Author Archives: editor

Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία για το Πανεπιστήμιο; Από τον ψευδεπίγραφο εκσυγχρονισμό στον άκριτο αναχρονισμό

Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

[Δημοσιεύθηκε στην διαδικτυακή εφημερίδα «Ανοιχτό Παράθυρο» του Γιώργου Λακόπουλου στις 13.5.2015]

Η πρόσφατη εξαγγελία για την μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου για τα Πανεπιστήμια άνοιξε έναν νέο κύκλο έντονων αντιπαραθέσεων ως προς το παρόν και το μέλλον τους, οι οποίες όμως, δυστυχώς, κινούνται και πάλι στη λογική του άσπρου μαύρου.

Από την μια οι υπερασπιστές του παλαιού νόμου, οι οποίοι έχουν βαλθεί να μας πείσουν ότι ήταν πολύ ορθός και άκρως εκσυγχρονιστικός και άρα κακώς τολμάει η κυβέρνηση να τον αλλάξει και από την άλλη αυτοί που υποστηρίζουν ότι μόνο το νομοσχέδιο που κατατέθηκε συνιστά την αναγκαία ριζοσπαστική μεταρρύθμιση στον χώρο του Πανεπιστημίου.


Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη και πολύπλοκη και δεν χωρά σε τόσο μονομερείς και απλουστευτικές αναγνώσεις. Η ανώτατη εκπαίδευση βρίσκεται σε πραγματικά κρίσιμη καμπή και μόνο μια νηφάλια και αποστασιοποιημένη από ιδεολογικές και πολιτικές αγκυλώσεις προσέγγιση μπορεί να δώσει διέξοδο που θα οδηγήσει στην απολύτως απαραίτητη αναβάθμιση των Πανεπιστημιακών μας Ιδρυμάτων.

To περίγραμμα μιας τέτοιας προσέγγισης, κατά την άποψή μου, συνοψίζεται στις ακόλουθες θέσεις:


Α. Ο ισχύων νόμος πρέπει να αλλάξει, διότι, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, είναι ένας προβληματικός νόμος, ο οποίος αποτέλεσε μια χαμένη ευκαιρία στον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ψηφίσθηκε σε μια εποχή πρωτοφανών συγκλίσεων ως προς την αναβάθμιση των Πανεπιστημίων, τόσο στο επίπεδο της ηγεσίας τους (πρυτανικών αρχών) όσο και στο επίπεδο της συνδικαλιστικής έκφρασης των πανεπιστημιακών (ΠΟΣΔΕΠ).

Ωστόσο, αντί να επιλεγεί η μόνη πρόσφορη μεταρρυθμιστική τακτική, που ήταν μια τομή μέσα στη συνέχεια, δηλαδή μια ριζική βελτίωση του νόμου 1268/1982, όπως ίσχυε («νόμος Γιαννάκου»), η τότε ηγεσία του υπουργείου Παιδείας επέλεξε την πλήρη ρήξη με την πανεπιστημιακή μας παράδοση και την ηγεσία των Α.Ε.Ι., με την υιοθέτηση ρηξικέλευθων μεν πλην απρόσφορων και αντιδημοκρατικών (εν μέρει δε και αντισυνταγματικών) επιλογών, που στηρίζονται στην άκριτη και ρυθμιστικά ανεπιτυχή μεταφορά ξένων προτύπων, στην υποτίμηση του διδακτικού προσωπικού των Πανεπιστημίων, αλλά και στην συρρίκνωση κρίσιμων εγγυήσεων της ακαδημαϊκής ελευθερίας, όπως το αυτοδιοίκητο και το άσυλο.
Όσο δε για την συνεχή επίκληση της ευρείας συναίνεσης που επιτεύχθηκε για την ψήφιση αυτού του νόμου, αρκεί να θυμίσω ότι πολλές από τις πλέον προβληματικές ρυθμίσεις του ισχύοντος Συντάγματος, όπως πχ αυτή που αφορά την ποινική ευθύνη υπουργών, συγκέντρωσαν στη Βουλή ακόμη μεγαλύτερη πλειοψηφία…

Β. Το κρισιμότερο πρόβλημα του ισχύοντος νόμου είναι η εμφύτευση, στο σώμα των Πανεπιστημίων, ενός ξένου και ελλιπώς νομιμοποιημένου σώματος, του Συμβουλίου, το οποίο είχε πολλαπλές αρνητικές συνέπειες καθώς α) νόθευσε το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων (αποφασίζοντας αυτό για τις υποψηφιότητες των Πρυτάνεων –με επιλογή τριών από το σύνολο των ενδιαφερομένων– αλλά και νοσφιζόμενο αρμοδιότητές τους), β) βραχυκύκλωσε την λειτουργία τους, προκαλώντας ιδίως, λόγω της σύγχυσης αρμοδιοτήτων και των ρυθμιστικών κακοτεχνιών, μια συνεχή διελκυστίνδα με τους Πρυτάνεις, και γ) συνδυάσθηκε με την συρρίκνωση του ρόλου όλων των συλλογικών οργάνων του Πανεπιστημίου, τόσο ως προς την διοίκησή του όσο και ως προς τις κρίσεις των μελών του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (για τις οποίες η σχετική διαδικασία έχει αποκοπεί πλήρως από την λειτουργία και τον έλεγχο των συλλογικών οργάνων, με αντίστοιχη –υπέρμετρη– ενίσχυση του ρόλου του κοσμήτορα).
Με βάση αυτό το δεδομένο, τα Συμβούλια, όπως ισχύουν, καλώς προτείνεται να καταργηθούν, με ταυτόχρονη αποκατάσταση του προηγούμενου αυτοδιοικητικού καθεστώτος. Ωστόσο στο σημείο αυτό το νομοσχέδιο παρουσιάζει τρία σοβαρά προβλήματα:


Το πρώτο, είναι η υπέμετρη συμμετοχή των φοιτητών (πολλώ δε μάλλον του διοικητικού προσωπικού), στην διοίκηση των Πανεπιστημίων και μάλιστα με καθοριστικό ρόλο σε ό,τι αφορά την εκλογή των συλλογικών οργάνων (και ιδίως των πρυτανικών αρχών). Οι φοιτητές (σε αντίθεση με το διοικητικό προσωπικό) είναι μεν και αυτοί φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας, και άρα δικαιούνται μια λελογισμένη συμμετοχή στα πανεπιστημιακά όργανα, ιδίως για τα ζητήματα που τους αφορούν (αυτό ισχύει και για τους διοικητικούς).

Ωστόσο είναι αδιανόητο, με δεδομένη την πρόσκαιρη παρουσία τους στο Πανεπιστήμιο, να καθίστανται αποφασιστικός παράγοντας για την εκλογή των συλλογικών οργάνων του αλλά και να μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να βραχυκυκλώνουν τη λειτουργία του (τέτοιες δυνατότητες, άλλωστε, δεν παρέχει πλέον καμία δημοκρατική έννομη τάξη, ακόμη και σε αυτές που σέβονται πλήρως το αυτοδιοίκητο).

Η λύση, επομένως, δεν είναι η πλήρης και ισοπεδωτική κατάργηση κάθε συμμετοχής του σώματος των φοιτητών, όπως έκανε ο ισχύων νόμος, αλλά η οριοθέτηση αυτής της συμμετοχής με κριτήριο τον εφήμερο χαρακτήρα του, Αυτό σημαίνει ότι η συμμετοχή αυτή πρέπει να περιορισθεί εκεί όπου πράγματι έχει νόημα και περιεχόμενο, από την άποψη της ακαδημαϊκής ελευθερίας, δηλαδή στην λειτουργία και όχι στην ανάδειξη συλλογικών οργάνων (και συγκεκριμένα της Συγκλήτου και της Γενικής Συνέλευσης).

Σε κάθε δε περίπτωση η συμμετοχή αυτή πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή θεσμική θωράκιση απέναντι σε φαινόμενα ιδιοτελούς πελατειακής συναλλαγής με τις ηγεσίες των φοιτητικών παρατάξεων….

Το δεύτερο πρόβλημα του νομοσχεδίου έγκειται στο ότι η ως άνω αποκατάσταση του αυτοδιοικήτου, ακόμη και χωρίς τις στρεβλώσεις που μόλις περιέγραψα, δεν αρκεί για να δοθεί πλήρης απάντηση στο διοικητικό πρόβλημα των Πανεπιστημίων. Και τούτο διότι με αυτήν δεν αντιμετωπίζεται ούτε το έλλειμμα εποπτείας (δηλαδή νομικού ελέγχου), που ταλάνιζε και εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να ταλανίζει την λειτουργία των Πανεπιστημίων αλλά ούτε και τα σοβαρά προβλήματα που αφορούν τη διαχείριση κρίσιμων διοικητικών και οικονομικών θεμάτων.

Η λύση, κατά την άποψή μου (την οποία διατύπωσα επανειλημμένα τόσο στον Τύπο όσο και στα πανεπιστημιακά όργανα), θα ήταν η καθιέρωση Συμβουλίων (εν είδει ανεξάρτητων αρχών) έξω από τα Πανεπιστήμια –με στελέχωση υψηλών προδιαγραφών, κατόπιν ανοιχτού διαγωνισμού– τα οποία θα ασκούν τόσο τον έλεγχο νομιμότητας (κατά το πρότυπο του «ελεγκτή νομιμότητας» που καθιέρωσε ο «Καλλικράτης») όσο και τυχόν άλλες ελεγκτικές (και μη αυτοδιοικητικές) αρμοδιότητες, που τώρα επιφυλάσσονται για το υπάρχον Συμβούλιο, ενώ θα μπορούν να έχουν και αρμοδιότητες εξειδίκευσης της εκπαιδευτικής πολιτικής σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, σε συνεργασία με το Εθνικό Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Παράλληλα, όμως, θα έπρεπε να προσληφθούν στα πανεπιστήμια, ύστερα από ανοιχτή προκήρυξη, υψηλόβαθμα και καλά αμειβόμενα διοικητικά στελέχη (μάνατζερς), υψηλών προσόντων, με status σαφώς ανώτερο, από κάθε άποψη, από αυτό των σημερινών Γραμματέων, τους οποίος θα αντικαταστήσουν.

Τα στελέχη αυτά (οινεί διοικητικοί πρυτάνεις) θα προΐστανται των διοικητικών, οικονομικών και τεχνικών υπηρεσιών του Πανεπιστημίου και θα απαλλάξουν τα αυτοδιοκητικά όργανα από μεγάλο και περιττό διοικητικό βάρος.

Διότι βεβαίως είναι άλλο πράγμα η λήψη των αποφάσεων για τα ακαδημαϊκά ζητήματα, που ανήκει κατά το Σύνταγμα στις αυτοδιοικητικές αρχές τους, και άλλο η εφαρμογή αυτών των αποφάσεων –αλλά και των σχετικών με τα Πανεπιστήμια νομοθετικών ρυθμίσεων– για την οποία πράγματι χρειάζεται δραστική νομοθετική παρέμβαση, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα του διοικητικού μηχανισμού τους, ο οποίος εμφανώς υστερεί.

 

 

Το τρίτο πρόβλημα  του νομοσχεδίου είναι η κατάργηση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, ως εγγύησης απέναντι στην τακτική των διάφορων «καλπογιάννηδων», που ματαίωναν κατά τρόπο αυθαίρετο και αντιδημοκρατικό τις συμμετοχικές διαδικασίες στο Πανεπιστήμιο.

Η ηλεκτρονική ψηφοφορία, αν περιβληθεί με τις δέουσες εγγυήσεις ως προς την μυστικότητα της ψήφου –και αυτό νομίζω ότι συνέβαινε σε όσες διαδικασίες εφαρμόσθηκε– όχι μόνον δίνει λύσεις απέναντι σε αντιδημοκρατικές πρακτικές (όπως αυτές που στιγμάτιζαν το Πανεπιστήμιο) αλλά μπορεί κάλλιστα, όπως δείχνει το παράδειγμα άλλων χωρών, να υποκαταστήσει μερικώς ή ακόμη και πλήρως τον παραδοσιακό τρόπο ψηφοφορίας (με πλέον προωθημένο το παράδειγμα της Εσθονίας).
 

Γ. Αντιπαρέρχομαι το ζήτημα των αιώνιων φοιτητών, που δυστυχώς λύθηκε με πελατειακή και ισοπεδωτική λογική –ενώ θα μπορούσαν να τεθούν κάποια κριτήρια, ώστε να επανέλθουν στο Πανεπιστήμιο μόνον αυτοί που έδειχναν αποδειγμένα κάποιο ενδιαφέρον– και κλείνω με δύο λόγια για τον πλέον παρεξηγημένο πανεπιστημιακό θεσμό, το άσυλο, διότι τόσο αυτοί που το υπερασπίζονται όσο και αυτοί που το μέμφονται κατά κανόνα διαστρεβλώνουν πλήρως την έννοια του.

Το άσυλο δεν είναι μια απλή νομοθετική ρύθμιση αλλά ένας συνταγματικός θεσμός συνυφασμένος με το αυτοδιοίκητο, που ισχύει σε όλες τις δημοκρατικές χώρες και αποβλέπει αποκλειστικά και μόνον στην διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας (δηλαδή της ελευθερίας διδασκαλίας, και των συναφών ελευθεριών της έρευνας και της επιστήμης, όπως εξειδικεύονται στον χώρο του Πανεπιστημίου) ενώ δεν έχει καμία σχέση με την προστασία της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών (όπως λανθασμένα αναφέρεται στο νομοσχέδιο αλλά και στον ν. 1268/1982), διότι αυτή προστατεύεται πλήρως από το Σύνταγμα για όλους και δεν έχει ανάγκη ιδιαίτερης αντιμετώπισης εντός του Πανεπιστημίου.

Ειδικότερα το ακαδημαϊκό άσυλο σημαίνει, για να το πούμε απλά, ό,τι περίπου και το άσυλο κατοικίας ως προς το δικαίωμα ιδιωτικού βίου, δηλαδή ότι κανείς, εκτός από τους φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας (καθηγητές και φοιτητές), δεν δικαιούται να εισέρχεται και πολύ περισσότερο να παραμένει εντός των (περίκλειστων) χώρων του Πανεπιστημίου χωρίς την άδεια των αυτοδιοικητικών του αρχών.

Υπό αυτήν δε την έννοια από τη μια μεν δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από το άσυλο όλοι εκείνοι, πολιτικοί και ακαδημαϊκοί, που δεν επιδεικνύουν τη δέουσα δημοκρατική ευθύνη για την αντιμετώπιση εισβολών και καταλήψεων στο Πανεπιστήμιο, παρότι νομικά έχουν την σχετική δυνατότητα, από την άλλη δε είναι αδιανόητο –και δείχνει παχυλή άγνοια– να ακούγονται (και μάλιστα από βουλευτές…) απόψεις ότι δήθεν παραβιάσθηκε το άσυλο με την απομάκρυνση όσων μετείχαν στην τελευταία κατάληψη της Πρυτανείας, ενώ το είχαν ζητήσει επιτακτικά ο Πρύτανης και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου, δηλαδή τα μόνα αρμόδια για την προάσπιση του ασύλου όργανα…

 

Μια απόπειρα προσέγγισης του δικαιώματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα

Αλέξανδρος Κριτσίκης, Δικηγόρος, ΠΜΣ, ΥπΔιδ. ΔΠΘ

Η ύπαρξη των κομμάτων είναι απαραίτητη προκειμένου να πραγματωθεί η πολιτική ελευθερία στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το άρθρο εξετάζει το συνταγματικό δικαίωμα στην ίδρυση και λειτουργία κομμάτων (άρθρο 29 παρ. 1, εδ. α Συντάγματος). 

Αντώνης Αργυρός, Η δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα 2015

( Μια ερμηνευτική προσέγγιση στους ν. 4055/2012, 4239/2014).

Η έκδοση του βιβλίου αυτού αφορά το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και αποζημίωσης για την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης.  Περιλαμβάνει  το σύνολο της σχετικής νομοθεσίας, όλη την γνωστή Ελληνική νομολογία και  τις χαρακτηριστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ και του ΔΕΚ σε έναν εύχρηστο τόμο, που γίνεται εργαλείο του νομικού της πράξης. Έχει γίνει εκτενής ερμηνευτική προσέγγιση των σχετικών διατάξεων και περιλαμβάνεται ένα πλήρες, αναλυτικό, θεματικό ευρετήριο. Περιλαμβάνονται μεταξύ πολλών άλλων  43 αποφάσεις του Σ.τ.Ε σε πλήρες κείμενο, που είναι το σύνολο σχεδόν των αποφάσεων για αποζημίωση «για δίκαιη ικανοποίηση» των ετών 2012-2014. Επί τέλους ο Έλληνας πολίτης μπορεί να καταφύγει εύκολα στα Δικαστήρια, για να ζητήσει άμεσα την δίκαιη αποζημίωση του από την Ελληνική Πολιτεία,  για την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης του.                                          ΠΡΟΛΟΓΟΣ:

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ  Ο. ΠΙΚΡΑΜΜΕΝΟΥ

τ. Πρωθυπουργού,

Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ετ.

Η Ελληνική Πολιτεία με τους ν. 4055/2012, 4239/2014 επιχείρησε να συμμορφωθεί προς τις διεθνώς ανειλημμένες υποχρεώσεις της, οι οποίες απορρέουν από το Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων και το πρωταρχικό δικαίωμα σε ταχεία κι αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Αποτέλεσμα να θεσπιστούν ένδικα βοηθήματα με τα οποία να είναι δυνατή πλέον η εύλογη αποζημίωση του για την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης και μάλιστα για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας.

Σκοπός του βιβλίου αυτού είναι:

1) να ενημερώσει αναλυτικά για το ειδικότερο ζήτημα της υπερβολικής διάρκειας των δικών στην Ελλάδα από τη σκοπιά της ΕΣΔΑ και την ατομική προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ όπως και για την νομολογία του ΕΔΔΑ κατά της Ελλάδας σε υποθέσεις υπερβολικής διάρκειας δίκης. 2) να παραθέσει αναλυτική ερμηνεία κατ’ άρθρον: α) του Ν 4055/2012 (άρθρα 53-60) για την Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης στα διοικητικά δικαστήρια με πλήρη νομολογιακή τεκμηρίωση  στα νέα ένδικα βοηθήματα του προβλέπει,  την Αίτηση δίκαιης ικανοποίησης λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης και την  αίτηση επιτάχυνσης, β) του ν. 4239/2014 για την Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. 

 

———————————–

BΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ: 

Ο συγγραφέας στην Εισαγωγή του βιβλίου του παραθέτει μια ρήση της Επιτρόπου της ΕΕ Βίβιαν Ρέντιγκ «Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης ισοδυναμεί με άρνηση απονομής δικαιοσύνης». Δυστυχώς είναι μια αλήθεια που έχει βρει την πρακτική της υπόσταση στην απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας. Τόσες είναι οι καθυστερήσεις που η Ελλάδα είναι η τρίτη χώρα[1] σε όλη την Ευρώπη σε καταδίκες από το Δικαστήριο του Στρασβούργου  για το διάστημα από το 1959-2014. Επισημαίνεται επίσης ότι η χώρα μας εκ των συνολικών 744 καταδικαστικών αποφάσεων[2] σε βάρος της για το ίδιο παραπάνω χρονικό διάστημα  οι 475 είναι για παραβίαση για τις καθυστερήσεις, δηλ. ποσοστό 63,8%!

                Στα πλαίσια αυτά,  με τις καθυστερήσεις να αποτελούν πρωτεύον πρόβλημα  στην απονομή της εγχώριας δικαιοσύνης, με τις συχνές νομοθετικές ρυθμίσεις για «επιτάχυνση» και με τις νέες θεσμοθετημένες διαδικασίες όπου τα ελληνικά Δικαστήρια εκδικάζουν τις υποθέσεις για τις καθυστερήσεις των ιδίων δικαστηρίων, το παρουσιαζόμενο νέο και καλαίσθητο βιβλίο του Αντώνη Αργυρού αποτελεί μια συνολική λύση για τον δικηγόρο και τον δικαστή που θέλει να εγείρει ή να δικάσει αξιώσεις στα δικαστήρια με τις νέες διαδικασίες που αφορούν την δίκαιη ικανοποίηση λόγω της υπέρβασης της εύλογης διάρκειας των δικών.

Είναι το πρώτο βιβλίο για το θέμα αυτό στην ελληνική νομική βιβλιογραφία και αποτελεί ένα χρήσιμο οδηγό για αυτόν που θα ασχοληθεί επαγγελματικά ή επιστημονικά με το θέμα, καλύπτοντας με επάρκεια και επιστημονική πληρότητα την θεματολογία του, έτσι ώστε ο αναγνώστης να λάβει γνώση όλων των πτυχών του θέματος, τόσο σε επίπεδο ιστορικό, θεωρητικό, νομοθετικό και νομολογιακό.

Η εξαιρετική γραφή του συγγραφέα, η γνωστή διεισδυτική ματιά του και η καθαρότητα της σκέψης του οδηγούν τον ενδιαφερόμενο σε πλήρη κάλυψη του θέματος τόσο σε επίπεδο της ελληνικής νομολογίας και νομοθεσίας όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο με ένα μοναδικό εύληπτο τρόπο.

                Το βιβλίο προλογίζει ο πρώην Πρωθυπουργός και Πρόεδρος του ΣτΕ Παναγιώτης Πικραμμένος ο οποίος εύστοχα παρατηρεί για το βιβλίο ότι «..η ενδιαφέρουσα αυτή μελέτη θεωρώ ότι αποτελεί την πρώτη πλήρη αποτύπωση της ισχύουσας καταστάσεως…. αποτελεί πολύτιμο βοήθημα στον εφαρμοστή των σχετικών διατάξεων με τη διεξοδική ανάλυσή τους και την παράθεση της γνωστής βιβλιογραφίας και νομολογίας..».

                Ο συγγραφέας παραθέτει στο βιβλίο του επτά (7) ενδιαφέρουσες αποφάσεις του ΕΔΔΑ, 43 αποφάσεις του ΣτΕ, 3 αποφάσεις του ΑΠ και 2 αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων.

Αναλύει εμπεριστατωμένα την προσέγγιση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου στο θέμα του βιβλίου σε σχέση με την ελληνική εμπειρία επί του ζητήματος, αναφέρεται στην ατομική προσφυγή στο ΕΔΔΑ, στις πιλοτικές αποφάσεις, στην ευρωπαϊκή νομολογία, στην ερμηνεία του όρου «εύλογος χρόνος» και εξάγει χρήσιμα συμπεράσματα με ενδιαφέρουσες επισημάνσεις.

Στη συνέχεια ασχολείται αναλυτικά και δομημένα με τις διαδικασίες ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων και πως άγονται οι υποθέσεις σε αυτά τόσο στα διοικητικά δικαστήρια, στο ΣτΕ, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, όσο και στα πολιτικά  και ποινικά Δικαστήρια, αναλύοντας τη νομοθεσία και παραθέτοντας την αυτούσια, ώστε να έχει ο αναγνώστης μπροστά του το νομοθετικό πλαίσιο και το νομολογιακό υλικό, έτσι ώστε να διευκολύνεται πλήρως και μεθοδικά στο επιστημονικό ή επαγγελματικό του έργο. Αναφέρεται με λεπτομερή τρόπο στις διαδικασίες της αποζημιωτικής προσφυγής, στη νομιμοποίηση των διαδίκων, στο ποιός νομιμοποιείται να ασκήσει την προσφυγή, στο αντικείμενο και στο περιεχόμενο της αιτήσεως, στο δικονομικό πλαίσιο. Ξεχωριστή θέση δίνει στην Αίτηση Επιταχύνσεως και αναλύει την διαδικασία γι΄αυτήν.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με αναλυτική παρουσίαση της βιβλιογραφίας και πρωτότυπα – αναλυτικά ευρετήρια νομολογίας.

Πραγματικά είναι χρήσιμη στον εφαρμοστή του δικαίου η συμβολή του συγγραφέα στο θέμα της δίκαιης ικανοποίησης λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης όλων των διαδικασιών. Το βιβλίο αυτό, που αποτελεί την πρώτη ελληνική προσέγγιση σε επίπεδο βιβλίου στο θέμα των καθυστερήσεων των διαδικασιών στην ελληνική δικαιοσύνη κατά την απονομή του δικαίου, είναι μια εξαιρετική συμβολή στο θέμα, τεκμηριωμένη επιστημονικά, νομοθετικά και νομολογιακά  με την πληρότητα και τη σαφήνεια που διακρίνει τον συγγραφέα σε όλη την ιστορική διαδρομή του στο νομικό χώρο. 

                                                                                                ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΧΕΙΡΔΑΡΗΣ

 

 


[1] Με πρώτη την Ιταλία και δεύτερη την Τουρκία

 

[2] για το σύνολο των παραβιάσεων

 

Καταχώρηση: 07-05-2015     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Τεχνικές αποφυγής του ακυρωτικού ελέγχου στο πεδίο της ιδιωτικοποίησης δημόσιων επιχειρήσεων

Ελένη Λάππα, Yπ. διδ. Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

[Προδημοσίευση από το περιοδικό “Το Σύνταγμα”, 2/2015]

Το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά την πρόσφατη νομολογία του (ΟλΣτΕ 1906, 1909, 2179, 2180, 2182, 2184, 2189/2014) απέφυγε να ελέγξει τις πράξεις ιδιωτικοποίησης δημόσιων επιχειρήσεων ΕΥΑΘ Α.Ε., ΟΛΠ Α.Ε., ΟΛΘ Α.Ε., ΔΕΠΑ Α.Ε., ΟΠΑΠ Α.Ε., ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε., απορρίπτοντας το σύνολο των αιτήσεων ακύρωσης που ασκήθηκαν ενώπιόν του από πολίτες-χρήστες των δημόσιων υπηρεσιών, εργαζόμενους και σωματεία ως απαράδεκτες (με μοναδική εξαίρεση την ΟλΣτΕ 1906/2014 κατά το μέρος που ακύρωσε την ΥΑ με την οποία μεταβιβάστηκαν η μετοχές της ΕΥΔΑΠ στο ΤΑΙΠΕΔ). Η «τεχνική» του δικαστηρίου βασίστηκε στην απόρριψη της εκτελεστότητας των πράξεων του ΤΑΙΠΕΔ αλλά και της δυνατότητας θεμελίωσης έννομου συμφέροντος εκ μέρους των συγκεκριμένων αιτούντων.

Η αντισυνταγματικότητα της Σαρία στην ελληνική έννομη τάξη

H εφαρμογή της Σαρία θεωρείται αντισυνταγματική, ενώ ταυτόχρονα οι επικαλούμενοι λόγοι υπέρ της εφαρμογής της φαίνεται να μην ακολουθούν τις σύγχρονες εξελίξεις στην εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Προβάλλει, επομένως, αναγκαίο να πάψει η εφαρμογή της Σαρία και να ισχύσει σε όλη την ελληνική επικράτεια και για όλους τους Έλληνες πολίτες το ελληνικό δίκαιο. Αν εξάλλου, χάσει το δικαστικό του ρόλο ο μουφτής, θα μπορεί να εκλέγεται απευθείας από τη μουσουλμανική κοινότητα, δίνοντας έτσι μεγαλύτερη έκφραση στα μειονοτικά και θρησκευτικά δικαιώματα του μουσουλμανικού πληθυσμού.

ΣτΕ 2192/2014 Ολομέλεια – Αντισυνταγματικές οι περικοπές των μισθών και συντάξεων στρατιωτικών ενόπλων δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας

με σχόλιο Στέλλας Χριστοφορίδου, ΜΔΕ Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Δικηγόρου

Το Δικαστήριο συνέδεσε το ειδικό εξουσιαστικό καθεστώς υπό του οποίου τελούν όσοι εργάζονται στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας, με την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση την οποία διαχρονικά απολαμβάνουν ως αντιστάθμισμα, η οποία μάλιστα, συνιστά υποχρέωση του νομοθέτη εφόσον ως αρχή απορρέει από τα άρθρα 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3 του Συντάγματος. Έτσι έκρινε ότι ο νομοθέτης κατά τη λήψη των επίμαχων νομοθετικών μέτρων δεν έλαβε υπόψη του τα κριτήρια που επιτάσσει η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των συγκεκριμένων εργαζομένων αλλά το προδήλως απρόσφορο αριθμητικό κριτήριο σύμφωνα με το οποίο όλα τα ειδικά μισθολόγια αντιμετωπιζόμενα συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος θα έπρεπε να μειωθούν κατά 10%, μείωση η οποία λόγω και του σωρευτικού της αποτελέσματος αθροιστικά και με άλλα νομοθετικά μέτρα οικονομικής και φορολογικής φύσης ξεπερνά τα ακραία όρια που θέτει το Σύνταγμα, υπέρβαση που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Κατά συνέπεια, οι διατάξεις των περ. 31-33 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, αντίκεινται στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης και στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος.

Διαβάστε την απόφαση στο pdf

Παρατηρήσεις:

 

Στέλλα Χριστοφορίδου

 

Με την απόφαση 2192/2014 το Συμβούλιο της Επικρατείας σε Ολομέλεια έκρινε την αίτηση των Ενώσεων Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας με την οποία ζητήθηκε η ακύρωση της υπ` αριθμ. οικ.2/83408/0022/14.11.2012 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β` 3017/14.11.2012), με τίτλο "Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α`/12-11-2012)", στο μέτρο που μέσω αυτής καθορίσθηκε ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των "αχρεωστήτως καταβληθέντων" ποσών συντάξεων στους απόστρατους στρατιωτικούς των ενόπλων δυνάμεων, που προέκυψαν από την αναδρομική μείωση των αποδοχών των ενεργεία στρατιωτικών, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 31 – 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, καθώς και της υπ` αριθμ. 2/85127/0022/22.11.2012 πράξεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με θέμα "Κοινοποίηση Μισθολογικών Διατάξεων", στο μέρος που μέσω αυτής κοινοποιήθηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες, μεταξύ άλλων, η διάταξη της περιπτώσεως 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία αφορά στην κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας.

Η αίτηση απορρίφθηκε στο μέρος που αφορούσε τη δεύτερη από τις προσβαλλόμενες πράξεις, ενώ εξετάσθηκαν περαιτέρω οι λόγοι ακυρώσεως που αφορούσαν την πρώτη εκ των προσβαλλόμενων πράξεων.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο συνέδεσε το ειδικό εξουσιαστικό καθεστώς υπό του οποίου τελούν όσοι εργάζονται στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας, με την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση την οποία διαχρονικά απολαμβάνουν ως αντιστάθμισμα, η οποία μάλιστα, συνιστά υποχρέωση του νομοθέτη εφόσον ως αρχή απορρέει από τα άρθρα 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3 του Συντάγματος.

Ακολούθως, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο νομοθέτης κατά τη λήψη των επίμαχων νομοθετικών μέτρων δεν έλαβε υπόψη του τα κριτήρια που επιτάσσει η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης, αλλά το προδήλως απρόσφορο αριθμητικό κριτήριο σύμφωνα με το οποίο όλα τα ειδικά μισθολόγια αντιμετωπιζόμενα συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος θα έπρεπε να μειωθούν κατά 10%, μείωση η οποία λόγω και του σωρευτικού της αποτελέσματος αθροιστικά και με άλλα νομοθετικά μέτρα οικονομικής και φορολογικής φύσης ξεπερνά τα ακραία όρια που θέτει το Σύνταγμα, υπέρβαση που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

 Ομολογουμένως, η σχολιαζόμενη απόφαση δίνει ουκ ολίγες αφορμές για σκέψη και προβληματισμό.

Ακολουθώντας την πορεία του δικανικού συλλογισμού, το πρώτο ζήτημα στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς, είναι η αναφορά του άρθρου 45 του Συντάγματος[1], το οποίο για πρώτη φορά αποτελεί αντικείμενο συστηματικής ερμηνείας από το Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφορά της εν λόγω συνταγματικής διάταξης στη νομολογία είναι ιδιαιτέρως ισχνή, ενώ επιπλέον, η συνδυαστική ερμηνεία της μαζί με τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3, είναι πρωτοφανής.

Ανατρέχοντας στο παρελθόν, διαπιστώνει κανείς ότι ανάλογη εκτεταμένη αναφορά της προαναφερομένης συνταγματικής διάταξης γίνεται στην απόφαση 2649/1987 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπου το ζήτημα το οποίο εξετάζεται είναι η φύση της νεοσυσταθείσας τότε Ελληνικής Αστυνομίας ως στρατιωτικής ή πολιτικής υπηρεσίας και άρα, η επέκταση της συνταγματικά κατοχυρωμένης μονιμότητας στους υπαλλήλους της ή όχι.

Είναι πολύ πιθανό η πάγια θέση του Δικαστηρίου όσον αφορά την, μισθολογική κυρίως, εξίσωση των ενόπλων δυνάμεων με των ενόπλων σωμάτων ασφαλείας[2] να έχει την εναρκτήρια βάση της στην εν λόγω απόφαση. Όσον αφορά, όμως, το ζήτημα της αποστολής των ενόπλων δυνάμεων –αλλά και των ενόπλων σωμάτων ασφαλείας, όπως αυτή εξομοιώνεται πλήρως στην παρούσα[3]– αξίζει να αναφερθεί η σκέψη της μειοψηφίας σύμφωνα με την οποία:

η Ελληνική Αστυνομία, παρά το ότι αποτελεί ένοπλο σώμα και έχει ιδιαίτερη οργάνωση και πειθαρχία ανάλογο προς την των στρατιωτικών υπηρεσιών δεν είναι ούτε αποκλειστικά ούτε προεχόντως βοηθητικό σώμα των ενόπλων δυνάμεων, δεδομένου ότι τα κύρια καθήκοντα της είναι στο σύνολο τους καθαρώς αστυνομικά και δη σε καιρό ειρήνης, και επομένως αποτελεί πολιτική υπηρεσία του κράτους. Η πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, η προστασία της δημόσιας και κρατικής ασφάλειας και η περιφρούρηση του δημοκρατικού πολιτεύματος, δεν είναι κατά το Σύνταγμα επιτρεπτό να ανατίθεται επί μονίμου βάσεως σε στρατιωτική υπηρεσία, δεδομένου ότι για την περίπτωση σοβαρής διαταραχής της δημοσίας τάξεως και υπάρξεως εκδήλου απειλής κατά της ασφαλείας του κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος προβλέπεται ειδικώς η λήψη εξαιρετικών μέτρων κατά το άρθρο 48 του Συντάγματος, οι δε ένοπλες δυνάμεις και τα τυχόν αναγκαία γι’ αυτές βοηθητικά σώματα, που αποκλειστικά έχουν στρατιωτικό χαρακτήρα, δεν μπορούν να θεωρηθούν και ως αρμόδιες ή αρμόδια για την επί μονίμου βάσεως σε καιρό ειρήνης άσκηση του συνόλου των αστυνομικών καθηκόντων, όπως αυτά διαγράφονται στα άρθρα 4 έως 7 του ν. 1481/1984 και προσιδιάζουν, σύμφωνα με το δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, σε πολιτικές υπηρεσίες.

Εξ άλλου, η ρητή υπαγωγή (άρθρο 2 § 5), του προσωπικού της στην απαγόρευση του άρθρου 23 § 2 του Συντάγματος τονίζει το χαρακτήρα της Ελληνικής Αστυνομίας ως πολιτικής υπηρεσίας και των υπηρετούντων σ` αυτήν ως πολιτικών υπαλλήλων, δεδομένου ότι η ρητή απαγόρευση της απεργίας αν επρόκειτο για στρατιωτικούς υπαλλήλους είναι περιττή, η δε θέσπιση της διατάξεως του άρθρου 23 περί απαγορεύσεως της απεργίας ειδικώς στους δικαστικούς λειτουργούς και τους υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας εξυπακούει την ιδιότητα τους ως πολιτικών οργάνων του κράτους[4].

  

Η αποστολή των ‘στρατιωτικών’ αποτελεί το θεμέλιο του δικανικού συλλογισμού επί του οποίου οικοδομείται η κρίση περί αντισυνταγματικότητας των επίμαχων νομοθετικών μέτρων. Σύμφωνα, μάλιστα, με το Δικαστήριο, έμμεση αναγνώριση της αποστολής αυτής αποτελεί, εξάλλου, και η εκ του Συντάγματος ανάθεση της αρχηγίας των ενόπλων δυνάμεων στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος απονέμει τους βαθμούς στα στελέχη τους[5].

Το Δικαστήριο εν προκειμένω υπερθεματίζει την αποστολή των ενόπλων δυνάμεων και των ενόπλων σωμάτων ασφαλείας όχι μόνο παραβλέποντας το παρωχημένο της αναφοράς στη σημαντική αποστολή των ‘στρατιωτικών’ σε μία ειρηνική και δημοκρατική κοινωνία -πολλώ δε μάλλον της ενιαίας αναφοράς με τον όρο ‘στρατιωτικοί[6]’ τόσο των ενόπλων δυνάμεων όσο και των ενόπλων σωμάτων ασφαλείας-, αλλά και στηριζόμενο σε μία συνταγματική διάταξη η οποία έχει εν πολλοίς πανηγυρικό χαρακτήρα εφόσον συμβολίζει το πέρασμα στη δημοκρατία, ακόμα και των στρατιωτικών δυνάμεων του τόπου, ενώ είναι απολύτως σαφές ότι η ρητή απόδοση της Αρχηγίας των ενόπλων δυνάμεων στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν προσθέτει ούτε αφαιρεί τίποτα σε σχέση με τον κανόνα της προσυπογραφής του αρμόδιου Υπουργού και την άσκηση της γενικής πολιτικής της Χώρας από την Κυβέρνηση[7].

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι της ιδιαίτερης και εξέχουσας φύσης και αποστολής των υπαλλήλων των ενόπλων δυνάμεων και των ενόπλων σωμάτων ασφαλείας θέτει τις βάσεις για την πλήρη στεγανοποίησή τους έναντι των όποιων άλλων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν απολαμβάνουν τα ίδια ‘ιδιαίτερα’ χαρακτηριστικά στο επάγγελμά τους. Τα εν λόγω χαρακτηριστικά όπως προκύπτουν από το σκεπτικό του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, είναι η απαγόρευση άλλης εργασίας, η υποχρέωση παραμονής στην υπηρεσία για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η πειθαρχία και η ιεραρχική δομή ως τρόπος οργάνωσης της υπηρεσίας[8], στοιχεία που κατά τρόπο ανάλογο ισχύουν και για τα ένοπλα σώματα ασφαλείας[9].

Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ματιά των επιμέρους χαρακτηριστικών που συνοδεύουν τη φύση και την αποστολή των υπαλλήλων των ενόπλων δυνάμεων και των ενόπλων σωμάτων ασφαλείας, μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η αυστηρή οριοθέτηση μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών υπαλλήλων στην πραγματικότητα είναι αν όχι σχετικοποιημένη, τουλάχιστον σοβαρά αμφισβητήσιμη.

Όσον αφορά την υποχρέωση αποκλειστικής απασχόλησης στην υπηρεσία, η οποία αποτελεί και το πιο κρίσιμο κριτήριο στο σκεπτικό του Δικαστηρίου -όχι μόνο στην εν λόγω απόφαση, αλλά και σε όλες τις σχετικές αποφάσεις που κρίνουν ως αντισυνταγματικές νομοθετικές ρυθμίσεις του νόμου 4093/2012[10]-, μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι σε καμία περίπτωση, η υποχρέωση αυτή, όπου προβλέπεται, δεν ισχύει απαρέγκλιτα.

Για παράδειγμα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 63 του νομοθετικού διατάγματος 1400/1973 ορίζει ότι η άσκηση ιδιωτικού έργου ή εργασίας επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση της άσκησης ιατρικού επαγγέλματος. Θα πρέπει, επομένως, να ομολογήσει κανείς ότι απόλυτη υποχρέωση αποκλειστικής άσκησης επαγγέλματος δεν υφίσταται για κανένα επάγγελμα ή λειτούργημα, ακόμη μάλιστα και όταν η απαγόρευση αυτή θεσπίζεται από το ίδιο το Σύνταγμα[11]. Ενώ, αντίθετα, η κατόπιν άδειας άσκηση ιδιωτικού έργου του πολιτικού δημοσίου υπαλλήλου[12], δε συνεπάγεται ότι η επί της αρχής απαγόρευση άσκησης ιδιωτικής εργασίας αναιρείται.

Το ίδιο ενδιαφέρον παρουσιάζει, όμως, και η αναφορά στην υποχρέωση παραμονής στο στράτευμα. Στο σημείο αυτό, δεν παραβλέπεται μόνο ότι η υποχρέωση παραμονής στην υπηρεσία βαραίνει και τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης[13], και άρα δεν πρόκειται για ένα αμιγώς χαρακτηριστικό των στρατιωτικών υπαλλήλων, αλλά και ότι η ίδια η υποχρέωση παραμονής έχει κριθεί ότι αντίκειται στο άρθρο 22 παράγραφος 4 του Συντάγματος και στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη[14].

Ο απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ των δύο κατηγοριών υπαλλήλων κάμπτεται και σε ό, τι έχει να κάνει και με τη δομή των υπηρεσιών, η οποία είναι σε κάθε περίπτωση ιεραρχική, καθώς και σχετικά με το ζήτημα της υποχρέωσης υπακοής των κατωτέρων προς τους ανώτερους[15].

Με τα εν λόγω ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία συνεπάγεται η ιδιαίτερη αποστολή των ενόπλων δυνάμεων και των ενόπλων σωμάτων ασφαλείας, συμπεραίνεται ότι οι υπηρετούντες σε αυτά τελούν υπό ιδιαίτερο εξουσιαστικό καθεστώς[16], το οποίο δικαιολογείται αν ακολουθήσει κανείς την αντίστροφή συλλογιστική πορεία. 

Η ειδική αυτή σχέση εξουσιάσεως προς το κράτος συνεπάγεται αυξημένες υπηρεσιακές και εξωυπηρεσιακές υποχρεώσεις και δικαιολογεί τις απολύτου χαρακτήρα απαγορεύσεις της απεργίας των στρατιωτικών και των εκδηλώσεών τους υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων, που επιβάλλονται από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3 του Συντάγματος, περαιτέρω δε καθιστά συνταγματικά επιτρεπτούς τους ειδικούς περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων των στρατιωτικών, οι οποίοι δεν θα ήταν ανεκτοί εάν επιβάλλονταν στους λοιπούς πολίτες, όπως του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και επαγγελματικής ελευθερίας, του δικαιώματος εκφράσεως και των δικαιωμάτων συνενώσεως και συναθροίσεως. Ειδικότερα, τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, κατά την άσκηση των ατομικών τους δικαιωμάτων, υπόκεινται, πέραν των γενικών περιορισμών που επιβάλλει ο νόμος, και σε ειδικότερους πρόσθετους περιορισμούς που δικαιολογούνται από τη φύση της σχέσης τους με το κράτος και τις απορρέουσες από τη σχέση αυτή υποχρεώσεις, εφόσον, βεβαίως, δεν οδηγούν σε κατ’ ουσία αναίρεση του αντιστοίχου δικαιώματος[17].

 

Το πρώτο και γενικό σχόλιο που μπορεί να γίνει σε αυτό το σημείο είναι η συστηματική παράλειψη σε όλο το κείμενο της απόφασης του όρου της εκούσιας[18] ή ηθελημένης[19] ειδικής σχέσης εξουσίασης στην οποία βρίσκονται με το κράτος οι υπάλληλοι των ενόπλων δυνάμεων και των ενόπλων σωμάτων ασφαλείας, σχέση η οποία σαφώς αντιδιαστέλλεται με άλλες μορφές ειδικών σχέσεων εξουσίασης, όπως είναι αυτή των στερημένων της ελευθερίας τους κρατουμένων σε καταστήματα κράτησης της χώρας[20].

Η ειδική αυτή σχέση εξουσίας καθιστά συνταγματικά επιτρεπτούς τους ειδικούς περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων, όπως του δικαιώματος εκφράσεως και των δικαιωμάτων συνενώσεως και συναθροίσεως. Παραδόξως, η υποχρέωση λήψης προηγούμενης άδειας για δημοσίευση γνώμης των υπαλλήλων της Ελληνικής Αστυνομίας δεν έχει κριθεί έως τώρα από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι συνιστά επιτρεπτό περιορισμό του δικαιώματος της έκφρασης, αλλά ότι αντίθετα αντιβαίνει στο άρθρο 14 Συντάγματος, όπως και στο άρθρο 10 της Σύμβασης της Ρώμης[21]. Ενώ, η ίδια προστασία παρέχεται και για το δικαίωμα της συνένωσης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου κρίνεται ότι η αντίστοιχη ρύθμιση αντίκειται στο άρθρο 12 του Συντάγματος και το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ[22]. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σκεπτικό του Δικαστηρίου:

Η αρχή, άλλωστε, της ισότητος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος επιβάλλει στον νομοθέτη να μην δημιουργεί ρήγματα στην καθολικότητα των ατομικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκτός εάν το ίδιο το σύνταγμα εισήγαγε προσόντα προς άσκηση κάποιου δικαιώματος ή εάν η εις βάρος κάποιου αναστολή ή στέρηση κάποιου ατομικού δικαιώματος επιτρέπεται. […]Το Σύνταγμα, εκτός από τις διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζει την κομματική ουδετερότητα των στρατιωτικών, (άρθρ. 29 § 3 ), τα κωλύματα εκλογιμότητός τους (άρθρο 56 §§ 1, 3 και 4) και την υπαγωγή τους στην δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων (άρθρο 96 § § 4 και 5), δεν περιέχει καμιά άλλη ρύθμιση, γενική ή ειδική, για τα συνταγματικά δικαιώματα των υπηρετούντων στις Ένοπλες Δυνάμεις[23]’.

  

Η αντιστροφή, όμως, αυτή της αντίληψης περί της γενικής αρχής της ισότητας που συντελείται στην υπό σχολιασμό απόφαση, η οποία αποκτά μία ιδιότυπη προστατευτική λειτουργία των όσων ‘αποδεδειγμένα’ δεν τελούν σε όμοια κατάσταση με τους υπόλοιπους, λαμβάνει χώρα προκειμένου να υποστηριχθεί υπέρ αυτών η ιδιαίτερη μισθολογική τους μεταχείριση, ως ανταμοιβή για την ιδιαίτερη θέση στην οποία τελούν, αλλά και τον ρόλο που επιτελούν.

