Author Archives: editor

Α. Μεταξάς, Ι. Pernice, Η Ευρώπη σε κρίση. Ανάμεσα σε Δίκαιο και Πολιτική, Εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2015

Βιβλιοπαρουσίαση: Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τα δύο κείμενα του μικρού τόμου «Η Ευρώπη σε κρίση», από κοινού θεώμενα, συνιστούν, έναν ιδιότυπο και εξαιρετικά ενδιαφέροντα διάλογο για τα κρίσιμα συνταγματικά –αλλά και ευρύτερα θεσμικά– προβλήματα που ταλανίζουν αυτήν την στιγμή τόσο τα εθνικά κράτη όσο και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Που έγκειται όμως το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτού του διαλόγου;

Πρώτα από όλα, βέβαια, στο ίδιο του το περιεχόμενο, όπως το προσδιορίσαμε προηγουμένως. Πέρα από αυτό, όμως, αξιοσημείωτοι είναι και οι πολλαπλοί συμβολισμοί που υποκρύπτονται στην ιδιότυπη «συνάντηση» των δύο συγγραφέων αυτού του βιβλίου.

Από τη μία ένας νέος και πολλά υποσχόμενος επιστήμονας μιας μικρής χώρας, με τεράστια ιστορική κληρονομιά και συνεισφορά αλλά και με αβέβαιο θεσμικό και οικονομικό παρόν και με ακόμη αβεβαιότερο ευρωπαϊκό μέλλον. Από την άλλη ένας καταξιωμένος επιστήμονας μιας μεγάλης χώρας, με επίσης σπουδαία πλην αντιφατική και εν μέρει προβληματική ιστορική κληρονομιά, με αξιοθαύμαστη προσήλωση στους στόχους της και με αξιοσημείωτες οικονομικές επιδόσεις, που της επιτρέπουν να ασκεί μια de facto ηγεμονία στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να έχει αναλάβει το ιστορικό βάρος των θεσμικών και οικονομικών πρωτοβουλιών που είναι πλέον επιτακτικές για την προώθηση του ευρωπαϊκού ενοποιητικού εγχειρήματος.

Τι έχουμε δει έως τώρα σε παρόμοιες τέτοιες «συναντήσεις»; Κατά κανόνα παράλληλους μονολόγους, με ορισμένους Έλληνες επιστήμονες του ευρωπαϊκού και του συνταγματικού δικαίου να επιδίδονται σε έναν απλουστευτικό και σχηματικό καταγγελτικό λόγο, με έντονα τα στοιχεία του θεσμικού λαϊκισμού, και με κάποιους Γερμανούς συναδέλφους τους να «απαντούν» με έναν αφ’υψηλού και απαξιωτικό λόγο και με έκδηλα τα στοιχεία της θεσμικής, πολιτικής και οικονομικής υπεροψίας.

Ακριβώς στο σημείο αυτό εντοπίζεται η μεγάλη συνεισφορά αυτού του «μικρού» βιβλίου. Στο ότι, δηλαδή, δίνει το υπόδειγμα ενός εντελώς διαφορετικού διαλόγου, που τον χαρακτηρίζει η ψύχραιμη θεσμική ματιά, η αποστασιοποίηση από την περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα και η εποικοδομητική διάθεση τόσο στην περιγραφή του παρόντος όσο και στην αναζήτηση του κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντος.

Αυτό δηλαδή που προεχόντως χαρακτηρίζει την προσέγγιση των δύο συγγραφέων είναι, σε τελευταία ανάλυση, το ότι εκκινούν από την ίδια αφετηρία: από τις θεμελιώδεις παραδοχές του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού, ο οποίος είναι πλέον μια αυτοτελής οντότητα, με μακρά και σπουδαία παράδοση συνθέσεων και συγκλίσεων, και άρα υπερβαίνει κατά πολύ κάθε στενά εγωϊστική ή και ιδιοκτησιακή εθνική θεώρηση.

Σε ένα τέτοιο λοιπόν πλαίσιο, που είναι το απαραίτητο ζητούμενο ενός νηφάλιου και εποικοδομητικού διαλόγου στην ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα, οι δύο συγγραφείς αναπτύσσουν συνοπτικά τις απόψεις τους για το συνταγματικό μέλλον τόσο των εθνικών κρατών όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θέτουν επί τάπητος τις επί μέρους θέσεις και προτάσεις τους. Πρόκειται για θέσεις και προτάσεις οι οποίες ναι μεν δεν ταυτίζονται, καθώς εκκινούν από διαφορετικά θεσμικά βιώματα, που συνεπάγονται εξ ορισμού διαφορετική ιεράρχηση των προβλημάτων και των προτεραιοτήτων, πλην όμως διέπονται από τις ίδιες θεμελιακές ευρωπαϊκές αξίες και διαπερνώνται από την ίδια αγωνία για το κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον. Ειδικότερα:

Α. Η οπτική γωνία του Έλληνα επιστήμονα, του καλού συναδέλφου Αντώνη Μεταξά, είναι προεχόντως μια κριτική ματιά, για όσα συνέβησαν στη χώρα, σε θεσμικό επίπεδο, τα τελευταία χρόνια, με εμφανή την αγωνία του να μην αποτελέσει η κρίση την αφορμή για μια παράκαμψη των βασικών συνταγματικών μας αρχών, διότι αυτό θα σήμαινε αυτόματα ευθεία υπονόμευση των ίδιων των αρχών του ευρωπαϊκού συνταγματισμού και άρα κατ’επέκτασιν του ίδιου του ευρωπαϊκού θεσμικού οικοδομήματος.

Επιχειρώντας μια συνοπτική –και κατ’ανάγκην ελλειπτική και σχηματική– παρουσίαση των θέσεών του, θα έλεγα, με ελεύθερη απόδοση, ότι το κρισιμότερο ζήτημα που θέτει είναι το ζήτημα της πολιτικής αυτονομίας του εθνικού κράτους απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό πάντως δεν σημαίνει μια γενική και αόριστη επίκληση της εθνικής κυριαρχίας, διότι ο συγγραφέας έχει πλήρη επίγνωση των περιορισμών που συνεπάγεται για την εν λόγω κυριαρχία η ένταξη τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γενικά, όσο και –ιδίως– στην Ευρωζώνη. Σημαίνει όμως ότι το εθνικό κράτος και συγκεκριμένα το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται, λόγω της κρίσης, σαν κράτος παρίας, που θα είναι έρμαιο στις διαθέσεις των δανειστών του, ερήμην των συνταγματικών εγγυήσεων που εξακολουθούν τυπικά να διασφαλίζουν κρίσιμους τομείς της κυριαρχίας του και κατ’επέκτασιν της πολιτικής αυτονομίας του. Πολλώ δε μάλλον, επιτρέψτε μου να συμπληρώσω, όταν το όλο πρόβλημα διαχειρίζεται η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία οφείλει να αποτελεί τον θεματοφύλακα του Ευρωπαϊκού Νομικού Πολιτισμού, που ερείδεται στην δημοκρατία, την ελευθερία και την κοινωνική συνοχή, δηλαδή στα στοιχεία εκείνα που άνθισαν κατ’εξοχήν στο θερμοκήπιο της κυριαρχίας και της πολιτικής αυτονομίας του εθνικού κράτους και σήμερα αμφισβητούνται από τον φονταμενταλισμό των αγορών.

Στο σημείο βέβαια αυτό θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς: πως είναι δυνατόν η Ευρωπαϊκή Ένωση να διαδραματίσει αυτόν τον ρόλο, όταν η ίδια άνοιξε ελαφρά τη καρδία την κερκόπορτα στο Διεθνές Νομισματικό Πεδίο, δηλαδή στον φορέα που προωθεί σε κάθε περίπτωση την διαβόητη «συναίνεση της Ουάσιγκτον», δηλαδή το ευαγγέλιο του νεοφιλελευθερισμού στην εποχή της παγκοσμιοποίησης; Πρόκειται ασφαλώς για μια σοβαρή αντίφαση, η οποία δυστυχώς τείνει να μετατραπεί σε γόρδιο δεσμό, οδηγώντας κάποιες αδύναμες οικονομικά χώρες σε ρόλο «πειραματόζωου», για την επιβολή μιας ανταγωνιστικότητας χωρίς εγγυήσεις, αρχές και δικαιώματα.

Ωστόσο, πέρα από το ότι η ελληνική ιστορία δείχνει πως επιλύονται οι γόρδιοι δεσμοί, τω γε νυν έχον το μόνο αντίβαρο είναι οι συνταγματικοί θεσμοί, τόσο του εθνικού κράτους όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή άλλωστε είναι και η σαφής θέση του συγγραφέα. Απέναντι στο καταθλιπτικό «δίκαιο της ανάγκης» και στον θεσμικό ραγιαδισμό, που υποτάσσει την πολιτική στην αδήριτη οικονομική αναγκαιότητα, θα αντιτάξει με έμφαση –χωρίς όμως κραυγές και λεονταρισμούς– τον κατεξοχήν εγγυητικό χαρακτήρα του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, τον οποίο ιδίως ανέδειξε στη χώρα μας, σε άλλες εποχές και με άλλες διακινδυνεύσεις, ο αείμνηστος Αριστόβουλος Μάνεσης. Αυτό θα τον οδηγήσει στην καταγγελία μιας υποδόριας και επαναλαμβανόμενης σε μικρές δόσεις αλλοίωσης του Συντάγματος, που οδηγεί, όπως έχω υποστηρίξει παλαιότερα, σε έναν οιονεί «συνταγματικό μιθριδατισμό». Ωστόσο, και αυτό είναι το κρίσιμο, η καταγγελία αυτή δεν σημαίνει και ταυτόχρονη προσχώρηση στον «συνταγματικό λαϊκισμό», ο οποίος κυριάρχησε τα τελευταία χρόνια στον επιστημονικό λόγο που εκφέρεται στα ΜΜΕ και ιδίως στις πρωϊνές τους εκπομπές. Κάθε άλλο μάλιστα. Ο λόγος του Αντώνη Μεταξά είναι μεν αυστηρός και εμφανώς επικριτικός όταν αναφέρεται στην αξίωση πολλών πλευρών –έξω από την χώρα αλλά και μέσα σε αυτήν– να αχρηστευθούν πλείστες όσες δημοκρατικές, κοινωνικές και δικαιοκρατικές εγγυήσεις της συνταγματικής μας τάξης στο όνομα μιας ιδιότυπης «κατάστασης ανάγκης», πλην όμως δεν καταφεύγει σε καμία περίπτωση στον εύκολο καταγγελτικό λόγο, που χαρακτηρίζει αντισυνταγματικό οτιδήποτε είναι πολιτικά μη αρεστό. Επιτρέψτε μου δε να επισημάνω ότι αυτή ακριβώς είναι η ενδεδειγμένη στάση για την υπεράσπιση του Συντάγματος, καθώς ο ευχάριστος στα αυτιά συνταγματικός λαϊκισμός στην πραγματικότητα υπονομεύει πλήρως τον εγγυητικό του χαρακτήρα, δημιουργώντας στους πολίτες την πεποίθηση ότι όλες οι διατάξεις του είναι λίγο πολύ διάτρητες και άρα μια παραβίαση πάνω μια κάτω δεν έχει δα και μεγάλη σημασία…

Το πρόβλημα της πολιτικής αυτονομίας, πάντως, ο συγγραφέας δεν το εστιάζει μόνο στο πεδίο του εθνικού κράτους. Παράλληλα αφιερώνει αρκετές και ιδιαίτερα πυκνές νοηματικά σκέψεις και για την ανάδειξη των κρίσιμων θεσμικών εξελίξεων που στοιχειοθετούν, με βάση την εμπεριστατωμένη ανάλυσή του, την διακύβευση της πολιτικής αυτονομίας και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή, όπως επισημαίνεται εύστοχα, αντί να αναδειχθεί σε υπερεθνικό προπύργιο της πολιτικής απέναντι στους διαβρωτικούς ανέμους της παγκοσμιοποίησης, ρέπει διαρκώς προς ένα ρόλο υποχειρίου των διεθνών αγορών –εξ ού και η προσχώρηση στην προαναφερθείσα «συναίνεση της Ουάσιγκτον», συμπληρώνω εγώ– με αποτέλεσμα:

Πρώτον, να υποτάσσει την πολιτική σε μια οιονεί διεκπεραιωτική –ως προς τις αγορές– λογική, υπονομεύοντας την αναγκαία πρωτοκαθεδρία της και σε τελευταία ανάλυση την δημοκρατική της ταυτότητα και

Δεύτερον, να κλείνει τα μάτια μπροστά στην συρρίκνωση κρίσιμων ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων, με αποτέλεσμα να αρνείται την ίδια την δικαιοκρατική και κοινωνική της ταυτότητα.

Εν κατακλείδι, κατά τον συγγραφέα, όλα αυτά συνιστούν μια εξόχως αρνητική εξέλιξη, δεδομένου ότι με την υπονόμευση της πολιτικής αυτονομίας και την συρρίκνωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων ανακόπτεται η –δύσβατη ούτως ή άλλως– πορεία προς την συνταγματοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πλήττεται βάναυσα όχι μόνον ο πολιτικός και ο αξιακός πυρήνας του ευρωπαϊκού συνταγματισμού αλλά, σε τελευταία ανάλυση, και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ταυτότητα.

 

Β. Ο εθνικός και ο ευρωπαϊκός συνταγματισμός βρίσκεται στο επίκεντρο της ανάλυσης και του δεύτερου συγγραφέα αυτού του βιβλίου, του Ingolf Pernice, ενός εξαιρετικού καθηγητή τόσο του γερμανικού όσο και του ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου. Η ανάλυσή του ναι μεν εκκινεί από μια σαφώς φιλελληνική στάση, με εκτεταμένες αναφορές στην συμβολή του ελληνικού στον ευρωπαϊκό πολιτικό και νομικό πολιτισμό, πλην όμως είναι μετρημένη και ακριβοδίκαιη. Κατανοεί την στάση, τις αντιδράσεις και τις πικρίες της δικής μας πλευράς αλλά επισημαίνει και την αντίδραση των ευρωπαίων και δη των γερμανών φορολογουμένων να πληρώνουν το κόστος που οφείλεται σε εγγενείς θεσμικές αδυναμίες και παραλείψεις, που έχουν να κάνουν με την ιδιότυπη δομή του ελληνικού κράτους και την κακοδαιμονία του πολιτικού μας συστήματος. Στην πραγματικότητα ο συγγραφέας θέτει επί τάπητος, ακροθιγώς πάντως και με ιδιαίτερη προσοχή, ένα εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα, που βρίσκεται στο επίκεντρο του ελληνικού δράματος. Μπορεί η έξοδος από την κρίση να είναι απλώς αντανακλαστική, δηλαδή αποτέλεσμα γενικότερων μέτρων που θα ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ή προϋποθέτει συγκεκριμένες και επίπονες προσπάθειες υπέρβασης των ουκ ολίγων προβληματικών μας ιδιαιτεροτήτων; Η απάντηση του συγγραφέα, έστω και διατυπωμένη με πολύ τακτ, είναι σαφώς υπέρ της δεύτερης εκδοχής, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, υπέρ της αλλαγής παραδείγματος στην Ελλάδα, η οποία πράγματι θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μονόδρομος για όσους προσβλέπουν όχι σε ημίμετρα αλλά σε μια μακρόπνοη και βιώσιμη λύση.

Ωστόσο, το κέντρο βάρος της ανάλυσής του δεν είναι η Ελλάδα αλλά η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά ότι η κρίση προεχόντως δεν αφορά απλώς μια sui generis ελληνική εξαίρεση ή έστω κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις απείθαρχων οικονομικά ευρωπαϊκών χωρών αλλά την ίδια τη δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, όπως λέει χαρακτηριστικά, «δεν πρέπει να είναι μόνο για τα εύκολα».

Το σημαντικότερο αποτέλεσμα της κρίσης, κατά τον συγγραφέα, είναι ότι ανέδειξε ταυτόχρονα, με εξαιρετικά εύγλωττο τρόπο, και τα εγγενή προβλήματα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο στο επίπεδο των πολλαπλών ελλειμμάτων της –δημοκρατικού, κοινωνικού και δικαιοκρατικού χαρακτήρα– όσο και στο επίπεδο της εξ αρχής προβληματικής δημιουργίας της Ευρωζώνης, που εγκαθίδρυσε κοινό νόμισμα χωρίς τους αντίστοιχους θεσμικούς μηχανισμούς που θα προωθούσαν, ως απαραίτητο συμπλήρωμα, μια πολύπλευρη οικονομική ενοποίηση.

Η θέση του στο σημείο αυτό είναι ξεκάθαρη. Απαιτείται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο των λαών της Ευρώπης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συνεπάγεται γενναίες μεταρρυθμίσεις, προκειμένου αυτή να ανταποκριθεί πράγματι στον ρόλο μιας υπερεθνικής δημοκρατίας που θα αποβλέπει στην διασφάλιση της ειρήνης και της ευημερίας για όλους τους πολίτες των χωρών μελών της. Οι αλλαγές αυτές πρέπει πρωταρχικά να αντιμετωπίσουν την εμφανή ασυμμετρία μεταξύ νομισματικής και οικονομικής ένωσης –που την αποδίδει γλαφυρά σε «θεσμική λιποψυχία»– ώστε να προχωρήσει όσο το δυνατόν περισσότερο η κοινοτικοποίηση της οικονομικής και φορολογικής πολιτικής, με ταυτόχρονη πρόβλεψη μιας αυτόνομης φορολογικής αρμοδιότητας της ΕΕ. Παράλληλα, όμως, ο συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στην υπέρβαση του δημοκρατικού ελλείμματος, το οποίο το εντοπίζει όχι μόνον στην ίδια την ΕΕ αλλά και στο εσωτερικό των εθνικών κρατών, με ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση, σε αμφότερα τα επίπεδα, της εκτελεστικής εξουσίας. Οι σχετικές προτάσεις του αποβλέπουν ιδίως στην ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αλλά και γενικότερα στην ενδυνάμωση της δημοκρατικής νομιμοποίησης, μέσω της οργάνωσης συμμετοχικών διαδικασιών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, που θα αναδεικνύουν τον ρόλο των ευρωπαϊκών κομμάτων για την ανάδειξη κρίσιμων ευρωπαϊκών οργάνων, όπως θα ήταν ένας κοινός Πρόεδρος που θα προερχόταν από συγχώνευση των αξιωμάτων του Προέδρου της Επιτροπής και του Προέδρου του Συμβουλίου. Παράλληλα, δε, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον διακοινοβουλευτικό διάλογο, ως μια ακόμη μορφή επίρρωσης του δημοκρατικού χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χωρίς αυτές τις μεταρρυθμίσεις, όπως τις εξειδικεύει με πειστικότητα, ο συγγραφέας κρίνει ότι ούτε η Ευρωζώνη αλλά ούτε, κατ’επέκτασιν, και η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα μπορέσουν να υπερβούν την σημερινή τελμάτωση και δυσπραγία, που έχει εξασθενήσει σημαντικά τον ρόλο της Ευρώπης τόσο στον διεθνή καταμερισμό όσο και, γενικότερα, στις διεθνείς εξελίξεις.

Όλα αυτά, βέβαια, εξετάζονται υπό ένα διπλό πρίσμα: του εθνικού και του ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ως προς τον δεύτερο, είναι φανερό ότι ο συγγραφέας εντάσσει τις προτάσεις του σε μια σταδιακή εξελικτική πορεία, στο πλαίσιο της κοινοτικής μεθόδου, και όχι στην προοπτική ενός ριζικού αναπροσανατολισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι θα λέγαμε η πλέον ρεαλιστική επιλογή, με βάση τα σημερινά δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλην όμως είναι αμφίβολο, κατά την άποψή μου, αν μπορεί να ευρεθεί πραγματική διέξοδος χωρίς μια αποφασιστική αλλαγή παραδείγματος και ως προς την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Κι αυτό θα σήμαινε, ιδίως, την αποφασιστική στροφή προς μια, sui generis έστω, ομοσπονδοποίηση, όχι μόνον για την διασφάλιση της ειρήνης και της ευημερίας –στην οποία περιορίζεται ο συγγραφέας– αλλά και για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή του αχαλίνωτου καπιταλισμού και του φονταμενταλισμού των αγορών.

Πέρα όμως από τους προβληματισμούς σε σχέση με τον ευρωπαϊκό συνταγματισμό, ο συγγραφέας δεν αγνοεί και την παράμετρο του εθνικού συνταγματισμού, θέτοντας ως κρίσιμη παράμετρο, για όλες τις αλλαγές που προτείνει, την τήρηση του Γερμανικού Συντάγματος, όπως αυτή οριοθετείται από τον άγρυπνο θεματοφύλακά του, το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Η θέση αυτή, βέβαια, είναι θεσμικά ορθή και απολύτως αναμενόμενη από έναν γερμανό επιστήμονα του δημοσίου δικαίου. Πράγματι, εφ’όσον έως τώρα δεν έχουν υιοθετηθεί από τα ευρωπαϊκά κράτη ρηξικέλευθες λύσεις ως προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση, είναι εύλογο να υπάρχει μια διαρκής διελκυστίνδα μεταξύ της εθνικής και της ευρωπαϊκής συνταγματικής τάξης, με τελικό κριτή αφ’ενός τα εθνικά και αφ’ετέρου τα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Ωστόσο, στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω μια σοβαρή αντίφαση που παρατηρείται γενικά στις σχετικές επιστημονικές αλλά και πολιτικές προσεγγίσεις από την γερμανική πλευρά και που χαρακτηρίζει, δυστυχώς, και τον πράγματι καλοπροαίρετο κατά τα άλλα, Ingolf Pernice. Ενώ θεωρούν απαρέγκλιτη προϋπόθεση, ως προς την θέσπιση νέων μηχανισμών για την αντιμετώπιση της κρίσης, την τήρηση του Γερμανικού Συντάγματος και τον σεβασμό των αποφάσεων του Συνταγματικού τους Δικαστηρίου, την ίδια στιγμή θεωρούν αυτονόητη την υποχρέωση της Ελλάδας να αποδέχεται άνευ ετέρου επιλογές της «Τρόϊκας» –και ήδη των «θεσμών»– εξαιρετικά αμφιλεγόμενες, ως προς το Σύνταγμά της, ενίοτε δε και ευθέως αντισυνταγματικές. Εμφανίζονται, δηλαδή, να χρησιμοποιούν δύο μέτρα και δύο σταθμά, ως προς την αξιολόγηση των συνταγματικών τάξεων των αδύναμων χωρών αλλά και ως προς τον ρόλο των δικαστηρίων τους, οι αποφάσεις των οποίων αμφισβητούνται έντονα κάθε φορά που αρνούνται να κρίνουν συνταγματικές τις εν λόγω επιλογές.

Έτσι όμως φαίνεται να αποδέχονται και αυτοί από τη μεριά τους σαν αναπόφευκτη την επιβολή του «δικαίου της ανάγκης», ενός δικαίου, δηλαδή, που γνωρίζουμε καλά που οδήγησε την Γερμανία του μεσοπολέμου…

 

Καταχώρηση: 09-10-2015     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Η ιδέα του Ιμμάνουελ Καντ περί κοσμοπολιτικού δικαίου και η ιστορική, θεσμική και λειτουργική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Συγκλίσεις και αποκλίσεις

Γεώργιος Ζιώγας, Φοιτητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Στο φιλοσοφικό σχεδίασμα "Προς την αιώνια ειρήνη" (1795), ο Ιμμάνουελ Καντ αποτύπωσε το πολιτικό του όραμα σχετικά με την ανάδειξη μίας παγκόσμιας συνομοσπονδίας κυρίαρχων κρατών. O βαθμός πολιτικής και θεσμικής ολοκλήρωσής της αντανακλάται στο μέτρο του σεβασμού με τον οποίο αυτή αντιμετωπίζει τα προτάγματα του κοσμοπολιτικού δικαίου. Στο πέρασμα των δύο αιώνων που ακολούθησαν την πολιτική έμπνευση του μεγάλου διανοητή, θιασώτες, αλλά και πολέμιοι της καντιανής σύλληψης, μελετώντας την κοσμοπολιτική ιδέα ως μοντέλο παγκόσμιας διακυβέρνησης, έχουν προβεί στη συναγωγή παρατηρήσεων που άλλοτε υπονοούν και άλλοτε εντοπίζουν εντυπωσιακές ομοιότητες μεταξύ της από τον Καντ σκιαγραφούμενης μετα-εθνικής πραγματικότητας και της εξελικτικής διαμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ως εκ τούτου, αξίζει να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο ο ενωσιακός υπερεθνικός οργανισμός εξελίχθηκε ιστορικά, οικοδομείται θεσμικά και λειτουργεί στην πράξη σε σύγκριση με τις αντίστοιχες εκφάνσεις υποστασιοποίησης μίας κοσμοπολιτικής έννομης τάξης. Ο προβληματισμός επί των συστοιχιών και των δυσαναλογιών οι οποίες αναφαίνονται κατά την εξέταση των δύο υπό σύγκριση οντοτήτων, καθιστά εναργές κατά πόσο το ενωσιακό ιστορικό παράδειγμα είναι δυνατόν να αποτελέσει εφαλτήριο για τη δρομολόγηση μελλοντικών κοσμοπολιτικών εξελίξεων.

Η πιστοποίηση άριστης γνώσης της γερμανικής γλώσσας και η γραμματική ερμηνεία του π.δ. 50/2001 από την πλευρά της Διοίκησης

Ελευθέρογλου Εμμανουήλ, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης, Μ.Δ.Ε στο Δημόσιο Δίκαιο και τις ΠολιτικέςΕπιστήμες του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

      Διάγραμμα

Ι. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις

ΙΙ. Τα ενιαία Ευρωπαϊκά κριτήρια στην πιστοποίηση γνώσης αλλοδαπής γλώσσας

ΙΙΙ. Σχολεία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης με ιδιοκτήτη το Γερμανικό Κράτος

ΙV. Πιστοποιητικά ισοτιμίας και Νομολογία του ΣτΕ, Διοικητικού Εφετείου

V. Απουσία συστηματικής ερμηνείας του Νόμου από την πλευρά της Διοίκησης και παράβαση νόμου (Υπουργική Απόφαση Π 23// 2008)

VI. Γνωμοδοτήσεις από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους στον αντίποδα της ερμηνείας της διοίκησης

VII. Επίμετρο- Θεραπεία

 

Ι. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις

Η προκήρυξη δημόσιου διαγωνισμού για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων στην πλειονότητα τους ανάμεσα στις άλλες προϋποθέσεις που θέτουν , θέτουν συνήθως και την «άριστη» γνώση μιας ξένης γλώσσας ή την «πολύ καλή» ή την «καλή» γνώση από τον υποψήφιο. Η άριστη αυτή γνώση πιστοποιείται με τους τρόπους που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 28 του Π.Δ 50/2001. Συγκεκριμένα για τη Γερμανική γλώσσα που θα εξεταστεί και στο παρόν, είναι οι εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 28 του ΠΔ 50/2001 παράγραφος 2 και εδάφιο ν ορίζεται ότι «Λοιποί τίτλοι ή πιστοποιητικά που πιστοποιούν την άριστη γνώση της ξένης γλώσσας και που αναγνωρίζονται από τον αρμόδιο φορέα πιστοποίησης γλωσσομάθειας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Μεταβατικά και μέχρι τον καθορισμό των συγκεκριμένων τίτλων ή πιστοποιητικών της παραπάνω περίπτωσης ορίζει ο Πίνακας εξειδίκευσης του Α.Σ.Ε.Π στον οποίο παραπέμπει το ΠΔ 50/2001 με το «πρώτο εδάφιο της περ. Α αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 1 παρ. 1 ΠΔ 116/2006, ΦΕΚ Α 115/9.6.2006. Στην παρ.2 του αυτού άρθρου του Π.Δ/τος ορίζεται ότι Πιστοποιητικά φορέων, τα οποία ως τη δημοσίευση του παρόντος έχουν γίνει αποδεκτά από το Α.Σ.Ε.Π ως αποδεικτικά γνώσης ξένης γλώσσας σε οποιοδήποτε επίπεδο, δεν θίγονται». 

 
Συγκεκριμένα για την Γερμανική γλώσσα:

 Άριστη γνώση (Γ2/C2):

  • Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας επιπέδου Γ2 του ν.2740/1999, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.19 του άρθρου 13 του ν.3149/2003.

  • Πιστοποιητικό (), του Πανεπιστημίου – του Μονάχου και του Ινστιτούτου .

  • DEUTSCHES SPRACHDIPLOM (KDS), του Πανεπιστημίου Ludwig-Maximilian του Μονάχου και του Ινστιτούτου Goethe.

  • OBERSTUFENPRUFUNG (ZOP) του Ινστιτούτου Goethe.

  • V.B.L.T. Professionales Leben του Πανεπιστημίου Γενεύης.

 

Αυτά είναι τα ενδεικτικά πτυχία που αποδεικνύουν γνώσεις σε άριστο επίπεδο της Γερμανικής γλώσσας. Στο ίδιο διάταγμα αναφέρονται και γενικοί τρόποι κτήσης άριστης γνώσης κάθε γλώσσας άρα και της Γερμανικής. Συγκεκριμένα και όπως ακριβώς αναφέρεται στις διατάξεις του Προεδρικού Διατάγματος και συγκεκριμένα στο άρθρο 28.

 

 Η άριστη γνώση της ξένης γλώσσας αποδεικνύεται και με τους εξής τρόπους:
(i) Με Πτυχίο Ξένης Γλώσσας και Φιλολογίας ή Πτυχίο Ξένων Γλωσσών Μετάφρασης και Διερμηνείας ΑΕΙ της ημεδαπής ή αντίστοιχο και ισότιμο σχολών της αλλοδαπής,
(ii) Με Πτυχίο, προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό δίπλωμα ή διδακτορικό δίπλωμα οποιουδήποτε αναγνωρισμένου ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της αλλοδαπής,
(iii) Με Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας επιπέδου Γ2 ,
(iv) Με Απολυτήριο τίτλο ισότιμο των ελληνικών σχολείων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, εφόσον έχει αποκτηθεί μετά από κανονική φοίτηση τουλάχιστον έξι ετών στην αλλοδαπή.

 

 

 

Με αυτό το υλικό καλείται η διοίκηση να κρίνει αντικειμενικά τους πολίτες υποψηφίους για να εξετάσει αν πληρούνται      οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για συμμετοχή στον εκάστοτε διαγωνισμό του δημοσίου.

 

 

 

 

ΙΙ. Τα ενιαία Ευρωπαϊκά κριτήρια στην πιστοποίηση γνώσης αλλοδαπής γλώσσας

 

 

Συγκεκριμένα στο Άρθρο 165

(πρώην άρθρο 149 της ΣΕΚ)

1. Η Ένωση συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία.

Η Ένωση συμβάλλει στην προώθηση των ευρωπαϊκών επιδιώξεων στον χώρο του αθλητισμού, λαμβάνοντας υπόψη παράλληλα τις ιδιαιτερότητές του, τις δομές του που βασίζονται στον εθελοντισμό καθώς και τον κοινωνικό και εκπαιδευτικό του ρόλο.

2. Η δράση της Ένωσης έχει ως στόχο:

— να αναπτύσσει την ευρωπαϊκή διάσταση της παιδείας, μέσω ιδίως της εκμάθησης και της διάδοσης των γλωσσών των κρατών μελών,

— να ευνοεί την κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών, μεταξύ άλλων και μέσω της ακαδημαϊκής αναγνώρισης διπλωμάτων και περιόδων σπουδών,

— να προωθεί τη συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών ιδρυμάτων,

— να αναπτύσσει την ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειριών για τα κοινά προβλήματα των εκπαιδευτικών συστημάτων των κρατών μελών,

— να ευνοεί την ανάπτυξη των ανταλλαγών νέων, καθώς και οργανωτών κοινωνικομορφωτικών δραστηριοτήτων, και να ενθαρρύνει τη συμμετοχή των νέων στο δημοκρατικό βίο της Ευρώπης,

— να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της εκπαίδευσης εξ αποστάσεως,

— να αναπτύσσει την ευρωπαϊκή διάσταση του αθλητισμού, προάγοντας τη δικαιότητα και τον ανοιχτό χαρακτήρα των αθλητικών αναμετρήσεων και τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων για τον αθλητισμό φορέων, καθώς και προστατεύοντας τη σωματική και ηθική ακεραιότητα των αθλητών, ιδίως των νεότερων μεταξύ τους.

3. Η Ένωση και τα κράτη μέλη ευνοούν τη συνεργασία με τις τρίτες χώρες και τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς σε θέματα παιδείας και αθλητισμού, και ειδικότερα με το Συμβούλιο της Ευρώπης.

 

 

 

 Στο Άρθρο 197 ορίζεται ότι

 

  1. Η αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από τα κράτη μέλη, που είναι ουσιώδους σημασίας για την καλή λειτουργία της Ένωσης, θεωρείται ζήτημα κοινού ενδιαφέροντος.

 

Και στο Άρθρο 45

(πρώην άρθρο 39 της ΣΕΚ)

  1. Εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Ένωσης.

 

 

Επίσης σύμφωνα με το

Άρθρο 45

 

 

Ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής

  1. Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών

 αλλά και το Άρθρο 20

 όπου ορίζεται ότι «Ισότητα έναντι του νόμου» και

 ότι Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου.

 

Όλες οι προαναφερθείσες αρχές και διατάξεις οδήγησαν στο να πιστοποιείται ενιαία μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο τρόπος πιστοποίησης μίας ευρωπαϊκής γλώσσας και αυτός είναι το κωδικοποιημένο σύστημα Α1/Α2, Β1/Β2, Γ1/Γ2 ως αποτέλεσμα του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης που προέκυψε σαν αποτέλεσμα από τη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Συνεπώς όχι μόνο πιστοποιείται από το Γερμανικό κράτος, το οποίο είναι και το αρμόδιο η γνώση της γερμανικής γλώσσας με τον παρόν τρόπο ως (Γ2) άριστη αλλά αυτό γίνεται και με ενιαία ευρωπαϊκά κριτήρια.

 

 

Συγκεκριμένα το κοινό πλαίσιο αναφοράς για τις γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση που αναφέρεται υποχρεωτικά και στον επίσημο τύπο βιογραφικού Γιούροπας (Europass) ονομάζεται εν συντομία Κ.Ε.Π.Α.

 

Κοινά Επίπεδα Αναφοράς: σφαιρική κλίμακα

 

 

Ικανός

χρήστης

 

Γ2/C2

 

Μπορεί να κατανοήσει με ευκολία σχεδόν όλα όσα ακούει ή διαβάζει.

Μπορεί να κάνει περιλήψεις με βάση πληροφορίες που προέρχονται

από διαφορετικές προφορικές ή γραπτές πηγές, ανασυνθέτοντας

επιχειρήματα και περιγραφές σε μια συνεκτική παρουσίαση. Μπορεί

να εκφραστεί αυθόρμητα, με μεγάλη άνεση και ακρίβεια,

διαχωρίζοντας λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις ακόμα και σε

ιδιαίτερα σύνθετες περιστάσεις.

 

Γ1/C1

 

 

Μπορεί να κατανοήσει ένα ευρύ φάσμα απαιτητικών, μακρoσκελών

κειμένων και να αναγνωρίσει σημασίες που υπονοούνται. Μπορεί να

εκφραστεί άνετα και αυθόρμητα χωρίς να φαίνεται συχνά πως

αναζητά εκφράσεις. Μπορεί να χρησιμοποιεί τη γλώσσα ευέλικτα και

αποτελεσματικά για κοινωνικούς, ακαδημαϊκούς και επαγγελματικούς

σκοπούς. Μπορεί να παραγάγει σαφή, καλά διαρθρωμένα, λεπτομερή

κείμενα για σύνθετα θέματα, επιδεικνύοντας ελεγχόμενη χρήση

οργανωτικών σχημάτων, συνδετικών στοιχείων και μηχανισμών

συνοχής.

 

 

Ανεξάρτητος

Χρήστης

 

Β2/B2

 

 

Μπορεί να κατανοήσει τις κύριες ιδέες ενός σύνθετου κειμένου, τόσο

για συγκεκριμένα, όσο και για αφηρημένα θέματα,

συμπεριλαμβανομένων συζητήσεων πάνω σε τεχνικά ζητήματα της

ειδικότητάς του. Μπορεί να συνδιαλλαγεί με κάποια άνεση και

αυθορμητισμό που καθιστούν δυνατή τη συνήθη επικοινωνία με

φυσικούς ομιλητές της γλώσσας χωρίς επιβάρυνση για κανένα από τα

δύο μέρη. Μπορεί να παραγάγει σαφές, λεπτομερές κείμενο για ένα

ευρύ φάσμα θεμάτων και να εξηγήσει μια άποψη πάνω σε ένα

κεντρικό ζήτημα, δίνοντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των

διαφόρων επιλογών.

 

 

Β1/B1

 

 

Μπορεί να κατανοήσει τα κύρια σημεία που του παρουσιάζονται με

σαφήνεια και χωρίς αποκλίσεις από τον κοινό γλωσσικό τύπο και που

αφορούν θέματα που συναντώνται τακτικά στη δουλειά, στο σχολείο,

στον ελεύθερο χρόνο, κτλ. Μπορεί να χειριστεί καταστάσεις που είναι

πιθανό να προκύψουν στη διάρκεια ενός ταξιδιού σε μια περιοχή

όπου ομιλείται η γλώσσα. Μπορεί να παραγάγει απλό κείμενο σχετικό

με θέματα που γνωρίζει ή που τον αφορούν προσωπικά. Μπορεί να

περιγράψει εμπειρίες και γεγονότα, όνειρα, ελπίδες και φιλοδοξίες και

να δώσει συνοπτικά λόγους και εξηγήσεις για τις γνώμες και τα σχέδιά

του.

