Author Archives: editor

Αναγκαίο αλλά άτολμο βήμα

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η πρώτη εντύπωση για την εξαγγελία του πρωθυπουργού, ως προς μια νέα ρύθμιση των σχέσεων κράτους – Εκκλησίας, είναι ότι  ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθετεί πλέον, και σε αυτό το ζήτημα, μια συμβιβαστική (και μάλλον συντηρητική…) στάση. Η παλαιά ριζοσπαστική ρητορεία περί «χωρισμού κράτους-εκκλησίας» εγκαταλείπεται (όπως είχε συμβεί παλαιότερα, με παρεμφερή επιχειρηματολογία, και από το ΠΑΣΟΚ…) και η όλη προσπάθεια επικεντρώνεται πλέον αμήχανα στο να συνδυασθεί η θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους με την διατήρηση, «για ιστορικούς και πρακτικούς λόγους», του όρου «επικρατούσα θρησκεία».  

Στο σημείο αυτό, πάντως, είναι νομίζω χρήσιμες κάποιες ειδικότερες επισημάνσεις:

Ο χωρισμός κράτους-εκκλησίας δεν είναι απλώς είναι ένα ζήτημα που άπτεται του κράτους δικαίου και του πολιτικού φιλελευθερισμού. Η ύπαρξη μιας θρησκείας εν είδει κρατικής ιδεολογίας και μιας Εκκλησίας με ιδιαίτερο καθεστώς και ιδιαίτερα προνόμια θέτει πρώτα και πάνω από όλα ζήτημα δημοκρατίας και γι αυτό έχει εγκαταλειφθεί σε όλα τα θεσμικώς προηγμένα κράτη της Ευρώπης.

 Από εκεί και πέρα, όμως, δεν υπάρχει μια μόνο αντιμετώπιση του θέματος, στην λογική του άσπρου-μαύρου. Πέρα από τον –ιστορικά διαμορφωμένο– στεγανό και σχεδόν εχθρικό χωρισμό κράτους-εκκλησίας, τύπου Γαλλίας, υπάρχουν και πολλές άλλες παραλλαγές, που κινούνται κατά κανόνα στο πλαίσιο μιας ευμενούς ουδετερότητας απέναντι στις υπάρχουσες εκκλησίες (κρατούσες ή μη). Η ουδετερότητα αυτή συναρτάται ευθέως με τις ιδιαίτερες συνθήκες και την νομική πραγματικότητα της κάθε χώρας, με μεγάλη ποικιλία σχετικών ρυθμίσεων, τόσο σε συνταγματικό όσο και σε νομοθετικό επίπεδο (ενώ στις χώρες όπου επικρατεί η καθολική εκκλησία η συνήθης εξειδίκευση των συνταγματικών επιταγών γίνεται με «κονκορδάτα», δηλαδή συμφωνίες μεταξύ κρατών και Βατικανού).

Το ζητούμενο, λοιπόν, από μια συνεπή δημοκρατική συνταγματική πολιτική, θα ήταν να ευρεθεί το πλέον πρόσφορο για την χώρα μας σύστημα χωρισμού, αλλά χωρίς αγνόηση ή υποτίμηση μιας σημαντικότατης συνιστώσας της εθνικής και πολιτιστικής μας παράδοσης.

Υπό αυτό το πρίσμα, η πλέον καθαρή λύση είναι, νομίζω, μια διατύπωση σαν αυτήν του Συντάγματος της Ισπανίας, που προβλέπει μεν ότι «Δεν υπάρχει επίσημο θρησκευτικό δόγμα του κράτους», στην συνέχεια όμως προσθέτει ότι: «Οι δημόσιες αρχές θα λαμβάνουν υπόψη τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της ισπανικής κοινωνίας και θα διατηρούν τις ανάλογες σχέσεις συνεργασίας με την καθολική  εκκλησία και τα άλλα δόγματα».

Αν όμως επιλεγεί, για λόγους αναθεωρητικής τακτικής και πολιτικών ισορροπιών, η άτολμη λύση που προτείνει ο πρωθυπουργός, επιβάλλεται τουλάχιστον μια ερμηνευτική δήλωση (ανάλογη με αυτήν περί αντιρρησιών συνείδησης), με την οποία θα διευκρινίζεται ρητά και με σαφήνεια ότι καμία κρατική αρχή δεν θα μπορεί να χρησιμοποιεί την συνταγματική διάταξη περί  «επικρατούσας θρησκείας» σαν περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων.

