Author Archives: editor

Η συνταγματική προστασία των πολιτιστικών αγαθών και η ελευθερία της λατρείας με αφορμή τις χρήσεις της Ροτόντας

Σύντομο ιστορικό και εξήγηση του νομικού καθεστώτος που  διέπει το μνημείο

 [ Πρόκειται για μελέτη του συγγραφέα που πρωτο-δημοσιεύτηκε μετά τα γεγονότα της Ροτόντα, πριν από είκοσι χρόνια («Νόμος και Φύση». 1995) και  είχαν οδηγήσει  στον βανδαλισμό της καταστροφής του πιάνου, με το οποίο θα δινόταν ένα  ρεσιτάλ. Το ζήτημα της πολιτιστικής χρήσης του χώρου της Ροτόντας έγινε ξανά επίκαιρο με αφορμή την περάτωση των αρχαιολογικών εργασιών αποκατάστασης του Μνημείου  και την παραχώρησή του και για πολιτιστικές εκδηλώσεις  κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις)

 

 

1. Σύντομο νομικό ιστορικό του προβλήματος.

 Ροτόντα, μνημείο της ρωμαϊκής εποχής κτίστηκε στη Θεσσαλονίκη γύρω στο 300 μ.χ., ως ειδωλολατρικός ναός των ανακτόρων, από το ρωμαίο Καίσαρα Γαλέριο και μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό επί εποχής του Θεοδοσίου Α', περί τα τέλη του 4ου αιώνα και λειτούργησε ως τέτοιος μέχρι το 1591, οπότε, μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους,  έγινε τζαμί (Βλ. σύντομο ιστορικό Μ. Τιβερίου, "Η Ροτόντα του Καίσαρα Γαλέριου στη Θεσσαλονίκη", Το Βήμα, 5-2-1995).

Η Ροτόντα κηρύσσεται, ως ναός του Αγίου Γεωργίου, το 1913 με πράξη του τότε  Γενικού Διοικητού Μακεδονίας  "εθνικό μνημείο" σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα νόμο περί αρχαιοτήτων, τον  ν. ΒΧΜΣΤ/1899, και περιέρχεται  στην κτήση του κράτους ή στη δημόσια περιουσία του  (dominium publicum). Το δημόσιο απέκτησε την απόλυτη, αποκλειστική,  αναπαλλοτρίωτη και άρα διηνεκή «κυριότητα» των κτίσματος, που κατατάχθηκε έτσι, όπως άλλωστε και κάθε κηρυγμένο  αρχαίο μνημείο, που βρίσκεται σε δημόσιο (δημοτικό, κοινοτικό ή εκκλησιαστικό)  κτήμα, στα καλούμενα δημόσια ιδιόχρηστα πράγματα.

Στη συνέχεια  σε αντίθεση με άλλα κηρυγμένα «εθνικά μνημεία», όπως η Αγία Σοφία και ο Άγιος Δημήτριος, το κράτος  με απόφαση της προσωρινής κυβερνήσεως το 1917, που υπογράφεται  από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (διάταγμα 2134/1917, Εφημ. Προσωρινής Κυβερνήσεως, φ. 77/24-4-1917), μετά και από σχετικό αίτημα της γαλλικής αρχαιολογικής αποστολής, η οποία διενεργούσε ανασκαφές στη Θεσσαλονίκη, και μετά από συνεννόηση και με τον τότε φωτισμένο Μητροπολίτη Γεννάδιο, ο οποίος είχε δώσει τη συγκατάθεσή του, η Ροτόντα μετατράπηκε σε «Μακεδονικό Μουσείο» και εγκαταστάθηκε εκεί  λίγο αργότερα στο προαύλιό της η ελληνική αρχαιολογική υπηρεσία βυζαντινών αρχαιοτήτων. Δεν αποδόθηκε δηλαδή στη δημόσια λατρεία ούτε παραχωρήθηκε για το σκοπό αυτό στην Εκκλησία.

΄Έκτοτε και μέχρι σήμερα η Ροτόντα αποτελεί για τη Διοίκηση μουσείο που λειτουργεί  συνεχώς και αδιαλείπτως ως δημόσια υπηρεσία. Απόκτησε δηλαδή το μνημείο μουσειακό προορισμό, τον οποίο  και διατηρεί τυπικά μέχρι τις μέρες μας, υπαγόμενο στη δικαιοδοσία της αρχαιολογικής υπηρεσίας. Παράλληλα όμως με αυτόν τον βασικά μουσειακό προορισμό της η Ροτόντα αποδιδόταν μετά από προηγούμενη σχετική άδεια του αρμόδιου Υπουργού και σε άλλες χρήσεις (λατρευτικές ή πολιτιστικές), που είχαν όμως περιστασιακό και μεμονωμένο χαρακτήρα. Έτσι στη Ροτόντα τελούνταν μετά τον πόλεμο και μετά από προηγούμενη άδεια του υπουργού θείες λειτουργίες, μία ή δύο φορές το χρόνο, για λογαριασμό βασικά του πανεπιστήμιου, με αφορμή την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους ή τη γιορτή των τριών ιεραρχών, διοργανώνονταν θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, εκθέσεις ζωγραφικής, χορωδιακές εκδηλώσεις, κ.ά.  Κάθε μεμονωμένη χρήση της Ροτόντας εξαρτιόταν από τη χορήγηση εκ μέρους του Υπουργού διοικητικής  άδειας.

Με την υπ' αριθμόν ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/34/3522/34/24-1-1995 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδόθηκε μετά από αιτιολογημένη γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχαιοτήτων καθορίστηκε ότι η Ροτόντα θα αποδίδεται τρεις φορές το χρόνο στη δημόσια λατρεία, χωρίς προηγούμενη άδεια της αρχής, και πιο συγκεκριμένα:  την κινητή γιορτή του Αγίου Γεωργίου, στις 30 Ιανουαρίου ημέρα της πανεπιστημιακής γιορτής των Τριών Ιεραρχών και μία Κυριακή του Οκτωβρίου με την έναρξη του πανεπιστημιακού έτους. Με  την ίδια απόφαση διακηρύχθηκε ότι η Αρχαιολογική Υπηρεσία "έχει δικαίωμα και υποχρέωση να προστατεύει εις το διηνεκές", λόγω της  αρχαιολογικής αξίας του μνημείου και του μνημειακού προορισμού του, τη Ροτόντα και να καθορίζει τη χρήση της "απαγορεύοντας κάθε χρήση, που ενδέχεται να αποβεί βλαπτική ή επιβαρυντική για το μνημειακό του χαρακτήρα". Αναγνωρίζοντας, μάλιστα,  τον θρησκευτικό  χαρακτήρα του μνημείου και τον παρεπόμενο  λατρευτικό του προορισμό επέτρεψε την περιορισμένη _ορισμένες μόνο μέρες του χρόνου- λατρευτική του χρήση από την Εκκλησία, υπό τον όρο ότι θα "διατηρηθεί η παλαιοχριστιανική λειτουργική λιτότητά του".

Η εν λόγω  υπουργική απόφαση προκάλεσε την μήνιν της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, η οποία προσέφυγε στο ΣτΕ και ζήτησε την ακύρωσή της μαζί με την αναστολή εκτέλεσής της. Η Επιτροπή Αναστολών του ΣτΕ ανέστειλε τον Ιούνιο του 1995 προσωρινά την ισχύ της απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού.  Την απόφαση αυτή εκμεταλλεύτηκε η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και αποπειράθηκε να μετατρέψει το μνημείο σε ναό εν χρήσει  μεταφέροντας εκεί εικόνες και άλλα σκεύη και διαρρυθμίζοντας κατάλληλα το χώρο, εκδηλώνοντας έμπρακτα την πρόθεση της να καταλάβει το μνημείο και να το χρησιμοποιεί για λατρευτικούς σκοπούς. Το Δεκέμβριο του 1995 το ΣτΕ  επανήλθε στο θέμα ύστερα από αίτηση της Ένωσης Πολιτών Θεσσαλονίκης για το Περιβάλλον και τον Πολιτισμό και ανακάλεσε την αρχική του απόφαση επαναφέροντας σε ισχύ την απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και εκδιώκοντας ουσιαστικά την Μητρόπολη από το μνημείο.  

Είναι αξιοπερίεργο εξάλλου ότι το νομικό και διοικητικό αυτό καθεστώς που επιτρέπει  στην πολιτεία να καθορίζει και να ελέγχει τις χρήσεις της Ροτόντας και να απαγορεύει κάθε χρήση βλαπτική ή επιβαρυντική του μνημειακού της χαρακτήρα  ουδέποτε αμφισβήτησε η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, η οποία υπέβαλλε, όλα αυτά τα χρόνια, νομιμόφρονα και αδιαμαρτύρητα  αιτήσεις  στην αρχαιολογική υπηρεσία για χορήγηση άδειας τελέσεως θείας  λειτουργίας. Η τελευταία της αίτηση υποβλήθηκε το Δεκέμβριο του 1994, και όπως αποδείχθηκε ήταν προσχηματική, διότι απέβλεπε στη δόλια κατάληψη του μνημείου με το πρόσχημα της διοργάνωσης έκθεσης βυζαντινών εικόνων και στη μεταφορά εκκλησιαστικών  αντικειμένων ώστε να αποκτήσει το κτίσμα εσωτερικά   όψη ναού.

 

2. Η συνταγματική κατοχυρώση των ιερών κανόνων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 Η μεριά της Εκκλησίας για να δικαιολογήσει τη διεκδίκηση και κατοχή του μνημείου από την ίδια είχε προβάλλει στο ΣτΕ αλλά και στο Υπουργείο Πολιτισμού τις ακόλουθες δύο ενστάσεις: πρώτον, ότι κατά τους κανόνες της Εκκλησίας η Ροτόντα είναι καθαγιασμένος  ιερός ναός και ότι οι μητροπολιτικές αρχές  της πόλης έχουν ιερά υποχρέωση να τον λειτουργούν ως τέτοιο, και δεύτερον, ότι η προαναφερθείσα απόφαση του Υπουργού προσβάλλει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των ορθόδοξων πιστών στη λατρεία. Ας δούμε τις δύο αυτές ενστάσεις αναλυτικά.

Στην πρώτη ένσταση μπορούν να αντιπαρατεθούν τα ακόλουθα επιχειρήματα. Οι ιεροί κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος είτε αναφέρονται σε  δογματικά ή λατρευτικά ζητήματα είτε αφορούν τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τη  διοίκησή της  είναι, βέβαια, συνταγματικά κατοχυρωμένοι  με την έννοια, όμως,  ότι η Πολιτεία οφείλει να σέβεται και να περιφρουρεί τους κανόνες που διασφαλίζουν τη δογματική ενότητα της Ορθοδοξίας και την "ενότητα διοικήσεώς  της"  και ιδίως τους κανόνες που θεμελιώνουν το αυτοδιοίκητο  της Εκκλησίας της Ελλάδος και όχι με την έννοια ότι υπερισχύουν των κανόνων και πράξεων της πολιτείας. ( Από την εξαιρετικά  πλούσια βιβλιογραφία σχετικά με το αμφιλεγόμενο  ζήτημα της σημασίας της συνταγματικής κατοχύρωσης  των ιερών κανόνων,  βλέπε υπέρ της άποψης που υιοθετείται εδώ, αντί άλλων Χ. Παπαστάθη, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας κατά το Σύνταγμα του 1975, Δίκαιο και Πολιτική, 15 (1988) σ. 61-84, [69-77], Ι. Κονιδάρη, Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους, Αντ. Σάκκουλα, 1994, σ. 223 ).

Το άρθρο 3Σ, που κατοχυρώνει συνταγματικά τους ιερούς κανόνες  θα πρέπει, εξάλλου, να ερμηνεύεται σε συνδυασμό προς το άρθρο 13Σ, που κατοχυρώνει την θρησκευτική ελευθερία, διότι μόνο έτσι γίνεται κατανοητή η βαθύτερη ratio της αρχής της "απαρασάλευτης τήρησης των ιερών  κανόνων", που είναι, τελικά, η διασφάλιση και για την "επικρατούσα θρησκεία", με τρόπο πληρέστερο  και τυπικά  ενισχυμένο, αυτό που είναι διασφαλισμένο, ως απόρροια  της θρησκευτικής ελευθερίας,  για  κάθε γνωστή θρησκεία: η κατοχύρωση του  αυτοδιοίκητου  και  της καταστατικής αυτονομίας κάθε   θρησκευτικής κοινότητας. (Για τη θεμελίωση της θέσης αυτής βλέπε κυρίως Αν. Μαρίνου,  Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, Αθήναι, 1984, σ. 133 επ. 140, 143, 147,  του ίδιου. Η συνταγματική κατοχύρωσις των Ιερών Κανόνων, "Νέον Δίκαιον", 1974, 534 επ., Χ. Παπαστάθη, ό.π., σ. 73 και Ι. Κονιδάρη, ό.π., σ. 225-226.)

Έτσι, ο ενδεχόμενος καθαγιασμός ενός ναού και η ένταξή του στην εκκλησιαστική διοικητική ενότητα μιας ενορίας  δεν μπορούν,  ως πράξεις θρησκευτικές ή εκκλησιαστικές, να κατισχύσουν ή να παραμερίσουν πράξεις της πολιτείας με αντίθετο περιεχόμενο ούτε  να προσδώσουν, από μόνες τους,  λατρευτικό προορισμό σε  χώρο αρχαιολογικό _που δεν κατέχει μάλιστα η εκκλησία- παρά τη θέληση της πολιτείας. Γίνεται, άλλωστε, παγίως δεκτό ότι οι κανόνες της νομοθεσίας περί αρχαίων, όπως και εκείνοι της πολεοδομίας, είναι δημόσιας τάξης και άρα δεν μπορούν να παραμεριστούν και  να μη εφαρμοστούν σε  περίπτωση σύγκρουσής τους με κανόνες ή πράξεις της Εκκλησίας.  

Είναι προφανές, επομένως, ότι   οι  ιεροί κανόνες και οι πράξεις, που στηρίζονται σε αυτές, δεν έχουν τη δύναμη να αναιρέσουν  το νομικό χαρακτηρισμό του κρινόμενου μνημείου, ως ιστορικό διατηρητέο,  ούτε να θεμελιώσουν αλλαγή της χρήσης του ή να του προσδώσουν  λατρευτικό προορισμό, όταν την ιδιότητα αυτή την αρνείται ρητά η Πολιτεία βασιζόμενη στην ισχύουσα νομοθεσία και αποφασίζουσα, με διακριτική ευχέρεια και  δίκαιη κρίση, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη δράση των αρμόδιων για το θέμα αρχαιολογικών υπηρεσιών.

Η Πολιτεία οφείλει, απλώς,  στο όνομα της  θρησκευτικής ελευθερίας και του  αυτοδιοίκητου της Εκκλησίας,  να σεβαστεί, κατά τη συντήρηση και πολιτιστική  αξιοποίηση του μνημείου, το θρησκευτικό του χαρακτήρα, επιτρέποντας τη λατρευτική του χρήση εφ'όσον και καθ'όσον δεν θίγεται ο μουσειακός του προορισμός και δεν αλλοιώνεται η αρχαιολογική του αξία.

 

3. Η σχετικότητα της συνταγματικής προστασίας της ελευθερίας της λατρείας.

Η δεύτερη ένσταση που προβάλλεται είναι πιο ευλογοφανής και  στηρίζεται σε σταθερότερα νομικά και συνταγματικά ερείσματα: με  τη μη  απόδοση του μνημείου της Ροτόντας  στη θεία λατρεία εμποδίζεται η ελευθερία της λατρείας των πιστών της περιοχής (βλέπε σχετική Γνωμοδότηση του καθηγητή Χ. Παπαστάθη, υπό ημερομηνία 9-1-1995). Μια  προσεκτική, ωστόσο, εξέταση της ένστασης από συνταγματική σκοπιά, καταλήγει σε σχετικά εύκολη αντίκρουσή της.

Η ελευθερία της λατρείας (άρθρο 13 παρ.2Σ), όπως άλλωστε και η άσκηση κάθε ατομικής ελευθερίας, είναι σχετική, με την έννοια ότι τελεί υπό την επιφύλαξη του νόμου ("υπό την προστασία των νόμων") και  ασκείται εφ΄όσον δεν προσβάλλει τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη. Έτσι, η άσκηση του συνταγματικού δικαιώματος της λατρείας μπορεί να απαγορευτεί ή να εμποδιστεί, όταν ασκείται κατά παράβαση της πολεοδομικής ή αρχαιολογικής ή δασικής νομοθεσίας σε χώρους ή τόπους, που δεν είναι προορισμένοι για τον σκοπό αυτό και  δεν έχει προβλεφτεί κατά την αντίστοιχη  νομοθεσία η ανάλογη  χρήση  γης.

Η ελευθερία της λατρείας δεν κατοχυρώνει, λοιπόν, για τους πιστούς ένα απόλυτο δικαίωμα να λατρεύουν το Θεό, όπου θέλουν και όποτε θέλουν, χωρίς την τήρηση των νόμων ούτε, βέβαια, κατοχυρώνει  συγκεκριμένο δικαίωμα για άσκηση της λατρείας σε καθορισμένο χώρο. Εγγυάται, απλώς, στους πιστούς όλων των δογμάτων το δικαίωμα να μπορούν να λατρεύουν το Θεό, με τον τρόπο και με τα μέσα που οι πιστοί επιλέγουν και που επιβάλλουν οι κανόνες της θρησκείας τους, χωρίς αδικαιολόγητα εμπόδια και αυθαίρετες επεμβάσεις της Πολιτείας.  

Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν φαίνεται, πάντως,  να θίγεται το δικαίωμα της λατρείας, γενικά, των πιστών της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, αφού δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση που να αφορά τη λατρεία, γενικά,  των πιστών της Θεσσαλονίκης, αλλά ούτε και η  ελευθερία της λατρείας των πιστών, που υπάγονται στην ενορία της περιοχής της Ροτόντας, παρεμποδίζεται, ουσιαστικά, αφού στην ίδια περιοχή υπάρχουν πολλοί ιεροί ναοί, στους οποίους οι πιστοί της περιοχής μπορούν, ανέτως και ακωλύτως, να εκπληρώνουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και ιδίως στον παρακείμενο, από τον οποίο και δανείστηκε η Ροτόντα το όνομά της, ναό του Αγίου Γεωργίου.

4. Η ελευθερία της λατρείας και το δικαίωμα στον πολιτισμό.

Θα πρέπει, τέλος,  να υπογραμμιστεί ότι το Σύνταγμα δεν εγγυάται  μόνο το δικαίωμα των πιστών στη λατρεία, κατοχυρώνοντας στο άρθρο 13 παρ.2 την ελευθερία της λατρείας, αλλά και το δικαίωμα όλων των πολιτών στον πολιτισμό και στη διαρκή φύλαξη και αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς του λαού στον οποίο ανήκουν, προστατεύοντας, όπως τονίσαμε, στο άρθρο 24 παρ.1 και 6 το πολιτιστικό περιβάλλον.

Το δεύτερο δικαίωμα, ως ευρύτερο, περιλαμβάνει το πρώτο και υπερτερεί εκείνου, ιδίως  στην  περίπτωση που η διαφύλαξη και αξιοποίησης του πολιτιστικού αγαθού επιβάλλει, κάνει αναγκαίο, κατά την κρίση της πολιτείας,  τον παραμερισμό του  λατρευτικού του προορισμού, χωρίς να  θίγεται ούτε να περιορίζεται αδικαιολόγητα  η ελευθερία της λατρείας των πιστών.   

Θα ήταν όμως λάθος αν από τη συνταγματική κατοχύρωση των δύο αυτών  θεμελιωδών δικαιωμάτων συναγόταν ερμηνευτικά το συμπέρασμα ότι το Σύνταγμα καθιερώνει μια αφηρημένη και γενική ιεράρχησή τους και ότι, τάχα, το ένα από αυτά διαθέτει  κατ' αρχήν ένα προβάδισμα απέναντι στο άλλο( Έτσι, Κυρ. Κυριαζόπουλος, ό.π., σ. 257. Πρβλ. και Π. Παραρά. ό.π., σ. 315, σε ό,τι αφορά  την προτεραιότητα των πολιτιστικών αγαθών). Διότι,  αν είναι αλήθεια ότι η θρησκευτική ελευθερία είναι ένα πρωταρχικό δικαίωμα του ανθρώπου και πρέπει κατά προτεραιότητα να προστατεύεται, άλλο τόσο είναι σίγουρο ότι το δικαίωμα στη προστασία και διαφύλαξη του  πολιτιστικού περιβάλλοντος είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα, της τρίτης γενιάς, που το Σύνταγμα το εγγυάται ως  θεμελιώδη και αναντικατάστατη αξία της σημερινής κοινωνικής συμβίωσης. Η ελευθερία της λατρείας και το δικαίωμα στον πολιτισμό είναι, λοιπόν, δύο τυπικά ισοδύναμα, συνταγματικά προστατευόμενα, αγαθά και κανένα δεν υπερτερεί, γενικά και αφηρημένα, απέναντι στο άλλο. (Ειδικά για τη σχέση ελευθερίας της λατρείας και περιβάλλοντος, βλ. τη σημαντική απόφαση του ΣτΕ 1118/1993 Αρμ. 1994. 732)

Σε περίπτωση σύγκρουσή τους με αφορμή μια συγκεκριμένη υπόθεση, απαιτείται να γίνει, από τη διοίκηση κατ'αρχήν,  ειδική και συγκεκριμένη στάθμιση, με βάση, ενδεχομένως μια γενική στάθμιση, που έχει ήδη κάνει ο νομοθέτης, ή και από το δικαστή, όταν προκύψει αμφισβήτηση, με βάση γενικά, αντικειμενικά και ελέξιμα κριτήρια, ανάλογα με τη διακινδύνευση που υφίστανται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρουόμενα αγαθά.

Για το θέμα αυτό το ΣτΕ υπήρξε άλλωστε αρκετά διαφωτιστικό. Σε μια σχετικά πρόσφατη απόφασή του κλήθηκε να αποφασίσει μετά από αίτηση ακυρώσεως σωματείου προστασίας του περιβάλλοντος για τη νομιμότητα  απόφασης του Νομάρχη Αττικής με την οποία τροποποιούνταν το ρυμοτομικό σχέδιο ενός Δήμου της Αθήνας και επιτρεπόταν να αναγερθεί ναός σε πάρκο-άλσος  της περιοχής. Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο  της χώρας έκρινε  παράνομη, ως αντισυνταγματική,  τη σχετική τροποποίηση διότι «δεν επιτρέπεται κατά το Σύνταγμα (άρθρο 24 που προστατεύει τα δάση και τις δασικές εκτάσεις) η μεταβολή της χρήσης ή του προορισμού εντός σχεδίου πόλεων κοινόχρηστων εκτάσεων, οι οποίες καλύπτονται από βλάστηση, που έχει δημιουργηθεί τεχνητώς ή φυσικώς (πάρκα ή άλση), ειμή μόνον κατ’ εξαίρεση για τη διάνοιξη δημόσιων οδών προκειμένου να εξυπηρετηθεί σπουδαία ανάγκη επικοινωνίας.  Και το Δικαστήριο κατέληξε ορίζοντας ότι «η απαγόρευση της κατά προορισμό χρήσης του άλσους για την ανέγερση εντός αυτού ναού επιβάλλεται σε αρμονία με τις διατάξεις 24 του Συντάγματος και αποτελεί θεμιτό περιορισμό του συνταγματικά προστατευόμενου δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, εκδήλωση της οποίας αποτελεί και το δικαίωμα ίδρυσης ναών, διότι δεν εξαφανίζει ούτε περιορίζει υπέρμετρα το δικαίωμα αυτό, αφού είναι πάντοτε δυνατή η ανέγερση ναού σε άλλα ακίνητα του Δήμου.» (ΣτΕ 1118/1993, Αρμενόπουλος, 1994. 732.)

 

 Τα μνημεία ακόμη και αυτά που έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα  δεν παύουν άρα να αποτελούν πολιτιστικά αγαθά, αποκτήματα  της παγκόσμιας και εθνικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς, και σαν τέτοια προστατεύονται από το άρθρο 24 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει τη λήψη θετικών μέτρων προστασίας τους και την αποφυγή πράξεων  που οδηγούν στην αλλοίωση, υποβάθμιση ή επιδείνωση  του πολιτιστικού περιβάλλοντος.   Αυτό σημαίνει ότι η δυνατότητα  λατρευτικής χρήσης ενός μνημείου θρησκευτικού χαρακτήρα μπορεί να υποχωρήσει  όταν η   μετατροπή του σε ναό εν χρήσει, πρόκειται  να αλλοιώσει ή να βλάψει  την αρχαιολογική και ιστορική του αξία και   φυσιογνωμία ή να  αναιρέσει  το μνημειακό του προορισμό.  Το συνταγματικό δικαίωμα στη λατρεία μπορεί να παραμεριστεί  στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο διότι έτσι  αποτρέπεται ένα αναπότρεπτο κακό σε ένα πολιτιστικό αγαθό, αλλά και διότι οι πιστοί έχουν ούτως ή άλλως τη δυνατότητα να ασκούν  τα λατρευτικά τους καθήκοντα  άνετα στις  υπάρχουσες και λειτουργούσες γειτονικές εκκλησίες. Ναούς αφιερωμένους στη λατρεία του Θεού διαθέτουμε ή μπορούμε να αποκτήσουμε  πολλούς, μνημεία πολιτισμού έχουμε ορισμένα και από αυτά μερικά είναι μοναδικά. Γιατί θα πρέπει να  θυσιάσουμε  και αυτά τα λίγα και να στερηθούμε την πολιτιστική τους αξιοποίηση, τη στιγμή που δεν βλάπτεται ουσιωδώς από την αξιοποίηση αυτή η ελευθερία της λατρείας των πιστών;

 

5. Το νομικό καθεστώς της Ροτόντας: δημόσιο πράγμα με μουσειακή ιδιόχρηση. Πολιτιστικό αγαθό συνταγματικά προστατευόμενο.

