Author Archives: editor

14 Συνταγματολόγοι για τη μήνυση Θάνου κατά Τσακυράκη

Οι κκ. Ν.Κ. Αλιβιζάτος, Σπ. Βλαχόπουλος, Γιώργος Γεραπετρίτης,  Γιάννης Δρόσος, Ιφιγ. Καμτσίδου, Ξεν. Κοντιάδης, Λίνα Παπαδοπούλου, Αντώνης Μανιτάκης, Παν. Μαντζούφας,  Αντώνης Παντελής, Γιάννης Τασόπουλος, Γιώργος Σωτηρέλης, Φίλιππος Σπυρόπουλος και Πηνελόπη Φουντεδάκη,  καθηγητές και αναπληρωτές καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης και το Πάντειο Πανεπιστήμιο,  έκαναν την ακόλουθη δήλωση:
 
1. Με θλίψη πληροφορηθήκαμε ότι η κ. Βασιλική Θάνου, Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, υπέβαλε μήνυση κατά του συναδέλφου μας καθηγητού Σταύρου Τσακυράκη, για ανάρτηση στην οποία είχε προβεί πέρσι στην προσωπική ιστοσελίδα του. Σε αυτήν ασκούσε κριτική στην κ. Θάνου  για επιστολή που είχε αποστείλει μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου,  στους προέδρους  Ανώτατων Δικαστηρίων ευρωπαϊκών χωρών, «επεξηγώντας» την ψήφο του ελληνικού λαού. Σημειωτέον ότι   η ίδια  είχε δώσει στη δημοσιότητα την επιστολή αυτή.
 
2. Ως καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πώς είναι δυνατόν δικαστικός λειτουργός -και μάλιστα ανώτατος-  να θεωρεί ότι η άσκηση κριτικής σε πρόσωπο που κατέχει δημόσιο αξίωμα συνιστά αξιόποινη πράξη. Κατά την πάγια σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Στρασβούργου,  εκφράσεις ασύγκριτα βαρύτερες από τις λέξεις «αφελής» και «πολιτικάντης», που χρησιμοποίησε ο συνάδελφος, έχουν κριθεί ότι συνιστούν καθ' όλα θεμιτή κριτική.
 
3. Αλλά και στη  χώρα μας, από το 1934, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία, δεν περιορίζεται μόνο στα πανεπιστήμια,   αλλά περιλαμβάνει και το δικαίωμα των πανεπιστημιακών καθηγητών να διατυπώνουν άποψη για ζητήματα  της αρμοδιότητάς και στα μέσα ενημέρωσης.
 
4. Είκοσι και πλέον έτη μετά την κατάργηση του αδικήματος της   περιύβρισης αρχής,  παρωχημένου εδώ και πολλές δεκαετίες  σε όλες τις ώριμες δημοκρατίες,  η ενέργεια της κ. Θάνου θέτει επί πλέον και ένα ζήτημα λειτουργίας του πολιτεύματος και  του κράτους δικαίου. Διότι, προερχόμενη από εν ενεργεία Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, η μήνυσή της θέτει σε διακινδύνευση και αυτήν ακόμη την ελευθερία των δικαστών να διαμορφώσουν και διατυπώσουν αβίαστη κρίση, ακόμη και δικανική. Η διακινδύνευση αυτή καθίσταται ακόμη πιο έντονη ενόψει του ότι η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου,  σύμφωνα με διάταξη νόμου που ψηφίσθηκε όλως πρόσφατα, μπορεί μόνη να προβεί σε πειθαρχική  δίωξη δικαστών
 
5. Οι υπογράφοντες εκφράζουμε την αμέριστη συμπαράστασή μας προς τον συνάδελφό μας και την ελπίδα ότι, ύστερα από ωριμότερη σκέψη, η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου θα πράξει αυτό που σε μια δημοκρατική πολιτεία επιβάλλει το αξίωμά της, δηλαδή  αποσύρει πάραυτα την νομικά αστήρικτη και σε κάθε περίπτωση  ηθικά ελεγκτέα μήνυσή της.
 
Αθήνα, 25 Φεβρουαρίου 2016

State Transformation and the European Integration Project: Lessons from the financial crisis and the Greek paradigm

Evangelos Venizelos, former Deputy Prime Minister of Greece (2011–12, 2013–15), Minister of Foreign Affairs (2013–15), Minister of Finance (2011–12), Minister of Defence (2009–11) and former Leader of PASOK (2012–15). He currently serves as a member of the Greek parliament and is Professor of Constitutional Law at the Aristotle University of Thessaloniki.

Summary:

The financial crisis that erupted in the eurozone not only affected the EU’s financial governance mechanisms, but also the very nature of state sovereignty and balances in the relations of member states; thus, the actual inequalities between the member states hidden behind their institutional equality have deteriorated. This transformation is recorded in the case law of the Court of Justice of the European Union and the member states’ constitutional courts, particularly in those at the heart of the crisis, with Greece as the most prominent example.

It is the issue of public debt (sovereign debt) of the EU member states that particularly reflects the influence of the crisis on state sovereignty as well as the intensely transnational (intergovernmental) character of European integration, which under these circumstances takes the form of a continuous, tough negotiation. The historical connection between public debt (sovereign debt) and state sovereignty has re-emerged because of the financial crisis. This development has affected not only the European institutions, but also, at the member state level, the actual institutional content of the rule of law (especially judicial review) and the welfare state in its essence, as the great social and political acquis of 20th century Europe. From this perspective, the way that the Greek courts have dealt with the gradual waves of fiscal austerity measures and structural reforms from 2010 to 2015 is characteristic. The effect of the financial crisis on the sovereignty of the member states and on the pace of European integration also has an impact on European foreign and security policy, and the correlations between the political forces at both the national and European level, thus producing even more intense pressures on European social democracy. In light of the experience of the financial crisis, the final question is whether the nation state (given the large real inequalities among the EU member states) currently functions as a brake or as an engine for future European integration.

You may read the whole essay on CEPS website here

Νίκου Κ. Αλιβιζάτου, Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι. Πολιτικοί, διανοούμενοι και η πρόκληση της εξουσίας, εκδ. Πόλις 2015

Παρουσίαση: Νικόλας Σεβαστάκης, Άρης Στυλιανού, Γιώργος Καραβοκύρης

 

Νικόλας Σεβαστάκης, Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ

Mιλάμε για ένα βιβλίο που αποθησαυρίζει τον κριτικό παρεμβατικό στοχασμό σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών. Παρουσιάζοντας πορτρέτα πολιτικών και λογίων αλλά και προβληματισμούς για θέματα του δημόσιου χώρου της πολιτικής και των θεσμών. Μα την ίδια στιγμή για ένα βιβλίο αναστοχασμού από όπου δεν απουσιάζουν οι προσωπικοί εξομολογητικοί τόνοι. Ο συγγραφέας του είναι μέτοχος στα συλλογικά πάθη του καιρού του και ωρίμασε πνευματικά σε αυτό που συνηθίσαμε να αποκαλούμε Μεταπολίτευση.

Ένας από τους «συνομιλητές» του Αλιβιζάτου στην πολιτική και πνευματική μας ιστορία, ο μεταπολεμικός συγγραφέας Ρόδης Ρούφος, έγραφε:

Το παρελθόν δεν αλλάζει, μπορεί όμως ν’ αλλάξει ο τρόπος που το βλέπουμε. Καιρός να το δούμε με νηφάλια, κριτική ματιά και, όσο γίνεται, με διάθεση κατανόησης και συγνώμης για τα σφάλματα, ακόμη και για τα εγκλήματα που κάναμε.

Ο  Αλιβιζάτος μοιάζει να εμπνέεται από την πιο πάνω ρήση την οποία άλλωστε παραθέτει στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του: διεκδικεί με τη σειρά του μια νηφάλια και «κατανοητική» ματιά σε έργα και μορφές της νεοελληνικής ιστορίας. Αναζητεί τις κινητήριες ιδέες, τους λόγους δράσης, τις δυνατές και τις αδύναμες στιγμές κάποιων προσωπικοτήτων στην αναμέτρησή τους με –δύσκολες, κατά τεκμήριο- περιστάσεις. Και έχω την αίσθηση ότι σε όλα αυτά τα κείμενα γίνεται προσπάθεια να βρεθεί η σωστή απόσταση: όχι κάποια ιδεώδης μεσότητα ανάμεσα στον έπαινο και στην επίκριση, στη θετική αποτίμηση και στην αρνητική αξιολόγηση αλλά κάτι διαφορετικό:  μια πράξη συγγραφικής δικαιοσύνης απέναντι στις πολλαπλές μεταμορφώσεις της ιστορίας και στα, ούτως ή άλλως, αντιφατικά αποτυπώματα των εκάστοτε πρωταγωνιστών της. 

Πολλά θα μπορούσε να σκεφτεί και να πει κανείς εδώ για τα κριτήρια ή για τους λόγους της επιλογής του ενός ή του άλλου προσώπου σε αυτή την πινακοθήκη. Ή για το ποια προβλήματα αγγίζει ο συγγραφέας και ποια ίσως τα αφήνει ασχολίαστα. Γιατί ο τάδε και όχι ο δείνα; Γιατί, λόγου χάρη, ο Θεοτοκάς κι όχι ο Σεφέρης των Δοκιμών;. Γιατί ο Πουλιόπουλος και όχι ο Ζαχαριάδης, που στο κάτω κάτω οι επιλογές του βάρυναν τραγικά στην μεταπολεμική Ιστορία και όχι απλώς στα πάθη του κομμουνιστικού κινήματος; Γιατί να «απουσιάζει» ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος από την αστική ή ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης από τη σοσιαλδημοκρατική παράδοση, έτσι όπως τις ανασυγκροτεί, εξ ανάγκης με τις μεροληψίες του δικού του βλέμματος, ο συγγραφέας;

Νομίζω πως αυτά τα «γιατί» που μπορεί να απευθύνει κανείς στον συγγραφέα δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα. Διότι, αν καταλαβαίνω καλά, η στόχευση του δεν είναι εδώ μια, εκ του πλαγίου, εξιστόρηση των πολιτικών ή πνευματικών διαμαχών οι οποίες καθόρισαν την ελληνική δημόσια ζωή από τον Καποδίστρια μέχρι τα δικά μας χρόνια του Μνημονίου. Αυτό που διακρίνω εγώ διαβάζοντας τα κείμενα ετούτα είναι η ανίχνευση κομβικών ερωτημάτων που όλα τους σχεδόν περιστρέφονται γύρω από το γνωστό (και συχνά κακοποιημένο) δίπολο που μας έμαθε ο Μαξ Βέμπερ: τη διάκριση ανάμεσα σε μια ηθική της πεποίθησης  και σε μια ηθική της ευθύνης με αιχμή τον υπολογισμό των συνεπειών της εκάστοτε «τοποθέτησης» σε σύνθετα και απαιτητικά περιβάλλοντα.

Πιο απλά: τί συναντούν καθοδόν οι προθέσεις, πολιτικών ή διανοουμένων, όταν «προσκρούουν» στο σκληρό υλικό των συσχετισμών δύναμης, σε οικονομικές και θεσμικές μαύρες τρύπες ή σε αντιστάσεις από την κοινωνία, τις παραδόσεις και ισχυρούς θεσμούς όπως η Εκκλησία; Με ποιο τρόπο η περίφημη «πολιτική βούληση» μπορεί να αφυπνίζει λανθάνουσες δυνατότητες, μεταρρυθμιστικές και χειραφετητικές, ή αντιθέτως να οδηγεί στην παρανάγνωση των δεδομένων της συγκυρίας; Ποια τέρατα εκτρέφει ο βολονταρισμός και ποιους κινδύνους έχει η αβουλία και η αναποφασιστικότητα όταν πρέπει να κάνει κανείς μεταρρυθμίσεις;

Δεν θα αναφερθώ εδώ σε κάποιον από τους σταθμούς- πρόσωπα ή «θέματα» που ανιχνεύονται στο βιβλίο. Θα σταθώ περισσότερο στη σχέση που φαίνεται να απασχολεί τον Αλιβιζάτο στα περισσότερα από αυτά τα κείμενα: στη σχέση του διανοούμενου με την πολιτική. Ο χρόνος και η φύση της παρουσίασης δεν επιτρέπουν να πάμε στο πρωταρχικό πρόβλημα του ορισμού. Τη διασάφηση του ποιοι είναι διανοούμενοι, το γνωστό και ήδη αρκετά παλιό θέμα μιας διαμάχης από κοινωνιολόγους, ειδικούς του πολιτισμού και κοινωνικούς κριτικούς. Θα μπορούσαμε ας πούμε να δανειστούμε τους τρεις χαρακτηρισμούς του τίτλου, για να «εντοπίσουμε» αντίστοιχες κλίσεις της διανόησης;

Να διακρίνουμε δηλαδή τρεις κλίσεις/ πρακτικές της διανόησης:

Μια πραγματιστική

Μια δημαγωγική

Και μια ονειροπόλα ή, καλύτερα, μια οραματική και προφητική κλίση;

Ξέρουμε καλά ότι επιζεί  και είναι πολύ ισχυρή η ιδέα ότι ο διανοούμενος είναι ή πρέπει να κινείται κάπου στο οραματικό και προφητικό πεδίο. Να λειτουργεί ας πούμε ως κοσμικός προφήτης ή κοινωνικός κριτικός με πρόθεση ηθικής διόρθωσης της κοινωνίας. Σε ρωτούν ας πούμε: τι βλέπετε λοιπόν κύριε Καθηγητά; Τι θα γίνει με τη χώρα; Τι λέτε εσείς; Όταν βέβαια τους απαντάς αποκαλύπτοντας περισσότερες απορίες ως προς το που θα καταλήξει το έργο, σε κοιτάζουν με κάποια απογοήτευση. Άλλο ήθελαν ή δεν κάνεις καλά τη δουλειά αν δεν προσφέρεις οδικούς χάρτες νοήματος στα πάντα, από την κρίση των κομμάτων ώς τα αγροτικά προβλήματα. Λειτουργεί ακόμα η ιδέα του διανοούμενου ως ηθικής αντιπολίτευσης στον «κόσμο της εφαρμοσμένης πολιτικής», ο οποίος έχει – όπως λέμε – αδιόρθωτη ροπή στη δημαγωγία ή σε άλλες ευτελείς πρακτικές.

Αν διαβάσουμε όμως προσεκτικά τις στιγμές-προβλήματα που συζητάει ο Αλιβιζάτος σε διαφορετικές συγκυρίες της ελληνικής νεωτερικότητας, βλέπουμε ότι η σχέση διανόησης και πολιτικής είναι πολύ πιο σύνθετη. Τόσο στην εποχή των πολέμων και της θεσμικής ανωμαλίας όσο και στην ειρηνική μεταπολιτευτική περίοδο των τελευταίων σαράντα χρόνων.

Μιλώντας τώρα με βάση τη δική μου εμπειρία της κρίσης και των συμπτωμάτων της, θα ήθελα να προσθέσω κάτι: ότι κάθε κλίση ή πρακτική του διανοείσθαι στον δημόσιο χώρο, για τα μεγάλα ή μικρά προβλήματα της πολιτικής κοινότητας, φέρει μαζί της  συγκεκριμένες στρεβλώσεις. Αυτές οι στρεβλώσεις/ εκτροπές μεγεθύνονται ή περιορίζονται και ελέγχονται ανάλογα με τις απαντήσεις που δίνουν οι δρώντες στο εκάστοτε πρόβλημα ή σε μια στιγμή κρίσης και «διάρρηξης» των προηγούμενων ερμηνευτικών πλαισίων.

  • Ο πραγματισμός, ας πούμε, ενδέχεται να γίνει αποκοπή της πολιτικής από κάθε ιδεολογικοπολιτική ευαισθησία στο όνομα ενός ρηχού καιροσκοπικού ρεαλισμού.
  •  Η κριτική και πιο «οραματική» στάση εκπίπτει συχνά στην ανέξοδη βουλησιαρχία. Θέλω κάτι, πιστεύω ότι αυτό είναι το ηθικά καλό και έτσι βάλλω  κατά ριπάς κατά του εχθρού ή βαφτίζω προδότη αυτόν που δεν συμμερίζεται τη δική μου ιεράρχηση αξιών.

Στην αποτίμηση της τελευταίας εξαετίας θα έλεγα ότι ήταν λίγες –όχι όμως ανύπαρκτες– οι φωνές της κριτικής σύνεσης: εκείνες οι δημόσιες φωνές που επιδίωξαν να συναρθρώσουν τον αναγκαίο πραγματισμό με έναν κριτικό αναστοχασμό, την ηθική της ευθύνης με ένα πλαίσιο βασικών ηθικοπολιτικών δεσμεύσεων.

Ηταν σκόρπιες και πάντως λίγες οι φωνές που συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορεί στο όνομα μιας ηθικής εναντίωσης ή μιας ιδεολογικής καταγγελίας στις αρνητικές πλευρές του διεθνούς συστήματος (ή του οικοδομήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης) να υποτιμά κανείς ασυγχώρητα το πρόβλημα του κράτους  και των λειτουργικών αδιεξόδων της ελληνικής οικονομίας, τις δομικές κοινωνικές και θεσμικές της παθολογίες.

Στον φως της κρίσης όλες σχεδόν οι πολιτικές και θεσμικές παραδόσεις φανέρωσαν τις χειρότερες πλευρές τους.

Ο ριζοσπαστισμός της κρίσης έγινε όμηρος της ευκολίας υποτιμώντας εξαρχής την έκταση, το βάθος αλλά και τις συνέπειες της οικονομικής χρεοκοπίας και της κρίσης του ελληνικού κράτους. Ανασύροντας συχνά μια νεογιακωβίνικη μεταφυσική της λαϊκής δημοκρατικής βούλησης, με επίκεντρο την ηθική του αντιστασιακού έθνους ή αυτό που ο Σπύρος Ασδραχάς αποκάλεσε «εθνικοποίηση της ταξικότητας», οδηγήθηκε σε πλήρη και βίαιη αντιστροφή, σε ένα Ναι που δεν μπορεί να πει το όνομά του.

Αλλά και στην πλευρά του «ρεαλισμού» όλα αυτά τα  χρόνια αναδύθηκαν αντιλήψεις αφελούς τεχνοκρατικής πλοήγησης του χάους και μια, συχνά σκανδαλώδης, υποτίμηση του υπαρκτού κοινωνικού ζητήματος. Κάποιοι διολίσθησαν σε ιδεολογίες ενός προ-δημοκρατικού φιλελευθερισμού των λίγων και των αρίστων.

Και  βέβαια δεν είχαμε απλώς έλλειμμα κριτικής σύνεσης ως προς την ορθή διάγνωση και την περιεκτική κατανόηση του ελληνικού προβλήματος.

Είχαμε –και έχουμε– πρόβλημα ενσάρκωσης και ηγετικών ποιοτήτων.

Η πολιτική, είπαμε, δεν είναι μόνο οι ιδέες αλλά και τα πρόσωπα.

ΙΙ

Τα πρόσωπα λοιπόν. Της πολιτικής και του πνεύματος. Έχουν άραγε σημασία οι στιγμές μιας βιογραφίας για να καταλάβουμε μια σκέψη ή το πολιτικό αποτύπωμα κάποιου; Η συγκυρία έφερε να βγουν παράλληλα αυτό το βιβλίο και το αυτοβιογραφικό αφήγημα του Κώστα Σημίτη, στον οποίον άλλωστε αφιερώνεται ένα κεφάλαιο στο βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα.

Τα διάβασα σχεδόν παράλληλα και είδα πόσο τα διαφορετικά πρίσματα  αλλά και οι διαφορετικές στοχεύσεις της γραφής συμβάλουν στην ιστορικο-πολιτική κατανόηση. Όπως σε ένα μυθιστόρημα, η πολυφωνία εξισορροπεί τις μεροληπτικές θεάσεις των ηρώων αποκαθιστώντας την περίπλοκη φύση των ανθρώπινων σχέσεων.

Ο Αλιβιζάτος αποφεύγει την ταύτιση χωρίς να κρύβει την συνάφειά του, τον ψυχικό-πολιτικό του συντονισμό, με αυτό που θα λέγαμε προοδευτικό, εκσυγχρονιστικό εγχείρημα. Ενώ αποτιμά θετικά τα βήματα της χώρας στο διεθνές πεδίο (και στην εξωτερική πολιτική), στέκεται αρκετά κριτικά απέναντι στις ρηχές και ανεπαρκείς απόπειρες εκσυγχρονισμού ως προς τη διαφθορά του κράτους, το κομματικό σύστημα, τις οικονομικές δομές και πρακτικές.

Θα έλεγα ότι αυτή η διπλή θέαση, που αποφεύγει την ψευδή ουδετερότητα όσο και την πολιτική εμπάθεια, δίνει τον τόνο στη σκέψη αυτή. Είτε ανατρέχει στις κληρονομιές της ελληνικής πολιτικής, είτε αναθυμάται ξεχωριστές φιγούρες της επιστήμης και της διανόησης, είτε στέκεται σε θεσμικά και πολιτικά στιγμιότυπα, το βλέμμα του συγγραφέα δεν διαφοροποιείται: σταθμίζει και αξιολογεί ασκώντας περισσότερο μια politics of Judgment, μια πολιτική της ευθυκρισίας. Εύστοχα; Πάντα με κρίσεις που μας βρίσκουν σύμφωνους ή που πετυχαίνουν το στόχο τους;

Αυτό δεν έχει σημασία όσο η ίδια η ανάγνωση προσώπων και στιγμών. Έτσι όπως την παρέχει απλόχερα ο τόμος αυτός ασκώντας το δικαίωμα στη δημόσια χρήση του Λόγου.

————————————————————————————————————

Άρης Στυλιανού, Eπ. Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ

Κύριε δήμαρχε, σεβαστοί καθηγητές, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, κυρίες και κύριοι,

Ευχαριστώ τους διοργανωτές της εκδήλωσης, τις εκδόσεις Πόλις και τον Νίκο Γκιώνη, καθώς και το Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Θεσσαλονίκης, για την ευγενική τους πρόσκληση να μιλήσω σήμερα ενώπιόν σας, σχετικά με το τελευταίο βιβλίο του Νίκου Αλιβιζάτου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα.

Ας μου επιτραπεί να πω, μετρώντας τα λόγια μου, ότι ο Νίκος Αλιβιζάτος είναι ένας εξέχων πανεπιστημιακός καθηγητής, ένας κορυφαίος διανοούμενος του χώρου της ανανεωτικής αριστεράς, τον οποίο θαύμαζα ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια. Το βιβλίο του για τους Πολιτικούς θεσμούς σε κρίση υπήρξε πολύ σημαντικό, κάτι σαν Βίβλος, για τη γενιά μας. Όπως εξάλλου και το επιστημονικό περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα», του οποίου ήταν και παραμένει συν-εκδότης. Και, πιο πρόσφατα, έχω παρακολουθήσει το τιτάνιο έργο του στην «Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη».

Θα επιχειρήσω να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις σχετικά με το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, αρκετά συνοπτικά ασφαλώς, συμβάλλοντας κάπως, ελπίζω, στη συζήτηση που θα ακολουθήσει.

Ας αρχίσουμε από τον τίτλο: Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι. Ο τίτλος αποτελείται από τρία ουσιαστικοποιημένα επίθετα, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πιθανόν ως αρνητικοί χαρακτηρισμοί: το «δημαγωγός» έχει σαφώς αρνητική χροιά, αλλά και το «ονειροπόλος» κινδυνεύει να ερμηνευθεί ευχερώς ως «ονειροπαρμένος» ή «αιθεροβάμμων». Το «πραγματιστής» μοιάζει να είναι το πιο θετικό, αλλά και στην περίπτωση αυτή ενδεχομένως φλερτάρει κανείς επικίνδυνα με το «κυνικός».

Υπάρχει βέβαια και ο υπότιτλος: «Πολιτικοί, διανοούμενοι και η πρόκληση της εξουσίας». Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν έτι περαιτέρω, επειδή θίγεται η αμφίσημη και αμφίθυμη σχέση των πολιτικών με τους διανοούμενους, και η σχέση όλων αυτών μαζί με την εξουσία. Την εξουσία, η οποία έχει πάντοτε μια σκληρή και ωμή πλευρά για τους εξουσιαζόμενους. Την εξουσία, η οποία δοκιμάζει και συχνά αλλοτριώνει εκείνον που την ασκεί. Άλλωστε, «αρχή άνδρα (ή γυναίκα) δείκνυσι»…

Το βιβλίο αποτελείται από σύντομες, ας τις ονομάσουμε έτσι: «πολιτικές προσωπογραφίες», ή «προσωπογραφίες πολιτικών». Πρόκειται για κείμενα γραμμένα στο διάστημα των τελευταίων 50 περίπου χρόνων και δημοσιευμένα σε ποικίλα έντυπα ή συλλογικούς τόμους. Ωστόσο, αυτό δεν γίνεται αντιληπτό εκ πρώτης όψεως, διότι τα κείμενα δεν έχουν τίποτε το, κακώς νοούμενο, επικαιρικό.

Θα ήταν δυνατόν να υποθέσει κανείς ότι έχουμε να κάνουμε με ένα μικρό βιογραφικό λεξικό, που περιλαμβάνει 48 ονομαστικά και θεματικά λήμματα, αρχίζοντας από τον Ιωάννη Καποδίστρια και φθάνοντας μέχρι τον Αλέξη Τσίπρα. Γρήγορα θα διαπίστωνε όμως ότι δεν πρόκειται (απλώς) περί αυτού. Στα ενδιαφέροντα κεφάλαια ή λήμματα (ας χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον όρο) έχουν προστεθεί σύντομες εισαγωγικές παρατηρήσεις, που διακρίνονται συγχρόνως από μεγάλη ευστοχία και από στοχαστική εμβάθυνση. Επιπροσθέτως, εκείνο που όντως εντυπωσιάζει στο παρουσιαζόμενο έργο είναι η επιστημονική εγκυρότητα και η βαθιά ιστορική, πολιτική και νομική γνώση των επιμέρους θεμάτων. Καθώς επίσης και το ύφος της γραφής: ύφος γλαφυρό, μοντέρνο, απολαυστικό. Εξ ου και, παρά το μέγεθος του τόμου, οι 530 σελίδες του διαβάζονται ιδιαίτερα ευχάριστα.

Ένα άλλο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του παρουσιαζόμενου βιβλίου είναι η πολιτική νηφαλιότητα, η αντικειμενικότητα, η ουδετερότητα, με την καλή έννοια, του συγγραφέα έναντι των πολιτικών προσωπικοτήτων που συζητούνται και αναλύονται. Δεν υπάρχει εμπάθεια και προσωπική εμπλοκή, παρ’ όλο που καθόλου δεν λείπουν οι ατομικές προτιμήσεις και επιλογές. Αυτές οι τελευταίες όμως δηλώνονται ρητώς και ευθαρσώς, και επίσης υποβάλλονται στη βάσανο της κριτικής επεξεργασίας.

Η εμφάνιση στο προσκήνιο των πολιτικών πρωταγωνιστών, με τη συνακόλουθη ανάλυση των αρετών και των αδυναμιών τους, των προτερημάτων και των ελαττωμάτων τους, θέτει ένα ζήτημα ως προς τον «ρόλο της προσωπικότητας στην Ιστορία». Ο Αλιβιζάτος το επισημαίνει με μεγάλη οξυδέρκεια, παραπέμποντας στις συναφείς συζητήσεις της δεκαετίας του ’80 στους χώρους της μαρξίζουσας «διανόησης», με ή χωρίς εισαγωγικά, όπως προτιμάτε. Και υπογραμμίζει το πασιφανές έλλειμμα της έκδοσης βιογραφιών στη χώρα μας: «Αν εξαιρέσει κανείς τη γνωστή σειρά του ΜΙΕΤ, να είναι άραγε τυχαία η απουσία βιογραφιών λιγότερο ή περισσότερο διάσημων προσωπικοτήτων από την ελληνική βιβλιογραφία;».

[Με αυτή την ευκαιρία, να αναφέρουμε ότι οι εκδόσεις Πόλις εξέδωσαν μόλις μια σημαντική βιογραφία του Κορνήλιου Καστοριάδη, μεταφρασμένη από τα γαλλικά].

Θεωρώ δε σχεδόν ιδιοφυές το γεγονός ότι ο Αλιβιζάτος αφήνει σε εμάς, τους αναγνώστες, την επιλογή της κατάταξης των προσωπογραφούμενων πολιτικών στις τρεις κατηγορίες που προβάλλει ο τίτλος: αφού διαβάσουμε το βιβλίο, εμείς οι ίδιοι θα χρειαστεί να αποφασίσουμε ποιοι είναι οι πραγματιστές, ποιοι οι δημαγωγοί και ποιοι οι ονειροπόλοι. (Ίσως να υπάρχουν και κάποιοι που μπορούν να καταταγούν σε περισσότερες της μιάς κατηγορίες). Τούτο θα πρέπει να συναποφασιστεί με κριτήριο τη στάση τους απέναντι στους θεσμούς. Άλλωστε, εδώ εντοπίζεται άλλη μία εξαιρετική αρετή της συνεισφοράς του συγγραφέα: η κεφαλαιώδης σημασία που έχουν οι θεσμοί για την πολιτική ζωή.

Ήδη, από το μότο του βιβλίου, κατανοούμε τη σημασία αυτή: πρόκειται για μια φράση από το διάσημο έργο του Καρλ Πόππερ, Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της, όπου τίθεται το εξής ερώτημα: «Πώς πρέπει να καταστρώσουμε τους πολιτικούς θεσμούς, έτσι ώστε κακοί ή ανίκανοι ηγέτες να μην μπορούν να προκαλέσουν υπέρμετρη βλάβη;».

Παρ’ όλο που ίσως θα προτιμούσα να αποφύγω την αναφορά στον Πόππερ, κρίνοντάς τον ως υπερβολικά φιλελεύθερο και αντιμαρξιστή στοχαστή, θα συμφωνήσω με το πρόταγμα που δηλώνεται στην εν λόγω φράση, δηλαδή με την ανάγκη επινόησης πολιτικών θεσμών τέτοιων, που να δεσμεύουν τους κυβερνώντες να κυβερνούν ορθά.

Μπορούμε να εμπνευστούμε κάτι ανάλογο και από έναν αγαπημένο μου φιλόσοφο, τον Σπινόζα (που, στο κάτω κάτω, έγραφε και 270 χρόνια πριν από τον Πόππερ). Όπως γράφει στην Πολιτική Πραγματεία του: «Αν η σωτηρία ενός κράτους εξαρτάται από την καλή πίστη οποιουδήποτε και αν οι υποθέσεις του δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ορθά παρά μόνον υπό τον όρο πως αυτοί που τις διαχειρίζονται δέχονται να ενεργούν καλόπιστα, το κράτος αυτό δεν θα είναι καθόλου σταθερό. Aντίθετα, για να μπορέσει το κράτος να διατηρηθεί, θα πρέπει να οργανωθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε αυτοί που το διοικούν, είτε καθοδηγούνται από τον λόγο είτε από τα πάθη, να μην έχουν τη δυνατότητα να ενεργούν κακόπιστα ή πλημμελώς. Δεν αφορούν την ασφάλεια του κράτους τα κίνητρα που οδηγούν τους ανθρώπους να κυβερνούν σωστά, αρκεί να κυβερνούν πράγματι σωστά».

Ο  ίδιος ο Αλιβιζάτος κατατάσσει τους μελετώμενους πολιτικούς και διανοούμενους σε τρεις μεγάλες ιδεολογικές παραδόσεις της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, με κριτήριο τον φιλοσοφικό και πολιτικό προσανατολισμό τους: την αστική, τη σοσιαλδημοκρατική και την κομμουνιστική παράδοση. Όλες τους παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Εντούτοις, θα ήθελα εν συνεχεία να επικεντρωθώ στην τελευταία, την κομμουνιστική παράδοση, για λόγους δικούς μου, ιδεολογικούς, που έχουν να κάνουν με τη νεανική μου ένταξη και στράτευση στην ανανεωτική κομμουνιστική αριστερά.

Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, λοιπόν, προσωπογραφούνται κριτικά οι εξής πρωταγωνιστές της εν λόγω παράδοσης: Παντελής Πουλιόπουλος, Ηλίας Ηλιού, Μίκης Θεοδωράκης, Κώστας Φιλίνης, Λεωνίδας Κύρκος, Αλέξης Τσίπρας (ως πολιτικοοί), και Νίκος Σβορώνος, Νίκος Πουλαντζάς, Μισέλ Μιάιγ και Άννα Φραγκουδάκη (ως διανοούμενοι).

Θα ξεχωρίσω, μιλώντας κάπως επιγραμματικά, τα κεφάλαια για τον Φιλίνη, τον Κύρκο, τον Τσίπρα και τον Πουλαντζά.

Το κείμενο για τον Κώστα Φιλίνη συνδυάζει αριστοτεχνικά την παρουσίαση του βιβλίου του, Θεωρία των παιγνίων και πολιτική στρατηγική, με την επισήμανση της πρωτότυπης συμβολής του στη μαρξιστική θεωρία: ο Φιλίνης ανέδειξε την «αυτονομία του πολιτικού» και απέριψε τον οικονομικό ντετερμινισμό και αναγωγισμό του παραδοσιακού μαρξισμού.

Στο κείμενο για τον Λεωνίδα Κύρκο, από την άλλη, κατανοούμε τους λόγους για τους οποίους αναδείχθηκε σε ηγετική φυσιογνωμία του ρεύματος της κομμουνιστικής ανανέωσης. Ο συγγραφέας τονίζει την επιμονή του Κύρκου στη σπουδαιότητα των θεσμών, την οποία πρώτος είχε αναδείξει ο Ηλίας Ηλιού, σφραγίζοντας μια ολόκληρη γενιά αριστερών της ανανέωσης.

Για τον Αλέξη Τσίπρα, ο συγγραφέας, χωρίς να ενδώσει στον πειρασμό να αποτιμήσει μια πορεία που ακόμη βρίσκεται στα πρώτα της βήματα, επισημαίνει ότι κατάφερε σε πολύ μικρό διάστημα να πετύχει πράγματα που ο Ηλιού και ο Κύρκος δεν είχαν καν ονειρευτεί.

Όσον αφορά τον Νίκο Πουλαντζά, το κείμενο του τόμου είναι συγκινητικό, γραμμένο εν θερμώ λίγες μόλις μέρες μετά την αυτοκτονία του. Παραθέτω την τελευταία παράγραφο: «Το θεωρητικό αυτό κενό, ο Πουλαντζάς ήταν από τους λίγους που θα μπορούσαν να καλύψουν. Το έργο του, που χρονικά καλύπτει μόλις μία δεκαετία, μαρτυρεί για τις τεράστιες πνευματικές του δυνατότητες. Και ο θάνατός του μαρτυρεί για τις αντιφάσεις και τα συχνά ανυπέρβλητα εμπόδια που καλείται να ξεπεράσει όποιος πνευματικός άνθρωπος θέτει ως γνώμονα του έργου του την επιστημονική και πολιτική συνέπεια».

Θα κλείσω λέγοντας πως ο Αλιβιζάτος, με το τελευταίο του βιβλίο, μας προσφέρει ένα πολύτιμο ανάγνωσμα, μέσα από το οποίο μπορούμε να αποκομίσουμε πολλές ωφέλιμες γνώσεις για τη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία, και για την πολιτική γενικότερα. Μέσα από τη μέθοδο της πολιτικής προσωπογραφίας, εμπλουτίζει καίρια τη σχετική ελληνική βιβλιογραφία. Μέσα από την προσήλωσή του στην ανάδειξη της λειτουργίας και της σημασίας των θεσμών, δείχνει πόσο σημαντικά είναι τα πρόσωπα, αλλά και με ποιον τρόπο εντάσσονται σε γενικότερες συνθήκες ή σε «δομές». Ίσως, έτσι, μας υπενθυμίζει το μεγάλο δίδαγμα του Μακιαβέλλι, επικυρώνοντάς το συγχρόνως. Το δίδαγμα, δηλαδή, που μιλά για την απαραίτητη συνδρομή ή συνέργεια και της αξιοσύνης (της virtù) και της ευκαιρίας (της fortuna): διότι η μία, δίχως την άλλη, πάει χαμένη.

Για όλους αυτούς τους λόγους, ευχαριστώ τον Νίκο Αλιβιζάτο. Kαι ευχαριστώ κι εσάς για την προσοχή σας.

 


Οι πρωταγωνιστές της Ιστορίας

Γιώργος Καραβοκύρης,ΔΝ

Από τον Ιωάννη Καποδίστρια στον Αλέξη Τσίπρα και από τον Ν.Ν. Σαρίπολο στην Άννα Φραγκουδάκη, ο Αλιβιζάτος φιλοτεχνεί μια πρωτότυπη στη σύλληψή της ιμπρεσιονιστική προσωπογραφία των θεσμών του νεοελληνικού κράτους στον καμβά ενός τριγώνου. Στην κορυφή του βρίσκεται η εξουσία και στις δύο γωνίες του οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι. Ο συγγραφέας ξαναδιαβάζει την ιστορία μέσα από τα πρόσωπα που ανέπτυξαν μια ιδιαίτερη σχέση με το Σύνταγμα, το δίκαιο και τους θεσμούς.

          

Για τους περισσότερους νομικούς και, ειδικότερα, για εκείνους που ασχολούνται με τον πιο πολιτικό κλάδο του δικαίου, το συνταγματικό δίκαιο, οι κανόνες και πρωτίστως οι θεσμοί (πρέπει να) είναι κατ’ αρχήν απρόσωποι, καθώς έτσι διασφαλίζεται η καθολικότητά τους και η λειτουργία τους προς όφελος του γενικού συμφέροντος. Η μελέτη λοιπόν του συνταγματολόγου, ιδίως εκείνου που γοητεύεται από την ιστορική, πολιτική και κοινωνική διάσταση των θεσμικών γεγονότων της πολιτικής και συνταγματικής μας ιστορίας –και τούτο ισχύει για τους επιφανέστερους της συνταγματικής μας παράδοσης, όπως ο Αλέξανδρος Σβώλος και ο Αριστόβουλος Μάνεσης– είναι εξ ορισμού προσανατολισμένη στην ερμηνεία των συσχετισμών, των δομών και των αντινομιών των κανόνων και των θεσμών. Mε λίγα λόγια, στην ενατένιση των νόμων της ιστορίας που καθορίζουν, πέρα από τις δυνατότητες και αδυναμίες των υποκειμένων τους, τις τύχες της πολιτείας. Η θέση αυτή, ωστόσο, δεν είναι απλώς επιστημικής τάξης, δεν εξαντλείται δηλαδή στην εμβέλεια του συγκεκριμένου επιστημονικού πεδίου που διασταυρώνεται διαρκώς με την ιστορία και την πολιτική, αλλά προδίδει τη χρόνια ιδεολογική έλξη εν γένει των κοινωνικών επιστημών από μια θεσμολάγνα προσέγγιση της πραγματικότητας, η οποία υποτιμά, ως ερμηνευτικά αδιάφορη ή αταξινόμητη, τη συμβολή των προσώπων. Εξ ου και η εντυπωσιακή πλην διόλου παράδοξη απουσία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στην ελληνική βιβλιογραφία, βιογραφιών των λιγότερο ή περισσότερο προβεβλημένων προσωπικοτήτων.

Στο πλούσιο έργο του Νίκου Αλιβιζάτου, από την κλασική πλέον διδακτορική του διατριβή Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας (γ΄ έκδοση, Θεμέλιο, 1996) στις μετέπειτα, εγγύτερες στη νομική δογματική, μονογραφίες του (Κράτος και ραδιοτηλεόραση. Η θεσμική διάσταση, Αντ. Σάκκουλας, 1986, Η συνταγματική θέση των ενόπλων δυνάμεων, Αντ. Σάκκουλας, 1987/1992), έως την πρόσφατη δικαιοπολιτική αποτίμηση της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής ιστορίας στο Σύνταγμα και οι εχθροί του (Πόλις, 2011), σε μια διαδρομή περίπου 40 ετών, είναι προφανής η αγωνία του συνταγματολόγου να συλλάβει τις παθογένειες και τις ατέλειες των θεσμών και να τις υποβάλει σε μακρές περιοδολογήσεις και εξηγητικά σχήματα που ανάγονται από τη μια στη δύναμη των ιδεών και των ιστορικών συμβάντων (π.χ. του «συνταγματισμού», των «διχασμών» ή της «μεταπολίτευσης») και, από την άλλη, στην αυτοτελή δυναμική των Συνταγμάτων και των κανόνων του δικαίου που επιδρούν με τη σειρά τους στη διαμόρφωση και στην εξέλιξη των οικονομικών και πολιτικών δομών της νεοελληνικής κοινωνίας (βλ. ενδεικτικά, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του, σελ. 27).  Σε αυτή τη διαλεκτική ιδεών, κανόνων και ιστορίας, τα πρόσωπα αναδεικνύονται μάλλον σε δεύτερο πλάνο, ως en passant ερμηνευτές, οι οποίοι επιτυγχάνουν ή αποτυγχάνουν να κατανοήσουν και να επιτελέσουν τις αποστολές που η ιστορική, πολιτική και συνταγματική στιγμή τους αναθέτει. Στο πολυσχιδές έργο του Αλιβιζάτου, ο πρωταγωνιστής είναι η ίδια η πολιτική και συνταγματική ιστορία. Αυτή αποτελεί, άλλωστε, αφ’ ενός το ομολογημένο πάθος του συγγραφέα, αφ’ ετέρου το επιστημονικό του στίγμα, στην πρώτη γραμμή της σύγχρονης γενιάς των ελλήνων συνταγματολόγων.

Ήδη από τον τίτλο του νέου του βιβλίου, καθώς και από τη σειρά των διάσημων ονομάτων που κοσμούν το εξώφυλλό του, γίνεται αντιληπτή η στροφή του συγγραφέα, σε ένα ογκώδες έργο με 48 κείμενα που διατρέχουν την ακαδημαϊκή του πορεία, αναδημοσιεύονται με ελάχιστες αλλαγές και συνοδεύονται, για τις ανάγκες της επικαιροποίησής τους, το καθένα από ένα ευσύνοπτο εισαγωγικό σημείωμα. Από τον Ιωάννη Καποδίστρια στον Αλέξη Τσίπρα και από τον Ν.Ν. Σαρίπολο στην Άννα Φραγκουδάκη, ο Αλιβιζάτος φιλοτεχνεί μια πρωτότυπη στη σύλληψή της ιμπρεσιονιστική προσωπογραφία των θεσμών του νεοελληνικού κράτους στον καμβά ενός τριγώνου. Στην κορυφή του βρίσκεται η εξουσία και στις δύο γωνίες του οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι. Ξαναδιαβάζοντας την ιστορία μέσα από τα πρόσωπα που ανέπτυξαν μια ιδιαίτερη σχέση με το Σύνταγμα, το δίκαιο και τους θεσμούς, ο συγγραφέας καταλήγει σε δύο κρίσιμα κριτήρια κατηγοριοποίησής τους που συστηματοποιούν τη μελέτη και συνιστούν τα εργαλεία που προσφέρονται στον αναγνώστη για να κατανοήσει τελικά τις διόλου, όπως αποδεικνύεται, γραμμικές διαδρομές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής. Το πρώτο, από τη σκοπιά του ίδιου του Αλιβιζάτου, έγκειται στον φιλοσοφικοπολιτικό προσανατολισμό των προσωπογραφούμενων, ο οποίος εγγράφεται σε τρεις μεγάλες ιδεολογικές παραδόσεις της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας: την αστική, τη σοσιαλδημοκρατική και την κομμουνιστική. Ως προς το δεύτερο, τη στάση δηλαδή των προσώπων απέναντι στους θεσμούς, είναι ο αναγνώστης αυτός που καλείται να κλείσει τον κύκλο της αφήγησης και κατατάξει τις μορφές του έργου στις προκλητικές, δίχως άλλο, κατηγορίες του τίτλου, στους πραγματιστές, τους δημαγωγούς και τους ονειροπόλους.  