 

Αναδημοσίευση από: Εφημερίδα των Συντακτών, 30.07.2016

 

Εφαρμόζοντας την Παρένθετη Μητρότητα στη Δημοκρατία της Κύπρου

Παναγιώτης Γιαννακάς, Φοιτητής Κυπριακού Δικαίου στο European University Cyprus

Μέσα από την εξιστόρηση μιας αληθινής ιστορίας στις ΗΠΑ και στην οποία τα πάντα πήγαν «στραβά», ακατάλληλοι γονείς, ακατάλληλη παρένθετη μητέρα, μια ιδιωτική συμφωνία και ένα γραφείο μεσολάβησης που λειτουργούσε στα πλαίσια εμπορικής επιχείρησης, δηλαδή ένα μείγμα και μια σειρά από γεγονότα που η ανάγνωσή τους σίγουρα προκαλεί συναισθηματική ένταση, αναδεικνύεται η καταλληλότερη βάση για την ανάδειξη της παρένθετης μητρότητας.

Στην Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή τα ζητήματα «ζωής και θανάτου», για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, αποκτούν τόσο απτή και κυριολεκτική υπόσταση.

Η ηθική και η φιλοσοφία, απούσες από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις του ανθρώπινου πολιτισμού. Απούσες από τη βιομηχανική επανάσταση, από την ιστορία της οικονομίας, του χρήματος και της επιχειρηματικότητας. Πλήρως απομονωμένες από την άμετρη αυτονομία του μακιαβελικού ρεαλισμού και του αμείλικτου θετικισμού. Όμως πια, πιο επάναγκες και πιο επιτακτικό από ποτέ να ξανακατέβουν στην «αγορά», και μέσα από μια νέα αποκρυσταλλωμένη και άμεσα εφαρμοσμένη λειτουργία τους, θαρραλέα να εξομαλύνουν τις επιδράσεις από την ιλιγγιώδη ταχύτητα της βιοϊατρικής.

Η χρήση της ηθικής επιχειρηματολογίας, και σε αντίθεση με την απλή επίκληση των ενδόμυχα συνειδησιακών μας προσταγών, προσδίδει το αναγκαίο κύρος για τη συνομολόγηση ενός γενικά αποδεκτού πλέγματος διαλεκτικής και πρακτικού συλλογισμού, πλατωνικού και αριστοτελικού βεληνεκούς, αλλά συνάμα ανοιχτού προτύπου, ώστε να είναι ευέλικτα ικανό να χαρτογραφεί τα άβατα νερά της μεταμοντέρνας Ιατρικής.

Η άρνηση της πραγματικότητας δεν είναι εφικτή και φτωχά επιχειρήματα δεν πρόκειται ούτε να θεραπεύσουν την υπογονιμότητα των ζευγαριών αλλά ούτε και να αποτρέψουν να ταξιδέψουν και να βρουν τη θεραπεία τους. Κάποιοι συνάνθρωποι όχι μόνο επιθυμούν αλλά έχουν ανάγκη την Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή.

Στην Κύπρο, για τη θέσπιση της νομοθεσίας χρειάστηκαν περισσότερα από δέκα χρόνια. Ναι μεν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα για ένα νόμο που είναι απομακρυσμένος από τη νομοτεχνική τελειότητα (και θα διαφανούν ακόμη περισσότερες αδυναμίες του κατά τη χρήση του) αλλά αυτό που θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν είναι, ότι για πρώτη φορά ρυθμίζεται στην Κύπρο η Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή.

Αναθεώρηση δημοκρατική και όχι νεοφιλελεύθερη

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η ανάληψη πρωτοβουλιών για συνταγματική αναθεώρηση βρίσκεται, όπως φαίνεται, σε τελική ευθεία. Πριν λοιπόν διατυπωθούν οι τελικές προτάσεις, ως προς τις αναθεωρητέες διατάξεις, θα ήταν νομίζω χρήσιμο οι πολιτικές δυνάμεις να σταθμίσουν, για μια ακόμη φορά, την κρίσιμη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της χώρας αλλά και  τους δυσμενείς ευρωπαϊκούς  και διεθνείς συσχετισμούς.

Το πρώτο που προκύπτει, νομίζω, από μια τέτοια στάθμιση, είναι το ότι η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια μαξιμαλιστικών αντιθέσεων και  διχαστικών επιλογών, διότι το πρώτο κριτήριο που πρέπει να πρυτανεύσει, απέναντι στις προκλήσεις των καιρών,  είναι η αναζήτηση συναινετικών και συνθετικών λύσεων προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης της δημοκρατίας, σε όλες τις εκδοχές της, όπως πρότεινα σε πρόσφατη συνέντευξη σε αυτήν την εφημερίδα (2.7.2016).