 

Σύμφωνα, επομένως,  με την ισχύουσα περί αρχαίων νομοθεσία και τις ατομικές πράξεις της Πολιτείας που είχαν εκδοθεί, όπως είδαμε το 1913 και το 1917, η Ροτόντα χαρακτηρίστηκε  "αρχαίο κτίσμα" ή  "ιστορικό και εθνικό  μνημείο θρησκευτικού χαρακτήρα" και ο χαρακτηρισμός αυτός είχε επιφέρει  τις ακόλουθες νομικές συνέπειες:

α) Το κράτος απέκτησε και διατηρεί εσαεί την πλήρη, αποκλειστική, απόλυτη  και αναπαλλοτρίωτη κυριότητα επί του μνημείου. (βλέπε σχετικά με την κυριότητα των αρχαίων, Ευ. Δωρή, Το Δίκαιον των Αρχαιοτήτων, Αθήναι, Σάκκουλας, 1985, σ. 40-46 και Κυρ. Κυριαζόπουλου, Προστασία πολιτιστικών αγαθών και θρησκευτική ελευθερία, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 1993, σ. 32-34 και 122 επ. Ακόμη, An. Tachos, La reglementation administrative de fond de la protection des biens culturels en droit Hellenique,    Journees de la Societe de la Legislation Comparee,  1986, σ. 289–306 [295])

Η Ροτόντα,  όπως και κάθε αρχαιολογικό μνημείο, ανήκει, από νομική άποψη, στην κατηγορία των ιδιόχρηστων δημόσιων πραγμάτων, (βλ. αντί άλλων Πρ. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, 3η εκδ., Αντ. Σάκκουλας, 1992, σ. 638 επ.), των οποίων το νομικό καθεστώς  διχάζεται ως προς την παρεχόμενη προστασία, διότι η μεν κυριότητα των δημοσίων αυτών ακίνητων πραγμάτων, όπως είναι τα  αρχαιολογικά μνημεία,  ανήκει εσαεί στο κράτος και είναι αναπαλλοτρίωτη, η χρήση όμως και ο προορισμός τους ποικίλει, αρκεί να είναι ταγμένος στην εξυπηρέτηση διάφορων, δημόσιων, δημοτικών, θρησκευτικών ( ΑΚ 966) ή λατρευτικών, αρχαιολογικών ή πολιτιστικών  σκοπών. ( Σχετικά με τη δημόσια ιδιοκτησία (domaine public) και τον προορισμό των ακίνητων πολιτιστικών αγαθών και ιδίως των ναών κατά το γαλλικό δίκαιο, βλ. P. Delvolve, La protection des  biens culturels en droit public  francais,  Journees de la Societe de  Legislation comparee, 1986, σ. 249 επ. [270])

Η χρήση, επομένως, ενός ιδιόχρηστου δημόσιου πράγματος    εξαρτάται από τη ιδιαίτερη αρχιτεκτονική φύση και τον προορισμό του πράγματος,  και μπορεί να ανατεθεί  με τη βούληση, πάντα,  της πολιτείας σε ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αρκεί να εξυπηρετείται και να μη θίγεται ο δημόσιος προορισμός του ιδιόχρηστου πράγματος.  

β) ως μνημείο, με αναντίρρητη αρχαιολογική αξία και μουσειακό  κατά βάση προορισμό, η  Ροτόντα αποτελεί πολιτιστικό αγαθό και προστατεύεται από τις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 24Σ, προστασία που υποχρεώνει  το κράτος  όχι μόνο να φροντίζει για τη διατήρηση, συντήρηση και πολιτιστική αξιοποίησή του, αλλά του επιβάλλει  το καθήκον  να αποκλείει κάθε υποβάθμιση, αλλοίωση και βέβαια κάθε εξάλειψη (μερική ή ολική) της μνημειακής ή πολιτιστικής αξίας του (σχετικά Αν. Τάχου, Δίκαιο προστασίας του περιβάλλοντος, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 1995, σ. 132 επ. 136),  και τις αποφάσεις σταθμός, ΣτΕ 1364/ 1981 και   3146/1986.). Αποκλείεται, επομένως, και θα πρέπει να θεωρηθεί αντισυνταγματική κάθε νομοθετική ή διοικητική απόπειρα (με νομοθετική διάταξη ή με υπουργική απόφαση), που θα  έτεινε ή θα είχε ως αποτέλεσμα τον "αποχαρακτηρισμό" της Ροτόντας και θα  αναιρούσε   στην πράξη το μνημειακό και πολιτιστικό της προορισμό. 

H φροντίδα, επομένως, της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας, στη δικαιοδοσία της  οποίας υπάγεται η Ροτόντα ως προς  τη συντήρηση και πολιτιστική αξιοποίησή της  έχει, πλέον, συνταγματικά ερείσματα, ενώ  η παρεχόμενη σχετική  προστασία στη χρήση της είναι διηνεκής.  

γ) ως μνημείο και πολιτιστικό αγαθό, η Ροτόντα,  ζωντανή μαρτυρία της  ρωμαϊκής και βυζαντινής ιστορικής παράδοσης και της εν γένει πολιτιστικής κληρονομιάς  της πόλης μας,    προστατεύεται  και από τις διεθνείς συμβάσεις που κύρωσε η Ελλάδα.  Συγκεκριμένα ειδική προστασία στα μνημεία παρέχεται από τη διεθνή σύμβαση του Παρισιού ( 23.11.1972) για την προστασία της παγκόσμιας φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, που κύρωσε η Ελλάδα με το νόμο 1126/1981, καθώς και  από την ευρωπαϊκή σύμβαση του Λονδίνου (6.5.1969) για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς που κυρώθηκε με το νόμο 1127/1981). Πρέπει, ακόμη, να μνημονευθεί και η διεθνής σύμβαση της Γρανάδας για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης,  που κυρώθηκε με το νόμο 2039/1992 και η οποία υποχρεώνει, μεταξύ των άλλων, τα συμβαλλόμενα κράτη να "ενθαρρύνουν τη χρήση των προστατευομένων ακινήτων, λαμβάνοντες υπόψη τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής, με απόλυτο σεβασμό του αρχιτεκτονικού και ιστορικού χαρακτήρα της πολιτιστικής κληρονομιάς". Τέλος, η Ροτόντα κατατάσσεται στα μνημεία εκείνα που η Ουνέσκο έχει με απόφασή της κήρυξη χώρο της "παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς".

Οι διεθνείς αυτές συμβάσεις, οι οποίες έχουν τυπική ισχύ υπέρτερη του κοινού νόμου, δένονται οργανικά  και συνέχονται λογικά με το άρθρο 24 του Συντάγματος, που προστατεύει το πολιτιστικό περιβάλλον, συπληρώνοντας ή ακριβέστερα εξειδικεύοντας το κανονιστικό του περιεχόμενο.  Αποτελούν, πάντως,  μαζί του ένα ενιαίο  επιτακτικό σύνολο, το οποίο,  αφενός προσδιορίζει την έννοια του "πολιτιστικού περιβάλλοντος και  αγαθού " και αφετέρου χαράσσει το κανονιστικό πλαίσιο και τα όρια της νομικής προστασίας τους.( Σχετικά Ελ. Τροβά, Η έννοια του πολιτιστικού περιβάλλοντος κατά το Σύνταγμα του 1975/86, εκδ.. Αντ. Σάκκουλα, 1992, σ. 103 επ.)        

Επομένως, από το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται, -εφόσον ερμηνευτεί το ίδιο σε συνδυασμό με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος, καθώς και με τις διεθνείς συμβάσεις που  προσδιορίζουν την έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς και καθορίζουν τον τρόπο της προστασίας της-   μια  ενισχυμένη  και ειδική εγγύηση  των πολιτιστικών αγαθών,  τα  οποία προστατεύονται, πλέον, αντικειμενικά, ως                                   συνταγματικές αξίες. Από τη συνταγματική αυτή εγγύηση  απορρέει άμεση και ευθεία δέσμευση του νομοθέτη και της  διοίκησης, οι οποίοι υποχρεούνται, αφ΄ενός να λαμβάνουν μέτρα θετικά προστασίας των πολιτιστικών αγαθών, και αφετέρου να απέχουν από τη λήψη μέτρων που οδηγούν σε αλλοίωση, υποβάθμιση ή επιδείνωση του πολιτιστικού περιβάλλοντος (βλ. αναλυτικά,  Ελ. Τροβά, ό.π.,  σελ. 105 επ., 128-139 και 197-204, ακόμη Α. Τάχο, ό.π., σ. 19 επ.).

 

Γιατί η Ροτόντα δεν είναι ναός, χώρος δηλαδή προορισμένος στη δημόσια λατρεία και δεν μπορεί να μετατραπεί σε τέτοιο.

Διότι  η Ροτόντα: α) δεν λειτουργούσε ούτε χρησιμοποιούνταν όλα αυτά τα χρόνια μετά την απελευθέρωση ως ναός με την έννοια του χώρου του προορισμένου σε τακτική δημόσια λατρεία, β) δεν έχει παραχωρηθεί είτε σιωπηρά είτε ρητά από το κράτος στην Εκκλησία για να χρησιμοποιείται   ως   εκκλησία ή ναός,  με την έννοια που το προβλέπει και το εννοεί ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, δηλαδή οργάνωση πιστών με βάση ένα σταθερό χώρο λατρείας υπό την ευθύνη και εποπτεία του επισκόπου. γ) δεν είχε εκ κατασκευής ούτε έχει άλλωστε σήμερα, είτε εσωτερικά είτε  εξωτερικά, διαρρυθμιστεί ή προσλάβει την αρχιτεκτονική όψη  ναού ή εκκλησίας. Χρησιμοποιούνταν απλώς περιστασιακά σαν να ήταν ναός, δηλαδή ως  χώρος λατρείας, μερικές φορές μόνο το χρόνο με το δανεισμένο από τον παρακείμενο ναό όνομα « Άγιος Γεώργιος» μετά από άδεια πάντα του αρμόδιου υπουργού.   Η περιστασιακή αυτή χρήση του μνημείου ως χώρου λατρείας δεν αρκεί για να το μετατρέψει αυτόματα σε ναό κατά το εκκλησιαστικό δίκαιο, με την έννοια του χώρου του προορισμένου στη τακτική δημόσια λατρεία.

Ένας χώρος μπορεί κάλλιστα να είναι μνημείο και να αποκαλείται ταυτόχρονα ναός, να είναι δηλαδή μνημείο-ναός ή μνημείο θρησκευτικού χαρακτήρα. Το ζητούμενο σχετικά με την Ροτόντα δεν είναι αν είναι μνημείο ή ναός αλλά αν, ενώ είναι κηρυγμένο μνημείο και προστατεύεται ως τέτοιο, μπορεί να ταυτόχρονα να λειτουργεί και ως χώρος δημόσιας λατρείας, αν μπορεί να γίνει ναός εν χρήσει και να περιέλθει στη δικαιοδοσία της Μητρόπολης. Η αντιδικία δεν αφορά άλλωστε την ονομασία του ρωμαϊκού αυτού κτίσματος ή τον χαρακτηρισμό του ως ναού ή μνημείου αλλά την εξουσία χρήσεως: το ποίος πρέπει να έχει την εξουσία χρήσεως της Ροτόντας, το κράτος ή η Εκκλησία. Τον θρησκευτικό χαρακτήρα του μνημείου ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ούτε επιδέχεται αμφισβήτηση το ιστορικό γεγονός ότι την βυζαντινή περίοδο η Ροτόντα ήταν χώρος λατρευτικός των χριστιανών άρα ναός. Η διαπίστωση όμως αυτή και ο χαρακτηρισμός της Ροτόντας ως μνημείου-ναού δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι πρέπει και σήμερα να χρησιμοποιείται κυρίως ως ναός, όταν η αρχαιολογική του αξία και η σημερινή του συντήρηση και προστασία ως μνημείου δικαιολογούν και επιβάλλουν τον παραμερισμό της δυνατότητας της λατρευτικής του χρήσης, ενώ  αντίθετα λόγοι πολλοί συνηγορούν υπέρ της αξιοποίησής του κυρίως  ως χώρου μουσειακού και πολιτιστικού.

Σελίδα: 11

Η ενδεχόμενη μετατροπή της Ροτόντας σε ναό εν χρήσει, όπως αποδεδειγμένα επιδιώκει η Μητρόπολη, θα έχει οδυνηρές συνέπειες στην αρχαιολογική αξία και στην προστασία του μνημείου, πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί ενέργεια που  αντιτίθεται στην αρχαιολογική νομοθεσία και περιφρονεί το Σύνταγμα.

Η Ροτόντα ως κτίσμα του «αρχαίου κόσμου» ανήκει κατά την αρχαιολογική νομοθεσία  στον ελληνικό λαό και στην ελληνική Πολιτεία. Ως αγαθό της «παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς» ανήκει στην οικουμένη και δικαιούνται να το επισκέπτονται και να το θαυμάζουν όλοι οι άνθρωποι. Ως μνημείο μοναδικής αρχαιολογικής αξίας που αποτυπώνει στην αρχιτεκτονική του φυσιογνωμία τρεις διαφορετικούς πολιτισμούς, τον ρωμαϊκό, τον χριστιανικό και τον μουσουλμανικό,  συμβολίζει κατά τρόπο ανάγλυφο την πολυπολιτισμική ιστορική ταυτότητα της Θεσσαλονίκης και για το λόγο αυτό προέχει η διαφύλαξη της αρχαιολογικής αυθεντικότητάς του.

 

 

 

 

 

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015

Παρεμβάσεις στον τύπο σχετικά με τη νομιμότητα και τη διαρρύθμιση του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015 
—————————————————————————————————————————————

Κ. Μενουδάκος, επίτιμος πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Θεσμικοί προβληματισμοί, Καθημερινή 03.07.2015 [εδώ]

Afroditi Marketou, Is the Greek referendum unconstitutional?, http://eurocrisislaw.eui.eu/news/the-greek-referendum-is-it-unconstitutional/ , 03/07/2015

Αντώνης Μανιτάκης, Ομ Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ, Δεν είναι αργά για την αποτροπή ενός διχασμού, Καθημερινή 01.07.2015 [εδώ]

Ξενοφών Κοντιάδης, Η αυτοκριτική του κ. Τσίπρα, Εφημ. Έθνος 01/07 [εδώ

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Δημοψήφισμα και αρχή της ειλικρίνειας, εφημ. Έθνος 30/06/2015  [εδώ]

Νίκος Αλιβιζάτος, Δημοψήφισμα ή εκτροπή, εφημ Καθημερινή 28/06/2015, του ίδιου, Η εκτροπή συνεχίζεται, εφημ Καθημερινή, 30/06/2015 [εδώ]

Γιώργος Σωτηρέλης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Οι συνταγματικές παράμετροι του δημοψηφίσματος, 27.06.2015

 

——————————————————

ΣτΕ 2787/2015 (Ολομέλεια) – Aίτηση ακυρώσεως του προκηρυχθέντος δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015
3/7/2015
Απορρίπτεται η αίτηση ακυρώσεως του Π.Δ/τος 38/28-6-2015 περί προκηρύξεως δημοψηφίσματος και της από 26/6/2015 απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου. Γίνονται δεκτές οι παρεμβάσεις υπέρ του κύρους των προσβαλλομένων πράξεων.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αριθμός 2787/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2015, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, ελλείποντος του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Πετρούλιας, Αθ. Ράντος, Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Δ. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Σταματελάτου, Β. Αραβαντινός, Ε. Κουσιουρής, Β. Ραφτοπούλου, Σύμβουλοι, Όλ. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Π. Τσούκας, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ε. Κουσιουρής και Β. Ραφτοπούλου καθώς και ο Πάρεδρος Π. Τσούκας μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 1η Ιουλίου 2015 αίτηση:
των: 1. Δημητρίου Μαναού . . . . . .. και 2. Σπύρου Νικολάου . . . . . . ., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος (Α.Μ. 13500),
κατά των: 1. Πρωθυπουργού, 2. Υπουργικού Συμβουλίου, 3. Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και 4. Υπουργού Οικονομικών, οι οποίοι παρέστησαν με τους: α) Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και β) Σταύρο Σπυρόπουλο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,
και κατά των παρεμβαινόντων: Α) Ειρήνης Μαρούπα . . . . . ., η οποία παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος . . . . . ., Β) 1. Αθανασίου Καμπαγιάννη . . . . . ., ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Δημήτριο Σαραφιανό . . . ., που τον διόρισε στο ακροατήριο, 2. Δημητρίου Σαραφιανού . . . . ., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος . . . . ., 3. Κωνσταντίνου Παπαδάκη . . . . .. ., 4. Δημήτρη Ζώτου . . . . . ., οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο Δημήτριο Σαραφιανό, που τον διόρισαν στο ακροατήριο, 5. Ιωάννας Αθανάτου . . . . . . , η οποία παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο Δημήτριο Σαραφιανό, που τον διόρισε στο ακροατήριο, ο οποίος διόρθωσε το επώνυμο στο ορθό «Αθανασάτου», 6. Παντελή Αγγελόπουλου . . . . . . ., 7. Ιωάννη Ραχιώτη . . . . ., οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο Δημήτριο Σαραφιανό, που τον διόρισαν στο ακροατήριο, 8. Γεωργίου Βλάχου . . . . . ., ο οποίος με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του ίδιου πιο πάνω δικηγόρου παραιτήθηκε από το δικόγραφο της κρινομένης παρεμβάσεως, 9. Δημητρίου Μπελαντή . . . . ., 10. Ιωάννη Χατζηαντωνίου . . . . . , 11. Δημητρίου Κουραντή . . . . . και 12. Θεοδώρου Συμεωνίδη . . . . . ., οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο Δημήτριο Σαραφιανό, που τον διόρισαν στο ακροατήριο, Γ) 1. Βασιλείου Χατζηγιαννάκη . . . . . . . ., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος . . . . ., 2. Αριστείδη Κωνσταντάκη . . . . .. , ο οποίος παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο Βασίλειο Χατζηγιαννάκη, που τον διόρισε στο ακροατήριο και 3. Σαράντου Θεοδωρόπουλου . . . . . ., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος . . . ., Δ) Γιώργου Κόκκα . . .. ., ενεργούντος ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της ΄Ενωσης Προσώπων / Συνασπισμού Πολιτικών Κομμάτων και Κοινωνικών Οργανώσεων με την επωνυμία «Ελληνικό Κίνημα Άμεσης Δημοκρατίας», μεταξύ των οποίων και η Πολιτική Κίνηση «Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία (με) ΄Αμεση Δημοκρατία», που εδρεύουν στην Αθήνα, . . . . ., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος,. . . . και Ε) 1. Ιωάννη Τσουκαλά . . . . , ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Αδάμη. . . ., που νομιμοποιήθηκε με τη συνυπογραφή του δικογράφου από τον παρεμβαίνοντα, 2. Κωνσταντίνου Αδάμη . . . . ., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος. . . . και 3. Ευφροσύνης Βερώνη . . . ., η οποία παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο Κωνσταντίνο Αδάμη, που νομιμοποιήθηκε με τη συνυπογραφή του δικογράφου από την αιτούσα. 
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 2 Ιουλίου 2015 πράξης του αρχαιοτέρου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ελλείποντος Προέδρου, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) το Προεδρικό Διάταγμα υπ’ αριθ. 38/28.6.2015 (ΦΕΚ Α΄ 63) περί προκηρύξεως δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα και β) η από 26.6.2015 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου περί υποβολής προτάσεως διενέργειας δημοψηφίσματος. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον δεύτερο των αιτούντων ως δικηγόρο και ως πληρεξούσιο του πρώτου αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους παρεμβαίνοντες ως δικηγόρους και ως πληρεξουσίους των λοιπών παρεμβαινόντων και τους αντιπροσώπους των καθ’ ων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (4107354, 1392531/2015 έντυπα παραβόλου). 
2. Επειδή, ζητείται η ακύρωση α) του π.δ. 38/28.6.2015 (Α΄ 63) περί Προκήρυξης Δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα, και, συγκεκριμένα, για να εγκριθεί ή να απορριφθεί το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.06.2015· β) της από 26.6.2015 απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου (Α΄ 62) περί υποβολής πρότασης διενέργειας Δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα κατά το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος. 
3. Επειδή, η κρινόμενη υπόθεση, λόγω της φύσεώς της και του κατεπείγοντος χαρακτήρα της, εξαιρείται από τις υποθέσεις, η εκδίκαση των οποίων αναστέλλεται δυνάμει της 52626/29.6.2015 εγκυκλίου του Υπουργού Δικαιοσύνης.
4. Επειδή, άσκησαν παρεμβάσεις υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων, με ξεχωριστά δικόγραφα, οι: α) Αθανάσιος Καμπαγιάννης κλπ, β) Βασίλειος Χατζηγιαννάκης κλπ, γ) Ειρήνη Μαρούπα, δ) Γιώργος Κόκκας και ε) Ιωάννης Τσουκαλάς κλπ. Οι παρεμβάσεις ασκήθηκαν παραδεκτώς κατά το άρθρο 49 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), δεδομένου ότι η αίτηση ακυρώσεως ασκήθηκε την 1η.7.2015, η δε υπόθεση συζητήθηκε, κατά σύντμηση προθεσμίας, στις 3.7.2015· τούτο, διότι δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η οριζόμενη στη διάταξη αυτή προθεσμία των έξι πλήρων ημερών πριν από τη συζήτηση για την άσκηση των παρεμβάσεων. Εξάλλου, στην παρέμβαση του Αθανασίου Καμπαγιάννη κλπ., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου α) υπέβαλε παραίτηση ο 8ος κατά τη σειρά του δικογράφου, Γεώργιος Βλάχος και, συνεπώς, η παρέμβαση δεν εξετάζεται ως προς αυτόν· β) διορθώθηκε το επώνυμο της 5ης κατά τη σειρά του δικογράφου παρεμβαίνουσας από «Αθανάτου» σε «Αθανασάτου».
5. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 44 παρ. 2 ότι: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. …»· στο άρθρο 95 παρ. 1 ότι: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου. β) …»· στο άρθρο 100 παρ. 1 ότι: «1. Συνιστάται Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο στο οποίο υπάγονται: α) … β) Ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παράγραφος 2. γ) …». Εξάλλου, στο άρθρο 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 ορίζεται ότι: «Δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως οι κυβερνητικές πράξεις και διαταγές που ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας».
6. Επειδή, το Υπουργικό Συμβούλιο κατά τη συνεδρίαση της 26ης.6.2015 αποφάσισε να προτείνει την προκήρυξη δημοψηφίσματος την Κυριακή 5.7.2015 για κρίσιμο εθνικό θέμα σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος. Το ερώτημα που προτάθηκε ήταν το εξής: «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.6.2015 και αποτελείται από δύο μέρη τα οποία συγκροτούν την ενιαία πρότασή τους; Το πρώτο έγγραφο τιτλοφορείται «Reforms for the completion of the Current Program and beyond» (Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού) και το δεύτερο «Preliminary Debt Sustainability Analysis» (προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους). Όσοι από τους πολίτες της χώρας απορρίπτουν την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν: Δεν εγκρίνεται/ΟΧΙ. Όσοι από τους πολίτες της χώρας συμφωνούν με την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν: Εγκρίνεται/ΝΑΙ». Εν συνεχεία, κατά τη συνεδρίαση ΞΕ΄ της 27ης.6.2015 η Ολομέλεια της Βουλής με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών και, ειδικότερα, με 178 θετικές ψήφους, έκανε δεκτή την ως άνω πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (βλ. απόφαση της Προέδρου της Βουλής από 28.6.2015, Α΄ 62/28.6.2015). Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε το π.δ. 38/2015, με το οποίο προκηρύχθηκε η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την Κυριακή 5.7.2015 με το ως άνω ερώτημα.
7. Επειδή, το προσβαλλόμενο διάταγμα, εκδοθέν βάσει του άρθρου 44 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως και η προσβαλλόμενη πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, αφορούν την προκήρυξη δημοψηφίσματος και συνιστούν, ως εκ τούτου, κυβερνητικές πράξεις αναγόμενες στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989. Επομένως, οι πράξεις αυτές δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος, στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Ο Αντιπρόεδρος Δ. Πετρούλιας και οι Σύμβουλοι Χ. Ράμμος, Αικ. Σακελλαροπούλου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Σ. Μαρκάτης, προς τη γνώμη των οποίων προσχώρησαν οι Πάρεδροι Ο. Παπαδοπούλου και Μ. Σωτηροπούλου, διατύπωσαν τη συγκλίνουσα γνώμη ότι η αίτηση ακυρώσεως, με την οποία αμφισβητείται το κύρος του προκηρυχθέντος με το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα δημοψηφίσματος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, κατά το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος, ο έλεγχος του κύρους (και των αποτελεσμάτων) δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. 
8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις των α) Αθανασίου Καμπαγιάννη κλπ, πλην του Γεωργίου Βλάχου, β) Βασιλείου Χατζηγιαννάκη κλπ, γ) Ειρήνης Μαρούπα, δ) Γιώργου Κόκκα και ε) Ιωάννη Τσουκαλά κλπ. 
Δια ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Δέχεται τις παρεμβάσεις των α) Αθανασίου Καμπαγιάννη κλπ, πλην του Γεωργίου Βλάχου, β) Βασιλείου Χατζηγιαννάκη κλπ, γ) Ειρήνης Μαρούπα, δ) Γιώργου Κόκκα και ε) Ιωάννη Τσουκαλά κλπ.
Επιβάλλει συμμέτρως στους αιτούντες τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ και των παρεμβαινόντων, πλην του Γεωργίου Βλάχου, που ανέρχεται σε εξακόσια σαράντα (640) ευρώ για κάθε παρέμβαση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση αυθημερόν.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

Νικόλαος Καρόλου Σακελλαρίου Μαριάνθη Παπασαράντη

Δεν είναι αργά για την αποτροπή ενός διχασμού

Αντώνης Μανιτάκης, Ομ Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Οποιο και αν είναι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, η χώρα οδηγείται μοιραία σε μια νέα τραγωδία και πάντως σε συνέχιση του οικονομικού και πολιτικού αδιεξόδου, που ζούμε πέντε χρόνια τώρα. Η κρίση, η πολιτική αβεβαιότητα και αστάθεια θα συνεχιστούν με την ίδια ένταση, ίσως και μεγαλύτερη, είτε πλειοψηφήσει το Ναι είτε το Οχι. Και αυτό για τον απλούστατο λόγο, διότι το δημοψήφισμα, έτσι όπως προκηρύχθηκε, εκβιαστικά, εντός μιας πρωτοφανούς και ανήκουστης προθεσμίας πέντε ημερών, πάνω σε ένα δίλημμα τυπικά και ουσιαστικά ανύπαρκτο ή άνευ αντικειμένου, καταστρατηγώντας το Σύνταγμα, είναι και αυτό σύμπτωμα της κρίσης. Οχι μόνον δεν θέτει τέρμα στην αβεβαιότητα και στα αδιέξοδα, όχι μόνον δεν ανοίγει προοπτική αντιμετώπισής τους, αλλά επιβεβαιώνει την κρίση, τη μεγεθύνει, και τη βαθαίνει. Και αυτό ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα.