 

 

Βασικός

Χρήστης

 

 

Α2/A2

 

 

Μπορεί να κατανοήσει προτάσεις και εκφράσεις που

χρησιμοποιούνται συχνά και που σχετίζονται με περιοχές που είναι

άμεσα συναφείς (π.χ. πολύ βασικές ατομικές και οικογενειακές

πληροφορίες, αγορές, τοπική γεωγραφία, εργασία). Μπορεί να

επικοινωνήσει σε απλά και συνηθισμένα καθήκοντα που απαιτούν

απλή και απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών για θέματα που του

είναι οικεία και για θέματα ρουτίνας. Μπορεί να περιγράψει με απλά

λόγια πτυχές του ιστορικού του, του άμεσου περιβάλλοντός του

καθώς και θέματα άμεσης ανάγκης.

 

 

Α1/A1

 

 

Μπορεί να κατανοήσει και να χρησιμοποιήσει καθημερινές εκφράσεις

που του είναι οικείες και πολύ βασικές φράσεις που έχουν στόχο την

ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών. Μπορεί να συστηθεί και να

συστήσει άλλους και μπορεί να ρωτήσει και να απαντήσει ερωτήσεις

που αφορούν προσωπικά στοιχεία, όπως το πού μένει, τα άτομα που

γνωρίζει και τα πράγματα που κατέχει. Μπορεί να συνδιαλλαγεί με

απλό τρόπο υπό την προϋπόθεση ότι ο συνομιλητής του μιλάει αργά

και καθαρά και είναι διατεθειμένος να βοηθήσει

 

 

 

ΙΙΙ. Σχολεία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης με ιδιοκτήτη το Γερμανικό Κράτος

 

 

Στα πλαίσια της γερμανικής φιλοδοξίας για γερμανικό «πολιτισμικό Imperium» και κυρίως με την κρατική περαιτέρω ενίσχυση της εποχής της καγκελαρίας του Χέλμουτ Κολ (γερμ. Helmut Kohl) άνθησαν παγκοσμίως γερμανικά σχολεία από την Αργεντινή και το Γιοχάνεσμπουργκ μέχρι την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Αυτά τα σχολεία είχαν ιδιοκτήτη το Γερμανικό Κράτος . Οι μαθητές αυτών των σχολείων ήταν αποκλειστικά Γερμανικής Υπηκοότητας ή και της οικείας χώρας που εδράζονταν το σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το πρόγραμμα όμως γίνονταν αποκλειστικά στα Γερμανικά και για τις δύο κατηγορίες. Απλώς στην πρώτη , διδάσκονταν ξένη γλώσσα (τη γλώσσα της έδρας του σχολείου) και στη δεύτερη κατηγορία Γερμανικά σχεδόν κάθε μέρα για έξι χρόνια. Ταυτόχρονα μαθήματα υποχρεωτικά ακόμα και θεωρητικής κατεύθυνσης (εξεταζόμενα στις Πανελλήνιες Εξετάσεις για εισαγωγή στα Ανώτατα Εκπαιδευτήρια Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης) , όπως Λατινικά, Αρχαία Ελληνικά αλλά ακόμα και Μαθηματικά γίνονταν στα Γερμανικά. Στο τέλος της εξαετούς φοίτησης ακολουθούσαν διπλές εξετάσεις εισαγωγής σε Τριτοβάθμια Ιδρύματα, δηλαδή και αυτές του Γερμανικού κράτους (Abitur) αλλά παράλληλα και της οικείας χώρας όπως οι δικές μας Πανελλήνιες εξετάσεις. Με την επιτυχή κτήση του «Abitur», λάμβανε ταυτόχρονα ο επιτυχών και πιστοποιητικό ισοτιμίας από το Γερμανικό προξενείο ότι κατέχει γνώσεις Γερμανικής γλώσσας Άριστες. Συγκεκριμένα αναφέρει « Ο επιτυχών κατέχει γνώσεις στη Γερμανική Γλώσσα αντίστοιχες τουλάχιστον αυτών που απαιτούνται για το Γερμανικό Δίπλωμα Γλώσσας της Συνδιάσκεψης Υπουργών Παιδείας των Ομοσπονδιακών Κρατιδίων της Γερμανίας Βαθμίδα ΙΙ ( Deutsches Sprachdiplom der Kultusministerkonferenz Stufe II) βαθμίδα που αναγνωρίζεται ως η πιο υψηλή που υπάρχει και είναι ισότιμη καθολοκληρίαν με το KLEINES DEUTSCHES SPRACHDIPLOM (KDS), του Πανεπιστημίου Ludwig-Maximilian του Μονάχου και του Ινστιτούτου Goethe. διότι την ισοτιμία αυτήν την πιστοποιεί το Γερμανικό κράτος και όχι μια οποιαδήποτε αρχή. Δεν είναι μια αμφίβολη πιστοποίηση ισοτιμίας αντιθέτως είναι η κατάκτηση του ίδιου πτυχίου από άλλη οδό και συγκεκριμένα παίρνοντας απολυτήριο γερμανικού σχολείου και όχι ελληνικού (Abitur). Ταύτη την επικύρωση κατάκτησης γνώσεων ίσες τουλάχιστον με το πτυχίο KLEINES DEUTSCHES SPRACHDIPLOM (KDS), του Πανεπιστημίου Ludwig-Maximilian του Μονάχου και του Ινστιτούτου Goethe την αναλαμβάνει όπως είναι αρμόδιο το οικείο προξενείο. Υπάρχουν πιο απλά ,δύο τρόποι κατάκτησης αυτού του πτυχίου το οποίο προβλέπεται ενδεικτικά από τον πίνακα του Α.Σ.Ε.Π και το άρθρο 28 του ΠΔ 50/2001 ως μία εκ των πιστοποιήσεων άριστης γνώσης της γερμανικής γλώσσας. Για τους μαθητές αλλόγλωσσων (όχι γερμανικών δηλαδή) σχολείων –έστω και διφυών όπως η ελληνογερμανική αγωγή- ο τρόπος αυτός είναι η εξέταση τους στις αρμόδιες εξετάσεις για την κτήση του επίδικου πτυχίου .Για τους μαθητές γερμανικών σχολείων όμως που αναγνωρίζονται και από την ελληνική νομοθεσία ως τέτοια είναι η επιτυχής εξέταση του μαθητή στις εξετάσεις του Αbitur. Αυτές τις εξετάσεις τις δίνει κάθε μαθητής που θέλει να προχωρήσει στη γερμανική τριτοβάθμια εκπαίδευση και ταυτόχρονα με την επιτυχία του πιστοποιεί και το γερμανικό κράτος την άριστη γνώση της γερμανικής γλώσσας. Στα κράτη που λειτουργούν γερμανικά σχολεία η πιστοποίηση αυτή γίνεται από το γερμανικό Προξενείο προφανώς, όπως και το πιστοποιητικό ελληνομάθειας σε κάποιο ελληνικό σχολείο της Γερμανίας για παράδειγμα ,γίνεται από την ελληνική Πρεσβεία ή Προξενείο παρότι ο μαθητής

(Έλληνας η αλλοδαπός σε ελληνικό σχολείο) έχει δώσει κανονικά πανελλήνιες εξετάσεις εισαγωγής στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση όπως ο μαθητής σε γερμανικό σχολείο δίνει το λεγόμενο Abitur για εισαγωγή στην Γερμανική τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το πιστοποιητικό γλωσσομάθειας συνεπώς είναι παρεπόμενο στοιχείο της επιτυχίας του μαθητή πρόσβασης σε γερμανικά ,στην περίπτωση μας, ανώτατα ιδρύματα.

 

 

 

 

ΙV. Πιστοποιητικά ισοτιμίας και Νομολογία του ΣτΕ, Διοικητικού Εφετείου

 

 

Στην απόφαση 2508/2009 του ΔΕΦ ΑΘ (ΑΚΥΡ) ορίζεται μεταξύ άλλων ότι «Κρίση ότι εφόσον η σε επίπεδο γλωσσομάθειας Β2 (Lower) γνώση της Αγγλικής αποδεικνύεται με τίτλο από φορέα, ο οποίος κατά το χρόνο απονομής του τίτλου ήταν αναγνωρισμένος από το αγγλικό κράτος, μη νομίμως δεν λαμβάνεται υπόψη» 
Ακόμα ορίζει ότι «Επειδή, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2740/1999 (φ. Α` 186), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της παραγράφου 19 περιπτ. α` του άρθρου 13 του ν. πιστοποιητικό γλωσσομάθειας τη γνώση της ξένης γλώσσας είναι το επίπεδο Α1 για τη στοιχειώδη γνώση, το επίπεδο Α2 για τη βασική γνώση, το επίπεδο Β1 για τη μέτρια γνώση, το επίπεδο Β2 για την καλή γνώση, το επίπεδο Γ1 για την πολύ καλή γνώση και το επίπεδο Γ2 για την άριστη γνώση της ξένης γλώσσας καθώς και με τίτλους ή πιστοποιητικά που χορηγούνται από φορείς πιστοποιημένους από τον αρμόδιο φορέα πιστοποίησης γλωσσομάθειας του Υπουργείου Εθνικής 
Παιδείας και Θρησκευμάτων ή μεταβατικά και μέχρι τον καθορισμό των ως άνω πιστοποιημένων από το ΥΠ.Ε.Π.Θ. φορέων, η ως άνω γνώση της ξένης γλώσσας, ειδικότερα δε της εν προκειμένω ένδικης που είναι η Αγγλική, γίνεται από τα Πανεπιστήμια Cambridge ή Michigan ή από φορείς, πανεπιστημιακούς ή μη, πιστοποιημένους ή αναγνωρισμένους από την αρμόδια αρχή της οικείας χώρας για να διενεργούν εξετάσεις και να χορηγούν πιστοποιητικά γνώσης της Αγγλικής γλώσσας στο προαναφερόμενο επίπεδο.
Επομένως, εφόσον η σε επίπεδο γλωσσομάθειας Β2 (Lower) 
γνώση υπό της αιτούσας της Αγγλικής αποδεικνύεται εν προκειμένω με τίτλο φορέα, ο οποίος κατά το χρόνο απονομής του τίτλου ήταν αναγνωρισμένος από το αγγλικό κράτος προκειμένου να διενεργεί εξετάσεις και να χορηγεί πιστοποιητικά γνώσης της Αγγλικής στο προαναφερόμενο επίπεδο, μη νομίμως και ειδικότερα κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 28 παρ. 3 του ΠΔ 50/2001, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν και ισχύουν δεν ισχύει και το παρόν για τη Γερμανική Γλώσσα»

 

Συνεπώς και με βάση τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας καθώς και της ελεύθερης πρόσβασης και σταδιοδρομίας των ελλήνων πολιτών στις δημόσιες θέσεις κατά το λόγο της προσωπικής αξίας και ικανότητας εκάστου ( άρθρα 4 παρ/φοι 1 και 4 και 5 παρ 1 του Συντάγματος) αυτό ισχύει αντίστοιχα και για τη Γερμανική Γλώσσα.

 

Αν δεν ερμηνευθεί αυτό έτσι από τη διοίκηση όπως συμβαίνει άλλωστε παγίως τόσα χρόνια, υπάρχει καταφανής παρερμηνεία της διάταξης του άρθρου 28 παρ. 2 στοιχείο (iv) του ΠΔ 50/2001 και του πίνακα εξειδίκευσης του Α.Σ.Ε.Π που αυτό παραπέμπει.

 

Στο στοιχείο αυτό ορίζεται ρητά πως

 

«Η γνώση οποιασδήποτε ξένης γλώσσας σε επίπεδο άριστο διαπιστώνεται με το οικείο κατά περίπτωση γλώσσας απολυτήριο τίτλο ισότιμο των ελληνικών σχολείων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, εφόσον έχει αποκτηθεί μετά από κανονική φοίτηση τουλάχιστον έξι ετών, στην αλλοδαπή,»

 

Προφανώς η λέξη στην αλλοδαπή δε σημαίνει στην αλλοδαπή χώρα δίοτι αυτό θα δημιουργούσε παράνομη διάκριση μεταξύ των γερμανικών σχολείων απανταχού της γης παραβιάζοντας έτσι και το άρθρο 45 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων των πολιτών της Ευρωπαικής Ένωσης για ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής (απόφαση 0220/2012 ΔΕΚ και απόφαση 4-12/2008 του ΔΕΚ επίσης) . Των σχολείων δηλαδή που έχουν ιδιοκτήτη το Γερμανικό Κράτος και όχι των ιδιωτικών σχολείων που διδάσκουν και γερμανικά ανάμεσα στα άλλα, όπως η Ελληνογερμανική αγωγή που προαναφέρθηκε. Τα σχολεία του Γερμανικού Κράτους που βρίσκονται σε πολλές χώρες του κόσμου λειτουργούν με την ίδια εκπαιδευτική νομοθεσία και πρόγραμμα και καταλήγουν στις εξετάσεις για την κατάκτηση του γερμανικού απολυτηρίου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Abitur).

 

Η λέξη «στην αλλοδαπή» σημαίνει προφανώς στην αλλοδαπή γλώσσα γεγονός που έχει απαντηθεί και νομολογιακά στην απόφαση 48/2009 του ΣΤΕ.

 

Σε αυτήν την απόφαση ορίζεται πως « για την κατάληψη της επίδικης θέσης απαιτείτο και η άριστη ή η πολύ καλή γνώση μιας ξένης γλώσσας» και ορίζει και «Δικαιολογητικά που αποδεικνύουν το προσόν αυτό».

Συγκεκριμένα και όταν η παρούσα απόφαση του ΣτΕ (48/2009) προχωράει σε ερμηνεία της κάθε διάταξης ,παραγράφου και εδαφίου του άρθρου 28 του Πδ 50/2001 αναφέρεται και στο επίδικο εδάφιο (άρθρου 28 παράγραφος 2 στοιχείο (iv) του ΠΔ 50/2001) ως « Με απολυτήριο τίτλο ισότιμο των ελληνικών σχολείων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της οικείας γλώσσας».

Η αδιάστικτη αυτή διατύπωση του ΣτΕ επικυρώνει ότι το Διάταγμα αναφέρεται «στην αλλοδαπή γλώσσα» και όχι χώρα και έτσι θεραπεύονται οι προβληματικές που αγγίζουν βασικές κοινοτικές και συνταγματικά κατοχυρωμένες ελευθερίες.

 

 

Το προαναφερθέν έχει απαντηθεί νομολογιακά στην απόφαση 434/ 2010 του ΔΕΦ ΑΘ (ΑΚΥΡ) όπου το εξεταζόμενο ζήτημα ήταν 

 
«Διαγωνισμός προσλήψεως. Απόδειξη γνώσης ξένης γλώσσας. Τίτλοι που αποδεικνύουν την γνώση αγγλικής γλώσσας. Νόμιμη η μη λήψη υπόψη σχετικού πιστοποιητικού που δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των καθορισθέντων από την προκήρυξη τίτλων, στο οποίο δεν αναφέρεται η αντιστοιχία του με τα απαιτούμενα από την προκήρυξη πτυχία των Πανεπιστημίων που ορίζονται σ` αυτή ή άλλων Πανεπιστημίων δημόσιου χαρακτήρα, αφού δεν προσκομίστηκε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο από αρμόδιο φορέα της οικείας χώρας περί της αντιστοιχίας του πιστοποιητικού αυτού.»

 
Ως πιστοποιητικό αντιστοιχίας (που προβλέπεται σα δυνατότητα ρητώς) συγκεκριμενοποιείται σε άλλη διάταξη της ίδιας απόφασης:

 
«…………..Αν δεν υπάρχει φορέας πιστοποίησης ή αναγνώρισης στην οικεία χώρα, απαιτείται βεβαίωση του αρμόδιου Υπουργείου ή της Πρεσβείας της χώρας στην Ελλάδα, ότι τα πιστοποιητικά που χορηγούνται σε 
τρίτους, οι οποίοι δεν έχουν ως μητρική γλώσσα την αγγλική, από πανεπιστήμια δημόσιου χαρακτήρα είναι αποδεκτά σε δημόσιες υπηρεσίες της αυτής χώρας ως έγκυρα αποδεικτικά γνώσης της αγγλικής γλώσσας σε άριστο επίπεδο………»

 

 

 

 

V. Απουσία συστηματικής ερμηνείας του Νόμου από την πλευρά της Διοίκησης και παράβαση νόμου (Υπουργική Απόφαση Π 23// 2008)

 

 

 

 

 

Η δήθεν γραμματική ερμηνεία της διοίκησης αντιβαίνει στις συνταγματικώς κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας ,της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας καθώς και της αξιολόγησης του συνόλου των προσόντων των διαγωνιζομένων.

 

Η αρχή της ισότητας, την οποία καθιερώνει ρητώς το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και ειδικότερα τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας όσο και τη Διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση. Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, που είναι έλεγχος ορίων και όχι της

ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή την κατ` εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση η ευχέρεια να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως. Πρέπει όμως η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την εκδήλως άνιση μεταχείριση με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικού μέτρου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια ή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (ΣτΕ Ολομ. 1252, 1253/2003). Ειδικότερα, η αρχή της ισότητας του νόμου έχει όπως γίνεται δεκτό τις ακόλουθες συνέπειες:

(α) Επιτάσσει την ίση μεταχείριση όμοιων ή παρόμοιων περιπτώσεων.

(β) Απαγορεύει την ευμενή μεταχείριση που συνιστά προνόμιο αλλά και την αδικαιολόγητα δυσμενή.

(γ) Με άλλες λέξεις, δεν επιτρέπεται, δηλαδή απαγορεύεται άνιση ρύθμιση παρόλο που συνέτρεχε, και για όσους αφορά, η βασική προϋπόθεση όσων ευνοήθηκαν. Έτσι, δεν επιτρέπεται αυθαίρετα ο νομοθέτης:

ι. να αγνοήσει το αντικειμενικό κριτήριο του όμοιου ή παρόμοιου – κοινού στοιχείου,

ιι. να λάβει υπόψη το συμπτωματικό κριτήριο του ανόμοιου στοιχείου και του χρονικού σημείου κατ’αντίθεση προς την αρχή της ισότητας.

 

Επιπλέον έχει κριθεί ότι η αρχή της ισότητας είναι εφαρμοστέα και διαχρονικά. Διότι αντίκειται στην αρχή της ισότητας, η ευμενής ή δυσμενής ρύθμιση έννομης σχέσης όταν ενεργείται με βάση χρονικό κριτήριο που είναι όλως τυπικό, συμπτωματικό, τυχαίο ή άσχετο και όχι αντικειμενικό (ΣτΕ 3072, 3074/1983, 2717/2003, 2396/2004).

 

Η αρχή της αξιοκρατίας απορρέει από το συνδυασμό των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 4, 5 παρ. 1 και 16 παρ.4 εδ. β’ του Συντάγματος, είναι δε ρητώς διατυπωμένη στο άρθρο 103 παρ. 7 εδ. β’ του Συντάγματος. Υπαγορεύει δε, όπως, η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους. Συνακόλουθα, δεν επιτρέπεται Έλληνας πολίτης να αποστερείται από το δικαίωμα κατάληψης δημόσιας θέσης και παραμονής σε αυτήν, ανάλογης με τα προσόντα του. Η αρχή της αξιοκρατίας αποτελεί έκφραση της αναλογικής ισότητας και τη συμπληρώνει (βλ.ΣτΕ 1253/2003: η αρχή της ισότητας διασφαλίζει την πραγμάτωση του Κράτους Δικαίου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας καθενός με ίσους όρους).

Τέλος και με βάση την παράγραφο 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως ο νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής».

 

Εν προκειμένω και σύμφωνα με το άρθρο 28 του ΠΔ 50/2001 παράγραφος 2 και εδάφιο ν ορίζεται ότι «Λοιποί τίτλοι ή πιστοποιητικά που πιστοποιούν την άριστη γνώση της ξένης γλώσσας και που αναγνωρίζονται από τον αρμόδιο φορέα πιστοποίησης γλωσσομάθειας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Μεταβατικά και μέχρι τον καθορισμό των συγκεκριμένων τίτλων ή πιστοποιητικών της παραπάνω περίπτωσης ορίζει ο Πίνακας εξειδίκευσης του Α.Σ.Ε.Π στον οποίο παραπέμπει το ΠΔ 50/2001 με το «πρώτο εδάφιο της περ. Α αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 1 παρ. 1 ΠΔ 116/2006, ΦΕΚ Α 115/9.6.2006. Στην παρ.2 του αυτού άρθρου και ΠΔ/τος ορίζεται ότι Πιστοποιητικά φορέων, τα οποία ως τη δημοσίευση του παρόντος έχουν γίνει αποδεκτά από το Α.Σ.Ε.Π ως αποδεικτικά γνώσης ξένης γλώσσας σε οποιοδήποτε επίπεδο, δεν θίγονται». 

 
Συγκεκριμένα για την Γερμανική γλώσσα:

 Άριστη γνώση (Γ2/C2):

  • Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας επιπέδου Γ2 του ν.2740/1999, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.19 του άρθρου 13 του ν.3149/2003.

  • Πιστοποιητικό (), του Πανεπιστημίου – του Μονάχου και του Ινστιτούτου .

  • DEUTSCHES SPRACHDIPLOM (KDS), του Πανεπιστημίου Ludwig-Maximilian του Μονάχου και του Ινστιτούτου Goethe.

  • OBERSTUFENPRUFUNG (ZOP) του Ινστιτούτου Goethe.

  • V.B.L.T. Professionales Leben του Πανεπιστημίου Γενεύης.

όπως προαναφέρθηκε.

 

Η αντίληψη- νομική ερμηνεία αυτή της διοίκησης αντίκειται ανάμεσα στα άλλα και στην Υπουργική Απόφαση Π 23// 2008 όπου αναφέρονται περιοριστικά οι τίτλοι σπουδών που πιστοποιούν την άριστη γνώση μίας ξένης γλώσσας για το διορισμό ορκωτών μεταφραστών του Υπουργείου Εξωτερικών (δημόσια θέση που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεικνύει ότι καλύπτεται από τους άριστους εκ των αρίστων λόγω της φύσης της εργασίας). Συγκεκριμένα και στην παράγραφο Β εδάφιο 2 ορίζεται ότι «η άριστη γνώση της γερμανικής γλώσσας πιστοποιείται με απολυτήριο τίτλο ξενόγλωσσης σχολής που λειτουργεί στην Ελλάδα ισότιμο των ελληνικών σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» και στο εδάφιο 5 που αναφέρει τους τίτλους που αποδεικνύουν αυτό « ……., Abitur για τα Γερμανικά»

 

 

VI. Γνωμοδοτήσεις από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους στον αντίποδα της ερμηνείας της διοίκησης .

 

 

 

Η απουσία συστηματικής ερμηνείας από τη διοίκηση είναι αντίθετη στο πνεύμα της 178/2007 ΓΝΜΔ ΝΣΚ και της 344/2008 ΓΝΜΔ ΝΣΚ .

 

Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση 344/2008 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αναφέρεται ρητά ότι «Υπό το νομικό καθεστώς του ΠΔ 146/2007 δεν προβλέπεται η δυνατότητα εκδόσεως πιστοποιητικών γνώσης της αγγλικής γλώσσας σε άριστο επίπεδο από φορείς που δεν είναι οι ίδιοι πιστοποιημένοι ή αναγνωρισμένοι από την αρμόδια αρχή της οικείας χώρας για να διενεργούν εξετάσεις και να χορηγούν τα παραπάνω πιστοποιητικά, αλλά συνεργάζονται για το σκοπό αυτό με άλλο φορέα που διαθέτει τη σχετική πιστοποίηση ή αναγνώριση και συνυπογράφει το πιστοποιητικό.»

 
Α contrario λοιπόν το Γερμανικό Προξενείο είναι κατεξοχήν αρμόδιο μια και είναι η έκφραση του Γερμανικού Κράτους άρα η έκφραση της κρατικής αρχής και κυριαρχίας κατά πλάσμα δικαίου σε αλλοδαπές χώρες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και το Γερμανικό Σχολείο αλλά και το Γερμανικό Προξενείο είναι τα κατεξοχήν αρμόδια να εκδηλώσουν την πιστοποίηση της γνώσης της γερμανικής γλώσσας. Διότι τα σχολεία καταρχήν που ανήκουν στο δημόσιο (άρα και στο γερμανικό δημόσιο όπως στην περίπτωση μου) εκφράζουν την εκπαιδευτική πολιτική του οικείου κράτους και για αντίστοιχες σαν και αυτή διακρατικές ισοτιμίες μεσολαβεί το γερμανικό προξενείο-όπως προαναφέρθηκε για να διαβεβαιώσει και να επικυρώσει την ισχύ και την νομική υπόσταση των ισοτιμιών εκφράζοντας τη βούληση του και του Κράτους που το φιλοξενεί αλλά και την ενιαία αντίληψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την πιστοποίηση μιας ξένης γλώσσας.

 

 

 

VII. Επίμετρο- Θεραπεία

 

Η παρούσα ερμηνεία της διοίκησης είτε βασιζόμενη σε έλλειψη εμπειρίας και γνώσης για μια ομολογουμένως σπάνια περίπτωση, είτε σε ένα μη εναρμονιζόμενο με την κοινοτική αντίληψη διοικητικό πράττειν, σε κάθε περίπτωση λοιπόν από νομικής άποψης σφάλλει. Η θεραπεία αυτής της αντίληψης κρίνεται ζωτικής σημασίας. Το νομικό σφάλμα προφανώς δεν βασίζει την ισχύ του στο προεδρικό διάταγμα 50/2001 και στο άρθρο 28 αλλά στην πλημμελή και εντέλει λανθασμένη ερμηνεία αυτού του διατάγματος από την πλευρά της διοίκησης η οποία υπό το φόβο της παρελθούσας υπόνοιας για μη αντικειμενικότητα «κρύβεται» πίσω από τη γραμματική ερμηνεία κάθε νόμου και διατάγματος καταλήγοντας να είναι «ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στο αλεύρι».

 

Οι θεσμικές παρενέργειες της υπόθεσης «Βασικός Μέτοχος»: Η εκνόμευση του συντάγματος και η παραγνώριση των άδηλων τροποποιήσεων του συντάγματος μέσω των ευρωπαϊκών συνθηκών

Αντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Εισαγωγή, οριοθέτηση του θέματος και αντικείμενο της εισήγησης[1]

Στην εισήγησή μου θα ασχοληθώ, κυρίως, με την υπόθεση του ‘βασικού μετόχου”, όπως συνοπτικά επικράτησε να λέγεται.

Θεωρώ την υπόθεση σημαντική, αντιπροσωπευτική περίπτωση «hard case». H μελέτη της φωτίζει και παράλληλα αποκαλύπτει, πολλές και κρίσιμες πτυχές του πολιτειακού μας βίου και όχι μόνον της νομολογίας μας, όπως νομίζεται.

Αφορά ζητήματα που συνδέονται με την αναθεωρητική διαδικασία και τα σιωπηρά όρια της συνταγματικής αναθεώρησης, των σχέσεων συντάγματος και ευρωπαϊκού δικαίου, του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και των σχέσεών του με τον δικαστικό έλεγχο της συμβατότητάς τους με το κοινοτικό δίκαιο και τελικά της σημασίας που έχει και της λειτουργίας που επιτελεί η δικανική τεχνική της αναλογικότητας στους δύο προηγούμενους δικαστικούς ελέγχους. Θα θιγούν άρα τέσσερις, συνολικά, κρίσιμες θεματικές συνταγματικού, ευρωπαϊκού και συνταγματικής δικαιοσύνης, που διαπλέκονται μεταξύ τους.

 

 Στην παρούσα δημοσίευση θα ασχοληθώ μόνον με τα θεσμικά ζητήματα της υπόθεσης του βασικού μετόχου. Η επιλογή του θέματος συνδέετα με τον τιμώμενο εκλεκτό συνάδελφο και Πρόεδρο του ΔΕΕ, καθηγητή Βασίλη Σκουρή. Διότι, η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο, υπό την φωτισμένη προεδρεία του, αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα συμβολής της νομολογίας του ΔΕΕ στη διαδικασία της δημιουργίας ενός κοινού ευρωπαϊκού, δικαιικού χώρου, που σέβεται, έστω και αν δεν το λέει ρητά, τις συνταγματικές ιδιαιτερότητες και ταυτότητες της κάθε χώρας.

Για την ελληνική έννομη τάξη ειδικά, η απόφαση είναι καθοριστική όχι μόνον για τις σχέσεις του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου της χώρας μας με το ΔΕΕ αλλά και για τις σχέσεις της ελληνικής έννομης τάξης με την ευρωπαϊκή: θέση τυπικής ιεραρχίας και υπεροχής ή σχέσεις τυπικά ισότιμες, οργανικής και λειτουργικής απλώς διασύνδεσης; Και ακόμη, ποια είναι η σχέση του ελέγχου της συνταγματικότητάς των νόμων με τον έλεγχο της συμβατότητάς τους με το κοινοτικό δίκαιο; Αυτά θα εξεταστούν διεξοδικά στο δεύτερο μέρος. Στο πρώτο μέρος θα εξεταστούν οι θεσμικές παρενέργειες από την άστοχη και αλυσιτελή, πολιτικά και συνταγματικά, συνταγματική πρόβλεψη της πάταξης της «διαπλοκής» Μ.Μ.Ε.-οικονομικής και πολιτικής εξουσίας μέσω της καθιέρωσης ενός απόλυτου ασυμβιβάστου της ιδιότητας του ιδιοκτήτη των Μ.Μ.Ε και συμβασιούχου του δημοσίου. Η εκνόμευση του Συντάγματος και η αγνόηση των συνταγματικών δεσμεύσεων του αναθεωρητικού νομοθέτη –ή σιωπηρών ορίων της αναθεωρητικής εξουσίας, που απορρέουν από τις άδηλες τροποποιήσεις του Συντάγματος, που έχουν επέλθει από τις ευρωπαϊκές συνθήκες που κύρωσε η Ελλάδα.

 

 

Ι. Τa Νομικά δεδομένα και τα συνταγματικο-πολιτικά διακυβεύματα της υπόθεσης

 

Θυμίζω τα βασικά συνταγματικά, νομικά και πολιτικά, δεδομένα της υπόθεσης που ξεκίνησε το 2002 με αίτηση της εταιρίας «Μηχανική» για την ακύρωση του πιστοποιητικού διαφάνειας[2], που εξέδωσε το ΕΣΡ περί μη συνδρομής ασυμβιβάστων ιδιοτήτων στο πρόσωπο του βασικού μετόχου ή του διευθύνοντος συμβούλου κλπ ή των συγγενών ανταγωνιστικής προς την αιτούσα εταιρία σύναψης συμβάσεων δημοσίων έργων (στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για την εταιρία «Σαραντόπουλος», που αργότερα απορροφήθηκε από την εταιρία «Παντεχνική»). Η υπόθεση άρχισε με την παραπεμπτική απόφαση ΣτΕ 3242/2004 του Δ’ Τμήματος και τελείωσε οριστικά το 2011 με την έκδοση της απόφασης ΣτΕ 3471/2011. Η συνολική διάρκειά της, δεκαετής. Επίδικο, παρεμπίπτον, αντικείμενο της διαφοράς, η συνταγματικότητα της καθιέρωσης νομοθετικά, δυνάμει ειδικής διατάξεως του Συντάγματος και εις εκτέλεσή της, ενός ασυμβιβάστου μεταξύ επιχειρηματικών ιδιοτήτων ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου, διευθύνοντος στελέχους επιχειρήσεων ΜΜΕ και εργολήπτη δημοσίων έργων ή προμηθευτή του δημοσίου. Εν συντομία, η επιδικία αφορούσε τη συνταγματικότητα του ασυμβιβάστου της ιδιότητας του ιδιοκτήτου ή ‘βασικού μετόχου’ επιχείρησης ΜΜΕ κλπ με την αντίστοιχη ιδιότητα σε επιχείρηση που αναλαμβάνει και εκτελεί δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών, υπηρεσιών[3].

Η επίμαχη συνταγματική διάταξη που έδωσε λαβή για μια οξύτατη αντιπαράθεση στη νομολογία και στη θεωρία σχετικά με την συμβατότητα ή μη της επίμαχης διάταξης με το ευρωπαϊκό δίκαιο και ειδικά με τις θεμελιώδεις οικονομικές ελευθερίες του κοινοτικού δικαίου αλλά και με τις ατομικές ελευθερίες της πληροφόρησης και επικοινωνίας[4], καθώς και για τη σχέση του ελέγχου της συνταγματικότητας με τον έλεγχο της συμβατότητας των νόμων, ήταν εκείνη του άρθρου 14 παρ. 9Σ εδ ε’ και στ΄., που καθιερώθηκε με την αναθεώρηση του 2001. Η διάταξη όριζε, και ορίζει, ακόμη ότι είναι «ασυμβίβαστη η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθύνοντος στελέχους επιχείρησης ΜΜΕ με την αντίστοιχη ιδιότητα στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει και εκτελεί δημόσιες συμβάσεις». Το ίδιο ασυμβίβαστο καθιερώνει το αμέσως επόμενο εδάφιο και για «κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρίες. Νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης…».

Το ΣτΕ αφού ερμήνευσε την συνταγματική διάταξη με τρόπο που να εναρμονίζεται με το κοινοτικό δίκαιο και ειδικότερα με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας -η οποία συνέβαινε να είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή- όπως την ερμήνευσε το ΔΕΕ επί της προαναφερθείσης υποθέσεως C-213/07 στη συγκεκριμένη περίπτωση, έκρινε περαιτέρω ότι η προβλεπόμενη νομοθετική ρύθμιση του νόμου 3012/20012 αντίκειται στο Σύνταγμα

Στην απόφασή του το ΔΕΚ δεν έθιξε καθόλου το ζήτημα της τυπικής υπεροχής του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού και μάλιστα έναντι του Συντάγματος. Δεν χρειαζόταν άλλωστε να το κάνει, αφού δεν υπήρχε αμφιβολία ως προς το ότι η ρύθμιση υπαγόταν, σε ότι αφορά το ρυθμιστικό της πεδίο, στην κοινοτική δικαιοδοσία ή έστω διασταυρωνόταν με την δικαιοδοσία αυτή. Ο κοινοτικός δικαστής απέφυγε άλλωστε επιμελώς να υποδείξει ερμηνευτικά κριτήρια που να αντλούνται από οποιαδήποτε σχέση τυπικής ιεραρχίας ή τυπικής υπεροχής του κοινοτικού έναντι και του Συντάγματος, όπως θα δούμε αναλυτικά στο δεύτερο μέρος της εισήγησης.

 

α) Συνοπτικό ιστορικό της υπόθεσης. Σκοπός και πολιτικό διακύβευμα της ρύθμισης: η πάταξη της αθέμιτης διαπλοκής ΜΜΕ-εργολάβων του Δημοσίου-πολιτικής εξουσίας

 

Ο σκοπός της επίμαχης συνταγματικής διάταξης και κατ΄επέκταση και της νομοθετικής ήταν η διασφάλιση της διαφάνειας και πολυφωνίας στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ και γενικότερα στην οικονομική λειτουργία του κράτους, προς αποτροπή του κινδύνου αθέμιτης επιρροής από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της διαδικασίας αναθέσεως των δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών και έμμεσα της απόκτησης μέσω αυτή της διαδικασίας προνομιακής θέσης και δυνατότητας αθέμιτης επιρροής στην διαδικασία λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Ο συντακτικός νομοθέτης επιδίωξε με την εν λόγω ρύθμιση να αποκλείσει την δυσαπότρεπτη, άλλως, δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν τα ΜΜΕ από εκείνους που τα ελέγχουν προκειμένου να καταστούν οι προνομιακοί αντισυμβαλλόμενοι του δημόσιου στο τομέα των δημοσίων συμβάσεων[5]. Η συνταγματική ρύθμιση είχε, πράγματι, κατά βάση προληπτικό χαρακτήρα: σκόπευε να αποτρέψει το ‘ενδεχόμενο’ αθέμιτης επιρροής των εργολάβων ή προμηθευτών του δημοσίου, μέσω των ΜΜΕ, στη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Και αυτή η γενική, προληπτική και απόλυτη, ρύθμιση είναι που προκάλεσε τις ενστάσεις αντισυνταγματικότητας και αντισυμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο και αυτή είναι που κρίθηκε τελικά αντισυνταγματική από το ΣτΕ μετά την γνωμοδότηση του ΔΕΚ.

 

Με πολιτικούς όρους της εποχής που καθιερώθηκε, η συνταγματική πρόβλεψη του ασυμβιβάστου απέβλεπε στην προληπτική πάταξη μιας σχέσης αθέμιτης ‘διαπλοκής’ -όπως αποκλήθηκε και καθιερώθηκε στην κοινή γνώμη- μεταξύ πολιτικής, οικονομικής και μιντιακής εξουσίας[6]. Η συγκεκριμένη ρύθμιση, όπως και η σχετική αναθεωρητική πρόβλεψη, συνάντησαν μια ευρύτατη κοινοβουλευτική συναίνεση, πρωτοφανή σε αριθμό βουλευτών[7].