Υπό την οπτική γωνία μιας τέτοιας δημοκρατικής αναθεώρησης –που   θεωρώ ότι εξαντλεί τα όρια των ρεαλιστικών προοδευτικών επιλογών στην εποχή μας– αποδοκιμαστέες δεν είναι μόνον οι σκέψεις που είχαν διατυπωθεί στην πρώτη κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ (οι οποίες, όπως επισήμανα σε προηγούμενο άρθρο, ήταν ένα κράμα αριστερισμού και συνταγματικού λαϊκισμού, που εύχομαι να μην πρυτανεύσουν ξανά στις αναμενόμενες αναθεωρητικές προτάσεις του…). Εξ ίσου αποδοκιμαστέες είναι και  οι θέσεις που απηχούν, άμεσα ή έμμεσα, τις ιδεολογικές εμμονές και ψυχώσεις του εγχώριου νεοφιλελευθερισμού, όπως ορισμένες από τις περιλαμβανόμενες στην πρόταση των 6 (Αλιβιζάτος κλπ) που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας και στην οποία θα ήθελα να επιμείνω σήμερα:

Η πρόταση των 6 είναι αναμφίβολα αξιοπρόσεκτη, διότι πέρα από το ότι συνεισφέρει ή υιοθετεί αρκετές ενδιαφέρουσες συνταγματικές τροποποιήσεις (όπως ιδίως ο προσεκτικά διατυπωμένος χωρισμός κράτους-εκκλησίας, η εισαγωγή του σουηδικού μοντέλου διάλυσης της βουλής, η  ουσιαστική βελτίωση της ρύθμισης του δημοψηφίσματος, και η λελογισμένη, εν πολλοίς, ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου Δημοκρατίας, ιδίως σε ότι αφορά την τελική επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και των Ανεξάρτητων Αρχών αλλά και την παραπομπή ψηφισμένων νομοσχεδίων στο Ανώτατο Δικαστήριο, για έλεγχο συνταγματικότητας),  τροφοδότησε και μια μεγάλη και χρήσιμη συζήτηση για ένα θέμα με ιδιαίτερη –αν και μάλλον υπερτιμημένη…– θεσμική και πολιτική σημασία.

Ωστόσο, δεν είναι λίγες και οι προτάσεις που γεννούν έντονες επιφυλάξεις για την προσφορότητα ή/και την δημοκρατικότητά τους, όπως ιδίως η ανεπίτρεπτη τροποποίηση του άρθρου 110 παρ. 1 του Συντάγματος (μη αναθεωρήσιμες διατάξεις), η άκριτη συνταγματική επιβολή ενός συγκεκριμένου –και μάλιστα προβληματικού στην εφαρμογή του– εκλογικού συστήματος, ο διορισμός πρωθυπουργού με ουσιαστική κατάργηση της δεδηλωμένης, η επαναφορά της προβληματικής διάταξης του Συντάγματος του 1975 για προεδρική διάλυση της Βουλής, η άστοχη κατάργηση, συλλήβδην, των κωλυμάτων εκλογιμότητας, το απόλυτο ασυμβίβαστο υπουργών-βουλευτών, η εξαιρετικά αμφιλεγόμενη θέση για την αναδιάρθρωση του δικαστικού συστήματος, η απουσία οποιασδήποτε πρόβλεψης για προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και του δημοψηφίσματος, οι υπερβολικές δεσμεύσεις ως προς την πτώση της κυβέρνησης και την διάλυση της Βουλής και η προβληματική ρύθμιση του status των δημοσίων υπαλλήλων.  

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα της πρότασης αυτής είναι μακράν η αβάσταχτη ιδεολογική της μονομέρεια ως προς το οικονομικό και κοινωνικό Σύνταγμα, που την εντάσσει εμφανώς, παρά τις κάποιες προσπάθειες εξισορρόπησης, στον αστερισμό του εγχώριου νεοφιλελευθερισμού (με ιδιαίτερα διακριτή, στο σημείο αυτό, την επιρροή των απόψεων Μάνου-Βουρλούμη).  Ειδικότερα:

Η πλέον απτή απόδειξη είναι η πρόταση απάλειψης από το Σύνταγμα του συνόλου των κοινωνικών δικαιωμάτων, δηλαδή των δικαιωμάτων  τα οποία αποτέλεσαν την ρομφαία του ευρωπαϊκού προοδευτικού κινήματος στον αγώνα για τον εμπλουτισμό του συνταγματικού κράτους με θεσμούς κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή για την σταδιακή μετάβαση στην Κοινωνική Δημοκρατία, η οποία, κατά την γλαφυρή διατύπωση του Δασκάλου μου Αριστόβουλου Μάνεση: «δεν έρχεται καταλύσαι αλλά πληρώσαι την πολιτική δημοκρατία».

