Author Archives: editor
Reproductive Tourism in Europe: Legal and Ethical Issues The cases of Sweden and Greece
Reproductive tourism refers to the travelling of citizens from their country of residence to another country in order to receive fertility treatment through assisted reproductive technology (ART). In Europe, the reasons why people seek reproductive treatments outside their national boundaries are diverse but mainly because regulations differ a lot among countries. The legislations concerning ART are usually based upon different ethical perceptions and convictions. Sweden is considered as a country with restricted legislation on ART and many Swedish citizens seek ART services abroad. On the other hand, Greece is not considered as a country with a restricted legal framework and it constitutes a destination for “reproductive tourists”. Although “reproductive tourism” could be considered as a safe solution for infertile individuals, the phenomenon is often presented as problematic because it is often associated with legal implications as well as health dangers for the parties involved. In the end of this thesis, possible solutions to these problematic effects will be addressed in the light of the fact that “reproductive tourism” is an expanding phenomenon.
Σχόλιο στην Υπόθεση ΕΔΔΑ “Βαλλιανάτος κ.α. κατά Ελλάδας” (2014)
ΕΔΔΑ, Προσφυγές Νο 29381/09 και 32684/09, Υπόθεση Βαλλιανάτος και άλλοι κατά Ελλάδας, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013
Ο αποκλεισμός ομόφυλων ζευγαριών από το σύμφωνο συμβίωσης ως διακριτική μεταχείριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού
Η μη νομοθετική ρύθμιση των ομόφυλων σχέσεων στο σύμφωνο συμβίωσης συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και συνιστά παραβίαση των άρθρων 8 και 14 ΕΣΔΑ
Η απόφαση Βαλλιανάτος κ.ά. κατά Ελλάδας του ΕΔΔΑ απασχόλησε τη νομική επικαιρότητα στη χώρα μας και προκάλεσε εκτεταμένη συζήτηση. Το παρόν σχόλιο έχει αφετηρία την απόφαση αυτή, προκειμένου να εξετάσει συνοπτικά τη διεθνή προστασία των δικαιωμάτων των λεσβιών, ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων, διαφυλικών και διεμφυλικών (ΛΟΑΔΔ) ατόμων, τόσο στο πλαίσιο του ΟΗΕ, όσο και στον ευρωπαϊκό χώρο. Μέσα από μια σύντομη αποτίμηση της νομολογίας του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, αξιολογεί το Ν.3719/2008 για το σύμφωνο συμβίωσης και αποτιμά τον αντίκτυπο της απόφασης για τα δικαιώματα ΛΟΑΔΔ.
Στην υπόθεση Βαλλιανάτος και άλλοι κατά Ελλάδας, οι έξι αιτούντες είναι ομόφυλα ζευγάρια που συμβιώνουν στην Αθήνα και έχουν αναπτύξει σταθερές σχέσεις. Ο έβδομος αιτών είναι μια μη κερδοσκοπική οργάνωση που έχεις ως σκοπό την ψυχολογική και ηθική υποστήριξη ομοφυλόφιλων και λεσβιών. Οι αιτούντες προσέφυγαν κατά του Ν.3719/2008 που τιτλοφορείται «Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί, την κοινωνία και άλλες διατάξεις» με τον οποίο θεσπίζεται το «σύμφωνο συμβίωσης» για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Οι ενάγοντες προέβαλαν το επιχείρημα ότι ο νομοθέτης περιορίζει το σύμφωνο συμβίωσης στα ετερόφυλα ζευγάρια και δεν το επεκτείνει στα ομόφυλα. Αναφέρθηκαν αναλυτικά στη δημόσια διαβούλευση που προηγήθηκε της ψήφισης του νόμου, παραθέτοντας τις θέσεις της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) και του Επιστημονικού Συμβουλίου. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι η ΕΕΔΑ καθώς και άλλοι φορείς είχαν σημειώσει το μεροληπτικό χαρακτήρα των συντακτών του νομοσχεδίου. Ακόμα, προσκόμισαν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία, το ελληνικό κράτος είναι το μόνο στον ευρωπαϊκό χώρο, που ρυθμίζει σχέσεις εκτός γάμου και τις περιορίζει στα ετερόφυλα ζευγάρια, ζητώντας από το ΕΔΔΑ να διαγνώσει την ύπαρξη μιας τάσης έννομης ρύθμισης των ομόφυλων σχέσεων.
Οι προσφεύγοντες αιτήθηκαν στο ΕΔΔΑ να αποφανθεί ότι ο Ν.3719/2008 συνιστά διακριτική μεταχείριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και παραβίαση των άρθρων 8 και 14 ΕΣΔΑ. Επίσης, ισχυρίστηκαν παραβίαση του άρθρου 13 ΕΣΔΑ, καθότι δεν υπήρχε κατάλληλο ένδικο βοήθημα στην ελληνική έννομη τάξη για να προσφύγουν κατά της διάκρισης που εισήγαγε ο Ν.3719/2008. Τέλος, επικαλέστηκαν και το άρθρο 41 ΕΣΔΑ για την επιδίκαση δίκαιης ικανοποίησης.
Διαβάστε το σχόλιο στο pdf
Κρίση και ειδικά μισθολόγια
Με τον ν. 4093/2012 προβλέφθηκαν μειώσεις των αποδοχών των υπαλλήλων των ειδικών μισθολογίων: δικαστικών λειτουργών, διπλωματών, ιατρών, μελών του διδακτικού προσωπικού των ΑΕΙ και ΤΕΙ, υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας.
Δεδομένου ότι οι υπάλληλοι των ειδικών μισθολογίων έχουν ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση -αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τους δικαστικούς λειτουργούς- από εκείνη των άλλων δημοσίων υπαλλήλων, οι περικοπές των αποδοχών τους ήταν εύλογες, εν όψει και του άρθρου 25 παρ. 4 του Συντάγματος, το οποίο σε περίοδο οικονομικής κρίσης δικαιολογεί, για λόγους κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, τη σχετικά μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση των υπαλλήλων που έχουν ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση. Τα ελληνικά δικαστήρια όμως, με μια σειρά αποφάσεών τους, εφαρμόζουν επιλεκτικά τον ν. 4093/2012 σε ορισμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων.
Η αρχή έγινε με την απόφαση 88/2013 του λεγόμενου «Μισθοδικείου», η οποία έκρινε αντισυνταγματική τη μείωση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, ότι η μείωση αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει ανασφάλεια στους δικαστές ως προς τη δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Στη συνέχεια ήλθε η απόφαση του ΣτΕ 2192/2014 (Ολ.), η οποία εξαίρεσε από τον ν. 4093/2012 τους στρατιωτικούς και τους αστυνομικούς, με αληθινά παράδοξους συνταγματικούς συλλογισμούς και αναφορά σε άσχετα συνταγματικά άρθρα, που δεν αφορούν επ' ουδενί τη μισθολογική κατάσταση αυτών.
Μόλις πρόσφατα δημοσιεύθηκε μια άλλη απόφαση του ΣτΕ, η 2705/2014 (Τμήμα Στ΄), την οποία πληροφορήθηκα από τον νομικό σύμβουλο του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αντ. Αργυρό.
Στην απόφαση αυτή το δικάσαν Τμήμα του ΣτΕ θεωρεί ότι ο ν. 4093, κατά το μέρος που αφορά τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ, δεν έχει συνταγματικό ελάττωμα, αν και τελικά παραπέμπει το θέμα στην Ολομέλεια για οριστική κρίση.
Με τα μέχρι τώρα δεδομένα λοιπόν ο ν. 4093 είναι αντισυνταγματικός ως προς τους δικαστές, στρατιωτικούς και αστυνομικούς και συνταγματικός ως προς τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ.
Συμπέρασμα: ενώπιον των βαρών της οικονομικής κρίσης δεν είναι όλοι ίσοι.
Aναδημοσίευση από εφημερίδα Το Έθνος, 07.08.2014, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22788&subid=2&pubid=64047124
Το δημοκρατικό πολίτευμα
Στο μικρό αυτό απόσπασμα από το δεύτερο κεφάλαιο του τόμου ΙΙ του "Συνταγματικού Δικαίου", που ετοιμάζεται από καιρό, αναλύονται τα βασικά, συστατικά, γνωρίσματα της αρχαίας δημοκρατίας σε αντιπαραβολή με τη σύγχρονη δημοκρατία. Η ανάλυση της τελευταίας έπεται στο βιβλίο. Τονίζονται κυρίως τα διαχρονικά της γνωρίσματα, εκείνα που κληροδοτήθηκαν στην σύγχρονη και επιβιώνουν ως αξίες πολιτικές, οικουμενικής, πλέον, αποδοχής: α) η επινόηση της αγοράς του δήμου ως κοινός τόπος δημόσιας διαβούλευσης, απόφασης και λογοδοσίας για τα κοινά, αλλά και ως μέσο –διαδικαστικό χαρακτήρα- απαραίτητο για τη δημιουργία του Δήμου, β)η κυριαρχία ή αυτονομία του Δήμου, γ)η πολιτική ισότητα και ισηγορία και, τέλος, δ) η ευνομία ή ευταξία . Παράλληλα επισημαίνονται οι ουσιώδεις διαφορές τους, μεταξύ των οποίων η κλήρωση των πολιτικών αρχόντων στην αρχαία και όχι, όπως στη σημερινή, η δια εκλογής ανάδειξη των αντιπροσώπων στο Κοινοβούλιο. Υπογραμμίζεται ακόμη ότι η αρχαία δημοκρατία έμοιαζε περισσότερο με αντιπροσωπευτική παρά με άμεση.
Η συμβολή της μελέτης περιορίζεται, τελικά, σε μια απόπειρα να δειχθεί η σύγχρονη αξία της αντιπαραβολής του όρου "Δημοκρατία', προς τον όρο "Πολιτεία", ως ιδεατή μορφή μιας δικαιοκρατούμενης «συνταγματικής» δημοκρατίας. Και τούτο για να φανεί πόσο αναγκαίος είναι από την μία μεριά ο χαρακτηρισμός της σύγχρονης δημοκρατίας ως «πολιτικής δημοκρατίας», ως μορφής πολιτεύματος που αναγνωρίζει και εγγυάται την αυτονομία της πολιτικής μαζί με την πρωταρχικότητα της πολιτικής σύγκρουσης ως γεγονότος. Και από την άλλη, πόσο αναντικατάστατο συμπλήρωμά της καθίσταται, εξ αυτού του γεγονότος, το αίτημα του κράτους δικαίου και η αξίωση σύμπλευση της δημοκρατίας με τον συνταγματισμό και το Σύνταγμα.
Η πολιτική ανάλυση βασίστηκε κυρίως στα Πολιτικά του Αριστοτέλη, από τα οποία αντλήθηκαν πληροφορίες και αξιοποιήθηκαν κρίσεις και αξιολογήσεις του .
Κρίση και ειδικά μισθολόγια
Κρίση και ειδικά μισθολόγια
Με τον ν. 4093/2012 προβλέφθηκαν μειώσεις των αποδοχών των υπαλλήλων των ειδικών μισθολογίων: δικαστικών λειτουργών, διπλωματών, ιατρών, μελών του διδακτικού προσωπικού των ΑΕΙ και ΤΕΙ, υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας.
Δεδομένου ότι οι υπάλληλοι των ειδικών μισθολογίων έχουν ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση -αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τους δικαστικούς λειτουργούς- από εκείνη των άλλων δημοσίων υπαλλήλων, οι περικοπές των αποδοχών τους ήταν εύλογες, εν όψει και του άρθρου 25 παρ. 4 του Συντάγματος, το οποίο σε περίοδο οικονομικής κρίσης δικαιολογεί, για λόγους κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, τη σχετικά μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση των υπαλλήλων που έχουν ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση. Τα ελληνικά δικαστήρια όμως, με μια σειρά αποφάσεών τους, εφαρμόζουν επιλεκτικά τον ν. 4093/2012 σε ορισμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων.
Η αρχή έγινε με την απόφαση 88/2013 του λεγόμενου «Μισθοδικείου», η οποία έκρινε αντισυνταγματική τη μείωση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, ότι η μείωση αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει ανασφάλεια στους δικαστές ως προς τη δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Στη συνέχεια ήλθε η απόφαση του ΣτΕ 2192/2014 (Ολ.), η οποία εξαίρεσε από τον ν. 4093/2012 τους στρατιωτικούς και τους αστυνομικούς, με αληθινά παράδοξους συνταγματικούς συλλογισμούς και αναφορά σε άσχετα συνταγματικά άρθρα, που δεν αφορούν επ' ουδενί τη μισθολογική κατάσταση αυτών.
Μόλις πρόσφατα δημοσιεύθηκε μια άλλη απόφαση του ΣτΕ, η 2705/2014 (Τμήμα Στ΄), την οποία πληροφορήθηκα από τον νομικό σύμβουλο του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αντ. Αργυρό.
Στην απόφαση αυτή το δικάσαν Τμήμα του ΣτΕ θεωρεί ότι ο ν. 4093, κατά το μέρος που αφορά τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ, δεν έχει συνταγματικό ελάττωμα, αν και τελικά παραπέμπει το θέμα στην Ολομέλεια για οριστική κρίση.