Στόχος θεμιτός, συνταγματικά, και πάντως όχι αντίθετος –από μόνος του- με το κοινοτικό δίκαιο, αν δεν συνοδευόταν από έναν τόσο απόλυτο διαχωρισμό των δύο ιδιοτήτων καθώς και από μια λεπτομερειακού χαρακτήρα διατύπωση, που καθιέρωνε, ρητά, ως κανόνα, ένα γενικό και απόλυτο ασυμβίβαστο ή ένα «προληπτικό ασυμβίβαστο» και όχι ένα «ασυμβίβαστο πράξεων» κατά τον επιτυχή χαρακτηρισμό του Ανθόπουλου[8]. To τελευταίο απαιτεί έμπρακτη και αθέμιτη επιρροή στη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης και πάντως την παροχή δυνατότητας στον συμβαλλόμενο να αποδείξει ότι δεν προέβη σε τέτοια ενέργεια. Θα πρέπει επί πλέον για να είναι αποδεκτή και κατά το κοινοτικό δίκαιο η απαγόρευση αυτή, η οποία, καθιερώνοντας μια περίπτωση αδυναμίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, θα έπρεπε με την σχετική ρύθμιση να μην παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας[9]. Δεν έπασχε πάντως τόσο ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της, που ήταν η αποτροπή κινδύνου εμφάνισης πρακτικών ικανών να απειλήσουν την διαφάνεια, ή την πολυφωνία και την ισότητα του ανταγωνισμού, αλλά ως προς τα μέσα και τις διαδικασίες ή ως προς προσδιορισμό των ασυμβιβάστων, που καθιέρωσε για να αποτρέψει την αθέμιτη επιρροή στη πολιτική διαδικασία δια μέσου των ΜΜΕ και των εργοληπτών ή προμηθευτών του δημοσίου[10].

Εν ολίγοις, μια θεμιτή ως προς τον σκοπό της ρύθμιση, αλλά ατυχής και άτοπη, συνταγματικά, αναθεωρητική διάταξη, που προκάλεσε πολιτική και νομολογιακή αναστάτωση και έβλαψε το κύρος και την αξιοπιστία της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Η συνταγματική πρόβλεψη των ασυμβιβάστων αποφασίστηκε από την πολιτική εξουσία, που ενεργούσε στην συγκεκριμένη περίπτωση ως αναθεωρητική εξουσία και υποστηριζόταν από μια ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ενήργησε έτσι, επειδή πίστευε ότι η συνταγματική κατοχύρωση μιας γενικής και απόλυτης απαγόρευσης θα της προσέδιδε, εξ αιτίας της αυξημένης τυπικής δύναμης που διαθέτει, παγιότητα, σταθερότητα και κύρος στην αντιμετώπιση της διαπλοκής. Ήλπιζε, ματαίως, ότι με τον τρόπο αυτό η διαπλοκή θα πατασσόταν αποτελεσματικά. Το αντίθετο, δυστυχώς, συνέβη. Η συνταγματική ρύθμιση αποδείχτηκε αναποτελεσματική και κατέληξε σε «φιάσκο», μόλις χρειάστηκε να αναμετρηθεί με τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου και με τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς.

Η συνταγματική τυποποίηση του συγκεκριμένου ασυμβίβαστου θεσπίστηκε, είναι αλήθεια, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις του εισηγητή και συντάκτη της[11]. Υπό την πίεση και την κατακραυγή της κοινής γνώμης, που φούντωνε από την χρυσοφόρα ακροαματικά σκανδαλολογία των ΜΜΕ και τον πάταγο που είχαν προκαλέσει τα σκάνδαλα πολιτικής διαφθοράς, που ήταν τότε και είναι ακόμη, δυστυχώς, ατέλειωτα.

Παρόλα αυτά, ήταν απολύτως φυσικό να προκαλέσει αμέσως αμφισβητήσεις και να συναντήσει ποικίλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις και αντιφατικές νομολογιακές αντιμετωπίσεις. Τρείς αποφάσεις του ΣτΕ με ταυτόσημο διατακτικό έκριναν και οι τρείς την ίδια κρινόμενη διάταξη του νόμου 3021/2002 αντισυνταγματική. Με εντελώς διαφορετικό όμως σκεπτικό: η ΣτΕ 3242/2004, η ΣτΕ 3670/2006 και η 3471/2011. Η τρίτη και τελική, που επακολούθησε της απόφασης του ΔΕΚ, η 3471/2011, ενώ κατέληξε και αυτή στην αντισυνταγματικότητα της επίμαχης νομοθετικής διάταξης, ερμηνεύοντάς την όμως σε εναρμόνιση με το κοινοτικό δίκαιο, αυτή την φορά, την ίδια συνταγματική διάταξη, διάσωσε, τελικά, το κύρος της, το κύρος του Συντάγματος και το κύρος και την αξιοπιστία του Δικαστηρίου με βάση το σκεπτικό που υιοθέτησε, όπως θα δούμε.

 

 

β) Η αλυσιτελής και απατηλή καταφυγή στο τυπικό Σύνταγμα μέσω της Αναθεώρησης

 

Με τη συνταγματική ρύθμιση του βασικού μετόχου, η πολιτική εξουσία αναζήτησε, τελικά, στο Σύνταγμα καταφύγιο και πολιτικό άλλοθι. Θεώρησε την συνταγματική αναθεώρηση ως το κατάλληλο μέσο προκειμένου να απαλλαγεί η ίδια από την κατηγορία της πολιτικής συγκάλυψης ή της ανοχής της διαπλοκής. Κατάφυγε εκεί για να δικαιολογήσει την δική της αδυναμία ή αβουλία να αντιμετωπίσει πολιτικά και θεσμικά, μέσω κυρίως των ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών, όπως ήταν το ΕΣΡ, μια νοσηρή κατάσταση που υποσκάπτει τα θεμέλια του πολιτεύματος και δυσφημεί και την ίδια. Και αν ακόμη η λειτουργία του ΕΣΡ είχε αποδειχθεί στην πράξη ανεπαρκής για την διασφάλιση της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας στα ΜΜ, πέντε χρόνια μετά την έναρξη λειτουργίας του, και πάλι η λύση θα έπρεπε να είχε αναζητηθεί στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της ίδιας ανεξάρτητης Αρχής, όπως συμβαίνει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Έστω και με αναθεώρηση των υπερβολικά φιλόδοξων εξουσιών που του είχαν ανατεθεί.

Φευ, το καταφύγιο του τυπικού Συντάγματος και η χρησιμοποίηση της διαδικασίας της Αναθεώρησης από την πολιτική εξουσία, ως πρόσχημα για μια διαφυγή προς τα εμπρός (fuite en avant) από τα δυσεπίλυτα προβλήματα της πολιτικής εξουσίας, αποδείχθηκε διέξοδος απατηλή, πρόσκαιρη και αναποτελεσματική. Διότι, όχι μόνον δεν επιτεύχθηκαν οι σκοποί της ρύθμισης, όχι απλώς δεν επήλθαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, αφού η συνταγματική ρύθμιση έμεινε στην πράξη ανενεργός και ουσιαστικά ανεφάρμοστη, αλλά, το κυριότερο, άφησε τελικά ανέγγιχτη και την διαπλοκή. Και μόνον η διαπίστωση, πέντε μόλις χρόνια μετά την Αναθεώρηση του 2001, της ανάγκης αναθεώρησης εκ νέου του άρθρου 14 παρ. 9 Σ το 2006 από τα δύο τότε μεγαλύτερα κόμματα ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αποδεικνύει ότι η συνταγματική εκείνη ρύθμιση ήταν, τουλάχιστον, ατυχής.

 

Είναι χαρακτηριστικό της παλινδρόμησης της πολιτικής εξουσίας ότι λίγο χρόνο μόνο μετά την υιοθέτηση του πρώτου εκτελεστικού νόμου, του ν. 3021/2002 αναγκάστηκε να τον τροποποιήσει δύο φορές διαδοχικά, λόγω της σφοδρής αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Επιτρόπου του ανταγωνισμού, και μετά από την παραπομπή της χώρας στο ΔΕΕ και την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης. Αναγκάστηκε να τον τροποποιήσει αρχικά με τον νόμο 3310/ 2005 και στη συνέχεια με τον νόμο 3414/2005, ύστερα από διαβουλεύσεις με την Επιτροπή προκειμένου να διασφαλιστεί η συμβατότητα των διατάξεων του εκτελεστικού του Συντάγματος νόμου με τους κανόνες της κοινοτικής έννομης τάξης και παράλληλα να τηρηθούν οι επιταγές του Ελληνικού Συντάγματος[12]. Η τελική συστηματική νομοθετική ρύθμιση της λειτουργίας των ΜΜΕ κατέληξε στο νόμο 3759 /2007.

Οι νόμοι 3310, 3414 /2005 έδωσαν, πάντως, μια νομοθετική ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων του συντάγματος αντίθετη και πάντως διαφορετική από εκείνη του πρώτου νόμου 3021/ 2002. Ο τελευταίος νομοθέτης του 2005 ενεργώντας ως εκτελεστής και έμμεσα ερμηνευτής του Συντάγματος νομοθέτησε αυτή τη φορά ερμηνεύοντας τις συνταγματικές διατάξεις σε απόλυτη αρμονία με το κοινοτικό δίκαιο, συρρικνώνοντας το κανονιστικό εύρος των ασυμβιβάστων του άρθρου 14 παρ.9., σε τέτοιο σημείο ώστε η απαγορευτική αυτή συνταγματική ρύθμιση να μείνει κενή κανονιστικού περιεχομένου. Κατά τη νέα και ισχύουσα νομοθετική πρόβλεψη, τα ασυμβίβαστα του άρθρου 14 παρ. 9Σ συντρέχουν μόνον μετά από οριστική δικαστική απόφαση με ισχύ δεδικασμένου εξ αιτίας ενεργητικής διαφθοράς, κατά την έννοια της σχετικής οδηγίας της ΕΕ.

Το θεσμικά οξύμωρο;

Μετά τη νομοθετική διευθέτηση του ν. 3414/2005, η οποία τροποποιούσε ριζικά την προγενέστερη νομοθεσία, το νόημα των επίδικων συνταγματικών διατάξεων είχε στην πράξη προσδιοριστεί από τον νέο εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο. Η δικαστική και νομολογιακή αντιδικία που είχε ξεκινήσει και συνεχιζόταν είχε, πλέον, καθαρά θεωρητικό ενδιαφέρον.

Η πολιτική αντιδικία και διαμάχη είχε όμως εν τω μεταξύ καταλαγιάσει με μια απλή απειλή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για προσφυγή στο Δικαστήριο, η οποία δεν υλοποιήθηκε λόγω της άμεσης συμμόρφωσης του νομοθέτη στη «νότα» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Με αυτή την εξέλιξη, η κανονιστική αξία του Συντάγματος καταρρακώθηκε, η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης απαξιώθηκε, η πολιτική εξουσία έχασε ένα μέρος της πολιτικής αξιοπιστίας της. Και το κυριότερο η διαπλοκή έμεινε ανέπαφη και μάλιστα φαίνεται ότι αποθρασύνθηκε. Η Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή, το ΕΣΡ που δημιουργήθηκε για να εξασφαλίσει τη διαφάνεια, την πολυφωνία και τους ίσους όρους του ανταγωνισμού, αποδυναμώθηκε και τελικά αφοπλίστηκε.

 

γ) Η «εκνόμευση» του Συντάγματος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη και η παραγνώριση από τη νομολογία του νοήματος του πραγματικού Συντάγματος

 

Το μοιραίο, πολιτικά, λάθος της αναθεωρητικής πλειοψηφίας το 2001 οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο γεγονός ότι υποτίμησε ή μάλλον αγνόησε την ουσιαστική διαφορά νόμου και νομοθετικής εξουσίας από τη μια μεριά, και Συντάγματος και αναθεωρητικής εξουσίας, από την άλλη.

Η νομοτεχνική κατάστρωση της αναθεωρητικής διάταξης ήταν σαφώς «νομοθετικής κοπής και προέλευσης» και δεν ταίριαζε καθόλου σε Σύνταγμα. Αδυνατούσε από μόνη της να λειτουργήσει, όπως ήταν λεπτομερειακή, τεχνική και φλύαρη, αποτελεσματικά και να πετύχει τον στόχο, που είχε τάξει στον εαυτό της.

Δεν ανήκει στο τυπικό Σύνταγμα να ρυθμίζει ύλη που δεν είναι συνταγματικού χαρακτήρα από άποψη ουσίας, όπως π.χ, να προβλέπει διαδικασίες αποτροπής του κινδύνου και να απαριθμεί ασυμβίβαστα, όπως η ιδιότητα του βασικού μετόχου, ή οι επαγγελματικές αναξιότητες. Το Σύνταγμα είναι για τα βασικά και θεμελιώδη, π.χ. για να καθορίζει τους σκοπούς της συγκεκριμένης συνταγματικής ρύθμισης ή την γενική αρχή που την διέπει. Οι διατάξεις του θα πρέπει για να μπορούν να διαρκέσουν, να είναι λιτές και αόριστες ώστε να διαθέτουν, μέσα από την ερμηνεία και την συνταγματική πρακτική, την αναγκαία μορφολογική πλαστικότητα και προσαρμοστικότητα στις διαρκώς μεταβαλλόμενες πραγματικές, νομοθετικές και θεσμικές, καταστάσεις[13]. Το νόημα των συνταγματικών διατάξεων πλάθεται και αναπλάθεται διαρκώς μέσα από την νομοθετική και νομολογιακή πρακτική και ερμηνεία. Εμβρυουλκός του νοήματος, η διαδικασία της αέναης ερμηνείας τους μέσα από τους θεσμούς, νομοθέτης, δικαστήρια, διοίκηση και από την θεωρία.

Η πιο σημαντική διαφορά, η πιο καίρια μεταξύ νόμου και Συντάγματος, δεν είναι, όπως κατά κόρον λέγεται και επαναλαμβάνεται και διδάσκεται, η αυξημένη τυπική δύναμη του Συντάγματος έναντι του νόμου, η τυπική υπεροχή του πρώτου απέναντι στον δεύτερο, αλλά η διαφορετική από άποψη περιεχομένου ή ουσίας ρυθμιστέα ύλη τους. Το Σύνταγμα, με την σύνθετη σημασία του, τυπική και ουσιαστική, ρυθμίζει τα θεμελιώδη, τα ουσιώδη του πολιτειακού βίου, τα μακροπρόθεσμα: την οργάνωση και τις λειτουργίες του κράτους και του πολιτεύματος καθώς και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών ή από μία άλλη γωνία -κανονιστική- τις θεμελιώδεις αρχές, αλλά μόνον τις θεμελιώδεις, που διέπουν την οργάνωση και τις λειτουργίες μια έννομης τάξης. Και πρέπει να αρκείται σε αυτά, αν θέλει να παραμένει πάνω και πέρα από τις εφήμερες και συγκυριακές αντιδικίες και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Γι΄αυτό και το Σύνταγμα νοείται πριν από όλα και πάνω από όλα ως ένα σύστημα θεμελιωδών αρχών μιας έννομης τάξης[14]. Ενώ, ο κοινός νόμος θέτει, κατά βάση, κανόνες συμπεριφοράς ή οργάνωσης υπηρεσιών ή αρμοδιοτήτων, και γενικά κανόνες που ρυθμίζουν κάθε είδους κοινωνικές, πολιτικές ή οικονομικές κλπ έννομες σχέσεις με τρόπο διεξοδικό.

Το Σύνταγμα καταλείπει και πρέπει να καταλείπει με τη λιτή, περιεκτική και αόριστη συνταγματική διατύπωσή του μεγάλα περιθώρια άμεσης εφαρμογής και εξειδίκευσης των λακωνικών διατυπώσεων και των αόριστων εννοιών του στον εκτελεστικό νόμο ή στην επιφύλαξη υπέρ του νόμου, και κατά συνέπεια και στην συνταγματική ερμηνεία, τη νομοθετική, την δικαστική και την δογματική. Μέσω της ερμηνείας και της νομοθετικής πρακτικής, αόριστες και αφηρημένες έννοιες αποκτούν νόημα, που ανταποκρίνεται στην διαρκώς μεταβαλλόμενη, ανάλογα με τις συνθήκες, συνταγματική πραγματικότητα. Το Σύνταγμα ερμηνεύεται μέσω της πραγμάτωσής του και την πρώτη έμπρακτη ερμηνεία του την επιτελεί ο νομοθέτης δια της καθημερινής νομοθετικής πρακτικής[15].

Αυτήν την ουσιαστική διάκριση νόμου και συντάγματος αγνόησε ή υποτίμησε ο αναθεωρητικός νομοθέτης του 2001 και αυτή την συνταγματική απερισκεψία, που ονόμασα αλλού εκνόμευση του Συντάγματος[16], πλήρωσε το πολιτικό σύστημα, η Δικαιοσύνη και έμμεσα ο τόπος, με τις ανελαστικές, πληθωρικές και λεπτομερειακές συνταγματικές διατάξεις που είτε έμειναν ανεφάρμοστες είτε η εφαρμογή τους προκάλεσε αρνητικές κρίσεις και αντιφατικές αποφάσεις της νομολογίας.

 

Ως προς το δεύτερο και επιγενόμενο σφάλμα, η νομολογία του «βασικού μετόχου» μας διδάσκει, τελικά, όπως θα δούμε λίγο πιο κάτω αναλυτικά, πόσο καθοριστική είναι η διαδικασία της ερμηνείας κατά την εφαρμογή του Συντάγματος και τι τεράστια σημασία έχει αποκτήσει σήμερα η αναζήτηση του πραγματικού νοήματος των διατάξεών του, μέσω μιας εναρμονισμένης με την συνταγματική πραγματικότητα –στην οποία περιλαμβάνονται και η ευρωπαϊκή θεσμική πραγματικότητα- ερμηνείας τους. Πρόκειται για μια ερμηνευτική προσέγγιση του Συντάγματος «πραγματολογική», που αναζητά το κανονιστικό νόημα του πραγματικού Συντάγματος[17], έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται από τη ζωντανή και ισχύουσα νομοθετική και νομολογιακή, εθνική και διεθνή, πρακτική και ερμηνεία, καθώς και από τις εξελίξεις, οικονομικές, κοινωνικές, τεχνολογικές, που δημιουργούν διαρκώς μια νέα δικαϊική και συνταγματική συνείδηση, που υποστηρίζει την ερμηνεία και στηρίζεται σε αυτήν.

Αν προσέξει κανείς και τις τρείς αποφάσεις του ΣτΕ θα διαπιστώσει τρείς διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις της ίδιας συνταγματικής διάταξης, του άρθρου 14 παρ. 9Σ και αυτό δεν είναι καθόλου σύμπτωμα παθολογικής αδυναμίας είτε της διάταξης είτε των ερμηνευτών. Δείχνει πόσο πλούσια σε ενδεχόμενα ή σε νοήματα είναι από τη φύση του το συνταγματικό κείμενο μέσα στο χρόνο και πόσο διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις ή πόσοι ερμηνευτικοί ισχυρισμοί μπορούν να διατυπωθούν από διάφορα αρμόδια όργανα, ανάλογα με τις συνθήκες και τα νομικά και πραγματικά περιστατικά που συντρέχουν κάθε φορά στην υπόθεση.

Επικρατεί και επιβάλλεται, βέβαια, ως σχετικά ορθότερη η ερμηνεία του οργάνου που συμβαίνει να έχει τον τελευταίο λόγο στην εφαρμογή του Συντάγματος. Η καταληκτική όμως ερμηνεία διαμορφώνεται – και αυτό δείχνει η ερμηνευτική εμπειρία της συνταγματικής διάταξης για τον βασικό μέτοχο- μετά από έναν εκτενή και διαβουλευτικό νομολογιακό και θεωρητικό διάλογο, ο οποίος διαπλάθει ένα επεξεργασμένο ερμηνευτικό και νομολογιακό προηγούμενο, έναν νομολογιακό συνταγματικό κανόνα, που στηρίζεται σε μια ζωντανή αλλά κατασταλαγμένη συνταγματική συνείδηση.

Στο σημείο αυτό ίσως χρειάζεται παρεμπιπτόντως να τονιστεί, με αφορμή τους προηγούμενους συλλογισμούς, ότι η ερμηνευτική μέθοδος που ακολουθήθηκε αποδεικνύει και επιβεβαιώνει πόσο επίκαιρη, αναγκαία και λειτουργική είναι ερμηνευτική προσέγγιση του πραγματικού συντάγματος. Η ερμηνευτική δηλαδή προσέγγιση των συνταγματικών διατάξεων όχι ως πήλινα δοχεία αποστεωμένων ή απολιθωμένων κανονιστικών νοημάτων αλλά ως φορέων δυναμικών και εύπλαστων νοημάτων, των οποίων το περιεχόμενο δεν είναι δεδομένο μια για πάντα, αλλά καθορίζεται και επανακαθορίζεται διαρκώς μέσα από την συνταγματική πρακτική ενόψει μιας δυναμικής και μεταβαλλόμενης συνταγματικής πραγματικότητας.

Το πραγματικό νόημά τους δεν αποκαλύπτεται ως θεόραμα ούτε ανακαλύπτεται ως κρυμμένος θησαυρός, διαμορφώνεται μέσα από την πρακτική της έμπρακτης και δογματικής ερμηνείας και της λειτουργίας των θεσμών ή της εφαρμογής των νόμων, στις οποίες αδιάκοπα επιδίδονται φορείς εξουσίας, η θεωρία και τα αρμόδια δικαστήρια, με βάση κάποιες διαδικασίες τυπικές ή και άτυπες, και σε λογική αναφορά προς τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τις ρυθμιζόμενες σχέσεις. Άλλωστε, το τυπικό Σύνταγμα από μόνο του δεν λέει τίποτε. Ο εφαρμοστής και ερμηνευτής του το κάνει να μιλάει. Φωνή αποκτά το Σύνταγμα, όταν πραγματώνεται και πραγματώνεται μέσα από τη νομοθετική, δικαστική, κυβερνητική, διοικητική και δικαστική πρακτική.

Η τυπολατρική ερμηνευτική προσέγγιση του Συντάγματος εμποδίζει τη συνταγματική σκέψη να εγκαταστήσει γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ του θετού συνταγματικού κειμένου, της συνταγματικής πραγματικότητας και των θεμελιωδών αρχών που ισχύουν στη συνταγματική πολιτεία, που εμπνέουν και συνέχουν το πολίτευμα και την λειτουργία του και ανταποκρίνονται στην κοινή συνταγματική συνείδηση που διαμορφώνεται διαρκώς και επικρατεί[18].

 

 

δ) Οι συνταγματικές δεσμεύσεις της αναθεωρητικής εξουσίας από τις άδηλες τροποποιήσεις του Συντάγματος μέσω των ευρωπαϊκών συνθηκών δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 2 και 3Σ

 

Τέλος, η υπόθεση υπήρξε σημαντική και για έναν άλλον πρόσθετο λόγο, διότι μας υπενθυμίζει τα σιωπηρά όρια της αναθεώρησης του Συντάγματος, που απορρέουν από την ένταξη της χώρας μας στην ΕΕ και από την συμμετοχή της στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Μία από τις νομικές συνέπειες της ένταξής μας στην ΕΕ είναι ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης είναι υποχρεωμένος και αυτός να ενεργεί εντός των ορίων που προκύπτουν από το πρωτογενές και παράγωγο ενωσιακό δίκαιο και φυσικά από την εκχώρηση σε αυτήν κυριαρχικών αρμοδιοτήτων δυνάμει του άρθρου 28 παράγραφοι 2 και 3Σ, υπό την συνταγματική, βέβαια, επιφύλαξη της κυριαρχίας[19] και των «αντιπεριορισμών» ειδικά της παραγράφου 3, της μη προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της δημοκρατικής αρχής. Τα άρθρα αυτά δεν οριοθετούν μόνον την ανέγκλητη εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στην ΕΕ. Δεν καθορίζουν, απλώς, έμμεσα μία άδηλη, συνεχή, διαδικασία τροποποίησης του νοήματος του Συντάγματος σε αρμονία με τη διαδικασία ενοποίησης της Ευρώπης, διαφορετική από εκείνη της τυπικής Αναθεώρησης, θέτουν, επί πλέον, και σιωπηρά, νοηματικά, όρια στον αναθεωρητικό νομοθέτη[20].

Ο αναθεωρητικός νομοθέτης ενεργώντας, ως δευτερογενής συντακτική και πάντως ως συντεταγμένη εξουσία, οφείλει να σέβεται τις διεθνείς δεσμεύσεις της Ελλάδος και σε ό,τι αφορά την ΕΕ να μη παρεμβαίνει ούτε να θίγει τομείς και δικαιοδοσίες, που έχουν ανέγκλητα εκχωρηθεί δυνάμει του ίδιου του Συντάγματος σε αυτήν. Η δέσμευση αυτή του αναθεωρητικού νομοθέτη είναι μεν άρρητη, αλλά συντακτικής περιωπής, επειδή αφορά σιωπηρά όρια της αναθεωρητικής εξουσίας, που προκύπτουν από την συνδυασμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 28 παρ. 2 και 3Σ με το άρθρο 2 παρ. 2Σ, που ορίζουν την άσκηση γενικά της εξωτερικής κυριαρχίας της Ελλάδος και του σεβασμού των διεθνών δεσμεύσεών της που απορρέουν από τις διεθνείς σχέσεις της. Η θεμελιώδης αυτή γενική συνταγματική επιταγή του σεβασμού των γενικά αναγνωρισμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου και των άλλων διεθνών δεσμεύσεων της Ελλάδος είναι εναρμονισμένη με την ειδικότερη θεμελιακή σχέση του ελληνικού κράτους με την ΕΕ, αυτήν που έχει εγκαταστήσει το άρθρο 28 παρ. 2 και 3Σ: μια ευρύχωρη και φιλόξενη Πύλη υποδοχής του ευρωπαϊκού δικαίου, όπως έχει επισημάνει ο Γιώργος Παπαδημητρίου[21]. Επιτρέπει την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων υπό όρους και προϋποθέσεις, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά αναθεώρηση του Συντάγματος, όπως συμβαίνει με άλλα κράτη. Δεν είναι δυνατόν επομένως ο συντακτικός νομοθέτης να έχει καθιερώσει μια άδηλη διαδικασία σιωπηρής τροποποίησης του ουσιαστικού περιεχομένου του Συντάγματος μέσω του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 Σ και να μην δεσμεύεται ο αναθεωρητικός νομοθέτης από την υποχρέωση να σέβεται και να μη θίγει ό,τι η Ελλάδα έχει συνταγματικά εκχωρήσει στη δικαιοδοσία της ΕΕ[22].

Και στην προκειμένη περίπτωση, φάνηκε ή μάλλον αποδείχθηκε δικαστικά, ότι η ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 9 εδ. ε΄ εισέβαλε σε πεδία εφαρμογής των δημοσίων συμβάσεων, τα οποία είχαν γίνει αντικείμενο ρύθμισης κοινοτικής οδηγίας και άρα υπήρχε σύνδεσμος με το κοινοτικό δίκαιο[23]. Και επομένως το πεδίο αυτό είχε εκφύγει οριστικά από την δικαιοδοσία του εθνικού νομοθέτη ακόμη και του αναθεωρητικού, ο οποίος δεν μπορούσε να το συμπεριλάβει στην ρυθμιστική του εξουσία. Κάθε αρμοδιότητα που εκχωρείται στην ΕΕ αποκόπτεται, ανέγκλητα, από την εθνική έννομη τάξη, εκφεύγει οριστικά από τον έλεγχο της εθνικής συνταγματικής δικαιοδοσίας. Αυτό έχει ως συνέπεια, η άσκησή της από τα αρμόδια όργανα της ΕΕ να γεννά υποχρεώσεις σεβασμού από όλες τις συντεταγμένες εξουσίες του κράτους, μηδέ της αναθεωρητικής εξαιρουμένης[24].

Η αγνόηση από τον αναθεωρητικό νομοθέτη του 2001 των δεσμεύσεων που απέρρεαν από το ευρωπαϊκό δίκαιο, έδωσε λαβή σε μια ιδεολογική αντιδικία και προκάλεσε μεγάλη νομολογιακή και συνταγματική ταλαιπωρία, ενώ θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί[25].

 

 

 

 

 


[1] Πρόκειται για εισήγηση που εκφωνήθηκε στην εκδήλωση που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Μάρτιο του 2014 προς τιμήν του Προέδρου του ΔΕΕ Β. Σκουρή. Η γραπτή ωστόσο απόδοσή της είναι αισθητά εκτεταμένη και ξανα-επεξεργασμένη και έχει συμπληρωθεί με την αναγκαία τεκμηρίωση καθώς και με σκέψεις και πορίσματα νέα. Εδώ δημοσιεύεται μόνο το πρώτο μέρος, που αφορά τις θεσμικές συνέπειες της υπόθεσης του βασικού μετόχου. Το δεύτερο μέρος, που είναι αφιερωμένο στη νομολογιακή πορεία της υπόθεσης και στα πορίσματα που έχουν καταγραφεί, επικεντρώνεται κυρίας στην εναρμονισμένη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος, στον ρόλο της σταθμιστικής αρχής της αναλογικότητας καθώς και στην καθιέρωση της προτεραιότητας εφαρμογής και όχι της τυπικής υπεροχής του κοινοτικού απέναντι στο εθνικό και μάλιστα και απέναντι στο Σύνταγμα, όπως πιστεύεται.

 

 

[2] Πιστοποιητικό για τη μη συνδρομή ασυμβιβάστων ιδιοτήτων στο πρόσωπο του βασικού μετόχου ή του διευθύνοντος συμβούλου κλπ., που εξέδωσε το ΕΣΡ βάσει του τότε ισχύοντος νόμου 3021/2002 στην εταιρία ‘Σαραντόπουλος’ προκειμένου να συνάψει με τη δημόσια επιχείρηση «Έργα» σύμβαση εκτέλεσης δημόσιου έργου.

 

 

[3] Σύντομη παρουσίαση του ιστορικού της υπόθεσης και ειδικά της νομολογιακής του πορείας, σε Δημήτρη Νικηφόρου, ‘Το τέλος του «βασικού μετόχου»…μέσω μιας κοινής αρχής ως διάμεσος της εθνικής και της ενωσιακής έννομης τάξης-Σκέψης με αφορμή την ΣτΕ (Ολ.) 3470-71/2011, Το Σ, 3/2011, 615-650. Για την υπόθεση του βασικού μετόχου βλέπε και τον εκτενή σχολιασμό της από την Λίνα Παπαδοπούλου στη μονογραφία της ‘Εθνικό Σύνταγμα και κοινοτικό δίκαιο: το ζήτημα της ‘Υπέροχής’’, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 2009, σ. 484 επ.

 

 

[4] Βλ. την μελέτη του Αθ. Τσεβά, Το ασυμβίβαστο του ‘βασικού μετόχου’ μεταξύ ελευθερίας της επικοινωνίας και του κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, ΔιΜΜΕ, 3/2004, σ. 323-338 .

 

 

[5] Σχετικά με τους σκοπούς της συνταγματικής ρύθμισης βλέπε την πρώτη σχετική απόφαση του ΣτΕ 1882/2003. Για την ιστορική της ερμηνεία βλέπε την παρουσίαση του Γενικού Εισηγητή της Αναθεώρησης, Ευάγγελου Βενιζέλου, ‘Οι εγγυήσεις πολυφωνίας και διαφάνειας στα ΜΜΕ κατά το άρθρο 14 παρ.9. Οι κανόνες ερμηνείας του Συντάγματος και οι σχέσεις Συντάγματος κοινοτικού δικαίου’, ΝοΒ 53/2005 425-442 (431). Σχετικά με την συμβατότητα με το κοινοτικό δίκαιο κριτηρίων αποκλεισμού ή επιλογής ή ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων για λόγους κοινωνικο-πολικούς ή περιβαλλοντικούς ή απασχόλησης βλέπε Αθ. Τσεβά, ό. π., σ. 333 επ.

 

 

[6] Βλ. Ν. Αλιβιζάτου, Σύνταγμα και διαπλοκή. Συμβολή στην ερμηνεία της νέας παρ. 9 του άρθρου 14 Συντ. ΔιΜΜΕ 1/2004, σ. 23 και Ξ. Κοντιάδη, Η οριοθέτηση της σχέσης πολιτικής εξουσίας και ΜΜΕ: Πλουραλισμός και διαφάνεια στο επικοινωνιακό σύστημα κατά το άρθρο 14 και 15 του νέου Συντάγματος, σε «Δ. Τσάτσος/Ευ.Βενιζέλος/ Ξ. Κοντιάδης, Το νέο Σύνταγμα» σ. 265 επ.

 

 

[7] Βλέπε σχετικά Ευάγγελου Βενιζέλου, ό.π., σ. 428, όπου επισημαίνεται μεταξύ των άλλων και η μαξιμαλιστική αξίωση της πλειονότητας των βουλευτών όλων των κομμάτων ώστε «το ίδιο το Σύνταγμα να συλλαμβάνει και να περιορίζει το φιανόμενο της διαπλοκής και του αλληλο-επηρεασμού μεταξύ κρατικής εξουσίας και οικονομικών συμφερόντων που δραστηριοποιούνται στο χώρο των μέσων ενημέρωσης όσο και στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων». Ό, τι δεν μπορεί ή δεν θέλει να κάνει η πολιτική εξουσία ως νομοθετούσα εξουσία, το μεταθέτει στην αναθεωρητική εξουσία και το ενσωματώνει στο τυπικό Σύνταγμα.

 

 

[8] Διεξοδική ανάλυση του νομοθετικού και νομολογιακού πλέγματος της ρύθμισης της σχετικής με τα ασυμβίβαστα των ιδιοκτητών ΜΜΕ και εργοληπτών του δημοσίου, βρίσκει κανείς στη μελέτη του Χαρ. Ανθόπουλου, ‘Το ασυμβίβαστο των ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης πριν και μετά το νέο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος’, σε «Πέντε χρόνια μετά τη Συνταγματική αναθεώρηση του 2001», τ. Ι, 2006, σ. 313-366.

 

 

[9] Όπως έγκαιρα είχε επισημανθεί από την ενημερωμένη, θεωρία βλέπε Αθ. Τσεβά, ό.π., σ. 338 και Χ.Π.Συνοδινού, Ασυμβίβαστο μεταξύ ΜΜΕ και επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν δημόσιες συμβάσεις και το ζήτημα συμβατότητάς τους με το κοινοτικό δίκαιο, ΔηΣΚΕ, 2004, 15.

 

 

[10] Έτσι έκρινε το ΔΕΚ C-213/07 , 16/12/2008: «Ειδικότερα, η βούληση του κράτους μέλους να αποτρέψει τον κίνδυνο εμφάνισης πρακτικών ικανών να απειλήσουν την διαφάνεια και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, οι οποίες θα μπορούσαν να προκληθούν –κατά την εκτίμηση του κράτους αυτού- από την παρουσία μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά κατά την σύναψη δημόσιας σύμβασης, εργολήπτη ο οποίος ασκεί δραστηριότητα στο τομέα των μέσων ενημέρωσης ή διατηρεί δεσμούς με πρόσωπον εμπλεκόμενο στον τομέα αυτόν, συνάδει με τους σκοπούς γενικού συμφέροντος διατήρησης της πολυφωνίας και της ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης καθώς, επίσης, και της καταπολέμησης της απάτης και της διαφθοράς».

 

 

[11] Βλέπε σχετικά Ευάγγελου Βενιζέλου, ό.π., σ. 429.

 

 

[12] Για όλα αυτά την ανάλυση του Χαρ. Ανθόπουλου, ό. π., σ. 313-399.

 

 

[13] Βλέπε σχετικά και Ευάγγελου Βενιζέλου, ό.π., σ.432 επ.

 

 

[14] Βλέπε αναλυτικά Αντ. Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔίκ., σ. 127-136.

 

 

[15] Βλέπε αναλυτικά Αντ. Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔ, 2004, σ. 361 και 480

 

 

[16] Σχετικά με τις θεσμικές συνέπειες μιας «νομοκρατούμενης» αναθεώρησης και ειδικά για την εκνόμευση του Συντάγματος, βλέπε Αντώνη Μανιτάκη, Η αναγκαιότητα της αναθεώρησης μεταξύ πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού και αναθεωρητικής συναίνεσης, ΤοΣ 1/2007, σ. 3-20.

 

 

[17] Για την αναζήτηση του πραγματικού νοήματος του Συντάγματος και για τη σημασία της πραγματολογικής ερμηνευτικής προσέγγισης του Συντάγματος βλέπε Αντώνη Μανιτάκη, ΕλλΣυνΔικ., Ι, 2004, σ. 54-64, καθώς και τις παλαιότερες για την συνταγματική ερμηνεία μελέτες μου: ‘Το πραγματικό Σύνταγμα ως ερμηνευτική παράμετρος και σιωπηρό όριο αναθεώρησης του Συντάγματος’, και ‘Η πολύπαθη και αμφιλεγόμενη τέχνη της συνταγματικής ερμηνείας’ σε «Ερμηνεία του Συντάγματος και λειτουργία του πολιτεύματος», Αντ. Σάκκουλας, 1996, σ. 161-199 και 2001-256.

Την ανάγκη προσφυγής σε μια πραγματιστική ερμηνεία των νομικών εννοιών που χρησιμοποιεί το Σύνταγμα, όπως ‘βασικός μέτοχος’ ‘συγγενής’, ΄παρένθετα’ πρόσωπα, οικογένεια, προσωπικότητα, βιώσιμη ανάπτυξη, κ.ά. υπογραμμίζει ο Ευ.Βενιζέλος, ό.π., σ. 433, ασκώντας κριτική στην πρώτη απόφαση για τον βασικό μέτοχο, στην 3242/2004: “Ο ερμηνευτής, υπογραμμίζει, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του την εκάστοτε νομοθετική εξειδίκευση των εννοιών που χρησιμοποιεί το Σύνταγμα καθώς και τις εξελίξεις, που συντελούνται στην κοινή συνταγματική συνείδηση και να αποφεύγει ερμηνευτικές προσεγγίσεις που είναι αγκυλωμένες στον τυπικό φορμαλιστικό τρόπο σκέψης».

