Author Archives: editor

Γιάννης Α. Τασόπουλος, Η λαϊκή κυριαρχία και η πρόκληση της αμεροληψίας (βιβλίο)

Η λαϊκή κυριαρχία και

η πρόκληση της αμεροληψίας

 

Από τη σειρά βιβλίων

ΠΟΛΙΤΕΙΑ – ΣΥΝΤΑΓΜΑ – ΕΥΡΩΠΗ

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου

 isbn: 978-960-218-951-1

 σελ. 656, τιμή: 45€

Κάθε άνθρωπος μετρά εξίσου με τον άλλο. Κάθε πολίτης έχει μία ψήφο. Κάθε ψήφος είναι ισοδύναμη με την άλλη. Τελικώς, οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται μέσα από την άθροιση των ψήφων. Επειδή οι απόψεις που υποστηρίζουν οι άνθρωποι διαφέρουν μεταξύ τους, ισχύει η αρχή της πλειοψηφίας. Αυτός είναι ο πυρήνας της λαϊκής κυριαρχίας και βασίζεται στην ισοτιμία των πολιτών και την ανόθευτη και αμερόληπτη, πολυκομματική και ελεύθερη εκλογική διαδικασία. Η αμεροληψία της ψήφου και της ψηφοφορίας αποτελεί συστατικό στοιχείο ενός δημοκρατικού ορθολογισμού. 

Το βιβλίο εξετάζει κριτικά τη θεωρία για τη λαϊκή κυριαρχία που επικράτησε στη Μεταπολίτευση και τη στρεβλή εφαρμογή της στην πράξη που συνέτεινε καταλυτικά στην ελληνική κρίση, και αναπτύσσει μια εναλλακτική στρατηγική για τη δημοκρατική αρχή με άξονα την αμεροληψία και τον πλουραλισμό. Το συνταγματικό θεμέλιο της αμεροληψίας αναζητείται στον νοηματικό πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας. Η στενή έννοια της πολιτικής αμεροληψίας ισοδυναμεί με το τίμιο παιχνίδι, την ανόθευτη διεξαγωγή των εκλογών. Η πρόκληση της αμεροληψίας αφορά την πολιτική αμεροληψία με την ευρεία έννοια: την ουσιαστική επλήρωση των όρων του πολιτικού φιλελευθερισμού που θεσπίζει το δημοκρατικό Σύνταγμα για τη δίκαιη αντιμετώπιση των πολιτών.

Το βιβλίο εξετάζει κριτικά τη θεωρία για τη λαϊκή κυριαρχία που επικράτησε στη Μεταπολίτευση και τη στρεβλή εφαρμογή της στην πράξη που συνέτεινε καταλυτικά στην ελληνική κρίση, και αναπτύσσει μια εναλλακτική στρατηγική για τη δημοκρατική αρχή με άξονα την αμεροληψία και τον πλουραλισμό. Το συνταγματικό θεμέλιο της αμεροληψίας αναζητείται στον νοηματικό πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας. Η στενή έννοια της πολιτικής αμεροληψίας ισοδυναμεί με το τίμιο παιχνίδι, την ανόθευτη διεξαγωγή των εκλογών. Η πρόκληση της αμεροληψίας αφορά την πολιτική αμεροληψία με την ευρεία έννοια: την ουσιαστική εκπλήρωση των όρων του πολιτικού φιλελευθερισμού που θεσπίζει το δημοκρατικό Σύνταγμα για τη δίκαιη αντιμετώπιση των πολιτών.

Ο Γιάννης Α. Τασόπουλος διδάσκει συνταγματικό δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ασκεί ενεργό δικηγορία στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει νομικά στην Αθήνα και έχει πραγματοποιήσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στις ΗΠΑ (1986: πτυχίο Νομικού Τμήματος, Σχολής Ν.Ο.Π.Ε., 1987: LL.M. Duke University School of Law, 1989: S.J.D., Duke University School of Law).Τα ερευνητικά ενδιαφέροντά του εκτείνονται στο δημόσιο δίκαιο, την πολιτική φιλοσοφία, τη φιλοσοφία του δικαίου και τη συνταγματική ιστορία. Στα βιβλία του περιλαμβάνονται: The Constitutional Problem of Subversive Advocacy in the United States of America and Greece, Ant. N. Sakkoulas Publishers, 1993. Το ηθικοπολιτικό θεμέλιο του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2001. Η κοινωνία και το Σύνταγμα στην Ελλάδα – μεταξύ πολιτικού ενθουσιασμού και ευπρέπειας, Εκδ. Σάκκουλα, 2006. Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, Εκδ. Σάκκουλα, 2007.

Κεντρική διάθεση: Νευροκοπίου 8, Γκάζι / τηλ. 2108211470, 2108211811

                   e-mail: biblia@kritiki.gr / www.kritiki.gr

Μια αναθεώρηση για τα στοιχειώδη

του Νίκου Αλιβιζάτου, Καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

(αναδημοσίευση από την εφημερίδα Καθημερινή, 21.09.2014)

Αν η παρούσα Βουλή διαλυθεί χωρίς προηγουμένως να κινήσει τη διαδικασία για την αναθεώρηση του Συντάγματος, το πολιτικό σύστημα της χώρας θα υποστεί ένα ακόμη πλήγμα. Διότι θα εκτεθεί στην κατηγορία ότι έχει χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα· και ότι δεν καταλαβαίνει το βαθύτερο νόημα της κρίσης που περνάμε. Ποιο είναι αυτό; Οτι η εποχή των κενών λόγων και των φρούδων υποσχέσεων παρήλθε ανεπιστρεπτί. Και ότι ο λαός θέλει από τους κυβερνήτες του όχι μόνο να παράγουν έργο, αλλά και να λογοδοτούν ουσιαστικά γι’ αυτό. Γιατί μπορεί μεν το Σύνταγμα να μη φταίει για τα Μνημόνια και τα δεινά που ζούμε, δεν είναι όμως και άμοιρο ευθυνών για την πιο ανησυχητική παρενέργεια της κρίσης: την χωρίς προηγούμενο απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών.

Αναφέρομαι, βέβαια, στα τρωτά του ισχύοντος Συντάγματος, που με ευθύνη, είναι αλήθεια, όχι μόνον των πολιτικών αλλά και όσων από εμάς ασχολούμαστε «επαγγελματικά» με αυτό, διατηρούνται άθικτα έως σήμερα. Πρόκειται για κραυγαλέους αναχρονισμούς, που είναι απορίας άξιο πώς επιβιώνουν σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα. Το να αφεθούν στην τύχη τους θα έπαιζε το παιχνίδι των άκρων. Γιατί θα αγνοούσε το πάνδημο αίτημα για εξυγίανση, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελούσε έμπρακτη ομολογία ότι, στη χώρα μας, μεταρρυθμίσεις για τα βασικά δεν μπορούν να γίνουν.

Για να μη θεωρηθεί ότι η αναθεωρητική πρωτοβουλία αποβλέπει στη δημιουργία εντυπώσεων, πιστεύω ότι θα πρέπει να κινηθεί σε μια μινιμαλιστική λογική. Να μην αφορά δηλαδή το μισό Σύνταγμα, αλλά εκείνες τις διατάξεις του που, κατά γενική ομολογία, είναι αποτυχημένες και που η ιδέα της αναθεώρησής τους έχει ωριμάσει.

Το αντίθετο, η υποβολή δηλαδή πληθωρικών προτάσεων, όπως στο παρελθόν, θα ήταν –ειδικά υπό τις σημερινές συνθήκες– καταδικασμένη να ναυαγήσει. Διότι θα προκαλούσε για μιαν ακόμη φορά έναν ανούσιο ανταγωνισμό εξαγγελιών χωρίς αντίκρισμα, με τους πολίτες να στέκονται αδιάφοροι μπροστά στην επανάληψη μιας παράστασης από τα ίδια. Πολύ περισσότερο που τα χρονικά περιθώρια είναι σήμερα πολύ στενά. Απεναντίας, η επεξεργασία μιας λιτής πρότασης, με 4-5 το πολύ σημεία, όλα για ζητήματα που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν με απλούς νόμους, θα έδινε ένα διαφορετικό στίγμα.

Η αντιπολίτευση –και ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ– δύσκολα θα μπορούσε να απορρίψει μια τέτοια πρόταση. Διότι θα ήταν σαν να μην ενδιαφέρεται να αλλάξουν ορισμένες ρυθμίσεις, τις οποίες έχει από καιρό καταγγείλει και για τις οποίες μάλιστα έχει συγκροτήσει εδώ και ενάμιση χρόνο μιαν «επιτροπή σοφών». (Ακόμη, σημειωτέον, περιμένουμε τα πορίσματά της.) Θα κινδύνευε, με άλλα λόγια να αυτοαποκλεισθεί από μια συζήτηση, που δίχως άλλο ενδιαφέρει ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης.

Ποιες είναι οι εντοπισμένες προτάσεις, που τα κόμματα του συνταγματικού τόξου δύσκολα θα μπορούσαν να απορρίψουν;

Πρώτον, η αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, ώστε να αφαιρεθεί από τη Βουλή η αρμοδιότητα για τη δίωξη των υπουργών, και να ανατεθεί σε συλλογικό όργανο αποτελούμενο π.χ. από ανώτατους δικαστές (όπως στη Γαλλία) ή από μέλη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Και τούτο, με ταυτόχρονη κατάργηση της σύντομης παραγραφής, που σήμερα προβλέπεται για τα υπουργικά αδικήματα.

Δεύτερον, η χορήγηση βουλευτικής ασυλίας μόνο με απόφαση της Βουλής, ύστερα από αίτημα του εγκαλούμενου βουλευτή, σύμφωνα με το βρετανικό μοντέλο. Και τούτο, με αναθεώρηση του άρθρου 63 του Συντάγματος.

Τρίτον, η εμπλοκή του Προέδρου της Δημοκρατίας στην επιλογή της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων, βάσει καταλόγου που θα του υποβάλλει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία (3 ονόματα) και η αντιπολίτευση (2 ονόματα). Και τούτο, με αναθεώρηση του άρθρου 90 του Συντάγματος.

Τέταρτον, ίδια ρύθμιση για την επιλογή των προέδρων των Ανεξάρτητων Αρχών, με αναθεώρηση του άρθρου 101Α του Συντάγματος. Ελλείψει συναινέσεων για τα πρόσωπα που θα έπρεπε να στελεχώνουν τις Αρχές αυτές, το εν λόγω άρθρο συμβολίζει την αποτυχία ενός θεσμού, που η εισαγωγή του είχε γεννήσει πολλές ελπίδες.

Τέλος, αλλαγή του τρόπου αναθεώρησης του Συντάγματος ώστε η πενταετής απαγόρευση της αναθεώρησης, σύμφωνα με το άρθρο 110, να περιορίζεται στη διάταξη που αναθεωρήθηκε τελευταία (και όχι σε ολόκληρο το Σύνταγμα, όπως σήμερα). Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να εξετασθεί το ενδεχόμενο να είναι δυνατό να ολοκληρωθεί η αναθεώρηση και από μία και μόνο Βουλή, αν συμφωνούν τα 2/3 ή τα 4/5 του όλου αριθμού των βουλευτών. Ετσι, η αναθεωρητική διαδικασία θα «αποφορτισθεί» και θα αποκτήσει το νόημα που έχει σε όλες τις συνταγματικά ώριμες δημοκρατίες: μια ευκαιρία για τη διόρθωση σφαλμάτων και για καλά μελετημένες καινοτομίες.

Ποιος είναι ο κοινός παρονομαστής όλων των ανωτέρω προτάσεων; Είναι –για να θυμηθούμε μια διατύπωση άλλοτε προσφιλή στον κ. Σαμαρά– η υπέρβαση της στενά κομματικής λογικής, χάριν του «γενικού καλού». Είτε πρόκειται για τη λογοδοσία των πολιτικών (την οποία επιδιώκουν να διασφαλίσουν οι προτάσεις 1 και 2) είτε για την απεμπλοκή των κομμάτων από ζητήματα για τα οποία δεν θα έπρεπε να έχουν λόγο (προτάσεις 3 και 4), πρόκειται για πρωτοβουλίες που αν υιοθετούνταν θα έδειχναν ότι τα κόμματα είναι διατεθειμένα να θυσιάσουν λίγη εξουσία για να κερδίσουν το μείζον: τη χαμένη αξιοπιστία τους και την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Μία τελευταία παρατήρηση για τους «αναθεωρητικώς αδημονούντες»: ασφαλώς και επείγει η απαλλαγή του Συντάγματος από αναχρονιστικές διατάξεις (όπως π.χ. εκείνη του άρθρου 16, που απαγορεύει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων). Το ίδιο και η διόρθωση αρκετών άλλων, ώστε π.χ. να διασφαλισθεί μεγαλύτερη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα στη λήψη των αποφάσεων, χωρίς να θυσιάζεται η διαφάνεια. Για τις διατάξεις αυτές, εν τούτοις, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες και απέχουμε από το να έχουμε βρει λύσεις γενικότερης αποδοχής.

