Author Archives: editor

Ευρωπαϊκή κοινωνική ιθαγένεια – Χαμένη σε δημοσιονομικά ανώδυνους συμβιβασμούς

Άγγελος Στεργίου, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

     Η ιδιότητα του πολίτη, αποδεσμευμένη από την εθνικότητα, έχει μετατοπιστεί εννοιολογικά προς τη συμμετοχή του ατόμου σε μια συλλογικότητα. Με τη σειρά του, το «ανήκειν» σε μια κοινότητα ομοίων ολοκληρώνεται με τη συμπερίληψη και των κοινωνικών δικαιωμάτων. Πράγματι, ο πυρήνας της ιδιότητας του πολίτη είναι εμπλουτισμένος με μια κοινωνική διάσταση. Δεν περιορίζεται μόνο στα δικαιώματα που είναι απαραίτητα για την ελευθερία του ατόμου και τη συμμετοχή του στην άσκηση της πολιτικής δύναμης. Πρόσθετα, το κοινωνικό στοιχείο της ιδιότητας υποβάλλει το δικαίωμα σ’ ένα μέσο επίπεδο οικονομικής ευημερίας και ασφάλειας.

     Η αλήθεια είναι ότι τα υπάρχοντα εργαλεία δεν αρκούν για να οργανώσουν την αμοιβαία αλληλεγγύη των κρατών μελών απέναντι στους ευρωπαίους πολίτες. Η ελάχιστη κοινωνική προστασία οφείλει να αναχθεί σε ευρωπαϊκή υπόθεση. Η ανάπτυξη μιας υπερεθνικής αλληλεγγύης, αναγκαίας βάσης για την ευρωπαϊκή κοινωνική ιθαγένεια, προϋποθέτει τη συντονισμένη δράση των κρατών μελών. Προς αυτή την κατεύθυνση, απαιτείται η κατανομή του βάρους της κοινωνικής πρόνοιας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το κόστος της προστασίας των (οικονομικά μη ενεργών) ευρωπαίων πολιτών που κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της Ευρώπης, θα πρέπει να επιμερίζεται ανάμεσα στα κράτη μέλη μέσω ενός κοινού μηχανισμού. Ακόμη, κρίνεται αναγκαία η εισαγωγή κοινοτικής νομοθεσίας για τις προνοιακές και τις ελάχιστες κοινωνικές παροχές, πάνω στο πρότυπο του συντονισμού του Κανονισμού 883/2004. Ομοίως, θα ήταν δυνατός ο επιμερισμός της δαπάνης των κοινωνικών παροχών, για ορισμένο διάστημα, ανάμεσα στο κράτος μέλος προέλευσης και το κράτος μέλος υποδοχής.

(προδημοσίευση από ΕΔΚΑ 2014)

 

Προλεγόμενα των επικείμενων ευρωπαϊκών και αυτοδιοικητικών εκλογών

Θανάσης Γ. Ξηρός, ΔΝ-Δικηγόρος

Με πρωτοβουλίες του που εκδηλώθηκαν, διαδοχικά και κατ’ επανάληψη τις τελευταίες, εβδομάδες, ο κοινός νομοθέτης τροποποίησε και συμπλήρωσε τη νομοθεσία που διέπει τις Ευρωπαϊκές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Η κριτική παρουσίαση των νέων ρυθμίσεων, πριν από την πρώτη εφαρμογή τους κατά διπλή εκλογική αναμέτρηση του Μαΐου, εντοπίζεται σε ζητήματα με έντονο θεωρητικό ενδιαφέρον. Άλλα πάλι, αν και ήταν ήδη γνωστά από το παρελθόν, δεν αντιμετωπίστηκαν. Έτσι, αφέθηκαν να τα τάμει η δικαστική κρίση. Νέα και γνωστά ζητήματα στις επιμέρους παραλλαγές τους συνθέτουν τα προλεγόμενα των επικείμενων Ευρωπαϊκών και αυτοδιοικητικών εκλογών. 

‘Προγενέστερες οδηγίες για το τέλος της ζωής’ Βιοηθική και συνταγματική αξιολόγηση

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Προγενέστερες οδηγίες για το τέλος της ζωής’, Βιοηθική και συνταγματική αξιολόγηση, σε: Μ. Κανελλοπούλου-Μπότη και Φ. Παναγοπούλου (επιμ.), Πρακτικά Διεπιστημονικού Συνεδρίου: Ιατρική Ευθύνη και Βιοηθική – Σύγχρονες Προσεγγίσεις και Προοπτικές του Μέλλοντος, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 1-2/03/2013, Αθήνα: εκδ. Πασχαλίδη 2014, σελ. 233-272

Περίληψη:

Η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας στον τομέα της ιατρικής, επιτρέπουν την επί μακρόν διατήρηση των βιολογικών λειτουργιών ασθενών ακόμα και σε κωματώδη κατάσταση. Σε τέτοιες καταστάσεις, ο ανίκανος να αυτοπροσδιοριστεί εκφράζοντας τη βούλησή του ασθενής, υποκαθίσταται από τα οριζόμενα εκ του νόμου πρόσωπα. Η μελέτη αυτή, προτείνει το εργαλείο των «προγενέστερων οδηγιών για το τέλος της ζωής», ως την πιο κατάλληλη νομική ρύθμιση, ώστε να προστατευθεί αλλά και να ενισχυθεί η αυτονομία και η αξιοπρέπεια του ασθενή, στο πλαίσιο των κοινών αρχών που διέπουν το διεπιστημονικό πεδίο της βιοηθικής και το δικαιικό σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

            Στο πρώτο μέρος, η μελέτη επικεντρώνεται στο ζήτημα της επίλυσης πιθανών συγκρούσεων μεταξύ συνταγματικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και ειδικότερα του θνήσκοντος ασθενή. Η αρχή της ανθρώπινης αξίας και τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου επιζητούν πρακτική εναρμόνιση μέσω της αρχής της αναλογικότητας σε οριακές καταστάσεις.

