Author Archives: editor

Θετικά μέτρα και αρχή της ισότητας από τη σκοπιά του συγκριτικού δικαίου

Χριστίνα Δεληγιάννη-Δημητράκου Αν. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Ο όρος «θετικά μέτρα» είναι γενικός. Εκφράζει συγκεκριμένα όλα εκείνα τα θεσμικά μέτρα που βασίζονται σε προστατευόμενα ταυτοτικά χαρακτηριστικά και τα οποία υιοθετούνται για να ευνοήσουν και όχι για να θέσουν σε δυσμενή θέση  τα πρόσωπα και τις ομάδες που φέρουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Σκοπός των θετικών μέτρων είναι να άρουν τα εμπόδια, τα οποία θέτουν σε μειονεκτική θέση τις διάφορες ομάδες, αποκλείοντας τα μέλη τους από τομείς της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής. Τα θετικά μέτρα χρησιμοποιούνται επομένως για να δοθούν ίσες ευκαιρίες σε μειονεκτούσες ομάδες και για να αποκατασταθεί με τον τρόπο αυτό η πραγματική ισότητα. Για την υλοποίηση αυτού του στόχου επιφυλάσσεται μια προτιμησιακή μεταχείριση στις ίδιες τις ομάδες. Το γεγονός αυτό καθιστά τα θετικά μέτρα όχι μόνο ένα μέσο υλοποίησης της ουσιαστικής ισότητας, αλλά και ένα θεσμό που σηματοδοτεί τη μετάβαση από την  ισότητα των ατόμων στην ισότητα των ομάδων.

Υπάρχει σήμερα μια ποικιλία θετικών μέτρων και μια πολλαπλότητα κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για την ταξινόμησή τους. Το κριτήριο πάντως που θεωρείται από θεωρητικής και από πρακτικής απόψεως το πιο χρήσιμο είναι εκείνο που εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο επενεργούν αυτά τα μέτρα. Που διερευνά, με άλλα λόγια, αν επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Τα θετικά μέτρα διακρίνονται με βάση το κριτήριο αυτό σε μέτρα άμεσου και έμμεσου αποτελέσματος.

[Αναδημοσίευση από: Το Νέο Εργατικό Δίκαιο, Τιμητικός Τόμος για τον Καθηγητή Ιωάννη Δ. Κουκιάδη, Εκδόσεις Σάκκουλα  2014, σ. 45-90]

Η ανάδειξη του πρωθυπουργού και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Διακριτές, ασύμπτωτες και, κατ’ εξαίρεση, διασταυρούμενες διαδικασίες

Θανάσης Ξηρός, Δ.Ν., Δικηγόρος

Η ανάδειξη του πρωθυπουργού και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας αποτελούν, συστηματικά, διακριτές διαδικασίες στη λειτουργία του πολιτεύματος, συγκεντρώνουν τα φώτα της δημοσιότητας σε διαφορετική στιγμή της και, γι’ αυτό, είναι, κατά κανόνα, ασύμπτωτες χρονικά. Δεν αποκλείεται πάντως να διασταυρωθούν, όταν, μετά την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία λόγω αδυναμίας της Βουλής να εκλέξει τον νέο Ανώτατο Άρχοντα, επικρατήσει η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης. Το ενδεχόμενο θα αποκτήσει επικαιρότητα, εφόσον οι διαβουλεύσεις των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατά τη φάση των κοινών προσπαθειών για το σχηματισμό βιώσιμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης, συνεχίζονται πέραν της συγκρότησης της νέας Βουλής. Πρόκειται όμως για πραγματικό, το οποίο χωρεί κατ’ ακραία εξαίρεση, καθώς προϋποθέτει οι πολιτικές δυνάμεις, δύο περίπου εβδομάδες μετά την ψηφοφορία, να διατηρούν ακόμη ζωντανή την προοπτική της μετεκλογικής τους συμπόρευσης. Αλλά και εάν ακόμη αυτό μπορούσε να συμβεί και οι διαβουλεύσεις κατέληγαν σε συμφωνία στο πρόσωπο του εντολοδόχου πρωθυπουργού, η επανεκκίνηση της προεδρικής εκλογής θα ακολουθούσε, υποχρεωτικά, την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Ούτε και τότε, λοιπόν, οι δύο διακριτές διαδικασίες κινούνται, εντέλει, παράλληλα.

 

——————————

 

 

 

Η ανάδειξη του πρωθυπουργού και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Διακριτές, ασύμπτωτες και, κατ’ εξαίρεση, διασταυρούμενες διαδικασίες

 

 

                                                                                               Θανάσης ΓΞηρός

                                                                                                  ΔΝΔικηγόρος

 

 

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

 

Η μη εξασφάλιση της αυξημένης πλειοψηφίας των τριών πέμπτων του συνόλου των βουλευτών κατά την τρίτη ψηφοφορία για την εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας σηματοδότησε την ατελέσφορη ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της διαδικασίας. Η Βουλή διαλύθηκε υποχρεωτικά και η διεξαγωγή της ψηφοφορίας ορίστηκε την Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015. Έτσι, η προεδρική εκλογή, για δεύτερη φορά στη μακρά μεταπολιτευτική περίοδο, προκάλεσε την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Η απήχηση των πολιτικών δυνάμεων, όπως εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις, επιτρέπει την προβολή ποικίλων σεναρίων για την επόμενη ημέρα. Όποιο τελικά επικρατήσει στην πράξη, θα διαμορφώσει τους όρους της κυβερνησιμότητας αλλά και της διαδοχής του ΚΠαπούλια.

Η αυτοδυναμία, σενάριο που δεν φαίνεται πάντως να συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες επικράτησης, θα απλοποιήσει τα πράγματα, επιταχύνοντας τις εξελίξεις και στα δύο ανοικτά ζητήματα. Αντιθέτως, την αντιμετώπισή τους θα δυσχεράνει ιδιαίτερα η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης. Τότε η ανάδειξη του πρωθυπουργού αναμένεται να αποδειχθεί εξίσωση αυξημένης δυσκολίας και το αποτέλεσμά της θα καθορίσει τη δεύτερη φάση της προεδρικής εκλογής. Στην περίπτωση που οι διερευνητικές εντολές και η κοινή προσπάθεια των πολιτικών αρχηγών, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αποβούν, εντέλει, άκαρπες, λύση στο κυβερνητικό αδιέξοδο θα αναζητηθεί με την προκήρυξη νέας εκλογικής αναμέτρησης, προκειμένου να εκφραστεί νωπή λαϊκή εντολή.

Όταν η αναζήτηση συνεργασιών και ευρύτερων συναινέσεων ή, έστω, της ανοχής για το σχηματισμό βιώσιμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης, κατ’ ακραία εξαίρεση στη συνήθη πορεία των μετεκλογικών πραγμάτων, παραμένει ακόμη ζωντανή μετά τη σύγκληση της νέας Βουλής σε Α΄ Τακτική Σύνοδο και τη συγκρότησή της με την εκλογή του προεδρείου της, ανακύπτει το ερώτημα, εάν είναι δυνατόν να εκκινήσει η δεύτερη φάση της προεδρικής εκλογής. Με άλλα λόγια, εάν οι δύο, συστηματικά, διακριτές και χρονικά ασύμπτωτες διαδικασίες θα μπορούσαν, τότε και μόνον τότε, να διασταυρωθούν, κινούμενες παράλληλα. Το ενδεχόμενο, εφόσον αποκτήσει επικαιρότητα, θα συγκεντρώσει για πρώτη φορά τα φώτα της δημοσιότητας. Θα αποτελέσει, γι’ αυτό, μοναδικό πραγματικό σε μια, κυριολεκτικά, «αχαρτογράφητη» ακόμη, ελλείψει θεωρητικής επεξεργασίας, περιοχή στη λειτουργία του πολιτεύματος.

     

ΙΙ. Η ανάδειξη του πρωθυπουργού

 

1. Με την προσφυγή στις γενικές βουλευτικές εκλογές επιδιώκεται, πρωταρχικά και πάντως προνομιακά, η έκφραση νωπής λαϊκής θέλησης και σε, απώτερη αναγωγή, η συγκρότηση βιώσιμου κοινοβουλευτικά κυβερνητικού σχήματος. Οι διεργασίες σχηματισμού του εκκινούν ευθύς μόλις οριστικοποιηθεί το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και τις καθορίζει ο επικρατούν, κάθε φορά, συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων. Η απόλυτα πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης, δηλαδή όταν πολιτικό κόμμα εξασφαλίσει την αυτοδυναμία, επιτρέπει την άμεση ανάδειξη του πρωθυπουργού.

Έτσι, η γενετική και πάντως η σημαντικότερη από τις επιμέρους στιγμές στην πρώτη φάση της ζωής μιας κυβέρνησης[1] δεν θα αντιμετωπίσει κανένα απολύτως πρόβλημα. Την εντολή σχηματισμού λαμβάνει ο αρχηγός του κόμματος, με πρότασή του διορίζονται δε οι Υπουργοί και οι Υφυπουργοί[2]. Εάν δεν υπάρχει επικεφαλής ή εκπρόσωπος, ενδεχόμενα μάλλον απίθανα στα σύγχρονα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, καθώς επίσης όταν μεν υπάρχει, αλλά δεν έχει καταφέρει να εκλεγεί βουλευτής, εξέλιξη που δεν επέτρεψαν να αποκτήσει έως σήμερα επικαιρότητα τα, κατά καιρούς ισχύοντα μεταπολιτευτικά, εκλογικά συστήματα, εντολοδόχος θα είναι ο προτεινόμενος από την κοινοβουλευτική ομάδα[3].

2. Τα πράγματα εμφανίζονται περισσότερο σύνθετα και σαφώς πιο περίπλοκα, με αυξημένες πιθανότητες να καταλήξουν σε αδιέξοδο, όταν επικρατεί η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης[4]. Από τη στιγμή που κανένα κόμμα δεν εξασφαλίζει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, ο πρωθυπουργός αναδεικνύεται στο πλαίσιο καθορισμένης, κατά τρόπο μάλιστα αναλυτικό στο Σύνταγμα, διαδικασίας. Ο σχηματισμός βιώσιμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης προϋποθέτει ευρύτερες συναινέσεις και απαιτεί τη συνεργασία περισσοτέρων, που αναζητούνται μέσω των διερευνητικών εντολών. Όπως συμβαίνει και με την εντολή σχηματισμού, δεν περιβάλλονται το γραπτό τύπο[5], αποδέκτες τους είναι, κατά σειρά, τα τρία πρώτα σε κοινοβουλευτική δύναμη πολιτικά κόμματα[6] και οι διαβουλεύσεις του, κάθε φορά, φορέα τους με τους λοιπούς πολιτικούς αρχηγούς διαρκούν το μέγιστο τρεις ημέρες[7].

Η άκαρπη έκβασή τους, δηλαδή η αποτυχία να καταλήξουν σε σχήμα που θα το περιλάβει με την εμπιστοσύνη ή την ανοχή της η Βουλή, πιστοποιεί την αδυναμία συμπόρευσης των πολιτικών δυνάμεων και σηματοδοτεί την ατελέσφορη ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η επόμενη συνταγματικά φάση[8] για την ανάδειξη του πρωθυπουργού, εκκινεί άμεσα, συνήθως την επαύριον, και εξελίσσεται με ενεργότερη τη συμμετοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Προς τούτο, καλεί τους πολιτικούς αρχηγούς, από κοινού ή κατά μόνας[9], σε μία ή και περισσότερες συναντήσεις.

Η διάρκεια των κοινών προσπαθειών δεν ορίζεται συνταγματικά, δεν μπορεί όμως να εκτείνεται πέραν ενός ευλόγου χρόνου. Τα όριά του συγκεκριμενοποιούνται, κατά περίπτωση και στις επικρατούσες κάθε φορά συνθήκες, με αναγωγή, πρωταρχικά, στον επιδιωκόμενο συνταγματικά σκοπό, το σχηματισμό βιώσιμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης. Δεδομένου ότι η Βουλή δεν μπορεί να διαλυθεί πριν συνέλθει στην Α΄ Τακτική της Σύνοδο και συγκροτηθεί[10], το απώτατο σημείο του ευλόγου χρόνου συμπίπτει, καταρχήν, χρονικά με την εκλογή του προεδρείου. Υπέρβασή του και, συνεπώς, παράταση αυτής της φάσης χωρεί επιτρεπτά, κατ’ εξαίρεση και μόνον όταν οι διαβουλεύσεις αφήνουν ακόμη ανοικτό το ενδεχόμενο να εξευρεθεί λύση, όχι αναγκαστικά στη σύνθεση της κυβέρνησης, αλλά πάντως στον εντολοδόχο πρωθυπουργό.

Προς τούτο απαιτείται και αρκεί η σύμπτωση στο πρόσωπο του πολιτικών δυνάμεων με αριθμό βουλευτών επαρκή για να τον περιβάλουν με την εμπιστοσύνη ή, έστω, την ανοχή τους. Διαφορετικά, η φάση των κοινών προσπαθειών δεν επιτρέπεται να παραταθεί πέραν του ακραίου χρονικά ορίου της, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε παραπάνω[11], και επιβάλλεται να ολοκληρωθεί χωρίς άλλη καθυστέρηση. Άμεση συνέπεια της, έτσι βεβαιωμένης, αδυναμίας να επιτευχθεί συμφωνία σε βιώσιμη κοινοβουλευτικά λύση είναι η διάλυση της Βουλής[12]. Την ευθύνη διενέργειας των εκλογών αναλαμβάνει κυβέρνηση από όλα τα εκπροσωπούμενα κοινοβουλευτικά  πολιτικά κόμματα ή υπηρεσιακή υπό τον, αρχαιότερο, Πρόεδρο ενός των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας.

 

ΙΙΙ. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας

 

1. Ο σχηματισμός βιώσιμης κυβέρνησης συγκεκριμενοποιεί τον επιδιωκόμενο στόχο και στην περίπτωση που η Βουλή διαλύεται, λόγω της αδυναμίας της να εκλέξει, κατά την πρώτη φάση της διαδικασίας, Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Τότε η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία είναι υποχρεωτική[13] και την επομένη της νωπής έκφρασης της λαϊκής θέλησης οι θεσμικές εκκρεμότητες έχουν, πλέον, αυξηθεί σε δύο. Η ανάδειξη του πρωθυπουργού προστίθεται στο ανοικτό, ήδη προεκλογικά, ζήτημα του νέου ρυθμιστή του πολιτεύματος. Η εκλογή του απαιτεί πάντως λειτουργούσα Βουλή, δηλαδή προϋποθέτει τη σύγκληση, υπό τη νέα της σύνθεση, και τη συγκρότησή της.

Στην Α΄ Τακτική Σύνοδο της νέας Περιόδου η Βουλή συνέρχεται την καθορισμένη στο διάταγμα προκήρυξης των γενικών βουλευτικών εκλογών ημερομηνία και ώρα. Την επομένη και σε διαδοχικές ψηφοφορίες εκλέγεται το προεδρείο της[14]. Από εκείνη τη στιγμή, ακριβέστερα την επαύριον, μπορεί να ασκεί το σύνολο των αρμοδιοτήτων της. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται, θεωρείται μάλιστα από τις πιο σημαντικές, η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η πρώτη ψηφοφορία της δεύτερης φάσης διεξάγεται, σύμφωνα με τη συνταγματική πρόβλεψη, ευθύς μόλις η Βουλή συγκροτηθεί σε σώμα[15], ενώ στον Κανονισμό της Βουλής ορίζεται ότι κάθε ψηφοφορία εγγράφεται σε ειδική ημερήσια διάταξη, η οποία ανακοινώνεται πέντε πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα[16]. Οι δύο διατυπώσεις φαίνεται, καταρχήν, να διαφοροποιούνται. Δεδομένου όμως ότι ο συντακτικός νομοθέτης εκράζεται κατά τρόπο γενικό, την επιλογή εξειδικεύει και συγκεκριμενοποιεί ο Κανονισμός. Ελλείψει μάλιστα ιδιαίτερου και συγκεκριμένου λόγου που επιβάλλει ή δικαιολογεί τη διατάραξη της ενότητας στη χρονική εξέλιξη της προεδρικής εκλογής κατά τις δύο φάσεις της και στις επιμέρους στιγμές τους, πρέπει  να γίνει δεκτό ότι το πενθήμερο αποτελεί τον κανόνα στην, εν γένει, οργάνωση της διαδικασίας και διασφαλίζει την ενότητά της.

Και η πρώτη ψηφοφορία της δεύτερης φάσης πρέπει, λοιπόν, να διεξαχθεί πέντε πλήρεις ημέρες μετά την ανακοίνωσή της. Ως αφετηρία για τον υπολογισμό τους λαμβάνεται η ημέρα συγκρότησης της Βουλής, εάν ο νέος Πρόεδρός της εκδόσει αυθημερόν τη σχετική πράξη του, ή, το πιθανότερο, η επομένη. Στην περίπτωση που δεν συγκεντρωθεί η απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών[17], ακολουθούν δύο ακόμη ψηφοφορίες. Η πρώτη διεξάγεται και αυτή μέσα σε πέντε πλήρεις ημέρες[18] και η τελευταία ύστερα από άλλες τόσες, με πλειοψηφίες εκλογής που βαίνουν μειούμενες[19]. Για όσο χρόνο εξελίσσεται η διαδικασία, ο απερχόμενος Πρόεδρος παραμένει στη θέση του, ακόμη και εάν έχει ήδη συμπληρωθεί ή θα συμπληρωθεί κατά τη διάρκειά της η πενταετής θητεία του[20].

2. Στην παρ. 5 του άρθρου 32 Συντ. ρυθμίζονται δύο περιπτώσεις, εντοπισμένες σε ειδικές συνθήκες, με τις οποίες ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη η προεδρική εκλογή. Όταν ανακύψει τέτοια ανάγκη, η Βουλή δεν αποκλείεται, εν πρώτοις, να είναι απούσα, δηλαδή να μην λειτουργεί σε Ολομέλεια. Τότε θα  συγκληθεί εκτάκτως και, κατά την ορθότερη άποψη, σε Ειδική Σύνοδο[21], [22]. Επειδή η συμπλήρωση της πενταετούς θητείας του Προέδρου είναι, πάντοτε και εκ των προτέρων, γνωστή, η εφαρμογή της διάταξης αποκτά επικαιρότητα, κατ’ εξαίρεση και μάλλον αποκλειστικά, στις περιπτώσεις αιφνίδιας και απρόβλεπτης διακοπής της, συνεπεία παραίτησης, έκλειψης ή οριστικής αδυναμίας στην άσκηση των καθηκόντων της θέσης[23].

Ανάγκη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας μπορεί, επίσης, να ανακύψει και όταν η Βουλή δεν υπάρχει. Τούτο συμβαίνει, συνήθως, στην περίπτωση που έχει διαλυθεί, δηλαδή έχει τερματιστεί πρόωρα ο βίος της για τους συνταγματικά προβλεπόμενους λόγους[24], και, σπανιότερα με τη  συμπλήρωση της τετραετούς Βουλευτικής Περιόδου. Ανεξαρτήτως της εκδοχής  που θα επικρατήσει, εντέλει, στην πράξη, η εκλογή αναβάλλεται και η ειδική συνεδρίαση για τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας, λαμβάνει χώρα το αργότερο είκοσι ημέρες μετά τη συγκρότηση της νέας λαϊκής αντιπροσωπείας. Εάν η πρώτη φάση ολοκληρωθεί χωρίς αποτέλεσμα, δηλαδή δεν συγκεντρωθούν οι απαιτούμενες συνταγματικά αυξημένες πλειοψηφίες, η χώρα θα οδηγηθεί, υποχρεωτικά, σε νέα προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία.

 

IV. Ανάδειξη του πρωθυπουργού και εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας: Δύο διακριτές διαδικασίες

 

Η  ανάδειξη του πρωθυπουργού  και η  εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας αποτελούν, συστηματικά, διακριτές διαδικασίες στη λειτουργία του πολιτεύματος. Η αναζήτηση του αποδέκτη της εντολής σχηματισμού κυβέρνησης, αμέσως μετά τη νωπή έκφραση της λαϊκής θέλησης, δεν προϋποθέτει ούτε, βέβαια, απαιτεί τη σύγκληση και, πολύ περισσότερο, τη συγκρότηση της νέας Βουλής, αφού  η ανάθεσή της προηγείται, κατά τη συνήθη πορεία των μετεκλογικών πραγμάτων, χρονικά. Αντιθέτως, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να εκλεγεί,, στην περίπτωση που την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία προκάλεσε η αδυναμία συγκέντρωσης της αυξημένης πλειοψηφίας των τριών πέμπτων κατά την τρίτη ψηφοφορία της πρώτης φάσης, δίχως  Βουλή έτοιμη να ασκήσει τις αρμοδιότητές της, δηλαδή πριν συγκληθεί και συγκροτηθεί.

Ανάδειξη και εκλογή απασχολούν τη λειτουργία του πολιτεύματος σε διαφορετική στιγμή της. Γι’ αυτό, θεωρούνται, κατά κανόνα, και στην πράξη αποδεικνύονται χρονικά ασύμπτωτες διαδικασίες. Εξαίρεση θα μπορούσε να χωρέσει, όταν η ατελέσφορη εξέλιξη της προεδρικής εκλογής προκαλέσει τη διάλυση της Βουλής. Η νωπή λαϊκή ετυμηγορία θα διαμορφώσει το νέο συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων, καθορίζοντας έτσι τόσο το σχηματισμό της κυβέρνησης όσο και το διάδοχο του απερχόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι δύο διακριτές διαδικασίες ενδέχεται να διασταυρωθούν, απειλώντας, εκ πρώτης όψεως, τη θεσμική τους καθαρότητα. Ερευνητέο παραμένει, εάν η διασταύρωση διαθέτει τέτοια ένταση και ποιότητα, ώστε να επιβάλλει ή, έστω, να επιτρέψει, κατά τρόπο συνταγματικά θεμιτό, την παράλληλη εξέλιξή τους. Η ακολουθητέα πορεία συναρτάται ευθέως προς την επικρατούσα μετεκλογικά κατανομή των πολιτικών δυνάμεων.