Η πραγματική ή πραγματιστική ερμηνευτική προσέγγιση του Συντάγματος δεν πρέπει να συγχέεται με την καλούμενη ‘ρεαλιστική μέθοδο ερμηνείας’ που ακολουθεί μια μερίδα των Γάλλων συνταγματολόγων με επικεφαλής τον Μ. Troper (Une théorie réaliste de l’interprétation, σε ‘La Théorie du Droit, le Droit, l’Etat’, PUF, Léviathan, 2001, σ. 69-84, του ίδιου, La liberté d’ interprétation du juge constitutionnel, στον ίδιο τόμο, σ.85-97). Οι τελευταίοι ξεκινούν από την λογική παραδοχή ότι η ερμηνευτική διαδικασία είναι μια διαδικασία βούλησης (απόφασης) του αρμόδιου για την ερμηνεία του νομικού κειμένου οργάνου και όχι μια γνωστική διαδικασία και άρα μια διαδικασια κατανόησής του. Η πραγματική ερμηνεία του Συντάγματος, ωστόσο, χωρίς να αντιπαρατίθεται στην προηγούμενη, δεν εγκλωβίζεται στο δίλημμά της: ‘αν η διαδικασία ερμηνείας είναι διαδικασία γνώσης ή βούλησης’. Ακολουθώντας το αντίστοιχο ερμηνευτικό ρεύμα της ιταλικής συνταγματικής επιστήμης αντιλαμβάνεται την ερμηνευτική προσέγγιση του Συντάγματος ως μιας σύνθετη διαδικασία κατανόησης και επινόησης ή διάπλασης της πειστικότερης ερμηνείας μέσα από την μεθοδολογική οπτική γωνία του costituzione materiale. Το «δίλημμα» επομένως των οπαδών της ρεαλιστικής ερμηνείας, που θίξαμε πιο πάνω, υπερβαίνεται με τον τρόπο αυτό και υποκαθίσταται από το αίτημα της διάπλασης μιας ερμηνευτικής πρότασης που να ανταποκρίνεται στην ζωντανή συνταγματική πραγματικότητα σε αρμονία με το σύγχρονο νόημα των θεμελιωδών αρχών, που διέπουν την συγκεκριμένη έννομη σχέση. Με τον ίδιο τρόπο υπερβαίνεται και η αντίθεση επίσημης και δογματικής ερμηνείας, στην οποία είναι επί πλέον εγκλωβισμένη η ρεαλιστική σχολή.

 

 

[18] Για την πραγματολογική ερμηνευτική προσέγγιση του Συντάγματος βλέπε Αντ. Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔ, Ι., σ. 54 επ.

 

 

[19] Περισσότερα Αντώνη Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔίκ., 2004, Ι, σ. 384-391, του ίδιου, ‘Η εκχώρηση αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η επιφύλαξη κυριαρχίας κατά το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Σ’, ΕΕΕυρΔ, 2003, 741-778. Για μια συνθετική εικόνα της επιφύλαξης κυριαρχίας από μια κριτική σκοπιά τις αναλύσεις της Λίνας Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο, το Ζήτημα της ‘Υπεροχής’, Αντ. Σάκκουλα, 2009, σ. 421 επ.

 

 

[20] Για τα σιωπηρά όρια της αναθεώρησης του Συντάγματος, καθώς και τις άδηλες συνταγματικές τροποποιήσεις και μεταβολές καθώς και για την πραγμάτωση του Συντάγματος, μέσω της νομοθετικής και δικαστικής πρακτικής, Αντώνη Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔίκ., 2004, Ι, σ. 319 επ. και 359 επ. Για το ίδιο ζήτημα από διαφορετική όμως γωνία, Λίνα Παπαδοπούλου, ό.π, σ. 435. Το άρθρο 28Σ δεν συγκρούεται πάντως με το άρθρο 110 ούτε βέβαια το υποκαθιστά, για τον απλούστατο λόγο ότι έχουν τα δύο άρθρα διαφορετικά πεδία εφαρμογής και εντελώς διαφορετικές λειτουργίες. Μεταξύ των άλλων, το πρώτο αφορά την έμμεση και σιωπηρή τροποποίηση του κανονιστικού περιεχομένου συνταγματικών διατάξεων με, συνταγματικά, προβλεπόμενο τρόπο, ενώ το δεύτερο αφορά μια τυπική, διαδικασία μεταβολής, κατάργησης ή τροποποίησης τυπικών διατάξεων του Συντάγματος. Η πρώτη διαδικασία, η άδηλη τροποποίηση έχει ως αποτέλεσμα, την έμμεση τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής διατάξεων που παραμένουν εντούτοις σε ισχύ, ενώ η δεύτερη, η αναθεώρηση την άμεση, ρητή κατάργηση ή τροποποίηση διατάξεων μέσω μιας τυπικής διαδικασίας. Σε παλαιότερη μελέτη μου, που γράφτηκε επί του ιδίου θέματος το 1984 («Τα όρια της κοινοτικής αρμοδιότητας και η συνταγματική θεώρησή τους», Το Σ 1984) δεν είχα λάβει υπόψη μου την δεύτερη αυτή διαδικασία, ούτε είχα εγκύψει στη ουσιώδη διαφορά μεταξύ «Αναθεώρησης» από «άδηλης τροποποίησης» του Συντάγματος όταν έγραφα ότι «αποκλείεται μια σιωπηρή αναθεώρηση του Συντάγματος κατά παραβίωση του άρθρου 110Σ…αν και είναι δυνατόν με τους περιορισμούς του άρθρου 28 πα. 2 και 3 να έχει ως αποτέλεσμα την μερική τροποποίηση του Συντάγματος». Σχετικά με την οιονεί αναθεωηριτκή λειτουργία του άρθρου 28 παρ. 2 και 3Σ βλέπε Τζούλια Ηλιοπούλου Στράγγα, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, Αντ. Σάκκουλα, 1996, 37 επ.

 

 

[21] Βλέπε Γ. Παπαδημητρίου, Το Σύνταγμα και η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως. Η συνταγματική θεμελίωση και η άρθρωση της ενοποιητικής λειτουργίας, τ. Α’, Αντ. Σάκκουλας, 1982, του ίδιου, ‘Δημοκρατία και Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση’, Αντ. Σάκκουλα, 1993, σ. 18-19 και 48, κυρίως όμως, Η αργόσυρτη πορεία προς την ευρωπαϊκή ομοσπονδίωση, Αντ. Σάκκουλας, 1997, σ. 70, 105 και εκτενέστερα, Λίνα Παπαδοπούλου, ό. π., σ. 380 επ. .

 

 

[22] Αναλυτικότερα για όλα τα προηγούμενα, βλέπε Αντ. Μανιτάκη, Η εκχώρηση κυριαρχίας στην ΕΕ και η επιφύλαξη κυριαρχίας κατά το άρθρο 28 παρ. 2 και 3Σ, Ε Ε Ευρ.Δ., 2003, σ. 768 επ. του ίδιου ΕλλΣυνΔ, σ. 384-385.

 

 

[23] Βλέπε Αθ. Τσεβά, ό.π., σ. 333 και αναλυτικά ΣτΕ 3242/2004, ΣτΕ 3670/2006.

 

 

[24] Για όλα αυτά βλέπε και Αντώνη Μανιτάκη, Το ‘Σύνταγμα΄ της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, 2004, εκδ. Παπαζήση, σ. 63, 71.

 

 

[25] Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι ο Γενικός Εισηγητής της Αναθεώρησης καθηγητής Βενιζέλος είχε επισημάνει τότε στην Αναθεωρητική Βουλή τους κινδύνους σύγκρουσης με το κοινοτικό δίκαιο της προτεινόμενης λεπτομερειακής ρύθμισης, ιδίως της ρύθμισης που αφορούσε τα παρένθετα πρόσωπα και την καθιέρωση αμάχητου τεκμηρίου. Βλέπε σχετικά Ευάγγελου Βενιζέλου, ‘Οι εγγυήσεις πολυφωνίας και διαφάνειας στα ΜΜΕ κατά το άρθρο 14 παρ.9. Οι κανόνες ερμηνείας του Συντάγματος και οι σχέσεις Συντάγματος κοινοτικού δικαίου’, ΝοΒ 53/2005 425-442 (431).

 

 

Un état d’exception nullement exceptionnel. La crise souveraine et le crépuscule de la Constitution. Un aperçu historique

Iphigenie Kamtsidou, Professeur Associée de Droit Constitutionnel – Université de Thessalonique, Présidente du Centre National de l’Administration Publique et Territoriale

En Grèce, la crise de la dette souveraine s’est présentée comme une circonstance exceptionnelle qui menaçait la survie du pays. Durant le 20e siècle, des circonstances similaires ont été traitées juridiquement sous le concept de l’«état de nécessité», qui, d’après la jurisprudence, justifie le sursis provisoire des garanties constitutionnelles, afin que le danger soit affronté et que le régime revient à la normalité démocratique. En revanche, dans la présente situation, les tribunaux ont conclu que le rétablissement de l’équilibre budgétaire et l’adaptation du pays aux règles de la gouvernance économique européenne et mondiale constituent des objectifs d’intérêt public suprême qui conditionnent et déterminent la législation et la politique générale du gouvernement. Ainsi, les circonstances exceptionnelles ont été intégrées à l’édifice constitutionnel de façon permanente et la protection de l’État de droit et des institutions démocratiques a été placée sous leur tutelle. La Constitution en tant que fondement et limite du pouvoir décline et les plus importantes décisions législatives et gouvernementales sont prises par des technocrates sous un contrôle juridictionnel qui s’affaiblit.

Για τα νέα σύνορα της Ευρώπης: σκέψεις σχετικά με την σημασία του πολιτικού Συντάγματος στην Ε.Ε.

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αν. Καθηγήτρια, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Ένα από τα σημαντικότερα θύματα της οικονομικής κρίσης των τελευταίων ετών είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση.  Παρ’ ότι οι θεσμικοπολιτικές εξελίξεις δείχνουν, ότι η Ε.Ε είναι ένας από τους παράγοντες που διαμορφώνουν και επιβάλλουν τις πιο κρίσιμες πολιτικές στα κράτη- μέλη της, ορθότερα στα κράτη που παρασύρθηκαν από την δίνη της οικονομικής κρίσης, η ίδια πραγματικότητα μαρτυρά, ότι το οικοδόμημα της Ένωσης κλυδωνίζεται. 

Η έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας, μπορεί να δώσει στους πολίτες της Ένωσης την δυνατότητα να εξετάσουν τα διαφορετικά σχέδια για την δομή και την αποστολή της ΕΕ. Κυρίως, όμως αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία, η Ευρώπη να κατακτήσει ξανά τα σύνορά της, να διεκδικήσει την εξουσία να ρυθμίζει αυτή την τύχη των πολιτών της, να θέτει στόχους για το μέλλον της και να προσδιορίζει την πορεία της στην διεθνή πραγματικότητα. Αναζητώντας μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική η Ένωση μπορεί να γίνει ένα τεράστιο εργαστήρι, όπου οι διαφορετικές προτάσεις  για την ανασύνταξή της θα διαφυλάξουν την υπόστασή της και θα της προσδώσουν τα χαρακτηριστικά μιας κοινότητας που σέβεται το κράτος δικαίου και επιδιώκει την δημοκρατική έκφραση των λαών της.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο σε pdf  

Συνέδριο: «Σύνταγμα και εργασιακές σχέσεις: σαράντα χρόνια μετά»

Aνακοίνωση της Εταιρείας Εργατικού Δικαίου και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΕΔΕΚΑ) 

Αγαπητά μέλη,

Εν όψει των επικείμενων εκλογών και της ιδιόρρυθμης οικονομικής καταστάσεως, η Εταιρεία μας αποφάσισε να αναβάλει το Πανελλήνιο Συνέδριό της, το οποίο ήταν προγραμματισμένο για το τέλος Σεπτεμβρίου 2015. Είναι προφανές ότι η προετοιμασία του Συνεδρίου θα συνεχισθεί και ότι ελπίζουμε σύντομα να μπορέσουμε να σας ανακοινώσουμε τη νέα ημερομηνία.

 

 Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ    Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

———————————————————————————————————————————————–

ΌΜΙΛΟΣ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΜΑΝΕΣΗΣ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ

Αθήνα 25.5.2015

Αγαπητοί φίλοι

Ο Όμιλός μας αποφάσισε με χαρά να αποδεχθεί την πρόταση του ΔΣ της Εταιρείας Εργατικού Δικαίου και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΕΔΕΚΑ) για την συνδιοργάνωση Συνεδρίου με γενική θεματική: «Σύνταγμα και εργασιακές σχέσεις: σαράντα χρόνια μετά».

Το Συνέδριο θα διεξαχθεί στις 26/27 Σεπτεμβρίου 2015  στο Ηράκλειο Κρήτης, σε συνεργασία με τον εκεί Δικηγορικό Σύλλογο.

Κατόπιν τούτου, οι φίλοι του Ομίλου καλούνται να εκδηλώσουν μέχρι τις 15 Ιουνίου 2015 το ενδιαφέρον τους, προκειμένου να αναλάβουν εισήγηση σε ένα από τα παρακάτω θέματα:

  • Δικαίωμα στη εργασία
  • Ελευθερία εργασίας
  • Συλλογική αυτονομία
  • Συλλογική αυτονομία στο Δημόσιο
  • Διαιτησία
  • Κοινωνική ασφάλιση
  • Απεργία
  • Eπίταξη προσωπικών υπηρεσιών (πολιτική επιστράτευση)
  • Συνδικαλιστική  ελευθερία
  • Διαπροσωπικές σχέσεις και ατομικά δικαιώματα
  • Προσωπικά δεδομένα
  • Προσωπικότητα εργαζομένου

Είναι αυτονόητο, πάντως, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΔΕΚΑ, το οποίο εκ των πραγμάτων θα έχει τον πρώτο λόγο, διατηρεί, σε περίπτωση που υπάρχει μεγαλύτερος αριθμός υποψηφιοτήτων για ανάληψη εισηγήσεων, το δικαίωμα να προβεί στην τελική επιλογή των εισηγητών. Επίσης υπογραμμίζεται ότι οι εισηγητές θα αναλάβουν την υποχρέωση να παραδώσουν αφ’ενός μεν το κείμενο της εισήγησής τους  μια εβδομάδα πριν από το Συνέδριο αφ’ετέρου δε το τελικό κείμενο προς δημοσίευση δύο μήνες μετά.

Για οποιαδήποτε διευκρίνιση μπορείτε να απευθυνθείτε στο email sotireli@otenet.gr ή να καλέσετε στο τηλ. 6973535060

                                                               

                                                               Με φιλικούς χαιρετισμούς, 

                                                            Ο αντιπρόεδρος του Ομίλου

                                                              Γιώργος Σωτηρέλης

Νέες δομές στη διοικητική δικαιοσύνη και αναθεώρηση των άρθρων 94 και 95 του Συντάγματος

Ιωάννης Συμεωνίδης, Καθηγητής Διοικητικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Η διοικητική δικαιοσύνη, όπως την ξέρουμε σήμερα, δομήθηκε σύμφωνα με τις βασικές επιλογές του συνταγματικού νομοθέτη του 1975. Σαράντα χρόνια τώρα, παρά τις ραγδαίες αλλαγές που έγιναν στο δημόσιο χώρο και φυσικά είχαν τις επιπτώσεις τους και στη διοικητική δικαιοσύνη, δεν υπήρξε η παραμικρή συζήτηση για το αν οι δομές αυτές ανταποκρίθηκαν και σε ποιο βαθμό ή αν αντέχουν πλέον στο χρόνο. Δεν έγινε ποτέ μια συνολική αποτίμηση της κατάστασης ούτε ποτέ διαμορφώθηκε μια συνολική πρόταση. Το σημειώνουμε ως έλλειμμα στη λειτουργία των θεσμικών μας οργάνων. Διότι, όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, ο σχεδιασμός ενός σύγχρονου και λειτουργικού σχήματος για την απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης στη χώρα μας αποτελεί ευθύνη πρωτίστως της ίδιας της δικαστικής εξουσίας. … Οι καιροί όμως αλλάζουν και το σύστημα αυτό, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, δέχθηκε ισχυρές πιέσεις και είναι άμεση ανάγκη να αναδιαρθρωθεί βάσει (και) μιας αναθεώρησης των άρθρων 94 και 95 του Συντάγματος.

H εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στην περίπτωση σωρευτικής επιβολής  διοικητικών κυρώσεων - Με αφορμή  την απόφαση ΣτΕ 1091/2015

Ευγενία Πρεβεδούρου, Αν Καθηγήτρια, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Τα τρία κριτήρια Engel εφαρμόζονται και στο ρυθμιστικό πεδίο της αρχής ne bis in idem. Είτε πρόκειται για σώρευση ποινικών και διοικητικών κυρώσεων είτε διοικητικών και μόνο κυρώσεων, θα πρέπει να εξετάζεται αν οι τελευταίες, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών τους, έχουν οιονεί ποινική φύση, οπότε εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αρχής ne bis in idem.

=======================================================================

H εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στην περίπτωση σωρευτικής επιβολής  διοικητικών κυρώσεων - Με αφορμή  την απόφαση ΣτΕ 1091/2015

 

Τα τρία κριτήρια Engel εφαρμόζονται και στο ρυθμιστικό πεδίο της αρχής ne bis in idem. Είτε πρόκειται για σώρευση ποινικών και διοικητικών κυρώσεων είτε διοικητικών και μόνο κυρώσεων, θα πρέπει να εξετάζεται αν οι τελευταίες, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών τους, έχουν οιονεί ποινική φύση, οπότε εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αρχής ne bis in idem.

1. Η πρόβλεψη περισσότερων διοικητικών κυρώσεων για την ίδια παραβατική  συμπεριφορά απαντά συχνά στην έννομη τάξη. Το ζήτημα που αντιμετώπισε πρόσφατα το Συμβούλιο της Επικρατείας έγκειται στο αν η σωρευτική επιβολή, από διαφορετικές αρχές και στο πλαίσιο αυτοτελών διαδικασιών, διοικητικών κυρώσεων για την ίδια συμπεριφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής  της  αρχής ne bis in idem. Ως γνωστόν, η αρχή αυτή ερείδεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του πρωτοκόλλου 7 που προσαρτάται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση  για  την  Προάσπιση  των  Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και το βασικό πεδίο εφαρμογής της είναι αυτό των ποινικών κυρώσεων. Για την αποτροπή του ενδεχομένου συρρίκνωσης του ρυθμιστικού πεδίου της αρχής, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) ερμηνεύει διασταλτικά την έννοια της ποινής και της ποινικής διαδικασίας, με συνέπεια αυτή να καλύπτει και διοικητικές κυρώσεις. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ ερμηνεύει την έννοια της ποινικής διαδικασίας κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του πρωτοκόλλου 7 υπό το πρίσμα τωv γενικών αρχών που έχει αναπτύξει σχετικά με τις αντίστοιχες έννοιες, ήτοι «κατηγορία ποινικής φύσεως» και «ποινή», κατά τα άρθρα 6 και 7 της ΕΣΔΑ[1]. Σκοπός της σχετικής ερμηνευτικής προσέγγισης ήταν η αποτροπή καταστρατήγησης της αρχής ne bis in idem μέσω της σωρευτικής επιβολής τόσο ποινικών όσο και διοικητικών κυρώσεων, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι τελευταίες έχουν κατ’ουσίαν ποινικό χαρακτήρα. Κατωτέρω, εξετάζονται διαδοχικά η προσέγγιση της νομολογίας του ΕΔΔΑ για τον χαρακτηρισμό μιας κύρωσης ως ποινικής (Ι), η αξιοποίησή της από το ΔΕΕ (ΙΙ) και από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΙΙΙ) και, τέλος, η ενδεχόμενη επιρροή της στη σωρευτική επιβολή πλειόνων διοικητικών, κατά το εθνικό δίκαιο, κυρώσεων (IV).

Ι. Η νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τον χαρακτηρισμό μιας κύρωσης ως ποινικής

2. Στο πλαίσιο του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ εφαρμόζει τρία κριτήρια, γνωστά και ως «κριτήρια Engel», από την απόφαση στην οποία διατυπώθηκαν για πρώτη φορά[2]. Εντελώς συνοπτικά και για τις ανάγκες της εργασίας αυτής[3], το πρώτο κριτήριο Engel είναι ο χαρακτηρισμός της παράβασης στο εθνικό δίκαιο. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν θεωρείται από το ΕΔΔΑ ως αποφασιστικής σημασίας, αλλά χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς για την περαιτέρω εξέταση της διάταξης[4]. Στο πλαίσιο του δευτέρου κριτηρίου Engel, το ΕΔΔΑ ελέγχει, κατ’ αρχήν, τον κύκλο των προσώπων προς τον οποίο απευθύνεται ένας κανόνας που προβλέπει κυρώσεις για συγκεκριμένη συμπεριφορά. Όταν ο κανόνας απευθύνεται στο σύνολο των πολιτών και όχι σε συγκεκριμένη ομάδα προσώπων που τελούν υπό ειδικό καθεστώς, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στο πειθαρχικό δίκαιο, αυτό αποτελεί ένδειξη του ποινικού χαρακτήρα της κύρωσης[5]. Επίσης, το ΕΔΔΑ λαμβάνει υπόψη τον σκοπό της κύρωσης που προβλέπει η διάταξη. Σε περίπτωση που ο σκοπός της κύρωσης είναι η χρηματική αποζημίωση λόγω ζημίας, τότε η κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα[6]. Αν, αντιθέτως, ο σκοπός είναι ο κολασμός του δράστη προς αποφυγή υποτροπής του, τότε πρόκειται για κύρωση με ποινικό χαρακτήρα[7]. Στην πρόσφατη νομολογία του, το ΕΔΔΑ εξετάζει και το κατά πόσον η κύρωση της παράβασης αποσκοπεί στην προστασία εννόμων αγαθών τα οποία συνήθως προστατεύονται με διατάξεις του ποινικού δικαίου[8]. Τα ανωτέρω στοιχεία εκτιμώνται συνολικά[9]. Το τρίτο κριτήριο Engel αφορά τη φύση και τη βαρύτητα της κύρωσης[10]. Ειδικότερα, για τις στερητικές της ελευθερίας ποινές ισχύει γενικώς το τεκμήριο ότι έχουν ποινικό χαρακτήρα, το οποίο μπορεί να ανατραπεί σε εξαιρετικές μόνον περιπτώσεις[11]. Την ύπαρξη διαδικασίας ποινικού χαρακτήρα καταδεικνύει κατά κανόνα και η επιβολή χρηματικών ποινών για τη μη καταβολή των οποίων το άτομο απειλείται με ποινή στερητική της ελευθερίας[12] ή οι οποίες καταχωρούνται στο ποινικό μητρώο[13]. 

3. Όσον αφορά τον όρο του idem, δηλαδή της ίδιας συμπεριφοράς, μετά από πολλές διακυμάνσεις, της νομολογίας του, το ΕΔΔΑ έκρινε, με τη θεμελιώδη απόφαση Ζοlotukhin κατά Ρωσία του 2009[14], ότι το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ απαγορεύει να διώκεται ή να δικάζεται πρόσωπο για δεύτερη αξιόποινη πράξη, στο μέτρο που αυτή στηρίζεται στα ίδια ή ουσιωδώς στα ίδια πραγματικά περιστατικά. Με άλλα λόγια, το ΕΔΔΑ στηρίζεται μόνο στην ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών, η οποία περιλαμβάνει και την ταυτότητα του παραβάτη, αποκλείοντας τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης και χωρίς να εξετάζει επιπλέον την ταυτότητα του προστατευόμενου έννομου αγαθού[15], προσέγγιση που θα περιόριζε το πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης επιβολής διπλής ποινής για την ίδια αξιόποινη πράξη[16].

 

ΙΙ. H αξιοποίηση της νομολογίας του ΕΔΔΑ από το ΔΕΕ

4. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η Ευρωπαϊκή Ένωση, όσον αφορά τον αντίστοιχο κανόνα του άρθρου 50 του Χάρτη  των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Ακριβέστερα, και στο ενωσιακό δίκαιο, η αρχή ne bis in idem, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, συνεπάγεται ότι κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο. Θα πρέπει βεβαίως να επισημανθεί ότι η εμβέλεια του δικαιώματος αυτού επεκτείνεται, στο επίπεδο της ΄Ενωσης, μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών και δεν περιορίζεται στα δικαστήρια ενός μόνο κράτους μέλους. Mολονότι το πρωτόκολλο 7 δεν έχει ακόμη κυρωθεί από όλα  τα κράτη μέλη της Ένωσης[17], στο πλαίσιο της ερμηνείας της αρχής ne bis in idem κατά το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ληφθεί υπόψη και η νομολογία του ΕΔΔΑ[18], όπως επιβάλλει η αρχή της ομοιογένειας[19], κατά την οποία η έννοια και η έκταση των δικαιωμάτων που περιλαμβάνει ο Χάρτης συμπίπτουν με την έννοια και την έκταση που  τους αποδίδουν οι αντίστοιχες διατάξεις της ΕΣΔΑ, όπως αυτές ερμηνεύονται με βάση τη νομολογία του ΕΔΔΑ[20]. Όσον αφορά, ειδικότερα, τη στενή σχέση του Χάρτη με την ΕΣΔΑ στο θέμα της αρχής ne bis in idem, αυτή δεν προκύπτει μόνον από τις επεξηγήσεις που παρέχονται σε σχέση με το άρθρο 50 του Χάρτη, αλλά και από τη μέχρι τούδε νομολογία του Δικαστηρίου (στο εξής ΔΕΚ/ΔΕΕ) επί της εφαρμογής της γενικής αρχής ne bis in idem κατά το δίκαιο της Ένωσης[21]. Προνομιακά πεδία εφαρμογής της αρχής αποτέλεσαν το δίκαιο των συμπράξεων[22] καθώς και η σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν[23]. Από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι το αντικείμενο όλων αυτών των διαδικασιών ήταν ιδίως το στοιχείο του idem, δηλαδή το ζήτημα αν είχαν επιβληθεί περισσότερες κυρώσεις για την ίδια πράξη[24], οπότε το ΔΕΚ/ΔΕΕ δεν χρειάστηκε να αναλύσει τη φύση της επιβαλλόμενης κύρωσης. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν, ως επί το πλείστον, διαδικασίες επιβολής προστίμων διαδοχικά από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και, στη συνέχεια, από την Επιτροπή, δηλαδή διοικητικές διαδικασίες, που φέρουν χαρακτηριστικά όμοια προς αυτά του ποινικού δικαίου. Επομένως, στην ενωσιακή έννομη τάξη, η αρχή ne bis in idem πρέπει να τηρείται και επί συρροής διοικητικών κυρώσεων. Ο ορισμός του bis έδωσε στο ΔΕΚ/ΔΕΕ την ευκαιρία να αποφανθεί και επί των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μία διαδικασία αποκτά ποινικό ή οιονεί ποινικό χαρακτήρα ώστε να εφαρμόζεται η ως άνω αρχή[25].

5. Ειδικότερα, το θέμα της ποινικής φύσης των κυρώσεων ανέκυψε στον τομέα της γεωργίας ενόψει της εφαρμογής βασικών αρχών του ποινικού δικαίου. Κατά τον έλεγχο του τυχόν ποινικού χαρακτήρα των εν λόγω κυρώσεων, όπως οι αποκλεισμοί από σύστημα ενισχύσεων, το ΔΕΚ/ ΔΕΕ  εφάρμοσε δύο  κριτήρια.  Το  πρώτο  αφορούσε  τη  φύση των παραβάσεων. Το ΔΕΚ/ΔΕΕ διαπίστωσε ότι οι παραβιασθέντες κανόνες αφορούσαν μόνον τους επιχειρηματίες που είχαν επιλέξει, με πλήρη ελευθερία, να  υπαχθούν σε σύστημα ενισχύσεων στον τομέα της γεωργίας και έκρινε ότι σε μια τέτοια περίπτωση η διαδικασία δεν έχει ποινικό χαρακτήρα[26]. Ως δεύτερο κριτήριο επελέγη ο σκοπός των επιβληθεισών κυρώσεων. Κατά τον έλεγχο βάσει του κριτηρίου αυτού, το ΔΕΚ/ΔΕΕ τόνισε ότι οι προσωρινοί αποκλεισμοί από το σύστημα ενισχύσεων αποσκοπούν στην καταπολέμηση των πολυάριθμων παραβάσεων που τελούνται στο πλαίσιο της χορήγησης ενισχύσεων στον τομέα της γεωργίας και οι οποίες, επιβαρύνοντας σημαντικά τον προϋπολογισμό της Ένωσης, μπορούν να διακυβεύσουν τα μέτρα που λαμβάνουν τα θεσμικά όργανα στον εν λόγω τομέα με σκοπό τη σταθεροποίηση των αγορών, τη στήριξη του βιοτικού επιπέδου των γεωργών και τη διασφάλιση λογικών τιμών για τους καταναλωτές[27]. Στο πλαίσιο του εντός της Ένωσης καθεστώτος ενισχύσεων, το οποίο εξαρτά τη χορήγηση της ενίσχυσης από την παροχή εγγυήσεων εντιμότητας και αξιοπιστίας εκ μέρους του λήπτη, η κύρωση που επιβάλλεται σε περίπτωση μη τήρησης των προϋποθέσεων αυτών συνιστά ειδικό διοικητικό μέτρο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συστήματος ενισχύσεων και αποσκοπεί στη διασφάλιση της χρηστής διαχείρισης των πόρων της Ένωσης. 

6. Τα ως άνω κριτήρια του ΔΕΚ/ΔΕΕ ισχύουν κατά τον ίδιο τρόπο και για τον χαρακτηρισμό μιας διαδικασίας ως ποινικής ενόψει εφαρμογής της αρχής ne bis in idem. Βάσει αυτών, το ΔΕΚ/ΔΕΕ έκρινε, στην απόφαση Bonda[28], ότι δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα ούτε ο αποκλεισμός από τη λήψη ενισχύσεων για το τρέχον έτος κατά το άρθρο 138 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1973/2004 της Επιτροπής[29], ούτε η μείωση των ενισχύσεων κατά τα επόμενα τρία έτη κατά το άρθρο 138 παρ. 1 τρίτο εδάφιο του κανονισμού. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να έχει εφαρμογή και η αρχή ne bis in idem. Οι παραβιασθείσες διατάξεις περί ενισχύσεων αφορούν μόνο τους επιχειρηματίες που επέλεξαν, με πλήρη ελευθερία, να υπαχθούν σε σύστημα ενισχύσεων στον τομέα της γεωργίας, οι δε κυρώσεις που επιβλήθηκαν εν προκειμένω κατά το άρθρο 138 παρ. 1 του κανονισμού συνιστούν ειδικό διοικητικό μέτρο εντασσόμενο πλήρως σε ειδικό καθεστώς ενισχύσεων και αποβλέπον στην εξασφάλιση της ορθής οικονομικής διαχείρισης των  δημόσιων ταμείων της Ένωσης[30].

7. Iδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εν προκειμένω η ανάλυση της γενικής εισαγγελέα J. Kokott, η οποία εξετάζει τα κριτήρια που εφαρμόζει το ΔΕΕ υπό το πρίσμα των κριτηρίων Engel. Ειδικότερα, στο πλαίσιο εφαρμογής του δευτέρου κριτηρίου Engel, διαπιστώνει ότι το ΕΔΔΑ ελέγχει, κατ’ ουσίαν, τα ίδια στοιχεία που έλαβε υπόψη το ΔΕΕ στη σχετική νομολογία του. Οι προβλεπόμενες στο άρθρο 138 παρ. 1 του κανονισμού κυρώσεις δεν απευθύνονται στο ευρύ κοινό, αλλά έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν ότι οι ανήκοντες σε ειδική ομάδα προσώπων, ήτοι οι λήπτες των εν λόγω γεωργικών ενισχύσεων, θα  τηρούν τους κανόνες που απευθύνονται σε αυτούς. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Jussila[31]. Αντικείμενο της υπόθεσης εκείνης ήταν η επιβολή προσαυξήσεων λόγω μη καταβολής ΦΠΑ. Το  ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επιλογή του ενδιαφερομένου να προβεί σε εγγραφή στο μητρώο των υπαγόμενων στον ΦΠΑ δεν είχε ουδεμία σημασία και ο σχετικός κανόνας δεν απευθύνεται σε περιορισμένο κύκλο προσώπων. Στις κοινοτικές κυρώσεις στον τομέα της γεωργίας, όμως, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε σχέση με τον ΦΠΑ, στον οποίο υπάγεται εν δυνάμει ο καθένας, το σύστημα των γεωργικών ενισχύσεων αποτελεί κλειστό σύστημα στο οποίο για να συμμετάσχει κανείς πρέπει να πληροί μια σειρά προϋποθέσεων. Επομένως, η ιδιαίτερη διαμόρφωση του κύκλου των προσώπων προς τα οποία απευθύνεται η σχετική ρύθμιση  καταδεικνύει ότι η παρατυπία η οποία αποτελεί το αντικείμενο κυρώσεων κατά το άρθρο 138 παρ. 1 του κανονισμού 1973/2004 δεν είναι ποινικού χαρακτήρα. 

8. Στο πλαίσιο του ίδιου κριτηρίου, η γενική εισαγγελέας εξετάζει και τον σκοπό των κυρώσεων. Ερμηνεύοντας τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, καταλήγει ότι το δικαστήριο αυτό θεωρεί τον σκοπό της καταστολής ως συστατικό στοιχείο μιας ποινικής κύρωσης. Ως καταστολή –κατά διάκριση από την αποκατάσταση, η οποία επιδιώκει την επαναφορά στην προτέρα της βλάβης κατάσταση– νοείται η επιβολή δεινών προς αντιστάθμιση του υπαιτίως διαπραχθέντος αδίκου[32]. Ο σκοπός μιας ποινικής κύρωσης υπερβαίνει τα όρια της απλής αποτροπής ή πρόληψης και ενέχει την απαξίωση. Αναλύοντας τον σκοπό των διοικητικών κυρώσεων στον τομέα της γεωργίας, το ΔΕΚ/ΔΕΕ έκρινε ότι αυτές προορίζονταν για την καταπολέμηση των πολυάριθμων παραβάσεων που τελούνται στο πλαίσιο της χορήγησης ενισχύσεων στη γεωργία, οι οποίες επιβαρύνουν σημαντικά τον προϋπολογισμό της Ένωσης[33]. Αυτό συνηγορεί υπέρ του αμιγώς προληπτικού χαρακτήρα της ρύθμισης. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη τις συνέπειες για τον κατ’ ιδίαν αιτούντα, αποφασίζει, με βάση την αρχή της αναλογικότητας να επιβάλει όχι ολοσχερή, αλλά μερικό μόνον αποκλεισμό από το σύστημα ενισχύσεων, υπό την μορφή μειώσεων, δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της κύρωσης. Στην περίπτωση αυτή, η κύρωση δεν αποσκοπεί στην εκ των υστέρων αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του αιτούντος, αλλά αποτελεί εργαλείο για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων που εγκυμονεί ο αναξιόπιστος λήπτης για τον προϋπολογισμό, με συνέπεια οι σχετικές ρυθμίσεις να έχουν προληπτικό χαρακτήρα. Την έλλειψη κατασταλτικού χαρακτήρα καταδεικνύει εξάλλου και το γεγονός ότι η μείωση επέρχεται μόνον εφόσον ο λήπτης της ενίσχυσης υποβάλει αίτηση κατά τα επόμενα τρία έτη. Εάν επρόκειτο για καταστολή, δηλαδή για απαξιωτική κρίση και αντιστάθμιση της βλάβης, η κύρωση θα επιβαλλόταν ανεξάρτητα από  ορισμένη ενέργεια του λήπτη της ενίσχυσης. Επομένως, ως προς τα σημεία αυτά, οι κυρώσεις στον τομέα της γεωργίας διαφέρουν σε σχέση με τις προσαυξήσεις φόρου που αποτέλεσαν αντικείμενο της νομολογίας του ΕΔΔΑ, το οποίο τις χαρακτήρισε ως ποινικές κυρώσεις διότι δεν αποσκοπούσαν στην οικονομική αποζημίωση αλλά είχαν σχεδιασθεί ως ποινή για την πρόληψη της υποτροπής[34].

9. Όσον αφορά το τρίτο κριτήριο Engel, δηλαδή τη βαρύτητα της κύρωσης[35], βάσει αμιγώς οικονομικής θεώρησης, δηλαδή εκτιμώντας μόνον τις οικονομικές συνέπειες του αποκλεισμού από τη λήψη της ενίσχυσης ή της μείωσης αυτής, θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι κυρώσεις αυτές έχουν ποινικό χαρακτήρα. Τούτο, διότι ο ενδιαφερόμενος θα βρεθεί, σε περίπτωση λήψης της ενίσχυσης, σε καλύτερη οικονομική θέση σε σχέση με εκείνη στην οποία θα βρεθεί αν η ενίσχυση δεν του χορηγηθεί, ενώ είναι σημαντικά και τα ποσά κατά τα οποία μπορεί να μειωθεί η ενίσχυση. Όμως, η εκτίμηση της βαρύτητας της επαπειλούμενης ποινής δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό γνώμονα το αν το μέτρο συνεπάγεται αρνητικές οικονομικές συνέπειες. Αντιθέτως, επιβάλλεται μια αξιολογική κρίση, κατά την οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν η κύρωση όντως θίγει τα προστατευόμενα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου. Αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε δεν πρόκειται για βαριά κύρωση υπό την έννοια του τρίτου κριτηρίου Engel. Στο πλαίσιο αυτής της θεώρησης, οι κυρώσεις στον γεωργικό τομέα δεν θίγουν την υφιστάμενη περιουσία του ενδιαφερόμενου, όπως θα συνέβαινε αν επρόκειτο για πρόστιμο, ούτε και κάποια εύλογη προσδοκία. Πράγματι, εφόσον ο ενδιαφερόμενος προέβη εν γνώσει του σε αναληθή δήλωση δεν έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη λήψη της ενίσχυσης, διότι γνώριζε εξ  αρχής ότι δεν θα λάβει πλήρη ενίσχυση.

