Author Archives: editor

Δικαστικό ρεπορτάζ και δημοσιογραφική δεοντολογία

Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Oι απεριόριστες τεχνολογικές δυνατότητες αποθήκευσης, επεξεργασίας και διάδοσης πληροφοριών και απόψεων μέσω του διαδικτύου θέτoυν σε ένα νέο πλαίσιο την έτσι και αλλιώς συγκρουσιακή σχέση μεταξύ δικαιώματος πληροφόρησης και προστασίας της προσωπικότητας. Το κατά πόσο είναι συνταγματικά ανεκτή η ικανοποίηση του δικαιώματος της πληροφόρησης σε περιβάλλον διαδικτυακής δημοσιότητας είναι ένα ερώτημα που δεν επιδέχεται εύκολη απάντηση. Όλοι συμφωνούν ότι  η έγκυρη πληροφόρηση αποτελεί επιτακτική ανάγκη για μια δημοκρατική κοινωνία, καθώς αναγνωρίζουν ότι συχνά η δημοσιότητα λειτουργεί ως κύρωση για το πρόσωπο που εμπλέκεται σε μια κοινωνικά και νομικά επίμεμπτη συμπεριφορά. Το κοινό συμμετέχει στον στιγματισμό του παραβάτη, ο οποίος ανίκανος να αντιδράσει ζητά προστασία από τους θεσμούς του κράτους δικαίου. Ενώ όμως τα δικαστήρια οφείλουν να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας κατά την απονομή της δικαιοσύνης, όπως πρωτίστως και ο νομοθέτης, η δημοσιότητα ακολουθεί τους δικούς της ρυθμούς με συνέπεια η κύρωσή της και η αντίστοιχη διαπόμπευση του δράστη να είναι δυσανάλογη ως προς τις επιπτώσεις της καθώς θίγεται η τιμή, η υπόληψη του παραβάτη και δυσχεραίνεται η ομαλή επανένταξή του στο κοινωνικό σύνολο. Έτσι, ενώ η ποινή αφορά στην πράξη, η δημοσιότητα αφορά στο πρόσωπο του δράστη και στα γνωρίσματα της προσωπικότητάς του κατά ή μετά την καταδίκη, τροφοδοτώντας ένα αέναο κουτσομπολιό που διευρύνει τον κοινωνικό έλεγχο επί του προσώπου για ζητήματα άσχετα με την πράξη του.

Η τήρηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και τα ήθη μιας κοινωνίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανάχωμα στην κανιβαλική διάθεση για συνεχή στιγματισμό και κοινωνική καταδίκη. Και αν μεν η δημοσιότητα της ταυτότητας ενός επικίνδυνου εγκληματία που έχει διαφύγει της σύλληψη υπηρετεί προφανείς κοινωνικές ανάγκες όπως την ασφάλεια, είναι αμφίβολο αν οι ίδιες ανάγκες ικανοποιούνται με την δημοσιοποίηση στοιχείων της προδικασίας, με την εικόνα του προσαγόμενου στο ανακριτή, με την δημοσιοποίηση των φυγόστρατων και των φορολογικών παραβατών, πόσο μάλλον των στοιχείων της περιουσίας ενός ατόμου. Είναι επίσης προφανές ότι το δημοσιογραφικό απόρρητο και ειδικότερα όταν αυτό καλύπτει την απόκτηση πληροφορίων με παράνομο τρόπο παραβιάζοντας συχνά την ιδιωτική ζωή του ατόμου, θέτει μείζονα ζητήματα σύγκρουσης συνταγματικών δικαιωμάτων.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η δημοσιότητα προσβάλλει την προσωπικότητα, τον ιδιωτικό βίο και τα προσωπικά δεδομένα του ατόμου και τον εκθέτει σε κινδύνους χωρίς να ικανοποιείται αποτελεσματικά ο σκοπός για τον οποίο επιβλήθηκαν από το νομοθέτη τα συγκεκριμένα μέτρα.

Μια κοινωνία με φιλελεύθερο Σύνταγμα και αξίες δεν μπορεί να επιτρέπει, άνευ ετέρου, την διαπόμπευση, εφόσον αναγνωρίζει την αξία του ανθρώπου ως θεμέλιο του νομικού της πολιτισμού και ως υπέρτατη κοινωνική αρχή.

Διαβάστε το κείμενο στο pdf

 

Πρωθυπουργοκεντρισμός και επιτελική διοίκηση στο ελληνικό πολιτικο-διοικητικό σύστημα

Aπόστολος Παπατόλιας, ΔΝ, Σύμβουλος ΑΣΕΠ

Το φαινόμενο του πρωθυπουργοκεντρισμού έχει ποικιλοτρόπως αναδειχθεί από την ελληνική επιστήμη του δημοσίου δικαίου. Το σχετικό μελετητικό ενδιαφέρον γνωρίζει μάλιστα μια ξεχωριστή έξαρση αμέσως μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, ενώ έκτοτε συντηρείται ως «κοινός επιστημονικός τόπος», υπό την έννοια της καθολικής διαπίστωσης της δεσπόζουσας θέσης του Πρωθυπουργού στο πλαίσιο του πολιτικο-διοικητικού συστήματος ή της λεγόμενης «συνταγματικής διακυβέρνησης»[1], όπου οι κανονιστικές προβλέψεις του τυπικού (οργανωτικού) Συντάγματος συναρθρώνονται με την ουσιαστική δυναμική του κομματικού και του πολιτικού συστήματος. Εσχάτως, το ενδιαφέρον αυτό αναθερμαίνεται στο δημόσιο διάλογο, εξαιτίας της ψήφισης του πρόσφατου νόμου 4622/2019 για το «Επιτελικό Κράτος», ο οποίος επικρίθηκε από πολλούς ότι επιτείνει την πρωθυπουργοκεντρική παθογένεια στη χώρα μας. Είτε, όμως, ως μείζων παθογένεια του εγχώριου πολιτικο-διοικητικού συστήματος είτε ως εσωτερική αναγκαιότητα του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού, ο πρωθυπουργοκεντρισμός επιστρέφει στο προσκήνιο και αποκτά μια νέα επικαιρότητα που μας καλεί να επαναπροσδιορίσουμε τη σχετική δημοσιολογική προσέγγιση υπό το φως των πρόσφατων νομοθετικών εξελίξεων, αλλά και των σύγχρονων πορισμάτων της επιστήμης.

Στη σύγχρονη διοικητική επιστήμη οι όροι «Κυβέρνηση» (Government) και «Διακυβέρνηση» (Governance) χρησιμοποιούνται με διακριτό τρόπο. Ο πρώτος αναφέρεται στη συγκρότηση και λειτουργία του πολιτικο-διοικητικού μηχανισμού άσκησης της συνταγματικά οριοθετημένης εξουσίας, ενώ ο δεύτερος στις συστηματικές διαδράσεις μεταξύ του κυβερνητικού μηχανισμού και των πεδίων παρέμβασής του, δηλαδή στις αλληλεπιδράσεις Κυβέρνησης, Κοινωνίας και Οικονομίας. Στο τελευταίο νομοθέτημα για το Επιτελικό Κράτος, οι όροι χρησιμοποιούνται αδιακρίτως με αποτέλεσμα να παράγεται μια σύγχυση ως προς το εννοιολογικό περίγραμμα του καθενός απ’ αυτούς. Στη σύγχρονη θεωρία το «κυβερνάν» διαφοροποιείται από τη «διακυβέρνηση» με ποικίλους τρόπους. Για τις ανάγκες της μελέτης μας θα εκλάβουμε τη «διακυβέρνηση» ως μια αρκούντως ευρεία και περιεκτική έννοια, πιο κοντά στην «κρατοκεντρική αντίληψη» του Δημοσίου Δικαίου, ορίζοντάς την ως τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η διαχείριση της κρατικής εξουσίας από τους θεσμούς της συντεταγμένης πολιτείας, με έμφαση στον τρόπο καθοδήγησης και το διοικητικό συντονισμό των δημόσιων πολιτικών για την επιδίωξη του δημοσίου συμφέροντος (Halachmi 2003, 111-113). Σε αυτή την έννοια της «διακυβέρνησης» το βάρος πέφτει στην ικανότητα των κρατικών θεσμών να πηδαλιουχούν και να συντονίζουν το σχεδιασμό και την εφαρμογή των δημόσιων πολιτικών, δημιουργώντας παράλληλα τις προϋποθέσεις της επιτυχούς – αποδοτικής υλοποίησής τους. Υπό το φως αυτών των παραδοχών, η «διακυβέρνηση» υποδεικνύει τους όρους της αποτελεσματικής δράσης των διοικητικών θεσμών για την επίτευξη των δημόσιων στόχων (Fredericson 1977) και  αποδίδει προτεραιότητα στο θεσμικό συντονισμό και τις εγγυήσεις εφαρμογής των δημόσιων πολιτικών.

Αναδημοσίευση από την ΕφημΔΔ 4/2020.

Προδημοσίευση μελέτης από τον υπό έκδοση Τιμητικό Τόμο προς τιμήν του Ομότιμου Καθηγητή Κώστα Μαυριά ως ελάχιστο αντίδωρο στον ακαδημαϊκό δάσκαλο, το έργο του οποίου ήταν σταθερή αναφορά και πηγή έμπνευσης του συγγραφέα για τη θεσμική ανατομία του πρω- θυπουργοκεντρισμού.

 

Εμβόλιο: Τα όρια της μη υποχρεωτικότητας

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Ο ν. 4675/2020 (ΦΕΚ 54/Α/11.3.2020) προβλέπει ρητά ότι «Σε περιπτώσεις εμφάνισης κινδύνου διάδοσης μεταδοτικού νοσήματος, που ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, μπορεί να επιβάλλεται, με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από γνώμη της ΕΕΔΥ (Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Δημόσιας Υγείας), υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού με σκοπό την αποτροπή της διάδοσης της νόσου. Με την ανωτέρω απόφαση ορίζονται η ομάδα του πληθυσμού ως προς την οποία καθίσταται υποχρεωτικός ο εμβολιασμός με καθορισμένο εμβόλιο, η τυχόν καθορισμένη περιοχή υπαγωγής στην υποχρεωτικότητα, το χρονικό διάστημα ισχύος της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, το οποίο πρέπει πάντοτε να αποφασίζεται ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας για συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού, η ρύθμιση της διαδικασίας του εμβολιασμού…». Ειδικά στην περίπτωση της νόσου Covid-19 ισχύει και η ρύθμιση της ΠΝΠ της 25.2.2020 που κυρώθηκε με τον ν. 4682/2020, σύμφωνα με την οποία μπορεί να επιβάλλεται υποχρεωτικός εμβολιασμός στα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι μπορούν να μεταδώσουν άμεσα ή έμμεσα τη νόσο ή προέρχονται από περιοχές όπου έχει παρατηρηθεί μεγάλη διάδοση της νόσου. Καμία από τις διατάξεις αυτές δεν προβλέπει τη δυνατότητα υποβολής όλου του πληθυσμού σε υποχρεωτικό εμβολιασμό. Συνεπώς, αν ληφθεί μια τέτοια απόφαση για το εμβόλιο κατά του νέου κορωνοϊού, θα χρειασθεί ειδική νομοθετική ρύθμιση, αυτή τη φορά βέβαια με τυπικό νόμο και όχι ΠΝΠ, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει «απρόβλεπτη ανάγκη». Με δεδομένη την επικινδυνότητα της Covid-19 τόσο για την ατομική όσο και για τη δημόσια υγεία, το κρίσιμο συνταγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο γενικός υποχρεωτικός εμβολιασμός είναι συνταγματικά επιτρεπτός, αλλά αν είναι συνταγματικά αναγκαίος, έτσι ώστε να είναι αντισυνταγματική, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, η παράλειψη του Κράτους να τον επιβάλλει. Η μετάδοση της νόσου μπορεί να μειωθεί ουσιωδώς μόνον αν εμβολιασθεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού –πάνω από το 75%- ώστε να δημιουργηθεί συλλογική ανοσία. Αντίθετα, αν εμβολιασθεί μόνο ένα μέρος του πληθυσμού –ας πούμε γύρω στο 50%- τότε η εξάπλωση της νόσου δεν θα διακοπεί. Δεδομένου ότι η συλλογική ανοσία είναι ένα δημόσιο αγαθό, διότι όλοι ωφελούνται από αυτήν, η υποχρέωση εμβολιασμού θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα καθήκον κοινωνικής αλληλεγγύης κατά την έννοια του άρθρου 25 παρ. 4 Συντ., το οποίο το Κράτος δικαιούται και ενδεχομένως υποχρεούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες, με τις εύλογες εξαιρέσεις που δικαιολογούνται από ιατρικούς λόγους (βλ. Χ. Ανθόπουλος, Πανδημία, δικαίωμα στην υγεία και καθήκον αλληλεγγύης, ΕφημΔΔ 1/2020). Στην περίπτωση αυτήν η ελευθερία αυτοκαθορισμού του ατόμου σε θέματα της προσωπικής του υγείας υποχωρεί έναντι του συλλογικού δικαιώματος στην υγεία, δηλαδή στην ουσία έναντι του δικαιώματος στην υγεία των άλλων (πρβλ. στο ίδιο πνεύμα και την μόλις εκδοθείσα απόφαση 2387/2020 του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ). Η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού δεν μπορεί βέβαια να επιβληθεί με φυσικό καταναγκασμό αλλά μόνο με διοικητικές κυρώσεις , π.χ. με χρηματικό πρόστιμο ή με απαγόρευση πρόσβασης σε ορισμένους δημόσιους χώρους ή υπηρεσίες. Όλα αυτά μοιάζουν προς το παρόν κάπως θεωρητικά αφού τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχει προκριθεί η επιλογή της μη υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού. Μπορούν όμως να αποκτήσουν πρακτική σημασία αν αποδειχθεί ότι δεν αρκεί η απλή σύσταση για υποβολή σε εμβολιασμό.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ”, όπου δημοσιεύτηκε την Κυριακή 6-12-2020

