Author Archives: editor

Ηλίας Κουβαράς, Η Διοικητική Δικαιοσύνη ως δικαιοτελεστική λειτουργία -Συμβολή στην αποτελεσματικότητα της Διοικητικής Δικαιοσύνης, Νομική Βιβλιοθήκη 2015 (568 σελ., πρόλογος Θ.Φορτσάκη)

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 

Ο όρος δικαιοτελεστική λειτουργία περιγράφει τη συνεργασία μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής λειτουργίας για την υλοποίηση των δικαστικών αποφάσεων. Στην εγχώρια θεωρητική συζήτηση, το πρόβλημα της εφαρμογής των δικαστικών αποφάσεων αντιμετωπίζεται στα πλαίσια της προβληματικής της υποχρέωσης συμμόρφωσης της Διοίκησης. Η μελέτη αυτή, μέρος της διδακτορικής διατριβής του συγγραφέα, εκτιμά την προσέγγιση αυτή ως ανεπαρκή και στοχεύει στην ανανοηματοδότηση του ρόλου του διοικητικού δικαστή, ως εγγυητή της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων.

Μεταξύ των προβληματικών που αναπτύσσονται στη μελέτη περιλαμβάνονται:

            -Η διαδικασία για την υλοποίηση της συμμόρφωσης της Διοίκησης

            -Ο μηχανισμός των Τριμελών Συμβουλίωντου Ν.3068/2002

            -Τα όρια του δεδικασμένουως έκταση των υποχρεώσεων της Διοίκησης

            -Η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου

            -Η αντιμετώπιση του ζητήματος της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων στις ξένες έννομες τάξεις

Ιδιαίτερα χρήσιμο για τον πρακτικό εφαρμοστή του διοικητικού δικαίου είναι ότι στη μελέτη συστηματοποιείται το σύνολο της συναφούς νομολογίας του ΣτΕ, των ΤΔΔ και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τα Πρακτικά και οι Αποφάσεις των Τριμελών Συμβουλίων του Ν. 3068/2002 των δικαστηρίων αυτών, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως προς τον ενδεδειγμένο τρόπο συμμόρφωσης, ανάλογα με το ειδικότερο πεδίο δικαστικής προστασίας (ακυρωτικές-ουσιαστικές διαφορές, προσωρινή δικαστική προστασία κλπ.), αλλά και το ειδικότερο πεδίο διαφορών (υπαλληλικές, περιβαλλοντικές κλπ.).

Το δίκαιο που διέπει τη συμμόρφωση της Διοίκησηςσυνιστά ένα ειδικό διοικητικό δίκαιο, στο μέτρο που συγκροτείται από νομολογιακά διαμορφωμένους κανόνες και αρχές, οι οποίοιαποκλίνουν από αυτούς που ρυθμίζουν την άσκηση το πρώτον διοικητικής αρμοδιότητας. Η κατανόησή του επιτρέπει στον δικαιωθέντα διάδικο να αξιοποιήσει, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, τα εργαλεία της έννομης τάξης μας για την επίτευξή της.

 

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Σελ. IX

ΣΗΜΕΙΩΜΑ-ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Σελ. XIII

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

Σελ. XXVII

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Σελ. 1

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

 

Εισαγωγή-Παρουσίαση

Σελ. 11

Τμήμα I

 

Η υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης στην εγχώρια έννομη τάξη

 

Ενότητα Ι

 

Οι νομοθετικές επιλογές για τη διασφάλιση συμμόρφωσης της Διοίκησης

Σελ. 13

Υποενότητα Ι

 

Ο εκτελεστικός του Συντάγματος Ν 3068/2002

Σελ. 15

§ Ι: Επί διαπλαστικού ενδίκου βοηθήματος (άρθρα 2 και 3)

Σελ. 15

Α. Το κανονιστικό προηγούμενο

Σελ. 15

1. Ένας ανεπαρκής μηχανισμός: Η «ειδική επιτροπή» του Ν 1470/1984

Σελ. 15

2. Ένα αναβαπτισμένο συνταγματικό έρεισμα

Σελ. 18

Β. Ο εκτελεστικός του Συντάγματος Ν 3068/2002 και το ΠΔ 61/2004

Σελ. 22

1. Ο διττός ρόλος του Τριμελούς Συμβουλίου του άρθρου 2 του Ν 3068/2002

Σελ. 22

α. Η ελεγκτική αρμοδιότητα

Σελ. 25

β. Η κυρωτική αρμοδιότητα

Σελ. 27

2. Οι αρμοί της ρύθμισης

Σελ. 34

α. Το αντικείμενο της υποχρέωσης συμμόρφωσης

Σελ. 34

β. Τα εμπλεκόμενα μέρη

Σελ. 40

ι) Η υπόχρεη προς συμμόρφωση αρχή

Σελ. 40

ιι) Ο νομιμοποιούμενος στην υποβολή αιτήματος: Η έννοια του ενδιαφερομένου

Σελ. 43

Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

Σελ. 49

 

 

§ ΙΙ: Επί καταψηφιστικού ενδίκου βοηθήματος: η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του Δημοσίου (άρθρο 4)

Σελ. 51

Α. Η αναγκαστική εκτέλεση ως δραστική μορφή συμμόρφωσης

Σελ. 52

1. Η διάκριση προς την υποχρέωση συμμόρφωσης εν ευρεία έννοια

Σελ. 52

2. Η διαδρομή για την εμπέδωση

Σελ. 55

α. Η νομολογιακή αναγνώριση της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου

Σελ. 55

β. Η θετικοποίηση της αναγκαστικής εκτέλεσης υπό συνταγματικό έρεισμα

Σελ. 58

B. Το εκτελεστικό κεκτημένο σήμερα: μεταξύ νομοθετικής αντιμεταρρύθμισης και νομολογιακής αποκατάστασης

Σελ. 59

1. Ως προς τη δεκτική κατάσχεσης περιουσία

Σελ. 59

2. Ως προς το εύρος των εκτελεστών τίτλων

Σελ. 64

3. Ως προς τις δικονομικές προϋποθέσεις

Σελ. 67

Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

Σελ. 72

 

 

Υποενότητα ΙΙ

 

Τα αναγκαία συμπληρώματα για την επίτευξη της συμμόρφωσης

Σελ. 75

§ Ι: Η ποινική και πειθαρχική ευθύνη

Σελ. 75

Α. Του αρμοδίου υπαλλήλου

Σελ. 75

Β. Του αρμοδίου Υπουργού

Σελ. 80

§ ΙΙ: Η αστική ευθύνη του Δημοσίου

Σελ. 82

Α. Ως συμπληρωματικό εργαλείο αποκατάστασης

Σελ. 83

Β. Ως μέσο πίεσης προς τον αρμόδιο υπάλληλο

Σελ. 89

Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

Σελ. 93

 

 

Ενότητα ΙΙ:

 

Η υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης στον αστερισμό των νομικών εννοιών

Σελ. 96

Υποενότητα Ι

 

Η σχέση της υποχρέωσης συμμόρφωσης προς τις λοιπές συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων

Σελ. 96

§ Ι: Διάκριση και ετεροπροσδιορισμός της υποχρέωσης συμμόρφωσης από τις λοιπές συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων

Σελ. 96

Α. Η διαπλαστική φύση των δικαστικών αποφάσεων ως αιτία της υποχρέωσης συμμόρφωσης

Σελ. 96

Β. Η σχέση της υποχρέωσης συμμόρφωσης με το δεδικασμένο

Σελ. 104

1. Οι όροι συνδρομής και οι συνέπειες των δύο εννοιών

Σελ. 104

2. Ο αντίλογος στη σύνδεση δεδικασμένου με την υποχρέωση προς συμμόρφωση

Σελ. 108

§ ΙΙ: Η έκταση του δεδικασμένου ως έκταση της υποχρέωσης συμμόρφωσης

Σελ. 111

Α. Τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου

Σελ. 111

1. Προσδιορισμός με βάση το «διοικητικής φύσεως ζήτημα»

Σελ. 111

2. Προσδιορισμός με βάση το αντικείμενο της δίκης

Σελ. 114

Β. Οι αιτιολογίες της απόφασης ως άρρηκτο τμήμα του δεδικασμένου

Σελ. 118

 

 

Υποενότητα ΙΙ

 

Η υποχρέωση συμμόρφωσης ως εξωδικαστική εκδήλωση του δεδικασμένου

Σελ. 123

§ Ι: Η αποθετική συμμόρφωση (ως αρνητική εξωδικαστική εκδήλωση του δεδικασμένου)

Σελ. 124

A. Η υποχρέωση παύσης εκτέλεσης της ακυρωθείσας πράξης

Σελ. 124

Β. Η απαγόρευση έκδοσης πράξης όμοιας με την ακυρωθείσας

Σελ. 126

§ ΙΙ: Η θετική συμμόρφωση ή συμμόρφωση υπό στενή έννοια (ως θετική εξωδικαστική εκδήλωση του δεδικασμένου)

Σελ. 129

Α. Η στατική αποκατάσταση

Σελ. 131

Β. Η πλήρης ή δυναμική αποκατάσταση

Σελ. 135

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Σελ. 137

 

Τμήμα ΙΙ

 

Η πρόσληψη των κανονιστικών εργαλείων από τους εγχώριους θεσμούς: ανάδειξη και αυτοπεριορισμός

 

Ενότητα Ι

 

Η διαμόρφωση του περιεχομένου της υποχρέωσης συμμόρφωσης της Διοίκησης από το Δικαστή

Σελ. 140

Υποενότητα Ι

 

Γενικό Μέρος

Σελ. 140

§ Ι: Ο πυρήνας: η αποκαταστατική διοικητική πράξη

Σελ. 140

Α. Ο ετεροπροσδιορισμός του περιεχομένου της

Σελ. 142

1. Από το είδος της ακυρωθείσας πράξης

Σελ. 142

α. Με βάση το χαρακτήρα της ακυρωθείσας

Σελ. 142

β. Επί σύνθετης διοικητικής ενέργειας

Σελ. 145

2. Από το είδος της διαπιστωθείσας πλημμέλειας

Σελ. 148

α. Επί πλημμέλειας της αιτιολογίας

Σελ. 148

β. Επί τυπικής πλημμέλειας

Σελ. 154

Β. Το κρίσιμο νομικό καθεστώς

Σελ. 158

1. Ο κανόνας της αναδρομής στο χρόνο έκδοσης της ακυρωθείσας πράξης

Σελ. 158

α. Το περιεχόμενο και η έκταση του κανόνα

Σελ. 158

β. Προβληματισμοί και επιπλοκές

Σελ. 163

2. Η κάμψη του κανόνα

Σελ. 164

α. Στο οργανωτικό δίκαιο

Σελ. 164

β. Όταν το νεότερο νομοθέτημα δεν ανέχεται το παλαιό καθεστώς

Σελ. 167

§ ΙΙ: Η περιφέρεια της υποχρέωσης συμμόρφωσης

Σελ. 170

Α. Ως περιεχόμενο των υποχρεώσεων

Σελ. 170

1. Τα εγγενή όρια από το διοικητικής φύσεως ζήτημα

Σελ. 170

α. Στη μεθόριο του διοικητικής φύσεως ζητήματος

Σελ. 170

β. Η διοικητική δράση εκτός της υποχρέωσης

Σελ. 173

ι) H μεταβολή στο σύμπλεγμα νομικού πραγματικού

Σελ. 173

ιι) Μη επέκταση της υποχρέωσης συμμόρφωσης σε όμοιες πράξεις

Σελ. 177

2. Τα νομοθετικά όρια της υποχρέωσης συμμόρφωσης

Σελ. 182

α. Προληπτικά με in abstracto ρύθμιση

Σελ. 183

β. Κατασταλτικά – ως επέμβαση για τον περιορισμό των υποχρεώσεων της Διοίκησης

Σελ. 186

Β. Ως πεδίο δικαστικού ελέγχου

Σελ. 190

1. Τα όρια της αρμοδιότητας ελέγχου

Σελ. 190

α. Το ορόσημο της διακριτής διαφοράς

Σελ. 190

β. Η διαπλοκή των επιλαμβανόμενων δικαιοδοτικών σχηματισμών

Σελ. 193

2. Ο αυτοπεριορισμός των Τριμελών Συμβουλίων σε έλεγχο των «καταρχήν» πλημμελειών

Σελ. 195

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Σελ. 198

 

 

Υποενότητα ΙΙ

 

Ειδικό Μέρος

Σελ. 203

§ Ι: Με βάση το είδος δικαστικής προστασίας

Σελ. 203

Α. Εκφάνσεις της ακυρωτικής δίκης

Σελ. 203

1. Επί ακύρωσης κανονιστικής πράξης

Σελ. 203

α. Η διαφοροποίηση με βάση το είδος του δικαστικού ελέγχου

Σελ. 203

β. Οι συνέπειες για τη Διοίκηση

Σελ. 206

2. Επί ακύρωσης παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας

Σελ. 210

a. Το περιεχόμενο των υποχρεώσεων

Σελ. 210

β. Η αντιμετώπιση της εμμονής στην πνοε

Σελ. 213

3. Προς απορριπτικές αποφάσεις

Σελ. 216

α. Απορριπτικές ενδίκων βοηθημάτων

Σελ. 216

β. Απορριπτικές ενδίκων μέσων

Σελ. 221

Β. Στις ουσιαστικές διαφορές

Σελ. 223

1. Η συμμόρφωση της Διοίκησης στις αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Σελ. 223

α. Το Ελεγκτικό Συνέδριο εγγυητής της συμμόρφωσης της Διοίκησης

Σελ. 223

ι) Οι ιδιαιτερότητες των πράξεων-αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Σελ. 223

ιι) Οι μαζικές διαστάσεις του φαινόμενου στο πεδίο του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Σελ. 228

β. Το Ελεγκτικό Συνέδριο αμφισβητίας της υποχρέωσης συμμόρφωσης

Σελ. 232

2. Η συμμόρφωση της Διοίκησης στις αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων

Σελ. 235

α. Φαινομενολογία και πεδία υποθέσεων

Σελ. 235

β. Το εύρος των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη δικαστική απόφαση

Σελ. 239

Γ. Η συμμόρφωση της Διοίκησης στις αποφάσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας

Σελ. 244

1. Οι συνέπειες του ανασταλτικού αποτελέσματος

Σελ. 244

α. H ένταξη στην υποχρέωση συμμόρφωσης

Σελ. 244

β. Περιεχόμενο και έκταση

Σελ. 248

2. Πρόσφατες νομοθετικές επεμβάσεις για την περιστολή του

Σελ. 251

§ ΙΙ: Με βάση την κατηγορία διαφορών

Σελ. 255

Α. Το φαινόμενο της μη συμμόρφωσης σε ζητήματα υπηρεσιακής καταστάσεως δημοσίων υπαλλήλων

Σελ. 258

1. Το περιεχόμενο των υποχρεώσεων

Σελ. 259

α. Η συνθετότητα των διοικητικών υποχρεώσεων

Σελ. 259

β. Η έκταση των υποχρεώσεων

Σελ. 262

2. Οι υπαλληλικές διαφορές ως αιχμή του δικαίου της συμμόρφωσης

Σελ. 265

α. Οι νομοθετικές επεμβάσεις

Σελ. 265

ι) Ο νομοθέτης αρωγός στη συμμόρφωση

Σελ. 265

ιι) Ο νομοθέτης περιστέλλων συμμόρφωση

Σελ. 267

β. Η νομολογιακή πρωτοπορία

Σελ. 268

Β. Το φαινόμενο της μη συμμόρφωσης στο πεδίο του περιβάλλοντος

Σελ. 270

1. Επί διαφορών από περιβαλλοντικές και οικοδομικές άδειες

Σελ. 272

2. Επί άρσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης

Σελ. 277

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Σελ. 283

 

 

Ενότητα ΙΙ

 

Η αντιμετώπιση της υποχρέωσης συμμόρφωσης από τη Διοίκηση: μεταξύ αφομοίωσης και «μεταβολισμού» του διατακτικού των δικαστικών αποφάσεων

Σελ. 289

Υποενότητα Ι

 

Το πρόβλημα της εφαρμογής της απόφασης

Σελ. 289

§ Ι: Πηγές των δυσχερειών στην υλοποίηση της συμμόρφωσης

Σελ. 291

Α. Οι φυσικές επιπλοκές της ακύρωσης

Σελ. 291

1. Ως προς άλλες πράξεις

Σελ. 291

α. Η διαπλοκή των διοικητικών πράξεων στο νομικό κόσμο

Σελ. 291

β. Η Διοίκηση αντιμέτωπη με τη διαπλοκή των πράξεων

Σελ. 295

2. Ως προς τα κεκτημένα δικαιώματα τρίτων

Σελ. 298

Β. Η διάστρωση της αιτιολογίας της απόφασης

Σελ. 303

1. Οι ασάφειες της αιτιολογίας

Σελ. 303

2. Επί συνδρομής πλείονων γνωμών

Σελ. 306

§ ΙΙ: Παράμετροι στην αντιμετώπιση

Σελ. 309

Α. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου

Σελ. 310

1. Μια διαδεδομένη αρχή στον ευρωπαϊκό χώρο

Σελ. 310

2. Οι εκφάνσεις της αρχής στην εγχώρια έννομη τάξη

Σελ. 313

Β. Το εφικτό της συμμόρφωσης

Σελ. 317

1. Αδικαιολόγητη παράλειψη

Σελ. 318

2. Δικαιολογημένη αδυναμία

Σελ. 321

Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

Σελ. 329

 

 

Υποενότητα ΙΙ

 

Οι λύσεις της εγχώριας Διοίκησης

 

§ Ι: Το πεδίο δράσης της Διοίκησης

 

Α. Η φύση της λειτουργίας εφαρμογής της δικαστικής απόφασης

 

1. Η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ως πεδίο τομής δικαστικής και εκτελεστικής λειτουργίας

Σελ. 332

2. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ως αρωγός της Διοίκησης

Σελ. 337

Β. Η προσέγγιση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους

Σελ. 340

1. Τα πλεονεκτήματα και η συνεπής αξιοποίησή τους από το ΝΣΚ

Σελ. 340

2. Μια αναπόφευκτη αδυναμία: η διχογνωμία στις γνωμοδοτήσεις ως έκφραση των δυσκολιών

Σελ. 345

§ ΙΙ: Οι λύσεις στο πρόβλημα της συμμόρφωσης από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους

 

Α. Το ΝΣΚ ως ειδήμων εφαρμοστής της νομολογίας

 

1. Η κατανόηση πτυχών του διοικητικής φύσεως ζητήματος

 

α. Σε ακυρωτικές διαφορές

Σελ. 348

β. Σε διαφορές ουσίας

Σελ. 351

2. Η αποσαφήνιση των επιπλοκών στο πεδίο αιχμής των υπαλληλικών διαφορών

Σελ. 353

α. Επί διαδικασιών για την επιλογή υποψηφίων

Σελ. 353

β. Επί της δυναμικής αποκατάστασης του υπαλλήλου

Σελ. 357

Β. Το ΝΣΚ ως συνδιαμορφωτής/διαπλαστής της εφαρμοστέας λύσης

Σελ. 360

1. Μεταξύ πραγματισμού…

Σελ. 360

2. …και αναγνώρισης της αδυναμίας της Διοίκησης να συμμορφωθεί

Σελ. 364

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Σελ. 367

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

Εισαγωγή-Παρουσίαση

Σελ. 371

Τμήμα Ι

 

Η αναμόρφωση του συστήματος για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις: Τα εργαλεία του Γάλλου δικαστή και η μεταφορά τους στην εγχώρια έννομη τάξη

 

377

 

Ενότητα Ι:

 

Η αναβάθμιση της εξουσίας επιβολής χρηματικών κυρώσεων ως μέσο εξαναγκασμού της Διοίκησης

 

Υποενότητα Ι

 

Η εξουσία επιβολής χρηματικών κυρώσεων (astreinte) από το δικαστή στη γαλλική έννομη τάξη

 

§ Ι: Το περιεχόμενο της εξουσίας επιβολής χρηματικών κυρώσεων

Σελ. 382

§ ΙΙ: Η εξασφάλιση της καταβολής τους

Σελ. 389

Υποενότητα ΙΙ

 

Τα διδάγματα για την εθνική ρύθμιση

 

§ Ι: Αυξάνοντας τη δραστικότητα της χρηματικής κύρωσης: προληπτική απειλή επιβολής, αύξηση του ύψους της και σταδιακή κλιμάκωση

Σελ. 393

§ ΙΙ: Διευρύνοντας τις εγγυήσεις καταβολής της χρηματικής κύρωσης

Σελ. 397

 

 

Ενότητα ΙΙ

 

Η απονομή στο δικαστή μιας εξουσίας έκδοσης διαταγών προς τη Διοίκηση (injonction)

Σελ. 400

 

 

Υποενότητα Ι:

 

Η εξουσία έκδοσης από το Δικαστή injonction στη γαλλική έννομη τάξη

 

§ Ι: Η απονομή της εξουσίας

 

Α. Το πλαίσιο εισαγωγής της ρύθμισης

Σελ. 402

Β. Το περιεχόμενο της εξουσίας έκδοσης injonction

Σελ. 406

§ ΙΙ: Η συμβολή της injonction στην αναβάθμιση της δικαστικής προστασίας

 

Α. Η δραστικότητα του μέτρου

Σελ. 410

Β. Τα εγγενή όρια και οι επιπλοκές

Σελ. 414

 

 

Υποενότητα ΙΙ:

 

Η υιοθέτηση μιας εξουσίας έκδοσης διαταγών προς τη Διοίκηση στην εγχώρια έννομη τάξη

