Author Archives: editor

Αφοσιωμένος και γοητευτικός δάσκαλος – Ο Γιώργος Αναστασιάδης στην «Άνω Πόλη»

Ευάγγελος Βενιζέλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ, πρ. Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός

Τον Γιώργο τον αποχαιρετούμε όλοι οι συνάδελφοι, οι φίλοι, οι γνωστοί, οι μαθητές με την τρυφερότητα που ο ίδιος εξέφραζε. Με αγάπη και εκτίμηση. Με τη σκέψη μας στη σύζυγό του  Πέτρα, αγαπητό στέλεχος του τομέα μας και τη μονάκριβή του Ελισώ, διδάκτορα του Συνταγματικού Δικαίου.

Γιώργος Αναστασιάδης (1944-2021)

 

Αφοσιωμένος και γοητευτικός δάσκαλος
Ο Γιώργος Αναστασιάδης στην «Άνω Πόλη»

 Τον Γιώργο Αναστασιάδη τον γνώρισα το 1974, αμέσως μετά την εισαγωγή μου στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης, μέσα στο ενθουσιώδες κλίμα της πρώιμης Μεταπολίτευσης. Ο Γιώργος ήταν «βοηθός» στην έδρα της Πολιτικής και Διπλωματικής Ιστορίας, αλλά μετείχε στα περιβόητα φροντιστήρια Συνταγματικού Δικαίου, των συνεργαζόμενων τότε εδρών Συνταγματικού Δικαίου του Αριστόβουλου Μάνεση και Γενικού Δημοσίου Δικαίου του Δημήτρη Τσάτσου. Αργότερα αρχίσαμε να μοιραζόμαστε το ίδιο γραφείο. Ανήκε με τον Παύλο Πετρίδη, που έφυγε νωρίς, πριν 21 χρόνια, στον πυρήνα της παρέας. Από μεσημβρίας μέχρι νυκτός. Αναλογίζομαι με γλυκιά θλίψη πόσα θα είχαν να πούνε με αφορμή την Επέτειο των 200 ετών, ο Παύλος για τον αγαπημένο του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και ο Γιώργος για τον επαναστατικό συνταγματισμό και τα Συντάγματα του Αγώνα.

 

Ο Γιώργος Αναστασιάδης ήταν για εμάς ταυτισμένος με την Άνω Πόλη, τη λαϊκότητα και την αυθεντικότητά της αλλά και την αρχιτεκτονική ιδιοσυστασία της, τα μικρά στενά και τη μεγάλη θέα. Ήταν αφοσιωμένος στη διαρκή αναζήτηση της ταυτότητας μιας πόλης εγκλωβισμένης στη θέση της «Πρώτης μετά την Πρώτη», με την αύρα του χαμένου κοσμοπολιτισμού της, με τις αναμνήσεις της δεκαετίας του ’60, με τους ποιητικούς υπαινιγμούς του Διονύση Σαββόπουλου. Με όλη την ύλη, από τις πολιτικές δολοφονίες που συγκλόνισαν τη Θεσσαλονίκη μέχρι τους ποδοσφαιρικούς διχασμούς της. Με το κλίμα των ηρώων, παλιότερα του Γιώργου Ιωάννου και τώρα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη.

 

Ο Γιώργος είχε τη μοναδική ικανότητα να γεφυρώνει τον θόρυβο των αθλητικών εφημερίδων της εποχής με την ησυχία του σπουδαστηρίου Δημοσίου Δικαίου, στον χώρο του οποίου κυριαρχούσε η μεταλλική προτομή του Αλεξάνδρου Σβώλου. Το ακαδημαϊκό έτος  άρχιζε κάθε Σεπτέμβριο με τη σύνοδο των μαθημάτων Διεθνούς Δικαίου που οργάνωνε ο καθηγητής Δ. Κωνσταντόπουλος και τελείωνε μέσα στον Ιούλιο μέσα σε μια ατμόσφαιρα δημιουργική και ιλαρή, με το χιούμορ να κυριαρχεί. Με τον Γιώργο να ξέρει ποιες ατάκες πρέπει να πει για να προκαλέσει τον μονόπρακτο σχολιασμό του Παύλου. Ο θίασος ήταν κατά το ήμισυ εμφανής και κατά το ήμισυ μυστικός.

 

Οι διαδρομές είναι πάντα περίεργες. Με τον Γιώργο Αναστασιάδη μας συνέδεαν οι κοινές μνήμες της ίδιας σχολικής αυλής. Απόφοιτος του Β´ Γυμνασίου Αρρένων της οδού Ικτίνου, συμμαθητής με τον Αντώνη Μανιτάκη και τον πρόωρα χαμένο Γιώργο Παπαδημητρίου. Άφησαν αδιόρατα ίχνη που ίσως βρήκε η δική μου τάξη στα ίδια θρανία δεκατρία χρόνια αργότερα.

 

Δεν υπήρχε «νόμιμη συγκρότηση» καμίας σύνθεσης δασκάλων, μαθητών, φίλων και συναδέλφων χωρίς τον Γιώργο. Με τον Αριστόβουλο Μάνεση, τον Δημήτρη Τσάτσο, τον Γιάννη Μανωλεδάκη, τον Αργύρη Φατούρο. Και τους ζώντες τους περιλειπόμενους. Κάθε άφιξη του Δημήτρη Τσάτσου από την Αθήνα σήμαινε την έναρξη τριημέρου εορτασμού, επιστημονικού πρωτίστως αλλά και πολύτροπου. Ήξερε ο Γιώργος να εκμαιεύει αναλύσεις, αναμνήσεις, αφηγήσεις, εξομολογήσεις, μουσικές φράσεις παιγμένες με φυσαρμόνικα, χορευτικές επιδείξεις. 

 

Μαζί ξεκινήσαμε το περιοδικό «Δίκαιο και Πολιτική» στις εκδόσεις Παρατηρητής. Μαζί γράψαμε τα σχόλια στην πιο διαδεδομένη έκδοση του ελληνικού Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του 1986, αυτή που έκανε το «Ποντίκι».

 

Μου έρχεται στο νου όλη η διαδρομή από την προετοιμασία της διδακτορικής του διατριβής για τον διορισμό και την παύση της κυβέρνησης μέχρι την εκλογή του ως καθηγητή και την καταξίωσή του ως έγκυρου, ψύχραιμου και μετριοπαθούς μελετητή της Συνταγματικής και Πολιτικής Ιστορίας.  Ιστορικός εκ νομικών δεν εγκατέλειψε ποτέ το ενδιαφέρον του για τα μεγάλα θέματα του Συνταγματικού Δικαίου και ήξερε πολύ καλά τις δοσολογίες μιας από κοινού προσέγγισης της Πολιτικής και της Συνταγματικής Ιστορίας. Τον ενδιέφερε πάντα το «ευτελές» τεκμήριο μέσα από το οποίο εκπηγάζει η μεγάλη ιστορική αφήγηση. Ανάδειξε  την αξία των εφημερίδων και των περιοδικών ως ιστορικών πηγών, δίπλα στις κλασικές αρχειακές πηγές. Έψαχνε τα ίχνη της Ιστορίας στην καθημερινότητα, την τοπογραφία της παλιάς ( όχι της αρχαίας )  πόλης στο υπόστρωμα της σημερινής. 

 

Αφοσιωμένος και γοητευτικός δάσκαλος, προσιτός και προσηνής, φιλικός, αιχμάλωτος και αυτός της ψευδαίσθησης ότι επειδή το φοιτητικό ακροατήριο είναι πάντα νέο αλλά διαφορετικό και οι διδάσκοντες παραμένουν νέοι και αναλλοίωτοι. Διέθετε φυσικό χάρισμα ραδιοφωνικού παραγωγού. Ακουγόταν και γαλήνευε το ακροατήριο με μουσικές επιλογές και μικρές ή μεγάλες ιστορίες.

 

Εξαιτίας της δικής μου μακράς απουσίας από το πανεπιστήμιο χάθηκε αυτή η αίσθηση της καθημερινότητας, αλλά δεν χάθηκαν τα αισθήματα και οι μνήμες. Μνήμες από συζητήσεις, μαθήματα, σεμινάρια, συνέδρια, αγωνίες και ανασφάλειες, ανέκδοτα και αθώες πλάκες, διαδρομές, συνάξεις σε ταβέρνες. Πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα· μία ῥοπή, καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται.

 

Τον Γιώργο τον αποχαιρετούμε όλοι οι συνάδελφοι, οι φίλοι, οι γνωστοί, οι μαθητές με την τρυφερότητα που ο ίδιος εξέφραζε. Με αγάπη και εκτίμηση. Με τη σκέψη μας στη σύζυγό του  Πέτρα, αγαπητό στέλεχος του τομέα μας και τη μονάκριβή του Ελισώ, διδάκτορα του Συνταγματικού Δικαίου. –

 

Aναδηοσίευση από την εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 3-4/04/2021

Διαδικτυακή συζήτηση: Οι Θεσμοί της Δημοκρατίας, Τετάρτη 31 Μαρτίου, 18:00

Το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ και το Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ συνδιοργανώνουν την Τετάρτη 31 Μαρτίου στις 18:00 διαδικτυακή συζήτηση με θέμα «Οι Θεσμοί της Δημοκρατίας»

με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Νίκου Παρασκευόπουλου Δημοκρατία. Η δημοκρατία και η δικαιοσύνη της (Εκδόσεις ΕΝΑ, σειρά: Βασικές Έννοιες)

 

Συμμετέχουν:

  • Χριστόφορος Βερναρδάκης, Επ. Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης ΑΠΘ, Βουλευτής
  • ΠαναγιώτηςΜαντζούφας, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
  • Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου, Καθηγήτρια Ποινικού Δικαίου, Κοσμήτορας Νομικής Σχολής ΑΠΘ
  • Δήμητρα Σφενδόνη-Μέντζου, Ομότιμη Καθηγήτρια Φιλοσοφίας της Επιστήμης ΑΠΘ, Πρόεδρος ΔΙ.Κ.Α.Μ.

Συντονιστής: Άρης Στυλιανού, Αν. Καθηγητής, Πρόεδρος Τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ

Θα χαιρετίσει ο συγγραφέας του βιβλίου, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ, πρ. Υπουργός Νίκος Παρασκευόπουλος

Αποχαιρετισμός στον Γιώργο Αναστασιάδη

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» εκφράζει τη βαθύτατη οδύνη του για την απώλεια του αγαπημένου φίλου και συναδέλφου καθηγητή Γιώργου Αναστασιάδη.

Ο Γιώργος Αναστασιάδης διακρίθηκε τόσο για το προσωπικό και ακαδημαϊκό του ήθος όσο και  για την επιστημονική του κατάρτιση. Υπηρέτησε και υπερασπίσθηκε με συνέπεια τη Δημοκρατία, το Σύνταγμα και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες και τίμησε όσο λίγοι την επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου. Ιδίως δε άφησε ανεξίτηλη την σφραγίδα του στην σύγχρονη Συνταγματική και Πολιτική μας Ιστορία, με ένα πλουσιότατο γενικό έργο αλλά και με πολύτιμες ειδικότερες επιστημονικές συμβολές για την αγαπημένη του Θεσσαλονίκη και για το Πανεπιστήμιό της, το οποίο υπηρέτησε με συνέπεια για πολλά χρόνια, ως αφοσιωμένος Δάσκαλος και Ερευνητής.

Ο Όμιλος εκφράζει τα πιο θερμά του συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικείους του.

Αθήνα, 28 Μαρτίου 2021

Εκδήλωση: Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

Ο Όμιλος “Αριστόβουλος Μάνεσης” 

και το Κέντρο Jean Monnet ΑΠΘ “Ευρωπαϊκός Συνταγματισμός και Θρησκεία/ες”

οργανώνουν συζήτηση με θέμα:

“Ευρωπαϊκή ταυτότητα και πολιτισμική ετερότητα: συνταγματικά ζητήματα της συνύπαρξης”

 

Συνομιλούν οι:

 

Δημήτρης Ζακαλκάς, Δικηγόρος, Δρ Συνταγματικού Δικαίου, Συγγραφέας του βιβλίου “Η πρόσβαση των μεταναστών στην ελληνική ιθαγένεια και το στοίχημα της πραγματικής ένταξης”

 

Ελένη Καλαμπάκου, Δ.Ν. Συνταγματικού Δικαίου

 

Ιωάννης Παπαδόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Πολιτικής Φιλοσοφίας και Ευρωπαϊκών Πολιτικών, Διευθυντής του Εργαστηρίου Κέντρο Έρευνας Δημοκρατίας και Δικαίου (ΚΕΔΗΔ)

 

Θεμιστοκλής Ραπτόπουλος, Δρ. Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Panthéon-Assas (Paris II)

 

Συντονίζει η

Λίνα Παπαδοπούλου

Αν. Καθ. Νομικής Σχολής, Συντονίστρια Κέντρου Αριστείας Jean Monnet ΑΠΘ

 

Tο τέλος της εθνοκεντρικής προσέγγισης του πολυεπίπεδου συνταγματισμού στην Ε.Ε. ως αδήριτη αναγκαιότητα

Χρήστος Ράμμος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ., Πρόεδρος της Αρχής Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών

Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο του Αντώνη Μεταξά «Η ποιοτική ιδιαιτερότητα της Ενωσιακής Έννομης Τάξης – Αλληλένθεση, Κρίση, Εξαίρεση», Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2020 –

Eίχε τελειώσει η συγγραφή του παρόντος κειμένου, όταν το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας (ΟΣΔΓ) «απαγόρευσε» στις 26.3.2021  με προσωρινή διαταγή του στον Ομοσπονδιακό Πρόεδρο της Γερμανίας να υπογράψει τον ψηφισθέντα από το Κοινοβούλιο νόμο για τη συμμετοχή της χώρας στο Ταμείο Ανάπτυξης που είναι προγραμματισμένο να συμβάλει στην αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας. Όταν θα εκδοθεί η οριστική απόφαση, θα γνωρίζουμε αν η αντιευρωπαϊκή πολιτική «κραυγή», που εξέπεμπψε το εν λόγω Δικαστήριο με την απόφαση του στην υπόθεση Weiss στις 5.5.2020,  έχει μετατραπεί σε διαρκή απόρριψη της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου καθώς και σε οριστική τροχοπέδη σε κάθε μορφή ευρωπαϊκής οικονομικής  αλληλεγγύης και εμβάθυνσης της διαδικασίας  ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή μετά την απόρριψη της Συνταγματικής Συνθήκης το 2005 για πολλούς λόγους. Το ότι στη Γερμανία, με το ειδικό της βάρος, αρχίζει να κυριαρχεί μια εγωιστική εθνικιστική νοοτροπία και ότι το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό της Δικαστήριο έχει μετατραπεί σε εκφραστή της, λησμονώντας τα  παλιά υψηλού επιπέδου νομικά  του, είναι εξόχως ανησυχητικό και απογοητευτικό. Η Ευρώπη αν δεν θέλει να περιθωριοποιηθεί οριστικά,  θάβοντας άδοξα μια 70χρονη πρωτοφανή ιστορικά πορεία, οφείλει να αντιταχθεί  στα διαλυτικά φαινόμενα, που πυκνώνουν, και να προχωρήσει  το ταχύτερο σε ένα φιλόδοξο πολιτικό σχέδιο. Στην υιοθέτηση μιας νέας Συνταγματικής Συνθήκης. Οι δε νομικοί της  Γερμανίας αλλά και ευρύτερα πρέπει να εγκαταλείψουν την εθνοκρατική προσέγγιση του φαινομένου του πολυεπίπεδου συνταγματισμού και να ξαναθυμηθούν το «τέλος» της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας.

Η επιρροή των εταιριών του διαδικτύου στην ελευθερία του λόγου και στην πολιτική αντιπαράθεση. Πεδία σύγκρουσης και πιθανοί κίνδυνοι

Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

Ο συγγραφέας προσπαθεί να θίξει ορισμένες καινοφανείς απειλές της ελευθερίας του λόγου που αναπτύσσονται στο περιβάλλον του διαδικτύου και ειδικότερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, απειλές που έχουν άμεσες πολιτικές επιπτώσεις και μπορούν να επηρεάσουν άμεσα και έμμεσα μια εκλογική διαδικασία. Η επισήμανση των φαινομένων που έτσι και αλλιώς είναι περίπλοκα και παρουσιάζουν τεχνολογικές, νομικές και πολιτικές ιδιαιτερότητες είναι περιγραφική και η ανάλυση στοιχειώδης. Η παρουσίαση ολοκληρώνεται με τη νομική αποτίμηση, εντελώς αδρομερώς, των φαινομένων αυτών στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ και με την σκιαγράφηση των χαρακτηριστικών του ψηφιακού δημόσιου χώρου.

Προδημοσίευση από το περιοδικό Book’s Journal (τεύχος Απριλίου 2021)

COVID 19: Η προτεραιότητα ασθενών στη νοσοκομειακή περίθαλψη (triage)

Τάκης Βιδάλης, Δρ. Συνταγματικού Δικαίου, Επιστημονικός Συνεργάτης Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής

Tο σύστημα της προτεραιοποίησης πρέπει να βασίζεται και να εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή τη διαφάνεια. Απαραίτητο είναι να ζητείται και να λαμβάνεται η συναίνεση του ίδιου του ασθενούς, εφόσον αυτό είναι δυνατόν, ή αλλιώς των οικείων του, για οποιαδήποτε ιατρική πράξη επείγουσας περίθαλψης. Η υπεύθυνη ομάδα των ιατρών πρέπει να επικοινωνεί με τους οικείους των ασθενών και να τους ενημερώνει για την πορεία της περίθαλψης των τελευταίων.

Ι. Εισαγωγή

Τα νέα δεδομένα της πανδημίας έχουν καταστήσει επείγον το ζήτημα του προσδιορισμού κριτηρίων για την προτεραιότητα ασθενών σε δομές και υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης όταν συντρέχει περίπτωση ανεπάρκειάς τους. Σε σχετικές επεξεργασίες έχουν προχωρήσει ήδη τόσο οι υγειονομικές αρχές αρκετών χωρών[1], εθνικές επιτροπές βιοηθικής, όσο και έγκριτες επιστημονικές εταιρείες.

Το ζήτημα στην Ελλάδα προέκυψε ύστερα από τις επανειλημμένες ανακοινώσεις των υγειονομικών αρχών και της κυβέρνησης το τελευταίο διάστημα, σύμφωνα με τις οποίες η ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων του κορωνοιού ασκεί έντονη πίεση στο σύστημα υγείας όσον αφορά την περίθαλψη των περιστατικών που απαιτούν νοσηλεία, οδηγώντας το σε οριακό σημείο. Ήδη παρατηρείται σοβαρή έλλειψη κλινών μονάδων εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ)  σε όλη τη χώρα, με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να νοσηλεύονται διασωληνωμένοι σε κοινές κλίνες, υπό συνθήκες που αντικειμενικά αυξάνουν τον κίνδυνο για τη ζωή τους.

Από ιστορική άποψη, το πρόβλημα της επιλογής ασθενών (triage) με βάση κριτήρια προτεραιότητας έχει προκύψει από παλαιά, με εμβληματικό σταθμό την περίθαλψη τραυματιών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και διατυπώθηκαν οι πρώτες κατευθύνσεις. Αξίζει παρ’ όλα αυτά να σημειωθεί ότι, σε διεθνές ή ευρωπαϊκό επίπεδο, σήμερα, όχι απλώς δεν υπάρχουν κανόνες δικαίου ad hoc, αλλά λείπει επίσης ένα γενικά αναγνωρισμένο πρωτόκολλο κατευθυντήριων οδηγιών για τον καθορισμό κριτηρίων προτεραιότητας, ώστε να είναι δυνατή η απ’ ευθείας παραπομπή σε αυτό των υγειονομικών υπευθύνων. Οι εργασίες που διαθέτουμε – είτε αυτές που έχουν διαμορφωθεί πριν από την πανδημία του κορωνοιού είτε εκείνες που δημοσιεύθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας -, αποδέχονται μεν ορισμένα κοινά κριτήρια, αλλά διαφοροποιούνται σε πολλά άλλα, αποκλίνοντας ως προς την αξιολόγηση της σημασίας των ηθικών αρχών που αφορούν το ζήτημα. Έτσι, είναι αναπόφευκτος ο εξ υπαρχής προβληματισμός για την εκπόνηση σχετικών οδηγιών στη χώρα μας.