Για τις λύσεις αυτές, η πέμπτη και τελευταία από τις ανωτέρω προτάσεις επιδιώκει να μεταφέρει τη συζήτηση στο forum της δημόσιας διαβούλευσης. Διότι τα κόμματα, απαλλαγμένα από το άγχος της πενταετούς αναθεωρητικής αδράνειας, θα μπορέσουν πιο άνετα να τις μελετήσουν, να τις εντάξουν στο πρόγραμμά τους και να διεκδικήσουν και γι’ αυτές την ψήφο του λαού. Υπάρχει δημοκρατικότερος τρόπος για να πραγματοποιηθούν οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις, που έχει σήμερα τόση ανάγκη το πολίτευμα της χώρας μας;

Παναγιώτης Μαντζούφας, Οικονομική Κρίση και Σύνταγμα, εκδ Σάκκουλα 2014

Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στη λειτουργία των θεσμών του ελληνικού κράτους και ειδικότερα του Συντάγματος.

 

ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Π Μαντζούφας

                                               

Ένα Σύνταγμα δεν μπορεί ούτε να προκαλέσει, ούτε να αντιμετωπίσει μια οικονομική κρίση. Κάθε εθνική παράδοση, κάθε έννομη τάξη και κάθε πολιτικό σύστημα εναποθέτει στο Σύνταγμα διαφορετικές προσδοκίες, ενώ άλλες μπορεί να είναι και οι ελπίδες που οι πολίτες επενδύουν σε αυτό. Ειδικά σε περιόδους οικονομικής κρίσης, έρχονται στην επιφάνεια συνταγματικές δυσλειτουργίες, που επιδρούν στην έκβαση των εξελίξεων, παροξύνοντας εγγενή προβλήματα που προϋπήρχαν (π.χ. συνταγματικά εμπόδια ως προς την αναζήτηση της ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης, προβληματική λειτουργία της δικαιοσύνης).

Είναι σαφές ότι η απώλεια της νομισματικής και δημοσιονομικής αυτονομίας της χώρας είναι αποτέλεσμα της ένταξης στην ΟΝΕ, η οποία πραγματοποιήθηκε επί τη βάσει των συνταγματικών ρυθμίσεων (άρθρα 28 παρ. 2 και 3 Σ) και δεν προέκυψε με την επιβολή των μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων και των εφαρμοστικών νόμων. Η δημοσιονομική εκτροπή της χώρας και η ένταξή της σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο οικονομικών καταναγκασμών, το οποίο δημιούργησαν ad hoc οι διεθνείς δανειστές της, προέκυψε από την αδήριτη ανάγκη να αποτραπεί τόσο η πτώχευσή της, όσο και η κατάρρευση της ευρωζώνης. Αυτές οι εξελίξεις δύσκολα θα μπορούσαν να προβλεφθούν ή/και να αφομοιωθούν από ένα Σύνταγμα, που έρχεται αντιμέτωπο, αφενός, με τους ανεπαρκείς θεσμούς της ΕΕ και την πολιτική αβελτηρία των ηγετών της και, αφετέρου, με τις εξαρτήσεις που δημιουργεί η παγκοσμιοποιημένη κυριαρχία των αγορών[1].

Το εθνικό και το διεθνές επίπεδο αλληλεπιδρούν και αλληλοεξαρτώνται διαρκώς[2], ανοίγοντας συνεχώς ρωγμές σε ένα Σύνταγμα, που οικοδομήθηκε πάνω στο ιστορικό έδαφος των εθνών κρατών (συνταγματισμός) και που αντιλαμβανόταν τη διεθνή παρουσία ως απλή συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς, και όχι ως ένα πεδίο, όπου διακυβεύεται αδιαλείπτως η εθνική της κυριαρχία και όπου τα περιθώρια να ορίζεις την εθνική σου μοίρα στενεύουν, ιδίως όταν είσαι αναξιόχρεος οφειλέτης.

Από την άλλη, οι πολίτες αναμένουν από το Σύνταγμα να επιτελέσει τον συμβολικό και εγγυητικό του ρόλο, να διασφαλίσει τα δικαιώματά τους μέσω των δικαιοδοτικών μηχανισμών και, έτσι, να αισθανθούν ασφαλείς. Στη βάση αυτή, το Σύνταγμα μοιάζει με το έσχατο καταφύγιο και η αποτυχία του στον συγκεκριμένο ρόλο προκαλεί καθολική απώλεια πίστης στους συνταγματικούς θεσμούς, ιδίως στη συνείδηση εκείνων, στους οποίους οι περιορισμοί στα κοινωνικά τους δικαιώματα επιφέρουν σημαντική υποβάθμιση του επιπέδου ζωής τους. Τότε, η κοινωνική ανυπακοή, οι ακραίες εκδηλώσεις βίας, οι αντικοινοβουλευτικές πολιτικές επιλογές πιστοποιούν ότι η κατάσταση έχει εκτραπεί σε εξωσυνταγματικές πρακτικές και το Σύνταγμα χάνει τη νομιμοποιητική του βάση.

Από την πλευρά τους, οι πολιτικές δυνάμεις προσδοκούν από το Σύνταγμα να τις διευκολύνει στην πολιτική τους δράση και να είναι αποτελεσματικό. Εδώ οι προσδοκίες συνδέονται με τις επιτρεπτές μορφές δράσης και τις δυνατότητες του Συντάγματος να αναθεωρείται εύκολα, να προσαρμόζει το κανονιστικό του περιεχόμενο στις εξελίξεις, ανατρέποντας τις μέχρι πρότινος ερμηνευτικές σταθερές της νομολογίας[3]. Το πολιτικό σύστημα προσβλέπει στο Σύνταγμα, για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση, αναζητώντας ένα σύμμαχο, ο οποίος κατά περίπτωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί, για να στείλει το μήνυμα στη διεθνή κοινότητα ότι υπάρχουν όρια, που, αν κανείς τα υπερβεί, διαρρηγνύεται η κοινωνική συνοχή και ανατρέπεται η συνταγματική τάξη. Όλα αυτά τα ενδεχόμενα δοκιμάστηκαν και δοκιμάζονται τα χρόνια της οικονομικής κρίσης πάνω σε ένα εκκρεμές, που κινούνταν ανάμεσα σε διαπιστώσεις, όπως το: «Σύνταγμα δεν είναι τίποτα» μέχρι το «Σύνταγμα είναι τα πάντα», δηλαδή ανάμεσα σε έναν εργαλειακό λόγο μνημονιακής προέλευσης, που αντιμετωπίζει τις συνταγματικές ενστάσεις για παραβίαση δικαιωμάτων ως δευτερεύοντα ζητήματα, που υποχωρούν ενώπιον των οικονομικών καταναγκασμών, και μιας ανοικονόμητης αντιμνημονιακής ρητορικής, που απαξιώνει κάθε μέτρο ως εκ προοιμίου λανθασμένο και αντισυνταγματικό, καθιστώντας ανέφικτη οποιαδήποτε προοπτική εύρεσης κοινού τόπου και συνεννόησης.

Με βάση όσα αναπτύξαμε ανωτέρω, μπορούμε να επιχειρήσουμε μια συνθετική απάντηση στο ερώτημα που διατρέχει τη μονογραφία, το αν, δηλαδή, τα μνημόνια και ο επικείμενος δημοσιονομικός κανόνας με τη συνταγματική κατοχύρωση, σε συνδυασμό με τις αποφάσεις των δικαστηρίων, τα οποία έκριναν τα εφαρμοστικά μέτρα, συνιστούν μια τομή στο πολίτευμα[4]. Παρατηρήσαμε ότι τα μνημόνια και ο δημοσιονομικός κανόνας δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα. Τα προβλήματα στην αρχιτεκτονική των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008[5] έχουν τη δική τους συμβολή στην ένταση της κρίσης, που τάραξε το σύνολο των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου και την Ιρλανδία. Είναι προφανές ότι τόσο η ΕΕ όσο και η Ευρωζώνη δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν την κρίση, καθώς δεν έχει υπάρξει ιστορικό προηγούμενο επιτυχημένης νομισματικής ένωσης χωρίς προηγούμενη πολιτική ένωση ή, τουλάχιστον, χωρίς πρόβλεψη θεσμικών μηχανισμών πρόληψης ή αντιμετώπισης κρίσεων σαν αυτή που διέρχεται η χώρα.

Επιπλέον, όπως είδαμε, δεν λειτούργησαν και οι, προϋφιστάμενοι της κρίσης, μηχανισμοί πολυμερούς εποπτείας, όπως τους προέβλεπε το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης[6], ενώ ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ούτε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα ανταποκρίθηκαν στον εποπτικό τους ρόλο.

Είδαμε, αναλυτικά, ότι τα συνεχή Συμβούλια των αρχηγών των κρατών μελών και οι σημαντικές αποφάσεις που έλαβαν, η δημιουργία ενός μόνιμου διακυβερνητικού μηχανισμού σταθερότητας (ESM) με την προσθήκη της παραγράφου 3 στο άρθρο 136 της ΣΛΕΕ, η υπογραφή μιας νέας Συνθήκης για τη Σταθερότητα, το Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην ΟΝΕ, η οποία επιβάλλει τον δημοσιονομικό κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, αποτέλεσαν θεσμικές αντιδράσεις, που αποβλέπουν στην προσαρμογή των θεσμών της ΕΕ και της Ευρωζώνης σε καταστάσεις κρίσης[7]. Αυτές οι σημαντικές αλλαγές στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, σε συνδυασμό με τις εξαγγελίες περί Τραπεζικής Ένωσης και τις αυξημένες αρμοδιότητες και παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μεγαλώνουν το χάσμα μεταξύ της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης[8]. Είναι σαφές ότι απαιτείται μια ριζική τομή στο οικοδόμημα της νομισματικής ένωσης, προκειμένου να είναι βιώσιμο και λειτουργικό, κυρίως με την πρόβλεψη ενός είδους ευρωομολόγου, που θα επιμερίζει και θα εγγυάται, υπό προϋποθέσεις, τα χρέη στο σύνολο των κρατών μελών, και επίσης με ένα μηχανισμό εξισορρόπησης των διαφορών στην ανταγωνιστικότητα μεταξύ των κρατών μελών, με τη μεταβίβαση πόρων από το Βορρά προς το Νότο και με τις αντίστοιχες προσαρμογές των τραπεζικών συστημάτων, που πρέπει θεσμικά να ενοποιηθούν και να εποπτεύονται ουσιαστικά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Τα χρόνια προ της κρίσης, το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης και οι θεσμικές μεταβολές, με τη θέσπιση του ΧΘΔ και την προστατευτική των δικαιωμάτων νομολογία του ΔΕΕ, συγκάλυπταν το δημοκρατικό και κοινωνικό έλλειμμα της ΕΕ, υπό τις συνθήκες της οικονομικής κρίσης όμως τα πράγματα έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς. Οι έντονες παρεμβάσεις των ευρωπαϊκών μηχανισμών σταθερότητας στις εθνικές οικονομίες αποτελούν μια σπασμωδική αντίδραση στις αυξημένες πιέσεις των αγορών, που εκδηλώνονται κατά τρόπο ασυνεχή και δυσπροσδιόριστο και θέτουν το Δικαστήριο της Ένωσης ενώπιον νέων προκλήσεων[9]. Ούτε τα εθνικά Συντάγματα, ούτε η έννομη τάξη της ΕΕ διαθέτουν θεμελιώδεις κανόνες, που να μπορούν να αντιμετωπίσουν την πίεση αυτή[10]. Είναι σαφές ότι περάσαμε από μια περίοδο, όπου η προοπτική της συνταγματοποίησης της Ευρώπης εμφανιζόταν ως αναγέννηση της ευρωπαϊκής ιδέας, σε μια εποχή αποσυνταγματοποίησης, όπου οι θεσμικές αδυναμίες και η έλλειψη πολιτικής βούλησης σηματοδοτούν μια παρακμή της Ευρώπης, η οποία αναζητεί την ταυτότητά της, ανάμεσα σε οίκους αξιολόγησης και σε τεχνοκρατικές υποδείξεις του ΔΝΤ.