10. Από την ανωτέρω εξέταση, καθίσταται σαφές ότι τα κριτήρια Engel συμπίπτουν mutatis mutandis, με τα κριτήρια τα οποία εφαρμόζει το ΔΕΕ προκειμένου να καταλήξει στον ποινικό ή όχι χαρακτήρα της κύρωσης που επιβάλλουν οι κανόνες του δικαίου της Ένωσης.

11. Στο ίδιο πνεύμα θα πρέπει να αναφερθεί η απόφαση Hans Åkerberg Fransson, η οποία αναδεικνύει την ενίσχυση της αυτονομίας του Χάρτη έναντι της ΕΣΔΑ. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι το άρθρο 50 του Χάρτη δεν εμποδίζει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια πράξη παράβασης των υποχρεώσεων που αφορούν την υποβολή δηλώσεων στον τομέα του ΦΠΑ, ενός συνδυασμού φορολογικών και ποινικών κυρώσεων. Συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλίζουν την είσπραξη του συνόλου των εσόδων από ΦΠΑ και, κατ’ επέκταση, την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα κράτη μέλη διαθέτουν ελευθερία επιλογής των κυρώσεων που επιβάλλουν[36]. Οι κυρώσεις αυτές μπορούν, συνεπώς, να λαμβάνουν τη μορφή διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων ή ενός συνδυασμού των δύο. Μόνον όταν η φορολογική κύρωση έχει ποινικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, και έχει καταστεί απρόσβλητη, η εν λόγω διάταξη εμποδίζει την άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη κατά του ίδιου προσώπου.

12. Η απόφαση αναφέρεται στα τρία κριτήρια στα οποία στηρίζεται η εκτίμηση της ποινικής φύσης των φορολογικών κυρώσεων (δηλαδή στον νομικό χαρακτηρισμό της παράβασης κατά το εσωτερικό δίκαιο, στην ίδια τη φύση της παράβασης και στη φύση και τη σοβαρότητα της κύρωσης που ενδέχεται να επιβληθεί στον διαπράξαντα την παράβαση), πλην όμως παραπέμπει μόνο στην προαναφερθείσα απόφαση Bonda του ΔΕΕ και όχι και στη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ[37]. Το ΔΕΕ εκκινεί πλέον από τον Χάρτη, ο οποίος έχει αυτόνομο χαρακτήρα, χωρίς να παραγνωρίζει βεβαίως και την ΕΣΔΑ, η οποία εν προκειμένω απλώς επιβεβαιώνει ή εμπλουτίζει το περιεχόμενο του Χάρτη. Με άλλα λόγια, το ΔΕΕ επικαλείται την ΕΣΔΑ και τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις  των  κρατών  μελών σε δεύτερο χρόνο, προς επίρρωση του αποτελέσματος στο οποίο κατέληξε η εφαρμογή του Χάρτη και προς εμπλουτισμό των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει ο Χάρτης, καθορίζοντας έτσι μια (άτυπη) ιεραρχική σχέση των μέσων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων[38]. Το ΔΕΕ κατέληξε ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, με γνώμονα τα τρία ανωτέρω κριτήρια, αν πρέπει να προβεί σε εξέταση της προβλεπόμενης από την εθνική νομοθεσία σώρευσης φορολογικών και ποινικών κυρώσεων σε σχέση με τα εθνικά πρότυπα, πράγμα που θα μπορούσε να το οδηγήσει, ενδεχομένως, να κρίνει ότι η σώρευση αυτή είναι αντίθετη προς τα εν λόγω πρότυπα, υπό την προϋπόθεση ότι οι εναπομένουσες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές[39], ανάλογες των παραβάσεων και  αποτρεπτικές[40].

13. Όσον αφορά τον όρο idem, δηλαδή την ίδια παραβατική συμπεριφορά στο πλαίσιο διαδικασιών του δικαίου του ανταγωνισμού, τα δικαστήρια της Ένωσης φαίνεται ότι εξακολουθούν να τον συνδέουν με την τριπλή προϋπόθεση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, της ταυτότητας του παραβάτη και της ταυτότητας του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος[41]. Συγκεκριμένα, η αρχή ne bis in idem απαγορεύει την επιβολή πλειόνων κυρώσεων στο ίδιο πρόσωπο για την ίδια παράνομη συμπεριφορά προς προστασία του ιδίου εννόμου αγαθού. Διαφωνία δημιουργήθηκε ως προς το κατά πόσον ισχύει η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το κριτήριο της ταυτότητας του προστατευομένου εννόμου αγαθού ή συμφέροντος, δεδομένου ότι το ΔΕΚ/ΔΕΕ έκρινε σε ορισμένες υποθέσεις συμπράξεων ότι δεν ισχύει η απαγόρευση της επιβολής διπλής ποινής για την ίδια αξιόποινη πράξη στη σχέση της Ένωσης προς τρίτα κράτη[42]. Περαιτέρω, σε τομείς άλλους πλην του δικαίου του ανταγωνισμού, το ΔΕΚ δεν εφάρμοσε την τρίτη αυτή προϋπόθεση. Ειδικότερα, σε σχέση με πειθαρχική διαδικασία στο πλαίσιο του υπαλληλικού δικαίου προσανατολίσθηκε μόνο στα πραγματικά περιστατικά[43], ενώ στον τομέα των ρυθμίσεων για τον Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (άρθρο 54 ΣΕΣΣ και Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης[44]) έκρινε ρητώς ότι το κριτήριο της ταυτότητας του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος δεν μπορεί να γίνει δεκτό[45], θεωρώντας ως μοναδικό κατάλληλο κριτήριο την ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών, υπό την έννοια ότι πρόκειται για σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους[46]. Κατά την γενική εισαγγελέα J. Kokott, δεν υπάρχει κανένας αντικειμενικός λόγος να εξαρτηθεί η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στις υποθέσεις ανταγωνισμού από τη συνδρομή προϋποθέσεων διαφορετικών από αυτές που ισχύουν σε άλλους τομείς, καθόσον μάλιστα η εμμονή στο κριτήριο της ταυτότητας του προστατευομένου εννόμου αγαθού θα είχε, σε τελική ανάλυση, ως συνέπεια, ότι το πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης επιβολής διπλής ποινής για την ίδια αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο της Ένωσης θα ήταν στενότερο και η εμβέλεια των εγγυήσεων που παρέχει θα υστερούσε του ελαχίστου επιπέδου προστασίας που προβλέπει συναφώς το άρθρο 4 παρ. 1 του πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ, κατά παράβαση της επιταγής της ομοιογένειας. Πάντως, το ΔΕΕ φαίνεται ότι, τουλάχιστον στις υποθέσεις συμπράξεων, εμμένει στην τριπλή προϋπόθεση εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, δεχόμενο ότι πρέπει να πρόκειται για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, για τον ίδιο αυτουργό και για το ίδιο προστατευόμενο έννομο συμφέρον[47].

ΙΙΙ. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας

14. Η σχετική με την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem νομολογία του ΕΔΔΑ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο επιλαμβάνεται διοικητικών κυρώσεων για παραβάσεις που διώκονται και ποινικώς. Η πλούσια σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αφορά, επομένως, την εφαρμογή της αρχής στις περιπτώσεις σωρευτικής επιβολής ποινικών κυρώσεων από τον ποινικό δικαστή και διοικητικών κυρώσεων από την κατά περίπτωση αρμόδια διοικητική αρχή. Πάντως, ο Έλληνας δικαστής είναι πιο φειδωλός στην αποδοχή της ευρείας έννοιας της ποινικής υπόθεσης, όπως αυτή είχε ερμηνευθεί από το Δικαστήριο του Στρασβούργου στο πλαίσιο κυρίως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, στην οποία ενέταξε και διοικητικές κατά το εθνικό  δίκαιο κυρώσεις, προκειμένου να εφαρμόσει τον κανόνα  ne bis in idem.

15. Προνομιακό πεδίο εφαρμογής της αρχής αποτέλεσε η επιβολή του πολλαπλού τέλους για τελωνειακές παραβάσεις. Χαρακτηριστική συναφώς είναι η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ Ολ 1741/2015, η οποία εντάσσεται στο πνεύμα της γνωστής απόφασης ΣτΕ 2067/2011[48] του Β΄ Τμήματος και της πάγιας σχετικής νομολογίας, αφού αντικείμενό της αποτελούν τα ίδια νομικά ζητήματα, τα οποία όμως, εν προκειμένω, εξετάζονται πρωτίστως υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι η απόφαση της Ολομέλειας δημοσιεύθηκε  περίπου ένα μήνα μετά την απόφαση του ΕΔΔΑ Καπετάνιος κ.λπ. κατά Ελλάδας, της 30ής Απριλίου 2015, από την οποία φαίνεται ότι αφίσταται ουσιωδώς[49]. Με την ευκαιρία δικαστικής προσβολής της πράξης επιβολής πολλαπλού τέλους για λαθρεμπορική παράβαση ως προς την οποία έχει προηγηθεί αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, η Ολομέλεια επιλαμβάνεται εκ νέου περίπλοκων αλλά πολυσυζητημένων προβλημάτων, όπως είναι η φύση του πολλαπλού τέλους και γενικότερα των φορολογικών κυρώσεων, η σχέση της ποινικής δίκης και της διοικητικής διαδικασίας διαπίστωσης λαθρεμπορίας καθώς και της μετέπειτα διοικητικής δίκης και η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem υπό το πρίσμα, πάντως, του ενωσιακού δικαίου. Τούτο διότι οι εφαρμοστέες, σε περίπτωση παράβασης του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου και των εθνικών κανόνων περί μεταφοράς της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, διατάξεις του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Τελωνειακού Κώδικα (άρθρα 89 επ.) και του Ν 2127/1993 περί επιβολής πολλαπλού τέλους και κίνησης της διαδικασίας ποινικής δίωξης συνιστούν εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, οπότε οι θεσπιζόμενες με τις εν λόγω διατάξεις ρυθμίσεις  πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τον Χάρτη όσον αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται σ’ αυτόν, επομένως και της αρχής ne bis in idem.

16. Επιβάλλεται να τονισθεί εν προκειμένω, όπως ήδη  αναφέρθηκε, ότι με την απόφαση  της  30ής Απριλίου 2015, Καπετάνιος κ.λπ. κατά Ελλάδος[50], η οποία κινείται στο πνεύμα της πάγιας σχετικής νομολογίας, το ΕΔΔΑ αποδοκίμασε ρητώς[51] την εθνοκεντρική και συντηρητική προσέγγιση που υιοθέτησε η κρατήσασα γνώμη στην απόφαση ΣτΕ 2067/2011, όπως διατυπώθηκε στις σκέψεις 10 και 11 αυτής, η οποία φαίνεται να αγνοεί, αφενός, τον  δυναμικό  χαρακτήρα  των  διεθνών  κειμένων, στοιχείο αναγκαίο για την προσαρμογή τους στις εξελίξεις των σχέσεων που ρυθμίζουν και, αφετέρου, την ιδιαιτερότητα της ΕΣΔΑ σε σχέση προς τις λοιπές διεθνείς συμβάσεις. Παρά τη ρητή αυτή αποδοκιμασία, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας καταλήγει, λίγο αργότερα, με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1741/2015, στα ίδια συμπεράσματα με εκείνα της απόφασης ΣτΕ 2067/2011, δηλαδή, αφενός, στη δυνατότητα επιβολής πολλαπλού τέλους για συγκεκριμένη λαθρεμπορική παράβαση παρά την προηγηθείσα αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αφετέρου, στην αυτοτέλεια της διοικητικής και της ποινικής διαδικασίας, στηριζόμενη, πάντως, σε άλλη προκείμενη, καθόσον δέχεται –με παραπομπή στη νομολογία του ΔΕΕ, ιδίως δε στις αποφάσεις Bonda και Akerberg Fransson– ότι το προβλεπόμενο στον Τελωνειακό Κώδικα πολλαπλό τέλος που επιβάλλεται επί λαθρεμπορικών παραβάσεων συνιστά διοικητική κύρωση και δεν έχει ποινικό χαρακτήρα[52], οπότε δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η αρχή ne bis in  idem: «το πολλαπλούν τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας και δια παραπομπής σ’ αυτόν ο Ν 2127/1993 δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου (ποινή stricto sensu), που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την «ποινή», δηλαδή την γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλ’ έχει χαρακτήρα, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 89 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα, διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα -υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων- και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως κοινοτικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας… καθιστώντας την παράβαση οικονομικά ασύμφορη. Δηλαδή, το εν λόγω πολλαπλούν τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και το χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως. Επιβάλλεται, ειδικώτερα, για την αντιστάθμιση των συνεπειών συμπεριφορών, που συνιστούν παραβίαση διοικητικής φύσεως υποχρεώσεων κάθε συναλλασσομένου, της καταβολής, δηλαδή, προς το Δημόσιο οφειλομένων φορολογικών επιβαρύνσεων, που έχουν, μάλιστα, ταυτοχρόνως, και τον χαρακτήρα πόρων της ΕΕ. Η αντιστάθμιση συνίσταται στην αναπλήρωση των ποσών, την καταβολή των οποίων αποφεύγει με την παράνομη συμπεριφορά του ο υπόχρεος, με ανάλογη προς τα άνω αναπροσαρμογή τους, για την κάλυψη όλων των εντεύθεν δαπανών, στις οποίες προβαίνει το κράτος για τον εντοπισμό των συμπεριφορών αυτών, που, από τη φύση τους, είναι δυσχερώς εντοπίσιμες αλλά που επιτρέπουν την προσπόριση σημαντικών οικονομικών ωφελημάτων σε εκείνον που τις επιχειρεί επιτυχώς. Άλλωστε, οι προβλεπόμενες στον Τελωνειακό Κώδικα ποινές για το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας συνίστανται, κατά κανόνα, σε στέρηση της ελευθερίας του δράστη (φυλάκιση ή κάθειρξη) και ουδόλως δύνανται να συγκριθούν με τις χρηματικές κυρώσεις του αντιστοίχου διοικητικού αδικήματος…»[53].

17. Κατά τη μειοψηφούσα, πάντως, γνώμη, το πολλαπλό τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας συνιστά μεν κύρωση διοικητική, κατά το εθνικό δίκαιο, πλην όμως, εν όψει της φύσης της σχετικής παράβασης (παράβαση με δόλο κανόνων τελωνειακού και φορολογικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που επιβάλλουν γενικά  υποχρεώσεις στους πολίτες και όχι σε κάποια ειδική κατηγορία αυτών), της φύσης και του ύψους του επίμαχου μέτρου (χρηματική κύρωση που μπορούσε να φθάσει το δεκαπλάσιο των διαφυγόντων δασμών και φόρων), καθώς και του σκοπού του (πρόληψη και καταστολή της δασμοφοροδιαφυγής), η επίδικη κύρωση έχει «ποινικό» χαρακτήρα, κατά την  έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ενωσης[54].

ΙV. Η σώρευση διοικητικών κυρώσεων

18. Μια συμπεριφορά ενδέχεται να παραβιάζει πλείονες διατάξεις, οι οποίες προστατεύουν διαφορετικά έννομα αγαθά. Χαρακτηριστική περίπτωση συναφώς αποτελεί το πεδίο δράσης των διαφόρων ανεξάρτητων διοικητικών ή ρυθμιστικών αρχών, οι οποίες διαθέτουν εκτεταμένες κυρωτικές αρμοδιότητες. Για παράδειγμα, οι Ν. 3229/2004 και 4002/2011, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, προβλέπουν ότι η Επιτροπή Ελέγχου και Εποπτείας Παιγνίων (ΕΕΕΠ), ανεξάρτητη διοικητική αρχή, είναι αρμόδια να χαρακτηρίζει ένα παίγνιο ως τυχερό ή μη και να επιβάλλει χρηματική ποινή μεταξύ 50.000 και 150.000 ευρώ σε επιχειρήσεις που δεν τηρούν τη διέπουσα τις προϋποθέσεις διεξαγωγής τυχερών παιγνίων νομοθεσία. Με κανονιστική απόφαση που εξέδωσε η ΕΕΕΠ κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω νόμων προβλέπεται ότι για τη διεξαγωγή και μετάδοση από τηλεοπτικούς σταθμούς τυχερών παιγνίων απαιτείται προηγουμένως να έχουν αναρτηθεί, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, στον δικτυακό τόπο της ΕΕΕΠ οι όροι διεξαγωγής του παιγνίου. Περαιτέρω, ο Ν. 2338/1995, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, προβλέπει ότι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) είναι αρμόδιο να επιβάλλει χρηματική ποινή 50.000 έως 150.000 ευρώ σε επιχειρήσεις που διατηρούν τηλεοπτικούς σταθμούς για μετάδοση εκπομπών, των οποίων το περιεχόμενο είναι άσεμνο και προσβάλλει τα χρηστά ήθη ή παρασύρει τη νεότητα σε εθισμό σε τυχερά παίγνια. Ας υποτεθεί ότι η ΕΕΕΠ επιβάλλει με πράξη της σε εταιρεία πρόστιμο εντός των ανωτέρω ορίων, για τον λόγο ότι μεταδόθηκε από τον τηλεοπτικό της σταθμό παίγνιο, το οποίο η ΕΕΕΠ είχε χαρακτηρίσει τυχερό, πλην όμως οι όροι διεξαγωγής του δεν είχαν αναρτηθεί στον δικτυακό τόπο της εν λόγω αρχής, ελλείψει υποβολής σχετικού αιτήματος από την εταιρεία. Με μεταγενέστερη πράξη του, το ΕΣΡ επιβάλλει στην ως άνω εταιρεία υψηλό πρόστιμο, ομοίως εντός των ορίων των σχετικών διατάξεων, για τον λόγο ότι, ως εκ του περιεχομένου του ανωτέρω παιγνίου και του τρόπου παρουσίασής του, η σχετική εκπομπή ήταν άσεμνη, προσέβαλε τα χρηστά ήθη και παρέσυρε την νεότητα σε εθισμό στα τυχερά παίγνια. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η απόφαση του ΕΣΡ παραβιάζει την αρχή ne bis in idem, δεδομένου ότι για την τηλεοπτική μετάδοση του ίδιου παιγνίου επιβλήθηκε κύρωση εις βάρος της εταιρείας με σχετική πράξη της ΕΕΕΠ. 

19. Σχετικού ζητήματος επιλήφθηκε προσφάτως το Συμβούλιο της Επικρατείας επ’ ευκαιρία αίτησης ακύρωσης κατά απόφασης της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου  των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), με την οποία επιβλήθηκε στην  αιτούσα εταιρεία, ως ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού […], η κύρωση του προστίμου ύψους 100.000 ευρώ για παράβαση της νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών. Σε σχέση όμως με τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία επιβλήθηκε η επίδικη κύρωση, το ΕΣΡ έχει ήδη επιβάλει στην αιτούσα υψηλά πρόστιμα για παράβαση των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

20. Με την απόφαση ΣτΕ 1091/2015, το Δ΄ Τμήμα έκρινε ότι η αρχή ne bis in idem που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ έχει εφαρμογή όχι μόνον επί ποινικών κυρώσεων αλλά και σε περιπτώσεις που από τη σχετική νομοθεσία προβλέπεται η επιβολή σοβαρών διοικητικών κυρώσεων, όπως είναι τα πρόστιμα  μεγάλου ύψους. Παραπέμπει συναφώς στην απόφαση Engel για την εφαρμογή των κριτηρίων χαρακτηρισμού μιας υπόθεσης ως ποινικής κατά την ΕΣΔΑ, υπονοώντας προφανώς ότι η αρχή ne bis in idem εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση σωρευτικής πρόβλεψης σοβαρών διοικητικών κυρώσεων που έχουν οιονεί ποινικό χαρακτήρα λόγω βαρύτητας και απαξίας[55]. Επιδιώκει, δηλαδή, την εναρμόνιση της επιβολής πλειόνων διοικητικών κυρώσεων με τη νομολογία που απαγορεύει τη σώρευση ποινικών και διοικητικών κυρώσεων οι οποίες έχουν κατ’ουσίαν ποινικό χαρακτήρα. Δέχεται, λοιπόν, ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεν είναι επιτρεπτή, ως αντικείμενη στην αρχή non bis in idem, η επιβολή περισσοτέρων διοικητικών κυρώσεων από διαφορετικές διοικητικές αρχές για την αυτή παράβαση. Υιοθετεί συναφώς τη διασταλτική προσέγγιση του ΕΔΔΑ[56], κρίνοντας ότι συντρέχει ταυτότητα παράβασης, κατά την  έννοια του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, όταν βάση  για την επιβολή των διαφόρων κυρώσεων αποτελούν τα αυτά κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους πραγματικά περιστατικά, τα οποία παρουσιάζουν ενότητα τόπου και χρόνου και στα οποία εμπλέκεται το ίδιο υπαίτιο πρόσωπο, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού που τους δίδεται από τις οικείες διατάξεις. Σε περίπτωση, επομένως, που η  αυτή παράβαση, υπό την έννοια που εκτίθεται ανωτέρω, είναι δυνατόν να κολασθεί κατ’ επίκληση περισσοτέρων νομικών βάσεων, εάν μία από τις κατ’ αρχήν αρμόδιες αρχές επιληφθεί της υπόθεσης και εκδώσει πράξη επιβολής  κύρωσης, η οποία οριστικοποιείται είτε λόγω μη άσκησης κατ’ αυτής ενδίκου βοηθήματος, είτε λόγω απόρριψης του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος, δεν είναι επιτρεπτή η επιβολή κύρωσης για την ίδια παράβαση και από άλλη διοικητική αρχή, τυχόν δε εκδοθείσα πράξη επιβολής κύρωσης και από την αρχή αυτή είναι ακυρωτέα για παράβαση της αρχής non bis in idem. Από τη συλλογιστική του Δικαστηρίου συνάγεται σαφώς ότι προϋπόθεση της εφαρμογής της ως άνω αρχής και, συνακολούθως, της απαγόρευσης επιβολής δεύτερης διοικητικής κύρωσης είναι να έχει καταστεί οριστική η πρώτη κυρωτική διοικητική διαδικασία και, επομένως, δικαστικώς απρόσβλητη η πρώτη διοικητική ποινή[57].

21. Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη ενός Συμβούλου, πάντως, δεν συντρέχει παράβαση της αρχής non bis in idem, σε περίπτωση που επιβάλλονται περισσότερες διοικητικές κυρώσεις για τα αυτά μεν πραγματικά περιστατικά, αλλά για διαφορετική αιτία, όταν, δηλαδή, δεν ταυτίζονται τα  έννομα αγαθά που προστατεύονται από τις οικείες διατάξεις και οι σκοποί που επιδιώκονται με αυτές. Η προσέγγιση αυτή είχε υιοθετηθεί και στην απόφαση ΣτΕ 715/2013, με την οποία κρίθηκε ότι τα έννομα αγαθά που προστατεύονται από τις διατάξεις της τηλεπικοινωνιακής νομοθεσίας και της νομοθεσίας περί ελεύθερου ανταγωνισμού και οι σκοποί που επιδιώκονται με αυτές δεν ταυτίζονται, οπότε η επιβολή σωρευτικά των αντίστοιχων διοικητικών κυρώσεων από την ίδια μάλιστα αρχή, εν προκειμένω την ΕΕΕΤ, για μία συμπεριφορά, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής αμφοτέρων των εν λόγω νομοθεσιών, δεν συνιστά από την άποψη της ταυτότητας εννόμων αγαθών παραβίαση της αρχής non bis in idem[58]. Πρόκειται για την εμμονή στο κριτήριο της ταυτότητας του προστατευόμενου έννομου αγαθού ως καθοριστικού στοιχείου της προϋπόθεσης του idem για την εφαρμογή της αρχής, η οποία χαρακτηρίζει ακόμη και τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης στις υποθέσεις του δικαίου του ανταγωνισμού (βλ. ανωτέρω, αρ. περ. 13)[59]. Πάντως, και κατά την άποψη της μειοψηφίας, η μη εφαρμογή της αρχής οφείλεται στην έλλειψη συνδρομής μιας από τις προϋποθέσεις της, δηλαδή αυτής του idem, όχι όμως στο γεγονός ότι πρόκειται για συρροή περισσοτέρων διοικητικών κατά το εθνικό δίκαιο κυρώσεων.

22. Ενώ η σχετική προβληματική σε λίγες περιπτώσεις φαίνεται να έχει ανακύψει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, στη Γαλλία υπάρχει ήδη πάγια νομολογία συναφώς. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι η αρχή ne bis in idem δεν τυγχάνει εφαρμογής οσάκις επιβάλλονται πλείονες, διοικητικού χαρακτήρα κατά το εθνικό δίκαιο, κυρώσεις, οι οποίες προέρχονται από διαφορετικές κυρωτικές αρχές. Πράγματι, η Γαλλία έχει διατυπώσει επιφύλαξη σε σχέση με το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου 7, κατά την οποία η αρχή ne bis in idem εφαρμόζεται μόνο για τις παραβάσεις που εμπίπτουν, κατά το γαλλικό δίκαιο, στην αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων. Έτσι, στον αθλητή ο οποίος συνελήφθη να κάνει χρήση αναβολικών σε συγκεκριμένη αθλητική διοργάνωση μπορεί να επιβάλει κυρώσεις τόσο η αρμόδια αθλητική ομοσπονδία, βάσει της σχετικής νομοθεσίας για τον έλεγχο αντιντόπινγκ, όσο και ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας εφόσον ο αθλητής υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις[60]. Ομοίως, στον ένστολο είναι δυνατόν, για την ίδια παράβαση καθηκόντων, να επιβληθούν σωρευτικώς πειθαρχικές και υπηρεσιακές κυρώσεις[61]. Στις περιπτώσεις αυτές, η σώρευση είναι δυνατή, διότι οι κυρώσεις στηρίζονται σε διαφορετικές νομικές αιτίες (causes juridiques différentes)[62]. Σημειώνεται ότι η έννοια της νομικής αιτίας είναι ιδιαιτέρως ευρεία και χρησιμοποιείται κυρίως για την κατάταξη των λόγων ακύρωσης ως αναγομένων στην εσωτερική ή στην εξωτερική νομιμότητα. Εν προκειμένω, θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια του «νομικού πεδίου», του ερείσματος της κύρωσης[63].

23. H προσέγγιση αυτή αντικατοπτρίζει τη γενική στάση της γαλλικής έννομης τάξης, η οποία έχει περιορίσει δραστικά το ρυθμιστικό πεδίο της αρχής ne bis in idem, δεχόμενη, αφενός, ότι αυτή προϋποθέτει επιβολή κυρώσεων από την ίδια κυρωτική αρχή και, αφετέρου, ότι η ανεξαρτησία ποινικής και πειθαρχικής διαδικασίας αποκλείει την εφαρμογή της. Το Conseil d’Etat επιβεβαίωσε προσφάτως την αρχή της σώρευσης ποινικών και πειθαρχικών κυρώσεων που στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, διευκρίνισε όμως ότι η  συνολική διάρκεια των ποινών αυτών που επιβάλλονται από την πειθαρχική αρχή και από τον ποινικό δικαστή  δεν πρέπει να υπερβαίνει τη διάρκεια της ανώτερης εκ των δύο ποινών. Έτσι, εάν το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο επιβάλει σε φαρμακοποιό την ποινή της απαγόρευσης άσκησης της επαγγελματικής του δραστηριότητας λόγω παράβασης της επαγγελματικής δεοντολογίας και την ίδια ποινή επιβάλει ο ποινικός δικαστής για παράβαση του ποινικού κώδικα, δεν θα εφαρμοστούν σωρευτικά οι δύο ποινές, αλλά μόνον η ποινή με τη μεγαλύτερη διάρκεια[64]. To ίδιο δέχθηκε και για τις κυρώσεις που επιβάλλουν χωριστά τα διάφορα δικαιοδοτικά (στο πλαίσιο της γαλλικής έννομης τάξης) όργανα των επαγγελματικών τάξεων για την ίδια παράβαση[65]. Το Conseil d’Etat υπενθύμισε ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, λόγω της ανωτέρω επιφύλαξης της Γαλλίας ως προς την εφαρμογή του. Σημειώνεται, πάντως, ότι προσφάτως το ΕΔΔΑ έκρινε ανίσχυρη την αντίστοιχη επιφύλαξη της Ιταλίας[66], πράγμα που δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες και για την ισχύ της γαλλικής επιφύλαξης[67].

24. Δογματικά συνεπής και σύμφωνη προς τη ratio της  αρχής ne bis in idem φαίνεται η κρίση της πλειοψηφίας στην απόφαση ΣτΕ 1091/2015[68], κατά την οποία στην περίπτωση των διοικητικών κυρώσεων θα πρέπει να εφαρμοστούν τα κριτήρια Engel, όπως διατυπώθηκαν στη  νομολογία του ΕΔΔΑ στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και αξιοποιήθηκαν για την ερμηνεία της αρχής ne bis in idem. Είτε πρόκειται για σώρευση ποινικών και διοικητικών κυρώσεων είτε διοικητικών και μόνο κυρώσεων, θα πρέπει να εξετάζεται αν οι τελευταίες, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών τους, έχουν οιονεί ποινική  φύση, οπότε εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αρχής ne bis in idem. Πράγματι, δεν φαίνεται να υπάρχει πειστικός λόγος  διαφορετικής  μεταχείρισης  σοβαρών  και ενεχουσών απαξιωτικό χαρακτήρα διοικητικών κυρώσεων, αναλόγως του αν αυτές συντρέχουν με ποινικές ή με αντίστοιχες διοικητικές κυρώσεις, οι οποίες πληρούν τα κριτήρια Engel.

25. Υπέρ της προσέγγισης αυτής συνηγορεί και η νομολογία του ΔΕΕ, από την οποία προκύπτει ότι η αρχή ne bis in idem εφαρμόζεται στις διαδικασίες επιβολής προστίμου στο πλαίσιο του δικαίου περί συμπράξεων, εφόσον αυτές φέρουν χαρακτηριστικά όμοια προς αυτά του ποινικού δικαίου. Περαιτέρω, ως κριτήριο για την εφαρμογή της αρχής σε όλους τους τομείς του δικαίου θα πρέπει να αρκεί η ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών και του παραβάτη, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα του προστατευομένου εννόμου αγαθού ή συμφερόντος, πρόσθετη προϋπόθεση που συρρικνώνει το πεδίο εφαρμογής της. Όπως επισήμανε το ΔΕΚ στην απόφαση Van Ensbroen[69], στο άρθρο 4 του πρωτοκόλλου 7 στην EΣΔΑ χρησιμοποιείται ο όρος «παράβαση», πράγμα που σημαίνει ότι λαμβάνεται υπόψη το κριτήριο του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών ως προϋπόθεση εφαρμογής της αρχής non bis in idem που κατοχυρώνουν τα κείμενα αυτά. Το ίδιο το ΕΔΔΑ, όμως, με την απόφαση Zolotukin κατά Ρωσίας, εγκατέλειψε την προσέγγιση αυτή, διευρύνοντας έτσι το πεδίο εφαρμογής της αρχής ne bis in idem. Διαφορετική ερμηνεία, όπως η υποστηριζόμενη από την μειοψηφούσα άποψη στην απόφαση ΣτΕ 1091/2015, θα είχε ως συνέπεια ότι η εμβέλεια των εγγυήσεων που παρέχει η ως άνω αρχή θα υστερούσε του ελαχίστου επιπέδου προστασίας που προβλέπει συναφώς το άρθρο 4 παρ. 1 του πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ.

 

 

 

 

 

 

 

 


[1] ΕΔΔΑ, απόφαση Maresti κατά Κροατίας της 25ης Ιουνίου 2009 (προσφυγή υπ’ αριθ. 55759/07, § 56, με περαιτέρω παραπομπές).

 

 

 

 

 

[2] ΕΔΔΑ, απόφαση Engel κ.λπ κατά Κάτω Χωρών (τμήμα μείζονος συνθέσεως)  της  8ης  Ιουνίου 1976  (προσφυγές  υπ’  αριθ. 5100/71, 5101/71, 5102/71, 5354/72, 5370/72, σειρά  A αριθ. 22, § 82).

 

 

 

 

 

[3] Bλ., ενδεικτικά, Ε. Πρεβεδούρου, Η επιρροή του ευρωπαϊκού δικαίου στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σ. 102-107, με πλούσιες βιβλιογραφικές παραπομπές.

 

 

 

 

 

[4] ΕΔΔΑ, απόφαση Engel κ.λπ κατά Κάτω Χωρών

 

 

 

 

 

[5] ΕΔΔΑ, αποφάσεις Öztürk κατά Γερμανίας της 21ης Φεβρουαρίου 1984 (προσφυγή υπ’ αριθ. 8544/79, σειρά A αριθ. 73, § 53), και Lauko κατά Σλοβακίας της 2ας Σεπτεμβρίου 1998 (προσφυγή υπ’ αριθ. 26138/95, Recueil des arrêts et décisions, 1998-VI, § 58).

 

 

 

 

 

[6] ΕΔΔΑ, απόφαση Jussila κατά Φινλανδίας της 23ης Νοεμβρίου 2006 (προσφυγή υπ’ αριθ. 73053/01, Recueil des arrêts et décisions, 2006-XIII, § 38).

 

 

 

 

 

[7] Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Zolotukhin κατά Ρωσίας (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 10ης Φεβρουαρίου 2009 (προσφυγή υπ’ αριθ. 14939, § 55), όπου γίνεται παραπομπή στην απόφαση Ezeh και Connors κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 9ης Οκτωβρίου 2003 (προσφυγές υπ’ αριθ. 39665/98 και 40086/98, Recueil des arrêts et décisions, 2003-X, § 102 και 105), και  Maresti κατά Κροατίας (§ 59).

 

 

 

 

 

[8]  ΕΔΔΑ, αποφάσεις Zolotukhin κατά Ρωσίας (§ 55) και Maresti  κατά Κροατίας (§ 59)

 

 

 

 

 

[9] ΕΔΔΑ, αποφάσεις Ezeh και Connors κατά Ηνωμένου Βασιλείου (§ 103) και Bendenoun κατά Γαλλίας της 24ης Φεβρουαρίου 1994 (προσφυγή υπ’ αριθ. 12547/86, σειρά A αριθ.  284, § 47).

 

 

 

 

 

[10] ΕΔΔΑ, απόφαση Zolotukhin κατά Ρωσίας (§ 56)

 

 

 

 

 

[11] ΕΔΔΑ, αποφάσεις Engel κατά Κάτω Χωρών (§ 82) και Ezeh και Connors κατά Ηνωμένου Βασιλείου (§ 126).

 

 

 

 

 

[12] ΕΔΔΑ, Žugić κατά Κροατίας της 31ης Μαΐου 2011 (προσφυγή υπ’ αριθ. 3699/08 που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη  Recueil des arrêts et décisions, § 68).

 

 

 

 

 

[13]  ΕΔΔΑ, Žugić κατά Κροατίας (§ 68).

 

 

 

 

 

[14] EΔΔΑ, απόφαση Zolotukhin κατά Ρωσίας, § 82: «[…] l’article 4 du Protocole n° 7 doit être compris comme interdisant de poursuivre ou de juger une personne pour une seconde “infraction” pour autant que celle-ci a pour origine des faits identiques ou des faits qui sont en substance les mêmes».

 

 

 

 

 

[15]  ΕΔΔΑ, απόφαση Zolotukhin κατά Ρωσίας, § 81

 

 

 

 

 

[16] Κατά τον Ι. Δημητρακόπουλο, Ne bis in idem και επιβολή δεύτερου διοικητικού προστίμου (Σχόλιο στις αποφάσεις ΣτΕ 108/2015 εν συμβ. και ΣτΕ 1091/2015), σε http://www.humanrightscaselaw. gr, σ. 1, οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης της απορρέουσας από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αρχής ne bis in idem συστηματοποιούνται ως εξής: (i) πρέπει να υπάρχουν περισσότερες της μίας διαδικασίες επιβολής κύρωσης (ii) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, (iii) η μία από τις διαδικασίες πρέπει να έχει καταλήξει σε αμετάκλητη απόφαση και (iv) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση.

 

 

 

 

 

[17] Τέσσερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Βέλγιο, Γερμανία, Κάτω Χώρες και Ηνωμένο Βασίλειο) δεν έχουν μέχρι  στιγμής κυρώσει το πρωτόκολλο 7.

 

 

 

 

 

[18] Διεξοδική ανάλυση συναφώς στις προτάσεις της J. Κokott της 8ης Σεπτεμβρίου 2011 στην υπόθεση C-17/10, Toshiba κ.λπ. και της 18ης Δεκεμβρίου 2011 στην υπόθεση C-489/10, Bonda.

 

 

 

 

 

[19] Άρθρο 6 παρ.  1 τρίτο εδάφιο ΣΕΕ, και άρθρο 52 παρ.  3 πρώτο εδάφιο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Το άρθρο 52 παρ. 3 δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη επιτρέπει να παρέχεται ευρύτερη προστασία σε σχέση με την προβλεπόμενη στην ΕΣΔΑ.

