Author Archives: editor

Εμβολιασμός και Επαγγελματική Ευθύνη

Νίκος Παπασπύρου, Επ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Τυχόν θέσπιση υποχρεωτικού εμβολιασμού συγκεκριμένων κατηγοριών επαγγελματιών (π.χ. στον τομέα της υγείας) είναι σύμφωνη με το σύνταγμα. Δύο προϋποθέσεις τίθενται: Πρώτον, βάσει τεκμηριωμένων επιστημονικών δεδομένων ο εμβολιασμός να είναι αναγκαίος για την ασφαλή επιτέλεση της οικείας υπηρεσίας ή έργου, ιδίως προς αποτροπή μετάδοσης επικίνδυνης νόσου. Δεύτερον, το εμβόλιο να είναι αντικειμενικά ασφαλές, δηλαδή να μην υπάρχει στατιστική πιθανότητα εμφάνισης δυσανάλογου αριθμού σοβαρών παρενεργειών. Τι παρενέργειες είναι ανεκτές εξαρτάται από τους κινδύνους που θέτει η ασθένεια και δη υπό το φως του πανδημικού χαρακτήρα της.

Τί γίνεται αν κάποιος αρνείται να εμβολιασθεί; Στην περίπτωση που εξετάζουμε, δεν τίθεται ζήτημα ποινής. Υπό τις περιστάσεις, ο εμβολιασμός καθίσταται αντικειμενική επαγγελματική προϋπόθεση. Επομένως, το κράτος δύναται να αρνηθεί την απασχόληση των προσώπων που δεν πληρούν τέτοια προϋπόθεση. Κάτι τέτοιο τελεί σε θεμιτή συνάφεια με τη φύση της υποχρέωσης.

Αυτά κατά μείζονα λόγο ισχύουν στο πλαίσιο ειδικών σχέσεων, και δη σχέσεων εγγύτητας και εμπιστοσύνης, ιδίως προς ευάλωτα πρόσωπα. Προς τούτο, είναι χρήσιμο να αναλογιστούμε διάφορες παραμέτρους. Πρώτον, ορισμένα επαγγέλματα δημιουργούν ειδικές υποχρεώσεις εμπιστοσύνης και μείζονα καθήκοντα επιμέλειας. Ο ιατρός έχει χρέος να θεραπεύει, πράγμα που σημαίνει ότι έχει μείζον καθήκον λήψης μέτρων ώστε να μην καθίσταται ο ίδιος φορέας πολλαπλασιασμού κινδύνων. (Με την ευκαιρία, πόσα άτομα έχουν νοήσει με covid-19 λόγω της επαφής τους με δομές δημόσιας υγείας; Πόσοι από αυτούς κατέληξαν;). Δεύτερον, ορισμένα επαγγέλματα είναι από τη φύση τους κινδυνώδη. Με την επιλογή τους, ο ενδιαφερόμενος αναλαμβάνει τους στοιχειώδεις κινδύνους που αντικειμενικά συναρτώνται με την επιμελή επιτέλεσή τους. Τρίτον, από την άλλη πλευρά, ο ασθενής δεν έχει καμία πρακτική επιλογή να διαλέξει τον ιατρό ή τον διασώστη που θα έχει εμβολιασθεί.

Ακούμε ωστόσο το επιχείρημα ότι αν κάποιος δεν επιθυμεί να εμβολιασθεί, θα πρέπει να υπάρξει κάποια διευθέτηση (π.χ. εναλλακτική απασχόληση). Αυτό είναι κατανοητό αν συγκεκριμένοι ιατρικοί λόγοι καθιστούν τον εμβολιασμό επικίνδυνο για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν όμως αυτού, καμία τέτοια υποχρέωση διευθέτησης δεν υπάρχει (εκτός από την παροχή εύλογου χρόνου για τον εμβολιασμό και ενδεχομένως μίας σύντομης περιόδου αναστολής της σχέσης). Η αντίθετη λύση κατά κανόνα δεν δικαιολογείται και ενδεχομένως δημιουργεί μείζονα ζητήματα ανισότητας. Ας δούμε προσεκτικά γιατί:

Καταρχάς, όπως είδαμε, η άρνηση απασχόλησης δεν είναι γνήσια κύρωση, αλλά αναγκαίο μέτρο για να διασφαλισθεί μία αντικειμενική επαγγελματική προϋπόθεση. Η σχέση απασχόλησης αφορά σε συγκεκριμένη δραστηριότητα και δεν παρέχει γενική απαίτηση απασχόλησης. Στην περίπτωση των υγειονομικών του εθνικού συστήματος υγείας, η επιλογή έγινε επειδή αξιολογήθηκαν  αξιοκρατικά οι ικανότητές του συγκεκριμένου προσώπου για συγκεκριμένο υγειονομικής φύσης ρόλο. Για αυτό προσλήφθηκε και προς τούτο το κράτος ενδεχομένως δαπάνησε σημαντικά ποσά για ειδίκευση και απόκτηση εμπειρίας. Αντιστοίχως, δεν αξιολογήθηκε έναντι των τρίτων για κάποια άλλη θέση (π.χ. διοικητικής υποστήριξης). Επομένως, εναλλακτική απασχόληση θα δινόταν κατά παράκαμψη της αρχής της αξιοκρατίας. Περαιτέρω, είναι άδικο για όσους εμβολιασθούν, εκπληρώνοντας το οικείο καθήκον επιμέλειας για τη θέση για την οποία επιλέχθηκαν, να επωμίζονται μόνοι εκείνοι το βάρος να βαστάξουν ζωντανή τη συγκεκριμένη υπηρεσία. Τέλος, οι πόροι για την υπηρεσία είναι πεπερασμένοι, οι θέσεις συγκεκριμένες, ενώ παραμένει ζωτική η ανάγκη να διατηρηθεί επαρκές προσωπικό για την εκπλήρωση της κύριας αποστολής της. Διασφάλιση εναλλακτικής απασχόλησης δίνει κίνητρο για νόθευση της ορθολογικής οργάνωσης της οικείας υπηρεσίας και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης. Αν κάποιος έχει την απαίτηση να ανατραπούν όλα αυτά, δεν ζητά προστασία της ελευθερίας του – ζητά να επιβάλει τη βούλησή του στους άλλους ως καθολικό νόμο.

Αναδημοσίευση (με ελαφρές προσθήκες) από ΤΑ ΝΕΑ 22/5/2021

Brief thoughts on the popular character of the Greek constitutionalism

Iphigeneia Kamtsidou, Assoc. Professor, Law School, AUTH

Dear colleagues and friends

The pandemic has prevented us from meeting, getting to know each other and possibly arguing strongly, trying to give meaning to words whose multiple use risks diminishing their scientific value. Populism and populist constitutionalism are terms that attempt to describe the causes or aspects of the crisis endemic to modern institutions in recent decades and which tends to make representative democracy fictitious.

I would therefore like to thank you very much for your participation and welcome you to the Department of Public Law and Political Science, which has been one of the nest of populist constitutionalism since the Second World War,  as in Greece the problem of populism has a long history and clear institutional dimensions.

In a completely schematic and simplified way: the Greek state is the child of a revolution, the democratic and liberal character of which is now indisputable. If the dictatorships and the abnormal functioning of the institutions until 1975 had shaded the above characteristics, the scientific and political debate after the political changeover, known as “Metapolitefsi” showed that the revolted Greeks sought to overthrow the theocratic political order of the Ottoman Empire and linked their freedom to the establishment of a state, the organization of which would ensure the self-government of the people. This explains the intensity and extent of constitutional discourse so much before as well as throughout the Revolution: not only during 1821-1830 were 3 Constitutions adopted-the most democratic in Europe at that time, but also the preparation of the Revolution was largely based on the propagation of constitutional plans, which recognized popular sovereignty as the foundation of the state under establishment: in the “New Political Administration” by Rigas Feraios [2], the people is declared emperor and source of all powers, while  “The rule of law” by Anonymous  the Greek (1804) is an “evangel” of equality and equity of all members of society.

One of the questions raised on the occasion of all 200 years since the revolution concerns the impact of constitutionalism on the strata that inhabited the later Greek territory and carried out the armed struggle: If the bourgeoisie, most of which was established in Western and Central Europe and its colonies around the Mediterranean, had the opportunity to familiarize itself with the ideas of the Enlightenment and to understand the importance of modern institutions for the development of its interests, if some Fanariotes (Greek-speaking officials of the Ottoman Empire) had been fascinated by the idea of enlightened Despotia, if the young students in Paris were inspired by the French revolution, why were the largely illiterate farmers, craftsmen and small traders of the southern tip of the Balkan peninsula closely associated with the Constitution and gave their lives for it? How did the Cojabasis who benefited from the power structures of the Ottomans draw up the revolutionary project and participate actively in the constituent processes?

The answer, holding all the advantages and disadvantages of the obvious, is that the Constitution was recognized as the most effective guarantee of political autonomy, the mechanism that safeguarded for Greeks the possibility to participate and influence public affairs in equality, which ensured their social dignity. In Greece, therefore, the Constitution and its interpretation have been a popular affair and in this sense, the most important representatives of constitutional science, which we usually include in the currents of democratic or social constitutionalism, could be described as populists: as early as the inter-war period, Al. Svolos, after the Second World War, A. Manesis and D. Tsatsos after “Metapolitefsi”, devoted the most important part of their work to first restoring the content of the democratic principle and then frame its implementation in practice.

Indeed, the institutionalized presence of the people in political life since 1844 has not been treated similarly. The main representatives of the liberal bourgeois intellect, but also most political parties were sceptical, if not critical about universal suffrage. The participation of every citizen in the elections has been shown to be a vehicle for dealing with the rulers and as a factor in the corruption of political life, even of the parliamentary institutions themselves. The suffering of a country over-indebted since the founding of the state, suffocated by heavy international dependence, was attributed to the cultural characteristics of its people, which the Constitution nominated as the ruler of its fate.

Thus, throughout the 19th century proposals were made to restrict the right to vote, while a subject constructed by the dominant groups, the nation, claimed and eventually seized sovereignty. It is impossible in this brief greeting to make even a limited reference to the concept of the nation and its political functioning over the last 200 years. I would like to remind to you that for almost half a century, from the 1930s until the fall of the dictatorship, the reference of the nation and the introduction of its concept into the democratic principle allowed the rulers and their political friends to exclude their political opponents from the field of the rule of law, to deprive them of their social status and even their natural freedom, demonize diversity and generally manage power without democratic control.

In this context and at a particular personal cost (Al. Svoros was ceased 3 times from the Athens Law School, A. Manesis was ceased and deported by the colonels) the Greek democratic constitutionalism developed. The main concern of its representatives was the attribution of sovereignty to its body according to the Constitution, to the people who “is not an abstract entity, but consists of the citizens of the State”  to whose will “the state power, through its entire legal organization, must refer”[3]. Respect for the Constitution has been linked to the uninhibited popular participation in the functioning of the institutions, a participation that must be continuous and substantial.

The importance attached to popular participation in the functioning of the constitutional state is confirmed by the themes developed after the restoration of democracy: the anti-authoritarian orientation of A. Manesis supported the criticism of the enhanced position of the President of the Republic in the 1975 Constitution and the strong criticism of the 1985 revision, which gave an institutional platform to the “dominant role of the prime minister” and helped the head of government to become an autonomous centre of political power. At the same time, D. Tsatsos’ interest in the role and the future of political parties[4] testifies to his firm aim to strengthen popular influence over governance mechanisms, thereby ensuring substantial content in the democratic principle.

Anti-nationalist and fiercely critical of the concentration and personification of political power, this current of post-war Greek constitutionalism recognizes popular intervention as the driving force of the state, manifested both by the institutionalized forms of political activity and through institutions of social control, as well as by the “anti-authoritarian struggle of autonomous social movements”[5]. It can therefore be described as populist without much difficulty. However, what would such a definition offer? How would it affect the constitutional interpretation and practice and how could it be of any use to the theory of Constitutional Law?

The contribution of the above current to the development of legal science and the political life of the country is undeniable. Less obvious is its contribution to shaping a concept of populism, which it recognizes only where democratic, hence constitutional rationality prevails: social demands, the creation of new forms of political action, the questioning of everything can only be aimed at broadening constitutional democracy, at the establishment of a ‘basis democracy’, framed by fundamental rules, which will continuously be renewed and will tend to become social.

With these brief thoughts I welcome you to our conference, which like most of the actions of our programme is supported by H.F.R.I[6], I wish success in the works and shortly, a return to constitutional normality.

 

[1] Greeting to the Conference “The populist transformation of constitutional law: Populist constitutionalism and democratic representation”, Thessaloniki 7-8 May 2021, Project “Populist Constitutionalism”, Aristotle University of Thessaloniki Law School.

[2] New Political Constitution of the Inhabitants of Roumeli, Asia Minor, the Islands of the Aegean and the Principalities of Moldavia and Wallachia, Vienna, 1797 (in Greek)

[3] A. Manessis, The Guarantees of the Constitution’s respect I, «To Nomikon»- ed. Sakkoula, Thessaloniki, 1956, pp. 80-81 (in Greek)

[4] Just a few of D. Tsatsos works: (In Co-Autorenschaft mit M. Morlok), Parteinrecht, Heidelberg 1982, D. Tsatsos, “Zur Funktion der politischen Parteien”, in: Mittei­lungen des Instituts für Deutsches und Europäi­sches Parteienrecht, v. 3, 1993, p. 29, idem, Internal party democracy. A saga in the frame of the privatized political life, Gavriilidis’ ed., Athens, 2008 (in Greek)

[5] «Foreword», to Th. Papachristos (ed), Neoliberalism and Law. A critical approach in: Constitutional Theory and Practice ΙΙ, Sakkoulas ed., Athens- Thessaloniki p. 179 f., p. 184- 186.(in Greek)

[6] Hellenic Foundation for Research and Innovation

Σχόλια στη μελέτη του Δημητρίου Βερναρδάκη “Καποδίστριας και Όθων”. Μια κριτική στον ελληνικό συνταγματισμό

Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγής, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Η καθιέρωση του συνταγματισμού στην Ελλάδα όχι από λαϊκή ανάγκη, παρά από εξωτερική μίμηση –αν όχι επιβολή– η δημιουργία ανεξέλεγκτων ολιγαρχικών ομάδων που μάχονταν για την κατάληψη της εξουσίας κατά την διάρκεια της επανάστασης και η υπονόμευση της κυριαρχίας του νόμου δεν μπορούν παρά να λαμβάνονται υπ’ όψιν στην ιστορική πρόσληψη του συνταγματισμού στην Ελλάδα. Στο ίδιο πλαίσιο, οι επιμέρους αντιφάσεις της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η γραφειοκρατική διοίκηση που από τότε παρατηρείται, η κυριαρχία της πολυνομίας και της κακονομίας, η δημι-ουργία του πελατειακού κράτους, το έλλειμμα επαρκούς λογοδοσίας των κυβερνόντων στους κυβερνωμένους, καθώς και η ενίοτε έντονη δυσαρμονία του λαϊκού αισθήματος προς τα Συντάγματα της εποχής, είναι στοιχεία που αποτυπώνονται στην κριτική του Βερναρδάκη και πρέπει να συνεκτιμηθούν από όσους αποφασίσουν να ασχοληθούν σε βάθος με την συνταγματική ιστορία της Ελλάδας.