Το δημοψήφισμα δεν αποτελεί, όμως, μόνον προϊόν και απόδειξη της κρίσης θεσμών και αξιών. Ανοίγει, επιπλέον, δυστυχώς, δύο μεγάλα νέα χάσματα ή επιφέρει δύο ρήγματα στην ελληνική κοινωνία. Ενα χάσμα εσωτερικό, εθνικό και ένα ευρωπαϊκό.


Δημιουργεί, κατά πρώτο λόγο, έναν βαθύ, πολυεπίπεδο διχασμό. Διχασμό πολιτικό: αριστερών- δεξιών, μνημονιακών-αντιμνημονιακών, εθνικολαϊκιστών και ευρωπαϊστών, μεταρρυθμιστών και αντιμεταρρυθμιστών, κ.ά. Διχασμό ή χάσμα έπειτα κοινωνικό: ανέργων και εργαζομένων, μισθωτών του Δημοσίου – συνταξιούχων από τη μία μεριά και επαγγελματιών και επιχειρηματιών του ιδιωτικού τομέα από την άλλη. Και ένα άδηλο, τέλος, χάσμα πολιτισμικό και πνευματικό, αντιλήψεων και ιδεολογίας, που καλλιεργεί και εντείνει την ασυνεννοησία και εμποδίζει κάθε είδους εθνική συνεννόηση. Δυσκολεύει τη διαμόρφωση μιας κοινά αποδεκτής πρότασης εξόδου από την κρίση και συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων.


Παράλληλα όμως με αυτό τον πολιτικό και κοινωνικό διχασμό, το δημοψήφισμα δημιουργεί, κατά δεύτερο λόγο, και ένα εξαιρετικά επικίνδυνο ρήγμα της χώρας με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και σε σχέση με την ενεργό συμμετοχή μας στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Και αυτό με ανυπολόγιστες συνέπειες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές, 35 χρόνια μετά την ένταξή μας στην Κοινή Αγορά.


Με το διχαστικό του ερώτημα, το δημοψήφισμα θέτει ακόμη, στον ελληνικό λαό, χωρίς καλά καλά να το καταλάβουν οι εμπνευστές του ένα δίλημμα υπαρξιακό για τη χώρα: διαρρηγνύει την οργανική ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Και αν ακόμη δεχτώ ότι δεν είναι, ακριβώς, έτσι, σίγουρα το δημοψήφισμα διχάζει χωρίς λόγο και διασπά τον λαό, εξ αποτελέσματος τουλάχιστον. Και πάντως απομονώνει πολιτικά και οικονομικά τη χώρα από τον φυσικό, τον οργανικό της χώρο, την Ευρώπη. Από πρωταγωνιστή την καθιστά ουραγό. Στο όνομα την εθνικής αξιοπρέπειας και περηφάνιας, την καταρρακώνει, την οδηγεί στην περιφρόνηση και στην παντελή ευρωπαϊκή ανυποληψία. Χειρότερη κατάντια δεν μπορούσαν να φανταστούν οι πρωταγωνιστές της ευρωπαϊκής μας πορείας.


Η πλέον ολέθρια, όμως, συνέπεια του δημοψηφίσματος είναι ότι θέτει ανοήτως τη χώρα σε οξεία αντιπαράθεση με τις νόμιμα εκλεγμένες κυβερνήσεις των λαών της Ευρώπης. H κυβέρνηση επικαλείται συνεχώς τη λαϊκή εντολή και την πολιτική συνέπεια των υποσχέσεών της απέναντι στους ψηφοφόρους της, αγνοώντας, πρώτον, ότι είναι κυβέρνηση όλου του λαού και όχι μόνον των οπαδών της και ότι εκπροσωπεί στο εξωτερικό τη χώρα και τον λαό συνολικά, χωρίς διάκριση φρονημάτων και ότι αποφασίζει για τη μοίρα της χώρας. Δεν λογοδοτεί μόνον στους βουλευτές της και στους ψηφοφόρους της αλλά ενώπιον της χώρας και της ιστορίας της. Ετσι κρίνεται.


Αγνοεί, κατά δεύτερον λόγο, ότι όλες οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. κυβερνούν και εκπροσωπούν τους λαούς τους, στηριζόμενες και αυτές στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Ανάλογη λαϊκή εξουσιοδότηση έχουν και οι άλλες κυβερνήσεις, τις οποίες οφείλουν να σεβαστούν οι πάντες. Στην Ε.Ε. το ζήτημα της δημοκρατίας και της δημοκρατικής διακυβέρνησης δεν μπαίνει εξάλλου με όρους αντιπαράθεσης ή υποχώρησης ή πρόταξης της μιας εθνικής, λαϊκής εντολής απέναντι στις άλλες. Ολες είναι ισότιμες μεταξύ τους. Μπαίνει με όρους συνύπαρξης και συμβίωσης της μιας με την άλλη και κυρίως συναπόφασης και συγκυριαρχίας όλων μαζί πάνω σε θέματα κοινά, ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Γι’ αυτό και η Ελλάδα, όπως και οι άλλες χώρες έχουν εκχωρήσει μέρος της κυριαρχίας τους για συναπόφαση στους θεσμούς της Ε.Ε. Αυτούς τους στοιχειώδεις κανόνες λειτουργίας και συναπόφασης από τα αρμόδια όργανα της Ε.Ε. φαίνεται πως αγνοεί η κυβέρνηση, γι’ αυτό και συνεχώς, από άγνοια, προφανώς, ή από τυφλωμένο εθνικολαϊκισμό καταφεύγει, εντελώς άτοπα και άκαιρα, στην επίκληση μιας συνταγματικά, έωλης, «λαϊκής εντολής», που δεν συμπίπτει με τη λαϊκή κυριαρχία ούτε στηρίζεται σε αυτήν.


Μπροστά σε αυτά τα αδιέξοδα που οξύνονται με το δημοψήφισμα, πιστεύω πως πρέπει ήδη να προετοιμαζόμαστε για τη μετά το δημοψήφισμα εξίσου δύσκολη περίοδο. Είτε νικήσει το «ναι» είτε το «όχι», η χώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον κακό, διχασμένο και παραζαλισμένο εαυτό της.


Το ευκταίο φυσικά θα ήταν -και σωτήριο μαζί- να ματαιωνόταν η διενέργεια του δημοψηφίσματος, λόγω ελλείψεως αντικειμένου. Τα πάντα είναι εφικτά και πραγματοποιήσιμα, αρκεί να αποφασιζόταν από όλους τους συντελεστές, Υπουργικό Συμβούλιο, Βουλή και Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Βέβαια, η έκδοση μιας αντίθετης πράξης προϋποθέτει την επανάληψη της διαδικασίας του άρθρου 44 παρ. 2Σ.


Οταν η αντιμετώπιση του ίδιου κρίσιμου εθνικού θέματος που προκάλεσε τη διενέργεια του δημοψηφίσματος, πριν από λίγες μέρες, απαιτεί σήμερα τη ματαίωσή του. Οι πολιτειακοί παράγοντες που διακατέχονται από υψηλό αίσθημα πολιτικής ευθύνης και εξυπηρέτησης του εθνικού συμφέροντος, οφείλουν να ενεργήσουν πάραυτα ώστε να αποτραπεί ένας νέος εθνικός διχασμός. Ποτέ δεν είναι αργά.

Τάκης Βιδάλης, «Ο Πολίτης Πρόεδρος. Γιατί πρέπει να αλλάξουμε πολίτευμα», Πρόλογος Κ. Τσουκαλά, Παπαζήσης 2015

Τάκης Βιδάλης, «Ο Πολίτης Πρόεδρος. Γιατί πρέπει να αλλάξουμε πολίτευμα», Πρόλογος Κ. Τσουκαλά (Παπαζήσης 2015, εκδ. Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Σειρά: «Δοκίμια για την Πολιτική και το Σύνταγμα», 141 σελ.)

 

Πόσο «άψογα» λειτουργούσαν οι πολιτικοί θεσμοί στη Μεταπολίτευση; Μήπως, μπροστά στο χείλος της χρεωκοπίας, πρέπει επιτέλους να αναθεωρήσουμε τη μεγάλη αφήγηση της πρόσφατης ιστορίας μας; Και αν το κάνουμε αυτό με ειλικρίνεια, μήπως –πέρα από πρόσωπα- πρέπει να παραδεχθούμε ότι εκείνο που κυρίως φταίει για το ότι η κοινωνία μας έγινε το πρώτο «πειραματόζωο» της κρίσης (και παραμένει σε αυτή την κατάσταση), είναι οι ίδιοι οι βασικοί θεσμοί μας;

Η μελέτη αυτή υποστηρίζει ότι η λειτουργία του κοινοβουλευτισμού στη Μεταπολίτευση ήταν ήδη υπονομευμένη από τη σφραγίδα των πελατειακών σχέσεων και την ισχνή παρουσία της κοινωνίας των πολιτών. Ότι το «έργο τέχνης» του πολιτεύματος των τελευταίων σαράντα χρόνων βρέθηκε ουσιαστικά στον αέρα, χωρίς επαφή με τις κανονικότητες της πραγματικής κοινωνίας, και ότι αυτό το επέτρεψε μια εργαλειακή αντίληψη της δημοκρατίας, που πραγματικά θριάμβευσε, ιδίως στο επίπεδο της Βουλής.

Καθώς η δημοκρατία πράγματι δεν έχει αδιέξοδα, μια βαθιά αλλαγή στο πολίτευμα φαίνεται σήμερα περισσότερο αναγκαία από ποτέ. 

Καταχώρηση: 02-07-2015     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Δημοψήφισμα ή εκτροπή;

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρόεδρος Ομίλου "Αριστόβουλος Μάνεσης"

Α​​πό συνταγματική σκοπιά, η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να οργανώσει το δημοψήφισμα της προσεχούς Κυριακής θέτει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας:

Εν πρώτοις, δεν είναι σαφές σε ποιο κείμενο ο ελληνικός λαός καλείται να απαντήσει με ένα «ναι» ή με ένα «όχι». Αν, όπως διατείνεται η κυβέρνηση, πρόκειται για τη χρονολογικά τελευταία πρόταση των θεσμών, αυτό δεν είναι επίσημο και πάντως δεν είναι οριστικό κείμενο. Αν αύριο ο κ. Γιουνκέρ το αποσύρει ή το τροποποιήσει, τότε το δημοψήφισμα θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Εκτός αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι θα τεθεί υπό την κρίση του λαού οποιαδήποτε πρόταση υποβάλουν οι θεσμοί, ακόμη και η πιο συμφέρουσα. Κάτι τέτοιο, όμως, θα ήταν εξαιρετικά ανεύθυνο εκ μέρους της.

Δεύτερον, παρότι το δημοψήφισμα θα διεξαχθεί για «κρίσιμο εθνικό θέμα» -και, συνεπώς, μπορεί κατ’ αρχήν να αφορά κάθε ζήτημα μείζονος σημασίας για το έθνος- στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είναι κατά 80%-90% δημοσιονομικού ενδιαφέροντος. Οπως δημοσιονομικού ενδιαφέροντος ήταν και η πρόταση των 7,9 δισ. ευρώ του κ. Τσίπρα προς τους δανειστές. Aυτό όμως το Σύνταγμα το απαγορεύει ρητά για το άλλο είδος δημοψηφίσματος που το ίδιο προβλέπει, δηλαδή την έγκριση ή απόρριψη ψηφισμένων δημοσιονομικών νομοσχεδίων. Ερωτάται όμως: μήπως βαπτίζοντας κρίσιμο εθνικό θέμα ένα κατ’ εξοχήν δημοσιονομικό ζήτημα, η κυβέρνηση καταστρατηγεί τη συνταγματική απαγόρευση; Εν προκειμένω, το μόνο έντιμο -και, κατ’ επέκταση, το μόνο συνταγματικά θεμιτό- ερώτημα θα ήταν «ευρώ ή δραχμή». Η κυβέρνηση όμως δεν τολμά να το θέσει.

Ο κ. Τσίπρας, εξάλλου, τηρεί σιγήν ιχθύος για τις συνέπειες της τυχόν επικράτησης του «όχι». Θα διαπραγματευθεί με τους δανειστές για μιαν άλλη συμφωνία; Θα αποσύρει τη χώρα από το ευρώ; Η στάση της αποτελεί τον ορισμό της παραφθοράς του δημοψηφίσματος από référendum σε plébiscite, που πρώτος δίδαξε ο Μέγας Ναπολέων για να γίνει δικτάτωρ. Να άλλη μια ασάφεια που επιτείνει τη σύγχυση.

Αν στα ανωτέρω προσθέσει κανείς και τον ελάχιστο χρόνο που θα διατεθεί για να αναπτυχθούν οι εκατέρωθεν απόψεις -πού ακούστηκε να συζητηθεί το μέλλον, κατ’ ουσίαν, της χώρας σε πέντε ημέρες;- αντιλαμβάνεται πως, μέσω μιας κατ’ επίφαση δημοκρατικής διαδικασίας, η κυβέρνηση επιχειρεί ανερυθρίαστα να παγιδεύσει τον ελληνικό λαό. Ούτε όμως το Σύνταγμα ούτε ο πατριωτισμός των Ελλήνων ανέχονται τέτοιου είδους εκτροπές.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Καθημερινή 28/06/2015

 

Η εκτροπή συνεχίζεται..
 

Με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου που μόλις εξέδωσε (ΦΕΚ Α’64/28.6.2015), η κυβέρνηση μεταβάλλει μονομερώς και προς το συμφέρον της τους κανόνες του παιχνιδιού που ίσχυαν για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος: όπως ορίζεται επί λέξει, «εάν δεν είναι δυνατή η συγκρότηση μιας μόνο Επιτροπής Υποστήριξης για το «ναι» ή το «όχι», λόγω ιδεολογικών ή πολιτικών ή άλλων διαφωνιών, αυτό ανακοινώνεται [στον αρμόδιο Υπουργό] από τον εκπρόσωπο του πρώτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος, μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν κάθε επιλογή». Στην περίπτωση αυτή διατίθενται τα 2/3 του προεκλογικού χρόνου στα κόμματα και το 1/3 στους λοιπούς φορείς που συντάσσονται με κάθε επιλογή.

Με άλλα λόγια, επειδή προφανώς δεν επιθυμεί να συγκροτήσει κοινή Επιτροπή Υποστήριξης με την Χρυσή Αυγή, ο κ. Τσίπρας εξασφαλίζει το δικαίωμά του να βγαίνει μόνος στην τηλεόραση για το μεγαλύτερο μέρος του διατιθέμενου ραδιοτηλεοπτικού χρόνου.

Αν αυτό ίσχυε μόνο για τον ίδιο (και για τον κ. Καμμένο) θα επιβεβαίωνε απλώς την κομματική ερμηνεία του Συντάγματος που του είναι τόσο οικεία. Όμως η νέα ρύθμιση επιβάλλει τον κανόνα των 2/3 και του 1/3 και για τους υποστηρικτές της άλλης επιλογής, ακόμη και αν αυτοί δεν το θέλουν.

Η τροποποίηση αυτή επήλθε μετά την προκήρυξη του Δημοψηφίσματος, κάτι που ούτως ή άλλως την καθιστά νομικά προβληματική. Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι κραυγαλέα παράνομη αφού προσαρμόζει τους κανόνες του παιχνιδιού στις ανάγκες του κυβερνώντος κόμματος: όχι μόνο θέλει να κρύψει τη σύμπλευση του ΣΥΡΙΖΑ με ένα κόμμα που διώκεται ως «εγκληματική συμμορία», αλλά εμποδίζει και τους υποστηρικτές της ευρωπαϊκής προοπτικής (δηλαδή του «ναι») να εμφανισθούν ενωτικά, πάνω από κομματικούς πατριωτισμούς. Πρόκειται για ανεπίτρεπτη παρέμβαση στην στρατηγική του αντιπάλου για ιδιοτελείς σκοπούς.

Έτσι η εκτροπή συνεχίζεται…

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Καθημερινή 30/06/2015

Η λαϊκή κυριαρχία ως λαϊκή εντολή και η διδασκαλία του Μάνεση

Αντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Αντικείμενο της παρούσας γραπτής εισήγησης, που ένα μέρος της παρουσιάστηκε προφορικά στην ημερίδα που διοργανώθηκε από το Ίδρυμα της Βουλής, στις 3 Ιουνίου, είναι να διερευνήσει,  με βάση τη διδασκαλία του Μάνεση, αν η αποκαλούμενη «λαϊκή εντολή», έτσι όπως εννοείται από όσους την επικαλούνται, βρίσκει συνταγματικό έρεισμα στις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές του πολιτεύματος, στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και στην αντιπροσωπευτική αρχή. Η θέση του συγγραφέα είναι ότι το δόγμα της λαϊκής εντολής χωρίς να αντιστρατεύεται το Σύνταγμα δεν εναρμονίζεται με το κλασικό νόημα της πολιτικής αντιπροσώπευσης του λαού. Συνιστά απλώς μια πολιτική παραφθορά του.

Το επιχείρημα που αναπτύσσεται είναι ότι η μεν αρχή της λαϊκής κυριαρχίας κατοχυρώνεται συνταγματικά, εφόσον και καθόσον  όλες οι κρατικές εξουσίες ασκούνται «καθ΄όν τρόπον ορίζει το Σύνταγμα» και «υπάρχουν υπέρ του λαού και του έθνους», η δε αντιπροσωπευτική αρχή ορίζει ότι οι «βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος». Από τις αρχές αυτές  συνάγεται ότι οι βουλευτές επιλέγονται από ένα κόμμα και εκλέγονται από τον λαό, για να αντιπροσωπεύσουν  -και όχι να εκπροσωπήσουν- το σύνολο του λαού και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά του και όχι μόνον μιας μερίδας του ή μόνον τους ψηφοφόρους τους. Αν ως λαϊκή εντολή εννοείται ένα είδος επιτακτικής, κομματικής, εντολής  των ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος προς τους βουλευτές του, τότε η δέσμευση αυτή πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δέσμευση ηθικο-πολιτικής υφής -μεγάλης σημασίας, είναι αλήθεια, για την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος. Αφορά όμως  την πολιτική σχέση των ψηφοφόρων του κόμματος προς τους βουλευτές τους και δεν απορρέει ούτε βρίσκει κανονιστικό  έρεισμα στην αντιπροσωπευτική αρχή ή στη λαϊκή κυριαρχία, ούτε, βέβαια, χαρακτηρίζει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που δεν είναι δημοκρατία της επιτακτικής εντολής.

 

1.Η αντιδιαστολή ‘εθνικής’ και ‘λαϊκής κυριαρχίας’, την εποχή της ‘βασιλευόμενης δημοκρατίας’ και η σημασία της

 

Το πιο αγαπημένο και ίσως το πιο επεξεργασμένο θέμα που ο Αριστόβουλος Μάνεσης έχει πραγματευτεί στις ‘Εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος’ ήταν, κατά την γνώμη μου, η “δημοκρατική αρχή” και ειδικότερα η  ‘λαϊκή κυριαρχία’. Η διδασκαλία του μαθήματος  προκαλούσε την δεκαετία του 60 ρίγη στους πρωτοετείς φοιτητές που τον  άκουγαν σαγηνευμένοι στο Αμφιθέατρο του Χημείου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου να αναλύει με ύφος επιβλητικό τη νομική και πολιτική σημασία της αρχής.   

Η ιδιαίτερη έμφαση που έδινε τότε, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 60, στο μάθημα της λαϊκής κυριαρχίας ο μόλις εκλεγείς καθηγητής στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου και εξηγείται και δικαιολογείται. Την εποχή που γράφτηκαν οι Εγγυήσεις και δίδασκε ο Μάνεσης –τέλη της δεκαετίας του 50’, αρχές δεκαετίας του 60’- η κυρίαρχη πολιτική σύγκρουση που συγκλόνιζε πολιτικά τον τόπο –όσο και αν φαίνεται παράδοξο στους νεότερους  σήμερα- περνούσε μέσα από την πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση της δημοκρατικής αρχής με την μοναρχική, που είχε την ιστορική αφετηρία της στην αρχέγονη αντίθεση μοναρχίας- δημοκρατίας. Συμπυκνωνόταν στο καυτό πολιτικά ερώτημα, «ποιός κυβερνά τον τόπο, ο βασιλιάς ή ο λαός».    Η πολιτική αντιπαράθεση εκείνη αντικατόπτριζε την πραγματική σύγκρουση μεταξύ δύο πολιτικών δυνάμεων, μεταξύ του στέμματος , γύρω από το οποίο είχαν συσπειρωθεί οι συντηρητικές, φιλοβασιλικές, πολιτικές δυνάμεις και των κομμάτων του Κέντρου και της Αριστεράς, που συσπείρωναν τις δημοκρατικές και κεντροαριστερές πολιτικές δυνάμεις, υποστηριζόμενες από τα λαϊκά στρώματα.  

Η ελληνική συνταγματική ιστορία  είχε καθηλωθεί, -λές και είχε πάθει αγκύλωση, έναν αιώνα ακριβώς μετά την πρώϊμη καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας και της δημοκρατικής αρχής  το 1864- στη διεκδίκηση της λαϊκής κυριαρχίας σε αντιδιαστολή και αντιπαράθεση προς την εθνική κυριαρχία. Και αυτό σε  διαφοροποίηση προς τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης, στις οποίες είχε πάρει τότε την μορφή  αντιπαράθεση δύο θεσμών: του Κοινοβουλίου, εκπροσώπου της ανερχόμενης, πολιτικά, αστικής  τάξης και  του Στέμματος, εκπροσώπου της αριστοκρατίας και του κλήρου.  Το κοινωνικό υπόβαθρο της κυρίαρχης τότε πολιτικά αντίθεσης στη Ελλάδα μεταξύ εθνικής και πολιτικής κυριαρχίας, έβρισκε απήχηση στα λαϊκά στρώματα, τα οποία στήριζαν τις προσδοκίες τους στην προοπτική, τουλάχιστον, μιας δημοκρατικής αλλαγής, αφού η προοπτική μιας ‘επαναστατικής σοσιαλιστικής αλλαγής’ είχε τραγικά αποτύχει μετά από ένα αιματηρό εμφύλιο.

Με αυτήν την στοιχειώδη συνταγματική δημοκρατική προσδοκία είχε συνδεθεί το δημοκρατικό κίνημα της δεκαετίας του 60. Για τον λόγο αυτό εξάλλου και ο συνταγματικός δημοκρατικός λόγος του Μάνεση, ήταν συγχρονισμένος με τα δημοκρατικά, λαϊκά, αιτήματα της εποχής του. Στηριζόταν, άλλωστε, στη  κλασσική ερμηνεία της δημοκρατικής αρχής και της λαϊκής κυριαρχίας.   Επαναλάμβανε  με πάθος από το Αμφιθέατρο με στεντόρεια φωνή ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα η κυριαρχία έχει την έδρα της στο λαό, στην βούληση των πολιτών που απαρτίζουν το εκλογικό σώμα και  όχι στην αφηρημένη, ιδεατή ενότητα του έθνους. Την βούληση του οποίου διατείνονται ότι νομιμοποιούνται να την διαγιγνώσκουν, όσοι απλά την επικαλούνται, δηλαδή  ο μονάρχης και οι οπαδοί του, μια και αριστοκρατική τάξη ή αριστοκρατικό κόμμα στην Ελλάδα δεν είχε ποτέ δημιουργηθεί.  Όσο και αν  φαινόταν ιστορικά παρωχημένη  η ιδεολογική αυτή αντιπαράθεση, δεν έπαυε την  εποχή εκείνη να έχει μεγάλο ιστορικό και πολιτικό αντίκρισμα και να καθορίζει τις πολιτικές εξελίξεις, όπως αποδείχθηκε άλλωστε στη συνέχεια με την στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967. Αλλά και με τον καθαρά δημοκρατικό χαρακτήρα της μεταπολίτευσης, που σηματοδότησε  στην ουσία την αποκατάσταση ενός γνήσιου δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος με τη πανηγυρική συνταγματική κατοχύρωση της εθνικής κυριαρχίας, με την μορφή όμως, σαφώς, της λαϊκής κυριαρχίας: η κυριαρχία εδρεύει ολόκληρη στο λαό, ως ενότητας. Από την ζωντανή και συμβατικά ανιχνεύσιμη θέλησή του  πηγάζουν όλες οι εξουσίες και όχι από μια εικαζόμενη, απλώς  θέληση μιας φαντασιακής οντότητας, του έθνους, που απαρτίζεται, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Μάνεσης από τις παρελθούσες, παρούσες και μέλλουσες γενεές.