Παρόλο, λοιπόν, που το Δικαστήριο με μία πρώτη ανάγνωση φαίνεται να κάνει έλεγχο αναλογικότητας, στην πραγματικότητα η εφαρμογή της γενικής αρχής της ισότητας είναι αυτή που έχει τον πρώτο ρόλο και διαπνέει όλη την έκταση του δικανικού συλλογισμού. Επιπλέον, η εφαρμογή της συνδέεται και με την οικονομική διάσταση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αυτή της αξιοπρεπούς διαβίωσης, η οποία φαίνεται να μεταβάλλεται ποιοτικά και ποσοτικά ανάλογα με την ‘κατηγορία’ των υπαλλήλων.

Τα ελάχιστα όρια της αξιοπρεπούς διαβίωσης που αφορούν τη ‘γενική’ κατηγορία των εργαζομένων[24], δίνουν τη σκυτάλη στην επαρκή αξιοπρεπή διαβίωση των ‘στρατιωτικών’, η οποία βρίσκει απολύτως σύμφωνη την Ολομέλεια του Δικαστηρίου, εφόσον δεν διατυπώνεται καμία μειοψηφούσα γνώμη, ενώ συμβαίνει το αντίθετο στην απόφαση σχετικά με τις αποδοχές των μελών ΔΕΠ, όπου εμφανίζεται μία πολύ ισχυρή μειοψηφία, σύμφωνα με την οποία το μη ικανοποιητικό ύψος των αποδοχών, δε συνιστά όρο διακινδύνευσης, δηλαδή δεν ξεπερνά τα όρια της ελάχιστης αξιοπρεπούς διαβίωσης και πάντως είναι υψηλότερο σε σχέση με τις επικρατούσες συνθήκες στον πληθυσμό της χώρας[25].

Ο τρόπος μεταχείρισης, επομένως, του δικαιώματος της αξιοπρεπούς διαβίωσης από το Δικαστήριο φαίνεται να σκιαγραφεί μία συγκεκριμένη κοινωνικοοικονομική δομή μεταξύ των μελών της κοινωνίας μας και προοιωνίζει μια αντίληψη, η οποία διασπά την κοινωνία σε πολλαπλά στρώματα με διακριτούς ρόλους, διαφορετικά προνόμια και κυρίως, στεγανά και αυστηρή οριοθέτηση. Ευχής έργον αποτελεί ο τρόπος αυτός ανάγνωσης της νεότερης νομολογίας του Δικαστηρίου να διαψευσθεί, έως τότε όμως, η τακτική αυτή δεν μπορεί παρά να αξιολογηθεί αρνητικά και μάλιστα, ιδίως, εάν ληφθεί υπόψη ότι το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση μπορούσε να ακολουθήσει μια εντελώς διαφορετική οδό.

Τέλος, σαν μία γενικότερη σκέψη, αξίζει να αναφερθεί ότι η σύγκριση με σκοπό την ανεύρεση της διαφορετικότητας ή/και της ‘ανωτερότητας’, ήτοι της ύψιστης αποστολής, είναι σίγουρο ότι δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος κανενός εν τέλει και πολύ περισσότερο, ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και της ομαλής συμβίωσης του συνόλου των πολιτών της κοινωνίας μας.

 

 

 

 

 

 


[1] ΟλΣτΕ 2192/2014, σκ. 6.

 

 

 

 

 

[2] Για λόγους κυρίως επεκτατικής εφαρμογής της γενικής αρχής της ισότητας, όπως ΣτΕ 3587/1997 όπου το ζήτημα που εξετάζεται είναι η επέκταση του στεγαστικού επιδόματος των ενόπλων δυνάμεων στην Ελληνική Αστυνομία, ομοίως και ΣτΕ 3604/1998, 466/1999. 

 

 

 

 

 

[3] ΟλΣτΕ 2192/2014, ενδ. σκ. 11, σκ. 23 ‘των στρατιωτικών (Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας)’.

 

 

 

 

 

[4] ΟλΣτΕ 2649/1987 (μειοψηφία).

 

 

 

 

 

[5] ΟλΣτΕ 2192/2014 σκ. 11.

 

 

 

 

 

[6] Πρβλ ΟλΑΠ 03/2012, όπου για την ίδια κατηγορία εργαζομένων χρησιμοποιείται ο όρος ‘υπηρετούντες’.

 

 

 

 

 

[7]Ν. Αλιβιζάτος, Η συνταγματική θέση των ενόπλων δυνάμεων, Η Αρχή του πολιτικού ελέγχου, δημοσιεύματα Συνταγματικού Δικαίου, τ.4, διεύθυνση: Α. Μάνεσης, Δ. Θ. Τσάτσος, Γ. Παπαδημητρίου, Α. Μανιτάκης, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1987, σελ. 38 επ. και 89 επ.

 

 

 

 

 

[8] ΟλΣτΕ 2192/2014, σκ. 8.

 

 

 

 

 

[9] ΟλΣτΕ 2192/2014, σκ. 9 και 10.

 

 

 

 

 

[10] ΟλΣτΕ 2192/2014 σκ. 12, βλ. και Ειδ. Δικ. 88/2013, σκ. 9, καθώς και ΟλΣτΕ 4741/2014, σκ. 13 και 24. 

 

 

 

 

 

[11] Άρθρο 89 παράγραφος 2 του Συντάγματος: ‘Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη […] του διδακτικού προσωπικού ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων…

 

 

 

 

 

[12] Άρθρο 31 επ. του ν. 3528/2007.

 

 

 

 

 

[13] Ε. Σπηλιωτόπουλος, Χ. Χρυσανθάκης, Βασικοί Θεσμοί Δημοσιοϋπαλληλικού Δικαίου, 7η έκδ., εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2007, σελ. 169 επ.

 

 

 

 

 

[14] ΣτΕ 1571/2010 Γ’ τμ., η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 63 του νομοθετικού διατάγματος 1400/1973 κρίθηκε ότι αντίκειται στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (σκ. 5), ενώ η μειοψηφία υποστήριξε ότι αντίκειται στο άρθρο 22 παράγραφος 4 του Συντάγματος (σκ. 4). 

 

 

 

 

 

[15] Βλ. αναλυτ. Ε. Σπηλιωτόπουλος, Χ. Χρυσανθάκης, όπ.π., σελ 107 επ.

 

 

 

 

 

[16] Παρόλο που από το Δικαστήριο έχει κριθεί πολλές φορές ότι οι υπηρετούντες στην Ελληνική Αστυνομία είναι στρατιωτικοί υπάλληλοι, θα πρέπει να επισημανθεί ότι είναι η πρώτη φορά που για να τεκμηριώσει την εν λόγω θέση του συνδέει τις αρμοδιότητες των υπηρεσιών ευθέως και ρητά με τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, βλ. ενδ. ΣτΕ 3587/1997, 466/1999, 3604/1998, 2649/1987. 

 

 

 

 

 

[17] ΟλΣτΕ 2192/2014, σκ. 11.

 

 

 

 

 

[18] ΟλΣτΕ 867/1988, σκ. 4.

 

 

 

 

 

[19] ΟλΑΠ 2225/2013 και 03/2012.

 

 

 

 

 

[20] Χ. Χατζή, Η φυλάκιση ως ειδική σχέση εξουσίασης, δικαιώματα υπό σκιά, Το Σύνταγμα, 1995, σελ. 287 επ

 

 

 

 

 

[21] ΣτΕ 251/2001, σκ. 9, βλ. και όμοιες: ΣτΕ 573/2005 και 1802/1986.

 

 

 

 

 

[22] ΟλΑΠ 03/2012.

 

 

 

 

 

[23] ΟλΑΠ 03/2012.

 

 

 

 

 

[24] ΟλΣτΕ 668/2012, σκ. 33, γνώμη μειοψηφίας.

 

 

 

 

 

[25] ΟλΣτΕ 4741/2014, σκ. 24.

 

 

 

 

 

 

Αλλαγή παραδείγματος; Η πρόκληση μιας νέας συνταγματικής οργάνωσης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Είναι αναμφισβήτητο, ότι τόσο η χώρα μας, ειδικά, όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, γενικότερα, βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια πρωτοφανή κρίση που συντάραξε συθέμελα όλες τις παραδοχές και όλες τις βεβαιότητες που σφράγισαν, τις προηγούμενες δεκαετίες, τόσο την ελληνική όσο και την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
*** Ομιλία στο Συνέδριο "Ελληνική Πολιτεία και Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία" στη μνήμη των καθηγητών Δημήτρη Θ. Τσάτσου και Γιώργου Παπαδημητρίου, Θεσσαλονίκη 20-21/02/2015. ***

Αξιότιμοι προσκεκλημένοι της σημερινής εκδήλωσης, αγαπητοί συνάδελφοι της ακαδημαϊκής κοινότητας, φίλες και φίλοι, αγαπητή μας Άννα,

Ευχαριστώ θερμά τους οργανωτές, που μου δίνουν σήμερα την ευκαιρία να μιλήσω, για μια ακόμη φορά, σε μια εκδήλωση προς τιμήν των αείμνηστων φίλων και συναδέλφων Δημήτρη Τσάτσου και Γιώργου Παπαδημητρίου. Ειλικρινά πιστεύω ότι τόσο αυτή όσο και οι άλλες εκδηλώσεις, που προηγήθηκαν, δεν είναι παρά ένα ελάχιστο μέρος από τον οφειλόμενο φόρο τιμής για όσα μας προσέφεραν, όχι μόνον με το έργο τους και τη διδασκαλία τους αλλά και με το φωτεινό επιστημονικό και ανθρώπινο παράδειγμά τους.

Είναι αναμφισβήτητο, ότι τόσο η χώρα μας, ειδικά, όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, γενικότερα, βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια πρωτοφανή κρίση που συντάραξε συθέμελα όλες τις παραδοχές και όλες τις βεβαιότητες που σφράγισαν, τις προηγούμενες δεκαετίες, τόσο την ελληνική όσο και την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Είναι επίσης αναμφίβολο ότι η πλέον προφανής και έκδηλη πλευρά της κρίσης είναι η οικονομική. Η πρωτοφανής ύφεση των τελευταίων χρόνων οδήγησε σε ραγδαία χειροτέρευση των συνθηκών διαβίωσης όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών λαών, και ιδίως του νότου, ενώ ο δικός μας, λόγω και των ιδιαίτερων οικονομικών μας παθογενειών, είναι μακράν το πιο κραυγαλέο θύμα αυτής της κρίσης.

Ωστόσο, η οικονομική κρίση δεν είναι παρά μόνον η ορατή πλευρά του παγόβουνου. Πίσω από αυτήν σοβεί μια άλλη κρίση, εντονότερη και ίσως σημαντικότερη, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Ι. Πρόκειται προεχόντως για την δομική κρίση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, καθώς οι θεσμικές και λειτουργικές ατέλειες της Ευρωζώνης όχι μόνο ανατροφοδοτούν και μεγεθύνουν τα οικονομικά προβλήματα αλλά και αναδεικνύουν ανάγλυφα την εγγενώς ελλειμματική και καταφανώς ατελέσφορη, υπό τις παρούσες συνθήκες, συνταγματική οργάνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μέσω αργόσυρτων διαδικασιών και αμήχανων, ενίοτε δε και αντικρουόμενων, θεσμικών πολιτικών.

Παράλληλα, όμως, η κρίση φαίνεται να αγγίζει πλέον και τη συνταγματική τάξη της χώρας μας, η οποία κατά την περίοδο της κρίσης έδειξε να αποτελεί και η ίδια, πλέον, μέρος του προβλήματος, καθώς δεν μπόρεσε να αποτρέψει κραυγαλέες παρεκτροπές του πολιτικού συστήματος, ενώ παρουσίασε και εμφανή σημεία κόπωσης, καθώς και έκδηλες αδυναμίες και υστερήσεις.

Πέρα λοιπόν από το ζήτημα της οικονομικής κρίσης καθεαυτό, το μεγάλο ερώτημα που τίθεται πλέον, κατά την άποψή μου, είναι το ακόλουθο: μήπως ήρθε η ώρα να υιοθετηθούν ριζικές θεσμικές λύσεις, αντί των μεσοβέζικων λογικών και πολιτικών, που έχουν επικρατήσει έως τώρα, με αμφίβολα αν όχι ανύπαρκτα αποτελέσματα; Ή, για να το πούμε αλλιώς: μήπως ήρθε η ώρα για αλλαγή παραδείγματος στην συνταγματική οργάνωση τόσο της Ευρώπης όσο και τη χώρας μας;

ΙΙ. Ας δούμε όμως το ερώτημα αυτό πιο συγκεκριμένα:

1. Τα εγγενή ελλείμματα και τα δομικά προβλήματα στο συνταγματικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι λίγο πολύ γνωστά και έχουν αναλυθεί σε βάθος από τους δύο τιμώμενους σήμερα αείμνηστους συναδέλφους, οι οποίοι κυριολεκτικά άνοιξαν δρόμους στην μελέτη του σύγχρονου και ιδιότυπου ευρωπαϊκού συνταγματισμού.

Τι θα σήμαινε λοιπόν, με βάση και την πολύτιμη συνεισφορά τους, αλλαγή παραδείγματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Θα σήμαινε, πρώτα και πάνω από όλα, αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας του «οικονομικού» απέναντι στο «πολιτικό» και κατ’επέκτασιν της πρωτοκαθεδρίας της ιδιωτικής κοινωνίας των «αγορών» απέναντι στην πολιτική κοινωνία των δημόσιων θεσμών και λειτουργιών. Θα σήμαινε δηλαδή την αποκατάσταση μιας στοιχειώδους έστω πολιτικής αυτονομίας του ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου.

2. Η αποκατάσταση, όμως, μιας τέτοιας αυτονομίας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Κι αυτό βέβαια δεν οφείλεται μόνο στον ηγεμονικό ρόλο που έχει αναλάβει σήμερα, εν τοις πράγμασι, το ισχυρότερο οικονομικά εθνικό κράτος της Ευρωζώνης. Το πρόβλημα αυτό, που είναι σχετικά πρόσφατο, έρχεται απλώς να προστεθεί σε ένα πλέγμα παλαιότερων και προ πολλού διαπιστωμένων προβλημάτων, που δυσχεραίνουν ούτως ή άλλως την πορεία αποκατάστασης της πολιτικής αυτονομίας του ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου. Πρώτον διότι η πολιτική αυτή αυτονομία είναι εξ αρχής υπονομευμένη, λόγω του πολλαπλά ελλειμματικού μοντέλου συνταγματικής οργάνωσης που έχει επικρατήσει έως τώρα και δεύτερον διότι ναι μεν ο ρόλος και οι αρμοδιότητες των ευρωπαϊκών θεσμών διευρύνθηκαν στην εποχή της παγκοσμιοποίησης πλην όμως κατά έναν τρόπο πολιτικά μονομερή και οικονομικά υπονομευμένο.

Το πρώτο λοιπόν που χρειάζεται η ΕΕ, προκειμένου να επιτευχθεί η πολιτική της αυτονομία, είναι η εγκατάλειψη του σημερινού εγγενώς ερμαφρόδιτου και πολιτικοοικονομικά μεροληπτικού μοντέλου, που προσπαθεί μάταια να ισορροπήσει ανάμεσα στο εθνικό και στο υπερεθνικό, ανάμεσα στους οικονομικά ισχυρούς και στους οικονομικά αδυνάμους και συνάμα ανάμεσα στον ρόλο της μακράς χειρός των αγορών, που προσπαθούν να της επιβάλουν οι ιδιωτικές εξουσίες του υπερεθνικού οικονομικού περιβάλλοντος και στον ρόλο του επαρκούς αντιβάρου στην ασυδοσία των αγορών, που τον υπαγορεύει η παράδοση του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού.

3. Μια τέτοια επιλογή προϋποθέτει και συνεπάγεται, πρώτα και πάνω απ’ όλα, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει επιτέλους να υιοθετήσει ισχυρούς και αποτελεσματικούς κεντρικούς θεσμούς, οι οποίοι, για να είναι τέτοιοι, πρέπει ταυτόχρονα να διαθέτουν επαρκείς αρμοδιότητες και ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση. Στο σημείο αυτό οι επιλογές είναι δύο:

Η πρώτη είναι να επιταχύνει τον μετασχηματισμό των ισχυόντων ασθενών ευρωπαϊκών κοινοβουλευτικών θεσμών, ώστε η Επιτροπή να μετασχηματισθεί σε μια ισχυρή ευρωπαϊκή κυβέρνηση, που θα λειτουργεί στο πρότυπο ενός ιδιότυπου «ορλεανικού κοινοβουλευτισμού». Αυτό σημαίνει, ιδίως, διπλή εμπιστοσύνη, αφ’ενός μεν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αφ’ετέρου δε από ένα δεύτερο ισχυρό νομοθετικό σώμα, στο οποίο πρέπει να εκπροσωπούνται στο ανώτερο δυνατό επίπεδο και με την μέγιστη δυνατή (αναλογική πάντως) ισοτιμία τα κράτη μέλη, με δικαίωμα αρνησικυρίας για ένα σημαντικό αριθμό κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων.

Β. Η δεύτερη επιλογή είναι να υιοθετηθεί ένα εναλλακτικό μοντέλο, προεδρικού χαρακτήρα. Η αλλαγή θα είναι πλέον ριζική, καθώς ο επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας θα εκλέγεται με άμεση εκλογή και θα διορίζει στη συνέχεια την Επιτροπή (κυβέρνηση), ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά και το δεύτερο Νομοθετικό Σώμα, στο οποίο θα εκπροσωπούνται κατά τα ανωτέρω τα κράτη μέλη, θα έχουν ακόμη σημαντικότερες ελεγκτικές αρμοδιότητες και ακόμη ισχυρότερο δικαίωμα αρνησικυρίας για κρίσιμες αποφάσεις.

4. Μια τέτοια συνταγματική ανασυγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης τελεί υπό δύο απαρέγκλιτες προϋποθέσεις:

Πρώτον, ότι θα αποδοθεί ένα είδος ευρωπαϊκής ιθαγένειας, προκειμένου να συγκροτηθεί ένας ενιαίος ευρωπαϊκός «δήμος», που θα αποτελέσει νέα παράλληλη πηγή νομιμοποίησης του έτσι αναδομούμενου ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος και των επί μέρους οργάνων του.

Δεύτερον, ότι θα αναδιοργανωθεί το κομματικό σύστημα της ΕΕ, με ισχυρά πανευρωπαϊκά κόμματα, που θα κατέρχονται με τα δικά τους ξεχωριστά ονόματα και σύμβολα και θα αποτελέσουν πλέον τους κύριους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς για την πολιτική έκφραση των ευρωπαϊκών κοινωνικών δυνάμεων, κατ’ επέκτασιν δε και τους καθοριστικούς μοχλούς για την επίτευξη ενός νέου, υπερεθνικού πλέον, πολιτικού πλουραλισμού, που θα αποτελέσει τη βάση της ουσιαστικής κοινωνικοπολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης.

Μόνο μια τέτοια συνταγματική αρχιτεκτονική του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, που θα συνδυάσει την δημοκρατία με την αποτελεσματική άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, μπορεί να επιτρέψει την αντιστοίχηση των ευρωπαϊκών θεσμών με τις προκλήσεις των καιρών, τόσο σε ό,τι αφορά την διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και την αντιμετώπιση των ελλειμμάτων όσο και σε ό,τι αφορά την άσκηση πρόσφορων για την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία δημόσιων πανευρωπαϊκών πολιτικών. Δεν μπορώ να επεκταθώ σε αυτό το σημείο, λόγω της έλλειψης χρόνου, είμαι όμως βέβαιος ότι η αναγκαιότητα τέτοιων ισχυρών οικονομικών θεσμών και μηχανισμών θα επισημανθεί και σε επόμενες εισηγήσεις.

5. Σπεύδω πάντως, στο σημείο αυτό, να προλάβω ένα εύλογο ερώτημα:

Αν υιοθετηθεί αυτή η νέα συνταγματική αρχιτεκτονική, σε τι θα διαφέρει η Ευρωπαϊκή Ένωση από τα υπάρχοντα ομοσπονδιακά κράτη; Και πως θα μπορούμε να μιλάμε, πλέον, για την Ευρώπη των κρατών και των λαών, όπως την ανέδειξε ο Δημήτρης Τσάτσος;

Είναι αλήθεια ότι οι αλλαγές που σε αδρές γραμμές, και κατ’ ανάγκην σχηματικά και ελλειπτικά, περιέγραψα είναι πολύ πλησιέστερα στο ομοσπονδιακό μοντέλο από όσο η σημερινή δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, υπό τις παρούσες συνθήκες, η λογική αυτή, της οποίας πρωτεργάτης στη χώρα μας ήταν ο Γιώργος Παπαδημητρίου, είναι, ταυτόχρονα, πολύ πλησιέστερα πλέον και στην λογική της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας, την οποία ανέδειξε ο Δημήτρης Τσάτσος.

Η Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, αγαπητοί φίλοι, είναι μια έννοια δυναμική και όχι στατική. Για όσο διάστημα η ΕΕ λειτουργούσε παράλληλα με ισχυρά και ευημερούντα εθνικά κράτη, η ευαισθησία για την τήρηση μιας ισορροπίας ανάμεσα στο εθνικό και το υπερεθνικό ήταν απολύτως δικαιολογημένη. Σήμερα όμως, ζούμε σε μια Ευρώπη ανίσχυρων και παραπαιόντων εθνικών κρατών και ανασφαλών και φοβισμένων λαών, που είναι τα πραγματικά θύματα της κρίσης, διότι τιμωρούνται αυτοί για όσα έπραξαν οι διεφθαρμένες, ενδοτικές και ανίκανες κυβερνητικές ελίτ των εθνικών κρατών. Ως εκ τούτου η επιτάχυνση της πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης αποτελεί, όσο και αν φαίνεται οξύμωρο, την μόνη ορατή προοπτική για την διάσωση, σε ανώτερο πλέον επίπεδο, τόσο της εθνικής κυριαρχίας όσο και των δημοκρατικών και κοινωνικών κατακτήσεων που επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο των εθνικών κρατών και αποτελούν την ρομφαία του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού.

6. Αυτό όμως προϋποθέτει την τήρηση δύο απαρέγκλιτων προϋποθέσεων, που είναι, κατά την άποψή μου, και η πλέον σημαντική επιστημονική παρακαταθήκη των τιμώμενων σήμερα αείμνηστων συναδέλφων.

Πρώτον, ότι τόσο η μεταφορά κρίσιμων εθνικών αρμοδιοτήτων όσο και η άσκησή τους από ευρωπαϊκά πλέον όργανα, θα γίνει με όρους ευρείας δημοκρατικής νομιμοποίησης, ώστε να συνοδεύεται από ένα ισοδύναμο λαϊκής κυριαρχίας και να αποτελεί έτσι συνέχεια και όχι οπισθοδρόμηση στην μακρά πορεία εκδημοκρατισμού του δημόσιου χώρου και των λειτουργιών του.

Δεύτερον, ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι το αποτέλεσμα ούτε ενός αφελούς και συχνά άκριτου φιλοευρωπαϊσμού αλλά ούτε και μιας στενής και εν πολλοίς στυγνής λογικής για την εξυπηρέτηση αγοραίων συμφερόντων. Αντίθετα, οφείλει να υπηρετεί τις προσδοκίες, τις ανησυχίες και τις ανάγκες ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, που αποτελούν την πλουραλιστική έκφραση του ευρωπαϊκού «δήμου» και παρέχουν έτσι το ασφαλέστερο υπόβαθρο και την καλύτερη εγγύηση για τον δημοκρατικό και κοινωνικά χρήσιμο χαρακτήρα της.

6. Υπό το πρίσμα αυτό, ένα κρίσιμο στοιχείο που συνδέεται με την αλλαγή παραδείγματος είναι και το ότι πρέπει να επανεξετασθεί η σχέση του κρατούντος συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις ανερχόμενες δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, δεδομένου ότι αυτή, κατά την άποψή μου, σε αντίθεση με την εθνικιστική και λαϊκιστική δεξιά, είναι εξ ορισμού ενσωματώσιμη στο ως άνω ενοποιητικό εγχείρημα. Διότι είναι φανερό, αγαπητοί φίλοι, για όποιον δεν βλέπει το παρόν με τα παραμορφωτικά γυαλιά του παρελθόντος, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προοπτικά είναι το μόνο ισχυρό πολιτικοθεσμικό αντίβαρο απέναντι στην επαπειλούμενη ολιγαρχία των αγορών, που φιλοδοξεί να θυσιάσει, στον βωμό του κέρδους, όλες τις μείζονες πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.

Ως εκ τούτου, η αλλαγή παραδείγματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν συνδέεται μόνον με μια νέα συνταγματική αρχιτεκτονική, που θα επιτρέψει την άσκηση ενιαίων και αποτελεσματικών πολιτικών στο πεδίο της οικονομίας, της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής. Απαιτείται, ταυτόχρονα, ο απογαλακτισμός των ευρωπαϊκών θεσμών από την λογική ενός μονόπλευρου οικονομικού και πολιτικού προσανατολισμού, που αποκλείει αντί να αθροίζει δυνάμεις στην προσπάθεια εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

ΙΙ. Αυτά σε πολύ γενικές γραμμές, αγαπητοί φίλοι, για την αλλαγή παραδείγματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ισχύει όμως το ίδιο και για την χώρα μας;

1. Είναι γνωστό ότι το συνταγματικό μας οικοδόμημα δεν εμφανίζει ανάλογα προβλήματα με αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπήρξε ένα πολύ σημαντικό Σύνταγμα, που σφράγισε την εποχή της μεταπολίτευσης αλλά και επανασυνέδεσε, με καθυστέρηση 30 χρόνων, τον ελληνικό με τον μεταπολεμικό ευρωπαϊκό συνταγματισμό, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου υπήρξαν οι ευρύτατες συναινέσεις και συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν ως προς τις θεμελιώδεις επιλογές τους.

Αντίστοιχες συναινέσεις επιτεύχθηκαν και στο Σύνταγμα του 1975, με μοναδική εξαίρεση τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, η κατάστρωση των οποίων, υπαγορευμένη από την προσωπική πολιτική στρατηγική του Κωνσταντίνου Καραμανλή, είχε έντονα πατερναλιστικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο οι αρμοδιότητες αυτές, παρότι δεν ασκήθηκαν, καταργήθηκαν κατά ένα μεγάλο μέρος με την πρώτη συνταγματική αναθεώρηση, του 1986, υπαγορευμένη πλέον από την πολιτική στρατηγική του Ανδρέα Παπανδρέου για τις εκλογές του 1985.

Το μοντέλο που επικράτησε έκτοτε, έως και σήμερα, είναι αυτό της πλέον αποδυναμωμένης εκδοχής της προεδρευόμενης δημοκρατίας. Το μοντέλο αυτό, όμως, ανέδειξε εύγλωττα τις αδυναμίες του κατά την πρόσφατη περίοδο της κρίσης, όταν η εκτελεστική λειτουργία βρέθηκε χωρίς έναν δεύτερο ισχυρό πόλο, που θα μπορούσε να υπερβεί το κατακερματισμένο κομματικό τοπίο και να αναλάβει ενωτικές πρωτοβουλίες για την επικράτηση εθνικά επωφελών πολιτικών. Ωστόσο, η άκριτη συρρίκνωση των προεδρικών αρμοδιοτήτων δεν ήταν το μόνο συνταγματικό πρόβλημα που ανέδειξε η κρίση.

Κατ’ αρχάς, το Σύνταγμά μας δεν αποδείχθηκε εν τέλει αθώο ούτε για τα αίτια αυτής της κρίσης. Είτε λόγω προβληματικών ρυθμίσεων είτε λόγω της παράλειψης κρίσιμων εγγυήσεων επέτρεψε –ή έστω δεν απέτρεψε– την επικράτηση ενός ιδιότυπου κοινωνικοπολιτικού καθεστωτισμού, με κύρια χαρακτηριστικά την προνομιακή μεταχείριση του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου, τον καταθλιπτικό ρόλο του μαύρου πολιτικού χρήματος, την ασυδοσία των ιδιωτικών ηλεκτρονικών ΜΜΕ, την κοινοβουλευτική φαυλοκρατία και την πελατειακό κρατισμό.

Περαιτέρω, το Σύνταγμά μας, έστω και υπό την αδυσώπητη πίεση του δικαίου της ανάγκης, δεν αποδείχθηκε αρκούντως ανθεκτικό ούτε στην παραβίαση κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων ούτε τις παρεκτροπές ως προς την άσκηση του νομοθετικού έργου.

2. Έχω διατυπώσει επανειλημμένα την αντίθεσή μου στον συνταγματικό λαϊκισμό, που βαφτίζει αντισυνταγματικό οτιδήποτε μη αρεστό πολιτικά, τροφοδοτώντας μια ισοπεδωτική λογική που θεωρεί ότι το Σύνταγμα έγινε ένα άνευ σημασίας κουρελόχαρτο και άρα ότι μια παραβίαση πάνω μια παραβίαση κάτω δεν έχει σημασία. Ωστόσο δεν μπορώ να παραβλέψω και το ότι πράγματι υπήρξε ένας ιδιότυπος συνταγματικός μιθριδατισμός, των παραβιάσεων σε δόσεις, ώστε να τις συνηθίζουν οι πολίτες αλλά και να τις «καλύπτουν» πιο εύκολα τα Δικαστήρια.

Ιδίως δε το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο, δυστυχώς, στην πιο κρίσιμη στιγμή της μεταπολιτευτικής ιστορίας του, έδωσε εξετάσεις στον έλεγχο συνταγματικότητας και κάθε άλλο παρά διέπρεψε. Σε ορισμένα μάλιστα σημεία απέτυχε παταγωδώς, με αποκορύφωμα, κατά την άποψή μου, αφ’ενός μεν την περίπτωση της επίταξης προσωπικών υπηρεσιών των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων στις μεταφορές, που την έκρινε συνταγματική με μια αιτιολογία που προκαλεί θυμηδία, αφ’ετέρου δε με την άκρως επιλεκτική και βαθύτατα συντεχνιακή αντιμετώπιση των μισθολογικών και κοινωνικοασφαλιστικών περικοπών.

Με βάση τα ανωτέρω, θεωρώ ότι και η συνταγματική μας τάξη, παρότι δεν παρουσιάζει τα ελλείμματα και τα προβλήματα της ευρωπαϊκής, χρειάζεται επίσης αλλαγή παραδείγματος. Αυτό σημαίνει, ιδίως, μια συνολική συνταγματική πολιτική, συνδεδεμένη με τις νέες ανάγκες της χώρας, η οποία πρώτον θα απομακρυνθεί από την εμβαλωματική και αποσπασματική λογική της άτολμης και άχρωμης αναθεώρησης του 2001 και δεύτερον θα εστιασθεί κυρίως στις ως άνω παθογένειες και υστερήσεις, προκειμένου να υπάρξει θεσμική και εγγυητική αναβάθμιση του ισχύοντος Συντάγματος, όπως άλλωστε πρότειναν, σε όλους τους τόνους, και οι σήμερα τιμώμενοι αείμνηστοι συνάδελφοι.

3. Μια τέτοια συνταγματική πολιτική, κατά την άποψή μου σημαίνει προεχόντως τα ακόλουθα στο πεδίο της συνταγματικής οργάνωσης και λειτουργίας του πολιτεύματος:

Α. Αποκατάσταση, κατ’αρχάς, του Προέδρου της Δημοκρατίας στον ρόλο ενός ρυθμιστή του πολιτεύματος, που δεν θα υπηρετεί πλέον ιδιοτελείς στρατηγικές. Αυτό σημαίνει εν πρώτοις ανάκτηση μεγάλου μέρους –αλλά όχι όλων– των παλαιών αρμοδιοτήτων του σε συνδυασμό με την καθιέρωση ορισμένων νέων, όπως η ανάδειξη της ηγεσίας των ανώτατων Δικαστηρίων, μεταξύ περισσότερων προτεινόμενων υποψηφίων είτε από τις αντίστοιχες Ολομέλειες είτε από την κατωτέρω προτεινόμενη Γερουσία, καθώς και η ανάδειξη των ηγεσιών των Ανεξάρτητων Αρχών, και πάλι μετά από πρόταση περισσότερων υποψηφίων από την ως άνω Γερουσία, προκειμένου να σταματήσει η γελοιοποίηση της ισχύουσας διαδικασίας.

Β. Αλλαγή, κατά δεύτερον, του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, είτε με την πρόβλεψη εναλλακτικά άμεσης εκλογής, αν αποτύχει η τρίτη ψηφοφορία (που θέλει πλειοψηφία 3/5), είτε με την απευθείας καθιέρωση άμεσης εκλογής, η οποία σε κάθε περίπτωση, όπως δείχνει το παράδειγμα άλλων χωρών, είναι συμβατή με το πολίτευμα της προεδρευόμενης δημοκρατίας.

Γ. Αναδιάταξη, επίσης, της νομοθετικής εξουσίας, με την καθιέρωση Γερουσίας, συγκροτούμενης από 50 μέλη (που θα αφαιρεθούν από την Βουλή), προκειμένου να ενισχυθούν οι εγγυήσεις ποιότητας και κύρους του νομοθετικού έργου αλλά και να λειτουργήσει ένα σώμα αιρετό μεν αλλά σχετικά αποστασιοποιημένο από στενά κομματικές λογικές, ώστε να μπορεί να αναλάβει ιδιαίτερο ρόλο τόσο σε ορισμένες κρίσιμες μορφές κοινοβουλευτικού ελέγχου, όπως οι εξεταστικές επιτροπές, όσο και σε ανάδειξη υψηλόβαθμων δημόσιων λειτουργών, κατά τα ανωτέρω.

Δ. Τέλος, για να ολοκληρωθεί η αλλαγή παραδείγματος στο πεδίο της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, αλλά και για να χτυπηθεί στη ρίζα του η κακοδαιμονία του πολιτικού μας συστήματος, που ερείδεται στην τυραννία, τις ποικίλες εξουσιαστικές παρεκβάσεις και τις αθέμιτες διαπλοκές της κυβερνητικής πλειοψηφίας, η ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση πρέπει απαρεγκλίτως να συνοδευθεί:

Πρώτον, από την κατάργηση του ισχύοντος σταυρού προτίμησης, που κατά την άποψή μου αποτελεί στη χώρα μας την βασική αιτία της κυριαρχίας του μαύρου πολιτικού χρήματος και της συναλλαγής, την πηγή της φαυλοκρατίας και την μητέρα όλων των πελατειακών παρεκτροπών.

Δεύτερον, από την προσεκτική αλλαγή του εκλογικού συστήματος, προκειμένου να επιτευχθεί μεν η διασφάλιση της συνταγματικής αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, χωρίς όμως να αγνοείται πλήρως και η ανάγκη κυβερνησιμότητας της χώρας, που αποτελεί και αυτή, έστω έμμεσα και διαμεσολαβημένα, συνταγματική προτροπή.

Τρίτον, από την λελογισμένη και πολλαπλά εγγυημένη καθιέρωση μορφών άμεσης δημοκρατίας, που θα εμβολιάσουν με συμμετοχικές διαδικασίες το κουρασμένο σώμα και τα αργά αντανακλαστικά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ανατρέποντας τις ολιγαρχικές λογικές των τεχνικών της εξουσίας και φέρνοντας ένα φρέσκο αέρα ανανέωσης και ανανοηματοδότησης των δημοκρατικών θεσμών.

4. Μια άλλη σημαντική παράμετρος των αλλαγών που συγκροτούν την απαιτούμενη αλλαγή παραδείγματος είναι αυτή που αφορά την προστασία κρίσιμων θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Πρόκειται, εν πρώτοις, για την ανάγκη θωράκισης των δικαιωμάτων ομαδικής δράσης, που ασκούνται συλλογικά αλλά και λειτουργούν οιονεί διαμεσολαβητικά ως προς την καθιέρωση ή εφαρμογή κοινωνικών δικαιωμάτων. Ιδιαίτερο βάρος, εν προκειμένω, πρέπει να δοθεί, αφ’ενός μεν στην συνταγματική εγγύηση της συλλογικής αυτονομίας, που τρώθηκε βάναυσα τα τελευταία χρόνια, αφ’ετέρου δε στην αποσαφήνιση των όρων για την κήρυξη απεργίας και την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών.

Πρόκειται, επίσης, και για την αναγκαία ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων, που ήταν τα μεγάλα θύματα της κρίσης. Στο σημείο αυτό η συνταγματική πολιτική της αλλαγής παραδείγματος πρέπει να κινηθεί πολύ προσεκτικά, πλην αποφασιστικά, ώστε να κλείσει οριστικά η αμφισβήτηση του κανονιστικού χαρακτήρα των κοινωνικών δικαιωμάτων. Αυτό, δε, κατά την άποψή μας, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την συνταγματική κατοχύρωση του εγγυημένου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης, που είναι πολύ ευρύτερη και απείρως προτιμότερη από την κατοχύρωση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, Και αυτό διότι προϋποθέτει αλλά και συνεπάγεται, για την πραγμάτωσή της, την ταυτόχρονη κατοχύρωση –αλλά και την επακόλουθη ενεργοποίηση– ενός σκληρού πυρήνα όλων των κοινωνικών δικαιωμάτων, προσδίδοντας σε αυτά συγκεκριμένο και απευθείας δεσμευτικό, εκ του Συντάγματος, κανονιστικό περιεχόμενο.

5. Η τελευταία πτυχή της προτεινόμενης συνταγματικής πολιτικής για την αλλαγή παραδείγματος αφορά την καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Γνωρίζω και σέβομαι όλα τα επιχειρήματα υπέρ του σημερινού συστήματος του παρεμπίπτοντος και διάχυτου ελέγχου. Ωστόσο στην εποχή μας, και με δεδομένα τα όσα έχουν μεσολαβήσει, θεωρώ αυτά τα επιχειρήματα όλο και πιο θεωρητικά, όλο και πιο απομακρυσμένα από την ζέουσα πραγματικότητα του χώρου της Δικαιοσύνης, με τις κραυγαλέες αποτυχίες του ελέγχου Συνταγματικότητας –ενδεικτικά παραδείγματα των οποίων ανέφερα προηγουμένως– αλλά και με τα πολλαπλά δείγματα μιας οιονεί αρνησιδικίας, που αφορά συχνά και τα θέματα συνταγματικότητας.

Είναι φανερό, ειδικότερα, ότι χρειαζόμαστε πρώτον ένα πολλαπλά εγγυημένο σύστημα προληπτικού ελέγχου και δεύτερον ένα αυστηρά δομημένο σύστημα συγκεντρωτικού κατασταλτικού ελέγχου της συνταγματικότητας, προκειμένου αφ’ενός μεν να είναι εγγυημένη η ασφάλεια δικαίου αφ’ετέρου δε οι σχετικές υποθέσεις, και ιδίως οι σοβαρές, να αντιμετωπίζονται γρήγορα και αποτελεσματικά, από δικαστές που θα γνωρίζουν σε βάθος τα της ερμηνείας του Συντάγματος.

Περαιτέρω, δε, το Συνταγματικό αυτό Δικαστήριο θα αναλάβει, πέρα από τον έλεγχο του κύρους των εκλογών, που ανήκει σήμερα στο ΑΕΔ, και τον έλεγχο συνταγματικότητας των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου –για να μην επαναληφθούν τα φαινόμενα του πρόσφατου παρελθόντος– καθώς και έναν στοιχειώδη έλεγχο της λειτουργίας των κομμάτων, ως συνταγματικών προεχόντως θεσμών, που πρέπει πρώτον να σέβονται έμπρακτα τις αρχές και τους κανόνες της Δημοκρατίας και δεύτερον να οργανώνουν ανάλογα και την εσωκομματική τους λειτουργία.

Αυτό άλλωστε ήταν μια ακόμη πολύτιμη θεωρητική συνεισφορά των σήμερα τιμώμενων αείμνηστων συναδέλφων, οι οποίοι, θέλω να το τονίσω για μια ακόμη φορά ότι άνοιξαν δρόμους, εμπλούτισαν την συνταγματική μας θεωρία, μας ενέπνευσαν και εξακολουθούν να μας εμπνέουν.

 

 

 

Η επίκαιρη παροχή δικαστικής προστασίας στη διοικητική δικαιοσύνη: Μια συνεχής αναζήτηση

Βασίλειος Π. Ανδρουλάκης, Πάρεδρος Σ.τ.Ε.

                Ενώ είναι γενικώς αποδεκτό ότι η ελληνική δικαιοσύνη ανταποκρίνεται στα επί μέρους στοιχεία που συνθέτουν το περιεχόμενο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, στο θέμα της απονομής αυτής σε εύλογο χρόνο, το δικαστικό σύστημα δεν έχει να επιδείξει τα καλύτερα αποτελέσματα. Μάλιστα, το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει δεχθεί σε αποφάσεις του ότι το πρόβλημα της ελληνικής δικαιοσύνης στο ζήτημα αυτό δεν είναι συγκυριακό, δεν έτυχε δηλαδή να καθυστερήσει η απονομή της δικαιοσύνης σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά έχει συστημικό χαρακτήρα.

                Αποτελεί, επομένως, η αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού σοβαρό διακύβευμα για όλους τους παράγοντες που εμπλέκονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην οργάνωση και λειτουργία του δικαιοδοτικού συστήματος. Σκόπιμη, ωστόσο, είναι η ακόλουθη επισήμανση: Η δικαιοσύνη δεν αποτελεί μια ακόμα δημόσια υπηρεσία η οποία πρέπει να παράγει το προϊόν της ταχέως για να ικανοποιήσει τις ανάγκες των πολιτών. Αποτελεί την τρίτη ανεξάρτητη κρατική λειτουργία, που είναι εγγυητής του κράτους δικαίου, οφείλει δε να επιχειρεί λεπτολόγες και δύσκολες σταθμίσεις μεταξύ της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών και της διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος. Αν επικεντρωθούμε αποκλειστικά στο ζήτημα της ταχύτητας, παραβλέποντας τους σκοπούς που η δικαιοσύνη θεραπεύει, κινδυνεύουμε να καταλήξουμε σε έναν δικαστή διεκπεραιωτή των υποθέσεων που καλείται να επιλύσει ή στον δικαστή που επευλογεί, που βάζει τη σφραγίδα της νομιμότητας, σε ήδη ειλημμένες αποφάσεις. Η δικαστική κρίση απαιτεί χρόνο για μελέτη και ωρίμανση της υποθέσεως.     

Μια σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία αφορά την καθιέρωση ενός ιδιαίτερου ενδίκου βοηθήματος, κατά την έννοια του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, για την επιδίκαση δίκαιης ικανοποίησης λόγω καθυστέρησης στην έκδοση απόφασης από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Στη διαδικασία αυτή αναφέρονται τα άρθρα 53 έως 58 του ν. 4055/2012 (Α’ 51), που εφαρμόζεται από τις αρμόδιες μονομελείς συνθέσεις του Σ.τ.Ε. και των τ.δ.δ., οι οποίες έχουν εκδώσει αποφάσεις με τις οποίες επιδικάζεται εύλογη χρηματική αποζημίωση λόγω καθυστέρησης. Με τον τρόπο αυτό αναμένεται ότι οι σχετικές καταδικαστικές για την Ελλάδα αποφάσεις του δικαστηρίου του Στρασβούργου θα περιοριστούν σημαντικά.

                Ο νομοθέτης, τα τελευταία χρόνια, υπό την πίεση του προβλήματος της καθυστέρησης έχει υιοθετήσει σειρά νομοθετημάτων, που εντάσσονται, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αντιμετώπισής του. Βασικός στόχος του παρόντος είναι η συνοπτική παρουσίαση των νομοθετικών εκείνων μέτρων που αφορούν την αντιμετώπιση της καθυστέρησης στη διοικητική δικαιοσύνη (ΙΙ). Προηγουμένως, όμως, θα επιχειρηθεί μια αναζήτηση των αιτίων που δημιουργούν και επιτείνουν το πρόβλημα, διότι η διαπίστωση του πολυπαραγοντικού χαρακτήρα του καταδεικνύει την δυσκολία της αντιμετώπισης του (Ι), ενώ στο τέλος θα διατυπωθούν, πολύ συνοπτικά, μερικές προτάσεις για περαιτέρω μέτρα που πιστεύεται ότι θα συμβάλλουν στην επιδίωξη του επιθυμητού αποτελέσματος: την σε εύλογο χρόνο απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης (ΙΙΙ)

Διαβάστε το κείμενο σε pdf.

Το παρόν δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, 2015, σελ. 1 επ. και στηρίζεται σε δύο εκθέσεις που συνετάγησαν από τον γράφοντα για λογαριασμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τα έτη 2013 και 2014, με αντικείμενο την αξιολόγηση των ν. 3900/2010 και 4055/2012.

Πολυεπίπεδος συνταγματισμός και η κρίση της δημοκρατίας στην Ευρώπη

Ingolf Pernice, Καθηγητής Πανεπιστημίου Humboldt Βερολίνου

"Μια αλλαγή στη σκέψη των ανθρώπων αποτελεί προϋπόθεση για να ξεπεράσουμε την κρίση δημοκρατίας στην Ευρώπη. Αυτή η κρίση ουσιαστικά έχει τις ρίζες της όχι στην ΕΕ αλλά στα ίδια τα Κράτη-Μέλη. Αποκτώντας την ‘κυριότητα’ της ΕΕ, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τους την αρχή της επικουρικότητας και συμμετέχοντας όχι μόνο στον διάλογο για τις μεταρρυθμίσεις των Συνθηκών αλλά και στην πραγματική πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ευρωπαίοι πολίτες θα μπορούσαν να συντελέσουν στην υπέρβαση της κρίσης της δημοκρατίας. Έτσι, μια αλλαγή στη σκέψη και στην αντίληψη, μια αλλαγή της ‘κυριότητας’ της ΕΕ, θα επέφερε και την αλλαγή στην κυριότητα των Συνθηκών και των ευρωπαϊκών πολιτικών: κύριοι δεν θα ήταν πια τα Κράτη-μέλη αλλά οι ενεργοί και υπεύθυνοι πολίτες."