Προδημοσίευση από ΕφημΔΔ, 2/2021

Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος, Βασιλική Νταλάκου (επιμ.), Το Σύγχρονο Διοικητικό Σύστημα στην Ελλάδα, Αθήνα 2021: εκδόσεις ΕΑΠ, σελ. 437

Βιβλιοπαρουσίαση: Γιάννης Α. Τασόπουλος, Καθηγητής ΕΚΠΑ

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μία πολύ σημαντική συμβολή στη μελέτη της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, την οποία προσεγγίζει διεπιστημονικά, από την άποψη της νομικής της οργάνωσης, του διοικητικού συστήματος, αλλά και της πολιτικής επιστήμης με τρόπο ισόρροπο και επιτυχημένο. Στα εν λόγω επιστημονικά πεδία εκτείνονται οι συμβολές 17 επιστημόνων με προέλευση και εμπειρία όχι μόνο από το Πανεπιστήμιο, αλλά και τη δημόσια διοίκηση. Το έργο καλύπτει ένα σημαντικό κενό αναφορικά με την οργάνωση των διοικητικών θεσμών στην Ελλάδα. Με έμφαση όχι τόσο στα νομικά μέσα δράσης της διοίκησης, λ.χ. τη διοικητική πράξη, τη διοικητική σύμβαση, όπως γίνεται στα εγχειρίδια διοικητικού δικαίου, αλλά ιδίως στη θεσμική οργάνωση των συγκεκριμένων διοικητικών δομών, το βιβλίο αποδίδει και συνθέτει την πολυπλοκότητα του διοικητικού συστήματος, τη διαφοροποίηση των θεσμών και των λειτουργιών του, τις συνταγματικές αρχές και τα οργανωτικά θεμέλιά του, αλλά επίσης και τις παθογένειες, τις βασικές αιτίες που εμποδίζουν τη  διοικητική μεταρρύθμιση, όχι πια να επιτύχει, αλλά συχνά ακόμη και να περάσει στο στάδιο της εφαρμογής στην πράξη, ώστε να μη μείνει μόνο ως άσκηση επί χάρτου τελείως αποτελεσματική. Ήδη η αναφορά των οπτικών γωνιών από τις οποίες εξετάζεται το διοικητικό σύστημα εξηγεί και την ουσιαστική αναγκαιότητα της διεπιστημονικής προσέγγισης, την οποία επιλέγει το βιβλίο. Μόνο με τον τρόπο αυτό μπορεί να κατανοήσει ο μελετητής το ελληνικό διοικητικό σύστημα επειδή τα προβλήματα που το ταλανίζουν έχουν χαρακτήρα πολυκεντρικό. Η αξία λοιπόν και η μεγαλύτερη συμβολή του βιβλίου νομίζω ότι βρίσκεται ακριβώς στην εύληπτη, συστηματική και διαυγή παρουσίαση των κεντρικών σημείων του διοικητικού συστήματος τα οποία αλληλεξαρτώνται και αλληλεπιδρούν.

Ας πάρουμε π.χ. τις Ανεξάρτητες Αρχές (8ο κεφ., Μ. Λαμπροπούλου – Γ. Διέλλας). Το κεφάλαιο περιλαμβάνει ορισμούς, ιστορική εξέλιξη, τονίζει τον παράγοντα της ανεξαρτησίας των Αρχών, εξετάζει τους λόγους δημιουργίας τους, τη διαδικασία επιλογής και ανάδειξης των μελών τους σύμφωνα με το Σύνταγμα, καθώς και τις κατηγορίες Ανεξάρτητων Αρχών (συνταγματικής ή νομοθετικής βάσης). Για τον νομικό που ενδιάφερεται για τη συνταγματική θεμελίωση των Ανεξάρτητων Αρχών, η οποία εντέλει ανάγεται στη σχέση τους με την κοινωνία και στην προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών με όρους αμεροληψίας, σύμφωνα με την πλουραλιστική αντίληψη της δημοκρατίας,[1] το βιβλίο προσφέρει μια πυκνή και κατατοπιστική εξέταση των παραγόντων που οδήγησαν στη δημιουργία τους από τη σκοπιά ιδίως της διοικητικής επιστήμης κατά τρόπο που είναι χρήσιμος και πρόσφορος για την κατανόηση και την τελολογική ερμηνεία του άρθρου 101Α του Συντάγματος.

Μέχρι σήμερα, ενώ έχουμε επεξεργασμένες αναλύσεις που αφορούν λ.χ. τα άμεσα συνταγματικά όργανα του κράτους, υστερούμε σχετικά στην συνθετική, θεωρητική προσέγγιση των βασικών χαρακτηριστικών των διοικητικών θεσμών, η οποία δεν ήταν διαθέσιμη με τον τρόπο και με τα χαρακτηριστικά που επιχειρεί το βιβλίο. Ειδικότερα:

Το 1ο κεφ. εξετάζει τα συνταγματικά θεμέλια της δημόσιας διοίκησης. Το 2ο κεφ. αναλύει μεταξύ άλλων τη βασική έννοια της “δημόσιας πολιτικής” και εξετάζει τις μεταβολές που επέφερε στον τομέα αυτόν η δεκαετία των Μνημονίων. Το 3ο κεφ. εξετάζει την πολυτάραχη σχέση μεταξύ πολιτικοποίησης και επαγγελματισμού της δημόσιας διοίκησης η οποία αποτελεί σταθερή πηγή τριβών και κρίσης νομιμοποίησης ιδίως της κορυφής της διοικητικής ιεραρχίας. Το 4ο κεφ. είναι αφιερωμένο στη ρυθμιστική διοίκηση στην οποία εντοπίζονται ορισμένα από τα μεγαλύτερα δεινά της: η πολυνομία, η κακοδιοίκηση, ο νομικός φορμαλισμός. Το 5ο κεφ. μεταφέρει το πεδίο της έρευνας στην κυμαινόμενη σχέση του ιδιωτικού με το δημόσιο με αναφορά στο πεδίο που καλύπτει ο δημόσιος τομέας. Από το 6ο κεφ. αρχίζει πλέον η εξέταση των βασικών διοικητικών δομών, αρχής γενομένης όπως είναι φυσικό από την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα. Το 7ο κεφ. προβαίνει σε μία εξαιρετική ανάλυση των υπουργείων και του ρόλου των υπουργών ως πολιτικών προϊσταμένων τους, καθώς και στη σχέση των υπουργών με το στελεχιακό δυναμικό των υπουργείων. Ακολουθεί το κεφ. για τις Ανεξάρτητες Αρχές. Το 9ο κεφ. είναι αφιερωμένο στο σοβαρότατο ζήτημα των διαφόρων μορφών διοικητικού ελέγχου οι οποίες έχουν καταλυτική σημασία για τη διαμόρφωση της σχέσης μεταξύ του κράτους και του πολίτη. Το 10ο κεφ. εξετάζει την αποσυγκέντρωση της διοίκησης, ενώ το 11ο τον πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης, τους δήμους. Το 12ο κεφ. ολοκληρώνει τη μελέτη των διοικητικών δομών με τις Περιφέρειες ως δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης. Τα κεφ. 13, 14 είναι αφιερωμένα στους δημοσίους υπαλλήλους, τα είδη τους, τα συστήματα πρόσληψής τους, το καθεστώς και τις υπηρεσιακές μεταβολές τους (προαγωγές, κινητικότητα κλπ). Τέλος το βιβλίο συμπληρώνει μία διαφωτιστική ανάλυση του Θ. Τσέκου αναφορικά με τα διαχρονικά και πάγια χαρακτηριστικά της ελληνικής δημόσιας διοίκησης και γενικότερα της ελληνικής πολιτικής και διοικητικής κουλτούρας, καθώς επίσης και ο κριτικός σχολιασμός από τον Δ. Α. Σωτηρόπουλο των τελευταίων εξελίξεων που συνδέονται με τη δεκαετή οικονομική κρίση και την πανδημία. Ο εκ των επιμελητών του τόμου τονίζει την ευκαιρία που προσφέρει η πραγματικότητα της πανδημίας (όσο επώδυνη κι αν είναι κατά τα άλλα) για να προχωρήσουν, όπως πράγματι έγινε σε σημαντικό βαθμό, οι διαδικασίες αυτοματοποίησης και η εισαγωγή της πληροφορικής στην δημόσια διοίκηση.

Η μελέτη των κατ’ ιδίαν κεφαλαίων του βιβλίου αποκαλύπτει ορισμένες πρόσθετες αρετές του αναφορικά με τα επίπεδα ανάλυσης, τα οποία, κατά βάση, αναπτύσσονται με συνέπεια και συστηματικότητα στις επιμέρους ενότητές του. Επιτυγχάνεται λοιπόν ο συνδυασμός και η καθόλου αυτονόητη ισορροπία μεταξύ διαφόρων προτεραιοτήτων. Άρχικά η εξοικείωση του αναγνώστη με τις θεμελιώδεις έννοιες και αρχές οι οποίες διέπουν το κάθε συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο ή πεδίο της διοικητικής δράσης. Παρουσίαση στη συνέχεια των βασικών διοικητικών δομών στην ιστορική τους εξέλιξη με ταυτόχρονη αναφορά των κυριότερων νομοθετικών τομών που επιτρέπουν στον αναγνώστη να ακολουθήσει νοερά το νήμα της κρατικής ρύθμισης, όπως και τις απόπειρες μεταρρύθμισης στον συγκεκριμένο τομέα της διοίκησης. Επισήμανση των επίμονων τρόπον τινά προβλημάτων και αντιδράσεων που σημαδεύουν κάθε θεσμό και οξύνονται όποτε εκδηλώνονται μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Τέλος, ουσιαστικός, πυκνός και κατανοητός κριτικός προβληματισμός των τάσεων που επικρατούν και εξηγούν την κακοδαιμονία της δημόσιας διοίκησης και τη χαμηλή δεκτικότητα-δυνατότητα μεταρρύθμισής της. Όλα δε τα προηγούμενα ερμηνεύονται και αναλύονται με αναφορά στην περιρρέουσα και κρίσιμη πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση και ιδιαιτερότητα της δεκαετίας της οικονομικής κρίσης και των Μνημονίων. Προκύπτει λοιπόν με σαφήνεια τόσο η πνοή και η προσπάθεια μεταρρυθμίσεων που υποκινήθηκε από τους μνημονιακούς νόμους, όσο όμως και τα άνισα και περιορισμένα αποτελέσματα σε σχέση με τις φιλοδοξίες που συνδέθηκαν με αυτές τις μεταρρυθμίσεις.

Δεν είναι καινοφανές ούτε αιφνιδιάζει τον κάπως μυημένο αναγνώστη αλλά και τον εξοικειωμένο με την ελληνική διοίκηση πολίτη το γεγονός ότι στην κριτική ανάλυση αυτών των ζητημάτων κυριαρχούν ορισμένες σταθερές: Η δυσπιστία όχι μόνο των αντιπάλων πολιτικών δυνάμεων (της εκάστοτε αντιπολίτευσης) αλλά και του ίδιου του σώματος των δημοσίων υπαλλήλων απέναντι στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της κυβέρνησης. Η έμφαση στον νομικό φορμαλισμό, δηλαδή στην υπερβολική σημασία που δίνεται στο γράμμα των νομικών διατάξεων χωρίς συνεκτίμηση οποιωνδήποτε ποιοτικών χαρακτηριστικών τα οποία συνδέονται με την αξιολόγηση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας της διοικητικής δράσης. Τα δύο αυτά προβλήματα συνδέονται, στο μέτρο που η αποτίμηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών αντιμετωπίζεται με δυσπιστία και αμφισβήτηση της αντικειμενικότητας των κρίσεων και των αξιολογήσεων. Όλα αυτά οδηγούν στην τάση αυτονόμησης της κυβερνητικής δράσης και του κυβερνητικού προγράμματος από τις πάγιες διοικητικές δομές και τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους, αντί για τους οποίους διορίζεται υπερπληθώρα μετακλητών υπαλλήλων. Αποτέλεσμα είναι ότι η δημόσια διοίκηση στερείται θεσμική μνήμη, συνέχεια και αξιοποίηση των καταρτισμένων στελεχών της (ιδιαίτερα όσων έχουν φοιτήσει στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης).

Τα ανωτέρω προβλήματα καθιστούν σαφές ότι χρειάζεται παράλληλη, ισορροπημένη και συνδυασμένη παρέμβαση σε περισσότερα και ετερογενή πεδία προκειμένου να καταστεί εφικτή η αποτελεσματικότητα των διοικητικών τομών. Δεν αρκεί μία ειδίκευση (π.χ. μόνο η νομική) αλλά χρειάζεται δέσμη ειδικών γνώσεων για να υποστηρίξουν τις αντίστοιχες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες. Σίγουρα το βιβλίο αποτελεί επιτυχές παράδειγμα συνεργασίας επιστημόνων διαφορετικών κλάδων για να παραχθεί ομοιογενές συλλογικό έργο. Προσφέρεται λοιπόν για βασικό διδακτικό εγχειρίδιο σε σχολές διοικητικής επιστήμης και δημόσιας διοίκησης ή για συμπληρωματικό εγχειρίδιο σε νομικές σχολές, επειδή συνδυάζει την έκθεση των βασικών διοικητικών δομών του κράτους με την κριτική ανάλυση των κεντρικών προβλημάτων. Ιδιαίτερα πετυχημένη είναι η παρουσίαση του υπερσυγκεντρωτικού χαρακτήρα του κράτους και των προσπαθειών αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης.