 

2.    Η μεταπολιτευτική περίοδος:  θρίαμβος μεν της λαϊκής κυριαρχίας,   χωρίς  εξωτερικούς εχθρούς, μόνης όμως,  αντιμέτωπης με τον  αυτάρεσκο εαυτό της και τις  μετά; παρά; μορφώσεις του

 

Η επιρροή όμως της δημοκρατικής συνταγματικής θεωρίας του Μάνεση συνεχίστηκε αλώβητη και στις πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης, περίοδο της δημοκρατικής ευφορίας και  της  συνταγματικής και θεσμικής κραταίωσης της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.  Μόνο που αυτή τη φορά η δημοκρατική αρχή και ειδικά η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας βρέθηκε κατά την εφαρμογή της, αντιμέτωπη με τον εαυτόν της, με τις απρόβλεπτες παρενέργειές της  ή με τις στρεβλώσεις της ή με τις μετά ή παρά μορφώσεις της.  Μόνη, αντιμέτωπη με τους άγνωστους και απρόβλεπτους εσωτερικούς εχθρούς της και όχι με τους γνωστούς, εξωτερικούς αντιπάλους της. Η περίοδος της μεταπολίτευσης είναι, πιστεύω,  η περίοδος της αλήθειας για το μυθικό δόγμα της λαϊκής κυριαρχίας, η περίοδος της απομυθοποίησής του ή για να χρησιμοποιήσω έναν πολιτικό όρο που είχε μεγάλη απήχηση την ίδια  περίοδο στην Γαλλία, της απομάγευσής του.   Το τραγικό και απίστευτο τέλος της μεταπολίτευσης,  πιστεύω, ότι συμπίπτει με αυτήν την αναγκαία όσο και σωτήρια διαδικασία πολιτικής αποκάθαρσης της θεωρίας τη λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής, από όσα πολιτικά παράσιτα εμφιλοχώρησαν στη διάρκεια της μυθοποιημένης πολιτικής λατρείας της.  Και αυτό  οφείλουν να το καταλάβουν, κατά πρώτο λόγο,  όσοι ακόμη πιστεύουν ή διατείνονται ότι πιστεύουν ότι έχει η ίδια ακόμη μια ιστορική λειτουργία να επιτελέσει και ισχύει  και εφαρμόζεται ως θεμελιώδης αρχή της εθνικής συνταγματικής τάξης.

Σε αυτή την διαδικασία θα ήθελα, σήμερα, να επιμείνω και να σταθώ για λίγο, σχολιάζοντας, την πιο πρόσφατη, τη νωπή ακόμη στην μνήμη μας επίκληση της λαϊκής κυριαρχίας με την μορφή αυτή τη φορά της «λαϊκής εντολής». Η επίκληση της λαϊκής εντολής ως κανόνα επιτακτικού που απορρέει μάλιστα από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, αποτελεί σήμερα, ένα δείγμα χαρακτηριστικό των στρεβλών εφαρμογών ή των παραμορφωτικών αναγνώσεων, που επιδέχεται η θεωρία της λαϊκής κυριαρχίας σε σχέση τουλάχιστον με το κλασικό, ιδεατό πρότυπό της, που έχει διαπλάσσει η συνταγματική θεωρία και πρακτική  και έχει ενστερνιστεί ο ευρωπαϊκός και αμερικανικός συνταγματισμός. Πρίν όμως εισέλθω στο θέμα μου, μία ακόμη σύντομη παρέκβαση για να γίνει πιο κατανοητή η οπτική γωνία της ανάλυσής μου.

 

3.…και παράλληλα αντιμέτωπη με την πολιτική πραγματικότητα του  μονοκομματικού πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού και του εθνικο-λαϊκισμού

 

Η δημοκρατική αρχή και ειδικά η λαϊκή κυριαρχία γνώρισαν την περίοδο της μεταπολίτευσης δύο χαρακτηριστικές εφαρμογές και αντίστοιχες ερμηνευτικές αναγνώσεις, εκείνη του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού, ή με όρους αξιολογικούς και θεωρητικής πολεμικής, εκείνη της αλαζονικής, μονοκομματικής εφαρμογής της, που αποκλήθηκε  κάποτε τυραννία της πλειοψηφίας, και εκείνη της λαϊκίστικης κοινωνιολογικής παραφθοράς της

Ως προς την πρώτη, εκείνη της μονοκομματικής πλειοψηφικής εφαρμογής της,  αυτή κυριάρχησε ως η μοναδικά κρατούσα ερμηνευτική εκδοχή της λαϊκής κυριαρχίας και της κοινοβουλευτικής αρχής καθ΄ όλη τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου.

Ως προς την δεύτερη, που αποτελεί παραφθορά  της κυριαρχίας του λαού με την πολιτική έννοια του όρου, διότι  προσλαμβάνει τον λαό με την κοινωνιολογική ή  την εμπειρική σημασία του και όχι με την συνταγματική του, ως πολιτικού υποκειμένου και οργανωμένου συνόλου πολιτών, εμφανίστηκε και αυτή στην περίοδο της μεταπολίτευσης, αλλά είχε μεγάλη πέραση, μόνο που είχε επισκιαστεί από την πλειοψηφική και δεν δόθηκε μεγάλη σημασία στην σιωπηρή καθιέρωσή της. Τελικά κατέληξε να καλύπτει πολιτικά  την λαϊκίστικη επίκληση του λαού,  του λαού στην πραγματική, κοινωνιολογική του υπόσταση.  Στην πρόσληψη αυτή ο λαός αντιμετωπίζεται, ως μάζα ατόμων, συναισθηματικά παρασυρόμενης, χωρίς λογική και κρίση,  που αρέσκεται σε πολιτικές θωπείες και κολακείες, όπως κάθε φυσικό πρόσωπο. Ο λαός μετατρέπεται από τους λαϊκιστές, από ένα  σύνολο ίσων και έλλογων ατόμων, από ένα δηλαδή συμβατικό και πλασματικό φορέα πολιτικής  κυριαρχίας σε ένα κοινωνικό, μαζικό  συνονθύλευμα, που τελικά και αυτό εξαερίζεται σε μια πλασματική ενότητα και σε υποκείμενο με μια εικαζόμενη βούληση, που εκλαμβάνεται όμως ως πραγματική, επειδή θεωρείται ότι ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του αρχηγού.    Λαϊκίστικη και πλειοψηφική εκδοχή της λαϊκής κυριαρχίας  συνυπήρξαν στην μεταπολίτευση. Ενθρονίστηκαν στο δημοκρατικό πολιτικό μας στερέωμα από τα πρώτα βήματά της  έδωσαν και δίνουν ακόμη τον τόνο στην πολιτική ζωή του τόπου και ορίζουν την πολιτική πραγματικότητα.  

Τα πρώτα έντονα σημάδια της ταύτισης της λαϊκής κυριαρχίας με τον πολιτικό λαϊκισμό αλλά και με την μονοκομματική τυραννία της πλειοψηφίας τα γνωρίσαμε με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και τα αναγνωρίσαμε στους λόγους του Ανδρέα Παπανδρέου. Φράσεις ή συνθήματα, όπως ο «λαός στην εξουσία», ο «λαός κυρίαρχος», η «Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες»  ο «λαός είναι θεσμός» και άλλα παρόμοια αποτύπωναν λαϊκώ τω τρόπω και λαϊκίστικα  την κοινωνιολογική πρόσληψη της λαϊκής κυριαρχίας που είχε επικρατήσει τότε την δεκαετία του 80 και του 90 και προδίκαζε ήδη ή προμήνυε αυτού που ζούμε εν μέρει ως μετεξέλιξη ή μοιραία κατάληξη  σήμερα.

Απέναντι στις δύο αυτές κυρίαρχες αναγνώσεις και εφαρμογές της δημοκρατικής αρχής αντιτάχθηκαν και προτάχθηκαν δύο θεσμικά αντίδοτα: πρώτον, το κράτος δικαίου, με ό, τι αυτό συνεπάγεται (σεβασμό της νομιμότητας και ειδικά της συνταγματικής νομιμότητας, των συνταγματικών ελευθεριών και της συνταγματικής δικαιοσύνης) και δεύτερον, η θεωρία των θεσμικών αντιβάρων, με σκοπό την  εξισορρόπηση και ανάσχεση της ροπής για κατάχρηση της πολιτικής εξουσίας,  που πρώτος υπερασπίστηκε και διέδωσε με θέρμη ο Νίκος Αλιβιζάτος.

 

4.Ενδιάμεση  διαπίστωση:  η βασική συνταγματική φυσιογνωμία του δημοκρατικού μας πολιτεύματος έμεινε μεν αναλλοίωτη, με ζοφερές ωστόσο στρεβλώσεις στο πολιτικό και κομματικό μας σύστημα

 

Οφείλουμε, πάντως, να αναγνωρίσουμε ότι ανεξάρτητα από τις ποικίλες παρενέργειες ή σοβαρές στρεβλώσεις που προκάλεσαν οι δύο αυτές εκδοχές της λαϊκής κυριαρχίας (η πλειοψηφική και λαϊκίστικη εκδοχή της) στη λειτουργία της και στην εφαρμογής της, παραμένει γεγονός ότι κινήθηκαν και οι δύο στα όρια της δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής συνταγματικής νομιμότητας και δεν αλλοίωσαν την συνταγματική φυσιογνωμία ούτε του δημοκρατικού πολιτεύματος ούτε του κοινοβουλευτικού συστήματος.  Τα βασικά συνταγματικά τους χαρακτηριστικά μένουν ανέπαφα και με βάση αυτά εξακολουθούμε -ευτυχώς- να κρίνουμε και να αξιολογούμε την λειτουργία του πολιτεύματος μας αλλά και τις επιπτώσεις ή  τις αλλαγές που είχαν επιφέρει στο πολιτικό μας σύστημα. Τυπικά κινήθηκαν εντός της συνταγματικής, δημοκρατικής και κοινοβουλευτική νομιμότητας, την οποία δεν παραβίασαν.

Από την άλλη όμως μεριά θα πρέπει να υπογραμμίσουμε και  να μην καταχωνιάσουμε από αγάπη και πίστη στα δημοκρατικά ιδεώδη, το γεγονός ότι η επίκληση της λαϊκής κυριαρχίας  με τις δύο εκδοχές που προαναφέραμε νομιμοποίησαν και εξέθρεψαν πολιτικές πρακτικές, νοοτροπίες και συμπεριφορές, που μπορεί μεν να μην έθιξαν την ομαλή και τυπική  λειτουργία του πολιτεύματος,  επέφεραν όμως σοβαρά πλήγματα και ριζικές  παρά ή μεταμορφώσεις  στην λειτουργία και στην φυσιογνωμία του του πολιτικού μας συστήματος με  ό, τι σε αυτό συμπεριλαμβάνεται (δικομματισμός, αθέμιτες σχέσεις ΜΜΕ, πολιτικής εξουσίας και εργολάβων, πελατειακό και φαυλοκρατικό κράτος, σκάνδαλα διαφθοράς, ταύτιση κυβέρνησης και κόμματος, κρατικοδίαιτες συνδικαλιστικό- κομματικές ελίτ, κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής εξουσίας και κ.ά.).  

Αλλά η περαιτέρω ανάλυση αυτού του φαινομένου ανήκει σε ένα άλλο κεφάλαιο, που δεν είναι του παρόντος.  

 

 

 

5.Πρόσφατο  παράδειγμα: η  υποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας   από την καλούμενη «λαϊκή εντολή», καλυμμένη εκδοχή της δεσμευτικής, ηθικοπολιτικά, εντολής της κυβερνητικής-κομματικής πλειοψηφίας απέναντι στους ψηφοφόρους της

 

Θα σταθώ και θα ασχοληθώ με  μία μόνο εκδήλωση στρέβλωσής της, παρμένη από την πρόσφατη κυβερνητική εμπειρία της πολιτικής αλλαγής της 25 Ιανουαρίου. Αφορά την πολιτική  υποκατάσταση της αντιπροσωπευτικής αρχής, -με την οποία ιδρύεται από το Σύνταγμα  μια σχέση αντιπροσώπευσης του λαού συνολικά  από τους βουλευτές-αντιπροσώπου του στο Κοινοβούλιο- από μία  σχέση «επιτακτικής εντολής» των ψηφοφόρων του  πλειοψηφήσαντος κόμματος προς τους εκλεγμένους  βουλευτές του. Μια εντολή που αναλύεται στην πράξη στην πολιτική υποχρέωση εφαρμογής πάση θυσία  του προεκλογικού προγράμματος του κόμματος, ακόμη και αν η κυβερνητική πλειοψηφία με την Κυβέρνηση κρίνει ότι η πιστή τήρησή του  μπορεί να μην υπηρετεί το κοινό καλό του λαού ούτε και τα μακροπρόθεσμα, τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Και διερωτάται κανείς, ακόμη και αν με την  τήρηση των προεκλογικών υποσχέσεων διακυβεύεται η κρατική και διεθνής υπόσταση της ίδιας της χώρας και μαζί της  η οικονομική επιβίωση του λαού της, ακόμη και τότε η εκπλήρωση του προεκλογικού κομματικού προγράμματος υπερέχει του γενικότερου συμφέροντος;

Το δίλημμα σε μια τέτοια περίπτωση της Κυβέρνησης, που πρόσφατα πήρε την εμπιστοσύνη της Βουλής  επί του κυβερνητικού προγράμματός της, είναι δεινό, βασανιστικό για την ίδια αλλά και για την χώρα.    

Από την μία μεριά η  αδήριτη οικονομική και διεθνής πραγματικότητα επιτάσσει, ενδεχομένως, την προσαρμογή και  αθέτηση εν μέρει του κυβερνητικού προγράμματος. Και από την άλλη η πολιτική και κομματική ηθική επιβάλλει συνέπεια λόγων και πράξεων και τήρηση των υποσχέσεων.

Αλήθεια τι προέχει σε αυτήν περίπτωση; το γενικότερο συμφέρον της χώρας, ακόμη και αν η εξυπηρέτησή του δείχνει πολιτική ασυνέπεια, πολιτική διάψευση των προσδοκιών των ψηφοφόρων της κυβερνητικής πλειοψηφίας ή αντίθετα απάρνηση, έστω και μερική, του προεκλογικού προγράμματος, όταν αυτό επιτάσσει το συμφέρον της χώρας και αυτό φαίνεται να θέλει η τεράστια πλειοψηφία του συνόλου του εκλογικού σώματος ή του λαού;   

Με καθαρά πολιτικούς όρους αλλά και από την σκοπιά της δημοκρατικής αρχής, που αποτελεί το θεμέλιο του πολιτεύματός μας, το δίλημμα φαίνεται πως είναι πλασματικό. Διότι δεν μπορεί να υπάρχει η παραμικρή  αμφιβολία ότι παντού και πάντα προέχει και πρέπει να προέχει το γενικότερο μαρκοπρόθεσμο συμφέρον της χώρας και η εξυπηρέτηση του κοινού καλού, όπως αυτό αξιολογείται και προσδιορίζεται βέβαια κάθε φορά από την Κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής και την στήριξη του εκλογικού σώματος ή του λαού. Άλλωστε η Κυβέρνηση κυβερνά στο όνομα και για λογαριασμό ολόκληρου του λαού και όχι μιας μερίδας του και μάλιστα των ψηφοφότων της. Έχει ορκιστεί να υπηρετεί το γενικότερο συμφέρον της χώρας και να φροντίζει για  την ευημερία του ελληνικού λαού. Τον ελληνικό λαό, συνολικά, και την χώρα με την ιστορία της και το μέλλον της εκπροσωπεί η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση στο εξωτερικό και στην Ευρώπη και έτσι την αντιμετωπίζουν όλες οι κυβερνήσεις των κρατών, όπως και η ίδια τις άλλες κυβερνήσεις.

Στο ίδιο συμπέρασμα θα καταλήγαμε, όμως, και αν εξετάζαμε το δίλημμα από την κανονιστική σκοπιά του Συντάγματος. Αυτό το αυτονόητο δηλώνουν και επιβάλλουν η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας σε συνδυασμό με την αντιπροσωπευτική αρχή. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.3 Σ όλες οι κρατικές εξουσίας δεν προέρχονται απλώς, δεν έλκουν μόνον  την καταγωγή τους  από τον λαό, ούτε απλώς στηρίζονται στη βούλησή του και κυβερνούν με την συναίνεσή του, «υπάρχουν επί πλέον υπέρ αυτού και του Έθνους  και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Υπάρχουν για τον λαό και το  Έθνος, αυτός είναι ο μοναδικός λόγος της ύπαρξης τους.  Συνήθως οι πολιτικοί, οι κυβερνήτες και θεωρητικοί στέκονται στο πρώτο, στην λαϊκή προέλευση όλων των εξουσιών και λησμονούν ή υποτιμούν τους άλλους δύο όρους της συνταγματική προσταγής, ότι οι εξουσίες και πρώτη από όλες η κυβερνητική δεν υπάρχει για τον εαυτό της ούτε για τους οπαδούς της  αλλά για τον Λαό και το Έθνος και επί πλέον ότι η άσκηση της εξουσίας τους υπόκειται στο Σύνταγμα και  εκδηλώνεται πάντα εντός του Συντάγματος και σύμφωνα με τους ορισμούς του.  Το Σύνταγμα επομένως εγκαθιδρύει έναν διαρκή κανονιστικό, ζωντανό, δεσμό μεταξύ λαού, λαϊκής βούλησης και Κυβέρνησης. Η τελευταία οφείλει να κυβερνά  πρώτον, με την λαϊκή συναίνεση, δεύτερον έχοντας  την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου και τρίτον να αποφασίζει πάντα κατά το Σύνταγμα. Είναι άρα πολιτικά και συνταγματικά δεσμευμένη.    

Αυτό το τελευταίο δεν κουραζόταν να το επαναλαμβάνει ο Μάνεσης: « Δια του Συντάγματος ο λαός έχει  αυτοδεσμευτεί να εκφράζη εν τω πλαισίω αυτού την θέλησίν, καθ΄ωρισμένον νομικώς οργανωμένον τρόπον» και πιο κάτω, «ο λαός ως το ανώτατον όργανον του κράτους δεν είναι κατά κυριολεξίαν κυρίαρχος αλλά ασκεί ωρισμένας αρμοδιότητας ως συμβαίνει με όλα τα κρατικά όργανα, τα οποία δεν εκφράζουν κρατικήν θέλησιν παρά μόνον εντός των ορίων του Συντάγματος» (Εγγυήσεις, ΙΙ, σ.  88 επ.)   

Οι πολιτικές και συνταγματικές δεσμεύσεις της εκάστοτε Κυβέρνησης δεν σταματούν ούτε εξαντλούνται   στου ορισμούς και περιορισμούς της λαϊκής κυριαρχίας, επεκτείνονται και στις δεσμεύσεις που απορρέουν από το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Από την συνύφανση της λαϊκής κυριαρχίας με την ανάθεση της άσκησής της κατά πρώτον και κύριον λόγον από  ένα αντιπροσωπευτικό σώμα, τη Βουλή των αντιπροσώπων. Οι βουλευτές και δια αυτών η Κυβέρνηση ως εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του λαού και όχι ως εκπρόσωποί του ούτε ως εντολοδόχοι του, όπως εσφαλμένα πιστεύεται, αποφασίζουν και ενεργούν, με βάση την αντιπροσωπευτική αρχή ή την αρχή της ελεύθερης εντολής, όπως την αποκαλεί η γερμανική νομική επιστήμη, ελεύθερα, ανεξάρτητα και  κατά συνείδηση, στο όνομα του λαού και για λογαριασμό του

Δεν εκλέχτηκαν επομένως, όπως συνέβη στα  πρώιμα χρόνια της Γαλλικής επανάστασης με την εκπροσώπηση των τριών τάξεων, για να εκπροσωπήσουν κάποια συγκεκριμένα ταξικά ή συντεχνιακά ή κομματικά συμφέρονται ούτε κάποια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία, αλλά για να αντιπροσωπεύσουν τα γενικότερα συμφέροντα του λαού, του έθνους και της χώρας και να αποφασίζουν στο όνομα του λαού συνολικά και για λογαριασμό του. Το ότι ο βουλευτής είναι ενταγμένος σε κάποιο κόμμα, το ότι ασπάζεται την πολιτική ιδεολογία του και υποσχέθηκε στους ψηφοφόρους να την υπηρετήσει με συνέπεια είναι μεν ένα ζήτημα σημαντικό, πολιτικό- ηθικής τάξεως, που αφορά όμως κυρίως και προεχόντως την προσωπική ή κομματική σχέση που έχει ο ίδιος με το κόμμα του και τους ψηφοφόρους, και  δεν συνδέεται ούτε απορρέει από την συνταγματικό-πολιτική σχέση που συνδέει τον βουλευτή με τον λαό, συνολικά. Είναι ζήτημα του πολιτικού συστήματος, όπως είναι το κομματικό σύστημα, και όχι του πολιτεύματος. Οι ψηφοφόροι τον ανέδειξαν, σύμφωνα με τις διαδικασίες του Συντάγματος και την λογική του αντιπροσωπευτικού συστήματος,  αντιπρόσωπο του λαού και όχι εκπρόσωπο των προσωπικών ή ταξικών ή συντεχνιακών συμφερόντων  τους.

Θεμελιώδες, συστατικό γνώρισμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι η τυπική ανεξαρτησία του βουλευτή από τους εκλογείς του. Αυτό επιβάλει  η αντιπροσωπευτική αρχή ( οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν έθνος και αποφασίζουν ελεύθερα και κατά συνείδηση), η οποία σαφώς αντιδιαστέλλεται από την επιτακτική εντολή: ο Μάνεσης γράφει «..δια της ως άνω συνταγματικής διατάξεως αποκλείεται ο θεσμός της «επιτακτικής εντολής» των εκλογέων προς τον βουλευτή εφόσον ούτος  δεν αντιπροσωπεύει μόνον αυτούς αλλά και το Έθνος» (Εγγυήσεις, ΙΙ, 196).

Το Σύνταγμά μας είναι άρα σαφές επ΄αυτού, ορίζοντας  ό, τι όριζαν άλλωστε όλα τα ελληνικά συντάγματα από τον 19ο αιώνα, «Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος». Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι αντιπρόσωποι μόνο της εκλογικής  τους περιφέρειας, ούτε βέβαια απλώς εντολοδόχοι των ψηφοφόρων τους. Έστω και αν στην πράξη οι  βουλευτές φροντίζουν και νοιάζονται για τα τοπικά συμφέρονται της εκλογικής τους περιφέρειας και φροντίζουν για τα αιτήματα ή τα προσωπικά ρουσφέτια των ψηφοφόρων. Αυτό όμως το κάνουν, στο μέτρο που η εξυπηρέτηση των τοπικών συμφερόντων δεν αντιστρατεύεται το γενικό ή εθνικό συμφέρον της χώρας. Μόνον τότε  η φιλο-τοπική συμπεριφορά του βουλευτή δεν είναι συνταγματικά αθέμιτη ούτε κατακριτέα. Το πρόβλημα ανακύπτει, όταν τα δύο είδη συμφερόντων, παραταξιακό και γενικότερο,  συγκρούονται και πρέπει ο Βουλευτής και η Κυβέρνηση να διαλέξουν  ανάμεσα στα δύο και όταν αποφασίζουν  να αδιαφορήσουν για τα μακροπρόθεσμα και διαχρονικά, των παρουσών και μελλουσών γενεών συμφέρονται, για χάρη των εφήμερων παραταξιακών, μερικών ή συντεχνιακών συμφερόντων. 

Το θέμα της αντιπροσώπευσης του λαού έχει, κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης, αποκτήσει τεράστια σημασία, τόση που έχει, κατά την γνώμη μου. υποσκελίσει εκείνη της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Τούτο διότι ανεπαισθήτως και χωρίς να το καταλάβουμε η σχέση αντιπροσώπευσης του λαού από τον  βουλευτή, όπως την ορίζει το Σύνταγμα που μόλις την προσδιορίσαμε,  έχει πλήρως υποκατασταθεί σε γενικό επίπεδο από μια καθαρά ψηφοθηρική-πελατειακή  σχέση βουλευτή και ψηφοφόρων, έχει καταντήσει σε σχέση  ψηφοφόρου- παραγγελιοδότη ή εντολέα και εντολοδόχου  ή παραγγελιοδόχου βουλευτή. Η παραγγελία που συνάπτεται είναι απλή: σου παρέχω την ψήφο μου με αντάλλαγμα να ικανοποιήσεις συντεχνιακά ή παραταξιακά ή τα προσωπικά μου  συμφέροντα. Μια σχέση πολιτικο-ιδεολογικής, κατ΄όψη,  συναλλαγής με ανταλλάγματα όμως ψηφοθηρικά και ρουσφετολογικά ή καθαρά συντεχνιακά και  προσωπικά. Την πλήρη υποκατάσταση της αντιπροσωπευτικής σχέσης από μία σχέση επιτακτικής, πολιτικής,  εντολής, που υποκρύπτει όμως και υποστηρίζει μια πελατειακή  σχέση πολιτικής συναλλαγής και διαρκούς ψηφοθηρικής εξάρτησης του βουλευτή από τους εν δυνάμει ψηφοφόρους, θεωρώ ως το πλέον σοβαρό σύμπτωμα πολιτικού εκφυλισμού της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας μας.