Αν, παρόλα αυτά, η περαιτέρω ενίσχυση των ευρωπαϊκών θεσμών προς την οικονομική και πολιτική ενοποίηση -σε πείσμα του σχετικού δημοκρατικού ελλείμματος της ΕΕ-, αλλά και προς την ενίσχυση της αλληλεγγύης, είναι απολύτως αναγκαία, άλλο τόσο αναγκαία είναι και η προσαρμογή της Ελλάδας στα νέα δεδομένα.

Τα πράγματα εξελίχθηκαν για την Ελλάδα με τον τρόπο που εξελίχθηκαν, διότι οι ελληνικές κυβερνήσεις, με δεδομένες τις διεθνείς συνθήκες, τους θεσμούς και τους χειρισμούς των οργάνων της ΕΕ, έχασαν τον έλεγχο των οικονομικών μεγεθών και, ως εκ τούτου, απώλεσαν και τα περιθώρια των πολιτικών επιλογών. Ωστόσο, την ίδια κοντόθωρη αντίληψη επέδειξαν και τα οικονομικώς ισχυρά κράτη της Ευρωζώνης, γεγονός που τα εμπόδισε να δράσουν γρήγορα και αποτελεσματικά, εντείνοντας τις πιέσεις της κρίσης προς τους αδυνάτους, όπως η Ελλάδα.

Ο συνδυασμός της απώλειας της νομισματικής αυτονομίας με το υπέρογκο χρέος και τα ελλείμματα που το τροφοδότησαν[11], δημιούργησε εκρηκτικές συνθήκες για τη χώρα. Τα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας του κοινού νομοθέτη ως προς τη χάραξη μιας αυτοδύναμης πολιτικής, ανεξάρτητης από το ενωσιακό πλαίσιο, ήταν και είναι πολύ περιορισμένα και σε συνθήκες κρίσης αποδείχθηκαν ασφυκτικά. Επιπλέον, πέραν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ισχύος του παράγωγου ενωσιακού δικαίου, με τις Οδηγίες, τους Κανονισμούς και τις Αποφάσεις του, ένα εθνικό κράτος, όπως η Ελλάδα, δεν δικαιούται να αγνοεί τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ένωσης. Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί διαμορφώνουν ένα σύνθετο διεθνές περιβάλλον και ένα συσχετισμό, τον οποίο η χώρα οφείλει να σέβεται και μέσω του οποίου ασκείται σταθερή διεθνής πίεση και έλεγχος για προσαρμογές σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής και πολιτικής ζωής της χώρας.

Συνακόλουθα, συντελείται και μια ουσιώδης μεταβολή της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό ως στενά εθνικό συμφέρον ενός κράτους, που αποφασίζει με ευρέα περιθώρια άσκησης πολιτικής στο εσωτερικό του, αλλά ως δημόσιο συμφέρον, που πρέπει να συνεκτιμά και τα κοινά συμφέροντα των κρατών μελών της ευρωζώνης, Υπό το πρίσμα αυτό, τα μνημόνια αποτελούν ένα νέο πεδίο, στο οποίο μετατοπίστηκε το πολιτικό σύστημα, το οποίο καλείται να συναποφασίζει για το μεγαλύτερο μέρος των εσωτερικών πολιτικών της χώρας, υπό τα δεσμευτικά όρια που θέτει το άτυπο διεθνές «όργανο» της τρόικα και η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση. Το ότι η χάραξη της πολιτικής της χώρας, σε βαθμό πρωτόγνωρο ακόμα και για κράτος της ΕΕ, δεν ασκείται από το συνταγματικά προβλεπόμενο όργανο της κυβέρνησης, αλλά συνδιαμορφώνεται σε συμφωνία και υπό την έγκριση των Ευρωπαϊκών οργάνων και του ΔΝΤ, συνιστά αναμενόμενη αλλαγή περισσότερο στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και λιγότερο σε αυτή του πολιτεύματος. Η εν λόγω αλλαγή αναμετριέται με δύο θεμελιώδη κεκτημένα της μεταπολίτευσης: την ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας, που βγήκε τραυματισμένη από τα μετεμφυλιακά χρόνια, και την εντονότερη προσέγγιση της Ευρώπης με τη συμμετοχή μας στην ΕΕ[12]. Το ότι το δημοκρατικό φαντασιακό ταυτίστηκε με την ενίσχυση κάθε είδους αιτήματος για ανεξέλεγκτες παροχές και η συμμετοχή της χώρας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς εκφυλίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, σε έναν εισπρακτικό μηχανισμό, αποτέλεσαν μορφές διαχείρισης της πολιτικής και οικονομικής ζωής, που δεν έθεσαν σε αμφισβήτηση τη λειτουργία του πολιτεύματος. Το πολίτευμά μας δεν αμφισβητήθηκε, διότι αφενός αγκυροβόλησε στο σταθερό ευρωπαϊκό περιβάλλον των δημοκρατικών πολιτευμάτων και, αφετέρου, τα όποια αιτήματα για παροχές κάθε είδους (χρηματοδοτήσεις, διορισμούς κ.α.) ικανοποιούνταν από τα ευρωπαϊκά ταμεία και τον άνετο δανεισμό και όχι από την εγχώρια παραγωγή[13]. Από την άλλη μεριά, ίσως αυτή να είναι και μια ευκαιρία για τη δημιουργία ενός πραγματικού και αποτελεσματικού κράτους πρόνοιας, με προϋποθέσεις ουσιαστικής ισότητας, που θα στρέφει τους πόρους σε όσους έχουν πραγματική βιοτική ανάγκη, και όχι αδιακρίτως σε όσους εμπίπτουν στις καθολικές παροχές, ασχέτως εισοδηματικών κριτηρίων.

Με άλλα λόγια, η σημερινή κρίση δεν προέκυψε, επειδή οι συνταγματικοί θεσμοί παραβιάστηκαν και το πνεύμα της μεταπολίτευσης για εκδημοκρατισμό και ευρωπαϊκή πορεία νοθεύτηκε στην πορεία, αλλά ακριβώς επειδή η σχετικά απρόσκοπτη και ομαλή λειτουργία των θεσμών του πολιτεύματος ανέδειξε τη βαθιά αδυναμία του πολιτικού προσωπικού να αναλάβει την ευθύνη για ένα πραγματικό εκσυγχρονισμό της κοινωνίας και την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, και να διαπαιδαγωγήσει αντίστοιχα την κοινωνία[14].

Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, τουλάχιστον μετά την αναθεώρηση του 1986, δεν υπήρξαν μείζονες πολιτικές συγκρούσεις γύρω από βασικές διατάξεις του Συντάγματος, που αφορούν στο πολίτευμα, και κατά τούτο η δημοσιονομική κατάρρευση του 2009 δεν ανέδειξε ένα μείζον θεσμικό κενό στη λειτουργία του πολιτεύματος, ούτε κλόνισε τις νομιμοποιητικές του βάσεις ως κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αντίθετα, ανέδειξε την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να αναλάβει και να υλοποιήσει υγιείς αναπτυξιακές πρωτοβουλίες στον δημόσιο τομέα και να ενισχύσει αντίστοιχες στον ιδιωτικό. Αποτέλεσμα είναι το κομματικό και πολιτικό σύστημα να απονομιμοποιηθούν, η αναξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας να ενταθεί[15] και η κρίση εμπιστοσύνης να αγγίξει τον βασικό αντιπροσωπευτικό θεσμό, τη Βουλή[16]. Σε αυτό συντέλεσε και η διάχυτη πολιτική διαφθορά, τα σκάνδαλα και η σκανδαλολογία που τα συνόδευσε, εθίζοντας την κοινή γνώμη σε ένα κλίμα παρακμής.

Οι σοβαρότερες εκδοχές, όμως, της κριτικής που ασκείται δεν γίνονται στο όνομα μιας ριζικής αλλαγής των θεμελίων του πολιτεύματος, αλλά μιας ενίσχυσης τόσο της δημοκρατικής οργάνωσης όσο και των κοινοβουλευτικών θεσμών[17]. Με δυο λόγια, η πολιτική και οικονομική κρίση, μολονότι δεν ανέτρεψε τις βάσεις του συνταγματικού πολιτεύματος, απαξίωσε το πολιτικό και κομματικό σύστημα. Εδώ, εμφανίζεται το παράδοξο, να έχουμε μια σταθερή κοινοβουλευτική δημοκρατία και ένα κράτος δικαίου με δικαιοδοτικούς μηχανισμούς, που εγγυώνται τα δικαιώματα των πολιτών, και από την άλλη ορισμένοι να θεωρούν ότι αυτοί οι ίδιοι θεσμοί καταρρέουν εσωτερικά και ότι είναι ανίκανοι να οικοδομήσουν μια στοιχειώδη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες[18].

Αντί το πολιτικό σύστημα και οι φορείς του να αντιληφθούν τις ομαλές συνθήκες της μεταπολίτευσης και της συμμετοχής στην ΕΕ ως χρυσή ευκαιρία ουσιαστικής συμμετοχής σε ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης, αυτοί κολάκευσαν τα πλέον παρασιτικά και παρωχημένα, στοιχεία της κοινωνίας και τη διαπαιδαγώγησαν με έναν στρεβλό και αντιπαραγωγικό τρόπο, αρκεί η εξουσία τους να έμενε ανέγγιχτη[19]. Στο πνεύμα αυτό, ούτε μια εκτεταμένη αναθεώρηση του Συντάγματος -που ωστόσο είναι αναγκαία σε επιμέρους θεσμούς[20]– ούτε μια πανηγυρική «ανάκτηση» της εθνικής μας κυριαρχίας, με κατάργηση όλων των μέτρων των μνημονίων, θα φέρει την ποθούμενη αλλαγή. Ίσως, αυτό που πρέπει να ανακτηθεί είναι ένα αίσθημα αναγεννημένης συλλογικής και ατομικής ευθύνης, που θα προωθήσει μεταρρυθμίσεις, στη λειτουργία του κράτους και στη θεσμική και παραγωγική οργάνωση της κοινωνίας. Σε αυτή την προσπάθεια τα συνταγματικά εμπόδια είναι χαμηλά και οι αναγκαίες συνταγματικές αλλαγές οριακές[21]. Ωστόσο, αυτή η πανεθνική προσπάθεια για ανάκτηση της εθνικής μας κυριαρχίας θα πραγματοποιηθεί, αν και εφόσον ολοκληρωθεί, μέσα στις δυσμενείς συνθήκες ενός υπερεθνικού μακροπρόθεσμου διεθνούς σχεδιασμού, στον οποίο συναινέσαμε και ο οποίος συνεπάγεται εντατικούς ελέγχους στην οικονομική μας ζωή, αλλά και ευρύτερους επαναπροσδιορισμούς των πολιτικών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας[22].

Στο μέτρο αυτό, ίσως αποδειχθεί ατελέσφορη η συνεχής προσφυγή στη δικαιοσύνη για την επίλυση ζητημάτων αντισυνταγματικότητας, που προέκυψαν με αφορμή τα μνημόνια[23]. Όπως είδαμε αναλυτικά, η αναγνώριση από το ΣτΕ του δημοσιονομικά επείγοντος χαρακτήρα των περιοριστικών μέτρων και η ένταξη της κατάστασης ανάγκης στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος οδήγησαν σε έναν οριακό έλεγχο με αρκετές επιφυλάξεις, που κατέφασκε στη συνταγματικότητα των μέτρων. Είναι σαφές ότι, αν ο έλεγχος οδηγούσε στο αντίθετο αποτέλεσμα, αυτό δεν θα επηρέαζε ουσιαστικά τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας και, ίσως, δεν θα μείωνε την αυστηρότητα των μέτρων, αλλά σίγουρα θα παρέτεινε την αβεβαιότητα και θα ενίσχυε τις δυνάμεις, που έβλεπαν ευνοϊκά μια έξοδο της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ. Το αν αυτό είναι ένα στοιχείο, που υποσυνείδητα βάρυνε στην κρίση των δικαστών, δεν μπορεί να το απαντήσει κανείς.   