Στο σκεπτικό της πρότασης εκείνο που προβάλλεται ιδίως, είναι το ότι τα κοινωνικά δικαιώματα ούτως ή άλλως δεν εφαρμόζονται λόγω της κρίσης, με πρόδηλη  όμως την υποτιμητική αντιμετώπισή τους, σαν φτωχού συγγενή των άλλων δικαιωμάτων χωρίς δεσμευτική ισχύ. Έτσι, επιστρατεύεται ελαφρά τη καρδία η λογική «πονάει πόδι, κόβει κεφάλι», δηλαδή η κατάργησή τους, αντί της επιβεβλημένης κατά την άποψή μου κανονιστικής ενίσχυσής τους, μέσω της συνταγματικής κατοχύρωσης του «εγγυημένου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης» (την οποία έχω προτείνει επανειλημμένα ήδη από το 2000).

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η πρόταση για συρρίκνωση του οικονομικού ρόλου του κράτους, ο οποίος επίσης είναι κατάκτηση του ευρωπαϊκού προοδευτικού κινήματος, απέναντι στην ασυδοσία της αγοράς. Ιδίως επιδιώκεται  η κατάργηση την ισχύουσας συνταγματικής διάταξης για την δυνατότητα εθνικοποίησης επιχειρήσεων που «έχουν χαρακτήρα μονοπωλίου ή ζωτική σημασία για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου ή έχουν ως κύριο σκοπό την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο», λες και το πρόβλημα σήμερα είναι  να τεθούν περαιτέρω συνταγματικά όρια στον κρατικό οικονομικό παρεμβατισμό και όχι στην άκριτη ιδιωτικοποίηση των πάντων…

Τέλος και η πρόταση για ιδιωτικά Πανεπιστήμια φέρει εμφανή την σφραγίδα του νεοφιλελευθερισμού, διότι δεν περιέχει καμία από τις εγγυήσεις που κατά καιρούς έχουν προταθεί (μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας, αυστηρές  προδιαγραφές για την αδειοδότηση και έντονη κρατική εποπτεία), προκειμένου να αποφευχθεί μια βαλκανική απομίμηση της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, με ελαφρώς αναβαθμισμένα ιδιωτικά ΙΕΚ, ή μια άλλου τύπου επανάληψη των κακοφορμισμένων προβλημάτων της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης…

 

Αναδημοσίευση από "Εφημερίδα των Συντακτών", 24.07.2016

Η τηλεόραση υπό κυβερνητικό έλεγχο

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Αναπληρωτής καθηγητής Δημοσίου Δικαίου / Ξενοφώντας Κοντιάδης, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου / Φίλιππος Σπυρόπουλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

Η τροπολογία με την οποία ο αριθμός των δημοπρατούμενων τηλεοπτικών αδειών ορίσθηκε σε τέσσερις (4), και η αρμοδιότητα της οργάνωσης της διαγωνιστικής διαδικασίας για τη χορήγησή τους ανατέθηκε στον υπουργό Επικρατείας, πάσχει πολλαπλά.

Η συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (άρθρο 15 παρ. 2) υπήγαγε τον έλεγχο και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων επί της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ. Πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση, η αρμοδιότητα του καθορισμού του αριθμού των τηλεοπτικών αδειών ανήκε στον υπουργό Τύπου και ΜΜΕ, η δε σχετική ρύθμιση προέβλεπε την εξάντληση των τεχνικών δυνατοτήτων, δηλαδή τη χορήγηση τόσων τηλεοπτικών αδειών όσο ήταν τεχνικώς εφικτό (βλ. άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2328/1995). Η αρμοδιότητα αυτή μεταφέρθηκε με την αναθεώρηση, άνευ άλλου τινός, στο ΕΣΡ, κατ’ αποκλειστικότητα. Επομένως, η τροπολογία αντίκειται στη συνταγματική διάταξη.

Στην αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας αναφέρεται ότι το αναθεωρημένο άρθρο 15 του Συντάγματος για τη ραδιοφωνία και τηλεόραση περιορίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ στον έλεγχο και στην επιβολή κυρώσεων για παράβαση της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας.

Το άρθρο αυτό ορίζει επί λέξει: «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ … Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους … λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας …». Η αιτιολογική έκθεση κάνει προφανώς διάκριση μεταξύ του «αμέσου ελέγχου του Κράτους» αφ’ ενός και του «ελέγχου και της επιβολής διοικητικών κυρώσεων» εκ μέρους του ΕΣΡ αφ’ ετέρου. Δηλαδή, κατά την αιτιολογική έκθεση, ο «έλεγχος» που ασκεί το ΕΣΡ είναι τμήμα μόνο του «άμεσου ελέγχου του Κράτους», το υπόλοιπο του οποίου ασκείται από τον αρμόδιο υπουργό.