Τίθεται αρχικά το ερώτημα αν αρκεί ως δικαιολόγηση περιορισμού θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στη ζωή, την υγεία και την σωματική ακεραιότητα, η επίκληση του βιολογικού συμφέροντος του ασθενή ανεξάρτητα από την βούλησή του. Η απάντηση που προβάλλει ως ορθότερη είναι αυτή που δέχεται πως κάθε ιατρική πράξη η οποία διενεργείται χωρίς τη συναίνεση του ασθενή είναι παράνομη, ακόμα και αν δεν είναι βλαπτική, επειδή προσβάλλει την προσωπικότητά του. Εν συνεχεία, εξετάζεται η περίπτωση της σύγκρουσης του δικαιώματος της ζωής με το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού ως έκφανση της ανθρώπινης αξίας. Η θέση που υποστηρίζεται, βασιζόμενη στην αρχή της αυτονομίας, ως απορρέουσα από την αρχή της αξίας του ανθρώπου, καταλήγει πως μόνο οι ιατρικές πράξεις που δεν θέλησε ο ασθενής συνιστούν παραβίαση του δικαιώματός του στον αυτοπροσδιορισμό, ενώ αυτές που ρητώς απέκλεισε, δεν επιτρέπεται καταρχήν να διενεργηθούν.

            Ακόμα και στις οριακές περιπτώσεις του τέλους της ζωής, η αρχή της ανθρώπινης αξίας, εμπεριέχουσα στον πυρήνα της την αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του αυτοπροσδιορισμού, επιβάλλει το σεβασμό στη βούληση του ασθενή. Έτσι, διασφαλίζεται στον ασθενή η δυνατότητα να εκφράσει τη βούλησή του και να προβεί ο ίδιος στη στάθμιση μεταξύ της ζωής και της αξιοπρέπειάς του, εφόσον του έχει παρασχεθεί προηγουμένως η κατάλληλη ενημέρωση.

Στο δεύτερο μέρος, προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα εννοιολογικά χαρακτηριστικά των προγενέστερων οδηγιών: κάθε ενήλικας μπορεί, προφορικώς ή εγγράφως, σε ανύποπτο χρόνο να ορίσει το είδος και την έκταση της θεραπείας και των ιατρικών πράξεων στις οποίες συναινεί ή τις οποίες αποκλείει στην περίπτωση που περιέλθει σε ρητά προσδιορισμένες συνθήκες και εφόσον τότε δεν θα είναι ικανός να εκφράσει τη βούλησή του.

Αφού γίνει ο ορολογικός διαχωρισμός και η αναγκαία αντιδιαστολή με παρομοίου περιεχομένου έννοιες, έπεται ο προβληματισμός αν η αποδοχή από το νομικό σύστημα των προγενέστερων οδηγιών, προϋποθέτει και την αναγνώριση ενός δικαιώματος στο θάνατο. Η απάντηση είναι αρνητική καθότι οι προγενέστερες οδηγίες αφορούν την παροχή ή μη συναίνεσης ζώντος ανθρώπου σε ιατρικές επεμβάσεις το σώμα του. Άλλωστε η νομοθετική απαγόρευση της ενεργητικής ευθανασίας και της υποβοήθησης σε αυτοκτονία, οριοθετεί το περιεχόμενο της βούλησης του ασθενή.

Ακολουθεί η παράθεση και κριτική εξέταση των επιχειρημάτων που έχουν προβληθεί και αντιτάσσονται στη νομική αναγνώριση των προγενέστερων οδηγιών, όπως το ζήτημα του χρονικού σημείου σύνταξής τους, της περιοριζόμενης αυτονομίας του ιατρού και των αντιλήψεων των συγγενών του ασθενή. Καταληκτικά, επισημαίνεται ότι η μη αποδοχή των προγενέστερων οδηγιών ωθεί προς ξεπερασμένα και μη αποδεκτά πλέον πατερναλιστικά πρότυπα, ενώ αντιθέτως η αποδοχή τους ενισχύει την αυτονομία και την ανάπτυξη της προσωπικότητας ελεύθερων και υπεύθυνων για τις επιλογές τους προσώπων.

Στο τρίτο μέρος, πριν την εξέταση των όσων ισχύουν στο ελληνικό δίκαιο, παρατίθεται μία συγκριτική επισκόπηση νομοθετικών τυποποιήσεων των προγενέστερων οδηγιών για το τέλος της ζωής σε εννέα ευρωπαϊκές χώρες. Σε άλλες χώρες προτιμήθηκε μια «ήπια» ρύθμιση του ζητήματος άλλες ήταν πιο παρεμβατικές ενώ άλλες αν και αρνούνται να αναγνωρίσουν νομική δεσμευτικότητα στις προγενέστερες οδηγίες, ωστόσο δέχονται ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

Στο ελληνικό δίκαιο, ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας σε συνδυασμό με τη διεθνή Σύμβαση του Οβιέδο ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις της έγκυρης συναίνεσης, η οποία είναι απαραίτητη για τη διενέργεια κάθε ιατρικής πράξης, όμως απουσιάζει μια ειδική ρύθμιση για το ζήτημα των προγενέστερων οδηγιών. Προκύπτει ωστόσο ότι αυτές αν υπάρχουν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν την διενέργεια κάθε ιατρικής πράξης ακόμα και όταν έχουν ως περιεχόμενο τη διακοπή θεραπείας ανίατης ασθένειας και την αντικατάστασή της από ανακουφιστική αγωγή. Συμπερασματικά, διατυπώνεται η άποψη ότι τόσο de lege lata όσο και de lege ferenda πρέπει να αναγνωριστεί μια ήπια έστω νομική δεσμευτικότητα στις προγενέστερες οδηγίες.

Τέλος, διατυπώνονται οι καταληκτικές σκέψεις-προβληματισμοί σχετικά με την αυτονομία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ζωή στις συγκεκριμένες συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, περισσότερο ως προτάσεις σε έναν ζωντανό και ανοικτό διάλογο, παρά ως συμπερασματικές κρίσεις.