Ίσως θα ήταν σκόπιμο σε επόμενη έκδοση του βιβλίου να δοθεί λίγο μεγαλύτερη σημασία στον ρόλο που παίζουν οι Ανεξάρτητες Αρχές στο ισχύον διοικητικό σύστημα ως παράδειγμα της σχέσης του κράτους με την κοινωνία. Επίσης θα μπορούσε να εξεταστεί αν θα ήταν ωφέλιμο να υπάρξει ένα κεφάλαιο ειδικά αφιερωμένο στην ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση και στους μηχανισμούς της ελληνικής διοίκησης για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις αυτές και ειδικότερα στην υποχρέωση να διασφαλιστεί η μακροοικονομική σταθερότητα. Οι σημαντικές μεταβολές στον τομέα του δημοσιονομικού ελέγχου και στον ρόλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι πιθανό να επηρεάσουν ευρύτερα το ελληνικό διοικητικό σύστημα και να διαμορφώσουν νέα δεδομένα.

Από τις σκέψεις που προεκτέθηκαν προκύπτει με σαφήνεια ότι το βιβλίο δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον μόνο για τον νέο επιστήμονα, τον φοιτητή ή τη φοιτήτρια. Προσφέρει επίσης ερεθίσματα και για το πιο ώριμο επιστημονικό κοινό αποτελώντας σημαντική συμβολή στη βιβλιογραφία για το διοικητικό σύστημα και τη δημόσια διοίκηση της χώρας μας.

Τέλος, θα μπορούσε να εξεταστεί η δυνατότητα να διαμορφωθεί μια βάση δεδομένων στο διαδίκτυο, όπου θα καταγράφονται οι συντελούμενες νομοθετικές μεταβολές έτσι ώστε να εξασφαλίζεται κατά το δυνατόν η έγκαιρη ενημέρωση του έργου.

Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο αξίζει την προσοχή και το ενδιαφέρον όσων ασχολούνται και προβληματίζονται με τον μεγάλο ασθενή του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας που δεν είναι άλλος από τη δημόσια διοίκηση.

 

[1] Βλ. Γ. Τασόπουλου, Το συνταγματικό θεμέλιο των Ανεξάρτητων Αρχών, σε Κ. Σπανού, Δ. Α. Σωτηρόπουλος (επιμ.), Κουλτούρα, Ιστορία, Δημοκρατία. Τιμητικός Τόμος για τον Νικηφόρο Διαμαντούρο, (Αθήνα, Παπαδόπουλος, 2018), σ. 137.

Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμ. Α΄) 622/2021 για την αστική ευθύνη του Δημοσίου από βλάβη λόγω νόμιμου εμβολιασμού

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρόλογος:

Με την απόφασή του 622/2021, το Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμ.Α΄) αναδεικνύει, με τρόπο εξαιρετικά επίκαιρο λόγω και της πανδημίας του Covid-19, τις έννομες συνέπειες της συνταγματικής κατοχύρωσης της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στο ειδικότερο πεδίο της ευθύνης του Δημοσίου γι’ αποζημίωση λόγω βλάβης στην υγεία, η οποία επέρχεται εξαιτίας εμβολιασμού που προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.  Όπως θα εξηγηθεί στην συνέχεια, καίτοι η ως άνω απόφαση δεν αφορά εμβολιασμούς για την πρόληψη νόσησης από τον Covid-19 και τις μεταλλάξεις του -η υπόθεση ανάγεται σε εμβολιαστικά δεδομένα του 2015- τα επιμέρους obiter dicta, τα οποία συνθέτουν την όλη αιτιολογία της, χαράζουν ήδη μια νομολογιακή οδό που μπορεί να καλύψει, εν πολλοίς, και την αστική ευθύνη του Δημοσίου από ενδεχόμενες μελλοντικές παρενέργεις εις βάρος της υγείας εμβολιαζομένων με εμβόλια κατά του Covid-19.

Ι. Η θεμελίωση της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην βάση της αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος.

   Η υποχρέωση του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου ν’ αποζημιώνουν τους διοικούμενους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους έχει, αναμφίβολα, συνταγματική κατοχύρωση, έστω και αν τούτο δεν αναφέρεται ρητώς στο ισχύον Σύνταγμα του 1975.

Α. Η αστική ευθύνη του Δημοσίου και το Κράτος Δικαίου.

   Κατ’ αρχήν, η υποχρέωση αυτή του Δημοσίου πηγάζει από την αρχή του Κράτους Δικαίου, ειδικότερη έκφανση του οποίου αποτελεί η Αρχή της Νομιμότητας, που πρέπει να διέπει την δράση και λειτουργία όλων των οργάνων του Δημοσίου.  Συνεπώς, όταν μια ζημιογόνος δραστηριότητα του Δημοσίου δεν είναι σύμφωνη με τους ισχύοντες κανόνες δικαίου, παραβιάζει την Αρχή της Νομιμότητας -και του Κράτους Δικαίου- και γεννά υποχρέωση του Δημοσίου να επανορθώσει την προκληθείσα ζημία του ιδιώτη, προκειμένου ν’ αποκατασταθεί η Αρχή της Νομιμότητας.

  1. Ο θεσμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου επιτελεί, με άλλες λέξεις, μια επανορθωτική λειτουργία ύστερα από την διαπίστωση παραβάσεων της Αρχής της Νομιμότητας εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου. Βέβαια, η αποζημίωση του διοικουμένου, με το ένδικο βοήθημα της αγωγής, δεν είναι το μόνο μέσο που διαθέτει ο διοικούμενος στο πλαίσιο της επιδίωξης αποκατάστασης της Αρχής της Νομιμότητας: Διαθέτει, επίσης, την δυνατότητα ακύρωσης της παράνομης διοικητικής πράξης ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, ιδίως με τα ένδικα βοηθήματα της αίτησης ακύρωσης ή της προσφυγής. Πλην όμως, η δυνατότητα ακύρωσης -ή μεταρρύθμισης- μιας διοικητικής πράξης δεν αποτελεί, σε όλες τις περιπτώσεις, επαρκές μέσο για την πλήρη αποκατάσταση της Αρχής της Νομιμότητας και την πλήρη εξάλειψη των ζημιογόνων συνεπειών της παράνομης δραστηριότητας των οργάνων του Δημοσίου αφού:

α) Πρώτον, οδηγεί μόνο στην ακύρωση μιας διοικητικής πράξης και όχι και στην ανόρθωση της ζημίας, που προκλήθηκε από την παράνομη αυτή πράξη.

β)  Και, δεύτερον, δεν καλύπτει μια ευρεία κατηγορία περιπτώσεων, δεδομένου ότι δεν μπορεί π.χ. ν’ ασκηθεί αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή κατά των υλικών ενεργειών των οργάνων του Δημοσίου ή κατά των μη εκτελεστών διοικητικών πράξεων ή κατά των κυβερνητικών πράξεων.

  1. Συνεπώς, η αστική ευθύνη του Δημοσίου αναδεικνύεται ως απαραίτητος και αναντικατάστατος επανορθωτικός μηχανισμός για την εφαρμογή της Αρχής της Νομιμότητας και του Κράτους Δικαίου, αλλά και για την κατοχύρωση της συνταγματικής επιταγής της πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού σε πολλές περιπτώσεις -παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου, διοικητικές πράξεις με περιορισμένη χρονική ισχύ, μη εκτελεστές διοικητικές πράξεις, κυβερνητικές πράξεις κ.λπ.- η αγωγή αποζημίωσης, βάσει των διατάξεων των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ, αποτελεί το μόνο μέσο δραστικής δικαστικής προστασίας.

Β. Το συνταγματικό θεμέλιο της αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών.

   Η Αρχή της Νομιμότητας και του Κράτους Δικαίου δεν αποτελεί, όμως, το μόνο συνταγματικό έρεισμα του θεσμού της αστικής ευθύνης του Δημοσίου.  Ειδικότερα, στην περίπτωση παράνομων και ζημιογόνων πράξεων, παραλείψεων ή υλικών ενεργειών των οργάνων του Δημοσίου, αναπτύσσεται μια δραστηριότητα ή παράλειψη η οποία από την μια πλευρά κατευθύνεται -ή, τουλάχιστον, οφείλει ν κατευθύνεται- στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.  Και, από την άλλη πλευρά, προκαλεί ζημία, υλική ή ηθική, σε ορισμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

  1. Η αποδοχή μιας τέτοιας κατάστασης και η μη πρόβλεψη μηχανισμών αποκατάστασης των δημιουργούμενων ανισορροπιών, δηλαδή η μη θεσμοθέτηση της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, θα παραβίαζε προδήλως την αρχή της ισότητας. Και τούτο γιατί, διαφορετικά, ένα πρόσωπο ή, το πολύ, μια συγκεκριμένη ομάδα προσώπων θα ήταν υποχρεωμένα να υποστούν τις ζημιογόνες συνέπειες μιας παράνομης κρατικής δραστηριότητας ή παράλειψης, που εντάσσεται στο πλαίσιο ενός κύκλου αρμοδιοτήτων από την άσκηση των οποίων ωφελείται, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, το κοινωνικό σύνολο.  Επομένως, η μη πρόβλεψη της υποχρέωσης του Δημοσίου ν’ αποκαθιστά την -προκαλούμενη από παράνομες πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες- ζημία, θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ισότητας, που κατοχυρώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος και, ιδίως, της επιταγής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών που θεσπίζουν οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος: «Οι Έλληνες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους».
  2. Την θέση αυτή ενστερίσθηκε ευθέως το Συμβούλιο Επικρατείας, με την απόφαση της Ολομελείας του 1501/2014, το σκεπτικό no 5 της οποίας δέχθηκε: «Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζοντας ότι οι “Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους” έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2001) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη, ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ανωτέρω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους».

Γ. Οι έννομες συνέπειες.

   Η συνέπεια του ως άνω διττού συνταγματικού θεμελίου της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, ως επανορθωτικού μηχανισμού τόσο για την αποκατάσταση παραβάσεων της Αρχής της Νομιμότητας και του Κράτους Δικαίου όσο και για την αποκατάσταση παραβάσεων των επιταγών της ισότητας -ιδίως ενώπιον των δημόσιων βαρών- έγκειται προεχόντως στο ότι θα ήταν αντισυνταγματική όχι βέβαια η απλή τροποποίηση των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ, αλλά η κατάργηση των διατάξεων αυτών ή η ουσιαστική αποδυνάμωση του κανονιστικού τους περιεχομένου, έτσι ώστε να περιορίζεται ή και να δυσχεραίνεται υπέρμετρα η επανόρθωση των ζημιογόνων και παράνομων δραστηριοτήτων των οργάνων του Δημοσίου.

  1. Θα ήταν π.χ. αντισυνταγματική η εξαίρεση ορισμένων τομέων της δραστηριότητας του Δημοσίου ή των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου από την εφαρμογή των διατάξεων της αστικής ευθύνης του Δημοσίου ή η πρόβλεψη ότι δεν οφείλεται αποζημίωση για ορισμένες μορφές παρανομίας των οργάνων του Δημοσίου ή, τέλος, η θέσπιση υπέρμετρα αυστηρών προϋποθέσεων για την αναγνώριση της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, με αποτέλεσμα τυπικά μεν να υφίσταται ο θεσμός της αστικής ευθύνης, στην πραγματικότητα όμως να μην υπάρχει δυνατότητα αποζημίωσης ή αυτή να περιορίζεται σε ελάχιστες περιπτώσεις.

α)  Επίσης, και σύμφωνα με ορισμένες δικαστικές αποφάσεις, η συνταγματική θεμελίωση της αστικής ευθύνης του Δημοσίου συνεπάγεται την εφαρμογή της, εξαιρετικώς, και για ζημίες που προκαλούνται από τυχαία γεγονότα κατά την λειτουργία μιας δημόσιας υπηρεσίας σε πρόσωπα που βρίσκονται στην υπηρεσία του Δημοσίου, εφόσον η εκτέλεση της δημόσιας υπηρεσίας συνεπάγεται την έκθεση των προσώπων αυτών σε αυξημένους κινδύνους για την ζωή ή την σωματική τους ακεραιότητα.  Και τούτο γιατί δεν συμβιβάζεται με την αρχή της συμμετοχής όλων των πολιτών στα δημόσια βάρη η επίρριψη των κινδύνων από τυχαία ζημιογόνα γεγονότα μόνο στα πρόσωπα, που συμμετέχουν σε δραστηριότητες του Δημοσίου που εγκυμονούν κινδύνους.

β) Περαιτέρω, η αναγνώριση της συνταγματικής κατοχύρωσης της αστικής ευθύνης του Δημοσίου έχει και συνέπειες δικονομικού περιεχομένου: Εγγυάται την ακώλυτη πρόσβαση του θιγέντος διοικουμένου στα δικαστήρια για την επιδίωξη της οφειλόμενης αποζημίωσης και, αντιστοίχως, καθιστά άνευ ετέρου αντισυνταγματική και ανεφάρμοστη κάθε νομοθετική διάταξη, η οποία απαγορεύει ή περιορίζει υπέρμετρα την πρόσβαση στη δικαστική οδό, αποδεικνύοντας, για μιαν ακόμη φορά, την συμπληρωματική σχέση μεταξύ του θεσμού της αστικής ευθύνης του Δημοσίου και της συνταγματικής επιταγής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

  1. Όμως η σπουδαιότερη συνέπεια του, διττού μάλιστα, συνταγματικού θεμελίου της αστικής ευθύνης του Δημοσίου έγκειται στη θέσπιση του αντικειμενικού χαρακτήρα της. Ειδικότερα, και όπως ήδη επισημάνθηκε ακροθιγώς, οι διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ καθιερώνουν την αστική ευθύνη του Δημοσίου ως αντικειμενική.