Πλην όμως, ο έλεγχος του ΕΣΡ δεν είναι «έλεγχος για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων», αλλά «έλεγχος και επιβολή διοικητικών κυρώσεων». «Αμεσος έλεγχος του Κράτους» και «έλεγχος από το ΕΣΡ», και μάλιστα κατ’ αποκλειστικότητα, είναι ένα και το αυτό. Ορθώς επισημαίνεται στην επιστήμη, προ πολλού, ότι δεν υπάρχουν δύο ή τρεις έννοιες του «άμεσου ελέγχου του Κράτους», αλλά μόνο μία, εκείνη που καλύπτει όλα τα θέματα που μπορούν να επηρεάσουν ουσιωδώς τη ραδιοτηλεοπτική δραστηριότητα. Σε αυτά περιλαμβάνεται και η χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών, συνεπώς και ο καθορισμός του αριθμού τους, αφού το ζήτημα αυτό συναρτάται άμεσα με τη διασφάλιση του πλουραλισμού της πληροφόρησης, την οποία εγγυάται, κατά το Σύνταγμα, το ΕΣΡ και όχι τα πολιτικά όργανα του Κράτους, δηλαδή η Κυβέρνηση ή η Βουλή.

Ο καθορισμός του αριθμού των τηλεοπτικών αδειών μόνο σε τέσσερις αντίκειται στην αρχή του πλουραλισμού της τηλεοπτικής πληροφόρησης, που επιβάλλει τη βέλτιστη αξιοποίηση των διαθέσιμων τεχνικών πόρων, ώστε να δοθεί η δυνατότητα εισόδου στο τηλεοπτικό σύστημα του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Η Ελλάδα κινδυνεύει να είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη, όπου η μετάβαση από την αναλογική στην ψηφιακή τηλεόραση θα έχει ως συνέπεια τη μείωση του πλουραλισμού της τηλεοπτικής πληροφόρησης, η διασφάλιση του οποίου, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την πραγμάτωση του δικαιώματος των πολιτών στην πληροφόρηση.

Από τα παραπάνω προκύπτει (α) ότι η αρμοδιότητα καθορισμού του αριθμού των τηλεοπτικών αδειών ανήκει αποκλειστικά στο ΕΣΡ, (β) ότι ο αριθμός αυτός πρέπει να ανταποκρίνεται, κατά το δυνατόν, στην εξάντληση των διαθέσιμων τεχνικών πόρων με γνώμονα την αρχή του πλουραλισμού και (γ) ότι η αρμοδιότητα της οργάνωσης της διαγωνιστικής διαδικασίας ανήκει επίσης κατ’ αποκλειστικότητα στο ΕΣΡ, ως τμήμα του «ελέγχου» του.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Καθημερινή, 12.02.2016

ΕΔΔΑ, αρχή της ισότητας των όπλων και αυτεπάγγελτη εξέταση νομικών ζητημάτων στη διοικητική δίκη υπό το πρίσμα των σύγχρονων προτάσεων για τη θεσμοποίηση του εισηγητή δικαστή στις διοικητικές διαφορές ουσίας

Βαρβάρα Μπουκουβάλα, Πρωτοδίκης ΔΔ, ΔΝ

Η μελέτη αυτή πραγματεύεται τρία ζητήματα: α. τον αυτεπάγγελτο έλεγχο του διοικητικού δικαστή, β. την υποχρέωση ενημέρωσης του διαδίκου για τα ζητήματα που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ενόψει της αρχής της ισότητας των όπλων και της εκατέρωθεν ακροάσεως ως προϋποθέσεων της δίκαιης δίκης, και γ. τα υπέρ και τα κατά της θεσμοποίησης του εισηγητή δικαστή στις διοικητικές διαφορές ουσίας, ως παράπλευρες όψεις μίας κοινής οπτικής: την επιτάχυνσης της διοικητικής δίκης και την τήρηση των αρχών της δίκαιης δίκης. 

(Γραπτή μορφή προφορικής εισήγησης σε συνέδριο της ένωσης διοικητικών δικαστών)

Διαφυλάσσοντας την τιμή της δικαιοσύνης: η μισθολογική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών

Νικηφόρος Παναγής, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου (ΕΚΠΑ), MJur (Oxon.), MPhil in Law student (Oxon.), Δικηγόρος (ΔΣΑ). Ηλ. διεύθυνση: nikiforos.panagis@law.ox.ac.uk.