Αντιθέτως, η προσπάθεια δικανικής θεμελίωσης της κρίσης του στην ΣτΕ (Ολ) 668/2012 υπήρξε σε γενικές γραμμές συνεπής με τη νομολογία του Δικαστηρίου και με μια δικαιοκρατική ερμηνεία του Συντάγματος, που αφήνει στο νομοθέτη περιθώρια να διαμορφώσει το κοινωνικό πλαίσιο των δικαιωμάτων, που εξαρτώνται από δημόσιες παροχές. Η επανανοηματοδότηση του δημοσίου συμφέροντος, η μετριασμένη αξιοποίηση της αρχής της αναλογικότητας και τα στοιχεία αφηρημένου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, που ανιχνεύονται στις περισσότερες αποφάσεις του ΣτΕ της τελευταίας περιόδου, δίνουν το μέτρο του προβληματισμού και της ευαισθησίας του Δικαστηρίου, που προσπάθησε να πλεύσει σε ταραγμένα νερά και το κατάφερε με μικρές απώλειες.

Αντίθετη κατεύθυνση ακολουθήθηκε στις αποφάσεις του ΣτΕ για την αναγνώριση της ιθαγένειας σε τέκνα αλλοδαπών, όπου ο έλεγχος υπήρξε ιδιαίτερα εντατικός, καθώς αποδεικνύεται ότι το μη άμεσα οικονομικό διακύβευμα της υπόθεσης έδωσε στο Δικαστήριο -παρά τις αριθμητικά ισχυρές και ιδιαίτερα τεκμηριωμένες μειοψηφίες- το περιθώριο να αναχθεί σε αφηρημένες συνταγματικές έννοιες, όπως έθνος και κοινωνία, ερμηνεύοντάς τες υπό ένα συντηρητικό πρίσμα και πάντως σε αντίθεση με την κυρίαρχη καταρχήν, βούληση του νομοθέτη. Εδώ, η οικονομική κρίση υπάρχει στο φόντο των αποφάσεων, ως πιθανή προστασία των Ελλήνων ανέργων από τον οικονομικό ανταγωνισμό των αλλοδαπών, οι οποίοι θα ενισχύσουν τη θέση τους αποκτώντας την ελληνική ιθαγένεια.

Αντίθετα, στις περιπτώσεις των νόμων, οι οποίοι απέβλεπαν στην άρση των περιορισμών στην άσκηση επαγγελμάτων, που συνδέονται και με την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος, όπως η υγεία και η δικαιοσύνη, αναζητήθηκαν από το ΣτΕ δικαιοκρατικά ζυγισμένες λύσεις, που, αφενός, να αποποιούνται τη μομφή της ενίσχυσης στενά επαγγελματικών συμφερόντων και, αφετέρου, να μη θυσιάζουν σημαντικούς δημόσιους σκοπούς χάριν μιας απελευθερωμένης αγοράς.

Με βάση τα ανωτέρω, η περιπέτεια της κρίσης και η εφαρμογή των μνημονίων περισσότερο ανέδειξαν τα πολιτικά ελλείμματα και τις ανεπάρκειες των πολιτικών φορέων και λιγότερο την καταλληλότητα του συνταγματικού πλαισίου.

Επιπλέον, αποδείχθηκε με δραματικό τρόπο για την κοινωνία, ότι ακόμα και μια σχετικά αναπτυγμένη χώρα, όπως η Ελλάδα, που είχε διασφαλίσει, και μέσω του Συντάγματός της, την εξωτερική της ασφάλεια και είχε κατοχυρώσει τη δημοκρατική της λειτουργία, είναι εξαιρετικά ευάλωτη απέναντι στις παγκόσμιες αγορές και στις ανεξέλεγκτες κινήσεις των υπερεθνικών κεφαλαίων. Στην περίπτωσή μας, δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν οι αμυντικοί μηχανισμοί της υποτίμησης του νομίσματος και του οικονομικού προστατευτισμού, όντας εντός της Ευρωζώνης, γεγονός που αυξάνει την αστάθεια μιας παραγωγικά αδύναμης οικονομίας. Και αυτό, βέβαια, δεν είναι πρόβλημα που δημιουργήθηκε από τους συνταγματικούς θεσμούς, ούτε όμως μπορεί να επιλυθεί μόνο από αυτούς[24].

Η διαπίστωση αυτή δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι δεν δοκιμάζεται -και μάλιστα έντονα- η συνταγματικά κατοχυρωμένη κοινωνική προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών ή ότι δεν υπάρχουν περιθώρια συνταγματικών αλλαγών σε αρκετούς τομείς[25]. Στο μέτρο που η οικονομική κρίση ξεπερνάει τις εθνικές δυνατότητες αντιμετώπισης, η προσφυγή στο Σύνταγμα σαν σωτήρια λέμβο αποδεικνύεται ανεπαρκής και ίσως και παραπλανητική.

Το Σύνταγμα ήταν πάντα παρόν στις σχετικές, θεσμικές και μη, συζητήσεις και γενικότερα στον δημόσιο λόγο, αλλά με έναν τρόπο, που περισσότερο υποβάθμιζε το κανονιστικό του κύρος, παρά το ενίσχυε. Η πρόταξη των ζητημάτων συνταγματικότητας υπονοούσε ότι τα μνημονιακά μέτρα βρίσκονταν εκτός του αξιακού πλαισίου του Συντάγματος, φορτίζοντας το Σύνταγμα με προσδοκίες και εναποθέτοντας σε αυτό ελπίδες, που δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει, διότι ακόμα και αν η συνταγματική διάσταση ενός μέτρου είναι εμφανής, η επίλυση του ζητήματος αυτού δεν θα είχε σημαντική επιρροή στο κεντρικό διακύβευμα, που συνδέεται με τα μνημόνια και που είναι κυρίως οικονομικό-πολιτικό και θεσμικό, και δευτερευόντως συνταγματικό. Πολύ συχνά, η προσχηματική επίκληση του Συντάγματος υποκρύπτει ένδεια εναλλακτικών προτάσεων, που θα αντικαθιστούσαν τα επώδυνα μέτρα με ισοδύναμα του αυτού αποτελέσματος, ενώ δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι, μέσω του Συντάγματος και όχι της πολιτικής πρωτοβουλίας, μπορεί να δοθεί βιώσιμη λύση στο οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο. Το Σύνταγμα θα ανακτήσει τα νομιμοποιητικά και εγγυητικά του χαρακτηριστικά και οι θεσμοί θα αποκαταστήσουν το κύρος τους, εφόσον εγκαθιδρυθεί μια νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και κυβερνώντων και εφόσον οι πολιτικοί ανακτήσουν με τη σειρά τους τη χαμένη τους αξιοπιστία.

 

 

 

 


[1] Για μια πρώτη ολοκληρωμένη πραγμάτευση των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης στο Σύνταγμα και τη δημοκρατία στην ελληνική βιβλιογραφία βλ. Γ.Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία την εποχή της “παγκοσμιοποίησης”, Αντ.N.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2000, σ.61 επ., ενώ από την ξενόγλωσση βιβλιογραφία βλ. αντί άλλων B.Andò/F.Vecchio (επιμ.), Costituzione, globalizzazione e tradizione giuridica europea, CEDAM, Padova 2012.

 

 

 

[2] Βλ. Λ.Θεοχαρόπουλου/Δ.Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Στον «αστερισμό» των κρίσεων: Δημοσίας Διοικήσεως και Δημοσιονομικής Διαχειρίσεως, ΕφημΔΔ 3/2010, σ.274 επ, ιδίως σ.285 επ.

 

 

 

[3] Βλ. X.Contiades/A.Fotiadou, How Constitutions react to the Financial Crisis, στο συλλογικό τόμο: X.Contiades(ed.), Constitutions in the Global Financial Crisis, A Comparative Analysis, Ashgate, Surrey England, 2013, σ. 58-59.

 

 

 

[4] Βλ. Γ.Δρόσου, Το «Μνημόνιο» ως σημείο στροφής του πολιτεύματος, www.constitutionalism. gr,  (ανάρτηση 7.12.2010), σ. 3.

 

 

 

[5] Βλ. αντί άλλων Α.Καραγκουνίδη, Το οικονομικό δίκαιο της χρηματοπιστωτικής κρίσης – Μία εισαγωγική θεώρηση, ΕφημΔΔ 5/2008, σ. 606 επ. και Π.Σταϊκούρα,, Το χρηματοοικονομικό κραχ του 2007-2008. Κρίση της αγοράς επισφαλών δανείων ή κρίση του επισφαλούς ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου των χρηματοοικονομικών αγορών;, ΕφημΔΔ 5/2008, σ.620 επ.

 

 

 

[6] Βλ. Ε.Βενιζέλου, Εθνικό σύνταγμα και εθνική κυριαρχία υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης-Το πρόβλημα ήταν και παραμένει πολιτικό και όχι συνταγματικό, ΕφημΔΔ 1/2011., σ. 7 επ.

 

 

 

[7] Βλ. Π.Γκλαβίνη, Τα όρια του συνταγματικού πατριωτισμού και η διεθνής αναγνώριση του Μνημονίου, ΝοΒ 2012 σ. 2790 επ.

 

 

 

[8] Βλ. Ε.Βενιζέλου, Γενική Εισήγηση στο συνέδριο του ΙΣΤΑΜΕ (25-26 Φεβρουαρίου 2013, Αθήνα), δημοσιευμένη στο συλλογικό τόμο: Χ.Ακριβοπούλου/Ν.Παπαχρήστου (επιμ.), Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος, Σάκκουλας, 2013, σ.5 επ. (ιδίως σ. 12-13).

 

 

 

[9] Βλ. H.-W.Micklitz, The ECJ between the Individual Citizen and the Members States-A Plea for a Judge-Made European Law on Remedies, σε: H.-W Micklitz/B.De Witte (επιμ.), The European Court of Justice and the Autonomy of the Members State, Intersentia, Cambridge/Antwerp/Portland, 2011, σ.349 επ.

 

 

 

[10] Βλ. Κ.Γιαννακόπουλου, Μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης: το «Μνημόνιο» ως αναπαραγωγή της κρίσης του κράτους δικαίου, www.constitutionalism.gr, (ανάρτηση 30.1.2011).

 

 

 

[11] Βλ. Α.Μανιτάκη, Το άδοξο τέλος της Μεταπολίτευσης και οι όροι ανάδυσης μιας νέας μεταπολιτευτικής περιόδου, www.constitutionalism.gr (ανάρτηση 27.3.2012).

 

 

 

[12] Βλ. τις εμπεριστατωμένες αναλύσεις του Γ.Βούλγαρη, Η Ελλάδα από την μεταπολίτευση στην παγκοσμιοποίηση, Πόλις, Αθήνα, 2008.

 

 

 

[13] Βλ. Κ.Τσουκαλά, Κράτος, κοινωνία και εργασία στην μεταπολεμική Ελλάδα, Θεμέλιο, Αθήνα 1986, σ. 78 επ., όπου αναπτύσσονται προβληματισμοί για την επιρροή των συντεχνιακών αιτημάτων διαφόρων ομάδων στη διαμόρφωση των κρατικών παροχών και της αγοράς εργασίας.

 

 

 

[14] Βλ. Γ.Βούλγαρη, Η μοιραία πενταετία, η πολιτική της αδράνειας, 2004-2009, Πόλις, Αθήνα 2010, σ. 324 επ.

 

 

 

[15] Για την έννοια της αναξιοπιστίας στην πολιτική βλ. Δ.Τσάτσου, Ελληνική Πολιτεία 1974-1997, Καστανιώτη, Αθήνα 1998, σ.29 επ.

 

 

 

[16] Βλ. Α.Μανιτάκη, Το άδοξο τέλος της μεταπολίτευσης…, ό.π., σ.15 επ.

 

 

 

[17] Βλ. Α.Μανιτάκη, Το άδοξο τέλος της μεταπολίτευσης…, ό.π., σ.17. Για την τάση αποδυνάμωσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ενόψει της οικονομικής κρίσης ως μείζον συνταγματικό διακύβευμα βλ. Ι.Καμτσίδου, Οικονομική κρίση, Σύνταγμα και δημοκρατία, www.constitutionalism.gr (ανάρτηση 26.6.2013).