 

V. Η, καταρχήν, ασύμπτωτη εξέλιξή τους

 

1. Στην απόλυτα πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης, δηλαδή όταν εξασφαλίζεται η αυτοδυναμία, η ανάδειξη του πρωθυπουργού ολοκληρώνεται ουσιαστικά την επομένη της ψηφοφορίας με την ανάθεση της εντολής σχηματισμού (κυβέρνησης), ακολουθεί δε ο διορισμός του και, με πρότασή του, συμπληρώνεται το κυβερνητικό σχήμα. Η νεοεκλεγείσα Βουλή, αφού συγκροτηθεί, θα τον περιβάλλει με την εμπιστοσύνη της και, κατόπιν, θα συνέλθει σε ειδική συνεδρίαση για να εκλέξει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η διαγραφείσα ακολουθία ανταποκρίνετα απόλυτα στις επιταγές της κοινοβουλευτικής αρχής και συγκεκριμενοποίησε την πορεία του μοναδικού προηγούμενου κατά τη μακρά μεταπολιτευτική περίοδο[25].

Στην περίπτωση της  σχετικά πλειοψηφικής εκδοχής της δεδηλωμένης, η ανάδειξη του πρωθυπουργού παραμένει προτεραιότητα και το πρόσωπό του αναζητείται μέσω των διερευνητικών εντολών. Η τελεσφόρησή τους, ακόμη και εάν οι πολιτικές δυνάμεις εξαντλήσουν το διαθέσιμο συνταγματικά μέγιστο χρόνο διαβουλεύσεων, θα προηγηθεί, κατά πάσα βεβαιότητα, της σύγκλησης της νέας Βουλής[26]. Έτσι, οι εξελίξεις θα δρομολογηθούν στην πορεία που διαγράφηκε και η προεδρική εκλογή έπεται του σχηματισμού της κυβέρνησης και της παροχής ψήφου εμπιστοσύνης. Ούτε, λοιπόν, και στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η ασύμπτωτη εξέλιξη των δύο διακριτών διαδικασιών.

2. Η ατελέσφορη έκβαση των διερευνητικών εντολών περιορίζει δραστικά τα περιθώρια αναζήτησης πρωθυπουργού. Ως ύστατη ευκαιρία  απομένει η κοινή προσπάθεια των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αν και ομώνυμη φάση δεν οργανώνεται συνταγματικά, ορισμένα από τα στοχεία της ταυτότητάς της συνάγονται ευχερώς και πέραν κάθε αμφισβήτησης. Έτσι, εκκινεί, κατά κανόνα, το αργότερο την επομένη της ολοκλήρωσης των διερευνητικών εντολών. Εξάλλου, γνωστός παραμένει ο στόχος της, η αναζήτηση της συμπόρευσης πολιτικών δυνάμεων σε αριθμό βουλευτών ικανό να εξασφαλίσει βιώσιμο κοινοβουλευτικά σχήμα μέσω της συνεργασίας ή, έστω, της ανοχής.

Ο επιδιωκόμενος στόχος προσφέρεται, επίσης, για να καθορίσει το πέρας της φάσης των κοινών προσπαθειών. Οι διεργασίες διατηρούνται ζωντανές για όσο χρόνο οι πολιτικές δυνάμεις συζητούν σοβαρά την προοπτική να συμπέσουν σε λύση. Η απόρριψή της είτε, το προτιμότερο, με δημόσιες δηλώσεις είτε, ενδεχομένως, με πράξεις ή παραλείψεις, που περικλείουν πάντως σαφές μήνυμα, σηματοδοτούν το τέλος των διαβουλεύσεων, επιβεβαιώνουν το κυβερνητικό αδιέξοδο και για την άρση του προβάλει ως μόνη διέξοδος η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Η διάλυση της Βουλής και η προκήρυξη εκλογών διατάσσονται με προεδρικό διάταγμα, της έκδοσής του οποίου προηγείται, άνευ ετέρου, η σύγκληση και η συγκρότησή της. Η αναμονή τους, όταν η άκαρπη έκβαση των κοινών προσπαθειών, δηλαδή η αποτυχία συμπόρευσης, προκύψουν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δεν αποκλείεται να αποδειχθεί πολυτελής και σε οριακές πολιτικά συνθήκες ποικιλοτρόπως επικίνδυνη. Γι’ αυτό, πιθανολογείται ότι το καθορισμένο χρονοδιάγραμμα θα συντμηθεί, προκειμένου να επισπευσθούν οι εκλογές.  

Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται από συγκροτημένη και έτοιμη να ασκήσει πλήρως τις αρμοδιότητές της Βουλή. Η διάλυσή της δεν καταλείπει, λοιπόν, κανένα περιθώριο για την εκκίνηση της δεύτερης φάσης της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η ανάδειξη του πρωθυπουργού και η εκλογή του νέου ρυθμιστή του πολιτεύματος Προέδρου της Δημοκρατίας παραμένουν διακριτές διαδικασίες, συνεχίζουν να ακολουθούν ασύμπτωτη πορεία και δεν διασταυρώνονται.

 

VΙ. Η, κατ’ εξαίρεση, διασταύρωσή τους

 

1. Η ασύμπτωτη πορεία της ανάδειξης του πρωθυπουργού και της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απειλείται μόνον όταν καταλείπεται, κατά τρόπο συνταγματικά επιτρεπτό, περιθώριο διασταύρωσής τους. Δηλαδή, όταν η αναζήτηση του αποδέκτη της εντολής σχηματισμού κυβέρνησης διατηρείται σε εξέλιξη και, ταυτόχρονα, η Βουλή είναι έτοιμη να ασκήσει τις αρμοδιότητές της. Στην προκειμένη περίπτωση, η φάση των κοινών προσπαθειών εκτείνεται χρονικά και πέραν της συγκρότησης της νεοεκλεγείσας λαϊκής αντιπροσωπείας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν είναι, εκ των προτέρων και αξιωματικά, δυνατόν να αποκλεισθεί.

Η φάση των κοινών προσπαθειών συγκεκριμενοποιεί την ύστατη ευκαιρία του πολιτικού συστήματος να πετύχει συμπόρευση στο πρόσωπο του εντολοδόχου πρωθυπουργού. Δεδομένου ότι προηγήθηκαν και με τον ίδιο ακριβώς στόχο διεργασίες στο πλαίσιο των διερευνητικών εντολών, σε διάρκεια μιας τουλάχιστον εβδομάδας, η ενεργή εμπλοκή του Προέδρου της Δημοκρατίας για την εξεύρεση λύσης στο κυβερνητικό αδιέξοδο μπορεί να διαμορφώσει, να διευκολύνει ή, κάποτε, να επιβάλει συγκλήσεις. Ωστόσο, η συμπόρευση, σε αριθμό βουλευτών που θα εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη ή, έστω, την ανοχή, δεν αποτελεί αυτοσκοπό, ούτε δικαιολογεί την, άνευ εταίρου, επιμονή, ακριβέστερα την εμμονή, στη συνέχιση των διαβουλεύσεων.

Άλλωστε, εάν υπήρχε διάθεση ή, πολύ περισσότερο, πρόθεση συνεργασίας και συμπόρευσης, θα είχε προ πολλού αποκαλυφθεί, πιθανότατα ήδη κατά τη διάρκεια των διερευνητικών εντολών. Ζητούμενο των διαβουλεύσεων είναι η ανάδειξη του πρωθυπουργού και στο σημείο αυτό επικεντρώνονται, προνομιακά, οι πολιτικές πρωτοβουλίες[27]. Όταν, λοιπόν, επί δύο σχεδόν εβδομάδες οι εξελισσόμενες,  χωρίς διακοπή, με ποικίλες μορφές και με περισσότερους συνδυασμούς, συζητήσεις δεν έχουν καταλήξει ακόμη σε απτό αποτέλεσμα και δεν αφήνουν ρεαλιστικά να διαφαίνεται άμεσα ορατή τέτοια προοπτική, η παράταση της διαδικασίας αποδεικνύεται αδιέξοδη και στερεί από τη λειτουργία του πολιτεύματος πολλά περισσότερα όσων, ίσως, θα  προσέφερε η συνέχιση των διαβουλεύσεων.

Οποτεδήποτε, λοιπόν, για οποιοδήποτε λόγο και με κάθε  πρόσφορο ή διαθέσιμο τρόπο οι πολιτικές δυνάμεις διαψεύσουν την προσδοκία ή αποστούν της προοπτικής για την εξασφάλιση ευρύτερων συναινέσεων, οι διαβουλεύσεις πρέπει να ολοκληρωθούν. Τυχόν παράτασή τους αποδεικνύεται τεχνητή και αδιέξοδη, πιθανότατα υπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες και, κατά πάσα πιθανότητα, θα προκαλέσει αντιδράσεις. Έως τη συγκρότηση της νέας Βουλής οι πολιτικές δυνάμεις είχαν το χρόνο να οριστικοποιήσουν τις θέσεις τους, να τις δημοσιοποιήσουν και, έτσι, να καθορίσουν δεσμευτικά τις επιλογές τους για την επόμενη ημέρα, οριοθετώντας  την εξέλιξη και την κατάληξη των κοινών προσπαθειών.

2. Όταν την πρόωρη προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία επιβάλλει η αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, η επίλυση της θεσμικής εκκρεμότητας συνιστά, μεταξύ άλλων, αποστολή της νεοεκλεγείσας Βουλής. Η αποτυχία, κατά τρόπο αντικειμενικό και αναμφισβήτητο, να αναδειχθεί από τη νέα της σύνθεση πρωθυπουργός και, υπό την ηγεσία του, βιώσιμο κοινοβουλευτικά σχήμα, καταλήγει σε κυβερνητικό αδιέξοδο. Για την άρση του ως μόνη πρόσφορη και διαθέσιμη επιλογή προβάλλει η, εκ νέου, έκφραση νωπής λαϊκής εντολής και, συνεπεία της, η παράταση της εκκρεμότητας στην προεδρική εκλογή.

Η διάλυση της Βουλής που αναδείχθηκε μετά από την αποτυχία της προηγούμενης να εκλέξει  Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τούτη τη φορά λόγω της αδυναμίας να περιβάλει με την εμπιστοσύνη της κυβερνητικό σχήμα, υποστηρίχθηκε ότι αποτελεί καταστρατήγηση της συνταγματικής επιταγής για την εκλογή του κατά προτεραιότητα, με οποιαδήποτε πλειοψηφία, και περιφρόνηση ή εκβιασμό της λαϊκής θέλησης[28]. Η άποψη αποτελεί προϊόν στάθμισης των δύο ανοικτών μετεκλογικών ζητημάτων, η οποία καταλήγει να αναγνωρίσει, συνταγματικό και χρονικό, προβάδισμα στην προεδρική εκλογή έναντι της ανάδειξης του πρωθυπουργού. Πρόκειται όμως για επεξεργασία που ιεραρχεί εσφαλμένα τις θεσμικές εκκρεμότητες και παραγνωρίζει τις πραγματικές ανάγκες στη λειτουργία του πολιτεύματος.

3. Η πρόταξη της προεδρικής εκλογής έναντι του σχηματισμού βιώσιμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης έχει ως ουσιώδη προαπαιτούμενά της αφενός την παράταση της φάσης των κοινών προσπαθειών και αφετέρου τη σύμπτωση των πολιτικών δυνάμεων, σε αριθμό βουλευτών που να εξασφαλίζει, αν όχι στην πρώτη τουλάχιστον στη δεύτερη ψηφοφορία της δεύτερης φάσης, την απαιτούμενη, κάθε φορά πλειοψηφία στο πρόσωπο προτεινόμενου υποψηφίου για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ακόμη και εάν στο δεύτερο ήθελε γίνει δεκτό ότι θα συμφωνούσαν κατά προτεραιότητα, δίχως πάντως να εντοπίζεται προς τούτο πραγματική θεσμική ανάγκη, η συνέχιση των διαβουλεύσεων με στόχο το σχηματισμό κυβέρνησης και πέραν της συγκρότησης της νέας Βουλής δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί πειστικά. Εξάλλου, εάν είναι δυνατόν να επιτευχθεί συμπόρευση στο πρόσωπο του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας με κοινοβουλευτική δύναμη, ικανή να ανταποκριθεί στις αυξημένες ποσοτικά προδιαγραφές της εκλογής του, τίποτε δεν φαίνεται να τις εμποδίζει πραγματικά να συμπέσουν και μάλιστα νωρίτερα στο εντολοδόχο πρωθυπουργό[29].

Σκοπός και μάλιστα αποκλειστικός ή προέχων κάθε προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία είναι ο σχηματισμός βιώσιμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης. Ζήτημα στάθμισης με την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας θα μπορούσε να ανακύψει, όταν η θητεία του τελευταίου είχε ήδη εκπνεύσει και η παραμονή στη θέση του θα εγκυμονούσε προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος. Από τη στιγμή όμως που συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντά του εωσότου εκλεγεί ο διάδοχός του, τέτοιος κινδυνος προφανώς δεν υφίσταται. Ούτε, άλλωστε, θα ήταν και αρκετός για να δικαιολογήσει την αναγνώριση, τουλάχιστον, χρονικού προβαδίσματος υπέρ της προεδρικής εκλογής, από μόνο το λογο ότι η ατελέσφορη έκβασή της σε πρώτη φάση προκάλεσε τη διάλυση της Βουλής.

Αντιθέτως, η απουσία κυβέρνησης, νομιμοποιημένης πολιτικά και κοινοβουλευτικά να ασκεί τις αρμοδιότητες της, αποβαίνει πολλαπλά και ποικιλοτρόπως επιβλαβής. Συνεπώς, ο σχηματισμός της προέχει έναντι κάθε άλλης εκκρεμότητας. Για όλους αυτούς τους λόγους, η ανάδειξη του πρωθυπουργού και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ακόμη και εάν διασταυρωθούν, διατηρούν αναλλοίωτη την ασύμπτωτη πορεία και τη θεσμική τους καθαρότητα, δίχως να καταλείπεται, επιτρεπτά, οποιοδήποτε περιθώριο, προκειμένου να κινηθούν παράλληλα.      

 

 

VΙΙ. Το προηγούμενο του 1990[30]

 

1. Η κυβέρνηση τρικομματικής συνεργασίας, αποκαλούμενη από πολλούς και οικουμενική, υπό τον ΞΖολώτα σχηματίστηκε μετά την αναμέτρηση της 5ης Νοεμβρίου 1989. Οι εσωτερικοί τριβές και οι αποκλίνοντες στόχοι των εταίρων της δεν την άφησαν πάντως να μακροημερεύσει. Τα πολιτικά πρόσωπα που τη στελέχωσαν αποσύρθηκαν με απόφαση των αρχηγών τους την 12η Φεβρουαρίου 1990 και αντικαταστάθηκαν από τεχνοκράτες. Μία εβδομάδα αργότερα και σαράντα ημέρες πριν εκπνεύσει η πενταετής θητεία του Χρ. Σαρτζετάκη[31], θα εκκινήσει η διαδικασία εκλογής του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η ομολογημένη επιδίωξη του αρχηγού της σχετικής πλειοψηφίας να επιδιώξει, με όχημα την προεδρική εκλογή, την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία «μπλόκαραν» την πρώτη φάση της διαδικασίας. Η Νέα Δημοκρατία δεν πρότεινε υποψήφιο στις τρεις διαδοχικές ψηφοφορίες και τα μέλη της κοινοβουλευτικής της ομάδας δήλωσαν σε όλες «παρών». Η επιλογή τους συγκέντρωσε την έντονη κριτική και θεωρήθηκε, ορθά, ότι μεθόδευσε την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Έτσι, δεν κατέστη δυνατή η συγκέντρωση της αυξημένης πλειοψηφίας στο συνταγματικά καθορισμένο, κατά περίπτωση, αριθμό βουλευτών, και η Βουλή διαλύθηκε υποχρεωτικά.

2. Το αποτέλεσμα των εκλογών της 8ης Απριλίου 1990 έθεσε, δι’ ολίγον, εν αμφιβόλω την προοπτική άμεσου σχηματισμού κυβέρνησης. Την επομένη στους εκατόν πενήντα (150) βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας θα συμπράξει και ο μοναδικός της Δημοκρατικής Ανανέωσης. Η εξέλιξη επέτρεψε στον ΚΜητσοτάκη  να διοριστεί Πρωθυπουργός[32]. Η νέα Βουλή συγκλήθηκε στην Α΄ Τακτική της Σύνοδο το Σάββατο 21 Απριλίου 1990[33], αλλά μετά τη συγκρότησή της δεν προχώρησε στην εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας. Προτάχθηκε, ορθά και σε απόλυτη αρμονία προς την κινοβουλευτική αρχή, η παρουσίαση των προγραμματικών δηλώσεων, την Τρίτη 24 Απριλίου 1990 και συζήτησή τους ολοκληρώθηκε δύο ημέρες μετά με την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης.

Μοναδική εκκρεμότητα απέμενε, πλέον, η εκλογή του διαδόχου του απερχόμενου ΧρΣαρτζετάκη. Η δεύτερη φάση της διαδικασίας θα ξεκινήσει τη Δευτέρα 30 Απριλίου 1990. Στην πρώτη ψηφοφορία δεν συγκεντρώθηκε, όπως άλλωστε αναμένονταν, η αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων. Δεν καταλείπονταν πάντως ουδεμία αμφιβολία για την τύχη της δεύτερης. Διεξήχθη την Παρασκευή 4 Μαΐου 1990 και δεν επιφύλαξε εκπλήξεις. Στην ισχνή και οριακή κυβερνητική πλειοψηφία θα προστεθούν δύο (2) ακόμη βουλευτές, την προτίμησή τους στον ΚΚαραμανλή θα εκφράσουν τελικά εκατόν πενήντα τρεις (153) και, έτσι, θα εκλεγεί σε δεύτερη θητεία Πρόεδρος της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας[34].     

 

VΙΙΙ.  Οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 και τα σενάρια της επόμενης ημέρας[35]

 

1. Η αποτυχία να εκλεγεί ο διάδοχος του ΚΠαπούλια κατά την τρίτη ψηφοφορία, τη Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014, σηματοδότησε τον, πρόωρο όσο και υποχρεωτικό, τερματισμό του βίου της θητεύουσας Βουλής. Η διάλυσή της επισημοποιήθηκε δύο ημέρες αργότερα. Το πρωί της Τετάρτης 31 Δεκεμβρίου 2014 δημοσιεύθηκε και θυροκολλήθηκε το σχετικό προεδρικό διάταγμα[36]. Στην ίδια πράξη ορίστηκε η Κυριακή 25 Ιανουαρίου ως ημέρα διεξαγωγής της ψηφοφορίας και προβλέφθηκε η σύγκληση της Α΄ Τακτικής Συνόδου της ΙΣΤ΄ Βουλευτικής Περιόδου την  Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015[37].

Η εναρκτήρια συνεδρίαση της νεοεκλεγείσας Βουλής θα εξαντληθεί στην ορκωμοσία των ανακηρυχθέντων βουλευτών[38]. Την επομένη, δηλαδή την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015, θα συνέλθει, προκειμένου να εκλέξει, σε μυστική ψηφοφορία και, καταρχήν, με την απόλυτη πλειοψηφία, τον Πρόεδρό της[39]. Υποψηφιότητες δεν υποβάλλονται, ούτε προηγείται συζήτηση[40]. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας θα εκλεγούν οι επτά Αντιπρόεδροι, οι τρεις Κοσμήτορες και οι έξι Γραμματείς[41]. Αν και ο αριθμός τους, όπως επίσης η κομματική τους προέλευση, καθορίζονται στον Κανονισμό, ούτε και γι’ αυτούς επιτρέπεται η υποβολή πρότασης από κοινοβουλευτική ομάδα. Προηγείται πάντως άτυπη διαβούλευση και, ενδεχομένως, πολιτική συμφωνία. Μετά την πλήρωση των θέσεων του προεδρείου, δηλαδή από το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015, η Βουλή θα είναι, πλέον, έτοιμη να ασκήσει τις αρμοδιότητές της.     

2. Εάν στην εκλογική αναμέτρηση της 25ης Ιανουαρίου 2015 επικρατήσει η απόλυτη πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης, οι εξελίξεις θα δρομολογηθούν χωρίς καθυστέρηση. Ο αρχηγός του κόμματος που εξασφάλισε την αυτοδυναμία την επομένη στη συνάντησή του με τον ΚΠαπούλια θα λάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Την Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015 πιθανολογείται ότι θα διοριστούν ο ίδιος Πρωθυπουργός και, με πρότασή του, οι Υπουργοί και οι Υφυπουργοί. Το δεκαπενθήμερο, εντός οποίου η νέα κυβέρνηση υποχρεούται να εμφανιστεί ενώπιον της Βουλής, για να παρουσιάσει τις προγραμματικές της δηλώσεις και να ζητήσει την ψήφο εμπιστοσύνης, συμπληρώνεται την Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015. Δεν αποκλείεται πάντως η συζήτησή τους να αρχίσει νωρίτερα με επίσπευση της σύγκλησης και συγκρότησης της Βουλής.