 

 

 

 

 

[20] Βλ. ενδεικτικά, τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2010, C-400/10 PPU, McB. (Συλλογή 2010, σ. Ι-8965, σκέψη 53), της 15ης Νοεμβρίου 2011, C-256/11, Dereci κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. Ι-11315, σκέψη 70), καθώς και τις προτάσεις της  γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Toshiba κ.λπ., σημείο 120.

 

 

 

 

 

[21]   Αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2002, C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής («LVM», Συλλογή 2002, σ. I-8375, σκέψη 59) και της 29ης Ιουνίου 2006, C-289/04 P, Showa Denko κατά Επιτροπής («Showa Denko», Συλλογή 2006, σ. I-5859, σκέψη 50).

 

 

 

 

 

[22]  Βλ. τις αποφάσεις LVM (σκέψη 59) και της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C-217/00 P και C-219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I-123, σκέψεις 338 έως 340).

 

 

 

 

 

[23] Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, που υπογράφηκε στο Σένγκεν την 9η Ιουνίου 1990 (ΕΕ 2000, L 239,  σ. 19).

 

 

 

 

 

[24]  Προτάσεις Kokott της 8ης Σεπτεμβρίου 2011 στην υπόθεση  C-17/10, Toshiba κ.λπ.

 

 

 

 

 

[25] Προτάσεις Ε. Sharpston της 10ης Φεβρουαρίου 2011 στην υπόθεση C-272/09 P, KME (Συλλογή 2011, σ. Ι-12789, σημεία 61 επ.), καθώς και προτάσεις Y. Bot της 26ης Οκτωβρίου 2010 στην υπόθεση C-352/09 P, ThyssenKrupp Nirosta (πρώην ThyssenKrupp Stainless) κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. Ι-2359, σημεία 48 επ.), και της 26ης Οκτωβρίου 2010 στην υπόθεση C-201/09 P και C-216/09 P, ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. Ι-2239, σημεία 40 επ.), στις οποίες οι γενικοί εισαγγελείς χρησιμοποιούν τα κριτήρια του ΕΔΔΑ προκειμένου να θεμελιώσουν τον οιονεί ποινικό χαρακτήρα της περί συμπράξεων διαδικασίας της ΕΕ, δεχόμενοι, πάντως, ότι οι διαδικασίες επιβολής προστίμου εντάσσονται μεν στη σφαίρα του ποινικού δικαίου κατά την έννοια της ΕΣΔΑ (και του Χάρτη), διαφέρουν όμως από τον σκληρό πυρήνα του ποινικού δικαίου  [βλ. για τις διαδικασίες αυτές απόφαση Menarini κατά Ιταλίας της 27ης Σεπτεμβρίου 2011 (προσφυγή υπ’ αριθ. 43509/08, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Recueil des arrêts et décisions, § 38-45].

 

 

 

 

 

[26] Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C-210/00, Käserei Champignon Hofmeister (Συλλογή 2002, σ. I-6453, σκέψη 41), η οποία παραπέμπει στις αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1987, 137/85, Maizena κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 4587, σκέψη 13), και της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-240/90, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-5383, σκέψη 26).

 

 

 

 

 

[27] Αποφάσεις Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψη 19) και Käserei  Champignon Hofmeister (σκέψη 38).

 

 

 

 

 

[28] Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της  5ης Ιουνίου 2012, C-489/10, Bonda.

 

 

 

 

 

[29] Της 29ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου όσον αφορά τα καθεστώτα στήριξης τα προβλεπόμενα βάσει των τίτλων 4 και 4α του εν λόγω κανονισμού και τη χρήση των εκτάσεων γης που προκύπτουν από την παύση καλλιέργειας για την παραγωγή πρώτων υλών (ΕΕ L 345, σ. 1).

 

 

 

 

 

[30] Σκέψη 32 της απόφασης Bonda.

 

 

 

 

 

[31] ΕΔΔΑ, απόφαση Jussila κατά Φινλανδίας της 23ης Νοεμβρίου 2006 (προσφυγή υπ’ αριθ. 73053/01, Recueil des arrêts et décisions, 2006-XIII, § 38).

 

 

 

 

 

[32] Βλ., ενδεικτικώς, ΕΔΔΑ, απόφαση Jussila κατά Φινλανδίας (§ 38), όπου χρησιμοποιείται ως κριτήριο το αν μια οικονομική επιβάρυνση επιβάλλεται ως αποζημίωση για την προκληθείσα βλάβη ή ως ποινή προκειμένου να προληφθεί η υποτροπή.

 

 

 

 

 

[33] Απόφαση Käserei Champignon Hofmeister, σκέψη 38.

 

 

 

 

 

[34] ΕΔΔΑ, απόφαση Jussila κατά Φινλανδίας (§ 38), στην οποία εξετάστηκαν και οι αποκλίσεις στη νομολογία του σχετικά με τον χαρακτηρισμό των προσαυξήσεων στον φορολογικό τομέα. Βλ., επίσης, ΕΔΔΑ, απόφαση Ruotsalainen κατά Φινλανδίας της 16ης Ιουνίου 2009 (προσφυγή υπ’ αριθ. 13079/03, § 46) σχετικά με την επιβολή τέλους λόγω χρησιμοποίησης λάθος καυσίμου.

 

 

 

 

 

[35] Βλ., στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, σχετικά με την εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας, την απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-199/92 P, Hüls κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-4287, σκέψη 150).

 

 

 

 

 

[36]  Αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή  κατά Ελλάδας, Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψη 24· της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-213/99, de Andrade, Συλλογή 2000, σ. I-11083, σκέψη 19, και της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-91/02, Hannl-Hofstetter, Συλλογή 2003, σ. I-12077, σκέψη 17.

 

 

 

 

 

[37]  Σκέψη 35 της απόφασης Åkerberg Fransson.

 

 

 

 

 

[38]Th. Kingreen, Ne bis in idem: Zum Gerichtswettbewerb  um die Deutungshoheit über die Grundrechte. Anmerkung  zur Entscheidung des EuGH vom 26.2.2013 (C-617/10), EuR  4/2013, σ. 446· O. F. Gstrein/S. Zeitmann, Die Åkerberg Fransson Entscheidung des EuGH – Ne bis in idem als Wegbereiter fur einen effektiven Grundrechtsschutz in der EU?, ZEUS 2/2013, σ. 239· D. Simon, Ne bis in idem. La Cour valide à certaines conditions la faculté de cumul de sanctions fiscales et pénales au terme d’un examen approfondi des exigences résultant de la Convention européenne des droits de l’homme et de la Charte des droits fondamentaux, Europe 2013 Avril Comm. nº 4, σ. 14· V. Skouris, Développements récents de la protection des droits fondamentaux dans l’Union européenne: les arrêts Melloni et Åkerberg Fransson, Il diritto dell’Unione Europea 2013 σ. 229· ομιλία του ιδίου στον ΔΣΑ στις 28 Μαρτίου 2013, σε εκδήλωση που  διοργάνωσε προς τιμήν του η Ελληνική Ένωση Ευρωπαϊκού Δικαίου, με θέμα «Όψεις της προστασίας των θεμελιωδών  δικαιωμάτων στην ΕΕ μετά την Λισσαβώνα».

 

 

 

 

 

[39] Όπως επισημαίνει ο Ι. Δημητρακόπουλος, η αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου επιβάλλει η κύρωση που απομένει μετά την ακύρωση (ή μη επιβολή) της άλλης, συνεπεία της αρχής ne bis in idem, να εκπληρώνει την υποχρέωση του κράτους μέλους για επιβολή επαρκώς αποτελεσματικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για παραβίαση της ενωσιακής νομοθεσίας ή της εθνικής νομοθεσίας μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο (Ne bis in idem και επιβολή δεύτερου διοικητικού προστίμου (Σχόλιο στις αποφάσεις ΣτΕ 108/2015 εν συμβ. και ΣτΕ 1091/2015, σε http://www.humanrightscaselaw.gr, υποσημ. 4).

 

 

 

 

 

[40]  Σκέψη 36 της απόφασης Åkerberg Fransson.

 

 

 

 

 

[41] Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 338).

 

 

 

 

 

[42] Αποφάσεις Showa Denko (ιδίως σκέψεις 52 έως 56), της 29ης Ιουνίου 2006, C‑308/04 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑5977, σκέψεις 28 έως 32), και της 10ης Μαΐου 2007, C‑328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑3921, σκέψεις 24 έως 30).

 

 

 

 

 

[43] Απόφαση της 5ης Μαΐου 1966, 18/65 και 35/65, Gutmann κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 487, 488).

 

 

 

 

 

[44] Απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1).

 

 

 

 

 

[45] Απόφαση της 9ης Mαρτίου 2006, C‑436/04, Van Esbroeck, (Συλλογή 2006, σ. I‑2333, σκέψη 32).

 

 

 

 

 

[46] Αποφάσεις Van Esbroeck (σκέψεις 27, 32 και 36), της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑467/04, Gasparini κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑9199, σκέψη 54), της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑150/05, Van Straaten (Συλλογή 2006, σ. I‑9327, σκέψεις 41, 47 και 48), της 18ης Ιουλίου 2007, C‑367/05, Kraaijenbrink (Συλλογή 2007, σ. I‑6619, σκέψεις 26 και 28), και της 16ης Νοεμβρίου 2010, C‑261/09, Mantello (Συλλογή 2010, σ. Ι‑11477, σκέψη 39).

 

 

 

 

 

[47] Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2012, C-17/10, Toshiba κ.λπ., σκέψη 97.

 

 

 

 

 

[48]  Βλ., ενδεικτικά, Ι. Γράβαρη, Φορολογικές κυρώσεις. Όροι και όρια της τιμωρίας, ΘΠΔΔ 12/2012, σ. 1095· Π. Πανταζόπουλου, Η αντιμετώπιση από τα διοικητικά δικαστήρια της διαδικασίας τιμώρησης της λαθρεμπορίας. Με αφορμή τη ΣτΕ 2067/2011, ΘΠΔΔ 12/2011, σ. 1100, με περαιτέρω βιβλιογραφικές παραπομπές.

 

 

 

 

 

[49]  Βλ.  συναφώς,  Ι. Δημητρακόπουλου, Νe bis in idem: Η σύντομη (;) ζωή της  απόφασης Καπετάνιος (Σημείωμα στην απόφαση ΣτΕ Ολομ. 1741/2015), σε http://www.humanrightscaselaw. gr· Αντώνη Π. Αργυρού, Η  αρχή «ne bis in idem» με αφορμή την με αριθμό 1741/2015 Απόφαση Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε http://lawtakpap.blogspot.gr/2015/06/ne-bis-in-idem-17412015.html· Ε. Παυλίδου, Ne bis in idem: Προς µία απόλυτα ευρωπαϊκή ερµηνεία ενός απόλυτου δικαιώµατος (µε αφορµή την απόφαση του ΕΔΔΑ της 30.4.2015, Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδας), σε http://www.humanrightscaselaw.gr.

 

 

 

 

 

[50] Προσφυγή 3453/12, 42941/12 και 9028/13.

 

 

 

 

 

[51] Βλ. ιδίως σκέψεις 69-72.

 

 

 

 

 

[52]  Σκέψη 14 της ΣτΕ Ολ 1741/2015.

 

 

 

 

 

[53] Στην προσέγγιση αυτή φαίνεται ότι εμμένει το Συμβούλιο της Επικρατείας και σε πλέον πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας, την ΣτΕ 2403/2015 (Β΄ Τμηματος, 5μελούς συνθέσεως), δεχόμενο ότι «ακόμα και υπό την (εσφαλμένη, κατά τα κριθέντα με την απόφαση 1741/2015 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας) εκδοχή ότι το πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας και η σχετική διοικητική δίκη έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, πάντως, η εφαρμογή από το διοικητικό δικαστήριο της προαναφερόμενης αρχής ne bis in idem, λόγω σχετικής ποινικής δίκης, απαιτεί αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 1522/2010 επταμ., 1325/2013, 1879/2014 κ.ά.)». Βλ. συναφώς Ι. Δημητρακόπουλου, Ne bis in idem, τεκμήριο αθωότητας και η “αχίλλειος πτέρνα” της απόφασης Καπετάνιος του ΕΔΔΑ: οι θεμελιώδεις αρχές της επικουρικότητας του ελέγχου του ΕΔΔΑ και της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, σε http://www.humanrightscaselaw. gr.

 

 

 

 

 

[54] Σκέψη 13 της ΣτΕ Ολ 1741/2015.

 

 

 

 

 

[55] Για τα πρόστιμα της ΑΔΑΕ βλ. ΣτΕ Ολ 3319/2010.

 

 

 

 

 

[56] ΕΔΔΑ αποφάσεις Zolotoukhine κατά Ρωσίας (§§ 82-84) και Ruotsalainen κατά Φινλανδίας (§ 49 επ.).

 

 

 

 

 

[57] Ι. Δημητρακόπουλου, Ne bis in idem και επιβολή δεύτερου διοικητικού προστίμου (Σχόλιο στις αποφάσεις ΣτΕ 108/2015 εν συμβ. και ΣτΕ 1091/2015), σε http://www.humanrightscaselaw. gr, σ. 4, διεξοδικά υποσημ. 11. Τούτο καθίσταται σαφές στην απόφαση ΣτΕ 108/2015 (Β΄ Τμήμα σε συμβούλιο). Το Δικαστήριο τόνισε ότι το άρθρο 4 του 7ου Πρωτ. της ΕΣΔΑ «[…] δεν αποκλείει την παράλληλη διεξαγωγή “ποινικών” διαδικασιών κατά του ίδιου προσώπου και για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση, προτού εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση σε μία από τις διαδικασίες αυτές….». Επομένως, η επίμαχη διάταξη «[…] δεν έχει πεδίο εφαρμογής και, συνεπώς, δεν ανακύπτει ζήτημα παραβίασής της, σε περίπτωση που, ναι μεν επιβάλλονται “ποινικές” κυρώσεις με διακεκριμένες διαδικασίες, αλλά αυτές συνδέονται στενά μεταξύ τους κατ’ ουσίαν και κατά χρόνον […], ώστε να πρόκειται ουσιαστικά όχι περί αυτοτελών διαδικασιών, αλλά περί μιας ενιαίας κυρωτικής διαδικασίας […]». Όπως επισημαίνει ο Ι. Δημητρακόπουλος, Ne bis in idem και επιβολή δεύτερου διοικητικού προστίμου (Σχόλιο στις αποφάσεις ΣτΕ 108/2015 εν συμβ. και ΣτΕ 1091/2015), σ. 2, τέτοια αυτοτέλεια δεν υπάρχει όταν πρόκειται για υπόθεση, στην οποία εκδίδονται από την ίδια φορολογική αρχή διαδοχικές πράξεις επιβολής χρηματικών κυρώσεων κατά του ίδιου προσώπου, με βάση την ίδια κατ’ ουσίαν εκτίμηση της αρχής για την παραβατική συμπεριφορά που του αποδίδεται. Απαντώντας, λοιπόν, σε προδικαστικό ερώτημα με απόφαση εν συμβουλίω έκρινε ότι η σωρευτική επιβολή πρόσθετου φόρου και ειδικού προστίμου, σύμφωνα με τα άρθρα 1 (παρ. 2) και 6 (παρ. 1) του Ν. 2523/1997, λόγω αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., δεν αντίκειται στο άρθρο 4 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Το στοιχείο της αυτοτέλειας των κυρωτικών διαδικασιών τονίζεται και στη νομολογία του ΔΕΚ/ΔΕΕ, από την οποία προκύπτει ότι, εφαρμοζόμενη στο δίκαιο του ανταγωνισμού, η αρχή ne bis in idem απαγορεύει να καταδικαστεί ή να διωχθεί εκ νέου μια επιχείρηση για συμπεριφορά αντίθετη προς τον ανταγωνισμό για την οποία της είχε ήδη επιβληθεί κύρωση ή για την οποία είχε κριθεί ως μη έχουσα ευθύνη με προγενέστερη απόφαση η οποία δεν είναι πλέον δεκτική προσφυγής (ΔΕΚ, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 59).

 

 

 

 

 

[58] Τη συλλογιστική της ΣτΕ 715/2013 φαίνεται να υιοθετεί και η πρόσφατη απόφαση ΣτΕ 2797/2015 7μ, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής: (A) Η παραβίαση των διατάξεων της τηλεπικοινωνιακής νομοθεσίας που διέπουν την παροχή ανοικτού δικτύου και η επιβολή των σχετικών κυρώσεων δεν αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων περί ανταγωνισμού και την επιβολή των προβλεπόμενων από αυτές κυρώσεων, όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, λόγω των διακριτών σκοπών που υπηρετούν τα δύο αυτά συστήματα κανόνων δικαίου και του μη ταυτιζόμενου εννόμου αγαθού, στου οποίου την προστασία αποβλέπουν – Απορρίπτεται ως αβάσιμος λόγος περί παραβίασης της αρχής ne bis in idem. (B) Τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία επιβλήθηκε το επίδικο πρόστιμο δεν ταυτίζονται με εκείνα που είχαν αξιολογηθεί κατά την επιβολή σύστασης και προστίμου σε βάρος της αναιρεσείουσας, με άλλες αποφάσεις της ΕΕΤΤ – Συνεπώς, προεχόντως για το λόγο αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάσθηκε η ανωτέρω διάταξη (βλ. http://www.humanrightscaselaw. gr).

 

 

 

 

 

[59] Απόφαση C-17/10, Toschiba, σκέψη 97, με παραπομπή στην προηγούμενη νομολογία.

 

 

 

 

 

[60] CE 2 mars 2010, Fédération francaise d’athlétisme, n° 324439, AJDA 2010, σ. 664, chron. S.-J. Lieber/D. Botteghi· Droit administratif 2010 comm. 82, note F. Melleray.

 

 

 

 

 

[61]  CE 27 janvier 2006, Ministre de la défense, n° 265600.

 

 

 

 

 

[62]  CE 28 juillet 1952, Thouvard et Société Terray et Compagnie, Lebon σ. 213.

 

 

 

 

 

[63] Βλ., αντί πολλών, R. Chapus, Droit du contentieux administratif, Montchrestien, 2008, αρ. περ. 762 επ., 1204.

 

 

 

 

 

[64] CE 21 juin 2013, M.A., n° 345500, AJDA 38/2013, σ. 2209, note L. Seurot

 

 

 

 

 

[65] CE 22 octobre 2014, Syndicat des médecins d’Aix, n° 364384.

 

 

 

 

 

[66] ΕΔΔΑ, 4 Μαρτίου 2014, προσφυγή υπ’αριθ. 18640/10, 18647, 18663, 1866818698, Grande Stevens κατά Ιταλίας (τμήμα μείζονος συνθέσεως), § 204-211.

 

 

 

 

 

[67] X. Dupré de Boulouis/L. Milano, Jurisprudence administrative et Convention européenne des droits de l’homme, RFDA 3/2015, σ. 519 (522)

 

 

 

 

 

[68] Ο Ι. Δημητρακόπουλος, Ne bis in idem και επιβολή δεύτερου διοικητικού προστίμου (Σχόλιο στις αποφάσεις ΣτΕ 108/2015 εν συμβ. και ΣτΕ 1091/2015), σε http://www.humanrightscaselaw. gr, σ. 5, επισημαίνει ότι την ίδια προσέγγιση έχει ακολουθήσει συναφώς η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία, στην απόφαση 122/2012, δέχθηκε τα εξής: «[…] στη συγκεκριμένη περίπτωση αν έχει επιληφθεί το ΕΣΡ και κρίνει επί της ουσίας πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν περιεχόμενο τηλεοπτικής ή ραδιοφωνικής εκπομπής, τα οποία συνιστούν ενδεχομένως και προσβολή του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, τότε η ΑΠΔΠΧ όταν καλείται να επιληφθεί ως δεύτερο αρμόδιο όργανο, δεν είναι δυνατόν να ασκήσει την κυρωτική αρμοδιότητά της προβαίνοντας σε σχετική έρευνα, διαπίστωση της παράβασης και επιβολή κυρώσεων, αλλά υποχρεούται να προβεί στη διαπίστωση ότι για τα αυτά (ή ουσιωδώς όμοια) πραγματικά περιστατικά υπάρχει επί της ουσίας κρίση του ΕΣΡ και οφείλει να απόσχει της εξετάσεως των πραγματικών αυτών περιστατικών».

 

 

 

 

 

[69] To ΔΕΚ ερμήνευσε την αρχή non bis in idem, την οποία διατυπώνει το άρθρο 54 της σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν (ΣΕΣΣ) υπό την έννοια ότι το κατάλληλο κριτήριο για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου της ΣΕΣΣ είναι το κριτήριο της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών με την έννοια ενός συνόλου περιστατικών που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού τους ή του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος. Εφόσον η εφαρμογή του άρθρου 54 δεν εξαρτάται από την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών, η αρχή αυτή προϋποθέτει κατ’ ανάγκη ότι υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη των συμβαλλομένων κρατών στα οικεία συστήματα ποινικής δικαιοσύνης και ότι κάθε κράτος μέλος αποδέχεται την εφαρμογή του ποινικού δικαίου που ισχύει στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη, έστω και αν η εφαρμογή της οικείας εθνικής νομοθεσίας θα οδηγούσε σε διαφορετική λύση. Επομένως, το ενδεχόμενο διαφορετικών νομικών χαρακτηρισμών των ίδιων πραγματικών περιστατικών σε δύο συμβαλλόμενα κράτη μέλη δεν εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ. Για τους ίδιους λόγους, το κριτήριο της ταυτότητας του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι το προστατευόμενο έννομο συμφέρον ενδέχεται να διαφέρει από το ένα συμβαλλόμενο κράτος στο άλλο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρατηρήσεις στις αποφάσεις ΣτΕ 137/2015 και ΣτΕ 99/2015 (νομιμότητα της συμμετοχής δικαστικών λειτουργών στις Επιτροπές για την επίλυση Δασικών Αμφισβητήσεων)

Παναγιώτης Σ. Καποτάς, Δικηγόρος Πατρών, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου ΕΚΠΑ, ΜΔΕ Δασολογίας ΑΠΘ. ΜΔΕ Φιλοσοφίας Πανεπιστήμιου Πατρών, Υπότροφος ΙΚΥ - Υποψήφιος Διδάκτορας Πολυτεχνείου Κρήτης, Επισκέπτης Ερευνητής New York Fordham University School of Law (pkapotas@isc.tuc.gr)

(αναδημοσίευση από το περιοδικό Περιβάλλον και Δϊκαιο 1/2015)

1. Εισαγωγή

Με τις υπό σχολιασμό με αριθμό 99/2015 και 137/2015 αποφάσεις του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Δικαστήριο κλήθηκε, να κρίνει αιτήσεις ακύρωσης πολιτών κατά αποφάσεων της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Πειραιά και Χανίων, σχετικά με τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη.

Το Δικαστήριο εξετάζοντας έναν από τους πρόσθετους λόγους των αιτούντων εξέδωσε δύο καθ’ όλα σημαντικές αποφάσεις παραπεμπτικές στην επταμελή σύνθεση αποφάσεις. Η πρώτη απόφαση εκδόθηκε ομόφωνα, ενώ η δεύτερη με αριθμό 137/2015 απόφαση του ίδιου Τμήματος με μειοψηφία ενός Δικαστή.

2. Η απόφαση

Το Δικαστήριο παρέπεμψε στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, προκειμένου να κρίνει εάν οι Επιτροπές του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, (Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων) συνιστούν ή όχι συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος. Κατά το Δικαστήριο, η αρμοδιότητά τους, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 998/1979, δεν έχει ως αντικείμενο την άσκηση οικονομικού ή δημοσιονομικού ελέγχου, ούτε συνάπτεται με θέματα οικονομικού ή δημοσιονομικού χαρακτήρα. Επιπλέον, οι επιτροπές αυτές, κατά την γνώμη του Δικαστηρίου, δεν έχουν δικαιοδοτικό χαρακτήρα, διότι αποφαίνονται επί ενδικοφανών προσφυγών κατά διοικητικών πράξεων, με βάση τη διαγραφόμενη στο νόμο διοικητική διαδικασία χωρίς στοιχεία τα οποία να προσιδιάζουν σε εκτέλεση δικαιοδοτικού έργου και σε άσκηση αρμοδιότητας δικαιοδοτικού οργάνου, όπως επί παραδείγματι η δημοσιότητα των συνεδριάσεων και η υποχρέωση εξασφάλισης της κατ’ αντιμωλία συζήτησης. (πρβλ. ΣτΕ 3503/2009 Ολομ.). Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει στην σκέψη ότι η συγκρότηση των παραπάνω επιτροπών με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη, ως αντίθετη προς τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις. Ενόψει, όμως, της σπουδαιότητας του ζητήματος που ανέκυψε, το Τμήμα, έκρινε, κατ’ άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), ότι οι υποθέσεις θα πρέπει να παραπεμφθούν προς εκδίκαση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος.

Σύμφωνα με την μειοψηφούσα γνώμη τόσο το αντικείμενο, όσο και η διαδικασία άσκησης των αρμοδιοτήτων των Επιτροπών, τους δίνουν τον χαρακτήρα δικαιοδοτικών οργάνων. Την ειδικότερη αυτή γνώμη θα αναλύσουμε κατωτέρω.

3. Διάκριση των εξουσιών και ασυμβίβαστα Δικαστικών Λειτουργών

Η ανάθεση στους δικαστές και άλλων από τα δικαστικά τους καθήκοντα είναι συχνή σε διάφορες έννομες τάξεις. Παλαιοτέρα, η θέση της δικαστικής εξουσίας βρισκόταν σε στενή και σχετικώς υποδεέστερη σχέση με τις άλλες δύο εξουσίες και οι δικαστές ασκούσαν και διοικητικά καθήκοντα[1]. Στην Γαλλία το Συμβούλιο της Επικρατείας αρχικά θεωρούταν τμήμα της εκτελεστικής εξουσίας[2]. Το ίδιο συνέβαινε και με το ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας[3].

Οι βασικοί συντάκτες του αμερικανικού Συντάγματος, όταν άσκησαν πολιτική εξουσία, επέτρεψαν την ταυτόχρονη αξιοποίηση των δικαστικών και σε θέσεις της εκτελεστικής εξουσίας ως persona designata, διότι εμπιστεύονταν τις ικανότητες των δικαστών και την εμπειρία τους[4]. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτέλεσε η επί έξι μήνες, κατά τα έτη 1789-1790 παράλληλη κατοχή από τον John Jay, της θέσης του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της θέσης του Υπουργού Εξωτερικών σε αντικατάσταση του απόντος στο Παρίσι Thomas Jefferson, ενώ παλαιότερα ο ίδιος είχε τοποθετηθεί από τον George Washington ως ειδικός πρεσβευτής στην Μεγάλη Βρετανία. Στην συνέχεια ο τότε υπουργός εξωτερικών John Marshall προτάθηκε από τον πρόεδρο John Adams ως ο νέος πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου και όταν η πρόταση αυτή εγκρίθηκε από το Κογκρέσο, αυτός ασκούσε παράλληλα και τα δύο καθήκοντα για μικρό χρονικό διάστημα. Επιπλέον, στην φημισμένη υπόθεση Marbury v. Madison, 5 U.S. 137 (1803), ο Marshall, ως πρόεδρος του Δικαστηρίου, κλήθηκε να κρίνει την υπόθεση διορισμού του Marbury ως δικαστή – στον διορισμό του οποίου είχε αναμειχθεί ως υπουργός ο ίδιος ο Marshall αλλά δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει – γεγονός που οδήγησε στον πρώτο δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.

Η πρακτική εμπέδωση της σημασίας της διάκρισης των εξουσιών οδήγησε στον περιορισμό της ανάθεσης στους δικαστές διοικητικών ή εκτελεστικών καθηκόντων με την προσθήκη του ασυμβίβαστου (incompatibility clause)[5].

4. Οι διατάξεις των άρθρων 89 και 118 παρ. 4 του Συντάγματος για τα δικαστικά ασυμβίβαστα

Στο Σύνταγμα του 1975 θεσπίστηκε ειδική διάταξη που προέβλεπε το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του δικαστικού λειτουργού με άλλη ιδιότητα. Στο προηγούμενο Σύνταγμα του 1952 (άρθρο 96) η διάταξη ήταν λιτή στην διατύπωση και όριζε ότι: «…Δεν επιτρέπεται εις τον δικαστήν να δεχθή και άλλην έμμισθον υπηρεσίαν εκτός της του καθηγητού εν Πανεπιστημίω…».

 Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001 τροποποιήθηκε το άρθρο 89 του Συντάγματος σχετικά με τα ασυμβίβαστα της ιδιότητας του Δικαστικού Λειτουργού με άλλη ιδιότητα.

Η προϊσχύουσα διάταξη στις επίμαχες παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 89 είχε ως εξής:

«1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα…2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας ή καθηγητές ή υφηγητές ανώτατων σχολών, καθώς και να μετέχουν σε ειδικά διοικητικά δικαστήρια και σε συμβούλια ή επιτροπές, εκτός από τα διοικητικά συμβούλια επιχειρήσεων και εμπορικών εταιριών…3. Επιτρέπεται επίσης η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς, είτε παράλληλα με την άσκηση των κύριων καθηκόντων τους είτε αποκλειστικά, για ορισμένο χρονικό διάστημα, ως νόμος ορίζει…».

Η νέα – μετά την αναθεώρηση του 2001 – διατύπωση των ανωτέρω παραγράφων είχε ως εξής:

«1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα…2. Κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου. 3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει…».

Με την νέα διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 89, περιορίστηκε η δυνατότητα συμμετοχής δικαστικών λειτουργών σε συλλογικά όργανα τα οποία θα πρέπει ασκούν αρμοδιότητες αποκλειστικά πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, ενώ με το προϊσχύον καθεστώτος μπορούσαν να μετέχουν γενικά σε ειδικά διοικητικά δικαστήρια και σε συμβούλια ή επιτροπές. Ταυτόχρονα, με την νέα διάταξη της τρίτης παραγράφου, η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται ρητά, ενώ υπό το προϊσχύον καθεστώς, επιτρεπόταν, η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς, είτε παράλληλα με την άσκηση των κύριων καθηκόντων τους είτε αποκλειστικά, για ορισμένο χρονικό διάστημα.

Από την τροποποίηση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει η σαφής βούληση του Συνταγματικού νομοθέτη να μεταβάλει το καθεστώς που ίσχυε μέχρι τότε και να ενισχύσει την προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών ώστε να ασκούν απερίσπαστοι τα δικαστικά τους καθήκοντα. Η ανάθεση σε δικαστές άλλων από δικαστικών καθηκόντων, καθίσταται εξαιρετική, ιδίως ως προς την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων. Οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά με το τεκμήριο να βαίνει υπέρ της μη νομίμου αναθέσεως ενός καθήκοντος εάν δεν προκύπτει με σαφήνεια ο πειθαρχικός, δικαιοδοτικός και ελεγκτικός χαρακτήρας του.

Με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 118 παρ. 4 ορίστηκε ότι η ισχύς της διάταξης άρχεται από την ψήφιση του σχετικού νόμου για την αντικατάσταση των δικαστών στα συμβούλια που συμμετείχαν και σε κάθε περίπτωση από 1.1.2002.

5. Η θέση της νομολογίας και του Ν.Σ.Κ.

Από την θέσπιση της διάταξης και εφεξής, η προσοχή επικεντρώθηκε στην ερμηνεία του πρώτου εδαφίου της δεύτερης παραγράφου, ήτοι ποια είναι τα συμβούλια και οι επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και στα οποία επιτρέπεται να συμμετέχουν δικαστικοί λειτουργοί.

Η αναζήτηση της βούλησης του ιστορικού νομοθέτη μέσω της μελέτης των πρακτικών της αναθεωρητικής βουλής δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα. Από την επισκόπηση των πρακτικών της Ολομελείας της Αναθεωρητικής Βουλής, κατά την συζήτηση της εν λόγω διάταξης του άρθρου 89, δεν προκύπτει με σαφήνεια το σκεπτικό θέσπισης της και το εύρος εφαρμογής της. Η διάταξη συζητήθηκε την 7η Μαρτίου 2001 μαζί με άλλες δέκα περίπου διατάξεις κατά την πρωινή και την απογευματινή συνεδρίαση χωρίς να τύχει ιδιαίτερου σχολιασμού.

Ο εισηγητής της πλειοψηφίας Ε. Βενιζέλος ανέφερε κατά την αρχική του εισήγηση στην πρωινή συνεδρίαση : «…H τρίτη μεγάλη τομή στο κεφάλαιο αυτό αφορά την αποτροπή περισπάσεων και πειρασμών. Πρέπει ο δικαστής να μπορεί να ενεργεί χωρίς περισπάσεις και πειρασμούς. Και αυτό αφορά την απαλλαγή του από διοικητικά καθήκοντα ξένα προς τη δικαιοσύνη, με εξαίρεση τις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές και τις επιτροπές που έχουν πειθαρχικό και δικαιοδοτικό χαρακτήρα…»[6].

Στην συνέχεια κατά την δευτερολογία του στην απογευματινή συνεδρίαση, προσέθεσε ότι επιτρέπεται η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών και σε ελεγκτικού χαρακτήρα συλλογικά όργανα αναφέροντας το παράδειγμα των επιτροπών προμηθειών[7].

Η τροποποίηση της διάταξης του Συντάγματος απασχόλησε από νωρίς τη νομολογία. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την με αριθμό 8/2002 γνωμοδότησή του (ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2002/1171) υποστήριξε ότι είναι αντίθετη στην νέα διάταξη του άρθρου 89 η συμμετοχή εισαγγελέα στην επιτροπή διαλύσεως δημοσίων συναθροίσεων, αφού η έκφραση γνώμης του παρισταμένου και συμμετέχοντος στην ως άνω επιτροπή Εισαγγελέα Πρωτοδικών έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα, και επομένως δεν επιτρέπεται η συμμετοχή του αφού δεν ασκεί αρμοδιότητα πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα.

Το Ν.Σ.Κ. με την με αριθμό 306/2002 γνωμοδότηση του, έκρινε την επίμαχη Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων ως νομίμως συγκροτημένη με την συμμετοχή δικαστικού λειτουργού, διότι με τις αποφάσεις της εν λόγω επιτροπής, επιλύονται οριστικώς και δεσμευτικώς για την διοίκηση και τους ιδιώτες, μέσω ενδικοφανούς διαδικασίας που παρέχει εχέγγυα ορθής και αμερόληπτης κρίσης, τα περί του δασικού ή μη χαρακτήρα μιας έκτασης. Γεγονός που επηρέασε την κρίση του Ν.Σ.Κ. είναι ότι οι αποφάσεις αυτές εκείνο το χρονικό σημείο δεν επιδέχονταν προσβολής από την Διοίκηση ενώπιον Δικαστηρίου.

Στην συνέχεια το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Χαλκίδας με την με αριθμό 787/2004[8] απόφαση του, έκρινε ότι συμμετοχή δικαστικού λειτουργού στις Τ.Δ.Ε. του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ., δεν επιτρέπεται μετά την θέσπιση της νέας διάταξης και αυτό διότι η δικαιοδοτική τους αρμοδιότητα, της αποφάνσεως επί πάσης ενστάσεως κατ’ αποφάσεων του Διευθυντή του οικείου υποκαταστήματος του Ιδρύματος, δεν είναι αποκλειστική, αφού συντρέχει με τις γνωμοδοτικές της αρμοδιότητες, που απαριθμούνται στα εδάφια β`-δ` της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Ν.Δ.3710/1957. Δια ταύτα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιτροπή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, δεν είχε νόμιμη σύνθεση.

Η Ολομέλεια του Ν.Σ.Κ. στην συνέχεια, με την με αριθμό 135/2005 γνωμοδότηση,[9] έκρινε κατά πλειοψηφία, ότι η συμμετοχή "εν ενεργεία" δικαστικών λειτουργών σε συμβούλια ή επιτροπές, μη αμιγώς πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, απαγορεύεται από το Σύνταγμα. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η αντικατάστασή τους και από τη θέση των Προέδρων των ΤΔΕ του ΙΚΑ, την οποία κατέχουν, διότι στις Επιτροπές αυτές έχουν ανατεθεί μικτά καθήκοντα (δικαιοδοτικά και γνωμοδοτικά).

Το Σ.τ.Ε. με την με αριθμό 3744/2005 απόφαση του, έκρινε ότι, από τον συνδυασμό των διατάξεων 89 και 118 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης, προκειμένου να ενισχύσει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών απαγορεύει, την ανάθεση σ’ αυτούς διοικητικών καθηκόντων. Έτσι έκρινε ότι η Επιτροπή επιλογής δικηγόρων για πρόσληψη στην Νομαρχία Λευκάδας, με πρόεδρο της επιτροπής Πρωτοδίκη, δεν είναι νόμιμη διότι συγκροτήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 89 παρ. 3 και 118 παρ. 4 του Συντάγματος. Το σκεπτικό αυτό ακολουθήθηκε στην συνέχεια από το ΣτΕ και σε πλήθος άλλων υποθέσεων που αφορούσαν προσλήψεις και συμμετείχαν στα ‘όργανα επιλογής δικαστικοί λειτουργοί.