Και το νοσηρό αυτό σύμπτωμα γίνεται εξόχως ανησυχητικό, όταν υπάρχουν σήμερα υπουργοί ή βουλευτές, που δικαιολογούν και καμαρώνουν ιδεολογικά  για την σχέση αυτή που έχουν ή είχαν με τους ψηφοφόρους πελάτες τους στην επαγγελματική τους ζωή.  Όταν προεξοφλούν  την επαγγελματική τους εξυπηρέτηση  με μια νομοθετική ρύθμιση,  που θεσπίζουν οι ίδιοι στο όνομα της κομματο-ιδεολογικής τους συνέπειας. Όχι μόνον αρνούνται να δούν την στρέβλωση που υφίσταται η αντιπροσωπευτική μας δημοκρατία από τις πελατειακές σχέσεις, αλλά επί πλέον σπεύδουν να χαρακτηρίσουν την συμπεριφορά τους ως «κανονική» ως συνταγματική θεμιτή !, αφού, όπως ισχυρίζονται, παραμένουν συνεπείς  με την ιδεολογία τους και με τις προεκλογικές υποσχέσεις του κόμματός τους. Αν αυτό δεν είναι  στρέβλωση και εκφυλιστικό  σύμπτωμα της  αντιπροσωπευτικής αρχής και παράδειγμα χαρακτηριστικό περιφρόνησης του γενικού συμφέροντος και του κοινού καλού για χάρη παραταξιακών ή συντεχνιακών συμφερόντων και αν αυτό δεν είναι ο ορισμός της πελατοκρατίας, η  κυριότερη αιτία της πολιτικής αναξιοπιστίας  της πολιτικής εξουσίας και  απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, τότε τι άλλο είναι;  

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι ο βουλευτής επιλέγεται από κάποιο κόμμα στο οποίο είναι συνήθως πολιτικά ενταγμένος και εκλέγεται από τον λαό με βάση το προεκλογικό, κυβερνητικό πρόγραμμα του κόμματος, το οποίο δεσμεύεται ηθικοπολιτικά να το σέβεται και να το τηρεί. Και η πολιτική αυτή δέσμευση ισχύει και απέναντι στους ψηφοφόρους του. Η ουσιαστική όμως αυτή δέσμευση του βουλευτή από το πρόγραμμα του κόμματος απέναντι στους ψηφοφόρους του αποτελεί μια προσωπική, ηθικοπολιτική δέσμευσή του, που έχει να κάνει πρωτίστως με  την πολιτική αξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας. Έχει η ίδια τεράστια σημασία σήμερα  για το πολιτικό σύστημα που πάσχει από την τραγική έλλειψή της. Δεν μπορεί όμως, ως πρακτική ή ως πραγματικό γεγονός,  να θίξει ούτε να αναιρέψει το κλασικό κανονιστικό νόημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του αντιπροσωπευτικού συστήματος,  που είναι η αντιπροσωπευτική αρχή ή ελεύθερη εντολή.   

Οι αντιπρόσωποι του λαού τελούν σε σχέση τυπικής, συνταγματικής  ανεξαρτησίας από τους εκλογείς, αφού κατά το Σύνταγμα αντιπροσωπεύουν, όπως τονίσαμε, τον λαό συνολικά και κρίνουν και αποφασίζουν  στο όνομα και για λογαριασμό του λαού και για τα συμφέροντά του, συνολικά,  και όχι στο όνομα και για λογαριασμό των ψηφοφόρων τους ούτε  για τα συμφέροντα του κόμματός του. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς, αποφασίζουν ψηφίζοντας και διατυπώνοντας  την γνώμη τους ελεύθερα και αδέσμευτα κατά συνείδηση (άρθρο 60 παρ. 1Σ).

**************************************************************

Ο Μάνεσης δεν πρόλαβε να δεί και ίσως ευτυχώς τον εκφυλισμό και την παρακμή της μεταπολιτευτικής περιόδου. Δεν πρόλαβε να δεί την μετάπτωση της λαϊκής κυριαρχίας σε επιτακτική «κομματο-λαϊκίστικη»    εντολή   ούτε την παραφθορά της αντιπροσωπευτικής σχέσης από σχέση αντιπροσώπευσης του λαού, ως  συνόλου και  ενότητας,  σε μια πελατειακή σχέση κομματο-προσωπικής πολιτικής συναλλαγής. Τα δημοκρατικά ιδεώδη, ωστόσο, που υπερασπίστηκε με συνέπεια και ανιδιοτέλεια, χωρίς πολιτικά ή επαγγελματικά ανταλλάγματα, παραμένουν, ευτυχώς, αλώβητα ως κανόνες και αξιακό οπλοστάσιο για να μπορούμε να κρίνουμε και να αξιολογούμε με όσο μυαλό και λόγο μας απέμεινε, αυτά τα πρωτοφανή που ζούμε. 

Δημοψήφισμα και αρχή της ειλικρίνειας

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Αν Καθηγητής ΕΑΠ

Δημοψήφισμα και αρχή της ειλικρίνειας

Το δημοψήφισμα που πρότεινε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και ενέκρινε η κυβερνητική πλειοψηφία στη Βουλή, με τη σύμπραξη της Χρυσής Αυγής, είναι από συνταγματική άποψη πανταχόθεν διάτρητο.

Δεν υπάρχει δημοψήφισμα με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Δεν νοείται προ-δημοψηφισματική περίοδος πέντε ημερών, αυτό είναι αντίθετο με την ίδια τη φύση του θεσμού, που προϋποθέτει ότι ο πολίτης έχει τον επαρκή χρόνο και την κατάλληλη πληροφόρηση για να αξιολογήσει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του «ναι» και του «όχι». Κανένα δημοψήφισμα δεν επιτρέπεται να αφορά δημοσιονομικά θέματα. Αυτό που ορίζεται ρητά για το δημοψήφισμα για ψηφισμένα νομοσχέδια (άρθρο 44 παρ. 2 εδ. β' Συντ.) ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για το συμβουλευτικό δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα (άρθρο 44 παρ. 2. εδ. α' Συντ.). Οπως έλεγαν οι κλασικοί συνταγματολόγοι, είναι ανώφελο το δημοψήφισμα για δημοσιονομικά θέματα: κανείς δεν θέλει τις φορολογικές επιβαρύνσεις.

Το Σύνταγμά μας όμως απαγορεύει και κάτι άλλο: τα παραπλανητικά δημοψηφίσματα. Το άρθρο 52 Συντ. («Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της πολιτείας…») καθιερώνει, μεταξύ άλλων, και την αρχή της ειλικρίνειας κατά τη διατύπωση των ερωτημάτων του δημοψηφίσματος. Η κυβέρνηση επιχειρεί, διά της πλαγίας οδού, να αποσπάσει την έγκριση του λαού για την έξοδο από την Ευρωζώνη. Δεν τολμά να θέσει το ερώτημα αυτό ανοιχτά, επειδή ξέρει την απάντηση. Η αρχή της ειλικρίνειας δεν είναι μόνο πολιτική αρετή -που δεν την έχει αυτή η κυβέρνηση- αλλά και συνταγματική αρχή, την οποία η κυβέρνηση παραβιάζει εν ψυχρώ, με τον τρόπο που θέτει το ερώτημα.

Δεν είναι όμως ώρα τώρα για συνταγματικές ερμηνείες και επιχειρηματολογίες. Η Ελλάδα πρέπει να σωθεί, και θα σωθεί έστω και αν η μοιραία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχειρεί να τη βουλιάξει. Και αυτή τη φορά θα τη σώσει αυτοπροσώπως ο λαός της. Ο οποίος την Κυριακή θα επιβεβαιώσει, με μεγάλη πλειοψηφία, την ευρωπαϊκή του ταυτότητα, τη θέλησή του να παραμείνει μέσα στην Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ενωση, πάση θυσία. Η Ευρώπη δεν είναι μια επιλογή, είναι η μοίρα του ελληνικού έθνους.

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 30/06/2015

Οι συνταγματικές παράμετροι του δημοψηφίσματος

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Συνέντευξη στον Γιώργο Λακόπουλο, Δημοσιεύθηκε στην διαδικτυακή εφημερίδα «Ανοιχτό Παράθυρο» του Γιώργου Λακόπουλου στις 27.6.2015

 

Παρέχει το Σύνταγμα δυνατότητα δημοψηφίσματος σαν αυτό που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός;

Κατά την άποψή μου κατ’αρχήν είναι συνταγματικά θεμιτό ένα τέτοιο δημοψήφισμα και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα δεν ευσταθούν. Και τούτο διότι αυτές παραβλέπουν ότι μετά από την αναθεώρηση του 1986 στο Σύνταγμά μας προβλέπονται δύο είδη δημοψηφίσματος:

Το πρώτο αφορά κρίσιμο εθνικό θέμα και προκηρύσσεται τυπικά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αφού προηγηθεί σχετική πρόταση της κυβέρνησης και έγκριση από τουλάχιστον 151 ψήφους, δηλαδή από την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των βουλευτών.

Το δεύτερο αφορά ψηφισμένο νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, με εξαίρεση τα δημοσιονομικά, και τυπικά προκηρύσσεται επίσης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αφού προηγηθεί πρόταση από τουλάχιστον 120 βουλευτές (δύο πέμπτα της Βουλής) και έγκριση από τουλάχιστον 180 βουλευτές (τρία πέμπτα της Βουλής). 

Είναι προφανές ότι η πρόταση του πρωθυπουργού αναφέρεται στην πρώτη μορφή δημοψηφίσματος, καθώς επικαλείται όντως κρίσιμο εθνικό θέμα, για το οποίο δεν ισχύει ο περιορισμός ως προς τα δημοσιονομικά, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την σημερινή αντιπολίτευση, η οποία δυστυχώς υποτάσσεται και αυτή με την σειρά της στην γοητεία του συνταγματικού λαϊκισμού (όπως ακριβώς έκαναν, όταν ήταν στη θέση της, και οι νυν κυβερνώντες…), βαφτίζοντας ό,τι δεν της αρέσει αντισυνταγματικό…

Ωστόσο, η πρόταση της κυβέρνησης, όπως διατυπώθηκε, παρουσιάζει δύο άλλα νομικά προβλήματα, τα οποία συνδέονται εκ των πραγμάτων με την ως άνω συνταγματική προσέγγιση:

Πρώτον, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν υπάρχει πράγματι μια τελική πρόταση από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, εν είδει τελεσιγράφου (take it or leave it), η οποία πράγματι θα μπορούσε να τεθεί θεμιτά, από την σκοπιά της λαϊκής κυριαρχίας, προς έγκριση. Αν αποδειχθεί ή έστω αν δηλωθεί ότι επρόκειτο για ένα σχέδιο ανοιχτό σε αλλαγές, η κυβέρνηση θα ευρεθεί συνταγματικά εκτεθειμένη, διότι  ο τρόπος με τον οποίο τίθενται τα ερωτήματα πρέπει να είναι σαφής, σύντομος και καθορισμένος (όπως προβλέπεται και στο άρθρο 3 παρ. 2 του νόμου 4023/2011, που ρυθμίζει τα του δημοψηφίσματος), ώστε να μην καταλείπεται κανένα περιθώριο παραπλάνησης των ψηφοφόρων και φαλκίδευσης της ψήφου τους.

Δεύτερον, μια συνταγματικώς αποδεκτή αλλά και στοιχειωδώς  επαρκής, από θεσμική άποψη, διεξαγωγή ενός τέτοιου δημοψηφίσματος δεν είναι σε καμία περίπτωση συμβατή με την ασφυκτική ημερομηνία που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός. Πράγματι, ούτε οι διαδικασίες που προβλέπονται για την προετοιμασία του αλλά ούτε και ο διάλογος που απαιτείται για ένα τέτοιο σοβαρό ζήτημα (από κόμματα και φορείς της κοινωνίας των πολιτών, όπως προβλέπεται από τον ανωτέρω νόμο) είναι δυνατόν να «χωρέσουν» μέσα σε πέντε μόλις ημέρες που απομένουν μεταξύ της έκδοσης του σχετικού προεδρικού διατάγματος και της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος στις 5 Ιουλίου. Μια τέτοια βεβιασμένη και πρόχειρη διαδικασία είναι προφανές ότι υπονομεύει εκ των πραγμάτων την αξία της λαϊκής συμμετοχής και κινδυνεύει να εξελιχθεί σε παρωδία και αυτό ελπίζω να το λάβει σοβαρά υπ’όψιν της η Ολομέλεια της Βουλής… 

 

 

2. Ας αφήσουμε τα συνταγματικά ζητήματα και ας μπούμε στην ουσία. Πιστεύετε ότι είναι δυνατόν ένα τέτοιο δημοψήφισμα να υπηρετήσει την λαϊκή κυριαρχία;

Στα ζητήματα αυτά νομίζω ότι η λογική του «άσπρου – μαύρου» δεν βοηθά διόλου τον δημόσιο διάλογο. Το δημοψήφισμα δεν πρέπει ούτε να δαιμονοποιείται αλλά ούτε και να υπερτιμάται, αναγορευόμενο σε πανάκεια. Ως θεσμός άμεσης δημοκρατίας, εφόσον εφαρμοσθεί σωστά κατά τα προαναφερθέντα,  κατ’αρχήν πράγματι μπορεί να συμβάλει στον εμπλουτισμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με συγκεκριμένες συμμετοχικές διαδικασίες. Το επιχείρημα ότι η λαϊκή κυριαρχία εξαντλείται στην ανάδειξη των βουλευτών και ότι ο λαός δεν μπορεί να εκφράζει άποψη ούτε καν για εξαιρετικά κρίσιμα εθνικά και κοινωνικά ζητήματα μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε μια ολιγαρχική  προσέγγιση, που υποτάσσει την πολιτική στην «διαλεκτική των τεχνικών της εξουσίας», για να παραφράσω τον ποιητή.

Ωστόσο, για να υπηρετηθεί πράγματι η λαϊκή κυριαρχία, η  διεξαγωγή δημοψηφίσματος πρέπει να περιβάλλεται με συγκεκριμένες εγγυήσεις ως προς την γνησιότητα έκφρασης της λαϊκής βούλησης, ώστε να μην χρησιμοποιείται προσχηματικά και πολύ περισσότερο να μην εντάσσεται σε μια λογική θεσμικού λαϊκισμού ή (ενδο)κομματικών σκοπιμοτήτων, που οδηγούν ευθέως στην καταχρηστική αξιοποίηση του θεσμού, προκειμένου να εκμαιευθούν συγκεκριμένες απαντήσεις, κατά παράκαμψη του Συντάγματος.

Στο σημείο δε αυτό δεν αντέχω στον πειρασμό να παρατηρήσω ότι αυτοί που υπερακοντίζουν σήμερα στο θέμα του δημοψηφίσματος, προβάλλοντάς το σαν απαραίτητη εκδήλωση της λαϊκής κυριαρχίας, είναι οι ίδιοι που είχαν καταγγείλει αντίστοιχη σχετική πρόταση, που είχε διατυπωθεί από τον πρώην πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου σε παρεμφερείς πολιτικές συνθήκες, και αυτό δείχνει, αν μη τι άλλο, μια μικροπολιτική και ευκαιριακή αντιμετώπιση του θεσμού.

Τέλος θα ήθελα να επισημάνω ιδιαίτερα ότι σε ένα δημοψήφισμα σαν αυτό που προτείνει η κυβέρνηση δεν νοείται η τακτική του Πόντιου Πιλάτου. Η κυβέρνηση πρέπει να λάβει σαφή θέση υπέρ ή κατά και να εξηγήσει πως θα διαχειρισθεί τόσο την απόρριψη της «πρότασης» των θεσμών –που είναι προφανές ότι οδηγεί σε χρεοκοπία εντός ή εκτός ευρώ– όσο και την τυχόν αποδοχή της, που οδηγεί αναπόφευκτα, με βάση τα έως τώρα δεδομένα, στην παραίτησή της. 

 

———————————————

 

Δημοσιεύθηκε στην Real News, 4.7.2015

 

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης

Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Συνέντευξη στον Βασίλη Σκουρή

 

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ, Κ. ΣΩΤΗΡΕΛΗ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΑΠΟΨΗ;

Από την πρώτη στιγμή, κ. Σκουρή, επισήμανα ότι το δημοψήφισμα αυτό δεν προσκρούει στον περιορισμό του Συντάγματος ως προς τα δημοσιονομικά, διότι αυτός αφορά την δεύτερη προβλεπόμενη μορφή δημοψηφίσματος(για ψηφισμένο νομοσχέδιο). Πλην όμως παρουσιάζει άλλα σοβαρότατα συνταγματικά προβλήματα, με αποτέλεσμα η όλη διαδικασία να αγγίζει πλέον τα όρια της θεσμικής παρωδίας. Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι:

Το πρώτο σοβαρό πρόβλημα, όπως επισήμανα αμέσως μετά την αναγγελία του δημοψηφίσματος, αφορά το ίδιο το ερώτημα, η σύντομη, σαφής και καθορισμένη διατύπωση του οποίου είναι μια από τις σημαντικότερες εγγυήσεις του δημοψηφίσματος. Από την αρχή είχε διαφανεί και σήμερα πλέον έχει αποδειχθεί ότι η πρόταση του δημοψηφίσματος δεν είχε την μορφή τελεσιγράφου («take it or leave it»), από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ώστε να μπορεί πράγματι να τεθεί θεμιτά, από την σκοπιά της λαϊκής κυριαρχίας, προς έγκριση. Επρόκειτο απλώς για ένα σχέδιο συμφωνίας, το οποίο στη συνέχεια άλλαξε, μετά αποσύρθηκε και τελικά κατέστη άνευ αντικειμένου. Αυτό λοιπόν το σχέδιο, διατυπωμένο μάλιστα με περίπλοκο και ασαφή τρόπο, υποβάλλεται καταχρηστικά και παραπλανητικά στον ελληνικό λαό (και μάλιστα με πρώτο το όχι, κατά παγκόσμια πρωτοτυπία…). Ως εκ τούτου, οι πολίτες από την πλευρά τους νομιμοποιούνται πλέον να το αγνοήσουν  και να το υποκαταστήσουν με το πραγματικό ερώτημα που τίθεται ενώπιόν τους και δεν είναι άλλο από το «ναι ή όχι στη χρεοκοπία» που σημαίνει, σχεδόν νομοτελειακά, «ναι ή όχι στο ευρώ», κατά πάσα δε πιθανότητα  και «ναι ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση»…   

Ένα δεύτερο μεγάλο πρόβλημα, το οποίο επίσης ανέδειξα ευθύς εξ αρχής, αφορά τον χρόνο  διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, ο οποίος δεν επαρκεί ούτε καν στοιχειωδώς, τόσο ως προς την διαδικασία οργάνωσης του δημοψηφίσματος όσο και ως προς την άνετη ανάπτυξη των επιχειρημάτων, όπως αυτή εξειδικεύεται από τον ισχύοντα νόμο 4023/2011 (που προβλέπει δύο Επιτροπές, μια υπέρ του «ναι» και μια υπέρ του «όχι», κατανομή επαρκούς χρόνου σε όλα τα ΜΜΕ και επί μέρους χρονικές εγγυήσεις για τη διασφάλιση ενός γνήσια δημοκρατικού διαλόγου).

Με βάση τα ανωτέρω, και με επίκληση των ισχυόντων για τις βουλευτικές εκλογές, υποστήριξα την άποψη ότι ο εύλογος χρόνος για μια στοιχειωδώς αποδεκτή, διαδικαστικά και δημοκρατικά, διεξαγωγή του δημοψηφίσματος είναι τουλάχιστον 15 ημέρες. Χαίρομαι δε ιδιαίτερα για το ότι και ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης διατύπωσε, με παρεμφερή επιχειρήματα, αυτήν την άποψη, επισημαίνοντας ταυτόχρονα και το ασαφές του ερωτήματος.

Παρά ταύτα, η κυβέρνηση όχι μόνον κώφευσε σε όλες τις σχετικές εκκλήσεις αλλά προκάλεσε και ένα τρίτο μείζον πρόβλημα, που ολοκλήρωσε την θεσμική εκτροπή του συγκεκριμένου δημοψηφίσματος. Συγκεκριμένα εξέδωσε –με την εξαναγκασμένη αποδοχή, για δεύτερη φορά μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, του Προέδρου της Δημοκρατίας…– μια Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, με την οποία τροποποίησε μονομερώς, χωρίς τον αναγκαίο έλεγχο της Βουλής, τους προαναφερθέντες όρους διεξαγωγής του δημοψηφίσματος. Το έθεσε έτσι, στην πραγματικότητα, στην προκρούστεια κλίνη των μικροκομματικών επιλογών της, τόσο με την αυθαίρετη σύντμηση των προθεσμιών όσο και με την υποβολιμαία υποκατάσταση των Επιτροπών από τα κόμματα. Τηρουμένων των αναλογιών, είναι σαν να προκηρύσσονται βουλευτικές ή δημοτικές εκλογές και να έρχεται μια κυβέρνηση εκ των υστέρων και να αλλάζει τον εκλογικό νόμο, κόβοντας και ράβοντάς τον στα μέτρα της…

Συμπερασματικά, είναι πράγματι λυπηρό το ότι η πρώτη εφαρμογή ενός γνήσια δημοκρατικού θεσμού συνδέεται εν τοις πράγμασι με τον πολλαπλό θεσμικό ευτελισμό του και την αλλοίωση του χαρακτήρα του. Η κυβέρνηση όχι μόνον δεν υπηρετεί την ουσιαστική λαϊκή συμμετοχή, όπως διατείνεται προσχηματικά, αλλά στην ουσία αποβλέπει στην φαλκίδευση της, παραβιάζοντας έτσι τις επιταγές του άρθρου 52 του Συντάγματος για ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής βούλησης. Πρόκειται, δυστυχώς για έναν άκρατο και δημαγωγικό  «δημοκρατικισμό», που αντιστρατεύεται την πραγματική δημοκρατία και αποτελεί την πλέον ακραία και επικίνδυνη εκδήλωση του θεσμικού λαϊκισμού, από τον οποίο ειλικρινά αναρωτιέμαι γιατί δεν διαχωρίζουν ευθαρσώς την θέση τους ορισμένα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ –και δη συνάδελφοί μου– με εγνωσμένη δημοκρατική ευαισθησία…

 

ΠΟΙΕΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ;

Αν το αποτέλεσμα είναι όχι δεν θα υπάρξουν –τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα– συνταγματικές εξελίξεις. Απλώς η παρούσα Κυβέρνηση θα κληθεί να διαχειρισθεί τις ολέθριες, κατά την άποψή μου, συνέπειες αυτής της επιλογής.

Αν ωστόσο η απάντηση είναι ναι, οι συνταγματικές εξελίξεις θα είναι νομίζω ραγδαίες. Η κυβέρνηση κατ’ αρχάς οφείλει, με βάση τη δήλωση του πρωθυπουργού για σεβασμό της λαϊκής ετυμηγορίας, να υποβάλει αμέσως την παραίτησή της. Κατόπιν αυτού, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα απαλλάξει την κυβέρνηση από τα καθήκοντά της και θα προχωρήσει, κατά το άρθρο 37 παρ. 3 εδ. γ΄ του Συντάγματος, σε διαβούλευση με τους πολιτικούς αρχηγούς, προκειμένου να διερευνηθεί η δυνατότητα σχηματισμού κοινοβουλευτικής κυβέρνησης (που θα μπορεί να διασφαλίσει πλειοψηφία των παρόντων, όχι μικρότερη από 120 βουλευτές). Αν διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα, τότε θα διαλυθεί η Βουλή και εντός τριάντα ημερών θα διεξαχθούν εκλογές από υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι οι εκλογές μπορεί να γίνουν, οριακά, ακόμη και στις 26 Ιουλίου (εν όψει και των  προηγηθεισών  προετοιμασιών για το δημοψήφισμα). 

 

ΔΗΛΑΔΗ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΙΚΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΣΕ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ;

Κατά την άποψή μου όχι, διότι η ερμηνεία του άρθρου 38 του Συντάγματος, περί παραίτησης, πρέπει να εναρμονισθεί με την ερμηνεία που δόθηκε ήδη από τον προηγούμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις, ως προς τον διορισμό του πρωθυπουργού. Και εξηγώ:

Στο άρθρο 37 ορίζεται ότι πρωθυπουργός διορίζεται «ο αρχηγός του κόμματος που διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών». Η διάταξη αυτή ερμηνεύθηκε με ευρύτητα από τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος θεώρησε ότι η δήλωση των ΑΝΕΛ για υποστήριξη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αρκετή για απευθείας –δηλαδή χωρίς διερευνητικές εντολές–διορισμό πρωθυπουργού, παρότι το κόμμα του δεν διέθετε απόλυτη πλειοψηφία. Με βάση λοιπόν αυτό το προηγούμενο, η ίδια ερμηνεία πρέπει να ακολουθηθεί, για την ενότητα του νομικού λόγου, και ως προς την παραίτηση. Άρα, ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να παρακάμψει και εν προκειμένω τις διερευνητικές εντολές που προβλέπονται στο  άρθρο 38 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος και να εφαρμόσει απευθείας, κατά τα ανωτέρω, το εδ. β΄ του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι: «Αν ο πρωθυπουργός της παραιτούμενης κυβέρνησης είναι αρχηγός… κόμματος που διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 37 παρ. 3 εδ. γ΄».