Αφηγηματικά γοητευτική, η μίνι βιογραφία κάθε προσώπου συλλαμβάνει το πνεύμα των χρόνων του και συμπλέκει αρμονικά το δημόσιο και το ιδιωτικό, το ατομικό και το καθολικό, μακριά από χονδροειδείς αφαιρέσεις ή φλύαρες προσωπικές λεπτομέρειες. Παρά τη δεδομένη σχηματοποίηση που η επιλογή των προσώπων και η κατάταξή τους εμπεριέχει, καθώς σε αυτή μοιραία αντανακλώνται οι υποκειμενικές αναφορές  του Αλιβιζάτου, η διεισδυτική ανάδειξη των τριών παραδόσεων και των προσώπων τους λειτουργεί  τόσο απορητικά, ως αναστοχασμός πάνω στις αιτίες που ταλαιπώρησαν τους θεσμούς μας, όσο και καταφατικά, ως καταγραφή εκείνων των θεσμικών συμπεριφορών που συνετέλεσαν στην εδραίωση του νεοελληνικού Κράτους στο προνομιούχο club των δημοκρατικών και φιλελεύθερων ευρωπαϊκών Κρατών. Κοντολογίς, παρότι ο –κακώς  υποτιμημένος– αστικός μας εκσυγχρονισμός παρέμεινε ατελής (1) και το σοσιαλδημοκρατικό μεταρρυθμιστικό εγχείρημα εγκλωβισμένο (2), ενώ εξ ίσου μετέωρο στάθηκε το βήμα της κομμουνιστικής αριστεράς προς τον δημοκρατικό σοσιαλισμό (3), το δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό κεκτημένο της νεοελληνικής πολιτικής ταυτότητας και η σταθερή αναφορά της, με τη συμβολή των περισσοτέρων εκ των προσώπων του βιβλίου, στα δυτικά πρότυπα οργάνωσης και λειτουργίας των θεσμών μάς προφύλαξαν από τα –γνωστά σε άλλες γωνιές της Ευρώπης– χειρότερα. Σε αυτή ακριβώς την παράδοξη συνύπαρξη ανάμεσα στην ελληνική παθολογία των θεσμών και την αδιάλειπτη δυτική και ευρωπαϊκή κατεύθυνση της χώρας κρύβεται, όμως, το ερμηνευτικό στοίχημα του βιβλίου και, ίσως, η αμηχανία του συγγραφέα απέναντι στην πολιτική και συνταγματική μας μοίρα. Άλλωστε, είναι προφανές ότι πίσω από τα πολυάριθμα και ετερογενή πορτραίτα προβάλλει τελικά, ολοζώντανη, η προσωπογραφία του ίδιου του Νίκου Αλιβιζάτου, ως διανοούμενου των θεσμών (4). 

    

Η υποτιμημένη αστική παράδοση

Σύμφωνα με μια δημοφιλή ανάγνωση της νεοελληνικής περιπέτειας, η οποία διατρέχει τον επιστημονικό, πολιτικό αλλά ακόμη και τον καθημερινό λόγο, η ελληνική ιδιαιτερότητα και οι θεσμικές της κρίσεις, παρελθόντος και παρόντος, οφείλονται στο ότι η χώρα μας δεν γνώρισε ποτέ αστική επανάσταση, σε αντίθεση με τις προηγμένες δυτικές δημοκρατίες. Υιοθετώντας την, κρατούσα, πλέον, κριτική του Νίκου Σβορώνου[1] στην απαξιωτική αυτή θέση, ο Αλιβιζάτος εντοπίζει στη συγκρότηση, καθώς και στη συνέχεια του ελληνικού κράτους, τα γερά αστικά του θεμέλια, τονίζοντας το έργο κορυφαίων φυσιογνωμιών του.

Σε κοινή έγνοια των «αστών» πολιτικών και αιχμή των ηχηρών τους παρεμβάσεων στους θεσμούς αναδεικνύεται η κατ’ εξοχήν νεωτερική εδραίωση της αποπροσωποποιημένης και συντεταγμένης μορφής τους πολιτεύματος, ο κοινοβουλευτισμός και η αναζήτηση των κατάλληλων αντίβαρων, ώστε, στο κλασικό πρότυπο της διάκρισης των εξουσιών, η κάθε εξουσία να ελέγχει και να αποτρέπει την κατάχρηση της άλλης. Κι αυτό σε ένα νεοπαγές κράτος που οργανώνεται ενιαία και συγκεντρωτικά, ώστε να απορροφήσει τις συγκρούσεις και τις ετερόκλητες παραδόσεις της κοινοτιστικής του ρίζας. Ήδη στην επαναστατική Ελλάδα, ο Ιωάννης Καποδίστριας, εισάγει μια δυτική πυραμιδωτού τύπου συνταγματική οργάνωση του κράτους και οραματίζεται την εφαρμογή ενός νέου Συντάγματος, στο οποίο, ο συγγραφέας, πιθανολογεί ότι αν ο κυβερνήτης βρισκόταν εν ζωή θα επέλεγε, κατά το γαλλικό πρότυπο της Χάρτας του 1815, το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας. Και, μάλιστα, το πιθανότερο ήταν να επιφύλασσε στον εαυτό του το αξίωμα του πρωθυπουργού «ορλεανικού» τύπου, δηλαδή ενός πρωθυπουργού υπόλογου εξ ίσου στο βασιλιά και τη Βουλή (σελ. 40).

Ωστόσο, μείζον θεσμικό χαρακτηριστικό της αστικής παράδοσης, η οποία εκκινεί από τον μοντέρνο φιλελευθερισμό και το σχήμα της φωτισμένης πλην αντιπροσωπευτικής δεσποτείας, είναι η σταθερή της προσήλωση στον κοινοβουλευτισμό. Με την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης, ως συνθήκης του πολιτεύματος (1875) και την επίμονη αναφορά του Χαρίλαου Τρικούπη στο βρετανικό κοινοβουλευτικό μοντέλο, όπου αναδεικνύεται ο διαχρονικός μας πρωθυπουργοκεντρισμός, καθώς, βέβαια, και ο πλειοψηφικός (δικομματικός) και μη συναινετικός χαρακτήρας του πολιτεύματός μας, αναπτύσσεται μια αξιόλογη δημοκρατική παράδοση που καμιά από τις κρίσεις του 20ού αιώνα δεν κατάφερε να ανακόψει (σελ. 41). Στη στέρεη βάση του βρετανικού κοινοβουλευτισμού στηρίχθηκε και ο συνταγματικός εκσυγχρονισμός του Ελευθερίου Βενιζέλου, με αιχμή τον εξορθολογισμό του και την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Εύλογα, ωστόσο, ο Αλιβιζάτος αναδεικνύει σε υψηλή συνταγματική στιγμή του Βενιζέλου τη συμπλήρωση του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού με το μοντέρνο αντίδοτό του (σελ. 67) για την αποτροπή των καταχρήσεων στις οποίες οδηγεί η αλαζονεία της εξουσίας: τα θεσμικά αντίβαρα, με κορωνίδα την ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Στην πρώτη αυτή φάση της «αστικής παράδοσης», είναι εμφανής ο ρεαλισμός των πρωταγωνιστών της και η πραγματιστική αντίληψή τους για τους θεσμούς, δίχως, όμως, αυτή να εκπίπτει σε μια λαϊκίστικη και υπερφίαλη εργαλειοποίησή τους. Τα πολιτικώς δρώντα υποκείμενα αποστασιοποιούνται των καθαρών τους αναφορών και ρόλων και συλλαμβάνουν τις ατέλειες των θεσμών, προσαρμόζοντας δημιουργικά το ελληνικό παράδειγμα στις δυτικές πολιτειακές και συνταγματικές πατέντες. Με λίγα λόγια, για τη δημιουργία του ελληνικού αστικού κεκτημένου ευθύνονται κυρίως τα πρόσωπα και λιγότερο οι θεσμοί. Υπ’ αυτή την έννοια, οι μεγάλες αστικές μορφές της μεταπολεμικής Ελλάδας συνιστούν τους άξιους κληρονόμους τους. Ξεχωρίζει, δίχως άλλο, η προσωπικότητα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τον πραγματισμό του οποίου, όπως και την καλή αίσθηση των διεθνών συσχετισμών, υπογραμμίζει ο συγγραφέας (σελ. 155). Συνταγματικά ρεαλιστής, ο Καραμανλής απέβλεπε στον «υγιή κοινοβουλευτισμό» και τη λελογισμένη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Η αποτυχημένη «βαθιά τομή» της πρώτης οκταετίας του και το Σύνταγμα του 1975, το οποίο καλούνταν από τη μια να διασφαλίζει την ισχυρή κυβερνησιμότητα από μια μονοκομματική, κατά προτίμηση, πλειοψηφία, και από την άλλη διά του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας να τη συγκρατεί, προδίδουν το καινοτόμο στοιχείο του συνταγματικού του λόγου στη συγκεκριμένη, κάθε φορά, ιστορική συγκυρία.  

Όμως, γιατί, αλήθεια, ο αστικός εκσυγχρονισμός παρέμεινε ανεκπλήρωτος, παρά τον σταθερό προσανατολισμό των σπουδαίων προσωπικοτήτων της αστικής μας παράδοσης; Κάποιοι ένθερμοι πιστοί της φιλελεύθερης ιδέας, όπως ο Στέφανος Μάνος (σελ. 132), αυτο-παγιδεύτηκαν τελικά στην ακαμψία τους και την αδυναμία τους να διαχειριστούν και, ιδίως, να επικοινωνήσουν πολιτικά τη μεταρρυθμιστική τους πνοή. Διατρέχοντας, ωστόσο, τον φιλελεύθερο λόγο των διανοουμένων της αστικής παράδοσης και τις δυσκολίες που συνάντησε, αντιλαμβανόμαστε ότι η νεωτερική πρόσληψη της εξουσίας στην Ελλάδα υπονομεύθηκε αφ’ ενός από τη διόγκωση του πλειοψηφικού και μη συναινετικού πρωθυπουργοκεντρισμού, εν είδει μιας άτυπης τυραννίας της πλειοψηφίας και παραφθοράς, στο όνομα της λαϊκής εντολής, της λαϊκής κυριαρχίας[2],  αφ’ ετέρου από το βάρος ιδεολογικών αναφορών, ξένων προς την καθολικότητα, την οικουμενικότητα και τον εμπειρισμό του δυτικού (γαλλικού και αγγλικού) νομικού πολιτισμού, όπως η εννοιοκρατία, ο (γερμανικός) ιδεαλισμός (Κωνσταντίνος Τσάτσος) και η μοιραία, για την όποια κοσμοπολίτικη (Λέων Καραπαναγιώτης) ή φιλελεύθερη (Γιώργος Θεοτοκάς) πρόσληψη της ιδιότητας του πολίτη, υπεροχή του Έθνους έναντι του Λαού[3]. Στο πεδίο του πολιτικού φιλελευθερισμού (των δικαιωμάτων) που εγγυάται την κρίσιμη διάκριση κράτους και κοινωνίας και συνιστά το κλασικό αντίβαρο στην κατάχρηση της κρατικής εξουσίας, η ισχυρή έλξη της νεοελληνικής από μια εθνική ταυτότητα, εμπλουτισμένη με πολιτική (π.χ. αντικομμουνισμός) ή θρησκευτική ουσία (π.χ. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών), προδίδει τη θεσμική μας καθυστέρηση, όπως αυτή αποτυπώνεται ακόμη και σήμερα στα εκκρεμή ζητήματα του διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας και της προστασίας των μειονοτήτων. Και τούτο σε πείσμα της φωτισμένης νομικής μας παράδοσης (Ν.Ν. Σαρίπολος, Αριστόβουλος Μάνεσης, Φαίδων Βεγλερής, Γιώργος Κουμάντος) η οποία υπερασπίστηκε, σε θεωρία και πράξη, τον θετικιστικό σεβασμό των θεσμών, την κρατική ουδετερότητα και την άρρηκτη σύνδεση του κανόνα δικαίου με την κοινωνική πραγματικότητα. Στην προσωπική ματιά του Νίκου Αλιβιζάτου, ωστόσο, η ευθύνη για τα διαχρονικά ελλείμματα του ελληνικού πολιτικού φιλελευθερισμού μοιάζει, δικαίως, να βαρύνει λιγότερο την «αστική» συντηρητική παράταξη και περισσότερο αυτούς από τους οποίους ευλόγως αναμενόταν με μεγαλύτερη προσδοκία η θεραπεία τους, δηλαδή τους μεταρρυθμιστές σοσιαλδημοκράτες.

 

Η εγκλωβισμένη σοσιαλδημοκρατία

Στην ιστορική πορεία της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας ξεχωρίζουν δύο ευδιάκριτες και εκ διαμέτρου αντίθετες περίοδοι: η περιθωριακή παρουσία της μέχρι το 1974 και η πολιτική της άνοιξη στη μεταπολίτευση. Στην πρώτη, η (όποια) δυναμική της ατόνησε ανάμεσα στον μισαλλόδοξο συντηρητισμό και τον επαναστατικό κομμουνισμό. Ο μετωπικός χαρακτήρας της πολιτικής αντιπαράθεσης των διαδοχικών διχασμών και η έλλειψη συναινετικής πολιτικής κουλτούρας, σε συνδυασμό με ένα μονοφωνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ανέκοψαν τη μεταρρυθμιστική της τάση (σελ. 243). H πρώιμη σοσιαλδημοκρατική παράδοση παρέμεινε στους νεότερους χρόνους του ελληνικού κράτους μειοψηφική, δίχως να προσδώσει το δικό της συνταγματικό στίγμα στους θεσμούς. Μια από τις ηγετικές της μορφές, ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ατύχησε να συναντηθεί με την εποχή του. Οι πολιτειακές και συνταγματικές του εμπνεύσεις, με έμφαση στην άμβλυνση των ανισοτήτων, τον κρατικό παρεμβατισμό στη γεωργία και την οικονομία και τον (συναινετικό και αποκεντρωτικό) εξορθολογισμό της (εκτελεστικής) εξουσίας (Σύνταγμα του 1927, απλή αναλογική, υποχρεωτική συμμετοχή των κομμάτων στην Κυβέρνηση, ενιαύσια πρωθυπουργική θητεία) δεν έμελλε να σταθούν, ίσως και λόγω του ουτοπικού τους χαρακτήρα, στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, ούτε, όμως, και στη θεσμική μας μνήμη.

Αν, ωστόσο, στην άχαρη αυτή νεότητά της, η σοσιαλδημοκρατία εγκλωβίζεται εξωτερικά, η μεταπολιτευτική της μεταρρυθμιστική ματαίωση οφείλεται εν τέλει στην εκ των έσω υπονόμευσή της. Ήδη την περίοδο του αντιδικτατορικού αγώνα, ο Αλιβιζάτος εντοπίζει τα σπέρματα της εργαλειακής σχέσης του Ανδρέα Παπανδρέου με τους θεσμούς, αποδίδοντάς του, λόγω της εμφανούς απροθυμίας του να συμβάλει στην ενότητα του κινήματος, αντικειμενικές ευθύνες ως προς την καθυστερημένη ανατροπή των συνταγματαρχών. Στη μετέπειτα παντοδυναμία του ΠΑΣΟΚ, η ηγετική φιγούρα του Ανδρέα, ενός πολιτικού που διατηρεί ουσιαστικά επιδερμική σχέση με την ελληνική πραγματικότητα και υποδαυλίζει δημαγωγικά μια αντιδυτική και αντιευρωπαϊκή στάση, καθώς η οικειοποίηση των αριστερών συμβόλων συνιστά, μεταξύ άλλων, το όχημα για την επανένταξη των ηττημένων του εμφυλίου, φέρει και κληροδοτεί το γονίδιο του λαϊκισμού και της ήσσονος προσπάθειας. Για τον Αλιβιζάτο, η παπανδρεϊκή αμφιθυμία απέναντι στους θεσμούς, η οποία αποκρυσταλλώνεται στην πελατειακή έκπτωση της διαχείρισης της εξουσίας και την υποβάθμιση των δημοκρατικών διαδικασιών, δεν εξωραΐζεται στο όνομα των μεγάλων ανατροπών που έφερε το ΠΑΣΟΚ. Το υψηλό θεσμικό κόστος δεν ήταν αναγκαίο, ήταν απλώς η εύκολη λύση, και τούτο όχι απαραίτητα με μοναδική ευθύνη του ιδρυτή του, αλλά και της φοβικής του αυλής (σελ. 268). Συνεπώς, μάλλον προοικονομείται στην περίοδο αυτή η άδοξη κατάληξη του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος του Κώστα Σημίτη, στον οποίο ο συγγραφέας αναγνωρίζει τον πραγματισμό, τη μεθοδικότητα και την επιτυχή υλοποίηση μιας σπουδαίας και μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής (ΟΝΕ, Κύπρος). Ωστόσο, η αδυναμία του Σημίτη να ελέγξει ένα εκπαιδευμένο στην αντι-μεταρρυθμιστική νοοτροπία κόμμα στάθηκε μοιραία για την εκπλήρωση του εκσυγχρονιστικού πλάνου, με (ύστερο) αποτέλεσμα την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, όταν οι οξείες συνθήκες της οικονομικής κρίσης, μετά το 2010, κατέστησαν ανέφικτη την προσαρμογή του σε αυτές και, το κυριότερο, το ανάγκασαν πλέον να προδώσει, πρακτικά και συμβολικά, τις ιδρυτικές του αρχές[4].

Στην άλλη όχθη της σοσιαλιστικής παράδοσης, αυτή των διανοουμένων της, ο λόγος εστιάζει αφ’ ενός στις ανολοκλήρωτες μεταρρυθμίσεις, όπως για παράδειγμα στην παιδεία (Αλέξης Δημαράς) και στο ασφαλιστικό (Τάσος Γιαννίτσης), στις οποίες η μάχη της σοσιαλδημοκρατίας με τον κακό της εαυτό αποδείχθηκε ότι ήταν εκ των προτέρων άνιση, αφ’ ετέρου, σε ό,τι αφορά τους συνταγματικούς και πολιτικούς θεσμούς, στη διαρκή προσπάθεια χαλιναγώγησης της παντοδύναμης εξουσίας της πλειοψηφίας, αυτής της χρόνιας παθογένειας του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Οι συμβολές των επιφανών μας συνταγματολόγων υπήρξαν καίριες και εξόχως πολιτικές, δίχως, ωστόσο να νοθεύσουν ανεπίτρεπτα την αυτοτέλεια του νομικού κανόνα. Ο Αλέξανδρος Σβώλος, ανανέωσε το συνταγματικό δίκαιο προς την κατεύθυνση των κοινωνικών επιστημών, εγκαταλείποντας την αφηρημένη και εννοιοκρατική πρόσληψή του, και εργάστηκε με πείσμα πάνω στην αποτροπή του εμφυλίου και την εθνική συμφιλίωση[5]. Οι ανά δεκαετία ηχηρές παρεμβάσεις του Αριστόβουλου Μάνεση (Ιουλιανά, προεδρικές αρμοδιότητες στο Σύνταγμα του 1975, ψήφος Αλευρά, αναπλήρωση του πρωθυπουργού) αποδίδουν τον αντι-εξουσιαστικό τόνο και προσανατολισμό[6] που εμπνέει τη σοσιαλιστική δογματική, ενώ στο πνεύμα της θεσμικής και κοινοβουλευτικής ισορροπίας εγγράφεται και η έντονη κριτική του Δημήτρη Τσάτσου στην ενισχυμένη προεδρική εξουσία του Συντάγματος του 1975. Πάνω απ’ όλα, όμως, στη σπουδαία παράδοση της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας οφείλεται η απόρριψη του αυτοαναφορικού και κλειστού θετικισμού και η υποβολή των θεσμών και των κανόνων στη βάσανο της συμφωνίας τους με τις δημοκρατικές αξίες και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η επιστημονική στροφή (ήδη από τον Σβώλο) στην «πολιτική» (Τσάτσος), «κοινωνιολογική» και εν γένει την «υποψιασμένη» ανάγνωση του Συντάγματος, σημαίνει ότι το δίκαιο, δίχως να χάνει τη σχετική του αυτονομία (Μάνεσης), πρέπει να λειτουργεί προς όφελος του δημοκρατικού και σοσιαλιστικού «κοινωνικού μετασχηματισμού» (Τσάτσος) ή της «αέναης συνταγματικής και κοινωνικής προόδου» (Μάνεσης) (σελ. 297-298). Ωστόσο, η κοινωνική ανάγνωση του δικαίου από τον Μάνεση, υπό την επιρροή της μαρξιστικής θεωρίας της δεκαετίας του 1970, δεν εκπίπτει στην ανέξοδη και άσκεφτη συνταγματοποίηση κάθε κοινωνικής διεκδίκησης ή παροχής, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Αλιβιζάτος, με αφορμή την κανονιστικότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων, υπενθυμίζοντάς μας τις πρόσφατες εκτροπές του συνταγματικού μας λόγου στην εποχή των μνημονίων (σελ. 303).

Αν η αστική παράδοση, λοιπόν, πιστώνεται την κατάκτηση της πρόσδεσης των θεσμών μας στον ευρύτερο ευρωπαϊκό συνταγματισμό, καθώς οι κορυφαίες της μορφές (Καποδίστριας, Τρικούπης, Βενιζέλος, Καραμανλής) δίνουν τον καθοριστικό προσωπικό τόνο της ιστορίας, οι σύγχρονοι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας εγκλωβίζονται, θέλοντας (Α. Παπανδρέου) και μη (Σημίτης), σε μια παραμορφωτική (δυσ)λειτουργία των θεσμών που μοιάζει να δικαιώνει, τελικά, τους απαισιόδοξους αναγνώστες της νεοελληνικής ιστορίας και ταυτότητας (Νίκος Θέμελης). Προς επίρρωση τούτης της στυφής γεύσης που αφήνει ο πολιτικός απολογισμός των σοσιαλδημοκρατών πολιτικών, σε αντίθεση με τη μάλλον νοσταλγική διάθεση που προκαλεί στον αναγνώστη η περιήγησή του στους εμπνευσμένους στοχαστές της, ο Αλιβιζάτος κλείνει το κεφάλαιο με την παράθεση μια σειράς δικών του νομικών παρεμβάσεων, μιας λίστας «εφαρμοσμένων νομικών», που, ωστόσο, ουδέποτε εφαρμόστηκαν, για την επίλυση ζητημάτων που σχετίζονται με τον εκσυγχρονισμό των θεσμών. Από τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, το σύμφωνο συμβίωσης, το μεταναστευτικό, τις κρατικές προμήθειες και δημόσιες συμβάσεις έως το πολιτικό χρήμα, την εκλογική μεταρρύθμιση, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, το πανεπιστημιακό άσυλο κ.α. η πλούσια μεταρρυθμιστική συμβολή του συγγραφέα διαβάζεται και ως ένας μακρύς κατάλογος των χαμένων ευκαιριών των πρόσφατων σοσιαλιστικών μας χρόνων[7].

 

Η αδύνατη ανανέωση του κομμουνισμού

Αναμετρώμενος με τη μακρά κομμουνιστική παράδοση του τόπου, ο συγγραφέας προδίδει εκ των προτέρων τη μεθοδολογική του επιλογή, η οποία δεν υπαγορεύεται μόνο από τη δική του πολιτική προτίμηση εντός του συγκεκριμένου ρεύματος, αλλά και από την κεντρική προβληματική του βιβλίου: σε αυτή δεν χωρούν εκείνοι που δεν αναγνώρισαν στους θεσμούς αυτοτελή αξία, παρά τους υποβίβασαν στην ευτελή θέση του αναλώσιμου μέσου προς ικανοποίηση του (όποιου) ανώτερου σκοπού. Κατά τούτο, είναι προφανής η επιμονή του Αλιβιζάτου στο εσωκομματικό, «αντίπαλο» στους ηγέτες του κομμουνισμού (όπως ο Νίκος Ζαχαριάδης), στρατόπεδο, και, ειδικότερα, στα πρόσωπα που από την περίοδο κιόλας του Μεσοπολέμου έδωσαν ανεπιτυχώς τη μάχη για την κομμουνιστική ανανέωση, για σοσιαλισμό με δημοκρατία (σελ. 425).

Το ελληνικό παράδοξο, δηλαδή η παραμονή της ζωτικότητας της κομμουνιστικής ιδεολογίας στην επικαιρότητα, ακόμη και μετά το 1989, και η πρόσφατη αναζωπύρωσή της με την εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, ανάγεται σε πρωτεύοντα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής ταυτότητας: τη ροπή προς την πόλωση, την αδιαλλαξία και τον εξισωτισμό, την ιεράρχηση της ισότητας στην κορυφή της κλίμακας των αξιών του νεότερου ελληνισμού, εις βάρος, συχνά, της ελευθερίας. Αυτά λειτουργούν τελικά ως υπόβαθρο του πολιτικού λόγου της κομμουνιστικής αριστεράς και, υπό το ψυχικό και υλικό τίμημα των ιστορικών γεγονότων που την καθορίζουν, όπως ο Εμφύλιος ή σήμερα η οικονομική κρίση, αφ’ ενός τη διατηρούν ζωντανή, αφ’ ετέρου ευνουχίζουν την εκπλήρωση του δικού της «ιστορικού συμβιβασμού» και τη μετάβασή της στον δημοκρατικό σοσιαλισμό.

Τα πρόσωπα λοιπόν της κομμουνιστικής παράδοσης, παρ’ ότι συλλαμβάνουν την ιστορικότητα της εποχής τους και διαβάζουν αποστασιοποιημένα από την ορθόδοξη κομμουνιστική εγγραφή τους την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να διαβλέπουν τη δυνατότητα να επιτευχθούν σοσιαλιστικές τομές στην ελληνική κοινωνία, εντός της αστικής και δημοκρατικής νομιμότητας, αδυνατούν εν τέλει να υπερβούν τον υψηλό ιδεολογικό, και όχι μόνο, πήχυ της αντίπαλής τους κομμουνιστικής ηγεσίας. Το αίτημα της δημοκρατικής ή σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ελλάδα θα παραμείνει ανεκπλήρωτο, ενώ η ίδια η κομμουνιστική σκέψη μάταια παλεύει να εξελιχθεί. Συνεπώς, η διαπίστωση, με επιστημονικό μάτι, ήδη στο Μεσοπόλεμο, ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είχε επικρατήσει και οι συνθήκες είχαν ωριμάσει για τη σοσιαλιστική επανάσταση, μέσα στα μεγάλα περιθώρια δράσης που άφηνε η αστική νομιμότητα (Παντελής Πουλιόπουλος), αποβαίνει πολιτικά άκαρπη. Το ίδιο ισχύει και για την κορυφαία, σύμφωνα με τον Αλιβιζάτο, φυσιογνωμία (αυτής) της ελληνικής Αριστεράς, τον Ηλία Ηλιού. Η επιστημονική ακρίβεια και το υψηλό πολιτικό και αισθητικό του κριτήριο θα μπορούσαν να τον είχαν αναδείξει σε «Έλληνα Μπερλινγκουέρ», όμως στην Ελλάδα δεν υπήρξαν ούτε Γκράμσι, ούτε Τολιάτι, ενώ, σε αντίθεση με την Ιταλία, υπήρξε ένας καθοριστικός για την πολιτική τύχη του Ηλιού, αλλά και συνολικά της σοσιαλιστικής τάσης εντός της κομμουνιστικής παράδοσης, εμφύλιος πόλεμος (σελ. 445)[8]. Παρ’ ότι ιστορικές προσωπικότητες της Αριστεράς έκαναν υπερβάσεις σε συγκεκριμένες συγκυρίες, επιδιώκοντας τη συναίνεση (όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, κατά τη διάρκεια του αντιδικτατορικού αγώνα), και διέγνωσαν την ανεπάρκεια του δογματικού οικονομικού αναγωγισμού για την κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης και τη χάραξη της πολιτικής (Κώστας Φιλίνης), με αποτέλεσμα να διαθέτουν τα μεθοδολογικά εργαλεία για να απελευθερώσουν την κομμουνιστική σκέψη, η πλούσια πολιτική γνώση δεν συνάντησε την πολιτική δράση. Η γόνιμη αντίληψη των θεσμών ως μέσα για την υπέρβαση των υφιστάμενων σχέσεων, εφ’ όσον οι συσχετισμοί το επιτρέπουν (Λεωνίδας Κύρκος), ουδέποτε κατέληξε σε ουσιαστική θέσμιση, ίσως γιατί, γενικεύοντας την εύστοχη φράση του Γιώργου Κατηφόρη για τον Ηλιού, υπάρχουν, όντως, «εποχές που δεν βρίσκουν τους ανθρώπους τους και άνθρωποι που δεν βρίσκουν την εποχή τους».  

Αντιθέτως, δυσανάλογα σημαντική, σε σχέση με τον πολιτικό αντίκτυπο της «ρεφορμιστικής» κομμουνιστικής παράδοσης, υπήρξε η συμβολή των σημαντικών διανοητών της στην κατανόηση της νεότερης ελληνικής ιστορίας (Νίκος Σβορώνος) και της λειτουργίας των θεσμών, ιδιαίτερα της τυπολογίας του Κράτους και των παραγωγικών σχέσεων (Νίκος Πουλαντζάς), πέρα από λαϊκιστικές απλουστεύσεις και βολονταριστικές αναγνώσεις, καθώς και στην ανάδειξη των πολιτισμικών στερεοτύπων που φέρει και αναπαράγει ο ελληνικός εθνικισμός (Άννα Φραγκουδάκη), με τις γνωστές ρομαντικές εξάρσεις του, που διατρέχουν, ενίοτε, το σύνολο του πολιτικού φάσματος και αποτυπώνονται όχι μόνον στον πολιτικό, αλλά και τον νομικό λόγο (π.χ. στη δικαστική περιπέτεια της ελληνικής ιθαγένειας[9]). Αν δε, εντάξουμε την ελληνική γενιά των στοχαστών της Αριστεράς (και εν γένει της γενιάς του Πολυτεχνείου) στο ελευθεριακό ρεύμα του Μάη του 1968, θα διαπιστώσουμε ότι η συμβολή της υπήρξε μεν σημαντική, έως και απελευθερωτική, στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών ή των τεχνών, καθώς και στη φιλελευθεροποίηση των ηθών και των συμπεριφορών, όπως και θεσμικά κρίσιμη για την ταχύτατη απώλεια της αίγλης του Στέμματος και την αποδυνάμωση της Εκκλησίας, αλλά από την άλλη συνοδεύτηκε, εκούσα άκουσα, από την έξαρση ενός φιλελεύθερου ατομοκεντρισμού και την αποθέωση της προσωπικής επιθυμίας που ο Αλιβιζάτος εντοπίζει στην καρδιά του γαλλικού Μάη, στοιχεία που μάλλον προετοίμασαν παρά ανέκοψαν, σε ευρωπαϊκό τουλάχιστον επίπεδο, την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και προδίδουν, στα καθ’ ημάς, ιδιαίτερα τις δεκαετίες του 1980 και 1990, την επέλαση του καταναλωτισμού, απέναντι στον οποίο η αριστερή διανόηση μάλλον απέτυχε να αντιτάξει σοβαρά επιχειρήματα ή να προτείνει πειστικά εναλλακτικά πρότυπα (σελ. 511).  

Η αυτοβιογραφική αναφορά του Νίκου Αλιβιζάτου στην κομμουνιστική παράδοση, με την οποία τελειώνει το κεφάλαιο και το βιβλίο («Μήπως το ταξίδι συνεχίζεται;», σελ. 515), υπογραμμίζει ένα κοινό σημείο της αρχικής γοητείας της στους νέους της δεκαετίας του 1970, που ωστόσο εξηγεί και τη μετέπειτα αποστασιοποίησή τους από αυτή: αριστερός γινόσουν, πρωτίστως, ως αντιχουντικός (θα προσθέταμε για τους νέους μετά τον Εμφύλιο, ως αντιδεξιός), υπό το βάρος τελικά μιας μάλλον ηθικοπολιτικής παρά καθαρά ιδεολογικής επιλογής (σελ. 516). Επιλογής, ίσως, και με ευκρινείς πολιτισμικές αιτίες, καθώς στο χώρο της Αριστεράς, ιδίως της ανανεωτικής, υπήρξε υπερ-συγκέντρωση χαρισματικών προσωπικοτήτων της πολιτικής, των γραμμάτων και της τέχνης. Η θητεία του συγγραφέα στην κριτική μεριά της κομμουνιστικής σκέψης, μακριά από την πλήρη εργαλειοποίηση και την υποτίμηση των θεσμών,  και η εκπαίδευσή του στο δημοκρατικό και κοινωνικό νόημα του κανόνα δικαίου, καθόρισε τη συνταγματολογική του ταυτότητα. Από την άλλη, παρατηρώντας τη μεγάλη εικόνα της κομμουνιστικής πορείας και το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν οι χώρες του ανατολικού μπλοκ, όπως, επίσης, βιώνοντας την αδιαλλαξία της κρατούσας κομμουνιστικής παράδοσης στην Ελλάδα, ο Αλιβιζάτος συνειδητοποιεί ότι ήταν μάλλον αδύνατο εξ αντικειμένου να υπάρξει κομμουνισμός με δημοκρατία και ελευθερία. Κατέστη, ως εκ τούτου, προφανής ανάγκη η υπαρξιακή και οριστική πλέον φυγή του, ως ανήσυχου πνεύματος, προς τη σοσιαλδημοκρατία και τον πολιτικό φιλελευθερισμό.

 

Η προσωπογραφία του συγγραφέα

Διανοούμενος με αστική καταγωγή και παιδεία, ο οποίος γοητεύτηκε από την κομμουνιστική σκέψη στα νεανικά του χρόνια, για να ενταχθεί τελικά στον ευρύτερο χώρο της (φιλελεύθερης) σοσιαλδημοκρατίας, ο Νίκος Αλιβιζάτος φέρει και τις τρεις παραδόσεις τις οποίες αποτιμά κριτικά μέσα από τα πορτραίτα του βιβλίου του. Αν συνεκτιμήσει δε κανείς και την πληθωρική δημόσια παρουσία του, ως πολιτικοποιημένου συνταγματολόγου που συνεχίζει την παράδοση των σπουδαίων προκατόχων του, ιδίως του Αριστόβουλου Μάνεση, οι οποίοι ανέπτυξαν έντονη σχέση με τους θεσμούς και την άσκηση της εξουσίας, όχι μόνο ως μέρος του θεωρητικού, αλλά και του πρακτικού (συνταγματικού) λόγου, είναι προφανές ότι ο Αλιβιζάτος, ως επιστημονικό και πολιτικό υποκείμενο, προσωπογραφεί τελικά, μέσα από τους άλλους, τη δική του ιδιαίτερη θέση απέναντι στους θεσμούς και την πολιτική. Υπ’ αυτό το πρίσμα των πολλαπλών ιδιοτήτων και αναφορών του συγγραφέα, επιλέγονται και σκιαγραφούνται τα πρόσωπα και οι παραδόσεις. Η αστική και νεωτερική του προσήλωση στους φιλελεύθερους θεσμούς και στα αντίβαρα στην εξουσία, η οποία ομολογείται εμβληματικά στη φράση του Πόππερ με την οποία ανοίγει το βιβλίο[10], αποτυπώνονται στη θετική αποτίμηση και προβολή της αστικής παράδοσης και, αντιστρόφως, στον αμφιλεγόμενο απολογισμό της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.  H διαρκής του ευαισθησία να αναδείξει το κρυφό νόημα των κανόνων, ιστορικά, πολιτικά ή και ηθικά, εξηγεί, σε συνδυασμό με τη συναισθηματική, πολιτισμική και εν τέλει αισθητική εγγύτητα, τη συμπάθειά του προς τους δημοκράτες και σοσιαλιστές της κομμουνιστικής παράδοσης, τους «καλούς» κομμουνιστές που έμελλε να υποκύψουν στο παιχνίδι της ιστορίας. Ο λόγος λοιπόν του Αλιβιζάτου αποκαλύπτει αυτόν που εμείς, οι μαθητές του, αλλά και η δημόσια σφαίρα, γνωρίζουμε ήδη καλά: έναν διακεκριμένο και συνεπή εκπρόσωπο του αστικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού.

Με αυτά τα δεδομένα, η εγκυρότητα της κατηγοριοποίησης των παραδόσεων και της αποτίμησής τους είναι απολύτως συνεπής, δογματικά και πολιτικά, με την πολιτικοφιλοσοφική ταυτότητα του συνταγματολόγου και η όποια κριτική μπορεί μόνον εξωτερική να είναι, να εκκινεί δηλαδή από μια ολότελα διαφορετική από τη δική του, που θα τολμούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως leftliberal, πολιτική ή θεωρητική σκοπιά για το νόημα των βασικών του κατηγοριών. Ενστάσεις θα μπορούσαν να υπάρξουν και για πρόσωπα που αποκλείστηκαν ή για άλλα που παρ’ ότι αναφέρονται επιγραμματικά στα εισαγωγικά σημειώματα των κειμένων, εν είδει επιλαχόντων, θα μπορούσαν εύλογα να προκριθούν στην πρώτη γραμμή, αλλά τούτο θα σήμαινε την υιοθέτηση μιας άλλης αντίληψης για τους θεσμούς ή έστω την ανατροπή της βασικής θέσης του έργου, δηλαδή της έμφασης που αποδίδεται στα πρόσωπα, στη διαλεκτική τους σχέση με τους θεσμούς. Η πιο ισχυρή, ίσως, κριτική που θα μπορούσε να απευθύνει κανείς στον συγγραφέα έγκειται στην πρόσληψη τελικά του ίδιου του πολιτικού, ως παιγνίου και προσώπου, όχι σε σχέση με μια συγκεκριμένη πολιτική ή ιδεολογική τοποθέτηση (αστική, σοσιαλιστική, κομμουνιστική κ.ο.κ), αλλά ως προς τη δυνατότητα της αξιολόγησής του με βάση τη διάκριση που θέτει προγραμματικά ο τίτλος του βιβλίου ανάμεσα στον πραγματισμό, τη δημαγωγία και την ονειροπόληση. Κι αυτό γιατί η χρήση των παραπάνω κατηγοριών, παρ’ ότι ανταποκρίνεται, ακόμη κι αν ο συγγραφέας αποφεύγει επιμελώς να ονοματίσει, λίγο ή πολύ, στην πολιτική σκέψη ή δράση των προσώπων, μοιάζει να συρρικνώνει σε ηθικές και καθαρές κρίσεις το εξ ορισμού σύνθετο πολιτικό παιχνίδι. 

Υπάρχει, τέλος, μια νομίζω συνειδητή «ατέλεια» του έργου, με την έννοια του ύστατου ερωτήματος που παραμένει βασανιστικά, πλην, ίσως, ευτυχώς, ερμηνευτικά ανοιχτό: ανάμεσα στην αισιόδοξη και την απαισιόδοξη ανάγνωση της ιστορίας αυτή τη φορά ο Αλιβιζάτος μοιάζει ουσιαστικά μετέωρος και αμήχανα αμφίθυμος. Ίσως τούτο οφείλεται στη σημερινή δεινή κρίση που απαγορεύει τις βεβαιότητες. Ίσως, πάλι, στη μετριοφροσύνη του συγγραφέα απέναντι στα  προσωπογραφούμενα πρόσωπα και τις παραδόσεις τους. Σε κάθε περίπτωση, αυτή ακριβώς η γκρίζα ζώνη είναι η λεπτή απόχρωση που μετατρέπει, για τους πρόθυμους αναγνώστες, αίφνης το βιβλίο του Αλιβιζάτου από μια διδακτική και αφηγηματικά συναρπαστική απόλαυση σε μια επίπονη προσωπική διερώτηση και άσκηση πάνω στο πώς και από ποιους πρέπει να ασκείται η πολιτική εξουσία.

 


[1]Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Θεμέλιο, 2007. Για το ρόλο των αστικών ελίτ στη συγκρότηση του ελληνικού Κράτους βλ. Κώστα Κωστή, Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας, Πόλις, 2013. Επίσης, για το βάρος της φιλελεύθερης ιστορικής κληρονομιάς στην πορεία του ελληνικού Κράτους βλ. Νικηφόρο Διαμαντούρο, Οι απαρχές της συγκρότησης σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα. 1821-1828, ΜΙΕΤ, 2006.

[2]Βλ. για τη λαϊκή κυριαρχία την πρόσφατη συμβολή του Γιάννη Τασόπουλου, Η λαϊκή κυριαρχία και η πρόκληση της αμεροληψίας, Κριτική, 2014 και για τη λαϊκή εντολή Αντώνη Μανιτάκη, «Η λαϊκή κυριαρχία ως λαϊκή εντολή και η διδασκαλία του Μάνεση», www.constitutionalism.gr, ανάρτηση 30/06/2015.

[3]Νίκος Αλιβιζάτος, «Έθνος κατά λαού» σε Δ.Γ. Τσαούση (επιμ.), Ελληνισμός και ελληνικότητα. Ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας, Εστία, 1983, σελ. 79-90.

[4] Ο συγγραφέας παραπέμπει εδώ στη σχετική με την κυβερνητική μακροημέρευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ανάλυση του Γιάννη Βούλγαρη. Βλ. Γιάννη Βούλγαρη, Η μεταπολιτευτική Ελλάδα, 1974-2009, Πόλις, 2013.

[5]Βλ. επίσης για την κριτική του Σβώλου στον κοινοβουλευτισμό και τον κίνδυνο της έκπτωσής του στην κομματοκρατία, Αλέξανδρος Σβώλος, Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σε Ιδίου, Προβλήματα του έθνους και της δημοκρατίας, τόμος 2, Στοχαστής, Αθήνα, 1972, σελ. 95 επ. και για την κοινωνιολογική οπτική του Σβώλου την ανάλυση του Αριστόβουλου Μάνεση, «Ο Αλέξανδρος Σβώλος ως συνταγματολόγος», σε Ιδίου, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη 1954-1979, Ι, Σάκκουλας, 1980, σελ. 506 επ.