 

ΙΙ. Τα δεδομένα

 

Το «πρώτο κύμα» του κορωνοιού έθεσε σε κρίσιμη δοκιμασία ορισμένα εθνικά συστήματα υγείας -με παραδειγματική την περίπτωση της Ιταλίας- , οι λειτουργοί των οποίων αντιμετώπισαν «εν θερμώ» το δίλημμα της προτεραιοποίησης ασθενών, ιδιαίτερα σε σχέση με τη διάθεση ΜΕΘ και αναπνευστήρων. Αυτό σήμαινε ότι ορισμένοι ασθενείς για τους οποίους ήταν επείγουσα η παροχή των συγκεκριμένων ιατρικών μέσων, έπρεπε να περιμένουν την περίθαλψη άλλων που βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση, με συνέπεια σε κάποιες περιπτώσεις να καταλήγουν πριν ολοκληρωθεί η νοσηλεία τους. Οι θεράποντες ιατροί και το υγειονομικό προσωπικό καλούνταν να αναλάβουν την ευθύνη τέτοιων αποφάσεων, χωρίς την αναγκαία προετοιμασία, καθώς οι συνθήκες της εξάπλωσης της νόσου ήταν πρωτόγνωρες.  Συγγενείς ασθενών οι οποίοι κατέληξαν χωρίς να τους παρασχεθεί περίθαλψη σε ΜΕΘ, έχουν προχωρήσει -ήδη από την περίοδο του «πρώτου κύματος»- σε νομικές ενέργειες κατά των θεραπόντων και των νοσοκομείων στην Ιταλία, τη Γερμανία, και τη Γαλλία, και οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις αναμένονται.

Η ανεπάρκεια μέσων και υπηρεσιών δεν σχετίζεται, ωστόσο, μόνο με τις συνθήκες επείγουσας περίθαλψης ασθενών σε κρίσιμη κατάσταση. Μπορεί να προκύψει και σε άλλα επίπεδα, από τη διάθεση διαγνωστικών τεστ στον πληθυσμό, τη διάθεση του αναγκαίου υγειονομικού προσωπικού για να καλύψει τον όγκο των περιστατικών (ακόμη και πριν την εισαγωγή σε νοσηλευτική μονάδα), τη διάθεση δομών πρωτοβάθμιας περίθαλψης,  έως και  τον αριθμό των περιστατικών που μπορεί να υποδεχθεί η νοσοκομειακή περίθαλψη ενός συστήματος υγείας.

Σχεδόν όλα τα συστήματα υγείας στον κόσμο έχουν αντιμετωπίσει κάποιας μορφής ανεπάρκεια, υπό την ευρύτερη αυτή έννοια, στις συνθήκες της τρέχουσας πανδημίας. Το αποτέλεσμα είναι η σχετική αδυναμία έγκαιρης διαχείρισης των κρουσμάτων στα πρώτα στάδια εκδήλωσης της νόσου, η συνακόλουθη υπερφόρτωση των νοσοκομείων και η μοιραία πίεση στις δομές εντατικής περίθαλψης, οπότε τα περιθώρια χρόνου των κρίσιμων περιστατικών (όταν διαπιστώνεται άμεσος κίνδυνος για τη ζωή του ασθενούς) έχουν εξαντληθεί.

Στην Ελλάδα, η συγκράτηση της διασποράς του ιού στη διάρκεια του «πρώτου κύματος» έδειχνε να «προστατεύει» το σύστημα υγείας, αποφεύγοντας την υπερφόρτωση των νοσοκομείων και επομένως την εξάντληση ιατρικών μέσων και υπηρεσιών. Αυτό είναι γεγονός, παρά το ότι η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση έχει ήδη πλήξει σοβαρά την πρωτοβάθμια και τη νοσοκομειακή περίθαλψη της χώρας μας, καθιστώντας το σύστημα αδύναμο στο να ανταποκριθεί με επάρκεια στην εξέλιξη μιας πανδημίας. Το «δεύτερο» και ιδίως το «τρίτο κύμα» που διανύουμε, αποδεικνύουν δυστυχώς του λόγου το αληθές. Πράγματι, μετά την «ανάπαυλα» του περασμένου καλοκαιριού -που δεν αξιοποιήθηκε για τη στοιχειώδη θωράκιση του ΕΣΥ-, η επάρκεια των διαθέσιμων υγειονομικών πόρων δοκιμάζεται ήδη σοβαρά, ιδίως όσον αφορά α) διαθέσιμες κοινές κλίνες στα νοσοκομεία, β) διαθέσιμο ειδικευμένο προσωπικό και γ) διαθέσιμες ΜΕΘ.

Η Πολιτεία ανέλαβε ορισμένες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση αυτών των ανεπαρκειών, κυρίως με την εξασφάλιση πόρων από τα στρατιωτικά νοσοκομεία και τον ιδιωτικό τομέα της υγείας. Οι πρωτοβουλίες αυτές, στοχεύοντας αποκλειστικά στην ενίσχυση της νοσοκομειακής περίθαλψης των σοβαρών περιστατικών, καταλήγουν μοιραία σε αμελητέο αποτέλεσμα. Έτσι, ως μόνη λύση για την αποφόρτιση του συστήματος έχει επιλεγεί μια μακροχρόνια καραντίνα, με δραστικούς περιορισμούς στην κίνηση των πολιτών. Πέρα από τη συμβατότητα των τελευταίων με το καθεστώς των ατομικών ελευθεριών, η τραγική υγειονομική συνέπεια αυτής της επιλογής είναι βέβαια ο παραμερισμός άλλων αναγκών της υγείας των πολιτών (όψεων δηλαδή της δημόσιας υγείας ως συνολικού αγαθού), η φροντίδα για τις οποίες έχει υποβαθμιστεί δραστικά[2].

 

ΙΙΙ. Η ηθική διάσταση

 

Με τα παραπάνω δεδομένα, ο προβληματισμός για την κάλυψη των αναγκών περισσότερων ασθενών που έχουν άμεση ανάγκη νοσηλείας από τις δυνατότητες του συστήματος υγείας είναι αναπόφευκτος. Ο έγκαιρος προσδιορισμός κριτηρίων προτεραιότητας στη βάση αυτού του προβληματισμού δικαιολογείται ηθικά, αφού

Α) Οι πολίτες (καθώς και οι οικογένειές τους) δικαιούνται να γνωρίζουν εκ των προτέρων τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα υγείας θα τους παράσχει υγειονομική περίθαλψη, εφόσον συμβεί να προσβληθούν από τον ιό ή άλλη νόσο και έχει προκύψει ανεπάρκεια δομών και υπηρεσιών. Η γνώση αυτή προϋποθέτει διαφάνεια στη λήψη των σχετικών αποφάσεων και συνιστά έκφραση του συνταγματικά κατοχυρωμένου κοινωνικού δικαιώματος στην υγεία (άρθ. 21 παρ. 3 Σ.).

Β) Το υγειονομικό προσωπικό -ιδίως οι ιατροί και νοσηλευτές που βρίσκονται στην «πρώτη γραμμή», αντιμετωπίζοντας επείγοντα περιστατικά- δεν είναι θεμιτό να αναλαμβάνει αποκλειστικά και «εν θερμώ» το ηθικό βάρος μιας επιλογής ασθενών για την κατά προτεραιότητα περίθαλψη, σε συνθήκες ανεπάρκειας του συστήματος υγείας. Οι θεράποντες ιατροί έχουν ασφαλώς πλήρη ευθύνη για τη μεταχείριση των ασθενών, με βάση το ιατρικό τους καθήκον, πρέπει όμως να υποστηρίζονται στη λήψη αποφάσεων μεγάλης ηθικής σημασίας, ώστε να εκτελούν κατά το δυνατόν απερίσπαστοι το έργο τους[3]. Τούτο σημαίνει ότι, όταν προκύπτει η ανάγκη τέτοιων αποφάσεων σε συγκεκριμένα περιστατικά, ο θεράπων θα πρέπει να μπορεί να αναφέρεται σε κατευθυντήριες οδηγίες διατυπωμένες εκ των προτέρων με ευθύνη της Πολιτείας, έστω και αν αυτές δεν έχουν χαρακτήρα κανόνων δικαίου.

Γ) Η εκπόνηση τέτοιων οδηγιών, ακόμη και όταν δεν έχει προκύψει ζήτημα προτεραιοποίησης ασθενών στην πράξη, δεν σημαίνει την εγκατάλειψη των προσπαθειών από την πλευρά της Πολιτείας για την αποφυγή ενός τέτοιου ζητήματος. Η Πολιτεία δεσμεύεται απόλυτα από το κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία να εξασφαλίζει επάρκεια πόρων και υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης όλου του πληθυσμού. Η εκπόνηση των οδηγιών αποτελεί όμως μέτρο σύνεσης για την έγκαιρη αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων παροδικής έστω ανεπάρκειας, που από την πρόσφατη εμπειρία είναι δυνατόν να προκύψουν ακόμη και στα περισσότερο αναπτυγμένα διεθνώς συστήματα υγείας. Είναι μάλιστα σημαντικό οι οδηγίες αυτές να διατηρηθούν -και να επικαιροποιούνται- ακόμη και μετά την πανδημία του κορωνοιού, ως αναγκαία διάσταση της συνολικής υγειονομικής περίθαλψης στη χώρα, είτε στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα.

 

  1. Θεμελιώδεις αρχές

Στο εν λόγω πλαίσιο, τρεις είναι οι θεμελιώδεις αρχές, με βάση τις οποίες μπορούν να προσδιορισθούν επιμέρους κριτήρια για την προτεραιότητα της περίθαλψης ασθενών. Σε αυτές συμπίπτει το σύνολο σχεδόν των αναλύσεων για το θέμα, όπως φαίνεται από τις θέσεις εθνικών οργάνων και επιστημονικών εταιρειών, αλλά και από τη σχετική βιβλιογραφία.

  • Η αρχή της προστασίας της ανθρώπινης ζωής, που συνδέεται άρρηκτα με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξίας, όπως αυτή κατοχυρώνεται από κείμενα του διεθνούς δικαίου και εθνικά συνταγματικά κείμενα. Με βάση την αρχή αυτή, κάθε άνθρωπος έχει ίσο με τους άλλους δικαίωμα στη ζωή (equality), ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάκριση (βιολογική, κοινωνική, πολιτισμική, κ.λπ.)[4], όπως επίσης και ανεξάρτητα από τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει η ζωή του. Από αυτό συνάγεται ότι και το προβλεπόμενο στο Σύνταγμα και το Διεθνές Δίκαιο κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία (δηλαδή η υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για την υγεία των πολιτών) αναγνωρίζεται εξ ίσου για όλους, στο μέτρο που υποστηρίζει την προστασία της ζωής, ασχέτως αν αιτία διακινδύνευσης είναι η λοίμωξη από τον κορωνοιό ή άλλη νόσος ή παθολογία (ατύχημα κ.λπ.)[5].
  • Η δίκαιη κατανομή των διαθέσιμων πόρων και υπηρεσιών υγείας, που επίσης εκφράζεται με το κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία. Δίκαιη κατανομή σημαίνει την πρόσβαση του καθένα σε δομές και υπηρεσίες υγείας ανάλογα με τις ανάγκες του. Πρόκειται εδώ για ένα κριτήριο «διανεμητικής δικαιοσύνης», σύμφωνο με την αναλογική ισότητα (equity[6]), αρχή με ισχυρή συνταγματική θεμελίωση επίσης (άρθ. 4 παρ. 1 Σ.). Ο προσδιορισμός των αναγκών εξαρτάται προφανώς από σύνθετες κρίσεις που πρέπει να συνδυάζουν προσωπικά δεδομένα (ιατρικό ιστορικό, ηλικία, τρόπο ζωής κ.λπ.) με αντικειμενικά ιατρικά στοιχεία (βαρύτητα περιστατικού, κρίση περί του επείγοντος, κ.λπ.), επομένως είναι ζήτημα συγκεκριμένης αξιολόγησης από τους θεράποντες. Από τη σύγκριση των αναγκών περισσότερων ασθενών, οι θεράποντες θα αποφασίσουν τελικά πώς θα διατεθούν οι (ανεπαρκείς) διαθέσιμοι πόροι. Εκείνο που είναι κρίσιμο στις αποφάσεις αυτές, ώστε να συνάδουν με την αρχή της δίκαιης κατανομής, είναι να παραμένουν ανεπηρέαστες από δεδομένα άσχετα προς την επιστημονική εκτίμηση του περιστατικού, κυρίως από δεδομένα φυλετικών, κοινωνικών, πολιτισμικών κ.λπ. διακρίσεων μεταξύ των ασθενών. Η εθελοντική συμμετοχή ασθενών σε κλινική έρευνα για την αντιμετώπιση του κορωνοιού (φαρμάκων ή εμβολίων) δεν πρέπει επίσης να αποτελεί κριτήριο προτεραιότητας -όπως έχει προταθεί από ορισμένους[7]-, κυρίως διότι αυτό ενδέχεται να χειραγωγήσει τη συναίνεση του (ήδη ευάλωτου) ασθενούς για τη συμμετοχή του στην έρευνα (ως μορφή «ανταλλάγματος»).
  • Η ανταπόκριση του (εν ανεπαρκεία πόρων) συστήματος στις ανάγκες όσο το δυνατόν περισσότερων ασθενών[8]. Η αρχή αυτή επιβάλλει τη διατήρηση και, ει δυνατόν, την ανανέωση των διαθέσιμων πόρων, συμπεριλαμβανομένης της υγειονομικής προστασίας του προσωπικού στις νοσηλευτικές μονάδες, ώστε οι υπηρεσίες του να παραμένουν διαρκώς διαθέσιμες για την εξυπηρέτηση των περιστατικών.

Η εναρμόνιση των αρχών αυτών δεν είναι αυτονόητη, καθώς έχει παρατηρηθεί από τη διεθνή εμπειρία το ενδεχόμενο συγκρούσεων μεταξύ τους, ανάλογα με τη φιλοσοφική και μεθοδολογική προσέγγιση που υιοθετεί κάποιος[9]. Έτσι, για ορισμένους, η αρχή της προστασίας της ζωής ενός προσώπου έρχεται σε αντίθεση με τις άλλες δύο αρχές, σε ασθενείς με μικρό προσδόκιμο επιβίωσης μετά τη θεραπεία ή σε περιπτώσεις που η διάθεση των ίδιων πόρων μπορεί να σώσει πολύ περισσότερους ανθρώπους. Για κάποιους δε έχει σημασία όχι μόνον ο χρόνος αλλά και η ποιότητα της επιβίωσης, κάτι που μπορεί να οδηγεί σε σχετικοποιήσεις της ίδιας της έννοιας «προστασίας της ζωής».

 

 

 

  1. Η συνδρομή του δικαίου

Στο δύσκολο αυτό πρόβλημα, η συνδρομή των γενικών διατάξεων του ισχύοντος δικαίου είναι πολύτιμη, όσο και αν -όπως ειπώθηκε- δεν υπάρχουν ειδικές προβλέψεις για τα κριτήρια προτεραιοποίησης.

Η συνταγματική αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας (2 παρ. 1 Σ.), όπως και τα θεμελιώδη δικαιώματα για την προστασία της ζωής και της υγείας (άρθ. 5 παρ. 2, 5 και άρθ. 21 παρ. 3 του Σ., άρθ. 2 ΕΣΔΑ) ούτε επιτρέπουν σχετικοποίηση αυτής της προστασίας εν όψει άλλων αξιών, ούτε σταθμίζουν τη ζωή περισσότερων προσώπων ως «υπερέχουσα» αξία από την ατομική ανθρώπινη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι η έννομη τάξη μας δεν αποδέχεται καμιά «θυσία» της ανθρώπινης ζωής υπό οσοδήποτε κρίσιμες συνθήκες, για την εξυπηρέτηση άλλων σκοπών. Παρ’ όλα αυτά η διακινδύνευση της ζωής δεν μπορεί να αποκλεισθεί ως πραγματική κατάσταση από το δίκαιο (όπως π.χ. συμβαίνει σε περιόδους πολέμου). Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει την εγκατάλειψη, αλλά αντίθετα την ένταση της προσπάθειας να προστατευθεί η ζωή που βρίσκεται σε κίνδυνο από όσους έχουν την ευθύνη στη συγκεκριμένη περίσταση.

Αξίζει επίσης να τονισθεί ότι, τόσο ο σεβασμός της ανθρώπινης αξίας, όσο και η εφαρμογή της αναλογικής ισότητας (άρθ. 4 παρ. 1 Σ.) ως προς την κατανομή των υγειονομικών πόρων και την πρόσβαση σε κατάλληλη περίθαλψη είναι ασυμβίβαστες με την τυχαία προτεραιοποίηση ασθενών, είτε με βάση τη χρονική άφιξη στη νοσηλευτική μονάδα (“first come first served”)[10] είτε με μεθόδους όπως η κλήρωση που, στον σχετικό προβληματισμό, έχουν προταθεί ως κριτήρια από ορισμένους[11]. Τα κριτήρια αυτά διακρίνονται μεν για τον αμερόληπτο χαρακτήρα τους, καθώς φαίνεται να μην διακινδυνεύουν οποιαδήποτε «προτίμηση» ασθενών, ωστόσο είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε πλήρη αποκλεισμό κάποιων από την περίθαλψη -επειδή απλώς αυτοί οι ασθενείς «δεν πρόλαβαν» ή αποδείχθηκαν «άτυχοι». Επιπλέον, τα κριτήρια αυτά αποτυγχάνουν στη δίκαιη κατανομή των πόρων με βάση τις ανάγκες κάθε ασθενούς, που εξ ορισμού δεν τις αξιολογούν. Η αρχή της αναλογικής ισότητας -τόσο στο δίκαιο όσο και στην ηθική- δεν μπορεί όμως να νοηθεί χωρίς την συγκεκριμένη συγκριτική εκτίμηση πραγματικών δεδομένων όσων εμπλέκονται, αρκεί όπως ειπώθηκε παραπάνω αυτή η εκτίμηση να μην υποκρύπτει δυσμενείς διακρίσεις.

 

IV. Προτάσεις

 

  1. Τα κριτήρια

Με βάση την ανωτέρω οριοθέτηση του προβληματισμού, είναι δυνατόν να καταλήξει κανείς σε ορισμένα γενικά κριτήρια προτεραιοποίησης, που θα μπορούσαν να διατυπωθούν ως εξής:

  • Πρόσβαση σε δομές και υπηρεσίες περίθαλψης, όταν παρατηρείται ανεπάρκεια, πρέπει να έχουν, κατά πρώτο λόγο, οι ασθενείς που αντιμετωπίζουν άμεση απειλή για τη ζωή τους, ανεξάρτητα από την αιτία αυτής της απειλής (αν δηλαδή έχει προκληθεί από τη λοίμωξη COVID-19 ή είναι άσχετη προς αυτήν). Ο κίνδυνος πρέπει να αποτιμάται κατά περίπτωση, με αντικειμενικά κριτήρια της ιατρικής επιστήμης, κατ’ αρχήν στη βάση ήδη καθιερωμένων αλγορίθμων που πρέπει να είναι γνωστοί σε κάθε θεράποντα[12].

Η έννοια της «ζωής», εδώ, αφορά το απλό γεγονός της φυσικής ύπαρξης και δεν πρέπει να σχετίζεται ούτε με συγκεκριμένο προσδόκιμο επιβίωσης[13] ούτε με μια συγκεκριμένη «ποιότητα ζωής». Επομένως, προτεραιότητα δεν έχουν εξ ορισμού νεότερες ηλικίες[14] ούτε όσοι ικανοποιούν αλγορίθμους «ποιότητας ζωής» (π.χ. των γνωστών στις ΗΠΑ “Quality Adjusted Life Years/QUALYs”)[15]: η αδιαφοροποίητη προστασία της ζωής και ο σεβασμός της ανθρώπινης αξίας όλων επιβάλλουν αβίαστα αυτό το συμπέρασμα.