 

ΣΤΕ (Ολομ) 2291/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Αριθμός απόφασης 2291/2015

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Κων. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Ευδ. Γαλανού, Χρ. Ράμμος, Μιχ. Βηλαράς, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ιω. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Αντ. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κων. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κων. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ιω. Δημητρακόπουλος, Στ. Λαμπροπούλου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Ραφτοπούλου και Αντ. Χλαμπέα καθώς και η Πάρεδρος Στ. Λαμπροπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. 

Για να δικάσει την από 16 Ιανουαρίου 2012 αίτηση:

των: 1) Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Υπαλλήλων Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα (Εθνικής Αντιστάσεως 8 – Άλιμος), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Αθανάσιο Κουρέντα (Α.Μ. 5466), ο οποίος με δήλωσή του στο ακροατήριο διορθώνει την επωνυμία της σε «Ομοσπονδία Υπαλλήλων Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)», που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδίας ………………………………., 2) …………………….. του …………….., κατοίκου Αθηνών (……………………… – Άλιμος), ο οποίος παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αθανάσιο Κουρέντα, που τον διόρισε στο ακροατήριο, 3) …………………. του …………….., 4) ……………….. του …………… και 5) ………………. του ……………….., κατοίκων Αθηνών (……………….- Άλιμος), οι οποίοι δεν παρέστησαν, 

κατά των Υπουργών: α) Οικονομικών και β) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίοι παρέστησαν με τις: 1) Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και 2) Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 24 Φεβρουαρίου 2012 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.10Ε.Ε./2/οικ.22225/8-11-2011 Εγκύκλιος του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και β) η από 16-12-2011 (ΦΕΚ 262/16-12-2011 τ. Α΄) Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως. 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Μ. Σταματελάτου. 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων που παρέστησαν, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τις αντιπροσώπους των Υπουργών, οι οποίες ζήτησαν την απόρριψή της. 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου 

κ α ι 

Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο   Ν ό μ ο 

 

1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (Α’ 214) της Αντιπροέδρου Ευδοξίας Γαλανού, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την κρινόμενη υπόθεση, έλαβε μέρος στη διάσκεψη αντ’ αυτής ως τακτικό μέλος η Σύμβουλος Βαρβάρα Ραφτοπούλου, αναπληρωματικό μέχρι τώρα μέλος της συνθέσεως (βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας 53/2013).

2. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1225908, 3227254/2012 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

3. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ /Β.10 Ε.Ε./2/οικ.22225/8.11.2011 πράξης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης “Εφαρμογή διατάξεων του άρθρου 34 του ν. 4024/2011 περί κατάργησης κενών θέσεων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εργασιακής εφεδρείας”, με την οποία, μεταξύ άλλων, γνωστοποιήθηκαν στις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα αποδεκτών οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 4024/2011 (Α’ 226). Επίσης, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της από 16 Δεκεμβρίου 2011 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου με τίτλο “Κατεπείγοντα μέτρα εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015 και του Κρατικού Προϋπολογισμού έτους 2011” (Α’ 262/16.12.2011).

4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου λόγω της σπουδαιότητάς της, κατόπιν της από 24.2.2012 πράξεως του Προέδρου του, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 εδάφιο α’ του π.δ. 18/1989 (Α’ 8). 

5. Επειδή, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του δικηγόρου που υπογράφει το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ως πληρεξούσιος των αιτούντων διορθώνεται η επωνυμία της πρώτης των αιτούντων από “Πανελλήνια Ομοσπονδία Υπαλλήλων Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)” σε “Ομοσπονδία Υπαλλήλων Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)”. 

6. Επειδή, τρεις από τους πέντε συνολικά αιτούντες και, ειδικότερα, οι αναγραφόμενοι στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης με τους αριθμούς 3 (………………..), 4 (………………….) και 5 (……………….) δεν παρέστησαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ούτε νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα την αίτηση δικηγόρο με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 27 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2479/1997 (Α’ 61). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως προς τους αιτούντες αυτούς, για τον ως άνω λόγο, ως απαράδεκτη. 

7. Επειδή, στο ν. 4024/2011 “Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο – βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015” (Α’ 226/27.10.2011) περιέχεται, μεταξύ άλλων, το κεφάλαιο τρίτο (άρθρα 33, 34, 35), το οποίο τιτλοφορείται “Κατάργηση κενών οργανικών θέσεων στο δημόσιο τομέα, προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα και εργασιακή εφεδρεία”. Στο άρθρο 34 του ανωτέρω νόμου με την επικεφαλίδα “Κατάργηση κενών θέσεων ιδιωτικού δικαίου και εργασιακή εφεδρεία”, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως, της προσβαλλόμενης πράξης, οριζόταν ότι: “1. Η παρ. 7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011 (Α’ 152) αντικαθίσταται ως εξής: “7. α) Το προσωπικό που τίθεται σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας εντάσσεται σε πίνακες κατάταξης από το ΑΣΕΠ, με βάση αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια (όπως τυπικά προσόντα, εμπειρία, οικογενειακή κατάσταση, ηλικία, προϋπηρεσία, ειδικές γνώσεις κ.λπ.). Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, καθορίζονται τα αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο, η διαδικασία κατάρτισης του πίνακα και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. 

Από τους εν λόγω πίνακες κατάταξης, το ανωτέρω προσωπικό: αα) μπορεί να μεταφέρεται ύστερα από αίτησή του με την ίδια σχέση εργασίας σε φορείς του δημόσιου τομέα του άρθρου 1 του ν. 3812/2009 (Α’ 234), εφόσον υπάρχουν αιτήματα των φορέων αυτών για πλήρωση θέσεων τακτικού προσωπικού, σε ποσοστό 10% των ετήσιων προσλήψεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του άρθρου 11 του ν. 3833/2010, ββ) επιλέγεται ύστερα από αίτηση του κατά προτεραιότητα σε ποσοστό 30% επί του συνόλου των εκάστοτε θέσεων που προκηρύσσονται για απασχόληση προσωπικού ορισμένου χρόνου σε υπηρεσίες και φορείς του δημόσιου τομέα, γγ) προηγείται έναντι όλων των λοιπών κατηγοριών για την επιλογή υποψηφίων για μερική απασχόληση, σύμφωνα με το ν. 3250/2004, εφόσον υποβάλει αίτηση. Στις ανωτέρω περιπτώσεις η τυχόν επιλογή για απασχόληση επιφέρει διακοπή της καταβολής των αποδοχών της εργασιακής εφεδρείας. β) Σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας δεν εντάσσεται εργαζόμενος: αα) του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος έχει ενταχθεί ήδη σε προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα ή στην εργασιακή εφεδρεία της παρούσας παραγράφου, ββ) του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος ή τέκνο το οποίο τον βαρύνει φορολογικά σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε. (ν. 2238/1994, Α’Ι51) και συνοικεί με αυτόν, έχει αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 67%. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. ορίζεται στις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ. γγ) που είναι ανάπηρος σε ποσοστό τουλάχιστον 67% ή πολύτεκνος κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου πρώτου του ν. 1910/1944 (Α’ 229), εφόσον τα τέκνα, που ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1910/1944, τον βαρύνουν φορολογικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε., δδ) που είναι προστάτης μονογονεϊκής οικογένειας με τέκνο που συνοικεί με αυτόν και τον βαρύνει φορολογικά σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε. γ) Το προσωπικό που εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας συνεχίζει να λαμβάνει για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών, και εφόσον προβλέπεται από ειδικότερες διατάξεις μέχρι είκοσι τέσσερις (24) μήνες, από την ένταξή του στο καθεστώς αυτό, αποδοχές ίσες με το 60% του βασικού μισθού που ελάμβανε κατά το χρόνο εισόδου του στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας. δ) Για το προσωπικό που εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας καταβάλλονται από τον φορέα προέλευσης οι εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη, υπολογιζόμενες επί των τακτικών αποδοχών που ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά το χρόνο ένταξής του στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας κατά τον ίδιο χρόνο. Αν ο φορέας προέλευσης έχει καταργηθεί, οι ως άνω εισφορές, καθώς και η τυχόν οφειλόμενη αποζημίωση λόγω απόλυσης καταβάλλονται από τον Ο.Α.Ε.Δ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί κατ’ εξαίρεση του προηγούμενου εδαφίου να καθορίζεται διαφορετικός φορέας καταβολής των αποδοχών ή και των εισφορών του προηγούμενου εδαφίου και να ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα. ε) Η ένταξη στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας λογίζεται ως προαναγγελία απόλυσης για κάθε έννομη συνέπεια και οι αποδοχές που καταβάλλονται στο προσωπικό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπαράγραφο γ’, συμψηφίζονται με την αποζημίωση λόγω απόλυσης που τυχόν οφείλεται κατά τη λήξη του χρόνου της εργασιακής εφεδρείας. στ) Αν ο εργαζόμενος συνάψει οποιασδήποτε μορφής εργασιακή σχέση ή ασκήσει ελεύθερο επάγγελμα ή επιτήδευμα κατά τη διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας, το καταβαλλόμενο σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο ποσοστό βασικού μισθού, περικόπτεται κατά το μέρος που οι πάσης φύσεως αποδοχές από την εργασιακή σχέση που συνάφθηκε ή το εισόδημα από το ελευθέριο επάγγελμα ή επιτήδευμα που ασκήθηκε, υπερβαίνουν τις αποδοχές που ελάμβανε κατά την είσοδό του στην εργασιακή εφεδρεία. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται ο τρόπος υπολογισμού του εισοδήματος σε μηνιαία βάση από την τυχόν άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος ή επιτηδεύματος, τα ειδικότερα ζητήματα ασφάλισης, καταβολής των εισφορών εργαζομένου και εργοδότη, ο τελικός δικαιούχος φορέας των εισφορών και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου. 2. Καταργούνται οι κενές, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, θέσεις εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού και τις επιχειρήσεις τους, στα Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος η σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού ή εποπτείας ή διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους ή επιχορηγούνται τακτικά σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005 (Α’ 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις όμοιες της παρ. 1α του ν. 3899/2010 (Α’ 212). Εξαιρούνται οι κενές θέσεις: α) για τις οποίες έχει εκδοθεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου έγκριση πρόσληψης προσωπικού σύμφωνα με το άρθρο 2 της ΠΥΣ 33/2006 9 (Α’ 280), β) για την πλήρωση των οποίων έχει εκδοθεί πράξη προκήρυξης μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και γ) καλλιτεχνικού προσωπικού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, του Εθνικού Θεάτρου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και της Ορχήστρας Λυρικής Σκηνής. 3. Η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των εργαζομένων στους φορείς της προηγούμενης παραγράφου με εξαίρεση το καλλιτεχνικό προσωπικό της περίπτωσης γ’ της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και το ιατρικό, νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό των δημοσίων νοσηλευτικών ιδρυμάτων, των φορέων κοινωνικής πρόνοιας του ΕΚΑΒ και των ασφαλιστικών ταμείων, καθώς και τους ερευνητές και ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες που υπάγονται στις διατάξεις του ν. 1514/1985, λύεται αυτοδικαίως εκ του νόμου, όταν συντρέξουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για λήψη πλήρους σύνταξης, που αντιστοιχούν σε τριανταπέντε (35) χρόνια ασφάλισης, εφόσον το δικαίωμα αυτό αποκτάται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις μέχρι και την 31.12.2013. 4. Οι εργαζόμενοι της προηγούμενης παραγράφου τίθενται αυτοδικαίως, με την παρέλευση ενός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε εργασιακή εφεδρεία και μέχρι την κατά την προηγούμενη παράγραφο λύση της σχέσης εργασίας τους. 5. α) Οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των φορέων που καταργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν. 4002/2011 (Α’ 180), εντάσσονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στην εργασιακή εφεδρεία που προβλέπεται στην παρ. 7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011. β) Η παράγραφος 3 του άρθρου 56 του ν. 4002/2011 καταργείται. γ) η παράγραφος 5 του άρθρου 62 του ν. 4002/2011 καταργείται. 6. Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των νομικών προσώπων που συγχωνεύονται ή λύονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 έως και 64 και 66 του ν. 4002/2011 εντάσσονται από 1.1.2012 στην εργασιακή εφεδρεία της παρ.7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, όπως τροποποιείται με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον μέχρι 30.11.2011 δεν έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις μεταφοράς προσωπικού από τα αρμόδια όργανα που προβλέπεται στις ως άνω διατάξεις. 7. Με απόφαση του οργάνου διοίκησης των φορέων υποδοχής των νομικών προσώπων της προηγούμενης παραγράφου, που εκδίδεται το αργότερο μέχρι 31.12.2011, προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των κατηγοριών ΥΕ και ΔΕ, σε αριθμό ίσο με το προσωπικό των κατηγοριών αυτών που μεταφέρθηκε και εντάχθηκε στον φορέα υποδοχής, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 57 έως και 64, και 66 του ν. 4002/2011, εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας της παρ. 7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, όπως η παράγραφος τροποποιείται με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Αν μέχρι την ως άνω ημερομηνία δεν έχει ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία ένταξης του ανωτέρω προσωπικού στο καθεστώς αυτό, το σύνολο του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των κατηγοριών αυτών (ΥΕ και ΔΕ) του φορέα υποδοχής, θεωρείται πλεονάζον και εντάσσεται αυτοδικαίως από 1.1.2012 στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας που ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο με την επιφύλαξη των διατάξεων της υποπαραγράφου β’ της παραγράφου 7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, όπως τροποποιείται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Κριτήριο ένταξης στην εργασιακή εφεδρεία του ως άνω προσωπικού αποτελεί η προϋπηρεσία του εργαζομένου στον φορέα προέλευσης ή υποδοχής, εντασσομένων στην εργασιακή εφεδρεία όσων έχουν την ολιγότερη προϋπηρεσία. 8. Η χρονική διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, προκειμένου για εργαζόμενους της παραγράφου 4, και τους δώδεκα (12) μήνες, προκειμένου για εργαζόμενους των παραγράφων 5, 6 και 7. 9. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. 10. …11. …”.

8. Επειδή, στη συνέχεια, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπουργική πράξη, στην οποία ορίζονται, κατά τα πληττόμενα μέρη αυτής, τα ακόλουθα: “4. Εργασιακή εφεδρεία του προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που απασχολείται στους φορείς που συγχωνεύονται ή λύονται των άρθρων 57-64 και 66 του ν. 4002/2011 (Α’ 180). Πεδίο εφαρμογής. Με τις ρυθμίσεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 34 του νόμου 4024/2011 … οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των φορέων που συγχωνεύονται ή λύονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 έως και 64 και 66 του ν. 4002/2011, εντάσσονται στην εργασιακή εφεδρεία από 1.1.2012, εφόσον μέχρι 30.11.2011 δεν έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις μεταφοράς τους από τα αρμόδια όργανα που προβλέπεται στις ανωτέρω διατάξεις… Η χρονική διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας του προσωπικού των φορέων της παρ. 6 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες… Με απόφαση του οργάνου διοίκησης των φορέων υποδοχής των νομικών προσώπων των άρθρων 57 έως και 64 και 66 του ν. 4002/2011, που εκδίδεται το αργότερο μέχρι 31.12.2011, προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των κατηγοριών ΥΕ και ΔΕ, σε αριθμό ίσο με το προσωπικό των κατηγοριών αυτών που μεταφέρθηκε και εντάχθηκε σε αυτούς, εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας. Αν μέχρι την ως άνω ημερομηνία δεν έχει ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία ένταξης του ανωτέρω προσωπικού στο καθεστώς αυτό, το σύνολο του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των κατηγοριών αυτών (ΥΕ και ΔΕ) του φορέα υποδοχής, θεωρείται πλεονάζον και εντάσσεται αυτοδικαίως από 1.1.2012 στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας. Κριτήριο ένταξης στην εργασιακή εφεδρεία του ως άνω προσωπικού αποτελεί η προϋπηρεσία του εργαζομένου στον φορέα προέλευσης ή υποδοχής, εντασσομένων στην εργασιακή εφεδρεία όσων έχουν την ολιγότερη προϋπηρεσία. 5. Αποδοχές και αποζημίωση εργασιακής εφεδρείας. Το προσωπικό που εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας: Συνεχίζει να λαμβάνει για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών και εφόσον προβλέπεται από ειδικότερες διατάξεις μέχρι είκοσι τέσσερις (24) μήνες, από την ένταξή του στο καθεστώς αυτό, αποδοχές ίσες με το 60% του βασικού μισθού που ελάμβανε κατά το χρόνο εισόδου του στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας. Για το ανωτέρω προσωπικό καταβάλλονται από τον φορέα προέλευσης, οι εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη, υπολογιζόμενες επί των τακτικών αποδοχών που ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά το χρόνο ένταξής του στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας κατά τον ίδιο χρόνο… Η ένταξη στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας λογίζεται ως προαναγγελία απόλυσης για κάθε έννομη συνέπεια και οι αποδοχές που καταβάλλονται στο προσωπικό που εντάσσεται σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, συμψηφίζονται με την αποζημίωση λόγω απόλυσης που τυχόν οφείλεται κατά τη λήξη του χρόνου της εργασιακής εφεδρείας”. 

9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η ανωτέρω υπουργική πράξη έχει εκτελεστό χαρακτήρα, ως εισάγουσα νέες ρυθμίσεις, κανονιστικού χαρακτήρα, κατά τα μέρη αυτής που αναφέρονται: α) στην υπαγωγή σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας του προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που απασχολείται στους φορείς που συγχωνεύονται ή λύονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 έως και 64 και 66 του ν. 4002/2011 και β) στις αποδοχές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στο προσωπικό που εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, είναι απορριπτέος διότι με την προσβαλλόμενη υπουργική πράξη, κατά τα ανωτέρω μέρη της, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, επαναλαμβάνονται οι ρυθμίσεις των παραγράφων 6, 7 και 8 του άρθρου 34 του ν. 4024/2011, που αφορούν τη θέση σε εργασιακή εφεδρεία του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των νομικών προσώπων, τα οποία συγχωνεύονται ή λύονται, καθώς και οι ρυθμίσεις των υποπαραγράφων 1γ, 1δ και 1ε του αυτού άρθρου 34, που αφορούν τις αποδοχές και την αποζημίωση του προσωπικού που εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, η προσβαλλόμενη πράξη, κατά τα επίμαχα μέρη της, αποτελεί απλή ερμηνευτική εγκύκλιο, με την οποία παρέχονται οδηγίες και διευκρινίσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες για τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 34 του ν. 4024/2011 και, συνεπώς, δεν απορρέουν έννομες συνέπειες για τους διοικουμένους από την πράξη αυτή, η οποία, ως εκ τούτου, κατά τα προδιαληφθέντα μέρη δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα (Σ.τ.Ε. 668/2012, 1283-4/2012 Ολομ.) και, κατ’ ακολουθίαν, απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση. 

10. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 44 του Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα:

«Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παράγραφος 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους παύουν να ισχύουν στο εξής.»

Όπως έχει ήδη κριθεί με αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου (1250/2003, 3612/2002, 3636/1989, 2289/1987), αν η πράξη νομοθετικού περιεχομένου κυρωθεί μέσα στις συνταγματικές προθεσμίες από το νόμο, οι ρυθμίσεις της καθίστανται ρυθμίσεις του κυρωτικού της νόμου και, μάλιστα, αναδρομικώς, αφού η “κύρωση” από το νόμο εμπεριέχει εννοιολογικώς την αναδρομή του νόμου.

Εξάλλου, όπως έχει επίσης κριθεί, η συνδρομή ή μη των έκτακτων περιπτώσεων εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, κατά το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, ως αναγομένη στη σφαίρα της πολιτικής ευθύνης των ασκούντων στην περίπτωση αυτή νομοθετική εξουσία πολιτειακών οργάνων (Ολομ. Σ.τ.Ε. 1250/2003, 3636/1989, 2289/1987). 

11. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη πράξη νομοθετικού περιεχομένου της 16ης Δεκεμβρίου 2011, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του νόμου 4047/2012 (Α’ 31/23.2.2012) μέσα στην προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος, επικαλείται στο προοίμιό της την “έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης”, μεταξύ άλλων, “να συμπληρωθούν άμεσα οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 7 του άρθρου 34 του ν. 4024/2011, σχετικά με τη θέση σε εφεδρεία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου”. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 της προαναφερόμενης πράξης νομοθετικού περιεχομένου, η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της, στις 16.12.2011, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από χρόνο προγενέστερο της άσκησης της κρινόμενης αίτησης (24.1.2012). Ως εκ τούτου, κατά την άσκηση της εν λόγω αίτησης η προσβαλλόμενη με αυτήν πράξη νομοθετικού περιεχομένου είχε ήδη καταστεί σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τυπικός νόμος, κατά του οποίου δεν χωρεί αίτηση ακυρώσεως (Ολομ. Σ.τ.Ε. 1250/2003, 3612/2002, 2593/2001). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εν λόγω πράξης νομοθετικού περιεχομένου. 

12. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη.

Δ ι ά   τ α ύ τ α 

Απορρίπτει την αίτηση. 

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. 

Επιβάλλει στους αιτούντες τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2013

Ο Πρόεδρος                                     Η Γραμματέας

Κων. Μενουδάκος                            Μ. Παπασαράντη

 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 2015.

Ο Πρόεδρος                                     Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος                                  Μ. Παπασαράντη

Το ελληνικό site νομολογίας για τα θεμελιώδη δικαιώματα

Eλληνικό site για τη νομολογία στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά το Σύνταγμα (Σ.), την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τις γενικές αρχές και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης), ενίοτε δε και με βάση άλλα διεθνή κείμενα.

Σκοπός του site η έγκυρη, ταχεία και συστηματική πληροφόρηση των λειτουργών της ελληνικής δικαιοσύνης αναφορικά με τη σύγχρονη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εθνικό και στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι κύριοι άξονες του site είναι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), χωρίς να λείπουν και αναφορές σε αποφάσεις των λοιπών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας μας ή άλλων κρατών. Οι σημαντικότερες πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις παρουσιάζονται στην αρχική σελίδα. Παράλληλα μπορείτε να ενημερωθείτε για τις οικείες αποφάσεις του τρέχοντος έτους ανά δικαστήριο (ΣτΕ, ΕΔΔΑ, ΔΕΕ, λοιπά δικαστήρια). Επιπλέον, έχετε πρόσβαση σε καθ' ύλην ευρετήριο της νομολογίας. Αυτό θα εμπλουτίζεται σταδιακά με την προσθήκη των νέων αλλά και παλαιότερων αποφάσεων. Ελπίζω το site να σας φανεί χρήσιμο και εύχρηστο.

Ιωάννης Γ. Δημητρακόπουλος, 
Πάρεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας

http://www.humanrightscaselaw.gr/

Φλογαΐτης Σπυρίδων, Η Εξέλιξη του Δικαίου και του Κράτους στην Ευρώπη, Αθήνα-Κομοτηνή: Σάκκουλας 2015

Επτά Μαθήματα. Πρόλογος: David Feldman, Rouse Ball Καθηγητής Αγγλικού Δικαίου, Πανεπιστήμιο του Cambridge. Μετάφραση Στέλλα Χριστοφορίδου. Με τη συνδρομή της Έδρας Jean Monnet Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτισμού, Νομικής Σχολής ΑΠΘ. …

Τα περισσότερα βιβλία σχετικά με τη δημόσια εξουσία και το κράτος ασχολούνται με το θέμα τους από την άποψη της νομικής θεωρίας, της κοινωνιολογίας ή της πολιτικής επιστήμης. Αυτό το βιβλίο, χωρίς να αξιώνει να παραδώσει μια ολοκληρωμένη θεωρία του δικαίου και του κράτους, έχει ως στόχο να ενημερώσει, προσφέροντας μια νέα ανάγνωση της ιστορίας και των θεσμών, ιδιαίτερα όπως έχουν διαμορφωθεί στην ηπειρωτική Ευρώπη και τις ευρωπαϊκές πολιτικές και νομικές επιστήμες. Με βάση ένα εντυπωσιακά ευρύ φάσμα πηγών, τόσο από τη δυτική όσο και από την ανατολική Ευρώπη, ο συγγραφέας υποδεικνύει ότι μόνο με τη γνώση της ιστορίας του κράτους, καθώς και της κρατικής διοίκησης από το δωδέκατο αιώνα, μπορούμε να αρχίσουμε να κατανοούμε τη διαχρονική σημασία του κράτους και των δημόσιων εξουσιών στη σύγχρονη Ευρώπη. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όταν η σημασία του διεθνούς δικαίου και των θεσμών συχνά οδηγεί στον ισχυρισμό ότι είτε δεν υφίσταται πλέον το κράτος ή ότι δεν έχει χάσει τη σημασία του, η αλήθεια στην πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Τώρα ζούμε σε μια εποχή όπου η ισορροπία μετατοπίζεται μακριά από τη μάχη για την οικοδόμηση κρατών που βασίζονται σε δημοκρατικές αξίες, προς τις θεμελιώδεις αξίες των υφιστάμενων πάνω και πέρα από τα σύνορα των εθνών και των κρατών, υπό το άγρυπνο βλέμμα των δικαστών που δεσμεύονται από το κράτος δικαίου.