Εξερευνώντας διαχρονικά τη μετάβαση από το παρελθόν στο παρόν status της προληπτικής διατήρησης δεδομένων εντός των ευρωπαϊκών δικαιοταξιών

Κωνσταντία- Χριστίνα Π. Λαχανά, Υπ. Διδάκτορας Νομικής Σχολής ΑΠΘ, ΜΔΕ Ποινικών & Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ

Η μελέτη ιχνηλατεί, υπό μορφή δικαιοσυγκριτικής επισκόπησης, τη διαδρομή που διήνυσε η εφαρμογή του μέτρου της προληπτικής διατήρησης των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων για ποινικοκατασταλτικούς σκοπούς σε έξι αλλοδαπές ευρωπαϊκές έννομες τάξεις, από την πρωτόλεια κανονιστική του άρθρωση μέχρι την ισχύουσα τυποποίησή του. Μέσα από την αναλυτική συγκριτική παρουσίαση της διαχρονικής εξέλιξης της κωδικοποίησης με επίκεντρο την προληπτική διατήρηση στη βελγική, τη λουξεμβουργιανή, την ολλανδική, την ιταλική, τη γαλλική και τη βρετανική νομοθεσία σκοπείται η διερεύνηση της συμβολής των κρατογενών, εσωτερικών δικαιοπαραγωγικών μηχανισμών στην ανάπτυξη σχημάτων μαζικής επόπτευσης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. [αναδημοσίευση από: ΔιΜΕΕ 3/2013, σελ. 326-340]

Eκδήλωση: «Κοινωνικό έλλειμμα-Έλλειμμα δικαιωμάτων; Τι (δεν) κάνει η Ευρώπη της κρίσης»

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου - Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, σε συνεργασία με το Ίδρυμα Friedrich Ebert, διοργανώνει ανοικτή εκδήλωση με θέμα:

«Κοινωνικό έλλειμμα-Έλλειμμα δικαιωμάτων; Τι (δεν) κάνει η Ευρώπη της κρίσης»,

 

τη Δευτέρα 12 Μαΐου 2014 και ώρα 18:30 στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (Ακαδημίας 60).


Ομιλητές:

Peter Schiffauer, Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Hagen, Νομικός Σύμβουλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Παναγιώτης Ιωακειμίδης, Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δημήτρης Χριστόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντιπρόεδρος Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

 

Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Α.-Ι. Δ. Μεταξάς, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Η είσοδος είναι ελεύθερη. Θα χορηγηθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης.

O Όμιλος στην Πόλη (NEO: 05/05/2014)

O Όμιλος στην Πόλη

Σε συνεργασία με το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου   του Βοσπόρου (Bogazici University), ο Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης διοργανώνει το ΙΣΤ’ ετήσιο συμπόσιό του στην Κωνσταντινούπολη, στις 9-11 Μαΐου 2014, με θέμα:

Ελλάδα και Τουρκία: Παράλληλες και αποκλίνουσες συνταγματικές διαδρομές

(πρόγραμμα στο pdf)

Το Συμπόσιο θα πραγματοποιηθεί στο campus του Πανεπιστημίου, πάνω στον Βόσπορο, και θα περιλαμβάνει τις ακόλουθες ενότητες: Σύνταγμα και ιστορία, Σύνταγμα και Ευρώπη  και Σύνταγμα και πολιτική. Γλώσσα του Συνεδρίου θα είναι η αγγλική. Την Κυριακή 11 Μαΐου, θα πραγματοποιηθεί από τον Όμιλο, ειδική συνεδρίαση στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης με θέμα  Σύνταγμα και μειονότητες. Στην εναρκτήρια συνεδρίαση της Παρασκευής θα παρευρεθεί και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο οποίος  θα απευθύνει χαιρετισμό. Σύνδεσμος του Ομίλου με το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου  θα είναι ο Γιάννης Κτιστάκις (yktistakis@gmail.com).

*Λεπτομερείς προτάσεις και οδηγίες για τη διαμονή, τις μετακινήσεις των Ελλήνων συνέδρων και το κατά προσέγγιση κόστος θα δοθούν από τον Γιάννη Κτιστάκι, το αργότερο ως το τέλος Ιανουαρίου. Παρ’ όλ’ αυτά, για καλύτερες τιμές, οι ενδιαφερόμενοι  καλό θα ήταν να κάνουν από τώρα τις απαραίτητες αεροπορικές κρατήσεις.

*Για την καλύτερη προετοιμασία του Συμποσίου, παρακαλούνται οι ενδιαφερόμενοι να δηλώσουν την κατ’ αρχήν επιθυμία τους να συμμετάσχουν, στέλνοντας  ένα e-mail, στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Ν.Κ. Αλιβιζάτου: val12law@otenet.gr (θέμα: Πάμε Πόλη).

*Σε κάθε ενότητα υπολογίζεται ότι, εκτός από τις βασικές εισηγήσεις (από έναν Τούρκο και από έναν Έλληνα συνάδελφο), θα γίνουν και από 3 δεκάλεπτες παρεμβάσεις (πάντοτε στην αγγλική). Οι  ενδιαφερόμενοι  παρακαλούνται να το δηλώσουν (στην ηλεκτρονική διεύθυνση του ΝΚΑ).

15 Ιανουαρίου 2014

===================================================================

O Όμιλος στην Πόλη

Ενημερωτικό Δελτίο 2

Καθώς ο αριθμός όσων δήλωσαν ως τώρα συμμετοχή στο Συμπόσιο του Ομίλου ξεπέρασε το απαγορευτικό minimum, επιβεβαιώνεται η διεξαγωγή του, σε συνεργασία με το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου   του Βοσπόρου (Bogazici University), στην Κωνσταντινούπολη, στις  9-11 Μαΐου 2014, με θέμα:

Ελλάδα και Τουρκία

Παράλληλες και αποκλίνουσες

συνταγματικές διαδρομές

 

Ιδού μερικές πρακτικές πληροφορίες για τους συμμετέχοντες (συμπεριλαμβανομένων και όσων αναλάβουν εισηγήσεις):

 

*Ο Όμιλος δεν έχει τη δυνατότητα να καλύψει ούτε μέρος της σχετικής δαπάνης˙ εξασφάλισε όμως  ένα ελάχιστο κόστος συμμετοχής 50€ για κάθε συμμετέχοντα, το οποίο θα καλύψει την μετακίνηση μετ’ επιστροφής με πουλμανάκια (α) από την πλατεία Ταξίμ, στο κέντρο της Πόλης, στο Campus  του Πανεπιστημίου  την  Παρασκευή 9.5 και το Σάββατο 10.5, (β) από την πλατεία Ταξίμ στο πλοιάριο για Χάλκη την Κυριακή  11.5 επίσης μετ’ επιστροφής, καθώς και (γ) το εισιτήριο του πλοιαρίου  μετ’ επιστροφής από Πόλη σε Χάλκη, πάντοτε  στις 11.5. Το ίδιο ποσό θα καλύψει και το κόστος 3 γευμάτων, το μεσημέρι της 9 και 10.5 (στο Πανεπιστήμιο) και της 11.5 (στην Χάλκη).