Το προηγούμενο του 1990 αναμένεται να αποτελέσει τον οδηγό για την οργάνωση της εκκρεμούσας προεδρικής εκλογής. Η συνταγματική πρόβλεψη η πρώτη ψηφοφορία της δεύτερης φάσης της διαδικασίας να διεξαχθεί ευθύς μόλις συγκροτηθεί σε σώμα η νέα Βουλή πρέπει να ερμηνεύεται με αναγωγή στην κοινοβουλευτική αρχή[42]. Η επανεκκίνηση της διαδοχής του ΚΠαπούλια απαιτεί, γι’ αυτό, η κυβέρνηση να έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης. Εάν, λοιπόν, δεν συντμηθεί το αρχικό χρονοδιάγραμμα, η ειδική συνεδρίαση της Ολομέλειας πιθανολογείται ότι θα οριστεί τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015.

3. Αλλά και στην περίπτωση που επικρατήσει η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης, οι εξελίξεις θα δρομολογηθούν, επίσης, άμεσα. Την επομένη της εκλογικής αναμέτρησης ο απερχόμενος Πρόεδρος της Βουλής ή ο αναπληρωτής του θα ανακοινώσει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη δύναμη των πολιτικών κομμάτων[43]. Αργά το μεσημέρι ή το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο ρυθμιστής του πολιτευτής θα παράσχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του πρώτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Δεδομένου ότι αφενός καθεμιά ισχύει για τρεις ημέρες και αφετέρου οι αποδέκτες της δεν αναμένεται να ξεπεράσουν τους τρεις, οι διαβουλεύσεις των πολιτικών αρχηγών θα ολοκληρωθούν το αργότερο την Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015. Εάν η διαδικασία τελεσφορήσει, ο αναδειχθείς πρωθυπουργός θα λάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, για να ακολουθήσουν όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, σε χρονοδιάγραμμα το οποίο δεν είναι, για προφανείς λόγους, δυνατόν να καθοριστεί με ακρίβεια.

Η ατελέσφορη έκβαση των διερευνητικών εντολών σηματοδοτεί το πέρασμα στην επόμενη φάση, αυτή των κοινών προσπαθειών. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα καλέσει, από κοινού ή κατά μόνας, τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων, πιθανότατα την Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015. Από τις συναντήσεις τους πιθανόν να απουσιάσουν τα πολιτικά κόμματα που θα έχουν αρνηθεί οποιαδήποτε συνεργασία στο σχηματισμό κοινοβουλευτικής κυβέρνησης και, βέβαια, όσα δεν προσκληθούν. Οι διαβουλεύσεις, εάν δεν προκύψει ρητά ή εμμέσως αλλά σαφώς η αδυναμία να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη της Βουλής, μπορεί να συνεχίζονται επιτρεπτά έως την ολοκλήρωση της συγκρότησής της, δηλαδή το αργότερο το απόγευμα της Παρασκευής 6 Φεβρουαρίου 2015. Η επίτευξη συμφωνίας επισημοποιείται με την ανάθεση της εντολής σχηματισμού κυβέρνησης στον υποδειχθέντα πρωθυπουργό και ακολουθούν όσα εκτέθηκαν προηγουμένως, ενδεχομένως με παρέκταση του ακολουθητέου διαγράμματος.

Στην περίπτωση όμως που οι διαβουλεύσεις στη φάση των κοινών προσπαθειών αποβούν, εντέλει, άκαρπες, επισημοποιώντας το αδιέξοδο των διερευνητικών εντολών, ακολουθεί άμεσα, το αργότερο την επομένη της συγκρότησης της Βουλής, η διάλυσή της, συνεπεία της αδυναμίας να σχηματιστεί από τις τάξεις της βιώσιμο κοινοβουλευτικά σχήμα. Υποχρεωτικά η χώρα θα οδηγηθεί σε νέες εκλογές, πιθανότατα με την ευθύνη υπηρεσιακής κυβέρνησης και επικεφαλής, κατά πάσα βεβαιότητα, τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως αρχαιότερο στα καθήκοντα της θέσης. Η ψηφοφορία στη νέα εκλογική αναμέτρηση αναμένεται να οριστεί την Κυριακή 1η Μαρτίου 2015, με την εκκρεμότητα της προεδρικής εκλογής να παραμένει ανοικτή.

 

ΙΧ. Συμπεράσματα

 

Η ανάδειξη του πρωθυπουργού και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας αποτελούν διακριτές και ασύμπτωτες μεταξύ τους διαδικασίες στη λειτουργία του πολιτεύματος. Γι’ αυτό, αποκτούν επικαιρότητα σε διαφορετική στιγμή της. Στον κανόνα μπορεί να χωρέσει πάντως μία και μόνη εξαίρεση, όταν η ατελέσφορη εξέλιξη της προεδρικής εκλογής επιβάλλει τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών, προκειμένου να δοθεί νωπή εντολή και να διαμορφωθεί νέος συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων. Η κατανομή των εδρών  στη νεοεκλεγείσα Βουλή καθορίζει τόσο την ανάδειξη του πρωθυπουργού όσο και την επιλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Αποκλειστικά στη σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης και υπό τον απαρέγκλιτο όρο ότι η φάση των κοινών προσπαθειών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας παρατείνεται, υπηρετώντας πραγματική και όχι τεχνητή ανάγκη, μετά τη συγκρότηση της νέας Βουλής, οι δύο διαδικασίες διασταυρώνονται. Ακόμη και τότε δεν μπορεί όμως να κινηθούν παράλληλα, αφού η προεδρική εκλογή θα αναμείνει την ανάδειξη του πρωθυπουργού και την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνησή του. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η διάλυση της Βουλής αποτελεί μονόδρομο και η διαδοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας θα αφεθεί στη νέα της σύνθεση.

Εάν στις επικείμενες εκλογές επικρατήσει η σχετικά πλειοψηφική εκλογή της δεδηλωμένης και αποτύχει η ανάδειξη, συναινετικά, πρωθυπουργού για να ηγηθεί κοινοβουλευτικά βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος συνεργασίας ή, έστω, ανοχής, η Βουλή, το αργότερο αμέσως μετά τη συγκρότησή της, θα διαλυθεί υποχρεωτικά. Ο πρόωρος τερματισμός του βίου της μεταθέτει χρονικά την έναρξη της δεύτερης φάσης της προεδρικής εκλογής. Έτσι, η διαδοχή του ΚΠαπούλια θα απασχολήσει, δίχως ορατές ή λανθάνουσες συνέπειες στη λειτουργία του πολιτεύματος, την επόμενη λαϊκή αντιπροσωπεία και αφού πρώτα η νέα κυβέρνηση περιβληθεί με την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των μελών της.

 

 

 

 

 


[1] Για τις επιμέρους εκδοχές της δεδηλωμένης αλλά και τις φάσεις στη ζωή μιας κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ο σχηματισμός της, βλ. βλ. ΘΞηρού, Κηδεμονευόμενος και προκρούστειος κοινοβουλευτισμός. Από το Σύνταγμα του 1952 στη δικτατορία των συνταγματαρχών, Αθήνα 2008, σ.  64 επ.

 

 

 

[2] Άρθρο 37 παρ. 2 πρότ. 1 Συντ. Για το σχηματισμό της κυβέρνησης, βλ. ΔΘΤσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Β΄. Οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας, Έκδοση Β΄, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σ. 269 επ.· ΦΣπυρόπουλου, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σ. 291 επ.∙ ΕυάγΒενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2008, σ. 629 επ.· ΚΜαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, 5η Έκδοση, Αθήνα 2014, σ. 519 επ. και ΚΧρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σ. 509 επ.  

 

 

 

[3] Άρθρο 37 παρ. 4 Συντ. Για το ζήτημα, βλ. αμέσως παραπάνω.

 

 

 

[4] Για το σχηματισμό της κυβέρνησης, όταν επικρατεί η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης, βλ. ΦΣπυρόπουλου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 292· ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 631 επ.· ΚΜαυριά, όπ.π. (σημ. 2), σ. 521 επ. και  ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 511 επ.

 

 

 

[5] Γι’ αυτό, η διερευνητική εντολή δίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με κάθε δυνατό και πρόσφορο τρόπο. Επικρατούσα πρακτική είναι η ανάθεσή της στο πλαίσιο συνάντησής του, κατά σειρά, με τον επικεφαλής του πολιτικού κόμματος. Δεν αποκλείεται πάντως να αποτελέσει αντικείμενο και τηλεφωνικής τους επικοινωνίας, όταν κάποιος από τους δύο αδυνατεί να μετακινηθεί λ.χ. για λόγους υγείας. Τούτο συνέβη τον Ιούνιο του 1989, οπότε ο Πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα υγείας νοσηλεύονταν σε δημόσιο νοσοκομείο [βλ., αντί άλλων, ΓΑναστασιάδη, Οι τρεις εφαρμογές του άρθρου 37 Συντ. [Ιούνιος, Οκτώβριος και Νοέμβριος 1989]. Συμβολή στην ιστορία του ελληνικού κοινοβουλευτικού συστήματος, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 44 και του ιδίου, Σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας (1974-1992), σ. 121]. Εκεί συναντήθηκε και με τον επικεφαλής του Συνασπισμού, πριν ορίσει εκπρόσωπό του για τη συνέχιση των διαβουλεύσεων (βλ. Το πολιτικό ’89, Αθήνα 1989, σ. 23 επ.). Αντιθέτως, πρέπει να θεωρείται, τουλάχιστον, αμφίβολης συνταγματικότητας η επιλογή τη διερευνητική εντολή να αναθέσει άλλο πρόσωπο, έστω και αν είναι υψηλόβαθμο στέλεχος της Προεδρίας της Δημοκρατίας, και μάλιστα τηλεφωνικά. Το ενδεχόμενο συζητήθηκε για την περίπτωση που το αποτέλεσμα της επικείμενης εκλογής καταστήσει αποδέκτη της τρίτης διερευνητικής εντολής το πολιτικό κόμμα με την επωνυμία «Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή», ο αρχηγός και στελέχη του οποίου έχουν προφυλακιστεί (βλ. ΚΖούλα, Πώς θα λυθεί το αδιέξοδο με τη Χρυσή Αυγή, εφημ. Η Καθημερινή, Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015, σ. 6 και Συνταγματικό πρόβλημα, εφημ. Πρώτο Θέμα, Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015, σ. 34).    

 

 

 

 

[6] Οι διερευνητικές εντολές μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να φθάσουν τις τέσσερις, όταν δύο κόμματα, εξαρχής, δηλαδή μετά τις εκλογές, ή κατά τη διάρκεια της Βουλευτικής Περιόδου, διαθέτουν τον ίδιο αριθμό βουλευτών και είναι, σύμφωνα με την ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο 37 Συντ., ισοδύναμα.

 

 

 

[7] Τόση είναι η ισχύς συνταγματικά κάθε διερευνητικής εντολής (άρθρο 37 παρ. 3 πρότ. 2). Πρόκειται για τη μέγιστη διάρκειά της, η οποία δεν είναι πάντως υποχρεωτικό να εξαντληθεί, όπως παρατηρήθηκε κατά την εφαρμογή της συνταγματικής ρύθμισης στην πράξη. Η διαδικασία των διερευνητικών εντολών ενεργοποιήθηκε μεταπολιτευτικά πέντε, συνολικά, φορές, τρεις το 1989 και δύο  το 2012, δηλαδή τις μοναδικές που επικράτησε η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης. Βλ. ΓΑναστασιάδη, Οι τρεις εφαρμογές, όπ.π. (σημ. 5), σ. 39 επ. και, αντίστοιχα, ΘΞηρού, Η Βουλή στην εποχή των Μνημονίων. Το χρονικό της ΙΓ΄, ΙΔ΄ και ΙΕ΄ Περιόδων των εργασιών της (2009-2014), Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2015 (υπό έκδοση).

 

 

 

[8] Αποκαλούμενη με τον περιγραφικό όρο, φάση των κοινών προσπαθειών. Έχει, επίσης, αναφερθεί ως «τελευταία προσπάθεια» ή «τελευταίος ρυθμιστικός χειρισμός». Βλ. ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 636 και ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 512.

 

 

 

[9] Η επιλογή μεταξύ τους συναρτάται στενά προς τον αριθμό των πολιτικών κομμάτων που έχουν εξασφαλίσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Και τις δύο παραλλαγές ακολούθησε ο Πρόεδρος Δημοκρατίας τον Μάιο του 2012, καλώντας ορισμένους πολιτικούς αρχηγούς σε κοινή συνάντηση και μάλιστα περισσότερες της μιας φορές, ενώ μερικούς άλλους κατ’ ιδίαν. Για την εξέλιξη της φάσης των κοινών προσπαθειών το 1989 και το 2012, βλ. ΓΑναστασιάδη, Οι τρεις εφαρμογές, όπ.π. (σημ. 5), σ. 53 επ. και, αντίστοιχα, Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 7).

 

 

 

[10] Βλ. ΔΘ. Τσάτσου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 246 και ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 499, καθώς επίσης ΑρΜάνεση, Ακύρωση της λαϊκής εντολής η μη συγκρότηση της Βουλής, εφημ. Η Καθημερινή, Πέμπτη 29 Ιουνίου 1989, σ. 4.

 

 

 

[11] Δηλαδή, το αργότερο έως τη συγκρότηση της νέας Βουλής με την εκλογή του προεδρείου της.

 

 

 

[12] Εάν η αποτυχία συνεργασίας οριστικοποιηθεί πριν η Βουλή συνέλθει και συγκροτηθεί, επειδή τούτο είχε προβλεφθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, θα απαιτηθεί η έκδοση νέου προεδρικού διατάγματος που θα επισπεύσει το τέλος της, συντέμνοντας το χρονοδιάγραμμα και μεταθέτοντας νωρίτερα τη σύγκληση της νέας Βουλής και, συνακόλουθα, την εκλογή του προεδρείου της, προκειμένου να καταστεί επιτρεπτή συνταγματικά η διάλυση, λόγω της αδυναμίας να προκύψει από τις τάξεις της βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα. 

 

 

 

[13] Άρθρο 32 παρ. 4 εδ. α΄ Συντ. Για τη διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας στις δύο φάσεις που τη συνθέτουν, βλ. ΔΘ.Τσάτσου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 336 επ.· ΦΣπυρόπουλου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 324 επ.· ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 575 επ.· ΚΜαυριά, όπ.π. (σημ. 2), σ. 461 επ. και ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 564 επ. 

 

 

 

[14] Βλ., αντί πολλών, ΚΧρυσόγονου, όπ.π., σ. 473.

 

 

 

[15] Ο συντακτικός νομοθέτης επιλέγει, εν προκειμένω, διατύπωση που φαίνεται να επιτρέπει, καταρχήν, την εκκίνηση της δεύτερης φάσης της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας την επομένη της συγκρότησης της νέας Βουλής. Η βούλησή του δεν προκύπτει πάντως από την επεξεργασία της διάταξης στις επιμέρους φάσεις της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής», αφού δεν απασχόλησε διόλου τη συζήτηση. Έτσι, το κανονιστικό της περιεχομένο συγκεκριμενοποιείται ερμηνευτικά με αναγωγή στον Κανονισμό της Βουλής (στο εξής: ΚτΒ) που το εξειδικεύει (βλ. αμέσως παρακάτω), αλλά και στο μοναδικό προηγούμενο της μεταπολιτευτικής περιόδου, τον Απρίλιο του 1990 (βλ. παρακάτω VIΙ, 2). 

 

 

 

[16] Άρθρο 140 παρ. 3 ΚτΒ.

 

 

 

[17] Άρθρο 32 παρ. 4 εδ. β΄ Συντ.

 

 

 

[18] Η συνταγματική επιλογή διαφοροποιείται στη διατύπωσή της από την προκριθείσα στις λοιπές πέντε ψηφοφορίες που συνθέτουν τις δύο διακριτές φάσεις της προεδρικής εκλογής. Από τη συζήτηση της διάταξης σε όλες τις επιμέρους φάσεις της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» δεν προκύπτουν ούτε οι λόγοι που οδήγησαν στη διαφοροποίηση ούτε η πραγματική και ουσιαστική ανάγκη να αποστεί η συγκεκριμένη ψηφοφορία από τη χρονική αντιμετώπιση των άλλων ψηφοφοριών. Πρέπει, γι’ αυτό, να γίνει δεκτό ότι ισχύει και εν προκειμένω ο κανόνας των πέντε πλήρων ημερών.  

 

 

 

[19] Η απόλυτη και, στη συνέχεια, η σχετική πλειοψηφία των βουλευτών. Για τη δεύτερη και την τρίτη ψηφοφορία της δεύτερης φάσης, βλ. το άρθρο 32 παρ. 4 εδ. β΄ και, αντίστοιχα, γ΄ Συντ., καθώς επίσης όπ.π. (σημ. 13).

 

 

 

[20] Άρθρο 32 παρ. 6 Συντ.

 

 

 

[21] Άρθρο 32 παρ. 5 εδ. α΄ Συντ.

 

 

 

[22] Στην οποία και πρέπει να διεξαχθούν, κατά τη συστηματικά ορθή άποψη, και οι τρεις ψηφοφορίες της πρώτη φάσης της διαδικασίας εκλογής. Η αναφορά στην παρ. 4, αντί της παρ. 3 του άρθρου 32 Συντ., είναι, προδήλως εσφαλμένη, αφού στην πρώτη οργανώνεται η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, όταν αποτύχουν και οι τρεις ψηφοφορίες της πρώτης φάσης. Ο ΚΧρυσόγονος [όπ.π., (σημ. 2), σ. 567] δέχεται, ενόψει της συνταγματικής παραπομπής ότι «θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η ειδική σύνοδος αρχίζει και τελειώνει με μια και μόνη ψηφοφορία, στην οποία απαιτείται πλειοψηφία τριών πέμπτων για την εκλογή Προέδρου, αλλιώς διαλύεται η Βουλή και προκηρύσσονται γενικές εκλογές». Πρόκειται πάντως για ερμηνευτική προσέγγιση που δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη ούτε και με το γράμμα της επίμαχης ρύθμισης.   

 

 

 

[23] Άρθρα 34 Συντ. και 151 ΚτΒ.

 

 

 

[24] Εξαιρουμένης, για προφανείς λόγους, της υποχρεωτικής διάλυσης, λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας κατά την πρώτη φάση της διαδικασίας.

 

 

 

[25] Βλ. αμέσως παρακάτω VII.

 

 

 

[26] Εξαίρεση μπορεί να χωρέσει αποκλειστικά, όταν δοθούν τέσσερις διερευνητικές εντολές και όλοι οι φορείς τους εξαντλήσουν το τριήμερο της ισχύος καθεμιάς.

 

 

 

[27] Η επιλογή των Υπουργών και των Υφυπουργών, καθώς επίσης η προγραμματική συμφωνία των κυβερνητικών εταίρων ακολουθεί, χρονικά, τη συμπόρευση στο πρόσωπο του πρωθυπουργού. Η προγραμματική συμφωνία εξειδικεύει, ως γνωστόν, τους όρους της συνεργασίας και καθορίζει το πλαίσιο της ακολουθητέας κυβερνητικής πολιτικής. Συνεπώς και κατά την αντικειμενική εξέλιξη των πραγμάτων, θα μπορούσε να τους απασχολήσει το διάστημα από την ορκωμοσία της κυβέρνησης έως την παρουσίαση των προγραμματικών της δηλώσεων.

 

 

 

[28] Βλ. ΑντΜανιτάκη, Συνταγματική διέξοδος σε ενδεχόμενο κυβερνητικό αδιέξοδο, εφημ. Η Καθημερινή, Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015, σ. 18.

 

 

 

 

[29] Οι απορίες πολλαπλασιάζονται, εάν αναλογιστεί κανείς ότι για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης θα αρκούσαν, εντέλει, εκατόν είκοσι (120) βουλευτές, ως πλειοψηφία των παρόντων, σύμφωνα με την κρατούσα στην επιστήμη άποψη. Για την απαιτούμενη πλειοψηφία, προκειμένου νεοδιοριζόμενη κυβέρνηση να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, βλ. ΔΘΤσάτσου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 288 επ.· ΦΣπυρόπουλου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 293 επ.· ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 633 επ.· ΚΜαυριά, όπ.π. (σημ. 2), σ. 538 επ. και ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 2), σ. 517 επ.

 

 

 

[30] Για γεγονότα της περιόδου, βλ. ΓΑναστασιάδη, Σύγχρονη,  όπ.π (σημ. 5), σ. 133 επ.

 

 

 

[31] Ο ΧρΣαρτζετάκης ορκίστηκε και ανέλαβε καθήκοντα την 30ή Μαρτίου 1985 [βλ. το Πρωτόκολλο Ορκωμοσίας του (ΕτΚ Α΄, φ. 61 της 30ής Μαρτίου 1985)].

 

 

 

[32] Με το π.δ. 179/1990 [«Διορισμός του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη του Κυριάκου, Αρχηγού του κόμματος της «Νέας Δημοκρατίας», ως Πρωθυπουργού» (ΕτΚ Α΄, φ. 64 της 11ης Απριλίου 1990)].