Εν αντιθέσει με τα ανωτέρω, το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά με την με αριθμό 1712/2006[10] απόφαση του, ανατρέποντας απόφαση Πρωτοδικείου, έκρινε ότι η αρμοδιότητα των Τ.Δ.Ε. ν’ αποφαίνονται επί των ενστάσεων, που μπορεί ν` αφορούν το σύνολο των θεμάτων της ασφαλιστικής σχέσεως μεταξύ του Ι.Κ.Α. και του συνόλου των ασφαλισμένων του, είναι ασφαλώς δικαιοδοτικού χαρακτήρα, αφού, όπως και η αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων στα θέματα αυτά, φέρει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αποφασιστικής και δεσμευτικής κρίσεως για τα υποκείμενα της διαφοράς, κατόπιν νομικού και ουσιαστικού ελέγχου των πράξεων των οργάνων του Ιδρύματος και με την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας εκδικάσεως και, συνεπώς, η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού σ` αυτές είναι συνταγματικώς επιτρεπτή.

Το ΕΔΔΑ με δύο αποφάσεις του[11], κρίνοντας το ζήτημα της αποζημίωσης για παραβίαση του εύλογου χρόνου διάρκειας μιας δίκης, έκρινε τις επίμαχες Επιτροπές Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων ως «δικαστήρια». Αυτό διότι, τόσο από την εφαρμοστέα νομοθεσία όσο και από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας προκύπτει ότι η Πρωτοβάθμια και η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, των οποίων προεδρεύουν οι πρόεδροι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή του Εφετείου αντίστοιχα, αποφαίνονται, κατόπιν μίας οργανωμένης διαδικασίας, επί του δασικού ή μη χαρακτήρα των οικοπέδων. Οι αποφάσεις τους είναι δεσμευτικές τόσο για τις σχετικές διοικητικές αρχές όσο και για τους ενδιαφερομένους. Η μετέπειτα προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να καταλήξει μόνο σε έλεγχο της νομιμότητας της προσβληθείσας απόφασης το οποίο μπορεί μόνο να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής η οποία επιλύει με πλήρη δικαιοδοσία και με τρόπο υποχρεωτικό για τη διοίκηση και τον ενδιαφερόμενο, οποιοδήποτε ζήτημα σχετίζεται με τον χαρακτηρισμό ενός οικοπέδου ως δασικού.

Απόφαση της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε με εξαιρετικά βαρύνουσα σημασία ήταν και η με αριθμό 3503/2009 (ΑΡΜ 2010/134 , ΕΔΔΔΔ 2010/142, ΕΔΚΑ 2010/121). Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006), είναι μη νόμιμη λόγω της συμμετοχής δικαστικού λειτουργού στην σύνθεση της.

Κατά την Ολομέλεια, ο αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης απαγορεύει την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς, εκτός αν πρόκειται για συμμετοχή σε συμβούλια ή επιτροπές πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα. Η ανωτέρω Ειδική Επιτροπή, δεν συνιστά κατά το Δικαστήριο, συμβούλιο ή επιτροπή ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και δεν συγκροτείται νόμιμα αφού προβλέπεται συμμετοχή δικαστικού λειτουργού ως Προέδρου αυτής. Τούτο δε διότι ο ελεγκτικός χαρακτήρας συνάπτεται προς την άσκηση αρμοδιοτήτων οικονομικού ή δημοσιονομικού ελέγχου, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του Συντάγματος που αναφέρεται στις αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος, που αναφέρεται στο όργανο που ελέγχει τις εκλογικές δαπάνες των κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών. Εξάλλου, η Επιτροπή αυτή δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα, αφού η διαδικασία ενώπιόν της δεν προσιδιάζει σε όργανο που ασκεί οιονεί δικαιοδοτικό έργο (όπως διατυπώσεις δημοσιότητας, κατ’ αντιμωλία συζήτηση).

Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας η επιτροπή αυτή, με την οποία ασκείται έλεγχος νομιμότητας των πράξεων των οργάνων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως πρώτου βαθμού, ο οποίος προσιδιάζει προς ακυρωτικό δικαστικό έλεγχο προσδίδει σ’ αυτή το χαρακτήρα οιονεί δικαιοδοτικού οργάνου.

Ενώ σύμφωνα με την γνώμη ενός μέλους του Δικαστηρίου, η Επιτροπή αυτή έχει ελεγκτικό χαρακτήρα, διότι ναι μεν δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά δικαιοδοτικού οργάνου, όμως ασκεί ελεγκτικό έργο, αφού, κατά το γράμμα του νόμου, ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων των δήμων και κοινοτήτων.

Η τελευταία σημαντική απόφαση της Ολομελείας του Σ.τ.Ε. για το θέμα της συμμετοχής δικαστικών λειτουργών σε επιτροπές και συμβούλια, είναι η απόφαση με αριθμό 195/2013 (ΘΠΔΔ 167/2013 με σχόλιο Τσιρωνά, ΕΔΔΔΔ 2013/110, ΔΔΙΚΗ 2013/382, ΑΡΜ 2013/802). Το Δικαστήριο το απασχόλησε το ζήτημα της νομιμότητας της συγκρότησης της επιτροπής πρόσληψης δικαστικών επιμελητών στο Ελεγκτικό Συνέδριο από δικαστικούς λειτουργούς του δικαστηρίου αυτού.

Η Ολομέλεια του Σ.τ.Ε., έκρινε ότι οι δικαστικοί υπάλληλοι, λόγω της ειδικής φύσεως του επιτελούμενου από αυτούς έργου, ως βοηθητικά όργανα της Δικαιοσύνης που συμβάλλουν στο δικαιοδοτικό έργο των δικαστηρίων, περιβάλλονται από τις προβλεπόμενες στο ως άνω άρθρο 92 του Συντάγματος εγγυήσεις ως προς την εν γένει υπηρεσιακή τους κατάσταση. Ενόψει των ανωτέρω, η Τριμελής Επιτροπή του επίμαχου ειδικού διαγωνισμού για την πλήρωση κενών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατ’ εξαίρεση των ισχυουσών περί προσλήψεως διατάξεων, ασκεί αρμοδιότητα η οποία είναι μεν, κατά περιεχόμενο, διοικητικής φύσεως, συνδέεται όμως στενά με την εν γένει διοίκηση και οργάνωση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και το επιτελούμενο από το δικαστήριο αυτό δικαιοδοτικό έργο στο οποίο, συμβάλλουν ενεργά και οι δικαστικοί υπάλληλοι. Συνεπώς, η συγκρότηση της Επιτροπής αυτής από δικαστικούς λειτουργούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 89 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος.

6. Ανάλογες αποφάσεις στην αλλοδαπή νομολογία

 Το ΔΕΕ με την με αριθμό C-53/03 απόφαση του, της 31ης Μαΐου 2005 σχετικά με προδικαστικό ερώτημα της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού, θεώρησε ότι, προκειμένου να εκτιμήσει αν το αιτούν όργανο είναι δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ –ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στο κοινοτικό δίκαιο–, λαμβάνει υπόψη μια σειρά στοιχείων, όπως είναι η ίδρυση του οργάνου αυτού με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλία χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή των κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-54/96, Dorsch Consult, Συλλογή 1997, σ. Ι-4961, σκέψη 23, της 21ης Μαρτίου 2000, C-110/98 έως C-147/98, Gabalfrisa κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. Ι-1577, σκέψη 33, της 30ής Νοεμβρίου 2000, C-195/98, Österreichischer Gewerkschaftsbund, Συλλογή 2000, σ. I‑10497, σκέψη 24, και της 30ής Μαΐου 2002, C‑516/99, Schmid Συλλογή 2002, σ. Ι-4573, σκέψη 34).

Το ΔΕΕ, έκρινε εντέλει, ότι μολονότι τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού απολαύουν, κατά τις διατάξεις του νόμου 703/1977, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και ότι, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, δεσμεύονται μόνον από το νόμο και τη συνείδησή τους, ωστόσο δεν εξασφαλίζεται ότι η παύση τους ή η ανάκληση του διορισμού τους τυγχάνουν ιδιαιτέρων εγγυήσεων και ότι το εν λόγω σύστημα δεν είναι, ικανό να παρεμποδίσει τις μη προσήκουσες επεμβάσεις ή πιέσεις της εκτελεστικής εξουσίας προς τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1999, C‑103/97, Köllensperger και Atzwanger, Συλλογή 1999, σ. I-551, σκέψη 21). Έτσι θεώρησε απαράδεκτο το ερώτημα της Επιτροπής και για τον επιπλέον λόγο ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού παύει να είναι αρμόδια κατόπιν εκδόσεως αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Λαμβάνοντας το ΔΕΕ υπόψη του τα ανωτέρω δεδομένα, έκρινε, ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν καταλήγει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα[12].

Και το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έχει ασχοληθεί με Επιτροπές που έχουν δικαιοδοτικό χαρακτήρα. Με την No. 02—572 INTEL CORPORATION, PETITIONER v. ADVANCED MICRO DEVICES, INC. απόφασή του, αναγνώρισε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον χαρακτήρα δικαστηρίου, ερμηνεύοντας το άρθρο 1782α του κεφαλαίου 28 του Κώδικα νόμων των ΗΠΑ. Η διάταξη αυτή επιτρέπει σε διάδικο, να ζητήσει από τα δικαστήρια των ΗΠΑ, να υποχρεώσουν τον αντίδικο του ενώπιον αλλοδαπού δικαστηρίου (εν προκειμένω της Ε.Ε.), να του χορηγήσει αποδεικτικά μέσα που έχει στην κατοχή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τον όρο «foreign or international tribunal» του νόμου, θεώρησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως δικαστήριο όταν εξετάζει καταγγελίες για παραβίαση του ανταγωνισμού. Αυτό διότι εάν η Επιτροπή απορρίψει μια καταγγελία κατά ανταγωνιστή και στην συνέχεια ο καταγγέλλων προσφύγει ενώπιον του Πρωτοδικείου ή του ΔΕΕ, το Δικαστήριο θα κρίνει μόνο ενόψει των στοιχείων που παρουσιάστηκαν στην Επιτροπή και δεν θα δεχθεί να εξετάσει νέες αποδείξεις. Έτσι η αποφασιστική αρμοδιότητα της Επιτροπής της προσδίδει τον χαρακτήρα «δικαστηρίου».

Με μια παλαιότερη απόφαση του, την Humphrey's Executor v. United States, No. 637, 1935, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, είχε κρίνει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν έχει το δικαίωμα να απολύει τον επίτροπο της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου, για πολιτικούς λόγους, την οποία Επιτροπή έκρινε ως οιονεί δικαιοδοτικό και οιονεί νομοθετικό όργανο (quasi-judicial and quasi-legislative), διότι αυτή δημιουργήθηκε από με νόμο του Κογκρέσου, για να λειτουργεί ανεξάρτητα από την βούληση της εκτελεστικής εξουσίας.

 

 7. Οι Επιτροπές Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων

Οι Επιτροπές (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια) συστάθηκαν με την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 και 3 του ν. 998/1979 (Α΄ 289). Ως αντικείμενο μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ίδιου νόμου έχουν την επίλυση διαφορών αναφερομένων στον χαρακτήρα περιοχής ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως. Η δε δευτεροβάθμια επιτροπή είχε ως αντικείμενο την εξέταση προσφυγών κατά των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων επιτροπών.

Στις Επιτροπές συμμετείχε και προήδρευε δικαστικός λειτουργός και ερευνούσε την ουσία της υπόθεσης εξαρχής. Με το άρθρο 33 παρ.2 Ν.4280/2014, (ΦΕΚ Α 159/8.8.2014) η δευτεροβάθμια επιτροπή ουσιαστικά καταργήθηκε και οι υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον της θεωρήθηκαν σιωπηρά απορριφθείσες μετά την πάροδο έξι μηνών από την δημοσίευση του νόμου[13].

Οι εν λόγω Επιτροπές, είναι προφανές ότι συνιστούν μέρος της εκτελεστικής εξουσίας και το έργο που ασκούν είναι εν γένει διοικητικό. Το ζήτημα που ανακύπτει είναι εάν το έργο αυτό εμπίπτει σε κάποιες από τις κατηγορίες έργου πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, όπου σύμφωνα με το Σύνταγμα δύνανται να ασκούν οι δικαστικοί λειτουργοί.

Όπως αναφέρουμε ανωτέρω, από τις συζητήσεις κατά την αναθεώρηση δεν προκύπτουν επαρκή στοιχεία. Το Δικαστήριο με την παραπεμπτική του απόφαση και αναφερόμενο στην προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας για την επιτροπή του άρθρου 152 ΚΔΚ (3509/2009), θεώρησε ως ελεγκτικό χαρακτήρα μόνο αυτόν που συνάπτεται προς την άσκηση αρμοδιοτήτων οικονομικού ή δημοσιονομικού ελέγχου, αντλώντας το επιχείρημα του από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 Συντ. που αναφέρεται στις αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και του άρθρου 29 παρ. 2 Συντ. που αναφέρεται στο όργανο που ελέγχει τις εκλογικές δαπάνες των κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών. Θεωρεί δηλαδή ως ελεγκτικού χαρακτήρα έργο μόνο αυτό που έχει να κάνει με δημοσιονομικό και οικονομικό έλεγχο και όχι με κάθε είδους έλεγχο όπως νομιμότητας ή ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω, οι Επιτροπές Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων δεν ασκούν ελεγκτικό έργο – δημοσιονομικό, νομιμότητας ή ουσίας – αλλά επιλύουν διαφορές σχετικές με τον χαρακτήρα μιας περιοχής ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως ή στα όρια αυτής, ομοιάζοντας περισσότερο σε δικαιοδοτικό έργο.

Το Δικαστήριο υποστήριξε, ότι για θεωρηθεί ένα έργο ως δικαιοδοτικό, θα πρέπει να έχει στοιχεία, τα οποία προσιδιάζουν σε εκτέλεση δικαιοδοτικού έργου και σε άσκηση αρμοδιότητας δικαιοδοτικού οργάνου, όπως η δημοσιότητα των συνεδριάσεων και η υποχρέωση εξασφάλισης της κατ’ αντιμωλία συζήτησης (πρβλ. ΣτΕ 3503/2009 Ολομ.).

Κατά την μειοψηφούσα γνώμη ενός δικαστή, στην με αριθμό 137/2015 απόφαση, το έργο των Επιτροπών είναι δικαιοδοτικό. Ειδικότερα κατά την γνώμη αυτή, αντικείμενο των εν λόγω αρμοδιοτήτων αποτελεί η τομή διαφορών, που ανάγονται, μεταξύ άλλων, στην εκάστοτε οριοθέτηση των συνταγματικών δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας και της προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ η σχετική ουσιαστική κρίση των επιτροπών είναι οριστική, δεσμεύει ακόμη και τις ίδιες και παράγει, με τον τρόπο αυτό, οιονεί διοικητικό δεδικασμένο (πρβλ. ΣτΕ 2756/1994 Ολομ.). Η άσκηση, εξάλλου, των σχετικών αρμοδιοτήτων των επιτροπών δεν περιορίζεται, καταρχήν, από ορισμένη προθεσμία, ούτε ενδεικτική (πρβλ. ΣτΕ 3627/2003 επταμ. κ.ά.), ενώ, κατά τα λοιπά, η καθυστέρηση επίλυσης των σχετικών διαφορών ενδέχεται να έχει συνέπειες απολύτως συγκρίσιμες με αυτές της καθυστέρησης έκδοσης απόφασης δικαιοδοτικού οργάνου (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 15.1.2009, Αργυρού κ.λπ. κατά Ελλάδας, 10468/04). Περαιτέρω, στη διαδικασία επίλυσης των σχετικών διαφορών, συμμετέχουν, και μάλιστα ισοτίμως (βλ. ΣτΕ 677/2005 Ολομ.), δύο μέρη, δηλαδή η δασική αρχή και ο διοικούμενος, αμφότερα δε τα μέρη αυτά δύνανται, εφόσον ηττηθούν, να ασκήσουν το κατάλληλο ένδικο βοήθημα. Τέλος, οι αποφάσεις των επιτροπών υπόκεινται σε ευρεία δημοσιότητα (αναρτήσεις στο οικείο δημοτικό κατάστημα, δημοσιεύσεις στον τύπο κ.λπ.). Πρέπει, συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, να θεωρηθεί ότι η νομοθετική πρόβλεψη συμμετοχής στις εν λόγω επιτροπές δικαστικών λειτουργών εναρμονίζεται με το άρθρο 89 παρ. 2 του Συντάγματος.

Σύμφωνα με παλαιότερη θέση του Δικαστηρίου, οι διοικητικές αρχές ή τα συλλογικά διοικητικά όργανα, όπως είναι η εν λόγω Επιτροπή, αλλά και οι εντεταγμένες στην εκτελεστική λειτουργία του κράτους ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, μπορούν να ασκούν δικαιοδοτικό έργο. Για να θεωρήσει όμως το έργο δικαιοδοτικό, τους προσδίδει το χαρακτηριστικό ότι θα πρέπει να λειτουργούν ως οιονεί δικαστήριο και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να συνεδριάζουν δημόσια.

Σχετική-κρίσιμη είναι η απόφαση 3319/2010 της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε για την ακύρωση προστίμου εις βάρος εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, το οποίο είχε επιβληθεί από την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.) για την υπόθεση των παρακολουθήσεων του τηλεφώνου του Πρωθυπουργού και Υπουργών. Το Δικαστήριο επικαλούμενο την νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και την δίκαιη δίκη, είχε υποστηρίζει ότι «δικαστήριο», κατά την έννοια της επίμαχης διατάξεως, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί, νοείται το όργανο εκείνο, το οποίο, αποφαίνεται, επί των υπαγομένων στην αρμοδιότητά του υποθέσεων, επί τη βάσει της κειμένης νομοθεσίας παγίως και όχι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και μετά την τήρηση ορισμένης διαδικασίας, η οποία πρέπει να τελεί υπό ορισμένες εγγυήσεις. Οι εγγυήσεις αυτές συνίστανται, εκτός της αμεροληψίας που πρέπει να έχει με τρόπο θεσμικά κατοχυρωμένο έναντι των διαδίκων το εν λόγω όργανο (τήρηση ίσων αποστάσεων από τους διαδίκους), της ανεξαρτησίας του από τη Διοίκηση και τα άλλα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας (εγγυήσεις σε ό,τι αφορά ιδίως τη σύνθεση του οργάνου, τον διορισμό των μελών του, τη διάρκεια της θητείας τους και τους λόγους εξαίρεσης ή παύσης τους), του παγίου (και όχι περιστασιακού ή ad hoc χαρακτήρα του), στην εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή κανόνων δικαίου, στην δεσμευτικότητα των αποφάσεών του και, τέλος, στην θεμελιώδη για την λειτουργία κάθε Δικαστηρίου αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεών του.

Αν και στις σχολιαζόμενες αποφάσεις, όπως και στην απόφαση για την Επιτροπή του άρθρου 152 ΚΔΚ, δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση για την Α.Δ.Α.Ε., τα ως άνω προσδιοριστικά χαρακτηριστικά της έννοιας του «δικαιοδοτικού οργάνου» δύνανται να αξιοποιηθούν και σε περιπτώσεις επιτροπών ή συμβουλίων, προκειμένου να αναζητηθεί και αξιολογηθεί η άσκηση ή μη δικαιοδοτικού έργου, η οποία θα καθιστά συνταγματικώς ανεκτή τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών.

8. Επίλογος

Η βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη κατά την αναθεώρηση του 2001, εάν συγκρίνουμε την τροποποιηθείσα με την ισχύουσα διάταξη, ήταν να απαλλάξει τους δικαστές από την άσκηση άλλου από δικαστικό έργου, εκτός της περίπτωσης της συμμετοχής σε πειθαρχικά, ελεγκτικά ή δικαιοδοτικά συμβούλια ή επιτροπές. Αυτό είχε ως σκοπό να ενισχύσει την προσωπική τους ανεξαρτησία, υπό την έννοια να μην περισπώνται από το καθαρά δικαιοδοτικό τους έργο. Η απασχόληση τους σε άλλα από αμιγώς δικαστικά καθήκοντα, θα είχε ως αποτέλεσμα την υπερφόρτωση τους με διοικητικά καθήκοντα και την περίσπασή τους από τα κύρια δικαστικά τους καθήκοντα, με τον κίνδυνο της υπαλληλοποίησης και της περαιτέρω καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης με συνέπεια την υποβάθμιση του κύρους της δικαιοσύνης.

Επιπλέον θεωρούμε ότι σκοπός της διάταξης είναι και η μη συμμετοχή τους σε όργανα που δεν συνάδουν με το κύρος και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, λόγω του τρόπου συγκρότησης (ορισμός και αντικατάσταση μελών), της σύνθεσης τους, του τρόπου λειτουργίας τους, την στενή σχέση που μπορεί να έχουν με την εκτελεστική εξουσία και τον ιεραρχικό έλεγχο που πιθανόν να υφίστανται τα υπόλοιπα μέλη των οργάνων.

Μπορεί να θεωρηθεί σε μεγάλο ποσοστό ως δεδομένο ότι η συμμετοχή ενός δικαστικού λειτουργού σε ένα συλλογικό όργανο της διοίκησης, θα τον αφήσει ανεπηρέαστο από παρεμβάσεις, διότι ο δικαστικός λειτουργός, έχει την εμπειρία και το κύρος να ασκήσει ανεπηρέαστος τα καθήκοντά του, δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι το ίδιο θα συμβεί και με τον διοικητικό υπάλληλο, ο οποίος με ισότιμη ψήφο, πιθανόν να συμμετέχει στο όργανο και ο οποίος δεν απολαμβάνει του ίδιου επιπέδου ανεξαρτησίας. Έτσι μια επιτροπή ή ένα συμβούλιο, στο οποίο συμμετέχει και δικαστικός λειτουργός, χωρίς τα υπόλοιπα μέλη να απολαμβάνουν αναλόγου επιπέδου και βεληνεκούς ανεξαρτησία, αλλά και η ίδια επιτροπή λόγω του τρόπου λειτουργίας της, δεν έχει χαρακτηριστικά δικαιοδοτικού οργάνου όπως αυτά αναφέρονται στην απόφαση ΣΕ Ολομ 3319/2010, δεν μπορεί να θεωρηθεί κατ’ αντικειμενική κρίση, ότι έχει τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστεί δικαιοδοτικό και να επιτρέπεται η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού. Επιπλέον ο τρόπος συγκρότησης μιας επιτροπής και η ευρεία δυνατότητα του οργάνου που την συγκροτεί (εν προκειμένω ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης) να αντικαθιστά τα μέλη της – έστω και τα μη δικαστικά – δεν προσθέτουν εχέγγυα ανεξαρτησίας.

Ένα σταθερό έρεισμα στο οποίο μπορεί να στηριχθεί επαρκώς, η άποψη ότι είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού στις Επιτροπές Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, αποτελεί η ερμηνεία βασιζόμενη στο ότι ειδικώς για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, ο συντακτικός νομοθέτης έλαβε ιδιαίτερη μέριμνα, εισάγοντας στο κείμενο του Συντάγματος ειδικότερες διατάξεις, με τις οποίες τα δασικά οικοσυστήματα υπάγονται σε αυστηρό προστατευτικό καθεστώς, προς το σκοπό της διαφυλάξεως της οικολογικής ισορροπίας και της διατηρήσεως της κατά προορισμό χρήσεώς τους, η οποία καθορίζεται ευθέως εκ του Συντάγματος.

Παράλληλα ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως δασικής, έχει ως συνέπεια αυστηρούς περιορισμούς εις βάρος του δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Συνεπώς, η συμμετοχή ενός δικαστικού λειτουργού στην επιτροπή, η οποία θα έχει τον τελικό λόγο από πλευράς διοίκησης, αναφορικά με τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη και στην ουσία θα καθορίζει πόση πραγματική έκταση γης θα βρίσκεται υπό την αυστηρή προστασία του Συντάγματος, μπορεί να γίνει Συνταγματικά ανεκτή, διότι θα τις εξασφαλίζει μεγαλύτερο βαθμό αμεροληψίας και ορθής κρίσης.

Επιπλέον η ίδια αυτή η Επιτροπή όπως έχει κρίνει και το ΕΔΔΑ – εξετάζοντας όμως τον εύλογο χρόνο διάρκειας μιας δίκης – πληροί τα χαρακτηριστικά του δικαιοδοτικού οργάνου. Τέλος αρκετά πειστικά φαίνονται τα επιχειρήματα της μειοψηφίας στην 137/2015 απόφαση του Σ.τ.Ε, ιδίως σε σχέση με την δημοσιότητα που υποχρεωτικά υπόκεινται οι αποφάσεις της Επιτροπής και ως προς την ισότιμη συμμετοχή των μερών στην διαδικασία.

Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αποφασίσει εντός σύντομου χρονικού πλαισίου, διαφορετικά υπάρχει υπό προϋποθέσεις, τεκμήριο σιωπηρής απόρριψης. Η προθεσμία απόφασης των Επιτροπών επί των προσφυγών, δεν είναι πλήρως ενδεικτική – όπως αντιθέτως υποστηρίζει η μειοψηφούσα γνώμη στην έτερη παραπεμπτική ΣΕ137/2015 -, διότι όπως έχει κριθεί, εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός τρίμηνης προθεσμίας, η οικεία (πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια) Επιτροπή, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, οφείλει να χορηγήσει εντός τριμήνου από την υποβολή της αίτησης αυτής, βεβαίωση περί της σιωπηρής απόρριψης των αντιρρήσεων ή της προσφυγής, εκτός εάν αποφανθεί εντός του ανωτέρω τριμήνου από την υποβολή της αίτησης επί των εκκρεμών ενώπιόν της αντιρρήσεων ή προσφυγής. Μετά την έκδοση της παραπάνω βεβαίωσης και σε κάθε περίπτωση, μετά την πάροδο τριμήνου από την υποβολή αίτησης ενδιαφερομένου για τη χορήγηση βεβαίωσης, τόσο η πρωτοβάθμια όσο και η δευτεροβάθμια Επιτροπή δεν δύνανται πλέον να επιληφθούν της υπόθεσης και να αποφανθούν επί του ενώπιόν τους ασκηθέντος ενδικοφανούς μέσου. Η άρνηση δε, ρητή ή σιωπηρή, της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας Επιτροπής να χορηγήσει την ανωτέρω βεβαίωση υπόκειται σε προσβολή με αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ, 3915/2010, 1518/2010, 4579/2009 7μ., 3627/2003 7μ.). Επιπλέον, η δυνατότητα του νομοθέτη, να επεμβαίνει και να καταργεί τις ενώπιον της Επιτροπής ανοιχθείσες διαδικασίες, όπως συνέβη με την διάταξη του άρθρου 33 παρ.2 Ν.4280/2014, (ΦΕΚ Α 159/8.8.2014) αποδυναμώνει τον δικαιοδοτικό χαρακτήρα της Επιτροπής και ενισχύει τον στενά διοικητικό.

Εάν και η επταμελής σύνθεση υιοθετήσει την θέση της παραπεμπτικής απόφασης, τότε αυτή με την σειρά της θα πρέπει να παραπέμψει στην Ολομέλεια για την οριστική επίλυση κατ’ άρθρο 100Σ.

Όπως γίνεται δεκτό από την νομολογία του ΣτΕ, στην περίπτωση κατά την οποία με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ακυρώνεται κανονιστική διοικητική πράξη λόγω αντιθέσεώς της προς το Σύνταγμα, υπάρχει υποχρέωση της Διοικήσεως, – ερειδόμενη και στην υποχρέωσή της να συμμορφωθεί προς την ακυρωτική απόφαση, η οποία, στην περίπτωση αυτή, ισχύει έναντι πάντων -, να ανακαλέσει, τις ατομικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογήν της αντισυνταγματικής κανονιστικής διοικητικής πράξεως, εφ’ όσον υποβληθεί αίτηση σε εύλογο χρόνο μετά τη δημοσίευση της ακυρωτικής αποφάσεως του δικαστηρίου[14].

Εάν και η Ολομέλεια κρίνει ως αντίθετη στο Σύνταγμα την πρόβλεψη από τον νομοθέτη να συμμετέχει δικαστικός λειτουργός στις Επιτροπές Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, τότε η διοίκηση θα πρέπει να συμμορφωθεί με την απόφαση αυτή, σε περίπτωση που υποβληθεί σε εύλογο χρόνο αίτηση για την επανεξέταση υπόθεσης χαρακτηρισμού έκτασης από Επιτροπή στην οποία συμμετείχε δικαστικός λειτουργός. Η δε συμμόρφωση θα πρέπει να ανατρέξει στο χρονικό σημείο της βλαπτικής μεταβολής, ήτοι εν προκειμένω, στην έκδοση της απόφασης. Η δε Διοίκηση θα πρέπει να συγκροτήσει νέα Επιτροπή χωρίς την συμμετοχή δικαστικού λειτουργού για την επανεξέταση της υπόθεσης.

Η άρνηση, ρητή ή σιωπηρή έχει εκτελεστό χαρακτήρα και προσβάλλεται με αίτηση ακύρωσης.

 

 

 

 


[1] Claus, Laurence, Montesquieu's Mistakes and the True Meaning of Separation (August 5, 2010). Oxford Journal of Legal Studies, Vol. 25, p. 419, 2005; U San Diego Public Law Research Paper No. 05-01.

 

[2] Ανδρουλάκης Β., Η επίδραση της ΕΣΔΑ στην οργάνωση της διοικητικής δικαιοσύνης στη Γαλλία. ΘΠΔΔ Τεύχος 5/2009, σελ. 539.

 

[3] Ανδρουλάκης, Β. (n.d.). Πορεία προς τη συνταγματική καθιέρωση. [online] Ste.gr. Available at: http://www.ste.gr/portal/page/portal/StE/Proistoria [Accessed 13 Apr. 2015].

 

[4] Βλ. αναλυτικά Calabresi G. and Joan L. Larsen, One Person One Office: Separation of Powers or Separation of Personnel , 79 Cornell L. Rev. 1045 (1994) ιδίως σελ. 1128-1131.

 

[5] Tillman, Calabresi. Debate, The Great Divorce: The Current Understanding of Separation of Powers and the Original Meaning of the Incompatibility Clause, 157 U Pa L Rev PENNumbra 134, 2008.

 

[6] Πρακτικά της Ζ. Αναθεωρητικής Βουλής Ι` Περιόδου, Α' (Συνέχιση Ολομέλειας) ΡΛΒ, σελ. 5671.

 

[7] Πρακτικά της Ζ. Αναθεωρητικής Βουλής Ι` Περιόδου, Α' (Συνέχιση Ολομέλειας) ΡΛΓ, σελ. 5718.

 

 

[8] ΕΔΚΑ 2005/793

 

[9] ΕΔΚΑ 2005/135

 

[10] ΕΔΚΑ 2007/321

 

[11] Αργυρού και λοιποί κατά Ελλάδας, αριθ. 10468/04 (15 Ιανουαρίου 2009) και Γρυπαίος και λοιποί κατά Ελλάδας, αριθ. 10525/09 (7 Φεβρουαρίου 2012).

 

[12] will not lead to a decision of a judicial nature σκ. 36

 

[13] βλ εγκύκλιο Αρ. Πρωτ.: 123819/1847/2 – 4 – 2015 του Υ.Π.Α.Π.Ε.

 

[14] ΣτΕ 1175/2008, Ολομ, ΕΔΚΑ 2008/488, ΑΡΜ 2008/1745

 

Vassiliki Kapsali, Les droits des administrés dans la procédure administrative non contentieuse – Étude comparée des droits français et grec, Πρόλογος Yves Gaudemet, L.G.D.J 2015

Βασιλική Καψάλη, Τα δικαιώματα των διοικουμένων στη διοικητική διαδικασία. Συγκριτική μελέτη του γαλλικού και του ελληνικού δικαίου, Πρόλογος Yves Gaudemet, 2015 (μονογραφία στα γαλλικά)

Το δίκαιο της διοικητικής διαδικασίας γνώρισε ιδιαίτερη εξέλιξη κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, τόσο στη Γαλλία και όσο και στην Ελλάδα. Η εξέλιξη αυτή ενεγράφη, και στις δύο χώρες, σε μια ευρύτερη προσπάθεια μεταρρύθμισης της Δημόσιας Διοίκησης και βελτίωσης των σχέσεων της τελευταίας με τους πολίτες, προσπάθεια η οποία εκδηλώθηκε σε νομικό επίπεδο μέσα από την τάση ενίσχυσης των διαδικαστικών εγγυήσεων υπέρ των διοικουμένων έναντι της Διοίκησης και διεύρυνσης των δυνατοτήτων συμμετοχής των ιδιωτών στην λήψη των διοικητικών αποφάσεων. Αναδύθηκε έτσι ένα φαινόμενο το οποίο περιγράφηκε ευρέως από τους διοικητικούς επιστήμονες ως «διοικητική δημοκρατία».

 

Ελκυόμενες από αυτό το νέο πνεύμα ανάλυσης περί διοικητικής δημοκρατίας, η γαλλική και ελληνική νομική θεωρία παραμέλησαν εντούτοις στις προσεγγίσεις τους τη συστηματική έμφαση σε μια πιο κλασική, αλλά πάντα επίκαιρη, πτυχή της λειτουργίας που επιτελούν οι διαδικαστικές εγγυήσεις κατά την έκδοση των διοικητικών πράξεων, ιδίως των ατομικών: την προστασία των ουσιαστικών εννόμων συμφερόντων ή δικαιωμάτων των διοικουμένων, τα οποία διακυβεύονται με την εκάστοτε ατομική πράξη. Η εξασφάλιση της προστασίας των διοικουμένων έναντι της Διοίκησης κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, στάδιο διακριτό σε σχέση με την διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων και συμπληρωματικό αυτής, παρίσταται ωστόσο επιβεβλημένη ως πάγια επιταγή ενός Κράτους Δικαίου. Φαίνεται δε να απαιτείται όλο και εντονότερα από το ευρωπαϊκό δίκαιο, τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Το δικαίωμα σε ακρόαση και σε γνώση της αιτιολογίας των ατομικών διοικητικών πράξεων συνιστούν δε τις χαρακτηριστικότερες μεταξύ των διαδικαστικών εγγυήσεων που αναπτύχθηκαν στα δίκαια των ευρωπαϊκών κρατών υπέρ των διοικουμένων· σε αυτές επικεντρώνεται συνεπώς η μελέτη.

 

Όπως αναλύεται λοιπόν διεξοδικά στην Εισαγωγή της εργασίας, η συγκριτική εξερεύνηση του γαλλικού και του ελληνικού δικαίου της διοικητικής διαδικασίας υπό το πρίσμα της προστατευτικής διάστασης των διαδικαστικών δικαιωμάτων των πολιτών παρουσιάζει ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον, τουλάχιστον για δύο λόγους. Πρώτον, η ιδέα της διασύνδεσης της διαδικαστικής με την ουσιαστική προστασία των διοικουμένων παρίσταται δυνάμει ικανή να συμβάλει σε ακριβέστερη εξήγηση και συνεκτική κατανόηση του δικαίου της διοικητικής διαδικασίας και της εξέλιξής του. Παρά την αναμφίβολη χρησιμότητά της από τη σκοπιά της διοικητικής επιστήμης, η εξηγητική αξία της έννοιας της διοικητικής δημοκρατίας ως δικαιολογητικού της ενίσχυσης των διαδικαστικών δικαιωμάτων λόγου – όπως άλλωστε και η έννοια της διοικητικής αποτελεσματικότητας, την οποία η θεωρία επικαλείται, αντίστροφα, ως φραγμό στην τάση πολλαπλασιασμού των διαδικαστικών εγγυήσεων – αποδεικνύεται περιορισμένη στα πλαίσια της προσέγγισης του θετού δικαίου στον τομέα αυτόν.

 

Δεύτερον, η προσπέλαση ενός θέματος διοικητικού δικαίου, όπως της διοικητικής διαδικασίας, με άξονα τα διαδικαστικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διοικουμένων εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως ως μια ασυνήθιστη επιλογή, λόγω του «αντικειμενικού» προσανατολισμού που κυριαρχεί στην κατανόηση του διοικητικού δικαίου από την γαλλική ιδίως θεωρία : το δίκαιο αυτό διαμορφώθηκε ιστορικά στην Γαλλία από τον δικαστή της αίτησης ακύρωσης (recours objectif) και η κατανόησή του οικοδομήθηκε με εργαλεία τις έννοιες της διοικητικής αρμοδιότητας και νομιμότητας, ενώ αντίθετα στο γερμανικό δίκαιο ευδοκιμεί παραδοσιακά η ιδέα των υποκειμενικών δικαιωμάτων (droits subjectifs). Το ελληνικό διοικητικό δίκαιο, από την πλευρά του, έχει ενσωματώσει διασταυρωμένες τις επιρροές και των δύο παραπάνω συστημάτων. Θεωρώντας τα διαδικαστικά δικαιώματα ως μέσα υποκειμενικής έννομης προστασίας των διοικουμένων και όχι ως απλές προϋποθέσεις νομιμότητας της υπό έκδοση ατομικής πράξης, η διατριβή επιχειρεί να αναδείξει την ανεπάρκεια μιας αποκλειστικά «αντικειμενικής» αντίληψης του γαλλικού δικαίου της διοικητικής διαδικασίας και να συμβάλει στην αποκατάσταση της θέσης του δικαίου αυτού μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον του διοικητικού δικαίου, που έχει πια ως γενικό κέντρο βάρους του όχι μόνον τους διοικητικούς θεσμούς, αλλά και το νομικό καθεστώς που διέπει τον ευρισκόμενο σε έννομη σχέση με την Διοίκηση πολίτη.