Από τη σελίδα του εκδότη Σάκκουλας ΑΕ

Καταχώρηση: 18-06-2015     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Βιβλιοπαρουσίαση: Γιάννη Α. Τασόπουλου, Η ΛΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ
ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Εργαστήριο Φιλοσοφίας του Δικαίου, Πολιτικής Φιλοσοφίας και Ηθικής

Το Εργαστήριο της Φιλοσοφίας του Δικαίου, Πολιτικής Φιλοσοφίας και Ηθικής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ σας προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου του αν. καθηγητή του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης (ΕΚΠΑ), Γιάννη Α. Τασόπουλου, Η ΛΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2014, που κυκλοφορεί στην εκδοτική σειρά του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Πολιτεία-Σύνταγμα-Ευρώπη.

Η εκδήλωση θα γίνει τη Δευτέρα 22 Ιουνίου και ώρα 6 μ.μ. στο Αμφιθέατρο Αργυριάδη, στο Κεντρικό Κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών (Πανεπιστημίου 30).

Ομιλητές είναι οι:

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ξενοφών Κοντιάδης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Επιστημονικός Διευθυντής του ΚΕΣΔ

Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Στη συζήτηση συμμετέχει και ο συγγραφέας του βιβλίου, Γιάννης Α. Τασόπουλος.

Η επαγγελματική δραστηριότητα των δικηγόρων υπό το πρίσμα του Συνταγματικού και Ευρωπαϊκού-Ενωσιακού Δικαίου Με αφορμή την υπ’ αριθμ. 3154/2014 Απόφαση του ΣτΕ

Αναστάσιος Γρ. Παυλόπουλος, Δικηγόρος, Υποψήφιος Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Α.Π.Θ.

[Αναδημοσίευση από το περιοδικό «συνηγοροσ» τ. 108/2014, σελ. 28-30]

Ι. Εισαγωγή

Η υπ’ αριθμ. 3154/2014 Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας μας παρέχει το έναυσμα να εκφράσουμε ορισμένες σκέψεις, γύρω από τα εξής, μείζονος σημασίας, θέματα με τα οποία ασχολήθηκε: πρώτον, αναφορικά με τα ζητήματα της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, δεύτερον, αναφορικά με την σχέση του κόστους των δικηγορικών υπηρεσιών και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και τρίτον αναφορικά με την δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων περί ελεύθερου ανταγωνισμού του εθνικού και ενωσιακού δικαίου επί συγκεκριμένων εκφάνσεων της δικηγορικής δραστηριότητας.

Τα ζητήματα αυτά ήχθησαν ενώπιον του ΣτΕ κατόπιν ασκήσεως σχετικής αιτήσεως ακυρώσεως, από τον θιγόμενο δικηγόρο, της οποίας προηγήθηκαν τα εξής –συνοπτικά αναφερόμενα– πραγματικά περιστατικά:

 

ΙΙ. Ιστορικό της υποθέσεως

 Ο αιτών ως δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου, απείχε από την έκδοσή των διπλοτύπων προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής σε σχετικές υποθέσεις που χειριζόταν. Το συνολικό ποσό που όφειλε στον εν λόγω Σύλλογο ανήλθε, κατόπιν συμψηφισμού, στο ύψος των 7.527,46 €. Για τον λόγο ότι αρνήθηκε να καταβάλει το ως άνω ποσό στον Δικηγορικό Σύλλογο, ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη κατ’ αυτού για παράβαση του άρθρου 96 παρ. 6 του τότε ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), το οποίο όριζε την αντίστοιχη υποχρέωση έκδοσης των γραμματίων προκαταβολής. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου απέρριψε τους ισχυρισμούς του αιτούντος και έκρινε ότι έχει υποπέσει στο πειθαρχικό αδίκημα της συστηματικής παραβίασης της υποχρέωσης περί καταβολής του προβλεπόμενου ποσοστού από τις αμοιβές του για τη λειτουργία του διανεμητικού λογαριασμού και του επέβαλε την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης των έξι μηνών. Ο αιτών κατά της ως άνω απόφασης άσκησε έφεση, ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή, οπότε του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης των είκοσι ημερών, με τη σκέψη –όπως αναφέρεται στην απόφαση–  ότι ναι μεν υπέπεσε στο αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα, πλην όμως ενήργησε όχι με ιδιοτελή κίνητρα, αλλά με εύλογες νομικές επιφυλάξεις για το κύρος των εφαρμοστέων, εν προκειμένω, διατάξεων. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αιτών άσκησε την αίτηση ακύρωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η σχολιαζόμενη απόφαση.

Οι αιτιάσεις οι οποίες προβλήθηκαν από τον θιγόμενο δικηγόρο κατά του κύρους της προσβληθείσας απόφασης, αφορούσαν την αντίθεση των σχετικών διατάξεων, που επιβάλλουν την υποχρέωση έκδοσης του γραμματίου προκαταβολής της δικηγορικής αμοιβής, αλλά και την απόδοση μέρους αυτής υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, προς την επαγγελματική ελευθερία, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αλλά και τις περί ελεύθερου ανταγωνισμού διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Πριν την εξέταση της δικαιοδοτικής κρίσης, επί των ισχυρισμών αυτών, είναι επιβεβλημένη μία σύντομη επισκόπηση του κρίσιμου νομοθετικού καθεστώτος που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, σε παράλληλη ανάγνωση με τις ισχύουσες, σήμερα, διατάξεις.

 

ΙΙΙ. Το εφαρμοστέο δίκαιο

Το εφαρμοστέο δίκαιο αποτελείται από ένα πλέγμα διατάξεων, που συσχετίζουν την υποχρέωση προκαταβολής της δικηγορικής αμοιβής με τις περί πειθαρχικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Ήδη το άρθρο 96 του προϊσχύοντος καθεστώτος του Ν.Δ. 3026/1954 προέβλεπε ρητά την υποχρέωση έκδοσης γραμματίου προκαταβολής για το αντίστοιχο ποσό της –τότε προβλεπόμενης‑ ελάχιστης αμοιβής, ενώ επίσης ρητά προβλεπόταν ότι ο δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση του αυτή υποχρεούται να καταβάλει κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους εκατό έως πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών και σε περίπτωση υποτροπής με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από του δικηγορικού λειτουργήματος από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες. Ένα μέρος από την προεισπραττόμενη αμοιβή, με βάση το άρθρο 96Α του προϊσχύοντος καθεστώτος αποδίδεται υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, προκειμένου τα ποσά που συγκεντρώνονταν να διανέμονται μεταξύ των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις, που θέσπιζε η σχετική Υπουργική Απόφαση.

Το άρθρο 96 § 1 Ν.Δ. 3026/1954 τροποποιήθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011, ενώ μετά την αντικατάσταση του Ν.Δ. 3026/1954 από τον Ν. 4194/2013, ισχύουσες είναι οι διατάξεις του άρθρου 61 του τελευταίου. Η βασική αλλαγή, μεταξύ του προγενέστερου, του Ν. 3919/2011 και του ισχύοντος καθεστώτος, συνίσταται στην κατάργηση της υποχρεωτικής προείσπραξης της αμοιβής των δικηγόρων μέσω του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, η οποία συνάπτεται απολύτως προς τον, ωσαύτως, καταργούμενο θεσμό των υποχρεωτικών ελαχίστων αμοιβών. Το γραμμάτιο προκαταβολής, πλέον, περιλαμβάνει μόνο τις εισφορές, που προβλέπονται για (α) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, (β) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), (γ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας – Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και (δ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/ 2001. Οι εισφορές αυτές αντιστοιχούν σε πάγια ποσά, που διαφοροποιούνται ανάλογα με την κάθε διαδικαστική πράξη, το δε ύψος τους προβλέπεται, κατά την έναρξη ισχύος του Κώδικα, στο Παράρτημα ΙΙΙ και είναι δυνατόν να τροποποιείται μεταγενεστέρως με την έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης. Με τις ρυθμίσεις αυτές ο νομοθέτης έλαβε πρόνοια, ώστε η κατάργηση της υποχρεωτικής προεισπράξεως των δικηγορικών αμοιβών να μην επιφέρει μείωση στα έσοδα των Δικηγορικών Συλλόγων και των Ασφαλιστικών Ταμείων[1].

Με παρόμοιο τρόπο και οι νέες διατάξεις δεν αρκούνται στην πρόβλεψη της υποχρέωσης καταβολής του γραμματίου προκαταβολής, αλλά εξοπλίζουν τη διατύπωση αυτή, με τη θέσπιση ουσιαστικής φύσεως κανόνων δικαίου, κυρωτικού χαρακτήρα, οι οποίοι αποβλέπουν στον διοικητικό καταναγκασμό, με την ευρεία έννοια του όρου. Προβλέπεται, συγκεκριμένα, πρόστιμο ύψους από 1.000 έως 20.000 €, ενώ σε περίπτωση υποτροπής προβλέπεται ακόμα και η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από 15 ημέρες μέχρι 6 μήνες. Για την αποτελεσματικότητα λειτουργίας αυτού του κυρωτικού συστήματος στην παρ. 6 του άρθρου 61 προβλέπεται υποχρέωση των γραμματειών των δικαστηρίων να αποστέλλουν στο τέλος κάθε μήνα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν, χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο γραμμάτιο προκαταβολής.

Τέλος, με το άρθρο 62 του Ν. 4194/2013 μεταφέρονται κατ’ ουσίαν οι διατάξεις του άρθρου 96Α του Ν.Δ. 3026/1954, το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 2 § 2 Ν. 1649/1986 και είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 5 § 9 Ν. 3919/2011. Με τις διατάξεις της παρ. 1 παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης, προκειμένου να εκδώσει την κανονιστική πράξη (ΥΑ) σύστασης των ειδικών διανεμητικών λογαριασμών. Η Υπουργική Απόφαση εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Αυτό σημαίνει πως ο Υπουργός δεσμεύεται από το περιεχόμενο της πρότασης του Δικηγορικού Συλλόγου, χωρίς να μπορεί να αποκλίνει από αυτό. Έκδοση της Υπουργικής Απόφασης, χωρίς σύμφωνη γνώμη, θα την καθιστά ακυρωτέα λόγω μη τηρήσεως του προβλεπόμενου ουσιώδους τύπου. Η σύμφωνη γνώμη του Συλλόγου μπορεί να προσβληθεί αυτοτελώς μόνο, όταν είναι αρνητική, ενώ δε θεωρείται εκτελεστή πράξη, όταν είναι θετική.

Η παράλληλη ανάγνωση των διατάξεων του προγενέστερου και εφαρμοστέου, στην εξεταζόμενη περίπτωση, δικαίου με τις αντίστοιχες διατάξεις του νέου Κώδικα Δικηγόρων, μας επιτρέπει την εκτίμηση ότι η σχολιαζόμενη νομολογία εξακολουθεί να διατηρεί την αξία της, καθώς παρά το γεγονός της κατάργησης του θεσμού των υποχρεωτικών ελάχιστων αμοιβών, το γραμμάτιο προκαταβολής, έστω και με διαφορετικό περιεχόμενο, εξακολουθεί να ισχύει, όπως επίσης και η παρακράτηση μέρους των προκαταβαλλομένων ποσών υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού.

 

IV. Οι βασικές θέσεις της απόφασης

1. Ως προς το ζήτημα του περιορισμού της επαγγελματικής ελευθερίας των Δικηγόρων.

Ο θιγόμενος δικηγόρος προέβαλε ότι η εκ του νόμου υποχρέωση προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, καθώς και η δημιουργία διανεμητικού λογαριασμού με παρακράτηση ποσοστού από την προεισπραττόμενη αμοιβή αντίκεινται προς την συνταγματικά κατοχυρωμένη επαγγελματική ελευθερία των Δικηγόρων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, με το επιχείρημα ότι οι σχετικές διατάξεις ως μη επιδιώκουσες σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστούν ανεπίτρεπτο περιορισμό αυτής. Το δικαστήριο ακολουθώντας τη νομολογιακή γραμμή, που από παλιά είχα χαράξει πάνω στο ζήτημα αυτό, επεσήμανε καταρχάς ότι το δικηγορικό επάγγελμα είναι στενά συνδεδεμένο με την απονομή της δικαιοσύνης και ότι για το λόγο αυτό υπόκειται σε αυστηρό καθεστώς δεσμεύσεων και ρυθμίσεων. Παράλληλα αξιολόγησε ότι η συλλογική οργάνωσή του δικηγορικού επαγγέλματος αποβλέπει μεταξύ άλλων και στην εξασφάλιση των υλικών προϋποθέσεων αξιοπρεπούς άσκησης του, από όλα τα μέλη του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ενώ η εξασφάλιση των προϋποθέσεων αυτών επιτυγχάνεται και με την παρακράτηση από τις αμοιβές των δικηγόρων ποσοστών για δημιουργία διανεμητικών λογαριασμών. Με αυτό το σκεπτικό συνήχθη το συμπέρασμα ότι οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων δεν προσκρούουν καταρχήν στο Σύνταγμα, υπό την προϋπόθεση ότι τελικώς δεν αναιρείται η συνταγματικώς κατοχυρωμένη επαγγελματική και οικονομική ελευθερία των δικηγόρων, ούτε θίγεται ο πυρήνας της ελευθερίας αυτής και ότι τηρείται η αρχή της αναλογικότητας[2].

2. Ως προς τη σχέση του κόστους των δικηγορικών υπηρεσιών και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

Ενώπιον του Δικαστηρίου προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η υποχρέωση παρακράτησης ποσοστού 10%, υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, από τη δικηγορική αμοιβή για παραστάσεις ενώπιον των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων, αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα έννομης προστασίας, με το επιχείρημα ότι ο εντολέας υφίσταται εν τέλει το οικονομικό βάρος, λόγω του ότι αυξάνεται συνολικά η αμοιβή του δικηγόρου. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, με το σύντομο σκεπτικό ότι το παρακρατούμενο ποσοστό 10% υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού από τη δικηγορική αμοιβή είναι χαμηλό και δεν επιβαρύνει ουσιωδώς την αμοιβή που καταβάλλει ο εντολέας στον δικηγόρο του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω ρύθμιση συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

3. Ως προς τη συμβατότητα με τις περί ελεύθερου ανταγωνισμού διατάξεις του ενωσιακού δικαίου

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, η εξέταση του ζητήματος κατά πόσον οι εξετασθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων περί της υποχρέωσης έκδοσης γραμματίου προκαταβολής και της απόδοσης μέρους του ποσού αυτού υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, είναι σύμφωνες με τις περί ελεύθερου ανταγωνισμού διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, πρέπει να διέλθει τα εξής στάδια: πρώτον, θα πρέπει να εξεταστεί η υπαγωγή του δικηγόρου στην έννοια της «επιχείρησης» και του δικηγορικού συλλόγου στην έννοια της «ένωσης επιχειρήσεων» και δεύτερον θα πρέπει να διακριβωθεί εάν οι εξεταζόμενες ρυθμίσεις του εθνικού δικαίου συνιστούν «αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων» ή «εναρμονισμένη πρακτική».

Εφαρμοστέες διατάξεις είναι αυτές του άρθρου 81 ΣυνθΕΚ και ήδη 101 ΣΛΕΕ, βάσει των οποίων απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες οι οποίες συνίστανται στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής. Εφαρμόζοντας αντίστοιχη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ΣτΕ έκρινε ότι οι δικηγόροι, ως εκ της φύσεως της δραστηριότητάς τους, αποτελούν επιχειρήσεις κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης, και επομένως όταν δικηγορικός σύλλογος θεσπίζει ρύθμιση, ορίζοντας υποχρεώσεις και απαγορεύσεις στη συμπεριφορά των μελών του επί της αγοράς νομικών υπηρεσιών, πρέπει να θεωρηθεί ότι ενεργεί ως «ένωση επιχειρήσεων», χωρίς να έχει σημασία, από την άποψη αυτή, ότι ο δικηγορικός σύλλογος διέπεται από κανόνες δημοσίου δικαίου[3]. Μετά την διαπίστωση αυτή, το δικαστήριο εστίασε στο κατά πόσον οι κανόνες περί του εξεταζόμενου θέματος, δηλ. του γραμματίου προκαταβολής και της απόδοσης μέρους του ποσού αυτού υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, αποτελούν απότοκο συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων ή κατά πόσον έχει χαρακτήρα εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ των επιχειρήσεων. Στο ερώτημα αυτό δόθηκε αρνητική απάντηση, με το επιχείρημα ότι οι εξεταζόμενες ρυθμίζεις πηγάζουν από κανονιστικού περιεχομένου κρατική ρύθμιση και όχι από συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων και συνεπώς δεν παραβιάζονται καταρχήν οι κανόνες του ανταγωνισμού, καθόσον έχει κριθεί από την νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης ότι εφόσον εκείνος που θεσπίζει εν τέλει τη ρύθμιση είναι το κράτος, τότε δεν συντρέχει παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 10 και 81 ΣΕΚ[4].

 

V. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Η σχολιαζόμενη απόφαση αντιμετώπισε με την δέουσα ορθότητα τα προβαλλόμενα ζητήματα περί αντίθεσης στο Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, που αφορούν εν γένει το γραμμάτιο προκαταβολής, αλλά και την απόδοση μέρους του ποσού αυτού υπέρ άλλων φορέων, όπως εν προκειμένω του διανεμητικού λογαριασμού. Κρίσιμο κριτήριο κατά την αξιολόγηση υπό το πρίσμα της επαγγελματικής ελευθερίας, αλλά και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας είναι το χαμηλό ύψος του αποδιδόμενου ποσού: ο νομοθέτης με βάση την γενική κανονιστική του αρμοδιότητα, μπορεί να διαρρυθμίσει κανονιστικά την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, για την επιδίωξη διάφορων θεμιτών δημοσίων σκοπών, όπως εν προκειμένω η εξασφάλιση ορισμένων υλικών προϋποθέσεων για την αξιοπρεπή άσκηση του επαγγέλματος από όλα τα μέλη του οικείου δικηγορικού συλλόγου ή και άλλων σκοπών όπως η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων των δικηγόρων, όμως η αρμοδιότητα αυτή οριοθετείται από την αρχή της αναλογικότητας. Η υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε χαρακτήρα τελών για την διεξαγωγή της δικής δεν πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να θίγεται εν τέλει η επαγγελματική ελευθερία του Δικηγόρου ή το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του εντολέα.

Αντίθετα, ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας τίθεται από την νεοπαγή ρύθμιση του άρθρου 61 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), κατά την οποία η προσκόμιση του γραμματίου προκαταβολής αποτελεί αυτοτελή προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε διαδικαστικής πράξης που διενεργείται ενώπιον των δικαστικών αρχών από δικηγόρο. Η δικονομική κύρωση, που προβλέπεται είναι το απαράδεκτο του ενδίκου βοηθήματος, εάν κατά την κατάθεση δεν είχε προσκομιστεί το αντίστοιχο προβλεπόμενο γραμμάτιο προκαταβολής.

Με σκεπτικό στηριζόμενο σε παλαιότερη νομολογία (βλ. ΑΕΔ 33/1995) μπορούμε να διατυπώσουμε τη γνώμη πως τέτοιες ρυθμίσεις που δεν συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων ούτε προς την απονομή της δικαιοσύνης από αυτά και που αποσκοπούν στη διευκόλυνση και εξασφάλιση της είσπραξης από το δικηγόρο της αμοιβής του, είναι αντίθετες προς το δικαίωμα δικαστική προστασίας.

 

 

.

 


[1] Νομολογιακά έχει κριθεί ότι η παρακράτηση από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, επί του ποσού της προκαταβαλλόμενης δικηγορικής αμοιβής, ποσοστού 10% υπέρ του οικείου δικηγορικού συλλόγου και αντίστοιχου ποσοστού 15% με τη μορφή της παρακράτησης φόρου, γίνονται σε βάρος του δικαιούχου δικηγόρου και όχι σε βάρος του εντολέα του, διότι αυτά τα ποσά αφορούν εισφορές του σε διάφορα ταμεία και συμμετοχή του στα έξοδα προείσπραξης του οικείου δικηγορικού συλλόγου καθώς και προκαταβολή φόρου εισοδήματος, βλ. σχετικώς Ελ Συν (Πράξη) 8/2012, ΕΔΔΔ 2012, σελ. 454. Βέβαια, τα ποσά αυτά είναι ορθότερο να δεχτούμε ότι ακολούθως ο Δικηγόρος μπορεί να τα αναζητήσει από τον πελάτη του, εντάσσοντάς τα στην έννοια της δικαστηριακής δαπάνης για την περαίωση της εντολής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 57.

[2] Για το τελευταίο αυτό ζήτημα κρίθηκε ότι το παρακρατούμενο ποσοστό 10% επί των αμοιβών για τις ενώπιον των δικαστηρίων παραστάσεις σε πολιτικές, ποινικές και διοικητικές υποθέσεις, είναι, κατά κοινή πείρα, χαμηλό και ως εκ τούτου δεν αντίκειται ούτε στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με το αιτιολογικό ότι δεν διαταράσσει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και του δικαιώματος επί της περιουσίας των δικηγόρων. Βλ. αναλυτικότερα για το ζήτημα της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, Β. Κόκοτα, Επαγγελματική ελευθερία, 2014 και ιδίως σελ. 149-157. Βλ. επίσης αναφορικά με τους περιορισμούς στην επαγγελματική ελευθερία όσων ασκούν επάγγελμα σχετικά με την απονομή δικαιοσύνης, Π. Μαντζούφας, Οικονομική κρίση και Σύνταγμα, 2014, σελ. 240-282.

[3] Βλ. συναφώς: ΔΕΚ απόφαση της 19.2.2002 C-309/99, Wouters κ.λπ. σκ. 44-66, απόφαση της 19.2.2002, C-35/99, Arduino, αποφάσεις της 5.12.2006, συνεκδικασθείσες C-94/04 και C-202/04, Federico Cipolla κλπ. Η τελευταία αναφερόμενη απόφαση  του Δ.Ε.Κ. της 5.12.2006, Cipolla, υπόθεση C-94/04, αναφέρεται στο ιταλικό σύστημα υποχρεωτικών ελαχίστων δικηγορικών αμοιβών. Το Δ.Ε.Κ. αποφάνθηκε ότι οι ελάχιστες αμοιβές συνιστούν κατ’ αρχήν περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως και ελεύθερης κυκλοφορίας υπηρεσιών, που θα μπορούσε όμως να δικαιολογηθεί επί συνδρομής επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί είναι συμβατοί με την αρχή της αναλογικότητας.

[4] Βλ. συναφώς, απόφαση της 19.2.2002 C-35/99 Arduino, σκ. 40-44, διάταξη της 17.2.2005, C-250/03 Mauri, σκ. 28-38, αποφάσεις της 5.12.2006 C-94/04 και C-202/04, Cipolla, σκ. 48-54, απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2010 C-225/09, Edyta Joanna Jakubowska, σκ. 48-49. 

Η ΑΡΧΗ «ne bis in idem» με αφορμή την με αριθμό 1741/2015 Απόφαση Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας

Αντώνης Αργυρός

Η ΑΡΧΗ «ne bis in idem» με αφορμή την με αριθμό 1741/2015 Απόφαση Ολομέλειας  του Συμβουλίου της Επικρατείας

Μελέτη

ΑΝΤΩΝΗ Π.ΑΡΓΥΡΟΥ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ : Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την με αριθμό 1741/2015 απόφασή της, έκρινε ότι δεν προσκρούει στην ευρωπαϊκή και ελληνική νομοθεσία, αλλά ούτε στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η διπλή ποινή (χρηματικό πρόστιμο και ποινική καταδίκη) για τις περιπτώσεις της λαθρεμπορίας, αλλά δεν  αποτελεί διπλή κύρωση για το ίδιο αδίκημα και δεν παραβιάζεται έτσι  η  αρχή«ne bis in idem» δηλ. «κανείς δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά δις για το ίδιο αδίκημα».

 Η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ, αφού ανήρεσε απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά που είχε κρίνει τα αντίθετα, υποχρέωσε εταιρεία πετρελαιοειδών να πληρώσει το ποσό που της επιβλήθηκε από το Τελωνείο, λόγω λαθρεμπορίας,  παρά το γεγονός ότι από τα Ποινικά Δικαστήρια αθωώθηκε η επίμαχη εταιρεία λόγω αμφιβολιών.

Το ΣτΕ έκρινε ότι το πολλαπλό τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας «δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου, που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την "ποινή", δηλαδή τη γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλά έχει χαρακτήρα, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 89 παρ.2 του Τελωνειακού Κώδικα, διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα -υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων- και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως κοινοτικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας».

Περαιτέρω  η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ αναφέρει  ότι «το πολλαπλό τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και τον χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως». Εξάλλου, αναφέρει  το Σ.τ.Ε στην με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ότι « εφ' όσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθώς και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης».

Τέλος, αναφέρει η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ ότι η αμετάκλητη[1] αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια δεν αποκλείει την -κατόπιν συνεκτιμήσεως της αθωώσεώς του αυτής- αιτιολογημένη διαφορετική κρίση στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης περί επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν η αθώωση είναι λόγω αμφιβολιών.