Με τα μέχρι τώρα δεδομένα λοιπόν ο ν. 4093 είναι αντισυνταγματικός ως προς τους δικαστές, στρατιωτικούς και αστυνομικούς και συνταγματικός ως προς τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ.
Συμπέρασμα: ενώπιον των βαρών της οικονομικής κρίσης δεν είναι όλοι ίσοι.
Aναδημοσίευση από την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 07/08/2014, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22788&subid=2&pubid=64047124
The constitutional ideas of Eleftherios Venizelos and Mustafa Kemal
Summary
The article has been drafted in the framework of the Hellenic-Turkish Symposium organised by the Constitutional Law Association Aristovoulos Manessis and the University of Bosporus. It discusses the constitutional ideas of Elefhterios Venizelos and Mustafa Kemal “Atatürk”. Both civil modernization by Eleftherios Venizelos and radical reformism by Mustafa Kemal contain a constitutional arm. In the cae of venizelism, the legal dimension is bolder, whilst in kemalist view the constitutional changes form only a part of a broader project of reform of the ottoman – Turkish society, a project aiming at configuring definitively that society as a European one. The resemblances consist in the accruing reinforcement of the executive and in the republican form of government with the abolishment of the Royalty and the Caliphate (in Turkey). Major differences consist in the political pluralism and in the different vision on the judiciary, with kemalism significantly deviating as to these topics from its European inspiration.
Περίληψη
Το άρθρο συντάχθηκε στο πλαίσιο του Ελληνοτουρκικού Συμποσίου που διοργανώθηκε από τον Όμιλο Συνταγματικού Δικαίου Αριστόβουλος Μάνεσης και το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου. Αντικείμενό του είναι οι συνταγματικές ιδέες του Ελευθέριου Βενιζέλου και του Μουσταφά Ατατούρκ. Τόσο ο αστικός εκσυγχρονισμός του Βενιζέλου, όσο και ο ριζοσπαστικός μεταρρύθμισμος του ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας Ατατούρκ, είχαν συνταγματικούς βραχίονες. Στην περίπτωση του βενιζελισμού η νομική διάσταση του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος είναι εντονότερη, ενώ στην περίπτωση του κεμαλισμού οι συνταγματικές αλλαγές ήταν τμήμα μόνον ενός συνολικού σχεδίου αναμόρφωσης της οθωμανικής κοινωνίας που θα προσέδιδε οριστικά στο έθνος αυτό χαρακτηριστικά ώριμου ευρωπαϊκού κράτους. Ως ομοιότητες εντοπίζονται η προϊούσα ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και ο ρεπουμπλικανισμός, με την ίδρυση αβασίλευτης Δημοκρατίας και στις δύο χώρες. Μείζονες διαφορές συνίστανται στον πολιτικό πλουραλισμό και στη διάφορη θεώρηση της θέσης της δικαστικής εξουσίας, με τον κεμαλισμό να απέχει σημαντικά στα σημεία αυτά από τα ευρωπαϊκά πρότυπά του.
Η σταδιακή συνταγματοποίηση του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης της ΕΕ
Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως οντότητα διακριτή από την Κοινότητα, στον τρίτο πυλώνα της οποίας εντάχθηκαν οι τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων. Πριν από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, οι αποφάσεις για σημαντικά θέματα στους τομείς αυτούς, που εμπλουτίστηκαν και μετονομάστηκαν «Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης», απαιτούσαν ομοφωνία από το Συμβούλιο, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είχαν περιορισμένο μόνο ρόλο. Το δημοκρατικό και δικαιοκρατικό αυτό έλλειμμα άρθηκε εν μέρει με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, δεδομένου ότι με αυτή καταργήθηκαν οι διαφορετικοί πυλώνες, θεσπίστηκε μια σειρά ενιαίων νομοθετικών πράξεων που ενισχύουν τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως συννομοθέτη (διαδικασία συναπόφασης), επεκτείνουν την αρχή της ειδικής πλειοψηφίας στο Συμβούλιο και ενισχύουν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της ΕΕ. Παράλληλα, ενισχύθηκε ο ρόλος των εθνικών Κοινοβουλίων, τα οποία αντιπροσωπεύουν τους λαούς της Ευρώπης. Τα χαρακτηριστικά αυτά θεωρούνται ως στοιχεία μιας σταδιακής και εξελισσόμενης διαδικασίας συνταγματοποίησης του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης της ΕΕ, με τα συνταγματικά χαρακτηριστικά της ενοποιητικής διαδικασίας προς μια Ένωση που αντλεί τη νομιμοποίησή της από τρεις βάσεις (κράτη, λαοί και πολίτες).
Εισήγηση σε: Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Εξελίξεις και Προκλήσεις στον Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης της ΕΕ», Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Έδρα Jean Monnet, Θεσσαλονίκη 14-16/02/2013
ΣτΕ 2080/2014 & 366/2014 (κατάσχεση εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση)
Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε με την υπ αριθμό 2080/2014 απόφαση ότι είναι συνταγματική η κατάσχεση εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται η κοινοποίηση στον τελευταίο του κατασχετηρίου εγγράφου. Ποια ερμηνευτική προσέγγιση ακολούθησε; Γιατί αναίρεσε προηγούμενή του απόφαση; Ποιες αξίες συγκρούονται;
Αριθμός 2080/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Κ. Φιλοπούλου, Α. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Δ. Τομαράς, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 28 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τη Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του …………… , κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (………..), ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1347/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Τομαρά.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου
κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, δια την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμον καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, δια της κρινομένης αιτήσεως ζητείται η αναίρεση της υπ’ αρ. 1347/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της υπ’ αρ. 1942/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχθέν την από 19.06.2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ακύρωσε την υπ’ αρ. 13512/08.08.2006 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … , δια της οποίας είχε επιβληθεί κατάσχεση χρηματικών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου κατά του Ι.Κ.Α. εκ συντάξεων, για την είσπραξη χρεών προς το Δημόσιο ύψους 565.392,73 ευρώ.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση, κατόπιν της υπ’ αρ. 366/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως του ιδίου Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση.
4. Επειδή, νομίμως συζητείται η υπό κρίση αίτηση και μη παρισταμένου του καθ’ ού, δοθέντος ότι προκύπτει εκ των στοιχείων της δικογραφίας (βλ. το από 17.03.2014 αποδεικτικό επιδόσεως) νομότυπη επίδοση προς αυτόν της υπ’ αρ. 366/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως μετά μνείας της νέας δικασίμου.
5. Επειδή, δια του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 70 του ιδίου νόμου από 1.1.2011, αντικατεστάθησαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,……». Εξ άλλου, κατ’ άρθρον 2 του ιδίου νόμου : «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας,…».
6. Επειδή, το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίον εισάγεται δια της κρινομένης αιτήσεως, κατατεθείσης (02.01.2012) μετά την ισχύν του ν. 3900/2010 (01.01.2011), είναι ανώτερο των 40.000 ευρώ. Περαιτέρω, δια του εισαγωγικού δικογράφου το αναιρεσείον προβάλλει ότι η κρινομένη αίτηση ασκείται παραδεκτώς, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, δεδομένου ότι δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκρίθη ότι η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγουμένη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως βασίμως προβαλλόμενος και, επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να εξετασθεί ως προς τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως και κατ’ ουσίαν.
7. Επειδή, κατ’ άρθρον 1 του ν.δ/τος 356/1974 περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε. – Φ.Ε.Κ. Α΄ 90) : «1. Η είσπραξις των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. 2……», ενώ κατ’ άρθρον 2 αυτού : «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα και τους ειδικούς ταμίας, εις ούς έχει ανατεθή η είσπραξις ειδικών εσόδων, ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου………..2. Νόμιμος τίτλος είναι : α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ήν οφείλεται……». Περαιτέρω, κατ’ άρθρον 4 παρ. 1 του ιδίου νομοθετήματος : «Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινος εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται … να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, … περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ό ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις….». Επίσης, κατ’ άρθρον 7 αυτού : «Από της επομένης ημέρας καθ’ ήν κατά το άρθρον 5 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος τα χρέη προς το Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών δια το καθυστερούμενον μέρος του χρέους». Εκ δε του άρθρου 10 παρ. 2 και 6 αυτού προκύπτει ότι, επί κατασχέσεως κινητών εις χείρας του οφειλέτου, συντάσσεται έκθεσις κατασχέσεως, αντίγραφο της οποίας, εάν ο οφειλέτης είναι παρών, του παραδίδεται υπό του κατασχόντος, ενώ εάν ο οφειλέτης είναι απών, του επιδίδεται εντός τεσσάρων ημερών από της ημέρας της κατασχέσεως. Εξ άλλου, κατ’ άρθρον 30 του ιδίου ν.δ/τος : «1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε : α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφή του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου. 2. Διά του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα μεν υπ` αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον, τα δε παρ` αυτώ ευρισκόμενα κινητά πράγματα παραδώση εις τον εν τω κατασχετηρίω οριζόμενον συμβολαιογράφον ή φύλακα, εφαρμοζομένων περαιτέρω των εν άρθροις 14 -19 και επόμενα του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζόμενα…..3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα……4……5……6…..». Τέλος, κατ’ άρθρον 217 παρ. 1 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999 – Φ.Ε.Κ. Α΄ 97) : «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά : α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης». Με τις ανωτέρω διατάξεις οργανώνεται συνεκτικό σύστημα εισπράξεως δημοσίων εσόδων, με σκοπό το μεν να καθίσταται δυνατή και να μη ματαιώνεται η, συνταγματικώς άλλωστε επιβαλλομένη (άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος), είσπραξη των χρεών προς το Δημόσιο, με παράλληλη, όμως, έγκαιρη ενημέρωση του οφειλέτη του Δημοσίου, ο οποίος δύναται να ασκεί επικαίρως τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που του παρέχει ο νόμος. Στο πλαίσιο αυτό, ο οφειλέτης του Δημοσίου, εις βάρος του οποίου έχει ήδη γίνει η εν ευρεία εννοία βεβαίωση του οφειλομένου ποσού, την οποία μπορεί, κατά κανόνα, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή διαγνωστικής δίκης, πληροφορείται, με κοινοποίηση προς αυτόν της ταμειακής βεβαιώσεως του χρέους ή της ατομικής ειδοποιήσεως, την νομιμότητα της οποίας δύναται, βεβαίως, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή δίκης περί την εκτέλεση, ότι υπάρχει πλέον εις βάρος του νόμιμος τίτλος (εν στενή εννοία βεβαίωση) και ότι έχει ήδη καταστεί οφειλέτης. Εννοείται ότι, χωρίς την κοινοποίηση αυτή, δεν μπορεί να χωρήσει εγκύρως η περαιτέρω διαδικασία (βλ. ΣτΕ 1566/2012, 4417/2011). Έννομη συνέπεια τούτου είναι το μεν ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 5 ΚΕΔΕ) πότε το βεβαιωμένο χρέος του καθίσταται ληξιπρόθεσμο, το δε, ευθέως πάλι εκ του νόμου (άρθρο 7 ΚΕΔΕ), ότι από την επομένη της ημέρας κατά την οποία το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο, είναι δυνατή η λήψη εις βάρος του αναγκαστικών μέτρων για την είσπραξη του χρέους. Ένα από τα αναγκαστικά αυτά μέτρα είναι, κατά το άρθρο 9 του ΚΕΔΕ, η κατάσχεση κινητών και απαιτήσεων του οφειλέτη του Δημοσίου εις χείρας τρίτου. Η διαδικασία λήψεως του μέτρου αυτού οργανώνεται στα άρθρα 30 και επόμενα του ΚΕΔΕ. Προς τούτο συντάσσεται κατασχετήριο έγγραφο, κοινοποιούμενο στον τρίτο και όχι στον οφειλέτη. Η μη κοινοποίηση στον οφειλέτη οφείλεται στον προφανή λόγο ότι, αν αυτός επληροφορείτο την επικειμένη λήψη του μέτρου, θα έσπευδε να εισπράξει από τον τρίτο τα οφειλόμενα σ’ αυτόν χρήματα ή απαιτήσεις ή θα ανελάμβανε τα εις χείρας τρίτου κινητά του, με συνέπεια, βεβαίως, να καθίσταται αδύνατη η εξ αυτών ικανοποίηση της αξιώσεως του Δημοσίου. Κατά παρόμοιο, άλλωστε, τρόπο οργανώνεται στον ΚΕΔΕ και η διαδικασία κατασχέσεως εις χείρας του ιδίου του οφειλέτη (άρθρα 10 και επόμενα ΚΕΔΕ), αφού η κατάσχεση αυτή διενεργείται από δικαστικό επιμελητή, δυνάμενο να εισέρχεται και στην οικία του οφειλέτη (άρθρο 11), χωρίς να προηγείται νέα κοινοποίηση σ’ αυτόν για την επικειμένη κατάσχεση, για τον αυτό, προδήλως, λόγο. Βεβαίως, ο οφειλέτης δεν παραμένει ούτε κατά το στάδιο αυτό απροστάτευτος, αφού δύναται να ασκεί κατά των πράξεων της διαδικασίας κατασχέσεως, τις οποίες εκ των υστέρων πληροφορείται, την ανακοπή που προβλέπει το άρθρο 217 του Κ. Δ. Δ. και το άρθρο 73 παρ. 2 του ΚΕΔΕ για την περίπτωση αρξαμένης ήδη εκτελέσεως. Εξ άλλου, με το άρθρο 228 του Κ. Δ. Δ. οργανώνεται σύστημα αποτελεσματικής προσωρινής προστασίας στην κατηγορία αυτή διαφορών, αφού παρέχεται, με τις εκτιθέμενες στο νόμο προϋποθέσεις, η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως από δικαστήριο των πράξεων της εν λόγω διαδικασίας. Το όλο αυτό σύστημα διατηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στην αξίωση του Δημοσίου να μπορεί να εισπράττει τα οφειλόμενα σε αυτό ποσά με αποτελεσματικό τρόπο και στην αξίωση του οφειλέτη για παροχή έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά την κατάσχεση των οφειλομένων εις χείρας τρίτου. Συνεπώς, η μη πρόβλεψη στο νόμο και πρόσθετης υποχρεώσεως για μία τρίτη, ενδιάμεση, κοινοποίηση προς τον οφειλέτη πριν από την ενεργοποίηση του δικαιώματος του Δημοσίου να λάβει εις βάρος του μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν παραβιάζει συνταγματικές διατάξεις ούτε, ειδικώτερον, την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού καθιδρύεται, πάντως, στο νόμο πλήρες και αποτελεσματικό σύστημα έννομης προστασίας του οφειλέτη του Δημοσίου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη, στο άρθρο 30 παράγραφος 3 του ΚΕΔΕ, της υποχρεώσεως του τρίτου να μην αποδίδει, από την ημέρα κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου σ’ αυτόν, τα κατασχεθέντα στον οφειλέτη, διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μία πρόσθετη απλώς εξασφάλιση για το Δημόσιο, που δεν αναιρεί την δυνατότητα του νομοθέτη να εισαγάγει το προπεριγραφέν σύστημα, πολλώ μάλλον αφού η τυχόν κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον οφειλέτη πριν από την αντίστοιχη κοινοποίηση στον τρίτο ή τυχόν ακυρότητες της κοινοποιήσεως στον τρίτο θα μπορούσαν να οδηγήσουν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στην ανάληψη των οφειλομένων, αφού ο τρίτος δεν θα δεσμευόταν, στην περίπτωση αυτή, από υποχρέωση μη αποδόσεως, και στην, κατ’ αυτό τον τρόπο, ματαίωση της ικανοποιήσεως του συνταγματικού σκοπού της εισπράξεως των οφειλομένων στο Δημόσιο ποσών. Αν και κατά την γνώμη του Παρέδρου Δ. Τομαρά, εκ της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 1 ΚΕΔΕ συνάγεται ότι, εν περιπτώσει κατασχέσεως εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου, αποκλείεται παντελώς η κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου στον οφειλέτη. Ομως η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη ως αντικειμένη στην διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η παράλειψη αυτή έχει ως συνέπεια ο οφειλέτης να μη λαμβάνει γνώση ή να λαμβάνει τυχαίως και καθυστερημένα γνώση της εις βάρος του επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικώς προ της ολοκληρώσεως της εκτελεστικής διαδικασίας, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα είτε για την ακύρωση είτε για την αναστολή της πράξεως εκτελέσεως. Η κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου στον οφειλέτη ουδαμώς βλάπτει τα συμφέροντα του Δημοσίου, αφού κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 30 ΚΕΔΕ, από της κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον ο τελευταίος δεν δύναται να αποδώσει προς τον οφειλέτη του Δημοσίου τα κατασχεθέντα.