[6]Στη συνταγματική θεωρία, είναι εμβληματική, μεταξύ άλλων, η συμβολή του Αριστόβουλου Μάνεση σε Ιδίου, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, ΙΙ, 1965, ανατύπωση Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1991.

[7]Υπ’ αυτή την έννοια μάλλον δικαιώθηκαν οι επιφυλάξεις του Νίκου Αλιβιζάτου σε Ιδίου, Ο αβέβαιος εκσυχρονισμός και η θολή συνταγματική αναθεώρηση, Πόλις, 2001.

[8]Βλ. για τον ευρωκομμουνισμό, Γιάννη Μπαλαμπανίδη, Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά, Πόλις, 2015.

[9]Με έμφαση στην απόφαση 350/2011 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Βλ. Γιάννη Κουτσούκο, «Η ιθαγένεια, το Έθνος και το κράτος δικαίου», Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 1/2011, σελ.77 επ.

[10]«Πώς πρέπει να καταστρώσουμε τους πολιτικούς θεσμούς, έτσι ώστε κακοί ή ανίκανοι ηγέτες να μην μπορούν να προκαλέσουν υπέρμετρη βλάβη;», Karl Popper, The Open Society and its Enemies.

[αναδημοσίευση από το The Books'Journal, 14 Φεβρουαρίου 2016]

 

 

 

 

 

Καταχώρηση: 03-02-2016     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Les réfugiés, le Danemark et la Grèce

Nicos C. Alivizatos, Professeur, Université d'Athènes

Μετά τις συζητήσεις που προκάλεσε και στην Ελλάδα η ψήφιση από το κοινοβούλιο της Δανίας των γνωστών μέτρων κατά των αιτούντων άσυλο στη αυτή σκανδιναβική χώρα (κατασχέσεις τιμαλφών και χρημάτων πάνω από ένα ορισμένο ποσό κατ’ άτομο), ο καθηγητής Ν. Κ. Αλιβιζάτος, μας έστειλε για ανάρτηση το κατωτέρω άρθρο, που απέστειλε σε πολλούς Γάλλους και γαλλόφωνους φίλους του.

 

——————————–

L’ incident que je vais vous raconter a eu lieu en décembre dernier, dans le grand amphi de la Faculté de droit de l’ Université d’ Athènes, où j’ enseignais le droit constitutionnel aux étudiants de première année. Je venais de terminer mon cours sur la notion de souveraineté et les restrictions qui lui sont imposées dans la perspective de la construction européenne. Le projet européen justifie-t-il cet énorme transfert de compétences à Bruxelles et à Strasbourg, qui bouleverse les fondements mêmes de l’ indépendance nationale?
Comme chaque année, l’ image à laquelle je me suis référé pour soutenir mon argument en faveur de l’ Europe Unie était celle des milliers de tombeaux de soldats de 19, de 20 et de 21 ans, aux cimetières de Normandie, de Crète et des Dardanelles (mais aussi à Kalamaki, tout près d’ Athènes). Ces jeunes gens avaient le même âge que mes étudiants et sont tombés pendant la première et la deuxième guerre mondiale, en combatant pour la liberté. Mon propos était le suivant: Il faut sacrifier certains volets de notre souveraineté nationale pour que cela ne puisse jamais se rèpéter. “Pour qu’ il n’ y ait plus de guerres européennes” . Voilà la raison d’ être de l’ Union Européenne.
C’ est à ce moment précis qu’ un jeune étudant aux cheveux longs, dont la tenue laissait supposer qu’ il était prêt à rejoindre la prochaine manifestation contre les “Institutions” et les nouvelles mesures d’ austérité du gouvernement grec, a pose la question suivante: “Que pensez-vous des mesures annoncés par le Danemark contre l’ afflux des réfugiés? La confiscation de bijoux et d’ autres joyaux des réfugiés est-elle compatible avec votre projet européen”?
Après un bref moment de réflexion, je lui ai donné une réponse plus que perplexe. Les mesures en cause, dont la confiscation des biens des demandeurs d’ asyle, ainsi que des liquidités dépassant un certain seuil n’ avaient pas encore été votées; il vaudrait mieux attendre. D’ autre part l’ extrême droite (parti DF) n’ était pas encore arrivée au pouvoir au Danemark et son influence sur le governement minoritaire au pouvoir depuis juin 2015 restait plutôt réduite. De toute façon, si elles étaient votées, ces mesures seraient contraires à la Convention européenne des droits de l’ homme qui, contrairement au droit américain, impose aux Etats européens de reconnaitre “à toute personne relevant de leur jurisdiction” –et donc pas seulement aux citoyens Européens- les droits et libertés proclamées (article 1). Elles seraient notamment contraires aux droits de propriété (article 1 du protocolle No 1) et à la vie privée (article 8), protégées par la Convention, sinon à l’ interdiction des traitements “inhumains ou dègradants” (article 3). “Il ne saurait y avoir de Guandanamo européen”, ai-je conclu.

*****

Il paraît bien que le parlement danois ait voté mardi dernier les mesures incriminées. Et que, de surcroît, le premier ministre du pays, M. Lars Lokke Rasmussen, ait demandé une modification profonde de la convention de Genève de 1951 sur le droit d’ asyle.
Je me demande, quelle serait ma réponse si la même question m’ était posée aujourd’ hui, à un moment où mon pays, la Grèce, est de plus en plus accusée de n’ être pas en mesure de garder ses frontières et que les voix se multiplient en Europe pour la faire exclure de l’ espace Schengen.
Cette fois, je lui aurais vraisemblablement rappelé que le 9 avril 1940 à 4 heures du matin, un navire de transport de la marine de guerre de l’ Allemagne nazie, le Hansestad Danzig, est entré inapperçu au port de Copenhague et a accosté tout doucement le quai Langelinie, en plein centre de la capitale danoise. Avant que la moindre alarme ne soit donnée, un bataillon de la Reichswehr a occupé les locaux de tous les ministères, l’ Etat major de l’ armée danoise, voire même le palais royal. Le pays dans son ensemble a été occupé en moins de 24 heures, sans la moindre résistance (moins de 15 morts au total). Le lendemain, un government de coalition nationale s’ est formé et a exercé le pouvoir jusqu’ en été 1943, en collaboration avec le gouverneur allemand, un commis de Hitler. Tous les partis politiques de l’ avant guerre, à l’ exception du parti communiste et du parti nazi, y participaient. Des élections libres ont même été tenues, en mai 1943.
Il est vrai que, grâce à ce government, le Danemark est le seul pays européen occupé par les forces de l’ Axe où il n’ y a pas eu d’ Holocauste. Cet exploit, saurait-il pourtant justifier une attitude aussi passive? En 2003, un autre Rasmussen, Anders Fogh, premier ministre danois à l’ époque et futur secrétaire general de l’ OTAN, s’ était pour la première fois posé la question de savoir si l’ attitude de son pays pendant la deuxième guerre mondiale était moralement justifiée.
Je ne sais pas si cette prise de position a donné lieu à un débat quelconque dans le pays nordique. Pourtant, en ces temps difficiles pour le projet européen, qu’ il me soit permis de demander en tant que grec et citoyen Européen à nos amis Danois de faire prevue d’ un peu plus de modestie et d’ humilité. Sinon, je ne saurai quoi répondre à mes étudiants, s’ ils me demandaient: “En somme, qu’ avons nous de commun avec les Danois du DF, la Hongrie de M. Victor Orban et la Pologne de M. Lech Kiczyński?”.

Κριτήρια τεχνοκρατικής αξιολόγησης της νομοθεσίας για τη Διοικητική Μεταρρύθμιση (Από την φάση του σχεδιασμού στη φάση της δοκιμασίας και της υλοποίησης)

Αντώνης Μανιτάκης, πρώην Υπουργός, με τη συνεργασία του Δρ. Γιάννη Μπαλαμπανίδη

Προεισαγωγικά: επιτακτική ανάγκη αξιοποίησης των όσων προηγήθηκαν καθώς και της ευρωπαϊκής και ελληνικής διοικητικής τεχνογνωσίας

Στην σύντομη εισήγησή μου θα περιοριστώ, όπως το επιβάλλει άλλωστε και η συζήτηση γύρω από μία στρογγυλή τράπεζα, σε μερικές βιαστικά διατυπωμένες επισημάνσεις, με αφορμή το πρόσφατο νομοσχέδιο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης. Θα το κάνω υπό την οπτική γωνία και της παλαιότερης αλλά και πρόσφατης εμπειρίας μου ως Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης.

Σκοπός μου είναι αναδείξω τη σημασία που έχουν, για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας διαρθρωτικής αλλαγής, οι τεχνοκρατικές παράμετροι, δηλαδή η αξιοποίηση της διοικητικής τεχνογνωσίας στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η τεχνική βοήθεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η νομοθέτηση είναι το τελευταίο, το ύστατο στάδιο μιας διοικητικής μεταρρύθμισης, που απλώς επικυρώνει όσα έχουν ετοιμαστεί και δοκιμαστεί προηγουμένως στη διοικητική πρακτική από τους ειδικούς, τους εμπειρογνώμονες και κυρίως από την πεπειραμένη Διοίκηση. Είναι καλό και εφαρμόσιμο ένα νομοθέτημα, όταν έχει προετοιμαστεί, μελετηθεί και δοκιμαστεί προηγουμένως δεόντως, με βάση στόχους και κριτήρια τεχνοκρατικά και επιστημονικά. Τότε μόνον είναι ώριμο να γίνει νόμος του κράτους και να μην μείνει γράμμα κενό, δηλαδή ένας ακόμη νόμος ανεφάρμοστος ή μιας μόνον χρήσης. Όταν οι πολιτικοί σχεδιάζουν δημόσιες πολιτικές καλόν είναι να συμβουλεύονται με τρόπο οργανωμένο και συστηματικό τους ειδικούς και την ίδια την διοίκηση και κυρίως να φροντίζουν για την όσο γίνεται πιο άρτια τεκμηρίωση των προτάσεων του.

Με βάση την εμπειρία που απόκτησα ως Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, θα στηριχτώ στην εισήγησή μου, αναγκαστικά, σε αυτά που έχουν ήδη ξεκινήσει και τρέχουν ακόμη και σήμερα ή απλώς εκκρεμούν, σε αυτά που έχουν σχεδιαστεί και προετοιμαστεί από καιρό, σε στενή συνεργασία, ήδη από τότε, το 2012, με την Task Force for Greece και την Γαλλία, και προχωρούν ακόμη και σήμερα, με ενδιάμεσο σταθμό την Εθνική Στρατηγική για τη Διοικητική Μεταρρύθμιση, που έχει εγκριθεί από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης το 2014. Καθώς επίσης και αυτά που έχουν ήδη αποτυπωθεί στους Όρους Αναφοράς, που έχουν γίνει αποδεκτοί από την παρούσα Κυβέρνηση και καθορίζουν τις βασικές κατευθύνσεις, στις οποίες θα συνεργαστούν οι ελληνικές αρχές με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αξιοποιώντας την τεχνική βοήθεια, που συμφωνήθηκε να μας παρέχει η τελευταία, και ειδικά η Γαλλία. Τα τελευταία, παρόλο που είναι συμφωνημένα και καταγραμμένα μένουν, από όσο ξέρω, αναξιοποίητα. Αγνοείται η υλοποίησή τους, η τύχη τους.

Θα στηριχθώ σε αυτά όχι μόνον διότι έχουν πρακτικό ενδιαφέρον, αφού είναι συγκεκριμένα και εφαρμόσιμα, έχουν γίνει άλλωστε αντικείμενο κυβερνητικής πολιτικής, αλλά και διότι εντάσσονται σε μία γραμμή πλεύσης, που θεωρώ πρωταρχικής σημασίας για την επιβίωση της χώρα μας: συντηρούν την θεσμική μνήμη και συνέχεια που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος, αξιοποιώντας την ευρωπαϊκή τεχνογνωσία και τις καλές διοικητικές πρακτικές που έχουν υιοθετήσει οι διοικήσεις των ευρωπαϊκών χωρών.

Είναι πολύ δυσάρεστο το γεγονός -και πολύ επώδυνο έως καταστροφικό θεσμικά – το ότι στη χώρα μας η θεσμική συνέχεια διακόπτεται βίαια και αλαζονικά με κάθε υπουργική αλλαγή, που φιλοδοξεί (ματαίως) να τα αλλάξει όλα και να αρχίσει από την αρχή, λες και έχουμε μπροστά μας απέραντο χρόνο, λες και πίσω μας είναι μόνον ερείπια και όχι ένας ζωντανός οργανισμός, ένα κράτος που ζεί και λειτουργεί ακατάπαυστα και συντηρεί μια χώρα και ένα λαό. Η χώρα που δεν έχει θεσμική μνήμη και συνέχεια, κυβερνιέται τυχαίως, και χώρα που κυβερνιέται τυχάρπαστα και ευκαιριακά δεν έχει μέλλον.

Μετά από αυτά τα εισαγωγικά, μπορώ να ξεκινήσω, παραδειγματικά, αρχίζοντας από το νομοσχέδιο του υπουργού Βερναρδάκη, [το οποίο λίγο αργότερα έγινε νόμος του κράτους, ν. 4369/2016], που αφορά μια σειρά αλλαγές στην επιλογή προϊσταμένων και επιτελικών στελεχών, την υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων, την αξιολόγηση και τη στοχοθεσία. Θα μπορούσε κατά την γνώμη μου να αποτελέσει μια καλή αφορμή για μια σοβαρή και συστηματική συζήτηση -και όχι συζήτηση για το θεαθήναι και τις τηλεοπτικές εντυπώσεις- με τα κόμματα, τους επιστήμονες και την διοίκηση. Μόνο που θα πρέπει, για να είμαστε ρεαλιστές και εφόσον θέλουμε να κάνουμε κάτι που να μείνει και να έχει γενικότερη αποδοχή και συνέχεια, να το εξετάσουμε σε σχέση και με τον προϊσχύσαντα νόμο Μητσοτάκη. Θα μπορούσαμε ακόμη να το κρίνουμε και σε σχέση με άλλα προσχέδια ή με την εμπειρία, θετική και αρνητική, από άλλους νόμους όπως τον νόμο 3839/2010 του Γιάννη Ραγκούση, που ατύχησε και έμεινε ανεφάρμοστος, παρότι εισήγαγε ενδιαφέρουσες αλλαγές στη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων στην κατεύθυνση της αξιοκρατίας και κυρίως της αντικειμενικότητας, όχι όμως και της αποδοτικότητας, εκεί υστέρησε.

Πιστεύω ακράδαντα ότι ήρθε η ώρα να συνεννοηθούμε, τουλάχιστον σε τεχνοκρατική βάση, αν δεν μπορούμε ακόμη σε πολιτική. Ας παραχωρήσουν επιτέλους οι πολιτικοί τον χώρο που ανήκει στους ειδικούς, στους τεχνοκράτες. Είναι προς το συμφέρον τους. Και από την μεριά τους οι ειδικοί και τεχνοκράτες ας σεβαστούν την συνταγματική νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας να διαμορφώνει αυτή, αποφασίζοντας κυριαρχικά, τις δημόσιες πολιτικές της χώρας με βάση τους κανόνες του δημοκρατικού παιγνιδιού.

Θα ήταν έτσι ακόμη δυνατόν, και ευχής έργον, να σχηματιστεί για τον σκοπό αυτό μια υπερκομματική επιτροπή ειδικών, κυρίως από επιστήμονες, με πρωτοβουλία του Υπουργού και με την συναίνεση των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Μια επιτροπή που θα συσταθεί και θα ενεργεί κατ΄ εξουσιοδότηση της πολιτικής εξουσίας με αποστολή να καταθέσει σύντομα την τεχνοκρατική γνώμη της, εν είδει γνωμοδότησης, πριν πάει το νομοσχέδιο αυτό στη Βουλή για ψήφιση.

(Δυστυχώς, λίγες μόνον μέρες μετά την γόνιμη συζήτηση στην Βουλή, ο Υπουργός, αγνοώντας όσα είπαμε, κατέθεσε ως είχε το σχέδιο νόμου, χωρίς να ακούσει κάν ή να συζητήσει τα όσα ειδικοί και πολιτικοί είχαν εισηγηθεί. Ακόμη μία φορά αδιαφορία για την θεσμική μνήμη και συνέχεια της χώρας, ένας ακόμη νόμος αδοκίμαστος, κοντά στους τόσους άλλους).

 

  •  * *

Τα τεχνοκρατικά προαπαιτούμενα

Στη συνέχεια θα περιοριστώ να αναφέρω, ενδεικτικά, τα εμβληματικά εκείνα πεδία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση, τους άξονες μάλλον γύρω από τους οποίους θα μπορούσε να γίνει μια πρώτη αξιολόγηση τεχνοκρατική της συγκεκριμένης νομοθετικής πρωτοβουλίας, εν είδει γενικών κριτηρίων αξιολόγησης της πρακτικής αξίας τους.

 

  • Άξονας πρώτος και πρωταρχικός: απο-πολιτικοποίηση ή απο-κομματικοποίηση της δημόσιας διοίκησης

 

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο θα μπορούσε να κριθεί και αξιολογηθεί με κριτήριο το κατά πόσο υπηρετεί, επαρκώς και αποτελεσματικά, το πρωταρχικό αίτημα κάθε σοβαρής διοικητικής μεταρρύθμισης: την αποπολιτικοποίηση της δημόσιας διοίκησης. Αυτό σημαίνει ότι το νομοσχέδιο πρέπει να κριθεί όχι μόνον από το αν καθιερώνει διαδικασίες πάγιες και αντικειμενικές και απρόσωπες, σαν και αυτές του ΑΣΕΠ, αλλά και από το αν, συνολικά κρινόμενες οι διαδικασίες αυτές υπηρετούν, πράγματι, την αξιοκρατία, όχι μόνο από τυπική άποψη, από την άποψη δηλαδή των τυπικών προσόντων, αλλά και από την άποψη, κυρίως, των ουσιαστικών. Αν δηλαδή οι τυπικές και απρόσωπες διαδικασίες εξασφαλίζουν επιλογή προϊσταμένων, Γενικών Γραμματέων, Γενικών Διευθυντών ή Διευθυντών, τέτοια ώστε να επιλέγονται οι πλέον άξιοι, δηλαδή οι πλέον ικανοί ή οι πλέον κατάλληλοι για την θέση που προορίζονται. Ικανοί και κατάλληλοι για μια διοίκηση αποδοτική και αποτελεσματική.

Τα διευθυντικά στελέχη οφείλουν να είναι φυσικά και αυτά απογαλακτισμένα από κάθε είδους κομματικές ή πολιτικές εξαρτήσεις. Αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει να είναι και τα πλέον ικανά πρόσωπα για την ανάληψη θέσεων ευθύνης, ικανά να οργανώσουν και να προγραμματίσουν δράσεις, να διαχειριστούν καταστάσεις και να διευθύνουν μια δημόσια υπηρεσία με στόχο την αποτελεσματική εκπλήρωση της δημόσιας αποστολής της.

 

Το πάγιο αίτημα της πολιτικά και κομματικά ουδέτερης διοίκησης, ένα αίτημα κλασικό, αυτονόητο και πολύ παλιό, παραμένει ακόμη, δυστυχώς, και στις αρχές του 21ου αιώνα στον τόπο μας επιτακτικό και επίκαιρο

Η πολιτική ουδετερότητα της δημόσιας διοίκησης είναι άλλωστε μια θεσμική απαίτηση του Συντάγματος και απορρέει από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η διοίκηση, ως όργανο της εκτελεστικής εξουσίας, έχει ως αποστολή της κατά πρώτο λόγο την πιστή εκτέλεση ή εφαρμογή των νόμων με τρόπο απρόσωπο και αντικειμενικό, χωρίς διακρίσεις κάθε είδους και χωρίς καθιέρωση προνομίων. Επειδή οι πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και η διοίκηση οφείλει όχι απλώς να εφαρμόζει απρόσωπα και αντικειμενικά τον νόμο, αλλά και να μεταχειρίζεται τους διοικουμένους ισότιμα, ανεξάρτητα από τις κομματικές ή πολιτικές ή ιδεολογικές ή θρησκευτικές τους προτιμήσεις και εντάξεις. Η υποχρέωση της διοίκησης να εκτελεί πιστά την κυβερνητική πολιτική και να ενεργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της και του νόμου την ωθεί επί πλέον να μένει και η ίδια, δηλαδή οι δημόσιοι υπάλληλοι, πολιτικά και κομματικά ουδέτεροι, όταν ασκούν τα δημοσιοϋπαλληλικά τους καθήκοντα και όσο τα ασκούν. Δεσμεύεται η ίδια η Διοίκηση από την φύση της αποστολής της να είναι και να παραμένει ακομμάτιστη και πολιτικά ουδέτερη.

Και με την συνταγματική υποχρέωση της πολιτικής ουδετερότητας και του ακομμάτιστου βαρύνονται όλοι οι δημόσιοι λειτουργοί, από τους ανώτερους μέχρι τους κατώτερους. Σε ό,τι αφορά ειδικά τους Γενικούς Γραμματείς, αυτοί δεν μπορεί κατά την γνώμη μου να μην είναι μετακλητοί στη θέση που κατέχουν, ταυτισμένοι με την εκτέλεση της κυβερνητικής πολιτικής και ειδικά του υπουργού. Η βασική ικανότητά τους έγκειται στο να μπορούν να διαμορφώνουν δημόσιες πολιτικές στο πλαίσιο της γενικότερης κυβερνητικής πολιτικής. Παράλληλα, όμως θα πρέπει να παραμένουν θεματοφύλακες της θεσμικής μνήμης και συνέχειας και να διακονούν το δημόσια συμφέρον πέραν από το άμεσο πολιτικό συμφέρον του υπουργού. Αν διαφωνούν, οφείλουν να παραιτηθούν.

Σε ό,τι αφορά τους Γενικούς Διευθυντές, αυτοί θα πρέπει να είναι οι αποτελεσματικοί και κομβικοί μάνατζερ της διοίκησης, αχρωμάτιστοι και αυτοί πολιτικά και κομματικά, με εμπειρία στην διοίκηση και με αποδεδειγμένες διευθυντικές ικανότητες.

Δυστυχώς οι αντικειμενικές και απρόσωπες διαδικασίες του ΑΣΕΠ απέτρεψαν μεν την πρόσληψη με κομματικά και πελατειακά κριτήρια των δημοσίων υπαλλήλων, δεν σταμάτησαν όμως την κομματικοποίηση της δημόσιας διοίκησης, διότι δεν μπορούσαν, φυσικά, να την απαλλάξουν και από τον κομματικοποιημένο συνδικαλισμό και την κομματικοποιημένη σύνθεση των υπηρεσιακών συμβουλίων.

Η νοσηρή σχέση της πολιτικής εξουσίας με την δημόσια διοίκηση είναι μία νόσος πολύ παλιά, όση περίπου και η ηλικία του ελληνικού δημοσίου. Πρόκειται για την παντελή έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ τους και κυρίως για την χρησιμοποίηση της δημόσιας διοίκησης από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου, ως ενός προνομιακού πεδίου ικανοποίησης κομματικών επιδιώξεων και πελατειακών αιτημάτων. Το κράτος αντιμετωπίζεται ως κτήμα, ως κατάκτηση και τρόπαιο του κυβερνώντος κόμματος, που πρέπει να αλωθεί από κομματικούς φίλους και φίλα προσκειμένους στην κυβέρνηση και στους Υπουργούς, με το σαθρό επιχείρημα ότι πρέπει η Κυβέρνηση να εφαρμόσει την πολιτική που ενέκρινε ο ελληνικός λαός. Λησμονούν, ωστόσο, όσοι το πιστεύουν, εσκεμμένα, ότι ο λαός ενέκρινε πρόγραμμα κυβερνητικής, εθνικής πολιτικής για όλο τον λαό και όχι την αντισυνταγματική υποταγή της δημόσιας διοίκησης και του κράτους στο κυβερνών κόμμα – και αντίστροφα ότι καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμα που ενέκρινε ο λαός χωρίς τη συνδρομή μιας ικανής και αποδοτικής όχι διαβρωμένης, κομματικά, δημόσιας διοίκησης. Η απελευθέρωση της δημόσιας διοίκησης από τον πελατειακό και φαυλοκρατικό εναγκαλισμό της πολιτικής εξουσίας αποτελεί προ-απαιτούμενο κεφαλαιώδους σημασίας κάθε μεταρρυθμιστικής δράσης. Αυτό είναι το πρωταρχικό κριτήριο με βάση το οποίο θα κριθεί το παρόν νομοσχέδιο: η διασφάλιση της συνταγματικής, θεσμικής ανεξαρτησίας της δημόσιας διοίκησης από την πολιτική εξουσία και η εγγύηση της πολιτικής ουδετερότητάς της. Πολιτική εξουσία και δημόσια διοίκηση αποτελούν δύο διακριτούς θεσμούς, με διακριτούς ρόλους και ξεχωριστές δικαιοδοσίες, που φυσικά αλληλο-εξαρτώνται και πρέπει να συνεργάζονται αρμονικά σεβόμενοι ο καθένας την διακριτή, δημόσια και συνταγματικά κατοχυρωμένη λειτουργία του άλλου.

 

  • Δεύτερος άξονας: οικοδόμηση «ικανοτήτων». Διάπλαση ικανών και όχι απλώς τυπικά προσοντούχων υπαλλήλων

 

Και έρχομαι τώρα στο δεύτερο τεχνοκρατικό άξονα ή κριτήριο αξιολόγησης του υπό ψήφιση νομοθετήματος: η οικοδόμηση η διάπλαση «ικανοτήτων» (capacity building) σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, και ειδικά κατά την επιλογή προϊσταμένων. Ικανότητες που έχει απόλυτη ανάγκη η ελληνική δημόσια διοίκηση. Για να ανακαλυφτούν και να αξιολογηθούν όμως οι προσωπικές ικανότητες απαιτείται να δοθεί έμφαση στην αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων και στην αντιστροφή του βάρους της αξιολόγησης από τα τυπικά στα ουσιαστικά προσόντα. Η εκτίμηση των προσόντων πρέπει να επικεντρώνεται κυρίως στην αξιολόγηση των προσωπικών ικανοτήτων, των ατομικών επιδόσεων και της εν γένει εργασιακής φυσιογνωμίας του κάθε υπαλλήλου.

Η βιωσιμότητα του νομοσχεδίου θα κριθεί από το αν καθιερώνει, για τα διευθυντικά στελέχη, διαδικασίες επιλογής προσώπων ικανών όχι απλώς να διαχειρίζονται, παθητικά και αδιάφορα, την καθημερινή διεκπεραίωση των διοικητικών διαδικασιών αλλά κυρίως από το αν μπορούν να οργανώνουν και να διευθύνουν μια δημόσια υπηρεσία και αν είναι σε θέση να επεξεργάζονται δημόσιες πολιτικές, να διαχειρίζονται κατάλληλα και με γνώση το ανθρώπινο δυναμικό, να σχεδιάζουν δράσεις, να είναι θεματοφύλακες της θεσμικής μνήμης και συνέχειας και, βέβαια, να λειτουργούν, πριν από όλα, ως ουδέτεροι πολιτικά, δημόσιοι λειτουργοί, ταγμένοι στην εξυπηρέτηση δημόσιων σκοπών και ειδικά του δημοσίου συμφέροντος, αλλά και πιστοί εκτελεστές της κυβερνητικής πολιτικής. Πρόσωπα ικανά, που να έχουν γνώση και εμπειρία διοίκησης, αυξημένα τυπικά προσόντα αλλά κυρίως να έχουν δώσει ικανά, αποδεδειγμένα και τεκμηριωμένα δείγματα των ουσιαστικών προσόντων τους μέσα από τις επιδόσεις τους στην άσκηση διοίκησης.

Η ελληνική δημόσια διοίκηση δεν πάσχει από έλλειψη προσοντούχων στελεχών, εφοδιασμένων με πτυχία πανεπιστημιακά, μεταπτυχιακά και διδακτορικά. Πάσχει από έλλειψη ικανών στελεχών, στελεχών πεπειραμένων, με διαπιστωμένες ικανότητες αποτελεσματικής διαχείρισης και διοίκησης, σχεδιασμού πολιτικών και απόδοσης έργου.

Τα τυπικά προσόντα είναι καλά και απαραίτητα για την πρόσληψη και τον διορισμό. Δεν είναι αρκετά για την επιλογή των ικανότερων και αποδοτικότερων. Το ΑΣΕΠ ήταν μια επανάσταση στην πολιτική των προσλήψεων και στην πάταξη των ρουσφετολογικών και κομματικών ή πελατειακών προσλήψεων. Η προσήλωσή του όμως, έκτοτε, αποκλειστικά στα τυπικά προσόντα και στην απρόσωπη μοριοδότηση έγινε αιτία να θυσιαστούν τα ουσιαστικά προσόντα και οι προσωπικές ικανότητες και δεξιότητες στο βωμό των τυπικών προσόντων, των τυπικών και εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και πτυχίων. Με αποτέλεσμα η δημόσια διοίκηση να γεμίσει μεν με πτυχιούχους πανεπιστημίου χωρίς παράλληλα αυτό να έχει αντίκτυπο στην απόδοση και στην αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης.

Έχουμε έτσι πολλούς προσοντούχους αλλά όχι ταυτόχρονα και ικανούς και αποδοτικούς δημόσιους υπαλλήλους.

Τόσο οι προηγούμενες νομοθετικές απόπειρες για την επιλογή προϊσταμένων, και φοβάμαι και η κρινόμενη σήμερα, πάσχουν όλες από την ίδια ασθένεια, από έναν αφόρητο νομικό φορμαλισμό, από μια ενδημική τυπολατρεία που παραλύει τη δημόσια διοίκηση και μαραζώνει τους δημοσίους υπαλλήλους. Μια τυπολοτρεία που βολεύει τους υπαλλήλους, διότι καλύπτει την ευεξήγητη αλλά αδικαιολόγητη ευθυνοφοβία τους.

Ο νόμος Πεπονή και η δημιουργία του ΑΣΕΠ μπορεί να ήταν, και είναι, μια επανάσταση στη διαδικασία προσλήψεων δημοσίων υπαλλήλων. Καθιέρωσε αντικειμενικά και απρόσωπα κριτήρια στους διορισμούς και πάταξε την αυθαιρεσία, το κυνήγι του «μέσου», το ρουσφετι, καθώς και τους διορισμούς από την πίσω ή πλάγια πόρτα. Η άκρατη όμως τυποποίηση της διαδικασίας με σκοπό την αντικειμενικοποίησή της θυσίασε στο όνομα της τυπικής ισότητας και των τυπικών προσόντων, τα ουσιαστικά και ατομικά προσόντα, τις προσωπικές ικανότητες και δεξιότητες του κάθε υποψηφίου. Η τυπική προϋπηρεσία υποκατέστησε την εργασιακή εμπειρία ως ουσιαστικό προσόν. Το αποτέλεσμα είναι τα ουσιαστικά προσόντα, οι προσωπικές ικανότητες να μην λαμβάνονται σχεδόν καθόλου υπόψη ή να είναι κυριολεκτικά υποβαθμισμένα.

Αυτό οφείλεται εν μέρει και στην μέχρι τώρα πρακτική της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, που βασιζόταν στις τυπικές και ισοπεδωτικές εκθέσεις των προϊσταμένων και στην μη καθιέρωση της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων βάσει στοχοθεσίας. Οι απόπειρες που έγιναν, έμειναν στα χαρτιά, λόγω κακής προετοιμασίας και έλλειψης της κατάλληλης δοκιμασίας.

 

Αυτή η ασθένεια βαραίνει, δυστυχώς, και τη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων στην ισχύουσα νομοθεσία. Δίνεται υπερβολική βαρύτητα στη μοριοδότηση των τυπικών προσόντων. Για παράδειγμα, στο παρόν νομοσχέδιο, μοριοδοτούνται τα τυπικά προσόντα με 40%, η εμπειρία με 25% και η συνέντευξη με 35%. Η αξιολόγηση της εργασιακής εν γένει φυσιογνωμίας του υπαλλήλου και υποψηφίου προϊσταμένου, που προκύπτει από την αξιολόγηση της απόδοσής του και της εν γένει εργασιακής του φυσιογνωμίας, υποβαθμίζεται αδικαιολόγητα και όλα βασίζονται στην δομημένη συνέντευξη που γίνεται από νομικούς και όχι από ειδικούς ή πεπειραμένους μάνατζερ της δημόσιας διοίκησης. Γενικά η διαδικασία της μοριοδότησης έτσι όπως εφαρμόζεται έχει υπερτιμηθεί, διότι δεν βοηθά στην επιλογή των ικανοτέρων, ούτε στην εκτίμηση των προσωπικών ικανοτήτων των υπαλλήλων ή στην αποτίμηση της εργασιακής τους εμπειρίας και εν γένει φυσιογνωμίας. Ευνοούνται οι φορτωμένοι με τυπικά προσόντα. Πιστεύω ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί σταδιακά η διαδικασία επιλογής βάσει μοριοδότησης ή τουλάχιστον να συνδυαστεί με την αξιολόγηση και της επίδοσης και απόδοσης του δημοσίου υπαλλήλου.

Χρειάζεται και εδώ αντιστροφή του βάρους και των κριτηρίων ώστε να δοθεί η δέουσα σημασία στην αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων – φυσικά μέσα από διαδικασίες που θα είναι θωρακισμένες απέναντι στην αυθαιρεσία και την υποκειμενική κρίση του κάθε κριτή.

Η «εργασιακή φυσιογνωμία» ιδίως των Προϊσταμένων που πρέπει να στελεχώσουν την δημόσια διοίκηση θα πρέπει να αποτυπωθεί ως φυσιογνωμία «managers δημοσίων υπηρεσιών», ή διευθυντών- διαχειριστών δημόσιων οργανισμών, ικανών να διαμορφώνουν πολιτικές και να θέτουν στόχους προς επίτευξη για τις δημόσιες υπηρεσίες, να καταστρώνουν προγράμματα και να σχεδιάζουν δράσεις και να παρακολουθούν την υλοποίησή τους. Αυτό είναι το «capacity building» που απαιτούν οι καιροί για τους ανθρώπους με θέση ευθύνης στον διοικητικό οργανισμό, αυτό το εργασιακό προφίλ πρέπει να προωθήσουμε, μέσα από έναν συνδυασμό υψηλών τυπικών και αποδεδειγμένων ουσιαστικών προσόντων.

 

  • Διοίκηση προσανατολισμένη στην επίτευξη αποτελεσμάτων (result-oriented administration)

 

Έρχομαι στο τρίτο κριτήριο αξιολόγησης της νομοθεσίας για την διοικητική μεταρρύθμιση, που συνέχεται με το προηγούμενο αλλά είναι εξίσου σημαντικό, διότι συντείνει στο να αλλάξει προσανατολισμό και δράση η Διοίκηση.

Στο πλαίσιο αυτό και κατ’ ακολουθίαν των όσων λέχθηκαν προηγουμένως, η αξιολόγηση των Προϊσταμένων και των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να βασίζεται στη μία και μοναδική αξιόπιστη μέθοδο αξιολόγησης, στην αξιολόγησή απόδοσης, τη λεγόμενη assessment of performance. Αυτή η αξιολόγηση έχει μια βασική προϋπόθεση όμως: την ύπαρξη ενός συνεκτικού συστήματος στοχοθεσίας σε κάθε υπηρεσία. Μόνο έτσι οι δ.υ. μπορούν να κρίνονται και να αξιολογούνται με βάση συγκεκριμένα, μετρήσιμα και τεκμηριωμένα στοιχεία, δηλαδή τους επιχειρησιακούς στόχους που έχει θέσει η υπηρεσία τους. Για την στοχοθεσία, τη «διοίκηση μέσω στόχων», υπάρχει νομοθεσία σχετική από το 2004 ωστόσο παραμένει ανενεργή. Οι προσπάθειες να ενεργοποιηθεί, μεταξύ άλλων και επί της δικής μου υπουργικής θητείας, το 2013, ξεκίνησαν μεν φιλόδοξα αλλά έμειναν όλες στη μέση. Χρειάζεται λοιπόν επιτέλους να εφαρμοστεί η στοχοθεσία με συνέπεια, συνέχεια και μέθοδο, αφού δοκιμαστούν προηγουμένως πιλοτικά, δείκτες και μέθοδοι στοχοθεσίας ανά υπηρεσία. Η διοίκηση μέσω στόχων δεν είναι κάτι που μπορεί να νομοθετηθεί εφάπαξ, να προβλεφθεί σε έναν άρθρο και μετά να εφαρμοστεί αυτομάτως – και αυτό είναι μια κριτική που μπορούμε να κάνουμε στο προτεινόμενο νομοσχέδιο. Είναι, αντιθέτως, μια μέθοδος που πρέπει να δοκιμαστεί πρώτα στην πράξη και μετά να αποτυπωθεί νομοθετικά. Και βέβαια χωρίς αυτήν, δεν μπορούμε να μιλάμε για αξιόπιστη αξιολόγηση των υπαλλήλων – όπως δείχνουν και οι προηγούμενες εμπειρίες από προσπάθειες αποτυχημένες.

Δυστυχώς, σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στις άλλες χώρες της Ευρώπης, η ελληνική δημόσια διοίκηση αντιστέκεται πεισματικά σε κάθε είδους εκσυγχρονισμό. Δείχνει να είναι προσκολλημένη στην εποχή του Montesquieu. Θεωρεί ότι μοναδική αποστολή της είναι να εκτελεί πιστά και τυπολατρικά τους νόμους. Δεν ενδιαφέρεται ούτε έχει ασκηθεί να συμπράττει, να συμβάλλει στην ανάληψη πρωτοβουλιών και στην πρόταση και επεξεργασία προτάσεων για την υλοποίηση των δημόσιων πολιτικών που έχει καθορίσει η Πολιτεία και οφείλει να εκτελεί μια δημόσια υπηρεσία.

Δεν γίνεται αντιληπτό ότι αποστολή της Διοίκησης δεν είναι απλώς να εκτελεί τους νόμους αλλά και να εκπληρώνει παράλληλα τους στόχους της δημόσιας αποστολής της. Κρίνεται και αξιολογείται ως δημόσια υπηρεσία και από τον βαθμό που εκπληρώνει, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της, τους δημόσιους σκοπούς που ορίζει η κυβέρνηση.

Η δημόσια διοίκηση χρειάζεται να μετατραπεί από έναν βραδυκίνητο και βαρύθυμο οργανισμό πολύπλοκων τυπικών αρμοδιοτήτων σε μια ευέλικτη δημόσια υπηρεσία εκπλήρωσης δημόσιων σκοπών, σε μια δημόσια υπηρεσία λειτουργικά προσανατολισμένη (service public fonctionnel). Σήμερα, δυστυχώς, η διοίκηση είναι κυριολεκτικά εγκλωβισμένη στις απειράριθμες και συχνά αντικρουόμενες αρμοδιότητες που της έχουν ανατεθεί. Είναι πνιγμένη σε αυτές. Ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την τυπική και πιστή άσκησή τους, και αδιαφορεί πλήρως για την εκπλήρωση ή μη των σκοπών της δημόσιας αποστολής της. Το ένα δεν αποκλείει ωστόσο το άλλο. Η διοίκηση οφείλει, ενεργώντας στο αυστηρό και τυπικό πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να φροντίζει παράλληλα να εκπληρώνει τους δημόσιους σκοπούς της δημόσιας υπηρεσίας και να εκτελεί στο ακέραιο και πιστά τους στρατηγικούς στόχους της κυβερνητικής πολιτικής.

 

  • Τέταρτος άξονας: διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών βάσει τεκμηρίων (evidence based policy making)

 

Και φθάνω έτσι στο τέταρτο -και καινοτόμο- κριτήριο αξιολόγησης του νομοθετήματος και κάθε νομοθετικής ρύθμισης: στο κατά πόσο η συγκεκριμένη ρύθμιση βασίστηκε σε τεκμήρια και στοιχεία ποσοτικά και ποιοτικά, σε μελέτες και στάθμιση δεδομένων πραγματολογικών και στατιστικών σύμφωνα με τη μεθοδολογία του λεγόμενου «Evidence Based Policy Making» καθώς και κατά πόσο υπολογίστηκε εκ των προτέρων η εφαρμοσιμότητά της, η αποδοχή και η οικειοποίησή της από την ίδια την διοίκηση, κατά πόσο εκτιμήθηκαν οι τυχόν παρενέργειες ή οι ενδεχόμενες αντιστάσεις ή αντιδράσεις κατά την μελλοντική εφαρμογή της. Αυτή η μεθοδολογία, που εφαρμόζεται εδώ και χρόνια με τρόπο πρωτοποριακό σε χώρες όπως η Βρετανία, οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Σουηδία, είναι βασική προϋπόθεση ώστε να μην σχεδιάζουμε μεταρρυθμίσεις στην τύχη και στον κλειστό κύκλο των υπουργικών γραφείων. Βασικός στόχος είναι να εμπλέκονται στη διαμόρφωση της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής και η διοίκηση με την τεχνογνωσία της, και επιστημονικοί φορείς με ειδικές γνώσεις επί του θέματος, αλλά και οι κοινωνικοί εταίροι και οι ενδιαφερόμενοι πολίτες (οι stakeholders) μέσα από συντεταγμένες και διαφανείς διαδικασίες διαβούλευσης. Με τον τρόπο αυτό, μια προτεινόμενη μεταρρύθμιση θα βασίζεται σε δεδομένα και μελέτες, που θα αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση και την κανονιστική εν τέλει αποτύπωσή της.

Στην ίδια λογική θα πρέπει να ενταχθεί και η απαίτηση της δοκιμαστικής-πιλοτικής εφαρμογής κάθε μεταρρυθμιστικής δράσης, πριν από την σύνταξη του νομοσχεδίου. Είναι επιβεβλημένο και πάντως εξαιρετικά χρήσιμο να δοκιμάζεται για ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα μια μεταρρυθμιστική δράση, πιλοτικά, πριν υιοθετηθεί. Μετά την πιλοτική εφαρμογή της και με βάση τα συμπεράσματα που θα εξαχθούν, θα διατυπώνεται ή θα επαναδιατυπώνεται ο νόμος. Η διοικητική πρακτική προηγείται της νομοθέτησης. Πρώτα δοκιμάζεται στην πράξη η ρύθμιση και μετά ακολουθεί ο νόμος. Ο τελευταίος δοκιμάζει την εφαρμοσιμότητά του πριν γίνει νόμος του κράτους. Είναι κρίσιμο, για παράδειγμα, να ακολουθήσουμε αυτή τη μεθοδολογία στην εφαρμογή της διοίκησης μέσω στόχων, πρώτα σε πιλοτικό στάδιο που θα ανατροφοδοτήσει τον σχεδιασμό της και θα οδηγήσει σε μια περισσότερη ασφαλή καθολική εφαρμογή της.

