές συνέπειες και φέρουν διακριτά χαρακτηριστικά γνωρίσματα.
Πρώτα έρχονται:
1) οι δύο «δανειακές» συμβάσεις, (στην ουσία μία, αφού η δεύτερη δεν παίρνει τη μορφή σύμβασης δημόσιου δανείου, όπως η πρώτη, αλλά τη μορφή ενός «εσωτερικού διμερούς» Διακανονισμού Χρηματοδότησης από το ΔΝΤ), ήτοι :
α) η «Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης» (ΣΔΔ) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των κρατών-μελών της Ευρωζώνης της8.5.2010, 80 δισεκατομμύρια € (πρόκειται για το ποσό που ανέλαβαν να καταβάλουν τα δεκαπέντε κράτη μέλη της Ευρωζώνης) με επτά Παραρτήματα και
β) η «Συμφωνία» (Συμφωνία Έγκρισης ΔΝΤ) μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), με την οποία εγκρίνεται στις 9 Μαΐου 2010 από το ΔΝΤ ο «Διακανονισμός Χρηματοδότησης», 30.000.000.000 ευρώ από το ίδιο. Προηγουμένως η ελληνική κυβέρνηση είχε απευθύνει επιστολή στο ΔΝΤ ζητώντας, ως μέλος του, όπως προβλέπει ο κανονισμός του Ταμείου, τη χρηματοδότηση του οικονομικού της προγράμματος στο πλαίσιο ενός «Διακανονισμού Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας» (Stand–Βy Arrangement), συνολικού ύψους τριάντα δισεκατομμυρίων ευρώ. Ο Διακανονισμός Χρηματοδότησης μαζί με την επιστολή προθέσεων (letter of intent) του αιτούντος κράτους συνιστούν τη «συμφωνία δανεισμού».
Στην κυριολεξία δεν πρόκειται για δάνειο, διότι κατά τον κανονισμό του ΔΝΤ το τελευταίο παρέχει απλώς στο αιτούν κράτος συναλλαγματική διευκόλυνση, πουλώντας το συνάλλαγμα, επειδή δεν μπορεί να δανειστεί το ίδιο από τις αγορές. Πρόκειται για ειδική μορφή διακρατικής συμφωνίας, που είναι συνήθης στις οικονομικές συναλλαγές μεταξύ κρατών και διεθνο-πιστωτικών οργανισμών υπό την ονομασία «arrangement».
Ο Διακανονισμός αυτός δεν αποτελεί, πάντως, διεθνή συνθήκη, κατά την έννοια της Συμβάσεως της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 402/1974 (Α΄ 141).
 