8. Επειδή, εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δια της υπ’ αρ. 13512/08.08.2006 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. .. επεβλήθη εις χείρας του Ι.Κ.Α. ως τρίτου και επί της υπ’ αυτού χορηγουμένης στον αναιρεσίβλητο μηνιαίας συντάξεως αναγκαστική κατάσχεση υπέρ του Δημοσίου για την ικανοποίηση απαιτήσεων τούτου έναντι του αναιρεσιβλήτου, ως τελευταίου διευθύνοντος συμβούλου της ήδη λυθείσης ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμία «…………………», μέχρι του ποσού των 565.392,73 ευρώ, το οποίον είχε βεβαιωθεί εις το όνομα αυτού με αντίστοιχες πράξεις ταμειακής βεβαιώσεως. Το Ι.Κ.Α. δια της υπ’ αρ. 7908/07.09.2006 δηλώσεώς του ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών γνωστοποίησε την απόφασή του να προβεί δυνάμει του προαναφερομένου κατασχετηρίου εγγράφου στην παρακράτηση ποσοστού της μηνιαίας συντάξεως λόγω γήρατος του αναιρεσιβλήτου, ανερχομένης εις το ποσό των 17.683,37 ευρώ μέχρι καλύψεως του ποσού της οφειλής. Κατά της πράξεως αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 19.06.2007 ανακοπή, ως αυτή συνεπληρώθη δια του από 31.07.2008 δικογράφου των προσθέτων λόγων, δια της οποίας ζήτησε την ακύρωσή της, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι εξ αιτίας της μη κοινοποιήσεως εις αυτόν της επιδίκου πράξεως, της οποίας έλαβε γνώση τυχαίως μετά την εκτέλεσή της και συγκεκριμένα τον Μάϊο του έτους 2007, όταν μετέβη στην τράπεζα ………………… , όπου διατηρούσε λογαριασμό συντάξεώς του από το Ι.Κ.Α., προκειμένου να πραγματοποιήσει ανάληψη ποσού, απώλεσε στάδιο δικονομικής προστασίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερμηνεύον τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, εδέχθη ότι η έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και εις βάρος οφειλέτου του Δημοσίου πρέπει να κοινοποιείται και στον καθ’ ού η εκτέλεση, ούτως ώστε αυτός να δυνηθεί να στραφεί με τα ένδικα μέσα που του παρέχει ο νόμος κατά της οικείας πράξεως, επιδιώκων την ακύρωση ή την μεταρρύθμιση αυτής ή να προβεί στην ρύθμιση του χρέους και ότι ενδεχομένη παράλειψη της κοινοποιήσεως αυτής οδηγεί στην ακύρωση της πράξεως εκτελέσεως, εφ’ όσον ο οφειλέτης επικαλεσθεί το γεγονός της μη εγκαίρου περιελεύσεως εις γνώση του τού περιεχομένου αυτής και ακύρωσε την ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως. Εφεση του Δημοσίου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως απερρίφθη δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την αυτή αιτιολογία. Η κρίση αυτή του δικάσαντος Εφετείου είναι, κατά την ανωτέρω εκτεθείσα κρατήσασα γνώμη, μη νόμιμη και για τον λόγο αυτόν πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, η δε υπόθεση, της οποίας το πραγματικό χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, να παραπεμφθεί ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου για νέα νόμιμη κρίση.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την υπό κρίση αίτηση
Αναιρεί την υπ’ αρ. 1347/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εις το οποίον και παραπέμπει την υπόθεση για νέα νόμιμη κρίση.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου του ίδιου έτους.
Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος Η Γραμματέας του Στ` Τμήματος
Αθ. Ράντος Ελ. Γκίκα
Ρ.Κ.
=====================================================
Αριθμός 366/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2013 με την εξής σύνθεση: Μ.
Καραμανώφ, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του
Τμήματος και του αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Α. Χλαμπέα, Ελ.
Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Σ. Λαμπροπούλου, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Λ. Ρίκος.
Για να δικάσει την από 28 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού
Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του ……………………….. του …………………, κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (…………………. Ν.
Φιλοθέη), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Ιωάννη Κατρά (Α.Μ. 7878), που τον διόρισε στο
ακροατήριο.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείoν Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ΄ αριθμ.
1347/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Τομαρά.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και
προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον
πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου
κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, δια την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμον καταβολή
παραβόλου.
2. Επειδή, δια της κρινομένης αιτήσεως ζητείται η αναίρεση της υπ’ αρ. 1347/2011 αποφάσεως του
Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά
της υπ’ αρ. 1942/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο
δικαστήριο, δεχθέν την από 19.06.2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ακύρωσε την υπ’ αρ.
13512/08.08.2006 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε.
Αθηνών, δια της οποίας είχε επιβληθεί κατάσχεση χρηματικών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου
κατά του Ι.Κ.Α. εκ συντάξεων, για την είσπραξη χρεών προς το Δημόσιο ύψους 565.392,73 ευρώ.
3. Επειδή, δια του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει
σύμφωνα με το άρθρο 70 του ιδίου νόμου από 1.1.2011, αντικατεστάθησαν οι παράγραφοι 3 και 4
του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται
μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο
εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει
αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή
άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν
επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του
Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,……». Εξ άλλου, κατ’
άρθρον 2 του ιδίου νόμου : «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού
νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να
έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά
παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας…».
4. Επειδή, το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίον εισάγεται δια της κρινομένης αιτήσεως,
κατατεθείσης (02.01.2012) μετά την ισχύν του ν. 3900/2010 (01.01.2011), είναι ανώτερο των
40.000 ευρώ. Περαιτέρω, δια του εισαγωγικού δικογράφου το αναιρεσείον προβάλλει ότι η
κρινομένη αίτηση ασκείται παραδεκτώς, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 2 του ν.
3900/2010, δεδομένου ότι δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκρίθη ότι η διάταξη του
άρθρου 30 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, χωρίς το ζήτημα
αυτό να έχει κριθεί με προηγουμένη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός
πρέπει να γίνει δεκτός ως βασίμως προβαλλόμενος και, επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να
εξετασθεί ως προς τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως και κατ’ ουσίαν.
5. Επειδή, κατ’ άρθρον 30 του ν.δ/τος 356/1974 περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων
(Κ.Ε.Δ.Ε. – Φ.Ε.Κ. Α΄ 90) : «Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων
χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των
οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά
κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε : α) το όνομα,
επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου
επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφή του
Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου. 2. Διά του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος
όπως τα μεν υπ` αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός
οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον, τα δε παρ` αυτώ ευρισκόμενα κινητά πράγματα παραδώση
εις τον εν τω κατασχετηρίω οριζόμενον συμβολαιογράφον ή φύλακα, εφαρμοζομένων περαιτέρω
των εν άρθροις 14 -19 και επόμενα του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζόμενα…..3……4……5……6…..».
Εκ της προαναφερθείσης διατάξεως συνάγεται ότι, εν περιπτώσει κατασχέσεως εις χείρας τρίτων
απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου, δεν απαιτείται η κοινοποίηση στον τελευταίο του
κατασχετηρίου εγγράφου. Ομως η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη ως αντικειμένη στην διάταξη του
άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η παράλειψη αυτή έχει ως συνέπεια ο οφειλέτης να μη
λαμβάνει γνώση ή να λαμβάνει καθυστερημένα γνώση της εις βάρος του επισπευδομένης
αναγκαστικής εκτελέσεως, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικώς προ της
ολοκληρώσεως της εκτελεστικής διαδικασίας, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα είτε για την
ακύρωση είτε για την αναστολή της πράξεως εκτελέσεως (πρβλ. ΣτΕ 2999/2013, 1562/2012).
6. Επειδή, εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δια της υπ’ αρ.
13512/08.08.2006 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε.
Αθηνών επεβλήθη εις χείρας του Ι.Κ.Α. ως τρίτου και επί της υπ’ αυτού χορηγουμένης στον
αναιρεσίβλητο μηνιαίας συντάξεως αναγκαστική κατάσχεση υπέρ του Δημοσίου για την
ικανοποίηση απαιτήσεων τούτου έναντι του αναιρεσιβλήτου, ως τελευταίου διευθύνοντος
συμβούλου της ήδη λυθείσης ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμία «…………», μέχρι του ποσού
των 565.392,73 ευρώ, το οποίον είχε βεβαιωθεί εις το όνομα αυτού με αντίστοιχες πράξεις
ταμειακής βεβαιώσεως. Το Ι.Κ.Α. δια της υπ’ αρ. 7908/07.09.2006 δηλώσεώς του ενώπιον της
Ειρηνοδίκου Αθηνών γνωστοποίησε την απόφασή του να προβεί δυνάμει του προαναφερομένου
κατασχετηρίου εγγράφου στην παρακράτηση ποσοστού της μηνιαίας συντάξεως λόγω γήρατος
του αναιρεσιβλήτου, ανερχομένης εις το ποσό των 17.683,37 ευρώ μέχρι καλύψεως του ποσού της
οφειλής. Κατά της πράξεως αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 19.06.2007 ανακοπή, ως αυτή
συνεπληρώθη δια του από 31.07.2008 δικογράφου των προσθέτων λόγων, δια της οποίας ζήτησε
την ακύρωσή της, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι εξ αιτίας της μη κοινοποιήσεως εις αυτόν της
επιδίκου πράξεως, της οποίας έλαβε γνώση τυχαίως μετά την εκτέλεσή της και συγκεκριμένα τον
Μάϊο του έτους 2007, όταν μετέβη στην τράπεζα …………… Α.Ε., όπου διατηρούσε λογαριασμό
συντάξεώς του από το Ι.Κ.Α., προκειμένου να πραγματοποιήσει ανάληψη ποσού, απώλεσε στάδιο
δικονομικής προστασίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερμηνεύον τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ.