 

  • Επιτακτική ανάγκη οικειοποίησης της μεταρρύθμισης από την ίδια την Διοίκηση

 

Και έρχομαι στο τελευταίο, αν και όχι έλασσον κριτήριο πρόγνωσης της αξίας ενός νομοθετήματος, : στην οικειοποίησή του από την ίδια την διοίκηση, στο περίφημο «ownership». Αναγκαίο και αναντικατάστατο προ-απαιτούμενο κάθε μεταρρυθμιστικής δράσης είναι να την οικειοποιηθεί, να την κάνει κτήμα της, να την ενστερνιστεί η ίδια η δημόσια διοίκηση και φυσικά οι δημόσιοι υπάλληλοι. Η οικειοποίησή της προκύπτει μέσα από τη δοκιμαστική εφαρμογή της, μέσα από την διοικητική πρακτική και από την εφαρμοσιμότητά της.

Έχουν διατυπωθεί όλο αυτό τον καιρό πολλές και χρήσιμες ιδέες, έχουν ψηφιστεί ή κατατεθεί σχέδια νόμου και προτάσεις μεταρρυθμιστικές, έχουν δοκιμαστεί στην πράξη από την διοίκηση μεταρρυθμιστικές δράσεις και πρακτικές, όπως αξιολογήσεις δομών, σχέδια στελέχωσης, περιγραφές θέσεων εργασίας και αποστολών διευθύνσεων, στοχοθεσία, κινητικότητα, και άλλα σε συνεργασία και με την αξιοποίηση της τεχνικής βοήθειας της Task Force και της Γαλλίας άλλοτε, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σήμερα. Δεν είμαστε πια στη φάση του σχεδιασμού, έχουμε περάσει στο στάδιο της τελικής υλοποίησης. Στη φάση της υλοποίησης συγκεκριμένων και εφαρμόσιμων προτάσεων μεταρρύθμισης. Όλα αυτά έχουν αποτυπωθεί ως κατευθύνσεις στο νόμο 4336/2015, που ψήφισε με συντριπτική πλειοψηφία η Ελληνική Βουλή. Σε μας εναπόκειται, στην ελληνική κυβέρνηση να τα υλοποιήσει και να τα προσαρμόσει στην ελληνική πραγματικότητα. Στην ελληνική διοίκηση εναπόκειται να τα κάνει κτήμα της.

Η διοικητική μεταρρύθμιση είναι μια διαρκής, επίπονη και μακρόπνοη διαδικασία. Δεν σταματά ποτέ. Αρκεί να βασίζεται σε σχέδιο μελετημένο και δοκιμασμένο και να γίνεται με μέθοδο, με σύστημα, συνέπεια και συνέχεια και βέβαια συντονισμένα και πειθαρχημένα. Και με σεβασμό, εννοείται, στο Νόμο, στο Σύνταγμα και στις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας!

Η πολιτική τάξη, που φέρει την κύρια ευθύνη, οφείλει να πάψει να στρουθοκαμηλίζει και να αποφεύγει να μιλάει για το πάπλωμα. Δηλαδή να μην μιλάει για την επιτακτική και επείγουσα ανάγκη υλοποίησης, επιτέλους, και όχι απλώς σχεδιασμού, μιας σειράς διαρθρωτικών αλλαγών στη δημόσια διοίκηση με την αξιοποίηση της τεχνικής βοήθειας των ευρωπαίων εταίρων μας και με πρωταγωνιστές τους δημόσιους υπαλλήλους. Ακριβώς γι’ αυτό, είναι ανάγκη να αποδείξουμε, ως χώρα ευρωπαϊκή και μέλος της ευρωζώνης, την προσήλωσή μας στις αδιαμφισβήτητα απαραίτητες μεταρρυθμιστικές κατευθύνσεις, στον συντονισμό και την παρακολούθηση της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων.

Και καθώς η αναδιοργάνωση του κράτους και της διοίκησης θα προχωρά και θα εμπεδώνεται, πολιτική ηγεσία και διοίκηση θα μαθαίνουν από κοινού να συνεργάζονται αρμονικά κάθε μία από το δικό της μετερίζι για τον ορθολογικό σχεδιασμό και την υλοποίηση των δημόσιων πολιτικών.

Η πολιτική εξουσία οφείλει να μάθει, διαμορφώνοντας την δημόσια πολιτική των μεταρρυθμίσεων που καταστρώνει, να υπολογίζει και να αξιοποιεί στο έπακρον την διοικητική τεχνογνωσία των ειδικών και την εμπειρία της Δημόσιας Διοίκησης. Οι δημόσιοι υπάλληλοι να καταλάβουν ότι, ως «υπηρέτες» του κράτους, των δημόσιων πολιτικών του και εφαρμοστές των νόμων του, οφείλουν να εκπληρώνουν τους σκοπούς της δημόσιας υπηρεσίας όπου ανήκουν με την μέγιστη δυνατή αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα.

[Γραπτή απόδοση προφορικής εισήγησης σε: Διημερίδα, «Μεταρρυθμίσεις στη Δημόσια Διοίκηση και Ανάπτυξη», Αίθουσα Γερουσίας της Βουλής των Ελλήνων, 8 και 9 Φεβρουαρίου, 2016, υπό δημοσίευση σε έκδοση της Βουλής]

 

 

Greek civil union law (as amended by law 4356/2015)

Greek Law regulating the Civil Union (symfono symviosis = contract of cohabitation)

(translated by Panayotis Viopoulos, law student – you may also find it as pdf on this page)

Law no. 3719/2008 (FEK = Government Gazette 241/Α'/26.11.2008) on Civil Union

Law no.3719/2008 as amended by the provisions of Law  no.4356/2015 (FEK = Government Gazette Α' 181/24-12-2015)

(modifications in red)

 

Section 1 -Conclusion of a civil union

A contract between two different-sex adults governing their life as a couple (“civil union”) shall be entered into by means of a notarized instrument in the presence of the parties. The contract shall be valid from the date on which a copy of the notarized instrument is lodged with the civil registrar for the couple’s place of residence. It shall be recorded in a special civil register.

Article 1-Conclusion of a civil union

A contract between two adults, regardless of their gender/sex, governing their life as a couple (“civil union”), shall be entered into means of a notarized instrument in the presence of the parties. The contract shall be valid from the date on which a copy of the notarized instrument is lodged with the civil registrar for the couple’s place of residence. It shall be recorded in a special civil register.

 

Section 2-Conditions

1. Full legal capacity is required in order to enter into a civil union.

2. A civil union may not be entered into: (a) if either of the persons concerned is already married or party to a civil union, (b) between persons who are related by blood in a straight line indefinitely and collaterally until the fourth degree or by marriage in a straight line indefinitely and (c) between an adopter and adoptee.

3. Any violation of the provisions of this section shall render the civil union null and void.

Article 2-Conditions

  1. Full legal capacity is required in order to enter into a civil union.
  2. A civil union may not be entered into: (a) if either of the persons concerned is already married or party to a civil union, (b) between persons who are related by blood in a straight line indefinitely and collaterally until the fourth degree or by marriage in a straight line indefinitely and (c) between an adopter and adoptee.
  3. Any violation of the provisions of this section shall render the civil union null and void. Fictitiousness of the contract entails equally its nullity.

 

 

Section 3-Nullity of the civil union

The parties and any person asserting a legitimate family or financial interest may invoke a ground of nullity of the civil union under the preceding section. The prosecutor may apply of his or her own motion for the civil union to be annulled if it breaches public order.

Article 3-Null and voidable contract

  1. The nullity of the contract under the preceding provision shall be declared by an irreversible judicial decision. The parties and any person asserting a legitimate family may submit the respective lawsuit. The prosecutor may apply of his or her own motion for the civil union to be annulled if it breaches public order.
  2. In case of defects of will, the provisions on voidable marriage shall be applicable by analogy. The relevant judicial decision shall be rendered irreversible.
  3. By virtue of the irreversible judicial decision annulling the civil union, its legal consequences are lifted ex tunc. The nullity or annulment of the civil union shall have no effect on the paternity of the children.

 

 

 

Section 5 Surname

The civil union shall not change the (family) name of the parties. Each party may, with the consent of the other party, use the other’s surname or add it to his or her own in social relations.

Article 4-Surname

The civil union shall not change the (family) name of the parties. Each party may, with the consent of the other party, use the other’s surname or add it to his or her own in social relations.

 

 

Section 6 Financial relations

The parties’ financial relations, particularly regarding any assets they acquire during the lifetime of the civil union (after-acquired assets), may be regulated by the civil union contract or by a subsequent notarised instrument. If no agreement exists on after-acquired assets, upon dissolution of the civil union each party shall have a claim in respect of any assets the other party has contributed. No such claim shall vest in the heirs of the claimant; it may not be assigned or transferred by succession but may be made against the heirs of the debtor. The claim shall expire two years after dissolution of the civil union.

 

Article 5-Parties’ relations

  1. If no different special regulation exists in the present or another law, the provisions on the (married) spouses’ relations are applicable by analogy on the parties’ personal relations.
  2. As far as the parties’ non-personal relations are concerned, the relevant provisions on the (married) spouses’ relations are applicable by analogy, unless, when drafting the civil union, the parties agree on a different regulation of them, pursuant to the principles of equality and solidarity. The parties may not waive the claim of participation in after-acquired assets before its birth.

 

 

 

 

Article 6

In case of non-regulated by a civil union cohabitation, the fate of the assets acquired after the commencement of the cohabitation (“after-acquired assets”) shall be adjudged by virtue of the general provisions on unjust enrichment. The latter are applicable equally in pending trials.

 

 

Section 4 Dissolution

1. The civil union shall be dissolved: (a) by an agreement between the parties in the form of a notarised instrument signed in their presence, (b) by means of a unilateral notarised declaration, after service on the other party by a process server and (c) by operation of law if the parties to the civil union marry or if one of the parties marries a third party.

 2. The dissolution of the civil union shall take effect once the notarised instrument or the unilateral declaration has been deposited with the civil registrar at the place of registration of the civil union.

Article 7-Dissolution

  1. The civil union shall be dissolved: (a) by an agreement between the parties in the form of a notarized instrument signed in their presence, (b) by means of a unilateral notarized declaration, as long as a call for consensual dissolution has previously been served by a bailiff to the other party and a period of three (3) months after the aforementioned service has elapsed (c) by operation of law if the parties to the civil union marry.
  2. The dissolution of the civil union shall take effect once the notarized instrument or the unilateral declaration has been deposited with the civil registrar at the place of registration of the civil union

 

Section 7 Maintenance obligation after dissolution

1. In the civil union contract or a subsequent notarised instrument, one of the parties or both parties mutually may undertake to pay maintenance only to cover the other in the event that, after dissolution of the union, the other party has insufficient income or assets to provide for his or her own upkeep. A party who, having regard to his or her other obligations, is unable to pay maintenance without compromising his or her own upkeep shall be exempt from the obligation to pay maintenance. The obligation shall not pass to the heirs of the debtor.

2. As regards the right to maintenance, the person entitled to maintenance by virtue of the civil union shall rank equally with the divorced spouse of the debtor.

3. After dissolution of the civil union, the party liable for payment of maintenance may not rely on that obligation in order to be exempted, in full or in part, from his or her obligation to contribute [to the maintenance of] his or her spouse or minor children or to pay maintenance for them.

4. Without prejudice to paragraphs 2 and 3, the contractual obligation referred to in paragraph 1 shall override the obligation to provide maintenance for persons other than the beneficiary [of the maintenance payments] if the latter, after dissolution of the union, has insufficient resources to provide for his or her own upkeep.”

  1. The provisions on the maintenance obligation after divorce are applicable by analogy as far as the maintenance obligation after the dissolution of the civil union is concerned, unless the parties have waived the relevant right when drafting the contract.

 

 

Section 11 Inheritance rights

1. After dissolution of the civil union as a result of death, the survivor shall be entitled to inherit on intestacy. If that survivor is in competition with heirs of the first class of persons entitled to inherit, he or she shall inherit one-sixth of the partner’s estate. If in competition with heirs of any other classes, he or she shall inherit one-third, and if one of the partners dies intestate and without other heirs who may be entitled to inherit on intestacy, the survivor shall inherit the entire estate.

2. The survivor shall be entitled to a legally reserved portion of the estate equal to half the share that would be due to him or her on intestacy. He or she may participate up to this percentage as an inheritor.

3. Articles 1823 et seq., 1839 et seq. and 1860 of the Civil Code shall apply by analogy.

Article 8-Inheritance rights

As far as the inheritance rights of the parties are concerned, the provisions of the Civil Code referring to (married) spouses shall be applicable by analogy. When drafting the contract, each party may waive his or her right to a legally reserved portion.

 

 

 

 

Section 8 Presumption of paternity

  1. The putative father of any child born during the lifetime of the civil union or within three hundred days of its dissolution or annulment shall be the man with whom the mother entered into the union. That presumption may be rebutted only by an irreversible judicial decision. Articles 1466 et seq. of the Civil Code and Articles 614 et seq. of the Code of Civil Procedure shall be applicable by analogy.
  2. The nullity or annulment of the civil union shall have no effect on the paternity of the children.

Article 9-Presumption of paternity

The putative father of any child born during the lifetime of the civil union or within three hundred days of its dissolution or annulment shall be the man with whom the mother entered into the union. That presumption may be rebutted only by an irreversible judicial decision. Articles 1466 et seq. of the Civil Code and Articles 614 et seq. of the Code of Civil Procedure shall be applicable by analogy.

 

Section 9 – Children’s surname

Children’s surname “Any child born during the lifetime of the civil union or within three hundred days of its dissolution or annulment shall bear the surname chosen by its parents by means of a joint and irrevocable declaration contained in the civil union contract or in a subsequent notarized instrument drawn up before the birth of the first child. The surname chosen shall be given to all the children and must be the surname of one of the parents or a combination of their surnames. In no circumstances may it be made up of more than two surnames. If no declaration is made, the child shall be given a composite surname made up of the surnames of both parents. If the surname of one or both parents is a composite name, the child’s surname shall be formed by the first of the two names.

Article 10-Childern’s surname

Any child born during the lifetime of the civil union or within three hundred days of its dissolution or annulment shall bear the surname chosen by its parents by means of a joint and irrevocable declaration contained in the civil union contract or in a subsequent notarized instrument drawn up before the birth of the first child. The surname chosen shall be given to all the children and must be the surname of one of the parents or a combination of their surnames. In no circumstances may it be made up of more than two surnames. If no declaration is made, the child shall be given a composite surname made up of the surnames of both parents. The surname to be put first shall be the one of which the initial letter precedes in alphabetical order. If the surname of one or both parents is a composite name, the child’s surname shall be formed by the first of the two names.

 

Section 10 Parental responsibility

1. Parental responsibility for a child born during the lifetime of the civil union or within three hundred days of its dissolution or annulment shall be held by both parents and exercised jointly. The provisions of the Civil Code concerning parental responsibility for children born within marriage shall be applicable by analogy.

2. If the civil union is dissolved for the reasons referred to in sections 2 and 4 of this Law, Article 1513 of the Civil Code shall apply by analogy for the purposes of parental responsibility.

Article 11-Parental responsibility

  1. Parental responsibility for a child born during the lifetime of the civil union or within three hundred days of its dissolution or annulment shall be held by both parents and exercised jointly. The provisions of the Civil Code concerning parental responsibility for children born within marriage shall be applicable by analogy.
  2. If the civil union is dissolved or annulled, Article 1513 of the Civil Code shall apply by analogy for the purposes of parental responsibility.

 

 

Article 12-Applicability by analogy of the other provisions-Delegations

If no different special regulation exists in the present or another law, other legal provisions on claims between the (married) spouses, as well as on claims, benefits and privileges against third parties or against the State, shall apply by analogy to the parties of the civil union. Pursuant to the requirements of the present article, the respective regulations of labor law and of social security law may be readjusted, where required, by presidential decree issued after proposal made by the Minister of Labor, Social Security and Social Solidarity within six months from the date of entry into force of this law.

 

Section 13 Scope

This Law shall apply to all civil unions entered into in Greece or before a Greek consular authority. In all other cases the law designated by the rules of international private law shall apply.

Article 13-Scope

  1. This Law shall apply to all civil unions entered into in Greece or before a Greek consular authority.
  2. The conditions for the conclusion, the relations between the parties, as well as the conditions for and the consequences of the dissolution of the civil unions not listed in paragraph 1 of the present article, shall be governed by the law of the state where drafted. As far as the hereditary succession is concerned, the relevant provisions of international private law shall be applicable. Besides, civil unions of this paragraph shall not entail in the Greek legal order more results than those provided by virtue of the present law.

 

 

Article 14-Amendments on Civil Code provisions

Articles 1354, 1462, 1463 and 1576 of the Civil Code shall be amended as follows:

Article 1354: “Obstacle from existing marriage or from civil union with a third party”

Marriage is hindered before the dissolution or the irreversible annulment of an existing marriage, as well as before the dissolution or the annulment, by an irreversible judicial decision, of the civil union bonding the person about to be married with a third party. Spouses may repeat their marriage before it is annulled.

 

Article 1462: “Relationship by marriage”

Relatives by blood of the one of the (married) spouses shall be relatives by marriage of the other, in equal line and degree. This is equally applicable in the case of civil union. Relationship by marriage shall be maintained after the dissolution or the annulment of either the marriage or the civil union by virtue of which it has been generated.

 

Article 1463

A person’s relationship with his or her mother shall be deduced from birth. The relationship with the father and his relatives shall be deduced from the marriage or the civil union between the mother and the father or it shall be established by recognition, either voluntary or judicial.

 

Article 1576: “Automatic dissolution”

If, in non-compliance with the law, the adopter and the adoptee marry each other or conclude a civil union with each other, the adoption shall be automatically annulled and the relation deriving shall be lifted ex tunc. If the marriage or the civil union is annulled, the adoptee may maintain only the property rights derived from the adoption.

 

 

Ο ‘χρυσός κανόνας’ στο Σύνταγμα και το Δικαστήριο της Ένωσης

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθ. Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Έδρα Jean Monnet Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτισμού

Σημαντική θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών νομοθετημάτων για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους καταλαμβάνει το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας, που μεταξύ άλλων προέβλεψε και την υποχρέωση νομικής κατοχύρωσης, σε συνταγματικό, κατά προτίμηση, ή ισότιμο αυτού επίπεδο, του λεγόμενου ‘χρυσού κανόνα’, ή ‘κανόνα ισοσκελισμένων προϋπολογισμών’ ή αλλιώς ‘χρεόφρενου’. Πρόκειται για τη νομική υποχρέωση της Κυβέρνησης να διαμορφώνει και να εκτελεί ισοσκελισμένους, αν όχι πλεονασματικούς, προϋπολογισμούς, προκειμένου να αποφευχθεί η παραγωγή ελλειμμάτων και συνακόλουθα νέου χρέους. Διευκρινίζεται ότι η ενσωμάτωση του κανόνα αυτού στο ελληνικό δίκαιο έχει ήδη συντελεστεί μέσω της κύρωσης του ‘Δημοσιονομικού Συμφώνου’, εκκρεμεί όμως η προτεινόμενη συνταγματοποίησή του. Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη εστιάζει, από τη σκοπιά της συνταγματικής θεωρίας, στη φύση και την προσδοκώμενη αποτελεσματικότητα ενός συνταγματικού κανόνα περί πλεονασματικού ή ισοσκελισμένου προϋπολογισμού (‘χρυσός κανόνας’), ενόψει και της αναμενόμενης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) μεταχείρισής του. Τον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα ενός συνταγματικού δημοσιονομικού κανόνα ισοσταθμισμένων προϋπολογισμών αποκαλύπτει, εξάλλου, και η αποτυχία εισαγωγής του, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες, στο Σύνταγμα των ΗΠΑ.

Η παρούσα ανάλυση κινείται σε δύο τεμνόμενους, και όχι εφαπτόμενους, άξονες: ο πρώτος αφορά την κανονιστική ποιότητα του κανόνα αυτού και την καταλληλότητά του ή μη να ενταχθεί σε ένα εθνικό Σύνταγμα. Ως προς αυτό, στη μελέτη υποστηρίζεται η θέση ότι αυτός ο διαδικαστικής και δημοσιονομικής φύσης κανόνας εμφανίζει συνάφεια με θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, ιδίως της δημοκρατίας και της κοινωνικής και διαγενεακής δικαιοσύνης. Βάσει αυτών δίνεται καταφατική απάντηση στο ερώτημα περί δυνατότητας συνταγματοποίησής του.

Ο δεύτερος άξονας αφορά την αξιολόγηση της κανονιστικής του υπεραξίας ως συνταγματικού κανόνα. Ως προς αυτό εκφράζεται αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα και την αναγκαιότητά του. Η αμφιβολία αυτή υπακούει στη γενικότερη πεποίθηση σχετικά με την περιορισμένη δύναμη του Συντάγματος να οριοθετήσει και να μορφοποιήσει στην πράξη οικονομικά και δημοσιονομικά ζητήματα με έναν αυτόνομο κανονιστικά τρόπο, ενόψει και της παρελκόμενης δικαστικοποίησης της μη τήρησής του, σε συνάρτηση με την αναμενόμενη συμπεριφορά του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).

ΣτΕ 2192/2014: Αναδρομικές μειώσεις συντάξεων στρατιωτικών (σχόλιο)

Χριστίνα Μ. Ακριβοπούλου, Δ.Ν. Δικηγόρος, Πρόεδρος Επιτροπής, Αρχή Προσφυγών, Μέλος ΣΕΠ ΕΑΠ

*(αναδημοσίευση από το περιοδικό Τα Δικαιώματα του Ανθρώπου)*

Με την απόφαση 2192/2014 το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε την αναδρομική μείωση συντάξεων στρατιωτικών η οποία επιβλήθηκε με το Ν. 4093/2012 σε ακολουθία αντίστοιχων μειώσεων που επιβλήθηκαν στις αποδοχές των μελών των ενόπλων δυνάμεων,ως αντίθετη: α. στον ειδικό ρόλο των ενόπλων δυνάμεων και της αποστολής τους για την προστασία της εθνικής ασφάλειας της χώρας, όπως προκύπτει από την κείμενη νομοθεσία (ν.δ. 1400/1973, π.δ. 130/1984) αλλά και από σειρά συνταγματικών διατάξεων (άρθρα 45,  23 παρ. 2, 29 παρ. 3 Σ) και β. στην αρχή της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών (άρθρο 4 παρ. 5) η οποία παραβιάζεται από τη συνεχή μείωση μισθολογικών δικαιωμάτων συγκεκριμένων κατηγοριών πολιτών, όπως εν προκειμένω οι στρατιωτικοί  και τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας οι οποίοι είναι μισθοδοτούμενοι από το δημόσιο έναντι άλλων κατηγοριών, όπως οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα και οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Το Συμβούλιο της Επικρατείας απεφάνθη,με την απόφαση αυτή επί αιτήσεως ακυρώσεως η οποία κατατέτεθηκε από Ενώσεις Αποστράτων Αξιωματικών κατά της Υπουργικής Αποφάσεως 2/83408/0022/14.11.2012 με την οποία ζητούνταν η ‘Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων στους απόστρατους στρατιωτικούς των ενόπλων δυνάμεων, που προέκυψαν από την αναδρομική μείωση των αποδοχών των ενεργεία στρατιωτικών …’.

Η αναδρομική αυτή μείωση έλαβε χώρα στο πλαίσιο της εφαρμογής του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (Memorandum of Economic and Financial Policies), του πρώτου εκ των τριών που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο ΙΙ (Ν. 2046/2012). Στη βάση του εν λόγω Μνημονίου,ο έλληνας νομοθέτης προέβη στην αναδρομική μείωση των αποδοχών των εν ενεργεία στρατιωτικών η οποία είχε ως συνέπεια την αναδρομική μείωση των συντάξεων των απόστρατων αξιωματικών ως ‘αχρεωστήτως καταβληθέντων’ που υπολογίζεται σε ποσοστό 12% των συνολικών τους αποδοχών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μειώσεις είχαν επιβληθεί στα μέλη των ενόπλων δυνάμεων δυνάμει των Ν. 3833/2010, 3845/2010, 3986/2011, 4093/2012 και αντίστοιχα επί των αποστρατευμένων μελών τους με τους Ν. 3847/2010, 3863/2010, 3865/2010, 3986/2011, 4024/2011 και 4051/2012.

Ειδικότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείαςστην απόφασή του προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα κατά της επιβολής των εν λόγω περικοπών. Πρώτον, εξέτασε τη συνταγματική θεμελίωση της αποστολής των ενόπλων δυνάμεων την οποία εντοπίζει στα άρθρα 45 Σ,όπου ορίζεται η αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας ως Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, 23 παρ. 2 Σόπου και περιορίζεται το δικαίωμα απεργίας για όσους υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας και 29 παρ. 3 Σ, όπου και απαγορεύονται οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις. Δεύτερον, το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέτασε τον ‘ιδιαίτερο’ ρόλο και αποστολή των ενόπλων δυνάμεων όπως αυτός προκύπτει από τους σκοπούς που υπηρετεί και από το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο προκειμένου να θεμελιώσει την αρχή της αναγκαιότητας ‘ειδικής μισθολογικής μεταχείρισης’ των μελών τους (Σκέψη 12). Ειδικότερα, διατύπωσε την άποψη ότι η ειδική μισθολογική μεταχείριση των μελών των ενόπλων δυνάμεων συνιστά θεσμική εγγύηση της ειδικής ανατειθέμενης αποστολής τους και της ειδικής της φύσης η οποία χαρακτηρίζεται από αυστηρή ιεραρχική δομή, σχέσεις εξουσίασης, περιορισμούς στην απόλαυση ατομικών δικαιωμάτων, ετοιμότητας και επικινδυνότητας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Από τη σκοπιά αυτή, όπως υπογραμμίζει το Συμβούλιο της Επικρατείας συνιστά θεσμική εγγύηση διότι ‘… εξασφαλίζει την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας μέσω της ενισχύσεως του ηθικού των στελεχών τους, αλλά και δικαίωμα των στρατιωτικών, λόγω των συνταγματικών απαγορεύσεων και περιορισμών, στους οποίους υπόκεινται και της επικινδυνότητας των καθηκόντων τους’ (Σκέψη 12). Στο ίδιο πλαίσιο, το Συμβούλιο της Επικρατείας υπογράμμισε ότι ως εκ της αποστολής τους οι ένοπλες δυνάμεις ασκούν αρμοδιότητες οι οποίες συνάπτονται με τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας (Σκέψη 12).

Τέλος, σύμφωνα με το Συμβούλιο της Επικρατείας, παρά το το γεγονός ότι σοβαροί λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή εκπλήρωσης του χρέους κοινωνικής αλληλεγγύης (25 παρ. 4 Σ) είναι δυνατόν να δικαιολογήσουν την επιβολή των εν λόγω περικοπών, η συνεχής μείωση των μισθολογικών δικαιωμάτων συγκεκριμένων κατηγοριών πολιτών (όπως εν προκειμένω τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων) οι οποίοι είναι μισθοδοτούμενοι από το δημόσιο έναντι άλλων κατηγοριών (όπως οι ελεύθεροι επαγγελματίες) πλήττει την αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη, ενώ θα πρέπει να οριοθετείται από τις αρχές τις αναλογικότητας και την ανάγκη σεβασμού της αρχής της αξιοπρέπειας (Σκέψη 19). Στο ίδιο πλαίσιο, το Συμβούλιο της Επικρατείας επεσήμανε ότι οι εν λόγω περικοπές δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθούν ούτε στο κατά άρθρο 25 παρ. 4 Σ χρέος κοινωνικής αλληλεγγύης, αφού δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε ως τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ούτε στη μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ύφεση ή στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων (Σκέψη 21). Παράλληλα, όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας υπογραμμίζει στην απόφασή του, οι επίμαχες περικοπές δεν δικαιολογούνται ούτε από ειδικές εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις που θα επέφεραν στη λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων αλλά ούτε και αιτιολογούνται από το αναμενόμενο δημοσιονομικό όφελος που θα προκύψει από την επιβολή τους, ενώ δεν προτείνονται ισοδύναμα μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να έχουν δυνάμει μικρότερο κόστος για το εν ενεργεία και κατά συνέπεια αποστρατευμένο προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων.

            Επί της αποφάσεως εισέφεραν ειδικότερες γνώμες μέλη του Δικαστηρίου. Έτσι, ο Σύμβουλος Η. Τσακόπουλος υποστήριξε την άποψη ότι οι επίμαχες περικοπές είναι τέτοιας φύσεως και εκτάσεως που προϋποθέτουν αφενός την εκτίμηση του οφέλους τους σε σχέση με τις επιπτώσεις που είναι δυνατόν να έχουν για τη λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας καθώς και την ανάγκη εκτίμησης της αναγκαιότητας τους έναντι της υιοθέτησης άλλων μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος. Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύμβουλος Η. Τσακόπουλος επεσήμανε την ανάγκη την ανάγκη εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας και την υπαγωγή των επίμαχων περικοπών σε αυστηρό έλεγχο αναγκαιότητας και υπολογισμού κόστους-οφέλους (Σκέψη 22). Τέλος, τρεις Σύμβουλοι (Μ. Βηλαράς,  Π. Καρλή και Η. Τσακόπουλος) υιοθέτησαν την άποψη ότι παρά το γεγονός πως η κείμενη νομοθεσία δεν προβλέπει τη δυνατότητα περιορισμού των αποτελεσμάτων των ακυρωτικών αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων, εν τούτοις η δυνατότητα αυτή δεν απαγορεύεται από ρητές συνταγματικές διατάξεις ούτε όμως και αποκλείεται από την συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι τρεις Σύμβουλοι διατύπωσαν την άποψη ότι η εξυπηρέτηση εξαιρετικού δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα η ανάγκη μη ανατροπής του υπό εκτέλεση προϋπολογισμού του 2014 και ενδεχομένως και των προγενέστερων προϋπολογισμών 2012-2013 θα μπορούσε να οδηγήσει στη μετάθεση των αποτελεσμάτων στην αρχή του επόμενου από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας έτους (2015), παρέχοντας έτσι στην εκτελεστική λειτουργία το μεταβατικό εκείνο διάστημα αναγκαίο για τη λήψη άλλων μέτρων ισοδύναμου δημοσιονομικού αποτελέσματος.

Επί των σκέψεων της απόφασης είναι δυνατόν να διατυπωθούν οι ακόλουθες συνοπτικές παρατηρήσεις.

1. Ενδιαφέρουσες είναι οι σκέψεις που διατυπώνει το Συμβούλιο της Επικρατείας αναφορικά με τον ‘ιδιαίτερο’ ρόλο και αποστολή των ενόπλων δυνάμεων, καθώς και με τον ‘ιδιαίτερο’ χαρακτήρα και φύση των καθηκόντων τους: αυστηρή ιεραρχική δομή εντός των ενόπλων δυνάμεων, σχέσεις αυστηρής εξουσίασης και πειθαρχίας μεταξύ των μελών του, περιορισμοί ατομικών τους δικαιωμάτων (πχ. απεργία, συμμετοχή σε πολιτικά κόμματα). Ωστόσο, κριτικές σκέψεις είναι δυνατόν να διατυπωθούν όσον αφορά τη συνταγματική θεμελίωση της αποστολής των ενόπλων δυνάμεων, όπως επιχειρείται από το Συμβούλιο της Επικρατείας με άξονα τα άρθρα 45 (αρχηγία των ενόπλων δυνάμεων από τον Προεδρο της Δημοκρατίας), 23 παρ. 2 Σ όπου και περιορίζεται το δικαίωμα απεργίας για όσους υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας και 29 παρ. 3 Σ, όπου και απαγορεύονται οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις.

Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η μεν πρώτη εκ των διατάξεων αναφέρεται σε μια εκ των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας χωρίς να εστιάζει στο ρόλο ή την αποστολή των ενόπλων δυνάμεων, ενώ οι δυο τελευταίες αναφέρονται σε περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας που στόχο έχουν να εγγυηθούν την πολιτική τους ουδετερότητα, τη διάκρισή τους από την πολιτική εξουσία αλλά και την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, η μεν απαγόρευση απεργίας στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας παραπέμπει στην ανάγκη τα σώματα αυτά να παραμένουν σε διαρκή ετοιμότητα προκειμένου να υπηρετούνται σκοποί εθνικής και δημόσιας ασφάλειας και με την έννοια αυτή αναφέρεται περισσότερο στις υποχρεώσεις και λιγότερο στη φύση του έργου τους. Αντίστοιχα, η αρχή της πολιτικής ουδετερότητας των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας επιχειρεί να διασφαλίσει την ίση μεταχείρισητων διοικούμενων αλλά και τις αποστάσεις που τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας θα πρέπει να τηρούν από την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει λοιπόν να σημειωθεί ότι οι αναφορές αυτές δεν συνιστούν τη συνταγματική θεμελίωση της ‘ιδιαίτερης’ αποστολής η ρόλου των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, η οποία ωστόσο σαφώς προκύπτει από την κείμενη νομοθεσία, αλλά αντίθετα κατατείνουν προς την οριοθέτησή της.

2. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η ένταξη από το Συμβούλιο της Επικρατείας των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας στον στενό ‘πυρήνα’ της άσκησης της κρατικής εξουσίας. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση του σκεπτικού της απόφασης, η ένταξη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας στον στενό ‘πυρήνα’ της άσκησης της κρατικής εξουσίας στηρίζεται πρωτίστως στο δημόσιο, μη ιδιωτικοποιήσιμο χαρακτήρα τους εξ αιτίας της άσκησης από την πλευρά τους σημαντικών δημόσιων σκοπών κρίσιμων για την προστασία της κρατικής κυριαρχίας. Ωστόσο, η έννοια του πυρήνα, εμβάλει και μια ουσιαστική ιεράρχηση αναφορικά με την σημασία των ασκούμενων από την κρατική εξουσία δημόσιων πολιτικών, η οποία φαίνεται να τοποθετεί στο επίκεντρό τους κατά προτεραιότητα τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμιστεί ότι η δυνατότητα της πολιτικής εξουσίας να προβαίνει σε ιεραρχήσεις μεταξύ των δημόσιων σκοπών και των δημόσιων πολιτικών συνιστά αποκλειστική της αρμοδιότητα και πολιτική ευθύνη για την οποία ελέγχεται κοινοβουλευτικά όχι όμως και δικαστικά.

Πράγματι, ηδικαστική προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων εμβάλλεται από μια εγγενή απροσδιοριστία, πολυσυζητημένη στη νομική θεωρία, η οποία οφείλεται στον οικονομικό και πρωτίστως πολιτικό τους χαρακτήρα. Έτσι, τα κοινωνικά δικαιώματα θεωρούνται δικαιώματα που έχουν ‘λιποβαρή’ χαρακτήρα και δεν ιδρύουν τουλάχιστον καταρχήν αγώγιμες αξιώσεις. Αυτό συμβαίνει διότι η υλοποίηση και η πρακτική απόλαυσή τους εξαρτάται από την οικονομική και δημοσιονομική πολιτική κάθε εθνικού κράτους ανάλογα με τους δημόσιους πόρους που διαθέτει και των οποίων η κατανομή μεταξύ των ανταγωνιζόμενων για την κατοχή τους κοινωνικών ομάδων συνιστά αρμοδιότητα της νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας. Με την έννοια αυτή, κρίσιμη για την υλοποίηση των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν είναι μόνο η διαθεσιμότητα των δημοσίων πόρων ενός εθνικού αλλά και η πολιτική κατανομή τους μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων οι οποίες επιδιώκουν την απόλαυσή τους. Η κατανομή των διαθέσιμων δημόσιων πόρων υπέρ της επίτευξης κοινωνικών σκοπών και ομάδων, ιδίως σε περιόδους όπως αυτή που διανύουμε, όπου υφίστανται σε σπάνη, αποτελεί συχνά αντικείμενο ανταγωνισμού και κοινωνικο-πολιτικής διεκδίκησης μεταξύ συγκρουόμενων κοινωνικών ομάδων και σκοπών και ως εκ τούτου οδηγεί στην ιεράρχηση της κατανομής τους, μια διεργασία με καθαρά πολιτικό χαρακτήρα, ανατειθέμενη στην Κυβέρνηση και στη Βουλή η οποία ελέγχει την άσκησή της. Αντίθετα, η ιεράρχηση της κατανομής των δημόσιων πόρων θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι εκφεύγει καταρχήν από την αρμοδιότητα της δικαστικής λειτουργίας η οποία μόνο οριακά και μέσω της αρχών της αναλογικότητας, της ισότηταςκαι της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου είναι δυνατόν να ελέγξει το κατά πόσον τα όργανα της εκτελεστικής και νομοθετικής λειτουργίας την ασκούν.

4. Μεταξύ των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, ατομικώνκαι πολιτικών, τα κοινωνικά είναι αυτά τα οποία επιτελούν μια σειρά από εξαιρετικά σημαντικές λειτουργίες για την προστασία της κοινωνικής συνοχής και τη διασφάλιση της κοινωνικής αλληλεγγύης. Έτσι, τα κοινωνικά δικαιώματα: α. εγγυώνται την προστασία των δικαιωμάτων των κοινωνικών μειοψηφιών, β. ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και βοηθούν στην άρση των κοινωνικών αποκλεισμών, γ. ενισχύουν την κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα μεταξύ των μελών της κοινωνίας, την κοινωνική ασφάλεια και σταθερότητα, δ. παρέχουν στα ενδιαφερόμενα υποκείμενα τα πολιτικά και κοινωνικά επιχειρήματα που είναι αναγκαία για τη διεκδίκηση κοινωνικών πόρων και δημόσιων, κρατικών, κοινωνικών πολιτικών, ε. τέλος, τα κοινωνικά δικαιώματα διαμορφώνουν τους κανόνες του fair play μεταξύ των ομάδων που συγκρούονται για την κατά προτεραιότητα απόλαυσή τους ιδίως σε περιόδους σπάνης.

Οι σημαντικές αυτές λειτουργίες και η ανάγκη προστασίας τους ιδίως στο πλαίσιο της παρούσας κρίσης εμφανίζονται ανάγλυφες στο σκεπτικό της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, στο σκεπτικό του, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο υιοθετεί μια κατασκευή γνωστή και από τη συγκριτική νομολογία, προκειμένου να προστατεύσει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των απόστρατων αξιωματικών. Έτσι, είναι χαρακτηριστικές οι αποφάσεις 187/2013 και 353/2013 του Πορτογαλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου οι οποίες επισημαίνουν ότι οι διαρκείς μειώσεις σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα αδειών και εορτών των κρατικά μισθοδοτούμενων δημοσίων υπαλλήλων παραβιάζουν την αρχή της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αφού επιφορτίζουν με δυσανάλογο βάρος τους εργαζόμενους του δημόσιου έναντι των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, καθώς και τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Ωστόσο, στη διεθνή θεωρία έχουν προταθεί και άλλες κατασκευές οι οποίες στοχεύουν στην αποτελεσματική προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων, ιδίως σε περιπτώσεις υποχώρησης της σχετικής νομοθετικής τους προστασίας με σημαντικότερη αυτές που αφορούν την προστασία του ‘πυρήνα’ των κοινωνικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για μια κατασκευή που έχει διατυπωθεί και στην Ελλάδα, από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με τη μορφή του απόλυτου και σχετικού περιβαλλοντικού κεκτημένου. Η θεωρία της προστασίας του ‘πυρήνα’ των κοινωνικών δικαιωμάτων επιχειρεί να συγκεκριμενοποιήσει ως ουσιαστικό περιεχόμενο τους ένα κανονιστικό πεδίο το οποίο θα πρέπει να παραμένει απρόσβλητο κατά τις δημοσιονομικές μεταβολές ή ανακατανομές των κοινωνικών πόρων που εισάγονται από την νομοθετική λειτουργία ούτως ώστε να οδηγήσει στην αναγνώριση συγκεκριμένων δικαστικών αξιώσεων από την πλευρά των υποκειμένων τους.

Η αποδοχή της προστασίας ενός ‘πυρήνα’ στα κοινωνικά δικαιώματα δεν θα πρέπει να οδηγεί σε μια μινιμαλιστική ερμηνεία των παρεχόμενων κοινωνικών αγαθών. Έτσι, το νόημα της προστασίας του πυρήνα των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν έγκειται στο ότι η δικαστηριακή πρακτική οδηγείται να προστατεύει το μέγιστο δυνατό επίπεδο κοινωνικής προστασίας έχοντας θέσει ως όριο το ελάχιστο. Αντίθετα, η θεωρία της προστασίας του ‘πυρήνα’ πασχίζει για την αναγνώριση ενός ουσιαστικού περιεχομένου όσον αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα. Έτσι, ο προσδιορισμός του ‘πυρήνα’ ενός κοινωνικού δικαιώματος απαιτεί τη διακρίβωση ενός ελάχιστου ηθικού του περιεχομένου, δηλαδή του κατά πόσον η απόλαυσή του είναι αναγκαία για την πραγμάτωση της αξίας, της ελευθερίας και της ισότητας του υποκειμένου. Αντίστοιχα, ο προσδιορισμός αυτός απαιτεί και τη διακρίβωση της προστασίας ενός ελάχιστου περιεχομένου υλικών συνθηκών και συνθηκών διαβίωσης για το υποκείμενο των κοινωνικών δικαιωμάτων οι οποίες αφορούν τη ζωή, την διαβίωσή του και την κάλυψη των βασικών βιοτικών του αναγκών. Η συγκεκριμενοποίηση αυτή εναπόκειται στην δικαστική λειτουργία αλλά και διαφοροποιείται κάθε φορά ανάλογα με το εθνικό πλαίσιο στο οποίο διαμορφώνεται, αφού κάθε εθνικό κράτος και εθνική κοινωνία αντιμετωπίζει με τρόπο διαφορετικό την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγνών των υποκειμένων τους.

Θα πρέπει, κλείνοντας να υπογραμμίσουμε ότι η θεωρία του ‘πυρήνα’ εμφανίζεται ως εξαιρετικά πρόσφορη σε περιόδους καθολικής υποχώρησης στην προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως αυτή που η ελληνική έννομη τάξη αντιμετωπίζει στις μέρες μας και βοηθάει στην συνολικότερη διαμόρφωση ενός επιπέδου κοινωνικής προστασίας χωρίς να εισάγει ζητήματα που αφορούν την σύγκρουση και τις διεκδικήσεις μεταξύ των υποκειμένων για τη διασφάλιση ενός επαρκούς επιπέδου κοινωνικής προστασίας.

Ειδικότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας υπογράμμισε ότι: ‘Η εθνική άμυνα, η δημόσια τάξη και η κρατική ασφάλεια, ειδικότερες εκφάνσεις των οποίων αποτελεί η πρόληψη και η καταστολή του εγκλήματος, ως κατεξοχήν δημόσιες εξουσίες και εκφράσεις κυριαρχίας, αποτελούν αρμοδιότητες αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Για το λόγο αυτό, η άσκηση των επιμέρους αρμοδιοτήτων που συγκροτούν την αποστολή των σωμάτων αυτών, μη δυνάμενη, κατ’ αρχήν, να παραχωρηθεί σε ιδιώτες ασκείται, μέσω των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, μόνον από το κράτος’.

 

Πρόκειται για επιχείρημα το οποίο έχει διατυπωθεί τόσο στην Ιταλία όσο και στην Πορτογαλία σε αποφάσεις σχετικές με περικοπές μισθών, συντάξεων και επιδομάτων. Πρβ. την απόφαση του Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου για τις περικοπές σε μισθούς των δικαστών 223/2012 και τις αποφάσεις του Πορτογαλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου 396/2011, 187/2013, 353/2013 οι οποίες αφορούσαν μειώσεις σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα δημοσίων υπαλλήλων.

 

Όπως υπογράμμισε το Συμβούλιο της Επικρατείας στην απόφαση του, ‘… σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, και, ιδίως όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν  το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων’.

 

Βλ. Katharine G. Young, «The minimum core of economic and social rights: A concept in search of a content», The Yale Journal of International Law, 2008, pp. 113-175.

 

Βλ. την πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του Ξ. Κοντιάδη, «Η σταθεροποιητική λειτουργία των κοινωνικών δικαιωμάτων: To παράδειγμα του κοινωνικού κεκτημένου», Το Σύνταγμα, 2/1999, σ. 199-221.

 

PPP and the constitutional right to the environment

Antonios Maniatis, PhD, Paris - X University

Abstract

The PPP contract is an agreement within public sector bodies enter into long-term contractual agreements with private sector entities for the construction or management of public sector infrastructure facilities by the private sector entity, or the provision of services by the private sector entity to the community on behalf of a public sector entity. Almost all states recognize the fundamental right to a health environment and new constitutional tools, exemplified by the principle of sustainable development, gain recognition, on international scale. The PPP contract model influences the constitutional right to the environment and is compatible even with the sensitive legal good of heritage.

 

Keywords

Environment, Public – Private Partnership (PPP), Sustainable development

 

Introduction: PPP and constitutionalism on the environment     

 

      Public – Private Partnership (PPP) is a modern tool of the contracting out phenomenon[1]. The PPP contract is an agreement within public sector bodies enter into long-term contractual agreements with private sector entities for the construction or management of public sector infrastructure facilities by the private sector entity, or the provision of services by the private sector entity to the community on behalf of a public sector entity[2].  

  It would be useful to correlate this legal and managerial tool, exemplifying the neoliberal School of Thought of New Public Management, to various aspects of the constitutional right to protect the natural and cultural environment, let alone to the sustainability innovation.    

   The first formal recognition of the right to a healthy environment came in the Stockholm Declaration, which emerged from the pioneering global eco-summit in 1972[3]. In the four decades since the Declaration, the right to a healthy environment rapidly migrated around the globe. As of 2012, 177 of the world’s 193 UN member nations recognize this right through their constitution, environmental legislation, court decisions, or ratification of an international agreement. In 2001, Greece explicitly consecrated the sustainability principle within article 24, specialized in the environmental goods.

    In 2005, the French Congress approved the Charter for the Environment by a landslide vote of 531-23[4]. The Charter, referring inter alia to the preservation principle, is influencing legislation, government policy, court decisions, and the French education system. In 20111, France cited the Charter for the Environment in becoming the first nation in the world to ban hydraulic fracturing, or fracking, the environmentally destructive method of extracting natural gas from underground rock formations. In 2012 the Council of State had based more than a dozen decisions on the Charter, on issues ranging from nuclear power to the protection of mountain lakes. While it was anticipated that this text would increase the prominence of environmental issues in French law, Professor David Marrani asserts that ‘’it has developed beyond all predictions’’.    

  Besides, as the United States illustrates, a national constitution that is devoid of provisions dealing specifically with environmental protection does not necessarily mean the jurisdiction will lack an effective national environmental policy[5].      

  The first part of this paper takes a juridical approach to cultural heritage. The second part treats the PPP contracts law and the principle of sustainable development. The third part presents a case study of a PPP relevant to the Castle in Versailles Castle. The next part focuses on PPP, environment and nuclear energy.

 

  1. Cultural heritage public law

 

   Heritage is a formal term for inheritance, namely the property that has been or may be inherited by an heir, in the field of Private Law. Fortunately, legal culture has enriched the term and developed it in the field of Public Law[6]. Indeed, heritage signifies things, such as works of art, and immaterial cultural goods, like cooking recipes, and folklore that have been passed on from earlier generations. It is to underline that the notion of heritage is a dynamic one and the cultural law has the tendency to broaden it. For instance, the Convention on the protection of the world cultural and natural heritage, adopted by UNESCO in 1972, protects not only cultural heritage but also the natural one, namely formations and landscapes made by nature without human intervention. There is also an actual trend of codification on the matter, exemplified by the French legal order. Indeed, in 2004 France adopted a heritage code, the creation of which the Council of Europe encouraged[7].  Codification is particularly useful as, on the one hand, it presents the dispositions (archives, libraries, archaeology, museums or even the historical monuments) in a single set and, on the other hand, it facilitates the access to these dispositions[8].

   Heritage is an actual challenge for decision-makers, as it is the case of rural heritage. Considering the interest generated in several countries by the ‘’European Rural Heritage Observation Guide – CEMAT’’, of which they already took note at their 13th Ministerial Conference, the ministers responsible for spatial/regional planning of the member states of the Council of Europe adopted at their 15th Session a Resolution on a ‘’Pan-European Charter for the rural heritage: promoting sustainable spatial development: ‘Rural heritage as a factor of territorial cohesion’. The Charter aims at making rural heritage, the intangible one included, a real asset to its territory, a factor and a driving force for sustainable spatial development, and to play in making rural areas more attractive and in the town-country balance[9].    

        

  1. PPP contracts law and the principle of sustainable development      

 

   The first known case of concession from the public sector to the private one has to do with a great civil engineering project for the people of Eretria, in Greece, in the 4th  century BC. They hired a foreign engineer, Chairephanes, in an attempt to drain a marshy area, situated rather far from the city, at the heart of their territory. This project exemplifies the “Build – Οperate – Τransfer (Β.Ο.Τ.)” model, whose financing was undertaken by the contractor and his partners, who would take advantage of the land for ten years.

    The concession model is compatible with cultural scopes, even museums that are by definition non-lucrative organizations, in spite of the fact that, as a general rule, concessions are used for reciprocal projects. For instance, before the introduction of the legal framework on PPPs in France, delegations of public service and concessions were used in the cultural domain, as it was the case of the museum Jacquemart – André. In 1995 this museum, situated in Paris, had 20.000 visitors and an operation deficit of 458.000 euros. Since the adoption of the concession model, annually it has acquired 180.000 – 240.000 visitors and perceived 137.000 – 150.000 euros. It is not about an abandon of responsibilities but an allocation of them, within which the state prefers to concentrate its efforts to the collection and the rehabilitation of the works of art, in view of the fundamental legal principle of sustainable development[10].          

   The United Kingdom is considered as the homeland of PPP through the institutionalization of Private Finance Initiative (P.F.I.) in 1992 for non-reciprocal scopes, such as schools, hospitals and jails. However, it was inspired by both concession model and legislation on public constructions in the French legal order, through the comparative method. The adoption of a legislative framework on PPP contracts has recently been very frequent, in comparative law. For instance, this institution has been introduced into the Greek legal order in virtue of Law 3389/2005 but it has not been tested yet in the cultural domain.  

   The PPP framework in the French legal order has very great similarities to the British model and has already been modified, to become more flexible and consequently to promote sustainable development. In the cultural context, the recourse of the French Administration to PPPs remains restricted[11]. Empirical data coming from the U.K. demonstrate that PPPs have to do with the implementation of heavy cultural equipments, such as spectacles rooms, theatres or libraries. In France, the Theatre of Archipelago, constructed in Perpignan since October 2011, has been programmed to host festivals with a trans-border character between the French culture and the nearby Spanish one. Besides, among others, the national Museum of the civilizations of Europe and the Mediterranean was constructed, in 2012, in Marseille. It is to signalize that the scopes of the contracts in the cultural domain are discerned by their novelties, which may be inspired by the innovative character of PPPs. For instance, it is about the walk gardens of the fortress Saint John, connected with the aforementioned central museum in Marseille through a bridge. The active version of the principle of sustainable development is exemplified by the promotion of this historical monument, that had been out of use for centuries…

  It is also to signalize the services of digitalization of pieces of French cultural heritage, offered to the National Library of France.  

   Editorial critiques often mention that PPPs liberate government finances, therefore increasing the set of infrastructure development projects that government can undertake, like the beneficial intervention of sponsors. However, recent empirical research supports the rather negative opinion that there is no prima facie economic reason to desire PPPs over Public Sector Provision (PSP) of infrastructure and PPPs hardly ever free public finances!

   Anyway, the legally required ‘’Special Purpose Company’’, created by the private winner of the competition procedure in the pre-contract stage, for the implementation of a PPP contract, matches well to the fundamental contemporary economics of infrastructure development projects.  Lastly, it is anticipated that PPP modification will continue to advance in the future, when more detailed and specialized academic research has been adequately conducted[12]. So, the legal concept is as a general rule positive but the economic crash test, although restricted at least in terms of quantity, proves to be apprehensive against the traditional way of constructing and managing public works.

 

  1. A case study on the PPP relevant to the Castle in Versailles  

 

  The case of the Castle in Versailles constitutes the first failed PPP contract in France instead of being an exemplary success, according to the expectations of the government. In 28 May 2008 the direction of the competent public entity made the decision to get rid of the contract, signed with a company providing Informatics services. It was about the normal end of an abnormal partnership, given that during the 15 months since the signing of the contract, the PPP had been marked by many imperfections by the private partner’s side. Among the defaults there were that the software of the tickets editing was unstable, extremely slow and unsatisfactory, by causing problems such as the enhancement of the queue of waiting visitors. It is to underline that PPP would have as a window display the sight-seeing of Versailles, whose  gardens constitute an example of cultural (along with natural elements) heritage included in the “World Heritage List” according to the aforementioned Convention on protection of world cultural and natural heritage. More concretely, the Palace and the park have been listed in 1979 and constituted a part of the initial set of monuments of France in this important list. So, in principle the political choice to use this sight-seeing of worldwide prestige was correct.  

      Upon the competent public service for PPPs (called in French ‘’MAPPP’’), besides the incapacity of new technological tools management, the failure of the contract is due to the decision of the Ministry involved to delay the execution of the contract and to the fact that the acquisition of the company ‘’Unilog’’ by another private company, ‘’Logica’’, caused a climate of uncertainty to its employees and, as a result, some of them left their workplace in the critical moment. ‘’MAPPP’’ concludes that this case enhances its managerial position that the assigning authority should interfere as less as possible as for the contractual obligation, unless a dysfunction emerges.

   After ending the contract, the public foundation of the museum and the national domain of Versailles took on again the internal management of the tickets reservation through the new systems of technology. Up the end of 2008 the problems had been fully resolved and the system of reservation functioned regularly. Moreover, the foundation noticed in its 2008 annual report that the ending of the PPP contract caused the need in recomposing the team of Informatics maintenance of the tickets system in order to face the development of the new tools of this system and that this activity should be externalized within a PPP contract. However, no use of this comparative-law tool would be made.   

    Besides, in December 1993, a PFI contract was signed, of sixty-year duration, between the Royal Armouries and the private company “Royal Armouries International plc (RAI)” for the construction, operation and guardianship of the new museum of the United Kingdom, in Leeds. The failure of the PPP contract is due to the very restricted  demand, in comparison with the pre-evaluated one (approximately 60% of the expected levels in the first year of operation and 35% in 1999), and to the very restricted capacity of the building (pre-evaluation consisting in 1.300.000 visitors per year with an average visit duration of 2,5 hours while in reality the number of visitors was 600.000 – 650.000, with a real average visit duration of 4 hours) and also to the policy of high pricing (up to 18 dollars per individual) in spite of the counsellors’ warning on the matter.                

 

  1. PPP, natural and built environment and nuclear energy   

 

   The PPP contracts model may be proved compatible with natural environment and the constructions of the current era. The aforementioned Greek PPP Law 3389/2005  consecrates explicitly the principle on the protection of the environment and on the sustainable development. Therefore, in the stages of planning and execution of the PPP contracts, it is to take account of the natural and man-made environment that constitutes a legal good that is protected in an autonomous way, to ensure the ecologic balance and to safeguard the natural resources in favor of the forthcoming generations. This synthetic principle reflects the jurisprudence of the Greek Council of State (prior to the adoption of the PPP model in the correspondent legal order).

  As far as France is concerned, the innovative dynamic for the construction of museums has already been signalized. For example, the Nautical Museum of Biarritz has been constructed through a PPP contract of the municipality of Biarritz as a public partner and comprises the Museum of the Sea and the City of the Ocean and of the Surf. The City of the Ocean was inaugurated in December 2011 and constitutes a scientific attempt of approach to the oceanography through experiments, spectacles and images. It is to pay special attention to the fact that the building has ensured temperature balance, so it acquires no heating in winter and no air condition in summer. The Museum of the Sea was inaugurated in June of the same year and includes new various aquariums of 1.920 cubic meters.

  Last but not least, it is particularly interesting that the PPP mechanism has not been used yet for nuclear energy technical works in France, although this country is intensively related to this non-renewable form of energy. After the very serious accident in the nuclear stations of Fukushima, in Japan, in March 2011, France did not decide to put an end to its traditional dependence on this ambivalent energy for its own needs. However, in 2006 it had already evolved the national legal framework towards the modern principle of transparency, as severe criticism had been raised against the opacity of this environmental danger[13]

A great architect can and must help to answer all questions in relation

Cwith the way of living in a morelthy and fair-minded world, between social responsibility and Conclusion: PPP and public law  

    

   The failure relevant to the museum of Versailles should not cause misconceptions on the suitability of the PPP model as PPPs, being themselves an innovation, have proved to be a vehicle conducive to other relevant innovations and to success, in managerial and legal aspects. Moreover, the failures in the United Kingdom should not lead to generalizations but to a more attentive application.  

   From the current analysis the following major findings result:

  1. Public law has been drastically enriched by a new good, heritage, that needs correlation to the modern constitutional principle of sustainable development. Heritage should be promoted by various modern legal tools, such as cultural sponsorship contracts and PPP contracts, both exemplifying the neoliberal movement of New Public Management on international scale.  
  2. The PPP approach to the cultural domain of the public policy should be particularly flexible and attentive. If monuments need protection and are considered as more important against the rest cultural goods, museums, at least the heritage ones, are more sensitive because, on the one hand, they need technical service often expensive and, on the other hand, they seem to be rather unattractive for the public as they have to do with the past, let alone of anachronistic character. Anyway, PPPs are suitable for non-lucrative scopes, such as museums, given that even concession, that is traditionally used almost only to reciprocal projects, has conducted the French museums management to success. It is to pay special attention to the fact that PPPs, already in their initial form (PFI) in the United Kingdom, were orientated to non-reciprocal scopes of the public policy related to the crucial social fundamental rights of citizens (schools, hospitals), instead of reciprocal scopes. This means that capitalism had already a very drastic and successful alternative against the common way of constructing public infrastructure, the concession contracts. Concession has been fully adaptable to new technologies of each era and intrinsically connected with reciprocal charges of end-users, particularly in the domain of transports. In this socioeconomic context, PPP were conceived by New Public Management formally as a variation of the concession model, which keeps its traditional use mainly for transports, and operationally as an alternative against the traditional-type public works contracts, not the concession ones.  So, the prejudice that PPPs are a neoliberal mechanism similar to concessions is legally accurate but is not usually confirmed in managerial terms.              
  3. PPPs in general are open to further scientific research and no fixed relevant assessment has resulted to date, on international scale. So, although they may be suitable for various scopes, such as the heritage ones, it is not sure that they are preferable to PSP of infrastructure.
  4. PPPs for cultural scopes are characterized by an important particularity that still remains out of scientific discussion, namely their similarity to another diachronic institution of funding, the sponsorship. If kings have become a point of reference for PPPs due to some cases of failure of royal heritage management, a significant and non-elaborated question has to do with kings as a potential point of inspiration, enacting the role of Maecenas generally for PPPs. This development may be facilitated through the recommendable correlation of the PPP law to the cultural sponsorship one, as this proposal has been recently formulated[14].
  5. Constitutional law is significantly promoted by both contract law tools and environmental law principles, exemplified by sustainable development and preservation.     

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


1.Patrikios, G. (2009), Public – Private Partnerships The pre-contract stage, Nomiki Bibliothiki, Athens (in Greek).

 

 

 

2.Pierson, G. and McBride, P. (1996), ‘’Public / private sector infrastructure arrangements’’, CPA Communique, Vol. 73, pp. 1-4.

 

 

 

[3] Boyd, D. (2012), ‘’The Constitutional Right to a Health Environment’’,  Environment – Science and Policy for Sustainable Development,  July – August.

 

 

[4] Boyd, D. (2012), ‘’The Constitutional Right to a Health Environment’’,  Environment – Science and Policy for Sustainable Development,  July – August.

 

 

[5] J. B. Ruhl,’’ Constitutional Law’’, Environmental laws and their enforcement, Encyclopedia of Life Support Systems (EOLSS).  

 

 

6. Merryman, J. H. (1989), ‘’The Public Interest in Cultural Property’’, California Law Review, Vol. 77, No. 2, pp. 339-364.    

 

 

 

[7] Du Bois de Gaudusson, J. (2006),  ‘’Préface’’, E. Mirieu de Labarre, Droit du patrimoine architectural, Lexis Nexis Litec Paris, p. XIII.

 

 

 

 

[8] Monnier, S. and Forey, E.  with the participation of Kulig, G. (2009), Droit de la culture, Gualino lextenso Editions.

 

 

 

[9] Dejeant-Pons, M. (2013), ‘’Rural Heritage as a Driving Force for Sustainable Development and Territorial Cohesion’’, Mepielan E-Bulletin.

 

 

 

[10] Legrand, M. (2005), Mémoire Partenariats public-privé, financement des biens culturels et surplus social, Université Paris 1 Panthéon-Sorbonne, Paris.

 

 

[11] Maniatis, A. (2011), “Aspects of the French cultural and technical legislation, Law + Nature, http://www.nomosphysis.org.gr (in Greek).

 

 

 

[12] Chinyere, I. and Xu, X. (2012), ‘’Public – Private Partnerships: The underlining Principles of Infrastructure Investment, Finance and Development Projects’’, International Journal of Business and Management, Vol. 7 No.1, pp. 109-125, www.ccsemet/org/ijbm.

 

 

 

[13] Meilhaud, J. (2011), Guide juridique des énergies, Éditions TECHNIP, Paris.  

 

 

[14] Vassilakou, A. and Maniatis, A. (2012), PPP in French Law and Practice,  Vrontis et al. (Editors), 5th Annual EuroMed Conference of the EuroMed Academy of Business. Building New Business Models for Success Through Competitiveness and Responsibility, EuroMed Press, pp. 1601-1613.

 

 

 

Jean-Fabien Spitz, Γιατί πρέπει να αγωνιζόμαστε κατά των ανισοτήτων; Εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2015, 154 σελ.

Βιβλιοκρισία: Παναγιώτης Μαντζούφας, Aν, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

[Η βιβλιοκρισία έχει δημοσιευτεί και στο περιοδικό «The Books’ journal» τεύχος 60, Νοέμβριος 2015]

Το δοκίμιο του Jean-Fabien Spitz(εφεξής J-F.S) εντάσσεται στα έργα της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας τα οποία μετέχουν στον πολύ εκτεταμένο και ενδιαφέροντα διάλογο που εγκαινιάστηκε με το έργο του J.Rawls «Theory of Justice»[1] και τις αντιπαραθέσεις που προκάλεσε το έργο αυτό κυρίως στον Αγγλοσαξωνικό χώρο, ενώ παρόμοιες συζητήσεις, εδώ και τρις δεκαετίες, διεξάγονται σε Γερμανία και Γαλλία. Ο παραπάνω διάλογος αναζωπυρώθηκε τα τελευταία χρόνια κυρίως με την συμμετοχή οικονομολόγων, όπως ο T.Piketty[2], οι οποίοι έδωσαν ένα ιστορικό βάθος στη μελέτη των σύγχρονων ανισοτήτων, οι οποίες παραμένουν ισχυρές, παρά την σημαντική παγκόσμια άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Για να γίνει κατανοητό το επιχείρημα του J-F.S θα πρέπει να μελετήσουμε τις ιδεολογικές μεταλλάξεις που έχουν υποστεί οι αντιλήψεις περί ισότητας ήδη από το 18 αιώνα, οπότε και πρωτοδιατυπώθηκαν ως θεμελιώδη κοινωνικά αιτήματα των νεωτερικών κοινωνιών. Η συζήτηση βέβαια είναι τεράστια, ωστόσο αδρομερώς μπορεί να διαγράψει κανείς τα στάδια της νοηματικής εξέλιξης της έννοιας της ισότητας και των αντιπαραθέσεων που προκάλεσε μέχρι να καθιερωθεί ως έννοια σύμβολο στο κοινωνικό φαντασιακό.

Μετά την αρχική υποχώρηση της συντηρητικής ιδεολογίας(η οποία μεταλλάχθηκε και επανήλθε τον 20ο αιώνα σε άλλα κοινωνικά συμφραζόμενα) από το προσκήνιο των ιδεολογικών συγκρούσεων, -εδώ εννοούμαι ως συντηρητική ιδεολογία τα διανοητικά σχήματα που επέκριναν τη Γαλλική επανάσταση και θεωρούσαν ότι οι ανισότητες αποτελούν φυσικές καταστάσεις επικυρωμένες από το θεό, ενώ η ισότητα αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση της κοινωνικής ισορροπίας- η επιδίωξη της ισότητας αποτέλεσε κεντρικό στόχο αλλά και θεμέλιο τόσο των φιλελεύθερων όσο και των σοσιαλιστικών ιδεολογιών στις διάφορες εκδοχές τους.

Η βασική αντίληψη που διέτρεχε το πνεύμα της ισότητας όπως αυτό αναδύθηκε στην Αμερικάνικη και Γαλλική επανάσταση αντιλαμβανόταν την ισότητα ως ένα κοινωνικό δεσμό μεταξύ των ανθρώπων και μια νέα κοινωνική ταυτότητα που αντιπαρατείθoνταν στις νομοκατεστημένες τάξεις του ancient regime. Οι βιολογικές θεωρίες του 18ου αιώνα περί φυσικής ομοιότητας των ανθρώπων και οι χριστιανικές αρχές περί ισότητας των πολιτών ενώπιον του θεού αποτέλεσαν, για την εποχή, μια διανοητική επανάσταση καθιστώντας δυνατό έναν επαναπροσδιορισμό της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων ως σχέση ισότητας. Αυτή η ισότητα-ομοιότητα ενισχύθηκε από τις θεωρίες του φυσικού δικαίου περί αξιοπρέπειας και αυτονομίας του προσώπου που απέρριπταν οποιασδήποτε μορφής προσωπικές εξαρτήσεις των πολιτών(π.χ το καθεστώς της δουλείας) και ολοκληρώθηκε με την έννοια της ισότητας–συμμετοχής με την θέσπιση του καθολικού εκλογικού δικαιώματος. Απέναντι στις νέες αυτές μορφές ισότητας(ομοιότητα, αυτονομία, συμμετοχή) και στο εξισωτικό ιδεώδες που επαγγέλλονταν, υπήρξαν έντονες κοινωνικές αντιστάσεις που επενδύθηκαν με ιδεολογικές θέσεις, οι οποίες νομιμοποιούσαν τις ανισότητες που παρήγαγε η βιομηχανική επανάσταση. Ειδικότερα η φυσικοποίηση της κοινωνικής ανισότητας λόγω υποτιθέμενης έλλειψης αρετών και ταλέντων των εργαζομένων ήταν ένα από τα ιδεολογικά σχήματα με τα οποία καταγγέλλονταν οι τελευταίοι ως αποκλειστικά υπεύθυνοι για την φτώχεια τους. Επίσης οι φυλετικές θεωρίες του ναζισμού αλλά και ορισμένες ακραίες εκδοχές του εθνικισμού αποτέλεσαν μορφές αμφισβήτηση της ισότητας μέσα στον 20ο αιώνα. Ένα βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από αυτή την υποτυπώδη αναφορά στις θεωρητικές αρχές της ισότητας είναι ότι αυτή αρχικά δεν γινόταν αντιληπτή ως ένας τρόπος ανακατανομής του πλούτου, ούτε συνδεόταν με αυτό που ονομάστηκε με την βιομηχανική επανάσταση κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή την δίκαια διανομή του παραγόμενου προϊόντος, αλλά ως μια σχέση που εγκαθίδρυε ένα νέο κοινωνικό δεσμό μεταξύ ισοτίμων πολιτών που αλληλοαναγνωρίζονται ως τέτοιοι.

Μέσα στο 20ο αιώνα στο επίκεντρο της ισότητας τέθηκε πλέον η κοινωνική αναδιανομή του πλούτου με το κράτος ως εγγυητή και την προοδευτική φορολογία ως βασικό εργαλείο περιορισμού των ανισοτήτων. Με την κοινωνική συναίνεση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα στην δυτική Ευρώπη, φάνηκε να υποχωρούν οι έντονες ανισότητες κυρίως με τους πόρους που διέθεταν οι θεσμοί του κράτους πρόνοιας. Ωστόσο, η κρίση του κράτους πρόνοιας -μετά το ξέσπασμα της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1970- πυροδότησε ένα νέο κύκλο οικονομικής στασιμότητας που έφτασε στην κορύφωσή του με τις νομισματικές κρίσεις της δεκαετίας του 1990 και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Η αναζωπύρωση των προσεγγίσεων που έχουν την ισότητα στο επίκεντρο προήλθε από την διαπίστωση ότι παρόλη την συνολική άνοδο του παγκόσμιου ΑΕΠ, οι οικονομικές ανισότητες στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών -ιδίως στις ΗΠΑ- αυξάνουν εντυπωσιακά. Οι εξελίξεις αυτές ενισχύθηκαν και από μια εξασθένιση των θεσμών αλληλεγγύης την οποία ο P.Rosanvallon[3] αποδίδει στο γεγονός ότι ««τα φαινόμενα του αποκλεισμού και της μακροχρόνιας ανεργίας μετέτρεψαν ξανά την φτώχεια σε μια πραγματική συνθήκη, η οποία καθορίζεται, εν πολλοίς,  κοινωνικά και επηρεάζει με σταθερό τρόπο και διαρκή τρόπο ορισμένους πληθυσμούς…»(σ. 235)κατά τέτοιο τρόπο όμως ώστε οι πολίτες να θεωρούν ότι οι καταστάσεις αυτές συνδέονται με ατομικές συμπεριφορές και επιλογές.     

Ιδιαίτερα στις ΗΠΑ στο βαθμό που το αναδιανεμητικό κράτος πρόνοιας απονομιμοποιείται, ως μηχανισμός αναδιανομής του πλούτου, στο ίδιο βαθμό αμβλύνεται το κοινωνικό αίσθημα της αλληλεγγύης καθώς η δυστυχία και η φτώχεια αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα ατομικών επιλογών και όχι κοινωνικών συνθηκών, σαν να αναβιώνουν εκ νέου οι συντηρητικοί αμφισβητίες της ισότητας του 19ου αιώνα. Οι απόψεις αυτές παραγνωρίζουν ότι οι ανισότητες βιώνονται πάντοτε συλλογικά και δεν επηρεάζουν μόνο τους λιγότερο προνομιούχους, αλλά παράγουν επιζήμιες συνέπειες για όλη την κοινωνία, διαβρώνοντας τη συνοχή της.

 Μέσα σε αυτό το διανοητικό περιβάλλον έρχεται το δοκίμιο του J-F.S να θέσει το ζήτημα της ανισότητας ως ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί εντός μιας θεσμικής και κοινωνικής δομής που πρέπει να είναι δίκαιη. Προτού περιγράψει τις δυσκολίες ως προς τα βασικά γνωρίσματα αυτής της θεσμικής δομής ορίζει το κυρίαρχο υπόδειγμα των σύγχρονων εξισωτικών κοινωνιών: αυτό είναι η κατάκτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης μέσω της επίτευξης ισότητας στις ευκαιρίες, επίτευγμα με το οποίο αποσκοπείτε να μειωθεί η επιρροή που ασκεί η κοινωνική καταγωγή και ότι αυτή συνεπάγεται(υλικό πλούτο, πολιτιστικές και άλλες συμβολικές αξίες, πρόσβαση σε θέσεις ισχύος) στην μοίρα των ανθρώπων. Για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα αυτό αποτέλεσε το βασικό ιδανικό, και μεθόδευσε την κατάκτησή του με την βοήθεια μιας αμερόληπτης δημόσιας διοίκησης, ενός καθολικού εκπαιδευτικού συστήματος που δεν θα ενίσχυε τις διαφορές που προκύπτουν από την κοινωνική καταγωγή των μαθητών και μηχανισμών πρόνοιας που θα εξασφάλιζαν μια στοιχειώδη ανοδική κοινωνική κινητικότητα. Επί την βάση αυτών των βασικών προϋποθέσεων, η σοσιαλδημοκρατία επεδίωκε να εξασφαλίσει ότι η διανομή των υλικών και συμβολικών πόρων δεν θα πραγματοποιούνταν σύμφωνα με την κοινωνική καταγωγή του καθενός, αλλά με βάση μια κοινωνική δομή που θα γινόταν αποδεκτή ως δίκαια από όλους καθώς οι πόροι θα διανέμονταν με βάση το ατομικό ταλέντο και την προσπάθεια του καθενός. Έτσι σημειώνει ο J-F.S «Δεν πρόκειται, λοιπόν, για την εκρίζωση όλων των ανισοτήτων, αλλά για την εξάλειψη όσων είναι θεμελιωμένες  σε αδικαιολόγητα κληροδοτήματα και σε προνόμια, με σκοπό να αντικατασταθούν από άλλες, πιο θεμιτές αλλά και πιο ενθαρρυντικές, που να θεμελιώνονται στο ταλέντο, την ενεργητικότητα και τις επιλογές»(σ. 25-26).

Ωστόσο, σύμφωνα με τον συγγραφέα, στο σοσιαλδημοκρατικό παράδειγμα, ο αγώνας κατά των κληρονομημένων ανισοτήτων, συνοδεύτηκε από την πλευρά της αριστεράς, με μια αδιαφορία για τις ατομικές ανισότητες που προέρχονται από την φύση(ταλέντο) και τις προτιμήσεις του καθενός, με την έννοια ότι η σοσιαλδημοκρατική αριστερά αναγνώριζε ως μοναδική πηγή των ανισοτήτων την κοινωνική αδικία και όχι τα διαφοροποιημένα ταλέντα και τις επιτυχημένες ή μη επιλογές και προσπάθειες. Με άλλα λόγια, η σοσιαλδημοκρατία έδειχνε να υποστηρίζει ότι οι προσωπικές διαφορές μεταξύ των ατόμων δεν επηρεάζουν καθοριστικά τις κοινωνικές ανισότητες καθώς οι τελευταίες έχουν ως πρωταρχική αιτία τις διακρίσεις κοινωνικής προέλευσης(σ. 37)

Αυτή η αντίληψη, κατά τον J-F.S, δημιούργησε ένα αναδιανεμητικό κράτος, το οποίο μέσω της προοδευτικής φορολογίας, διανέμει πόρους χωρίς να είναι ικανό να διακρίνει μεταξύ εκείνων που η ευημερία τους προήλθε από φυσικά ταλέντα, σωστές επιλογές και σκληρή εργασία και εκείνων οι οποίοι μολονότι δεν αδικήθηκαν από την κοινωνική τους προέλευση, κατασπατάλησαν τις ευκαιρίες που τους παρείχε το κράτος. Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι όλες οι ανισότητες δεν οφείλονται στις διαφορές στις αρχικές θέσεις εκκίνησης, μολονότι αναγνωρίζει ότι συχνά οι κοινωνικές μεταβιβάσεις αποτυγχάνουν στο να καταστήσουν πιο ίσες τις αρχικές ευκαιρίες(σ. 43)

Ο J-F.S θεωρεί ότι η κρίση του κράτους πρόνοιας δεν οφείλεται μόνο στην αδυναμία χρηματοδότησης των προγραμμάτων του λόγω οικονομικής κρίσης, αλλά και στο γεγονός ότι εγκατέστησε ένα μηχανισμό αναδιανομής πλούτου  που δεν περιλάμβανε τις ηθικές αξίες της επιβράβευσης της εργασίας και της αναγνώρισης της ατομικής ευθύνης για τις επιλογές μας(σ. 45).

Επομένως, θεωρεί ότι χρειάζεται να επεξεργαστούμε ένα προοδευτικό μοντέλο που να διαφοροποιείται από το σοσιαλδημοκρατικό καθώς είμαστε υποχρεωμένοι να δίνουμε απαντήσεις στο ερώτημα του πως μια κοινωνία που επιδιώκει να μειώσει τις ανισότητες θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα ταλέντα και τις ικανότητες που φέρουν τα άτομα. Ουσιαστικά, ο J-F.S αντιλαμβάνεται ως δίκαιη την κοινωνία που εξισώνει τις περιστάσεις(δηλαδή κατοχυρώνει την ισότητα ευκαιριών και  αίρει τις κοινωνικές ανισότητες) και αναλαμβάνει από κοινού το βάρος της τυχαιότητας των συνθηκών(αποζημιώνοντας και ενισχύοντας όσους έπεσαν θύματά της) αλλά καθιστώντας παράλληλα υπεύθυνους τους πολίτες για τις συνέπειες των επιλογών που εξαρτώνται από τους ίδιους.

Κατ’ επέκταση σε ένα σύγχρονο κράτος πρόνοιας πρέπει να αιτιολογούνται -με κριτήρια ακριβοδικίας και ευθύνης- οι λόγοι για τους οποίους αφαιρούνται πόροι από μια κατηγορία πολιτών και μεταβιβάζονται σε μια άλλη, καθώς οι πρώτοι πρέπει να αποδέχονται ότι δικαιολογείται η μείωση του εισοδήματός τους που απέκτησαν λόγω κοινωνικής τυχαιότητας και οι δεύτεροι να αξιώνουν αυτή τη μεταβίβαση πόρων διότι θεωρείται ότι δεν ευθύνονται για την κατάστασή τους. Απλούστερα, όσοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες για τις οποίες δεν ευθύνονται ή δεν έχουν τις δυνάμεις από μόνοι τους να ανταποκριθούν σε αυτές, δικαιούνται να απαιτήσουν από την κοινωνία να τους μεταβιβάσει πόρους, ενώ αντίθετα όσοι έχουν ευνοηθεί από την τύχη δεν μπορούν να απαιτούν να «επωφελούνται άνευ όρων από αυτή»(σ. 69)

Η τυχαιότητα με βάση αυτή την οπτική είναι ένας ουδέτερος όρος που γίνεται άδικη και χρήζει αποκατάστασης όταν προσβάλει τις αρχές μιας εξισωτικής κοινωνίας. Θεωρούμε ότι η θέση αυτή του συγγραφέα προσπαθεί να εμπλουτίσει τις αντιλήψεις περί ισότητας των ευκαιριών που αντλούνται από το έργο των J.Rawls και R.Dworkin οι οποίοι δεν θεωρούν τα ζητήματα ηθικής ευθύνης των ατόμων ως στοιχεία μιας θεωρίας της δικαιοσύνης.

Είναι χαρακτηριστική η διατύπωση του J-F.S  όταν ισχυρίζεται  ότι «Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο για τον κοινωνικό δεσμό από την υποψία ότι κάποιοι μπαίνουν στο τρένο για να ταξιδεύσουν τζάμπα, ενώ αυτοί που καλούνται να συμβάλουν στο να προχωρήσουν οι συρμοί είναι όσοι εργάζονται σκληρά ή όσοι έχουν τύχη.»(σ. 59)[4]

Ωστόσο, όσοι είναι ευνοημένοι μιας κοινωνίας χωρίς να είναι «κληρονόμοι» ή να έχουν αποκτήσει αρχικά πλεονεκτήματα λόγω προνομιούχου κοινωνικής προέλευσης ή να είναι μέλη μιας κυρίαρχης τάξης προς την οποία οι οικονομικοί θεσμοί κατευθύνουν τους πόρους, έχουν ευθύνη και οφείλουν να συμβάλλουν στους θεσμούς κοινωνικής αλληλεγγύης, όχι διότι τα πλεονεκτήματα που διαθέτουν είναι προϊόν αδικίας, αλλά διότι ως μέλη της ίδιας κοινότητας δεσμεύονται να συνεισφέρουν στην ικανοποίηση των βασικών αναγκών των λιγότερο ευνοημένων από την τύχη. Σε αυτή την πρόταση θα μπορούσε να συμπυκνωθεί το επιχείρημα του J-F.S, ανοίγοντας έτσι μια συζήτηση στην οποία πρωτίστως η αριστερά οφείλει να συμμετάσχει εγκαταλείποντας αντιλήψεις κοινωνικού ντετερμινισμού που αντιλαμβάνεται τους πολίτες ως αποκλειστικά «θύματα» της κοινωνικής τους καταγωγής αλλά όχι και των επιλογών τους.

Πρόκειται για ένα έργο, από το οποίο μπορεί να ωφεληθεί σημαντικά η συζήτηση στην χώρα μας, δεδομένου ότι με βάση τις υποχρεώσεις που επιβάλουν τα μνημόνια, οι κυβερνώντες καλούνται να κατανείμουν βάρη σε ποικίλες κοινωνικές ομάδες με αποκλειστικό στόχο την ποσοτική αύξηση των πόρων του κράτους και με βασικό κριτήριο, κατά τα φαινόμενα, την ευκολία είσπραξης, παρά την δικαιοσύνη. Ωστόσο, τόσο το ασφαλιστικό, όσο και η φορολογία αποτελούν κατεξοχήν ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης για την προσέγγιση της οποίας το δοκίμιο του J-F.S παρέχει χρήσιμα ερμηνευτικά εργαλεία και πλούσιους προβληματισμούς.

 

 

 

 


[1] John Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, ΠΟΛΙΣ, 2001

 

 

 

[2] T.Piketty, Το Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα, εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2014

 

 

 

[3] P.Rosanvallon, Η κοινωνία των ίσων, εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2014

 

 

 

[4] Το μεγαλύτερο μέρος του δοκιμίου του J-F.S το διατρέχει ο διάλογος που έχει ανοίξει με τις απόψεις του γνωστού πολιτικού φιλοσόφου W.Kymlicka, Left-liberalism revisited στον τόμο C.Sypnovitch, The Egalitarian Conscience, Essays in Honor of G.A.Cohen, Oxford, 2006

 

 

 

Καταχώρηση: 16-11-2015     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

IACL ROUND TABLE IN ATHENS

*IACL ROUND TABLE IN ATHENS*

*13-14 NOVEMBER 2015*

*THE SOVEREIGN DEBT REVISITED BY CONSTITUTIONAL LAW AND INTERNATIONAL LAW*

*Held under the auspices of the President of the Greek Parliament Mr. Nikolaos Voutsis*

 

With the kind sponsorship of the Onassis Foundation

 

Hosting:

The Association of Greek Constitutionalists

Scientific Coordination:

The Association of Greek Constitutionalists

and

The European Public Law Organization

Venue: Room of Senate

—————————————————————————————————————————

13  November 2015

Opening Session: State sovereignty and sovereign debt in the context of international economic crisis.

Chair: Prof. Kostas Mavrias (Emeritus, University of Athens, Law Faculty, President of the Scientific Council of the Greek Parliament, President of the Association of Greek Constitutionalists, Honorary President of the International Association of Constitutional Law)

10:00-10:20 Prof. Bertrand Mathieu (University of Paris I, Pole Master of Public Law, MRU of Comparative Law, former President of the French Association of Constitutional Law, former Member of the Council of Judicial Authorities, Vice-president of the International Association of Constitutional Law): Is democracy compatible with European legal order: reflections starting from the question of the sovereign debt

10:20-10:40 Prof. Xenophon Contiades (University of Peloponnese, School of Social and Political Sciences, Managing Director of the Centre for European Constitutional Law – Themistocles and Dimitris Tsatsos Foundation) and Dr Alkmini Fotiadou (Attorney at Law): Can indebted nations reclaim sovereignty through referendums?

10:40-11:00 Dr Marianthi Kalyviotou (Attorney at Law, Scientific Service, Greek Parliament): The Greek sovereign debt: Current legal aspects

11:00-11:20 Dr Angela Cummine (British Academy Post-doctoral Fellow): The Greek Privatization Fund and fiduciary state theory: Evaluating the sale of Greek national assets to service debt through a fiduciary prism

11:20-11:40 Coffee Break

11:40-13:00 Discussion

13:00 Lunch

 

Afternoon Session: International Loan Treaties and Human Rights Protection

Chair: Prof. Thomas Fleiner (Emeritus, University of Fribourg, Law Faculty, Director of the Institute of Federalism of the University of Fribourg, President Emeritus of the International Association of Constitutional Law)

16:00-16:20 Judge Sotirios Rizos (President Emeritus of the Council of State): Social Rights and the Council of State case-law in the crisis context

16:20-16:40 Prof. Margot Salomon (London School of Economics): Social Rights as fiscal risks and other stories from the dark heart of Europe

16:40-17:00 Prof. Patrina Paparrigopoulou-Pechlivanidi (University of Athens, Law Faculty): Controversial policies of international organizations toward states in economic crisis

17:00-17:20 Dr Daphne Akoumianaki (Attorney at law, Legal advisor to the Minister of Labour, Social Security and Social Solidarity): Compliance with international law and human rights protection in times of economic crisis: Exchanges between the Greek courts and the European Court of Human Rights

17:20-18:20 Discussion

 

14th November 2015

Morning Session: Are there illegitimate debts under Constitutional Law and International Law?

Chairman: Prof. Martin Scheinin (European University Institute, former Professor of Constitutional Law at the University of Helsinki, President Emeritus of the International Association of Constitutional Law )

09:30-09:50 Prof. Robert Howse (New York University School of Law): Rethinking “default” as a legal and economic concept: has it done more harm than good?