Οι γεωπολιτικές συνέπειες του BREXIT στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ολοκλήρωση: απόπειρα ενός αποσυμβολισμού;

Αριστείδης Τσάτσος, Dr.iur., LL.M., M.Sc., Δικηγόρος

Με το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, οι Βρετανοί πολίτες αποφάσισαν με οριακή πλειοψηφία υπέρ της αποχώρισής τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ως ανωτέρω δημοψήφισμα αμέσως χαρακτηρίστηκε ως ένα γεωπολιτικό φαινόμενο παρόμοιας σημασίας με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την επανένωση της Γερμανίας αλλά και ως μια άνευ προηγουμένου χαρακτηριστική περίπτωση αλληλουχίας και αλληλεξάρτησης της εθνικής πολιτικής μιας χώρας με τη διεθνή πολιτική, τις προτεραιότητες και τις επιλογές του. Ποια η θέση του Brexit στο ιστορικό γίγνεσθαι της Ένωσης και πως συνδέεται με την αντίληψη  περί ενοποιητικής διαδικασίας κατά το μοντέλο του Walter Hallstein; Συνιστούσε το Ηνωμένο Βασίλειο περισσότερο έναν «Awkward Partner» ή έναν Εξισορροπιστή εντός της Ένωσης; Ποιες οι συνέπειες του Brexit έναντι της Αρχής του Κράτους Δικαίου εντός της Ένωσης και πως επηρεάζεται η γεωπολιτική ισορροπία του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος; Μεταβάλλεται το κανονιστικό εύρος της «Dauerverpflichtung» του άρθρου 34 παρ.2 ΣΕΕ και ποια η θέση της Ευρώπης στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ μετά τη θραύσης της τριαρχίας «Γαλλία – Γερμανία – Ηνωμένο Βασίλειο»; Σε επίπεδο ασφαλείας και άμυνας, δύναται να ισχυριστεί κανείς ότι με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου η Ένωση εμφανίζεται ως ένα συμπαγές και ενοποιημένο σύνολο;

Χ. Τσιλιώτης, Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου απο την Ευρωπαϊκή Ένωση (BREXIT) (Πρόλογος Ε. Βενιζέλου), εκδ. Σάκκουλα 2020

Το βιβλίο παρουσιάζει τις ιστορικές αιτίες και την διαδρομή του Brexit κυρίως από το ιστορικό δημοψήφισμα της 23 Ιουνίου 2016 μέχρι και την 1 Φεβρουαρίου 2020, ημερομηνία της επίσημης αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέσα από την παρουσίαση των δραματικών γεγονότων της διαδικασίας αποχώρησης που πολλές φορές προσέλαβαν την μορφή πολιτικού και ιστορικού θρίλερ, το βιβλίο επικεντρώνεται και αναλύει τα συνταγματικά ζητήματα που ανέκυψαν τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε επίπεδο Ηνωμένου Βασιλείου.

Για να γίνουν νομικά πιο κατανοητά τα ζητήματα αυτά, παρουσιάζεται πρώτα το νομικό τους πλαίσιο και η εφαρμογή του καθ’ όλη την διαδικασία αποχώρησης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από πλευράς Ενωσιακού Συνταγματικού Δικαίου στην ερμηνεία του άρθρου 50 Συνθήκης ΕΕ και της νεοπαγούς ρήτρας αποχώρησης που αυτό περιέχει μετά την αναθεώρησή του με την Συνθήκη της Λισαβώνας και την πρωτόλεια εφαρμογή του στην διαδικασία του Brexit, γεγονός που οπωσδήποτε δυσκόλεψε τις περιστάσεις.

Από πλευράς βρετανικού Συνταγματικού Δικαίου παρουσιάζονται οι βασικές έννοιες και αρχές του βρετανικού πολιτεύματος, η αρχή της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας, το βασιλικό προνόμιο, η αρχή της κοινοβουλευτικής ευθύνης της Κυβέρνησης, η αντιπροσωπευτική αρχή και το δημοψήφισμα ως νεοπαγής θεσμός του βρετανικού Συντάγματος, που απασχόλησαν κατά κόρον τις δύο πολύ σημαντικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου του ΗΒ στις υποθέσεις Miller (No 1) και Cherry/Miller (No 2), οι οποίες χαρακτηρίστηκαν, ιδίως η πρώτη, ως οι «αποφάσεις του αιώνα» στο ΗΒ και παρουσιάζονται εκτενώς.

Το βιβλίο κλείνει εν είδη επιλόγου με το πολιτικό αποτύπωμα της αποχώρησης τόσο στο ΗΒ όσο και στην ΕΕ.

Ψηφιακή ελεύθερη έκφραση – Κράτος, Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης & Μηχανές Αναζήτησης μεταξύ ιδιωτικοποίησης του ελέγχου & ελέγχου του ιδιώτη, Νομική Βιβλιοθήκη 2020

Το έργο «Ψηφιακή Ελεύθερη Έκφραση» προσεγγίζει την εξέλιξη του δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου και του τύπου που διαμορφώνεται στο ψηφιακό και διαδικτυακό περιβάλλον, υπό την επίδραση της ευρωπαϊκής και αμερικανικής έννομης τάξης. Το έργο περιλαμβάνει τους μετασχηματισμούς των βασικών εννοιών της ελεύθερης έκφρασης στο διαδίκτυο, τη λειτουργία και επίδραση των μηχανών αναζήτησης στην διαμόρφωση της δημόσιας σφαίρας, την ανάπτυξη και επιρροή του φαινομένου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην εκφορά του λόγου, και τους νέους προβληματισμούς σχετικά με την ανάπτυξη της ψηφιακής αγοράς των ιδεών. Απευθύνεται τόσο στον νομικό της πράξης, δικηγόρο ή δικαστή, όσο και στον κλάδο της ενημέρωσης και της πληροφορικής.

Πρόλογος: Π. Μαντζούφας

 

Καταχώρηση: 02-12-2020     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Το νομοσχέδιο για τις προσλήψεις και η στρεβλή αντίληψη περί «αξιοκρατίας»

Απόστολος Ι. Παπατόλιας, Δρ. Δημοσίου Δικαίου, Σύμβουλος ΑΣΕΠ

Το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τις προσλήψεις προβάλλεται πανηγυρικά ως μείζων μεταρρύθμιση που φιλοδοξεί ομολογημένα να υποκαταστήσει  πλήρως το «Νόμο Πεπονή», αυτό το εμβληματικό νομοθέτημα της ύστερης μεταπολίτευσης που έθεσε τις βάσεις για τη συνταγματική κατοχύρωση των αρχών της αξιοκρατίας, της αντικειμενικότητας και της διαφάνειας στις προσλήψεις του Δημοσίου (Παπατόλιας 2019α, 245-279 και ΣτΕ Ολομ. 527/2015). Βεβαίως, η ανάγκη για μια σοβαρή μεταρρύθμιση στο σύστημα των προσλήψεων αναγνωρίζεται από πολλές πλευρές, οι οποίες συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το ισχύον πλαίσιο αδυνατεί πλέον να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις της αξιοκρατικής στελέχωσης του Δημοσίου, καθώς απηχεί αντιλήψεις και προτεραιότητες μιας άλλης εποχής (Χρυσανθάκης 2010 377 επ, Σπανού 2011, 51 επ και Μακρυδημήτρης 2018, 110 επ). Το αρχικό μεταρρυθμιστικό νομοθέτημα (Ν.2190/94), άλλωστε, γεννήθηκε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και θεσμικό περιβάλλον, όπου κυριαρχούσε το γνωστό «σύστημα των μορίων» του Ν.1320/1983, με τα ομοιόμορφα και προκαθορισμένα κριτήρια επιλογής που αποτυπώνονταν μαθηματικά σε «μόρια» που συγκέντρωνε ο κάθε υποψήφιος. Ο έντονα τυπικός χαρακτήρας της μοριοδότησης, σε συνδυασμό με την απουσία κάθε μορφής ουσιαστικής αξιολόγησης (δεξιοτήτων ή προσωπικότητας), επικρίθηκε από μέρος του επιστημονικού κόσμου ως αυθαίρετη, ισοπεδωτική και αναξιοκρατική μεταχείριση, ενώ η καθιέρωση κοινωνικών κριτηρίων για την κάλυψη συγκεκριμένων θέσεων χαρακτηρίστηκε ως «θεσμοποιημένη μεροληψία» που εξομοίωνε αθέμιτα τη διοικητική στελέχωση με την άσκηση κοινωνικής πολιτικής υπέρ των ασθενέστερων κατηγοριών (Σπανού 1995,83, Χρυσανθάκης 1995, 95-97, Κοιμτζόγλου 2003, 108).

O Ν.2190/1994, παρότι θεσπίστηκε για να εκσυγχρονίσει και να αναρρυθμίσει αξιοκρατικά το καθεστώς των προσλήψεων, διατήρησε στην πραγματικότητα πολλά στοιχεία του προισχύοντος πλαισίου. Έτσι, ενώ τυπικά καθιέρωνε το διαγωνισμό ως «κανόνα» για την επιλογή του προσωπικού, η πρακτική εφαρμογή του κατέληγε να αποδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στην «εξαίρεση» υπέρ ενός συστήματος «αυτόματης επιλογής» (Μαυρομούστακου 2016, 54-83), όπου τα κριτήρια για τον καθορισμό της σειράς προτεραιότητας αποτελούσαν προέκταση του «συστήματος των μορίων». Στο αναθεωρημένο μάλιστα Σύνταγμα του 2001 τα «προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια» της «αυτόματης επιλογής», τα οποία παρέπεμπαν περισσότερο σε «αδιάβλητες διαδικασίες» παρά σε απόδειξη της «προσωπικής αξίας» (Παπακωνσταντίνου 2007, 234 επ), καθιερώθηκαν ως ισότιμος τρόπος επιλογής  με τον πανελλήνιο διαγωνισμό (Παπαδοπούλου 2002, 97-100), που εξ ορισμού θεωρούνταν ως η πιο συμβατή μέθοδος με την αξιοκρατική λογική, υπό τον όρο ότι διασφαλίζεται η ίση πρόσβαση των υποψηφίων σε αυτόν. Η «αυτόματη επιλογή», με τη σειρά της, παρότι επικρινόταν ότι παραγνώριζε τα ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων στο όνομα μιας αντιπαραγωγικής  εξισωτικής ομοιομορφίας, συνέχισε να θεωρείται ως η πιο αξιόπιστη και η λιγότερο κοστοβόρα από διοικητικο-οικονομική σκοπιά εγγύηση έναντι της επαπειλούμενης κομματικής ανάμειξης στις προσλήψεις. Η έμφαση στη διασφάλιση της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας και της αμεροληψίας είχε ως συνέπεια η «αξιοκρατία» να εξομοιωθεί σταδιακά  με τη μοριοδότηση τυπικών προσόντων και την τυποποίηση των διαδικασιών επιλογής (Σπανού 2011, 54-55 και Μαυρομούστακου 2016, 83) .