 

Η υπόθεση εργασίας της διατριβής διατυπώνεται λοιπόν ως εξής : τόσο στην Γαλλία όσο και στην Ελλάδα, βασικό στοιχείο προσδιοριστικό του νομικού βίου των διαδικαστικών δικαιωμάτων των διοικουμένων είναι η ιδιότητά των δικαιωμάτων αυτών ως εργαλείων προστασίας των ουσιαστικών συμφερόντων ή δικαιωμάτων τα οποία θίγονται ή, ευρύτερα, διακυβεύονται με την ατομική πράξη που εκδίδει η Διοίκηση. Η ευστάθεια της υπόθεσης αυτής ελέγχθηκε σε τρία επίπεδα. Καταρχάς, η διαλεκτική που υφίσταται μεταξύ διαδικαστικών δικαιωμάτων και ουσιαστικής έννομης προστασίας εξηγεί και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη που γνώρισαν τις τελευταίες δεκαετίες οι ίδιες οι πηγές του δικαίου της διοικητικής διαδικασίας (Πρώτο μέρος). Έπειτα, ο προστατευτικός των ουσιαστικών δικαιωμάτων χαρακτήρας των διαδικαστικών δικαιωμάτων αποτελεί βασικό κριτήριο οριοθέτησης, στην Γαλλία και στην Ελλάδα, του πεδίου εφαρμογής της ακρόασης και της αιτιολογίας (Δεύτερο μέρος). Τέλος, η προστατευτική λειτουργία που επιτελούν τα διαδικαστικά δικαιώματα κατά την έκδοση των ατομικών διοικητικών πράξεων συνιστά κομβικό στοιχείο για την διαμόρφωση και την κατανόηση της αντιμετώπισης που επιφυλάσσει και στις δύο χώρες ο ακυρωτικός δικαστής στα τυχόν διαδικαστικά ελαττώματα που πλήττουν τις πράξεις αυτές (Τρίτο μέρος).

 

***

 

 

Καταχώρηση: 04-08-2015     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Γιατί δεν ολοκληρώνεται η διοικητική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα: Δομικά ελλείμματα, προαπαιτούμενα και προκλήσεις

Αντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πρώην Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης (2012-2013), με τη συνεργασία του Γιάννη Μπαλαμπανίδη, Δρ. Πολιτικών Επιστημών

Περίληψη:

Η μεταρρύθμιση του κράτους και της διοίκηση είναι ένας στόχος, που δεκαετίες τώρα εξαγγέλλεται πανηγυρικά από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και μηδέποτε ολοκληρώνεται και πάντως δεν πραγματοποιείται. Η διοίκηση παραμένει πάντα ένας μηχανισμός αργοκίνητος, παραλυμένος, γραφειοκρατικός, ανίκανος να επεξεργαστεί δημόσιες πολιτικές, και να εκπληρώσει αποτελεσματικά και με ευελιξία τις δημόσιες αποστολές της και κυρίως να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών και των επιχειρήσεων.

Το τρίτο κατά συνέχεια πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής στην Ελλάδα έκανε ξανά επίκαιρο το πάγιο ζήτημα της διοικητικής μεταρρύθμισης. Μόνο που και πάλι, παρά τη πενταετή πικρή και αποτυχημένη εμπειρία των διαρθρωτικών αλλαγών και παρά τις αλλεπάλληλες διαπιστώσεις και διακηρύξεις όλων των παραγόντων για τον επιτακτικό χαρακτήρα των διαρθρωτικών αλλαγών στο κράτος και στη διοίκηση, η διοικητική μεταρρύθμισης παραμένει ο φτωχός και παραμελημένος συγγενής των δημοσιονομικών προσαρμογών.

Η υποταγή ή εξάρτηση των διαρθρωτικών αλλαγών στην δημόσια διοίκηση από τους ποσοτικούς και επείγοντες στόχους της δημοσιονομικής προσαρμογής αποτέλεσε μία από τις αιτίες της αποτυχίας της διοικητικής μεταρρύθμισης. Η διοικητική μεταρρύθμισης έχει τους δικούς της χρόνους και τους δικούς της ποιοτικούς, καθαρά διαρθρωτικούς στόχους, που δεν πρέπει να συγχέονται με τους ποσοτικούς δημοσιονομικούς στόχους του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.

Ο στρατηγικός στόχος της διοικητικής μεταρρύθμισης είναι η δημιουργία μιας Διοίκησης ευέλικτης, παραγωγικής και αποτελεσματικής, στόχος που για να επιτευχθεί έχει ανάγκη από ένα σχέδιο, συνεκτικών διαρθρωτικών αλλαγών, συνολικό και μακροπρόθεσμο, που να είναι εφαρμόσιμο και να έχει γίνει ιδιοκτησία της ίδιας της δημόσιας διοίκησης.

 Στο παρόν κείμενο αναζητούνται οι λόγοι που εξηγούν την μη ολοκλήρωση των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα. Με σημείο αναφοράς την μη ολοκλήρωση της διοικητικής μεταρρύθμισης, που ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2012 με τη συνεργασία και την αξιοποίηση της Task Force for Greece και της Γαλλίας, που ενεργούσε ως domaine leader της όλης προσπάθειας, θα επιχειρηθεί να εντοπιστεί αυτό που εμποδίζει την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων. Θα επιχειρηθεί να απαντηθεί το ερώτημα,

γιατί την Ελλάδα η Διοικητική μεταρρύθμιση είναι μονίμως ένα ζητούμενο, που αναζητείται αλλά δεν πραγματοποιείται.

 

 

 

Ι. Διδάγματα από την πρόσφατη, ανολοκλήρωτη απόπειρα διοικητικής μεταρρύθμισης, εν μέσω κρίσης. Τα παραδείγματα της αξιολόγησης των δομών, των staffing plan και της mobility

 

Η προηγούμενη διαπίστωση επιβεβαιώθηκε με την πρόσφατη απόπειρα εφαρμογής στην Ελλάδα εν καιρώ κρίσης 2012-2014 ενός ολοκληρωμένο Σχεδίου μεταρρυθμιστικών-διαρθρωτικών αλλαγών στη Δημόσια Διοίκηση και στο Κράτος με την πλήρη αξιοποίηση της τεχνικής βοήθειας της Task Force for Greece και ειδικά της Γαλλίας:

Το σχέδιο ριζικής αναδιάρθρωσης όλων των διοικητικών μονάδων των Υπουργείων μετά από εκθέσεις αξιολόγησης των δομών, με σχέδια στελέχωσης, (staffing plans) και τον σχεδιασμό νέων οργανογραμμάτων με λιγότερες, μικρότερες, αποδοτικότερες και αποτελεσματικότερες διοικητικές υπηρεσίες έμεινε στην μέση, ανολοκλήρωτο και ανεφάρμοστο. Έμεινε στη μέση χωρίς εφαρμόσιμους στρατηγικούς σκοπούς και επιχειρησιακούς στόχους των διευθύνσεων και χωρίς περιγραφές θέσεων εργασίας (job description) του προσωπικού.

Η πρώτη αυτή, αρχική φάση της διοικητικής μεταρρύθμισης συντελέστηκε σε χρόνο ρεκόρ, σε οκτώ μήνες, με την ενεργό συμμετοχή της ελληνικής διοίκησης, που είχε και άσκησε πλήρως το ownership της μεταρρύθμισης. Σε επόμενες φάσεις προβλεπόταν η σύνταξη ενός εργασιακού προφίλ (job description) για όλες τις προβλεπόμενες θέσεις στη διοίκηση και ενός σχεδίου στελέχωσης staffing plan της Δημόσιας διοίκησης για περίπου 500.000 χιλιάδες θέσεις εργασίας. Με βάση τα σχέδια στελέχωσης, που είχαν πραγματοποιηθεί τότε, είχε υπολογιστεί ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει το 2016, 550.000 χιλιάδες μονίμους Δημοσίους Υπαλλήλους. Στόχος που είχε προσεγγιστεί ήδη το 2015. Ο αριθμός αυτός ανταποκρινόταν στις budget positions που μπορούσε να χρηματοδοτήσει η Ελλάδα. Και επί πλέον έδειχνε μια εντυπωσιακή μείωση των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα υπαλλήλων, την τελευταία πενταετία, μείωση που ξεπερνούσε, τις 175.000 ή το 35% σε διάρκεια πέντε ετών.

Δυστυχώς οι υπολογισμοί αυτοί και τα σχέδια που είχαν καταρτιστεί με την αξιοποίηση της τεχνογνωσίας Γάλλων εμπειρογνωμόνων δεν τηρήθηκαν από τις επόμενες κυβερνήσεις, παρόλο που είχαν εγκριθεί από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διοικητικής Μεταρρύθμισης. Έμειναν στα χαρτιά.

Την ίδια κατάληξη όμως είχε και ένα άλλο διαθρωτικό μέτρο που πήραμε, η Κινητικότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Ένα σχέδιο που θα μετακινούσε 25.000 χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους από θέσεις πλεονάζουσες σε θέσεις κενές μετά από αξιολόγηση και μετά από αντίκρισμα της εργασιακής φυσιογνωμίας του κάθε μετακινούμενου υπαλλήλου με την περιγραφή της κενής θέσης εργασίας προ επρόκειτο να καταλάβει.

Και αυτή η μεταρρυθμιστική δράση έμεινε στην μέση ανολοκλήρωτη. Η κινητικότητα είχε προκύψει καθ’ οδόν, ως διαρθρωτική απάντηση στη διαρκή απαίτηση για «μικρότερο κράτος» μέσων αυθαίρετων και οριζόντιων απολύσεων. Αντί για μια λογική απόλυσης και τιμωρίας των δημοσίων υπαλλήλων, η κινητικότητα προέβλεπε ουσιαστική αξιολόγηση των προσόντων του καθενός και ανακατανομή του προσωπικού εκεί που υπήρχαν πραγματικές ανάγκες – ανάγκες που μας είχαν δείξει οι αξιολογήσεις των δομών και τα νέα οργανογράμματα. Επρόκειτο για ένα μέτρο ορθολογικής ανακατανομής του προσωπικού που είχε εντελώς ανορθολογικά κατανεμηθεί στις δημόσιες υπηρεσίες.

Το παράδειγμα της Κινητικότητας είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της κατάληξης που μπορεί να έχει μέτρο διαρθρωτικών αλλαγών στην Δημόσια Διοίκηση, όταν δεν μελετηθεί σωστά και σχεδιαστεί πλήρως πριν εξαγγελθεί και όταν επί πλέον ενταχθεί ή υποταχθεί στη λογική της δημοσιονομικής προσαρμογής. Δυστυχώς, η κινητικότητα ενσωματώθηκε για να υλοποιηθεί στο αναθεωρημένο Μνημόνιο του Νοεμβρίου του 2012. Μπήκε έτσι στη λογική του Μνημονίου, κρίθηκε και αξιολογήθηκε, τελικά από την Τρόικα με όρους ποσοτικούς και αριθμητικούς, και όχι διαρθρωτικούς. Η εκβιαστική εμμονή του ΔΝΤ και ειδικά του επικεφαλής του στην αναγωγή των «απολύσεων» σε στρατηγικό στόχο της διοικητικής μεταρρύθμισης και η εκφοβιστική απαίτησή του για άμεση απόλυση (mandatory exits) 15.000 δημοσίων υπαλλήλων, μόνον και μόνον επειδή ήταν γραμμένο στο μνημόνιο με αποκλειστικό σκοπό να σπάσει ένα ταμπού χωρίς να εξυπηρετείται διαρθρωτικός στόχος, κόστισε πανάκριβα στην διοικητική μεταρρύθμιση. Δεν ακύρωσε μόνον το διαρθρωτικό μέτρο της κινητικότητας αλλά και ολόκληρη της Διοικητική Μεταρρύθμιση, διότι την εμφάνισε ως μέτρο τιμωρητικό και εκφοβιστικό. Δυσφήμησε και απαξίωσε στα μάτια των δημοσίων υπαλλήλων κάθε εγχείρημα μεταρρυθμιστικό, κατέστρεψε κάθε είδους συναίνεση και έδωσε επιχειρήματα στις αντιμεταρρυθμιστικές δυνάμεις και όσους αποστρέφονταν τις αξιολογήσεις. Έτσι όμως δεν ανατράπηκε μόνον το εγχείρημα εκείνο, αλλά ακυρώθηκε κάθε δράση μεταρρυθμιστική.

 

Α) Η μοιραία σύγκρουση των διαρθρωτικών-ποιοτικών στόχων της Διοικητικής Μεταρρύθμισης με τους ποσοτικούς-αριθμητικούς στόχους της δημοσιονομικής προσαρμογής

Ο βασικότερος συγκυριακός λόγος της μη ολοκλήρωσης και τελικά της ματαίωσης της πλέον ολοκληρωμένης διοικητικής μεταρρύθμισης που επιχειρήθηκε ποτέ στην Ελλάδα είναι πιστεύω το γεγονός ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές στη δημόσια διοίκησης, που χρειάζονται χρόνο επαρκή και σχέδιο ολοκληρωμένο και συστηματικό μπλέχτηκε και τελικά υποτάχθηκε στους άμεσους και ποσοτικούς στόχους της δημοσιονομικής προσαρμογής. Η διαρθρωτικές αλλαγές στη δημόσια διοίκηση χρειάζονται τον δικό τους χρόνο και έχουν την δική τους λογική, που είναι διαφορετικές και πάντως δεν μπορούν να συγχρονιστούν χωρίς μοιραίες επιπτώσεις με τους στόχους της διοικητικής μεταρρύθμισης.

Η Ελλάδα μέσα στην παραζάλη της οικονομικής κρίσης υποχρεώθηκε να εκπληρώσει, ταυτόχρονα και παράλληλα, δύο προγράμματα μεταρρυθμιστικά με διαφορετικούς, ποιοτικά, στόχους. Ένα βίαιο και βιαστικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής με μετρήσιμους, και χρηματοπιστωτικούς στόχους και ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης της δημόσιας διοίκησης με στόχους καθαρά ποιοτικούς και διαρθρωτικούς. Οι πρώτοι στόχοι με τους δεύτερους αποδείχτηκαν όχι μόνον ασύμβατοι μεταξύ τους αλλά και συγκρουόμενοι ή και αλληλο-αναιρούμενοι. Αυτό έδειξαν τα παραδείγματα που προανέφερα.

Εκεί βρίσκεται κατά την γνώμη μου ένας από τους συγκυριακούς λόγους της αποτυχημένης απόπειρας σχεδιασμού και εφαρμογής διοικητικών μεταρρυθμιστικών δράσεων τη διετία 2013-13.

Η Ελλάδα αποτελεί ίσως ένα χαρακτηριστικό, αρνητικό, παράδειγμα χώρας, που επιχείρησε να αναδιαρθρώσει και εκσυγχρονίσει, σε περίοδο κρίσης, με βάση τα κοινά, ευρωπαϊκά, standards, τις διοικητικές δομές της, χωρίς να το καταφέρει. Μια από τις συγκυριακές αιτίες της αποτυχίας, υπήρξε ακριβώς η παράλληλη και ταυτόχρονη εφαρμογή προγραμμάτων βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής, από την μία πλευρά, και μακρόπνοων διοικητικών διαρθρωτικών αλλαγών, από την άλλη.

 

Β) Αναγκαίο προαπαιτούμενο, εθνική συνεννόηση και πολιτική συναίνεση. Παντελής απουσία πολιτικής συναίνεσης και κρίση εμπιστοσύνης των δημοσίων υπαλλήλων λόγος αποτυχίας της Διοικητικής Μεταρρύθμισης

Θα ήταν όμως λάθος αν η αποτυχία της όλης προσπάθειας αποδιδόταν αποκλειστικά και μόνον στην βίαιη ποσοτικοποίηση ή στην δημοσιονομική κακοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών στην δημόσια διοίκηση. Οι λόγοι της αποτυχίας δεν εντοπίζονται ούτε οφείλονται αποκλειστικά σε συγκυριακούς ή υποκειμενικούς λόγους, που ενδεικτικά απλώς αναφέραμε. Έχουν ρίζες βαθύτερες, δομικές και διαχρονικές, που θα εντελώς ενδεικτικά θα αναδείξουμε στη συνέχεια.

Εκείνο που είναι σίγουρο και χρειάζεται να το κρατήσουμε, είναι ότι η κρίση δεν ευνόησε στην περίπτωση της Ελλάδος την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση, εξ αιτίας κυρίως του άκρους πολωμένου πολιτικού κλίματος και κυρίως λόγω της έλλειψης πολιτικής συναίνεσης, καθώς και εξ αιτίας της κρίσης εμπιστοσύνης των δημοσίων υπαλλήλων στην πολιτική εξουσία. Αντίθετα λειτούργησε αρνητικά, δημιούργησε κλίμα επιφυλακτικότητας, καχυποψίας, φόβου και άρνησης συμμετοχής. Το μόνο θετικό που είχε η κρίση στην Ελλάδα είναι ότι αποδιαρθρώνοντας η ίδια πλήρως τη δημοσία διοίκηση, αποκάλυψε με τρόπο τραγικό τις πάγιες διαρθρωτικές και άλλες αδυναμίες της, τις αποστεωμένες δομές της, την παράλυσή της καθώς και την πλήρη ανικανότητά της να συμβάλει στη επεξεργασία δημόσιων πολιτικών και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών.

Βέβαια, για να καταστρωθεί ένα ολοκληρωμένο, γενικά αποδεκτό και εφαρμόσιμο Σχέδιο διοικητικών μεταρρυθμίσεων χρειάζεται να το αποφασίσει η πολιτική ηγεσία της χώρας και να δώσει τις γενικές πολιτικές κατευθύνσεις. Μια τέτοια πρωτοβουλία εμποδίζεται, όπως είναι γνωστό, από το κλίμα πολιτικής πόλωσης και έντασης που επικρατεί στη χώρα και από την απουσία συναίνεσης και ελάχιστης πολιτικής συνεννόησης. Εμποδίζεται ακόμη από το κλίμα εμφύλιου πολιτικού σπαραγμού, που κυριαρχεί στα ΜΜΕ και στην κοινή γνώμη. Πάντως η απουσία στοιχειώδους πολιτικής συναίνεσης καθιστά κάθε εγχείρημα διοικητικής μεταρρύθμισης αβέβαιο και έωλο.

Η υπέρβαση της παρούσας αποτελματωμένης και πολωμένης πολιτικής κατάστασης, αποτελεί το αναγκαίο πολιτικό προαπαιτούμενο κάθε σοβαρής μεταρρυθμιστικές προσπάθειας που θέλει να έχει προοπτική επιτυχίας. Άνευ τούτου ουδέν έστι γενέσθαι.

Το παράδειγμα της διοικητικής μεταρρύθμισης δείχνει, ότι η ρήση «η κρίση είναι μια ευκαιρία» δεν επιβεβαιώνεται, πάντα, αν δεν συντρέχουν και ορισμένοι άλλοι όροι, πλέον των συγκυριακών σαν και αυτούς που θίξαμε.

 

 

ΙΙ. Τα διαχρονικά δομικά ελλείμματα

Α. Α-συνέχεια του κράτους

Αυτό που κυρίως υπονομεύει την εφαρμογή ενός μεταρρυθμιστικού μέτρου στην Ελλάδα είναι οι συχνές ή απρόβλεπτες κυβερνητικές μεταβολές. Με άλλα λόγια, η κυβερνητική και υπουργική ασυνέχεια που πλήττει άμεσα τη διοικητική συνέχεια του κράτους. Οι υπουργικές μεταβολές και το νομοθετικό και διοικητικό ράβε-ξήλωνε που συνεπάγονται, διακόπτουν βίαια και απότομα τη θεσμική συνέχεια του κράτους και ακυρώνουν κάθε μεταρρύθμιση.

Εκτός αυτού, ο κάθε υπουργός ενεργεί συχνά σαν ισόβιος, ιδιοκτήτης, σαν φεουδάρχης του υπουργείου του. Ασκεί την εξουσία με τους έμπιστους συμβούλους του, παραμερίζοντας πλήρως τη διοίκηση, που όμως αυτή είναι ο θεματοφύλακας της συνέχειας του κράτους, της θεσμικής γνώσης και μνήμης. Αποφασίζει αδιαφορώντας πλήρως για την συνέχεια του κράτους ή ακόμη και για την τύχη των δικών μέτρων, όταν αποχωρήσει. Δεν ασχολείται ούτε με την εφαρμογή ούτε με την εφαρμοσιμότητα των νομοθετικών μέτρων που πήρε. Πιστεύει ότι η αποστολή του τελειώνει με την ψήφιση του νόμου. Ο νόμος θεωρείται ως η πολιτική του δικαίωση. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Διοίκηση ζει μονίμως σε καθεστώς νομοθετικής αβεβαιότητας και ρευστής ή μεταβαλλόμενης νομοθετικής και διοικητικής πραγματικότητας.

 

Νομοθετικός πληθωρισμός και φορμαλισμός αντί σχεδιασμός και συστηματική επεξεργασία δημόσιων πολιτικών

Οι υπουργοί-φεουδάρχες θεωρούν κατά κανόνα ότι δεν παράγουν έργο αν δεν φτιάξουν έναν νόμο. Αυτή η νοοτροπία είναι δείγμα του άμετρου νομοθετικού βολονταρισμού, αλλά και ενός καλυμμένου νομικού φορμαλισμού, που ως αντίληψη κατατρέχει και κατασπαράσσει τα σωθικά του κράτους. Έτσι η ελληνική δημόσια διοίκηση έχει γίνει έρμαιο, καθ’ όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης, ενός άμετρου νομοθετικού πληθωρισμού και μιας αντιφατικής νομοθέτησης, που το μόνο που παράγει είναι γραφειοκρατία και διοικητική ακινησία. Η πληθωρική αυτή νομοθέτηση δεν έχει καμία σχέση με την «καλή νομοθέτηση» ούτε βέβαια με τις ουσιώδεις προϋποθέσεις σχεδιασμού και υλοποίησης μιας δημόσιας πολιτικής: μελέτη και διαβούλευση, ex ante και ex post αξιολόγηση των συνεπειών κάθε ρύθμισης, παρακολούθηση της υλοποίησής της, δοκιμασία πολιτική της εφαρμογής της, επανασχεδιασμός όταν χρειάζεται.

 

Β. Πολιτικός βολονταρισμός

Ακόμη χειρότερα, κινητήρια δύναμη του νομοθετικού πληθωρισμού ή, καλλίτερα, του νομοθετικού κυκεώνα που πνίγει κάθε διοικητική δράση, παραλύει την διοίκηση, σκοτώνει κάθε διάθεση ανάληψης πρωτοβουλίας από τους δημοσίους υπαλλήλους και παράγει διαρκώς γραφειοκρατία είναι η μαγική ρήση: «Τα πάντα μπορεί να γίνουν αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση». Τόσο απλά.

Εδώ εντοπίζονται και οι μεγάλες ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας της χώρας. Συνεχίζει να πιστεύει ότι δεν φταίει η πλημμελής προετοιμασία, η έλλειψη μελέτης και διοικητικής τεχνογνωσίας, η απουσία κάθε είδους αξιολόγησης της υπάρχουσας διοικητικής πραγματικότητας, το γεγονός ότι οι νόμοι παρασκευάζονται βιαστικά από άσχετους και άπειρους συμβούλους των υπουργών και όχι από την διοίκηση, ότι οι νόμοι ετοιμάζονται από πολυπληθείς νομοπαρασκευαστικές επιτροπές στις οποίες μετέχουν μόνον νομικοί και όχι τεχνοκράτες και ειδικοί της δημόσιας πολιτικής. Όλα αυτά δεν μετράνε μπροστά στην πολιτική βούληση που έχει δύναμη θεϊκή και μαγικές ιδιότητες, αρκεί να εκδηλωθεί και να μεταμορφωθεί σε νόμο του κράτους.

Η πίστη στις μαγικές ικανότητες της «πολιτικής βούλησης» ή η θεοποίηση του πολιτικού βολονταρισμού επιβλήθηκε ως σύγχρονη πολιτική θεολογία, ως ιδεολόγημα που κυριάρχησε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης και χρησιμοποιήθηκε ως μαγική μπαγκέτα, που μπορεί και υποκαθιστά ή να παραμερίζει τον μελετημένο σχεδιασμό, την αξιοποίηση της τεχνογνωσίας, τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου, την εξαντλητική παρακολούθηση της υλοποίησης της νομοθετικού μέτρου, τον σεβασμό της κρατικής συνέχειας και κυρίως της αναγκαίας τεχνογνωσίας.

 

III. Τα στοιχειώδη απαιτούμενα της μεταρρύθμισης

Μετά από τα προηγούμενα, μπορούμε να σκιαγραφήσουμε μιαν απάντηση στο αρχικό ερώτημα: πώς μπορούν να προχωρήσουν οι αναγκαίες, βαθιές αλλά και εφαρμόσιμες μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα της κρίσης;

 

Α. Σχέδιο συνολικό και μακρόπνοο

Η χώρα έχει πάντως ανάγκη πριν από όλα από ένα συνολικό μακρόπνοο πρόγραμμα ριζικής διοικητικής αναδιοργάνωσης που να είναι ιδιοκτησία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης και να στηρίζεται στην ευρύτερη δυνατή πολιτική συναίνεση και διοικητική αποδοχή. Οι αποσπασματικές και ευκαιριακές ρυθμίσεις που γίνονται χωρίς μελέτη από τους εκάστοτε υπουργούς όχι μόνον δεν αγγίζουν καν τα πάγια και διαχρονικά προβλήματα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αλλά επί πλέον τα αναπαράγουν και τα μεγεθύνουν.

Επείγει επομένως η επεξεργασία από μια εθνική υπέρ κομματική επιτροπή ειδικών ενός συνολικού, μακρόπνοου, αξιόπιστου, γενικότερα αποδεκτού, συγκεκριμένου, άρτια, τεχνοκρατικά επεξεργασμένου και εφαρμόσιμου μεταρρυθμιστικού προγράμματος, με σεβασμό στο Σύνταγμα και στους νόμους.

 

Β. Η ιδιαίτερη σημασία της φάσης εφαρμογής και πραγματοποίησής του

Κανένα μεταρρυθμιστικό σχέδιο δεν είναι αποτελεσματικό εάν δεν είναι ρεαλιστικό, καλά σχεδιασμένο και κυρίως εφαρμόσιμο. Και φυσικά εάν δεν παρακολουθείται στη φάση της υλοποίησής τους (implementation) από ισχυρά θεσμοθετημένα κυβερνητικά και διοικητικά όργανα, όπως είναι το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης και η γενική Γραμματεία συντονισμού του κυβερνητικού έργου. Η αξία ενός μεταρρυθμιστικού σχεδίου κρίνεται από την εφαρμογή και η εφαρμογή του εξαρτάται από την εφαρμοσιμότητά του και η εφαρμοσιμότητά του από την μελετημένο σχεδιασμό του, από την καλή και τεχνοκρατικά και νομοτεχνικά άρτια επεξεργασία του.

 

 

Γ. Η μεταρρύθμιση ιδιοκτησία ή κτήμα της ελληνικής διοίκησης

Το Σχέδιο αυτό της διοικητικής μεταρρύθμισης θα πρέπει να γίνει ownership της ίδιας της διοίκησης, να το πάρει στα χέρια της και να το οικειοποιηθεί εφαρμόζοντάς το, σταδιακά, πιλοτικά και αποφασιστικά, με συνέχεια και συνέχεια. Η μεταρρύθμιση δεν επιβάλλεται, υλοποιείται και ριζώνει με την συνειδητή συμμετοχή των δημοσίων υπαλλήλων, στους οποίους και απευθύνεται

Η δημόσια διοίκηση και οι άνθρωποί της είναι στην προκειμένη περίπτωση το κλειδί της πραγμάτωσης και εμπέδωσης μια διοικητικής μεταρρύθμισης. Μπορεί η δημόσια διοίκηση να παραγάγει γνώση και εμπειρία; Ασφαλώς μπορεί, εάν απελευθερωθεί από τα δεσμά του νομικισμού, αν σπάσουν τα τείχη που τη χωρίζουν από την πολιτική ηγεσία, εάν ασκηθεί –μαζί με την πολιτική ηγεσία– να σχεδιάζει και να υλοποιεί δημόσιες πολιτικές. Αν Διοίκηση απαλλαγεί από την ασφυκτική κηδεμονία της πολιτικής ηγεσίας και νοιώσει ή ίδια ότι είναι ένας οργανισμός σχετικά ανεξάρτητος, πολιτικά ουδέτερος και υπερκομματικός και έχει μία βασική αποστολή να εφαρμόζει τους νόμους και να υλοποιεί όσο πιο αποτελεσματικά και αποδοτικά γίνεται τις δημόσιες πολιτικές που διαμορφώνει και επιβάλλει η πολιτική εξουσία που κυβερνά. Οδηγός των ενεργειών της η αποτελεσματική εκπλήρωση της δημόσιας αποστολής της και η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.

 

Δ. Μεταρρύθμιση με ευρωπαϊκή συνεργασία, επίβλεψη και τεχνική βοήθεια. Κίνητρα και προϋποθέσεις

Η Ελλάδα οφείλει να κάνει τις μεταρρυθμίσεις με την αξιοποίηση της ευρωπαϊκής τεχνογνωσίας και εμπειρίας. Μεταξύ των άλλων και για να συντονιστεί με τις διοικήσεις των ευρωπαϊκών χωρών. Από μόνη της, πάντως, δεν μπορεί.

Άλλωστε, όπως απέδειξε και η πρόσφατη εμπειρία των ετών 2011-12, η διοικητική μεταρρύθμιση δεν μπορεί αλλά ούτε και επιτρέπεται να πραγματοποιείται από ιδιωτικές εταιρείες και γραφεία μελετών μετά από προκηρύξεις έργων, όπως είχε γίνει τότε με τρόπο ανοργάνωτο και αποσπασματικό. Τα έργα που προκηρύσσονταν δεν κατέληγαν πουθενά, δεν υπάκουαν ούτε εξυπηρετούσαν ένα ενιαίο κεντρικό σχέδιο. Τα τεράστια κονδύλια του ΕΣΠΑ, της τάξεως των 500.000.000 ευρώ, έμειναν έτσι αναξιοποίητα.

Η μεταρρύθμιση μπορεί και πρέπει να γίνεται από τις ζωντανές δυνάμεις της εθνικής δημόσιας διοίκησης με την παροχή τεχνογνωσίας από την Ευρώπη μέσα από ένα συνολικό σχέδιο υποστηριζόμενο από την αναγκαία χρηματοδότηση, που θα παρέχεται με τη μορφή κινήτρων και όρων αποτελεσματικότητας (conditionality) και όχι με προαπαιτούμενα ποσοτικά και δημοσιονομικά.

 

 

 

 

Συμπέρασμα : επιτακτική ανάγκη για δημόσια, διοίκηση, πολιτικά ουδέτερη και ακομμάτιστη. Η απελευθέρωση της δημόσιας διοίκησης από τον πελατειακό και φαυλοκρατικό εναγκαλισμό της πολιτικής εξουσίας.

 

Όσο πιο επιτακτική και επείγουσα γίνεται η ανάγκη ριζικών και σχεδιασμένων διαρθρωτικών αλλαγών στη δημόσια διοίκηση και στο κράτος για την ίδια τους την επιβίωση, τόσο πιο αβέβαιη και αδιέξοδη εμφανίζεται η προοπτική πραγματοποίησης τους. Τα ανυπέρβλητα πάντως εμπόδια δεν ορθώνονται μόνον από τις συγκυριακές ή διαχρονικές, τις διαρθρωτικές αδυναμίες ή τις ανεπάρκειες της δημόσιας διοίκησης που εξετάσαμε. Όλες αυτές είναι αντιμετωπίσιμες και είναι δυνατόν να θεραπευτούν ή να διορθωθούν με γνώση και σύστημα και τελικά να παρακαμφθούν σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική.

Εκείνο όμως που φαίνεται ότι αποτελεί το πιο σοβαρό, αν και αόρατο εμπόδιο, είναι η νοσηρή σχέση της πολιτικής εξουσίας με τη δημόσια διοίκηση. Μια νόσος πολύ παλιά, τόσο παλιά όση περίπου και η ηλικία του ελληνικού δημοσίου. Πρόκειται για την παντελή έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ τους και κυρίως για την χρησιμοποίηση της δημόσιας διοίκησης από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου ως ενός προνομιακού πεδίου ικανοποίησης πελατειακών αιτημάτων και ρουσφετιών. Η δημόσια διοίκηση είναι παραλυμένη και ανίκανη να διαμορφώνει δημόσιες πολιτικές, διότι η πολιτική εξουσία την χρησιμοποιεί κυρίως ως πεδίο προνομιακό εκπλήρωσης των φαυλοκρατικών και πελατειακών επιδιώξεών της.

Το σημαντικότερο όλων είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι να μεταμορφωθούν από απλοί εφαρμοστές του νόμου σε δημιουργικούς επεξεργαστές δημόσιων πολιτικών, σε θεσμικούς, πολιτικά ουδέτερους, συμβούλους της πολιτικής ηγεσίας, ώστε αυτή να λαμβάνει με την συνεργασία τους τις κατάλληλες αποφάσεις δημόσιας πολιτικής προς όφελος της χώρας και πέρα από μικροκομματικά οφέλη.

 

Η παράλειψη της διοίκησης να αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων ως πεδίο εφαρμογής των «διευρυμένων εξουσιών» του διοικητικού δικαστή – Σκέψεις για την ΣτΕ (Ολομ.) 4003/2014

Κωνσταντίνος Γώγος, Αν. Καθηγητής, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Με την απόφαση 4003/2014 της Ολομέλειας το ΣτΕ παρενέβη στο σύστημα φορολόγησης των ακινήτων ακυρώνοντας την παράλειψη της διοίκησης να αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές τιμές στις μειώσεις των εμπορικών αξιών που επήλθαν ως συνέπεια της κρίσης. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η προσπάθεια συνταγματικής θεμελίωσης στην απόφαση αυτή των «διευρυμένων εξουσιών» του ακυρωτικού δικαστή, ιδίως για προσωρινή αποχή από την ακύρωση παράνομης πράξης ή παράλειψης με ταυτόχρονη χορήγηση προθεσμίας στη διοίκηση προς άρση της παρανομίας, καθώς και για μετάθεση του χρονικού σημείου επέλευσης των αποτελεσμάτων της δικαστικής κρίσης· στηριζόμενο στο ά. 95 παρ. 1 Συντ., το Δικαστήριο υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει στις εν λόγω εξουσίες ο κοινός νομοθέτης του ν. 4274/2014.

Η μελέτη εξετάζει καταρχάς την προβληματική της αντικειμενικής φορολογίας των ακινήτων, επισημαίνοντας τα ουσιαστικά και δικονομικά ζητήματα που σχετίζονται με την ακύρωση της παράλειψης της διοίκησης να ασκήσει την κανονιστική της αρμοδιότητα ως προς τον καθορισμό επίκαιρων τιμών ζώνης. Στη συνέχεια αναλύεται η νομική φύση των ρυθμίσεων του ν. 4274/2014, με τις οποίες αναγνωρίστηκαν στις ακυρωτικές διαφορές οι επίμαχες νέες δυνατότητες ως προς το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων, ενώ διατυπώνεται κριτική ως προς τα συνταγματικά ερείσματα που προσπάθησαν να προσδώσουν στις νέες αντιλήψεις για τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων αρχικά η σχολιαζόμενη απόφαση, και κατόπιν η επακολουθήσασα απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ 4741/2014.

Γενικές σκέψεις για το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως αναιρέσεως μετά τον ν.3900/2010 και της σχέσης του με το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων

Βαρβάρα Μπουκουβάλα, Δ.Ν-Πρωτοδίκης ΔΔ

Αντικείμενο της παρούσας μελέτης αποτέλεσαν οι τροποποιήσεις που επέφεραν στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως οι ρυθμίσεις των άρθρων 12 και 2 του ν.3900/2010. Με την πρώτη διάταξη, τέθηκε ως προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αιτήσεως αναιρέσεως, η ύπαρξη αντίθετης νομολογίας ή η μη διαμορφωμένη νομολογία, επί του νομικού ζητήματος που επιλύθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με την δεύτερη διάταξη, προβλέφθηκε ότι επιτρέπεται η αίτηση αναιρέσεως κατά δικαστικής απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης δικονομικής διάταξης, εφόσον σ΄ αυτή διατυπώνεται ρητή και απερίφραστη κρίση περί αντισυνταγματικότητας ή αντισυμβατότητας διάταξης τυπικού νόμου, εφόσον το ζήτημα δεν έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του ΣτΕ. Εξετάστηκε, ο σκοπός θέσπισης της πρώτης διάταξης σε σχέση με την τελολογία του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, αναλύθηκε η έννοια του νομικού ζητήματος  ως κεντρική εννοιολογική συνιστώσα του παραδεκτού του ενδίκου μέσου, και, προτάθηκε μία διασταλτική ερμηνεία της σχετικής προϋπόθεσης, με σκοπό την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Τέλος, αναλύθηκε δικονομικά ο νέος λόγος αναιρέσεως του άρθρου 2 του ν.3900/2010 και προσδιορίσθηκε η σχέση του με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.

Ο θεσμός της πιλοτικής δίκης του άρθρου 1 του ν.3900/2010 και το σύστημα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα

Βαρβάρα Μπουκουβάλα, ΔΝ-Πρωτοδίκης ΔΔ

Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται ο θεσμός της πιλοτικής δίκης που θεσπίστηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 1 του ν.3900/2010. Η πιλοτική δίκη, συγκρίνεται με τον καταργηθέντα θεσμό της πρότυπης δίκης, αναδεικνύονται τα κρίσιμα νομικά της γνωρίσματα και αναδιατυπώνονται οι συγκρουσιακές σχέσεις του θεσμού με την κατοχυρωμένη συνταγματικά λειτουργική αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, την  αρχή του φυσικού δικαστή και των καίριων χαρακτηριστικών του ελληνικού δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.