  • Προτεραιότητα έχουν, κατόπιν, όσοι ασθενείς αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο μη αναστρέψιμης σοβαρής βλάβης της σωματικής ή ψυχικής τους υγείας, επίσης ανεξαρτήτως αιτίας. Η έννοια του «άμεσου» κινδύνου και της «σοβαρής βλάβης» προσδιορίζεται, επίσης κατά περίπτωση, στη βάση αμιγώς ιατρικής εκτίμησης, που πρέπει να τεκμηριώνεται με αντικειμενικό τρόπο (evidence-based). Η προτεραιότητα αυτών των ασθενών δικαιολογείται από το ότι καθυστερήσεις στην περίθαλψή τους μπορεί να συνεπάγονται σοβαρές προσβολές θεμελιωδών δικαιωμάτων τους και εν τέλει της συνολικής αυτονομίας τους.

Τα εν λόγω κριτήρια χρειάζεται να συνδυάζονται με δύο πρόσθετα, εν όψει της ανάγκης διατήρησης και ανανέωσης των διαθέσιμων πόρων από το σύστημα υγείας για την κάλυψη όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού ασθενών στον συντομότερο χρόνο. Έτσι:

  • Προτεραιότητα μεταξύ ασθενών που αντιμετωπίζουν εξ ίσου άμεση απειλή για τη ζωή τους ή άμεσο κίνδυνο μη αναστρέψιμης σοβαρής βλάβης της υγείας τους, πρέπει να έχουν όσοι ανήκουν στο υγειονομικό προσωπικό των νοσοκομείων[16]. Μεταξύ αυτών, πρέπει να προηγούνται όσοι εργάζονται σε τμήματα επειγόντων περιστατικών και ΜΕΘ.
  • Προτεραιότητα μεταξύ των λοιπών ασθενών στις ίδιες καταστάσεις, πρέπει να έχουν όσοι αναμένεται να βελτιωθούν ή να αποθεραπευθούν στον συντομότερο χρόνο[17], ώστε οι εν ανεπαρκεία δομές και υπηρεσίες να απελευθερώνονται το γρηγορότερο δυνατόν για επόμενα περιστατικά. Οι σχετικές αξιολογήσεις πρέπει επίσης να βασίζονται σε ιατρικές κρίσεις με εχέγγυα αντικειμενικότητας (evidence-based).

 

  1. Αναγκαίοι όροι εφαρμογής

Η τήρηση των παραπάνω κριτηρίων μπορεί να εξασφαλίσει τη βέλτιστη απόδοση του συστήματος υγείας, σε συνθήκες ανεπάρκειας δομών και υπηρεσιών, εφόσον πάντως ισχύσουν ορισμένες πρόσθετες προϋποθέσεις:

  • Οι αποφάσεις για την προτεραιοποίηση πρέπει να χρησιμοποιούν τα συνιστώμενα κριτήρια ως γενικό πλαίσιο και να εξειδικεύονται ανά περιστατικό με πρωτοβουλία των υπεύθυνων ιατρών[18], αφού οι ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης είναι αδύνατον να προβλεφθούν εκ των προτέρων και in abstracto.
  • Να έχει ορισθεί στη νοσηλευτική μονάδα υπεύθυνη ομάδα ιατρών για την προτεραιοποίηση, ώστε η διαδικασία να προχωρεί άμεσα[19]. Η ομάδα πρέπει να είναι επιφορτισμένη με τη συγκριτική αξιολόγηση των δεδομένων κάθε περιστατικού, στη βάση αντικειμενικών ιατρικών κριτηρίων και πάντοτε με τη συμμετοχή των εκάστοτε θεραπόντων.
  • Ασθενείς που έπονται στην προτεραιοποίηση πρέπει να υποστηρίζονται πλήρως, ώστε να μην κινδυνεύει με επιδείνωση η κατάστασή τους, να επαναξιολογούνται δε άμεσα[20], εφόσον συμβεί αυτό. Η απόσυρση ασθενούς από ΜΕΘ στην οποία έχει εισαχθεί κατά προτεραιότητα δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αν η θεραπεία καταστεί ανώφελη, ή η κατάστασή του έχει βελτιωθεί ουσιαστικά ή σταθεροποιηθεί και επόμενο περιστατικό που συνέβη να επιδεινώθηκε, επαναξιολογηθεί ως αντικειμενικά σοβαρότερο[21].
  • Να ζητείται και να λαμβάνεται η συναίνεση του ίδιου του ασθενούς[22], εφόσον αυτό είναι δυνατόν, ή αλλιώς των οικείων του, για οποιαδήποτε ιατρική πράξη επείγουσας περίθαλψης (εισαγωγή σε ΜΕΘ κ.λπ.), σύμφωνα με τις ειδικές προβλέψεις της ισχύουσας νομοθεσίας (άρθ. 8 της Σύμβασης του Οβιέδο, άρθ. 12 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας). Είναι αυτονόητο, ότι ο όρος αυτός απαιτείται μόνον αν είναι εφικτή η ικανοποίησή του σε εύλογο χρόνο, αλλιώς ο θεράπων έχει καθήκον να αυτενεργήσει προς το συμφέρον του ασθενούς.
  • Το σύστημα της προτεραιοποίησης πρέπει να βασίζεται και να εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή τη διαφάνεια[23]. Η υπεύθυνη ομάδα των ιατρών πρέπει να επικοινωνεί με τους οικείους των ασθενών και να τους ενημερώνει για την πορεία της περίθαλψης των τελευταίων.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

  1. R. P. Aacharya1, C. Gastmans, Y. Denier, Emergency department triage: an ethical analysis, BMC Emergency Medicine 2011, 11:16

 

  1. J. Emanuel, G. Persad, R. Upshur, B. Thome, M. Parker, A. Glickman, C. Zhang, C. Boyle, M. Smith, J. P. Phillips, Fair Allocation of Scarce Medical Resources in the Time of Covid-19, N. Engl J. Med 382, 2020, 2049 – 2055

 

  1. Jöbges, R. Vinay, V. A. Luyckx, N. Biller-Andorno, Recommendations on COVID-19 triage: international comparison and ethical analysis, Bioethics, 2020, 1-12

 

  1. Joebges, N. Biller-Andorno, Ethics guidelines on COVID-19 triage—an emerging international consensus, Critical Care 24, 2020, 201 – 205
  2. Leclerc, N. Donat , A. Donat , P. Pasquier, N. Libert ,E. Schaeffer , E. D’Aranda , J. Cotte , B. Fontaine,P. -F. Perrigault, F. Michel, L. Muller, E. Meaudre,B. Veber, Prioritisation of ICU treatments for critically ill patients in a COVID-19 pandemic with scarce resources, Anaesth Crit Care Pain Med 39 (2020) 333–339

 

Nationaler Ethikrat, Solidarity and Responsibility during the Coronavirus Crisis. Ad hoc Recommendation, Berlin 2020, 1 – 8

 

  1. L. Sprung, G. M. Joynt, M. D. Christian, R. D. Truog, J. Rello, J. L. Nates, Adult ICU Triage During the Coronavirus Disease 2019 Pandemic: Who Will Live and Who Will Die? Recommendations to Improve Survival, Critical Care Med. J. 48, 2020, 1196-1202

 

  1. Verweij, S. van de Vathorst, M. Schermer, D. Willems, M. de Vries, Ethical Advice for an Intensive Care Triage Protocol in the COVID-19 Pandemic: Lessons Learned from The Netherlands, Public Health Ethics 2020, 1–9

 

WHO, Ethics and COVID-19: resource allocation and priority-setting, 2020, 1-5

 

WHO, Algorithm for Covid-19 triage and referral, WPR/DSE/2020/009, 2020, 1–5.

[1] Σχετ. Jogbes et al., Ethics, 1.

[2] Όπως της αντιμετώπισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, της σταθερής υποστήριξης χρόνιων ασθενών (καρκίνος), της αύξησης ψυχιατρικών κρουσμάτων, χρήσης ουσιών, ενδοοικογενειακής βίας κ.ο.κ. Πρόκειται για «παράπλευρες απώλειες» σε μια «ξεχασμένη» δημόσια υγεία, γνωστές και σε άλλες χώρες που εφάρμοσαν περιορισμούς στην κίνηση. Για την Ελλάδα, πέρα από την εκθετική αύξηση της ανίχνευσης φαρμακευτικών (αντικαταθλιπτικών) και ναρκωτικών ουσιών στα λύματα της Αττικής και μεγάλων πόλεων, αξίζει να σημειωθεί η αυξητική εικόνα των θανάτων από άλλες, πλην του κορωνοιού, αιτίες, ιδίως από το φθινόπωρο του 2020 (στοιχεία ΕΣΥΕ).

[3] Emanuel et al., 2054, Verweij et al., 5. Επίσης, Jogbes et al., Ethics, 4.

[4] Nationaler Ethikrat 3, Leclerc et al., 334, Verweij et al., 3-4, κ.λπ.

[5] Emanuel et al., 2054, Jogbes et al., Ethics, 1, Leclerc et al., 335.

[6] Aacharya et al., 2.

[7] Π.χ.. Emanuel et al., 2054.

[8] Emanuel et al., 2052, Leclerc et al., 334.

[9] Aacharya et al., 2.

[10] Ως έκφραση εξισωτικής αντιμετώπισης των ασθενών. Βλ. Aacharya et al. 8.

[11] Κάποτε και ως συγκρουόμενα μεταξύ τους. Βλ. Jogbes et al., Recommendations, 2, Emanuel et al., 2053. Σύμφωνοι με τη θέση που υποστηρίζεται εδώ, Verweij et al., 5, Leclerc et al., 335.

[12] Για τους αλγόριθμους αυτούς, βλ. λεπτομερώς WHO, Algorithm, passim, Jogbes et al., Recommendations, 8, Aacharya et al. 2, Leclerc et al., 336-339.

[13] Ή κριτήρια «βιωσιμότητας». Βλ. Aacharya et al. 8.

[14] Jogbes et al., Recommendations, 8, Sprung et al., 1200. Αντιθ. Verweij et al., 5, 6.

[15] Έτσι, Emanuel et al., 2052.

[16] Emanuel et al., 2053, WHO, Ethics, 5, Leclerc et al., 335. Βλ. όμως και Verweij et al., 4, Sprung et al., 1199-1200, που εκφράζουν δισταγμούς για την εφαρμογή στην περίπτωση του κορωνοιού, λόγω του μεγάλου διαστήματος αποθεραπείας, άρα της μη άμεσης διαθεσιμότητας στις υπηρεσίες υγείας αυτών των ασθενών.

[17] Verweij et al., 5.

[18] Jogbes et al., Recommendations, 8.

[19] Emanuel et al., 2054, Sprung et al., 1198-1199.

[20] Jogbes et al., Recommendations, 8.

[21] Έτσι, Emanuel et al., 2052, Verweij et al., 4, Sprung et al., 1200.

[22] Jogbes et al., Ethics, 1.

[23] Emanuel et al., 2054, Jogbes et al., Ethics, 4.WHO, Ethics 3.

Ξενοφών Κοντιάδης, Η περιπετειώδης ιστορία των επαναστατικών Συνταγμάτων του 1821 -Η θεμελιωτική στιγμή της ελληνικής πολιτείας (εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ. 208)

Τα επαναστατικά Συντάγματα του 1821 είναι στοιχείο της εθνικής ταυτότητας και της συλλογικής μας αυτογνωσίας. Η θέσπισή τους αποτελεί τη θεμελιωτική στιγμή της ελληνικής πολιτείας.  Οι διενέξεις και οι διεργασίες κατά τη θέσπιση των Συνταγμάτων του Αγώνα αποκαλύπτουν ίσως καθαρότερα από οποιοδήποτε άλλο πεδίο δράσης των επαναστατημένων Ελλήνων τα δύο πρόσωπα του Ιανού της Επανάστασης του 1821, τη σύγκρουση και τη συναίνεση. Οι ποικίλες, εναλλασσόμενες και διασταυρούμενες συγκρούσεις μεταξύ των αγωνιζόμενων Ελλήνων αποτελούν μία σκοτεινή όψη της Επανάστασης, που ενίοτε επιχειρείται να αποσυνδεθεί από την επαναστατική, δημοκρατική συνταγματογένεση, η οποία συνιστά αντίθετα μία στιγμή εθνικής υπερηφάνειας. Όμως χωρίς την προσεκτική μελέτη των εσωτερικών πολιτικών και κοινωνικών διαιρέσεων και των προσωπικών διενέξεων μεταξύ των πρωταγωνιστών της Πρώτης Ελληνικής Δημοκρατίας δεν είναι εφικτή η εξήγηση του τρόπου που θεσπίστηκαν τα Συντάγματα του Αγώνα ούτε η ανάδειξη της σημασίας και του περιεχομένου τους.

Πώς έγραψαν οι επαναστατημένοι Έλληνες τα Συντάγματα του Αγώνα; Στο βιβλίο τίθενται ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα που έχουν απασχολήσει την πολιτική ιστορία και τη συνταγματική επιστήμη, πάνω στα οποία έχουν αναπτυχθεί αντιτιθέμενες απόψεις. Στο εισαγωγικό κεφάλαιο αναλύονται οι τοπικιστικές διαιρέσεις και οι κοινωνικές συγκρούσεις που σημαδεύουν την Επανάσταση, ως προϋπόθεση για να απαντηθεί το ερώτημα πώς επηρέασαν τη θέσπιση των Συνταγμάτων του Αγώνα. Πόσο σημαντικές είναι για τη συνταγματογένεση οι διενέξεις μεταξύ προκρίτων και οπλαρχηγών, αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, Πελοποννησίων, Ρουμελιωτών και Νησιωτών; Οι διαιρέσεις αυτές διευρύνονται και διογκώνονται στην πορεία του Αγώνα, επηρεάζοντας καθοριστικά τη διαμόρφωση του σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Στο πρώτο κεφάλαιο το κύριο ερώτημα είναι αν και σε ποιο βαθμό επηρεάστηκαν τα Συντάγματα του Αγώνα από τη Γαλλική Επανάσταση και τα Συντάγματά της. Υπήρξαν πράγματι τα γαλλικά επαναστατικά Συντάγματα το πρότυπο των Συνταγμάτων του Αγώνα, όπως έχει υποστηριχθεί; Στο δεύτερο κεφάλαιο ερωτάται ποια είναι η επίδραση των κοσμοπολίτικων συνταγματικών ιδεών του Ρήγα Βελεστινλή στα Συντάγματα του Αγώνα. Τι σχέση έχει το υπερεθνικό αλλά ελληνοκεντρικό πολίτευμα στη Χερσόνησο του Αίμου, που οραματίζεται ο Ρήγας το 1797, με το εθνικό κράτος που διαρρυθμίζεται στα επαναστατικά Συντάγματα του 1821;

Στο τρίτο κεφάλαιο εξετάζονται τα τοπικά πολιτεύματα που καταρτίζονται τους πρώτους μήνες της Επανάστασης στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Υπακούουν σε μία ομοσπονδιακή λογική οργάνωσης του υπό σύσταση κράτους ή αποτελούν μηχανισμούς περιχαράκωσης συγκεκριμένων συμφερόντων των προκρίτων και εξυπηρέτησης προσωπικών επιδιώξεων; Ήταν αναγκαία τα τοπικά πολιτεύματα για την οργάνωση της πολιτικής εξουσίας ή αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της τοπικής εξουσίας των ηγετικών ομάδων της Επανάστασης;

Στο τέταρτο κεφάλαιο εξετάζονται η διαδικασία κατάρτισης και το περιεχόμενο του Συντάγματος της Επιδαύρου. Ποια είναι η ανθρωπογεωγραφία της Α’ Εθνοσυνέλευσης, ποιοι οι πολιτικοί συσχετισμοί και πώς αποτιμάται το πρώτο επαναστατικό Σύνταγμα; Το πέμπτο κεφάλαιο ξεκινάει από την περιπετειώδη, ατελή εφαρμογή του Συντάγματος της Επιδαύρου προκειμένου να εξηγηθεί πώς από τη συναινετική ψήφισή του οδηγούνται οι επαναστατημένοι Έλληνες στις συγκρούσεις που συνοδεύουν την αναθεώρησή του στο Άστρος έναν χρόνο αργότερα. Τι έχει αλλάξει στους πολιτικούς συσχετισμούς της Β’ Εθνοσυνέλευσης και πόσο σημαντικές είναι οι μεταβολές που εισάγονται με το Σύνταγμα του Άστρους για την εξέλιξη του Αγώνα;

Το έκτο κεφάλαιο του βιβλίου έχει ως αφετηρία τους δύο Εμφυλίους πολέμους που σπαράσσουν την επαναστατημένη Ελλάδα την περίοδο μετά την ψήφιση του Συντάγματος του Άστρους και μέχρι την ταραχώδη σύγκληση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης, που θα ψηφίσει το τελειότερο ίσως συνταγματικό κείμενο της εποχής του, το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Πώς συναρτώνται τα δύο πρώτα Συντάγματα του Αγώνα με την εκδήλωση των Εμφυλίων πολέμων; Πώς μέσα από τις ακραίες συγκρούσεις στη Γ’ Εθνοσυνέλευση γεννιέται ένα Σύνταγμα που έχει χαρακτηριστεί ως το πιο δημοκρατικό και φιλελεύθερο στην Ευρώπη του πρώτου μισού του 19ου αιώνα;

Στο έβδομο κεφάλαιο αναλύονται συνοπτικά οι θεσμικές και πολιτικές εξελίξεις αμέσως μετά την ψήφιση του Συντάγματος της Τροιζήνας. Γιατί λήγει άδοξα ο δημοκρατικός συνταγματισμός που εκφράζεται στα τρία Συντάγματα του Αγώνα και πώς θα μπορούσαν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες να έχουν εφαρμοστεί στην επαναστατημένη Ελλάδα; Τέλος, στα επιλεγόμενα επιχειρείται μία συνολική αποτίμηση του ελληνικού «επαναστατικού συνταγματισμού» και τίθεται το ερώτημα ποιο είναι το «κεκτημένο» της Πρώτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Αποτελεί το 1821 τη θεμελιωτική στιγμή της ελληνικής πολιτείας; Πόσο αδέσμευτη είναι η συντακτική εξουσία που ασκούν οι επαναστατημένοι Έλληνες;

 

(Από τον πρόλογο του βιβλίου)

Καταχώρηση: 22-03-2021     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Το πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος του 1827

Προκόπιος Παυλόπουλος, Τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρόλογος

Ήδη από την 18η Απριλίου 1823, η Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους που ψήφισε -κατ’ αναθεώρηση του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» του 1822- τον «Νόμον της Επιδαύρου», είχε προαναγγείλει την Γ΄ Εθνοσυνέλευση.  Και τούτο διότι τότε αποφασίσθηκε «να προσδιορισθή Εθνική Συνέλευσις εις ανάκρισιν του Πολιτεύματος μετά διετίαν».  Κατ’ εφαρμογή της ως άνω απόφασης, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση συγκλήθηκε για την 25η Σεπτεμβρίου 1825.  Όμως, μετά από πολλές καθυστερήσεις εξαιτίας της κακής τροπής του Απελευθερωτικού Αγώνα, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε την 6η Απριλίου 1826 στην Πιάδα.  Είναι δε αξιοσημείωτο -φυσικά αρνητικώς, και για την οριστικοποίηση της θεσμικής θεμελίωσης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους αλλά και για την πορεία του Αγώνα- ότι καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν υπήρχε ουσιαστικώς «συνταγματική τάξη» στην απελευθερωμένη Ελλάδα, λόγω μη εφαρμογής του «Νόμου της Επιδαύρου» του 1823, κατά τ’ ανωτέρω.

Ι. Το ιστορικό της κατάρτισης του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος».

Τον Αύγουστο του 1826 η Γ΄ Εθνοσυνέλευση διασπάσθηκε, εξαιτίας της ανοιχτής αντιπαράθεσης μεταξύ «αγγλόφιλων» και «γαλλόφιλων».  Και η μεν «αγγλόφιλη» τάση του συνήλθε στην Αίγινα, ενώ η «γαλλόφιλη» -στην οποία προστέθηκε η νεοσύστατη «ρωσόφιλη» τάση- συνήλθε στην Ερμιόνη.               

Α. Το «χρονικό» της διάσπασης της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης.