Εκείνο, ωστόσο, που δείχνουν να αγνοούν οι σημερινές κυβερνητικές εξαγγελίες, που προβάλλουν πανηγυρικά την «επιστροφή» της αξιοκρατίας λόγω γενίκευσης του πανελλήνιου διαγωνισμού, είναι ότι τόσο ο διαγωνισμός όσο και η αυτόματη επιλογή επικρίνονταν για τον ίδιο ακριβώς λόγο: ότι είχαν εφαρμοστεί κατά τρόπο μηχανιστικό, ισοπεδωτικό και αναξιοκρατικό, καθόσον δεν αποτιμούσαν τις ουσιαστικές «ικανότητες» του υποψηφίου και δεν αξιοποιούσαν τα πορίσματα της διοικητικής ή οργανωσιακής ψυχολογίας. Η κριτική, με άλλα λόγια, που ισχύει και σήμερα στο ακέραιο, ήταν ότι με την άκρατη τυποποίηση της διαδικασίας επιλογής -είτε του διαγωνισμού είτε της σειράς προτεραιότητας με «αυτόματη επιλογή»- θυσιάζονται οι προσωπικές ικανότητες και οι πραγματικές δεξιότητες των υποψηφίων στο όνομα της τυπικής ισότητας και της ταχύτητας της επιλογής (Μακρυδημήτρης 2018, 113-115 και Παπατόλιας 2019α 301-337). Ως απάντηση στην κριτική αυτή για απρόσφορους και αφυδατωμένους διαγωνισμούς αναδύθηκε η σύγχρονη τάση «επαγγελματικοποίησης» των εξεταστικών  δοκιμασιών με την εισαγωγή νέων μεθόδων διάγνωσης των ικανοτήτων που συσχετίζουν το επαγγελματικό περίγραμμα  της θέσης με την «καταλληλότητα» του κάθε υποψηφίου να ασκεί συγκεκριμένα διοικητικά καθήκοντα, συμβάλλοντας στη συνολική αποδοτικότητα του συστήματος. Η στροφή στην αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων συνδέθηκε στη σύγχρονη διεθνή πρακτική με καινοτόμες μεθόδους επιλογής (Παπατόλιας 2019α, 334-357), όπως  τα τεστ αριθμητικού συλλογισμού ή οι δοκιμασίες «ανίχνευσης ικανοτήτων» που εφαρμόζονται ήδη στο ιδιωτικό μάνατζμεντ με μεγάλη επιτυχία. Τα ποικίλα τεστ επιλογής «νέας γενιάς» κατάφεραν, έτσι, να εμπλουτίσουν τα παραδοσιακά και απαξιωμένα «τεστ IQ» με τα σύγχρονα «τεστ ικανότητας και κλίσης», τα «τεστ γενικής πνευματικής ικανότητας», τα «τεστ καταστάσεων», τα αμφιλεγόμενα «τεστ προσωπικότητας», καθώς και τα «τεστ απόδοσης» των υποψηφίων, με «δείγμα έργου», παρόμοιου ή πανομοιότυπου με εκείνο που θα επιτελούν εάν προσληφθούν. Δεδομένου ότι οι κυβερνήσεις και οι σχεδιαστές των δημόσιων πολιτικών διαθέτουν, πλέον, ένα ευρύτατο πεδίο διακριτικής ευχέρειας ως προς την επιλογή μεθόδων πρόσληψης, κάθε σοβαρό μεταρρυθμιστικό σχέδιο οφείλει να διευκρινίζει ποιες μεθόδους προκρίνει και για ποιο λόγο, καθώς και να τις αντιστοιχεί με τις ανάγκες επιλογής κάθε συγκεκριμένης κατηγορίας προκηρυσσόμενων θέσεων. Δυστυχώς, το υπό εξέταση νομοσχέδιο, παρά τις ρητορικές διαβεβαιώσεις περί «ενίσχυσης της αξιοκρατίας», δεν φαίνεται να καλύπτει καμία από τις προϋποθέσεις μιας σύγχρονης αποτίμησης της «καταλληλότητας», καθώς ούτε άξιες λόγου καινοτομίες επιλογής εισάγει ούτε σοβαρές θεσμικές αλλαγές δρομολογεί για την αξιοκρατική αναρρύθμιση των προσλήψεων.

Ειδικότερα, το νομοσχέδιο επισύρει τις ακόλουθες επτά κριτικές παρατηρήσεις:

  1. Όσο κι αν πασχίσει κανείς, δεν θα διακρίνει κάποια ουσιαστική καινοτομία όσον αφορά το γραπτό διαγωνισμό, που να δικαιολογεί μεγαλοστομίες περί «αναμόρφωσης» ή έστω σημαίνουσας «βελτιωτικής μετεξέλιξης» του συστήματος των προσλήψεων. Δεδομένου ότι η διαδικασία του πανελλήνιου γραπτού θεσπιζόταν ήδη στην πρώτη μορφή του «Νόμου Πεπονή» ως ο βασικός τρόπος επιλογής του προσωπικού, η μόνη ουσιαστική διαφοροποίηση του νομοσχεδίου είναι ότι πλέον αυτός προτείνεται ως κύρια μέθοδος επιλογής για όλες τις ειδικότητες, αδιακρίτως εκπαιδευτικής κατηγορίας ή ειδικών προσόντων. Η δε ειδική γραπτή δοκιμασία επ’ ουδενί δεν συνιστά «καινοτομία» ή «μεταρρύθμιση», καθώς η σχετική πρόβλεψη εντοπίζεται ήδη στο Ν.3051/2002, ο οποίος εμπλούτισε την «αυτόματη επιλογή» με τα «τεστ» που διενεργούσε το ΑΣΕΠ ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να εξακριβώσει τις γενικότερες γνώσεις και πρακτικές δεξιότητες των υποψηφίων (αριθμητικές, αναλυτικές, λεκτικές, αντιληπτικές, κριτικές). Παρά τις φιλόδοξες εξαγγελίες ότι οι η εξέταση των γνώσεων και των δεξιοτήτων θα καλύψει την παράμετρο της διάγνωσης της «καταλληλότητας» των υποψηφίων και των συναφών με τη θέση προσόντων τους, οι προβλέψεις για την οργάνωση της όλης διαδικασίας δεν φανερώνουν καμία ουσιώδη απομάκρυνση από το ισχύον «παραδοσιακό» εξεταστικό σύστημα (μέθοδοι ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών  ή ανάπτυξης κειμένου), ενώ πουθενά δεν εντοπίζονται οι «καλές πρακτικές» του εξωτερικού ή οι σύγχρονες τεχνικές αξιολόγησης των ουσιαστικών ικανοτήτων, που θα διόρθωναν τις διαπιστωμένες αδυναμίες του διαγωνισμού.
  2. Το γεγονός ότι η μέθοδος του διαγωνισμού προβάλλεται ως η αποκλειστική μέθοδος επιλογής παραβλέπει τη μέχρι σήμερα πλούσια εμπειρία από τις σχετικές διαδικασίες πανελλήνιου διαγωνισμού και ειδικότερα τις αυξημένες οικονομικές και χρονικές απαιτήσεις για την ολοκλήρωσή τους, οι οποίες καθιστούσαν πρακτικά ανέφικτη τη διεξαγωγή του σε ετήσια βάση. Αν μάλιστα οι υπερβάσεις σε επίπεδο οικονομικού και διοικητικού κόστους δικαιολογούνται σήμερα ενόψει της επιδίωξης για «περισσότερη αξιοκρατία», δεν μπορεί να αγνοηθεί το ενδεχόμενο της αδυναμίας της διεξαγωγής του για πιεστικούς δημοσιονομικούς ή οργανωτικούς λόγους. Χωρίς συγκεκριμένη πρόβλεψη ότι η «αυτόματη επιλογή» θα αποτελεί την «εφεδρική» ή «εναλλακτική» μέθοδο για την κάλυψη των αναγκών του Δημοσίου, ο κίνδυνος παράκαμψης των διαδικασιών του ΑΣΕΠ και των εγγυήσεων διαφάνειας και αξιοκρατίας αυξάνει ανησυχητικά.

Επιπλέον, από τη μέχρι σήμερα διεξαγωγή γραπτών διαγωνισμών προκύπτει ότι το κόστος και ο χρόνος που απαιτήθηκαν για να καλυφθούν οι θέσεις διοικητικών ειδικοτήτων με γραπτό διαγωνισμό ήταν δυσανάλογοι σε σχέση με τους αντίστοιχους ρυθμούς στελέχωσης με σειρά προτεραιότητας, με αμφίβολο μάλιστα «αξιοκρατικό» όφελος εξαιτίας των τυποποιημένων και απαρχαιωμένων εξεταστικών διαδικασιών που μόνο τα ουσιαστικά προσόντα δεν επετύγχαναν να διαγνώσουν… Οι αδυναμίες αυτές αναγνωρίστηκαν, άλλωστε, δημόσια από το νομοθέτη του 2002 (Ν.3051/2002), που θεώρησε προσφορότερο και αποδοτικότερο για το Δημόσιο, οι διοικητικές θέσεις να καλύπτονται με σειρά προτεραιότητας και όχι με πανελλήνιο διαγωνισμό.

Άλλως ειπείν, η προσφυγή αδιακρίτως στην μέθοδο του «παραδοσιακού διαγωνισμού» για την επιλογή του πάσης φύσης προσωπικού του Δημοσίου όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων (πλην υποχρεωτικής εκπαίδευσης) γεννά σοβαρές επιφυλάξεις και για το αν επιτρέπει την ουσιαστική αξιολόγηση της «καταλληλότητας» των υποψηφίων και για το αν υπηρετεί τη δίκαιη και αξιοκρατική μεταχείρισή τους. Εξίσου έντονα ερωτηματικά εγείρει και η επιλογή του διαγωνισμού για τη στελέχωση μη διοικητικών ειδικοτήτων της κατηγορίας ΔΕ (όπως πληρώματα ασθενοφόρων ΕΚΑΒ, νοσηλευτές, οδηγοί), όταν η διεθνής «καλή πρακτική» επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά σε «πρακτικές δοκιμασίες» για την επιλογή του εν γένει βοηθητικού ή τεχνικού προσωπικού και απορρίπτει τις γενικού τύπου εξετάσεις. Εάν ληφθεί, μάλιστα, υπόψη ότι στην κατηγορία ΔΕ σε θέσεις χαμηλής ειδίκευσης εμφανίζονται κυρίως υποψήφιοι μεγαλύτερης ηλικίας, φαντάζει εντελώς αδικαιολόγητη η υποβολή τους σε μια διαγωνιστική διαδικασία, η οποία, σε συνδυασμό με την αγνόηση της επαγγελματικής τους διαδρομής, μειώνει δραματικά τις πιθανότητες επιλογής τους.