 

 

 

[33] Στο π.δ. 63/1990 [«Διάλυση της Βουλής, Ορισμός Ημέρας Εκλογής Βουλευτών και Σύγκληση της Βουλής» (ΕτΚ Α΄, φ. 29 της 12ηςΜαρτίου 1990)] ορίστηκε, καταρχήν, ως ημέρα σύγκληση της νέας Βουλής στην Α΄ Τακτική της Σύνοδο η Δευτέρα 23 Απριλίου 1990. Ωστόσο, ο Πρωθυπουργός πρότεινε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δέχθηκε να συνέλθει δύο ημέρες νωρίτερα [βλ. το π.δ. 183/1990 «Ορισμός νέας ημέρας σύγκλησης της Βουλής σε Α΄ Τακτική Σύνοδο» (ΕτΚ Α΄, φ. 67 της 18ης Απριλίου 1990)]. Μετά το σχηματισμό κυβέρνησης δεν υπήρχε, άλλωστε, κανένας λόγος για να παραμείνει αμετάβλητο το αρχικό χρονοδιάγραμμα, η διαμόρφωση του οποίου είχε την αναφορά της στην προοπτική επικράτησης της σχετικά πλειοψηφικής εκδοχής της δεδηλωμένης.  

 

 

 

[34] Τα καθήκοντά του ανέλαβε την επομένη, δίνοντας τον προβλεπόμενο συνταγματικά όρκο ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής. Βλ. το Πρωτόκολλο Ορκωμοσίας (ΕτΚ Α΄, φ. 71 της 5ης Μαΐου 1990).

 

 

 

[35] Η επεξεργασία του άρθρου ολοκληρώθηκε πριν από τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας. Γι’ αυτό η παρουσίαση των μετεκλογικών σεναρίων εδράζεται υποχρεωτικά σε εκτιμήσεις, χωρίς γνώση και αναφορά στην κατανομή των κοινοβουλευτικών δυνάμεων μετά τη νωπή λαϊκή εντολή.

 

 

 

[36] Πρόκειται για το π.δ. 173/2014 [«Διάλυση της Βουλής, προκήρυξη εκλογής Βουλευτών και σύγκληση της νέας Βουλής» (ΕτΚ Α΄, φ. 277 της 31ης Δεκεμβρίου 2014)].

 

 

 

[37] Δεν πρέπει πάντως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, εάν η λαϊκή ετυμηγορία με τις επιλογής της επιτρέψει την επικράτηση της απόλυτα πλειοψηφικής εκδοχής της δεδηλωμένης, να επισπευσθεί η σύγκλησή της κατά το προηγούμενο του 1990 (βλ. παραπάνω VII, 1).

 

 

 

[38] Άρθρα 59 Συντ. και 3 παρ. 2 ΚτΒ.

 

 

 

[39] Άρθρο 7 παρ. 1, 3, 4 και 5 ΚτΒ.

 

 

 

[40] Άρθρο 7 παρ. 2 ΚτΒ.

 

 

 

[41] Άρθρο 8 ΚτΒ.

 

 

 

[42] Αλλά και στην ενότητα της διαδικασίας. Βλ. παραπάνω ΙΙΙ, 1.

 

 

 

[43] Θα προηγηθεί συνάντηση του απερχόμενου Προέδρου της Βουλής με τον Υπουργό των Εσωτερικών, ο τελευταίος θα του επιδώσει πίνακες με τα τελικά αποτελέσματα της ψηφοφορίας και την κατανομή των εδρών στη νέα Βουλή.

 

 

 

Σπύρος Βλαχόπουλος, Η δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος, Αθήνα: Ευρασία 2014

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών έχει επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα συνταγματικής ερμηνείας, το οποίο όμως δεν είναι νέο και δεν συνδέεται μόνο με την οικονομική κρίση.
Πρέπει να προσαρμόζεται το συνταγματικό κείμενο στις μεταβαλλόμενες νομικές και πραγματικές συνθήκες και, εάν ναι, ποια τα όρια της προσαρμογής αυτής; Μήπως εάν δεχθούμε τη δυνατότητα προσαρμογής του Συντάγματος στις εκάστοτε εξελίξεις, το στερούμε από κάθε κανονιστική εμβέλεια και το υποβιβάζουμε σε απλό καθρέφτη της πραγματικότητας; Μήπως με την αποδοχή ενός ελαστικού και εξελίξιμου συνταγματικού κειμένου, όχι μόνο μετατρέπουμε ουσιαστικά τον δικαστή σε αναθεωρητικό νομοθέτη, αλλά και αφαιρούμε από το Σύνταγμα τη σημαντικότερη ίσως ιδιότητά του, την "αντίσταση" των συνταγματικών ρυθμίσεων στα πρόσκαιρα κελεύσματα των καιρών; Τελικά, μήπως το Σύνταγμα παύει πλέον να είναι αυστηρό και με τον τρόπο αυτόν απεμπολούμε ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα του συνταγματικού μας πολιτισμού;

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

Περιεχόμενα

Συντομογραφίες
Προλογικό σημείωμα
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τι σημαίνει "δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος";
Η δυναμική ερμηνεία στην ελληνική έννομη τάξη
Η δυναμική ερμηνεία στις αλλοδαπές έννομες τάξεις
Η δυναμική ερμηνεία στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
ΤΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ
Πρέπει να ερμηνεύεται το Σύνταγμα με δυναμικό τρόπο;
Τα επιχειρήματα εναντίον της δυναμικής ερμηνείας
Τα επιχειρήματα υπέρ της δυναμικής ερμηνείας
Το πρόβλημα της αρμοδιότητας. Ποιος προσαρμόζει το Σύνταγμα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες;
Ο νομοθέτης
Τα άλλα πολιτειακά όργανα (πλην του δικαστή)
Ο δικαστής
Τα όρια της δυναμικής ερμηνείας του Συντάγματος
Το κύριο όριο: Το γράμμα του Συντάγματος
Τα υπόλοιπα όρια
Παράγοντες που προσδιορίζουν την ένταση της δυναμικής ερμηνείας σε μια έννομη τάξη
ΟΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Η προσαρμογή του Συντάγματος στη μεταβολή των εξωνομικών δεδομένων
Η προσαρμογή του Συντάγματος στις οικονομικές συνθήκες, ιδίως σε περιόδους οικονομικής κρίσης
Η οικονομική κρίση ως δικαιολογητικός παράγοντας για την κατάφαση της συνταγματικότητας περιοριστικών μέτρων
Η οικονομική κρίση ως δικαιολογητικός παράγοντας για την κατάφαση της συνταγματικότητας οικονομικών δραστηριοτήτων
Άλλες περιπτώσεις επιρροής των μεταβαλλόμενων οικονομικών δεδομένων στη νοηματοδότηση των συνταγματικών διατάξεων
Η προσαρμογή του Συντάγματος στις κοινωνικές συνθήκες
Μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή της διαφορετικότητας
Άλλες περιπτώσεις κοινωνικών εξελίξεων
Η προσαρμογή του Συντάγματος στις τεχνολογικές και γενικότερα επιστημονικές εξελίξεις
Οι τεχνολογικές εξελίξεις
Άλλες επιστημονικές εξελίξεις
Η προσαρμογή του Συντάγματος στη μεταβολή των νομικών δεδομένων
Νέα συνταγματικά δεδομένα
Ενωσιακό δίκαιο
Διεθνές δίκαιο και ιδίως Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Κοινή νομοθεσία
Τα δεδομένα του συγκριτικού συνταγματικού δικαίου
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΙΚΑΙΡΗΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗΣ
Βιβλιογραφία
Ευρετήριο

Καταχώρηση: 20-01-2015     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Λίνα Παπαδοπούλου, Θεσμοί “άμεσης δημοκρατίας” στο Σύνταγμα, Αθήνα: Ευρασία 2014

Αντικείμενο της μονογραφίας είναι οι θεσμοί ‘άμεσης ή λαϊκής νομοθεσίας’, κατά την ορολογία του Αλέξανδρου Σβώλου, ιδίως το δημοψήφισμα και η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Το βιβλίο δομείται σε πέντε κεφάλαια: Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Συνταγματική θεωρία» εξετάζεται η σχέση των θεσμών αυτών με την αντιπροσωπευτική και συνταγματική δημοκρατία. Το δεύτερο κεφάλαιο ρίχνει μια συγκριτική ματιά, προκειμένου να τακτοποιήσει με την προκρούστεια λογική του ακαδημαϊκού την ποικιλότητα της θεσμικής αρχιτεκτονικής που απαντάται ιδίως στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Τη σύγκριση στον οριζόντιο άξονα του χώρου συμπληρώνει, στο τρίτο κεφάλαιο, η σύγκριση στον κάθετο άξονα, στον ελληνικό χρόνο, στην ελληνική συνταγματική ιστορία. Η δογματική ερμηνεία του ισχύοντος Συντάγματος αναπτύσσεται στο τέταρτο κεφάλαιο, ενώ στο τελευταίο και καταληκτικό κατατίθεται, αντί επιλόγου, και χωρίς καθόλου βεβαιότητες, αλλά με την αγωνία του μελετητή των θεσμών που βιώνει τους καταναγκασμούς της πολιτικής πραγματικότητας και του ‘πραγματικού συντάγματος’ η δικαιοπολιτική πρόταση της συγγραφέως προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των ‘αμεσοδημοκρατικών’ θεσμών στο Σύνταγμα.

Τα εισαγωγικά συνοδεύουν τον όρο ‘άμεση δημοκρατία’ και τα παράγωγά του, ακριβώς επειδή οι θεσμοί αυτοί εξετάζονται πάντοτε στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής και συνταγματικής δημοκρατίας, και άρα μόνο καταχρηστικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο συγκεκριμένος όρος. Δεν πρόκειται συνεπώς για ‘άμεση δημοκρατία’, αλλά για ημι-αντιπροσωπευτική, στον πηρύνα της οποίας βρίσκεται η ενίσχυση της διαδικαστικής νομιμοποιητικής συνιστώσας, βάσει των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας, της πολιτικής ισότητας και ελευθερίας.

Ο φακός εστιάζει στις διαδικασίες που επιτρέπουν στο λαό, στο σύνολο δηλαδή των πολιτών, να συμμετέχουν πιο ενεργητικά στη λήψη αποφάσεων ουσίας, και όχι μόνο δια της εκλογής προσώπων, ούτε απλώς στο στάδιο της διαβούλευσης. Εξετάζονται εκείνες μόνο οι μορφές θεσμικής έκφρασης της λαϊκής βούλησης που εμπεριέχουν και συνεπάγονται τη δυνατότητα άμεσης συμμετοχής όλων των πολιτών, υπό αυτή τους και μόνο την ιδιότητα.


Για μια νηφάλια προσέγγιση της άμεσης λαϊκής συμμετοχής

Το δημοψήφισμα που διοργανώθηκε τον Ιούλιο στη χώρα μας ήταν αναμφισβήτητα μια προβληματική εφαρμογή της «άμεσης δημοκρατίας», τόσο σε πολιτικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο. Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να μας παρασύρει σε μονομερείς και ισοπεδωτικές προσεγγίσεις.

Το ζήτημα της συμβατότητας του αντιπροσωπευτικού συστήματος με θεσμούς που επιτρέπουν, υπό προϋποθέσεις, την άμεση συμμετοχή του λαού σε κρίσιμες αποφάσεις είναι κρίσιμο για τη σύγχρονη δημοκρατία και ως εκ τούτου πρέπει να αντιμετωπίζεται νηφάλια και με την αναγκαία απόσταση από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της τότε περιόδου.

Προς την κατεύθυνση αυτήν, θα ήταν χρήσιμο να ανατρέξουμε στην πολύ ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική επιστημονική μελέτη της συναδέλφου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Λίνας Παπαδοπούλου, με τίτλο «Θεσμοί “άμεσης δημοκρατίας” στο Σύνταγμα. Συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων ουσίας» (εκδόσεις Ευρασία, 2014), η οποία εξετάζει ψύχραιμα και σε βάθος όλες τις κρίσιμες παραμέτρους του θέματος. Ειδικότερα:

Η πρώτη παράμετρος είναι η θεωρητική. Παρουσιάζονται αναλυτικά και αντικειμενικά όλες οι σχετικές, αντικρουόμενες απόψεις, με ιδιαίτερη έμφαση αφ’ ενός μεν στην αναμφίλεκτη κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που επιτάσσει όντως την αναζήτηση νέων μορφών εμπλουτισμού της, αφ’ ετέρου δε στα περιθώρια που αφήνουν συχνά οι θεσμοί άμεσης λαϊκής συμμετοχής για λαϊκιστικές ή/και αυταρχικές παρεκτροπές.

Η δεύτερη παράμετρος είναι η συγκριτική. Μετά τις αναγκαίες ορολογικές διευκρινίσεις, ως προς το τι είναι και τι σημαίνουν οι διάφορες εκδοχές των θεσμών άμεσης λαϊκής συμμετοχής (δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία), η συγγραφέας εξετάζει τη συνταγματική πραγματικότητα αυτών των θεσμών σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, παρέχοντας έτσι μια συνοπτική αλλά και ολοκληρωμένη εικόνα τους (η οποία πάντως θα μπορούσε να είναι περισσότερο συνθετική, με την κατάταξή τους σε επί μέρους μοντέλα και όχι με την απλή παράθεση κατά χώρα).

Η τρίτη παράμετρος σχετίζεται με μια αναλυτική περιοδολόγηση στην ελληνική συνταγματική ιστορία, μέσω της οποίας αναδεικνύονται ο ατροφικός και μονομερής προσανατολισμός αυτών των θεσμών στη χώρα μας (μόνο δημοψήφισμα και μόνο υπέρ ή κατά προσώπων) και η εν γένει αρνητική παράδοση που είχε διαμορφωθεί έως το 1986, οπότε και ψηφίστηκαν, με την τότε συνταγματική αναθεώρηση, οι σήμερα ισχύουσες διατάξεις.

Η τέταρτη παράμετρος αφορά τη συστηματική ερμηνεία τόσο του άρθρου 44 του Συντάγματος του 1975/1986 όσο και του εκτελεστικού νόμου 4023/2011, που καθιερώνουν και ρυθμίζουν δύο τύπους δημοψηφίσματος (ο πρώτος με πρόταση της κυβέρνησης και έγκριση από 151 βουλευτές και ο δεύτερος με πρόταση από 120 και έγκριση από 180 βουλευτές).

Η μελέτη, ειδικότερα, αφ’ ενός μεν αναδεικνύει τα προβλήματα και τις ελλείψεις τους, αφ’ ετέρου δε παρέχει ένα ολοκληρωμένο ερμηνευτικό πλαίσιο, το οποίο δυστυχώς έμεινε αναξιοποίητο κατά την πρώτη –πολλαπλά προβληματική– εφαρμογή του θεσμού.

Με δεδομένη λοιπόν τη διεξοδική παρουσίαση των ως άνω παραμέτρων, που φωτίζουν ολόπλευρα τη θεωρία και την πράξη των θεσμών άμεσης λαϊκής συμμετοχής, η συγγραφέας προχωρεί στη διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων συνταγματικής πολιτικής, που αποσκοπούν στον προσεκτικό εμβολιασμό, με κάποιες από αυτές, του αντιπροσωπευτικού μας συστήματος. Ειδικότερα προτείνεται η καθιέρωση:

Α. Tου συνταγματικού δημοψηφίσματος, με ταυτόχρονη (αμφιλεγόμενη πάντως στον χώρο της συνταγματικής θεωρίας) αναθεώρηση του άρθρου 110 του Συντάγματος, ώστε η σχετική διαδικασία να ολοκληρώνεται σε μία Βουλή, με ad hoc έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας.

Β. Του «καταργητικού δημοψηφίσματος», δηλαδή δημοψηφίσματος που θα μπορούσε, και μάλιστα με πρόταση 2/5 της Βουλής, να οδηγήσει σε κατάργηση ψηφισμένου νομοσχεδίου, πριν αυτό γίνει νόμος του κράτους.

Γ. Της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, η οποία μάλιστα –σε περίπτωση που η Βουλή την απορρίψει με οποιονδήποτε τρόπο– θα μπορούσε να μετεξελιχθεί και σε ολοκληρωμένη «λαϊκή νομοθεσία», δημοψηφισματικού πλέον χαρακτήρα (μετά από πρόταση του 1/7 των εγγεγραμμένων εκλογέων).

Πρόκειται για πράγματι ενδιαφέρουσες προτάσεις, οι οποίες αξιοποιούν πλήρως, κριτικά και εκλεκτικιστικά, όλα τα ως άνω επιστημονικά και συγκριτικά δεδομένα. Ως εκ τούτου, πιστεύω ότι πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τον αναθεωρητικό νομοθέτη του (εγγύς, ελπίζω…) μέλλοντος.

Στον σχετικό προβληματισμό, πάντως, για την αναζωογόνηση της πολιτικής δημοκρατίας, θα έπρεπε κατά την άποψή μου να συμπεριληφθούν και κάποιες άλλες μορφές δημοψηφίσματος (στη μελέτη μου «Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης», Αθήνα 2000, είχα προτείνει, εν όψει της αναθεώρησης του 2001, πρώτον να καθιερωθεί, πέραν των ανωτέρω, και δημοψήφισμα για παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας ή ανάθεση κρατικών αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικά όργανα και δεύτερον να έχουν όλοι οι παράγοντες του πολιτεύματος –και όχι μόνον ο λαός και η Βουλή– τη σχετική πρωτοβουλία, άρα και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως προέβλεπε το Σ. 1975, αλλά και η κυβέρνηση, όπως προβλέπει το ισχύον Σύνταγμα).

Επίσης, θα μπορούσαν να αναζητηθούν και ορισμένες επιπλέον θεσμικές εγγυήσεις (όπως επίσης πρότεινα στην προαναφερθείσα μελέτη), οι οποίες θα διασφαλίζουν την αποτροπή τόσο της καταχρηστικής αξιοποίησης του δημοψηφίσματος, με στόχο την κατάργηση ή συρρίκνωση θεμελιωδών δικαιωμάτων, όσο και της διατύπωσης παραπλανητικών ερωτημάτων, που θα αποβλέπουν στη φαλκίδευση της βούλησης των εκλογέων.

* καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Εφημερίδα των Συντακτών, 29/04/2016

 

Οι θεσμοί στη δίνη των κομματικών σκοπιμοτήτων

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

(Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Χρόνος, τεύχος 21, Ιανουάριος 2015)

Είναι αναμφίβολο ότι οι επικείμενες εκλογές έχουν τεράστια σημασία για το μέλλον του τόπου, ο οποίος έχει βρεθεί, τα τελευταία χρόνια, σε δεινή κατάσταση λόγω σωρευμένων λαθών, παραλείψεων, καθεστωτικών πρακτικών και πελατειακών παρεκτροπών των πολιτικών δυνάμεων που κυριάρχησαν στην πολιτική ζωή μετά την μεταπολίτευση. Ωστόσο, πέρα από την πολιτική σημασία τους καθεαυτήν, που αφορά το ποια κυβέρνηση θα αναλάβει να διαχειρισθεί τις τύχες της χώρας στην επόμενη κρίσιμη περίοδο, οι εκλογές αυτές συνδέθηκαν με κομματικούς χειρισμούς και τακτικισμούς που είχαν ως συνέπεια την ραγδαία επιδείνωση της κρίσης των θεσμών, η οποία, ούτως ή άλλως, έχει αναδειχθεί σε μείζονα παράπλευρη απώλεια της οικονομικής κρίσης.

 

Α. Περισσότερο βέβαια τραυματίσθηκε, για μια ακόμη φορά, ο θεσμός του προέδρου της δημοκρατίας, καθώς η εκλογή του χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά σαν τρόπος πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, δηλαδή κατά τρόπο που αντιβαίνει καταφανώς τον σκοπό του συνταγματικού νομοθέτη. Πράγματι, μια απλή ανάγνωση της διαδικασίας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 32 Σ) δείχνει ολοφάνερα ότι αυτό που θέλησε ο συνταγματικός νομοθέτης (και το εξειδίκευσε ο Κανονισμός της Βουλής) είναι η επίτευξη της ευρύτερης δυνατής συναίνεσης (2/3 ή έστω 3/5) σε κάποιον από τους υποψηφίους που υποδεικνύονται από τις κοινοβουλευτικές ομάδες -οι οποίες οφείλουν, ως εκ τούτου να υποβάλουν σχετικές προτάσεις- και μόνον αν μια τέτοια συναίνεση είναι αδύνατη, ακόμη και αν αλλάξουν στην πορεία οι υποψηφιότητες σε σχέση με τις αρχικές, να γίνεται προσφυγή στις κάλπες, προκειμένου να εκφρασθεί επί τούτω η λαϊκή ετυμηγορία.

Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν συνέβη στην τελευταία διαδικασία. Πρόταση υπέβαλαν μόνο τα κυβερνητικά κόμματα, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιμετώπισαν την εκλογή αποκλειστικά και μόνον σαν ευκαιρία για να προκαλέσουν εκλογές, αποφεύγοντας να υποβάλουν σχετικές προτάσεις υποψηφίων αλλά και να καταβάλουν οποιαδήποτε προσπάθεια για ανεύρεση υποψηφίου ευρείας αποδοχής. Το μόνο επιχείρημα, δε, για την συγκεκριμένη αντιθεσμική στάση, ήταν η επίκληση της λαϊκής κυριαρχίας, η έκφραση της οποίας, κατά την άποψή τους, αποτελούσε -δοθείσης ευκαιρίας- απαρέγκλιτη προτεραιότητα, προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα της "προφανούς δυσαρμονίας" της απερχόμενης κυβέρνησης με το λαϊκό αίσθημα. Το επιχείρημα όμως αυτό πάσχει πολλαπλώς:

Πρώτον, διότι η έννοια της "προφανούς δυσαρμονίας" είχε συνδεθεί με μια άκρως προβληματική διάταξη του Συντάγματος του 1975 -που προέβλεπε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε την αρμοδιότητα διάλυσης της Βουλής για τον λόγο αυτόν- η οποία έχει προ πολλού (από το 1986) και ορθώς καταργηθεί.