1 του Κ.Ε.Δ.Ε. υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, εδέχθη ότι η έκθεση
αναγκαστικής κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και εις βάρος οφειλέτου του Δημοσίου πρέπει να
κοινοποιείται και στον καθ’ ού η εκτέλεση, ούτως ώστε αυτός να δυνηθεί να στραφεί με τα ένδικα
μέσα που του παρέχει ο νόμος κατά της οικείας πράξεως, επιδιώκων την ακύρωση ή την
μεταρρύθμιση αυτής ή να προβεί στην ρύθμιση του χρέους και ότι ενδεχομένη παράλειψη της
κοινοποιήσεως αυτής οδηγεί στην ακύρωση της πράξεως εκτελέσεως, εφ’ όσον ο οφειλέτης
επικαλεσθεί το γεγονός της μη εγκαίρου περιελεύσεως εις γνώση του τού περιεχομένου αυτής και
ακύρωσε την ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως. Εφεση του Δημοσίου κατά της
πρωτοδίκου αποφάσεως απερρίφθη δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την αυτή
αιτιολογία. Η κρίση αυτή του δικάσαντος Εφετείου είναι, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη, τα δε περί
του αντιθέτου προβαλλόμενα υπό του αναιρεσείοντος Δημοσίου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
7. Επειδή, εν όψει της σπουδαιότητας του ζητήματος, το Τμήμα υπό την παρούσα πενταμελή
σύνθεση κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει, κατ’ άρθρο 14 παρ. 5 εδαφ. β΄ του π.δ/τος 18/1989 να
παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση προς επίλυση του ανωτέρω ζητήματος, με εισηγητή τον
πάρεδρο Δημήτριο Τομαρά και δικάσιμο την 5η Μαΐου 2014.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Παραπέμπει την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του ΣΤ΄ Τμήματος.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2013
Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Ο Γραμματέας
Μ. Καραμανώφ Λ. Ρίκος
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 2014.
Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος Η Γραμματέας του Στ` Τμήματος
Αθ. Ράντος Ελ. Γκίκα
=================================================
Σχόλιο
του Αριστείδη Τσάτσου
Οικονομολόγου – Νομικού
Διδάκτορα Διεθνούς Δικαίου του Πανεπιστημίου Χούμπολντ του Βερολίνου
Μεταδιδακτορικού ερευνητή στη Σχολή Οικονομικών του Πανεπιστημίου Λομονόσοφ της Μόσχας (2010-2011) και στη Σχολή Παγκόσμιας Οικονομίας και Διεθνών Σχέσεων της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών Επιστημών της Μόσχας (2012-2013)
«Ζάλευκος, Κατασχέσεις και Αξίες – Γνώριζες ότι Κατάσχεται;»
(Με αφορμή την Απόφαση ΣτΕ 2080/2014)
Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) σε Επταμελή Σύνθεση έκρινε με την υπ αριθμό 2080/2014 απόφαση ότι είναι συνταγματική η κατάσχεση εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται η κοινοποίηση στον τελευταίο του κατασχετηρίου εγγράφου, μια απόφαση που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από νομική, πολιτικοοικονομική και ιστορική άποψη. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι δικαστικές αποφάσεις ανωτέρων δικαστηρίων συχνά, πέραν από το αυστηρά νομικό τους μέρος, αποκρυσταλλώνουν αξίες και αρχές, οι οποίες δεν αποτελούν κτήμα μόνο του νομικού πολιτισμού αλλά καθίστανται αντικείμενο έρευνας και άλλων πεδίων όπως των οικονομικών, των σπουδών του φύλου (gender studies), της κοινωνιολογίας, της φιλοσοφίας, της ιστορίας κ.ο.κ. Τούτο δε είναι αυτονόητο, διότι απέναντι σε αρχές και αξίες κανένας ερευνητικός κλάδος δεν αξιώνει το μονοπώλιο, πόσο μάλλον ο νομικός.
Η κρίση του ΣτΕ περί της συνταγματικότητας της κατάσχεση εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου στηρίζεται ερμηνευτικά στις συνεπείς που θα είχε μια πιθανή κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον οφειλέτη. Κατά την ως άνω απόφαση του ΣτΕ δηλαδή « … η μη κοινοποίηση στον οφειλέτη οφείλεται στον προφανή λόγο ότι, αν αυτός επληροφορείτο την επικειμένη λήψη του μέτρου, θα έσπευδε να εισπράξει από τον τρίτο τα οφειλόμενα σ’ αυτόν χρήματα ή απαιτήσεις ή θα ανελάμβανε τα εις χείρας τρίτου κινητά του, με συνέπεια, βεβαίως, να καθίσταται αδύνατη η εξ αυτών ικανοποίηση της αξιώσεως του Δημοσίου … ». Αυτή καθ αυτή η ερμηνεία νομικών διατάξεων με κριτήριο τα πιθανά αποτελέσματα τους στη συμπεριφορά των αποδεκτών τους ανήκει μεν στο χώρο της τελεολογικής ερμηνείας των κανόνων δικαίου, αντικατοπτρίζει δε μια περισσότερο οικονομική προσέγγιση στην ερμηνεία του δικαίου. Καθόλου τυχαίο δεν είναι συνεπώς το ότι, συμφώνα με την αιτιολογία της απόφασης, η κοινοποίηση θα μπορούσε να οδηγήσει στη « … ματαίωση της ικανοποιήσεως του συνταγματικού σκοπού της εισπράξεως των οφειλομένων στο Δημόσιο ποσών … ». Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου πάντως αυτή ερμηνευτική μέθοδος έχει χαρακτηριστεί ως μια πολιτικά προσανατολισμένη προσέγγιση (politically oriented approach). Από δογματικής πλευράς θα μπορούσε κάποιος να αναμένει μια τέτοιου είδους ανάλυση στη κρίση περί της αναλογικότητας του μέτρου και όχι μια τοιαύτη τελεολογική διαστολή οικονομικού τύπου.
Σε ευθεία γραμμή με την οικονομική αυτή προσέγγιση, το ΣτΕ έκρινε περεταίρω ότι η ύπαρξη και μόνο της θεωρητικής δυνατότητας του οφειλέτη να ασκήσει «… την ανακοπής που προβλέπει το άρθρο 217 του Κ. Δ. Δ. και το άρθρο 73 παρ. 2 του ΚΕΔΕ για την περίπτωση αρξαμένης ήδη εκτελέσεως …» μπορεί να δικαιολογήσει τη μη κοινοποίηση της κατάσχεση εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου. Αποτελεί κοινό τόπο, ότι δικαστικοί αγώνες όπως η προσβολή πράξεων της Διοίκησης είναι συνυφασμένοι με οικονομικά βάρη όπως δικαστικά παράβολα και αμοιβή δικηγόρου. Σε αυτά προστίθεται και ο χρόνος αναμονής μέχρι την εκφορά της δικαστικής απόφασης. Στο ύψος των οικονομικών αυτών βαρών προστίθεται δε και το γεγονός ότι ο προσφεύγων φέρει και το ρίσκο του αποτελέσματος της δικαστικής προσβολής της απόφασης της Διοίκησης. Ειδικότερα, το ρίσκο αυτό στις διοικητικές υποθέσεις είναι υψηλότερο για τον διοικούμενο λόγω των στενών προθεσμιών και της ασύμμετρης αντιμετώπισης του διοικούμενου έναντι της Διοίκησης. Πέρα λοιπόν από την αξία των κατασχεθέντων χρημάτων, κινητών ή απαιτήσεων θα πρέπει κάποιος να συνυπολογίσει και όλα τα παραπάνω για να κατανοήσει τη δυσμενή θέση στην οποία περιέρχεται ο διοικούμενος, του οποίου τα χρήματα, κινητά ή η απαίτηση βρίσκονται υπό το καθεστώς της κατάσχεσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής. Απλά και σταράτα: Σύμφωνα με την ως άνω απόφαση η ύπαρξη διαδικασίας, δηλαδή μια αόριστη «δικονομικοποίηση», αρκεί και για το σύννομο της πράξης της Διοίκησης.
Η υπερβολή ξεπερνά το μέτρο, όμως μεγεθύνοντας καταδεικνύει. Γενικεύοντας τη λογική της υπ αριθμό 2080/2014 απόφασης του ΣτΕ θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου θα δίδεται προτεραιότητα στην ικανοποίηση αξιώσεων του Δημοσίου και η απλή ύπαρξη δικονομικής δυνατότητας έννομης προστασίας και μόνο θα μπορεί να δικαιολογήσει περισσότερους ακόμη περιορισμούς ατομικών ελευθεριών. Ένα τέτοιο παράλληλο σύμπαν θα ήταν κάθε άλλο παρά δημοκρατικό.
Σημειωτέον ότι προηγουμένη απόφαση της Πενταμελούς Σύνθεσης του ΣτΕ θεώρησε ως αντισυνταγματική τη μη κοινοποίηση στον οφειλέτη της εις βάρος του επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως και δη για λόγο παραβίασης του δικαιώματος προηγουμένης ακρόασης. Μια τέτοια παραβίαση συνίσταται κατά τη προγενέστερη νομολογία του ΣτΕ στο ότι μη γνώση ή καθυστερημένη γνώση έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί ο οφειλέτης «… να αμυνθεί αποτελεσματικώς προ της ολοκληρώσεως της εκτελεστικής διαδικασίας … » (ΣτΕ 366/2014).
Συγκρίνοντας τις δυο αντιτιθέμενες αποφάσεις παρατηρούμε ότι η προγενέστερη απόφαση της Πενταμελούς Σύνθεσης του ΣτΕ δίνει προτεραιότητα στην ατομική ελευθέρια/δικαίωμα ακρόασης ενώ η πιο πρόσφατη απόφαση της Επταμελούς Σύνθεσης προσδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στην ικανοποίηση των οικονομικών αξιώσεων του Δημόσιου. Πρόκειται δηλαδή για σύγκρουση αντιτιθέμενων αξιών και αρχών.
Στην παρούσα χωροχρονική συγκυρία το βαρύγδουπο νομικό επιχείρημα ότι οι ευθέως αντικρουόμενες αποφάσεις συνιστούν έναν εποικοδομητικό θεσμικό διάλογο για την εξεύρεση της ορθής δικαστικής απόφασης δεν στέκει. Πρόκειται για την ίδια διάταξη νόμου, το ίδιο θεσμικά Δικαστήριο, και το ίδιο ακριβώς ερμηνευτικό ζήτημα. Επίσης 2 μέλη της Επταμελούς Σύνθεσης, δηλαδή της υπ αριθμό 2080/2014 απόφασης, συμμετείχαν και στην Πενταμελή Σύνθεση του ΣτΕ που έκρινε την κοινοποίηση της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως επιβεβλημένη. Στο σημείο αυτό κάποιος μη νομικός εύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί αν και κατά πόσον μια τέτοια ριζική μεταβολή της κρίσης του Δικαστηρίου θα μπορούσε να εξηγηθεί από αλλαγές στην πολιτική ισορροπία των δυνάμεων κατά τη συγκρότηση της Επταμελούς Σύνθεσης.
Λέγεται ότι παρόμοιες συγκρούσεις αντιτιθέμενων αξιών και αρχών κλήθηκε να ρυθμίσει ο μυθικός Ζάλευκος από τους Επιζεφύριους Λοκρούς της Κάτω Ιταλίας τον 7ο αιώνα προ Χριστού. Αναφέρεται ότι θεώρησε τέτοιας ηθικής σημασίας την ομοιόμορφη ερμηνεία των νόμων που την θωράκισε με την απειλή της θανατικής ποινής για όσους ήθελαν να εισαγάγουν παρεκκλίσεις. Θρυλείται ότι στη νομοθεσία του Ζαλεύκου οι πρεσβευτές διαφορετικών ερμηνειών του νόμου εμφανίζονταν ενώπιων της Συνέλευσης των Χιλίων με τη θηλιά στο λαιμό. Αν η Συνέλευση των Χιλίων έκρινε την προταθείσα ερμηνεία εσφαλμένη, η θηλιά έκλεινε. Την ίδια μοίρα μπορούσε να έχει ακόμη και ο ανώτατος ερμηνευτής των νόμων, ο άρχοντας «Κοσμόπολις». Το γεγονός ότι η νομοθεσία του Ζαλεύκου ήταν υπέρμετρα αυστηρή ουδόλως μπορεί να αλλάξει την σημασία και το βάρος των αρχών που ο καθένας από εμάς έχει επιλέξει να υπηρετεί. Και σημασία δεν έχει το πόσο ψηλά, άλλα το πού είν’ το κάθε μετερίζι.