  1. Μείζονα αλλαγή σε σχέση με το ισχύον σύστημα συνιστά η επιλογή της υποβάθμισης των ακαδημαϊκών κριτηρίων, η οποία κινείται σε προδήλως εσφαλμένη κατεύθυνση. Το ότι η αρχή της αξιοκρατίας επιτάσσει να υποχωρούν τα τυπικά-αντικειμενικά κριτήρια έναντι της διάγνωσης των ουσιαστικών ικανοτήτων των υποψηφίων, δεν συνεπάγεται με κανένα τρόπο την περιθωριοποίηση των ακαδημαϊκών τίτλων. Παράλληλα, η μοριοδότηση των διδακτορικών ανεξαρτήτως της συνάφειάς τους με τα καθήκοντα της θέσης αφενός μεν αντιβαίνει στη διακηρυγμένη αναζήτηση της «καταλληλότητας», υπό την έννοια της «λειτουργικής εξειδίκευσης» των προσόντων, αφετέρου δε η επιλεκτική συνεκτίμησή της αποκλειστικά στα μεταπτυχιακά, οδηγεί σε κραυγαλέες αντιφάσεις και τραγελαφικές καταστάσεις, όπου θα μοριοδοτείται με μεγαλύτερη βαθμολογία υποψήφιος με άσχετο θεματικά διδακτορικό τίτλο από εκείνους που θα διαθέτουν μεταπτυχιακό συναφή με τα διοικητικά καθήκοντα… Μόνο μια στρεβλή αντίληψη περί αξιοκρατίας θα επέβαλλε μια τέτοια ισοπέδωση των ακαδημαϊκών κριτηρίων, καθώς είναι απολύτως έωλος ο ισχυρισμός ότι η γνωστική καταλληλότητα προκύπτει μονομερώς μέσα από μια φορμαλιστική στιγμιαία εξέταση σε ένα γραπτό διαγωνισμό αλλά όχι μέσα από συναφείς με τα διοικητικά καθήκοντα διδακτορικούς τίτλους. Το ίδιο ισχύει και για την έλλειψη μοριοδότησης της γνώσης ξένης γλώσσας που καταργείται εντελώς, ενισχύοντας τους αρνητικούς συμβολισμούς για τη γλωσσομάθεια των δημοσίων υπαλλήλων.
  2. Ακόμη πιο αυθαίρετη και προβληματική από αξιοκρατική σκοπιά είναι η απάλειψη της επαγγελματικής εμπειρίας ως κριτηρίου προσαύξησης της βαθμολογίας των υποψηφίων, γεγονός που στερεί το σύστημα επιλογής από κάθε εύλογη ισορροπία μεταξύ της διάγνωσης του γνωστικού υποβάθρου και της πιστοποίησης των επαγγελματικών δεξιοτήτων ενός υποψηφίου. Η αρνητική εμπειρία από την αδυναμία σαφούς ποσοτικοποίησης στη μοριοδότηση της επαγγελματικής εμπειρίας οδηγεί παραδόξως στην πλήρη απαξίωση της πορείας του υποψηφίου έως την στιγμή του διαγωνισμού. Η δε εκτίμηση ότι οι γνωστικές δοκιμασίες θα έχουν και «επαγγελματικό πρόσημο», που θα επιτρέπει συγχρόνως την «κεφαλαιοποίηση» της πολυετούς προϋπηρεσίας (Χαραλαμπογιάννη 2020), δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική, δεδομένης της υφιστάμενης μορφής των εξεταστικών δοκιμασιών…

Πέρα από λειτουργικά και επιχειρησιακά ατελέσφορη, η μη προσμέτρηση της εμπειρίας είναι και καταφανώς άδικη, ιδίως στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία της κρίσης που ωθεί συνεχώς αυξανόμενο αριθμό υποψηφίων μεγαλύτερης ηλικίας στην αναζήτηση θέσεων απασχόλησης στο Δημόσιο, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας. Πρέπει, επομένως, να αναδειχθεί στο δημόσιο διάλογο ότι η καλλιέργεια προσδοκιών επιτυχίας στις νεότερες ηλικίες χάνει το θεμιτό χαρακτήρα της (Μολύβας 2018, 157-233) εάν συνοδεύεται από συνθήκες «κοινωνικού δαρβινισμού» για τους αρχαιότερους και εμπειρότερους, που αποδεικνύονται πιο ευάλωτοι στην κρίση (Παπατόλιας 2020).

Παράλληλα, είναι κρίσιμο να επισημανθεί ότι η αποκλειστική μέριμνα για την επιτάχυνση των διαδικασιών επιλογής και τη διευκόλυνση της κατάταξης των υποψηφίων, τη στιγμή που δεν αξιοποιείται καμία σύγχρονη τεχνική για τη διάγνωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και της «εργασιακής αποτελεσματικότητας», απέχει πόρρω από το αξιοκρατικό ιδεώδες υπό κάθε δυνατή εκδοχή του της (Μολύβας 2018,17-37 και Παπατόλιας 2019β, 470 επ). Τούτο διότι η πρόβλεψη μιας ισοπεδωτικής ή καταφανώς άδικης αντιμετώπισης, που ακυρώνει κρίσιμα στοιχεία της «προσωπικής αξίας» για λόγους αυτοματοποίησης της αξιολόγησης και διασφάλισης της ταχύτητας στην επιλογή, περισσότερο παραπέμπει σε έκτακτο καθεστώς στελέχωσης παρά σε παγιωμένες συνθήκες αξιοκρατίας…  

Στο προτεινόμενο νομοσχέδιο, η επιδίωξη μιας σταθμισμένης μοριοδότησης των εκπαιδευτικών κριτηρίων (τίτλων σπουδών, ξένων γλωσσών) και της επαγγελματικής εμπειρίας, που θα επέτρεπε τη δημιουργική σύνθεση των διαφορετικών παραμέτρων της «προσωπικής αξίας», δείχνει να υποχωρεί άτακτα έναντι της πανάκειας ενός ατελούς και  φορμαλιστικά δομημένου διαγωνισμού. Μια εύλογη διαβάθμιση της βαρύτητας της μοριοδότησης, σε ένα πιο ισορροπημένο και πολυπαραμετρικό σύστημα επιλογής είναι, επομένως, πιο αναγκαία από ποτέ. Θα  τολμούσαμε, μάλιστα, να την ποσοτικοποιήσουμε ως εξής: το 65% ή το 70% της συνολικής βαθμολογίας να προκύπτει από την επίδοση των υποψηφίων στο γραπτό διαγωνισμό, το 20% ή το 15% από διαβαθμισμένα εκπαιδευτικά κριτήρια, το 10% από την πιστοποιημένη επαγγελματική προϋπηρεσία τους και το 5%, τέλος, από σταθμισμένα κοινωνικά κριτήρια για όσες ευάλωτες κατηγορίες δεν τοποθετούνται απευθείας στο Δημόσιο.

  1. Δεδομένου ότι οι προτεινόμενες γραπτές δοκιμασίες, τόσο για το γνωστικό σκέλος του διαγωνισμού όσο και για το «τεστ δεξιοτήτων», θα πραγματοποιούνται με τη μέθοδο του «multiple choice», ανακύπτει ο εξής διπλός κίνδυνος: πρώτον, της μεγάλης πιθανότητας τυχαίων επιλογών στις απαντήσεις, που ανατρέπει κάθε λογική διάγνωσης ουσιαστικών προσόντων και δεύτερον, της δημιουργίας μηχανισμού απαντήσεων και «τράπεζας θεμάτων» από τα κέντρα «διοικητικής παραπαιδείας», με παράλληλη αύξηση του κινδύνου διαρροής θεμάτων. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι γραπτοί διαγωνισμοί που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα, παρά τη σχετική απαγορευτική διάταξη, ανέδειξαν μία νέα μορφή «εκπαιδευτικής επιχειρηματικότητας», τα διαβόητα «φροντιστήρια γραπτών διαγωνισμών» του Δημοσίου. Η ενδεχόμενη καθιέρωση του διαγωνισμού ως μοναδικής μεθόδου επιλογής κινδυνεύει να οδηγήσει σε μία νέου τύπου ανισότητα ευκαιριών σε βάρος των λιγότερο εύπορων υποψηφίων, οι οποίοι δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στο υψηλό  κόστος της νέας αυτής παραπαιδείας. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί στον πυρήνα της η αρχή της αξιοκρατίας, εάν η Πολιτεία δεν προβεί στις αναγκαίες θετικές ή αποκαταστατικές δράσεις. Έτσι, εάν κρίνεται πράγματι σκόπιμη η γενικευμένη προσφυγή στο διαγωνισμό, τότε είναι απολύτως επιβεβλημένη και η πρόβλεψη συγκεκριμένων «θετικών μέτρων» που θα εξουδετερώνουν τις κοινωνικές ανισότητες μεταξύ των υποψηφίων και θα περιορίζουν το ρόλο των φροντιστηρίων, ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική ισότητα των ευκαιριών στην επιλογή. Τέτοια «θετικά μέτρα» εντοπίζονται στα γνωστά εργαλεία της παροχικής διοίκησης που αξιοποιούνται συστηματικά στις «καλές πρακτικές» των θεσμικά ανεπτυγμένων χωρών (πχ. Γαλλία), όπως οι θεσμοί των εκπαιδευτικών και επαγγελματικών υποτροφιών, η λειτουργία «προπαρασκευαστικών κέντρων» για δημόσιους διαγωνισμούς, η πρόσθετη στήριξη για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, η ενίσχυση των θεσμών «μαθητείας» για απόκτηση της απαραίτητης επαγγελματικής εμπειρίας ή τα δημόσια κέντρα εκμάθησης ξένων γλωσσών.
  2. Η αύξηση της βαρύτητας των κριτηρίων επιλογής που παραπέμπουν ουσιαστικά στην αξιολόγηση της «συμπεριφοράς» των υποψηφίων, αν και κατ΄ ευφημισμό περιγράφονται ως «δοκιμασία εργασιακής αποτελεσματικότητας», προκαλεί ισχυρές επιφυλάξεις, παρότι απαλείφθηκε ο αρχικός χαρακτηρισμός περί «ψυχοτεχνικών» ή «ψυχομετρικών τεστ». Στο βαθμό που απουσιάζει κάθε σοβαρή και εξατομικευμένη διάγνωση των αρετών της καταλληλότητας, της συνεργασιμότητας ή της προσαρμοστικότητας, τα «τεστ δεξιοτήτων» και «εργασιακής αποτελεσματικότητας» δεν θυμίζουν σε τίποτα τα αξιόπιστα και διαδεδομένα στο εξωτερικό γενικά ή ειδικά «τεστ ικανότητας». Αντί να αντιστοιχούν στις προδιαγραφές της προς πλήρωση θέσης,το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να τυποποιούν και να αποπροσωποποιούν έτι περαιτέρω τις διαδικασίες επιλογής, καθιστώντας και αυτού του τύπου την αξιολόγηση άλλη μία αυτόματη, παθητική και ομοιόμορφη διαδικασία, χωρίς καμία συγκριτική διάσταση και με χαμηλή προβλεπτική εγκυρότητα. Τα εργαλεία αυτά εκτίθενται έτσι στη βασική μομφή που υποτίθεται ότι καλούνταν να θεραπεύσουν, ενώ δείχνουν να αγνοούν και τη συζήτηση που διεξάγεται διεθνώς για την προσαρμογή  των εργαλείων διάγνωσης της συμπεριφοράς στις ανάγκες της κάθε πρόσληψης και για τη θεσμοθέτηση ισχυρών εγγυήσεων απέναντι στον κίνδυνο των αυθαίρετων αποκλεισμών. Σε αντίθεση με τα διεθνή ποιοτικά πρότυπα της συμπεριφορικής αξιολόγησης, η αόριστη περιγραφή της δοκιμασίας «εργασιακής αποτελεσματικότητας» και η αδυναμία της να ποσοτικοποιηθεί εκ των προτέρων, γεννά σημαντικά ερωτηματικά ως προς τον τρόπο εξειδίκευσης των σχετικών κριτηρίων, υπονομεύοντας εν τη γενέσει την εγκυρότητά της.
  3. Τέλος, ως προς τη σύνθεση της επιτροπής διεξαγωγής της διαγωνιστικής δοκιμασίας, είναι εντελώς προβληματική η πρόβλεψη για συμμετοχή εκπροσώπων του ιδιωτικού τομέα. Η μεταφορά των πρακτικών του ιδιωτικού τομέα στη στελέχωση του Δημοσίου όχι μόνο δεν συνάδει με τις διαφορετικές αξιακές προδιαγραφές των δημόσιων υπηρεσιών, αλλά δεν εξυπηρετεί και κανένα λειτουργικό σκοπό. Η παρουσία ιδιωτών «επαγγελματιών πρόσληψης» στις προφορικές εξετάσεις δεν συμβάλλει στη διάγνωση της «διοικητικής καταλληλότητας», καθώς αυτή δεν συναρτάται με τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά μιας θέσης, όπως στον ιδιωτικό τομέα,  αλλά με ένα λειτουργικό σύνολο στην υπηρεσία του δημοσίου συμφέροντος, όπου ο υπάλληλος καλείται να ασκήσει περισσότερα και διαφοροποιημένα καθήκοντα που δεν είναι γνωστά εκ των προτέρων.