09:50-10:10 Prof. Mattias Goldmann (Max Planck Institute for Comparative Public Law and International Law): All debts are equal? A legal Analysis of Sovereign Debt Restructurings in Greece, Germany and Europe

10:10-10:30 Prof. Yiannis Drossos (University of Athens, Law Faculty): The Flip-Sides of the coin. A Gloss on the judicial treatment of the financial measures and instruments introduced in view of the economic crisis

10:30-10:50 Prof. Antonis Bredimas (Emeritus, University of Athens, Law Faculty): The concept of illegitimate debt in international law

10:50-11:10 Dr Giulia Aravantinou Leonidi (Researcher on Comparative Constitutional Law, University Sapienza, Rome): The Sovereign Debt: doctrine and case law in Italy 

11:10- 11:30 Coffee Break

11:30-12-20 Discussion

 

12:20-14:00 Concluding Remarks of the Round Table on the topic “The Greek case in a widened comparative context”

Chair: Prof. Manuel Cepeda (The University of Texas at Austin, former Chief Justice of the Colombian Constitutional Court, President of the International Association of Constitutional Law )

Prof. Martin Scheinin (European University Institute, former Professor of Constitutional Law at the University of Helsinki, President Emeritus of the International Association of Constitutional Law), Prof. Spyridon Flogaïtis (University of Athens, Law Faculty, President and Director of the EPLO, Secretary General of the Association of Greek Constitutionalists), Prof. Theodoros Fortsakis (University of Athens, Law Faculty, Member of the Greek Parliament, former Rector of the University of Athens), Prof. George Kassimatis (Emeritus, University of Athens, Law Faculty, Honorary president of the International Association of Constitutional Law), Prof. George Katrougalos (Democritus University of Thrace, Minister, former Member of the European Parliament, Member of the Executive Committee of the IACL), Prof. Kalypso Nilolaïdis (University of Oxford, Director of the Center for International Studies and the Department of Politics and International Relations), Prof. Glykeria Siouti (University of Athens, Law Faculty)

 

14:00 Meeting of the Executive Committee of the IACL (a light lunch will be offered)      

 

Αποχαιρετώντας τον Σαράντη Ορφανουδάκη

Στις 17 Οκτωβρίου 2015, η κοινότητά μας, η κοινότητα των συνταγματολόγων, έχασε ένα αγαπημένο μέλος της, τον καθηγητή Σαράντη Ορφανουδάκη. 

Με βαθιά θλίψη θα αποχαιρετίσουμε τον Σαράντη. Με γεμάτη καρδιά θα τον κρατήσουμε για πάντα μέσα μας. 

———————————————————————————————————————-

 

Ο Σαράντης Ορφανουδάκης αγάπησε με πάθος τα νομικά. Εύρισκε στην νομική επιστήμη μια σημαντική εγγύηση της αυτονομίας, ένα εργαλείο προστασίας και εμβάθυνσης της ελευθερίας, που από φοιτητής υπερασπίστηκε με λόγο και με έργα, σε δύσκολους καιρούς. Για τον Σαράντη, η ελευθερία δεν ήταν κατηγόρημα του απομονωμένου ατόμου, του αστού που αναζητά την προσωπική του ευδαιμονία, οχυρωμένος πίσω από τις εξουσίες που του παρέχει το δίκαιο. Η ελευθερία στο έργο του συνδέεται με την δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού, ο οποίος εξασφαλίζεται μέσω της ουσιαστικής συμμετοχής στα δημόσια πράγματα, δηλαδή κυρίως μέσα από την συλλογική δράση και όχι από την μοναχική αναζήτηση της ορθολογικότητας. Έτσι, στην διδακτορική διατριβή του ανίχνευσε τους όρους απόλαυσης εκείνου του δικαιώματος, που επιτρέπει σε καθένα μέλος του κοινωνικού συνόλου να μετέχει ενεργά στις πολιτικές, συνδικαλιστές, πολιτιστικές εξελίξεις, και μάλιστα μας χάρισε μια ωραία ονομασία για την σχετική ελευθερία, την “ελευθερία της συνένωσης”, όπως την αποκάλεσε, προτάσσοντας το κοινωνικό στοιχείο έναντι του οικονομικού, στο οποίο παρέπεμπε η μέχρι τότε προσέγγισή της ως ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι.

Τούτο δεν σημαίνει, ότι ο Σαράντης αγνοούσε την τάση των κυβερνώντων να παραγνωρίζουν τα συνταγματικά όρια της εξουσίας τους, να αυθαιρετούν και να εισάγουν ρυθμίσεις που θίγουν δραστικά τα δικαιώματα. Για τον λόγο αυτό, στην δεύτερη μεγάλη μελέτη του, αυτή για την αρχή της αναλογικότητας, διερεύνησε τους όρους της κρατικής παρέμβασης στο πεδίο της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας και προσπάθησε να (επαν)ορθώσει τους φραγμούς που το Σύνταγμα θέτει στην κρατική δράση: αναγνωρίζοντας στην αρχή της αναλογικότητας ιδιαίτερη, αυτοτελή κανονιστικότητα θέλησε να πείσει, ότι τόσο ο νομοθέτης, όσο και ο δικαστής περιορίζονται από θεμελιώδη κανόνα που επιβάλλει τον έλεγχο των πράξεών τους ως προς την αναγκαιότητά τους ενόψει των θεμιτών για την έννομη τάξη σκοπών και την καταλληλότητα των ρυθμίσεών τους να εξυπηρετήσουν κάποιον από αυτούς. Η αρχή της αναλογικότητας είναι για τον μαθητή του Α. Μάνεση η πιο σημαντική από τις σύγχρονες εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος και η αφορμή για ένα μεγάλο ταξίδι: ο νομικός που χειριζόταν τις δικηγορικές υποθέσεις του, ελέγχοντας με προσήλωση στο περιεχόμενο των θετικών κανόνων και με απόλυτο σεβασμό των δικονομικών καταναγκασμών, είδε στον κλάδο του δικαίου που υπηρετούσε, την αποτύπωση ενός συλλογικού οράματος, την απόληξη ενός κινήματος. Το κίνημα αυτό, ο συνταγματισμός μάγεψε τον Σαράντη που τα τελευταία χρόνια προσπάθησε συστηματικά να δείξει, ότι η τυπική υπεροχή των κανόνων του Συντάγματος αποκρίνεται στο πάντοτε επίκαιρο πολιτικοθεσμικό αίτημα, η νομική πλαισίωση της εξουσίας να εξασφαλίζει την δυνατότητα των κυβερνωμένων να ελέγχουν την πολιτική εξουσία, να συμμετέχουν στην διαχείριση των κοινών, να διαμορφώνουν τα πεδία της προσωπικής τους ανάπτυξης και της ειρηνικής τους συνύπαρξης. Αν και το αίτημα αυτό συνδέεται στενά με την διαδικασία ανάδειξης των εθνικών κρατών, για τον Σαράντη δεν περιορίζεται στο εσωτερικό τους ούτε εξαντλείται στην θέσμισή τους. Έχει ένα παρελθόν διαφοροποιημένο, που μπορεί να του εξασφαλίσει ένα ευρωπαϊκό μέλλον.

Οι ωραίες μελέτες του για τον επτανησιακό και τον σαμιακό συνταγματισμό, που άνοιξαν μια γόνιμη συζήτηση, δεν μαρτυρούν απλώς την επιστημονική του ολοκλήρωση. Αποτυπώνουν την βαθειά πνευματική του ικανοποίηση, καθώς σιγά- σιγά με το έργο του φανερώνει την συμβολή του συνταγματικού δικαίου στην συγκρότηση της ελληνικής πολιτείας και στην αντιμετώπιση των δεινών που σταθερά ταλαιπωρούν τον λαό της. Στο τελευταίο δε δοκίμιο του για τον Χ. Κλονάρη, πρώτο Πρόεδρο του Αρείου Πάγου αφήνει την παρακαταθήκη του: συνομιλώντας με τον συνάδελφο και φίλο του Γιάννη Δρόσο, υποδεικνύει ότι η αντιπαράθεση των απόψεων, η ανταλλαγή πυρών, ιδεών και φαντασμάτων είναι αυτή που προχωρά το συνταγματικό δίκαιο ως δίκαιο προσωπικού και πολιτικού αυτοπροσδιορισμού.

Και είναι η τελευταία μελέτη του η πιο χαρακτηριστική, γιατί ο Σαράντης δεν κατανοούσε τον εαυτό του μακριά από τους φίλους του και το έργο του έξω από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Αφοσιωμένος και χαρισματικός δάσκαλος δεν κουραζόταν να επιχειρεί την κριτική μετάδοση της γνώσης, πιστός και απαιτητικός συνάδελφος ανησυχούσε διαρκώς για την πορεία καθενός μας και για την συλλογική παρέμβασή μας, επιμένοντας σε μια ακαδημαϊκή στάση που τείνει να εκλείψει.

Ο Σαράντης που μπορούσε να γίνει επίμονος, αλλά πάντοτε λειτουργούσε ως παράδειγμα και οδηγός της πράξης μας, μας άφησε. Άφησε το καμάρι του, την Γία, και την λατρεμένη του Κατερίνα. Θα τον έχουμε στην καρδιά μας.          

Νέα ενδιαφέροντα δημοσιολογικά ζητήματα μέσα από την επιβεβαίωση μίας παγιωμένης νομολογίας – Σχόλιο στην ΟλΣτΕ 2787/2015

Χαράλαμπος Μ. Τσιλιώτης, Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Δ.Ν. – Δικηγόρος

[αναδημοσίευση από την ΘΠΔΔ 2015, σελ. 649-656] * Η εν λόγω απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ, αν και δεν πρωτοτύπησε στο διατακτικό της και εν πολλοίς στο σκεπτικό της, σίγουρα χαρακτηρίζεται από μοναδικότητα ως προς το αντικείμενο που εξέτασε, τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο διεξαγωγής της δίκης, μόλις εντός δύο ημερών από τον ορισμό δικασίμου, καθώς και τον χρόνο έκδοσης της απόφασης (εντός της ιδίας ημέρας συζήτησης της ένδικης αίτησης ακύρωσης). Βέβαια «πρωτότυπος» ήταν και ο τρόπος και κυρίως ο χρόνος διεξαγωγής του δημοψηφίσματος της 5 Ιουλίου 2015, το οποίο διεξήχθη για πρώτη φορά υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975, όπως αυτό αναθεωρήθηκε και ισχύει, εντός έξι ημερολογιακών και πέντε εργασίμων ημερών από την προκήρυξή του με το ΠΔ 38/2015, κάτι πρωτοφανές ίσως για τα παγκόσμια χρονικά.*

————————————————————————–

 

 

1. Εισαγωγή – Θέση του προβλήματος

Η εν λόγω απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ, αν και δεν πρωτοτύπησε στο διατακτικό της και εν πολλοίς στο σκεπτικό της, σίγουρα χαρακτηρίζεται από μοναδικότητα ως προς το αντικείμενο που εξέτασε, τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο διεξαγωγής της δίκης, μόλις εντός δύο ημερών από τον ορισμό δικασίμου, καθώς και τον χρόνο έκδοσης της απόφασης (εντός της ιδίας ημέρας συζήτησης της ένδικης αίτησης ακύρωσης). Βέβαια «πρωτότυπος» ήταν και ο τρόπος και κυρίως ο χρόνος διεξαγωγής του δημοψηφίσματος της 5 Ιουλίου 2015, το οποίο διεξήχθη για πρώτη φορά υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975, όπως αυτό αναθεωρήθηκε και ισχύει, εντός έξι ημερολογιακών και πέντε εργασίμων ημερών από την προκήρυξή του με το ΠΔ 38/2015, κάτι πρωτοφανές ίσως για τα παγκόσμια χρονικά[1].

Αναγκαστικά, λοιπόν, το ΣτΕ ακολούθησε τον ρυθμό της Κυβέρνησης και με βάση τα άρθρα 14 παρ. 2 εδ. α΄, 20 και 21 ΠΔ 18/1989, ο προεδρεύων του Δικαστηρίου, αρχαιότερος Αντιπρόεδρος αυτού, Ν. Σακελλαρίου, ελλείποντος Προέδρου, συγκάλεσε σε συνεδρίαση την Ολομέλεια εντός του ως άνω βραχύτατου χρονικού διαστήματος, για να μην επιτρέψει να πλανάται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο άφησε αναπάντητο το ερώτημα ως προς τον έλεγχο της συνταγματικότητας και νομιμότητας του ΠΔ 38/2015, με το οποίο προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα.

Βέβαια, εν τέλει το Δικαστήριο δεν πήρε θέση επί της ουσίας του ζητήματος, ακολουθώντας παγιωμένη επί σειρά δεκαετιών νομολογία του περί του απροσβλήτου με αίτηση ακυρώσεως κυβερνητικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 45 παρ. 5 ΠΔ 18/1989 με την εξής καταλυτική παραδοχή ότι «… το προσβαλλόμενο διάταγμα, εκδοθέν βάσει του άρθρου 44 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως και η προσβαλλόμενη πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, αφορούν την προκήρυξη δημοψηφίσματος και συνιστούν, ως εκ τούτου, κυβερνητικές πράξεις αναγόμενες στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989. Επομένως, οι πράξεις αυτές δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη»[2]. Το Δικαστήριο κλήθηκε για πρώτη φορά να εξετάσει αίτηση ακυρώσεως κατά του Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος. Παρεμφερής, όμως, και ανάλογη είναι η περίπτωση των Προεδρικών Διαταγμάτων διάλυσης της Βουλής, προκήρυξης εκλογών και σύγκλησης νέας Βουλής, αιτήσεις ακυρώσεως κατά των οποίων το ΣτΕ εξέτασε σε πλείονες περιπτώσεις στο παρελθόν, απορρίπτοντάς τες όλες με το σταθερό επιχείρημα ότι τα Διατάγματα αυτά φέρουν τον χαρακτήρα κατ’ εξοχήν κυβερνητικής πράξεως που ανάγεται στην διαχείριση της πολιτικής εξουσίας, μη υποκείμενα, λόγω της φύσεώς τους αυτής, στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας[3].

Στην προκείμενη περίπτωση της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος το Δικαστήριο δεν αρκείται στην παραπάνω παραδοχή, την οποία επαναλαμβάνει με την ίδια διατύπωση αλλά προχωρεί και σε μία επάλληλη παραδοχή για να καταφάσει το απαράδεκτο της ένδικης αιτήσεως ότι «… σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 στοιχ. β΄ του Συντάγματος, στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου»[4]. Με την επάλληλη αυτή παραδοχή το Δικαστήριο κάνει ένα βήμα περαιτέρω σε σχέση με την παλαιότερη νομολογία του ως προς το Διάταγμα διάλυσης της Βουλής και σε αντίθεση με τις προηγούμενες αποφάσεις αρνείται εν τέλει την δικαιοδοσία και αρμοδιότητά του, θεωρώντας ότι πέραν του μη εκτελεστού χαρακτήρα και γι αυτό μη υποκείμενου σε αίτηση ακυρώσεως κατ’ άρθρο 45 παρ. 5 ΠΔ 18/1989 του Προεδρικού Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος, για την προκείμενη διαφορά υπάρχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του ΑΕΔ σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ Σ, η οποία αποκλείει την δική του δικαιοδοσία.

Μάλιστα κατά την συγκλίνουσα, προς την ανωτέρω, ειδικότερη γνώμη του Αντιπροέδρου Δ. Πετρούλια και των Συμβούλων Χ. Ράμμου, Αικ. Σακελλαροπούλου, Γ. Ποταμιά, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Σ. Μαρκάτη[5], προς τη γνώμη των οποίων προσχώρησαν οι Πάρεδροι Ο. Παπαδοπούλου και Μ. Σωτηροπούλου, «… η αίτηση ακυρώσεως, με την οποία αμφισβητείται το κύρος του προκηρυχθέντος με το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα δημοψηφίσματος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, κατά το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος, ο έλεγχος του κύρους (και των αποτελεσμάτων) δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου».[6] Σύμφωνα με την άποψη αυτή δεν τίθεται καν θέμα δικαιοδοσίας του ΣτΕ και παρέλκει η εξέταση της εκτελεστότητας κατ’ άρθρο 45 παρ. 1 ΠΔ 18/1989 ή χαρακτήρα κυβερνητικής πράξης κατά την παρ. 5 του ιδίου άρθρου του επίδικου ΠΔ επειδή κατά το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ Σ ιδρύεται αποκλειστική δικαιοδοσία του ΑΕΔ να κρίνει τη συνταγματικότητα και νομιμότητα του εν λόγω ΠΔ στο πλαίσιο του ελέγχου του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος κατ’ άρθρο 44 παρ. 2 Σ. Βέβαια, όπως θα δούμε κατωτέρω, ο έλεγχος του ΑΕΔ είναι περιορισμένος, εφόσον το ΑΕΔ ακολουθήσει τη νομολογία του για τον (περιορισμένο) έλεγχο του Διατάγματος διάλυσης της Βουλής, τον οποίο διενεργεί στο πλαίσιο της εκδίκασης ενστάσεων κατά το άρθρο 58 Σ σε συνδυασμό και με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. α΄ Σ. Στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε κατωτέρω[7].

Τα ενδιαφέροντα (κυρίως) δικονομικά ζητήματα που αφορούν την υπό σχολιασμό απόφαση είναι: 1) Η νομική φύση του Προεδρικού Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος κατά το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ Σ και των ενδιάμεσων διαδικαστικών πράξεων που η ίδια διάταξη ορίζει, 2) η εκτελεστότητα και το δικαστικά προσβλητό αυτής και 3) η δικαιοδοσία του ΣτΕ εν προκειμένω σε σχέση με την δικαιοδοσία του ΑΕΔ.

 

2. Η νομική φύση του Προεδρικού Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα κατ’ άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ Σ

Ενώπιον του Δικαστηρίου προσβλήθηκαν με αίτηση ακυρώσεως το ΠΔ 38/2015, με το οποίο ο ΠτΔ προκήρυξε βάσει του άρθρου 44 παρ. 2 εδ. α΄ Σ και του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 4023/2011 δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό θέμα καθώς και η από 26-6-2015 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία σύμφωνα με την ίδια διάταξη εκκίνησε την διαδικασία προκήρυξης δημοψηφίσματος. Το Δικαστήριο δεν διέκρινε μεταξύ των δύο πράξεων. Ορθότερο, αν και πρακτικά επουσιώδες, θα ήταν να κρίνει ότι η Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου απορροφάται από το Προεδρικό Διάταγμα προκηρύξεως του Δημοψηφίσματος, το οποίο αποτελεί την τελική πράξη σε μία ιδιότυπη και όχι κατά κυριολεξία σύνθετη «διοικητική» ενέργεια τριών φάσεων[8], η οποία είναι η μόνη ελεγχόμενη πράξη[9]. Στην περίπτωση αυτή τυχόν πλημμέλειες των προγενέστερων διαδικαστικών πράξεων, τουτέστιν της Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου και της απόφασης της Βουλής[10] ως προς τη συνταγματικότητα και νομιμότητά των[11] επηρεάζουν βεβαίως το κύρος της τελικής πράξης. Κατά συνέπεια ορθότερο θεωρείται ότι εάν κάποια από τις πράξεις της παραπάνω ιδιότυπης σύνθετης ενέργειας θα μπορούσε να ελεγχθεί δικαστικά, αυτή είναι η τελική πράξη του διατάγματος προκήρυξης του δημοψηφίσματος από τον ΠτΔ, το οποίο προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο[12].

Πάντως υπάρχει διάσταση απόψεων σε θεωρητικό επίπεδο για την νομική φύση του Προεδρικού Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος και την αντίστοιχη αρμοδιότητα του ΠτΔ. Κατά μία άποψη εντάσσεται στις νομοθετικές αρμοδιότητες του ΠτΔ κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Σ[13], κατά άλλη άποψη εμπίπτει στις αρμοδιότητες του ΠτΔ ως κατ’ άρθρο 30 παρ. 1 Σ ρυθμιστή του πολιτεύματος[14]. Κατά τρίτη, ορθότερη, εκδοχή, γίνεται διάκριση μεταξύ της πράξης προκήρυξης του δημοψηφίσματος κατά το εδ. α΄ του άρθρου 44 παρ. 2 Σ για κρίσιμα εθνικά θέματα, που αποτελεί ρυθμιστική αρμοδιότητα του ΠτΔ κατ’ άρθρο 30 παρ. 1 Σ, και αυτής κατά το εδ. β΄ της ίδιας διάταξης για σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, που εντάσσεται στη νομοθετική αρμοδιότητα του ΠτΔ κατ’ άρθρο 26 παρ. 1 Σ[15]. Τέλος κατά την θεωρία του Διοικητικού Δικαίου[16] η αρμοδιότητα έκδοσης των Διαταγμάτων από τον ΠτΔ (και των λεγόμενων «ρυθμιστικών-κυβερνητικών») εντάσσεται στο πλαίσιο της διοικητικής του αρμοδιότητας, συνεπεία τούτου το Διάταγμα προκήρυξης δημοψηφίσματος θα πρέπει να θεωρηθεί ως διοικητική πράξη.

Όσον αφορά την ΠΥΣ, με την οποία εκκινείται η διαδικασία προκήρυξης δημοψηφίσματος κατ’ άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ Σ αποτελεί ιδιότυπη νομικοπολιτική πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου ως συνταγματικού οργάνου, που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση του Συντάγματος. Βέβαια κατά την ανωτέρω εκτεθείσα θεωρία του Διοικητικού Δικαίου θα πρέπει και αυτή να θεωρηθεί ως (ενδιάμεση) διοικητική πράξη στο πλαίσιο της ανωτέρω ιδιότυπης σύνθετης «διοικητικής» ενέργειας.

 

3. Η θεωρία περί κυβερνητικών πράξεων

Η θεωρία των κυβερνητικών πράξεων (actes de gouvernement) έλκει την καταγωγή της από την Γαλλική δημοσιολογική νομολογία και θεωρία. Βασίσθηκε, κυρίως, πάνω στα δεδομένα της νομολογίας του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας (Conseil d’ Etat)[17], όπως τα επεξεργάσθηκαν οι γάλλοι δημοσιολόγοι[18]. Στην ελληνική έννομη τάξη το απρόσβλητο με αίτηση ακυρώσεως κατά των κυβερνητικών πράξεων καθιέρωσε το πρώτον το άρθρο 46 παρ. 3 Ν. 3713/1928 «περί Συμβουλίου Επικρατείας», το οποίο όριζε ότι δεν μπορούν να προσβληθούν με αίτηση ακυρώσεως «αι κυβερνητικαί πράξεις και διαταγαί, αι αναγόμεναι εις την διαχείρισιν της πολιτικής εξουσίας». Τόσο η διάταξη του άρθρου 45 παρ. 5 Ν.Δ. 170/1973, όσο και η νυν διάταξη του άρθρου 45 παρ. 5 ΠΔ 18/1989 είναι πανομοιότυπες. Ούτε η νομολογία του ΣτΕ ούτε και η θεωρία του Διοικητικού Δικαίου ανέπτυξαν μέχρι τώρα μία σταθερή και πάγια θέση για την έννοια και τον χαρακτήρα των κυβερνητικών πράξεων[19]. Από μία επισκόπηση της νομολογίας του ΣτΕ από την αρχική νομοθετική σύλληψη αυτής της θεωρίας ή καλλίτερα την αποδοχή της από την γαλλική νομολογία και θεωρία μέχρι σήμερα μπορούμε να κατατάξουμε τις κυβερνητικές πράξεις σε τρεις κατηγορίες[20]:

α) Αυτές που αφορούν στις σχέσεις του ΠτΔ με την Βουλή και την Κυβέρνηση (π.χ. διάταγμα διάλυσης της Βουλής και προκήρυξης εκλογών, διάταγμα αποδοχής παραίτησης Υπουργού ή της Κυβέρνησης και η εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης, διάταγμα προκήρυξης δημοψηφίσματος κ.λ.π.).

β) Οι πράξεις κήρυξης επιστράτευσης και απονομής χάριτος.

γ) Πράξεις που ανάγονται στις διεθνείς σχέσεις της χώρας[21].

Η θεωρία των κυβερνητικών πράξεων έχει υποστηριχθεί υπό το πρίσμα της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών και την φύση ορισμένων πράξεων των οργάνων της εκτελεστικής λειτουργίας που ακριβώς εκ της φύσεώς τους αυτής δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν δικαστικά. Έχει, όμως, δεχθεί κριτική όχι μόνο υπό το πρίσμα της ασφάλειας δικαίου λόγω της αδυναμίας της να υποστηρίξει ένα σταθερό και συνεπές κριτήριο για τον ορισμό της «κυβερνητικής πράξης», αλλά και για το ότι περιορίζει, χωρίς επαρκές συνταγματικό υπόβαθρο, το βεληνεκές συνταγματικών διατάξεων, όπως των άρθρων 20 παρ. 1 και 95 παρ. 1 στοιχ. α΄ Σ.[22].

 

 

 

 

4. Ενδιάμεσο συμπέρασμα – Αποτελεί το Προεδρικό Διάταγμα προκήρυξης δημοψηφίσματος διοικητική και κατά συνέπεια κυβερνητική πράξη;

Οι κυβερνητικές πράξεις θεωρούνται διοικητικές πράξεις[23], περιέχουσες τα στοιχεία της διοικητικής πράξης, ήτοι καθορίζουν μονομερώς κανόνες δικαίου και προέρχονται από διοικητικά όργανα[24]. Το ζήτημα είναι εάν οι πράξεις που εκδίδει ο ΠτΔ στο πλαίσιο της ρυθμιστικής του αρμοδιότητας αποτελούν διοικητικές πράξεις για να μπορούν να θεωρηθούν και κυβερνητικές.

Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στην θεωρία του Διοικητικού Δικαίου δεν γίνεται διάκριση μεταξύ της ρυθμιστικής και της εκτελεστικής-διοικητικής αρμοδιότητας του ΠτΔ[25]. Κατά μία άποψη γίνεται διάκριση μεταξύ οργανικής Διοίκησης υπό στενή έννοια και οργανικής Διοίκησης υπό ευρεία έννοια. Στην πρώτη ανήκουν μόνο το νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, τα λοιπά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), τα οποία κατά το άρθρο 82 παρ. 2 Σ χαρακτηρίζονται ως δημόσιες υπηρεσίες. Η μορφή αυτή της Διοίκησης κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα στα άρθρα 101 επ. αυτού. Η οργανική Διοίκηση υπό ευρεία έννοια περιλαμβάνει και τα άλλα δύο όργανα της Εκτελεστικής Λειτουργίας, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση, όταν αυτά δεν ασκούν Διοίκηση υπό στενή έννοια[26] ή κατά την διατύπωση του ΣτΕ όταν δεν ασκούν «αμιγώς διοικητικές αρμοδιότητες» αλλά «κυβερνητική λειτουργία»[27]. Κατά άλλη παρεμφερή άποψη στο πλαίσιο της διοικητικής λειτουργίας, όρος που χρησιμοποιείται κατά την θεωρία αυτή αντί του καθιερωμένου της εκτελεστικής λειτουργίας που χρησιμοποιεί και το Σύνταγμα στο άρθρο 26 παρ. 2, περιλαμβάνονται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η Κυβέρνηση και η Δημόσια Διοίκηση και η οποία διακρίνεται σε κυβερνητική (αποτελούμενη από τον ΠτΔ και την Κυβέρνηση) και εκτελεστική (αποτελούμενη από την Διοίκηση υπό στενή έννοια)[28]. Κατά τρίτη πιο προωθημένη άποψη, η οποία ελαύνεται από την δυσχέρεια της διακρίσεως μεταξύ κυβερνήσεως και διοικήσεως, δεν υφίσταται χωριστή κυβερνητική λειτουργία, διακριτή από την Διοίκηση, εντός της εκτελεστικής λειτουργίας[29].

Κατά συνέπεια με οποιαδήποτε εκ των ως άνω επιμέρους εκδοχών σύμφωνα με την διοικητικολογική θεωρία το Διάταγμα προκήρυξης δημοψηφίσματος αποτελεί διοικητική πράξη και λόγω του ότι εκδίδεται στο πλαίσιο της διαχείρισης της πολιτικής εξουσίας αποτελεί κυβερνητική πράξη. Την άποψη αυτή ακολουθεί προφανώς και το ΣτΕ.

Εάν, όμως, γίνει δεκτή η εκδοχή, η οποία και κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη είναι η ορθότερη, ότι το Διάταγμα προκήρυξης δημοψηφίσματος εντάσσεται στην αρμοδιότητα του ΠτΔ ως ρυθμιστή του πολιτεύματος κατ’ άρθρο 30 παρ. 1 Σ, τότε δεν αποτελεί διοικητική πράξη υπό την έννοια που της έχει προσδώσει η θεωρία του Διοικητικού Δικαίου, διότι προέρχεται από τον ΠτΔ, ο οποίος δεν ενεργεί ως διοικητικό όργανο στο πλαίσιο της εκτελεστικής του αρμοδιότητας κατ’ άρθρο 26 παρ. 2 Σ αλλά ως ρυθμιστής του πολιτεύματος κατ’ άρθρο 30 παρ. 1 Σ., τότε το ΣτΕ στερείται δικαιοδοσίας όχι κατ’ άρθρο 45 παρ. 5 ΠΔ 18/1989 αλλά κατ’ άρθρο 95 παρ. 1 στοιχ. α΄ Σ σε συνδυασμό με το άρθρο 45 παρ. 1 ΠΔ 18/1989..

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο ακολουθώντας την πάγια νομολογία του ήχθη κατ’ αποτέλεσμα σε ορθό συμπέρασμα περί του απαραδέκτου της αιτήσεως ακυρώσεως κατά του Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος, ανεξαρτήτως του ποια άποψη ακολουθήσει κάποιος για τη νομική φύση του Διατάγματος αυτού. Στην μεν περίπτωση που γίνει δεκτή η άποψη ότι το Διάταγμα προκήρυξης δημοψηφίσματος αποτελεί νομοθετική πράξη, το ΣτΕ στερείται ούτως ή άλλως κατ’ άρθρα 26 και 95 παρ. 1 Σ και 45 παρ. 1 ΠΔ 18/1989 δικαιοδοσίας να κρίνει τη συνταγματικότητα νομοθετικής πράξης. Εάν πάλι γίνει δεκτό ότι το επίμαχο Διάταγμα εκδίδεται εντός του κυβερνητικού πεδίου της εκτελεστικής λειτουργίας, τότε αποτελεί αναμφίβολα κυβερνητική πράξη, η οποία εκφεύγει του δικαστικού ακυρωτικού ελέγχου κατ’ άρθρο 45 παρ. 5 ΠΔ 18/1989. Τέλος κατά την ορθότερη κατά τα εδώ υποστηριζόμενα άποψη, ότι το Διάταγμα προκήρυξης δημοψηφίσματος αποτελεί πράξη εντασσόμενη στην ρυθμιστική αρμοδιότητα του ΠτΔ κατ’ άρθρο 30 παρ. 1 Σ, αυτό δεν αποτελεί καν διοικητική πράξη, οπότε το ΣτΕ στερείται δικαιοδοσίας κατ’ άρθρο 95 παρ. 1 στοιχ. α΄ Σ.

 

5. Αποκλειστική ή εν μέρει συντρέχουσα δικαιοδοσία του ΑΕΔ κατ’ άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ Σ;

Ενόψει της αποδοχής της θεωρίας της κυβερνητικής πράξης από το ΣτΕ το ερώτημα παρουσιάζει μάλλον θεωρητικό ενδιαφέρον. Είναι σαφές ότι το ΣτΕ δεν μπορεί να κρίνει τη συνταγματικότητα και νομιμότητα του Προεδρικού Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος για τους ανωτέρω λόγους. Η άποψη που αρνείται a priori την δικαιοδοσία του ΣτΕ (δηλ. η άποψη της συγκλίνουσας ειδικότερης γνώμης) προφανώς ερείδεται στην άποψη ότι το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ Σ καθιερώνει αποκλειστική δικαιοδοσία του ΑΕΔ και ως εκ τούτου αποτελεί ειδικότερη διάταξη έναντι εκείνης του άρθρου 95 παρ. 1 Σ περ. α΄ Σ που καθιερώνει την ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ και ως τέτοια κατισχύει έναντι της τελευταίας (lex specialis derogat legi generali). Πάντως σε μία τέτοια προσέγγιση δεν είχε προβεί το ΣτΕ στη νομολογία του για τον εκτελεστό ή μη χαρακτήρα του Διατάγματος διάλυσης της Βουλής και προκήρυξης εκλογών ενόψει των άρθρων 100 παρ. 1 περ. α΄ και 58 Σ[30], μη αρνούμενο εν προκειμένω την δικαιοδοσία του.

Από την άλλη, όσον αφορά την ανακήρυξη των υποψηφίων Βουλευτών, δέχθηκε ο ΑΠ ότι μπορεί να κρίνει προληπτικά κατά την διαδικασία ανακήρυξης των υποψηφίων, εάν ένας υποψήφιος Βουλευτής εμπίπτει στα κωλύματα υποψηφιότητας του άρθρου 56 Σ, καίτοι το ίδιο το Σύνταγμα στα άρθρα 100 παρ. 1 περ. α΄ και 58 Σ καθιερώνει αρμοδιότητα του ΑΕΔ εν προκειμένω[31]. Θα μπορούσε λοιπόν θεωρητικά, εάν γινόταν δεκτή αυτή η άποψη και το Δικαστήριο εγκατέλειπε την θεωρία του περί κυβερνητικών πράξεων, κυρίως στην περίπτωση που γίνονταν δεκτές οι αιτιάσεις περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 45 παρ. 5 ΠΔ 18/1989 και της εκεί κατοχυρωμένης θεωρίας περί κυβερνητικών πράξεων[32], να ελέγξει την νομιμότητα και συνταγματικότητα του σχετικού ΠΔ, εάν έκρινε ότι έχει (εν μέρει) συντρέχουσα προς το ΑΕΔ αρμοδιότητα να δικάσει την σχετική διαφορά. Μόνο σ’ αυτήν την περίπτωση θα αποκτούσε πρακτική σημασία το ερώτημα περί αποκλειστικής ή συντρέχουσας με το ΣτΕ αρμοδιότητας του ΑΕΔ.

 

6. Η έκταση του ελέγχου του Προεδρικού Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος από το ΑΕΔ

Ας εξετάσουμε τέλος, δεδομένης της αδιαμφισβήτητης δικαιοδοσίας του ΑΕΔ βάσει του άρθρου 100 παρ. 1 στοιχ. β΄ Σ σε συνδυασμό με τα άρθρα 35-38 ΚΑΕΔ[33] και 20 Ν. 4023/2011 εν προκειμένω την έκταση και το βάθος ελέγχου του Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος από το ΑΕΔ. Μπορεί η συνταγματικότητα και η νομιμότητα του σχετικού Διατάγματος να τεθεί υπό τον έλεγχο του ΑΕΔ ή το τελευταίο περιορίζεται στον έλεγχο της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος όσον αφορά την διενέργεια της ψηφοφορίας και την καταμέτρηση των ψηφοδελτίων;[34] Όπως προαναφέρθηκε, το δημοψήφισμα της 5 Ιουλίου 2015 ήταν το πρώτο δημοψήφισμα που διενεργήθηκε υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει προηγούμενο, που να απασχόλησε τη νομολογία του ΑΕΔ.

Χρήσιμη βοήθεια μπορεί να μας παράσχει η προηγούμενη νομολογία του ΑΕΔ όσον αφορά τον έλεγχο του κύρους του Διατάγματος διάλυσης της Βουλής, προκήρυξης εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών και σύγκλησης της νέας Βουλής.

Το ΑΕΔ δεν έχει ακολουθήσει τη νομολογία του ΣτΕ περί δικαστικά ανελέγκτου των κυβερνητικών πράξεων και έχει προχωρήσει, αν και περιορισμένα, σε έλεγχο του Διατάγματος διάλυσης της Βουλής στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του εκ των άρθρων 100 παρ. 1 στοιχ. α΄ και 58 Σ. καθώς και 24 επ. ΚΑΕΔ. Εντός του παραπάνω πλαισίου το ΑΕΔ έχει κρίνει ότι «… κατά τα άρθρα 58 και 100 παρ. 1 α του Συντάγματος, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση, μεταξύ άλλων, ενστάσεων κατά του κύρους βουλευτικών εκλογών που αναφέρονται είτε σε εκλογικές παραβάσεις σχετικές με τη διενέργεια των εκλογών είτε σε έλλειψη των νόμιμων προσόντων των ανακηρυχθέντων βουλευτών. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ακυρώσει το προεδρικό διάταγμα για διάλυση της Βουλής και προκήρυξη εκλογών, αλλά μπορεί, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του προς αξιολόγηση των ενστάσεων κατά του κύρους των εκλογών, να ελέγξει παρεμπιπτόντως το προαναφερόμενο προεδρικό διάταγμα μόνο ως προς τα στοιχεία της εξωτερικής νομιμότητάς του, στα οποία δεν εμπίπτει η αναγραφή σ` αυτό του λόγου διάλυσης της Βουλής»[35].

Ως στοιχεία που αφορούν την εξωτερική νομιμότητα του σχετικού Διατάγματος και που υπόκεινται στον έλεγχό του, το ΑΕΔ θεωρεί ότι είναι:

– Η πρόταση της Κυβέρνησης της χώρας που έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής.

– Oι υπογραφές των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου που παρέστησαν με νόμιμη απαρτία στη συνεδρίασή του, κατά την οποία αποφασίστηκε η υποβολή πρότασης στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη γενικών βουλευτικών εκλογών για την ανανέωση της λαϊκής εντολής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το εξαιρετικής σημασίας εθνικό θέμα.

– H αναφορά του εξαιρετικής σημασίας εθνικού θέματος στην πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου.

– H πρόβλεψη για διάλυση της Βουλής.

– Η διεξαγωγή εκλογών σε συγκεκριμένη ημερομηνία εντός 30 ημερών από την διάλυση της Βουλής και

– Η ημερομηνία σύγκλησης της νέας Βουλής που θα προκύψει από τις εκλογές εντός 30 ημερών από την ημέρα διεξαγωγής των εκλογών.

Mutatis mutandis στοιχεία της εξωτερικής νομιμότητας του Διατάγματος προκήρυξης του δημοψηφίσματος η ύπαρξη των οποίων κατά τα ανωτέρω θα πρέπει να υπάγεται στον έλεγχο του ΑΕΔ, είναι η πρόταση της Κυβέρνησης για διενέργεια δημοψηφίσματος με την σχετική ΠΥΣ, στην οποία περιέχεται το κρίσιμο εθνικό θέμα, για την αντιμετώπιση του οποίου διενεργείται το δημοψήφισμα, οι υπογραφές των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου στην απόφαση, η οποία θα πρέπει να έχει παρθεί με την απαιτούμενη απαρτία και πλειοψηφία, η απόφαση της Βουλής με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών και η αναφορά του ερωτήματος που τίθεται στον Λαό, δηλ. όλα τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 44 παρ.. 2 εδ. α΄ Σ καθώς και τα άρθρα 2 Ν. 4023/2011 και 115 ΚτΒ.

Όμως θεωρούμε ότι η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του ΑΕΔ ως προς τον έλεγχο του κύρους του Διατάγματος προκήρυξης του δημοψηφίσματος δεν θα πρέπει να εξαντληθεί στα ανωτέρω. Επιχείρημα παρέχει το άρθρο 35 παρ. 4 ΚΑΕΔ ότι η αίτηση ενώπιον του ΑΕΔ μπορεί να στρέφεται κατά του κύρους του δημοψηφίσματος σε ολόκληρη την Επικράτεια, σε αντίθεση με την αίτηση κατά του κύρους των βουλευτικών εκλογών, που δεν μπορεί να στρέφεται κατά του κύρους σε ολόκληρη την Επικράτεια, όπως έχει νομολογήσει το ΑΕΔ σε πάγια νομολογία του[36]. Η επέκταση της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας του ΑΕΔ δεν έχει μόνο χωρική σημασία αλλά και ουσιαστική, εφόσον έτσι μπορεί υπό προϋποθέσεις, στο μέτρο που διαπιστώσει ανάλογες παραβάσεις, να ακυρώσει το δημοψήφισμα σε ολόκληρη την Επικράτεια.

Ερωτήματα που ανακύπτουν ως προς αυτό το θέμα είναι: Μπορεί να κρίνει το ΑΕΔ το κατά πόσο το ερώτημα του δημοψηφίσματος αφορά κρίσιμο εθνικό θέμα υπό την έννοια του άρθρου 44 παρ. 2 εδ. α΄ Σ; Το ερώτημα αυτό θα πρέπει να απαντηθεί αρνητικά, αφενός διότι το ίδιο το ΑΕΔ έχει κρίνει ότι δεν μπορεί να ελέγξει στην παρεμφερή περίπτωση της πρόωρης διάλυσης της Βουλής κατ’ άρθρο 41 παρ. 2 Σ, εάν συντρέχει εξαιρετικής σημασίας εθνικό ζήτημα ως λόγος διάλυσης της Βουλής υπό την έννοια αυτής της διάταξης[37], αφετέρου διότι η έννοια «κρίσιμο εθνικό θέμα», όπως και «εξαιρετικής σημασίας εθνικό θέμα» είναι αόριστες νομικές έννοιες και εξειδικεύονται από την Κυβέρνηση, η οποία ασκεί την γενική πολιτική της χώρας κατ’ άρθρο 82 παρ. 1 Σ και έχει την πρωτοβουλία και την ουσιαστική αρμοδιότητα να προκαλέσει την διεξαγωγή δημοψηφίσματος ή την πρόωρη διάλυση της Βουλής αντίστοιχα[38]. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η Κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται το οποιοδήποτε ζήτημα και να το βαφτίζει «κρίσιμο εθνικό θέμα» ή «εξαιρετικής σημασία εθνικό θέμα», διότι σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε καταστρατήγηση εάν όχι παραβίαση του Συντάγματος, το ζήτημα αυτό, όμως, εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, τοσούτω μάλλον το ΑΕΔ κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του κατ’ άρθρο 100 παρ. 1 στοιχ. α΄ και β΄ Σ δεν ενεργεί ως Συνταγματικό Δικαστήριο, έστω και οιονεί, όπως κάνει κατά την αρμοδιότητά του εκ του στοιχ. ε΄ της ιδίας παραγράφου, αλλά ως Εκλογοδικείο, περιορίζεται δε κατά την αρμοδιότητά του αυτή σε έλεγχο της ουσιαστικής συνταγματικότητας των νόμων κατ’ άρθρο 93 παρ. 4 Σ, όπως και κάθε Δικαστήριο. Στον έλεγχο αυτό δεν εμπίπτει η κρίση περί της εννοίας του «κρίσιμου εθνικού θέματος» κατ’ άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ Σ.