 

*Κατόπιν αυτού, επειδή πολλά πρακτορεία ταξιδιών προσφέρουν εξαιρετικές τιμές (ιδίως όταν πρόκειται για groupe περισσότερων ατόμων), κρίθηκε σκόπιμο να αφεθεί στην πρωτοβουλία των συμμετεχόντων να κλείσουν εισιτήριο προς και από Κωνσταντινούπολη, καθώς και ξενοδοχείο (κατά προτίμηση στην περιοχή Ταξίμ).

 

*Συνιστάται, πάντως, στους συμμετέχοντες, να ταξιδέψουν προς Πόλη το αργότερο το απόγευμα της Πέμπτης 8.5  και να επιστρέψουν το βράδυ της Κυριακής 11.5. Έτσι, η παραμονή σε ξενοδοχείο περιορίζεται σε 3 μόνο νύχτες.

Ενημερωτικό δελτίο 3

ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

Για τους συμμετέχοντες στο συνέδριο του Ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης

Ορισμένες προτάσεις ξενοδοχείων …

Οι φθηνές λύσεις, όλες κοντά στην Πλατεία Ταξίμ (walking distance)

 

Ακριβές λύσεις οι οποίες απαιτούν μετακίνηση με ταξί στην πλατεία Ταξίμ ή στο πανεπιστήμιο του Βοσπόρου:

 

Αρκετά ακριβές λύσεις οι οποίες, επίσης, απαιτούν μετακίνηση με ταξί στην πλατεία Ταξίμ ή στο πανεπιστήμιο του Βοσπόρου:

13 Φεβρουαρίου 2014

 

 

 

 

 

 

 

 

O Όμιλος στην Πόλη

Ενημερωτικό Δελτίο 4

 

Καθώς όλα εξελίσσονται κατ’ ευχήν με την διοργάνωση του Συμποσίου μας στην Πόλη, σας υπενθυμίζουμε τα προηγούμενα  Ενημερωτικά Δελτία που σας έχουν σταλεί στις 15.1.2014, στις 13.2.2014 και στις 4.4.2014 και σας αποστέλλουμε συνημμένως  μερικές  ακόμη  πρακτικές πληροφορίες:

*Εν πρώτοις, θα βρείτε συνημμένως την πρόσκληση του Συνδέσμου Υποστήριξης Ρωμαίικων Κοινοτικών Ιδρυμάτων  για τη μικρή δεξίωση που θα παραθέσει προς τιμήν των συμμετεχόντων  την Πέμπτη 8 Μαḯου  και ώρα  19.00 στο προαύλιο χώρο της εκκλησιάς της Αγίας Τριάδας, επί της πλατείας Ταξίμ. Επισημαίνεται ότι, εξ αιτίας της παρουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη κκ. Βαρθολομαίου, είναι προτιμότερο να προσέλθουμε εγκαίρως.

*Για όσους από τους συμμετέχοντες δεν προλάβουν να έρθουν στη δεξίωση, επισημαίνεται ότι το λεωφορείο που θα μας μεταφέρει την Παρασκευή 9 Μαḯου  από το Ταξίμ στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου θα αναχωρήσει στις 9 π.μ. από την είσοδο του ξενοδοχείου Μάρμαρα.

*Επειδή, πολλοί από τους συμμετέχοντες δεν έχουν ακόμη καταβάλει τα 50€ για τη συμμετοχή τους, παρακαλούνται να το πράξουν τώρα, στον ακόλουθο τραπεζικό λογαριασμό του Ομίλου: Τράπεζα Πειραιώς, 5220-014626-458 και ΙΒΑΝ GR31 0172 2200 0052 2001 4626 458.

*Για οτιδήποτε χρειασθούν, υπενθυμίζεται ότι «σύνδεσμός μας στην Πόλη είναι ο Γιάννης Κτιστάκις, με τον οποίο μπορείτε να επικοινωνείτε από την Πόλη στο τουρκικό κινητό του: 0543.385.93.70. Μπορείτε επίσης να επικοινωνείτε μαζί του στο ελληνικό κινητό του: 6944.45.27.61

*Για όσους, τέλος από τους συμμετέχοντες έχουν προγραμματίσει να επιστρέψουν στην Ελλάδας το βράδυ της Κυριακής 11.5., θα ληφθεί μέριμνα για την έγκαιρη επιστροφή του πλοιαρίου από τη Χάλκη.

 

5 Μαḯου 2014

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χρέος του υπουργού να ενημερώσει τον Αρειο Πάγο

Παναγιώτης Μαντζούφας, Eπίκουρος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

Αναδημοσίευση από εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 14/04/2014

 

Η χρήση κρυφών καμερών, η τηλεφωνική υποκλοπή συνομιλιών και η δημοσιοποίηση σε έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο του προϊόντος των παράνομων αυτών δραστηριοτήτων επανέρχεται σταθερά στην επικαιρότητα. Εδώ και 25 σχεδόν χρόνια από την εποχή των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων του περιβόητου Θ.Τόμπρα μέχρι την πρόσφατη υπόθεση Μπαλτάκου-Κασιδιάρη, σταθερά η τεχνολογία με την αλματώδη πρόοδό της παρέχει τα μέσα για όλο και περισσότερο εκτεταμένες παρακολουθήσεις του ιδιωτικού βίου δημόσιων και ιδιωτικών προσώπων. Όλες οι νομοθετικές προσπάθειες για μια αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου απέβησαν πρακτικά άκαρπες, καθώς η ποινικοποίηση των τεχνολογικών εκφάνσεων της παραβίασης του ιδιωτικού βίου αδυνατεί -σε εθνικό και διεθνές επίπεδο- να αναχαιτίσει την αδηφάγο διάθεση των ΜΜΕ να φέρουν στην δημοσιότητα γεγονότα τα οποία, ασχέτως σπουδαιότητας, μπορούν να εμφανιστούν ως τηλεοπτικό θέαμα. Από εκεί και πέρα το λόγο αναλαμβάνει ο αδήριτος νόμος της τηλεόρασης και του διαδικτύου. Ότι δεν οπτικοποιείται δεν αποτελεί είδηση, με συνέπεια ο εθισμένος, σε μεγάλες δόσεις εντυπωσιακού τηλεοπτικού και διαδικτυακού θεάματος, πολίτης να αποκτά ενδιαφέρον όταν βλέπει «ζωντανά» τον εξευτελισμό ενός  προσώπου και όχι όταν ακούει ή διαβάζει την είδηση του εξευτελισμού. Στην λογική αυτή των Μέσων μια τάση της σύγχρονης δημοσιογραφίας της εντυπωσιοθηρίας δεν διστάζει, προκειμένου να επιτύχει την αποκλειστική είδηση, να καταρρακώσει οποιαδήποτε έννοια ιδιωτικότητας, προσωπικών δεδομένων και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι πολλά από τα γεγονότα που υποστηρίζονται από τεκμήρια που έχουν αποκτηθεί παράνομα, έχουν πράγματι πολιτική βαρύτητα και δικαίως ελκύουν το δημόσιο ενδιαφέρον, ενώ συχνά αναδεικνύουν σκάνδαλα που πρέπει να διερευνηθούν από την δικαιοσύνη. Το βασικό επιχείρημα όσων χρησιμοποιούν συστηματικά παρόμοιες τακτικές είναι ότι υπάρχει ένα εύλογο ενδιαφέρον του κοινού για ενημέρωση και ότι κατ’ αποτέλεσμα με την δημοσιοποίηση του παρανόμως κτηθέντος υλικού υπηρετείται το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί πλήρη διαφάνεια και δημοσιότητα στην κρατική δράση.