α) Δηλαδή ως ευθύνη η οποία ενεργοποιείται -εφόσον βεβαίως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις των ως άνω διατάξεων- χωρίς ν’ απαιτείται, επιπροσθέτως, οιασδήποτε μορφής πταίσμα από την πλευρά του οργάνου που προκαλεί την επίμαχη και ζημιογόνο πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια.  Είναι προφανές ότι, μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του Συντάγματος του 1975 και την συνακόλουθη έναρξη ισχύος και των διατάξεων που παρέχουν στην αστική ευθύνη του Δημοσίου το προμνημονευόμενο διττό συνταγματικό θεμέλιο, ο με τ’ ανωτέρω γνωρίσματα αντικειμενικός χαρακτήρας της απορρέει, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, και από αυτό τούτο το ρυθμιστικό πλαίσιο τους Συντάγματος.  Πρωτίστως δε διότι οι βλαπτικές για τον διοικούμενο συνέπειες από την άσκηση δημόσιας εξουσίας, η οποία πάντοτε εξ ορισμού αποβαίνει υπέρ του δημόσιου συμφέροντος, δεν θα μπορούσαν -με τίμημα την παραβίαση του Συντάγματος- ν’ αντιμετωπίζονται αποζημιωτικώς ανάλογα με την ύπαρξη ή μη πταίσματος από την πλευρά του αντίστοιχου οργάνου του Δημοσίου.  Μόνο η συνδρομή της παρανομίας αρκεί, λοιπόν, για την ενεργοποίηση του μηχανισμού της αστικής ευθύνης του Δημοσίου.

β) Το συμπέρασμα τούτο οδηγεί, επέκεινα, στην αποδοχή της άποψης ότι, ακριβώς λόγω του συνταγματικού της θεμελίου, η αντικειμενική αστική ευθύνη του Δημοσίου, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, δεν είναι νομικώς δυνατό να μετατραπεί νομοθετικώς σε υποκειμενική, π.χ. κατά το πρότυπο των διατάξεων του άρθρου 914 ΑΚ.  Επιπλέον δε, και πάντοτε στο πεδίο της ίδιας συνταγματικής συλλογιστικής, η αστική ευθύνη παραμένει πάντοτε αντικειμενική ακόμη και όταν ο Νομοθέτης, εφόσον προβαίνει στις ανεκτές από το Σύνταγμα ιδιωτικοποιήσεις ή αποκρατικοποιήσεις, αναθέτει την άσκηση δημόσιας εξουσίας -ιδίως μέσω παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας- σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή ακόμη και σε ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

ΙΙ. Η αστική ευθύνη του Δημοσίου λόγω βλάβης της υγείας εξαιτίας παρενεργειών εμβολίου στο πλαίσιο νόμιμου εμβολιασμού.

Συνοψίζοντας τα όσα ήδη εκτέθηκαν, συνάγεται ότι το συνταγματικό θεμέλιο της αστικής ευθύνης του Δημοσίου πάνω στην βάση της κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών έχει τεράστια σημασία στην πράξη.  Διότι δεν καλύπτει μόνο την αστική ευθύνη -δηλαδή,  εν τέλει, την αποζημίωση του διοικουμένου, υλική και ηθική- για παράνομες πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες των οργάνων του, και μάλιστα κατά τρόπο αντικειμενικό, ήτοι ανεξάρτητα από το αν συντρέχει πταίσμα του αρμόδιου οργάνου του Δημοσίου, με την μορφή δόλου ή αμέλειας.  Καλύπτει, επιπλέον, και την αστική ευθύνη του Δημοσίου ακόμη και για νόμιμες πράξεις των οργάνων του, όταν αυτές συνεπάγονται υπέρμετρη θυσία εις βάρος του παθόντος διοικουμένου, για χάρη του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου εν γένει.  Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή ο παθών υφίσταται ατομικώς βλάβη -π.χ. στην υγεία του ή στην προσωπικότητά του- λόγω ενεργειών των οργάνων του Δημοσίου οι οποίες μπορεί να είναι κατ’ αρχήν νόμιμες, πλην όμως έτσι παραβιάζεται, εμμέσως πλην σαφώς, η αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5. του Συντάγματος. Γιατί στην συγκεκριμένη περίπτωση ναι μεν ωφελείται το κοινωνικό σύνολο, πλην όμως το βάρος της ωφέλειας αυτής το επωμίζονται συγκεκριμένα ή και συγκεκριμένο πρόσωπο. Υπ’ αυτές δε τις συνθήκες μπορεί να υποστηριχθεί, βασίμως, ότι η εν προκειμένω κατ’ αρχήν νόμιμη πράξη των οργάνων του Δημοσίου καθίσταται παράνομη, λόγω παραβίασης της κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών.  Άρα και εδώ ενεργοποιείται, κατ’ αποτέλεσμα, ο μηχανισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου για παράνομες πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες των οργάνων του, κατ’ ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ.

Α. Τα πραγματικά δεδομένα που έκρινε η απόφαση ΣτΕ 622/2021.

Πάνω σε αυτή την συνταγματική βάση, της αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας (Α΄ Τμήμα), με την απόφασή του 622/2021, έκρινε πότε και πώς θεμελιώνεται αστική ευθύνη του Δημοσίου και από βλάβη της υγείας, την οποία υφίσταται ένα πρόσωπο εξαιτίας παρενεργειών εμβολίου, στο πλαίσιο νομίμως διενεργούμενου εμβολιασμού.

  1. Ήτοι εμβολιασμού διενεργούμενου με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας, με άλλες λέξεις για χάρη μιας σπουδαίας μορφής συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου εν γένει. Σημειώνεται, ευθύς εξ αρχής, ότι η υπόθεση επί της οποίας έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας ουδεμία σχέση έχει με τα εμβόλια και τους εμβολιασμούς κατά του Covid-19. Επρόκειτο για εμβολιασμό -το 2015- μικρού κοριτσιού με το εμβόλιο MMR II (τριδύναμο εμβόλιο ιλαράς, παρωτίτιδας και ερυθράς), προκειμένου να εγγραφεί σε σταθμό προνηπίων, το οποίο μετά τον εμβολιασμό του παρουσίασε πανεγκεφαλίτιδα -σπανιότατη νόσο (1:1.000.000 δόσεων εμβολίων)- ως παρενέργεια του εμβολίου τούτου.
  2. Και ναι μεν, όπως ήδη σημειώθηκε, η υπόθεση που έκρινε εν προκειμένω το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν αφορά τα εμβόλια και τους εμβολιασμούς κατά του Covid-19, πλην όμως, όπως καθίσταται προφανές από τα obiter dicta της απόφασής του 622/2021, δημιουργείται ένα διόλου ευκαταφρόνητο νομολογιακό προηγούμενο το οποίο, δίχως αμφιβολία, δείχνει την αντίστοιχη νομολογιακή οδό -φυσικά τηρουμένων των αναλογιών των δύο περιπτώσεων- εφόσον ανακύψουν στο μέλλον παρεμφερή ζητήματα βλάβης της υγείας από ενδεχόμενες παρενέργειες των εμβολίων κατά του Covid-19.

Β. Τα βασικά obiter dicta της απόφασης ΣτΕ 622/2021.

Συγκεκριμένα, και με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφασή του 622/2021, έκρινε ότι συντρέχουν, σύμφωνα με την κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών, οι νομικοί όροι δημιουργίας αστικής ευθύνης του Δημοσίου λόγω βλάβης της  υγείας εξαιτίας παρενεργειών εμβολίου, στο πλαίσιο νομίμως διενεργούμενου εμβολιασμού, εφόσον πληρούνται, σωρευτικώς, οι εξής προϋποθέσεις:

  1. Πρώτον, πρέπει να υφίσταται επαρκής, επιστημονικώς τεκμηριωμένος, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του χορηγηθέντος εμβολίου και της βλάβης της υγείας, η οποία επήλθε τελικώς. Με απλές λέξεις πρέπει ν’ αποδεικνύεται επαρκώς, βάσει επιστημονικών τεκμηρίων, ότι η βλάβη της υγείας οφείλεται ευθέως στο εμβόλιο, και όχι σε άλλη αιτία.
  2. Δεύτερον, η ως άνω βλάβη στην υγεία πρέπει να έχει επέλθει «συνεπεία της συνταγματικώς θεμιτής και νομίμου πραγματοποιήσεως εμβολιασμού, δηλαδή εμβολιασμού διενεργούμενου με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας, συλλογικώς και ατομικώς». Επέκεινα:

α) Ο κατά τ’ ανωτέρω εμβολιασμός πρέπει να προβλέπεται από «ειδική νομοθεσία».

β) Επιπλέον, αυτή η νομοθεσία πρέπει να στηρίζεται σε «έγκυρα και τεκμηριωμένα επιστημονικώς, ιατρικά και επιδημιολογικά, πορίσματα στον αντίστοιχο τομέα».

γ) Τέλος, η κατά τ’ ανωτέρω νομοθεσία πρέπει να καθιερώνει «δυνατότητα εξαιρέσεως από αυτόν σε ειδικές ατομικές περιπτώσεις, για τις οποίες ο εμβολιασμός αντενδείκνυται».

  1. Τρίτον, τα προαναφερόμενα σημαίνουν ότι, όπως ήδη διευκρινίσθηκε, πρέπει να πρόκειται για εμβολιασμό, ο οποίος διενεργείται επιστημονικώς lege artis.

α) Άρα είναι εντελώς διαφορετικό το ζήτημα εμβολιασμού με χορήγηση ελαττωματικού ή ακατάλληλου σκευάσματος, ή εμβολιασμού που διενεργήθηκε κατά τρόπο επιστημονικώς πλημμελή.  Διότι σε αυτές τις περιπτώσεις ο εμβολιασμός δεν είναι νόμιμος, οπότε οι βλάβες της υγείας εξαιτίας του οφείλονται σε παρεμβαλλόμενες παράνομες πράξεις και παραλείψεις.

β) Εδώ λοιπόν δεν δημιουργείται αστική ευθύνη του Δημοσίου για νόμιμες ενέργειες, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος περί ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών, αλλά ενδεχομένως αστική ευθύνη για παράνομες εμβολιαστικές πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες των οργάνων του, σύμφωνα με τις, επίσης προμνημονευόμενες, διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

  1. Τέταρτον, σε ό,τι αφορά την έκταση της αποκατάστασης της βλάβης της υγείας από τον κατά τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις νόμιμο εμβολιασμό, η σχετική αποζημίωση μπορεί να καλύπτει όχι μόνο την υλική βλάβη, υπό την ευρεία του όρου έννοια, αλλά και την ηθική βλάβη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα.

Επίλογος

Αν και στην υπόθεση της απόφασης 622/2021 ο εμβολιασμός του μικρού κοριτσιού με το τριδύναμο εμβόλιο MMR II ήταν, ουσιαστικά, υποχρεωτικός, αφού χωρίς αυτόν δεν ήταν δυνατό να γίνει δεκτό στον σταθμό προνηπίων, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέφυγε να θέσει, τουλάχιστον ρητώς, ως προϋπόθεση της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, από τις παρενέργειες του εμβολίου, την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού τούτου.  Και αυτό μάλλον διότι δεν θέλησε να προκαταλάβει την μελλοντική νομολογία του ενόψει αντίστοιχων περιπτώσεων στην περίπτωση των εμβολίων κατά του Covid-19, δοθέντος ότι η εξ αυτού πανδημία εμφανίζει πολύ πιο γενικευμένα και, άρα, πολύ πιο σοβαρά χαρακτηριστικά εν προκειμένω, τα οποία πρέπει να τύχουν ειδικής, ιατρικής και νομικής μελέτης, που λόγω της εντελώς πρόσφατης και υπό την μορφή πανδημίας εμφάνισης του Covid-19 δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ακόμη ως ικανοποιητικώς επαρκής.  Άλλωστε, στην περίπτωση της πανδημίας του Covid-19 απομένει να κριθεί πότε ο εμβολιασμός για την αντιμετώπισή της κρίνεται υποχρεωτικός.  Και για την ακρίβεια, απομένει να κριθεί ιδίως το αν θα θεωρηθεί ο εμβολιασμός ως υποχρεωτικός και στις περιπτώσεις, όπου η θεσμική του καθιέρωση δεν προβλέπεται ευθέως, αλλά εμμέσως, π.χ. ως απαραίτητη προϋπόθεση πραγματοποίησης ταξιδίου στο εξωτερικό ή άσκησης μιας δραστηριότητας. Ιδίως δε ως προϋπόθεση για την άσκηση των καθηκόντων των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα εντός γραφείου.  Πολλώ μάλλον όταν η λόγω άρνησης ενδεχόμενου υποχρεωτικού εμβολιασμού αδυναμία άσκησης των αρμοδιοτήτων τους στο γραφείο μπορεί να συνεπάγεται εις βάρος τους πειθαρχικές και άλλες οικονομικές κυρώσεις.

 

 

International conference “The populist transformation of constitutional law: Populist constitutionalism and democratic representation”, 7-8 May 2021

Introduction: Assoc. Prof. Ifigeneia Kamtsidou, Law School, AUTH

Dear colleague, dear Sir/Madame

We are pleased to invite you to the first international conference of the PopCon Project “The populist transformation of constitutional law: Populist constitutionalism and democratic representation” which will take place on 7-8 May 2021 via zoom.

Here is the information you need in order to participate:

Registration & Meeting Link: https://zoom.us/meeting/register/tJIkduugrzIpH9xBxzpI8oC8htg4xu177QOB

Webinar/Meeting ID: 969 1281 9358

Passcode: 746426

Keynote speakers:

  • Prof. Bojan Bugarič (University of Sheffield), Friday 7 May at 12:00
  • Prof. Costas Douzinas (University of London), Saturday 8 May at 13:00
  • Prof. Antoine Vauchez (University Paris 1-Sorbonne), Friday 7 May at 17:15

Short instructions for accessing the zoom platform:
• Click on the above link for your access to the seminar
• If you have not already downloaded the platform, it will automatically show you to download the zoom
• When the download is done or if you already have the platform on your computer, a window will open where you press open zoom
• You will probably be asked for your details (email, name)
• When you enter the platform and have an image, you have to press the join left button at the bottom left to activate your sound..

