Σήμερα, παρατηρείται όλο και περισσότερο το φαινόμενο της παράκαμψης της Βουλής, ως του κατά κανόνα κύριου παράγοντα της νομοθετικής λειτουργίας, και της έκδοσης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας πράξεων νομοθετικού περιεχομένου (άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος). Μάλιστα το 2012 εκδόθηκαν 28 πράξεις νομοθετικού περιεχομένου έναντι 67 τυπικών νόμων. Σκοπός της εργασίας αυτής είναι ακριβώς ο προσδιορισμός της αρμοδιότητας του Προέδρου της Δημοκρατίας για έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου (άρθρο 44 παρ.1Σ) και ο τρόπος άσκησής της το έτος 2012.
Author Archives: editor
Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση; – Για την αποκατάσταση των λέξεων και του νοήματός τους, Πόλις, 2013
Η κρίση που ζούμε υποχρεώνει όλους μας σε μιαν αυτοκριτική επανεξέταση αντιλήψεων και πεποιθήσεων, που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε στέρεες και αναμφισβήτητες. Μόνον φανατικοί ή δογματικοί μπορούν να επαναπαύονται στηριζόμενοι πάντα στις ίδιες ακλόνητες και απλοϊκές βεβαιότητες. Ωστόσο, οι δραματικές συνέπειες της κρίσης και οι ανατροπές που επιφέρει στη ζωή των πολλών δεν ευνοούν τον αναγκαίο κριτικό και αυτοκριτικό αναστοχασμό. Τροφοδοτούν, αντίθετα, την πόλωση των πνευμάτων, τη διανοητική και πολιτική σύγχυση.
Σε αυτό το ομιχλώδες πνευματικό τοπίο βρίσκει γόνιμο έδαφος ο λόγος των δημαγωγών κάθε είδους. Γι’ αυτό, ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος θεώρησε αναγκαίο, προτού διατυπώσει τις απόψεις του για τη δημοκρατία, τους θεσμούς και τη μεταρρύθμισή τους, να ξεδιαλύνει τα «βασικά», να αποσαφηνίσει δηλαδή το νόημα ορισμένων βασικών λέξεων και εννοιών που παραποιούνται βάναυσα στη δημόσια συζήτηση. Ξεκαθαρίζει έτσι από την αρχή ότι η ειλικρινής συζήτηση για τη δημοκρατία προϋποθέτει την ανεπιφύλακτη αποδοχή των θεμελιωδών κανόνων του δημοκρατικού παιχνιδιού στην πολιτική αντιπαράθεση. Προϋποθέτει, επομένως, την κατηγορηματική απόρριψη και καταδίκη της βίας ως μέσου πολιτικού αγώνα. Δεν μπορεί λ.χ. να γίνει διάλογος για τη δημοκρατία με τους μελανοχίτωνες της Χρυσής Αυγής. Ανέφικτη είναι όμως και η δημοκρατική συνεννόηση με πολλούς «αντιεξουσιαστές» που προσφεύγουν συστηματικά στη βία ή και με εκείνους στην Αριστερά που ονειρεύονται μια νέα εκδοχή της κατάληψης των χειμερινών ανακτόρων. Καθώς η οικονομική χρεοκοπία και η επιδείνωση της κρίσης μεγαλώνουν τον κύκλο των υποστηρικτών της βίας, γίνεται πιο επιτακτική και επείγουσα η ανάγκη να υπερασπιζόμαστε σθεναρά τους θεμελιώδεις κανόνες της δημοκρατίας και το κράτος δικαίου.
Αποκλείοντας τη βία ως μέσο επίλυσης των πολιτικών διαφορών και των κοινωνικών συγκρούσεων, η δημοκρατία επιλέγει την οδό των μεταρρυθμίσεων, που είναι η μόνη η οποία διασφαλίζει ότι οι αλλαγές στους θεσμούς θα γίνονται με νόμιμα και ειρηνικά μέσα. Ποιες μεταρρυθμίσεις όμως και ποιες αλλαγές στους θεσμούς έχει ανάγκη σήμερα η χώρα μας; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, χρειάζεται προηγουμένως να προσδιορίσουμε το μερίδιο ευθύνης που βαρύνει το ισχύον Σύνταγμα και τους θεσμούς για την παρούσα κρίση. Στον δημόσιο διάλογο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που ενοχοποιούν τους θεσμούς της Μεταπολίτευσης για τη διαφθορά, την κομματική διάβρωση του κράτους και την ανεύθυνη διακυβέρνηση που οδήγησαν στη χρεοκοπία. Ακούσαμε έτσι πολλούς πολιτικούς, ιδίως από τον χώρο της Αριστεράς, αλλά και ορισμένους συνταγματολόγους, να τάσσονται υπέρ μιας «ριζικής» αλλαγής του Συντάγματος (θυμίζουμε ότι έγινε λόγος ακόμα και για «Συντακτική συνέλευση»).
Τοποθετούμενος στον αντίποδα αυτών των απόψεων, ο Αλιβιζάτος υποστηρίζει ότι ο απολογισμός του Συντάγματος και των θεσμών της Μεταπολίτευσης είναι κατά βάση θετικός. Το γεγονός ότι δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν το πολιτικό σύστημα να ενδώσει στην πίεση για πελατειακές παροχές, για εκδουλεύσεις και για παραχώρηση αθέμιτων προνομίων δεν σημαίνει ότι δεν εκπλήρωσαν με επιτυχία τη βασική αποστολή τους: επί τέσσερις δεκαετίες διασφάλισαν ένα σταθερό πλαίσιο για την ομαλή και ειρηνική διεξαγωγή της πολιτικής αντιπαράθεσης (γεγονός πρωτόγνωρο στη συνταγματική μας ιστορία).
Με άλλα λόγια, δεν φταίνε οι θεσμοί για τη χρεοκοπία της χώρας. Δεν πρέπει να κάνουμε το λάθος να φορτώνουμε στους νόμους και τους θεσμούς την κύρια ευθύνη για όλα τα φαινόμενα κομματισμού, ιδιοτελούς και αλόγιστης διακυβέρνησης, αθωώνοντας έτσι τα κόμματα εξουσίας, τις πολιτικές ηγεσίες και άλλους σημαντικούς παράγοντες της δημόσιας ζωής. Η «αναθεωρητική αυτοσυγκράτηση», που εισηγείται ο Αλιβιζάτος, δεν υποτιμά την ανάγκη για ριζοσπαστικές και καινοτόμες θεσμικές μεταρρυθμίσεις, που δεν προϋποθέτουν την αναθεώρηση του Συντάγματος (χρηματοδότηση της πολιτικής, κατάργηση του σταυρού προτίμησης κ.ά.). Δεν παραγνωρίζει επίσης το αίτημα για επιμέρους συνταγματικές αλλαγές σε ώριμα από καιρό θέματα (ποινική ευθύνη των υπουργών, βουλευτική ασυλία κ.ά.). Στην πραγματικότητα, η ατέλειωτη «συνταγματολογία» είναι εκείνη που συχνά παραλύει τη μεταρρυθμιστική βούληση και υπηρετεί την αδράνεια. Ο Αλιβιζάτος επιχειρηματολογεί πειστικά υπέρ της διατήρησης του πολιτεύματος της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με τις αναγκαίες βελτιώσεις για την αντιμετώπιση των παρενεργειών του πρωθυπουργοκεντρισμού. Εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις και αντιρρήσεις για το αίτημα συνταγματικής κατοχύρωσης αμεσοδημοκρατικών θεσμών (δημοψήφισμα, λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, δυνατότητα ανάκλησης βουλευτών από τους εκλογείς τους). Τάσσεται εναντίον της καθιέρωσης της απλής αναλογικής και μάλιστα ως «μόνιμου» εκλογικού συστήματος, διαβλέποντας τον κίνδυνο ενίσχυσης της τάσης για πολυδιάσπαση και κατακερματισμό των πολιτικών δυνάμεων. Επισκοπώντας όλα τα ζητήματα που έχουν τεθεί στη συζήτηση για την προσεχή συνταγματική αναθεώρηση, ο Αλιβιζάτος παρατηρεί ότι τα περισσότερα από αυτά αποβλέπουν κυρίως στη δημιουργία εντυπώσεων και όχι στην εξυγίανση του πολιτικού συστήματος και την έξοδο από την κρίση.
Η Εφημερίδα των Συντακτών, 04.08.2013, http://www.efsyn.gr/?p=85074
—————————-
ΤΑ ΟΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ*
Γιώργος Χ. Σωτηρέλης
καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
(ανάρτηση 22.12.2013)
*Το κείμενο αποδίδει, σε επεξεργασμένη και διευρυμένη μορφή, την κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Αλιβιζάτου: Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013, που έγινε στο πλαίσιο σχετικής εκδήλωσης, στις 20.11.2013, στο βιβλιοπωλείο «Ιανός».
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο (αγαπητός φίλος και συνάδελφος) Νίκος Αλιβιζάτος καταπιάνεται με το ζήτημα της αναθεώρησης του Συντάγματος. Ωστόσο αυτή την φορά η παρέμβασή του στον διάλογο, που έχει ήδη αρχίσει, δεν είναι μερική και αποσπασματική όπως άλλοτε. Αντίθετα, στόχος του είναι να διατυπώσει μια ολοκληρωμένη πρόταση για τις αναθεωρητέες διατάξεις, αποκαλύπτοντας ταυτοχρόνως ανάγλυφα –με γλαφυρότητα, καθαρότητα και ειλικρίνεια– το νομικοπολιτικό υπόβαθρο που την προσδιορίζει.
Αυτό το νομικοπολιτικό υπόβαθρο του συγγραφέα είχε γίνει λίγο πολύ γνωστό και στις προηγούμενες αναθεωρήσεις[1]. Πρώτο χαρακτηριστικό του ο ευρωπαϊσμός, με σημείο αιχμής την πάση θυσία θεσμική διευκόλυνση του ευρωπαϊκού δρόμου της χώρας. Δεύτερο χαρακτηριστικό του ο συνταγματικός φιλελευθερισμός –του οποίου άλλωστε είναι από τους συνεπέστερους εκφραστές– με ιδιαίτερη έμφαση στην εκρίζωση των τελευταίων εμποδίων, ως προς την ολοκλήρωση του συστήματος προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, και στην βελτίωση της λειτουργίας των επί μέρους θεσμικών εγγυήσεών τους, ιδίως δε των ανεξάρτητων αρχών. Τρίτο χαρακτηριστικό, ο εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός, αλλά χωρίς κανένα θεσμικό πειραματισμό, του κοινοβουλευτισμού που διαμορφώθηκε στην μεταπολίτευση, με σημεία αιχμής τον περιορισμό του πρωθυπουργοκεντρισμού και την καθιέρωση θεσμικών αντιβάρων. Τέταρτο χαρακτηριστικό, η σχεδόν πλήρης απουσία συνταγματικού προβληματισμού για το ουσιαστικό περιεχόμενο της δημοκρατικής συμμετοχής καθώς και για το κοινωνικό κράτος και τα συνυφασμένα με αυτό κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα.
Το τελευταίο αυτό χαρακτηριστικό προσέδιδε ασφαλώς μια μονομέρεια στην όλη προσέγγιση της συνταγματικής πολιτικής. Ως εκ τούτου, στη μεγάλη συζήτηση για το Σύνταγμα στο τέλος της δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα, ο Νίκος Αλιβιζάτος, παρότι διατύπωσε σημαντικές ειδικότερες προτάσεις και άσκησε εύστοχη κριτική στα επί μέρους, δεν έδωσε τελικά ένα διαφορετικό στίγμα, επί της ουσίας, ως προς την συνταγματική πολιτική που οδήγησε στην άτολμη, άχρωμη και άγευστη αναθεώρηση του 2001[2]. Με άλλα λόγια, πιστεύω ότι εν τέλει συμπεριλαμβάνεται σε αυτούς που δεν άκουσαν τότε την βουή των επερχόμενων γεγονότων, για να παραφράσουμε τον ποιητή, ούτε ως προς την διαρκώς παροξυνόμενη κρίση αντιπροσώπευσης του πολιτικού μας συστήματος αλλά ούτε και ως προς τις νέες απειλές που διαγράφονταν στον διεθνή οικονομικό ορίζοντα, τόσο για το δημοκρατικό πολίτευμα όσο και για το σύνολο των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Δεν διαισθάνθηκε, ειδικότερα, την ανάγκη ενός νέου –δημοκρατικού και ριζοσπαστικού– εγγυητισμού, που έπρεπε και μπορούσε, δεδομένων των ευνοϊκών τότε πολιτικών συσχετισμών, να αποτυπωθεί στο Σύνταγμα του 2001, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι πρωτόγνωροι κίνδυνοι που εγκυμονούσε μια οικονομικά μονοδιάστατη παγκοσμιοποίηση, η οποία όχι μόνον οδήγησε στον «φονταμενταλισμό των αγορών» και στον «αχαλίνωτο καπιταλισμό»[3] –που είναι οι βασικοί υπαίτιοι για την κρίση– αλλά και υπέθαλψε στο γκρίζο περιβάλλον της αδίστακτες, πανίσχυρες και εν πολλοίς ανέλεγκτες ιδιωτικές εξουσίες, ανατρέποντας άρδην τις ισορροπίες , μεταξύ πολιτικής και αγοράς, του μεταπολεμικού εθνικού κράτους και υπονομεύοντας απροκάλυπτα, ευθύς εξ αρχής, όλες τις κατακτήσεις του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού[4].
Σπεύδω πάντως να επισημάνω ότι δεν καταγράφω εισαγωγικά αυτήν την διαφωνία για να ασκήσω αναδρομική κριτική σε παλαιότερες θέσεις και προτάσεις του συγγραφέα. Επιδίωξή μου είναι ακριβώς το αντίθετο. Θέλω να δείξω ότι αυτή η ίδια νομικοπολιτική προσέγγιση, παρότι εξακολουθεί να είναι ανοιχτή σε κριτική καθεαυτήν, εμφανίζεται πολύ ωριμότερη αλλά και κάπως αποστασιοποιημένη, ήδη, από τον ακραιφνή λιμπεραλισμό και τον στεγανοποιημένο κοινοβουλευτισμό του παρελθόντος, τουλάχιστον στο μέτρο που συνυπολογίζει πλέον με ουσιαστικό τρόπο τα νέα διεθνή, ευρωπαϊκά και εθνικά δεδομένα και, ιδίως, τις δραματικές επιπτώσεις τους στο πεδίο της συνταγματικής πραγματικότητας (ως διαλεκτικής σύνθεσης συνταγματικού δέοντος και πολιτικής πραγματικότητας). Ως εκ τούτου καταλήγει σε μια πρόταση συνταγματικής πολιτικής που εκ των πραγμάτων –αν και εν μέρει «με άλλη αιτιολογία», για να παραφράσω μια έκφραση της νομολογίας– είναι η μόνη ρεαλιστική και υπεύθυνη απάντηση στον συνταγματικό λαϊκισμό, υπό την όποια εκδοχή του.
Με άλλα λόγια, θέλω να πω ότι οι θέσεις που καταγράφονται στο παρουσιαζόμενο βιβλίο είναι πραγματική συμβολή –παρά τις όποιες κριτικές παρατηρήσεις που μπορούν και πρέπει να διατυπωθούν– πρώτον γιατί δίνουν το στίγμα ενός νηφάλιου και αποστασιοποιημένου από δογματισμούς δημοκρατικού διαλόγου και δεύτερον διότι οριοθετούν στενά το επικείμενο αναθεωρητικό εγχείρημα, κάτι που στις παρούσες συνθήκες είναι όχι μόνον επιβεβλημένο αλλά και αντιστοιχημένο με τις αναγκαίες άμυνες απέναντι στους ίδιους μεν αλλά πολλαπλά μεταλλαγμένους, πλέον, κινδύνους[5]. Ας δούμε όμως τα πράγματα πιο συγκεκριμένα:
Η πρώτη συμβολή του βιβλίου είναι τα προλεγόμενα («Ας ξεδιαλύνουμε τα βασικά», σ. 23-55) διότι θέτουν με σαφήνεια, πληρότητα και ειλικρίνεια τους όρους της συζήτησης. Τι λέει σε ελεύθερη απόδοση ο συγγραφέας; Θέλω να συζητήσω για την αναθεώρηση αλλά δεν μπορώ πλέον να το κάνω με αυτούς που απορρίπτουν τον μεταρρυθμισμό και εμμένουν σε μια λογική που εμπεριέχει, έστω και εν σπέρματι, την προοπτική της βίας για την αλλαγή του Συντάγματος κατ’επέκτασιν δε και του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Πρόκειται πράγματι για ένα έντιμο αλλά και χρήσιμο ξεκαθάρισμα, που δεν αφορά μόνον τους προφανείς υπερμάχους της βίας αλλά και όσους εξακολουθούν να μιλούν για «αστικό Σύνταγμα» και «αστική Δημοκρατία», υπονοώντας ότι υπάρχει και μια άλλη, προλεταριακή, που θάρθει κάποτε, προφανώς με επαναστατική ανατροπή. Παρακολούθημα αυτής της άποψης είναι το σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη…», που όχι μόνον αναιρεί την έννοια του νόμου ως έκφρασης της πλειοψηφίας, όπως σωστά παρατηρεί ο συγγραφέας, αλλά σε τελευταία ανάλυση δεν ευνοεί καν τον εργάτη αλλά τους οικονομικά ισχυρούς, διότι μόνον αυτοί, σε τελευταία ανάλυση, έχουν τη δύναμη να επιβάλουν ένα ούτως νοούμενο «δίκιο»…
Αυτό που κυρίως απασχολεί τον συγγραφέα, για να επανέλθουμε στην αναθεώρηση, είναι το να καταστήσει σαφές –προς παλαιούς ιδίως «συντρόφους»– ότι ο αποστάτης Κάουτσκυ έχει πάρει προ πολλού την εκδίκησή του από τον Λένιν και ότι πλέον δεν υπάρχει, ούτε στο πεδίο του Συντάγματος, περιθώριο, να κυνηγάει κανείς ανεμόμυλους… Ωστόσο, στο σημείο αυτό θέλω να διατυπώσω δύο σύντομες παρατηρήσεις.
Η πρώτη σε ό,τι αφορά τον ειδικότερο προσδιορισμό των οπαδών της βίας. Παρότι ο συγγραφέας δεν ισοπεδώνει όλες τις μορφές βίας[6], εν τούτοις φαίνεται να υπερεκτιμά, με τις διατυπώσεις που επιλέγει, την έκταση του (υπαρκτού πάντως) προβλήματος ως προς τους «υποστηρικτές της βίας» στον ΣΥΡΙΖΑ[7], δίνοντας –άθελά του ίσως– επιχειρήματα στους οπαδούς της ανιστόρητης και εν δυνάμει επικίνδυνης θεωρίας των δύο άκρων.
Η δεύτερη παρατήρηση, αφορά την ίδια την έννοια της μεταρρύθμισης, η οποία, όπως και η έννοια του εκσυγχρονισμού, δεν έχει εξ ορισμού θετική αξιολογική φόρτιση. Ούτε καν ουδέτερη. Υπάρχουν αυταρχικές μεταρρυθμίσεις, συντηρητικές μεταρρυθμίσεις, ψευδεπίγραφες μεταρρυθμίσεις όπως υπάρχουν και αντιμεταρρυθμίσεις. Και δεν είναι βέβαια διόλου συμπτωματικό το ότι τέτοιες είναι, στην συντριπτική τους πλειονότητα, αυτές που προβάλλονται, συχνά σαν πανάκεια, στην τρέχουσα «μνημονιακή» πραγματικότητα. Αναφέρομαι, ενδεικτικά, σε νομικά και πολιτικά προβληματικές ιδιωτικοποιήσεις, στην κατάλυση της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας αυτοδιοικητικών θεσμών, σε αυταρχικές αλλαγές μέσω της έκδοσης αντισυνταγματικών πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και στην πολλαπλή συρρίκνωση των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων…
Μα, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, αυτές οι μεταρρυθμίσεις μας επιβλήθηκαν. Πέρα από το ότι αυτό είναι εν μέρει μόνον αληθές, εδώ ανακύπτει το άλλο μεγάλο ζήτημα που θίγει ο συγγραφέας: το ζήτημα της κυριαρχίας.
Η προσέγγισή του αντανακλά και σε αυτό το σημείο έναν εύλογο εν πολλοίς θεσμικό πραγματισμό, που αντιστρατεύεται τον εθνικιστικό λαϊκισμό και την πατριδοκαπηλεία. Πολλοί, όντως, μιλούν σήμερα αφηρημένα για κυριαρχία, αγνοώντας τόσο την ιστορική διαδρομή του ελληνικού κράτους όσο και το ότι μέρος αυτής της κυριαρχίας έχει ήδη εκχωρηθεί σε μια υπερεθνική οντότητα, την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τις προβλεπόμενες συνταγματικές διαδικασίες.
Ωστόσο, και εδώ υπάρχει η άλλη πλευρά. Στην ίδια αυτή υπερεθνική οντότητα ανήκει και η Γερμανία, η οποία θεωρεί απαραίτητο να αποφαίνονται τα αρμόδια όργανα, δηλαδή τόσο η Βουλή όσο και το Συνταγματικό της Δικαστήριο, αν η πολιτική της για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι συμβατή, από την άποψη της εθνικής κυριαρχίας, με το γερμανικό Σύνταγμα. Η ίδια όμως χώρα, άλλοτε ευθέως και άλλοτε διαμεσολαβημένα, καλεί την Ελλάδα να αποδεχθεί άνευ ετέρου αυτή την πολιτική, με πρωτοφανείς για τα ευρωπαϊκά δεδομένα εκβιασμούς, κυριολεκτικά με το μαχαίρι στο λαιμό. Ως εκ τούτου, στη χώρα μας δεν αναγνωρίζεται στην πράξη το δικαίωμά της να εξετάσει, με τα αντίστοιχα αρμόδια όργανά της, αν το ιδιότυπο «δίκαιο της ανάγκης», που της έχει επιβληθεί, είναι συμβατό με την δική της κυριαρχία και το δικό της Σύνταγμα…
Η δεύτερη συμβολή της μελέτης («Πόσο φταίνε οι θεσμοί για την κρίση;», σ. 57-80) αφορά την ένταξη του αναθεωρητικού εγχειρήματος στο σημερινό διεθνές, εσωτερικό και εθνικό πλαίσιο. Η ένταξη αυτή, η οποία γίνεται με αδρές πινελιές, είναι εν πολλοίς εύστοχη αλλά και κάπως επιδερμική, με εμφανή τη διστακτικότητα του συγγραφέα να υιοθετήσει μια ριζοσπαστικότερη θεώρηση, ως προς τις πραγματικές αιτίες που οδήγησαν στη σύγχρονη καταθλιπτική πραγματικότητα.
Ειδικότερα ο συγγραφέας ξεκινά από το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, καταλογίζοντας, για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, και κάποιες αρνητικές συνέπειές του στα εθνικά κράτη, έστω και αν αυτό γίνεται με αφορμή –και με όριο– το ξέσπασμα της πρόσφατης κρίσης, δηλαδή χωρίς να αναδεικνύεται σε βάθος το συνολικό εύρος των προβλημάτων που προαναφέρθηκαν. Ανάλογη είναι και η προβληματική για την θλιβερή σημερινή εικόνα της παραπαίουσας Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρότι πρέπει να αναγνωρισθεί και εδώ ότι αποστασιοποιείται πλέον εμφανώς, λόγω των πρόσφατων εξελίξεων, από έναν ρομαντικό και ενίοτε αφελή και άκριτο ευρωπαϊσμό, που κυριαρχούσε για πολλά χρόνια στη χώρα μας. Αυτό βέβαια δεν τον εμποδίζει να εμμείνει στην ανάγκη για έναν ευρωπαϊκό δρόμο, υποστηρίζοντας –ορθά κατά την άποψή μου– ότι ακόμη και έτσι, η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση αποτελεί την μόνη ελπίδα για την θωράκιση της Δημοκρατίας και την αντιμετώπιση της ασυδοσίας των διεθνών αγορών. Τέλος, ιδιαίτερο βάρος δίνει ο συγγραφέας στο ισχύον συνταγματικό μας πλαίσιο, επισημαίνοντας πειστικά ότι το Σύνταγμα του 1975 αποτέλεσε ένα κατ’αρχήν ικανοποιητικό πλαίσιο για την οργάνωση και λειτουργία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στην δύσκολη και πολυσύνθετη μεταπολιτευτική πραγματικότητα (αλλά και για την διευθέτηση των σχέσεων δημοσίου ιδιωτικού, όπως επισημαίνει σε άλλο μέρος της μελέτης). Ωστόσο, μολονότι η αφετηρία του είναι σωστή και τεκμηριωμένη, ο τελικός καταλογισμός των ευθυνών στο συνταγματικό καθεστώς της μεταπολίτευσης είναι μάλλον άτολμος: το Σύνταγμα θεωρείται εν τέλει μάλλον υπεράνω κριτικής, ως προς τις τεράστιες πολιτικές και θεσμικές επιπτώσεις της κρίσης, και όλα τα κακά αποδίδονται στις πολιτικές δυνάμεις. Παρότι συμμερίζομαι κατά βάση την άποψη για τον θετικό ρόλο του Συντάγματος του 1975, ως ανοικτού θεσμικού πλαισίου που επέτρεψε την ομαλή ανάπτυξη και εξέλιξη του κοινωνικοπολιτικού ανταγωνισμού, δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη ότι εν τέλει το Σύνταγμα, με τις τρεις απρόσφορες ή ανούσιες αναθεωρήσεις του, δεν αποτέλεσε και αυτό, έστω και περιορισμένα, μέρος του προβλήματος. Κατά τα άλλα, βέβαια, οι πολιτικές δυνάμεις ασφαλώς και είναι οι πρωταίτιοι, όπως εύστοχα αναλύει ο συγγραφέας, διότι χρησιμοποίησαν καταχρηστικά και μονόπλευρα το συνταγματικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα όχι μόνον να ενσωματωθούν στις παραδοσιακές πελατειακές δομές του ελληνικού κράτους αλλά και να τις επιδεινώσουν, «εμπλουτίζοντας» τις εγγενείς κακοδαιμονίες του με ισχυρές δόσεις διαπλοκής, διαφθοράς και μικροκομματικής συναλλαγής.
Η τρίτη συμβολή του βιβλίου («Εναλλακτικές προτάσεις για την ανάκαμψη», σ. 81-148) είναι οι συγκεκριμένες προτάσεις, οι οποίες πράγματι κινούνται στο πλαίσιο της αυτοσυγκράτησης, όπως αυτό τέθηκε εξ αρχής, και στο οποίο θα ήθελα να επιμείνω. Και τούτο διότι θεωρώ ότι αυτή τη φορά όντως δεν πρέπει να διατυπωθούν προτάσεις ευρείας αναθεώρησης, ιδίως ως προς τις ευαίσθητες εκείνες ρυθμίσεις που βρίσκονται υπό συνεχή δοκιμασία, λόγω της κρίσης. Αναφέρομαι, ειδικότερα, για ρυθμίσεις με κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα, που άπτονται είτε του κοινωνικού κράτους (πχ συνταγματικά εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, εγγυήσεις των εργασιακών δικαιωμάτων) είτε του κράτους δικαίου (συνταγματικός έλεγχος των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, πρόσθετες εγγυήσεις της πολυφωνίας στα ΜΜΕ) και υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να αποτελέσουν προνομιακό πεδίο για την ανάληψη αναθεωρητικών πρωτοβουλιών[8]. Και τούτο όχι μόνο με βάση τη ως άνω θεώρηση του συγγραφέα περί «εντοπισμένης» αναθεώρησης –προσαρμοσμένη πλέον, κατά τα ανωτέρω, στην συγκυρία– αλλά και με βάση έναν αναγκαίο νέο «αμυντικό» εγγυητισμό, που εκκινεί από την σημερινή καταθλιπτική πραγματικότητα. Δεδομένου ότι κατά την κρατούσα ερμηνεία του άρθρου 110 του Συντάγματος η δεύτερη Βουλή, που είναι αναθεωρητική, αποφασίζει χωρίς δέσμευση από τις αποφάσεις της πρώτης, ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων, και μάλιστα με πλειοψηφία 151 βουλευτών (έναντι 180 που απαιτούνται στην πρώτη), τίποτε δεν εγγυάται ότι οι ισχύοντες διεθνείς και ευρωπαϊκοί συσχετισμοί δεν θα επιβάλουν χειροτέρευση, αντί βελτίωσης, τόσο ως προς την προστασία βαλλόμενων δικαιωμάτων όσο και ως προς την λειτουργία συνταγματικών θεσμών (με την συνταγματοποίηση, ενδεχομένως, των έως τώρα παραβιάσεων). Προκειμένου λοιπόν να διαφυλαχθεί έστω και το υφιστάμενο πεδίο προστασίας, είναι σαφώς προτιμότερο να μην θεωρηθεί αναθεωρητέα καμία πολιτικά ευαίσθητη –υπό την ανωτέρω έννοια– συνταγματική διάταξη, ακόμη και αν η πρόταση είναι προς την σωστή κατεύθυνση, διότι ο κυνισμός των ευρωπαϊκών και εγχώριων πολιτικών δυνάμεων, ως προς την επιβολή ενός κοινωνικά μονομερούς «δικαίου της ανάγκης», δεν αφήνει κανένα περιθώριο αισιοδοξίας.
Το ίδιο ισχύει, πολύ περισσότερο, για την πρόταση περί συντακτικής συνέλευσης, που πράγματι είναι, όπως επισημαίνεται ορθά στη μελέτη, η αποθέωση του συνταγματικού μαξιμαλισμού. Ο συγγραφέας περιγράφει με ιδιαίτερη γλαφυρότητα, αλλά και πειστικότητα, μια πολιτική τακτική που στο παρελθόν την έχω βαφτίσει, περιπαικτικά, «το στρίβειν δια του Συντάγματος», παραφράζοντας μια γνωστή «ατάκα» παλιάς ελληνικής ταινίας. Κάθε φορά που υπάρχει ένδεια πολιτικών προτάσεων ανακαλύπτεται το Σύνταγμα, στο οποίο αποδίδονται κατά κανόνα υπερβολικές αν όχι υπερφυσικές, δυνατότητες. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με την πρόταση για συντακτική συνέλευση, η οποία όμως δεν είναι απλώς αφελής αλλά και επικίνδυνη, καθώς υποκρύπτει μια άποψη που είναι ο ορισμός του συνταγματικού λαϊκισμού: ότι η λαϊκή κυριαρχία δεν ασκείται συντεταγμένα, δηλαδή όπως ορίζει το Σύνταγμα, αλλά εική και ως έτυχε, ανάλογα με τις επιλογές ακόμη και μιας περιστασιακής ή τυχάρπαστης πλειοψηφίας, που μπορούν μάλιστα να επιβληθούν ακόμη και ερήμην του άρθρου 110 του Συντάγματος, δηλαδή επαναστατικά ή πραξικοπηματικά…
Δεν μένει, πλέον, παρά να σχολιάσω, τηλεγραφικά κατ’ανάγκην, ορισμένα βασικά σημεία από τις προτάσεις του συγγραφέα. Ξεκινώ από αυτά που θεωρώ ότι κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση:
Αναμφισβήτητα είναι ώριμο το αίτημα για την κατάργηση της ασυλίας των υπουργών και των βουλευτών – ίσως όμως με ταυτόχρονη πρόβλεψη, ως προς αυτούς, κάποιας πρόσθετης δικαστικής ασφαλιστικής δικλείδας (πχ να αποφασίζουν για την παραπομπή σε δίκη μόνον εφέτες και σε σοβαρές περιπτώσεις η Ολομέλεια Εφετών) για να μην καταντήσουν έρμαιο στις διαθέσεις δικομανών.
Ορθό, επίσης, κατ’αρχήν τουλάχιστον, είναι και το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας –προσωπικά προτιμώ το μερικό ασυμβίβαστο της Αγγλίας, που επιτρέπει μόνο σε μικρό αριθμό βουλευτών να γίνονται υπουργοί, θεωρώντας όμως παράλληλα χρήσιμη την προτεινόμενη εξουσιοδότηση στον κοινό νομοθέτη να μπορεί να καθιερώσει, στο μέλλον, και πλήρες ασυμβίβαστο.
Επιβεβλημένη, όντως, είναι και η αναβάθμιση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και του ελέγχου των οικονομικών των κομμάτων και των βουλευτών. Θεωρώ μάλιστα ότι η πρόταση για την κατάρτιση πλέον των επιτροπών οικονομικού ελέγχου του άρθρου 29 παρ. 2 Σ με πλειοψηφία εξωκοινοβουλευτικών στελεχών θα μπορούσε να επεκταθεί και στη συγκρότηση των εξεταστικών επιτροπών, του άρθρου 68 παρ. 2 του Συντάγματος, ώστε η λειτουργία τους να απαλλαγεί από μικροκομματικές σκοπιμότητες και χωριστές εκθέσεις –που προκαλούν θυμηδία– και να αποδειχθεί πράγματι χρήσιμη για το πολίτευμα.
Θεμιτή, τέλος, επί της αρχής, η θέση του για τον εκλογικό νόμο, που εντοπίζεται στην περιορισμένη ενίσχυση του πρώτου κόμματος, παρότι αυτή ούτε συνοδεύεται από συγκεκριμένα κριτήρια (πχ συγκεκριμένο υψηλό ποσοστό και κάποια διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος) ούτε συνδέεται με έναν ευρύτερο συνταγματικό προβληματισμό ως προς το περιεχόμενο και τα όρια της ισοδυναμίας της ψήφου αλλά και ως προς τα θεμιτά όρια του περιορισμού της με την επίκληση της κυβερνησιμότητας.
Επίσης, σημαντικές και ορθές είναι όλες οι τροποποιήσεις που προτείνει (σ. 146 επ.) ως «απώτερου ενδιαφέροντος» (υπό την έννοια ότι θα έπρεπε να αρχίσει από τώρα η συζήτησή τους και «να αντιμετωπισθούν υπεύθυνα σε εύθετο χρόνο») προφανώς επειδή στην παρούσα συγκυρία δεν τις θεωρεί –ορθά εν μέρει– ως πρώτης προτεραιότητας (πρόκειται για την αναθεώρηση των άρθρων 43 και 44 Σ, την αναρρύθμιση των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, την υιοθέτηση του σουηδικού προτύπου ως προς την διάλυση της Βουλής, την συνταγματική αντιμετώπιση της συμφόρησης των δικαστηρίων, την επανεξέταση του ρόλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και την «ελάφρυνση» του Συντάγματος από περιττές και σχοινοτενείς διατάξεις).
Και δυό λόγια ως προς την υπερβολική κατά την άποψή μου διστακτικότητα του συγγραφέα απέναντι σε ό,τι θα μπορούσε να ταράξει τα νερά και να ανοίξει νέους δρόμους. Πρόκειται για μια πολιτική στάση που σε άλλους καιρούς μπορεί να ήταν δικαιολογημένη, ως ένδειξη πρόταξης της θεσμικής σταθερότητας και συνέχειας. Σήμερα όμως είναι τόσο προφανές ότι η χώρα χρειάζεται «αλλαγή παραδείγματος» σε όλα τα πεδία, προκειμένου να αντιστοιχηθεί στα νέα δεδομένα, ώστε ο λόγος περί εμμονής στα παραδεδομένα όχι μόνον δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των πολιτών για μια ριζική αναθέσμιση της χώρας αλλά και ηχεί κάπως παρωχημένος, αν όχι συντηρητικός.
Αναφέρομαι, πρώτον, στην απροθυμία του συγγραφέα να κάνει οποιοδήποτε άνοιγμα σε αυτό που πολλές ήδη προηγμένες δημοκρατικά χώρες έχουν υιοθετήσει ενώ ακόμη και η Συνθήκη της Λισαβόνας το αποδέχεται: τον λελογισμένο εμβολιασμό του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος –υπό όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις– με ορισμένους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας (και συγκεκριμένα με κάποιες μορφές δημοψηφίσματος και λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας), προς την κατεύθυνση της αναζωογόνησης των κουρασμένων αντανακλαστικών της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της ενίσχυσης της δημοκρατικής βάσης του κράτους, μέσω της ενεργότερης και ουσιαστικότερης πολιτικής συμμετοχής του λαού στις αποφάσεις που τον αφορούν.
Αναφέρομαι, δεύτερον, στην διστακτικότητά του ως προς την θέσπιση πράγματι ισχυρών θεσμικών αντιβάρων. Αυτό κατά την άποψή μου θα μπορούσε να επιτευχθεί, αν δεν θέλουμε να έχουμε αυταπάτες, μόνο με την ουσιαστική ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, τόσο σε επίπεδο εκλογής, με την καθιέρωση της άμεσης, όσο και σε επίπεδο αρμοδιοτήτων (οι οποίες θα μπορούσαν να κινηθούν περίπου στα όρια του 1975, με κάποιες εξαιρέσεις αλλά και με προσθήκη ορισμένων νέων αρμοδιοτήτων, που τις προτείνει ορθά ο συγγραφέας, όπως η επιλογή των μελών της ηγεσίας της δικαιοσύνης και των ανεξάρτητων αρχών). Ένας τέτοιος πρόεδρος, που θα εξαντλεί αλλά δεν θα υπερβαίνει τα συνταγματικά όρια του κοινοβουλευτικού συστήματος, συνδυαζόμενος με μια αιρετή Γερουσία 50 μελών, με ταυτόχρονη μείωση του αριθμού των βουλευτών σε 250, θα αποτελούσε πράγματι μια καλή απάντηση στον πρωθυπουργοκεντρισμό, αναδιατάσσοντας όλες τις εσωτερικές ισορροπίες της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας αλλά και ενισχύοντας επίσης το ενδιαφέρον των πολιτών για τα κοινά, κάτι που δεν πρέπει να το παραβλέψουμε.
Αναφέρομαι, τρίτον, στην άρνηση της ανάγκης για ριζική βελτίωση του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, η οποία όμως προβάλλει πλέον επιτακτικά, δεδομένων των έκδηλων πλέον αδυναμιών του ισχύοντος συστήματος του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου. Θα μπορούσε βέβαια να επιλεγεί και εδώ μια λύση τομής μέσα στη συνέχεια, με την ανάθεση απλώς στο ΑΕΔ περισσότερων αρμοδιοτήτων συνταγματικού ελέγχου. Ωστόσο εξ ίσου αν όχι περισσότερο πειστική φαίνεται πλέον μια λύση ριζικής αντιμετώπισης του θέματος, με την κατάργηση του σημερινού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας και την ανάθεσή του κατ’αποκλειστικότητα σε Συνταγματικό Δικαστήριο, κατά το πρότυπο άλλων προηγμένων δημοκρατικά χωρών.
Συμπερασματικά, το βιβλίο του Νίκου Αλιβιζάτου αφ’ενός μεν προβάλλει έναν ιδιαίτερο τρόπο θεώρησης της συνταγματικής πολιτικής, με επίκεντρο την αποσαφήνιση των όρων του δημοκρατικού διαλόγου και την αυτοσυγκράτηση απέναντι σε λογικές συνταγματικού μαξιμαλισμού, αφ’ετέρου δε εμπεριέχει, με χαμηλούς τόνους αλλά και με συγκεκριμένη στόχευση, χρήσιμες και ενδιαφέρουσες προτάσεις, που διαπνέονται από έκδηλη αγωνία για το μέλλον της δημοκρατίας μας. Για τους λόγους αυτούς, αλλά και για τα πολλά εναύσματα που δίνει για συζήτηση, το βιβλίο αυτό αξίζει όχι μόνον να διαβαστεί αλλά και να αξιοποιηθεί πλήρως, από όλους όσοι θα ασχοληθούν πολιτικά με την επικείμενη αναθεώρηση.
[1] Βλ. ιδίως Ν. Αλιβιζάτου, Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός και η θολή συνταγματική αναθεώρηση, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2001, Του ίδιου, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του, στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2011, σ. 529 επ.
[2] Βλ. σχετικά, Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Εναλλακτικές θέσεις και προτάσεις συνταγματικής πολιτικής με αφορμή την φυγομαχία της «συναινετικής αναθεώρησης», Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2001.
[3] Χρησιμοποιώ επίτηδες –για να γίνει κατανοητό ότι δεν πρόκειται για «παλαιοκομουνιστική» (!), όπως νόμιζε ο συγγραφέας, κριτική– τους όρους δύο ανθρώπων του ίδιου του συστήματος, του γνωστού George Soros (Η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η ανοιχτή κοινωνία σε κίνδυνο, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 1999) και του Edward Luttwak, στελέχους του Κέντρου Στρατηγικών και διεθνών Μελετών στην Ουάσιγκτον (Ο αχαλίνωτος καπιταλισμός. Νικητές και ηττημένοι της παγκόσμιας οικονομίας, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2003).
[4] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, ό.π., και τις εκεί παραπομπές.
[5] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης. Προς ένα νέο συνταγματισμό;http://www.constitutionalism.gr/html/ent/394/ent.2394.asp [καταχώρηση: 10.9.2012], Του ίδιου, Η συνταγματική ελευθερία στην εποχή των ραγδαίων αλλαγών. Προς μια νέα θεώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων; σε: Ξ. Κοντιάδη, Φ. Σπυρόπουλου, Κ. Τσουκαλά (επιμ.), Δημοκρατία, Σύνταγμα, Ευρώπη στην εποχή της κρίσης. Μελέτες στη μνήμη του Δημήτρη Θ. Τσάτσου, Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2012, σ. 101 επ. (και με καταχώρηση 26/01/2012 σε: http://www.constitutionalism.gr/html/ent/259/ent.2259.asp).
[6] Εξαιρώντας ορθά, σε αντίθεση με άλλους, όχι μόνον την νόμιμη βία, δηλαδή αυτήν που ερείδεται στο άρθρο 120 –παλαιό 114– του Συντάγματος) αλλά και την αυθόρμητη ή συμβολική βία, που συνδέονται με μια διάχυτη, στιγμιαία και αποσπασματική διαμαρτυρία, ιδίως των νέων,
[7] Γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας: «Στην κατηγορία αυτήν ανήκουν… και ορισμένες συνιστώσες (μειοψηφικές θέλω να πιστεύω) του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που τα μέλη τους δεν φαίνονται έτοιμα να ξεχάσουν κάποιες παλαιότερες συνήθειές τους. Τη δράση των τελευταίων τη βλέπουμε στους δρόμους της Αθήνας, κάθε φορά που γίνονται μεγάλες διαδηλώσεις και όσοι από μας εργαζόμαστε στο πανεπιστήμιο, την αντιμετωπίζουμε σχεδόν σε καθημερινή βάση» (σ. 30). Όχι πως δεν παρατηρούνται ορισμένες σχετικές παρεκτροπές στην πολιτική δράση ομάδων που κινούνται στις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ ή και καταδικαστέες δικαιολογήσεις της βίας από κάποια στελέχη του. Στην πραγματικότητα, όμως, οι περισσότερες εκδηλώσεις βίας που καταλογίζονται συλλήβδην στον ΣΥΡΙΖΑ, είτε δεν έχουν σχέση με αυτόν, όπως συμβαίνει με τους αναρχοαυτόνομους και τα ΕΑΚ στα Πανεπιστήμια, είτε είναι, σε κάθε περίπτωση, μάλλον περιθωριακές, αντίστοιχες εν πολλοίς με αυτές που παρατηρήθηκαν ιστορικά και σε άλλα δημοκρατικά κόμματα –αρκεί να αναλογισθεί κανείς τι λουλούδια έχουν φυτρώσει κατά καιρούς, και εξακολουθούν δυστυχώς να φυτρώνουν, στις αυλές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.
Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: Τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια, σε: http://www.constitutionalism.gr/html/ent/058/ent.2058.asp [καταχώρηση: 22.5.2011].
The Fixed-term Parliaments Act of 2011: a model for reform of Greek parliamentarism?
(under publication in 'European Review of Public Law').
The power of dissolution has undoubtedly evolved over the past century. Through its tactical use, it has nowadays become an important party weapon leading to a great concentration of power in the hands of the Prime Minister both in the UK and in Greece. The present article, by comparing the Greek and British systems, tries to evaluate the effectiveness of the Fixed-term Parliaments Act, which was passed in 2011 by the British Parliament as a response to the abusive recourse to dissolution, and also explain why it is preferable to other alternatives, namely the Swedish system. Finally, the article proposes the transplant of the Act into the Greek constitutional system in order to limit the actual powers of the Prime Minister and thus devise new checks over the executive power appropriate for the new political reality of coalition governments.
ΣτΕ (Ολομ.) 2527/2013 [Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα το τέλος επιτηδεύματος του ν. 3986/2011]
ΣτΕ (Ολομ.) 2527/2013 [Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα το τέλος επιτηδεύματος του ν. 3986/2011. Αντίθετη μειοψηφία]
Όμοιες: ΟλΣτΕ 2528/2013, ΟλΣτΕ 2529/2013, ΟλΣτΕ 2530/2013, ΟλΣτΕ 2531/2013
Περίληψη:
Οι αιτούντες ζήτησαν την ακύρωση της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ 1167/2.8.2011 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών κατά το μέρος που αφορά την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 31 παράγραφος 5 του νόμου 3986/2011.
Το τέλος επιτηδεύματος αποτελεί φόρο κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος. Επιβλήθηκε ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης και θεσπίσθηκε με τη μορφή ελάχιστου φόρου εισοδήματος μετά τη διαπίστωση ότι πολύ μεγάλος αριθμός εμπορικών επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών φορολογουμένων δηλώνουν καθαρά κέρδη κάτω του αφορολόγητου ορίου.
Ο νομοθέτης τεκμαίρει ότι οι ως άνω κατηγορίες κερδίζουν από την άσκηση του επαγγέλματός τους κατ’ έτος ένα ελάχιστο ποσό εισοδήματος, το οποίο φορολογεί ετησίως με ένα ελάχιστο ποσό φόρου. Αντικείμενο του φόρου είναι το ελάχιστο εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό. Συγκλίνουσα γνώμη: Αντικείμενο του φόρου είναι οι συναλλαγές που τεκμαίρεται ότι διενεργούνται κατά την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των επιτηδευματιών και ελεύθερων επαγγελματιών. Μειοψηφία: Η ιδιότητα του υποκειμένου του φόρου ως επιτηδευματία ή ελεύθερου επαγγελματία είναι η μόνη προϋπόθεση επιβολής του, η οποία τίθεται ανεπίτρεπτα.
Τα κριτήρια του πληθυσμού και του χαρακτήρα του τόπου άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας αποτελούν τη βάση του τεκμηρίου απόκτησης εισοδήματος. Τα εν λόγω κριτήρια είναι γενικά και αντικειμενικά, τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης, δεν αφίστανται των δεδομένων της κοινής πείρας και στηρίζουν το συμπέρασμα του τεκμηρίου. Δεν τίθεται θέμα φοροδοτικής ικανότητας, εφόσον όλοι οι υπόχρεοι μπορούν, εφόσον συντρέχουν τα κριτήρια του τεκμηρίου, να τον καταβάλλουν. Το επίμαχο τεκμήριο πρέπει να θεωρηθεί μαχητό και για λόγους ανωτέρας βίας, εφόσον προκύπτει ότι δεν ασκήθηκε επαγγελματική δραστηριότητα. Αντίθετη μειοψηφία: Επιβάλλεται αδιακρίτως η ίδια φορολογική επιβάρυνση σε όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες. Δεν προβλέπεται δυνατότητα ανταπόδειξης ότι δεν αποκτήθηκε εισόδημα.
Τα προνόμια του δημοσίου στη διοικητική δίκη
O έλληνας νοµοθέτης έχει αποδώσει στο ∆ηµόσιο (και στα νοµικά πρόσωπα που εξοµοιώνονται µε αυτό) διάφορα ουσιαστικά, διαδικαστικά και δικονοµικά προνόµια τα οποία, στις δίκες όπου είναι διάδικος, το καθιστούν σε ευνοϊκότερη θέση έναντι του ιδιώτη αντιδίκου του. Η έρευνα εστιάζει στα προνόµια που απολαµβάνει το ∆ηµόσιο στη διοικητική δίκη, δηλαδή στο πλαίσιο εκδίκασης διαφοράς από υποκείµενη έννοµη σχέση δηµοσίου δικαίου, όπου το ∆ηµόσιο (ή το προς αυτό εξοµοιούµενο νοµικό πρόσωπο) έχει θίξει τα συµφέροντα του ιδιώτη κατά την άσκηση δηµόσιας εξουσίας (imperium), κατ’ εξυπηρέτηση σκοπού δηµοσίου συµφέροντος. Συγκεκριµένα ερευνάται, σε κάθε περίπτωση, η συµφωνία των προνοµίων αυτών µε την αρχή του κράτους δικαίου, ειδικότερες εκφάνσεις της οποίας είναι οι αρχές της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγµατος) και της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Σ), το δικαίωµα σε δικαστική προστασία (άρθρο 20 παρ. 1 Σ) και δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης για τα ∆ικαιώµατα του Ανθρώπου), και η προστασία της ιδιοκτησίας-περιουσίας (άρθρα 17 Σ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣ∆Α).
Κρίσιµο είναι να σηµειωθεί πως τα υπό έρευνα θέµατα ανήκουν στο χώρο του ∆ηµοσίου ∆ικαίου, ειδικότεροι τοµείς του οποίου είναι αφενός το Συνταγµατικό ∆ίκαιο και αφετέρου το ∆ιοικητικό ∆ίκαιο, ουσιαστικό και δικονοµικό. Οποιαδήποτε ενθάδε αναφορά στο Ιδιωτικό ∆ίκαιο και την πολιτική δίκη, ως απόρροια διαφοράς από έννοµη σχέση στην οποία το ∆ηµόσιο έχει θίξει τα συµφέροντα του αντιδίκου του ενεργώντας σαν ιδιώτης (fiscus), είναι συνοπτική και ενδεικτική, µόνο προς το
σκοπό της απόδοσης µιας περισσότερο ολοκληρωµένης εικόνας για το όλο αντικείµενο της µελέτης.
Στο πρώτο και γενικό µέρος της παρούσας µελέτης γίνεται κατ’ αρχάς συνοπτική παρουσίαση κρίσιµων για την κατανόηση του θέµατος βασικών εννοιών (προνόµιο, κράτος δικαίου, αρχή της αναλογικότητας, αρχή της ισότητας, δικαίωµα δικαστικής προστασίας, ισότητα των διαδίκων, δικαίωµα στην ιδιοκτησία – περιουσία, διαφορά ιδιωτικού και δηµοσίου δικαίου, διαφορά πολιτικής και διοικητικής δίκης).
Στο δεύτερο και ειδικό µέρος, παρουσιάζονται ένα-ένα τα σηµαντικότερα προνόµια του ∆ηµοσίου και των εξοµοιούµενων προς αυτό νοµικών προσώπων στη διοικητική δίκη, µε αναφορά τόσο στη σχετική νοµολογία των ελληνικών δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου των ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου (Ε∆∆Α) όσο και στη νοµική θεωρία. Σε κάθε περίπτωση ερευνάται η συµφωνία των προνοµίων αυτών αφενός µε το Σύνταγµα και αφετέρου µε το διεθνές δίκαιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωµάτων, ιδίως την ΕΣ∆Α.
Βουλευτική ασυλία και δικαστική ευθύνη
Άρθρο στο Βήμα
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 06/10/2013
παρουσίαση του βιβλίου του ΝIΚΟΥ Κ. ΑΛΙΒΙΖAΤΟΥ «Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση;»
Σας προσκαλούμε στην παρουσίαση του βιβλίου του
ΝIΚΟΥ Κ. ΑΛΙΒΙΖAΤΟΥ
«Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση;»
που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις
την ΤΕΤAΡΤΗ 20 ΝΟΕΜΒΡIΟΥ και ώρα 18:00
στο βιβλιοπωλείο «IANOS» (Σταδίου 24)
Με τον συγγραφέα θα συζητήσουν οι:
Χριστίνα Ακριβοπούλου
ειδική επιστήμων Πανεπιστημίου Θράκης
Θανάσης Γιαλκέτσης
δημοσιογράφος στην Εφημερίδα των Συντακτών
Ξένια Κουναλάκη
δημοσιογράφος στην Καθημερινή
Παναγής Παναγιωτόπουλος
επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Γιώργος Σωτηρέλης
καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Loves’ Labour’s Lost: fighting austerity and crisis with obiter dicta. A gloss on the expediency of constitutional justice in times of crisis
Volumes of legal work, among which also pages of excellent legal refinement, have been mobilized to convince the good old times to come back. It didn’t help. There is no grumble in this statement; it’s just the acknowledgment that, in conditions of the extremity of the actual crisis, something else precedes and law follows. In Shakespeare’s play a King and three lords have lost their labours, since their disguise into somebody else did not help them to successfully suit a princess and three ladies; ultimately the objects the King’s and the lords’ desires have asked them to seek them again at a better time. In the cases discussed here, the legal labours to disguise the resentment against the inescapable new realities as breach of the existing constitutional order are lost, to the extent that they have not stopped the new course of things; more pleasant adjudication has to be sought for at better times.
At the end of the day, the Courts have saved the face of the constitutional normalcy. No-one has declared the existing legal order null and void in toto. However, the changes in the application of the existing legal texts are radical. Paraphrasing the Roman saying Caesar dominus grammaticae, we can hardly avoid observing that the crisis has dominated over words and phrases and has twisted them to accommodate with the overwhelming new realities. These new realities have arrived like calm water, seemingly harmless at the beginning, and then overflow everything and no force seems strong enough to stop them. Somewhere in between all these changes a new kind of Schmittean moment seems to arrive as well, a very different from the archetypical one, one, but not less effective.
ΕΔΔΑ, Υπόθεση Βαλλιανάτος κ.α. κατά Ελλάδας (Προσφυγές αρ. 29381/09 και 32684/09)
Το ΕΔΔΑ έκρινε με δεκαέξι ψήφους έναντι μιας ότι ο αποκλεισμός των ομόφυλων ζευγαριών από τη δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης παραβιάζει το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.
(Η απόφαση για το σύμφωνο συμβίωσης στα Ελληνικά, μετάφραση Βασίλης Σωτηρόπουλος, Δικηγόρος, αναδημοσίευση από: http://elawyer.blogspot.gr/2013/11/blog-post_10.html)
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΑΛΛΙΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
(Προσφυγές αρ. 29381/09 και 32684/09)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
7 Νοεμβρίου 2013
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΑΛΛΙΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
(Προσφυγές αρ. 29381/09 και 32684/09)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
7 Νοεμβρίου 2013
Η απόφαση είναι τελική αλλά μπορεί να υποβληθεί σε επιμέλεια κειμένου
Στην υπόθεση του Βαλλιανάτου και Άλλων κατά Ελλάδας
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως) συνεδριάζον με την Ευρεία Σύνθεσή του που αποτελείται από τους
Dean Spielmann, Πρόεδρο,
Josep Casadevall,
Guido Raimondi,
Ineta Ziemele,
Mark Villiger,
Isabelle Berro-Lefèvre,
Peer Lorenzen,
Danutė Jočienė,
Mirjana Lazarova Trajkovska,
Ledi Bianku,
Angelika Nußberger,
Julia Laffranque,
Paulo Pinto de Albuquerque,
Λίνο – Αλέξανδρο Σισιλιάνο,
Erik Møse,
André Potocki,
Aleš Pejchal, δικαστές,
και τον Michael O’Boyle, Αναπληρωτή Γραμματέα,
Έχοντας διασκεφθεί μυστικά στις 16 Ιανουαρίου και στις 11 Σεπτεμβρίου 2013
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία ελήφθη κατά την τελευταία ως άνω ημερομηνία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση αφορά δύο προσφυγές (αρ. 29381/09 και 32684/09) κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (η Σύμβαση) στις 6 και στις 25 Μαϊου 2009 αντίστοιχα. Η πρώτη προσφυγή (αρ. 29381/09) υποβλήθηκε από δύο Έλληνες πολίτες, τον κ. Γρηγόρη Βαλλιανάτο και τον κ. Νικόλαο Μυλωνά, γεννηθέντες το 1956 και το 1958 αντίστοιχα και η δεύτερη (αρ. 32684/09) από έξι Έλληνες πολίτες, τους C.S., E.D., K.T., M.P., A.H.και D.N., και από το σωματείο Σύνθεση – Ενημέρωση, Ευαισθητοποίηση και έρευνα, ένα νομικό πρόσωπο με έδρα στην Αθήνα.
2. Οι προσφεύγοντες με την προσφυγή αρ. 29381/09 εκπροσωπήθηκαν από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι, μια μη κυβερνητική οργάνωση με έδρα τα Γλυκά Νερά (Αθήνα). Οι προσφεύγοντες με την προσφυγή αρ. 32684/09 εκπροσωπήθηκαν από τον κ. Ν.Αλιβιζάτο και τον κ. Ε.Μάλλιο, δικηγόρους που δικηγορούν στην Αθήνα. Η Ελληνική Κυβέρνηση ("η Κυβέρνηση") εκπροσωπήθηκε από τους αναπληρωτές αντιπροσώπους της, κα Α. Γρηγορίου και κα Γ. Παπαδάκη, Συμβούλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και από τον κ. Δ.Καλογήρης, Πάρεδρο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
3. Οι προσφεύγοντες, επικαλούμενοι το Άρθρο 8 σε συνδυασμό με το Άρθρο 14, ισχυρίζονται ότι το γεγονός ότι τα "σύμφωνα συμβίωσης" που προβλέπει ο Ν.3719/2008 απευθύνονται μόνο σε ζευγάρια που αποτελούνται από ετερόφυλους ενήλικες είχαν παραβιάσει το δικαίωμά τους στον σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής και της οικογενειακής τους ζωής με αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη διάκριση ανάμεσα σε ετερόφυλα και ομόφυλα ζευγάρια εις βάρος των τελευταίων.
4. Οι προσφυγές υπήχθησαν στο Πρώτο Τμήμα του Δικαστηρίου (Άρθρο 52 § 1 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Στις 3 Φεβρουαρίου 2011, το Τμήμα αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Αποφάσισε επίσης να κρίνει για το παραδεκτό και για την ουσία της προσφυγής ταυτόχρονα (Άρθρο 29 § 1 της Σύμβασης). Τέλος, ο Πρόεδρος του Τμήματος δέχθηκε το αίτημα για ανωνυμία που υπεβλήθη από τους έξι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. 32684/09 (Άρθρο 47 § 3).
5. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2012, το Τμήμα, αποτελούμενο από τους Nina Vajić, Peer Lorenzen, Elisabeth Steiner, Mirjana Lazarova Trajkovska, Julia Laffranque, Λίνο – Αλέξανδρο Σισιλιάνο και Erik Møse, δικαστές και τον Søren Nielsen, Γραμματέα Τμήματος, παρέπεμψε την υπόθεση στο Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως, χωρίς κάποιος από τα διάδικα μέρη να φέρει αντίρρηση στην παραπομπή, κατόπιν ενημέρωσής τους (Άρθρο 30 της Σύμβασης και Άρθρο 72 του Κανονισμού). Η σύνθεση του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως καθορίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 26 §§ 4 και 5 και της Σύμβασης και του άρθρου 24 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.
6. Οι προσφεύγοντες και η Κυβέρνηση υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις επί του παραδεκτού και της ουσίας των προσφυγών (Άρθρο 59 § 1 του Κανονισμού). Επιπλέον, σχόλια τρίτων παρεμβαινόντων ελήφθησαν από το Centre for Advice on Individual Rights in Europe (το "AIRE Centre"), την Διεθνή Ένωση Νομικών (ΔΕΝ), την Fédération internationale des Ligues des Droits de l’Homme (FIDH) και το Ευρωπαϊκό Τμήμα της Διεθνούς Ένωσης Λεσβιών, Γκέι, Αμφισεξουαλικών, Διεμφυλικών και Διαφυλικών (ILGA-Europe), οι οποίοι έλαβαν άδεια από τον Πρόεδρο να ασκήσουν παρέμβαση στην γραπτή διαδικασία (Άρθρο 36 § 2 της Σύμβασης και Άρθρο 44 § 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου).
7. Η ακροαματική διαδικασία έλαβε χώρα δημόσια, στο Κτίριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, στο Στρασβούργο, στις 16 Ιανουαρίου 2013 (Άρθρο 59 § 3 του Κανονισμού).
Ενώπιον του Δικαστηρίου εμφανίσθηκαν:
(α) για την καταγγελλόμενη Κυβέρνηση
κα Α.Γρηγορίου, Σύμβουλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
κ. Δ.Καλογήρης, Πάρεδρος, Νομικό Συμβούλιο του Κράτους
κα Μ.Γερμάνη, Πάρεδρος, Νομικός Σύμβουλος του Κράτους
Αναπληρωτές Αντιπρόσωποι
(β) για τους προσφεύγοντες
κα C. Mécary, Δικηγόρος,
κ. Ν.Αλιβιζάτος, Δικηγόρος, Συνήγορος
κ. Π.Δημητράς,
κ. Ε.Μάλλιος, Δικηγόρος, Σύμβουλοι.
Το Δικαστήριο άκουσε τις αγορεύσεις των κ.κ. Γερμάνη, Mécary και Αλιβιζάτου.
ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Ι. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
8. Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. 29381/09 ζουν μαζί ως ζευγάρι στην Αθήνα. Στην υπόθεση αρ. 32684/09, ο πρώτος και ο δεύτερος των προσφευγόντων και η τρίτη και η τέταρτη των προσφευγόντων ζουν μαζί για μεγάλο χρονικό διάστημα ως ζευγάρι, στην Αθήνα. Ο πέμπτος και ο έκτος των προσφευγόντων είναι σε σχέση, αλλά για επαγγελματικούς και κοινωνικούς λόγους δεν ζουν μαζί. Όπως αποδεικνύεται από τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, ο έκτος προσφεύγων πληρώνει τις κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές του πέμπτου προσφεύγοντος. Η έβδομη προσφεύγουσα είναι μη κερδοσκοπικό σωματείο οι σκοποί του οποίου περιλαμβάνουν την παροχή ψυχολογικής και ηθικής υποστήριξης σε γκέι και λεσβίες.
9. Στις 26 Νοεμβρίου 2008, τέθηκε σε ισχύ ο Ν.3719/2008, με τίτλο "Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί και την κοινωνία". Θέσπισε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, έναν επίσημο τύπο συμβίωσης, διαφορετικό από τον γάμο, με τον τίτλο "σύμφωνο συμβίωσης". Κατά το άρθρο 1 του Νόμου, τέτοια σύμφωνα μπορούν να συνάψουν μόνο δύο ενήλικες διαφορετικού φύλου.
10. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν.3719/2008, η θέσπιση του συμφώνου συμβίωσης αντανακλά μια κοινωνική πραγματικότητα, δηλαδή την συμβίωση εκτός γάμου κι επιτρέπει στα πρόσωπα που αφορά να καταχωρίσουν την συμβίωσή τους με ένα πιο ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο από το προβλεπόμενο για τον γάμο. Η έκθεση προσέθετε ότι ο αριθμός των παιδιών που γεννιούνται στην Ελλάδα από άγαμα ζευγάρια που ζουν σε de facto σχέσεις έχει αυξηθεί προϊόντος του χρόνου και ότι αφορά το 5% όλων των παιδιών που γεννιούνται στην χώρα. Περαιτέρω, σημείωνε ότι η θέση της γυναίκας που εγκαταλείπεται χωρίς υποστήριξη ύστερα από μια μακρά περίοδο συγκατοίκησης και το φαινόμενο των μονογονεϊκών οικογενειών γενικά ήταν σοβαρά ζητήματα που επέβαλαν την νομοθετική ανταπόκριση.Ωστόσο, η έκθεση σημειώνει ότι το κύρος του θρησκευτικού γάμου παραμένει αδιαμφισβήτητο και ότι μαζί με τον πολιτικό γάμο αντιπροσωπεύει την καλύτερη επιλογή για τα ζευγάρια που επιθυμούν να ιδρύσουν οικογένεια με τις μέγιστες νομικές, οικονομικές και κοινωνικές εγγυήσεις. Η έκθεση επίσης αναφέρεται στο άρθρο 8 της Σύμβασης, το οποίο προστατεύει τις εκτός γάμου ενώσεις από την άποψη του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και σημείωνε ότι ένας αριθμός Ευρωπαϊκών κρατών έχουν προσφέρει νομική αναγνώριση με κάποιο τύπο καταχώρισης συμβίωσης για ετερόφυλα ή ομόφυλα ζευγάρια. Χωρίς περαιτέρω ανάλυση, σημειώνει ότι το σύμφωνο συμβίωσης αφορά τα ετερόφυλα ζευγάρια. Καταλήγει ότι θεσπίζεται μια νέα μορφή συμβίωσης και όχι ένας "ευέλικτος" γάμος. Η έκθεση θεωρεί ότι ο θεσμός του γάμου δεν αποδυναμώνεται με την νέα νομοθεσία, καθώς αυτή διέπεται από διαφορετικό σύνολο κανόνων.
11. Πριν την θέσπιση του Ν.3719/2008 προηγήθηκε ζωηρός δημόσιος διάλογος. Η Εκκλησία της Ελλάδας τάχθηκε επίσημα εναντίον του. Με ένα δελτίο τύπου της Ιεράς Συνόδου στις 17 Μαρτίου 2008, περιέγραψε το σύμφωνο συμβίωσης ως "πορνεία". Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, στο μεταξύ, απευθύνθηκε στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή λέγοντας τα εξής:
"… Πιστεύουμε ότι δεν πρέπει να πάμε παραπέρα. Δεν περιλαμβάνονται τα ομόφυλα ζευγάρια. Είμαστε πεπεισμένοι ότι οι απαιτήσεις και οι ανάγκες της Ελληνικής κοινωνίας δεν επιτρέπουν να πάμε πέρα από αυτό το σημείο. Ως νομοθέτης, το κυβερνών κόμμα είναι υπόλογο στον λαό της Ελλάδας. Έχει τις δικές του πεποιθήσεις κι έχει κάνει διάλογο για το θέμα. Πιστεύω ότι είναι ένα βήμα εμπρός."
12. Η Εθνική Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις παρατηρήσεις που εξέδωσε στις 14 Ιουλίου 2008 για το νομοσχέδιο, αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην έννοια της οικογενειακής ζωής, το περιεχόμενο της οποίας δεν είναι στατικό, αλλά εξελίσσεται μαζί με τα κοινωνικά ήθη (βλ. παρ. 21-24 κατωτέρω).
13. Στις 4 Νοεμβρίου το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής, ένα συμβουλευτικό όργανο που αναφέρεται στον Πρόεδρο της Βουλής, ετοίμασε μια έκθεση επί του νομοσχεδίου. Σημειώνει ιδίως, αναφερόμενο στην νομολογία του Δικαστηρίου, ότι η προστασία του σεξουαλικού προσανατολισμού εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 14 της Σύμβασης κι ότι η έννοια "οικογένεια" δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις σχέσεις ανάμεσα στα άτομα που έχουν τελέσει γάμο, αλλά γενικότερα μπορεί να περιλαμβάνει δεσμούς κι εκτός γάμου που συνιστούν de facto οικογενειακή ζωή. (Σελίδα 2 της Έκθεσης).
14. Κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης στις 11 Νοεμβρίου 2008 επί του συμφώνου συμβίωσης, ο Υπουργός Δικαιοσύνης είπε μόνο ότι "η κοινωνία δεν είναι σήμερα ακόμα έτοιμη να αποδεχθεί την συγκατοίκηση ομόφυλων ζευγαριών". Πολλοί ομιλητές επισήμαναν ότι η Ελλάδα, εξαιρώντας τα ομόφυλα ζευγάρια θα παραβιάσει τις διεθνείς υποχρεώσεις της και, ιδίως, τα Άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης.
15. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, η Εθνική Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έστειλε επιστολή στον Υπουργό Δικαιοσύνης εμμένοντας στην θέση της για την αθέμιτη διάκριση που εισάγει ο Ν.3719/2008. Στην επιστολή της, η Επιτροπή συνέστησε την ετοιμασία νομοθεσίας για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια.
II. ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
A. Εσωτερικό δίκαιο και πρακτική
1. Ο Ν. 3719/2008
16. Τα σχετικά άρθρα του Ν.3719/2008 έχουν ως εξής.
Άρθρο 1
Σύσταση
Η συμφωνία δύο ενήλικων ετερόφυλων προσώπων με την οποία οργανώνουν τη συμβίωση τους (σύμφωνο συμβίωσης) καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στον ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους, το οποίο καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου.
Άρθρο 2
Προϋποθέσεις
1. Για τη σύναψη συμφώνου συμβίωσης απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα.
2. Δεν επιτρέπεται η σύναψη συμφώνου συμβίωσης:
α) αν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά,
β) μεταξύ συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, καθώς και μεταξύ συγγενών εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και
γ) μεταξύ εκείνου που υιοθέτησε και αυτού που υιοθετήθηκε.
3. Η παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου συνεπάγεται την ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης.
Άρθρο 3
Ακυρότητα του συμφώνου
Την κατά το προηγούμενο άρθρο ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης μπορεί να επικαλεσθεί, εκτός από τους συμβληθέντες, και όποιος προβάλλει έννομο συμφέρον οικογενειακής ή περιουσιακής φύσης. Ο εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει αυτεπαγγέλτως την αναγνώριση της ακυρότητας, αν το σύμφωνο συμβίωσης αντίκειται στη δημόσια τάξη.
Άρθρο 4
Λύση
1. Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται: α) με συμφωνία των συμβληθέντων, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, αφότου αυτή κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή στον άλλον και γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος είτε μεταξύ των συμβληθέντων είτε μεταξύ ενός από αυτούς και τρίτου.
2. Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή της μονομερούς δήλωσης στον ληξίαρχο, όπου έχει καταχωρηθεί και η σύσταση αυτού.
Άρθρο 5
Επώνυμο
Το σύμφωνο συμβίωσης δεν μεταβάλλει το επώνυμο των συμβληθέντων. Ο καθένας μπορεί, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος, να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.
Άρθρο 6
Περιουσιακές σχέσεις
Με το σύμφωνο συμβίωσης ή και με μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να ρυθμίζονται οι περιουσιακές σχέσεις των συμβληθέντων και ιδίως η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που θα αποκτηθούν κατά τη διάρκεια του συμφώνου (αποκτήματα). Αν δεν υπάρχει συμφωνία για τα αποκτήματα, το κάθε μέρος έχει, μετά τη λύση του συμφώνου, αξίωση κατά του άλλου για ό,τι αυτό απέκτησε και με τη δική του συμβολή. Η αξίωση αυτή δεν γεννάται στο πρόσωπο των κληρονόμων του δικαιούχου, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται από αυτούς, στρέφεται όμως κατά των κληρονόμων του υπόχρεου. Η αξίωση παραγράφεται δύο έτη μετά τη λύση του συμφώνου.
Άρθρο 7
Διατροφή μετά τη λύση
1. Στο σύμφωνο συμβίωσης ή και σε μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να περιέχεται συμφωνία με την οποία αναλαμβάνεται, είτε από το ένα ή το άλλο μέρος είτε και αμοιβαίως, υποχρέωση διατροφής μόνο για την περίπτωση κατά την οποία, μετά τη λύση του συμφώνου, το ένα από τα μέρη δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα του ή από την περιουσία του. Δεν έχει υποχρέωση διατροφής εκείνος που, εν όψει και των λοιπών υποχρεώσεων του, δεν είναι σε θέση να τη δώσει χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή. Η υποχρέωση αυτή δεν βαρύνει τους κληρονόμους του υπόχρεου.
2. Ο δικαιούχος διατροφής από το σύμφωνο συμβίωσης συμπορεύεται, ως προς το δικαίωμα διατροφής, με τον διαζευγμένο σύζυγο του υπόχρεου.
3. Ο υπόχρεος διατροφής, μετά τη λύση του συμφώνου συμβίωσης, δεν μπορεί να επικαλεσθεί την υποχρέωση του αυτή, προκειμένου να απαλλαγεί, εν όλω ή εν μέρει, από την υποχρέωση συνεισφοράς ή διατροφής συζύγου ή ανήλικων τέκνων του.
4. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3, η συμβατική υποχρέωση της παραγράφου 1 προηγείται της εκ του νόμου υποχρέωσης διατροφής άλλων προσώπων απέναντι στον δικαιούχο, που βρίσκεται σε αδυναμία, μετά τη λύση του συμφώνου, να διατρέφει τον εαυτό του με τις δικές του δυνάμεις.
Άρθρο 8
Τεκμήριο πατρότητας
1. Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή εντός τριακοσίων ημερών από τη λύση ή την αναγνώριση της ακυρότητας του, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατάρτισε το σύμφωνο. Το τεκμήριο ανατρέπεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Τα άρθρα 1466 επ. ΑΚ, καθώς και τα άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ, εφαρμόζονται αναλόγως.
2. Η ακυρότητα ή η ακύρωση του συμφώνου δεν επηρεάζει την πατρότητα των τέκνων.
Άρθρο 9
Επώνυμο τέκνων
Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή εντός τριακοσίων ημερών από τη λύση ή την αναγνώριση της ακυρότητας του, φέρει το επώνυμο που επέλεξαν οι γονείς του με κοινή και αμετάκλητη δήλωση τους που περιέχεται στο σύμφωνο ή σε μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο, πριν τη γέννηση του πρώτου τέκνου. Το επώνυμο που επιλέγεται είναι κοινό για όλα τα τέκνα και είναι υποχρεωτικά το επώνυμο του ενός από τους γονείς ή συνδυασμός των επωνύμων τους. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν η δήλωση παραλειφθεί, το τέκνο θα έχει σύνθετο επώνυμο, αποτελούμενο από το επώνυμο και των δύο γονέων του. Αν το επώνυμο του ενός ή και των δύο γονέων είναι σύνθετο, το επώνυμο του τέκνου θα σχηματισθεί με το πρώτο από τα δύο επώνυμα.
Άρθρο 10
Γονική μέριμνα
1. Η γονική μέριμνα τέκνου που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την αναγνώριση της ακυρότητας του ανήκει στους δύο γονείς και ασκείται από κοινού. Οι διατάξεις του ΑΚ για τη γονική μέριμνα των τέκνων που κατάγονται από γάμο εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.
2. Αν το σύμφωνο συμβίωσης λυθεί, για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 4 του παρόντος, για την άσκηση της γονικής μέριμνας εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 1513 του ΑΚ.
Άρθρο 11
Κληρονομικό δικαίωμα
1. Με τη λύση του συμφώνου συμβίωσης λόγω θανάτου, αυτός που επιζεί έχει κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου, το οποίο ανέρχεται στο έκτο της κληρονομιάς, αν συντρέχει με κληρονόμους της πρώτης τάξης, στο τρίτο, αν συντρέχει με κληρονόμους άλλων τάξεων και σε ολόκληρη την κληρονομιά, αν δεν υπάρχει συγγενής του κληρονομουμένου, που να καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος.
2. Αυτός που επιζεί έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά, το οποίο ανέρχεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, που του αναλογεί. Κατά το ποσοστό αυτό μετέχει ως
κληρονόμος.
3. Τα άρθρα 1826 επ., 1839 επ. και 1860 του ΑΚ εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.
Άρθρο 12
Αναστολή παραγραφής
Το άρθρο 256 του ΑΚ περίπτωση 1 αντικαθίσταται ως εξής:
"1. μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω και αν ύστερα ακυρωθεί, καθώς και μεταξύ προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, όσο αυτό ισχύει".
Άρθρο 13
Πεδίο εφαρμογής
Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε κάθε σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον αυτό έχει καταρτισθεί στην Ελλάδα ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής. Σε κάθε άλλη περίπτωση, εφαρμόζεται το δίκαιο που ορίζεται από τους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
2. Aστικός Κώδικας
17. Τα σχετικά κεφάλαια του Αστικού Κώδικα έχουν ως εξής:
Άρθρο 57
Οποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.[…]
Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.
Άρθρο 59
Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Άρθρο 914
Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Άρθρο 932
Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Άρθρο 1444
“[…]Το δικαίωμα διατροφής παύει, αν ο δικαιούχος ξαναπαντρευτεί, ή αν συζεί μόνιμα με κάποιον άλλο σε ελεύθερη ένωση. Το δικαίωμα διατροφής δεν παύει με το θάνατο του υποχρέου, παύει όμως με το θάνατο του δικαιούχου εκτός αν αφορά παρελθόντα χρόνο ή δόσεις απαιτητές κατά το χρόνο του θανάτου"….
3. Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα
18. Τα άρθρα 104 και 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα έχουν ως εξής:
Άρθρο 104
Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα.
Άρθρο 105
Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.
19. Αυτές οι διατάξεις εισάγουν την έννοια της μιας ειδικής επιφύλαξης νόμου του δημοσίου δικαίου, ιδρύοντας την κρατική αδικοπρακτική ευθύνη. Τέτοια ευθύνη προκύπτει από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις που μπορεί να μην είναι μόνο νομικές πράξεις, αλλά και υλικές ενέργειες των διοικητικών αρχών, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων που δεν είναι κατ' αρχήν εκτελεστές για τα δικαστήρια.Το παραδεκτό της αγωγής για ζημία εξαρτάται από έναν όρο: το παράνομο της πράξης ή παράληψης.
20. Οι αποφάσεις αρ.1141/1999, 909-910/2007, 1011/2008, 3088/2009, 169/2010 και 2546/2010 του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι παραδείγματα δικαστικών κρίσεων που αφορούν την κρατική αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις αντισυνταγματικών νόμων. Ιδίως στην απόφαση 1141/1999 που αφορούσε την κατάργηση του δικαιώματος πολύτεκνων να λαμβάνουν άδεια εκμετάλλευσης οχημάτων δημόσιας χρήσης, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε το αίτημα αποζημίωσης λόγω του ότι ο εφαρμοστέος νόμος δεν ήταν αντισυνταγματικός. Στις αποφάσεις αρ. 909-910/2007 και 169/2010, το ίδιο δικαστήριο αναγνώρισε ότι υπήρχε αστική ευθύνη του κράτους για την ανάρτηση διαφημιστικών πινακίδων σε δημόσιες λεωφόρους κατά παράβαση της Σύμβασης της Βιέννης για την Οδική Σήμανση. Στην απόφαση αρ. 1011/2008 που αφορούσε αίτημα αποζημίωσης λόγω περιορισμού του δικαιώματος υψούν, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την προσφυγή κρίνοντας ότι δεν υπάρχει αστική ευθύνη όταν ένας ανώτερης τυπικής ισχύος νομικός κανόνας τίθεται υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Στην απόφαση αρ. 3088/2009, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Κράτους να αποζημιώσει πρόσωπα λόγω της παράλειψης του νομοθέτη να θεσπίσει ρυθμίσεις για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων μιας ειδικής κατηγορίας αποφοίτων ανώτερων τεχνολογικών ινστιτούτων. Τέλος, στην απόφαση αρ. 2546/2010, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι το Κράτος ήταν αστικώς υπεύθυνο γιατί αναγνώρισε δικαιούχους αποζημιώσεων πέντε αγρότες που κατονομάζονταν ρητώς σε έναν νόμο μετά από καταστροφή σοδειάς από κακοκαιρία, παραλείποντας να αποζημιώσει τον έκτο αγρότη που είχε υποστεί απώλειες με τους ίδιους όρους.
4. Η έκθεση της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
21. Αυτή η Επιτροπή ιδρύθηκε το 1998 και τέθηκε παρά τω πρωθυπουργώ. Ένας από τους σκοπούς της είναι η προετοιμασία και δημοσίευση εκθέσεων για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αίτηση της Κυβέρνησης, της Βουλής ή μη κυβερνητικών οργανισμών.
22. Στις 14 Ιουλίου 2008, η Επιτροπή ενέκρινε ομόφωνα μια έκθεση που περιλάμβανε προτάσεις όσον αφορά το νομοσχέδιο με τίτλο "Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί και την κοινωνία". Η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν είναι αντιληπτό για ποιο λόγο το νομοσχέδιο έφερε αυτόν τον τίτλο, δεδομένου ότι θέσπιζε μια νέα μορφή συμβίωσης εκτός γάμου. Προσέθεσε ότι το νομοσχέδιο τροποποιούσε διατάξεις οικογενειακού δικαίου με ατελή, ελλειπή και ανεπαρκή τρόπο, χωρίς προηγούμενη δημόσια διαβούλευση με τους κοινωνικούς, πανεπιστημιακούς κι επαγγελματικούς φορείς.
23. Στην έκθεσή της η Επιτροπή παρατηρούσε επίσης ότι συγκεκριμένα χωρία της αιτιολογικής έκθεσης του νομοσχεδίου υπονοούσαν ότι οι συγγραφείς έβλεπαν τα σύμφωνα συμβίωσης ως νομικούς θεσμούς κατώτερους του θεσμού του γάμου. Προσέθετε ότι, παρά την ρητή αναφορά στο γεγονός οτι οι Ευρωπαϊκές χώρες έχουν θεσπίσει σύμφωνα συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια, η αιτιολογική έκθεση δεν εξηγούσε την εξαίρεση των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του νομοσχεδίου.
24. Με ειδική αναφορά στο τελευταίο σημείο, η Επιτροπή σημείωσε ότι έχει καλέσει τις αρμόδιες αρχές από το 2004 να παράσχουν νομική αναγνώριση στις αστικές ενώσεις μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών. Στις προτάσεις της, η Επιτροπή βασίζει τα επιχειρήματά της στην εξέλιξη του διεθνούς δικαίου σχετικά με το θέμα, αναφερόμενη ιδίως στην νομολογία του Δικαστηρίου επί των Άρθρων 8 και 14 της Σύμβασης. Έκρινε ότι το Ελληνικό κράτος είχε χάσει την μοναδική ευκαιρία να θεραπεύσει την διάκριση εις βάρος των ζευγαριών του ιδίου φύλου σχετικά με την δυνατότητά τους να συνάψουν νομικά αναγνωρισμένα σύμφωνα συμβίωσης. Υπογράμμισε ότι η νομοθεσία αναφέρεται στις de facto ελεύθερες ενώσεις ως εναλλακτικές προς τον γάμο για τα ομόφυλα ζευγάρια και έκρινε ότι η θέσπιση συμφώνου συμβίωσης ταίριαζε περισσότερο στις ανάγκες των ομόφυλων ζευγαριών απ' ότι στις ανάγκες των ετερόφυλων ζευγαριών.
B. Συγκριτικό Ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.
1. Υλικό συγκριτικού δικαίου
25. Το υλικό συγκριτικού δικαίου που διαθέτει το Δικαστήριο για την θέσπιση επίσημων μορφών μη έγγαμης συμβίωσης στα νομικά συστήματα των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης δείχνει ότι εννέα χώρες (Βέλγιο, Δανία, Γαλλία, Ισλανδία, Ολλανδία, Νορβηγία, Πορτογαλία, Ισπανία και Σουηδία) αναγνωρίζει τον γάμο ομοφύλων. Επιπρόσθετα, δεκαεπτά κράτη μέλη αναγνωρίζει κάποιον τύπο συμφώνου συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια (Ανδόρα, Αυστρία, Βέλγιο, Τσεχία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Λιχτενστάιν, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Σλοβενία, Ισπανία, Ελβετία και Ηνωμένο Βασίλειο). Η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία αναγνωρίζουν το δικαίωμα στον γάμο ομοφύλων, χωρίς να δίνουν την δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια.
26. Τέλος, η Λιθουανία και η Ελλάδα είναι οι μόνες χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης που έχουν θεσπίσει μια μορφή αναγνωρισμένης συμβίωσης μόνο για ετερόφυλα ζευγάρια, ως εναλλακτική στο γάμο (που είναι δικαίωμα μόνο των ετερόφυλων ζευγαριών)
2. Σχετικό υλικό του Συμβουλίου της Ευρώπης
27. Στη Σύσταση 924 (1981) για τις διακρίσεις σε βάρος των ομοφυλόφιλων, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης κατέκρινε τις διάφορων μορφών διακρίσεις σε βάρος των ομοφυλόφιλων σε συγκεκριμένα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στην Σύσταση 1474 (2000) για την κατάσταση των γκέι και λεσβιών στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, κάλεσε τα κράτη μέλη να θεσπίσουν, μεταξύ άλλων, νομοθεσία που κατοχυρώνει την καταχωρημένη συμβίωση. Περαιτέρω, στην Σύσταση 1470 (2000) για το πιο ειδικό θέμα της κατάστασης των γκέι και λεσβιών και των συντρόφων τους όσον αφορά το άσυλο και την μετανάστευση στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, συνέστησε στην Επιτροπή Υπουργών να καλέσει τα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, "να αναθεωρήσουν τις πολιτικές τους στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων και της προστασίας των μεταναστών, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ομόφυλες οικογένειες και ενώσεις υφίστανται ίση μεταχείριση με τις ετερόφυλες οικογένειες και ενώσεις…"
28.Το Ψήφισμα 1728 (2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης που θεσπίστηκε στις 29 Απριλίου 2010 με τίτλο "Διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου" καλώντας τα κράτη μέλη να "εγγυηθούν την νομική αναγνώριση των ομόφυλων ζευγαριών όταν η εθνική νομοθεσία προβλέπει τέτοια αναγνώριση, όπως ήδη συνέστησε η Συνέλευση το 2000" προβλέποντας, μεταξύ άλλων:
"16.9.1.ίδια περιουσιακά δικαιώματα και υποχρεώσεις με όσα προβλέπονται για τα ετερόφυλα ζευγάρια,
16.9.2. καθεστώς συγγενούς
16.9.3. μέτρα διασφάλισης ότι εάν ο ένας σύντροφος σε σύμφωνο συμβίωσης είναι αλλοδαπός, απολαμβάνει ίδια δικαιώματα διαμονής με αυτά που θα εφαρμόζονταν εάν είχε ετερόφυλη σχέση.
16.9.4. αναγνώριση διατάξεων με όμοιο αποτέλεσμα προς αυτό που έχει θεσπιστεί από άλλα κράτη μέλη".
29. Στην Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών (2010)5 για τα μέτρα καταπολέμησης των διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, η Επιτροπή Υπουργών συνέστησε στα κράτη μέλη
"1. Να εξετάσουν την ισχύουσα νομοθεσία και τα άλλα μέτρα, να τα αναθεωρούν και να συλλέγουν και να αναλύουν σχετικά δεδομένα προκειμένου να παρακολουθούν και να περιορίζουν κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου,
2. Να διασφαλίζουν ότι τα νομοθετικά και άλλα μέτρα θεσπίζονται και εφαρμόζονται αποτελεσματικά για την καταπολέμηση των διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, να διασφαλίζουν το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων για τις λεσβίες, τους γκέι, τους μπαισέξουαλ και τα διαφυλικά πρόσωπα και να προωθούν την ανεκτικότητα έναντί τους."
30. Η Σύσταση αναφέρει επίσης:
"23. Όπου η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις σε ανύπαντρα ζευγάρια, τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν΄ ότι αυτά εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις τόσο σε ομόφυλα όσο και σε ετερόφυλα ζευγάρια, συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των επιζησάντων και εγκατάστασης επιζησάντων ενοικιαστών.
24. Όπου η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει το σύμφωνο συμβίωσης, τα Κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν ότι η νομική θέση και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις είναι αντίστοιχα με αυτά των ετερόφυλων ζευγαριών σε μια συγκρίσιμη κατάσταση.
25.Όπου η εθνική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει δικαιώματα ή υποχρεώσεις για κατοχυρωμένες συγκατοικήσεις ομόφυλων ζευγαριών και μη παντρεμένων ζευγαριών, τα κράτη μέλη καλούνται να εξετάσουν τη δυνατότητα να παράσχουν, χωρίς διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ετερόφυλων ζευγαριών, νομικά και άλλα μέσα για να διευθετήσουν τα πρακτικά προβλήματα που σχετίζονται με την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζουν."
3. Δίκαιο Ευρωπαϊκής Ένωσης
31. Τα Άρθρα 7,9 και 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υπογράφηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2007 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009 έχει ως εξής:
Άρθρο 7
“Καθένας έχει δικαίωμα σεβασμού στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του, στην κατοικία και στην επικοινωνία του."
Άρθρο 9
"Το δικαίωμα στον γάμο και στην ίδρυση οικογένειας διασφαλίζεται σύμφωνα με τους εθνικούς νόμους που διέπουν την ενάσκηση των δικαιωμάτων αυτών."
'Αρθρο 21
"1. Κάθε διάκριση που βασίζεται σε λόφους όπως το φύλο, η φυλή, το χρώμα, η εθνική ή κοινωνική καταγωγή, τα γενετικά χαρακτηριστικά, η γλώσσα, η θρησκεία ή οι πεποιθήσεις, η πολιτική ή κάθε άλλη γνώμη, η ιδιότητα μέλους σε εθνική μειονότητα, η ιδιοκτησία, η γέννηση, η αναπηρία, η ηλικία ή ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι απαγορευμένη.
2. Στο πλαίσιο της εφαρμογής της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων αυτών των Συνθηκών, κάθε διάκριση για λόγους εθνικότητας είναι απαγορευμένη."
32. Το Επεξηγηματικό του Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ετοιμάστηκε το 2006 από το Δίκτυο ΕΕ Ανεξάρτητων Ειδικών για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα αναφέρει τα εξής όσον αφορά το άρθρο 98 του Χάρτη:
"Οι σύγχρονες τάσεις κι εξελίξεις στα εσωτερικά δίκαια ενός αριθμού χωρών είναι υπέρ της μεγαλύτερης αποδοχής και ανοικτότητας στα ομόφυλα ζευγάρια, αν και μερικά κράτη έχουν ακόμη δημόσιες πολιτικές και/η κανονισμού που ρητώς απαγορεύουν το δικαίωμα γάμου σε ομόφυλα ζευγάρια. Επί του παρόντος υπάρχει ιδιαιτέρως περιορισμένη νομική αναγνώριση των σχέσεων των ομόφυλων ζευγαριών, με την έννοια ότι ο γάμος δεν είναι προσβάσιμος σε ομόφυλα ζευγάρια. Με άλλα λόγια, τα εσωτερικά δίκαια της πλειοψηφίας των κρατών προϋποθέτουν διαφορετικό φύλο για τους μελλόνυμφους. Πάντως, σε κάποιες χώρες, όπως η Ολλανδία και το Βέλγιο ο γάμος μεταξύ ομοφύλων είναι νομικά αναγνωρισμένος. Σε άλλες χώρες, όπως οι Σκανδιναβικές, έχει θεσπιστεί νομοθεσία για σύμφωνο συμβίωσης, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διατάξεις αντίστοιχες που τις ισχύουσες στον γάμο όπως λ.χ. για την τύχη της περιουσίας, τα κληρονομικά δικαιώματα κλπ. Ταυτόχρονα, πρέπει να σημειωθεί ότι ο τίτλος "καταχωρημένη συμβίωση" έχει επιλεγεί προκειμένου να μην υπάρχει σύγχυση με τον γάμο και έχει θεσπιστεί ως εναλλακτική μέθοδος αναγνώρισης προσωπικών σχέσεων. Ο νέος θεσμός είναι, συνεπώς ένας κανόνας που αφορά τα ζευγάρια που δεν μπορούν να παντρευτούν και η ομόφυλη συμβίωση δεν έχει το ίδιο κύρος και τα ίδια προνόμια με τον γάμο…
Προκειμένου να λάβει υπόψη την ποικιλότητα των εσωτερικών ρυθμίσεων για τον γάμο, το Άρθρο 9 του Χάρτη αναφέρεται στην εσωτερική νομοθεσία. Όπως προκύπτει από την διατύπωσή της, η διάταξη έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής από τα αντίστοιχα άρθρα σε άλλα διεθνή νομικά κείμενα. Καθώς δεν υπάρχει σαφής αναφορά σε "άνδρα και γυναίκα" όπως συμβαίνει σε άλλες συμβάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει εμπόδιο για την εσωτερική νομοθεσία να προωθήσει τέτοιους γάμους. Τα διεθνή δικαστήρια κι οι επιτροπές έχουν μέχρι τώρα διστάσει να επεκτείνουν την εφαρμογή του δικαιώματος γάμου στα ομόφυλα ζευγάρια…. "
33. Μια σειρά από Οδηγίες έχουν επίσης ενδιαφέρον, για την παρούσα υπόθεση. Η Οδηγία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου 2003/86/EΚ της 22ης Σεπτεμβρίου 2003 θέτει όρους για την ενάσκηση του δικαιώματος επανένωσης οικογενειών με πολίτες τρίτων χωρών που κατοικούν νόμιμα στο έδαφος κράτους μέλους. Το Άρθρο 4 της Οδηγίας, το οποίο έχει τίτλο "μέλη της οικογένειας" προβλέπει τα εξής:
"3. Τα κράτη μέλη μπορούν, με νομοθετική ή κανονιστική πράξη, να επιτρέψουν την είσοδο και τη διαμονή, δυνάμει της παρούσας οδηγίας και υπό την επιφύλαξη της τήρησης των όρων που ορίζονται στο κεφάλαιο IV, του εκτός γάμου συντρόφου, υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος διατηρεί με τον συντηρούντα σταθερή σχέση μακράς διαρκείας δεόντως αποδεδειγμένη, ή του υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος συνδέεται με τον συντηρούντα με καταχωρισμένη σχέση συμβίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2,…"
Επιπλέον, το άρθρο 5 της ίδιας Οδηγίας προβλέπει τα εξής
“1. 1. Τα κράτη μέλη καθορίζουν εάν, για την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης, υποβάλλεται αίτηση εισόδου και διαμονής στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους είτε από τον συντηρούντα είτε από το/τα μέλος/μέλη της οικογένειας.
2. Η αίτηση συνοδεύεται από δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την οικογενειακή σχέση και την τήρηση των όρων που προβλέπονται στα άρθρα 4 και 6 και, όπου χωρεί η εφαρμογή τους, στα άρθρα 7 και 8, και από ακριβή αντίγραφα των ταξιδιωτικών εγγράφων του μέλους ή των μελών της οικογένειας.
Εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη οικογενειακής σχέσης, τα κράτη μέλη μπορούν να πραγματοποιούν συνεντεύξεις με τον συντηρούντα και το μέλος ή τα μέλη της οικογένειάς του και να διενεργούν οποιαδήποτε άλλη έρευνα που κρίνουν αναγκαία.
Κατά την εξέταση αίτησης που αφορά τον εκτός γάμου σύντροφο του συντηρούντος, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη, ως αποδεικτικό στοιχείο της οικογενειακής σχέσης, παράγοντες, όπως η ύπαρξη κοινού τέκνου, η προηγούμενη συγκατοίκηση, η καταχώριση της σχέσης συμβίωσης και κάθε άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο. […]"
34. Η Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 αφορά το δικαίωμα των κατοίκων της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κινούνται ελεύθερα εντός του εδάφους των Κρατών μελών.
Το Άρθρο 2 περιλαμβάνει τον εξής ορισμό:
"2) Μέλη της οικογένειας νοούντα:
(α) ο σύζυγος
(β) ο σύντροφος με τον οποίο ο πολίτης της Ένωσης έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, σύμφωνα με την νομοθεσία του Κράτους Μέλους, εάν η νομοθεσία του φιλοξενούντος Κράτους μέλους αναγνωρίζει το σύμφωνο συμβίωσης ως ισοδύναμο με το γάμο, σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονται στη σχετική νομοθεσία του Κράτους μέλους.
(γ) οι απευθείας κατιόντες που είναι κάτω της ηλικίας των 21 ετών ή είναι συντηρούμενοι καθώς κι εκείνοι του συζύγου ή συντρόφου όπως ορίζεται από το στοιχείο (β).
(δ) ο άμεσος συντηρούμενος ανιών συγγενής κι εκείνοι του συζύγου ή συντρόφου όπως ορίζεται παραπάνω από το στοιχείο (β)
ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ι. ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
35. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι και οι δύο προσφυγές αφορούν τον αποκλεισμό των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008. Συνακόλουθα, ενόψει της ομοιότητας των προσφυγών ως προς τα πραγματικά περιστατικά και τα ουσιώδη ζητήματα που εγείρουν, αποφασίζει την ένωσή τους και την από κοινού εξέτασή τους σε ενιαία απόφαση.
II. ΙΣΧΥΡΙΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
36. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι το γεγονός πως ο Ν.3719/2008 περιλαμβάνει το σύμφωνο συμβίωσης που αποτελείται από ετερόφυλα ζευγάρια παραβιάζει το δικαίωμά τους για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής τους και επιφέρει αδικαιολόγητη διάκριση ανάμεσα στα ετερόφυλα και ομόφυλα ζευγάρια εις βάρος των τελευταίων. Επικαλούνται το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης. Αυτές οι διατάξεις αναφέρουν τα εξής:
'Aρθρο 14
"Η απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται με την παρούσα Σύμβαση διασφαλίζεται χωρίς διακρίσεις για λόγους όπως το φύλο, η φυλή, το χρώμα, η γλώσσα, η θρησκεία, η πολιτική ή άλλη πεποίθηση, η εθνική ή κοινωνική καταγωγή, η σχέση με εθνική μειονότητα, η ιδιοκτησία, η γέννηση ή άλλη κατάσταση."
'Αρθρο 8
1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
2. Κατά την ενάσκηση αυτού του δικαιώματος δεν επιτρέπεται παρέμβαση δημόσιας αρχής, παρά μόνον εφόσον είναι σύμφωνη με το νόμο και είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία για λόγους εθνικής ασφάλειας, δημόσιας ασφάλειας ή οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την αποτροπή των εκτροπών ή του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή των ηθών, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.
A. Παραδεκτό
1. Οι απόψεις των διαδίκων
(α) Η Κυβέρνηση
37. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται πρώτα ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω των προσώπων που την έχουν υποβάλει. Όσον αφορά το σωματείο Σύνθεση – Ενημέρωση, Ευαισθητοποίηση και Έρευνα, ισχυρίζονται ότι, ως νομικό πρόσωπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεσο ή έμμεσο θύμα των προβαλλόμενων παραβιάσεων. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες που είναι φυσικά πρόσωπα δεν μπορούν να θεωρηθούν θύματα της φερόμενης παραβίασης υπό το φως των Άρθρων 14 και 8, καθώς δεν υπέστησαν αρνητικές συνέπειες ως αποτέλεσμα της αδυναμίας τους να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης. Για παράδειγμα, η Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η καταβολή διατροφής μετά τη λύση του συμφώνου συμβίωσης είναι προαιρετική κατά τις διατάξεις του Ν.3719/2008. Περαιτέρω, οι προσφεύγοντες σε κάθε περίπτωση είχαν το δικαίωμα να συνάψουν συμβόλαιο, στο οποίο κάθε ζευγάρια θα συμφωνούσε σε σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όσο για τα κληρονομικά δικαιώματα των συντρόφων, η Κυβέρνηση καταλήγει ότι το επίμαχο άρθρο 11 του νόμου προβλέπει για τον επιζώντα σύντροφο του συμφώνου συμβίωσης την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή. Ωστόσο, οι προσφεύγοντες, υπό το φως της ηλικίας τους (ο πιο ηλικιωμένος από αυτούς είναι ακόμη κάτω των 60) θα μπορούσαν να θεωρηθούν μόνο υποθετικά θύματα της ισχυριζόμενης παραβίασης. Σε κάθε περίπτωση, μπορούν ανά πάσα στιγμή να ρυθμίσουν το κληρονομικό ζήτημα ή γενικότερα θέματα που αφορούν την περιουσιακή κατάσταση κάθε πλευράς (συμπεριλαμβάνοντας τις οικονομικές σχέσεις τους) με σύμβαση ή με διαθήκη.
38. Η Κυβέρνηση αναφέρει περαιτέρω ότι οι προσφεύγοντες δεν έχουν εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα που τους είναι διαθέσιμα στην παρούσα υπόθεση. Γενικά, ισχυρίζονται ότι η ισχυριζόμενη αδυναμία τους να προσβάλλουν την επίμαχη νομοθεσία στα εσωτερικά δικαστήρια δεν οφείλεται σε έλλειψη ενός αποτελεσματικού ένδικου μέσου στην Ελληνική νομοθεσία, αλλά μάλλον στο γεγονός ότι δεν υφίστανται άμεση και ευθεία διάκριση, λόγω του αποκλεισμού τους από την νομοθεσία περί συμφώνου συμβίωσης. Τελικά, οι προσφεύγοντες που είναι φυσικά πρόσωπα δεν βρίσκονται σε κατάσταση θύματος παραβίασης ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς η ζημία που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν όσον αφορά το δικαίωμά τους για δυνατή πληρωμή διατροφής, κληρονομικούς διακανονισμούς και την ρύθμιση των οικονομικών ζητημάτων εντός κάθε ζευγαριού είναι υποθετικό και βασίζεται σε εκτιμήσεις.
39. Η Κυβέρνηση περαιτέρω αναφέρει ότι η αγωγή αποζημίωσης στα διοικητικά δικαστήρια κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα θα αποτελούσε ένα αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα στην υπό κρίση περίπτωση. Υπ' αυτή τη διάταξη, το Κράτος είναι υποχρεωμένο να αποζημιώσει την ζημιά που προκλήθηκε από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας. Ο μόνος όρος ήταν ότι η πράξη ή παράλειψη θα πρέπει να είναι παράνομη, δηλαδή να παραβιάζει κανόνες που θεσπίζουν ένα ατομικό δικαίωμα ή έννομο συμφέρον. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να είχαν απευθυνθεί ενώπιον των εσωτερικών δικαστηρίων σύμφωνα με τα άρθρα 57, 914 και 932 του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, για παραβίαση των δικαιωμάτων επί της προσωπικότητάς τους και της κοινωνικής περιθωριοποίησης λόγω του αποκλεισμού τους ως ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008. Κατά την άποψη της Κυβέρνησης, αυτό το ένδικο βοήθημα, θα μπορούσε να είχε επιτρέψει στους προσφεύγοντες να αξιώσουν αποζημίωση για κάθε ζημία που τους προκλήθηκε από την επίμαχη νομοθεσία και την ίδια στιγμή να προσβάλλουν την συνταγματικότητά της. Παρατηρούν ότι, σύμφωνα με την νομολογία των εσωτερικών δικαστηρίων, τα τελευταία ερμηνεύουν την συνταγματική αρχή της ισότητας με ευρείς όρους, επεκτείνοντας μια νομοθετική διάταξη υπέρ μιας ειδικής κατηγορίας προσώπων έτσι ώστε να περιλαμβάνει μια άλλη κατηγορία που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Ως ενδεικτική πάγια νομολογία, η Κυβέρνηση παραπέμπει σε δύο αποφάσεις του Αρείου Πάγου (αρ. 60/2002 και 9/2004) που αφορούν τους μισθούς και επιδόματα διαφορετικών κατηγοριών εργαζομένων, ένα θέμα το οποίο το δικαστήριο εξέτασε υπό την οπτική της αρχής της ισότητας.
40. Η Κυβέρνηση προσέθεσε ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας στην Ελλάδα είναι παρεμπίπτων και διάχυτος και ότι όλα τα εσωτερικά δικαστήρια είναι αρμόδια, στο πλαίσιο των συγκεκριμένων προσφυγών που φέρονται ενώπιόν τους, να εξετάσουν τα ζητήματα συνταγματικότητας και συμβατότητας με την Σύμβαση. Σημειώνουν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, οι διατάξεις των διεθνών συνθηκών κατισχύουν επί του εσωτερικού δικαίου από την κύρωσή τους με νόμο και ότι το Προεδρικό Διάταγμα 53/1974 έχει κυρώσει την Σύμβαση κατά το εσωτερικό δίκαιο. Παραπέμπουν, μεταξύ άλλων ενδεικτικών αποφάσεων πάγιας νομολογίας, συγκεκριμένες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στις οποίες αυτά τα δικαστήρια είχαν διεξάγει παρεμπίπτοντα έλεγχο της συμβατότητας διαφόρων νομικών διατάξεων προς το Ελληνικό Σύνταγμα και/ή τα Άρθρα 7,11 και 12 του Συντάγματος και το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Η Κυβέρνηση αναφέρει σχετικά ιδίως τις αποφάσεις
867/1988, 33/2002, 2960/2010, 1664/2011 και 1501/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας, την απόφαση 982/2010 του Αρείου Πάγου και την απόφαση 2028/2004 του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Επίσης ανέφεραν ότι η επίμαχη νομοθεσία μπορούσε να αναθεωρηθεί εάν κρινόταν αντισυνταγματική από δικαστική απόφαση. Η Κυβέρνηση παρέπεμψε ως παράδειγμα την κατάργηση του Άρθρου 65 του π.δ. 1400/1973 με τον Ν.1848/1989 κατόπιν της απόφασης 867/1988 του Συμβουλίου της Επικρατείας, σχετικά με τις τυπικές προϋποθέσεις για την ενάσκηση του δικαιώματος στο γάμο από τους Έλληνες στρατιωτικούς.
41. Με βάση όλες αυτές τις διαπιστώσεις, η Κυβέρνηση κατέληξε ότι οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να είχαν επικαλεστεί τα Άρθρα 14 και 8 της Σύμβασης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο μιας αγωγής αποζημίωσης βασισθείσας στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ κι να προσβάλλουν με αυτήν την επιβολή αθέμιτης διάκρισης από την επίμαχη νομοθεσία.
(β) Οι προσφεύγοντες
42. Οι προσφεύγοντες παρατήρησαν γενικά ότι θεωρητικά θα μπορούσαν να ζητήσουν από έναν συμβολαιογράφο να συντάξει γι' αυτούς ένα σύμφωνο συμβίωσης σύμφωνα με την επίμαχη νομοθεσία. Ωστόσο, εάν ο συμβολαιογράφος, όλως αδόκητα, ικανοποιούσε το αίτημά τους, θα υφίστατο πειθαρχικό έλεγχο για παράβαση καθήκοντος. Ως εκ τούτου, ήταν εξαιρετικά απίθανο να τολμήσει συμβολαιογράφος να παραβιάσει τον νόμο προκειμένου να ικανοποιήσει το αίτημα των προσφευγόντων. Περαιτέρω, οι προσφεύγοντες αναφέρουν ότι οι συμβολαιογράφοι στην Ελλάδα ασκούν ελεύθερο επάγγελμα. Συνεπώς, κάθε αγωγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δεν θα είχε προοπτική επιτυχίας, καθώς οι συμβολαιογράφοι δεν είναι κρατικοί υπάλληλοι. Η αγωγή ενώπιον των αστικών δικαστηρίων δεν θα είχε μεγαλύτερες ελπίδες επιτυχίας, καθώς ο συμβολαιογράφος που αρνείται να συντάξει συμβολαιογραφικό έγγραφο που αφορά ομόφυλο ζευγάρια δεν φέρει αστική αδικοπρακτική ευθύνη. Τέτοια άρνηση δεν θα ήταν παράνομη ή υπαίτια, όπως απαιτείται από την εσωτερική νομοθεσία προκειμένου ένα άτομο να ευθύνεται αδικοπρακτικά.
43. Όσον αφορά το ειδικό ζήτημα της αγωγής αποζημίωσης με επίκληση του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, οι προσφεύγοντες αμφισβητούν την διαβεβαίωση της Κυβέρνησης ότι αυτό θα ήταν ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Πρώτον, αναφέρουν γενικά ότι οι παρούσες υποθέσεις αφορούν την αστική κατάστασή τους και την θέση τους στην Ελληνική κοινωνία. Γι' αυτό, κάθε αποζημίωση που θα μπορούσε να επιδικαστεί από εσωτερικό δικαστήριο δεν θα αποκαθιστούσε το συναίσθημα αποκλεισμού και κοινωνικής περιθωριοποίησης που προκαλείται από τον Ν.3719/2008. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι μόνο μια απόφαση του Δικαστηρίου για παραβίαση των Άρθρων 8 και 14 της Σύμβασης θα ήταν επαρκής για την αποκατάσταση της ζημίας που έχουν υποστεί στην παρούσα υπόθεση.
44. Περαιτέρω, οι προσφεύγοντες επιμένουν περαιτέρω, ότι τα εσωτερικά δικαστήρια ήταν παραδοσιακά πολύ επιφυλακτικά να αποφανθούν ότι μια αγωγή αποζημίωσης μπορεί να εγερθεί λόγω μιας νομοθετικής διάταξης ή μιας σιωπής του νομοθέτη επί συγκεκριμένου ζητήματος. Επικαλούνται πρώτον ότι η νομολογία των εσωτερικών δικαστηρίων που παραπέμπεται από την Κυβέρνηση δεν αποδέχεται ότι το Κράτος ήταν αστικά υπεύθυνο όταν ο νόμος ήταν αντίθετος σε κανόνα αυξημένης τυπικής ισχύος. Τα διοικητικά δικαστήρια είναι πολύ επιφυλακτικά για την αναγνώριση μιας γενικής αρχής που περιορίζει το πεδίο ελεύθερης εκτίμησης του νομοθέτη, τόσο στο πλαίσιο της παραβίασης του Συντάγματος όσο και σε αυτό που αφορά τις διεθνείς συνθήκες. Έπειτα, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η νομολογία που παραπέμπει η Κυβέρνηση δεν είναι σχετική, καθώς δεν παρουσιάζει καμία συνάφεια με την υπό κρίση υπόθεση. Ιδίως, λόγω του γεγονότος ότι η νομολογία των εσωτερικών δικαστηρίων ήταν πιο στενή από του Δικαστηρίου όσον αφορά την έννοια της "οικογένειας". Οι προσφεύγοντες παραπέμπουν στην απόφαση 1141/2007 του Αρείου Πάγου, η οποία είχε ρητώς αρνηθεί την υπαγωγή του συντρόφου του θανόντος στην "οικογένεια" του τελευταίου.
45. Τέλος, οι προσφεύγοντες παρατήρησαν ότι, λόγω του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας, δεν υπάρχουν δικονομικοί κανόνες στο εσωτερικό δίκαιο για την τροποποίηση μιας φερόμενης ως αντισυνταγματικής νομοθετικής διάταξης που θα επέτρεπε στους συμβολαιογράφους να συντάσσουν σύμφωνα συμβίωσης και για ομόφυλα ζευγάρια. Με άλλα λόγια, ακόμη και στην υποθετική περίπτωση που μια αγωγή αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ γινόταν δεκτή από τα εσωτερικά δικαστήρια, οι διοικητικές αρχές δεν θα ήταν υποχρεωμένες να τροποποιήσουν την επίμαχη νομοθεσία.
(γ) Οι τρίτοι παρεμβαίνοντες
46. Οι τρίτοι παρεμβαίνοντες δεν σχολίασαν επί του παραδεκτού της προσφυγής.
2. Η κρίση του Δικαστηρίου
(α) Ιδιότητα θύματος
47. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης, ο προσφεύγων πρέπει να έχει δύο χαρακτηριστικά: να εμπίπτει στις κατηγορίες των προσφευγόντων που αναφέρονται στο άρθρο 34 και να υποστηρίζει βάσιμα ότι είναι θύμα λόγω παραβίασης της Σύμβασης. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια του "θύματος" πρέπει να ερμηνεύεται αυτόνομα και ανεξάρτητα από τις έννοιες του εθνικού δικαίου, όπως αυτές που αφορούν το έννομο συμφέρον ή την ικανότητα δικαιοπραξίας (βλ. Gorraiz Lizarraga και Άλλοι κατά Ισπανίας, αρ. 62543/00, § 35, ECHR 2004-III). Ο όρος "θύμα", στο πλαίσιο του Άρθρου 34 της Σύμβασης υποδηλώνει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που θίγονται άμεσα ή έμμεσα από μια ισχυριζόμενη παραβίαση (βλ. SARL du Parc d’Activités de Blotzheim κατά Γαλλίας, αρ. 72377/01, § 20, 11 Ιουλίου 2006). Έτσι, το Άρθρο 34 δεν αφορά μόνο τα άμεσα θύματα ή τα θύματα μιας ισχυριζόμενης παραβίασης, αλλά και τα έμμεσα θύματα που θα μπορούσε να θίξει μια παραβίασης ή εκείνον που θα μπορούσε να έχει ένα ισχύον και προσωπικό συμφέρον για επίλυση του θέματος (βλ., mutatis mutandis, Defalque κατά Βελγίου, αρ. 37330/02, § 46, 20 Απριλίου 2006, και Τουρκική Ένωση Ξάνθης και Άλλοι κατά Ελλάδας, αρ. 26698/05, § 38, 27 Μαρτίου 2008).
48. Όσον αφορά το Σωματείο "Σύνθεση – Ενημέρωση, Ευαισθητοποίηση και Έρευνα", το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πρόκειται για μη κερδοσκοπική σωματείο, ο κύριος στόχος του οποίου είναι η παροχή ψυχολογικής και ηθικής υποστήριξης στους γκέι και τις λεσβίες. Ωστόσο, οι προσφυγές της παρούσας υπόθεσης αφορούν το γεγονός ότι κατά το άρθρο 1 του Ν.3719/2008 δεν παρέχεται δικαίωμα σε άτομα ίδιου φύλου να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης. Ως εκ τούτου, στο μέτρο που το έβδομο προσφεύγον στην προσφυγή αρ. 32648/09 είναι νομικό πρόσωπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί στην παρούσα υπόθεση άμεσο ή έμμεσο "θύμα" με την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης (βλ. mutatis mutandis, Fédération chrétienne des témoins de Jéhovah de France κατά Γαλλίας (διατ.), αρ. 53430/99, ΕΔΔΑ 2001-XI).
49. Όσον αφορά τους άλλους αιτούντες, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι είναι ενήλικα άτομα, τα οποία σύμφωνα με τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν, έχουν ομόφυλες σχέσεις και σε κάποιες περιπτώσεις συγκατοικούν. Στο μέτρο που, λόγω του άρθρου 1 του Ν.3719/2008 που εξαιρεί τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του νόμου, δεν μπορούν να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης και να οργανώσουν τη σχέση τους σύμφωνα με τις νομικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από αυτόν τον νόμο, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατάσταση αυτή τους αφορά άμεσα και έχουν προσωπικό έννομο συμφέρον να επιλυθεί. Συνεπώς, καταλήγει ότι τα άτομα στις παρούσες προσφυγές πρέπει να κριθούν "θύματα" της ισχυριζόμενης παραβίασης, κατά την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης.
50. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το έβδομο προσφεύγον στην προσφυγή αρ. 32684/09 δεν έχει την ιδιότητα του θύματος κατά την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης και ότι η προσφυγή κατά το μέρος αυτό πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το Άρθρο 35 § 4. Το Δικαστήριο απορρίπτει την ένσταση της Κυβέρνησης ότι οι υπόλοιποι προσφεύγοντες δεν διαθέτουν την ιδιότητα του θύματος.
(β) Εξάντληση εσωτερικών ενδίκων μέσων
51. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο κανόνας που αφορά την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης βασίζεται στην παραδοχή που αντανακλά και στο Άρθρο 13 (με το οποίο έχει στενή σύνδεση) ότι πρέπει να υπάρχει ένα αποτελεσματικό πρακτικά και νομικά ένδικο μέσο διαθέσιμο, για την αντιμετώπιση της φερόμενης παραβίασης (βλ. Kudła κατά Πολωνίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 30210/96, § 152, ΕΔΔΑ 2000-XI, και Hasan και Chaush κατά Βουλγαρίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 30985/96, §§ 96-98, ΕΔΔΑ 2000-XI).Παρατηρεί ότι ο κανόνας περί εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων επιβάλλει στους προσφεύγοντες – με τη χρήση των νομικών μέσων που τους παρέχονται από το εσωτερικό δίκαιο στο μέτρο που είναι αποτελεσματικά και επαρκή – να ζητούν από τα Συμβαλλόμενα Κράτη την δυνατότητα της αποκατάστασης των φερόμενων από αυτούς παραβιάσεων, πριν φέρουν το θέμα στο Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων αποφάσεων πάγιας νομολογίας, Fressoz και Roire κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 29183/95, § 37, ΕΔΔΑ 1999-1).
52. Τα μόνα ένδικα μέσα που το Άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης επιβάλλει να έχουν εξαντληθεί είναι αυτά που αφορούν φερόμενες παραβιάσεις, εάν είναι διαθέσιμα και επαρκή. Η ύπαρξη τέτοιων ένδικων μέσων πρέπει να είναι αρκούντως βέβαιη, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη, καθώς, αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε δεν υπάρχει η προϋπόθεση της προσβασιμότητας και της αποτελεσματικότητας. Είναι ευθύνη του καταγγελλόμενου κάθε φορά Κράτους να εισάγει αυτούς τους όρους σε ικανοποιητικό βαθμό (βλ. μεταξύ άλλων σημαντικών αποφάσεων, McFarlane κατά Ιρλανδίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 31333/06, § 107, 10 Σεπτεμβρίου 2010). Η ύπαρξη μόνον αμφιβολιών για την προοπτική επιτυχίας ενός συγκεκριμένου ένδικου μέσου που δεν είναι προδήλως χρήσιμο δεν αποτελεί επαρκή λόγο μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων ( βλ. Akdivar και άλλοι κατά Τουρκίας, 16 Σεπτεμβρίου 1996, § 71, Συλλογή Αποφάσεων και Διατάξεων ns 1996-IV).
Τέλος, ένας προσφεύγων που είχε διαθέσιμο ένα ένδικο μέσο ικανό για την αποκατάσταση του προβλήματος που αφορά η φερόμενη παράβαση, άμεσα ή όχι τελείως έμμεσα, δεν είναι υποχρεωμένος να προσφύγει σε άλλα μέσα που μπορεί να είναι διαθέσιμα μεν, αλλά η αποτελεσματικότητά τους είναι αμφισβητούμενη (βλ. Μανουσάκης και άλλοι κατά Ελλάδας, 26 Σεπτεμβρίου 1996, § 33, Εκθέσεις 1996-IV, και Anakomba Yula κατά Βελγίου αρ. 45413/07, § 22, 10 Μαρτίου 2009).
53. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το κεντρικό επιχείρημα της Κυβέρνησης όσον αφορά την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων αφορά την επιμονή ότι οι προσφεύγοντες μπορούσαν να προσβάλλουν την συνταγματικότητα του Ν.3719/2008 με αγωγή αποζημίωσης βάσει του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ. Ισχυρίζονται ότι οι προσφεύγοντες έτσι θα είχαν θέσει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το θέμα της συμβατότητας της επίμαχης νομοθεσίας προς τα Άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης.
54. Πρώτον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το ένδικο μέσο που αναφέρει η Κυβέρνηση προβλέπει μόνον ότι το θιγόμενο πρόσωπο μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για πράξη ή παράλειψη του Κράτους κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας. Συνεπώς, κάθε έλεγχος συνταγματικότητας του νόμου διεξάγεται από το αρμόδιο δικαστήριο ως παρεμπίπτον ζήτημα, με σκοπό τη διερεύνηση του εάν το Κράτος πρέπει να καταβάλει αποζημίωση στο άτομο για παραβίαση ενός κανόνα δικαίου που εισάγει ειδικό ατομικό δικαίωμα ή συμφέρον. Στην παρούσα υπόθεση όμως, οι προσφεύγοντες διαμαρτύρονται για μια συνεχή παραβίαση των Άρθρων 14 και 8 της Σύμβασης, λόγω του ότι ως ομόφυλα ζευγάρια δεν μπορούν να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης, ενώ υπάρχει νομοθεσία που παρέχει τη δυνατότητα αυτή στα ετερόφυλα ζευγάρια. Έτσι, μόνη η αναγνώριση οικονομικής αποζημίωσης δεν θα ήταν επαρκής για την αποκατάσταση του προβλήματος.
55. Δεύτερον, όσον αφορά την φύση του ένδικου μέσου που αναφέρει η Κυβέρνηση, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ακόμη κι αν τα εσωτερικά δικαστήρια επιδίκαζαν μια αποζημίωση βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, το Κράτος δεν θα είχε νομική υποχρέωση να τροποποιήσει την επίμαχη νομοθεσία.
56. Τέλος, το Δικαστήριο παρατηρεί επιπρόσθετα ότι, όπως φάνηκε από τις αποφάσεις που παρέπεμψε η Κυβέρνηση στο πλαίσιο της αγωγής αποζημίωσης του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, τα εσωτερικά δικαστήρια εφαρμόζουν το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ πολύ περιορισμένα όσον αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη του Κράτους σε υποθέσεις αντισυνταγματικού νόμου. Το Δικαστήριο παρατηρεί συγκεκριμένα ότι καμία από τις αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων της Ελλάδας που αναφέρει η Κυβέρνηση δεν αφορά ένα ζήτημα συγκρίσιμο με αυτό που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή με την αντισυνταγματικότητα ενός νόμου που εισάγει δυσμενείς διακρίσεις σχετικά με το δικαίωμα στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι καμία από τις επίμαχες αποφάσεις δεν εξέτασε αίτημα αποζημίωσης που αφορά την ασυμβατότητα νόμου με τα Άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης.
57. Συνολικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει παραδείγματα προηγούμενων δικαστικών αποφάσεων που αποδεικνύουν πειστικά ότι η υποβολή αγωγής αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα θα μπορούσε να είχε αποκαταστήσει τα αιτήματά τους βάσει των Άρθρων 8 και 14 της Σύμβασης. Το Κράτος όμως πρέπει να αποδεικνύει την εξάντληση αποτελεσματικών κι επαρκών εσωτερικών ένδικων μέσων (βλ. Soto Sanchez κατά Ισπανίας, αρ. 66990/01, § 34, 25 Νοεμβρίου 2003. L. κατά Λιθουανίας, αρ. 27527/03, §§ 35-36, ΕΔΔΑ 2007-IV, και Σαμπάνης και άλλοι κατά Ελλάδας, αρ. 32526/05, § 58, 5 Ιουνίου 2008).
58. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, με δεδομένη την φύση της αγωγής αποζημίωσης που βασίζεται στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και της εφαρμογής του από τα δικαστήρια, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι αποτελεί ένδικο μέσο που πρέπει να έχει εξαντληθεί κατά το Άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης. Συνεπώς, το Δικαστήριο απορρίπτει την ένσταση της Κυβέρνησης περί μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων.
(γ) Συμπέρασμα
59. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το Άρθρο 35 § 4 της Σύμβασης ως προς το έβδομο προσφεύγον στην προσφυγή αρ. 32684/09, καθώς το προσφεύγον δεν έχει την ιδιότητα του "θύματος" κατά την έννοια του Άρθρου34 της Σύμβασης. Περαιτέρω, η ένσταση της μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων της Κυβέρνησης απορρίπτεται. Τέλος, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, όσον αφορά τους οκτώ προσφεύγοντες που έχουν την ιδιότητα του "θύματος" κατά την έννοια του Άρθρου 34, η προσφυγή δεν είναι απαράδεκτη για άλλους λόγους και, συνεπώς, κηρύσσει αυτήν παραδεκτή.
B. Ουσία
1. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
(α) Οι προσφεύγοντες
60. Οι προσφεύγοντες αναφέρουν την απόφαση Schalk και Kopf κατά Αυστρίας (αρ. 30141/04, ΕΔΔΑ 2010), στην οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η σχέση ενός συγκατοικούντος ομόφυλου ζευγαριού που ζει σε μια σταθερή de facto συμβίωση εμπίπτει στην έννοια της "οικογενειακής ζωής". Ισχυρίζονται ότι, μολονότι η νομοθεσία των Ευρωπαϊκών χωρών επί του θέματος δεν είναι πλήρως εναρμονισμένη, υπάρχει πάντως μια τάση υπέρ της νομικής αναγνώρισης των ομόφυλων ζευγαριών. Οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι, απ' όσο γνωρίζουν, η Ελλάδα ήταν μέχρι τώρα το μοναδικό Ευρωπαϊκό κράτος που είχε θεσπίσει μια εναλλακτική προς το γάμο δυνατότητα που αφορούσε μόνο τα ετερόφυλα ζευγάρια. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα που είχε θεσπίσει νομοθεσία που διέπει έναν τύπο συμφώνου συμβίωσης αποκλείοντας τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής της. Η Ελλάδα έτσι αποκλίνει ξεκάθαρα από τον κανόνα που ακολουθούν σχετικά με αυτό το θέμα τα Ευρωπαϊκά κράτη. Οι προσφεύγοντες αναφέρουν ότι η διατήρηση των δεσμών της παραδοσιακής ετεροφυλοφιλικής οικογένειας δεν αποτελεί επαρκή λόγο για την δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχείρισης των ομόφυλων ζευγαριών. Αντί να κάνει θετικά βήματα για την άρση των προκαταλήψεων εις βάρος των γκέι και λεσβιών στην Ελληνική κοινωνία, το καταγγελλόμενο Κράτος είχε ενισχύσει την προκατάληψη με την θέση σε ισχύ του Ν.3719/2008 που εξαιρεί τα ομόφυλα ζευγάρια. Κατά την άποψη των προσφευγόντων, ο επίμαχος νόμος περιέχει αρνητική ηθικά κρίση για την ομοφυλοφιλία καθώς επιφύλαξε, αν όχι εχθρότητα, τουλάχιστον αδικαιολόγητες επιφυλάξεις εις βάρος των ομόφυλων ζευγαριών. Έχοντας αποφασίσει να αναγνωρίσει κι άλλη τυπική αναγνώριση για την οικογενειακή ζωή, πέραν του γάμου, ο νομοθέτης είχε επιδείξει σαφή περιφρόνηση στα ομόφυλα ζευγάρια εξαιρώντας τα από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008.
61. Τέλος, οι προσφεύγοντες διαφωνούν με το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν η προστασία των τέκνων που γεννιούνται από ετερόφυλα ζευγάρια που ζουν σε de facto σχέσεις. Κατά την γνώμη των προσφευγόντων, είναι σαφές ότι η επίμαχη νομοθεσία έχει σχεδιαστεί για τη ρύθμιση της κατάστασης των ζευγαριών που δεν επιθυμούν να παντρευτούν, ανεξάρτητα από το εάν είχαν ή ήθελαν να αποκτήσουν παιδιά. Έτσι, θεωρούν ότι ο αποκλεισμός τους από το πεδίο εφαρμογής του νόμου δεν είχε κάποια αντικειμενική και εύλογη δικαιολόγηση και για τον λόγο αυτόν εισήγαγε αρνητική διάκριση.
(β) Η Κυβέρνηση
62. Η Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, όσον αφορά τους νόμιμους στόχους που επιδιώκονται με τον Ν.3719/2008, η νομοθεσία για το σύμφωνο συμβίωσης πρέπει να θεωρηθεί ένα σύνολο κανόνων που επιτρέπουν σε γονείς να μεγαλώσουν τα βιολογικά τέκνα τους με έναν τρόπο που ο πατέρας θα έχει μια ίση συμμετοχή στην γονική μέριμνα, χωρίς να είναι υποχρεωτικός ο γάμος του ζευγαριού. Τα σύμφωνα συμβίωσης έχουν το νόημα, όταν η γυναίκα μείνει έγκυος, το ζευγάρι να μη χρειάζεται πλέον να παντρευτεί από το φόβο ότι αλλιώς δεν θα αναγνωριζόταν νομικά η σχέση που επιθυμούν να έχουν με το παιδί τους που θα θεωρείτο εκτός γάμου. Έτσι, θεσπίζοντας το σύμφωνο συμβίωσης ο Έλληνας νομοθέτης απέδειξε ότι είναι ταυτόχρονα παραδοσιακός και σύγχρονος στο σκεπτικό του. Θεσπίζοντας τον Ν.3719/2008, ο νομοθέτης επιδίωξε να ενδυναμώσει τους θεσμούς του γάμου και της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια, καθώς η απόφαση για τον γάμο θα μπορούσε να ληφθεί πλέον ανεξάρτητα από το εάν υπήρχε η προοπτική απόκτησης παιδιού κι έτσι να βασίζεται πλήρως στην αμοιβαία δέσμευση δύο ατόμων διαφορετικού φύλου, πέρα από εξωτερικούς περιορισμούς.
63. Η Κυβέρνηση περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Ν.3719/2008 αποσκοπούσε στη ρύθμιση ενός υπαρκτού κοινωνικού φαινομένου, αυτού των άγαμων ετερόφυλων ζευγαριών που έχουν παιδιά. Το Ελληνικό δίκαιο διαφέρει σε αυτό το σημείο από την νομοθεσία των άλλων Ευρωπαϊκών κρατών που προβλέπει σύμφωνα συμβίωσης. Ο Έλληνας νομοθέτης είχε ρητά αναφέρει στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου ότι δεν επιδιώκει να ρυθμίσει όλες τις μορφές ελεύθερης συμβίωσης, αλλά να προστατεύσει τα παιδιά που γεννιούνται από ετερόφυλα ζευγάρια στο πλαίσιο τέτοιας συμβίωσης, καθώς και τους ίδιους τους γονείς που δεν επιθυμούν να συνάψουν γάμο. Κατά την άποψη της κυβέρνησης, όλη η δομή του Νόμου και το περιεχόμενο των διατάξεών του έχουν σχεδιαστεί με αυτό το σκεπτικό. Συνεπώς, η θέσπιση συμφώνου συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια θα προϋπέθετε ένα διαφορετικό σύνολο κανόνων που διέπουν μια κατάσταση ανάλογη, αλλά όχι ίδια με την κατάσταση των ετερόφυλων ζευγαριών.
64. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι πριν την θέση σε ισχύ του Ν.3719/2008, το εσωτερικό δίκαιο παρείχε περιορισμένη αναγνώριση σε ετερόφυλα ζευγάρια που συζούσαν εκτός γάμου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 1444 του Αστικού Κώδικα, αναφέρεται σε “ελεύθερη συμβίωση”. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, διαζευγμένα άτομα που συνάπτουν νέο γάμο ή ζουν σε ελεύθερη συμβίωση χάνουν το δικαίωμα διατροφής. Οι ελεύθερες συμβιώσεις αναφέρονται επίσης στα άρθρα 1456 και 1457 του Αστικού Κώδικα που αφορά την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Το άρθρο 1456 προβλέπει ότι εάν μία άγαμη γυναίκα προσφύγει σε ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, ο άνδρας με τον οποίο συζεί σε ελεύθερη συμβίωση πρέπει να δώσει τη συγκατάθεσή του ενώπιον συμβολαιογράφου. Το άρθρο 1457 θέτει τους όρους υπό τους οποίους η τεχνητή σπερματέγχυση επιτρέπεται μετά το θάνατο του συζύγου της γυναίκας ή του άνδρα με τον οποίον έζησε σε ελεύθερη συμβίωση.
65. Η Κυβέρνηση είναι της άποψης ότι κατά την εξέταση της συμβατότητας του άρθρου 1 του Ν.3719/2008 με τα Άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης και ιδίως κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας της εν λόγω παρέμβασης, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη το συνολικό υπόβαθρο της υπόθεσης και όλες τις διατάξεις του εν λόγω νόμου για το σύμφωνο συμβίωσης. Πρώτα, η Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να διακρίνει ανάμεσα σε προσφεύγοντες που συγκατοικούν και σε αυτούς που δεν συγκατοικούν. Στην περίπτωση των πρώτων, η προσφυγή θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της “οικογενειακης ζωής”. Στην περίπτωση των δεύτερων, η οικεία έννοια είναι αυτή της “ιδιωτικής ζωής”.
66. Στη συνέχεια η Κυβέρνηση προχωρά στην ανάλυση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το σύμφωνο συμβίωσης και καταλήγει ότι η περιουσιακή και προσωπική κατάσταση των προσφευγόντων δεν επιρρεάζεται σε τίποτα από τον αποκλεισμό τους από το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας για το σύμφωνο συμβίωσης. Όσον αφορά τα περιουσιακά ζητήματα, η Κυβέρνηση υπενθυμίζει τα επιχείρηματά της όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής ως προς τα πρόσωπα που την υπέβαλαν. Παρατηρεί ότι το σύμφωνο συμβίωσης δεν έχει άμεσα δεσμευτικές συνέπειες σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση των συντρόφων. Όσο για τα κοινωνικοασφαλιστικά θέματα, τα ομόφυλα ζευγάρια ήταν στην ίδια κατάσταση με τα ετερόφυλα ζευγάρια που αποφασίζουν να συνάψουν σύμφωνο. Όσον αφορά τα ζητήματα διατροφής και κληρονομιάς, μπορούν να ρυθμιστούν από ένα ομόφυλο ζευγάρια χωρίς σύμφωνο συμβίωσης, με μια συμβατική συμφωνία.
67. Όσον αφορά την προσωπική κατάσταση των προσφευγόντων, η Κυβέρνηση επιμένει ότι η βιολογική διαφορά ανάμεσα στα ετερόφυλα ζευγάρια και τα ομόφυλα ζευγάρια, στο μέτρο που τα τελευταία δεν μπορούν να αποκτήσουν κοινά βιολογικά τέκνα, δικαιολογεί τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του συμφώνου συμβίωσης στα ετερόφυλα ζευγάρια. Η Κυβέρνηση αναφέρεται ιδίως στα άρθρα 9 και 10 του Ν.3719/2008 που προβλέπει τεκμήριο πατρότητας για τον πατέρα του παιδιού που γεννήθηκε εκτός γάμου και συμμετέχει στην ανάπτυξη του παιδιού χωρίς γάμο με την μητέρα. Έτσι, ο γάμος και τα δικαστήρια ή η αναγνώριση πατρότητας από τον πατέρα από μόνο του δεν αποτελούν το μόνο μέσο για την αναγνώριση της πατρότητας. Η Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι ο σκοπός των επίμαχων διατάξεων αποτελούν τον “σκληρό πυρήνα” της νομοθεσίας για το σύμφωνο συμβίωσης και εξ ορισμού εφαρμόζεται μόνο στα ετερόφυλα ζευγάρια. Με αυτό το επιχείρημα, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι στην παρούσα υπόθεση παραβιάστηκαν τα Άρθρα 14 και 8 της Σύμβασης. Κατά την άποψή τους, τα ομόφυλα ζευγάρια δεν βρίσκονται στην ίδια ή σε συγκρίσιμη κατάσταση με τα ετερόφυλα ζευγάρια, καθώς δεν μπορούν υπό καμία περίσταστη να αποκτήσουν κοινά βιολογικά τέκνα.
68. Η Κυβέρνηση προσέθεσε, όπως προκύπτει από τον Ν.3719/2008, ότι η νομοθεσία για το σύμφωνο συμβίωσης διαφέρει από όμοιες νομοθεσίες σε άλλες χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ενώ εκείνοι οι νόμοι παράγουν συνέπειες όσον αφορά τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των ατόμων, μόνο η Ελληνική νομοθεσία καθιερώνει το τεκμήριο της πατρότητας σχετικά με τα παιδιά που γεννιούνται σε σύμφωνο συμβίωσης. Η Κυβέρνηση συμπεραίνει από αυτό ότι ο Ν.3719/2008 εστιάζει στους προσωπικούς δεσμούς των συντρόφων περισσότερο παρά σε ιδιοκτησιακές πλευρές της σχέσης τους.
(γ) Οι τρίτοι παρεμβαίνοντες
69. Οι τρίτοι παρεμβαίνοντες (το AIRE Centre, η ΔΕΝ, η FIDH και η ILGA-Ευρώπης – βλ. ανωτ. παρ. 6) αναφέρουν την νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως την απόφαση Karner κατά Αυστρίας (αρ. 40016/98, ΕΔΔΑ 2003-IX) και στην νομολογία εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων, όπως του Ουγγρικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Ανώτατου Δικαστηρίου του Καναδά, του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου και το Συνταγματικό Δικαστήριο της Βραζιλίας. Σύμφωνα με αυτά τα δικαστήρια, απαιτείται ισχυρή δικαιολόγηση όταν ο λόγος της διάκρισης είναι το φύλο ή ο σεξουαλικός προσανατολισμός. Οι τρίτοι παρεμβαίνοντες παρατήρησαν ότι ένας αυξανόμενος αριθμός εθνικών δικαστηρίων, τόσο στην Ευρώπη όσο και αλλού, επιβάλλει την ίση μεταχείριση των άγαμων ετερόφυλων ζευγαριών με τα ομόφυλα ζευγάρια. Ένας μεγάλος αριθμός των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει θε΄σει σε εφαρμογή νομοθεσία που αναγνωρίζει τις ομόφυλες σχέσεις. Απ' όσο γνωρίζουν, η περίπτωση της Ελλάδας ήταν μοναδική, καθώς ήταν το μοναδικό Ευρωπαϊκό κράτος που είχε θεσπίσει σύμφωνο συμβίωσης που εξαιρεί τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του. Η σχετική νομοθεσία στα Συμβαλλόμενα Κράτη όσον αφορά το σύμφωνο συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών βασίζεται σε δύο μοντέλα: (α) το “Δανικό μοντέλο” που βασίζεται στην νομοθεσία της Δανίας που θεσπίστηκε το 1989, που περιορίζει το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών να καταχωρίσουν συμβίωση, καθώς τα ομόφυλα ζευγάρια έχουν ήδη δικαίωμα γάμου και (β) το “Γαλλικό μοντέλο”, κατά το οποίο όλα τα άγαμα ζευγάρια έχουν δικαίωμα να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης, ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους.
2. Η κρίση του Δικαστηρίου
(α) Εφαρμογή του Άρρθου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8
70. Το Δικαστήριο έχει ήδη χειριστεί έναν αριθμό υποθέσεων στις οποίες οι προσφεύγοντες επικαλέστηκαν αρνητική διάκριση για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού στην σφαίρα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Κάποιοι εξετάστηκαν υπό το φως του Άρθρο 8 μόνο. Οι υπουθέσεις αυτές αφορούσαν την ποινική απαγόρευση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων μεταξύ ενηλίκων (βλ. Dudgeon κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 22 Οκτωβρίου 1981, Συλλογή A αρ. 45. Norris κατά Ιρλανδίας, 26 Οκτωβρίου, Συλλογή A αρ. 142. Και Μοδινός κατά Κύπρου, 22 Απριλίου 1993, Συλλογή A αρ. 259) και τον αποκλεισμό των ομοφυλόφιλων από τις ένοπλες δυνάμεις (βλ. Smith και Grady κατά Ηνωμένου Βασιλείου , αρ. 33985/96 και 33986/96, ECHR 1999VI). Άλλες προσφυγές εξετάστηκαν υπό το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8. Αυτές αφορούσαν τις διαφορετικές ηλικίες συγκατάθεσης για ομοφυλοφιλικές σχέσεις σε σύγκριση με τις ετεροφυλοφιλικές σχέσεις κατά το ποινικό δίκαιο (βλ L. και V. κατά Αυστρίας, αρ. 39392/98 και 39829/98, ΕΔΔΑ 2003-I), την ανάθεση της γονικής μέριμνας (βλ. Salgueiro da Silva Mouta v. Portugal, αρo. 33290/96, ECHR 1999-IX), την αδειοδότηση της τεκνοθεσίας (βλ. Fretté κατά Γαλλίας, αρ. 36515/97, ΕΔΔΑ 2002-I. E.B. κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 43546/02, 22 Ιανουαρίου 2008 και Gas και Dubois κατά Γαλλίας, αρ. 25951/07, ΕΔΔΑ 2012), το δικαίωμα διαδοχής στο δικαίωμα οίκησης του θανόντος συντρόφου (βλ. Karner, ό,π., και Kozak καά Πολωνίας, αρ. 13102/02, 2 Μαρτίου 2010), το δικαίωμα στην κοινωνικοασφαλιστική κάλυψη (βλ. P.B.και J.S. κατά Αυστρίας, αρ. 18984/02, Ιουλίου 2010), την πρόσβαση των ομόφυλων ζευγαριών στον γάμο ή σε άλλο τύπο νομικής αναγνώρισης (βλ. Schalk και Kopf, ό.π.) και τον αποκλεισμό των ομόφυλων ζευγαριών από την τεκνοθεσία εκ μέρους του άλλου συντρόφου (βλ. X και Άλλοι κατά Αυστρίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 19010/07, 19 Φεβρουαρίου 2013).
71. Στην παρούσα υπόθεση, οι προσφεύγοντες διαμόρφωσαν την προσφυγή τους σύμφωνα με το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 και η Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την εφαρμογή αυτών των διατάξεων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να ακολουθήσει αυτή την προσέγγιση (βλ. όμοια, Schalk και Kopf, ό.π., § 88).
72. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ' επανάληψη ότι το Άρθρο 14 δεν είναι αυτόνομο αλλά φέρει αποτελέσματα μόνο σε συνδυασμό με άλλα δικαιώματα της Σύμβασης. Αυτή η διάταξη συμπληρώνει άλλες ουσιαστικές διατάξεις της Σύμβασης και των και των Πρωτοκόλλων της. Δεν έχει ανεξάρτητη υπόσταση, οι συνέπειές του επέρχονται μόνο σε σχέση με “την απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών” που κατοχυρώνονται από αυτές τις διατάξεις. Αν και η εφαρμογή του Άρθρου 14 δεν προϋποθέτει την παραβίαση αυτών των διατάξεων – και σε αυτό το βαθμό είναι αυτόνομο – δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής του αν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής μιας άλλης διάταξης (βλ. μεταξύ άλλων καθοριστικών αποφάσεων , Petrovic κατά Αυστρίας, 27 Μαρτίου 1998, § 22, Reports 1998II, E.B., ό.π., § 47. Schalk και Kopf, ό.π., § 89. Και X και άλλοι, ό.π., § 94).
73. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι βάσει του φακέλου της υπόθεσης, οι προσφεύγοντες είναι σταθερά ομόφυλα ζευγάρια. Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι οι σχέσεις τους εμπίπτουν στην έννοια της “ιδιωτικής ζωής”, κατά την έννοια του άρθρου 8 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι στην απόφασή του Schalk και Kopf έκρινε ότι ενόψει της ταχείας εξέλιξης σε έναν σημαντικό αριθμό κρατών μελών που αφορούν την νομική αναγνώριση ομόφυλων ζευγαριών, “θα ήταν επίπλαστη η επιμονή ότι, αντίθετα με τα ετερόφυλα ζευγάρια, ένα ομόφυλο ζευγάρι δεν θα μπορούσε να απολαμβάνει κοινή “οικογενειακή ζωή” κατά την έννοια του Άρθρου 8” (βλ. Schalk και Kopf, ό.π., § 94). Συνεπώς, το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι οι σχέσεις των προσφευγόντων στην παρούσα υπόθεση εμπίπτουν στο πλαίσιο της “ιδιωτικής ζωής” και της “οικογενειακής ζωής”, όπως θα ενέπιπταν και οι σχέσεις ετερόφυλων ζευγαριών στην ίδια κατάσταση. Δεν υπάρχει βάση για την διάκριση που ζητά η Κυβέρνηση (βλ. παρ. 65 στο τέλος) ανάμεσα σε αυτούς που ζουν μαζί και αυτούς που – για προσωπικούς και κοινωνικούς λόγους – δεν ζουν μαζί (βλ. παρ. 8 ανωτ.) καθώς στην παρούσα υπόθεση το γεγονός της μη συγκατοίκησης δεν αποκλείει τα ζευγάρια από την σταθερότητα που ενέχει το πεδίο εφαρμογής της οικογενειακής ζωής κατά την έννοια του Άρθρου 8.
74. Συνολικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 είναι εφαρμοστέα στην παρούσα υπόθεση.
(β) Τήρηση του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8
(i) Πεδίο εφαρμογής της υπόθεσης
75. Το Δικαστήριο θεωρεί σημαντικό να οριοθετήσει το πεδίο εφαρμογής της παρούσας υπόθεσης. Η προσφυγή των προσφευγόντων δεν σχετίζεται γενική και αόριστη υποχρέωση του Ελληνικού κράτους να παρέχει ένας είδος νομικής αναγνώρισης για τα ομόφυλα ζευγάρια κατά το εσωτερικό δίκαιο. Στην παρούσα υπόθεση οι προσφεύγοντες καταγγέλλουν ότι ο Ν.3719/2008 καθιερώνει σύμφωνο συμβίωσης για ετερόφυλα ζευγάρια μόνο, εξαιρώντας αυτομάτως τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του. Με άλλα λόγια, οι προσφεύγοντες δεν καταγγέλλουν ότι το Ελληνικό κράτος αθέτησε θετική υποχρέωσή του επιβαλλόμενη από την Σύμβαση, αλλά ότι θέσπισε έναν διαχωρισμό με τον Ν.3719/2008, ο οποίος κατά την άποψή τους εισάγει αρνητική διάκριση εις βάρος του. Έπειτα, το θέμα που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι εάν η Ελλάδα έχει δικαίωμα από την άποψη του Άρθρου 14 και του 8 της Σύμβασης να θέσει σε εφαρμογή νόμο για τα νέα σύμφωνα συμβίωσης, παράλληλα προς το γάμο, για άγαμα ετερόφυλα ζευγάρια μόνον, εξαιρώντας έτσι τα ομόφυλα ζευγάρια.
(ii) Αρχές που καθιερώθηκαν με την νομολογία του Δικαστηρίου
76. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου μια υπόθεση να εμπίπτει στο Άρρθο 13 θα πρέπει να υπάρχει μια διαφορά στην μεταχείριση προσώπων σε συγκρίσιμες περιστάσεις. Τέτοια διαφορά μεταχείρισης είναι αρνητική διάκριση όταν δεν υπάρχει αντικειμενική και εύλογη δικαιολόγηση. Με άλλα λόγια, εάν δεν επιδιώκεται νόμιμος στόχος ή εάν δεν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογίας ανάμεσα στα μέσα που χρησιμοποιούνται και στον επιδιωκόμενο στόχο. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη διαθέτουν πεδίο ελεύθερης εκτίμησης για την αξιολόγηση του εάν και σε ποιο βαθμό οι διαφορές σε όμοιες υποθέσεις δικαιολογούν διαφορετική μεταχείριση (βλ. Burden κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 13378/05, § 60, ΕΔΔΑ 2008. Schalk και Kopf, ό.π., § 96, Και X και άλλοι, ό.π. § 98). Η έννοια της διάκρισης κατά το άρθρο 14 περιλαμβάνει επίσης περιπτώσεις στις οποίες ένα πρόσωπο ή ομάδα προσώπων δέχεται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση σε σχέση με άλλους, χωρίς κατάλληλη δικαιολόγηση, ακόμη κι αν αυτή η πιο ευνοϊκή μεταχείριση δεν αξιώνεται από την Σύμβαση (βλ. Abdulaziz, Cabales και Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 28 Μάη 1985, § 82, Συλλογή A αρ. 94).
77. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι μια έννοια που καλύπτεται από το Άρθρο 14. Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ' επανάληψη ότι, όπως οι διαφορές που βασίζονται στο φύλο, οι διαφορές που βασίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό απαιτούν “ιδιαίτερα πειστικούς και βαρύνοντες λόγους” δικαιολόγησης (βλ. για παράδειγμα, Smith και Grady, § 90. Karner, §§ 37 και 42. L. και V., § 45. X και άλλοι , § 99, ό.π.). Όταν υπάρχει διαφορά μεταχείρισης για λόγους που βασίζονται στο φύλο ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό, το πεδίο ελεύθερης εκτίμησης των Κρατών είναι στενό (βλ. Karner, § 41, και Kozak, § 92, ό.π.).Οι διαφορές που βασίζονται μόνο στον σεξουαλικό προσανατολισμό είναι απαράδεκτες κατά την Σύμβαση (βλ. Salgueiro da Silva Mouta, § 36. E.B., §§ 93 και 96. X και άλλοι, § 99, ό.π.).
(iii) Εφαρμογή αυτών των αρχών στην υπό κρίση υπόθεση
(α) Σύγκριση της κατάστασης των προσφευγόντων με αυτή των ετερόφυλων ζευγαριών και ύπαρξη διαφορετικής μεταχείρισης
78. Το πρώτο ερώτημα που απευθύνεται από το Δικαστήριο είναι εάν η κατάσταση των προσφευγόντων είναι συγκρίσιμη με αυτήν των ετερόφυλων ζευγαριών που επιθυμούν να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης με βάση τον Ν.3719/2008. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα ομόφυλα ζευγάρια είναι εξίσου ικανά με τα ετερόφυλα να συνάψουν σταθερές σχέσεις αφοσίωσης (βλ. Schalk και Kopf, ό.π., § 99). Γι' αυτό κρίνει ότι οι προσφεύγοντες είναι σε συγκρίσιμη κατάσταση με τα ετερόφυλα ζευγάρια όσον αφορά την ανάγκη τους για νομική αναγνώριση και προστασία της σχέσης τους (βλ. Schalk και Kopf, ό.π.).
79. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το άρθρο 1 του Ν.3719/2008 περιορίζει ρητά την δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης στα ετερόφυλα ζευγάρια. Συνεπώς, εξαιρώντας επί τούτου τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του, ο Ν.3719/2008 εισάγει διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται στον σεξουαλικό προσανατολισμό των ενδιαφερομένων.
(β) Νόμιμος στόχος και αναλογικότητα
80. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Κυβέρνηση επικαλείται κυρίως δύο σύνολα επιχειρημάτων για να δικαιολογήσει την επιλογή του νομοθέτη να μην συμπεριλάβει τα ομόφυλα ζευγάρια στο πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008. Πρώτον, αναφέρουν ότι εάν το σύμφωνο συμβίωσης που θεσπίστηκε από το νόμο εφαρμοζόταν στους προσφεύγοντες θα τους παρείχε δικαιώματα και υποχρεώσεις – ως προς την περιουσιακή κατάσταση, τις οικονομικές σχέσεις και τα κληρονομικά δικαιώματα – για τα οποία ήδη υπάρχει νομικό πλαίσιο κατά το κοινό δίκαιο, δηλαδή σε συμβατική βάση. Δεύτερον, η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η νομοθεσία αυτή σχεδιάστηκε για την επίτευξη διαφόρων στόχων: προστασία των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου, προστασία των μονογονεϊκών οικογενειών (όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου) που ανταποκρίνονται στις επιθυμίες των γονέων τους να αναθρέψουν τα παιδιά τους χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να παντρευτούν και, πάντως, ενδυνάμωση του θεσμού του γάμου και της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια.
81. Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα που αναφέρει η Κυβέρνηση, το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι ακόμη κι αν ήταν ισχυρό, αυτό δεν λαμβάνει υπόψη ότι το σύμφωνο συμβίωσης που προβλέπει ο Ν.3719/2008 είναι μια επίσημα αναγνωρισμένη εναλλακτική στον γάμο που ενέχει αυταξία για τους προσφεύγοντες, ανεξάρτητα από το εάν τα νομικά του αποτελέσματα είναι στενά ή εκτεταμένα. Όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο, τα ομόφυλα ζευγάρια είναι εξίσου ικανά με τα ετερόφυλα ζευγάρια να συνάψουν σταθερές σχέσεις αφοσίωσης. Τα ομόφυλα ζευγάρια μοιράζονται τις ζωές τους έχοντας τις ίδιες ανάγκες κοινής υποστήριξης και βοήθειας, όπως τα ετερόφυλα ζευγάρια. Συνεπώς, η δυνατότητα σύναψης ενός συμφώνου συμβίωσης θα παρείχε στα πρώτα την μοναδική δυνατότητα που τους παρέχει το Ελληνικό δίκαιο να διαμορφώσουν τις σχέσεις τους προσφέροντάς τους νομική ισχύ που αναγνωρίζεται από το Κράτος. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η επέκταση των συμφώνων συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια θα επέτρεπε σε αυτά να ρυθμίζουν ζητήματα που αφορούν την περιουσία, την διατροφή και την κληρονομιά όχι ως ιδιώτες που συνάπτουν συμβάσεις κατά το κοινό δίκαιο, αλλά βασιζόμενοι σε νομικούς κανόνες που διέπουν την πολιτική ένωση, καθιστώντας έτσι την σχέση τους αναγνωρισμένη από το Κράτος.
82. Είναι αλήθεια ότι το δεύτερο κύριο επιχείρημα της Κυβέρνησης είναι ότι ο Ν.3719/2008 έχει σχεδιαστεί για την ενίσχυση της νομικής θέσης των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου και να καταστήσει πιο εύκολη την ανατροφή των παιδιών από γονείς χωρίς να υποχρεώνονται να παντρευτούν. Αυτή η πτυχή διαχωρίζει τα ετερόφυλα από τα ομόφυλα ζευγάρια, λένε, καθώς τα τελευταία δεν μπορούν να έχουν κοινά βιολογικά τέκνα.
83. Το Δικαστήριο κρίνει νόμιμο από την πλευρά του Άρθρου 8 της Σύμβασης να θεσπίζει ο νομοθέτης νομοθεσία για την ρύθμιση της κατάστασης των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου και να ενδυναμώσει έτσι έμμεσα τον θεσμό του γάμου στην Ελληνική κοινωνία με την προβολή της ιδέας, όπως εξηγεί η Κυβέρνηση, ότι η απόφαση για τον γάμο πρέπει να λαμβάνεται αποκλειστικά στη βάση της κοινής δέσμευσης των δύο ατόμων, ανεξάρτητα από εξωτερικούς περιορισμούς ή από την προοπτική της απόκτησης παιδιών (βλ. ανωτ. Παρ. 62).Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η προστασία της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια, κατ' αρχήν, είναι ένας βαρύνον και νόμιμος λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια διαφορετική μεταχείριση (βλ. Karner, § 40, και Kozak, § 98, ό.π.). Αυτονοήτως η προστασία των συμφερόντων των παιδιών είναι επίσης ένας νόμιμος στόχος (βλ. X και άλλοι ό.π., § 138). Παραμένει να διευκρινιστεί εάν τηρείται στην παρούσα υπόθεση η αρχή της αναλογικότητας.
84. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις αρχές που θεσπίζονται με τη νομολογία του. Ο σκοπός της προστασίας της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια είναι μάλλον αόριστος και μια ευρεία ποικιλία συγκεκριμένων μέτρων μπορούν να επιλεγούν για την επιδίωξή του (βλ. Karner, § 41, και Kozak, § 98, ό.π.). Επίσης, δεδομένου ότι η Σύμβαση είναι ένα ζωντανό νομοθέτημα, που πρέπει να ερμηνεύεται στις συνθήκες της σύγχρονης ζωής (βλ. ανάμεσα σε πολλές καθοριστικές αποφάσεις, Tyrer κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 25 Απριλίου 1978, § 31, Συλλογή A αρ. 26, και Christine Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 28957/95, § 75, ΕΔΔΑ 2002-VI), το Κράτος κατά την επιλογή των μέσων που αφορούν την προστασία της οικογένειας και διασφαλίζουν τον σεβασμό για την οικογενειακή ζωή, όπως ορίζεται από το Άρθρο 8 πρέπει να λάβει απαραιτήτως υπόψη τις εξελίξεις στην κοινωνία και τις αλλαγές στις αντιλήψεις στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα και τις σχέσεις, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι δεν υπάρχει ένας τρόπος 'ή μια επιλογή για την ρύθμιση της οικογενειακής ή ιδιωτικής ζωής του ατόμου (βλ. X και άλλοι, ό.π., § 139).
85. Στις περιπτώσεις στις οποίες το πεδίο ελεύθερης εκτίμησης που αναγνωρίζεται για το Κράτος είναι στενό, όπως είναι στις περιπτώσεις που η διαφορετική μεταχείριση αφορά το φύλο ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό, η αρχή της αναλογικόττηας δεν επιβάλλει απλώς μέτρα κατάλληλα κατ' αρχήν για την επίτευξη του επιδωκόμενου στόχου. Πρέπει επίσης να αποδεικνύεται ότι ήταν αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου, να εξαιρεθούν συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων – στην προκειμένη περίπτωση οι άνθρωποι που ζουν σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις – από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων (βλ. Karner, § 41, και Kozak, § 99, ό.π. ). Σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, το βάρος της απόδειξης σε σχέση με αυτά φέρει η καταγγελλόμενη Κυβέρνηση. Γι' αυτό η Ελληνική Κυβέρνηση πρέπει να αποδείξει ότι στην παρούσα υπόθεση ήταν αναγκαίο, για την επιδίωξη των νόμιμων στόχων που αναφέρει, να απαγορεύσει στα ομόφυλα ζευγάρια να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης κατά τον Ν.3719/2008 (βλ. όμοια X και άλλοι, βλ.ανωτ. § 141).
86. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η επίμαχη νομοθεσία δεν προβλέπει η ίδια μέτρα που αποσκοπούν στην ρύθμιση της κοινωνικής πραγματικότητας και την εξυπηρέτηση των στόχων που αναφέρονται από την Κυβέρνηση (βλ. παρ. 80 ανωτ.). Έχει σχεδιαστεί πρώτα και κύρια για να παρέχει νομική αναγνώριση σε μια μορφή συμβίωσης διαφορετική από το γάμο, που αναφέρεται ως “σύμφωνο συμβίωσης”. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια από το περιεχόμενο και την δομή του νόμου αυτού. Στο άρθρο 1 το σύμφωνο συμβίωσης ορίζεται ως μια σύμβαση μεταξύ δύο ετερόφυλων ενηλίκων για την ρύθμιση της ζωής τους ως ζευγάρι. Περαιτέρω, τα υπόλοιπα άρθρα δεν περιορίζονται στην ρύθμιση της κατάστασης των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου, αλλά ασχολούνται με τις ρυθμίσεις των σχέσεων των ζευγαριών που ζουν σε σύμφωνο συμβίωσης. Τα άρθρα 6 κι 7 για παράδειγμα αναφέρονται στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των μερών και τις υποχρεώσεις διατροφής σε περίπτωση λύσης του συμφώνου. Το άρθρο 11 επίσης προβλέπει ότι σε περίπτωση θανάτου του ενός συντρόφου, ο επιζών έχει δικαίωμα στην κληρονομιά (βλ. Παρ. 16 ανωτ.).
87. Το Δικαστήριο σημειώνει σχετικά με αυτό ότι στην έκθεσή της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για το νομοσχέδιο παρατηρήθηκε ότι δεν έγινε σαφές για ποιόν ακριβώς λόγο το νομοσχέδιο έχει τον τίτλο “Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί και την κοινωνία”, όταν στην πραγτματικοτητα αυτό πρόβλέπει ένα νέο νομικό τύπο για την εκτός γάμου συμβίωση (βλ. παρ. 22 ανωτ.). Υπό το φως των προηγούμενων κρίσεωντου Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από τον τίτλο και τις διακηρυγμένες προθέσεις του νομοθέτη, ο Ν.3719/2008 αρχικώς αποσκοπούσε στην αναγνώριση ενός νέου τύπου συμβίωσης εκτός γάμου.
88. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν γίνει αποδεκτό ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να ενισχύσει την νομική προστασία των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου και να ενισχύσει εμμέσως τον θεσμό του γάμου, το γεγονός παραμένει ότι θέτοντας σε εφαρμογή τον Ν.3719/2008 εισήγαγε έναν τύπο αστικής ένωσης, γνωστό ως “σύμφωνο συμβίωσης” από τον οποίο εξαιρούνται τα ομόφυλα ζευγάρια, ενώ επιτρέπεται στα ετερόφυλα ζευγάρια, ανεξάρτητα από το αν έχουν παιδιά, να ρυθμίσουν αρκετές πτυχές της σχέσης τους.
89. Στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο σημειώνει πρώτα ότι τα επιχειρήματα της Κυβέρνησης εστιάζουν στην κατάσταση των ετερόφυλων ζευγαριών με παιδιά, χωρίς να δικαιολογούν τις διαφορές στην μεταχείριση που απορρέοουν από την επίμαχη νομοθεσία μεταξύ των ομόφυλων ζευγαριών και των ετερόφυλων ζευγαριών που δεν είναι γονείς. Δεύτερον, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί από τα επιχειρήματα της Κυβέρνησης ότι με τον Ν.3719/2008 εξυπηρετούνται οι στόχοι στους οποίους αναφέρεται, με την εξαίρεση των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του. Δεν θα ήταν αδύνατο για τον νομοθέτη να περιλάβει κάποιες διατάξεις που αφορούν ειδικώς τα παιδιά εκτός γάμου, ενώ ταυτόχρονα να προβλέψει την επέκταση της γενικής δυνατότητας θέσπισης συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η αιτιολογική έκθεση της επίμαχης νομοθεσίας δεν παρέχει εξηγήσεις για την απόφαση του νομοθέτη να περιορίσει το σύμφωνο συμβίωσης στα ετερόφυλα ζευγάρια (βλ. ανωτ. παρ. 10). Περαιτέρω, σημειώνει ότι η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι το νομοσχέδιο εισάγει αρνητική διάκριση, καθώς δεν εφαρμόζεται σε ομόφυλα ζευγάρια (βλ. παρ. 23-24 ανωτ.) και ότι το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής ακολούθησε όμοια θέση (βλ. παρ. 13 ανωτ.)
90. Τέλος, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι κατά το Ελληνικό δίκαιο, όπως η ίδια η Κυβέρνηση εκθέτει (βλ. ανωτ. παρ. 64), τα ετερόφυλα ζευγάρια, αναντίστοιχα προς τα ομόφυλα, μπορούσαν να έχουν νομική αναγνώριση της σχέσης τους ακόμη και πριν την θέση σε ισχύ του Ν.3719/2008, είτε σε πλήρη βάση, με τον θεσμό του γάμου ή με έναν πιο περιορισμένο τύπο, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα που διέπουν τις ελεύθερες ενώσεις. Συνεπώς, τα ομόφυλα ζευγάρια έχουν ένα ιδιαίτερο συμφέρον να μπορούν να συνάψουν αστική ένωση, εάν τους δινόταν η δυνατότητα, αφού, αντίθετα με τα ετερόφυλα ζευγάρια, θα ήταν η μοναδική βάση στο Ελληνικό δίκαιο για την νομική αναγνώριση των σχέσεών τους.
91. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο σημειώνει το γεγονός ότι, μολονότι δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των νομικών συστημάτων των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, υπάρχει σήμερα μια αναπτυσσόμενη τάση για την εισαγωγή μορφών νομικής αναγνώρισης των ομόφυλων σχέσεων. Εννέα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει ομόφυλο γάμο. Επιπλέον, δεκαεπτά κράτη μέλη αναγνωρίζουν μια μορφή αστικής ένωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια. Όσον αφορά το ειδικό θέμα που εγείρεται στην υπό κρίση υπόθεση (βλ. παρ. 75 ανωτ.) το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναπτυσσόμενη τάση στα νομικά συστήματα του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι σαφής: από τις δεκαεννιά χώρες που προβλέπουν κάποια μορφή καταχώρισης συμβίωσης πλην του γάμου, η Λιθουανία και η Ελλάδα είναι οι μόνες χώρες που την επιφυλάσσουν αποκλειστικά στα ομόφυλα ζευγάρια (βλ. ανωτ. παρ. 25 και 26). Με άλλα λόγια, τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, με δύο εξαιρέσεις, όταν επιλέγουν να θεσπίσουν νομοθεσία που αφορά ένα νέο σύστημα καταχωρημένης συμβίωσης ως εναλλακτική στο γάμο για άγαμα ζευγάρια, συμπεριλαμβάνουν τα ομόφυλα ζευγάρια στο πεδίο εφαρμογής τους. Επιπλέον, η τάση αυτή αντανακλά σε σχετικά κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το Δικαστήριο αναφέρεται ιδίως στο Ψήφισμα 1728(2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης και την Σύσταση (2010) 5 της Επιτροπής Υπουργών (βλ. παρ. 28-30 ανωτ.).
92. Το γεγονός ότι, στο τέλος μιας σταδιακής εξέλιξης, μια χώρα βρίσκεται σε απομονωμένη θέση όσον αφορά μια πτυχή της νομοθεσίας της δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έρχεται σε αντίθεση με την Σύμβαση (βλ. F. κατά Ελβετίας, 18 Δεκεμβρίου 1987, § 33, Συλλογή A αρ. 128). Παρ' όλ' αυτά, υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κυβέρνηση δεν παρείχε πειστικούς και βαρύνοντες λόγους ικανούς για να δικαιολογηθεί ο αποκλεισμός των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008. Συνεπώς, κρίνει ότι στην παρούσα υπόθεση έχει παραβιαστεί το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης.
III. ΙΣΧΥΡΙΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
93. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχε διαθέσιμο ένδικο μέσο στο εσωτερικό δίκαιο που θα τους επέτρεπε να φέρουν ενώπιον των εσωτερικών δικαστηρίων τις προσφυγές τους όσον αφορά την αρνητική διάκριση των συμφώνων συμβίωσης. Επικαλούνται το Άρθρο 13 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:
“Κάθε πρόσωπο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται με την παρούσα Σύμβαση παραβιάσθηκαν, έχει δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, ανεξάρτητα από το αν η παραβίαση τελέσθηκε από πρόσωπα που ενεργούσαν κατά την ενάσκηση δημοσίων καθηκόντων τους.”
94. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Άρθρο 13 δεν φτάνει έως του σημείου να εγγυάται ένα ένδικο μέσο που επιτρέπει να προσβάλλονται οι νόμοι ενός Συμβαλλόμενους Κράτους ενώπιον εθνικής αρχής λογω αντίθεσής τους προς την Σύμβαση(βλ. μεταξύ άλλων Roche κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 32555/96, § 137, ΕΔΔΑ 2005-X, και Paksas κατά Λιθουανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 34932/04, § 114, ΕΔΔΑ 2011). Στην παρούσα υπόθεση, το αίτημα των προσφευγόντων σχετικά με το Άρθρο 13 δεν συμβαδίζει με αυτή την αρχή. Συνεπώς, το αίτημα είναι προδήλως αβάσιμο και ως τέτοιο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο κατά το Άρθρο 35 §§ 3 (α) και 4 της Σύμβασης.
IV. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
95. Το άρθρο 41 της Σύμβασης προβλέπει:
“Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι παραβιάστηκε η Σύμβαση ή τα Πρωτόκολλά της, και έαν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους πρόβλέπει μόνον εν μέρει αποκατάσταση, το Δικαστήριο εάν το κρίνει αναγκαίο επιδικάζει δίκαιη ικανοποίηση στον θιγόμενο διάδικο.”
A. Ζημία
96. Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. 29381/09 ζητούν 10.000 ευρώ από κοινού για την μη περιουσιακή βλάβη που υπέστησαν κατά το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης και την έλλειψη αποτελεσματικής προσφυγής. Επίσης ζήτησαν από το Δικαστήριο να υποβάλλει ειδικές συστάσεις προς την Κυβέρνηση για την τροποποίηση του Ν.3719/2008 και την επέκταση της εφαρμογής του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια.
97. Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. 32684/09 ζητούν 15.000 ευρώ ανά ζευγάρι, για την μη περιουσιακή βλάβη, ήτοι συνολικά 45.000 ευρώ. Ισχυρίζονται ότι υπέστησαν απαράδεκτη αρνητική διάκριση λόγω σεξουαλικών προτιμήσεων και ότι λόγω του αποκλεισμού τους από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008 είχαν υποστεί σοβαρή προσβολή.
98. Η Κυβέρνηση αντέτεινε ότι τα ποσά που ζητούνται από τους προσφεύγοντες ήταν υπερβολικά και ότι οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι είχαν υποστεί προσωπική κι ευθεία παρέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή. Προτείνει ότι η κρίση περί παραβίασης αποτελεί από μόνη της δίκαιη ικανοποίηση.
99. Αντίθετα με την Κυβέρνηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κρίση περί παραβίασης του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης δεν συνιστά επαρκή ικανοποίηση για την μη περιουσιακή βλάβη που υπέστησαν οι προσφεύγοντες. Κρίνοντας επί ίσης βάσης, σύμφωνα με το Άρθρο 41 της Σύμβασης, το Δικαστήριο επιδικάζει σε καθέναν τον προσφευγόντων, με την εξαίρεση του έβδομου προσφεύγοντος στην προσφυγή αρ. . 32684/09, το ποσό των 5.000 ευρώ, πλέον τυχόν φόρου, λόγω της μη περιουσιακής βλάβης. Το Δικαστήριο απορρίπτει τα υπόλοιπα αιτήματα των προσφευγόντων για δίκαιη ικανοποίηση.
B. Δαπάνες και έξοδα
100. Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. 29381/09 ζητούν συνολικά το ποσό των 7.490,97 ευρώ όσον για δαπάνες και έξοδα που προέκυψαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα υπολογίζουν ότι ο χρόνος που αφιερώθηκε στην υπόθεσή τους από τους εκπροσώπους του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι ήταν είκοσι ώρες εργασίας, με ωριαία αξία 100 ευρώ. Προσκομίζουν σχετικά με αυτό ένα έγγραφο που παραθέτει λεπτομέρειες για τον χρόνο που οι εκπρόσωποί τους είχαν αφιερώσει κατά την προετοιμασία των παρατηρήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Ζητούν επίσης 4.485 ευρώ για την εκπροσώπησή τους ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως από την κ. Mécary και προσκόμισαν σχετική απόδειξη προς υποστήριξη του αιτήματος. Τέλος, ζητούν 1.005,97 ευρώ για έξοδα μετάβασης των εκπροσώπων τους για την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως. Οι προσφεύγοντες εξηγούν ότι με βάση μια συμφωνία με τους εκπροσώπους τους, θα έπρεπε να καταβάλουν σε αυτούς το πλήρες ποσό που επιδικάζει το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως για έξοδα και δαπάνες, σε περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης. Γι΄ αυτό ζητούν οποιαδήποτε αποζημίωση που θα αναγνωριστεί ως προς αυτό το κονδύλι να είναι καταβλητέα απευθείας στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εκπροσώπων τους.
101. Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. 32684/09 ζήτησαν συνολικά το ποσό των 8.000 ευρώ για την προσφυγή στο Δικαστήριο και προσκόμισαν αποδείξεις και λογαριασμούς για την υποστήριξη του αιτήματος.
102. Η Κυβέρνηση απάντησε ότι το Δικαστήριο μπορεί να αναγνωρίσει στους προσφεύγοντες έξοδα και δαπάνες μόνο στο μέτρο που ήταν επαρκώς τεκμηριωμένες.
103. Σύμφωνα με την νομολογία ου Δικαστηρίου, ο προσφεύγων έχει δικαίωμα αποζημίωσης για τα έξοδα και τις δαπάνες τους μόνο εάν έχει αποδειχθεί ότι έγιναν πράγματι, εάν ήταν αναγκαίες και λογικές (βλ. Creangă κατά Ρουμανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 29226/03, § 130, 23 Φεβρουαρίου 2012). Λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και τα ανωτέρω κριτήρια, το Δικαστήριο κρίνει ότι το πρέπει να επιδικαστεί στους προσφεύγοντες της προσφυγής αρ. 29381/09 το ποσό των 5.000 ευρώ από κοινού, πλέον τυχόν φόρων, καταβλητέο άμεσα στους τραπεζικούς λογαρριασμούς των εκπροσώπων τους (βλ., όμοια, Carabulea κατά Ρουμανίας, αρ. 45661/99, § 180, 13 Ιουλίου 2010). Όσον αφορά τους προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. . 32684/09, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να τους επιδικαστεί το ποσό των 6.000 ευρώ από κοινού για έξοδα και δαπάνες, πλέον τυχόν φόρων.
Γ. Τόκος
104. ΤοΔικαστήριο κρίνει ότι το επιτόκιο πρέπει να υπολογιστεί με βάση το κυμαινόμενο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες
The Court considers it appropriate that the default interest rate should be based on the marginal lending rate of the European Central Bank, to which should be added three percentage points.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
1. Αποφασίζει ομόφωνα να ενώσει τις προσφυγές.
2. Κηρύσσει κατά πλειοψηφία τις προσφυγές παραδεκτές όσον αφορά την παραβίαση του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης για τους προσφεύγοντες: Γρηγόρη Βαλλιανάτιο και Νικόλαο Μυλωνά και τους προσφεύγοντες C.S., E.D., K.T., M.P., A.H. και D.N., και ομόφωνη απόρριψη ως απαράδεκτες για τα υπόλοιπα.
3. Κρίνει με δεκαέξι ψήφους έναντι μιας ότι παραβιάσθηκε το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης.
4. Κρίνει με δεκαέξι ψήφους έναντι μιας,
(α) ότι το καταγγελλόμενο Κράτος πρέπει να καταβάλει στους προσφεύγοντες, εντός τριών μηνών, τα παρακάτω ποσά:
(i) Πέντε χιλιάδες (5.000) ΕΥΡΩ EUR 5,000 σε κάθε προσφεύγοντα πλην του έβδομου προσφεύγοντος στην προσφυγή αρ. 32684/09, πλέον τυχόν επιβαλλόμενου φόρου, για μη περιουσιακή βλάβη.
(ii) Πέντε χιλιάδες (5.000) ΕΥΡΩ EUR από κοινού στους προσφεύγοντες της προσφυγής αρ. 29381/09, πλέον τυχόν επιβαλλόμενου φόρου, για μη περιουσιακή βλάβη, καταβαλλόμενη απευθείας στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εκπροσώπων τους.
(iii) Έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ από κοινού στους προσφεύγοντες της προσφυγής αρ. 32684/09, πλην του έβδομου προσφεύγοντος, πλέον τυχόν επιβαλλόμενου φόρου, για έξοδα και δαπάνες.
(β) ότι μετά την παρέλευση του πραναφερόμενου τριμήνου μέχρι την τακτοποίηση επιβάλλεται απλό επιτόκιο στα παραπάνω ποσά, υπολογιζόμενο ενιαία κατά το κυμαινόμενο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Ευρωπαϊκής Τράπεζας κατά την διάρκεια της εν λόγω περιόδου, προσαυξανόμενο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
5. Απορρίπτει, ομόφωνα, τα υπόλοιπα αιτήματα των προσφευγόντων για δίκαιη ικανοποίηση.
Συντάχθηκε στα Αγγλικά και Γαλλικά και δημοσιεύθηκε σε δημόσια διαδικασία στο Κτίριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο στις 7 Νοεμβρίου 2013.
Michael O’Boyle Dean Spielmann
Αναπληρωτής Γραμματέας Πρόεδρος
Σύμφωνα με το Άρθρο 45 § 2 της Σύμβασης και το Άρθρο 74 § 2 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, οι παρακάτω διακριτές γνώμες προσαρτώνται στην παρούσα απόφαση:
(α) κοινή συγκλίνουσα γνώμη των δικαστών Casadevall, Ziemele, Jočienė και Σισιλιάνου,
(β) εν μέρει μειοψηφούσα κι εν μέρει συγκλίνουσα γνώμη του δικαστή Pinto de Albuquerque.
D.S.
M.O’B.
ΚΟΙΝΗ ΣΥΓΚΛΙΝΟΥΣΑ ΓΝΩΜΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
CASADEVALL, ZIEMELE, JOČIENĖ ΚΑΙ ΣΙΣΙΛΙΑΝΟΥ
1. Ψηφίσαμε υπέρ της κρίσης περί διαπίστωσης παραβίασης του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένου ότι οι επίμαχες διατάξεις και ο λόγος της αρνητικής διάκρισης – δηλ. ο σεξουαλικός προσανατολισμός – είναι ίδιοι στην παρούσα υπόθεση και στην υπόθεση X και άλλοι κατά Αυστρίας (απόφαση Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως της 19ης Φεβροαρίου 2013), θα αναρωτιόταν κανείς εκ πρώτης όψεως κατά πόσον οι αντίστοιχες θέσεις μας στις δύο υποθέσεις είναι συνεπείς. Υπενθυμίζουμε ότι στην υπόθεση Χ και άλλοι κατά Αυστρίας ψηφίσαμε κατά της διαπίστωσης περί παραβίασης του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης και αιτιολογήσαμε τους λόγους της διαφωνίας μας σε μια κοινή μειοψηφούσα γνώμη μαζί με τρεις από τους συναδέλφους μας (βλ. X και άλλοι κατά Αυστρίας, ό.π., κοινή εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη των Δικαστών Casadevall, Ziemele, Kovler, Jočienė, Šikuta, De Gaetano και Σισιλιάνου). Ωστόσο, είμαστε πεπεισμένοι ότι, παρά τις προαναφερθείσες ομοιότητες, οι δύο υποθέσεις είναι σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους, γεγονός που αιτιολογεί τις ψήφους μας σε κάθε υπόθεση.
2. Πέρα από τα ειδικά χαρακτηριστικά της Χ και άλλοι κατά Αυστρίας – τα οποία εκτίθενται εκτενώς στην προαναφερθείσα εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη (§§ 2-11) –το ιστορικό της υπόθεσης, όπως γνωρίζουμε, ήταν το θέμα της τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια. Πιο συγκεκριμένα, η υπόθεση αφορούσε την δυνατότητα της πρώτης προσφεύγουσας να τεκνοθετήσει το παιδί της συντρόφου της. Εκτός από τους ίδιους του ομόφυλους συντρόφους, μια τέτοια τεκνοθεσία θα επηρέαζε αναγκαία και καθοριστικά την κατάσταση του τεκνοθετούμενου παιδιού και του έτερου βιολογικού γονέα, εγείροντας ευαίσθητα ζητήματα όσον αφορά το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και τα δικαιώματα του άλλου γονέα κατά την Σύμβαση. Τέτοιοι προβληματισμοί δεν υπήρχαν στην παρούσα υπόθεση. Οι προσφεύγοντες σε αυτή την υπόθεση είναι ενήλικα ομόφυλα ζευγάρια που απλώς θέλουν να τυποποιήσουν τις σχέσεις τους. Δεν επηρεάζεται τρίτο μέρος κατά κανένα τρόπο. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα σύμφωνα συμβίωσης κατά την Ελληνική νομοθεσία δεν πριέχουν διατάξεις για την τεκνοθεσία από ετερόφυλα ζευγάρια (βλ. το κείμενο του Ν.3719/2008, στην παρ. 16 της απόφασης, ανωτ.) Με άλλα λόγια, η πιθανή επέκταση του πεδίου εφαρμογής της νομοθεσίας στα ομόφυλα ζευγάρια δεν θα ήγειρε ζητήματα συγκρινόμενα προς αυτά στην Χ και άλλοι κατά Αυστρίας.
3. Η πρώτη σημαντική διαφορά είναι στενά συνδεδεμένη με άλλη μια παράμετρο που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Όπως υπογραμμίσαμε στην εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη μας στην Χ και άλλοι (ό.π.), τα Κράτη μέλη της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων αυτών που επιτρέπουν την τεκνοθεσία από δεύτερο γονέα για τα άγαμα ζευγάρια “παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις και … γι' αυτό δεν υπάρχει συμφωνία” για το επίμαχο θέμα σ' εκείνη την υπόθεση (ό.π.§ 14). Πράγματι, υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση των προσεγγίσεων από τις εθνικές νομοθεσίες για το θέμα της τεκνοθεσίας. Στην παρούσα υπόθεση, αντιθέτως, υπάρχει μια πολύ σαφής τάση υπέρ της καταχώρησης των ενώσεων των ομόφυλων ζευγαριών. Αυτή η τάση έχει υπογραμμιστεί από την παράγραφο 91 της απόφασης που καταλήγει ότι, με δυο εξαιρέσεις, τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, όταν επιλέγουν να θεσπίσουν νομοθεσία για καταχώριση συμβίωσης ως εναλλακτική στον γάμο “περιλανβάνουν στο πεδίο εφαρμογής και τα ομόφυλα ζευγάρια”.
4. Περαιτέρω, η πολυπλοκότητα των ζητημάτων που εγείρονται στην Χ και άλλοι κατά Αυστρίας αντικατοπτρίζεται, κατά τη γνώμη μας, στο Άρθρο 7 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Τεκνοθεσία Παιδιών (αναθεωρημένη το 2008), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2011. Η εν λόγω διάταξη αναφέρει τα εξής: “Τα κράτη μπορούν να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης σε ομόφυλα ζευγάρια που έχουν συνάψει γάμο ή που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Μπορούν επίσης να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας Σύμβασης και σε ετερόφυλα κι ομόφυλα ζευγάρια που ζουν σε σταθερές σχέσεις”. Με άλλα λόγια, όσον αφορά τις προπαρατεθείσες διαφορές της προσέγγισης, μια πρόσφατη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης παρέχει στα κράτη πλήρη ελευθερία για την ρύθμιση της τεκνοθεσίας των παιδιών στις διάφορες περιπτώσεις που αναφέρονται παραπάνω, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης της Χ και Άλλοι κατά Αυστρίας.
5. Αυτή η “laissez-faire” προσέγγιση έρχεται σε αντίθεση με σχετικά κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης που αναφέρονται στις παραγράφους 27 έως 30 στην παρούσα υπόθεση. Αυτό υποστηρίζει πλήρως την κρίση περί παραβίασης του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης στην παρούσα υπόθεση. Αυτό επαληθεύεται όσον αφορά την Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών (2010) 5 για τα μέτρα καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου που θεσπίστηκε από την Επιτροπή Υπουργών την 31η Μαρτίου 2010 και το Ψήφισμα 1728 (2010) που θεσπίστηκε απο την Κοινοβουλευτική Συνέλευση στις 29 Απριλίου 2010 με τίτλο “Διακρίσεις με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου”. Για να το θέσουμε αλλιώς: η κρίση περί παραβίασης στην παρούσα υπόθεση είναι “συντονισμένη” με όλα τα σχετικά κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων και των πιο πρόσφατων. Όμοιες παρατηρήσεις ισχύουν κατ' αναλογία και για το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι σχετικές διατάξεις του οποίου παρατίθενται στις παραγράφους 31 έως 34 της απόφασης.
ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΜΕΙΟΨΗΦΟΥΣΑ, ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΣΥΓΚΛΙΝΟΥΣΑ ΑΠΟΨΗ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ PINTO DE ALBUQUERQUE
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην υπόθεση Βαλλιανάτος και Άλλοι είναι ότι το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως άσκησε έναν γενικό έλεγχο “συμβασιότητας” ενός Ελληνικού νόμου, ενώ ταυτόχρονα λειτούργησε ως Πρωτοδικείο[1]. Το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως όχι απλώς διεξήγαγε έλεγχο συμβατότητας προς την Σύμβαση ενός νόμου που δεν έχει εφαρμοστεί στους προσφεύγοντες, αλλά το έπραξε και χωρίς να έχει λάβει υπόψη του προηγούμενη ανάλυση της ίδιας νομοθεσίας από τα εθνικά δικαστήρια. Με άλλα λόγια, το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως επιφύλαξε στο ίδιο την εξουσία να εξετάσει in abstracto την συμφωνία νόμων προς την Σύμβαση, χωρίς προηγούμενο δικαστικό έλεγχο.
Συμφωνώ με την κρίση της πλειοψίας ότι η υποβολή της προσφυγής από το σωματείο “Σύνθεση – Ενημέρωση, Ευαισθητοποίηση και Έρευνα”, ένα νομικό πρόσωπο με έδρα στην Αθήνα, είναι απαράδεκτη, λόγω έλλειψης της ιδιότητας του θύματος. Συμφωνώ επίσης με την κρίση ότι η προσφυγή των υπόλοιπων προσφευγόντων για παραβίαση του Άρθρου 13 είναι απαράδεκτη ως προδήλως αβάσιμη. Αλλά διαφωνώ όσον αφορά την προσφυγή περί της παραβίασης του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (“η Σύμβαση”), την οποία θεωρώ απαράδεκτη λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων. Μολονότι τα προσφεύγοντα φυσικά πρόσωπα έχουν ένα υποστηρίξιμο αίτημα, δεν δοκίμασαν καν να το προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, όπως θα μπορούσαν να είχαν κάνει. Δεν έδωσαν καμία ευκαιρία στις εθνικές αρχές να κρίνουν την προσφυγή σε εθνικό επίπεδο. Τελικά, ο πυρήνας της αρχής της επικουρικότητας έχει παραβιασθεί.
Εν δυνάμει θύματα και γενικός έλεγχος της συμβατότητας των νόμων με την Σύμβαση
Ο Ευρωπαϊκός μηχανισμός για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν επιτρέπει, κατ' αρχήν, τον αφηρημένο έλεγχο της συμβατότητας των εθνικών νόμων με την Σύμβαση[2] και, πολύ λιγότερο, την λαϊκή αγωγή κατά της νομοθεσίας [3]. Έτσι, ο προσφεύγων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (“το Δικαστήριο”) πρέπει να μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι, έχει υπάρξει ή θα γίνει στο μέλλον ένα θύμα κρατικής πράξης, ακόμη κι αν δεν έχει αποτελέσει, δεν αποτελεί και δεν θα αποτελέσει θύμα τέτοιας πράξης. [4]. Επιπλέον, ένα άτομο μπορεί να ισχυριστεί ότι ένας νόμος παραβιάζει τα δικαιώματά του ελλείψει ειδικών μέτρων εφαρμογής τους, εάν υπάρχει πραγματιός κίνδυνος ότι ο εν λόγω νόμος θα έχει συνέπειες εις βάρος του προσωπικά. Το Δικαστήριο έχει καθιερώσει κατηγορίες προσώπων σε κίνδυνο: αυτοπί που πρέπει να αλλάξουν την συμπεριφορά τους υπό την απειλή ποινικών διώξεων[5], κι αυτοί που είναι μέλη μιας κατηγορίας ανθρώππων που θίγονται άμεσα από την νομοθεσία, κοινή [6] ή συνταγματικού επιπέδου[7]. Αυτές οι δύο κατηγορίες που μπορεί να είναι τόσο ευρείες ώστε να περιλαμβάνουν για παράδειγμα: “όλους τους χρήστες ή πιθανούς χρήστες ταχυδρομικών και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών” [8], “παράνομα τέκνα”[9], “γυναίκες σε ηλικία τεκνοποιϊας”[10] πρόσωπα Ρομά ή Εβραϊκής καταγωγής [11], είναι γνωστές ως εν δυνάμει θύματα[12].
Στην υπό κρίση υπόθεση, τα προσφεύγοντα φυσικά πρόσωπα ανήκουν σε μια ομάδα ανθρώπων με ένα κοινό χαρακτηριστικό (άγαμα ομόφυλα ζευγάρια) που δεν οφελούνται από την νομική προστασία που αναγνωρίζει ειδικός νόμος σε μια άλλη ομάδα ανθρώπων σε όμοια κατάσταση (άγαμα ετερόφυλα ζευγάρια). Το αίτημά τους δεν είναι διαφορετικό από την προσφεύγουσα Αλεξάνδρα στην σημαντική υπόθεση Marckx κατά Βέλγιο, στο μέτρο που ισχυρίστηκε ότι ανήκε σε μια ομάδα προσώπων με ένα κοινό χαρακτηριστικό (τέκνα γεννημένα εκτός γάμου) που δεν απολαμβάνουν την νομική προστασία του Βέλγικου Αστικού Κώδικα προς μια άλλη ομάδα προσώπων (τέκνα γεννημένα εντός γάμου) [13]. Η αρχή που διέπει την έρευνα του παραδεκτού και καθιερώθηκε με την Marckx είναι εφαρμόσιμη και στην παρούσα υπόθεση. Με άλλα λόγια, όταν ένας νόμος ή κανονισμός αναγνωρίζει ένα δικαίωμα της Σύμβασης μόνο σε μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα κοινό χαρακτηριστικό, αποκλείοντας μια άλλη ομάδα ανθρώπων που βρίσκεται στην ίδια ή σε παρόμοια κατάσταση για την απόλαυση αυτού του δικαιώματος, χωρίς καμία αντικειμενική δικαιολόγηση, η συμβατότητα αυτού του νόμου ή κανονισμού προς την Σύμβαση μπορεί να εξεταστεί γενικά από το Δικαστήριο, κατά την εξέταση μιας προσφυγής που υποβάλλεται από κάθε μέλος της αποκλεισθείσας ομάδας ανθρώπων [14]. Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει και για έναν νόμο ή κανονισμό που απαγορεύει ρητά ή περιορίζει την εφαρμογή ενός δικαιώματος της Σύμβασης από μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα κοινό χαρακτηριστικό, μεταχειριζόμενη έτσι διαφορετικά αυτήν από μια άλλη ομάδα ανθρώπων που βρίσκεται σε όμοια ή παρόμοια κατάσταση χωρίς αντικειμενική δικαιολόγηση (άμεση αρνητική διάκριση)[15], και για έναν νόμο ή κανονισμό που μεταχειρίζεται όμοια ομάδες ανθρώπων με διαφορετικά χαρακτηριστικά χωρίς αντικειμενική δικαιολόγηση (έμμεση διάκριση)[16]. Και στις δύο περιπτώσεις, μέλη μιας ομάδας ανθρώπων που αποκλείσθηκαν από την πλήρη απόλαυση δικαιώματος της Σύμβασης μπορούν να προσβάλλουν τον νόμο ή κανονισμό ενώπιον του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από την εφαρμοστική διάταξη. A fortiori, κάθε νόμος ή κανονισμός που εισάγει αρνητική διάκρισή εις βάρος προσδιορισμένου ή καθαρά προσδιορίσιμων προσώπων μπορεί επίσης να προσβληθεί από αυτά τα πρόσωπα ενώπιον του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ενός εφαρμοστικού νόμου (intuitu personae διάκριση). Τέλος, όλα αυτά τα συμπεράσματα εφαρμόζονται όμοια για δικαιώματα που, αν και δεν προβλέπονται ειδικώς από την Σύμβαση, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ενός δικαιώματος της Σύμβασης, ακόμη κι αν δεν έχει παραβιαστεί το ίδιο το ουσιαστικό δικαίωμα. Έτσι, όλοι οι προσφεύγοντες εκτός από έναν θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είναι εν δυνάμει θύματα με την παραπάνω έννοια. Αντίθετα, η προσφυγή του σωματείου “Σύνθεση – Ενημέρωση, Ευαισθητοποίηση και Έρευνα” δεν βασίζεται σε κάποιο κίνδυνο προσωπικής βλάβης του προσφεύγοντος, το οποίο δεν μπορεί να είναι εν δυνάμει θύμα.
Μη εξάντληση εθνικών ένδικων μέσων κατά νόμων που εισάγουν διακρίσεις
Ούσα κάτι περισσότερο από μια πολυμερή συμφωνία για υποχρεώσεις των Κρατών μελών, η Σύμβαση δημιουργεί υποχρεώσεις των Κρατών μελών έναντι όλων των ατόμων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας τους, με σκοπό την πρακτική εφαρμογή των προστατευόμενων δικαιωμάτων και ελευθεριών στην εθνική έννομη τάξη των Κρατών μελών[17]. Γι' αυτό τα Κράτη μέλη της Σύμβασης είναι νομικά δεσμευμένα να μην αποκλίνουν από την αποτελεσματική εφαρμογή της ενάσκησης των δικαιωμάτων του ατόμου και να προβαίνουν στις αναγκαίες τροποποιήσεις των εθνικών νομικών συστημάτων για την διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των υποχρεώσεων που τους έχουν επιβληθεί [18]. Από μια άλλη οπτική, αυτές είναι οι συνέπειες της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων που προβλέπεται από τα Άρθρα 26 και 31 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών.
Ενώ το Άρθρο 13 της Σύμβασης δεν επιβάλλει, κατ' αρχήν, την ύπαρξη ένδικου μέσου με την οποία ελέγχεται η τήρηση της Σύμβασης από τους νόμους από τα εθνικά δικαστήρια [19], όταν οι ισχυριζόμενες παραβιάσεις της σύμβασης αφορούν έναν νόμο ή κανονισμό που εισάγει διακρίσεις σε μια ομάδα ανθρώπων που ανήκει ο προσφεύγων, το εθνικό νομικό σύστημα θα πρέπει να παρέχει ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο που θα επιτρέπει να προσβληθεί αυτός ο νόμος ή κανονισμός [20]. Αλλιώς, το Συμβαλλόμενο μέρος δεν παρέχει νομική προστασία στο δικαίωμα που κατοχυρώνει η Σύμβαση εντός της δικαιοδοσίας του και η άμεση προσφυγή στο Δικαστήριο είναι η μόνη διαθέσιμη οδός. Αυτό δεν συμβαίνει στην Ελλάδα. Η Ελλάδα έχει ένα σύστημα διάχυτου, συγκεκριμένου, κατασταλτικού και παρεμπίπτοντος ελέχου συνταγματικότητας των νόμων και τήρησης της Σύμβασης από αυτούς [21], και αυτό το σύστημα είναι αποτελεσματικό. Πράγματι, στην Ελλάδα τα Ελληνικά δικαστήρια έχουν κηρύξει πολλές νομικές διατάξεις ως αντισυνταγματικές ή αντίθετες με την Σύμβαση [22]. Στην απόφαση 3/2012 ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι απορρέει από το άρθρο 12 παρ. 2 του Συντάγματος και το Άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων ότι τα άτομα που υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις έχουν την ελευθερία της σύστασης σωματείου και ότι η κρίση του Εφετείου ότι οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.1264/1982 και του άρθρου 1 του Ν.2265/1994 δεν εφαρμόζεται αναλογικά στην υπόθεση του στρατιωτικού προσωπικού ήταν εσφαλμένη καθώς επέτρεπε παραβίαση των διατάξεων του Συντάγματος και της Σύμβασης. Ο Άρειος Πάγος περαιτέρω έκρινε ότι η “ελλείψει ειδικής νομοθεσίας, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 78 επ. του Αστικού Κώδικα.” Το γεγονός οτι δεν υπήρχαν εφαρμοστικές διατάξεις για το δικαίωμα των στρατιωτικών να ιδρύουν σωματεία δεν απέτρεψε τον Άρειο Πάγο από το να κρίνει ότι το επίμαχο δικαίωμα έχει κατοχυρωθεί από Σύνταγμα και την Σύμβαση, και ότι το δικαίωμα δεν εξαρτάται από την ύπαρξη κοινής νομοθεσίας που ρυθμίζει το δικαίωμα και ότι, ελλείψει ειδικής νομοθεσίας εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του Α.Κ.
Οι προσφεύγοντες στην παρούσα υπόθεση δεν έδωσαν στα εθνικά δικαστήρια την δυνατότητα να εφαρμόσουν την ίδια αιτολογία στο δικό τους αίτημα. Όταν παρέχεται συνταγματική προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων εναπόκειται στο θιγόμενο μέρος να ελέγξει την έκταση της προστασίας και να επιτρέψει στα εθνικά δικαστήρια να αναπτύξουν αυτά τα δικαιώματα με ερμηνεία [23]. Δεν μπορεί να θεωρηθεί από το Δικαστήριο, όπως θεωρούν οι προσφεύγοντες, ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν παρέχουν πλήρη εφαρμογή στις διατάξεις του ίδιου του Συντάγματος της χώρας.
Η υποχρέωση της Σύμβασης για επέκταση θετικών διατάξεων σε πρόσωπα που υφίστανται αρνητικές διακρίσεις
Επιπρόσθετα, το Ελληνικό δίκαιο προβλέπει ειδική αγωγή που βασίζεται στην προσβολή που προέρχεται από το Κράτος ή από οργανισμό δημοσίου δικαίου [24].
Το Άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα προβλέπει ότι καθένας που υφιίσταται προσωπική προσβολή μπορεί να ζητήσει όχι μόνο οικονομική αποζημίωση, αλλά και πιο συγκεκριμένα, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον. Σύμφωνα με την εθνική νομολογία, υπάρχει υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης σε περιπτώσεις πράξεων ή παραλείψεων του νομοθέτη, όταν η επίμαχη νομοθεσία ή η έλλειψη νομοθεσίας παραβιάζει υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες, όπως οι διατάξεις του Συντάγματος ή των διεθνών συνθηκών που έχουν κυρωθεί με νόμο, όπως η Σύμβαση [25]. Επιπλέον, σύμωνα με την εθνική νομολογία, κάθε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από παράλειψη του νομοθέτη να συμπεριλάβει στις διατάξεις κατηγορίες προσώπων που τελούν σε κατάσταση όμοια προς αυτοπύς που έχουν περιληφθεί ιδρύει ευθύνη του κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και υποχρέωση για αποζημίωσης. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την νομολογία “εάν ο νόμος περιλαμβάνει ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν μια συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων και μια άλλη κατηγορία προσώπων για τα οποία υπάρχει λόγος ίσης μεταχείρισης έχει εξαιρεθεί από αυτές τις ρυθμίσεις κατ' αρνητική διάκριση, η διάταξη που εισάγει την αρνητική μεταχείριση κρίνεται άκυρη ως αντισυνταγματική. Σε αυτές τις περιπτώσεις, προκειμένου να αποκατασταθεί η συνταγματική αρχή της ισόητητας, η διάταξη που εφαρμόζεται στην κατηγορία για την οποία έχουν θεσπιστεί οι ευνοϊκές ρυθμίσεις θα εφαρμόζεται και στην κατηγορία ατόμων που έχουν υποστεί διάκριση. Σε αυτή την περίπτωση, οι δικαστικές αρχές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών που κατοχυρώνεται από τα άρθρα 1,26, 73 επ. και 87 του Συντάγματος ”[26]. Έτσι, τα Ελληνικά δικαστήρια όταν βρίσκονται ενώπιον ενός νόμου που εισάγει αρνητικές διακρίσεις, πρέπει να ασκούν σύμφωνα με τα άρθρα 87 §§ 1 και 2, 93 § 4 και 120 § 2 του Συντάγματος την εξουσία του ελέγχου των ενεργειών του νομοθέτη και να εφαρμόζουν την αρχή της ισότητας στην μέγιστη δυνατή έκταση και, με βάση αυτή την αρχή, να εφαρμόζουν ευνοϊκές ρυθμίσεις στην ομάδα προσώπων που υφίσταται την διάκριση [27].
Αυτή η νομική οδός θα έπρεπε να αρκεί σύμφωνα με την Σύμβαση. Εάν τα εθνικά δικαστήρια περιορίζονται στην κήρυξη της αντισυνταγματικότητας ή της αντίθεσης προς τη Σύμβαση διατάξεων που εισάγουν διακρίσεις, χωρίς να είναι σε θέση να επεκτείνουν τις ευνοϊκές διατάξεις στα πρόσωπα που έχουν υποστεί την διάκριση, θα υπήρχε παραβίαση της αρχής της ισότητας και η δικαστική προστασία θα αποδεικνυόταν άνευ πρακτικού περιεχομένου. Η Σύμβαση πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η εσωτερική νομοθετική διαδικασία, καθώς “η ελευθερία που αναγνωρίζεται σε ένα κράτος ως προς τα μέσα εκπλήρωσης της υποχρέωσης κατά το Άρθρο 53 δεν επιτρέπει την αναβολή της εφαρμογής της Σύμβασης”[28]. Πρακτικά, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να ακολουθούν την πιο φιλική προς την Σύμβαση ερμηνεία του εθνικού δικαίου προκειμένου να εκπληρώνεται η διεθνής υποχρέωση αποτροπής παραβίασης της Σύμβασης [29]. Παρά ταύτα, οι προσφεύγοντες δεν δοκίμασαν καν να ισχυριστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι στην υπόθεσή τους έπρεπε να εφαρμοστεί η παραπάνω νομολογία.
Η κατά Σύμβαση υποχρέωση για αναθεώρηση νομοθεσίας ασύμβατης προς αυτήν
Περαιτέρω, σε υποθέσεις που η εναρμόνιση του κοινού δικαίου με την Σύμβαση ή το Σύνταγμα επιβάλλουν την παρέμβαση του νομοθέτη, οι αναγκαίες αλλαγές στον νόμο έχουν πράγματι γίνει στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, μετά την εκδόση της απόφασης 867/1988 του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε ότι οι διατάξεις του Άρθρου 65 του π.δ. 1400/1973 ήταν ασύμβατες με τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 4 § 1 του Συντάγματος και τις διατάξεις του άρθρου 12 της Σύμβασης, ψηφίστηκε το άρθρο 18(1) του Ν. 1848/1989 για την κατάργηση της επίμαχης διάταξης. Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει σαφής διάταξη του Ελληνικού δικαίου που προβλέπει την υποχρέωση αναθεώρησης της νομοθεσίας όταν αυτή είναι ασύμβατη με το Σύνταγμα ή με την Σύμβασηξ. Αλλά όσον αφορά την ασυμβατότητα προς την Σύμβαση, η υποχρέωση απορρέει από την ίδια την Σύμβαση και την ενσωμάτωσή της στην εθνική έννομη τάξη.
Η υποχρέωση αποτροπής μιας παραβίασης της σύμβασης μπορεί να επιβάλλει την θέσπιση γενικών μέτρων όταν δεν υπάρχει εσωτερικό νομοθετικό πλαίσιο συμβατό με την Σύμβαση [30] ή όταν το υπάρχον εσωτερικό θεσμικό πλαίσιο ή η διοικητική πρακτική είναι σε αντίθεση προς την Σύμβαση[31]. Σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να αναθεωρηθεί ακόμη και το εθνικό Σύνταγμα, καθώς η Σύμβαση “δεν διακρίνει ως προς τον τύπο του επίμαχου κανόνα ή μέτρου και δεν εξαιρεί κανένα μέρος της δικαιοδοσίας των Κρατών από τον έλεγχο σύμφωνα με την Σύμβαση” [32]. Πράγματι, τόσο η αρχή της αποτελεσματικής εφαρμογής της Σύμβασης όσο και η αρχή της επικουρικότητας επιβάλλουν την άρση σε εθνικό επίπεδο κάθε παραβίασης της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που διαπράττεται από τον νομοθέτη, από την στιγμή που έχει διαπιστωθεί οριστικά από τα εθνικά δικαστήρια. Σε περίπτωση πλήρους αδράνειας του νομοθέτη μετά από μια τελική δικαστική απόφαση που κρίνει ότι μια νομική διάταξη παραβιάζει την σύμβαση, μπορεί να υποβληθεί προσφυγή για την μη εφαρμογή τελικής δικαστικής απόφασης, σύμφωνα με το Άρθρο 6 της Σύμβασης. Έτσι, το Άρθρο 6 υπό το φως της αρχής της αποτελεσματιής εφαρμογής της Σύμβασης και της αρχής της επικουρικότητας επιβάλλει στα Κράτη μέλη την υποχρέωση του ελέγχου κάθε νόμου ή κανόνα, όταν μια τελική δικαστική απόφαση περί μη εφαρμογής της Σύμβασης έχει εκδοθεί σε εθνικό επίπεδο. Οι προσφεύγοντες αγνόησαν αυτή την επιπρόσθετη νομική οδό [33].
Παρά ταύτα, το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως ήταν έτοιμο να προβεί στον έλεγχο των “αρχικών” προθέσεων του Έλληνα νομοθέτη, πέρα και πάνω από τις “διακηρυγμένες” προθέσεις του (παράγραφος 87 της απόφασης) και να τις επικρίνει και δεν απείχε απο το να υποδείξει στο καταγγελλόμενο κράτος την νομοθετική διόρθωση (παράγραφος 89). Μετά τις διαδικασίες “πιλοτικής δίκης” [34] και τις “Αποφάσεις του άρθρου 46” (ή αλλιώς “οιονεί πιλοτικές αποφάσεις”) [35], το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως έχει εισάγει ένα νέο ένδικο μέσο στην παρούσα απόφαση, που υποδεινύει μια ειδική νομοθετική επίλυση σε ένα κοινωνικό πρόβλημα το οποίο φέρεται ότι δεν έχει ακόμη λυθεί από τον εθνικό νομοθέτη, κατόπιν άμεσης προσφυγής από τους θιγόμενους ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν είναι πια ένας απλός “αρνητικός νομοθέτης”: διεκδικεί τον ρόλο ενός υπερεθνικού “θετικού νομοθέτη” που παρεμβαίνει άμεσα ενόψει μιας υποτιθέμενης νομοθετικής παράλειψης ενός Κράτους μέλους.
Συμπέρασμα
Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι προσφεύγοντες δεν χρησιμοποίησαν τα ένδικα μέσα που μπορούσαν να είχαν οδηγήσει τα Ελληνικά δικαστήρια να εξετάσουν τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της Σύμβασης. Συνεπώς, το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως του Δικαστηρίου δεν έπρεπε να υπεισέλθει στην ουσία της υππόθεσης, πράγμα που έκανε, σαν να ήταν ένα Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δικαστήριο που ενεργεί ως “θετικός νομοθέτης” κατόπιν άμεσου αιτήματος των ενδιαφερόμενων προσώπων. Ούτε ο Χανς Κέλσεν, ο αρχιτέκτονας του συστήματος του κεντρικού συνταγματικού δικαστικού ελέγχου θα είχε ονειρευτεί ότι θα γινόταν μια μέρα ένα τέτοιο βήμα στην Ευρώπη.
—————————————————————–
[1] Ο γενικός έλεγχος της “συμβασιμότητας” είναι ο έλεγχος συμβατότητας ενός εθνικού νόμου με την Σύμβαση ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη υπόθεση στην οποία ο νόμος έχει εφαρμοστεί (για την χρήση της λέξης “συμβασιμότητα” [Σ.τ.Μ.: “conventionality”], βλ. Michaud κατά Γαλλίας, αρ. 12323/11, § 73, ECHR 2012. Για τον γαλλικό όρο “conventionalité”, βλ. Vassis και άλλοι κατά Γαλλίας , αρ. 62736/09, § 36, 27 Ιουνίου 2013. Kanagaratnam και άλλοι κατά Βελγίου αρ 15297/09, § 75, 13 Δεκεμβρίου 2011. Duda κατά Γαλλίας (διάταξη), αρ. 37387/05, 17 Μαρτίου 2009 και Kart κατά Τουρκίας , αρ. 8917/05, § 83, 8 Ιουλίου 2008).
[2] Αυτό ισχύει μόνο για ατομικές προσφυγές (βλ. για παράδειγμα de Wilde, Ooms και Versyp κατά Βελγίου, 18 Ιουνίου 1971, § 22, Συλλογή A αρ. 12. Findlay κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 25 Φεβρουαρίου 1997, § 67, Reports of Judgments and Decisions 1997-I και Von Hannover κατά Γερμανίας (αρ. 2) [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 40660/08 and 60641/08, § 116, ΕΔΔΑ 2012). Σε διακρατικές υποθέσεις, ένα Κράτος μπορεί να προσβάλλει μια νομική διάταξη in abstracto, καθώς το άρθρο 33 της Σύμβασης επιτρέπει σε ένα Κράτος μέλος να προσβάλλει “κάθε φερόμενη παραβίαση” των διατάξεων της Σύμβασης από άλλο Κράτος μέλος (βλ. Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 18 Ιανουαρίου 1978, § 240, Συλλογή A αρ. 25, και Κύπρος κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως] , αρ. 25781/ 94, § 358, ΕΔΔΑ 2001IV).
[3] Η λαϊκη αγωγή είναι μια προσφυγή που ασκείται από ένα μέλος του λαού που ενεργεί μόνο με βάση το δημόσιο συμφέρον και δεν ισχυρίζεται ότι υπήρξε, είναι ή θα υπάρξει μελλοντικά θύμα του προσβαλλόμενου νόμου ή άλλης πολιτειακής πράξης (βλ. μεταξύ άλλων καθοριστικών αποφάσεων, Tănase κατά Μολδαβίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 7/08, § 104, ΕΔΔΑ 2010, και X και Άλλοι κατά Αυστρίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 19010/07, § 126, ΕΔΔΑ 2013).
[4] Σε αυτή την τελευταία περίπτωση, ο προσφεύγων πρέπει επίσης να μπορεί να ισχυριστεί ότι ανήκει σε μια ομάδα προσώπων στην οποία απευθύνεται η πολιτειακή πράξη (Aksu κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 4149/04 και 41029/04, § 50, ΕΔΔΑ 2012). Ο δεσμός με την ομάδα που καλύπτεται από την πολιτειακή πράξη πρέπει να υπάρχει κατά τον επίμαχο χρόνο και κατά τον χρόνο υποβολής της προσφυγής στο Δικαστήριο.
[5] Dudgeon κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 22 Οκτωβρίου 1981, § 41, Συλλογή A αρ. 45. Norris κατά Ιρλανδίας, 26 Οκτωβρίου 1988, § 32, Συλλογή A αρ. 142. και S.L. κατά Αυστρίας, αρ. 45330/99, ΕΔΔΑ 2003-I (αποσπάσματα).
[6] Marckx κατά Βελγίου, 13 Ιουνίου 1979, § 27, Συλλογή A αρ. 31. Johnston και άλλοι κατά Ιρλανδίας, 18 Δεκεμβρίου 1986, § 42, Συλλογή A αρ. 112 και Burden κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμημα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 13378/05, §§ 33-34, ΕΔΔΑ 2008.
[7] Sejdić και Finci κατά Βοσνίας Ερζεγοβίνης [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 27996/06 και 34836/06, §§ 28-29, ΕΔΔΑ 2009.
[8] Klass και άλλοι κατά Γερμανίας, 6 Σεπτεμβρίου 1978, §§ 34-37, Συλλογή A αρ. 28.
[9] Marckx, ό.π., §§ 44-48.
[10] Open Door και Dublin Well Woman κατά Ιρλανδίας, 29 October 1992, § 44, Συλλογή A αρ. 246A.
[11] Sejdić και Finci, ό.π., § 45.
[12] Υπάρχει και μια τρίτη ομάδα εν δυνάμει θυμάτων: εκείνοι που δεν είναι ακόμη θύματα από μια παραβίαση της Σύμβασης,. αλλά θα γίνουν εάν εκτελεστεί μια πολιτειακή πράξη (για παράδειγμα μια διάταξη αποβολής). Τα εν δυνάμει θύματα δεν πρέπει να συγχέονται με τα έμμεσα θύματα, έναν όρο που αναφέρεται σε πρόσωπα που έχουν υποστεί έμμεσες αρνητικές συνέπειες από μια πολιτειακή πράξη ή παράλειψη, όπως μια σύζυγος και τα παιδιά ενός ανθρώπου που σκοτώθηκε από κρατικούς υπαλλήλους.
[13] Marckx, ό.π., § 27.
[14] Marckx, ό.π., § 27 και πιο πρόσφατα , Sejdić και Finci, ό.π., §§ 28 και 29.
[15] S.L. κατά Αυστρίας (διατ.) , αρ. 45330/99, 22 Νοεμβρίου 2001 και η νομολογία που παραπέμπει.
[16] D.H. και άλλοι κατά Τσέχικης Δημοκρατίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 57325/00, § 184, ΕΔΔΑ 2007-IV. Αντίστροφα, ένας νόμος ή κανονισμός που προβλέπει θετικά μέτρα που είναι αναγκαία για τον τερματισμό ή περιορισμό de facto διακρίσεων από την απόλαυση ενός δικαιώματος της Σύμβασης από κάποια ευπαθή ομάδα ανθρώπων με κοινό χαρακτηριστικό μπορεί επίσης να υποβληθεί σε γενικό έλεγχο από το Δικαστήριο (Stec και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 65731/01 και 65900/01, §§ 61 και 66, ΕΔΔΑ 2006-VI, και Wintersberger κατά Αυστρίας (διατ.), αρ. 57448/00, 27 Μάη 2003). Καθώς το δικαίωμα απαγόρευσης διακρίσεων εις βάρος της απόλαυσης των δικαιωμάτων που προβλέπονται από την Σύμβαση παραβιάζεται επίσης όταν οι χώρες αποτυγχάνουν να συμπεριφερθούν διαφορετικά σε πρόσωπα που οι ιδιότητές τους διαφοροποιούνται σημαντικά, ένας νόμος ή κανονισμός που δεν παρέχει θετιά μέτρα που επιβάλλονται σε μια περίπτωση πρακτικής ανισότητας μιας ομάδας ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά μπορεί επίσης να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από κάθε προηγούμενη εφαρμοστική πράξη. Η αντίστροφη περίπτωση του νόμου που φέρνει την ανισότητα με την υποβάθμιση της εφαρμογής του δικαιώματος της Σύμβασης σε μια προνομιούχα ομάδα ατόμων με κοινά συγκρίσιμα χατακτηριστικά προς μια άλλη επιβαρυμένη ομάδα ανθρώπων εμπίπτει επίσης στο πεδίο του αφηρημένου ελέγχου του Δικαστηρίου (Runkee και White κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 42949/98 και 53134/99, §§ 4043, 10 Μάη 2007).
[17] Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει ρητώς εξαιρέσει την έννοια των αμοιβαίων υποχρεώσεων όσον αφορά τις Συνθήκες ανθρώπινων δικαιωμάτων (Επιφυλάξεις στην Σύμβαση για την Γενοκτονία, Γνωμοδότηση: ICJ Reports 1951, σελ. 23, ακολουθούμενη από την Απόφαση πόφαση Barcelona Traction, Light and Power Company, Limited, ICJ Reports 1964, σελ. 32, και την Εφαρμογή της Σύμβασης για την Απαγόρευση και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας, Προκαταρκτικές Ενστάσεις, Απόφαση 1CJ Reports 1996, σελ. 20), αφού το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης είχε κρίνει ότι “το ίδιο το αντικείμενο μιας διεθνούς σύμβασης, σύμφωνα με τις προθέσεις των συμβαλλόμενων μερών είναι η θέσπιση από τα μέρη κάποιων απόλυτων κανόνων που ιδρύουν ατομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις και αγώγιμα ενώπιον διεθνών δικαστηρίων” (Δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του Danzig, Γνωμοδότηση, 1928, PCIJ, Συλλογή B, No. 15 (3 Μαρτίου 1928), σελ. 17). Το Διαμερικάνικο Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (Γνωμοδότηση αρ. OC-2/82, 24 Σεπτεμβρίου 1982, για τις έννομες συνέπειες των επιφυλάξεων επί της Διαμερικάνικης Σύμβασης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, παρ. 29) και η Επιτροπή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (Γενικό Σχόλιο αρ. 24, 2 Νοέμβριος 1994, για τις επιφυλάξεις στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, παρ. 17) έχουν εκφράσει την ίδια άποψη. Πολύ νωρίς, η πρώην Επιτροπή [Σ.τ.Μ.: εννοεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, όργανο ελέγχου εφαρμογής της ΕΣΔΑ που καταργήθηκε το 1998] στην απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1961 στην υπόθεση Αυστρία κατά Ιταλίας (no. 788/60), διατύπωσε την ίδια αρχή επιβεβαιώνοντας τον “αντικειμενικό χαρακτήρα” της Σύμβασης (“… οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη στην Σύμβαση είναι ουσιώδεις κι έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα, έχοντας σχεδιαστεί περισσότερο για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων κάθε ανθρώπινης ύπαρξης από παραβάσεις εκ μέρους των Υψηλών Συμβαλλόμενων Μερών παρά για την δημιουργία υποκειμενικών και αμοιβαίων δικαιωμάτων για τα ίδια τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Κράτη”). Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε αυτή τη θεωρία και στην Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π., § 239).
[18] Αυτή η γενική αρχή του διεθνούς δικαίου που έχει κριθεί ως “αυταπόδεικτη” στην “Ανταλλαγή Ελληνικών και Τούρκικων Πληθυσμών”, Γνωμοδόση, 1925, Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης, Συλλογή B, Αρ. 10 (21 Φεβρουαρίου 1925), σελ. 20, έχει περιγραφεί από το Δικαστήριο στην Maestri κατά Ιταλίας, αρ. 39748/98, § 47, ΕΔΔΑ 2004I) με τις εξής φράσεις “… απορρέει από την Σύμβαση και από το Άρθρο 1 αυτής ιδίως, ότι κυρώνοντας την Σύμβαση τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι η εσωτερική νομοθεσία τους είναι συμβατή με αυτήν. Συνεπώς, το καταγγελόμενο Κράτος πρέπει να άρει κάθε εμπόδιο από το εσωτερικό νομικό σύστημα που θα απαγόρευε τον προσφεύγοντα να αποκατασταθεί επαρκώς”.
[19] James και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 21η Φεβρουαρίου 1986, § 85, Συλλογή A αρ. 98. Roche κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 32555/96, § 137, ΕΔΔΑ 2005-X και ; Paksas κατά Λιθουανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως] 34932/04, § 114, ΕΔΔΑ 2011 (αποσπάσματα).
[20] Πάνω απ' όλα, τα δικαιώματα της Σύμβασης αναγνωρίζονται επίσης από τα Συντάγματα των Συμβαλλόμενων κρατών. Έτσι, μια συνταγματική προσφυγή που ασκείται εναντίον ενός νόμου που παραβιάζει έναν νόμο που παραβιάζει ένα δικαίωμα της Σύμβασης επαρκεί κατά το Άρθρο 13 της Σύμνβασης, ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη ή αφηρημένη, συγκεντρωική ή διάχυτη, κύρια (προληπτική ή κατασταλτική) ή παρεμπίπτουσα μορφή του συνταγματικού ελέγχου της συνταγματικότητας.
[21] Βλ. Spiliotopoulos, Judicial Remedy of Legislative Acts in Greece, in Temple Law Quarterly, 1983, σελ. 463-502. Manitakis, Fondement et Legitimité du contrôle juridictionnel des lois en Grèce, in RIDC, 1988, σελ. 39-55. Skouris, Constitutional disputes and judicial review in Greece, in Landfried (ed.), Constitutional Review and Legislation: An International Comparison, 1988, σελ. 177-200. Dagtoglou, Judicial Review of Constitutionality of Laws, in European Review of Public Law, 1989, σελ. 309-327/ Spyropoulos και Fortsakis, Constitutional Law in Greece, 2009, Koutnatzis, Grundlagen und Grundzüge staatlichen Verfassungsrechts: Griechenland, in Bogdandy et al. (eds.), Handbuch Ius Publicum Europeaum, 2007, σελ. 151-215 και Iliopoulos-Strangas και Koutnatzis, Greece, Constitutional courts as positive legislators, in Brewer-Carias, Constitutional Courts as positive legislators, A comparative law study, 2011, σελ. 539-574.
[22] Βλ. Συμβούλιο της Επικρατείας απόφαση 867/1988 που έκρινε ότι το άρθρο 65 του Ν.Δ. 1400/1973 δεν συμβιβαζόταν με το Άρθρο 12 της Σύμβασης. Συμβούλιο της Επικρατείας απόφαση 1664/2011, που έκρινε ότι το άρθρο 4(3) του Ν.383/1976 παραβίαζε το άρθρο 5 του Συντάγματος. Συμβούλιο της Επικρατείας απόφαση 3103/1997, που έκρινε ότι το άρθρο 25(1)(2) του Ν. 1975/1991 είναι ασυνβίβαστο με την Σύμβαση της Γενεύης της 28 Ιουλίου 1951. ΣτΕ 1501/2012, που έκρινε ότοι ο Ν.2120/1993 παραβιάζει τα άρθρα 4 § 5 και 17 § 1 του Συντάγματος και το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. ΣτΕ 2960/2010 που έκρινε ότι το άρθρο 16 του Ν.2227/1994 δεν τηρεί το άρθρο 7 § 1 της Σύμβασης. Άρειος πάγος απόφαση 982/2010, που έκρινε ότι το άρθρο 13(4) του Ν.2882/2001 παραβιάζει το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. ΑΠ 33/2002, που έκρινε ότι το άρθρο 5(3) του Ν.2246/1994 ήταν αντίθετο με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αρ. 5251/2004 και 16520/2004 έκριναν ότι το άρθρο 107 ΕισΝΑΚ δεν είναι συμβατό με τα άρθρα 11 και 14 της Σύμβασης. Διοικητικό Εφετείο Αθηνών 954/1999, έκρινε ότι το άρθρο 31 του Ν.2470/1997 παραβιάζει το Πρώτο Πρωτόκολλο. Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, απόφαση 748/2011, έκρινε ότι το άρθρο 64 του π.δ. 1400/1973 είναι αντίθετο στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη και την απαγόρευση καταναγκαστικής εργασίας. Πρωτοδικείο Αθηνών αρ. 2377/2007, που έκρινε ότι το άρθρο 30(2) του Ν.2789/2000 είναι ασυμβίβαστο με τα άρθρα 2 και 17 του Συντάγματος και με το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, απόφαση 2250/2008, έκρινε ότι το άρθρο 60 του Ν.2084/1992 παραβιάζει το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου και ΣτΕ 2028/2004, έκρινε ότι το άρθρο 7(1) του Ν.2703/1999 είναι αντίθετο με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο.
[23] Vinčić και άλλοι κατά Σερβίας. 44698/06 , § 51, 1η Δεκεμβρίου 2009, και A, B και C κατά Ιρλανδίας αρ. 25579/05, § 142, ΕΔΔΑ 2010.
[24] Βλ. άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και άρθρα 57,914 και 932 ΑΚ
[25] Βλ. ΣτΕ 169/2010 και ΔεφΑθ 743/2006, 3928/1992, 409/2007 και 6/2007.
[26] Βλ. για την συνεκτική και ποικίλη νομολογία για την έκταση της διακριτικής μεταχείρισης ομάδων ανθρώπων που υφίστανται διακρίσεις, ακόμη κι όταν ενέχει δημοσιονομικές επιπτώσεις, ΑΠ 1578/2008, 60/2002, 7/1995, 40/1990 and 3/1990, ΣτΕ 3088/2007, 2180/2004 και 1467/1994. ΔεφΑθ 3717/1992 και ΔπρΑθ 10391/1990.
[27] Βλ. ΑΠ 60/2002.
[28] Vermeire κατά Βελγίου, 29 Νοεμβρίου 1991, § 26, Συλλογή A αρ. 214C.
[29] Βλ. χωριστή γνώμη μου στην Fabris κατά Γαλλίας [Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 16574/08, EΔΔΑ 2013 (αποσπάσματα).
[30] Malone κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 2 Αυγούστου 1984, § 82, Συλλογή A αρ. 82. X και Y κατά Ολλανδίας, 26 Μαρτίου 1985, § 27, Συλλογή A αρ. 91. Βλ. επίσης πιο πρόσφατα Viaşu κατά Ρουμανίας αρ. 75951/01, § 83, 9 Δεκεμβρίου 2008. Mandić και Jović κατά Σλοβενίας, αρ. 5774/10 και 5985/10, § 128, 20 Οκτωβρίου 2011 και Pulatlı κατά Τουρκίας. 38665/07, § 39, 26 Απριλίου 2011. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει τις νομοθετικές εξελίξεις που ακολούθησαν σε αυτές τις φερόμενες παραβιάσεις και επέκρινε την ανεπαρκή φύση αυτών των εξελίξεων (βλ. λ.χ. Odièvre κατά Γαλλίας [Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 42326/98, §§ 15-17, ΕΔΔΑ 2003III. Bauer κατά Γερμανίας. 3545/04, § 24, 28 Μάη 2009 και Dumitru Popescu κατά Ρουμανίας (αρ. 2), αρ. 71525/01, §§ 82-84, 26 Απριλίου 2007).
[31] Dudgeon, ό.π., §§ 41 και 63. Johnston και άλλοι, ό.π. § 42. Norris, ό.π. § 38 ή Μανουσάκης και άλλοι κατά Ελλάδας, 26 Σεπτεμβρίου 1996, §45, Συλλογή 1996IV. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Δικαστήριο εκθέτει με ιδιαίτερη φροντίδα τα νομοθετικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν (Μ. και άλλοι κατά Βουλγαρίας αρ. 41416/08, § 138, 26 Ιουλίου 2011). Μια διοικητική πρακτική όπως η εβδομαδιαία έρευνα σε άτομα χωρίς ρούχα σε φυλακή μπορεί επίσης να επιβάλλει την λήψη γενικών μέτρων (βλ. Salah κατά Ολλανδίας αρ. 8196/02, §§ 77-79, ΕΔΔΑ 2006-IX (αποσπάσματα)). Δεν πρόκειται για ιδιαιτερότητα του Ευρωπαϊκού συστήματος προστασίας ανθρώπινων δικαιωμάων. Η Επιτροπή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων έχει πρόσφατα συστήσει την νομοθετική μεταβολή στις υποθέσεις Βallantyne, Davidson και McIntyre κατά Καναδά, κοινοποιήσεις αρ. 359/1989 και 385/1989, 31 March 1993, παρ 13, και στην Toonen κατά Αυστραλίας, κοινοποίηση αρ. 488/1992, 31 Μαρτίου 1994, παρ. 10. Στο Γενικό Σχόλιό της αρ. 24, στις 2 Νοεμβρίου 1994, παρ. 17, η Επιτροπή απέρριψε κάθε εξαίρεση από την υποχρέωση, ως αντιβαίνουσα στον σκοπό και το αντικείμενο του Συμφώνου.
[32] Ενωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας και άλλοι κατά Τουρκίας , 30 Ιανουαρίου 1998, §§ 29-30, Συλλογή1998I, και πιο ρητά: Dumitru Popescu (αρ. 2), ό.π., § 103. Αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την πρακτική του Δικαστηρίου, αλλά και από την αποδοχή των Κρατών μελών (βλ. συνταγματικές αλλαγές που ακολούθησαν μετά την απόφαση της 27ης Αυγούστου 1991 στην Demicoli κατά Μάλτας, Συλλογή αρ. 210, και το επακολουθήσαν Ψήφισμα DH (95) 211 της 11ης Σεπτεμβρίου 1995. Την απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1992 στην υπόθεση Open Door και Dublin Well Woman κατά Ιρλανδίας, Συλλογή A αρ. 246-A, και το επακολουθήσαν Ψήφισμα DH (96) 368 της 26ης Ιουνίου 1996 και την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1995 στην υπόθεση Palaoro κατά Αυστρίας, Συλλογή A αρ. 329-B, και το επακολουθήσαν Ψήφισμα DH (96) 150 της 15ης Μάη 1996).
[33] Το ίδιο το γεγονός ότι μπορεί να υπήρχαν αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα του μέσου δεν είναι ικανός λόγος για να μην ασκηθεί (Akdivar και άλλοι κατά Τουρκίας, 16 Σεπτεμβρίου 1996, § 71, Συλλογή 1996-IV).
[34] Βλ. την ριζοσπαστική υπόθεση Broniowski κατά Πολωνίας ([Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 31443/96, ΕΔΔΑ 2004V), που βασίζεται στην “δυσλειτουργία της Πολωνικής νομοθεσίας και της διοικητικής πρακτικής”. Αυτή η διαδικασία προβλέπεται από το άρθρο 61 του Κανονισμού του Δικαστηρίου. Πρόσφατα στην Ananyev και άλλοι κατά Ρωσίας (αρ. 42525/07 και 60800/08, 10 Ιανουαρίου 2012, §§ 191-240 και σημείο 7 του εκτελεστικού μέρους), το Δικαστήριο επέκτεινε τις δυνατότητες αυτής της νέας διαδικασίας ακόμη περαιτέρω διατάσσοντας το καταγγελλόμενο κράτος να παρουσιάσει εντός έξι μηνών ένα σχέδιο δράσης που θα εφαρμόζει έναν μακρύ κατάλογο προληπτικών και αποζημιωτικών μέτρων που ορίζονται από το Δικαστήριο.
[35] Στις “οιονεί πιλοτικές αποφάσεις”, το Δικαστήριο καταδεικνύει συστηματικά προβλήματα του εθνικού νομικού συστήματος ή της εθνικής πρακτικής που μπορεί να αποτελέσουν πηγή μιας επαναλαμβανόμενης παραβίασης της Σύμβασης, αλλά δεν περιγράφει γενικά μέτρα στο εκτελεστικό μέρος της απόφασης, κανονικά. Σε κάποιες υποθέσεις, το Δικαστήριο έχει φτάσει μέχρι του σημείου να περιλάβει αυτές τις υποχρεώσεις στο εκτελεστικό μέρος της απόφασης, χωρίς να αναφέρει την πιλοτική φύση της απόφσης (βλ. για παράδειγμα Lukenda κατά Σλοβενίας αρ. 23032/02, § 98,ΕΔΔΑ 2005X, και Xenides-Zarestis κατά Τουρκίας αρ. 46347/99, § 40, 22 Δεκεμβρίου 2005). Σε άλλες υποθέσεις, η υποχρέωση έχει περιληφθεί μόνο στο σκεπτικό της απόφασης, χωρίς αναφορά στο εκτελεστικό μέρος της (βλ. για παράδειγμα Hasan και Eylem Zengin κατά Τουρκίας αρ. 1448/04, § 84, 9 Οκτωβρίου 2007 και Manole και άλλοι κατά Μολδαβίας αρ. 13936/02, § 117, ΕΔΔΑ 2009 (αποσπάσματα)). Το Δικαστήριο επίσης έθεσε προθεσμία για την θέσπιση αναγκαίων μέτρων (βλ. Xenides-Arestis, ό.π., § 40, και Burdov κατά Ρωσίας (αρ. 2), αρ. 33509/04, § 141, ΕΔΔΑ 2009), ή επιβεβαίωσε ότι το “επείγον” τους (βλ. Ramadhi και αλλοι κατά Αλβανίας αρ. 38222/02, § 94, 13 Νοεμβρίου 2007). Σε μια υπόθεση, το Δικαστήριο κήρυξε επίσης αναδρομικά ως “πιλοτική” μια απόφαση που είχε επιπτώσεις στο παραδεκτό μιας άλλης προσφυγής (βλ. İçyer κατά Τουρκίας (απόφ.), αρ. 18888/02, § 67,ΕΔΔΑ 2006I, αναφερόμενηστην Doğan και άλλοι κατά Τουρκίας, αρ. 88038811/02, 8813/και 8815-8819/02, ΕΔΔΑ 2004VI (αποσπ.)).
Η καθιέρωση ανώτατου ορίου συνολικής βουλευτικής θητείας και η ενίσχυση της δημοκρατικής αρχής
(αναδημοσίευση από ΕΔΔΔ, Σεπτέμβριος 2013)
Κατά τη συγγραφέα, η τροποποίηση του άρθρου 56 Συντ. και η θέσπιση κωλύματος που θα αποτρέπει την μακρόχρονη παραμονή ορισμένων προσώπων στην εξουσία, που θα διευκολύνει την ανανέωση του αντιπροσωπευτικού σώματος και τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των μελών του από το εκλογικό σώμα, αποβάλλει υπό τις σημερινές συνθήκες τον περιοριστικό της χαρακτήρα. Τούτο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η συνταγματικά προβλεπόμενη απαγόρευση συμμετοχής στις εκλογές μετά την συμπλήρωση του καθορισμένου αριθμού θητειών ή χρόνου δεν θα είναι διαρκής, αλλά θα αφορά την υποψηφιότητα του απερχόμενου βουλευτή μόνον στην αμέσως επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Ενώ, λοιπόν, τα δικαιώματα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι δεν περιορίζονται, ιδρύονται συνθήκες που ευνοούν την στελέχωση της λαϊκής αντιπροσωπείας όχι με βάση το βιογραφικό των υποψηφίων, αλλά μέσα από μια διαδικασία πολιτικής αντιπαράθεσης και πολιτικών επιλογών.
5ο Συνέδριο Διοικητικών Επιστημόνων: Αναδιοργάνωση της Διοίκησης και του Κράτους στη Μετά το «Μνημόνιο» Εποχή
Το πρόγραμμα του Συνεδρίου σε pdf
X. Contiades (ed.), Constitutions in the Global Financial Crisis, Ashgate 2013
-
Contents: Introduction: the global financial crisis and the constitution, Xenophon Contiades; Part I Constitutional Reactions in Comparative Perspective: How constitutions react to the financial crisis, Xenophon Contiades and Alkmene Fotiadou. Part II First Path: Adjustment: The constitution and the financial crisis in Ireland, David Gwynn Morgan; The constitutional consequences of the financial crisis in Italy, Tania Groppi, Irene Spigno and Nicola Vizioli; Financial crisis and the constitution in Latvia, Ringolds Balodis and Janis Pleps; The Spanish constitution in the turmoil of the global financial crisis, Agustín Ruiz Robledo; The constitution and the financial crisis in the UK: historical and contemporary lessons, John F. McEldowney. Part III Second Path: Submission: The impact of the financial crisis on the Greek constitution, Xenophon Contiades and Ioannis A. Tassopoulos; The sovereign debt crisis and the constitution’s negative outlook: a Portuguese preliminary assessment, Jónatas E.M. Machado. Part IV Third Path: Breakdown: Breaking and making constitutional rules: the constitutional effects of the financial crisis in Hungary, Zoltán Szente; The impact of the financial crisis on Icelandic constitutional law: legislative reforms, judicial review and revision of the constitution, Björg Thorarensen. Part V Fourth Path: Stamina: The United States constitution and the great recession, Mark Tushnet; Index.
-
About the Editor: Xenophon Contiades is Professor of Public Law and Dean, School of Social and Political Sciences, University of Peloponnese and Director of the Centre for European Constitutional Law-Themistocles and Dimitris Tsatsos Foundation, Athens, Greece.
-
Introduction (in pdf)
Εκδήλωση 07/11/2013: «Δικόγραφο και λογοτεχνία. Η τεχνική της πειθούς, η τέχνη της αφήγησης»
Ο ΟΜΙΛΟΣ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΜΑΝΕΣΗΣ
και η
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
οργανώνουν εκδήλωση με θέμα:
Δικόγραφο και λογοτεχνία
Η τεχνική της πειθούς, η τέχνη της αφήγησης
Ομιλητές:
Αλέξης Πανσέληνος, Γιώργος Συμπάρδης,
Θωμάς Σκάσσης, Βασίλης Γκουρογιάννης, Βασίλης Κουνέλης
και Γιώργος Καραβοκύρης
Πρόεδρος Νίκος Αλιβιζάτος
Πρόγραμμα:
Βασίλης Γκουρογιάννης: Πόσο δικηγόρος ο λογοτέχνης, πόσο λογοτέχνης ο δικηγόρος: η σωστή μείξη
Βασίλης Κουνέλης: Ο δικηγόρος σε ρόλο λογοτέχνη κι ο λογοτέχνης σε ρόλο υπερασπιστή. Διλήμματα, συγκρούσεις και αντιφάσεις ενός «επαγγελματία» γραφιά
Θωμάς Σκάσσης: Δοκιμασμένη μέθοδος, αβέβαιη πειθώ, εγγενής απορία
διάλειμμα
Γιώργος Συμπάρδης: Τα συγκοινωνούντα δοχεία της τέχνης του λόγου
Αλέξης Πανσέληνος: Το μυθιστόρημα ως δημηγορία
Γιώργος Καραβοκύρης: Δίκαιο και λογοτεχνία: ένα παιχνίδι σε δύο χρόνους
συζήτηση
7 Νοεμβρίου 2013, 6.30 μ.μ.
Αμφιθέατρο Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών «Λεωνίδας Ζέρβας» (Βασιλέως Κωνσταντίνου 48)
Δελτίο τύπου
Για χρόνια ο Αλέξης Πανσέληνος κατέβαινε κάθε πρωί στον Πειραιά. Στο δικηγορικό γραφείο του τον περίμεναν πλήθος συμβάσεις – ναυλοσύμφωνα, δανειακά συμβόλαια, νηολογήσεις, συμβόλαια εκχώρησης εισοδημάτων. Αργά το απόγευμα επέστρεφε σπίτι του στη Νέα Σμύρνη – κι αργότερα στην Κηφισιά. Πάνω στο γραφείο του σωρεύονταν τα χειρόγραφα απ’ τη δεύτερη εργασία του. Δούλευε μέχρι αργά το βράδυ. Ήταν τα κείμενα που παίρνοντας το δρόμο του τυπογραφείου μας έδωσαν γνωστά μυθιστορήματα όπως «Η μεγάλη πομπή», «Βραδιές μπαλέτου», « Ο κουτσός άγγελος», «Ζαϊδα ή η καμήλα στα χιόνια».
Το ίδιο κι ο Γιώργος Συμπάρδης κατέβαινε στον Πειραιά όπου συνέτασσε δικόγραφα για ναυλοσύμφωνα, ασφαλιστικά μέτρα οφειλών, ναυτεργατικά, κι αργά το απόγευμα γύριζε στο Θησείο για να δουλέψει «Το μέντιουμ», την «Υπόσχεση γάμου», τον «Άχρηστο Δημήτρη». Και ο Θωμάς Σκάσσης, ο Βασίλης Γκουρογιάννης και ο Βασίλης Κουνέλης μοίραζαν, και ορισμένοι μοιράζουν ακόμα, το χρόνο τους ανάμεσα στην δικηγορία και το μυθιστόρημα.
Ποια είναι η σχέση της νομικής επιστήμης με τη λογοτεχνία; Πως συνδυάζονται τα εργαλεία της δικηγορικής πειθούς με την τέχνη της μυθιστορηματικής αληθοφάνειας; Πως ορισμένοι άνθρωποι εργάζονται σε όλη τους τη ζωή αόκνως σε δύο διακριτά μεταξύ τους επαγγέλματα;
Την Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013, οι πέντε συγγραφείς και νομικοί μιλούν με θέμα «Δικόγραφο και λογοτεχνία. Η τεχνική της πειθούς και η τέχνη της αφήγησης», στο αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών «Λεωνίδας Ζέρβας» (Βασιλέως Κωνσταντίνου 48) στις 6.30 μ.μ. Θα σχολιάσει ο νομικός Γιώργος Καραβοκύρης. Πρόεδρος της εκδήλωσης που διοργανώνει ο Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης και η Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού είναι ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος.
ΣτΕ 3354/2013 (Ολομ): αντισυνταγματική η αυτοδίκαιη απόλυση και προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα υπαλλήλων
Με την απόφαση της Ολομέλειάς του 3354/2013 (27.09.2013) το ΣτΕ ακύρωσε την προσβαλλόμενη την ΔΙΔΑΔ/Φ. 2614/756/οικ. 21872/4.11.2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών (φ. Β΄ 2619/8.11.2011) κατά το μέρος που αυτή περιέχει ρυθμίσεις για την αυτοδίκαιη απόλυση και την προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα υπαλλήλων, επειδή οι διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 4024/2011 που αποτελούν έρεισμα της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης και αφορούν την αυτοδίκαιη απόλυση υπαλλήλων αμέσως ή αφού τεθούν σε προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα, με συνέπεια την κατάργηση των οργανικών θέσεων τις οποίες κατείχαν οι υπάλληλοι αυτοί και την απομείωση αντίστοιχα του αριθμού των οργανικών θέσεων που προβλέπονται στους οικείους οργανισμούς, αντίκεινται στο συνταγματικό πλαίσιο που θεσπίζεται με το προπαρατεθέν άρθρο 103 καθώς και στην επίσης συνταγματικώς κατοχυρούμενη αρχή της ισότητας.
ΣτΕ (Ολομ) 460/2013
Αριθμός 460/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Σωτ. Ρίζος, Νικ. Σακελλαρίου, Δημ. Πετρούλιας, Αθ. Ράντος, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Νικ. Ρόζος, Χρ. Ράμμος, Νικ. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Εμμ. Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Μ. Πικραμένος, Σύμβουλοι, Φρ. Γιαννακού, Αικ. Ρωξάνα, Ουρ. Νικολαράκου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Σπ. Χρυσικοπούλου και Α. Καλογεροπούλου καθώς και η Πάρεδρος Αικ. Ρωξάνα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 5 Αυγούστου 2010 αίτηση:
του ………… , κατοίκου Αθηνών (……. ……), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Χριστίνα Τσαμπάζη (Α.Μ. 9173), που την διόρισε στο ακροατήριο,
κατά του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τους : 1) Νικόλαο Μαυρίκα, Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2) Ανδρέα Ανδρουλιδάκη, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,
και κατά των παρεμβαινόντων : 1) …… , κατοίκου Αθηνών (……………), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Νικόλαο Αλιβιζάτο (Α.Μ. 6976), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και 2) ……….. που εδρεύει στην Αθήνα (………), η οποία παρέστη με τους δικηγόρους : α) Νικόλαο Αλιβιζάτο (Α.Μ. 6976), β) Χρήστο Πολίτη (Α.Μ. 2740) και γ) Φίλιππο Σπυρόπουλο (Α.Μ. 7310), που τους διόρισε με πληρεξούσιο ο Πρόεδρος της Ένωσης.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 350/2011 αποφάσεως του Δ` Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν : 1) η υπ’ αριθ. Φ.130181/23198/10/30.4.2010 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄ 562), 2) η υπ’ αριθ. 24592/7.5.2010 (6η εγκύκλιος) απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού και 3) κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον Εισηγητή Σύμβουλο Ευθ. Αντωνόπουλο.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία του αιτούντος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους των παρεμβαινόντων και τους αντιπροσώπους του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου
κ α ι Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
- Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1284940,1289507-8/2010 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
- Επειδή, μετά την αποχώρηση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Παν. Πικραμμένου, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας την 30-6-2012, αναπληρώνεται κατά την διάσκεψη της παρούσης υποθέσεως από τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο Σωτ. Ρίζο, ο οποίος μετείχε στη σύνθεση της Ολομελείας (βλ. απόφαση 2/2009 της Ολομελείας εν συμβουλίω και Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου 172/2012). Περαιτέρω, η Σύμβουλος Αννα Καλογεροπούλου, αναπληρωματικό μέχρι τώρα μέλος της συνθέσεως λαμβάνει μέρος στη διάσκεψη ως τακτικό μέλος (άρθρο 26 ν. 3719/2008, ΦΕΚ Α΄241).
3. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 17-9-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων ζητείται η ακύρωση α) της υπ’ αριθμ’ Φ.130181/23198/ 30-4-2010 αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄562) με τίτλο «Καθορισμός δικαιολογητικών που πρέπει να συνοδεύουν τη δήλωση και αίτηση εγγραφής στο Δημοτολόγιο λόγω γέννησης ή φοίτησης σε σχολείο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 Α του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας» και β) της με αριθμό πρωτοκόλλου 24592/7-5- 2010 6ης Εγκυκλίου του ίδιου Υπουργού με τίτλο « Ασκηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι από τους ομογενείς και τους νομίμως διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης», κατά το μέρος που αναφέρεται μόνο στην παροχή δικαιωμάτων εκλέγειν και εκλέγεσθαι στους υπηκόους τρίτων χωρών.
4. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 350/2011 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου με επταμελή σύνθεση επιλύθηκαν οριστικώς τα ζητήματα του παραδεκτού της κρινομένης αιτήσεως, της συναφείας των προσβαλλομένων πράξεων, της παραδεκτής συμπροσβολής της υπ’ αριθμ. 29982/1-6-2010 αποφάσεως του ίδιου Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με τίτλο «Παράταση προθεσμίας εγγραφής στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους των ομογενών και των νομίμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης» (Β` 754), του παραδεκτού της παρεμβάσεως υπέρ του κύρους των προσβαλλομένων πράξεων του Σωματείου «……………………………..» (για την πρώτη από αυτές) και της …………. (για την τρίτη από αυτές που εκρίθη συναφής και παραδεκτώς συμπροσβαλλόμενη με την πρώτη και αφορούσε στην παράταση της προθεσμίας εγγραφής στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους) και απερρίφθησαν με οριστική κρίση, επίσης, λόγοι ακυρώσεως που αφορούσαν στο κύρος και την συνταγματικότητα των διατάξεων του Ν.3838/2010 που ρύθμιζαν τον νέο τρόπο απονομής της ελληνικής ιθαγένειας, καθώς και την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στις εκλογές των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού από τους υπηκόους τρίτων χωρών. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση παρεπέμφθησαν προς επίλυση στην Ολομέλεια, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 100 παρ.5 του Συντάγματος, τα ζητήματα της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1,2,6, των άρθρων 14-21 και του άρθρου 24 του Ν.3838/2010 ως προς τους μη κριθέντες οριστικώς λόγους, για τους οποίους το Τμήμα έκρινε ότι συνέτρεχε θέμα αντιθέσεως των διατάξεων αυτών προς διατάξεις του Συντάγματος που αναφέρονται στην παραπεμπτική απόφαση.
- Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι «2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. 3. Ολες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Στο άρθρο 4 παρ. 3 ότι «Έλληνες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος». Στο άρθρο 16 παρ. 2 ότι «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες», ενώ στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ότι «Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα». Στο άρθρο 25 παρ. 4 ότι «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Στο άρθρο 29 παρ.1 ότι «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. … »
6. Επειδή, από τις παρατεθείσες διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος συνάγονται τα ακόλουθα: Ο λαός αποτελεί ένα από τα τρία συστατικά στοιχεία του Κράτους και το κυρίαρχο όργανο αυτού, ο καθορισμός δε των προσώπων που εντάσσονται σ’ αυτόν ανήκει ως κυριαρχική αρμοδιότητα στον εθνικό νομοθέτη (πρβλ. Σ.τ.Ε 2279/1990 Ολομ.). Τούτο σημαίνει α) ότι ο εθνικός νομοθέτης δεν περιορίζεται, κατ’ αρχήν, από το διεθνές δίκαιο να ορίσει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας- πλην της περιπτώσεως της δημιουργίας ανιθαγενών με αυθαίρετη πράξη ή της περιπτώσεως προσβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων- και β) ότι δεν υπάρχει ατομικό δικαίωμα, που γεννά αξίωση αποκτήσεως της ιθαγενείας, αφού επί του θέματος αυτού αποφαίνεται κυριαρχικώς το οικείο Κράτος μέσω των αρμοδίων οργάνων του (βλ απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης της 6-4-1955 επί της υποθέσεως Nottebohm- Λιχτενστάιν κατά Γουατεμάλας και Σ.τ.Ε. 2060/2008, 1242/2007,3070/2002, 209/1993). Εξ άλλου, το ότι ο κατά το Σύνταγμα καθορισμός των προσόντων του έλληνα πολίτη ανατίθεται στο νόμο, δεν σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης είναι ανεξέλεγκτος εξ επόψεως εσωτερικών συνταγματικών ορίων για τον καθορισμό αυτό, ούτε ότι παύει να υπόκειται σε τυχόν προκύπτοντες από άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές περιορισμούς. Ιδιαίτερη σημασία για τους περιορισμούς αυτούς έχουν εκείνες οι διατάξεις του Συντάγματος που συνδέουν με την νομική έννοια του πολίτη πλείστες όσες συνέπειες (δικαίωμα εκλέγειν- εκλέγεσθαι, δικαίωμα διπλωματικής προστασίας, υποχρέωση στρατεύσεως, εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων και καθήκοντος εθνικής αλληλεγγύης κλπ). Τούτο σημαίνει περαιτέρω, ότι ο νομοθέτης έχει μεν την δυνατότητα να εκτιμά εκάστοτε τις συγκεκριμένες συνθήκες (πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές) και να καθορίζει τις προϋποθέσεις κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας κατά τρόπο χαλαρότερο ή αυστηρότερο, αλλά, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό κράτος με συγκεκριμένη ιστορία και ότι ο χαρακτήρας αυτός είναι εγγυημένος τουλάχιστον από τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.3 του ισχύοντος Συντάγματος, τέλος δε και ότι το κράτος αυτό είναι εντεταγμένο σε υπερεθνική κοινότητα εθνικών κρατών με παρόμοιες συνταγματικές παραδόσεις (Ευρωπαϊκή Ενωση), η οποία, μάλιστα, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση, σέβεται την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με την θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή. Συνέπεια δε τούτων είναι ότι ελάχιστος όρος και όριο των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας είναι η ύπαρξη γνησίου δεσμού του αλλοδαπού προς το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία, τα οποία δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι και δημιουργήματα εφήμερα αλλά παριστούν διαχρονική ενότητα με ορισμένο πολιτιστικό υπόβαθρο, κοινότητα με σχετικώς σταθερά ήθη και έθιμα, κοινή γλώσσα με μακρά παράδοση, στοιχεία τα οποία μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά με την βοήθεια μικρότερων κοινωνικών μονάδων (οικογένεια) και οργανωμένων κρατικών μονάδων (εκπαίδευση). Εάν παρεγνωρίζετο η προϋπόθεση του ουσιαστικού δεσμού και ο νομοθέτης – εναλλασσόμενος κατά θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος – μπορούσε να τον αγνοήσει και να ελαχιστοποιήσει τα προσόντα κτήσεως της ιθαγενείας, τότε πρακτικώς θα μπορούσε και να προσδιορίσει αυθαιρέτως την σύνθεση του λαού, με την προσθήκη απροσδιορίστου αριθμού προσώπων ποικίλης προελεύσεως, με χαλαρή ή ανύπαρκτη ενσωμάτωση, με ό,τι τούτο θα συνεπήγετο για την συνταγματική τάξη και τη λειτουργία του πολιτεύματος, καθώς και την ομαλή, ειρηνική εξέλιξη της κοινωνικής ζωής, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη και του γεγονότος ότι το status της ιθαγένειας είναι αμετάκλητο, αφού η σχετική συνταγματική ρύθμιση (άρθρο 4 παρ.3) απαγορεύει την αφαίρεση της ιθαγένειας πλην δύο περιοριστικά καθοριζομένων περιπτώσεων (εκούσια απόκτηση άλλης ιθαγένειας, ανάληψη σε ξένη χώρα υπηρεσίας αντίθετης προς τα εθνικά συμφέροντα). Συνεπεία των ανωτέρω παραδοχών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης, κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας από αλλοδαπούς, δύναται μεν, κατ’ απόκλιση από την βασική αρχή του δικαίου της καταγωγής (ius sanguinis) ως αυτόματου τρόπου κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας, να προβλέψει τρόπους κτήσεως της ιθαγενείας βάσει της αρχής του δικαίου του εδάφους (jus soli) και περαιτέρω, να θεσπίζει για τις περιπτώσεις αυτές και τυπικά κριτήρια, όπως είναι η νόμιμη παραμονή στην χώρα και η διάρκεια αυτής, αλλά θα πρέπει να τα συνδυάζει και με ουσιαστικά κριτήρια, ούτως ώστε να τεκμηριώνεται ο γνήσιος δεσμός του αλλοδαπού προς την ελληνική κοινωνία, δηλαδή η ενσωμάτωσή του σε αυτήν υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια. Οι Σύμβουλοι Δημ.Σκαλτσούνης, Σπ.Μαρκάτης, Ηρ.Τσακόπουλος και Μαρίνα Παπαδοπούλου με συγκλίνουσα γνώμη υπεστήριξαν τα εξής: η διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 εδ α` του Συντάγματος, προβλέποντας ότι «Έλληνες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος», αναθέτει στον κοινό νομοθέτη τον καθορισμό των προσόντων του πολίτη, μη ορίζοντας δε κριτήρια ιθαγένειας, παρέχει σ’ αυτόν ευρεία εξουσία καθορισμού των όρων και προϋποθέσεων κτήσεως αυτής. Η εξουσία αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά οριοθετείται από τρία διαφορετικά πεδία α) από τις λοιπές διατάξεις του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να σέβεται αυτές και να μη τις παραβιάζει κατά τον καθορισμό των όρων και προϋποθέσεων για απόκτηση από αλλοδαπούς της ελληνικής ιθαγένειας, μη δυνάμενος, λόγου χάριν, ενόψει του άρθρου 1 παρ.3 του Συντάγματος, να καθιστά δυνατή την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς που αποδεδειγμένα βαρύνονται με πράξεις αντεθνικής συμπεριφοράς ή, εν όψει του άρθρου 13 παρ.1 του Συντάγματος, να εξαρτά την κτήση αυτή από συγκεκριμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις κ.ο.κ. β) από συγκεκριμένες υποχρεώσεις που προκύπτουν από διεθνείς συμβατικές δεσμεύσεις της χώρας, όπως λόγου χάριν, για τον περιορισμό των περιπτώσεων της ανιθαγένειας και γ) από την ίδια τη φύση του αντικειμένου της ρυθμίσεως, την οποία η ως άνω συνταγματική διάταξη προβλέπει πράγματι, κατ’ αρχήν, η απονομή της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπό πολίτη αποτελεί το τελευταίο στάδιο εντάξεώς του στην ελληνική κοινωνία σε βαθμό τέτοιο που τον οδηγεί να ζητήσει, και να επιτύχει, κατόπιν εξατομικευμένης κρίσεώς του, την πολιτογράφησή του ως έλληνα πολίτη (βλ. τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 19, τόσο του ισχύοντος, όσο και του προϊσχύσαντος Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας). Και ναι μεν ουδεμία συνταγματική διάταξη αποκλείει στον κοινό νομοθέτη την πολιτική επιλογή της απονομής βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, δηλαδή χωρίς εξατομικευμένη κρίση, της ελληνικής ιθαγένειας, σε αλλοδαπούς, οι οποίοι διαμένουν νομίμως στη χώρα, ως μέσου για την μελλοντική, ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία, προς τούτο, όμως, το άρθρο 4 παρ. 3 εδ α? του Συντάγματος, κατά την έννοιά του, απαιτεί από τον κοινό νομοθέτη να θέτει με τη σχετική ρύθμιση όρους και προϋποθέσεις βάσει των οποίων η ομαλή ένταξη των αλλοδαπών αυτών στην ελληνική κοινωνία να μπορεί να πιθανολογηθεί σε σοβαρό βαθμό.
Oι Αντιπρόεδροι Δημοσθ. Πετρούλιας και Αγγ. Θεοφιλοπούλου και οι Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Χ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Α.-Γ. Βώρος, Μ. Σταματελάτου, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Μ. Πικραμένος υπεστήριξαν την ακόλουθη γνώμη: Για την αναγνώριση της ιδιότητας του έλληνα πολίτη και κατά συνεκδοχή την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας, δηλαδή του νομικού δεσμού συγκεκριμένου προσώπου με το ελληνικό κράτος, (και όχι με το ελληνικό έθνος), το Σύνταγμα διαλαμβάνει ειδική ρύθμιση στο πρώτο εδάφιο της παραγρ. 3 του άρθρου 4, το οποίο ορίζει ότι «Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος». Με τη λιτή αυτή διάταξη, το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί τον κοινό νομοθέτη να καθορίζει τις προϋποθέσεις, («τα προσόντα»), που απαιτούνται για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, χωρίς να επιβάλλει κανένα, με την εν λόγω ειδική διάταξη, περιορισμό στη σχετική εξουσία του νομοθετικού σώματος. Εκτός από τη ρητή και μη καταλείπουσα καμία ως προς τούτο αμφιβολία, γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγρ. 3 του άρθρου 4 του Συντάγματος, ενδεικτική της ελευθερίας, που παρέχεται με αυτήν στο νομοθέτη, είναι και η αντιπαραβολή της με τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, στην οποία ρητώς ορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες επιτρέπεται η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας. Ο συνταγματικός νομοθέτης με τη διάταξη αυτή αναγνωρίζει ότι η ρύθμιση της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας αποτελεί πολιτική κατ’ εξοχήν επιλογή, συναρτώμενη με την εκτίμηση τόσο της συνδρομής σκοπών δημόσιου συμφέροντος, όσο και του τρόπου εξυπηρέτησής τους, η οποία μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες, είτε εσωτερικές είτε διεθνείς, βάσει και των οποίων διαμορφώνεται η πολιτική της Χώρας, καθώς επίσης και τις κρατούσες στο νομοθετικό σώμα πολιτικές αντιλήψεις. Για το λόγο δε ακριβώς αυτό παρέχει στον κοινό νομοθέτη ευρύτατα περιθώρια πολιτικών εκτιμήσεων και, κατά συνέπεια, άσκησης διαφορετικών πολιτικών, όσον αφορά τον καθορισμό αφ’ ενός των δημόσιων σκοπών που εξυπηρετεί, την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η απονομή της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς, αφ’ ετέρου δε των κριτηρίων και της διαδικασίας που θεωρεί πρόσφορα για την επίτευξη των σκοπών αυτών. Υπέρ της έννοιας αυτής συνηγορεί και η ιστορική καταγωγή της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης. Πράγματι, στο άρθρο 3 δεύτερο εδάφιο του Συντάγματος της 18.3.1844 υιοθετήθηκε αντίστοιχη ρύθμιση, κατά την οποία «Πολίται είναι όσοι απέκτησαν ή αποκτήσωσι τα χαρακτηριστικά του πολίτου κατά τους Νόμους του Κράτους», προκειμένου, όπως προκύπτει από τα επίσημα πρακτικά συζητήσεων στην Εθνοσυνέλευση, να αναγνωρισθεί στο νομοθέτη ευρύτατη ευχέρεια καθορισμού των προσόντων του πολίτη κατ’ εκτίμηση των εκάστοτε συνθηκών (Επίσημα Πρακτικά, συνεδρ. ΚΣΤ?, 8.1.1844, σελ. 143-144). Και ορίζει μεν η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Συντάγματος ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και «υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους…» ωστόσο, ούτε από τη διάταξη αυτή ούτε από άλλη συνταγματική διάταξη απορρέει υποχρέωση του νομοθέτη να θέτει ως προϋπόθεση για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, την διαπίστωση γνήσιου δεσμού με το ελληνικό έθνος, δηλαδή την ύπαρξη ήδη διαμορφωθείσης εθνικής συνείδησης των πολιτογραφούμενων αλλοδαπών. Κατά μείζονα δε λόγο, όταν πρόκειται για απονομή ελληνικής ιθαγένειας σε ανήλικα τέκνα αλλοδαπών, τα οποία αφορούν οι επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010. Και τούτο διότι, άλλωστε, με την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας ο αλλοδαπός καθίσταται έλληνας πολίτης, συμπολίτης των λοιπών ελλήνων πολιτών και όχι ομοεθνής τους, δηλαδή δεν του αναγνωρίζεται και η ελληνική εθνική ταυτότητα. Είναι σαφής δε, κατά το Σύνταγμα, η διάκριση μεταξύ λαού και έθνους. Η διασφάλιση της ομαλής ένταξης στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Χώρας, δηλαδή στην ελληνική κοινωνία, των ανήλικων τέκνων αλλοδαπών που διαβιούν μόνιμα και νόμιμα στην Χώρα επί χρονικό διάστημα ικανό, κατά την ανέλεγκτη, κατ’ αρχήν, ουσιαστική εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, για να θεμελιώσει τον αναγκαίο δεσμό με την ελληνική κοινωνία, και κατά συνεκδοχή, η διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης, αποτελεί προφανώς έναν θεμιτό σκοπό δημόσιου συμφέροντος για τη χορήγηση σε αυτά της ελληνικής ιθαγένειας. Ενόψει δε της ευρύτατης εξουσίας που της παρέχει το Σύνταγμα, η Βουλή δεν υποχρεούται να καθορίσει ειδική διαδικασία ουσιαστικής και εξατομικευμένης σε κάθε περίπτωση έρευνας, αλλά, έχει τη δυνατότητα να προβαίνει στη θέσπιση αντικειμενικών και μόνον κριτηρίων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας και μάλιστα σε ανήλικα τέκνα αλλοδαπών, όπως είναι η γέννηση και διαμονή τους στην Ελλάδα, από γονείς που διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στη Χώρα για ορισμένο χρόνο ή η επιτυχής φοίτησή τους σε ορισμένες τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα και μόνιμη και νόμιμη διαμονή τους σ’ αυτήν, εφ’ όσον ο νομοθέτης εκτιμά ότι, με τη συνδρομή των ως άνω αντικειμενικών κριτηρίων, δημιουργείται ένας επαρκής ουσιαστικός δεσμός τους με την ελληνική κοινωνία, ικανός να διασφαλίσει την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού, δηλαδή την ομαλή ένταξή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Χώρας. Ανήκει συνεπώς στην ευχέρεια του νομοθέτη, αφού ούτε η ειδική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3, ούτε άλλη συνταγματική διάταξη το επιβάλλει, να ορίσει, όταν κρίνει ότι τούτο είναι σκόπιμο, εκτός από τη συνδρομή αντικειμενικών κριτηρίων και διοικητική διαδικασία εξατομικευμένης εκτίμησης ουσιαστικών στοιχείων, η αξίωση της συνδρομής των οποίων, για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας, προσιδιάζει άλλωστε σε ενηλίκους, όπως πράγματι τούτο παγίως ισχύει για την πολιτογράφηση των ενηλίκων αλλοδαπών (βλ. άρθρο 6 του προϊσχύσαντος Κώδικα της Ελληνικής Ιθαγένειας – Ν. 3370/1955 – και άρθρα 5 και 7 του ισχύοντος Κώδικα – Ν. 3284/2004). Αντιθέτως, επίσης παγίως προβλέπεται η απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας με μόνη προϋπόθεση τη γέννηση του προσώπου σε ελληνικό έδαφος και χωρίς κανένα άλλο κριτήριο, (όπως ελάχιστος χρόνος μόνιμης διαμονής των αλλοδαπών γονέων στη χώρα ή ουσιαστικός δεσμός τους με την ελληνική κοινωνία), εφ’ όσον πρόκειται για ανιθαγενείς, δηλαδή για πρόσωπα τα οποία δεν αποκτούν με τη γέννησή τους αλλοδαπή ιθαγένεια ή είναι άγνωστης ιθαγένειας. (βλ. άρθρα 1 του Ν.Δ. 3370/1955, 1 του Ν. 1438/1984, και 1 του Ν. 3284/2004). Ούτε δε μπορεί να γίνει ευλόγως δεκτό ότι, μολονότι το Σύνταγμα αναθέτει χωρίς περιορισμούς, με την ειδική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3, στη Βουλή τον καθορισμό των προϋποθέσεων απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας, παρά ταύτα δεν εμπιστεύεται την εκτίμησή της για την δημιουργία, εφ’ όσον συντρέχουν τα προβλεπόμενα αντικειμενικά κριτήρια, ουσιαστικού δεσμού των ανηλίκων αλλοδαπών και των γονέων τους με την ελληνική κοινωνία και απαιτεί επιπλέον εξατομικευμένη προς τούτο κρίση διοικητικών οργάνων. Τέλος, ναι μεν, κατά τα προεκτεθέντα, με την ανωτέρω ειδική συνταγματική διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγρ. 3 του άρθρου 4 εξουσιοδοτείται, χωρίς όρους, ο νομοθέτης να ορίζει τα κριτήρια απονομής της ελληνικής ιθαγένειας, ωστόσο οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν είναι δικαστικώς ανέλεγκτες. Εν όψει όμως της ευρύτατης εξουσίας που παρέχει το Σύνταγμα στη Βουλή και των πολιτικών, προεχόντως, εκτιμήσεων, βάσει των οποίων αυτή προβαίνει στις κατάλληλες, κατά την ουσιαστική της κρίση, νομοθετικές επιλογές, το Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει αντίθετες προς το Σύνταγμα τις επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010, για τη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας σε ανήλικα τέκνα αλλοδαπών, περιορίζεται να ελέγξει μόνον εάν οι ουσιαστικές εκτιμήσεις του νομοθέτη, όσον αφορά τόσον τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, όσον και την προσφορότητα των θεσπιζόμενων, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, κριτηρίων απονομής της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς είναι, αντικειμενικά και λογικά, καταδήλως εσφαλμένες και συνεπώς παράλογες. Και τούτο διότι, άλλως, το Δικαστήριο, μέσω του δικαστικού ελέγχου, ουσιαστικά θα υποκαθιστούσε ανεπιτρέπτως, δηλαδή καθ’ υπέρβαση του συνταγματικού του ρόλου, τη Βουλή στην άσκηση του νομοθετικού της έργου, αφού θα ήλεγχε, παρεμβαίνοντας με τον τρόπο αυτό στο πεδίο των πολιτικών αντιπαραθέσεων, τη σκοπιμότητα των σχετικών νομοθετικών επιλογών, στις οποίες μάλιστα ο κοινός νομοθέτης προβαίνει, κατά το Σύνταγμα, βάσει θεωρήσεων κατ’ εξοχήν πολιτικού χαρακτήρα και ειδικώς σε ένα θέμα υψηλής πολιτικής, όπως είναι αυτό της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς, το οποίο μάλιστα συνάπτεται και με τις διεθνείς σχέσεις της Χώρας. Κατά την ειδικότερη γνώμη του Συμβούλου Μιχ. Πικραμένου επιπροσθέτως των ανωτέρω, λεκτέα και τα εξής : Η ρήτρα «υπέρ του έθνους» που καθιερώνει το άρθρο 1 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, ερμηνευόμενη ενόψει των σύγχρονων διεθνών κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών συνθηκών στο πλαίσιο των οποίων αναπτύσσονται, μεταξύ των άλλων, διαδοχικά μεταναστευτικά ρεύματα που διακρίνονται για τη μαζικότητά τους, αποβλέπει στη διατήρηση της συνέχειας και της ενότητας του ελληνικού έθνους. Ο σκοπός αυτός επιδιώκεται με την επεξεργασία και κατάστρωση διαφόρων δημοσίων πολιτικών οι οποίες μπορεί να λαμβάνονται είτε από την κυβέρνηση, η οποία καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας κατά το άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος, είτε από το νομοθετικό σώμα κατά τα άρθρα 73 επ. του Συντάγματος που ορίζουν τη νομοθετική λειτουργία της βουλής. Ως εκ τούτου, τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας έχουν την ευχέρεια να εντάξουν στις ανωτέρω δημόσιες πολιτικές την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας για συγκεκριμένες κατηγορίες αλλοδαπών, εφόσον πληρούν ειδικά κριτήρια και τηρείται ειδική διαδικασία, πέραν των γενικώς ισχυόντων κανόνων στο ελληνικό δίκαιο της ιθαγένειας, που εμφανίζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και κρίνονται, για το λόγο αυτό, πρόσφορες για την εφαρμογή της εν λόγω δημόσιας πολιτικής, με σκοπό να διασφαλισθεί, σε πρώτο επίπεδο, η ομαλή ένταξή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας, δηλαδή στην ελληνική κοινωνία. Με την υιοθέτηση δε αυτής της δημόσιας πολιτικής, η οποία έχει ως άξονα την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας και τη συνακόλουθη ένταξη κατηγοριών αλλοδαπών στον ελληνικό λαό, ο νομοθέτης αποβλέπει και σ’ ένα δεύτερο μακροπρόθεσμο στόχο : στη δημιουργία των κατάλληλων όρων και προϋποθέσεων για να ενστερνισθούν οι εν λόγω κατηγορίες αλλοδαπών ή οι απόγονοι αυτών, θεμελιώδεις αξίες και αρχές του ελληνικού έθνους και με τον τρόπο αυτό να συμμετάσχουν στη διατήρηση και τη συνέχεια του πολιτισμού, της γλώσσας, των ηθών και εθίμων και άλλων προσδιοριστικών στοιχείων του ελληνισμού. Επί τη βάσει των ανωτέρω, ο κοινός νομοθέτης έχει την ευχέρεια, στα πλαίσια της δημόσιας πολιτικής για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος, να θεσπίζει ειδικά κριτήρια και ειδική διαδικασία για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας στα ανήλικα τέκνα αλλοδαπών που αποτελούν διακριτή κατηγορία με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Το γεγονός ότι τα ανήλικα τέκνα αλλοδαπών μπορεί να αποτελέσουν διακριτή κατηγορία, προκύπτει άλλωστε και από το ίδιο το Σύνταγμα το οποίο έχει αναγάγει σε αντικείμενο ιδιαίτερης ρύθμισης τους ανήλικους καθιερώνοντας ειδικές ρυθμίσεις, όπως το άρθρο 21 παρ. 1 που προβλέπει την προστασία της παιδικής ηλικίας καθώς και το άρθρο 16 παρ. 2 το οποίο ορίζει τη βασική αποστολή της παιδείας που έχει ως βασικούς αποδέκτες τους ανήλικους. Έτσι, ο νομοθέτης έχει τη δυνατότητα να προβαίνει στη θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας στα ανήλικα τέκνα αλλοδαπών, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για άτομα που μεγαλώνουν μέσα στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας, εξοικειώνονται με τα ήθη, τα έθιμα και την πολιτιστική παράδοση της χώρας, ενώ ταυτόχρονα μετέχουν της ελληνικής παιδείας φοιτώντας σε σχολεία τα οποία έχουν ως βασική αποστολή την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.
7. Eπειδή, ο έλληνας νομοθέτης, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα μεταναστευτικά ρεύματα τα προερχόμενα, κατ’ αρχάς, από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, λόγω των πολιτικών μεταβολών και ανακατατάξεων στις χώρες αυτές, μεταγενεστέρως δε και από άλλες ηπείρους (Ασία, Αφρική) προέβη σε σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εργασία αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών στη χώρα. Αρχικώς, με τον Ν. 1975/1991 (Α΄ 184), ο οποίος όρισε ότι η είσοδος και παραμονή αλλοδαπών στην χώρα επιτρέπεται μόνον εφ’ όσον είναι εφοδιασμένοι με έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα και θεώρηση εισόδου ή διαθέτουν προέγκριση εισόδου για εργασία ή άδεια διαμονής με σκοπό την εργασία και ρύθμισε τα της χορηγήσεως των αδειών αυτών διαμονής και εργασίας. Κατά τη διάρκεια της ισχύος του νόμου αυτού και ενόψει του γεγονότος της εισόδου και παραμονής στη χώρα αγνώστου αριθμού και προελεύσεως αλλοδαπών, χωρίς άδειες εργασίας και διαμονής εξεδόθησαν τα Προεδρικά Διατάγματα 358 και 359 /1997 (Α΄240), με τα οποία προβλέφθηκαν για τους παρανόμως διαμένοντες στη χώρα αλλοδαπούς «προσωρινή νομιμοποίηση» με την χορήγηση «προσωρινής άδειας παραμονής» (με το πρώτο διάταγμα) και χορήγηση «κάρτας παραμονής περιορισμένης χρονικής διάρκειας» (με το δεύτερο διάταγμα) προκειμένου να απασχοληθούν με σχέση εξηρτημένης εργασίας ή ως ανεξάρτητοι επαγγελματίες. Οι άδειες αυτές εξεδίδοντο υπό διαφορετικές, πολύ περισσότερο χαλαρές προϋποθέσεις από τις τασσόμενες στον αρχικό νόμο με δεδομένο ότι εκεί προϋπετίθετο ότι οι αλλοδαποί εισέρχονται νομίμως στη χώρα και εφοδιάζονται με άδεια εργασίας και παραμονής άμα τη εγκαταστάσει τους. Σκοπός των εκτάκτων αυτών ρυθμίσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παρ.1 του Π.Δ. 358/1997 ήταν η καταγραφή των αλλοδαπών που διέμεναν παράνομα στην Ελλάδα και είτε απασχολούνταν είτε αναζητούσαν απασχόληση και η έναρξη της διαδικασίας για την νομιμοποίησή τους υπό προϋποθέσεις. Επακολούθησε ο Ν.2910/2001 (Α΄91) που διατήρησε το καθεστώς του προηγουμένου νόμου, δηλαδή την είσοδο στη χώρα με έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα και θεώρηση εισόδου και τον εφοδιασμό με άδεια διαμονής για λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στον νόμο (σπουδές, παροχή εξηρτημένης εργασίας, άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, οικογενειακή συνένωση κλπ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 19, 20 και 21 του νόμου αυτού προκύπτει ότι η χορήγηση άδειας εργασίας αποτελεί προϋπόθεση για την χορήγηση άδειας εισόδου και άδειας παραμονής. Περαιτέρω, ότι η άδεια διαμονής, εκτός της προηγουμένης προϋποθέσεως χορηγείται μόνον εφ’ όσον ο αλλοδαπός έχει συνάψει σύμβαση εργασίας, είναι ασφαλισμένος για την κάλυψη των εξόδων νοσηλείας, ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως και εργατικού ατυχήματος και έχει εξασφαλίσει κατάλυμα για την διαμονή του. Εκ παραλλήλου, στα άρθρα 25-27 του ίδιου νόμου ρυθμίζονται τα της χορηγήσεως άδειας εισόδου και διαμονής για την άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας με προϋποθέσεις επαρκείας πόρων και συμβολής στην οικονομική ανάπτυξη, καθώς και πλήρους ασφαλιστικής καλύψεως με παράλληλη εκπλήρωση των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Επίσης, στο κεφάλαιο του νόμου με τίτλο «δικαιώματα και υποχρεώσεις αλλοδαπών»ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: άρθρο 40 «1. Ανήλικοι αλλοδαποί, που διαμένουν στην ελληνική επικράτεια, υπάγονται στην υποχρέωση της ελάχιστης σχολικής φοίτησης, όπως και οι ημεδαποί…5. Αλλοδαποί που έχουν αποφοιτήσει από την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα έχουν πρόσβαση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, υπό τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις όπως και οι ημεδαποί », στο άρθρο 41 «1…3. Αλλοδαπός, κάτοχος αδείας παραμονής, οφείλει να αναχωρήσει χωρίς άλλη ειδοποίηση μέχρι την τελευταία ημέρα της λήξης της ισχύος της, εκτός αν πριν από τη λήξη της έχει υποβάλει αίτηση για ανανέωσή της. 4. Αλλοδαπός, στον οποίο δεν εγκρίθηκε παραμονή ή ανανέωση της άδειας διαμονής του, υποχρεούται να εγκαταλείψει αμέσως το ελληνικό έδαφος χωρίς άλλες διατυπώσεις». Τέλος, στο άρθρο 66 του νόμου με τίτλο «παράνομοι αλλοδαποί» επετράπη η χορήγηση άδειας παραμονής εξάμηνης διάρκειας σε αλλοδαπούς που κατά την έναρξη ισχύος του νόμου διέμεναν παράνομα στην χώρα, εφ’ όσον είχε λήξει η κάρτα παραμονής περιορισμένης χρονικής διάρκειας χωρίς να ανανεωθεί ή η κάρτα προσωρινής άδειας παραμονής ή η άδεια παραμονής και εφ’ όσον διέμεναν αποδεδειγμένα στη χώρα μετά τη λήξη τους επί ένα έτος μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου. Το ίδιο δικαίωμα παρεσχέθη και στους αλλοδαπούς που είχαν ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων του Ο.Α.Ε.Δ. για την χορήγηση κάρτας παραμονής περιορισμένης χρονικής διάρκειας και ενέπιπταν στην ρύθμιση του άρθρου 2 του Π.Δ. 359/1997 εφ’ όσον παραιτούνταν από την προσφυγή αυτή. Οπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου για το άρθρο αυτό, με τις ρυθμίσεις του αποσκοπείται η νομιμοποίηση των αλλοδαπών που διέμεναν παράνομα στην Ελλάδα, τούτο δε κατέστη αναγκαίο για να αντιμετωπισθεί ένα έντονο κοινωνικό πρόβλημα, δηλαδή, το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός αλλοδαπών διέμεναν παράνομα στην Ελλάδα και δεν μπορούσαν να συμμετέχουν στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου ισότιμα με τους Έλληνες και τους νόμιμους αλλοδαπούς. Η κατά τη διάταξη αυτή διάρκεια της εξάμηνης άδειας διαμονής παρετάθη αρχικώς με την παρ. 8 του άρθρου 21 του Ν.3013/2002 (Α’ 102) μέχρι τις 31-12-2002. Εν συνεχεία δόθηκε νέα παράταση ισχύος των αδειών αυτών μέχρι 30-6-2003 με το άρθρο 23 του Ν.3103/2003 (Α΄23). Επακολούθησαν δε νέες, αυτοδίκαιες παρατάσεις ισχύος των προσωρινών αυτών αδειών μέχρι 30-6-2004 (άρθρο 25 Ν.3242/2004 Α΄102). Ακολούθως, με τον Ν.3386/2005 (Α΄212) , ο νομοθέτης ενέμεινε στις πάγιες ρυθμίσεις των προηγουμένων νόμων (αναγκαιότητα θεωρήσεως εισόδου, χορηγουμένης από τα ελληνικά προξενεία των χωρών προελεύσεως, άρθρο 6 επ, απαίτηση για την παραμονή στη χώρα αδειών παραμονής και αδειών εργασίας με περιορισμένη χρονική διάρκεια και προσδιορισμένους από τον νόμο σκοπούς, άρθρο 9 επ, πρόβλεψη απελάσεων όσων στερούνται των νομίμων αδειών και εν γένει όσων παραβιάζουν τον νόμο, άρθρο 76 επ.). Εξ άλλου, προς ενίσχυση της διαδικασίας κοινωνικής εντάξεως, ο νέος νόμος προέβλεψε, σύμφωνα και με την Οδηγία 2003/109 / ΕΚ ( L16της 23-1-2004 ), το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος αλλοδαπού (άρθρο 67 επ.), το οποίο είναι ιδιαιτέρως ευνοϊκό για τους αλλοδαπούς με πιστοποιημένη υψηλού βαθμού κοινωνική ένταξη υπό προϋποθέσεις, όμως, αυστηρά οριοθετημένες (νόμιμη διαμονή στη χώρα τουλάχιστον επί πενταετία, επαρκής γνώση της ελληνικής γλώσσας, γνώση στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού). Και ο νόμος αυτός, όμως, περιέλαβε στις μεταβατικές διατάξεις του (άρθρο 91 παρ.10 επ.) ρυθμίσεις νομιμοποιήσεως αγνώστου αριθμού αλλοδαπών, οι οποίοι, παρά τις νομιμοποιητικές διατάξεις των προηγουμένων νομοθετημάτων, διέμειναν στην χώρα παράνομα και είτε εργάσθηκαν παράνομα είτε δεν εργάσθηκαν καθόλου. Οι ρυθμίσεις αυτές συνοπτικώς είναι: α) νομιμοποιήσεις αλλοδαπών, με την αυτοδίκαιη παράταση μέχρι 31-12-2005 ισχύος αδειών διαμονής που είχαν αυτοδικαίως παραταθεί μέχρι 30-6-2004 με προηγούμενα νομοθετήματα είτε με την παράταση ισχύος μέχρι το ίδιο χρονικό σημείο αδειών διαμονής που είχαν λήξει μετά την ημερομηνία αυτή (παρ. 10), β) νομιμοποιήσεις αλλοδαπών που παρέμεναν στην χώρα χωρίς οιαδήποτε άδεια διαμονής, με την διευκόλυνση χορηγήσεως σχετικών αδειών, χωρίς τη συνδρομή των παγίων προϋποθέσεων, εφ’ όσον αποδεικνύουν την παραμονή τους στη χώρα μέχρι την 31- 12-2004. Οι άδειες αυτές χορηγούνται, κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης μέχρι 31-12-2005 με απόφαση του Γενικού Γραμματέως Περιφέρειας, έχουν ετήσια ισχύ και συγχρόνως επέχουν θέση άδειας εργασίας (παρ.11). Οι εξαιρετικές αυτές ρυθμίσεις θεσπίστηκαν, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση «στο πλαίσιο οριστικής καταγραφής των υπηκόων τρίτων χωρών και προς οριστική εκκαθάριση του χρόνιου σχετικού προβλήματος…». Παρά ταύτα επαναλήφθηκαν με το άρθρο 18 παρ.4 του Ν.3536/2007 (Α΄ 42), με το οποίο δόθηκε και νέα προθεσμία υποβολής αιτήσεως νομιμοποιήσεως μέχρι 30-9-2007. Κρίσιμα για την κατανόηση των εξαιρετικών αυτών ρυθμίσεων («νομιμοποιήσεων») όσο και των αντιστοίχων των προηγουμένων νομοθετημάτων είναι όσα αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3886/2005: «Α) Γενικά Ι….ΙΙ…. ΙΙΙ. Το 1997 θεσμοθετήθηκε η πρωτοβουλία καθιέρωσης ενός συστήματος καταγραφής και ενσωμάτωσης του «αφανούς» πληθυσμού των παράνομων αλλοδαπών, μέσω των π.δ. 358 και 359/1997, με τα οποία καθιερώθηκε ένας νέος, παράλληλος με τους προβλεπόμενους στο ν. 1975/1991, τίτλος νόμιμης παραμονής και εργασίας αλλοδαπού στη Χώρα, η λεγόμενη «πράσινη κάρτα». Το εγχείρημα αυτό, παρά τον έκδηλα μεταβατικό του χαρακτήρα….ανέσυρε από την αφάνεια ένα μέρος των παρανόμων αλλοδαπών… IV). Ακολούθησε ο ν. 2910/2001, ο οποίος επιχείρησε να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες που είχαν ήδη επισημανθεί υπό το καθεστώς του ν. 1975/1991 και των προαναφερθέντων διαταγμάτων… Κατά γενική διαπίστωση δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Ο αρχικός στόχος του ίδιου νόμου για την καταγραφή και νομιμοποίηση όλων των αλλοδαπών, μέσω της χορήγησης προσωρινής άδειας σε αυτούς, δεν ολοκληρώθηκε…». 8. Επειδή, από τις παρατεθείσες διατάξεις των νομοθετημάτων που ρύθμισαν την είσοδο, διαμονή και εργασία των αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών κατά το μετά το έτος 1990 χρονικό διάστημα προκύπτουν τα εξής: οι πάγιες διατάξεις που οργάνωσαν σύστημα νόμιμης μεταναστεύσεως στη χώρα παραβιάσθηκαν λόγω των εκτάκτων συνθηκών της μαζικής εισόδου αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών διαφόρου προελεύσεως. Συνέπεια του γεγονότος αυτού ήταν ότι στη χώρα παρέμεινε άγνωστος αριθμός αλλοδαπών, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις των παγίων διατάξεων και στους οποίους επανειλημμένως παρεσχέθη η δυνατότητα να νομιμοποιηθούν είτε με τη χορήγηση αδειών, χωρίς τις προϋποθέσεις των παγίων διατάξεων είτε με τις αυτοδίκαιες παρατάσεις αδειών διαμονής και εργασίας, χωρίς αντίστοιχες πιστοποιήσεις διοικητικής αρχής και χωρίς καν την συμμετοχή του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού (υποβολή αιτήσεως). Περαιτέρω δε, ότι ο ακριβής χρόνος διαμονής των ως άνω προσώπων και πολύ περισσότερο η νομιμότητα της διαμονής αυτής δεν είναι δυνατόν να πιστοποιηθούν από τη Διοίκηση, όπως αυτό, άλλωστε, προκύπτει τόσο από τα κείμενα των νόμων, όσο, κυρίως και από τις αιτιολογικές τους εκθέσεις.
9. Επειδή, τέλος, ο επίμαχος νόμος 3838/2010 προβλέπει στο άρθρο 1 ότι στον ν. 3284/2004 (Α΄ 217 – «Κώδικας Ελληνικής Ιθαγενείας») προστίθεται ένα νέο άρθρο (το 1Α), με το οποίο εισάγεται ένας νέος τρόπος κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας με τη γέννηση του αλλοδαπού στην Ελλάδα ή τη φοίτηση σε ελληνικό σχολείο και τη σχετική δήλωση των γονέων ή του ιδίου. Ειδικότερα, στο άρθρο 1Α προβλέπεται: «1. Τέκνο αλλοδαπών που γεννιέται και συνεχίζει να ζει στην Ελλάδα από γονείς που διαμένουν μόνιμα και νόμιμα και οι δυο στη Χώρα επί πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη, αποκτά από τη γέννηση του την Ελληνική Ιθαγένεια, εφόσον οι γονείς του υποβάλουν κοινή σχετική δήλωση και αίτηση εγγραφής του τέκνου στο δημοτολόγιο του δήμου της μόνιμης κατοικίας του, μέσα σε τρία έτη από τη γέννηση. Σε περίπτωση μεταγενέστερης υποβολής της δήλωσης και αίτησης, η ιθαγένεια αποκτάται από την υποβολή τους. Αν το τέκνο γεννήθηκε πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς νόμιμης διαμονής και από τους δύο γονείς στη Χώρα, η κοινή δήλωση και αίτηση εγγραφής υποβάλλεται με την παρέλευση της πενταετούς συνεχούς νόμιμης διαμονής και του δεύτερου γονέα, το δε τέκνο αποκτά την Ελληνική Ιθαγένεια από την υποβολή τους. 2. Τέκνο αλλοδαπών που έχει ολοκληρώσει επιτυχώς την παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα και κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στη Χώρα αποκτά την Ελληνική Ιθαγένεια από τη συμπλήρωση του εξαετούς χρόνου φοίτησης με κοινή δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο του δήμου μόνιμης κατοικίας του που υποβάλλουν οι γονείς του μέσα σε τρία έτη από τη συμπλήρωση του χρόνου αυτού. Σε περίπτωση μεταγενέστερης υποβολής της δήλωσης και αίτησης και μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου, η ιθαγένεια αποκτάται από την υποβολή της σχετικής δήλωσης και αίτησης. 3. Η Ελληνική Ιθαγένεια αποκτάται από τέκνα αλλοδαπών με δήλωση των γονέων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου, μόνον εφόσον και οι δύο γονείς τους διαμένουν νομίμως στην Ελλάδα δυνάμει σχετικού νόμιμου τίτλου σε ισχύ. …6. Εφόσον η δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο, που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, δεν υποβλήθηκε από κοινού από τους γονείς μέχρι την ενηλικίωση του, το τέκνο αποκτά την Ελληνική Ιθαγένεια με δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο, που το ίδιο δικαιούται να υποβάλει στον δήμο όπου κατοικεί νόμιμα και μόνιμα δυνάμει σχετικού νόμιμου τίτλου σε ισχύ, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών ετών από την συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του. Η αίτηση απορρίπτεται αν συντρέχει ποινικό κώλυμα, κατά την περίπτωση β` της παραγράφου 1 του άρθρου 5 ή λόγοι δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας, κατά το άρθρο 5Β. Η διερεύνηση της συνδρομής των αρνητικών προϋποθέσεων του προηγούμενου εδαφίου διενεργείται με ανάλογη εφαρμογή της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 διαδικασίας και εντός προθεσμίας έξι μηνών. Η σχετική διαδικασία και προθεσμίες αναστέλλονται σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 31. Η απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας εκδίδεται εντός έτους από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης. Η Ελληνική Ιθαγένεια αποκτάται στην περίπτωση αυτή από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης». Σύμφωνα δε με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 του Γ΄ Κεφαλαίου του αυτού νόμου : «1. Στους αλλοδαπούς οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1Α του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας και έχουν ήδη ενηλικιωθεί, χορηγείται προθεσμία τριών ετών για να υποβάλουν την αίτηση και δήλωση που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές. Η ιθαγένεια αποκτάται από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης με βάση τους εκεί προβλεπόμενους όρους και διαδικασία. 2. Την Ελληνική Ιθαγένεια αποκτούν επίσης σύμφωνα με το άρθρο 1Α παρ. 1 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας και όσα τέκνα αλλοδαπών έχουν γεννηθεί και συνεχίζουν να ζουν στην Ελλάδα από γονείς που διαμένουν νόμιμα και οι δύο στη Χώρα εφόσον κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η νόμιμη διαμονή ενός τουλάχιστον εξ αυτών υπερβαίνει τα πέντε συνεχή έτη». Εξ άλλου, στο άρθρο 13 του Α΄ Κεφαλαίου ορίζεται : «Στο άρθρο 32 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως αυτός κυρώθηκε με το ν. 3284/2004 και ισχύει, προστίθεται νέα παράγραφος 3 ως εξής: «Τα δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν τη δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο που προβλέπεται στο άρθρο 1Α του παρόντος Κώδικα, καθώς και κάθε άλλο, σχετικό θέμα για την εκτέλεση των διατάξεων αυτού καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης». Οι ως άνω διατάξεις τροποποίησαν το υφιστάμενο νομικό καθεστώς αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας, το οποίο βασίζεται, κατά κύριο λόγο στο «δίκαιο της καταγωγής» (jus sanguinis)και προσέθεσαν περιπτώσεις αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας, μεταξύ των άλλων και βάσει του «δικαίου του εδάφους» (jus soli). Οι περιπτώσεις αυτές είναι α) απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από ανήλικα τέκνα αλλοδαπών υπηκόων που γεννιούνται στην Ελλάδα και των οποίων οι γονείς διαμένουν στην χώρα επί πέντε έτη. Η διαμονή απαιτείται να είναι μόνιμη και νόμιμη, η δε ιθαγένεια αποκτάται με δήλωση των γονέων β) απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από τέκνα αλλοδαπών που φοίτησαν επί έξι έτη σε ελληνικά σχολεία γ) απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από ενήλικους αλλοδαπούς με δήλωσή τους μεταξύ 18ου και 21ου έτους, εφ’ όσον εφοίτησαν επί έξη έτη σε ελληνικό σχολείο. Εξ άλλου, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρέχεται αποκλειστική προθεσμία τριών ετών από την έναρξη ισχύος του νόμου σε ενήλικους αλλοδαπούς που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 Α του νόμου να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, εφ’ όσον υποβάλουν δήλωση και αίτηση (παράγραφος 1) και σε τέκνα αλλοδαπών, εφ’ όσον ο ένας από τους δύο γονείς διαμένει νόμιμα και μόνιμα πέραν της πενταετίας στην χώρα κατά την έναρξη ισχύος του νόμου 3838/2010 και πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1Α του νόμου αυτού (παράγραφος 2). Οι σκέψεις του νομοθέτη που υπαγόρευσαν τις επίμαχες ρυθμίσεις δηλαδή, την επιλογή απονομής ιθαγένειας αντί άλλων μέτρων ενσωματώσεως, εκτίθενται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου. Μεταξύ των άλλων, η έκθεση αυτή αναφέρει: «Πριν από είκοσι περίπου χρόνια, η χώρα κατακλύσθηκε από το πρώτο κύμα μεταναστών της μεταπολεμικής της ιστορίας, καθώς χιλιάδες ανθρώπων προερχόμενοι ως επί το πλείστον από τη γειτονική μας Αλβανία εισήλθαν μαζικά και χωρίς καμία διατύπωση στην Ελλάδα, εκμεταλλευόμενοι την πολιτική συνόρων που είχε υιοθετήσει τότε η κυβέρνηση. Στη συνέχεια, οι δυσκολίες σχεδιασμού αποτελεσματικών πολιτικών για τη μετανάστευση σε συνδυασμό με την ενδημική της παραοικονομία κατέστησαν για χρόνια τη χώρα μας πόλο έλξης παρανόμως εργαζομένων με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός μόνιμου και διαρκώς αυξανομένου πληθυσμού που διαβιούσε στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής και της νομιμότητας. Οι απόπειρες των προηγουμένων ετών να αντιμετωπίσουν την κατάσταση θέτοντας νέους κανόνες δεν απέδωσαν ουσιαστικά αποτελέσματα. Επεδίωκαν να αποκτήσουν έλεγχο της κατάστασης με μαζικές νομιμοποιήσεις όσων ζούσαν και εργάζονταν ήδη παράνομα στη χώρα. Οι αυτόματες και μαζικές νομιμοποιήσεις, που εφαρμόσθηκαν και από άλλα ευρωπαϊκά κράτη υποχρέωσαν τα όργανα της Ε.Ε. στη συμπερίληψη της ρητής και αυστηρής αποδοκιμασίας τέτοιων επιλογών στο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Ασυλο. Είναι σαφές ότι, εν όψει της μεταβολής των μεταναστευτικών ροών η πολιτική νομιμοποιήσεων, ιδίως στη πιο πρόσφατη εκδοχή της δεν συνέβαλε στην εξάλειψη της λαθρομετανάστευσης. Αντίθετα κατέστησε ασαφή τη διάκριση νόμιμης και παράνομης διαμονής και απασχόλησης και δημιούργησε προσδοκίες ότι θα επαναλαμβάνεται περιοδικά, λειτουργώντας ενθαρρυντικά για τις νέες ροές».
10. Επειδή, οι προαναφερόμενες διατάξεις του Ν.3838/2010 είναι αντίθετες προς τις συνταγματικές διατάξεις που παρατίθενται στην τέταρτη σκέψη. Και τούτο, διότι σε όλες τις περιπτώσεις που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη ο νομοθέτης χρησιμοποιεί τυπικό απλώς κριτήριο για την απόδοση της ελληνικής ιθαγενείας, το οποίο μάλιστα είναι και επισφαλές. Ειδικότερα στην πρώτη περίπτωση το κριτήριο της διαμονής των γονέων επί πενταετία δεν τεκμηριώνει την ουσιαστική ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία, αφού δεν συνδυάζεται και με άλλα στοιχεία που θα προσέδιδαν στην διαμονή ουσιαστικά χαρακτηριστικά εντάξεως. Είναι δε το κριτήριο αυτό και επισφαλές, διότι, όπως εκτίθεται στην έβδομη σκέψη, η νόμιμη διαμονή, όπως διαμορφώθηκε με τα νομοθετήματα της περιόδου 1991-2008, αναφέρεται όχι μόνον σε αλλοδαπούς που συγκεντρώνουν τα κριτήρια των παγίων διατάξεων, δηλαδή τους εισελθόντες νομίμως στη χώρα και εφοδιασμένους με άδεια διαμονής και άδεια εξαρτημένης ή ανεξαρτήτου εργασίας, αλλά, και σε όσους εισήλθαν παράνομα στην χώρα και διέμειναν παράνομα επί διάφορα χρονικά διαστήματα, άγνωστα στην Διοίκηση, αποκτήσαντες άδεια διαμονής και εργασίας εκ των υστέρων, βάσει των νομιμοποιήσεων που έλαβαν χώρα κατά διαστήματα και μέχρι την ισχύ του εξεταζόμενου νόμου.
Στη δεύτερη περίπτωση, ο νομοθέτης χρησιμοποιεί επίσης κριτήριο μη δυνάμενο να τεκμηριώσει την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ουσιαστική ένταξη στην ελληνική κοινωνία του ανηλίκου τέκνου αλλοδαπών γονέων, αφού, μόνη η φοίτηση σε ελληνικό σχολείο, και μάλιστα μόνον επί μία εξαετία, δεν εγγυάται την επιζητούμενη ένταξη, δεδομένου ότι ο νόμος δεν αξιώνει και μία ουσιαστική σχέση των γονέων με τη χώρα, οι οποίοι γονείς είναι αρμόδιοι να αποφασίσουν για την απόκτηση ή μη της ιθαγένειας από το ανήλικο τέκνο τους. Εξ άλλου, η χρονική διάρκεια της εκπαιδεύσεως υπολείπεται και της εννεαετούς φοιτήσεως που απαιτεί υποχρεωτικώς το Σύνταγμα (άρθρο 16 παρ.3) για τα παιδιά των Ελλήνων, τα οποία μάλιστα πλεονεκτούν ήδη λόγω της βαθμιαίας γνώσεως της γλώσσας και της εξοικειώσεως με το δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον από της γεννήσεώς τους και πολύ πριν αρχίσει η εκπαίδευσή τους. Εξομάλυνση των διαφορών αυτών και άρα εγγυημένο βαθμό εντάξεως θα πιστοποιούσε, κατ΄ αρχήν, η επιτυχής φοίτηση των αλλοδαπών σε όλο το φάσμα της δευτεροβαθμίου εκπαιδεύσεως με λήψη του αντιστοίχου τίτλου σπουδών. Τέλος, στην τρίτη περίπτωση ο νομοθέτης αρκείται επίσης στο ίδιο κριτήριο της εξαετούς φοιτήσεως, επιπλέον δε δεν απαιτεί την συνεχή παραμονή του αλλοδαπού υπηκόου στη χώρα από το χρονικό σημείο της αποφοιτήσεώς του μέχρι το χρονικό σημείο υποβολής της δηλώσεως περί αποκτήσεως της ιθαγενείας (μεταξύ 18ου και 21ου έτους), με συνέπεια να είναι δυνατή η υπαγωγή στην περίπτωση αυτή και αλλοδαπών ενηλίκων, που έχουν, εν τω μεταξύ, μετά το πέρας της φοιτήσεώς τους, απομακρυνθεί από τη χώρα, και μάλιστα χωρίς να υποχρεώνονται από το νόμο σε δήλωση αποβολής της μέχρι τότε ιθαγενείας τους. Τα ανωτέρω ισχύουν βεβαίως και για τα διαλαμβανόμενα στην μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 του εξεταζόμενου νόμου. Περαιτέρω, ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Φ. Ντζίμας και Β. Αραβαντινός προσέθεσαν την εξής ειδικότερη γνώμη : Εν όψει του ότι, όπως έχει εκτεθεί στην έκτη σκέψη, το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό κράτος, η ύπαρξη δε γνησίου δεσμού του αλλοδαπού προς αυτό και προς την ελληνική κοινωνία αποτελεί τον ελάχιστο όρο και όριο των νομοθετικών ρυθμίσεων για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, οι προϋποθέσεις που τάσσουν σχετικώς οι επίμαχες ρυθμίσεις, μη συνδεόμενες με την ύπαρξη του ως άνω γνησίου δεσμού, όχι μόνο δεν τεκμηριώνουν – όπως προεξετέθη – την ουσιαστική ένταξη των αλλοδαπών στην ελληνικών κοινωνία, αλλά, επί πλέον, δύνανται να οδηγήσουν σε αναίρεση του κατοχυρωμένου από το Σύνταγμα εθνικού χαρακτήρα του Κράτους (δοθέντος, μάλιστα, ότι δεν προβλέπεται στο νόμο δυνατότητα του Κράτους να αποτρέψει, για λόγους γενικότερων εθνικών συμφερόντων, την απόκτηση της ελληνικής ιθαγενείας από αλλοδαπούς σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, πρβλ. Ολομ. Σ.Ε. 2279/1990). Εν όψει, λοιπόν, των τασσομένων εν προκειμένω προϋποθέσεων αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας, η νομοθετική εξουσία, θεσπίζοντας τις επίμαχες ρυθμίσεις, δεν λειτουργεί ούτε υπέρ του Λαού (του οποίου την σύνθεση κατά τα εκτεθέντα στην έκτη σκέψη επιχειρεί να προσδιορίσει αυθαιρέτως με την προσθήκη απροσδιόριστου αριθμού προσώπων ποικίλης προελεύσεως) ούτε υπέρ του Έθνους, παραβιάζοντας, συνεπώς, το άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος. Οι Σύμβουλοι Δημ. Σκαλτσούνης. Σπ. Μαρκάτης, Ηρ. Τσακόπουλος και Μαρίνα Παπαδοπούλου με συγκλίνουσα γνώμη υπεστήριξαν τα εξής: Οι προεκτεθείσες ρυθμίσεις του Ν.3838/2010, με τις οποίες απονέμεται η ελληνική ιθαγένεια σε τέκνα που γεννώνται στην Ελλάδα από αλλοδαπούς που διαμένουν στη χώρα νομίμως και μονίμως επί πενταετία ή σε όσους ανηλίκους και μη, έχουν φοιτήσει επιτυχώς σε ελληνικό σχολείο επί εξαετία, δεν προσκρούουν μεν σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι δεν υιοθετούν κριτήρια κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας μη συμβατά προς αυτό, ούτε έρχονται σε αντίθεση προς διεθνείς συμβατικές δεσμεύσεις, δεν είναι, όμως, σύμφωνες με την ίδια τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 εδ. α` του Συντάγματος, από της απόψεως των όρων και προϋποθέσεων κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας που ο σκοπός της εν λόγω διατάξεως επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να θέσει, διότι από μόνη τη νόμιμη και επί πενταετία μόνιμη διαμονή των γονέων στην Ελλάδα ή την εξαετή φοίτηση σε ελληνικό σχολείο δεν πιθανολογείται επαρκώς η μελλοντική ομαλή ένταξη στην ελληνική κοινωνία. Ομαλή δε νοείται η ένταξη αυτή όταν ο αποκτών την ιθαγένεια δεν αμφισβητεί τις συνταγματικές αξίες της δημοκρατίας, των ελευθεριών και της ανεκτικότητας, με βάση τις οποίες συγκροτείται η πολιτική και κοινωνική ζωή στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Και τούτο διότι, η επί πενταετία μόνιμη και νόμιμη απλώς διαμονή στη χώρα των αλλοδαπών γονέων (ποικίλων πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών καταβολών) δεν είναι ικανή, κατά κοινή πείρα, να διασφαλίσει ότι οι γονείς αυτοί έχουν επιλέξει τη χώρα ως μόνιμο τόπο εγκαταστάσεώς τους συμμετέχοντας στην οικονομική ζωή και σεβόμενοι τις ανωτέρω αξίες και ότι, συνεπώς, τα τέκνα τους θα ανατραφούν σε οικογενειακό περιβάλλον που θα ευνοήσει την ένταξή τους υπό την ανωτέρω έννοια. Ούτε, εξ άλλου, μόνη η εξαετής φοίτηση σε ελληνικό σχολείο, χρόνος που υπολείπεται της εννεαετούς υποχρεωτικής εκπαιδεύσεως (άρθρο16 παρ3 του Συντάγματος), είναι ικανή να διασφαλίσει επαρκώς την ανωτέρω σκοπούμενη ομαλή ένταξη.
Μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Δημοσθ. Πετρούλιας και Αγγ. Θεοφιλοπούλου και οι Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Χ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Α.-Γ. Βώρος, Μ. Σταματελάτου, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Μ. Πικραμένος, οι οποίοι υπεστήριξαν τη γνώμη, ότι οι επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010 είναι σύμφωνες προς το Σύνταγμα, με τις εξής σκέψεις: Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι με τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 3838/2010 θεσπίζονται ρυθμίσεις για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας σε ανήλικα τέκνα μεταναστών που διαβιούν νόμιμα στη Χώρα και όχι στους αλλοδαπούς γονείς τους. Ως προς αυτούς έχουν εφαρμογή οι γενικές για την πολιτογράφηση των ενηλίκων αλλοδαπών διατάξεις του Κώδικα της Ελληνικής Ιθαγένειας. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3838/2010, στην οποία αναλύονται εκτενώς οι λόγοι που υπαγόρευσαν τις επίμαχες ρυθμίσεις, ο νομοθέτης εκτιμά ότι με τη συνδρομή των θεσπιζομένων αντικειμενικών κριτηρίων, δηλαδή είτε με τη γέννηση των ανήλικων αλλοδαπών στην Ελλάδα, σε συνδυασμό και με την επί πενταετία νόμιμη διαμονή και των δύο γονέων τους στη Χώρα, είτε με την εξαετή επιτυχή φοίτησή τους σε ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα, δημιουργείται ουσιαστικός δεσμός των αλλοδαπών ανηλίκων, και των γονέων τους, με την ελληνική κοινωνία, ικανός, κατά την ανέλεγκτη, κατ’ αρχήν, ουσιαστική του κρίση, να δικαιολογήσει την απονομή σε αυτά, δηλαδή στα ανήλικα παιδιά των μεταναστών (όχι και στους αλλοδαπούς γονείς τους), της ελληνικής ιθαγένειας, ώστε να διασφαλισθεί η ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία και η κοινωνική συνοχή και ειρήνη. Συγκεκριμένα, στην ανωτέρω αιτιολογική έκθεση τονίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «Με τις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου επιλέγεται η αναγνώριση της δυνατότητας απόκτησης της Ελληνικής Ιθαγένειας και πριν την ενηλικίωση των παιδιών της “δεύτερης γενιάς”… διότι κρίνεται ότι θα μπορούσαμε να διαπαιδαγωγήσουμε καλύτερα τα παιδιά των μεταναστών ως ελεύθερους και υπεύθυνους Ελληνες πολίτες του αύριο, όπως απαιτεί και το άρθρο 16 παραγρ. 2 του Συντάγματος… με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται αποτελεσματικότερα ο στόχος όχι μόνο της κοινωνικής αλλά και της εθνικής συνοχής στο πλαίσιο μιας σύγχρονης δημοκρατικής και ανοιχτής κοινωνίας, όπως η ελληνική». Δεν μπορεί, δε να θεωρηθεί, αντικειμενικά και λογικά, ότι η, κατ’ εξοχήν, πολιτική αυτή εκτίμηση του νομοθέτη είναι εσφαλμένη και μάλιστα καταδήλως εσφαλμένη και άρα παράλογη, ούτε ότι τα ανωτέρω κριτήρια είναι απρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με τις επίμαχες ρυθμίσεις σκοπού και μάλιστα προδήλως απρόσφορα, όπως απαιτείται προκειμένου να κριθούν από το Δικαστήριο οι σχετικές διατάξεις αντισυνταγματικές. Εξ άλλου, κατά τα εκτεθέντα, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, στη σκέψη 6, εν όψει της ευρύτατης εξουσίας, που παρέχει το Σύνταγμα με την ειδική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3, η Βουλή δεν υποχρεούται να καθορίσει σε κάθε περίπτωση διαδικασία εξατομικευμένης εκτίμησης και ουσιαστικών στοιχείων από διοικητικά όργανα, αλλά ευχέρεια έχει να προβλέψει τέτοια διαδικασία, όταν κρίνει ότι τούτο είναι σκόπιμο, όπως ισχύει για την πολιτογράφηση των ενηλίκων αλλοδαπών. Συνεπώς, ο νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μόνον αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι τα θεσπιζόμενα με τις επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010 για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας και μάλιστα σε ανήλικα παιδιά μεταναστών. Περαιτέρω δε, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι, αντιθέτως προς την ως άνω εκτίμηση του νομοθέτη, τα κριτήρια αυτά είναι επισφαλή ή δεν τεκμηριώνουν ή δεν εγγυώνται ή δεν διασφαλίζουν την ουσιαστική ένταξη των ανηλίκων αλλοδαπών στην ελληνική κοινωνία, όπως γίνεται από τις ανωτέρω γνώμες δεκτό, για το λόγο ότι είτε η διάρκεια της διαμονής των αλλοδαπών στη Χώρα είτε η φοίτηση των ανηλίκων τέκνων τους σε ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα, θα έπρεπε να είναι μακρότερες, ή διότι θα έπρεπε να λαμβάνονται υπ’ όψη και ουσιαστικά και άρα υποκειμενικά για το σκοπό αυτό στοιχεία. Και τούτο διότι οι κρίσεις αυτές αποτελούν πράγματι ουσιαστικές εκτιμήσεις, ως προς την προσφορότητα των οριζόμενων κριτηρίων και την σκοπιμότητα των επιμάχων ρυθμίσεων απονομής της ελληνικής ιθαγένειας, ενώ κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται μόνον στο εάν τα θεσπιζόμενα κριτήρια είναι καταφανώς απρόσφορα και, ως εκ τούτου, η σχετική εκτίμηση του νομοθέτη είναι προδήλως εσφαλμένη, διότι διαφορετικά το Δικαστήριο θα υποκαθιστούσε τη Βουλή στο νομοθετικό της έργο. Τούτο δε, ότι δηλαδή δεν είναι αντικειμενικά υποστηρίξιμο, κατά τον ασκούμενο δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου, ότι η ως άνω ουσιαστική εκτίμηση του έλληνα νομοθέτη του ν. 3838/2010 είναι προδήλως εσφαλμένη, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, και από το γεγονός ότι και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία είναι ενταγμένα σε κοινότητα κρατών, δηλαδή την Ευρωπαϊκή Ένωση, με παρόμοιες, όπως και η πλειοψηφία ανωτέρω αναγνωρίζει, συνταγματικές παραδόσεις, ισχύουν ανάλογες ρυθμίσεις. Συγκεκριμένα και ενδεικτικά, στη Γερμανία αποκτά αυτοδικαίως τη γερμανική ιθαγένεια πρόσωπο που γεννάται στη Γερμανία από αλλοδαπούς γονείς, εφ’ όσον ο ένας από τους γονείς (όχι δε και οι δύο, όπως απαιτεί η σχετική διάταξη του Ν. 3838/2010) έχει νόμιμη συνήθη διαμονή στη Γερμανία για οκτώ (8) έτη και έχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη Χώρα (άρθρο 4 παρ. 2 του νόμου για την ιθαγένεια). Στο Ηνωμένο Βασίλειο (Η.Β.) αποκτά τη βρετανική ιθαγένεια πρόσωπο που γεννάται στην επικράτεια του Η.Β. από αλλοδαπούς γονείς, εφ’ όσον ο ένας από τους δύο γονείς είναι εγκατεστημένος στη Χώρα (άρθρο 1.1.b του νόμου για την ιθαγένεια). Στη Σουηδία, αποκτά με δήλωση των κηδεμόνων του τη σουηδική ιθαγένεια ανήλικος αλλοδαπής ιθαγένειας, εφ’ όσον διαθέτει μόνιμη άδεια διαμονής στη Σουηδία και κατοικεί σ’ αυτήν για πέντε (5) έτη, υποβληθεί δε η ανωτέρω δήλωση πριν ο ανήλικος συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (άρθρο 7 του νόμου για την ιθαγένεια). Στη Γαλλία, αποκτά αυτοδικαίως τη γαλλική ιθαγένεια πρόσωπο που γεννάται στη Γαλλία από αλλοδαπούς γονείς, εκ των οποίων ο ένας έχει επίσης γεννηθεί στη Γαλλία, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση (άρθρο 19-3 του Αστικού Κώδικα). Περαιτέρω, το γεγονός ότι με σειρά νομοθετημάτων, που παρατίθενται στη σκέψη 7, (Ν. 1975/1991, Π.Δ. 358 και 359/1997, Ν. 2910/2001, Ν. 3013/2002, Ν. 3103/2003, Ν. 3242/2004, Ν. 3386/2005 και 3536/2007) η Βουλή, επιδιώκοντας να αντιμετωπίσει το σοβαρότατο πρόβλημα της εισροής και διαμονής παράνομων μεταναστών στην Ελλάδα, χορήγησε σ’ αυτούς τη δυνατότητα να νομιμοποιήσουν τη διαμονή τους στη Χώρα, δεν μπορεί να κλονίσει τη συνταγματικότητα του θεσπιζομένου με τις επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010 κριτηρίου της νόμιμης πενταετούς τουλάχιστον διαμονής και των δύο αλλοδαπών γονέων του ανηλίκου στην Ελλάδα, ως εκ του λόγου ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν, χωρίς διάκριση, όχι μόνον αλλοδαπούς που εισήλθαν και διαμένουν νομίμως στη Χώρα, αλλά και όσους εισήλθαν και διέμεναν παρανόμως σ’ αυτήν, νομιμοποίησαν δε την διαμονή τους βάσει των ανωτέρω νομοθετημάτων. Αφ’ ενός μεν διότι για τη συμπλήρωση του απαιτουμένου χρόνου λαμβάνεται υπ’ όψη μόνον ο χρόνος της νόμιμης διαμονής των γονέων του αλλοδαπού ανηλίκου στην Ελλάδα, αφ’ ετέρου δε διότι οι διατάξεις των νομοθετημάτων αυτών, με τις οποίες παρασχέθηκε η δυνατότητα νομιμοποιήσεων των αλλοδαπών, εφαρμόζονται παγίως από το Συμβούλιο της Επικρατείας, χωρίς ουδέποτε να αμφισβητηθεί, ούτε τώρα αμφισβητείται η συνταγματικότητά τους, δεδομένου άλλωστε ότι από καμία συνταγματική διάταξη δεν προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη να ρυθμίζει με συγκεκριμένο τρόπο τα ζητήματα της εισόδου, διαμονής και εργασίας των αλλοδαπών στη Χώρα. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3838/2010, ο νομοθέτης έχει συνεκτιμήσει το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή μεγάλος αριθμός μεταναστών είχαν εισέλθει και παρέμεναν παρανόμως στη Χώρα, νομιμοποίησαν δε την διαμονή τους σε αυτήν, με τη δυνατότητα που παρασχέθηκε με τα προαναφερόμενα αλλεπάλληλα νομοθετήματα, επισημαίνοντας όμως ότι «παρά τον εν τέλει απρόσφορο χαρακτήρα της πολιτικής αυτής [των νομιμοποιήσεων] όσον αφορά την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών, παραμένει γεγονός ότι σε τέτοια μέτρα νομιμοποίησης οφείλεται το γεγονός ότι στη Χώρα μας σήμερα ζουν και εργάζονται νόμιμα οι περισσότεροι από μισό εκατομμύριο μετανάστες». Εκτιμά δε περαιτέρω ο νομοθέτης, ότι «πολλές χιλιάδες από αυτούς ζουν ανάμεσα στον εγχώριο πληθυσμό» και εργάζονται κανονικά επί μακρό χρόνο, «έχουν αποκτήσει οικογένεια, στέγη και περιουσία, ανταποκρίνονται ως επί το πλείστον με τυπικότητα στις φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις και στέλνουν τα παιδιά τους στο ελληνικό σχολείο μαρτυρώντας έτσι το ολοένα και βαθύτερο ρίζωμά τους στην Ελλάδα». Εν όψει αυτών, η διατυπούμενη από την πλειοψηφία γνώμη ότι το κριτήριο της επί πενταετία διαμονής στην Ελλάδα των αλλοδαπών γονέων των ανηλίκων είναι επισφαλές, λόγω του ότι αφορά χωρίς διάκριση και τους παρανόμως εισελθόντες στη Χώρα αλλοδαπούς, οι οποίοι νομιμοποίησαν στη συνέχεια τη διαμονή τους σ’ αυτήν, βάσει των προαναφερόμενων νομοθετημάτων, συνιστά ανεπίτρεπτη αμφισβήτηση της ανωτέρω ουσιαστικής εκτίμησης του νομοθέτη, τόσο για την ύπαρξη ουσιαστικού δεσμού των αλλοδαπών αυτών με την ελληνική κοινωνία, όσο και για την ορθότητα της εν λόγω νομοθετικής επιλογής. Τέλος και η θέσπιση της επιτυχούς παρακολούθησης έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, ως προϋπόθεσης για την απόκτηση από ανήλικα τέκνα αλλοδαπών της ελληνικής ιθαγένειας, με δήλωση και των δύο γονέων τους, οι οποίοι, όπως ρητώς προβλέπεται, πρέπει και οι δύο να διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα (άρθρο 1 Α παρ. 2 και 3 του Ν. 3838/2010), αποτελεί επίσης προϊόν ουσιαστικής εκτίμησης του νομοθέτη, της οποίας δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί βασίμως η συνταγματικότητα. Και τούτο διότι, δεν μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι η εξαετής αυτή επιτυχής εκπαίδευση (σε ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα) ανήλικων τέκνων αλλοδαπών, οι οποίοι διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα δυνάμει νόμιμου τίτλου σε ισχύ, είναι προδήλως ανεπαρκής, προκειμένου αυτά να αποκτήσουν ικανοποιητική γνώση της ελληνικής γλώσσας και γενικότερα ελληνική παιδεία, ώστε να διασφαλισθεί η ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία και, ως εκ τούτου, η αντίθετη ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη είναι καταδήλως εσφαλμένη, για το λόγο ότι, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, αφ’ ενός η απαιτούμενη επιτυχής εξαετής εκπαίδευση υπολείπεται της, κατά το Σύνταγμα, υποχρεωτικής εννεαετούς εκπαίδευσης, αφ’ ετέρου δε, η ικανότητα χειρισμού της ελληνικής γλώσσας πιστοποιείται μόνον με την απόκτηση τίτλου σπουδών της ελληνικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αλλωστε, σε κάθε περίπτωση, οι ανήλικοι, είτε είναι ημεδαποί είτε είναι αλλοδαποί, έχουν υποχρέωση ολοκλήρωσης της εννεαετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα (βλ. και άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 2910/2001). Εν’ όψει των ανωτέρω εκτεθέντων, οι επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010 είναι, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, σύμφωνες με το Σύνταγμα.
- Επειδή, το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 4 παρ. 4 ότι «Μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους». Στο άρθρο 51 παρ. 3 ότι «Οι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα, όπως νόμος ορίζει. Ο νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο αν δεν έχει συμπληρωθεί κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα…». Στο άρθρο 52 ότι «Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση». Περαιτέρω το άρθρο 102 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για την διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθενται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους. 2.Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Οι αρχές τους εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει 3… 4.Το Κράτος ασκεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους».
- Επειδή, από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις του Συντάγματος καθώς και από τις ήδη μνημονευθείσες (σκ. 5) των παρ. 2 και 3 του άρθρου 1 αυτού, συνάγονται τα ακόλουθα: α) ο συνταγματικός νομοθέτης χρησιμοποιεί παγίως κατά τρόπο ενιαίο τον όρο «λαός» ως συστατικό στοιχείο του Κράτους και ως ανώτατο όργανο αυτού. Δεν υφίστανται κατά το Σύνταγμα διάφοροι «λαοί» με διαφορετική σύνθεση έκαστος. Υπάρχει ένας Λαός, ο οποίος συντίθεται από όλους τους έλληνες πολίτες και μόνον, δηλαδή όλους τους κεκτημένους την ελληνική ιθαγένεια και ο λαός αυτός είναι φορέας της κυριαρχίας, τουτέστιν ο νομιμοποιητικός παράγων ασκήσεως της δημοσίας εξουσίας είτε αυτή αναφέρεται ευθέως στο Κράτος είτε στους κατά τόπον οργανισμούς ασκήσεως δημοσίας εξουσίας, δημιουργήματα του Κράτους, δηλαδή στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως οιασδήποτε βαθμίδας (πρβλ. απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της 31-10-1990, BVerfGE τόμος 83, σελ 37 επ. και απόφαση του Αυστριακού Συνταγματικού Δικαστηρίου G 218/03-16 της 30-6-2004) β) τη θέση αυτή δεν ανατρέπει το γεγονός ότι ο Λαός, παρίσταται με μειωμένη σύνθεση κατά την εκπλήρωση του ρόλου του ως οργάνου του δημοκρατικού πολιτεύματος, ήτοι κατά την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, είτε προς ανάδειξη των εκπροσώπων του στην Βουλή είτε προς ανάδειξη των τοπικών αρχών των Ο.Τ.Α., για λόγους αντικειμενικούς αναφερόμενους στην σχετική με την ηλικία ωριμότητα ή στην ύπαρξη κωλυμάτων, λόγοι, οι οποίοι προβλέπονται στο ίδιο το Σύνταγμα γ) ο συνταγματικός νομοθέτης ενέταξε τις περί της αποκεντρώσεως της Διοικήσεως του Κράτους και περί της τοπικής αυτοδιοικήσεως διατάξεις στο κεφάλαιο Πρώτο με τίτλο «Οργάνωση της Διοίκησης » του Τμήματος ΣΤ΄ με τίτλο «Διοίκηση» του συνταγματικού κειμένου, πράγμα που μαρτυρεί την συνειδητή θεώρηση της τοπικής αυτοδιοικήσεως ως μέρους της δημοσίας διοικήσεως, πολλώ μάλλον που ο ίδιος συνταγματικός νομοθέτης κατά την αναθεώρηση του 2001 προέβλεψε ότι στους Ο.Τ.Α. μπορούν να ανατίθενται με νόμο και αρμοδιότητες που συνιστούν αποστολή του Κράτους- πρόβλεψη που υλοποιήθηκε σε μεγάλη, μάλιστα, έκταση, με το άρθρο 94 του Ν.3852/2010 ( Α΄87 ). Συνέπεια των παραδοχών αυτών είναι αφ’ ενός μεν ότι και το εκλογικό σώμα των Ο.Τ.Α. συντίθεται, κατ’ αρχήν, αποκλειστικώς από έλληνες πολίτες και ότι ο απλός νομοθέτης κωλύεται να διευρύνει αυτό προσθέτοντας και πρόσωπα που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, αφ’ ετέρου δε ότι στο καθεστώς αυτό ουδεμία μεταβολή επήλθε με την προσθήκη στο κείμενο της διατάξεως του άρθρου 102 παρ.2 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε το έτος 2001 των λέξεων «όπως νόμος ορίζει». Με την προσθήκη αυτή διευκρινίζεται απλώς η δυνατότητα του απλού νομοθέτη, την οποία είχε ούτως ή άλλως και προ της αναθεωρήσεως, να προβαίνει σε ειδικότερες ρυθμίσεις αφορώσες περαιτέρω προσόντα του εκλογικού σώματος ή τη διαδικασία της εκλογής. Ουδόλως, όμως, δύναται να συναχθεί από την προσθήκη αυτή ότι ο συνταγματικός νομοθέτης απέφυγε να προβεί ο ίδιος σε ριζική μεταβολή του συστήματος με ρητή συνταγματική μεταρρύθμιση και δη είτε θεσπίζοντας ευθέως στο κείμενο του συντάγματος την νέα ρύθμιση είτε αναθέτοντας, κατά τρόπο σαφή, στον κοινό νομοθέτη την ευχέρεια να θεσπίσει αυτός την αναγνώριση του σχετικού πολιτικού δικαιώματος σε αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών. Τελείως διάφορο είναι βεβαίως το ζήτημα της αναγνωρίσεως υπέρ των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως του δικαιώματος εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοικήσεως, καθ’ όσον πρόκειται περί εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 22 παρ.1 της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που καθιερώθηκε το 1992 με την Συνθήκη του Maastricht και εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 28 του Συντάγματος, εφ’ όσον πρόκειται για περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας χάριν της συμμετοχής της ελληνικής δημοκρατίας ως μέλους της Ενώσεως (βλ Σ.τ.Ε 122/2008 επταμ.). Μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Δημοσθ. Πετρούλιας και Αγγ. Θεοφιλοπούλου και οι Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Χ. Ράμμος, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Α. Σακελλαροπούλου, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Σ. Μαρκάτης, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Μ. Πικραμένος, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη : Από την αντιπαραβολή των διατάξεων των άρθρων 51 παρ. 3 και 102 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος, που παρατίθενται στη σκέψη 11, προκύπτει ότι, ενώ στο άρθρο 51 παρ. 3, που αφορά την ανάδειξη της Βουλής, ο συντακτικός νομοθέτης καθορίζει ευθέως τη σύνθεση του εκλογικού σώματος, προβλέποντας ρητώς ότι τούτο αποτελείται από έλληνες πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα κατά τους ορισμούς του νόμου, αντιθέτως στην, αφορώσα την εκλογή των αρχών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), διάταξη του άρθρου 102 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο, η οποία στην αρχική της διατύπωση όριζε ότι «Αι αρχαί [των ΟΤΑ] εκλέγονται διά καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας» και στην οποία με την αναθεώρηση του έτους 2001 προστέθηκε η φράση «όπως νόμος ορίζει», το Σύνταγμα δεν περιέχει καμία σχετική πρόβλεψη. Συνεπώς, ο καθορισμός του εκλογικού σώματος για την ανάδειξη των αρχών των ΟΤΑ επαφίεται, ρητώς πλέον μετά την αναθεώρηση του 2001, στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος, ως εκ τούτου, δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, να διευρύνει τη σύνθεσή του και με τη συμμετοχή αλλοδαπών (είτε ομογενών είτε αλλογενών). Η ανωτέρω δε προσθήκη, με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, της επιφύλαξης υπέρ του νόμου, στην αρχική διατύπωση της επίμαχης διάταξης του άρθρου 102 παρ. 2 δεύτερο εδάφιο του Συντάγματος, απέβλεψε ακριβώς στο να παρασχεθεί στον κοινό νομοθέτη η δυνατότητα να επεκτείνει το ενεργητικό και παθητικό εκλογικό δικαίωμα για την ανάδειξη των αρχών των ΟΤΑ, όχι μόνο, όπως δέχεται η πλειοψηφήσασα γνώμη, στους πολίτες των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και στους λοιπούς αλλοδαπούς. Πλήρη επιβεβαίωση της βούλησης αυτής του αναθεωρητικού νομοθέτη του 2001 παρέχουν και οι συζητήσεις ενώπιον της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος και της Ολομέλειας της Η` Αναθεωρητικής Βουλής. Συγκεκριμένα, σε παρέμβασή του ενώπιον της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος της Η` Αναθεωρητικής Βουλής, ο γενικός εισηγητής της πλειοψηφίας κατά την αναθεώρηση του 2001 στην Ζ` Αναθεωρητική Βουλή, αφού επεσήμανε ότι «το άρθρο 102 για την Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι μία κορυφαίας σημασίας διάταξη στο Σύνταγμά μας» και ότι «το 2001 προβήκαμε σε ριζική, συστηματική αναθεώρηση του άρθρου 102 με ευρύτατη πλειοψηφία», στη συνέχεια ανέφερε, μεταξύ άλλων, χαρακτηριστικά, ότι «Στην παράγραφο 2 [του άρθρου 102] προβλέψαμε τη δυνατότητα συμμετοχής των αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές. Το τονίσαμε αυτό, γιατί είναι μία πολύ μεγάλη καινοτομία» (βλ. Πρακτικά Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, της 29.11.2006, σελ. 246). Ακολούθως, ενώπιον της Ολομέλειας της Η` Αναθεωρητικής Βουλής, με αφορμή την πρόταση σαράντα (49) βουλευτών του τότε κυβερνώντος κόμματος και ενός ανεξάρτητου βουλευτή για την αναθεώρηση της κρίσιμης διάταξης του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η δυνατότητα στον κοινό νομοθέτη «να διαμορφώνει το εκλογικό σώμα, το οποίο αναδεικνύει τα όργανα των Ο.Τ.Α.», επεκτείνοντας «το εκλογικό δικαίωμα και στους νόμιμα εργαζομένους αλλοδαπούς στη χώρα μας» (βλ. την πρόταση αυτή στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής, επί των αναθεωρητέων διατάξεων του Συντάγματος, Τόμος Α`, σελ. 317), ο τότε Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, αιτιολογώντας την μη αποδοχή της εν λόγω πρότασης, τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι «ο λόγος για τον οποίο… δεν χρειάζεται να μπει στο Σύνταγμα, δεν είναι γιατί δεν είναι σωστές οι προτάσεις. Αλλά τα θέματα των μεταναστών και σε ό,τι αφορά τη μεταναστευτική πολιτική και σε ό,τι αφορά το δικαίωμα ψήφου… δεν εμποδίζονται από καμιά διάταξη του Συντάγματος. Αν τα προσθέταμε, θα βάζαμε κάτι παραπάνω στο Σύνταγμα που δεν το χρειάζεται… Για το θέμα της ψήφου, μας εμπόδισε και εμποδίζει τίποτα να δώσουμε ψήφο στους μετανάστες; Και θα το κάνουμε μέσω του καθεστώτος των επί μακρόν διαμενόντων, εκεί που συνταγματικώς είναι επιτρεπτό και είναι για τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές…» (βλ. Πρακτικά της Ολομέλειας Βουλής, της 21.2.2007, σελ. 4944 και 4945-46). Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς, ότι δεν ευσταθεί η άποψη της πλειοψηφίας ότι ουδεμία μεταβολή επήλθε με την προσθήκη στο, αναθεωρηθέν το έτος 2001, άρθρο 102 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος, της φράσης «όπως νόμος ορίζει», καθώς και ότι με την προσθήκη αυτή διευκρινίζεται απλώς η δυνατότητα του κοινού νομοθέτη να προβαίνει σε ειδικότερες ρυθμίσεις αφορώσες περαιτέρω προσόντα του συγκροτούμενου αποκλειστικά από έλληνες πολίτες εκλογικού σώματος ή τη διαδικασία της εκλογής και, ως εκ τούτου, δεν παρέχεται στον νομοθέτη η ευχέρεια να χορηγεί σε αλλοδαπούς το εκλογικό δικαίωμα, με την εξαίρεση της αναγνώρισης του εν λόγω δικαιώματος μόνον υπέρ των πολιτών των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που κατοικούν στην Ελλάδα, δυνάμει του ως άνω άρθρου 22 της ΣΛΕΕ και του άρθρου 28 του Συντάγματος. Εξ άλλου, η δυνατότητα αυτή του νομοθέτη να επεκτείνει το εκλογικό δικαίωμα για την ανάδειξη των οργάνων των Ο.Τ.Α. και στους αλλοδαπούς, (ομογενείς και αλλογενείς), εναρμονίζεται και με τη θεμελιώδη και μη αναθεωρήσιμη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Μάλιστα δε, συνιστά εξειδίκευση της διάταξης αυτής, με την οποία παρέχεται, κατ’ αρχήν, στον «καθένα» και όχι μόνον στους έλληνες πολίτες, η δυνατότητα συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας, στο μέτρο βεβαίως που το επιτρέπει ο νόμος, όσον αφορά τους αλλοδαπούς. Επίσης, μία τέτοια νομοθετική ρύθμιση συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του Συντάγματος, η οποία επιτρέπει τη θέσπιση, με ειδικούς νόμους, εξαιρέσεων στον κανόνα, ότι μόνον έλληνες πολίτες είναι δεκτοί στις «δημόσιες λειτουργίες». Τέλος, η διαφοροποίηση αυτή, μεταξύ του εκλογικού σώματος για την ανάδειξη της Βουλής και του εκλογικού σώματος για την ανάδειξη των αρχών των Ο.Τ.Α., δικαιολογείται πλήρως και από την διαφορετική συνταγματική φύση και αποστολή των οργάνων αυτών. Η Βουλή, άμεσο, και το κατ’ εξοχήν πολιτικό, όργανο του Κράτους, αποτελεί την έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, ασκεί τη νομοθετική λειτουργία και παρέχει εμπιστοσύνη στην Κυβέρνηση, η οποία καθορίζει τη γενική πολιτική της Χώρας. Αντιθέτως, κύρια αποστολή των Ο.Τ.Α. είναι, σύμφωνα με το άρθρο 102 παρ. 1 εδάφια πρώτο και δεύτερο του Συντάγματος, η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων και μάλιστα υπό την εποπτεία του Κράτους, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Και προβλέπεται μεν στο άρθρο 102, παρ. 1 εδάφιο τρίτο, η δυνατότητα άσκησης από τους Ο.Τ.Α. και αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους, πάντως η ανάθεση των αρμοδιοτήτων αυτών επιτρέπεται μόνον εφ’ όσον το προβλέψει τυπικός νόμος και, όσον αφορά δε την άσκηση κανονιστικής εξουσίας, εφ’ όσον παράσχει η Βουλή σχετική, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, νομοθετική εξουσιοδότηση. Συνεπώς, εν όψει των προεκτεθέντων, μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2001, δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, ο κοινός νομοθέτης, να διευρύνει το εκλογικό σώμα για την ανάδειξη των οργάνων των Ο.Τ.Α., επιτρέποντας τη συμμετοχή σε αυτό και αλλοδαπών τρίτων χωρών, οι οποίοι μετέχουν στην τοπική κοινωνία και έχουν, ως εκ τούτου, δικαιολογημένο, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ενδιαφέρον για την διαχείριση των τοπικών υποθέσεων, όπως είναι όσοι διαμένουν μόνιμα σε συγκεκριμένο Ο.Τ.Α. Είναι βεβαίως αυτονόητο, ότι θα πρόκειται για μία περιορισμένη συμμετοχή των αλλοδαπών, όσον αφορά τόσο τις δικαιούμενες κατηγορίες αλλοδαπών, όσο και τον βαθμό συμμετοχής τους στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, προκειμένου να μην αναιρείται ο καθοριστικός ρόλος των ελλήνων πολιτών.
13. Επειδή, ο ν. 3838/2010 στο άρθρο 14 με τίτλο «Δικαίωμα του εκλέγειν» προβλέπει ότι: «Ομογενείς και λοιποί αλλοδαποί υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να συμμετέχουν στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης με δικαίωμα ψήφου εφόσον: 1.Εχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους 2.Δεν έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα για έγκλημα ή καταδίκη για το οποίο συνεπάγεται, αν είναι Έλληνες πολίτες, την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 60 του Ποινικού Κώδικα.3. Εντάσσονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες νομίμως διαμενόντων στην χώρα αλλοδαπών α. είναι κάτοχοι Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς ή τίτλου διαμονής ως μέλη οικογένειας κατόχου τέτοιου Δελτίου και έχουν συμπληρώσει από την υποβολή της αίτησης για την απόκτηση του Δελτίου ή τίτλου αντίστοιχα, πενταετή συνεχή και νόμιμη διαμονή στη Χώρα, β. είναι κάτοχοι άδειας διαμονής αόριστης διάρκειας ή δεκαετούς διάρκειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2910/2001 ( ΦΕΚ 91 Α΄) και της παραγράφου 2 του άρθρου 91 του ν.3386/2005, όπως ισχύει, γ. έχουν υπαχθεί, στο καθεστώς των επί μακρόν διαμενόντων, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 150/2006 (ΦΕΚ 160 Α΄) ή στο προβλεπόμενο με την ειδική ρύθμιση της παραγράφου 7 του άρθρου 40 του ν. 3731/2008 (ΦΕΚ 263 Α΄) δ. είναι κάτοχοι « δελτίων μόνιμης διαμονής », ως μέλη οικογένειας Έλληνα πολίτη ή πολίτη κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 63 του ν.3386/2005 και του άρθρου 17 του π.δ. 106/2007 (ΦΕΚ 135 Α΄) καθώς και δελτίων ή αδειών παραμονής ως μέλη οικογένειας Έλληνα πολίτη ή πολίτη κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχοντας διανύσει πέντε συνεχή έτη νόμιμης διαμονής στη Χώρα, ε. είναι γονείς ανηλίκων Ελλήνων πολιτών, σύμφωνα με το άρθρο 94 του ν.3386/2005, όπως ισχύει, και έχουν συμπληρώσει πενταετή συνεχή και νόμιμη διαμονή στη Χώρα, στ. έχουν αναγνωριστεί ως πολιτικοί πρόσφυγες ή έχουν υπαχθεί στο καθεστώς επικουρικής προστασίας ή προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους, των μελών της οικογένειάς τους συμπεριλαμβανομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του προισχύσαντος προεδρικού διατάγματος 61/1999 (ΦΕΚ 63 Α΄), καθώς και των προεδρικών διαταγμάτων 90/2008 (ΦΕΚ 138 Α΄), 96/2008 (ΦΕΚ 152 Α΄), 167/2008 (ΦΕΚ 223 Α΄) και 81/2009 (ΦΕΚ 99 Α΄), όπως έχουν τροποποιηθεί, εφόσον έχουν συμπληρώσει συνεχή πενταετή και νόμιμη διαμονή στη Χώρα από την υποβολή του σχετικού αιτήματος ζ. είναι κάτοχοι ταξιδιωτικών εγγράφων ή ειδικού δελτίου που έχουν χορηγηθεί από ημεδαπή αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Νέας Υόρκης περί του καθεστώτος των ανιθαγενών, η οποία έχει κυρωθεί με το ν.139/1975 ( ΦΕΚ 176 Α΄) και έχουν συμπληρώσει πενταετή συνεχή και νόμιμη διαμονή στη Χώρα από την αίτηση χορήγησης των παραπάνω τίτλων η. έχουν τίτλο παραμονής ως ομογενείς και έχουν συμπληρώσει από τη χορήγησή του πενταετή συνεχή και νόμιμη παραμονή στη Χώρα, η οποία πιστοποιείται κατόπιν σχετικής βεβαίωσης της αρχής που τον εξέδωσε…». Στο άρθρο 15 παρ.1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «1. Τα πρόσωπα που ανήκουν σε μια από τις αναφερόμενες στο προηγούμενο άρθρο κατηγορίες και επιθυμούν να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν οφείλουν να υποβάλλουν σχετική αίτηση εγγραφής τους σε ειδικό εκλογικό κατάλογο του δήμου στον οποίο υπέβαλαν την αίτηση για την χορήγηση του εν ισχύϊ τίτλου διαμονής τους, εφόσον κατοικούν μόνιμα εκεί. Τα πρόσωπα που ανήκουν στις περιπτώσεις 3 στοιχεία α΄, στ΄, ζ΄ και η΄ του προηγούμενου άρθρου οφείλουν να υποβάλλουν την αίτηση εγγραφής στο δήμο στον οποίο διαμένουν κατά τα δύο τουλάχιστον τελευταία έτη». Στο δε άρθρο 17 του ιδίου νόμου, με τίτλο «Δικαίωμα του εκλέγεσθαι» ορίζεται ότι: «1. Εκλογείς, εγγεγραμμένοι στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του άρθρου 15 του παρόντος, που κατά την ημέρα διενέργειας των εκλογών έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας τους, μπορούν να εκλεγούν δημοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικών διαμερισμάτων και τοπικοί σύμβουλοι,…». Ακολούθως, με το άρθρο 20 γίνεται παραπομπή στην εκλογική νομοθεσία περί δήμων και κοινοτήτων, καθώς και στη νομοθεσία περί εκλογής βουλευτών για τα όρια ηλικίας, τη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν, τα κωλύματα, τα ασυμβίβαστα και στους λοιπούς περιορισμούς του δικαιώματος του εκλέγεσθαι και για κάθε άλλο ζήτημα που αφορά στην εκλογική διαδικασία και δεν ρυθμίζεται από τα άρθρα 14 έως και 19 του νόμου. Τέλος, με το άρθρο 21 παρέχονται εξουσιοδοτήσεις στον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για τη ρύθμιση λεπτομερειακών θεμάτων και για την παράταση της προθεσμίας εγγραφής στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους. Οι νέες ρυθμίσεις αιτιολογούνται στην εισηγητική έκθεση του νόμου, μεταξύ των άλλων, και με τις εξής σκέψεις: «Η ενταξιακή πορεία θα πρέπει σύμφωνα και με το κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο, να βρίσκει τρία στηρίγματα: i) τη δημιουργία καθεστώτος ασφάλειας της παραμονής των νομίμων αλλοδαπών, ii) τη διασφάλιση, σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, των ατομικών και κοινωνικών τους δικαιωμάτων και iii) τη σταδιακή ενθάρρυνση δικαιωμάτων συλλογικής δράσης που οδηγούν σε διαρκή εμβάθυνση της συμμετοχής τους στη δημόσια ζωή. Στο πλαίσιο αυτό η συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές αναδεικνύεται ως καίριος ενδιάμεσος σταθμός στη δυναμική ενταξιακή πορεία του αλλοδαπού από το καθεστώς του απλού μετανάστη προς αυτό του πολίτη, ή, αλλιώς ένα δοκιμαστικό προστάδιο της ιθαγένειας. Ωστόσο, σύμφωνα και με το γράμμα του Συντάγματος κορύφωση και επισφράγιση της πλήρους συμμετοχής στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας είναι μια εξ ίσου πλήρης συμμετοχή στην πολιτική ζωή, δηλαδή το εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εθνικές εκλογές, δικαιώματα που μόνη η Ελληνική Ιθαγένεια προσφέρει στον κάτοχό της. Γι’ αυτό και η δυνατότητα των μεταναστών και των τέκνων τους, που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στην Ελλάδα, να αποκτήσουν την Ελληνική Ιθαγένεια σηματοδοτεί την απώτερη κατάληξη της ενταξιακής διαδικασίας».
14. Επειδή, κατά τα κριθέντα στην δωδέκατη σκέψη, οι ως άνω διατάξεις του Ν. 3838/2010 δεν είναι σύμφωνες προς το Σύνταγμα, καθ’ όσον αναγνωρίζουν σε αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών, μη έχοντες καν την ιδιότητα του ομογενούς, δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως α΄ βαθμού, παραβιάζοντας έτσι την αρχή ότι τα πολιτικά αυτά δικαιώματα ανήκουν αποκλειστικά σε έλληνες πολίτες, χωρίς να έχει επιρροή στην κρίση περί αντισυνταγματικότητος το γεγονός ότι ο εξεταζόμενος νόμος προέβλεψε με τις ίδιες διατάξεις και ορισμένες θετικές και αρνητικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών από τους αλλοδαπούς (πρβλ. και τις αναφερόμενες στη σκ. 12 αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας και του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Αυστρίας). Μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Δημοσθ. Πετρούλιας και Αγγ. Θεοφιλοπούλου και οι Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Χ. Ράμμος, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Α. Σακελλαροπούλου, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Σ. Μαρκάτης, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Μ. Πικραμένος, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη : Από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του Ν. 3838/2010, που παρατίθενται στη σκέψη 13, προκύπτει ότι με αυτές παρέχεται δικαίωμα περιορισμένης συμμετοχής συγκεκριμένων κατηγοριών αλλοδαπών τρίτων χωρών (ομογενών και αλλογενών) στις εκλογές για την ανάδειξη των αρχών των ΟΤΑ. («Ομογενείς και λοιποί αλλοδαποί υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να συμμετέχουν στις εκλογές…» κατά το άρθρο 14). Συγκεκριμένα : α) στους εν λόγω αλλοδαπούς αναγνωρίζεται η δυνατότητα συμμετοχής μόνον στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης και συνεπώς αποκλείονται από τις περιφερειακές εκλογές, β) πρέπει αυτοί να εντάσσονται σε μία από τις οκτώ προβλεπόμενες κατηγορίες νομίμως διαμενόντων αλλοδαπών στη Χώρα και γ) οι αλλοδαποί μπορούν να εκλεγούν μόνον δημοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικών διαμερισμάτων και τοπικοί σύμβουλοι. Οπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3838/2010, ο νομοθέτης με τις ρυθμίσεις αυτές αποσκοπεί στην όσμωση των μεταναστών και των τοπικών κοινωνιών, όπου αυτοί διαβιούν μόνιμα, ώστε να διευκολυνθεί η ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία και να διασφαλισθεί η κοινωνική συνοχή και ειρήνη. Κατά την αιτιολογική έκθεση, «και το κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο… υποδεικνύει ως θεμελιώδη προτεραιότητα και, μάλιστα, δεσμευτικά για τα κράτη μέλη την εντατική προώθηση της κοινωνικής ένταξης των νομίμων μεταναστών. Γι’ αυτό και τη χρηματοδοτεί γενναία. Το δε Πρόγραμμα της Στοκχόλμης που υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το Δεκέμβριο του 2009 υπογραμμίζει την ανάγκη υιοθέτησης ενεργητικών πολιτικών ένταξης επισημαίνοντας ότι «Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διασφαλίσει δίκαιη μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην επικράτεια των κρατών μελών της. Μια πιο ενεργητική πολιτική ενσωμάτωσης πρέπει να έχει ως στόχο να τους αναγνωρίσει δικαιώματα και υποχρεώσεις αντίστοιχα με εκείνα των πολιτών της Ένωσης. Αυτό θα πρέπει να παραμείνει ως στόχος της κοινής μεταναστευτικής πολιτικής και να εφαρμοσθεί το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως το 2014». Ο ως άνω σκοπός των εξεταζομένων ρυθμίσεων συνιστά προφανώς έναν γενικού συμφέροντος θεμιτό σκοπό, τα δε θεσπιζόμενα κριτήρια δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι απρόσφορα και μάλιστα προδήλως απρόσφορα για την επίτευξή του. Ως εκ τούτου, οι επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010, με τις οποίες επιτρέπεται η περιορισμένη συμμετοχή αλλοδαπών τρίτων χωρών (ομογενών και μη) στις εκλογές για την ανάδειξη των αρχών των ΟΤΑ, είναι, κατά τα γενόμενα, από τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, δεκτά στη σκέψη 12, σύμφωνες με το Σύνταγμα.
15. Επειδή, κατά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση
Ακυρώνει α) την υπ’ αριθμ. Φ. 130181/23198/30.4.2010 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄562) β) την υπ’ αριθμ. 29982/1.6.2010 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β΄754), όπως εξειδικεύονται στις σκ. 3 και 4 της παρούσης.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου και επιβάλλει συμμέτρως στο Δημόσιο και στους παρεμβαίνοντες την δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ογδόντα (1380) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου, 22 Οκτωβρίου και 9 Νοεμβρίου 2012
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπασαράντη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 2013.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Κ. Μενουδάκος Μ. Παπασαράντη
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ……………………………………….
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
_____________________________