Εδώ η σημαντική συνεισφορά της ερευνητικής δημοσιογραφίας θα ήταν να αναδείξει το γεγονός και να προσκομίσει ότι υλικό(παράνομο ή μη) διαθέτει στην δικαιοσύνη προκειμένου να αξιολογηθεί και να υπάρξει αποκατάσταση της νομιμότητας. Οποιαδήποτε εκβιαστική χρήση του παράνομου υλικού και «συναλλαγών» με πρόθεση την απόκτηση πολιτικών ή επιχειρηματικών πλεονεκτημάτων είναι παράνομη και καταδικαστέα όταν επιχειρείται από ιδιώτες και δημόσια πρόσωπα(πολιτικούς ή μη) και αντιδεοντολογική όταν επιχειρείται από δημοσιογράφους.

Εδώ είναι σκόπιμες ορισμένες διευκρινήσεις: Τα κρατικά όργανα, υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις και εγγυήσεις που προβλέπει ο νόμος, έχουν την δυνατότητα να παρακολουθούν τηλέφωνα πολιτών ή να παραβιάζουν το  φορολογικό και τραπεζικό απόρρητο.

Αντίθετα οι ιδιώτες(δημοσιογράφοι ή μη) παρανομούν όταν είτε οι ίδιοι παρακολουθούν, είτε βάζουν άλλους να το κάνουν, είτε απλώς δημοσιοποιούν προϊόντα υποκλοπής(άρθρο 370Α Π.Κ). Ωστόσο, η νομολογία του ΑΠ  έχει δεχθεί ότι η χρήση κρυφής κάμερας και η καταγραφή υλικού από την δράση προσώπου στο πλαίσιο των υπηρεσιακών του καθηκόντων είναι δημόσια πράξη και συνεπώς η αξιοποίηση από το δικαστήριο -εφόσον διερευνάται ποινικό αδίκημα- των καταγεγραμμένων από την κάμερα είναι επιτρεπτή, διότι το περιεχόμενό τους δεν είναι προϊόν αξιόποινης πράξης. Τα ΣτΕ κατ’εξαίρεση, δέχεται ότι η μετάδοση είδησης που βασίζεται αποκλειστικά στην προβολή εικόνας που λήφθηκε με κρυφή κάμερα είναι θεμιτή μόνο εφόσον διαφορετικά η μετάδοσή της  θα ήταν αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής. Ανάλογες σταθμίσεις έκανε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη(Στρασβούργο).

Στην πράξη ο αρχικά άδικος χαρακτήρας μιας πράξης  παρακολούθησης με κρυφή κάμερα και η δημοσιοποίησή της θα μπορούσε να αρθεί όταν διακυβεύεται η προστασία ενός, κατά το είδος και την σπουδαιότητα, δημοσίου συμφέροντος που κρίνεται ως υπέρτερο( π.χ η αθώωση ενός προσώπου ή η αποκάλυψη των βασανιστηρίων στις φυλακές του Γκουαντάναμο) από το ίδιο το απόρρητο της επικοινωνίας.

Η στάθμιση, ωστόσο, των συγκρουόμενων συμφερόντων δεν αναιρεί την θεσμική υποχρέωση του αρμόδιου υπουργού Κ.Δένδια να παράσχει στην εισαγγελέα του Α.Π ότι στοιχεία έχει για την έκταση και τα χαρακτηριστικά του φαινομένου. Τέλος πρέπει να είναι σαφές ότι η ανεξέλεγκτη χρήση παρανόμων μέσων παρακολούθησης, στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος και της πληροφόρησης,  μπορεί να οδηγήσει στην καταπάτηση κάθε διάκρισης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου, ενισχύοντας έτσι ένα πολιτικό κλίμα νοσηρότητας και αναξιοπρέπειας. Όσοι σήμερα αντιμετωπίζουν με ανοχή παρόμοια φαινόμενα για πολιτικούς λόγους, ενδεχομένως αύριο να τα υποστούν και τότε θα ζητούν καταφύγιο στην ήδη καταρρακωμένη νομιμότητα.   

Η ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης – Συγκριτική προσέγγιση

Αλέξανδρος Πασιατάς, Δικηγόρος, ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου, ΔΠΘ

Σε ένα δημοκρατικό και φιλελεύθερο κράτος η άσκηση εξουσίας σημαίνει την ταυτόχρονη ανάληψη υποχρεώσεων εκ μέρους των κυβερνώντων, καθώς και την παράλληλη αποδοχή της ευθύνης που τους βαραίνει για όλες τις πράξεις και τις παραλείψεις τους. Η ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης ανάγεται έτσι σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα του συνταγματικού δικαίου.