We are looking forward to your attendance the Conference.

Kind regards,

The Organizing Committee


Brief thoughts on the popular character of the Greek constitutionalism[1]

Iphigeneia Kamtsidou

Dear colleagues and friends

The pandemic has prevented us from meeting, getting to know each other and possibly arguing strongly, trying to give meaning to words whose multiple use risks diminishing their scientific value. Populism and populist constitutionalism are terms that attempt to describe the causes or aspects of the crisis endemic to modern institutions in recent decades and which tends to make representative democracy fictitious.

I would therefore like to thank you very much for your participation and welcome you to the Department of Public Law and Political Science, which has been one of the nest of populist constitutionalism since the Second World War,  as in Greece the problem of populism has a long history and clear institutional dimensions.

In a completely schematic and simplified way: the Greek state is the child of a revolution, the democratic and liberal character of which is now indisputable. If the dictatorships and the abnormal functioning of the institutions until 1975 had shaded the above characteristics, the scientific and political debate after the political changeover, known as “Metapolitefsi” showed that the revolted Greeks sought to overthrow the theocratic political order of the Ottoman Empire and linked their freedom to the establishment of a state, the organization of which would ensure the self-government of the people. This explains the intensity and extent of constitutional discourse so much before as well as throughout the Revolution: not only during 1821-1830 were 3 Constitutions adopted-the most democratic in Europe at that time, but also the preparation of the Revolution was largely based on the propagation of constitutional plans, which recognized popular sovereignty as the foundation of the state under establishment: in the “New Political Administration” by Rigas Feraios [2], the people is declared emperor and source of all powers, while  “The rule of law” by Anonymous  the Greek (1804) is an “evangel” of equality and equity of all members of society.

One of the questions raised on the occasion of all 200 years since the revolution concerns the impact of constitutionalism on the strata that inhabited the later Greek territory and carried out the armed struggle: If the bourgeoisie, most of which was established in Western and Central Europe and its colonies around the Mediterranean, had the opportunity to familiarize itself with the ideas of the Enlightenment and to understand the importance of modern institutions for the development of its interests, if some Fanariotes (Greek-speaking officials of the Ottoman Empire) had been fascinated by the idea of enlightened Despotia, if the young students in Paris were inspired by the French revolution, why were the largely illiterate farmers, craftsmen and small traders of the southern tip of the Balkan peninsula closely associated with the Constitution and gave their lives for it? How did the Cojabasis who benefited from the power structures of the Ottomans draw up the revolutionary project and participate actively in the constituent processes?

The answer, holding all the advantages and disadvantages of the obvious, is that the Constitution was recognized as the most effective guarantee of political autonomy, the mechanism that safeguarded for Greeks the possibility to participate and influence public affairs in equality, which ensured their social dignity. In Greece, therefore, the Constitution and its interpretation have been a popular affair and in this sense, the most important representatives of constitutional science, which we usually include in the currents of democratic or social constitutionalism, could be described as populists: as early as the inter-war period, Al. Svolos, after the Second World War, A. Manesis and D. Tsatsos after “Metapolitefsi”, devoted the most important part of their work to first restoring the content of the democratic principle and then frame its implementation in practice.

Indeed, the institutionalized presence of the people in political life since 1844 has not been treated similarly. The main representatives of the liberal bourgeois intellect, but also most political parties were sceptical, if not critical about universal suffrage. The participation of every citizen in the elections has been shown to be a vehicle for dealing with the rulers and as a factor in the corruption of political life, even of the parliamentary institutions themselves. The suffering of a country over-indebted since the founding of the state, suffocated by heavy international dependence, was attributed to the cultural characteristics of its people, which the Constitution nominated as the ruler of its fate.

Thus, throughout the 19th century proposals were made to restrict the right to vote, while a subject constructed by the dominant groups, the nation, claimed and eventually seized sovereignty. It is impossible in this brief greeting to make even a limited reference to the concept of the nation and its political functioning over the last 200 years. I would like to remind to you that for almost half a century, from the 1930s until the fall of the dictatorship, the reference of the nation and the introduction of its concept into the democratic principle allowed the rulers and their political friends to exclude their political opponents from the field of the rule of law, to deprive them of their social status and even their natural freedom, demonize diversity and generally manage power without democratic control.

In this context and at a particular personal cost (Al. Svoros was ceased 3 times from the Athens Law School, A. Manesis was ceased and deported by the colonels) the Greek democratic constitutionalism developed. The main concern of its representatives was the attribution of sovereignty to its body according to the Constitution, to the people who “is not an abstract entity, but consists of the citizens of the State”  to whose will “the state power, through its entire legal organization, must refer”[3]. Respect for the Constitution has been linked to the uninhibited popular participation in the functioning of the institutions, a participation that must be continuous and substantial.

The importance attached to popular participation in the functioning of the constitutional state is confirmed by the themes developed after the restoration of democracy: the anti-authoritarian orientation of A. Manesis supported the criticism of the enhanced position of the President of the Republic in the 1975 Constitution and the strong criticism of the 1985 revision, which gave an institutional platform to the “dominant role of the prime minister” and helped the head of government to become an autonomous centre of political power. At the same time, D. Tsatsos’ interest in the role and the future of political parties[4] testifies to his firm aim to strengthen popular influence over governance mechanisms, thereby ensuring substantial content in the democratic principle.

Anti-nationalist and fiercely critical of the concentration and personification of political power, this current of post-war Greek constitutionalism recognizes popular intervention as the driving force of the state, manifested both by the institutionalized forms of political activity and through institutions of social control, as well as by the “anti-authoritarian struggle of autonomous social movements”[5]. It can therefore be described as populist without much difficulty. However, what would such a definition offer? How would it affect the constitutional interpretation and practice and how could it be of any use to the theory of Constitutional Law?

The contribution of the above current to the development of legal science and the political life of the country is undeniable. Less obvious is its contribution to shaping a concept of populism, which it recognizes only where democratic, hence constitutional rationality prevails: social demands, the creation of new forms of political action, the questioning of everything can only be aimed at broadening constitutional democracy, at the establishment of a ‘basis democracy’, framed by fundamental rules, which will continuously be renewed and will tend to become social.

With these brief thoughts I welcome you to our conference, which like most of the actions of our programme is supported by H.F.R.I[6], I wish success in the works and shortly, a return to constitutional normality.

 

[1] Greeting to the Conference “The populist transformation of constitutional law: Populist constitutionalism and democratic representation”, Thessaloniki 7-8 May 2021, Project “Populist Constitutionalism”, Aristotle University of Thessaloniki Law School.

[2] New Political Constitution of the Inhabitants of Roumeli, Asia Minor, the Islands of the Aegean and the Principalities of Moldavia and Wallachia, Vienna, 1797 (in Greek)

[3] A. Manessis, The Guarantees of the Constitution’s respect I, «To Nomikon»- ed. Sakkoula, Thessaloniki, 1956, pp. 80-81 (in Greek)

[4] Just a few of D. Tsatsos works: (In Co-Autorenschaft mit M. Morlok), Parteinrecht, Heidelberg 1982, D. Tsatsos, “Zur Funktion der politischen Parteien”, in: Mittei­lungen des Instituts für Deutsches und Europäi­sches Parteienrecht, v. 3, 1993, p. 29, idem, Internal party democracy. A saga in the frame of the privatized political life, Gavriilidis’ ed., Athens, 2008 (in Greek)

[5] «Foreword», to Th. Papachristos (ed), Neoliberalism and Law. A critical approach in: Constitutional Theory and Practice ΙΙ, Sakkoulas ed., Athens- Thessaloniki p. 179 f., p. 184- 186.(in Greek)

[6] Hellenic Foundation for Research and Innovation

Η εθνική συνταγματική ταυτότητα και ο «κλεφτοπόλεμος» των δικαστών

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολή ΕΚΠΑ

Σκέψεις με αφορμή την απόφαση του Conseil d’État στην υπόθεση «French Data Network et autres». …

Πριν περάσει ένας χρόνος από την απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας στην υπόθεση «Weiss»[1] κι ενώ αναμένεται η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας επί της προσφυγής του Πρωθυπουργού της τελευταίας σχετικά με την υπεροχή ή μη του πολωνικού Συντάγματος επί του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[2], το γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας (Conseil d’État) αποφάσισε να υποδαυλίσει εκ νέου τον πόλεμο των δικαστών, κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι η δική του αντίληψη για τη συνταγματική ταυτότητα της Γαλλίας μπορεί να του επιτρέψει να μη συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση « La Quadrature du Net κ.λπ. »[3], η οποία απάντησε σε προδικαστικά ερωτήματα του ίδιου του Conseil d’État και του Συνταγματικού Δικαστηρίου του Βελγίου σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι δυνατόν να διατάσσονται οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να προβαίνουν σε διατήρηση των (μετα)δεδομένων σύνδεσης των χρηστών των παραπάνω υπηρεσιών.

Στην απόφασή της, της 21ης Απριλίου 2021, στην υπόθεση « French Data Network et autres »[4], η Ολομέλεια του Conseil d’État ενεργοποίησε, κατά τρόπο υπέρμετρο και διόλου πειστικό, τη λεγόμενη « ρήτρα διασφάλισης Arcelor », σύμφωνα με την οποία ο Γάλλος δικαστής θεωρεί ότι μπορεί να ελέγξει τη συμβατότητα του ενωσιακού δικαίου με τους κανόνες και τις αρχές του εθνικού του Συντάγματος που είναι « συμφυείς με τη συνταγματική ταυτότητα της Γαλλίας », εφόσον δεν υπάρχουν αντίστοιχες διατάξεις ή αρχές της ενωσιακής έννομης τάξης[5]. Εν προκειμένω, οι δικαστές του Palais Royal δέχτηκαν ότι είναι συμφυείς με τη συνταγματική ταυτότητα της Γαλλίας και, πάντως, δεν απολαύουν, στο ενωσιακό δίκαιο, ισοδύναμης προστασίας με αυτή που παρέχει το εθνικό δίκαιο, όχι κάποιες ειδικές και ιδιαίτερες εθνικές συνταγματικές διατάξεις ή αρχές, όπως η αρχή του κοσμικού χαρακτήρα του γαλλικού Κράτους (laïcité), αλλά γενικοί συνταγματικοί σκοποί που υπάρχουν σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορούν την προστασία των θεμελιωδών συμφερόντων  κάθε  έθνους,  την  πρόληψη προσβολών της δημόσιας τάξης, την αναζήτηση των προσώπων που  προέβησαν σε εγκληματικές παραβάσεις και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας[6].

Δεχόμενο τα παραπάνω, το Conseil d’État όχι μόνον παραγνώρισε ότι και από την ίδια την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση « La Quadrature du Net κ.λπ. » προκύπτει πως υπάρχει αντίστοιχη -σταθμισμένη με την εγγύηση των ατομικών ελευθεριών- προστασία της δημόσιας (ή εθνικής) ασφάλειας και της δημόσιας τάξης, καθώς και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας[7], αλλά άνοιξε τον δρόμο ώστε κάθε εθνικός δικαστής να μπορεί να ελέγχει τη συμβατότητα οποιασδήποτε πτυχής του δικαίου της Ένωσης με την αντίληψη που ο ίδιος μπορεί να υιοθετεί, μεταξύ άλλων, για « την προστασία  των  θεμελιωδών  συμφερόντων  του  Έθνους » του. Όπως εύστοχα συνοψίζει ο P. Cassia, « [μ]ε την απόφασή του της 21ης ​​Απριλίου 2021, το Conseil d’État θεώρησε, στην πραγματικότητα, ότι μπορούσε να παρακάμψει μια απόφαση του ΔΕΕ όταν δεν του ταιριάζει το νόημα που το τελευταίο δίνει σε μια ευρωπαϊκή αρχή -εν προκειμένω την προστασία της δημόσιας τάξης- για την οποία υπάρχει ισοδύναμο στο γαλλικό Σύνταγμα. Προχώρησε συνειδητά στη σοβαρή επιλογή να ανοίξει έναν πόλεμο μεταξύ των δικαστών στην Ευρώπη, αλλά και μεταξύ των δύο γαλλικών δικαιοδοσιών, καθώς το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο παραμένει ελεύθερο να αποφασίσει να εφαρμόσει κατά γράμμα την απόφαση του ΔΕΕ »[8].

Είναι άξιο απορίας ότι ορισμένοι από τους σχολιαστές της παραπάνω απόφασης του Conseil d’État[9] υποβάθμισαν όλα τα παραπάνω, προτάσσοντας τον ενθουσιασμό που τους προκάλεσε το γεγονός ότι οι δικαστές του Palais Royal αρνήθηκαν -και ορθώς- να ακολουθήσουν το παράδειγμα των δικαστών της Καρλσρούης και να προχωρήσουν, κατόπιν σχετικού αιτήματος της γαλλικής Κυβέρνησης, σε έλεγχο υπέρβασης εξουσίας (ultra vires) των πράξεων των οργάνων της Ένωσης[10]. Κι είναι επίσης τουλάχιστον παράδοξο ότι οι ίδιοι σχολιαστές κάνουν λόγο για μια « κλασική δικαστική κρίση σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ελλείψει ισοδυναμίας μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης και του γαλλικού Συντάγματος »[11], για μια « φιλοευρωπαϊκή  στάση » και μια « θεσμική courtoisie » του Conseil d’État απέναντι στο ΔΕΕ, καθώς και για έναν « καλοπροαίρετο και ευεργετικό διάλογο »[12], ενώ είναι προφανείς οι κίνδυνοι και το συγκρουσιακό πνεύμα που αναδύονται από την απόφαση των Γάλλων δικαστών.