Εν κατακλείδι, το νομοσχέδιο απηχεί μια μάλλον προβληματική, εάν όχι στρεβλή, αντίληψη περί αξιοκρατίας, καθώς επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην επιτάχυνση των διαδικασιών επιλογής και στη δημόσια προσφορά νέων ευκαιριών πρόσληψης που αποδεσμεύονται από απαιτητικές και εκλεπτυσμένες δοκιμασίες των ουσιαστικών προσόντων, παρά τις ρητορικά υπερχειλείς παραπομπές στην «καταλληλότητα». Η γενικευμένη προσφυγή στο διαγωνισμό, με αναφορά στο δοκιμασμένο ιδεολογικά πρότυπο των πανελληνίων εξετάσεων, καλλιεργεί, έτσι, προσδοκίες επιτυχίας σε όσους αισθάνονται ότι μεγαλώνουν οι πιθανότητές τους να εξασφαλίσουν μια «θέση στον ήλιο» είτε λόγω καλύτερης προετοιμασίας είτε από εύνοια της τύχης σε μια στιγμιαία διαδικασία σύγκρισης, κατά το γνωστό ποδοσφαιρικό αξίωμα «έντεκα εμείς, έντεκα κι αυτοί»… Εάν κάτι, λοιπόν, έρχεται δυναμικά στο προσκήνιο με το υπό κρίση νομοσχέδιο, αυτό δεν είναι η «στοχευμένη επιλογή» του διοικητικού προσωπικού, αλλά η «δημοκρατική υπόσχεση» της αξιοκρατίας: μια γνωστή και άκρως αποτελεσματική ιδεολογική λειτουργία παραγωγής κοινωνικών προσδοκιών (Χρυσανθάκης 2010, 378), οριστικά όμως αποξενωμένων από τις πραγματικές προϋποθέσεις των ίσων ευκαιριών, της δίκαιης μεταχείρισης των υποψηφίων και της ουσιαστικής αποτίμησης της «προσωπικής αξίας» τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

-Κοϊμτζόγλου, Ι. (2003), Η αρχή της αξιοκρατίας στο δημόσιο δίκαιο, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή.

 

-Μακρυδημήτρης, Αντ. (2018), «Αξιοκρατία δεν είναι μόνο η αντικειμε­νικότητα», in Επιλογή Ανθρώπινου Δυναμικού στον Δημόσιο Τομέα: Νέες Τάσεις και Προκλήσεις, Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου ΑΣΕΠ, 11-2017, σ.110 επ..

 

-Μαυρομούστακου, Η. (2016), Αξιολόγηση δημοσίων υπαλλήλων. Πρόσλη­ψη και υπηρεσιακή εξέλιξη, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

 

-Μολύβας, Γρ. (2018), Αξιοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη, Πόλις, Αθήνα.

 

-Παπατόλιας, Απ. (2019α), Η αξιοκρατία ως αρχή και ως δικαίωμα. Θεωρητικές καταβολές, συνταγματική θεμελίωση και θεσμική πρακτική, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019, σελ. 428.

-Παπατόλιας, Απ. (2019β), Οι μεταμορφώσεις της αξιοκρατίας. Από τον πρώιμο φιλελευθερισμό στη ρωλσιανή σύνθεση, ΕφΔΔ-4, 2019, σελ. 470 – 495.

-Παπατόλιας, Απ. (2020), «Αξιοκρατία και προσλήψεις. Μέρος 1ο: Η “αλληλέγγυα” αξιοκρατία», ΕφΣυν, 23 -11- 2020

-Παπαδοπούλου, Ολ. (2002), «Η δημόσια υπαλληλία: Η τροποποίηση του άρθρου 103 στην αναθεώρηση του Συντάγματος» in Αντ. Μακρυ­δημήτρης – Ολ. Ζύγουρα (επιμ.), Η Διοίκηση και το Σύνταγμα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος και η εκτελεστική εξουσία, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή.

-Παπακωνσταντίνου, Α. (2007), «Η συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας και το νέο σύστημα επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων του Δημοσίου»  Εφημ.Δ.Δ., 2007, σ.234 επ..

 

-Σπανού, Κ. (1995), «Σε αναζήτηση του εκσυγχρονισμού: οι πολιτικές προσλήψεων στο Δημόσιο και οι μεταρρυθμίσεις τους» in Αντ. Μακρυ­δημήτρης (επιμ.), Προβλήματα διοικητικής μεταρρύθμισης, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.65 επ.

 

-Σπανού, Κ. (2011), «Η αναμόρφωση του συστήματος προσλήψεων. Παλιές προκλήσεις και νέες απαντήσεις» in Χ. Χρυσανθάκης (πρόλ.-επιμ.), Η πρόσφατη διοικητική μεταρρύθμιση. Αναδιάρθρωση της Κεντρικής Διοίκησης και σύστημα προσλήψεων – Νομικές, συστηματικές και οργα­νωτικές διαστάσεις, σ.51 επ.

 

Χαραλαμπογιάννη, Β. (2020), «Μεταρρύθμιση ΑΣΕΠ, ενίσχυση της αξιοκρατίας», «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 22-11-2020.

 

-Χρυσανθάκης, Χ. (1995), «Τα κριτήρια στελέχωσης των θέσεων της Δημόσιας Διοίκησης», in Αντ. Μακρυδημήτρης (επιμ.), Προβλήματα διοικητικής μεταρρύθμισης, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.95 επ.

 

-Χρυσανθάκης, Χ. (2010), «Οι προσλήψεις και πάλι στην επικαιρότητα: ο Ν.3812/2009», ΘΠΔΔ4/2010, σ.377 επ.

 

 

«Τοτέμ» ή «ταμπού»; η υγεία και η ελευθερία στο Σύνταγμα

Τάκης Βιδάλης, ΔΝ, Επιστ. συνεργάτης Εθνικής Επιτροπή Βιοηθικής, EC expert

Φαίνεται ότι το νέο τοτέμ του ελληνικού συνταγματικού δικαίου είναι η δημόσια υγεία. Η δημόσια υγεία θεωρείται πλέον από πολλούς έγκριτους συνταγματολόγους το υπέρτατο αγαθό, μπροστά στο οποίο υποτάσσονται τα πάντα στο Σύνταγμα, ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματά μας. Τα τελευταία χρόνια η μόδα τέτοιων τοτέμ συνηθίζεται, αν θυμηθούμε λίγο παλιότερα τη «δημόσια ασφάλεια» και, με τη χρεωκοπία, την «εθνική οικονομία» ή ακόμη την «ευρωπαϊκή προοπτική». Όλα αυτά υποτίθεται ότι εκφράζουν υπερσυνταγματικές αξίες και υποστηρίζονται από σοβαρούς νομικούς, όχι μόνο στη χώρα μας…

Το άγχος για να στερεωθεί το τοτέμ της δημόσιας υγείας εν μέσω πανδημίας, είναι τέτοιο, που οι «πρόθυμοι» δεν προβληματίζονται ιδιαίτερα για το πώς το «λανσάρουν»: άλλοτε υποστηρίζουν ότι «μα, το λέει το Σύνταγμα» (όταν επικαλούνται διατάξεις, όπως στα άρθ. 5, 11, 18 ή 22), άλλοτε προτείνουν να ξεφύγουμε από τον «ατομοκεντρισμό» και να δούμε όλο το Σύνταγμα και την επιστημολογία του συνταγματικού δικαίου «αλλιώς». Μικρό το κακό, αυτά είναι λεπτομέρειες…

 

Υγεία

Τι είναι λοιπόν για το Σύνταγμα το περίφημο αγαθό της «υγείας»;

  1. Είναι, πρώτα, αντικείμενο ατομικού δικαιώματος, όπως ορίζει ρητά το άρθρο 5 παρ. 5. Αυτό σημαίνει ότι δικαιούμαστε να φροντίζουμε την υγεία μας, όπως και να μην τη φροντίζουμε: δεν μπορεί κανείς να μας εμποδίσει να πάμε στο γιατρό ή στο φαρμακείο, να πάρουμε ασπιρίνη ή να κάνουμε μια εγχείρηση, αλλά και δεν μπορεί να μας υποχρεώσει να το κάνουμε. Καμία ιατρική πράξη (διαγνωστική, προληπτική, θεραπευτική ή αισθητική) δεν επιτρέπεται να μας επιβληθεί χωρίς τη ρητή συναίνεσή μας, ύστερα από κατάλληλη πληροφόρηση (informed consent). Όταν δεν είμαστε ικανοί να εκφράσουμε συναίνεση, αυτό το κάνουν οι νόμιμοι αντιπρόσωποί μας. Ακόμη και στις επείγουσες καταστάσεις, που ίσως απειλείται η ζωή μας, ο γιατρός ενεργεί μόνος του, μόνον όταν δεν είμαστε εμείς σε θέση να πούμε τι θέλουμε ή δεν υπάρχει άλλος δικός μας να μιλήσει για λογαριασμό μας.

Το ατομικό δικαίωμα στην υγεία συνδέεται, ασφαλώς, με το έννομο αγαθό της ζωής. Κάτι περισσότερο: αποδεικνύει γιατί και η ζωή η ίδια είναι θεμελιώδες δικαίωμα κι όχι «υπέρτατη αξία» -άρα, υποχρέωσή μας-, όπως υπονοούν κάποιοι. Η άρνηση θεραπείας (treatment refusal) -με την οποία δεν συναινούμε σε ιατρικές πράξεις, ασκώντας το δικαίωμα στην υγεία- έχει ως λογικό επακόλουθο την ελεύθερη διάθεση της ζωής μας: οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ή οι απεργοί πείνας που διακινδυνεύουν τη ζωή τους, λοιπόν, ασκούν θεμελιώδες δικαίωμα, που ο γιατρός οφείλει να σέβεται ως το τέλος, όπως και τα όργανα του κράτους αν εμπλακούν (εισαγγελείς, αστυνομία κ.λπ.). Όσοι επιμένουν ότι η ζωή δεν είναι δικαίωμα, αλλά κάποιος αναγκαίος όρος που επιβάλλει η ανθρώπινη αξία, δεν κάνουν άλλο από το να ανακηρύσσουν την τελευταία σαν ένα είδος «χωροφύλακα» (“le flic dans la tete”) της συνείδησης και της ελεύθερης βούλησής μας. Αγνοούν, έτσι, ότι η ανθρώπινη αξία -όπου την προβλέπουν τα συνταγματικά κείμενα- αναλύεται μόνο σε δικαιώματα του υποκειμένου της, χωρίς να αφήνει κανένα «υπόλοιπο»: γι’ αυτό, ούτε το έμβρυο ούτε ο νεκρός αναγνωρίζονται ως υποκείμενα ανθρώπινης αξίας, αφού δεν είναι νοητό να ασκούν δικαιώματα, γι’ αυτό επίσης Συντάγματα που δεν περιλαμβάνουν καν την ανθρώπινη αξία δεν είναι λιγότερο δημοκρατικά απ’ όσα την «κατοχυρώνουν».

 

Η υγεία είναι λοιπόν, κατ’ αρχήν, περιοχή αυτοκαθορισμού, ελεύθερη από επεμβάσεις τρίτων, ακόμη κι αν αυτοί είναι οι γιατροί ή όργανα του κράτους (από τον πρωθυπουργό, ως τον τελευταίο αστυφύλακα της πολιτικής προστασίας…). Δεν χρειάζεται να θυμόμαστε ότι όλα τα παραπάνω είναι κοινός τόπος στη βιοηθική και το δίκαιο που ειδικεύεται σε τέτοια θέματα, τα τελευταία 70 χρόνια.