Άλλα ερωτήματα που μπορεί να απασχολήσουν το ΑΕΔ σε σχέση με το έλεγχο του Διατάγματος προκήρυξης του δημοψηφίσματος είναι το εάν το ερώτημα που περιέχεται στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου είναι σαφές και σύντομο υπό την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2 Ν. 4023/2011 και του άρθρου 115 παρ. 2 ΚτΒ και το οποίο κατά το άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 4023/2011 πρέπει να περιέχεται στο Διάταγμα προκήρυξης του δημοψηφίσματος ή εάν η βραχύβια προεκλογική περίοδος των 5 εργασίμων ημερών είναι σύμφωνη με τις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρο 1 παρ. 2 και 3 Σ) και της ελεύθερης και ανόθευτης βούλησης της λαϊκής θέλησης ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας  (άρθρο 52 Σ). Αυτά τα ζητήματα πιστεύουμε ότι δεν πρέπει να αφήσουν αδιάφορο το ΑΕΔ, εάν του τεθούν, ιδιαίτερα δε όταν υπήρξαν τόσο έντονες αντιδράσεις από το Συμβούλιο της Ευρώπης και μέρος του νομικού κόσμου της χώρας σχετικά με την σαφήνεια και το σύντομο του ερωτήματος του δημοψηφίσματος της 5 Ιουλίου 2015 καθώς και του χρόνου της προεκλογικής περιόδου[39].

 

 

 

7. Επίλογος

Η απόφαση αυτή της Ολομελείας του ΣτΕ δεν εξέπληξε. Διαφορετική απόφαση θα προκαλούσε δικαιολογημένη κριτική και θα άφηνε εύλογες υπόνοιες για πολιτικές σκοπιμότητες. Ακόμη και όσοι επιχειρηματολογούν με εύλογα επιχειρήματα υπέρ της αντισυνταγματικότητας και της εγκατάλειψης της θεωρίας των κυβερνητικών πράξεων και του δικαστικώς απροσβλήτου τους ή όσοι εγείρουν ενστάσεις σχετικά με κάποια ζητήματα που αφορούν τη συμβατότητα του προκείμενου δημοψηφίσματος με το Σύνταγμα και το νόμο[40], θα πρέπει να παραδεχθούν ότι η συγκεκριμένη υπόθεση δεν δικαιολογούσε δραματική μεταβολή της εδώ και δεκαετίες παγιωθείσας νομολογίας του ΣτΕ.

Μένει να δούμε εάν υποβληθεί αίτηση κατά του κύρους της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος ενώπιον του ΑΕΔ και εάν προβληθούν λόγοι που θίγουν τη συνταγματικότητα και τη νομιμότητα του ΠΔ 38/2015, με το οποίο προκηρύχθηκε και διεξήχθη το δημοψήφισμα της 5-7-2015, ούτως ώστε να αναμένουμε την απάντηση του Δικαστηρίου στα ανωτέρω τεθέντα ζητήματα.

 

 

 


[1] Πρβλ. τις δηλώσεις του Γενικού Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης Thorbjørn Jagland από την Λισαβόνα στο πρακτορείο Associated Press ότι το δημοψήφισμα που εξήγγειλε η ελληνική Κυβέρνηση δεν πληροί τις διεθνείς προδιαγραφές, επισημαίνοντας ότι βάσει των διεθνών προδιαγραφών το δημοψήφισμα πρέπει να προκηρύσσεται τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν τη διεξαγωγή του και να θέτει ξεκάθαρο ερώτημα.
Ανέφερε επιπλέον, ότι συνιστά «μεγάλο πρόβλημα» το γεγονός ότι μεσολαβεί τόσο λίγος χρόνος μεταξύ της προκήρυξης και της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, σημειώνοντας επίσης το γεγονός ότι «το ερώτημα που τίθεται στον λαό δεν είναι πολύ σαφές».

Πρβλ. επίσης και την από 30-6-2015 απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας στο επίσημο διαδικτυακό site της Ολομέλειας https://portal.olomeleia.gr/el/news/57582.

Πρβλ. περαιτέρω την κριτική μέρους της θεωρίας στην υποσημ. 39.

 

 

[2] Βλ. ΟλΣτΕ 2787/2015 σκ. 7.

 

 

[3] Βλ. ΟλΣτΕ 1199/1986 ΝοΒ 1986, σελ. 948, ΣτΕ 1601/1975, ΣτΕ 484/1978, ΣτΕ 1116/1997 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 1398/2000 ΕΔΔΔ 2000, σελ. 612, ΕΑΣτΕ 628/1996 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

 

 

[4] Βλ. ΟλΣτΕ 2787/2015 σκ. 7.

 

 

[5] Δηλ. 7 μελών του Δικαστηρίου με αποφασιστική ψήφο.

 

 

[6] Βλ. ΟλΣτΕ 2787/2015 σκ. 7.

 

 

[7] Βλ. κατωτέρω υπό 6.

 

 

[8] Στις τρεις αυτές φάσεις που καθορίστηκαν με την συνταγματική αναθεώρηση του 1986 από την ΣΤ΄ Αναθεωρητική Βουλή συμμετέχουν και τα τρία ανώτατα πολιτειακά όργανα, η Κυβέρνηση, η οποία έχει την πρωτοβουλία, η Βουλή που είναι το ουσιαστικά αποφασίζον όργανο, και ο ΠτΔ, ο οποίος είναι τύποις το αποφασίζον όργανο, ο ρόλος του όμως είναι συνταγματοπολιτικά περιορισμένος στην έκδοση και δημοσίευση του Διατάγματος, στην οποία όμως περιλαμβάνεται και ο έλεγχος νομιμότητας, δηλ. η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων του Συντάγματος, του ΚτΒ και του εκτελεστικού του Συντάγματος νόμου, όχι, όμως, η κρίση περί του εάν το ερώτημα του δημοψηφίσματος αποτελεί «κρίσιμο εθνικό θέμα» υπό την έννοια του άρθρου 44 παρ. 2 εδ. α΄ Σ.

Η ratio αυτής της  νομικοπολιτικής επιλογής του αναθεωρητικού νομοθέτη του 1986 ήταν η αφαίρεση της αποκλειστικής αρμοδιότητας από τον ΠτΔ, την οποία είχε υπό την αρχική μορφή του άρθρου 44 παρ. 2 Σ σε συνδυασμό με την αρχική μορφή του άρθρου 35 παρ. 1 Σ και η μεταφορά της στην Κυβέρνηση και εν τέλει στην Βουλή, στην πραγματικότητα, όμως, στην κυβερνητική πλειοψηφία.

Για τη νομικοπολιτική σημασία του δημοψηφίσματος, ιδίως μετά την αναθεώρηση του 1986 πρβλ. Β. Βολουδάκης, Ο θεσμός του δημοψηφίσματος μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος: διεύρυνση της λαϊκής κυριαρχίας ή δημοκρατική πρόσοψη, σε: Η αναθεώρηση του Συντάγματος Δίκαιο και Πολιτική 13-14 1988, σελ. 225 επ., Ε. Σπηλιωτόπουλος, Η νομική φύση του δημοψηφίσματος του άρθρου 44 παρ. 2 Σ, σε Σύμμεικτα Βεγλερή, Αθήνα-Κομοτηνή 1988, σελ. 319 επ., Θ. Αντωνίου, Στοιχεία άμεσης Δημοκρατίας στο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1975, Αθήνα-Κομοτηνή 1988, σελ. 92 επ., Λίνα Παπαδοπούλου, Θεσμοί άμεσης δημοκρατίας στο Σύνταγμα, Αθήνα 2014 (passim).

 

 

[9] Για το ότι στο πλαίσιο σύνθετης διοικητικής ενέργειας η μοναδική εκτελεστή και γι αυτό δικαστικά προσβλητή είναι η τελική πράξη, από την οποία απορροφώνται όλες οι πράξεις των προηγουμένων σταδίων πρβλ. ΟλΣτΕ 2811/1984, ΟλΣτΕ 237/2015, ΟλΣτΕ 520/2015, ΣτΕ 4458/2001, ΣτΕ 1388/2006, ΣτΕ 3509/2007.

 

 

[10] Η πράξη αυτή ανήκει στα interna corporis της Βουλής, τα οποία ούτως ή άλλως κατά την κρατούσα άποψη εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου Προφανώς για τον λόγο αυτόν δεν προσβλήθηκε η απόφαση της Βουλής στην επίδικη αίτηση ακυρώσεως.

Για την θεωρία του δικαστικά ανελέγκτου των interna corporis της Βουλής πρβλ. ΟλΣτΕ 902/1981, ΟλΣτΕ 903/1981, ΣτΕ 1270/1977, ΣτΕ 4129-4130/1980, ΣτΕ 1721/1991 ΕλλΔνη 1992, σελ. 452, ΣτΕ 2185/1994 ΝοΒ 1995, σελ. 922. Πρβλ. επίσης από την θεωρία Α. Μάνεσης/Α. Μανιτάκης, Κρατικός παρεμβατισμός και Σύνταγμα, σε: Α. Μάνεσης/Α. Μανιτάκης/Γ. Παπαδημητρίου (Επιμ.): Η «Υπόθεση Ανδρεάδη» και το Οικονομικό Σύνταγμα, Αθήνα-Κομοτηνή 1991, σελ. 19, Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Δέκατη τέταρτη Έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2011, αρ. στοιχ.. 432, Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο Ατομικά Δικαιώματα, Τέταρτη Έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012 αρ. στοιχ. 1556α, Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, Δεύτερη Έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 141, Κ. Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο, 5η Έκδοση, Αθήνα 2014, σελ. 288. Contra Γ. Κασιμάτης, Σύνταγμα και κοινό δίκαιο, σε: Η επίδρασις του Συντάγματος του 1975 επί του Ιδιωτικού και επί του Δημοσίου Δικαίου, Αθήναι 1976,, σελ. 127, Π. Παραράς, Σύνταγμα 1975 – Corpus II, Αθήνα-Κομοτηνή 1985,, σελ. 329 επ.

 

 

[11] Εν προκειμένω εννοείται η συμβατότητα του Διατάγματος και των προγενέστερων διαδικαστικών πράξεων με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ Σ, το άρθρο 115 ΚτΒ και τον εκτελεστικό του Συντάγματος Ν. 4023/2011.

 

 

[12] Η προσυπογραφή του Υπουργικού Συμβουλίου δεν προβλέπεται ρητά από το άρθρο 44 παρ. 2 Σ, όπως στις περιπτώσεις διάλυσης ή λήξης της θητείας της Βουλής των άρθρων 41 παρ. 3 και 53 παρ. 1 εδ. β΄ Σ, ούτε προκύπτει e contrario κατά το άρθρο 35 παρ. 1 Σ, όπως προβλέπεται για την προσυπογραφή του Πρωθυπουργού στις περιπτώσεις διάλυσης της Βουλής των άρθρων 32 παρ. 4 και 41 παρ. 1 Σ. Προβλέπεται ήδη από το άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 4023/2011 αλλά και να μην προεβλέπετο,  ορθά έχει κριθεί ότι επιβάλλεται λόγω του ότι το Υπουργικό Συμβούλιο είναι αυτό που έχει την πρωτοβουλία εκκίνησης της διαδικασίας κατ’ άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ Σ – πρβλ. Β. Βολουδάκης, όπ. παρ. (υποσημ. 8), σελ. 236 επ.

 

 

[13] ‘Ετσι Φ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σελ. 334, Α. Δημητρόπουλος, Οργάνωση και Λειτουργία του Κράτους, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, Τόμος Β΄ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 450.

 

 

[14] ‘Ετσι Κ. Χρυσόγονος, όπ. παρ. (υποσημ. 10), σελ. 582.

 

 

[15] Βλ. Ε. Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Δεύτερη Έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2008, σελ. 600-601, Κ. Μαυριάς, όπ. παρ. (υποσημ. 10), σελ. 478, 482.

 

 

[16] Πρβλ. κατωτέρω υπό 4.

 

 

[17] Βλ. τη βασική γαλλική νομολογία στο ζήτημα σε Ε. Τροβά, Φύσει και θέσει κυβερνητικές πράξεις, ΝοΒ 1992, σελ. 1269, υποσημ. 2 (εκεί).

 

 

[18] Βλ. Π. Παυλόπουλος, Η συνταγματική κατοχύρωση της αιτήσεως ακυρώσεως, Αθήνα-Κομοτηνή 1982, σελ. 259 επ. (με παραπομπές στην γαλλική θεωρία του δημοσίου δικαίου στις εκεί υποσημ. 161 επ.).

 

 

[19] Πρβλ. την προσπάθεια της Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Το κριτήριο του «λειτουργικού διχασμού των οργάνων» (dédoublement fonctionnel) του Διεθνούς Δικαίου, ως κριτήριο φαινομένου της δικαστικής ασυλίας των «Κυβερνητικών Πράξεων» στο Εσωτερικό Δημόσιο Δίκαιο, ΔιοικΔικ 1990, σελ. 265 επ., να κατηγοριοποιήσει τις διάφορες θεωρίες για το κριτήριο με το οποίο μία πράξη χαρακτηρίζεται ως κυβερνητική, πρβλ. επίσης και Α. Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, Ένατη Έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 613 επ.

 

 

[20] Βλ. Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο, όπ. παρ. (υποσημ 10.), αρ. στοιχ. 87, Χ. Τσιλιώτης, Η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εις βάρος αλλοδαπού Δημοσίου κατά το ελληνικό και Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, ΕλλΔνη 2010, σελ. 1290-1291, ο ίδιος, Ζητήματα (α)συμβατότητας των άρθρων 923 και 689 ΚΠολΔ με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο αυτής, ΕΠολΔ 2011, σελ. 721 επ.

 

 

[21] Για το μη προσβλητό με αίτηση ακυρώσεως των πράξεων αυτών πρβλ. ιδιαίτερα ΟλΣτΕ 3669/2006 Δ 2007, σελ. 904, ΟλΣτΕ 22/2007 ΕΔΚΑ 2007, σελ. 231, σε αμφότερες με ισχυρή μειοψηφία 10 Συμβούλων και 1 Παρέδρου, καθώς και Χ. Τσιλιώτης, Η αναγκαστική εκτέλεση, όπ. παρ. (υποσημ 20.), σελ. 1290-1291, ο ίδιος, Ζητήματα, όπ. παρ. (υποσημ 20.), σελ. 721 επ..

 

 

[22] Πρβλ. Π. Δαγτόγλου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Έκτη Έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2014, αρ. στοιχ. 530 επ., καθώς και τη μειοψηφία 2 Συμβούλων στις ΟλΣτΕ 3669/2006 Δ 2007, σελ. 904, ΟλΣτΕ 22/2007 ΕΔΚΑ 2007, σελ. 231. Μάλιστα ο Καθηγητής Π. Δαγτόγλου χαρακτηρίζει την θεωρία περί «κυβερνητικών πράξεων» εκτός από αντισυνταγματική και περιττή, βλ. ibidem, αρ. στοιχ. 531.

 

 

[23] Βλ και Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο, όπ. παρ. (υποσημ 10.), αρ. στοιχ. 488, Γ. Σιούτη, σε Α. Γέροντας/Σ. Λύτρας/Π. Παυλόπουλος/Γ. Σιούτη/Σ. Φλογαΐτης, Διοικητικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή 2004, σελ. 203.

 

 

[24] Βλ. Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο, όπ. παρ. (υποσημ. 10), αρ. στοιχ. 86.

 

 

[25] Πρβλ. την ανάλυση του Χ. Τσιλιώτη, Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από την εκτελεστική λειτουργία, ΔιοικΔικ 2010, σελ.787, με περαιτέρω παραπομπές στην υποσημ. 7 (εκεί), σελ. 828.

 

 

[26] Την άποψη αυτή υποστηρίζει ο Π. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Έκδοση Έβδομη, Αθήνα-Κομοτηνή 2015, αρ. στοιχ. 5. Πρβλ. επίσης Φ. Σπυρόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 13), σελ. 42, ο οποίος αποδέχεται την διάκριση εντός των κόλπων της εκτελεστικής λειτουργίας σε διοίκηση, η οποία είναι εντεταλμένη να εκτελεί τους νόμους, και σε κυβερνητική λειτουργία, η οποία λαμβάνει τις επιτελικές πολιτικές αποφάσεις με ευρέα περιθώρια πολιτικής εκτίμησης,.

 

 

[27] Πρβλ. ΣτΕ 2242/1992, ΣτΕ 1438/1993, δημοσιευμένες στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ανωτέρω παρατεθείσα νομολογία του – βλ. υποσημ. 3 – καθώς και η εδώ σχολιαζόμενη απόφαση – σκ. 7 – ότι οι σχετικές πράξεις ανάγονται στην διαχείριση πολιτικής εξουσίας.

 

 

[28] Βλ. Α. Τάχος, όπ. παρ. (υποσημ. 19), σελ. 39 επ,

 

 

[29] Βλ. Π. Παυλόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 18), σελ. 26. Πρβλ. επίσης και τις επιφυλάξεις του Ε. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο, όπ. παρ.. (υποσημ. 10), αρ. στοιχ. 87.

 

 

[30] Βλ. υποσημ. 3.

 

 

[31] Βλ. ΑΠ 4/2007 ΤοΣ 2007, σελ. 998. Πρβλ. την κριτική στην απόφαση αυτή του Κ. Χρυσόγονου, όπ. παρ. (υποσημ. 10), σελ. 455.

 

 

[32] Βλ. Π. Δαγτόγλου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, όπ. παρ. (υποσημ. 19), αρ. στοιχ. 530 επ., καθώς και τη μειοψηφία 2 Συμβούλων στις ΟλΣτΕ 3669/2006 Δ 2007, σελ. 904, ΟλΣτΕ 22/2007 ΕΔΚΑ 2007, σελ. 231.

 

 

[33] Ο Κώδικας ΑΕΔ κυρώθηκε με το Ν. 345/1976.

 

 

[34] Σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 1 ΚΑΕΔ «[ε]νστάσεις κατά του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος διεξαχθέντος κατά το άρθρον 44 παρ. 2 του Συντάγματος δικαιούται να ασκήση δι’ αιτήσεως ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου πας εκλογεύς εγγεγραμένος εις τους εκλογικούς καταλόγους οιασδήποτε εκλογικής περιφερείας».

Κατά την παρ. 4 του ιδίου άρθρου «[η] αίτησις δύναται να στρέφεται κατά του κύρους και των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος εις ωρισμένην εκλογικήν περιφέρειαν ή εις πλείονας εκλογικάς περιφερείας ή εις άπασαν την Επικράτειαν»

 

 

[35] Βλ. ΑΕΔ 31/1994, ΑΕΔ 37/1995, ΑΕΔ 50/1997, ΑΕΔ 74/1997, ΑΕΔ 36/1999, ΑΕΔ 47/2000, ΑΕΔ 30/2004, ΑΕΔ 8/2008, ΑΕΔ 16/2010, άπασες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

 

 

[36] Βλ. υποσημ. 35.

 

 

[37] Πρβλ. υποσημ. 35.

 

 

[38] Πρβλ. Κ. Χρυσόγονος, όπ. παρ. (υποσημ. 10), σελ. 407, Κ. Μαυριάς, όπ. παρ. (υποσημ. 10), σελ. 395..

 

 

[39] Βλ. Γ. Σωτηρέλης, Οι συνταγματικές παράμετροι του δημοψηφίσματος,  Συνέντευξη στον Γιώργο Λακόπουλο, Δημοσιεύθηκε στην διαδικτυακή εφημερίδα «Ανοιχτό Παράθυρο» του Γιώργου Λακόπουλου στις 27.6.2015, Ν. Αλιβιζάτος, Δημοψήφισμα ή εκτροπή, Εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 28-6-2015, του ίδιου, Η εκτροπή συνεχίζεται, εφημ "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" της 30/06/2015, Γ. Γεραπετρίτης, Συνταγματικότητα και πολιτική ορθότητα του δημοψηφίσματος, Ηλεκτρονική έκδοση της Huffington Post της 29-6-2015, Ξ. Κοντιάδης, Η αυτοκριτικη του κ. Τσίπρα, Εφημερίδα 'ΕΘΝΟΣ" της 1-7-2015, Κ. Μενουδάκος, Θεσμικοί προβληματισμοί, Εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" της 3-7-2015, Π. Παραράς, Το παραπλανητικό δημοψήφισμα, Εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 3-7-2015,  X. Contiades/A. Fotiadou, The Greek Referendum: Unconstitutional and Undemocratic, in Cross-post from Constitutional Change through Euro Crisis Law, EUI Law Department, http://eurocrisislaw.eui.eu/news/the-greek-referendum-unconstitutional-and-undemocratic-by-xenophon-contiades-and-alkmene-fotiadou/:

Πρβλ. επίσης τις δηλώσεις του Γενικού Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης Thorbjørn Jagland  στην υποσημ. 1 και την από 30-6-2015 απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας στο επίσημο διαδικτυακό site της Ολομέλειας https://portal.olomeleia.gr/el/news/57582.

 

 

[40] Βλ. υποσημ. 39.

 

 

Η ελευθερία των ΜΜΕ και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Αντώνιος Π. Μανιάτης, Δικηγόρος

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Νομική προσέγγιση των ελευθεριών έναντι του Κράτους  

 

  Το όνομα «ελευθερία» είναι ουσιαστικό, προερχόμενο από τον τύπο του Παρακειμένου «ελήλυθα» του αρχαιοελληνικού ρήματος «έρχομαι». Συνεπώς, έχει τη σημασία της σωματικής ευχέρειας των κινήσεων και επομένως της προστασίας από αυθαίρετη σύλληψη και στέρηση της προσωπικής ελευθερίας.

  Τα ατομικά δικαιώματα έναντι της κρατικής εξουσίας διακρίνονται στο δικαίωμα της ισότητας, το οποίο έχει διαμορφωθεί στο άρθρο 4 του Συντάγματος και ως θεμελιώδης αρχή, και στις ατομικές ελευθερίες.  Υπάρχει μία αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι ατομικές ελευθερίες είναι συνυφασμένες με την ανθρώπινη υπόσταση. Θεωρείται δηλαδή ότι ο άνθρωπος έχει αυτά τα δικαιώματα επειδή είναι άνθρωπος, και ότι πρόκειται για δικαιώματα οιονεί συμφυή προς την ιδιότητα του ανθρώπου, «έμφυτα» ή «φυσικά» και γι’ αυτό «απαράγραπτα» κ.τ.τ., που προϋπάρχουν του θετικού δικαίου, το οποίο «πρέπει» να τα αναγνωρίζει και να τα «θετικοποιεί». Ωστόσο εύλογα έχει παρατηρηθεί ότι το δικαίωμα, ως «απονεμημένη» έννομη ικανότητα, προϋποθέτει την ύπαρξη αφενός του δικαίου που το απονέμει, ρυθμίζοντας και την άσκησή του, και αφετέρου της κρατικής εξουσίας που το προστατεύει με τους καταναγκαστικούς μηχανισμούς της. Κανένα όμως από τα γνωρίσματα αυτά του δικαιώματος δεν υπάρχει στα υποτιθέμενα – οιονεί φυσικά – υπερθετικά, υπερσυνταγματικά ή προσυνταγματικά «δικαιώματα του ανθρώπου»[1].     

  Πέρα από το στενά νοούμενο θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα ή ατομική ελευθερία, υπάρχει και το ενδεχόμενο της καθιέρωσης της γενικής ελευθερίας μίας δραστηριότητας, δηλαδή της ελευθερίας ενός θεσμού στο σύνολό του (π.χ. η κατά το άρ. 16 παρ. 1 του Συντάγματος ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας[2]).  Τίθεται λοιπόν το ζήτημα της καθιέρωσης της ελευθερίας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ) έναντι της κρατικής εξουσίας έναντι του αντίθετου φαινομένου που συνίσταται στον  κρατισμό. Από το διαδεδομένο όρο «κρατισμός» προκρίνεται η δόκιμη λέξη «πολιτειοκρατία», δανεισμένη από το Γ. Φιλάρετο, του οποίου το έργο «Σύνταγμα της Ελλάδος, μετά εισαγωγής ιστορικής και σχολίων κατ’ άρθρον» εκδόθηκε στην Αθήνα το 1889[3].

   Η παρούσα μελέτη προσεγγίζει το ζήτημα της ελευθερίας των ΜΜΕ έναντι της κρατικής εξουσίας, σε συνδυασμό με ευρύτερες ατομικές ελευθερίες, ιδίως πολιτιστικές, έναντι του Κράτους και με το θεσμό των μουσείων,  χρησιμοποιώντας ως βασικό σημείο αναφοράς την έννομη τάξη των ΗΠΑ[4].     

 

Α. Φιλελεύθερες τάσεις στα ΜΜΕ μέχρι το δέκατο ένατο αιώνα  

 

Η επαναστατική αποκεντρωτική επίπτωση της τυπογραφικής μηχανής, από το 16ο αιώνα και μετά, αποτελεί το αρχέτυπο της δυναμικής του φιλελευθερισμού μέσα από την πρόοδο της τεχνολογίας[5]. Η τυπογραφία εισήγαγε τα βιβλία και τις εφημερίδες ως Μέσα, θρυμμάτισε το θρησκευτικό μονοπώλιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και υποβοήθησε αμοιβαία καταλυτικές αποκεντρωτικές τάσεις, όπως ήταν η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, η ανατολή των εθνικών κρατών, η επανάσταση των επιστημών και τελικά η εισαγωγή της Δημοκρατίας. Η Εποχή των Ανακαλύψεων έγινε δυνατή χάρη στην τυπογραφία, κάτι που επαληθεύεται από το γεγονός ότι ταξίδια στο Νέο Κόσμο είχαν γίνει και πριν από τον κατάπλου του Χριστόφορου Κολόμβου. 

   Οι οικονομικές δυνάμεις που απελευθερώθηκαν με τις επενδύσεις στο Νέο Κόσμο – πρώτα η εμπορευματική επανάσταση και μετά ο καπιταλισμός – έτειναν να κινούνται αντίθετα προς τη συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας που οι μονάρχες στήριξαν στην τυπογραφία.  Ειδικά στην Αγγλία, η έφεση για πληροφορίες σχετικά με τις καινούριες αγορές οδήγησε τους εμπόρους να στηρίζουν τυπογραφεία τα οποία δεν ήταν βασιλικά και επιβίωναν από το νεωτερισμό της διαφήμισης, άρα μέσα από τη διεύρυνση του εμπορίου. Οι ιδιωτικές αυτές επιχειρήσεις συνέβαλαν στη διακίνηση των ιδεών σε σημείο που να γίνουν σε σύντομο χρονικό διάστημα κριτικές προς την κεντρική εξουσία. Αυτή η φιλελεύθερη κίνηση πέτυχε τα μέγιστα στις ΗΠΑ, όπου ο Jefferson και οι συνάδελφοί του θέσπισαν τον Καταστατικό Χάρτη. Το κείμενο αυτό  απαγόρευε κάθε κρατική ανάμειξη στα θέματα του Τύπου και συνέτριψε αποφασιστικά μία πρώιμη προσπάθεια των οπαδών της πολιτειοκρατίας για την υιοθέτηση νομοθεσίας με την οποία θα θεωρούνταν προδοτικές οι εκδόσεις που διάκεινται κριτικά έναντι της κυβέρνησης. 

   Η διελκυστίνδα μεταξύ αποκεντρωτικών και φιλελεύθερων τάσεων, από τη μια πλευρά, και συγκεντρωτικών και ολοκληρωτικών πολιτικών από την άλλη, ευνόησε σε γενικές γραμμές κυρίως τις φυγόκεντρες δυνάμεις κατά το 19ο αιώνα. Στην εκατονταετία αυτή, η δημοκρατία στην Αγγλία ενισχύεται περισσότερο και διαχέονται οι συνταγματικές μοναρχίες, αντί των απόλυτων, σε ολόκληρη την Ευρώπη. Επιπροσθέτως, ανεξαρτητοποιούνται νέες εθνικές Εκκλησίες και δημιουργούνται εθνικά κράτη, όπως το νεοελληνικό. Από τη μεριά του ο Τύπος έγινε ακόμη πιο αποτελεσματικός στο δεύτερο μισό του αιώνα, με τις νέες λινοτυπικές μηχανές, παράγοντας σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες από ποτέ βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες.

 

Β. Πολιτειοκρατικές τάσεις στα ΜΜΕ μέχρι το δέκατο ένατο αιώνα   

 

   Η ιστορική διεργασία της αποκέντρωσης και της κοινωνικής διαμαρτυρίας έναντι της δημόσιας εξουσίας οδηγεί τελικά στην αναπαραγωγή του συγκεντρωτισμού από τις νέες πολιτειακές δομές, οι οποίες προκύπτουν ή ισχυροποιούνται. Για παράδειγμα, η εξασθένιση της εξουσίας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας οδήγησε στην άνοδο των εθνικών κρατών, τα οποία με τη σειρά τους άρχισαν να χρησιμοποιούν την τυπογραφία για να στηρίξουν τις δικές τους συγκεντρωτικές ηγεμονίες. Οι μονάρχες στην Αγγλία, στη Γαλλία και αλλού σύντομα απέκτησαν τυπογράφους για να θέσουν το καινούριο Μέσο υπό κεντρικό κρατικό έλεγχο. Επιπλέον, τα βιβλία που τύπωναν στις εθνικές τους γλώσσες αντί της διαδεδομένης γλώσσας των λατινικών συνέτειναν στο να αποκρυσταλλωθεί η αίσθηση της εθνικής ταυτότητας. ‘Ετσι, η Γηραιά ‘Ηπειρος άρχισε να περνά από την επικυριαρχία ενός θρησκευτικού και, σε κάποιο βαθμό, γλωσσικού μονισμού στην εθνική ποικιλομορφία από κράτος σε κράτος.

  

Γ. Η παγίωση της ταυτότητας των Μουσείων στα νεότερα εθνικά κράτη

 

   Τελευταίο ορόσημο στην ιστορική εξέλιξη των μουσείων έχει αποτελέσει η «Διεθνής Έκθεση των Τεχνών και των Βιοτεχνημάτων όλων των Εθνών», η οποία έγινε στο Κρυστάλλινο Παλάτι, στο Hyde Park του Λονδίνου το 1851[6]. Το κτίριο – το μεγαλύτερο στον κόσμο την εποχή εκείνη – υποδέχθηκε την πρώτη μεγάλη διεθνή έκθεση καλλιτεχνικών και βιοτεχνικών έργων όλων των εθνών σε ένα περίπτερο γιγάντιο, τεχνολογικά πολύ προηγμένο, από προκατασκευασμένο μέταλλο και γυαλί. Επρόκειτο για την άμεση εμπορευματοποίηση των λαών και των αντικειμένων τους για χάρη του αδηφάγου βλέμματος του επισκέπτη[7].

  Χωρίς να είναι μουσείο, επηρέασε όλα τα τότε μουσεία, ενώ περιέλαβε και ιστορικά εκθέματα σε κάποιες πινακοθήκες του. Χωρίς να είναι εμπορικό κατάστημα, υπήρξε το πρότυπο των μεγάλων εμπορικών καταστημάτων που εμφανίστηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη κατά τις επόμενες δεκαετίες.

   Επισημαίνεται κάτι που έχει σε μεγάλο βαθμό αποσιωπηθεί στην ιστοριογραφική γραμματεία για τα μουσεία, ότι δηλαδή το νεωτερικό δημόσιο μουσείο, όπως εμφανίστηκε στην Ευρώπη και στην Αμερική στα τέλη του 18ου αιώνα και στον πρώιμο 19ο αιώνα, ήταν εφεύρεση μασονική. Οι ιδρυτές, θεωρητικοί, αρχιτέκτονες και διευθυντές των μεγαλύτερων νεωτερικών δημόσιων μουσείων ήταν ελευθεροτέκτονες. Ειδικότερα, κατά τα τελευταία χρόνια η έρευνα έχει αρχίσει να καταγράφει τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι αρχές του Ελευθεροτεκτονισμού του Διαφωτισμού στην ίδρυση και στην οργάνωση των μεγάλων δημόσιων μουσείων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Οι μονάδες αυτές υπήρξαν θεσμοί – κλειδιά για τη διαμόρφωση της ταυτότητας του πολίτη στα νέα έθνη – κράτη, άρα επηρέαζαν τα θεμελιώδη δικαιώματα στην παιδεία, στον πολιτισμό και στην ιθαγένεια.  

   Σήμερα το μουσείο του σερ John Soane στο Λονδίνο, που χρονολογείται από τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, αποτελεί το μοναδικό διατηρούμενο στην αρχική του μορφή δείγμα δημόσιου μουσείου, από την περίοδο της ίδρυσης των περισσότερων μεγάλων δημόσιων μουσείων στην Ευρώπη και στην Αμερική. Ο ίδιος ο Σόουν ήταν πλήρως αφοσιωμένος στο σχέδιο της δημιουργίας ενός περιβάλλοντος φιλικού, προφυλαγμένου από τις καταστροφές, τους διαμελισμούς και τις απορυθμίσεις των πρώτων χρόνων της βιομηχανικής και της καπιταλιστικής επανάστασης στην Αγγλία και ευρύτερα. Σε πολλά από τα γραπτά του αποκαλεί αυτήν του την προσπάθεια ως «ένωση όλων των τεχνών». Αυτή ήταν η κατευθυντήρια αρχή της ίδρυσης των νεωτερικών μουσείων ως θεσμών πολιτικών, σχεδιασμένων να μεταμορφώσουν τους πρώην υπηκόους των μοναρχικών καθεστώτων σε πολίτες των νεόκοπων ή σταδιακά εκδημοκρατιζόμενων εθνών – κρατών.

   Μια από τις κεντρικές θέσεις του Ελευθεροτεκτονισμού του Διαφωτισμού ήταν ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου μπορεί να αλλάξει και να μετασχηματιστεί με την κατάλληλη διαμόρφωση του χώρου και της χωρικής εμπειρίας – με άλλα λόγια, ότι οι άνθρωποι μπορούν να βελτιωθούν, αν βελτιωθεί το περιβάλλον τους.

   Επισημαίνεται ότι ο Τεκτονισμός έχει υπάρξει ένας από τους κύριους υποστηρικτές των δημοκρατικών τύπων διακυβέρνησης ενάντια στη μοναρχία και ο εμπνευστής της ορθολογικής επιστημονικής μελέτης και έρευνας ενάντια στο δογματισμό της Εκκλησίας. Οι βασικοί εμπνευστές και δημιουργοί των μεγαλύτερων και σπουδαιότερων πολιτικών κινημάτων, ιδεολογιών και επιστημονικών ανακαλύψεων που συνέβησαν κατά το 18ο και 19ο αιώνα, όπως η Γαλλική Επανάσταση και η δημιουργία και ανεξαρτησία των Η.Π.Α., ήταν τέκτονες.

   Μια γενιά μετά το θάνατο του Σόουν, ο οποίος επήλθε το 1837, τα μουσεία άλλαξαν ριζικά και άρχισαν να μοιάζουν περισσότερο προς αυτό που αναγνωρίζουμε σήμερα ως μουσείο. Έγιναν όργανα εμπορευματοποίησης της ταυτότητας και εναρμονίστηκαν με την καπιταλιστική ανάπτυξη. Η θέση του θεατή απέναντι στα αντικείμενα μιας μουσειακής συλλογής διέφερε ριζικά από τη θέση του πριν και μετά τα μέσα του 19ου αιώνα στην Ευρώπη και στην Αμερική – γεγονός που έχει σε μεγάλο βαθμό αποσιωπηθεί στην ιστοριογραφία της τέχνης και των μουσείων.

   Το ζήτημα είναι να γίνει αντιληπτό ότι το Μουσείο του Σόουν αποτελούσε σαφή κριτική στη μορφή που είχαν τότε αρχίσει να λαμβάνουν τα μουσεία και σε αυτό που σήμερα γίνεται αντιληπτό με τον όρο «μουσείο». Ένας από τους λόγους για τους οποίους τα έργα τέχνης σήμερα παρεξηγούνται τόσο συχνά ίσως σχετίζεται και με μια δημοφιλή δοξασία – ή, μάλλον, με μια τεχνητά κατασκευασμένη αντίληψη, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α.: ότι το έργο αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, απάντηση σε κάτι που στην πραγματικότητα κατέχει μόνο ο δημιουργός του ή η υλική του πηγή. Τέτοιες αντιλήψεις είναι προϊόντα μίας ιστοριογραφικής εμπορευματοποίησης του νοήματος, όπου η εμπειρία ενός έργου ανάγεται στην «ανάγνωσή» του – ανάγνωση που στόχο έχει να καθαγιάσει τις προθέσεις (ή τη νοοτροπία ή τη δεοντολογία ή την πολιτική) ενός δημιουργού (ατόμου, φυλής, φύλου ή πολιτισμού) στον οποίο ανήκουν τούτες οι προθέσεις και τούτα τα νοήματα. Πρόκειται δηλαδή για ένα ριζικό υποβιβασμό της πράξης της σημασιοδότησης – της significatio – σε πράξη αναπαράστασης.

   Ως εναλλακτική επιλογή, στο πλαίσιο της ίδιας προσέγγισης, θεωρείται ίσως μία μουσειακή πρακτική που σήμερα διακρίνεται όλο και πιο ξεκάθαρα στο Σόουν και στη γενιά του, τη γενιά των ελευθεροτεκτόνων των μεγάλων δημοσίων μουσείων στην Ευρώπη και στην Αμερική. Η πρακτική αυτή συνδεόταν πολύ στενότερα με πιο πρώιμες παραδόσεις, σύμφωνα με τις οποίες η αντιμετώπιση ενός αντικειμένου – τεχνήματος αφορούσε περισσότερο μία σχέση εποικοδομητικής αλληλεπίδρασης με το αντικείμενο και λιγότερο μία παθητική κατανάλωση του αντικειμένου.

  Το μουσείο στην αρχική του μορφή ήταν τόπος σχεδιασμού και υπόθεσης, με τη διττή έννοια του όρου, τόπος που προωθεί τη σκέψη· αυτό ήταν το μουσείο στην αρχική του μορφή. Η μορφή αυτή πλησίαζε περισσότερο την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή αντίληψη της τέχνης ως ευκαιρίας για κοινοτική διαπραγμάτευση και αλληλεπίδραση, για τον εντοπισμό των αμφισβητούμενων σημείων του νοήματος. Δεν θεωρούσε το έργο ως παγιωμένο και τελειωμένο κείμενο προς ανάγνωση, επικοινωνιακό τεκμήριο ή «μέσο» που συνδέει το δημιουργό και το χρήστη.

 

Δ. Πολιτειοκρατικές τάσεις στον Τύπο και χορηγία στον εικοστό αιώνα

 

       Στη δικαστική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ με το όνομα «σαφής παρών κίνδυνος», το 1919, αντίθετα με τον Καταστατικό Χάρτη κατά τον οποίο «Το κογκρέσο δεν πρέπει να κάνει νόμο… που να περιορίζει την ελευθερία του λόγου ή του Τύπου», έγινε δεκτό ότι το Κράτος είχε την υποχρέωση να περιορίσει κάποια είδη επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου του λόγου, δηλαδή εκείνα τα είδη επικοινωνίας που θα αφορούσαν  τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα ή την περιουσία των πολιτών. ‘Ετσι, ανοίχτηκε νομικό παράθυρο για κάθε είδους λογοκρισία που υπήρξε στις ΗΠΑ.

  Οι δύο βαρυσήμαντες περιπτώσεις για κρατική παρέμβαση στα ΜΜΕ ήταν η εθνική ασφάλεια και τα δημόσια πρότυπα ευπρέπειας. Η εθνική ασφάλεια ήταν η κινητήριος δύναμη πίσω από την προαναφερθείσα απόφαση, που εξυπηρέτησε το σκοπό να σταματήσουν οι εκστρατείες κατά της επιστράτευσης σε περίοδο πολέμου. Συνέχισε να διογκώνεται ως λογική για την κρατική λογοκρισία στις ΗΠΑ μέχρι που το Ανώτατο Δικαστήριο, το 1971, αρνήθηκε να επιτρέψει στον Πρόεδρο  Nixon να σταματήσει τη δημοσίευση των «Εγγράφων του Πενταγώνου» στις εφημερίδες «The New York Times» και «Washington Post». Η απαγόρευση της δημοσίευσης έστω για 15 ημέρες ήταν αντίρροπη προς την Πρώτη Τροπολογία του Καταστατικού Χάρτη αλλά η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου να μη συνεχιστεί αυτή η απαγόρευση, παρά τις παρακλήσεις του Προέδρου, έδειξε δραματικά ότι η απλή επίκληση της εθνικής ασφάλειας δεν αρκούσε για να διατηρηθεί αυτή η απαγόρευση. 

   Εξάλλου, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών δημιουργήθηκε στην ίδια έννομη τάξη το 1934 για να διασφαλίσει ότι ο σπάνιος πόρος του φάσματος των ραδιοσυχνοτήτων θα αξιοποιούνταν για το «δημόσιο συμφέρον». ‘Οποια και αν ήταν η πρόθεση του νομοθέτη που θέσπισε αυτήν την ενιαία για τις επικοινωνίες ομοσπονδιακή ρυθμιστική αρχή, πρακτικά η εντολή μεταφράστηκε ως υποχρέωση εξασφάλισης ότι τίποτε «προσβλητικό» δεν θα έβγαινε στον αέρα. Καθώς η τεχνολογία αύξησε τον αριθμό των σταθμών που μπορούσαν να εκπέμψουν στο φάσμα των ραδιοσυχνοτήτων, αναδύθηκε μία νέα αιτιολογία για κρατική παρέμβαση στις εκπομπές: οι άνθρωποι δεν έχουν προηγούμενη γνώση του εκπεμπόμενου προγράμματος από ένα δεδομένο ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό, έτσι το Ραδιόφωνο και η Τηλεόραση πρέπει να μείνουν «καθαρά» Μέσα.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας αυτήν τη θέση, θεώρησε ότι ενώ οι άνθρωποι αποφασίζουν την αγορά περιεχομένου όταν αγοράζουν εφημερίδα ή βιβλίο ή όταν πηγαίνουν να δουν μία κινηματογραφική ταινία, δεν είναι πληροφορημένοι όταν αποφασίζουν να ανοίξουν την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, συσκευές στις οποίες μπορεί να ληφθεί οτιδήποτε. ‘Ετσι, στην πραγματικότητα σφυρηλατήθηκε μία ισορροπία μεταξύ φιλελευθερισμού και πολιτειοκρατίας. Τα έντυπα είχαν την προστασία του Καταστατικού Χάρτη από την παρέμβαση του Κράτους, ένα καθεστώς που έμελλε να ενδυναμωθεί από την προαναφερθείσα υπόθεση των «Εγγράφων του Πενταγώνου». Αντίθετα, η Ραδιοτηλεόραση, όπως πλέον νομικά ομαδοποιήθηκαν τα δύο Μέσα εκπομπής τα οποία είναι παρεμφερή όχι μόνο από τεχνικής αλλά και από νομικής απόψεως, υπέκειτο στα πρότυπα που επέβαλε το Κράτος για αυτή.