 

 

 

[18] Βλ. Ν.Αλιβιζάτου, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στην Νεοελληνική Ιστορία, (1800-2010), Πόλις, Αθήνα, 2011, σ. 659 επ.

 

 

 

[19] Βλ. Π.Κονδύλη, Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας, Θεμέλιο, Αθήνα, 2011, σ. 62.

 

 

 

[20] Βλ. τις προτάσεις που περιέχονται στον τόμο: Χ.Ακριβοπούλου/Ν.Παπαχρήστου (επιμ.), Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος, (συνέδριο ΙΣΤΑΜΕ 25-26/2/2013), Σάκκουλα, 2013, καθώς και Ν.Αλιβιζάτου, Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση; Για την αποκατάσταση των λέξεων και του νοήματός τους, Πόλις Αθήνα, 2013, σ. 81 επ., Γ.Σωτηρέλη, Tα όρια και οι προοπτικές του δημοκρατικού διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση, ΕφημΔΔ 5/2013, σ.586 επ., Κ.Χρυσόγονου, Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα θέσεις για μια άλλη αναθεώρηση, ΕφημΔΔ 2/2011, σ.269 επ., και Γ.Δρόσου, Συνταγματικός λόγος και οικονομική κρίση, ΕφημΔΔ 6/2011, σ. 764 επ.

 

 

 

[21] Βλ. Ν.Αλιβιζάτου, Ποια δημοκρατία …, ό.π., σ. 81 επ.

 

 

 

[22] Βλ. Γ.Δρόσου, Συνταγματικός λόγος…, ό.π., σ. 770 επ.

 

 

 

[23] Βλ. συναφώς, Α.Καϊδατζή, «Μεγάλη πολιτική» και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Συνταγματικά ζητήματα και ζητήματα συνταγματικότητας στο «Μνημόνιο», ΤοΣ 1/2012, σ. 283 επ.

 

 

 

[24] Βλ. τις ενδιαφέρουσες σκέψεις του Γ.Σωτηρέλη, Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: Τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια, www.constitutionalism.gr (ανάρτηση 22.5.2011).

 

 

 

[25] Βλ. Γ.Δρόσου, Συνταγματικός λόγος.., ό.π., σ.774 επ.

 

 

 

Το απόρρητο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών μετά την βάσανο του ΔΕΕ – Η ακύρωση της Data Retention Directive και οι επιπτώσεις της στο εθνικό δίκαιο

Κωνσταντίνος Ν. Χριστοδούλου, Αναπληρωτής Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

[προδημοσίευση από το περιοδικό "Το Σύνταγμα"] * 
Όπως είναι γνωστό, σε ολόκληρο το φάσμα του δικαίου των προσωπικών δεδομένων ισχύει κατ’ αρχήν ο κανόνας “opt-in”: Η επεξεργασία συγχωρείται στον υπεύθυνο αυτής, εφόσον συγκατατεθεί το υποκείμενο (άρθρ. 5 §1, 7 §2 ν. 2472/ 1997). Στο σύστημα αυτό και για λόγους δημόσιας ασφάλειας κ.τ.τ. η Οδηγία 2006/ 24, γνωστότερη ως data retention directive, ενσωματωμένη στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 3917/ 2011 επιβάλλει τριττή εξαίρεση (triple no-opt), τόσο έναντι των δύο επικοινωνούντων μερών, όσο και έναντι του παρόχου. Αντικείμενο της τριττώς υποχρεωτικής επεξεργασίας («διατήρησης») δεν είναι βέβαια το περιεχόμενο της επικοινωνίας, αλλά τα λεγόμενα «εξωτερικά δεδομένα» αυτής, ήτοι συγκεκριμένα όσα δεδομένα «κίνησης», αλλά και «θέσης» της ηλεκτρονικής επικοινωνίας είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της πηγής, του προορισμού, της ημερομηνίας, της ώρας, της διάρκειας, του είδους και του εξοπλισμού της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, καθώς και της θέσης αυτού.

Σημειώνεται ότι τα προαναφερόμενα δεδομένα κίνησης ο πάροχος τα διατηρούσε βέβαια ήδη και πριν από την Οδ. 06/ 24 για ένα δωδεκάμηνο για αυτονόητους λόγους τεχνικούς (υποστήριξης της επικοινωνίας) και νομικούς (τιμολόγησης των υπηρεσιών του), αλλά όχι δυνάμει υποχρεώσεώς του, αλλά δικαιώματός του σύμφωνα με το άρθρ. 4 §4 και 6 §2 ν. 3471/ 2006 = άρθρ. Οδ. 2002/ 58. Ήδη όμως κατά την Οδ. 2006/ 24 και το ν. 3917/ 2011 (που την ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο) ο πάροχος υπέχει υποχρέωση διατήρησης δεδομένων κίνησης και θέσης (no-opt) για ένα χρόνο από την στιγμή της επικοινωνίας (κατά το ελληνικό δίκαιο -άρθρ. 5-7 ν. 3917/ 11-, από έξι μήνες δε μέχρι δύο χρόνια κατά τα περιθώρια της Οδ. 06/ 24), προκειμένου να είναι σε θέση να τα διαβιβάσει μέσα σε πέντε μέρες, όταν τούτο του ζητηθεί από αρχή αρμόδια προς άρσιν του απορρήτου κατά το ν. 2225/ 94. Τούτο βεβαίως παρά την θέληση των επικοινωνούντων υποκειμένων.

Η διαρρύθμιση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας στο ισχύον Σύνταγμα και η θεσμική σημασία της

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Aν Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Η προεδρική εκλογή στον σύγχρονο δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό επιβάλλεται ως μια ανταγωνιστική διαδικασία αντιπαράθεσης και σύνθεσης των διαφορετικών απόψεων για τα θεμελιώδη που συγκροτούν την πολιτική κοινότητα. Έτσι, η εντολή που λαμβάνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μέσα από αυτήν θα τον δεσμεύει σε μια συνετή, ταυτόχρονα όμως ενεργή  άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

*σε: Ι. Καμτσίδου – Α Μανιτάκης κα, Η διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας και οι ερμηνευτικές της αμφιλογίες, 2010

Η ποινική ευθύνη των Υπουργών: Θεσμική εγγύηση ή ανευθυνότητα;

Γεώργιος Γεωργόπουλος, Υπ. Διδ. Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ - Δικηγόρος

Η ιδιαίτερη ποινική ευθύνη των Υπουργών και εν γένει των προσώπων που μετέχουν στην κυβέρνηση αποτελεί τμήμα της γενικότερης ευθύνης που αυτοί φέρουν για την άσκηση των καθηκόντων τους. Η ευθύνη αυτή συναπαρτίζεται από την πολιτική ευθύνη αλλά και από την αστική ευθύνη. Από τις μορφές αυτές της ευθύνης, οι δύο οι οποίες παρουσιάζουν το μεγαλύτερο θεσμικό και πρακτικό ενδιαφέρον είναι η πολιτική και η ποινική ευθύνη. Μάλιστα, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο ο θεσμός της πολιτικής ευθύνης έπεται ιστορικά του θεσμού της ποινικής ευθύνης, αφού η τελευταία εμφανίζεται πριν από τη θεσμική ολοκλήρωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της κοινοβουλευτικής αρχής, ενώ και η πολιτική ευθύνη υπό τη σύγχρονη εκδοχή της αποτελεί ως ένα βαθμό μετεξέλιξη της ενιαίας ευθύνης των υπουργών που υπήρχε στο προδημοκρατικό αγγλικό πολίτευμα. Η επικράτηση εντούτοις, της κοινοβουλευτικής αρχής (παρόλο που η πολιτική ευθύνη παρατηρείται και στα προεδρικά ή ημιπροεδρικά συστήματα διακυβέρνησης) αφενός έχει διασπάσει τις δύο πτυχές τις υπουργικής ευθύνης και αφετέρου έχει καταστήσει δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ τους εφόσον μοιραία στην απόδοση ποινικών ευθυνών υπεισέρχονται πολιτικές σταθμίσεις.

Στο ειδικό ζήτημα της ευθύνης των Υπουργών βεβαίως χωρούν βελτιωτικές αλλαγές, όπως αυτές εκτέθηκαν, οι οποίες όμως κατά τη γνώμη μας δε χρειάζεται και δεν πρέπει να διαρρήξουν συθέμελα το ισχύον σύστημα. Διότι κανείς δε μπορεί να εγγυηθεί ότι αν η δίωξη ασκείται από τους Εισαγγελείς και όχι από τη Βουλή ότι θα παύσει η παραβατικότητα των πολιτικών προσώπων. Και τότε είναι σίγουρο ότι θα βρεθούν πολλοί «πρόθυμοι» να επικρίνουν το θεσμό για ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής. Πιο σώφρονα και πιο χρήσιμη είναι μία αναθεώρηση – μεταρρύθμιση, η οποία θα ενισχύσει τους μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας των υπουργών ώστε να αποτρέπεται εξ αρχής η παραβατικότητά τους. Στο πλαίσιο αυτό ίσως θα έπρεπε να ενισχυθεί περισσότερο η έννοια της πολιτικής ευθύνης, η οποία σε τελική ανάλυση συνάδει με τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος. Η ευθύνη αυτή θα συνίσταται σε ανάληψη ευθύνης και ουσιαστική κύρωση για τον Υπουργό που παραβατεί: λόγου χάρη, έκπτωση από το υπουργικό αξίωμα, ή απαγόρευση για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα πολιτικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Και ίσως έτσι μια τέτοια ευθύνη να λειτουργήσει πολύ πιο αποτελεσματικά και ο εκάστοτε Υπουργός να το σκεφθεί δυο φορές πριν παρανομήσει.

Εν κατακλείδι, ο εν λόγω θεσμός έχει δικαιοκρατικά στοιχεία και ως εκ τούτου είναι σκόπιμο να διατηρηθεί. Λύση στα προβλήματα εφαρμογής δεν είναι η δαιμονοποίηση του Συντάγματος αλλά η τήρηση και ειλικρινής εφαρμογή του. Ο αναθεωρητικός οίστρος λοιπόν ίσως θα έπρεπε να εστιάσει στο πώς θα προστατεύσει το κράτος στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, πώς θα το θωρακίσει απέναντι στα κελεύσματα των «αγορών», ώστε να μη χαθεί ο δικαιοκρατικός και εγγυητικός του χαρακτήρας και πώς εν τέλει θα εξασφαλίσει την ουσιαστική πολιτική ωρίμανση του λαού ως προς τη συμμετοχή του και εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Επίκαιρος διάλογος: Eκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, εκλογές και ανάδειξη Κυβέρνησης

Τα συνταγματικά της επόμενης μέρας, του Νίκου Αλιβιζάτου [εδώ]

Η ανάδειξη του πρωθυπουργού και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Διακριτές, ασύμπτωτες και, κατ’ εξαίρεση, διασταυρούμενες διαδικασίες, του Θανάση Ξηρού, 24.01.2015 [εδώ]
Σχηματισμός Κυβέρνησης, του Φίλιππου Σπυρόπουλου, Καθημερινή 20/01/2015 [εδώ]

 

Εκλογή Προέδρου από υπό διάλυση Βουλή;, του Ξενοφώντα Κοντιάδη [εδώ]

Πώς θα αποτραπεί το ενδεχόμενο (νέων) διπλών εκλογών, του Νίκου Αλιβιζάτου, εφημ Καθημερινή 28.09.2014 [εδώ]

Η διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, του Πέτρου Παραρά, εφημ Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής [εδώ]
Πρόεδρος και με σχετική πλειοψηφία, του Κωνσταντίνου Ζούλα, εφημ Καθημερινή 21.09.2014 [εδώ]
Η προθεσμία της προεδρικής εκλογής, του Χαράλαμπου Ανθόπουλου [εδώ]
Πρόεδρος της Δημοκρατίας και εκλογές, της Λίνας Παπαδοπούλου [εδώ]
Εκλογή Προέδρου από τον λαό; του Ξενοφώντα Κοντιάδη [εδώ]

 

Πολιτικές και συνταγματικές επιλογές του 2009 του Παναγιώτη Καποτά [κείμενο]

Η διαρρύθμιση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας στο ισχύον Σύνταγμα και η θεσμική σημασία της, της Ιφιγένειας Καμτσίδου (2010) [εδώ]

Μπορείτε να διαβάσετε εδώ κι εδώ το διάλογο που είχε αναπτυχθεί το 2009 σχετικά με τη  μη εκλογή ΠτΔ και τη συνεπαγόμενη  διάλυση της Βουλής.