Σε μια τέτοια περίοδο, το ζήτημα της μισθολογικής μεταχείρισης των δικαστικών λειτουργών αντανακλά με ευκρίνεια το ερώτημα με ποια μέθοδο – και ιδίως με ποιαν αιτιολόγηση ή με ποιον έλεγχο – λαμβάνονται οι αποφάσεις σε ένα πολίτευμα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ιδίως όταν αφορούν σε μέτρα με ισχυρές επιπτώσεις στις οικονομικές πολιτικές. Εξάλλου, σε επίπεδο συνταγματικής πράξης, το εν λόγω ζήτημα παράδειγμα ενισχύει την αντίληψη ότι για την εξεύρεση του θετικού και ιδίως του δικαιοπολιτικού περιεχομένου τής δικαστικής ανεξαρτησίας – και, θα γενίκευε κανείς ενδεχομένως με μια δόση αυθαιρεσίας, όλων των θεσμικών εγγυήσεων κάθε πολιτειακής εξουσίας – απαιτείται θεσμικός διάλογος και ένας ελάχιστος βαθμός σύγκλισης μεταξύ των οργάνων των τριών εξουσιών ως προς τη θέση καθεμιάς στο πολίτευμα. Ταυτόχρονα, αποτελεί θλιβερό παράδειγμα μιας περίπτωσης όπου τα πολιτειακά όργανα, σε καθεστώς πόλωσης μεταξύ τους και με την ανοχή ή και την ενθάρρυνση ικανής μερίδας τού επιστημονικού λόγου – ο οποίος, υπακούοντας στη σεξπιρική ρήση, αρθρωνόταν με γνώμονα όχι το χρέος αλλά το θυμικό –, εισήγαγαν εκκωφαντικές παραφωνίες στο συνταγματικό δίκαιο, θετικό και νομολογιακό.

Δεν αναμένει κανείς να έχουν σταθερό περιεχόμενο οι έννοιες που συναρθρώνουν τη σύγχρονη θεσμική αρχιτεκτονική και οριοθετούν τις σχέσεις μεταξύ των πολιτειακών οργάνων· αντίθετα, καθ’ όσον ο ρόλος κάθε οργάνου εντός τού πολιτεύματος διαμορφώνεται – αργά αλλά πάντως αισθητά – ενόψει των ιστορικών εξελίξεων, είναι θεμιτό και πιθανώς απαραίτητο να ανανοηματοδοτούνται οι εν λόγω έννοιες και να επανεξετάζεται το συνταγματικό πλαίσιο εντός τού οποίου αλληλεπιδρούν οι φορείς άσκησης της κρατικής εξουσίας. Αυτό που κανείς αναμένει, όμως, και που η απουσία του χάσκει απογοητευτική, είναι εκείνος ο ελάχιστος βαθμός συναίνεσης που θα καθιστούσε εφικτό και εποικοδομητικό τον σχετικό θεσμικό διάλογο. Με τη σειρά της, ίσως αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτειακών οργάνων και η εντεύθεν ανεπάρκεια εύρυθμης συλλειτουργίας τους ερμηνεύει την αμηχανία των θεσμών και τού κράτους μπροστά στο φαινόμενο που συνεκδοχικά αποκαλείται οικονομική κρίση – ίσως, λοιπόν, να πρέπει να προταχθεί η οικοδόμηση αυτής της εμπιστοσύνης και η αποκατάσταση αυτής της συλλειτουργίας για να καταστεί πραγματοποιήσιμη η ανάσχεση του φαινομένου.

Ιθαγένεια στο προτεινόμενο σχέδιο Συντάγματος: μια παράλειψη με σημασία

Γρηγόρης Τσιούκας, ΔΝ ΑΠΘ, ειδικός επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη

Τις προηγούμενες μέρες είδε το φως της δημοσιότητας ένα ενδιαφέρον κείμενο-πρόταση Συντάγματος ομάδας δημόσιων προσώπων, στην οποία συμπεριλαμβάνονται σημαντικοί συνταγματολόγοι της Χώρας. Στο λιτό και περιεκτικό αυτό κείμενο περιέχονται επιλογές νέας  συνταγματικής ρύθμισης για σειρά ζητημάτων που αφορούν τόσο το πεδίο της διαρρύθμισης των θεσμών της Πολιτείας και τον τρόπο λειτουργίας τους, όσο και το πεδίο των δικαιωμάτων. Αναμφίβολα, ζητήματα όπως αυτή της κατάργησης των ειδικών συνταγματικών προβλέψεων για τη σχέση του ελληνικού Κράτους και της Εκκλησίας της Ελλάδος, της ενίσχυσης των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας, της συμπερίληψης στο Σύνταγμα βασικών αρχών του εκλογικού συστήματος, της απλούστευσης της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος, της συγχώνευσης πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων, της δυνατότητας ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων, των πιο περιορισμένων προβλέψεων σχετικά με τα κοινωνικά δικαιώματα κ.α. αναμένεται να προκαλέσουν ζωηρές συζητήσεις, καθώς οι απαντήσεις δεν είναι μονοσήμαντες και πολλές από τις προτεινόμενες λύσεις είναι αμφιλεγόμενες. Όπως, άλλωστε, αμφιλεγόμενη είναι ακόμη και η ίδια η αναγκαιότητα έναρξης διαδικασιών αναθεώρησης στην παρούσα φάση ρευστότητας του πολιτικού συστήματος.  

Πέραν, όμως, των προαναφερόμενων βαρύνουσας σημασίας ζητημάτων που ανοίγουν και αφορούν την επερχόμενη παρέμβαση στο συνταγματικό πλαίσιο της Χώρας, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ένα – όπως φαίνεται – δευτερεύουσας σημασίας ζήτημα  που νομίζω ότι λείπει από το προτεινόμενο κείμενο Συντάγματος. Και αυτό δεν είναι άλλο από την απουσία οποιασδήποτε ρύθμισης αναφορικά με ζητήματα που θέτει η εδώ και 25 χρόνια παρουσία στη χώρα μη Ελλήνων πολιτών που σύμφωνα τουλάχιστον με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής αγγίζουν και μάλλον ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Και για ποιο λόγο θα ρωτούσε κάποιος είναι αναγκαία η πρόβλεψη ειδικών ρυθμίσεων για τους μετανάστες που διαμένουν στην Ελλάδα και εν τοις πράγμασι εντάσσονται στην ελληνική κοινωνία; Δεν επαρκούν οι προτεινόμενες ρυθμίσεις για τα δικαιώματα που κατ` αρχήν διατυπώνονται με τρόπο που καλύπτει κάθε πρόσωπο το οποίο εμπίπτει στο πεδίο άσκησης αρμοδιοτήτων των ελληνικών αρχών;

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι κατά τη γνώμη μου αρνητική. Και είναι αρνητική αντλώντας κυρίως από την εμπειρία του εντελώς πρόσφατου παρελθόντος και της αντιμετώπισης που επεφύλαξε το Συμβούλιο της Επικρατείας σε ορισμένες από τις διατάξεις του ν.3838/2010. Του νόμου δηλαδή που, υπηρετώντας τη λογική της θεσμικής υποβοήθησης της ενταξιακής πορείας των αλλοδαπών που διαμένουν στην Ελλάδα, για πρώτη φορά περιέλαβε ρυθμίσεις διευκόλυνσης της πρόσβασης αλλοδαπών στην ελληνική ιθαγένεια, αλλά και προώθησης της πολιτικής τους συμμετοχής διά της αναγνώρισης του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση α΄ βαθμού. Δεν είναι του παρόντος η ανάλυση ούτε του νόμου που ψηφίστηκε το 2010, ούτε των αποφάσεων του αρμόδιου Τμήματος και της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά ούτε και η συνέχεια που δόθηκε στο ζήτημα με τις ρυθμίσεις του ν.4332/2015 που επιχειρεί εκ νέου να ρυθμίσει την απόκτηση ιθαγένειας από τη δεύτερη γενιά σε μια πιο περιοριστική κατεύθυνση σε σχέση με τις ρυθμίσεις του 2010, ενώ αποφεύγει να θέσει εκ νέου τη συμμετοχή αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές. Εν προκειμένω υπενθυμίζεται απλώς ότι οι μεν ρυθμίσεις του 2010 για την ιθαγένεια της δεύτερης γενιάς κρίθηκαν αντισυνταγματικές με επίκληση των συνταγματικών διατάξεων περί έθνους που κατά την άποψη του Δικαστηρίου περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια ρύθμισης του κοινού νομοθέτη – εν ολίγοις, δηλαδή, οι εν λόγω διατάξεις κρίθηκαν ως αντεθνικές – , ενώ οι ρυθμίσεις για τη συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές κρίθηκαν αντισυνταγματικές με επίκληση της έννοιας της λαϊκής κυριαρχίας και με το σκεπτικό ότι το παρόν Σύνταγμα επιφυλάσσει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για εθνικές εκλογές ή εκλογές αυτοδιοίκησης, μόνο στους Έλληνες πολίτες. Ειδικά, μάλιστα, για το ζήτημα της συμμετοχής αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έλαβε καν υπόψη του τις περί του αντιθέτου ερμηνευτικές προσεγγίσεις που εκφράστηκαν κατά την αναθεωρητική διαδικασία από τους βασικούς εισηγητές της ρύθμισης σχετικά με την συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες για την αυτοδιοίκηση που περιέχεται στο παρόν Σύνταγμα, τις ερμηνευτικές δηλαδή προσεγγίσεις του ίδιου του συνταγματικού νομοθέτη.