Μια ματιά στο δρόμο με τα αγκάθια: Η ελευθερία έκφρασης και η ελληνική οικονομική κρίση
Η αξία της ελευθερίας της έκφρασης αναδεικνύεται ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Σκοπός της παρούσας ομιλίας είναι να εξεταστεί η λειτουργία του δικαιώματος στις συνθήκες της ελληνικής οικονομικής κρίσης. Μέσα από μια σειρά υποθέσεων που αναδείχτηκαν ως σημαίνουσες τα τελευταία χρόνια θα αναζητηθεί το κατά πόσο οι αρχές της ελευθερίας της έκφρασης έγιναν σεβαστές στο δυσμενές οικονομικό κλίμα που βιώνουμε. Οι εξεταζόμενες υποθέσεις είναι πρώτον, η υποβολή μήνυσης – που οδήγησε σε διαβίβαση της δικογραφίας στην Βουλή – εναντίον του πρώην πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου για τα αδικήματα της εξαπάτησης εκλογέων και της διασποράς ψευδών ειδήσεων ή έτερης αξιόποινης πράξης σε βάρος του εκλογικού σώματος κατά την προεκλογική περίοδο του έτους 2009 και δη την περιβόητη προεκλογική δήλωση του κ. Παπανδρέου ότι «λεφτά υπάρχουν», δεύτερον η περίπτωση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων Ιωάννη Πενταγιώτη, ο οποίος άσκησε δριμεία κριτική στην κυβέρνηση και ελέγχεται για αυτό πειθαρχικά και τέλος η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Thesing και Bloomberg Finance κατά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που αφορούσε στην άρνηση της τελευταίας να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα οικονομικά στοιχεία της Ελλάδας, βάσει των οποίων η χώρα εισήλθε στην ευρωζώνη και ενδεχομένως οδήγησαν στην ελληνική οικονομική κρίση.
Θα ακολουθήσουν συμπεράσματα και θα αποπειραθούμε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε αρχικά. Αν δηλαδή η ελευθερία έκφρασης επιτέλεσε την θεμελιώδους σημασίας λειτουργία της στο δυσμενές οικονομικό περιβάλλον που βιώνουμε.
Το κείμενο βασίζεται στην εισήγηση που παρουσιάστηκε στο 1ο Επιστημονικό Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων και περιελήφθη στο βιβλίο των Πρακτικών του.
Quod ab initio non valet, in tractu temporis non convalescit: Νομική θεμελίωση της ασυμβατότητας της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ προς το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ με αναγωγή στα νομολογιακά προηγούμενα (stare decisis) του Δικαστηρίου του Στρασβούργου
H μελέτη περιστρέφεται γύρω από την τεκμηρίωση της ασυμφωνίας της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ (σχετικά με την υποχρεωτική προληπτική διατήρηση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων για εγκληματοκατασταλτικούς σκοπούς) προς το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, εξαιτίας της μη πλήρωσης των τασσόμενων από τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου κριτηρίων. Με μεθοδολογική πυξίδα τα στάδια μέσα από τα οποία διέρχεται η εκδίπλωση του ελεγκτικού αξιολογικού διαβήματος στο οποίο υποβάλλεται από τους δικαστές του ΕΔΔΑ η νομιμότητα των εθνικών περιοριστικών μέτρων, αντλούνται προς τούτο αναλογικά επιχειρήματα από τις πάγιες ερμηνευτικές παραδοχές του Δικαστηρίου στο περιθώριο ιδίως της νομολογίας αναφορικά με τις ειδικές ανακριτικές μεθόδους που άπτονται των τηλεπικοινωνιακών παρακολουθήσεων και υποκλοπών.
[αναδημοσίευση από ΠοινΔικ 12/2013, σελ. 1137-1153]
ΣτΕ (ολομ) 1906/2014 (μεταβίβαση ΕΥΔΑΠ στο ΤΑΙΠΕΔ)
[προδημοσίευση από το περιοδικό Το Σύνταγμα, τεύχος 1-2/2014]
Περίληψη:
Με αφορμή την αίτηση ακυρώσεως κατά της υπ’ αριθ. 206/25.04. 2012 απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α.Α.), με την οποία προβλέφθηκε η μεταβίβαση του 34% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρίας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης (ΕΥΔΑΠ) Α.Ε. στο Ταμείο Αξιοποίησης της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ Α.Ε.), με την προοπτική της περεταίρω μεταβίβασής του σε ιδιώτες επενδυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
- Οι υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης δεν αποτελούν δραστηριότητες αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, κατά συνέπεια μπορούν να παρέχονται από Ανώνυμες Εταιρίες που ανήκουν στο Δημόσιο
- Στην περίπτωση που το Ελληνικό Δημόσιο μεταβιβάσει σε ιδιώτες το ποσοστό των μετοχών που εξασφαλίζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και τη δυνατότητα εκλογής από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο είναι το ανώτατο διοικητικό όργανο της εταιρείας που διαμορφώνει τη στρατηγική και πολιτική της ανάπτυξής της και διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία της, τότε η επιχείρηση χάνει το δημόσιο χαρακτήρα της και ιδιωτικοποιείται ‘ουσιαστικά’.
- «Η δε κατ’ ουσίαν μετατροπή της δημοσίας επιχειρήσεως σε ιδιωτική, που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος, καθιστά αβέβαιη τη συνέχεια της εκ μέρους της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας, και δη υψηλής ποιότητας, η οποία δεν εξασφαλίζεται πλήρως με την κρατική εποπτεία».
- Η αβεβαιότητα αυτή ως προς τη συνέχεια της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας με αυτόν τον βαθμό αναγκαιότητας όπως η υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 5 παρ. 5 Σ με το οποίο κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα στην προστασία της υγείας, καθώς και με το άρθρο 21 παρ. 3 Σ που υποχρεώνει το Κράτος να μεριμνά για την υγεία των πολιτών.
- «Συνεπώς, η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία – υπό το δεδομένο νομικό καθεστώς – για να μη μετατραπεί η δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική, συνιστά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος και για τον λόγο αυτό, που βασίμως προβάλλεται, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση της ΔΕΑΑ κατά το μέρος της, με το οποίο μεταβιβάζονται στο ΤΑΙΠΕΔ και οι τελευταίες μετοχές της εταιρείας που έχει στην κυριότητά του το Ελληνικό Δημόσιο».
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΟλΣτΕ 1906/2014
Ελένη Λάππα,
Φοιτήτρια ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου, ΑΠΘ
Η ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας απασχολεί τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Συγκεκριμένα, η αφαίρεση των επιχειρήσεων αυτών από το δημόσιο τομέα με προεδρικά διατάγματα και η μετατροπή τους σε κρατικές Ανώνυμες Εταιρίες που διέπονται από το ιδιωτικό Δίκαιο[1], η ‘τυπική’ δηλαδή ιδιωτικοποίησή τους, η οποία άνοιξε το δρόμο για την μετέπειτα ‘ουσιαστική’ ιδιωτικοποίησή τους[2], αποτέλεσε την αφορμή για τη σκιαγράφηση των συνταγματικών ορίων που διέπουν την αποχώρηση του Κράτους από τον τομέα των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Κατά την επεξεργασία των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων, το Συμβούλιο αντιμετώπισε με ενιαίο τρόπο τις υπό ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεις, κατασκευάζοντας ένα νομολογιακό κανόνα τον οποίο ακολούθησε σταθερά μέχρι την ΟλΣτΕ 1906/1992[3]: από τις διατάξεις 23 παρ. 2, 29 παρ. 3 και 106 παρ. 3 Σ, προκύπτει ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις που παρέχουν αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο «ασκούν πράγματι δημόσια υπηρεσία». Και αυτό γιατί οι επιχειρήσεις αυτές «επιδιώκουν τον δημόσιο σκοπό της διασφαλίσεως στο κοινωνικό σύνολο εκείνων των ζωτικών αγαθών, χωρίς τα οποία δεν υφίστανται οι ομαλοί όροι για την κατά τα σύγχρονα κριτήρια αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και δραστηριότητας του που του εγγυώνται τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος». Η υπαγωγή τους στην κατηγορία της δημόσιας υπηρεσίας συνεπάγεται ότι «και στις επιχειρήσεις αυτές ισχύει η αρχή της συνεχούς λειτουργίας που διέπει τη Δημόσια Διοίκηση», αρχή η οποία «τελεί υπό την εγγύηση του Κράτους που οφείλει να την πραγματώνει αυτοδυνάμως οσάκις απειλείται». Κατά συνέπεια, «οι επιχειρήσεις που παρέχουν αγαθά ζωτικής σημασίας, ανεξαρτήτως του νομικού των ενδύματος, τελούν πάντοτε υπό την εξάρτηση και την εποπτεία του Κράτους, από την οποία δε γίνεται να εξέλθουν» και αυτό «ούτως ώστε να παρέχουν συνεχώς προς το κοινωνικό σύνολο καλής ποιότητας αγαθά και υπηρεσίες». Ως προς το ‘νομικό ένδυμά’ τους, το Δικαστήριο έκρινε ότι :
«από τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις, ιδίως δε εκείνη της παρ. 3 του αρ. 106 συνάγεται ότι (…) οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας μπορούν να λειτουργούν είτε κατά τους κανόνες του δημοσίου δικαίου, είτε κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουσες στην τελευταία περίπτωση, είτε αποκλειστικώς στο Κράτος, είτε εν μέρει σε αυτό, είτε σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού δικαίου εξυπηρετούντα το δημόσιο σκοπό με τη μέθοδο της παραχωρήσεως (concession) ή άλλως πώς»[4].
Με τα προαναφερθέντα πρακτικά επεξεργασίας διατυπώθηκαν για πρώτη φορά οι συνταγματικοί κανόνες που διέπουν την ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας. Πρώτον, ο νομοθέτης δε δεσμεύεται όσον αφορά στη νομική μορφή των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας. Οι σχετικές υπηρεσίες μπορούν να προσφέρονται είτε αποκλειστικά από το Κράτος, είτε από το Κράτος σε συνδυασμό με ιδιωτικούς φορείς, είτε τέλος αποκλειστικά από ιδιωτικούς φορείς. Δεύτερον, οι επιχειρήσεις αυτές, ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή, δεσμεύονται παγίως από τις αρχές που διέπουν το καθεστώς της δημόσιας υπηρεσίας: α) η αρχή της συνεχούς –και αδιάλειπτης- λειτουργίας, με την έννοια ότι οι σχετικοί φορείς δεν μπορούν να παύσουν τη λειτουργία τους ή να μεταβάλλουν το αντικείμενό τους και β) η αρχή της ποιοτικής παροχής των υπηρεσιών[5]. Τρίτον, προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή των παραπάνω υποχρεώσεων που απορρέουν από το καθεστώς της δημόσιας υπηρεσίας, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας τελούν διαρκώς υπό την εξάρτηση, την εποπτεία και τη νομική εγγύηση του Κράτους[6].
Με την ΟλΣτΕ 1906/2014, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας διαφοροποιείται σημαντικά από την προηγούμενη θέση του δικαστηρίου πάνω στο ζήτημα της ιδιωτικοποίησης των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας. Με αφορμή την αίτηση ακυρώσεως κατά της υπ’ αριθ. 206/25.04. 2012 απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α.Α.), με την οποία προβλέφθηκε η μεταβίβαση του 34% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρίας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης (ΕΥΔΑΠ) Α.Ε. στο Ταμείο Αξιοποίησης της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ Α.Ε.), με την προοπτική της περεταίρω μεταβίβασής του σε ιδιώτες επενδυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι[7]:
- Οι υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης δεν αποτελούν δραστηριότητες αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, κατά συνέπεια μπορούν να παρέχονται από Ανώνυμες Εταιρίες που ανήκουν στο Δημόσιο
- Στην περίπτωση που το Ελληνικό Δημόσιο μεταβιβάσει σε ιδιώτες το ποσοστό των μετοχών που εξασφαλίζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και τη δυνατότητα εκλογής από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο είναι το ανώτατο διοικητικό όργανο της εταιρείας που διαμορφώνει τη στρατηγική και πολιτική της ανάπτυξής της και διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία της, τότε η επιχείρηση χάνει το δημόσιο χαρακτήρα της και ιδιωτικοποιείται ‘ουσιαστικά’.
- «Η δε κατ’ ουσίαν μετατροπή της δημοσίας επιχειρήσεως σε ιδιωτική, που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος, καθιστά αβέβαιη τη συνέχεια της εκ μέρους της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας, και δη υψηλής ποιότητας, η οποία δεν εξασφαλίζεται πλήρως με την κρατική εποπτεία».
- Η αβεβαιότητα αυτή ως προς τη συνέχεια της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας με αυτόν τον βαθμό αναγκαιότητας όπως η υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 5 παρ. 5 Σ με το οποίο κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα στην προστασία της υγείας, καθώς και με το άρθρο 21 παρ. 3 Σ που υποχρεώνει το Κράτος να μεριμνά για την υγεία των πολιτών.
- «Συνεπώς, η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία – υπό το δεδομένο νομικό καθεστώς – για να μη μετατραπεί η δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική, συνιστά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος και για τον λόγο αυτό, που βασίμως προβάλλεται, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση της ΔΕΑΑ κατά το μέρος της, με το οποίο μεταβιβάζονται στο ΤΑΙΠΕΔ και οι τελευταίες μετοχές της εταιρείας που έχει στην κυριότητά του το Ελληνικό Δημόσιο».