 

  1. Η υγεία είναι, έπειτα, αντικείμενο κοινωνικού δικαιώματος ή, διαφορετικά, καθήκοντος του κράτους, όπως ορίζει πάλι το Σύνταγμα στο άρθρο 21 παρ. 3. Το κράτος πρέπει να εξασφαλίζει μέσα για τη φροντίδα της υγείας των πολιτών, οι οποίοι δικαιούνται να προσφεύγουν σε αυτά, αν το θελήσουν, ασκώντας το ατομικό τους δικαίωμα για το οποίο κάναμε λόγο. Τα εθνικά συστήματα υγείας και η κοινωνική ασφάλιση, κατά κανόνα, αποτελούν την έκφραση αυτού του κρατικού καθήκοντος. Το κράτος μπορεί ακόμη και να μας προτρέπει για τη φροντίδα της υγείας μας (π.χ. με εκστρατείες κατά του καπνίσματος, της κατανάλωσης αλκοόλ ή τροφών με κορεσμένα λιπαρά ή με εκστρατείες εμβολιασμών), χωρίς ωστόσο να μας απειλεί με κυρώσεις, αν δεν ακολουθούμε τις προτροπές του αυτές: κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στο ατομικό μας δικαίωμα στην υγεία.

 

  1. Η υγεία, τέλος, αναγνωρίζεται και ως δημόσιο αγαθό, ως «δημόσια υγεία», που δικαιολογεί, κατά το Σύνταγμα, νόμιμους περιορισμούς ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων: του δικαιώματος κίνησης και εγκατάστασης, του δικαιώματος στην ιδιοκτησία και της ελευθερίας της εργασίας. Αυτή και μόνο τη σημασία έχουν όλα τα δημόσια αγαθά -όπως η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η εθνική ασφάλεια κ.λπ.-, που συμβαίνει να μνημονεύει το Σύνταγμα: λειτουργούν ως περιορισμοί δικαιωμάτων και, φυσικά, υπόκεινται σε «περιορισμούς των περιορισμών».

Αν ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία απειλεί τεκμηριωμένα τη δημόσια ασφάλεια, όπου η τελευταία δικαιολογεί περιορισμούς (π.χ. στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι) αυτοί προστίθενται στους προηγούμενους. Αλλά μέχρι εκεί: άλλοι περιορισμοί (στην ιδιωτική ζωή, στην ελευθερία της έκφρασης, στην οικονομική ελευθερία κ.λπ.) δεν δικαιολογούνται από το Σύνταγμα. Αν το κράτος τους θεωρεί αναγκαίους, είτε θα πρέπει να πείσει τους πολίτες να τους δεχθούν εκούσια (δηλαδή, χωρίς να απειλεί με κυρώσεις) είτε θα πρέπει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 48, αν συντρέχουν οι (αυστηροί) όροι του.

Πάντως αυτές οι προβλέψεις του Συντάγματος είναι και οι μόνες που επιτρέπουν στην κρατική εξουσία να έχει λόγο για το τι κάνουμε με την προσωπική μας υγεία, για το πώς οριοθετείται δηλαδή το ατομικό μας δικαίωμα.

 

Πανδημία

Όλα τα παραπάνω δείχνουν γιατί πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι με τα «συνταγματικά» της πανδημίας.

  1. Ασκώντας το ατομικό μας δικαίωμα στην υγεία, είμαστε κατ’ αρχήν ελεύθεροι να προφυλασσόμαστε ή όχι από τον κορωνοιό, ακολουθώντας ή όχι τις συμβουλές των ειδικών που εμείς (και μόνον) εμπιστευόμαστε (ιδίως όταν αυτές συμβεί να είναι αντιφατικές μεταξύ τους).
  2. Το δικαίωμά μας αυτό συμπληρώνεται από το καθήκον του κράτους να εξασφαλίζει την επάρκεια των αναγκαίων πόρων για να έχουν όλοι (όχι μόνον εκείνοι που νοσούν από κορωνοιό) πρόσβαση σε κατάλληλες υπηρεσίες υγείας. Όπου διαπιστώνεται ανεπάρκεια πόρων και χρειάζεται να τεθούν προτεραιότητες στην πρόσβαση ασθενών, το κράτος (η κυβέρνηση) έχει πολιτική αλλά και νομική ευθύνη (που φυσικά μπορεί να ελέγχεται και από τα δικαστήρια): αν ένας ασθενής προτιμηθεί αυθαίρετα για να εισαχθεί σε ΜΕΘ, εκείνος που παραλείφθηκε έχει αξιώσεις αποζημίωσης από το κράτος, ακόμη και σε περίοδο πανδημίας και έλλειψης δομών.
  3. Οι ειδικοί τους οποίους επικαλείται η κρατική εξουσία προκειμένου να λάβει μέτρα για την πανδημία, μπορούν φυσικά να τεκμηριώνουν τις πράξεις της, δεν «υπερέχουν» ωστόσο επιστημονικά από άλλους ειδικούς που ενδέχεται να διαφωνούν. Δεν βρίσκονται ex officio στο απυρόβλητο της επιστημονικής κριτικής, ακόμη και αν η γνώμη τους είναι ομόφωνη ή -πολύ περισσότερο- όταν συμβουλεύουν για τη λήψη μέτρων κατά πλειοψηφία.

Αυτό σημαίνει, ότι τα αρμόδια όργανα του κράτους είναι τα μόνα υπεύθυνα και πάλι για ό,τι αποφασίζεται -και όχι η «επιστήμη» γενικώς-, ακόμη και αν απλώς προσυπογράφουν τη γνώμη των υγειονομικών συμβούλων τους. Είναι επίσης υπεύθυνα για το αν πράγματι ακολουθούν, έστω, αυτή τη γνώμη: κανείς υγειονομικός που σέβεται τη δουλειά του δεν συμβουλεύει αποφυγή του συνωστισμού, με εξαίρεση τα μέσα μεταφοράς ή τους επαγγελματικούς αγώνες ποδοσφαίρου ή -το χειρότερο- τα νοσοκομεία που πολιορκούνται από τρομοκρατημένους πολίτες!

  1. Αντιμετωπίζοντας μια πανδημία, η κρατική εξουσία έχει ευρύτατη ευχέρεια από το Σύνταγμα να επιβάλλει εντονότατους περιορισμούς στην ελευθερία μας, ακόμη και για απροσδιόριστο χρόνο, έως ότου περάσει η απειλή. Οι περιορισμοί όμως αυτοί είναι υπό έλεγχο, με κριτήρια α) το αν έχουν προβλεφθεί από τυπικό ειδικό νόμο, β) το αν είναι ανάλογοι του σκοπού που επιδιώκουν και γ) το αν αφήνουν άθικτο τον πυρήνα των δικαιωμάτων που αφορούν, η έκταση του οποίου πρέπει να τεκμηριώνεται με αντικειμενικό τρόπο. Αν υποθέταμε ότι αντιμετωπίζαμε μια πανδημία πανούκλας (αντίστοιχη με αυτές που αφάνισαν στο μακρινό παρελθόν εκατομμύρια ανθρώπους) ή μια πανδημία Ebola και πάλι οι περιορισμοί αυτοί θα ήταν αρκετοί, φτάνει η εξουσία να παρέμενε σε διαρκή εγρήγορση. Τι σημαίνει αυτό συγκεκριμένα;
  2. Το στοιχείο (β) ειδικά (η αναλογικότητα) μπορεί μεν να ικανοποιηθεί με γνώμη υγειονομικού οργάνου, όμως κάτι τέτοιο δεν είναι αρκετό: είναι η κυβέρνηση που αποφασίζει κυριαρχικά για το πώς θα υλοποιηθεί η γνώμη αυτή, με τη λιγότερη δυνατή βλάβη στην ελευθερία μας.

Η αναλογικότητα εξαρτάται ιδίως από δύο παράγοντες: α) την έγκαιρη συλλογή επαρκών δεδομένων για την πανδημία με τη διενέργεια μαζικών τεστ και β) την έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος του κράτους να φροντίζει την υγεία των πολιτών επενδύοντας σε πόρους για την αντιμετώπιση της απειλής (εξασφάλιση επαρκούς αριθμού τεστ, επαρκούς υγειονομικού προσωπικού, συμβατικού νοσοκομειακού εξοπλισμού, ΜΕΘ, αναπνευστήρων κ.λπ.).

Και οι δύο αυτοί παράγοντες εξαρτώνται από πολιτικές αποφάσεις αποκλειστικά, που σηματοδοτούν ακριβώς την εγρήγορση του κράτους μπροστά στον κίνδυνο. Διότι οι υγειονομικές συμβουλές βασίζονται εξ ορισμού στη διαθεσιμότητα πόρων σε δεδομένο τόπο και χρόνο: όταν δεν διατίθενται πόροι, είναι φυσικό να συνιστώνται από τους γιατρούς περιορισμοί στην ελευθερία. Τι άλλο να μας πουν;

Συμπέρασμα

Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι η κρατική εξουσία έχει από το Σύνταγμα τρία όπλα που μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για την αντιμετώπιση όχι μόνο αυτής της πανδημίας, αλλά οποιουδήποτε κινδύνου για τη δημόσια υγεία, όσο σοβαρός κι αν είναι

  • Το όπλο της ενίσχυσης με τους αναγκαίους πόρους του συστήματος υγείας, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 3 Σ.
  • Αν δεν αρκεί αυτό, το όπλο των περιορισμών των τριών συγκεκριμένων δικαιωμάτων που προβλέπουν τα άρθρα 5, 18 και 22 Σ ή και του άρθρου 11, αν η «δημόσια ασφάλεια» αποδειχθεί ότι κινδυνεύει από τον κορωνοιό (κάτι που δεν είναι εξ ορισμού δεδομένο, αλλά χρειάζεται συγκεκριμένα τεκμήρια, αντίθετα με ό,τι συνέβη τις μέρες του Πολυτεχνείου).
  • Αν και αυτό δεν δίνει αποτελέσματα, το όπλο του άρθρου 48, που βέβαια προϋποθέτει ειδική διαδικασία για την αναστολή της άσκησης και άλλων δικαιωμάτων

Αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του κράτους (όχι των υγειονομικών συμβούλων του), αν δεν επιστρατεύει κάποιο από αυτά τα όπλα, εν όψει άλλων προτεραιοτήτων, όπως π.χ. της (εμμονικής ή ίσως φοβικής) συμμόρφωσης με διεθνείς δημοσιονομικές υποχρεώσεις (μνημονιακές απαιτήσεις) ακόμη και όταν φτάνει να κινδυνεύει η υγεία όλων μας, της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, της εκπαίδευσης, του τουρισμού, των αθλητικών δραστηριοτήτων κ.λπ. Δεν είναι λοιπόν «εμπόδιο» το Σύνταγμα: δεν μένει και τίποτε άλλο να επιτρέψει! Όλα γίνονται, αρκεί οι αρμόδιοι να αναλαμβάνουν πράγματι την ευθύνη.

 

Αυτό το τελευταίο -η ευθύνη όχι των πολιτών ή των γιατρών, αλλά του ίδιου του κράτους- ενοχλεί πολύ τους οπαδούς του τοτέμ της δημόσιας υγείας, τους κάθε προέλευσης «πρόθυμους» (συνταγματολόγους και πολιτικούς), που δεν μπορούν να δεχθούν την προτεραιότητα των συνταγματικών μας δικαιωμάτων, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.

Υπάρχει κάτι βαθύτερο εδώ, που αφορά ειδικά την ελληνική κοινότητα του συνταγματικού δικαίου (ακόμη ειδικότερα, τον Όμιλο Μάνεση): το αν πράγματι πιστεύουμε στην ισχύ των κανόνων ή, αντίθετα, σε κρυφές ή δηλωμένες πολιτικές ατζέντες, δεξιόστροφες, αριστερόστροφες, «εκσυγχρονιστικές», «πατριωτικές», «προοδευτικές», «μεταρρυθμιστικές» και πάει λέγοντας.

Η ισχύς των κανόνων μας υποχρεώνει να υποτάσσουμε τις ερμηνευτικές μας επιλογές στο αξίωμα της Ελευθερίας «του Ανθρώπου και του Πολίτη»: αυτό είναι το μόνο «ταμπού» για κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο σε μια δημοκρατική κοινωνία, ένα ταμπού που θεμελίωσε τον συνταγματισμό και που απαγορεύεται σε οποιονδήποτε (αλλά σε οποιονδήποτε!…) να το αγγίξει.