Παρατηρήσεις στη ΔΕΕ, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-293/12 (Digital Rights Ireland Ltd.) και C-594/12 (Seitlinger κλπ.), Απόφαση της 8ης Απριλίου 2014

της Κωνσταντίας-Χριστίνας Π. Λαχανά, Υπ. ΔΝ. ΑΠΘ, ΜΔΕ Ποινικών & Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ
Κατά την έκδοση της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ (για την υποχρεωτική προληπτική διατήρηση των δεδομένων ηλεκτρονικών επικοινωνιών) σημειώθηκε υπέρβαση των επιβαλλόμενων από την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας ορίων υπό το πρίσμα των άρθρων 7,8 και 52 παρ.1 Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, γεγονός που την καθιστά ανίσχυρη. 
 
(Προδημοσίευση από το περιοδικό ΤοΣ 1-2/2014)
 
Διαβάστε το κείμενο της απόφασης και των Παρατηρήσεων επ' αυτής στο pdf.

Οι τρεις πυλώνες της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, κράτη, πολίτες και λαοί: Θεσμικές καινοτομίες της Συνθήκης της Λισαβόνας

Λίνα Παπαδοπούλου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Έδρα Jean Monnet Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτισμού, Νομική Σχολή ΑΠΘ.

Η συζήτηση για την ύπαρξη ή μη ενός ‘δημοκρατικού ελλείμματος’ είναι πλούσια και η βιβλιογραφία πλέον αχανής. Η παρούσα μελέτη δε φιλοδοξεί να είναι τόσο μια συμβολή στη θεωρητική αυτή συζήτηση, όσο μία ‘ανάγνωση’ των οικείων διατάξεων της Συνθήκης της Λισαβόνας που αφορούν στην ειδικότερη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, ως θεμελιώδους συνταγματικής αρχής, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 10, 11 και 12 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (εφεξής: ΣΕΕ), η οποία ενσωματώνει το μεγαλύτερο μέρος του ‘ουσιαστικού Συντάγματος’ της Ένωσης. Ο δεύτερος τίτλο της Συνθήκης αυτής -σε μεγάλο βαθμό μεταφορά του τίτλου VI «Ο δημοκρατικός βίος της Ένωσης» της Συνθήκης Θέσπισης ενός Συντάγματος για την Ευρώπη (εφεξής: ΣΘΣΕ)- περιλαμβάνει μια σειρά διαφορετικών μεταξύ τους διατάξεων, κοινός άξονας των οποίων είναι η δημοκρατική νομιμοποίηση και ο έλεγχος της ευρωπαϊκής εξουσίας. Στον τίτλο αυτό, που αναφέρεται σε ‘δημοκρατικές αρχές’ και όχι σε μία ‘δημοκρατική αρχή’, προτείνεται ένα σύνθετο μοντέλο δημοκρατίας, που συνενώνει αρκετές αλληλένδετες αρχές, όπως η πολιτική ισότητα, η αντιπροσώπευση, η συμμετοχή, η διαβούλευση, και άλλες αρχές χρηστής διακυβέρνησης, όπως η ‘ανοικτότητα’ και η διαφάνεια. Ειδικότερα, στο άρθρο 10 ΣΕΕ αποτυπώνεται και διακηρύσσεται η αρχή της αντιπροσωπευτικής, ενώ στο άρθρο 11 εκείνη της διαβουλευτικής και συμμετοχικής δημοκρατίας στην ΕΕ.

Εισήγηση, σε: Συνέδριο Έδρας Jean Monnet Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Δημοκρατία και Ισότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 07.04.2014

Εκλογικό σύστημα και Σύνταγμα – Διάλογος

Tο bonus των 50 εδρών: ανώφελο και αντισυνταγματικό, του Χαράλαμπου Ανθόπουλου [εδώ]

Αντισυνταγματικό το “μπόνους” των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα, της Λίνας Παπαδοπούλου

  1. Πώς κρίνετε συνταγματικά τον εκλογικό νόμο Παυλόπουλου και ειδικότερα τη ρύθμιση πριμοδότησης του πρώτου κόμματος με 50 επιπλέον έδρες ανεξαρτήτως του ποσοστού που θα λάβει στις εκλογές;

 

Το εκλογικό bonus των 50 (πλέον, από 40 που ήταν πριν) εδρών στο πρώτο κόμμα μπολιάζει το καταρχήν αναλογικό εκλογικό μας σύστημα με ένα στοιχείο πλειοψηφικό. Το ερώτημα είναι αν η πριμοδότηση αυτή είναι συνταγματικά ανεκτή ενόψει της αρχής της ισότητας της ψήφου. Καταρχήν, ναι, αφού η τελευταία αυτή αρχή δεν συνεπάγεται και απόλυτη ισοδυναμία της ψήφου. Η ισοδυναμία αυτή κάμπτεται προκειμένου να επιτευχθούν δύο κυρίως συνταγματικά θεμιτοί σκοποί: Πρώτον, η γεωγραφική (ή «περιγραφική», ως προς τον τόπο) αντιπροσώπευση, που επιβάλλει την εκλογή βουλευτών από όλες τις εκλογικές περιφέρειες. Ωστόσο, η κατανομή των εδρών σε εκλογικές περιφέρειες σημαίνει εξορισμού ότι κάθε έδρα δεν κερδίζεται με ίσο ακριβώς αριθμό ψήφων. Παρότι αυτό σχετικοποιεί την ισοδυναμία της ψήφου είναι απολύτως συνταγματικά θεμιτό.

Δεύτερος θεμιτός συνταγματικός σκοπός που εξυπηρετείται από τη σχετικοποίηση της ισοδυναμίας της ψήφου είναι  η κυβερνησιμότητα. Αυτό σημαίνει ότι το εκλογικό σύστημα πρέπει να βοηθάει και όχι να υπονομεύει τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Ο σκοπός αυτός σταθμίζεται με την αρχή της ισότητας της ψήφου και άρα επιτρέπει παρεκκλίσεις από την τελευταία εφόσον και καθόσον η ενίσχυση του πρώτου κόμματος δεν είναι υπέρμετρη και υπηρετεί την κυβερνησιμότητα.

Ωστόσο, το μέγεθος της ενίσχυσης που παρέχει ο ισχύων εκλογικός νόμος (50 έδρες) δύσκολα κρίνεται ως μη υπέρμετρο. Ήδη οι 40 έδρες που έδινε ο προηγούμενος νόμος ήταν πολλές και οριακά ανεκτές συνταγματικά.

Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από ένα ακόμη στοιχείο: είναι λογικό και διευκολύνει το σχηματισμό κυβέρνησης να ενισχύεται το πρώτο κόμμα όταν αυτό βρίσκεται κοντά στο 50% και άρα χρειάζεται λίγο «σπρώξιμο» για να σχηματίσει κυβέρνηση. Έτσι για παράδειγμα είναι λογικό και υπηρετεί το σκοπό της κυβερνησιμότητας να κερδίζει το bonus εδρών ένα κόμμα που έχει λάβει τουλάχιστον 40% των ψήφων. Το να αποκλειστεί το κόμμα αυτό από την Κυβέρνηση –όπως θα μπορούσε θεωρητικά να γίνει αν δεν απολάμβανε της κατ’ αποτέλεσμα ενίσχυσής του- θα ήταν αντιπλειοψηφικό και ως τέτοιο αντιδημοκρατικό. Αντίθετα, όταν το κόμμα υπολείπεται κατά πολύ του ποσοστού αυτού (π.χ. λαμβάνει ποσοστά κατώτερα του 35%), η πριμοδότησή του όχι μόνο δεν διευκολύνει αλλά μάλλον δυσκολεύει το σχηματισμό Κυβέρνησης από τα υπόλοιπα κόμματα. Αν αυτό ισχύει, τότε δεν υπηρετείται ο συνταγματικά θεμιτός σκοπός της κυβερνησιμότητας, αλλά αντιθέτως αυτός υποσκάπτεται. Συνεπώς, η σχετικοποίηση της ισοδυναμίας της ψήφου, ως έκφανσης της ισότητας αυτής, δεν υπηρετεί πλέον συνταγματικά θεμιτό σκοπό, και άρα πρέπει να κριθεί ως αντισυνταγματική.

 

  1. Από τι εξαρτάται η επίτευξη αυτοδυναμίας από το πρώτο κόμμα και ποιο είναι ένα ασφαλές ποσοστό για αυτοδυναμία;

Καταρχάς και κυρίως από το εκλογικό ποσοστό που θα κερδίσει. Σκεφτείτε ότι οι 50 έδρες του αποδίδονται αυτόματα λόγω της πρωτιάς του. Άρα, μένουν άλλες 250 να μοιραστούν, και το πρώτο κόμμα, αφού έχει ήδη λάβει τις 50 ως πριμοδότηση, χρειάζεται άλλες 101 τουλάχιστον από τις διανεμόμενες 250 για να έχει αυτοδυναμία. Άρα ένα ποσοστό γύρω στο 40% δίνει αυτοδυναμία. Μπορεί όμως και λίγο μικρότερο να αρκέσει, αν πολλά μικρά κόμματα μείνουν εκτός Βουλής, εφόσον δεν έχουν περάσει το κατώφλι του 3% των εγκύρων ψήφων σε όλη την επικράτεια. Πρέπει να σημειωθεί ότι στα έγκυρα δε συμπεριλαμβάνονται τα λευκά ψηφοδέλτια.

 

  1. Σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας ο νέος εκλογικός νόμος προβλέπει κυβερνήσεις συνεργασίας; 

Ο σχηματισμός κυβερνήσεων συνεργασίας σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας (αλλά όχι μόνο) προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα στο άρθρο 37 παρ. 2 και 3. Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής:

Άρθρο 37 παρ. 2 εδ. β΄: « κανένα κόμμα δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή για να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Kυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Bουλής.

  1. Aν δεν διαπιστωθεί αυτή η δυνατότητα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος και εάν δεν τελεσφορήσει και αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Kάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες.»

Συνεπώς, το Σύνταγμα, αν μπορούμε να μιλήσουμε γι αυτό σαν να ήταν πρόσωπο, «επιθυμεί» το σχηματισμό κυβέρνησης, δηλαδή ευνοεί την κυβερνησιμότητα έναντι της ακυβερνησίας. Αλλά σίγουρα δεν ταυτίζει την κυβερνησιμότητα με τη μονοκομματική κυβέρνηση, δηλ. την αυτοδυναμία, αλλά δίνει τη δυνατότητα στις πολιτικές δυνάμεις της χώρας να βρουν τους κατάλληλους συμμάχους και να σχηματίσουν κυβέρνηση συνασπισμού.

Αν η Βουλή έχει τέτοια σύνθεση που δεν μπορεί να αναδείξει κυβέρνηση (είτε μονοκομματική είτε συμμαχική) τότε αναγκαστικά διαλύεται, δηλαδή ξαναγίνονται εκλογές. Γι αυτό και μπορεί να λέει ο κ. Σαμαράς ότι ο ίδιος δεν θα συμπράξει και άρα (αφού προϋποθέτει ότι θα είναι πρώτο κόμμα) χωρίς τη ΝΔ δεν θα μπορεί να σχηματιστεί Κυβέρνηση και άρα θα πάμε αναγκαστικά ξανά μέσα σε 30 μέρες σε εκλογές, οι οποίες θα διεξαχθούν από μια εκλογική κυβέρνηση (δηλ. μια κυβέρνηση που δεν θα κυβερνάει αλλά ως μοναδικό της σκοπό θα έχει να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές).