2) Μετά έρχονται τα τρία Μνημόνια, που συνοπτικά αποκαλούνται «Μνημόνιο Συνεννόησης»:.
Στις 3 Μαΐου 2010 είχε υπογραφεί, πριν από την υπογραφή των δανειακών συμβάσεων, μεταξύ της Επιτροπής, που ενεργούσε για λογαριασμό των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, και της Ελληνικής Δημοκρατίας εκπροσωπούμενης από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, «Μνημόνιο Συνεννόησης» (Memorandum of Understanding), στο οποίο περιελήφθησαν τα μέτρα και στόχοι του τριετούς προγράμματος που είχε καταρτισθεί από τις ελληνικές αρχές μετά από συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το «Μνημόνιο Συνεννόησης» απαρτίζεται από τρία επιμέρους μνημόνια: α) το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» (Memorandum of Economic και Financial Policies), με το οποίο καθορίζονται οι στρατηγικού χαρακτήρα στόχοι του προγράμματος και τα επιμέρους δημοσιονομικά, χρηματοπιστωτικά και διαρθρωτικά μέτρα, που πρέπει να ληφθούν για τη βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας και την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, β) το «Μνημόνιο για τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» (Μemorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality), στο οποίο γίνεται εξειδίκευση και λεπτομερής περιγραφή των ανωτέρω μέτρων και του χρονοδιαγράμματος θεσπίσεως και υλοποιήσεώς τους μέχρι και το τέλος του 2012, και γ) το «Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης» (Technical Memorandum of Understanding), με το οποίο αποσαφηνίζεται η έννοια των χρησιμοποιούμενων όρων, καθορίζονται τα ποσοτικά κριτήρια απόδοσης και τα λοιπά κριτήρια αναφοράς, οι μέθοδοι αξιολόγησης του προγράμματος, καθώς και άλλες τεχνικού χαρακτήρα λεπτομέρειες για την παρακολούθηση της πορείας των επιχειρούμενων διαρθρωτικών αλλαγών.
Το Μνημόνιο Συνεννόησης προσαρτήθηκε στο τέλος του νόμου 3845/2010 ως παράρτημά του. Στο πρώτο άρθρο του ίδιου νόμου γίνεται ρητή μνεία στη Δήλωση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων των χωρών της Ευρωζώνης, της 25ης Μαρτίου 2010, με την οποία αποφασίστηκε η δημιουργία Μηχανισμού Στήριξης για την οικονομική και δημοσιονομική σταθερότητα των χωρών του Ευρώ. Με νεώτερη Δήλωσή τους, εκείνη της 11ης Απριλίου, οι Υπουργοί των Οικονομικών των ίδιων κρατών αποφάσισαν να ενεργοποιήσουν τον Μηχανισμό Στήριξης για την Ελλάδα με την κατάρτιση κοινού προγράμματος στήριξης με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σε συνεργασία με τις ελληνικές αρχές. Με την ίδια Δήλωσή τους αποφάσισαν την εφαρμογή του Μηχανισμού Στήριξης με την κατάρτιση από το Υπουργείο Οικονομικών με τη συμμετοχή και των τριών διεθνών οργανισμών «σχεδίου προγράμματος» οικονομικής σταθερότητας, δηλαδή ένα «Μνημόνιο οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής» και ένα «Μνημόνιο Συνεννόησης για τις συγκεκριμένης προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής με σκοπό την στήριξη της ελληνικής οικονομίας»[5].
Β) Το Μνημόνιο ως αιτιολογική έκθεση του ν. 3845/2010 και άτυπη διεθνής συμφωνία. Παράδειγμα "ήπιας", διεθνούς, δικαιικής ρύθμισης αλλά "άτεγκτης", πρακτικά, δημοσιονομικής επιτήρησης.
Με τη ρητή αναφορά που γίνεται στο «Μνημόνιο» από το νόμο 3845/2010 και με την προσάρτησή του στον ίδιο, ως παράρτημα, δεν αποκτά το κείμενο αυτό, όπως λέγεται, μορφή ή ισχύ τυπικού νόμου[6]. Διότι δεν κυρώνεται ούτε επικυρώνεται η άτυπη αυτή διεθνής συμφωνία από τον εν λόγω νόμο, στον οποίο απλώς προσαρτάται στο τέλος του, μετά τις νομοθετικές ρυθμίσεις που περιέχει. Ούτε βέβαια μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει διεξαχθεί ειδική ή ξεχωριστή ψηφοφορία στη Βουλή για την έγκρισή του, όπως συμβαίνει π.χ. με τον Προϋπολογισμό ή για την κύρωσή του αν είχε τον χαρακτήρα διεθνούς σύμβασης. Ο νόμος άρα 3845/2010 δεν μπορεί να θεωρηθεί και δεν είναι νόμος κυρωτικός του Μνημονίου και λόγω του περιεχομένου του και λόγω της μορφής του.
Το Μνημόνιο Συνεννόησης προσαρτήθηκε στο νόμο, πρώτον για λόγους διαφάνειας και ενημέρωσης της Βουλής, ως προς το περιεχόμενό του, και δεύτερον για τη δικαιολόγηση των νομοθετικών μέτρων δημοσιονομικής και κοινωνικο- ασφαλιστικής πολιτικής που λαμβάνονται από τον ίδιο[7]. Τα μέτρα αυτά, νομοθετικού χαρακτήρα, λήφθηκαν προς υλοποίηση και εκτέλεση του προγράμματος της δημοσιονομικής εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας και αντιμετώπισης του υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος. Μετουσιώνονται σε εθνικές νομοθετικές διατάξεις με τις οποίες υλοποιούνται οι δημοσιονομικού στόχοι που περιγράφονται και έχουν συμφωνηθεί από την Κυβέρνηση και την Τρόϊκα. Το περιεχόμενο του Μνημονίου αποτελεί άρα για την ελληνική Κυβέρνηση πρόγραμμα της δημοσιονομικής της πολιτικής, το οποίο έχει υιοθετήσει και ενστερνιστεί η ίδια ως μέρος της κυβερνητικής της πολιτικής. Παράλληλα το Μνημόνιο παραμένει και κείμενο άτυπης διεθνούς συμφωνίας. Το γεγονός ότι το δημοσιονομικό πρόγραμμα της Κυβέρνησης έχει υπαγορευτεί στην ίδια από μια διεθνή συμφωνία, δείχνει μεν ότι το περιεχόμενο της εθνικής κυβερνητικής πολιτικής στον δημοσιονομικό τομέα διαμορφώνεται πλέον, λόγω της ένταξης μας στην Ευρωζώνη και της δανειακής μας εξάρτησης από τις χώρες του Ευρώ, από κοινού ή κατά πρώτο λόγο από διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς και επιβάλλεται από αυτούς, αλλά εν πάση περιπτώσει με πολιτική ευθύνη και τελική απόφαση της ελληνικής Κυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 82 του Συντάγματος.
Παράλληλα το Μνημόνιο, ως προσαρτημένο στο νόμο 3845/2010 κείμενο, επέχει θέση αιτιολογικής έκθεσης των ουσιαστικών ρυθμίσεων του νόμου και λειτουργεί ως αιτιολογία του.
Με αυτήν την έννοια το Μνημόνιο δεν είναι δυνατόν μεν να γίνει το ίδιο, ως κείμενο «τεχνικών» προβλέψεων, αντικείμενο δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητάς του[8] des motifs de la loi), μέσα από τη διερεύνηση, κατά τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των μέτρων, της πραγματικής και θεμιτής συνδρομής λόγων δημοσίου συμφέροντος που τα αιτιολογούν[10]. , μπορεί όμως, κάλλιστα, να γίνει επίκληση των δημοσιονομικών προβλέψεών του κατά τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των διατάξεων του νόμου 3845/2010, επειδή οι σκοποί του νόμου ταυτίζονται με τους δημοσιονομικούς σκοπούς του μνημονίου και έχουν αναχθεί σε σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Δεν αποκλείεται επομένως κατά τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νομοθετικών μέτρων, που επιβάλλονται δυνάμει της μνημονιακής συμφωνίας, να εξετασθεί το συνταγματικά θεμιτό ή μη της λήψης τους με αποφασιστικό κριτήριο τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που αυτά επιδιώκουν. Ως σκοπός και αιτιολογία του νόμου εδώ λειτουργεί το πρόγραμμα ή οι στόχοι δημοσιονομικής πολιτικής του Μνημονίου, που έχουν γίνει και πρόγραμμα της κυβερνητικής πολιτικής και συνιστούν νόμιμη αιτιολογία του νόμου[9]. Ο δικαστής της συνταγματικότητας θα αχθεί αναγκαστικά στον έλεγχο των κινήτρων του νομοθέτη (
Επομένως, οι στόχοι του Μνημονίου, ως στόχοι δημοσιονομικοί, που προβλέπονται και από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης και έχουν γίνει αποδεκτοί και από την Ελληνική Κυβέρνηση, μπορούν να γίνουν αντικείμενο δικαστικής αξιολόγησης, ως προς την πραγματική συνδρομή τους καθώς και ως προς το σύννομό τους, προκειμένου να εξεταστεί αν οι περιορισμοί που επέρχονται στα κοινωνικά δικαιώματα και ενδεχομένως στις ατομικές ή συλλογικές ελευθερίες, και ειδικά η ένταση και έκταση της προσβολής, είναι ή όχι συνταγματικά δικαιολογημένοι[11]. Αν μπορούν, δηλαδή, να θεωρηθούν λόγοι ή σκοποί γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, συνταγματικά θεμιτοί. Εφόσον γίνει δεκτό ότι οι στόχοι δημοσιονομικής πειθαρχίας και μειωμένου ελλείμματος συνιστούν, ούτως ή άλλως, σκοπούς της ΣΛΕΕ και του Συμφώνου Σταθερότητας και ότι η Ελλάδα έχει υπαχθεί με τη θέλησή της στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, τότε το δημοσιονομικό πρόγραμμα του Μνημονίου μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ως συνταγματικά θεμιτός σκοπός δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογεί περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία, στις ατομικές ελευθερίες και στα κοινωνικά δικαιώματα, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τα μέτρα συνάπτονται με τον σκοπό και δεν επιφέρουν δυσανάλογες εν όψει του επιδιωκόμενου σκοπού προσβολές σε συνταγματικά δικαιώματα ή αγαθά[12]. Θα ελεγχθεί έτσι έμμεσα μέσα από τον έλεγχο του σκοπού του νόμου το συνταγματικά θεμιτό ή μη των στόχων του Μνημονίου[13].
Το Μνημόνιο Συνεννόησης με τα τρία συστατικά του μέρη αποτελεί, κατά συνέπεια, όπως έχει επισημάνει έγκαιρα και έγκυρα στην εισήγησή της στην υπόθεση του Μνημονίου η Σύμβουλος κ. Σάρπ, «ένα μεσοπρόθεσμο οικονομικό πρόγραμμα του ελληνικού κράτους, με το οποίο καθορίζονται οι στόχοι δημοσιονομικής προσαρμογής και τα μέσα επιτεύξεώς τους εντός της προβλεπομένης τριετούς προγραμματικής περιόδου, με σκοπό την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Το ίδιο το Μνημόνιο δεν περιέχει κανόνες δικαίου και, συνεπώς, δεν συνεπάγεται έννομες συνέπειες (για την ελληνική έννομη τάξη). Τέτοιες συνέπειες προκύπτουν το πρώτον με τη θέσπιση από την νομοθετική εξουσία ή την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση ρυθμίσεων, με τις οποίες πραγματοποιούνται οι εξαγγελλόμενες στο Μνημόνιο δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές»[14].
Από τη σκοπιά του δημοσίου διεθνούς δικαίου το Μνημόνιο αποτελεί και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άτυπη διεθνής συμφωνία, τύπου «διακανονισμού» (arrangement), [15]. Η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να τηρήσει τα συμφωνηθέντα στο Μνημόνιο και η συμμόρφωσή της συνιστά διεθνή υποχρέωσή της, που απορρέει από την διεθνή δέσμευση που ανέλαβε υπογράφοντας το Μνημόνιο ως κυρίαρχο κράτος, απέναντι στους διεθνείς οργανισμούς, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΔΝΤ και ΕΚΤ και τα κράτη-μέλη[16]. Η διεθνής ισχύς μιας συνθήκης ή σύμβασης δεν πρέπει να συγχέεται με την εισαγωγή και ενσωμάτωση και τελικά ισχύ της συνθήκης αυτής και στην εθνική έννομη τάξη.
Το Μνημόνιο αποτελεί εξάλλου προϋπόθεση εκτέλεσης της δανειακής σύμβασης. Η συμμόρφωση της Ελλάδος προς στις προβλέψεις του Μνημονίου απορρέει άρα, ως όρος, από τη δανειακή χρηματοδοτική διευκόλυνσή της τόσο από τις χώρες του Ευρώ όσο και από το ΔΝΤ. Η μη συμμόρφωσή της έχει ως συνέπεια τη διακοπή της χρηματοδότησής της ή την αναστολή καταβολής δόσης του Δανείου.
Άρα, η διεθνής αυτή συμβατική δέσμευση της Ελλάδος συναρτάται με την υποχρέωση της ίδιας να τηρήσει τις προβλέψεις του Μνημονίου και στην εσωτερική έννομη τάξη. Αυτό σημαίνει ότι «οι επιταγές του Μνημονίου υλοποιούνται στην εσωτερική έννομη τάξη δυνάμει υποχρέωσης που ανέλαβε η χώρα στη διεθνή έννομη τάξη, προκειμένου να μπορεί να αξιώσει στη συνέχεια την τμηματική καταβολή της χρηματοδότησης σύμφωνα με τα συμφωνημένα στη διεθνή έννομη τάξη»[17] .
Είναι αλήθεια ότι με το Μνημόνιο, που έχει υπογραφεί από την Επιτροπή, ως εκπρόσωπο των κρατών – μελών της ευρωζώνης, που δανειοδότησαν την Ελλάδα, «δεν αναλαμβάνονται αμοιβαίες δεσμεύσεις των μερών που συνέπραξαν στην κατάρτισή του, ούτε, άλλωστε, προβλέπονται νομικά μέσα για τον εξαναγκασμό των ελληνικών αρχών στην πιστή και απαρέγκλιτη εφαρμογή του ή άλλου είδους κυρώσεις, μέσω των οποίων θα επιτυγχανόταν εμμέσως ο ίδιος σκοπός».[18] Το γεγονός όμως ότι πρόκειται για άτυπη διεθνή συμφωνία, όπως οι κανόνες του soft law (ήπιου δικαίου[19]), που δεν είναι νομικά εξαναγκαστή και ότι, άρα, η τυχόν μη τήρηση των συμφωνηθέντων δεν συνεπάγεται κλασικές νομικές κυρώσεις[20], δεν σημαίνει ότι το κείμενο αυτό στερείται κάθε είδους δεσμευτικότητας τόσο στη διεθνή όσο και στην εσωτερική έννομη τάξη και ότι η Ελληνική Δημοκρατία μπορεί χωρίς συνέπειες, πολιτικές ή οικονομικές, να μην τηρήσει τα συμφωνηθέντα και να μη σεβαστεί την υπογραφή της.
Τούτο, διότι η μη συμμόρφωση της Ελλάδος στις διεθνείς δεσμεύσεις που έχει αναλάβει με τη θέλησή της, ως κυρίαρχο κράτος, οδηγεί την ίδια σε πολιτική ανυποληψία, την εκθέτει διεθνώς και έχει συνέπειες πολιτικές και οικονομικές εξαιρετικά σοβαρές στην διεθνή έννομη τάξη για την ίδια. Ο εξαναγκασμός αυτού του είδους είναι πιο αποτελεσματικός και πιο άμεσος από το νομικό καταναγκασμό. Η απειλή και μόνον από τους δανειστές της μη πληρωμής μιας δόσης του δανείου είναι χίλιες φορές πιο καταναγκαστική από οποιαδήποτε άλλη κλασική νομική κύρωση. Αλλά και ο αυτο-σεβασμός της υπογραφής ενός συμβαλλόμενου κράτους είναι εξίσου αποτελεσματικός ως προς την αξιοπιστία του και το αξιόχρεο στη διεθνή κοινωνία.
Γ) Ο πολυφυής χαρακτήρας του δημοσιονομικού προγράμματος του Μνημονίου: πράξη εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, μέτρο συμμόρφωσης της Ελλάδος στον ευρω-κανόνα της δημοσιονομικής πειθαρχίας και, τέλος, όρος εκπλήρωσης διεθνούς, δανειακής, υποχρέωσής της απέναντι στα κράτη της Ευρωζώνης.
Το περιεχόμενο, πάντως, του Μνημονίου -και όχι το Μνημόνιο ως μορφή κειμένου- δηλαδή οι δημοσιονομικοί στόχοι του έχουν αποκτήσει, εκτός από διεθνή και ενωσιακό δεσμευτικό χαρακτήρα με την υπαγωγή τους στο Δίκαιο της ΕΕ και στην έννομη δικαιοδοσία της, δηλαδή με την νομική θεμελίωσή τους στα άρθρα 126(9) και 136 ΣΛΕΕ. Το Μνημόνιο αποτελεί κατ΄αρχήν πράξη εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, ο οποίος αποφασίστηκε από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της ευρωζώνης στις 25 Μαρτίου 2010 με Δήλωσή τους σε γενικό επίπεδο, αρχικά, και στη συνέχεια από τους Υπουργούς Οικονομικών των ίδιων χωρών τις 11 Απριλίου 2010. Οι τελευταίοι αποφάσισαν, εξειδικεύοντας την προηγούμενη απόφαση των αρχηγών κρατών, να χρηματοδοτήσουν την Ελλάδα σε συνεργασία με το ΔΝΤ για να μπορέσει η ίδια, αφού λάβει τα κατάλληλα μέτρα εξυγίανσης των δημοσιονομικών της, να ανακτήσει το αξιόχρεό της και να δανειστεί εκ νέου μόνη της από τις αγορές. Απώτερος σκοπός του Μηχανισμού είναι η άμεση αντιμετώπιση των συνεπειών από την αδυναμία πληρωμής των ομολογιακών δανείων του Ελληνικού δημοσίου και άρα η αποφυγή της στάσης πληρωμών, η αντιμετώπιση του υπερβολικού ελλείμματος της Ελλάδος και η αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής πειθαρχίας στα δημοσιονομικά της χώρας.
Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης αποτελεί έναν adhoc πρωτότυπο Μηχανισμό, πουδεν προβλέπεται από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και δημιουργήθηκε ειδικά για την περίσταση και προς αντιμετώπιση κυρίως της έκτακτης δημοσιονομικής κατάστασης της Ελλάδος. Έχει κατά βάση διακυβερνητικό χαρακτήρα, παρόλο που γίνεται επίκληση των άρθρων 126 (9) και 136 της ΕΛΕΕ για να προσδοθεί στο Μηχανισμό ένα νομιμοποιητικό ενωσιακό έρεισμα. Στην ουσία ωστόσο ο Μηχανισμός υπερβαίνει τα όρια των σχετικών άρθρων στο όνομα του σεβασμού των σκοπών τους. Δεν είναι πάντως εξοπλισμένος ο μηχανισμός με πάγιες θεσμικές αρμοδιότητες ούτε έχει μορφοποιηθεί θεσμικά, όπως πρόκειται να συμβεί με το Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), που αποφασίστηκε στη Σύνοδο Κορυφής της 25ης Μαρτίου 2011και ο οποίος, εφ΄όσον θα είναι εξοπλισμένος με πάγιες χρηματοπιστωτικές αρμοδιότητες, που θα του εκχωρηθούν από τα κράτη μέλη, δεν είναι δυνατόν παρά να δημιουργηθεί με τη σύναψη κλασικής διεθνούς συνθήκης και την κύρωσή της από τα κράτη-μέλη[21].
Οι προβλέψεις του Μνημονίου εντάχθηκαν, ωστόσο, ρητά στην δικαιοδοσία της ΕΕ με την Απόφαση του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 2010, την 2010/320/ΕΕ, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την υπαγωγή τους στο ενωσιακό δίκαιο. Αυτό αφορά φυσικά μόνον τις υποχρεώσεις της Ελλάδος, που απορρέουν από το άρθρο 126 παρ. 9 ΣΛΕΕ και δεν αφορά και την παροχή οικονομικής βοήθειας.
Η παραπάνω απόφαση του Συμβουλίου απαριθμεί και περιγράφει αναλυτικά τους δημοσιονομικούς στόχους που οφείλει, ως μέλος της ΕΕ και της ΟΝΕ, να επιτύχει η Ελλάδα διαμορφώνοντας ανάλογο πρόγραμμα δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής και υιοθετώντας σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο όλα τα κατάλληλα προς τούτο μέτρα νομοθετικής ή άλλης φύσεως. Το περιεχόμενο της Απόφασης ταυτίζεται με τους στόχους και τις προγραμματικές προβλέψεις του Μνημονίου. Η πράξη αυτή του Συμβουλίου, απευθύνεται ατομικά ως σύσταση ή μάλλον ως όχληση στην Ελλάδα, έχει επιτακτικό χαρακτήρα, ως μονομερής πράξη του ενωσιακού δικαίου, σε αντίθεση με το Μνημόνιο, που αποτελεί μιαν άτυπη διεθνή συμφωνία και έχει συμβατικό-διακρατικό χαρακτήρα, ως πράξη της διεθνούς έννομης τάξης.
Επομένως, τα μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας μαζί με τις κατευθυντήριες γραμμές της οικονομικής πολιτικής που περιέχονται στο Μνημόνιο, έχουν διφυή, ευρωπαϊκό και διεθνή, χαρακτήρα. Σχεδιάστηκαν και επιβλήθηκαν τόσο ως μέτρα που στηρίζονται νομικά στις δημοσιονομικές διατάξεις της ΣΛΕΕ και υπάγονται στη δημοσιονομική πολιτική, που έχουν χαράξει τα όργανα της ΕΕ και της Ευρωζώνης όσο και ως μέτρα που συνοδεύουν με τη μορφή συμβατικού όρου τη διακρατική σύμβαση δανείου, που έχει υπογράψει η Ελλάδα με τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης.
Θα πρέπει να ληφθεί ακόμη υπόψη ότι τα μέτρα αυτά εναρμονίζονται και πάντως βρίσκουν έρεισμα και στο «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης», που αποφασίστηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Λισσαβώνα με τη μορφή Ψηφίσματος στις 17 Ιουνίου 1997 (ΕΕ 1997, C236/1). Το ψήφισμα έχει κυρίως πολιτικο-ερμηνευτική σημασία, αφού το Σύμφωνο Σταθερότητας υλοποιείται από τους κανονισμούς 1466 και 1467/1997 όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν και οι οποίοι εξειδικεύουν τις προβλέψεις των άρθρων 121 και 126 ΣΛΕΕ. Ο μηχανισμός, που προβλέφτηκε στο εν λόγω Ψήφισμα, στηρίζεται στη λογική της εγκαθίδρυσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και λήψης μέτρων λιτότητας μεταξύ τω κρατών μελών, η οποία συνδυάζεται με την υποχρέωση συντονισμού της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής[22]. Και όλα αυτά με την πρόβλεψη κάποιων δυσμενών συνεπειών εν είδει κυρώσεων για το απείθαρχο κράτος. Κυρώσεις που βρίσκουν νομικό έρεισμα στο ίδιο το Σύμφωνο Σταθερότητας αλλά και στις ευρωπαϊκές συνθήκες και ειδικά στο άρθρο 126 ΣΛΕΕ σε συνάρτηση και με τους Κανονισμούς 1466/1997 και 1467/1997, όπως τροποποιήθηκαν από τους Κανονισμούς 1055/2005 και 1056/2005.
Η νομική φύση και το είδος της δεσμευτικότητας του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης είναι αμφιλεγόμενα. Η πολιτική του όμως σημασία και η αποτελεσματική εφαρμογή του για τις χώρες τουλάχιστον του Ευρώ και τη νομισματική σταθερότητα της ζώνης είναι αναμφισβήτητες[23]. Είναι αλήθεια ότι το Σύμφωνο δεν υπάγεται ούτε αυτό σε μια από τις γνωστές νομικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου, αφού έχει διακρατικό χαρακτήρα και για το λόγο αυτό εύλογα εγείρεται αμφιβολία ως προς νομική του υφή και δεσμευτικότητα. Ωστόσο, η ιδιότυπη αυτή δεσμευτικότητα[24], πολιτικής και νομικής φύσεως μαζί, έχει εδραιωθεί στη συνείδηση όλων των πρωταγωνιστών του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι και έχει επιβεβαιωθεί και από το Δικαστήριο της ΕΕ[25] και δεν φαίνεται να αμφισβητείται η βασιμότητά της[26].
Άλλωστε, ακόμη και οι πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται στο Σύμφωνο και αγωνίζονται να αλλάξει ή να καταργηθεί θεσμικά το ίδιο, ως ακραιφνής μορφή σκληρής και άτεγκτης μονεταριστικής οικονομικής πολιτικής, δεν ασχολούνται με το συμβατό ή μη του ίδιου με το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, αλλά με το περιεχόμενο αυτής της οικονομικής πολιτικής. Πόσο λυσιτελής μπορεί να είναι άλλωστε μια τέτοια εναντίωση, όταν το Σύμφωνο το έχουν υπογράψει όλα τα κράτη μέλη και δέχτηκαν ως κυρίαρχα κράτη να συμμορφώνονται με τις επιταγές του;
Η ιδιότυπη ή υβριδική φύση όλων αυτών των μηχανισμών που κινούνται μεταξύ δικαίου και πολιτικής[27]EFSF που μετεξελίσσεται σε ESM. δείχνει πως η οικονομική και νομισματική σταθερότητα και κυρίως η πρωτοφανής οικονομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος στην κόσμο και στην Ευρώπη, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τα παλαιά και καθιερωμένα νομικά μέσα και πράξεις. Υπάρχει η ανάγκη παρακολούθησης ή ορθότερα έγκαιρης παρέμβασης ή πρόληψης και λήψης αποφάσεων από τα κράτη με τρόπο ταχύ, ευέλικτο και προσαρμοσμένο ή κατάλληλο στις περιστάσεις, ώστε να αντιμετωπιστούν οι επιθέσεις των αγορών. Οι ραγδαίες και πρωτοφανείς εξελίξεις στην Ευρωζώνη με την κρίση χρέους των κρατών να εντείνεται, την ύφεση που επιτείνεται σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο και την ανάκαμψη να μην έρχεται, κυρίως όμως με τις αδηφάγες και ανεξέλεγκτες αγορές να επιτίθενται με σκοπό την οικονομική άλωση των κρατών, όλα αυτά τα απρόοπτα ανάγκασαν τα κράτη της Ευρωζώνης να επινοήσουν Μηχανισμούς άμεσης οικονομικής παρέμβασης, που χωρίς να αντιτίθενται ή να αρνούνται την νομιμότητα του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου, πήγαιναν πιο πέρα, λίγο πιο μπροστά, προδικάζοντας ή προοιωνιζόμενοι μια μελλοντική τροποποίηση των ευρωπαϊκών συνθηκών, στο όνομα της αντιμετώπισης σοβαρών δημοσιονομικών προβλημάτων, όπως και έγινε με το
To Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, δημιουργήθηκε στην αρχή τον Ιούνιο του 2010 αμέσως μετά τη Συμφωνία Στήριξης της Ελλάδος με τη μορφή διακρατικής Συμφωνίας των μελών της Ευρωζώνης (Agreement), ως Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSM) και ως Ευρωπαϊκό Ταμείο Σταθερότητας και Διευκόλυνσης EFSF, και στη συνέχεια μετεξελίχθηκε τον Μάρτιο και τον Ιούνιο του 2011 με προοπτική να αρχίσει να λειτουργεί από το 2013 ως μόνιμος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM)[28].
Εκείνο που έκανε πάντως επιτακτική τη δημιουργία τέτοιων Μηχανισμών άμεσης παρέμβασης διακυβερνητικού χαρακτήρα είναι η απουσία θεσμών ή μηχανισμών οικονομικής και δημοσιονομικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη και αντιμετώπισης εξαιρετικών καταστάσεων ή κρίσεων. Το ζήτημα πάντως της συμβατότητας όλων αυτών των μηχανισμών στήριξης και των συμφώνων σταθερότητας με το πρωτογενές δίκαιο δεν μπορεί να κρίνεται με κριτήρια που γεννήθηκαν για να εξυπηρετήσουν ένα άλλο πρότυπο οικονομικής πολιτικής και μια άλλη φάση της οικονομικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης και μέσα στο όρια μιας τυπολατρικής προσέγγισης, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εξαιρετικές περιστάσεις και οι θεμελιακοί υπαρξιακοί στόχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι η νομιμότητα των νεοπαγών αποφάσεων του Συμβουλίου κρίνεται βέβαια κατ΄ αρχήν ενόψει των ισχυουσών ρυθμίσεων του πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ. Όμως το συμβατό και ειδικότερα το θεμιτό των εν λόγω ρυθμίσεων αξιολογείται όχι μόνον ενόψει της διαδικαστικής ή τυπικής νομιμότητας, αλλά και με βάση την ουσιαστική ή λειτουργική ενωσιακή νομιμότητα, που ορίζεται από τους σκοπούς που η άσκηση των αρμοδιοτήτων επιδιώκει[29]. Η θεσμική νομιμότητα της Ευρώπης διέπεται από τη δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, την οποία διασφαλίζουν και εγγυώνται τα κράτη μέλη. Και η συναίνεση ή συμφωνία των κρατών μελών σε επίπεδο Συμβουλίου δεν αποτελεί μόνο στοιχείο νομιμότητας αλλά και νομιμοποίησης των αποφάσεων του Συμβουλίου. Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι το Συμβούλιο, ως διακυβερνητικό όργανο, είναι ένα πολιτικό όργανο που εκπροσωπεί τη θέληση κυρίαρχων κρατών και αντλεί από αυτά τη θεσμική υπεροχή και νομιμοποίησή του[30].
Η ένσταση που έχει διατυπωθεί επομένως ότι η απόφαση του Συμβουλίου 2010/320/ΕΕ είναι αντίθετη προς το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, διότι τάχα υπερβαίνει τα όρια της δοτής αρμοδιότητας με την οποία είναι εξοπλισμένα όλα τα όργανα της ΕΕ και είναι για το λόγο αυτό «άκυρη» και προσβλητέα στο ΔΕΕ, είναι παντελώς αβάσιμη[31]2010/320/ΕΕ είναι «άκυρη» και μπορεί να προσβληθεί στο ΔΕΕ. Η μόνη που θα μπορούσε να την προσβάλλει είναι η Ελλάδα, αλλά και αυτή στερείται πλέον εννόμου συμφέροντος, αφού αποδέχτηκε τα μέτρα. Άλλωστε είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η πράξη αυτή είναι από δικονομική άποψη προσβλητέα. . Τούτο όχι μόνον διότι η Απόφαση επικαλείται ρητά τα άρθρα 126(9) και 136 από τα οποία αντλεί τη νομιμότητά της, αλλά κυρίως διότι ουδείς ευρωπαϊκός θεσμός και βεβαίως ούτε το Συμβούλιο νοσφίζεται με την απόφαση, όπως υποστηρίζεται, αρμοδιότητα που ανήκει στην κρατική δικαιοδοσία και αφορά την διαμόρφωση και άσκηση δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής κράτους μέλους και ειδικά της Ελλάδας, για τον απλούστατο λόγο ότι το σύνολο των μέτρων που αναφέρονται στην Απόφαση υποδεικνύονται ή έστω επιβάλλονται στην Ελλάδα δυνάμει των υποχρεώσεών της από την ένταξή της στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη. Η Ελλάδα καλείται εξάλλου να τα υιοθετήσει και να τα εκτελέσει ως εθνικά μέτρα, σύμφωνα με τις συνταγματικές της διαδικασίες, με την πρωτοβουλία και την ευθύνη της ίδιας της Ελληνικής Κυβέρνησης. Το δημοσιονομικό αυτό πρόγραμμα είχε συμφωνηθεί προηγουμένως με την ελληνική κυβέρνηση, το έχει αποδεχτεί η ίδια, η οποία είχε αναλάβει τη διεθνή υποχρέωση να το ενσωματώσει στην ελληνική έννομη τάξη μετουσιώνοντας τα μέτρα σεκανόνες δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης. Παντελώς αστήρικτος είναι εξ αυτού του λόγου και ο ισχυρισμός ότι η
Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι οι αρμοδιότητες που έχουν εκχωρηθεί μέσω των ευρωπαϊκών συνθηκών και ασκούνται από την ΕΕ, είναι μεν δοτές και περιορισμένες, η άσκησή τους ωστόσο διέπεται από τον σκοπό τον οποίο επιδιώκουν: «Η Ένωση δρα μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί από τα κράτη με τις συνθήκες για να πετύχουν τους σκοπούς που οι ίδιες οι συνθήκες εγκαθιστούν». Ο σκοπός τους καθορίζει και νομιμοποιεί τόσο τα αναγκαία μέσα για την επίτευξή τους όσο και τα όρια των αρμοδιοτήτων. Άλλωστε ο νομολογιακός κανόνας της σιωπηρής διεύρυνσης ή διαστολής των κοινοτικών αρμοδιοτήτων ή εξουσιών για χάρη των κοινοτικών σκοπών που επιδιώκονται (implied powers) είναι γνωστός στο κοινοτικό δίκαιο από την εποχή της ΕΟΚ, αλλά και γενικότερα στο πλαίσιο του δικαίου των διεθνών οργανισμών. Το λειτουργικό κριτήριο ερμηνείας των κοινοτικών δικαιοδοσιών έχει οδηγήσει κατά πάγια πρακτική, με τις ευλογίες της νομολογίας, σε μια συνεχή διαστολή ή διεύρυνση της κοινοτικής δικαιοδοσίας για χάρη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης[32]. Πόσο μάλλον σήμερα που η βαθειά δημοσιονομική κρίση έχει πάρει διαστάσεις υπαρξιακές για τη σταθερότητα του Ευρώ και της Ευρωζώνης και δικαιολογεί έκτακτες παρεμβάσεις προς αντιμετώπιση της κρίσης.
Δ. Το ζήτημα της κύρωσης με νόμο της Δανειακής Σύμβασης και του Μνημονίου
Από τη στιγμή που γίνει δεκτό ότι τα "Μνημόνια Κατανόησης" αποτελούν άτυπες διεθνείς συμφωνίες ή ήπιες μορφές διεθνούς δικαιϊκής ρύθμισης, και ειδικά σε ό,τι αφορά τα ελληνικά μνημόνια, που περιέχουν προβλέψεις, στόχους ή πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής και δεν μπορούν να επιφέρουν, εξ αυτού του λόγου, έννομες συνέπειες ούτε να θίξουν τη νομική υπόσταση του κράτους ή της κυριαρχίας του[33], είναι προφανές ότι δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής του άρθρου 28 του Συντάγματος ούτε του άρθρου 36 παρ, 2, αφού η εφαρμογή τους αφορά μόνον τις διεθνείς συμβάσεις ή συνθήκες.
Ως προς τον "Διακανονισμό Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας" της Ελλάδος με το ΔΝΤ, η συμφωνία συντελέστηκε με πράξη αρμόδιου οργάνου του διεθνούς αυτού οργανισμού, το οποίο ενέκρινε με απόφασή του σύμφωνα με το Καταστατικό του το σχετικό αίτημα της Ελλάδος που του υποβλήθηκε με Letter of Ιntent. H Ελλάδα είναι μέλος του ΔΝΤ από το 1945 έχοντας κυρώσει με νόμο τη συμμετοχή της σε αυτό και βέβαια και τον Κανονισμό του με βάση τον οποίο χορηγούνται οι δανειακές διευκολύνσεις. Το Stand by arrangement δεν χρειαζόταν ούτε αυτό κύρωση για να ισχύσει, αφού αποτελούσε πράξη ενός διεθνούς οργανισμού στον οποίο συμμετείχε η Ελλάδα και είχε με κυρωτικό της νόμο αναγνωρίσει τις αρμοδιότητες του και άρα και τους περιορισμούς στην εθνική της κυριαρχίας, που η συμμετοχή της σε αυτόν συνεπαγόταν και φυσικά και τον έλεγχο των ελεγκτών του για την τήρηση των συμφωνηθέντων και την καταβολή της επόμενης δόσης σε περίπτωση που η Ελλάδα το ζητούσε. Αρκούσε για τη νομιμότητα και συνταγματικότητα της «συναλλαγματικής αυτής διευκόλυνσης» η αποστολή της σχετικής επιστολής από την Ελληνική Κυβέρνηση και η απόφαση-έγκριση του εκτελεστικού συμβουλίου του οργανισμού[34].
Τώρα ως προς τη «Συμφωνία Δανειακής Διευκόλυνσης» (Loan Facility Agreement), που υπογράφηκε, όπως είδαμε μεταξύ των κρατών – μελών της Ευρωζώνης ως δανειστών, της Ελληνικής Δημοκρατίας, ως δανειολήπτη και του Υπουργού των Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπων του δανειολήπτη, είχε και αυτή έναν ιδιότυπο χαρακτήρα, ενωσιακό και διεθνούς δικαίου ταυτόχρονα. Πρόκειται για σύμβαση δημοσίου δανείου, αφού προηγήθηκε και μια «Συμφωνία μεταξύ των Πιστωτών», Intercreditor Agreement, που συνάφθηκε στο πλαίσιο της διακυβερνητικής συνεργασίας των μελών της Ευρωζώνης, τα οποία δέχθηκαν, το κάθε ένα ατομικά και ως κράτη-μέλη σύμφωνα με τους κανόνες τους διεθνούς δικαίου, να συνάψουν μία «κοινά οργανωμένη διμερή σύμβαση δανείου». Η διακρατική αυτή σύμβαση δανείου διέπεται από τους κανόνες του διεθνούς οικονομικού δικαίου και οι διαφορές που ανακύπτουν εκδικάζονται κατά το αγγλικό δίκαιο από το ΔΕΕ, οι δε αποφάσεις αυτού εκτελούνται κατά το δίκαιο της χώρας της εκτέλεσης[35], δηλαδή το δίκαιο της Ελλάδος.
Στο προοίμιο της δανειακής σύμβασης γίνεται και εκεί ρητή αναφορά στα άρθρα 126 παρ. 9 και 136 της ΣΛΕΕ ως νομική βάση και δικαιολόγηση του δανείου με σκοπό την αντιμετώπιση του υπερβολικού ελλείμματος, τη τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και τον συντονισμό της δημοσιονομικής πολιτικής. Δηλώνεται ακόμη ότι η παροχή της χρηματοδοτικής στήριξης προς την Ελλάδα θα εξαρτάται από το βαθμό υλοποίησης των μέτρων που προβλέπονται στο «Μνημόνιο Συνεννόησης».
Το ζήτημα, ωστόσο, της κύρωσης με νόμο της Συμφωνίας Δανειακής Διευκόλυνσης με τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, η οποία υπογράφηκε απλώς από τον Υπουργό Οικονομικών, όπως συμβαίνει με όλες τις σχετικές συμβάσεις εξωτερικών δανείων του ελληνικού δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2187/1994, είναι αμφιλεγόμενο. Κατά πάγια πρακτική, τα δημόσια εξωτερικά δάνεια δεν κυρώνονται με νόμο από το Ελληνικό Κοινοβούλιο[36]. Μια διασταλτική ωστόσο ερμηνεία, κατά την οποία ως επιβάρυνση ατομική των Ελλήνων θα πρέπει να νοείται κάθε επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών του κράτους με δαπάνες, όπως είναι ο τόκοι, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση θα έπρεπε να έχει την τυπική συγκατάθεση της Βουλής, με απλή έστω πλειοψηφία. Θα μπορούσε έτσι να είχε κατατεθεί στο Ελληνικό Κοινοβούλιο είτε προς ενημέρωση είτε προς έγκριση, λόγω της τεράστιας σημασίας της για τα δημόσια οικονομικά, όπως και κατατέθηκε άλλωστε προς κύρωση αλλά η ιδέα στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε, για λόγους πολιτικούς υποθέτω[37]. Η παράλειψη ωστόσο αυτή της Κυβέρνησης δεν έχει επιδράσει στο κύρος ή στην ισχύ της σύμβασης δανείου ούτε μπορεί να θεμελιωθεί παραβίαση συνταγματικής επιταγής, όταν η υποχρέωση κύρωσης στην προκειμένη περίπτωση είναι ερμηνευτικά αμφισβητούμενη, μεταξύ των άλλων και λόγω της πάγιας αντίθετης συνταγματικής πρακτικής. Αλλά και η σχετική υποχρέωση της Κυβέρνησης για κύρωση, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει, είναι και αυτή κυβερνητικής φύσεως και η αντίστοιχη ευθύνη καθαρά πολιτική[38]. Άλλωστε η Βουλή κυρώνοντας μια διεθνή σύμβαση επιτελεί κυβερνητική (με την έννοια της τέταρτης λειτουργίας, της συμμετοχής στην πολιτική διεύθυνσης της χώρας, διότι εγκρίνει κυβερνητική πολιτική και δεν θέτει κανόνες δικαίου) και όχι νομοθετική λειτουργία.
Τίποτε δεν εμποδίζει βέβαια τη Βουλή να παρέχει την συγκατάθεσή της στη σύναψη δανείου του δημοσίου με άλλα κράτη και να κυρώνει με απόφασή της δανειακές συμβάσεις αυτού του είδους με βάση το άρθρο 36 παρ. 2Σ και όχι το άρθρο 28 παρ. 2 και 3Σ. Τούτο, διότι με τη συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση δεν εκχωρούνται σε διεθνείς οργανισμούς συνταγματικές αρμοδιότητες ούτε επιφέρονται περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας. Με τον τρόπο αυτό η οποιαδήποτε Δανειακή Σύμβαση θα έχει δεσμευτική ισχύ και στην εσωτερική έννομη τάξη, και μάλιστα υπέρτερη του νόμου κατά το άρθρο 28 παρ.1Σ. Αυτό επιβάλλει και η ερμηνεία της σχετικής συνταγματικής διάταξης του άρθρου 36Σ σύμφωνα με τη δημοκρατική αρχή. Μια δανειακή δέσμευση της χώρας, όπως η προκείμενη, που θα έχει εγκριθεί από τη Βουλή, θα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη νομιμοποιητική βάση.
Η μη κύρωσή της από τη Βουλή δεν έχει, πάντως, επιπτώσεις στη δεσμευτική ισχύ. Η Ελληνική Δημοκρατία δεσμεύτηκε, ούτως ή άλλως, νομικά, διεθνώς, από την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της[39]. Απλώς οι διατάξεις της δανειακής σύμβασης, και ειδικά η ρήτρα περί περιουσιακής ασυλίας του δημοσίου, δεν έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη ούτε έχουν αποκτήσει, αφού δεν κυρώθηκαν, ισχύ υπέρτερη του νόμου και έτσι δεν κατισχύουν σε περίπτωση σύγκρουσής τους με αντίθετο κανόνα δικαίου, και μάλιστα αναγκαστικού δικαίου, της ελληνικής έννομης τάξης.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο Έλληνας δικαστής νομιμοποιείται, αν φτάσει ποτέ σχετική υπόθεση σε ελληνικό δικαστήριο –και αυτό μπορεί να συμβεί μόνο στο απίθανο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του δημοσίου για μη αποπληρωμή του δανείου– να αρνηθεί να εφαρμόσει ρήτρα της σύμβασης κρίνοντας είτε ότι η ίδια δεν ισχύει καν στο εσωτερικό δίκαιο, αφού δεν κυρώθηκε, είτε διότι η επίδικη ρήτρα της είναι άκυρη, επειδή συγκρούεται με διάταξη αναγκαστικού δικαίου, κάτι όμως που μπορεί να το πει ούτως ή άλλως με βάση τη ρητή επιφύλαξη που περιέχει η ίδια η σύμβαση[40].
Για την μη κύρωση της σύμβασης θα έπρεπε, πάντως, να ανησυχούν οι δανειστές μας και όχι οι Έλληνες επικριτές της, οι οποίοι θα έπρεπε αντίθετα να χαίρονται, διότι μπορούν να ισχυριστούν ότι, χωρίς κύρωση, η σύμβαση δανείου δεν είναι ενσωματωμένη στην ελληνική έννομη τάξη ούτε δεσμεύει τα ελληνικά δικαστήρια[41]. Θα μπορούσε ακόμη, θεωρητικά πάντα, μια μελλοντική κυβέρνηση να αρνηθεί να εξοφλήσει και το δάνειο (!) με νομικό επιχείρημα ότι δεν κυρώθηκε με νόμο, αν και, παρά την μη κύρωση, η Ελλάδα δεσμεύτηκε νομότυπα στη διεθνή έννομη τάξη, πράγμα φυσικά αδιανόητο. Όλα αυτά κινούνται βέβαια στο χώρο του φανταστικού.
E) Η συμβατική ρήτρα παραίτησης από τα περιουσιακά προνόμια του δημοσίου και η ανύπαρκτη παραίτηση από τις "ασυλίες εθνικής κυριαρχίας"
Οι προηγούμενες παρατηρήσεις ισχύουν κατά μείζονα λόγο για την πολυσυζητημένη ρήτρα του άρθρου 14 παρ. (5) της ΣΔΔ, η οποία προβλέπει ότι ο "Δανειολήπτης παραιτείται αμετάκλητα και άνευ όρων από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει όσον αφορά τον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία, από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, της ασυλίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή, κατάσχεση, αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή προσωρινή διαταγή, και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δε τον απαγορεύει αναγκαστικός νόμος" (to the extent not prohibited by mandatory law).
Ακόμη και μια βιαστική ανάγνωση της συμβατικής αυτής πρόβλεψης παραπέμπει στην συνήθη ρήτρα παραίτησης του δημοσίου από τα περιουσιακά προνόμια που έχει το δημόσιο, στις συναλλαγές του απέναντι στους δανειστές του. Ρητά εξάλλου δηλώνεται, ώστε να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, ότι ειδικά σε ό,τι αφορά την αναγκαστική εκτέλεση κατά των περιουσιακών αγαθών του δημοσίου, εξαιρούνται από την κατάσχεση όσα αγαθά δεν υπόκεινται σε κατάσχεση δυνάμει διατάξεων του αναγκαστικού δικαίου της χώρας στη οποία συντελείται η αναγκαστική εκτέλεση, δηλαδή της Ελλάδας. Επομένως τα ελληνικά δικαστήρια θα αποφανθούν τελικά τι υπόκειται και τι εξαιρείται από την κατάσχεση και είναι σίγουρο ότι δεν υπόκεινται σε κατάσχεση ή αναγκαστική εκτέλεση ό,τι κατά το ελληνικό δίκαιο και τους κανόνες δημόσιας τάξεως θεωρείται ακατάσχετο.
Τα προνόμια αυτά του δημοσίου έγιναν αντικείμενο έντονης κριτικής τα τελευταία χρόνια από την ελληνική θεωρία και μάλιστα χαιρετίστηκε από μεγάλο μέρος της θεωρίας η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που καταδίκασε επανειλημμένα τη χώρα μας για παραβίαση της ΕΣΔΑ και ειδικά για παραβίαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων και του δικαιώματος στην περιουσία λόγω των προνομιακών ρυθμίσεων υπέρ του δημοσίου στο συγκεκριμένο τομέα. Ακόμη και ο καθηγητής Γ. Κασιμάτης, που σήμερα είναι από τους πλέον διαπρύσιους επικριτές της εν λόγω ρήτρας, έχει συγγράψει μελέτη για τα περιουσιακά προνόμια του δημοσίου, επικρίνοντας ως ξεπερασμένη την διάκριση δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου και εισάγοντας νέο κριτήριο που είναι, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, πιο συσταλτικό από το ισχύον και πιο περιοριστικό των προνομίων του δημοσίου[42].
Ανεξάρτητα όμως από τη θεωρητική συζήτηση σχετικά με την έκταση των περιουσιακών προνομίων του δημοσίου και την οχύρωση του ίδιου γύρω από αυτά, προκειμένου να διαφυλάξει τη δημόσια περιουσία του, το κρίσιμο ζήτημα που εδώ ανέκυψε είχε να κάνει όχι τόσο με την παραίτηση του δημοσίου από τις περιουσιακές του ασυλίες όσο με την παραίτησή του -όπως υποστήριζαν ορισμένοι- από βασικά κυριαρχικά του δικαιώματα, που άγγιζαν την «παραίτηση της Ελλάδος από τις ασυλίες της εθνικής κυριαρχίας» και ότι «πρόκειται για όρο που παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του δικαίου σε όλα τα επίπεδα: του διεθνούς, του ευρωπαϊκού και του εθνικού δικαίου». Επί πλέον, ότι ο όρος αυτός είναι «πρωτοφανής στις διεθνείς οικονομικές συνθήκες των σύγχρονων δημοκρατιών, παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή σεβασμού της κυριαρχίας του κράτους, απειλεί, θέτει σε κίνδυνο και προσβάλλει στον πυρήνα τους τα κυριαρχικά δικαιώματα, την ίδια την κυριαρχία και την υπόσταση της χώρας»[43].
Θα πρέπει ωστόσο να αντιταχθεί στους προηγούμενους ισχυρισμούς, πρώτον, ότι η ρήτρα παραίτησης του δημοσίου από τις αποκαλούμενες -κακώς- «ασυλίες εθνικής κυριαρχίας», δεν είναι πρωτοφανής. Πρόκειται για μια τυποποιημένη (standard), συνήθη ρήτρα των διεθνών οικονομικών συναλλαγών, που απαντάται στις συμβάσεις δανείων και εγγυήσεων στις οποίες εμπλέκεται το κράτος. Ανάλογη δέσμευση συναντάμε και στις εκδόσεις των κρατικών ομολόγων με την βοήθεια των οποίων αντλήσαμε εκατοντάδες δισεκατομμύρια και οδηγηθήκαμε στην υπερχρέωση και στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Και στην περίπτωση αυτή, η Ελληνική Δημοκρατία δεσμεύεται να εξοφλήσει τους κομιστές των ομολόγων χωρίς καμία αίρεση και κανένα όρο. Ωστόσο, οι δεσμεύσεις αυτές του ελληνικού κράτους απέναντι στους δανειστές του δεν φτάνουν, όπως διατείνονται ορισμένοι, μέχρι την παραίτησή του από αρμοδιότητες κυριαρχίας. Η παραίτηση του δημοσίου αφορούσε τα γνωστά δικονομικά και ουσιαστικού δικαίου προνόμια ή ασυλίες, που απολαμβάνει το ίδιο ως προς την «ιδιωτική» περιουσία του και μόνον.
Δεύτερον, δια του λόγου το ασφαλές, και για να δείξω πόσο συνήθης είναι η παραίτηση του δημοσίου από τα «περιουσιακά» προνόμιά του, επικαλούμαι Υπουργική Απόφαση που εκδόθηκε επί κυβερνήσεως Ν.Δ. (ΥΑ. 2/5121/0025/26.1.2009- ΦΕΚ 140/Β/29.1.2009), στην οποία περιέχονται οι όροι των εγγυήσεων που παρέχονται από το δημόσιο στις Τράπεζες στο πλαίσιο της παροχής προς αυτές ρευστότητας. Στην τυποποιημένη εκεί σύμβαση εγγύησης διαβάζουμε υπό τον τίτλο «Παραίτηση από προνόμια»: Ο Εγγυητής, δηλαδή το Δημόσιο: «α) παραιτείται από οποιοδήποτε προνόμιο που έχει ή θα αποκτήσει ο ίδιος ή οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο αναφορικά με οποιαδήποτε νομική διαδικασία που κινείται κατ΄ αυτού… β) συγκατατίθεται ότι δεν θα αξιώσει ασυλία από οποιαδήποτε από τις εν λόγω νομικές διαδικασίες, … και γ) συγκατατίθεται … στην αναγκαστική εκτέλεση ή εκτέλεση επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του …».
Αν συγκρίνει κανείς τις δύο ρήτρες, την ρήτρα εγγύησης του δημοσίου με εκείνη της Δανειακής Σύμβασης, θα διαπιστώσει: πρώτον, ότι είναι κατά βάση νομικά πανομοιότυπες, δεύτερον, ότι το επίμαχο άρθρο της δεύτερης περιέχει σαφή, σαφέστερη δεν γίνεται, εξαίρεση από την κατάσχεση ή αναγκαστική εκτέλεση των περιουσιακών εκείνων στοιχείων του δημοσίου, τα οποία η ελληνική έννομη τάξη προστατεύει με διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου, στις οποίες περιλαμβάνονται βέβαια και οι διατάξεις του Συντάγματός μας. Το γεγονός ότι το δίκαιο που διέπει τις διαφορές από τη δανειακή σύμβαση είναι το αγγλικό δεν αλλάζει σε τίποτε την προηγούμενη διαπίστωση. Και αυτό διότι ως αρμόδιο δικαστήριο για τις εν λόγω διαφορές ορίζεται το ΔΕΚ, οι αποφάσεις του οποίου θα εκτελεστούν από τα ελληνικά δικαστήρια σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης[44].
Ό εστί μεθερμηνευόμενο, στη δανειακή σύμβαση η δημόσια περιουσία του δημοσίου εξαιρείται από ενδεχόμενη υποθήκευση, κατάσχεση ή αναγκαστική εκτέλεση. Δηλαδή τα εκτός συναλλαγής πράγματα, τα πολιτιστικά μας αγαθά, όπως μνημεία ή έργα τέχνης που ανήκουν στην πολιτιστική μας κληρονομιά, τα κοινόχρηστα πράγματα, όπως ο αιγιαλός ή τα δημόσια κτίρια και γενικά ό,τι υπάγεται σε αυτό που οι Γάλλοι και οι Βέλγοι αποκαλούν domaine public, δεν υπόκειται σε υποθήκευση ή κατάσχεση. Και πάντως δεν θίγεται ούτε απειλείται από τη Δανειακή Σύμβαση η εθνική μας κυριαρχία, ούτε είναι δυνατόν άλλωστε να θιγεί από συμβάσεις αυτού του είδους.
Δεν νοείται, άλλωστε, είτε νομικά είτε πραγματικά, παραίτηση κράτους μέσω συμβάσεως, και μάλιστα μέσω συμβάσεως δανείου (!), από τα κυριαρχικά του δικαιώματα και πολύ περισσότερο από την κρατική κυριαρχία του[45]. Ακόμη και στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν χωρεί ούτε νοείται "παραίτηση ή απαλλοτρίωση κυριαρχίας", αλλά παραίτηση ή εκχώρηση άσκησης αρμοδιοτήτων κυριαρχίας σε ένα διεθνή οργανισμό, προκειμένου όμως να ασκούνται εκεί συλλογικά, από κοινού με άλλα κράτη.
Στ) Η αδυναμία άσκησης δικαστικού ελέγχου της κυβερνητικής παράλειψης κύρωσης συνθήκης
Το αστήρικτο, πάντως, των αιτιάσεων για παραβίαση του Συντάγματος, λόγω μη κύρωσης του Μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, προκύπτει και από το γεγονός ότι η διαδικαστική αυτή συνταγματική παράλειψη δεν είχε και δεν έχει καμία επίπτωση στη δεσμευτικότητα των διεθνών αυτών συμφωνιών, ούτε στην ισχύ τους. Εξακολουθούν να παράγουν έννομα αποτελέσματα, όσα και στο μέτρο που αυτές παράγουν, και εξακολουθούν να έχουν θεσμικές συνέπειες και συνέχειες στη διεθνή, ευρωπαϊκή και εθνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από την ενσωμάτωσή τους ή μη στην ελληνική έννομη τάξη. Αυτό πρέπει να είναι σαφές και να μη συγχέεται η ισχύς τους με την κύρωσή τους με νόμο, που απλώς μεταφέρει τις διεθνείς συμβάσεις στην εσωτερική έννομη τάξη[46].
Άλλωστε, η συνταγματική αυτή «παράλειψη», και αν ακόμη υποθέσουμε ότι συντελέστηκε, δεν είναι καν δικαστικά ελέγξιμη ούτε προσβάλλεται στα ελληνικά δικαστήρια κατά τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Δεν υπάρχει εσωτερική δικονομική δυνατότητα διάγνωσης ή διαπίστωσης ενδεχόμενης παραβίασης του Συντάγματος, λόγω παράλειψης κύρωσης της ΣΔΔ ή και του Μνημονίου, με άλλες λέξεις λόγω παράλειψης εκπλήρωσης διαδικαστικής συνταγματικής επιταγής. Η Βουλή δεν ενεργεί άλλωστε στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη επισημάναμε, ως νομοθετική εξουσία, αφού κυρώνοντας ή μη μια συνθήκη η Βουλή δεν επιτελεί νομοθετική αλλά κυβερνητική λειτουργία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Η προηγούμενη διαπίστωση ισχύει ειδικά για το Μνημόνιο, το οποίο δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου της «συνταγματικότητάς» του στην ελληνική έννομη τάξη, διότι ως γνωστό έλεγχος της συνταγματικότητας του κύρους και των συμβατικών δεσμεύσεων διεθνών συμφωνιών δεν είναι δυνατόν να γίνει με βάση το άρθρο 93 παρ. 4Σ. Πόσο μάλλον που το Μνημόνιο δεν είναι καν διεθνής συνθήκη. Μόνον δια του κυρωτικού νόμου θα μπορούσε να ελεγχθεί το συνταγματικά νομότυπο της κύρωσής τους (τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων, όπως η αρμόζουσα πλειοψηφία, αν και ως προς αυτό υπάρχει δικονομική αδυναμία άσκησης δικαστικού ελέγχου, επειδή πρόκειται να ζήτημα που αφορά τα interna corporis της Βουλής)[47]. Αλλά και αυτός ο έλεγχος, σε ό, τι αφορά τις διεθνείς συμβάσεις, μπορεί να γίνει μόνον δυνάμει του άρθρου 28 παρ.3 Σ, που επιτρέπει έναν οριακό δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας ως προς την τήρηση των ουσιαστικών όρων της συνταγματικής επιφύλαξης περί μη προσβολής «των βάσεων του δημοκρατικού πολιτεύματος και των δικαιωμάτων του ανθρώπου»[48].
 