 

ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ[1]

του Ingolf Pernice*

 

I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

II. ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΟΜΗ

III. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΣΜΟΥ

IV. ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ

1. «Ενότητα κατ’ουσίαν» από την οπτική του πολίτη

2. Η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου

3. Αυτονομία και υπεροχή στο Ευρωπαϊκό Συνταγματικό σύστημα

4. Επανεξέταση της έννοιας της «διαιρεμένης κυριαρχίας»

V. ΕΝΙΣΧΥΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

1. Δομικές αρχές της Ένωσης

Α. Συμπληρωματικότητα

Β. Εκουσιότητα

Γ. ΑνοικτήΔημοκρατία

2. Τέσσερεις προσταγές για την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης

Α. Ανάληψη της κυριότητας της ΕΕ

Β. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη την επικουρικότητα

Γ. Δίνοντας στην Ε.Ε. αρμοδιότητες για οικονομική και δημοσιονομική πολιτική

Δ. Συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή πολιτική

VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε κρίση. Είναι μια οικονομική κρίση, μια κρίση δημοκρατίας και μια πνευματική κρίση. Μερικοί άνθρωποι σε ορισμένα κράτη μέλη πιστεύουν ότι η οικονομική κρίση έχει τελειώσει. Αυτή δεν είναι η κατάσταση στην Ελλάδα, αν δε απατώμαι. Οι άνθρωποι υποφέρουν, τα μέτρα λιτότητας που επιβάλλονται με αντάλλαγμα νέες δόσεις δανείων κόβουν την ανάσα. Αν κάποιοι υπουργοί οικονομικών και τραπεζίτες μιλάνε για το τέλος της κρίσης, οι άνθρωποι ίσως το βλέπουν λιγότερο αισιόδοξα. Πάνω από όλα δεν τελείωσε η κρίση της δημοκρατίας και η πνευματική κρίση.

Έτσι το βλέπω εγώ: οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται τις κυβερνήσεις τους. Και ακόμη λιγότερο φαίνεται να εμπιστεύονται τα Ευρωπαϊκά Θεσμικά Όργανα, ιδίως αυτά που διαχειρίζονται την οικονομική κρίση. Όπως δείχνουν οι Ευρωπαϊκές Εκλογές του Μαΐου του 2014 υπάρχει μια ισχυρή στροφή προς τον σκεπτικισμό κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), αν όχι μια αυξανόμενη τάση που απορρίπτει την ιδέα της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης γενικότερα. Ο Ντέιβιντ Κάμερον μίλησε ήδη στην ομιλία του στο Bloomberg τον Ιανουάριο του 2013 για την απόσυρση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση, αν η ΕΕ δεν επανέλθει σε μια απλή ζώνη ελεύθερων συναλλαγών. Το ότι χρησιμοποιεί αυτή την ιδέα με την ελπίδα να κερδίσει τις βρετανικές εκλογές το 2015 μας λέει πολλά για τον τρόπο σκέψης στη Βρετανία. Όσον αφορά τη Γαλλία, το αυτοπροσδιοριζόμενο ως αντι-ευρωπαϊκό ακροδεξιό κόμμα της Marie Le Pen έχει κερδίσει το 32% των γαλλικών εδρών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στη Γερμανία επίσης, έχουμε ένα νέο κόμμα ενάντια στο ευρώ που κερδίζει έδαφος, και στην Ελλάδα -το λίκνο της Ευρώπης και της δημοκρατίας- η συμπάθεια για την Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον «πολυεπίπεδο συνταγματισμό»; Η θέση μου είναι ότι ο πολυεπίπεδος συνταγματισμός είναι μια έγκυρη θεωρητική σύλληψη για να εξηγήσουμε την ΕΕ και ότι η κατανόηση της ΕΕ ως ένα παράδειγμα του πολυεπίπεδου συνταγματισμού μπορεί να χρησιμεύσει ως μια λύση για την κρίση της δημοκρατίας και την πνευματική κρίση στην Ευρώπη. Για να αποδειχθεί αυτό, επιτρέψτε μου, κατ' αρχάς, να σας δώσω μερικούς λόγους για τους οποίους πιστεύω ότι μερικές από τις τρέχουσες παρερμηνείες της ΕΕ και της συνταγματικής της δομής μπορεί να είναι η πηγή της αυξανόμενης δυσπιστίας προς την ίδια την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και για την Ένωση στο σύνολό της (υπό II). Δεύτερον, θα εξηγήσω τη θέση μου συνοψίζοντας τις βασικές ιδέες του πολυεπίπεδου συνταγματισμού (υπό ΙΙΙ) και θα αμυνθώ ενάντια σε ορισμένες επιφυλάξεις και κριτική (υπό IV) με σκοπό, στο τέλος, να αναπτύξω κάποιες ιδέες για το πώς η ΕΕ θα μπορούσε να ξεπεράσει την κρίση της δημοκρατίας (υπό V).

 

 

IΙ. ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΟΜΗ

Οι άνθρωποι έχουν δυσκολίες να καταλάβουν τι πραγματικά είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, και για ποιόν σκοπό έχει φτιαχτεί. Είναι μια αφηρημένη οντότητα, δεν μπορούμε να την δούμε ούτε να την ψηλαφήσουμε. Δεν έχουμε καν λεξιλόγιο ταιριαστό για να την περιγράψουμε. Γι 'αυτό και χρησιμοποιούμε όρους της παραδοσιακής πολιτικής φιλοσοφίας και του συνταγματικού δικαίου, που αναπτύχθηκαν για τα κράτη. Η ΕΕ δεν είναι ένα κράτος. Ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα είναι αναγκαστικά οι παρανοήσεις. Αν και έχουμε κάποια ιδέα για το τι σημαίνει δημοκρατία, κράτος δικαίου, διάκριση των εξουσιών, θεμελιώδη δικαιώματα ή φεντεραλισμός, οι έννοιες αυτές επίσης δεν ταιριάζουν απαραίτητα στην ΕΕ. Το γεγονός ότι η κατανόησή τους ποικίλλει από χώρα σε χώρα δείχνει ότι μια κοινή μετάφραση, ταιριαστή για την ΕΕ, δεν είναι και πολύ πιθανή.

Αν οι περισσότεροι παρατηρητές συμφωνούν, ότι η ΕΕ δεν είναι ένα (ομοσπονδιακό) κράτος, υπάρχει μικρότερη συμφωνία σχετικά με το τι είναι. Είναι ένας διεθνής οργανισμός ή μια ομοσπονδία κυρίαρχων κρατών; Η ορολογία που αναπτύχθηκε από τον Georg Jellinek, ιδίως η κατηγορηματική διάκριση μεταξύ της ομοσπονδίας των κρατών (χωρίς νομική προσωπικότητα) και του ομοσπονδιακού κράτους (που έχει νομική προσωπικότητα)[2], είναι δύσκολο να εφαρμοστεί στην ΕΕ. Η ΕΕ βρίσκεται στο μεταίχμιο, με χαρακτηριστικά ή στοιχεία και των δύο. Μερικοί μιλούν για έναν οργανισμό sui generis, αλλά ακόμα και αυτή η ελαστική περιγραφή δεν μας βοηθάει να καταλάβουμε τι πραγματικά είναι η ΕΕ. Ο Paul Kirchhof και μαζί με αυτόν το ίδιο το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο δημιούργησε τον όρο "Staatenverbund", ένα είδος ένωσης κρατών[3]. Εδώ έχουμε μείνει μέχρι και σήμερα.

Ποιο είναι το πρόβλημα με αυτόν τον όρο –όρος που έχει βρει ευρεία αποδοχή τουλάχιστον από τις κυβερνήσεις, τα συνταγματικά δικαστήρια και την «συντηρητική» νομική ακαδημαϊκή κοινότητα– που επικεντρώνεται στην έννοια του κράτους; Περιγράφει την ΕΕ ως ένα δημιούργημα κρατών, όχι λαών. Χρησιμοποιεί τη μορφή της ίδρυσής της –τις διεθνείς συνθήκες– ως καθοριστική για τη νομική της φύση, συμπεριλαμβανομένου του ισχυρισμού ότι τα κράτη μέλη παραμένουν κυρίαρχα κράτη, οι «κύριοι των Συνθηκών». Οπότε η ΕΕ είναι ζήτημα των κρατών, των αφηρημένων πολιτικών οργάνων που ίδρυσαν μια ακόμα πιο αφηρημένη οργάνωση για τους σκοπούς τους. Οι ιδρυτές της ΕΕ, λοιπόν, είναι τα κράτη, όχι οι λαοί, όχι οι πολίτες.

Οι κυβερνήσεις, ακόμη και τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια μπορεί να αρέσκονται στη διατήρηση αυτής της προσέγγισης, γιατί έτσι διατηρείται η εξουσία. Είναι πιο βολικό γι 'αυτούς να κυβερνούν χωρίς να εμπλέκονται οι άνθρωποι. Εάν τα κράτη μέλη αναγνωρίζονται ως οι κύριοι των Συνθηκών, οι άνθρωποι δέχονται ευκολότερα να επικεντρωθούν και να περιορίζουν το ενδιαφέρον τους στις εθνικές πολιτικές. Τα Συνταγματικά μας Δικαστήρια ερμηνεύουν το δίκαιο της Ένωσης ως διεθνές δίκαιο, γιατί έτσι η εφαρμογή του σε εθνικό επίπεδο εξαρτάται από το εθνικό δίκαιο και υπόκειται στον έλεγχό τους. Αυτό επιτρέπει στα δικαστήριά μας να αισθάνονται ισχυρά, αν όχι κυρίαρχα, και να έχουν τον τελευταίο λόγο σε κάθε περίπτωση αμφιβολίας[4].

Οι Βρυξέλλες συχνά κατηγορούνται από τους πολιτικούς ηγέτες, στα εθνικά κοινοβούλια και στο δημόσιο διάλογο, ότι είναι μια απειλή για την εθνική πολιτική αυτονομία. Θεωρούνται ως μια ξεχωριστή, ξένη δύναμη που εισβάλλει στη σφαίρα της εθνικής αυτονομίας και παρεμβαίνει στα δημοκρατικά προνόμια των εθνικών Κοινοβουλίων. Η αρχή της επικουρικότητας και αυτό που ονομάζεται "σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης", έτσι, εισήχθησαν ως μέσο άμυνας κατά της ΕΕ που επιζητεί περισσότερες αρμοδιότητες και εξουσία. Ορισμένα μέλη των εθνικών κοινοβουλίων χρησιμοποιούν τα Συνταγματικά Δικαστήρια για τον ίδιο σκοπό: να πολεμήσουν ενάντια στο θηρίο και έτσι να αποκτήσουν λαϊκή υποστήριξη. Και ορισμένα δικαστήρια με χαρά δέχονται τέτοιες υποθέσεις -αν και το άρθρο 263 ΣΛΕΕ δίνει σαφώς στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) την εξουσία να κρίνει τυχόν υπέρβαση εξουσίας- επειδή έτσι ενισχύεται η δύναμή τους.

Αν τα κράτη μέλη είναι οι κύριοι των Συνθηκών, και οι Ευρωπαϊκές πολιτικές είναι μέρος της εξωτερικής πολιτικής, γιατί θα πρέπει οι άνθρωποι να αισθάνονται υπεύθυνοι ως πολίτες της Ένωσης και να συμμετέχουν στις πολιτικές διαδικασίες; Οι άνθρωποι παρατηρούν ότι οι ευρωπαϊκές πολιτικές διαμορφώνουν τις συνθήκες της εργασίας και της ζωής τους, όπως και οι εθνικές πολιτικές, αλλά δεν συμμετέχουν στη διαμόρφωσή τους. Είναι απογοητευμένοι, επειδή δεν έχουν φωνή, αισθάνονται ότι κυβερνώνται από «τρίτους», σε αντίθεση με τις ιδέες της αυτο-διοίκησης. Έτσι καταδικάζουν την Ένωση επειδή πάσχει από δημοκρατικό έλλειμμα. Η απογοήτευση σχετικά με ανεπάρκειες της Ευρωπαϊκής οικονομικής και εξωτερικής πολιτικής  –τομείς στους οποίους η ΕΕ δεν έχει καμία ή μόνο περιορισμένη αρμοδιότητα–ενισχύει την αρνητική στάση τους.

Ισχυρίζομαι πως όλα αυτά είναι το αποτέλεσμα ψευδών εξηγήσεων και λανθασμένων αντιλήψεων για το τι πραγματικά είναι η ΕΕ. Ο πολυεπίπεδος συνταγματισμός προσφέρει μια διαφορετική προοπτική.

 

 

III. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΣΜΟΥ

Υιοθετήστε την οπτική του πολίτη ενός δημοκρατικού κράτους μέλους. Αντιληφθείτε την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ένα δημιούργημα όχι των κρατών, αλλά των πολιτών που δρουν διαμέσου, και εκπροσωπούνται από, τις εθνικές τους κυβερνήσεις, στο όνομα και για λογαριασμό των πολιτών τους. Με αυτό τον τρόπο αντιλαμβάνομαι τα δημοκρατικά κράτη. Συνθήκες, που τις διαπραγματεύονται κυβερνήσεις εφαρμόζοντας τη βούληση του λαού, κυρώνονται με έγκριση από τα εθνικά κοινοβούλια που εκπροσωπούν τον λαό, αν όχι άμεσα με δημοψήφισμα. Ειδικές «ρήτρες ολοκλήρωσης» στα εθνικά μας συντάγματα επιτρέπουν, σε αντίθεση με τις συνήθεις διεθνείς συμφωνίες, οι Συνθήκες της ΕΕ να παρέχουν εξουσίες στα θεσμικά όργανα που δημιουργούνται και οργανώνονται από αυτές τις συνθήκες. Ανοίγουν το εθνικό κράτος σε μια κοινή, υπερεθνική νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία που ενεργεί με άμεσο αποτέλεσμα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ατόμου. Και καθώς οι άνθρωποι επηρεάζονται άμεσα, έγινε αισθητή η ανάγκη να υπάρχει για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, προστασία παρόμοια και ισοδύναμη με αυτή που έχουμε συνηθίσει να έχουμε απέναντι στην εθνική δημόσια αρχή. Αυτός είναι ο λόγος που έχουμε, μετά την Συνθήκη της Λισαβόνας, τη Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που έχει νομικά δεσμευτική ισχύ και αποτελεί μέρος του πρωτογενούς – ή όπως θα έλεγα εγώ, του συνταγματικού – δικαίου της Ένωσης.

Όπως έχω αναπτύξει περισσότερο εις βάθος σε άλλα σημεία του έργου μου, πρότασή μου είναι να παρουσιάσω και να εξηγήσω την ΕΕ «από κάτω», από τη σκοπιά του πολίτη. Με τη σύναψη των Συνθηκών της ΕΕ με τον τρόπο που περιέγραψα οι πολίτες «συγκροτούν» αυτή την Ευρωπαϊκή Ένωση και έτσι αυτοπροσδιορίζονται ως «πολίτες της Ένωσης», και δίνουν στον εαυτό τους ένα νέο, κοινό πολιτικό και νομικό καθεστώς πέρα από την πολιτική τους κατάσταση ως πολίτες των αντίστοιχων κρατών μελών τους. Οι πολίτες είναι οι «κύριοι των Συνθηκών», όπως αντίστοιχα με την ιδιότητά τους ως πολίτες ενός κράτους είναι οι κύριοι των εθνικών τους συνταγμάτων. Κατά τη διαδικασία της δημιουργίας και ανάπτυξης των Συνθηκών της ΕΕ, οι εθνικές κυβερνήσεις και τα άλλα θεσμικά όργανα είναι εργαλεία ή όργανα μέσα σε μια συντακτική διαδικασία – κατασκευάζουν το σύνταγμα μιας υπερεθνικής Ένωσης που βασίζεται σε, και είναι συμπληρωματικό προς, τα εθνικά συντάγματα.

Ο όρος "πολυεπίπεδος" συνταγματισμός φαίνεται να υπονοεί μια ιεραρχία. Κι όμως, το υπερεθνικό ως πρόσθετο συνταγματικό επίπεδο δεν είναι ιεραρχικά ανώτερο ή κατώτερο από το Εθνικό Σύνταγμα· τα δύο αντιπαρατίθενται και αλληλοσυμπληρώνονται με μια πλουραλιστική έννοια. Το Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δίκαιο δεν είναι ξεχωριστό, αλλά βασίζεται στα εθνικά συντάγματα. Ευρωπαϊκό και Εθνικό Συνταγματικό Δίκαιο είναι με πολλούς τρόπους συνυφασμένα και αλληλένδετα, αποτελούν ένα σύστημα δικαίου, μια ενότητα στην ουσία, παράγοντας, ιδανικά, μια μοναδική νομική λύση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Αυτή η συστημική ενότητα αντικατοπτρίζεται σε τρεις κοινές αρχές που διέπουν τη συνταγματική αρχιτεκτονική της ΕΕ, άγνωστες στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, αλλά γνωστές στα ομοσπονδιακά συστήματα:

α. Όσον αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων, η αρχή της δοτής αρμοδιότητας (άρθρο 5 (2) ΣΕΕ και το άρθρο 7 ΣΛΕΕ), καθοδηγούμενη από την αρχή της επικουρικότητας με την ευρεία έννοια, εξασφαλίζει μια περιορισμένη και ισορροπημένη κατανομή των αρμοδιοτήτων στην ΕΕ (βλέπε το σύστημα που θεσπίζεται με τα άρθρα 2 – 6 ΣΛΕΕ), ενώ η άσκηση των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην ΕΕ διέπεται από τις αρχές της επικουρικότητας με μια πιο συγκεκριμένη έννοια και υπό τον έλεγχο των εθνικών κοινοβουλίων, καθώς και της αναλογικότητας (άρθρο 5 ΣΕΕ).

β. Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου, το πρώτο προηγείται του τελευταίου σε περίπτωση σύγκρουσης. Oι εθνικές κυβερνήσεις όταν εφαρμόζουν την ευρωπαϊκή νομοθεσία (άρθρα 4 (3) ΣΕΕ και 291 (1) ΣΛΕΕ) καθώς και οι εθνικοί δικαστές όταν εξασφαλίζουν αποτελεσματική νομική προστασία στους τομείς που καλύπτονται από το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 19 (1) εδάφιο 2 ΣΕΕ) ενεργούν ως ευρωπαϊκά όργανα που δεσμεύονται από την αρχή της υπεροχής σε όλες τις περιπτώσεις, όπως απαιτείται από τις αρχές της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, της αποτελεσματικότητας, και της ισότητας ενώπιον του νόμου.

γ. Για να διασφαλιστεί περαιτέρω η λειτουργία του συστήματος υπάρχουν ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις: Η διάταξη σχετικά με τις κοινές αξίες και τις γενικές αρχές του δικαίου (άρθρο 2 ΣΕΕ), η αρχή της διαπερατότητας των δύο συνταγματικών επιπέδων και επικοινωνίας μεταξύ του,[5] και, ιδίως, η ειδική διάταξη για την αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και στα δύο επίπεδα, όπου το δίκαιο της Ένωσης εφαρμόζεται (άρθρο 6 (1) ΣΕΕ και άρθρο 51 Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων).

Όλες αυτές οι διατάξεις έχουν νόημα αν εκληφθούν ως ένας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι οργανώνουν τη δημόσια αρχή σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Η αρχή αυτή έχει συσταθεί με διαφορετικές αρμοδιότητες, για να ενεργήσει προς το κοινό τους συμφέρον για διαφορετικούς σκοπούς ως ένας συλλογικός «αντιπρόσωπος και διαχειριστής»[6]. Κατά συνέπεια, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να γίνει κατανοητή -από νομική άποψη- ως ένα συγκροτημένο συνταγματικό σύστημα το οποίο ιδρύθηκε βασισμένο στη βούληση των πολιτών και στη διπλή αρμοδιότητα και ιδιότητά τους, ως πολιτών των αντίστοιχων κρατών μελών και ως πολιτών της Ένωσης. Οι πολίτες αυτοί είναι οι «ιδιοκτήτες» της Ένωσης -σε νομικό και πολιτικό επίπεδο- και είναι η μόνη πηγή νομιμότητας για τις πολιτικές που εφαρμόζονται από τα αντίστοιχα θεσμικά όργανα σε κάθε επίπεδο. Δεν υπάρχει κανένας άλλος οργανισμός ή οντότητα που θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνος για το τελικό αποτέλεσμα[7]. Οι πολίτες διαδραματίζουν επίσης έναν θεμελιώδη ρόλο στη διαφύλαξη του ευρωπαϊκού νόμου ως «θεματοφύλακες των Συνθηκών,[8] ιδίως με την αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος των διατάξεων των Συνθηκών καθώς και των κοινοτικών Οδηγιών μέσα από τη νομολογία του ΔΕΚ μετά την απόφαση Van Gend & Loos[9] και την εξέλιξη των δικαιωμάτων που εκπορεύονται από τις συνθήκες από ατομικά δικαιώματα που αντιστοιχούν με μια ‘πολιτότητας της αγοράς’ σε πολιτικά δικαιώματα που εκφράζουν μια ‘πολιτότητα της Ένωσης’, μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ,.

Η αναγνώριση αυτής της ευθύνης των πολιτών της Ένωσης[10] μπορεί να αναζητηθεί και στις διατάξεις σχετικά με τη διπλή εκπροσώπηση των πολιτών, αφενός άμεσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και, αφετέρου, έμμεσα, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο, τα μέλη του οποίου είναι υπόλογα, όπως το άρθρο 10(2) ΣΕΕ διευκρινίζει, «είτε έναντι των εθνικών τους κοινοβουλίων, είτε έναντι των πολιτών τους». Η αναγνώριση αυτή μπορεί επίσης να βρεθεί στο άρθρο 11 ΣΕΕ που αφορά τη συμμετοχή των πολιτών και της κοινωνίας των πολιτών στην πολιτική διαδικασία της ΕΕ και, ειδικότερα, στην πρωτοβουλία των πολιτών. Τέλος, είναι περισσότερο από συμβολικό το γεγονός ότι το άρθρο 14 ΣΕΕ σχετικά με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διευκρινίζει ότι αυτό «αποτελείται από αντιπροσώπους των πολιτών της Ένωσης», και όχι, όπως σε παλαιότερες εκδοχές των Συνθηκών, από τους εκπροσώπους των λαών των κρατών μελών[11].

 

 

IV. ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ

Η θεωρία του πολυεπίπεδου συνταγματισμού, ως οδηγός για καλύτερη κατανόηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει τύχει αποδοχής στη θεωρία, έχει όμως δεχτεί και κριτική[12]. Από τη γερμανική θεωρία, ο Mattias Jestaedt θεωρεί τον όρο «Verfassungsverbund» («συνταγματικός σύνδεσμος») ως ένα οξύμωρο[13]. Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία ο René Barents είναι, κυρίως, που εξηγεί γιατί η θεωρία για τον πολυεπίπεδο συνταγματισμό είναι μια πλάνη[14]. Αμφότεροι δεν μπορούν να αντιληφθούν πώς μπορεί να υπάρξει μια ενότητα δύο ξεχωριστών εννόμων τάξεων που η καθεμιά διεκδικεί αυτονομία. Ο Jestaedt υιοθετεί μια Κελσενιανή θεωρητική θέση και δε μπορεί να αποδεχτεί τη θέση περί ενότητας των δύο εννόμων τάξεων αν δεν υπάρχει ένας κοινός θεμελιώδης κανόνας (Grundnorm) με την κελσενιανή έννοια[15]. Στην ίδια γραμμή σκέψης ο Barents υιοθετεί μια πλουραλιστική οπτική σχετικά με τις δύο αυτόνομες έννομες τάξεις, τις οποίες βλέπει ως ‘ανταγωνιστικές’, αλλά αρνείται οποιαδήποτε πιθανότητα ενότητάς τους[16]. Παρότι έχω ήδη ασχοληθεί με τα επιχειρήματα του Jestaedt σε άλλη θέση[17], επιτρέψτε μου να συζητήσω μαζί σας συνοπτικά τα τέσσερα βασικά σημεία στη σκέψη του René Barents[18]: την κατ’ ουσίαν ενότητα, την έννοια του Ευρωπαϊκού κοινωνικού συμβολαίου, τη θέση περί αυτονομίας και την έννοια της διηρημένης κυριαρχίας.

 

1. «Κατ’ουσίαν ενότητα» από την οπτική γωνία του πολίτη

Έχω προτείνει τον πολυεπίπεδο συνταγματισμό ως μια κανονιστική θεωρία για καλύτερη κατανόηση της ΕΕ ως έναν νέο τρόπο πολιτικής αυτο-οργάνωσης των λαών της Ευρώπης, οι οποίοι ενδυναμώνονται, ώστε να αντιμετωπίζουν συλλογικά, μέσα από υπερεθνικά όργανα, προκλήσεις που τα κράτη κατά μόνας αδυνατούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά. Αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία της ευρωπαϊκής πολιτικής ολοκλήρωσης είναι μια συνταγματική διαδικασία από την αρχή της δεκαετίας του ’50, που περιλαμβάνει και τα δύο συνταγματικά επίπεδα, το εθνικό και το ευρωπαϊκό. Το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης γίνεται, έτσι, αντιληπτό ως συνταγματικό δίκαιο, συμπληρωματικό σε κάθε ένα από τα εθνικά συντάγματα, όντας βασισμένο σε αυτά και τροποποιώντας μερικώς την εμβέλειά τους, την ουσία και την έννοιά τους[19].

Ο Barents υποστηρίζει ότι, μετά την αποτυχία της Συνταγματικής Συνθήκης το 2006, αυτό που αποκαλεί «από-συνταγματοποίηση στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισαβόνας» θα έπρεπε να είχε επιφέρει και «τροποποίηση της πολυεπίπεδης θεωρίας»[20]. Αυτή, ωστόσο, η παρατήρησή του δείχνει μια παρανόηση τόσο αναφορικά με το θεωρητικό υπόβαθρο όσο και με το συνταγματικό άλμα που πραγματοποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Ο πολυεπίπεδος συνταγματισμός αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90, πολύ πριν την τη Συνταγματική Συνθήκη ή τη Συνθήκη της Λισαβόνας[21]. Η Συνθήκη της Λισαβόνας, βέβαια, όχι μόνο δίνει καλύτερο έρεισμα στη συνταγματική ανάγνωση του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού δικαίου, αλλά και επιβεβαιώνει την πλουραλιστική κατανόηση των αυτόνομων αλλά αλληλεξαρτώμενων εννόμων τάξεων που σχηματίζουν ένα ενιαίο συγκροτημένο συνταγματικό σύστημα στην υπηρεσία των ευρωπαίων πολιτών[22].

Ο Barents διακρίνει έναν παραλογισμό στην θέση περί «ενότητας στην ουσία», επειδή η θέση αυτή υπονοεί ότι τα 28 εθνικά συντάγματα και η συνταγματική τάξη της Ένωσης συγκροτούν αυτή την ουσιαστική ενότητα[23]. Ωστόσο, για κάθε πολίτη κρίσιμος κάθε φορά είναι ο σχετικός εθνικός και ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός νόμος, οι οποίοι και είναι εφαρμοστέοι παράλληλα σε κάθε κράτος μέλος[24]. Ενότητα δεν σημαίνει ταυτότητα[25], καθώς η Ευρωπαϊκή έννομη τάξη είναι απαραιτήτως διακριτή από, αλλά παράλληλα και συμπληρωματική σε, κάθε ένα από τα διαφορετικά εθνικά Συντάγματα. Έτσι, η ενότητα δεν αποκλείει την ποικιλομορφία των πηγών, του περιεχομένου και του σχεδιασμού των δύο συστατικών στοιχείων του συστήματος, ούτε αποκλείει την εθνική συνταγματική ταυτότητα, όπως αυτή εξασφαλίζεται στο άρθρο 4(2) της ΣΕΕ.

Το αντίθετο ισχύει: Από κοινωνιολογική άποψη, η ταυτότητα μπορεί να αναπτυχθεί και να οριστεί καλύτερα όταν διαχωρίζει τον εαυτό της από άλλες ταυτότητες εντός μιας ενότητας. Το Ευρωπαϊκό πλαίσιο μπορεί ακόμη και να προωθήσει μια διαδικασία σχηματισμού εθνικών ταυτοτήτων. Το να υποτεθεί πως η εθνική ποικιλομορφία, και επομένως ένα ευρύ φάσμα αποκλινουσών θεμελιωδών συνταγματικών επιλογών, αποτελεί εμπόδιο στην ενότητα θα ήταν μια παρανόηση βασισμένη στις διαδικασίες μετα-αποικιοκρατικής εθνικής συγκρότησης[26]. Η φράση «ενότητα μέσα στην ποικιλομορφία», που επιλέχθηκε ως σύνθημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν αντικατόπτριζε ένα συναίσθημα μόνον των Ευρωπαίων· ήταν επίσης δημοφιλής και σε ετερογενείς κοινωνίες, όπως η Νότιος Αφρική και η Ινδονησία. Αντιστοίχως, στην ΕΕ δεν υπάρχει ούτε η ανάγκη ούτε η επιθυμία δημιουργίας εικοσιοκτώ πανομοιότυπων εθνικών συνταγμάτων.

Παρόλα αυτά, προκειμένου να επιτευχθεί κάθετη και οριζόντια συνοχή, τα άρθρα 2 και 7 ΣΕΕ αποτελούν, ως ένα βαθμό, εχέγγυο για την ομοιογένεια όλων των συστατικών του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, κάτι που απαιτείται για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος. Μαζί με τις αντίστοιχες διατάξεις στα εθνικά συντάγματα, όπως το άρθρο 23(1) Grundgesetz (Γερμανικού Συντάγματος), αυτές οι βασικές προϋποθέσεις αντικατοπτρίζουν κάποιου είδους «σύστημα αμοιβαίας σταθεροποίησης»[27]. Επιπροσθέτως ο δικαστικός διάλογος, τόσο καθέτως όσο και οριζοντίως, συνδέει τα δικαστήρια σε ένα Ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο[28].

Η «ενότητα στην ουσία» δεν υπονοεί κατ’ ανάγκην μια μονιστική προσέγγιση υπό την παραδοσιακή έννοια[29]· μάλλον σημαίνει ότι δύο ξεχωριστές αλλά διαπερατές έννομες τάξεις είναι συνδεδεμένες με κανόνες που αποκλείουν καταστάσεις στις οποίες δύο αντικρουόμενες νομικές λύσεις κρίνονται εφαρμοστέες σε ένα και το αυτό νομικό πρόβλημα. Έτσι αντιλαμβάνομαι το Σύνταγμα της ΕΕ σαν ένα ολοκληρωμένο σύστημα, αποτελούμενο από εθνικά και ευρωπαϊκά συνταγματικά συστατικά.

 

2. Η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου

Ο πολυεπίπεδος συνταγματισμός αντιλαμβάνεται εννοιολογικά το σύνθετο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα ως ένα σύστημα βασισμένο στη θέληση των πολιτών. Προϋποθέτει μια διπλή πολιτική ταυτότητα, εθνική και ευρωπαϊκή, του κάθε πολίτη. Η δημοκρατική νομιμότητα εδράζεται στη βούληση των λαών των κρατών μελών που συμφώνησαν να μοιράζονται μια κοινή ιθαγένεια σχετιζόμενη με την Ένωση και συγκροτούν μια επιπρόσθετη πολιτική κοινότητα που δημιουργήθηκε από τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες. Η έννοια του ευρωπαϊκού κοινωνικού συμβολαίου χρησιμοποιείται για να υπογραμμίσει τη συμβατική υφή της ευρέως βασισμένης στη συναίνεση νομιμότητας της έτσι συσταθείσας υπερεθνικής δημόσιας αρχής[30].

Ο Barents ασκεί κριτική στην έννοια αυτή, καθώς τη θεωρεί «πλάσμα» και «ζήτημα δημοκρατικής ιδεολογίας». Κατανοεί τα αρνητικά δημοψηφίσματα στη Γαλλία και στην Ολλανδία ως ενδείξεις περί του αντιθέτου: «Η βούληση των πολιτών δεν είναι να έχουν μια κοινή ευρωπαϊκή βούληση», λέει[31]. Όποιος και να ήταν ο λόγος για τους λαούς αυτών των δύο χωρών να καταψηφίσουν τη Συνταγματική Συνθήκη, αυτό το συμπέρασμα είναι αμφιλεγόμενο. Τα εθνικά κοινοβούλια, εκπροσωπώντας τους λαούς, και σε ορισμένες περιπτώσεις οι πολίτες απευθείας μέσω δημοψηφισμάτων, έχουν υπερψηφίσει τις Συνθήκες ίδρυσης των Κοινοτήτων, τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις τους ή την προσχώρηση της χώρας τους στην Ένωση. Αν υποθέσουμε ότι τα κράτη μέλη είναι δημοκρατικά, δεν είναι απλώς ευσεβής πόθος να συνάγουμε ότι η πλειοψηφία των πολιτών της ΕΕ υποστηρίζουν αυτό το κοινό σχέδιο[32]. Οι συνθήκες δεν δημιουργούν ένα ευρωπαϊκό υπερ-κράτος αλλά, αντ’αυτού, εγκαθιδρύουν μια υπερεθνική δημόσια αρχή που είναι συμπληρωματική προς αυτή των κρατών μελών. Αυτή είναι η απάντηση στην ερώτηση του Barents «γιατί η οργάνωση της δημόσιας εξουσίας στο επίπεδο της Ένωσης είναι ουσιαστικά διαφορετική από αυτή στο εθνικό επίπεδο»[33].

Ο Barents αναφέρεται στην παλιά λαϊκή σοφία ή ερώτηση, αν κάποιος «μπορεί να είναι υπηρέτης δύο αφεντάδων»[34]. Όμως, αμφότερες, η ΕΕ και τα κράτη μέλη, είναι δημοκρατικά οργανωμένες πολιτείες, δεν είναι «αφεντικά», με κανέναν τρόπο, αλλά αμφότερα είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένα και ελεγχόμενα όργανα των πολιτών για να επιτύχουν τα κοινά δημόσια συμφέροντα. Οι Ευρωπαίοι είναι ώριμοι πολίτες, δεν είναι υποκείμενα ενός στέμματος ή κάποιου άλλου οργάνου που ασκεί ανεξέλεγκτη εξουσία. Αν δεχθούμε ότι όχι τα κράτη αλλά τελικά οι πολίτες είναι «οι κύριοι των συνθηκών», η δημοκρατική ιδέα της «αυτό-διοίκησης» εφαρμόζεται και στην Ένωση.

Επίσης, ο Cristoph Μöllers ασκεί κριτική με το επιχείρημα ότι ο Rousseau παρερμηνεύεται, όταν η έννοια του «κοινωνικού συμβολαίου» χρησιμοποιείται σε σχέση με την Ε.Ε. Ο συγγραφέας αυτός τονίζει πως τα ιστορικά δεδομένα είναι πολύ διαφορετικά και πως οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες δεν έχουν συναφθεί από τους πολίτες αλλά από τα κράτη. Η εκπροσώπηση μέσω των κρατών, υπογραμμίζει, καθιστά αδύνατο ένα τέτοιο συμβόλαιο να είναι «κοινωνικό» συμβόλαιο[35]. Είναι αλήθεια ότι το ιστορικό υπόβαθρο είναι διαφορετικό και πως ένα κοινωνικό συμβόλαιο που ιδρύει μια νέα νομιμοποιημένη δημόσια αρχή είναι θέμα των ατόμων, όχι των δημόσιων οργάνων. Αλλά αυτή ακριβώς είναι η πρότασή μου: οι πολίτες, και όχι τα κράτη, είναι οι κρίσιμοι δρώντες. Οι κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια είναι μόνο ο τρόπος οργάνωσης μιας διαδικασίας που αναμένεται να καταλήξει σε μια συμφωνία. Οι πολίτες έχουν επιλέξει –και αυτό έχει καταγραφεί στις διατάξεις των εθνικών συνταγμάτων που προβλέπουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση– να χρησιμοποιήσουν τις κυβερνήσεις τους ως όχημα για να διαπραγματευτούν και τα κοινοβούλια ως όχημα ελέγχου και επικύρωσης των συνθηκών, εφόσον δεν προβλέπεται η επικύρωση μέσω δημοψηφίσματος. Το συνταγματικό πλαίσιο της ΕΕ, επομένως, δεν εγκαθίσταται από ένα τρίτο μέρος[36], δεν είναι παραχωρημένο (octroi) από δυνάμεις ξένες προς τους πολίτες, αλλά βασίζεται σε κάποιου είδους γενική συμφωνία και σε ευρεία συναίνεση ανάμεσα στους πολίτες τους οποίους και αφορά[37]. Κι αν δεν είναι ένα συμβόλαιο υπογεγραμμένο από 500 εκατ. ανθρώπους, τον πληθυσμό της ΕΕ –πράγμα που, εξάλλου, ποτέ δεν συνέβη ούτε για ένα Σύνταγμα– μπορεί παρόλ’ αυτά να αποδοθεί σε αυτούς «ωσάν να» είχαν συμφωνήσει σε αυτό.

Η πρόταση ότι η Ένωση είναι βασισμένη στη βούληση των πολιτών, συνεχίζει ο Barents, είναι δύσκολο να συμφιλιωθεί με τη διατύπωση του προοιμίου των Ευρωπαϊκών Συνθηκών και ειδικότερα με το άρθρο 1 της ΣΕΕ το οποίο αναφέρει ότι «τα συμβαλλόμενα μέρη εγκαθιδρύουν μεταξύ τους μια Ευρωπαϊκή Ένωση» μέσα από αυτή τη Συνθήκη, και παρέχουν σε αυτή «αρμοδιότητες για την επίτευξη στόχων που έχουν από κοινού»[38]. Είναι αλήθεια ότι η αναφορά στην βούληση των πολιτών, στο πρώτο άρθρο της Συνταγματικής Συνθήκης, δεν συμπεριλήφθηκε στη Συνθήκη της Λισαβόνας. Ο λόγος, όμως, ήταν για να αποφευχθεί η εντύπωση ότι υπήρχε ένας Ευρωπαϊκός λαός από τον οποίο πηγάζει ένα ευρωπαϊκό κράτος. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 20 Ιουλίου 2007 συμφώνησε, στο πλαίσιο της Διακυβερνητικής Διάσκεψης που προετοίμαζε τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ότι «η συνταγματική πρόσληψη, η οποία συνίστατο στην κατάργηση όλων των ισχυουσών Συνθηκών και την αντικατάστασή τους από ένα και μοναδικό κείμενο, αποκαλούμενο ‘Σύνταγμα’, έχει εγκαταλειφθεί»[39]. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η συνταγματική πρόσληψη των  Συνθηκών, όπως αυτή αναπτύχθηκε δογματικά από το Δικαστήριο της Ένωσης, τέθηκε συνολικά υπό αμφισβήτηση. Ήταν μόνο η συγκεκριμένη έννοια που αμφισβητήθηκε, όπως περιγράφηκε στην παραπάνω φράση. Εξού και κάθε συμβολισμός, χαρακτηριστικός για συντάγματα κρατών, αφαιρέθηκε. Η Διακυβερνητική Διάσκεψη επέστρεψε στη μορφή μιας Συνθήκης που τροποποιεί τις υφιστάμενες Ευρωπαϊκές Συνθήκες. Συνεπώς, σε αντίθεση με ένα τυπικό Σύνταγμα, η αναφορά στη βούληση των πολιτών ορθά θεωρήθηκε στο πλαίσιο αυτό ακατάλληλη. Όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες είναι εν τέλει ριζωμένες στη βούληση των λαών των κρατών μελών.

 

3. Αυτονομίας και προτεραιότητα στο ευρωπαϊκό συνταγματικό σύστημα

Ο Barents κατανοεί τον πολυεπίπεδο συνταγματισμό ως μια μονιστική προσέγγιση, εφόσον υπάρχει «ενότητα κατ’ ουσίαν» βασισμένη στην αρχή της προτεραιότητας (primacy). Το να θεωρήσουμε δεδομένη την αυτονομία αμφότερων των εννόμων τάξεων που αποτελούν το σύστημα, αντίθετα, και να μιλήσουμε για πλουραλισμό, θεωρεί ότι θα ερχόταν σε αντίφαση με τη θέση περί ενότητας[40]. Έχω ήδη εξηγήσει ότι η έννοια του πολυεπίπεδου συνταγματισμού δεν είναι μονιστική με την παραδοσιακή έννοια. Όσο μιλάμε για την αρχιτεκτονική ενός νέου είδους σύνθετου συστήματος, η ορολογία και οι έννοιες των περασμένων αιώνων πιθανόν να μην είναι τόσο χρήσιμες.

Δεν υπάρχει ούτε καθαρή ενότητα ούτε καθαρή αυτονομία. Επειδή συγκρούσεις ανάμεσα στην ευρωπαϊκή και την εθνική έννομη τάξη μπορούν να υπάρξουν, χρειάζεται να προβλεφθούν τρόποι επίλυσής τους. Κατά τον Barents η «πολυεπίπεδη θεωρία» βασίζει την προτεραιότητα του ενωσιακού επιπέδου στην κοινή βούληση των πολιτών κι αυτό το θεωρεί ως έναν «δημοκρατικό μύθο»[41]. Δεν είναι όμως αυτό το νόημα. Καθώς το ευρωπαϊκό νομικό σύστημα δεν μπορεί να απομονωθεί ερμητικά από τις εθνικές έννομες τάξεις και το αντίστροφο, με αποτέλεσμα να προκύπτουν συγκρούσεις σε ορισμένες περιπτώσεις, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, ως απόρροια της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου (άρθρο 9 της ΣΕΕ, άρθρο 20 της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων). Πρόκειται περισσότερο για ένα ζήτημα κράτους δικαίου και συστημικής συνέπειας, παρά για ζήτημα δημοκρατίας και πολιτικής επιλογής. Κατά κάποιο τρόπο επίσης η αποτελεσματικότητα, το «effet utile» (ωφέλιμο αποτέλεσμα), παίζει ρόλο. Είναι ξεκάθαρο πως οι συγγραφείς των Συνθηκών οραματίστηκαν μια Ένωση που θα λειτουργεί αποτελεσματικά. Σε αντίθεση με ένα ομοσπονδιακό κράτος, όμως, η υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου δεν σημαίνει ότι ο υπερέχων ομοσπονδιακός κανόνας καταργεί τους κατώτερους εθνικούς κανόνες. Σημαίνει απλά ότι σε περίπτωση σύγκρουσης ο εθνικός κανόνας θα μένει ανεφάρμοστος[42].

Η εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης συμπεριλαμβάνει τον σεβασμό στην αρχή της προτεραιότητας και, ως κομμάτι αυτής, την υποχρέωση της «σύμφωνης με το δίκαιο της ΕΕ» ερμηνείας των εθνικών νόμων. Ο Barents βλέπει αντίφαση μεταξύ της ‘προτεραιότητας εφαρμογής’ (Anwendungsvorrang) και της ‘υπεροχής ισχύος’ (Geltungsvorrang)[43]. Η σύμφωνη ερμηνεία του εθνικού νόμου, όμως, εδράζεται περισσότερο στις αρχές της ειλικρινούς συνεργασίας και αφοσίωσης των εθνικών οργάνων (άρθρο 4§3 ΣΕΕ) παρά στην αρχή της προτεραιότητας. Μέσα στα όρια της ερμηνείας του εθνικού νόμου μια τέτοια ερμηνεία απαιτεί ο εθνικός νόμος να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται έτσι ώστε να μην υποσκάπτει την αποτελεσματικότητας του σχετικού ευρωπαϊκού κανόνα και να αποτρέπει συγκρούσεις με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η αυτονομία, επομένως, δεν αποκλείει την κανονιστική αλληλεξάρτηση, τον αμοιβαίο σεβασμό και την αλληλεπίδραση, παρά μόνο την παρείσδυση: τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα δεν μπορούν να καταργήσουν τον εθνικό νόμο, και τα εθνικά όργανα δεν μπορούν να καταργήσουν τον ευρωπαϊκό νόμο. Και οι δύο έννομες τάξεις έχουν τις δικές τους πηγές δικαίου και τις δικές τους ξεχωριστές διατάξεις για τροποποίηση και κατάργηση νόμων[44].

 

4. Επανεξέταση της έννοιας της «διαιρεμένης κυριαρχίας»

Η έννοια της κυριαρχίας φαίνεται να είναι ένα σημαντικό επιχείρημα στη συζήτηση για τον ευρωπαϊκό συνταγματισμό[45], και η χρήση της έννοιας για την υπεράσπιση της αυτονομίας της εθνικής έννομης τάξης είναι διαδεδομένη. Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο τη χρησιμοποίησε πολλές φορές στις αποφάσεις του για τη Συνθήκη της Λισαβόνας[46], παρότι το γερμανικό Σύνταγμα δεν την αναφέρει. Αν η έννοια χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ΕΕ, όμως, με όρους πολυεπίπεδου συνταγματισμού, η κυριαρχία –ή η άσκησή της– γίνεται κατανοητή ως διαιρεμένη ή μοιρασμένη ανάμεσα στο εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ιδέα δεν είναι νέα. Όντως, η διαιρεμένη κυριαρχία είναι μια έννοια που έχει αμερικανική καταγωγή, όπως ο Barents σωστά μας υπενθυμίζει. Και έχει χρησιμοποιηθεί στη γερμανική συζήτηση της θεωρίας του φεντεραλισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, συγκεκριμένα από τον Georg Waitz και τον Robert von Mohl[47]. O Barents τονίζει ότι «αυτή η έννοια σχετίζεται με την υπέρτατη πηγή εξουσίας σε μια πολιτεία, το να μιλούμε για διαίρεσή της θα την καθιστούσε απαρχαιωμένη ή τουλάχιστον ακατάλληλη για θεωρητικούς σκοπούς»[48].

Όποιο και να είναι το πρόβλημα με τη διαιρεμένη κυριαρχία, στην πρακτική η κυριαρχία δεν φαίνεται να είναι απόλυτη. Έτσι το 1874 το Σύνταγμα της Ελβετίας εξασφαλίζει στο άρθρο 3 την κυριαρχία των καντονιών «στον βαθμό που η κυριαρχία τους δεν περιορίζεται από το ομοσπονδιακό σύνταγμα». Το κείμενο του Ελβετικού Συντάγματος του 1999 τροποποιήθηκε ελαφρώς και πλέον προβλέπει ότι: «τα καντόνια είναι κυρίαρχα, εκτός από τον βαθμό κατά τον οποίο η κυριαρχία τους περιορίζεται από το ομοσπονδιακό σύνταγμα». Αυτό ερμηνεύεται ως μια περίπτωση διαιρεμένης κυριαρχίας[49]. Όπως ο Dieter Grimm καταδεικνύει, η κυριαρχία δεν ήταν πάντοτε αδιαίρετη: μόνο στο έργο του Jean Bodin της αποδόθηκε αυτό το νόημα[50]. Ο Barents παραθέτει την ρήση του Calhoun: «Να διαιρείς είναι να καταστρέφεις»[51]. Ίσως είναι αυτό που πρέπει να γίνει, τουλάχιστον στο συνταγματικό δίκαιο και στη θεωρία[52].