Μια πρώτη παρατήρηση που μπορεί να γίνει επί της απόφασης είναι ότι η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκτιμώντας ότι η ‘ουσιαστική’ ιδιωτικοποίηση συνεπάγεται αβεβαιότητα ως προς τη συνέχεια της παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, προέβη σε μια αφηρημένη οικονομικό – πολιτική εκτίμηση, η οποία δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται εντός των ορίων που διέπουν τον έλεγχο συνταγματικότητας. Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο ενός ουδέτερου –αναφορικά με το ζήτημα της συμμετοχής του Κράτους στην οικονομία- Συντάγματος, όπως το ελληνικό[8], γίνεται δεκτό πως μόνο ο νομοθέτης κατέχει τη διαπλαστική εξουσία να εκτιμήσει ποιό είναι το καταλληλότερο μέσο (δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας παροχής) προκειμένου να εκπληρώσει τον επιδιωκόμενο σκοπό, τη διασφάλιση δηλαδή της ίσης και καθολικής πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες[9]. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δε δεσμεύεται από τη συνταγματικώς επιβαλλόμενη υποχρέωση να ρυθμίσει επαρκώς την εποπτεία του Κράτους στον επιχειρηματικό τομέα της κοινής ωφέλειας. Με λίγα λόγια, ο νομοθέτης, κατά την οργάνωση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, διατηρεί ταυτόχρονα μια ευχέρεια και μια υποχρέωση: μπορεί να επιλέξει ελεύθερα ανάμεσα στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, δεν μπορεί όμως να μην ορίσει και μην διασφαλίσει την εποπτική παρουσία του Κράτους. Κατά συνέπεια, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των διατάξεων που προβλέπουν την ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας δεν μπορεί να εισχωρεί στη διαπλαστική εξουσία του νομοθέτη (παρά μόνο οριακά) από τη στιγμή που ο δικαστής ούτε τις σχετικές γνώσεις έχει, ούτε, πολύ περισσότερο, τη δημοκρατική νομιμοποίηση για να αναλαμβάνει ρυθμιστικό ρόλο σε τόσο σημαντικά πολιτικά ζητήματα. Διαφορετικά, προβαίνει σε έναν έλεγχο πολιτικό, σε έναν έλεγχο σκοπιμότητας, αμφισβητώντας την πολιτική – ιδεολογική επιλογή του νομοθέτη[10]. Αυτό που δύναται και οφείλει να εξετάσει ο δικαστής στις περιπτώσεις αυτές είναι κατά πόσο ο νομοθέτης, κατά την άσκηση της διαπλαστικής του εξουσίας, έλαβε υπόψη του τον περιορισμό που η υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στο καθεστώς της δημόσιας υπηρεσίας προβλέπει: τη διασφάλιση, μέσω της θέσπισης ενός επαρκούς ρυθμιστικού πλαισίου, της εποπτείας του Κράτους.
Περισσότερο αναμενόμενη λοιπόν, βάσει και των προεκτεθέντων πρακτικών επεξεργασίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, , θα ήταν να μην κριθεί καταρχήν αντισυνταγματική η μεταβίβαση του 34% του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ, εφόσον ο νομοθέτης δε συναντά ως προς αυτό κάποιο περιορισμό από το Σύνταγμα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι διασφαλίζεται η εποπτεία του Κράτους επί της επιχείρησης, όπως υπαγορεύει το καθεστώς της δημόσιας υπηρεσίας στην οποία υπάγονται οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (αρ. 23 παρ. 2, 29 παρ. 3 και 106 παρ. 3 Σ) ενόψει του απολύτως αναγκαίου για την αξιοπρεπή διαβίωση των πολιτών χαρακτήρα τους (αρ. 2 και 5 παρ. 1 Σ). Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο θα όφειλε να εξετάσει τη συνδρομή της συνταγματικώς προβλεπόμενης προϋπόθεσης της κρατικής εποπτείας επί της δημόσιας υπηρεσίας και από αυτό να κρίνει τη συνταγματικότητα ή μη της ιδιωτικοποίησης.
Παρόμοια συλλογιστική ακολούθησε η μειοψηφία της απόφασης, η οποία έκρινε ως εξής: από τα άρθρα 5 παρ. 1, 2, 5 και 21 παρ. 3 Σ προκύπτει η υποχρέωση του Κράτους και των ΟΤΑ να παρέχουν συνεχώς πόσιμο νερό. Η αποστολή αυτή, σύμφωνα με την ίδια άποψη,
‘μπορεί να επιδιωχθεί είτε με υπηρεσίες που ανήκουν οργανικά στο κράτος και στους ΟΤΑ ή με νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία μετέχουν το κράτος ή οι ΟΤΑ, ανεξάρτητα από το ποσοστό συμμετοχής τους, είτε με νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία δεν μετέχουν το κράτος ή οι ΟΤΑ’.
Στις δυο τελευταίες περιπτώσεις ο νομοθέτης οφείλει να εξασφαλίζει την κρατική εποπτεία έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή των συνταγματικών επιταγών για συνεχή, επαρκή, υπό όρους υγιεινής και σε προσιτή τιμή παροχή πόσιμου ύδατος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξασφαλίζεται η κρατική εποπτεία λαμβανομένου υπ’ όψη ότι α) οι σκοποί και η διάρκεια της εταιρείας ορίζονται κατά τρόπο δεσμευτικό από τις οικείες νομοθετικές διατάξεις (1 παρ. 7 ν. 1068/1980, 1 παρ. 2 και 4 ν. 2744/1999), και β) σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 8 ν. 2744/1999 απαγορεύεται η εκποίηση των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως που ανήκουν στην ΕΥΔΑΠ, των συναφών έργων και εγκαταστάσεων, καθώς και η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε αυτά, επομένως η ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ δεν προσκρούει στο Σύνταγμα.
Η άποψη της μειοψηφίας αναγνωρίζει την ευχέρεια του νομοθέτη να επιλέγει την νομική μορφή που θεωρεί κατάλληλη προκειμένου να οργανώσει την παροχή των δημόσιων υπηρεσιών και συνδέει τη συνταγματικότητα της ρύθμισης με την εξασφάλιση της κρατικής εποπτείας. Ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη του τελικού συμπεράσματος, η μειοψηφία υιοθετεί μια στάση αυτοπεριορισμού πάνω στο πολιτικό-οικονομικό ζήτημα της ιδιωτικοποίησης και διατυπώνει την άποψή της εντός των ορίων που διέπουν τον έλεγχο συνταγματικότητας.
Εφόσον το Δικαστήριο χρησιμοποίησε ως βάση μια παραδοχή, ότι δηλαδή η ‘ουσιαστική’ ιδιωτικοποίηση καθιστά αβέβαιη τη συνέχεια της παροχής υπηρεσιών, πρωτόγνωρη για τα μέχρι σήμερα νομολογιακά δεδομένα και επισφαλή λόγω του έντονα πολιτικού της χαρακτήρα, ήταν αναμενόμενο ότι και ο συλλογισμός που θα ανέπτυσσε θα είχε τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά. Προσπαθώντας μάλλον να αποφύγει τη διατύπωση ενός γενικού αυστηρού κανόνα -ο οποίος όμως θα ήταν συλλογιστικά συνεπέστερος δεδομένης της ούτως ή άλλως αυστηρής αφετηρίας-, το Δικαστήριο διακρίνει την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης από τις λοιπές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και εξετάζει τις συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει η αβεβαιότητα στη συνέχεια και στην ποιότητα της παροχής μόνο ως προς αυτήν. Καταλήγει έτσι στο συμπέρασμα ότι η ‘ουσιαστική’ ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, παρ’ ότι συνεπάγεται σε κάθε περίπτωση αβεβαιότητα στην παροχή των σχετικών υπηρεσιών, συνιστά προσβολή του δικαιώματος στην υγεία (αρ. 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 Σ) μόνο στο βαθμό που αυτές προσφέρουν αγαθά απολύτως ζωτικής σημασίας.
Η θέση ότι η ιδιωτικοποίηση μιας ζωτικής για την υγεία του πολίτη υπηρεσίας συνιστά αυτόματα προσβολή του δικαιώματος στην υγεία χαρακτηρίζεται, κατά την άποψή μας, από μια υπερβολή. Παρόλο που η ιδιωτικοποίηση μιας επιχείρησης σημαίνει αδιαμφισβήτητα την εισχώρηση του κερδοσκοπικού στοιχείου στη λειτουργία της και την απομάκρυνσή της από την αποκλειστική επιδίωξη του δημοσίου συμφέροντος, κάτι το οποίο μπορεί να έχει επιπτώσεις στη συνέχεια και στην ποιότητα της παροχής, δε σημαίνει αναγκαστικά και πλήρη απώλεια του αγαθού με συνέπεια την προσβολή της υγείας των πολιτών. Η απόσταση μεταξύ των δύο γεγονότων, της έκδοσης δηλαδή της απόφασης ιδιωτικοποίησης και της ενδεχόμενης προσβολής της υγείας των πολιτών είναι ιδιαίτερα μεγάλη ώστε να μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι αυτά συνδέονται μεταξύ τους με αιτιώδη συνάφεια.
Κατά την άποψη που υποστηρίζεται εδώ, με βάση την παραδοχή ότι η ιδιωτικοποίηση ισούται με αβεβαιότητα ως προς την παροχή υπηρεσιών και ότι η κρατική εποπτεία συνιστά ένα μη επαρκές ανάχωμα, η αντισυνταγματικότητα της ιδιωτικοποίησης της ΕΥΔΑΠ θα μπορούσε να θεμελιωθεί ορθότερα στην παραβίαση της αρχής της συνεχούς και ποιοτικής παροχής που διέπει τις δημόσιες υπηρεσίες, στο καθεστώς των οποίων υπάγονται όπως είδαμε παραπάνω, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 23 παρ. 2, 29 παρ. 3 και 106 παρ. 3 Σ. Με αυτόν τον τρόπο η κρίση του δικαστηρίου θα βασιζόταν σε μία παραβίαση η οποία βρίσκεται σε μια μεγαλύτερη συνάφεια με τη μεταβίβαση της διοίκησης και του ιδιοκτησιακού ελέγχου της επιχείρησης σε ιδιώτες, απ’ ό,τι η προσβολή του δικαιώματος στην υγεία. Ακόμη δε περισσότερο, θα εξασφάλιζε μία ενιαία προστασία των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας από έναν ιδιαίτερα σοβαρό, σύμφωνα πάντα με τη θέση της απόφασης, γεγονός: την αβεβαιότητα ως προς τη συνέχεια παροχής των υπηρεσιών τους, η οποία ‘δε συγχωρείται’ από το δικαίωμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης των πολιτών, όπως αυτή θεμελιώνεται στα αρ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Σ[11].
Σε αυτό το σημείο φτάνουμε στο πιο σημαντικό ίσως ζήτημα που ανακύπτει από την ΟλΣτΕ 1906/2014. Ενώ το δικαστήριο κρίνει ότι η ‘μετατροπή της δημοσίας επιχειρήσεως σε ιδιωτική, που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος, καθιστά αβέβαιη τη συνέχεια της εκ μέρους της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας’, η αντίθεση με το Σύνταγμα δε θεμελιώνεται ούτε στην αρχή της συνεχούς και ποιοτικής παροχής που διέπει τις δημόσιες υπηρεσίες, ούτε όμως και στις διατάξεις των αρ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Σ που προστατεύουν την αξιοπρεπή διαβίωση και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των πολιτών. Αντιθέτως θεμελιώνεται στα αρ. 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 Σ, τα οποία προστατεύουν το δικαίωμα στην υγεία (στην ατομική και κοινωνική του διάσταση αντίστοιχα).
Με αυτό τον τρόπο η νομολογία προβαίνει για πρώτη φορά σε μια κατηγοριοποίηση, θα μπορούσαμε ίσως να πούμε, των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν όσες παρέχουν αγαθά, η έλλειψη των οποίων θέτει άμεσα σε διακινδύνευση την υγεία των πολιτών (όπως είναι η ύδρευση και η αποχέτευση). Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι υπόλοιπες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, οι οποίες προσφέρουν αγαθά για την αξιοπρεπή διαβίωση και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των πολιτών (π.χ. διανομή ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, συγκοινωνίες, τηλεπικοινωνίες, κ.λπ.). Η θέση αυτή ενισχύεται από τη διατύπωση που χρησιμοποιεί η ίδια απόφαση κατά την αξιολόγηση του έννομου συμφέροντος των αιτούντων:
«Όπως δε είναι κοινώς γνωστό, η συνεχής και ικανοποιητική από κάθε άποψη παροχή των υπηρεσιών αυτών (δηλ. των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης) είναι, κατά κυριολεξία, ζωτικής σημασίας για τα φυσικά πρόσωπα και όχι απλώς μια παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας προς αυτά».
Με τον τρόπο αυτό, από το γενικό σύνολο των αγαθών ‘χωρίς τα οποία δεν υφίστανται οι ομαλοί όροι για την κατά τα σύγχρονα κριτήρια αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και δραστηριότητάς του που του εγγυώνται τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος’[12] διακρίνεται το μερικότερο σύνολο των ‘κατά κυριολεξία, ζωτικής σημασίας για τα φυσικά πρόσωπα’[13].