Συνοψίζοντας
Οι αναλύσεις που προηγήθηκαν είχαν ως βασικό τους στόχο να δείξουν ότι δεν τεκμηριώνεται παραβίαση του Συντάγματος από τη μη κύρωση με νόμο τόσο του Μνημονίου όσο και των δανειακών διευκολύνσεων με το ΔΝΤ και τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης. Δεν μπορεί έτσι να υποστηριχθεί βάσιμα ότι επήλθε αθέμιτος ή μη επιτρεπόμενος συνταγματικά περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας.
Το Μνημόνιο αποτελεί κατ΄ αρχήν πράξη εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης της ελληνικής οικονομίας και εντάσσεται για το λόγο αυτό σε ένα μείγμα αποφάσεων, πράξεων, δηλώσεων, ψηφισμάτων ή ενεργειών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωζώνης, του Συμβουλίου των Υπουργών του Eurogroup, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των κρατών-μελών της Ευρωζώνης.
Οι δημοσιονομικοί στόχοι του Μνημονίου εναρμονίζονται, εξάλλου, απόλυτα τόσο με τους στόχους του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας όσο και με το περιεχόμενο των δημοσιονομικών διατάξεων της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Από μόνο του συνιστά μιαν άτυπη, διεθνή, προγραμματική συμφωνία δημοσιονομικού χαρακτήρα, που έχει ενστερνιστεί η Κυβέρνηση και την έχει μετουσιώσει σε πρόγραμμα της κυβερνητικής της πολιτικής. Στην ελληνική έννομη τάξη επέχει επομένως θέση αιτιολογικής έκθεσης ή δικαιολογία των νομοθετικών μέτρων που υλοποιούν αυτό το πρόγραμμα.
Κατά την κρατούσα και ορθότερη άποψη δεν εμπίπτουν οι άτυπες διεθνείς συμφωνίες (τα arrangements ή τα memorandum κ.ά.), όπως είναι τα "Μνημόνια Κατανόησης" στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 παρ.1, 2 και 3Σ, αλλά ούτε και σε εκείνο του άρθρου 36 παρ. 2 του Συντάγματος ώστε να απαιτούν κύρωση. Οι συνταγματικές αυτές προβλέψεις αναφέρονται ρητά και αποκλειστικά στην ενσωμάτωση στην εθνική έννομη τάξη "διεθνών συμβάσεων ή διεθνών συνθηκών" και όχι άτυπων διεθνών συμφωνιών, οι οποίες δεν περιέχουν δεσμεύσεις νομικές, αλλά ρυθμίζουν ζητήματα τεχνικά ή πολιτικής φύσεως ή πραγματοποίησης δημόσιων πολιτικών[49].
Ως μη νομικά κείμενα ή ως κείμενα ήπιου δικαίου, soft law, που δεν έχουν επιτακτικό κανονιστικό περιεχόμενο, τα Μνημόνια δεν επάγονται, εξάλλου, από τη φύση τους, νομικούς περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία ούτε βέβαια έχουν τη νομική ικανότητα να αναγνωρίζουν ή να μεταβιβάζουν, ακόμη και να το θέλουν, σε «όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα»[50]. Άλλωστε τα συγκεκριμένα Μνημόνια δεν πρόβλεπαν, ούτως ή άλλως, καμία απολύτως μεταφορά ή εκχώρηση άσκησης κρατικής/συνταγματικής αρμοδιότητας στο ΔΝΤ ή στην ΕΕ ή στην ΕΚΤ είτε σε άλλο ευρωπαϊκό θεσμό ή διεθνή οργανισμό, πέρα από αυτές που είχαν εκχωρηθεί με την κύρωση των ευρωπαϊκών συνθηκών και υπάρχουν καταγραμμένες στην Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή με την κύρωση της διεθνούς συνθήκης συμμετοχής μας στο ΔΝΤ. Η πολιτική ευθύνη χάραξης της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής και γενικότερα οικονομικής πολιτικής εξακολουθεί να ανήκει και να αναλαμβάνεται με βάση της συνταγματικές προβλέψεις από την ελληνική κυβέρνηση. Δεν ιδρύεται πάντως με το Μνημόνιο κάποιος θεσμός στον οποίο να εκχωρούνται χρηματοπιστωτικές αρμοδιότητες, όπως θα συμβεί με τον μόνιμο Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, που, όπως έχει αποφασιστεί, εξοπλίζεται με χρηματοπιστωτικές αρμοδιότητες σε μόνιμη βάση, ως ευρωπαϊκός θεσμός, οπότε παίρνει τη μορφή συνθήκης και χρειάζεται κύρωση.
Το Μνημόνιο δεν μπορεί, επομένως, για τους παραπάνω λόγους να γίνει το ίδιο αντικείμενο δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου. Είναι όμως δυνατόν να ελεγχθεί, στο πλαίσιο ενδεχόμενης δικαστικής εξέτασης της συνταγματικότητας των νομοθετικών μέτρων που το υλοποιούν, το συνταγματικά θεμιτό και δικαιολογημένο ή μη των δημοσιονομικών σκοπών που το Μνημόνιο επιδιώκει.
Ως προς τη Δανειακή Σύμβαση Διευκόλυνσης, αυτή θα έπρεπε να είχε, λόγω της σημασίας της για τα δημοσιονομικά του κράτους, της διαχρονικής αξίας της και τις έμμεσες επιβαρύνσεις που συνεπάγεται στους Έλληνες πολίτες, μέσω της επιβάρυνσης των δημοσίων δαπανών με τόκους και χρεολύσια, λάβει τη συγκατάθεση της Βουλής δυνάμει του άρθρου 36 παρ. 2Σ, δηλαδή κύρωση με νόμο με απλή πλειοψηφία. Θα πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι οι δανειακές συμβάσεις του κράτους δεν κυρώνονται, κατά πάγια πρακτική, με νόμο, επειδή οι οικονομικές συμβατικές επιβαρύνσεις ή εισπράξεις του ελληνικού δημοσίου (Χρεολύσια, τόκοι και έσοδα) απεικονίζονται ούτως ή άλλως στον Προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων του κράτους και εγκρίνονται από το Κοινοβούλιο. Η συνταγματική παράλειψη κύρωσης της Δανειακής Σύμβασης δεν έχει, πάντως, επιπτώσεις στο κύρος ούτε στην ισχύ της σύμβασης δανείου, αφού η διεθνής δανειακή δέσμευση της Ελλάδος προκύπτει από τους κανόνες του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου.
Επομένως, ματαιοπονούν και χάνουν τον στόχο τους όσοι προσπαθούν, να θεμελιώσουν "ανεπίτρεπτους νομικούς περιορισμούς" στην εθνική κυριαρχία και να δικαιολογήσουν παραβίαση του Συντάγματος με τυπολατρικά αποκλειστικά επιχειρήματα[51]. Τα νομικά επιχειρήματά τους αποδεικνύονται άσφαιρα ή αλυσιτελή και υπονομεύουν ή ακυρώνουν το ίδιο τους το εγχείρημα: την αποτελεσματική προάσπιση του κράτους δικαίου και του Συντάγματος[52]. Δεν υπερασπίζεται, κανείς, το κανονιστικό κύρος και την αποτελεσματική τήρηση του Συντάγματος αποδεικνύοντας την εκτεταμένη μη τήρησή του(!), όταν μάλιστα η υποδεικνυόμενη παραβίαση δεν επισύρει ούτε συνεπάγεται κυρώσεις δικαστικές ή άλλες και είναι επί πλέον σφόδρα αμφιλεγόμενη.
Στο ίδιο αδιέξοδο καταλήγουν και όσοι, αδυνατώντας να θεμελιώσουν συγκεκριμένες συνταγματικές, δικαιοκρατικές, προσβολές, ασπάζονται γενικόλογες και αόριστες θεσμικές αξιολογήσεις του τύπου «Κρίση του κράτους δικαίου στην εθνική και ευρωπαϊκή έννομη τάξη», επειδή π.χ. η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμπράττει με το ΔΝΤ[53].
 
και καταλήγοντας
ότι, εν πάση περιπτώσει, το συνταγματικά αχαρακτήριστο Μνημόνιο δεν προδικάζει την συνταγματικότητα ούτε την αντισυνταγματικότητα των νομοθετικών μέτρων που λαμβάνονται κατ΄εφαρμογήν του
Από τα προηγούμενα δεν συνάγεται, ωστόσο, ότι τα νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν κατ΄εφαρμογήν του Μνημονίου είναι κατ΄ανάγκην συνταγματικά ούτε βέβαια ότι δεν υπόκεινται σε έλεγχο συνταγματικότητας τα ίδια επειδή πρόκειται, τάχα, για εφαρμογή κοινοτικού δικαίου ή ότι διαθέτουν λόγω Μνημονίου ισχύ υπέρτερη και του Συντάγματος (!). Ορισμένα νομοθετικά μέτρα, ενδέχεται να είναι αντισυνταγματικά είτε διότι επιφέρουν σοβαρές προσβολές στον πυρήνα ενός δικαιώματος είτε διότι ο περιορισμός που επιφέρουν είναι αδικαιολόγητος. Το θέμα μου όμως εδώ δεν ήταν η εξέταση της συνταγματικότητας των επιμέρους νομοθετικών ρυθμίσεων που λήφθηκαν, αλλά τα συνταγματικά ζητήματα που ανακύπτουν από τις πράξεις εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, όπως των Μνημονίων Συνεννόησης και της Σύμβασης Διευκόλυνσης. Αν έχουν επέλθει αντισυνταγματικές προσβολές στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, αυτές δεν επήλθαν, τυπικά τουλάχιστον και κατά νομική κυριολεξία, από το Μνημόνιο, αλλά από τα νομοθετικά μέτρα που πραγματοποιούν τους δημοσιονομικούς στόχους του. Είναι αυτονόητο ότι τα μέτρα αυτά υπόκεινται, αφού θεσπίζονται με νόμους του ελληνικού κράτους, σε έλεγχο της συνταγματικότητάς τους από το δικαστήρια κατά τον παρεμπίπτοντα δικαστικό έλεγχο που ισχύει στη χώρα μας. Η συνταγματική άρα αξιολόγησή τους εναπόκειται, ως εγγύηση τήρησης της συνταγματικής νομιμότητας, όπως πάντα, στους "φυσικούς" εγγυητές της, δηλαδή στους δικαστές . Αυτοί θα κρίνουν τελικά αν είναι και πόσο και γιατί αντισυνταγματικά.
 