Η κυριαρχία δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο νομικό περιεχόμενο, αν εξομοιωθεί με την πολιτική αυτοδιάθεση ενός λαού σε μια οριοθετημένη επικράτεια. Αυτή φαίνεται να είναι και η θέση που ακολουθείται από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφασή του για τη Συνθήκη της Λισαβόνας[53]. Όμως, με δεδομένες την αυξανόμενη διασύνδεση των οικονομιών, τη χωρίς σύνορα επικοινωνία και πληροφόρηση, τις ασύμμετρες απειλές στην ασφάλεια και την παγκοσμιοποίηση, η δημοκρατική αυτοδιάθεση δεν μπορεί να επιτευχθεί από κάθε κράτος ξεχωριστά. Η κυριαρχία, και ομοίως και η λαϊκή κυριαρχία, είναι έννοια προηγούμενων αιώνων. Τα «εξωτερικά» αποτελέσματα των εθνικών πολιτικών[54] απαιτούν την επανεξέταση παλιών εννοιών και την ανάπτυξη νέων προσεγγίσεων[55]. Με την αλληλεξάρτηση των κρατών σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα, η εξωτερική κυριαρχία τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η ΕΕ είναι ένα εργαστήριο για την εξερεύνηση νέων τρόπων εξασφάλισης της δημοκρατικής αυτοδιάθεσης και αντιμετώπισης κοινών προβλημάτων από κοινά όργανα. Ο Barents παραθέτει τον ορισμό του Carl Schmitt «Κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την εξαίρεση»[56]. Το περισσότερο που θα μπορούσε κανείς να μάθει από αυτή τη διάσημη φράση είναι ότι η κυριαρχία δεν έχει να κάνει με το δίκαιο. Εντέλει αντί να χρησιμοποιούμε τον όρο κυριαρχία στο ευρωπαϊκό δίκαιο, θα ήταν μάλλον προτιμότερο να μιλάμε πιο μετριοπαθώς για κυριαρχικά δικαιώματα και να κατανοούμε την κατανομή εξουσιών μεταξύ των κρατών και της Ένωσης ως ένα εργαλείο των πολιτών για να επιτύχουν τους στόχους τους αποτελεσματικά, στο κατάλληλο επίπεδο, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας.

 

V. Ενισχύοντας τη Δημοκρατική Νομιμοποίηση στην Ευρώπη

Προκειμένου να αξιολογηθεί και να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πολιτικών της δεν αρκεί να συγκριθεί η θεσμική δομή και οι νομοθετικές διαδικασίες της με εκείνες ενός Κράτους Μέλους (συμπεριλαμβανομένων των εκλογικών συστημάτων και των διατάξεων για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, των ευκαιριών συμμετοχής και την ενεργό συμμετοχή των πολιτών και των κοινωνικών οργανώσεων). Όπως ήδη αναφέρθηκε, η Ένωση δεν είναι κράτος και επομένως συνταγματικές έννοιες που αρμόζουν σε κράτη δεν αρμόζουν απαραιτήτως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπό το πρίσμα του πολυεπίπεδου συνταγματισμού η ΕΕ είναι διαφορετική από ένα κράτος. Είναι ένα μέσο για τους πολίτες προκειμένου να αντιμετωπίσουν προκλήσεις που δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν με βάση τις πολιτικές ενός κυρίαρχου κράτους. Αν η προσπάθεια για περισσότερη δημοκρατία στην ΕΕ ακολουθήσει ένα κρατικό μοντέλο, θα επιφέρει την προσαρμογή της Ένωσης προς το πρότυπο του κράτους. Αυτό όμως δεν είναι κατ’ ανάγκην θεμιτό. Η καλύτερη επιλογή φαίνεται να είναι, αντίθετα, ο σεβασμός, ακόμα και η προαγωγή, των ιδιαιτεροτήτων της Ένωσης και η οργάνωση της δημοκρατικής νομιμοποίησης σε ενωσιακό επίπεδο με έναν προσαρμοσμένο στη φύση της Ένωσης, αλλά ταυτόχρονα και αποτελεσματικό, τρόπο.

Τρεις δομικές αρχές της ΕΕ πρέπει να ληφθούν υπόψη (παρακάτω υπό 1), και τέσσερεις προσταγές πρέπει να ακολουθηθούν για να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση των ευρωπαϊκών πολιτικών (παρακάτω υπό 2).

 

1. Δομικές αρχές της Ένωσης

Όπως έχω αναπτύξει σε μια πρόσφατη συμβολή μου στο Εγχειρίδιο Ευρωπαϊκής Πολιτικής του Routledge[57], τρεις αρχές χαρακτηρίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση:

  • Όσον αφορά τις εξουσίες, η αρχή της συμπληρωματικότητας (additionality).
  • Όσον αφορά τη συμμετοχή, η αρχή της εκουσιότητας (voluntariness).
  • Όσον αφορά τη νομιμότητα, η αρχή της ανοιχτής δημοκρατίας (open democracy).

 

Α. Συμπληρωματικότητα

Συμπληρωματικότητα σημαίνει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται σε επίπεδο ΕΕ, μόνο για εκείνα τα μέτρα που δεν είναι δυνατόν να ληφθούν από τα κράτη μέλη ή και να ληφθούν δεν θα είναι αποτελεσματικά. Τόσο η κατανομή αρμοδιοτήτων όσο και η άσκησή τους σε επίπεδο ΕΕ διέπονται από την αρχή της επικουρικότητας. Αν ληφθεί σοβαρά υπόψη, η επικουρικότητα είναι το κλειδί για τη δημοκρατία σε ένα πολυεπίπεδο περιβάλλον, δεδομένου ότι αποκλείει την ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ, εάν οι στόχοι μπορούν να επιτευχθούν μέσω εθνικών μέτρων. Τα κράτη μέλη είναι λειτουργούσες δημοκρατίες, και ο βαθμός της σχετικής πολιτικής επιρροής του ατόμου –όπως επίσης και  βαθμός αυτοπροσδιορισμού σε αυτό το επίπεδο– είναι απαραιτήτως υψηλότερος από ό,τι στο επίπεδο της ΕΕ, με έναν πληθυσμό 500 εκατομμυρίων ατόμων. Αντίστροφα, σε θέματα όπου τα κράτη δεν μπορούν να δράσουν αποτελεσματικά, δεν χάνεται καμία εξουσία τους, ούτε παραχωρείται η δυνατότητα της δημοκρατικής αυτοδιάθεσης, όταν αυτή η εξουσία ανατίθεται στους θεσμούς της ΕΕ. Αντίθετα, οι άνθρωποι μπορούν να αντιμετωπίσουν προκλήσεις και να επιλύσουν προβλήματα, τα οποία στο παρελθόν δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν, τουλάχιστον όχι με τρόπο ειρηνικό και χωρίς να παρεμβαίνουν στην κυριαρχία άλλων κρατών. Από τη σκοπιά του ατόμου, επομένως, η ΕΕ αποτελεί μία κατάκτηση σε ότι αφορά τη συλλογική αυτοδιάθεση.

 

Β. Εκουσιότητα

Εκουσιότητα σημαίνει ότι η ΕΕ προσφέρει ευκαιρίες για τους λαούς των Κρατών Μελών της, αλλά δεν υπάρχει φυσικός καταναγκασμός γι αυτούς να συμμετάσχουν στο εγχείρημα. Το άρθρο 50 ΣΕΕ επιτρέπει ακόμη και αποχώρηση από την ΕΕ. Εξάλλου, τα Κράτη Μέλη εξακολουθούν να κατέχουν το μονοπώλιο του φυσικού καταναγκασμού. Σύμφωνα με το άρθρο 4 (3) ΣΕΕ, έργο τους είναι να θέτουν σε ισχύ το δίκαιο της ΕΕ, και με υλικές ενέργειες, εάν χρειάζεται και απαιτείται από το ενωσιακό δίκαιο. Η ΕΕ δεν έχει αστυνομία ούτε στρατό, για να επιβάλλει τη συμμόρφωση στις αποφάσεις της. Αυτό που στηρίζει την Ένωσης είναι η εμπιστοσύνη στο σεβασμό του κράτους δικαίου και στην τήρηση του νόμου, και όχι η εξουσία ενός ανθρώπου ή μιας δύναμης, καθώς και η ισότητα όλων ενώπιον του νόμου. Εντέλει, η εθελοντική συμμετοχή και ο σεβασμός του δικαίου, όπως αυτό προσδιορίζεται μέσα από μια ανοικτή και δημοκρατική διαδικασία.

 

Γ. Ανοικτή δημοκρατία

Σε αυτό το σημείο έρχομαι στην τρίτη αρχή: την ανοικτή δημοκρατία. Στην αρχή της ανοικτής δημοκρατίας εντάσσονται οι πολιτικές μας για την αντιμετώπιση της κρίσης δημοκρατίας και ιδεών στην Ευρώπη. Τι εννοώ, λοιπόν, και τι πρέπει να γίνει με σκοπό την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης και λογοδοσίας στην ΕΕ;

 

2. Τέσσερεις προσταγές για την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης

Υπάρχουν, ουσιαστικά, τέσσερεις προσταγές που πρέπει να ληφθούν υπόψη: Πρώτον, εμείς -οι πολίτες της Ένωσης- πρέπει να αναλάβουμε την κυριότητά της (ownership). Δεύτερον, πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη την αρχή της επικουρικότητας. Τρίτον, μεγάλο μέρος των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών των Κρατών Μελών πρέπει να καταστούν ευρωπαϊκές πολιτικές. Και τέταρτον, εμείς ως πολίτες της Ένωσης πρέπει να αξιοποιήσουμε κάθε ευκαιρία συμμετοχής.

 

Α. Ανάληψη της κυριότητας της ΕΕ

Κυριότητα σημαίνει την αντίσταση στην ιδέα ότι τα Κράτη Μέλη είναι οι κύριοι των Συνθηκών. Αυτή η τελευταία αντίληψη τείνει να αποσυνδέει τις πολιτικές της ΕΕ από τους πολίτες. Ανάληψη της κυριότητας σημαίνει ότι οι πολίτες είναι οι κύριοι της ΕΕ, ότι η ΕΕ είναι ένα από τα μέσα μας για τη διαμόρφωση του μέλλοντός μας. Ανάληψη της κυριότητας σημαίνει συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει "άλλος" σε τελική ανάλυση υπεύθυνος για το τι προβλέπεται να κάνει η ΕΕ και τι τελικά κάνει –και επιτυγχάνει–, κανένας άλλος πέρα από εμάς, τους πολίτες. Είναι η Ένωση μια ένωση κρατών, ή είναι μια ένωση πολιτών; Αυτό συνιστά μια ουσιώδη διαφορά. Η δημοκρατία στην ΕΕ μπορεί να υπάρξει μόνο αν οι πολίτες αποδέχονται την ΕΕ ως το όχημα τους για συγκεκριμένους σκοπούς. Κατανοώντας την ως μια ένωση κρατών, κινδυνεύουμε να μη διαπιστώσουμε ότι μας επηρεάζει, άμεσα· θα ήταν ‘άλλοι’, τα κράτη που διαμορφώνουν το μέλλον μας, και ο μόνος τρόπος για να δοθεί κάποια περιορισμένη και πολύ έμμεση νομιμοποίηση στις πολιτικές της θα ήταν να οργανώσουμε δημοκρατικά το σχηματισμό της βούλησης των κρατών που καθορίζουν τις πολιτικές της Ένωσης.

Λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις των Συνθηκών για τη διπλή νομιμοποίηση (άρθρο 10 ΣΕΕ) φαίνεται ασφαλές να δεχθούμε ότι η ΕΕ είναι μια Ένωση και κρατών και πολιτών[58]. Οι διατάξεις των Συνθηκών για τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών (άρθρα 10 (3) και 11 ΣΕΕ και 20 ΣΛΕΕ) και την εκπροσώπησή τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (άρθρο 14 (2) ΣΕΕ), δείχνουν ότι οι πολίτες παίζουν ρόλο όχι μόνο στα κράτη τους, αλλά και στην ΕΕ. Αυτά τα πολιτικά δικαιώματα προσδίδουν στους πολίτες μια πολιτική ιδιότητα σχετιζόμενη με την ΕΕ: τα άτομα γίνονται μέλη ενός αναδυόμενου ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου, ως δομικού στοιχείου της κοινής ταυτότητας των Ευρωπαίων πολιτών[59]. Έτσι, μπορούν να αναλάβουν την «κυριότητα» της Ένωσης συνειδητοποιώντας ότι είναι υπεύθυνοι με δύο τρόπους: Πρώτον, με το να ασκούν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα εσωτερικά, σχετικά με την πολιτική των κυβερνήσεων τους στην ΕΕ: αυτή η ευρωπαϊκή διάσταση των εθνικών εκλογών είναι θεμελιώδης αν τα εθνικά κοινοβούλια θεωρηθούν μια πηγή νομιμοποίησης για τις πολιτικές που ασκούνται σε ενωσιακό επίπεδο, αλλά ακόμα σπανίως θεωρείται σημαντική στην πολιτική πραγματικότητα. Δεύτερον, οι πολίτες αναλαμβάνουν την «κυριότητα» και είναι υπεύθυνοι για την ευρωπαϊκή πολιτική άμεσα συμμετέχοντας τόσο στις ευρωπαϊκές εκλογές όσο και με άλλους τρόπους που προβλέπουν οι Συνθήκες. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η δημοκρατία σε επίπεδο ΕΕ μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια άσκηση συμμετοχικής δύναμης όχι μόνο του «λαού» κάθε Κράτους-Μέλους συλλογικά, αλλά επίσης και καθενός πολίτη που δρα και με τις δύο ιδιότητες, ως πολίτης της Χώρας και ως πολίτης της Ένωσης[60].

 

Β. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη την επικουρικότητα

Οι αποφάσεις σχετικά με τους τομείς ευθύνης της ΕΕ και τον τρόπο επιτέλεσης των αρμοδιοτήτων της είναι πολιτικές. Ως εκ τούτου, αποτελούν μέρος των πολιτικών διαδικασιών και στα δύο επίπεδα. Τελικά είναι ένα ζήτημα για κάθε πολίτη –τόσο ως πολίτη του κράτους του όσο και της Ένωσης– να παίρνει τέτοιες αποφάσεις και να τις υποστηρίζει. Αν αποκτήσουμε επίγνωση της πολιτικής αυτής ευθύνης και της δημοκρατικής εντολής για εκχώρηση εξουσιών στην ΕΕ και εν συνεχεία για την άσκησή τους σε ενωσιακό επίπεδο, υπό τους όρους βέβαια της επικουρικότητας, θα αποφύγουμε άσκοπες αφηρημένες συζητήσεις εκ των υστέρων για τα καθήκοντα και τη νομιμοποίηση της Ένωσης. Εξάλλου, η δημοκρατική νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτή την επίγνωση καθώς και από λειτουργικές δημοκρατικές διαδικασίες, τόσο στο πλαίσιο των εθνικών πολιτικών συστημάτων όσο και του ευρωπαϊκού συστήματος του οποίου οι πρώτες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι.

 

Γ. Δίνοντας στην Ε.Ε. αρμοδιότητες για οικονομική και δημοσιονομική πολιτική

Η δημοκρατία είναι ένα ζήτημα των πολιτών, όχι των κατεστημένων κυβερνήσεων. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι οι κυβερνήσεις μας με δική τους πρωτοβουλία θα καταβάλουν προσπάθεια για περισσότερο δημοκρατικό έλεγχο, είτε σε εθνικό επίπεδο είτε σε ενωσιακό. Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι οι, προσωρινές έστω, λύσεις που βρέθηκαν για τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης -το ‘Six-Pack’, το ‘Two-Pack’ συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου[61], το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, το ‘φρένο χρέους’ και ο ESM (ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας)- παρέχουν στις κυβερνήσεις περισσότερο έλεγχο. Ενισχύουν αυτό που ονομάζεται «εκτελεστικός φεντεραλισμός» στην Ευρώπη[62]. Σε θέματα με ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο για τις συνθήκες διαβίωσης των πολιτών (οικονομικά, δημοσιονομικά και αναδιανεμητικής πολιτικής) βλέπουμε ότι τα εθνικά κοινοβούλια βρίσκονται υπό νέους περιορισμούς και υπό ρυθμιστικό έλεγχο, που ασκείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών. Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, αυτό μπορεί να είναι δικαιολογημένο. Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, ωστόσο, είναι αντίθετο προς τις δημοκρατικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, και ακατάλληλο ως λύση για τα διαρθρωτικά ελλείμματα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Με λίγα λόγια: Ένα κοινό νόμισμα πρέπει να υποστηρίζεται από τη σύγκλιση των συμμετεχουσών οικονομιών. Η χορήγηση, στα κράτη μέλη, αυτονομίας των οικονομικών και δημοσιονομικών τους πολιτικών, έρχεται σε αντίθεση με τη γενική υποχρέωσή τους να διασφαλίσουν τη σύγκλιση μέσω του μηχανισμού συντονισμού των άρθρων 119 – 121 ΣΛΕΕ και με τις υποχρεώσεις τους, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιονομικής πειθαρχίας, σύμφωνα με τα άρθρα 123 – 126 ΣΛΕΕ. Το μέσο για τη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ των Κρατών Μελών και για την αύξηση της ευημερίας ήταν η κοινοτική μέθοδος. Η ολοκλήρωση επέφερε το επιτυχημένο αποτέλεσμα που η συνεργασία των κυρίαρχων κρατών, στη διάρκεια των αιώνων, δεν μπόρεσε να επιτύχει. Γιατί θα πρέπει να είναι διαφορετικά τα πράγματα όταν πρόκειται για πολιτικά θέματα τόσο σημαντικά όπως η οικονομική και δημοσιονομική πολιτική;

Περαιτέρω, στο βαθμό που απαιτείται για την υποστήριξη του κοινού νομίσματος, η οικονομική, δημοσιονομική και αναδιανεμητική πολιτική θα πρέπει να αποφασίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με διαδικασίες που διασφαλίζουν τις αρχές της επικουρικότητας, καθώς επίσης και της δημοκρατικής λογοδοσίας και συμμετοχής[63]. Η επικουρικότητα διασφαλίζει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες (άρθρο 1 (2) ΣΕΕ) και, συνεπώς, είναι από μόνη της μια επιτακτική δημοκρατική προσταγή· ταυτόχρονα, αποτελεί διακύβευμα πρωτίστως πολιτικού παρά νομικού διαλόγου. Γι αυτό, η προσπάθεια για περισσότερη δημοκρατική λογοδοσία και συμμετοχή, ιδίως στους τομείς της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, συνιστά το κλειδί για τη σταθεροποίηση του ευρώ και της ΕΕ γενικότερα.

 

Δ. Συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή πολιτική

Οι κυβερνήσεις, ωστόσο, δεν θα λάβουν τα αναγκαία μέτρα που προεκτέθηκαν, εάν οι πολίτες δεν εμπλακούν κι δεν αναλάβουν την ‘κυριότητα’ της ΕΕ και την ευθύνη για το μέλλον της, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Απαιτείται, λοιπόν, ένα νέο κίνημα, από κάτω προς τα πάνω, με αίτημα μεταρρυθμίσεις, και απόδοση στα εθνικά κοινοβούλια και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του ελέγχου επί της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, όχι μόνο ως ένα «θέμα κοινού ενδιαφέροντος» (βλ άρθρο 121 (1) ΣΛΕΕ), αλλά ως κοινή πολιτική.

Η πρόσκληση αυτή μπορεί να εγείρει το ερώτημα: Παρέχει το συνταγματικό περιβάλλον για τη δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων στην ΕΕ τα απαραίτητα μέσα και τις διαδικασίες για τη διασφάλιση της δημοκρατικής λογοδοσίας και της συμμετοχής που απαιτείται, σε σχέση με τις υψίστης σημασίας πολιτικές για το άτομο, όπως η οικονομική, η δημοσιονομική και η αναδιανεμητική πολιτική; Η απάντησή μου είναι ναι. Βέβαια, αν δούμε τις διατάξεις για αντιπροσωπευτική και συμμετοχική δημοκρατία (άρθρα 10 και 11 ΣΕΕ), για τον ενεργό ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων (άρθρο 12 ΣΕΕ), για τη διαφάνεια και την πρόσβαση στην πληροφόρηση (άρθρο 15 ΣΛΕΕ), συνάγουμε ότι η «δημοκρατική δυναμική» της ΕΕ απέχει πολύ από το να έχει αξιοποιηθεί πλήρως. Όσο περισσότερο γίνεται κατανοητό πόσο σημαντικές είναι οι πολιτικές της Ένωσης για την καθημερινή ζωή των πολιτών, τόσο περισσότερο οι πολίτες θα χρησιμοποιούν τους δύο διαύλους συμμετοχής και ελέγχου που έχουν στη διάθεσή τους, άμεσα μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και έμμεσα μέσω των εθνικών τους Κοινοβουλίων. Επιπλέον, το διαδίκτυο προσφέρει ευκαιρίες πληροφόρησης και ενεργού συμμετοχής που ήταν άγνωστες προηγουμένως κι έτσι διευκολύνει περισσότερο τα άτομα και την κοινωνία των πολιτών να ασκήσουν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα και να αναλάβουν τις δημοκρατικές τους ευθύνες[64].

Πιο πρόσφατα, δημόσιες εκστρατείες στο διαδίκτυο οδήγησαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αρνηθεί τη συγκατάθεσή του για την ACTA και έτσι η συμφωνία απέτυχε. Αυτό το παράδειγμα δείχνει ότι η εμπλοκή ακόμη και μερικών μονάχα ακτιβιστών μπορεί να κάνει τη διαφορά[65]. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει γνωστοποιήσει το σχετικό κείμενο της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με τον Καναδά και σε αυτή τη βάση ξεκίνησε δημόσια διαβούλευση σχετικά με την προστασία των επενδύσεων στην Συμφωνία Διατλαντικής Εμπορικής και Επενδυτικής Συνεργασίας (Transatlantic Trade and Investment Partnership, ΤΤΙΡ). Έχει έτσι συγκεντρώσει χιλιάδες σημαντικά σχόλια και κριτικές που πρέπει να εξεταστούν κατά τους προσεχείς γύρους διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ[66]. Επιπλέον, έχουν ξεκινήσει εκστρατείες και μια Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών[67] κατά των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου, όπως η CETA (Comprehensive Economic and Trade Agreement) ή η ΤΤΙΡ, και είναι πιθανό ότι οι εκστρατείες αυτές θα έχουν επίδραση στο πώς θα διαμορφωθεί η μελλοντική διατλαντική σχέση.

 

 

VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο πολυεπίπεδος συνταγματισμός αφορά τον ρόλο του ατόμου στη διαμόρφωση της συνταγματικής δομής των πολυεπίπεδων πολιτικών συστημάτων, όπως η ΕΕ. Τοποθετεί τον πολίτη στο κέντρο, ενώ τα συντάγματα των Κρατών-Μελών παραμένουν τα θεμέλια της κατασκευής και τα ίδια τα Κράτη-Μέλη παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του συστήματος. Ωστόσο, το σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει δημοκρατικά, αν οι πολίτες εξακολουθούν να παραγνωρίζουν τον σημαντικό τους ρόλο. Η Δημοκρατία δεν είναι ένα δώρο, αλλά μια ευκαιρία.

Καταληκτικά: μια αλλαγή στη σκέψη των ανθρώπων αποτελεί προϋπόθεση για να ξεπεράσουμε την κρίση δημοκρατίας στην Ευρώπη. Αυτή η κρίση ουσιαστικά έχει τις ρίζες της όχι στην ΕΕ αλλά στα ίδια τα Κράτη-Μέλη[68]. Αποκτώντας την ‘κυριότητα’ της ΕΕ, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τους την αρχή της επικουρικότητας και συμμετέχοντας όχι μόνο στον διάλογο για τις μεταρρυθμίσεις των Συνθηκών αλλά και στην πραγματική πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ευρωπαίοι πολίτες θα μπορούσαν να συντελέσουν στην υπέρβαση της κρίσης της δημοκρατίας. Έτσι, μια αλλαγή στη σκέψη και στην αντίληψη, μια αλλαγή της ‘κυριότητας’ της ΕΕ, θα επέφερε και την αλλαγή στην κυριότητα των Συνθηκών και των ευρωπαϊκών πολιτικών: κύριοι δεν θα ήταν πια τα Κράτη-μέλη αλλά οι ενεργοί και υπεύθυνοι πολίτες.

Αυτός είναι, όπως το βλέπω εγώ, ο τρόπος για να πάμε μπροστά.

 

 

 


[1] Η μελέτη αυτή είναι επεξεργασμένη μορφή της αντιφώνησης και ομιλίας του καθηγητή Ingolf Pernice, κατά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ στις 4 Δεκεμβρίου 2014. Ο συγγραφέας εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στους βοηθούς του Mattias Wendel και Laura Wolfstädter για την πολύτιμη συμβολή τους στην επεξεργασία αυτής της ομιλίας. Η μετάφραση από τα αγγλικά έγινε από την ομάδα της Έδρας Jean Monnet Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτισμού της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, αποτελούμενη από τους Μάνο Καλαϊντζή, Στέφανο Κατσούλη, Δάφνη Λίμα και Στεφανία Στοϊκού.

 

* Καθηγητής, Δρ., Επίτιμος Δρ ΑΠΘ, Κάτοχος Έδρας για το Δημόσιο, Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, Humboldt-Universität Βερολίνου, Διευθυντής του Ινστιτούτο Walter Hallstein για Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δίκαιο (WHI) του ίδιου Πανεπιστημίου (www.whi.eu) και Συν-διευθύνων του Ινστιτούτου Alexander von Humboldt Institut για το Διαδίκτυο και την Κοινωνία (www.hiig.de).

[2] Georg Jellinek, Die Lehre von den Staatenverbindungen, 1882, ιδίως σελ. 172-197 και σελ. 253-314

[3] BVerfGE 89, 155 – Maastricht. Δες ήδη Paul Kirchhof, Deutsches Verfassungsrecht und Europäisches Gemeinschaftsrecht, Beiheft Europarecht 1/1991, σελ. 11, 18 επ.

[4] Για το ζήτημα του τελευταίου λόγου δες ήδη: Franz Mayer, Kompetenzüberschreitung und Letztentscheidung. Das Maastricht-Urteil des Bundesverfassungsgerichts und die Letztentscheidung über Ultra vires-Akte in Mehrebenensystemen. Eine rechtsvergleichende Betrachtung von Konflikten zwischen Gerichten am Beispiel der EU und der USA, 2000, διαθέσιμοσε: http://www.whi-berlin.eu/mus150.pdf

[5] Δες Mattias Wendel, Permeabilität im Europäischen Verfassungsrecht, 2011

[6]Δες για την ιδέα πίσω από αυτά τον James Madison στο ‘Federalist No. 46’: «Ομοσπονδιακές και πολιτειακές κυβερνήσεις δεν είναι στην πραγματικότητα παρά οι αντιπρόσωποι και διαχειριστές του λαού, θεσπισμένες με διαφορετικές εξουσίες, και προορισμένες για διαφορετικούς σκοπούς» (Hamilton, Madison and Jay, Federalist Papers, 1787/88: No. 46).

[7] Σε αυτόν τον συλλογισμό και ο Armin von Bogdandy, Grundprinzipien, σε: Armin von Bogdandy και Jürgen Bast (επιμ.), Europäisches Verfassungsrecht. Theoretische und dogmatische Grundzüge, 2η εκδ. 2009, σελ. 13, 64· δες επίσης Jürgen Habermas, The Crisis of the European Union.A Response, 2012, σελ. 36-7.

[8] Δες Christian Calliess, Moritz Hartmann, Zur Demokratie in Europa: Unionsbürgerschaft und europäische Öffentlichkeit, Mohr Siebeck, Tübingen (2014), σελ. 33 επ., 47.

[9] ΔΕΚ Υπόθεση 26/62, Van Gend & Loos, 1963 ECR 1.

[10] Σε μια παρόμοια πρόταση φαίνεται να καταλήγει και ο συλλογισμός του Jaap Hoeksma, The Identity of the European Union, στο Peace Palace Library Blog, 24 Οκτωβρίου 2014, που περιγράφει την ΕΕ ως μια «ένωση πολιτών και κρατών-μελών που λειτουργεί σαν κοινή δημοκρατία».

[11] Σχετικά με αυτές τις τις συνταγματικές αλλαγές που επέφερε η Συνθήκη της Λισαβόνας δες πιο λεπτομερώς: Ingolf Pernice, The Treaty of Lisbon. Multilevel Constitutionalism in Action, 15 Columbia Journal of European Law (2009), σελ. 349, 354-9, διαθέσιμο επίσης ως WHI-paper 02/09

[12] Για μια ανασκόπηση της υποδοχής που έτυχε η έννοια δες ό.π., σελ. 352-3

[13] Mattias Jestaedt, Der Europäische Verfassungsverbund – Verfassungstheoretischer Charme und rechtstheoretische Insuffizienz einer Unschärferelation, σε: R. Krause κ.α. (επιμ.), Recht der Wirtschaft und der Arbeit in Europa. Gedächtnisschrift für W. Blomeyer, 2004, σελ. 638, επίσης σε: Christian Calliess (επιμ.), Verfassungswandel im europäischen Staaten- und Verfassungsverbund. Göttinger Gespräche zum deutschen und europäischen Verfassungsrecht, 2007, σελ. 93-127

[14] René Barents, The Fallacy of European Multilevel Constitutionalism, σε: Matej Avbelj και Jan Komárek, Introduction, σε: ό.π. (επιμ.), Constitutional Pluralism in the European Union and Beyond, 2012, σελ. 153

[15] Jestaedt, σε Calliess (υποσ. 13), σελ. 111-127

[16] Barents, Fallacy (υποσ.14), σελ. 178-9

[17] Ingolf Pernice, Theorie und Praxis des Europäischen Verfassungsverbundes, σε: Christian Calliess (Hrsg.), Verfassungswandel im europäischen Staaten- und Verfassungsverbund. Göttinger Gespräche zum deutschen und europäischen Verfassungsrecht, 2007, σελ. 61-92, επίσης διαθέσιμο ως WHI-paper 08/08

[18] Βλ. Ingolf Pernice, La Liga Constitucional Europea puesta a prueby, σε: Jorge Alguacil González-Aurioles και Ignacia Gutiérrez Gutiérres (επιμ.), Constitución: Norma Y Realidad. Teoría constitucianal para Antonio López Pina, 2014, σελ. 209, 223-35

[19] Σχετικά με την Ελλάδα, βλ. Lina Papadopoulou, Die implizite Änderung der griechischen Verfassung durch das EU-Recht, σε: 74 ZaöRV 2014, σελ. 141, ιδίως σελ. 143-4. Για τη Γερμανία βλ. την απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου BVerfG, 1 BvR 1916/09 της 19.7.2011, http://www.bverfg.de/entscheidungen/rs20110719_1bvr191609.html, που επιτρέπει στα νομικά πρόσωπα των άλλων Κρατών-Μελών να τυγχάνουν αντιμετώπισης ίδιας με τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ως προς την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Και αυτό , με μία contra legem ερμηνεία του άρθρου 19(3) του Γερμανικού Συντάγματος, προκειμένου να μην έρθει σε σύγκρουση με την απαγόρευση αρνητικών διακρίσεων κατά το ενωσιακό δίκαιο.

[20] Barents, Fallacy (υποσ. 14), σελ. 158.

[21] Βλ. Ingolf Pernice, Constitutional Law Implications for a State Participating in a Process of Regional Integration. German Constitution and „Multilevel Constitutionalism“, σε: E. Riedel (Hrsg.), German Reports on Public Law Presented to the XV. International Congress on Comparative Law, Bristol, 26 Ιουλίου με 1 Αυγούστου 1998 (1998), σελ. 40-65, επανατυπωμένω σε: Walter Hallstein-Institut für Europäisches Verfassungsrecht (Hrsg.), Grundfragen der europäischen Verfassungsentwicklung, Forum Constitutionis Europae – Bd. 1 (2000), σελ. 11-36, επίσης διαθέσιμο ως FCE 01/98.

[22] Για μια βαθύτερη ανάπτυξη της επίδρασης της υπογραφής και της αποτυχίας της Συνταγματικής Συνθήκης και της διάσωσης της ουσίας της από την Συνθήκη της Λισαβόνας, βλ.: Ingolf Pernice, The Treaty of Lisbon. Multilevel Constitutionalism in Action, 15 Columbia Journal of European Law (2009), σελ. 349-407, επίσης διαθέσιμο ως WHI-paper 02/09

[23] Barents, Fallacy (υποσ. 14), σελ. 160

[24] Αυτό καλύπτει επίσης το επιχείρημα του Barents, Fallacy, ό.π., σελ. 162, ότι δεν συμμετέχουν όλα τα Κράτη-Μέλη σε όλους τους τομείς, π.χ. όχι στην ΟΝΕ. Η πρόταση που γίνεται σε αυτό το σημείο, ότι μέσω του Πρωτοκόλλου 30 η Χάρτα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων εξαιρείται από την δικαιοδοσία του ΔΕΕ και των εθνικών δικαστηρίων σε Ηνωμένο Βασίλειο και Πολωνία είναι αμφισβητήσιμη (βλ: Ingolf Pernice, The Treaty of Lisbon and Fundamental Rights, σε: Stefan Griller/Jacques Ziller (επιμ.), The Lisbon Treaty. EU Constitutionalism without a Constitutional Treaty? (Springer), 2008, σελ. 235, 244-249, επίσης διαθέσιμο ως WHI-Paper07/2008), και σε κάθε περίπτωση δεν είναι σχετική εδώ για τους ίδιους λόγους.

[25] Βλ. σε αυτόν τον βαθμό την κριτική του Barents, Fallacy, ό.π., σελ. 161, με αναφορές στο έργο μου, Multilevel Constitutionalism and the Treaty of Amsterdam: European Constitution-Making Revisited, σε: 36 Common Market Law Review (1999), σελ. 703, 712, επίσης διαθέσιμο ως WHI-paper 04/1999; εάν έγραψα «το αποτέλεσμα μοιάζει να είναι μια μονιστική προσέγγιση» αυτό δεν είχε ως σκοπό, όπως έδειξαν οι εξηγήσεις που δόθηκαν, να αναλάβει όλες τις επιπλοκές που θα έφερνε η παραδοσιακή διάκριση μεταξύ μονισμού και δυϊσμού.

[26] Δες Jacqueline Knörr, APuZ 11-12/2012, σελ. 16-23, 17

[27] Ingolf Pernice, Bestandssicherung der Verfassungen: Verfassungsrechtliche Mechanismen zur Wahrung der Verfassungsordnung, σε: Roland Bieber / Pierre Widmer (Hrsg.), L'espace constitutionnel européen. Der Europäische Verfassungsraum. The European Constitutional Area, 1995, σελ. 225, 262-3. Βλ. επίσης Ingolf Pernice, Europäisches und nationales Verfassungsrecht, 60 VVDStRL (2001), σελ. 149, 186: „System wechselseitiger Verfassungsstabilisierung“, όπου περισσότερες αναφορές.

[28] Βλ. Andreas Voßkuhle, Multilevel cooperation of the European Constitutional Courts: Der Europäische Verfassungsgerichtsverbund, 6 EuConst (2010), σελ. 175; για τις οριζόντιες επιπτώσεις κάθε απόφασης των εθνικών συνταγματικών και άλλων δικαστηρίων, βλ.: Ingolf Pernice, La Rete Europea di Costituzionalità, Der Europäische Verfassungsverbund und die Netzwerktheorie, 70ZaöRV (2010), σελ. 51-71, επίσης διαθέσιμο ως WHI-paper 01/2010

[29] Όπως προτείνεται στο Fallacy (υποσ. 14), σελ. 159. Ο Barents παρερμηνεύοντας αναφέρει (βλ. παρακάτω, υποσ. 40) πως η πλουραλιστική προσέγγιση «ρητά αποκλείεται» στο Ingolf Pernice, Das Verhältnis europäischer Gerichte zu nationalen Gerichten im Europäischen Verfassungsverbund, 2006, σελ. 54. Το κείμενο ξεκάθαρα δέχεται μια πλουραλιστική προσέγγιση με την επίσημη έννοια, ενώ σε επίπεδο ουσίας μια σειρά διατάξεων στις Συνθήκες θέτουν όρια και διασφαλίζουν την ομοιογένεια, την συνοχή και την αλληλεπίδραση. Για μια πιο λεπτομερή ανάλυση βλ. Franz C. Mayer και Mattias Wendel, Multilevel Constitutionalism and Constitutional Pluralism. Querelle Allemande or Querelle d’Allemand?, σε Matej Avbelj και Jan Komárek, Constitutional Pluralism in the European Union and Beyond, 2012, σελ. 127, 132-140.

[30] Βλ. Pernice, Europäisches und nationales Verfassungsrecht (υποσ. 27), σελ. 171; για περισσότερες λεπτομέρειες: Ingolf Pernice, Franz Mayer και Stephan Wernicke, Renewing the European Social Contract. The Challenge of Institutional Reform and Enlargement in the Light of Multilevel Constitutionalism, σε: Mads Andenas/John Gardener (επιμ.), Can Europe Have a Constitution? Kings College London, Φεβρουάριος 2000, 12 Kings College Law Journal (2001), σελ. 60, 68-69, επίσης WHI-paper 11/2001

[31] Barents, Fallacy (υποσ. 14), σελ. 166-169. Βλ. επίσης ό.π., σελ. 174

[32] Κάτι που είναι ενδιαφέρον, ο Barents, Fallacy (υποσ. 14), σελ. 173, δέχεται ότι «όλες οι Συνθήκες που συνάπτονται από δημοκρατικά κράτη αντιπροσωπεύουν την βούληση των πολιτών».

[33] Αυτό το ερώτημα τίθεται από τον Barents, Fallacy (υποσ. 14), σελ. 168.

[34] Barents, Fallacy (υποσ. 14), σελ. 169

[35] Christoph Möllers, Staat als Argument, 2η εκδ. (2011), σελ. XLVIII. Βλ. επίσης Barents, Fallacy (υποσ. 14), σελ. 172: „ξεκάθαρη διαστρέβλωση της φιλοσοφίας του Rousseau“

[36] Αυτό προτείνει ο Dieter Grimm, με σκοπό να διαχωρίσει τις Ευρ, Συνθήκες, που συνάπτονται από κράτη, από τα εθνικά συντάγματα που φτιάχνονται από τους λαούς (βλ.: Dieter Grimm, Does Europe need a Constitution?, European Law Journal, Τόμος 1, Αρ. 3, Νοέμβριος 1995, σελ. 282-302, σελ. 290). Κατά την άποψη μου, αυτή η διάκριση δεν μπορεί να είναι ουσιαστική, καθώς τα κράτη αντιπροσωπεύουν λαούς.

[37] Βλ. επίσης Pernice, Mayer και Wernicke, Social Contract υποσ. 30, σελ. 68 επ.

[38] Γι’ αυτό το επιχείρημα δες τον Barents, Fallacy (υποσ. 14), σελ. 173-174.

[39] Annex I to the Presidency Conclusions of the European Council 1117/1/07 REV 1 της 20ης Ιουλίου 2007, διαθέσιμο σε: http://www.consilium.europa.eu/ueDocs/cms_Data/docs/pressData/en/ec/94932.pdf

[40] Barents, Fallacy (υποσ. 14), σελ. 175-176.

[41] Ό.π., σελ 177.

[42] Βλ. πιο ξεκάθαρα Case C-10/97 – IN.CO.GE, παρ. 21

[43] Barents, Fallacy (υποσ. 14), σελ. 178.

[44] Βλ. πιο λεπτομερώς Pernice, Verhältnis (υποσ. 29), σελ. 54

[45] Γενικά αμφισβητώντας την έννοια της κυριαρχίας όμως, Sir Konrad Schiemann, Sovereignty: an unhelpful shibboleth, FS. Jürgen Schwarze, 2014, σελ. 234-243. Walker (επιμ.) Sovereignty in Transition, Hart 2003

[46] BVerfGE 123, 267 – Lissabon, επίσης διαθέσιμο σε: http://www.servat.unibe.ch/dfr/bv123267.html

[47] Georg Waitz, Grundzüge der Politik, 1862, σελ. 153 επ.; Robert von Mohl, Encyclopädie der Staatswissenschaften, 2. Aufl. 1872, σελ. 367. Για μια ανασκόπηση: Ewald Wiederin, Bundesrecht und Landesrecht, 1995, σελ. 3 επ.; σε πιο σύγχρονες εποχές η θεωρία αναθερμάνθηκε από τον Thomas Fleiner, Allgemeine Staatslehre, 1980, σελ. 324 επ., 417.

[48] Barents, Fallacy (υποσ. 14), σελ. 180-1

[49]Thomas Fleinerand Lidija R. Basta Fleiner, Allgemeine Staatslehre, Über die konstitutionelle Demokratie in einer multikulturellen globalisierten Welt, 3η εκδ.. (2004), σελ. 451 επ., σελ. 562 επ.

 

[50] Dieter Grimm, Souveränität. Herkunft und Zukunft eines Schlüsselbegriffs, 2009, σελ. 16-20, 25.

 

[51] Barents, Fallacy, ό.π., σελ. 179

 

[52] Βλ. επίσης Sir Konrad Schiemann, Sovereignty: an unhelpful shibboleth, σε: Ulrich Becker κ.α. (επιμ.), Verfassung und Verwaltung in Europa. Festschrift für Jürgen Schwarze zum 70. Geburtstag, 2014, σελ. 234, 236.

 

[53] GFCC case 2 BvE 2/08 της 30.6.2009 BVerfGE 123, 267 – Lissabon, παρ. 224. Επ’ αυτού βλ. επίσης Mayer και Wendel, Multilevel Constitutionalism (υποσ. 29, σελ. 144).

 

[54] Βλ. Miguel Poires Maduro, Three Claims of Constitutional Pluralism, σε Matej Avbelj και Jan Komárek, Constitutional Pluralism in the European Union and Beyond, 2012, σελ. 76 επ., 79. Για περαιτέρω εξελίξεις βλ. Ingolf Pernice, Solidarität in Europa. Eine Ortsbestimmung im Verhältnis zwischen Bürger, Staat und Europäischer Union, σε: Christian Calliess (Hrsg.), Europäische Solidarität und nationale Identität – Überlegungen im Kontext der Krise im Euroraum, υπό έκδοση Tübingen 2013, επίσης διαθέσιμο ως WHI-Paper01/2013, κεφάλαια III.3-6

 

[55] Βλ. ήδη Christian Joerges, Integration durch Entrechtlichung?, σε: Schuppert/Zürn (eds.), Governance in einer sich wandelnden Welt, PVS Sonderheft 41/2008, σελ. 213, 224 επ.

[56] Barents, Fallacy, ό.π, σελ. 181.

[57] Ingolf Pernice, The EU as a citizens’ joint venture. Multilevel constitutionalism and open democracy in Europe, σε José M. Magone (επιμ.), Routledge Handbook of European Politics, 2014, Κεφ. 10, σελ. 184, 187-195.

[58] Με αυτήν την έννοια βλ. επίσης Habermas, Crisis (υποσ. 7), σελ. 35-7. Βλ. επίσης Pernice, The EU (υποσ. 57), σελ. 194

[59] Βλ. επίσης σχετικά με την ιθαγένεια της Ε.Ε. ως προϋπόθεση για την Ευρωπαϊκή δημοσιότητα: Calliess and Hartmann (υποσ. 9), σελ. 132-145, 151. Για τις προϋποθέσεις και τις σχετικές με το διαδίκτυο νέες συνθήκες της «ανοιχτής δημοκρατίας» (“open democracy”), που ενισχύουν την κυριότητα και τη συμμετοχή των πολιτών στην Ε.Ε. δες επίσης Pernice (υποσ. 57), σελ. 192-195.

 

[60] Δες επίσης Calliess and Hartmann (υποσ. 9), σελ. 85. Αυτό ακριβώς είναι το θεμέλιο της έννοιας  „Verfassungsverbund“ (βλ. Pernice, Bestandssicherung (υποσ. 27), σελ. 261-2, πιο λεπτομερώς: Pernice, Verfassungsrecht (υποσ. 27), σελ. 166-7) ή του «πολυεπίπεδου συνταγματισμού» (βλ. παραπάνω, III.)

 

[61] Ειδικά επ’ αυτού βλ.: Armin Hatje, Auf dem Weg zu einer Europäischen Wirtschaftsregierung: Das Europäische Semester als Instrument wirtschaftspolitischer Koordination in der EU, σε: Ulrich Becker κ.α. (επιμ.), Verfassung und Verwaltung in Europa. Festschrift für Jürgen Schwarze zum 70. Geburtstag, 2014, σελ. 594, που εκφράζει συγκεκριμένες ανησυχίες σχετικά με την δημοκρατική νομιμοποίηση ό.π., σελ. 614-5

 

[62] Για τον όρο „Exekutiv föderalismus“ ως γενικό χαρακτηριστικό της ΕΕ βλ.: Philipp Dann, Parlamente im Exekutiv-Föderalismus, 2004. Σχετικά με την διαχείριση της κρίσης από το 2009 βλ. Habermas, Crisis (υποσ. 7), σελ. 52-3. Με προτάσεις για να ενισχυθεί ο δημοκρατικός έλεγχος βλ. Claudio Franzius, Demokratisierung der Europäischen Union, EuR 2013, σελ.. 655, 660-8.

[63] Βλ. πιο λεπτομερώς: Ingolf Pernice, Mattias Wendel, Lars Otto, Kristin Bettge, Martin Mlynarski, Michael Schwarz: A Democratic Solution to the Crisis. Reform Steps towards a Democratically Based Economic and Financial Constitution for Europe. 2012.

[64] Βλ. επίσης Pernice, The EU (υποσ. 57), σελ. 194-7.

[65] Εδώ βέβαια μπορεί να εγερθεί το ερώτημα αν είναι «δημοκρατικό» δύο ή τρία εκατομμύρια διαδηλωτές, από τα 500 εκατομμύρια πολιτών της ΕΕ, να προκαλεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα.

[66] Βλ. Karel De Gucht, Democracy, Equality, and Investment Protection In European Trade Policy, Ομιλία στο Forum Constitutionis Europae (FCE) στο Πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου, σελ. 7, διαθέσιμο σε: http://www.whi-berlin.eu/fce-2014.html

 

[67] Βλ. π.χ. το κάλεσμα Attac για μια αυτό-οργανωμένη πρωτοβουλία μετά την απόρριψη από την Επιτροπή της αίτησης για μια επίσημη, διαθέσιμο σε: https://www.attac.de/ebi. Το να αχθεί η υπόθεση ενώπιον του ΔΕΕ αποφασίστηκε με βάση το άρθρο 263 ΣΛΕΕ από τη δικτύωση πρωτοβουλιών „Stop TTIP“, βλ.: http://www.ttip-unfairhandelbar.de/start/ebi/

 

[68] Βλ. Ingolf Pernice, Domestic courts, constitutional constraints and European democracy: What solution for the crisis?, σε: Maurice Adams, Federico Fabbrini & Pierre Larouche (επιμ.), The Constitutionalization of European Budgetary Constraints, Hart 2014, σελ. 297, 303. Για το παρασκήνιο του επιχειρήματος: Jürgen Neyer, The Justification of Europe. A Political Theory of Supranational Integration, 2012, σελ. 4.