Αφενός, το Conseil d’État δεν προβαίνει σε μια κλασική δικαστική κρίση, καθώς, προσπαθώντας να νομιμοποιήσει, σε ενωσιακό επίπεδο, τη δική του αντίληψη περί της συνταγματικής ταυτότητας της Γαλλίας μέσω της επίκλησης[13] της εθνικής ταυτότητας και των ουσιωδών λειτουργιών των κρατών μελών, που μνημονεύονται στο γράμμα της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση[14], παραγνωρίζει ότι, στο δίκαιο της Ένωσης, η εθνική συνταγματική ταυτότητα και η δημόσια τάξη των κρατών μελών ουδέποτε μετατράπηκαν σε έννοιες αμιγώς εθνικές. Βεβαίως, οι σχετικοί όροι νοηματοδοτούνται καταρχάς από τις εθνικές αρχές, διότι αποτελούν έννοιες που προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός κράτους μέλους και δεν μπορούν να νοηθούν ανεξαρτήτως του πώς τις νοεί και πώς τις εφαρμόζει το κράτος αυτό. Πλην όμως, οι έννοιες αυτές διατηρούν πάντοτε μια ενωσιακή λειτουργία, γεγονός που σημαίνει ότι το όποιο νόημα προσδίδουν σε αυτές οι εθνικές αρχές υπάγεται τελικώς στον έλεγχο του ΔΕΕ[15]. Σε κάθε περίπτωση, το ωφέλιμο αποτέλεσμα της ύπαρξης μιας ενωσιακής έννομης τάξης αναιρείται πλήρως, εάν γίνει δεκτό πως η θεωρία των αντι-περιορισμών (controlimiti) ως προς την εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης μπορεί να φτάνει στο σημείο να θέτει την άμεση εφαρμογή κάθε ενωσιακού κανόνα υπό την επιφύλαξη της όποιας αντίληψης διαμορφώνει ανά πάσα στιγμή κάθε εθνικός δικαστής για τα συμφέροντα του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει[16].

Αφετέρου, το γεγονός ότι, σε αντίθεση με το Bundesverfassungsgericht, το Conseil d’État δεν υιοθέτησε απαξιωτικές για το ΔΕΕ διατυπώσεις, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι, με τη σχολιαζόμενη απόφασή του, συνέβαλε σε έναν καλοπροαίρετο και ευεργετικό διάλογο. Και τούτο, διότι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Γαλλίας, καλυπτόμενο πίσω από την εθνοκεντρική αρχιτεκτονική της « ρήτρας διασφάλισης Arcelor », απέφυγε να θέσει εκ νέου προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ σχετικά με τα σημεία ως προς τα οποία η κρίση του απέκλινε από εκείνη των δικαστών του Λουξεμβούργου. Με τον τρόπο αυτόν, επέλεξε, κατ’ ουσίαν, να απομονωθεί από τον όποιο θεσμοθετημένο διάλογο και με τα λοιπά ανώτατα και συνταγματικά εθνικά δικαστήρια, οι θέσεις των οποίων μεταφέρονται συνήθως στις παρατηρήσεις που όλα τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλουν επί προδικαστικού ερωτήματος που εκκρεμεί ενώπιον του ΔΕΕ. Ως προς τον ατυχή δε χαρακτήρα της παραπάνω επιλογής του Conseil d’État, αρκεί να σημειωθεί ότι, την επομένη της απόφασής του, το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου εφάρμοσε, χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση, την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση « La Quadrature du Net κ.λπ. »[17].

Η απόφαση του Conseil d’État στην υπόθεση « French Data Network et autres » επιβεβαιώνει ότι η έννοια της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών έχει εξελιχθεί σε προνομιακό πεδίο σύγκρουσης μεταξύ του ΔΕΕ και των εθνικών δικαστών. Ελλείψει μιας αξιόπιστης και βιώσιμης ευρωπαϊκής ταυτότητας, η παραπάνω έννοια, αντί να αποτελεί έναν από τους αξιόπιστους πυλώνες μιας συνταγματικής δομής της Ένωσης, γίνεται συχνά βάση ανατροπής της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ αυτής και των κρατών μελών και αντίστασης των συνταγματικών ή ανώτατων εθνικών δικαστηρίων απέναντι στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου[18]. Η παραπάνω απόφαση του Conseil d’État αναδεικνύει, μάλιστα, με ενάργεια ότι, στο πλαίσιο του θεσμοθετημένου διαλόγου μεταξύ των εθνικών δικαστών και του ΔΕΕ, που πλαισιώνεται από το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις περισσότερες φορές δεν αναπτύσσεται ένας συμβατικός πόλεμος μεταξύ των δικαστών, αλλά ένας ασύμμετρος « κλεφτοπόλεμος » στον οποίο το φερόμενο ως αδύναμο μέρος, που είναι οι εθνικοί δικαστές, δεν ακολουθεί εξαρχής στρατηγική αντιπαράθεσης, αλλά προσπαθεί να δράσει χρησιμοποιώντας τα όπλα και το έδαφος του φερόμενου ως ισχυρού μέρους, που είναι το ΔΕΕ[19]. Αυτή η λάθρα προώθηση ακραίων και συγκρουσιακών ερμηνειών, στο πλαίσιο του διαλόγου των δικαστών, οδηγεί σε σταδιακή απώλεια του νοήματος και της κανονιστικότητας των θεμελιωδών κανόνων[20], γεγονός που προάγει την ανασφάλεια δικαίου και την περαιτέρω αποσύνθεση του Κράτους Δικαίου στην Ευρώπη, καθώς εμπνέει κάθε είδους αντιφιλελεύθερες διεκδικήσεις[21].

Εν προκειμένω, οι παραπάνω συνέπειες δεν μπορούν εύκολα να αναταχθούν, ακόμη και αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΕΕ φτάσουν, μετά από καιρό, να καταδικάσουν τη Γαλλία για την παράβαση του δικαίου της Ένωσης από τη σχολιαζόμενη απόφαση του Conseil d’État, το οποίο, άλλωστε, ήταν υπεύθυνο και για την καταδίκη της Γαλλίας, πριν από τρία χρόνια, λόγω της άρνησής του να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ[22]. Η διαρρύθμιση της σχέσης μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαίου που προώθησε το Conseil d’État στη σχολιαζόμενη απόφαση ενέχει τον κίνδυνο να υιοθετηθεί ταχύτατα από πολλά άλλα εθνικά δικαστήρια που θα την επικαλεστούν για να αντιτάξουν το εθνικό συμφέρον απέναντι στο ενωσιακό δίκαιο, σε βάρος ακόμη και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που εγγυάται το τελευταίο. Αυτός δε ο συστημικός κίνδυνος μπορεί να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό της σχολιαζόμενης απόφασης ως μιας εξέλιξης που ενέχει μια δυναμική πολύ περισσότερο απειλητική για τη συνοχή του ενωσιακού οικοδομήματος από την όποια αρνητική δυναμική είχε η απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας στην υπόθεση « Weiss ». Διότι, κατά βάθος, η απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Γαλλίας στην υπόθεση « French Data Network et autres » σηματοδοτεί την αδιέξοδη προοπτική της πλήρους αντιστροφής που φαίνεται να έχει επέλθει στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης στο πλαίσιο της προσπάθειας διασφάλισης μιας ευρωπαϊκής κοινότητας δικαίου. Ενώ, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η αδράνεια εκ μέρους των κρατών μελών στόχευε στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, για όσο χρόνο (solange) η κοινοτική έννομη τάξη δεν είχε συστηματοποιήσει την προστασία τους κατά τρόπο ισοδύναμο με αυτόν των εθνικών εννόμων τάξεων, σήμερα, στη λογική της σχολιαζόμενης απόφασης, η αδράνεια των κρατών μελών φαίνεται να στοχεύει πλέον στον περιορισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το ενωσιακό δίκαιο, για όσο χρόνο θα υπάρχουν ακόμη κράτη μέλη το εθνικό συμφέρον των οποίων δεν μπορεί να προστατεύσει, κατά τρόπο ισοδύναμο, η Ένωση.

Καθώς, λοιπόν, τα συμπτώματα της συνταγματικής απορρύθμισης στην Ευρώπη επαναλαμβάνονται με ανεξέλεγκτη δυναμική, είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι ακατάλληλο πλέον να επιχειρούμε κάθε φορά « να συμφιλιώσ[ουμε], το ασυμφιλίωτο »[23], παραμένοντας πιστοί στο δόγμα του ισχύοντος συνταγματικού πλουραλισμού και στην υπερεκτιμημένη ιδέα ότι τα μείζονα πολιτικά προβλήματα της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θα λυθούν μέσω του διαλόγου των δικαστών[24]. Υπάρχει αδήριτη ανάγκη για τον πολιτικό σχεδιασμό μιας πραγματικής και βιώσιμης συνταγματοποίησης της Ευρώπης που θα συναιρέσει αποτελεσματικά την πολιτική και την κοινωνική δημοκρατία προς όφελος όλων των Ευρωπαίων πολιτών[25]. Το εγχείρημα δεν είναι διόλου εύκολο ούτε χωρίς παγίδες. Ωστόσο, ο εγκλωβισμός στις αντιφάσεις του υφιστάμενου μοντέλου συνταγματικού πλουραλισμού γίνεται όλο και πιο επικίνδυνος για το Κράτος Δικαίου και τη Δημοκρατία στην Ευρώπη.

[1] Βλ. C. Yannakopoulos, « Les mutations du constitutionnalisme européen déréglementé. Réflexions à propos de l’arrêt PSPP de la Cour constitutionnelle allemande du 5 mai 2020 », Revue du droit public 4/2020, σελ. 1041 επ..

[2] Βλ. « The PM filed a petition with the Constitutional Tribunal about the superiority of Polish law over EU law », 30.3.2021 [https://ruleoflaw.pl/the-pm-filed-a-petition-with-the-constitutional-tribunal-about-the-superiority-of-polish-law-over-eu-law/].

[3] Απόφαση της 6ης.10.2020, C-511/18, C-512/18 και C-520/18.

[4] Υποθέσεις με αρ. 393099, 394922, 397844, 397851, 424717, 424718 [https://www.conseil-etat.fr/fr/arianeweb/CE/decision/2021-04-21/393099].

[5] Βλ. τη σκέψη 5 της σχολιαζόμενης απόφασης και την απόφαση CE Ass., 8 février 2007, Société Arcelor Atlantique et Lorraine et autres, n° 287110. Βλ. και Κ. Γιαννακόπουλου, Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013, αρ. 273.

[6] Βλ. τις σκέψεις 9 και 10 της σχολιαζόμενης απόφασης. Με βάση αυτές τις θεωρήσεις, το Conseil d’État διαρρύθμισε τον βαθμό συμμόρφωσής του με την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση « La Quadrature du Net κ.λπ. », κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι, για τις ποινικές παραβάσεις, η λύση της στοχευμένης διατήρησης των δεδομένων, που προτείνει το ΔΕΕ, δεν είναι ούτε υλικά δυνατή ούτε λειτουργικά αποτελεσματική. Διότι, κατά το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Γαλλίας, δεν είναι δυνατόν να καθοριστούν εκ των προτέρων τα πρόσωπα που θα εμπλακούν σε μη διαπραχθείσα ακόμη ποινική παράβαση ούτε ο τόπος όπου αυτή θα διαπραχθεί. Σύμφωνα με το Conseil d’État, πάντως, η μέθοδος της « κατεπείγουσας διατήρησης » που επιτρέπει το ενωσιακό δίκαιο μπορεί να στηριχθεί στο σύνολο των στοιχείων που διατηρήθηκαν γενικώς για τις ανάγκες της εθνικής ασφάλειας και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δίωξη των ποινικών παραβάσεων. Αναφορικώς δε προς τη διάκριση που υιοθετεί το ΔΕΕ μεταξύ σοβαρής εγκληματικότητας και καθημερινής εγκληματικότητας, για την οποία δεν δέχεται διατήρηση ή χρήση δεδομένων σύνδεσης, το Conseil d’État επισημαίνει ότι η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ βαρύτητας της παράβασης και σημασίας των μέτρων έρευνας που εφαρμόζονται, η οποία διέπει την ποινική διαδικασία, δικαιολογεί το γεγονός ότι η προσφυγή στα δεδομένα σύνδεσης περιορίζεται στις διώξεις παραβάσεων επαρκούς βαρύτητας. Βλ. τις σκέψεις 35 επ. της σχολιαζόμενης απόφασης.

[7] Βλ., ιδίως, τις σκέψεις 118, 122 και 149 της εν λόγω απόφασης του ΔΕΕ.

[8] Βλ. P. Cassia, « Le Frexit sécuritaire du Conseil d’État », 23.4.2021 [https://blogs.mediapart.fr/paul-cassia/blog/230421/le-frexit-securitaire-du-conseil-d-etat].

[9] Βλ. J. Ziller, « The Conseil d’État refuses to follow the Pied Piper of Karlsruhe », VerfBlog, 24.4.2021 [https://verfassungsblog.de/the-conseil-detat-refuses-to-follow-the-pied-piper-of-karlsruhe/], Ε. Πρεβεδούρου, « Προστασία της συνταγματικής ταυτότητας χωρίς έλεγχο ultra vires : μαθήματα Europafreundlichkeit από το Conseil d’Etat », www.prevedourou.gr, 29.4.2021, αναδημοσίευση σε www.constitutionalism.gr, 3.5.2021.

[10] Βλ. τη σκέψη 8 της σχολιαζόμενης απόφασης.

[11] Βλ. J. Ziller, ό.π..

[12] Βλ. Ε. Πρεβεδούρου, ό.π..

[13] Βλ. τη σκέψη 10 της σχολιαζόμενης απόφασης.

[14] « Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση. Σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ειδικότερα, η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους ».

[15] Βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, ό.π., ιδίως αρ. 373 επ.. Προς την ίδια κατεύθυνση, βλ. Ε. Πρεβεδούρου, « Ο σεβασμός της εθνικής ταυτότητας ως αρχή του Ενωσιακού Δικαίου », σε Τ. (Λ.) Παπαδοπούλου, Ε. Πρεβεδούρου, Κ. Γώγου (επ.), Το Δικαστήριο της ΕΕ. Εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικαιωμάτων των πολιτών. Συνέδριο προς τιμήν του Καθηγητή κ. Βασίλειου Σκουρή, Προέδρου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016, σελ. 45 επ., ιδίως σημεία 5 επ. και 35.