Δεύτερον, διότι ούτως ή άλλως προφανής δυσαρμονία δεν προέκυψε ούτε καν από τις τελευταίες ευρωεκλογές (που διαφέρουν πάντως από τις εθνικές)  διότι τα κυβερνητικά κόμματα υπερτερούσαν αρκετά του ΣΥΡΙΖΑ, που εμφανίζεται σαν η μόνη εναλλακτική κυβερνητική λύση.

Τρίτον και σπουδαιότερον, διότι η λαϊκή κυριαρχία δεν ασκείται γενικά και κατά το δοκούν αλλά "όπως ορίζει το Σύνταγμα" (άρθρο 1 παρ. 3), το οποίο εν προκειμένω, με την προβλεπόμενη κατά τα ανωτέρω διαδικασία του άρθρου 32, προβλέπει εκλογές, δηλαδή διαμεσολάβηση της λαϊκής κυριαρχίας, προεχόντως για την ανάδειξη Προέδρου Δημοκρατίας, αφού υποβληθούν σχετικές προτάσεις και αφού καταβληθούν -αλλά αποτύχουν- όλες οι απαραίτητες προσπάθειες για την ανεύρεση συναινετικής λύσης.

Με αυτά τα δεδομένα η επίκληση της λαϊκής κυριαρχίας μοιάζει ψευδεπίγραφη, ενώ θα μπορούσε να επιλεγεί μια άλλη επιχειρηματολογία, η οποία θα συνδύαζε την συναινετική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας  -αλλά και την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της συνταγματικής αναθεώρησης, στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια- με την διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, λίγο πριν ή λίγο μετά το Πάσχα, ώστε να εκφρασθεί η λαϊκή κυριαρχία. Όχι βεβαίως λόγω "προφανούς δυσαρμονίας" αλλά διότι πράγματι απαιτείται νωπή και ad hoc λαϊκή νομιμοποίηση στην κυβέρνηση που θα διεξαγάγει τις κρισιμότατες διαπραγματεύσεις για μια νέα συμφωνία εξόδου από την κρίση. Ωστόσο, η εναλλακτική αυτή λύση, παρά το ότι προτάθηκε από πολλές πλευρές -με διάφορες παραλλαγές- εν τέλει απορρίφθηκε. Σε αυτό βέβαια βοήθησε και η υποβολή παρεμφερούς πρότασης από τον πρωθυπουργό, η οποία όμως ήταν επίσης προσχηματική, όχι μόνον διότι ξεκινούσε με επίθεση κατά της αξιωματικής αντιπολίτευσης -που μόνον για συναίνεση δεν προδιέθετε…- αλλά και διότι προσδιόριζε τις πρόωρες εκλογές γενικά και αόριστα στο τέλος του 2015, δηλαδή πολύ πέραν των έως τότε προταθέντων.

Πρέπει να επισημάνουμε πάντως, για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα της στάσης των κομμάτων απέναντι στους θεσμούς, ότι ούτε στα κυβερνητικά κόμματα αρμόζει ο ρόλος του τιμητή, τον οποίο υποδύονται, καθώς αμφότερα βαρύνονται με παρόμοιες πολιτικές συμπεριφορές στο παρελθόν. Η μεν Νέα Δημοκρατία διότι στην προεδρική εκλογή του 1990 (συμμετεχόντων τόσο του αρχηγού της όσο και του κ. Δήμα), επίσης δεν πρότεινε υποψήφιο και  επέλεξε το "παρών", προκαλώντας εκλογές (ενώ και στην εκλογή του 1985 δεν πρότεινε υποψήφιο και επέλεξε την "άρνηση ψήφου"), το δε ΠΑΣΟΚ διότι το 2009, συμμετεχόντων του αρχηγού και όλων των νυν στελεχών του,  είχε διακηρύξει σε όλους τους τόνους -και μάλιστα με επιχειρήματα  παρεμφερή προς αυτά που επικαλείται η νυν αντιπολίτευση- ότι ούτε θα προτείνει ούτε θα ψηφίσει Πρόεδρο, προκειμένου να διεξαχθούν εκλογές (πρέπει δε να επισημάνουμε ότι η στάση του αυτή αντιμετωπίσθηκε, τότε, με πολύ μεγαλύτερη συγκατάβαση τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τους δημοσιολογούντες νομικούς, με ελάχιστες εξαιρέσεις).

 

Β. Ο δεύτερος σημαντικός θεσμός που χρησιμοποιήθηκε προσχηματικά -και εν τέλει ευτελίσθηκε- το τελευταίο διάστημα είναι αυτός της Αναθεώρησης του Συντάγματος. Ενώ η Νέα Δημοκρατία πριν από τις τελευταίες εκλογές (του 2012) διακήρυττε σε όλους τους τόνους ότι η οι αλλαγές στο Σύνταγμα θα αποτελούσαν βασική της προτεραιότητα αμέσως μετά το πέρας της πενταετίας από την προηγούμενη αναθεώρηση (δηλαδή αμέσως μετά από την άνοιξη του 2013) τελικά δεν ανέλαβε έως πρόσφατα καμία σχετική πρωτοβουλία, παρότι είναι η μόνη από την πλευρά της κυβερνητικής πλειοψηφίας που διαθέτει τους 50 βουλευτές που απαιτούνται για την υποβολή της σχετικής πρότασης. Έπρεπε να φθάσουμε κοντά στην προεδρική εκλογή για να ξεθάψει από το συρτάρι της την Συνταγματική Αναθεώρηση, όχι βεβαίως γιατί ξαφνικά θυμήθηκε τις μεγάλες τομές και τις βαθιές αλλαγές που επαγγελλόταν αλλά για να χρησιμοποιήσει ακόμη ένα μέσο πίεσης προς την Βουλή για να μην προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές.

Ωστόσο, και με δεδομένο ότι ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ -δηλαδή το μοναδικό πλην ΝΔ κόμμα που διαθέτει τον κρίσιμο αριθμό των 50 βουλευτών- υπέβαλε πρόταση για Αναθεώρηση του Συντάγματος (αποφεύγοντας έτσι να αποσαφηνίσει τις σχετικές θέσεις του), η εν λόγω πρωτοβουλία της κυβέρνησης, παρά την προσχηματικότητά της,  θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί από την παρούσα Βουλή, ώστε να ολοκληρωνόταν η πρώτη φάση της Αναθεώρησης του Συντάγματος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Όχι βέβαια διότι πιστεύουμε ότι το πολιτικό πρόβλημα της χώρας θα μπορούσε να λυθεί με την Αναθεώρηση, όπως αφελώς διατείνονται ή υπονοούν πολλοί, αλλά επειδή και μια περιορισμένη έστω συμφωνία σε κάποιες ώριμες από καιρό αλλαγές -και ιδίως σε αυτές που αφορούν τα προνόμια του πολιτικού προσωπικού- θα αποκαθιστούσε στοιχειωδώς την εμπιστοσύνη του λαού απέναντι στους θεσμούς αλλά και θα διαμόρφωνε, μαζί με την συμφωνία για το πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας, ένα κλίμα στοιχειωδών συναινέσεων και συγκλίσεων που είναι απολύτως απαραίτητο για την λειτουργία της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.

 

Γ. Πέραν όμως των ανωτέρω, υπάρχει και ένας τρίτος θεσμός που δοκιμάζεται -ή μάλλον που συνεχίζει να δοκιμάζεται- στις συγκεκριμένες εκλογές. Πρόκειται για το εκλογικό σύστημα, το οποίο παραμένει το ίδιο, με ευθύνη τόσο της κυβέρνησης όσο και της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Πράγματι, από καμία πλευρά δεν αναλήφθηκε οποιαδήποτε σοβαρή πρωτοβουλία για να αλλάξει ένα εκλογικό σύστημα το οποίο:

Πρώτον, δίνει στο πρώτο κόμμα δώρο 50 εδρών χωρίς καμία προϋπόθεση ούτε ως προς το ποσοστό που πρέπει να λάβει αλλά ούτε και ως προς την διαφορά που πρέπει να έχει από το δεύτερο. Το αποτέλεσμα είναι τραγελαφικό με τα σημερινά δεδομένα του κατακερματισμού των πολιτικών δυνάμεων, και η παραβίαση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου καταφανής και ανεπίτρεπτη για ένα σύγχρονο δημοκρατικό πολίτευμα.

Δεύτερον, δίνει στο πρώτο κόμμα σχεδόν όλες τις έδρες των τετραεδρικών περιφερειών, παραβιάζοντας κάθε έννοια τοπικής αναλογικής εκπροσώπησης, ακόμη και σε περίπτωση που το πρώτο κόμμα πανελλαδικά δεν είναι πρώτο κόμμα στην συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια.

Τρίτον, παραβιάζει κατάφωρα την αναλογία εκλογέων και εδρών στις επί μέρους εκλογικές περιφέρειες, στις οποίες παρατηρούνται ανεπίτρεπτες αποκλίσεις λόγω της διαφοράς του  μεγέθους των εκλογικών περιφερειών.

Για όλες αυτές τις κραυγαλέες και αντιδημοκρατικές παραβιάσεις της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου δεν έγινε όλο αυτό το διάστημα καμία σοβαρή προσπάθεια εξορθολογισμού του εκλογικού συστήματος, ώστε να συνδυασθεί, με έναν νέο πρόσφορο μηχανισμό, η αναλογικότητα της εκπροσώπησης με την κυβερνησιμότητα. Η μεν Νέα Δημοκρατία οχυρώνεται πίσω από το δημιούργημά της -παρότι είναι φανερό ότι έχει μετεξελιχθεί, πλέον, σε τερατούργημα- ο δε ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται μεν να εμμένει στην ρητορεία της απλής και άδολης αναλογικής, στην πραγματικότητα όμως "βολεύεται" με το ισχύον σύστημα, προκειμένου να κατακτήσει ("αντιδημοκρατικά" σύμφωνα με όσα υποστήριζε παλαιότερα) την εξουσία.

Το χειρότερο δε όλων είναι ότι δεν έγινε καμία συζήτηση ούτε καν για την θεσμικά απαράδεκτη διάκριση μεταξύ των συνασπισμών και των μεμονωμένων κομμάτων ως προς το δώρο των 50 εδρών, παρότι η σχετική διάταξη θα μπορούσε να αλλάξει με απλή πλειοψηφία και όχι με πλειοψηφία των 2/3, διότι δεν αφορά ούτε το εκλογικό σύστημα ούτε τις εκλογικές περιφέρειες (άρθρο παρ. 1 Σ). Έτσι παρέμεινε μια ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ευνοούνται σκανδαλωδώς τα μεμονωμένα κόμματα σε σχέση με τους συνασπισμούς, παρότι στην εποχή μας το ζητούμενο είναι ακριβώς το αντίθετο: να ενθαρρυνθούν οι προεκλογικές προγραμματικές συναινέσεις και συγκλίσεις, προκειμένου να διαμορφωθούν, με όρους διαφάνειας και ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου, οι θέσεις και οι προτάσεις ευρύτερων συνασπισμών που θα ανασυνθέσουν, με άλλους όρους, το σημερινό κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό και θα δώσουν εκ των προτέρων στους πολίτες ένα σαφές περίγραμμα των προσφερόμενων λύσεων για την έξοδο από την κρίση που ταλανίζει τόσο σκληρά τη χώρα μας.    

Η νομική έννοια της ‘οικογένειας’ και τα ομόφυλα ζευγάρια: μαθήματα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Η ελληνική νομοθεσία, νομολογία και η κρατούσα θεωρία αποκλείουν ότι τα ομόφυλα ζευγάρια μπορεί να έχουν οικογενειακή ζωή. Τη στάση αυτή είχε μέχρι πρόσφατα και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την άλλαξε σε πρόσφατες αποφάσεις του. Κύρια θέση της μελέτης είναι ότι αντίστοιχα πρέπει να επεκταθεί η νομική έννοια της 'οικογενειακής ζωής' και στην ελληνική έννομη τάξη.

[προδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο Ε. Κουνουγέρη- Μανωλεδάκη, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2015, υπό έκδοση]

Μια αιρετική ερμηνεία του άρθρου 32 Συντάγματος

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Η γοητεία της ερμηνείας του Συντάγματος έγκειται στη εξελικτική και δυναμική της φύση. Έτσι, στη σημερινή συζήτηση δεν φάνηκε να αμφισβητείται, όπως είχε γίνει το 2009, ότι η αντιπολίτευση δεν παραβιάζει το Σύνταγμα αρνούμενη να υπερψηφίσει τον προτεινόμενο από την κυβερνητική πλειοψηφία υποψήφιο για Πρόεδρο της Δημοκρατίας λόγω πολιτικών διαφωνιών της και όχι με αναφορά στο πρόσωπο αυτού.

Στην πρόσφατη, ωστόσο, συζήτηση προστέθηκε από έναν νέο δημοσιολόγο, τον Στέλιο Τσεβά,[1] μια καινούρια ερμηνευτική συνιστώσα: ποιος προτείνει υποψηφίους για το ανώτατο αξίωμα; «H Boυλή ψηφίζει ύστερα από πρoτάσεις πoυ μπoρoύν να γίνoυν μόνo από τις Koινoβoυλευτικές Oμάδες» και την ομάδα των ανεξαρτήτων, απαντά το άρθρο 140 παρ 5 του Κανονισμού της Βουλής.

Ούτε όμως η δυνατότητα (και όχι υποχρέωση) ούτε ο περιορισμός αυτής στις ομάδες (αποκλειομένων μεμονωμένων βουλευτών) προκύπτουν άμεσα και ρητά από το Σύνταγμα. Μήπως, λοιπόν, θα ήταν περισσότερο σύμφωνο με το τελευταίο και ιδίως με τον προεδρευόμενο και κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος να προβλεφθεί στον Κανονισμό υποχρέωση κάθε βουλευτή (μεμονωμένα ή σε ομάδα) να προτείνει -και θα πρόσθετα, συνακόλουθα να υπερψηφίζει- υποψήφιο Πρόεδρο; Επειδή, αν κανείς δεν έχει υποχρέωση να προτείνει, τότε μπορεί θεωρητικά κανείς να μην προταθεί και άρα ο ήδη Πρόεδρος να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του (άρθρο 32 παρ 6 Σ), και μάλιστα  επ’ αόριστον ελλείψει υποψηφίων, με αποτέλεσμα την αλλοίωση του πολιτεύματος. Ούτε βέβαια μπορεί να συναχθεί υποχρέωση μόνο της μεγαλύτερης κοινοβουλευτικής ομάδας και όχι των μικρότερων, μια και η αρμοδιότητα είναι της Βουλής, άρα και κάθε βουλευτή ατομικά, και όχι της Κυβέρνησης.

Υπό αυτή την ερμηνευτική εκδοχή, οι κοινοβουλευτικές ομάδες παρακρατούν τη δυνατότητά τους να διαφωνήσουν για πολιτικούς λόγους και να οδηγήσουν τη χώρα σε εκλογές. Μόνο που γι αυτό δεν θα αρκεί τότε μια μειοψηφία 121 κατ’ ελάχιστο βουλευτών· θα χρειάζεται και μια πλειοψηφία που θα αρνηθεί να υπερψηφίσει τον προτεινόμενο από την αντιπολίτευση υποψήφιο. Είναι προφανές ότι η ερμηνευτική αυτή πρόταση δεν είναι πρόσφορη για την παρούσα διαδικασία εκλογής προέδρου, μπορεί όμως να συζητηθεί πριν έρθει η επόμενη.

ΕΘΝΟΣ, Παρασκευή 19/12/2014

[1] Στέλιος Τσεβάς, Μια νέα πρόταση ερμηνείας του άρθρου 32 του Συντάγματος.

H ιδιαιτερότητα και η σημασία του Συντάγματος του 1864

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ 1864

ως θεμελίου της πρώτης δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής μας παράδοσης*

* Το κείμενο αυτό είναι επεξεργασμένη μορφή ομότιτλης ομιλίας σε Ημερίδα με τίτλο «Το Σύνταγμα του 1864: 150 χρόνια μετά» που διεξήχθη στη Βουλή στις 7 Νοεμβρίου του 2014.

Πολλές φορές ακούγεται, ακόμα και από επίσημα χείλη, ακόμα και από συναδέλφους στο Πανεπιστήμιο, ότι η χώρα μας απέκτησε για πρώτη φορά πραγματική κοινοβουλευτική δημοκρατία μετά την ψήφιση του ισχύοντος Συντάγματος. Ωστόσο, μια τέτοια θεώρηση δεν είναι απλώς λανθασμένη και ατεκμηρίωτη. Το χειρότερο είναι ότι συμβάλλει στην διαιώνιση μιας κραυγαλέας παραχάραξης της ελληνικής ιστορίας, που εμφανίζει τη χώρα μας, έως το 1975, σαν μια συνταγματικά προβληματική και υπανάπτυκτη κοινοβουλευτική δημοκρατία, με δάνειους και αναξιοποίητους θεσμούς και με λειτουργία  που απέκλινε εμφανώς από το ευρωπαϊκό πρότυπο.

Και όμως, εφόσον αναφερόμαστε στον 19ο αιώνα, ουδέν αναληθέστερον  τούτου. Μπορεί η χώρα μας να πέρασε τους κραδασμούς αλλά και τις δημοκρατικές εξάρσεις της επαναστατικής περιόδου, μπορεί να ανέχθηκε ένα μεταβατικό στάδιο απόλυτης μοναρχίας, μπορεί να ατύχησε ως προς την λειτουργία του πολιτεύματος της συνταγματικής μοναρχίας, ιδίως λόγω της πολιτικής ανικανότητας και ανεπάρκειας του Όθωνα, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν απεμπόλησε το δικαίωμα του συνταγματικού αυτοκαθορισμού της, της «διοίκησης του τόπου διά του τόπου», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο πατριάρχης του ελληνικού κοινοβουλευτισμού Αλέξανδρος Κουμουνδούρος. Έτσι το 1862, όταν ωρίμασαν οι συνθήκες, η χώρα μας βίωσε, έστω και με κάποια καθυστέρηση, το δικό της 1848, δηλαδή μια πραγματική δημοκρατική επανάσταση. Η επανάσταση αυτή, που ονομάσθηκε μάλιστα «Οκτωβριανή Επανάστασις»[1], διακρίνεται σαφώς από τις περιορισμένες εξεγέρσεις του 1843 και του 1909. Ξεκίνησε στις αρχές του 1862, από το Ναύπλιο και τις Κυκλάδες και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου εξαπλώθηκε σαν σπίθα σε όλη την Ελλάδα (πλην της νότιας Πελοποννήσου), οδηγώντας στην ανατροπή της δυναστείας των Βίττελσμπαχ αλλά και της συνταγματικής μοναρχίας.

Απόρροια της επανάστασης αυτής, ήταν το Σύνταγμα του 1864. Ένα Σύνταγμα που παρουσιάζει πολλές και κρίσιμες ιδιαιτερότητες, οι οποίες καθόρισαν αποφασιστικά τόσο τη φυσιογνωμία του όσο και την εξαιρετική σημασία του ως προς τις μετέπειτα εξελίξεις[2]. Ας τις δούμε όμως συγκεκριμένα:

Η πρώτη σημαντική ιδιαιτερότητα έγκειται στην ίδια την Εθνοσυνέλευση  που το ψήφισε, δηλαδή στην Β΄ εν Αθήναις Εθνική Συνέλευση, που  κατέχει μια πράγματι ξεχωριστή θέση στην συνταγματική μας Ιστορία[3].

Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η Εθνοσυνέλευση αυτή είναι ιστορικά η πρώτη –αλλά και η μόνη– στην οποία εκπροσωπήθηκαν  όχι μόνον οι Έλληνες που κατοικούσαν στην ελληνική επικράτεια αλλά και οι Έλληνες που κατοικούσαν στις ελληνικές παροικίες εκτός Ελλάδος. Εκπροσωπήθηκαν, με άλλα λόγια, όλες οι ελληνικές κοινότητες που είχαν μια σοβαρή παρουσία σε μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής.  Έτσι, ενδεικτικά, στην εθνοσυνέλευση αυτή συναντούμε πληρεξουσίους από το Λονδίνο, το Λίβερπουλ, το Μάντσεστερ και την Μασσαλία, από την Τεργέστη και  Λιβόρνο, αλλά και από την Κωνσταντινούπολη, την Σμύρνη, την Θεσσαλονίκη, την Ήπειρο, την Οδησσό,  την Ιερουσαλήμ, το Κάϊρο και την Αλεξάνδρεια.  Ως εκ τούτου, είχαμε μια Εθνοσυνέλευση κοσμοπολίτικη, ανοιχτή στα ρεύματα των ιδεών αλλά και πλήρως ενήμερη για όσα διαδραματίζονταν τότε στην διεθνή σκηνή, τόσο σε πολιτικό όσο και σε φιλοσοφικό και επιστημονικό επίπεδο

Επίσης, πρέπει να εξαρθεί ιδιαίτερα ο δημοκρατικός χαρακτήρας αυτής της Εθνοσυνέλευσης. Τόσο ως προς την λειτουργία της, καθώς επέβαλε, μέχρι την έλευση του νέου βασιλιά, δηλαδή για πάνω από ένα χρόνο, το πλησιέστερο στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας σύστημα της κυβερνώσας Βουλής, όσο και ως προς την σύνθεσή της. Δεν πρόκειται μόνον για το ότι κυριαρχούν σε αυτήν οι εκπρόσωποι της Χρυσής Νεολαίας – δηλαδή των φοιτητών και των αποφοίτων του «Οθωνείου» Πανεπιστημίου, οι οποίοι, υπό την ηγεσία του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, πρωτοστάτησαν στην επανάσταση του 1862, με ρομφαία τις δημοκρατικές αρχές της επανάστασης του 1848 – αλλά  και για το ότι μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα η σύνθεσή της εμπλουτίσθηκε με σημαντικό αριθμό ριζοσπαστών πληρεξουσίων, οι οποίοι επικράτησαν  πλήρως στις σχετικές εκλογές, σε βάρος των ανθενωτικών, φέρνοντας τον νέο αέρα ρηξικέλευθων και προωθημένα δημοκρατικών πολιτικών και συνταγματικών ιδεών, που είχαν διαμορφωθεί σε αστικά κέντρα που δεν γνώρισαν τον οθωμανικό ζυγό.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα η ποιότητα του πολιτικού προσωπικού της συγκεκριμένης Εθνοσυνέλευσης, όχι μόνον διότι περιλαμβάνονταν σε αυτήν εξέχουσες προσωπικότητες των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού, των Ιονίων Νήσων και της Χρυσής Νεολαίας αλλά και διότι πρωτοστάτησαν στις εργασίες της όλες οι αξιόλογες πολιτικές προσωπικότητες που δέσποσαν για πολλές δεκαετίες στην πολιτική σκηνή κατά την περίοδο εφαρμογής του Συντάγματος του 1864. Μεταξύ αυτών μάλιστα περιλαμβάνονται όλοι οι μετέπειτα πρωθυπουργοί, και συγκεκριμένα τόσο ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, ο Δημήτριος Βούλγαρης, ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης και ο Θρασύβουλος Ζαϊμης, που κυριάρχησαν την πρώτη περίοδο εφαρμογής του Συντάγματος του 1864, όσο και οι δύο πρωταγωνιστές δικομματισμού που επακολούθησε, δηλαδή ο Χαρίλαος Τρικούπης και ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης. Αν σε αυτούς προσθέσουμε και ορισμένες εξέχουσες προσωπικότητες από την περίοδο της Επανάστασης (όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (πρόεδρος της Επιτροπής για το Σύνταγμα), ο Κωνσταντίνος Κανάρης και ο Μπενιζέλος Ρούφος), από τον ακαδημαϊκό χώρο (αναφέρω ενδεικτικά το Ν.Ι. Σαρίπολο, τον Διομήδη Κυριακού και τον Παύλο Καλλιγά) αλλά και γενικότερα από τον νομικό κόσμο (αναφέρω ενδεικτικά τον Αδαμάντιο Διαμαντόπουλο και τον Σπήλιο Αντωνόπουλο) έχουμε πλήρη την εικόνα μιας Εθνοσυνέλευσης η οποία απαρτιζόταν από ό,τι καλύτερο διέθετε ο Ελληνισμός εκείνη την εποχή, τόσο από την άποψη της πολιτικής συγκρότησης όσο και από την άποψη της επάρκειας για την κατάστρωση συνταγματικών θεσμών.

Στάθηκα ιδιαίτερα στην πρώτη αυτή γενετική ιδιαιτερότητα του Συντάγματος του 1864, διότι αυτή προσδιόρισε, κατά τρόπο καθοριστικό, τις επόμενες δύο ιδιαιτερότητες. Ας δούμε γιατί:

Είναι εύλογο, εν πρώτοις, ότι μια τέτοια Εθνοσυνέλευση, με τόσο έντονα δημοκρατικά αντανακλαστικά, δεν μπορούσε παρά να κινηθεί σε μια δημοκρατική κατεύθυνση, που θα επανασυνέδεε τον ελληνικό συνταγματισμό με τις ιστορικές καταβολές του, του ελληνικού διαφωτισμού και της Επανάστασης. Ωστόσο, η Εθνοσυνέλευση δεν αρκέσθηκε απλώς σε κάποιες δημοκρατικές επιλογές. Προχώρησε πολύ περισσότερο, ψηφίζοντας εν τέλει ένα Σύνταγμα το οποίο βρέθηκε στην δημοκρατική πρωτοπορία όλων των ευρωπαϊκών Συνταγμάτων.

Πράγματι, η δεύτερη σημαντική ιδιαιτερότητα είναι ότι το Σύνταγμα του 1864 κατέχει μια εντελώς ξεχωριστή θέση στην χορεία των ευρωπαϊκών Συνταγμάτων, αποτελώντας για πολλά χρόνια, και μάλιστα μακράν, την πλέον προωθημένη δημοκρατικά εκδοχή τους. Παρά το ότι στηρίχθηκε στο Σύνταγμα του 1844, επιλέγοντας ορθώς την τομή μέσα στη συνέχεια της συνταγματικής μας παράδοσης και όχι την συνολική ανατροπή της, εν τούτοις επέβαλε τόσες και τέτοιες αλλαγές που μετέβαλαν άρδην τον χαρακτήρα του πολιτεύματος, κατοχυρώνοντας πλήρως την δημοκρατική αρχή και σηματοδοτώντας έτσι το οριστικό πέρασμα από την συνταγματική μοναρχία στην βασιλευόμενη δημοκρατία. Περαιτέρω ανάλυση δεν είναι βεβαίως του παρόντος. Θέλω όμως να επισημάνω με έμφαση ότι εκείνη την εποχή δεν υπάρχει κανένα Σύνταγμα που να συνδυάζει με τόση πληρότητα και σαφήνεια αφ’ενός μεν  την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, το τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ του λαού και κατά του μονάρχη, το σύστημα της μίας Βουλής και τον πλήρη αποκλεισμό του μονάρχη από την αναθεωρητική διαδικασία, αφ’ ετέρου δε την κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας στις βουλευτικές και δημοτικές εκλογές και την ολοκληρωμένη καθιέρωση των δικαιωμάτων ομαδικής δράσης (δηλαδή του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι), και της ελευθερίας του Τύπου.

Και για να μην νομίζει κανείς ότι αυτά λέγονται για να ευλογούμε τα γένια μας σπεύδω να σας αναγνώσω ένα απόσπασμα από άρθρο του ανταποκριτή των Times εκείνης της εποχής, όπως το απέδωσε η εφημερίδα Κλειώ της Τεργέστης[4]:

«Το Σύνταγμα της Ελλάδος παριστάνει καταφανέστερον τάσεις τινας εν τη ηπείρω Ευρώπη και συνταράσσει το πνεύμα των φοβουμένων την δημοκρατίαν ως ανέλεγκτον δύναμιν. Το αυτό Σύνταγμα προαγγέλλει διάφορα πράγματα μέλλοντα να συμβώσι μετ’ ου πολύ εν ταις μεγάλαις μοναρχίαις και εν ταις αυτοκρατορίαις της Ευρώπης».

Ο πρωτοποριακός λοιπόν χαρακτήρας του Συντάγματος του 1864, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συνταγματισμού,  συνιστά την δεύτερη μεγάλη και σημαντική ιδιαιτερότητά του, η οποία δυστυχώς δεν έχει προσεχθεί ιδιαίτερα όχι μόνον στον ευρωπαϊκό αλλά ούτε καν στον εθνικό χώρο.

Ωστόσο, ο πρωτοποριακός χαρακτήρας του Συντάγματος του 1864 δεν έγκειται αποκλειστικά στις ρυθμίσεις του, διότι αυτές, από μόνες τους, δεν θα δικαιολογούσαν το να εξαίρεται με τέτοιον τρόπο η σημασία του. Το Σύνταγμα του 1864 δεν ήταν απλώς ένα δημοκρατικό Σύνταγμα που έμεινε στα χαρτιά, όπως συνέβη εν πολλοίς με τα Συντάγματα του Αγώνα. Αντίθετα, και αυτό είναι η τρίτη σημαντική ιδιαιτερότητα, αποδείχθηκε ένα Σύνταγμα  κατ’εξοχήν βιώσιμο και εφαρμόσιμο όπως αποδεικνύεται εύγλωττα από την συνεχή και απρόσκοπτη λειτουργία του για μισόν περίπου αιώνα. Αυτό συνέβη προεχόντως διότι οι επιλογές του συντακτικού νομοθέτη του 1864 δεν ήταν απλώς δημοκρατικές. Ήταν ταυτόχρονα και πρόσφορες για την θεσμική οργάνωση της ελληνικής κοινωνίας, διότι αντανακλούσαν μια έκδηλη προσπάθεια προσαρμογής επείσακτων θεσμών στην ιδιάζουσα ελληνική πραγματικότητα, η οποία δεν τέμνονταν από έντονες κοινωνικές αντιθέσεις και κυριαρχείτο από παραγωγικές δραστηριότητες μικρής κλίμακας, τόσο στο εμπόριο, την βιοτεχνία  και την ναυτιλία όσο και στην αγροτική παραγωγή, στην οποία πρέπει να τονίσουμε ότι δέσποζε, έως την ένωση της Θεσσαλίας με την Ελλάδα, η μικροϊδιοκτησία, κατόπιν της διανομής των εθνικών γαιών (δηλαδή των γαιών που κληρονόμησε το ελληνικό κράτος από τους Οθωμανούς) από την ίδια την Εθνοσυνέλευση.    

Ως εκ τούτου, η κατάργηση της Γερουσίας και η κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας, πέρα από το ότι αποτελούσαν δημοκρατικά αιτήματα που αντιστοιχούσαν πλήρως στον τότε συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων, πρέπει να ερμηνευθούν και υπό αυτό το πρίσμα, δηλαδή της αναγνώρισης των ελληνικών κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων, που δεν δικαιολογούσαν ούτε αποκλεισμό επικίνδυνων κοινωνικών στρωμάτων από τα κοινά αλλά ούτε και σώματα αριστοκρατικού χαρακτήρα. Υπό το ίδιο δε πρίσμα πρέπει να αντιμετωπισθεί και η ευρηματική υιοθέτηση του σφαιριδίου, ως μέσου ψηφοφορίας, μετά από πρόταση επτανησίων βουλευτών, Δεν θα  επεκταθώ ούτε στο σημείο αυτό. Απλώς αρκούμαι να επισημάνω ότι το σύστημα αυτό, που ξεκίνησε από εκκλησιαστική ψηφοφορία, αποδείχθηκε εξαιρετικά πρόσφορο για την διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου, ιδίως των αναλφαβήτων, ενώ προσέδωσε παράλληλα και ιδιαίτερο χρώμα στις ελληνικές εκλογικές αναμετρήσεις, διατηρήθηκε έως το 1926 και διασώζεται ακόμη στην θεσμική μνήμη των εκλογών, με εκφράσεις όπως «το έριξε δαγκωτό» ή «τον μαύρισε».

Η εφαρμογή, πάντως, του Συντάγματος του 1864 δεν υπήρξε εξ αρχής μια εύκολη υπόθεση. Στην πρώτη δεκαετία συγκρούσθηκε σκληρά το παλιό, οι κληροδοτημένες πρακτικές του οθωνικού παρελθόντος, με το καινούριο, έως ότου η δύναμη του «πολιτικού συγχρονισμού της κοινωνίας», που χαρακτήριζε το Σύνταγμα του 1864 κατά το Γεώργιο Σκληρό[5], να επιβληθεί και στην πράξη, με την συνδρομή, συμβολική και ουσιαστική, δύο σημαντικών εκσυγχρονιστικών τομών: της καθιέρωσης της αρχής της δεδηλωμένης[6], ως «συνθήκης του πολιτεύματος», με τον λόγο του θρόνου του 1875, και της ψήφισης του εκλογικού νόμου του 1877[7], που θωράκισε πολλαπλά την καθολική ψηφοφορία, ως προς την διασφάλιση της γνησιότητας του εκλογικού αποτελέσματος, και αποτέλεσε το θεμέλιο του εκλογικού μας δικαίου.

Μετά και από αυτές τις δύο κρίσιμες θεσμικές παρεμβάσεις, που ολοκλήρωσαν και ταυτόχρονα διασφάλισαν τον δημοκρατικό χαρακτήρα του Συντάγματος του 1864, η συνταγματική πραγματικότητα που διαμορφώνεται στον μακρινό δέκατο ένατο αιώνα, ως διαλεκτική σύνδεση του συνταγματικού δέοντος με το πολιτικό είναι, προσεγγίζει όλο και περισσότερο την σημερινή, ως προς την λειτουργία των δημοκρατικών και κοινοβουλευτικών θεσμών αλλά και ως προς την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, και μάλιστα με πολιτικές ομοιότητες που εκπλήσσουν και δείχνουν πόσο παράλληλοι υπήρξαν οι βίοι των δύο μεταπολιτεύσεων στην Ελλάδα.

Περαιτέρω ανάλυση βέβαια, ως προς αυτό, επίσης δεν είναι του παρόντος. Ωστόσο, αυτό που είναι του παρόντος είναι το να αναλογισθούμε, μεταφερόμενοι νοερά στο συνταγματικό μας παρελθόν, πως πριν από ενάμιση αιώνα η χώρα μας, χάρη σε μια Εθνοσυνέλευση που αποτέλεσε τον «συλλογικό διανοούμενο» του τότε Ελληνισμού,  όχι μόνο αποκτούσε το πλέον δημοκρατικό Σύνταγμα της Ευρώπης αλλά και εγκαινίαζε μια μακρόχρονη δημοκρατική και κοινοβουλευτική παράδοση, με συνεχή και αδιατάρακτη λειτουργία των θεσμών. Μια παράδοση, που όχι μόνον υπήρξε μεγαλύτερη, μέχρι στιγμής, από αυτήν που εγκαινίασε το Σύνταγμα του 1975, αλλά και κατατάσσει τη χώρα μας μεταξύ των ελάχιστων χωρών εκείνης της περιόδου που γνώρισαν ανάλογη συνταγματική και δημοκρατική ομαλότητα. Σκεφθείτε για παράδειγμα, ποια ήταν η συνταγματική πραγματικότητα εκείνης της περιόδου στην κεντρική, την ανατολική, την δυτική και την νότια Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας της Ισπανίας αλλά και όλης της Βαλκανικής Χερσονήσου, για να γίνει κατανοητό πόσο ξεχώρισε η χώρα μας υπό το Σύνταγμα του 1864, όχι μόνον ως προς τον προωθημένο δημοκρατικό χαρακτήρα των συνταγματικών της θεσμών αλλά και ως προς την αδιατάρακτη, επί μισόν και πλέον αιώνα, λειτουργία τους.  

Αρκεί λοιπόν να μελετήσει κανείς εκείνη την περίοδο, τόσο ως προς την κατοχύρωση όσο και ως προς την εφαρμογή του Συντάγματος του 1864, για να πεισθεί ότι είναι εντελώς έξω από την πραγματικότητα οι σχηματικές και απλουστευτικές απόψεις που υποτιμούν τις δημοκρατικές και κοινοβουλευτικές καταβολές του σημερινού πολιτεύματος. Πολλώ δε μάλλον αυτές που μας εμφανίζουν, ελαφρά τη καρδία, ουραγό και παρία –και όχι πρωταγωνιστή και πρωτοπόρο, όπως είναι το ορθό– τόσο στο πεδίο της ιδεολογίας όσο και στο πεδίο της πράξης του ευρωπαϊκού συνταγματισμού.               

 

 

 

 

 


[1] Βλ. σχετικά Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Εκλογές στην Ελλάδα 1864-1909. Ιδεολογία και Πράξη της Καθολικής Ψηφοφορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 2003 (2η έκδ.), σ. 104 επ. και τις εκεί παραπομπές.

 

 

 

[2] Για το Σύνταγμα του 1864 βλ. γενικά Αρ. Μάνεση, Η Δημοκρατική Αρχή εις το Σύνταγμα του 1864, σε: Του ίδιου, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, Ι, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 1980, σ. 65 επ., Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και εκλογές. ό.π., σ. 150 επ. (με τις εκεί παραπομπές),  Ν. Αλιβιζάτου, Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του στη Νεοελληνική Ιστορία 1800-2010, Πόλις, Αθήνα 2011, σ. 107 επ.

 

 

 

[3] Για την Β΄ Εν Αθήναις Εθνική Συνέλευση βλ. αναλυτικά Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και εκλογές. ό.π., σ. 103 επ. (με τις εκεί παραπομπές).

 

 

 

[4] Φύλλα 6/18 και 13/25 Απριλίου 1868, όπου και εκτενή αποσπάσματα του άρθρου.

 

 

 

[5] Βλ. Γ. Σκληρού, Τα Σύγχρονα Προβλήματα του Ελληνισμού, Διεθνής Επικαιρότης, Αθήνα 1970/2η εκδ., σ. 149. 

 

 

 

[6] Βλ. Αρ. Μάνεση, Η Δημοκρατική Αρχή εις το Σύνταγμα του 1864, ό.π., σ. 93 επ., Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και εκλογές, ό.π., σ. 147 επ., 162 (με τις εκεί παραπομπές),  Ν. Αλιβιζάτου, Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του, ό.π., σ. 128 επ.

 

 

 

[7] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και εκλογές, ό.π., σ. 163 επ. (με τις εκεί παραπομπές).

 

 

 

Το διοικητικό δίκαιο παραμένει προεχόντως «νομολογιακό»; Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014

Ευγενία Β. Πρεβεδούρου, Αν. Καθηγήτρια Νομικής ΑΠΘ

Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, εμπνεόμενη προφανώς από τη νομολογία των Δικαστηρίων της Ένωσης για την καθιέρωση της ευθύνης των κρατών μελών, λόγω παραβιάσεων του κοινοτικού/ενωσιακού δικαίου, συμπληρώνει το νομικό καθεστώς της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, με την επίλυση τριών κομβικής σημασίας ζητημάτων. Πρόκειται για το συνταγματικό έρεισμα της ευθύνης, την ευθύνη από νόμιμες πράξεις και την ευθύνη από πράξεις των οργάνων της δικαστικής εξουσίας.

P. Rosanvallon, «H κοινωνία των ίσων», εκδ. Πόλις, 2014

Βιβλιοκρισία: Παναγιώτης Μαντζούφας, Επ Καθ Νομικής Σχολής ΑΠΘ

P. Rosanvallon, «H κοινωνία των ίσων», εκδ. Πόλις, 2014, σ. 345
Οι ιστορικές μεταμορφώσεις της ισότητας απ’ την νεωτερικότητα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον

Το έργο του P.Rosanvallon(εφεξής P.R.) «Η κοινωνία των ίσων» συνιστά μία συνθετική εργασία μεγάλης εμβέλειας που πετυχαίνει να θέσει το ζήτημα της ισότητας σε μια εδραία θεωρητική και ιστορική βάση, αναδεικνύοντας τόσο το ιστορικό του βάθος, όσο και την διαρκή του επικαιρότητα. Ο συγγραφέας ξεκινάει το έργο του από την διαπίστωση που αποτελεί και την κεντρική του ιδέα του βιβλίου: ενώ η δημοκρατία επιβεβαιώνει τον δυναμισμό της ως καθεστώς που επεκτείνεται σε όλο και περισσότερα κράτη, παράλληλα φθίνει ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης διότι οι ανισότητες αυξάνονται συνεχώς. Παρατηρείται παγκόσμια μια εκρηκτική διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των υψηλότερων εισοδημάτων σε σχέση με τα εισοδήματα των ασθενέστερων στρωμάτων[1]. Αυτή η έκρηξη των ανισοτήτων διαδέχθηκε μια μακροχρόνια τάση μείωσης των ανισοτήτων τόσο σε Ευρώπη όσο και σε Αμερική που κράτησε μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Επομένως έχουμε μια θεαματική ρήξη με το παρελθόν. Μολονότι, το διάχυτο αίσθημα είναι ότι οι ανισότητες είναι εντυπωσιακά μεγάλες το αίσθημα αυτό δεν μετατρέπεται σε δυσαρέσκεια, αλλά σε μια παθητική αποδοχή συγκεκριμένων μορφών ανισότητας ίσως διότι όταν αξιολογούνται ειδικές καταστάσεις συνδέονται με ατομικές συμπεριφορές παρά με ευρύτερους κοινωνικούς καθορισμούς. Από την άλλη, ενώ η ιδέα της ισότητας διατηρεί τη ρητορική της αίγλη-όλο και ποιο συχνά την επικαλούμαστε στη δημόσια συζήτηση-δεν συνδέεται με ένα θετικό όραμα ενός επιθυμητού κόσμου, δεν δίνει τον τόνο της εποχής, δεν συνεγείρει τους πολίτες.

 

 


[1] Βλ. Z.Bauman, Πλούτος και ανισότητα, μας ωφελεί όλους ο πλούτος των ολίγων;, εκδ. Οκτώ, 2014

 

 

Γιώργος Ν. Καραβοκύρης, Το Σύνταγμα και η κρίση: Από το δίκαιο της ανάγκης στην αναγκαιότητα του δικαίου

Γιώργος Ν. Καραβοκύρης, Το Σύνταγμα και η κρίση – Από το δίκαιο της ανάγκης στην αναγκαιότητα του δικαίου

Εκδόσεις Κριτική

ISBN: 9789602189924, σελ: 226, τιμή: 16€

 

Πέντε, σχεδόν, χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, διαθέτουμε  επαρκές πολιτικό και νομικό δείγμα, αφενός της ίδιας της κρίσηςκαι των μέτρων αντιμετώπισής της, αφετέρου των ρητορικών της, των κυρίαρχων δηλαδή λόγων που διαμόρφωσαν, μαζί με τα βιώματά μας, την πρόσληψή της. Ωστόσο, τόσο στη διαχείριση, όσο και στην ερμηνεία της κρίσης, οι βασικές έννοιες του νομικού μας πολιτισμού έχουν φθάσει στα όριά τους, με συνέπεια μια προφανή σύγχυση ως προς την εγκυρότητα και την κατανόηση του «δικαίου της κρίσης».
 