 

7o Kοινό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων των Νομικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης

Το Σεμινάριο θα πραγματοποιηθεί στο Μεσολόγγι. Την 1η ημέρα, Παρασκευή 27 Μαρτίου θα παρουσιαστούν οι εισηγήσεις των μεταπτυχιακών φοιτητών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ενώ την 2η ημέρα, Σάββατο 28 Μαρτίου, θα λάβει χώρα ημερίδα με θέμα: ”Η Ελλάδα θέλει μια σύγχρονη δημόσια διοίκηση

—————————————————————————————————————————————

ΕΒΔΟΜΟ ΚΟΙΝΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΩΝ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Μεσολόγγι, 27 Μαρτίου 2015

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

9.30- 9.45:  Άνοιγμα του σεμιναρίου: Γιάννης Δρόσος, Ιφιγένεια Καμτσίδου

 

Πρώτη συνεδρία. Προεδρία: Λίνα Παπαδοπούλου

9.45 -10.45: Μάριος Καλογερόπουλος, Αναστασία Παύλου:  Οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου: Πέντε εξαιρετικά χρόνια έκτακτης και επείγουσας ανάγκης

10.45 – 11.45: Γιώργος Ζώης, Ελευθερία Μπάρτζη, Αλεξία Τερζόγλου, Το νομικό καθεστώς της «τρόϊκα» και το νομικό καθεστώς των «θεσμών» όσον αφορά την σχέση τους με την ελληνική κυβέρνηση

 

11.45-12.00: ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Δεύτερη συνεδρία. Προεδρία: Παναγιώτης Μαντζούφας

12.00 – 13.00:  Χρυσάνθη Θούα, Πέτρος Πούγγουρας, Γεωργία Παπαλάμπρου, Το πρόσωπο της Δημοκρατίας και τα πρόσωπα των ανθρώπων: La république se vit à visage découvert.  

13.00 -14.00: Αφροδίτη Κεραμιδά, Μιχάλης Κουκουτσάκης, Θωμαή Χατζηγεωργίου: Συλλογική δυσφήμηση επί τη βάσει φυλετικών ή θρησκευτικών χαρακτηριστικών

14.00 -15.00: ΓΕΥΜΑ

Τρίτη συνεδρία. Προεδρία Γιώργος Γεραπετρίτης

15.00-16.00: Ελισάβετ Λαμπροπούλου, Λάτσιου Δήμητρα, Ρατσιστικός λόγος και ο αντιρατσιστικός νόμος

16.00 – 17.00: Στέφανος Μπαχαρίδης, Κρυσταλλία Μουτάφη, Η ιθαγένεια στη νομολογία του ΣτΕ, με αφορμή την απόφαση 460/2013  και την πρόσφατη απόφαση για την πρόσβαση στις στρατιωτικές σχολές

17.00 – 17.15: ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Τέταρτη συνεδρία. Προεδρία: Νίκος Παπασπύρου

17.15 – 18.15: Άσπα Θεοχάρη- Αγγελίνα Βλάχου, Ειδικά μισθολόγια και αρχή της ισότητας, στο παράδειγμα της  νομολογίας για τις περικοπές σε δικαστικούς, ένστολους και μέλη ΔΕΠ

18.15 – 19.15: Ελπίδα Συβένα, Μαριέττα Μωραϊτη, Αρχή της ισότητας και δικαιολογημένες εξαιρέσεις για λόγους δημόσιου  συμφέροντος: η πρόσβαση των πολυτέκνων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

19.15 -19.30: Κλείσιμο του σεμιναρίου:  Ιφιγένεια Καμτσίδου, Γιάννης Δρόσος

 

20.30- 22.30: Επίσημο δείπνο προσφερόμενο από τον Δικηγορικό Σύλλογο Μεσολογγίου σε όλους και όλες όσοι συμμετέχουν ή παρακολουθούν το σεμινάριο

 

22.31 – …: Ανοικτό πρόγραμμα

 

Το σεμινάριο θα διεξαχθεί σε αίθουσα του ξενοδοχείου «Θεοξένια», Μεσολόγγι.

Διευκρινίζεται ότι οι προφορικές παρουσιάσεις των εργασιών δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα 15 λεπτά, μετά την παρέλευση των οποίων οι Πρόεδροι των συνεδριών έχουν παρακληθεί  να διακόπτουν τους ομιλητές. Οι ερωτήσεις – παρεμβάσεις των συμμετεχόντων δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα τρία λεπτά. Οι παρουσιάσεις ολοκληρώνονται με εξάλεπτες (ανά εργασία και όχι ανά ομιλητή ή ομιλήτρια) τοποθετήσεις εκείνων που παρουσίασαν τις εργασίες.

 

 

 

Νομική Σχολή Αθηνών Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Δημοσίου Δικαίου

Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης, Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Δημοσίου Δικαίου

 

ΗΜΕΡΙΔΑ

Η Ελλάδα θέλει μια σύγχρονη δημόσια διοίκηση” [Από την επιστολή του ελληνικού Υπουργείου Οικονομικών στους ”θεσμούς” (24.2.2015).]

Μεσολόγγι, 28 Μαρτίου 2015

 

Προεδρία: Σπύρος Βλαχόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών

9.30: Έναρξη ημερίδας, χαιρετισμοί

10.00: Καθηγητής Γιώργος Κατρούγκαλος, Αναπληρωτής Υπουργός Διοικητικής Ανασυγκρότησης,  Διοικητική μεταρρύθμιση και κράτος: για ποιόν και με ποιους.

10.20: Επίκουρος Καθηγητής Μιχάλης Πικραμένος, Σύμβουλος Επικρατείας, Διευθυντής της Εθνικής Σχολής Δικαστών, Τα κριτήρια επιλογής των προϊσταμένων οργανικών μονάδων στην δημόσια διοίκηση.

10.40: Γιώργος Σταυρόπουλος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Το πειθαρχικό δίκαιο των υπαλλήλων του δημοσίου.

11.00:  Νίκος Γεωργαράκης, τ. Γ.Γ. Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης,  Διοικητική μεταρρύθμιση: Τι απομένει μετά την ρύθμιση;

11.00 11.15: ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

11.15 – 12.45: Συζήτηση

12.45: Λήξη της  ημερίδας

 

Οι εργασίες της ημερίδας θα διεξαχθούν στο ξενοδοχείο «Θεοξένια», Μεσολόγγι.

Οι συμμετέχοντες/συμμετέχουσες μπορούν να διαμείνουν στο ξενοδοχείο «ΘΕΟΞΕΝΙΑ» σε δωμάτια που διασφαλίσθηκαν στις εξής τιμές: μονόκλινο 35 ευρώ, δίκλινο 45 ευρώ και τρίκλινο 55 ευρώ. Στις τιμές περιλαμβάνεται και πρωϊνό. Παρακαλούνται όσοι  επιθυμούν να μεριμνήσουν έγκαιρα οι ίδιοι για τη διαμονή τους στο ξενοδοχείο αυτό, τηλ: 26310-22493, -28098, -22391 και -22683, e-mail: info@theoxenia-hotel.gr, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ”το συνέδριο της Νομικής”. Είναι αυτονόητο ότι όποιος θέλει να διαμείνει σε άλλο κατάλυμα μπορεί να το κάνει.

Οι προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης σήμερα. Μια νέα ευρωπαϊκή πολιτική είναι αναγκαία

Κώστας Σημίτης, πρ. Πρωθυπουργός

Η χρηματοοικονομική κρίση του 2007, αλλά και η κρίση του δημοσίου χρέους του 2009 συνέβησαν σε μια εποχή κατά την οποία στην Ε.Ε. κυριαρχούσε η συντηρητική αντίληψη της αποφυγής νέων πρωτοβουλιών. Κατά την τότε  επικρατούσα γνώμη, η Συνθήκη της Λισσαβόνας του 2007 είχε συμπεριλάβει όλες τις αναγκαίες μεταβολές των θεσμικών ρυθμίσεων και άλλες αλλαγές δεν θα έπρεπε να επιδιωχθούν.

Επικρατούσε στην Ένωση μεταρρυθμιστική κούραση σε αντίθεση με την κινητικότητα της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα. Οι αιτίες ήταν διάφορες. Η ένταξη των δέκα νέων μελών το 2003 πολλαπλασίασε τις δυσκολίες των συνεννοήσεων και τα εμπόδια στη λήψη των αποφάσεων της Ένωσης.  Οι νέες χώρες που ανήκαν παλιά στο χώρο επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης αντιδρούσαν και αντιδρούν σε ενοποιητικές προσπάθειες και την εφαρμογή κοινών κανόνων. Το μόνιμο επιχείρημά τους ήταν: «Δεν γίναμε μέλη της Ένωσης για να αντικαταστήσουμε τη Μόσχα με τις Βρυξέλλες». Η Γαλλία και η Γερμανία είχαν πιέσει για τη διεύρυνση της Ένωσης με την ελπίδα ότι θα αποκτούσαν νέες αγορές και νέους συμμάχους. Οι νέες χώρες θεωρούσαν όμως ότι ο κατ’ εξοχήν συμπαραστάτης τους ήταν οι ΗΠΑ και εξέφραζαν αμφιβολίες και αντιρρήσεις για την ευρωπαϊκή πολιτική.

 

Από το 2001 και μετά άρχισε να αλλάζει η σύνθεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Η σοσιαλδημοκρατική πλειοψηφία αντικαταστάθηκε βαθμιαία. Επικράτησαν κυβερνήσεις στη Γερμανία, στη Γαλλία και στην Ιταλία που δεν είχαν πια το ίδιο ενδιαφέρον για τα ευρωπαϊκά πράγματα.  Η προσοχή τους ήταν στραμμένη στα εσωτερικά τους προβλήματα. Αλλά και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την πλειοψηφία αποτελούσαν επίτροποι που ανήκαν σε συντηρητικά κόμματα. Η γραμμή «όχι άλλες αλλαγές, αρκετά έγιναν» εξέφραζε τόσο τις κυβερνήσεις όσο και τα κοινοτικά όργανα. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είχε επανειλημμένα τονίσει ότι επιδίωξή του είναι η σταθεροποίηση και όχι οι μεταρρυθμίσεις. Η σκέψη, μιας συνεχούς μελέτης της λειτουργίας της ΟΝΕ και η συμπλήρωση των Συνθηκών με ρυθμίσεις που θα αφορούσαν τα νέα προβλήματα εγκαταλείφθηκε.  Το νόμισμα ήταν ένα θέμα των υπουργών οικονομικών και των κεντρικών τραπεζών.  Ένα τεχνικό θέμα με το οποίο δεν θα ‘πρεπε να ασχολούνται οι πρωθυπουργοί. Δεν υπήρχε όραμα. Στόχος της πολιτικής ήταν τα μικρά βήματα για την αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων. Η Ένωση έπασχε από «βραχυπροθεσμισμό».

 

Οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που επικράτησαν μετά το 2004 επέτειναν αυτή την τάση.  Έστρεψαν την προσοχή αποκλειστικά στα προβλήματα της ενιαίας αγοράς και του ενιαίου νομίσματος  Οι πολιτικές για την ανάπτυξη των κρατών μελών κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την επιδιωκτέα πολιτική.  Η αύξηση της χρηματοδότησης της Ένωσης ώστε να πραγματοποιήσει έργα ματαιώθηκε.  Επικράτησε η άποψη ότι η σύγκλιση θα πρέπει να επιδιωχθεί από το κάθε κράτος μέλος με τα δικά του μέσα και όχι με πολύπλοκες παρεμβάσεις της Ένωσης.  Η δημοσιονομική κρίση που άρχισε το 2007 ενίσχυσε αυτή την άποψη.

 

Η διάθεση της Ένωσης, όταν άρχισε η κρίση, έτεινε στην διατήρηση της εμπεδωμένης κατάστασης, στην αποφυγή παρεμβάσεων, στην υπεράσπιση της άποψης, ότι οι αυτόματοι σταθεροποιητές των αγορών θα λύσουν τα προβλήματα. Το κλίμα ήταν εχθρικό προς τους «ταραξίες» που προκαλούσαν αμφιβολίες για το κοινοτικό οικοδόμημα με τα προβλήματα που δημιουργούσαν. Το λάθος ήταν δικό τους και όχι της Ένωσης. Παρά τις συνεχείς δηλώσεις, ότι επιδίωξη είναι μια ενωμένη Ευρώπη, η πολιτική ενοποίηση και η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ήταν αποφευκτέοι στόχοι. Αποδεκτή επιδίωξη ήταν μόνο η ελεγχόμενη με τη διακυβερνητική συνεργασία σύγκλιση.

 

Πολύ σύντομα οι οικονομικές εξελίξεις αποκάλυψαν μία αλήθεια που συγκάλυπταν οι μέχρι τότε τοποθετήσεις υπέρ της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης.  Ο δρόμος προς την ενοποίηση ήταν και θα είναι δύσκολος, διότι η πολυπλοκότητα του έργου και οι πολλές διαφορές μεταξύ των συμμετεχόντων δεν βοηθούν στη διαμόρφωση μιας συγκροτημένης θεώρησης του επιτεύξιμου τελικού αποτελέσματος.  Κάθε βήμα προς την ενοποίηση συνεπάγεται διαφωνίες και διαμάχη μεταξύ διαφόρων ιδεολογιών, σκοπών και συμφερόντων.  Οι συμβιβασμοί, οι εξαιρέσεις και οι επιδιώξεις ώστε να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση σταματούν την πρόοδο της προσπάθειας.  Η ευρωπαϊκή ενοποίηση προϋποθέτει όμως κίνηση, αλλαγές. Δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί χωρίς αντιπαραθέσεις και ουσιαστικές μεταβολές.

 

Η Ελλάδα ήταν η αφορμή της κρίσης της Ευρωζώνης, όχι όμως η αιτία της. Η αιτία βρίσκεται στο ότι η Ευρωζώνη είναι μια πλήρης νομισματική ένωση, αλλά μια ατελής οικονομική και δημοσιονομική ένωση χωρών-μελών με διαφορετικά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, μια ένωση των ώριμων οικονομιών του Ευρωπαϊκού Βορρά και των λιγότερο ώριμων οικονομιών του Ευρωπαϊκού Νότου. Η τρέχουσα κρίση είναι κατά ένα μικρό μόνο ποσοστό κρίση δημοσίου χρέους, και αυτό αφορά κυρίως την Ελλάδα και την Πορτογαλία. Η ξέφρενη οικοδομική δραστηριότητα και η τεχνητή άνοδος των τιμών στην Ισπανία και στην Ιρλανδία, ο υπερδανεισμός των επιχειρήσεων στην Ιταλία, η άρνηση της Γερμανίας να αυξήσει  την εσωτερική της ζήτηση ώστε να διευκολύνει τις εισαγωγές από τις χώρες του Νότου, η πτώση της ανταγωνιστικότητας των χωρών της περιφέρειας έδειξαν ότι αιτίες της ήταν επίσης η κρίση του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, του τραπεζικού συστήματος αρκετών χωρών-μελών καθώς και κρίση ελέγχου και εποπτείας από τις δημοσιονομικές και νομισματικές αρχές της Ευρωζώνης. Ιδίως στις περιπτώσεις της Ελλάδος και της Πορτογαλίας η αντιμετώπιση της κρίσης συνδεόταν με τη διάσωση των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών, που είχαν δανείσει άκριτα υπερβολικά ποσά και διέτρεχαν κίνδυνο πτώχευσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ακόμη διαμορφώσει μια συνολική πολιτική οικονομικής διακυβέρνησης, ένα νέο τρόπο αντιμετώπισης των ανισοτήτων μεταξύ του αναπτυγμένου κεντρικού πυρήνα και της λιγότερο ανεπτυγμένης περιφέρειας της, διαδικασίες για την συστηματική προώθηση οικονομικής ανάπτυξης, δεν έχει ακόμη διαμορφώσει πολιτικές που θα κατανέμουν κατά το δυνατόν ισόρροπα τις ωφέλειές της σε όλα τα μέλη. Μια οικονομία, μια αγορά, ένα νόμισμα και μια συνεχώς στενότερη συνεργασία δεν είναι δυνατά όταν ταυτόχρονα υπάρχουν 19 κυβερνήσεις που παίρνουν σχετικές αποφάσεις, 19 διαφορετικά επιτόκια, 19 φορολογικά καθεστώτα και 19 διαφορετικά δημόσια χρέη. Το όλο σύστημα καθίσταται όλο και πιο δυσκίνητο και δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσει το στόχο μιας ευρύτερης κοινής οικονομικής πολιτικής.

 

Η έλλειψη μιας γενικά αποδεκτής κατεύθυνσης για την μελλοντική εξέλιξη της Ένωσης, οι συζητήσεις και οι διαφορές που προκαλούσε η υφιστάμενη ασάφεια μαζί με τις αναποτελεσματικές προσπάθειες για τον έλεγχο της κρίσης επηρέασαν αρνητικά την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.  Αντιλαμβάνεται την ευρωπαϊκή πορεία ως πρόβλημα.  Στις χώρες του Νότου ένα μεγάλο ποσοστό των πολιτών θεωρεί την εφαρμοζόμενη πολιτική σταθεροποίησης ως καταπιεστική και αδιέξοδη.  Στη Γερμανία αντίθετα η κοινή γνώμη την επικροτεί.  Τα τρία τέταρτα του πληθυσμού της, δεν θέλουν νέες υποχωρήσεις απέναντι στην Ελλάδα και απορρίπτουν οποιαδήποτε νέα χρηματοδότηση. Στις άλλες χώρες, που δεν είχαν παρασυρθεί στη δίνη της κρίσης, επικρατεί δυσπιστία για τις προσπάθειες ανανέωσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.  Κοινή είναι η αίσθηση ότι αλλαγές των Συνθηκών θα περιορίσουν ακόμη περισσότερο τον ανύπαρκτο ρόλο των μικρών κρατών της Ένωσης.

 

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν αντιπαρατέθηκαν σ’ αυτές τις απόψεις. Επιπρόσθετα ανήγαγαν την καταπολέμηση της κρίσης σε ηθικό πρόβλημα θέτοντας το ερώτημα αν θα πρέπει να προστατεύονται ή όχι όσοι εργάζονται έναντι εκείνων που σπαταλούν απερίσκεπτα.  Αποσιώπησαν ότι η κρίση προέκυψε κυρίως από τα διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας.

 

Η έλλειψη μιας πολιτικής που θα πείσει για την ευρωπαϊκή προοπτική δεν αποτελεί απλώς μια καθυστέρηση στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.  Είναι η αιτία της επαναλαμβανόμενης ανησυχίας και αστάθειας των αγορών.  Οι αγορές παρατηρούν την αδυναμία να λυθεί το ελληνικό πρόβλημα, την χειροτέρευση στην κατάσταση της Ισπανίας και της Ιταλίας, τις καθυστερήσεις στη δημιουργία ενός κοινού αποτελεσματικού μηχανισμού σταθεροποίησης ή τις αμφιβολίες για το ρόλο της ΕΚΤ.  Διαπιστώνουν ότι υπό τις συνθήκες αυτές οι επενδύσεις τους σε ομόλογα διατρέχουν κινδύνους, τα δάνειά τους μπορούν να μην εξοφληθούν. Ζητούν περισσότερη ενοποίηση, αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση.  Τα κράτη μέλη όμως διστάζουν, οι δισταγμοί προκαλούν αναταραχές και νέες αντιδράσεις των αγορών.

 

Αρχή της Συνθήκης είναι ότι στο πλαίσιο της ΟΝΕ κάθε χώρα ευθύνεται μόνον για τις δικές της υποχρεώσεις και δεν είναι υποχρεωμένη να καλύψει τις υποχρεώσεις άλλων κρατών.  Σε μια Οικονομική και Νομισματική Ένωση οι ενέργειες της κάθε χώρας επηρεάζουν και τις ενέργειες των άλλων χωρών.  Άρα απόλυτος περιορισμός ευθύνης δεν μπορεί να υπάρξει.  Η κρίση έδειξε ότι τα μέλη της Ευρωζώνης αναγκάστηκαν να εφεύρουν τρόπους για να ατονήσει ο κανόνας των Συνθηκών για την αποκλειστική ευθύνη του κάθε κράτους κάτω από την πίεση των εξελίξεων και τους κινδύνους που προέκυψαν από την αδυναμία των περιφερειακών χωρών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.  Στην περίπτωση της Ελλάδας επινόησαν τη χρηματοδότησή της μέσω διμερών δανείων, στην περίπτωση της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας, τη δημιουργία ενός προσωρινού μηχανισμού σταθεροποίησης.  Ο προσωρινός μηχανισμός πήρε αργότερα μόνιμη μορφή. Οι ασάφειες, οι διαφωνίες, οι ημιτελείς λύσεις, οι επανεξετάσεις των θεμάτων ήταν συνεχείς.  Οι αποφάσεις για την ενίσχυση των ισπανικών τραπεζών αναθεωρήθηκαν δύο φορές.  Η θέσπιση του «δημοσιονομικού συμφώνου» εγγυάται μεν μια αποτελεσματικότερη πρόληψη κρίσεων. Αλλά δεν εξασφαλίζει την εκκαθάριση της υφιστάμενης κρίσης.  Απαιτείται και η διευθέτηση πολλών άλλων προβλημάτων πέραν της τήρησης δημοσιονομικής πειθαρχίας.

 

Χρειάζεται ένα σχέδιο για το μέλλον, που θα δώσει στην ΟΝΕ ιδίως τη δυνατότητα να αποφασίζει πιο γρήγορα, πιο αποφασιστικά και να έχει μέσα και δυνατότητες που δεν διαθέτει σήμερα αν και αναγκαίες.  Η διαφορά των επιπέδων ανταγωνιστικότητας, διοικητικής ικανότητας ή παιδείας δεν αίρεται εάν δοθούν τώρα χρήματα σε κάθε κατεύθυνση ώστε να εξοφληθούν χρέη, να χορηγηθούν εγγυήσεις ή να ανακεφαλαιοποιηθούν οι τράπεζες.  Τα κύρια προβλήματα είναι εδώ και καιρό γνωστά.  Είναι η έλλειψη τόσο μιας κεντρικής καθοδήγησης όσο και ένας τρόπος ένταξης όλων των χωρών στην κοινή προσπάθεια.  Είναι η διαμόρφωση μιας πολιτικής που θα αντιμετωπίσει τις αιτίες των ανισορροπιών και θα συνενώσει τις επί μέρους προσπάθειες σε μια κοινή κατεύθυνση ανάπτυξης.  Αυτή η πολιτική απαιτεί ένα βήμα προς μια πολύ στενότερη οικονομική και πολιτική συνεργασία για την οποία τα μέλη της Ευρωζώνης δεν είναι ακόμη ούτε ιδεολογικά ούτε πολιτικά ούτε τεχνικά έτοιμοι.

 

Οι υπεύθυνοι της Ευρωζώνης και της Ένωσης προβάλλουν τη σημαντική δουλειά που έγινε για να εξασφαλισθεί η δημοσιονομική πειθαρχία και η παρακολούθηση των οικονομιών των κρατών μελών.  Είναι πράγματι εκτεταμένη.  Όμως, όπως παρατηρήθηκε από τον Ζ. Ντελόρ, με το ευρωπαϊκό εξάμηνο, το six-pack, το two-pack, το δημοσιονομικό σύμφωνο, το Ευρωπαϊκό σύμφωνο, το σύμφωνο ανάπτυξης, τις ρυθμίσεις για τους μηχανισμούς διάσωσης και τους κανονισμούς της ΕΚΤ «ποιος είναι σε θέση να κατανοήσει ή και να διαχειριστεί το σύστημα;» ποιος μπορεί να συναγάγει με βεβαιότητα, που πρόκειται να οδηγήσει τελικά την Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Οι συνθήκες που επικρατούσαν μέχρι και το 2003, όταν έγινε η διεύρυνση της Ένωσης, έχουν αλλάξει. Η Ένωση βρίσκεται σε μια «διαδικασία μετάβασης». Χαρακτηριστικά της νέας αυτής περιόδου είναι η αλλαγή των παγκοσμίων συσχετισμών, ο ρόλος της Κίνας στην παγκόσμια οικονομία, η νέα στάση της Ρωσίας, η δραστική μείωση των τιμών πετρελαίου λόγω της αύξησης της παραγωγής των ΗΠΑ, η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση, η πτώση των ρυθμών ανάπτυξης, η ύφεση και η στασιμότητα των οικονομιών σε πολλές χώρες.  Στις αιτίες αυτές προστέθηκαν οι ελλείψεις και οι ατέλειες που παρουσίασε το σύστημα της ΟΝΕ, ιδιαίτερα το χάσμα μεταξύ του πυρήνα και της περιφέρειάς της· η διεύρυνση της Ένωσης σε είκοσι επτά κράτη-μέλη, που δεν παρουσιάζουν την ομοιογένεια του αρχικού κύκλου των μελών· η ανάδειξη της Γερμανίας σε κύρια πολιτικο-οικονομική δύναμη της Ένωσης.

 

Οι νέες συνθήκες δημιούργησαν νέες δυναμικές και τάσεις στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα: Η προσπάθεια διαμόρφωσης νέων κανόνων ιδίως όσον αφορά την οικονομική συνεργασία οδήγησε σε εντεινόμενες αντιδράσεις κατά της μεταβίβασης εξουσιών από τα κράτη μέλη προς το κέντρο. Υπάρχει αμφισβήτηση της πολιτικής ενοποίησης. Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ιδιαίτερα του Συμβουλίου Υπουργών των Γενικών Υποθέσεων ατόνησε. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναδείχθηκε σε κεντρικό πρωταγωνιστή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέκτησε μια πιο εμφανή παρουσία. Συνέπεια ήταν οι ισορροπίες στο θεσμικό τρίγωνο Επιτροπή-Ευρωπαϊκό Συμβούλιο- Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να μεταβληθούν.  Μοχλός διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι πια ένας άξονας που καθοδηγείται από τη Γερμανία  και παρά τις προφανείς διαφωνίες μεταξύ των  χωρών που συμμετέχουν θα συνεχίσει να έχει καθοριστική επιρροή. Προέκυψαν επίσης άτυπες ομαδοποιήσεις των κρατών μελών με ειδικά συμφέροντα. Ο νέος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υποσχέθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα επανακτήσει τον καθοδηγητικό της ρόλο. Είναι αμφίβολο όμως, αν αυτό θα γίνει αποδεκτό από τα κράτη μέλη, που επιθυμούν τα προβλήματα να λύνονται μέσω της διακυβερνητικής συνεργασίας.

 

Έντονη παραμένει παρ’ όλα αυτά η πεποίθηση ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα δεν αφορά μόνο την επίτευξη ενός ενιαίου νομισματικού και οικονομικού χώρου.  Η ενωμένη Ευρώπη είναι ένα πολύ ευρύτερο σχέδιο.  Προσδιορίζεται από την συνύπαρξη των ευρωπαϊκών λαών επί αιώνες, τις κοινές τους εμπειρίες, τον αλληλοεπηρεασμό των πολιτισμών τους, τους συγγενείς τρόπους ζωής και οργάνωσης των κοινωνιών τους.  Προκύπτει από την κοινότητα αξιών, γνώσεων, τις εμπεδωμένες πρακτικές συνεργασίας αλλά και τα οδυνηρά βιώματα των πολέμων και του σκοταδισμού.  Συνδέεται με ένα πλέγμα αρχών, στο οποίο η δημοκρατία, η προσωπική ελευθερία, ο σεβασμός του ατόμου, η παιδεία και η συνεχώς επεκτεινόμενη γνώση παίζουν πρωτεύοντα ρόλο.  Το σχέδιο αυτό αφορά την ανάγκη κοινής δράσης, το αναπόφευκτο κοινό μέλλον σ’ ένα κόσμο, που αλλάζει με την παγκοσμιοποίηση και στον οποίο νέες δυνατότητες έχουν όλο και πιο καθοριστική παρουσία.

 

Το ευρώ δεν είναι λοιπόν μόνο αποτέλεσμα οικονομικών εκτιμήσεων ούτε επιβλήθηκε από τις αγορές για να υποτάξουν τους λαούς στις επιθυμίες τους.  Ήταν ένα πολιτικά επιβεβλημένο βήμα για να επεκταθούν οι κοινές δραστηριότητες, να καταργηθούν φραγμοί και σύνορα, να υπάρξει οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη.  Προέκυψε ως στόχος πολύ πριν αρχίσουν οι συζητήσεις για την σκοπιμότητα και μορφή της νομισματικής Ένωσης.

 

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι όλο και περισσότερο αναγκαία επειδή η παγκοσμιοποίηση, έχει αυξήσει κατά πολύ την ικανότητα των αγορών να κατευθύνουν και να αποφασίζουν την πολιτική.  Η ισορροπία μεταξύ της εξουσίας των αγορών και της εξουσίας των κρατικών θεσμών δεν υπάρχει πια.  Οι αγορές έχουν κερδίσει έδαφος.  Το υφιστάμενο παγκόσμιο σύστημα χρειάζεται γι’ αυτό μηχανισμούς που ελέγχουν τις διεθνείς αγορές, κανόνες για να καταπολεμείται η διεθνής κερδοσκοπία και κέντρα πολιτικής εξουσίας που να είσαι σε θέση να επιβάλλουν συμπεριφορές τις αγορές ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πολιτών.  Η πολιτική ένωση είναι αναγκαία.

 

Η πολιτική αντιμετώπιση των προβλημάτων της Ευρωζώνης είναι γι’ αυτό αναπόσπαστα δεμένη με την οικονομική θεώρησή τους.  Οι ρυθμίσεις για τον έλεγχο της κρίσης, οι κοινοί δημοσιονομικοί κανόνες, το κοινό πλαίσιο για την σύνταξη των προϋπολογισμών θα πρέπει να νοούνται και να εφαρμόζονται σε συνάρτηση με την ευρύτερη επιδίωξη για μια κοινή πορεία.  Οι υποχρεώσεις που ανέλαβε κάθε μέλος με τη συμμετοχή του και τα δικαιώματα που απέκτησε είναι συναρτημένα με τη δέσμευση για αμοιβαία αλληλεγγύη και την επιδίωξη του κοινού συμφέροντος της Ένωσης.  Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ούτε μια λέσχη όπου μόνον οι εκλεκτοί έχουν λόγο ούτε μία συνένωση κρατών που διοικείται με διαταγές από μια Αρχή με υπερεξουσίες. Είναι ένα κοινό εγχείρημα ελευθερίας, ανάπτυξης και προσαρμογής στις νέες παγκόσμιες συνθήκες.

 

Εάν οι χώρες που βρίσκονται σε κρίση είχαν διατηρήσει το νόμισμά τους θα ήταν σε θέση να το υποτιμήσουν ώστε να γίνουν πάλι ανταγωνιστικές και να ανακάμψουν σε λίγα χρόνια.  Αυτό δεν είναι πια δυνατό.  Τα κράτη σε κρίση πρέπει να εφαρμόσουν για πολύ χρόνο μια αυστηρή πολιτική λιτότητας και εκτεταμένες διαρθρωτικές αλλαγές.  Θα πρέπει όμως να επισημανθεί επίσης ότι μια περιοριστική πολιτική με αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη δεν αποφεύγεται με μια υποτίμηση.  Χωρίς περιορισμούς ο πληθωρισμός που ακολουθεί την υποτίμηση ακυρώνει τα κέρδη της.  Μια τέτοια εξέλιξη οδηγεί επίσης σε ύφεση, κοινωνική αναταραχή, στην ανάδειξη πολιτικών δυνάμεων που διαμαρτύρονται κατά της συμμετοχής στην Ευρωζώνη, της απώλειας αξιοπιστίας και της χρόνιας στασιμότητας.

 

Η οικονομική κρίση και ύφεση στη νότια Ευρώπη δεν αντιμετωπίσθηκαν με πειστικό τρόπο.  Εάν η λιτότητα στο Νότο είχε συνδεθεί με δημοσιονομική επέκταση στο Βορρά η συνολική δημοσιονομική επίδοση της Ευρωζώνης θα ήταν με μακροοικονομικούς όρους ουδέτερη.  Αυτό δεν συνέβη.  Από τη στιγμή που ο Βορράς εφάρμοσε πολιτική λιτότητας η Ευρωζώνη οδηγήθηκε σε ύφεση.  Σημαντικά μέτρα που να αφορούν τις χώρες του Νότου δεν έχουν ληφθεί ακόμη.  Η αντιμετώπιση των αιτίων της κρίσης παραμένει αναγκαία.  Η διαφορά των επιπέδων ανάπτυξης μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας της Ένωσης θέτει σε κίνδυνο την ενότητα της Ευρωζώνης και την ύπαρξη του ευρώ.  Η Ευρωζώνη είναι ένα επίτευγμα το οποίο για οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ανατραπεί.  Μία επιστροφή σε διαφορετικά νομίσματα των χωρών μελών της ούτε χρήσιμη ούτε δυνατή είναι.

 

Στις αρχές του χρόνου όλες οι ελπίδες για μια αποτελεσματική πρωτοβουλία κατά της οικονομικής στασιμότητας που είχε επικρατήσει στην Ευρωζώνη στράφηκαν προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).  Η ΕΚΤ είχε επιτύχει ήδη προ δύο ετών την ομαλοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών μόνο με μια δήλωση του προέδρου της. Ο Μάριο Ντράγκι είχε ανακοινώσει τότε, ότι θα έπαιρνε όλα τα απαραίτητα μέτρα, όποιο και αν ήταν το κόστος, για να στηρίξει το ευρώ. Οι αγορές σταμάτησαν την κερδοσκοπία φοβούμενες πιθανές ζημιές. Ο Ντράγκι δήλωσε επίσης το τέλος του 2013 ότι η ΕΚΤ θα προέβαινε ίσως στην αγορά ομολογιών των κρατών μελών για να αντιμετωπίσει την έλλειψη ρευστότητας που αποτελεί την κύρια αιτία των οικονομικών προβλημάτων. Θα επιδίωκε την λεγόμενη «ποσοτική ελάφρυνση». Πολλά κράτη μέλη πρόβαλαν αμέσως αντιρρήσεις στο πιθανό αυτό βήμα. Κατά τη γνώμη τους το καταστατικό της ΕΚΤ δεν επέτρεπε μια τέτοια ενέργεια. Η δημόσια συζήτηση για το θέμα είχε ως αποτέλεσμα σειρά αρνητικών σχολίων για την κατάσταση της Ευρωζώνης. Πολλοί υποστήριξαν ότι η ηγεσία της δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες οι οποίες την βαρύνουν σύμφωνα με τις Συνθήκες. Η ΕΚΤ αντίθετα ανέλαβε τον ρόλο κυβέρνησης χωρίς όμως να υφίστανται οι προϋποθέσεις για να ανταποκριθεί σε αυτό. Η ΕΚΤ ανακοίνωσε στις 22 Ιανουαρίου 2015 ένα πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ύψους 60 δις ευρώ μηνιαίως με χρονικό ορίζοντα από το φετινό Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο του 2016 και με συνολικό μέγεθος 1,1 τρις. Τον κίνδυνο μη αποπληρωμής των ομολόγων θα έχει η κάθε εθνική τράπεζα για τα ομόλογα της χώρας της κατά 80%, ενώ η ΕΚΤ και συνεπώς όλες οι χώρες-μέλη από κοινού κατά 20%. Οι κρίσεις για την κίνηση ήταν στην πλειοψηφία τους θετικές. Όλοι όμως επεσήμαιναν ότι η έκβαση του εγχειρήματος είναι αβέβαιη και πάντως δεν λύνει το πρόβλημα της οικονομικής διακυβέρνησης.

 

Ζητούμενο είναι ένας νέος τρόπος λειτουργίας της Ένωσης.  Στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όπου οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνδέσεις μεταξύ των κρατών έχουν πάρει πρωτόγνωρη έκταση, η επιστροφή στην απόλυτη αυτονομία δεν είναι πια δυνατή.  Η συμβίωση, η συνεργασία, ο συντονισμός των πολιτικών, οι κοινές στοχεύσεις αποτελούν αδήριτη αναγκαιότητα.  Στο σύμπλεγμα που συνιστά η Ένωση πρόβλημα δεν είναι η επανάκτηση της χαμένης αυτονομίας, αλλά η διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής που ταιριάζει στις σύγχρονες συνθήκες υπέρβασης των συνόρων και ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των πληθυσμών της Ένωσης.  Είναι η εφεύρεση τρόπων συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο ώστε να είναι εφικτή η προσαρμογή του ευρύτερου οικονομικού κοινωνικού συστήματος στα αιτήματα και στις αξίες των πολιτών, η οικονομική αποτελεσματικότητα με έλεγχο της αγοραίας οργάνωσης, η ανάπτυξη με δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, η δημοκρατική οργάνωση με ουσιαστικές δυνατότητες συμμετοχής.  Ζητούμενο είναι η πολιτική της ευρωπαϊκής πολιτείας στη υπερεθνική ευρωπαϊκή εποχή που θα εξασφαλίζει τόσο τις ιδιαιτερότητες του κάθε κράτους μέλους, όσο και την πραγματοποίηση των κοινών σκοπών.

 

Η οικονομική διακυβέρνηση και τα μόνιμα μέτρα αντιμετώπισης των κρίσεων απαιτούν σε κάθε περίπτωση αλλαγές στις Συνθήκες.  Προθυμία όμως για τροποποιήσεις των Συνθηκών δεν υπάρχει ούτε στους πολιτικούς ούτε στους πολίτες.  Η τελευταία αλλαγή, που οριστικοποιήθηκε το 2009 και είναι γνωστή ως Συνθήκη της Λισσαβόνας, ήταν αποτέλεσμα μακρών διαπραγματεύσεων, της απόρριψης ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος και σφοδρών αντιπαραθέσεων σχεδόν επί μια δεκαετία.  Η μεταφορά εξουσιών από τα κράτη μέλη στα όργανα της Ένωσης είναι μεν μια αναπόφευκτη πορεία αλλά συναντά έντονες αντιδράσεις ιδίως στις μικρές χώρες και αυτές που δεν ανήκουν στην Ευρωζώνη.  Οι πολίτες, αν και θέλουν να προχωρήσει η οικονομική ενοποίηση, δεν αποδέχονται να υπάρχει μια υπέρτερη οικονομική εξουσία που θα μπορεί να αποφασίζει για θέματα της χώρας τους αγνοώντας την άποψη της κυβέρνησης ή του κοινοβουλίου τους.  Η ευρωπαϊκή πολιτική θεωρούν ότι περιορίζει τα κράτη μέλη στην προσπάθεια να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών τους.  Το επίκεντρό της είναι η ελεύθερη λειτουργία της αγοράς και όχι η διόρθωση των συνεπειών της αγοραίας οργάνωσης.  Η κοινωνική δικαιοσύνη πάσχει.  Αλλά και η δημοκρατία υποφέρει.

 

Για να ξεπερασθεί η σημερινή αποστασιοποίηση από τα ευρωπαϊκά προβλήματα δεν αρκούν η «τραπεζική ένωση» ή η συμμετοχή του Ευρωκοινοβουλίου στη λήψη των αποφάσεων.  Ο Ζ. Ντελόρ έλεγε ότι «οι άνθρωποι δεν μπορούν να ερωτευτούν μια ενιαία αγορά».  Χρειάζονται ιδέες και προτάσεις που θα προκαλέσουν σε όλες τις χώρες μια ευρύτερη κινητοποίηση για την ευρωπαϊκή  ενοποίηση.  Θα πρέπει να προσδιορίσουμε και να εξηγήσουμε ποιο μέλλον επιδιώκουμε σε σχέση με το σήμερα.  Να πείσουμε, ότι την εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τον ανταγωνισμό των ΗΠΑ, της Κίνας και άλλων χωρών με εκατοντάδες εκατομμύρια πληθυσμό, αν επιμένουμε στην πολυδιάσπαση, σε κρατίδια, στους εθνικούς εγωισμούς και στην μονήρη πορεία του κάθε κράτους.  Η ιστορία της ηπείρου μας με τους συνεχείς πολέμους, τις ηγεμονικές επιδιώξεις και τις εθνικιστικές εξάρσεις της δυσκολεύει την κατανόηση ενός «αφηγήματος για το κοινό μέλλον».  Αλλά χωρίς αυτό δεν θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε και να βελτιώσουμε τον κοινό τρόπο ζωής με τις ελευθερίες, τις δυνατότητες και τις αξίες του.

 

Η αναζήτηση νέου πλαισίου λειτουργίας της Ευρωζώνης δεν θα πρέπει να ξεκινά από το ερώτημα, αν πρέπει να επιδιωχθεί μια ομοσπονδία ή μια συνομοσπονδία. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν πρόκειται να επιτευχθεί με εφαρμογή ιστορικών παραδειγμάτων όπως είναι οι ΗΠΑ ή η Ομοσπονδιακή Γερμανία. Η σύγχρονη μεταεθνική πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη διαμορφώσει μια πολυεπίπεδη δομή υπερεθνικής διακυβέρνησης. Η σημερινή μορφή της δεν αποτελεί όμως το οριστικό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό συνεχώς εξελίσσεται. Τα κράτη μέλη παραχωρούν όλο και νέες εξουσίες και συμφωνούν σε νέες ρυθμίσεις υπό την πίεση της συνεχούς αλλαγής των συνθηκών. Οι επιπτώσεις στην αυτονομία και στους τρόπους συνεργασίας τους είναι συνεχείς. Τελευταίο παράδειγμα αποτελεί το σύστημα συμπαράστασης σε κράτη που βρέθηκαν σε οικονομική κρίση. Το σύστημα αυτό άρχισε να ισχύει το 2010 και τροποποιήθηκε επανειλημμένα  τα επόμενα χρόνια παρ’ όλη τη σιωπή των Συνθηκών ως προς την αντιμετώπιση των σχετικών θεμάτων. Η εξέλιξη αυτή πραγματοποιήθηκε επίσης παρά τη βασική αρχή ότι το κάθε κράτος είναι αυτό και μόνο υπεύθυνο για τα δικά του χρέη. Τέλος, ο επιδιωκόμενος στόχος σε όλη τη διάρκεια της προσπάθειας δεν ήταν σαφής και ταυτόχρονα υπήρχε σειρά αντιρρήσεων στην πραγματοποίησή του από διάφορα κράτη μέλη.

 

Το παράδειγμα αυτό είναι χαρακτηριστικό της μεταβατικής κατάστασης που δημιουργήθηκε κατά την πορεία της σταδιακής ενοποίησης.  Από τη μια μεριά το εθνικό κράτος δεν έχει πολλές φορές τη δυνατότητα να πάρει τα απαραίτητα μέτρα διότι οι αρμοδιότητες ανήκουν στα κεντρικά ευρωπαϊκά όργανα και η ενοποίησή του στέρησε μέσα που άλλοτε διέθετε, όπως ήταν οι έλεγχοι συναλλάγματος.  Από την άλλη μεριά τα ευρωπαϊκά όργανα δεν έχουν τις νομικές ή τεχνικές δυνατότητες να επεμβαίνουν αποτελεσματικά στις εξελίξεις.  Υπάρχει ταυτόχρονα έλλειμμα εξουσίας και αποτελεσματικότητας τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο.

 

Η κατάσταση αυτή συναρτάται με την ύπαρξη δημοκρατικού ελλείμματος στην Ευρωζώνη. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο  Μάρτιν Γούλφ, ο Γιόσκα Φίσερ και πολλοί άλλοι έχουν τονίσει σωστά, ότι η εξουσία έχει συγκεντρωθεί στα χέρια των κυβερνήσεων των χωρών που χορηγούν τα δάνεια, ιδίως της Γερμανίας, και τριών γραφειοκρατικών μηχανισμών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Τονίζουν ότι οι λαοί, ιδίως των χωρών που υπέστησαν μια αυστηρή πολιτική λιτότητας δεν μπορούν να ασκήσουν επιρροή στις χώρες αυτές και τους μηχανισμούς αυτούς.  Οι πολιτικοί τους που οφείλουν να τους λογοδοτούν είναι επίσης χωρίς ισχύ. «Το διαζύγιο μεταξύ υποχρέωσης λογοδοσίας και εξουσίας προσβάλλει κάθε έννοια δημοκρατικής διακυβέρνησης».  Η κρίση της Ευρωζώνης δεν είναι λοιπόν μόνον κρίση οικονομική, είναι και κρίση δημοκρατικής νομιμοποίησης και λογοδοσίας.  Η δημοκρατία αποτελεί αναγκαιότητα, εάν θέλουμε η Ευρωπαϊκή Ένωση να γίνει δεκτή από τους πολίτες της και να εκφράζει τα συμφέροντά τους. Διαφορετικά η κρίση εμπιστοσύνης που υπάρχει σε πολλές χώρες της Ευρώπης θα εξαπλωθεί και θα ματαιώσει το ευρωπαϊκό σχέδιο.

 

Ο νέος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γιούνκερ τόνισε, αμέσως αφού ανέλαβε το αξίωμά του, ότι είναι αναγκαίο να εφαρμοσθεί μια νέα πολιτική. Το σημαντικότερο από τα μέτρα που πρότεινε ήταν η πραγματοποίηση επενδύσεων ύψους 300 δις ευρώ. Αυτή τη στιγμή η προσπάθεια διαμόρφωσης αυτού του σχεδίου  βρίσκεται σε εξέλιξη. Υπάρχουν όμως πολλές δυσκολίες για επιλογή των επιβεβλημένων επενδύσεων όπως και για τη χρηματοδότησή τους. Μέχρι στιγμής το ποσό που είχε εξευρεθεί δεν ξεπερνά τα 50 δις ευρώ.

 

Επενδύσεις είναι οπωσδήποτε αναγκαίες αλλά και η αναμόρφωση του τρόπου διακυβέρνησης της Ευρωζώνης και της Ένωσης είναι επίσης επιβεβλημένη. Έχουν γίνει πολλές προτάσεις. Θα αναφέρω δυο ιδιαίτερα ριζοσπαστικές, που όμως δείχνουν το μέγεθος των αναγκαίων αλλαγών.