Επιλεγόμενα: εθνική κυριαρχία και πολιτική ευθύνη
Είναι προφανές ότι είμαστε μάρτυρες σημαντικών οικονομικών αναδιαρθρώσεων και αναπροσαρμογών σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Όπως είναι εξίσου φανερό ότι έχουν επικρατήσει πολιτικά, κατά κράτος, σε παγκόσμιο επίπεδο οι νεο-φιλελεύθερες και μονεταριστικές οικονομικές πολιτικές, οι οποίες καθοδηγούμενες από το ανεξέλεγκτο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, επιδιώκουν πάση θυσία, χωρίς οίκτο και έλεος, να ακυρώσουν στο όνομα της ελεύθερης αγοράς και της ανταγωνιστικότητας τις εθνικές κοινωνικές πολιτικές και τις κοινωνικές κατακτήσεις του εικοστού αιώνα. Όλα αυτά μου φαίνονται αυτονόητα. Το ζητούμενο όμως και πρωταρχικό για τη συνταγματική θεωρία δεν είναι σήμερα να διαπιστώνει κανείς και να εξηγεί με δακρύβρεκτες κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις τα αυτονόητα και τα δεδομένα, ούτε, απλώς, να καταγγέλλει με περισσή αγανάκτηση την κοινωνική αδικία και βαρβαρότητα. Αλλά ξεκινώντας από αυτή την γκρίζα και απελπιστική διαπίστωση, να αναζητά τρόπους άμεσης αντιμετώπισής της και ανίχνευσης και υπόδειξης αξιόπιστων εναλλακτικών δημόσιων πολιτικών και βέβαια, σε ό,τι αφορά τον κλάδο μας, εναλλακτικών ερμηνευτικών προτάσεων για τη συνταγματική θεωρία και πράξη[54]. Συντάσσομαι επομένως με την άποψη ότι "στις δεδομένες συνθήκες της κρίσης και με αντικειμενικά αναγκαία τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή της, οι μηχανισμοί τήρησης του Συντάγματος απαιτείται να ενεργούν όχι τόσο κατασταλτικά (να αναιρεθούν τα ληφθέντα μέτρα ως αντισυνταγματικά), με κίνδυνο να βρεθούμε σε ένα κενό πολιτικής, αλλά πρωτίστως δημιουργικά: Να σχεδιάσουμε, με οδηγό το Σύνταγμα, εκείνα τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης που θα εναρμονίζονται κατά τον βέλτιστο στις δεδομένες συνθήκες τρόπο με τις συνταγματικές αξίες και επιταγές. Με άλλα λόγια, ο μόνος πρόσφορος τρόπος να αμφισβητήσει κάποιος τη συνταγματικότητα των πολιτικών του Μνημονίου είναι να προτείνει, θετικά, εναλλακτικές λύσεις που θα είναι συμβατές –ή θα είναι περισσότερο συμβατές– με το Σύνταγμα, έτσι ώστε, εξ αντιδιαστολής, να προκύπτει το συνταγματικό ‘έλλειμμα’ των λύσεων που επιλέγηκαν. Αυτό φυσικά είναι δουλειά της πολιτικής και όχι των δικαστηρίων, τα οποία περιορίζονται σε αρνητικές κρίσεις, αν δηλαδή ένα νομοθετικό μέτρο είναι ή δεν είναι αντισυνταγματικό»[55].
 
α) επιμερισμένη κυριαρχία και επιτηρούμενη κυβερνητική εξουσία διαμόρφωσης δημοσιονομικής πολιτικής
Ακόμη και μια επιδερμική θεώρηση δείχνει ότι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης της ελληνικής οικονομίας επέδρασε, με τις πράξεις και τις αποφάσεις των κοινοτικών οργάνων ή με τις συμφωνίες με διεθνείς οργανισμούς, καθοριστικά, αν και άτυπα, στην άσκηση, γενικά, της εθνικής κυριαρχίας και ειδικότερα στην "πραγματική" δυνατότητα της εθνικής κυβέρνησης να διαμορφώνει αυτόνομα τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας. Μόνο που αν επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε την επίδραση αυτή στην εθνική κυριαρχία με τυπικούς συνταγματικούς όρους, με όρους "νομικών περιορισμών", και όχι με όρους «πολιτικούς», φοβάμαι πως δεν θα το καταφέρουμε ποτέ, αφού οι "προσβολές" στην εθνική κυριαρχία δεν επέρχονται με τα παραδοσιακά νομικά εργαλεία, δηλαδή μέσω διεθνών συμβάσεων ή συνθηκών, αλλά με μορφές δικαιικής ρύθμισης και δέσμευσης άτυπες, ήπιες ή εύπλαστες. Αυτά τα μέσα και αυτές τις μορφές ρύθμισης προτιμούν στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις τους τα διεθνή υποκείμενα της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, που είναι τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί. Χρειάζεται στο σημείο αυτό να ξαναθυμηθούμε τις κλασσικές διδαχές, και μάλιστα τις κρατικοθετικιστικές, για την εθνική κυριαρχία πριν εντοπίσουμε τις επιδράσεις και μεταλλάξεις της στη σύγχρονη εποχή.
 
β) Οι μεταμορφώσεις της κρατικής κυριαρχίας: πραγματική και νομική πρόσληψη της κυριαρχίας, επιμερισμένη και διαδικτυωμένη κυριαρχία
Η κυριαρχία αποτελεί τη θεμελιώδη -τη θεμελιωδέστερη- οργανωτική αρχή του μετα-νεωτερικού κόσμου. Εξακολουθεί να κατέχει κεντρική θέση στο νομικο-πολιτικό στερέωμα της σημερινής παγκοσμιοποιημένης εποχής, πλην όμως ισχύει και λειτουργεί μεταλλαγμένη ή μετουσιωμένη. Αυτό σημαίνει ότι η υπεράσπισή της δεν μπορεί να γίνει σήμερα με όρους "πολεμοχαρείς", απειλών ή περιορισμών, αλλά με όρους «απλής πολιτικο-οικονομικής ισχύος και αντιπαράθεσης ή διαπραγμάτευσης» με όρους πάντως «συναίνεσης».
Η διάκριση της πραγματικής έννοιας της κυριαρχίας από την νομική και η ανίχνευση της μεταξύ τους σύνδεσης ενόψει της παγκοσμιοποίησης είναι σήμερα χρήσιμη όσο ποτέ. Η αρχική πρόσληψη της κυριαρχίας, ως δύναμης πραγματικής, ακαταμάχητης και ακαταγώνιστης , ως ελεύθερης από νομικούς περιορισμούς, potestas legibus soluta, δεν έχει εν δυνάμει εξαφανιστεί ούτε ήταν δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο, εφόσον και καθόσον η ίδια αντιμετωπίζεται πάντα και ως ένα πραγματικό γεγονός που βρίσκεται πρίν και πέρα από το Δίκαιο. Όταν όμως η ίδια εισέρχεται στο Δίκαιο και στο Συνταγματικό Κράτος μεταμορφώνεται. Αποδέχεται κατ΄αρχήν τη σύνδεσή της με το Δίκαιο και, μεταμορφωμένη δικαιικά, δέχεται να αυτοπεριορίζεται, από δύναμη απόλυτη να γίνει σχετική. Η μεταμόρφωση αυτή, αν και πολύ παλιά, από την εποχή της εδραίωσης του συνταγματικού κράτους και του συνταγματισμού, γίνεται, ωστόσο, ιδιαίτερα αισθητή, σήμερα την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Το νόημα της κυριαρχίας επαναπροσδιορίζεται, ο κλασικός ορισμός της και τα βασικά της γνωρίσματα επαναδιατυπώνονται[56]. Εκείνη η πτυχή της κυριαρχίας που δοκιμάζεται, πάντως, περισσότερο είναι η «πολιτική» κυριαρχία και η αυτονομία της απέναντι στην οικονομία.[57] Η αποδέσμευση των αγορών από την προστασία και τους περιορισμούς της κρατικής επικράτειας και η ανάγκη δημιουργίας μιας ενιαίας αγοράς σε ηπειρωτικό και παγκόσμιο επίπεδο, έδειξε την αλληλεξάρτηση των κρατών και τα ανάγκασε να συνενώνονται και να συνεργάζονται για να επιβιώσουν.
Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά και της περιφερειακής αναδιάρθρωσης και αποκέντρωσης του κράτους, η κυριαρχία δεν είναι δυνατόν πλέον να γίνεται αντιληπτή ούτε να αναπαριστάνεται σαν ένα μέγεθος απόλυτο, στατικό και αδιαίρετο, αλλά θα πρέπει να κατανοείται ως εκδήλωση ενός σύνθετου και μεταβλητού συστήματος σχέσεων δύναμης και ισχύος ή δικαιοδοσιών και αρμοδιοτήτων[58], που διαθέτει πολλαπλές, διασταυρωνόμενες και επικαθοριζόμενες έδρες με αντίστοιχους διαύλους επικοινωνίας. Εξουσία και αρμοδιότητες επιμερίζονται και διαχέονται σε περισσότερα κέντρα και επίπεδα, τα οποία όμως κρατούνται τελικά από μια ενιαία οργανωτική και διαδικαστική κλωστή, έτσι ώστε να μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους και να καταλήγουν ιδεατά σε μιαν ύπατη Αρχή ισχύος, ενοποίησης και νομιμοποίησης.
Έτσι στη σημερινή πολύπλοκη πραγματικότητα η κρατική κυριαρχία είτε γίνεται αντιληπτή ως διαιρεμένη και επιμεριζόμενη[59] είτε προσλαμβάνεται μέσα από ένα σύμπλεγμα ή δίκτυο πολυδαίδαλων σχέσεων εξουσίας και δικαιοδοσιών, ενδο-κρατικών, διακρατικών, υπερ-κρατικών, που επικαλύπτονται και αλληλοσυμπληρώνονται. Η αντίληψη αυτή ανταποκρίνεται στις λειτουργίες και τις δράσεις που αναλαμβάνει το κράτος ενόψει της παγκοσμιοποίησης: «λειτουργεί ως δίκτυο στο οποίο όλοι οι κόμβοι αλληλο-επιδρούν και είναι εξίσου αναγκαίοι για την απόδοση των κρατικών λειτουργιών. Το κράτος την εποχή της πληροφορικής είναι ένα κράτος δικτυακό»[60].
 
Η χωρική διάσταση της επικράτειας εξαϋλώνεται. Ιδιότητες ή γνωρίσματα της κρατικής κυριαρχίας, ως «χωρικής» κατά βάση και κατά κύριο λόγο κυριαρχίας, μετεκκενώνονται ή εμφανίζονται να λειτουργούν μέσα από άλλες «ασώματες» ή «πλασματικές» επικράτειες[61], που δεν γνωρίζουν εδαφικά σύνορα, όπως είναι η «επικράτεια» του κυβερνοχώρου, του διαδικτύου ή της «οπτικοακουστικής επικοινωνίας» κλπ.
 
Επομένως, σήμερα, η κυριαρχία αναπαριστάνεται, ως δύναμη που διαχέεται στον κόσμο και στο εσωτερικό των κρατών και ενεργεί δικτυωμένη σε κέντρα ή εστίες εξουσίας ποικίλα, εθνικά, διεθνικά ή υπερεθνικά. Δρα, νομικά, διαιρεμένη ή επιμερισμένη στο πλαίσιο μιας συναρχίας ή μιας συνέργειας πολλαπλών κυριαρχιών.
Αυτό τουλάχιστον δείχνει το ιστορικό παράδειγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ειδικότερα, του Μνημονίου, που εκφράζει την εντεινόμενη παγκοσμιοποίηση και την συναρτώμενη με αυτήν αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση των κρατικών κυριαρχιών σε έναν κόσμο με μεταλλαγμένες αλλά αλληλοεξαρτώμενες οικονομίες.
Έτσι, η εθνική κυριαρχία επιβιώνει και λειτουργεί οργανωμένη νομικά στην Ευρώπη ως συλλογική ή επιμερισμένη ή μοιρασμένη κυριαρχία, ως συναρχία, και στον κόσμο, ως δικτυωμένη κυριαρχία[62].
Το Συνταγματικό Δίκαιο, από τη μεριά του, δεν αγνοεί τη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε και τις εντάσεις που δημιουργούνται μεταξύ νομικής και πραγματικής κυριαρχίας, ούτε απορρίπτει την κυριαρχία ως πραγματική κατάσταση και δύναμη επιβολής, απλώς την προϋποθέτει, αφού χωρίς πραγματική δυνατότητα επιβολής και κατίσχυσης δι΄ ιδίων μέσων, αυτοδυνάμως, δεν υπάρχει κυριαρχία ούτε με τη νομική ούτε με την πραγματική του όρου έννοια. Απλώς, στις σημερινές συνθήκες, ανακτά ιδιαίτερη σημασία ο κλασικός, κρατικοθετικιστικός νομικός ορισμός της κυριαρχίας, ως "αρμοδιότης της αρμοδιότητος". Το Σύνταγμα όταν αναφέρεται στην κυριαρχία εννοεί, πάντως, και εννοούσε πάντα τη νομική πρόσληψη της κυριαρχίας, "καθ΄ ήν μόνον και αποκλειστικώς ιδία βουλήσει δεσμεύεται αύτη νομικώς"[63]. Κυρίαρχο, τυπικά, άρα είναι το κράτος που είναι εξοπλισμένο με την ικανότητα του αυτοπροσδιορισμού και αυτοπεριορισμού της εξουσίας του, της ικανότητάς του να δεσμεύεται νομικά μόνον με τη δική του θέληση και μόνον εφόσον και καθόσον το ίδιο το θέλει[64]. Με αυτή την έννοια κυρίαρχο δεν είναι το κράτος που δεν υπόκειται σε κανόνες και περιορισμούς της κυριαρχίας του, αλλά το κράτος που υπόκειται μόνον στους κανόνες και στους περιορισμούς που έχουν τεθεί με τη συναίνεσή του και τέτοιο είναι το κράτος, το οποίο νομικά έχει τη δυνατότητα να περιορίζεται μόνον με τη δική του θέληση, να αυτοπεριορίζεται.
Ως περιορισμοί άρα της κυριαρχίας στο άρθρο 28 παρ. 2Σ, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο άρθρο, νοούνται μόνον οι νομικοί περιορισμοί.
Στο πλαίσιο αυτό είναι προφανές ότι η Ελλάδα εξακολουθεί, ευτυχώς ακόμη, να είναι τυπικά και συνταγματικά κυρίαρχη, όπως και πριν από το Μνημόνιο, και να αποφασίζει με δικά της όργανα και με τη θέλησή της για τα του οίκου της, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες συνταγματικές διαδικασίες. Και πάντως η Ελλάδα δεν είναι, τυπικά, λιγότερο κυρίαρχη από όσο ήταν όταν κύρωνε τη συνθήκη του Μάαστριχτ. Οι σφοδροί επικριτές του Μνημονίου αγνοούν ότι η Ελλάδα, όπως και όλες οι χώρες της Ευρωζώνης, έχει απολέσει από τότε που αποφάσισε να έχει κοινό με την Ευρώπη νόμισμα, οριστικά, την νομισματική της κυριαρχία. Αποδέχτηκε τη νομισματική τυραννία του Ευρώ. Έχασε την νομική και πραγματική δυνατότητα να ασκεί δική της νομισματική και δική της συναλλαγματική πολιτική, να υποτιμά ή να υπερτιμά το νόμισμά της και να επηρεάζει έτσι τις τιμές και τους μισθούς, βασικό εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής. Για την ακρίβεια, με την είσοδό της στην Ευρωζώνη η Ελλάδα εκχώρησε τη νομισματική κυριαρχία της στο Συμβούλιο της ΕΕ και στο Eurogroup για χάρη του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, με αντάλλαγμα όμως τη συμμετοχή της δια του αρμόδιου Υπουργού Οικονομικών στο συλλογικό όργανο αποφάσεων της Ευρωζώνης. Θυσιάζοντας την δική της νομισματική κυριαρχία απέκτησε ωστόσο τη δυνατότητα συναπόφασης και συνδιαμόρφωσης και άσκησης από κοινού με τα άλλα κράτη μέλη κοινής νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε ολόκληρη την Ευρωζώνη[65].
Αν μπορούσαμε να μετρήσουμε το μέγεθος της «πραγματικής» νομισματικής κυριαρχίας της ως μέλους της ΟΝΕ και την συγκρίναμε με την νομισματική κυριαρχία που είχε ή θα είχε ως χώρα της δραχμής, πιστεύω πως σίγουρα η νομισματική «συναρχία» που ασκεί τώρα μέσα στην Ευρωζώνη, έστω και περιορισμένη πραγματικά, λόγω της μικρής της ισχύος της χώρας μας, είναι ασύγκριτα ισχυρότερη από εκείνη, που είχε ή που θα είχε ή θα έχει αν, ό μη γένοιτο, επιστρέψει στην κυριαρχία του εθνικού νομίσματος.
γ) Η εξουσία και η αντίστοιχη πολιτική και κοινοβουλευτική ευθύνη διαμόρφωσης της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας ενόψει του Μνημονίου και ο ευρωπαϊκός κανόνας της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Ανάλογες σκέψεις μπορεί να διατυπώσει κανείς και σχετικά με τους σοβαρούς περιορισμούς που επέρχονται, κατ΄ αρχήν, εν τοις πράγμασι, στην εξουσία που έχει η Κυβέρνηση να διαμορφώνει τη δημοσιονομική της πολιτική. Μπορεί το Μνημόνιο να είναι ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής, που υπαγορεύτηκε από την Τρόϊκα, δηλαδή από τους θεσμικούς δανειστές της στην Ελληνική Κυβέρνηση λόγω του υπέρογκου δημόσιου χρέους της Ελλάδος και του υπερβολικού ελλείμματος που είχε. Είναι όμως, από την άλλη, εξίσου σίγουρο ότι όλοι αυτοί οι περιορισμοί στη δημοσιονομική της «κυριαρχία» βρίσκουν ένα αρχικό και πρόσθετο νομικό έρεισμα στην υποχρέωση συμμόρφωσης της Ελλάδος στις νομικές δεσμεύσεις που ανέλαβε βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών ως μέλος της ΟΝΕ, δηλαδή όταν υπέγραφε, ως κυρίαρχο κράτος, το Σύμφωνο Σταθερότητας, τη συνθήκη του Μάαστριχτ και της Λισαβόνας. Με το Μνημόνιο δεν επιβάλλονται επομένως νέοι, απρόβλεπτοι περιορισμοί στη δημοσιονομική «κυριαρχία»' της Ελλάδος, πέρα από αυτούς που έχουν ήδη επιβληθεί από τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Δεν θίχτηκε δηλαδή με το Μνημόνιο περισσότερο, απ΄ ό,τι είχε ήδη θιγεί η εξουσία της να καθορίζει τη δημοσιονομικής της πολιτική στο πλαίσιο των δημοσιονομικών στόχων της Ευρωζώνης και της δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιβάλλουν οι σχετικές διατάξεις της ΣΛΕΕ.
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η εξουσία της κυβέρνησης να διαμορφώνει "κυριαρχικά και αυτόνομα" τη δημοσιονομική της πολιτική έχει με το Μνημόνιο στην πράξη εκμηδενιστεί. Το δραστικό όμως αυτό πλήγμα στη δημοσιονομική κυριαρχία είναι αποτέλεσμα πραγματικών και νομικών γεγονότων που προϋπήρχαν του Μνημονίου. Είναι για αυτό τον λόγο παραπλανητικό να αποδίδεται ο περιορισμός της δημοσιονομικής εξουσίας της Ελλάδος αποκλειστικά σε αυτό. Εξάλλου, το Μνημόνιο συντάχθηκε από κοινού και πάντως με τη συνεργασία αλλά και τη συναίνεση και πολιτική ευθύνη της Κυβέρνησης. Οι φορολογικές και άλλες επιβαρύνσεις, που συνεπάγονται τα μέτρα, θεσπίζονται και επιβάλλονται στην ελληνική έννομη τάξη με νόμο του Ελληνικού Κοινοβουλίου με βάση τις συνταγματικά προβλεπόμενες διαδικασίες νομοθέτησης.
Την πολιτική ευθύνη επομένως εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων του Μνημονίου την αναλαμβάνει ακέραια η Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία και επωμίζεται το πολιτικό βάρος και τις πολιτικές συνέπειες της υλοποίησής τους, σύμφωνα με το άρθρο 82 και 84 του Συντάγματος, που την ορίζουν ως υπεύθυνη να διαμορφώνει την κυβερνητική πολιτική της χώρας υπό την έγκριση του Κοινοβουλίου.
Δεν προκύπτει επομένως από πουθενά ότι με το Μνημόνιο ή με τη δανειακή σύμβαση θίχτηκε ή μειώθηκε η αφηρημένη δυνατότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας να καθορίζει η ίδια μέσα από οικεία κρατικά όργανα την αρμοδιότητά της να διαμορφώνει την κυβερνητική πολιτική και να αποφασίζει αυτόνομα και με τη θέληση της για τη λήψη μέτρων οικονομικής ή άλλης πολιτικής. Η κυριαρχία της με την νομική του όρου έννοια δεν έχει θιγεί, αφού ό,τι και αν ανέλαβε να κάνει έγινε με τη θέλησή της. Το αν τα μέτρα εξαναγκάστηκε να τα πάρει, επειδή βρέθηκε σε κατάσταση ανάγκης και της επιβλήθηκαν από τους θεσμικούς δανειστές κάτω από την πίεση των αγορών, αυτό το πραγματικό γεγονός δεν έχει επιρροή στην νομική ακεραιότητα της κυριαρχίας, όπως δεν είχαν, ούτε ισχυρίστηκε κανείς ότι είχαν, τα ομολογιακά δάνεια και η υπερβολική δανειακή της εξάρτηση που την οδήγησε στα πρόθυρα της στάσης πληρωμών ή της χρεοκοπίας και στην ολοκληρωτική οικονομική υποταγή της στους εκβιασμούς και στην κερδοσκοπία των αγορών.
Εν πάση περιπτώσει, το Μνημόνιο μας αναγκάζει να ξαναδιαβάσουμε το άρθρο 82 του Συντάγματος, που ορίζει ότι η κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. Η θεμελιώδης συνταγματική αυτή αρχή τηρείται και εφαρμόζεται, ακόμη και σήμερα, την εποχή του Μνημονίου. Μόνο που χρειάζεται μια ερμηνεία που να ενσωματώνει στη υπάρχουσα φράση "σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων" και την ερμηνευτική δήλωση: "σύμφωνα με τις ισχύουσες ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της χώρας και ειδικά σύμφωνα με αυτές που απορρέουν από την ένταξή της στην Ευρωζώνη και με βάση την υποχρέωση που έχει αναλάβει να ακολουθεί κοινή ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική και να τηρεί τον κανόνα της δημοσιονομικής πειθαρχίας".
Ο ευρωπαϊκός κανόνας της δημοσιονομικής πειθαρχίας βαραίνει, πάντως, την ελληνική κυβέρνηση και όλες τις κυβερνήσεις του Ευρώ, ως ατελής –αφού η παραβίασή του δεν συνεπάγεται νομικές κυρώσεις- κοινοτική υποχρέωση και με αυτή την έννοια, βαραίνει, τελικά, ως πολιτική υποχρέωση. Ευτυχώς δεν ενσωματώθηκε -ακόμη- στο κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 82Σ και δεν επιβάλλεται στην κυβέρνηση ως συνταγματική επιταγή, αλλά ως κοινοτικός κανόνας, τον οποίο οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη της η πολιτική εξουσία που έχει την ευθύνη να διαμορφώνει με διακριτική ευχέρεια την δημοσιονομική της πολιτική. Το ότι είναι υποχρεωμένη δικαιοπολιτικά να ενεργήσει σεβόμενη τον κανόνα της δημοσιονομικής πειθαρχίας δεν χωρεί αμφιβολία. Δεν είναι ωστόσο συνταγματικά δεσμευμένη να ενεργήσει σύμφωνα με αυτόν, αφού δεν έχει εγχαραχθεί στο Σύνταγμα ως "χρυσός κανόνας", όπως λέγεται. Δεν έχει αποκτήσει συνταγματική ισχύ, απλώς επιβαρύνει την κυβερνητική πολιτική ως πολιτικός καταναγκασμός .
Η κυβερνητική, δημοσιονομική, πολιτική οφείλει επομένως να διαμορφώνεται με σεβασμό στις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της χώρας, αρκεί βέβαια να μη θίγονται οι βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και τα δικαιώματα του ανθρώπου. Από τη στιγμή που η ελληνική Κυβέρνηση διατηρεί ακέραια την πολιτική εξουσία και ευθύνη να διαμορφώνει αυτή τελικά και να αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη απέναντι στο Κοινοβούλιο, δεν βλέπω κατά τι θίγεται ή αλλοιώνεται η δημοκρατική και κοινοβουλευτική βάση του συνταγματικού πολιτεύματός μας.
 