Η αφορμή της διάσπασης ήταν η εξής:

  1. Οι Πληρεξούσιοι που συγκεντρώθηκαν στην Αίγινα υποστήριζαν ότι μόνον η Επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης -την οποία είχε συγκροτήσει η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου προκειμένου, μεταξύ άλλων, «να συγκαλέση εις Εθνικήν Συνέλευσιν τους Πληρεξουσίους» (Ψήφισμα Ε΄ της 12ης Απριλίου 1826)- είχε το δικαίωμα όχι μόνο να προσδιορίσει τον τόπο της νέας Εθνοσυνέλευσης, αλλά και να προσκαλέσει εκείνους μόνο τους Πληρεξουσίους, που είχαν συγκροτήσει την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου «ως συνέχειαν εκείνης λογιζομένην».  Οι Πληρεξούσιοι στην Ερμιόνη,  αντιθέτως, υποστήριξαν ότι: «Η απόφασις της  εν Επιδαύρω Εθνοσυνελεύσεως  δεν εστηρίζετο ούτε εις το νόμιμο ούτε εις το δίκαιον  και ότι  δια τούτον τον λόγον η Συνέλευσις έπρεπε να συγκροτηθή όπου η πλειονοψηφία ήθελεν αποφασίσει, και υπό πληρεξουσίων εκ νέου εκλελεγμένων».
  2. Τελικώς, μετά από πολλές διαμεσολαβητικές προσπάθειες του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στράτφορντ Κάνινγκ -πρώτου εξαδέλφου του Τζωρτζ Κάνινγκ- αλλά και Ελλήνων πολιτικών και οπλαρχηγών αποφασίσθηκε από κοινού, την 17η Μαρτίου 1827, η Εθνοσυνέλευση να συνέλθει στην Τροιζήνα.  Αξίζει, συναφώς,  ν’ αναγνωσθεί η επιστολή του Γ. Καραϊσκάκη, με την οποία,  επιδεικνύοντας  ομοψυχία και συναίνεση, προέτρεψε να συνέλθει η Εθνοσυνέλευση σε τρίτο μέρος,  προτείνοντας την Αίγινα ή την Σαλαμίνα.  Γράφει, λοιπόν,  ο μεγάλος Ρουμελιώτης στρατηγός: «Με απορίαν μας μεγάλην βλέπομεν την αναβολήν της συγκροτήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, και ότι μέχρι τούδε λογοτριβείτε περί τόπου, γινόμενοι εις δύο κόμματα οι πληρεξούσιοι του Έθνους, οι μέν εις Αίγιναν  οι δε εις Ερμιόνην. […] δυσαρεστούμεθα βλέποντες αυτά τα δύο κόμματα να διαφέρωνται πρώτον περί του τόπου. Ο τόπος, αδελφοί,  δεν είναι οπού να εκτελή τα καλά και συμφέροντα του Έθνους, αλλά τα καλά και απαθή αισθήματα των υποκειμένων και η ομόνοια και αδελφοσύνη από τα οποία κρέμαται η σωτηρία όλων μας, και είμεθα όλοι αδελφοί και εν Έθνος.  Ας  λείψη το Πελοποννήσιοι, Νησιώται και Ρουμελιώται, αλλά όλοι να νομιζώμεθα εν ως και είμεθα» (βλ. Πρακτικά της 9ης Προκαταρκτικής Συνεδρίασης της 31.1.1827 της Εθνοσυνέλευσης της Ερμιόνης).

Β. Οι εργασίες της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης πραγματοποίησε δέκα προκαταρκτικές συνεδριάσεις, από 18 Ιανουαρίου του 1827 ως τις 10 Φεβρουαρίου, και δεκαεπτά τακτικές, που άρχισαν την 11η  Φεβρουαρίου και τέλειωσαν την 17η Μαρτίου του ίδιου χρόνου.

  1. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η από 11.2.1827 Διακήρυξη της 1ης τακτικής Συνεδρίασης της Εθνοσυνέλευσης, την οποίαν υπογράφει ο Πρόεδρός της Γ. Σισίνης. Και τούτο διότι ανιχνεύεται σε αυτή το «πνεύμα» των Ηθικών Νικομαχείων και των Πολιτικών του Αριστοτέλους: «Χωρίς αρετής δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν αι Πολιτείαι. Αλλ’ η αρετή γεννάται από την καλήν Νομοθεσίαν. Και επειδή δι’ αυτής οι πολίται γινόμενοι ενάρετοι τείνουσιν εις τον προς ον όρον της Πολιτικής Κοινωνίας, είτουν εις την ευδαιμονίαν των, η Συνέλευσις αύτη επαναλαβούσα τας εργασίας της έχει κύριον σκοπόν να τελειοποιήση καθ’ όσον δύναται το Πολίτευμα του Έθνους […]». Περαιτέρω, αξίζει να επισημανθεί ότι κατά τις εργασίες της 13ης Συνεδρίασης της Εθνοσυνέλευσης αποφασίσθηκε η βάση του Ελληνικού Πολιτεύματος να είναι Κοινοβουλευτική.
  2. Ωστόσο, τις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη επισκίασε και απασχόλησε η πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών. Για τα γεγονότα της πολιορκίας φρόντισε η εδρεύουσα στην Αίγινα Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδας, με πρόεδρο τον Ανδρέα Ζαΐμη,  να ενημερώνει τους Πληρεξουσίους στην Ερμιόνη, συνοδεύοντας τις επιστολές της με την αλληλογραφία που είχε με τους πολιορκημένους και  παρακινώντας τους να προτρέψουν τους οπλαρχηγούς στην Ερμιόνη να εκστρατεύσουν στην Αθήνα (βλ. Πρακτικά της τελευταίας Προκαταρκτικής Συνεδρίασης της 10ης Φεβρουαρίου 1827).

α) Επίσης, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η από 7.2.1827 επιστολή της Εθνοσυνέλευσης προς τους πολιορκημένους της Ακρόπολης των Αθηνών. Και τούτο διότι  η επιστολή αυτή  σκοπό είχε, μεταξύ άλλων, ν’ αναδείξει την αδιάκοπη πορεία της συνέχειας  του Ελληνικού Έθνους. Στην επιστολή αυτή αναφέρονται τα εξής: «Η Συνέλευσις, άμα επαναλαβούσα τας εργασίας της, ευθύς έστρεψεν την προσοχήν της εις την διάσωσιν του φρουρίου των Αθηνών, το οποίο Σεις υπερασπίζεσθε. Η θέσις αύτη είναι και θεωρείται ο προμαχών της Ελλάδος˙ ένδοξος δια τας αρετάς των αθανάτων προγόνων μας, δοξάζεται τώρα και πάλιν, και κάμνει νέαν εποχήν δια της γενναίας και ηρωικής υπεράσπισεώς Σας. Και Σεις, ενώνοντες τα αίματά Σας με τη στάκτην των Θεμιστοκλέων, των Κιμώνων, των Μιλτιαδών, των Αλκιβιαδών, των Αριστειδών, των Περικλέων, παραδίδετε τα όνοματά Σας εις την αθανασίαν, είς τον θαυμασμόν των αιώνων και εις τα ευλογίας των γενεών.  Και ενώ η Πατρίς θεωρεί ευγνωμόνως τους αγώνας Σας, η Συνέλευσις φροντίζει δια την σωτηρίαν και υπεράσπισιν και ασφάλειάν Σας και του Φρουρίου» (βλ. Πρακτικά της Α’ τακτικής Συνεδρίασης της Γ΄ Εθνικής Συνέλευσης της 11ης Φεβρουαρίου 1827).

β) Συγκλονιστική είναι και η από 17.2.1827 επιστολή των αγωνιστών του φρουρίου της Ακρόπολης: «Με μεγάλην οικονομίαν και στενοχωρίαν υποφέραμε έως την σήμερον, Μητέρα, αδέλφια, υστερηθήκαμεν από όλα, μόνο ένα σιτάρι ξηρόν μας έμεινεν. Ούτε μύλος γερός μας έμεινε να αλέσωμεν ούτε ξύλα να ψήσωμεν, όσα σπήτια και καλύβες οπού είχαμε και εκαθόμαστε μέσα, και αυτά τα χαλάσαμεν και τα εκάψαμεν δια το ψωμί. Τώρα αδέλφια εμείναμεν όλοι εις τα ανοικτά λαβωμένοι και άρρωστοι και επίλοιποι. Οι άρρωστοι αποθαίνουν αδίκως με το να μη έχουν τα αναγκαία τους, σχεδόν τίποτε, τόσον και λαβωμένοι δεν έχουν ούτε αλοιφή ούτε ξαντό ούτε δεσίματα, αλλά βρωμίζουν και αποθαίνουν. Το λοιπόν αδελφοί, ημείς οι ολίγοι γεροί οπού μείναμεν εις τι να παραστεκόμαστε; Εις τους αρρώστους; Εις τους πληγωμένους; Ή εις το τουφέκι; […] χανόμεθα αδέλφια» (βλ. Πρακτικά 8ης Συνεδρίασης της 24ης Φεβρουαρίου1827). Τελικώς, σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές  της Εθνοσυνέλευσης της Ερμιόνης,   λήφθηκε η απόφαση,  στην 2η Συνεδρίαση της 14ης Φεβρουαρίου1827, για την αποστολή  εκστρατευτικού σώματος 4.500 χιλιάδων ανδρών στην Αθήνα, υπό την ηγεσία του Ιωάννη Θ. Κολοκοτρώνη, προκειμένου να συνδράμει τους  πολιορκημένους.

  1. Στις κρίσιμες αυτές στιγμές οι εργασίες της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη ολοκληρώθηκαν την 17η Μαρτίου 1827 και οι Πληρεξούσιοι, με πνεύμα πραγματικής εθνικής συμφιλίωσης, συνήλθαν στην Τροιζήνα, όπου την 1η Μαΐου 1827 ψηφίσθηκε το οριστικό «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος».  Η αισιοδοξία που άρχισε να ξαναγεννιέται μετά τα τραγικά γεγονότα της πολιορκίας της Ακρόπολης των Αθηνών και τις διχαστικές τάσεις, οι οποίες είχαν επικρατήσει το προηγούμενο διάστημα, πέρασε  στους στίχους που  τραγουδιούνταν σε όλη την επαναστατημένη Ελλάδα: «Στην Αιγίνη δε θα γίνει./Στην Ερμιόνη δεν τελειώνει./Στο Δαμαλά [Τροιζήνα] πάει καλά./Εκεί θα τελειωθεί/και η Ελλάδα θα σωθεί» (Ιωάννου Ηρ. Μάλλωση, Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις, Αθήναι 1930, σ. 18).
  2. Πρέπει να τονισθεί μ’ έμφαση πως το εξαιρετικά φιλελεύθερο, για τα δεδομένα της εποχής, πνεύμα του Συντάγματος, στο οποίο κατέληξε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση αποκτά πολύ μεγαλύτερη αξία, αν αναλογισθεί κανείς πόσο επιφυλακτική ήταν ακόμη η συντηρητική πλευρά της Ιεράς Συμμαχίας -παρά τις διαφοροποιήσεις της σε σχέση με τις αρχικές, εντόνως αρνητικές, αντιδράσεις της- έναντι της Εθνεγερσίας του 1821. Άκρως ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα κειμένου του Μέττερνιχ του 1825, λίγο πριν από την ολοκλήρωση των εργασιών της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης (βλ. Αντ. Μπερεδήμα, Διεθνές Δίκαιο και Διπλωματία στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, 2021, σελ. 185 επ.): «Επαναστάσεις ως εκείναι των δύο Χερσονήσων της Μεσημβρινής Ευρώπης, αι οποίαι δεν επεδίωκον τίποτε ολιγώτερον παρά την ανατροπήν του συνόλου των θεμελίων και θεσμών επί των οποίων ηδράζοντο τα βασίλεια ταύτα … παρόμοιαι επιχειρήσεις διαφέρουν κατά πολύ του κινήματος ενός πληθυσμού κατέχοντος τμήμα ενός μεγάλου Κράτους και αποβλέποντος εις την πολιτικήν ανεξαρτησίαν του τμήματος αυτού. Η Ελληνική επανάστασις ομοιάζει πολύ περισσότερον με τας ταραχάς  αι οποίαι λαμβάνουν χώραν εν Ιρλανδία και αι οποίαι την στιγμήν ταύτην επαναλαμβάνονται εκ νέου με μίαν έντασιν λίαν ανησυχητικήν δια την Αγγλικήν κυβέρνησιν παρά με τα γεγονότα, τα οποία ηφάνισαν την Ισπανίαν, την Πορτογαλίαν και την Ιταλίαν και τα οποία είχον εις πολύ μεγαλύτερον βαθμόν τα χαρακτηριστικά της Γαλλικής Επαναστάσεως ή και της Αγγλικής του δεκάτου εβδόμου αιώνος.  Η Ελληνική επανάστασις παρουσιάζει μάλιστα περισσότερον αναλογίαν με εκείνη των Αμερικανικών αποικιών, των οποίων σκοπός ήτο ο αποχωρισμός από την μητέρα-πατρίδα, αν ήτο δυνατόν βεβαίως να συγκριθή η Ελλάς προς τα ειρημένας χώρας, τελείως απεχούσης λόγω της γεωγραφικής της θέσεως των μεγάλων πολιτικών σωμάτων, εις την οποία χρεωστούν την ύπαρξιν και τον πολιτισμόν των.  Εκείνο το οποίον αναμφιβόλως εταύτισεν κατά κάποιον τρόπον την επανάστασιν των Ελλήνων με τας άλλας επαναστάσεις, των οποίων υπήρξαμε μάρτυρες, είναι η επίδρασις την οποίαν αι επαναστατικαί φατρίαι ήσκησαν επί των ταραχών της Ανατολής, το πνεύμα, αι αρχαί, τα σχήματα τα οποία αι φατρίαι αύται ενετύπωσαν εις εν κίνημα, το οποίον ως προς τας πρώτας του αφορμάς και τον αντικειμενικόν του σκοπόν εφαίνετο ως μη έχον σχέσιν προς τας μηχανορραφίας τας οποίας είχαν εξυφάνη εις την λοιπήν Ευρώπην.  Και ακόμη πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι, ενώ αι θεωρίαι και συνωμοσίαι, αι στρεφόμεναι κατά των πρώτων βάσεων του παλαιού κοινωνικού συστήματος, υπήρξαν εις τας επαναστάσεις της Ισπανίας και Ιταλίας, ο απροκάλυπτος σκοπός και το σπουδαιότερον κίνητρον των ταραχοποιών, παρεισέφρησαν ως πρόσθετα στοιχεία εις την επανάστασιν της Ελλάδος, ο δε ρόλος των υπήρξε απλώς δευτερεύων.  Εάν υφίστατο απόλυτος ομοιομορφία [των κρίσεων], αύτη θα εδικαιολόγη ή μάλλον θα απήτη ταυτότητα ενεργειών ή μέτρων.  Εάν η επανάστασις των Ελλήνων ηδύνατο ασφαλώς να τεθή εις την ιδίαν κατηγορίαν με εκείνας αι οποίαι αναστάτωσαν την Ισπανίαν και την Ιταλίαν, αι Δυνάμεις δεν θα ευρίσκοντο καθόλου προ διλήμματος ποίαν στάσιν να υιοθετήσουν΄ η ομοιομορφία των νόσων απαιτεί ομοιομορφίαν φαρμάκων΄ άρα δια της εφαρμογής εις την επανάστασιν ταύτην των αρχών αι οποίαι ενέπνευσαν τας Συμμαχικάς Δυνάμεις εις τον αγώνα των κατά της Νεαπόλεως, του Πεδεμοντίου και της Ισπανίας, το έργο μας καθιστάμενον ίσως δυσκολώτερον λόγω πλήθους τοπικών περιστάσεων, θα ήτο εν τούτοις εξίσου απλούν και σταθερόν.  Δεν νομίζομεν όμως ότι τοιαύτη περίπτωσις και μακράν του να παραδεχθώμεν την απόλυτον ομοιομορφίαν των κατατάσεων, αντλούμεν κυρίως ελπίδας από τας διαφοράς των δια να συνδράμωμεν εις την ειρήνευσιν της Ελλάδος άνευ παραβιάσεως ουδεμιάς των αρχών, τας οποίας θεωρούμεν σανίδα σωτηρίας εις τον καιρόν της καταιγίδος…».

ΙΙ. Η δομή και το περιεχόμενο του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος».

   Το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 κατά γενική ομολογία -και ανεξάρτητα από τις μετέπειτα «περιπέτειες» εφαρμογής του λόγω της αρνητικής συγκυρίας που διαμορφώθηκε -θεωρείται ως ένα από τα αρτιότερα στην συνταγματική μας ιστορία, και μάλιστα με βάση τα δεδομένα της εποχής εκείνης.  Τούτο οφείλεται, κατ’ εξοχήν, στα θεσμικά του χαρακτηριστικά, τα οποία αναδεικνύουν την πρώιμη επιρροή και εμπέδωση εξαιρετικά προωθημένων φιλελεύθερων δημοκρατικών ιδεωδών, όπως αυτά είχαν αρχίσει να δημιουργούνται από την θεσμική και πολιτική «μήτρα» της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 και της εξ αυτής προκύψασας Διακήρυξης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί  -για λόγους που αφορούν την πορεία εξέλιξης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους- ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», ήταν εκείνο, το οποίο άνοιξε τον δρόμο για την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτου Κυβερνήτη του νεοσύστατου ακόμη Ελληνικού Κράτους.  Και τούτο, διότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 προέβλεπε -δίχως όμως να προσδιορίζει τον τρόπο εκλογής του, παραπέμποντας απλώς σε ειδικό εκτελεστικό νόμο- ως επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας, με ενισχυμένες εξουσίες, μονοπρόσωπο όργανο, τον «Κυβερνήτη», του οποίου η θητεία οριζόταν επταετής.

Α. Το φιλελεύθερο πνεύμα των Θεσμών του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος».

Από τις μεγάλες -και πάλι για τα δεδομένα και την συγκυρία εκείνης της εποχής- καινοτομίες του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» του 1827, οι οποίες αναδεικνύουν την φιλελεύθερη νοοτροπία του, όσον αφορά τόσο τους Δημοκρατικούς Θεσμούς εν γένει όσο και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου, επισημαίνονται, ενδεικτικώς, οι εξής:

  1. Εμβληματική, στο θεσμικό πλαίσιο του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827, είναι η καθιέρωση ρυθμίσεων, οι οποίες αναδεικνύουν, με ιδιαίτερη έμφαση, τις εγγυήσεις τήρησης της Δημοκρατικής Αρχής. Μεταξύ αυτών σπουδαιότερες κρίνονται:

α)  Πρώτον, οι ρυθμίσεις με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή της Λαϊκής Κυριαρχίας.  Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος. πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού».  Η επιρροή των ρυθμίσεων αυτών είναι και σήμερα ακόμη εμφανής, αν αναχθεί κανείς στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματός μας: «2. Θεμέλιο του Πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. 2. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».

β) Δεύτερον, οι ρυθμίσεις με τις οποίες καθιερώνεται η θεμελιώδης αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.  Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 36 του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», «η κυριαρχία του Έθνους διαιρείται εις τρεις εξουσίας. Νομοθετικήν, Νομοτελεστικήν και Δικαστικήν». Θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί βασίμως ότι στο σημείο αυτό το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, εμφανώς επηρεασμένο από το Σύνταγμα των ΗΠΑ του 1787, υιοθέτησε, προσθέτοντας στοιχειώδεις μηχανισμούς «εξισορρόπησης» καθεμιάς Εξουσίας, την θεμελιώδη αρχή της  λειτουργίας του Πολιτεύματος μέσω των εγγυήσεων κατάλληλων «θεσμικών αντιβάρων» («Checks and Balances»)

  1. Προς την ίδια κατεύθυνση πρέπει να επισημανθεί και τούτο:

α) Το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», καθιερώνοντας τον κανόνα πως κάθε Βουλευτής είχε το «δικαίωμα να ζητή και να λαμβάνη τας αναγκαίας πληροφορίας από τας γραμματείας περί παντός πράγματος συζητουμένου εις την Βουλήν», έθετε τις πρώτες βάσεις του Κοινοβουλευτικού Ελέγχου και, εν τέλει, της κοινοβουλευτικής ευθύνης των μελών της Εκτελεστικής Εξουσίας.