 

Τον Οκτώβρη του 2013 μια ομάδα γερμανών οικονομολόγων και νομικών, γνωστή ως Glienicke Gruppe ( Ομάδα Glienicke), δημοσίευσε κείμενο με τίτλο «Προς μια Ένωση του Ευρώ». Σ΄ αυτό υπέδειξε μια σειρά από αναγκαίες αλλαγές στους θεσμούς της Ευρωζώνης. Αναφέρω τις πιο σημαντικές:

  • Η Ευρωζώνη οφείλει να διαθέτει μια καλά οργανωμένη τραπεζική Ένωση. Ο μηχανισμός εξυγίανσης των τραπεζών θα πρέπει να καθιστά υπεύθυνους για την αναδιάρθρωση τους πιστωτές των τραπεζών. Οι φορολογούμενοι θα καλούνται να συμβάλουν μόνον εάν άλλη λύση δεν είναι δυνατή.
  • Η νομισματική Ένωση δεν θα γνωρίσει σταθερότητα εάν δεν θεσμοθετηθεί ένας μηχανισμός μεταφοράς πόρων μεταξύ των κρατών. Ο μηχανισμός αυτός σταθεροποίησης είναι αναγκαίος για να αντιμετωπίζονται οι δημοσιονομικές επιπτώσεις μιας δραματικής ύφεσης. Καταστάσεις οι οποίες θα οδηγούν ένα κράτος της Ευρωζώνης να επιβάλει δρακόντεια μέτρα στον πληθυσμό του θα πρέπει να αποτελούν την εξαίρεση.
  • Η Ευρωζώνη χρειάζεται μια αποτελεσματική οικονομική κυβέρνηση. Η κυβέρνηση αυτή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει ανάλογα με τις περιστάσεις στη δημοσιονομική αυτονομία των κρατών. Εάν ένα κράτος δεν τηρεί τους συμφωνημένους κανόνες σταθερότητας η κυβέρνηση θα πρέπει να καθορίζει το ύψος του περιορισμού των δαπανών. Κάθε κράτος θα ορίζει σ’ αυτήν την περίπτωση ποιες δαπάνες θα περιορισθούν.
  • Η οικονομική κυβέρνηση θα διαθέτει προϋπολογισμό για την παροχή δημοσίων αγαθών, όπως δημόσια έργα ή χρηματοδοτήσεις ερευνών ή τη στήριξη των κρατών μελών όταν προβαίνουν σε μεταρρυθμίσεις.
  • Η οικονομική κυβέρνηση θα πρέπει να εκλέγεται από ένα Ευρωκοινοβούλιο. Θα το αποτελούν είτε μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου των κρατών μελών είτε βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων. Με τον τρόπο αυτό ό έλεγχος των δημοσίων δαπανών του κάθε κράτους μέλους συνεχίζει να πραγματοποιείται από τα εθνικά κοινοβούλια.

 

Μια ομάδα γάλλων οικονομολόγων με επικεφαλής τον Thomas Piketty δημοσίευαν τον Μάιο του 2014 ένα  «Μανιφέστο για την Ευρώπη», το οποίο ασπάζεται πολλές από τις προτάσεις της ομάδας Glienicke.

Κατά το Μανιφέστο η οικονομική κυβέρνηση της Ευρωζώνης θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να θεσπίσει ένα κοινό ευρωπαϊκό φόρο για να καλύψει τις ανάγκες του προϋπολογισμού της και να πραγματοποιεί τα έργα για τα οποία αποφασίζει η ίδια.  Προτείνεται ο φόρος αυτός να είναι τμήμα του φόρου επί των επιχειρηματικών κερδών που θα επιβάλλεται σε όλη την Ευρωζώνη.  Εάν ο φόρος είναι 20% επί των κερδών ή και υψηλότερος το 10% θα καταβάλλεται απ’ ευθείας στην ευρωπαϊκή κυβέρνηση.

 

Το Μανιφέστο υπογραμμίζει ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η κρίση χρέους είναι να καταστούν κοινά όλα τα χρέη, τα οποία υπερβαίνουν το 60% του ΑΕΠ κάθε χώρας, εφ όσον καλύπτονται ορισμένες πολιτικές προϋποθέσεις από τη χώρα. Αυτές θα ορίζονται κατά περίπτωση. Το πότε και με ποιους ρυθμούς θα εξοφληθεί αυτό το κοινό χρέος θα αποφασίζεται από το Κοινοβούλιο του ευρώ.

 

Η από κοινού ανάληψη των χρεών των κρατών μελών είναι ένα από τα πιο κρίσιμα θέματα μιας κοινής οικονομικής πολιτικής. Ορισμένα κράτη αντιτίθενται έντονα σε οποιαδήποτε τέτοια ρύθμιση υποστηρίζοντας ότι θα αποτελεί προτροπή προς ορισμένα κράτη να μην εκτελούν τις υποχρεώσεις τους και να επιβαρύνουν τα κράτη που θα ακολουθούν την κοινή πολιτική. Η ένσταση αυτή παραβλέπει τις υπάρχουσες ανισότητες και το γεγονός ότι, αν δεν υπάρξει πολιτική βαθμιαίας υπέρβασής τους, η πολιτική και οικονομική ενοποίηση δεν θα είναι πραγματοποιήσιμη.

 

Οι προτεινόμενες αλλαγές δεν έχουν συζητηθεί μέχρι σήμερα από τα κράτη μέλη. Η πάγια πρακτική που έχει επιβάλει η διακυβερνητική μέθοδος είναι οι μακρόχρονες διαπραγματεύσεις στις οποίες αποτιμώνται λεπτομερειακά οι επιπτώσεις αλλαγών  και οι πιθανές λύσεις. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ένωση είναι γι’ αυτό, και θα είναι, εξαιρετικά δυσκίνητη. Ο Πιζανί Φερύ διαπιστώνει: «τα καθοδηγητικά μέλη της Ένωσης έχουν καταδικάσει την Ένωση να πειραματίζεται με λύσεις πολιτικά αποδεκτές αλλά επιβαρυντικές για την ταχύτητα λειτουργίας και αποτελεσματικότητα του όλου συστήματος. Η πρόοδος ως εκ τούτου είναι βαθμιαία, αργή και επίπονη. Με τον τρόπο αυτό δεν εξασφαλίζεται μια αποτελεσματικότερη και δημοκρατικότερη κυβερνητική δομή». Η διακυβερνητική μέθοδος ως μόνιμος τρόπος συνεννόησης δεν αποτελεί λύση.  Το αποδεικνύουν τα χρόνια της κρίσης. Το αναδεικνύει η παγκοσμιοποίηση που απαιτεί καθαρές και γρήγορες αποφάσεις.

 

Πολλοί σχολιαστές των πρόσφατων εξελίξεων στην Ε.Ε. έχουν ήδη εκφραστεί υπέρ μιας βαθμιαίας προσέγγισης σε νέες μορφές συνεργασίας. Η οικονομική διακυβέρνηση αποτελεί ένα βήμα για να ενισχυθεί η συνεργασία, να εξετασθούν τρόποι επίλυσης διαφορών ως προς τις ακολουθητέες πολιτικές και να διευρυνθεί η δημοκρατική λογοδοσία των ευρωπαϊκών οργάνων δια της ανάδειξης του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι εμπειρίες που θα αποκτηθούν στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας θα επιτρέψουν να σχεδιαστεί το επόμενο βήμα ενοποίησης με πολύ μεγαλύτερη επιτυχία.

Παρά τις διαφορές στα επιμέρους σκεπτικά των προτάσεων και σχολίων είναι γενικότερη η συμφωνία ότι η έξοδος από την κρίση επιβάλλει πάντως «την φυγή προς τα εμπρός» δηλαδή στην κατεύθυνση της οικονομικής διακυβέρνησης και της πολιτικής ενοποίησης.  Αυτός είναι ο στόχος που πρέπει με σοβαρότητα και επιμονή να επιδιώξουμε.  Το ελληνικό πρόβλημα δεν ήταν μία ατυχία στην πορεία της Ένωσης, η παρεκτροπή που ανέτρεψε ένα καλά σχεδιασμένο εγχείρημα. Ήταν ο καταλύτης που ανέδειξε τις αδυναμίες της μέχρι τώρα λειτουργίας της Ε.Ε., την ανάγκη μιας συνεχούς διαμόρφωσης των θεσμών της ώστε να επιτευχθεί ο ευρύτερος στόχος μιας ουσιαστικής πολιτικής και οικονομικής Ένωσης.

 

Καταχώρηση: 27-02-2015     Κατηγορία: ΑΡΧΙΚΗ    

Με αφορμή τα γεγονότα στο Charlie Hebdo. Προβληματισμοί γύρω από την ελευθερία έκφρασης και τα όριά της στις δύσκολες περιπτώσεις με βάση τη νομολογία του ΕΔΔΑ

Χρήστος Ν. Ράμμος, Σύμβουλος του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

   (μία συνδρομή για την ημερίδα για την ΕΣΔΑ στις 24.2.2015 στην Σχολή Δικαστών στην Θεσσαλονίκη)

            

       Όταν μου ανακοίνωσε ο κ. Πικραμμένος ότι θα γίνει αυτή η ημερίδα για την ΕΣΔΑ και με παρακάλεσε να κάνω μια εισήγηση, βρισκούμουν σε καθεστώς συγκλονισμού,  που μου είχε προκληθεί  από τα τραγικά περιστατικά και τις  βάρβαρες δολοφονίες των 12 δημοσιογράφων του σατιρικού εικονογραφημένου περιοδικού Charlie-Hebdo, στο Παρίσι στις 7 του παρελθόντος Ιανουαρίου. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ με αυτά που διάβαζα και να πιστέψω ότι τον 21ο αιώνα 250 χρόνια μετά τον Βολταίρο, 350 μετά τον John Locke  κάποιοι άνθρωποι θα δολοφονούνταν, διότι σχεδίασαν κάποια σκίτσα, που κάποιοι άλλοι θεώρησαν βλάσφημα για τον Προφήτη τους τον Μωάμεθ και αποφάσισαν να τους καταδικάσουν  σε θάνατο. Αμέσως λοιπόν σκέφτηκα ότι θα ήταν ευκαιρία σε αυτή την ημερίδα να εκθέσω τους προβληματισμούς μου γύρω απ' αυτό το μονίμως επίκαιρο και θα έλεγα καυτό θέμα, ακόμη και στην εποχή μας, όπου  όλοι ανιστόρητα και πεπλανημένα (όπως αποδείχτηκε) θεωρούσαμε  ότι οι  δημοκρατικές κατακτήσεις, οι ελευθερίες, η ανεκτικότητα, ο πλουραλισμός ήταν αυτονοήτως οριστικά και τελεσίδικα κατοχυρωμένες, τουλάχιστον  στην Ευρώπη. Το  θέμα είναι ποιά είναι τα όρια της ελευθερίας λόγου, της ελευθερίας έκφρασης,  της ελευθερίας διατύπωσης γνώμης και τι οφείλουν να ανέχονται οι διαφωνούντες με αυτήν. Όλοι καταλαβαίνουμε πόσο κομβικό και θεμελιώδες είναι αυτό το θέμα. Διότι πάνω σε αυτό στηρίζεται το δημοκρατικό μας “συμβόλαιο”. Χωρίς ανεκτικότητα, και πλουραλισμό, χωρίς κλίμα δημοκρατικού διαλόγου, χωρίς απόρριψη των φανατισμών  δεν υπάρχει δημοκρατία, ή και η υπάρχουσα αφυδατώνεται και μαραίνεται. Το έχει πει με σειρά αποφάσεων του το ΕΔΔΑ.  Η ελευθερία έκφρασης είναι η βασιλίδα των ελευθεριών[1] , όπως την έχει αποκαλέσει ο Γάλλος καθηγητής συνταγματικού δικαίου Louis Favoreau. Είναι το θεμέλιο όλων των άλλων ελευθεριών όπως εύστοχα έχει πει ο παλιός δικαστής του ΕΔΔΑ Louis- Edmond Pettiti[2].            

 

             Σε αυτά όμως θα επανέλθω αφού πρώτα κάνω μια επισκόπηση της νομολογίας του ΕΔΔΑ, από την οποία θα επιχειρήσω να αντλήσω κάποια συμπεράσματα.

 

            Κατ' αρχάς, δε νομίζω ότι χρειάζεται να ξαναθυμήσω τι ορίζει το άρθρο 10  της ΕΣΔΑ στις δύο παραγράφους του [3] .  Η έρευνα και παράθεση της πολύ  πλούσιας και περιπτωσιολογικής νομολογίας του ΕΔΔΑ, σχετικά με το άρθρο 10 και κυρίως με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που προβλέπει ποιοι είναι οι θεμιτοί περιορισμοί του συναφούς δικαιώματος, είναι αυτονόητο ότι  δεν μπορεί  να παρουσιασθεί ολόκληρη.  Θα επικεντρωθώ στο θέμα ελευθερία λόγου και έκφρασης στις δύσκολες και “ακραίες” περιπτώσεις. Και αυτές είναι για τις ανάγκες της σημερινής μου εισήγησης οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες η διατυπούμενη γνώμη είναι προκλητική, ετερόδοξη, “αιρετική” σε σχέση με την πολιτική ορθότητα ή τις απόψεις που πλειοψηφούν και κυριαρχούν σε μια δεδομένη στιγμή σε μια κοινωνία. Η άποψη που σοκάρει κάποιες ομάδες πληθυσμού ή κάποιες συλλογικότητες. Εκεί δηλαδή που δοκιμάζεται αν πραγματικά υπάρχει ελευθερία έκφρασης, διότι η άποψη που είναι αποδεκτή και δεν ενοχλεί δεν κινδυνεύει ποτέ και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προστασία [4].

 

         Αυτό σημαίνει ότι δεν θα αναφερθώ στις περιπτώσεις που διατυπωθείσα γνώμη θίγει την ατομική τιμή και υπόληψη ενός συγκεκριμένου προσώπου[5] ούτε στις λοιπές περιπτώσεις που σύμφωνα με την πιο πάνω παρ. 2 του άρθρου 10 συνιστούν θεμιτούς  περιορισμούς της ελευθερίας έκφρασης (δηλ προστασία εθνικής ασφάλειας, εδαφικής ακεραιότητας, απορρήτων, κύρους δικαστικής εξουσίας, τεκμήριο αθωότητας κλπ.) ούτε φυσικά στα άλλα γενικότερα ζητήματα που τίθενται με βάση το άρθρο 10 (ελευθερία του Τύπου [6], ρύθμιση ζητημάτων ραδιοτηλεόρασης, εμπορική διαφήμιση, παρακίνηση σε βιαιοπραγίες, όρια κριτικής σε πολιτικά πρόσωπα, μη αποκάλυψη των δημοσιογραφικών πηγών, συμβολή μιας άποψης σε θέματα ευρυτέρου ενδιαφέροντος και δημοσίου συμφέροντος κλπ).

 

    Θα ήθελα όμως να κάνω πριν προχωρήσω στη νομολογία του ΕΔΔΑ σε μια προκαρκτική  ευρύτερα θεωρητική τοποθετήση: Τα γεγονότα στο    Charlie Hebdo  δείχνουν πως συγκρούονται εντονότατα ακόμη και σήμερα στον πλανήτη δύο βασικές αντιλήψεις για το πως πρέπει να οργανώνονται οι κοινωνίες. Από τη μια πλευρά, κοινωνίες (όπως κυρίως οι Ευρωπαϊκές αλλά και ευρύτερα οι δημοκρατικές κοινωνίες στον πλανήτη) που οργανώνονται σε κράτος, με πυρήνα του κράτους τον κάθε ξεχωριστό άνθρωπο, αποστολή του κράτους την ανεμπόδιστη ανάπτυξη όλων των πτυχών της προσωπικότητας του ανθρώπου, και θωράκιση τα ατομικά δικαιώματα και το δημοκρατικό πολίτευμα. Και από την άλλη πλευρά, κοινωνίες που οργανώνονται – ή επιδιώκουν να οργανωθούν (βλ. Ιράν, Σαουδική Αραβία, Πακιστάν, Ισλαμικό Χαλιφάτο- ISIS, Βόρεια Κορέα) – σε κράτος, με πυρήνα και αποστολή την πραγμάτωση μιας ιδέας (θρησκευτικής, φυλετικής, επιστημονικής), στο πλαίσιο της οποίας ο άνθρωπος λογίζεται, απλώς, ως μέλος μιας ομάδας πιστών, μιας φυλής, μιας τάξης, προορισμένης νομοτελειακά να πραγματώσει την ιδέα, λογίζεται, δηλαδή, ως ένα εργαλείο ή ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, χωρίς την παραμικρή αξία (αυταξία) έξω από την ομάδα της οποίας είναι μέλος, ή ανεξάρτητα από τον σκοπό που επιδιώκει η ομάδα, και, φυσικά, χωρίς δικαιώματα και με αυταρχική διακυβέρνηση. 

 

                Η πρώτη απόφαση στην οποία θέλω να αναφερθώ, εκείνη η οποία έθεσε για πρώτη φορά τους θεμελιώδεις κανόνες, στους οποίους στηρίζεται μέχρι σήμερα η νομολογία του ΕΔΔΑ είναι η απόφαση Handyside   κατά  Ηνωμένου Βασιλείου της 7.12.1976. Επρόκειτο για την κατάσχεση ενός βιβλίου που απευθύνονταν σε μαθητές, στο οποίο τους ενημέρωνε με διδακτικό τρόπο για όλων των ειδών τις δυνατές σεξουαλικές πρακτικές και τους προέτρεπε να ακολουθούν τις επιθυμίες τους και όχι τις διδαχές διδασκάλων και γονέων. Το Δικαστήριο  έθεσε τους γνωστούς κανόνες του εκ μέρους του ελέγχου των εθνικών νόμων, διοικητικών πράξεων και δικαστικών αποφάσεων, προσδιορίζοντας ότι  ο έλεγχος στον οποίο προβαίνει  είναι επικουρικός, με συνέπεια να  ελέγχει αν τα επιμέρους κράτη σωστά εφήρμοσαν τους κανόνες της ΕΣΔΑ (αν δηλαδή η επέμβαση είναι  θεμιτή- προβλέπεται από νόμο και είναι απαραίτητη για μια δημοκρατική κοινωνία, υποβάλλοντας τουτέστιν στο “τεστ” της αναλογικότητας την πλησσόμενη επέμβαση)  χωρίς να κάνει το ίδιο πρωτοτύπως την υπαγωγή. Ακολούθως έκρινε ότι στα ζητήματα προστασίας των ηθών και της ευαισθησίας απέναντι σε ορισμένες ιδέες ή απόψεις των κοινωνιών των επιμέρους κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν υπάρχει ένας σαφής κοινός μέσος όρος πανευρωπαϊκός, ούτε ομοιομορφία αντιλήψεων- σε αντίθεση με ότι ισχύει για τα ζητήματα της προστασίας του πολιτικού λόγου [7] και, επομένως, τα κράτη-μέλη διαθέτουν ευρύτερη διακριτική ευχέρεια, ο δε έλεγχος του Δικαστηρίου είναι χαλαρότερος, θα λέγαμε οριακός [8]. Μετά παρέθεσε 2 σκέψεις, οι οποίες έχουν πια γίνει κλασικές, και επαναλαμβάνονται παγίως σε όλες τις αποφάσεις που ασχολούνται με την ελευθερία έκφρασης. Είναι και οι δύο στην παράγραφο 49 της απόφασης. Τις παραθέτω σε όσο γίνεται πιο πιστή μετάφραση: “Η ελευθερία έκφρασης συνιστά ένα από τα ουσιωδέστερα θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας, μια από τις πρωταρχικές προϋποθέσεις για την πρόοδο μιας κοινωνίας και την ανάπτυξη της προσωπικότητας των επιμέρους  ατόμων. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2 η ελευθερία αυτή ισχύει όχι μόνο για τις πληροφορίες ή ιδέες που γίνονται αποδεκτές ευνοϊκά ή που θεωρούνται μη ενοχλητικές ή αδιάφορες αλλά και για εκείνες που θίγουν, προσβάλλουν, ενοχλούν ή προκαλούν ανησυχία στο Κράτος ή σε κάποιο τμήμα ή ομάδα της κοινωνίας. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος χωρίς τα οποία δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία….Από την άλλη πλευρά ο οποιοσδήποτε ασκεί το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης αναλαμβάνει “υποχρεώσεις και ευθύνες” η έκταση των οποίων συναρτάται με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενήργησε και το τεχνικό μέσο που χρησιμοποίησε” [9] . Το Δικαστήριο αφού εκτίμησε περαιτέρω τις ειδικότερες  συνθήκες της περιπτώσεως αυτής [10] ,έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μειοψηφία του δικαστή Mosler ο οποίος έκρινε αντίθετα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου, εφόσον η κύρωση της κατάσχεσης παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι λόγω της μικρής σχετικά κυκλοφορίας του βιβλίου στις σχολικές αίθουσες, υπήρχαν ηπιότερα μέτρα επί τη βάσει των οποίων θα μπορούσε να αποτραπεί ο θεμιτός, κατά τα λοιπά, στόχος να προστατευθούν άτομα ευρισκόμενα σε ευαίσθητη ηλικία.

 

      Οι άλλες σημαντικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ για το θέμα που μας απασχολεί είναι οι ακόλουθες:

1. Οtto Preminger Institut κατά Αυστρίας (20.9.1994). Επρόκειτο για την απαγόρευση προβολής της εικονοκλαστικής ταινίας “Η σύνοδος του έρωτα” [11]. Στο έργο αυτό παρουσιάζονταν ο Θεός, ο Χριστός και η Παναγία ως κοινοί θνητοί απόλυτα διεφθαρμένοι, χυδαίοι και μοχθηροί. Η τοπική κυβέρνηση του Τυρόλου διέταξε την κατάσχεση της ταινίας και την απαγόρευση της προβολής της, με την αιτιολογία ότι ήταν εξόχως προσβλητική για τα κορυφαία σύμβολα της Καθολικής Εκκλησίας, στην οποία μάλιστα ανήκει η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων του εν λόγω ομοσπονδιακού κρατιδίου της  Αυστρίας. Το Δικαστήριο επανέλαβε κατ' αρχάς τις σκέψεις για την ελευθερία έκφρασης που παρέθεσα ανωτέρω. Προχώρησε όμως περαιτέρω και σε μία σκέψη την οποία δανείστηκε από προηγούμενες αποφάσεις του σχετικές με το άρθρο 9 (προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας) κάνοντας μια πρακτική εναρμόνιση μεταξύ των δύο άρθρων και των δύο ελευθεριών. Η σκέψη αυτή (πολύ κρίσιμη για το θέμα που μας απασχολεί) διατυπώνεται στην παρ. 47 και έχει (σε δική μου μετάφραση) ως εξής: “Όσοι επιλέγουν να ασκήσουν το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και να εκδηλωθούν υπέρ ενός θρησκευτικού δόγματος, είτε ανήκουν στην πλειοψηφία είτε σε μια θρησκευτική μειονότητα, δεν μπορούν λογικά να προσδοκούν ότι θα είναι προστατευμένοι από την οποιαδήποτε κριτική. Οφείλουν να ανέχονται  και να αποδέχονται την απόρριψη εκ μέρους των άλλων των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, ακόμη και την διάδοση από τους άλλους δοξασιών και απόψεων εχθρικών προς την πίστη τους. Σε κάθε περίπτωση ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται η αντίθεση ή η απόρριψη της εν λόγω πίστεως, μπορεί ενδεχομένως  να ενεργοποιήσει την υποχρέωση του Κράτους να εξασφαλίσει στους οπαδούς της την ανεμπόδιστη απόλαυση των ειρηνικών λατρευτικών τους πράξεων. Πράγματι, σε περιπτώσεις που η αντίθεση σε μία πίστη  ή  η απόρριψη της  προσλάβει ακραίες μορφές, τότε αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως παράγων παρακώλυσης και παρεμπόδισης της ελεύθερης άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας των οπαδών της πίστεως αυτής” [12]. Aκολούθως το Δικαστήριο κατά την υπαγωγή, αφού αξιολόγησε και αυτό με την σειρά του το περιεχόμενο της ταινίας ως εξόχως προσβλητικό για τους οπαδούς της Καθολικής Εκκλησίας,  κατέληξε στην κρίση ότι, παρά το γεγονός ότι η ταινία προβλήθηκε σε κλειστή αίθουσα και ότι  για να μπει  κανείς σε αυτήν έπρεπε να πληρώσει εισιτήριο, άρα έκανε συνειδητή επιλογή να πάει να την δει, παρά ταύτα το γεγονός ότι είχε λάβει τεράστια διαφήμιση και δημοσιότητα συνιστούσε προσβολή βαρεία για την πίστη  μεγάλου μέρος του πληθυσμού του Τυρόλου, το οποίο πρεσβεύει την καθολική πίστη[13] και, επομένως, τα κατασταλτικά μέτρα, που έλαβε η τοπική κυβέρνηση και τα οποία ακολούθως επεκύρωσαν τα τοπικά Αυστριακά Δικαστήρια, τα οποία προέβησαν στην στάθμιση της καλλιτεχνικής ελευθερίας (η οποία προστατεύεται ως μέρος της ελευθερίας έκφρασης) του δημιουργού της ταινίας και του εμπορικού διακινητού της αφενός και στο δημόσιο συμφέρον να μην προσβληθεί ο καθολικός πληθυσμός της περιοχής και να αποφευχθεί η διατάραξη της δημόσιας τάξης αφετέρου, δεν υπερέβησαν την αρχή της αναλογικότητας και το  ευρύ περιθώριο εκτίμησης, που έχει στα θέματα αυτά το κάθε κράτος-μέλος και, για τον λόγο αυτό, δεν παραβίασαν το άρθρο 10. Το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής δεν είναι πειστικό. Όπως επισημαίνουν, στην κοινή μειοψηφική τους άποψη οι δικαστές Palm, Pekkanen και Makarczyk “ δεν έχει καμία απολύτως αξία η θρησκευτική ελευθερία αν είναι για να προστατεύει μόνο την έκφραση απόψεων οι οποίες γίνονται αποδεκτές από την κοινωνία και ακούγονται ευχάριστα απ' αυτήν”. Ακολούθως αμφισβητούν την “μείζονα πρόταση” του δικανικού συλλογισμού της πλειοψηφίας, ότι σε περιπτώσεις που τίθεται ζήτημα προστασίας της δημόσιας ηθικής ή της προστασίας των θρησκευμάτων, το περιθώριο εκτιμήσεως του κάθε κράτους ως προς τα ληπτέα μέτρα είναι ευρύτερο (και άρα ο έλεγχος που ασκεί το ΕΔΔΑ είναι πιο περιορισμένος), τονίζοντας ότι οι περιορισμοί που προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 10 στην ελευθερία έκφρασης είναι, ως εξαιρετικές διατάξεις, στενά ερμηνευτέες. Ακόμη,  διατυπώνουν την άποψη, ότι, με την εκδοχή που επικράτησε, το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης θα υπέκειτο πάντα στα γούστα και τις επιθυμίες ισχυρών κοινωνικών ομάδων, οι οποίες μόνες τους ορίζουν τι τις θίγει και τι δεν τις θίγει και το επιβάλλουν. Τέλος, αφού επισημαίνουν, ότι η ελευθερία έκφρασης και η καλλιτεχνική δημιουργία συμβάλλουν στην απαραίτητη σε μια ανοικτή δημοκρατική κοινωνία ανταλλαγή απόψεων, ιδεών, οι οποίες με την σειρά τους συμβάλλουν στην πραγμάτωση του βαθύτερου εαυτού των προσώπων, κατέληξαν, ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση οι προσφεύγοντες δεν παρεμπόδισαν σε τίποτε την ακώλυτη άσκηση της λατρείας των καθολικών κατοίκων του Τυρόλου, ενώ την ταινία μπορούσε, όποιος δεν του άρεσε, να μην πάει στην συγκεκριμένη αίθουσα προβολής της να την δει, δεδομένου ότι είχε επαρκώς αναγραφεί στις διαφημιστικές αναφορές γι'αυτήν τι ακριβώς πραγματεύεται. Νομίζω ότι η μειοψηφία αυτή πάει στην καρδιά του προβλήματος. Η θρησκευτική ελευθερία των κατοίκων του Τυρόλου όντως σε τίποτε δεν εθίγη από την προβολή σε κλειστή κινηματογραφική αίθουσα της επίμαχης ταινίας  στην άσκηση της λατρείας του δόγματος της προτίμησής τους, αφού και πλειοψηφία και μειοψηφία του Δικαστηρίου δέχτηκαν σε επίπεδο μείζονος προτάσεως ότι η θρησκευτική ελευθερία περιλαμβάνει μόνο το δικαίωμα να μην παρακωλύεται ο πιστός στο να εκδηλώνει την πίστη του, να την υποστηρίζει και να ασκεί τις λατρευτικές πράξεις που επιτάσσει το δόγμα του, αλλά δεν συμπεριλαμβάνει και το δικαίωμα να μην υφίσταται επιθέσεις το θρήσκευμά του και μάλιστα σε κλειστό χώρο, όπου πάει κανείς οικεία βουλήσει. Αντίθετα η ελευθερία έκφρασης και η καλλιτεχνική ελευθερία [14] των προσφυγόντων στην υπόθεση αυτή υπέστη περιορισμό μη απαραίτητο, εν ονόματι της θρησκευτικής ευαισθησίας μιας ισχυρής κοινωνικής ομάδας, όπως την ερμήνευσε η τοπική διοίκηση. Όταν δε μιλάω για καρδιά του προβλήματος σε ό,τι αφορά την άσκηση κυρίως του δικαιώματος της ελευθερίας στις διάφορες μορφές του (θρησκευτική, συνειδήσεως, έκφρασης, καλλιτεχνική, οικονομική κ.ο.κ) αναφέρομαι σε κάτι που, παρά το ότι θα έπρεπε να είναι κοινός τόπος  στην θεωρία των ατομικών δικαιωμάτων, συχνά λησμονείται, ειδικά στην χώρα μας, εν ονόματι της αρχής της πλειοψηφίας. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο η αρχή της πλειοψηφίας. Του δικαίου των πιο πολλών. Αυτό ισχύει μόνο για την ανάδειξη των κυβερνώντων και για την ψήφιση των νόμων με κοινοβουλευτικές ή δημοψηφισματικές διαδικασίες και είναι το ένα μόνο σκέλος της. Το άλλο σκέλος της, το οποίο αποτελεί και απαραίτητο συμπλήρωμα του πρώτου για να μη μεταπίπτει το καθεστώς αυτό σε τυραννία της πλειοψηφίας[15] και αυτό είναι η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.

 

   2. Müller κατά Ελβετίας (24.5.1988). Στην περίπτωση αυτή επρόκειτο για την ανάρτηση σε μία δημόσια έκθεση στο καντόνι του Fribourg ένος γιγαντιαίου πίνακα αποτελούμενου από σατιρικό κολλάζ στο οποίο υπήρχαν φωτογραφίες γυμνών σωμάτων  σε διάφορες ερωτικές φάσεις  όλων των δυνατών ειδών και ποικιλιών. Ύστερα από καταγγελίες επισκεπτών διατάχθηκε η αφαίρεσή του από τον χώρο αυτό με βάση διατάξεις του τοπικού νόμου περί ασέμνων. Η υπόθεση έφτασε τελικά στο ΕΔΔΑ. Το Δικαστήριο αφού επανέλαβε τις γνωστές του σκέψεις για την ελευθερία της σκέψης (§§33-34), επεσήμανε ότι, παρά το γεγονός ότι οι αντιλήψεις περί δημοσίων ηθών έχουν εξελιχθεί, ο συγκεκριμένος πίνακας ήταν πρωτοφανούς χυδαιότητας για ένα δημόσιο εκθεσιακό χώρο ανοικτό στον οποιοδήποτε (ο οποίος μάλιστα μπορεί να βρεθεί μπροστά του χωρίς καν να έχει προειδοποιηθεί) και για τον λόγο αυτό, το επιβληθέν μέτρο, με το οποίο μάλιστα δεν διατάζονταν  η κατάστροφή του, αλλά απλώς η απομάκρυνσή του από τον συγκεκριμένο χώρο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το άρθρο 10. Μειοψήφησε ο δικαστής  Spielmann, o οποίος παρέθεσε ένα ενδιαφέροντα προβληματισμό πάνω στην έννοια του ασέμνου. Εξέφρασε την άποψη ότι σχετικά με τα έργα τέχνης τόσο η Διοίκηση όσο και τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά.Διότι,  το τι χρειάζεται ένα έργο τέχνης, για να αποδώσει αυτό που θέλει να εκφράσει ένας καλλιτέχνης είναι πολύ υποκειμενικό και τα όρια μεταξύ έργου τέχνης και πορνογραφικής απεικόνισης πολύ λεπτά και ρευστά. Αυτό είναι δουλειά του ίδιου του δημιουργού, των κριτικών τέχνης. Επεσήμανε ότι κατά το παρελθόν ο Gustave Flaubert είχε συρθεί στα δικαστήρια για το μυθιστόρημά του “Madame Bovary”,  ο δε Charles Baudelaire για την συλλογή ποιημάτων του “Fleurs du Mal”.

 

     3.Wingrove κατά Ηνωμένου Βασιλείου 25.11.1996. Στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για ένα βίντεο το οποίο ήθελε να κυκλοφορήσει ο προσφεύγων. Το βίντεο είχε τον τίτλο “ Visions of ecstasy”  και μέσα σε αυτό απεικονίζονταν η Αγία Τερέζα της Άβιλα [16] γυμνή σε καταστάσεις έντονης ερωτικής έκστασης. Σύμφωνα με την αγγλική νομοθεσία για να κυκλοφορήσει ένα βίντεο στο εμπόριο πρέπει υποχρεωτικά να περάσει από μια Επιτροπή, η οποία έχει αρμοδιότητα να το κατατάσσει σε κατηγορίες καταλληλότητας. Η Επιτροπή αρνήθηκε να το κατατάξει ως εξόφθαλμα βλάσφημο και άσεμνο.Το Δικαστήριο, στο οποίο έφτασε τελικά η υπόθεση επανέλαβε τις κρίσεις που είχε και στο παρελθόν περιλάβει στην προαναφερθείσα απόφαση Otto Preminger, προσθέτοντας στην § 52 και την σκέψη, ότι ένα από τα καθήκοντα και υποχρεώσεις που αναλαμβάνει, όποιος κάνει χρήση της ελευθερίας της έκφρασης είναι να αποφεύγει όσο είναι δυνατόν φράσεις ή εικόνες οι οποίες προσβάλλουν βάναυσα, απρόκλητα[17]  και χωρίς λόγο αντικείμενα λατρείας οπαδών διαφόρων θρησκευμάτων . Ακολούθως έκανε μια διερεύνηση για το ποιές ευρωπαϊκές χώρες διατηρούν νόμους περί βλασφημίας και περιϋβρίσεως θρησκευμάτων (§57-58). Το Δικαστήριο το βασάνισε περαιτέρω ειδικότερα το ζήτημα ότι στην εν λόγω κρινόμενη υπόθεση υπήρχε προληπτικό  μέτρο (εφόσον το βίντεο λόγω της άρνησης της Επιτροπής να το κατατάξει δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει) ενώ στις άλλες ανάλογες περιπτώσεις τα μέτρα ήσαν κατασταλτικά (κατασχέσεις, απαγορεύσεις περαιτέρω κυκλοφορίας που είχαν γίνει αφού τα έργα τέχνης, βιβλία, ταινίες, πίνακες είχαν ήδη κυκλοφορήσει). Το Δικαστήριο υπήρξε πιο ευαίσθητο σε κάτι που θύμιζε προληπτική λογοκρισία. Παρ όλα αυτά, αφού έκρινε ότι στέκεται περισσότερο στον ακραίο τρόπο που το θέμα των εκστάσεων παρουσιάστηκε (παραθέτοντας την κρίση του Αγγλικού δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει σε επίπεδο εθνικής δικαιοδοσίας τη νομιμότητα του ληφθέντος μέτρου και το οποίο χαρακτήριζε το όλο περιεχόμενο ως απλώς  ηδονοβλεπτικό §60-61)  και αφού ασχολήθηκε με το κατά πόσον μπορούσε να υπάρξει ηπιότερο απαγορευτικό μέτρο (παραθέτοντας  με αναλυτικές σκέψεις ότι δεν μπορούσε, άρα δεν υπήρχε ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας § 63-64) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 10. Στην υπόθεση αυτή υπάρχουν ενδιαφέρουσες συγκλίνουσες απόψεις (δικαστής Pettiti)  και μειοψηφίες (δικαστές De Meyer και  Lohmus). Oι μειοψηφίες είναι αρκετά σύντομες και αναφέρονται κυρίως στο γεγονός α) του προληπτικού της επεμβάσεως και β) στο  ότι σύμφωνα με την αγγλική νομοθεσία  η Επιτροπή έχει ουσιαστικά αρμοδιότητα να δικάζει  επί ζητημάτων τέχνης. Ο δικαστής μάλιστα  De Meyer αμφισβητεί και το κάτα πόσον νόμοι περί βλασφημίας του Θείου είναι συμβατοί την σημερινή εποχή με το άρθρο 10, προσθέτοντας ότι για τους πιστούς “η καλύτερη πανοπλία απέναντι σε όσους κοροϊδεύουν την πίστη τους ή την βλασφημούν είναι η δύναμη και η βαθύτητα της πίστης τους” [18]

 

   4.Τatlav κατά Τουρκίας, 2.5.2006. Στην περίπτωση αυτή ο προσφεύγων τούρκος δημοσιογράφος εξέδωσε δύο βιβλία με θέμα το Κοράνι, στο οποίο διατύπωνε κριτική με βάση τις δικές του φιλοσοφικές και θεολογικές αντιλήψεις. Τιμωρήθηκε με ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών για ανάρμοστη κριτική σε θρήσκευμα. Το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα, ότι το βιβλίο ασκούσε μεν αυστηρή κριτική σε πολλές διδαχές του Μωαμεθανισμού δεν ήταν ούτε υβριστικό ούτε προσβλητικό. Και έκρινε περαιτέρω ότι ενόψει της και της επιβληθείσης ποινής, καθώς και το γεγονότος ότι ενώ το βιβλίο κυκλοφορούσε επί πέντε χρόνια χωρίς πρόβλημα και μόνο όταν κινητοποιήθηκαν θρησκευτικοί κύκλοι άρχισαν οι διώξεις, παραβιάστηκε το άρθρο 10.

 

  5.Ι.Α κατά Τουρκίας, 13.9.2005. Ο προσφεύγων εκδότης εξέδωσε βιβλίο με τίτλο “Οι απαγορευμένες φράσεις”. Στο πολυσέλιδο αυτό βιβλίο αναφέρονταν μεταξύ άλλων και οι φράσεις “ο Μωάμεθ δεν απαγόρευσε ποτέ ερωτική συνεύρεση με νεκρό πρόσωπο ή ζωντανό ζώο” ή “ο Μωάμεθ έγραψε πολλά σημεία του Κορανίου ευρισκόμενος στην αγκαλιά της Αϊσά” ή τέλος “ο Μωάμεθ διέκοψε τη νηστεία του μετά το δείπνο και έκανε έρωτα  πριν την βραδυνή προσευχή”.Οι φράσεις αυτές θεωρήθηκαν βλάσφημες και ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε  πρόστιμο. Το Δικαστήριο χρησιμοποιώντας την παγιωμένη πλέον μείζονα προχώρησε στην υπαγωγή και με μια λακωνική αιτιολογία δέχθηκε ότι η ποινή αυτή δεν παραβιάζει το άρθρο 10, ενόψει της εξυβρίσεως του προφήτη Μωάμεθ, στον οποίο, παρά τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, πιστεύει η μεγάλη πλειοψηφία του τουρκικού λαού,  ενόψει  εξ άλλου και του γεγονότος ότι το επιβληθέν πρόστιμο δεν ήταν ιδιαιτέρως υψηλό. Η απόφαση αυτή δεν είναι καθόλου πειστική και είναι, συγκρινόμενη με άλλες αποφάσεις του ΕΔΔΑ υποτυπωδώς αιτιολογημένη (ουσιαστικά σε μια μόνο παράγραφο). Στην πολύ ενδιαφέρουσα μειοψηφία των Jean Paul Costa  Προέδρου του Δικαστηρίου και των δικαστών Cabral Barreto και Jungwiert, η οποία αποδομεί τελείως την πλειοψηφία, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: “Δεν μας επιτρέπεται να αφήσουμε να μετατραπουν σε κενή περιεχομένου τυπολατρική επαναληπτική επίκληση οι  σκέψεις της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου στα θέματα της ελευθερίας έκφρασης, που πρωτοξεκίνησε με την απόφαση  Handyside   κατά  Ηνωμένου Βασιλείου, και σύμφωνα με τις οποίες  η ελευθερία έκφρασης συνιστά ένα από τα ουσιωδέστερα θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας, μια από τις πρωταρχικές προϋποθέσεις για την πρόοδο μιας κοινωνίας και την ανάπτυξη της προσωπικότητας των επιμέρους  ατόμων και ότι με  την επιφύλαξη της παραγράφου 2 η ελευθερία αυτή ισχύει όχι μόνο για τις πληροφορίες ή ιδέες που γίνονται αποδεκτές ευνοϊκά ή που θεωρούνται μη ενοχλητικές ή αδιάφορες αλλά και για εκείνες που θίγουν, προσβάλλουν, ενοχλούν ή προκαλούν ανησυχία στο Κράτος ή σε κάποιο τμήμα ή ομάδα της κοινωνίας, διότι τούτο απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος χωρίς τα οποία δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία, κοντεύει. Αντίθετα πιστεύουμε ότι πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά  τις εξαγγελίες αυτές και να  μας εμπνεύσουν στην διάπλαση των νομολογιακών λύσεων που υιοθετεί το Δικαστήριό μας” [19] Και συνεχίζει η μειοψηφία αυτή επισημαίνοντας τα εξής στοιχεία:α) ότι η πλειοψηφία αναφέρει, πως οι περιεχόμενες στο βιβλίο φράσεις συνιστούσαν προσβολή στο θρησκευτικό φρόνημα του τουρκικού λαού, χωρίς να λάβει υπόψη ότι το βιβλίο κυκλοφόρησε σε πολύ περιορισμένο αριθμό αντιτύπων σε μία μόνο έκδοση, β) ότι ναι μεν, όπως δέχεται η πλειοψηφία, η συντριπτική πλειοψηφία των Τούρκων ανήκει στην μουσουλμανική θρησκεία, αυτό όμως δεν μπορεί ποτέ να αρκέσει για να θεωρηθεί ότι αρκεί για να επιβληθεί ποινή σε κάποιον, για ένα βιβλίο του, σε μια δημοκρατική κοινωνία, εφόσον κατ' αυτόν τον τρόπο αδειάζουν από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο οι εξαγγελίες της νομολογίας Handyside,  γ)ότι το βιβλίο ήταν μυθιστόρημα και ένα μυθιστόρημα έχει πάντα πιο ελεύθερη και μεταφορική (συχνά αλληγορική) δομή σε σχέση με ένα άρθρο ή ένα δοκίμιο, οι δε φράσεις που περιέχει δεν πρέπει να λησμονείται,  ότι τίθενται για να συντεθεί μια φαντασιακή ιστορία, που δεν ενδιαφέρεται να κυριολεκτήσει,  και, επομένως, δεν είναι δυνατόν να παίρνονται κατά γράμμα οι διάφορες προτάσεις της, δ) ότι από ένα μεγάλο βιβλίο, το οποίο περιέχει μια συνολική ενότητα νοήματος και συνδηλώσεων, αποσπάσθηκαν τρεις μόνο προτάσεις, που κρίθηκαν ενοχοποιητικές, ε) ότι είναι ιδιαίτερα παράξενο το ότι χωρίς κανείς ποτέ σωματείο ή πολίτης να διαμαρτυρηθεί για τις φράσεις αυτές, τις κυριολεκτικά  χαμένες σε ένα μεγάλο βιβλίο, κινήθηκαν αυτεπάγγελτα οι διωκτικές αρχές για να υπερασπισθούν την τιμή του Προφήτη, λησμονώντας ότι μια δημοκρατική κοινωνία δεν είναι θεοκρατική κοινωνία [20] στ)ότι στο θέμα της ελευθερίας έκφρασης, που είναι θέμα αρχών, δεν χωρούν συμψηφιστικοί συλλογισμοί του είδους ότι πάντως το πρόστιμο ήταν χαμηλό, διότι το οποιοδήποτε πρόστιμο έχει πάντα ένα αποτρεπτικό χαρακτήρα[21] στο να επιχειρούν κάποιοι εκδότες να εκδίδουν βιβλία, τα οποία δεν έχουν αυστηρά κονφορμιστικό χαρακτήρα ή δεν ανήκουν στον χώρο της πολιτικής ορθότητας και, τέλος, στ) ότι ήλθε ο καιρός να εγκαταλειφθούν οι κατακριτέες νομολογίες τύπου Otto Preminger, οι οποίες έχουν οδηγήσει το Δικαστήριο σε μια πολύ κονφορμιστική αντίληψη της ελευθερίας έκφρασης, η οποία επιδιώκει να μην διαταράσσει την ομοιομορφία της κοινωνίας και αντανακλά μια φοβική και υπερβαλλόντως διστακτική αντίληψη του περιεχομένου της εν λόγω ελευθερίας [22].