Η μελέτη τοποθετείται εντός, αλλά και πέρα από τη συγκυρία. Φωτίζοντας τις σημαντικότερες στιγμές της και αποδομώντας τις ερμηνείες της, επιχειρεί να προσδώσει το κανονικό τους νόημα σε εκείνες τις λέξεις του δικαίου (όπως κυριαρχία, δημοκρατία, δημόσιο συμφέρον, αξιοπρέπεια, αναγκαιότητα) που οι εξαιρετικές συνθήκες της κρίσης έφεραν ακόμη πιο κοντά μας.
 
Ειδικότερα, στο φόντο της κρίσης, το βιβλίο προτείνει το δικό του δρόμο στη  σχέση δικαίου και ανάγκης, εκθέτοντας και υπερβαίνοντας το αδιέξοδο της παραδοσιακής νομικής αντίληψης ότι η «ανάγκη είναι κατηγορία του νόμου» και της πολιτικής θέσης ότι «η ανάγκη δεν γνωρίζει νόμο». Αντιθέτως, εάν αποδεχθούμε ότι το δίκαιο πρέπει πάντοτε να συνδέεται με μια πραγματικήκαι αδήριτη ανάγκη, μπορούμε να εμβαθύνουμε στους λόγους που επιβάλλουν τη θέσπισή του. Αναλύοντας κριτικά το βάρος του χρέους, του χρόνου και της γνώσης στη δικαιοπολιτική θεμελίωση της αναγκαιότητας του «δικαίου της κρίσης», η μελέτη διερευνά τις θολές, στην τωρινή συνθήκη, διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην επίκληση της σωτηρίας του Κράτους(raisοn d’État) και τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων μας.

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Ο Γιώργος Ν. Καραβοκύρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Πανεπιστήμιο Paris II (Panthéon-Assas), όπου εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο δημόσιο δίκαιο, με θέμα «L’ autonomie de la personne en droit public français », επιμ. Bruylant, 2013. Τα τελευταία χρόνια έχει διδάξει, ως ειδικός επιστήμονας, συνταγματικό δίκαιο και κοινωνιολογία δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εγγράφονται η φιλοσοφία δικαίου, η θεωρία του δημοσίου δικαίου και το συνταγματικό δίκαιο, με έμφαση στη διεπιστημονική και κριτική ανάλυση του κανόνα δικαίου. Σε πρόσφατες δημοσιεύσεις του, αναλύει την έννοια της κυριαρχίας ως ερμηνευτικό φαινόμενο («Κυριαρχία κι ερμηνεία: αναζητώντας τον κυρίαρχο λαό», στο Κυριαρχία, ετερότητα, δικαιώματα, εκδ. Ευρασία, 2013, σελ. 21-91), τη σχέση της τέχνης και του δικαίου («Τhe art of law», Law and Critique, τ. 25/1, Φεβρουάριος 2014, σελ. 67-85) και τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης («Η ελευθερία της έκφρασης ως ελευθερία της προσβολής», Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, τ. 4/2011, σελ. 598-613)

Μια νέα πρόταση ερμηνείας του άρθρου 32 Σ

Στέλιος Τσεβάς, Μεταπτυχιακός φοιτητής δημοσίου δικαίου Νομικής Αθηνών

Την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας όλοι λιγότερο ή περισσότερο την γνωρίζουμε. Σε αυτήν την διαδικασία δεσπόζει η πρόβλεψη περί διάλυσης της Βουλής και προκήρυξης εκλογών αν δεν επιτευχθεί πλειοψηφία τουλάχιστον 3/5 υπέρ κάποιου υποψηφίου. Η σημερινή συγκυρία, κατά την οποία η αντιπολίτευση προεξοφλεί ότι θα καταψηφίσει οποιαδήποτε υποψηφιότητα προκειμένου να προκηρυχθούν εκλογές, αναδεικνύει το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί η κυρίαρχη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του 32 Σ. Πράγματι, πρόκειται για μια αδιέξοδη ερμηνεία, αφού μέσω αυτής αναιρείται η συνταγματικά κατοχυρωμένη (53 παρ. 1 Σ) 4ετής κοινοβουλευτική θητεία αφενός, αφετέρου η διαδικασία εκλογής ΠτΔ μετατρέπεται σε ιδιότυπη πρόταση δυσπιστίας με κατώτατο όριο ευδοκίμησής της τη μειοψηφία των 2/5 και άμεση συνέπειά της την διάλυση της Βουλής. Με το παρόν άρθρο επιχειρείται μια ερμηνευτική συμπλήρωση του 32 Σ, η οποία θα το καταστήσει συμβατό με την αναζήτηση υπερκομματικού ΠτΔ αφενός, αφετέρου με τον χαρακτήρα του πολιτεύματος ως προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Μια πρώτη αμφισβήτηση της κυρίαρχης θέσης εκκινεί από την διαπίστωση ότι αν η Βουλή μπορεί να διαλύεται ανά πέντε έτη, καμία κοινοβουλευτική θητεία δε μπορεί να διαρκέσει –όπως προβλέπεται από το 53 Σ- για τέσσερα συνεχή έτη. Επομένως, δεδομένης της κανονιστικής ισοδυναμίας των διατάξεων του Σ, με ποιο κριτήριο επιλέγουμε το 32 Σ ως «υπέρτερο» του 53 Σ;

Εξάλλου, μελετώντας κανείς τα πρακτικά της Ολομέλειας της Επιτροπής για το Σύνταγμα του 1975, έρχεται αντιμέτωπος με δύο τάσεις: η πρώτη –κυβερνητική τότε προελεύσεως- πρότεινε εκλογές αν δε μπορεί να αναδειχθεί ΠτΔ με ενισχυμένη πλειοψηφία από την βουλή, ενώ η δεύτερη –υποστηριζόμενη από την τότε αντιπολίτευση- αντιτέθηκε σθεναρά στην διάλυση της Βουλής για την εκλογή ΠτΔ. Στόχος αμφοτέρων ήταν η ενίσχυση του κύρους του θεσμού του πτΔ μέσω της εκλογής μιας υπερκομματικής υποψηφιότητας. Ενδεικτικά η μειοψηφία σημείωνε ως αντεπιχειρήματα στην πρόταση της πλειοψηφίας τα εξής: α) δεδομένου ότι το πολίτευμα είναι η προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία και η Βουλή δεν διαλύεται όταν δε μπορεί να αναδείξει Πρωθυπουργό, γιατί να διαλύεται προκειμένου να εκλεγεί ΠτΔ; (Θ. μανάβης), β) η διάλυση της Βουλής δίνει την ευκαιρία στη μειοψηφία να προκαλέσει εκλογές πέρα από το σκοπό εύρεσης ενός υπερκομματικού ΠτΔ (Ν. Γαζής). Ο Πρόεδρος της Επιτροπής, Κ. Τσάτσος απάντησε ότι η εισαγωγή των εκλογών στην διαδικασία αποτελεί «ευκαιρία της μειοψηφίας να εξαναγκάσει την πλειοψηφία να υποταγεί στην εκλογή ΠτΔ κοινής εμπιστοσύνης». Από κανένα μέλος της Επιτροπής δεν φαίνεται να υπήρχε η πρόθεση απονομής στην αντιπολίτευση της «έμμεσης εξουσίας» επιβολής πρόωρων εκλογών. Άρα, η παρελκυστική χρήση του 32 Σ για άλλους σκοπούς πλην του διακηρυγμένου στο Σύνταγμα είναι αντίθετη στην ιστορική βούληση του συντακτικού νομοθέτη.

Η σημερινή περίσταση, όπου υποψήφιος ΠτΔ είναι μόνο ένας, τον οποίο δεν εγκρίνει μεν η αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά δεν αντιπροτείνει και κάποιον άλλο υποψήφιο, επαναλαμβάνεται στο μεταπολιτευτικό μας βίο για δεύτερη φορά. Η πρώτη ήταν το 1985 στην εκλογή Σαρτζετάκη, τον οποίο υπερψήφισαν από κοινού ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ με πλειοψηφία 3/5. Αν διαβάσει κανείς το 32 § 4δ’ Σ, παρατηρεί ότι γίνεται λόγος για πλείονες υποψηφίους ΠτΔ. Έτσι, οδηγούμαστε σε ένα επόμενο ερώτημα: είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η παράλειψη στήριξης υποψηφίου ΠτΔ είτε από την κυβερνώσα πλειοψηφία είτε από την αξιωματική αντιπολίτευση; Το 1990 ο Κ. Μητσοτάκης με αφορμή την προεδρική εκλογή διέλυσε την οικουμενική κυβέρνηση στην οποία συμμετείχε η Νέα Δημοκρατία με την ελπίδα ότι έτσι θα εξασφάλιζε αυτοδυναμία, πολιτική σταθερότητα για μια 4ετία (αφού η εκλογή ΠτΔ θα γινόταν ξανά σε 5 χρόνια) και θα επέβαλλε ως ΠτΔ τον κομματικό του υποψήφιο με την απλή ή σχετική –απαιτούμενη μετεκλογικά- πλειοψηφία. Έτσι, αφού η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές, κατάφερε να εκλέξει τον κομματικό υποψήφιο Κ. Καραμανλή με πλειοψηφία 153 ψήφων. Άρα, από τη στιγμή που το 32 Σ μπορεί παρελκυστικά να χρησιμοποιηθεί αμφίπλευρα για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, η κυρίαρχη ερμηνεία στερεί από το Σύνταγμα την κανονιστική του ισχύ καθιστώντας τον –συναγόμενο από τον Καταστατικό Χάρτη- υπερκομματικό ρόλο του ΠτΔ σε «συνταγματικό ευχολόγιο».

Άλλωστε, αν κινηθούμε αυστηρά βάσει γραμματικής ερμηνείας του 32 Σ, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας να μην προτείνει ΠτΔ. Άραγε, θα μπορούσε να ξεκινήσει ψηφοφορία χωρίς υποψήφιο; Κι ακόμα πιο πέρα, μήπως μέσω αυτής της ερμηνείας του 32 Σ δίνεται η δυνατότητα στην βουλή να καταργήσει de facto το αξίωμα του ΠτΔ παραλείποντας την πρόταση υποψηφίου τόσο πριν όσο και μετά τις εκλογές (που ίσως προκηρύσσονταν ελλείψει πλειοψηφίας 3/5 υπέρ κάποιου προσώπου). Το γεγονός, επομένως, ότι δεν ορίζεται στο Σύνταγμα ποιος οφείλει να προτείνει υποψήφιο ΠτΔ δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση.

Τουναντίον, η ασφαλέστερη -για την διασφάλιση του κύρους του συνταγματικού κειμένου όσο και του θεσμού του ΠτΔ- ερμηνεία του 32 Σ –σύμφωνα και με τις δηλώσεις του συντακτικού νομοθέτη, Κ. Τσάτσου- είναι η παραδοχή ότι τόσο η κυβερνώσα πλειοψηφία όσο και η αξιωματική αντιπολίτευση οφείλουν να προτείνουν υποψηφίους ΠτΔ. Με αυτήν την ερμηνεία, αν η κυβέρνηση θέλει να αποφύγει τις εκλογές, η αντιπολίτευση θα έχει την ευκαιρία να «επιβάλλει» ΠτΔ.

Η προτεινόμενη ερμηνεία –καίτοι δεν είναι κυρίαρχη- επιτυγχάνει να συγκεράσει όσα η ακολουθούμενη πρακτική παρουσιάζει σαν ασυμβίβαστα: α) εκλέγεται ΠτΔ ευρύτατης αποδοχής (ενώ ο ΠτΔ μετά μετά τις εκλογές μπορεί να εκλεγεί και υποψήφιος με λιγότερες από 151 ψήφους), β) δεν υπάρχει αντίθεση με το 53 Σ και δεν αφήνονται περιθώρια μετάλλαξης της προεδρικής εκλογής σε ψήφο δυσπιστίας ή ακόμη και σε de facto αλλαγή του πολιτεύματος.

 

ΕΔΔΑ: Δικαστικός έλεγχος φορολογικής πολιτικής

με σχόλιο Αναστάσιου Παυλόπουλου, Δικηγόρου, Μ.Δ.Ε. Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης Νομικής Δ.Π.Θ., Υπ. Διδ. Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Α.Π.Θ.

[αναδημοσίευση από την Τριμηνιαία Επιθεώρηση Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Θεωρίας και Πράξης «Το Σύνταγμα», τεύχος 3-4/2013, σελ. 696-713 (μετάφραση), 713-719 (Παρατηρήσεις)]

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Υπόθεση Ν.Μ.Κ. κατά Ουγγαρίας*

Δεύτερο Τμήμα

Αρ. προσφυγής 66529/11

Απόφαση της 14ης Μαΐου 2013

[Αιφνίδια φορολογική επιβάρυνση σε ποσοστό 52% της αποζημίωσης απόλυσης που έχει ως συνέπεια η καλόπιστη προσφεύγουσα να στερείται το μεγαλύτερο μέρος εγγυημένου δικαιώματος, που εξυπηρετεί το ειδικό κοινωνικό συμφέρον της επανένταξης αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ]

 


* Μετάφραση-επιμέλεια: Αναστάσιος Παυλόπουλος, Δικηγόρος, Μ.Δ.Ε. Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης Νομικής Δ.Π.Θ., Υποψήφιος Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Α.Π.Θ. Θερμές ευχαριστίες οφείλονται στον κ. Στέλιο Κουτνατζή, Λέκτορα Δημοσίου Δικαίου Νομικής Δ.Π.Θ. για την παρότρυνσή του να ασχοληθώ με το θέμα του δικαστικού ελέγχου μέτρων φορολογικής πολιτικής και την εν γένει συνδρομή του για την περάτωση της παρούσας συμβολής.

Περίληψη

Η προσφεύγουσα ενώπιον του ΕΔΔΑ ήταν δημόσια υπάλληλος, που απολύθηκε, στο πλαίσιο ενός κύματος παρόμοιων μέτρων σε όλη τη δημόσια διοίκηση.

Λόγω του γεγονότος αυτού είχε δικαίωμα να λάβει αποζημίωση απόλυσης, που αντιστοιχούσε σε μισθούς οκτώ μηνών. Η αποζημίωση αυτή φορολογήθηκε στη συνέχεια κατά τέτοιο τρόπου, που να ισοδυναμεί με μείωση του 52% του συνόλου της αποζημίωσης. Το Δικαστήριο εξέτασε τη συμβατότητα του μέτρου αυτού προς το δικαίωμα περιουσίας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ: Στο πρώτο στάδιο εξετάστηκε κατά πόσον η αποζημίωση απόλυσης συνιστά περιουσιακό αγαθό, προστατευόμενο από το εν λόγω δικαίωμα. Κρίθηκε, συναφώς, πως η νομοθετικά προβλεπόμενη αποζημίωση αντιπροσωπεύει μια μακροπρόθεσμη προσδοκία από την πλευρά του δημόσιου υπαλλήλου και μια υποχρέωση από την πλευρά του κράτους ως εργοδότη.

Στο δεύτερο στάδιο, το δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον η εξεταζόμενη φορολόγηση αποτέλεσε στέρηση της περιουσίας ή περιορισμό «προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών», κατά την έννοια της §2 του ίδιου άρθρου, καταλήγοντας στο ότι ο χαρακτηρισμός ενός γενικού μέτρου που λαμβάνεται στο πλαίσιο της προώθησης της κοινωνικής πολιτικής της αναδιανομής ως  «ρύθμιση χρήσεως» της περιουσίας και όχι ως «στέρηση» της περιουσίας δεν είναι καθοριστικός, αφού η νομιμότητα της νομοθετικής επέμβασης θα κριθεί με τα ίδια κριτήρια.

Στο τρίτο στάδιο, το ΕΔΔΑ εξέτασε τη νομιμότητα της νομοθετικής επέμβασης, με την αιτιολογία αφενός ότι προβλέπεται μέσω νόμου και αφετέρου ότι δεν θίγεται το απαιτούμενο μέτρο προστασίας κατά της αυθαιρεσίας, και απάντησε καταφατικά, με το αιτιολογικό ότι σε θέματα γενικής κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, για την οποία οι γνώμες μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία μπορεί εύλογα να διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό, θα πρέπει να παρέχεται στα κράτη ένα ιδιαίτερα ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως.

Στο τέταρτο στάδιο εξετάστηκε, εάν το επίδικο μέτρο δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Το ΕΔΔΑ, απαντώντας καταφατικά, τόνισε πως η «αίσθηση κοινωνικής δικαιοσύνης του πληθυσμού», σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον για την προστασία των δημοσίων οικονομικών και την κατανομή των κοινών βαρών, ικανοποιεί την απαίτηση της Σύμβασης για ένα νομοθετικό σκοπό, παρά την ευρύτητα του.

Στο πέμπτο και τελευταίο στάδιο, εξετάστηκε κατά πόσον το υπό κρίση φορολογικό μέτρο είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας. Το δικαστήριο επεσήμανε ότι ο στόχος που επιδιώκεται με την παροχή αποζημίωσης απόλυσης είναι η βοήθεια στους εργαζόμενους που απολύθηκαν να βρουν νέα εργασία. Έτσι κατέληξε ότι τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με την απροσδόκητη και ταχεία φύση της αλλαγής του φορολογικού καθεστώτος, που έκανε οποιαδήποτε προετοιμασία σχεδόν αδύνατη για τους ενδιαφερόμενους, εξέθεσαν την αιτούσα σε σημαντικές προσωπικές δυσκολίες, με τρόπο υπερβολικό και δυσανάλογο. Επομένως, συμπέρανε ότι δεν τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας και διέγνωσε παραβίαση του δικαιώματος στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας.

ΣτΕ 307/2014: λειτουργία καταστημάτων Κυριακές (αίτημα αναστολής)

ΣτΕ 307/2014 (Ολομέλεια)

επί αιτήματος αναστολής εκτελέσως αποφάσεως για λειτουργία καταστημάτων

 

Δεκτή αίτηση αναστολής εκτελέσεως της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας με τίτλο «Ορισμός τριών τουριστικών περιοχών της Ελλάδας, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος ή προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν. 4177/2013» (ΦΕΚ Β΄ 1859/8.7.2014).

Αριθμός 307/2014
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας

(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)
___________________
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 28 Αυγούστου 2014 με την εξής σύνθεση : Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 21 Ιουλίου 2014 αίτηση:
των:

1. Σωματείου με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ» (ΕΣΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα (Μητροπόλεως 42),

2. Σωματείου με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ» – (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αριστοτέλους 46),

3. Σωματείου με την επωνυμία «ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ», που εδρεύει στην Αθήνα,

4. Σωματείου με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη,

5. Εταιρείας με την επωνυμία «Α Γ Ο.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, 6. Εταιρείας με την επωνυμία «Χ Ο.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, 7. Εταιρείας με την επωνυμία «Κ. Α.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, 8. Εταιρείας με την επωνυμία «Μ.Χ. Ο.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, 9. Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΦΟΙ Μ. Ο.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, 10. Εταιρείας με την επωνυμία «Α. Φ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, 11. Εταιρείας με την επωνυμία «Π. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, 12. ΜΠ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 13. ΑΓ, κατοίκου Αθήνας, 14. ΑΧ, κατοίκου Αθήνας, 15. ΚΧ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 16. ΜΧ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 17. ΠΜ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 18. ΑΦ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 19. ΠΠ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 20. ΙΚ, κατοίκου Αθήνας και 21. ΑΣ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους: α) ΧΧ και β) ΑΜ,

κατά του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο οποίος παρέστη με την ΑΓ, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και κάθε άλλης σχετικής πράξεως της Διοικήσεως. Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε την εισηγήτρια, Σύμβουλο Μ. Καραμανώφ.


Κατόπιν η Επιτροπή άκουσε τους πληρεξουσίους των αιτούντων, οι οποίοι ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψή της.
Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο   Ν ό μ ο


 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1…./2014 ειδικό γραμμ. παραβόλου), ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας με τίτλο «Ορισμός τριών τουριστικών περιοχών της Ελλάδας, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος ή προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν. 4177/2013» (ΦΕΚ Β΄ 1859/8.7.2014). Κατά της ανωτέρω αποφάσεως οι αιτούντες έχουν ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, δικάσιμος της οποίας έχει προσδιοριστεί ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας η 7.11.2014.
 

2. Επειδή, στο άρθρο 16 του ν. 4177/2013 (Α΄ 173) ορίζονται τα εξής:

«1. Επιτρέπεται προαιρετικά η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις εξής Κυριακές: α) Την πρώτη Κυριακή κατά την έναρξη των χρονικών περιόδων της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση που η πρώτη Κυριακή συμπίπτει με επίσημη αργία, η δυνατότητα μετατίθεται την επόμενη Κυριακή. β) Τις δύο (2) Κυριακές πριν από την ημέρα των Χριστουγέννων. γ) Την Κυριακή των Βαΐων.