Στην παρούσα μελέτη, που αποτελεί διπλωματική εργασία, εξετάζεται καταρχάς η τριμερής διάκριση της ευθύνης στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Η πρόσληψη αυτή συγκρίνεται με εκείνη στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στη Γαλλία, σε δύο διαφορετικά πολιτικά συστήματα. Από τη συγκριτική αυτή προσέγγιση ο συγγραφέας επιχειρεί να συνάγει συμπεράσματα και να εισαγάγει μία διαφορετική προσέγγιση στο θέμα της ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης. Γεννιέται ειδικότερα το ερώτημα μήπως πρέπει να εισαχθούν στο ελληνικό πολιτικό σύστημα κάποια από τα στοιχεία άλλων πολιτικών συστημάτων ή να αξιοποιηθούν οι μέθοδοί τους, που θα μπορούσαν να επιφέρουν αλλαγές στο θέμα του θεσμού της ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης.

Σε ατραπούς δυσπιστίας ο κοινοβουλευτισμός

Αντώνης Κουρουτάκης, υποψήφιος διδάκτορας συνταγματικού δικαίου στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης

Για άλλη μια φορά ο κοινοβουλευτισμός πλήττεται από την αντιπαράθεση μεταξύ κυβερνητική πλειοψηφίας και αξιωματικής αντιπολίτευσης αναφορικά με την πρόταση δυσπιστίας εναντίον του Υπουργού Οικονομικών, κ. Στουρνάρα. Η κυβέρνηση έφερε προς ψήφιση ένα πολυνομοσχέδιο[1] με αρίθμητες σελίδες με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Και αν αυτό δεν προξενεί πλέον εντύπωση, η πρόταση δυσπιστίας που κατέθεσε ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης σημάδεψε τη διαδικασία.

 

Η πρόθεση του κ. Τσίπρα, προφανώς και ήταν η διακοπή της διαδικασίας ψήφισης του πολυνομοσχεδίου, καθώς όπως ορίζει ο κανονισμός της βουλής, πάσα διαδικασία διακόπτεται μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της πρότασης δυσπιστίας. Από άποψη τακτικής, θα ήταν μια ευφυέστατη κίνηση δεδομένου ότι θα κατέρριπτε την επιχειρηματολογία της Κυβέρνησης να φέρει για πολλοστή φορά ένα πολυνομοσχέδιο προς ψήφιση με την πρόφαση του κατεπείγοντος.

 

Εμπόδιο σε αυτόν τον τακτικισμό στάθηκε ένα διαδικαστικό κώλυμα. Το Σύνταγμα ορίζει ρητώς ότι πρόταση δυσπιστίας που υπογράφεται από το 1/6 των βουλευτών μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο εξαμήνου αφότου η Bουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας.[2] Όμως δεν είχαν περάσει πέντε μήνες από τις 8 Νοεμβρίου οπότε η Αξιωματική Αντιπολίτευση είχε καταθέσει πρόταση δυσπιστίας για το σύνολο της Κυβέρνησης. Το ζήτημα που προέκυψε ήταν αμιγώς νομικό, κυρίως ερμηνευτικό. Ο κανονισμός της Βουλής εξειδικεύοντας τη συνταγματική διάταξη αναφέρει επί λέξει ότι “πρόταση δυσπιστίας δεν μπoρεί να υπoβληθεί πριν περάσει εξάμηνo από την απόρριψη πρoηγoύμενης όμoιας πρότασης”.[3] Με συνέπεια, ο επιθετικός προσδιορισμός “όμοιος” που προηγείται της πρότασης δυσπιστίας στο κείμενο του κανονισμού της Βουλής να δώσει έναυσμα για διαφορετικές απόψεις.

 

Ο κ. Τσίπρας βασίστηκε στον κανονισμό της Βουλής και εύλογα ισχυρίστηκε ότι η κατατεθείσα πρόταση δεν είναι όμοια με εκείνη που κατατέθηκε το Νοέμβριο. Η πρόταση δυσπιστίας του Νοεμβρίου σαφώς αναφερόταν στο σύνολο της Κυβέρνησης ενώ η παρούσα περιοριζόταν σε ένα μόνον Υπουργό. Ο καθηγητής Συνταγματικού δικαίου κ. Χρυσόγονος, σε σχετική γνωμοδότηση[4] είχε θεωτητικοποιήσει αυτήν την άποψη καθώς ισχυρίστηκε ότι η πρόταση δυσπιστίας εις βάρος μεμονωμένου υπουργού δεν ταυτίζεται με την πρόταση δυσπιστίας εις βάρος της συλλογικής ευθύνης της Κυβέρνησης. Ο δε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος κ. Βορίδης, εκ μέρους της πλειοψηφίας επικαλέστηκε την άποψη του καθηγητή κ. Παραρά,[5] ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι αν προηγηθεί πρόταση δυσπιστίας συνολικά για το έργο της κυβερνητικής πολιτικής, αυτή καλύπτει και τις εν μέρει ευθύνες των υπουργών της και κατά συνέπεια ο χρονικός περιορισμός του εξαμήνου αποτρέπει την κατάθεση νέας πρότασης δυσπιστίας.

 

Αν και η πλειοψηφία επέβαλε την άποψής της και εν τέλει το προεδρείο της Βουλής απέρριψε ως απαράδεκτη την πρόταση δυσπιστίας, το νομικό προηγούμενο που θεσπίζει, δεν συμβάλλει στην συνταγματική παράδοσή μας. Συγκεκριμένα, ακόμα και αν δεχτούμε την άποψη της πλειοψηφίας, ότι πρόταση δυσπιστίας είναι επιτρεπτό να κατατεθεί εντός εξαμήνου, εφόσον δεν καλύπτεται από προγενέστερη,  ενδέχεται η εκάστοτε μειοψηφία των 50 βουλευτών να μπλοκάρει τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες με αλλεπάλληλες προτάσεις δυσπιστίας, λόγου χάρη εναντίον διαφορετικών υπουργών, εφόσον δεν έχει καταθέσει πρόταση δυσπιστίας εναντίον της Κυβέρνησης ως συνόλου. Επιπλέον η διαδικασία περί του παραδεκτού της πρότασης δυσπιστίας δημιουργεί εντονότατο προβληματισμό δεδομένου ότι με αυτό τον τρόπο δύναται καταχρηστικώς η πλειοψηφία να αποστερήσει την εκάστοτε κοινοβουλευτική μειοψηφία από ένα θεσμικό μηχανισμό κοινοβουλευτικού ελέγχου.[6]