[16] Βλ. και τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Μ. P. Maduro, της 8ης.10.2008, στην υπόθεση C-213/07, Μηχανική, σημείο 33. Βλ., επίσης, Ε. Πρεβεδούρου, « Ο σεβασμός της εθνικής ταυτότητας ως αρχή του Ενωσιακού Δικαίου », ό.π., σελ. 59: « Η λειτουργία της αρχής [ενν. του σεβασμού της εθνικής ταυτότητας] ως κριτηρίου εφαρμογής των ενωσιακών κανόνων σε συγκεκριμένη περίπτωση, θα κατέληγε σε μεταβλητότητα του πεδίου εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης ανάλογα με την εθνική ταυτότητα εκάστου κράτους μέλους ».

[17] Απόφαση με αρ. 57/21 της 22ας.4.2021, Ordre des barreaux francophones et germanophone [https://www.const-court.be/public/f/2021/2021-057f-info.pdf].

[18] Βλ. C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, Sakkoulas Publications, Athènes-Salonique, 2019, ιδίως αρ. 86.

[19] Βλ. C. Yannakopoulos, « Les mutations du constitutionnalisme européen déréglementé. Réflexions à propos de l’arrêt PSPP de la Cour constitutionnelle allemande du 5 mai 2020 », ό.π..

[20] Βλ. C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, ό.π., ιδίως αρ. 161 επ..

[21] Βλ. C. Yannakopoulos, « Les vicissitudes de l’État de droit dans l’Union européenne » [https://cyannakopoulos.gr/dialeksi-conference-de-specialite-sto-panepistimio-jean-moulin-lyon-3-me-thema-les-vicissitudes-de-letat-de-droit-dans-lunion-europeenne-10-03-2021/], αναδημοσίευση σε www.constitutionalism.gr, 12.3.2021.

[22] Βλ. την απόφαση ΔΕΕ, 4.10.2018, C‑416/17, Επιτροπή κ. Γαλλίας.

[23] Βλ. τις προτάσεις, της 21ης Μαΐου 2008, του Γενικού Εισαγγελέα P. Maduro στην υπόθεση C-127/07, Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ., σημείο 15.

[24] Πρβλ. M. Luciani, « Il brusco risveglio. I controlimiti e la fine mancata della storia costituzionale », Rivista AIC, n° 2/2016, 15.4.2016, σελ. 1 επ., ιδίως σελ. 11 : « L’ipotesi che un problema politico di primaria importanza come quello che è posto dalla difettosa integrazione raggiunta in Europa possa essere risolto dal “dialogo fra le Corti” è ingenua ».

[25] Βλ. και X. Ράμμου, «Tο τέλος της εθνοκεντρικής προσέγγισης του πολυεπίπεδου συνταγματισμού στην Ε.Ε. ως αδήριτη αναγκαιότητα», www.constitutionalism.gr, 26.3.2021.

Aναδημοσίευση από https://cyannakopoulos.gr/i-ethniki-syntagmatiki-taftotita-kai-o-kleftopolemos-ton-dikaston/

Προστασία της συνταγματικής ταυτότητας χωρίς έλεγχο ultra vires: μαθήματα Europafreundlichkeit από το Conseil d’Etat

Ευγενία Πρεβεδούρου, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Με την ευκαιρία σημαντικών υποθέσεων προστασίας προσωπικών δεδομένων, το γαλλικό Conseil d’Etat αρνήθηκε να προβεί σε έλεγχο ultra vires απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία, πάντως, με συνέπεια και εντός των ορίων της αρμοδιότητάς του, «προσάρμοσε» στις επιταγές της γαλλικής συνταγματικής τάξης. Επιβεβαιώνοντας τη φιλοευρωπαϊκή στάση που ακολουθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες, εξέδωσε, στις 21 Απριλίου 2021, μια άκρως ισορροπημένη απόφαση, διασφαλίζοντας τόσο την προστασία των συνταγματικών επιταγών όσο και το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας με τους θεσμούς της Ένωσης (άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ). Φαίνεται ότι η επιθετική στάση του Bundesverfassungsgericht δεν είναι μεταδοτική. Αντί για τον «τραχύ και χωρίς φιλοφρονήσεις» διάλογο των δικαστών, που επέλεξε το Bundesvefassungsgericht, προσάπτοντας στο ΔΕΕ κατάφωρη παραβίαση της αρχής της δοτής αρμοδιότητας, το γαλλικό Conseil d’Etat επιδεικνύει θεσμική courtoisie απέναντι στο ΔΕΕ. Δεν διατυπώνει αξιολογική κρίση, δεν επικρίνει τη συλλογιστική του ΔΕΕ –αφήνοντας ίσως το μονοπώλιο της «μικροπρέπειας» αυτής στους δημόσιους εισηγητές του (rapporteurs publics)–, δεν αμφισβητεί τον ρόλο που αναγνωρίζει το άρθρο 19 παρ. 1 ΣΕΕ στο ΔΕΕ, δηλαδή αυτόν του οργάνου που «εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των Συνθηκών» και δεν ανάγεται το ίδιο σε όργανο ελέγχου της δραστηριότητας του ΔΕΕ. Ταυτόχρονα, όμως, αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο, για να διασφαλίσει τον σεβασμό της γαλλικής συνταγματικής ταυτότητας, ακριβέστερα των συνταγματικών επιταγών που δεν καλύπτονται μεν από τις ενωσιακές διατάξεις, αλλά και δεν θίγουν και τον πυρήνα του ενωσιακού δικαίου.

Διαβάστε τη μελέτη στο επισυναπτόμενο pdf

 

 

 

Η πανδημία του πατερναλισμού

Τ. Κ. Βιδάλης

Η πανδημία του πατερναλισμού1Του Τ. Κ. ΒιδάληΟ πατερναλισμός χαρακτήριζε επί αιώνες την Ιατρική, ειδικά τις σχέσεις ασθενούς/γιατρού. Τον συναντάμε τόσο στην ιπποκρατική όσο και σε άλλες παραδόσεις (την εβραϊκή, την ινδική, την κινεζική κ.λπ.). Έχοντας θεολογικές ή και μυστικιστικές καταβολές, εννοούσε τον ασθενή σαν το «παθητικό» μέρος της σχέσης με τον γιατρό. Ο γιατρός ήταν εκείνος που αξιολογούσε, αποφάσιζε και ενεργούσε, χωρίς να έχει καμία υποχρέωση να ζητά την άδεια του ασθενούς, ούτε καν να τον ενημερώνει. Για ό,τι έκανε λογοδοτούσε στους ομοτέχνους του και συμβολικά στον θεό, όχι στον ασθενή ή στην οικογένεια του, που έπρεπε να τον εμπιστευτούν απόλυτα.

Διαβάστε το κείμενο στο pdf

Η σχέση πολίτη-Διοίκησης την εποχή της πανδημίας: το ζήτημα της προτεραιότητας των ελευθεριών του πνεύματος

Βασιλική Χρήστου, επίκουρη Kαθηγήτρια συνταγματικού δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Η αιφνίδια και ριζική αναδιάταξη του τρόπου ζωής, που προκάλεσε η πανδημία, έφερε στο προσκήνιο τη διοικητική λειτουργία, την επιτελεστική χείρα του κράτους, που καλείται να επιβλέψει και να εφαρμόσει τα νέα μέτρα.

Θα προσπαθήσω να συνοψίσω σε τρία σημεία το πως επαναπροσδιορίστηκε η σχέση πολίτη και διοίκησης την εποχή της πανδημίας.

Πρώτον, διευρύνθηκε και κατέστη διαρκώς παρούσα η περιοριστική διοίκηση. Σε καθημερινή βάση αναμένουμε κάποιες υπουργικές αποφάσεις με οδηγίες για το τι επιτρέπεται να κάνουμε, ποιες δραστηριότητες επιτρέπονται, μέχρι τι ώρα, με ποιους περιορισμούς, ποια είναι η σωστή χρήση της μάσκας κοκ. Περιορίζεται προεχόντως κι ενδεικτικά η ελευθερία κίνησης, η επαγγελματική και οικονομική ελευθερία και εν γένει η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Αναδιατάσσεται, με δυο λόγια, ο ανθρώπινος βίος δημιουργώντας μια ουσιώδως νέα συνθήκη, στην οποία κυριαρχεί η σπανιότητα της βιωματικής εμπειρίας.

Δεύτερον, ήρθε στο προσκήνιο και η παροχική διοίκηση. Η διοίκηση δεν περιορίζει απλώς, παρέχει υπηρεσίες, προβαίνει σε θετικές ενέργειες για να προστατέψει τη ζωή και την υγεία, αλλά και εν γένει την αξιοπρεπή διαβίωση. Εδώ η υγειονομική και νοσοκομειακή διοίκηση έχει τον πρώτο λόγο: πώς είναι οργανωμένα τα νοσοκομεία, πόσες κλίνες ΜΕΘ είναι διαθέσιμες, πώς θα λάβει χώρα απρόσκοπτα ο εμβολιασμός κοκ. Σημασία έχουν και τα μέτρα αναπλήρωσης του εισοδήματος, λόγω του lockdown, με δυο λόγια, η περίφημη «στήριξη της οικονομίας».

Προφανώς παροχική και περιοριστική διοίκηση υπήρχε και πριν την πανδημία. Έχει, όμως, ενταθεί και διευρυνθεί ο ρόλος τους λόγω της πανδημίας, καθώς έχει εν γένει διευρυνθεί ο ρόλος του κράτους.

Τρίτο χαρακτηριστικό της νέας διοίκησης στην εποχή της πανδημίας είναι, αναμφίβολα, η ψηφιακή διοίκηση. Όλο και περισσότερες υποθέσεις διεκπεραιώνονται με ηλεκτρονικό τρόπο,  η οργάνωση του εμβολιασμού ωθεί όλο και περισσότερους στις υπηρεσίες της άυλης συνταγογράφησης του δημόσιου συστήματος υγείας, η γραφειοκρατία μειώνεται. Έτσι, η κοινωνική αποστασιοποίηση, την οποία επέβαλε η πανδημία, πίεσε τον δημόσιο τομέα προς έναν ψηφιακό εκσυγχρονισμό που θα έπρεπε να είχε λάβει χώρα και νωρίτερα.

Το ερώτημα που τίθεται είναι: από τη σκοπιά του συντάγματος και των ατομικών ελευθεριών πώς επαναπροσδιορίζεται η σχέση πολίτη – διοίκησης, πολίτη – κράτους εν τέλει, σε κάθε ένα από αυτά τα τρία σημεία;

  1. A) Θα ξεκινήσω αντίστροφα, δηλαδή από το τελευταίο πεδίο προβληματισμού, την ψηφιακή διοίκηση, γιατί εδώ τα πράγματα είναι πλέον προφανή. Είναι σαφές ότι η γιγάντωση του ψηφιακού κράτους πρέπει να συνοδευτεί από την ενδυνάμωση του ρόλου, ιδίως του ελεγκτικού ρόλου, των ανεξάρτητων αρχών που δραστηριοποιούνται στο συναφές πεδίο, δηλαδή της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών. Για παράδειγμα, μέσω της εποπτείας από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, χρειάζεται να διασφαλιστεί ότι ο τεράστιος όγκος δεδομένων και μεταδεδομένων, που συγκεντρώθηκε την εποχή της πανδημίας, θα καταστραφεί και δεν θα αξιοποιηθεί από κανέναν, ούτε από τους ιδιώτες παρόχους των σχετικών υπηρεσιών για εμπορικούς σκοπούς.

Β) Θα έρθω τώρα στο ζήτημα της διεύρυνσης της περιοριστικής, αλλά και της  παροχικής διοίκησης, το οποίο είναι και το θεωρητικά πιο απαιτητικό, πρωτίστως από την άποψη των ατομικών ελευθεριών.

Έχει καταρρεύσει το σύστημα των ατομικών ελευθεριών; Έχουν καταστεί οι ελευθερίες λειτουργικές; Έχουν ξεπεραστεί ή – χειρότερα – έχουν εξαφανιστεί τα όρια;

Θα ήθελα να δείξω ότι με το θεωρητικό οπλοστάσιο του κλασικού φιλελευθερισμού είναι δυνατόν να εννοιολογήσουμε την παρούσα κρίση, αλλά και να αντλήσουμε κανονιστικά συμπεράσματα. Η τρέχουσα κρίση είναι κρίση ενός συλλογικού αγαθού, της δημόσιας υγείας, που – σε αντίθεση με την ατομική υγεία – δεν έχει ο καθένας μας εξουσία να διαθέσει, ούτε είναι δυνατόν να διαθέσει ο καθένας το κομμάτι που του αναλογεί, χωρίς να επηρεάζει τους άλλους. Μας δίνεται γι’ αυτό μια καλή ευκαιρία να σκεφτούμε πάνω στην ουσία του φιλελευθερισμού.

Θα ήθελα να τονίσω ότι η ιδέα των ατομικών ελευθεριών γεννήθηκε ταυτόχρονα, εντός και ως σύστοιχη του κοινωνικού συμβολαίου. Οι ατομικές ελευθερίες, λοιπόν, δεν θα πρέπει να γίνονται αντιληπτές ως ένα σύνολο εγωιστικών, ξεροκέφαλων ή σολιψιστικών απαιτήσεων έναντι της κοινότητας, γιατί ακριβώς εξ αρχής αποτέλεσαν στοιχείο ενός κοινωνικού συμβολαίου. Πηγή των ατομικών ελευθεριών είναι ο απροϋπόθετος σεβασμός του άλλου. Πώς μπορούμε να το κατανοήσουμε αυτό;

Ο Τσακυράκης επεσήμαινε ότι η ελευθερία από κάθε μορφής λογοκρισία δεν πηγάζει από την ελευθερία του «εγώ» να εκθέτει όποια άποψη θέλει, αλλά από την υποχρέωση του καθενός να μην δρα εξουσιαστικά και περιοριστικά προς όποια άποψη δεν συμπαθεί.