     2. Με αιτιολογημένη απόφαση του κατά τόπον αρμόδιου Αντιπεριφερειάρχη, η οποία εκδίδεται εντός διαστήματος τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ορίζονται οι περιοχές, στις οποίες επιτρέπεται προαιρετικά η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και άλλες Κυριακές, πλην των αναφερομένων στην παράγραφο 1 λαμβανομένων υπόψη των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) τα εμπορικά καταστήματα να έχουν συνολική επιφάνεια εμβαδού, όπως αυτό αναγράφεται στο λογαριασμό παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, μέχρι διακόσια πενήντα (250) τετραγωνικά μέτρα, β) να μην ανήκουν υπό οποιαδήποτε νομική σχέση σε αλυσίδα καταστημάτων, εξαιρουμένων των περιπτώσεων συμβάσεων δικαιόχρησης (franchise), γ) να μην λειτουργούν με συμφωνίες συνεργασίας τύπου «κατάστημα εντός καταστήματος» («shops-in-a-shop») και να μην βρίσκονται σε εκπτωτικά καταστήματα («outlet»), εμπορικά κέντρα ή εκπτωτικά χωριά. Εφόσον η προθεσμία των τριών (3) μηνών του προηγούμενου εδαφίου παρέλθει άπρακτη, ο Αντιπεριφερειάρχης υπέχει πειθαρχική ευθύνη σύμφωνα με τα άρθρα 233 και 234 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87). Η απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη δύναται να αναθεωρείται ετησίως, με απόφαση που εκδίδεται κατά το μήνα Ιανουάριο και πρώτη εφαρμογή τον Ιανουάριο του 2015. Εάν δεν εκδοθεί η απόφαση, ισχύει η προηγούμενη ρύθμιση.

     3. α. Με την επιφύλαξη των ειδικώς οριζομένων για τα καταστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 42 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101) και στο άρθρο 14 του ν. 2194/1994 (Α΄ 34), κατά τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζεται το πλαίσιο του ωραρίου του άρθρου 23 του ν. 2224/1994, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3377/2005 (Α΄ 202). β. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 2224/1994, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3377/2005, αντικαθίσταται ως εξής: "Το ανωτέρω πλαίσιο ωραρίου καθορίζεται για τις καθημερινές ημέρες μέχρι την 21:00 ώρα, το Σάββατο μέχρι την 20:00 ώρα και την Κυριακή από ώρα 11:00 έως ώρα 20:00."».

     Ακολούθως, με το άρθρο 25 του ν. 4208/2013 (Α΄ 252) προστέθηκε στο ανωτέρω άρθρο 16 του ν. 4177/2013 παράγραφος 4 ως εξής:

«4. α) Επιτρέπεται η απασχόληση των εργαζομένων σε εμπορικά καταστήματα που λειτουργούν σύμφωνα με τα ανωτέρω. Η απασχόληση των εργαζομένων στις περιπτώσεις αυτές είναι νόμιμη και αμείβεται σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που ορίζουν πρόσθετη αμοιβή για εργασία κατά τις Κυριακές. Στους εργαζόμενους που θα απασχοληθούν κατά τις Κυριακές της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 δύναται να χορηγηθεί η αναπληρωματική ανάπαυση σε εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που προηγείται των Κυριακών αυτών. β) Η ισχύς της παρούσας αρχίζει από την ψήφισή της από την Βουλή των Ελλήνων».

     Τέλος, με την υποπαρ. 1α της παρ. ΣΤ5 του πρώτου άρθρου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) προστέθηκε στο ίδιο ως άνω άρθρο του ν. 4177/2013 παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας που εκδίδεται μετά από διαβούλευση με τοπικούς και συλλογικούς φορείς ορίζονται τρεις (3) τουριστικές περιοχές, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος η προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος και χωρίς να απαιτείται απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη. Με όμοια απόφαση μπορεί να ορίζεται ο φορέας παρακολούθησης της δράσης για την εξαγωγή συγκριτικών συμπερασμάτων και κάθε άλλη λεπτομέρεια».

     Στην υποπαρ.1β της ιδίας παρ. ΣΤ5 του πρώτου άρθρου του ν. 4254/2014 ορίζεται ότι:

«β. Η απόφαση της προηγούμενης υποπερίπτωσης εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου».

3. Επειδή, κατ’ επίκληση της προδιαληφθείσης εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 4177/2013 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο άρθρο 1 της οποίας ορίζονται τα εξής:

«Οι τρεις (3) τουριστικές περιοχές της χώρας, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος η προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 1 του αρθρ. 16 του Ν. 4177/2013 είναι: 1. Περιφέρεια Αττικής και ειδικότερα: (α) Ιστορικό κέντρο Δήμου Αθηναίων, όπως αυτό προσδιορίζεται και οριοθετείται από το Π.Δ. 21.9/13.10.1979 (ΦΕΚ Δ΄ 567) όπως ισχύει. (β) Δήμος Ραφήνας−Πικερμίου. 2. Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και ειδικότερα: (α) Ιστορικό κέντρο Δήμου Θεσσαλονίκης, όπως αυτό προσδιορίζεται και οριοθετείται από την Υ.Α. ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/3046/51009/14.10.1994 (ΦΕΚ Β΄ 833). (β) Περιφερειακή ενότητα Χαλκιδικής 3. Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου και ειδικότερα: (α) Δήμος Ρόδου (β) Δήμος Κω (γ) Δήμος Σύρου−Ερμούπολης (δ) Δήμος Μυκόνου (ε) Δήμος Θήρας».

4. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, οι αιτούντες ζητούν την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ισχυριζόμενοι ότι η ασκηθείσα κατ’ αυτής αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη.

     Ειδικότερα, με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη διότι

α) εκδόθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το νόμο τρίμηνης προθεσμίας και, συνεπώς, αναρμοδίως κατά χρόνο,

β) εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, ήτοι χωρίς να προηγηθεί η προσήκουσα δημοσιοποίηση της σχεδιαζομένης ρυθμίσεως και χωρίς να λάβει χώρα διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους φορείς,

γ) εκδόθηκε κατά παράβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως, καθώς με την απόφαση αυτή καθορίστηκαν συνολικά περισσότερες από τρεις (3) τουριστικές περιοχές για την πιλοτική εφαρμογή της επίμαχης ρυθμίσεως,

δ) εκδόθηκε χωρίς να εκτιμηθούν στοιχεία που δικαιολογούν την πιλοτική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων καθ’ όλες τις Κυριακές του έτους στις επιλεγείσες περιοχές,

ε) αντιβαίνει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, με τις οποίες καθιερώνεται για τους εργαζομένους η αργία της Κυριακής, όπως οι διεθνείς συμβάσεις της Γενεύης που κυρώθηκαν αντιστοίχως με τους ν. 2990/1922 (Α΄ 163) και ν. 1174/1981 (Α΄ 182), και οι διατάξεις της Οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, και

στ) θεσπίζει ουσιαστικώς την κατάργηση της αργίας της Κυριακής για τους εμπόρους και τους εργαζομένους στα εμπορικά καταστήματα, κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών της ισότητας, αναλογικότητας και προστασίας της οικογένειας και των ατομικών δικαιωμάτων της άσκησης της θρησκευτικής λατρείας και της επαγγελματικής ελευθερίας. Οι ανωτέρω λόγοι ακυρώσεως, ως προς τους οποίους δεν υπάρχει νομολογία εν όψει της πρόσφατης θεσπίσεως της σχετικής εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 5 του ν. 4177/2013, δεν κρίνονται ως προδήλως βάσιμοι και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναστολής.

5. Επειδή, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως θα προκαλέσει σ’ αυτούς ανεπανόρθωτη, άλλως δυσχερώς επανορθώσιμη, βλάβη, αφ’ ενός μεν, ηθική και προσωπική, αφ’ ετέρου δε, οικονομική και επαγγελματική.

Ειδικότερα, προβάλλουν

ότι η κατάργηση της αργίας της Κυριακής θα στερήσει από αυτούς την αναγκαία εβδομαδιαία ανάπαυση, ψυχαγωγία και επαφή με τα μέλη της οικογένειάς τους, θα δυσχεράνει δε την άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Εν όψει δε της κατοχύρωσης, ταυτόχρονα και παράλληλα με τα λοιπά εργασιακά δικαιώματα, της Κυριακής ως ημέρας κοινής και υποχρεωτικής αργίας στη χώρα επί 100 και πλέον έτη, η βλάβη αυτή δεν δύναται να θεραπευθεί με την μετάθεση της αργίας σε διαφορετική ημέρα της εβδομάδας για κάθε εργαζόμενο, θα πληγούν δε εξίσου από τη ρύθμιση τόσον οι ιδιοκτήτες μικρών και μεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων, οι οποίοι θα αναγκαστούν σε παροχή απασχολήσεως προσωπικής ή των μελών της οικογενείας τους λόγω αδυναμίας απασχολήσεως πρόσθετου προσωπικού, όσο και οι εργαζόμενοι εμποροϋπάλληλοι, οι οποίοι θα εξαναγκασθούν εκ των πραγμάτων να παρέχουν εργασία την Κυριακή.
Ούτε, εξ άλλου, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, αίρεται η ανωτέρω βλάβη ως εκ του προαιρετικού χαρακτήρα του μέτρου, διότι όσες μεν επιχειρήσεις επιλέξουν να παραμένουν κλειστές την Κυριακή, διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο διαρροής, ή και οριστικής απώλειας, της πελατείας τους, η οποία θα μετακινηθεί προς τα λειτουργούντα καταστήματα, όσες δε επιχειρήσεις επιλέξουν να παραμένουν ανοικτές, διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο κλονισμού της βιωσιμότητάς τους λόγω του αυξημένου κόστους λειτουργίας τους, το οποίο είναι δυσβάστακτο εν όψει της κοινώς γνωστής οικονομικής κρίσης.
Οι αιτούντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το επίμαχο μέτρο δεν αναμένεται να οδηγήσει ούτε στη βελτίωση των όρων της αγοράς εργασίας και τη μείωση της ανεργίας, ούτε στην αύξηση του κύκλου εργασιών των καταστημάτων, ούτε στη μείωση των τιμών προς όφελος των καταναλωτών, αλλά, αντίθετα, θα καταφέρει ένα πρόσθετο πλήγμα στον ήδη δοκιμαζόμενο κλάδο των μικρών και μεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων.
Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ άλλων, σχετική έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Ινστιτούτο Μελετών της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας) Ιανουαρίου 2013, η οποία αναφέρει τα εξής:

«… 1) Σύμφωνα με την 6η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τις Μικρές & Μεσαίες Επιχειρήσεις (που εξετάζει 19 χώρες): – οι επιπτώσεις στην απασχόληση από το διευρυμένο ωράριο είναι αρνητικές. – Ο καταμερισμός εργασίας στον τομέα του λιανικού εμπορίου, βάσει των αλλαγών, αλλάζει σημαντικά. Το εργασιακό κόστος αυξάνεται περισσότερο απ’ ό,τι οι πωλήσεις (ιδιαίτερα τις Κυριακές). «Η απελευθέρωση του ωραρίου των λιανεμπορικών καταστημάτων φαίνεται να επιταχύνει την μείωση του μεριδίου της αγοράς των ΜΜΕ, ελαττώνοντας την κερδοφορία τους». – Τα μικρά καταστήματα μειώνουν τις θέσεις εργασίας (καθώς το κόστος είναι μεγαλύτερο των κερδών, γεγονός που αναγκάζει τους μικρούς επιχειρηματίες και τις οικογένειες τους να δουλεύουν πολύ περισσότερο), ενώ τα μεγαλύτερα καταστήματα (κυρίως τροφίμων) δημιουργούν νέες θέσεις μόνο μερικής απασχόλησης. – Εξαιτίας του μεγαλύτερου ανταγωνισμού και την μείωση των κερδών, τα μικρά καταστήματα εξαφανίζονται από τον εμπορικό χάρτη ή υποχρεώνονται σε εξαγορά από μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων (franchised). Επιπλέον, από την ανάλυση των στοιχείων απασχόλησης μετά την απελευθέρωση ωραρίου για συγκεκριμένες χώρες, προέκυψαν τα εξής: • Στην Αυστρία η συνολική απασχόληση δεν επηρεάστηκε. • Στην Ολλανδία μειώθηκε η πλήρης απασχόληση στο σύνολο των λιανεμπορικών καταστημάτων. • Στην Γερμανία τα αποτελέσματα των μελετών του SFS (Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας) και του Ifo (Ινστιτούτο Οικονομικής Έρευνας) σε σχέση με την επιρροή της διεύρυνσης του ωραρίου των καταστημάτων στο κύκλο εργασιών και την απασχόληση, ήταν αρνητικά (μείωση συνολικής απασχόλησης 5,8%). 2) Στο Λονδίνο, η πρακτική εφαρμογή της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή δείχνει αρνητικά αποτελέσματα για τα μικρά καταστήματα. Σύμφωνα με το τελευταίο δελτίο της BRC – KPMG (5/9/2012) φαίνεται πτώση των πωλήσεων, γεγονός που πυροδότησε για άλλη μια φορά την κριτική εναντίον της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή καθώς όπως αναφέρει η ACS (Association of Convenience Stores) τα μικρά καταστήματα «υποφέρουν» από μείωση των πωλήσεών τους, τα κέρδη από τα οποία μεταφέρθηκαν στα μεγάλα καταστήματα και πως η λειτουργία την Κυριακή δεν επέφερε ουδεμία θετική αλλαγή στις πωλήσεις τους. Αντίστοιχα, η Συνομοσπονδία Διανομέων Χονδρικής (Federation of Wholesales Distributors) αναφέρει πως δεν υπάρχει οικονομική ή κοινωνική βάση για την απελευθέρωση της Κυριακής καθώς οι καταναλωτές απέδειξαν πως δεν την χρειάζονται και τα τοπικά καταστήματα καταστρέφονται. 3) Σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης στις περιοχές όπου τα καταστήματα παραμένουν ανοικτά σε ημέρες αργίας, το κόστος αυξάνεται κατά 15% και οι πωλήσεις μόλις κατά 0,5%, γεγονός που ασκεί επιρροή στις τιμές. Οι καταναλωτές πληρώνουν περισσότερο, ανεξάρτητα με το αν κάνουν τις αγορές τους σε ημέρες αργίας. Επιπλέον, η μεταφορά μεριδίου της αγοράς σε πολυκαταστήματα, μειώνει τον ανταγωνισμό και οδηγεί τα μικρά καταστήματα σε κλείσιμο. Η έρευνα καταλήγει με έντονα ερωτηματικά για το κατά πόσο η αύξηση των ωρών λειτουργίας συντελεί σε βελτίωση της απασχόλησης. Τα μικρά καταστήματα λιανικού εμπορίου χάνουν μερίδιο αγοράς. Δημιουργούνται τάσεις υπερσυγκέντρωσης, και εξ αυτού του λόγου σημειώνεται μείωση της απασχόλησης. Υπολογίζεται πως 277 υπάλληλοι σε μια μεγάλη υπεραγορά, μπορούν να αντικαταστήσουν 318 σε υπεραγορά και 1557 παραδοσιακούς καταστηματάρχες. 4) Μελέτη για τις επιπτώσεις από την απελευθέρωση της λειτουργίας καταστημάτων τις Κυριακές στην Ισπανική οικονομία έδειξε πως οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις θα υποστούν μείωση του μεριδίου αγοράς, γεγονός που θα οδηγήσει σε απώλεια θέσεων εργασίας, οι δε τιμές δεν αναμένεται να μειωθούν. Με την μελέτη συμφωνούσε και το «παράδειγμα της Μαδρίτης» όπου από το 1996 είχαν καθιερωθεί ως εργάσιμες 12 επίσημες αργίες το χρόνο, κάτι που είχε ως συνέπεια τις μεγαλύτερες απώλειες σε θέσεις εργασίας και τα περισσότερα λουκέτα σε μαγαζιά από κάθε άλλη αυτόνομη κοινότητα της Ισπανίας».

Εξ άλλου, όσον αφορά την Ελλάδα, οι αιτούντες προσκομίζουν στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ σχετικά με την απασχόληση στον κλάδο του εμπορίου, από τα οποία προκύπτει ότι η συνολική απασχόληση μεταξύ Γ΄ και Δ΄ Τριμήνου του 2013 μειώθηκε σε απόλυτα μεγέθη κατά 15.300, μεταξύ δε Γ΄ Τριμήνου 2013 και Α΄ Τριμήνου 2014 κατά 10.600, παρά το γεγονός ότι από το Δ΄ Τρίμηνο του 2013 είχαν εφαρμοστεί οι διατάξεις του ν. 4677/2013 για το άνοιγμα των καταστημάτων ορισμένες Κυριακές του έτους.

6. Επειδή, η Διοίκηση, με το έγγραφο των απόψεών της προς το Δικαστήριο και το κατατεθέν υπόμνημά της, προβάλλει ότι η επίμαχη ρύθμιση έχει πιλοτικό χαρακτήρα με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων για την αξιολόγηση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές, ιδίως εν όψει της αύξησης του αριθμού των τουριστών της χώρας, η εξυπηρέτηση των οποίων και τις Κυριακές αναμένεται να έχει πολλαπλά οφέλη, τα οποία θα διαπιστωθούν με ασφάλεια μόνο μετά το πέρας της περιόδου πιλοτικής εφαρμογής της προσβαλλομένης πράξεως.

7. Επειδή, η Επιτροπή κρίνει ότι η μεν ηθική βλάβη των αιτούντων η αναφερόμενη στο δικαίωμα του ελευθέρου χρόνου και της απολαύσεώς του από κοινού με την οικογένειά τους κατά την κοινή αργία της Κυριακής καθώς και στο δικαίωμα στην άσκηση της θρησκευτικής λατρείας, παρίσταται αυτονοήτως δυσεπανόρθωτη.

Η δε οικονομική βλάβη, πιθανολογείται επίσης ως ανεπανόρθωτη, ή πάντως δυσχερώς επανορθώσιμη, από τα προσκομισθέντα από αυτούς στοιχεία και μελέτες αρμοδίων ερευνητικών φορέων της Ελλάδας και του εξωτερικού, εκτιμώμενα υπό το φως της κοινώς γνωστής οικονομικής κρίσεως, τα στοιχεία δε αυτά δεν αμφισβητούνται ούτε αποκρούονται από τη Διοίκηση.

Εξ άλλου, η επίκληση εκ μέρους της Διοικήσεως της εξαγωγής συμπερασμάτων από την πιλοτική εφαρμογή του μέτρου ως λόγου δημοσίου συμφέροντος κωλύοντος τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής, δεν δύναται να αντισταθμίσει την πιθανολογούμενη βλάβη των αιτούντων, πολλώ μάλλον καθ’ όσον η Διοίκηση δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει στοιχεία ή μελέτες επί των οποίων δύναται να θεμελιωθεί προσδοκία θετικών αποτελεσμάτων από το επίμαχο μέτρο.

Τέλος, η ανάγκη εξυπηρέτησης του αυξημένου αριθμού των τουριστών της χώρας και τις Κυριακές δύναται να καλυφθεί με την εφαρμογή της προμνημονευθείσας παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 4177/2013, δυνάμει της οποίας ο Αντιπεριφερειάρχης εξουσιοδοτείται να εκδώσει απόφαση για τον ορισμό περιοχών της περιφερείας του, στις οποίες επιτρέπεται η λειτουργία και τις Κυριακές καταστημάτων μέχρι 250 τ.μ., υπό τον όρο να μην ανήκουν σε αλυσίδα καταστημάτων, να μη λειτουργούν ως «κατάστημα εντός καταστήματος» και να μην βρίσκονται σε εκπτωτικά καταστήματα, εκπτωτικά κέντρα ή εκπτωτικά χωριά.
8. Επειδή, κατά τούτα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της κατ’ αυτής ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεως.

Διά ταύτα Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.

Αναστέλλει την εκτέλεση της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της κατ’ αυτής ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεως.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου 2014 και εκδόθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.

Ο Πρόεδρος                                                           Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος                                                       Μ. Παπασαράντη

 

 

 

Σκέψεις για τις συνταγματικές προοπτικές του διεθνούς δικαίου: “soft imperative rules” και μετασχηματισμοί της κυριαρχίας

Νεοκλής Μπαρόνε, Laurea Magistrale in Giurisprudenza του Πανεπιστημίου Alma Mater Studiorum της Bologna, ασκούμενος δικηγόρος

παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, που είναι χρόνια βαθιάς ύφεσης και οικονομικής κρίσης, η τάση τα κράτη να θέλουν να  υπερασπιστούν περισσότερο την κυριαρχία τους, στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους των χρηματοπιστωτικών αγορών. Οι αγορές, σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες που επιβάλλει η διαδικασία παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, είναι σε θέση να επηρεάσουν, και όχι λίγο, τις εσωτερικές πολιτικές των κρατών, που, από την πλευρά τους, αναζητούν να αντιδράσουν, με κάθε τρόπο, στην οικονομική και κοινωνική κρίση που τα πλήττει. Αυτή η «μεταστροφή», αν μπορεί κάνεις να την χαρακτηρίσει έτσι, από τα κράτη, που βρέθηκαν ξαφνικά να δείχνουν υπερβάλλοντα ζήλο για την εθνική τους κυριαρχία, οδηγεί σε ένα παράδοξο, αντιφατικό φαινόμενο, όπου από τη μία πλευρά τα κράτη ασκούν μια πολιτική  επιβεβαίωσης της κυριαρχίας τους ενώ από την άλλη πλευρά η νομική πραγματικότητα του διεθνούς δικαίου προχωρεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς ένα όλο και μεγαλύτερο περιορισμό της κρατικής κυριαρχίας. Το φαινόμενο αυτό δεν θα έπρεπε ωστόσο να ανησυχεί τους υποστηρικτές της προηγμένης διεθνούς ενσωμάτωσης και μιας μεγαλύτερης αλληλεπίδρασης και συνεργασίας των κρατών-μελών της διεθνούς κοινότητας. Και αυτό γιατί αντανακλά την προσπάθεια των πολιτικών αρχών να αντιδράσουν, με κάθε τρόπο, στην κρίση, έχει δηλαδή πρόσκαιρο και αμυντικό χαρακτήρα.