1.-Η Αρχή «ne bis in idem»

Η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ είναι μια αξιοσημείωτη απόφαση που αντιμετωπίζει μια σειρά  από σημαντικά νομικά  ζητήματα, με την θεώρηση όμως του εθνικού δικαίου (και του «Ελληνικού δράματος»[2] τολμώ να πω) και με την έντονη  προβληματική από την διαμορφωμένη νομολογίας του ΕΣΔΑ και του ΔΕΕ ειδικότερα;

1.1-Η αρχή, «ne bis in idem» είναι θεμελιώδης για το ποινικό δίκαιο, κατοχυρώνεται ρητώς στο αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, στο αρ. 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και, πλέον, στο άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα δε με αυτή, δεν επιτρέπεται η ποινική δίωξη ή καταδίκη ατόμου για μια παράβαση για την οποία έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί αμετάκλητα από δικαστήρια του ίδιου κράτους

Η ΟλΑΠ με την 1/2011 έκρινε ότι : «το Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16.12.1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 1462/1997, επιβάλλει την υποχρέωση στα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται στο Διεθνές Σύμφωνο στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου καθιερώνεται η αρχή ότι "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικασθεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας". Η διατύπωση αυτή σημαίνει αλλά και η πρόδηλη έννοια της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να είναι παρά ότι κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επί μέρους συμβαλλομένης χώρας, ήτοι "του ίδιου Κράτους". Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη-Μέλη για την προσαρμογή της νομοθεσίας τους.» 

1.2.-.Η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στις διοικητικές κυρώσεις  αντιμετωπίσθηκε  με την απόφαση Zolotukhin του ΕΔΔΑ[3] .

Το ΕΔΔΑ, αναγνώρισε ότι η ένταξη μιας κύρωσης στην ύλη του διοικητικού δικαίου κατά την εσωτερική έννομη τάξη, δεν αρκεί για να αποκλείσει την υπαγωγή της στην έννοια της «κατηγορίας ποινικής φύσεως», όπως αυτή περιλαμβάνεται στη διάταξη της παρ. 1 του αρ. 6 της ΕΣΔΑ.

Για την υπαγωγή αυτή το ΕΔΔΑ χρησιμοποιεί τρία κριτήρια, ευρύτερα γνωστά και ως «κριτήρια Engel[4]»(βλ αναλυτικά στην παράγραφο 1.2). τα κριτήρια αυτά δεν αντιμετώπισε η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ .

Τα κριτήρια αυτά δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά προκειμένου να χαρακτηριστεί μια κύρωση ως ποινικής φύσεως, αν και δεν αποκλείεται μια σωρευτική εκτίμησή τους, όταν η εξέταση των επιμέρους στοιχείων δεν αρκεί για να σχηματιστεί μία ασφαλής γνώμη ως προς την ποινική φύση της κύρωσης. Ενδεικτικά, το ΕΔΔΑ εξετάζει ως κριτήρια τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού καθ’ αυτού, τον αποτρεπτικό και κατασταλτικό χαρακτήρα της κύρωσης και το ύψος του προστίμου [5]

1.3.-Στην Απόφαση της 9-1-2014. Μ. Τασιούλη κατά Ελλάδος έκρινε το ΕΔΔΑ ότι: «Ο κανόνας δικαίου, τον οποίο παραβίασε η ενδιαφερομένη απευθύνεται σε όλους τους πολίτες υπό την ιδιότητα του φορολογουμένου. Επιτάσσει συγκεκριμένη συμπεριφορά, ήτοι την δήλωση υπαλλήλου και συνδυάζει την απαίτηση αυτή με κύρωση με χαρακτήρα τιμωρητικό. Το επίδικο πρόστιμο δεν αφορά, λοιπόν, την χρηματική αποζημίωση ζημίας, αλλά αποσκοπούσε στην τιμωρία με σκοπό την αποφυγή επαναλήψεως της αξιόποινης πράξεως. Έτσι, ο γενικός χαρακτήρας της, παραβιαζομένης από την προσφεύγουσα νομικής διάταξης καθώς και ο στόχος ταυτόχρονα προληπτικός και κατασταλτικός της επιβληθείσης κυρώσεως αρκούν στον να θεμελιώσουν τον ποινικό χαρακτήρα της επίδικης παραβάσεως απέναντι στο άρθρο 6 της Συμβάσεως. Σχετικώς με ό,τι προηγείται, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η προσφεύγουσα απετέλεσε αντικείμενο «κατηγορίας ποινικής φύσεως» . Το άρθρο 6 της Συμβάσεως εφαρμόζεται, συνεπώς, στην περίπτωση αυτή.» . Με βάση Τις σκέψεις αυτές ενέταξε το ΕΔΔΑ στις ποινικής φύσεως τις κυρώσεις που προβλέπονται στο ελληνικό δίκαιο για τελωνειακές παραβάσεις

Μετά τη ρητή υπαγωγή από το ΕΔΔΑ στις κατηγορίες ποινικής φύσεως των κυρώσεων που προβλέπονται στο ελληνικό δίκαιο για τελωνειακές παραβάσεις (βλ. ΕΔΔΑ της 24/9/1997, Γαρυφάλλου ΑΕΒΕ κατά Ελλάδος, 93/1996/712/909) αποτελεί πλέον κοινό τόπο στη νομολογία των ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων, η αναγνώριση της ένταξης των σοβαρότερων διοικητικών κυρώσεων στο κανονιστικό πεδίο του αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.

1.4.-Το ΣτΕ[6] με την μεχρι τώρα  νομολογία του[7] δέχτηκε οτι : «Γίνεται παγίως δεκτό (ΣτΕ 2067/2011 7μ., 990/2004 Ολομ. κ.ά.), κατά την έννοια των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικα σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ), το οποίο ορίζει ότι «Τα δικαστήρια δεσμεύονται, επίσης, ..και από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη», η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία και το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει επί υποθέσεως επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αλλά υποχρεούται απλώς να την συνεκτιμήσει κατά την διαμόρφωση της κρίσεώς του. Τούτο δεν απαιτείται να εξαγγέλλεται ρητά, αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας (ΣτΕ 990/2004 Ολομ., 671, 1067/2013, 2067/2011 7μ., 4506/2011 7μ., 1522/2010 7μ.). Εξάλλου, στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (ν.δ. 53/1974 – Α΄ 256 και ν. 1705/1987 – Α΄ 89), στο οποίο κατοχυρώνεται η αρχή ne bis in idem (βλ. και αντίστοιχη ρύθμιση στο άρθρο 50 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης), ορίζεται ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους αυτού». Περαιτέρω, ανεξαρτήτως του εάν, βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας των διαδίκων, ανακύπτει ζήτημα επεκτατικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. και σε περίπτωση αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου από σχετική ποινική κατηγορία λαθρεμπορίας, πάντως τέτοιο ζήτημα δεν γεννάται αν η αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν είναι αμετάκλητη (ΣτΕ 2951/2013). Κατά την έννοια δε του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ., το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το αμετάκλητο απόφασης ποινικού δικαστηρίου, μόνο όταν του προβάλλεται προσηκόντως εκ μέρους των διαδίκων, αυτεπαγγέλτως δε, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 4 αυτού, μόνον «εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας» (ΣτΕ 1067, 2951/2013, 1522/2010 7μ.)

2.5 Το  ΕΔΔΑ με απόφαση του 30.4.2015, στην υπόθεση « Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας»[8] (3453/12, 42941/12 και 9028/13) εξεταζοντας την αρχή Ne bis in idem (άρ. 4 του 7ου Πρωτ. ΕΣΔΑ) και τεκμήριο αθωότητας (άρ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ) σε διοικητικές διαφορές καταδίκασε την  Ελλάδα σε τρεις υποθέσεις, κριθείσες από το ΣτΕ (αποφάσεις ΣτΕ 1999/2011, 3616/2011 και 3457/2012, αντίστοιχα)  που αφορούσαν επιβολή μεγάλων διοικητικών προστίμων που αφορούσαν καταλογιστικές πράξεις της τελωνειακής αρχής για τελωνειακές παραβάσεις λαθρεμπορίας (όπλου και ηλεκτρονικών συσκευών, καυσίμων και αυτοκινήτων,) σε υποθέσεις όπου οι αιτούντες διώχθηκαν ποινικά για τις ίδιες κατ’ ουσίαν λαθρεμπορικές παραβάσεις και αθωώθηκαν με αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, που κατέστησαν αμετάκλητες. Για τα πρόστιμα απερρίφθησαν από τα διοικητικά δικαστήρια και το ΣτΕ τα  ένδικα μέσα κατά των ανωτέρω προστίμων. το ΕΔΔΑ έκρινε ότι : 1) Πρόκειται για «ποινικές» υποθέσεις, σύμφωνα με τα κριτήρια Engel. 2)Ότι εφόσον ο καθού επικαλείται ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου την σχετική αθωωτική ποινική απόφαση, το διοικητικό δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την επιρροή που μπορεί να έχει η απόφαση αυτή στην κρίση του επί της υπόθεσης· άλλως, θα ανεχόταν σκοπίμως μια κατάσταση που ενδέχεται να είναι αντίθετη  προς την αρχή ne bis in idem  –3) Ότι στη μια υπόθεση δεν θα έπρεπε καν να έχει επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο, δεδομένου ότι κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης καταλογιστικής πράξης είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη η οικεία αθωωτική ποινική απόφαση .

 3.6.-ΚΡΙΤΗΡΙΑ ENGEL

Το ΕΔΔΑ προκειμένου να μην διαφεύγει κάθε κράτος των υποχρεώσεών του μεταμφιέζοντας καταδίκες και διώξεις που ως εκ της φύσεώς τους είναι πράγματι ποινικές σε άλλης μορφής κυρώσεις, χρησιμοποίησε τρία κριτήρια, τα γνωστά ως κριτήρια Engel[9]:

 α) το εάν η σχετική νομοθετική διάταξη ανήκει στην ύλη του εθνικού ποινικού δικαίου,

β) την φύση της παραβάσεως και

γ) την φύση και τον βαθμό σοβαρότητας της κύρωσης που κινδυνεύει να υποστεί ο ενδιαφερόμενος (βλ. Αποφασεις ΕΔΔΑ, Ezech et Connors κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], υπ’ αριθμόν 39665/98 και 40086/09, παρ. 82, ΕΔΔΑ 2003-Χ).

3.8.- Η αρχή Ne bis in idem είναι κοινή και στο δίκαιο ΕΕ.. Με το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ο οποίος, από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, έχει δεσμευτικό χαρακτήρα αναγνωρίζεται η αρχή βάσει της οποίας «κανείς δε διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά δις για το ίδιο αδίκημα» («ne bis in idem») έτσι έκρινε ΔΕΕ  στην υπόθεση C‑617/10, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, στην υποθεση Åklagaren κατά Hans Åkerberg Fransso.

3.9- Το ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ:

 Η αρχή ne bis in idem, και η οποία έχει πεδίο εφαρμογής στην με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ που αφορά «κατηγορία ποινικής φύσης» κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι διοικητικό δικαστήριο ουσίας που κρίνει επί διαφοράς από πράξη επιβολής πολλαπλών τελών για λαθρεμπορία υποχρεούται να τερματίσει την ενώπιόν του διαδικασία με έκδοση απόφασης που ακυρώνει την πράξη επιβολής των τελών ή, αν αυτή έχει ήδη ακυρωθεί, που επικυρώνει τη σχετική κρίση, εφ’ όσον επί της αντίστοιχης ποινικής κατηγορίας για λαθρεμπορία κατά του αυτού προσώπου βάσει των ιδίων κατ’ ουσίαν πραγματικών περιστατικών, έχει εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση. (Βλ. μειοψηφίας στη σκέψη 8 της ΣτΕ 1522/2010 και ΣτΕ 3616/2011).

Παραβίαση δεδικασμένου, υπάρχει, αν εναντίον κάποιου ασκηθεί νέα ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ως τοιαύτης νοουμένης του ιδίου ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, το οποίο περιλαμβάνει, όχι μόνον την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά επί ουσιαστικών εγκλημάτων και το ανήκον στην αντικειμενική τους υπόσταση αποτέλεσμα, για την οποία αμετακλήτως καταδικάστηκε ή αθωώθηκε ο κατηγορούμενος ή έπαυσε η ποινική δίωξη προηγουμένως. Οταν υπάρχει δεδικασμένο, κηρύσσεται απαράδεκτη η νέα δίωξη, ο δε επικαλούμενος αυτό οφείλει να το αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή ενώπιον του Αρείου Πάγου πλήρους αντιγράφου της αποφάσεως από την οποία απορρέει και, επιπροσθέτως, βεβαιώσεως, από την οποία να προκύπτει ότι η απόφαση είναι αμετάκλητη, κατ` άρθρο 546 παρ. 2 ΚΠΔ(ΑΠ 138/2013)

Η ύπαρξη και το αμετάκλητο των εν λόγω ποινικών αποφάσεων εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το διοικητικό δικαστήριο ως προϋπόθεση της ως άνω δημοσίας τάξεως υποχρεώσεώς του, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ. περί αυτεπάγγελτης λήψης υπ’ όψη του δεδικασμένου. Υπό την προϋπόθεση, σύμφωνα και με την τελευταία αυτή διάταξη, ότι η σχετική ποινική απόφαση περιέχεται στα στοιχεία της δικογραφίας. Και αν μεν η απόφαση αυτή συμβαίνει να έχει προσαχθεί από τους διαδίκους προαποδεικτικά και με νόμιμο τρόπο, κατά το άρθρο 150 Κ.Δ.Δ., τότε λαμβάνεται υπ’ όψη άνευ άλλου αν δε προσκομισθεί μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, το δικαστήριο, εναρμονίζοντας στην περίπτωση αυτή την υποχρέωσή του προς αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος με τη θεμελιώδη αρχή της αντιμωλίας, εκδίδει προδικαστική απόφαση προκειμένου να τη λάβει υπ’ όψη αφού περιληφθεί νομίμως στο φάκελο της υποθέσεως και δοθεί έτσι η δυνατότητα στους διαδίκους να ακουσθούν επ’ αυτού (ΣτΕ 3616/2011).

Σε κάθε δε περίπτωση, εφ’ όσον προβληθεί σχετικός ισχυρισμός, έστω και το πρώτον μετά τη συζήτηση της υποθέσεως (ΣτΕ, Ολομ., 4487/2001), το δικαστήριο οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του σχετική αιτιολογία.

3.10.ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ:

Η κρίση της με αριθμό 1741/2015 απόφασής του ΣτΕ ότι «διότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, όπως την παραθέτει και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήχθη στο συμπέρασμά της λόγω αμφιβολιών.» έρχεται σε αντίθεση  με το τεκμήριο αθωότητας  .

Με την κύρωση της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρ.6 παρ.2 ΕΣΔΑ[10], το οποίο ορίζει ότι «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του», απέκτησε αυξημένη τυπική ισχύ βάσει του άρθρου 28§2 του Συντάγματος και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής έννομης τάξης, χωρίς μάλιστα να είναι δυνατή η κατάργησή του με νόμο. Σε κοινοτικό επίπεδο, με το άρ.6 παρ.2 της Συνθήκης για την ΕΕ το οποίο ορίζει ότι «Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη Δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την ΕΣΔΑ και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στην Ρώμη στις 4-11-1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου», καθίσταται σαφές ότι το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί μέρος όχι μόνο του εσωτερικού μας δικαίου αλλά και του κοινοτικού, με κοινό μάλιστα τρόπο κατοχύρωσης τους το άρθρο 6§2 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, και σε νομολογιακό επίπεδο, το ΔΕΕ αναγνωρίζει το τεκμήριο μέσω της ΕΣΔΑ και των γενικότερων συνταγματικών αρχών των κρατών-μελών, θεωρώντας το αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο.

Άλλωστε το  Ε.Δ.Δ.Α. στην  υπόθεση Β. Σταυρόπουλος κατά  Ελλάδας (απόφαση: της 27.9.2007 προσφυγη: 35522/04) έκρινε[11] ότι: «. Το Ε.Δ.Δ.Α. εκτιμά ότι κατά την αρχή "in dubio pro reo", που συνιστά μια ιδιαίτερη έκφανση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, καμία ποιοτική διαφοροποίηση δεν πρέπει να υπάρχει μεταξύ της αθώωσης ελλείψει αποδείξεων και της αθώωσης μετά από τη διαπίστωση πέραν πάσης αμφιβολίας της αθώωσης του κατηγορούμενου. Πράγματι, οι αθωωτικές αποφάσεις δεν διαφοροποιούνται βάσει των αιτιολογιών που κάθε φορά εκφέρει ο ποινικός δικαστής. Αντιθέτως, στα πλαίσια του άρθρου 6 § 2 Ε.Σ.Δ.Α., το διατακτικό μιας αθωωτικής απόφασης πρέπει να γίνεται σεβαστό από κάθε άλλη αρχή που κρίνει, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, επί της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου.»

4.8.-Συμπερασματικα:1) Επί παραβάσεων του Τελωνειακού Κώδικα προβλέπεται από το νομοθέτη η επιβολή κυρώσεων, αφ’ ενός μεν, από τα ποινικά δικαστήρια, αφ’ ετέρου δε, από την Διοίκηση, η δε διαδικασία ενώπιον της Διοικήσεως και περαιτέρω ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, οδηγεί στην επιβολή πολλαπλού τέλους, έχει και αυτή, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων Engel, ποινικό χαρακτήρα, εμπίπτει, σύμφωνα με την απόφαση Zolotukhin, που αναθεώρησε όλη την προγενέστερη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, στο πεδίο εφαρμογής της αρχής nοn bis in idem.  Με την νομολογία του ΕΔΔΑ τίθεται  το ζήτημα της δεσμεύσεως και των διοικητικών δικαστηρίων από τις τελεσίδικες αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, στις περιπτώσεις που τα ίδια πραγματικά περιστατικά και η ίδια προσωπική συμπεριφορά στοιχειοθετούν εκτός από ποινικό αδίκημα και διοικητική παράβαση, διότι διαφορετικά παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α 256) και η αρχή «ne bis in idem». Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ερμηνεύοντας την διάταξη αυτή, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής (ήτοι «αμετάκλητης» ΣτΕ 1311, 2951/2013) αθωωτικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών (ΕΔΔΑ 27.9.2007, 35522/04, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, σκέψη 39 και ΕΔΔΑ 13.7.2010, 25720/05, Tendam κατά Ισπανίας, σκέψη 37) και, συνεπώς, το διοικητικό δικαστήριο υποχρεούται να απόσχει από τη διατύπωση κρίσεως ή αιτιολογίας που να θέτει εν αμφιβόλω το αθωωτικό αποτέλεσμα της οικείας ποινικής διαδικασίας (ΕΔΔΑ 27.9.2011, 23272/07, Hrdalo κατά Κροατίας, σκέψη 54)

2)Η Ελληνική έννομη τάξη πρέπει πρώτα απ’ όλα να προβεί σε αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις ,ώστε να εναρμονισθεί πλήρως με την νομολογία του Στρασβούργου ,αλλά στο μεταξύ πρέπει άμεσα να φροντίσει ώστε οι διωκτικές Αρχές να οδηγούν τους υπαιτίους στα ποινικά δικαστήρια, προσκομίζοντας  τις αποδείξεις ενοχής, αλλιώς τα διοικητικά δικαστήρια θα οδηγούνται  μοιραία μετά από αθωωτικές αποφάσεις στα ανωτέρω αδιέξοδα που επισημάναμε.

Αντώνης Π. Αργυρός

argyros.office@gmail.com

 

 


[1] Το ΣτΕ στην 4571/2014  Απόφαση του έκρινε ότι: «βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας των διαδίκων, ανακύπτει ζήτημα επεκτατικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. και σε περίπτωση αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου από σχετική ποινική κατηγορία λαθρεμπορίας, πάντως τέτοιο ζήτημα δεν γεννάται αν η αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν είναι αμετάκλητη (ΣτΕ 2951/2013). Κατά την έννοια δε του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ., το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το αμετάκλητο απόφασης ποινικού δικαστηρίου, μόνο όταν του προβάλλεται προσηκόντως εκ μέρους των διαδίκων, αυτεπαγγέλτως δε, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 4 αυτού, μόνον «εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας» (ΣτΕ 1067, 2951/2013, 1522/2010 7μ.).»

 

[2] Αναφέρομαι στην δημοσιονομική κρίση κυρίως ,αλλά και στην» αδυναμία» των διωκτικών αρχών να αποδείξουν με αδιάσειστα στοιχεία  στα ποινικά κυρίως δικαστήρια την διάπραξη μεγάλων υποθέσεων λαθρεμπορίας ,με αποτέλεσμα την απαλλαγή των κατηγορουμένων ,»λόγω αμφιβολιών»

 

[3] ΕΔΔΑ (τμήμα μειζ. σύνθεσης) Υπόθεση Zolotukhin κατά Ρωσίας (Προσφυγή Νο 14939/03), Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2009.

 

[4] ΕΔΔΑ Υπόθεση Engel κ.λ.π. κατά Ολλανδίας, Απόφαση της 8ης Ιουνίου 1976.

 

[5] βλ. ΕΔΔΑ της 6/12/2007, ΓΙΑΝΝΕΤΑΚΗ Ε. & Σ. ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΠΕ κλπ κατά Ελλάδος, 29829/2005.

 

[6]Νομολογία του ΣτΕ επί της αρχής «ne bis in idem» 2039/2015 ,1741/2015 Ολ,1566/2015,1565/2015,1403/2015,221/2015,4571/2014,4203/2014,3373/2014 3257/2014,3003/2014(Ολ),2782/2014,2699/2014,2698/2014,2502/2014,1879/2014,486/2014,7/2014,6/2014,4611/2013,4610/2013,4606/2013,4605/2013,4593/2013,4592/2013,3871/2013,3870/2013,3865/13,3376/2013,2960/2013,2674/2013 ,2626/2013,2455/2013,2454/2013, 2365/2013,2007/2013 ,1918/2013,1915/2013,1326/2013,1325/2013,1067/2013,1066/2013,1065/2013,1064/2013,117/2013,3616/2011, 2475/2011,2067/2011

 

[7] ΒΛ σκέψεις της  4571/20014  ΣτΕ

 

[8] Βλ Σημείωμα Ι. Δημητρακόπουλου, Παρέδρου ΣτΕ, στην απόφαση ΣτΕ Ολομ. 1741/2015 σε http://www.humanrightscaselaw.gr

 

[9] Από την απόφαση αρχής του Ε∆∆Α (µείζ. σύνθεσης), Υπόθεση Engel κ.λ.π. κατά Ολλανδίας, (Προσφυγές Νο5100/71, 5101/71, 5102/71, 5354/72, 5370/72), Απόφαση της 8ης Ιουνίου 1976.

 

[10] Βλ: αποφάσεις ΕΔΔΑ της 25 Mαρτίου 1983 … Switzerland, της 10-2-1995 , France, της 28-1-2005, Turquie, της 19-9-2006, Serbie, της 12-2-2007,. Belgique, της 27-9-2007,κατά Ελλάδας σκέψεις 28, 29 και 30, της 14-1-2010 , Croatia, της 15-7-2010 ,Croatia, κ.ά

 

[11] Βλ: σκέψη 39.

 

Άννα Τσιφτσόγλου, Δημόσια Ασφάλεια και Ιδιωτικότητα, εκδ Σάκκουλα 2015

με πρόλογο Σπυρίδωνα Ι. Φλογαϊτη, Καθηγητή Νομικής Σχολής Παν/μιου Αθηνών.

Οι αποκαλύψεις Snowden το 2013 σχετικά με τα σκάνδαλα μαζικής παρακολούθησης εκ μέρους της βρετανικής και αμερικανικής κυβέρνησης εξέθεσαν απροκάλυπτα δείγματα της νέας πραγματικότητας. Παγκόσμιο χαρακτηριστικό αυτής είναι η σταδιακή μετεξέλιξη του σύγχρονου κράτους σε κράτος παρακολούθησης. Παράλληλα, οι αποκαλύψεις έδειξαν πως το δίκαιο της ανάγκης που επικαλέστηκαν πολιτικοί και νομικοί μετά την 11η Σεπτεμβρίου έχασε μάλλον την παροδικότητά του. Απεναντίας, τα έκτακτα μέτρα έγιναν ο κανόνας παρά η εξαίρεση, η νέα δικαιϊκή νόρμα.

Η παρούσα μονογραφία εστιάζει στη σύγκρουση δημόσιας ασφάλειας και ιδιωτικότητας μέσα στη νέα πραγματικότητα του κράτους πρόληψης και παρακολούθησης. Η διελκυστίνδα αυτή εκφράζεται μέσα από σταθμίσεις νομοθετικές και δικαστικές, εντοπίζεται σε δύο κυρίως πεδία- τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και τις γενετικές πληροφορίες- και αναδεικνύει θεσμικές επιλογές κοινοβουλίων και δικαστηρίων σε εθνικό αλλά και υπερεθνικό επίπεδο. Παράλληλα, η σύγκρουση εξετάζεται και μέσα από ένα σώμα αποφάσεων των ελληνικών ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, αντλώντας πολύτιμα στοιχεία και από το ευρωπαϊκό παράδειγμα, ανιχνεύοντας το θεσμικό τους ρόλο στην επίλυση της αξιακής σύγκρουσης. 

 

Μεθοδολογικά, ακολουθείται το σχήμα θέμα πράξη θεσμοί, δηλαδή η τριμερής (θεωρητική, πρακτική και θεσμική) προσέγγιση της θεματικής μας. Αξιοποιείται συγκριτικά πρωτογενές υλικό από τέσσερις τουλάχιστον έννομες τάξεις (Ελλάδα, ΗΠΑ, ΕΕ και ΕΣΔΑ), αλλά και επιστημονική βιβλιογραφία και ειδησεογραφία που καλύπτει τρεις τουλάχιστον γλώσσες (ελληνική, αγγλική και γαλλική).

 

Στόχος του έργου είναι τόσο η ανάδειξη όσο και η επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης των δύο αντίπαλων αξιών μέσα από συγκριτική μελέτη μιας πληθώρας πηγών ιδίως σε περιόδους κρίσης, όπως η βιωθείσα παγκοσμίως κατά τη δεκαετία μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ.