Author Archives: editor

Τα παραλειπόμενα της Αναθεώρησης και η καταστρατήγηση της συναινετικής διαδικασίας με την σύμπραξη και της Αριστεράς

Αντώνης Μανιτάκης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

(Με αφορμή την πρόταση της ΝΔ για αναθεώρηση του Συντάγματος, στηλιτεύεται η καταστρατήγηση της συνταγματικής διαδικασίας της αναθεώρησης με την πολιτική εκμετάλλευση των διαφορετικών πλειοψηφιών στην πρώτη Βουλή που αποφασίζει την αναγκαιότητα της Αναθεώρησης και της Αναθεωρητικής Βουλής που αποφασίζει, αυτή, το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων.

Στην καταστρατήγηση της διαδικασίας έχει συμπράξει άθελά της και με ασυγχώρητη αφέλεια και η Αριστερά, Το 1985 με την ευκαιρία που έδωσε στο ΠΑΣΟΚ το 1986 να αναθεωρήσει μόνο του το Σύνταγμα με απλή πλειοψηφία. Το 1998, ο Συνασπισμός που υπερθεμάτισε στην πρώτη Βουλή την αναγκαιότητα της αναθεώρησης. Τώρα, το 2006, φτάσαμε απότομα στο άλλο άκρο. Η τωρινή ηγεσία του όχι μόνον δεν συναινεί, αλλά καταγγέλλει γενικολογώντας και καταστροφολογώντας)

———–

Το πρώτο, το προκαταρκτικό, αλλά μείζονος πολιτικής σημασίας ζήτημα, που ανακύπτει από τη νέα διαδικασία της αναθεώρησης είναι διαδικαστικό: ποιος και με ποια πλειοψηφία θα αποφασίσει, τελικά, για το περιεχόμενο της αναθεώρησης και ποιό θα είναι αυτό. Διαλαλείται κατά κόρον ότι και η νέα αναθεώρηση θα είναι, όπως και η προηγούμενη συναινετική, και ότι θα συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση των βουλευτών και ότι δεν θα είναι μονοκομματική ούτε συγκυριακή ούτε κυβερνητική.

Πιστεύω πως εκείνο που προέχει σήμερα είναι να μην συγκεντρωθούν πλειοψηφίες 180 βουλευτών ώστε, αν ξεκινήσει τελικά η διαδικασία αναθεώρησης, να χρειαστούν αυξημένες πλειοψηφίες στην αναθεωρητική Βουλή, για να μπορεί να γίνει αναθεώρηση με πραγματική και ουσιαστική συναίνεση.

Και όμως τίποτε πιο παραπλανητικό από αυτό, αν κρίνει κανείς από τις δύο προηγούμενες αναθεωρήσεις και εξετάσει τις πλειοψηφίες που σχηματίστηκαν στη διατύπωση των κρίσιμων διατάξεων που αναθεωρήθηκαν τότε. Θα διαπιστώσει ότι ούτε η αναθεώρηση του 1986 ούτε εκείνη του 2001 ήταν τελικά τόσο συναινετικές όσο διατυμπανίζεται. Η κυβερνητική πλειοψηφία που είχε την τυπική δυνατότητα να αποφασίζει με απλή πλειοψηφία και όχι με ενισχυμένη όρισε και το περιεχόμενο της αναθεώρησης. Διότι σημασία δεν έχει, για να κριθεί η συναίνεση, η πλειοψηφία που σχηματίστηκε για να ξεκινήσει η αναθεώρηση, αλλά πόση και τι είδους συναίνεση συνάντησε η τελική διατύπωση της αναθεωρητέας διάταξης στην αναθεωρητική Βουλή, η οποία και αποφασίζει την αναθεώρηση. Μπορεί δηλαδή η ψηφοφορία που γίνεται στην πρώτη Βουλή, που αποφασίζει για την αναγκαιότητα της αναθεώρησης και προσδιορίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις να είναι μεγάλη, και ήταν εντυπωσιακά μεγάλη το 1998 αφού έφθανε στις περισσότερες αναθεωρητέες διατάξεις τις 270 ψήφους, το περιεχόμενο όμως των διατάξεων θα αποφασιζόταν από την δεύτερη, την αναθεωρητική Βουλή. Και όταν η πρώτη Βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία αυξημένη, πάνω από 180 ψήφους τότε η αναθεωρητική Βουλή μπορεί να αποφασίσει ακόμη και με 151 ψήφους. Στην περίπτωση αυτή η πρώτη Βουλή εξουσιοδοτεί εν λευκώ την κυβερνητική πλειοψηφία να αποφασίζει το περιεχόμενο της αναθεώρησης όπως αυτή θέλει.

 

Και αυτό επιδιώκεται να γίνει και με την τρέχουσα «συναινετική» -πάλι- διαδικασία. Το ΠΑΣΟΚ ανταποδίδοντας την συναίνεση της ΝΔ στην προηγούμενη αναθεώρηση, του 2001, συναινεί και συγκατατίθεται στη νέα εκκίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης, αποδεχόμενο ως δεδομένο και ως λογικό, η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία να αποφασίσει ελεύθερα και με απλές-πάνω από 151- πλειοψηφίες τη νέα αναθεώρηση.

Στην παρούσα φάση η κυβερνητική πλειοψηφία καθορίζει γενικά και αόριστα την κατεύθυνση της αναθεώρησης και επιζητεί τώρα αυξημένες πλειοψηφίες ώστε να μπορεί στην επόμενη Βουλή να αποφασίσει ως κυβερνών κόμμα.

 

Έτσι εξηγείται γιατί η αναθεώρηση έγινε μια απλή διαδικασία και συντελείται με τόση ευκολία και τόσο συχνά: η διακομματική σιωπηρή συνεννόηση των δύο μεγάλων κυβερνητικών κομμάτων, που εύσχημα ονομάστηκε «συναίνεση». Η τεχνητή αυτή συναίνεση οδήγησε στην πράξη σε μια καταστρατήγηση του Συντάγματος και σε μετατροπή του αυστηρού χαρακτήρα του σε ήπιο. Η αναθεώρηση έγινε υπόθεση της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας και το Σύνταγμα κατάντησε απλός νόμος του κράτους.

Γι΄αυτό και είναι πρόωρο, ανεδαφικό και παραπλανητικό να ασχολείται κανείς σήμερα με το περιεχόμενο της νέας αναθεώρησης, αφού σήμερα μόνο τις γενικές προθέσεις γνωρίζουμε και αγνοούμε το ειδικό περιεχόμενο της, που θα αποφασιστεί από την επόμενη Βουλή. Μέχρι τότε θα έχει ξεχαστεί ή ξεθυμάνει η σχετική συζήτηση και η αναθεώρηση θα γίνει σε ένα κλίμα απάθειας και αδιαφορίας.

Το κρίσιμο πολιτική ζήτημα που μπαίνει άρα σήμερα είναι με ποιες πλειοψηφίες αποφασίζεται σήμερα η αναθεώρηση. Όσο πιο μικρές, τόσο καλλίτερα για το Σύνταγμα και την δημοκρατία.

 

Δυστυχώς η αριστερά που έχει μάθει απλώς να καταγγέλλει γενικολογώντας και καταστροφολογώντας επί μονίμου βάσεως, έχει συμπράξει άθελά της και με ασυγχώρητη αφέλεια σε αυτήν την καταστρατήγηση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Το 1985 το ΚΚΕ ψήφισε την κίνηση της διαδικασίες αναθεώρησης και έδωσε στο ΠΑΣΟΚ την ευκαιρία να αναθεωρήσει το 1986 το Σύνταγμα με απλή πλειοψηφία, οργανώνοντας και νομιμοποιώντας και συνταγματικά τον σχηματισμό αυτοδύναμων μονοκομματικών κυβερνήσεων. Επέτρεψε με την ψήφο του να γίνει πρότυπο, συνταγματικό αυτό που κάθε μέρα δεν κουράστηκε πολιτικά να καταγγέλλει: τον δικομματισμό και τις μονοκομματικές κυβερνήσεις.

Στην συναίνεση του 1998 συνέβαλε και ο Συνασπισμός υπερθεματίζοντας την αναγκαιότητα της τότε αναθεώρησης και προτείνοντας και δικό του μάλιστα σχέδιο αναθεώρησης, λές και δεν ήξερε ποιες πλειοψηφίες θα αποφάσιζαν και ότι με το «ναι» στην αναθεώρηση εκείνη ουσιαστικά και τελικά νομιμοποιούσε την αναθεώρηση που επερχόταν συμβάλλοντας στο συναινετικό κλίμα.

 

Τώρα φτάσαμε απότομα στο άλλο άκρο. Η τωρινή ηγεσία του Συνασπισμού όχι μόνον δεν συναινεί, αλλά καταγγέλλει γενικολογώντας, καταστροφολογώντας, και προεξοφλώντας την χειρότερη εκδοχή. Δεν καταλαβαίνει ότι έτσι μπαίνει στη λογική της αναθεωρητικής συζήτησης και εμφανίζεται αρνητική και εξ ορισμού σε κάθε είδους αναθεώρηση και αποκλείει κάθε δυνατότητα παρέμβασης στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή;

 

Πιστεύω πως εκείνο που προέχει σήμερα είναι να μην συγκεντρωθούν πλειοψηφίες 180 βουλευτών ώστε, αν ξεκινήσει τελικά η διαδικασία αναθεώρησης, να χρειαστούν αυξημένες πλειοψηφίες στην αναθεωρητική Βουλή, για να μπορεί να γίνει αναθεώρηση με πραγματική και ουσιαστική συναίνεση.

 

Εφημερίδα, Αυγή, 21 Ιανουαρίου 2006

Démocratie et citoyenneté européennes: quel avenir pour les peuples de l’Europe?

Iphigenia Kamtsidou, Professeur Assοciee de Droit Constitutionnel, Departement de Droit -Universite Aristote de Thessalonique

Εισήγηση στο συνέδριο «20Jahre nach den Verträgen von Maastricht. Die Europäische Union in der krise?» που διοργάνωσε το Ίδρυμα Rosa Luxembourg, στις10 και 11 Οκτωβρίου 2013 στο Potsdam.

La crise souveraine a déclenché des politiques de l’U. E. qui dépassent largement le cadre juridique européen,  influencent l’exercice du pouvoir dans les États membres endettés et hypothèquent le devenir démocratique de leurs institutions. La déconstitutionnalisation du pouvoir au niveau national et le recul du droit primaire européen posent  la question de savoir si ces métamorphoses peuvent être attribuées au fait que l’Union fonctionne sans qu’une loi fondamentale organise l’exercice du pouvoir et le contrôle des bureaucraties qui assurent sa gérance. La crise souveraine appelle, donc, à réfléchir sur la nécessité d’approfondir l’union politique et de lui donner une dynamique démocratique par l’adoption d’une Constitution adéquate. Or, donner une Constitution à l’Europe ne signifie nullement « constituer » un ensemble politique inexistant : le manque de Constitution formelle ne prive pas l’UE d’une Constitution matérielle, grâce à laquelle, les politiques susmentionnées se sont développées. Par conséquent, il s’agit de déconstruire la Constitution européenne pour fonder le fonctionnement de l’Union sur une Constitution politique instaurant la séparation de la gouvernance économique et du gouvernement de la vie sociale. Il est question d’une « révolution » pacifique visant à renverser le dispositif institutionnel européen et à ouvrir le débat au Parlement européen sur de nouvelles institutions et principes  tendant à assurer l’autogouvernement des citoyens européens. Entamer ce processus, c’est également créer les conditions d’institution du sujet politique qui sera le protagoniste de son accomplissement dans les tensions et les contradictions qui traversent actuellement l’U.E.

ΣτΕ (Ολομ) 376/2014: Mall 2

με σχόλιο Ελένης Λάππα, Φοιτήτριας ΜΠΣ Δημοσίου Δικαίου, Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Α. Περίληψη της ΟλΣτΕ 376/2014

(το πλήρες κείμενο της απόφασης στο pdf)

Α. Περίληψη της ΟλΣτΕ 376/2014:

Η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθμ. 376/2014, εκδόθηκε στο πλαίσιο αιτήσεως ακυρώσεως κατά πολεοδομικών ρυθμίσεων που θεσπίστηκαν υπό το ένδυμα του νόμου (αρ. 6 του Ν. 3207/2003). Ειδικότερα, με την αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση «των εις το ΦΕΚ Α΄ 302/24.12.2003, υπό το ένδυμα νόμου (3207/03, αρθ. 6), εμπεριεχομένων πολεοδομικών ρυθμίσεων, ήτοι εγκρίσεως ρυμοτομικού σχεδίου στον χώρον Ο.Α.Κ.Α. Αμαρουσίου, εγκρίσεως πράξεων εφαρμογής, αδείας κατασκευής εγκαταστάσεων, καθορισμού χρήσεων, εγκρίσεως της θέσεως και διατάξεως των κτιρίων δια χαρακτηρισμού της τοιαύτης εγκρίσεως ως πολεοδομικής αδείας και, τέλος, αδείας απ’ ευθείας εκποιήσεως των ακινήτων του Ο.Ε.Κ.».

 Επί της κρινόμενης αίτησης εκδόθηκε αρχικώς η υπ’ αριθμ. 391/2008 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό επταμελή σύνθεση. Με αυτήν, λόγω της μείζονος σπουδαιότητας των θεμάτων που ανέκυψαν, αναγομένων α) στο παραδεκτό της αιτήσεως, εν όψει του αιτήματος αυτής να ακυρωθούν ρυθμίσεις τυπικού νόμου καλύπτουσες υπό το ένδυμά του αυτό θέματα αποτελούντα αντικείμενο ρύθμισής τους με διοικητικές πράξεις και β) του, εν όψει και του Κοινοτικού Δικαίου, ισοδυνάμου της προστασίας που παρέχει ο πολιτικός δικαστής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 57 του Αστικού Κώδικα προς εκείνη που παρέχει η αίτηση ακυρώσεως, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2β του άρθρου 14 του π.δ/τος 18/1989.

Επί της παραπομπής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4076/2010 απόφαση της Ολομελείας, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση αποφάσεως, ώστε να εκδικασθεί η υπόθεση μετά την έκδοση απόφασης του ΔΕΕ επί εκκρεμών ενώπιόν του προδικαστικών ερωτημάτων εχόντων άμεση σχέση με το ανωτέρω υπό β) θέμα, τα οποία είχε ήδη υποβάλει σε αυτό με αποφάσεις του της 27 και 31.3.2009 το Βελγικό Συμβούλιο της Επικρατείας. Επ’ αυτών εκδόθηκε η απόφαση της 18.10.2011 του ΔΕΚ (τμήμα μείζονος συνθέσεως, υποθέσεις C-128 έως 135/09).

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ’ αριθμ. 376/2014 απόφασή του, έκρινε ως εξής:

Κατ’ αρχάς, η αίτηση παραδεκτώς στρέφεται κατά της σιωπηρής διαπίστωσης από την Διεύθυνση Οικοδομικών και Κτηριοδομικών Κανονισμών (στο εξής Δ.Ο.Κ.Κ.) της συμφωνίας των υποβληθεισών μελετών προς τις ρυθμίσεις του άρθρ. 6 του Ν. 3207/2003. Τούτο διότι, για την εφαρμογή της διάταξης του αρ. 2 παρ. 6 του Ν. 3702/2003, με την οποία παρέχεται έγκριση της θέσεως και διατάξεως των κτιρίων και επομένως η έγκριση αυτή επέχει θέση πολεοδομικής άδειας, «απαιτείται να διαπιστωθεί από την αρμόδια υπηρεσία, δηλαδή την ΔΟΚΚ, αν τα υποβαλλόμενα σχέδια είναι σύμφωνα προς τις πολεοδομικές ρυθμίσεις του ανωτέρω άρθρου, η διαπίστωση δε της συνδρομής της προϋποθέσεως αυτής είναι δυνατόν, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, να εκδηλώνεται και σιωπηρώς. Η διαπίστωση αυτή, που επιφέρει έννομα αποτελέσματα διότι αποτελεί όρο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη» (σκέψη 10).

Σύμφωνα με την ειδική γνώμη του Συμβούλου Β. Αραβαντινού, «προκειμένου να αποφευχθεί ο αποκλεισμός της αμφισβήτησης με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης της συμφωνίας με το Σύνταγμα αλλά και με κανόνες υπέρτερης του νόμου τυπικής ισχύος ατομικών ρυθμίσεων που έχουν θεσπισθεί με νόμο κατ’ απόκλιση, έστω και συνταγματικώς κατ’ αρχήν επιτρεπόμενη, της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών, στις περιπτώσεις, τουλάχιστον, κατά τις οποίες είναι δυνατή η άμεση εκτέλεση της ρυθμίσεως, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η περαιτέρω έκδοση διοικητικής πράξης, παραδεκτώς αμφισβητείται μόνο η συμφωνία της ρύθμισης με κανόνες υπέρτερης του νόμου τυπικής ισχύος, και, αν ο σχετικός λόγος κριθεί βάσιμος, ακυρώνεται η διά του νόμου επιβαλλόμενη ατομική ρύθμιση κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται η εκτέλεσή της με υλικές ενέργειες». Επομένως, η αίτηση ακυρώσεως παραδεκτώς καταρχήν στρέφεται κατά της επίμαχης ρυθμίσεως, καθώς αυτή εμπεριέχει ατομική πράξη αμέσως εφαρμοστέα, χωρίς να καταλείπεται στάδιο έκδοσης διοικητικής πράξεως.

Στη συνέχεια, το δικαστήριο εξέτασε τη συμφωνία των επίμαχων διατάξεων του Ν. 3702/2003 με τις διατάξεις α) 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 26 και28 παρ. 1 και 2 και β) 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος:

  1. Αρχικά, δέχθηκε ότι από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 26 και 28 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι δεν αποκλείεται μεν η επιβολή με τυπικό νόμο μέτρων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού ατομικού χαρακτήρα «υπό την προϋπόθεση όμως ότι με αυτά δεν θίγονται ατομικά δικαιώματα και δεν παραβιάζονται άλλες συνταγματικές διατάξεις ή αρχές, καθώς και οι σχετικοί ορισμοί του ενωσιακού δικαίου. Δεδομένου ότι πρόκειται, πάντως, για απόκλιση από την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, η επιβολή των προαναφερόμενων μέτρων με τυπικό νόμο είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Τούτου έπεται ότι οι λόγοι που επιβάλλουν την ανωτέρω απόκλιση πρέπει να προκύπτουν από την εισηγητική έκθεση του τυπικού αυτού νόμου και τα συνοδεύοντα αυτήν στοιχεία ή (και) από τις συζητήσεις κατά την ψήφισή του στη Βουλή ή, τέλος, από τις συντρέχουσες πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες καθίσταται πρόδηλη η ανάγκη ψήφισής του». Υπόκειται μάλιστα στον οριακό έλεγχο του δικαστή η απαιτούμενη από το Σύνταγμα συνδρομή των προαναφερθέντων λόγων (ΣτΕ Ολ 1847/2008, Ολ 3059/2009).
  2. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι από το συνδυασμό των διατάξεων του αρ. 24 παρ. 1 και 2 του Σ προκύπτει ότι απαγορεύεται η λήψη μέτρων που θα επιφέρουν επιδείνωση των όρων διαβίωσης και την υποβάθμιση του υπάρχοντος φυσικού ή προβλεπόμενου από την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία οικιστικού περιβάλλοντος (ΣτΕ 1528/2003 Ολομ., 1847/2008 Ολομ., 3059/2009 Ολομ., 415/2011 Ολομ.). Εάν δε τέτοια μέτρα ληφθούν με νόμο «πρέπει είτε σε αυτόν είτε στην εισηγητική του έκθεση και τα συνοδεύοντα αυτήν στοιχεία ή τις συζητήσεις στη Βουλή ή, τέλος, τις συντρέχουσες πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες κατέστη αναγκαία η ψήφισή του, να προκύπτει ο ειδικός πολεοδομικός λόγος σο οποίος απέβαλε τη λήψη τους (πρβλ. ΣτΕ Ολ 1528/2003). Η τήρηση της συνταγματικής αυτής επιταγής υπόκειται και στην περίπτωση αυτή στον οριακό έλεγχο του ακυρωτικού δικαστού, ο οποίος οφείλει βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας να σταθμίσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εάν και κατά πόσον υποβαθμίζεται το περιβάλλον (ΣτΕ Ολ 3059/2009, Ολ 415/2011) και, σε περίπτωση που τούτο κατ’ εξαίρεση συμβαίνει, εάν προκύπτει ο ανωτέρω ειδικός πολεοδομικός λόγος (ΣτΕ Ολ 1528/2003)».

Εφαρμόζοντας λοιπόν τα παραπάνω στην περίπτωση του αρ. 6 του Ν. 3207/2003, το Δικαστήριο έκρινε ότι εφόσον συνέτρεχε επείγουσα ανάγκη εκ νέου πολεοδομικής ρύθμισης της περιοχής (όπως προκύπτει από την εντός του Ιουνίου 2003 συνταγείσα «Χωροταξική Πολεοδομική Θεώρηση Ολυμπιακού Χωριού Τύπου», η οποία, κατατεθείσα μαζί με την εισηγητική έκθεση του Ν. 3207/2003 ως Παράρτημα αυτού, αποτελεί την επιστημονική θεμελίωσή του, αλλά και από τις σχετικές συζητήσεις στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη ψήφιση του νόμου αυτού), οι διατάξεις του Ν. 3207/2003 περί επεκτάσεως του υπερτοπικού πόλου του Ο.Α.Κ.Α. και καθορισμού χρήσεων σε αυτόν κατά τη μεταολυμπιακή λειτουργία του δεν παραβιάζουν ούτε το αρ. 24 ούτε την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών του αρ. 26 Σ (σκέψη 16).

Κατά την αντίθετη άποψη όμως της Μ. Καραμανώφ «Οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις του Ν. 3207/2003 προσκρούουν στο άρθρο 26 του Συντάγματος στο μέτρο που με αυτές προβλέπεται χρήση συνδεόμενη με κατασκευές που θα χρησιμοποιηθούν μόνο μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες, εφ’ όσον στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει ειδικός λόγος θεσπίσεως της ανωτέρω διάταξης με τυπικό νόμο (κατεπείγον)»

Έπειτα, εξετάζοντας ειδικότερα τις συνέπειες των εισαγομένων νέων ρυθμίσεων στο αστικό περιβάλλον της περιοχής, το Δικαστηρίου έκρινε ότι, εφόσον σκοπός του νομοθέτη, όπως προκύπτει από την εισηγητική  έκθεση, ήταν οι διατάξεις του Ν. 3207/2003 «να αποκλίνουν κατά το δυνατόν λιγότερο του υφισταμένου πριν από αυτούς … γενικότερου πολεοδομικού σχεδιασμού της περιοχής, χωρίς όμως να ανατρέπεται ο νέος προορισμός της ως υπερτοπικού πόλου», δε συντρέχει καταρχήν συνθήκη υποβάθμισης των όρων διαβιώσεως. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις είναι ως προς τούτο σύμφωνες με το αρ. 24 Σ, υπό την προϋπόθεση ότι «από τη συνταγματικώς απαιτούμενη επιστημονική μελέτη, όμως, … προκύπτει ότι εξετάστηκαν ειδικώς οι συνέπειες των εισαγομένων νέων ρυθμίσεων στο αστικό περιβάλλον της περιοχής» (σκέψη 18).

Βάσει λοιπόν της παραπάνω προϋπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μεταβολή που προβλέπει το αρ.6 του Ν. 3207/2003 στο πολεοδομικό καθεστώς της επίμαχης περιοχής μέσω της αλλαγής των όρων δόμησης και χρήσεων γης, δεν είναι καταρχήν ανεπίτρεπτη από το Σύνταγμα, ενόψει του νέου προορισμού της ως υπερτοπικού πόλου. Η θέσπιση όμως, με το αρ. 6 παρ. 1β’  του Ν. 3207/2003, συντελεστή δόμησης 1, 90 (ο οποίος είναι υπερδιπλάσιος του μέσου συντελεστή του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου για το Οικοδομικό Τετράγωνο 1, όπως αυτό καθορίζεται από το ρυμοτομικό σχέδιο που εγκρίνεται δια της παρ. 1α’ του αρ. 6 του Ν. 3207/2003), όφειλε, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 24 παρ. 1 και 2 του Σ, να φέρει ειδική αιτιολόγηση ως προς την οικιστική επιβάρυνση που θα προκαλέσει στο σύνολο της περιοχής και τις εν γένει συνέπειες στο αστικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, η διάταξη του αρ. 6 παρ. 1β’  του Ν. 3207/03 είναι ανίσχυρη ως αντίθετη στο αρ. 24 του Σ. και ότι, κατ’ επέκταση, είναι ακυρωτέα η αποτελούσα προϋπόθεση εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων σιωπηρή διαπίστωση, από τη Δ.Ο.Κ.Κ., της συμφωνίας των σχετικών μελετών που της υποβλήθηκαν προς τις ανωτέρω διατάξεις (σκέψη 19).

Σύμφωνα με την άποψη της 1ης μειοψηφίας, ο αυξημένος συντελεστής δόμησης στο Ο.Τ. αυτό, που αποτελεί λιγότερο του ενός τρίτου του συνόλου της έκτασης της επίδικης περιοχής, είναι «αυτόθροη συνέπεια της μεταβολής του προορισμού του υπερτοπικού πόλου και, συνεπώς, δεν απητείτο ειδικότερη αιτιολόγηση του καθορισμού του εν λόγω συντελεστή δόμησης. Ως εκ τούτου, η ανωτέρω διάταξη δεν αντίκειται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, και είναι ισχυρή».

Σύμφωνα δε με τη 2η μειοψηφία, «η ανωτέρω αύξηση του μ.σ.δ. κατά δύο δέκατα στο σύνολο της επίδικης περιοχής και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στο Ο.Τ.1, σε συνδυασμό προς την προσθήκη ιδιαιτέρως οχλούσης χρήσεως μεγάλου μεγέθους στο Ο.Τ. αυτό και μάλιστα ανεξαρτήτως προς τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, συνεπάγονται υπέρμετρα επιβάρυνση του οικιστικού περιβάλλοντος και των όρων διαβίωσης των κατοίκων της επίδικης περιοχής σε σχέση με τις ευνοϊκότερες ρυθμίσεις του Γ.Π.Σ. αυτής και συνεπώς, είναι ανίσχυρες οι επίμαχες διατάξεις των περ. β΄ και γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3207/2003, ως αντίθετες προς το άρθρο 24 του Συντάγματος».

Τέλος, το Δικαστήριο εξέτασε τη συμφωνία των διατάξεων του Ν. 3207/2003 με την οδηγία 85/337 ΕΟΚ. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το αρ. 2 της οδηγίας «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, πριν χορηγηθεί η άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον… να χρειάζονται άδεια και εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων». Στο βαθμό λοιπόν που οι πολεοδομικές ρυθμίσεις του αρ. 6 του Ν. 3207/2003 δε συνοδεύονται από εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (η επιστημονική μελέτη που συνοδεύει το Ν. 3207/2003 αντιμετωπίζει κατά κύριο λόγο τα πολεοδομικά ζητήματα), παρόλο που αποτελούν «πολεοδομικό σχεδιασμό» έργων και δραστηριοτήτων που είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον (ΚΥΑ ΗΠ 15393/2332/2002 σε συνδυασμό με το αρ. 3 του Ν. 1650/1986), έρχονται σε αντίθεση με την οδηγία 85/337 ΕΟΚ. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του αρ. 6 παρ. 1 α’, β’, γ’, και 2 του Ν. 3207/2003 είναι ανίσχυρες και η αποτελούσα προϋπόθεση εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων σιωπηρή διαπίστωση, από τη Δ.Ο.Κ.Κ., της συμφωνίας των σχετικών μελετών που της υποβλήθηκαν προς τις ανωτέρω διατάξεις κρίνεται ακυρωτέα.

 

Β. Σχόλιο

Ελένη Λάππα, Φοιτήτρια ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Η σημασία της απόφασης ΟλΣτΕ 376/2014  έγκειται στο γεγονός ότι, σε αυτή, το Συμβούλιο της Επικρατείας αντιμετώπισε το ζήτημα του δικαστικού ελέγχου της περιβεβλημένης το ένδυμα τυπικού νόμου ατομικής ρύθμισης πολεοδομικού και χωροταξικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η αίτηση ακύρωσης στρέφεται κατά της «σιωπηρής έγκρισης» της εκτέλεσης της ατομικής νομοθετικής ρύθμισης από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία είναι αρμόδια κατά το Σύνταγμα για την εκτέλεση των νόμων (εν προκειμένω από τη Διεύθυνση Οικοδομικών και Κτηριοδομικών Κανονισμών του ΥΠΕΧΩΔΕ). 

Με αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο υιοθέτησε την πιο «συντηρητική» γνώμη από αυτές που διατυπώθηκαν στην παραπεμπτική ΣτΕ 391/2008 (σκέψη 13), χωρίς όμως να επαναλαμβάνει τη σχετική επιχειρηματολογία που τη θεμελιώνει: εφόσον «η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά πράξεων των διοικητικών αρχών, προκύπτει ότι το ένδικο αυτό βοήθημα είναι απαράδεκτο, όταν στρέφεται ευθέως κατά τυπικού νόμου, έστω και αν αυτός περιέχει ατομική ρύθμιση. Στην περίπτωση όμως αυτή, δηλαδή της προσβολής απλώς τυπικού νόμου, ο οποίος προβαίνει σε εξαντλητική ατομική ρύθμιση και, συνεπώς, αποκλείει την δυνατότητα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δια της ευθείας προσβολής του κατά παράβαση των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της Ε.Σ.Δ.Α., πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση ακυρώσεως στρέφεται κατά της «σιωπηρής έγκρισης» της εκτέλεσης της ατομικής αυτής ρυθμίσεως από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία είναι η κατά το Σύνταγμα αρμόδια για την εκτέλεση των νόμων εξουσία» (ΣτΕ 391/2008, σκέψη 13).

Σε αντίθεση με την απόφαση του Τμήματος, το ζήτημα της θέσπισης ατομικής ρύθμισης πολεοδομικού και χωροταξικού χαρακτήρα με νόμο απασχόλησε τη Ολομέλεια όχι σε επίπεδο παραδεκτού αλλά κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων του αρ. 6 Ν. 3207/2003. Συγκεκριμένα, έκρινε πως από τις διατάξεις των αρ. 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 26 και 28 παρ.1 και 2 του Σ συνάγεται ότι δεν αποκλείεται η σε εξαιρετικές περιπτώσεις θέσπιση ατομικών ρυθμίσεων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού με τυπικό νόμο «υπό την προϋπόθεση όμως ότι με τις ρυθμίσεις αυτές δεν θίγονται ατομικά δικαιώματα και δεν παραβιάζονται άλλες συνταγματικές διατάξεις ή αρχές, καθώς και οι σχετικοί ορισμοί του κοινοτικού δικαίου» (σκέψη 12) και ότι οι διατάξεις του Ν. 3207/2003 προέκυψαν από την επείγουσα ανάγκη εκ νέου πολεοδομικής ρύθμισης της περιοχής (σκέψη 16).

Όπως γίνεται φανερό, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, θεμελιώνοντας το παραδεκτό της αιτήσεως ακυρώσεως σε «σιωπηρή» διοικητική πράξη, απέφυγε να διατυπώσει κρίση σχετικά με το αν μπορεί να προσβληθεί ευθέως ή όχι ένας νόμος ο οποίος εμπεριέχει ατομική ρύθμιση. Θεωρώντας καταρχήν σύμφωνη με το Σύνταγμα τη θέσπιση τέτοιου νόμου οι περιορισμοί που έθεσε ήταν οι εξής: α) «με τις ρυθμίσεις αυτές δεν θίγονται ατομικά δικαιώματα και δεν παραβιάζονται άλλες συνταγματικές διατάξεις ή αρχές, καθώς και οι σχετικοί ορισμοί του κοινοτικού δικαίου» και β) «η επιβολή των προαναφερόμενων μέτρων με τυπικών νόμων είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις». Η συνδρομή δε των προϋποθέσεων αυτών υπόκειται στον οριακό έλεγχο του δικαστή (σκέψη 12).

Αυτό το οποίο θα μπορούσε εύλογα να αντιταχθεί στην προαναφερθείσα θέση του Δικαστηρίου είναι το εξής: η -έστω και λόγω συνδρομής εξαιρετικής και επείγουσας ανάγκης- θέσπιση με νόμο ατομικών ρυθμίσεων άμεσα εφαρμοστέων, από τη στιγμή που δεν καταλείπεται στάδιο έκδοσης διοικητικών πράξεων είναι σε κάθε περίπτωση αντίθετη με συνταγματικές διατάξεις και αρχές, ιδίως αυτές του αρ. 20 παρ. 1 Σ και του 26 Σ, όπου θεμελιώνονται αντίστοιχα το δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας και η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών.

Ορθότερη λοιπόν παρουσιάζεται η πιο «προωθημένη» από τις απόψεις που διατυπώθηκαν στην ΣτΕ 391/2008, την οποία υιοθέτησε και ο Σύμβουλος Β. Αραβαντινός διατυπώνοντας ειδική γνώμη στην ΟλΣτΕ 376/2014 (σκέψη 11), σύμφωνα με την οποία «ο αποκλεισμός της αμφισβήτησης με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης της συμφωνίας με το Σύνταγμα αλλά και με κανόνες υπέρτερης του νόμου τυπικής ισχύος ατομικών ρυθμίσεων που έχουν θεσπισθεί με νόμο κατ’ απόκλιση, έστω και συνταγματικώς κατ’ αρχήν επιτρεπόμενη, της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών, στις περιπτώσεις, τουλάχιστον, κατά τις οποίες είναι δυνατή η άμεση εκτέλεση της ρύθμισης, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η περαιτέρω έκδοση διοικητικής πράξης, θα οδηγούσε σε ματαίωση της αποστολής των διοικητικών δικαστηρίων, όπως αυτή προβλέπεται στο Σύνταγμα και, γενικότερα, σε ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ των τριών λειτουργιών του Κράτους, στην οποία αποβλέπει ο συντακτικός νομοθέτης με τις ανωτέρω διατάξεις. Κατά συνέπεια, κατά την έννοια τόσο της διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος, ερμηνευόμενης σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 20, 28 και 93 αυτού και προς την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, ενόψει της οποίας είναι εφαρμοστέες οι συνταγματικές διατάξεις που αφορούν το σύστημα οργάνωσης της δικαιοσύνης, όσο και της παρ. 1 του άρθρου 45 του π.δ/τος 18/1989 … δεν αποκλείεται στις ανωτέρω περιπτώσεις η ευθεία προσβολή με αίτηση ακύρωσης ατομικής ρύθμισης που έχει μορφή διάταξης τυπικού νόμου» (σκέψη 12).

Βέβαια, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας δε χρειάστηκε να αναφερθεί στις συνέπειες που επιφέρει η με νόμο θέσπιση ατομικών ρυθμίσεων αμέσως εφαρμοστέων, από τη στιγμή που έκρινε ότι οι διατάξεις του αρ. 6 του Ν. 3207/2003 θεσπίζουν ατομικές πράξεις οι οποίες δεν είναι άμεσα εφαρμοστέες, εφόσον η εφαρμογή τους προϋποθέτει την έστω και σιωπηρή διαπίστωση εκ μέρους της Δ.Ο.Κ.Κ. της συμφωνίας των μελετών με τις ανωτέρω διατάξεις (σκέψη 19 και 21). Από τη στιγμή λοιπόν που διαπίστωσε την ύπαρξη και την εκτελεστότητα της «σιωπηρής» διαπίστωσης της Δ.Ο.Κ.Κ., το Δικαστήριο εξασφάλισε το μείζον, τη δυνατότητα δηλαδή δικαστικού ελέγχου της όλης διαδικασίας.

Η θέση όμως αυτή, παρ’ ότι τεκμηριωμένη με μεθοδολογική συνέπεια, δε δίνει οριστική λύση στο πρόβλημα. Και αυτό γιατί εναποθέτει τελικά στην in concreto κρίση του δικαστή το αν θα ελέγξει ή όχι μια ατομική ρύθμιση που έχει θεσπιστεί με νόμο, εξαρτώντας δε τη σχετική διαπίστωση από το σχετικά ασαφές κριτήριο της ύπαρξης η ή μη «σιωπηρών» διοικητικών πράξεων, χωρίς να χρησιμοποιήσει έστω το τεκμήριο που προτάθηκε στην αντίστοιχη γνώμη του Τμήματος, σύμφωνα με την οποία: «η σιωπηρή αυτή έγκριση τεκμαίρεται είτε από σχετικά, μεταγενέστερα του νόμου, έγγραφα της Διοικήσεως μη συνιστώντα εκτελεστές διοικητικές πράξεις, πάντως δε από την έναρξη των υλικών ενεργειών εκτέλεσης της περιεχόμενης στο νόμο ατομικής ρύθμισης» (σκέψη 13 στη ΣτΕ 391/2008).

Ενόψει των παραπάνω, ορθότερο θα ήταν να αναγνωρισθεί ρητά η δυνατότητα ευθείας προσβολής ατομικών πράξεων που έχουν θεσπισθεί με νόμο σε κάθε περίπτωση που δεν καταλείπεται περιθώριο έκδοσης διοικητικών πράξεων. Με τον τρόπο αυτό, ο δικαστής δε θα αναγκαζόταν να καταφεύγει στο ασταθές κριτήριο της ύπαρξης ή μη «σιωπηρών» διοικητικών πράξεων και επομένως θα εξασφαλιζόταν μια ενιαία αντιμετώπιση αυτής της αμφίβολης σκοπιμότητας νομοθετικής πρακτικής.

Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων υπό τις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις

Αργυρόπουλος Γιώργος, ασκούμενος Δικηγόρος, μεταπτυχιακός φοιτητής Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης Νομικής Δ.Π.Θ.

Ιστορική εξέλιξη του θεσμού και ορισμός δημοσίου υπαλλήλου

Με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1911 θεσπίσθηκε η συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων ως ένα ισχυρό αντίβαρο στην κομματική φαυλοκρατία και ασυδοσία, που επικρατούσε μέχρι τότε, σχετικά με τους διορισμούς και τις απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων. Με εισήγηση του Ελευθερίου Βενιζέλου κατέστη δυνατό να περάσει από τη Β’ Αναθεωρητική Βουλή διάταξη, άρθρο 102, στην οποία ο θεσμός της συνταγματικής μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων ήταν εξαιρετικά ενισχυμένος αφού εμποδίζεται η απόλυση των τελευταίων εφόσον υφίσταντο οι σχετικές υπηρεσίες και όχι και οι θέσεις, όπως ορίζεται στα μεταγενέστερα αυτού Συνταγματικά Κείμενα[1]. Για πρώτη φορά, λοιπόν, κατοχυρώνεται συνταγματικά η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, με σκοπό να υπάρξει καθεστώς ουδετερότητας και ανεξαρτησίας τους από τις πολιτικές επιρροές και τους κομματικούς ανταγωνισμούς και μάλιστα με τόση πληρότητα, ώστε τίποτα δεν προστέθηκε στους θεσμούς αυτούς από πλευράς ουσιαστικής προστασίας των δημοσίων υπαλλήλων. Μετά την παγίωση του θεσμού της μονιμότητας, σε περιόδους έκρυθμης πολιτικής ζωής οι δημόσιοι υπάλληλοι πολλές φορές ήρθαν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο απομάκρυνσής  τους αφού η κατάργηση οργανικών θέσεων οδηγούσε αυτομάτως και στην άρση της μονιμότητας αυτών. Αυτό ισχύει και σήμερα καθώς η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων στο άρθρο 39 του Ν 3528/2007[2] (ισχύων Υπαλληλικός Κώδικας) είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη της αντίστοιχης ‘’νομοθετημένης’΄ οργανικής θέσης.

    Ο ορισμός του δημοσίου υπαλλήλου υπήρξε κατά το παρελθόν αντικείμενο πολλαπλών συζητήσεων και αμφισβητήσεων. Στην αρχή ο ορισμός του δημοσίου υπαλλήλου, στην ελληνική επιστήμη, διατυπώθηκε  το 1923 από τον καθηγητή Θ. Αγγελόπουλο: ‘’Δημόσιοι Υπάλληλοι είναι τα έμμεσα όργανα του Κράτους τα διατελέσαντα εν αμέσω υπηρεσιακή, προαιρετική και πειθαρχική προς αυτό σχέσει’’. Εν συνεχεία ο νόμος 1811/1951[3], ο οποίος αποτελεί τη βασική Νομοθετική Πράξη αποτύπωσης σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων που διέπουν το προσωπικό του Δημοσίου , στο άρθρο 1 παρ. 2 έθεσε τα θεμέλια για τον ορισμό του δημοσίου υπαλλήλου, υιοθετώντας τον αντίστοιχο ορισμό του καθηγητή Αγγελόπουλου με την προσθήκη του οικονομικού στοιχείου του μισθού[4], το οποίο περιόριζε την έκταση της έννοιας του δημοσίου υπαλλήλου.  Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, ο όρος «δημόσιος υπάλληλος» αναφέρεται καταρχήν σε εκείνη την κατηγορία υπαλλήλων που υπάγονται στη διοίκηση (εκτελεστική εξουσία) όχι όμως και στις αντίστοιχες κατηγορίες υπαλλήλων που υπάγονται στη νομοθετική ή/και στη δικαστική εξουσία. Επισημαίνεται ότι εάν υπάρχει αμφισβήτηση για την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου αποφαίνεται Τριμελής Επιτροπή του αρμοδίου για την επίλυση των υπαλληλικών διαφορών  Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

Έννοια Μονιμότητας και έκταση προστασίας

 

   Ο μόνιμος και άρρηκτος δεσμός του υπαλλήλου με τη θέση του είναι το κύριο εννοιολογικό χαρακτηριστικό της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Στο άρθρο 103 του Συντάγματος, που ρυθμίζει την υπηρεσιακή κατάσταση των οργάνων της διοίκησης, ορίζεται ότι κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Στο ίδιο άρθρο τίθενται οι βασικές αρχές διαφάνειας και αξιοκρατίας με βάση τις οποίες επιλέγονται τα πρόσωπα που στελεχώνουν τις δημόσιες υπηρεσίες, θέτοντας παράλληλα τα εχέγγυα για τη θωράκιση από τη μη σύννομη υποβίβαση ή παύση τους, η οποία μπορεί να γίνει μόνο με απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Εν συνεχεία, στο ίδιο άρθρο παρ. 4, επισημαίνεται ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον οι θέσεις αυτές υπάρχουν. Η σημασία αυτού έχει ως εξής: δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν προσληφθεί ως μόνιμοι δεν είναι δυνατό να απολυθούν και να προσληφθούν άλλοι στη θέση τους, η οποία θα διατηρείται. Δυνατότητα απομάκρυνσης δημοσίου υπαλλήλου από την οργανική θέση στην οποία είναι διορισμένος παρέχεται με τυχόν κατάργηση της οργανικής αυτής θέσης.

   Γίνεται σαφές και κατανοητό, λοιπόν, ότι η μονιμότητα αποτελεί ισχυρό εχέγγυο για τους δημοσίους υπαλλήλους και διαφέρει από την ισοβιότητα, την οποία σύμφωνα με το άρθρο 88 του Συντάγματος, απολαμβάνουν οι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι δεν μπορούν να απομακρυνθούν από τη θέση τους σε καμία των περιπτώσεων, πλην ενδεχομένως των πειθαρχικών ποινών που δύνανται να τους επιβληθούν υπό καθεστώς διαφάνειας και ευθυκρισίας.

   Της συνταγματικής κατοχύρωσης ή προστασίας της μονιμότητας απολαύουν (άρθρο 103 παρ. 4 και 6):

• Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές[5] θέσεις, εφόσον αυτές υφίστανται. Δηλαδή άπαντες οι τακτικοί πολιτικοί υπάλληλοι της Δημόσιας Διοίκησης ανεξαρτήτως κατηγορίας, κλάδου ή βαθμού καθώς και το πολιτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων.

• Οι κατέχοντες οργανικές θέσεις στη διοικητική ιεραρχία των Υπηρεσιών του Ελληνικού Κοινοβουλίου υπάλληλοι, οι οποίοι κατά τα λοιπά διέπονται εξ’ ολοκλήρου στις διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής[6].

• Οι κατέχοντες οργανικές θέσεις στη διοικητική ιεραρχία των Ο.Τ.Α.[7] και τα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. υπάλληλοι.

   Αντιστοίχως, της συνταγματικής εγγύησης της μονιμότητας εξαιρούνται (άρθρο 103 παρ.5):

• Οι μετακλητοί[8] υπάλληλοι, δηλαδή οι ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, δύνανται να εξαιρούνται με Νόμο.

• Οι υπάλληλοι[9] της Προεδρίας της Δημοκρατίας, των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και των Υφυπουργών.

• Το προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη[10] χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου για την κάλυψη είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών.

 

Νέες Νομοθετικές Ρυθμίσεις

  

   Με το νόμο 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016 − Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016» επήλθαν αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο της κατάστασης των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ειδικότερα στο Τμήμα Ζ «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙOY ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ» αναφέρεται διεξοδικά το νέο πλαίσιο της μετάταξης, μεταφοράς και διαθεσιμότητας δημοσίων υπαλλήλων. Στην υποπαράγραφο Ζ.1 αναφέρεται ότι επιτρέπεται α)  η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και β) η μεταφορά υπαλλήλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η παράγραφος 4 ορίζει ότι  ο αρμόδιος Υπουργός ή τα όργανα διοίκησης των φορέων της περίπτωσης 1 που έχουν ανάγκη ενίσχυσης με προσωπικό μπορεί να υποβάλλουν, στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου, σχετικό αίτημα στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Στην υποπαράγραφο Ζ.2 ορίζεται το καθεστώς διαθεσιμότητας. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την παράγραφο 1  «Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων)». 

   Αλλαγές όμως στο δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων επήλθαν και με το νόμο 4172/2013. Στο Δ’ Κεφάλαιό του ‘’Διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης’’ στο άρθρο 90 ορίζεται ότι «Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια

στελέχωσης».

   Επίσης νομοθετείται η κινητικότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Με το άρθρο 91 του ανωτέρου νόμου η περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής:   «Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και η μεταφορά υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και β) η μεταφορά υπαλλήλων που διατηρούν τη δημοσιοϋπαλληλική τους ιδιότητα των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης.

 

   Με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 4,6 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως και με τις αντίστοιχες διατάξεις των προηγούμενων συνταγματικών κειμένων του 1911, 1927 και 1952 αντίστοιχα, προβλέπεται η διασφάλιση των κατεχόντων οργανικών θέσεων εν γένει δημοσίων υπαλλήλων έναντι της εκτελεστικής λειτουργίας από αυθαίρετες απολύσεις και άλλες πράξεις αυτής. Ο συντακτικός νομοθέτης, όμως, δεν απαγορεύει στη νομοθετική λειτουργία ή δεν της αφαιρεί το φυσικό της δικαίωμα με νομοθετικά μέτρα να καταργήσει μεμονωμένες θέσεις ή/και ολόκληρες υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου, αποσκοπώντας στην αναδιοργάνωση και την αναδιάρθρωση του τελευταίου. Πάνω σε αυτό το δεδομένο βασίστηκε και η σειρά αλλαγών που επήλθε στο δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία αναλύθηκε ανωτέρω.

 

 

Βιβλιογραφία

 

• Δαγτόγλου Π.Δ., Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, έκτη έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012.

• Δαγτόγλου Π.Δ., Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, πέμπτη έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα 2011.

• Δερβιτσιώτης Αλκιβιάδης, Σημειώσεις Συνταγματικού Δικαίου (Οργάνωση Κράτους), Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2005.

• Ρέμελης Κωνσταντίνος, Σύνταγμα και Διοικητικοί Δικονομικοί Νόμοι, έκδοση β’, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2009.

• Σπηλιωτόπουλος Επαμεινώνδας – Χρυσανθάκης Χαράλαμπος, Βασικοί Θεσμοί του Δημοσιουπαλληλικού Δικαίου, έκδοση 7η, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2007.

• Παναγοπούλου Μαρία-Ελένη, Η συνταγματική κατοχύρωση της μονιμότητας των Δημοσίων Υπαλλήλων και η νομολογιακή επεξεργασία του θεσμού, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1986.

• Αγγελόπουλος Θεόδωρος, Δίκαιον των Πολιτικών Υπαλλήλων εν Ελλάδι, έκδοση 2η, 1923.

• Σκουρής Βασίλειος – Αναστάσιος Τάχος, Διοικητική Νομοθεσία-Κώδικες, έκδοση 9η, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008.

 

 

 

 


[1] Άρθρο 114 του Σ 1927, άρθρο 101 Σ του 1951 και το άρθρο103 παρ. 4 του ισχύοντος Σ του 1975, το οποίο αυτούσιο μεταφέρεται και στις αναθεωρήσεις του Στου 1975 το 1986, το 2001 και το 2008 αντίστοιχα.

 

 

[2] Ν. 3528/2007, Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ΦΕΚ 26Α/ 9-2-2007).

 

 

[3] Ν. 1811/1951, Περί Κώδικος Καταστάσεως των Δημοσίων Υπαλλήλων (ΦΕΚ 141Α/1951).

 

 

[4] Αξίζει να σημειωθεί σύμφωνα με την απόφαση ΣΕ 3180/1967, η λήψη μισθού δεν συνιστά αναγκαίο στοιχείο της έννοιας του δημοσίου υπαλλήλου διότι υπάρχουν περιπτώσεις δημοσίων υπαλλήλων, στους οποίους δε χορηγείται μισθός  όπως οι πλοηγοί  και οι άμισθοι πρόξενοι  σύμφωνα με την αντίστοιχη απόφαση ΣΕ 573/1960.

 

 

[5] Σ, άρθρο 103 παρ. 4.

 

 

[6] Σ, άρθρο 103 παρ. 6 εδ. α’.

 

 

[7] Σ, άρθρο 103 παρ.6 εδ. β’.

 

 

[8] Σ, άρθρο 103 παρ. 6.

 

 

[9] Σ, άρθρο 103 παρ. 5.

 

 

[10] Σ, άρθρο 103 παρ. 2 εδ. β’ σε συνδυασμό με παρ. 8, εδ. α’.

 

 

Ευρωπαίοι, άλλη μια προσπάθεια να γίνουμε δημοκράτες

Ανδρέας Τάκης, Eπ Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου, Νομική Σχοή ΑΠΘ

Ό,τι πολίτευμα κι αν είναι αυτό της Ενωμένης Ευρώπης, αυτό πάντως δεν είναι δημοκρατία. Μπορεί να μη γνωρίζουμε ποια ακριβώς πολιτικά συμφέροντα αποτυπώνουν οι αποφάσεις που οι εθνικές κυβερνήσεις μεσιτεύουν στα εθνικά κοινοβούλια ως λίγο-πολύ επιβεβλημένες. Γνωρίζουμε πολύ καλά όμως ότι στον σχηματισμό και τη λήψη των επιβεβλημένων αυτών αποφάσεων εμείς, οι πολίτες των εθνικών μας δημοκρατιών, δεν συμμετείχαμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Κατά συνέπεια, κανένα καθήκον υπακοής δεν μπορεί να αναγνωρίζει ο πολίτης μιας δημοκρατίας σε μια αρχή που δεν είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένη με τη δική του συμμετοχή.

 

————————————————————————————————–

 

ΕU Democracy now: μια πολιτική πλατφόρμα

 

 

 

 

«Français, encore un effort si vous

 voulez être républicains».

Marquis de Sade, La Philosophie dans le boudoir

ou Les Instituteurs immoraux, 1795

 

Δεκαετίες τώρα κλαυθμυρίζουμε μονότονα για το περιβόητο «δημοκρατικό έλλειμμα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σήμερα πλέον δοκιμάζουμε τις συνέπειές του απροκάλυπτα. Επάξια ίσως τιμωρία για την αβελτηρία του ευρωπαϊκού Δήμου.

Μυριάδες σελίδων έχουν γραφτεί και γράφονται από ειλικρινείς και μη, οραματιστές ενός κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντος. Και το μέλλον αυτό, αν πιστέψουμε τις ίδιες τις συνθήκες, το Μάαστριχτ, το Άμστερνταμ, τη Λισσαβώνα, μόνο δημοκρατικό θα μπορούσε να είναι. Οι πιο τεχνοκράτες «χτίστες θεσμών», νομικοί, οικονομολόγοι και δημοσιολόγοι, έχουν βαλθεί εδώ και πολύ καιρό να το σχεδιάζουν συμμετέχοντας ο καθένας με τον τρόπο του σε μια αέναη και ολοένα πιο ακαδημαϊκή συζήτηση για το αν μπορεί ή είναι αναγκαίο να υπάρξει ευρωπαϊκός Δήμος για να υπάρξει και Δημοκρατία της Ενωμένης Ευρώπης.

Όλοι αυτοί οι οραματισμοί και ατέρμονες συζητήσεις φαίνονται να έχουν μια κοινή συνιστώσα, ότι η Ενωμένη Ευρώπη δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στο τέρμα μιας μακράς και αργόσυρτης διαδρομής σταδιακών συγκλίσεων και εναρμονίσεων. Η πολιτική ενοποίηση θα είναι η κορωνίδα και επισφράγιση μαζί του τέλους αυτής της μακράς πορείας, κατά τη διάρκεια της οποίας η απαίτηση των εκατοντάδων εκατομμυρίων Ευρωπαίων να αυτοκαθορίζονται ως πολίτες μιας δημοκρατίας θα πρέπει να ικανοποιείται μέσα από τους μηχανισμούς πολιτικής εκπροσώπησης που τους προσφέρονται κατά περίπτωση από τα θεσμικά σχήματα των εθνικών τους πολιτευμάτων.

Στο μεταξύ όμως σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων Ευρωπαίων, στην καθημερινότητά τους, καθορίζουν πλέον πολιτικές αποφάσεις πηγή των οποίων δεν φαίνεται να είναι οι επίσημες αρχές των εθνικών τους δημοκρατιών –αυτές φαντάζουν ολοένα και περισσότερο ως αμήχανοι τοπικοί διεκπεραιωτές τους–, αλλά ούτε καν τα επίσημα όργανα του υπερεθνικού αυτού σχηματισμού που αποκαλούμε σήμερα Ευρωπαϊκή Ένωση – κι αυτά με τη σειρά τους φαντάζουν μάλλον σαν θεατρικός μηχανισμός τελετουργικής επικύρωσης αποφάσεων που έχουν ληφθεί, σε μια αρχική τουλάχιστον μορφή, εκτός αυτών ή από κάποια μόνο μέλη τους. Οι αποφάσεις αυτές φαίνονται να λαμβάνονται σε άτυπες και κλειστές συναντήσεις ηγετών επιμέρους κρατών μελών –όχι τυχαία, φυσικά, των ισχυρότερων εθνικών οικονομιών– με τους προέδρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ένωσης ή της Επιτροπής. Ακόμη χειρότερα, οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται μετά από εντατική επαφή, συνεργασία και συντονισμό των ιδίων και των στενών πολιτικών επιτελείων τους με κορυφαίους παράγοντες του διεθνούς και του ευρωπαϊκού τραπεζικού και εν γένει χρηματοπιστωτικού συστήματος, των εθνικών βιομηχανικών κλάδων κ.ο.κ. Χρειάστηκε ωστόσο η κρίση του δημοσίου χρέους για να συνειδητοποιήσουμε πραγματικά τι τύπου πολιτική δομή ευρωπαϊκής διακυβέρνησης οικοδομείται στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα της διηνεκούς μετάβασης προς την περιβόητη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, έναν στόχο για τον οποίο η συναίνεσή μας είναι ικανή κατ’ ορισμένους να εξαγιάζει εξ ορισμού και τα μέσα επίτευξής του.

Αν δεν μας απορροφούσαν με τις κωμικοτραγικές τους παλινωδίες τα κλυδωνιζόμενα εθνικά πολιτικά συστήματα, όλα αυτά θα έπρεπε να μας είχαν βάλει προ πολλού ίσως σε φριχτές υποψίες μήπως η θεωρία της ωρίμανσης δεν είναι παρά το εύσχημο προκάλυμμα μιας δομικά καθηλωμένης μεταβατικότητας, ένας βηματισμός εσαεί σημειωτόν με το βλέμμα στραμμένο προς έναν στόχο που όλοι δοξολογούν, αλλά πολύ λίγοι, καταπώς φαίνεται, είναι πραγματικά διατεθειμένοι να φτάσουν. Σίγουρα, στο μεταξύ έχουν αντιληφθεί ότι η καθήλωση στην εσαεί μετάβαση μπορεί να τους συμφέρει. Με ευθύνη μάλιστα της (γαλλικής πρωτίστως) Αριστεράς η καθήλωση αυτή ενδύθηκε τον μανδύα της αμεσοδημοκρατικής νίκης.

Και μαζί με την υποψία αυτή θα έπρεπε ίσως να μας είχε γεννηθεί και μια άλλη σκέψη που υπόκειται σε αυτήν: ότι μια δομή κυριαρχίας πάει εξ ορισμού γάντι με έναν λαό στον οποίο ασκείται η κυριαρχία. Η ίδια η συζήτηση για τον ευρωπαϊκό Δήμο άλλωστε δεν ανέδειξε μεταξύ άλλων την ιδέα ότι η δημοκρατία παράγει κατά κάποιον τρόπο η ίδια τον Δήμο της; Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτό δεν είναι προνόμιο ειδικά της δημοκρατίας αλλά ικανότητα και τάση κάθε μορφής διακυβέρνησης. Και αν το καλοσκεφτείς, ακόμη και με τα μέτρα τής πιο κυνικά απλοϊκής αντίληψης για τη κυριαρχία, το πράγμα είναι ξεκάθαρο: αν υπάρχει κυρίαρχη εξουσία το οφείλει πάνω απ’ όλα στο γεγονός ότι κάποιοι, οι πολλοί, το έχουν κάνει συνήθειο τους να την υπακούν. Και αυτό είναι ένα αδήριτο πραγματικό γεγονός, αφού διαθέτει ακαταμάχητη δύναμη (δημοσιονομικής επί του παρόντος) επιβολής. Αυτό όμως ταυτόχρονα σημαίνει ότι αφού υπάρχουν αποφάσεις που ακαταμάχητα προσδιορίζουν την καθημερινότητά μας, δεν μπορεί παρά να υπάρχει και πλήθος που προσδιορίζεται διά της υποταγής του κάθε μέλους του στις ίδιες πολιτικές αποφάσεις, ένα πλήθος πολιτικό, ένα «εμείς», ακόμη κι αν πρόκειται για το «εμείς» των κωπηλατών στην ίδια ποινική γαλέρα, ένας λαός. Τότε όμως δεν έχει κανένα νόημα να περιμένουμε να γεννηθεί αργά το πολιτειακό μόρφωμα της Ενωμένης Ευρώπης, όταν δήθεν θα έχουν ωριμάσει κατάλληλα οι συνθήκες και θα έχει γίνει δυνατό να πάρουμε από κοινού τις αποφάσεις μας όλα τα ευρωπαϊκά έθνη για μια επίσημη ομοσπονδιοποίηση. Δεν έχει κανένα νόημα, διότι κατά μια πολύ κρίσιμη πολιτικά έννοια η Ενωμένη Ευρώπη είναι ήδη εδώ.

Το να είμαστε ένα κράτος μπορεί να το κατορθώσει ακόμη και ερήμην μας μια ακαταμάχητη δύναμη επιβολής που διαρκεί στον χρόνο (δεν το έζησαν άραγε οι πρόγονοί μας υπό τον «ζυγό του Οθωμανού»;). Το ποια μορφή διακυβέρνησης όμως θα έχει σε τελική ανάλυση είναι κάτι που εμείς, ατομικά ο καθένας μας, το καθορίζουμε εκδηλώνοντας μέσα σε μακρό χρόνο μια λίγο-πολύ ομοιόμορφη συμπεριφορά υπακοής στα κελεύσματα της ίδιας εξουσιαστικής πηγής (και με αυτήν την έννοια, από ένα σημείο τουλάχιστον και μετά, οι πρόγονοί μας συναίνεσαν στον «ζυγό», αν δεν τον είχαν ενεργά προσκαλέσει απαυδισμένοι).

Οι παγιωμένες πλέον συλλογικές πρακτικές συμμόρφωσης των ευρωπαϊκών λαών στα ίδια κέντρα εξουσίας (αλλά και οι κοινές ή ομόλογες αντιδράσεις τους, λ.χ. μέσα από τις πολύτροπες κινήσεις των πλατειών) μοιραία με έναν τρόπο μόνον μπορούν να διαβαστούν: ως μια κοινή παραδοχή, μια κοινή αναγνώριση του γεγονότος ότι υποκείμεθα όλοι μαζί στον ίδιο κανόνα περί του τίνος τα κελεύσματα, καλώς ή κακώς, μας δεσμεύουν αναγκαστικά. Αν υιοθετήσει κανείς την κρίσιμη αυτή σκοπιά τής από κοινού αποδοχής του κανόνα της πανευρωπαϊκής κυριαρχίας, το ότι δηλαδή η Ευρώπη είναι ήδη πολιτικά ενωμένη, τότε προκύπτει αναπότρεπτα ένα απλό ερώτημα: Ποιο είναι το πολίτευμά της, το πραγματικό, το ζωντανό της σύνταγμα, η μορφή διακυβέρνησης αυτής της πολιτείας;

Η πολιτική κοινωνιολογία, καθοδηγούμενη από τη δημοκρατική ιδέα, οφείλει ακόμη να μας διαλευκάνει ποια ακριβώς είναι αυτή η ύπατη πηγή εξουσίας μέσα στον νέο αυτό πολιτικό σχηματισμό που είναι η Ενωμένη Ευρώπη, πώς συγκροτείται ο συσχετισμός συμφερόντων των ηγεμονικών κοινωνικών ομάδων και πώς βρίσκει την έκφρασή του μέσα από τη σύνθετη συνταγματική δομή αξεδιάλυτα διαπλεκόμενων ενωσιακών και εθνικών εξουσιών και αρμοδιοτήτων που αποφασίζουν ερήμην των δημοκρατικών ακροατηρίων. Οσοδήποτε περίπλοκες απαντήσεις και αν μπορεί κανείς να δώσει θετικά, αρνητικά, το ερώτημα αυτό επιδέχεται εξαρχής μια απάντηση απόλυτα και αμείλικτα απλή. Ό,τι πολίτευμα κι αν είναι αυτό της Ενωμένης Ευρώπης, αυτό πάντως δεν είναι δημοκρατία.

Μπορεί να μη γνωρίζουμε ποια ακριβώς πολιτικά συμφέροντα αποτυπώνουν οι αποφάσεις που οι εθνικές κυβερνήσεις μεσιτεύουν στα εθνικά κοινοβούλια ως λίγο-πολύ επιβεβλημένες. Γνωρίζουμε πολύ καλά όμως ότι στον σχηματισμό και τη λήψη των επιβεβλημένων αυτών αποφάσεων εμείς, οι πολίτες των εθνικών μας δημοκρατιών, δεν συμμετείχαμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Διότι δεν μπορεί να λογίζεται ως συμμετοχή το να έχεις ψηφίσει για την ανάδειξη ενός εθνικού κοινοβουλίου που καλείται να επικυρώσει, εξειδικεύοντας έστω, μια αναγκαστική «έξωθεν» υπόδειξη, ούτε το ότι από τις εθνικές σου εκλογές προέκυψε ο πολιτικός αρχηγός που εξαναγκάζεται από ένα ηγεμονικό μπλοκ στο Συμβούλιο να διαπραγματεύεται την εφαρμογή μιας άτυπα ήδη ειλημμένης απόφασης έναντι της πολιτικής του επιβίωσης. Ακόμη λιγότερο φυσικά μπορεί να θεωρηθεί συμμετοχή η ανάδειξη ενός διακοσμητικού Ευρωκοινοβουλίου. Μα δεν συμμετείχαμε όλοι μας κάποια στιγμή και με κάποιον τρόπο ο καθένας μας ως πολίτες κάποιας εθνικής δημοκρατίας στην αποδοχή της Ενωμένης Ευρώπης ως κοινού πολιτικού στόχου;

Η έμπρακτη συναίνεση των ευρωπαϊκών λαών αποτελεί πράγματι το «ιδανικό θεμέλιο» των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Από αυτό όμως δεν συνάγεται, όπως θα ήθελε η πρεσβυτεριανού τύπου πολιτική ηθικολογία της τήρησης των υπεσχημένων, ότι η σημερινή πολιτικά ενοποιημένη Ευρώπη μπορεί να διεκδικεί την υπακοή των Ευρωπαίων πολιτών. Κανένα καθήκον υπακοής δεν μπορεί να αναγνωρίζει ο πολίτης μιας δημοκρατίας σε μια αρχή που δεν είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένη με τη δική του συμμετοχή. Εκτός από την πολιτική αξιοπρέπεια της δημοκρατίας αυτό θα το απέκλειαν και τυπικά πολλά συντάγματα, όπως και το δικό μας, που προϋποθέτει για κάθε περιορισμό της κυριαρχίας μας τη διασφάλιση των βάσεων του δημοκρατικού πολιτεύματος (βλ. άρθρο 28).

Προφανώς, είναι καθοριστικής σημασίας για τη μαζική νομιμοποίηση της κυρίαρχης εξουσίας στη νέα Ενωμένη Ευρώπη να εμφανίζεται τυλιγμένη στον μανδύα της δημοκρατικοφάνειας που ισχνά πια της προσφέρουν οι υφιστάμενες δομές σε ενωσιακό και κυρίως σε εθνικό επίπεδο. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι και οι Ρωμαίοι, ακόμη και δύο αιώνες μετά τον Αύγουστο, παρίσταναν ότι ήταν μια δημοκρατία, ενώ, ακόμη και τη χρυσή εποχή των Αντωνίνων η Αυτοκρατορία δεν έπαψε να είναι στην πραγματικότητα μια στρατιωτική δικτατορία. Αυτό το πρότυπο άλλωστε προσπάθησε να αναβιώσει στην Ευρώπη ο εθνικοσοσιαλισμός προσφέροντας, σαν σκοτεινός πρόδρομος, μια χαρακτηριστική αντίληψη για το τι θα μπορούσε να είναι μια Ενωμένη Ευρώπη.

Αν ως πολίτες της Ελληνικής Δημοκρατίας έχουμε συναινέσει ενεργά στην υπόθεση μιας αυριανής Δημοκρατίας των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, δεν έχουμε πια την πολυτέλεια να υπεκφεύγουμε. Γιατί υπεκφυγή είναι να παριστάνουμε ότι αγνοούμε πως η Ευρώπη αποτελεί ήδη μια ενιαία πολιτική οντότητα και πως ο ρόλος που επιφυλάσσει στον καθένα μας σήμερα το σύστημα της διακυβέρνησής της προσιδιάζει πολύ περισσότερο σε αυτόν του υπηκόου παρά του πολίτη μιας δημοκρατίας. Άλλωστε, όπως είπε και ένας σοβαρός, Γερμανός κύριος επ’ αφορμή του δημοψηφίσματος που δεν κάναμε τον Οκτώβριο του 2011, λιγότερη δημοκρατία ωφελεί τις αγορές. Ο πολιτικός ρεαλισμός όμως μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε πόσο ανόητο και εξωπραγματικό είναι να φανταζόμαστε ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι ζήτημα απομείωσης δήθεν της εθνικής μας κυριαρχίας ή ανεξαρτησίας. Στο κάτω κάτω πώς θα μπορούσε να υπάρξει ενωμένη πολιτικά Ευρώπη χωρίς υποστολή των εθνικών κυριαρχιών; Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι η υποτιθέμενη υποταγή της εθνικής μας ιδιοπροσωπίας σε αλλότρια συμφέροντα (των Γερμανών, των Βορείων, των Εβραίων ή δεν ξέρω ποιων άλλων), αλλά το ότι το ευρύτερο «Εμείς» των ευρωπαϊκών λαών σήμερα δυναστευόμαστε από μια υπερεθνική μη δημοκρατικά νομιμοποιημένη ελίτ. Από την κρίσιμη σκοπιά της δημοκρατίας, οι Γερμανοί ή οι Ολλανδοί Ευρωπαίοι συμπολίτες μας είναι εξίσου υπήκοοι της ίδιας αντιδημοκρατικής δεσποτείας, ακόμη και αν κατά το περιεχόμενό τους οι θεμελιώδεις αποφάσεις, που λαμβάνονται εκτός δημοκρατικών περιστάσεων, ενδεχομένως τους ευνοούν.

Από το ίδιο δε πρίσμα γίνεται σαφές ότι αν η περιβόητη «τρόικα» είναι πολιτικά απορριπτέα ως μηχανισμός δημοσιονομικής επιβολής και ελέγχου, γι’ αυτό δεν φταίει η όποια άκαρδη, αντιλαϊκή ή ανθελληνική στάση ή προδιάθεσή της, αλλά το ότι ο καταναγκασμός που εμπεριέχει η λειτουργία της δεν είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένος. Αυτό σημαίνει όμως και πως οσοδήποτε πικρός κι αν ήταν τυχόν ο δημοσιονομικός εξαναγκασμός που θα επέβαλε μια δημοκρατικά νομιμοποιημένη «τρόικα», το επίσημο όργανο δηλαδή που θα ενεργούσε επ’ ονόματι και ημών των ιδίων όχι απλώς ως Ελλήνων αλλά ως πολιτών της Δημοκρατίας της Ενωμένης Ευρώπης, θα έπρεπε να τον αποδεχτούμε αγόγγυστα ως πολιτικά δίκαιο. Από τη σκοπιά της δημοκρατίας, η αντίθεση στην «τρόικα» δεν είναι υπόθεση εθνικής ανεξαρτησίας αλλά πολιτικής δικαιοσύνης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Μπορεί λοιπόν να μην επιλέξαμε ως Ευρωπαίοι να βρεθούμε υπήκοοι μιας δημοκρατικά ανομιμοποίητης υπερεθνικής κυριαρχικής δομής, φέρουμε όμως πλήρη την ευθύνη ο καθένας μας και όλοι μαζί συλλογικά για τη διαιώνισή της ως τη μορφή διακυβέρνησης της Ενωμένης Ευρώπης. Αν οι ρήτρες αφοσίωσης στη δημοκρατική υπόθεση που περιλαμβάνουν, ενωσιακά και εθνικά θεμελιώδη κείμενα, είναι κάτι παραπάνω από απλές μεγαλόστομες διακηρύξεις, τότε το ζητούμενο σήμερα δεν μπορεί να είναι η όποια ανάκτηση μιας ήδη αμφιβόλου δημοκρατικότητας εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά μια μεγάλη ευρωπαϊκή δημοκρατική επανάσταση. Καμία δημοκρατία δεν στέριωσε ποτέ επιβαλλόμενη από τα πάνω, και η τύχη του ευρωπαϊκού συντάγματος θα πρέπει να το έχει καταστήσει αυτό ήδη επαρκώς σαφές. Σε πολλές περιπτώσεις δε, την εδραίωση της δημοκρατίας επέφεραν αιματηροί αγώνες και αντιπαραθέσεις την επανάληψη των οποίων σήμερα ελπίζουμε ότι η εμπειρία του σκοτεινού 20ού αιώνα ίσως αποτρέψει. Το σίγουρο όμως είναι ότι αν πρόκειται να συνανήκουμε πολιτικά στο ίδιο «Εμείς» ως Ευρωπαίοι συμπολίτες, ως πολίτες του ίδιου Δήμου, αυτό είναι μια απόφαση που μόνο δική μας μπορεί να είναι, μια απόφαση του καθενός ατομικά αλλά και όλων μαζί, μια απόφαση να αλλάξουμε ενσυνείδητα στάση απέναντι στον κοινό κανόνα πολιτειακής μας αυτο-αναγνώρισης, μια απόφαση να εγκαταλείψουμε τη στάση του απλού υπηκόου και να διεκδικήσουμε έμπρακτα αυτή του πολίτη που συγκαθορίζει σε τελική ανάλυση με την ενεργό συμμετοχή του τους όρους της πολιτικής συμβίωσης.

Ο εκδημοκρατισμός λοιπόν της σημερινής αντιδημοκρατικής υπερεθνικής δομής κυριαρχίας δεν μπορεί να είναι απλώς υπόθεση διακυβερνητικών συνεννοήσεων. Και αυτό καθίσταται ακόμη πιο προφανές βλέποντας τις κυβερνήσεις μας να παλινδρομούν μεταξύ μεσιτείας των μέτρων που τους υπαγορεύουν υπερεθνικές ηγεμονικές ελίτ, από τη μια, και εθνικής υπερηφάνειας του μικρού γαλατικού χωριού που αντιστέκεται στον κατακτητή, από την άλλη. Η δημοκρατία είναι πριν και πάνω απ’ όλα υπόθεση των πολλών. Γι’ αυτό και μια ευρωπαϊκή δημοκρατική επανάσταση μπορεί να έχει μόνον τη μορφή της αναστοχαστικής σύμπραξης του δημοκρατικού πλήθους σε πανευρωπαϊκή κλίμακα για τον ειρηνικό αναπροσδιορισμό των ενωσιακών πολιτικών δομών στη μόνη κανονιστική βάση η οποία μπορεί να εγγυηθεί ότι οι όποιες αποφάσεις που μας αφορούν θα λαμβάνονται με την επί ίσοις συμμετοχή όλων μας, στη βάση δηλαδή ενός δημοκρατικού συντάγματος για ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτή ακριβώς η έλλογη σύμπραξη είναι και το μόνο διάβημα που είναι σε θέση να μετατρέψει το πολύχρωμο δημοκρατικό πλήθος σε Δήμο, σε λαό μιας Δημοκρατικής Ένωσης των Ευρωπαϊκών Πολιτειών.

Το διάβημα της έλλογης πολιτικής σύμπραξης του δημοκρατικού πλήθους των Ευρωπαίων είναι φυσικά εφικτό μόνον μέσα από την εδραίωση διαρκούς οριζόντιας επικοινωνίας και συντονισμού μιας απέραντης ποικιλίας πολιτικών και κοινωνικών μορφωμάτων και κινήσεων σε ένα κοινό σχήμα δράσης. Οσοδήποτε αναγκαία και αν είναι η «κινηματική» και «από τα κάτω» διάσταση, το ευρωπαϊκό δημοκρατικό διάβημα δεν θα μπορεί να διεκδικεί τον χαρακτήρα του έλλογου και αναστοχαστικού, εντέλει αυτή την ίδια την ιδιότητα του δημοκρατικού, παρά μόνον διερχόμενο της δοκιμασίας της οργανωμένης καθολικής συμμετοχής, που το ίδιο ευαγγελίζεται. Κι αυτή δεν μπορεί να είναι άλλο από την ανάθεση της σύνταξης των κανόνων της ευρωπαϊκής δημοκρατικής συμπολιτείας σε λαϊκούς εκπροσώπους μας μέσα από μια έντιμη διαδικασία καθολικής ψηφοφορίας. Θα ήταν φυσικά ουτοπικό να αναμένει κανείς την κινηματική εδραίωση αυτοτελών πολιτικών διαδικασιών τέτοιου γεωπολιτικού εύρους ανταγωνιστικά προς την τυπική νομιμότητα των ενωσιακών συνθηκών. Το εγχείρημα φαντάζει όμως πολύ λιγότερο ουτοπικό αν αναλογιστεί κανείς ότι, παρά την ισχνότατη στην πράξη πολιτειακή σημασία του τελικού προϊόντος της, υφίσταται σήμερα πανευρωπαϊκής εμβέλειας δημοκρατική διαδικασία εκλογικής ανάδειξης πολιτικών εκπροσώπων σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο: οι εκλογές για την ανάδειξη των μελών του κοινοβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο κατάλληλος συντονισμός του δημοκρατικού πλήθους θα καθιστούσε δυνατή τη μαζική εκλογική στήριξη σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια όσων ψηφοδελτίων θα αναδέχονταν πανηγυρικά την πολιτική δέσμευση άμεσης ενεργοποίησης της Δημοκρατίας των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης πέρα και άσχετα από τις ενωσιακές συνθήκες και δεσμεύσεις, με σύνθημα «Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση Τώρα!». Η ψήφος υπέρ των συνδυασμών που θα συμμετείχαν στην πολιτική πλατφόρμα του ριζοσπαστικού δημοκρατικού ευρωπαϊσμού θα προσλάμβανε έτσι τον χαρακτήρα ανάθεσης μιας πολιτικά δέσμιας εντολής στους εκλεγέντες για κατάρτιση λ.χ. ενός σχεδίου του δημοκρατικού συντάγματος της Ενωμένης Ευρώπης και την υποβολή του προς έγκριση από το σύνολο του ευρωπαϊκού Δήμου ταυτοχρόνως ή, σε μια περισσότερο διαβουλευτική εκδοχή, από μια Ευρωπαϊκή Εθνοσυνέλευση που θα εκλεγόταν από το σύνολο ταυτοχρόνως όλων των Ευρωπαίων πολιτών για τον ειδικό αυτό σκοπό. Τέτοια «πειρατεία» επί των επικείμενων εκλογικών διαδικασιών από το δημοκρατικό πλήθος θα ισοδυναμούσε με μια ριζική πολιτική αλλά και θεσμική ανανοηματοδότησή τους, που θα μετέτρεπε τη δημοκρατικοφανή τους τελετουργικότητα σε πεδίο ευθείας σύγκρουσης με φλέγον διακύβευμα τη διάσωση του οράματος της δημοκρατίας στην Ευρώπη.

Για τη δημοκρατική «ανταρσία» του πλήθους μέσα στο νωθρό σκάφος των ευρωεκλογών αρκεί λοιπόν μια μινιμαλιστική και εν πολλοίς διαδικαστική ατζέντα: να προσφέρουμε αμοιβαία όλοι μας εδώ και τώρα μεταξύ μας τις θεσμικές εγγυήσεις ότι τη ζωή μας ως Ευρωπαίων πολιτών θα ορίζουν αναγκαστικά μόνο πολιτικές αποφάσεις στη λήψη των οποίων είχαμε τη δυνατότητα να συμμετέχουμε πραγματικά και ισότιμα μεταξύ μας. Οσοδήποτε κρίσιμα ζητήματα κι αν είναι ο μονεταριστικός, σοσιαλιστικός ή άλλος προσανατολισμός των ευρωπαϊκών πολιτικών ή ακόμη και αυτή η θεσμική διάρθρωση της ευρωπαϊκής Δημοκρατίας, ιδίως σε σχέση με τις συνταγματικές δομές των εθνικών μας δημοκρατιών, έπονται μοιραία της θεμελιώδους πολιτικής διευθέτησης του «τι το κύριον της πόλεως εστί», ποιος δηλαδή κατέχει τελικά την κυριαρχία.

Γι’ αυτό ακριβώς και η μινιμαλιστική αυτή ατζέντα είναι κατ’ αρχήν προσκλητικά ανοικτή προς κάθε κατεύθυνση με μόνο όρο την αφοσίωση στη δημοκρατία και τις ελευθερίες που την κάνουν δυνατή. Δεν υπάρχει έτσι κανένας σοβαρός λόγος να μην την αποδέχονταν ακόμη και δεδηλωμένοι σκεπτικιστές απέναντι στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Και θα όφειλαν να την αποδεχθούν, αν έχουν τον στοιχειώδη ρεαλισμό να αντιληφθούν ότι μέσα σε μια Ευρώπη ήδη πολιτικά ενωμένη υπό το καθεστώς μιας δημοκρατικά ανομιμοποίητης ηγεμονίας των υπερεθνικών ελίτ μόνη η δημοκρατική προοπτική που σκιαγραφείται εδώ μπορεί να διασώσει την ελπίδα τους να βρει πολιτικό αντίκρισμα ο σκεπτικισμός τους, λ.χ. πείθοντας το σώμα του ευρωπαϊκού Δήμου για την ορθότητά του. Στην πλατφόρμα του ριζοσπαστικού δημοκρατικού ευρωπαϊσμού, εκτός των αντιδημοκρατικών πολιτικών μορφωμάτων, δεν φαίνεται να χωράνε όμως ούτε και εκείνοι οι πολιτικοί σχηματισμοί οι οποίοι επιμένουν να διαδραματίσουν τον ρόλο του πολιτικού διακομιστή δημοκρατικά ανομιμοποίητων αποφάσεων σε εθνικό επίπεδο κατ’ επίκληση κάποιου γενικότερου δήθεν εθνικού και κοινωνικού συμφέροντος και αναβάλλοντας εσαεί τη δυνατότητά μας να ορίζουμε τη ζωή μας και την τύχη της πολιτικής μας συμβίωσης όπως αξίζει στους πολίτες μιας δημοκρατίας. Αυτοί είναι ο πολιτικός μας αντίπαλος.

Παρά τον πολιτικά ανοικτό χαρακτήρα της δημοκρατικής ευρωπαϊκής ατζέντας, είναι, νομίζω, αρκούντως σαφές ότι η προώθηση και υλοποίησή της βαρύνει με έναν ιδιάζοντα τρόπο πρωτίστως την Αριστερά. Γιατί στις δικές της σημαίες, ακόμη και στις πιο επαίσχυντα προσχηματικές στιγμές της ευρωπαϊκής ιστορίας της, δεν έπαψε στιγμή να προτάσσεται η πολιτική ελευθερία των ίσων. Στις πιο δογματικές εκδοχές της, η Αριστερά στάθηκε ανέκαθεν σκεπτικιστική και κριτική απέναντι στην ευρωπαϊκή προοπτική. Έκανε (και ακόμη κάνει) λόγο για «Ευρώπη των μονοπωλίων» και «Διευθυντήρια των Βρυξελλών», αντιπαρατάσσοντας το σοσιαλιστικά εύηχο ιδανικό μιας «Ευρώπης των λαών». Από μια παράδοξη ειρωνεία της ιστορίας, ενδεχομένως και παρά τις προσδοκίες της, δεν είχε τελικά και τόσο πολύ άδικο. Ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο σε αυτήν πέφτει το βάρος να δείξει έμπρακτα πως η ιδέα μιας Ευρώπης των λαών δεν ήταν απλώς μια υπεκφυγή διά της παραπομπής στις σοβιετικές καλένδες, αλλά ένα σαφές συνολικό πολιτικό πρόταγμα για την εγγύηση της δημοκρατίας και των ελευθεριών στην Ευρώπη. Ιδίως μάλιστα όταν αυτή η τελευταία, καταπώς φαίνεται, δεν είναι βέβαιο ότι έχει χωνέψει πλήρως τα διδάγματα του μεγάλου εμφυλίου πολέμου που την αιματοκύλισε απ’ άκρη σ’ άκρη τον αιώνα που πέρασε.

Γι’ αυτό λοιπόν, όπως ίσως θα μας προέτρεπε και ο «θεϊκός» μαρκήσιος, Ευρωπαίοι συμπολίτες, εμπρός! Άλλη μια προσπάθεια να γίνουμε δημοκράτες!

Το φαινόμενο των κυβερνητικών πράξεων και οι προβολές του στο διεθνές δίκαιο

Ιωάννα Πέρβου, Φοιτήτρια Μ.Δ.Ε. Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης (Δ.Π.Θ.), LL.M. (Cantab), MBA (ACT)

Το φαινόμενο των κυβερνητικών πράξεων επανήλθε στο προσκήνιο με αφορμή τις πολεμικές επανορθώσεις για τη σφαγή του Διστόμου. Η παρούσα μελέτη εξετάζει το φαινόμενο των κυβερνητικών πράξεων εστιάζοντας στην ελληνική έννομη τάξη και θεωρία. Περαιτέρω, αναλύει τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στέκεται ιδιαίτερα στην εκτέλεση κατά αλλοδαπού δημοσίου και ερευνά τη σχέση που αναπτύσσουν οι κυβερνητικές πράξεις με το θεσμό της δικαιοδοτικής ασυλίας κρατών, επιχειρώντας έτσι να καταδείξει τη βαρύτητά τους στη διαμόρφωση κρατικής πρακτικής.

Ιωάννα Πέρβου, Φοιτήτρια Μ.Δ.Ε. Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης (Δ.Π.Θ.) (Υπότροφος Κοινωφελούς Ιδρύματος «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης»), LL.M. (Cantab), MBA (ACT)

Χρυσή Αυγή και «διάδοχα» κόμματα

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Aναπληρωτής Kαθηγητής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Προϋπόθεση για την ίδρυση πολιτικού κόμματος είναι η κατάθεση ιδρυτικής δήλωσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία αναλαμβάνεται η δέσμευση ότι η εσωτερική οργάνωση και η εξωτερική δράση του κόμματος θα εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η ιδρυτική δήλωση της Χρυσής Αυγής έχει εγκριθεί από τον Αρειο Πάγο και η απόφαση αυτή δεν έχει προς το παρόν ανακληθεί.

Για τη συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές ή τις ευρωεκλογές απαιτείται κάθε φορά ξεχωριστή εκλογική δήλωση η οποία επίσης κατατίθεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Το Α' Τμήμα του Αρείου Πάγου, που είναι αρμόδιο για την ανακήρυξη των εκλογικών συνδυασμών, μπορεί να λάβει υπ' όψιν και τα νέα δεδομένα, τα οποία δεν επιβεβαιώνουν προφανώς τη συμμόρφωση της Χρυσής Αυγής προς τις δημοκρατικές αρχές. Αν ανακληθεί η αποδοχή της ιδρυτικής δήλωσης ή δεν εγκριθεί η εκλογική της δήλωση, η Χρυσή Αυγή δεν θα μπορέσει να λάβει μέρος στις ευρωεκλογές. Αν δημιουργηθεί νέο κόμμα που έχει ως δεδηλωμένο σκοπό τη συνέχιση της δραστηριότητας της Χρυσής Αυγής ή υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που επιβεβαιώνουν μία τέτοια πρόθεση, η ιδρυτική και η εκλογική του δήλωση θα κριθούν από τον Αρειο Πάγο με βάση και την παράμετρο αυτή.

Πάντως από δημοκρατική και συνταγματική άποψη η ορθότερη λύση θα ήταν η πρόβλεψη με νόμο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 29 παρ.1 του Συντάγματος, της δυνατότητας δικαστικής διάλυσης των αντιδημοκρατικών πολιτικών κομμάτων, με όλες τις εγγυήσεις της "δίκαιης δίκης".

 

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=63957722

Η θέσπιση κατώτατου ορίου αφορολόγητου ποσού: απλή δυνατότητα ή συνταγματική επιταγή;

Στυλιανός Δ. Μαυρίδης, Δικηγόρος – Διδάκτωρ Νομικής

(αναδημοσίευση από Διοικητική Δίκη τεύχος 3/2013)
Η παρατεταμένη οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα έχει οδηγήσει σε κλιμακούμενο περιορισμό ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, με επίκληση λόγων δημοσιονομικού και ιδίως ταμειακού συμφέροντος, παρά το γεγονός πως, σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ,[1] το ταμειακό απλώς συμφέρον του Δημοσίου, ακόμη και αν συνδεθεί με τις δημοσιονομικές ανάγκες της Χώρας, δε συνιστά δημόσιο συμφέρον.

Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται, με το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, η κατάργηση του αφορολόγητου ορίου για τους ελεύθερους επαγγελματίες, ώστε εύλογα τίθεται ο προβληματισμός εάν είναι συνταγματικά ανεκτή η πλήρης κατάργηση του αφορολογήτου ορίου και εάν προβλέπεται κατώτατο όριο αφορολόγητου ποσού από το ισχύον Σύνταγμα.

Η φορολογική εξουσία του Κράτους αποτελεί μια από τις βασικότερες μορφές εμφάνισης της κρατικής κυριαρχίας[2]. Το κράτος με τη θέσπιση αναγκαστικών κανόνων δικαίου επιδιώκει την εξασφάλιση των αναγκαίων οικονομικών πόρων για την πραγματοποίηση των σκοπών του. Το Σύνταγμα ωστόσο, καθορίζει τον τρόπο και τη διαδικασία θέσπισης των κανόνων αυτών επιβάλλοντας συγκεκριμένα όρια στον κοινό νομοθέτη, διαδικαστικά και ουσιαστικά, που κατοχυρώνουν και διασφαλίζουν τη θέση των πολιτών στο πλαίσιο ενός κοινωνικού κράτους δικαίου, δημιουργώντας ένα πλέγμα εγγυήσεων του φορολογούμενου απέναντι σε κάθε μορφή αυθαιρεσίας από την κρατική εξουσία.

               Πιο συγκεκριμένα, στην 1η παράγραφο του άρθρου 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», ενώ στην παράγραφο 5 ότι «Οι Έλληνες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο καθορίζει τα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολογικής επιβάρυνσης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), συνάγεται ότι ο νομοθέτης είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές οικονομικών επιβαρύνσεων, οι οποίες δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνόμενους πολίτες με διαφόρους τρόπους, προκειμένου να συγκεντρωθούν δημόσια έσοδα προς κάλυψη των δαπανών του Κράτους[3]. Περιορίζεται, όμως, από ορισμένες γενικές αρχές[4], με τις οποίες επιδιώκεται από τον συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα.

               Η αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης κατοχυρώνεται ρητά στο ισχύον Σύνταγμα και αναλύεται αφενός στην αρχή της καθολικότητας της φορολογικής επιβάρυνσης και αφετέρου στην αρχή της ισότητας αυτής έναντι των βαρυνόμενων φορολογουμένων.

               Ειδικότερα και κατά πρώτο λόγο, επιβάλλεται η καθολικότητα του φόρου (αρ. 4 παρ. 5 Σ.). Η αρχή της καθολικότητας του φόρου[5], η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της φορολογικής υποχρέωσης[6], έχει την έννοια ότι η φορολογική επιβάρυνση πρέπει να είναι καθολική, ήτοι να επιβάλλεται αδιακρίτως σε όλους τους Έλληνες[7] πολίτες[8]. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ανταποκρινόμενα στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών[9] και λαμβάνει χώρα μέσω τυπικού νόμου. Επομένως, κατά τη διαμόρφωση του κατάλληλου φορολογικού συστήματος από τον κοινό νομοθέτη[10], απαγορεύεται στον τελευταίο να προβαίνει, χωρίς αποχρώντα λόγο, σε ρυθμίσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την επίρριψη ιδιαίτερων βαρών σε ορισμένα μέλη αυτού[11].              

Ταυτόχρονα, η αρχή της φορολογικής ισότητας (αρ. 4 παρ. 1 και 5 Σ.) επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και την ανόμοια μεταχείριση εκείνων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες[12]. Αποκλείεται δηλαδή, η κατά διάφορο τρόπο ρύθμιση επιβολής του φόρου εισοδήματος, εκτός εάν αυτή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος. Η φορολογική ισότητα πραγματώνεται με τον καθορισμό του φορολογικού βάρους, σε κάθε περίπτωση, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητος εκάστου φορολογούμενου. Κατά την εν λόγω, δηλαδή, συνταγματική αρχή, η επιβολή φόρου επιτρέπεται μόνον εάν και στο βαθμό που υφίσταται φοροδοτική ικανότητα[13].               

Πιο συγκεκριμένα, η φοροδοτική ικανότητα αποτελεί ιδιότητα του υποκειμένου και συνίσταται, όπως και η ίδια η λεκτική διατύπωση του όρου φανερώνει, στη δυνατότητα του συγκεκριμένου προσώπου να καταβάλει το φόρο, χωρίς να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς, εν όψει του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος, διαβίωσής του[14]. Η φοροδοτική ικανότητα προσδιορίζεται αφενός βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, αναγομένων στο εισόδημα ή στην περιουσία, αφετέρου δε βάσει υποκειμενικών, αναγομένων κυρίως στην προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, υγεία και ηλικία του φορολογουμένου[15]. Μάλιστα, όσον αφορά στα αντικειμενικά κριτήρια, ως δείκτης προσδιορισμού της φοροδοτικής ικανότητας εκλαμβάνεται η συνολική οικονομική δύναμη του ατόμου, ενώ ως εισόδημα όχι το ακαθάριστο, αλλά το καθαρό· ταυτόχρονα, απαιτείται να αφαιρούνται δαπάνες τις οποίες δεν μπορεί να αποφύγει ο φορολογούμενος.  Ζητούμενο δηλαδή, είναι να προσδιοριστεί η πραγματική οικονομική δύναμη του φορολογουμένου, προκειμένου να επιβληθεί σε αυτήν το φορολογικό βάρος. Συνεπώς, εάν κάποιο πρόσωπο δεν έχει οικονομική δύναμη που να του εξασφαλίζει το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, δεν έχει δηλαδή φοροδοτική ικανότητα, τότε, σύμφωνα με την ανωτέρω συνταγματική αρχή, δεν είναι επιτρεπτή η επιβολή φόρου σε αυτό.              
Η συγκεκριμένη παραδοχή έχει ως συνέπεια τη θέσπιση της έννοιας του αφορολόγητου της «ελάχιστης συντήρησης». Προβλέφθηκαν δηλαδή, από το νομοθέτη αφορολόγητα ποσά, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης και τα οποία δεν υπόκεινται σε φόρο. Παγίως δε γίνεται δεκτό[16] πως τα οριζόμενα από το νόμο αφορολόγητα ποσά, ως εξασφαλίζοντα το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης του φορολογούμενου, δεν υπόκεινται σε φόρο[17] και πρέπει να εκπίπτουν από το συνολικό φορολογητέο εισόδημα του, γιατί, κατά την κρίση του νομοθέτη και τις γενικές περί φορολογικού δικαίου αρχές, δεν συνιστούν φοροδοτική ικανότητα[18]. Άλλως, το δικαίωμα του κράτους προς επιβολή και είσπραξη φόρου θα συγκρούονταν και θα παραβίαζε το θεμελιώδες και οικουμενικό δικαίωμα του ανθρώπου για αξιοπρεπή διαβίωση. Κάτι τέτοιο όμως, όχι μόνο δεν είναι ανεκτό στο πλαίσιο ενός κοινωνικού κράτους δικαίου[19], αλλά έρχεται σε πλήρη αντίθεση αφενός με τις διατάξεις που το κατοχυρώνουν και αφετέρου με την έννοια του δημοκρατικού μας πολιτεύματος ως ανθρωποκεντρικού, με θεμέλιο την αξία του ανθρώπου[20]. Πράγματι, το συνταγματικά κατοχυρωμένο κράτος πρόνοιας, στη σύγχρονη διάστασή του, δηλαδή ένα κράτος σχεδιασμού, παρέμβασης, παροχής και αναδιανομής που συναρθρώνεται με τις επιταγές του κράτους δικαίου[21],[22], σε συνδυασμό με την αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης[23] που πρέπει να διαπνέει το κράτος αυτό, επιβάλλουν όπως η φορολογία δεν θίγει το τμήμα εκείνο του εισοδήματος, το οποίο προορίζεται για την ικανοποίηση των απαραίτητων αναγκών του φορολογούμενου και της οικογένειάς του.               
Άλλωστε, έχει κριθεί πως η επιβολή φορολογικής υποχρέωσης που συνιστά υπερβολικό βάρος για τα πρόσωπα που βαρύνονται με αυτήν ή κλονίζει ριζικά την οικονομική τους κατάσταση αντίκειται και στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.)[24], πολλώ δε μάλλον εάν η φορολογική υποχρέωση θίγει το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης.              
Αλλά και σύμφωνα με τις καθαρά οικονομικές θεωρίες και αρχές επιβάλλεται η είσπραξη των φορολογικών εσόδων να πραγματοποιείται χωρίς να προκαλείται ζημιογόνος επίδραση στην εθνική οικονομία. Έτσι και η αρχή της οικονομικότητας του φόρου[25] συνηγορεί υπέρ της μη φορολόγησης του εισοδήματος, το οποίο καλύπτει τις ανάγκες της «ελάχιστης συντήρησης», δεδομένου ότι η απόδοση των επιβαλλόμενων φόρων θα είναι δυσανάλογη προς τα έξοδα βεβαίωσης και είσπραξής των[26], εάν ποτέ βέβαια καταστεί εφικτό ακόμα και να εισπραχθούν.              
Από τα ανωτέρω προκύπτει ξεκάθαρα πως δεν είναι ανεκτή από το ισχύον Σύνταγμα η πλήρης κατάργηση της πρόβλεψης ενός κατώτατου ορίου αφορολόγητου ποσού. Ζήτημα ίσως, θα μπορούσε να τεθεί σχετικά με τα όρια που θα ήταν δυνατόν να έχει μια τέτοια πρόβλεψη και δη με το κατώτερο όριο αυτής και ειδικότερα, με το εάν από το ισχύον Σύνταγμα προβλέπεται κάποιο όριο ως κατώτατο όριο του αφορολόγητου ποσού.              
Ο συντακτικός νομοθέτης επιτάσσοντας τη συνεισφορά των πολιτών στα δημόσια βάρη ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα, παρέχει ταυτόχρονα ευρεία ευχέρεια στο νομοθέτη να καθορίζει το σύστημα φορολογίας του εισοδήματος διαμορφώνοντας παράλληλα και το ποσό του κατώτατου ορίου διαβίωσης, το οποίο, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, πρέπει να παραμένει αφορολόγητο. Φυσικά, το όριο αυτό δεν είναι δυνατό να ορισθεί απόλυτα κατά τρόπο γενικά αποδεκτό, καθότι επηρεάζεται από μεγάλο αριθμό παραγόντων (οικογενειακή κατάσταση, τόπος παραμονής, κλπ), τα οποία ο νομοθέτης οφείλει να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωσή του[27]. Συνεπές θα ήταν, μάλιστα, να λάβει υπόψη του και τη μεγαλύτερη ή μικρότερη επιβάρυνση της έμμεσης φορολογίας, η οποία αυξάνει, κατ’ αποτέλεσμα, τις ανάγκες διαβίωσης του φορολογουμένου. Ωστόσο, και σε κάθε περίπτωση, θα ήταν σκόπιμο να δεχτούμε ότι το κατώτατο όριο του αφορολογήτου δεν μπορεί να υπολείπεται του ελαχίστου ορίου διαβίωσης (existenzminimum), όπως επιβάλλεται από την αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η οποία έχει προτεραιότητα έναντι των καθαρώς περιουσιακών συμφερόντων[28], της προστασίας της οικογένειας και του παιδιού και την αρχή της προστασίας του κοινωνικού κράτους[29], δεδομένου ότι θα πρέπει να διασφαλίζεται ένα ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης των πολιτών που δεν μπορούν να το επιτύχουν με ίδια μέσα[30]. Συνεπώς, βάσιμα θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως το ισχύον Σύνταγμα, μέσα από πλέγμα διατάξεων και στο πλαίσιο υλοποίησης του κοινωνικού κράτους δικαίου, θέτει ως κατώτατο όριο του αφορολόγητου ποσού το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης.               
Με την ανάλυση που προηγήθηκε επιχειρήθηκε να αναδειχθούν τα όρια της φορολογικής επιβάρυνσης των πολιτών. Η αναγκαιότητα ενός δικαίου αντιμετώπισης της κρίσης θα δικαιολογούσε ίσως έναν περιορισμό του αφορολόγητου ποσού εισοδήματος, το οποίο όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ελαχίστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η πλήρης κατάργηση του αφορολόγητου ποσού εισοδήματος θέτει κατ’ αποτέλεσμα σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση του φορολογουμένου και συνεπώς προσβάλλει τη συνταγματική αρχή του άρθρου  2 παρ. 1 Σ για το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, η οποία αναγορεύεται σε ύπατο κριτήριο της έκφρασης και δράσης των οργάνων της πολιτείας, Ταυτόχρονα, έρχεται σε ευθεία αντίθεση και με την αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, δεδομένου πως με την κατάργηση του αφορολογήτου δε λαμβάνεται υπόψη η φοροδοτική ικανότητα εκάστου φορολογούμενου. Και τούτο διότι φορολογείται και επιβαρύνεται το εισόδημα εκείνο που καλύπτει τις ανάγκες της «ελάχιστης συντήρησης». Συνεπώς, δεν είναι ανεκτή από το ισχύον Σύνταγμα η πλήρης κατάργηση της πρόβλεψης ενός κατώτατου ορίου αφορολόγητου ποσού. Ως κατώτατο δε όριο αυτού τίθεται το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

 


[1] Ενδεικτικά : ΕΔΔΑ 25.6.2009, Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος, ΕφΑΔ 2009, σ. 850· ΕΔΔΑ 22.5.2008, Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, ΕΠολΔ 2008, σ. 900.

[2] Tipke, Steuerrecht, 11 Auf., σ. 1 επ.

 

[3] ΣτΕ Ολ. 1972/2012, ΔΦορΝ 2012, σ. 1070· ΣτΕ 336/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[4] Οι κυριότερες αρχές που διέπουν την άσκηση της φορολογικής εξουσίας του Κράτους είναι κυρίως : α) η αρχή της νομιμότητας του φόρου, αρχή της βεβαιότητας του φόρου, η αρχή της μη αναδρομικής ισχύος των φορολογικών νόμων, η αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης και η αρχή της χρηστής διοίκησης. Αναλυτικά βλ αντί πολλών K. Φινοκαλιώτη, Φορολογικό δίκαιο, 2011, σ.68 επ.

[5] Άλλως, η αρχή του πανδήμου των φόρων, όπως διατυπώθηκε από τον A. Smith.

[6] Επιτροπή 4/2011 (Αρχη- Γνωμοδ), ΔΦΝ 2012, σ. 1539.

[7] Παρά τη ρητή διατύπωση της διάταξης, γίνεται παγίως δεκτό ότι το Κράτος μπορεί να επιβάλλει φόρο και σε αλλοδαπούς, οι οποίοι μετέχουν στον κοινωνικό και οικονομικό βίο του Κράτους, βλ. άρθρ. 2 Ν. 2238/1994.

[8] Φορολογική υποχρέωση υπέχουν και τα νομικά πρόσωπα, ενόψει της ύπαρξης ιδιαίτερης προσωπικότητας, Κ. Φινοκαλιώτης, ό.π., σ. 145.

[9] ΣτΕ 693/2011, ΔΕΕ 2011, σ. 360.

[10] ΣτΕ 2974/2001, ΔΕΕ 2003, σ. 96· ΣτΕ 1135/1991, ΤοΣ 1991, σ. 578·  ΣτΕ 3423/1991, ΔΔικη 1992, σ. 1201.

[11] Βλ. ΑΕΔ 25/2012, σκέψη 12, (μειοψ.), η οποία ως προς τη συνταγματικότητα του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, η οποία αφορά στο θεσπιζόμενο ύψος 6% του επιτοκίου για οφειλές του Δημοσίου, έκρινε ότι παραβιάζει τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 η, κατ’ επίκληση των εκτάκτων αναγκών διασφαλίσεως της δημοσιονομικής ισορροπίας του Κράτους, επίρριψη όχι σε βάρος του κοινωνικού συνόλου αλλά σε βάρος συγκεκριμένου προσώπου, προς το οποίο το Κράτος έχει οφειλές, της υποχρεώσεως να ανέχεται την εξόφληση των προς αυτό οφειλών του με επιτόκιο μικρότερο από το ισχύον στις λοιπές χρηματικού περιεχομένου συναλλαγές. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι έκτακτες δημοσιονομικές ανάγκες μπορούν μεν να θεμελιώσουν την προσφυγή σε έκτακτα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, όχι όμως και να αποτελέσουν συνταγματικό έρεισμα για μια πάγια προνομιακή υπέρ του Δημοσίου ρύθμιση που επιρρίπτει σε συγκεκριμένο ιδιώτη τον κίνδυνο οικονομικής βλάβης από παράνομη δράση των οργάνων του Δημοσίου. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου αντίκειται στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[12] Η ισότητα, δηλαδή, εκλαμβάνεται όχι με την αριθμητική άλλα με την αναλογική της έννοια.

[13] ΠΠρΑθ 1101/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[14] Έτσι και ΣτΕ Ολ. 668/2012, σκέψη 33, (μειοψ.), ΝοΒ 2012, σ. 384.

[15] Βλ. ΣτΕ 1972/2012, σκέψη 14, ΔΦορΝ 2012, σ. 1070· Πρακτικά Επιτροπών της Βουλής επί του Συντάγματος, Συνεδρίαση της 28.1.1975, σ. 396

[16] Δ. Σάντης, Αι Φορολογικαί Απαλλαγαί, 1932, σ. 31·  Χρ. Τότσης, Φορολογ. Εισοδημ., τομ. Α΄, 1964, σ. 39· Α. Αγγελόπουλος, Γενική θεωρία της φορολογίας, 1972, σ. 79· K. Φινοκαλιώτης, Η αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης και το Σύνταγμα, 1985, σ. 63 επ.· Θ. Φορτσάκης, Φορολογικό δίκαιο, 2008, σ. 113.

[17] O A. Marshall υποδείκνυε τη μη απαλλαγή από τον φόρο και των οικονομικά ασθενέστερων τάξεων και τόνιζε ότι πρέπει και αυτοί να συνεισφέρουν στα οικονομικά βάρη, προκειμενου να αποκτήσουν το αίσθημα του «ελεύθερου πολίτη» και να ενδιαφερθούν για τη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, National Taxation after the War, σε After War Problems, σ. 317.

[18] ΔΕφΠατ 3/1993, ΔΔικη 1994, σ. 641, ΔΕφΠατ 3/1993, ΔΦορΝ 1994, σ. 1049.

[19] Βλ. για την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου σε Αλ. Δερβιτσιώτη, Σημειώσεις Συνταγματικού Δικαίου Ι, Γ΄ έκδοση, σ. 71 επ. και σε Α. Μανιτάκη, Κράτος Δικαίου & Δικαστικός Έλεγχος της Συνταγματικότητας Ι, 1994, σ. 213 επ.

[20] Η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Σ. ανήκει στο μη αναθεωρήσιμο σκληρό πυρήνα του Συντάγματος.

[21] Ξ. Κοντιάδης, Συνταγματικές εγγυήσεις και θεσμική οργάνωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλειας, 2004.

[22] Πρβλ. Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα "Λευκή βίβλος — Ατζέντα για επαρκείς, ασφαλείς και βιώσιμες συντάξεις", [COM(2012) 55 final], 2012/C 299/21, σκέψη 3.3.1., όπου γνωμοδότησε ότι η διατήρηση της επάρκειας συντάξεων που επιτρέπουν αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα για τα κράτη μέλη.

[23] Κ. Σταμάτης, Η ερμηνεία του φορολογικού δικαίου. Ανασκευή της κρατούσας γνώμης, ΔΔικη 2005, σ. 833 επ.

[24] ΕΔΔΑ απόφαση της 2.12.1985, Svenska κατά Σουηδίας, αριθμ. 11036/84, απόφαση της 14.12.1988, Wasa κατά Σουηδίας, αριθμ. 13013/87, απόφαση της 16.1.1995, Ricardo Travers κατά Ιταλίας, αριθμ.15117/89.

[25] Σύμφωνα με την αρχή της οικονομικότητας του φόρου, ο φόρος θα πρέπει να εισπράττεται με τη μικρότερη δυνατή δαπάνη, Μπάρμπας, Ερμηνευτικά προβλήματα κατά την εφαρμογή του νόμου περί Ενιαίου Τέλους Ακινήτων, Επιχείρηση 2008, σ. 538 επ.

[26] Χρ. Τότσης, ό.π., σ. 40.

[27] Βλ. αντί πολλών, Κ. Φινοκαλιώτη, ό.π., σ. 62-63.

[28] Με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «ο σεβασμός και η  προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική  υποχρέωση της πολιτείας». Η διάταξη αυτή, η οποία βρίσκεται στο Τμήμα  Α` του πρώτου μέρους του Συντάγματος, που φέρει τον τίτλο «Μορφή του Πολιτεύματος», δεν θεσπίζει «ατομικό δικαίωμα», αλλά χαρακτηρίζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα ως ανθρωποκεντρικό, με θεμέλιο την αξία του ανθρώπου. Ο σεβασμός της αναγορεύεται σε ύπατο κριτήριο της  έκφρασης και δράσης των οργάνων της πολιτείας. Με  βάση τη διάταξη αυτή του άρθρου 2, που δεν αποτελεί απλή διακήρυξη,  αλλά κανόνα δικαίου συνταγματικού επιπέδου, η πολιτεία, δηλαδή όλα τα πολιτειακά όργανα,  οφείλουν όχι μόνο να "σέβονται" αλλά και να "προστατεύουν" την αξία αυτή από προσβολές, ΑΠ Ολ. 40/1998, Αρμ. 1999, σ. 412.

[29] Έτσι και η BVerfGE 87, 153 (169-171), η οποία έκρινε ότι εφόσον ο νομοθέτης, στο πλαίσιο της κοινωνικής πρόνοιας, καθόρισε ελάχιστο όριο διαβίωσης, το οποίο το κράτος υποχρεούται να διασφαλίζει στους πολίτες που δεν διαθέτουν ίδια μέσα, με την καταβολή παροχών κοινωνικής πρόνοιας, είναι αυτονόητο ότι το ποσό αυτό δεν μπορεί να υπολείπεται του ελαχίστου ορίου διαβίωσης, το οποίο απαλλάσσεται του φόρου εισοδήματος. Το αναγνωρισμένο, δηλαδή, στο δίκαιο της κοινωνικής πρόνοιας ελάχιστο όριο διαβίωσης συνιστά το ελάχιστο ποσό εισοδήματος που πρέπει να είναι αφορολόγητο.

[30] Βλ. και Στ. Μαυρίδη, Τα κριτήρια δημοσιονομικής πειθαρχίας στην οικοδόμηση της Ευρωζώνης – Η περίπτωση της Ελλάδας, 2011, σ. 310.

Αναζητώντας τις άμυνες της δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Δημοκρατία μας δεν είναι τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, παρά τις όποιες τυχόν επιμέρους παρεκτροπές τους, αλλά η Χρυσή Αυγή. Η απάντηση δε σε αυτό δυστυχώς δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι μόνο πολιτική, όπως υποστηρίζεται κατά κόρον. Και τούτο διότι οι κοινωνικές συνθήκες στην χώρα μας, που έχουν όντως συνάφεια με αυτές του γερμανικού μεσοπολέμου, ευνοούν την ανάπτυξη νεοναζιστικών και νεοφασιστικών αντιλήψεων και πρακτικών, ενώ και το πολιτικό μας σύστημα παρουσιάζει έντονα σημάδια παρακμής και αναξιοπιστίας. Επείγει λοιπόν, πέρα από την ποινική, και μια ευρύτερη θεσμική αντιμετώπιση, με επίκεντρο την δυνατότητα να απαγορευθεί η κάθοδός της στις εκλογές, με οποιαδήποτε παραλλαγή. Μια τέτοια απαγόρευση, κατά την άποψή μου, είναι και πολιτικά αναγκαία, για την άμυνα της ίδιας της Δημοκρατίας, αλλά και συνταγματικά εφικτή, με όλες βέβαια τις αναγκαίες εγγυήσεις που μπορούν και επιβάλλεται να αναζητηθούν και να συζητηθούν ειδικότερα ώστε να αποφευχθούν παράπλευρες απώλειες.

——————
*Το κείμενο αυτό είναι επεξεργασμένη μορφή εισήγησης στην εκδήλωση που διοργάνωσε στις 14.10.2013 η ΔΗΜΑΡ, στο Θέατρο «Γκλόρια», με θέμα: «Η Δημοκρατία δεν απειλείται»

Το θέμα της σημερινής εκδήλωσης [«Η Δημοκρατία δεν απειλείται»] θέτει αναμφίβολα σειρά επί μέρους ερωτημάτων, που άπτονται της προστασίας της σύγχρονης Δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της. Θα εστιάσω και θα προσπαθήσω να απαντήσω σε τρία από αυτά, τα οποία κατά την άποψή μου βρίσκονται στην καρδιά του σχετικού προβληματισμού:

Πρώτο ερώτημα:

  • Πως απαντά η Δημοκρατία στις προκλήσεις για βίαιη κατάλυσή της;

Η απάντηση κατά την άποψή μου είναι απλή:

Η Δημοκρατία είναι ένα ανεκτικό πολίτευμα, το πλέον ανεκτικό απέναντι στους εχθρούς της, και αυτό άλλωστε είναι το μεγάλο συγκριτικό της πλεονέκτημα σε σχέση με όλα τα άλλα. Ανέχεται, ειδικότερα, κάθε κριτική, ακόμη και την πλέον ριζοσπαστική ή ανατρεπτική, χωρίς να ποινικοποιεί και να διώκει τις αντίθετες απόψεις και φωνές αλλά και χωρίς να  περιχαρακώνεται αυτάρεσκα σε κατεστημένες αρχές και αντιλήψεις, κλείνοντας τα μάτια ή βάζοντας το κεφάλι στην άμμο σε σχέση με τις κοινωνικές και πολιτικές αμφισβητήσεις. Η Δημοκρατία οργανώνει την νομιμοποίηση, την άσκηση και τον έλεγχο της εξουσίας αλλά δεν αποκλείει και τον αντιεξουσιαστικό λόγο, αρνούμενη ιδίως να ενδώσει στον καθεστωτισμό και τον αυταρχισμό. Και αυτό βέβαια επιβάλλεται, ακόμη περισσότερο, σήμερα, με δεδομένο ότι η κρίση έχει κλονίσει συνθέμελα  όλες σε παγιωμένες βεβαιότητες, επιβάλλοντας αναστοχασμό και περισυλλογή.

Ωστόσο, η Δημοκρατία δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ασθενές πολίτευμα. Η αμφισβήτηση και η κριτική έχουν ορισμένα απαρέγκλιτα όρια, που αφορούν την ίδια την αυτοπροστασία της απέναντι στους εχθρούς της. Όταν λέμε αυτοπροστασία, δεν εννοούμε βέβαια, θα το επαναλάβω, ούτε το πολιτικό σύστημα καθεαυτό ούτε, ακόμη περισσότερο, τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις που το υπηρετούν. Εννοούμε, όμως, σε κάθε περίπτωση, το πλαίσιο των θεσμών και των διαδικασιών που οριοθετούν την οργάνωση της πολιτικής ζωής με βάση τις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της πολυφωνίας, σε ευθεία συνάρτηση, βέβαια, όπως θα δούμε στη συνέχεια, και με την αρχή του κράτους δικαίου.

Όταν λοιπόν οι προκλήσεις απέναντί της αγγίζουν αυτόν τον σκληρό πυρήνα, η Δημοκρατία μπορεί και οφείλει να απαντήσει. Και έχει τη δύναμη να απαντήσει. Πρώτον, διότι διαθέτει ένα ισχυρότατο θεσμικό οπλοστάσιο, όπως αποδείχθηκε από τις πρόσφατες εξελίξεις. Δεύτερον, δε, διότι έχει και την δυνατότητα να ανανεώνει το θεσμικό της οπλοστάσιο, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να δίνει συγκεκριμένες και καίριες απαντήσεις στις συγκεκριμένες προκλήσεις, όπως αυτές εμφανίζονται κάθε φορά. Αυτό, ιδίως, είναι το σημείο στο οποίο σκοπεύω να επιμείνω, με κάποιες συγκεκριμένες προτάσεις. Πριν όμως το κάνω, θα ήθελα να σχολιάσω και ένα δεύτερο ερώτημα το οποίο έχει κατά την άποψή μου ιδιαίτερη σημασία:

  • Ποια είναι τα όρια της αντίδρασης της Δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της;

   Το θέμα τέθηκε με ιδιαίτερη έμφαση από πολλές πλευρές, με τις πολλές επιφυλάξεις και μεμψιμοιρίες που εκφράσθηκαν το τελευταίο διάστημα ως προς τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν. Αναμφισβήτητα, στο ζήτημα της αρχής δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η όποια απάντηση της Δημοκρατίας πρέπει να δίδεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε αυτή να μην αρνείται τον εαυτό της και τα στοιχεία που συνιστούν την πεμπτουσία της, σε κάθε δε περίπτωση με απαρέγκλιτη τήρηση των συνταγματικών κανόνων και επιταγών που εξειδικεύουν την αρχή του κράτους δικαίου, την οποία πρέπει να προστατεύσουμε σαν κόρη οφθαλμού. Από τη σκοπιά αυτήν πράγματι υπάρχουν ορισμένα ζητήματα ανοιχτά σε μια καλόπιστη κριτική και ιδίως όσα σχετίζονται:

Πρώτον, με την παραβίαση, τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τα Μέσα Ενημέρωσης,  του τεκμηρίου αθωότητας, το οποίο πάντως, είναι σχετικοποιημένο πλέον, με βάση την νέα ρύθμιση του άρθρου 43 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για την έναρξη της ποινικής δίωξης (κι αυτό ισχύει βέβαια, πολύ περισσότερο, σε περιπτώσεις προσωρινής κράτησης ή περιοριστικών όρων).

Δεύτερον, με την θεσμικά απαράδεκτη και πολιτικά κατευθυνόμενη μετάδοση, από όλα  τα Μέσα Ενημέρωσης –ιδίως δε από τα ραδιοτηλεοπτικά– όχι μόνον σημαντικών καταθέσεων μαρτύρων αλλά και διαλόγων και στοιχείων που είναι προϊόν –νόμιμων ελπίζω– υποκλοπών. 

Από εκεί και πέρα, πάντως, μου έχει κάνει εντύπωση η ένταση ορισμένων αντιδράσεων για άλλες πτυχές της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Και δεν αναφέρομαι βέβαια σε διάφορους τηλε-δικηγόρους, με μάλλον ιδιοτελή κίνητρα, αλλά σε εκπροσώπους της πολιτικής, της επιστήμης και της δημοσιογραφίας, που διαμορφώνουν ή έστω επηρεάζουν την κοινή γνώμη. Πράγματι, δεν είναι δυνατόν να μην αναρωτηθεί κανείς για τις αντιρρήσεις που ακούσθηκαν ως προς το ότι δεν ζητήθηκε η άδεια της Βουλής για τις διώξεις. Όχι μόνον γιατί το Σύνταγμα εξαιρεί ρητά τα αυτόφωρα κακουργήματα, όπως αυτά οριοθετούνται στο ποινικό δίκαιο, αλλά και διότι οι περισσότεροι από τους αντιδρώντες διερρήγνυαν όλο το προηγούμενο διάστημα τα ιμάτιά τους για τα προνόμια των βουλευτών, σε σχέση με τους κοινούς θνητούς, με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση στο ζήτημα της βουλευτικής ασυλίας…

Δεν αντέχω δε στον πειρασμό να επισημάνω ότι ορισμένοι από αυτούς, που δείχνουν τόσο υπερευαισθησία για την τήρηση των συνταγματικών κανόνων, στην χειρότερη περίπτωση πρωτοστάτησαν και στην καλύτερη εποίησαν την νήσσαν ως προς τον χαρακτηρισμό των εγκλημάτων της 17 Νοέμβρη ως κοινών εγκλημάτων ενώ ήταν φανερό, τουλάχιστον κατά την άποψή μου, ότι μεγάλο μέρος των εγκλημάτων τους, ιδίως των αρχικών, ήταν ο ορισμός του πολιτικού εγκλήματος…

Και το ίδιο ισχύει βέβαια, για να μην υπάρξουν παρανοήσεις, και για πολλά από τα εγκλήματα της Χρυσής Αυγής, ιδίως δε για αυτά που συνδέονται με τα άρθρα 134 επ. του Ποινικού Κώδικα, («Προσβολές του Πολιτεύματος»), ως προς την εφαρμογή των οποίων επίσης δεν κατανοώ τις επιφυλάξεις: λες και δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κόμμα, που όχι μόνον είναι δύο σε ένα, σαν τον Ιανό, αποτελώντας ταυτόχρονα πολιτική και εγκληματική οργάνωση, αλλά και που ταυτόχρονα συμπυκνώνει, με περισσό θράσος και ανυπόκριτη αλαζονεία, σχεδόν όλες τις δυνατές εκδοχές του ολοκληρωτισμού. Το αποκορύφωμα βέβαια είναι η πλέον αποκρουστική αναφορά της Χρυσής Αυγής, ο ναζισμός. Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι ταυτόχρονα έχει βγάλει και επισείει, σαν απειλή και σαν φόβητρο, όλους τους σκελετούς από τα ντουλάπια της ελληνικής ιστορίας. Από  την Τετάρτη Αυγούστου μέχρι την Χούντα και από τους δωσίλογους της Κατοχής μέχρι τους ταγματασφαλίτες και τους γερμανοτσολιάδες, το σταθερό σημείο αναφοράς τους είναι ένα: οι αρνητές και οι πολέμιοι της Δημοκρατίας …

Τέλος, μου φαίνονται ακατανόητες και κάποιες άλλες επιφυλάξεις, που δεν αφορούν ευθέως τη διαδικασία που ακολουθήθηκε αλλά τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια. Οι επιφυλάξεις αυτές εστιάζονται στα ακόλουθα ερωτήματα: Γιατί τώρα; Τόσον καιρό τι έκανε η κυβέρνηση και ιδίως η Νέα Δημοκρατία απέναντι στην Χρυσή Αυγή; Ποιες σκοπιμότητες υποκρύπτονται πίσω από την ξαφνική της αφύπνιση και ενεργοποίηση;

Η αφετηρία, βέβαια,  αυτών των επιφυλάξεων δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Είναι φανερό και αποδείχθηκε με διάφορους τρόπους ότι η στάση της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στην Χρυσή Αυγή ήταν εξ αρχής αμφίθυμη και προβληματική, καθώς καθοριζόταν από μικροπολιτικούς σχεδιασμούς και μικροκομματικές ιδιοτέλειες, ενίοτε δε και από εκλεκτικές ιδεολογικές συγγένειες… Αδράνεια, ανοχή, λειτουργία συγκοινωνούντων δοχείων της Χρυσής Αυγής με κρατικούς μηχανισμούς, συνθέτουν ένα πάζλ ευθυνών, με αποκορύφωμα την στάση της απέναντι στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, για το οποίο ήδη ακούσθηκαν πολλά και εμπεριστατωμένα.

Ωστόσο, ακόμη και με δεδομένη αυτήν την στάση της ΝΔ, πρέπει να θέσουμε ευθέως το ερώτημα: Δηλαδή τι έπρεπε να γίνει όταν επιτέλους η Κυβέρνηση αποφάσισε να κινηθεί. Να μεμψιμοιρούμε, αρνούμενοι να συμπράξουμε ενεργά, ο καθένας από το μετερίζι του, μηρυκάζοντας διαρκώς όλα όσα δεν έγιναν προηγουμένως και επαναλαμβάνοντας θεωρίες συνωμοσίας; Λυπάμαι αλλά μια τέτοια στάση μου φαίνεται εντελώς ανιστόρητη και αντιδιαλεκτική, ιδίως όταν αφορά πολιτικές δυνάμεις. Η πολιτική, ως γνωστόν, δεν ασκείται σε συνθήκες θερμοκηπίου, όπως ιδίως νομίζουν πολλοί συνάδελφοί μου, που αρέσκονται σε αφ’ υψηλού θεωρήσεις. Διαμορφώνεται μέσα στην ζέουσα εθνική ευρωπαϊκή και διεθνή  πραγματικότητα, με πολλαπλούς, ποικίλους και συχνά αστάθμητους και αλληλοσυγκρουόμενους επηρεασμούς και καθορισμούς. Όταν δε προκύπτει, έστω και μέσα από αντιφάσεις εντάσεις και πιέσεις, ένα σωστό αποτέλεσμα, το πρώτο, νομίζω, που πρέπει να κάνουμε, είναι να επικροτούμε και να στηρίζουμε αυτό το αποτέλεσμα, χωρίς μιζέριες και ήξεις αφήξεις. Πάντα υπάρχει χώρος για κριτική, η οποία πρέπει να ασκείται χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Αρκεί αυτό να γίνεται στην κατάλληλη συγκυρία και με τον κατάλληλο τρόπο ώστε όχι μόνον να μην είναι τροχοπέδη αλλά, αντίθετα, να είναι θετική και εποικοδομητική.       

Και προχωρώ στο τρίτο ερώτημα στο οποίο κυρίως θα ήθελα να επιμείνω:

  • Μπορεί ένα κόμμα, που ταυτόχρονα είναι εγκληματική οργάνωση και στοχεύει στην ανατροπή του πολιτεύματος, να κατέρχεται στις εκλογές;

Πρόκειται για ένα καίριας σημασίας ερώτημα, το οποίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απασχολεί όλους τους πολίτες. Είναι φανερό ότι στον μέσο πολίτη φαίνεται ακατανόητο πως είναι δυνατόν ένα κόμμα να κατέρχεται στις εκλογές, ενώ η ηγεσία και αρκετοί  βουλευτές του τελούν σε καθεστώς προσωρινής κράτησης για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, ενδεχομένως δε και για προσβολές του πολιτεύματος. Το ίδιο δε ερώτημα αφορά και ατομικά την εκλογιμότητα των συγκεκριμένων βουλευτών.

Στην περίπτωση αυτή η απάντηση είναι δύσκολη, τόσο de Costituzione lata όσο και de Costituzione ferenda. Ας τα δούμε συγκεκριμένα, και κατ’ανάγκην σχηματικά και ελλειπτικά:

Α. Με βάση το ισχύον Σύνταγμα, δεν νοείται απαγόρευση της λειτουργίας κόμματος με απόφαση δικαστηρίου, όπως ισχύει σε άλλες έννομες τάξεις. Το θέμα συζητήθηκε και απορρίφθηκε όταν ψηφίσθηκε το ισχύον Σύνταγμα και έκτοτε δεν υπήρξε κάποια αλλαγή, παρά το ότι υπήρξαν κατά καιρούς σχετικές προτάσεις. Διαφορετικά όμως τίθεται το ζήτημα ως προς την κάθοδο σε εκλογές, τουλάχιστον κατά την άποψή μου. Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 29 του Συντάγματος θέτει ως προϋπόθεση για την συνταγματική λειτουργία ενός κόμματος το «να εξυπηρετεί», με «την οργάνωση και την δράση του… την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος».

Έως το 2002 η διάταξη αυτή εξειδικευόταν με συγκεκριμένη ρύθμιση του ν.δ. 59/74, που έθετε ως προϋπόθεση, για την ανακήρυξη κόμματος, την ρητή δήλωσή του ότι δεν αποβλέπει στην βίαιη κατάλυση της έννομης τάξης και στην ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το διάταγμα αυτό θεσπίσθηκε πριν από την ψήφιση του Συντάγματος του 1975 αλλά ίσχυσε έκτοτε για 27 χρόνια, άρα θεωρήθηκε συμβατό με το Σύνταγμα, παρά τις όποιες επιφυλάξεις, που εκφράσθηκαν κατά καιρούς στον χώρο της πολιτικής (ιδίως από κόμματα της Αριστεράς) αλλά και της επιστήμης. Το δεδομένο δε, από αυτήν την περίοδο, είναι ότι υπάρχει προηγούμενο τριών κομμάτων που δεν ανακηρύχθηκαν (το 1994), διότι αρνήθηκαν να υποβάλουν αυτή τη δήλωση. 

Με τον εκλογικό νόμο του 2002 η ρύθμιση του ν.δ. καταργήθηκε και η δήλωση πρέπει πλέον να επαναλαμβάνει απλώς την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 29 του Συντάγματος περί εξυπηρέτησης της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ωστόσο, και υπό αυτή τη ρύθμιση ο Άρειος Πάγος αρνήθηκε να ανακηρύξει κόμμα, και μάλιστα με τον τίτλο «Νέο Φασιστικό Κόμμα», επιτρέποντας απλώς στον αρχηγό του να κατέλθει ως μεμονωμένος υποψήφιος. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω ερωτάται:

Τι θα εμπόδιζε τον νομοθέτη να επανέλθει στις ρυθμίσεις του ν.δ. του 1974, προσθέτοντας ως τρίτη προϋπόθεση –πέραν της βίαιης κατάλυσης της έννομης τάξης και της ανατροπής του δημοκρατικού πολιτεύματος–  και την μη καταδίκη της ηγεσίας ενός κόμματος για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση; Κατά την άποψή μου τίποτε, τουλάχιστον από συνταγματική άποψη.

Τι θα σήμαινε όμως μια τέτοια ρύθμιση ως προς την «Χρυσή Αυγή». Πρώτον ότι θα αναγκασθεί να κάνει συγκεκριμένη  «δήλωση δημοκρατικών φρονημάτων», για να θυμηθούμε τη «δήλωση κοινωνικών φρονημάτων» που οι ομοϊδεάτες τους είχαν επιβάλει, μετά τον εμφύλιο, στον ελληνικό λαό. Αυτό βέβαια, μπορεί να πει κανείς, θα έχει μόνο συμβολική αξία, διότι κατά πάσα πιθανότητα θα υπογράφονται τέτοιες δηλώσεις. Ωστόσο, και αυτή είναι η διαφορά, οι δηλώσεις δεν θα αρκούν για την ανακήρυξη αν έχει υπάρξει καταδίκη της ηγεσίας του για «προσβολή του πολιτεύματος», κατά τα άρθρα 134 επ. του Ποινικού Κώδικα, διότι θα τεκμαίρεται ψευδής και άνευ ουσίας. Άρα στην περίπτωση αυτή το κόμμα δεν θα κατέρχεται στις εκλογές, ανεξαρτήτως δήλωσης, και το ίδιο θα συμβαίνει αν η ηγεσία του ενέχεται αποδεδειγμένα –με πρωτόδικη τουλάχιστον καταδίκη– στην συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, ή και στην διάπραξη ειδεχθών εγκλημάτων, με ρατσιστικό κίνητρο, όπως θα μπορούσε να ορίζει ένας νέος αντιρατσιστικός νόμος, που πλέον είναι πράγματι απαραίτητος και για ουσιαστικούς αλλά και για συμβολικούς λόγους.

Γνωρίζω βέβαια ότι απέναντι σε μια τέτοια θεώρηση υπάρχουν αρκετές επιφυλάξεις. Οι περισσότερες από αυτές είναι πολιτικού χαρακτήρα και έχουν να κάνουν, κυρίως, είτε με την πολιτική ιστορία της Ελλάδος, που σφραγίσθηκε από τις έντονες διώξεις της Αριστεράς, είτε με την ανεκδιήγητη θεωρία των δύο άκρων, που προβάλλουν τελευταία κύκλοι του κυβερνώντος κόμματος, τορπιλίζοντας την αναγκαία ενότητα των πολιτικών δυνάμεων απέναντι στον ολοκληρωτισμό, προφανώς για μικροκομματικά οφέλη.

Ωστόσο, οι καιροί έχουν αλλάξει, όσο και αν κάποιοι προσπαθούν να ζωντανέψουν τα φαντάσματα του παρελθόντος. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Δημοκρατία μας δεν είναι τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, παρά τις όποιες τυχόν επιμέρους παρεκτροπές τους, αλλά η Χρυσή Αυγή. Η απάντηση δε σε αυτό δυστυχώς δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι μόνο πολιτική, όπως υποστηρίζεται κατά κόρον. Και τούτο διότι οι κοινωνικές συνθήκες στην χώρα μας, που έχουν όντως συνάφεια με αυτές του γερμανικού μεσοπολέμου, ευνοούν την ανάπτυξη νεοναζιστικών και νεοφασιστικών αντιλήψεων και πρακτικών, ενώ και το πολιτικό μας σύστημα παρουσιάζει έντονα σημάδια παρακμής και αναξιοπιστίας. Επείγει λοιπόν, πέρα από την ποινική, και μια ευρύτερη θεσμική αντιμετώπιση, με επίκεντρο την δυνατότητα να απαγορευθεί η κάθοδός της στις εκλογές, με οποιαδήποτε παραλλαγή. Μια τέτοια απαγόρευση, κατά την άποψή μου, είναι και πολιτικά αναγκαία, για την άμυνα της ίδιας της Δημοκρατίας, αλλά και συνταγματικά εφικτή, με όλες βέβαια τις αναγκαίες εγγυήσεις που μπορούν και επιβάλλεται να αναζητηθούν και να συζητηθούν ειδικότερα ώστε να αποφευχθούν παράπλευρες απώλειες.

Η προσέγγιση αυτή μπορούσε βέβαια να επισφραγισθεί και με μια νέα συνταγματική διάταξη, ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία πλέον θα ρυθμίσει ενιαία την δυνατότητα μη ανακήρυξης κομμάτων με τα χαρακτηριστικά της Χρυσής Αυγής και ταυτόχρονα την δυνατότητα κατάργησής τους, ακόμη και αν έχουν ανακηρυχθεί και βρίσκονται σε λειτουργία, με παράλληλη ή και αυτοτελή, κατά περίπτωση, έκπτωση και των βουλευτών από το αξίωμά τους. Αυτό θα γίνεται, πάντως, μόνον αν τόσο το κόμμα καθεαυτό όσο και οι βουλευτές του ατομικά παραβιάσουν τα ακραία όρια ανοχής της Δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Θα προϋποθέτει, δε, σε κάθε περίπτωση, απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου: είτε του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, ως Εκλογοδικείου, είτε, ακόμη καλύτερα, ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο ούτως ή άλλως πιστεύω ότι πρέπει πλέον να καθιερωθεί.

Με άλλα λόγια, η Δημοκρατία πρέπει να αποδείξει έμπρακτα, με καλοζυγισμένες κινήσεις και πρόσφορες ρυθμίσεις, σε όλα τα επίπεδα, ότι είναι σε θέση να αντιμετωπίσει όχι αυτούς που αντιμάχονται εν γένει το καθεστώς ή το σύστημα αλλά αυτούς που θέλουν να ανατρέψουν με συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης και δράσης τα πολύτιμα κεκτημένα της δημοκρατικής μας παράδοσης. Μιας παράδοσης  που με τόσο κόπο οικοδομήσαμε, μετά την μεταπολίτευση, και που πρέπει να διαφυλάξουμε με κάθε θυσία, προτάσσοντας –ελαφρά πλην ουσιωδώς παραλλαγμένο – το γνωστό σύνθημα:

«Όχι ελευθερία στους αποδειγμένα και έμπρακτα εχθρούς της ελευθερίας»…

Η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, με επίκεντρο την κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής, την εποχή της αλληλο-εξαρτώμενης, παγκόσμιας και επιμερισμένης, ευρωπαϊκά, κυριαρχίας

του Αντώνη Μανιτάκη, Ομότιμου Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, πρ Υπουργού

Στη μελέτη αυτή, που συντάχθηκε στις αρχές του 2012, με αφορμή συνέδριο αφιερωμένο στη μνήμη του Δημήτρη Τσάτσο, ο συγγραφέας επανερχόμενος ουσιαστικά σε προγενέστερες, δημοσιευμένες θέσεις του, υποστηρίζει ότι από το «Μνημόνιο» του 2010, ήδη, σηματοδοτείται το τέλος του μεταπολιτευτικού πολιτικού παραδείγματος με χαρακτηριστικά συμπτώματα την κατάρρευση του πολιτικού και κομματικού συστήματος, κυρίως του δικομματισμού, εν μέσω όμως σταθερού και ανθεκτικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Η Ελλάδα μπαίνει στη νέα εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς, υπό την αυστηρή δημοσιονομική επιτήρηση της ΕΕ και με ένα άτεγκτο και βίαιο πρόγραμμα λιτότητας καθώς και πρωτοφανούς δημοσιονομικής προσαρμογής τελώντας σε καθεστώς πλήρους χρεοκοπίας αλλά και πλήρους απώλειας της δημοσιονομικής της κυριαρχίας. Η δημοσιονομική, αστυνομική επιτήρηση της Ελλάδος, από διεθνείς Οργανισμούς, την ΕΕ και το ΔΝΤ όχι μόνο της οικονομίας της αλλά και της κοινωνικής της ζωής, φαίνεται να αποκτά δομικά χαρακτηριστικά, να έχει προοπτική και διάρκεια και να συναρτάται απόλυτα με την ιδιότητά της ως μέλους της ευρωζώνης. Η νέα πολιτική εποχή που ανατέλλει θα διαφέρει ριζικά από τη μεταπολιτευτική και δεν μπορεί να κτιστεί σε νέες δημοκρατικές βάσεις, αν δεν οικοδομηθεί μια νέα σχέση πολιτικής εμπιστοσύνης,  πολιτικής εξουσίας και εκλογικού σώματος ή λαού. Η ανάκτηση της αξιοπιστίας της πολιτικής συνολικά και του κύρους της πολιτικής αντιπροσώπευσης αποτελεί το κλειδί επιβίωσης και αναγέννησης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας μας.

Άλλαξε ο αρχικός, γενικός τίτλος της μελέτης και έγιναν επιβεβαιωτικές, φραστικές, παρεμβάσεις  

 

 

 

 

Η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, με επίκεντρο την κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής, την εποχή της αλληλο-εξαρτώμενης, παγκόσμιας και επιμερισμένης, ευρωπαϊκά, κυριαρχίας[1]

 

του Αντώνη Μανιτάκη

Το τέλος της μεταπολίτευσης και η επώδυνη κυοφορία μιας άλλης εποχής

Ανεξάρτητα από τη θέση που παίρνει κανείς, αρνητική ή θετική, απέναντι στην αναγκαστική υπαγωγή της χώρας μας υπό την επιτήρηση του «Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης» με τη σύναψη, αρχικά, της «Δανειακής Σύμβασης Διευκόλυνσης» των 90 δισεκατομμυρίων Ευρώ και με την προσφυγή ταυτόχρονα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για άλλα 20 δισεκατομμύρια, εκείνο που διαφαίνεται, ως σίγουρο, είναι ότι το έτος 2010, και ακριβέστερα η 3η ή η 8η Μαΐου, σηματοδοτεί το τέλος της μεταπολίτευσης και την απαρχή μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής, με ασαφή, δυσδιάκριτα και σφόδρα αμφιλεγόμενα -είναι αλήθεια- χαρακτηριστικά και με συνέπειες που σφάζουν ή προκαλούν δέος, αλλά με προοπτική μακράς διάρκειας και με ενδείξεις διαμόρφωσης νέας ιστορικής περιόδου[2]. Οι αλλαγές που συντελούνται, αλλά κυρίως αυτές που προμηνύονται ή καθιερώνονται νομοθετικά εις εκτέλεση του «Μνημονίου» Ι και ΙΙ, προοιωνίζονται, όλες μαζί, ένα σκηνικό ατομικής και κοινωνικής διαβίωσης και κυρίως μορφές εργασίας, απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλισης καθώς και σχέσεις κράτους- οικονομίας, κοινωνίας και κράτους, πολίτη και διοίκησης, ριζικά διαφορετικές από αυτές που ζήσαμε την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Βρισκόμαστε μπροστά στην επίπονη ανάδυση ενός κοινωνικού και εργασιακού παραδείγματος, εντελώς διαφορετικού από αυτό που γνωρίσαμε το δεύτερο ήμισυ του περασμένου αιώνα, με διάχυτη πολιτική αβεβαιότητα, αστάθεια και εκτεταμένη κοινωνική ανασφάλεια.

Κατάρα ή ευκαιρία, συνειδητή επιλογή ή αναγκαίο κακό, το αποκαλούμενο σχηματικά «Μνημόνιο», στην πραγματικότητα ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης (ΕΜΣ) και σήμερα το Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, είναι εδώ και είμαστε αναγκασμένοι, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, να συμμεριζόμαστε και να συμμορφωνόμαστε με τις κοινές και ομόφωνες αποφάσεις των συλλογικών οργάνων της ΕΕ, είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε πολιτικά με αυτές. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχουμε απαλλοτριώσει οριστικά τη νομισματική μας κυριαρχία και έχουμε αποδεχτεί οικειοθελώς και ασμένως σοβαρούς περιορισμούς στην άσκηση της δημοσιονομικής μας πολιτικής, πριν από πολλά χρόνια, πολύ πριν από την κρίση χρέους, και ότι η χώρα μας έχει, επί πλέον, συναινέσει επανειλημμένως στην οικονομική της λιτότητας και του ισχυρού ευρώ. Είμαστε καταναγκασμένοι να προγραμματίζουμε τη ζωή μας με βάση δημόσιες ευρωπαϊκές πολιτικές, που ενδεχομένως δεν αποδεχόμαστε πολιτικά, που ίσως και αποστρεφόμαστε, επειδή πιστεύουμε ακράδαντα ότι μια άλλη Ευρώπη με μια άλλη οικονομική πολιτική, εντελώς διαφορετική, είναι εφικτή και μπορεί ακόμη και τώρα να επιβληθεί με τη συνεργασία όμως και τον συντονισμό των λαών της Ευρώπης.

Το πλέον εύκολο και απλοϊκό μαζί θα ήταν, βέβαια, να αγνοήσουμε την "μνημονιακή" πραγματικότητα και ενεργώντας, όπως πρίν, με περισσή πολιτική ευήθεια, να αρκεστούμε στην ιδεολογική καταδίκη της, στη δαιμονοποίηση και στην γενικόλογη ιδεολογική απόρριψή της προσδοκώντας και προφητεύοντας, ως Κασσάνδρες, την μοιραία ανατροπή της εξ αιτίας των κοινωνικών δεινών που προβλέπουμε ότι θα επισωρεύσει. Η στρουθοκαμηλική αυτή στάση, που καθοδηγείται από έναν αφελή αριστερό βολονταρισμό και διέπεται από έναν αθεράπευτο σοσιαλιστικό ιδεαλισμό, αρνείται να δεί ότι το αποκαλούμενο «Μνημόνιο» δεν αποτελεί ένα ατύχημα ούτε ένα παραστράτημα της πολιτικής μας ζωής, ένα λάθος της οικονομικής ιστορίας, που κάποτε θα εξαλειφθεί χωρίς να αφήσει ίχνη της παρουσίας του. Αλλά μια μοιραία εξέλιξη, που προκλήθηκε από λόγους κυρίως συστημικούς, εν μέρει απρόβλεπτους, που έχουν τις ρίζες τους σε μια παγκόσμια οικονομική κρίση, με κύριο χαρακτηριστικό την κρίση χρέους των κρατών, που κτύπησε κυρίως την Ελλάδα, λόγω του αλόγιστου δανεισμού της, του σαθρού οικονομικού, παραγωγικού, μοντέλου της,του ανερμάτιστου πολιτικού της συστήματος και της παραλυμένης διοίκησής της.

 

Η κρίση της ελληνικής οικονομίας και κατ΄επέκταση και της κοινωνίας έρχεται από μακριά και θα πάει μακριά, αφού συναρτάται άλλωστε με μια παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομική ύφεση. Η μη ανταγωνιστική ελληνική οικονομία πληρώνει ακριβά το τίμημα ενός ισχυρού ευρώ και τώρα θα πρέπει να προσαρμοστεί βίαια και βιαστικά σε μια εντελώς διαφορετική από την παλιά οικονομική πραγματικότητα για να μπορέσει να επιβιώσει. .

Παίρνει πάντως δραματικές διαστάσεις, διότι μεταξύ των άλλων, το είδος της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξής της βρέθηκε αντιμέτωπο, λόγω της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας συγκυρίας, με την άτεγκτη νεοφιλελεύθερη λογική της σκληρής λιτότητας και της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η Ελλάδα είναι αναγκασμένη, ως υπερχρεωμένη χώρα, να προβεί σε διαρθρωτικές αλλαγές στα δημοσιονομικά της και στο κράτος, κάτω από την ασφυκτική πίεση ή και υπό τον εκβιασμό των αγορών και των δανειστών της και παράλληλα να συμμορφωθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της που απορρέουν από την ένταξή της στη ζώνη του Ευρώ.

 Είναι αναγκαίο, για τον λόγο αυτό, πριν προχωρήσουμε στην ανίχνευση των θεσμικών χαρακτηριστικών της νέας εποχής και πριν επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε τις θεσμικές αλλαγές μεταξύ της Μεταπολίτευσης και δύει και της νέας μεταπολιτευτικής περιόδου που μόλις κυοφορείται , να καταγράψουμε σε αδρές γραμμές το διεθνές οικονομικό περιβάλλον στο οποίο συντελούνται οι αλλαγές. Για να έχουμε μια εικόνα των ορίων μας, για να συνειδητοποιήσουμε τους καταναγκασμούς που υπάρχουν και για να αντιληφθούμε τους πραγματικούς συντελεστές του ελληνικού δράματος και κυρίως τα όρια των πολιτικών και θεσμικών δυνατοτήτων μας.

 

1. Το νέο ευρωπαϊκό και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, συστατικό στοιχείο της νέας μεταπολιτευτικής περιόδου

α) Η τριπλή εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας: ευρωπαϊκή, διεθνής και αγοραία και ο νέος ρόλος του κράτους και της κυριαρχίας.

Η πρωτοφανής κρίση χρέους των κρατών κτυπά, ως γνωστόν, κυρίως τα αδύναμα και υπερχρεωμένα κράτη, τα οποία, όπως η Ελλάδα, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την κρίση με εθνικά αποκλειστικά μέτρα, χωρίς δηλαδή την στήριξη ή την εγγύηση άλλων κρατών. Η πραγματική αυτή «οικονομική» αδυναμία τους εντείνει την διπλή οικονομική εξάρτησή τους τόσο από τις αγορές όσο και από τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς. Στην περίπτωση της Ελλάδος η αδυναμία της είναι και αυτή διπλή, τυπική και ουσιαστική: τυπική, εξ αιτίας της βάσει διεθνούς συμφωνίας απώλειας της νομισματικής και δημοσιονομικής αυτονομίας (ένταξη στην ΟΝΕ) και ουσιαστική λόγω του υπέρογκου χρέους της. Η Ελλάδα, όπως και οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης, αδυνατούν χωρίς τη στενή συνεργασία, συνεννόηση, στήριξη και αλληλεγγύη των χωρών της ευρωζώνης, επειδή είναι ενταγμένες με διεθνείς συμφωνίες στην Νομισματική Ένωση της Ευρώπης και εφ΄όσον δεν αποχωρούν ή δεν εξαναγκάζονται σε αποχώρηση, να αντιμετωπίσουν την κρίση μόνες τους και να εξοφλήσουν τα χρέη τους με δικές τους μονομερείς αποφάσεις.

Θα πρέπει να υπογραμμιστεί, πάντως, ότι η απώλεια της νομισματικής και δημοσιονομικής αυτονομίας της χώρας μας είναι αποτέλεσμα διεθνών συμφωνιών και πρακτικών προγενέστερων του Μνημονίου και ειδικά της ένταξης στην ΟΝΕ. Έχει επέλθει, άρα, νομικά και πραγματικά, πολύ πρίν από τον Μάϊο του 2010. Απλώς, το αντιληφθήκαμε και το συνειδητοποιήσαμε, τώρα, με αφορμή την κρίση. Με το Μνημόνιο επικυρώθηκε, πανηγυρικά, η πλήρης εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας και των όρων ανάπτυξής της τόσο από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές όσο και από τη Νομισματική Ένωση της Ευρώπης αλλά και από το ΔΝΤ, δηλαδή από διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς στους οποίους η Ελλάδα είναι από ετών οργανικό μέλος. Με αυτή την έννοια ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης σηματοδοτεί, απλώς, όχι μόνον το τέλος της αυτόνομης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής της Ελλάδος, αλλά και την πλήρη, πραγματική αυτή τη φορά, εξάρτηση της οικονομικής μας ανάπτυξης και της κοινωνικής αναπαραγωγής από τους όρους και τις απαιτήσεις των ισχυρών κρατών, όπως της Γερμανίας και της Γαλλίας, και των διεθνών οργανισμών, στα οποία είναι ενταγμένη και συμμετέχει, ως μέλος τους, στη συλλογική διαμόρφωση της πολιτικής τους.

Δεν πρέπει εξάλλου να υποτιμούμε το γεγονός ότι όλα αυτά συμβαίνουν στη διεθνή κοινότητα με την συναίνεση των κρατών, ισχυρών και ανίσχυρων, για χάρη της ειρήνης και της διεθνούς τάξης. Προκύπτουν μετά από συνεχείς συνεννοήσεις, χρονοβόρες διαπραγματεύσεις και διαβουλεύσεις ή διεθνείς συμφωνίες. Προϋποθέτουν άρα τυπικά κράτη κυρίαρχα, φορείς κρατικής κυριαρχίας, ικανά να δεσμεύονται διεθνώς με τη θέλησή τους και να αναλαμβάνουν την ευθύνη εκπλήρωσης των διεθνών υποχρεώσεών τους. Αυτό είναι το νέο της εποχής μας: τα κράτη εξακολουθούν να είναι, τυπικά, παράγοντες και υποκείμενα της διεθνούς κοινωνίας και να συμμετέχουν ως υποκείμενα του διεθνούς δικαίου στη νέα διεθνή τάξη πραγμάτων, παρόλο που έχουν απολέσει ένα μεγάλο μέρος της «πραγματικής δημοσιονομικής και οικονομικής ανεξαρτησίας» τους και άρα ένα μέρος της πραγματικής κυριαρχίας τους.

Η κρίση χρέους των κρατών κατέστησε είναι αλήθεια τα κράτη, προς το παρόν τουλάχιστον, υποχείρια των αγορών. Παράλληλα όμως η πλήρης εξάρτηση των κρατών από τις αγορές είχει ως αποτέλεσμα και αντίδραση την μεγαλύτερη αλληλεξάρτησή τους. Αύξησε κάθετα την αλληλεξάρτησή τους καθώς και την ανάγκη της συνεργασίας τους, χωρίς να καταργήσει, τουλάχιστον, τυπικά, την κυριαρχίας τους. Δεν φτάσαμε ακόμη στο τέλος των κρατών ούτε της κρατικής κυριαρχίας. Τα πάντα αποφασίζονται με την συναίνεση, την συγκατάθεση ή συνεννόηση των κρατών, έστω και αν η συναίνεσή τους στην πράξη είναι καταναγκαστική, άνευ ουσιαστικής διαπραγματευτικής δυνατότητας και καταντά τυπική. Τα κράτη-οφειλέτες εξαναγκάζονται να αποδέχονται τις αξιώσεις των δανειστών, αφού τελούν υπό καθεστώς εκβιασμού και αφόρητης οικονομικής πίεσης. Η αντιπαράθεση αγορών-κρατών, καθώς και ισχυρών και ανίσχυρων κρατών αποτελεί το μείζον διακύβευμα της εποχής μας. Από την έκβαση της μοιραίας αυτής σύγκρουσης θα εξαρτηθεί ο νέος ρόλος του κράτους, τη μορφή που θα πάρει το δημοκρατικό πολίτευμα αλλά και το μέλλον που επιφυλάσσεται στις ‘κυρίαρχες’ αρμοδιότητές του[3]. Με αυτή την έννοια η φάση που περνάμε είναι μεταβατική, οδεύει προς μια νέα, παγκόσμια οικονομική και πολιτική εποχή, με γνωρίσματα, που τώρα διαμορφώνονται και γι΄αυτό ακόμη ασαφή, αβέβαια και συγκεχυμένα. . Τα υπό διαμόρφωση χαρακτηριστικά αυτά γνωρίσματα διαθέτουν, πάντως, δυναμική επικράτησης και διαρκούς ισχύος, μόνο που η τελική μορφοποίησή τους θα εξαρτηθεί τόσο από την έκβαση σε ευρωπαϊκό ή και παγκόσμιο επίπεδο των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων και εξεγέρσεων, που μοιραία θα αναπτυχθούν, όσο και από τις οικονομικές εξελίξεις, τις αντινομίες και τα αδιέξοδα της παγκοσμοποιημένης οικονομίας της αγοράς και της ύφεσης.

 

β) Η νέα πολιτική περίοδος διανύεται σε συνθήκες διαδικτυομένης, παγκόσμια, κρατικής κυριαρχίας και διεθνούς «οικονομικής αστυνόμευσης» των εξαρτημένων οικονομιών

Η μελέτη της νέας περιόδου οφείλει επομένως να σταθεί για λίγο στο πιο έκδηλο, στο πιο αποφασιστικό και στο πλέον σταθερό χαρακτηριστικό της: την παγκοσμιοποίηση. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε κανένα άλλο χαρακτηριστικό της, αν δεν εντάξουμε την ιδιόμορφη περίπτωση της Ελλάδος στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι. Διότι μόνο τότε μπορούμε να κατανοήσουμε αυτά που ζούμε[4]. Μόνον αν δούμε τη χώρα μας ως τμήμα αναπόσπαστο της Ευρώπης και ως μέρος μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς, είναι δυνατόν να καταλάβουμε τους κλυδωνισμούς που βλέπουμε ή τους τριγμούς που ακούμε και να αφουγκραστούμε τις τρομακτικές αλλαγές που συντελούνται ή προμηνύονται.

Γι΄αυτό και ως την πλέον πετυχημένη ονοματοδοσία της ιστορικής περιόδου, που μας απασχολεί θεωρώ εκείνη του Γιάννη Βούλγαρη, ο οποίος διακρίνοντας την ιστορική περίοδο της μεταπολίτευσης, που έχει άρχισε ουσιαστικά να εκπνέει από τα τέλη της δεκαετίας του 90, από την περίοδο που την διαδέχτηκε και διανύουμε ακόμη σήμερα, αποκαλεί την πρώτη, περίοδο της δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής ομαλότητας, ενώ τη δεύτερη, περίοδο ένταξης της Ελλάδας στη ιστορική διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Ο τίτλος του πονήματός του είναι εύγλωττος: «Η Ελλάδα από την Μεταπολίτευση στην παγκοσμιοποίηση»[5]. Στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης εδραιώνεται το γνωστό από τις άλλες χώρες θεσμικό-κοινωνικό μοντέλο της μαζικής δημοκρατίας[6], του οποίου τα θεμελιακά γνωρίσματα συμπυκνώνονται: «στην ευρεία κρατική παρέμβαση στη οικονομία με αναπτυξιακούς και αναδιανεμητικούς σκοπούς, στην οργάνωση των πολιτών σε μαζικά κόμματα, συνδικάτα και κοινωνικές οργανώσεις και στην ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας»[7].

Η παγκοσμιοποίηση έχει αλλάξει άρδην το σκηνικό αυτό και αναγκάζει την πολιτική ζωή της χώρας μας να υπάρχει και να λειτουργεί μέσα από την αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση του εθνικού με το υπερεθνικό και το παγκόσμιο (παγκόσμιο-υπερεθνικό-εθνικό). Όσο «γρηγορότερα κατανοήσουμε, γράφει ο Βούλγαρης, και όσο βαθύτερα επεξεργαστούμε το νέο αυτό πλαίσιο τόσο επιτυχέστερη θα είναι η πορεία της Ελλάδος σε αυτά τα πρώτα βήματα της παγκοσμιοποίησης που ζούμε»[8].

Στην ουσία ζούμε, κατά τη γνώμη μου, στην Ελλάδα μια παραδειγματική εφαρμογή του τρόπου πλανητικής διακυβέρνησης του κόσμου την εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς ή, εκφραστικότερα, την εποχή της «Αυτοκρατορίας», για να χρησιμοποιήσω τον καθιερωμένο όρο των Τόνυ Νέκγρι και Μίκαελ Χάρντ[9]. Αξίζει τον κόπο, πιστεύω, να προσέξουμε τις σκέψεις τους, ανεξάρτητα από τις τυχόν επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς λόγω κυρίως του σχηματικού και αφοριστικού τρόπου που τις δατυπώνουν. Αξίζουν παράθεσης, διότι προβαίνουν σε μια διεισδυτική περιγραφή της εξέλιξης του ύστερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ασπάζομαι τη θεωρία και τις αναλύσεις του Νέγκρι. Αλλού έχω κάνει κριτική στη θεωρία του[10].

Υποστηρίζουν ότι με την παγκοσμιοποίηση έχει ή πάει να εγκαθιδρυθεί μια μορφή πλανητικής διακυβέρνησης, η οποία δεν γνωρίζει εθνικά σύνορα, αφού επικράτειά της είναι ολόκληρος ο πλανήτης, τείνει να καταργήσει τη διάκριση πολιτικού και οικονομικού, αφού τα συνενώνει σε «ένα» χρησιμοποιώντας τον ευγενή τίτλο «governance», ενώ, παράλληλα, υπερβαίνει την κρατική κυριαρχία. Μέσα από αυτά αναδύεται «μια νέα έννοια του δικαίου ή καλλίτερα μία νέα μορφή εξουσίας και ένα νέο σχέδιο παραγωγής κανόνων και νομικών εργαλείων καταναγκασμού τα οποία εγγυώνται τις διεθνείς συμφωνίες και επιλύουν τις διαφορές»[11]. Εργαλεία που είναι δύσκολο να τα εντοπίσει κανείς και ακόμη δυσκολότερα να τα περιγράψει με ακρίβεια. Πρόκειται, πράγματι, για «αλλαγή παραδείγματος που ορίζεται από την αναγνώριση στην πράξη μιας εξουσίας που επικαθορίζεται μεν από τα κυρίαρχα κράτη ενώ είναι, ταυτόχρονα, σχετικά ανεξάρτητη από αυτά, ικανής να λειτουργήσει ως κέντρο μια νέας παγκόσμιας τάξης ασκώντας μια αποτελεσματική κανονιστική ρύθμιση και εν ανάγκη και έναν καταναγκασμό»[12].

Η «Αυτοκρατορία», αν ακολουθήσουμε τη σχηματική αλλά εντυπωσιακά διαυγή σκέψη των δύο αυτών συγγραφέων, υπέρκειται των κρατών και εκδηλώνει την ιδιότυπη πλανητική κυριαρχία της μέσα από ένα πυκνό πλέγμα δυσδιάκριτων σχέσεων οικονομικό-πολιτικών, εθνικών και διεθνών. Διαχέεται σε ένα δίκτυο πολλαπλών κέντρων εξουσίασης, στο οποίο διαπλέκονται κράτη, διεθνείς οικονομικές οργανώσεις, διεθνείς χρηματοπιστωτικοί και τραπεζικοί οργανισμοί, διεθνείς (αφανείς) αγορές κεφαλαίου κ.ά., τα οποία κυβερνούν όλα μαζί στην πράξη τον κόσμο με βάση τους νόμους μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς και υπό την παντοκρατορία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου[13].

Αρκεί κανείς να προσέξει τα κείμενα του ‘Μνημονίου’, τις ιδιότυπες διεθνείς συμφωνίες που εμπεριέχει, τα κράτη, τους διεθνείς οργανισμούς, (Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (ΕΚΤ) που εμπλέκονται, τη ρητή αναφορά που γίνεται στις αγορές, τους πρωτότυπους διεθνείς μηχανισμούς που εγκαθιδρύονται, για να καταλάβει πόσο σύνθετο και πολύπλοκο είναι το νέο, διεθνές και παγκοσμιοποιημένο σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης του κόσμου, που έχει εγκατασταθεί και μας κυβερνά οικονομικά και πολιτικά.

Η Αυτοκρατορία βασίζεται και χρησιμοποιεί για να επιβληθεί όλα τα υπάρχοντα νομικά μέσα και τις νομικές θεωρήσεις του σύγχρονου νομικού πολιτισμού: το θετό δίκαιο, γραπτά κείμενα του εθνικού και διεθνούς δικαίου, (νόμους και διεθνείς συμφωνίες), καθώς και τις αξίες ή τις αρχές του εθνικού ή διεθνούς δικαίου και βέβαια την αυτορρύθμιση και τη σύμβαση. Μεταχειρίζεται τη συναίνεση και τη συγκατάθεση των κρατών ως βασικό εργαλείο νομιμοποίησης των διεθνών αποφάσεων, χωρίς να απορρίπτει βέβαια τη νομιμοποιημένη βία ή τη σκέτη βία όταν χρειαστεί. Ο νομικός φορμαλισμός συνυπάρχει με το αναγεννημένο φυσικό δίκαιο και τις αξίες του ανθρωπισμού, με προνομιακό όχημα και των δύο την ιδεολογία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κρατική κυριαρχία και δικαιώματα του ανθρώπου χρησιμοποιούνται διαρκώς άλλοτε εναλλάξ και άλλοτε σωρευτικά για να δικαιολογήσουν και νομιμοποιήσουν, ανάλογα με την διεθνή συγκυρία και την εθνική περίπτωση, εξαιρετικές καταστάσεις και διεθνείς κρίσεις.

Η καινοφανής αυτή «υπερεθνική κυριαρχία» ασκεί, σύμφωνα με τους ίδιους συγγραφείς, στην πράξη ένα είδος διαρκούς διοικητικής «αστυνόμευσης της οικονομίας» ή αλλιώς «οικονομικής διακυβέρνησης» όλων των χωρών του κόσμου. Η «αστυνόμευση» της οικονομικής ζωής δεν περιορίζεται όμως μόνον στον έλεγχο της παραγωγής υλικών και άϋλων αγαθών, επεκτείνεται έμμεσα και στην πειθάρχηση γενικά της εργασίας και δι΄αυτής στον έλεγχο της κοινωνικής αναπαραγωγής συνολικά, γεγονός που καταλαμβάνει, έμμεσα, όλες τις πτυχές της κοινωνικής μας ζωής ακόμη και τη «διαχείριση» της «γυμνής ζωής», κάτι που επιτρέπει ορισμένους να μιλούν για την εγκαθίδρυση μιας πραγματικής «βιοεξουσίας» καθώς και τη διαμόρφωση μια νέας μορφής πολιτική, τη «βιοπολιτική»[14].

Αυτό που χρειάζεται να υπογραμμιστεί, ωστόσο, είναι ότι ο διοικητικό-αστυνομικός αυτός έλεγχος δεν είναι, αν και εμφανίζεται ως τέτοιος, μέτρο εξαιρετικού ή προσωρινού και άρα παροδικού χαρακτήρα, όπως πιστεύουν ορισμένοι. Πρόκειται, αντίθετα, για μια κατάσταση που εμφανίζεται, αρχικά μεν, ως εξαιρετική, που δικαιολογεί βέβαια τη λήψη μέτρων κατάστασης ανάγκης και εξαιρετικών, αλλά στην ουσία τα μέτρα που επιβάλλονται καθιερώνουν μια «επιτήρηση» ή μια «οικονομική διακυβέρνηση» απεριόριστης διάρκειας[15] και για ορισμένους ένα είδος «καταγκαστικής πειθάρχησης» των λαών. Η πλανητική κυριαρχία της «Αυτοκρατορίας» μετατρέπει την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω των διεθνών οργανισμών και των άλλων μηχανισμών ελέγχου και επιτήρησης σε μια διαρκή-μόνιμη κηδεμόνευση ή πειθάρχηση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και τελικά του τρόπου εργασίας και διαβίωσης των λαών και τον ατόμων. Η κρίση γίνεται τελικά η αφορμή και τα εξαιρετικά μέτρα μετατρέπονται από προσωρινά σε διαρκή. Παίρνουν σταδιακά τα χαρακτηριστικά μιας μονιμότητας και μιας κανονικότητας.

Πιστεύω για το λόγο αυτό ότι δεν έχει ερείσματα η διάχυτη αντίληψη σε νομικούς και πολιτικούς κύκλους στο τόπο μας ότι η περίοδος που περνάμε έχει τα χαρακτηριστικά μια εξαιρετικής και άρα παροδικής περιόδου, που προστρέχει σε εξαιρετικά μέτρα, επικαλούμενη ένα «καθεστώς έκτακτης ανάγκης», που δικαιολογείται από τις εξαιρετικές περιστάσεις, που περνά η χώρα. Η αντίληψη αυτή δεν βρίσκει πάντως έρεισμα συνταγματικό, αφού κανένα άρθρο που προστατεύει τις συνταγματικές ελευθερίες δεν καταλύεται ούτε αναστέλλεται ούτε κατάλυση του πολιτεύματος έχουμε ούτε βέβαια εφαρμογή του 120 ή του 48 του Συντάγματος. καταχρηστική και αθρόα προσφυγή τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου δεν στοιχειοθετεί κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ούτε συνοδεύτηκε άλλωστε από εξαιρετική ή αντισυνταγματική ως προς το περιεχόμενό της και την προσβολή των υνταγματικών ελευθεριών νομοθέτηση. . Η Βουλή νομοθετούσε έναν τεράστιο όγκο νομοθετημάτων, είναι αλήθεια, με εξαιρετικά συνοπτικές διαδικασίες νομοθέτησης, σύμφωνα όμως με το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής. Δεν υπήρξε, όμως, κενό δικαίου ούτε αναστολή της νομιμότητας ή της ισχύος των ατομικών ελευθεριών, ούτε βέβαια ακύρωση της δυνατότητας προσφυγής στη Δικαιοσύνη για δικαστική αμφισβήτηση της συνταγματικότητας των μέτρων.

 

2. Τα πρώτα θεσμικά γνωρίσματα της νέας εποχής

α) Κατάρρευση του μεταπολιτευτικού πολιτικού και κοινωνικού παραδείγματος εν μέσω σταθερού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος

 

Η νέα πολιτική περίοδος διανύεται άρα την Ελλάδα σε συνθήκες σχετικής και επιμερισμένης μέσα στην ΕΕ και διαδικτυομένης σε ολόκληρο τον κόσμο κυριαρχίας[16]. Η Μεταπολίτευση του 1974 άρχισε με την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η δεύτερη αρχίζει με την δικτατορία του Ευρώ[17] και με σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης ολιγαρχικό. Μια πανίσχυρη παγκόσμια χρηματοπιστωτική ολιγαρχία καθορίζει εξάλλου το μέλλον όχι μόνον της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης[18].

Το πλέον έκδηλο θεσμικό γνώρισμα της νέας περιόδου, που είναι κοινά διαπιστωμένο, αφορά ωστόσο το πολιτικό σύστημα χωρίς να αγγίζει το πολίτευμα. Το πολιτικό και κομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης δείχνει να καταρρέει. Φαντάζει πολιτικά απαξιωμένο, ενώ πασχίζει εν μέσω κρίσης και πολιτικής σύγχυσης να ανασυνταχθεί. Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε, συνθετικά, την περίοδο της Μεταπολίτευσης με αυτήν που άρχισε τον Μάϊο του 1910, θα διαπιστώσουμε ότι οι διαφορές τους είναι δυσδιάκριτες όχι μόνον διότι κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα, αλλά και διότι εμφανίζουν, διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, ακόμη και όταν κατοικοεδρεύουν στο ίδιο επίπεδο.

Η μεταπολίτευση του 1974 συνδέθηκε με μια μείζονα πολιτική αλλαγή, που εντοπιζόταν κυρίως στη μορφή του πολιτεύματος. Η περίοδος του Μνημονίου άρχισε, αντίθετα, με μια βαθειά οικονομική κρίση, που συνεπάγεται για να αντιμετωπιστεί ριζικές αλλαγές στην οικονομία καθώς και στη δημόσια οικονομική και δημοσιονομική πολιτική, αλλά και στο κράτος που χρειάζεται μια ριζική μεταρρύθμιση.

Το 1974/75 συντελέστηκε μια πολιτειακή μεταβολή: κατέρρευσε μια δικτατορία, καταργήθηκε η μοναρχία και αποκαταστάθηκε η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Άλλαξε δηλαδή η μορφή του πολιτεύματος και μαζί του οικοδομήθηκε ένα νέο πολιτικό και κομματικό σύστημα. Το υπάρχον όμως τότε οικονομικό και κοινωνικό σύστημα όχι μόνον δεν θίχτηκε, αλλά ενισχύθηκε και κραταιώθηκε.

Το 2010 η αλλαγή αρχίζει από την αλλαγή του οικονομικού παραδείγματος της οικονομικής πολιτικής, χωρίς να θιγεί το πολίτευμα, αφού οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις συντελούνται μέσα στο πλαίσιο της ίδιας συνταγματικής νομιμότητας. Το συνταγματικό πολίτευμα μένει ανέπαφο, η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν αμφισβητείται και το κοινοβουλευτικό σύστημα λειτουργεί ομαλά, εξασφαλίζοντας κυβερνητική σταθερότητα.

Σε αντίθεση ωστόσο με το πολίτευμα, το πολιτικό και κομματικό σύστημα δείχνει, αυτό, σήμερα, να καρκινοβατεί, απαξιωμένο και απονομιμοποιημένο. Το ιδιάζον μάλιστα και ενδιαφέρον της παρούσης συγκυρίας είναι ότι την ίδια στιγμή που το πολιτικό σύστημα κλονίζεται, η δημοκρατική και κοινοβουλευτική νομιμότητα τηρείται και το πολίτευμα λειτουργεί ομαλά. Η βαθειά και πρωτοφανής οικονομική και κοινωνική κρίση δεν μετατράπηκε σε πολιτική ή συνταγματική κρίση ούτε σε ακυβερνησία. Η σοβαρή δοκιμασία του πολιτικού συστήματος δεν έθιξε την ομαλή λειτουργία το κοινοβουλευτικού συστήματος και δεν οδήγησε σε ακυβερνησία.

Για τον λόγο αυτό και οι διαρθρωτικές αλλαγές που συντελούνται τόσο βίαια γύρω μας, δεν είναι συγκυριακές ούτε παροδικές, έστω και αν δρομολογήθηκαν με αφορμή μια πρωτοφανή και αναπάντεχη κρίση χρέους του ελληνικού κράτους και αν υπαγορεύονται από μια δογματική και άκαμπτη νέο-φιλελεύθερη φιλοσοφία. Ανταποκρίνονται σε διαρκείς και δομικές αδυναμίες και αδράνειες της ελληνικής οικονομίας και επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν, μεταξύ των άλλων, τον αντιπαραγωγικό και μεταπρατικό κυρίως χαρακτήρα της.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες και ιδιομορφίες της ελληνικής κοινωνίας ήταν γνωστές και αποτελούσαν κοινό τόπο πολλών Ελλήνων διανοητών, από την εποχή της Μεταπολίτευσης, όπως, μεταξύ των άλλων, του Κ. Τσουκαλά[19] ή του Π. Κονδύλη.

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ήδη από τη δεκαετία του 80 είχε εντοπίσει με τρόπο διεισδυτικό τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού κράτους και του δημόσιου τομέα και είχε επισημάνει, έγκαιρα και έγκυρα, τις κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειες από την διόγκωση, την υπερτροφία του κρατικού μηχανισμού και από τον ανορθολογικό τρόπο οργάνωσης και απόδοσης της δημόσιας διοίκησης. Σημείωνε εύστοχα το 1985 ότι «η πολιτική εξουσία, αν και δημιούργησε για συγκεκριμένους λόγους την υπερτροφική δημόσια διοίκηση εγκλωβίστηκε μέσα σ΄αυτήν», αφού εξαναγκάστηκε να διατηρήσει γραφειοκρατικούς και συνδικαλιστικούς μηχανισμούς «που ήταν αντίθετοι σε κάθε μορφής μεταρρύθμιση». Και συνεχίζει στην ίδια μελέτη του «Η σύζευξη της αριθμητικής, πολιτικής και κοινωνικής δύναμης των μικροαστών του «Κράτους» και των παγιωμένων «αμυντικών» συντεχνιακών τους μεθόδων εναντίον κάθε αμφισβήτησης των προνομιακών τους κεκτημένων μαρτυρεί την ειδική ταξική δύναμη αυτής της κοινωνικής κατηγορίας, που κατά άλλα είναι διαφοροποιημένη, διαιρεμένη και δυσανάλογη»[20]. Σε μεταγενέστερες μελέτες του είχε αναλύσει και εξηγήσει τους πολιτικούς λόγους της διόγκωσης της δημόσιας διοίκησης και της κρατικής εργοδοσίας στην Ελλάδα και είχε δείξει τα συντεχνιακά δίκτυα προστασίας των μισθολογικών προνομίων καθώς και τα πελατειακά και ρουσφετολογικά κυκλώματα που τα διατηρούν και τα αναπαράγουν: «οι κρατικοί μηχανισμοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως χώροι άμεσης παραγωγής ιδιωτικών συμφερόντων, και κατά συνέπεια ως χώροι όπου συντελούνται διαδικασίες δόμησης και παγίωσης κοινωνικών ομάδων, των οποίων η πολιτική σπουδαιότητα μπορεί να είναι θεμελιώδης» [21].

Θα σταθώ λίγο και στη σκέψη του Κονδύλη, γιατί μου φαίνεται εξαιρετικά επίκαιρη: «ακόμη και η απλούστερη σκέψη και γνώση φανερώνει, γράφει, ότι οικονομική ανάπτυξη μπορεί να γίνει μόνο με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων, δηλαδή με τον αντίστοιχο περιορισμό της κατανάλωσης, προπαντός όταν τα καταναλωτικά αγαθά η χώρα δεν τα παράγει αλλά τα εισάγει και για να τα εισάγει δανείζεται, δηλαδή εκχωρεί τις αποφάσεις για το μέλλον της στους δανειοδότες της. Ο δρόμος της ανάπτυξης είναι ο δρόμος της συσσώρευσης, ενώ ο δρόμος της (βραχυπρόθεσμης μόνον) ευημερίας είναι ο δρόμος του παρασιτισμού, της εκποίησης της χώρας»[22]. Μπορεί κανείς να μη συμμερίζεται την ντεσισιονιστική πολιτική φιλοσοφία του Κονδύλη, οφείλει όμως να αναγνωρίσει ότι υπήρξε προφητικός διαπιστώνοντας ότι «η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια φτάνει στο τέλος της…». Η Ελλάδα "βρίσκεται στους πιο χαμηλούς δείκτες καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας»[23].

Είκοσι χρόνια αργότερα, μπορούμε όλοι να διαπιστώσουμε ότι η υπόσχεση της Μεταπολίτευσης για μια διαρκή ευημερία και ανθούσα δημοκρατική κοινωνία έχει οριστικά διαψευσθεί, μεταξύ των άλλων και διότι: "η ευημερία εξετράπη σε καταναλωτική βουλιμία, σε απληστία και κατασπατάληση. Ο άφρων δανεισμός δεν μπορεί πλέον να τροφοδοτήσει την άφρονα κατανάλωση, όταν οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται και, ακόμη χειρότερα, όταν χάνονται εκατομμύρια θέσεις εργασίας και η φτώχεια κατατρώει τα μεσοστρώματα"[24].

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα και κυρίως η ελληνική οικονομία έπεφτε θύμα από τη δεκαετία ήδη του 80 των εγγενών αντιφάσεων του κεϋνσιανού προτύπου του κοινωνικού κράτους: «της εξασφάλισης της κοινωνικής συναίνεσης και της διατήρησης της καπιταλιστικής συσσώρευσης», σημείωνε εύστοχα ο Γιάννης Βούλγαρης και συνέχιζε «οι αντιφάσεις αυτές είχαν καταλήξει στην εμπλοκή του χρυσού κύκλου: συνεχής ανάπτυξη-αύξηση απασχόλησης-δημόσια παρέμβαση-κοινωνικές πολιτικές. Έτσι, μέσα στην ατσαλοσύη, την εκλογικίστικη παραχολογία και τη σύγχυση της οικονομικής πολιτικής πιστοποιείτο και στην Ελλάδα το τέλος αυτού του κύκλου. Το γεγονός αυτό δεν μειώνει τις ευθύνες της κυβέρνησης και της πολιτικής ηγεσίας. Αντίθετα τις επιδείνωνε προσθέτοντας την ανικανότητα να κατανοήσουν εγκαίρως τις αλλαγές που είχαν επέλθει»[25].

Ο διαφορετικός αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης στο πολίτευμα και στο πολιτικό σύστημα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό, αξιοσημείωτο, της παρούσας περιόδου, που πρέπει να έχουμε υπόψη μας, αν θέλουμε να προγνώσουμε τις πολιτικές και συνταγματικές εξελίξεις.

 

β) Κρίση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας της πολιτικής εξουσίας. Πλήρης απονομιμοποίηση του αντιπροσωπευτικού συστήματος

 

Η Μεταπολίτευση λήγει με την πλήρη απαξίωση του υπάρχοντος πολικού και κομματικού συστήματος, ενός συστήματος που χάρισε, ωστόσο, στην κοινοβουλευτική δημοκρατία του 1975, χάρις στη δημιουργία μαζικών κομμάτων και στην ανάδυση από τις εκλογές πειθαρχημένων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών, ομαλότητα και σταθερότητα.

Αυτό το σύστημα κλυδωνίζεται, σήμερα, μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένου εκφυλισμού και πολιτικής απογοήτευσης, αφού προηγουμένως ανέχτηκε και εξέθρεψε το ίδιο τη διαπλοκή της οικονομικής με την πολιτική εξουσία μαζί με μια εκτεταμένη πολιτική διαφθορά και αφού εξοικείωσε επί είκοσι χρόνια την κοινή γνώμη και τους πολίτες με τα σκάνδαλα και την σκανδαλολογία. Η χώρα πορευόταν χωρίς σταματημό μέσα σε ένα ορυμαγδό συνεχών αποκαλύψεων φαινομένων διαφθοράς σε όλους τους τομείς του δημοσίου βίου και μεγάλης απαξίωσης θεσμών και φορέων. Μια εικόνα σκυθρωπή επισκίαζε τα τελευταία χρόνια τα επιτεύγματα και τις ατέρμονες προσπάθειες για μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμό της πιο ομαλής κοινοβουλευτικά συνταγματικής περιόδου, που γνώρισε ο τόπος μας[26].

 

Αυτό που τελικά έμεινε, ως βασικό χαρακτηριστικό της μεταπολιτευτικής περιόδου, είναι η αναξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας και η βαθειά κρίση εμπιστοσύνης προς τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, προς τη Βουλή και τους Βουλευτές της, τη νομοθετική και αναθεωρητική εξουσία και κυρίως προς τα πολιτικά κόμματα. Ο Δημήτρης Τσάτσος[27], σε μία από τις καίριες συνταγματικο-πολιτικές παρεμβάσεις στα δημόσια πράγματα του τόπου του, είχε επισημάνει ότι η χώρα περνούσε από τα τέλη της δεκαετίας ήδη του 80 μια κρίση νομιμοποίησης των θεσμών. Εντόπιζε μάλιστα την κρίση νομιμοποίησης στην κρίση αξιοπιστίας που χαρακτηρίζει την πολιτική και ειδικά την πολιτική εξουσία. Η αναξιοπιστία της πολιτικής είναι ένα σύμπτωμα που συνδέεται με τη λειτουργία του θεσμού, με την πραγμάτωσή του και αυτή με τη σειρά της συναρτάται με την πολιτική συμπεριφορά του φορέα του. Η πολιτική αναξιοπιστία του θεσμού παράγει κρίση νομιμοποίησης, διότι πλήττει το κύρος του θεσμού, αφού του στερεί ένα συστατικό του στοιχείο, την αποδοχή και την συναίνεση των κυβερνωμένων: «κριτήριο κοινωνικής συναίνεσης είναι η αξιοπιστία της πολιτικής με την οποία πραγματώνονται οι θεσμοί»[28].

Η κρίση αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης δεν άφησε ανέγγιχτη ούτε τη δικαστική εξουσία, δυστυχώς ως θεσμό, ενώ στιγμάτισε ανεξίτηλα τη Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Σε παρατεταμένη παρακμή και εκφυλισμό είχαν περιέλθει τα τελευταία χρόνια και οι συμμετοχικοί θεσμοί διοίκησης των πανεπιστημίων, την ίδια στιγμή που το εκπαιδευτικό μας σύστημα παρέπαιε και αναζητούσε απεγνωσμένα τρόπους να ορθοποδήσει και εκσυγχρονιστεί.

Βρισκόμαστε, ως λαός, σήμερα μπροστά σε μια πολιτική κατάσταση στην οποία η κοινή γνώμη συνειδητοποιεί έκπληκτη ότι η δημοκρατική αναγέννηση του 1975 είχε παρακμάσει, είχε εκφυλιστεί, υπό το βάρος της πολιτικής διαφθοράς, των πελατειακών σχέσεων, των συντεχνιακών συμπεριφορών του κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού και της κατασπατάλησης του δημόσιου χρήματος. Η δημοκρατική αναγέννηση στηριζόταν, μεταξύ των άλλων, σε μια απατηλή και υποθηκευμένη με υπέρογκα δάνεια ευημερία[29]. Είχε παραδοθεί στο θάμπος μιας επιδερμικής δημοκρατικής ευφορίας, που υποθάλπονταν από μια καταναλωτική μανία και μια ακατάσχετη κομματική παραχολογία. Είχε ακόμη αφεθεί στη θαλπωρή ενός ευτραφούς ρητορικά και συνταγματικά, αλλά καχεκτικού ασφαλιστικά, κοινωνικού κράτους, που κινδύνευε να καταρρεύσει ως χάρτινος πύργος, αφού τα θεμέλιά του, το ασφαλιστικό κεφάλαιο, ήταν σαθρά.

Η πλέον σημαντική, θεσμική επίπτωση αυτής της παρακμής είναι ή πλήρης απαξίωση ή απονομιμοποίηση αυτού που αδόκιμα αποκαλείται πολιτικό σύστημα, ενώ πρόκειται, αν θέλουμε να ακριβολογούμε, για κρίση νομιμοποίησης του αντιπροσωπευτικού συστήματος και ειδικότερα της σχέσης αντιπροσώπευσης εκλογέως και εκλεγομένου. Η άτυπη αλλά καθοριστική σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ τους έχει διαρραγεί. Το αξίωμα του αντιπροσώπου-βουλευτή έχει χάσει την θεσμική του ακτινοβολία, την αίγλη του. Ο θεσμός της πολιτικής αντιπροσώπευσης έχει απολέσει το κύρος του και ο φορέας του δεν δικαιολογεί την ύπαρξή του, δηλαδή την εκλογή του.

Ο βίος της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα μόνον ως πολιτικό δράμα μπορεί να αναπαρασταθεί. Γνώρισε στη διάρκεια δύο μόνον δεκαετιών αυτό που άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες χρειάστηκαν μισό μόνον αιώνα για να συνειδητοποιήσουν: τον θρίαμβο και την παρακμή της ιδέας της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Την ίδια χρονική περίοδο που αποκαθίσταντο και εδραιώνονταν οι δημοκρατικοί και κοινοβουλευτικοί θεσμοί στη χώρας μας και λειτουργούσε ομαλά με αξιοζήλευτη κυβερνητική σταθερότητα το συνταγματικό πολίτευμα, την ίδια χρονική περίοδο, από το μέσον της περιόδου, η χώρα βίωνε καθημερινά την παρακμή, την πολιτική απαξίωση των αντιπροσωπευτικών της θεσμών. Ποτέ άλλοτε στη συνταγματική μας ιστορία οι συνταγματικοί μας θεσμοί, κοινοβουλευτική δημοκρατία, κράτος δικαίου και δικαιώματα, δεν ήταν τόσο, καλά, τυπικά, κατοχυρωμένοι και ποτέ άλλοτε δεν ήταν, ταυτόχρονα τόσο απαξιωμένοι ή και για πολλούς πλήρως καταρρακωμένοι ή τόσο αναξιόπιστοι[30].

Η προηγούμενη διαπίστωση συμπορεύεται ουσιαστικά με μια ανάλογη σκέψη του Γάλλου στοχαστή Γκωσέ, ο οποίος στο πρώτο τόμο του βιβλίου του(…)[31], αναφερόμενος στη Δημοκρατία γενικά σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο είχε εντοπίσει την ακόλουθη ιστορικής σημασίας αντίφαση της εποχής μας: η Δημοκρατία ως πολίτευμα και ως ιδέα είναι στην εποχή μας οικουμενικά καταξιωμένη, ποτέ άλλοτε δεν είχε γνωρίσει τόση αίγλη και δεν αισθανόταν τόσο καλά εδραιωμένη. Και όμως ποτέ άλλοτε δεν έδειχνε τόσο άδεια εσωτερικά και τόσο ανήμπορη.

Η δημοκρατία δεν είχε πλέον εξωτερικούς εχθρούς είχε αποκτήσει όμως έναν αδυσώπητο, αδιόρατο αντίπαλο: τον εαυτό της. Η δημοκρατία εναντίον του εαυτού της, αυτός ήταν, άλλωστε, ο τίτλος ενός προγενέστερου βιβλίου του ίδιου συγγραφέα[32].

Το ίδιο και η Ελληνική Δημοκρατία φαίνεται να μην απειλείται πλέον από εξωτερικούς εχθρούς, κινδυνεύει όμως από τον κακό εαυτό της, μαραζώνει κατατρώγοντας τα σωθικά της.

Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η μείζων αντίφαση της μεταπολιτευτικής εποχής: η μορφή και η βάση του πολιτεύματος, ως προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, είναι εκεί, σταθερή και ακλόνητη, και μας κοιτά απρόσωπα και παγερά, ανέπαφη. Και εμείς στεκόμαστε απέναντί της, παραζαλισμένοι ή αλλόφρονες και πάντως χαμένοι. Διερωτόμαστε για το αν έχουμε ή δεν έχουμε ακόμη δημοκρατία και κοινωνικό κράτος, αν έχει καταλυθεί ή όχι η συνταγματική νομιμότητα, η εθνική και λαϊκή κυριαρχία ή το κράτος δικαίου. Διερωτόμαστε αν η δημοκρατία και το κοινωνικό κράτος είναι απτές πραγματικότητες ή πλάσματα της φαντασίας μας.

Το αξιοπερίεργο μάλιστα είναι ότι ενώ διαπιστώνουμε βαθειά κρίση της Δημοκρατίας και του αντιπροσωπευτικού συστήματος, κρίνουμε, ωστόσο, και επικρίνουμε, καταγγέλλουμε και κατακρίνουμε πράξεις και αποφάσεις της Κυβέρνησης με αποκλειστικό αξιακό γνώμονα πάντα τη δημοκρατία και την εθνική και λαϊκή κυριαρχία και όχι κάποιο άλλο πολίτευμα ή ιδεατό σύστημα, όπως το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα είχαμε ως κανόνα αναφοράς και σύγκρισης τον σοσιαλισμό ή την αποκαλούμενη πραγματική δημοκρατία. Ακόμη και αυτοί που αναθεματίζουν συνταγματικά το Μνημόνιο, επικαλούνται, για να ξορκίσουν το κακό και να καταγγείλουν τα δεινά που επέρχονται, την παραβίαση του Συντάγματος και την προσβολή της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, απόδειξη της αντοχής και καθολικής αποδοχής των δημοκρατικών αξιών.

Αλλά και όσοι αντιμετωπίζουν το Μνημόνιο ως σανίδα σωτηρίας, πάλι στο Σύνταγμα-γνώμονα καταφεύγουν και τη Δημοκρατία επικαλούνται, όταν θέλουν να δικαιολογήσουν τα μέτρα που λαμβάνονται και τις αλλαγές που συντελούνται. Στις οξύτατες πολιτικές τους αντιπαραθέσεις οι αντιμαχόμενες μερίδες έχουν, όλες τους, έναν κοινό αξιολογικό κώδικα: την αντιπροσωπευτική δημοκρατική διακυβέρνηση. Δεν υπάρχει άλλος πολιτικός ορίζοντας..

           

Συμπέρασμα: η ανάγκη ανοικοδόμηση μιας νέας σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ εκλογέων και εκλεγομένων και υπέρβασης της κρίσης αξιοπιστίας της πολιτικής

 

Εν κατακλείδι, ζούμε μια εποχή όπου βασιλεύει η αβεβαιότητα και το άγνωστο, ο φόβος του αύριο και η παντελής κοινωνική ανασφάλεια σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τα φαινόμενα αυτά παρατηρούνται συνήθως σε εποχές μεταβατικές, όπως είναι η δική μας, σε περιόδους οικονομικής κρίσης, σε εμφύλιους ή παγκόσμιους πολέμους, που κυοφορούν επώδυνα μια νέα εποχή. Επανακαθορίζονται οι σχέσεις του κράτους με την οικονομία και την κοινωνία αλλά και του ατόμου με το κράτος και την κοινωνία. Οι μετασχηματισμοί αυτοί υπαγορεύονται, ας το επαναλάβουμε, από παράγοντες που δεν ελέγχονται ούτε ορίζονται από το εθνικό κράτος. Συντελούνται και επιβάλλονται εκτός της εθνικής επικράτειας, από παράγοντες διεθνείς, δυσδιάκριτους και εν πολλοίς ανεξέλεγκτους, από δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς.

Ένας νέος κόσμος γεννιέται σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο μέσα από συγκρούσεις, έριδες, ρήξεις και οδύνες και κοινωνική ανασφάλεια. Ας τον αφουγκραστούμε, ας προσπαθήσουμε να τον καταλάβουμε, αν θέλουμε να παρέμβουμε συνειδητά για να τον επηρεάσουμε ή και να τον αλλάξουμε και όχι απλώς να τον υποστούμε αγκιστρωμένοι δογματικά στις κλονιζόμενες από τους παγκόσμιους ανέμους βεβαιότητές μας, οργισμένοι και αγανακτισμένοι απλώς για την αδικία και το κακό που μας έτυχε. Αν πιστεύουμε ειλικρινά ότι μπορούμε να ορίζουμε, έστω και εν μέρει, την εθνική μας μοίρα και δεν θέλουμε να μετατραπούμε σε παθητικούς και ανήμπορους θεατές της, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε τα όρια και τις δυνατότητές μας και να καταλάβουμε αυτό που γίνεται χωρίς εμάς και για μας, καθώς και αυτό, το ελάχιστο, που μπορούμε να κάνουμε, Εμείς, ως οργανωμένο, εύτακτο και αυτο-προσδιοριζόμενο πολιτικό και κοινωνικό σύνολο.

Το τελευταίο, προϋποθέτει όμως μια νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εκλογέων και εκλεγομένων, που δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί παρά με την ανάκτηση της αξιοπιστίας της πολιτικής και των πολιτικών. Η ανάκτηση της αξιοπιστίας συναρτάται φυσικά με την αποκατάσταση του κύρους των θεσμών, μόνο που στην προκειμένη περίπτωση το κύρος τους εξαρτάται και αυτό από την ‘πολιτικά ενάρετη και λειτουργικά αποτελεσματική’ συμπεριφορά των φορέων τους. Πρόκειται άρα για ζήτημα αξιόπιστης και αποτελεσματικής λειτουργίας του θεσμού, -επισημαίνει ο Δ. Τσάτσος- την οποία πραγματώνει ο φορέας του

Ο θεσμός δεν λειτουργεί από μόνος του, ούτε υπάρχει μόνο στα νομικά κείμενα. Ενσαρκώνεται και λειτουργεί από τον φορέα του. Δεν είναι άρα η αντιπροσώπευση γενικά και αφηρημένα ως θεσμός το πρόβλημα στον τόπο μας, αλλά η ζωντανή και συγκεκριμένη σχέση αντιπροσώπευσης. Αυτή η τελευταία πάσχει και χρειάζεται πολιτική αγωγή.

 Η κρίση είναι βαθειά, δομική και άτυπη, αξιακή και θεσμική μαζί, δεν αφορά τόσο το αρχέτυπο της σχέσης πολιτικής αντιπροσώπευσης, όσο τις εφαρμογές και πρακτικές που αυτό το ίδιο στηρίζει και καλύπτει. Χρειάζεται να καθιερωθεί μια άλλη λειτουργία του θεσμού καθώς και άλλες πρακτικές από τους φορείς του, που δεν καθιερώνονται όμως από η μία μέρα στην άλλη ούτε απλά με ένα νέο ή με μια νέα αναθεώρηση.

 

 


[1] Η μελέτη αφιερώνεται στη μνήμη του Δημήτρη Τσάτσου για την συμβολή του ειδικά στη ανάδειξη της «αξιοπιστίας» της πολιτικής και των θεσμών, ως στοιχείου συστατικού της νομιμοποίησής τους. Η αναξιοπιστία της πολιτικής είναι, κατά τη γνώμη μου, το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα της παρούσας κρίσης νομιμοποίησης της πολιτικής, κάτι που είχε έγκαιρα επισημάνει και αναλύσει ο Δημήτρης. Την τεράστια συμβολή του στην ελληνική και γερμανική επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου είχα την ευκαιρία να παρουσιάσω στο δημόσιο έπαινο που εκφώνησα κατά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εδώ απλώς αναπληρώνω, με την ευκαιρία του τιμητικού τόμου, μια παράλειψη του επαίνου εκείνου, επειδή, πιστεύω, ότι αποτελεί για τον ίδιο μια μετά θάνατον δικαίωση της τότε επιστημονικής του ανησυχίας. Τέλος, η μελέτη αυτή του ανήκει και για ένα άλλο πρόσθετο λόγο, διότι διείδε και μελέτησε, από τους πρώτους, τις ιστορικές και θεσμικές αντιφάσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τόνισε ότι η ενωμένη Ευρώπη δεν μπορεί παρά να είναι, ταυτόχρονα, Ευρώπη και των κρατών και των λαών.

 

[2] Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής στο Οικονομικό Τμήμα του Α.Π.Θ. στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Μια εποχή έχει τελειώσει, ζούμε το τέλος της, έστω και αν η αναδυόμενη νέα παραμένει επί του παρόντος αντιφατική και απροσδιόριστη. Οι πιστωτές περιφέρονται με αρπακτική διάθεση δικαστικού κλητήρα, προβαίνουν σε κατασχέσεις και εκποιήσεις, μέσα σε σωρούς πτωμάτων και ερειπίων της εποχής που έχει ήδη εκπνεύσει. Οι οφειλέτες δηλαδή η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, συνειδητοποιούν την αυταπάτη της οποίας υπήρξαν θύματα στη διάρκεια της τελευταίας τριακονταετίας» Κώστα Βεργόπουλου, Μετά το τέλος. Η οικονομία της καταστροφής και η επόμενη ημέρα, Λιβάνη, 2011, σ. 13

 

[3]

 

[4] Μια πρώτη απόπειρα καταγραφής των συνεπειών στο Σύνταγμα και στη Δημοκρατία από την εμφάνιση της "παγκοσμιοποίησης" έγινε από τον Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία την εποχή της παγκοσμιοποίησης, Αντ. Σάκκουλας, 2000, ιδίως σ. 61-122, ο οποίος αναζητά –ματαίως κατά τη γνώμη μου- μέσω μιας ριζοσπαστικής συνταγματικής πολιτικής, στην ουσία μέσω μιας αναθεώρησης του Συντάγματος, συνταγματικά αντίβαρα ή συνταγματικές αντιστάσεις στις προκλήσεις της νέας εποχής. Είχε προηγηθεί η 'προφητική' μελέτη του Αριστόβουλου Μάνεση, 'Το Σύνταγμα στο κατώφλι του 21ου αιώνα', Λόγος στην Ακαδημία Αθηνών, Ανάτυπο από τα Πρακτικά της Ακαδημίας, 1993, σ. 453-481, όπου στη σελίδα 460, διαβάζουμε τα εξής: "Κύριο και καίριο νομικοπολιτικό φαινόμενο της εποχής μας είναι η διείσδυση διεθνών (υπερκρατικών και υπερεθνικών) κανόνων στην εθνική (εσωτερική) έννομη τάξη, διείσδυση που συνεπάγεται αλλοίωση και σχετικοποίηση του κανονιστικού χαρακτήρα του Συντάγματος, το οποίο "οικειοθελώς" τείνει να καταστεί έτσι διάτρητο'. Πρβλ. ακόμη από μία άλλη οπτική γωνία τις σκέψεις του Ξ. Κοντιάδη, Δημοκρατία, κοινωνικό κράτος και Σύνταγμα στην ύστερη πραγματικότητα, Παπαζήση, 2006, ιδίως σ. 47 επ. και τον Πρόλογο του Κ. Τσουκαλά.

 

[5] Γιάννης Βούλγαρης, Η Ελλάδα από την Μεταπολίτευση στην παγκοσμιοποίηση, Πόλις, 2008.

 

[6] Στην επικράτηση της μαζικής δημοκρατίας, ως πρότυπου οργάνωσης της κοινωνικής και πολιτικής ζωής των αστικών κοινωνιών, συμπίπτουν οι αναλύσεις του Γιάννη Βούλγαρη με εκείνες του Παναγιώτη Κονδύλη (βλ. Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, από την μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Θεμέλιο, 1991, σ. 231 επ.). Μόνο που ο δεύτερος δίνει ένα διαφορετικό, ευρύτερο, περιεχόμενο στον όρο. Εντάσσει σε αυτόν την νοοτροπία και τον τρόπο ζωής και σκέψης που έχει αναπτυχθεί υπό καθεστώς μαζικής δημοκρατίας

 

[7] Γιάννης Βούλγαρης, ό.π., σ. 16/7

 

[8] Γιάννης Βούλγαρης, ό.π., σ. 377.

 

[9] Μ. Hardt-Ant. Negri, Empire, Paris, Exils, 2000. Από ελληνική βιβλιογραφία για την «Αυτοκρατορία» βλέπε την περιεκτική, κριτική μελέτη του Χρ. Παπαστυλιανού, Σύνταγμα και «αυτοκρατορική» διακυβέρνηση. Τα όρια εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας, σε «Ο πειρασμός της Αυτοκρατορίας, (Επιμ. Π. Βόγλης, Ι. Λαλιώτου, Γ. Παπαθεοδώρου), Μεταίχμιο, 2006, σ. 71-103.

 

[10] Αντώνη Μανιτάκη Η έννοια του πλήθους και η ουτοπική προοπτική της παγκόσμιας δημοκρατίας (Με αφορμή τη «Δημοκρατία του Πλήθους στο έργο του Νέγρι), www.constitutionalism.gr

 

 

[11] Μ. Hardt-Ant. Negri,ό.π., σ.32.

 

[12] Idem, σ. 38.

 

[13] Idem, σ. 371 επ.

 

[14] Σχετικά με τη σημασία της ‘βιοεξουσίας» και της «βιοπολιτικής», όροι που καθιερώθηκαν από τον M. Foucault και δηλώνουν σήμερα την οργανική ανάμειξη σε μια ενοποιημένη τάξη της υλικής ή βιωματικής βάσης με το εποικοδόμημα, βλέπε αναλυτικότερα τις αναλύσεις των ίδιων συγγραφέων στο ίδιο έργο (Empire), σ. 47 επ.

 

[15] Για τη σημασία που έχει για το κράτος έθνος η «κατάσταση ανάγκης ή εξαιρετική κατάσταση» και την μορφή με την οποία εμφανίζεται άλλοτε ως κατάσταση ανομίας ή κενής δικαίου, κυρίως όταν εμφανίζεται ως περίοδος προσωρινής αναστολής της νομιμότητας, και άλλοτε ως κανόνας της εξαίρεσης, όταν η αντίθεση δικαίου και βίας, νόμου και ανομίας χάνεται, βλέπε τις διεισδυτικές αναλύσεις του G. Agamben, Etat d’exception, Seuil, Paris, 2003, σ. 89-110 και ιδίως σ. 144-148, του ίδιου, L’ état d’exception, Le monde, 12-12-2002.

 

[16] Περισσότερα για την σημασία της επιμερισμένης ή διαδικτυομένης κυριαρχίας, Αντ. Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔίκ., τ. Ι., σ. 225, του Ίδιου, Το νόημα της κυριαρχίας και του Συντάγματος ενώπιον της παγκοσμιοποίησης, σε 'Το Δίκαιο μπροστά στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης', 2ο Συνέδριο των Ελληνικών Νομικών Σχολών, Εκδ. Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 69-95.

 

[17] St. Madaule, La Grèce est sous la dictature de l’Euro, Le Monde, 17 Mai 2011

 

[18] Michel Pinçon, Monique Pinçon-Charlot, Nous vivons sous le régime de l'oligarchie financière, Le Monde, 18 juin 2011:

 

[19] Βλέπε κυρίως τις μελέτες του Κ. Τσουκαλά στο Κράτος Κοινωνία, Εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Θεμέλιο, 1986 και το κλασσικό του, «Είδωλα πολιτισμού. Ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα στην σύγχρονη Πολιτεία" Θεμέλιο, 1991, ιδίως το τελευταίο κεφάλαιο Κοινωνικό κράτος και καταναλωτική κοινωνία, όπου αναλύει με τρόπο εξαιρετικά διεισδυτικό και προφητικό τη σχέση και στην κυριολεξία την δόμηση του κοινωνικού κράτους πάνω στα πρότυπα και στις αξίες της μαζικής καταναλωτικής κοινωνίας, πάνω στην στρατηγική του πολλαπλασιασμού των αναγκών και στην ατομοκεντρική και ταυτόχρονα ανταγωνιστική ικανοποίησή τους: «Το κοινωνικό κράτος ολοκλήρωσε και ουσιαστικοποίησε τον φιλελεύθερο καταναλωτικό εκδημοκρατισμό: εφεξής ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα μπορεί να επιθυμεί παρόμοια υλικά αγαθά» με την μορφή του εμπορεύματος που αποκτά από την αγοραία-καταναλωτική κοινωνία (σ. 547). Το κοινωνικό κράτος σηματοδοτεί κατά τον Τσουκαλά τον ‘θρίαμβο του ατομοκεντρικού φιλελευθερισμού και αυτό συνιστά μια ακόμη πονηριά της ιστορίας (σ. 585). Και πιο κάτω: «Ο πλασματικός ελεύθερος ατομικός καταναλωτής βαυκαλίζεται ότι κατασκευάζει την κοινωνική του ταυτότητα, για τη συγκεκριμένη σηματοδότηση της οποίας εμφανίζεται και ως υπεύθυνος. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το γεγονός αυτό σφραγίζει την καθολική επικράτηση του ατομοκεντρικού πολιτισμικού προτύπου» (σ. 589).

 

[20] Κ. Τσουκαλάς, Σκέψεις γύρω από τον κοινωνικό ρόλο της δημόσιας απασχόλησης στην Ελλάδα, σε «Το κράτος στον περιφερειακό καπιταλισμό», Εξάντας, 1985, (εκδ. Βεργόπουλος, Μουζέλης, Τσουκαλάς, κ.ά.), σ. 125, όπου ακόμη προφητικά τονίζεται η ανάγκη μελέτης «των νέων συντεχνιακών μορφών ταξικής οργάνωσης που παγιώνονται σε ένα πολιτικό περιβάλλον το οποίο χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία μιας νέας κομματικής πελατείας».

 

[21] Κ. Τσουκαλάς, Κοινωνικές προεκτάσεις της Δημόσιας εργοδοσίας, σε ‘Κράτος, Κοινωνία και Εργασία, στη μεταπολεμική Ελλάδα’, Θεμέλο, 1986, σ. 53 επ., και σ. 78 όπου τόνιζε το ενδιαφέρον να ερευνήσουμε «τις νέες συντεχνιακές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, που εμφανίζονται όλο και συχνότερα στις χώρες της περιφέρειας. Στο μέτρο που ο κορπορατισμός επιδιώκει και καταφέρνει να επιτύχει με πολιτικές αποφάσεις επί τη βάσει των οποίων, άμεσα ή έμμεσα, θεσπίζονται οικονομικά δικαιώματα μιας κοινωνικής ή επαγγελματικής κατηγορίας, είτε με τη μορφή κρατικών παροχών ή εγγυήσεων είτε με την μορφή κατοχύρωσης μονοπωλιακών εξασφαλίσεων σε μια αγορά που υποτίθεται ότι αυτορρυθμίζεται».

 

[22] Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, από τη μοντέρνα στην μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Θεμέλιο, 1991, σ. 31/32. Μερικές σκέψεις του αν και γράφτηκαν είκοσι χρόνια πριν είναι ανατριχιαστικά επίκαιρες: «Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι σημερινοί Έλληνες με την καθημερινή τους πράξη κάνουν ό, τι μπορούν για να προσαρμοσθούν κατά το δυνατόν γρηγορότερα και καλύτερα στις συνθήκες της παρασιτικής κατανάλωσης και αυτή περιλαμβάνει οποιαδήποτε δραστηριότητα έχει ως τελική της συνέπεια τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε όσα παράγονται και σε όσα καταναλώνονται…». «Η ίδια σχιζοφρένεια διέπει και τη συμπεριφορά των κομμάτων, τα οποία πλειοδοτούν σε εθνικιστική ρητορεία την ίδια στιγμή που εκποιούν τον κρατικό μηχανισμό και το κράτος γενικότερα για να ικανοποιήσουν τις καταναλωτικές απαιτήσεις των ψηφοφόρων τους»(σ. 45).

 

[23] Παναγιώτης Κονδύλης, ό.π., σ. 47 και πιο πάνω με την ίδια σκληρή ειλικρίνεια: «…στην Ελλάδα οι ηδονιστικές αξίες του αυθορμητισμού και της αυτοπραγμάτωσης συμφύρθηκαν με τις παμπάλαιες και πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακιδισμού και της ημιμάθειας. Η σύμφυρση αυτή ήταν η φυσική και βολική είσοδος του μεταμοντερνισμού σ΄έναν τόπο όπου το αστικό εργασιακό ήθος είναι ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνον στον τομέα της υλικής παραγωγής, αλλά και στον τομέα του πνεύματος, όπου δεν διαμορφώθηκαν επιστημονικές παραδόσεις με συνοχή και με μακροχρόνιους φορείς και όπου μίμοι και γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης».

 

[24] Ν. Χυδάκης, Καθημερινή, 19-11-2011

 

[25] Γιάννης Βούλγαρης, Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, Σταθερή Δημοκρατία σημαδεμενη από μεταπολεμική ισοτρία, 1974-1990, Θεμέλιο, 2001. σ. 328.

 

[26] Βλέπε ενδεικτικά τις κριτικές αναλύσεις για την πρόσφατη πολιτική κατάσταση της Ελλάδας, του Γιάννη Βούλγαρη, Η μοιραία πενταετία, Η πολιτική της αδράνειας, 2004-2009, Πόλις, ιδίως σ. 270, 324, 330, κυρίως όμως την προγενέστερη μελέτη του για την περίοδο γενικά της Μεταπολίτευσης με τίτλο «Η Ελλάδα από την Μεταπολίτευση στην παγκοσμιοποίηση», Πόλις, 2008, όπου γίνεται μια πλήρης και συνθετική παρουσίαση της εξέλιξης όλων των πτυχών που πολιτικού συστήματος από το 1974 έως το 2004.

 

[27] Ο πρώτος που επεσήμανε και ανέλυσε το σύμπτωμα της αναξιοπιστίας της πολιτικής είναι ο Δημήτρης Τσάτσος, σε μια μελέτη του στο περιοδικό Αντί 346/1987 και αναπαράχθηκε στο τόμο, Ελληνική Πολιτεία, 1974-1997, Καστανιώτης, 1998, Θεσμικά προβλήματα αξιοπιστίας, σ. 29 επ.. Εκεί τόνιζε ότι το αίτημα της νομιμοποίησης κάθε εξουσίας και κατ΄εξοχήν της δημοκρατικής απαιτεί την ύπαρξη πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης απέναντι σε αυτούς που ασκούν πολιτική εξουσία. Η αξιόπιστη λειτουργία του θεσμού αποτελεί άρα στοιχείο συστατικό της νομιμοποίησης του και εξαρτάται από την συμπεριφορά του φορέα του και τη συναίνεση που αυτή συναντά.

 

[28] Δ. Τσάτσος, Ελληνική Πολιτεία, σ. 78.

 

[29] Εδώ ισχύει η παρατήρηση του Jacques Attali, «Κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, με τη δημοκρατία να κατακτάται σταδιακά μέσα από επαναστάσεις και απελευθερωτικούς πολέμους, ο λαός γίνεται σιγά σιγά κυρίαρχος. Η άλλη όψη της νεοαποκτηθείσας εξουσίας, ωστόσο, είναι ότι ο λαός είναι στο εξής υπεύθυνος για τις επιπτώσεις του δημόσιου χρέους στα προσωπικά του εισοδήματα – και σε αυτά των παιδιών του. Στο τέλος του αιώνα μετά από εκατοντάδες χρεοστάσια και δύο παγκοσμίους πολέμους, το δημόσιο χρέος έχει γίνει και αυτό παγκόσμιο, ένας τρόπος για την παρούσα γενιά να ζεί παρασιτικά σε βάρος των επόμενων γενεών» (Jacques Attali, Παγκόσμια κατάρρευση σε 10 χρόνια; Δημόσιο χρέος: η τελευταία ευκαιρία, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2010, σ.79.

 

[30] Βλέπε σχετικά και τις αναλύσεις του Νίκου Αλιβιζάτου, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στην Νεοελληνική ιστορία, 1800-2010, Πόλις, 2011. ιδίως σελ. 498 επ. 659 επ.. Και για την μεταπολιτευτική περίοδο γενικότερα τα πολιτικά κείμενα του Δ. Τσάτσου, Ελληνική Πολιτεία, 1974-1997, Καστανιώτης, 1998, ιδίως σελ. σ. 69 επ.

 

[31] Marcel Gauchet, La révolution moderne, Ι, Gallimard, 2007, σ. 15 επ.

 

[32] Marcel Gauchet, La démocratie contre elle même, Gallimard, 2002. σ. 176 επ.

 

Τα όρια και οι προοπτικές του δημοκρατικού διαλόγου για την συνταγματική αναθεώρηση

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το κείμενο αποδίδει, σε επεξεργασμένη και διευρυμένη μορφή, την κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Αλιβιζάτου: Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013, που έγινε στο πλαίσιο σχετικής εκδήλωσης, στις 20.11.2013, στο βιβλιοπωλείο «Ιανός».

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο (αγαπητός φίλος και συνάδελφος) Νίκος Αλιβιζάτος καταπιάνεται με το ζήτημα της αναθεώρησης του Συντάγματος. Ωστόσο αυτή την φορά η παρέμβασή του στον διάλογο, που έχει ήδη αρχίσει, δεν είναι μερική και αποσπασματική όπως άλλοτε. Αντίθετα, στόχος του είναι να διατυπώσει μια ολοκληρωμένη πρόταση για τις αναθεωρητέες διατάξεις, αποκαλύπτοντας ταυτοχρόνως ανάγλυφα –με γλαφυρότητα, καθαρότητα και ειλικρίνεια– το νομικοπολιτικό υπόβαθρο που την προσδιορίζει.

Αυτό το νομικοπολιτικό υπόβαθρο του συγγραφέα είχε γίνει  λίγο πολύ γνωστό και στις προηγούμενες αναθεωρήσεις[1]. Πρώτο χαρακτηριστικό του ο  ευρωπαϊσμός, με σημείο αιχμής την πάση θυσία θεσμική διευκόλυνση του  ευρωπαϊκού δρόμου της χώρας. Δεύτερο χαρακτηριστικό του ο συνταγματικός φιλελευθερισμός –του οποίου άλλωστε είναι από τους συνεπέστερους εκφραστές– με ιδιαίτερη έμφαση στην εκρίζωση των τελευταίων εμποδίων, ως προς την ολοκλήρωση του συστήματος προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, και στην βελτίωση της λειτουργίας των επί μέρους θεσμικών εγγυήσεών τους, ιδίως δε των ανεξάρτητων αρχών. Τρίτο χαρακτηριστικό, ο εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός, αλλά χωρίς κανένα θεσμικό πειραματισμό, του κοινοβουλευτισμού που διαμορφώθηκε στην μεταπολίτευση, με σημεία αιχμής τον περιορισμό του πρωθυπουργοκεντρισμού και την καθιέρωση θεσμικών αντιβάρων. Τέταρτο χαρακτηριστικό, η σχεδόν πλήρης απουσία συνταγματικού προβληματισμού για το ουσιαστικό περιεχόμενο της δημοκρατικής συμμετοχής καθώς και για το κοινωνικό κράτος και τα συνυφασμένα με αυτό κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα.

Το τελευταίο αυτό χαρακτηριστικό προσέδιδε ασφαλώς μια μονομέρεια στην όλη προσέγγιση της συνταγματικής πολιτικής. Ως εκ τούτου, στη μεγάλη συζήτηση για το Σύνταγμα στο τέλος της δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα, ο Νίκος Αλιβιζάτος, παρότι διατύπωσε σημαντικές ειδικότερες προτάσεις και άσκησε εύστοχη κριτική στα επί μέρους, δεν έδωσε τελικά ένα διαφορετικό στίγμα, επί της ουσίας, ως προς την συνταγματική πολιτική που οδήγησε στην άτολμη, άχρωμη και άγευστη αναθεώρηση του 2001[2]. Με άλλα λόγια, πιστεύω ότι εν τέλει συμπεριλαμβάνεται σε αυτούς που δεν άκουσαν τότε την βουή των επερχόμενων γεγονότων, για να παραφράσουμε τον ποιητή, ούτε ως προς την διαρκώς παροξυνόμενη κρίση αντιπροσώπευσης του πολιτικού μας συστήματος αλλά ούτε και ως προς τις νέες απειλές που διαγράφονταν στον διεθνή οικονομικό ορίζοντα, τόσο για το δημοκρατικό πολίτευμα όσο και για το σύνολο των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Δεν διαισθάνθηκε, ειδικότερα, την ανάγκη ενός νέου –δημοκρατικού και ριζοσπαστικού– εγγυητισμού, που έπρεπε και μπορούσε, δεδομένων των ευνοϊκών τότε πολιτικών συσχετισμών, να αποτυπωθεί στο Σύνταγμα του 2001, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι πρωτόγνωροι κίνδυνοι που εγκυμονούσε μια οικονομικά μονοδιάστατη παγκοσμιοποίηση, η οποία όχι μόνον οδήγησε στον «φονταμενταλισμό των αγορών» και στον «αχαλίνωτο καπιταλισμό»[3] –που είναι οι βασικοί υπαίτιοι για την κρίση– αλλά και υπέθαλψε στο γκρίζο περιβάλλον της αδίστακτες, πανίσχυρες και εν πολλοίς ανέλεγκτες ιδιωτικές εξουσίες, ανατρέποντας άρδην τις ισορροπίες , μεταξύ πολιτικής και αγοράς, του μεταπολεμικού εθνικού κράτους και υπονομεύοντας απροκάλυπτα, ευθύς εξ αρχής, όλες τις κατακτήσεις του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού[4]

Σπεύδω πάντως να επισημάνω ότι δεν καταγράφω εισαγωγικά αυτήν την διαφωνία για να ασκήσω αναδρομική κριτική σε παλαιότερες θέσεις και προτάσεις του συγγραφέα.  Επιδίωξή μου είναι ακριβώς το αντίθετο. Θέλω να δείξω ότι αυτή η ίδια νομικοπολιτική προσέγγιση, παρότι εξακολουθεί να είναι ανοιχτή σε κριτική καθεαυτήν, εμφανίζεται πολύ ωριμότερη αλλά και κάπως αποστασιοποιημένη, ήδη, από τον ακραιφνή  λιμπεραλισμό και τον στεγανοποιημένο κοινοβουλευτισμό του παρελθόντος, τουλάχιστον στο μέτρο που συνυπολογίζει πλέον με ουσιαστικό τρόπο τα νέα διεθνή, ευρωπαϊκά και εθνικά δεδομένα και, ιδίως, τις δραματικές επιπτώσεις τους στο πεδίο της συνταγματικής πραγματικότητας (ως διαλεκτικής σύνθεσης συνταγματικού δέοντος και πολιτικής πραγματικότητας). Ως εκ τούτου καταλήγει σε μια πρόταση συνταγματικής πολιτικής που εκ των πραγμάτων –αν και εν μέρει «με άλλη αιτιολογία», για να παραφράσω μια έκφραση της νομολογίας– είναι η μόνη ρεαλιστική και υπεύθυνη απάντηση στον συνταγματικό λαϊκισμό, υπό την όποια εκδοχή του.

Με άλλα λόγια, θέλω να πω ότι οι θέσεις που καταγράφονται στο παρουσιαζόμενο βιβλίο είναι πραγματική συμβολή –παρά τις όποιες κριτικές παρατηρήσεις που  μπορούν και πρέπει να διατυπωθούν– πρώτον γιατί δίνουν το στίγμα ενός νηφάλιου και αποστασιοποιημένου από δογματισμούς δημοκρατικού διαλόγου και δεύτερον διότι οριοθετούν στενά το επικείμενο αναθεωρητικό εγχείρημα, κάτι που στις παρούσες συνθήκες είναι όχι μόνον επιβεβλημένο αλλά και αντιστοιχημένο με τις αναγκαίες άμυνες απέναντι στους ίδιους μεν αλλά πολλαπλά μεταλλαγμένους, πλέον, κινδύνους[5]. Ας δούμε όμως τα πράγματα πιο συγκεκριμένα:

Η πρώτη συμβολή του βιβλίου είναι τα προλεγόμενα («Ας ξεδιαλύνουμε τα βασικά», σ. 23-55) διότι θέτουν με σαφήνεια, πληρότητα και ειλικρίνεια τους όρους της συζήτησης. Τι λέει σε ελεύθερη απόδοση  ο συγγραφέας; Θέλω να συζητήσω για την αναθεώρηση αλλά δεν μπορώ πλέον να το κάνω με αυτούς που απορρίπτουν τον μεταρρυθμισμό και εμμένουν σε μια λογική που εμπεριέχει, έστω και εν σπέρματι, την προοπτική της βίας για την αλλαγή του Συντάγματος κατ’επέκτασιν δε και του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Πρόκειται πράγματι για ένα έντιμο αλλά και χρήσιμο  ξεκαθάρισμα, που δεν αφορά μόνον τους προφανείς υπερμάχους της βίας αλλά και όσους εξακολουθούν να μιλούν για «αστικό Σύνταγμα» και «αστική Δημοκρατία», υπονοώντας ότι υπάρχει και μια άλλη, προλεταριακή, που θάρθει κάποτε, προφανώς με επαναστατική ανατροπή. Παρακολούθημα αυτής της άποψης είναι το σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη…», που όχι μόνον αναιρεί την έννοια του νόμου ως έκφρασης της πλειοψηφίας, όπως σωστά παρατηρεί ο συγγραφέας,  αλλά σε τελευταία ανάλυση δεν ευνοεί καν τον εργάτη αλλά τους οικονομικά ισχυρούς, διότι μόνον αυτοί, σε τελευταία ανάλυση, έχουν τη δύναμη να επιβάλουν ένα ούτως νοούμενο «δίκιο»…

Αυτό που κυρίως απασχολεί τον συγγραφέα, για να επανέλθουμε στην αναθεώρηση, είναι το να καταστήσει σαφές –προς παλαιούς ιδίως «συντρόφους»– ότι ο αποστάτης Κάουτσκυ έχει πάρει προ πολλού την εκδίκησή του από τον Λένιν και ότι πλέον δεν υπάρχει, ούτε στο πεδίο του Συντάγματος, περιθώριο, να κυνηγάει κανείς ανεμόμυλους… Ωστόσο, στο σημείο αυτό θέλω να διατυπώσω δύο σύντομες παρατηρήσεις.

Η πρώτη σε ό,τι αφορά τον ειδικότερο προσδιορισμό των οπαδών της βίας. Παρότι ο συγγραφέας δεν ισοπεδώνει όλες τις μορφές βίας[6], εν τούτοις φαίνεται να υπερεκτιμά, με τις διατυπώσεις που επιλέγει, την έκταση του (υπαρκτού πάντως) προβλήματος ως προς τους «υποστηρικτές της βίας» στον ΣΥΡΙΖΑ[7], δίνοντας –άθελά του ίσως– επιχειρήματα στους οπαδούς της ανιστόρητης και εν δυνάμει επικίνδυνης θεωρίας των δύο άκρων.

Η δεύτερη παρατήρηση, αφορά την ίδια την έννοια της μεταρρύθμισης, η οποία, όπως και η έννοια του εκσυγχρονισμού, δεν έχει εξ ορισμού θετική αξιολογική φόρτιση. Ούτε καν ουδέτερη. Υπάρχουν αυταρχικές μεταρρυθμίσεις, συντηρητικές μεταρρυθμίσεις, ψευδεπίγραφες μεταρρυθμίσεις όπως υπάρχουν και αντιμεταρρυθμίσεις. Και δεν είναι βέβαια διόλου συμπτωματικό το ότι τέτοιες είναι, στην συντριπτική τους πλειονότητα, αυτές  που προβάλλονται, συχνά σαν πανάκεια, στην τρέχουσα «μνημονιακή» πραγματικότητα. Αναφέρομαι, ενδεικτικά, σε νομικά και πολιτικά προβληματικές  ιδιωτικοποιήσεις, στην κατάλυση της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας αυτοδιοικητικών θεσμών, σε αυταρχικές αλλαγές μέσω της έκδοσης αντισυνταγματικών πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και στην πολλαπλή συρρίκνωση των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων…

Μα, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, αυτές οι μεταρρυθμίσεις μας επιβλήθηκαν. Πέρα από το ότι αυτό είναι εν μέρει μόνον αληθές, εδώ ανακύπτει το άλλο μεγάλο ζήτημα που θίγει ο συγγραφέας: το ζήτημα της κυριαρχίας.

Η προσέγγισή του αντανακλά και σε αυτό το σημείο έναν εύλογο εν πολλοίς θεσμικό πραγματισμό, που αντιστρατεύεται τον εθνικιστικό λαϊκισμό και την πατριδοκαπηλεία. Πολλοί, όντως,  μιλούν σήμερα αφηρημένα για κυριαρχία, αγνοώντας τόσο την ιστορική διαδρομή του ελληνικού κράτους όσο και το ότι μέρος αυτής της κυριαρχίας έχει ήδη εκχωρηθεί σε μια υπερεθνική οντότητα, την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τις προβλεπόμενες συνταγματικές διαδικασίες.

Ωστόσο, και εδώ υπάρχει η άλλη πλευρά. Στην ίδια αυτή υπερεθνική οντότητα ανήκει και η Γερμανία, η οποία θεωρεί απαραίτητο να αποφαίνονται τα αρμόδια όργανα, δηλαδή τόσο η Βουλή όσο και το Συνταγματικό της Δικαστήριο, αν η πολιτική της για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι συμβατή, από την άποψη της εθνικής κυριαρχίας, με το γερμανικό Σύνταγμα. Η ίδια όμως χώρα, άλλοτε ευθέως και άλλοτε διαμεσολαβημένα, καλεί την Ελλάδα να αποδεχθεί άνευ ετέρου αυτή την πολιτική, με πρωτοφανείς για τα ευρωπαϊκά δεδομένα εκβιασμούς, κυριολεκτικά με το μαχαίρι στο λαιμό. Ως εκ τούτου, στη χώρα μας δεν αναγνωρίζεται στην πράξη το δικαίωμά της να εξετάσει, με τα αντίστοιχα αρμόδια όργανά της, αν το ιδιότυπο «δίκαιο της ανάγκης», που της έχει επιβληθεί, είναι συμβατό με την δική της κυριαρχία και το δικό της Σύνταγμα… 

Η δεύτερη συμβολή της μελέτης («Πόσο φταίνε οι θεσμοί για την κρίση;», σ. 57-80) αφορά την ένταξη του αναθεωρητικού εγχειρήματος στο σημερινό διεθνές, εσωτερικό και εθνικό πλαίσιο. Η ένταξη αυτή, η οποία γίνεται με αδρές πινελιές, είναι εν πολλοίς εύστοχη αλλά και κάπως επιδερμική, με εμφανή τη διστακτικότητα του συγγραφέα να υιοθετήσει μια ριζοσπαστικότερη θεώρηση, ως προς τις πραγματικές αιτίες που οδήγησαν στη σύγχρονη καταθλιπτική πραγματικότητα.

Ειδικότερα ο συγγραφέας ξεκινά από το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, καταλογίζοντας, για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, και κάποιες αρνητικές συνέπειές του στα εθνικά κράτη, έστω και αν αυτό γίνεται με αφορμή –και με όριο– το ξέσπασμα της πρόσφατης κρίσης, δηλαδή χωρίς να αναδεικνύεται σε βάθος το συνολικό εύρος των προβλημάτων που προαναφέρθηκαν. Ανάλογη είναι και η προβληματική για την θλιβερή σημερινή εικόνα της παραπαίουσας Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρότι πρέπει να αναγνωρισθεί και εδώ ότι αποστασιοποιείται πλέον εμφανώς, λόγω των πρόσφατων εξελίξεων, από έναν ρομαντικό και ενίοτε αφελή και άκριτο ευρωπαϊσμό, που κυριαρχούσε για πολλά χρόνια στη χώρα μας.  Αυτό βέβαια δεν τον εμποδίζει να εμμείνει στην ανάγκη για έναν ευρωπαϊκό δρόμο, υποστηρίζοντας –ορθά κατά την άποψή μου– ότι ακόμη και έτσι, η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση αποτελεί την μόνη ελπίδα για την θωράκιση της Δημοκρατίας και την αντιμετώπιση της ασυδοσίας των διεθνών αγορών. Τέλος, ιδιαίτερο βάρος δίνει ο συγγραφέας στο ισχύον συνταγματικό μας πλαίσιο, επισημαίνοντας πειστικά ότι το Σύνταγμα του 1975 αποτέλεσε ένα κατ’αρχήν ικανοποιητικό πλαίσιο για την οργάνωση και λειτουργία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στην δύσκολη και πολυσύνθετη μεταπολιτευτική πραγματικότητα (αλλά και για την διευθέτηση των σχέσεων δημοσίου ιδιωτικού, όπως επισημαίνει σε άλλο μέρος της μελέτης). Ωστόσο, μολονότι η αφετηρία του είναι σωστή και τεκμηριωμένη, ο τελικός καταλογισμός των ευθυνών στο συνταγματικό καθεστώς της μεταπολίτευσης είναι μάλλον άτολμος: το Σύνταγμα θεωρείται εν τέλει μάλλον υπεράνω κριτικής, ως προς τις τεράστιες πολιτικές και θεσμικές επιπτώσεις της κρίσης, και όλα τα κακά αποδίδονται στις πολιτικές δυνάμεις. Παρότι συμμερίζομαι κατά βάση την άποψη για τον θετικό ρόλο του Συντάγματος του 1975, ως ανοικτού θεσμικού πλαισίου που επέτρεψε την ομαλή ανάπτυξη και εξέλιξη του κοινωνικοπολιτικού ανταγωνισμού, δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη ότι εν τέλει το Σύνταγμα, με τις τρεις απρόσφορες ή ανούσιες αναθεωρήσεις του, δεν αποτέλεσε και αυτό, έστω και περιορισμένα, μέρος του προβλήματος. Κατά τα άλλα, βέβαια, οι πολιτικές δυνάμεις ασφαλώς και είναι οι πρωταίτιοι, όπως εύστοχα αναλύει ο συγγραφέας, διότι χρησιμοποίησαν καταχρηστικά και μονόπλευρα το συνταγματικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα όχι μόνον να ενσωματωθούν στις παραδοσιακές πελατειακές δομές του ελληνικού κράτους αλλά και να τις επιδεινώσουν, «εμπλουτίζοντας»  τις εγγενείς κακοδαιμονίες του με ισχυρές δόσεις διαπλοκής, διαφθοράς και μικροκομματικής συναλλαγής.

Η τρίτη συμβολή του βιβλίου («Εναλλακτικές προτάσεις για την ανάκαμψη», σ. 81-148) είναι οι συγκεκριμένες προτάσεις, οι οποίες πράγματι κινούνται στο πλαίσιο της αυτοσυγκράτησης, όπως αυτό τέθηκε εξ αρχής, και στο οποίο θα ήθελα να επιμείνω. Και τούτο διότι θεωρώ ότι αυτή τη φορά όντως δεν πρέπει να διατυπωθούν προτάσεις ευρείας αναθεώρησης, ιδίως ως προς τις ευαίσθητες εκείνες ρυθμίσεις   που βρίσκονται υπό συνεχή δοκιμασία, λόγω της κρίσης. Αναφέρομαι, ειδικότερα, για ρυθμίσεις με κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα, που άπτονται είτε του  κοινωνικού κράτους (πχ συνταγματικά εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, εγγυήσεις των εργασιακών δικαιωμάτων) είτε του κράτους δικαίου (συνταγματικός έλεγχος των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, πρόσθετες εγγυήσεις της πολυφωνίας στα ΜΜΕ) και υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να αποτελέσουν προνομιακό πεδίο για την ανάληψη αναθεωρητικών πρωτοβουλιών[8]. Και τούτο όχι μόνο με βάση τη ως άνω θεώρηση του συγγραφέα περί «εντοπισμένης» αναθεώρησης –προσαρμοσμένη πλέον, κατά τα ανωτέρω, στην συγκυρία– αλλά και με βάση έναν αναγκαίο νέο «αμυντικό» εγγυητισμό, που εκκινεί από την σημερινή καταθλιπτική πραγματικότητα. Δεδομένου ότι κατά την κρατούσα ερμηνεία του άρθρου 110 του Συντάγματος η δεύτερη Βουλή, που είναι αναθεωρητική, αποφασίζει χωρίς δέσμευση από τις αποφάσεις της πρώτης, ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων, και μάλιστα με πλειοψηφία 151 βουλευτών (έναντι 180 που απαιτούνται στην πρώτη), τίποτε δεν εγγυάται ότι οι ισχύοντες διεθνείς και ευρωπαϊκοί συσχετισμοί δεν θα επιβάλουν χειροτέρευση, αντί βελτίωσης, τόσο ως προς την προστασία βαλλόμενων δικαιωμάτων όσο και ως προς την λειτουργία συνταγματικών θεσμών (με την συνταγματοποίηση, ενδεχομένως, των έως τώρα παραβιάσεων). Προκειμένου λοιπόν να διαφυλαχθεί έστω και το υφιστάμενο πεδίο προστασίας, είναι σαφώς προτιμότερο να μην θεωρηθεί αναθεωρητέα καμία πολιτικά ευαίσθητη –υπό την ανωτέρω έννοια– συνταγματική διάταξη, ακόμη και αν η πρόταση είναι προς την σωστή κατεύθυνση, διότι ο κυνισμός των ευρωπαϊκών και εγχώριων πολιτικών δυνάμεων, ως προς την επιβολή ενός κοινωνικά μονομερούς «δικαίου της ανάγκης», δεν αφήνει κανένα περιθώριο αισιοδοξίας.

Το ίδιο ισχύει, πολύ περισσότερο, για την πρόταση περί συντακτικής συνέλευσης, που πράγματι είναι, όπως επισημαίνεται ορθά στη μελέτη, η αποθέωση του συνταγματικού μαξιμαλισμού. Ο συγγραφέας περιγράφει με ιδιαίτερη γλαφυρότητα, αλλά και πειστικότητα, μια πολιτική τακτική που στο παρελθόν την έχω βαφτίσει, περιπαικτικά, «το στρίβειν δια του Συντάγματος», παραφράζοντας μια γνωστή «ατάκα» παλιάς ελληνικής ταινίας. Κάθε φορά που υπάρχει ένδεια πολιτικών προτάσεων ανακαλύπτεται το Σύνταγμα, στο οποίο αποδίδονται κατά κανόνα υπερβολικές αν όχι υπερφυσικές,  δυνατότητες. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και  με την πρόταση για συντακτική συνέλευση, η οποία όμως δεν είναι απλώς αφελής αλλά και επικίνδυνη, καθώς υποκρύπτει μια άποψη που είναι ο ορισμός του συνταγματικού λαϊκισμού: ότι η λαϊκή κυριαρχία δεν ασκείται συντεταγμένα, δηλαδή όπως ορίζει το Σύνταγμα, αλλά εική και ως έτυχε, ανάλογα με τις επιλογές ακόμη και μιας περιστασιακής ή τυχάρπαστης πλειοψηφίας, που μπορούν μάλιστα να επιβληθούν ακόμη και ερήμην του άρθρου 110 του Συντάγματος, δηλαδή επαναστατικά ή  πραξικοπηματικά…   

Δεν μένει, πλέον, παρά να  σχολιάσω, τηλεγραφικά κατ’ανάγκην, ορισμένα βασικά σημεία από τις προτάσεις του συγγραφέα. Ξεκινώ από αυτά που θεωρώ ότι κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση:

Αναμφισβήτητα είναι ώριμο το αίτημα για την κατάργηση της ασυλίας των υπουργών και των βουλευτών – ίσως όμως με ταυτόχρονη πρόβλεψη, ως προς αυτούς, κάποιας πρόσθετης δικαστικής ασφαλιστικής δικλείδας (πχ να αποφασίζουν για την παραπομπή σε δίκη  μόνον εφέτες και σε σοβαρές περιπτώσεις η Ολομέλεια Εφετών) για να μην καταντήσουν έρμαιο στις διαθέσεις δικομανών.

Ορθό, επίσης,  κατ’αρχήν τουλάχιστον, είναι και το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας –προσωπικά προτιμώ το μερικό ασυμβίβαστο της Αγγλίας, που επιτρέπει μόνο σε μικρό αριθμό βουλευτών να γίνονται υπουργοί, θεωρώντας όμως παράλληλα χρήσιμη την προτεινόμενη εξουσιοδότηση στον κοινό νομοθέτη να μπορεί να καθιερώσει, στο μέλλον, και πλήρες ασυμβίβαστο.

Επιβεβλημένη, όντως, είναι και η αναβάθμιση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και του ελέγχου των οικονομικών των κομμάτων και των βουλευτών. Θεωρώ μάλιστα ότι η πρόταση για την κατάρτιση πλέον των επιτροπών οικονομικού ελέγχου του άρθρου 29 παρ. 2 Σ με πλειοψηφία εξωκοινοβουλευτικών στελεχών θα μπορούσε να επεκταθεί και στη συγκρότηση των εξεταστικών επιτροπών, του άρθρου 68 παρ. 2 του Συντάγματος, ώστε η λειτουργία τους να απαλλαγεί από μικροκομματικές σκοπιμότητες και χωριστές εκθέσεις –που προκαλούν θυμηδία– και  να αποδειχθεί πράγματι χρήσιμη για το πολίτευμα.

Θεμιτή, τέλος, επί της αρχής, η θέση του για τον εκλογικό νόμο, που εντοπίζεται στην περιορισμένη ενίσχυση του πρώτου κόμματος, παρότι αυτή ούτε συνοδεύεται από συγκεκριμένα κριτήρια (πχ συγκεκριμένο υψηλό ποσοστό και κάποια διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος) ούτε συνδέεται με έναν ευρύτερο συνταγματικό προβληματισμό ως προς το περιεχόμενο και τα όρια της ισοδυναμίας της ψήφου αλλά και ως προς τα θεμιτά όρια του περιορισμού της με την επίκληση της κυβερνησιμότητας.

Επίσης, σημαντικές και ορθές είναι όλες οι τροποποιήσεις που προτείνει (σ. 146 επ.) ως «απώτερου ενδιαφέροντος» (υπό την έννοια ότι θα έπρεπε να αρχίσει από τώρα η συζήτησή τους και «να αντιμετωπισθούν υπεύθυνα σε εύθετο χρόνο») προφανώς επειδή  στην παρούσα συγκυρία δεν τις θεωρεί –ορθά εν μέρει– ως πρώτης προτεραιότητας (πρόκειται για την αναθεώρηση των άρθρων 43 και 44 Σ, την αναρρύθμιση των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, την υιοθέτηση του σουηδικού προτύπου ως προς την διάλυση της Βουλής, την συνταγματική αντιμετώπιση της συμφόρησης των δικαστηρίων, την επανεξέταση του ρόλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και την «ελάφρυνση» του Συντάγματος από περιττές και σχοινοτενείς διατάξεις).

Και δυό λόγια ως προς την υπερβολική κατά την άποψή μου διστακτικότητα του συγγραφέα απέναντι σε ό,τι θα μπορούσε να ταράξει τα νερά και να ανοίξει νέους δρόμους. Πρόκειται για μια πολιτική στάση που σε άλλους καιρούς μπορεί να ήταν δικαιολογημένη, ως ένδειξη πρόταξης της θεσμικής σταθερότητας και συνέχειας. Σήμερα όμως είναι τόσο προφανές ότι η χώρα χρειάζεται «αλλαγή παραδείγματος» σε όλα τα πεδία, προκειμένου να αντιστοιχηθεί στα νέα δεδομένα, ώστε ο λόγος περί εμμονής στα παραδεδομένα όχι μόνον δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των πολιτών για μια ριζική αναθέσμιση της χώρας αλλά και ηχεί κάπως παρωχημένος, αν όχι συντηρητικός. 

Αναφέρομαι, πρώτον, στην απροθυμία του συγγραφέα να κάνει οποιοδήποτε άνοιγμα σε αυτό που πολλές ήδη προηγμένες δημοκρατικά χώρες έχουν υιοθετήσει ενώ ακόμη και η Συνθήκη της Λισαβόνας το αποδέχεται: τον λελογισμένο εμβολιασμό του κοινοβουλευτικού  πολιτεύματος –υπό όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις– με ορισμένους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας (και συγκεκριμένα με κάποιες μορφές  δημοψηφίσματος και λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας), προς την κατεύθυνση  της αναζωογόνησης των κουρασμένων αντανακλαστικών της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της ενίσχυσης της δημοκρατικής βάσης του κράτους, μέσω της ενεργότερης και ουσιαστικότερης πολιτικής συμμετοχής του λαού στις αποφάσεις που τον αφορούν.

Αναφέρομαι, δεύτερον, στην διστακτικότητά του ως προς την θέσπιση πράγματι ισχυρών θεσμικών αντιβάρων. Αυτό κατά την άποψή μου θα μπορούσε να επιτευχθεί, αν δεν θέλουμε να έχουμε αυταπάτες, μόνο με την ουσιαστική ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, τόσο σε επίπεδο εκλογής, με την καθιέρωση της άμεσης, όσο και σε επίπεδο αρμοδιοτήτων (οι οποίες θα μπορούσαν να κινηθούν περίπου στα όρια του 1975, με κάποιες εξαιρέσεις αλλά και με προσθήκη ορισμένων νέων αρμοδιοτήτων, που τις προτείνει ορθά ο συγγραφέας, όπως η επιλογή των μελών της ηγεσίας της δικαιοσύνης και των ανεξάρτητων αρχών). Ένας τέτοιος πρόεδρος, που θα εξαντλεί αλλά δεν θα υπερβαίνει τα συνταγματικά όρια του κοινοβουλευτικού συστήματος, συνδυαζόμενος με μια αιρετή Γερουσία 50 μελών, με ταυτόχρονη μείωση του αριθμού των βουλευτών σε 250, θα  αποτελούσε πράγματι μια καλή απάντηση στον πρωθυπουργοκεντρισμό, αναδιατάσσοντας όλες τις εσωτερικές ισορροπίες της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας αλλά και ενισχύοντας επίσης το ενδιαφέρον των πολιτών για τα κοινά, κάτι που δεν πρέπει να το παραβλέψουμε.

Αναφέρομαι, τρίτον, στην άρνηση της ανάγκης για ριζική βελτίωση του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, η οποία όμως προβάλλει πλέον επιτακτικά, δεδομένων των έκδηλων πλέον αδυναμιών του ισχύοντος συστήματος του διάχυτου και παρεμπίπτοντος  ελέγχου. Θα μπορούσε βέβαια να επιλεγεί και εδώ μια λύση τομής μέσα στη συνέχεια, με την ανάθεση απλώς στο ΑΕΔ περισσότερων αρμοδιοτήτων συνταγματικού ελέγχου. Ωστόσο εξ ίσου αν όχι περισσότερο πειστική φαίνεται πλέον μια λύση ριζικής αντιμετώπισης του θέματος, με την κατάργηση του σημερινού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας και την ανάθεσή του κατ’αποκλειστικότητα σε Συνταγματικό Δικαστήριο, κατά το πρότυπο άλλων προηγμένων δημοκρατικά χωρών.

Συμπερασματικά, το βιβλίο του Νίκου Αλιβιζάτου αφ’ενός μεν προβάλλει έναν ιδιαίτερο τρόπο θεώρησης της συνταγματικής πολιτικής, με επίκεντρο την αποσαφήνιση των όρων του δημοκρατικού διαλόγου και την αυτοσυγκράτηση απέναντι σε λογικές συνταγματικού μαξιμαλισμού, αφ’ετέρου δε εμπεριέχει, με χαμηλούς τόνους αλλά και με συγκεκριμένη στόχευση, χρήσιμες και ενδιαφέρουσες προτάσεις, που διαπνέονται από έκδηλη αγωνία για το μέλλον της δημοκρατίας μας. Για τους λόγους αυτούς, αλλά και για τα πολλά εναύσματα που δίνει για συζήτηση, το βιβλίο αυτό αξίζει όχι μόνον να διαβαστεί αλλά και να αξιοποιηθεί πλήρως, από όλους όσοι  θα ασχοληθούν πολιτικά με την επικείμενη αναθεώρηση.

 

 

 

 

 


[1] Βλ. ιδίως Ν. Αλιβιζάτου, Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός και η θολή συνταγματική αναθεώρηση, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2001, Του ίδιου, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του, στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2011, σ. 529 επ.

 

 

 

[2] Βλ. σχετικά, Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης.  Εναλλακτικές θέσεις και προτάσεις συνταγματικής πολιτικής με αφορμή την φυγομαχία της «συναινετικής αναθεώρησης», Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2001.

 

 

 

[3] Χρησιμοποιώ επίτηδες –για να γίνει κατανοητό ότι δεν πρόκειται για «παλαιοκομουνιστική» (!), όπως νόμιζε ο συγγραφέας, κριτική– τους όρους δύο ανθρώπων του ίδιου του συστήματος, του γνωστού George Soros (Η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η ανοιχτή κοινωνία σε κίνδυνο, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 1999) και του Edward Luttwak, στελέχους του Κέντρου Στρατηγικών και διεθνών Μελετών στην Ουάσιγκτον (Ο αχαλίνωτος καπιταλισμός. Νικητές και ηττημένοι της παγκόσμιας οικονομίας, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2003).

 

 

 

[4] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, ό.π., και τις εκεί παραπομπές. 

 

 

 

[5] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης. Προς ένα νέο συνταγματισμό;http://www.constitutionalism.gr/html/ent/394/ent.2394.asp [καταχώρηση: 10.9.2012], Του ίδιου, Η συνταγματική ελευθερία στην εποχή των ραγδαίων αλλαγών. Προς μια νέα θεώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων; σε: Ξ. Κοντιάδη, Φ. Σπυρόπουλου, Κ. Τσουκαλά (επιμ.), Δημοκρατία, Σύνταγμα, Ευρώπη στην εποχή της κρίσης. Μελέτες στη μνήμη του Δημήτρη Θ. Τσάτσου, Εκδ. Σαββάλας,  Αθήνα 2012, σ. 101 επ. (και με καταχώρηση 26/01/2012 σε:  http://www.constitutionalism.gr/html/ent/259/ent.2259.asp).

 

 

 

 

[6] Εξαιρώντας ορθά, σε αντίθεση με άλλους, όχι μόνον την νόμιμη βία, δηλαδή αυτήν που ερείδεται  στο άρθρο 120 –παλαιό 114– του Συντάγματος) αλλά και την αυθόρμητη ή συμβολική βία, που συνδέονται με μια διάχυτη, στιγμιαία και αποσπασματική διαμαρτυρία, ιδίως των νέων,

 

 

 

[7] Γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας: «Στην κατηγορία αυτήν ανήκουν… και ορισμένες συνιστώσες (μειοψηφικές θέλω να πιστεύω) του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που τα μέλη τους δεν φαίνονται έτοιμα να ξεχάσουν κάποιες παλαιότερες συνήθειές τους. Τη δράση των τελευταίων τη βλέπουμε στους δρόμους της Αθήνας, κάθε φορά που γίνονται μεγάλες διαδηλώσεις και όσοι από μας εργαζόμαστε στο πανεπιστήμιο, την αντιμετωπίζουμε σχεδόν σε καθημερινή βάση» (σ. 30). Όχι πως δεν παρατηρούνται ορισμένες σχετικές παρεκτροπές στην πολιτική δράση ομάδων που κινούνται στις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ ή και καταδικαστέες δικαιολογήσεις της βίας από κάποια  στελέχη του. Στην πραγματικότητα, όμως, οι περισσότερες εκδηλώσεις βίας που καταλογίζονται συλλήβδην στον ΣΥΡΙΖΑ, είτε δεν έχουν σχέση με αυτόν, όπως συμβαίνει με τους αναρχοαυτόνομους και τα ΕΑΚ στα Πανεπιστήμια, είτε είναι, σε κάθε περίπτωση, μάλλον περιθωριακές, αντίστοιχες εν πολλοίς με αυτές που παρατηρήθηκαν ιστορικά και σε άλλα δημοκρατικά κόμματα –αρκεί να αναλογισθεί κανείς τι λουλούδια έχουν φυτρώσει κατά καιρούς, και εξακολουθούν δυστυχώς  να φυτρώνουν, στις αυλές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. 

 

 

 

 

Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: Τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια, σε: http://www.constitutionalism.gr/html/ent/058/ent.2058.asp  [καταχώρηση: 22.5.2011].

 

 

 

 

Το (δημοσιονομικό) χρέος των κρατών και το (πολιτικό) χρέος της Ένωσης

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ Καθηγήτριας Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Το ερώτημα ποια είναι η τελεολογία (finalité) της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ανοικτό από την αρχή της διαδικασίας αυτής, όπως ανοικτή είναι κάθε ιστορική πορεία, επανέρχεται δραματικότερο σε εποχές κρίσης. Ιδίως τώρα, στην πιο αποφασιστική στροφή της μέχρι σήμερα πορείας της, το κοινό νόμισμα μπορεί να λειτουργήσει ως δίκοπο σπαθί και είτε να δώσει μια δυναμική ώθηση στην ενοποιητική διαδικασία είτε να δράσει ως καταλύτης για την επανεθνικοποίηση πολιτικών, χαλάρωση της αλληλεγγύης και ακόμη και διάλυση της Ένωσης. Έτσι, η «αγωνία για την αναζήτηση της πρόσφορης θεσμικής οργάνωσης που θα συνέβαλε στην προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης», που ένιωθε ο Γιώργος Παπαδημητρίου το 2002,[1] επιτείνεται σήμερα ακόμη περισσότερο.

Η μετά-την-κρίση εποχή δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ίδια με την προ-κρίσης εποχή. Η συναινετική δημοκρατία που λειτούργησε στην Ένωση για μισό αιώνα, αφήνοντας πάντοτε ανοικτό το ενδεχόμενο του ποιος τελικά αποφασίζει, δείχνει ότι έχει εξαντλήσει τη δυναμική της, καθώς οδηγεί στη συγκρότηση ενός ολιγαρχικού και διακυβερνητικού διευθυντηρίου, που δεν προνοεί για τα συμφέροντα της Ένωσης ως συνόλου. Αναγκαιότητα είναι σήμερα η ανάδειξη πολιτικής ηγεσίας της Ένωσης, που θα αναλάβει την άσκηση της ευρωπαϊκής συναρχίας, με αναφορά και δημοκρατική λογοδοσία προς το σύνολο των ευρωπαίων πολιτών.
Στο φόντο μιας σύντομης παρουσίασης των θεσμικών εναλλακτικών που φαίνεται να έχει διαθέσιμες σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, υποστηρίζεται η άποψη ότι, αν υπάρχει η έννοια της προόδου και της προοδευτικής διακυβέρνησης, αυτή ταυτίζεται με την ολοκλήρωση των πολιτειακών οντοτήτων, αργά αλλά σταθερά. Χωρίς όμως πραγματική πολιτική συναρχία δεν μπορεί να υπάρξει κοινή νομισματική πολιτική, και ίσως ήρθε η ώρα να ξεπεράσουμε το αρχικό δίπολο και την αντίθεση στον τρόπο προσέγγισης μεταξύ Μονέ και Σπινέλι. Σήμερα, 60 χρόνια μετά, δεν χρειάζεται καν να ενστερνιστούμε την προσέγγιση Σπινέλι: ακόμη και η μέθοδος της σταδιακής ενοποίησης του Ζαν Μονέ έχει οδηγήσει την Ένωση σε τόσες και τέτοιες μικρές αλλαγές που η ποσοτική αλλαγή είναι πολύ κοντά στο να μετατραπεί σε ποιοτική κατά το σχετικό νόμο της διαλεκτικής θεωρίας.

 

———————

H μελέτη παρουσιάστηκε με μορφή εισήγησης στο Σεμινάριο Συνταγματικών Θεσμών στη Μνήμη του Καθηγητή ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ με θεματική «Η δημοσιονομική κρίση ως καταλύτης προώθησης ή αναστολής της ευρωπαϊκής ενοποίησης;», Αθήνα, 07 Φεβρουαρίου 2013, και πρόκειται να δημοσιευτεί σε έκδοση με τις εισηγήσεις της ημερίδας.

 


[1] Παπαδημητρίου, Η συνταγματοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17.

 

 

 

 

Άσυλο και σεξουαλικός προσανατολισμός: Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζει μια νέα κατηγορία προσφύγων

Αθανάσιος Γ. Τάκης, Δικηγόρος, Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου, Επιστημονικός συνεργάτης «Αρμενόπουλου»

Εβδομήντα οκτώ χώρες σε όλο τον κόσμο διώκουν ποινικά τις ερωτικές σχέσεις ατόμων του ιδίου φύλου και χιλιάδες ομοφυλόφιλοι, λεσβίες, αμφιφυλόφιλοι και διαφυλικοί αναζητούν κάθε χρόνο άσυλο μακριά από τις χώρες τους για να αποφύγουν τις διώξεις. Με την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υποθέσεις C-199/12 έως C-201/12) έκρινε ότι -υπό προϋποθέσεις- τα μέλη της κοινωνικής αυτής ομάδας δικαιούνται την ιδιότητα του πρόσφυγα στα πλαίσια του ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. Μια απόφαση – ορόσημο που για πρώτη φορά αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της προστασίας των διωκόμενων ομοφυλόφιλων και τερματίζει τις αποκλίνουσες προσεγγίσεις των κρατών μελών επί του θέματος αυτού. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η απόφαση του Δικαστηρίου ακολουθεί μια αρκετά περιοριστική προσέγγιση του ισχύοντος νομικού πλαισίου με αποτέλεσμα να εξαιρεί ένα σημαντικό μέρος ατόμων που διώκονται από το προστατευτικό του πεδίο.

Η μελέτη αποτελεί προδημοσίευση από τον «Αρμενόπουλο».

 

ΕΔΔΑ, 62235/12 και 57725/12 (Μνημόνιο Πορτογαλίας)

με σχόλιο Στέλλας Χριστοφορίδου, Δικηγόρου, Φοιτήτριας ΜΠΣ Δημοσίου Δικαίου ΑΠΘ

Στην απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2013, το ΕΔΔΑ ασχολήθηκε με το ζήτημα της περικοπής των συντάξεων του δημοσίου τομέα της Πορτογαλίας. Η υπόθεση τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου μετά την έκδοση της απόφασης της 5ης Ιουλίου 2012 του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πορτογαλίας. Υπενθυμίζεται ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε αντισυνταγματική τη διάταξη που επέβαλε την περικοπή των συντάξεων, ωστόσο, περιόρισε τις συνέπειες της κήρυξης αυτής, επιτρέποντας την εφαρμογή της για το έτος 2012. Στη συνέχεια, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι λόγω της περιορισμένης έκτασης και χρονικής διάρκειας των προβλεπόμενων μέτρων και δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας, η απόλαυση του δικαιώματος της περιουσίας των προσφευγόντων δεν παραβιάζεται (σκ. 29).

Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του: Οι εθνικές κυβερνήσεις είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στο εσωτερικό και γι’ αυτόν τον λόγο, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στις πολιτικές τους αποφάσεις, εκτός από τις περιπτώσεις που κρίνει ότι έχουν ξεπερασθεί τα ακραία όρια της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που απολαμβάνουν
———-


ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Προσφυγές με αριθμό 62235/12 και 57725/12

António Augusto DA CONCEIÇÃO MATEUS κατά Πορτογαλίας

και Lino Jesus SANTOS JANUÁRIO κατά Πορτογαλίας

 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Δεύτερο Τμήμα), που συνεδρίασε σε τμήμα στις 8 Οκτωβρίου 2013 με την ακόλουθη σύνθεση:

Guido Raimondi, Πρόεδρος, 

Peer Lorenzen, 

Dragoljub Popović, 

András Sajó, 

Nebojša Vučinić, 

Paulo Pinto de Albuquerque, 

Helen Keller, Δικαστές,

       και Stanley Naismith, Γραμματέας του Τμήματος,

Έχοντας λάβει υπόψη τις παραπάνω προσφυγές που κατατέθηκαν στις 10 Σεπτεμβρίου 2012 και 27 Αυγούστου 2012 αντίστοιχα,

Αφού διαβουλεύθηκε, αποφασίζει ως εξής:

 

 

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

 

1. Ο πρώτος προσφεύγων, κος António Augusto da Conceição Mateus, είναι Πορτογάλος υπήκοος, γεννήθηκε το 1939 και ζει στο Aveiras de Baixo.

2. Ο δεύτερος προσφεύγων, κος Lino Jesus Santos Januário, είναι Πορτογάλος υπήκοος, γεννήθηκε το 1940 και ζει στο Almeirim.

 

Α. Οι περιστάσεις της υπόθεσης

 

3. Οι δύο προσφεύγοντες είναι συνταξιούχοι και δικαιούνται να λαμβάνουν παροχές κοινωνικής ασφάλισης στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού συστήματος του δημοσίου τομέα, όπως ίσχυε μέχρι 1ης Ιανουαρίου 2006. Οι παροχές αυτές περιλαμβάνουν επιδόματα διακοπών και Χριστουγέννων, τα οποία αντιστοιχούν σε έναν 13ο και 14ο πλήρη συνταξιοδοτικό μήνα και καταβάλλονται, αντίστοιχα, τον Ιούλιο και τον Δεκέμβριο κάθε χρόνου.

4. Τον Απρίλιο του 2011 η Πορτογαλία ζήτησε οικονομική βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), τα Κράτη Μέλη της ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Ένα Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης τον Μάιο του 2011 μεταξύ των πορτογαλικών Αρχών και των αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και του ΔΝΤ, συμπεριλαμβανομένου ενός κοινού πακέτου χρηματοδότησης 78 δις. Ευρώ (26 δις. Ευρώ από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης, 26 δις. Ευρώ από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και περίπου 26 δις. Ευρώ από το ΔΝΤ). Η συμφωνία για το πρόγραμμα υιοθετήθηκε επισήμως στις 17 Μαΐου 2011 στη Σύνοδο του Eurogroup/ECOFIN στις Βρυξέλλες, όπου η πορτογαλική Κυβέρνηση υπέγραψε ένα Μνημόνιο Συνεννόησης με την ΕΕ, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ σχετικά με συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής και ακολούθως, δύο σχετικά έγγραφα: το Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης και τη Σύμβαση Δανειοδότησης. Το Μνημόνιο θέτει τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων φόρων και μέτρων κοινωνικής ασφάλισης, τις οποίες η Πορτογαλία οφείλει να εφαρμόσει κατά τη διάρκεια του προγράμματος (2011-2014), με σκοπό να βελτιώσει τη χρηματοπιστωτική της κατάσταση και να λάβει οικονομική υποστήριξη από την ΕΕ. 

Το Μνημόνιο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι η Πορτογαλία θα:

 

 «(…) 1.11 μειώσει τις συντάξεις άνω των 1.500 ευρώ σύμφωνα με τους προοδευτικούς συντελεστές που εφαρμόζονται στους μισθούς του δημοσίου τομέα από τον Ιανουάριο του 2011, με στόχο να αποφέρει εξοικονόμηση πόρων τουλάχιστον 445 εκατ. Ευρώ.

 

1.12 αναστείλει την εφαρμογή των κανόνων της τιμαριθμοποίησης των συντάξεων και θα παγώσει τις συντάξεις, εκτός από τις χαμηλότερες εξ’ αυτών, το 2012.»

 

5. Στις 30 Δεκεμβρίου 2011, η Επίσημη Εφημερίδα δημοσίευσε το νόμο με αριθμό 64-Β/2011 σχετικά με τον Κρατικό Προϋπολογισμό, στο εξής νόμος περί Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό σχεδιάσθηκε, ώστε να εφαρμόσει το Μνημόνιο.

6. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του νόμου περί Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012, τα επιδόματα διακοπών και Χριστουγέννων ή άλλες ισοδύναμες παροχές που καταβάλλονται στις κατηγορίες των συνταξιούχων του δημοσίου τομέα, στις οποίες ανήκουν οι προσφεύγοντες, θα μειωθούν. Οι διατάξεις αυτές θα εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια του Προγράμματος Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Στήριξης. Οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν μεταξύ 600 και 1.100 ευρώ θα διαπιστώσουν μείωση στα επιδόματα των διακοπών και των Χριστουγέννων, η οποία υπολογίζεται βάσει της εξής φόρμουλας: 1.320 – (1.2 x μηνιαίας σύνταξης). Οι μειώσεις αυτές θα ισχύουν από το 2012.

7. Με τη θέση σε ισχύ του νόμου περί Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012, ο πρώτος προσφεύγων, του οποίου η μηνιαία σύνταξη ανέρχονταν στο ποσό των 722,87 ευρώ, διαπίστωσε μείωση της τάξεως των 551,20 ευρώ στα επιδόματα των διακοπών και των Χριστουγέννων και συνολική απώλεια ύψους 1.102,40 ευρώ το 2012. Ο δεύτερος προσφεύγων, του οποίου η μηνιαία σύνταξη ανέρχονταν στο ποσό των 910,92 ευρώ, διαπίστωσε μείωση ύψους 684,02 ευρώ και συνολική απώλεια ύψους 1.368,04 ευρώ για το έτος 2012. Οι συνολικές απώλειες υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε ποσοστό 10,8% και 10,7% επί του συνόλου των ετήσιων συνταξιοδοτικών πληρωμών των προσφευγόντων, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων.

8. Στις 19 Ιανουαρίου 2012, μία ομάδα μελών του πορτογαλικού Κοινοβουλίου αμφισβήτησε τη συνταγματικότητα των άρθρων 21 και 25 του νόμου περί Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012 ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις αυτές παραβιάζουν την αρχή της ισότητας και το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλεια. Το άρθρο 21 αφορούσε παρόμοιες περικοπές άλλων κατηγοριών.

9. Με την απόφαση της 5ης Ιουλίου 2012 το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι περικοπές των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων και για τις δύο κατηγορίες συνταξιούχων του δημοσίου τομέα, όπως προβλέπονται στο άρθρο 25 του νόμου περί Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012, παραβιάζουν την αρχή της «αναλογικής ισότητας» και ως εκ τούτου είναι αντισυνταγματικές. Μολαταύτα, δεδομένου ότι ο Προϋπολογισμός του 2012 βρισκόταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο εφαρμογής και γι’ αυτόν τον λόγο θα ήταν αδύνατον για την Πορτογαλία να σχεδιάσει εναλλακτικά μέτρα, έτσι ώστε να επιτύχει τους στόχους του προϋπολογισμού της και να διασφαλίσει την οικονομική στήριξη από τους δανειστές της, πράγμα το οποίο συνιστά εξαιρετικής σημασίας δημόσιο συμφέρον, το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απόφασή του δε θα πρέπει να ισχύσει για το έτος 2012. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι περικοπές θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν το 2012.

10. Σε άγνωστη ημερομηνία, ο πρώτος προσφεύγων υπέβαλε ένσταση ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου αμφισβητώντας τη συνταγματικότητα των περικοπών των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων. Στις 3 Απριλίου 2013, το Συνταγματικό Δικαστήριο απέστειλε μία επιστολή στον πρώτο προσφεύγοντα αναφέροντας την απόφασή του της 5ης Ιουλίου 2012.

 

 

Β. Σχετική εσωτερική νομοθεσία και πρακτική

 

1. Το Σύνταγμα της Πορτογαλική Δημοκρατίας:

 

Άρθρο 13

Αρχή της ισότητας

1. Όλοι οι πολίτες έχουν την ίδια κοινωνική αξιοπρέπεια και είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

 

Άρθρο 282

Συνέπειες της κήρυξης αντισυνταγματικότητας ή παρανομίας

1. Η κήρυξη αντισυνταγματικότητας ή παρανομίας με γενικά δεσμευτική ισχύ αρχίζει να ισχύει από τη στιγμή που ο κανόνας που κηρύχθηκε αντισυνταγματικός ή παράνομος τέθηκε σε ισχύ, και προκαλεί την αναβίωση οποιουδήποτε άλλου κανόνα είχε ανακληθεί.

2. Ωστόσο, σε περίπτωση αντισυνταγματικότητας ή παρανομίας που οφείλεται σε παραβίαση ενός μεταγενέστερου συνταγματικού ή νομικού κανόνα, η κήρυξη αυτή αρχίζει να ισχύει όταν ο τελευταίος τεθεί σε ισχύ.

4. Όταν απαιτείται για σκοπούς ασφάλειας δικαίου, λόγους δικαιοσύνης ή ενός εξαιρετικά σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, λόγοι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, το Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι το πεδίο εφαρμογής των αποτελεσμάτων της [διαπίστωσης της] αντισυνταγματικότητας ή της παρανομίας θα είναι περισσότερο περιορισμένο σε σχέση με αυτό που προβλέπεται στις περιπτώσεις (1) και (2) ανωτέρω.

 

2. Νόμος περί Κρατικού Προϋπολογισμού 2012 (ν. 64-Β/2011)

 

Άρθρο 25

Αναστολή επιδομάτων διακοπών και Χριστουγέννων ή ισοδύναμων παροχών για τους συνταξιούχους του δημοσίου τομέα

1. Κατά τη διάρκεια ισχύος της EFAP, ως έκτακτο μέτρο δημοσιονομικής σταθερότητας, η καταβολή επιδομάτων διακοπών και Χριστουγέννων ή άλλων παροχών που αντιστοιχούν στον 13ο και 14ο συνταξιοδοτικό μήνα και καταβάλλονται από το CGA, το I.P., το Εθνικό Κέντρο Συντάξεων και, άμεσα ή μέσω συνταξιοδοτικών ταμείων κάθε δημοσίου τομέα, ανεξαρτήτως της φύσης τους και τον βαθμό ανεξαρτησίας και αυτονομίας τους […] [σε συνταξιούχους] των οποίων η σύνταξη είναι υψηλότερη των 1.100 ευρώ αναστέλλεται.

2. Συνταξιούχοι των οποίων η μηνιαία σύνταξη είναι ίση ή υψηλότερη των 600 ευρώ και δεν υπερβαίνει την αξία των 1.100 ευρώ υπόκεινται σε μείωση των ως άνω αναφερόμενων επιδομάτων ή προνομίων, η οποία αντιστοιχεί σε ένα ποσό, το οποίο υπολογίζεται ως εξής: επιδόματα / προνόμια = 1,320 – 1,2 x μηνιαίας σύνταξης.

6. Οι κανόνες που καθορίζονται στο παρών άρθρο είναι επιτακτικής ανάγκης και εξαιρετικής φύσης, υπερισχύουν κάθε άλλου κανόνα, ειδικού ή εξαιρετικού, και σχετικού με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις συμβάσεις απασχόλησης, και δε μπορούν να καταργηθούν ή να τροποποιηθούν.

 

3. Έκθεση του Υπουργού Οικονομικών σχετικά με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2012 – σχετικά αποσπάσματα

 

««Η μείωση του ελλείμματος θα πραγματοποιηθεί κυρίως μέσω της μείωσης των δαπανών (άνω των 2/3), ενώ το υπόλοιπο μέρος θα καλυφθεί από την αύξηση των εσόδων. Η μείωση των δανειακών αναγκών του δημόσιου τομέα θα συμβάλει σημαντικά στην ανακούφιση των χρηματοδοτικών αναγκών της οικονομίας στο σύνολό της.»

 

 

«Το ύψος των παροχών (οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 33% των συνολικών δαπανών το 2010) θα μειωθεί κατά 1,2% του ΑΕΠ. Το ποσοστό της μείωσης των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων για τους συνταξιούχους θα ισοδυναμεί με το 0,7% του ΑΕΠ.»

 

 

«Κατά τη διάρκεια του Προγράμματος Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Στήριξης, η καταβολή των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων ή άλλων παροχών που αντιστοιχούν στον 13ο και 14ο συνταξιοδοτικό μήνα, αναφορικά με τις συντάξεις άνω των 1.000 ευρώ, αναστέλλεται. Σχετικά με τις συντάξεις, το ύψος των οποίων ανέρχεται σε ποσό ανώτερο του κατώτατου μισθού (485 ευρώ), αλλά κατώτερο των 1.000 ευρώ, τα επιδόματα υπόκεινται σε προοδευτική μείωση…». 

 

4. Απόφαση της 5ης Ιουλίου 2012 του Συνταγματικού Δικαστηρίου (αρ. 353/2012) – σχετικά αποσπάσματα

 

«… Η αποτελεσματικότητα των μέτρων που ελήφθησαν προκειμένου να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα [το οποίο είναι] αναμφισβήτητου και σημαντικού δημοσίου συμφέροντος εξακολουθεί να είναι η αιτιολόγηση για τη διαφορετική μεταχείριση εκείνων που λαμβάνουν μισθούς και συντάξεις από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Πράγματι, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επιλογή αυτή θα αποδειχθεί ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, δεδομένου ότι είναι βέβαιο ότι θα συμβάλλει στη βραχυπρόθεσμη μείωση του ελλείμματος. Ως εκ τούτου, είναι σύμφωνη με τη στρατηγική δράσης, της οποίας το περιεχόμενο βρίσκεται εντός του πλαισίου της διακριτικής ευχέρειας που απολαμβάνει ο νομοθέτης.

Κατά συνέπεια, είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η διαφοροποίηση μεταξύ εκείνων που λαμβάνουν χρήματα από δημόσιους πόρους και εκείνων που δραστηριοποιούνται στον ιδιωτικό τομέα είναι σαφώς αποδεκτή, κάθε μείωση του εισοδήματος που στοχεύει αποκλειστικά και μόνο στην πρώτη κατηγορία δεν αποτελεί αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση, σύμφωνα με το τρέχον οικονομικό και χρηματοοικονομικό πλαίσιο.

Ωστόσο, η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη σχετικά με την περικοπή μισθών και συντάξεων των ατόμων που λαμβάνουν χρήματα από δημόσιους πόρους, με σκοπό την επίτευξη δημοσιονομικής ισορροπίας, ακόμη και στο πλαίσιο μίας σοβαρής οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, προφανώς δε μπορεί να είναι απεριόριστη. Η διαφορά στο βαθμό της θυσίας που επιβάλλεται μεταξύ αυτών που πλήττονται από αυτά τα μέτρα και αυτών που δεν πλήττονται πρέπει να υπόκειται σε περιορισμούς.

Είναι γεγονός ότι, από νομικής άποψης, η ίση μεταχείριση πρέπει πάντα να ερμηνεύεται ως αναλογική ισότητα. Επομένως, η ανισότητα που δικαιολογείται λόγω διαφορετικών καταστάσεων, δε θα πρέπει να εξαιρείται από τον έλεγχο της αναλογικότητας. Ο βαθμός της άνισης μεταχείρισης πρέπει να είναι ανάλογος με τους λόγους που δικαιολογούν αυτήν τη μεταχείριση και δε θα πρέπει να είναι υπερβολικός.

Όπως αναφέρεται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου με αριθμό 39/88 και 96/2005 …: ίση μεταχείριση δε σημαίνει ισότητα. Σημαίνει, όμως, αναλογική ίση μεταχείριση. Απαιτείται οι καταστάσεις που είναι ουσιωδώς ίδιες να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, ενώ, οι καταστάσεις που είναι ουσιωδώς διαφορετικές να λαμβάνουν διαφορετική, αλλά ανάλογη μεταχείριση.

Κατά συνέπεια, βάσει του ελέγχου της αναλογικής ισότητας, θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά πόσο η καταβολή των ποσών, η οποία έχει ανασταλεί σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 25 του ν. 64-Β/2011, στις 30 Δεκεμβρίου (νόμος περί Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012), δεν προκαλεί πρόδηλη και υπερβολική διαφορετική μεταχείριση σε σύγκριση με τους λόγους, οι οποίοι δικαιολογούν μείωση του εισοδήματος που επιβάλλεται μόνο στους πολίτες, οι οποίοι λαμβάνουν χρήματα από δημόσιους πόρους.

Για τον σκοπό αυτό, κρίνεται απαραίτητο να εξατομικευθούν και να κριθούν οι θυσίες που επιβάλλονται από τις υπό εξέταση διατάξεις σε όσους λαμβάνουν μισθούς ή συντάξεις από δημόσιους πόρους.

Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι του δημοσίου τομέα που έχουν ακαθάριστο εισόδημα μεταξύ 600 και 1.000 ευρώ θα διαπιστώσουν μείωση στο ετήσιο εισόδημά τους, η οποία σταδιακά θα αυξηθεί σε ποσοστό 14,3%. Σε ένα περιβάλλον όπου η έλλειψη επαρκούς εισοδήματος αποτελεί ήδη αιτία δυσφορίας, οποιαδήποτε επιπρόσθετη μείωση σε εισόδημα τέτοιου είδους, η οποία σταδιακά επεκτείνεται πάνω από το 14,3% του ετήσιου εισοδήματος [αυτών που πλήττονται], είναι εξαιρετικά επαχθής.

Συνταξιούχοι και άλλοι που λαμβάνουν ακαθάριστα ποσά μεταξύ 1.100 ευρώ και 1.500 ευρώ θα διαπιστώσουν μείωση στο ετήσιο εισόδημά τους ποσοστού 14,3%, η οποία, εντός αυτού του πλαισίου, είναι σημαντική σε σχέση με εκείνους οι οποίοι έχουν το ίδιο ύψος εισοδήματος ή ανώτερο, αλλά δεν πλήττονται από καμία μείωση. Αναφορικά με τις υψηλότερες συντάξεις, θα πρέπει να τονισθεί ότι για εκείνους που λαμβάνουν ποσά δώδεκα φορές υψηλότερα από τον δείκτη κοινωνικής στήριξης, θα πραγματοποιηθεί μείωση ποσοστού 25% για το επιπλέον ποσό και για εκείνους οι οποίοι βρίσκονται δεκαοκτώ φορές υψηλότερα του δείκτη, η μείωση θα είναι ίση με το 50%.

Για εκείνους που λαμβάνουν ακαθάριστα ποσά άνω των 1.500 ευρώ, η μείωση θα είναι επίσης ίση με ποσοστό 14,3% του ετήσιου εισοδήματός τους. Δεδομένου ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφασή του με αριθμό 396/2011, εντός ενός παρόμοιου πλαισίου σχετικά με τη μείωση μισθών [των δημοσίων υπαλλήλων], η οποία προβλέφθηκε με το άρθρο 19 του νόμου 55-Α/2010 στις 31 Δεκεμβρίου και κυμαίνονταν μεταξύ 3,5% και 10% των ετήσιων εισοδημάτων τους, έκρινε ότι η περιορισμένη διάρκεια και η έκταση αυτών των μειώσεων βρισκόταν ακόμη εντός των ορίων μίας αποδεκτής πρόσθετης προσπάθειας, η επιπρόσθετη νέα μείωση, η οποία αυτήν τη στιγμή ανέρχεται σε ποσοστό 14,3% του ετήσιου εισοδήματος [των πληγέντων] και η οποία είναι τρεις φορές μεγαλύτερη, κατά μέσο όρο, σε σχέση με τις αρχικές μειώσεις, [θα πρέπει να κριθεί ότι] αγγίζει ένα ποσοστό τόσο υψηλό που προδήλως βρίσκεται εκτός των ορίων.

Τα μέτρα αυτά τα οποία θα διαρκέσουν για τρία χρόνια (2012-2014) και θα παράγουν, σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, συνεχώς και σωρευτικά αποτελέσματα …, τα οποία, μαζί με το πάγωμα των μισθών και των συντάξεων του δημοσίου τομέα το 2010, 2011 και 2012, θα συνεχίσουν κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, όπως προβλέφθηκε στο Μνημόνιο Συνεννόησης, και σε συνδυασμό με το φαινόμενο του πληθωρισμού, θα έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των πραγματικών μισθών και συντάξεων, η οποία ισοδυναμεί με τα ποσοστά του πληθωρισμού, όπως καταγράφηκαν όλο αυτό το χρονικό διάστημα.

Δεν απαιτείται ισοδύναμη προσπάθεια της πλειονότητας των άλλων πολιτών, οι οποίοι έχουν εισοδήματα από άλλες πηγές, ανεξάρτητα από τα ποσά [που λαμβάνουν].

Η διαφορετική μεταχείριση είναι τόσο έντονη και σημαντική που η αποτελεσματικότητα του μέτρου που υιοθετήθηκε με σκοπό τη μείωση του δημοσίου ελλείμματος στα συμφωνημένα επίπεδα, όπως προβλέπεται στα μνημόνια συνεννόησης, δεν [το] δικαιολογεί, πολύ περισσότερο τη στιγμή που θα μπορούσαν να προβλεφθούν εναλλακτικά μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος είτε από πλευράς δαπανών (π. χ. μέτρα που προβλέπονται στα μνημόνια συνεννόησης) είτε από πλευράς εσόδων (π.χ. μέσω ευρύτερων μέτρων που θα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με τη μείωση του εισοδήματος).

Οι λύσεις αυτές θα ήταν αρκετά αποτελεσματικές για την επίτευξή [των σκοπών] του γενικού συμφέροντος και δε θα επιβάρυναν υπέρμετρα τους φορολογουμένους που λαμβάνουν εισόδημα ή κοινωνικά επιδόματα από δημόσιους πόρους.

Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι η διαφορετική μεταχείριση των ατόμων που λαμβάνουν εισοδήματα και συντάξεις από τον δημόσιο τομέα [και εκείνη των λοιπών πολιτών] είναι υπερβολική [και δεν καλύπτει το κριτήριο] της αναλογικής ισότητας.

Αν και αναγνωρίζεται ότι βρισκόμαστε σε μία σοβαρή οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση, στην οποία είναι σημαντικό να επιτευχθούν οι στόχοι των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που καθορίζονται στα μνημόνια συνεννόησης, προκειμένου να διασφαλισθεί η οικονομική επιβίωση του Κράτους, οι στόχοι αυτοί θα πρέπει να επιτευχθούν μέσω μέτρων μείωσης δαπανών και αύξησης δημοσίων εσόδων, τα οποία δεν οδηγούν σε κατανομή προσπαθειών, η οποία είναι υπερβολικά διαφοροποιημένη.

Επιπλέον, όσο μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια που επιβάλλεται στους πολίτες, ώστε να ικανοποιηθούν τα γενικά συμφέροντα, τόσο μεγαλύτερη θα πρέπει να είναι η απαίτηση για ισότητα και δικαιοσύνη στην κατανομή των προσπαθειών αυτών.

Η κατάσταση που περιγράφηκε παραπάνω και η ανάγκη να αντιμετωπιστεί μέσω αποτελεσματικών μέτρων δε θα πρέπει να αποτελέσει λόγο για την άρση του καθήκοντος του νομοθέτη να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές, οι οποίες αποτελούν τη βάση του κράτους δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των παραμέτρων, όπως είναι η αρχή της αναλογικής ισότητας. Βεβαίως, το Σύνταγμα δε μπορεί να αγνοήσει την οικονομική και χρηματοπιστωτική πραγματικότητα, ιδιαιτέρως σε μία κατάσταση, η οποία κρίνεται πολύ δύσκολη. Ωστόσο, έχει συγκεκριμένη κανονιστική αυτονομία, ώστε να αποφεύγεται η επικράτηση οικονομικών και χρηματοπιστωτικών σκοπών χωρίς περιορισμούς και πάνω από παραμέτρους, όπως είναι η ισότητα, τις οποίες το Σύνταγμα υπερασπίζεται και οι οποίες θα πρέπει να εφαρμόζονται.

Ως εκ τούτου, θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι διατάξεις που επιβάλλουν την αναστολή της καταβολής των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων ή άλλων καταβολών που αντιστοιχούν στον 13ο και 14ο μήνα, είτε αφορούν άτομα που λαμβάνουν μισθό από δημόσιους φορείς είτε άτομα που λαμβάνουν συντάξεις από τον δημόσιο τομέα μέσω του κρατικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, κατά τη διάρκεια των ετών 2012 – 2014, παραβιάζουν την αρχή της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών που κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 του Συντάγματος.

Για τον λόγο αυτό, οι διατάξεις που περιέχονται στα άρθρα 21 και 25 του νόμου 64-B/2011, της 30ης Δεκεμβρίου (νόμος περί του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012) θα πρέπει να κηρυχθούν αντισυνταγματικές, χωρίς την ανάγκη να εκτιμηθεί εάν παραβιάζουν τις άλλες συνταγματικές παραμέτρους που επικαλούνται οι αιτούντες.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τα μέτρα της αναστολής μισθών και συντάξεων υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πολιτικών με σκοπό τη βραχυπρόθεσμη μείωση του δημοσίου ελλείμματος, προκειμένου να επιτευχθεί ο προϋπολογισμός και τα όρια του ελλείμματος (4,5% του ΑΕΠ το 2012), όπως προβλέφθηκαν στα προ-αναφερόμενα μνημόνια, ως προϋπόθεση για τη λήψη των συμφωνημένων δανείων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Στο υφιστάμενο πλαίσιο της σοβαρής έκτακτης ανάγκης, είναι απαραίτητο για το πορτογαλικό Κράτος να συνεχίσει να έχει πρόσβαση σε εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης. Τηρώντας τα δημοσιονομικά όρια, επομένως, επιτελεί έναν σκοπό εξαιρετικού δημοσίου συμφέροντος.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκτέλεση του Προϋπολογισμού του 2012 έχει ήδη ξεκινήσει, οι συνέπειες της κήρυξης της αντισυνταγματικότητας θα μπορούσαν να καθορίσουν αναπόφευκτα την αποτυχία του σκοπού αυτού, και ακολούθως, να θέσουν σε κίνδυνο τη συμφωνηθείσα χρηματοδότηση και, κατά συνέπεια, τη φερεγγυότητα του κράτους. Πράγματι, η καθαρή μείωση των δημοσίων δαπανών που πραγματοποιούνται μέσω της αναστολής της καταβολής των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων ή ισοδύναμων… διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον Κρατικό Προϋπολογισμό, όπως επίσης και στα οικονομικά μέτρα που εφαρμόζονται για την επίτευξη του προ-αναφερόμενου σκοπού. Δε θα ήταν καθόλου δυνατόν στο χρονικό διάστημα που απομένει, [το οποίο είναι μέχρι] το τέλος του χρόνου να σχεδιασθούν και να εφαρμοσθούν εναλλακτικά μέτρα, τα οποία θα μπορούσαν να παράγουν αποτελέσματα εντός του 2012 με σκοπό την επίτευξη αυτών των δημοσιονομικών σκοπών.   

Είμαστε αντιμέτωποι, επομένως, με μία κατάσταση στην οποία ένα [ζήτημα] εξαιρετικά σημαντικού δημοσίου συμφέροντος απαιτεί το Συνταγματικό Δικαστήριο να περιορίσει τα αποτελέσματα της κήρυξης της αντισυνταγματικότητας, όπως επιτρέπεται από το Άρθρο 282 παρ. 4 του Συντάγματος, η οποία, επομένως, δε θα εφαρμοσθεί για την αναστολή της καταβολής των επιδομάτων των Χριστουγέννων και των διακοπών ή άλλων ισοδύναμων καταβολών όσον αφορά το έτος 2012. 

Για του λόγους αυτούς:

α) Οι διατάξεις των άρθρων 21 και 25 του νόμου 64-Β/2011 της 30ης Δεκεμβρίου κηρύσσονται αντισυνταγματικές με γενική δεσμευτική ισχύ, με την αιτιολογία ότι παραβιάζουν την αρχή της ισότητας, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 13 του Συντάγματος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας,

β) Σύμφωνα με το Άρθρο 282 παρ. 4 του Συντάγματος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, η απόφαση αυτή περί αντισυνταγματικότητας δεν ισχύει για την αναστολή της καταβολής των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων ή άλλων επιδομάτων αδείας ή άλλων ισοδύναμων καταβολών για το έτος 2012.

 

Γ. Αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την οικονομική κατάσταση της Πορτογαλίας για το έτος 2011

 

11. Η έκθεση της υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που συνοδεύει τη Σύσταση για τη σύσταση Συμβουλίου σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2011 της Πορτογαλίας και μεταφέρει τη Γνώμη του Συμβουλίου σχετικά με το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας της Πορτογαλίας, 2011-2014, εκδόθηκε τον Ιούνιο 2011 [ΕφΕΕ (2011) 730 τελικό], και περιγράφει την οικονομική κατάσταση της Πορτογαλίας καθώς και τα κύρια χαρακτηριστικά του προγράμματος της οικονομικής προσαρμογής με τους ακόλουθους όρους:

 

«1. Εισαγωγή

Το έτος 2012 το ΑΕΠ της Πορτογαλίας αυξήθηκε κατά 1,3%. Αυτή η θετική αύξηση οφείλεται, όμως, κατά κύριο λόγο στους έκτακτους παράγοντες που ενίσχυσαν τις εξαγωγές και αύξησαν την ιδιωτική κατανάλωση. Η τελευταία ωφελήθηκε ιδιαιτέρως από τις προκαταβολικές επιπτώσεις που είχε η αύξηση του ΦΠΑ τον Ιούλιο του 2010 και τον Ιανουάριο του 2011. Παρά τη σημαντική συμβολή της αύξησης του εξωτερικού εμπορίου, η Πορτογαλία έχασε το 0,9% του μεριδίου της στις εξαγωγές το 2010. Οι εξελίξεις στις τιμές και το κόστος υποδεικνύουν ξεκάθαρα ότι η Πορτογαλία δεν έχει ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της με αρκετά γρήγορο ρυθμό, ώστε να αποκαταστήσει το έλλειμμα στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο ήταν κατά 10% υψηλότερο στο ΑΕΠ του προηγούμενου έτους. Ομοίως, η ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης ωφελήθηκε από προσωρινούς παράγοντες, όπως είναι ο σχετικά χαμηλός πληθωρισμός, ο οποίος οφείλεται στην πτώση των τιμών ενέργειας. Επιπλέον, στο τέλος του περασμένου έτους, το ενδεχόμενο της αύξησης των έμμεσων φόρων οδήγησε σε προ-εφοδιασμό των καταναλωτών. Η αδύναμη αυτή συνολική οικονομία και η απότομη αύξηση της ανεργίας προκάλεσε μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, τα οποία υπερβαίνουν το 10% του ΑΕΠ το 2009 και το 9% το 2010, πάνω από το 3,5% του 2008.

Η Πορτογαλία σημείωσε σταθερή αύξηση της ανεργίας κατά τη διάρκεια της ύφεσης, φτάνοντας σε ποσοστό 11,2%. Τόσο οι νέοι (22,4% το 2010) όσο και οι μεγαλύτερες ηλικίες (7,7%) είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στην ανεργία σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι μακροχρόνια άνεργοι αντιστοιχούν σήμερα σε ποσοστό ανώτερο του 55% του συνόλου των ανέργων. Αυτό είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στο γενικό επίπεδο των δεξιοτήτων των ανέργων και αποκαλύπτει τα βαθιά δομικά προβλήματα στην πορτογαλική αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τον δείκτη ανεργίας, η απασχόληση συνεχίζει να εξασθενεί, με το ποσοστό απασχόλησης να φθάνει στο χαμηλότερο επίπεδο της δεκαετίας (70,5% το 2010), ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (68,6%).

Πρόσφατα, οι δυσμενείς εξελίξεις στα δημόσια οικονομικά και οι δυσοίωνες προοπτικές για οικονομική ανάπτυξη οδήγησαν σε επιδείνωση της εμπιστοσύνης και αύξηση της πίεσης στις αγορές κρατικών ομολόγων. Παράλληλα, ο τραπεζικός τομέας, ο οποίος εξαρτάται κατά κύριο λόγω από εξωτερική χρηματοδότηση, αποκόπηκε σταδιακά από τη χρηματοδότηση της αγοράς και κατέφυγε στη χρηματοδότηση από το ευρωπαϊκό σύστημα. Η Κυβέρνηση παραιτήθηκε μετά την αποτυχία να επιτύχει την κοινοβουλευτική αποδοχή για το Πρόγραμμα Σταθερότητας στα τέλη Μαρτίου. Ως επακόλουθο των διαδοχικών υποβαθμίσεων των πορτογαλικών κρατικών ομολόγων, τα επιτόκια έφθασαν σε επίπεδα που δεν ήταν πλέον συμβατά με τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Ως αποτέλεσμα, η Πορτογαλία ζήτησε διεθνή οικονομική βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στις 7 Απριλίου. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των πορτογαλικών αρχών και της κοινής αποστολής της Επιτροπής, του ΔΝΤ και της ΕΚΤ οδήγησαν στις 3 Μαΐου σε συμφωνία για ένα Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής για την περίοδο 2011-14.

 

2. Κύρια χαρακτηριστικά του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής [χωρίς υποσημειώσεις]

Στις 17 Μαΐου, το Συμβούλιο ECOFIN έλαβε την επίσημη απόφαση να επιτρέψει την οικονομική βοήθεια προς την Πορτογαλία. Το Πρόγραμμα περιλαμβάνει την εξωτερική χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης και του ΔΝΤ μέχρι 78 δις. Ευρώ και μία δέσμευση από την Πορτογαλία να εφαρμόσει ευρείες μεταρρυθμίσεις σε διάφορους τομείς.

Οι δημοσιονομικοί στόχοι του Προγράμματος είναι φιλόδοξοι, αλλά ρεαλιστικοί. Το δημόσιο έλλειμμα αναμένεται να φτάσει το 5,9% του ΑΕΠ το 2011, το 4,5% του ΑΕΠ το 2012 και το 3,0% το 2013, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος. Το δημόσιο χρέος αναμένεται να κορυφωθεί περίπου στο 108% το 2013 και στη συνέχεια, να αρχίσει να μειώνεται. Οι προσπάθειες εξυγίανσης είναι εμπροσθοβαρείς, ευρείας βάσεως και υποστηρίζονται από ένα ευρύ φάσμα μέτρων με σκοπό τη μείωση των δημοσίων εξόδων και αύξηση των δημοσίων εσόδων.

Από πλευράς δαπανών, τα μέτρα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, συγκράτηση των μισθών στον δημόσιο τομέα, λιγότερες μεταφορές πόρων στις περιφερειακές και τοπικές διοικήσεις και τις κρατικές επιχειρήσεις, προσαρμογή των συντάξεων και χαμηλότερες κεφαλαιουχικές δαπάνες. Από πλευράς εσόδων, κάποια από τα μέτρα περιλαμβάνουν διεύρυνση των φορολογικών βάσεων του εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων μέσω της μείωσης φορολογικών απαλλαγών και εκπτώσεων, τη σύγκλιση των μειώσεων του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων που εφαρμόζονται σε εισοδήματα από εργασία και συντάξεις, αλλαγές στο φόρο ακίνητης περιουσίας, τη διεύρυνση της βάσης επιβολής του ΦΠΑ μέσω του περιορισμού των εξαιρέσεων και της αναδιαμόρφωσης των προϊόντων που υπόκεινται σε ενδιάμεσους φόρους και μειωμένους συντελεστές. Η δημοσιονομική εξυγίανση θα πρέπει να υποστηρίζεται από συνοδευτικά μέτρα με σκοπό την ενίσχυση του δημοσιονομικού πλαισίου και τη βελτίωση της δημοσιονομικής διαδικασίας σε όλα τα στάδια, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας και του ελέγχου για τον περιορισμό των δημοσιονομικών κινδύνων. Επιπλέον, η Πορτογαλία θα αποκομίσει οφέλη αποδοτικότητας από μία ουσιαστική αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Ακολουθώντας τις συστάσεις του Μνημονίου Συνεννόησης, σχετικά με τις Ειδικές Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, η Πορτογαλία θα δημοσιεύσει το πρόγραμμα της δημοσιονομικής της στρατηγικής για την ευρύτερη δημόσια διοίκηση μέχρι το τέλος Αυγούστου 2011 και στο εξής, ετησίως κάθε Απρίλιο το Πρόγραμμα Σταθερότητας. Το Πρόγραμμα θα εξειδικεύει για 4 έτη τις μεσοπρόθεσμες οικονομικές δημοσιονομικές προβλέψεις καθώς και το κόστος των νέων πολιτικών αποφάσεων. Οι Προϋπολογισμοί θα περιλαμβάνουν έναν συνδυασμό των αναθεωρημένων δημοσιονομικών προβλέψεων της τετραετίας που οφείλονται σε πολιτικές αποφάσεις και αναθεωρήσεις των παραμέτρων λ.χ. πολιτικές αποφάσεις, αλλαγές στο μακροοικονομικό περιβάλλον.

Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα τομέων, όπως η αγορά εργασίας, η αγορά κατοικίας, η εκπαίδευση, η ενέργεια, οι μεταφορές, το επιχειρηματικό περιβάλλον, το δικαστικό σύστημα, οι υπηρεσίες και η υγειονομική περίθαλψη. Η προσέγγιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι πολύ εμπροσθοβαρής. Ήδη το 2011, η Πορτογαλία αναμένεται να εφαρμόσει μια πρώτη δέσμη των μέτρων που αποσκοπούν στην ενίσχυση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, περιορίζοντας τις πληρωμές αποζημιώσεων και προβαίνοντας σε ρυθμίσεις του χρόνου εργασίας που τον καθιστούν περισσότερο ευέλικτο. Η Πορτογαλία θα συνεχίσει τη δράση για την αντιμετώπιση της χαμηλής εκπαίδευσης και της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και για τη βελτίωση της ποιότητας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητας στον τομέα της εκπαίδευσης, τη βελτίωση της ποιότητας του ανθρώπινου δυναμικού και τη διευκόλυνση της αντιστοίχισης στην αγορά εργασίας. Στον τομέα της ενέργειας και σε άλλες βιομηχανίες, η Πορτογαλία θα υιοθετήσει μέτρα που θα εμβαθύνουν τις αγορές και θα προωθήσουν τον ανταγωνισμό και την ευελιξία. Για την επίτευξη των στόχων των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τα εμπόδια του «χωρίς κόστος» θα πρέπει να παρακαμφθούν. Η Πορτογαλία θα διασφαλίσει ότι τα σχέδιά της για την ενίσχυση της ενεργειακής απόδοσης εφαρμόζονται με οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Πρόσθετα μέτρα με σκοπό την προώθηση του ανταγωνισμού θα εφαρμοσθούν σε άλλους τομείς, όπως είναι οι στεγαστικές υπηρεσίες, το δικαστικό σύστημα και οι συνθήκες του επιχειρησιακού περιβάλλοντος.

Η ρευστότητα των τραπεζών παραμένει υπό πίεση, παρόλο που το πορτογαλικό τραπεζικό σύστημα έχει ανταπεξέλθει στην οικονομική κρίση σχετικά καλά έως τώρα. Στο τέλος του Προγράμματος, η Τράπεζα της Πορτογαλίας θα παρακολουθεί προσεκτικά την κατάσταση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος και θα παρεμβαίνει, εάν χρειαστεί. Ειδικότερα, τα ομόλογα με εγγύηση δημοσίου μπορούν να εκδίδονται μέχρι του ποσού των 35 δις. ευρώ., κατά τη διάρκεια του Προγράμματος, ενώ ο τραπεζικός τομέας θα υιοθετήσει στρατηγική εξισορρόπησης, έτσι ώστε να περιορίσει τις κεφαλαιακές ανισορροπίες σε μόνιμη βάση. Επιπλέον, ο μηχανισμός υποστήριξης της τραπεζικής φερεγγυότητας θα διαθέσει πόρους ύψους 12 δις. ευρώ. ενώ, ταυτόχρονα, οι τράπεζες καλούνται να ενισχύσουν περαιτέρω τις κεφαλαιακές τους ρυθμίσεις αυξάνοντας τον δείκτη κεφαλαίου τους Tier 1 σε 10% μέχρι το τέλος του 2012.  

Το συνολικό Πρόγραμμα περιλαμβάνει κονδύλι ύψους 78 δις. ευρώ, το ποσό των 52 δις. ευρώ θα καταβληθεί από την ΕΕ (μοιρασμένο ισομερώς μεταξύ του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), ενώ, το ποσό που απομένει ύψους 26 δις. ευρώ θα καλυφθεί από το ΔΝΤ. Το ποσό του Προγράμματος περιλαμβάνει 12 δις. ευρώ για τις πιθανές ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού τομέα,  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις αναμένεται να μειώσουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες κατά τη διάρκεια της περιόδου του προγράμματος κατά περίπου 5 δισ. ευρώ. Η Πορτογαλία αναμένεται να επιστρέψει στις μακροπρόθεσμες δανειακές αγορές το δεύτερο μισό του 2013. Το Πρόγραμμα προβλέπει, επίσης, τη χρηματοδότηση, ώστε να αντιμετωπιστούν απρόβλεπτες αποκλίσεις από το βασικό σενάριο χρηματοδότησης της Επιτροπής.  

 

ΑΙΤΗΜΑ

12. Χωρίς να επικαλούνται κάποια συγκεκριμένη διάταξη της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες διαμαρτυρήθηκαν για τις επιπτώσεις της μείωσης των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων στην οικονομική τους κατάσταση και στις συνθήκες διαβίωσής τους.

13. Το Δικαστήριο οφείλει να αποδώσει τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Guerra κ.λπ. κατά Ιταλίας, απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1998, § 44, Εκθέσεις των αποφάσεων 1998-I,  Tătar και Tătar κατά Ρουμανίας (αποφ.), αριθ. 67021/01, § 47, 5 Ιουλίου 2007, και Scoppola κατά Ιταλίας (αρ. 2) [GC], αριθμ. 10249/03, § 54, 17 Σεπτεμβρίου 2009). Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρεί σκόπιμο να εξετάσει τις αιτιάσεις των προσφευγόντων από τη σκοπιά του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

14. Σύμφωνα με το άρθρο 42 § 1 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο αποφασίζει να ενώσει τις προσφυγές, δεδομένων των όμοιων πραγματικών περιστατικών τους και της νομικής τους βάσης.

15. Οι προσφεύγοντες επικαλούνται, κατ' ουσίαν, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:

«Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους όρους που προβλέπονται από τον νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις δε θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.»

16. [Οι προσφεύγοντες] ισχυρίστηκαν παραβίαση του δικαιώματός τους στην προστασία της ιδιοκτησίας, λόγω της μείωσης των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων για το έτος 2012, οι οποίες ανήλθαν συνολικά σε απώλειες ύψους 1.102,40 ευρώ, στην περίπτωση του πρώτου προσφεύγοντα, και ύψους 1.368,04 ευρώ, στην περίπτωση του δεύτερου προσφεύγοντα.

17. Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο κρίνει ότι μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 2012, η οποία ενέκρινε την εφαρμογή του άρθρου 25 του νόμου περί Κρατικού Προϋπολογισμού και η οποία έχει δεσμευτική ισχύ έναντι πάντων, δεν υπήρχαν άλλα αποτελεσματικά εσωτερικά ένδικα μέσα διαθέσιμα στους προσφεύγοντες με την έννοια του άρθρου 35 παρ. 1 της Σύμβασης.

18. Όλες οι αρχές που εφαρμόζονται γενικά σε υποθέσεις που αφορούν το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου είναι σχετικές με ζητήματα που αφορούν τις συντάξεις. Η διάταξη αυτή δεν εγγυάται το δικαίωμα να καταστεί κάποιος κάτοχος της περιουσίας. Βάσει αυτής της λογικής, δε μπορεί να ερμηνευθεί ως εξασφάλιση του δικαιώματος της σύνταξης σε ένα συγκεκριμένο ποσό (βλ.  Skorkiewicz κατά Πολωνίας (απόφ.) αριθμ. 39890/98, 1ης Ιουνίου 1999). Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν περιορίζει την ελευθερία του Συμβαλλόμενου Κράτους να αποφασίζει εάν θα εφαρμόσει ή όχι οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής ασφάλισης, ή να επιλέξει το είδος ή το ποσό των επιδομάτων που παρέχει εντός αυτού του πλαισίου. Εάν, ωστόσο, το Συμβαλλόμενο Κράτος έχει σε ισχύ νομοθεσία, η οποία προβλέπει την καταβολή σύνταξης ως δικαίωμα – είτε εξαρτάται υπό όρους είτε όχι σχετικά με την προηγούμενη καταβολή εισφορών – η νομοθεσία αυτή θα πρέπει να αντιμετωπισθεί σα να δημιουργεί περιουσιακό δικαίωμα, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για τα πρόσωπα που πληρούν τις απαιτήσεις της (βλ. Andrejeva κατά Λετονίας, αριθμ. 55707/00, § 77, με περαιτέρω αναφορές, ιδιαιτέρως Stec κατά ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθμ. 65731/01 και 65900/01, ECHR 2005-X και Kjartan Ásmundsson κατά Ισλανδίας, αριθμ. 60669/00, § 39, ECHR 2004-IX, και Carson and Others κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθμ. 42184/05, § 64, ECHR 2010). Επομένως, η μείωση ή η διακοπή της σύνταξης συνιστά επέμβαση στην περιουσία, η οποία πρέπει να δικαιολογείται (βλ. Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας, αριθμ. 2033/04, 19125/04, 19475/04, 19490/04, 19495/04, 19497/04, 24729/04, 171/05 and 2041/05, § 84, 25ης Οκτωβρίου 2011 με περαιτέρω αναφορές, ιδιαιτέρως σε Rasmussen κατά Πολωνίας, αριθμ. 38886/05, § 71, 28ης Απριλίου 2009, και Panfile κατά Ρουμανίας (αποφ.), αριθμ. 13902/11, § 15, 20ης Μαρτίου 2012).

19. Στην παρούσα υπόθεση, και οι δύο προσφεύγοντες είχαν νόμιμο δικαίωμα να λαμβάνουν τα επιδόματα των διακοπών και των Χριστουγέννων του 2012, τα οποία έλαβαν ως συνήθως τον Ιούλιο και τον Νοέμβριο του 2012, αν και μειωμένα σε ποσοστό 10,8% επί των συνολικών ετήσιων συνταξιοδοτικών παροχών, αναφορικά με τον πρώτο προσφεύγοντα, και σε ποσοστό 10,7%, αναφορικά με τον δεύτερο προσφεύγοντα. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τα επιδόματα των διακοπών και των Χριστουγέννων και οι δύο προσφεύγοντες έχουν περιουσιακό δικαίωμα, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. 

20. Το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου ορίζει ότι κάθε επέμβαση της δημόσιας εξουσίας στην ειρηνική απόλαυση του δικαιώματος της περιουσίας θα πρέπει να είναι νόμιμη: πράγματι, η δεύτερη περίοδος της πρώτης παραγράφου του εν λόγω Άρθρου επιτρέπει τη στέρηση της ιδιοκτησίας «υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο». Επιπλέον, το κράτος δικαίου, μία από τις θεμελιώδεις αρχές μίας δημοκρατικής κοινωνίας, συνιστά έννοια που ενυπάρχει σε όλα τα άρθρα της Σύμβασης (βλ. Πρώην Βασιλιάς της Ελλάδας και λοιποί κατά Ελλάδας, αριθμ. 25701/94, § 79, ECHR 2000–XII; και Broniowski κατά Πολωνίας, αριθμ. 31443/96, § 147, ECHR 2004-V).

21. Στην περίπτωση των προσφευγόντων, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αν και οι σχετικές εθνικές διατάξεις κηρύχθηκαν αντισυνταγματικές, με την αιτιολογία ότι η προσπάθεια που απαιτείται δεν είναι ισοδύναμη σε σχέση με αυτή των πολιτών που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, ωστόσο, η απόφαση που υιοθετήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο επιτρέπει τις περικοπές για το 2012 βάσει του Άρθρου 282 παρ. 4 του Πορτογαλικού Συντάγματος, το οποίο επιτρέπει τον περιορισμό των αποτελεσμάτων της κήρυξης της αντισυνταγματικότητας σε εξαιρετικές περιστάσεις. Ως εκ τούτου, οι περικοπές επιτράπηκαν από το Συνταγματικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, κατά την έννοια του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

22. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος της περιουσίας πρέπει να επιδιώκει έναν θεμιτό σκοπό δημοσίου συμφέροντος (βλ. Broniowski, όπ.π., §§ 147-48, και HuttenCzapska κατά Πολωνίας, αριθμ. 35014/97, §§ 163-64, ECHR 2006-VIII). Υπό αυτή την έννοια, το Κράτος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, σύμφωνα με τη Σύμβαση, όταν πρόκειται για γενικά μέτρα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Οι εθνικές κυβερνήσεις, δεδομένου ότι διατηρούν άμεση γνώση σχετικά με την κοινωνία και της ανάγκες της, είναι κατ’ αρχήν σε καλύτερη θέση από τον διεθνή δικαστή να εκτιμήσουν τι είναι προς το δημόσιο συμφέρον από κοινωνικής ή οικονομικής πλευράς. Το Δικαστήριο σε γενικές γραμμές σέβεται τις νομοθετικές αυτές επιλογές, εκτός από τις περιπτώσεις που οι τελευταίες «στερούνται προδήλως εύλογης αιτίας» (βλ. National & Provincial Building Society, Leeds Permanent Building Society and Yorkshire Building Society κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 23ης Οκτωβρίου 1997, § 80, Reports 1997-VII, και Stec και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθμ. 65731/01 και 65900/01, § 52, ECHR 2006-VI). Το περιθώριο αυτό είναι ακόμα πιο ευρύ όταν τα ζητήματα αφορούν την αξιολόγηση των προτεραιοτήτων ως προς την κατανομή των περιορισμένων δημόσιων πόρων (βλ. Pentiacova και λοιποί κατά Μολδαβίας (απόφ.), αριθμ. 14462/03, 4ης Ιανουαρίου 2005, Huc κατά Ρουμανίας και Γερμανίας (απόφ.), αριθμ. 7269/05, § 64, 1ης Δεκεμβρίου 2009, και Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας (απόφ.), αριθμ. 57665/12 και 57657/12, § 31, 7ης Μαΐου 2013).

23. Ωστόσο, η διακριτική ευχέρεια που απολαμβάνουν τα κράτη σε αυτούς τους συγκεκριμένους τομείς δεν είναι απεριόριστη. Το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι έχει τηρηθεί η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των αναγκών του γενικού δημοσίου συμφέροντος και των απαιτήσεων της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει εάν λόγω της κρατικής επέμβασης ο θιγόμενος υπέστη δυσανάλογη και υπερβολική επιβάρυνση (βλ. HuttenCzapska, όπ.π., § 167; Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ, όπ.π, § 42).

24. Κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας των μέτρων που λήφθηκαν από το κράτος, σχετικά με τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, σημαντικό ζήτημα είναι το κατά πόσο το δικαίωμα του προσφεύγοντος να αποκομίζει οφέλη από τον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, έχει παραβιασθεί με τρόπο που να οδηγεί σε απομείωση της ουσίας του δικαιώματός του. Η φύση της παροχής που περιορίσθηκε – ειδικότερα, αν προέρχονταν από ένα ειδικό προνομιακό συνταξιοδοτικό σύστημα διαθέσιμο μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων – είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη. Η εκτίμηση μπορεί να ποικίλλει αναλόγως των ιδιαίτερων συνθηκών της υπόθεσης και την προσωπική κατάσταση του προσφεύγοντος. Η πλήρης στέρηση των δικαιωμάτων που οδηγεί στην απώλεια των μέσων διαβίωσης, αποτελεί κατ’ αρχήν παραβίαση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, ενώ, αντίθετα, η επιβολή μίας εύλογης και ανάλογης μείωσης όχι (βλ. Janković κατά Κροατίας, αριθμ. 43440/98, ECHR 2000-X; Schwengel κατά Γερμανίας, αριθμ. 52442/99, 2ης Μαρτίου 2000; Lakićević και λοιποί κατά Σερβίας, αριθμ. 27458/06, 37205/06, 37207/06 και 33604/07, §§ 62-63, 13ης Δεκεμβρίου 2011; Αποστολάκης κατά Ελλάδας, αριθμ. 39574/07, §§ 41-42, 22ης Οκτωβρίου 2009; Kjartan Ásmundsson, όπ.π., § 45; Valkov και λοιποί, όπ.π., § 97; Maggio και λοιποί κατά Ιταλίας, αριθμ. 46286/09, 52851/08, 53727/08, 54486/08 και 56001/08, § 63, 31ης Μαίου 2011, και Frimu and λοιποί κατά Ρουμανίας, αριθμ. 45312/11, §§ 42-48, 7ης Φεβρουαρίου 2012). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μειώσεις αποτελούσαν γενικά μέτρα, τα οποία είχαν ως στόχο να αναιρέσουν ειδικά προνόμια ή να ενώσουν ειδικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα σε ένα γενικό.

25. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι περικοπές των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων, που προβλέφθηκαν με τον νόμο του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012, αποσκοπούσαν στη μείωση των δημοσίων εξόδων και αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος σχεδιασμένου από τις εθνικές αρχές και τους ομολόγους της ΕΕ και του ΔΝΤ, ώστε να επιτρέψει στην Πορτογαλία να εξασφαλίσει την αναγκαία βραχυπρόθεσμη ρευστότητα του κρατικού προϋπολογισμού της, με την προοπτική να επιτύχει μεσοπρόθεσμη οικονομική ανάκαμψη (βλ. παρ. 4 και 11 ανωτ.). Μόνο το γεγονός ότι ένα πρόγραμμα τέτοιου μεγέθους έπρεπε να τεθεί σε εφαρμογή δείχνει ότι η οικονομική κρίση, η οποία ήταν ασφυκτική για την πορτογαλική οικονομία, κατά τον κρίσιμο χρόνο, και είχε επιπτώσεις στην ισορροπία του κρατικού προϋπολογισμού, ήταν εξαιρετικής φύσης, όπως το Συνταγματικό Δικαστήριο πράγματι αναγνώρισε στην απόφασή του της 5ης Ιουλίου 2012.

26. Όπως έπραξε πρόσφατα στην όμοια περίπτωση της Ελλάδας, σχετικά με τα μέτρα λιτότητας που υιοθετήθηκαν (βλ. Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ, όπ.π., σκ. 41), το Δικαστήριο κρίνει ότι οι περικοπές των επιδομάτων κοινωνικής ασφάλισης που προβλέφθηκαν με τον νόμο του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012 ήταν σαφώς προς την κατεύθυνση του δημοσίου συμφέροντος, κατά την έννοια του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Όπως στην Ελλάδα, αυτά τα μέτρα υιοθετήθηκαν ενόψει μίας ακραίας οικονομικής κατάστασης, αλλά σε αντίθεση με την Ελλάδα, τα μέτρα αυτά είναι παροδικά.

27. Το Δικαστήριο πρέπει τώρα να εκτιμήσει κατά πόσο τηρήθηκε η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των αναγκών του γενικού δημοσίου συμφέροντος και της υποχρέωσης της προστασίας των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων των προσφευγόντων.

28. Από αυτή την άποψη, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, ενώ, μειώθηκαν τα επιδόματα του 13ου και 14ου συνταξιοδοτικού μήνα των προσφευγόντων κατά 1.102,40 ευρώ και 1.368,04 ευρώ αντίστοιχα (10,8% και 10,7% των προηγούμενων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους, βλ. παρ. 7 ανωτ.), το άρθρο 25 του νόμου του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012 άφησε αμετάβλητο το ύψος της βασικής τους σύνταξης, την οποία συνέχισαν να λαμβάνουν για τους δώδεκα μήνες του 2012. Επιπροσθέτως, οι περικοπές αυτές έχουν ισχύ μόνο για την περίοδο των τριών ετών (2012-2014). Επομένως, η επέμβαση του νόμου του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012 στην ειρηνική απόλαυση του δικαιώματος της περιουσίας των προσφευγόντων ήταν περιορισμένη τόσο χρονικά όσο και ποσοτικά (λιγότερο από το 11% των συνολικών τους επιδομάτων κοινωνικής ασφάλισης). Υπό αυτές τις συνθήκες, η μείωση του κρατικού ελλείμματος από πλευράς δημοσίων εξόδων, μέσω της περικοπής μισθών και συντάξεων που καταβάλλονται στον δημόσιο τομέα, δεν ήταν δυσανάλογη, αν και δεν λήφθηκαν ισοδύναμα μέτρα στον ιδιωτικό τομέα (βλ. Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ, όπ.π., §§ 43-47). Επιπλέον, από τη στιγμή που ο νομοθέτης παρέμεινε εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας και τα προηγούμενα μέτρα που αφορούσαν «τη μείωση των αμοιβών» που περιέχονταν στον νόμο του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2011 αποδείχθηκαν ανεπαρκή, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει εάν θα μπορούσαν να είχαν σχεδιασθεί καλύτερα εναλλακτικά μέτρα, ώστε να μειωθεί το έλλειμμα του Κρατικού Προϋπολογισμού (βλ. Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ, όπ.π., § 48).

29. Υπό το πρίσμα της εξαιρετικής οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης που αντιμετωπίζει η Πορτογαλία, κατά τον κρίσιμο χρόνο, και δεδομένης της περιορισμένης έκτασης και των προσωρινών αποτελεσμάτων της μείωσης των επιδομάτων των διακοπών και των Χριστουγέννων, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι προσφεύγοντες δε φέρουν υπερβολικό και δυσανάλογο βάρος.

30. Ως εκ τούτου, η προσφυγή είναι προδήλως αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το Άρθρο 35 παρ. 3 (α) και 4 της Σύμβασης.  

 

Για τους λόγους αυτούς

 

Το Δικαστήριο ομόφωνα

 

Αποφασίζει να ενώσει τις προσφυγές,

 

Κηρύσσει τις προσφυγές απαράδεκτες. 

 

 

Stanley Naismith                                                                        Guido Raimondi 

Γραμματέας                                                                                     Πρόεδρος

 

Μετάφραση:

Χριστοφορίδου Μ. Στυλιανή, δικηγόρος

 


 

 

Σχόλιο:

Χριστοφορίδου Μ. Στυλιανή, δικηγόρος

 

Στην απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2013, το ΕΔΔΑ ασχολήθηκε με το ζήτημα της περικοπής των συντάξεων του δημοσίου τομέα της Πορτογαλίας. Η υπόθεση τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου μετά την έκδοση της απόφασης της 5ης Ιουλίου 2012 του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πορτογαλίας. Υπενθυμίζεται ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε αντισυνταγματική τη διάταξη που επέβαλε την περικοπή των συντάξεων, ωστόσο, περιόρισε τις συνέπειες της κήρυξης αυτής, επιτρέποντας την εφαρμογή της για το έτος 2012. Στη συνέχεια, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι λόγω της περιορισμένης έκτασης και χρονικής διάρκειας των προβλεπόμενων μέτρων και δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας, η απόλαυση του δικαιώματος της περιουσίας των προσφευγόντων δεν παραβιάζεται (σκ. 29).

Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του: Οι εθνικές κυβερνήσεις είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στο εσωτερικό και γι’ αυτόν τον λόγο, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στις πολιτικές τους αποφάσεις, εκτός από τις περιπτώσεις που κρίνει ότι έχουν ξεπερασθεί τα ακραία όρια της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που απολαμβάνουν (σκ. 22).

Σε σύγκριση με την απόφαση της 7ης Μαΐου 2013 (Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας), στην οποία ασχολήθηκε ομοίως με το ζήτημα της περικοπής των μισθών και των συντάξεων του δημοσίου τομέα της Ελλάδας, το σκεπτικό του στην παρούσα απόφαση φαίνεται να είναι ιδιαιτέρως λακωνικό και χωρίς αναφορές στον παράγοντα της διακινδύνευσης της ύπαρξης. Ίσως το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες δεν επικαλέστηκαν παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης (σκ. 12) να συνετέλεσε σε αυτό.

Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν δυνατό να λεχθεί ότι, όταν πρόκειται για υποθέσεις που σχετίζονται με οικονομικο-πολιτικά ζητήματα, το ΕΔΔΑ παραχωρεί προτεραιότητα όχι μόνο στον νομοθέτη, αλλά και στα εθνικά δικαστήρια, δηλαδή στα Ανώτατα Ακυρωτικά, επικυρώνοντας συνήθως τις αποφάσεις τους. Τούτο προκύπτει και από την επιχειρηματολογία που υιοθετεί το Δικαστήριο, η οποία στηρίζεται στην προηγούμενη προσέγγιση του εθνικού Ανώτατου Ακυρωτικού (βλ. και Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, (απόφ.) σκ. 36 και 44). Στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο έδωσε έμφαση στο στοιχείο της προσωρινότητας και της περιορισμένης έκτασης των μέτρων (σκ. 28 και 29), δικαιολογητικές βάσεις, οι οποίες προβλήθηκαν και στο σκεπτικό της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πορτογαλίας.

Τέλος, αυτό που αξίζει να παρατηρηθεί είναι ότι η εξαντλητική παράθεση των οικονομικοτεχνικών εκθέσεων, που σχετίζονται με την παρούσα οικονομική συγκυρία, προκαλεί την αίσθηση της άνισης αντιμετώπισης μεταξύ των δαπανών του κράτους και των αναγκών των πολιτών. Ίσως, τελικά, προκειμένου να έρθει στο προσκήνιο ο ανθρώπινος παράγοντας, να πρέπει να περιβληθεί και αυτός τον τύπο των οικονομικοτεχνικών μελετών.

 

Un Etat devant la faillite : entre droit et non-droit

Constantin Yannakopoulos, Professeur (3e échelon) à la Faculté de Droit de l’Université d’Athènes - Ancien référendaire à la Cour de justice des communautés européennes

Dans le cadre de la crise de dette souveraine, on flirte avec la fin du droit mais on n’en finit pas avec lui. On oscille entre droit et non-droit. En tant qu’état d’exception, le cyclone de cette crise provoque, de manière brutale, aussi bien le retrait que la montée du droit, à savoir une sorte de marée juridique.

L’objectif de la présente étude est de montrer que derrière cette marée juridique se profile le spectre d’un darwinisme normatif qui préconise non pas la fin du droit mais la fin de certaines règles ou institutions juridiques, considérées comme incapables de s’adapter à l’évolution de l’économie mondiale.

L’étude est structurée en deux parties, qui correspondent aux deux phases du phénomène de la marée juridique. Dans la première partie, consacrée au retrait du droit, l’auteur présente comment l’incapacité du droit de saisir la faillite souveraine débouche sur la faillite du droit lui-même. Dans la deuxième partie, qui concerne la montée du droit, l’auteur montre que les efforts d’un encadrement juridique de la crise souveraine engendrent une mutation du droit, qui met en question les acquis les plus significatifs du constitutionnalisme moderne.