 

  1. Τι ακριβώς γίνεται με τις διερευνητικές εντολές;

 

Η διερευνητική εντολή δεν είναι μια νομική απόφαση, αλλά μια πολιτική δυνατότητα. Ο αρχηγός του πρώτου κόμματος έχει για τρεις ημέρες την πρωτοβουλία αναζήτησης συμμαχιών, αν βεβαίως το επιθυμεί. Αν όχι (π.χ. ο κ. Σαμαράς δήλωσε πως δεν θα ήθελε να συμμετάσχει σε κυβέρνηση συνεργασίας), ή πάντως με την παρέλευση τριών ημερών, τότε η εντολή πάει στα χέρια του αρχηγού του 2ου σε ψήφους κόμματος και έπειτα στον αρχηγό του τρίτου. Βεβαίως, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο και αν είμαστε, εφόσον υπάρξει συμμαχία των κομμάτων ικανή να στηρίξει κυβέρνηση, η διαδικασία διακόπτεται και οι πολιτικές δυνάμεις που έχουν συμφωνήσει να κυβερνήσουν δηλώνουν υπεύθυνα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στο λαό ότι έχουν την απαραίτητη πλειοψηφία στη Βουλή για να σχηματίσουν Κυβέρνηση και προτείνουν το πρόσωπο που επιθυμούν να γίνει Πρωθυπουργός. Σημειωτέον, ότι Πρωθυπουργός δεν χρειάζεται να είναι ο Πρόεδρος του μεγαλύτερου από τα συνεργαζόμενα κόμματα ούτε καν ένας από τους αρχηγούς, Μπορεί να είναι και άλλο πρόσωπο, είτε βουλευτής είτε όχι.

Μάλιστα, η πρόνοια για αποτροπή της ακυβερνησίας (ακόμη και σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας) φαίνεται και από το γεγονός ότι η νέα Κυβέρνηση χρειάζεται να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης, η οποία όμως, σύμφωνα με μία τουλάχιστον άποψη, αρκεί να συνίσταται στην απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών (και όχι του όλου αριθμού των βουλευτών), αρκεί ο συνολικός αριθμός όσων δώσουν θετική ψήφο να είναι τουλάχιστον 120 (άρθρο 84 παρ. 6 Σ.).

Γι αυτό και ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, κ. Τσίπρας, ανέφερε πρόσφατα για την πιθανότητα να δεχτεί και από τον Πρόεδρο του κόμματος «Ανεξάρτητοι Έλληνες» «ψήφο ανοχής». Αυτό μπορεί υποθετικά να συμβεί στην περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τρίτο σε δύναμη κόμμα και -υπό την προϋπόθεση ότι η ΝΔ δεν θα δεχτεί να συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ, όπως έχει διαμηνύσει ο Πρόεδρός της, κ. Σαμαράς- ο κ. Τσίπρας λάβει –μετά τους αρχηγούς των δύο πρώτων κομμάτων- τη διερευνητική εντολή. Αυτό που πρότεινε ο κ. Τσίπρας για «ψήφο ανοχής» σημαίνει (υποθετικά) ότι οι βουλευτές του Καμμένου δεν θα είναι παρόντες μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεων, και με αυτό τον τρόπο οι παρόντες θα είναι λιγότεροι από 300 και άρα η Κυβέρνηση θα πάρει ψήφο εμπιστοσύνης με λιγότερους των 151 βουλευτών (υπό την προϋπόθεση ότι θα την υπερψήφιζαν όλα τα υπόλοιπα κόμματα πλην του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ).

 

 

  1. Πώς μοιράζονται οι έδρες;

Οι έδρες μοιράζονται με βάση τον αριθμό των ψήφων που έλαβε κάθε κόμμα. Καταρχάς, 50 έδρες πηγαίνουν αυτόματα στο πρώτο κόμμα, όπως προείπαμε. Επίσης, αποκλείονται από την κατανομή των εδρών όσα κόμματα δεν έχουν πιάσει το 3% των ψήφων σε επίπεδο επικράτειας. Η κατανομή των υπόλοιπων (250) εδρών γίνεται με βάση τον αριθμό των ψήφων που έλαβε κάθε κόμμα σε κάθε εκλογική περιφέρεια. Καταρχάς διαιρείται ο αριθμός εγκύρων ψήφων (των κομμάτων που δικαιούνται εδρών) δια του αριθμού των εδρών για να έχουμε το εκλογικό μέτρο. Όσες φορές χωράει το εκλογικό μέτρο στον αριθμό των ψήφων που έλαβε ένα κόμμα, τόσες είναι οι έδρες που πρέπει να λάβει το κόμμα αυτό. Οι έδρες που περισσεύουν πηγαίνουν στο κόμμα με το μεγαλύτερο υπόλοιπο.

Το επόμενο ερώτημα είναι σε ποιες περιφέρειες παίρνει κάθε κόμμα τις έδρες που δικαιούται. Η διαδικασία είναι ανάλογη με την προηγούμενη με τη διαφορά ότι εδώ για να βγει το εκλογικό μέτρο διαιρούμε τον αριθμό όλων των εγκύρων ψήφων δια του αριθμού των εδρών της περιφέρειας. Έτσι κάθε περιφέρεια έχει διαφορετικό εκλογικό μέτρο (εξού και είπαμε στην αρχή ότι και μόνο η ύπαρξη εκλογικών περιφερειών σχετικοποιεί την ισοδυναμία της ψήφου, αφού κάθε έδρα αντιστοιχεί σε διαφορετικό αριθμό ψήφων). Για να δούμε πόσες έδρες παίρνει κάθε συνδυασμός σε μια εκλογική περιφέρεια διαιρούμε τον αριθμό των εγκύρων ψήφων που έλαβε δια του εκλογικού μέτρου. Το πηλίκο της διαίρεσης κατά το ακέραιο μέρος του (όχι τα δεκαδικά) μας δίνει τον αριθμό των εδρών. Από τη διαδικασία αυτή, δεδομένου ότι τα δεκαδικά δεν δίνουν έδρα, μας μένουν κάποιες έδρες αδιάθετες.

Στα στάδιο αυτό (2η κατανομή) μετρούμε: πόσες έδρες δικαιούται ο συνδυασμός πανελλαδικά (σύμφωνα με την πρώτη μέτρηση των πανελλαδικών ποσοστών); Πόσες έχει πάρει στις διάφορες εκλογικές περιφέρειες (βάση της διαίρεσης των ψήφων σε κάθε περιφέρεια με το εκλογικό μέτρο); Πόσες ακόμη πρέπει να πάρει; Στο στάδιο αυτό το πρώτο κόμμα παίρνει και τις 50 έδρες της πριμοδότησης. Οι συνδυασμοί παίρνουν τις έδρες που δικαιούνται, επιπλέον αυτών που ήδη πήραν στις περιφέρειες με την πρώτη κατανομή, σε εκείνες τις περιφέρειες όπου έχουν το μεγαλύτερο υπόλοιπο ψήφων (μεγαλύτερο δεκαδικό ψηφίο στο πηλίκο της διαίρεσης ψήφων δια εκλογικού μέτρου).

 

 

  1. Η λευκή ψήφος ως έκφραση πολιτικής διαμαρτυρίας θεωρείται έγκυρη ψήφος ή πηγαίνει υπέρ του πρώτου κόμματος;

Η λευκή ψήφος δεν προσμετράται στις έγκυρες ψήφους. Συνεπώς ούτε (κενή) έδρα εκλέγει, ούτε στον υπολογισμό του εκλογικού μέτρου επιδρά.

Το 2005 το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με την με αριθμό 12/2005 απόφασή του είχε ανατρέψει προηγούμενη σταθερή νομολογία του ίδιου αλλά και του Συμβουλίου της Επικρατείας και είχε καταλήξει (πλειοψηφία 6 προς 5) στο συμπέρασμα η εξαγωγή του εκλογικού μέτρου χωρίς να συμπεριληφθούν οι λευκές ψήφοι θίγει τον πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας και την ισότητα της ψήφου και είναι αντίθετες προς τις […] συνταγματικές διατάξεις και αυτό επειδή η λευκή ψήφος διακρίνεται από την άκυρη και αποτελεί ενάσκηση του εκλογικού δικαιώματος, και άρα θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν.

Με μεταγενέστερη διάταξη (άρθρο 1 του Ν. 3434/2006) προβλέφθηκε ρητά ότι οι λευκές ψήφοι δεν συνυπολογίζονται για το εκλογικό μέτρο και έτσι επιστρέψαμε στην προηγούμενη πρακτική που ακολουθούνταν σταθερά και όπως είπαμε δεν αμφισβητήθηκε παρά στη μοναδική περίπτωση της απόφασης 12/2005 από τα ελληνικά Δικαστήρια.

 

  1. Η ψήφος σε κόμματα με μικρό ποσοστό, κάτω του 3% (ελάχιστο όριο για την είσοδο στη Βουλή) μειώνει τη δύναμη των μεγάλων κομμάτων ή αντιθέτως τα ενισχύει;

Ενισχύει τη δύναμη του πρώτου κόμματος έμμεσα, υπό την έννοια ότι αν πολλά μικρά κόμματα μείνουν εκτός Βουλής, μειώνεται το ποσοστό που απαιτείται να πιάσει το πρώτο κόμμα για να κερδίσει αυτοδυναμία.

 

  1. Υπάρχει κάποιο ποσοστό αποχής, λευκών και ακύρων, πέραν του οποίου θα είναι υποχρεωτική η προκήρυξη νέων εκλογών;

Όχι, όσο και αν είναι αυτό το ποσοστό, το αποτέλεσμα είναι νόμιμο, δηλ. οι προαναφερθείσες διαδικασίες για κατανομή εδρών και σχηματισμό κυβέρνησης ακολουθούνται κανονικά.

Άλλο είναι το ζήτημα της νομιμοποίησης: αν η αποχή είναι μεγάλη ή το ποσοστό των λευκών πολύ υψηλό, η Κυβέρνηση που θα προκύψει (αν προκύψει) θα είναι νόμιμη, αλλά θα απολαύει μικρότερης, πιο αδύναμης, πολιτικής νομιμοποίησης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Κυβέρνηση θα είναι νόμιμη, αφού νομιμότητα σημαίνει ότι όλα έγιναν σύμφωνα με το νόμο, αλλά θα πάσχει η πολιτική της νομιμοποίηση που σημαίνει ότι μπορεί να πήρε την πλειοψηφία της Βουλής αλλά έχει τη μειοψηφία του λαού.

 

 

 

 

 

 

 

H προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η σχέση των δύο υπερεθνικών δικαστηρίων

της Ευγενίας Πρεβεδούρου, Αν Καθηγήτριας Διοικητικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) είναι μια εξέλιξη με μακρά ιστορία. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του ΔΕΚ 2/94 (28.03.1996), λόγω έλλειψης αρμοδιότητας της Κοινότητας να νομοθετεί στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων ή να συνάπτει διεθνείς συνθήκες, δεν αρκούσε, ως νομιμοποιητική βάση της προσχώρησης, η ρήτρα ευελιξίας του άρθρου 235, ΣΕΚ, αλλά απαιτούνταν τροποποίηση της Συνθήκης. Πλέον, το άρθρο 6 παρ. 2 ΣΕΕ, όπως διατυπώθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, ορίζει ρητά ότι «η Ένωση προσχωρεί στην ΕΣΔΑ», καθιερώνοντας σχετική υποχρέωση της Ένωσης, παράβαση της οποίας θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεμελιώσει προσφυγή ενώπιον του ΔΕΕ.

Στο πλαίσιο αυτό γίνεται καταρχάς μια σύντομη περιγραφή της μέχρι τώρα σχέσης των δύο δικαστηρίων (ΔΕΕ και ΕΔΔΑ), ιδίως δε της αντιμετώπισης του δικαίου της Ένωσης από την πλευρά του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, εφόσον με την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της τελευταίας θα καλύπτουν υποχρεωτικά και τη δράση των οργάνων της Ένωσης κατά το μέρος που αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ΕΣΔΑ. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζεται και αποτιμάται το τελευταίο σχέδιο συμφωνίας (05.04.2013), που περιλαμβάνει ειδικούς μηχανισμούς για τη λειτουργία και τη σχέση των δύο δικαστηρίων κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού ελέγχου τήρησης των επιταγών της ΕΣΔΑ και το οποίο έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο της Ένωσης προκειμένου αυτό να γνωμοδοτήσει σχετικά.

(Προδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο για τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την ίδρυση των Tακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων)

Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ένωση: Η νέα πρόκληση για τη δημοκρατία στην Ευρώπη

του Γιάννη Αγγέλου, Δικηγόρου, Υπ Διδ Πανεπιστημίου Αθηνών

Η πρόσφατη διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση χαρακτηρίζεται ως η σημαντικότερη που γνώρισε το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα από το «Μεγάλο Κραχ» του 1929. Εξ αρχής, αναζητήθηκαν σε παγκόσμια κλίμακα τρόποι θεσμικής και νομοθετικής αντιμετώπισής της- ωστόσο, δεν αποτελεί novum η προσπάθεια αποφυγής μελλοντικών αστοχιών, μέσω της βελτίωσης των υπαρχόντων θεσμών ή της δημιουργίας νέων, τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.  

                Η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ένωση, που έχει ήδη αρχίσει να υλοποιείται, θεωρείται όχι μόνο η ευρωπαϊκή απάντηση στην κρίση, μα πολύ περισσότερο ως το σημαντικότερο μέχρι τώρα βήμα περαιτέρω ενοποίησης (κατ’ αρχάς) των κρατών-μελών της ευρωζώνης και προάγγελος του επομένου -της δημοσιονομικής, δηλαδή, ένωσης. 

                Η πρόσφατη οικονομική κρίση, η οποία, τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό χώρο, ήταν εκείνη που κατά μείζονα λόγο οδήγησε στην κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα, κατέδειξε την αναγκαιότητα μιας κεντρικής χρηματοοικονομικής εποπτείας.  Η απάντηση στις οικονομικές κρίσεις, λοιπόν, σύμφωνα με τα κορυφαία όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οφείλει ν’ αναζητηθεί στην τεχνοκρατία:  Εξίσου σαφής, όμως, είναι η νέα «διαρροή» κρατικής κυριαρχίας από τα κράτη-μέλη και η αποδυνάμωση κρατικών οργάνων υπολόγων στα εθνικά κοινοβούλια. Έτσι, η κρίση φαίνεται να διαφοροποιεί ουσιωδώς τις αρχές επί των οποίων συμφωνήθηκε η ως τώρα προσέγγιση των ευρωπαϊκών κρατών, κάνοντας σαφή την ανάγκη εξέλιξης του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος, ώστε να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις που δημιουργούνται. Μια τέτοια, όμως, θεσμική και λειτουργική αναδόμηση, θα πρέπει εξ ορισμού να περιλαμβάνει θεσμούς και διαδικασίες διασφαλιστικούς όχι μόνο της νομισματικής ένωσης και των εμπορικοοικονομικών σχέσεων, μα και των εκπληκτικών κεκτημένων της σύγχρονης δυτικής δημοκρατίας.

 

[Εκτεταμένη μορφή παρέμβασης στο ΙΣΤ’ ετήσιο συμπόσιο του Επιστημονικού Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» (Κωνσταντινούπολη, 9-11 Μαΐου 2014) , σε συνεργασία με το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου (‘’Boğaziçi Üniversitesi’), όπως θα δημοσιευθεί στο περιοδικό «Το Σύνταγμα» (Τεύχος  1-2/2014)].

Of Democracy and other Fables: The 2012 Greek Parliamentary Elections

Anna Tsiftsoglou, PhD (University of Athens), LLM (Berkeley); Attorney-at-Law, Courts of Appeals, Greece.

The 2012 Parliamentary Elections in Greece constitute a case-study in many respects. This paper attempts to analyze the subject from different angles, so as to show its legal, political, systemic and ethical dimensions. Overall, the paper deals with the wider questions of democracy, legitimacy and accountability on national and EU level during times of crisis. The paper supports the view that these Elections were pure evidence of the political -more than financialcrisis that both Greece and Europe are currently facing.

Πρόεδρος της Δημοκρατίας και εκλογές

Λίνα Παπαδοπούλου

Στο πλαίσιο της τελευταίας διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος (που ολοκληρώθηκε το 2008 με μηδαμινά αποτελέσματα) το ΠΑΣΟΚ είχε προτείνει την αποσύνδεση της (μη) εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ) από τη διάλυση της Βουλής. Το 2009 το ίδιο κόμμα, ως αξιωματική αντιπολίτευση, είχε προαναγγείλει ότι δεν θα υπερψήφιζε οποιονδήποτε προτεινόμενο για Πρόεδρο, προκειμένου να προκληθούν εθνικές εκλογές.

Η στάση αυτή είχε κατηγορηθεί τότε από μεγάλη μερίδα της συνταγματικής θεωρίας, του Τύπου και της κοινής γνώμης ως καταστρατήγηση του Συντάγματος. Σήμερα, αντίστοιχη δήλωση του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει σοβαρά και ευρέως αμφισβητηθεί ως προς τη συνταγματική της νομιμότητα. Φαίνεται, δηλαδή, ότι οι μειοψηφικές αυτές πριν από λίγα χρόνια προτάσεις έχουν κερδίσει στο μεταξύ αισθητά έδαφος. Οπως και η πρόταση για άμεση εκλογή του ΠτΔ από τον λαό.

Το αντεπιχείρημα ότι η άμεση εκλογή, ακόμη και χωρίς αύξηση αρμοδιοτήτων, θα μετέτρεπε αυτόματα τον χαρακτήρα του πολιτεύματος από προεδρευόμενο σε προεδρικό, κάτι που το άρθρο 110§1 Συντ. απαγορεύει, δεν ισχύει. Αν οι αρμοδιότητες παρέμεναν οι ίδιες, δεν θα ετίθετο τέτοιο ζήτημα. Ο κίνδυνος τότε θα ήταν η εκλογή ενός κομματικού Προέδρου που δεν θα μπορούσε να φέρει εις πέρας τον ρόλο του ως ρυθμιστή του πολιτεύματος και ως συμβόλου της ενότητας του λαού. Σκοπιμότερο, λοιπόν, θα ήταν η άμεση εκλογή να ακολουθεί τις τρεις ψηφοφορίες στη Βουλή, που προβλέπονται τώρα, να υποκαταστήσει δηλαδή τις εθνικές εκλογές, όχι την κοινοβουλευτική ψηφοφορία.

Σύμφωνα με αυτήν την πρόταση Πρόεδρος εκλέγεται -όπως τώρα από τη Βουλή, μετά τη διάλυσή της- όποιος συγκεντρώσει στο εκλογικό σώμα την απόλυτη πλειοψηφία και αν κανείς, τότε σε δεύτερη Κυριακή, μεταξύ των δύο πρώτων, αυτός που συγκεντρώσει τη σχετική πλειοψηφία. Μία τέτοια ρύθμιση θα απέτρεπε την εκάστοτε αντιπολίτευση να εκμεταλλεύεται την εκλογή Προέδρου έστω και εν είδει δημοψηφίσματος κατά της κυβέρνησης. Θα ωθούσε, δε, τα κόμματα περισσότερο σε σοβαρές υποψηφιότητες, αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμπλεύσεις.

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ «E» 11/9/2014

Call for papers: Constitution-Making and Constitutional Change

International Association of Constitutional Law

in collaboration with

Boston College Law School

under the auspices of

Research Group on Constitution-Making and Constitutional Change

request submissions for

Workshop on Comparative Constitutional Amendment

Boston College Law School

Thursday, May 15, 2015

9:00am-5:30pm

 

Boston College Law School and the International Association of Constitutional Law’s Research Group on Constitution-Making and Constitutional Change invite submissions for a full-day workshop on comparative constitutional amendment, to be held on the campus of Boston College Law School on Friday, May 15, 2015.

 

This workshop is convened by Xenophon Contiades (University of Peloponnese) and Richard Albert (Boston College).

 

Purpose of Workshop

 

The purpose of this workshop is to convene a group of scholars whose primary field of research is comparative constitutional amendment for a high-level discussion on enduring and emerging questions in the field. This full-day workshop will offer participants a balanced combination of rigorous scholarly discussion and more relaxed social interaction.

 

Structure of Workshop

 

This full-day workshop will feature seven (7) papers selected through this Call for Papers, with two (2) discussants assigned to each paper, for a total of twenty-one (21) participants. The day will begin at 9:00pm with welcome remarks over a continental breakfast. From 9:30am to 5:30pm, each of the seven (7) papers will be allocated one hour of time for group discussion. The two assigned discussants will critique the paper for 15 minutes each, followed by a 30 minute group discussion. The paper author will not present her/his paper but will have the opportunity to respond to questions. Lunch will be served from 12:30pm to 1:30pm. Dinner is scheduled for 6:00pm. Boston College Law School will sponsor all meals.

 

Eligibility

 

Submissions are invited from scholars of all ranks, including doctoral students, whose primary field of research is comparative constitutional amendment, both formal and informal. Special consideration may be given to scholars affiliated with the International Association of Constitutional Law’s Research Group on Constitution-Making and Constitutional Change.

Submission Instructions

 

Interested scholars should email no more than one (1) paper by January 15, 2015 to the following address: judy.yi@bc.edu. There is neither a minimum nor a maximum length for papers but papers may not have been published by the time of the workshop. Preference will be given to papers that are still in development. Scholars should identify their submission with the following subject line: “IACL—Paper Submission—Comparative Constitutional Amendment Workshop.”

 

Scholars interested in serving as discussants may submit a brief statement of interest—no more than one paragraph is sufficient—along with a curriculum vitae to the same address by the same date. Prospective discussants should identify their submission with the following subject line: “IACL—Discussant—Comparative Constitutional Amendment Workshop.”

 

Notification and Participation Requirements

 

Successful applicants will be selected by a Workshop Selection Committee and notified no later than February 16, 2015. 

 

Costs

 

There is no cost to participate in the workshop. Successful applicants are responsible for securing their own funding for travel, lodging and other incidental expenses. Boston College Law School will be pleased to sponsor all meals for participants.

 

Acknowledgements

 

We gratefully acknowledge the support of Boston College Law School for hosting this event.

 

Questions

 

Please direct inquiries in connection with this workshop to Professor Richard Albert (Boston College) by email at richard.albert@bc.edu or telephone at 617-552-3930.

 

Please circulate this Call for Papers widely.

 

Workshop Selection Committee

 

Xenophon Contiades (Peloponnese)

Alkmene Fotiadou (Centre for European Constitutional Law)

Richard Albert (Boston College)

 

 

 

 

 

 

About Boston College Law School

 

Founded in 1929, Boston College Law School offers broad course offerings and small class sizes that permit considerable personal interaction with faculty. The international and comparative law curriculum provides opportunities for in-class instruction, innovative and flexible study-abroad programs, and meaningful training in the field. Boston College Law School understands that globalization magnifies the scope and complexity of law and legal practice. The curriculum trains students for the needs of today, while giving them skills and perspectives that anticipate the needs of tomorrow. The program prepares leaders to pursue social justice not just nationally, but internationally as well. For more, please visit: www.bc.edu/law.

 

About the IACL

 

The overriding objective of the International Association of Constitutional Law (IACL) is to provide a forum in which constitutionalists from all parts of the world can begin to understand each other’s systems, explain and reflect on their own, and engage in fruitful comparison, for a variety of purposes. The IACL Research Group for the study of constitution-making and constitutional change assembles constitutional scholars interested in the wide variety of issues stemming from constitutional design making throughout the world. The group aims to explore the procedures used for the enactment of new constitutions and for formal constitutional amendment, as well as the substantive content of constitutional change, and to address issues of constitutional design. For more, please visit: http://constitutional-change.com/about.

 

About the Convenors

 

Xenophon Contiades is Professor of Public Law, Dean of the School for Social and Political Sciences of the University of Peloponnese and Managing Director of the Centre for European Constitutional Law – Themistokles and Dimitris Tsatsos Foundation. He is also the Convenor of

the IACL Research Group on Constitution-Making and Constitutional Change and a member of

the Scientific Council of the Dimitris Tsatsos Institute for European Constitutional Sciences (Hagen-Germany). His recent publications include: Constitutions in the Global Financial Crisis: A Comparative Analysis (Ashgate, 2013) and Engineering Constitutional Change: A Comparative Perspective on Europe, Canada and the USA (Routledge, 2012).

 

Richard Albert is a constitutional law professor at Boston College Law School, where he received the 2013 and 2014 Anthony P. Farley Award for excellence in teaching. His research focuses on comparative constitutional amendment. He is an elected member of the Executive Committee of the American Society of Comparative Law, an elected member of the International Academy of Comparative Law, a member of the Governing Council of the International Society of Public Law, a member of the Scientific Advisory Board of the International Journal of Constitutional Law, a founding editor of I-CONnect, and a former law clerk to the Chief Justice of Canada. He holds degrees from Yale, Oxford and Harvard.