 

Ορθότερο θα ήταν ερμηνευτικά, Κυβέρνηση και Αξιωματική Αντιπολίτευση να περιοριστούν στη διατύπωση του Συντάγματος, άποψη που ειπώθηκε από τον καθηγητή κ. Τσακυράκη[7]. Προς επίρρωση της άποψης αυτής, σημειώνεται ότι το Σύνταγμα ρητώς θέτει μόνο μια παρέκκλιση από τον κανόνα του εξαμήνου, στην περίπτωση που η πρόταση δυσπιστίας υποβληθεί υπογραμμένη από την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Η πρόταση δυσπιστίας είναι ένα εξαιρετικό μέσο στα χέρια της μειοψηφίας να αντιμετωπίζει ακραίες περιπτώσεις κοινοβουλευτικής εκτροπής. Καταρχήν δεν καθιερώθηκε για να υποκαθιστά τον συνήθη κοινοβουλευτικό έλεγχο πολλώ δε μάλλον για να παρακωλύει την ψήφιση νομοσχεδίων, αλλά και από την άλλη μεριά, το παραδεκτό της πρότασης δυσπιστίας δεν υπόκειται στην έγκριση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

[1] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παράγραφος 5 εδ. β τα νομοσχέδια και οι προτάσεις νόμου δεν πρέπει να περιλαμβάνουν διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους. Σχετικά με την αδρανοποίηση της διάταξης αυτής βλ Κώστα Χ. Χρυσόγονο, Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα σκέψεις για μια άλλη αναθεώρηση http://www.constitutionalism.gr/site/2056-shediasma-ekdimokratismoy-dwdeka-skeceis-gia-mia-a/

[2] Σύνταγμα, άρθρο 84 παράγραφος 3.

[3] Κανονισμός της Βουλής, ΦΕΚ 51/Α/97, Άρθρο 142, παράγραφος 1.

[4] βλ Κώστα Χ. Χρυσόγονο, Γνωμοδότηση 30.3.2014 http://www.tovima.gr/files/1/2014/03/30/xrisogonos.pdf

[5] βλ. Π. Παραρά, Σύνταγμα 1975 – Corpus, τόμ. ΙΙΙ, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 1999, σ. 203επ.

[6] αναφορικά με το θεσμό της πρότασης δυσπιστίας ως μηχανισμού κοινοβουλευτικού ελέγχου βλ. Δ. Φιλίππου, Η πρόταση δυσπιστίας ως μέσον άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου, Σάκκουλα, 1990.

[7] βλ. Σταύρο Τσακυράκη, Ο φαύλος κύκλος της δυσπιστίας, Τα Νέα, 1.1.2014 (έντυπη έκδοση).

Προτάσεις αναθεώρησης συνταγματικών διατάξεων για την αναβάθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

*Το κείμενο αυτό αποτελεί γνωμοδότηση του συγγραφέα προς το Ινστιτούτο Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΙΤΑ) της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΕΔΕ).

H συνταγματική αναθεώρηση είναι ευκαιρία για μια ευρεία αναβάθμιση του ρόλου και της προοπτικής της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, προκειμένου αυτή να μπορεί να ανταποκριθεί με τον προσφορότερο δυνατό τρόπο στον διττό ρόλο της, αφενός ως χώρου έκφρασης δημοκρατικών δικαιωμάτων, αφετέρου ως αναπόσπαστης συνιστώσας του εν γένει διοικητικού μας συστήματος. Υπό το πρίσμα αυτό οι προτάσεις που εμπεριέχονται στην παρούσα μελέτη αφορούν πρώτον μια συνολική αναοριοθέτηση του συνταγματικού status της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δεύτερον την πληρέστερη  κατοχύρωση των βασικών αρχών της και τρίτον την συνταγματική καθιέρωση ορισμένων ειδικότερων θεσμών, εγγυήσεων και διαδικασιών, που μπορούν να συμβάλουν είτε στην βελτίωση των δομών και λειτουργιών της είτε στην ενίσχυση των δημοκρατικών χαρακτηριστικών της. Σταθερή θέση που διαπερνά όλες τις προτάσεις είναι ότι οι επιβαλλόμενες συνταγματικές τροποποιήσεις, πέρα από την απαραίτητη κανονιστική τους δεσμευτικότητα ως προς ορισμένες θεμελιώδεις αρχές που ενσωματώνουν, πρέπει κατά τα άλλα να διαμορφώνουν ένα ανοικτό πλαίσιο επιλογών για τον κοινό νομοθέτη, ώστε να διασφαλίζεται η αναγκαία θεσμική ευελιξία και προσαρμοστικότητα στις νέες συνθήκες, ιδίως δε στις νέες προκλήσεις μιας ραγδαία μεταβαλλόμενης κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. 

«Έξι και μία τύψεις για τις Σκουριές»: Η απόφαση ΣτΕ 1492/2013 για τα μεταλλεία χρυσού στη Χαλκιδική

Ευτυχία Αχτσιόγλου, Μ.Δ.Ε. Δημοσίου Δικαίου, Υπ. διδάκτορας Nομικής Α.Π.Θ.

(Προδημοσίευση από το περιοδικό “Το Σύνταγμα”)
Με την 1492/2013 απόφαση του Ε΄ τμήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αίτηση ακύρωσης κατά της κοινής υπουργικής απόφασης με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι τόσο για την εκμετάλλευση κοιτασμάτων των μεταλλείων Κασσάνδρας στο νομό Χαλκιδικής, όσο και για την αποκατάσταση των χώρων απόθεσης παλαιών τελμάτων στην Ολυμπιάδα Χαλκιδικής από την εταιρία «Ελληνικός Χρυσός Α.Ε.Μ.Β.Χ». Το άρθρο αυτό μελετά την εν λόγω απόφαση, αναλύοντας βήμα προς βήμα τον δικανικό συλλογισμό υπό το φως βασικών συνταγματικών θεωρητικών και μεθοδολογικών παραδοχών. Συγκεκριμένα, στο Α΄ μέρος αποτυπώνονται ορισμένες αναγκαίες αποσαφηνίσεις γύρω από την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης και τη λειτουργία της στο δικανικό συλλογισμό του ΣτΕ, την αρχή της πρόληψης και τη σταθμιστική διαδικασία στις περιβαλλοντικές διαφορές, καθώς και τα όρια του δικαστικού ελέγχου. Στο Β΄ μέρος προσεγγίζονται κριτικά κύρια σημεία του δικανικού συλλογισμού της σχολιαζόμενης απόφασης που εγείρουν έντονο προβληματισμό. Συνολικά, η ανάλυση που επιχειρείται στο άρθρο αυτό καταδεικνύει ότι παρά τις θετικές στιγμές τούτης της απόφασης, ο δικανικός συλλογισμός χαρακτηρίστηκε από σημαντικές παραλείψεις και αντιφάσεις, οι οποίες επιτρέπουν να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ακρίβεια της τελικής δικανικής κρίσης.