  Εξάλλου, είναι αξιοπρόσεκτο ότι η χορηγία για πολιτιστικές δραστηριότητες, με τη σύγχρονη μορφή της, αρχίζει σε διεθνή κλίμακα να εμφανίζεται στη δεκαετία του 1950 στις Η.Π.Α. Οι εταιρείες, ιδίως οι μεγάλες καπνοβιομηχανίες, που αρχίζουν να λειτουργούν ως χορηγοί αντιμετωπίζουν προβλήματα αποκλεισμού από τα ΜΜΕ στο χώρο της διαφήμισης, λόγω  ισχύος της αντικαπνιστικής νομοθεσίας. Μπροστά σε αυτό το αδιέξοδο, για να βελτιώσουν την κοινωνική τους εικόνα επέλεξαν και τη χορηγία των τεχνών, η οποία θεωρήθηκε ως μία από τις προσφορότερες μεθόδους για την επίτευξη του εμπορικού τους στόχου. Το 1968, ιδρύθηκε η Επιτροπή για την Ενίσχυση των Τεχνών από τις Επιχειρήσεις, με σκοπό να συμβάλει στην αναγέννηση του πολιτισμού στις ΗΠΑ. Στην Ευρώπη η πολιτιστική χορηγία πέρασε μέσω του Ηνωμένου Βασιλείου τη δεκαετία του 1970, ενώ είχε ήδη επιτύχει το χορηγικό μοντέλο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.  

 

Ε. Ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας της Ραδιοτηλεόρασης 

 

Τα νέα Μέσα μπορούν να θεωρηθούν από τη φύση τους συγκεντρωτικά. ‘Ετσι, είχε εκφραστεί παλαιότερα η άποψη ότι η Ραδιοφωνία  ήταν ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός μηχανισμός συγκέντρωσης αφού επιτρέπει στους επικεφαλής κάθε Κράτους να μιλούν ταυτόχρονα σε καθένα ομοεθνή τους, σαν τον πατέρα που μιλά στο τραπέζι στα μέλη της οικογένειάς του. Όπως ο pater familiae στο «κεφαλοτράπεζο» απευθύνεται στην οικογένεια, έτσι και η κεντρική φιγούρα στην κρατική ιεραρχία επικοινωνεί με το λαό. Αυτό το κλασικό στερεότυπο του πατερναλισμού υποδηλώνει την υποτιθέμενη ανωριμότητα του κοινού έναντι του αρχηγού. Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η εποχή του Ραδιοφώνου αντιπροσωπεύεται από τους πλέον ισχυρούς πολιτικούς ηγέτες του εικοστού αιώνα (Τσόρτσιλ, Χίτλερ, Ρούζβελτ, Στάλιν), καθένας από τους οποίους ήταν εξαιρετικά ικανός στις ραδιοφωνικές του ομιλίες. Το Ραδιόφωνο ως κυρίαρχο Μέσο του παγκόσμιου πολιτισμού αντικαταστάθηκε από την Τηλεόραση, η οποία παρέλαβε τη σκυτάλη του συγκεντρωτισμού σε θέματα όπως οι δημηγορίες και η ευρύτερη προβολή των κυβερνώντων.      

Σε νομικό επίπεδο, ο Τύπος είναι ελεύθερος κατά το άρ. 14 παρ. 2 του ελληνικού Συντάγματος (αρχή της ελευθεροτυπίας). Ωστόσο, το ίδιο κείμενο  θέτει ρυθμίσεις αμφίβολης συμβατότητας με την ίδια την ελευθεροτυπία, όπως ότι νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τα προσόντα για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και δεν καθιερώνει το θεμελιώδες δικαίωμα στο δημοσιογραφικό απόρρητο. ‘Οσο για τον Κινηματογράφο, τη Φωνογραφία, τη Ραδιοφωνία, την Τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης, εξαιρούνται ρητά από τις συνταγματικές διατάξεις που προστατεύουν τον Τύπο, σύμφωνα με το άρ. 15 παρ. 1 του Συντάγματος. Με βάση την προαναφερθείσα νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, προβληματίζει ο συνταγματικός υπερθεματισμός της αντιδιαστολής προς την κατά κυριολεξία ελευθεροτυπία. Πράγματι, αφού ο πολίτης συνειδητά επιλέγει την κινηματογραφική ταινία ή το μουσικό δίσκο που θα αγοράσει, υπάρχει σαφής διαφοροποίηση από τη διάχυτη και κατά τη λογική αυτή ανεξέλεγκτη εισροή προϊόντων του λόγου και της τέχνης μέσα από τη Ραδιοτηλεόραση.

Τα Μέσα εκπομπής είναι σε διεθνή κλίμακα κυριολεκτικά υπό τον έλεγχο κρατικών υπηρεσιών, όπως είναι στο Ηνωμένο Βασίλειο το «British Broadcasting Corporation (BBC)». Η Ραδιοτηλεόραση στη χώρα αυτή βασίζεται στην παράδοση ότι αποτελεί δημόσια υπηρεσία υπεύθυνη έναντι του λαού μέσω του Κοινοβουλίου. Μάλιστα, από την πρώτη της εμφάνιση η Ραδιοφωνία υπήχθη στο νόμο περί ασύρματου Τηλεγράφου του 1904, που αντικαταστάθηκε από τους αντίστοιχους νόμους του 1949 και 1969. Κατά τους νόμους αυτούς, η εκπομπή και η λήψη ασύρματων επικοινωνιών επιτρέπεται μόνο με την άδεια του Υπουργού Εσωτερικών. Για τη Ραδιοφωνία αποφάσισε αρχικά το κοινοβούλιο να δίνεται μόνο μία άδεια. ‘Ετσι, ο υπουργός χορήγησε το 1922 άδεια στη Βρετανική Ραδιοφωνική Εταιρεία, την οποία διαδέχθηκε το 1927 το BBC. Πάντως, αυτό που διαφεύγει συνήθως της προσοχής των αναλυτών είναι ότι το BBC έχει ευρύτατη ανεξαρτησία έναντι των κρατικών αρχών, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι αποτέλεσε σύμφωνη πολιτική διάδοχων κυβερνήσεων, που έγινε δεκτή από το κοινοβούλιο, να θεωρήσουν την ελεγκτική εξουσία σε αυτό ως καθαρά «εφεδρική» και να του χορηγήσουν  απόλυτη ανεξαρτησία στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινής λειτουργίας του. Οι μόνοι περιορισμοί αφορούν την πολιτική ουδετερότητα της Ραδιοτηλεοράσεως, όπως το γεγονός ότι δεν μπορεί να εκφέρει δικές του πολιτικές απόψεις[8]. Οι περιορισμοί στα ραδιοτηλεοπτικά Μέσα αποτελούν πραγματικότητα σε διεθνή κλίμακα, ιδίως σε περιόδους κρίσεων. ‘Ετσι, ενεργοποιήθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία κατά τη διάρκεια του πολέμου με την Αργεντινή στα Φώκλαντ, ο οποίος ξεκίνησε στις 2 Απριλίου 1982.

Στις ΗΠΑ η κατάσταση ήταν λίγο καλύτερη αλλά ακόμη και εκεί οι ειδήσεις ήταν πάντα στα χέρια τριών ολιγαρχικών δικτύων, υποκείμενων σε κρατική παρέμβαση.

 

ΣΤ. Τα Μουσεία ως Μέσα και οι πόλεμοι

 

     Το μουσείο σε διεθνή κλίμακα θεωρείται ως θύμα των κατά καιρούς πολέμων[9]. Ωστόσο, μπορεί να είναι και ένα κατά το μάλλον ή ήττον εθελοντικά συμμετέχον μέρος στο πλαίσιο αυτών των συγκρούσεων. Μάλιστα, μερικές φορές αυτός ο θεσμός «υπεράνω πάσης υποψίας» επιδιώκει να επωφεληθεί. Η στάση του κατά τη διάρκεια των πολέμων δεν είναι αληθινά διαφορετική από εκείνη που επιδεικνύει σε καιρό ειρήνης. Εγγεγραμμένο κάτω από στολή – κυριολεκτικά – ή ως «απλός μαχητής» κάτω από το έμβλημα της πατρίδας, συμπεριφέρεται στον πόλεμο όπως στην ειρήνη. Οι διεθνείς πολιτικές αρχές, ωστόσο, όπως η κοινή γνώμη, επιδιώκουν να το προστατεύσουν από τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των ενόπλων συγκρούσεων. Ο αναντικατάστατος, μοναδικός χαρακτήρας των αντικειμένων της πολιτιστικής κληρονομιάς δικαιολογεί την ειδική τους προστασία.  Το μουσείο είναι επίσης ένας αξιοσέβαστος θεσμός: τον θέλει κανείς ουδέτερο, υπεράνω του ξεπεσμού, ξένο προς όλη αυτήν τη βαρβαρότητα[10].     

   Μία από τις προσεγγίσεις για τη σχέση μεταξύ πολέμου και μουσείου είναι η θεωρία της κλοπής, η οποία τονίζει αποκλειστικά τα γεγονότα των αρπαγών και των επιστροφών των πολιτιστικών αγαθών μεταξύ των εμπολέμων. Και αυτή όμως, όπως και οι λοιπές κλασικές προσεγγίσεις, επικρίνεται για τον παθητικό ρόλο που αποδίδει στο μουσείο. Θεωρεί ότι αν αυτό δεν είναι αναγκαστικά το θύμα της σύγκρουσης, αν μπορεί να επωφελείται από ορισμένες περιστάσεις, κατά κάποιο τρόπο δεν το θέλει πραγματικά. Το μουσείο είναι υπεράνω του ξεπεσμού, θα έλεγε κανείς. Όμως, αυτό είναι ένα υποκείμενο που δρα στη σύγκρουση, πράγμα που δεν είναι εκπληκτικό καθώς αυτό είναι μέσα στην ιστορία. Η ιστορία αποτελείται από τον τρόπο με τον οποίο αφηγείται κανείς το παρελθόν, και το μουσείο είναι ένας από τους αφηγητές[11]

    Η επιδείνωση των πατριωτικών και ιδεολογικών συζητήσεων η οποία χαρακτηρίζει τους καιρούς του πολέμου προσφέρει την ευκαιρία να διαπιστωθεί ότι το μουσείο είναι, και αυτό, ένα εργαλείο επικοινωνίας ισχυρό και αποτελεσματικό, άρα ένα Μέσο σαν τα σε στενή έννοια ΜΜΕ. Μπορεί βέβαια να ιδωθεί ως εργαλείο χρησιμοποιούμενο  από τους εμπολέμους – κατάσταση εύκολη να καταγγελθεί – ή ως μερικές φορές καταναγκασμένο στη σιωπή. Όμως, στον καιρό της ειρήνης όπως και στις συγκρούσεις, το μουσείο είναι η αντανάκλαση και το όργανο μίας ορισμένης ιδεολογίας: μερικές φορές, γίνεται προσήλυτο[12].   

 

Ζ. Από τα μονόδρομα Μέσα στα αμφίδρομα

 

    Σε αντίθεση με τον τηλέγραφο, η φωνητική τηλεπικοινωνία επέτρεψε στους ανθρώπους να επικοινωνούν με οποιονδήποτε στον κόσμο είχε τηλεφωνική συσκευή, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, απολαμβάνοντας την άνεση του σπιτιού τους ή του γραφείου τους. Αυτή η εξαιρετικά αποκεντρωτική συσκευή όμως είχε και σημαντικές αδυναμίες από την άποψη της πολιτικής της επίδρασης, καθώς λειτουργούσε εξατομικευμένα και μετέφερε μόνο προφορικό λόγο.

   Στη μεταβιομηχανική κοινωνία και δη μόλις κατά την προτελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα, αρχίζει μία επανάσταση στο χώρο των τηλεπικοινωνιών. Για μία ακόμη φορά, η πολιτική βούληση των κυβερνώντων και συνακόλουθα το επίσημο δίκαιο υστερούν ή και αντιτίθενται στις προτάσεις της τεχνολογίας και στα προϊόντα και στις υπηρεσίες της αγοράς. Παρά τη σταδιακή απελευθέρωση παραδοσιακών μονοπωλιακών κλάδων, όπως η Ραδιοτηλεόραση και η τηλεπικοινωνιακή αγορά, παραμένουν οι κατεστημένες αντιλήψεις στη νομοθεσία, ήδη στα εθνικά Συντάγματα.

Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι χρήστες του Διαδικτύου  προβαίνουν σε μία συνειδητή επιλογή. Αυτός που συμμετέχει στην κατά το άρ. 5Α παρ. 2 του ελληνικού Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε το 2001 και ισχύει, «κοινωνία της πληροφορίας» μοιάζει περισσότερο στον αγοραστή μίας εφημερίδας παρά στον άνθρωπο που ανοίγει το ραδιόφωνό του στο αυτοκίνητο ή λαγοκοιμάται ενώ τα προγράμματα αλλάζουν στην τηλεοπτική οθόνη, σύμφωνα με αυτά που έχουν προαναφερθεί. Επιπλέον, η καλωδιακή τηλεόραση, η οποία σε αντίθεση με τα τηλεοπτικά δίκτυα δεν είναι ελεύθερης λήψης, είχε ήδη μείνει εκτός των αυστηρών ρυθμίσεων της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών, των ΗΠΑ, περί ασέμνων προγραμμάτων. Παρ’ όλα αυτά, ένα ευρύτατο νομοσχέδιο για τις τηλεπικοινωνίες, που θα ποινικοποιούσε αυτά που θα έγραφαν οι άνθρωποι στον κυβερνοχώρο,   συζητήθηκε στο αμερικανικό Κογκρέσο στο τέλος του 1995[13].

   Τελικά, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του 96-511[14] έκρινε ότι οι διατάξεις του εκδοθέντος το 1996 νόμου για την Ευπρέπεια των Επικοινωνιών, που περιείχαν κυρώσεις για κάθε επικοινωνία μέσω του Διαδικτύου «που προσέβαλε τη δημόσια αιδώ και ήταν καταφανώς προκλητική», ήταν αντισυνταγματικές εφόσον παραβίαζαν την πρώτη τροποποίηση του αμερικανικού Συντάγματος που κατοχυρώνει την ελευθερία της γνώμης[15].  

      Όμως, λόγω των τρομοκρατικών γεγονότων από την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και μετά, παρατηρείται ενίσχυση της πολιτειοκρατίας η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις παίρνει τη μορφή του «αστυνομικού κράτους». Ενδεικτικό του απάνθρωπου χαρακτήρα κάποιων από τα αντιτρομοκρατικά μέτρα είναι ότι, όπως υποστηρίζεται, μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου οι ΗΠΑ ζήτησαν από το Πακιστάν να σταματήσει τις οδικές μεταφορές μέσω των οποίων προωθούνταν το μεγαλύτερο μέρος των τροφίμων και άλλων προϊόντων που προορίζονταν για τον άμαχο αφγανικό πληθυσμό και  ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός τότε με πρόσχημα την αντι-τρομοκρατία έδειξε παγερή αδιαφορία για τους επικείμενους θανάτους – σύμφωνα με έγκυρες αναλύσεις – τεσσάρων εκατομμυρίων ανθρώπων[16].

    Στην επικίνδυνη παραβίαση της αρχής του κράτους δικαίου προσπαθεί να αντισταθεί ο Τύπος και στις ΗΠΑ. ’Ετσι, οι εφημερίδες της προαναφερθείσας υπόθεσης των «Εγγράφων του Πενταγώνου» αντιμετώπισαν πιέσεις και έμμεσες απειλές διώξεων προτού αποκαλύψουν, το Νοέμβριο 2005, τη μαζική παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνομιλιών και της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας δεκάδων χιλιάδων «υπόπτων» Αμερικανών από την Υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας. Επρόκειτο για ένα πρόγραμμα που λειτούργησε για μία τετραετία απολύτως μυστικά, εν αγνοία ακόμη και μελών της αρμόδιας επιτροπής της Γερουσίας. Στις 23 Ιουνίου 2006, παρά τις πιέσεις που δέχονταν, τρεις από τις μεγαλύτερες εφημερίδες των ΗΠΑ, οι  «The New York Times», «Los Angeles Times» και «The Wall Street Journal», αποκάλυψαν ένα παραπλήσιο μυστικό πρόγραμμα, αυτό της παρακολούθησης της διατραπεζικής βάσης δεδομένων SWIFT. Κατά τα δημοσιεύματα, αντί οι πράκτορες της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών να ακολουθούν τη συνήθη πρακτική, σύμφωνα με την οποία εκδίδεται δικαστικό ένταλμα για κάθε συγκεκριμένο στόχο έτσι ώστε να τηρείται η νομιμότητα και να διασφαλίζεται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των βάσεων δεδομένων, χρησιμοποιούσαν ευρύτατης κλίμακας εντάλματα.       

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Το αίτημα της ελευθερίας των Μέσων στον πολιτισμό      

 

  Από την παρούσα μελέτη συνάγεται το συμπέρασμα ότι η Ραδιοτηλεόραση και το Διαδίκτυο πρέπει να ακολουθήσουν το δρόμο του Τύπου, συνεπώς να συγκλίνουν οι συνταγματικές διατάξεις προς ένα έννομο αγαθό ελευθερίας των ΜΜΕ στο σύνολό τους (ελευθεροτυπίας σε ευρεία έννοια), έναντι της κρατικής εξουσίας, με μόνο όριο τις τεχνικές ιδιαιτερότητες των Μέσων, όπως το πεπερασμένο των συχνοτήτων για την εκπομπή ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού προγράμματος και την προστασία των ανηλίκων[17]. Φυσικά, το ζήτημα του εκσυγχρονισμού του Δικαίου των ΜΜΕ είναι ευρύτερο. Ενδεικτικά καταλαμβάνει και το ζήτημα της δημιουργίας μίας μοντέρνας νομοθεσίας για το ραδιοτηλεοπτικό φορέα ενός κράτους, ο οποίος δεν πρέπει απλώς να είναι αμερόληπτος, και όχι ακριβώς – κατά τα μοναρχικά κατάλοιπα αντίληψης και ορολογίας – «ουδέτερος» πολιτικά, αλλά και φιλικός στα ανθρώπινα δικαιώματα της κοινωνίας. 

   Εξάλλου, τα νεωτερικά μουσεία, ιδρυμένα μέχρι και το πρώτο ήμισυ του δέκατου ένατου αιώνα, υπήρξαν θεσμοί – κλειδιά για τη διαμόρφωση της ταυτότητας του πολίτη. Συνεπώς, αποτέλεσαν ταυτόχρονα ένα νέο πεδίο αρχόμενης οικονομικής δραστηριότητας του κράτους (μη κερδοσκοπικού παρεμβατισμού), στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, και επίσημης «ενημέρωσης» και καθοδήγησης των πολιτών στην κρατική ιδεολογία, δηλαδή οιονεί ΜΜΕ του ιδίου του νεότερου κράτους!

   Εξάλλου, όπως η δημόσια ραδιοτηλεόραση υποτίθεται ότι πρέπει να είναι  ουδέτερη, έτσι και το μουσείο είναι ένας αξιοσέβαστος θεσμός, το οποίο η κοινή γνώμη θέλει ουδέτερο. Σε κάθε περίπτωση, καταδεικνύεται η στενή συγγένεια των μουσείων με τα ΜΜΕ καθώς τα μουσεία είναι εργαλεία επικοινωνίας ισχυρά και αποτελεσματικά, και στη συγκυρία των ενόπλων συρράξεων.   

  Μία άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της συγγένειας είναι η τάση της παράκαμψης των νομικών περιορισμών στη μαζική επικοινωνία μέσα από καινοτόμες προσεγγίσεις της οικονομίας και της τεχνολογίας, όπως οι συμβάσεις πολιτιστικής χορηγίας και η κοινωνία της πληροφορίας, αντίστοιχα.

   Ενδείκνυται η αναβάπτιση των μουσείων στη δεξαμενή της ερμηνευτικής «υποθέσεως», όπως έχει ήδη επισημανθεί σε διεθνή κλίμακα[18]. Σχετικά με το προαναφερθέν άρ. 16 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει προταθεί η ρητή συνταγματική καθιέρωση των μουσείων, όπως και της χορηγίας, κατά ενδεικτική αναφορά ως εξής:

    «Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες με καταλύτη την ερμηνεία· τα μουσεία αποτελούν πολυδύναμα μέσα για την ανάπτυξη και την προαγωγή της τέχνης και της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας, οι οποίες αποτελούν υποχρέωση της Πολιτείας και δικαίωμα του καθενός, με καταλύτη την πολιτιστική χορηγία»[19].    

 

 


[1] Α. Μάνεσης, Συνταγματικά Δικαιώματα α’ ατομικές ελευθερίες πανεπιστημιακές παραδόσεις, Εκδοτικός Οίκος Σάκκουλα Θεσσαλονίκη 1982, σσ. 38-39.

 

[2] Γ. Θεοδόσης, Η ελευθερία της τέχνης, Εκδόσεις Καστανιώτη Αθήνα 2000.

 

 

[3] Α. Μανιάτης, Η πολιτειοκρατία στην Ελληνική Οικονομία, in Β. Αγγελής και Λ. Μαρούδας (εκδ.), Οικονομικά Συστήματα, Αναπτυξιακές Πολιτικές και Στρατηγικές των Επιχειρήσεων στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης, Εκδόσεις Παπαζήση Αθήνα 2006, σσ. 719-731, ιδίως σ. 720.    

 

 

[4] Α. Μανιάτη, Η ελευθερία των ΜΜΕ με έμφαση στο παράδειγμα των ΗΠΑ, Αρμενόπουλος    Επιστημονική Επετηρίδα Δ.Σ.Θ. 27, 2006, σσ. 103-109 και Ανάτυπο.

 

[5] P. Levinson, (Μτφ. Π. Μανδραβέλης), Οι νεωτερισμοί στα Μέσα και η αποκέντρωση της εξουσίας, 1995, ανακτήθηκε στις 07.04.2006 από το δικτυακό τόπο: www.medium.gr/articles/104047463935974.shtml.

 

 

[6] D. Preziosi, Μουσεία και… άλλα επικίνδυνα πράγματα. Τι έχει αλλάξει στα μουσεία από την εποχή του Κρυστάλλινου Παλατιού;, Τετράδια μουσειολογίας 4/2007, σσ. 3-15, ιδίως σσ. 7-14.

 

[7] Α. Μανιάτης, Αρχαιολογική έρευνα πεδίου και μουσεία. Επιμόρφωση στο Πολιτιστικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2010, ιδίως σσ. 173-176.  

 

[8] Π. Δαγτόγλου, Ραδιοτηλεόραση και Σύνταγμα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 1989, σσ. 99-107. 

 

 

[9] Α. Μανιάτης, Αρχαιολογική έρευνα πεδίου και μουσεία. Επιμόρφωση στο Πολιτιστικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2010, ιδίως σσ. 219-220.  

 

[10] A. Gob, Des musées au – dessus de tout soupçon, Armand Collin 2007, ιδίως σ. 311 επ. 

 

[11] A. Gob, Des musées au – dessus de tout soupçon, Armand Collin 2007, ιδίως σσ. 14-15.

 

[12] A. Gob, Des musées au – dessus de tout soupçon, Armand Collin 2007, ιδίως σσ. 16-17.

 

[13] P. Levinson, (Μτφ. Π. Μανδραβέλης), Οι νεωτερισμοί στα Μέσα και η αποκέντρωση της εξουσίας, 1995, ανακτήθηκε στις 07.04.2006 από το δικτυακό τόπο: www.medium.gr/articles/104047463935974.shtml.

 

 

[14] Janet Rano, Attorney General of the United States et al. Appelants v. American Civil Liberties Union et al..

 

[15] Ι. Καράκωστας, Δίκαιο και Internet. Νομικά ζητήματα του Διαδικτύου, Δίκαιο και Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας Αθήνα 2003, υποσ. 78.

 

 

[16] Α. Καρδαρά, Τρομοκρατία και ΜΜΕ, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2003, σ. 14.

 

[17] Α. Μανιάτης, Ο εκδημοκρατισμός των ΜΜΕ, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2008, σ. 242.

 

[18] M. Moschogianni, A. Gratsani, Managerial approach to cultural PPP, in D. Vrontis, Y. Weber, E. Tsoukatos (Editors), 6th Annual EuroMed Conference of the EuroMed Academy of Business. Confronting Contemporary, pp. 1622-1634. Η εργασία απέφερε στις συγγραφείς το βραβείο «Best Junior Researcher Award».

 

[19] Α. Μανιάτης, Θεμελιώδη Δικαιώματα και Αρχιτεκτονική Κληρονομιά. Συμβολή στο Διοικητικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2010, ιδίως σσ. 329-330.  

 

Η αλλαγή του εκλογικού συστήματος ως κριτήριο δημοκρατικής και συνταγματικής αξιοπιστίας

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πέραν της όποιας πολιτικής αποτίμησης αυτών των εκλογών, από θεσμική άποψη ο πλέον προβληματικός πρωταγωνιστής τους, όπως άλλωστε και των προηγούμενων και των προπροηγούμενων, ήταν αναμφίβολα το εκλογικό σύστημα. Δεν πρόκειται εν προκειμένω για έναν απλό επηρεασμό της εκλογικής βούλησης, όπως συμβαίνει με άλλα εκλογικά συστήματα. Το ισχύον εκλογικό σύστημα οδηγεί σε μια πολλαπλή νόθευση του εκλογικού αποτελέσματος, η οποία μάλιστα δεν αφορά μόνο την ανάδειξη του πρώτου κόμματος, των κομμάτων που θα εισέλθουν στην Βουλή και των βουλευτών αλλά και την ίδια την διάταξη των πολιτικών δυνάμεων στο πλαίσιο του ισχύοντος πολιτικού συστήματος. Ειδικότερα:

Α. Το ισχύον εκλογικό σύστημα χαρακτηρίζεται από έναν θεσμικό παραλογισμό, ο οποίος είναι, ταυτόχρονα, βαθύτατα αντιδημοκρατικός και κραυγαλέα αντισυνταγματικός. Πρόκειται για την δυσμενή μεταχείριση των συνασπισμών απέναντι σε μεμονωμένα κόμματα ως προς την απονομή του εκλογικού πριμ των 50 εδρών, που αποτρέπει πλήρως τις προεκλογικές συνεργασίες, αφού ένας συνασπισμός με 51% θα έπαιρνε λιγότερες έδρες από ένα μεμονωμένο κόμμα με 35%. Το αποτέλεσμα είναι φανερό: ο ψηφοφόρος αδυνατεί να επιλέξει εκ των προτέρων, με όρους πολιτικής διαφάνειας και καθαρότητας, έναν συνασπισμό πολιτικών δυνάμεων που θα βασιζόταν σε προγραμματικές συγκλίσεις. Αντίθετα, διακινδυνεύει να δει την ψήφο του να φαλκιδεύεται σε ευκαιριακές μετεκλογικές συνεργασίες, με σαθρή προγραμματική βάση ενδεχομένως δε και με κόμματα που του προκαλούν απέχθεια και που ποτέ δεν θα τα αποδεχόταν σε έναν προεκλογικό συνασπισμό.

Η συγκεκριμένη ρύθμιση του εκλογικού νόμου, βέβαια, είναι κραυγαλέα αντισυνταγματική, όπως είχε κρίνει με αναλυτική και τεκμηριωμένη γνωμοδότηση ο αείμνηστος Δάσκαλός μας Αριστόβουλος Μάνεσης, ως Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής (βλ. περιοδικό «Το Σύνταγμα, 1991, σ. 34 επ. – παρόμοια και η θέση του Νίκου Αλιβιζάτου, στο ίδιο περιοδικό, σ. 87 επ. καθώς και του Κώστα Χρυσόγονου, Εκλογικό Σύστημα και Σύνταγμα, 1996, σ. 184 επ.), επικαλούμενος, μάλιστα, και την σχετική συναφή νομολογία του Εκλογοδικείου (σύμφωνα με την οποία: «Δεν είναι δυνατόν σε ένα δημοκρατικό καθεστώς τα δικαιοδοτικά όργανα να έχουν την εξουσία να ελέγχουν υπό ποίους όρους και προϋποθέσεις μπορεί να συνεργάζονται τα κόμματα , αν αυτά έχουν κοινά προγράμματα και αν είναι εύλογη ή σκόπιμη η συνεργασία τους. Τα θέματα αυτά είναι πολιτικά και μαζί με άλλα λαμβάνονται υπόψη κυριαρχικά και αποκλειστικά από το λαό, μόνο αρμόδιο κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος», ΑΕΔ 32, 33, 34 και 35/1990).

Ωστόσο στο σημείο αυτό το σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας στη χώρα μας ως γνωστόν πάσχει, διότι δεν έχουμε προληπτικό έλεγχο, από Συνταγματικό Δικαστήριο, αλλά μόνον έλεγχο μετά από τις εκλογές, από το Εκλογοδικείο. Άρα κανένα κόμμα δεν διακινδυνεύει να κατέλθει σε συνασπισμό  με άλλο κόμμα και ως εκ τούτου ο νόμος, παρότι αντισυνταγματικός, λειτουργεί εντελώς αποτρεπτικά και στην πραγματικότητα δεν αφήνει κανένα περιθώριο να αμφισβητηθεί δικαστικά η συνταγματικότητά του…     

 

Β. Αλλά και ως προς τα μεμονωμένα κόμματα, ο ισχύων εκλογικός νόμος χαρακτηρίζεται από μείζονα προβλήματα δημοκρατικότητας και συνταγματικότητας, τα οποία μάλιστα παροξύνονται διαρκώς, λόγω των σημερινών πολιτικών δεδομένων. Αναφερόμαστε στο εκλογικό πριμ του πρώτου κόμματος, το οποίο στην ισχύουσα εκδοχή του (50 έδρες και δυσμενής μεταχείριση των συνασπισμών) είναι πολύ πιο προβληματικό από στην αρχική εκδοχή του (40 έδρες, με τον νόμο Σκανδαλίδη, τις οποίες μπορούσαν να πάρουν και συνασπισμοί), πολλώ δε μάλλον αν συνυπολογίσουμε και την προϊούσα ανατροπή των δεδομένων του τότε πανίσχυρου δικομματισμού. Η προβληματικότητα αυτή έγκειται, ιδίως, στα εξής σημεία:

Πρώτον, στην παραβίαση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου ως προς την ανάδειξη του πρώτου κόμματος, καθώς το εκλογικό δώρο των 50 εδρών απονέμεται χωρίς κανένα κριτήριο, τόσο ως προς το ποσοστό όσο και ως προς την διαφορά πρώτου και δεύτερου κόμματος. Αρκεί να σκεφθεί κανείς τις εκλογές του Μαΐου του 2012, στις οποίες η Νέα Δημοκρατία, με 18%, θα έπαιρνε το εκλογικό πριμ των 50 εδρών που υπερέβαινε τον αριθμό των εδρών που αντιστοιχούσε στο ποσοστό της (που ήταν κάτω από 50 έδρες).

Δεύτερον, στην υπέρμετρη συμπίεση των μικρότερων κομμάτων, τα οποία δεν ψηφίζονται από έναν μεγάλο αριθμό εν δυνάμει ψηφοφόρων τους μόνο και μόνο λόγω της τεχνητής πόλωσης που επιβάλλεται από το εκλογικό σύστημα (δηλ. με αποκλειστικό κριτήριο την άκριτη και χωρίς προϋποθέσεις απονομή του εκλογικού πριμ σε ένα από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα). 

Τρίτον, στην πλήρη παραβίαση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου σε ορισμένες εκλογικές περιφέρειες, ιδίως δε στις τετραεδρικές, στις οποίες ο κανόνας είναι ότι το πρώτο κόμμα στην επικράτεια (ακόμα και με πολύ χαμηλά ποσοστά αλλά και με ελάχιστη διαφορά από το δεύτερο, κατά τα ανωτέρω) καταλαμβάνει το σύνολο των εδρών (ή τουλάχιστον τις 3), χωρίς να λαμβάνεται υπ’όψιν ούτε καν το ποιο είναι το πρώτο κόμμα στην συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια.     

Στο σημείο λοιπόν αυτό ανακύπτει ξανά το ερώτημα:

Γιατί δεν έχει αλλάξει έως τώρα αυτός ο πολιτικά και συνταγματικά άκρως προβληματικός, σε κάποια δε σημεία και εκτρωματικός, εκλογικός νόμος;

Το ερώτημα αυτό, βέβαια, δεν αφορά κυρίως την Νέα Δημοκρατία, διότι αυτή τον ψήφισε, όπως ισχύει σήμερα, και αυτή ευνοήθηκε προνομιακά και εξακολουθεί να ευνοείται από αυτόν. Δεν θα ήταν μάλιστα υπερβολή να πούμε ότι η ΝΔ κυριολεκτικά διασώθηκε ως κόμμα, χάρη στον εκλογικό αυτό νόμο, διότι με ένα άλλο εκλογικό σύστημα, που θα σεβόταν στοιχειωδώς την ισοδυναμία της ψήφου και την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ήταν πολύ πιθανόν να έχει την τύχη του ΠΑΣΟΚ μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2012, καθώς είχε λάβει μόλις 18,85%, ενώ στις εκλογές του Ιουνίου, λόγω της τεχνητής πόλωσης που σχετίζεται με το εκλογικό δώρο, εκτινάχθηκε σχεδόν στο 30%, αναδεικνυόμενη έκτοτε, με τα δεκανίκια του εκλογικού της συστήματος, σε έναν από τους δύο πόλους του νέου –και εμφανώς συρρικνωμένου– δικομματισμού.

Το ερώτημα λοιπόν αφορά προεχόντως τρία κόμματα:

Εν πρώτοις το ΠΑΣΟΚ και την ΔΗΜΑΡ, που αποτέλεσαν αργότερα, μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, τους κυβερνητικούς  εταίρους της Νέας Δημοκρατίας. Κατ’αρχάς ερωτάται: γιατί δεν επέβαλαν αλλαγή του εκλογικού συστήματος μετά τις εκλογές του Μαϊου του 2012, όταν είχαν λάβει συνολικά 19,31% (και άρα, συνασπιζόμενα,  ξεπερνούσαν τόσο την Νέα Δημοκρατία όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ του 16,78 %;). Η ευθύνη, βέβαια, εν προκειμένω, βαρύνει κυρίως την ΔΗΜΑΡ, η οποία αρνήθηκε τότε να συμπράξει σε μια  τρικομματική κυβέρνηση στην οποία οι δυνάμεις της κεντροαριστεράς θα είχαν βαρύνοντα -αν όχι ισότιμο- ρόλο, για να το κάνει αργότερα, με πολύ δυσμενέστερους για τις δυνάμεις αυτές όρους και με τα γνωστά, ως προς την συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ, αποτελέσματα.

Αλλά και μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, όταν συγκροτήθηκε τελικά η τρικομματική κυβέρνηση, γιατί αυτές οι δύο πολιτικές δυνάμεις δεν έθεσαν την αλλαγή του εκλογικού συστήματος ως μείζονα προϋπόθεση της συνεργασίας; Και περαιτέρω: γιατί το ΠΑΣΟΚ, όταν παρέμεινε ο μόνος κυβερνητικός εταίρος, μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ, δεν εκμεταλλεύθηκε την περίσταση για να το επιβάλει και άφησε ελαφρά τη καρδία την ευκαιρία να διασωθεί πολιτικά και να μην οδηγηθεί, στις προηγούμενες εκλογές,  στο ναυάγιο του 4,5%; Δεν έχω ακούσει έως τώρα καμία πειστική απάντηση, ούτε από την ΔΗΜΑΡ (η οποία επίσης κατέληξε τότε σε ναυάγιο, με 0,5%) ούτε από το ΠΑΣΟΚ. Το μόνο που έγινε, και που θυμίζει φαρσοκωμωδία, είναι ότι και τα δύο κόμματα, όταν απομακρύνθηκαν από την κυβέρνηση, κατέθεσαν από μια –παραπλήσια– πρόταση νόμου, που προβλέπει σύστημα απλής αναλογικής, δηλαδή το ισχύον χωρίς το πριμ των 50 εδρών (και κατ’επέκτασιν χωρίς διάκριση συνασπισμών και μεμονωμένων κομμάτων, διότι καθίσταται άνευ αντικειμένου).

Την μεγαλύτερη πάντως ευθύνη για την μη αλλαγή του εκλογικού συστήματος την έχει ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος κυβέρνησε επτά μήνες και άρα είχε πλήρη άνεση χρόνου για να καταθέσει ένα επεξεργασμένο εκλογικό νομοσχέδιο, που θα καθιέρωνε είτε ένα ευρύτατα αποδεκτό σύστημα απλής αναλογικής, ώστε να ψηφισθεί από τα 2/3 της Βουλής (με μόνη πιθανή αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας) και να ισχύσει αμέσως είτε, έστω, ένα εκλογικό σύστημα περισσότερο συμβατό με την σημερινή πολιτική πραγματικότητα, που θα ψηφιζόταν με απλή πλειοψηφία αλλά θα ίσχυε από τις μεθεπόμενες εκλογές. Ένα τέτοιο σύστημα θα είχε ως βάση την απλή αναλογική αλλά θα μπορούσε να περιλαμβάνει και ασφαλιστικές δικλείδες κυβερνησιμότητας (πχ να μπορεί ένα κόμμα ή ένας συνασπισμός, αδιακρίτως, να κατακτά την αυτοδυναμία, με άμεση ή έμμεση πριμοδότηση,  αν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις σαν αυτές που αναφέραμε προηγουμένως, αν ξεπερνά δηλαδή ένα υψηλό ποσοστό, πχ πάνω από 44%, και ταυτόχρονα έχει μια σοβαρή διαφορά, πχ δύο μονάδες, από το δεύτερο). Παράλληλα, δε, με ένα τέτοιο ευρύτερο εκλογικό νομοσχέδιο θα μπορούσε να υπάρξει, επιτέλους ρύθμιση και για την αναδιάταξη των εκλογικών περιφερειών, η οποία σήμερα παράγει επίσης σκανδαλώδεις εκλογικές ανισότητες ως προς την εκλογή των βουλευτών, πέρα από το ότι δημιουργεί, από πλευρά πολιτικής νομιμοποίησης, βουλευτές δύο ταχυτήτων. Τέλος, αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να επιδείξει πράγματι ριζοσπαστική αντίληψη για την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, θα μπορούσε να επιφέρει και ένα καίριο κτύπημα στον πυρήνα –ή μάλλον στην μήτρα– της πελατειακής συναλλαγής, καταργώντας τον σταυρό προτίμησης και  επιλέγοντας είτε την καθαρή κομματική λίστα (σαν αυτή που ισχύει σε αυτές τις εκλογές) είτε την –μάλλον προτιμητέα– ανατρεπόμενη λίστα, δηλαδή την λίστα που αποτυπώνει μεν κατ’αρχήν την επιλογή του κόμματος αλλά η σειρά μπορεί να ανατραπεί, με συγκεκριμένο αριθμό σταυρών, από τους ψηφοφόρους (πχ το σύστημα της Σουηδίας).

Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε τίποτε από όλα αυτά, επιδεικνύοντας, τόσο ως αξιωματική αντιπολίτευση όσο και            –ιδίως– ως κυβέρνηση, τον ίδιο πολιτικό μακιαβελισμό με την Νέα Δημοκρατίας. Το κύριο χαρακτηριστικό της στάσης του ήταν οι συνεχείς και συχνά κυνικές υπεκφυγές και υπαναχωρήσεις, στις οποίες μάλιστα κατέφευγαν, όταν δεν σιωπούσαν αιδημόνως, και οι ανεκδιήγητοι ακροδεξιοί σύμμαχοι του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και οι  αποχωρήσαντες από αυτόν (με τιμητική εξαίρεση, παρά τις υπερβολές του, τον Μανώλη Γλέζο). Δεν αντέχω δε στον πειρασμό να σχολιάσω ότι τόσο οι μεν –ιδίως δια του αρχηγού τους– όσο και οι δε (ιδίως τα επιφανέστερα σήμερα στελέχη της ΛΑΕ) υπήρξαν στο παρελθόν  διαπρύσιοι κήρυκες της απλής αναλογικής αλλά και λαλίστατοι, κατά τα άλλα, ως προς τα ζητήματα συνταγματικότητας (καταγγέλλοντας πομπωδώς –πλην άκριτα και συνήθως με παντελή άγνοια του Συντάγματος– κάθε τι με το οποίο διαφωνούσαν πολιτικά και αναδεικνυόμενοι έτσι, μαζί με ορισμένους συναδέλφους μου που τους σιγοντάριζαν, σε πρωταθλητές ενός ανεύθυνου και εν τέλει ασυνεπούς  συνταγματικού λαϊκισμού… ).

Έτσι χάθηκε η ευκαιρία αλλαγής ενός από τους χειρότερους εκλογικούς νόμους που γνώρισε η χώρα, ιδίως αφότου άλλαξαν τα πολιτικά δεδομένα και αναδείχθηκαν ανάγλυφα και σε όλη τους την έκταση τα αρνητικά του σημεία. Κατά συνέπειαν αποδείχθηκε, για μια ακόμη φορά, η πολιτική ανυποληψία των κομμάτων που ασκούν εξουσία, και μάλιστα –δυστυχώς– ασχέτως του αν ανήκουν στο παλαιό πολιτικό κατεστημένο (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ) ή στις δυνάμεις που φιλοδόξησαν να εκφράσουν την ριζική αλλαγή του (ΣΥΡΙΖΑ και, δευτερευόντως, ΔΗΜΑΡ).

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που θέλουμε να τονίσουμε, εν κατακλείδι, είναι ότι το εκλογικό σύστημα δεν είναι ένα απλό ζήτημα πολιτικού τακτικισμού, ευκαιριακά υποταγμένο στην προοπτική κατάκτησης ή διατήρησης της εξουσίας. Αντίθετα εντάσσεται, μαζί με άλλα θεσμικά ζητήματα (όπως πχ η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας ή η συνταγματική αναθεώρηση), στα μείζονα διακυβεύματα της λειτουργίας μιας σύγχρονης δημοκρατίας, καθώς επηρεάζει καθοριστικά τόσο την ελεύθερη και ανόθευτη έκφραση της λαϊκής βούλησης όσο και την αφαλκίδευτη διαμόρφωση του εκάστοτε συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων. Ως εκ τούτου τα κόμματα, ιδίως δε τα κόμματα που θέλουν να λέγονται «προοδευτικά», οφείλουν να αντιμετωπίζουν αυτό το ζήτημα (όπως και τα προαναφερθέντα) πρώτα και πάνω από όλα ως ζητήματα αρχής, ως ζητήματα δηλαδή που αποτελούν αποφασιστικό κριτήριο όχι μόνον ως προς την δημοκρατική τους συνέπεια αλλά και ως προς την πολιτική και συνταγματική τους αξιοπιστία. 

Μια πρώτη μορφή αυτού του κειμένου δημοσιεύθηκε στην διαδικτυακή εφημερίδα «Ανοιχτό Παράθυρο», 14.9.2015