β) Διευκρινίζεται, επίσης, ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827 η Βουλή «τροπολογεί και ακυρώνει τους νόμους, πλην των συνταγματικών».  Με τον τρόπο αυτό -πλην άλλων συναφών- καθιερώνεται, εμμέσως πλην σαφώς, και η υπεροχή του Συντάγματος έναντι του τυπικού νόμου και των, υποδεέστερων αυτού, κανονιστικού περιεχομένου κανόνων δικαίου.  Με άλλες λέξεις, το ως άνω Σύνταγμα καθιέρωνε από τότε, με τρόπο ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο θεσμικώς, την δομή και την ιεραρχία της Έννομης Τάξης.

Β. Η συνταγματική κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Περαιτέρω, το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», διακρίνεται εντόνως και σαφώς για την προσήλωσή του στις προωθημένες φιλελεύθερες ιδέες της εποχής και όσον αφορά τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.  Οι ακόλουθες ρυθμίσεις του είναι άκρως ενδεικτικές εν προκειμένω:

  1. Στο Α΄ Κεφάλαιο, και συγκεκριμένα με τις διατάξεις του άρθρου 1, καθιερώνεται μεν ως επικρατούσα θρησκεία εκείνη της «Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού», όμως εξίσου καθιερώνεται ρητώς, ως θεμελιώδες δικαίωμα, η Θρησκευτική Ελευθερία: «Καθείς εις την Ελλάδα επαγγέλλεται την θρησκεία του ελευθέρως, και δια την λατρείαν αυτής έχει ίσην υπεράσπισιν».
  2. Στο Γ΄ Κεφάλαιο, και υπό τον τίτλο «Δημόσιον δίκαιον των Ελλήνων», εισάγεται, με εξαιρετικά προοδευτικό πνεύμα, σειρά ρυθμίσεων περί βασικών γενικών αρχών με συνταγματική ισχύ καθώς και περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μεταξύ των οποίων δεσπόζουσα είναι η θέση:

α) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 αρχής της Ισότητας: «Όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον των νόμων». Οι επόμενες διατάξεις του Κεφαλαίου τούτου εξειδικεύουν την αρχή της Ισότητας, υιοθετώντας εγγυήσεις:

α1) Αναφορικά με την αρχή της Αξιοκρατίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8: «Όλοι οι Έλληνες είναι δεκτοί έκαστος κατά το μέτρον της προσωπικής του αξίας, εις όλα τα δημόσια επαγγέλματα, πολιτικά και στρατιωτικά».

α2) Αναφορικά με την αρχή της Ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10: «Αι εισπράξεις διανέμονται εις όλους τους κατοίκους της επικρατείας δικαίως, και αναλόγως της περιουσίας εκάστου.  Καμμία δε είσπραξις δεν γίνεται χωρίς προεκδεδομένον νόμον, και κανείς νόμος περί εισπράξεως δεν εκδίδεται ειμή δι’ έν και μόνον έτος».

β) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 11 προσωπικής ελευθερίας: «Ο νόμος ασφαλίζει την προσωπικήν εκάστου ελευθερίαν. κανείς δεν ημπορεί να εναχθή ή φυλακωθή ειμή κατά τους νομικούς τύπους».

γ) Του κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 δικαιώματος στην ιδιοκτησία, με παράλληλη μάλιστα εισαγωγή εγγυήσεων για την δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης: «Η Κυβέρνησις ημπορεί ν’ απαιτήση την θυσίαν των κτημάτων τινός, δια δημόσιον όφελος, αποχρώντως αποδεδειγμένον, αλλά δια προηγουμένης αποζημιώσεως».

δ) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου: «Ο νόμος δεν ημπορεί να έχη οπισθενεργόν δύναμιν».

ε) Του κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 δικαιώματος του αναφέρεσθαι: «Καθείς δύναται ν’ αναφέρεται προς την Βουλήν εγγράφως, προβάλλων την γνώμην του περί παντός δημοσίου πράγματος».

στ) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 ελευθερίας του Τύπου: «Οι Έλληνες έχουσι το δικαίωμα χωρίς πρό εξέτασιν να γράφωσι, και να δημοσιεύωσιν ελευθέρως δια του τύπου ή αλλέως τους στοχασμούς και τα γνώμας των, φυλάττοντες τους ακολούθους όρους: α΄ Να μην αντιβαίνωσιν εις τα αρχάς της χριστιανικής θρησκείας. β΄ Να μην αντιβαίνωσιν εις την σεμνότητα. γ΄ Να αποφεύγωσι πάσαν προσωπικήν ύβριν και συκοφαντίαν».

  1. Τέλος -καίτοι τούτο ενέχει περισσότερο συμβολική αξία- είναι χαρακτηριστικό ότι οι διατάξεις του άρθρου 27 διακηρύσσουν, πανηγυρικώς και εκτενώς, την απαγόρευση απονομής τίτλων ευγενείας: «Κανένας τίτλος ευγενείας δεν δίδεται από την Ελληνική πολιτείαν. και κανείς Έλλην εις αυτήν δεν ημπορεί, χωρίς την συγκατάθεσιν του Κυβερνήτου, να λάβη υπούργημα, δώρον, αμοιβήν, αξίωμα, ή τίτλον παντός είδους από κανένα μονάρχη, ηγεμόνα ή από εξωτερικήν επικράτειαν».

Γ. Η «αδύνατη» εφαρμογή του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος».

Η κατάσταση που αντιμετώπισε, ευθύς εξ αρχής, ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν, κατά την επιεικέστερη έκφραση, δραματική. Αντί άλλης περιγραφής αρκεί το εξής απόσπασμα από τα «Απόλογα του Καποδίστρια» του Γ. Τερτσέτη, όπου καταγράφεται συνομιλία του Κυβερνήτη με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη: «Είναι καιροί που πρέπει να φορούμε όλοι ζώνη δερματένια και να τρώμε ακρίδες κα μέλι άγριο.  Είδα πολλά εις την ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ στην Αίγινα δεν είδα κάτι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδεί… Ζήτω ο Κυβερνήτης, εφώναζαν γυναίκες αναμαλιασμένες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από σπηλιές.  Δεν ήταν το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος».

  1. Ουδείς, λοιπόν, μπορεί ν’ αμφισβητήσει, με τεκμηριωμένα ιστορικά δεδομένα, ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε ν’ αντιμετωπίσει μια κατάσταση πραγματικής «έκτακτης ανάγκης», μέσα στο πλαίσιο της οποίας έπρεπε να πάρει, χωρίς χρονοτριβή, αποφάσεις στοιχειώδους ανάταξης της Ελλάδας προκειμένου να συνεχίσει τον Αγώνα της Απελευθέρωσης και να επιδιώξει την ανακούφιση του δεινώς χειμαζόμενου πληθυσμού. Και ναι μεν, όπως ήδη τονίσθηκε, το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» συνιστούσε έναν θεσμικώς άψογο «Καταστατικό Χάρτη» για την οργάνωση μιας σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας μ’ επικεφαλής τον «Κυβερνήτη της Ελλάδος». Πλην όμως είναι, και σήμερα, προφανές ότι η πλήρης και συνεπής εφαρμογή του, υπό τις συνθήκες της εποχής, ήταν ουσιαστικώς αδύνατη.
  2. Μια λύση θα ήταν η κατά περίπτωση εφαρμογή του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», κάτι όμως το οποίο αφενός δεν συνάδει προς την ίδια την φύση κάθε σύγχρονου Συντάγματος -αυθαίρετη εφαρμογή του Συντάγματος à la carte ισοδυναμεί με υποβάθμιση και, εν τέλει, αναίρεσή του στην πράξη- και, αφετέρου, ήταν εντελώς αντίθετη προς την νοοτροπία του Ιωάννη Καποδίστρια. Στην νοοτροπία του πρώτου «Κυβερνήτη της Ελλάδος», με βάση και τον ασυμβίβαστο -όπως είχε φανεί καθαρά σε όλη την πολιτική διαδρομή του- χαρακτήρα του, ταίριαζε το «salus populi suprema lex esto». Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Ιωάννης Καποδίστριας έκρινε, αμέσως, απαραίτητη την αλλαγή του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας του Πολιτεύματος έτσι ώστε, συγκεντρώνοντας εν πολλοίς στα χέρια του την κρατική εξουσία, από την μια πλευρά να λάβει τις αναγκαίες μεγάλες αποφάσεις για την «Σωτηρίαν της Πατρίδος».  Και, από την άλλη πλευρά, να καταδείξει στο εξωτερικό -και ιδίως προς την «Ιερά Συμμαχία», που «καραδοκούσε» για να υποστηρίξει ότι το Ελληνικό Κράτος-Έθνος δεν μπορούσε να οργανωθεί και να λειτουργήσει- πως το εγχείρημα θεμελίωσης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους δεν ήταν «αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν».
  3. Μ’ επιδέξιους αποφασιστικούς χειρισμούς, ο Ιωάννης Καποδίστριας έπεισε την Βουλή για την «κρισιμότητα των καιρών». Και έτσι, με το Ψήφισμα ΝΗ΄ της 18ης Ιανουαρίου 1828, η Βουλή αποδέχθηκε και ενέκρινε την εισήγηση του Κυβερνήτη για «σχέδιον μεταβολής διοικήσεως προσωρινής», με το ακόλουθο αιτιολογικό: «Επειδή ο παρά του Ελληνικού Έθνους εμπεπιστευμένος τας ηνίας της Κυβερνήσεως Κύριος Ιωάννης Α. Καποδίστριας έφθασεν εις την Ελλάδα΄ Επειδή αι δειναί της Πατρίδος περιστάσεις και η διάρκεια του πολέμου δεν εσυγχώρησαν, ούτε συγχωρούσι την ενέργειαν του εν Τροιζήνι επικυρωθέντος και εκδοθέντος Πολιτικού Συντάγματος καθ’ όλην αυτού την έκτασιν΄ Επειδή η σωτηρία του Έθνους είναι ο υπέρτατος πάντων των Νόμων΄ και Επειδή η Βουλή ανεδέχθη παρά των Λαών την πρόνοιαν της εαυτών σωτηρίας΄ Η Βουλή μόνον σκοπόν έχουσα το να σωθή η Ελλάς, και ως ιερώτερόν της χρέος θεωρούσα τούτο, και την ευδαιμονίαν του Ελληνικού Έθνους του οποίου ενεπιστεύθη την φροντίδα΄ Και επειδή ο Κυβερνήτης επρόβαλε σχέδιον μεταβολής Διοικήσεως προσωρινώς΄». 

 

 

Επίλογος

Υπό τις συνθήκες αυτές ανεστάλη η εφαρμογή του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος».  Η Βουλή ουσιαστικώς αυτοκαταργήθηκε –«αποτίθεται η Βουλή, το οποίον ανέλαβε χρέος της νομοδοτικής εξουσίας»- και οργανώθηκε «προσωρινή Διοίκησης της Επικρατείας».  Η νομοθετική εξουσία περιήλθε στον Κυβερνήτη και ιδρύθηκε συμβουλευτικό συλλογικό όργανο, το «Πανελλήνιον».  Το όργανο αυτό αποτελούσαν 27 μέλη που διόριζε ο Κυβερνήτης και διαιρείτο σε τρία τμήματα, με ειδικότερα για καθένα αντικείμενα τις γνωμοδοτήσεις προς τον Κυβερνήτη επί οικονομικών θεμάτων, θεμάτων περί τα εσωτερικά ζητήματα και περί τα ζητήματα για τις Ένοπλες Δυνάμεις, πριν από την λήψη εκ μέρους του των τελικών αποφάσεων με την μορφή «ψηφισμάτων». Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας λειτουργεί εφεξής ως μονοπρόσωπο κυβερνητικό όργανο, επικουρούμενος από τον «Γραμματέα της Επικρατείας» -πρώτος ορίσθηκε ο Σπυρίδων Τρικούπης, προσκείμενος στο «αγγλικό κόμμα»- και από ένα στοιχειώδες Υπουργικό Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη «παραδέχονται την διεύθυνσιν του Κυβερνήτου της Ελλάδος εις τα εμπιστευθέντα εις αυτούς έργα». Όταν ολοκληρώθηκαν αυτές οι θεσμικές διεργασίες, ο Ιωάννης Καποδίστριας αποφάσισε την σύγκληση από κοινού με την Βουλή, της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, εντός του Απριλίου του 1828 για την θέσπιση νέου Συντάγματος.  Στο μεταξύ διευκρινίσθηκε ότι γίνεται αποδεκτό «σύστημα προσωρινής Κυβερνήσεως, θεμελιωμένου, εν τοσούτω, επάνω εις τας βάσεις των πράξεων της Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνος».

 

 

 

* Ομιλία στο επετειακό συνέδριο του ΕΚΠΑ για τα 200 χρόνια από την εθνεγερσία του 1821 με θεμα «Η γένεση του ελληνικού συνταγματισμού: η ελληνική συνταγματική ιστορία κατά τα επαναστατικά και μεταεπαναστατικά χρόνια», Αθήνα, 19 Μαρτίου 2021

Ουδέν δεινότερον της πανδημίας, όταν συγκατοικεί με τη βία

Αντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ, πρόεδρος του επιστημονικού συμβουλίου της Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Δεν μας έφθαναν ο τρόμος και η απελπισία της θανατηφόρας πανδημίας, μας προέκυψε και η βία. Βία και κακοποίηση σεξουαλική, ενδοοικογενειακή, έμφυλη, διαδεδομένη και συγκαλυμμένη σε χώρους κυρίως αθλητικούς και θεατρικούς. Βία στους δρόμους, στις πλατείες, στα πανεπιστήμια. Βία αστυνομική, περιττή και αδικαιολόγητη, βία από οργισμένους νέους, ανεξέλεγκτη και τυφλή. Βία σωματική και βία λεκτική. Η δεύτερη χειρότερη από την πρώτη και πιο επικίνδυνη, διότι υποθάλπει, συντηρεί και ενίοτε προξενεί την πρώτη.

Και όλα αυτά διυλίζονται, διαμεσολαβούνται και συνήθως διογκώνονται και παραμορφώνονται από τα ΜΜΕ και τα άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, καλλιεργώντας και εντείνοντας την κατάθλιψη και την απελπισία.

Το χειρότερο όμως είναι ότι τα προηγούμενα παίρνουν διαστάσεις πολιτικές και γίνονται αντικείμενο φτηνής και ξεδιάντροπης κομματικής και πολιτικής εκμετάλλευσης. Ο κομματικός και πολιτικός λόγος, όταν μάλιστα εκφέρεται τηλεοπτικά με τρόπο σχηματικό και θεατρινίστικο,  εξανεμίζει, αφυδατώνει  την κοινωνική και πολιτισμική ουσία τους. Παρακωλύει την υπεύθυνη, νηφάλια, οργανωμένη και συστηματική από τους αρμόδιους φορείς αντιμετώπισή τους με προτάσεις και μέτρα συγκεκριμένα.

Έχουμε συνηθίσει δυστυχώς δεκαετίες τώρα να ερμηνεύουμε και να αντιμετωπίζουμε φαινόμενα κοινωνικά, πολιτισμικά ή και φυσικά, όπως είναι η πανδημία, μέσα από ένα πρίσμα αποκλειστικά κομματικό ή ιδεολογικό ή κουτσομπολικό.

Έτσι η υπόθεση της συστηματικής σεξουαλικής βίας και κακοποίησης και ειδικά της παιδοφιλίας με επίκεντρο τις καταγγελίες για τον Λιγνάδη κόντεψε να χάσει τη σοβαρότητά της με την κομματικοποίησή της και την αναζήτηση ευθυνών για τις παραλείψεις και τις άστοχες δηλώσεις της υπουργού Πολιτισμού. Από την άλλη, η υπόθεση της απεργίας πείνας κατάδικου πολυϊσοβίτη για εγκλήματα τρομοκρατίας δεν θα έπαιρνε τέτοιες διαστάσεις αν δεν είχε την κάλυψη και ανοικτή στήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Με πρόσχημα την προστασία της ζωής ως υπέρτατου αγαθού νεκραναστήθηκαν φαντάσματα του παρελθόντος, που είχαν καταδικαστεί αμετάκλητα πολιτικά από όλες τις πολιτικές δυνάμεις και είχαν περιπέσει στην αφάνεια και στην πλήρη ανυποληψία. Απίστευτη πολιτική οπισθοδρόμηση. Κάτι ανάλογο συνέβη και με τις καταλήψεις στα πανεπιστήμια. Μια χρόνια παθογένεια του ελληνικού πανεπιστημίου, που δεν στάθηκε δυνατόν να αντιμετωπιστεί δεκαετίες τώρα, παρόλο που η πανεπιστημιακή κοινότητα σύσσωμη την καταδίκαζε στα λόγια. Οι πρυτανείες φοβούνταν και δεν τολμούσαν να αναλάβουν τις ευθύνες τους για την προστασία του ασύλου. Η συνέχιση αυτής της μοναδικής στα ευρωπαϊκά πανεπιστημιακά δεδομένα βίαιης πρακτικής ήταν καιρός να λάβει ένα τέλος. Με τη συναίνεση όλων. Αν σήμερα πήρε διαστάσεις ηρωικές, είναι επειδή οι καταληψίες, μικρές ομάδες φοιτητών και μη φοιτητών, βρίσκουν ανοιχτή κομματική στήριξη και δικαιολόγηση. Αντιμετωπίζονται ως εκπρόσωποι όλων των φοιτητών και πρωτοπόροι ενός -ανύπαρκτου- φοιτητικού κινήματος

Η βία μετατρέπεται έτσι σε μέσο, σε εργαλείο άσκησης πολιτικής. Γίνεται στοιχείο συστατικό της δημοκρατικής αντιπαράθεσης. Με τον τρόπο αυτόν όμως αναιρείται ένα βασικό γνώρισμα της δημοκρατικές διαδικασίας: η πολιτική αντιπαράθεση και σύγκρουση διεξάγονται, ειρηνικά, με κανόνες, με νόμους, με όρους ασφάλειας και με σεβασμό  στις ελευθερίες του καθένα που τις ασκεί νόμιμα, χωρίς να θίγει ή να ποδοπατά και να αδιαφορεί για τα δικαιώματα των άλλων, των τρίτων.

Την ευθύνη για όλες αυτές τις θλιβερές και ανησυχητικές εξελίξεις τη φέρει τελικά η πολιτική εξουσία και στη συγκεκριμένη, ειδικά,  περίπτωση η αξιωματική αντιπολίτευση. Έχει ευθύνη για τη διχαστική πολιτική στάση της και τον πολωμένο λόγο της, που συστηματικά εκφέρει και καλλιεργεί. Τον μόνιμα καταγγελτικό, αρνητικό, εμμονικό που προμηνύει ως άλλη Κασσάνδρα μόνο δεινά και καταστροφές για τη χώρα και τον λαό. Λες και η ίδια έχει τη δύναμη και την ικανότητα, μόνη αυτή, μόλις βγει στην εξουσία, ως διά μαγείας, να τα εξαλείψει, και τον ιό της πανδημίας και τον ιό της βίας. Όπως κατήργησε με ένα νόμο τα μνημόνια και εκμηδένισε την νέο-φιλελεύθερη οικονομική πολιτική της δεξιάς!.

Πόσο μακριά, πολύ μακριά είναι όλα αυτά από τα μεγάλα και σοβαρά διακυβεύματα της εποχής μας, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, μετά τις κοσμογονικής σημασίας αλλαγές που συντελούνται στην εργασία, στην οικονομία, στην τεχνολογία. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το μέλλον, το μέλλον των παιδιών μας και της χώρας; Με την συμμετοχή μας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και τις αντοχές μας απέναντι στους αδησώπητους  νόμους μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομία της αγοράς;

Τελικά, όμως, το βάρος  και την ευθύνη γενικά των πολιτικών εξελίξεων φέρει η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία, γιατί αυτή κυβερνά, αυτή διαχειρίζεται τα προβλήματα και παίρνει τις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον του τόπου. Οφείλει να αντιμετωπίσει τη βία και να εξασφαλίσει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια με την ίδια αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα που αντιμετώπισε την πανδημία, χωρίς όμως να ξυπνά μνήμες του παρελθόντος της. Πρέπει να δείχνει, όμως, έμπρακτα ότι έχει απαρνηθεί τον παλιό κακό και αυταρχικό εαυτό της και ότι ξέρει να αποφεύγει την περιττή, υπέρμετρη και αδικαιολόγητη αστυνομική βία. Ότι διαθέτει την αναγκαία πολιτική σοφία και ιστορική εμπειρία να αντιμετωπίζει τη βία χωρίς να προκαλεί την αντι- βία, και να γίνεται η ίδια συντελεστής του φαύλου κύκλου της βίας.