Σελ. 418

§ Ι: Προϋποθέσεις εισαγωγής της ρύθμισης

Σελ. 418

Α. Η καταλληλότητα του μέτρου

Σελ. 419

Β. Η αναγκαιότητα

Σελ. 420

Γ. Η stricto sensu αναλογικότητα του μέτρου: κριτήριο η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών

Σελ. 422

§ ΙΙ: Οι όροι άσκησης της εξουσίας από τον εγχώριο δικαστή

Σελ. 427

Α. Η διαταγή ως άμεση απόρροια της ακυρωτικής κρίσης

Σελ. 427

Β. Η στάθμιση κόστους- οφέλους (bilan co?ts-avantages) για την επιλογή της ενδεδειγμένης injonction

Σελ. 430

Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

Σελ. 433

Τμήμα IΙ:

 

Σε αναζήτηση διαρθρωτικών λύσεων

 

Ενότητα Ι:

 

Η διεύρυνση των εξουσιών του διοικητικού δικαστή στα όρια της δικαστικής λειτουργίας

 

Υποενότητα Ι

 

Το διαχρονικό έλλειμμα δικαστικής προστασίας κατά την προσβολή παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας

Σελ. 435

§ Ι: Η υιοθέτηση ενός καταψηφιστικού ενδίκου βοηθήματος: Η γερμανική καταψηφιστική αγωγή

Σελ. 438

Α. Επί δέσμιας αρμοδιότητας

Σελ. 441

Β. Επί διακριτικής ευχέρειας

Σελ. 443

§ ΙΙ: Η συμβολή μιας καταψηφιστικής αγωγής στο έλλειμμα δικαστικής προστασίας

 

Α. Η υπεροχή σε σχέση με την αίτηση ακύρωσης

Σελ. 445

Β. Η αληθής έκταση της συμβολής

Σελ. 447

 

 

Υποενότητα ΙΙ

 

Τα μέσα εκτέλεσης του ιδιωτικού δικαίου ως πηγή έμπνευσης και σημείο σύγκρισης

Σελ. 449

§ Ι: Η καταδίκη του διοικητικού οργάνου σε δήλωση βουλήσεως

Σελ. 450

§ ΙΙ: Η απειλή χρηματικών κυρώσεων για την εκπλήρωση της υποχρέωσης

Σελ. 453

 

 

Ενότητα ΙΙ:

 

Η χορήγηση στο διοικητικό Δικαστή μιας εξουσίας υποκατάστασης στις πράξεις της Διοίκησης

 

Υποενότητα Ι

 

Συστήματα δικαστικής υποκατάστασης

Σελ. 455

§ Ι: Ένα υπαρκτό μοντέλο στον ευρωπαϊκό νότο

Σελ. 456

Α. Ιταλία: ο διορισμός ενός επιτρόπου πράξεων (commissario ad acta) στην θέση της Διοίκησης

Σελ. 456

Β. Ιβηρική: η έκδοση της διοικητικής πράξης από το ίδιο το δικαστήριο

Σελ. 458

§ ΙΙ: Το αμερικάνικο σύστημα

 

Α. Ο αμερικανός δικαστής σε ρόλο κοινωνικού αναμορφωτή: ιστορική διαδρομή και ειδικότερες πρακτικές

Σελ. 460

Β. Προβληματισμοί

Σελ. 464

1. Από δικαιοπολιτική άποψη

Σελ. 464

2. Από άποψη αποτελεσματικότητας

Σελ. 466

 

 

Υποενότητα ΙΙ

 

Η απονομή μιας εξουσίας υποκατάστασης στον Έλληνα δικαστή

Σελ. 468

§ Ι: Η απορριφθείσα εξουσία υποκατάστασης κατά την θέσπιση του Ν 3068/2002

Σελ. 470

§ ΙΙ: Οι όροι άσκησης μιας τέτοιας εξουσίας από το δικαστή

Σελ. 472

Α. Επί δέσμιας αρμοδιότητας

Σελ. 474

Β. Επί διακριτικής ευχέρειας

Σελ. 476

Γ. Επί ελλείψεως αιτιολογίας

Σελ. 478

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Σελ. 479

 

 

ΣΥΝΟΨΗ-ΤΕΛΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

 

Ι. Για μια ανανοηματοδότηση της υποχρέωσης συμμόρφωσης

Σελ. 481

1. Εκφάνσεις/απολήξεις και παράγοντες της δικαιοτελεστικής λειτουργίας

Σελ. 481

2. Αξιολόγηση και αμφισβήτηση του εγχώριου συστήματος για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης

Σελ. 484

ΙΙ. Για μια αναβάθμιση της δικαιοτελεστικής λειτουργίας

Σελ. 486

Α. Το πεδίο δικαιοπλασίας του διοικητικού δικαστή εντός του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου

Σελ. 486

1. Προτάσεις σε επίπεδο Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης:

Σελ. 486

2. Προτάσεις σε επίπεδο δικαστικής απόφασης:

Σελ. 488

3. Προτάσεις σε επίπεδο συμπληρωματικών μέτρων:

Σελ. 490

B. Επεμβάσεις του Νομοθέτη

Σελ. 490

1. Προτάσεις επί της επιβολής χρηματικής κύρωσης:

Σελ. 490

2. Επί της απονομής στον διοικητικό δικαστή μιας εξουσίας διαταγών προς τη Διοίκηση

Σελ. 491

3. Αντιμετώπιση του ελλείμματος δικαστικής προστασίας επί παρανόμων παραλείψεων της Διοίκησης

Σελ. 492

4. Επί της απονομής μιας εξουσίας υποκατάστασης

Σελ. 492

5. Ειδικότερες νομοθετικές παρεμβάσεις

Σελ. 493

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Σελ. 495

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

Σελ. 525

 

Καταχώρηση: 10-05-2016     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Η απαγόρευση υποκατάστασης του δικαστή στο έργο της Διοίκησης ως είδωλο της διοικητικής δικαιοσύνης

Ηλίας Κουβαράς, Πρωτοδίκης Δ.Δ., Δ.Ν.

Ποια τα όρια της εξουσίας του διοικητικού Δικαστή και μέχρι που εκτείνεται η δικαιοδοτική του λειτουργία; Στο διοικητικό δίκαιο άπαντες οι δικονομικοί κώδικες περιέχουν συγκεκριμένες διατάξεις που επιχειρούν να οριοθετήσουν την εξουσία αυτή, υπό τους τίτλους «συνέπειες της απόφασης», «εξουσία του Δικαστηρίου» και «όρια ελέγχου της πράξεως ή αποφάσεως», έτσι ώστε να προσδιορίζεται με ακρίβεια η επέμβαση της δικαστικής λειτουργίας στο πεδίο της Διοίκησης. Η νομολογία με τη σειρά της αναγνωρίζει ως όριο της δικαιοδοτικής λειτουργίας την απαγορευμένη «υποκατάσταση» του δικαστηρίου στο έργο της διοίκησης, έννοια η οποία δεν ανευρίσκεται σε κανένα από τα ρυθμιστικά νομοθετήματα, αποτελώντας εν πολλοίς είδωλο-δημιούργημα της ίδιας της διοικητικής δικαιοσύνης. Και για τον ίδιο όμως το νομοθέτη, ακόμα και αν δεν αναφέρεται σε αυτήν ρητά, αποτελεί την προκείμενη σε σειρά επιλογών του, με πρώτιστη τη διάκριση των διοικητικών διαφορών σε ακυρωτικές και ουσίας. Πράγματι, η διάκριση των δικαιοδοσιών σε ακυρωτικές και ουσίας μπορεί κάλλιστα να αναγνωστεί ως εξειδίκευση και σημείο ισορροπίας της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών.

Ως γνωστόν, οι δύο κατηγορίες ενδίκων βοηθημάτων επιφέρουν διαφορετικά αποτελέσματα στο νομικό (αλλά και στον πραγματικό) κόσμο. Η μεν αίτηση ακυρώσεως έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση (ολική ή μερική) της διοικητικής πράξης από το νομικό κόσμο, ενώ αντίθετα η προσφυγή δίνει στο τακτικό διοικητικό δικαστή την εξουσία όχι απλώς να ακυρώσει, αναπέμποντας στη διοίκηση, αλλά και να τροποποιήσει την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη. Η αναζήτηση των ορίων της απαγορευμένης υποκατάστασης θα λάβει χώρα με αφετηρία μια προσπάθεια δογματικού καταρχήν προσδιορισμού της. Στη συνέχεια, αναδεικνύεται η μεταβλητότητα και οι διακυμάνσεις του ορίου αυτού στη νομολογία, ανάλογα το ειδικότερο πεδίο διαφορών και το στάδιο εφαρμογής της δικαστικής απόφασης.

Ομόφυλα ζευγάρια και οικογενειακού δικαίου δικαιώματα: Σκέψεις από την απόφαση του ΕΔΔΑ «Oliari κ.α. κατά Ιταλίας» (21-10-2015)

Σχόλιο: Αγγελίνα Βλάχου, Δίπλωμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Δημόσιο Δίκαιο, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Εισαγωγικά

Το ΕΔΔΑ, τα τελευταία χρόνια, έχει έρθει πολλές φορές αντιμέτωπο με το νομικό ζήτημα της μη αναγνώρισης από Κράτη-μέλη της Ένωσης δικαιωμάτων οικογενειακού χαρακτήρα στα ομόφυλα ζευγάρια. Η μη ενιαία αντιμετώπιση της ομόφυλης οικογένειας από τους εθνικούς νομοθέτες στο πλαίσιο της Ένωσης, οδηγεί συχνά τους θιγόμενους πολίτες ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο φαίνεται να «δρομολογεί» τις εξελίξεις στο πεδίο της αναγνώρισης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που προβλέπονται στην ΕΣΔΑ και δεσμεύουν το σύνολο των Κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Σε σειρά αποφάσεων-σταθμών του Δικαστηρίου, όπως η Schalk and Kopf κατά Αυστρίας[1] με την οποία αναγνωρίστηκε ρητά το δικαίωμα οικογενειακής και όχι μόνο προσωπικής ζωής στα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά και η ιδιαίτερα σημαντική για τη χώρα μας Vallianatos et al. κατά Ελλάδας[2], με την οποία κρίθηκε μη συμβατή με τη Σύμβαση η άρνηση του εθνικού νομοθέτη να αποκλείσει από το σύμφωνο συμβίωσης τα ομόφυλα ζευγάρια, ήρθε να προστεθεί η πιο πρόσφατη Oliari et al. κατά Ιταλίας.

Το ενδιαφέρον στην απόφαση αυτή εντοπίζεται σε δύο σημεία: αφενός, στο γεγονός πως με την απόφαση αυτή φαίνεται να «παγιώνεται» η νομολογία του Δικαστηρίου αναφορικά με το ζήτημα της αναγνώρισης των οικογενειακού δικαίου δικαιωμάτων στα ομόφυλα ζευγάρια, καθώς και της συνεπαγόμενης ευθύνης του εθνικού νομοθέτη να μην προβαίνει σε διακριτική μεταχείρισή τους σε σχέση με τα ετερόφυλα. Αφετέρου, στο γεγονός πως -κατόπιν της απόφασης- αναμένεται να ακολουθήσει και η Ιταλία την πορεία που ακολούθησε και η χώρα μας, δηλαδή τη νομοθετική παρέμβαση προς διόρθωση της διακριτικής μεταχείρισης, ιδίως στο επίπεδο που το Δικαστήριο αναγνώρισε ευθέως τέτοια υποχρέωση του νομοθέτη.

 

Ιστορικό της διαφοράς

Η υπόθεση αφορά σε δύο προσφυγές, που ασκήθηκαν από έξι Ιταλούς πολίτες, με νομική βάση την παραβίαση των άρθρων 8[3], 12[4] και 14[5] της ΕΣΔΑ από το Ιταλικό Κράτος. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό πως η άρνηση του Ιταλού νομοθέτη να αναγνωρίσει νομικά με οποιονδήποτε τρόπο τις ενώσεις ομοφύλων ζευγαριών (με τη δυνατότητα σύναψης είτε γάμου είτε συμφώνου συμβίωσης), συνιστά διάκριση επί τη βάσει του σεξουαλικού προσανατολισμού, η οποία απαγορεύεται ρητά από τις διατάξεις της Σύμβασης.

Όσον αφορά στο ιστορικό της διαφοράς, μπορούν συνοπτικά να ειπωθούν τα εξής: Τον Ιούλιο του 2008 οι δύο πρώτοι προσφεύγοντες, οι οποίοι τελούν σε σταθερή σχέση μεταξύ τους, απευθύνθηκαν σε δημόσια αρχή του Τρέντο, προκειμένου να δρομολογήσουν διαδικασία αδειοδότησης γάμου μεταξύ τους. Όταν η αρχή απέρριψε την αίτησή τους, αυτοί προσέβαλαν την πράξη δικαστικά, προβάλλοντας τον ισχυρισμό πως ο ιταλικός Αστικός Κώδικας δεν απαγορεύει ρητά τον γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, και σε κάθε περίπτωση η απαγόρευση αυτή θα ήταν αντισυνταγματική. Η απόφαση σε πρώτο βαθμό απέρριψε το ένδικο βοήθημά τους, με το σκεπτικό πως ενώ το Σύνταγμα δεν θέτει την ετερότητα του φύλου ως προϋπόθεση σύναψης έγκυρου γάμου, ο Αστικός Κώδικας το πράττει, και η αρχή της ισότητας δεν παραβιάζεται αφού ο περιορισμός αυτός επιβάλλεται αδιάκριτα σε όλους. Όταν οι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση κατά της απόφασης, το Εφετείο του Τρέντο υπέβαλε ερώτημα ενώπιον του ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, σχετικά με τη συνταγματικότητα ή μη της υπό εφαρμογή νομοθετικής διάταξης.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε αρχικά πως τα ομόφυλα ζευγάρια απολαμβάνουν εκ του Συντάγματος το θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους, υπό την έννοια δύο ατόμων που επιθυμούν να δρουν στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας ως ζευγάρι. Στο πλαίσιο προστασίας αυτής της ελευθερίας, το Δικαστήριο αναγνώρισε την ανάγκη νομοθετικής ρύθμισης, η οποία θα καθόριζε τα συνεπαγόμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, καταλήγοντας όμως πως η απαιτούμενη ρύθμιση δεν θα μπορούσε να είναι αυτή του γάμου. Το Δικαστήριο θεμελίωσε την κρίση του αυτή σε δύο επιχειρήματα: αφενός, στο γεγονός πως μέχρι στιγμής δεν έχει επιτευχθεί όμοια μεταχείριση της ομόφυλης οικογένειας από τα κράτη-μέλη της Ένωσης, καθώς η ρύθμιση επαφίεται στην πλήρη ευχέρεια του εκάστοτε εθνικού νομοθέτη. Έτσι, το Δικαστήριο τόνισε πως θα μπορούσε να κάνει χρήση της αρμοδιότητάς του κατόπιν νομοθετικής παρέμβασης, στο πλαίσιο ελέγχου εφαρμογής της αρχής της ισότητας αλλά και της αρχής της αναλογικότητας ως προς τους πιθανώς επιβαλλόμενους περιορισμούς στην οικογενειακή ζωή των ομοφύλων ζευγαριών. Αφετέρου, στο κρίση πως η ερμηνεία των όρων «οικογένεια» και «γάμος», όπως αυτοί αποδίδονται στο ιταλικό Σύνταγμα, ναι μεν θα πρέπει να λαμβάνει χώρα ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνθήκες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να φτάσει στο σημείο να περιλαμβάνονται στους όρους «φαινόμενα» τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη από τον συνταγματικό νομοθέτη κατά την θέσπιση των διατάξεων. Τονίζεται, προς επίρρωση του ισχυρισμού, πως ενώ η ομοφυλοφιλία δεν ήταν άγνωστη κατά την κατάστρωση των συνταγματικών διατάξεων, το ζήτημα της αναγνώρισης ομόφυλης οικογένειας δεν αποτέλεσε αντικείμενο προβληματισμού, ο δε ορισμός του γάμου προκύπτει-κατά συνταγματική επιταγή- από το κείμενο του Αστικού Κώδικα , ο οποίος από το 1942 έως και σήμερα απαιτεί την ετερότητα του φύλου των συζύγων.

Τέλος, το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε και τον ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της ισότητας, για δύο λόγους: Αφενός, διότι έκρινε πως τα ομόφυλα ζευγάρια δεν τελούν σε σχέση ομοιότητας με τα ομόφυλα, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη. Αφετέρου, στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία το αρ. 12 ΕΣΔΑ δεν επιβάλλει πλήρη εξομοίωση ομοφύλων-ετερόφυλων οικογενειών, αλλά καταλείπει ευρεία διακριτική ευχέρεια διαφοροποίησης της αναγνώρισης των δικαιωμάτων στον εθνικό νομοθέτη.

Η σημασία αυτής της απόφασης ήταν μεγάλη, καθώς αποτέλεσε «νομολογιακό προηγούμενο», το οποίο θεμελίωσε την άρνηση αναγνώρισης δικαιωμάτων οικογενειακού χαρακτήρα και στους υπόλοιπους προσφεύγοντες από Δικαστήρια και όργανα της Διοίκησης. Επομένως, η προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ κρίθηκε αναγκαία, προκειμένου να εξεταστεί το δικαιολογημένο ή μη της άρνησης του ιταλικού Κράτους, υπό το πρίσμα των επιβαλλόμενων από την Σύμβαση υποχρεώσεων στα Κράτη-μέλη στο πεδίο της προστασίας των δικαιωμάτων στην προσωπική αλλά και οικογενειακή ζωή.

Πριν αναλυθεί η κρίση του ΕΔΔΑ επί της ουσίας ης υπόθεσης, θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: όπως προαναφέρθηκε, στο ιταλικό οικογενειακό δίκαιο δεν προβλέπεται δυνατότητα σύναψης έγκυρου γάμου μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, παρ’ότι το γράμμα του Συντάγματος δεν προβλέπει ρητά την προϋπόθεση ετερότητας φύλου των συζύγων. Επίσης, δεν προβλέπεται ούτε δυνατότητα αναγνώρισης νομίμως τελεσθέντος γάμου σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ένωσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα μία απόφαση του Ακυρωτικού ιταλικού Δικαστηρίου, το οποίο ενώ αναγνώρισε πως οι σχέσεις των ομοφύλων ζευγαριών εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο τόσο της προσωπικής όσο και της οικογενειακής ζωής κατ’ άρθρον 8 ΕΣΔΑ, έκρινε πως «είναι αδύνατον να αποκτήσουν νομική ισχύ στην ιταλική έννομη τάξη». Περαιτέρω, δεν προβλέπεται ούτε η δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβιώσεως, με την έννοια μιας αστικής σύμβασης από την οποία απορρέουν έννομα αποτελέσματα ανάλογα με του γάμου. Η μόνη σχετική πρόβλεψη στο ιταλικό δίκαιο, είναι αυτή του «συμφώνου συγκατοίκησης»[6], το οποίο αποτελεί ιδιωτική πράξη χωρίς αυστηρά απαιτούμενο συστατικό τύπο, την οποία δύνανται να συνάψουν άτομα που συγκατοικούν και συμβιώνουν (συγγενείς, σύντροφοι, φίλοι, απλοί συγκάτοικοι κοκ), προς ρύθμιση των οικονομικών ζητημάτων που προκύπτουν από την συμβίωση, των όρων παύσης αυτής αλλά και την διευθέτηση ζητημάτων που τυχόν ανακύπτουν σε περίπτωση ασθένειας ή ανικανότητας ενός εκ των συμβαλλομένων. Το σύμφωνο αυτό δεν δύνανται να συνάψουν -προφανώς- τα έγγαμα ζευγάρια, αλλά έχει γίνει δεκτό πως μπορούν να συνάψουν τα ομόφυλα ζευγάρια που μένουν κάτω από την ίδια στέγη.

 

Η κρίση του Δικαστηρίου

Προτού προβεί στην εξέταση των ισχυρισμών των διαδίκων, το ΕΔΔΑ προχώρησε σε μία καταγραφή του ευρωπαϊκού χάρτη, στο πεδίο της κατοχύρωσης δικαιωμάτων οικογενειακού χαρακτήρα στα ομόφυλα ζευγάρια. Από την καταγραφή αυτή, στην απόφαση αποτυπώνεται πως έντεκα (11) από τα Κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ένωσης έχουν αναγνωρίσει τον γάμο ομοφύλων και δεκαοχτώ (18) έχουν αναγνωρίσει κάποιας μορφής αστική ένωση, με αποτέλεσμα 24 από τα 47 Κράτη-μέλη να εντάσσουν τα ομόφυλα ζευγάρια στους αναγνωρισμένους φορείς του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή.

Σ΄ αυτό το σημείο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του Δικαστηρίου στην απόφαση-σταθμό για τα διεθνή δεδομένα του Ανωτάτου Δικατηρίου των ΗΠΑ Obergefell et al. v. Hodge et al.[7], η οποία, τον Ιούνιο του 2015, αναγνώρισε ρητώς το δικαίωμα των ομοφύλων ζευγαριών στην απόλαυση της οικογενειακής ζωής σε όλες της Πολιτείες των ΗΠΑ, απορρέοντος ευθέως από τις συνταγματικές διατάξεις. Το ΕΔΔΑ τονίζει πως το Supreme Court απεφάνθη την αντισυνταγματικότητα των προσβαλλόμενων νόμων, λόγω του ότι οι τελευταίοι παραβίασαν δύο θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές: αυτή της ελευθερίας του ατόμου και αυτήν της ισότητας ενώπιον του νόμου. Συγκεκριμένα, οι τιθέμενοι νομοθετικοί περιορισμοί κρίθηκαν πως αποστερούν αδικαιολόγητα από τα ομόφυλα ζευγάρια την απόλαυση ενός θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος (αυτό του γάμου), το οποίο αποτελεί σύμφυτο της ελευθερίας του ατόμου δικαίωμα.

Κατόπιν των ανωτέρω, λοιπόν, και μετά από παράθεση των εκατέρωθεν ισχυρισμών αλλά και της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας, το ΕΔΔΑ προχώρησε στην εξέταση του ζητήματος της παραβίασης ή μη του αρ. 8 ΕΣΔΑ. Σε επίπεδο γενικών αρχών, το Δικαστήριο επανέλαβε πως το αρ. 8 ΕΣΔΑ πέραν της προστασίας του ατόμου στην ιδιωτικότητά του απέναντι στις εθνικές αρχές, επιτάσσει και την λήψη θετικών μέτρων από μέρους των Κρατών-μελών προς καλύτερη εξασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων, στα οποία υπάγονται και η απόλαυση ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Αναγνωρίζεται πως κατά την υιοθέτηση αυτών των μέτρων αφήνεται ένα περιθώριο ελεύθερης εκτίμησης και ευχέρειας στα Κράτη, το οποίο είναι μικρότερο σε ζητήματα που άπτονται στην- αναγνωρισμένη ως σύστοιχο της ταυτότητας του ατόμου- προστασία τη ιδιωτικής ζωής, και ευρύτερο σε ζητήματα για τα οποία δεν έχει επιτευχθεί ακόμη ομοφωνία στις έννομες τάξεις των Κρατών-μελών ως προς το βαθμό της προστασίας ή ως προς τα επιβαλλόμενα μέτρα.

Με αναφορά στην Schalk and Kopf, το Δικαστήριο υπενθυμίζει πως το 2010 κλήθηκε να κρίνει εάν και κατά πόσο το Αυστριακό Κράτος υποχρεούταν εκτός του προβλεπομένου συμφώνου συμβιώσεως (το οποίο είχαν τη δυνατότητα να συνάψουν οι προσφεύγοντες), να αναγνωρίζει και δικαίωμα σύναψης γάμου, υπό τις επιταγές του αρ. 8 ΕΣΔΑ. Η άρνηση του Δικαστηρίου βασίστηκε στο γεγονός πως, ελλείψει ομοφωνίας μεταξύ των Κρατών-μελών και δεδομένης της ραγδαίας νομοθετικής μεταβολής στο πεδίο αυτό μόλις την περασμένη δεκαετία, ο τομέας αναγνώρισης δικαιωμάτων οικογενειακού δικαίου στα ομόφυλα ζευγάρια θεωρήθηκε «εν εξελίξει», με αποτέλεσμα να μην είναι εύκολο να επιβληθούν υποχρεώσεις για λήψη θετικών μέτρων στον εθνικό νομοθέτη. Και σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η θεμελιώδης διαφορά της υπό κρίση υπόθεσης: τίθεται το ερώτημα εάν ο Ιταλός νομοθέτης, εν έτει 2015, απέτυχε να εναρμονιστεί με τις επιταγές για εξασφάλιση με θετικά μέτρα της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των ομοφύλων ζευγαριών, δεδομένου ότι τους αποκλείει από οποιαδήποτε μορφή νομικής αναγνώρισης των σχέσεών τους στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου.

Το Δικαστήριο μένει πιστό στην θέση του πως τα ομόφυλα ζευγάρια δύναται να υπαχθούν στην έννοια της «οικογενειακής ζωής», όπως αυτή προστατεύεται από τον αρ. 8 ΕΣΔΑ, η οποία διατυπώθηκε το πρώτον στην Schalk and Kopf και παγιώθηκε με την Vallianatos et al. Με μία αναφορά στα μέσα αναγνώρισης που παρέχονται αυτή τη στιγμή στο ιταλικό εθνικό δίκαιο, το Δικαστήριο καταλήγει πως οι σχέσεις των ομοφύλων ζευγαριών αναγνωρίζονται μόνο ως de facto: δικαίωμα σύναψης γάμου ή συμφώνου συμβιώσεως δεν προβλέπεται, ενώ το προβλεπόμενο σύμφωνο συγκατοίκησης αποστερεί από το ζευγάρι θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά της υποχρέωσης για διατροφή και της κληρονομικής διαδοχής. Επίσης, υπογραμμίζεται ξανά η παραδοχή πως για την αναγνώριση μιας σταθερής και διαρκούς σχέσης-άξιας προστασίας από το πλέγμα διατάξεων της ΕΣΔΑ- δεν απαιτείται ο όρος της συγκατοίκησης, αφού με την διαμορφωθείσα παγκοσμιοποιημένη κοινωνική πραγματικότητα πολλά ζευγάρια (ετερόφυλα και ομόφυλα) περνούν μεγάλες περιόδους εγκατεστημένα σε διαφορετικές χώρες για επαγγελματικούς ή άλλους λόγους.

Εν συνεχεία, παρατηρείται πως ελλείψει νομοθετικής ρύθμισης, τα ομόφυλα ζευγάρια αναγκάζονται να καταφεύγουν ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων για καθένα από τα επιμέρους ζητήματα που επιθυμούν να ρυθμίσουν και άπτονται της καθημερινής τους ζωής. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αυτό αποτελεί ένα σημαντικό εμπόδιο στην απόλαυση των δικαιωμάτων στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, αφού ελλοχεύει ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και η συνεπαγόμενη ανασφάλεια δικαίου (στην Ιταλία η νομολογία δεν αποτελεί πηγή δικαίου), καθώς και επιβαρύνεται ανεπίτρεπτα ένα ήδη επιβαρυμένο δικαστικό σύστημα, όπως είναι αυτό της Ιταλίας.

Συνεπεία όλων των ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα πως τόσο νομοθετικά όσο και δικαστικά δεν παρέχονται τα αναγκαία μέσα προς απόλαυση των υπό εξέταση δικαιωμάτων, ενώ παρατηρείται διάσταση ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και στη νομοθετική αντιμετώπιση. Σημειώνεται δε πως η Κυβέρνηση απέτυχε να αιτιολογήσει επαρκώς ποιο είναι το δημόσιο συμφέρον στην διαφύλαξη του οποίου στοχεύει η καθυστέρηση στη νομοθετική μεταβολή, μιας και ρητά παραδέχτηκε πως δεν στοχεύει στην προστασία της «παραδοσιακού τύπου οικογένειας» ή των «χρηστών ηθών» αλλά έγινε αναφορά σε αναμονή επίτευξης ομοφωνίας επί του ζητήματος στη διεθνή κοινότητα και στην ιταλική κοινωνία.

Όσον αφορά στο προαναφερθέν περιθώριο εκτίμησης που καταλείπεται στα Κράτη, το Δικαστήριο εκτιμά πως εν προκειμένω θα πρέπει να είναι στενό, καθώς πρόκειται για περίπτωση γενικής ανάγκης νομικής αναγνώρισης και προστασίας των ομοφύλων ζευγαριών, η οποία ανάγεται σε στοιχείο της ιδιωτικής ταυτότητας και ύπαρξης του ατόμου. Τονίζεται πως η απάντηση ενδεχομένως να ήταν διαφορετική αν προβλεπόταν ήδη κάποιας μορφής νομική αναγνώριση, όπως στην περίπτωση της Schalk and Kopf. Και πάλι, όμως, στην συνέχεια του σκεπτικού, αξιολογείται πως από το 2010 έλαβαν χώρα σημαντικές μεταβολές στην πρόσληψη των οικογενειακού δικαίου δικαιωμάτων σε παγκόσμια κλίμακα, η οποία δεν μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα χρονική στιγμή.

Το Δικαστήριο επισημαίνει πως οι κρίσεις των ανωτάτων Ιταλικών δικαστηρίων συγκλίνουν εξίσου στην ανάγκη νομοθετικής παρέμβασης, οι οποίες -σε συνδυασμό με πορίσματα ερευνών που προσκομίστηκαν ενώπιόν του[8]– καταδεικνύουν πως η ιταλική κοινωνία έχει αποδεχτεί σε μεγάλο βαθμό τα ομόφυλα ζευγάρια στο πλαίσιο της κοινωνικής συμβίωσης. Γίνεται δε μνεία της αντίδρασης του Προέδρου του Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο οποίος εξέφρασε ρητά στην ετήσια αναφορά του την απογοήτευση του Δικαστηρίου λόγω της νομοθετικής αδράνειας, κυρίως μετά τα όσα διατυπώθηκαν στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης των δύο πρώτων προσφευγόντων. Έκρινε, λοιπόν, πως πρόκειται για μία συνεχή αδυναμία του εθνικού νομοθέτη να προσαρμοστεί τόσο στις επιταγές της ενωσιακής και διεθνούς έννομης τάξης, όσο και στις επισημάνσεις των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας του.

Έτσι, το ΕΔΔΑ καταλήγει πως ελλείψει αιτιολογημένου δημοσίου συμφέροντος προς διαφύλαξη, και υπό το φως των εθνικών δικαστικών αποφάσεων, το ιταλικό Κράτος υπερέβη το περιθώριο εκτίμησης που του καταλείπεται από τη Σύμβαση, και απέτυχε να εξασφαλίσει με θετικές ενέργειες την διασφάλιση της απόλαυσης και προστασίας των δικαιωμάτων των προσφευγόντων στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, όπως αυτά εξαγγέλονται στο αρ. 8 ΕΣΔΑ. Λόγω δε κατάφασης της παραβίασης του 8 ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο έκρινε πως παρέλκει να εξεταστεί σε συνδυασμό με το 14 ΕΣΔΑ, καθώς σε κάτι τέτοιο θα προέβαινε επικουρικά, μόνο εάν δεν αναγνώριζε την παραβίαση του δικαιώματος.

Εν τούτοις, στην εξέταση του ισχυρισμού των προσφευγόντων περί παραβίασης του αρ. 12 ΕΣΔΑ (είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με το αρ. 14 ΕΣΔΑ), το Δικαστήριο έμεινε πιστό στη πάγια νομολογία του, κρίνοντας πως ναι μεν το δικαίωμα του γάμου δεν περιορίζεται πλέον μόνο σε άτομα διαφορετικού φύλου, αλλά αυτό δε σημαίνει πως επιβάλλεται υποχρέωση στα Κράτη-μέλη να εγγυηθούν άμεσα στον ομόφυλο γάμο. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και κατά την εξέταση των άρθρων 12 και 14 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό, κρίνοντας πως οι εθνικές αρχές είναι αρμόδιες να αποφασίσουν ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος προστασίας και αναγνώρισης των ομοφύλων ζευγαριών, και το Δικαστήριο δεν μπορεί να παρεισφρήσει σε τέτοιο βαθμό στην εθνική σφαίρα.

 

Συμπεράσματα

Από όλα τα ανωτέρω καταδεικνύεται η μεγάλη σημασία της υπό εξέταση απόφασης: το ΕΔΔΑ φαίνεται να ακολουθεί μία προοδευτική πορεία. Αρχικά, στην Schalk and Kopf, υπήγαγε τα ομόφυλα ζευγάρια στην έννοια της οικογενειακής ζωής του αρ. 8 ΕΣΔΑ, παραδοχή η οποία άνοιξε το δρόμο στην διεκδίκηση δικαιωμάτων οικογενειακού δικαίου, δεδομένου ότι μέχρι εκείνο το σημείο στα ομόφυλα ζευγάρια αναγνωριζόταν μόνο το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και στη μη διάκριση επί τη βάσει της σεξουαλικής επιλογής. Σε δεύτερο στάδιο, η Vallianatos et. al προχώρησε ένα βήμα παρακάτω, κρίνοντας ως ασύμβατη με τη Σύμβαση την θέσπιση από τον εθνικό νομοθέτη συμφώνου συμβιώσεως μόνο για τα ετερόφυλα ζευγάρια, κατά παράβαση των αρ. 8 και 14 ΕΣΔΑ, καθώς εισήχθη αδικαιολόγητη διακριτική μεταχείριση σε βάρος των ομοφύλων ζευγαριών.

Στην υπό εξέταση, είναι προφανές πως το Δικαστήριο προβαίνει σε μία αρκετά τολμηρή κρίση: συνεκτιμώντας τις διεθνείς εξελίξεις στο πεδίο της νομικής αναγνώρισης των ομόφυλων ζευγαριών αλλά και τη νομική αντιμετώπιση του ζητήματος από τα ανώτατα ιταλικά δικαστήρια, κρίνει ως αντίθετη με τη Σύμβαση όχι κάποια πράξη του νομοθέτη, αλλά την αδράνειά του. Θέτει στο σκεπτικό τους όρους με τους οποίους επαναπροσδιορίζεται το περιθώριο ελεύθερης εκτίμησης των Κρατών-μελών, με βασικό γνώμονα το εάν το προσβαλλόμενο δικαίωμα αποτελεί εγγενές στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου: η ιδιωτικότητα των ομοφυλόφιλων ατόμων έχει διαγνωστεί ήδη ως τέτοιο, ενώ πλέον γίνεται δεκτό πως και η απόλαυση στην οικογενειακή ζωή δύναται να περιορίσει τη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε εθνικού νομοθέτη. Δεν μπορεί παρά να μην παρατηρηθεί η μεγάλη συμβολή σ’ αυτή την προοδευτική νομολογία του ΕΔΔΑ της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ καθώς και οι, όλο και αυξανόμενες, εθνικές νομοθετικές πρωτοβουλίες στον τομέα κατοχύρωσης και αναγνώρισης των σχετικών δικαιωμάτων.

Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί πως μετά την έκδοση της παρούσης η Κυβέρνηση Renzi υπέβαλε προς ψήφιση σχέδιο νόμου που θα εισάγει το σύμφωνο συμβίωσης στην ιταλική έννομη τάξη, το οποίο στις 25 Φεβρουαρίου 2016 υπερψηφίστηκε από την ιταλική Γερουσία (ψήφοι 173-71) και μένει να τεθεί προς ψήφιση στην Βουλή των αντιπροσώπων τον Απρίλιο του 2016. Στο νομοσχέδιο περιλαμβάνονται ρυθμίσεις, οι οποίες θα παρέχουν στα ομόφυλα ζευγάρια που θα συνάψουν το σύμφωνο όλα τα απορρέοντα εκ του γάμου δικαιώματα, με εξαίρεση- αρχικά τουλάχιστον- του δικαιώματος στην κοινή υιοθεσία τέκνου ή στην υιοθεσία του τέκνου του-της συντρόφου. Η άμεση αυτή νομοθετική παρέμβαση, η οποία έλαβε χώρα και στην Ελλάδα κατόπιν της καταδίκης της από το ΕΔΔΑ στην Vallianatos, ενισχύει τις σκέψεις σχετικά με τον ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει το Δικαστήριο στην διαμόρφωση του «νομοθετικού χάρτη» των Κρατών-μελών: η νομολογία του φαίνεται να επιβραβεύει τον «δικαστικό ακτιβισμό» στον οποίο κατέφυγαν οι προσφεύγοντες όλων των σχετικών υποθέσεων την τελευταία-περίπου- εικοσαετία, ελλείψει άλλων αποτελεσματικών μέτρων πίεσης στις Κυβερνήσεις τους. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται ακόμη περισσότερο από την Oliari, δεδομένου ότι το Δικαστήριο φαίνεται να ακολουθεί πλέον την γραμμή πως καμία καθυστέρηση στην θέσπιση κάποιας μορφής νομικής αναγνώρισης των ομοφύλων ζευγαριών δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Οι Κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν εδώ και χρόνια να αιτιολογήσουν επαρκώς ποιος ο λόγος δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει στον περιορισμό των δικαιωμάτων των ομοφύλων ζευγαριών, κι ενώ τους καταλείπεται η ευχέρεια να αποφασίσουν τον τρόπο και τα μέσα πραγμάτωσης της ενλόγω προστασίας, η υποχρέωση προς δράση είναι πλέον ρητή.

Μία σκέψη για το μέλλον θα μπορούσε να είναι η αλλαγή της στάσης του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του κατά πόσο παραβιάστηκε το άρθρο 12 ΕΣΔΑ. Παρ’ ότι μέχρι σήμερα γίνεται δεκτό πως αυτό δεν επιβάλλει στα Κράτη-μέλη υποχρέωση θέσπισης γάμου ομοφύλων, ήδη διατυπώνονται κάποιες απόψεις σχετικά με την ανανοηματοδότηση του περιεχομένου της διάταξης, ιδίως υπό το φως των ραγδαίων κοινωνικών και νομοθετικών εξελίξεων[9]. Άλλωστε, ένα από τα κυριότερα πλεονεκτήματα της Σύμβασης είναι η λειτουργία της ως «ζωντανού οργανισμού», με την έννοια ενός συνόλου διατάξεων που προσαρμόζονται ερμηνευτικά στις συνεχώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνθήκες. Η προσαρμοστικότητά της, όπως αυτή εκφράζεται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, αναμένεται να δρομολογήσει άμεσες και περαιτέρω εξελίξεις στο πεδίο προστασίας της, πέραν της παραδοσιακής, οικογένειας στο μέλλον.

 

 

Βιβλιογραφία:

[1] ΕΔΔΑ Schalk&Kopf vs. Austria, 24.6.2010

[2] ΕΔΔΑ Vallianatos and others vs. Greece, 7.11.2013

[3] Αρ.8 ΕΣΔΑ: «1. Παν πρόσωπο δικαιούται εις τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός αν η επέμβασις αυτή προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μιαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομική ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.»

[4] Άρθρο 12 ΕΣΔΑ: «Άμα τη συμπληρώσει ηλικίας γάμου, ο ανήρ και η γυνή έχουν το δικαίωμα να συνέρχωνται εις γάμον και ιδρύωσιν οικογένειαν συμφώνως προς τους διέποντας το δικαίωμα αυτό εθνικούς νόμους».

[5]Άρθρο 14 ΕΣΔΑ: «Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλως πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως».

[6] Ο όρος που αποδίδεται ως σύμφωνο συγκατοίκησης είναι ο “cohabitation agreements”, και διαφοροποιείται απ’το ‘’civil union”, καθώς το πρώτο αφορά σε σχέσεις μεταξύ ατόμων που συγκατοικούν ενώ το δεύτερο ομοιάζει με το γνωστό στη δική μας έννομη τάξη σύμφωνο συμβίωσης.

[7] Supreme Court Obergefell et al. vs. Hodge et al., U.S. 26/6/2015

[8] Παραπομπή στην σκέψη 144 της απόφασης, όπου αναλύονται τα πορίσματα έρευνας που προσκόμισε η οργάνωση Associazione Radicale Certi Diritti (ARCD), η οποία παρενέβη ως ενδιαφερόμενος τρίτος. (σκ. 181)

[9] P. Johnson, The choice of wording must be regarded as deliberate: Same-sex marriage and Article 12 of the European Convention on Human Rights, European Law review, 2015, πηγή: westlaw.co.uk

Η μονογραφή των ψηφοδελτίων και των σταυρών προτίμησης από τον αντιπρόσωπο της δικαστικής αρχής. Κριτήριο της γνησιότητάς τους ή ουσιώδης τύπος της διαδικασίας διαλογής;

Θανάσης Γ. Ξηρός, ΔΝ-Δικηγόρος, Διδάσκων ΕΑΠ

 

Η παράλειψη του δικαστικού αντιπροσώπου να μονογράψει ψηφοδέλτιο και σταυρό προτίμησης αναπληρώνεται, κατά κανόνα, από την καταχώρησή τους στον οικείο πίνακα διαλογής ή στα λοιπά εκλογικά έγγραφα. Έτσι, η μονογραφή αποτελεί κριτήριο διακρίβωσης της γνησιότητας της εκφρασμένης λαϊκής θέλησης. Αναγορεύεται, κατ’ εξαίρεση, σε ουσιώδη τύπο της διαδικασίας διαλογής αποκλειστικά στις γενικές βουλευτικές εκλογές, όταν οι σταυροί προτίμησης δεν μονογράφονται ή δεν αναγράφεται στο ψηφοδέλτιο ο συνολικός αριθμός τους. Εν προκειμένω, δεν προσμετρώνται στη δύναμη του υποψηφίου, ακόμη και εάν έχουν καταχωρηθεί στον πίνακα διαλογής ή στα λοιπά εκλογικά έγγραφα. (Προδημοσίευση από το περιοδικό Το Σύνταγμα 2016)

————–

 

 

Η επίδραση των μνημονίων στα κοινωνικά δικαιώματα- Προοπτικές προστασίας με βάση την πρόσφατη νομολογία του Σ.Τ.Ε. και τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων

Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου, Δικηγόρος

Τα Μνημόνια, ως κοινοί νόμοι επικυρωμένοι από τη Βουλή σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος και οι εφαρμοστικοί τους νόμοι καθώς και τα Παραρτήματα αυτών είναι ήσσονος τυπικής ισχύος σε σχέση με θεμελιώδεις, μη αναθεωρήσιμες
συνταγματικές αρχές (άρθρο 110 Συντ.). Συνεπώς οφείλουν να σέβονται τον απαραβίαστο πυρήνα των δικαιωμάτων, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας και της προσφορότητας των μέτρων σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Αυτό όμως, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ουδέποτε συνέβη, αντίθετα τείνει να καταστεί κανόνας.
Στη εργασία ερευνώνται οι νομοθετικές βάσεις των κοινωνικών δικαιωμάτων, ο πυρήνας τους κι ο τρόπος που προστατεύονται κατά την νομολογία των δικαστηρίων, και τέλος γίνεται μια προσπάθεια ανεύρεσης λύσεων και προτάσεων για την επιστροφή στη νομιμότητα και την τήρηση του Συντάγματος και των Διεθνών Κανόνων, που επιτάσσουν τον απόλυτο σεβασμό των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Συνέδριο: «Σύνταγμα και εργασιακές σχέσεις: σαράντα χρόνια μετά», Ηράκλειο 14-15/05/2016

Ανακοινώνεται το Πρόγραμμα του Συνεδίου με θέμα «Σύνταγμα και εργασιακές σχέσεις: σαράντα χρόνια μετά» που διοργανώνει η ΕΔΕΚΑ σε συνεργασία με τον Ομιλο Αριστόβουλος Μάνεσης, στις 14-15 Μαίου 2016 στο Ηράκλειο Κρήτης. Όσοι ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν καλούνται να φορντίσουν έγκαιρα τα της μετάβασης και διαμονής τους.  Προτεινόμενα ξενοδοχεία είναι τα:
Ατλαντίς Μονόκλινο 71-93   Δίκλινο 85    τηλ. 2810 229103
Marin Μονόκλινο 54 Δίκλινο 65   τηλ. 2810 300018

 

 

15ο Πανελλήνιο Συνέδριό της ΕΔΕΚΑ

σε συνεργασία

με τον Όμιλο Αριστόβουλος Μάνεσης

και τον Δικηγορικό Σύλλογο Ηρακλείου

«Σύνταγμα και εργασιακές σχέσεις: σαράντα χρόνια μετά»

14-15 Μαίου 2016

Ηράκλειο Κρήτης

Αίθουσα «Ανδρόγεω» Δήμου Ηρακλείου

Στη μνήμη της Φωτεινής Δερμιτζάκη

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Πρώτη ημέρα                              Σάββατο 14/5/2016

9.30                           Εναρξη                                                                                          

Πρωϊνή συνεδρίαση           Πρόεδρος  Χρ. Κοσμίδης, Αρεοπαγίτης

09.55     I.ΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, Καθηγητής Τμήματος Πολ. Επιστήμης και Δημ. Διοικ. ΕΚΠΑ :  Διαπροσωπικές σχέσεις και ατομικά δικαιώματα           

10.15   Λ.  ΜΗΤΡΟΥ, Καθηγήτρια Παν. Αιγαίου :     Προσωπικά δεδομένα   και εργασιακές σχέσεις                 

10.35  Σχολιαστής   Π.  Τσαντίλας, Δ.Ν. – Δικηγόρος

10.45   Ε. ΜΑΛΛΙΟΣ, Δ. Ν. –Δικηγόρος :  Η προστασία της προσωπικότητας του  εργαζομένου     

11.05  Σχολιαστής      Δ.Λαδάς, Λέκτορας Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

11.15                   Συζήτηση                                                                                                                                                               11.45                   Διάλειμμα     

12.30    Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΗΣ ,   Δ.Ν. – Δικηγόρος  :  Απεργία                                                                                     

12.50   Σχολιάστρια  Μ.  Γιαννακούρου,  Επικ. Καθηγήτρια, Ευρωπ. Παν/μίου Κύπρου               

13.00  Α. ΣΤΕΡΓΙΟΥ, Καθηγητής  Νομικής Σχολής ΑΠΘ:   Η συνταγματική προστασία της εσωτερικής αυτονομίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων και τα όριά της                 

 13.20                    Συζήτηση                                                                                                                                                                          13.40                      Λήξη 

Απογευματινή συνεδρίαση     Πρόεδρος Αικ. Σακελλαροπούλου,   Αντιπρόεδρος ΣτΕ

Συλλογική αυτονομία

17.30   Α. ΚΑΖΑΚΟΣ,  Καθηγητής  Νομικής Σχολής ΑΠΘ:  Η συλλογική αυτονομία στη μέγγενη της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης,                                                         

17.50  Γ. ΛΕΒΕΝΤΗΣ, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής  ΕΚΠΑ :   Οι συνταγματικές εγγυήσεις της συλλογικής αυτονομίας

18.10    Σχολιαστής  Ι.  Παππάς,  ΜΔΕ-Δικηγόρος                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                       18.20    Δ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Δικηγόρος:      Η συλλογική αυτονομία στο Δημόσιο                             

 

18.40          Συζήτηση                                                                                      

 

19.10          Διάλειμμα                                                                                                                                                  

 

19.40      Α. ΠΕΤΡΟΓΛΟΥ, Δικηγόρος    Κοινωνική ασφάλιση           

20.00       Σχολιάστρια     Σ. Αμοργιανού, Ειδ. Επιστήμων ΣτΠ

20.10          Συζήτηση                                                                              

 20.30         Λήξη                                                                                               

Δεύτερη  ημέρα                 Κυριακή 15/5/2016

Πρόεδρος  Δ. Ζερδελής, Καθηγητής  Νομικής Σχολής ΑΠΘ

10.00    Ν. ΓΑΒΑΛΑΣ,   Δ.Ν. – Δικηγόρος    Το δικαίωμα στη εργασία                                                              

10.20  Β. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΥ, Reader,  University College London   Το δικαίωμα στη εργασία στην ΕΣΔΑ                                         

 

10.40      Διάλειμμα                                                                                     

 

11.10    Ι. ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗΣ,  Ομ. Καθηγητής Πάντειου Παν/μιου    Η ελευθερία εργασίας                                                                  

Σχολιαστής    Ν. Παπασπύρου, Λέκτορας Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

11.40  Β. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ, ΜΔΕ. ΜSc-Δικηγόρος :  Η επίταξη προσωπικών υπηρεσιών                                        

12.00        Συζήτηση                                                                                  

12.20       Στρογγυλή Τράπεζα –  Συμπεράσματα 

 Ι.  Κουκιάδης, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ  

Ν. Αλιβιζάτος  Καθηγητής Νομικής Σχολής  ΕΚΠΑ.

 Κ. Παπαδημητρίου, Καθηγητής Νομικής Σχολής  ΕΚΠΑ

Γ.   Σωτηρέλης, Καθηγητής  Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών ΕΚΠΑ  

 

13.00                 Λήξη εργασιών                                                      

Πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα- χορήγηση αντιγράφων εγγράφων- εύλογο ενδιαφέρον –διαδικασία – αρχή διαφάνειας

Αντώνη Π. Αργυρού, Δικηγόρου- Αν. Νομικού Συμβούλου στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, κατά το Σύνταγμά μας, στο άρθρο 2§1 είναι ο σεβασμός και η προστασία  της  αξίας του  ανθρώπου . Η αρχή αυτή καθιερώνει άμεσα το δικαίωμα του κάθε πολίτη να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων που τον αφορούν. Άλλωστε το άρθρο 5 Σ κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προσωπικότητα και την ατομική ελευθερία και υπήρξε έρεισμα για την ελεύθερη πρόσβαση στην πληροφόρηση πριν τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Με την τελευταία θεσπίστηκε το νέο άρθρο 5Α Συντ για το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφόρηση το οποίο αναμφισβήτητα κατοχυρώνει δικαίωμα του πολίτη για πλήρη γνώση όλων των διοικητικών στοιχείων.

Ο κοινός  νομοθέτης στην επιθυμία του να υλοποιήσει τη βασική και θεμελιώδη αρχή της δημοσιότητας και διαφάνειας του Συντάγματος (άρθρα 5α Δικαίωμα πληροφόρησης),14 παρ 9 (ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης), 29 παρ2 (εγγυήσεις διαφάνειας ως προς τις εκλογικές δαπάνες και γενικά την οικονομική διαχείριση των κομμάτων), 102 παρ 5 (διασφάλιση της διαφάνειας κατά τη διαχείριση των πόρων ΟΤΑ),103 παρ 7 (εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού του Δημοσίου) στη δράση της Διοικήσεως, αρχικά με το άρθρο 16 Ν. 1599/1986 και στη συνέχεια με το Ν.2690/99 θέσπισε κανόνες, διαδικασίας που αποβλέπουν κατά κύριο σκοπό στην λειτουργική αποτελεσματικότητα της Διοίκησης και την ποιοτική αναβάθμιση των παρεχόμενων προς τον πολίτη υπηρεσιών, ειδικότερα δε στη δραστηριοποίηση των διοικητικών υπηρεσιών για την ταχεία και αποτελεσματική εξυπηρέτηση των πολιτών πλην όμως πολλές φορές  η Δημόσια Διοίκηση επικαλείται, διάφορες αβάσιμες  προφάσεις ή αβάσιμες δικαιολογίες για μην ικανοποιήσει εμπρόθεσμα τα νόμιμα αιτήματα των πολιτών, επικαλουμένη «ότι δεν αποδεικνύει το απαιτούμενο από τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας εύλογο ενδιαφέρον για τη λήψη των αιτηθέντων αντιγράφων». Ως εύλογο ενδιαφέρον δεν νοείται το ενδιαφέρον κάθε πολίτη για την εύρυθμη άσκηση των γενικών καθηκόντων των διοικητικών υπηρεσιών και για την τήρηση των νόμων, αλλά εκείνο το οποίο προκύπτει, κατά τρόπο αντικειμενικό, από την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης, προσωπικής έννομης σχέσης, συνδεομένης με το υποβαλλόμενο αίτημα ή με το περιεχόμενο των διοικητικών στοιχείων στα οποία ζητείται η πρόσβαση.

 

 

 

In Greece, Constitutional Changes Without Constitutional Revision

Antonis Manitakis, Emeritus ProfessorofLaw Schoo, AristotleUniversity of Thessaloniki, Former Minister, Dean Emeritus “Neapolis” Law School, Pafos, Cyprus

The last thing that the country currently needs is the start of the process for the revision of the Constitution. At a very critical moment for the country’s economy, with the state’s existence being under threat and with the political system collapsing and becoming more and more unreliable, any discussion over constitutional revision is, in my opinion, untimely, absurd, pointless and misleading. Such a kind of constitutional change will neither respond to any of the immediate and profound problems that have been brought about by the crisis, nor tackle the chronic and structural ills of Greek political life: political and administrative corruption, tax evasion, paralysis of the state and the administration, wrecking of education, party corruption and clientelism.

The Constitution was not the one responsible for scandals and corruption or for public deficits and the excessive public debt. Besides, you do not need constitutional amendment in order to quell bureaucracy and tax evasion, to speed up the operation of the judicial system, and to acquire a flexible and effective public administration that will be respected by citizens and companies alike. Let us not use the Constitution and its revision as an alibi for political power to conceal its inability to tackle a political problem on political terms. And it is sad to see constitutional changes being used as a firework.

This is the first reason why I am cautious vis-à-vis all calls for any kind of constitutional amendment.

However, there is also a second reason. Constitutional revision is a time-consuming process. It requires increased parliamentary majorities. It takes time — at least two years — to be realized. Thus, it is about the future, not the present. And the most important aspect of all is that it needs respective decisions by two Parliamentary terms. In the current, profoundly polarizing political atmosphere that we have been experiencing throughout the crisis, such a climate of consensus is nowhere to be seen.

Nevertheless, it is true that the issue of constitutional changes makes a constant appearance in the political agenda. In fact, the new leader of the opposition, Kyriakos Mitsotakis, revived this discussion in his very first public statement after his election as leader of New Democracy: According to him, constitutional revision was to be the only issue that could become a fertile ground for common understanding with Syriza.

If indeed there is a prospect for national understanding and political consensus — which we all desire and should all seek — on issues pertaining to the function of the political system and, especially, to the rules of the political and electoral game, then I believe that certain important institutional changes can be agreed on immediately, here and now, by the current Parliament, with a simple law, without the process of constitutional revision. These are changes that are indeed of a constitutional character but concern the substantial and not the formal Constitution.

There are four such changes: Firstly, the total number of MPs can be reduced from 300 to 200 or 220 with a simple law, as explicitly provided by article 51 of the Constitution, and this change can be instituted immediately by the Parliament. The change entails a reduction of parliamentary seats by 1/3 in the respective electoral districts, and their partial redistribution.

Secondly, such a measure must be combined with the legislation — in accordance with the article 81, paragraph 4 of the Constitution — of the incompatibility of the function of the minister with that of the MP. Any MP who will be appointed as minister will have to resign from his/her parliamentary post and will not be able to exercise his/her parliamentary tasks. MPs are elected in order to represent the nation and legislate together with the government, and not in order to rule while having constantly in their minds how to serve their electoral clientele to secure their reelection.

Thirdly, there must be a split of the large electoral districts. Those with many seats must be broken down into smaller ones, so that excessive electoral spending and illicit transactions with the media are reduced.

Finally, it is necessary to cut drastically the scandalous 50-seat bonus given to the first party and to abolish or modify the voting by cross system. The latter should be replaced by an alternative way of expressing the electoral preferences of the voters. Several notable proposals have been put forward on that matter, which could become the subject of national understanding.

All of these structural reforms have one central goal: to crack down on party corruption, clientelism, and the dependence of MPs and ministers on political favors for electioneering. These changes seek to strike a severe blow to the ‘woodworm’ that has been eating into the political system, altering the essence of our representative democracy.

The formal revision of the Constitution follows.

 

The text first appeared on  huffingtonpost.com,14/03/2016

The price of justice – Financial crisis and judges

Η εργασία προσεγγίζει την οικονομική κρίση στην Ελλάδα υπό το πρίσμα της απονομής της δικαιοσύνης και των εκδοθεισών δικαστικών αποφάσεων και εξετάζει πώς επηρεάζεται επακολούθως η κοινωνία.

 

 

 

The essay deals with the way the financial crisis has affected the Greek justice system in relation to judicial decisions, as well as the subsequent consequences to society.

 

ΜΜΕ και προσωπικά δεδομένα δημοσίων προσώπων

Γεώργιος Αργυρόπουλος, Δικηγόρος, Υπ. Διδάκτωρ Νομικής Σχολής Αθηνών

Το δημόσιο ενδιαφέρον για την πληροφόρηση είναι εντονότερο και δικαιολογεί μεγαλύτερη διείσδυση στον ιδιωτικό βίο του προσώπου, όταν το άτομο ανήκει στην κατηγορία των «δημόσιων προσώπων». Δημόσια πρόσωπα θεωρούνται γενικά εκείνα στα οποία έχει ανατεθεί δημόσια εξουσία, αλλά και τα πρόσωπα «απόλυτης επικαιρότητας», τα πρόσωπα δηλαδή που κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία με ισχύ και επιρροή στα κοινωνικά δρώμενα, όπως πολιτικοί, καλλιτέχνες, αθλητές κτλ. και ενδιαφέρουν εν γένει το κοινό, καθώς και τα πρόσωπα σχετικής επικαιρότητας.

   Η ενσυνείδητη ή μη επιλογή του ατόμου για αυτοέκθεση και ενεργό συμμετοχή στο δημόσιο βίο καθιστά εύλογο το ενδιαφέρον του κοινού για πληροφόρηση επί του προσώπου του και αναμενόμενη την έρευνα σχετικά με τη δραστηριότητά του από τον Τύπο[1]. Τα πρόσωπα, μάλιστα, της απόλυτης επικαιρότητας πρέπει να ανέχονται δραστικές επεμβάσεις στην προσωπική τους σφαίρα κάτι που δεν ισχύει για κάθε πρόσωπο επικαιρότητας. Το ΕΔΔΑ έχει ασχοληθεί σε μια σειρά αποφάσεών του με τη σύγκρουση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ με το άρθρο 10 αυτής, μεταξύ δηλαδή του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και του δικαιώματος ενημέρωσης του τύπου. Όσον αφορά τα δημόσια πρόσωπα η πιο διάσημη απόφαση του ΕΔΔΑ είναι η απόφαση της Καρολίνας του Μονακό (Von Hannover κατά Γερμανίας, 24/6/2004). Υποστήριξε κατ’ αρχήν ότι το δικαίωμα ενημέρωσης του κοινού υπερέχει του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής των απόλυτων προσωπικοτήτων έστω και αν η δημοσίευση αποβλέπει στην ψυχαγωγία και όχι στη strict sensu ενημέρωση των αναγνωστών. Εξέφρασε, όμως, έντονες αμφιβολίες ως προς το αν η Καρολίνα είναι πρόσωπο απόλυτης επικαιρότητας, με περιορισμένη, συνεπώς, προστασία της ιδιωτικής της ζωής αφού αν και είναι μέλος πριγκηπικής οικογένειας, δεν ασκεί επίσημα καθήκοντα. Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει πάντα να προβαίνουν σε στάθμιση των άρθρων 8 και 10 ΕΣΔΑ και πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον η επαπειλούμενη προσβολή της ιδιωτικής ζωής συμβάλλει στην προαγωγή μιας συζήτησης γενικού ενδιαφέροντος, που δε συνέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τελικά, όμως, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ για τη δημοσίευση μιας πληροφορίας που αφορά την ιδιωτική ζωή του ατόμου κρίσιμο στοιχείο δεν είναι αν το πρόσωπο είναι απόλυτης ή σχετικής επικαιρότητας ή αν η πληροφορία αφορά τον πυρήνα ή την περιφέρεια της ιδιωτικής του ζωής αλλά αν η πληροφορία είναι ευθέως πρόσφορη για την ενημέρωση της κοινής γνώμης. Η Καρολίνα του Μονακό προσέφυγε εκ νέου στο ΕΔΔΑ για τη μη συμμόρφωση των γερμανικών αρχών με την προηγούμενη απόφασή του καθώς υπήρξε δημοσίευση νέων φωτογραφιών της στον Τύπο. Στην υπόθεση Von Hannover κατά Γερμανίας ΙΙ[2] της 7ης Φεβρουαρίου 2012, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή τη φορά τα γερμανικά δικαστήρια προέβησαν σε σωστή στάθμιση του δικαιώματος ενημέρωσης των ΜΜΕ και του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής της προσφεύγουσας αφού ακολούθησαν τις αρχές που έθεσε το ΕΔΔΑ στην προηγούμενη απόφαση.

   Στο άρθρο 7§2 του ν. 2472/97 προβλέπονται οι περιπτώσεις εξαίρεσης από την αρχή της απαγόρευσης επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων ύστερα, όμως, από άδεια της Αρχής. Στην περ. ζ’ ειδικά προβλέπεται η επεξεργασία δεδομένων δημοσίων προσώπων, εφόσον συνδέονται με την άσκηση δημόσιου λειτουργήματος ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων και πραγματοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και εφόσον η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Γίνεται δεκτό ότι εκτός του πεδίου εφαρμογής μένουν τα πρόσωπα απόλυτης επικαιρότητας, καθώς όπως ειπώθηκε ανωτέρω, ως εκ της ιδιαίτερης θέσης τους στην κοινωνία με τη βαρύνουσα συμμετοχή στη διαμόρφωση του δημόσιου βίου, πρέπει να ανέχονται δραστικές επεμβάσεις στην ιδιωτική τους σφαίρα. Τα πρόσωπα σχετικής επικαιρότητας οφείλουν να ανέχονται επεμβάσεις στην ιδιωτική τους ζωή μόνο κατά το διάστημα που βρίσκονται στην επικαιρότητα. Η απόφαση ΣτΕ 3545/02 έκρινε ότι δεν υπάγονται στην περ. ζ’ τα πρόσωπα απόλυτης και σχετικής επικαιρότητας. Ο νόμος ορίζει ότι η άδεια της Αρχής δίνεται μόνο για την επεξεργασία των ευαίσθητων εκείνων δεδομένων που σχετίζονται με την άσκηση του δημόσιου αξιώματος του δημοσίου προσώπου ή τη διαχείριση των συμφερόντων τρίτων και μόνο όσα είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Είναι εύλογο ότι πρέπει πάντοτε να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Το δικαίωμα πληροφόρησης και το δημόσιο ενδιαφέρον δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει στην ανοχή της διαπόμπευσης ή του εξευτελισμού του ατόμου.

   Η δράση της Αρχής προς την επαύξηση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τη δράση του τύπου είναι φανερή ιδιαίτερα στις αποφάσεις της σχετικά με τη χρήση προσωπικών δεδομένων για τις ανάγκες τηλεοπτικής εκπομπής, όταν αποφάσισε ότι η τοποθέτηση σε αρχείο και η χρήση τόσο βιντεοταινίας που αφορούσε ιδιωτικές στιγμές γνωστού τραγουδιστή όσο και ημερολογίου γνωστού σχεδιαστή μόδας αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και της προσφορότητας σε σχέση με το σκοπό της επεξεργασίας[3].

    Η Αρχή θεώρησε τη δημοσίευση της βιντεοταινίας και του ημερολογίου ως παράνομη επεξεργασία αρχείου και καταδίκασε τον τηλεοπτικό σταθμό επιβάλλοντας πρόστιμο 25 εκ. δραχμών, διακοπή της επεξεργασίας και καταστροφή των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (Απόφαση 100/31.1.2000). Η Αρχή επικαλέστηκε το άρθρο 9§1 εδ. β’Σ αλλά και τις νομοθετικές διατάξεις του άρθρου 3 περ. β’ ν.2328/95 και άρθρου 3 περ. 2 ν.1730/87 που προβλέπουν την υποχρέωση των οργάνων της πολιτείας να εγγυώνται θετικά την προστασία της ιδιωτικότητας στο ραδιοτηλεοπτικό περιβάλλον. Η Αρχή αποδέχθηκε το δεσμό ιδιωτικότητας και ερωτικής ζωής υπογραμμίζοντας ότι είναι δυνατή η επιβολή κυρώσεως σε περίπτωση προσβολής του ιδιωτικού βίου των πολιτών, έννοια στην οποία γίνεται γενικά δεκτό ότι ανήκει η σφαίρα της ερωτικής τους ζωής.

   Η απόφαση ΣτΕ 3545/2002 για την ίδια υπόθεση όχι απλώς συνέδεσε την ιδιωτική με την ερωτική ζωή αλλά την τοποθέτησε και στο απαραβίαστο του άρθρου 9§1 εδ. β΄ Σ, θεωρώντας την απαραβίαστο πυρήνα της. Επισημάνθηκε ότι «η ελευθερία της έκφρασης και διάδοσης των στοχα­σμών (όπως και η ελευθερία του πληροφορείν και πληροφορείσθαι που κατοχυρώνει το άρθρο 5Α§1 Συντ. και ειδικώς ως προς τον έγγραφο τύπο το άρθρο 14§1 Σ) δεν περιλαμβάνει και την ελευθερία διάδοσης πληροφο­ριών, που ανάγονται στην προστατευόμενη από τα άρθρα 2§1 Συντ. και 9§1 Συντ. απαραβίαστη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής, στον πυρήνα της οποίας ανήκει προδήλως και η ερωτική τους ζωή[4]. Στον ιδιωτικό αυτό πυρήνα, στο βαθμό που τα στοιχεία που τον συνθέτουν δε δημοσιοποιούνται οικειοθελώς, κανένας δεν (ούτε δημόσια αρχή αλλά και ούτε ιδιώτης) επιτρέπεται να διεισδύ­σει».

   Επίσης, στην απόφασή της 17/2008 η Αρχή έκρινε ότι η δημοσίευση φωτογραφιών ερωτικού περιεχομένου πρώην ανώτατου κρατικού λειτουργού και της υφισταμένης του χωρίς τη συναίνεσή τους συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος ιδιωτικού και οικογενειακού βίου των εμπλεκόμενων προσώπων και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κριθεί απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης του κοινού επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Στην απόφαση ΣτΕ 1213/2010 το δικαστήριο διατήρησε την απόφαση 214/162/23.5.2002 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), όπου το τελευταίο είχε επιβάλλει κυρώσεις σε ραδιοτηλεοπτικό σταθμό που προέβαλε εικόνες βουλευτή ο οποίος ήταν πρόεδρος της δια­κομματικής επιτροπής της Βουλής για την αντιμετώπιση του φαινομένου των τυχερών παιχνιδιών. Οι εικόνες είχαν ληφθεί εν αγνοία του βουλευτή και τον παρουσίαζαν να εισέρχεται σε κατάστημα και να «παίζει» τυχερά παιχνίδια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε πως υπήρξε προσβολή του δικαιώματος του προσώπου στην εικόνα του, όπως αυτό θεμελιώνεται στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, σύμφωνα με τα άρθρα 9§1 Σ και 8 της ΕΣΔΑ.[5] Στην απόφαση ΤρΠλημΑιγίου 791/2012 σχετικά με παράνομη επέμβαση σε προσωπικά δεδομένα δια του Τύπου μετά από δημοσίευση φωτογραφιών που βρέθηκαν μέσω Facebook και συκοφαντική δυσφήμιση δια του Τύπου οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν καθώς δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις τόσο για την παράνομη επέμβαση σε αρχείο προσωπικών δεδομένων όσο και για τη συκοφαντική δυσφήμιση.

   Ο Τύπος, σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι απολαμβάνει ιδιαίτερου προνομίου ως προς την παραβίαση της προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής. Αποκλίσεις που παρουσιάζονται έχουν να κάνουν είτε με τον αυτοπροσδιορισμό των ορίων προσωπικότητας από το άτομο είτε την ευρύτητα των ορίων παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή στις περιπτώσεις των δημοσίων προσώπων. Μόνο σε περιπτώσεις προάσπισης υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση από τον τύπο η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ατόμου, ακόμα και με χρήση παρανόμως κτηθεισών πληροφοριών, εντός όμως του πλαισίου που ορίζει ο νόμος και στα όρια που χαράσσει η αρχή της αναλογικότητας.

Αναφορικά με την τελευταία πρόταση είναι χρήσιμο να αναφερθούν οι αποφάσεις ΠΠρΑθ 65/2004 και ΕφΑθ 9099/2005 (Υπόθεση Μ. Παπανδρέου κατά Λ. Κανέλλη)  σχετικά με δημοσίευση χωρίς άδεια σε περιοδικό ιδιωτικών απόρρητων επιστολών προσώπου θεωρούμενου από τη δημοσιογράφο ως πρόσωπο επικαιρότητας σχετικά με τη σύσταση ιδρύματος προς τιμήν δημόσιου προσώπου και παροχή συμβουλών προς τον υιό της. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εναγόμενη δημοσιογράφος είχε επιβεβλημένο καθήκον και δικαιολογημένο ενδιαφέρον να δημοσιοποιήσει τις επιστολές λόγω της ιδιότητας της ενάγουσας ως τέως συζύγου πρώην πρωθυπουργού της χώρας, ως μητέρας τότε υπουργού και ως προσώπου με έντονη δράση και κοινωνική παρουσία και άρα με τη δημοσίευση αυτή θέλησε να πληροφορήσει το αναγνωστικό κοινό για δημόσιο πρόσωπο που η δράση του ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο.

Το Εφετείο από την άλλη έκρινε ότι επήλθε αθέμιτη εισχώρηση της εναγομένης στο απόρρητο των επιστολών της ενάγουσας αλλά και παραβίαση του άρθρου 19 Σ που προστατεύει το απόρρητο των επιστολών καθώς και κάθε άλλη μορφή ιδιωτικής επικοινωνίας όπως οι ηλεκτρονικές επιστολές και τα fax και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ που επίσης προστατεύει το απόρρητο και το δικαίωμα στην ελεύθερη επικοινωνία έναντι ιδιωτών. Δεν αναγνώρισε επίσης κάποιον λόγο άρσης του αδίκου κατ’ άρθρο 370 ΠΚ ή λόγω δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης και ενημέρωσης κατ’ άρθρο 14 Σ και 10 ΕΣΔΑ. Θεώρησε ότι η ελευθερία του τύπου δε δικαιολογεί την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, της ελευθερίας της επικοινωνίας και της διασφάλισης μυστικότητας προσωπικών απόψεων του προσώπου όταν τα ίδιο τα έχει κρατήσει απόρρητα.

Παρότι το άρθρο 4 του ν.2472/97 δεν εισάγει κάποια εξαίρεση αναφορικά με τη νομιμότητα της συλλογής των προσωπικών δεδομένων έχει υποστηριχθεί ότι ακόμα και αν πρόκειται για παρανόμως κτηθείσες πληροφορίες από τρίτο[6] μπορούν να δημοσιευθούν από το δημοσιογράφο, εφόσον δεν εμπλέκεται στη συλλογή, όταν η ανάγκη για ενημέρωση είναι υπέρτερη του συμφέροντος του προσώπου για μη δημοσίευσή τους. Όμως με βάση το γράμμα του νόμου παράνομες στην κτήση τους πληροφορίες ακόμα και αν συντρέχει κάποια εκ των περιπτώσεων του άρθρου 5 ή 7 του ν. 2472/97, δηλαδή όταν αφορούν πρόσωπα επικαιρότητας, και αυτές δεν έχουν συλλεγεί από το δημοσιογράφο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Στην περίπτωση πολύ σοβαρού λόγου υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος κατ’ άρθρο 25 ΠΚ (κατάσταση ανάγκης) όπως αποκάλυψη ενός σοβαρού εγκλήματος ή γεγονότος μεγάλης σημασίας για το δημόσιο συμφέρον οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να τύχουν επεξεργασίας και έτσι να δικαιολογηθεί η εισβολή στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου. Όπως γίνεται κατανοητό στην περίπτωση της υπόθεσης Μ. Παπανδρέου κατά Λ. Κανέλλη αυτά τα κριτήρια δεν πληρούνται. Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε ότι η συγγένεια με ένα πρόσωπο επικαιρότητας δεν καθιστά και το συγγενή δημόσιο πρόσωπο περιορίζοντας την ιδιωτική του σφαίρα και επίσης οι προσωπικές απόψεις ενός μη πολιτικού προσώπου για πολιτικά πρόσωπα δεν ενδιαφέρουν το δημόσιο συμφέρον.

 

 


[1]Ένα δημόσιο πρόσωπο για όσο διάστημα βρίσκεται στην επικαιρότητα οφείλει να επιδεικνύει μεγαλύτερο βαθμό ανοχής απέναντι στην κριτική όταν και ο ίδιος προβαίνει σε αντίστοιχες δηλώσεις και πράξεις.

 

[2] Δημήτρης Αναστασόπουλος, Η προστασία της ιδιωτικότητας κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ στο ψηφιακό περιβάλλον, ΔΙΜΕΕ 2012/Τεύχος 3.

 

[3]Πρόκειται για την υπόθεση Ασλάνη-Κορκολή όταν οι εκπομπές «Ζούγκλα» και «Κίτρινος Τύπος» του δημοσιογράφου Μάκη Τριανταφυλλόπουλου δημοσίευσαν στοιχεία της προσωπικής ζωής δύο προσώπων της δημοσιότητας.

 

[4]Στην απόφαση ΣτΕ 3922/2005 σχετικά με πειθαρχικό έλεγχο του Δημάρχου Αλμυρού Βόλου, ο οποίος κατη­γορούνταν για εκμετάλλευση της δημόσιας ιδιότητας του, προκειμένου να προσεγγίσει σεξουαλικά γυναίκα που αναζητούσε εργασία, κρίθηκε επίσης ότι η ερωτική ζωή ανήκει στο πεδίο προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Επιπλέον, στην απόφαση ΣτΕ 1680/2007 σχετικά με εκδίκαση έφεσης κατά απόφασης αίτησης ακύρωσης πράξης επιβολής πειθαρχικής ποινής προσωρινής απόλυσης σε αξιωματικό των ενόπλων δυνάμεων, το Γ' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας επιβεβαίωσε την απόφαση του Εφετείου με την οποία ακυρώθηκε η πειθαρχική ποινή που είχε επιβληθεί στον αξιωματικό για λόγους σχετικούς με την προσωπική και ερωτική του ζωή. Στην απόφασή του έλαβε υπόψη και τις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις.

 

 

 

[5]Ν. Αλιβιζάτος, «Όταν το ΣτΕ εξορκίζει την κρυφή κάμερα» (ΔιΜΕΕ), 2010, σελ. 166-172.

 

[6]Στην απόφαση ΑΠ 1187/2009 κρίθηκε μάλιστα ότι δε θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης καθώς υπήρχε έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με την πρόσβαση του κατηγορούμενου σε αρχείο προσωπικών δεδομένων.

 

Τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων στον ν. 4304/2014. Τέταρτη γενιά του δικαίου τους ή μία ακόμη μνημονιακή υποχρέωση;

Θανάσης Γ. Ξηρός, ΔΝ-Δικηγόρος

Ο ν. 4304/2014 θεσπίστηκε μετά από μακρά κυοφορία τριών και πλέον ετών. Δεν θα αποδειχθεί όμως ικανός να ανταποκριθεί στο ώριμο θεσμικό αίτημα για την εισαγωγή κανόνων της τέταρτης γενιάς του δικαίου των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων. Περιορίστηκε σε σημειακές τροποποιήσεις της ισχύουσας νομοθεσίας, προκειμένου η έννομη τάξη μας να εναρμονιστεί σε συστάσεις της Επιτροπής κατά της Διαφθοράς του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αποτέλεσε, επίσης και μάλλον πρωταρχικά, ανειλημμένη μνημονιακή υποχρέωση, ενταγμένη στο πλέγμα των μέτρων του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.

(Επεξεργασμένη μορφή, με την προσθήκη κυρίως σημειώσεων τεκμηρίωσης, της ομότιτλης εισήγησης στο Συνέδριο: Μνήμη Δ.Θ. Τσάτσου και Γ. Παπαδημητρίου, Ελληνική Πολιτεία και Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία (Θεσσαλονίκη 20 και 21 Φεβρουαρίου 2015). Προδημοσίευση από τον τόμο των πρακτικών του)

Νομικά ζητήματα από την χρήση του διαδικτύου: η ελευθερία της έκφρασης στα ιστολόγια

Παναγιώτης Μαντζούφας, Αν. Καθηγητής, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Tο διαδίκτυο αντανακλά αλλά και διαμορφώνει την κοινωνική πραγματικότητα. Η χρήση του προϋποθέτει συνεχή εκπαίδευση ενώ η οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία εκδηλωθεί θα πρέπει να σέβεται την ιδιαιτερότητα της διαδικτυακής επικοινωνίας καθώς και το συνταγματικό πλαίσιο που κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης και το απόρρητο της επικοινωνίας. Είναι σαφές ότι ο έλεγχος (κρατικός ή ιδιωτικός) επί του περιεχομένου του διακινούμενου υλικού, δεν ταιριάζει στα χαρακτηριστικά του μέσου και οδηγεί αναπόφευκτα στην παραβίαση δικαιωμάτων των χρηστών. Η μόνη αποδεκτή κρατική παρέμβαση θα πρέπει αφενός να αφορά  στην υλική ενίσχυση της ισότιμης συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας και αφετέρου να επιδιώκει την πάταξη του ηλεκτρονικού εγκλήματος.   

Με δεδομένες τις καταχρήσεις του Διαδικτύου αλλά και τις επικίνδυνες παρενέργειές του πρέπει να τονίζεται διαρκώς η ανάγκη προστασίας του ατόμου-χρήστη. Η  προστασία αυτή είναι δυνατή και με δικαιϊκά μέσα (διεθνή και εθνικά) που θα διασφαλίζουν αφενός την ελευθερία χρήσης του Διαδικτύου και αφετέρου θα αποτρέπουν την κατάχρησή της.

Ρύθμιση ή έλεγχος της τηλεόρασης; Συνταγματικά προβλήματα και πολιτικές ευθύνες

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης για την ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου και την διενέργεια διαγωνισμού ως προς την παροχή αδειών στους τηλεοπτικούς σταθμούς προκάλεσε μεγάλη και έντονη συζήτηση, τόσο στην κοινή γνώμη όσο και στη Βουλή, από την οποία, δυστυχώς, έλειψε εν πολλοίς η νηφαλιότητα και η διάθεση συνεργασίας.

 

Μεγάλο μέρος αυτής της συζήτησης αφορά, ευλόγως, την σχετική ρύθμιση του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία αφ’ενός επιτάσσει και αφ’ετέρου οριοθετεί την δράση του νομοθέτη ως προς την ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου. Ωστόσο ούτε στο σημείο αυτό υπάρχει σύγκλιση. Αντίθετα, ακούσθηκαν αρκετές υπερβολές αλλά και διατυπώθηκαν επιχειρήματα που όχι μόνον δεν συνάδουν με το συνταγματικό πλαίσιο των τηλεοπτικών εκπομπών αλλά και δεν δικαιολογούν, σε καμία περίπτωση, τη πολιτική στάση τόσο της κυβέρνησης όσο και της αντιπολίτευσης. Ειδικότερα:

 

Στο άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπεται ότι: «1. Οι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις… δεν εφαρμόζονται… στην  τηλεόραση… 2. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας».

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

Α. Η τηλεόραση ρυθμίζεται ειδικά στο Σύνταγμα, στο κεφάλαιο των ατομικών δικαιωμάτων, με διάταξη που προεχόντως αφορά την εν γένει ελευθερία της έκφρασης. Άρα η πρόταξη της οικονομικής ελευθερίας (συχνά με νεοφιλελεύθερη χροιά) και οι διάφοροι παραλληλισμοί με επιχειρήσεις, που προβάλλονται με έμφαση, δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα διότι η τηλεόραση, ακόμη και αν ανήκει σε ιδιώτες, οφείλει προεχόντως να αποσκοπεί στον επικοινωνιακό πλουραλισμό και όχι στον αγοραίο ανταγωνισμό. Από την άλλη όμως η τηλεόραση,  λόγω της ευρύτατης εμβέλειάς της, δεν ταυτίζεται ούτε με τον Τύπο, αφ’ενός μεν διότι η ως άνω εξαίρεσή της από τις προστατευτικές του διατάξεις επαναλήφθηκε συνειδητά, παρά τις αντιδράσεις, και στην συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (με επιμονή, ιδίως, του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη), αφ’ετέρου δε –και ιδίως– διότι η έντυπη ενημέρωση υπόκειται μόνον σε κώδικες δεοντολογίας ενώ η τηλεόραση έχει «κοινωνική αποστολή» και υπόκειται στον «άμεσο έλεγχο του κράτους» (στον οποίο περιλαμβάνεται, τουλάχιστον για όσο υπάρχει σπανιότητα συχνοτήτων, και το –αδιανόητο για τον Τύπο– καθεστώς προηγούμενης άδειας, η οποία έχει την έννοια, κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας, «παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας»). 

 

Β. Η νομοθετική ρύθμιση των τηλεοπτικών αδειών πρέπει να υπηρετεί τον ως άνω επικοινωνιακό πλουραλισμό, και μάλιστα τόσο ως  (εσωτερική) πολυφωνία όσο και ως (εξωτερική) πολυμέρεια.   Αυτό όμως δεν συμβαίνει με τον ισχύοντα νόμο, ο οποίος θέτει ως μοναδικό σχεδόν κριτήριο την «βιωσιμότητα των σταθμών», που τίθεται αποκλειστικά με όρους αγοράς (και μάλιστα καθ’υπερβολήν ως προς τις τεχνικές προδιαγραφές και το προσωπικό), χωρίς καμία ουσιαστική μέριμνα για την τήρηση των συνταγματικών αρχών της ισότητας της αντικειμενικότητας και της ποιότητας (που εξειδικεύουν συνταγματικά τον πλουραλισμό) αλλά και χωρίς καν να προϋποτίθεται μια μελέτη βιωσιμότητας εκ μέρους των αιτούντων άδεια… Στην πραγματικότητα αυτό που υπηρετεί η λογική της «βιωσιμότητας» είναι αυτό που  διαφαινόταν από καιρό ως κυβερνητικός στόχος: ο περιορισμός των αδειών σε τέσσερις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, σε πλήρη αντίθεση με τις δυνατότητες μιας νέας πλουραλιστικής ρύθμισης  που επιτρέπει –παρά τους αμήχανους, προσχηματικούς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς της κυβέρνησης – η νέα ψηφιακή εποχή. 

 

Γ. Παρά ταύτα, ο καθορισμός του αριθμούς των αδειών είτε από τον υπουργό (κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης) είτε, πολλώ μάλλον, από τη Βουλή, δεν αποτελεί, καθεαυτόν, αντισυνταγματική πρόβλεψη, διότι η απόφαση αυτή δεν αποτελεί έκφραση του άμεσου κρατικού ελέγχου αλλά προέκταση της κανονιστικής ρύθμισης του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου (η οποία, πάντως, πρέπει να προϋποθέτει σημαντικό εισηγητικό ρόλο τόσο για το ΕΣΡ όσο και για την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών, που μπορούν να αξιοποιήσουν πολύπλευρα –και όχι μονομερώς και προσχηματικά, όπως συνέβη με την διαβόητη πλέον έκθεση του Ινστιτούτου της Φλωρεντίας– τις αναγκαίες τεχνικές γνώσεις).

Με βάση τα ανωτέρω, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δικαιούνται μεν, σε πολιτικό επίπεδο, να ασκούν κριτική στην κυβέρνηση για το ότι δεν ανέθεσε αυτόν τον καθορισμό στο ΕΣΡ (κάτι βέβαια που δεν έκανε ούτε η ΝΔ ούτε το ΠΑΣΟΚ όταν ήταν στην κυβέρνηση…) αλλά η κριτική αυτή είναι αμιγώς πολιτική και πάντως δεν δικαιολογεί, επ’ουδενί, την άρνησή τους να συμπράξουν στην συγκρότησή του ΕΣΡ. Αυτό συνιστά, σε κάθε περίπτωση, αδικαιολόγητο θεσμικό εκβιασμό (ανάλογο με αυτόν που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ μην συμπράττοντας στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας…), ο οποίος βέβαια ενισχύει την επιχειρηματολογία ότι βρίσκονται σε ανοιχτή γραμμή με τους σημερινούς ιδιοκτήτες των καναλιών ή, ακόμη χειρότερα, ότι  ενίοτε λειτουργούν και σαν μακρά χειρ τους στον χώρο της Βουλής…


Δ. Αντίθετα, η αδειοδότηση των σταθμών, ως εξειδίκευση του άμεσου ελέγχου του κράτους –που κατά τα προεκτεθέντα υπηρετεί ορισμένες αρχές και αξίες– ανήκει αναμφίβολα και κατ’αποκλειστικότητα στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ). Η αντίθετη άποψη, η οποία διατυπώθηκε από την κυβέρνηση στην αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας της, ότι είναι άλλος ο άμεσος έλεγχος του κράτους γενικά και άλλος ο έλεγχος που ασκεί το ΕΣΡ (ο οποίος δήθεν αφορά μόνον τις «ελεγκτικές αρμοδιότητες της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας» και ταυτίζεται με τις διοικητικές κυρώσεις) όχι μόνον δεν μου φαίνεται καθόλου πειστικός με βάση την γραμματική ερμηνεία (δεδομένης της ρητής ως άνω διατύπωσης), αλλά έρχεται σε καταφανή αντίθεση με αιτιολογική έκθεση του ίδιου του νόμου που ψήφισε προν από λίγο καιρό η νυν κυβερνητική πλειοψηφία, όπου διακηρύσσεται πανηγυρικά ότι «Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, η ραδιοτηλεόραση υπόκειται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους, ο οποίος περιλαμβάνει και την υποβολή της επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής σε καθεστώς αδειοδότησης από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.)». Εν προκειμένω, δηλαδή έχουμε δύο ερμηνείες, από την ίδια κυβέρνηση για το ίδιο θέμα…

 

Πέραν των ανωτέρω, όμως, την αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ ως προς τις άδειες έχει κρίνει ήδη το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας, αποφανθέν ότι: «Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης λειτουργεί στο πλαίσιο της θεσμικής εγγυήσεως του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή μη υποκείμενη σε διοικητικό έλεγχο, και ασκεί τον κατά την συνταγματική αυτή διάταξη άμεσο έλεγχο του Κράτους επί της ραδιοφωνίας και της τηλεοράσεως, για την εξασφάλιση της αντικειμενικότητας, της ισότητας των όρων και της προαγωγής της ποιότητας των προγραμμάτων, καθώς και της τηρήσεως της δημοσιογραφικής δεοντολογίας» (ΣτΕ 553/2003). Iδια, εξ αντιδιαστολής, και η ΣτΕ 2951/2004, που έκρινε ότι «κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος, όπως ήδη ισχύει, χορηγείται αποκλειστική αρμοδιότητα στο Ε.Σ.Ρ. για την άσκηση του κρατικού ελέγχου επί της ραδιοφωνίας και της τηλεοράσεως…», καθώς και η 1901/2014, που έκρινε ότι: «Ειδικά ως προς τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, ο συνταγματικός νομοθέτης, έχοντας υπόψη τη μεγάλη εμβέλεια, την χρονική αμεσότητα και την ιδιαίτερη δύναμη επιρροής που διαθέτουν, με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος όρισε ότι η λειτουργία τους υπάγεται στον άμεσο έλεγχο του κράτους. Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει τόσο τη χορήγηση αδείας λειτουργίας, όσο και τη μέριμνα ώστε κατά τη λειτουργία τους να εξυπηρετούνται συγκεκριμένοι σκοποί δημοσίου ενδιαφέροντος… Η χορήγηση των αδειών, ο έλεγχος της εξυπηρέτησης των ανωτέρω σκοπών δημοσίου συμφέροντος και η επιβολή κυρώσεων ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή, το «Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης».

 

Ως εκ τούτου, η απόφαση της κυβέρνησης να παρακάμψει το ΕΣΡ και να αναθέσει την αδειοδότηση στον Υπουργό (και άρα σε υπαλλήλους που υπόκεινται σε αυτόν και όχι σε μέλη μιας ανεξάρτητης αρχής, που απολαμβάνουν καθεστώς προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας) αντιβαίνει καταφανώς το Σύνταγμα και θα καταπέσει λογικά από το Συμβούλιο Επικρατείας, με βάση την ήδη διαμορφωθείσα νομολογία του (την οποία δεν φαντάζομαι ότι θα αλλάξει με την επίκληση λόγων «ανωτέρας βίας» –δηλαδή αντισυνταγματικής άρνησης της κυβέρνησης να συμπράξει στην στελέχωση του ΕΣΡ– διότι οι λόγοι αυτοί σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό και με πράξεις και παραλείψεις της ίδιας της κυβέρνησης, που θυμίζει το γνωστό ανέκδοτο με το παιδί που σκότωσε τους γονείς του και μετά ζητεί δικαστική προστασία επειδή έμεινε ορφανό…).

 Άρα, η κυβερνητική αυτή επιλογή, ακόμη και αν προσχωρήσουμε στην άποψη ότι υπαγορεύεται από γνήσιο ενδιαφέρον για την ρύθμιση (και όχι για τον έλεγχο) των τηλεοπτικών μέσων,  οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε θεσμικό εκτροχιασμό της όλης προσπάθειας και κατ’επέκτασιν σε παράταση του καθεστώτος αβεβαιότητας και αδιαφάνειας.

 

Εν κατακλείδι, τόσο η κυβέρνηση, με τον συγκεκριμένο σπασμωδικό και ιδιοτελή τρόπο που επιχειρεί να επιλύσει ένα χρόνιο και κακοφορμισμένο πρόβλημα, όσο και η αντιπολίτευση, με την εκβιαστική και συχνά ετεροκαθοριζόμενη στάση της, όχι μόνον δεν συμβάλλουν στην αναζήτηση διεξόδου αλλά και βλάπτουν αμφότεροι το Σύνταγμα (με σημαντικότερη πάντως την ευθύνη της κυβέρνησης, η οποία, με τους κάκιστους και καθυστερημένους χειρισμούς της τόσο ως προς την στελέχωση των ανεξάρτητων αρχών όσο και ως προς την ουσία της ρύθμισης, τείνει να αναλώσει μάταια την –ορθή και επαινετή κατ’αρχήν– σχετική πρωτοβουλία της, οδηγώντας την σε αποτυχία ανάλογη με αυτήν του «βασικού μετόχου»). Παρότι δε βρισκόμαστε στο «και πέντε», πιστεύω ότι υπάρχει ακόμη χρόνος για επιδίωξη ευρύτερων συναινέσεων και συγκλίσεων, με κύριο άξονα τον επανακαθορισμό των νομοθετικών όρων της αδειοδότησης. Αυτό κατά την άποψή μου σημαίνει:

 

Πρώτον την πλουραλιστική αλλά και αυστηρά ελεγχόμενη –με βάση τις συνταγματικές αρχές και όχι τις πολιτικές επιδιώξεις– αναδιάταξη του τηλεοπτικού τοπίου, με δραστικό περιορισμό των οργανωτικών και τεχνικών προδιαγραφών των υποψήφιων τηλεοπτικών σταθμών,

 

Δεύτερον, τον καθορισμό του αριθμού των αδειών είτε με απόφαση του ΕΣΡ είτε, έστω, με απόφαση μεν του υπουργού (μετά από νέα νομοθετική εξουσιοδότηση) αλλά με ενεργότερο και αποφασιστικότερο τον ρόλο τόσο του ΕΣΡ (πχ μετά από δεσμευτική εισήγησή του –μετά από προεισήγηση της ΕΕΤ για πιο τεχνικά θέματα–  που θα ανατρέπεται μόνο με ειδική αιτιολογία από τον Υπουργό, είτε υπό τον όρο παροχής σύμφωνης και όχι απλής γνώμης) όσο και των ενδιαφερόμενων φορέων (ανοιχτή και εποικοδομητική διαβούλευση) και

 

Τρίτον, την οργάνωση της αδειοδοτικής διαδικασίας με αποκλειστικό πλέον πρωταγωνιστή –όπως άλλωστε επιτάσσει το Σύνταγμα– το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, το οποίο πρέπει να συγκροτηθεί ως τάχιστα, χωρίς υπεκφυγές και προσχήματα, ένθεν κακείθεν… 

 

*Συντομευμένη μορφή αυτού του κειμένου δημοσιεύθηκε στο Βήμα της Κυριακής, 21.2.2016

Νίκος K. Αλιβιζάτος, Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι. Πολιτικοί, διανοούμενοι και η πρόκληση της εξουσίας, Πόλις, Αθήνα 2015, 574 σελ.

Γιώργος Καραβοκύρης, Δ.Ν.

Οι πρωταγωνιστές της Ιστορίας

Από τον Ιωάννη Καποδίστρια στον Αλέξη Τσίπρα και από τον Ν.Ν. Σαρίπολο στην Άννα Φραγκουδάκη, ο Αλιβιζάτος φιλοτεχνεί μια πρωτότυπη στη σύλληψή της ιμπρεσιονιστική προσωπογραφία των θεσμών του νεοελληνικού κράτους στον καμβά ενός τριγώνου. Στην κορυφή του βρίσκεται η εξουσία και στις δύο γωνίες του οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι. Ο συγγραφέας ξαναδιαβάζει την ιστορία μέσα από τα πρόσωπα που ανέπτυξαν μια ιδιαίτερη σχέση με το Σύνταγμα, το δίκαιο και τους θεσμούς.

          

Για τους περισσότερους νομικούς και, ειδικότερα, για εκείνους που ασχολούνται με τον πιο πολιτικό κλάδο του δικαίου, το συνταγματικό δίκαιο, οι κανόνες και πρωτίστως οι θεσμοί (πρέπει να) είναι κατ’ αρχήν απρόσωποι, καθώς έτσι διασφαλίζεται η καθολικότητά τους και η λειτουργία τους προς όφελος του γενικού συμφέροντος. Η μελέτη λοιπόν του συνταγματολόγου, ιδίως εκείνου που γοητεύεται από την ιστορική, πολιτική και κοινωνική διάσταση των θεσμικών γεγονότων της πολιτικής και συνταγματικής μας ιστορίας –και τούτο ισχύει για τους επιφανέστερους της συνταγματικής μας παράδοσης, όπως ο Αλέξανδρος Σβώλος και ο Αριστόβουλος Μάνεσης– είναι εξ ορισμού προσανατολισμένη στην ερμηνεία των συσχετισμών, των δομών και των αντινομιών των κανόνων και των θεσμών. Mε λίγα λόγια, στην ενατένιση των νόμων της ιστορίας που καθορίζουν, πέρα από τις δυνατότητες και αδυναμίες των υποκειμένων τους, τις τύχες της πολιτείας. Η θέση αυτή, ωστόσο, δεν είναι απλώς επιστημικής τάξης, δεν εξαντλείται δηλαδή στην εμβέλεια του συγκεκριμένου επιστημονικού πεδίου που διασταυρώνεται διαρκώς με την ιστορία και την πολιτική, αλλά προδίδει τη χρόνια ιδεολογική έλξη εν γένει των κοινωνικών επιστημών από μια θεσμολάγνα προσέγγιση της πραγματικότητας, η οποία υποτιμά, ως ερμηνευτικά αδιάφορη ή αταξινόμητη, τη συμβολή των προσώπων. Εξ ου και η εντυπωσιακή πλην διόλου παράδοξη απουσία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στην ελληνική βιβλιογραφία, βιογραφιών των λιγότερο ή περισσότερο προβεβλημένων προσωπικοτήτων.

Στο πλούσιο έργο του Νίκου Αλιβιζάτου, από την κλασική πλέον διδακτορική του διατριβή Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας (γ΄ έκδοση, Θεμέλιο, 1996) στις μετέπειτα, εγγύτερες στη νομική δογματική, μονογραφίες του (Κράτος και ραδιοτηλεόραση. Η θεσμική διάσταση, Αντ. Σάκκουλας, 1986, Η συνταγματική θέση των ενόπλων δυνάμεων, Αντ. Σάκκουλας, 1987/1992), έως την πρόσφατη δικαιοπολιτική αποτίμηση της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής ιστορίας στο Σύνταγμα και οι εχθροί του (Πόλις, 2011), σε μια διαδρομή περίπου 40 ετών, είναι προφανής η αγωνία του συνταγματολόγου να συλλάβει τις παθογένειες και τις ατέλειες των θεσμών και να τις υποβάλει σε μακρές περιοδολογήσεις και εξηγητικά σχήματα που ανάγονται από τη μια στη δύναμη των ιδεών και των ιστορικών συμβάντων (π.χ. του «συνταγματισμού», των «διχασμών» ή της «μεταπολίτευσης») και, από την άλλη, στην αυτοτελή δυναμική των Συνταγμάτων και των κανόνων του δικαίου που επιδρούν με τη σειρά τους στη διαμόρφωση και στην εξέλιξη των οικονομικών και πολιτικών δομών της νεοελληνικής κοινωνίας (βλ. ενδεικτικά, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του, σελ. 27).  Σε αυτή τη διαλεκτική ιδεών, κανόνων και ιστορίας, τα πρόσωπα αναδεικνύονται μάλλον σε δεύτερο πλάνο, ως en passant ερμηνευτές, οι οποίοι επιτυγχάνουν ή αποτυγχάνουν να κατανοήσουν και να επιτελέσουν τις αποστολές που η ιστορική, πολιτική και συνταγματική στιγμή τους αναθέτει. Στο πολυσχιδές έργο του Αλιβιζάτου, ο πρωταγωνιστής είναι η ίδια η πολιτική και συνταγματική ιστορία. Αυτή αποτελεί, άλλωστε, αφ’ ενός το ομολογημένο πάθος του συγγραφέα, αφ’ ετέρου το επιστημονικό του στίγμα, στην πρώτη γραμμή της σύγχρονης γενιάς των ελλήνων συνταγματολόγων.

Ήδη από τον τίτλο του νέου του βιβλίου, καθώς και από τη σειρά των διάσημων ονομάτων που κοσμούν το εξώφυλλό του, γίνεται αντιληπτή η στροφή του συγγραφέα, σε ένα ογκώδες έργο με 48 κείμενα που διατρέχουν την ακαδημαϊκή του πορεία, αναδημοσιεύονται με ελάχιστες αλλαγές και συνοδεύονται, για τις ανάγκες της επικαιροποίησής τους, το καθένα από ένα ευσύνοπτο εισαγωγικό σημείωμα. Από τον Ιωάννη Καποδίστρια στον Αλέξη Τσίπρα και από τον Ν.Ν. Σαρίπολο στην Άννα Φραγκουδάκη, ο Αλιβιζάτος φιλοτεχνεί μια πρωτότυπη στη σύλληψή της ιμπρεσιονιστική προσωπογραφία των θεσμών του νεοελληνικού κράτους στον καμβά ενός τριγώνου. Στην κορυφή του βρίσκεται η εξουσία και στις δύο γωνίες του οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι. Ξαναδιαβάζοντας την ιστορία μέσα από τα πρόσωπα που ανέπτυξαν μια ιδιαίτερη σχέση με το Σύνταγμα, το δίκαιο και τους θεσμούς, ο συγγραφέας καταλήγει σε δύο κρίσιμα κριτήρια κατηγοριοποίησής τους που συστηματοποιούν τη μελέτη και συνιστούν τα εργαλεία που προσφέρονται στον αναγνώστη για να κατανοήσει τελικά τις διόλου, όπως αποδεικνύεται, γραμμικές διαδρομές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής. Το πρώτο, από τη σκοπιά του ίδιου του Αλιβιζάτου, έγκειται στον φιλοσοφικοπολιτικό προσανατολισμό των προσωπογραφούμενων, ο οποίος εγγράφεται σε τρεις μεγάλες ιδεολογικές παραδόσεις της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας: την αστική, τη σοσιαλδημοκρατική και την κομμουνιστική. Ως προς το δεύτερο, τη στάση δηλαδή των προσώπων απέναντι στους θεσμούς, είναι ο αναγνώστης αυτός που καλείται να κλείσει τον κύκλο της αφήγησης και κατατάξει τις μορφές του έργου στις προκλητικές, δίχως άλλο, κατηγορίες του τίτλου, στους πραγματιστές, τους δημαγωγούς και τους ονειροπόλους.  

Αφηγηματικά γοητευτική, η μίνι βιογραφία κάθε προσώπου συλλαμβάνει το πνεύμα των χρόνων του και συμπλέκει αρμονικά το δημόσιο και το ιδιωτικό, το ατομικό και το καθολικό, μακριά από χονδροειδείς αφαιρέσεις ή φλύαρες προσωπικές λεπτομέρειες. Παρά τη δεδομένη σχηματοποίηση που η επιλογή των προσώπων και η κατάταξή τους εμπεριέχει, καθώς σε αυτή μοιραία αντανακλώνται οι υποκειμενικές αναφορές  του Αλιβιζάτου, η διεισδυτική ανάδειξη των τριών παραδόσεων και των προσώπων τους λειτουργεί  τόσο απορητικά, ως αναστοχασμός πάνω στις αιτίες που ταλαιπώρησαν τους θεσμούς μας, όσο και καταφατικά, ως καταγραφή εκείνων των θεσμικών συμπεριφορών που συνετέλεσαν στην εδραίωση του νεοελληνικού Κράτους στο προνομιούχο club των δημοκρατικών και φιλελεύθερων ευρωπαϊκών Κρατών. Κοντολογίς, παρότι ο –κακώς  υποτιμημένος– αστικός μας εκσυγχρονισμός παρέμεινε ατελής (1) και το σοσιαλδημοκρατικό μεταρρυθμιστικό εγχείρημα εγκλωβισμένο (2), ενώ εξ ίσου μετέωρο στάθηκε το βήμα της κομμουνιστικής αριστεράς προς τον δημοκρατικό σοσιαλισμό (3), το δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό κεκτημένο της νεοελληνικής πολιτικής ταυτότητας και η σταθερή αναφορά της, με τη συμβολή των περισσοτέρων εκ των προσώπων του βιβλίου, στα δυτικά πρότυπα οργάνωσης και λειτουργίας των θεσμών μάς προφύλαξαν από τα –γνωστά σε άλλες γωνιές της Ευρώπης– χειρότερα. Σε αυτή ακριβώς την παράδοξη συνύπαρξη ανάμεσα στην ελληνική παθολογία των θεσμών και την αδιάλειπτη δυτική και ευρωπαϊκή κατεύθυνση της χώρας κρύβεται, όμως, το ερμηνευτικό στοίχημα του βιβλίου και, ίσως, η αμηχανία του συγγραφέα απέναντι στην πολιτική και συνταγματική μας μοίρα. Άλλωστε, είναι προφανές ότι πίσω από τα πολυάριθμα και ετερογενή πορτραίτα προβάλλει τελικά, ολοζώντανη, η προσωπογραφία του ίδιου του Νίκου Αλιβιζάτου, ως διανοούμενου των θεσμών (4). 

    

Η υποτιμημένη αστική παράδοση

Σύμφωνα με μια δημοφιλή ανάγνωση της νεοελληνικής περιπέτειας, η οποία διατρέχει τον επιστημονικό, πολιτικό αλλά ακόμη και τον καθημερινό λόγο, η ελληνική ιδιαιτερότητα και οι θεσμικές της κρίσεις, παρελθόντος και παρόντος, οφείλονται στο ότι η χώρα μας δεν γνώρισε ποτέ αστική επανάσταση, σε αντίθεση με τις προηγμένες δυτικές δημοκρατίες. Υιοθετώντας την, κρατούσα, πλέον, κριτική του Νίκου Σβορώνου[1] στην απαξιωτική αυτή θέση, ο Αλιβιζάτος εντοπίζει στη συγκρότηση, καθώς και στη συνέχεια του ελληνικού κράτους, τα γερά αστικά του θεμέλια, τονίζοντας το έργο κορυφαίων φυσιογνωμιών του.

Σε κοινή έγνοια των «αστών» πολιτικών και αιχμή των ηχηρών τους παρεμβάσεων στους θεσμούς αναδεικνύεται η κατ’ εξοχήν νεωτερική εδραίωση της αποπροσωποποιημένης και συντεταγμένης μορφής τους πολιτεύματος, ο κοινοβουλευτισμός και η αναζήτηση των κατάλληλων αντίβαρων, ώστε, στο κλασικό πρότυπο της διάκρισης των εξουσιών, η κάθε εξουσία να ελέγχει και να αποτρέπει την κατάχρηση της άλλης. Κι αυτό σε ένα νεοπαγές κράτος που οργανώνεται ενιαία και συγκεντρωτικά, ώστε να απορροφήσει τις συγκρούσεις και τις ετερόκλητες παραδόσεις της κοινοτιστικής του ρίζας. Ήδη στην επαναστατική Ελλάδα, ο Ιωάννης Καποδίστριας, εισάγει μια δυτική πυραμιδωτού τύπου συνταγματική οργάνωση του κράτους και οραματίζεται την εφαρμογή ενός νέου Συντάγματος, στο οποίο, ο συγγραφέας, πιθανολογεί ότι αν ο κυβερνήτης βρισκόταν εν ζωή θα επέλεγε, κατά το γαλλικό πρότυπο της Χάρτας του 1815, το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας. Και, μάλιστα, το πιθανότερο ήταν να επιφύλασσε στον εαυτό του το αξίωμα του πρωθυπουργού «ορλεανικού» τύπου, δηλαδή ενός πρωθυπουργού υπόλογου εξ ίσου στο βασιλιά και τη Βουλή (σελ. 40).

Ωστόσο, μείζον θεσμικό χαρακτηριστικό της αστικής παράδοσης, η οποία εκκινεί από τον μοντέρνο φιλελευθερισμό και το σχήμα της φωτισμένης πλην αντιπροσωπευτικής δεσποτείας, είναι η σταθερή της προσήλωση στον κοινοβουλευτισμό. Με την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης, ως συνθήκης του πολιτεύματος (1875) και την επίμονη αναφορά του Χαρίλαου Τρικούπη στο βρετανικό κοινοβουλευτικό μοντέλο, όπου αναδεικνύεται ο διαχρονικός μας πρωθυπουργοκεντρισμός, καθώς, βέβαια, και ο πλειοψηφικός (δικομματικός) και μη συναινετικός χαρακτήρας του πολιτεύματός μας, αναπτύσσεται μια αξιόλογη δημοκρατική παράδοση που καμιά από τις κρίσεις του 20ού αιώνα δεν κατάφερε να ανακόψει (σελ. 41). Στη στέρεη βάση του βρετανικού κοινοβουλευτισμού στηρίχθηκε και ο συνταγματικός εκσυγχρονισμός του Ελευθερίου Βενιζέλου, με αιχμή τον εξορθολογισμό του και την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Εύλογα, ωστόσο, ο Αλιβιζάτος αναδεικνύει σε υψηλή συνταγματική στιγμή του Βενιζέλου τη συμπλήρωση του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού με το μοντέρνο αντίδοτό του (σελ. 67) για την αποτροπή των καταχρήσεων στις οποίες οδηγεί η αλαζονεία της εξουσίας: τα θεσμικά αντίβαρα, με κορωνίδα την ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Στην πρώτη αυτή φάση της «αστικής παράδοσης», είναι εμφανής ο ρεαλισμός των πρωταγωνιστών της και η πραγματιστική αντίληψή τους για τους θεσμούς, δίχως, όμως, αυτή να εκπίπτει σε μια λαϊκίστικη και υπερφίαλη εργαλειοποίησή τους. Τα πολιτικώς δρώντα υποκείμενα αποστασιοποιούνται των καθαρών τους αναφορών και ρόλων και συλλαμβάνουν τις ατέλειες των θεσμών, προσαρμόζοντας δημιουργικά το ελληνικό παράδειγμα στις δυτικές πολιτειακές και συνταγματικές πατέντες. Με λίγα λόγια, για τη δημιουργία του ελληνικού αστικού κεκτημένου ευθύνονται κυρίως τα πρόσωπα και λιγότερο οι θεσμοί. Υπ’ αυτή την έννοια, οι μεγάλες αστικές μορφές της μεταπολεμικής Ελλάδας συνιστούν τους άξιους κληρονόμους τους. Ξεχωρίζει, δίχως άλλο, η προσωπικότητα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τον πραγματισμό του οποίου, όπως και την καλή αίσθηση των διεθνών συσχετισμών, υπογραμμίζει ο συγγραφέας (σελ. 155). Συνταγματικά ρεαλιστής, ο Καραμανλής απέβλεπε στον «υγιή κοινοβουλευτισμό» και τη λελογισμένη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Η αποτυχημένη «βαθιά τομή» της πρώτης οκταετίας του και το Σύνταγμα του 1975, το οποίο καλούνταν από τη μια να διασφαλίζει την ισχυρή κυβερνησιμότητα από μια μονοκομματική, κατά προτίμηση, πλειοψηφία, και από την άλλη διά του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας να τη συγκρατεί, προδίδουν το καινοτόμο στοιχείο του συνταγματικού του λόγου στη συγκεκριμένη, κάθε φορά, ιστορική συγκυρία.  

Όμως, γιατί, αλήθεια, ο αστικός εκσυγχρονισμός παρέμεινε ανεκπλήρωτος, παρά τον σταθερό προσανατολισμό των σπουδαίων προσωπικοτήτων της αστικής μας παράδοσης; Κάποιοι ένθερμοι πιστοί της φιλελεύθερης ιδέας, όπως ο Στέφανος Μάνος (σελ. 132), αυτο-παγιδεύτηκαν τελικά στην ακαμψία τους και την αδυναμία τους να διαχειριστούν και, ιδίως, να επικοινωνήσουν πολιτικά τη μεταρρυθμιστική τους πνοή. Διατρέχοντας, ωστόσο, τον φιλελεύθερο λόγο των διανοουμένων της αστικής παράδοσης και τις δυσκολίες που συνάντησε, αντιλαμβανόμαστε ότι η νεωτερική πρόσληψη της εξουσίας στην Ελλάδα υπονομεύθηκε αφ’ ενός από τη διόγκωση του πλειοψηφικού και μη συναινετικού πρωθυπουργοκεντρισμού, εν είδει μιας άτυπης τυραννίας της πλειοψηφίας και παραφθοράς, στο όνομα της λαϊκής εντολής, της λαϊκής κυριαρχίας[2],  αφ’ ετέρου από το βάρος ιδεολογικών αναφορών, ξένων προς την καθολικότητα, την οικουμενικότητα και τον εμπειρισμό του δυτικού (γαλλικού και αγγλικού) νομικού πολιτισμού, όπως η εννοιοκρατία, ο (γερμανικός) ιδεαλισμός (Κωνσταντίνος Τσάτσος) και η μοιραία, για την όποια κοσμοπολίτικη (Λέων Καραπαναγιώτης) ή φιλελεύθερη (Γιώργος Θεοτοκάς) πρόσληψη της ιδιότητας του πολίτη, υπεροχή του Έθνους έναντι του Λαού[3]. Στο πεδίο του πολιτικού φιλελευθερισμού (των δικαιωμάτων) που εγγυάται την κρίσιμη διάκριση κράτους και κοινωνίας και συνιστά το κλασικό αντίβαρο στην κατάχρηση της κρατικής εξουσίας, η ισχυρή έλξη της νεοελληνικής από μια εθνική ταυτότητα, εμπλουτισμένη με πολιτική (π.χ. αντικομμουνισμός) ή θρησκευτική ουσία (π.χ. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών), προδίδει τη θεσμική μας καθυστέρηση, όπως αυτή αποτυπώνεται ακόμη και σήμερα στα εκκρεμή ζητήματα του διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας και της προστασίας των μειονοτήτων. Και τούτο σε πείσμα της φωτισμένης νομικής μας παράδοσης (Ν.Ν. Σαρίπολος, Αριστόβουλος Μάνεσης, Φαίδων Βεγλερής, Γιώργος Κουμάντος) η οποία υπερασπίστηκε, σε θεωρία και πράξη, τον θετικιστικό σεβασμό των θεσμών, την κρατική ουδετερότητα και την άρρηκτη σύνδεση του κανόνα δικαίου με την κοινωνική πραγματικότητα. Στην προσωπική ματιά του Νίκου Αλιβιζάτου, ωστόσο, η ευθύνη για τα διαχρονικά ελλείμματα του ελληνικού πολιτικού φιλελευθερισμού μοιάζει, δικαίως, να βαρύνει λιγότερο την «αστική» συντηρητική παράταξη και περισσότερο αυτούς από τους οποίους ευλόγως αναμενόταν με μεγαλύτερη προσδοκία η θεραπεία τους, δηλαδή τους μεταρρυθμιστές σοσιαλδημοκράτες.

 

Η εγκλωβισμένη σοσιαλδημοκρατία

Στην ιστορική πορεία της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας ξεχωρίζουν δύο ευδιάκριτες και εκ διαμέτρου αντίθετες περίοδοι: η περιθωριακή παρουσία της μέχρι το 1974 και η πολιτική της άνοιξη στη μεταπολίτευση. Στην πρώτη, η (όποια) δυναμική της ατόνησε ανάμεσα στον μισαλλόδοξο συντηρητισμό και τον επαναστατικό κομμουνισμό. Ο μετωπικός χαρακτήρας της πολιτικής αντιπαράθεσης των διαδοχικών διχασμών και η έλλειψη συναινετικής πολιτικής κουλτούρας, σε συνδυασμό με ένα μονοφωνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ανέκοψαν τη μεταρρυθμιστική της τάση (σελ. 243). H πρώιμη σοσιαλδημοκρατική παράδοση παρέμεινε στους νεότερους χρόνους του ελληνικού κράτους μειοψηφική, δίχως να προσδώσει το δικό της συνταγματικό στίγμα στους θεσμούς. Μια από τις ηγετικές της μορφές, ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ατύχησε να συναντηθεί με την εποχή του. Οι πολιτειακές και συνταγματικές του εμπνεύσεις, με έμφαση στην άμβλυνση των ανισοτήτων, τον κρατικό παρεμβατισμό στη γεωργία και την οικονομία και τον (συναινετικό και αποκεντρωτικό) εξορθολογισμό της (εκτελεστικής) εξουσίας (Σύνταγμα του 1927, απλή αναλογική, υποχρεωτική συμμετοχή των κομμάτων στην Κυβέρνηση, ενιαύσια πρωθυπουργική θητεία) δεν έμελλε να σταθούν, ίσως και λόγω του ουτοπικού τους χαρακτήρα, στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, ούτε, όμως, και στη θεσμική μας μνήμη.

Αν, ωστόσο, στην άχαρη αυτή νεότητά της, η σοσιαλδημοκρατία εγκλωβίζεται εξωτερικά, η μεταπολιτευτική της μεταρρυθμιστική ματαίωση οφείλεται εν τέλει στην εκ των έσω υπονόμευσή της. Ήδη την περίοδο του αντιδικτατορικού αγώνα, ο Αλιβιζάτος εντοπίζει τα σπέρματα της εργαλειακής σχέσης του Ανδρέα Παπανδρέου με τους θεσμούς, αποδίδοντάς του, λόγω της εμφανούς απροθυμίας του να συμβάλει στην ενότητα του κινήματος, αντικειμενικές ευθύνες ως προς την καθυστερημένη ανατροπή των συνταγματαρχών. Στη μετέπειτα παντοδυναμία του ΠΑΣΟΚ, η ηγετική φιγούρα του Ανδρέα, ενός πολιτικού που διατηρεί ουσιαστικά επιδερμική σχέση με την ελληνική πραγματικότητα και υποδαυλίζει δημαγωγικά μια αντιδυτική και αντιευρωπαϊκή στάση, καθώς η οικειοποίηση των αριστερών συμβόλων συνιστά, μεταξύ άλλων, το όχημα για την επανένταξη των ηττημένων του εμφυλίου, φέρει και κληροδοτεί το γονίδιο του λαϊκισμού και της ήσσονος προσπάθειας. Για τον Αλιβιζάτο, η παπανδρεϊκή αμφιθυμία απέναντι στους θεσμούς, η οποία αποκρυσταλλώνεται στην πελατειακή έκπτωση της διαχείρισης της εξουσίας και την υποβάθμιση των δημοκρατικών διαδικασιών, δεν εξωραΐζεται στο όνομα των μεγάλων ανατροπών που έφερε το ΠΑΣΟΚ. Το υψηλό θεσμικό κόστος δεν ήταν αναγκαίο, ήταν απλώς η εύκολη λύση, και τούτο όχι απαραίτητα με μοναδική ευθύνη του ιδρυτή του, αλλά και της φοβικής του αυλής (σελ. 268). Συνεπώς, μάλλον προοικονομείται στην περίοδο αυτή η άδοξη κατάληξη του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος του Κώστα Σημίτη, στον οποίο ο συγγραφέας αναγνωρίζει τον πραγματισμό, τη μεθοδικότητα και την επιτυχή υλοποίηση μιας σπουδαίας και μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής (ΟΝΕ, Κύπρος). Ωστόσο, η αδυναμία του Σημίτη να ελέγξει ένα εκπαιδευμένο στην αντι-μεταρρυθμιστική νοοτροπία κόμμα στάθηκε μοιραία για την εκπλήρωση του εκσυγχρονιστικού πλάνου, με (ύστερο) αποτέλεσμα την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, όταν οι οξείες συνθήκες της οικονομικής κρίσης, μετά το 2010, κατέστησαν ανέφικτη την προσαρμογή του σε αυτές και, το κυριότερο, το ανάγκασαν πλέον να προδώσει, πρακτικά και συμβολικά, τις ιδρυτικές του αρχές[4].

Στην άλλη όχθη της σοσιαλιστικής παράδοσης, αυτή των διανοουμένων της, ο λόγος εστιάζει αφ’ ενός στις ανολοκλήρωτες μεταρρυθμίσεις, όπως για παράδειγμα στην παιδεία (Αλέξης Δημαράς) και στο ασφαλιστικό (Τάσος Γιαννίτσης), στις οποίες η μάχη της σοσιαλδημοκρατίας με τον κακό της εαυτό αποδείχθηκε ότι ήταν εκ των προτέρων άνιση, αφ’ ετέρου, σε ό,τι αφορά τους συνταγματικούς και πολιτικούς θεσμούς, στη διαρκή προσπάθεια χαλιναγώγησης της παντοδύναμης εξουσίας της πλειοψηφίας, αυτής της χρόνιας παθογένειας του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Οι συμβολές των επιφανών μας συνταγματολόγων υπήρξαν καίριες και εξόχως πολιτικές, δίχως, ωστόσο να νοθεύσουν ανεπίτρεπτα την αυτοτέλεια του νομικού κανόνα. Ο Αλέξανδρος Σβώλος, ανανέωσε το συνταγματικό δίκαιο προς την κατεύθυνση των κοινωνικών επιστημών, εγκαταλείποντας την αφηρημένη και εννοιοκρατική πρόσληψή του, και εργάστηκε με πείσμα πάνω στην αποτροπή του εμφυλίου και την εθνική συμφιλίωση[5]. Οι ανά δεκαετία ηχηρές παρεμβάσεις του Αριστόβουλου Μάνεση (Ιουλιανά, προεδρικές αρμοδιότητες στο Σύνταγμα του 1975, ψήφος Αλευρά, αναπλήρωση του πρωθυπουργού) αποδίδουν τον αντι-εξουσιαστικό τόνο και προσανατολισμό[6] που εμπνέει τη σοσιαλιστική δογματική, ενώ στο πνεύμα της θεσμικής και κοινοβουλευτικής ισορροπίας εγγράφεται και η έντονη κριτική του Δημήτρη Τσάτσου στην ενισχυμένη προεδρική εξουσία του Συντάγματος του 1975. Πάνω απ’ όλα, όμως, στη σπουδαία παράδοση της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας οφείλεται η απόρριψη του αυτοαναφορικού και κλειστού θετικισμού και η υποβολή των θεσμών και των κανόνων στη βάσανο της συμφωνίας τους με τις δημοκρατικές αξίες και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η επιστημονική στροφή (ήδη από τον Σβώλο) στην «πολιτική» (Τσάτσος), «κοινωνιολογική» και εν γένει την «υποψιασμένη» ανάγνωση του Συντάγματος, σημαίνει ότι το δίκαιο, δίχως να χάνει τη σχετική του αυτονομία (Μάνεσης), πρέπει να λειτουργεί προς όφελος του δημοκρατικού και σοσιαλιστικού «κοινωνικού μετασχηματισμού» (Τσάτσος) ή της «αέναης συνταγματικής και κοινωνικής προόδου» (Μάνεσης) (σελ. 297-298). Ωστόσο, η κοινωνική ανάγνωση του δικαίου από τον Μάνεση, υπό την επιρροή της μαρξιστικής θεωρίας της δεκαετίας του 1970, δεν εκπίπτει στην ανέξοδη και άσκεφτη συνταγματοποίηση κάθε κοινωνικής διεκδίκησης ή παροχής, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Αλιβιζάτος, με αφορμή την κανονιστικότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων, υπενθυμίζοντάς μας τις πρόσφατες εκτροπές του συνταγματικού μας λόγου στην εποχή των μνημονίων (σελ. 303).

Αν η αστική παράδοση, λοιπόν, πιστώνεται την κατάκτηση της πρόσδεσης των θεσμών μας στον ευρύτερο ευρωπαϊκό συνταγματισμό, καθώς οι κορυφαίες της μορφές (Καποδίστριας, Τρικούπης, Βενιζέλος, Καραμανλής) δίνουν τον καθοριστικό προσωπικό τόνο της ιστορίας, οι σύγχρονοι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας εγκλωβίζονται, θέλοντας (Α. Παπανδρέου) και μη (Σημίτης), σε μια παραμορφωτική (δυσ)λειτουργία των θεσμών που μοιάζει να δικαιώνει, τελικά, τους απαισιόδοξους αναγνώστες της νεοελληνικής ιστορίας και ταυτότητας (Νίκος Θέμελης). Προς επίρρωση τούτης της στυφής γεύσης που αφήνει ο πολιτικός απολογισμός των σοσιαλδημοκρατών πολιτικών, σε αντίθεση με τη μάλλον νοσταλγική διάθεση που προκαλεί στον αναγνώστη η περιήγησή του στους εμπνευσμένους στοχαστές της, ο Αλιβιζάτος κλείνει το κεφάλαιο με την παράθεση μια σειράς δικών του νομικών παρεμβάσεων, μιας λίστας «εφαρμοσμένων νομικών», που, ωστόσο, ουδέποτε εφαρμόστηκαν, για την επίλυση ζητημάτων που σχετίζονται με τον εκσυγχρονισμό των θεσμών. Από τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, το σύμφωνο συμβίωσης, το μεταναστευτικό, τις κρατικές προμήθειες και δημόσιες συμβάσεις έως το πολιτικό χρήμα, την εκλογική μεταρρύθμιση, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, το πανεπιστημιακό άσυλο κ.α. η πλούσια μεταρρυθμιστική συμβολή του συγγραφέα διαβάζεται και ως ένας μακρύς κατάλογος των χαμένων ευκαιριών των πρόσφατων σοσιαλιστικών μας χρόνων[7].

 

Η αδύνατη ανανέωση του κομμουνισμού

Αναμετρώμενος με τη μακρά κομμουνιστική παράδοση του τόπου, ο συγγραφέας προδίδει εκ των προτέρων τη μεθοδολογική του επιλογή, η οποία δεν υπαγορεύεται μόνο από τη δική του πολιτική προτίμηση εντός του συγκεκριμένου ρεύματος, αλλά και από την κεντρική προβληματική του βιβλίου: σε αυτή δεν χωρούν εκείνοι που δεν αναγνώρισαν στους θεσμούς αυτοτελή αξία, παρά τους υποβίβασαν στην ευτελή θέση του αναλώσιμου μέσου προς ικανοποίηση του (όποιου) ανώτερου σκοπού. Κατά τούτο, είναι προφανής η επιμονή του Αλιβιζάτου στο εσωκομματικό, «αντίπαλο» στους ηγέτες του κομμουνισμού (όπως ο Νίκος Ζαχαριάδης), στρατόπεδο, και, ειδικότερα, στα πρόσωπα που από την περίοδο κιόλας του Μεσοπολέμου έδωσαν ανεπιτυχώς τη μάχη για την κομμουνιστική ανανέωση, για σοσιαλισμό με δημοκρατία (σελ. 425).

Το ελληνικό παράδοξο, δηλαδή η παραμονή της ζωτικότητας της κομμουνιστικής ιδεολογίας στην επικαιρότητα, ακόμη και μετά το 1989, και η πρόσφατη αναζωπύρωσή της με την εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, ανάγεται σε πρωτεύοντα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής ταυτότητας: τη ροπή προς την πόλωση, την αδιαλλαξία και τον εξισωτισμό, την ιεράρχηση της ισότητας στην κορυφή της κλίμακας των αξιών του νεότερου ελληνισμού, εις βάρος, συχνά, της ελευθερίας. Αυτά λειτουργούν τελικά ως υπόβαθρο του πολιτικού λόγου της κομμουνιστικής αριστεράς και, υπό το ψυχικό και υλικό τίμημα των ιστορικών γεγονότων που την καθορίζουν, όπως ο Εμφύλιος ή σήμερα η οικονομική κρίση, αφ’ ενός τη διατηρούν ζωντανή, αφ’ ετέρου ευνουχίζουν την εκπλήρωση του δικού της «ιστορικού συμβιβασμού» και τη μετάβασή της στον δημοκρατικό σοσιαλισμό.

Τα πρόσωπα λοιπόν της κομμουνιστικής παράδοσης, παρ’ ότι συλλαμβάνουν την ιστορικότητα της εποχής τους και διαβάζουν αποστασιοποιημένα από την ορθόδοξη κομμουνιστική εγγραφή τους την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να διαβλέπουν τη δυνατότητα να επιτευχθούν σοσιαλιστικές τομές στην ελληνική κοινωνία, εντός της αστικής και δημοκρατικής νομιμότητας, αδυνατούν εν τέλει να υπερβούν τον υψηλό ιδεολογικό, και όχι μόνο, πήχυ της αντίπαλής τους κομμουνιστικής ηγεσίας. Το αίτημα της δημοκρατικής ή σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ελλάδα θα παραμείνει ανεκπλήρωτο, ενώ η ίδια η κομμουνιστική σκέψη μάταια παλεύει να εξελιχθεί. Συνεπώς, η διαπίστωση, με επιστημονικό μάτι, ήδη στο Μεσοπόλεμο, ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είχε επικρατήσει και οι συνθήκες είχαν ωριμάσει για τη σοσιαλιστική επανάσταση, μέσα στα μεγάλα περιθώρια δράσης που άφηνε η αστική νομιμότητα (Παντελής Πουλιόπουλος), αποβαίνει πολιτικά άκαρπη. Το ίδιο ισχύει και για την κορυφαία, σύμφωνα με τον Αλιβιζάτο, φυσιογνωμία (αυτής) της ελληνικής Αριστεράς, τον Ηλία Ηλιού. Η επιστημονική ακρίβεια και το υψηλό πολιτικό και αισθητικό του κριτήριο θα μπορούσαν να τον είχαν αναδείξει σε «Έλληνα Μπερλινγκουέρ», όμως στην Ελλάδα δεν υπήρξαν ούτε Γκράμσι, ούτε Τολιάτι, ενώ, σε αντίθεση με την Ιταλία, υπήρξε ένας καθοριστικός για την πολιτική τύχη του Ηλιού, αλλά και συνολικά της σοσιαλιστικής τάσης εντός της κομμουνιστικής παράδοσης, εμφύλιος πόλεμος (σελ. 445)[8]. Παρ’ ότι ιστορικές προσωπικότητες της Αριστεράς έκαναν υπερβάσεις σε συγκεκριμένες συγκυρίες, επιδιώκοντας τη συναίνεση (όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, κατά τη διάρκεια του αντιδικτατορικού αγώνα), και διέγνωσαν την ανεπάρκεια του δογματικού οικονομικού αναγωγισμού για την κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης και τη χάραξη της πολιτικής (Κώστας Φιλίνης), με αποτέλεσμα να διαθέτουν τα μεθοδολογικά εργαλεία για να απελευθερώσουν την κομμουνιστική σκέψη, η πλούσια πολιτική γνώση δεν συνάντησε την πολιτική δράση. Η γόνιμη αντίληψη των θεσμών ως μέσα για την υπέρβαση των υφιστάμενων σχέσεων, εφ’ όσον οι συσχετισμοί το επιτρέπουν (Λεωνίδας Κύρκος), ουδέποτε κατέληξε σε ουσιαστική θέσμιση, ίσως γιατί, γενικεύοντας την εύστοχη φράση του Γιώργου Κατηφόρη για τον Ηλιού, υπάρχουν, όντως, «εποχές που δεν βρίσκουν τους ανθρώπους τους και άνθρωποι που δεν βρίσκουν την εποχή τους».  