Μια τέτοια τάση μπορεί να φαίνεται εύλογη μεν, δημιουργεί όμως ένα σοβαρό ζήτημα: η κρίση σχετικά με τον βαθμό αναγκαιότητας μιας υπηρεσίας κοινής ωφέλειας και η συνακόλουθη συνταγματική θεώρησή του φαίνεται να ανήκει πλέον στο δικαστή. Κρίνοντας in concreto, αυτός θα αποφασίζει ποιες δημόσιες επιχειρήσεις παρέχουν αγαθά ‘κυριολεκτικά’ ζωτικής σημασίας, έτσι ώστε να υπάγονται στο καθεστώς της κρατικής ιδιοκτησίας (με την εκ μέρους του Κράτους διατήρηση τουλάχιστον του 51% των μετοχών), από το οποίο δε θα είναι δυνατό να εξέλθουν. Ως προς το καθεστώς στο οποίο θα υπόκεινται οι επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες ‘απλώς’ κοινής ωφέλειας και τα συνακόλουθα όρια ιδιωτικοποίησής τους δε μπορούμε να συνάγουμε άμεσα ασφαλή συμπεράσματα από την ΟλΣτΕ 1906/2014. Το γεγονός όμως ότι η Ολομέλεια διαφοροποιήθηκε τόσο ριζικά από τα πρακτικά επεξεργασίας της δεκαετίας του ’90, βασίζοντας απευθείας την αντισυνταγματικότητα της απόφασης της Δ.Ε.Α.Α. στα αρ. 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 Σ[14], παραλείποντας έτσι την οποιαδήποτε αναφορά στο καθεστώς της δημόσιας υπηρεσίας, στο οποίο μέχρι σήμερα υπάγονταν αδιακρίτως όλες οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και στις αρχές που απορρέουν από αυτό, μπορεί εύλογα να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ανατροπές θα υπάρξουν και στον τομέα αυτό.
Ενδεικτική μιας ‘άνισης’ μεταχείρισης των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας είναι η θέση που ανέπτυξε το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση του έννομου συμφέροντος των αιτούντων ως προς τη μεταβίβαση, με την ίδια απόφαση της Δ.Ε.Α.Α., των μετοχών τις Δημόσιας Επιχείρησης Αερίου (ΔΕΠΑ) Α.Ε.:
«οι αιτούντες (…) δεν απειλούνται με στέρηση αγαθού απολύτως απαραίτητου για τις βιοτικές ανάγκες τους, ώστε να δύναται να θεμελιωθεί επί απειλής αυτής της τάξεως το έννομο συμφέρον τους για τη διατήρηση των μετοχών της ΔΕΠΑ Α.Ε. στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου»[15].
Με άλλα λόγια, μόνο στην περίπτωση που οι αιτούντες απειλούνται με στέρηση αγαθού απολύτως απαραίτητου για τις βιοτικές ανάγκες τους, μπορούν να θεμελιώσουν έννομο συμφέρον για τη διατήρηση στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου των μετοχών της επιχείρησης που το παρέχει. Εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι αν οι αιτούντες δεν απειλούνται με στέρηση αγαθού απολύτως απαραίτητου για τις βιοτικές τους ανάγκες, αλλά αγαθού ‘απλώς’ κοινής ωφέλειας, τότε δε θα μπορούν να θεμελιώσουν έννομο συμφέρον για τη διατήρησή της επιχείρησης που το παρέχει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Συμπερασματικά, η πλειοψηφία της ΟλΣτΕ 1906/2014 προβαίνει σε μια πρωτοφανή εκτίμηση πάνω στην (αν)αποτελεσματικότητα των μεθόδων της αγοράς κατά τη λειτουργία των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, η οποία κινείται εκτός των ορίων του ελέγχου (αντι)συνταγματικότητας. Ακόμη όμως και αν θεωρήσουμε ότι το δικαστήριο μπορούσε να προβεί σε ένα τέτοιο έλεγχο, η συλλογιστική που θα έπρεπε να ακολουθήσει όφειλε να είναι διαφορετική. Τούτο διότι, παρά την παραδοχή γενικού χαρακτήρα ότι η ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας συνεπάγεται και αβεβαιότητα στη συνέχεια και την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών, η πλειοψηφία του δικαστηρίου εκτίμησε τις συνέπειές της μόνο ως προς τις υπηρεσίες που προσφέρουν αγαθά ‘απολύτως’ ζωτικής σημασίας, θεμελιώνοντας έτσι την αντισυνταγματικότητα της απόφασης της Δ.Ε.Α.Α. στο δικαίωμα στην υγεία (αρ. 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 Σ). Με αυτόν τον τρόπο, η απόφαση πρωτοτύπησε και σε ένα δεύτερο σημείο: στην κατηγοριοποίηση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας σε ‘απολύτως ζωτικής σημασίας’ και σε ‘απλώς’ κοινής ωφέλειας’. Ενδεικτική των συνεπειών μιας τέτοιας διάκρισης είναι η μη αναγνώριση έννομου συμφέροντος ως προς τη διατήρηση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των μετοχών της ΔΕΠΑ Α.Ε.
Κατά την άποψη που υποστηρίζεται εδώ η ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. θα έπρεπε να κριθεί αντισυνταγματική, όχι όμως για το λόγο ότι θα επιφέρει αβεβαιότητα στη συνέχεια των παροχών (μια τέτοια εκτίμηση ανήκει στο νομοθέτη και μπορεί να ελεγχθεί μόνο οριακά), αλλά για το λόγο ότι ο νομοθέτης παρέλειψε να δημιουργήσει ένα ρυθμιστικό πλαίσιο επαρκές να διαφυλάξει την αποτελεσματική προστασία που οφείλει να παρέχει το Κράτος σε όλες τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Τα δύο στοιχεία που προτείνει η μειοψηφία ως ένδειξη της ρυθμιστικής μέριμνας του νομοθέτη (α. οι σκοποί και η διάρκεια της εταιρείας ορίζονται κατά τρόπο δεσμευτικό από τις οικείες νομοθετικές διατάξεις και β. σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 8 Ν. 2744/1999 απαγορεύεται η εκποίηση των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως που ανήκουν στην ΕΥΔΑΠ, των συναφών έργων και εγκαταστάσεων, καθώς και η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε αυτά) δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν επαρκή. Εν κατακλείδι, η απόφαση της Δ.Ε.Α.Α. θα έπρεπε να ακυρωθεί, κατά το μέρος που προβλέπει τη μεταβίβαση του 34% των μετοχών της ΕΥΔΑΠ, επειδή βασίζεται σε νόμο αντισυνταγματικό, ο οποίος προβλέπει την ιδιωτικοποίηση μιας επιχείρησης κοινής ωφέλειας, χωρίς να περιέχει ή να συνοδεύεται από τη θέσπιση ενός ρυθμιστικού πλαισίου που να εγγυάται επαρκώς και διαρκώς την κρατική εποπτεία.
[1]Βλ. αρ. 30 Ν. 1914/1990, όπως τροποποιήθηκε με το αρ. 22 Ν. 1947/1991, όπως και Ν. 2414/1996 ‘για τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών’
[2]Για τη διάκριση ‘τυπικής’ και ‘ουσιαστικής’ ιδιωτικοποίησης βλ. αναλυτικότερα Α. Καϊδατζής, Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων, 2006, σελ. 25 επ.
[3] ΠΕ ΣτΕ 158/1992, το Σ 1992, σελ. 157 επ., 159/1992, ΑρχΝομ 1993, σελ. 156 επ. και παγίως έκτοτε, ενδεικτικά: ΠΕ ΣτΕ 33/1998, ΕΔΔΔ 1998, 361 επ., ΠΕ ΣτΕ 38/1998, ΤοΣ 1998, 1135 επ.
[4]Στη θεωρία γίνεται δεκτό ότι το κανονιστικό περιεχόμενο του αρ. 106 παρ. 3 Σ δεν αφορά τόσο στο μέσο που αναφέρεται (κρατικοποίηση) αλλά στο σκοπό: οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας δεν πρέπει να αφήνονται στους μηχανισμούς τις αγοράς, αλλά οφείλουν να υπόκεινται στην πολιτική διαμεσολάβηση. Η κρατικοποίηση με άλλα λόγια αποτελεί δυνατότητα και όχι υποχρέωση. Υποχρεωτική όμως είναι, η αναγωγή των δραστηριοτήτων που παρέχουν αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο σε δημόσιες υπηρεσίες, Α. Καϊδατζής, Συνταγματικοί περιορισμοί, σελ. 176. Σύμφωνα με την αντίθετη άποψη των Σ. Βλαχόπουλου, Η ιδιωτικοποίηση των αρμοδιοτήτων του πυρήνα της κρατικής εξουσίας, ΔτΑ 2004, σελ. 464 επ. και Θ. Φορτσάκη, Συνταγματικοί και υπερνομοθετικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων, ΔτΑ 2004, σελ. 429 επ., η κανονιστική σημασία του αρ. 106 παρ. 3 Σ έγκειται μόνο στην θέσπιση περιορισμών σε διαδικασίες κρατικοποίησης και όχι ιδιωτικοποιήσεων.
[5] Το καθεστώς της δημόσιας υπηρεσίας διέπεται επίσης από την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης των χρηστών, την αρχή της πολιτικής ουδετερότητας, την αρχή της διαφάνειας και την αρχή της συνεχούς προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες ανάγκες, βλ. Ε. Αδαμαντίδου, Τα συνταγματικά όρια της ιδιωτικοποίησης και της ελευθέρωσης των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας σε: ΚΔΕΟΔ, Η πορεία προς το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και η πρόσφατη αναθεώρηση του Ελληνικού Συντάγματος, 1998, σελ. 148 επ., Α. Καϊδατζής, Συνταγματικοί Περιορισμοί των Ιδιωτικοποιήσεων, σελ. 188 επ.
[6]Το περιεχόμενο της ‘εποπτείας’ δεν προκύπτει από τα πρακτικά επεξεργασίας. Στη θεωρία γίνεται δεκτό ότι η εποπτεία συνίσταται σε ευρεία κρατική ρυθμιστική παρέμβαση η οποία μπορεί να κατευθύνεται προς την εξαντλητική νομοθετική ρύθμιση κάθε υπηρεσίας κοινής ωφέλειας, τη δραστηριοποίηση ιδιωτικών φορέων μέσω ειδικού συστήματος αδειών, την πρόβλεψη ειδικών κανόνων λειτουργίας και αυστηρών κυρώσεων, τη θέσπιση ποιοτικών στόχων λειτουργίας με τα επιχειρησιακά και στρατηγικά σχέδια κάθε επιχείρησης, με την υπογραφή συμβολαίων διαχείρισης από τα διευθυντικά στελέχη με προσωπική εγγύηση επίτευξης των τιθέμενων στόχων, την ίδρυση ανεξάρτητων διοικητικών «ρυθμιστικών» αρχών κ.α. Βλ. Ε. Αδαμαντίδου, Τα συνταγματικά όρια της ιδιωτικοποίησης και της ελευθέρωσης των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, σελ. 159, Σ. Βλαχόπουλος, Ιδιωτικοποίηση: Το συνταγματικό πλαίσιο μιας πολιτικής απόφασης, 1999, σελ. 53, ιδίως υποσημ. 108 και 109, Α. Καϊδατζής, Συνταγματικοί Περιορισμοί, 192 επ., Α. Τσιρωνάς, Αποκρατικοποιήσεις, 2006, σελ. 292
[7] ΟλΣτΕ 1906/2014, σκέψη 22
[8] Για την ουδετερότητα του ελληνικού Συντάγματος βλ. Σ. Βλαχόπουλος, Ιδιωτικοποίηση, σελ. 61-62, Α. Καϊδατζής, σελ. 78. Ο Χ. Τσιλιώτης χρησιμοποιεί τον ορθότερο μάλλον όρο ‘οικονομικοπολιτικά ανοικτό Σύνταγμα’, Παρατηρήσεις επί της ΟλΣτΕ 1906/2014, ΘΠΔΔ 2014, σελ. 522.
[9] Ε. Αδαμαντίδου, Τα συνταγματικά όρια, σελ. 158-159, Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, 2003, σελ. 151-152, Μ. Βροντάκης, Τα συνταγματικά όρια της εξουσίας του νομοθέτη στον καθορισμό του τρόπου και την επιλογή της μορφής οργανώσεως για την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, Τόμος Τιμητικός του Συμβουλίου της Επικρατείας, 75 χρόνια, 2004, σελ. 191, Α. Καϊδατζής, Συνταγματικοί περιορισμοί, σελ. 192.
[10] Για τα όρια του ελέγχου συνταγματικότητας βλ. ενδεικτικά Ε. Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, 2008, σελ. 256 επ., Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 150 επ.