Ο τόπος έχει ανάγκη σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, από ηρεμία και ασφάλεια, από ήπιο και συναινετικό πολιτικό κλίμα, από πολιτική συνεννόηση και όχι από συνεχή, στείρα και εξυπνακίστικη πολιτική αντιπαράθεση με λόγια κούφια και πολιτικά χρεοκοπημένα. Χρειαζόμαστε έναν λόγο διαφορετικό και νεωτερικό, που θα δίνει σημάδια πολιτικού πολιτισμού και όχι πολιτικής χυδαιότητας. Λόγο πολιτικό, μεστό, που θα ενθαρρύνει και θα μας γεμίζει  με κουράγιο και ελπίδα και δεν μας πνίγει με απογοήτευση και απελπισία.

Οι εξεγέρσεις των οργισμένων νέων είναι ευεξήγητες λόγω των απελπιστικών συνθηκών, και είναι εν πολλοίς αναμενόμενες. Το θέμα δεν είναι, όμως, τώρα, να εξηγούμε και να καταριόμαστε την οργή των νέων και να κατηγορούμε γενικά την νεολαία, αλλά με ποιο τρόπο κοινωνία και πολιτική εξουσία μπορούμε να  αντιμετωπίσουμε, να  τιθασεύσουμε οργή και βία ώστε να μην γίνουν ανεξέλεγκτες και βλάψουν  ανεπανόρθωτα την κοινωνική  ειρήνη και τη Δημοκρατία.

Έχουμε χρόνο και για τη σύγκρουση, και για νέο εμφύλιο λεκτικό σπαραγμό, όταν και αν επιβιώσουμε και ξεπεράσουμε τον λοιμό που έχουμε και τον λιμό που ακολουθεί. Έχουμε δώσει ευτυχώς δείγματα αντοχής και υπευθυνότητας. Μην ξεχνάμε ότι από τη μία κρίση περάσαμε στην άλλη ύστερα από δέκα χρόνια ασήκωτα. Αντέξαμε την πρώτη, ζούμε με άγχος και αγωνία τη δεύτερη και αναμένουμε με σφιγμένη ψυχή την τρίτη, με την ανεργία και τις νέες ανισότητες. Όλα αυτά τα χρόνια μάθαμε να ζούμε και να επιβιώνουμε με απελπισμένους και αγανακτισμένους, με οργισμένους νέους, με λαϊκισμό και δημαγωγία, με απεργίες, πορείες και καταλήψεις, με τον ανορθολογισμό και τις παιδικές ιδεοληψίες μας. Και τα αντιμετωπίσαμε όλα με μέσα δημοκρατικά.

Ο λαός επέδειξε, συνολικά, όλο αυτό το διάστημα, εντυπωσιακή καρτερικότητα, υπομονή και στο τέλος αξιοθαύμαστη πολιτική ωριμότητα. Και με την πανδημία, ατομική και κοινωνική υπευθυνότητα.

Αρκεί να μάθουμε να ζούμε με την κρίση, ως κατάσταση κανονικότητας και όχι ως εξαιρετικό και πρόσκαιρο γεγονός. Οπως μάθαμε να ζούμε και να αντιμετωπίζουμε λοιμούς, λιμούς, σεισμούς και καταποντισμούς και όπως ζήσαμε και ξεπεράσαμε διχόνοιες και εμφυλίους, φυσικές καταστροφές και δικτατορίες. Εχουμε την αναγκαία δύναμη, έχουμε τα πικρά αλλά και λαμπρά διδάγματα της ιστορίας μας και μάθαμε από αυτά. Και είμαστε πολλοί, οι περισσότεροι που μπορούμε να επιβάλλουμε τα αυτονόητα και μόνο με τον λόγο μας, λόγο της κοινής λογικής και της ευθύνης.

Aναδημοσίευση από την Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 12 Μαρτίου 2021

To Σύνταγμα, τεύχος 3-4/2020

Κυκλοφόρησε το καινούριο διπλό τεύχος  3-4/2020 του περιοδικού “ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ”.

Δείτε στο συνημμένο τα περιεχόμενα.

Μπορείτε να το παραγγείλετε σε έγχαρτη μορφή ΕΔΩ ή ως e-book ΕΔΩ.

Α. Μανιτάκης, Η συνταγματική συγκυρία της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, εκδ. Επίκεντρο 2021

Τα κείμενα που περιέχονται στην παρούσα έκδοση αναφέρονται στη συνταγματική συγκυρία της μεταπολιτευτικής περιόδου. Παρόλο που τα περισσότερα γράφτηκαν εν θερμώ, αποτυπώνοντας το συνταγματικό κλίμα της εποχής, διατηρούν μια εντυπωσιακά επίκαιρη αναλυτική και ερευνητική αξία.

Έχουν όλα τον χαρακτήρα της αδέσμευτης πολιτικά, αν και στρατευμένης σε ορισμένες θεμελιώδεις αξίες του δημοκρατικού πολιτεύματος παρέμβασης και αποβλέπουν στην ενημέρωση του απλού πολίτη πάνω σε κρίσιμα για τη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος ζητήματα, προσδοκώντας επιτέλους μια μεταπολίτευση της Μεταπολίτευσης.

Η λογική προτεραιότητα της δημοκρατικής ιδέας απέναντι στη φιλελεύθερη: μια σταθερά του ελληνικού συνταγματισμού

Αντώνης Μανιτάκης, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολή ΑΠΘ

1.Παρατηρώντας κανείς  την εμφάνιση και θεσμική συνάρθρωση  των ιδεωδών που εμψύχωσαν  την ελληνική επανάσταση, θα κατέληγε  στη διαπίστωση ότι τα επαναστατικά συντάγματα και ο νεογέννητος ελληνικός συνταγματισμός διαπνέονταν, κυρίως αν όχι αποκλειστικά, από την ιδέα της Ελευθερίας.

Η πρόσληψη αυτή της εθνικής μας επανάστασης αντικατόπτριζε, είναι αλήθεια, μια εξόφθαλμη  πραγματικότητα και αποκάλυπτε έναν διακαή πόθο: της εθνικής και πολιτικής απελευθέρωσης. Με μια μικρή ωστόσο και δυσδιάκριτη απόκρυψη. Η ιδέα της Ελευθερίας, που ήταν αναμφισβήτητα η κεντρική ιδέα της επανάστασης, δεν είχε στην προκειμένη περίπτωση   μόνον απελευθερωτικό χαρακτήρα, δηλαδή την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού μαζί με την σουλτανική δεσποτεία, αλλά και μια θετική ιστορικής σημασίας προοπτική:  την εγκαθίδρυση ενός νέου, κυρίαρχου, φιλελεύθερου κράτους και ενός νέου και σύγχρονου πολιτικού καθεστώτος, που δεν ήταν άλλο από το δημοκρατικό (ρεπουμπλικανικό) πολίτευμα.

 

Το όραμα άρα της Ελευθερίας περιέκλειε την εποχή εκείνη περισσότερες από μία σημασίες και ευαγγελιζόταν τρείς διαφορετικές πραγματικές  πολιτική και την ατομική ελευθερία. Η πρώτη, και πλέον πρωταρχική σηματοδοτούσε την εθνική ανεξαρτησία με τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους. Η δεύτερη, την εθνική κυριαρχία με την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας ή  του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού ενός λαού και η τρίτη, εξίσου σημαντική, την προσωπική ελευθερία, με την έννοα της ατομικής ελευθερίας απέναντι στο κράτος με την ταυτόχρονη συνταγματική κατοχύρωση της ελεύθερης και ίσης ανάπτυξης της προσωπικότητας του καθένα. Η τρίτη, η προσωπική ελευθερία  προείχε όλων των άλλων, διεκδικούσε μια λογική προτεραιότητα. Συνυπήρχε όμως μαζί με τις άλλες.

Και οι τρείς ωστόσο διαστάσεις της Ελευθερίας  χάνονταν τελικά με την προσομοίωσή τους στην γενική και χαοτική έννοια της ίδιας της Ελευθερίας.

Η προσομοίωση αυτή είχε και μια δεύτερη, αρνητική για μένα συνέπεια, τον χαρακτηρισμό της εθνικής επανάστασης ως απλά φιλελεύθερης, αποσιωπώντας τον βαθιά δημοκρατικό χαρακτήρα της, ο οποίος εμπεριείχε και υπονοούσε   ωστόσο τον πρώτο.

Την μονομερή προσέγγιση  επιχείρησαν, πιστεύω, να αμβλύνουν οι κλασσικοί συνταγματολόγοι του εικοστού αιώνα Σβώλος και Μάνεσης παραθέτοντας δίπλα στον χαρακτηρισμό φιλελεύθερη και εκείνον της δημοκρατικής. Τα επαναστατικά συντάγματα υπογράμμιζαν ήταν ταυτόχρονα φιλελεύθερα και δημοκρατικά.

Η παράθεση όμως αυτή που βασίζεται σε έναν λογικό  συμβιβασμό, δεν αποδίδει πλήρως τις σύνθετες, διαλεκτικές και δυναμικές σχέσεις της Ελευθερίας με τη Δημοκρατία. Δεν δείχνει τον τρόπο της θεσμικής διασύνδεσής τους ούτε τη νοηματική αλληλουχία τους, την λογική εξάρτηση της μιας από την άλλη.

Η αποκάλυψη  των πτυχών αυτών είναι βέβαια ένα δύσκολο και πολύπλοκο εγχείρημα, αλλά αναγκαίο όχι μόνον για να ανακαλύψουμε το νόημα των επαναστατικών συνταγμάτων του 1821, 1823 και 1827, αλλά κυρίως για να καταλάβουμε την σημερινή σημασία τους και να οραματιστούμε τον μέλλον τους, την ιστορική προοπτική τους, και κυρίως την υποδόρια   σχέση ελευθερίας και δημοκρατίας

 

  1. Μια προσεκτικότερη ανάγνωση των συνταγματικών κειμένων  σε συνάρτηση και με τα συμφραζόμενά  τους καθώς και με τα συγκείμενα  του νεοελληνικού διαφωτισμού αλλά και με βάση τις παραμέτρους της τότε  ιστορικής συγκυρίας, θα κατέληγε κανείς στο συμπέρασμα  ότι ο φιλελευθερισμός δεν είναι το μόνο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ελληνικού συνταγματισμού. Δίπλα στο όραμα της προσωπικής και ατομικής ελευθερίας, θέση περίοπτη κατέλαβε  η εθνική κυριαρχία, τόσο με την σημασία της εθνικής ανεξαρτησίας και της εγκαθίδρυσης  κυρίαρχου κράτους, όσο κυρίως με την έννοια της κυριαρχίας του έθνους, του λαού ολόκληρου και όχι την κυριαρχία ενός μονάρχη ή μιας ολιγαρχίας.

Αυτό ήταν προφανές στο συνταγματικό σχεδίασμα του Ρήγα στα πρώτα άρθρα διακηρύσσονταν τα «Δίκαια του ανθρώπου», ενώ στα υπόλοιπα περιγράφονταν  αυτά που αφορούν την σύνταξη της Πολιτείας, κατ΄απομίμησιν των γαλλικών επαναστατικών συνταγμάτων και ειδικά εκείνου του 1793, όπως σημειώνει ο Αλέξανδρος Σβώλος. Το πολίτευμα του Ρήγα είναι χωρίς αμφιβολία  δημοκρατικό. Δηλώνεται ρητά στο άρθρο 1 του σχεδιάσματος, ότι η «ελληνική δημοκρατία είναι μία, μ?όλον   όπου συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπον της διάφορα γένη και θρησκείας…». Στο άρθρο 7, που τιτλοφορείται «Περί της αυτοκρατορίας του Λαού» και πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 21, που επιγράφεται «Περί της εθνικής παραστάσεως», φαίνεται ξεκάθαρα τόσο η πολιτική χρήση του όρου Έθνους όσο και η αναγωγή τελικά του Έθνους στον Λαό και η εννοιολογική συνύφανση των δύο όρων: «Ό αυτοκράτωρ Λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου τούτου, χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένιδες, Τούρκοι και κάθε άλλον είδος γενεάς», ενώ στο άρθρο 8: «Αυτός ο λαός, μόνος του ονοματίζει τους απεσταλμένους του προς το κοινόν συμβούλιον του Έθνους». Και στο άρθρο  21 αναφέρεται ότι η Δημοκρατία παριστάνει όλον το  έθνος, το πλήθος του λαού, το οποίον είναι ως θεμέλιον της εθνικής παραστάσεως, και όχι μόνον οι πλούσιοι ή οι προεστοί, τουρκιστί κοντζιαμπάσιδες».

 

Απαύγασμα όλων αυτών των επαναστατικών συνταγματικών διεργασιών υπήρξε  το Σύνταγμα της Τροιζήνος, 1827, που αποτέλεσε το πιο άρτιο και  ολοκληρωμένο συνταγματικό κείμενο της επαναστατικής περιόδου και, κατά τη μαρτυρία πολλών θεωρητικών, το πιο προωθημένο και δημοκρατικό της εποχής του. Το Σύνταγμα αυτό, στο άρθρο 5, διακήρυξε την αρχή της εθνικής κυριαρχίας με τρόπο απερίφραστο και νομοτεχνικά άρτιο, τόσο άρτιο ώστε η διατύπωση εκείνη παραμένει πρότυπο για όλα τα ελληνικά συντάγματα και ισχύει ακόμη και σήμερα, αφού τη συναντάμε  και στο ισχύον Σύνταγμα: «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος. Πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού» (άρ. 5 του Συντάγματος της Τροιζήνος του 1827. (Το ισχύον Σύνταγμα ορίζει: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα» (άρθρο 1 παρ.3Σ).

Η διακήρυξη εκείνη δεν είναι πολιτικά ανώδυνη: μαρτυρεί, πρώτα, τη δημοκρατική συνείδηση των συντακτών, επιβεβαιώνει, έπειτα, τον εγκόσμιο ή λαϊκό χαρακτήρα της εξουσίας και, τρίτον, διατρανώνει τις αντιμοναρχικές και αντι-απολυταρχικές διαθέσεις του λαού στον οποίο απευθύνεται. Το Έθνος ανάγεται έτσι πηγή της κυριαρχίας και αποκλείεται κάθε αναγωγή σε θεϊκές δυνάμεις για τη νομιμοποίηση και δικαιολόγηση της πολιτικής εξουσίας. Η αντιδιαστολή προς τις θεοκρατικές μορφές εξουσίας, που αντιπροσώπευε η Όθωμανική Αυτοκρατορία και σηματοδοτούσε η μνήμη του Βυζαντίου είναι σαφής.23 Ό αντιπροσωπευτικός εξάλλου χαρακτήρας της εξουσίας, με την εκλογή των παραστατών, ερχόταν σε ριζική αντίθεση τόσο με τις μοναρχικές μορφές διακυβέρνησης όσο και με τις αυταρχικές και τυραννικές μορφές εξουσίας της εποχής εκείνης.

Ό Σβώλος θεωρεί την εθνική κυριαρχία «ιστορικόν στοιχείον το οποίον ημείς οι Έλληνες θα έπρεπε να εξάρωμεν ως Ευρωπαίοι υπέρ παν άλλο». Αποτελεί τη «σπουδαιοτέραν και την γονιμωτέραν των αρχών της Γαλλικής Επαναστάσεως».

Η πολιτική και συμβολική σημασία της διακήρυξης εκείνης είναι, πράγματι, μεγάλη, διότι αποτέλεσε το βάθρο πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα και διότι λειτουργεί έκτοτε ως αποκλειστικός τίτλος νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας.

 

  1. Αλλά η ρητή αναγνώριση της  εθνικής κυριαρχίας  συνεπάγεται θεσμικά και λογικά και ένα τρίτο νομιμοποιητικό στοιχείο μιας συντεταγμένης Πολιτείας: την πολιτική ισότητα όλων των μελών της εθνικής  κοινότητας. 

 

Το Σύνταγμα της Τροιζήνος υπήρξε και ως προς το σημείο αυτό πρωτοποριακό: αμέσως μετά την εθνική κυριαρχία στο άρθρο 12Σ διακήρυξε την   ίση προστασία από τον νόμο της ζωής, της τιμής, της ιδιοκτησίας και της ασφάλειας όλων όσοι βρίσκονταν στην ελληνική επικράτεια. Πανομοιότυπο το άρθρο 5 παρ.2 του ισχύοντος, του οποίου αποτελεί άλλωστε μεταφορά.

Με αυτή την έννοια, η πολιτική ισότητα εμπεριείχε   την ισότητα στην ελευθερία και υπονοούσε την ισότητα δικαιωμάτων και ελευθεριών για όλους, χωρίς καμμία διάκριση ούτε αποκλεισμό.   Η ισότητα  έφερε  άρα μέσα της  την ελευθερία, αφού η πρώτη εκδήλωση της ισότητας είναι η ίση ελευθερία. Άλλωστε,  «… η ελευθερία άνευ της ισότητος κενόν όλως ήθελεν είσθαι όνομα».

 

Η δημοκρατία, επειδή βασίζεται στην πολιτική αυτονομία, δηλαδή στον συλλογικό αυτοπροσδιορισμό του Λαού  ή στην κυριαρχία «ολόκληρου του Λαού εφ ολοκλήρου του Λαού»,  προϋποθέτει ως λογικό και θεσμικό της προαπαιτούμενο ένα σύνολο ατόμων ίσων τυπικά μεταξύ τους, φορέων ίσου ποσοστού πολιτικής και ατομικής ελευθερίας, οργανωμένων συνταγματικά σε μια πολιτική ενότητα. Η ισότητα όμως αυτή είναι «πολιτικής» φύσεως και όχι κοινωνικής, είναι δηλαδή «ισότητα πολιτικής θελήσεως και όχι κοινωνικής θέσεως. Δεν υποθέτει την κοινωνική ισότητα των πολιτών «ούτε άγει αναγκαίως εις αυτήν […] Δι ο και η Δημοκρατία ωνομάσθη πολίτευμα της ισότητος».

 

Σύμφωνα άλλωστε με τις διακηρύξεις των επαναστατικών συνταγμάτων στη διακυβέρνηση του τόπου, είχαν λόγο όλοι οι επαναστατημένοι Έλληνες, όσοι συμμετείχαν στον Αγώνα, πλούσιοι και φτωχοί, αγρότες και έμποροι, γραμματικοί και άρχοντες. Και όπως στην Επανάσταση συμμετείχαν όλοι οι υπόδουλοι στην οθωμανική δεσποτεία, όλοι οι αυτόχθονες ή ετερό- χθονες χριστιανοί, ως όμοιοι και ίσοι μεταξύ τους, έτσι και στη διακυβέρνηση του τόπου νομιμοποιούνταν, είχαν θεμιτό δικαίωμα να συμμετάσχουν όλοι οι αγωνιστές, ως ίσοι και ελεύθεροι πολίτες ενός μελλοντικού ανεξάρτητου κράτους, μιας νεότευκτης πολιτείας. Άρα είχαμε εκ των πραγμάτων μια διακυβέρνηση από όλους εξίσου διά των νομίμων πληρεξουσίων τους.

 

Θεσμικά  το αίτημα της δημοκρατίας εμπεριείχε άρα στην Ελλάδα την ελευθερίας. Είμαστε όλοι εξίσου ελεύθεροι, επειδή είμαστε ίσοι, και το αντίστροφο, είμαστε όλοι ίσοι τυπικά  επειδή αναγνωρίζει ο  ένας τον άλλο ως όμοιό του, εξίσου ελεύθερο, όπως είναι και ο εαυτός του.

 

  1. Τα επαναστατικά συντάγματα μας δείχνουν ότι ο δρόμος της ελευθερίας περνούσε αναγκαστικά και διασταυρωνόταν με την δημοκρατία. Το όραμα ενός δημοκρατικού πολιτεύματος είναι αυτό που έφερε μέσα του την ατομική ελευθερία στο καθένα και όχι το αντίστροφο.

Δημοκρατική ήταν επομένως η εθνική μας επανάσταση, όπως άλλωστε όλες οι επαναστάσεις την εποχή εκείνη.  Το φιλελεύθερο πνεύμα της διαχεόταν στην οργάνωση του κράτους, που εγγυόταν την ατομική ελευθερία απέναντι στην κρατική εξουσία, ενώ η δημοκρατική ιδέα αγκάλιαζε και σηματοδοτούσε  τρόπο διακυβέρνησης του τόπου.