Μας υποχρεώνει, με άλλα λόγια, να επιβεβαιώνουμε επί πλέον -ακόμη και στα πολύ δύσκολα- ότι το συνταγματικό δίκαιο είναι η «τεχνική της πολιτικής ελευθερίας» και γι’ αυτό ακριβώς έχει απαιτήσεις επιστημονικού κλάδου κι όχι χαριτωμένης ρητορικής.

 

 

Αξιοκρατία και προσλήψεις

Απόστολος Ι. Πατατόλιας, Δρ Δημοσίου Δικαίου, σύμβουλος ΑΣΕΠ
ΜΕΡΟΣ 1ο – Η «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ»

Tο αξιοκρατικό ιδεώδες γνωρίζει τις τελευταίες δεκαετίες μια συστηματική αμφισβήτηση που αντανακλά ένα συνολικότερο πρόβλημα νομιμοποίησης του συστήματος κατανομής των θέσεων και των πόρων στις σύγχρονες δημοκρατίες. Στην πραγματικότητα, όσο αποκλείονται μεγάλες μάζες του πληθυσμού από τα αγαθά της εκπαίδευσης, της πρόνοιας, της απασχόλησης και των θέσεων ευθύνης, τόσο περισσότερο διαψεύδεται η «δημοκρατική υπόσχεση» της αξιοκρατίας για κοινωνική ανέλιξη και κινητικότητα.

Αυτός είναι ο λόγος που ο Ντ. Τραμπ δεν δίσταζε να αυτοπαρουσιαστεί το 2016 ως ο «υποψήφιος πρόεδρος ενάντια στην αξιοκρατία», που ανταμείβει τους ανθρώπους αποκλειστικά βάσει των ικανοτήτων και των πτυχίων τους, συνθλίβοντας όσους δεν έχουν τα «προσόντα» να επιβιώσουν στον ανελέητο ανταγωνισμό. Αυτή τη δυσανεξία έναντι των «άξιων» ελίτ, που συμβόλιζαν τα στεγανά στην εκπαίδευση, την αγορά εργασίας και τη διοικητική λειτουργία, προσπαθούσε να διασκεδάσει και ο Μπ. Ομπάμα στην πρώτη του προεκλογική καμπάνια, όταν τόνιζε την αυξημένη ευθύνη των «άξιων» και «επιτυχημένων» να νοιαστούν για τους λιγότερο ευνοημένους συμπολίτες τους.

Στη χώρα μας, αντιθέτως, εκδηλώνεται, στην κορύφωση της πανδημικής κρίσης, μια τάση επιστροφής στο κλασικό αξιοκρατικό ιδεώδες, με το νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών για την αλλαγή του «νόμου Πεπονή» να προβάλλεται ως μια ιστορική μεταρρύθμιση που αποκαθιστά την «αξιοκρατία» και τις «ίσες ευκαιρίες» στις προσλήψεις του Δημοσίου. Πρόκειται για πρωτοβουλία με σημαίνουσες ιδεολογικές-αξιακές προεκτάσεις, που είναι σκόπιμο να αναδειχθούν στον δημόσιο διάλογο, καθόσον απηχούν διακριτές αντιλήψεις περί αξιοκρατίας και εμπνέουν διαφορετικές τοποθετήσεις «επί της αρχής» του νομοσχεδίου.

Στο ιδεώδες της αρχαιότητας, «αξιοκρατία» είναι η λειτουργία της πολιτείας να τοποθετεί κατάλληλα τους πολίτες, προκειμένου ο καθένας να επιτελεί το δικό του έργο σε ένα λειτουργικό σύνολο. Στη φιλελεύθερη αντίληψη, η «αξιοκρατία» υποδηλώνει τη διαφορετική ανταμοιβή των ανθρώπων ανάλογα με τα χαρίσματά τους.

Στο πρώιμο δημοκρατικό ιδεώδες, οι δημόσιες θέσεις επιφυλάσσονται σε όσους διακρίνονται σε συνθήκες ίσων ευκαιριών για το ταλέντο και την προσπάθειά τους. Στη βιομηχανική εποχή, τέλος, η «αξιοκρατία» παραπέμπει στη διάγνωση της «καταλληλότητας», δηλαδή τη συσχέτιση των προσωπικών ικανοτήτων με τα καθήκοντα μιας θέσης, ενώ «άξιος» θεωρείται εκείνος που συμβάλλει περισσότερο στην καλή λειτουργία μιας οργάνωσης.

Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι το αξιοκρατικό ιδεώδες υπόκειται σε πολλαπλές ιδεολογικο-πολιτικές αναγνώσεις. Αλλιώς το αντιλαμβάνονται οι νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και αλλιώς η σύγχρονη προοδευτική σκέψη. Για τον νεοφιλελευθερισμό, η «αξιοκρατική αρχή» εξαντλείται στην ανταμοιβή της επίδοσης ή της αριστείας, παραβλέποντας ή θεωρώντας φυσικές τις ανισότητες που επιδρούν στην «αξία» του καθενός.

Οι σύγχρονες εξελίξεις μάς καλούν, αντιθέτως, να επαναπροσδιορίσουμε την αξιοκρατία όχι μονοσήμαντα ως δικαιολογημένη μορφή ανισότητας, αλλά και ως θεμέλιο μιας δικαιότερης κατανομής των θέσεων. Αυτή η «δίκαιη» ή «αλληλέγγυα αξιοκρατία» δεν εξαντλείται στις τυπικά «ίσες ευκαιρίες», αλλά εμπλουτίζεται με τις θετικές δράσεις της πολιτείας που ισοσκελίζουν την υστέρηση όσων εμποδίζονται από φυσικά ή κοινωνικά αίτια να συμμετέχουν ισότιμα στον ανταγωνισμό. Αποδίδει έμφαση στα «θετικά κοινωνικά μέτρα» (υποτροφίες, πρόσθετη στήριξη) που επιτρέπουν στους «άξιους» υποψηφίους να ξεπεράσουν τα μειονεκτήματα της καταγωγής τους, ενώ επιβάλλει και την απευθείας επιλογή όσων (ευάλωτες ομάδες) δεν θα είχαν ποτέ την ευκαιρία να αποδείξουν τις ικανότητές τους.

Ενα δίκαιο αξιοκρατικό σύστημα επιλογής αξιοποιεί κάθε δυνατή τεχνική της οργανωσιακής ψυχολογίας ή της διοικητικής επιστήμης, προκειμένου να διαγνώσει τις πολύμορφες ικανότητες των υποψηφίων και να κατανείμει ορθολογικά τα καθήκοντά τους. Στο σύστημα αυτό, τα κριτήρια της «αξίας» υπερβαίνουν το ανταγωνιστικό πρότυπο της αγοράς και ανταμείβουν εξίσου τις «κοινωνικές ικανότητες» των υποψηφίων, όπως η συνεργατικότητα, η προσαρμοστικότητα ή η καταλληλότητά τους να προασπίζουν το δημόσιο συμφέρον.

Μια ατομικιστική έννοια όπως η «προσωπική αξία» εμβολιάζεται από τις διανεμητικές αξίες της αλληλεξάρτησης και της αμοιβαιότητας, ενώ η «αξιοκρατία», εκτός από την εύνοια στους ταλαντούχους, επεκτείνεται και στις «εγγυήσεις σταδιοδρομίας» όσων διαθέτουν λιγότερους πόρους στην κοινωνία. Οι αντιλήψεις της επιβράβευσης του ταλέντου και της αριστείας συνδυάζονται έτσι με τις εξισωτικές πολιτικές των «ελάχιστα εγγυημένων ικανοτήτων», που μεριμνούν για τους αδύναμους κρίκους της «πάλης των θέσεων», ιδίως σε περιόδους έντονης κοινωνικής διακινδύνευσης όπως σήμερα.

Είναι σαφές ότι η επιδίωξη της αξιοκρατίας αφήνει τον δρόμο ανοιχτό σε εναλλακτικές και συχνά αντικρουόμενες επιλογές στο επίπεδο των δημόσιων πολιτικών για τις προσλήψεις. Το ποια αντίληψη περί αξιοκρατίας υπηρετεί η προτεινόμενη μεταρρύθμιση θα εξεταστεί στο επόμενο σημείωμά μας. Εν τω μεταξύ, ας διατυπώσουμε την ευχή να μην υποτιμηθεί στην εν εξελίξει διαβούλευση το αξιακό και ιδεολογικό πρόσημο των αλλαγών χάριν μιας τεχνικής – αφυδατωμένης ή μιας συγκυριακής – μικροπολιτικής προσέγγισής τους από τις κοινοβουλευτικές δυνάμεις και τους κοινωνικο-επιστημονικούς φορείς της χώρας.

Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών

Το φαινόμενο της “Τεχνολογικής Ανεργίας”: Προβληματικές πτυχές της “Τεχνολογικής Επανάστασης”

Προκόπιος Παυλόπουλος, τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Κύρια σημεία ομιλίας του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Προκοπίου Παυλοπούλου, κατά την διαδικτυακή συζήτηση που οργάνωσε ο φορέας «ARGO Brussels Hellenic Network», με θέμα: «Το φαινόμενο της “Τεχνολογικής Ανεργίας”: Προβληματικές πτυχές της “Τεχνολογικής Επανάστασης”»

 

Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος μίλησε στην Διαδικτυακή Συζήτηση που οργάνωσε ο φορέας «ARGOBrussels Hellenic Network», με θέμα: «Το φαινόμενο της “Τεχνολογικής Ανεργίας”: Προβληματικές πτυχές της “Τεχνολογικής Επανάστασης”». Στο πλαίσιο της ομιλίας αυτής ο κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«Η σχέση του σύγχρονου Ανθρώπου με την Τεχνολογία και τα επιτεύγματά της, κατεξοχήν δε τα τελευταία χρόνια, είναι γεμάτη αντιφάσεις,  που τις δημιουργούν από την μια πλευρά η, καθ’ όλα δικαιολογημένη, «υπερηφάνεια» του δημιουργού απέναντι στα δημιουργήματά του, απόρροια του «φαουστικού» χαρακτήρα του Δυτικοευρωπαϊκού Πολιτισμού, ο οποίος εκφράζεται και με τον πόθο για το άπειρο. Και, από την  άλλη πλευρά, το δέος και ο συνακόλουθος φόβος απέναντι στα δημιουργήματα αυτά. Οι ίδιες ως άνω αντιφάσεις, οι εκφάνσεις τους και οι αιτίες τους εξηγούν και το πώς και γιατί ο σύγχρονος Άνθρωπος δεν καταφέρνει πάντοτε να «ισορροπήσει» κατά την στάθμιση των επιπτώσεων της τεχνολογικής προόδου,  ειδικότερα δε κατά την στάθμιση των θετικών και των αρνητικών της πλευρών.

Α. Η βασική και στοιχειώδης παραδοχή συνίσταται στο ότι η Τεχνολογία αποτελεί ένα από τα «ευγενέστερα» επιτεύγματα του Πνεύματος.

  1. Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο στην εποχή της «Τεχνολογικής Επανάστασης», η οποία συντελέσθηκε κατά το τελευταίο τρίτο του περασμένου αιώνα, του 20ου, δια της σύζευξης της Πληροφορικής και της Τεχνητής Νοημοσύνης, και αποκτά ολοένα και πιο συγκλονιστικές διαστάσεις μετά την εμφάνιση του κβαντικού υπολογιστή, που οι πλήρεις δυνατότητές του δεν έχουν ακόμη ανιχνευθεί στο ακέραιο.
  2. Οπωσδήποτε, αυτή η θετική όψη της τεχνολογικής προόδου δεν μπορεί -και δεν πρέπει άλλωστε- να κρύψει τις «σκοτεινές» πλευρές της. «Σκοτεινές», με την έννοια ότι δημιουργούν παρενέργειες σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη δημιουργία εν συνόλω, κατά τον φυσικό προορισμό του Ανθρώπου. Και εδώ όμως πρέπει να επισημανθεί ότι αυτές οι παρενέργειες δεν οφείλονται τόσο στην «φυσιογνωμία» της Τεχνολογίας, κατά την επιστημονική της καταγωγή και προοπτική. Οφείλονται πολύ περισσότερο στον τρόπο, με τον οποίο ο ίδιος ο Άνθρωπος προσεγγίζει και χρησιμοποιεί την Τεχνολογία, είτε υπερτιμώντας τα αποτελέσματά της είτε υποτιμώντας την «δοσολογία» εμπλοκής της στην καθημερινή ζωή.