Θεσσαλονίκη, 26 Οκτωβρίου 2011

Προδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο, Νικολάου Μπάρμπα.
[1] Για τη διαπλοκή του διεθνούς και διεθνικού με το παγκόσμιο και κυρίως για την "πολυμεροποίηση" και "θεσμοποίηση" του ίδιου του διεθνούς δικαίου μέσα από την σύγκλιση, αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση των εθνικών οικονομιών, με κύριο αν όχι αποκλειστικό πρωταγωνιστή και ρυθμιστή της νέας τάξης, τα κράτη που ενεργούν όμως με εργαλείο τους υφιστάμενους διεθνείς θεσμούς και δικαιοπαραγωγικούς μηχανισμούς, τις αναλύσεις του Π. Γκλαβίνη, Η νομική διάσταση της παγκοσμιοποίησης. Από το διεθνές στο διεθνικό και ήδη στο παγκόσμιο, Εκδ. Σάκκουλα, 2002, ιδίως σ. 52 και 91 επ. Βλέπε για το ίδιο θέμα και τη μελέτη του Π. Στάγκου, Το διεθνές οικονομικό δίκαιο στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, σε 'Το Δίκαιο μπροστά στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης', 2ο Συνέδριο των Ελληνικών Νομικών Σχολών, 2002, σ. 291-331.

 

 

 

 

 

[2] Ο Βαγγέλης Βενιζέλος, αναφερόμενος στις πολυσύνθετες σχέσεις Συντάγματος και Μνημονίου και στην ταυτόχρονη συνάρθρωση πράξεων και κανόνων εθνικών, διεθνώς και κοινοτικών γράφει : «… Και όλα αυτά ψάχνεις να τα βρεις μέσα στο πλέγμα των πράξεων και των κανόνων που δίνουν υπόσταση σ’ αυτό που έχει επικρατήσει να λέγεται μνημόνιο. Πρόκειται για πράξεις και κανόνες κατά το καταστατικό του ΔΝΤ, για πράξεις και κανόνες κατά το καταστατικό της ΕΚΤ, για πράξεις και κανόνες κλασικής πολυμερούς διακρατικής θεμελίωσης. Και φυσικά για πράξεις και κανόνες κατά την εθνική έννομη τάξη», (ό.π., σ. 5) και λίγο πιο πάνω: «Υπάρχει ένα φαινόμενο υπερδιέγερσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση που παράγει υβριδικές μορφές κανόνων δικαίου με πολλαπλές και επικαλυπτόμενες νομικές βάσεις, διακυβερνητικές και κοινοτικές. Μορφώματα νομικά τα οποία ακόμη δεν έχουν κριθεί ούτε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε από κάποιο άλλο δικαιοδοτικό όργανο. (Εθνικό Σύνταγμα και εθνική κυριαρχία υπό συνθήκες διεθνούς οικονομικής κρίσης-Το πρόβλημα ήταν και παραμένει πολιτικό και όχι συνταγματικό, ΕφημΔΔ 1/2011, σ.4).

 

 

 

 

 

[3] Για τις δεσμεύσεις που συνεπάγεται η ένταξή μας στην ΟΝΕ και για τις κοινοτικές υποχρεώσεις της Ελλάδος ιδίως ως προς την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής μετά την εκχώρηση της νομισματικής κυριαρχίας της, βλέπε εκτενώς, Γ. Γώγου, Η υποδοχή της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης στο συνταγματικό οικοδόμημα ενός κράτους μέλους: το παράδειγμα της Ελλάδος, σε ΚΔΕΟΔ, ‘Η πορεία προς ένα ευρωπαϊκό σύνταγμα και η πρόσφατη αναθεώρηση του ελληνικού Συντάγματος’, 2002, σ. 69 επ.

 

 

 

 

 

[4] Για μια πλήρη και αναλυτική παρουσίαση όλων αυτών των κειμένων βλέπε Π. Γκλαβίνη, Το Μνημόνιο της Ελλάδος, στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή, και την εθνική έννομη τάξη, Σάκκουλα, 2010, σ. 91. Βλέπε και την κριτική ανάλυση των Γ. Κασιμάτη, Οι Συμφωνίες Δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, 2010 (=www.constitutionalism. gr) και Επ. Μαριά, Η δανειακή σύμβαση Ελλάδας-κρατών Ευρωζώνης υπό το πρίσμα των θεσμών και του δικαίου της ΕΕ, ΝοΒ, 58/2010. 2204-2222.

 

 

 

 

 

[5] Όπως θα δούμε στη συνέχεια οι Αποφάσεις-Δηλώσεις της 25ης και 11ης Απριλίου αποτελούν πράξεις των κρατών μελών διακυβερνητικού χαρακτήρα, που εντάσσονται στο ενωσιακό δίκαιο και δεν αποτελούν διεθνείς συμφωνίες ώστε να χρειάζονται 'κύρωση' από το Κοινοβούλιο, όπως υποστηρίχθηκε από τον Επ. Μαριά, ό.π., σ. 2213. Εξάλλου ο ΕΜΣ αποτελεί, πράγματι, υβρίδιο του Δικαίου της ΕΕ, ο οποίος όμως δεν ολοκληρώθηκε σε θεσμό κοινοτικό με πάγιες, δικές του θεσμοθετημένες αρμοδιότητες ούτε εκχωρήθηκαν σε αυτό αρμοδιότητες ώστε να χρειάζεται τροποποίηση των συνθηκών και κύρωση με νόμο, ενσωμάτωση δηλαδή στο εσωτερικό δίκαιο.

 

 

 

 

 

[6] Το Μνημόνιο με την προσάρτησή του στο νόμο 3845/2010 δεν απέκτησε ισχύ ούτε τυπικού ούτε ουσιαστικού νόμου και τούτο διότι η φύση του δεν το επέτρεπε, αφού ως προγραμματικού χαρακτήρα, άτυπη, διεθνής συμφωνία (ή συμφωνία απλοποιημένης μορφής, όπως αποκαλείται από ορισμένους) δεν περιείχε κανόνες δικαίου, ενώ ως κείμενο με πολιτικο-ηθική και όχι νομική δεσμευτικότητα δεν επιδεχόταν πρόσκτηση τυπικής ισχύος νόμου, αλλά μόνον μορφή αιτιολογικής έκθεσης του νόμου στον οποίο προσαρτάτο. Αντίθετος, ο Γ. Κατρούγκαλος, Memoranda sunt servanda?. Η συνταγματικότητα του ν. 3548/2010 και του Μνημονίου για τα μέτρα εφαρμογής των συμφωνιών με το ΔΝΤ, την ΕΕ και την ΕΚΤ, ΕΔΔ 2/2020. 113 (=www.constitutionalism.gr).

 

 

 

 

 

[7] Έτσι και Κ. Χρυσόγονος, Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας από την οπτική της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής, ΝοΒ 2010. 1354-1365 (=www.consitutionalism.gr).

 

 

 

 

 

[8] Ως κείμενα προγραμματικού και τεχνικού κατά βάση χαρακτήρα και πολιτικής κυρίως δεσμευτικότητας τα Μνημόνια στερούνται κανονιστικότητας και για τον λόγο αυτό δεν νοείται ούτε χωρεί έλεγχος της συνταγματικότητάς τους-δεν μπορούν δηλαδή να γίνουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας, αφού μόνον κανόνες δικαίου ουσιαστικού νόμου μπορούν να ελεγχθούν δικαστικά ως προς τη συμφωνία τους με το Σύνταγμα. Σε αντίθετα συμπεράσματα καταλήγει, ωστόσο, αν και αποδέχεται τον άτυπο και μη κανονιστικό χαρακτήρα του Μνημονίου, ο Γ. Κατρούγκαλος, Memoranda sunt servanda?, Η συνταγματικότητα του ν. 3548/2010 και του Μνημονίου για τα μέτρα εφαρμογής των συμφωνιών με το ΔΝΤ, την ΕΕ και την ΕΚΤ, ΕφημΔΔ 2/2011. 113 (=www.constitutionalism.gr), γράφει: «Συνοψίζοντας, τα μνημόνια δεν αποτελούν διεθνή συνθήκη, ούτε περιλαμβάνουν κανόνες δικαίου. Αποτελούν κείμενα πολιτικής μόνον δεσμευτικότητας, στο βαθμό, βεβαίως, που είναι συμβατά με το Σύνταγμα και τους λοιπούς υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες. Η ενσωμάτωση τους, ως παραρτήματα, στο ν. 3845/10, τους προσδίδει μεν τυπική ισχύ νόμου (αν και όχι διεθνούς συνθήκης), δεν τα μετατρέπει όμως και σε ουσιαστικό νόμο, ακριβώς γιατί οι προβλέψεις τους δεν συνιστούν κανονιστικές ρυθμίσεις αλλά απλές προγραμματικές και κατευθυντήριες κατευθύνσεις». Γεννάται όμως η απορία πως μπορεί το Μνημόνιο να γίνει αντικείμενο ελέγχου της συνταγματικότητάς του όταν δεν αποτελεί συνθήκη αλλά ούτε και ουσιαστικό νόμο και στερείται κανονιστικότητας. Μόνον «κανόνες δικαίου», ουσιαστικοί νόμοι μπορούν να γίνουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας και όχι βέβαια κείμενα προγραμματικού χαρακτήρα με πολιτική δεσμευτικότητα.

 

 

 

 

 

[9] Στην αιτιολογική έκθεση τόσο του νόμου 3845/2010 όσο και του σχεδίου νόμου για την "Κύρωση της από Μαΐου 2010 Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης…", που ποτέ δεν κυρώθηκε, αναφέρεται ρητά ότι "Οι μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι της Ελλάδας περιγράφονται στο Μνημόνιο Συνεννόησης, το οποίο συμφωνήθηκε στις 3 Μαΐου 2010 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για λογαριασμό των κρατών μελών της Ευρωζώνης και της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το Μνημόνιο απετέλεσε τη βάση συμφωνίας για την ενεργοποίηση του Μηχανισμού Στήριξης από τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης και του Μηχανισμού χρηματοδότησης άμεσης ετοιμότητας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου".

 

 

 

 

 

[10] Βλ. επ΄ αυτού και Γ.Γέροντα, Το Μνημόνιο και η δικαιοπαραγωγική διαδικασία, ΕφημΔΔ 5/2010. 720.

 

 

 

 

 

[11] Ειδικά για τα κριτήρια συνταγματικής αξιολόγησης των επιλογών ή (προγνώσεων) του νομοθέτου ενόψει του σκοπού που επιδιώκουν τα νομοθετικά μέτρα του Μνημονίου με γνώμονα αξιολόγησης την αρχή της αναλογικότητας και τη στάθμιση αγαθών τις καίριες επισημάνσεις του, βλ. Γ.Γέροντα, ό.π., σ. 721-727.

 

 

 

 

 

[12] Σχετικά με τον έλεγχο του σκοπού δημοσίου συμφέροντος των κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία, βλ. Βασίλη Ανδρουλάκη Σκέψεις γύρω από τον δικαστικό έλεγχο της ρυθμιστικής παρέμβασης του κράτους στην οικονομία, www.constitutionalism.gr, και Ακρίτα Καϊδατζή, Δικαστικός έλεγχος των μέτρων οικονομικής πολιτικής. Νομολογιακές τάσεις και προσαρμογές στο μεταβαλλόμενο οικονομικο-πολιτικό περιβάλλον, www.constitutionalism.gr.

 

 

 

 

 

[13] Τη δικονομική αυτή δυνατότητα έχει ήδη δεχτεί και εξετάσει υπό αυτό το πρίσμα η νομολογία σε μια προφητική απόφαση του Στ΄ Τμ. Του ΣτΕ, 1620/2011 στην οποία τονίζεται ότι η διασφάλιση της δημοσιονομικής ισορροπίας του κράτους αποτελεί αποχρώντα λόγο δημόσιου ή γενικού συμφέροντος και δεν πρέπει να ταυτίζεται με το απλό ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, «Εν προκειμένω, η δημοσιονομική ισορροπία του ελληνικού Κράτους, όπως είναι γνωστό, έχει ήδη σοβαρότατα κλονισθεί. Το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος είναι τεράστια, ανερχόμενα σε πρωτοφανή, στην ιστορία των δημόσιων οικονομικών της Χώρας, επίπεδα. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπισή τους, λόγω και της διεθνούς συγκυρίας καθώς και των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και διοίκησης, εκτιμάται ως εξαιρετικά δυσχερής. Τα πρώτα άμεσα μέτρα, για την εξοικονόμηση πόρων, με μείωση των δημόσιων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων, έλαβε ο νομοθέτης με το ν.3833/2010 " Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ A' 40/15.3.2010). Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα προς την άμεση και επιτακτική ανάγκη να προστατευθεί το εθνικό συμφέρον και πρόσφορα, προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στην ανάγκη μείωσης του υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζει η Συνθήκη της ΛΕΕ, σύμφωνα και με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Πράγματι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τις αποφάσεις του 2009/415/ΕΚ, 2010/291/ΕΕ, 2010/190/ΕΕ και 2010/182/ΕΕ διαπίστωσε την κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα και απηύθυνε σύσταση και προειδοποίηση για τη λήψη άμεσων μέτρων μείωσής του. Ήδη, όμως, από το 2004 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος και είχε ειδοποιήσει να ληφθούν άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανησυχητικής αυτής κατάστασης (αποφάσεις 2004/917/ΕΚ, 2005/334/ΕΚ, 2005/441/ΕΚ του Συμβουλίου). Με την ψήφιση του ν.3845/2010 " Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο Α΄65/2010) εφαρμόζεται πρόγραμμα οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής, προκειμένου να επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος, να διασφαλισθεί η δυνατότητα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και η αποφυγή της παύσης των πληρωμών του Κράτους, δηλαδή η αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης, με μακροχρόνιες, άκρως δυσμενείς, όχι μόνον οικονομικές και κοινωνικές, αλλά ενδεχομένως και εθνικές επιπτώσεις (βλ. την αιτιολογική έκθεση του ν.3845/2010 και τα προσαρτημένα στο νόμο αυτό Παραρτήματα). Η μείωση, συνεπώς, του δημοσίου χρέους δεν συνιστά έναν απλώς δημοσιονομικό στόχο, αλλά αποτελεί εθνικό διακύβευμα. Και τούτο διότι η δημοσιονομική κρίση έχει, εξαιτίας της πρωτοφανούς διάστασής της, χαρακτήρα εθνικής κρίσης». Βλέπε και τη σχετική μελέτη με τις εύστοχες επισημάνσεις του Ιάκωβου Μαθιουδάκη Οι μετασχηματισμοί του ταμειακού συμφέροντος του δημοσίου σε περίοδο έντονης οικονομικής κρίσης http://www.constitutionalism.gr/html/ent/146/ent.2146.asp

 

 

 

 

 

[14] Εισήγηση της Συμβούλου κ. Σάρπ στο ΣτΕ κατά την συζήτηση της υπόθεσης www.constitutionalism.gr

 

 

 

 

 

[15] Για το ειδικό νομικό καθεστώς του Μνημονίου, τη νομική του φύση, τη σύνδεσή του με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης της ελληνικής οικονομίας, την εξάρτησή του από τη δανειακή σύμβαση, βλέπε αναλυτικά Π. Γκλαβίνη, ό.π., σ. 63 και 82/83: «..αναπτύχθηκαν στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις πιο ευέλικτα εργαλεία παραγωγής διεθνών κανόνων δικαίου μπορεί να μη συνιστούν διεθνείς συνθήκες με την έννοια του ΔΔΔ γίνονται όμως σεβαστά στις σχέσεις των χωρών. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Arrangement (Διακανονισμός) που συνιστά συμφωνία κυρίων χωρίς τυπική δεσμευτικότητα με αδιαμφισβήτητη όμως λειτουργική ισχύ και αποτελεσματικότητα».

 

 

 

 

 

[16] Τούτο υπονοείται άλλωστε και από τη ρητή πρόβλεψη του νόμου 3847/2010 ότι οι "δανειακές συμβάσεις ισχύουν από την ημερομηνία υπογραφής τους", προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγκαιρη εκταμίευση της πρώτης δόσης του δανείου. Άλλωστε η ίδια η Σύμβαση Διευκόλυνσης προβλέπει την έναρξης της ισχύος της από την ημερομηνία που η Επιτροπή λάβει Επιβεβαιώσεις Δέσμευσης από τα κράτη-Δανειστές και από τη λήψη της νομικής γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

 

 

 

 

 

[17] Π. Γκλαβίνης, ό.π., σ. 98.

 

 

 

 

 

[18] Σάρπ, ό.π.

 

 

 

 

 

[19] Βλέπε την ειδική μελέτη του Ιταλού συνταγματολόγου G. Zagrebelsky, Il diritto mite, Einaudi, Torino, 1992.

 

 

 

 

 

[20] Για την αμφίβολη νομική φύση και δεσμευτικότητα γενικά των "Μνημονίων Συνεννόησης", βλέπε Εμμ. Ρούκουνα, Διεθνές Δίκαιο, 2004, σ. 155, όπου διαβάζουμε: "O όρος Memorandum of Understanding είναι σχετικά πρόσφατος. Ανταποκρίνεται και αυτός σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που κατ΄ αρχήν δεν είναι νομικά δεσμευτικές και αφορούν σε ζητήματα τεχνικής φύσεως, αλλά δεν λείπουν περιπτώσεις όπου Memorandum καλύπτουν τομείς ουσιαστικής σημασίας για τις σχέσεις μεταξύ συμμετεχόντων κρατών". Η νομική δεσμευτικότητα πάντως των Memorandum ποικίλει και εξαρτάται από την περίπτωση και τη βούληση των μερών.

 

 

 

 

 

[21] Έτσι έγινε και με τον EFSF, αν και αυτός δεν αποτελεί διεθνή οργανισμό όπως θα είναι ο ESM, με το νόμο 4021/2011 (ΦΕΚ Α’ 218) "Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης των Πιστωτικών Ιδρυμάτων – Ρύθμιση θεμάτων χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα – Κύρωση της Σύμβασης – Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και των τροποποιήσεών της και άλλες διατάξεις ". Το άρθρο 48 του νόμου κυρώνει συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωζώνης και Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στις 16 Ιουνίου 2010, στις 30 Ιουνίου 2011 και στις 1 Σεπτεμβρίου 2011, αφενός και του ΕΤΧΣ (EFSF), αφετέρου. Το ιδιάζον στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι κατ΄ εφαρμογήν της σύμβασης τροποποιούνται διατάξεις του νόμου 3864/2010 με βάση τον οποίο ιδρύθηκε στην Ελλάδα το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.

 

 

 

 

 

[22] Βλέπε σχετικά Δ. Σκιαδά, Σύνταγμα και Δημοσιονομικοί Κανόνες: Μια δύσκολη σχέση, ΕφημΔΔ, 1/2011. σ. 14/15.

 

 

 

 

 

[23] Για την πολιτική σημασία και δεσμευτικότητα τελικά του Συμφώνου βλέπε και Ν. Μπάρμπα, Η εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης από δημοσιονομικής άποψης. Η περίπτωση της Ελλάδας, ΔΦΝ 1338/2006, σ. 87-98.

 

 

 

 

 

[24] Αναλυτικότερα Δ. Σκιαδά, ό.π., σ. 15.

 

 

 

 

 

[25] Υποθ. C-27/2004, Commission v. Council [2004] ECR I-6649

 

 

 

 

 

[26] Βλέπε εκτενέστερα, Β.Σκουρή, Κατ΄άρθρον ερμηνεία Συνθηκών, άρθρο 104 ΕΚ, αρ. περ. 24.

 

 

 

 

 

[27] Βλέπε για παράδειγμα τα περιθώρια πολιτικής εκτίμησης και διακριτικής ευχέρειας που αναγκαστικά διαθέτει το Συμβούλιο στις αποφάσεις που λαμβάνει στο πλαίσιο της δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, Κ. Γώγου, Έγκλημα και Τιμωρία. Η διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση μεταξύ δικαίου και πολιτικής, ΕφημΔΔ 4/2010. 426

 

 

 

 

 

[28] Βλέπε σχετικά την κύρωση της Σύμβασης-Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας από το άρθρο 48 του νόμου 4021/2011 (ΦΕΚ Α’ 218). Βλέπε και υποσημείωση 20 πιο πάνω.

 

 

 

 

 

[29] Βλέπε για όλα αυτά Π. Γκλαβίνη, ό.π., σ. 64-73.

 

 

 

 

 

[30] Το Συμβούλιο ενεργεί μάλιστα ως πολιτικό όργανο, όταν παίρνει τέτοιου είδους αποφάσεις, αλλά και όταν ενεργεί δυνάμει άρθρων των συνθηκών και ειδικά των άρθρων που αφορούν την διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, οπότε αποφασίζει με ευρύτατη διακριτική ευχέρεια, προβαίνοντας αναγκαστικά στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του σε πολιτικές αξιολογήσεις και εκτιμήσεις, Βλέπε σχετικά τις εύστοχες παρατηρήσεις του Κ. Γώγου, Έγκλημα και Τιμωρία, ό.π..