 

   6. Vereinigung Bildender Künstler κατά Αυστρίας, 25.1.2007. Στην περίπτωση αυτή επρόκειτο για ανάρτηση πίνακα με τίτλο “η Αποκάλυψη” σε έκθεση  με παρουσίαση από κολλάζ γυμνών σωμάτων στην κορυφή των οποίων υπήρχαν τα κεφάλια διαφόρων αγίων της Καθολικής Εκκλησίας ή  δημοσίων προσώπων με σκεπασμένα τα μάτια,  ενταγμένων  σε συμπλέγματα ερωτικών συνευρέσεων. Τα δημόσια αυτά ήσαν είτε κορυφαίοι κληρικοί ή γνωστοί πολιτικοί της Αυστρίας. Κάποιος επισκέπτης εξοργίστηκε και σκέπασε μέρος του πίνακα με βαφή. Έγινε θόρυβος και πολιτικός, το κεφάλι του οποίου ήταν αναγνωρίσιμο στο σημείο που είχε πεταχτεί η βαφή, ζήτησε από δικαστήριο να εκδώσει προσωρινή διαταγή, επιτάσσουσα την απομάκρυνση του πίνακα και αποζημίωση. Τα Αυστριακά Δικαστήρια τον δικαίωσαν τελικά. Το σωματείο το οποίο ήταν υπεύθυνο για την έκθεση προσέφυγε στο ΕΔΔΑ. Το Δικαστήριο  απέρριψε προκριματική  ένσταση απαραδέκτου της Αυστριακής Κυβέρνησης, κατά την οποία η υποχρέωση απομάκρυνσης του πίνακα έγινε για λόγους προστασίας της δημόσιας ηθικής, σημειώνοντας ότι αυτό έγινε στα πλαίσιο αγωγής που άσκησε ο εν λόγω πολιτικός για προσωπική του δυσφήμιση. Ακολούθως έκρινε ότι ο πίνακας ήταν πρόδηλο, ότι δεν αναφερόταν στην προσωπική ή ιδιωτική ζωή κανενός από τους εικονιζομένους (γι' αυτό εξ άλλου ήταν σβησμένα τα μάτια, τα δε σώματα ήταν πρόδηλο ότι δεν μπορούσαν να αντιστοιχούν στα πρόσωπα, λόγω διαφοράς ηλικίας κλπ) και ότι ήταν μια σατιρική γελοιογραφία, η οποία αποσκοπούσε στην κριτική της δημόσιας παρουσίας αμφιλεγομένων προσώπων του Αυστριακού κατεστημένου, που είχαν απασχολήσει με δηλώσεις τους ή με πράξεις τους τον δημόσιο διάλογο στην χώρα. Περαιτέρω περιέλαβε στην § 33 μια σκέψη, η οποία έχει έκτοτε επαναληφθεί στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ [23] και σύμφωνα με την οποία “η σάτιρα και ειδικότερα η γελοιογραφία  είναι μια μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης και κοινωνικού σχολιασμού, που από την ίδια της την φύση, με την υπερβολή και την παραποίηση της πραγματικότητας, επιδιώκει να προκαλέσει και να εξάψει τις αντιδράσεις του κοινού”.Ενόψει αυτού, και περαιτέρω α)του γεγονότος ότι ο εν λόγω πολιτικός ήταν δημόσιο πρόσωπο, το οποίο, ως εκ του λόγου τούτου, οφείλει να είναι συμφιλιωμένο με το ότι θα αποτελεί αντικείμενο αυξημένης δημόσιας κριτικής β) του ότι ο εν λόγω πολιτικός είχε μάλιστα στο παρελθόν  επιτεθεί με δριμύτατες δημόσιες  εκφράσεις στον σχεδιαστή του πίνακα  και, τέλος, γ) του γεγονότος ότι η απόφαση του δικαστηρίου δεν περιορίστηκε στο να επιτάξει την απομάκρυνση του επίμαχου πίνακα από την συγκεκριμένη έκθεση, αλλά απαγόρευε εφεξής την ανάρτησή του και επ' αόριστον και οπουδήποτε, το Δικαστήριο έκρινε τελικά ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10. Η απόφαση αυτή έχει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι διαφοροποιεί την σατιρική και γελοιογραφική έκφραση, η οποία έχει ως όπλο το χιούμορ, το οποίο δημιουργεί μια απόσταση από τα αναπαριστώμενα, όσο σκληρά και αποδομητικά ενός προσώπου ή μιας ιδέας ή ενός συμβόλου και αν είναι κατά βάθος, από τις λοιπές μορφές έκφρασης (γραπτά κείμενα, άρθρα, δοκίμια), οι οποίες έχουν το τεκμήριο της σοβαρότητας των εκφραζομένων.

 

   7. Murphy κατά Ιρλανδίας 10.7.2003. Επρόκειτο για μια εμπορική ανάρτηση στην τηλεόραση, με την οποία ένα ιδιωτικό σωματείο ρωτούσε το κοινό, αν πιστεύει ότι είναι  ιστορικά επαληθευμένα  τα γεγονότα, που αποδίδονται ως ζωή του Χριστού και καλούσε σε δημόσια συζήτηση για το θέμα αυτό. Η ανάρτηση από ένα σημείο και έπειτα απαγορεύτηκε στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο διότι κρίθηκε ότι ήταν προσβλητική για την συντριπτική πλειοψηφία των Ιρλανδών πολιτών, που πρεσβεύουν την Καθολική πίστη. Το Δικαστήριο, αφού θύμισε ότι η αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας επιβάλλει σε όλα τα κράτη  ουδετερότητα  και  ίση απόσταση από όλα τα θρησκεύματα-πλειοψηφούντα και μειοψηφούντα- ειδικότερα μάλιστα στον τομέα της τηλεόρασης, που έχει την μεγαλύτερη επίδραση στο κοινό μιας χώρας (§78) [24] , στάθηκε περισσότερο στο γεγονός ότι η απαγόρευση αφορούσε μόνο την τηλεόραση και το ραδιόφωνο και όχι οποιοδήποτε άλλο μέσο, όπως πχ ανάρτηση στον τύπο ή στο Ίντερνετ, έκρινε ότι το μέτρο δεν παραβίαζε το άρθρο 10.

 

   Αυτές είναι κατά τη γνώμη μου οι βασικές και πιο αντιπροσωπευτικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ σε σχέση με το θέμα της ομιλίας μου. Υπάρχουν φυσικά και πολλές άλλες (πχ Jersild κατά Δανίας 23.9.1994). Η νομολογία του ΕΔΔΑ είναι ανεξάντλητη, δεν μπορώ όμως στα πλαίσια της παρούσης εισηγήσεώς μας να τις παρουσιάσω.  Θα ήθελα απλώς να αναφέρω υπό μορφή τίτλων και τις ακόλουθες ενδιαφέρουσες αποφάσεις: α) Giniewski κατά Γαλλίας   31.1.2006  επιδίκαση αποζημίωσης εις βάρος συντάκτου άρθρου κυκλοφορήσαντος σε εφημερίδα, με το οποίο είχε ασκηθεί δριμύτατη κριτική στα δόγματα της Καθολικής Εκκλησίας και αναφερόταν ότι με τις διδαχές της υπήρξε ο προπομπός του σύγχρονου αντισημιτισμού, παραβιάζει το άρθρο 10, διότι κρίθηκε ότι το άρθρο παρά τον πολεμικό του χαρακτήρα δεν είχε τίποτε το υβριστικό ή χυδαίο και επεδίωκε να συμβάλει στον διάλογο  για την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, έστω και με παραδοχές μη επακριβώς τεκμηριούμενες, β) Lehideux και Isorni κατά Γαλλίας 23.9.1998, επιβολή κυρώσεων για άρθρο που επιχειρούσε να δικαιώσει τον Στρατάρχη Pétain για τη συνεργασία του με τους Γερμανούς κατά την κατοχή (κρίση Δικαστηρίου: παρά το ότι το άρθρο αυτό σόκαρε και για πολλούς ήταν ανυπόφορη προσβολή, εφόσον όμως δεν περιείχε υβριστικές, ή μισαλλόδοξες ή ρατσιστικές αναφορές  και απλώς εξέφραζε ανορθόδοξες ιστορικές απόψεις- αυτό που έχει ονομαστεί ιστορικός ρεβιζιονισμός- είχε την προστασία του άρθρου 10), και τέλος, γ) Perinçek κατά Ελβετίας, 17.12.2013 παραβιάση εκ μέρους της Ελβετίας του άρθρου 10 λόγω καταδίκης ποινικής κάποιου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η γενοκτονία των Αρμενίων από τις Οθωμανικές Αρχές το 1915 είναι ένα παγκόσμιο ψέμα[25]

 

   Θα ήθελα τώρα να προβώ σε μια κριτική επισκόπηση της νομολογίας αυτής. Το ΕΔΔΑ σε επίπεδο εξαγγελίας τουλάχιστον, στις μείζονες προτάσεις του εξαγγέλλει την αρχή, ότι και η πιο προσβλητική  και η πιο σοκαριστική  και ο πιο ανορθόδοξη και αντικονφορμιστική έκφραση γνώμης καλύπτεται από την προστατευτική ομπρέλα του άρθρου 10. Οι μόνες εξαιρέσεις που δέχεται σε αυτές τις περιπτώσεις είναι α) η ανάγκη προστασίας της τιμής και υπολήψεως καθώς και των δικαιωμάτων τρίτων προσώπων τα οποία μπορούν ευλόγως να θιγούν από μια τέτοια γνώμη καθώς και β)η ανάγκη προστασίας της δημόσιας ηθικής (της νεολαίας κλπ) [26] . Καμιά φορά και πάντως πολύ σπάνια δέχεται ως λόγο επικουρικό και τον κίνδυνο διασάλευσης της τάξης από πρόσωπα τα οποία αισθάνονται ότι έχουν προσβληθεί από την γνώμη αυτή. Σε ότι αφορά την προσβολή της τιμής και της υπολήψεως ενός συγκεκριμένου προσώπου, με την οποία απέφυγα να ασχοληθώ στην σημερινή μου παρουσίαση, το Δικαστήριο έχει πιο ομοιόμορφη πρακτική. Ίσως διότι στην περίπτωση αυτή τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα και υπάρχει μια κοινότητα αντιλήψεων ως προς το πότε ένας μέσος και λογικός άνθρωπος μπορεί ευλόγως να θεωρήσει εαυτόν προσβεβλημένο ή θιγμένο.  Όπως, όμως, ανέφερα και προηγουμένως στις υπόλοιπες περιπτώσεις (προσβολή συλλογικοτήτων και των ευαισθησιών τους, ή ατόμων υπό την ιδιότητά τους όμως ως μελών συλλογικοτήτων, ή προστασία της δημόσιας ηθικής) το ΕΔΔΑ παραχωρεί μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια στα Κράτη- μέλη, την υπέρβαση των ακραίων ορίων της οποίας και μόνο ελέγχει  σε αντίθεση με τις επεμβάσεις στην έκφραση του πολιτικού λόγου, όπου είναι πιο αυστηρό και απαιτητικό. Αυτή η θέση είναι, κατ' αρχήν, ορθή, διότι το ΕΔΔΑ είναι ένα διεθνές δικαστήριο η δικαιοδοσία του οποίου καλύπτει ένα μεγάλο αριθμό κρατών μελών, στα οποία  προδήλως δεν επικρατούν ομοιόμορφες αντιλήψεις ως προς την έννοια της δημόσιας ηθικής και ως προς τις θρησκευτικές ευαισθησίες των επιμέρους πληθυσμών. Έχω όμως την αίσθηση με βάση την νομολογία που σας παρέθεσα ότι το ΕΔΔΑ πολύ συχνά χρησιμοποιεί ως επιχείρημα για να “επικυρώσει'' επεμβάσεις στην ελευθερία έκφρασης, το ότι το καθ' ου η προσφυγή κράτος, το οποίο είναι κοντύτερα στα πράγματα-σε αντίθεση με το Δικαστήριο-γνωρίζει ποιός  είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να προστατευθούν τα συμφέροντα και δικαιώματα των τρίτων και τα δημόσια ήθη. Έτσι όμως παραχωρείται στα κράτη μέλη (εκτός ακραίων περιπτώσεων)ουσιαστικά λευκή επιταγή στο να θεσπίζουν περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης ανάλογα με τις αντιλήψεις των κοινωνικών πλειοψηφιών, όπως μάλιστα τις ερμηνεύουν- αναγκαστικά υποκειμενικά- οι εκάστοτε κρατούντες, με την μόνιμη επίκληση της ειδικότερης γνώσης που έχουν στα θέματα αυτά. Αυτό έχει ως συνέπεια να ατονεί ο ομογενοποιητικός ρόλος του ΕΔΔΑ καθώς και η “διδακτική” του αποστολή. Στόχος όμως του ΕΔΔΑ είναι να ανεβάσει το επίπεδο προστασίας σε ένα υψηλότερο μέσο όρο και όχι αυτοί που καθυστερούν να παραμένουν εκεί που βρίσκονται. Εξ άλλου, με τον τρόπο αυτό πάντα θα επιβάλλουν οι πλειοψηφίες – οι οποίες ως κατέχουσες είναι πάντοτε συντηρητικές και εναντίον κάθε αλλαγής- τι είναι επιτρεπτός και ηθικός λόγος και τι όχι. Αυτό  περιορίζει αναγκαστικά τα δικαιώματα των μειοψηφιών και  εμποδίζει τον ελεύθερο δημόσιο διάλογο, ο οποίος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να κατοχυρώνεται και να εμβαθύνεται η δημοκρατία και για προχωρούν οι κοινωνίες και να εγκαταλείπουν σιγά σιγά τις προκαταλήψεις τους. Αναρωτιέμαι λοιπόν και εγώ μαζί με τον Πρόεδρο Costa στην απόφαση Ι.Α. κατά Τουρκίας μήπως οι εξαίρετες πράγματι φράσεις, που περιγράφουν τι καλύπτει η ελευθερία έκφρασης, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε απλή τυπική επανάληψη, χωρίς όμως ουσιαστική εφαρμογή και μήπως θα έπρεπε το Δικαστήριο να προχωρήσει πιο σε βάθος τον έλεγχο, που κάνει για να διαπιστώσει, αν κάποιο, περιοριστικό του επίμαχου δικαιώματος μέτρο, είναι συμβατό με τις εξαγγελίες του, προκειμένου  να καταλήξει ότι είναι αποδεκτό και αναγκαίο σε μια δημοκρατία. Αλλιώς αφήνονται ουσιαστικά ανέπαφες αντιδημοκρατικές νοοτροπίες και κυριαρχεί αυτό που προηγουμένως ανέφερα ως τυραννία της πλειοψηφίας και το οποίο είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τα ατομικά δικαιώματα. Τέλος κατά την άποψή μου, η δημοκρατία -ή καλύτερα η Ευρωπαϊκή Δημοκρατία- δεν μπορεί να είναι μια σχετική έννοια.  Φυσικά η άσκηση ατομικών ελευθεριών με ανεύθυνο και καταχρηστικό τρόπο ενέχει κινδύνους. Όπως όμως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο μεγάλος Αμερικανός  νομικός, στοχαστής και φιλόσοφος  Ronald Dworkin “Η κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και η ίδια η έννοια του δικαιώματος θα ήταν κενή περιεχομένου, αν ο σεβασμός τους δεν σήμαινε και την αποδοχή κάποιων κινδύνων. Πρέπει φυσικά να προσπαθούμε να ελαχιστοποιήσουμε όσο μπορούμε τους κινδύνους και τις παρενέργειες. Ωστόσο, ότι και να κάνουμε κάποιοι κίνδυνοι πάντα θα παραμένουν. Εκείνο που κυρίως πρέπει να κάνουμε είναι πέρα από το  να αυξήσουμε την επαγρύπνησή μας, να αυτοπειθαρχήσουμε και να δαμάσουμε τους φόβους μας” [27] . Γνωρίζω ότι το ζήτημα είναι εξαιρετικά δύσκολο και λεπτό για ένα διεθνές δικαστήριο, που οφείλει να ισορροπεί ανάμεσα στις ευαισθησίες 47 διαφορετικών εννόμων τάξεων.

 

  Ένας άλλος άξονας παρατηρήσεών μου σχετίζεται με το πώς η νομολογία του ΕΔΔΑ, που σας παρέθεσα (αλλά όχι μόνο αυτή), καθορίζει τα όρια του επιτρεπτού της ανοχής της προσβλητικής για άλλες απόψεις ή για την κοινωνία συνολικά  γνώμης: Ας μου επιτραπεί μια ίσως απλουστευτική σύνοψη της νομολογίας. Στα δικά μου μάτια δεν είναι επιτρεπτή, κατά την εν λόγω νομολογία, μόνο η έκφραση, η οποία περιέχει κακόβουλη προσβολή ενός συγκεκριμένου ατόμου, ή όταν κάτω από το πρόσχημα της κριτικής σε απόψεις ή δοξασίες ή θρησκεύματα ή νοοτροπίες καθυβρίζονται με βαριές εκφράσεις (τα περίφημα fighting words της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου-Supreme Court-των ΗΠΑ)και ως πρόσωπα με συλλογικό τρόπο οι υπερασπίζοντες και υιοθετούντες αυτές (hate-speach  μισαλλόδοξος λόγος ή ρατσισμός), ή, τέλος όταν  υπάρχει άμεση  παρότρυνση για επικείμενη άσκηση βίας εναντίον τους. Έτσι είναι πχ άλλο να ασκήσω αυστηρή κριτική στο Κοράνι, λέγοντας ακόμη και ότι ορισμένα κομμάτια του είναι οπισθοδρομικά ή παροτρύνουν τους οπαδούς του σε πράξεις βαρβαρότητας ή οπισθοδρόμησης (κάτι που αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά μου) και τελείως άλλο, το να πω, ότι όλοι οι οπαδοί του Κορανίου, όλοι οι μουσουλμάνοι, όλοι οι Άραβες είναι βάρβαροι ή ακόμη χειρότερο  πρέπει να εξοντωθούν ή να έχουν λιγότερα ατομικά δικαιώματα από τους άλλους (κάτι που δεν είναι δικαίωμά μου με βάση τα δικαιώματα που μου παρέχει το άρθρο 10).

 

Πηγαίνοντας σε άλλο θέμα, κρατώ το ότι η  σάτιρα και η ειρωνία μπορεί να είναι ενοχλητική, αλλά δεν μπορεί, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, όπως τουλάχιστον την κατάλαβα, να θεωρηθεί ποτέ ως μισαλλόδοξος λόγος ή ως λόγος επιθετικός. Διότι παρεμβάλλεται το στοιχείο του χιούμορ. Και το στοιχείο του χιούμορ μπορεί με μια έννοια να “τσακίζει κόκκαλα”, αλλά δεν απευθύνεται ποτέ στα επιθετικά ένστικτα και το όποιο μήνυμα  του, που καταλήγει στον αναγνώστη,  περνάει από την απόσταση που υπάρχει μεταξύ της ειρωνικής διάθεσης με την μετουσίωσή της  σε επιθετικότητα ή μίσος. Επίσης, ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να κρίνεται από λίγες γραμμές του.

 

  Ένα άλλο κριτήριο που χρησιμοποιεί το ΕΔΔΑ για να διαπιστώσει αν συγκεκριμένη έκφραση γνώμης είναι άνω του ανεκτού ορίου και άρα μη επιτρεπτή και μη προστατευόμενη, είναι ο βαθμός βαρύτητας και έντασης της προσβολής. Νομίζω πχ ότι άλλο είναι να πω η τάδε κατηγορία πληθυσμού είναι τεμπέληδες ή βρώμικοι ή πρόβλημα για τη δημόσια τάξη και άλλο να πω για την ίδια κατηγορία, ότι αποτελείται από βαρβάρους ή καθάρματα. Πρέπει, λοιπόν, να προσέχουμε να μην γενικεύσουμε υπερβολικά την έννοια “μισαλλόδοξος λόγος”, να μην την κάνουμε έννοια “πασπαρτού”, γιατί στο τέλος θα χάσει κάθε ρυθμιστικό περιεχόμενο και θα γίνει εργαλείο για τον περιορισμό ή απαγόρευση του μη αρεστού λόγου. Η διάκριση το συνομολογώ δεν είναι πάντα εύκολη.  Είναι, ακόμη, άλλο ένα τολμηρό ή ας πούμε προσβλητικό για μια θρησκεία σχόλιο ή σχέδιο ή βίντεο  να κυκλοφορεί απλώς στο Ίντερνετ ή σε εφημερίδα που διανέμεται σε συνδρομητές ή να προβάλλεται σε μια κλειστή κινηματογραφική αίθουσα και άλλο το ίδιο σχόλιο ή σχέδιο να αναρτηθεί σε αφίσα σε  δημόσιο χώρο ή στην τηλεόραση ή σε ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδα [28]. Στην πρώτη περίπτωση πρέπει να γίνει δεκτό ότι το σχέδιο ή σχόλιο- αν  βέβαια δεν είναι κήρυγμα μίσους-  καλύπτεται από την προστασία του άρθρου 10, στην δεύτερη όχι. Διότι απαγόρευση στην πρώτη περίπτωση θα ήταν δυσανάλογη, αφού στους κλειστούς χώρους πάει μόνο όποιος επιλέγει να πάει και το πράττει εν γνώσει του τι πρόκειται να δει ή να διαβάσει, ενώ στην δεύτερη περίπτωση ο οποιοσδήποτε πολίτης, ο οποίος δεν είναι καν προειδοποιημένος, πέφτει πάνω στο “προσβλητικό” μήνυμα και είναι υποχρεωμένος να βρεθεί αντιμέτωπος με αυτό, μη μπορώντας να το αποφύγει. Για τον λόγο αυτό η απόφαση Otto Preminger είναι  εσφαλμένη όπως επισημάνθηκε και από την μειοψηφία σ' αυτήν που ανέφερα πιο πάνω. Η αντίθετη άποψη, θα προϋπέθετε, ότι υπάρχει κατοχυρωμένο δικαίωμα να μην κυκλοφορούν καθόλου απόψεις, οι οποίες προσβάλλουν τις απόψεις κάποιου ή κάποιων, ακόμη και αν κυκλοφορούν ιδιωτικά μεταξύ τρίτων,  και ο υποστηρικτής των απόψεων αυτών δεν υπάρχει καμία περίπτωση να είναι παρών ώστε να υποστεί την προσβολή, δικαίωμα βεβαίως το οποίο δεν υφίσταται και το οποίο, όπως προείπα αποκρούει η νομολογία του ΕΔΔΑ στα θέματα του άρθρου 9 και 10 (θρησκευτική ελευθερία και ελευθερία σκέψης). Θέλω, τέλος, να πω σε σχέση με τη νομολογία του ΕΔΔΑ για το επίμαχο θέμα το εξής. Στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο έχει κληθεί  να κάνει στάθμιση μεταξύ των δικαιωμάτων, που απορρέουν από την μία από την θρησκευτική ελευθερία (άρθρο 9)  και από την άλλη από την ελευθερία έκφρασης (άρθρο 10), το Δικαστήριο εμφανίζεται, όπως διαφάνηκε ήδη από την παράθεση της νομολογίας που σας έκανα (Otto Preminger, IA κατά Τουρκίας, Murphy  κατά Ιρλανδίας,  Wingrove κατά Ηνωμένου Βασιλείου), πιο προστατευτικό της πρώτης (δηλαδή της θρησκευτικής ελευθερίας), ενώ συχνά προστίθεται στην σχετική σκέψη ως επικουρικό, έστω, επιχείρημα και το ότι η προσβληθείσα θρησκεία ακολουθείται από την συντριπτική λειοψηφία της χώρας της κύριας διαφοράς. Ωστόσο, όπως έχει επισημάνει το ΕΔΔΑ με συνέπεια  μεν στις μείζονες, αλλά με υπαγωγές που συχνά εμφανίζονται να υπονομεύουν την μείζονα αυτή και  όπως  περαιτέρω υπενθυμίζει   και ο Γάλλος καθηγητής P. Rolland,  σε κριτική που διατυπώνει στην τάση αυτή της νομολογίας του Δικαστηρίου, “Δεν θεσπίζεται κανένα δικαίωμα για τις θρησκείες τις δοξασίες ή τις φιλοσοφικές πεποιθήσεις να μην αποτελούν αντικείμενο κριτικής ή ειρωνείας” [29] . Συμφωνώντας με την άποψη αυτή θα ήθελα να υπενθυμίσω  την φράση της μειοψηφίας του Δικαστή  De Meyer στην απόφαση Wingrove κατά Ηνωμένου Βαιλείου, για την οποία έκανα ήδη λόγο “για τους πραγματικά πιστούς η καλύτερη πανοπλία απέναντι σε όσους κοροϊδεύουν την πίστη τους ή την βλασφημούν είναι η δύναμη και η βαθύτητα της πίστης τους”. [30]

  

  Θα μου επιτρέψετε τώρα να φύγω από τη νομολογία του ΕΔΔΑ να εκφράσω ορισμένες σκέψεις, παραμένοντας πάντα στο θέμα των ορίων της ελευθερίας έκφρασης, όταν αυτή δεν είναι πολιτικά ορθή, ή είναι αντικονφορμιστική ή είναι σοκαριστική, η αιρετική, ή πρωτοφανής. Γιατί επέμεινα τόσο πολύ στο να είναι κατοχυρωμένη στον μέγιστο δυνατό βαθμό η ελευθερία λόγου; γιατί είναι τόσο σημαντική η ελευθερία έκφρασης ώστε να θεωρείται, όπως ανέφερα στην αρχή η βασικότερη και θεμελιωδέστερη από τις λοιπές ελευθερίες και είναι πολύτιμη ενώ πρέπει να κατοχυρώνεται, ακόμη και όταν είναι σοκαριστική; Δεν εννοώ βεβαίως από άποψη τυπικής ισοδυναμίας. Μιλάω κυρίως από την πλευρά της φιλοσοφίας δικαίου και ιστορίας των ιδεών, δύο επιστημονικούς κλάδους πολύ κοντινούς με τα εν στενή εννοία νομικά και με τους οποίους είναι απαραίτητο να έχει προβληματιστεί κάθε δικαστής, διότι τον βοηθούν και του δίνουν τα απαραίτητα κριτήρια για να κάνει βαθύτερες ερμηνείες  κειμένων νομοθετικών, που καλείται να εφαρμόσει κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, και  να μπορεί να κάνει τις απαραίτητες σταθμίσεις.

 

  Αν ανατρέξουμε λοιπόν στην εξέλιξη της θεωρίας των ατομικών δικαιωμάτων κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, θα δούμε ότι  ελευθερία σκέψης [31] και η ελευθερία έκφρασης αυτής της σκέψης, με την παραπάνω έννοια,  μέσω του τύπου ή όπως αλλιώς, ελευθερίες οι οποίες είναι πολύ συγγενείς  και τελικά αδιάσπαστες λογικά, όσο και αν νομικά έχουν διαχωριστεί, είναι οι κύριες με τις οποίες ασχολήθηκαν οι πρώτοι διανοητές και φιλόσοφοι του Διαφωτισμού, μαζί με την οικονομική ελευθερία. Και αυτό είναι απόλυτα λογικό, διότι όλες  οι θεσμικές εγγυήσεις  ενός συνταγματικού κράτους δικαίου, το οποίο είναι εξ ορισμού ανθρωποκεντρικό, αποσκοπούν τελικά στο να εξασφαλίσουν στον κάθε άνθρωπο την ελευθερία να είναι ο εαυτός του, να μην φοβάται  δηλαδή να είναι ο εαυτός του, να μην φοβάται να εκφράζεται και να επικοινωνεί με τους άλλους και να λέει και να γράφει ότι ακριβώς αισθάνεται και σκέπτεται χωρίς να φοβάται δυσμενείς συνέπειες. Μόνο ένας ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να ωριμάσει, να αναπτυχθεί ψυχικά πνευματικά πολιτιστικά να αυτοπραγματωθεί και να κατακτήσει την προσωπική του ευτυχία. Φυσικά, η ελευθερία δεν είναι μεν επαρκής όρος για την κατάκτηση της προσωπικής ευτυχίας, είναι όμως  conditio sine qua non.  Ακόμη και οι κοσμοθεωρίες  που βάζουν στην κορυφή την ανάγκη της κοινωνικής ισότητας την υιοθετούν όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως σκοπό που εξυπηρετεί την χειραφέτηση του ανθρώπου από την ανάγκη, άρα στην δημιουργία ελεύθερων ανθρώπων και πολιτών. Πέρα όμως από τον κεφαλαιώδη ρόλο ως ατομικού δικαιώματος η ελευθερία παίζει τον πιο κεντρικό ρόλο για την Δημοκρατία. Μόνο μια κοινωνία που είναι ελεύθερη, μπορεί μέσα από την διαπάλη των ιδεών να αποκτήσει μια γνήσια και αυθεντική δημοκρατική ζωή. Τέλος, και η τέχνη, η επιστήμη, η έρευνα και η φιλοσοφία προωθούνται μόνο μέσα από συνεχή ελεύθερο διάλογο.

 

     Το σύνθημα των στοχαστών του Διαφωτισμού ήταν “ούτε Θεός ούτε αφέντης”[32]  Η Γαλλική Επανάσταση έθεσε ως ένα από τους πρωταρχικούς της στόχους την ελευθερία έκφρασης, για την οποία δεν υπάρχουν ταμπού θέματα, ούτε αυθεντίες τις οποίες δεν θα μπορεί κανείς να αγγίξει.  Στο άρθρο 11 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτου της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 ορίζεται ότι “η ελεύθερη διακίνηση των σκέψεων και των γνωμών είναι ένα από τα πλέον πολύτιμα δικαιώματα” [33] . Στην απόφασή του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου της 10.11.1984 (Entrepreneurs de presse) αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής ειδικά για την ελευθερία του τύπου, η οποία είναι ειδικότερη έκφραση της ελευθερίας λόγου και της ελευθερίας έκφρασης: “Η ελευθερία του τύπου είναι μια θεμελιώδης ελευθερία, και μάλιστα ακόμη πιο  πολύτιμη, διότι η άσκησή της είναι μια από  τις ουσιώδεις εγγυήσεις του σεβασμού των άλλων δικαιωμάτων και ελευθεριών και της εθνικής κυριαρχίας” [34] . O καθηγητής Jean Rivero είπε για το δικαίωμα στην πληροφόρηση, που είναι και αυτό ειδικότερη έκφραση της ελευθερίας έκφρασης: “Τι θα απέμενε από μια δημοκρατία, αν σε αυτήν δεν συγκρούονταν γνώμες ελεύθερα διαμορφωμένες με βάση μια πληροφόρηση ευρέως  διαδιδόμενη, και διαφορετικές εναλλακτικές επιλογές σε σχέση με αυτό που απαιτείται για την ανάπτυξη της Πολιτείας” [35] . Θέλω ακόμη να αναφέρω εδώ μια σχεδόν κλασική ρήση, που  για την σημασία της ελευθερίας του τύπου που έχει διατυπωθεί κυρίως για να υπερασπισθεί μια περίπτωση που  είχε αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, και στα πλαίσια της οποίας, το έντυπο  στο οποίο είχαν  επιβληθεί κυρώσεις, είχε διατυπώσει μια εξοντωτική και πολύ επιθετική κριτική  σε κακώς κείμενα στην Τουρκία. Είναι από την μειοψηφία των Δικαστών του ΕΔΔΑ  Ann Power και  Alvina Guylumyan στην υπόθεση Falakaoğlu και Saygılı κατά Τουρκίας 23.1.2007: “Οι φύλακες σκύλοι[36] δεν προορίζονται για φιλήσυχα κουτάβια. Η δουλειά τους είναι να γαυγίζουν και να διαταράσσουν την φαινομενική  εικόνα ειρήνης και ησυχίας, κάθε φορά που εμφανίζεται μια απειλή” [37]

   

     Θα αναφερθώ τώρα σε μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση Γαλλικού δικαστηρίου σχετικά με τις γελοιογραφίες που είχαν δημοσιευθεί ακριβώς στο περιοδικό  Charlie-Hebdo,  με το οποίο άρχισα την ομιλία μου. Αφορούν μια παλιότερη περίπτωση απ' αυτήν που προκάλεσε την μήνη των δολοφόνων και οδήγησε στα τραγικά γεγονότα της 7.1.2015. Στο παρελθόν, λοιπόν, περί τον Φεβρουάριο του 2006, και πολύ  πριν δημοσιεύσει καινούργιες δικές του γελοιογραφίες για την ζωή του Μωάμεθ, για τις οποίες σχεδόν όλο το προσωπικό του αποδεκατίσθηκε στην ως άνω βάρβαρη  επίθεση, το ίδιο περιοδικό είχε αποφασίσει,  προκειμένου  να συμπαρασταθεί στους δημοσιογράφους της δανέζικης εφημερίδας  Jyllandsposten, οι οποίοι είχαν δημοσιεύσει  καρικατούρες του Μωάμεθ, μια από τις οποίες τον εμφάνιζε ως ως τρομοκράτη έτοιμο να απασφαλίσει μια βόμβα και για τον λόγο αυτό είχαν καεί πρεσβείες της Δανίας σε αραβικές χώρες, ενώ οι ίδιοι βρισκόνταν σε διαρκή αστυνομική προστασία λόγω απειλών για την ζωή τους από φανατικούς ισλαμιστές,  να  αναδημοσιεύσει το ίδιο  τις εν λόγω καρικατούρες. 2 μουσουλμανικά σωματεία τους εμήνυσαν επικαλούμενα διάφορα άρθρα του Γαλλικού Νόμου περί Τύπου του 1881, όπως είχε μεταγενεστέρως τροποποιηθεί. Σημειωτέον ότι στην Γαλλία δεν υπάρχει ιδιώνυμο αδίκημα βλασφημίας ή περιϋβρίσεως των θείων, εκτός από την Αλσατία και  Λορραίνη (για ειδικούς ιστορικούς λόγους).  Το 17ο Τμήμα του Πλημμελειοδικείου ( Cour Correctionnelle) του Παρισιού έκρινε ότι οι υπεύθυνοι του περιοδικού Charlie-Hebdo με μια, κατά την γνώμη μου, υποδειγματική απόφαση της 22.3.2007, τα βασικά στοιχεία του σκεπτικού της οποίας νομίζω ότι είναι πολύ χρήσιμο να παραθέσω εδώ: “Με βάση τον κοσμικό χαρακτήρα του Κράτους (prinicipe de laicité) ο σεβασμός όλων των θρησκειών και δοξασιών συμβαδίζει υποχρεωτικά με την ελευθερία της κριτικής σε όλες, τις οποιεσδήποτε θρησκείες ή σε αντικείμενα λατρείας τους και με το ότι η βλασφημία και η προσβολή μιας θρησκείας δεν μπορεί να διώκεται ποινικά. Ουδείς εξ άλλου είναι υποχρεωμένος να αγοράζει ή να διαβάζει το   Charlie-Hebdo. Εξ άλλου, το κακόγουστο ή υπερβολικό μιας γελοιογραφίας δεν την καθιστά λιγότερο προστατευτέα  ως μόνο έκφρασης και ειδικότερα ως μέσο λογοτεχνικής έκφρασης, η φύση της οποίας συνίσταται στην διακωμώδηση. Παρά το γεγονός ότι αυτές οι καρικατούρες πληγώνουν τις θρησκευτικές ευαισθησίες των μουσουλμάνων, δεν περιέχουν ύβρη κατά αυτών των ιδίων ή κατ΄αυτών ως προσωπικοτήτων ή ως συνολικής ομάδας εθνικής ή φυλετικής. Δεν πρέπει, εξ άλλου, να λησμονείται ότι ο χιουμοριστικός χαρακτήρας των γελοιογραφιών τις διαφοροποιεί εξ ορισμού από οποιαδήποτε υβριστική διάθεση. Δεν υπερέβη λοιπόν το περιοδικό τα επιτρεπόμενα όρια της ελευθερίας έκφρασης”. Για το θέμα ακριβώς αυτό, των γελοιογραφιών της  εφημερίδας  Jyllandsposten θέλω να δώσω τον λόγο και πάλι στον Ronald Dworkin. Ήταν η εποχή των ακραίων απειλών κατά των δημοσιογράφων της εν λόγω εφημερίδας: “  Σε καμία θρησκεία δεν μπορεί να επιτραπεί να νομοθετεί για το τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε, περισσότερο απ όσο μπορεί να νομοθετεί τι επιτρέπεται να φάμε και τι όχι. Κανενός οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν γίνεται να ανατρέψουν τις ελευθερίες που καθιστούν εφικτή την δημοκρατία"[38]

  

   Στην Γαλλία και ευρύτερα στην Ευρώπη αναπτύσσεται τελευταία μια κριτική για δύο μέτρα και δύο σταθμά  της έννομης τάξης · από την μια η μέγιστη δυνατή  ελευθερία της  εξοντωτικής σάτιρας και της κριτικής των πάντων (ακόμη και των θείων) και από την άλλη η αυξανόμενη  ποινικοποίηση του μισαλλόδοξου λόγου. Γίνεται δηλαδή αναφορά από την μια σε σειρά δικαστικών αποφάσεων, σαν αυτή που σας εξέθεσα για τα σκίτσα του περιοδικού, και από την άλλη σε σειρά καταδικαστικών αποφάσεων και διοικητικών απαγορεύσεων εκδηλώσεων στις οποίες εκφέρεται λόγος μισαλλόδοξος ρατσιστικού περιεχομένου εις βάρος των Εβραίων και των Μουσουλμάνων [39] . Το θέμα είναι πολύ μεγάλο για να προχωρήσω σε βάθος στην παρουσίασή μου αυτή, επειδή όμως αγγίζει το κεντρικό μου θέμα, αξίζει, νομίζω, μια αναφορά και ορισμένες διευκρινίσεις. Πρώτα απ' όλα ανακύπτουν δύο ερωτηματα σχετικά. Η εκφορά ενός λόγου που ορίζεται ως "μισαλλόδοξος" στις σχετικές νομοθεσίες (αντιρατσιστικές) καλύπτεται, κατ' αρχήν, από την ελευθερία της έκφρασης, αλλά για κάποιους λόγους προστασίας άλλων αγαθών απαγορεύεται και τιμωρείται; Ή, αντίθετα, ο μισαλλόδοξος λόγος στρέφεται, μεταξύ άλλων δικαιωμάτων, και κατά της ελευθερίας του λόγου και, κατά πασών των ελευθεριών και δικαιωμάτων των θυμάτων του, και, συνεπώς, βρίσκεται εννοιολογικά εκτός του πεδίου της ελευθερίας αυτής; Η απάντηση στασιάζεται. Άποψή μου είναι, ότι ο μισαλλόδοξος λόγος κάθε αποχρώσεως, δηλαδή όποιος και αν είναι ο στόχος του (φυλή, φύλο, θρησκεία, ιδεολογία, σεξουαλικός προσανατολισμός, σωματικές ή πνευματικές μειονεξίες, ασθένειες κλπ.), πάντοτε, μάχεται και θέλει να θέσει εκποδών την κοινωνία που έχει ως πυρήνα της την αυταξία του κάθε ανθρώπου και σκοπό της την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Ο μισαλλόδοξος λόγος, επιτιθέμενος σε συγκεκριμένες  κάθε φορά κατηγορίες ανθρώπων, με αφορμή διάφορα χαρακτηριστικά τους (προσοχή όμως  όχι  στις περιπτώσεις που οι επιθέσεις αφορούν απόψεις ή ιδεολογίες που πρεσβεύουν οι κατηγορίες αυτές [40] ) στοχεύει – στην ηπιότερη εκδοχή του – να φιμώσει τους ανθρώπους που αποτελούν το στόχο του, δηλαδή προσβάλλει ταυτόχρονα και την ελευθερία έκφρασης των συγκεκριμένων ανθρώπων – στην δε  χειρότερη και συνήθως απώτερη εκδοχή του στοχεύει την εξόντωσή τους. Συνεπώς, ο μισαλλόδοξος λόγος δεν εμπίπτει στο πεδίο της ελευθερίας της έκφρασης, δηλαδή η εκφορά του δεν αποτελεί εκδήλωση της ελευθερίας της έκφρασης. Κατά μια εκδοχή δεν πρόκειται καν για έλλογο ανθρώπινο λόγο, δεν πρόκειται δηλαδή για λόγο. [41] Εξ άλλου,  ο μισαλλόδοξος λόγος και η μισαλλόδοξη τέχνη, κάθε αποχρώσεως, έχουν στόχο αποκλειστικά το θυμικό του αναγνώστη, ακροατή ή θεατή, και την καλλιέργεια ή επιβεβαίωση προκαταλήψεων, με σκοπό την ανάπτυξη εχθρότητας απέναντι σε άλλους ανθρώπους. Αντίθετα, ο αποκαλούμενος αντισυμβατικός λόγος ή η αντισυμβατική τέχνη, ακόμη και στις πιο προκλητικές εκδοχές τους, δεν έχουν ως στόχο την καλλιέργεια εχθρότητας ούτε τη φίμωση, πολύ περισσότερο την εξόντωση, του στόχου τους. Ο αντισυμβατικός λόγος ή τέχνη είναι πάντοτε απόπειρες εισαγωγής νεωτερισμών σε παγιωμένους τρόπους έκφρασης, ή απόπειρες αμφισβήτησης κατεστημένων αντιλήψεων, και διεκδικούν, μεσω της προκλητικότητας και της επιθετικότητας στους κατεστημένους τρόπους έκφρασης ή στις κατεστημένες αντιλήψεις, ένα χώρο ύπαρξης, μέσα σε ένα περιβάλλον που είναι, κατ' αρχήν, αρνητικό απέναντί τους. Και όταν ακόμα εξαντλούνται σε έναν απλό εντυπωσιασμό ή μια κενή περιεχομένου πρόκληση, χωρίς να εισφέρουν κάτι νέο στο λόγο ή στην τέχνη – ζήτημα το οποίο δεν είναι σε κάθε περίπτωση αρμόδιος ο νομοθέτης ή ο δικαστής να το κρίνει – δεν προκαλούν, πάντως, εχθρότητα προς οποιονδήποτε, όμοια με αυτήν που προκαλεί ο μισαλλόδοξος λόγος. Γι' αυτό, στην περίπτωση του αντισυμβατικού ή προκλητικού λόγου ή τέχνης, οι προστατευτικές αρχές της νομολογίας του ΕΔΔΑ σχετικά με τους λόγους θέσπισης περιορισμών στην ελευθερία της έκφρασης φαίνεται να αρκούν για την προστασία των αγαθών που αναφέρονται στο άρθρο 10 από τυχόν προσβολές. Αντίθετα, χωρίς τις ειδικές και λεπτομερείς αντιρατσιστικές νομοθεσίες, οι οποίες είναι, εξ άλλου,  απόλυτα συμβατές με το άρθρο 10,  είναι λίαν αμφίβολο αν θα ήταν εφικτή κάποια αποτελεσματική προστασία και αυτών τούτων  των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ανηκόντων στις κατηγορίες των  θυμάτων του μισαλλόδοξου λόγου (που απειλεί την  ελευθερία της δικής τους έκφρασης, προκαλεί  διακρίσεις  ή ακόμη και εγκληματικές ενέργειες  εις βάρος τους)   από τις συνέπειες του. Από τις συνέπειες δηλαδή ενός λόγου,  ο οποίος, ακριβώς επειδή στοχεύει σε στοιχεία του θυμικού του κάθε ανθρώπου (αναγνώστη, ακροατή ή θεατή), έχει εύκολη, γρήγορη και μαζική πρόσβαση στο στόχο του, όσο περιθωριακή και αν είναι, στην αρχή, η πηγή του.     

 

Τελείως διαφορετική είναι η  περίπτωση του  λεγόμενου ρεβιζιονιστικού ιστορικού λόγου (δηλαδή ο λόγος που αρνείται το Ολοκαύτωμα και τις γενοκτονίες). Παρατηρείται τελευταία η από πολλές νομοθεσίες ευρωπαϊκών χωρών ποινικοποίησή του [42]. Άποψη μου είναι ότι, σε αντίθεση με ότι ισχύει με τις περιπτώσεις του μισαλλόδοξου ή ρατσιστικού λόγου, μια τέτοια ποινικοποίηση, όταν ο σχετικός λόγος δεν είναι ταυτόχρονα και κήρυγμα μίσους κατά κάποιας συγκεκριμένης κατηγορίας ανθρώπων, αντιβαίνει  στην ελευθερία έκφρασης [43]. Εν προκειμένω πρόκειται για επιστημονικό λόγο, ενδεχομένως ανόητο, ανιστόρητο ή αναπόδεικτο, αλλά αυτό δεν τον κάνει λιγότερο προστατεύσιμο. Δεν ανήκει στο κράτος ο ρόλος του πάτρωνα της ιστορικής αλήθειας και της γνησιότητας του επιστημονικού διαλόγου. Είναι δε πολύ δύσκολη και επικίνδυνη η  προσπάθεια χάραξης διαχωριστικής γραμμής του πότε μια επιστημονική άποψη είναι σοβαρή και προσκομίζει κάτι καινούργιο στον επιστημονικό  διάλογο και πότε όχι.  Αν υιοθετούσαμε την αντίθετη εκδοχή θα ήταν σαν να αδειάζαμε από κάθε περιεχόμενο την διαρκώς επαναλαμβανόμενη (τουλάχιστον ως προς την μείζονα πρόταση αυτής) νομολογία Handyside, για την οποία έγινε πιο πάνω λόγος, και η οποία ομιλεί για ανάγκη προστασίας του λόγου, ο οποίος σοκάρει, προκαλεί και δημιουργεί ανησυχία στον αποδέκτη του. Η καλύτερη “τιμωρία” για τους εκκεντρικούς ιδεοληπτικούς αρνητές του Ολοκαυτώματος και των διαπιστωμένων γενοκτονιών είναι η αγνόησή τους από τις επιστημονικές κοινότητες, τα ΜΜΕ και η άρνηση του κοινού να αγοράσει τα όποια βιβλία τους.           

 

Θα είχε ενδιαφέρον να γίνει μια παρουσίαση της πλούσιας Αμερικανικής νομολογίας του  Supreme Court γύρω από παρόμοια θέματα της ελευθερίας της έκφρασης και ελευθερίας της τέχνης (freedom of speech)[44]. Eλευθερίας που κατοχυρώνεται με ξεχωριστή και πανηγυρική ειδική τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος (First Amendment-1791). Η νομολογία αυτή είναι πιο “φιλελεύθερη” και πιο “φιλική” στην ελευθερία λόγου, στις περιπτώσεις όπου η ελευθερία αυτή βρίσκεται σε ένταση  με άλλα  προστατευόμενα αγαθά, από ότι το ΕΔΔΑ[45] Φυσικά αυτό δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια της σημερινής παρουσίασης.