Αντίστοιχα ισχύουν για την περίπτωση της πανδημίας. Είναι δυνατόν, στο όνομα της ατομικής ελευθερίας, ορισμένοι να μη συμμετέχουν στο δημόσιο βάρος που τους αναλογεί για τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας, επειδή αρνούνται να φορέσουν μάσκα ή να εμβολιαστούν ή να κάνουν τέστ; Η ίση συμμετοχή στο δημόσιο βάρος βασίζεται στον ίσο σεβασμό του άλλου ως ελεύθερου υποκειμένου. Και η πανδημία, ως κρίση ενός αποκλειστικά συλλογικού αγαθού, μας έδωσε την αφορμή να επισημάνουμε στρεβλώσεις, πολύ δημοφιλείς, γύρω από τον φιλελευθερισμό. Φιλελευθερισμός, λοιπόν, δεν είναι μόνον η ελευθερία του κεφαλαίου και ο οικονομικός ανταγωνισμός, αλλά, πρωτίστως, ο σεβασμός του άλλου ως ίσου υποκειμένου.

Γ) Υπάρχει όμως και ένα ακόμη ζήτημα που προκύπτει από τη γιγάντωση της διοίκησης λόγω της πανδημίας, πολύ πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμο. Αλήθεια, πόσο ελεύθεροι μπορεί να θεωρούμαστε, αν υποστηριζόμαστε πλήρως από το παροχικό κράτος; Ο συνδυασμός δε – περιορισμού αφενός και κρατικής υποβάσταξης αφετέρου – φαντάζει ζοφερός. Δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα μοντέλο πλήρως διευθυνόμενου βίου; Μήπως η διευρυμένη, ταυτοχρόνως περιοριστική και παροχική, διοίκηση σημαίνει ότι οδεύουμε προς αυτό που ο Φουκώ ονόμασε βιοπολιτική, μια πλήρη δηλαδή εξουσίαση και ποδηγέτηση του ανθρώπινου βίου, όπου πολύ λίγα αφήνονται στο ελεύθερο πνεύμα και στο ελεύθερο φρόνημα, στην ελεύθερη επιλογή του καθενός; Και, τέλος, γιατί να μας απασχολεί αυτό το ερώτημα, αφού η κατάσταση της πανδημίας φαίνεται ότι οδεύει προς το τέλος της;

Ζούμε μια αιφνίδια μεταβολή της ανθρώπινης συνθήκης. Η μεταβολή που επήλθε την περίοδο της πανδημίας, μπορεί, λόγω του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής και των μέτρων που θα απαιτηθούν για την ανάσχεσή της, να είναι μια πρόγευση αυτού που θα ακολουθήσει τις επόμενες δεκαετίες. Ήδη οι επιστήμονες κάνουν λόγο για νέες πανδημίες, χώρια οι νέες σπανιότητες που θα επιφέρει η κλιματική αλλαγή.

Η ευρεία αναδιάταξη του ανθρώπινου βίου, ή, μια κατάσταση γενικευμένης σπανιότητας της βιωματικής εμπειρίας, όπως αυτή που διανύουμε λόγω του κορωνοϊού, μπορεί να σημαίνει ότι θα πρέπει να ξαναδούμε εκ νέου τις σταθμίσεις και τις προτεραιότητες των συνταγματικών αγαθών, και ίσως να προβούμε σε κάποιες prima facie ιεραρχήσεις, όσο κι εάν πάντοτε είναι νοητές εξαιρέσεις και ειδικότερες αξιολογήσεις.

Όπως δηλαδή δεχτήκαμε ότι ο κλασικός φιλελευθερισμός μας καλεί και στην εκπλήρωση υποχρεώσεων προς το κοινωνικό σύνολο ως συνέπεια του ίσου σεβασμού, έτσι θα πρέπει να δεχτούμε ότι μπροστά σε αυτή τη νέα σπανιότητα μπορεί να χρειαστούμε και νέες – κατ’ αρχήν – ιεραρχήσεις και κάποιον αναστοχασμό.

Αυτή τη στιγμή σπάνιος πόρος είναι, θα λέγαμε, η κοινωνικότητα και θα πρέπει να τον διανείμουμε δίκαια. Πώς θα τον διανείμουμε, λοιπόν, δίκαια; Και με ποια προτεραιότητα; Στην εκπαίδευση; Στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια; Στον πολιτισμό; Στα θέατρα; Στον τουρισμό; Ή στη δικαιοσύνη; Το ζήτημα της δικαιοσύνης και της προτεραιότητας μεταξύ των ατομικών ελευθεριών είναι πιο επιτακτικό στην παρούσα φάση διαχείρισης της πανδημίας, κατά την οποία ζούμε υπό συνθήκες μερικού lockdown, παρά στην πρώτη φάση των οριζόντιων και γενικών περιορισμών.

Θα επιχειρήσω, λοιπόν, να κάνω μια πρόταση περί προτεραιότητας, αν και, είναι σαφές, κανένα συνταγματικό αγαθό δεν επιτρέπεται να πέσει κάτω από ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας και κανένα μείγμα μέτρων δεν επιτρέπεται να προσβάλει το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Ποια είναι λοιπόν η πρόταση; Προτεραιότητα έχει η πολιτική κοινότητα, που είναι το σπίτι μας, μέσα στο οποίο θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε τις όποιες κρίσεις. Προτεραιότητα έχει, λοιπόν, η πολιτική κοινότητα, άρα και η πολιτική ελευθερία, δηλαδή πέραν του αυτονοήτου της ψήφου, η ελευθερία του φρονήματος και η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης. Αυτή η λογική προτεραιότητα έχει ιστορικό και θεωρητικό βάθος. Ιστορικά, νομίζω, επιβεβαιώνεται πως η ουσία του Διαφωτισμού υπήρξε η ελευθερία του φρονήματος. Στην επανάσταση του ορθού λόγου δεν νοείται το πνεύμα να μην έχει τον πρώτο λόγο. Ακόμη, η  ελευθερία της σκέψης ήταν που οδήγησε τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι είναι ίσοι και ότι τα προνόμια πρέπει να καταργηθούν. Και θεωρητικά, από τους στοχαστές του Διαφωτισμού, με πρώτο τον Ιμμάνουελ Καντ, μέχρι τους νεώτερους στοχαστές της ελευθερίας, με βασικότερο τον Τζον Ρωλς, νομίζω, προκύπτει η προτεραιότητα της ελευθερίας του πνεύματος. Δεν θα κουράσω εδώ με θεωρητικές αναλύσεις.

Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος εύλογα να διερωτηθεί: Είναι δυνατόν σε συνθήκες πανδημίας να μιλούμε για την προτεραιότητα του πνεύματος; Δεν είναι η ζωή η υπέρτατη αξία; Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε το εξής: το ερώτημα δεν είναι αν έχει προτεραιότητα το πνεύμα έναντι της ζωής ή το πνεύμα έναντι του σώματος. Το ερώτημα είναι, πώς μπορεί υπό συνθήκες που προστατεύουν τη δημόσια υγεία, εν προκειμένω αναγκαία και υπό συνθήκες κοινωνικής αποστασιοποίησης, να επιβεβαιώνεται η ιδιαίτερη σημασία των ελευθεριών του πνεύματος.

Ούτως ή άλλως μέσα στον ανθρώπινο βίο, η ζωή βρίσκεται διαρκώς υπό διακινδύνευση. Οδηγούμε στους δρόμους με όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας και προστασίας, αλλά γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πιθανότητες να βλαβεί η  ζωή μας, όπως και όταν ταξιδεύουμε με αεροπλάνο ή κολυμπάμε στη θάλασσα. Υπό αυτήν την έννοια, η ζωή δεν είναι κυρίαρχη, ούτε μπορεί κάποιος να μας την εξασφαλίσει. Κάτι τέτοιο θα ήταν, υπό μίαν έννοια, πέρα από τα ανθρώπινα. Αντίθετα, η πολιτική κοινότητα μπορεί μόνο να εξασφαλίσει κάποιες διαδικασίες για τη φροντίδα της υγείας (δημόσιας κι ατομικής) κι εμμέσως και της ζωής, οι οποίες θα εκφράζουν μια πειστική λύση στο ζήτημα της εξισορρόπησης όλων των συνταγματικών εγγυήσεων, λαμβάνοντας υπόψη το ειδικό βάρος των ελευθεριών του πνεύματος.

Τι σημαίνει λοιπόν η προτεραιότητα των ελευθεριών των πνεύματος για την περίπτωση της πανδημίας; Σημαίνει ότι, όταν τα μέτρα κατά της πανδημίας επηρεάζουν δυσμενώς τις προϋποθέσεις καλλιέργειας του ελεύθερου φρονήματος, πλήττουν δηλαδή περισσότερο την εκπαίδευση, τον πολιτισμό και τον πολιτικό διάλογο, πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση, ένα ειδικότερο βάρος στην αιτιολογία για την αναγκαιότητα του περιορισμού των αγαθών αυτών, ιδίως όταν τα μέτρα παρατείνονται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αντιστοίχως, αναμένεται ότι – όσο τα μέτρα παρατείνονται – τόσο πιο διεξοδικός πρέπει να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος για τα παραπάνω αγαθά, μια που ελλείπει πλέον το στοιχείο του απρόβλεπτου. Τέλος, καθώς οι περιορισμοί δεν είναι πια γενικοί και οριζόντιοι, όπως στην πρώτη φάση της πανδημίας, πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά οι επιλογές που προκρίνονται έναντι άλλων, ως προς το ποιοι θα απολαύσουν τον σχετικά σπάνιο πόρο της κοινωνικότητας με γνώμονα, βέβαια, τα υγειονομικά κι επιστημονικά δεδομένα, αλλά και την ιδιαίτερη βαρύτητα των συνταγματικών αγαθών που σχετίζονται με την καλλιέργεια του ελεύθερου πνεύματος και αποτελούν τη βάση της πολιτικής ελευθερίας.

Βεβαίως, η πανδημία δεν στρέφεται ευθέως κατά της πολιτικής ελευθερίας, της ελευθερίας σκέψης και συνείδησης. Οι υγειονομικοί περιορισμοί είναι, όπως λέμε, ουδέτεροι ως προς το φρόνημα περιορισμοί. Ευθέως ή αμέσως τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας βαρύνουν πρωτίστως άλλα, – θα τα αποκαλέσω – συμπληρωματικά αγαθά. Αυτά τα αγαθά τα αποκαλώ συμπληρωματικά, επειδή υποστηρίζουν τις βασικές ελευθερίες, του φρονήματος και του πνεύματος. Τέτοια αγαθά είναι, για παράδειγμα, η κίνηση και η οικονομική ελευθερία. Αυτά τα συμπληρωματικά αγαθά είναι κατ’ αρχήν ευπροσάρμοστα στην οργάνωση της κοινωνικής συμβίωσης ανάλογα με τις συνθήκες. Άλλο νόημα είχε η ελευθερία κίνησης πριν την ανακάλυψη της ατμομηχανής, του αυτοκίνητου ή του αεροπλάνου, άλλο έχει σήμερα, και άλλο θα έχει στο μέλλον, όταν η σπανιότητα των ενεργειακών πόρων θα επιβάλει περιορισμούς στις μετακινήσεις μας. Ούτε μπορεί κάποιος, επειδή υποχρεώθηκε από τα πράγματα να φορέσει παπούτσια για να μην καούν τα πόδια του στην άσφαλτο, να παραπονείται για παραβίαση της ατομικής του ελευθερίας, νοσταλγώντας τις εποχές που περπατούσε ξυπόλυτος στο δροσερό χώμα. Για τον λόγο αυτόν, αυτά τα συμπληρωματικά αγαθά είναι, νομίζω, δεκτικά πολλών σταθμίσεων στο πλαίσιο της γνωστής μας αρχής της αναλογικότητας – και αυτό έχει καταδειχτεί και στην περίπτωση της πανδημίας.

Έμμεσα, όμως, οι περιορισμοί στα συμπληρωματικά αγαθά, όταν παρατείνονται και ξεπερνούν το αναγκαίο, μπορούν να πλήξουν τις προϋποθέσεις καλλιέργειας του ελεύθερου πνεύματος. Για πόσο καιρό, δηλαδή, μπορεί να ανθεί το ελεύθερο πνεύμα σε συνθήκες ακινησίας; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν οι μετακινήσεις, τα ταξίδια και η ατμομηχανή που καλλιέργησαν συνθήκες εξωστρέφειας και ανοικτότητας που οδήγησαν στις επαναστάσεις: στη γαλλική επανάσταση, αλλά και στην αμερικανική ή ακόμη και την ένδοξη και αναίμακτη αγγλική επανάσταση – και στις οποίες οφείλουμε τον σύγχρονο συνταγματισμό.

Με άλλα λόγια, μετά από τόσο μεγάλο διάστημα κοινωνικής αποστασιοποίησης, η πανδημία δρα ύπουλα, δρα εμμέσως στο υπόστρωμα της ελευθερίας.

Εάν η πανδημία έρχεται στο τέλος της, γιατί να προβληματιζόμαστε τόσο έντονα για την κανονιστική της διαχείριση; Πρώτον, διότι κατά τη διαχείριση ενός μερικού lockdown πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη σημασία κάθε συνταγματικού αγαθού και η διανομή του σχετικά σπάνιου πόρου της κοινωνικότητας να είναι δίκαιη. Δεύτερον, το ανέφερα και πριν – νομίζω πως τα νέα κλιματικά φαινόμενα θα μας φέρνουν συχνά αντιμέτωπους με τέτοια διλήμματα αναδιάταξης του ανθρώπινου βίου, και έχει νόημα να διεξαχθεί μια συνολική συζήτηση για τις θεωρητικές καταβολές των επιλογών μας.

 

 

Στο παρόν κείμενο βασίστηκε ομιλία μου σε συνέδριο της ELSA Athens με θέμα «Οι επιπτώσεις της πανδημίας στο δίκαιο και την κοινωνία» την 16η Απριλίου 2021. Το κείμενο διατηρεί την προφορικότητα της εισήγησης. Πληρέστερη ανάλυση ως προς τα ζητήματα των ατομικών ελευθεριών με παραπομπές στη βιβλιογραφία επιχειρείται στο άρθρο μου «Οι ατομικές ελευθερίες και η μεταβολή της ανθρώπινης συνθήκης», ΔτΑ 2020, σελ. 615-661.