Β. Μια από αυτές τις αρνητικές πλευρές της εξέλιξης της Τεχνολογίας στην εποχή μας είναι και εκείνη που αφορά την λεγόμενη «Τεχνολογική Ανεργία».

  1. Πρόκειται για την ιδιόμορφη -και άκρως επικίνδυνη, για τους λόγους που εκτίθενται στην συνέχεια- ανεργία, η οποία οφείλεται κυρίως στην, πρωτίστως και ιδίως εξαιτίας της αυτοματοποίησης του εργασιακού χώρου, συρρίκνωση των θέσεων εργασίας, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες, τόσο γι’ αυτούς που χάνουν την εργασία τους στην κορύφωση, πολλές φορές, της σταδιοδρομίας τους
  2. Το φαινόμενο της «Τεχνολογικής Ανεργίας» δεν είναι τόσο νέο, όσο το προσλαμβάνουμε σήμερα, σίγουρα «αιφνιδιασμένοι» από τις διαστάσεις που έχει πάρει και από τις επώδυνες συνέπειες των επιπτώσεών του. Ήδη από το 1930, σε μιαν άκρως οξυδερκή μελέτη του στο περιοδικό «The Nation» -το «μακροβιότερο» εβδομαδιαίο περιοδικό στις ΗΠΑ, με χρόνο έκδοσης το 1865- υπό τον τίτλο «Economic Possibilities for our Grandchildren», ο John Maynard Keynes παρατηρούσε: «Ταλαιπωρούμεθα από μια νέα ασθένεια, της οποίας πολλοί δεν έχουν ακούσει καν το όνομα, αλλά για την οποία θ’ ακούσουν πάρα πολλά στα χρόνια που έρχονται: Την «Τεχνολογική Ανεργία»!»

Γ. Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός, ότι η σύγχρονη τεχνολογική πρόοδος έχει σαφώς ευεργετικές επιπτώσεις όσον αφορά το πεδίο της ανθρώπινης εργασίας.

  1. Επιπτώσεις, οι οποίες σχετίζονται, π.χ., τόσο με το γενικότερο εργασιακό περιβάλλον -το οποίο γίνεται, τουλάχιστον κατά κανόνα, μεταξύ άλλων ασφαλέστερο και πιο υγιεινό- όσο και, κυρίως, με την φύση και την ποιότητα των θέσεων εργασίας. Πραγματικά, δημιουργούνται καθημερινά νέες θέσεις εργασίας πολύ υψηλού επιπέδου, κατεξοχήν σε ό,τι αφορά το μορφωτικό επίπεδο των εργαζομένων.
  2. Όμως, είναι εξίσου αλήθεια ότι αυτή η πρόοδος ως προς τα τρέχοντα εργασιακά δεδομένα έχει και την άλλη όψη της, της οποίας τα δυσμενή αποτελέσματα επίσης ουδείς μπορεί να παραγνωρίσει και, πολύ περισσότερο, να υποτιμήσει. Και τούτο διότι η ως άνω πρόοδος συνεπάγεται, εκ των πραγμάτων, σημαντική απώλεια θέσεων εργασίας, αφού πολλές τέτοιες θέσεις χάνουν την παραγωγική τους χρησιμότητα δοθέντος ότι, λόγω των εξελίξεων της Πληροφορικής και κυρίως της Τεχνητής Νοημοσύνης, ο ανθρώπινος παράγοντας στα πεδία των θέσεων αυτών τίθεται σ’ ένα είδος «περιθωρίου.
  3. Εργαζόμενοι οι οποίοι, υπό τις συνθήκες αυτές, είχαν επενδύσει πολύ χρόνο, κόπο και οικονομικά μέσα για την κατοχύρωση της εργασιακής τους σταθερότητας και, ακόμη περισσότερο, είχαν «οικοδομήσει» έναν τρόπο κοινωνικής και οικονομικής ζωής, ο οποίος, σχεδόν από την μια στιγμή στην άλλη, καταρρέει, οδηγώντας τους σ’ ένα πραγματικά εφιαλτικό αδιέξοδο.

Δ. Υπό τα δεδομένα αυτά αποκτά εξαιρετική επικαιρότητα η διαπίστωση του Yuval Noah Harari, στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «21 Lessons for the 21st Century» εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2018), σύμφωνα με την οποία στην σύγχρονη Φιλελεύθερη Δημοκρατία – ο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι, βεβαίως, η κατά κυριολεξία εκμετάλλευση του Ανθρώπου από τον Άνθρωπο, όπως είχε φαντασθεί ο Karl Marx.

  1. Σήμερα πια, και με τα κατά τ’ ανωτέρω τεχνολογικά και οικονομικά δεδομένα, ο μεγάλος κίνδυνος είναι η περιθωριοποίηση του Ανθρώπου, ως παράγοντα της κοινωνικής και οικονομικής δημιουργίας και παραγωγής. Η ανάλυση που προηγήθηκε πρέπει να προβληματίσει ακόμη περισσότερο, αν αναλογισθούμε ότι αυτές οι επιπτώσεις της κατά τ’ ανωτέρω «Τεχνολογικής Ανεργίας» μπορούν να εξηγήσουν εύγλωττα την ατμόσφαιρα μελαγχολίας ή και κατάθλιψης, η οποία αρχίζει να κυριαρχεί σ’ ευρύτερες, δυστυχώς, κοινωνικές ομάδες σε πολλά σημεία του Πλανήτη.
  2. Το ζοφερό αυτό κλίμα εξωθεί, εκ των πραγμάτων, τον πληττόμενο από αυτές τις συνθήκες ζωής Άνθρωπο σε νοοτροπίες και συμπεριφορές άκρως υπονομευτικής, κοινωνικώς, ριζοσπαστικοποίησης. Και είναι προφανές ότι τέτοιες νοοτροπίες και συμπεριφορές οδηγούν, κυρίως τους νέους, π.χ. σε τάσεις είτε αμφισβήτησης κάθε μορφής πολιτικής εξουσίας, ακόμη και της πιο νομιμοποιημένης δημοκρατικώς, λόγω της ανικανότητάς της να εγγυηθεί στοιχειώδεις συνθήκες αξιοκρατικής συνοχής του κοινωνικού συνόλου.  Είτε προσήλωσης σε, «νεότευκτα» διεθνώς, αυταρχικά πρότυπα ηγεσίας, τα οποία -πολλές φορές μάλιστα με την «λεοντή» του φιλελεύθερου δημοκρατικού προτύπου- εμφανίζονται, δήθεν, να «κήδονται των συμφερόντων και του μέλλοντος του ανθρώπινου δυναμικού, που αισθάνεται θύμα της «Τεχνολογικής Ανεργίας», υπό την προμνημονευόμενη μορφή και με τις εντεύθεν επώδυνες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις.
  3. Αυτή την εικόνα «μετάβασης» από την μελαγχολία στην κατάθλιψη, καθώς και το συνακόλουθο φαινόμενο της ριζοσπαστικοποίησης των ανθρώπων, λόγω της απώλειας της εργασίας τους ως συνέπειας της «Τεχνολογικής Ανεργίας», έχει περιγράψει, με γλαφυρό τρόπο, ο James D. Vance, στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Το τραγούδι του Χαλιμπίλη» (Ελλ. έκδ. Δώμα, 2018): Ένας εξαιρετικά επιτυχημένος δικηγόρος στις Η.Π.Α., ο ίδιος ο James D. Vance, απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Yale, καταγράφει την πορεία του από την απόλυτη φτώχεια των παιδικών του χρόνων- αρχικώς σε μια πόλη του Οχάϊο στην «Ζώνη της Σκουριάς», και ύστερα στο Τζάκσον του Κεντάκι, της περιοχής των Απαλαχίων- ως την σημερινή του καταξίωση που, όμως, θεωρεί απλή σύμπτωση. Διότι οι «Χαλιμπίλιδες» -«λευκά σκουπίδια»- των Μεσοδυτικών Πολιτειών των Η.Π.Α. ζουν, κατά κανόνα, λόγω της αποβιομηχάνισης και της εντεύθεν «Τεχνολογικής Ανεργίας», υπό συνθήκες αφόρητης ανέχειας. Ανέχειας, η οποία τους οδηγεί, πολλές φορές στην παραίτηση και στην εγκατάλειψη που καταλήγει, συνήθως, σε θυμό ή και σε οργή. Και η πρόσφατη προεκλογική περίοδος στις Η.Π.Α., με τον τρόπο που εξελίχθηκε -ιδίως δε με την πρωτόγνωρη αντιπαράθεση των οπαδών των δύο υποψηφίων Προέδρων και, κυρίως, με την συμπεριφορά πολλών ομάδων ψηφοφόρων του Ντόναλντ Τραμπ- «βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές».

Ε. Είναι επίσης προφανές ότι για την αντιμετώπιση αυτής της καταθλιπτικής πορείας των πληττόμενων από την «Τεχνολογική Ανεργία» κοινωνικών συνόλων πρέπει να γίνουν αμέσως σταθερά βήματα αναπλήρωσης των χαμένων θέσεων εργασίας στα εξής πεδία:

  1. Πρώτον, στο πεδίο της εκπαίδευσης, δηλαδή στο πεδίο που διαμορφώνει τις γνώσεις, τις οποίες πρέπει να έχουν οι νέοι που θ’ αναζητήσουν την πρώτη τους, ουσιαστικά, εργασία. Εκπαίδευσης, η οποία σχετίζεται όχι μόνο με την επιστημονική αλλά και με την εν γένει εργασιακή προετοιμασία. Σε αυτό το πεδίο -στο οποίο, δυστυχώς, οι καθυστερήσεις είναι δραματικές όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση γενικότερα- η εκπαίδευση πρέπει να κατατείνει, κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της, στην μόρφωση των νέων με γνώμονα την εξ αρχής προετοιμασία τους για τις νέες θέσεις εργασίας, που αντιστοιχούν στα δεδομένα της εν διαρκή εξελίξει «Τεχνολογικής Επανάστασης».
  2. Και, δεύτερον, στο πεδίο της επανεκπαίδευσης. Δηλαδή στο πεδίο διαμόρφωσης των γνώσεων, τις οποίες πρέπει ν’ αποκτήσουν, το ταχύτερο δυνατό, όσοι χάνουν την εργασία τους λόγω της εξέλιξης της «Τεχνολογικής Επανάστασης». Τούτο προϋποθέτει μακροπρόθεσμης εμβέλειας προγράμματα επανεκπαίδευσης, όσο το δυνατόν βραχύτερης διάρκειας, με παράλληλη ουσιαστική χρηματοδότηση του εκπαιδευόμενου καθ’ όλη την διάρκεια της νέας αυτής «μαθητείας» του.

Η «Τεχνολογική Ανεργία» δεν συνιστά μοιραία -με άλλα λόγια νομοτελειακή- παρενέργεια της τεχνολογικής προόδου.  Είναι μεν γεγονός ότι η πρόοδος αυτή προκαλεί και σημαντική -και ραγδαίως, δυστυχώς, εξελισσόμενη- απώλεια θέσεων εργασίας σε πολλούς τομείς απασχόλησης, οι οποίοι μας είναι εξαιρετικά οικείοι από το παρελθόν.  Ταυτοχρόνως δε -και συνακόλουθα- διαμορφώνει ένα βαρύ κλίμα αβεβαιότητας και περιθωριοποίησης των μελών κάθε κοινωνικού συνόλου, τα οποία είναι τα θύματα της ως άνω συγκλονιστικής κοινωνικής και οικονομικής αλλαγής.  Και τούτο διότι τίποτα δεν μας εμποδίζει να χρησιμοποιήσουμε τα νέα μέσα της τεχνολογικής προόδου, προκειμένου οι θέσεις εργασίας που χάνονται ν’ αντικατασταθούν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, με νέες, και μάλιστα εξαιρετικά παραγωγικές.»