   

   Θα κλείσω λοιπόν με κάποιες αναφορές στην χώρα μας. Κατ' αρχάς το νομικό πλαίσιο. Το ίδιο το άρθρο 14 ορίζει  στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 επί λέξει ότι κατ ' εξαίρεση επιτρέπεται κατάσχεση εφημερίδων και εντύπων μετά την κυκλοφορία με εισαγγελική παραγγελία, μεταξύ άλλων, α) για προσβολή της χριστιανικής και άλλης γνωστής θρησκείας, β) για άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλλει ολοφάνερα  την δημόσια αιδώ, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Γεννάται το ερώτημα: άραγε υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των διατάξεων αυτών συνταγματικής τυπικής ισχύος και του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευτεί από το ΕΔΔΑ; Χωρίς να πάρω θέση στο ακανθώδες θέμα, το οποίο θα προκαλούσε μια τεράστια συζήτηση, αν υπερισχύει σε τέτοιες περιπτώσεις το Σύνταγμα ή η ΕΣΔΑ (έχει υποστηριχθεί και η τελευταία γνώμη αν και στην εγχώρια θεωρία και νομολογία είναι πολύ μειοψηφική [46]  ) πιστεύω ότι δεν υπάρχει τέτοια σύγκρουση. Και τούτο για δύο λόγους: Α) Γνήσια σύγκρουση κανόνων δικαίου υπάρχει μόνο όταν ένας κανόνας επιβάλλει μια ρύθμιση που ο άλλος κανόνας απαγορεύει. Άποψή μου είναι ότι το Σύνταγμα δεν επιβάλλει την κατάσχεση στις περιπτώσεις αυτές. Είναι κανόνας επιτρεπτικός. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι χρησιμοποιείται το ρήμα “επιτρέπεται” καθώς και το γεγονός,  ότι ο κανόνας αυτός είναι στενά ερμηνευτέος, ως εξαιρετική διάταξη του βασικού γενικού κανόνα της απαγόρευσης κατάσχεσης. Επομένως, κατά την γνώμη μου πάντα, η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί αλλά δεν είναι υποχρεωμένος να θεσπίσει τέτοιες διατάξεις. Με άλλα λόγια, και αν καταργούντο από τον Ποινικό Κώδικα  οι διατάξεις περί περιϋβρίσεως θρησκεύματος τούτο δεν θα αντέκειτο στο Σύνταγμα. Από την άλλη βέβαια, ούτε οι ισχύουσες διατάξεις αντίκεινται στο Σύνταγμα. Β)Δεύτερος λόγος  και κυριότερος είναι το ότι  και  η ίδια ΕΣΔΑ, αλλά  και η νομολογία του ΕΔΔΑ, την οποία διέτρεξα, προβλέπουν περιπτώσεις περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης για λόγους εξυβρίσεως θρησκεύματος ή για βάναυση προσβολή τρίτων. Το ΕΔΔΑ δεν στέκεται τόσο στις διατάξεις του εθνικού νόμου που εφαρμόστηκε, όσο στις ειδικότερες συνθήκες της κάθε υποθέσεως, τις οποίες “φιλτράρει” κάτω από το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, δηλαδή πως ο εθνικός νόμος εφαρμόστηκε από την Διοίκηση και τα Δικαστήρια, ποιά ήταν η βαρύτητα της προσβολής, πόση διάδοση είχε η προσβλητική γνώμη, και τι είδους κύρωση επιβλήθηκε για την παράβαση.

   

   Σε επίπεδο νόμου ισχύουν ο νόμος 5060/1931 περί τύπου, του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 29 και 30 περί ασέμνων εξακολουθούν και ισχύουν παρά την κατά τα λοιπά κατάργηση του νόμου αυτού. Επίσης ο Ποινικός Κώδικας περιλαμβάνει διατάξεις, όπως οι διατάξεις του άρθρου 198 (κακόβουλη βλασφημία θρησκείας), 199 (καθύβριση θρησκευμάτων). Eπίσης ισχύει, σε ότι αφορά την απαγόρευση του μισαλλόδοξου λόγου,  ο λεγόμενος αντιρατσιστικός νόμος 927/1979, όπως τροποποιήθηκε πρόσφατα με το ν. 4285/2014 (139 Α).

 

  Σε επίπεδο  πρακτικής, τώρα, το λιγότερο που μπορώ να πω ότι η χώρα μας δεν διακρίνεται για κλίμα ανεκτικότητας στον προκλητικό, ετερόδοξο, αντικονφορμιστικό λόγο. Δεν θέλω να επεκταθώ στο κλίμα που καλλιεργεί ο τύπος, η τηλεόραση, οι οργανωμένες ομάδες, στο πόσες φορές έχουν εισβάλλει διάφορες ομάδες και έχουν διαταράξει θεατρικές παραστάσεις [47], στο πόσες φορές έχουν κατέβει πίνακες από εκθέσεις ή για το πόσες φορές προγραμματισθείσες προβολές ταινιών τελικά δεν προβλήθηκαν -χωρίς καν έχουν εκδοθεί  σχετικές διοικητικές πράξεις-  με μόνο τον φόβο βιαιοπραγιών, στο ότι πρόσφατα- μόλις τον περασμένο Νοέμβριο-  έγινε εμπρησμός στα γραφεία εφημερίδας στην Αθήνα, χωρίς μάλιστα καν την “δικαιολογία” ότι καθύβρισε άρθρο της  θρήσκευμα, αλλά για τις πολιτικές απόψεις του συντάκτου των κυρίων άρθρων της. Δημιουργείται έτσι ως βαρύτατη παρενέργεια ένα κλίμα φόβου και αυτολογοκρισίας που ακρωτηριάζει και αυτό εξ ίσου την ελευθερία έκφρασης [48] .Μπορεί κανείς ίσως να κατανοήσει  τις ιστορικές εξηγήσεις (οι οποίες όμως επ ' ουδενί  δεν μπορούν  να γίνουν αποδεκτές ως  δικαιολογίες ειδικά μετά από 40 έτη λειτουργίας της δημοκρατίας) για το πως δημιουργήθηκε αυτό το κλίμα μη ανοχής και μισαλλοδοξίας στην χώρα μας, νομίζω όμως ότι, δεδομένου μάλιστα  ότι φαινόμενα, σαν  αυτά, κάθε άλλο παρά εξαίρεση είναι και δυστυχώς αντί να μειώνονται μάλλον αυξάνονται,  το κλίμα αυτό δεν περιποιεί τιμή την Χώρα και για όλους μας και σίγουρα  δεν δείχνει ότι έχει εμπεδωθεί στην Ελλάδα  το κλίμα πλουραλισμού, ανεκτικότητας και η ευρύτητας πνεύματος, χωρίς τα οποία, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ αλλά και τα διδάγματα της παγκόσμιας κοινής ιστορικής εμπειρίας,  δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία… Δεν θα αναφερθώ εδώ στην καταδίκη σε πρώτο βαθμό σε φυλάκιση του Αυστριακού σκιτσογράφου-γελοιογράφου  Gerhard Haderer σε φυλάκιση 6 μηνών από Ελληνικό δικαστήριο για την συγγραφή του βιβλίου “Η ζωή του Χριστού”, το οποίο θεωρήθηκε υβριστικό, δεδομένου ότι κατ' έφεση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων με απόφασή του της 13.4.2005 τον αθώωσε από κάθε κατηγορία, διαπιστώνοντας ότι τα σκίτσα ήταν χιουμοριστικά και δεν  είχαν κακόβουλη πρόθεση. Η σε δεύτερο όμως βαθμό αθώωση δεν διαγράφει την ταλαιπωρία κυρίως την ψυχική και την αγωνία κάποιου, ο οποίος καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό. Και το κυριότερο, όπως προκύπτει από πρόσφατες εξελίξεις η νοοτροπία αυτή η εχθρική προς την ετερόδοξη, αιρετική και προκλητική γραφή και έκφραση εξακολουθεί στην χώρα μας. Όπως, ίσως όλοι γνωρίζετε, τον περασμένο Ιανουάριο ο Φίλιππος Λοϊζος, κάτοικος Βόλου, δημιουργός της ιστοσελίδας του “Γέροντα Παστίτσιου”, στην οποία ειρωνευόταν την λατρεία που έχει δημιουργηθεί γύρω από το πρόσωπο του αποθανόντος  το 1994 Αθωνίτου μοναχού γέροντος Παϊσίου, καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε φυλάκιση 10 μηνών για “καθύβριση θρησκεύματος”. Δεν έχω διαβάσει το σκεπτικό της αποφάσεως και – αν όχι για άλλο λόγο σίγουρα πάντως λόγω ιδιότητος- δεν μου αρέσει η προχειρόλογη και καφενειακή κριτική κειμένων, πόσο μάλλον μιας δικαστικής απόφασης. Με την επιφύλαξη λοιπόν αυτή της εκ μέρους μου μη ανάγνωσης της απόφασης, θα ήθελα απλώς να θέσω ένα ερώτημα. Η διατήρηση μιας ιστοσελίδας, την οποία επισκέπτεται κάποιος μόνο όταν το επιθυμεί, μια ιστοσελίδα μεταξύ των εκατοντάδων  που υπάρχουν (πολλές μάλιστα από τις οποίες περιέχουν ανοικτά και προκλητικά  ρατσιστικό, ναζιστικό, μισαλλόδοξο λόγο,  ευθεία αμφισβήτηση των δημοκρατικών θεσμών και παρακίνηση σε πράξεις βίας κατά αλλοδαπών, ομοφυλοφίλων κλπ), μια ιστοσελίδα σατιρικού χιουμοριστικού μάλιστα και μόνο περιεχομένου, και, τέλος, μια ιστοσελίδα η οποία δεν καθύβρισε τα δόγματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δεν εξέπεμψε μίσος κατά των οπαδών της, ούτε καν ειρωνεύτηκε τον ίδιο εν λόγω μοναχό, αλλά ήθελε απλώς να διακωμωδήσει και στηλιτεύσει   το φαινόμενο της λατρείας, που έχει αναπτυχθεί γύρω από την μνήμη του, μπορεί να δικαιολογήσει φυλάκιση 10 μηνών, επειδή κάποιοι πέρα από το αν βλέπουν οι ίδιοι ή όχι την εν λόγω ιστοσελίδα, δεν θέλουν ούτε καν αυτή να υπάρχει και να την βλέπουν ούτε οι άλλοι, οι οποίοι  όμως μπορεί να θέλουν να την επισκεφθούν, να αισθάνονται ότι τους εκφράζει  και ουδόλως ενοχλούνται από αυτήν? Το αφήνω στην κρίση του καθενός.

 

    Δύσκολο πολίτευμα η Δημοκρατία, αυτή η  μέγιστη κατάκτηση του ανθρώπινου πολιτισμού. Δύσκολες οι σταθμίσεις που απαιτεί συνεχώς και οι ισορροπίες της. Απαιτεί συνεχή εγρήγορση, ανανέωση της σκέψης μας, κριτικό και αυτοκριτικό αναστοχασμό. Απαιτεί κλίμα ανοχής, κλίμα συνεννόησης και συμβιβασμών των διϊσταμένων απόψεων και όχι κλίμα ακραίας και πεισματικής μισαλλοδοξίας. Απαιτεί συνθέσεις, ωριμότητα και  ευρύτητα πνεύματος.Η Ιστορία δείχνει ότι ποτέ δεν είναι οριστικά κατοχυρωμένη, ούτε αυτονόητη. Αντίθετα είναι πολύ εύθραυστο πολιτευμα. Ειδικότερα οι πιο παλιοί που έζησαν πολέμους δικτατορίες ξέρουν πόσο πολύτιμη είναι. Ορισμένες φορές σκέπτομαι, ότι η Δημοκρατία είναι θύμα της επιτυχίας της τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Η συχνά φθαρμένη και παρακμιακή  από φαινόμενα διαφθοράς ή περιθωριοποίησης  μεγάλων ομάδων του πληθυσμού εκδοχή της, την οποία έχουν ζήσει οι νεότεροι, οι οποίοι από την άλλη δεν έχουν όμως γνωρίσει την συμφορά των δικτατοριών και εμφυλίων αλλά και η -συγχωρέστε μου τον ξένο όρο, αλλά νομίζω ότι μόνο αυτός εκφράζει αυτό ακριβώς που θέλω να πω- η banalisation  της (η “ρουτινοποίησή”) της  έχουν βλάψει την εικόνα της και την ακτινοβολία της στα μάτια τους. Αυτό είναι ένας πάρα πολύ μεγάλος κίνδυνος και την χώρα μας αλλά και για όλη την Ευρώπη.  Δύσκολη λοιπόν η Δημοκρατία, αλλά και -ίσως ακριβώς γι' αυτό- σαγηνευτική . Δεν παύει όμως να είναι, όπως είπε ο Churchill, το χειρότερο πολίτευμα εκτός από όλα τα άλλα [49]. Και επειδή απειλείται και πάλι από τις αδυναμίες της, που προανέφερα, χρειάζεται ιδιαίτερα στις μέρες μας συνειδητή και πεισματική υπεράσπιση. Είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας.  

                                         

                                             Χρήστος Ν. Ράμμος

                                      Σύμβουλος του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

ΥΓ. Το πόσο απειλείται η ελευθερία έκφρασης φάνηκε και από την επίθεση ενόπλου στην συνδιάσκεψη για την ελευθερία της έκφρασης στην Κοπεγχάγη πριν δέκα ακριβώς ημέρες (14.2) με δύο νεκρούς.

 

Βιβλιογραφία-αρθρογραφία για το θέμα

Ελληνικά

1.Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ' άρθρο-Διεύθυνση: Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος -Νομική Βιβλιοθήκη-2013

2.Ο Θεός δεν έχει ανάγκη εισαγγελέα- Ελληνική Ένωση για τα δικαιώματα του ανθρώπου- επιμέλεια Δημήτρης Χριστόπουλος-εκδόσεις Νεφέλη-2013

3.Ζιώγας Γ.-Καραμπίνης Λ.-Σταυρακάκης Γ.-Χριστόπουλος Δ. (επιμ.), Όψεις λογοκρισίας στην Ελλάδα, Νεφέλη-Πλατφόρμες-2008

4.Dartevelle P.-Denis D.-Robyn J.-Δημούλης Δ. (επιμ.), Δικαίωμα στη βλασφημία, Μαύρη Λίστα-2000.

5.Tσακυράκης Σ., Θρησκεία κατά τέχνης, Πόλις, 2η έκδ.-2005.

6.Τάκης Α., Για την ελευθερία της Τέχνης, Δοκίμιο πολιτικής και συνταγματικής θεωρίας, Σαββάλας 2008.

7.Καραβοκύρης Γ., Η ελευθερία της έκφρασης ως ελευθερία της προσβολής-Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου- τεύχος 4/2011 -σελίδες 598-613.

8.A. Φωτιάδου, Σταθμίζοντας την ελευθερία του λόγου.Δικαστικές τεχνικές και ελευθερία λόγου στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Μελέτες Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτειολογίας τ. 13, 2006.

9.Βασιλική Χρήστου, Ελευθερία της Έκφρασης, Όψεις της δογματικής και θεωρητικής της σύλληψης στην Γερμανία και στις Ήνωμένες Πολιτείες, ΤοΣ 2/2007, σ. 345 επ.

10.Βασιλική Χρήστου, Τα συνταγματικά όρια στην απαγόρευση πρόκλησης “εχθροπάθειας” κατά το πρόσφατο σχέδιο νόμου κατά του ρατσισμού του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ΕφημΔΔ 1/2011, σ. 46.

Αγγλικά

1.Theory and practice of the European Convention of Human Rights -Pieter Van Dijk-intersentia-2006.

2.Constitutional Law- Principles and Policies – Erwin Chemerinsky, Aspen Publishers-2011.

3. The tyranny of silence-Flemming Rose-Cato Institute-2014

 Γαλλικά

1.La Convention Européenne des Droits de l' Homme-Commentaire article par article- sous la direction de Louis Edmond Pettiti-Economica-1999.

2.Droit Européen des Droits de l' Homme-Jean François Renucci-LGJD-2013.

3.Les grands arrêts de la Cour européenne des Droits de l'Homme-Frédéric Sudre-Thémis-PUF-2015.

4.Jurisprudence  de la Cour européenne des Droits de l'Homme-Vincent Berger-Sirey-2014.

5.Liberté d’expression, blasphème, racisme – essai d’analyse philosophique et comparée Guy Haarscher στο Université Libre de Bruxelles -Centre Perelman de philosophie du droit n° 2007/1 http://www.philodroit.be/IMG/pdf/WP-2007-1-GHaarscher.pdf

6.La liberté d'expression-Jean Morange-Bruylant-2009

7.Ruwen Ogien, La liberté d’offenser. Le sexe, l’art et la morale

Paris, Éd. La Musardine, coll. L’attrape-corps, 2007,

Γερμανικά

Religionsbeschimpfung-Der rechtliche Schutz des Heiligen-Josef Isensee-Arnold Angenendt-Michael Pawlik-Duncker und Humboldt Verlag-Berlin 2007

http://www.zeit.de/gesellschaft/zeitgeschehen/2015-03/blasphemie-gotteslaesterung-straftatbestand-religion

 

 

 

 

 


[1]          (super liberté)

[2]              Στην μειοψηφία του στην απόφαση Markt Intern Verlag Gmbh κατά Γερμανίας 20.11.1989 “La liberté d' expression est le pilier de la défense des droits fondamentaux. Sans  liberté d' expression il est impossible de connaître la violation des autres droits”

[3]             “Ελευθερία έκφρασης. 1. Παv πρόσωπov έχει δικαίωμα εις τηv ελευθερίαv εκφράσεως. Τo δικαίωμα τoύτo περιλαμβάvει τηv ελευθερίαv γvώμης ως και τηv ελευθερίαv λήψεως ή μεταδόσεως πληρoφoριώv ή ιδεώv, άvευ επεμβάσεως δημoσίωv αρχώv και ασχέτως συvόρωv. Τo παρόv άρθρov δεv κωλύει τα Κράτη από τoυ vα υπoβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιoφωvίας, κιvηματoγράφoυ ή τηλεoράσεως εις καvovισμoύς εκδόσεως αδειώv λειτoυργίας. 2. Η άσκησις τωv ελευθεριώv τoύτωv, συvεπαγoμέvωv καθήκovτα και ευθύvας δύvαται vα υπαχθή εις ωρισμέvας διατυπώσεις, όρoυς, περιoρισμoύς ή κυρώσεις, πρoβλεπoμέvoυς υπό τoυ vόμoυ και απoτελoύvτας αvαγκαία μέτρα εv δημoκρατική κoιvωvία δια τηv εθvικήv ασφάλειαv, τηv εδαφικήv ακεραιότηταv ή δημoσίαv ασφάλειαv, τηv πρoάσπισιv της τάξεως και πρόληψιv τoυ εγκλήματoς, τηv πρoστασίαv της υπoλήψεως ή τωv δικαιωμάτωv τωv τρίτωv, τηv παρεμπόδισιv της κoιvoλoγήσεως εμπιστευτικώv πληρoφoριώv ή τηv διασφάλσισιv τoυ κύρoυς και αμερoληψίας της δικαστικής εξoυσίας”

[4]    Όπως έχει πει η Ρόζα Λούξεμπουργκ ελευθερία είναι η ελευθερία αυτού που σκέπτεται διαφορετικά “Freiheit ist immer die Freiheit des Andersdenkenden”

[5]    Βλ σχετικώς απόφαση Von Hannover κατά Γερμανίας

[6]    Πολύ σημαντικές ως προς το θέμα αυτό και ειδικότερα ως προς τον σημαντικό και κεφαλαιώδη ρόλο του τύπου σε μια σύγχρονη δημοκρατία είναι οι αποφάσεις: α) Sunday Times κατά Ηνωμένου Βασιλείου 26.4.1979 σκέψη 65, και β)Lingens κατά Αυστρίας 8.7.1986  §§41-42 γ)Stoll  κατά Αυστρίας §§102-106

[7]    Bλ. Sürek κατά Τουρκίας, 8.7.1999

[8]    Η ορθότητα της τελευταίας αυτής άποψης έχει αμφισβητηθεί από πολλές μειοψηφίες διότι θεωρείται ότι εξασθενεί την ομογενοποίηση της αντίληψης για την ελευθερία έκφρασης σε όλη την Ευρωπαϊκή Ήπειρο που είναι και ο σκοπός για τον οποίο θεσπίσθηκε το ΕΔΔΑ

[9]     Freedom of expression constitutes one of the essential foundations of such a society, one of the basic conditions for its progress and for the development of every man. Subject to paragraph 2 of Article 10 (art. 10-2), it is applicable not only to "information" or "ideas" that are favourably received or regarded as inoffensive or as a matter of indifference, but also to those that offend, shock or disturb the State or any sector of the population. Such are the demands of that pluralism, tolerance and broadmindedness without which there is no "democratic society". This means, amongst other things, that every "formality", "condition", "restriction" or "penalty" imposed in this sphere must be proportionate to the legitimate aim pursued.

        From another standpoint, whoever exercises his freedom of expression undertakes "duties and responsibilities" the scope of which depends on his situation and the technical means he uses. The Court cannot overlook such a person's "duties" and "responsibilities" when it enquires, as in this case, whether "restrictions" or "penalties" were conducive to the "protection of morals" which made them "necessary" in a "democratic society".

[10]        στις οποίες λόγω ελλείψεως χρόνου δεν θα αναφερθώ εδώ-ούτε στις επόμενες αποφάσεις, που θα σχολιάσω- μπορεί ο καθένας να αναζητήσει τις σχετικές αποφάσεις και να τις αναγνώσει

[11]  Das Liebeskonzil

[12]    Those who choose to exercise the freedom to manifest their religion, irrespective of whether they do so as members of a religious majority or a minority, cannot reasonably expect to be exempt from all criticism. They must tolerate and accept the denial by others of their religious beliefs and even the propagation by others of doctrines hostile to their faith. However, the manner in which religious beliefs and doctrines are opposed or denied is a matter which may engage the responsibility of the State, notably its responsibility to ensure the peaceful enjoyment of the right guaranteed under Article 9 (art. 9) to the holders of those beliefs and doctrines. Indeed, in extreme cases the effect of particular methods of opposing or denying religious beliefs can be such as to inhibit those who hold such beliefs from exercising their freedom to hold and express them.

[13]  Για να μη δημιουργηθούν παρεξηγήσεις η έμφαση του Δικαστηρίου δεν βρίσκεται στο ότι η θιγείσα πίστη ήταν πλειοψηφική. Είναι σαφές νομίζω ότι θα έλεγε το ίδιο και αν είχε προσβληθεί και μια μειονοτική θρησκεία αν είχαν προσβληθεί ή εξυβρισθεί  τα σύμβολά της

[14]  Είναι γνωστό ότι όταν μιλάμε για καλλιτεχνική δημιουργία δεν παίρνουμε θέση για την καλλιτεχνική αξία του κρινομένου έργου- κάτι που είναι εξ άλλου εξόχως υποκειμενικό και ευμετάβολο. Επομένως και το “κακό” από αισθητικής απόψεως έργο τέχνης υπόκειται στην προστασία του άρθρου 10. Αυτή είναι και θέση του ΕΔΔΑ

[15]  Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον  Alexis de Toqueville  στο βιβλίο του Democracy in America (1835) και απέκτησε ευρύτερη διάδοση από την χρησιμοποίηση του από τον John Stuart Mill στο βιβλίο του On Liberty (1859), ένα έργο που μπορεί να θεωρηθεί η επιτομή του πολιτικού φιλελευθερισμού

[16]           Ισπανή Καρμηλίτισα μοναχή του 16ου αιώνα και αγία της Καθολικής Εκκλησίας, φερόμενη ότι είχε οράματα στα οποία επικοινωνούσε με τον Χριστό

[17]  Gratuitously. Θεωρώ άστοχη την αόριστη αυτή νομική έννοια. Η κριτική σε μια φιλοσοφική θεωρία ή σε ένα θρήσκευμα πάντα γίνεται απρόκλητα. Δεν είναι απαραίτητο να έχει προκληθεί κάποιος προηγουμένως προκειμένου να έχει το δικαίωμα να ασκήσει κριτική και να πει πχ ότι κατά την γνώμη του οι διδαχές του Χριστιανισμού ή του Ισλάμ είναι σκοταδιστικές.

[18]           “for the faithful "the strength of their own belief is the best armour against mockers and blasphemers"

[19]           We consider that these words should not become an incantatory or ritual phrase but should be taken seriously and should inspire the solutions reached by our Court.

[20]           But it is quite a different matter for the prosecuting authorities to institute criminal proceedings against a publisher of their own motion in the name of “God, the Religion, the Prophet and the Holy Book” (see paragraph 6 of the judgment); a democratic society is not a theocratic society

[21]  Chilling effect

[22]  Lastly, the time has perhaps come to “revisit” this case-law, which in our view seems to place too much emphasis on conformism or uniformity of thought and to reflect an overcautious and timid conception of freedom of the press.

[23]  Πχ  Leroy κατά Γαλλίας, 2.10.2008 §39

[24]        Θυμίζω ότι το Σύνταγμα της Ιρλανδίας περιέχει διατάξεις που δίνουν προεξάρχουσα θέση στην Καθολική Εκκλησία

[25]  Η Ελβετία έχει ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως αυτής που εκκρεμεί ενώπιον του Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως

[26]  Έννοια που και το ίδιο το ΕΔΔΑ έχει ρητώς αναγνωρίσει ότι πρέπει να προσαρμόζεται στις αντιλήψεις που επικρατούν σε κάθε συγκεκριμένη εποχή

[27]  Η παρατήρηση έγινε όταν ο πρόεδρος  Bush ο νεότερος εισηγήθηκε στο Κογκρέσο την υιοθέτηση μιας αυτστηρής αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, η οποία σε πολλά σημεία ενείχε σαφείς παραβιάσεις ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών  με το επιχείρημα της τρομοκρατικής απειλής μετά την επίθεση στους Διδύμους Πύργους στις 11.9.2001 “Rights would be worthless and the idea of a right incomprehensible unless respecting rights meant taking some risks. We can and must try to limit those risks, but some risk will always remain. Of course we must sharpen our vigilance but we must also discipline our fears” Terror & the Attack on Civil Liberties-New York Review of Books 6.11.2003

[28]  Στην τελευταία περίπτωση υπάρχει αυτό που η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ονομάζει intrusiveness. Διείσδυση στην ζωή του άλλου.

[29]            Ρ. Rolland στην μονογραφία του με τίτλο  “Εxiste-t-il un droit au respect des convictions religieuses dans les médias ? Sur une jurisprudence récente de la CEDH'' (2004)

[30]  Όπως έχει πει και ο Αρχιεπίσκοπος Παρισίων Καρδινάλιος  Vingt Trois, ο οποίος έχει συχνότατα αποτελέσει αντικείμενο γελοιοποίησης από το περιοδικό   Charlie-Hebdo: “Η αυθεντικότητα της πίστης δεν  αποδεικνύεται  με την  επιβολή της με την βία” “.. L'authenticité de la foi ce n'est pas de s'imposer par la violence…”.

[31]           που περιλαμβάνει ως κατοχυρωμένο νομικά δικαίωμα κυρίως την θρησκευτική ελευθερία, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτή, διότι περιλαμβάνει όλες τις φιλοσοφικές κοσμοθεωρητικές πεποιθήσεις δοξασίες και απόψεις που συνθέτουν μια προσωπικότητα

[32] Ni Dieu ni maître

[33]           La libre communication des pensées et des opinions est un des droits les plus précieux de l'Homme : tout Citoyen peut donc parler, écrire, imprimer librement, sauf à répondre de l'abus de cette liberté dans les cas déterminés par la Loi.

 

[34]  La liberté de presse est une liberté fondamentale, d' autant plus précieuse, que son exercice est l' une des garanties essentielles du respect des autres droits et libertés et de la souveraineté nationale

[35]  Que serait une démocratie dans laquelle ne s' affronteraient pas des opinions librement formées au terme d' une information largement diffusée et des options différentes sur ce que requiert le développement de la Cité

[36]          όρος που έχει επικρατήσει από παλιά στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ- με αυτόν υπονοείται  ο τύπος που με τον έλεγχο που ασκεί είναι ο φύλακας της Δημοκρατίας -watchdogs

[37]  Watchdogs are not meant to be peaceful puppies, their function is to bark and disturb the appearance of peace, whenever a menace threatens

[38]  “ No religion can be permitted to legislate for everyone about what can or cannot be drawn any more than it can legislate about what may or may not be eaten. No one’s religious convictions can be thought to trump the freedom that makes democracy possible”. Ronald Dworkin- The right to ridicule- New York Review of Books- 23.3.2006

[39]  Οι οποίες έχουν μάλιστα επικυρωθεί και δικαστικά βλ. Απόφαση του Conseil d' Etat της 9.1.2014 με την οποία επικυρώθηκε απαγόρευση  παράστασης στη Νάντη της Γαλλίας  ενός πολύ γνωστού στην Γαλλία “κονφερανσιέ” και  ηθοποιού του Dieudonné M'bala M'bala. Ο τελευταίος έχει στο παρελθόν πολύ συχνά εκτραπεί υπό το μανδύα του χιούμορ σε ακραία  χυδαίες και ανοικτά υβριστικές  άλλοτε αντιαραβικές και αντισημιτικές εκφράσεις. Η απαγόρευση της εκδήλωσης έγινε αρχικά με απόφαση του οικείου Νομάρχη,  με την αιτιολογία ότι η πραγματοποίησή της δημιουργεί κίνδυνο αντιδιαδηλώσεων και διαμαρτυριών  από τους θιγόμενους από τα λεγόμενα του εν λόγω ηθοποιού. Ασφαλιστικά μέτρα του τελευταίου κατά της απαγόρευσης αυτής έγιναν δεκτά από το τοπικό Διοικητικό Δικαστήριο. Έφεση κατά της απόφασης αυτής του Γάλλου Υπουργού Εσωτερικών έγινε δεκτή με την προαναφερθείσα απόφαση του Γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας, που έκρινε ότι λόγω των μισαλλόδοξου περιεχομένου που συνήθως έχουν οι εμφανίσεις του Dieudonné M'bala M'bala,  η διενέργεια της παράστασης μπορούσε  όντως να προκαλέσει διασάλευση της τάξης και επικύρωσε την νομαρχιακή απαγόρευση. Το κύριο αυτό αιτιολογικό έρεισμα της απόφασης  αυτή υπέστη μεγάλη κριτική. Σύμφωνα με αυτήν  το κράτος οφείλει να προστατεύει μια εκδήλωση και να διατηρεί την δημόσια τάξη και δεν μπορεί να επικαλείται την αδυναμία του να το πράξει για να απαγορεύει την εκδήλωση. Βλ. Σχετικά και άρθρο του  Παναγιώτη Βογιατζή ''Προσκρούοντας στον τοίχο του Ντιεντοννέ", The book's journal, τεύχος 41, Μάρτιος 2014, σ. 24

[40]  Οπότε οφείλουν να ανέχονται την όποια και όσο οξεία κριτική υφίστανται οι απόψεις τους, διότι στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για ρατσιστικό λόγο ή επίθεση, αλλά για διάλογο γύρω από ιδέες.

[41]  Για τον μισαλλόδοξο λόγο στην χώρα μας βλ.  την υπ' αριθμ. 65738/2014 απόφαση του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο Αλ. Πλωμαρίτης υποψήφιος βουλευτής Α' Αθηνών της Χρυσής Αυγής και μέλος της Κεντρικής της Επιτροπής για παραβίαση του αντιρατσιστικού νόμου (927/1979). Κρίθηκε ότι η  ρητορική του ήταν ικανή να προκαλέσει μίσος, βία και διακρίσεις.

[42]  Αρχής γενομένης με την Γαλλία. Νόμος  Gayssot της 13.7.1990 που ποινικοποιεί την άρνηση του Ολοκαυτώματος των Εβραίων από τους Ναζί κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

[43]  Ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση δίνει και η μνημονευθείσα ανωτέρω απόφαση Perinçek κατά Ελβετίας 17.12.2013 του ΕΔΔΑ

[44]           Σημαντικές αποφάσεις του Supreme Court πάνω στο θέμα που μας απασχολεί 1.PARIS ADULT THEATRE I v. SLATON, 413 U.S. 49 (21.6.1973) 2.VANCE v. UNIVERSAL AMUSEMENT CO., 445 U.S. 308 (18.3.1980), 3.ARCARA v. CLOUD BOOKS, INC., 478 U.S. 697 (7.7.1986), 4. Joseph Burstyn v. Wilson,343 U.S. 495 (1952), 5.Cohen v. California (No 299) 403 U.S. 15/7.6.1971, 6.Epperson v. Arkansas, 393  U.S. 97/12.11.1968,7.Hannegan v. Esquire, 327  U.S. 146/7.2.1946, 8.West Virginia State Board of Education v. Barnette, 319  U.S. 624/14.6.1943  9.New York Times v. Sullivan, 376 U.S. 254/9.3.1964 10.Hustler Magazine v. Falwell, 485  U.S. 46/24.2.1988  .11.Texas v. Johnson 491  U.S. 397/21.6.1989 (για το κάψιμο της αμερικανικής σημαίας), 12.Snyder v. Phelps ( No. 09-751/2011 ), 13.Chaplinsky v.New Hampshire 315 U.S. 568/1942  14.VIRGINIA V. BLACK (01-1107) 538 U.S. 343 (7.4.2003),15.NSPA v. Skokie 432 US 43 (1977) . 15.Miller v. California 1973. 16.Edwards v. Aguillard, 1987. 17.Cantwell v. Connecticut [1940]. 18.Gertz v.Robert Welch Inc 418 US 323 (1974). 19.Brandenburg v. Ohio 1969-ελευθερία έκφρασης και για τους εχθρούς της ελευθερίας. 20. R.A.V. v. City of Saint Paul 505 US, 377 (1992). 21. Ashcroft v. American Civil Liberties Union (2004).

[45]  Αναφέρω εδώ απλώς ότι η προσβολή που αποτελεί για τους περισσότερους από τους πολίτες το κάψιμο της αμερικανικής σημαίας (Texas v. Johnson, 491 US 397-21.6.1989), ή χυδαίες εκφράσεις κατά των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων (Cohen v. California, 403 US 15- 7.6.1971) , ή τανία κριθείσα ιερόσυλη και υβριστική για κεντρικά πρόσωπα της Καινής Διαθήκης (Burstyn v. Wilson, 343  US 495, 26.5.1952) δεν μπορεί ποτέ σύμφωνα με τη νομολογία αυτή να θεωρηθεί επαρκής λόγος για να μπουν εμπόδια ή να απαγορευτεί η ελευθερία έκφρασης).

[46]  Για το ΕΔΔΑ φυσικά δεν τίθεται το πρόβλημα. Ο μοναδικός ορίζοντας του ΕΔΔΑ είναι η ΕΣΔΑ. Αυτήν μόνο γνωρίζει, αυτήν ερμηνεύει και αυτήν εφαρμόζει χωρίς να δεσμεύεται κατά την διαμόρφωση της τελικής του θέσης από το τι ορίζουν τα Συντάγματα των επιμέρους χωρών. Αυτό είναι πρόβλημα -αν είναι- μόνο για τους εθνικούς δικαστές, οι οποίοι θυμίζω είναι και αυτοί πρωτογενείς εφαρμοστές της ΕΣΔΑ.

[47]  1.Έκθεση Outlook 2003,  όπου τελικά κατέβηκε πίνακας του Thierry de Cordier 2.Θεατρική παράσταση Corpus Christi του Terrence Macnally στο θέατρο του Πολιτιστικού χώρου Χυτήριο το φθινόπωρο του 2012, που δεν μπόρεσε να γίνει λόγω βιαιότατων αντισυγκεντρώσεων. Παλιότερα παραδείγματα εμπρησμός κινηματογράφου το 1988 διότι ανέβασε την ταινία του  Martin Scorcese “Ο τελευταίος πειρασμός”, ποινική διώξη το 1984 για το έργο “Άγιος Πρεβέζης” του Δ. Κολλάτου, απόσυρση βίντεο της Εύας Στεφανή από την έκθεση  Art Athina  το 2007 . Αποκαλυπτική είναι επίσης η  περίπτωση των λημμάτων "Φιλιππινέζες", "Βούλγαροι", "Πόντιοι",του λεξικού  Μπαμπινώτη, στα οποία ο συγγραφέας του λεξικού παρέθεσε τις πράγματι χρησιμοποιούμενες ως "μειωτικές" έννοιες των λέξεων αυτών ("Φιλιππινέζα" = πολιτικός, υπηρέτης των συμφερόντων επιχειρηματία, πολιτικός ξενόδουλος, "Βούλγαρος" = για τους φιλάθλους των ομάδων της Αθήνας, οι φίλαθλοι ομάδων της Θεσσαλονίκης, "Πόντιος" = ο βλάκας). Με την Μον.Πρωτ.Θεσ/νίκης 18134/1998 διατάχθηκαν ως προσωρινά μέτρα η απαγόρευση διάθεσης του βιβλίου ή η διάθεσή του μετά την απάλειψη των εννοιών αυτών από τα σχετικά λήμματα. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την ΑΠ 13/1999 απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι επρόκειτο για αυστηρά επιστημονική αναφορά, καλυπτόμενη πλήρως από την ελευθερία του λόγου και απρόσφορη να θίξει την τιμή ή την υπόληψηκ.ά.

[48]  Πρέπει στο σημείο αυτό να παρατεθεί ένα απόσπασμα από γνωμοδότηση του τότε Συνηγόρου του Πολίτη (και ήδη Δημάρχου Αθηναίων) Γιώργου Kαμίνη, όταν εκλήθη να λάβει θέση επί του ζητήματος της αποκαθηλώσεως του πίνακα του Thierry de Cordier από την έκθεση Outlook (Γνωμοδότηση ΑΠ 1546.04.02.1/30.3.2004): “…η ματαίωση ή η συρρίκνωση της εκδηλώσεως εξ αιτίας του ενδεχομένου παρανόμων πράξεων, θα εγκαθίδρυε εμμέσως καθεστώς συναπόφασης και συναρμοδιότητας των κοινωνικών θυλάκων μισαλλοδοξίας ομού με τα συντεταγμένα πολιτειακά όργανα”

[49]  Democracy is the worst form of government, except for all the others.'

 

 

 

Η υποχρέωση επίδοσης της φορολογικής προσφυγής στη διοίκηση από τον προσφεύγοντα, εντός ορισμένης προθεσμίας, επί ποινής απορρίψεως του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος, ως απαράδεκτου: Παρατηρήσεις στη ΣτΕ 761/2014

Βαρβάρα Μπουκουβάλα, ΔΝ-Πρωτοδίκης ΔΔ

Στην υπ’ αριθμόν 761/2014 απόφαση του ΣτΕ το δικαστήριο με μία πολυεπίπεδη, από συνταγματική, μεθοδολογική και συντακτική άποψη, απόφαση, προέβη, αφενός μεν σε έλεγχο συνταγματικότητας, με κανόνα αναφοράς την αρχή της ισότητας των διαδίκων, του άρθρου 27 του ν.3900/2010, με την οποία τέθηκε ως προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της προσφυγής επί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, η επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου της, στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής, αφετέρου σε σύμφωνη με το Σύνταγμα και προσαρμοσμένη προς το Σύνταγμα ερμηνεία της ίδιας διάταξης, αναδεικνύοντας με εναργή τρόπο, τα εργαλεία, τις μεθόδους και τις τεχνικές του δικαστή κατά την άσκηση του παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, τα οποία μπορούν να εναλλάσσονται ακόμη και στο πλαίσιο της ίδιας απόφασης. 

 

Συνέδριο στη μνήμη των καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου Δημήτρη Θ. Τσάτσου και Γιώργου Παπαδημητρίου Με θέμα: «Ελληνική Πολιτεία και Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία», Θεσσαλονίκη 20-21/02/2015

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Συνέδριο

H

Νομική Σχολή

και η

Έδρα Jean Monnet
Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτισμού
(υπεύθυνη: Λίνα Παπαδοπούλου)

του ΑΠΘ

και ο Όμιλος ‘Αριστόβουλος Μάνεσης’

με την υποστήριξη του ΕΒΕΘ και του ΔΣΘ
και τη χορηγία του εκδ οίκου Σάκκουλα
διοργανώνουν συνέδριο

στη μνήμη των καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου

Δημήτρη Θ. Τσάτσου και Γιώργου Παπαδημητρίου

Με θέμα:

«Ελληνική Πολιτεία και Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία»

 

Παρασκευή 20 και Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, Τσιμισκή 29

Πρόγραμμα

 

Παρασκευή 20/2/2015 – Πρωινή Συνεδρία

Προεδρία: Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αν. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Διευθύντρια Τομέα Δημοσίου Δικαίου                                                                                                                                 

10.00 – 10.30       Έναρξη-χαιρετισμοί        [βίντεο]                                                                                                       

Περικλής Μήτκας, Πρύτανης ΑΠΘ [κείμενο]

Γιώργος Δέλλιος, Καθηγητής και Κοσμήτορας Νομικής Σχολής ΑΠΘ [κείμενο]                                                           Νικόλαος Βαλεργάκης, Προέδρος Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

Nίκος Αλιβιζάτος, Πρόεδρος Ομίλου ‘Αριστόβουλος Μάνεσης’                                                                            

Λίνα Παπαδοπούλου, Έδρα Jean Monnet, Αν. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ                                                                                                                                            

1η συνεδρία      Ελληνική Πολιτεία και Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία σε συνταγματικό σταυροδρόμι

                                                                                          

10.40 – 11.10       Τάσος Γιαννίτσης, τ. Υπουργός                                                                 

  Κράτος και διακυβέρνηση στο ευρωπαϊκό σύστημα αξιών [βίντεο]  [κείμενο]

 

11.10-11.30         Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ

Αλλαγή παραδείγματος; Η πρόκληση μιας νέας συνταγματικής οργάνωσης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο     [βίντεο]    [κείμενο]                                                                                    

 

11.30-11.50         Νέδα Κανελλοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου, Η έννοια του    κοινού συμφέροντος στη σύγχρονη πολιτεία                       [βίντεο]                                                                                                                 

11.50-12.20 Συζήτηση                                                                                                                                              

12.20-12.40         Διάλειμμα                                                                                                                                                          

2η συνεδρία      Ελληνικό και ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα

Προεδρία: Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Ευρωβουλευτής                                                                                                                      

12.40 – 13.10       Γιάννης Ραγκούσηςτ. υπουργός                                                                                           

Το σύστημα ανάδειξης της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας, συμπαραγωγός της πολιτικής κρίσης  [βίντεο] [κείμενο]                                                                                                                             

13.10 – 13.30       Θανάσης Ξηρός, Δ.Ν., Δικηγόρος, Διδάσκων ΕΑΠ                                                            

Η αντιπροσώπευση στη Γ'  Ελληνική Δημοκρατία. Οι συνταγματικές επιλογές και προτάσεις συνταγματικής πολιτικής [βίντεο] [κείμενο]                                                                                                                                            

13.30 – 13.50       Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ                     

Ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα: μεταξύ διακυβερνητισμού, δημοι-κρατίας και δημοκρατίας    [βίντεο]  [κείμενο]

13.50 – 14.20       Συζήτηση [βίντεο]                                                                                                                                                                                     

                                                                                                                                                                               

Παρασκευή 20/2/2015 – Απογευματινή Συνεδρία                                                                                                                                                                           

3η συνεδρία      Η μεταρρύθμιση του κράτους κάτω από την πίεση της ευρωπαϊκής ενοποίησης            

 

Προεδρία: Νίκος Αλιβιζάτος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ                

                                                                                                                                               

16.00 – 16.30       Γιώργος Κατρούγκαλος, Υπουργός, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου ΔΠΘ

  Οι μεγάλες προκλήσεις της μεταρρύθμισης του κράτους [βίντεο]

16.30 – 16.50       Μιχάλης Πικραμένος, Σύμβουλος Επικρατείας, Επ. Καθηγητής Διοικητικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ                                                                                                                          

Οι μείζονες μεταβολές στη δημόσια διοίκηση και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας  [βίντεο] [κείμενο]

16.50 – 17.10       Πηνελόπη Φουντεδάκη, Αν. Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου        

                          Τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια μεταξύ εναρμόνισης και διαφορετικότητας  [βίντεο]  [κείμενο]    

17.10 – 17.30       Κωνσταντίνος Γώγος, Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ                         

                         Νέες προκλήσεις για τη διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων    [βίντεο]                                                                                            

17.30 – 17.50       Συζήτηση                                                                                                                                                            

17.50 – 18.20       Διάλειμμα                                                                                                                                                          

18.20 – 19.10       Κώστας Σημίτης, τ. Πρωθυπουργός                                                                        

Οι προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης σήμερα. Μια νέα ευρωπαϊκή πολιτική είναι αναγκαία                [κείμενο]                                                                                                                

                                                                                                                                                                               

4η συνεδρία     

 

Προεδρία – Συντονισμός: Σαράντης Ορφανουδάκης, Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ                                                                                                                                          

19.20 – 21.00       "Θυμάμαι τον Δημήτρη Τσάτσο και τον Γιώργο Παπαδημητρίου" 

Παρεμβάσεις συνέδρων    [βίντεο]          [κείμενο πρ.Πρωθυπουργού Κ. Σημίτη για τον Γιώργο Παπαδημητρίου]                                                                                                                   

                                                                                                                                                                               

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου                                                                                                                              

                                                                                                                                                                    

5η συνεδρία      Η δικαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο

Πρόεδρος: Κώστας Μενουδάκος, επίτ. Πρόεδρος ΣτΕ                                   

               

10.00 – 10.30       Βασίλειος Σκουρής, Πρόεδρος Δικαστηρίου ΕΕ, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ                             Γνωμοδότηση του Δικαστηρίου ΕΕ για την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ  [βίντεο]                                   

10.30 – 10.50       Ευγενία Πρεβεδούρου,                Αν. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ                    

                          Βελτίωση της έννομης προστασίας υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης  [βίντεο]                      

10.50 – 11.10       Μπάμπης Ανθόπουλος, Αν. Καθηγητής ΕΑΠ                                                      

                         Τα εκλογικά δικαιώματα στη νομολογία του ΕΔΔΑ    [βίντεο]       [κείμενο]                                                                  

11.10 – 11.40       Συζήτηση [βίντεο]                                                                                                                                                          

11.40 – 12.00       Διάλειμμα                                                                                                                                                          

 

6η συνεδρία      Οικονομική κρίση, έκτακτες περιστάσεις και Ευρώπη

 

Προεδρία:  Βασίλειος Σκουρής, Πρόεδρος Δικαστηρίου ΕΕ, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

               

12.00 – 12.20       Νίκος Μηλιώνης, Μέλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Ελεγκτικού Συνεδρίου, Επίκουρος Καθηγητής Δημοσιονομικού Δικαίου Παντείου Πανεπιστημίου                                                                                                   

Το "Ευρωπαϊκό Εξάμηνο" ως μέσο συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης   [βίντεο] [κείμενο]                                                                                

12.20 – 12.40       Άγγελος Στεργίου, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ                                       

                                Οικονομική κρίση και κοινωνική ασφάλιση  [βίντεο] [κείμενο]                                                                 

12.40 – 13.00     Ιφιγένεια Καμτσίδου, Aν. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ                      

                        Έκτακτες περιστάσεις, έκτακτη ανάγκη και ευρωπαϊκό δημόσιο συμφέρον   [βίντεο]                                                                                                     

13.00 – 13.30       Συζήτηση                                                                                                                                                            

13.30 – 14.00       Ευάγγελος Βενιζέλος, πρ. Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Πρόεδρος ΠΑΣΟΚ, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ      [βίντεο] [κείμενο]                                                                      

                                Λήξη συνεδρίου                                                                                                                                                              

                               

Θα χορηγηθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης  σε όσους παρακολουθήσουν το σύνολο των εργασιών του συνεδρίου