Διακρίνοντας την έννοια του κράτους από εκείνη του πολιτεύματος θα λέγαμε  ότι με την εθνική μας  επανάσταση εγκαθιδρύθηκε ένα  κράτος, εθνικό και φιλελεύθερο με πολίτευμα δημοκρατικό. Το πολίτευμα είναι είτε δημοκρατικό είτε μοναρχικό είτε ολιγαρχικό. Δεν νοείται άλλωστε πολίτευμα φιλελεύθερο. Γι΄αυτό και ο όρος «φιλελεύθερη δημοκρατία», παρόλο που χρησιμοποιείται και έχει καθιερωθεί  σε αντιδιαστολή π.χ. με την «σοσιαλιστική» ή την «κοινωνική» ή  την «πολιτική» δημοκρατία κλπ, έχει μόνον μεταφορική σημασία.   Δεν κυριολεκτούμε όταν την χρησιμοποιούμε.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του ομότιμου καθηγητή Αντ. Μανιτάκη, «Ελληνικός συνταγματισμός 200 χρόνια μετά. Δημοκρατικός, νεωτερικός και ακμαίος» (εκδόσεις ΕΑΠ, 2020, 260 σελ.)

Συναθροίσεις, Πανεπιστήμια και Αυτοδιοικητικές Εκλογές Τρία πεδία δοκιμασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το τελευταίο διάστημα διαφαίνεται, ολοένα και ευκρινέστερα, η τάση της κυβέρνησης να εκμεταλλευθεί την συγκυρία της πανδημίας, που είναι αναμφίβολα το μείζον ζήτημα των καιρών, για να εισαγάγει ρυθμίσεις που αποβλέπουν συνειδητά στην συρρίκνωση συγκεκριμένων συνταγματικών δικαιωμάτων. Θα μπορούσε πολλά να πει κανείς αν ήθελε να κάνει δίκη προθέσεων, καθώς στην πολιτική αυτήν έχουν ήδη καταλογισθεί,  εν πολλοίς δικαιολογημένα αλλά συχνά καθ’υπερβολήν, ποικίλες σκοπιμότητες (που ανάγονται, ιδίως, σε μικροκομματικούς υπολογισμούς, σε εμφανή δυσανεξία απέναντι σε πολιτικά «ενοχλητικές» πτυχές αυτών των δικαιωμάτων αλλά και σε έναν δύσκολα υποκρυπτόμενο πολιτικό πατερναλισμό, με εμφανή στοιχεία αυταρχισμού). Σε κάθε περίπτωση, όμως, το σημαντικό δεν είναι η ανάδειξη αυτών των σκοπιμοτήτων αλλά οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, οι οποίες στην παρούσα συγκυρία εστιάζονται  σε τρία κυρίως δικαιώματα: στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι, στην ακαδημαϊκή ελευθερία και στο δικαίωμα του εκλέγειν. Ειδικότερα:

 

Α. Ως προς το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, στο επίκεντρο βρέθηκαν δύο αποφάσεις του Αρχηγού της αστυνομίας για δραστικούς περιορισμούς των υπαίθριων συναθροίσεων, οι οποίες, πέρα από το έχουν έωλο νομικό έρεισμα (σε μια πράξη νομοθετικού περιεχομένου που βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον πρόσφατο νόμο 4703/20, που ρυθμίζει τις συναθροίσεις), είναι φανερό ότι δεν είναι αποτέλεσμα προσεκτικών σταθμίσεων, με κριτήριο την προστασία της ζωής και της υγείας, αλλά απόρροια μικροπολιτικών μεθοδεύσεων. Πράγματι, η κυβέρνηση εν προκειμένω, διά του Αρχηγού της αστυνομίας, χρησιμοποιεί σαν πρόσχημα την πανδημία όχι για να περιορίσει απλώς το δικαίωμα, κάτι που είναι κατ’αρχήν θεμιτό και συχνά επιβεβλημένο, αλλά για να επιτύχει στην πραγματικότητα την αναστολή του, η οποία όμως δεν επιτρέπεται κατά το ελληνικό Σύνταγμα, παρά μόνον υπό τις  –μη συντρέχουσες εν προκειμένω– προϋποθέσεις  για την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας.

Η πρώτη και προβληματικότερη απόφαση ήταν αναμφίβολα το να απαγορευθούν οι υπαίθριες συναθροίσεις άνω των 4 ατόμων για μια συμβολική απόδοση τιμής στο Πολυτεχνείο και στην μνήμη του Γρηγορόπουλου. Πρώτον διότι ήταν πολλαπλά εκτεθειμένη από συνταγματική άποψη, τόσο ως προς τις επί μέρους διατάξεις που επικαλέσθηκε όσο και ως προς την εμφανή παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που επιτάσσει τα περιοριστικά μέτρα που επιβάλλονται να είναι αναγκαία, πρόσφορα και αντίστοιχα με τον συνταγματικό σκοπό που καλούνται να υπηρετήσουν. Δεύτερον διότι δεν πληρούσαν ούτε καν τις προϋποθέσεις που έθετε η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, που υποτίθεται ότι αποτελούσε την βάση της, δεδομένου ότι απουσίαζε η κρισιμότερη από αυτές: η επί τούτω σχετική εισήγηση της  «Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19». Το ίδιο μάλιστα συνέβη και με την πρόσφατη απόφαση, για τον –λιγότερο δραστικό αλλά και πάλι υπέρμετρο– περιορισμό των συναθροίσεων, η οποία εξεδόθη σε συνθήκες πολύ μεγαλύτερης κινητικότητας του πληθυσμού και αφού είχαν προηγηθεί αποφάσεις οι οποίες απέδειξαν, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι η κυβέρνηση χρησιμοποίησε δύο μέτρα και δύο σταθμά σε σχέση με άλλα δικαιώματα. Το αποκορύφωμα ήταν, βέβαια, το δικαίωμα στην λατρεία, το οποίο –ιδίως μετά την αντίδραση των ιεραρχών–  αντιμετωπίσθηκε με άλλα κριτήρια όχι μόνον ως προς τους περιορισμούς (και μάλιστα με πολύ περισσότερους συμμετέχοντες, στους εξ ορισμού πιο επικίνδυνους –και ενίοτε ανέλεγκτους– κλειστούς χώρους των εκκλησιών…).  αλλά και ως προς την (μη) επιβολή τους.

 

Β. Ως προς την ακαδημαϊκή ελευθερία, το όλο πρόβλημα ξεκινά από την συστηματική αγνόηση ή/και διαστρέβλωση, μέσω της σχετικής νομοθετικής πρωτοβουλίας της κυβέρνησης για τα Πανεπιστήμια, των βασικών συνταγματικών εγγυήσεων που έχουν ταχθεί για την προστασία της.

Πράγματι, η πρωτοβουλία αυτή, παρότι επικαλείται ένα υπαρκτό πρόβλημα (το οποίο μας υπενθύμισαν εύγλωττα οι πρόσφατες αθλιότητες κατά του Πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών) όχι μόνον είναι προσχηματική και ψευδεπίγραφη αλλά και παραβιάζει σαφώς τα όρια του Συντάγματος. Και τούτο διότι απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την αναγκαία προστασία του  πανεπιστημιακού χώρου είναι πρώτον η εφαρμογή (και όχι η διατυμπανιζόμενη ανοήτως «κατάργηση») του πανεπιστημιακού ασύλου και δεύτερον ο σεβασμός της «πλήρους αυτοδιοίκησης» του Πανεπιστημίου. Πρόκειται για ένα κρίσιμο δίπολο άρρηκτα συνδεδεμένων συνταγματικών εγγυήσεων, που αποσκοπούν προεχόντως στην προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας –δηλαδή των ασκούμενων προνομιακά, στον χώρο του Πανεπιστημίου, δικαιωμάτων της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας– και αποτελούν την ασπίδα ολόκληρης της πανεπιστημιακής κοινότητας απέναντι σε κάθε κίνδυνο και σε κάθε επιβουλή.

Ειδικότερα, όταν μιλούμε για ακαδημαϊκό άσυλο, πρέπει κατ’αρχάς να διευκρινίσουμε ότι αυτό καλύπτει μόνο τα κτίρια και τον περίκλειστο χώρο γύρω από αυτά, που μπορεί να είναι από μια μικρή αυλή μέχρι ένα περιφραγμένο campus. Δεν καλύπτει ούτε τους δρόμους που περνούν μπροστά από τα πανεπιστήμια αλλά ούτε και τις ανοιχτές εκτάσεις γύρω από αυτά. Επί της ουσίας, πρόκειται για μια συνταγματική εγγύηση ανάλογη με το άσυλο κατοικίας και σημαίνει ότι ουδείς μπορεί να εισέρχεται σε αυτόν χωρίς την άδεια των αυτοδιοικητικών του αρχών.

 

Στο σημείο αυτό το άσυλο συναντάται με την «πλήρη αυτοδιοίκηση» και αποκλείουν, από κοινού, κάθε ρύθμιση για την προστασία του Πανεπιστημίου, στο μέτρο που αποκόπτει το (όποιο) σώμα φύλαξης  από την αρμοδιότητα του Πρύτανη. Για να το πούμε διαφορετικά, η μόνη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα επιλογή για την προστασία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας είναι να δημιουργηθεί ένα σώμα ανάλογο με την δημοτική αστυνομία, που αποτελεί διακριτή υπηρεσία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και όχι παράρτημα της αστυνομικής αρχής. Αυτό σημαίνει ότι στον χώρο της Ανώτατης εκπαίδευσης πρέπει να λειτουργεί ένα σώμα άοπλο, ειδικά εκπαιδευμένο (ενδεχομένως και από την αστυνομία, εν μέρει), που θα υπάγεται, κατ’αναλογίαν, στις αρχές της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης. Το σώμα αυτό θα είναι κατ’αρχήν το μόνο αρμόδιο για την προστασία των Πανεπιστημίων και μόνον αν ανακύπτουν εξαιρετικά ζητήματα που απαιτούν, βάσει σχετικού νόμου, την εμπλοκή και των αστυνομικών αρχών, θα συνεργάζονται με αυτές, μετά από σχετική εντολή του Πρύτανη ή κάποιου αρμόδιου Αντιπρύτανη. Εννοείται βέβαια ότι η αστυνομία μπορεί να παρεμβαίνει και αυτεπαγγέλτως, μετά από εντολή του εισαγγελέα, για συγκεκριμένα βαριά αδικήματα, όπως προβλέπεται ανελλιπώς στην σχετική νομοθεσία από το 1975 (χωρίς όμως και να εφαρμόζεται, λόγω της ευθυνοφοβίας των εισαγγελικών αρχών).

 

Κάθε άλλη επιλογή, που θα κατέληγε στην εγκατάσταση της αστυνομίας στο εσωτερικό των Πανεπιστημίων, όχι μόνον θα συνιστούσε  μείζονα απειλή για την ακαδημαϊκή ελευθερία αλλά και θα αποτελούσε συνεχή εστία εντάσεων στο εσωτερικό του Πανεπιστημίου, που θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε επίταση και όχι επίλυση των προβλημάτων…

 

Γ. Ως προς τις αυτοδιοικητικές εκλογές, η εξαγγγελθείσα επαναφορά του ορίου 42% (που εισήγαγε για πρώτη φορά ο ν. 3434/2006), προκειμένου να μπορεί να εκλεγεί ένας δήμαρχος ή ένας περιφερειάρχης από τον πρώτο γύρο και παράλληλα ο συνδυασμός του να λάβει 3/5 των συμβούλων, θέτει σοβαρά προβλήματα όχι μόνο συνταγματικότητας αλλά και δημοκρατικότητας, που υπονομεύουν ευθέως την γνησιότητα των εκλογικών αποτελεσμάτων. Ειδικότερα:

 

α. Το εκλογικό σύστημα που καθιερώνεται από τον νομοθέτη για τις αυτοδιοικητικές εκλογές συνδέεται στενά με την αρχή της ισότητας της ψήφου, η οποία, παρά το ότι δεν έχει ρητή συνταγματική αποτύπωση,  αναγνωρίζεται παγίως στη χώρα μας ως μία από τις σημαντικότερες συνταγματικές αρχές που διέπουν τη ρύθμιση του εκλογικού δικαιώματος, τόσο υπό την εκδοχή της αριθμητικής ισότητας (κάθε πολίτης έχει μία ψήφο και συμμετέχει σε μία ψηφοφορία) όσο και υπό την εκδοχή της ισοδυναμίας της ψήφου (κάθε ψήφος έχει την ίδια νομική βαρύτητα). Κατά την ορθότερη δε γνώμη αποτελεί, υπό αμφότερες τις εκδοχές της, επί μέρους έκφανση της αρχής της πολιτικής ισότητας και ως εκ τούτου αφ’ ενός συνυφαίνεται στενά –χωρίς να ταυτίζεται– με την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας και αφ’ ετέρου απορρέει, όπως και εκείνη, από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας σύμφωνα με την οποία φορέας της κυριαρχίας είναι τόσο ο λαός στο σύνολό του όσο και κάθε πολίτης ξεχωριστά, ως ισότιμο κλάσμα της.

 

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η αρχή της ισοδυναμίας ισχύει απολύτως. Σημαίνει όμως ότι οι όποιες σχετικοποιήσεις, για να είναι θεμιτές, όχι μόνον δεν νοείται να βασίζονται σε ουσιαστικές διαφοροποιήσεις, προκειμένου να ευνοηθούν συγκεκριμένες παρατάξεις ή υποψήφιοι, αλλά επιπροσθέτως πρέπει άνευ ετέρου να συνδέονται, έστω και έμμεσα, με την επίκληση άλλων συνταγματικών  αρχών, όπως θα μπορούσε να θεωρηθεί, για τις δημοτικές εκλογές, η αρχή της διοικητικής αποτελεσματικότητας. Με αυτά τα δεδομένα, στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού δεν μπορεί να αποκλεισθεί εξ ορισμού και το πλειοψηφικό σύστημα, ιδίως αν το ευνοεί μια ισχυρή θεσμική παράδοση και αποβλέπει σε μια ευρύτερα νοούμενη αποτελεσματική λειτουργία των ΟΤΑ. Όμως εδώ ο νομοθέτης πρέπει να δείχνει πολύ μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση, και μάλιστα όχι μόνο σε σχέση με την συνταγματική αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου, αλλά και σε σχέση με την  –επίσης συνταγματική– αρχή της αναλογικότητας, η οποία δεν αφήνει περιθώρια για την χρησιμοποίηση μέσων που θα ξεπερνούν κατά πολύ τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Κατόπιν των ανωτέρω, η επαναφορά του συστήματος της απόλυτης πλειοψηφίας (ενός ή δύο γύρων, κατά περίπτωση), που αποτέλεσε κατά τρόπο πάγιο την επιλογή του Έλληνα νομοθέτη μετά την μεταπολίτευση για τους ΟΤΑ μείζονος σημασίας (δήμους και νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις), αποτελεί το έσχατο ανεκτό όριο σχετικοποίησης της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου ως προς την ρύθμιση του εκλογικού συστήματος των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών, με κριτήριο την παράλληλη διασφάλιση της σταθερότητας του αυτοδιοικητικού συστήματος.

 

β. Με αυτά τα δεδομένα, η καθιέρωση του ποσοστού 42% (ή 43%) σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί μια απλή και άρα συνταγματικά ανεκτή σχετικοποίηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης του επιτυχόντος συνδυασμού. Αποτελεί, αντίθετα, κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, καθώς υποβαθμίζει δραματικά την νομική αξία της ψήφου των εκλογέων που δεν ψηφίζουν τον –υπό αυτούς τους όρους– επιτυχόντα συνδυασμό, χωρίς να γίνεται στην πραγματικότητα επίκληση κανενός λόγου δημοσίου συμφέροντος συνταγματικής περιωπής, που να μπορεί να παράσχει στοιχειώδη έστω δικαιολόγηση.

Πράγματι, από την άποψη της πολιτικής ισχύος και της σταθερότητας της διοίκησης σε τίποτε δεν αλλάζει η κατάσταση με το 42 ή 43%, δεδομένου ότι οι επιτυχόντες συνδυασμοί εξακολουθούν να καταλαμβάνουν τα 3/5 των εδρών, όπως και με το προϊσχύσαν σύστημα της απόλυτης πλειοψηφίας. Το μόνο που αλλάζει  είναι ο βαθμός της δημοκρατικής νομιμοποίησης των αρχών των ΟΤΑ, η μείωση του οποίου, πέρα από το ότι συναρτάται με μια λογική βαθύτατης υποτίμησης των πολιτών, ερείδεται σε ένα  ευκαιριακό και αυθαίρετο όριο, που παραπέμπει στο παιχνίδι της κολοκυθιάς. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν είναι δυνατόν να πείσει κανέναν ότι διαμορφώθηκε με βάση γενικά και αντικειμενικά  και όχι με βάση καλπονοθευτικά κριτήρια…

 

Δημοσιεύθηκε στο τ. 1 του ΘΠΔΔ του 2021 (σ. 6 επ.)

Τα Συντάγματα του Αγώνα: Το δίκαιο της ελευθερίας

Κατερίνα Σακελλαροπούλου, Πρόεδρος της Δημοκρατίας
  1. Εισαγωγή[1]

Το πρώτο κύμα του ελληνικού συνταγματισμού εκδηλώνεται με τα τρία κείμενα που υιοθέτησαν οι εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνας. Σε συνέχεια των δύο μεγάλων επαναστάσεων στην Αμερική και στη Γαλλία, ένα νέο κράτος αγωνίζεται να διαμορφώσει τις πραγματικές προϋποθέσεις της ύπαρξής του. Το προσωρινό πολίτευμα της Ελλάδας είναι το κείμενο-σύμβολο της εθνικής ανεξαρτησίας. Η πρωτογενής συντακτική εξουσία διασταυρώνεται με τον αγώνα εν εξελίξει. Ο νεοελληνικός διαφωτισμός διαμορφώνεται υπό γαλλική κυρίως επιρροή. Τα τρία Συντάγματα υιοθετούν την δημοκρατική αρχή, τον πολιτικό φιλελευθερισμό, τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών. Πηγή της κυριαρχίας αναγνωρίζεται το έθνος.

  1. Τι προηγήθηκε

Ως φαινόμενο της νεωτερικότητας στενά συνδεδεμένο με την εμφάνιση του Κράτους – Έθνους, το Σύνταγμα έχει τις απώτερες ρίζες του στον Διαφωτισμό και τις δύο μεγάλες επαναστάσεις του 18ου αιώνα, την αμερικανική και την γαλλική.

Τον Μάιο του 1787 η Συντακτική Συνέλευση (Convention) της Φιλαδέλφειας ψήφισε το αμερικανικό Σύνταγμα. Βασικές του αρχές το μονοπρόσωπο και αιρετό της εκτελεστικής εξουσίας σε συνδυασμό με τον αυστηρό διαχωρισμό της από την νομοθετική και η καθιέρωση θεσμικών αντιβάρων (checks and balances) κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας[2]. Το βασικότερο από τα θεσμικά αυτά αντίβαρα είναι ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, τον οποίον το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε αυτόθροη λογική συνέπεια της αυξημένης τυπικής ισχύος του Συντάγματος[3].

Η γαλλική επανάσταση από το 1789 έως το 1799 έδωσε τρία Συντάγματα και ισάριθμες διακηρύξεις των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σύμφωνα με την Διακήρυξη του 1789, «κάθε κοινωνία στην οποία δεν διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων ούτε ισχύει η διάκριση των εξουσιών δεν έχει Σύνταγμα». Η νομική δεσμευτικότητα της διακήρυξης αυτής αναγνωρίσθηκε μόλις το 1971, με απόφαση του Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας, το οποίο προσέδωσε σε αυτήν ίση τυπική ισχύ με το τυπικό Σύνταγμα. Η Διακήρυξη του 1793 ήταν η κοινωνικά πιο ευαίσθητη, αφού αναγνώριζε το δικαίωμα στην εργασία, χαρακτήριζε ιερό χρέος της πολιτείας τη συνδρομή της προς τους αναξιοπαθούντες, προέβλεπε την παροχή εκπαίδευσης προς όλους και θέσπιζε ένα ιδιότυπο καθήκον των πολιτών για αμοιβαία αλληλεγγύη[4].