Αντιθέτως, δυσανάλογα σημαντική, σε σχέση με τον πολιτικό αντίκτυπο της «ρεφορμιστικής» κομμουνιστικής παράδοσης, υπήρξε η συμβολή των σημαντικών διανοητών της στην κατανόηση της νεότερης ελληνικής ιστορίας (Νίκος Σβορώνος) και της λειτουργίας των θεσμών, ιδιαίτερα της τυπολογίας του Κράτους και των παραγωγικών σχέσεων (Νίκος Πουλαντζάς), πέρα από λαϊκιστικές απλουστεύσεις και βολονταριστικές αναγνώσεις, καθώς και στην ανάδειξη των πολιτισμικών στερεοτύπων που φέρει και αναπαράγει ο ελληνικός εθνικισμός (Άννα Φραγκουδάκη), με τις γνωστές ρομαντικές εξάρσεις του, που διατρέχουν, ενίοτε, το σύνολο του πολιτικού φάσματος και αποτυπώνονται όχι μόνον στον πολιτικό, αλλά και τον νομικό λόγο (π.χ. στη δικαστική περιπέτεια της ελληνικής ιθαγένειας[9]). Αν δε, εντάξουμε την ελληνική γενιά των στοχαστών της Αριστεράς (και εν γένει της γενιάς του Πολυτεχνείου) στο ελευθεριακό ρεύμα του Μάη του 1968, θα διαπιστώσουμε ότι η συμβολή της υπήρξε μεν σημαντική, έως και απελευθερωτική, στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών ή των τεχνών, καθώς και στη φιλελευθεροποίηση των ηθών και των συμπεριφορών, όπως και θεσμικά κρίσιμη για την ταχύτατη απώλεια της αίγλης του Στέμματος και την αποδυνάμωση της Εκκλησίας, αλλά από την άλλη συνοδεύτηκε, εκούσα άκουσα, από την έξαρση ενός φιλελεύθερου ατομοκεντρισμού και την αποθέωση της προσωπικής επιθυμίας που ο Αλιβιζάτος εντοπίζει στην καρδιά του γαλλικού Μάη, στοιχεία που μάλλον προετοίμασαν παρά ανέκοψαν, σε ευρωπαϊκό τουλάχιστον επίπεδο, την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και προδίδουν, στα καθ’ ημάς, ιδιαίτερα τις δεκαετίες του 1980 και 1990, την επέλαση του καταναλωτισμού, απέναντι στον οποίο η αριστερή διανόηση μάλλον απέτυχε να αντιτάξει σοβαρά επιχειρήματα ή να προτείνει πειστικά εναλλακτικά πρότυπα (σελ. 511).  

Η αυτοβιογραφική αναφορά του Νίκου Αλιβιζάτου στην κομμουνιστική παράδοση, με την οποία τελειώνει το κεφάλαιο και το βιβλίο («Μήπως το ταξίδι συνεχίζεται;», σελ. 515), υπογραμμίζει ένα κοινό σημείο της αρχικής γοητείας της στους νέους της δεκαετίας του 1970, που ωστόσο εξηγεί και τη μετέπειτα αποστασιοποίησή τους από αυτή: αριστερός γινόσουν, πρωτίστως, ως αντιχουντικός (θα προσθέταμε για τους νέους μετά τον Εμφύλιο, ως αντιδεξιός), υπό το βάρος τελικά μιας μάλλον ηθικοπολιτικής παρά καθαρά ιδεολογικής επιλογής (σελ. 516). Επιλογής, ίσως, και με ευκρινείς πολιτισμικές αιτίες, καθώς στο χώρο της Αριστεράς, ιδίως της ανανεωτικής, υπήρξε υπερ-συγκέντρωση χαρισματικών προσωπικοτήτων της πολιτικής, των γραμμάτων και της τέχνης. Η θητεία του συγγραφέα στην κριτική μεριά της κομμουνιστικής σκέψης, μακριά από την πλήρη εργαλειοποίηση και την υποτίμηση των θεσμών,  και η εκπαίδευσή του στο δημοκρατικό και κοινωνικό νόημα του κανόνα δικαίου, καθόρισε τη συνταγματολογική του ταυτότητα. Από την άλλη, παρατηρώντας τη μεγάλη εικόνα της κομμουνιστικής πορείας και το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν οι χώρες του ανατολικού μπλοκ, όπως, επίσης, βιώνοντας την αδιαλλαξία της κρατούσας κομμουνιστικής παράδοσης στην Ελλάδα, ο Αλιβιζάτος συνειδητοποιεί ότι ήταν μάλλον αδύνατο εξ αντικειμένου να υπάρξει κομμουνισμός με δημοκρατία και ελευθερία. Κατέστη, ως εκ τούτου, προφανής ανάγκη η υπαρξιακή και οριστική πλέον φυγή του, ως ανήσυχου πνεύματος, προς τη σοσιαλδημοκρατία και τον πολιτικό φιλελευθερισμό.

 

Η προσωπογραφία του συγγραφέα

Διανοούμενος με αστική καταγωγή και παιδεία, ο οποίος γοητεύτηκε από την κομμουνιστική σκέψη στα νεανικά του χρόνια, για να ενταχθεί τελικά στον ευρύτερο χώρο της (φιλελεύθερης) σοσιαλδημοκρατίας, ο Νίκος Αλιβιζάτος φέρει και τις τρεις παραδόσεις τις οποίες αποτιμά κριτικά μέσα από τα πορτραίτα του βιβλίου του. Αν συνεκτιμήσει δε κανείς και την πληθωρική δημόσια παρουσία του, ως πολιτικοποιημένου συνταγματολόγου που συνεχίζει την παράδοση των σπουδαίων προκατόχων του, ιδίως του Αριστόβουλου Μάνεση, οι οποίοι ανέπτυξαν έντονη σχέση με τους θεσμούς και την άσκηση της εξουσίας, όχι μόνο ως μέρος του θεωρητικού, αλλά και του πρακτικού (συνταγματικού) λόγου, είναι προφανές ότι ο Αλιβιζάτος, ως επιστημονικό και πολιτικό υποκείμενο, προσωπογραφεί τελικά, μέσα από τους άλλους, τη δική του ιδιαίτερη θέση απέναντι στους θεσμούς και την πολιτική. Υπ’ αυτό το πρίσμα των πολλαπλών ιδιοτήτων και αναφορών του συγγραφέα, επιλέγονται και σκιαγραφούνται τα πρόσωπα και οι παραδόσεις. Η αστική και νεωτερική του προσήλωση στους φιλελεύθερους θεσμούς και στα αντίβαρα στην εξουσία, η οποία ομολογείται εμβληματικά στη φράση του Πόππερ με την οποία ανοίγει το βιβλίο[10], αποτυπώνονται στη θετική αποτίμηση και προβολή της αστικής παράδοσης και, αντιστρόφως, στον αμφιλεγόμενο απολογισμό της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.  H διαρκής του ευαισθησία να αναδείξει το κρυφό νόημα των κανόνων, ιστορικά, πολιτικά ή και ηθικά, εξηγεί, σε συνδυασμό με τη συναισθηματική, πολιτισμική και εν τέλει αισθητική εγγύτητα, τη συμπάθειά του προς τους δημοκράτες και σοσιαλιστές της κομμουνιστικής παράδοσης, τους «καλούς» κομμουνιστές που έμελλε να υποκύψουν στο παιχνίδι της ιστορίας. Ο λόγος λοιπόν του Αλιβιζάτου αποκαλύπτει αυτόν που εμείς, οι μαθητές του, αλλά και η δημόσια σφαίρα, γνωρίζουμε ήδη καλά: έναν διακεκριμένο και συνεπή εκπρόσωπο του αστικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού.

Με αυτά τα δεδομένα, η εγκυρότητα της κατηγοριοποίησης των παραδόσεων και της αποτίμησής τους είναι απολύτως συνεπής, δογματικά και πολιτικά, με την πολιτικοφιλοσοφική ταυτότητα του συνταγματολόγου και η όποια κριτική μπορεί μόνον εξωτερική να είναι, να εκκινεί δηλαδή από μια ολότελα διαφορετική από τη δική του, που θα τολμούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως leftliberal, πολιτική ή θεωρητική σκοπιά για το νόημα των βασικών του κατηγοριών. Ενστάσεις θα μπορούσαν να υπάρξουν και για πρόσωπα που αποκλείστηκαν ή για άλλα που παρ’ ότι αναφέρονται επιγραμματικά στα εισαγωγικά σημειώματα των κειμένων, εν είδει επιλαχόντων, θα μπορούσαν εύλογα να προκριθούν στην πρώτη γραμμή, αλλά τούτο θα σήμαινε την υιοθέτηση μιας άλλης αντίληψης για τους θεσμούς ή έστω την ανατροπή της βασικής θέσης του έργου, δηλαδή της έμφασης που αποδίδεται στα πρόσωπα, στη διαλεκτική τους σχέση με τους θεσμούς. Η πιο ισχυρή, ίσως, κριτική που θα μπορούσε να απευθύνει κανείς στον συγγραφέα έγκειται στην πρόσληψη τελικά του ίδιου του πολιτικού, ως παιγνίου και προσώπου, όχι σε σχέση με μια συγκεκριμένη πολιτική ή ιδεολογική τοποθέτηση (αστική, σοσιαλιστική, κομμουνιστική κ.ο.κ), αλλά ως προς τη δυνατότητα της αξιολόγησής του με βάση τη διάκριση που θέτει προγραμματικά ο τίτλος του βιβλίου ανάμεσα στον πραγματισμό, τη δημαγωγία και την ονειροπόληση. Κι αυτό γιατί η χρήση των παραπάνω κατηγοριών, παρ’ ότι ανταποκρίνεται, ακόμη κι αν ο συγγραφέας αποφεύγει επιμελώς να ονοματίσει, λίγο ή πολύ, στην πολιτική σκέψη ή δράση των προσώπων, μοιάζει να συρρικνώνει σε ηθικές και καθαρές κρίσεις το εξ ορισμού σύνθετο πολιτικό παιχνίδι. 

Υπάρχει, τέλος, μια νομίζω συνειδητή «ατέλεια» του έργου, με την έννοια του ύστατου ερωτήματος που παραμένει βασανιστικά, πλην, ίσως, ευτυχώς, ερμηνευτικά ανοιχτό: ανάμεσα στην αισιόδοξη και την απαισιόδοξη ανάγνωση της ιστορίας αυτή τη φορά ο Αλιβιζάτος μοιάζει ουσιαστικά μετέωρος και αμήχανα αμφίθυμος. Ίσως τούτο οφείλεται στη σημερινή δεινή κρίση που απαγορεύει τις βεβαιότητες. Ίσως, πάλι, στη μετριοφροσύνη του συγγραφέα απέναντι στα  προσωπογραφούμενα πρόσωπα και τις παραδόσεις τους. Σε κάθε περίπτωση, αυτή ακριβώς η γκρίζα ζώνη είναι η λεπτή απόχρωση που μετατρέπει, για τους πρόθυμους αναγνώστες, αίφνης το βιβλίο του Αλιβιζάτου από μια διδακτική και αφηγηματικά συναρπαστική απόλαυση σε μια επίπονη προσωπική διερώτηση και άσκηση πάνω στο πώς και από ποιους πρέπει να ασκείται η πολιτική εξουσία.

 


[1]Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Θεμέλιο, 2007. Για το ρόλο των αστικών ελίτ στη συγκρότηση του ελληνικού Κράτους βλ. Κώστα Κωστή, Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας, Πόλις, 2013. Επίσης, για το βάρος της φιλελεύθερης ιστορικής κληρονομιάς στην πορεία του ελληνικού Κράτους βλ. Νικηφόρο Διαμαντούρο, Οι απαρχές της συγκρότησης σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα. 1821-1828, ΜΙΕΤ, 2006.

 

[2]Βλ. για τη λαϊκή κυριαρχία την πρόσφατη συμβολή του Γιάννη Τασόπουλου, Η λαϊκή κυριαρχία και η πρόκληση της αμεροληψίας, Κριτική, 2014 και για τη λαϊκή εντολή Αντώνη Μανιτάκη, «Η λαϊκή κυριαρχία ως λαϊκή εντολή και η διδασκαλία του Μάνεση», www.constitutionalism.gr, ανάρτηση 30/06/2015.

 

[3]Νίκος Αλιβιζάτος, «Έθνος κατά λαού» σε Δ.Γ. Τσαούση (επιμ.), Ελληνισμός και ελληνικότητα. Ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας, Εστία, 1983, σελ. 79-90.

 

[4] Ο συγγραφέας παραπέμπει εδώ στη σχετική με την κυβερνητική μακροημέρευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ανάλυση του Γιάννη Βούλγαρη. Βλ. Γιάννη Βούλγαρη, Η μεταπολιτευτική Ελλάδα, 1974-2009, Πόλις, 2013.

 

[5]Βλ. επίσης για την κριτική του Σβώλου στον κοινοβουλευτισμό και τον κίνδυνο της έκπτωσής του στην κομματοκρατία, Αλέξανδρος Σβώλος, Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σε Ιδίου, Προβλήματα του έθνους και της δημοκρατίας, τόμος 2, Στοχαστής, Αθήνα, 1972, σελ. 95 επ. και για την κοινωνιολογική οπτική του Σβώλου την ανάλυση του Αριστόβουλου Μάνεση, «Ο Αλέξανδρος Σβώλος ως συνταγματολόγος», σε Ιδίου, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη 1954-1979, Ι, Σάκκουλας, 1980, σελ. 506 επ.

 

[6]Στη συνταγματική θεωρία, είναι εμβληματική, μεταξύ άλλων, η συμβολή του Αριστόβουλου Μάνεση σε Ιδίου, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, ΙΙ, 1965, ανατύπωση Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1991.

 

[7]Υπ’ αυτή την έννοια μάλλον δικαιώθηκαν οι επιφυλάξεις του Νίκου Αλιβιζάτου σε Ιδίου, Ο αβέβαιος εκσυχρονισμός και η θολή συνταγματική αναθεώρηση, Πόλις, 2001.

 

[8]Βλ. για τον ευρωκομμουνισμό, Γιάννη Μπαλαμπανίδη, Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά, Πόλις, 2015.

 

[9]Με έμφαση στην απόφαση 350/2011 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Βλ. Γιάννη Κουτσούκο, «Η ιθαγένεια, το Έθνος και το κράτος δικαίου», Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 1/2011, σελ.77 επ.

[10]«Πώς πρέπει να καταστρώσουμε τους πολιτικούς θεσμούς, έτσι ώστε κακοί ή ανίκανοι ηγέτες να μην μπορούν να προκαλέσουν υπέρμετρη βλάβη;», Karl Popper, The Open Society and its Enemies.

[αναδημοσίευση από το The Books'Journal, 14 Φεβρουαρίου 2016]

 

 

 

Ξενοφών Ι. Κοντιάδης – Αλκμήνη Φωτιάδου, Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος, Συνταγματική αλλαγή, δικαιώματα και κυριαρχία σε συνθήκες κρίσης, εκδ. Σάκκουλα 2016

Σκοπός του βιβλίου αυτού είναι να αναδείξει την αλληλουχία και τη συναρμογή των θεματικών της ανθεκτικότητας του Συντάγματος και της συνταγματικής αλλαγής υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσης. Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος προϋποθέτει την ικανότητά του να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες, αξιοποιώντας μηχανισμούς τυπικής και άτυπης συνταγματικής μεταβολής. Αντίστοιχα, η απάντηση στα ερωτήματα ποιος, πότε, πώς και γιατί αλλάζει το Σύνταγμα εμπλουτίζεται από τη διερεύνηση της ανθεκτικότητάς του υπό συνθήκες κρίσης.

Πώς ορίζεται η ανθεκτικότητα του Συντάγματος και πώς μπορεί να αξιοποιηθεί από τη συνταγματική επιστήμη;

Πώς αντέδρασαν τα Συντάγματα απέναντι στην οικονομική κρίση και πού οφείλονται οι διακριτοί δρόμοι που ακολούθησαν στις πληττόμενες χώρες;

Πώς αλλάζουν τα Συντάγματα και πώς αναλύονται τα διαφορετικά μοντέλα-ιδεότυποι συνταγματικής αλλαγής;

Αποτελεί η παραδοσιακή διάκριση μεταξύ αυστηρών και ήπιων Συνταγμάτων επαρκή και κατάλληλη αφετηρία για την κατανόηση της συνταγματικής αλλαγής ή είναι αναγκαία η επεξεργασία διαφορετικών μορφών συνταγματικής δυσκαμψίας;

Πόσο χρήσιμες είναι οι εμπειρικές μέθοδοι έρευνας και οι μετρήσεις για την κατανόηση της συνταγματικής αλλαγής;

Πώς επηρεάζουν οι πολιτισμικοί παράγοντες τη συνταγματική αλλαγή;

Πώς μπορεί να αποφευχθεί να απωλέσουν την κανονιστική τους δύναμη οι πιο ευάλωτες υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης ρυθμίσεις του συνταγματικού κειμένου, δηλαδή τα κοινωνικά δικαιώματα;

Αποτελεί η ανθεκτικότητα του Συντάγματος ένα νέο κριτήριο για την αξιολόγηση και τον σχεδιασμό του;

[από το οπισθόφυλλο του βιβλίου]

 

στη

Νέα επιστημονική σειρά του
Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
στις εκδόσεις Σάκκουλα

Συγκριτικό Συνταγματικό Δίκαιο

 

Σκοπός της σειράς είναι να εμπλουτίσει την έρευνα στο πεδίο του συγκριτικού συνταγματικού δικαίου, που τα τελευταία χρόνια γνωρίζει διεθνώς εντυπωσιακή άνθηση και έχει αποκτήσει κεντρική θέση στη συνταγματική επιστήμη.

Στον προγραμματισμό της σειράς περιλαμβάνεται η έκδοση μονογραφιών, συγγραμμάτων και συλλογικών έργων σε θέματα όπως η μεθοδολογία της συγκριτικής συνταγματικής έρευνας, ο σχεδιασμός του Συντάγματος και η συνταγματική αλλαγή, η εξέλιξη των μορφών διακυβέρνησης, η πολιτική αντιπροσώπευση και τα εκλογικά συστήματα, η συνταγματική δικαιοσύνη, οι μετασχηματισμοί του οικονομικού Συντάγματος, η άμυνα της δημοκρατίας και τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο της σειράς, των Ξ. Κοντιάδη – Α. Φωτιάδου, «Η Ανθεκτικότητα του Συντάγματος. Συνταγματική αλλαγή, δικαιώματα και κυριαρχία σε συνθήκες κρίσης».

Το δεύτερο βιβλίο της σειράς είναι του Χ. Ανθόπουλου, «Εκλογικά συστήματα και συνταγματικές δεσμεύσεις. Μια συγκριτική ανάλυση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας» και θα κυκλοφορήσει τον ερχόμενο Απρίλιο.

 

 


Συνταγματική ανθεκτικότητα

του Χαράλαμπου Ανθόπουλου, εφημερίδα Έθνος 2/3/2016

Η «συνταγματική ανθεκτικότητα» είναι μια καινούργια έννοια, την οποία εισήγαγαν στην ελληνική και τη διεθνή συνταγματική συζήτηση ο Ξενοφών Κοντιάδης και η Αλκμήνη Φωτιάδου (βλ. το πρόσφατο βιβλίο των δύο συγγραφέων Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος. Συνταγματική αλλαγή, δικαιώματα και κυριαρχία σε συνθήκες κρίσης, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2016). Μέχρι τώρα για την «ανθεκτικότητα» γινόταν λόγος κυρίως στο πεδίο της γεωπονίας, της μεταλλουργίας, της ψυχολογίας ή της οικολογίας («ανθεκτικά» εδάφη, «ανθεκτικά» μέταλλα, ψυχική «ανθεκτικότητα» κ.λπ.).

Οι δύο Ελληνες συγγραφείς, έχοντας προ οφθαλμών την κρίση της «κανονιστικότητας» των σύγχρονων ευρωπαϊκών Συνταγμάτων, ιδίως στις χώρες που επλήγησαν περισσότερο από την οικονομική κρίση (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία), μεταφέρουν την προβληματική της «ανθεκτικότητας» στον χώρο της συνταγματικής θεωρίας.

Στην προοπτική αυτή ως «συνταγματική ανθεκτικότητα» ορίζεται η διαδικασία προσαρμογής των Συνταγμάτων, μέσα από τυπικές ή άτυπες συνταγματικές μεταβολές, σε αντιξοότητες, τραύματα, απειλές ή ακόμη και καταστροφές, αλλά και η ικανότητά τους να επανέλθουν στην κανονικότητα μετά τα αλλεπάλληλα σοκ, αν και όχι κατ’ ανάγκην στην κατάσταση που υπήρχε πριν.

Προσαρμογή σημαίνει βέβαια κάποια υποχωρητικότητα. Ο Κοντιάδης και η Φωτιάδου δεν υπερασπίζονται ένα άκαμπτο συνταγματικό «δέον» που πρέπει πάση θυσία να βρει εφαρμογή, ανεξαρτήτως των οικονομικών συνθηκών.

Ως προς αυτό διαφοροποιούνται σαφώς από τον ανένδοτο αντιμνημονιακό συνταγματικό λόγο, που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής κατά την περίοδο 2010-2014 και ο οποίος βασιζόταν στον ψευδή μύθο της αυτονομίας του πολιτικού από το οικονομικό. Οι δύο συγγραφείς έχουν επίγνωση ότι το συνταγματικό δίκαιο δεν βρίσκεται έξω από την Ιστορία, αντίθετα επηρεάζεται έντονα από τις κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές.

Από την άλλη όμως πλευρά δεν ταυτίζουν το Σύνταγμα με την ιστορική πραγματικότητα, ως εάν κάθε τι που είναι πραγματικό να θεωρείται αυτόχρημα και συνταγματικό. Μια τέτοια απλώς περιγραφική λειτουργία του Συντάγματος θα αναιρούσε τον ίδιο τον λόγο της ύπαρξής του. Το ζητούμενο λοιπόν είναι να διαφυλάσσονται κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του Συντάγματος οι ευκαιρίες της αποτελεσματικότητάς του μέσα στις δοσμένες ιστορικές συνθήκες.