 

 

 

 

 

[31] Έτσι υποστηρίζει ο Επ. Μαριάς, Η δανειακή σύμβαση Ελλάδας-κρατών Ευρωζώνης υπό το πρίσμα των θεσμών και του δικαίου της ΕΕ, ΝοΒ 58/2010.2204-2222.

 

 

 

 

 

[32]Βλέπε σχετικά αντί άλλων, Α. Καϊδατζής, «Λειτουργικές επικράτειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εδαφική κυριαρχία των κρατών μελών. Μετασχηματισμός και συνέχεια της έννοιας της κυριαρχίας», ΤοΣ 2007,(Ειδικό Τεύχος – Αφιέρωμα, Η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης και η ανάδυση του ευρωπαϊκού συνταγματισμού), σ. 51-92.
[33] Την άποψη ότι το Μνημόνιο είναι κανονιστικό υβρίδιο και ότι ο νόμος 3845/2010 δεν αποτελεί νόμο κυρωτικό του Μνημονίου και επομένως δεν συνέτρεχαν οι συνταγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 36 παρ. 2 και 28 Σ συμμερίζεται και ο Πρ. Παυλόπουλος, Παρατηρήσεις ως προς τη νομική φύση και τις έννομες συνέπειες του Μνημονίου, προδημοσίευση από τον τιμητικό τόμο Π.Παραρά, και www. constitutionalism.gr. Έτσι και Κ. Χρυσόγονος, ό.π. σ. 6/7 (=www,constitutionalism.gr). Το ίδιο και ο Κ. Κατρούγκαλος, ό.π., σ. 7/8. Για τις πηγές του διεθνούς οικονομικού δικαίου, Π. Γκλαβίνη, Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, σ. 153.

 

 

 

 

 

[34] Π. Γκλαβίνης, ό.π., σ. 116 και ειδικά για τη νομική φύση της συμφωνίας και τη διαδικασία δανεισμού Αντ. Μπρεδήμα, Η συμφωνία δανεισμού της Ελλάδος από το ΔΝΤ, Νομικά και θεσμικά ζητήματα, Αυγή 9-5-2020 (=www.consitutionalism.gr).

 

 

 

 

 

[35] Π. Γκλαβίνης, "Όταν συνταγματολόγοι πλέουν σε διεθνή ύδατα", 2 Ιουλίου 2011, http://www.constitutionalism.gr/html/ent/110/ent.2110.asp

 

 

 

 

 

[36] Π. Γκλαβίνης, Το Μνημόνιο…, ό.π., σ. 115, και αναλυτικότερα Ν. Μπάρμπας, Νομική προσέγγιση των δανείων του Ελληνικού Δημοσίου, ΕΔΔ 6/2009. 848. Αντίθετος ο Παυλόπουλος, ό.π., σ. 12, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι δανειακές συμβάσεις του δημοσίου, επειδή επιβαρύνουν τους Έλληνες ατομικά, έστω και έμμεσα, χρειάζονται κύρωση κατά τους ορισμούς του άρθρου 36 παρ. 2.Σ, χωρίς να διευκρινίζει όμως πώς ακριβώς επιβαρύνονται ατομικά οι Έλληνες από τις δανειακές συμβάσεις του δημοσίου και πώς εξηγείται ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν έχουμε παραδείγματα κύρωσης τέτοιας διεθνούς σύμβασης δανείου από τη Βουλή. Το ζήτημα πάντως είναι, πράγματι, αμφιλεγόμενο, και έχει απασχολήσει και την ελληνική συνταγματική θεωρία από παλαιά, βλέπε σχετικά Ν.Ν. Σαριπόλου, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, 1923, τ.Β΄, σ. 389, ο οποίος δέχεται ότι η φράση "επιβαρύνονται ατομικά οι Έλληνες" 'αφορά εις συνθήκας αίτινες επιβαρύνουσι τα οικονομικά του κράτους, ών η εφαρμογή αναγκαίως προϋποτίθησι νέας πιστώσεις νέας δαπάνας, οικονομικά βάρη". Ο Κασιμάτης, (ό.π.), πάντως, υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες απλοποιημένης μορφής, αποτελούν συνήθη ελληνική πρακτική κυρίως για οικονομικού περιεχομένου συμβάσεις και ότι θα "πρέπει εδώ να δεχτούμε διάπλαση συνταγματικού εθίμου" χωρίς να διευκρινίζει εντούτοις σε τι αφορά το συνταγματικό έθιμο, στη μη κύρωσή τους με νόμο ή στη συνήθη πρακτική της σύναψής τους. Θεωρεί εξάλλου δεδομένο ότι η επίμαχη δανειακή σύμβαση περιέχει "διατάξεις φορολογίας και οικονομικής συνεργασίας που επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες". Είναι ωστόσο προφανές ότι οι διάφορες επιβαρύνσεις στους Έλληνες επιβλήθηκαν ατομικά με νόμους του ελληνικού κράτους, που ψηφίστηκαν από τη Βουλή με την πολιτική ευθύνη της Ελληνικής Κυβέρνησης σύμφωνα με τις συνταγματικές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Η συγκατάθεση πάντως της Βουλής, δηλαδή η κύρωση με νόμο, για την ισχύ μιας διεθνούς σύμβασης δανείου της Ελλάδος, φαίνεται να απαιτείται, αν γίνει δεκτό ότι κάθε δημόσιο δάνειο επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά, τον Προϋπολογισμό δηλαδή του κράτους με δαπάνες τόκων και χρεολυσίων. Αν και αντιτείνεται σε αυτό ότι ούτως ή άλλως οι ετήσιες δαπάνες για τόκους εμφανίζονται στον Προϋπολογισμό του κράτους που κυρώνεται από τη Βουλή. Την ίδια άποψη για την υποχρέωση κύρωσης της δανειακής σύμβασης διευκόλυνσης, υιοθετεί και ο Κατρούγκαλος παραπέμποντας απλώς στη θέση του Παυλόπουλου, χωρίς να παραθέτει ωστόσο επιχείρημα.

 

 

 

 

 

[37] Ο Γκλαβίνης (Το Μνημόνιο της Ελλάδος…) είχε προτείνει να κυρωθεί η δανειακή σύμβαση με την γαλλική τεχνική «en tant que de besoin», καθό μέτρο δηλαδή απαιτούνταν προκειμένου να εισαχθούν στην εσωτερική έννομη τάξη οι διατάξεις εκείνες της εν λόγω σύμβασης, οι οποίες τυχόν τροποποιούσαν το ελληνικό δίκαιο, ώστε να μπορεί ο Έλληνας δικαστής να τις εφαρμόσει εάν τροποποιούσαν το κοινό δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου. Ο συγγραφέας, πάντως, ήταν της άποψης ότι –ως τέτοια– η σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης δεν χρειαζόταν κύρωση από τη Βουλή.

 

 

 

 

 

[38] Ο Ρούκουνας (Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, 2004, σ. 121) υποστηρίζει ότι μια διεθνής συμφωνία μπορεί να θεωρηθεί διεθνής συνθήκη και για τις περιπτώσεις που λογικά δεν υπάγονται στον ορισμό των συνθηκών "όταν αυτή ήταν η βούληση των συμβαλλομένων κρατών". "Αυτό ισχύει, γράφει, κυρίως σε περιπτώσεις διεθνούς δανεισμού". Το αν δηλαδή μια διεθνής σύμβαση δανείου πρέπει να εκληφθεί ως διεθνής συνθήκη κατά το διεθνές δίκαιο εξαρτάται από τη βούληση των συμβαλλομένων μερών. Αλλά και υπό αυτήν την εκδοχή, αν θεωρήσουμε τη δανειακή σύμβαση της Ελλάδος με τα κράτη μέλη της ευρωζώνης ως διεθνή συνθήκη, που φαίνεται κατά το διεθνές δίκαιο να είναι, αυτό δεν σημαίνει ότι έπρεπε να κυρωθεί με νόμο κατά το ελληνικό συνταγματικό δίκαιο, αν δεν αποδειχθεί, παράλληλα, ότι ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 26 παρ. 2 και 28Σ.

 

 

 

 

 

[39] Βλέπε και υποσημείωση 16.

 

 

 

 

 

[40] Βλέπε Αντ. Μανιτάκη, Το φάντασμα του μνημονίου και η εθνική κυριαρχία, Καθημερινή, 12/6/2011 και www.constitutionalism.gr., καθώς και τα σχετικά άρθρα των Π. Γκλαβίνη, "Όταν συνταγματολόγοι πλέουν σε διεθνή ύδατα", και Κ.Μποτόπολου, "Περί δανειστικής κυριαρχίας και πραγματικού διαλόγου", στον ίδιο ιστότοπο.

 

 

 

 

 

[41] Τη θέση αυτή υποστηρίζει με θέρμη ο καθηγητής Γ. Κασιμάτης, ό.π., ο οποίος θεωρεί ότι τα Μνημόνια Συνεννόησης είναι αναπόσπαστα τμήματα της δανειακής σύμβασης, επειδή αναφέρονται στο προοίμιο και ότι εν πάση περιπτώσει όλες αυτές οι συμφωνίες μαζί με τους όρους που περιέχουν είναι αντίθετες -και ειδικά η δανειακή σύμβαση- στο διεθνές δίκαιο, στο Δίκαιο της ΕΕ και προς τα εθνικά συντάγματα. Οι όροι που περιέχουν είναι "ασφαλώς άκυροι και αντίθετοι προς τις αρχές του δικαίου και εκφράζουν πνεύμα σοφιστικού κα δικολαβικού χαρακτήρα". Αν πράγματι οι όροι της σύμβασης είναι άκυροι, τότε τόσο το χειρότερο για τους δανειστές, δεν θα εφαρμοστούν από τα ελληνικά δικαστήρια αλλά ούτε και το ΔΕΚ, που είναι το Δικαστήριο από τις διαφορές της Σύμβασης. Αυτοί πρέπει να ανησυχούν για μη εκτέλεση της σύμβασης και όχι το ελληνικό δημόσιο που είναι οφειλέτης, αφού άλλωστε δικαστής της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι δυνάμει της δανειακής σύμβασης τα ελληνικά δικαστήρια.

 

 

 

 

 

[42] Γ. Κασιμάτη, Τα συνταγματικά όρια της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του ελληνικού δημοσίου, Τιμητικός Tόμος, Κ. Μπέη, Αθήνα, 2003, σ. 2717.

 

 

 

 

 

[43] Γ. Κασιμάτη, Οι Συμφωνίες Δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝ, Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών,(ανάτυπο), 2010, σ. 20-37.

 

 

 

 

 

[44]Για τα αυτονόητα αυτά ζητήματα βλέπε τις τεκμηριωμένες αναλύσεις των Κ. Μποτόπουλου, Περί δανειστικής κυριαρχίας και πραγματικού διαλόγου, σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/112/ent.2112.asp, και Π. Γκλαβίνη, Όταν συνταγματολόγοι πλέουν σε διεθνή ύδατα, σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/110/ent.2110.asp.
[45]Βλέπε για να λογικά αδιέξοδα της θέσης αυτής καθώς και για την τάση «αυτοκαταστροφής» της εθνικής κυριαρχίας, τις κριτικές, "αποδομστικές", σκέψεις του Γ. Καραβοκύρη, Το Μνημόνιο και ο λόγος περί κυριαρχίας, σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/961/ent.1961.asp.

 

 

 

 

 

[46] Για όλα αυτά και για τη διαφορά ισχύος και εφαρμογής ή για την "εισαγωγή" μιας διεθνούς συνθήκης στη ελληνική έννομη τάξη ενόψει των άρθρων 36 και 28Σ τις αναλύσεις των Ιωάννου-Ροζάκη-Οικονομίδη- Φατούρου, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα, 1990, σ. 84-100. Βλέπε ωστόσο και τις σχετικές διχογνωμίες της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας της εποχής στον Ν.Ν. Σαρίπολο, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, 1923, τ. Β΄, σ. 388-390.

 

 

 

 

 

[47]Ειδικά για το ζήτημα αυτό με αφορμή το Μνημόνιο βλ. τις εύστοχες επισημάνσεις του Απ. Γέροντα, Το Μνημόνιο και η δικαιοπαραγωγική διαδικασία, ΕφημΔΔ 5/2010. σ. 713, καθώς και εκείνες του Aπ. Βλαχογιάννη, Η συνταγματικότητα του «Μνημονίου» υπό το φως της (αμερικανικής) θεωρίας του δικαστικού αυτοπεριορισμού, www.constitutionalism.gr.

 

 

 

 

 

[48] Βλέπε αναλυτικότερα, Αντώνη Μανιτάκη, Εκχώρηση κυριαρχίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η επιφύλαξη κυριαρχίας κατά το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Σ, ΕΕΕυρΔ, 2003, 741-778 (σ. 770).

 

 

 

 

 

[49] Για τη νομική φύση του Μνημονίου, ως συμβάσεως απλοποιημένης μορφής και για την μη υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 36 παρ. 2 και 28Σ ώστε να χρειάζεται κύρωση βλέπε, Π. Παυλόπουλο, Παρατηρήσεις ως προς τη νομική φύση και τις έννομες συνέπειες του Μνημονίου, www.constitutionalism.gr, καθώς και Κ. Χρυσόγονο, ό.π,.

 

 

 

 

 

[50] Ο ισχυρισμός ότι με το Μνημόνιο επέρχονται «αυτονοήτως εν τοις πράγμασι περιορισμοί στην εθνική κυριαρχία» (έτσι Γ. Κατρούγκαλος, και στις δύο μελέτες του, memoranda sunt servanda, και Το «παρασύνταγμα του Μνημονίου και ο άλλος δρόμος») και ότι θα έπρεπε για τον λόγο αυτό να κυρωθεί με βάση το άρθρο 28 παρ. 3Σ δεν στέκει νομικά: πρώτον διότι το Σύνταγμα ως «περιορισμούς» δεν μπορεί "αυτονοήτως" να εννοεί παρά μόνον τους νομικούς, δεδομένου ότι είναι παράλογο να εννοεί και τους πραγματικούς, για τον απλούστατο λόγο ότι αυτοί δεν παίρνουν τη μορφή συνθήκης ούτε επιδέχονται κύρωση (!) και δεύτερον διότι οι πραγματικοί περιορισμοί δεν είναι βέβαια μετρίσιμο νομικά μέγεθος, ώστε να γνωρίζουμε πόσοι και ποιοι περιορισμοί έχουν εν τοις πράγμασι επέλθει. Προϋπόθεση για να συντρέξει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 28 παρ. 3 είναι "απαραίτητη η ύπαρξη διεθνούς πράξης": Ιωάννου-Οικονομίδη-Ροζάκη- Φατούρου, Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο", 1990, σ. 85.

 

 

 

 

 

[51] Βλέπε τις κριτικές σκέψεις του Γ.Καραβοκύρη, Το μνημόνιο και λόγος περί κυριαρχίας, σε www.constitutionalism.gr.

 

 

 

 

 

[52] Βλέπε επ’ αυτού τις καίριες παρατηρήσεις του Ακρ. Καϊδατζή, “Μεγάλη πολιτική” και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Ένα σχόλιο για τις στρατηγικές τήρησης του Συντάγματος στην εποχή του ‘Μνημονίου’ (http://www.constitutionalism.gr/html/ent/964/ent.1964.asp), ο οποίος επισημαίνει το απρόσφορο και αλυσιτελές της προσφυγής στα δικαστήρια, προκειμένου να κριθούν τα νομοθετικά μέτρα του μνημονίου αντισυνταγματικά, υπογραμμίζοντας ότι σε στιγμές Μεγάλης Πολιτικής, όπως οι σημερινές, ο δικαστικός έλεγχος συρρικνώνεται χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας υποχωρεί, απλώς μετατίθεται από τις πλάτες της δικαστικής εξουσίας στο πεδίο της πολιτικής.

 

 

 

 

 

[53] Έτσι, Κ. Γιαννακόπουλος, Το κράτος δικαίου και η εθνική κυριαρχία μπροστά στο ΔΝΤ, ΕφημΔΔ 1/2010.2, του Ίδιου, Μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης: το «Μνημόνιο» ως αναπαραγωγή της κρίσης του κράτους δικαίου. www.consitutionalism.gr

 

 

 

 

 

[54] Βλέπε τις ιδιαίτερα, επίκαιρες και χρήσιμες, συγκριτικές αναφορές στην αμερικανική νομολογία και θεωρία σχετικά με τη διαπλαστική εξουσία του νομοθέτη σε περιόδους κρίσεων και μεταρρυθμίσεων καθώς και με μια εναλλακτική ερμηνευτική προσέγγιση του Συντάγματος, του www.constitutionalism.gr. Aπ. Βλαχογιάννη, Η συνταγματικότητα του «Μνημονίου» υπό το φως της (αμερικανικής) θεωρίας του δικαστικού αυτοπεριορισμού,

 

 

 

 

 

[55] Ακρίτας Καϊδατζής, "Μεγάλη πολιτική" και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Ένα σχόλιο για τις στρατηγικές τήρησης του Συντάγματος στην εποχή του ‘Μνημονίου’, ό.π.

 

 

 

 

 

[56]Η κλασική συζήτηση μεταξύ Κ. Σμιτ και Χ. Κέλσεν για την την έννοια της κυριαρχίας δεν έχει χάσει την επικαιρότητά της. Μεταξύ της θέσης του Κέλσεν ότι η «έννοια της κυριαρχίας πρέπει να παραμεριστεί ριζικά» και της θέσης του Σμιτ ότι «κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης», αν και έχουν διατυπωθεί πολλές ενδιάμεσες απόψεις, υπάρχει ένα ευρύ περιθώριο ενδιάμεσης συζήτησης.
[57]Βλ. Σχετικά John Hoffmanσ. 78-84, 98-107· Michael Newman, Democracy, Sovereignty, and the European State, St. Martin Press, New York 1996, σ. 4-14. Πρβ. και Jurgen Habermasσ. 47., Après l’ Etat-nation, Fayard, 1998, , Sovereignty, University of Minnesota Press, 1998,

 

 

 

 

 

[58] Για ορισμένους συγγραφείς που ασπάζονται μια κανονιστική πρόσληψη της κυριαρχίας, κελσενιανής προέλευσης, η κυριαρχία δεν είναι ιδιότητα ή χαρακτηριστικό γνώρισμα κάποιου υποκειμένου, αλλά «λειτουργία που ασκείται εξ αιτίας μιας ανάθεσης εξουσίας». «Νομικά η κυριαρχία εμφανίζεται σαν κάτι που χαρακτηρίζει το νομικό σύστημα και όχι τους αποδέκτες του, κάτι που μπορεί να παραχωρηθεί ή να αποσυρθεί, κάτι που διαθέτει το σύστημα ως τέτοιο. Και αυτό το σύστημα δεν είναι άλλο πράγμα από το Κράτος ή την ίδια την έννομη τάξη». «Η κυριαρχία δεν είναι άλλο πράγμα παρά μια αρμοδιότητα ή μια δικαιοδοσία είτε της έννομης τάξης ως τέτοιας είτε μια αρμοδιότητα που έχει παραχωρηθεί από την ίδια την έννομη τάξη» (Louis Favoreu, PatricK Gaia κ.ά., Droit Constitutionnel, Dalloz, 1999, σ. 53 και 56).

 

 

 

 

 

[59] Για τους μετασχηματισμούς της κυριαρχίας ενόψει της ευρωπαϊκής ενοποίησης, Αντ. Μανιτάκη, Το Σύνταγμα της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, Παπαζήση, 2004, σ. 34 επ. και Fl.Chaltiel, La Souveraineté vue par l’Union européenne, σε ‘Evolutions de la souveraineté’, Montchrestion, 2006, σ. 191-202.

 

 

 

 

 

[60]Martin Carnoy – Manuel Kastells, «Η παγκοσμιοποίηση, η κοινωνία της γνώσης και το κράτος», Ο Πουλαντζάς στα τέλη της χιλιετίας, Η Πολιτική Σήμερα, Θεμέλιο, 2001, σ. 393-416 (411).

 

 

 

 

 

[61] Βλέπε σχετικά, Α. Καϊδατζή, «Λειτουργικές επικράτειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εδαφική κυριαρχία των κρατών μελών. Μετασχηματισμός και συνέχεια της έννοιας της κυριαρχίας», ΤοΣ 2007, σ. 51-92.

 

 

 

 

 

[62] Για τις μεταμορφώσεις της κυριαρχίας ενόψει της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ας μου επιτραπεί η παραπομπή σε παλαιότερα σχετικά κείμενά μου: Αντ. Μανιτάκη, Τα δεινοπαθήματα της δημοκρατίας την εποχή της παγκοσμιοποίησης, Ελλάδα- Ευρώπη- Κόσμος στον εικοστό αιώνα, εκδόσεις Προσκήνιο, 2000, σ. 71-86, του Ίδιου, Το νόημα της κυριαρχίας και του Συντάγματος ενώπιον της παγκοσμιοποίησης, σε "Το δίκαιο μπροστά στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης", 2ο Συνέδριο των Ελληνικών Σχολών, εκδόσεις Σάκκουλα, 2002, σ. 69-95.

 

 

 

 

 

[63] Ν.Ν. Σαριπόλου, Περί πολιτείας, Εν Αθήναις, 1921, σ. 53: ("κυριαρχία είναι η απεριόριστος και αποκλειστική ικανότης, από νομικής εννοείται απόψεως, του περιορίζεσθαι δι΄ιδίας βουλήσεως, του αυτοπεριορίζεσθαι ή η απεριόριστος και αποκλειστική αρμοδιότης της αρμοδιότητος, δηλαδή, η απόλυτος αρμοδιότης του καθορίζειν ιδία βουλήσει άνευ νομικών περιορισμών προερχομένων εξ ετέρας βουλήσεως, εκ του δικαίου άλλης πολιτείας, την ιδίαν αυτού αρμοδιότητα". Για την αντιφατική σχέση κυριαρχίας και δικαίου, βλέπε εκτενέστερα Αντ. Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, 2004, σ. 214.

 

 

 

 

 

[64] Αντ. Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔίκ., 2004, σ. 217, του Ίδιου, Τι είναι κράτος, Σαββάλας, 2007, σ. 54, του ίδιου Συνταγματική οργάνωση του κράτους, Γ΄έκδοση, 2009, σ. 115.