[11] ΠΕ ΣτΕ 158/1992 και παγίως έκτοτε, βλ. υποσημ. 3
[12] ΠΕ ΣτΕ 158/1992, σκέψη 3
[13] ΟλΣτΕ 1906/2014, σκέψη 16
[14] Έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι, στην υπόθεση που εξετάζουμε, η απόφαση της Δ.Ε.Α.Α. 206/25.4.2012 ακυρώθηκε για το λόγο ότι παραβιάζει η ίδια απευθείας το Σύνταγμα και όχι επειδή βασίζεται σε αντισυνταγματικό νόμο (συγκεκριμένα το κεφάλαιο Β ΙΙ του Ν. 3985/2011, ως προς το σημείο που προβλέπει την πώληση των μετοχών της ΕΥΔΑΠ Α.Ε.). Με αυτόν τον τρόπο το δικαστήριο απέφυγε να αντιμετωπίσει ένα σοβαρό ζήτημα που προκύπτει από το Κεφάλαιο Β ΙΙ του Ν. 3985/2011: ενώ για το 2ο τρίμηνο του 2012 υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για την πώληση του 27% (το οποίο μεταβιβάστηκε με την υπ’ αριθ.195/27.10.2011 απόφαση της Δ.Ε.Α.Α.), στο αντίστοιχο σημείο του πίνακα για το 4ο τρίμηνο του 2014 υπάρχει κενό. Επί της ουσίας δηλαδή, η απόφαση υπ’ αριθ. 206/25.4.2012 της Δ.Ε.Α.Α. με την οποία μεταβιβάζεται το επιπλέον 34% δεν έχει συγκεκριμένο νομοθετικό έρεισμα.
[15] ΟλΣτΕ 1906/2014, σκέψη 14
ΕΔΔΑ, Eweida και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (15.01.2013)
Στην υπόθεση Eweida και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το ΕΔΔΑ εξέτασε τέσσερις προσφυγές Βρετανών υπηκόων, σχετιζόμενες με εκφάνσεις της θρησκευτικής ελευθερίας και με την απαγόρευση διακρίσεων στο χώρο εργασίας. Η απόφαση αποτελεί μια θετική εξέλιξη ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ (θρησκευτική ελευθερία), καθώς εγκαταλείφθηκε η αντίληψη πως η δυνατότητα παραίτησης ενός εργαζομένου αποκλείει οποιαδήποτε παρέμβαση στη θρησκευτική του ελευθερία στο χώρο εργασίας του. Στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται τα πραγματικά περιστατικά, το νομικό πλαίσιο της απόφασης και η κρίση του Δικαστηρίου επί των συγκεκριμένων υποθέσεων.
ΙΖ’ Συμπόσιο Ομίλου ‘Αριστόβουλος Μάνεσης’: “Πολιτικοί: πέραν της πολιτικής ευθύνης, τι;”
6-7 Ιουνίου 2014: Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης, Νεστόριο Καστοριάς **
Παρασκευή: Κοινό μεταπτυχιακό σεμινάριο Παν Αθηνών και Θεσσαλονίκης **
Σάββατο: Συμπόσιοι Ομίλου 'Αριστόβουλος Μάνεσης: "Πολιτικοί: πέραν της πολιτικής ευθύνης, τι;" ***
————————————-
Στις 6 Ιουνίου 2014 θα λάβει χώρα το 6ο κοινό σεμινάριο των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών στο συνταγματικό δίκαιο των Πανεπιστημίων ΕΚΠΑ και ΑΠΘ. Την επόμενη ημέρα Σάββατο 7 Ιουνίου, ο Όμιλος 'Αριστόβουλος Μάνεσης' σας προσκαλεί να συμμετάσχετε στο ΙΖ΄ Συμπόσιό του με θέμα "Πολιτικοί: πέραν της πολιτικής ευθύνης, τι;". Και οι δύο εκδηλώσεις είναι ανοικτές και θα πραγματοποιηθούν στο Κέντρο Εθνικής Συμφιλίωσης στο Γράμμο (Νεστόριο Καστοριάς).
Δείτε παρακάτω το πρόγραμμα:
Πρόγραμμα
Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014
Πρωί-απόγευμα:
Στ΄ Κοινό μεταπτυχιακό σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Υπεύθυνοι: οι καθηγητές: Γιάννης Δρόσος & Ιφιγ. Καμτσίδου
Τα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών των Νομικών Σχολών των πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης διοργανώνουν, την Παρασκευή 6/6/2014, το Στ’ Κοινό σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου στο Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, στο Νεστόριο Καστοριάς. Οι εισηγήσεις των φοιτητών του ΕΚΠΑ θα έχουν μεταξύ των αντικειμένων τους το δικαίωμα στη λήθη (απόφαση Google), ελληνική νομολογία σχετικά με την διαδικασία αντικατάστασης ομολόγων κατά το ν.4050/2012 (PSI), διεθνή νομολογία σχετικά με τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης και ζητήματα απονομής συνταγματικής δικαιοσύνης. Οι φοιτητές του Α.Π.Θ. θα εισηγηθούν σχετικά με το δημοψήφισμα ως θεσμό άμεσης δημοκρατίας, τον ρόλο των συνταγματικών δικαστηρίων, την δημοκρατική λειτουργία των πολιτικών κομμάτων και την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας σε συγκριτική σκοπιά.
Νομική Σχολή Αθηνών, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Δημοσίου Δικαίου Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Νομικής , Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών
Κοινό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου, Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης, Νεστόριο Καστοριάς, Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014
Οι προφορική παρουσίαση κάθε εργασίας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 15’. Μετά από κάθε εργασία επακολουθεί συζήτηση
Πρωϊνή συνεδρίαση: Εργασίες φοιτητών της Νομικής Σχολής Αθηνών.
9.30 – 11.15: Προεδρία, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιφιγένεια Καμτσίδου
- 9.30 – 9.45 : Εναρκτήριοι χαιρετισμοί. Εισαγωγή στο σεμινάριο, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια κα Ιφιγένεια Καμτσίδου, Καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος
- 9.45 -10.30: Μιχάλης Μακρής – Κωνσταντίνα Γεωργάκη: Προδικαστικές απορίες του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου ή: το τέλος των παράλληλων μονολόγων ως προς το συνταγματικά και κοινοτικά σύννομο των προγραμμάτων ευρω-διάσωσης [BVerfG, 2 BvR 2728/13]
- Ώρα 10.30 – 11.15 Στέλιος Τσεβάς- Αντώνης Χόνδρος: Η συνταγματικότητα του PSI. [Απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 1116/2014]
11.15-11.30: Διάλειμμα
11.30 – 13.30: Προεδρία Επίκουρη Καθηγήτρια Λίνα Παπαδοπούλου
- 11.30 -12.15: Ευγενία Μητροβγένη – Δημήτρης Μπουζούκας: Ασθενή δικαστήρια, σθεναρά δικαιώματα: μια διαφορετική προσέγγιση του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων. Συνοπτική παρουσίαση του βιβλίου του Καθηγητή Mark Tushnet ”Weak courts, strong rights."
- 12.15- 13.30: Βάλια Νικήτα – Παναγιώτης Τσιάλας, Το δικαίωμα στη λήθη. Απόφαση C-13/2 από 15.4.2014 του ΔΕΚ [Απόφαση ‘Google’]
13.30 -15.20: Γεύμα.
Απογευματινή συνεδρίαση: Εργασίες φοιτητών της Τμήματος Νομικής Θεσσαλονίκης
15.30 -17.30: Προεδρία Καθηγητής Σταύρος Τσακυράκης
- 15.30 -16.15 : Κρυσταλία Μουτάφη, Το δημοψήφισμα στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες: θεσμός συμμετοχής των πολιτών ή επικύρωσης των κυβερνητικών αποφάσεων;
- 16.15-17.30: Μιχάλης Μήττας, Το συνταγματικό δικαστήριο ως μηχανισμός εξισορρόπησης της πολιτικής εξουσίας. Το παράδειγμα της Ισπανίας και της Τουρκίας
17.30-17.45: Διάλειμμα
17.45- 19.30:, Προεδρία (εκλεγμέ
νος) Επίκουρος Καθηγητής Νίκος Παπασπύρου
-
17.45- 18.30: Ντόρα Ρουμελιώτη- Χριστίνα Σβανά, Τα πολιτικά κόμματα ως παράμετρος ανάπτυξης των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Το παράδειγμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Λαϊκής Δημοκρατία της Κίνας
- 18.30 – 19.15: Γιάννης Μιχάλης, Η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας στις δυο πλευρές του Ατλαντικού: Οι περιπτώσεις των Η.Π.Α. και της Γαλλίας
- 19.15 -19.20: Κλείσιμο εργασιών του σεμιναρίου. Καθηγητής Γιάννης Ζ. Δρόσος
=======================================================================
Όμιλος ”Αριστόβουλος Μάνεσης”
ΙΖ΄ Συμπόσιο: "Πολιτικοί: πέραν της πολιτικής ευθύνης, τι;"
Σάββατο 7 Ιουνίου 2014, Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης, Νεστόριο Καστοριάς
Α’ Συνεδρία, ώρα 10.00-11.30 : Ιστορική και συγκριτική προσέγγιση.
Προεδρία: Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιφιγένεια Καμτσίδου
Σπ. Βλαχόπουλος Αναπληρωτής Καθηγητής, Νομική Σχολή Αθηνών, Η ποινική ευθύνη των Υπουργών στα ελληνικά Συντάγματα
Κ. Λαγός, Υποψήφιος διδάκτορας, Νομική Σχολή Αθηνών, δικηγόρος: Η κατηγορούσα αρχή στο ”Υπουργοδικείο”.
Ν. Αλιβιζάτος Καθηγητής, Νομική Σχολή Αθηνών, Η παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων άλλοτε και σήμερα.
Συζήτηση
11.30. 11.45: Διάλειμμα
Β’ Συνεδρία, ώρα 11.45 -14.15: Βουλευτική ασυλία και ευθύνη Υπουργών κατά το ισχύον Σύνταγμα Προεδρία: Καθηγητής Γιώργος Σωτηρέλης
Ν. Παπασπύρου (εκλγεμένος) Επίκουρος Καθηγητής, Νομική Σχολή Αθηνών, Βουλή των Ελλήνων, Η βουλευτική ασυλία μετά το 1975: θεωρία και πράξη
Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Καθηγήτρια, Τμήμα Νομικής Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τα όρια της ποινικής ευθύνης των Υπουργών
Λ. Μαργαρίτης Καθηγητής, Τμήμα Νομικής Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Η νομιμοποίηση παράνομων εσόδων από Υπουργούς
Τ. Παυλόπουλος, Υποψήφιος διδάκτωρ Τμήμα Νομικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, δικηγόρος, Προς μια θεσμική ερμηνεία της κατ’ άρθρο 62 Σ. έννοιας του αυτοφώρου
Συζήτηση
14.15 -15.15: Γεύμα
Γ’ Συνεδρία 15.15 -17.00 Δικαιοπολιτικές επιλογές Προεδρία: Ομότιμος Καθηγητής Παύλος Σούρλας
Α. Πασιατάς, ΜΔΕ, Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης, Τμήμα Νομικής Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, δικηγόρος, Η ποινική ευθύνη των Υπουργών από συγκριτική σκοπιά
Γ. Γεωργόπουλος, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Νομικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, δικηγόρος, Ευθύνη των Υπουργών: θεσμική εγγύηση ή ανευθυνότητα; Σκέψεις εν όψει της συνταγματικής αναθεώρησης.
Κώστας Χρυσόγονος – Ιφιγένεια Καμτσίδου, Καθηγητής, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Νομικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σκέψεις για την αναθεώρηση του άρθρου 86 Σ.
Συζήτηση
17.00- 17.15 Κλείσιμο ημερίδας, Καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος
Η είσοδος είναι ελεύθερη
Ο συνταγματολόγος Mark Tushnet στην Αθήνα
Τη Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014 και ώρα 18.00,
ο καθηγητής Tushnet θα δώσει διάλεξη
στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών
«Κράτος και Δημόσια Πολιτική»,
με θέμα
“Unconstitutional constitutional amendments and the theory of constitutional revolutions”.
Εφόσον επιθυμείτε να συμμετέχετε στην εκδήλωση αυτή, για την καλύτερη οργάνωση της,
παρακαλούμε να το δηλώσετε ηλεκτρονικά στο president@pspa.uoa.gr.
———————————————————————————————————————————–
Το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου
και οι Εκδόσεις Παπαζήση έχουν
την τιμή να σας προσκαλέσουν στην παρουσίαση του βιβλίου του Mark Tushnet, με θέμα:
Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ – Η ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση στη σειρά Σύγχρονοι Στοχαστές για τη Δημοκρατία και το Σύνταγμα
Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί
την Τρίτη 27 Μαΐου 2014 και ώρα 12.00
στη Στοά του Βιβλίου ( Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου, Αρσάκειο Μέγαρο )
Για το βιβλίο θα μιλήσει ο συγγραφέας
Mark Tushnet, Καθηγητής Πανεπιστημίου Harvard
και οι
Νίκος Αλιβιζάτος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Βασίλης Βουτσάκης, Επικ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Γιάννης Δρόσος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Καθηγητής Ξενοφών Κοντιάδης,
Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
———————————————————————————————————————————–
Την Τρίτη 27 Μαΐου 2014 και ώρα 19.00
ο κ. Mark Tushnet,
Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Harvard,
όπου κατέχει την έδρα William Nelson Cromwell Professor of Law
θα αναγορευθεί Επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης
της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών
του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Η ομιλία που θα εκφωνήσει κατά την τελετή της αναγόρευσης φέρει τον τίτλο:
"The Structure of Rights Analysis in Constitutional Law”.