 

Το Μνημόνιο μεταξύ σφύρας και άκμονος: από το ΣτΕ στο ΕΔΔΑ

Νικόλαος Κ. Γαβαλάς, Δ.Ν., Δικηγόρος

Ως γνωστόν, το εγχείρημα της νομικής αποδόμησης του Α’ Μνημονίου ενώπιον της Ολομελείας του ΣτΕ απέτυχε μεν, διεσφάλισε δε ισχυρές και λίαν ενδιαφέρουσες αντίθετες μειοψηφικές γνώμες. Η προσπάθεια όμως συνεχίστηκε και ενώπιον του ΕΔΔΑ, όπου μια κορυφαία συνδικαλιστική οργάνωση (από τις πολλές που προσέφυγαν στο ΣτΕ), η ΑΔΕΔΥ, και μια έμμισθη δικηγόρος του Συνήγορου του Πολίτη, άσκησαν ατομικές προσφυγές ισχυριζόμενες ότι η περικοπή συντάξεων και αποδοχών στον Δημόσιο Τομέα, παραβιάζει δικαιώματά  τους, που προστατεύει η ΕΣΔΑ και δη το δικαίωμα της ιδιοκτησίας  (άρθρο 1 του 1ου ΠΠΠ), το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη (άρθρο 6), το δικαίωμα στην προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (άρθρο 8), το δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή ενώπιον Δικαστηρίου (άρθρο 13), την απαγόρευση των διακρίσεων (άρθρο 14) και την απαγόρευση της κατάχρησης δικαιωμάτων (άρθρο 17). Παρά το γεγονός όμως ότι η κατάλυση της συλλογικής αυτονομίας από την Κυβέρνηση απετέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους της προσφυγής ενώπιον του ΣτΕ, η προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ  παρέλειψε να επικαλεστεί την παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ, που κατ’ εξοχήν την προστατεύει. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου [(Πρώτο Τμήμα), Ιωάννα ΚΟΥΦΑΚΗ κατά Ελλάδας και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, Προσφυγές υπ’ αρ. 57665/12 και 57657/12, 07/05/2013] απέρριψε αμφότερες τις προσφυγές και τους λόγους που προβλήθηκαν, ως προδήλως αβάσιμες.

ΔΕΕ Τμήμα Μείζ. Σύνθεσης C 617/10, Åklagaren / Hans Åkerberg Fransson, 26.02.2013 [Η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στις φορολογικές κυρώσεις]

με σχόλιο Στέργιου Κοφίνη, Πάρεδρος Δ.Δ., ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης, Υπ.Δ.Ν.

(αναδημοσίευση από: Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου 2013/1, 93επ) Εθνικό δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι η πρόβλεψη δύο χωριστών διαδικασιών, μιας διοικητικής και μίας ποινικής, για την επιβολή κυρώσεων ποινικής φύσης για την ίδια πράξη φορολογικής παράβασης, που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ε.Ε., αντίκειται στην αρχή ne bis in idem του άρθρου 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον πάντως οι εναπομένουσες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, ανάλογες των παραβάσεων και αποτρεπτικές.

 

Συνέδριο προς τιμήν του καθ Β Σκουρή, Προέδρου ΔΕΕ, Θεσσαλονίκη 28-29/03/2014

Συνέδριο

προς τιμή του καθηγητή κ

Βασίλειου Σκουρή

Προέδρου του Δικαστηρίου της ΕΕ

με θέμα:

Το Δικαστήριο της ΕΕ:

Εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας της Ένωσης

και των δικαιωμάτων των πολιτών

 

Θεσσαλονίκη, ΕΒΕΘ, Τσιμισκή 29

Παρασκευή 28 και Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

(το πρόγραμμα στο pdf)


Το φαινόμενο των κυβερνητικών πράξεων και οι προβολές του στο διεθνές δίκαιο

Ιωάννα Πέρβου,  Φοιτήτρια Μ.Δ.Ε. Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης (Δ.Π.Θ.), LL.M. (Cantab), MBA (ACT).

Το φαινόμενο των κυβερνητικών πράξεων έχει απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία ήδη από τον 19ο αιώνα. Ως κυβερνητικές πράξεις ορίζονται οι πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας που περιβάλλονται με δικαστική ασυλία, επειδή ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. Η ιδιαιτερότητά τους αυτή να μην υπάγονται σε δικαστικό έλεγχο τις καθιστά ιδιαίτερα γοητευτικές για τους μελετητές του δημοσίου δικαίου.
Η έννοια των κυβερνητικών πράξεων έχει νομολογιακή προέλευση, γεγονός που έχει δυσχεράνει τη δογματική θεμελίωσή της, αφού μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποια θεωρία που να εξηγεί με σαφήνεια πότε μια πράξη της εκτελεστικής εξουσίας, και δη της διοίκησης, είναι κυβερνητική. Ωστόσο, η νομολογία των εθνικών δικαστηρίων έχει συστηματοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τις πράξεις της διοίκησης που ανάγονται στην άσκηση της κυβερνητικής λειτουργίας δημιουργώντας έτσι έναν «κατάλογο κυβερνητικών πράξεων».

Η παρούσα μελέτη εξετάζει την ιστορική εξέλιξη των κυβερνητικών πράξεων και τη σχέση της θεωρίας με το κράτος δικαίου. Στη συνέχεια παρουσιάζει συνοπτικά τις θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί κυρίως στην ελληνική έννομη τάξη και εμβαθύνει στη νομολογία που έχει αναπτύξει σχετικά το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Τέλος, σκιαγραφεί τις εξελίξεις που συντελούνται στη θεωρία των κυβερνητικών πράξεων τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.