 

 

 

 

 

[65] Βλέπε σχετικά Κ. Γώγου, Η υποδοχή της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, όπ. π.,

 

 

 

 

 

International Journal of Human Rights and Constitutional Studies (IJHRCS)

International Journal of Human Rights and Constitutional Studies (IJHRCS)
ISSN (Online): 2050-1048 – ISSN (Print): 2050-103X
http://www.inderscience.com/browse/index.php?journalCODE=ijhrcs
Published in 4 issues per year
Inaugural Issue Call for Papers
more details
IJHRCS initiates and fosters academic dialogue concerning the modern subjects of constitutional law and human rights protection from a global perspective. It provides novel and original material in the fields of current economic and political crises, globalised democratic governance, human rights public policies, the theory and philosophy of rights, comparative constitutional law and the methodology of law.
Objectives
In a multicultural and globalised era, IJHRCS aims to provide for the international academic audience a forum for a fruitful, ongoing and updated dialogue on the contours of modern constitutionalism by bringing together theory and praxis. Thus one the main objectives of the journal is to establish the communication between academics and policy makers, researchers and legal practitioners as well as politicians.
Readership
IJHRCS provides a vehicle to help academics, researchers, policy makers, legal practitioners, law students, politicians and the judiciary working in the fields of human rights theory and protection and constitutional studies to disseminate information, innovative argumentation and updated academic knowledge.
Contents
IJHRCS publishes original papers, conference reports, jurisprudence, book reviews, notes and commentaries. Special issues devoted to important topics of human rights and constitutional studies will occasionally be published.
Subject Coverage
  • International constitutional law
  • International human rights protection
  • Comparative constitutional law
  • Constitutional theory and policy
  • Theory of rights
  • Philosophy of rights
  • Globalisation and governance
  • Constitutional rights, constitutional freedoms
  • Methodology of law
  • Constitutional politics
  • EU constitutionalisation
  • Migration and multiculturalism
  • Democratic deficit theory
  • Political parties and elections
  • Digital participation, e-democracy, e-governance
Specific Notes for Authors
Submitted papers should not have been previously published nor be currently under consideration for publication elsewhere. (N.B. Conference papers may only be submitted if the paper has been completely re-written and the author has cleared any necessary permissions with the copyright owner if it has been previously copyrighted). All authors must declare they have read and agreed to the content of the submitted manuscript. A full statement of our Ethical Guidelines for Authors is available.
All papers are refereed through a double blind process. A guide for authors, sample copies and other relevant information for submitting papers are available on the Author Guidelines web-page.
To submit a paper, please go to Submissions of Papers
All papers must be submitted online. If you experience any problems submitting your paper online, please contact submissions@inderscience.com, describing the exact problem you experience. Please include in your email the title of the Journal.
Editors and Members of the Editorial Board
Editor in Chief
Christina M. Akrivopoulou
Democritus University of Thrace
Department of Political Sciences
Thessaloniki 546 36
GREECE
ijhrconsgmail.com
Assistant Editor
Knut Fournier
College of Europe
Department of International Law
Dijver 11
BE-8000 Bruges
BELGIUM
Assistant Editor
Nicolaos Garipidis
Aristotle University of Thessaloniki
Law School
541 24 Thessaloniki
GREECE
Editorial Board Members
Norberto Nuno Gomes de AndradeNo
European University Institute
Via Boccaccio 121
I – 50133 Florence
ITALY
Magdalena Bielenia-GrajewskaMa
University of Gdansk
ul. Wita Stwosza 55
80-952 Gdansk
POLAND
Vincent Rezzouk-HammachiVi
Université du Mans
6 Villa Vacassy
94410 Saint Maurice
FRANCE
Antonio RuggeriAn
Università degli Studi di Messina
Dipartimento di Scienze Giuspublicistiche ‘T. Martinez’
P.zza S. Pugliatti, P.C.
98122 Messina
ITALY
Shumin SuSh
Beijing International Studies University
School of Law and Politics
Beijing 100024
CHINA
Symeon C. SymeonidesSy
Willamette University
Willamette College of Law
245 Winter Street
57, Salem, OR 97301
USA
Bülent TemelB&
Southern New Hampshire University and Atilim University
Department of Economics
Ankara 06836
TURKEY
Καταχώρηση: 07-05-2012     Κατηγορία: Announcements    

Yesterday

by Yiannis Z. Drossos, Professor of Constitutional Law, Athens Law School

Yesterday

I will tell you the story of my small country, Greece, striving to crawl out of the deep fiscal, financial, economic, socio-political and identity crisis*. To do this, I have to speak also about Europe, in particular the Euro area; my focus however, will stay on Greece.

Soon after September 2009 it was found that Greece is practically bankrupt. But since Greece is part of the Euro area and formal insolvency, for reasons that widely discussed, was not an option. So, the situation we faced was a Greek problem, but not merely a problem of the Greeks. We would not be allowed to bankrupt; a cure would be imposed to us.
This has been done with delicacy. In respect to the country they had to deal with –Greece!- Europeans, before looking into the figures, looked into our century long philosophical glory, and found out that power holders dispose the instruments of persuasion and force; for in dealing with the rude and uneducated multitude [power holders] use the one only as far they can; they do not mingle persuasion with coercion, but employ force pure and simple[1]. Plato, of course.
To overcome (or to contain) the Greek crisis a combination of deep structural measures with a lot of money was needed.
Greece had the institutional instruments to take the decisions deemed necessary, but no money at all. The European Union, and the Eurozone therein, had or could find the money to dump in and ideas on the conditions of its use, but no proper institutional means at all.
So for the Greek part, I will speak about the process of a far reaching internal transformation, triggered somehow in persuasion and compulsion, but, at the end of the day, voluntary surrender to foreign States and institutions of crucial powers usually attached to the essence of national sovereignty. For the European part, it will be about a combined process of decision making and institution building.
***
Somehow my description could remind, remotely, analogous histories of wartimes: a violent external element –the Greek crisis for the Europeans, the European politico-financial intervention for the Greeks- disrupts the existing modi vivendi and operandi in the parties involved and produces new forms, new subjects and new situations.
Yesterday came suddenly
It took us by surprise.
We first perceived that something of extraordinary importance must be taking place, as we discovered that every finger in the world was pointing at us; every single detail of our political life was made instantly breaking news. Never, since the times of Alexander the Great, such global attention was being paid to deeds of the Greek polity.
And –probably with the exception of a total nuclear catastrophe (or, maybe, the Lehman Brothers incident) – not in their worst nightmares could world leaders imagine that their global economic stability was put in dramatic jeopardy by the financial swindles and the debauches of such an economic dwarf.
What has happened?
The moment of truth came soon after the electoral triumph of the Socialists over a Conservative Party departing in disorderly retreat in September 2009. The new government found out that state money is over and sources for more state money are rapidly expiring. On the 2nd and 21rst of 21October 2009, Greece transmitted two different sets of complete Excessive Deficit Procedure (EDP) notification tables to the European Commission (Eurostat), covering the government deficit and debt data for 2005-2008, and a forecast for 2009. In the second notification, the Greek government deficit for 2008 was revised from 5.0% of GDP (the ratio reported by Greece and validated by Eurostat in April 2009) to 7.7% of GDP. At the same time, the Greek authorities also revised the planned deficit ratio for 2009 from 3.7% of GDP (the figure reported in spring) to 12.5% of GDP. In simpler English: Greece cannot finance her subsistence in the Euro area without radical external involvement; the Euro area cannot secure its present and future without somehow resolving, or at least containing the Greek crisis.
For Greece, the data of the verdict became final early January 2010, with the submission of the European Commission’s Report on Greek Government Deficit and Debt Statistics[2], a Report prepared in response to a Finance Ministers Council requirement of 10 November 2009.
The Report is shocking and dreadful. It reports “evidence of severe irregularities […], including submission of incorrect data[…] lack of independence of the [Greek National Statistics Authority] from the Ministry of Finance; […] non-transparent or improperly documented bookkeeping […] absence of written documentation or certification (in some cases, exchange of data by phone); […].” It attributes the lack of quality of the Greek fiscal statistics to two different sets of problems, the first concerning concerns methodological weaknesses and unsatisfactory technical procedures, while the second “results from inappropriate governance, with poor cooperation and lack of clear responsibilities between several Greek institutions and services responsible for the EDP notifications, diffuse personal responsibilities, ambiguous empowerment of officials, absence of written instruction and documentation, which leave the quality of fiscal statistics subject to political pressures and electoral cycles.”
***
The revelation of the dark truth emerged as an Apocalypse. Its awareness by us Greeks triggered different feelings, from speechless astonishment to outcries of despair. At the beginning with a sense of uniqueness: we always knew that we were the epicenter of the world, now the world also knows.
Later on, we were administered the first measures. Most we felt the bitter cuts of long lasting social acquis (such as in the health care system and the pension system), the dramatic cut of salaries, the not less dramatic increasing in the loss of jobs in both the public and the private sector, the overall recession, the social and political destabilization, the even bitterer realization that our political élite was, by and large, a substantial part both of the cause of problem and of the problem itself. Then came the second wave of measures even tougher, then the next and the next, then the open ended preparation of even more measures. And then it was also the news that far too many international mass media, many of them following the steps of some German völkisch frontrunners, systematically cultivated the picture of the Greek as fraudulent, lazy, cheater; a worthless creature, living on the industrious sweat of the clean and honest Europeans, the Northerners in particular. A weird feeling that a rather small people (this time not the same one as seventy years ago), ethnically identified, once again, is made responsible for the evils of the whole Universe.
The solidarity gestures, such as movements of the type “We are all Greeks!” gave us a moral consolation. So did also opinions voiced by several politicians, in particular of the Left part of the spectrum, that Europe’s brutal austerity medicine is too strong, too bitter, vindictive and malicious and maybe not too effective (if not disastrous) for Greece.
Sweet sounds, but with no real impact on the course of events. Until, all at once, we discovered that all out modes and ways of lives thus far simply belonged to a p past that would never return.
In the end, almost every one of us, thinking for himself, had found that yesterday all my troubles seemed so far away. Now it looks as though they’re here to stay, so I believe in yesterday. Suddenly, I’m not half the man I used to be, there is a shadow hanging over me. Yesterday came suddenly, now I need a place to hide away, now I long for yesterday.
The complicated ways of the instituted Europe
Neither EU nor the Euro area had the institutional means to treat a defaulted Greece the way the US Federal Government has treated a defaulted California. Also, neither EU nor the Euro area members were entitled to print money, to issue European sovereign bonds, to finance with European state money other Euro zone countries’ sovereign debts. Article 125 of the Treaty of the Functioning of the European Union [TFEU] is a simple and pure ‘no bail-out clause’[3].
To tackle the crisis the Europeans had to be innovative. They combined, in a complex parallelism of decision making and institution building process and an extremely complicated, but still workable manner, EU-law provisions and institutions with instruments of typical international agreements and all shorts of a-typical international understandings.
The general idea was that the Euro area countries, not the EU or any EU institutions, in cooperation with the IMF, would secure the bail-out of the Greek loans and Greece’s refinancing. If necessary other recipients would follow. In exchange, the recipient country should adopt and implement a very tough program of austerity measures and structural reforms, under the most tight surveillance and strict conditionality, and accept payments in tranches adjusted to the pace of the acceptance by the lenders of the country’s analogous progress with regard the measures and the reforms. It was a process guided by a Germany assisted by France.
The idea would be materialized through a hybrid construct, combining European Union law and institutions, international agreements among the Members of the Euro area, agreements with IMF, a-typical, but very effective memoranda of understanding with the state in request of the assistance, securing the conditionality of the economic assistance and a very tight surveillance combined with a very detailed advice-giving mechanism on the spot, i.e. in the recipient country. The hybrid would operate whenever a Euro area Member state was “experiencing or threatened with, a severe economic or financial disturbance caused by exceptional occurrences beyond its control”. After establishing such support mechanisms, the Euro area countries adopted new rules of strengthened economic governance of the Euro area.
Three kinds of support mechanisms have been created; two of them on May 9th 2010, while the third one was finalized on February 2nd, 2012.
The first one was a “mechanism”, meant to offer “a solid safety net for Greece” and to “provide stability for the Euro area”. It was called “European Financial Stabilization Mechanism” (EFSM). Not an entity in its own, but only a credit line, EFSM was endowed with 110 billion euro, and has been used for Greece only. The second one was a company (a societé anonyme), agreed by the Euro area countries as its shareholders, the EFSF, endowed initially with 440 billion euro which were later raised to 780 billion. It was called “European Financial Stability Facility” (EFSF) and was designed to serve the same purposes as EFSM under the same institutional conditions.
The institution of two different forms of one and the same facility adopted in the very same day can only be explained by the obvious purpose to have the Greek case presented as a kind of specific case that was being treated specifically by the EFSF. EFSM was Greek and abnormal; EFSF was European and normal. And it was through EFSF that, some months later, Portugal and Ireland received their corresponding financial assistance. Later on, in return to a situation aspired to be more stable, also Greece applied to EFSF and received her financial assistance received in the framework of its Second Memorandum of Understanding[4].
The third support mechanism is conceived to be of more permanent character. Based on the political decision of by the European Council of October 28-29, 2010, it has been instituted by an intergovernmental Treaty among the Euro area members, signed in its final version on February 2nd 2012. It went together with a limited change in the TFEU, permitting the Euro area members to create this mechanism but not touching the untouchable non bail-out clause. It is named the “European Stability Mechanism” (ESM), it is meant to operate as a “permanent crisis mechanism to safeguard financial stability of the euro area as a whole[5], and it has been given the form of an “international financial institution” with proper authorized capital stock of 700 billion euro was created. Under the terms of its constitutive Treaty, in 2013 ESM “will assume the tasks currently fulfilled”by the EFSF and EFSM[6].
Apart from financial support mechanisms, the crisis has produced also economic governance structures. These have been initiated on December 9th 2011, when the Heads of State or Government of the Euro area decided to proceed to “a new fiscal compact“ for the Euro area, open to the rest of the EU Member states, and towards a strengthened economic policy coordination and the development of stabilization tools. This new fiscal compact was realized in the form of the Treaty on Stability, Coordination and Governance in the Economic and Monetary Union, an international treaty signed by 25 out of the 27 EU Member states on March 2nd, 2012 and under ratification in accordance with the respective constitutional provisions of the signatories. The United Kingdom and Czech Republic did not sign.
Unlike EFSM, EFSF and essentially also ESM, it is not an instrument designed to face crisis situations, but an operational framework, in which, due to the new by far tighter rules of central economic governance and the correspondent withdrawal of its signatories from their corresponding national –sovereign?- competences, no such crises are anticipated. The whole concept of this Treaty is based on the assumption –a heavily questioned assumption- that strict economic policies secure development and full employment.
The case “Greece”
The finances
In the critical year 2009 the Greek sovereign debt was as high as 298.706 billion Euros. It became 328.588 € in 2010 and 365.638 in 2011 € and is still raising. Economists generally admit that a sovereign debt is unsustainable with a lending rate higher than about 6%. Before the outbreak of the crisis, e.g. on September 15th, 2009 Greece could borrow from “the Markets” at about 3.3% interest rate. At the beginning of May 2010 it was already about 9%. On July 21rst it was 16.5% for the Greek 10 years bonds (while for the German it was just 2%). The very same day the European Council fixed Greece’s lending rate under EFSM at approximately 3.5% for the whole agreed period of time[7]. Notwithstanding the measures adopted by Greece under EFSM in the summer of 2011, the interest rate kept skyrocketing: On September 7th, 2011 Greece’s lending rate offered by “the Markets” was raised as high as 20.07%, while early March 2012, the days when the Greek Parliament was discussing the Memorandum II and PSI, the country’s lending rate was about 35%![8] So, without entering into a kind of mechanism securing the Greece’s financing not in market terms, Greece could simply not sustain her economic survival in the Euro area.
The substantial content
The best introduction to measures imposed to Greece in exchange for the financial assistance it has received and is receiving under EFSM and EFSF are the titles of the relevant Council’s Decisions as they figure in the Official Journal of the EU. They are quite impressionistic: “on the excessive deficit of Greece[9][13]”, “amending Decision 2010/320/EU addressed to Greece with view to reinforcing and deepening fiscal surveillance and giving notice to Greece to take measures for the deficit reduction judged necessary to remedy the situation of excessive deficit[14]”.”, “establishing whether effective action has been taken by Greece in response to the Council Recommendation of 27 April 2009[10]”, “making public Recommendation 2010/190/EU with view to ending the inconsistency with the broad guidelines of the economic policies in Greece and removing the risk of jeopardizing the proper functioning of the economic and monetary union[11]”, “giving notice to Greece to take measures for the deficit reduction judged necessary in order to remedy the situation of extensive deficit[12]”, “addressed to Greece with view to reinforcing and deepening fiscal surveillance and giving notice to Greece to take measures for the deficit reduction judged necessary to remedy the situation of excessive deficit
It should not be very difficult to imagine what lies beneath such titles: a very important for our size loan facility –ultimately more than 200 billion euro- and a very tough austerity and reform program under a very tight control. The general idea is to give us some a real breathing time and space so as to have a fair chance of getting back in line. Otherwise, how would our common currency be secured and our debtors have their money back?
The first set of measures was the Economic Adjustment Program for Greece of May 2010. It consisted of an articulated package of measures and a 110 billion euro loan at a quite convenient 3.5% interest rate. We remember it as Memorandum I[15]. Notwithstanding its five Reviews of the measures (not affecting the amount of the loan), within less than a year, the measures provided in Memorandum I proved to be unrealistic. Conceptual mistakes? Formalistic naivety of the often too sure about themselves international executives? Structural inability plus political unwillingness of the Greeks? Whatever.
On October 2011 a Second Economic Adjustment Program was decided. It was formally finalized early March 2012. It is known as Memorandum II[16]. It largely substitutes Memorandum I, replacing its already specific commitments by even more elaborate ones, up to, in most of the cases, minute details and exact time schedules.
The financial assistance has taken the form of a Voluntary Liability Management Transaction with private investors’ involvement [PSI], better known as “haircut”. 54,3% of Greek debt was “haircut” combined with an additional loan facility amounting about of 108 billion Euros, 80 billion through the EFSF and 28 through IMF[17].
The Memorandum II has been made binding Greece by the Law 4046/2012 of 14th February 2012. Law 4046/2012 as such is a very short piece of legislation; its value lies in the approval of the about 580 pages annexed set of four agreements plus their many Annexes and Schedules, a Memorandum of Understanding consisting in three sub-memoranda plus their Annexes and several letters of intent. Half of these pages are in English, which is the only official language of this corpus; the rest if the Greek translation.
I will now try to give you some indicative pictures of the content of the structural reforms as they figure in the Memorandum II. It’s definitively not a full account; it’s rather introductory examples for to the remarks that will follow.
Regarding to the fiscal policy, the Greek government will undertake “bold structural spending reforms”, the “bulk of adjustment” to be achieved through expenditure cuts aiming at permanently reducing the size of the state and improving government efficiency. Key reforms, include public sector wage bill reductions, reform of the public sector employee compensation, personnel reductions, pension reform entailing lower and more difficult pensions, cuts in the health spending in order to bring pharmaceutical spending closer to levels in other European countries.
Tax system reforms are prioritized as well, and so does the strengthening of fiscal institutions since Greece is considered “to have has for many years suffered from a widespread problem of nonpayment of taxes, eroding the fairness of the system and forcing less growth-friendly policy measures, such as high tax rates”. Anti-money laundering tools into the Greek anti-tax evasion strategy are envisaged.
A long range privatization program is undertaken with the aim “to accomplish a fundamental shift of public assets to private sector control”. The assets are identified, one by one, and the preparations undertaken for the offers for sale or concessions are set in the utmost detail, we the remark that the Greek government remains “committed to a process insulated from political pressures”. Other “structural reforms” include a “package of labor market measures”, all of them around the idea of “leveling the playing field in collective bargaining”, and substantial cuts in the wages of the private sector.
The Memorandum finds that “Greece’s judicial system is highly inefficient, with significant backlogs despite a relatively large number of courts and judges. Complex judicial procedures, cumbersome execution of court decisions, lack of transparency, and disconnect between court performance and budgeting, have negatively affected FDI, other private investment, entrepreneurship, exports, and employment” and, in this regard, government undertakes to focus its efforts on addressing the case backlog in the courts, speeding up civil and administrative case processing, improving the effectiveness and transparency of magistrate courts, reforming the Code of Civil Procedure.
The measures are heavily criticized under several angles: They are too bitter, even brutal, they are leading the country’s economy in a vicious circle of recession with no visible way out, some of them are nothing more than naïve transpositions of dogmatic ultra-liberal conceptions, in no touch with Greek reality etc. The discussion on the merits of the measures is an ongoing discussion, to be resolved not only by exchange of arguments, but also with the practical outcome of the measures after some more time of their implementation. I will not enter this discussion here, since my main task is to present the measures; I have to mention, however, that all the criticisms of them taken into account, the measures are still the only real political project of transformation of the country in real process of application. This is not a compliment to a yet untasted set of policies but a criticism to our inability to have a political project of our own when we most needed it.
A set of multiple systems of control and surveillance
Greece has undertaken not to change her commitment not only to the measures enumerated in the Memorandum, but also to additional ones, if deemed necessary. The Program provides for 16 structured quarterly reviews for the four years of its duration, which will “reach understandings on any additional measures that may be needed to achieve its objectives”, a euphemism for the clear threat: do or starve! Possible new measures will not have to be adopted by the Greek Parliament: law 4046/2012 empowers the Minister of Finance to transmit them to Parliament just “for information[18].” In addition, top European figures, like Merkel, Sarkozy, Schaeuble, Junker and others have insisted and obtained written commitments, taken in person by the leaders of the main political parties, i.e. the Socialists and the Conservatives, that their parties will the honor the commitments undertaken by Memorandum under any circumstances, including any electoral result. To that extent, elections don’t matter.
But also law doesn’t matter. Annexes 5 of PSI LM Facility Agreement, and 4 of European Central Bank Enhancement Stability Facility Agreement and of the Bond Interest Facility, adopted by the already mentioned Law 4046/2012 include rather elaborate forms of legal opinions to be issued “on official letterhead of the Legal Advisor to the State at the Ministry of Finance”, stating that all Greek authorities are “validly and irrevocably committed to fulfill” all their obligations under the relevant Agreements and that the relevant Agreements have been “duly executed” and the relevant obligation undertaken by the Greek side are “valid, binding and enforceable”.
The Troika, a three headed directoire, composed by one officer of the European Commission (representing the Member States of the Euro zone), one of the European Central Bank and a representative of the IMF, settled in Athens with their numerous staff, are following, literally day by day, the implementation of our commitments. It’s on the basis of their reporting that the tranches of our loans are or are not disbursed.
Sometimes competent, other times dogmatic, sometimes arrogant and impolite, other times flexible and polite, a legion of technical advisors or controllers are throwing deep roots. A kind of economic occupation squadron, with the difference that they formally take no decision enforceable in Greece –there are just Europe’s little helpers. In addition, since September 2011 a few dozens of EU officers, situated in Athens and in Brussels are offering extensive (and effective) technical assistance” in the implementation of the Measures. They are “the Task Force.”
Further on a system of benchmarks, dates to achieve and tasks “prior to disbarment” is installed. The Program includes not only the measures, but also the consequences for not meeting them.
Some glosses on the Greek case
Sovereignty and Constitution
The developments in the years after 2009 have smashed our constitutional substance, while strengthening our constitutional forms. A reversal of the traditional functioning of our national sovereignty, as expressed in and by a Constitution (and ours is not an exception) has taken place.
Our European counterparts interfere as strongly and as deeply as I have just described. To the extent of this interference, our Constitution is preempted of its substance as the legal foundation of our power to take and implement democratically legitimated decisions in the fields covered by the Memorandum. However our constitutional forms are strengthened.
Typically, Olli Rehn, the Vice President of the Commission, responsible for Economic and Monetary Affairs and the Euro, repeated in the European Parliament a phrase taken up from the official texts:
The program of the economic reform is a program owned by Greece. The troika has helped in its design […] on behalf of those who finance the Greek state by loans of vast magnitude […] the EU-IMF troika can facilitate, enable and support –but at the end of the day, it is Greeks themselves who need to take the action to reform their country and curry the responsibility for it.[19]
In short, the external features of the excersise of our sovereign powers –the garments of our sovereignty- intact, protect somebody else’s prerogatives form the internal value –the body- of our sovereignty. A fascinating reversal, isn’t it?
Trends, feelings and political impacts
In a previous text of mine, which, in view of the present Workshop, has been made available to you, I discuss the trends generated by the change of 2009[20]. Generally, the Measures have set the political agenda –ultimately, it’s a yes or no-, the social agenda and personal and family agendas.
The Measures could not be sustained by the Socialist majority in Parliament, but the Conservative opposition, initially in fierce struggle against them, had to change their attitude, and support them. Mid-December 2011, the Socialist Party had to give up the office of the Prime Minister and accept early elections –just after the completion of the necessary steps to put the Measures and the correspondent financing in motion.
The Measures have set new division lines transcending the whole of the political spectrum: it’s pro-Memorandum and anti-Memorandum. Last March 2nd, 45 Members of the Parliament belonging to the Socialist and Conservative Parties supporting the Government coalition under the highly respected banker Lucas Papadimos, did not vote for Memorandum II and where ousted from their parties. One of the three major Left Parties, although not voting for the Measures, sent the clear message that it considers them a binding fact, on the basis of which it does not exclude post-electoral governmental cooperation.
The new division line creates new affinities, sometimes odd ones. The people is meeting the nation: democracy meets populism and nationalism meets patriotism.
Several elections are scheduled for months to come, in Greece (next month) and elsewhere. It makes more sense to continue this part of the discussion after.
Our feelings oscillate. Sometimes we identify ourselves with victims of a cruel injustice (expecting the compassion and solidarity due to such victim), sometimes with the perpetrator of an atrocious crime (in fear of the just punishment), sometimes with both. Last this year I happened to be one of the examiners for the Greek administrative Judiciary. The subject I proposed for the written exams was about the well known Dominique Strauss-Can sex incident in New York. The 337 candidates competing for 95 posts (including posts for our Supreme Administrative Court) were asked to present legal and general comments on the publishing of pictures of the former General Secretary of the IMF, charged for felony caught in act and walking his perp-walk to a New York Court “in handcuffs and in miserable condition.” They have been asked to comment from the points of view of human dignity, freedom of information, freedom of opinion and the presumption of innocence. In their effort to balance the in-balanceable several dozens of the candidates expressed, in plain words, the opinion that les péripéties de la vertue of Mr. Strauss-Can justified a malevolent satisfaction of the Greek public opinion on his suffering, because of the misfortunes the IMF had imposed to us. Most of the same candidates however –in line with a widely European approach of the matter- disapproved the publication of the pictures in clear compassion to a victimized Monsieur Strauss-Can. A sentiment of just punishment of the evil one? A sentiment of solidarity to a suffering dignity?
Why?
The Measures have shaped our past, as well. Light is being shed on corners of our past, darkness is brought into light, and light does not show beauty. It’s not just corruption (with regard to which, he who is without sin, let him first cast the stone); it is a whole social and political system that proved to have worked perverse.
Basically, the Constitution of 1975 has functioned efficiently. A product of the democratic explosion following the collapse of the US and NATO supported fascist military junta in the 1974, our democratic Constitution of 1975 endorsed and incorporated all the imperatives of a constitutional state of art of the time. Modeled and in line with the most respectful traditions of the classical European republicanism, highly influenced in particular by the Italian and German Constitutions of the late forties, our Constitution has offered everything needed and expected to host the democratic allegrésse of this happy year 1974. We started to enjoy of freedoms that we were deprived of not just during the seven junta years, but also, although at different level, decades before. In happy addition, we swiftly and proudly introduced, translated properly in Greek language, the whole universe of the endless thousands of pages of primary and secondary European legislation. Side by side to our blue and white flag we proudly raised the Star-spangled Banner, the good one, that in navy-blue color with the yellow stars inside. 35 years of smooth constitutional and European normalcy passed and seemed to us an everlasting nirvana.
What happened then?
This type of question is not new to us. Early enough, Pavlos Kalligas, one of the brightest Greek legal scholars of the mid 19th Century wonders
[…] is it possible while always turning towards the adored prototypes, without also examining the society which you are working for, […] is it possible to ripen a fruit that can be tasted by that society?[21][T]he word Constitution and all its translations, which the Greek mind has not substituted with original elaborations, mean nothing to the Greek; he does not see anything in these but the interest of those who propose them […] [w]hatever [the translator] translated he considered it immediately also Greek, while only the translator and his colleagues understood it […] [he] transposed the Constitutions and the political régimes, and after that he could not understand how come and they were not implemented, while neither in the orthography nor in the vocabulary was there any mistake[22].
If the translation was correct, what was wrong?
It’s premature and unwise to offer certainties; so just one remark.
In a democratic ivresse that had captured all and every one of us in that summer of 1974 the noblesse of the politics encapsulated all our good hopes: if democracy will function –and then Europe!-, prosperity will come. By itself. But it didn’t.
Due to easy public money, a full reversal of the relation between the political élite and their electorate occurred, at least during the last two decades: it’s the people’s whimsies that set the critical actions and omissions in the political agenda, not the substantial proposals of the political leaderships.
In the course of the years our faith in politics and democracy degenerated into a lust for whatever could be attributed to the “people”. Gradually and imperceptibly. The cult of all sorts of individual egotistic situations (often loudly professed in the language of ‘human rights’) emerged and went in pair with a kind of collective sub-egoisms (often loudly dressed in the Left looking rhetoric of a social acquis).
This affected also our generalized attitude towards the state. In Borges’s refined terms, the Argentinean (the citizen of another country assisted under IMF recipes), does not identify himself with the state, because the state is for him an unthinkable abstraction:
The state is impersonal; the Argentinean is able to conceive only personal relations; hence for him the theft of public money is not a crime. I am affirming a fact. I’ m neither justifying not forgiving it.”[23]
So do I, for us Greeks.
Mega-money, consisting in European or, largely lent, Greek public moneys has set, in a plethora of parasitic giving, our consumption standards and life-style ethics; not our production. At a strategic depth, the absorption these moneys has been taken mainly as a result of the shrewd astuteness of the Greek since the times of the cunning Ulysses and not as a result of a participation in a producing Community of global dimensions. So we didn’t lose any sovereignty by singing the Memoranda; we gave it away gradually, tacitly, by not producing, by arrogantly squandering opportunities while imprudently wasting wealth and resources.
In the wording of one of our best contemporary political philosophers, Panajiotis Kondylis,
the concrete functioning of the Greek political system […] ended up to constitute the basic impediment for the national and economic development; and not only: it became a vehicle of selling out the country, in exchange for the ability [of the political system] to proceed to material givings in exchange for givings in votes.[24]
Is it only our fault?
No, it is not. To consider the Greek case as a kind of uniquely specific one is wrong. The financial crisis is global, and it would affect Greece anyway. After all, in absolute figures, the Greek debt in 2009 was about 300 billion euro; a non negligible amount of money. But compared with the overall Euro area debt, it was about 24 times smaller and compared with the EU debt more than 29 times smaller. In percentage, it was only 4.3% of the Eurozone’s sovereign debt while Greece was producing 2.6% of the Euro area GDP. As part of the world sovereign debt, the Greek debt was less than 1%, just a tiny 0.98%[25]. So, what’s the big in the deal? There must be something huge in the deal, otherwise how can we explain Obama discussing Greece, with Merkel, on TV, in front of the White House, and reassuring the Congress (and the demonstrators in front of it) that, no, US is not Greece.
But, like I said, I’m here to talk about Greece. Apart from this rather presentational aspect, there is another, more substantial one: for us Greeks, to seek refuge in the global character of the crisis and avoid looking at frightening sights of our collective social and political self is a mistake that we are too small to afford.
However, I have one last point to draw your attention on. The quality of fiscal statistics might have been left subject to political pressures and electoral cycles, Commission says, yes. In the year 2004 the Council Decision 2004/917/EC had put Greece in the position of excessive deficit under Art. 104 par. 6 of the Treaty establishing the European Community[26]. Three years later, by the Council’s Decision 2007/465/EC[27], following the recommendation IP/07/97 dated 16th May 2007[28], has found that “the excessive deficit situation in Greece has been corrected” and abrogated the previous decision. In the Commission’s recommendation is written that “the Greek statistical authorities have improved their procedures, which led to an overall higher quality of the data. As a result, the Commission (Eurostat) has withdrawn its reservations on the quality or the reported data.”
Junker has congratulated us for the recovery of our economy, Merkel declared that Greece’s growth rate, was “a dream for the Germans.[29]
Two months after elections were held in Greece and the party friendly to Baroso, Junker, Sarkozy, Merkel etc scored an glorious victory on the basis that yes, we have restored economy, yes we can spend for the people because yes, “the Markets” –rating us with a A+ or A or A- do trust us. And between 2007 and 2009 we did borrow a hell of money[30].
Let’s take the Commission’s statement and the Council’s decision seriously. Either the Greek authorities, statistic or other, have changed, between 2007 and 2009, their code of ethics, and turned upside down, and became the bunch of cheaters the Commission has found out two years later 2010. Or, which seems more convincing to me, it is our main accusers of today –the very same people, in person , who praised us then- that are nothing more than an irresponsible bunch of incompetents of just cheap liars.
This does not even slightly alter the fact that we have been spoiled, imprudent, maybe the jerk of the day and that we have a price to pay for that. However, an easy prey doesn’t turn the vulture that devours it anything less than the beast that it was before.
***
Hans Castorp
That was our story. We, now matters settled, seem to withdraw into the dusk of normalcy, into the oblivion of the world-relevant TV channels, to feed studies, cases, PHDs, novels and even some films. Thank you for your attention!
But what was the type of your attention. Trying to elaborate on this matter of the utmost importance to me I stumbled on Thomas Mann’s The Magic Mountain. There we follow, minute by minute, step by step, point by point, page by page in the long more than 750 dense pages of the German edition, young Hans Castorp’s illness and recovery in a world class sanatorium in the Davos, in the Highlands of Switzerland. Brought back is in the way of health, he has left the sanatorium and he is gradually losing our attention. Suddenly we see him, once again for a last time. With his health restored, he is been sent to the front. He fights.
There is our friend, there is Hans Castorp! We recognize him at a distance […] Like all the others he is wet through and glowing. He is running, his feet heavy with mould, the bayonet swinging in his hand.[…]. What? [He is ] Singing? As one sings, unaware, staring stark ahead, yes, thus he spends his hurrying breath, to sing, half soundlessly:
‘And loving words I’ve carven
Upon its branches fair-‘
He stumbles. No he has flung himself down, a hell-hound is coming howling, a huge explosive shell, a disgusting sugar – loaf from the infernal regions. He lies with his face in the cool mine, legs sprawled out, feet twisted, heel turned down. The product of a pervert science laden with death […]
Farewell, honest Hans Castorp, farewell, Life’s delicate child! Your tale is told. We have told it to the end, and it was neither short nor long, but hermetic. We have told it for its own sake, not for yours, for you were simple. But after all it was your story, it befell you, you must have more in you than we thought; we will not disclaim the pedagogic weakness we conceived for you in the telling; […]
Farewell –if though livest or diest! Thy prospects are poor. The desperate dance, in which thy fortunes are caught up, will last yet many a sinful year; we should not care to set a high stake at the time it ends. We even confess that it is without great concern we leave the question open […][31]