Οι καταβολές του ελληνικού συνταγματισμού ανιχνεύονται στο Επαναστατικό Πολίτευμα του Ρήγα (1797) και στην Ελληνική Νομαρχία (1806).

Στο επαναστατικό μανιφέστο του Ρήγα, που στηρίχθηκε κυρίως στη ριζοσπαστική και κοινωνικά ευαίσθητη γαλλική Διακήρυξη του 1793, τονίζεται η αναγκαία σχέση ελευθερίας και συνταγματισμού, ως έκφραση του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Επιλέγεται το πρότυπο ενός ενιαίου κράτους, που λειτουργεί με συμμετοχικές διαδικασίες και αποβλέπει με μέτρα κοινωνικής πρόνοιας να θέσει τις βάσεις μιας κοινωνίας ισότητας και δημοκρατίας. Οι διακρίσεις που στηρίζονται στη γλώσσα, τη θρησκεία και τη φυλετική καταγωγή έχουν θεσμικά δευτερεύοντα χαρακτήρα. Προέχει η κοινή πολιτική ταυτότητα όλων των πολιτών που απαρτίζουν το σώμα του κυρίαρχου – ή «αυτοκράτορος», όπως λέει ο Ρήγας – λαού της Δημοκρατίας[5]. Το πολίτευμα του Ρήγα είναι δημοκρατία. Κατά το άρθρο 1 του κυρίου μέρους του σχεδιάσματος, «η ελληνική δημοκρατία είναι μία, μ’ όλον όπου συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπον της διάφορα γένη και θρησκείας …», κατά δε το άρθρο 21 «παρασταίνει όλον το έθνος το πλήθος του λαού, το οποίον είναι ως θεμέλιον της εθνικής παραστάσεως, και όχι μόνον οι πλούσιοι ή οι προεστοί, τουρκιστί κοτζιαμπάσιδες». Στο άρθρο 22 της Διακήρυξης ορίζεται ότι «όλοι χωρίς εξαίρεσιν έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα. Η πατρίς έχει να καταστήση σχολεία εις όλα τα χωριά διά τα αρσενικά και θηλυκά παιδιά. Εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή»[6].

Η Ελληνική Νομαρχία (ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας). Με το έργο αυτό ο ανώνυμος συγγραφέας του καλούσε τους υπόδουλους Έλληνες να εξεγερθούν κατά των Τούρκων προκειμένου να αποκαταστήσουν τη «νομαρχία», ένα πολίτευμα στο οποίο θα άρχουν οι νόμοι και όχι η αυθαιρεσία: «… άλλο δεν είναι η ελευθερία παρά αυτή η Νομαρχία» – υπακοή στους νόμους. Η ελευθερία και η ομοιότης είναι τα πρώτα και κύρια μέσα της ανθρωπίνης ευδαιμονίας. Ταυτόχρονα ο συγγραφέας σκιαγραφούσε την προεπαναστατική ελληνική κοινωνία και κατήγγελε όσους θεωρούσε υπεύθυνους για την αθλιότητα στην οποία αυτή είχε περιπέσει:τους προεστούς, τους Φαναριώτες και τον κλήρο.

Το ποιητικό αντίστοιχο της Ελληνικής Νομαρχίας και ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του νεοελληνικού διαφωτισμού είναι οι Ωδές του Ανδρέα Κάλβου, ιδίως η «Εις Σάμον».

Η αναγκαιότητα της θεμελίωσης συνταγματικής πολιτείας διατυπώθηκε από τους εξεγερμένους Έλληνες από τους πρώτους μήνες του Αγώνα. Συνήλθαν κατά τόπους αυτοσχέδια αντιπροσωπευτικά όργανα και εμφανίστηκαν τοπικά πολιτεύματα: Οργανισμός Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας, Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας. Περιέχουν τις αρχές πολιτικής αυτοδιάθεσης και ατομικής ελευθερίας. Μαρτυρούν έφεση προς διοίκηση των τοπικών υποθέσεων δι’ αιρετών αρχόντων. Είχαν προηγηθεί  τα τρία Συντάγματα της Επτανήσου (1800, 1803, 1817).

Όλα τα τοπικά πολιτεύματα προέβλεπαν σύσταση συλλογικών δικαστικών οργάνων (κριτών, θεωρητών), κατά πρώτο και δεύτερο βαθμό, καθώς και Ανωτάτων Κριτηρίων, που θα διορίζονταν από τις τοπικές διοικήσεις.

Τα τοπικά Συντάγματα δεν εφαρμόστηκαν, γιατί ψηφίστηκαν Συντάγματα εθνικής εμβέλειας από τις τρεις εθνοσυνελεύσεις.

Μετά τους ναπολεόντειους πολέμους, η Ιερά Συμμαχία προσπαθεί να επαναφέρει το παλαιό καθεστώς (Ancien régime) ενώ παράλληλα εκδηλώνονται τοπικές επαναστάσεις και εμφανίζεται το φαινόμενο της συγκρότησης μυστικών εταιρειών.

III. Προσωρινό Πολίτευμα Επιδαύρου (1822)

Την 20.12.1821 συνήλθαν στην Πιάδα της Επιδαύρου εξήντα αντιπρόσωποι (παραστάτες) από την Πελοπόννησο, την Στερεά Ελλάδα και ορισμένα νησιά και η πρώτη εθνική συνέλευση ψήφισε την 1.1.1822 το «Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος», το οποίο αποκλήθηκε έτσι για να μη διεγείρει τη δυσπιστία της Ιεράς Συμμαχίας. Το Σύνταγμα αυτό υπήρξε αντιγραφή του γαλλικού Συντάγματος του 1795. Όπως το άρθρο 2 της Déclaration des droits όριζε ότι σκοπός πάσης πολιτικής κοινωνίας είναι η διατήρηση των φυσικών και απαραγράπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου – της ελευθερίας, της ιδιοκτησίας, της ασφαλείας και της αντιστάσεως εις την τυραννίαν – έτσι και η πρώτη εθνοσυνέλευση των επαναστατημένων Ελλήνων διακηρύσσει ότι «… από τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας ευρωπαίους χριστιανούς, εκινήσαμεν τον πόλεμον κατά των Τούρκων … αποφασίσαντες ή να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας και να διοικηθώμεν με νόμους δικαίους, ή να χαθώμεν εξ ολοκλήρου …». Με το Σύνταγμα καθιερώνονται η αντιπροσωπευτική αρχή και η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η πολιτική εξουσία (Διοίκησις) συνίσταται σε δύο σώματα: Βουλευτικό και Εκτελεστικό. Οι αρμοδιότητες ασκούνται από δύο αντιπροσωπευτικά σώματα με ενιαύσια θητεία. Η δικαστική εξουσία (το Δικαστικόν), ανεξάρτητη από τις άλλες δύο, αναδεικνύεται από τη Διοίκηση και απονέμεται από τα «Κριτήρια». Σε κάθε επαρχία, εκτός των ειρηνοποιών κριτών (ειρηνοδικών) και του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου, προβλέπεται η σύσταση 5μελούς Δικαστηρίου των Εκκλήτων. Εκτός των ειρηνοδικών, όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται από τη Διοίκηση[7].

Ως επικρατούσα θρησκεία χαρακτηρίζεται η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, κατοχυρώνεται όμως η ανεξιθρησκεία (§ α’). Στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων γίνεται αναφορά στην ισότητα όλων των Ελλήνων[8] και στο δικαίωμα στην ιδιοκτησία, την τιμή και την ασφάλεια.

Στην πράξη παρουσιάστηκε αδυναμία να συσταθούν από τη Διοίκηση τα προβλεπόμενα δικαστήρια, το Εκτελεστικό μάλιστα λειτουργούσε και σαν Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο.

Τα προβλήματα που ανακύπτουν οφείλονται κυρίως στην ύπαρξη τοπικών Διοικήσεων και στο πολυπρόσωπο Εκτελεστικό. Ο τοπικισμός, ως αρνητικό χαρακτηριστικό της ελληνικής πραγματικότητας, ανιχνεύεται ήδη.

Την περίοδο εκείνη (1822) λαμβάνουν χώρα η σφαγή της Χίου και η μάχη στα Δερβενάκια.

 

 

  1. Νόμος της Επιδαύρου (1823)

Ένα χρόνο μετά, το Σύνταγμα της Επιδαύρου αναθεωρήθηκε από την Β΄Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στο Άστρος την 29.3.1823. Οι 230 περίπου παραστάτες είχαν εκλεγεί βάσει του πρώτου εκλογικού νόμου της χώρας από εκλέκτορες, τους «ευυπολήπτους γέροντας» των κατ’ ιδίαν κοινοτήτων, οι οποίοι αναδείκνυαν από ένα βουλευτή σε κάθε επαρχία. Τις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης του Άστρους σημάδεψε η σύγκρουση προεστών και στρατιωτικών, που εξελίχθηκε σε αντιπαράθεση αυτοχθόνων και ετεροχθόνων. Η κατάργηση των τοπικών πολιτευμάτων από την Εθνοσυνέλευση αυτή ήταν μια νίκη των «εκσυγχρονιστών» (ετερόχθονες)[9].

Με το άρθρο Α’ του Ψηφίσματος που θέτει σε ισχύ το Σύνταγμα, το Προσωρινό Πολίτευμα ονομάζεται Νόμος της Επιδαύρου και με το άρθρο Β’ αναγνωρίζεται η υπεροχή του Συντάγματος: «Επ’ ουδεμιά προφάσει και περιστάσει δύναται η Διοίκησις να νομοθετήση εναντίως εις το παρόν Πολίτευμα».

Η Β’ Εθνοσυνέλευση μεταρρύθμισε τα δικαιώματα της εκτελεστικής εξουσίας σχετικά με την κατάρτιση των νόμων ενόψει των προβλημάτων που παρουσίαζαν οι προηγούμενες ρυθμίσεις. Το απόλυτο veto του Εκτελεστικού μετατράπηκε σε αναβλητικό και ενισχύθηκε η θέση του Βουλευτικού. Επεκτείνεται ο κατάλογος των ατομικών δικαιωμάτων, ο οποίος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την κατάργηση της δουλείας, την αρχή του φυσικού δικαστή, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, την τιμή και ασφάλεια παντός ανθρώπου εντός της Επικρατείας, την ελευθερία του τύπου και της έκφρασης.

Εξαιτίας της πολυαρχικής φύσης των πρώτων δύο Συνταγμάτων, αναπτύχθηκαν συγκρούσεις ανάμεσα στη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία. Η πολιτική ζωή χαρακτηρίστηκε από βαθμιαία αυξανόμενη δυσπιστία μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών.

Η Δικαιοσύνη, όταν δεν λειτουργούσε σύμφωνα με το σύστημα που είχε διαμορφωθεί στην περίοδο της τουρκοκρατίας, απονεμόταν με αντισυνταγματικό τρόπο. Οι αγωγές υποβάλλονταν στο Εκτελεστικό, διαβιβάζονταν στα διάφορα υπουργεία, τα οποία τις παρέπεμπαν σε δικαστικές επιτροπές που τα ίδια συγκροτούσαν, ή  στα δικαστήρια όταν αυτά λειτουργούσαν, ή τις εκδίκαζαν τα ίδια, καταργώντας με τον τρόπο αυτό την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.

Το 1824 αρχίζει ο πρώτος ελληνικός εμφύλιος πόλεμος. Αντιμαχόμενοι οι σημαντικότεροι στρατιωτικοί της Πελοποννήσου, με τον Κολοκοτρώνη επικεφαλής, και ο κύκλος του Μαυροκορδάτου (πολιτικοί της Πελοποννήσου και νησιώτες). Τότε συνάπτεται και το πρώτο δάνειο. Οι τελευταίοι μήνες της χρονιάς αυτής χαρακτηρίζονται από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Αντιμέτωποι οι εκπρόσωποι της πολιτικής – στρατιωτικής τάξης της Πελοποννήσου και οι Υδραιοσπετσιώτες, υποστηριζόμενοι από ρουμελιώτες οπλαρχηγούς.

Το 1825 ο Ιμπραήμ Πασάς εισβάλλει στην Πελοπόννησο. Το 1826 πολιορκείται η Ακρόπολη των Αθηνών και καταλαμβάνεται το Μεσολόγγι από τους Τούρκους.

  1. Πολιτικό Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827)

Τον Σεπτέμβριο του 1825 προκηρύχθηκαν εκλογές για την ανάδειξη της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης, η οποία συνήλθε στην Πιάδα την 6.4.1826. Μετά από αντιπαράθεση Αγγλόφιλων (Κολοκοτρώνης, Ζαΐμης, Λόντος κ.ά.) – Γαλλόφιλων (Κωλέττης), οι διακόσιοι πληρεξούσιοι συνήλθαν στην Τροιζήνα την 19.3.1827. Στην τελική διατύπωση του κειμένου, το οποίο βασίσθηκε στο κείμενο της Επιδαύρου, δύο σημεία έχουν ιδιαίτερη σημασία: η θρησκεία αποτελεί κεντρικό στοιχείο και η Ελλάδα θα είναι σαφώς εθνικό κράτος. Το όραμα του Ρήγα για μια μεγάλη, υπερεθνική και ανεξίθρησκη χώρα αντικαταστάθηκε από ένα εθνικά και θρησκευτικά ομοιογενές κράτος[10].

Κρίσιμο αναδείχθηκε το ζήτημα του φορέα της εκτελεστικής εξουσίας. Διαπιστώθηκε η ανάγκη ενίσχυσης της κεντρικής εξουσίας και υιοθετήθηκε Ψήφισμα, με το οποίο εκλέχθηκε Κυβερνήτης της Ελλάδας ο Ιωάννης Καποδίστριας. Η επιλογή φέρεται να έγινε ύστερα από εισήγηση του Θ. Κολοκοτρώνη, με σύμφωνη γνώμη Γ. Καραϊσκάκη. Στο άρθρο 5 διατυπώνεται απερίφραστα η δημοκρατική αρχή: «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος. Πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού».  Στο πεδίο των δικαιωμάτων το Σύνταγμα αυτό είναι το πληρέστερο και αρτιότερο από τα Συντάγματα του Αγώνα: καθιέρωνε, εκτός από την αρχή της ισότητας και επί μέρους εκφάνσεις της, την αναλογική κατανομή των φορολογικών βαρών, την ίση πρόσβαση στα δημόσια επαγγέλματα, την ελευθερία του τύπου και της εκπαίδευσης, την αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου, την αρχή του non bis in idem, ενώ για πρώτη φορά προβλέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση.

Προβλέπεται ότι ιδρύονται τρία είδη δικαστηρίων, το των Ειρηνοδικών, το των Επαρχιακών, το των Ανεκκλήτων, καθώς και ένα Ανώτατο ή Ακυρωτικό Δικαστήριο.

Προβλέπεται επίσης η σύνταξη κωδίκων (πολιτικός, εγκληματικός και στρατιωτικός) βάσει της γαλλικής νομοθεσίας και ότι, έως ότου δημοσιευθούν οι κώδικες, ισχύουν οι βυζαντινοί νόμοι, το Απάνθισμα των εγκληματικών της Β’ Εθνικής Συνελεύσεως και οι παρά της ελληνικής Πολιτείας δημοσιευόμενοι νόμοι.

Το Σύνταγμα του 1827 ανταποκρινόταν σε ικανοποιητικό βαθμό στις αρχές του αντιπροσωπευτικού συστήματος και είχε δημοκρατικό χαρακτήρα. Ωστόσο η εφαρμογή του στην πράξη ήταν αδύνατη, γιατί δεν υπήρχε κατάλληλη υποδομή. Ιδιαίτερα στον τομέα της απονομής της Δικαιοσύνης, αποδείχθηκε ανεφάρμοστο. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης προϋπέθετε την ύπαρξη δικαστηρίων, τα οποία όμως δεν είχαν συσταθεί ή δεν είχαν κατορθώσει να λειτουργήσουν κανονικά[11].

VΙ. Ηγεμονικό Σύνταγμα

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Κυβερνήτη της χώρας τον Ιανουάριο του 1828, λίγους μήνες μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου. Η Βουλή υιοθέτησε Ψήφισμα, με το οποίο ανέστειλε την εφαρμογή του Συντάγματος της Τροιζήνας και ίδρυσε νέο «Προσωρινό Πολίτευμα», αναθέτοντας όλες τις εξουσίες στον Κυβερνήτη. Την περίοδο αυτή έγιναν ριζικές μεταρρυθμίσεις στις τοπικές διοικήσεις, επιβλήθηκαν νέοι φόροι, ψηφίσθηκαν νόμοι για την αναδιανομή της γης. Ο Καποδίστριας κατηγορήθηκε για αυταρχισμό, λόγω της απουσίας συνταγματικού πολιτεύματος. Μετά τη  δολοφονία του, το 1831, ψηφίσθηκε, από την Ε’ Εθνική Συνέλευση, στις 15.3.1832, νέο Σύνταγμα, γνωστό ως «Ηγεμονικό» ή «Βασιλικό», που προέβλεπε, για πρώτη φορά, κληρονομικό αρχηγό του Κράτους τον Ηγεμόνα. Το Σύνταγμα αυτό, που θύμιζε έντονα το αμερικανικό, ουδέποτε εφαρμόσθηκε.

VΙΙ. Επίλογος

Από την αρχή της επανάστασης εκδηλώθηκε ένα φιλελληνικό κύμα. Οι Ευρωπαίοι γράφουν ( Victor HugoByron, Goethe), ζωγραφίζουν (Delacroix), κάνουν εράνους, έρχονται να πολεμήσουν. Στις 5.1.1824 φτάνει στην Ελλάδα ο Λόρδος Βύρων. Η άφιξή του στο ελληνικό έδαφος είχε ουσιαστική και συμβολική σημασία. Ο ελληνικός πόλεμος της ανεξαρτησίας χτύπησε μια ευαίσθητη χορδή στη Β. Αμερική και στην Ευρώπη. Η διεθνής κοινή γνώμη τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της εληνικής επανάστασης, γεγονός που  συνέβαλε αποφασιστικά στην τελική της έκβαση.

Τρεις συμφωνίες, η Συνθήκη της Ανδριανούπολης (1829), η Συνθήκη του Λονδίνου (1832) και η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1832) διασφάλισαν την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Εμφύλιες συγκρούσεις, πτωχεύσεις και σύναψη δανείων[12], προστασία από τις ξένες δυνάμεις: το νεοελληνικό δράμα ξεκίνησε νωρίς.

[1] Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στην εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν, στις 26.4.2017, το Ινστιτούτο για τη δικαιοσύνη και την ανάπτυξη και το Ινστιτούτο Ν. Σβορώνος, με θέμα «Τα Συντάγματα του Αγώνα (1821-1832)». Πρωτοδημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Δημόσιο Δίκαιο, 2/2017.

[2] «Αν μία φατρία κατέχει την πλειοψηφία στο νομοθετικό σώμα, είναι επόμενο να αποφασίζει με κριτήριο το δικό της συμφέρον και όχι το κοινό καλό»: James Madison (Ν. Κ. Αλιβιζάτος, το Σύνταγμα και οι εχθροί του, εκδόσεις Πόλις, σελ. 191).

[3] Marbury v Madison, 1803.

[4] Ν. Κ. Αλιβιζάτος, ό.π., σελ. 197.

[5] Π. Μ. Κιτρομηλίδης, Οι καταβολές του ελληνικού συνταγματισμού (1797-1827), σελ. 16.

[6] Αλεξάνδρου Σβώλου, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος, εκδόσεις Στοχαστής, σελ. 17.

[7] Με τον ν. 13/2.5.1822 «περί θέσεως εν εφαρμογή του Οργανισμού των Ελληνικών Δικαστηρίων» προσδιορίζονται ειδικότερα οι αρμοδιότητες των δικαστηρίων και η ενώπιόν τους διαδικασία.

[8] “Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες, και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων» (§ β’).

[9] Ν. Κ. Αλιβιζάτος, ό.π., σελ. 49.

[10] Thomas W. Gallant, Νεότερη Ελλάδα, Από τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας μέχρι τις μέρες μας, Εκδόσεις Πεδίο, σελ. 92.

[11] Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών.

[12] Γ. Β. Δερτιλής, Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις, εκδόσεις Πόλις.