*Basically, this presentation consists of further elaborations, with inclusion several new factual elements, in line with a previous text of mine, Yiannis Z. Drossos, Greece. The sovereignty of the Debt, the Sovereigns over the Debts and some Reflections on law, IGLP Working paper series, 2011/#7 [= Drossos, IGLP]. It also reflects approaches presented in my texts Συνταγματικός λόγος και οικονομική κρίση, Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, τευχ. 6, 2011, σελ. 764-778 and Το Μνημόνιο ως σημείο στροφής του πολιτεύματος σε The Book’s Journal τευχ. 6, Απρίλιος 2011, σελ. 41 επ. and in www.consitutionalism.gr
[1] Plato, Laws, 722 b, transl. by Benjamin Jowett, Internet Classics Archives
[2] COM(2010) 1 final, dated 8.1.2010
[3] In the terms of Art. Par. 125 TFEU, “The Union shall not be liable for or assume the commitments of central governments, regional, local or other public authorities, other bodies governed by public law, or public undertakings of any Member State, without prejudice to mutual financial guarantees for the joint execution of a specific project. A Member State shall not be liable for or assume the commitments of central governments, regional, local or other public authorities, other bodies governed by public law, or public undertakings of another Member State, without prejudice to mutual financial guarantees for the joint execution of a specific project”.
[4] In more detail, infra.
[5] Conclusions of the European Council in EUCO 25/1/10, REV 1, CO EOU 18 CONCL 4, dated 30 November 2010.
[6] In some more detail: Operating under the pressure of the imminence of the Greek crisis, the Euro area leaders, in a statement “on the support to Greece by the Euro area Member states”, issued on March 25th, 2010, (to be found in www.europa.eu) have set from the very beginning the institutional foundations for their actions.
EFSM which, in Commission’s President Manuel Baroso’s inconsiderate but enthusiastic wording, “offered a solid safety net for Greece and provides stability for the Euro are” to accommodate the initial needs of financial assistance to Greece, which, on 23 April 2010, asked for this assistance and stepping out of the financial markets. The “mechanism” was more or less a modus operandi of the basic concept for the assistance: international agreements among the Euro area countries, participation of the IMF, loan facilities administered by the ECB, conditionality expressed in and by the Memorandum of Understanding signed with Greece. On May 9th 2010, the “mechanism” was institutionalized and was given the name “European Financial Stabilization Mechanism”, EFSM. EFSM was not an entity in its own, but only a credit line, operating in the general framework just described. ESFM was endowed with 110 billion euro, and was used for Greece only.
EFSF the structure was decided the very same day with the first. In the form of a company (a societé anonyme), agreed by the Euro area countries and incorporated in Luxembourg, the EFSF, endowed initially with 440 billion euro which were later raised to 780 billion, was designed to serve the same purposes as EFSM under the same institutional conditions. As worded in the Preamble of the Framework Agreement concluded by EFSF (the company) and the Member states of the Euro area (its “shareholders”) on June 7th 2010, the “financial support to euro-area Member States shall be provided by EFSF in conjunction with the IMF and shall be on comparable terms to the stability support loans advanced by euro-area Member States to the Hellenic Republic”.
ESM has been decided by the European Council of October 28-29, 2010 as a “permanent crisis mechanism to safeguard financial stability of the euro area as a whole”[6] and went together with a limited change in the TFEU, permitting the Euro area members to create this mechanism but not touching the untouchable non bail-out clause of the Treaty. By a Treaty signed by the Euro area members initially on July 11th, 2011 and then, in a more elaborate form, on February 2nd 2012 the “European Stability Mechanism”, the ESM was created. ESM in an “international financial institution” located in Luxembourg with a liaison office in Brussels. ESM “will assume the tasks currently fulfilled”by the EFSF and EFSM. Its proper authorized capital stock will be 700 billion euro. ESM capitalizes, in a more elaborate form, the ways and experiences acquired by the bail-outs so far offered to Greece, Portugal and Ireland. Procedures and conditionality are formalized. Also, the ESM Treaty takes seriously into account the possible participation of private sector in processes of financial assistance (PSI), so it provides for Collective Action Clauses (CACs) to be included in the new euro area government securities.
[7] Noteworthy point: the Euro area assisters lend money, they don’t lose money. So, in the example of the Germans, it’s still a loan, they make some profit out of it, however it is a loan that could entail risks even for Germany, in the occurrence of a highly improbable at the present day, but theoretically always possible Germany’s negative the evaluation by “the Markets” in the future, leading Germany to borrow at interest rate higher than 3.5% and lend Greece at only 3.5%. But, as mentioned, for the moment, such a development remains theoretical.
[8] In thankful appreciation to the Bank of Greece for the statistical figures made available to me YZD
[9] Decision 415/2009 of the Council of 27 April 2009, O.J. L 135/21, 30.5.2009
[10] Decision 2010/291/EU of the Council of 19th January 2010, O.J. L 125/50, 21.5.2010
[11] Decision 2010/181/EU of the Council of 16th February 2010, O.J. L 83/12, 30.3.2010,
[12] Decision 2010/182/EU of the Council of 16th February 2010 O.J. L 83/13, 30.3.2010
[13] Decision 2010/320/EU of the Council of 10th May 2010, O.J. L 145/6, 11.6.2010
[14] Decision 2010/486/EU of the Council of 7th September 2010, L 241/12 14.9.2010
[15] For a first outline of the first generation of the Measures, see Drossos, IGLP, p.10, f.f., 13 f.f.
[16] The integral text of the Second Memorandum can be found in the official IMF website, under “Greece: Letter of Intent, Memorandum of Economic and Financial Policies, and Technical Memorandum of Understanding, March 9, 2012”. It can be also found as Annex in Law 4046/2012, published in the Greek Official Gazette A 28, of 14th February 2012 in English, which is the official language and in Greek.
[17] Details in Law 4046/2012 (above annot. 19), Annex I, PSI LM Facility Agreement, Annex II,Co – Financing Agreement, Annex III, ECB Credit Enhancement Facility Agreement, Annex IV,Bond Interest Facility and the Annexes and Schedules attached thereto.
[18] Art. 1 par. 5 of Law 4046/2012
[19] Press release of the European Commission on European Parliament’s the Joint Hearing on Greece, held in Brussels, March 27, 2012, to be found through www.europa.eu
[20] Drossos, IGLP, p. 15 f.f.
[21] Pavlos Kalligas, I exandlisis ton kommaton, iti ta ithika gegonota tis koinonias mas [=The exhaustion of the parties, namely the moral facts of our society], Athens 1842 (reprinted, Athens, 1993), (in Greek) [=Kalligas], p. 42, see also Drossos, p. 175
[22] Kalligas, p. 43-44, 29, see also Drossos, p. 175-6
[23]J. L. Borges, The history of tango, (1930), quoted from J.L.Borges, Essays, translated into Greek and commented by Achilles Kyriakidis, Athens 2007, p. 38. The quoted text is retranslated into English by me –Y.Z.D.
[24] Panajiotis Kondylis, The cachexia of the bourgeois element in the modern Greek society and ideology (in Greek). Introduction to the Greek edition of his book “Der Niedergang der buergerlichen Denk- und Lebensform” (1991). Posthumously published also separately under the editors’ title “The reasons of decay of Modern Greece” (in Greek, 2011). Cited passage translated by me.
[25] In the critical year 2009, the Greek sovereign debt was 4.3% of the sovereign debt of the 17 countries Eurozone, 3.51% of the sovereign debt of the 27 countries European Union and 0.98% of the sovereign debt of all the countries of the world. The Greek sovereign debt was 426,723 billion dollars (298,706 billion €), while the Eurozone’s 17 countries’ 9.919,965 billion dollars (7.125.818,90 billion €), the EU 27 countries’ 12.158,206 billion dollars (8.779.319,10 billion €) and the world’s 43.625,198 billion dollars.
In billions dollars the same year Greece’s gross domestic product [GDP] was 327.331, the EU 27 countries 16.242,027, the Eurozone 17 countries 12.442.416 and the world’s 57,722.086. In percentage, the Greek GDP was 2.63% of the Eurozone countries, 2.00% of the European Union countries and 0,57% of the world. [Source: IMF]
In 2009 Greece’s sovereign debt was 127,1% of her GDP while the Eurozone’s only 79,727%. [Source: BoG]
[26] O.J. L 389, 30.12.2004, p. 25
[27] O.J. L 176, 5.7.2007, p.21
[28] To be found in www.europa.eu
[29] As reported in the press, 4th and 5th June, 21rst July 2007
[30] See Fitch, Complete Sovereign Rating History, Greece, November 13, 1995- 13 March 13, 2012, in thankful appreciation to the Bank of Greece for making it available to me YZD
[31] Thomas Mann, The Magic Mountain, [Der Zauberberg] transl. by H.T. Lowe-Porter, Vintage books, London, 1999, last page.

Νέο αγγλόφωνο περιοδικό: International Journal of Human Rights and Constitutional Studies (IJHRCS)


Νέο αγγλόφωνο περιοδικό: International Journal of Human Rights and Constitutional Studies (IJHRCS)
International Journal of Human Rights and Constitutional Studies (IJHRCS)
ISSN (Online): 2050-1048 – ISSN (Print): 2050-103X
http://www.inderscience.com/browse/index.php?journalCODE=ijhrcs
Published in 4 issues per year (View Subscription Price)
Inaugural Issue Call for Papers
more details
IJHRCS initiates and fosters academic dialogue concerning the modern subjects of constitutional law and human rights protection from a global perspective. It provides novel and original material in the fields of current economic and political crises, globalised democratic governance, human rights public policies, the theory and philosophy of rights, comparative constitutional law and the methodology of law.
Objectives
In a multicultural and globalised era, IJHRCS aims to provide for the international academic audience a forum for a fruitful, ongoing and updated dialogue on the contours of modern constitutionalism by bringing together theory and praxis. Thus one the main objectives of the journal is to establish the communication between academics and policy makers, researchers and legal practitioners as well as politicians.
Readership
IJHRCS provides a vehicle to help academics, researchers, policy makers, legal practitioners, law students, politicians and the judiciary working in the fields of human rights theory and protection and constitutional studies to disseminate information, innovative argumentation and updated academic knowledge.
Contents
IJHRCS publishes original papers, conference reports, jurisprudence, book reviews, notes and commentaries. Special issues devoted to important topics of human rights and constitutional studies will occasionally be published.
Subject Coverage
  • International constitutional law
  • International human rights protection
  • Comparative constitutional law
  • Constitutional theory and policy
  • Theory of rights
  • Philosophy of rights
  • Globalisation and governance
  • Constitutional rights, constitutional freedoms
  • Methodology of law
  • Constitutional politics
  • EU constitutionalisation
  • Migration and multiculturalism
  • Democratic deficit theory
  • Political parties and elections
  • Digital participation, e-democracy, e-governance
Specific Notes for Authors
Submitted papers should not have been previously published nor be currently under consideration for publication elsewhere. (N.B. Conference papers may only be submitted if the paper has been completely re-written and the author has cleared any necessary permissions with the copyright owner if it has been previously copyrighted). All authors must declare they have read and agreed to the content of the submitted manuscript. A full statement of our Ethical Guidelines for Authors is available.
All papers are refereed through a double blind process. A guide for authors, sample copies and other relevant information for submitting papers are available on the Author Guidelines web-page.
To submit a paper, please go to Submissions of Papers
All papers must be submitted online. If you experience any problems submitting your paper online, please contact submissions@inderscience.com, describing the exact problem you experience. Please include in your email the title of the Journal.
Editors and Members of the Editorial Board
Editor in Chief
Christina M. Akrivopoulou
Democritus University of Thrace
Department of Political Sciences
Thessaloniki 546 36
GREECE
ijhrcons gmail.com
Assistant Editor
Knut Fournier
College of Europe
Department of International Law
Dijver 11
BE-8000 Bruges
BELGIUM
Assistant Editor
Nicolaos Garipidis
Aristotle University of Thessaloniki
Law School
541 24 Thessaloniki
GREECE
Editorial Board Members
Norberto Nuno Gomes de AndradeNo
European University Institute
Via Boccaccio 121
I – 50133 Florence
ITALY
Magdalena Bielenia-GrajewskaMa
University of Gdansk
ul. Wita Stwosza 55
80-952 Gdansk
POLAND
Vincent Rezzouk-HammachiVi
Université du Mans
6 Villa Vacassy
94410 Saint Maurice
FRANCE
Antonio RuggeriAn
Università degli Studi di Messina
Dipartimento di Scienze Giuspublicistiche ‘T. Martinez’
P.zza S. Pugliatti, P.C.
98122 Messina
ITALY
Shumin SuSh
Beijing International Studies University
School of Law and Politics
Beijing 100024
CHINA
Symeon C. SymeonidesSy
Willamette University
Willamette College of Law
245 Winter Street
57, Salem, OR 97301
USA
Bülent TemelB&
Southern New Hampshire University and Atilim University
Department of Economics
Ankara 06836
TURKEY