Με βάση τα παραπάνω, εφόσον δεν περιληφθούν στο μελλοντικό Σύνταγμα της Χώρας ρυθμίσεις τόσο για την ιθαγένεια, όσο και για τα πολιτικά δικαιώματα των αλλοδαπών, το πλαίσιο άσκησης πολιτικής στα ζητήματα αυτά θα παραμείνει δεσμευμένο από την περιοριστική και ανελαστική προσέγγιση της σχετικής νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και αν για τα ζητήματα που αφορούν την πρόσβαση στην ιθαγένεια υπάρχει περιθώριο να ευελπιστεί κανείς ότι μπορεί να επιτευχθεί μια νέα ισορροπία υπό τις ισχύουσες σήμερα συνταγματικές προβλέψεις και στο πλαίσιο των περιθωρίων που αφήνει η απόφαση που εξέδωσε το 2013 η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, για το ζήτημα της άσκησης πολιτικών δικαιωμάτων από αλλοδαπούς, όπως η συμμετοχή τους στη διαχείριση των τοπικών υποθέσεων, βρισκόμαστε σε αδιέξοδο που δύσκολα θα μπορούσε να αρθεί χωρίς παρέμβαση του συνταγματικού νομοθέτη.

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, βεβαίως, ότι όλα αυτά είναι δευτερεύουσας σημασίας ζητήματα που δεν ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία, η οποία έχει να αντιμετωπίσει άλλα πολύ πιο κρίσιμα θέματα όπως λ.χ. το περιεχόμενο των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μια τέτοια θέση, ωστόσο, θα παραγνώριζε ότι μιλάμε για τη θεσμική μεταχείριση που επιφυλάσσει η Πολιτεία στο 10% του πληθυσμού της Χώρας, σε ανθρώπους που και αυτοί αποτελούν εδώ και χρόνια αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και έχουν εύλογες προσδοκίες ως προς την πορεία και τη θέση τους στο θεσμικό μας περιβάλλον. Αλλά το ζήτημα δεν είναι σημαντικό μόνο από τη σκοπιά του ενδιαφέροντος για τους αλλοδαπούς, από τη σκοπιά των δικαιωμάτων ή από τη σκοπιά εννοιών όπως «ένταξη» και «κοινωνική συνοχή». Είναι ακόμη σημαντικότερο γιατί αφορά υπαρξιακά πρωτίστως εμάς τους σημερινούς Έλληνες και τους Έλληνες του αύριο. Τους Έλληνες ως πολίτες, ως «Λαού», ως θεμελιώδους συστατικού της Πολιτείας . Συνιστά, επομένως, αντικείμενο που δεν μπορεί παρά να ενδιαφέρει κατ` εξοχήν τον συνταγματικό νομοθέτη, ιδίως ενόψει της εμπειρίας των τελευταίων ετών και της αντιμετώπισης που έτυχε η σχετική παρέμβαση του νομοθέτη το 2010. Είναι, τέλος, ακόμη σημαντικότερο στο βαθμό που προσδιορίζει το πρόσημο της στρατηγικής της χώρας για το μέλλον της, του περιβόητου και πανταχόθεν αναζητούμενου «εθνικού σχεδίου». Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς σε ζητήματα ένταξης και δικαιωμάτων για τους αλλοδαπούς, η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς σε ζητήματα πρόσβασης στην ελληνική ιθαγένεια, στα πολιτικά δικαιώματα και εν τέλει στην πολιτική κοινότητα των Ελλήνων θα αποτελούσε ένδειξη ότι το νέο αυτό σχέδιο, η νέα στρατηγική δεν εδράζεται σε μια περιεκτική αντίληψη για την Ελλάδα και τον ελληνισμό, αλλά σε μια αντίληψη αποκλεισμού και περιχαράκωσης, σε μια αντίληψη κλειστής κοινωνίας.

 

 

Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα – A new constitution for Greece: Κείμενα εργασίας

Το κείμενο υπάρχει αναρτημένο στην ιστοσελίδα της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΕΔΩ

Βλ σχετικό διάλογο με θέμα "Χρειαζόμαστε ένα νέο Σύνταγμα;"
στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 09.05.2016 ΕΔΩ

 

Σχολιασμός:

Θωμάς Ψήμμας, «Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα»: Η συνταγματοποίηση του μνημονιακού καθεστώτος, ΕφΣυν 13.06.2016

Γρηγόρης Τσιούκας, Ιθαγένεια στο προτεινόμενο σχέδιο Συντάγματος: μια παράλειψη με σημασία, Ιούνιος 2016

Χρειαζόμαστε πραγματικά ένα Συνταγματικό Δικαστήριο; Μια πάντα επίκαιρη συζήτηση

Βασίλειος Π. Ανδρουλάκης, Πάρεδρος Σ.τ.Ε.

            1.         «Όταν … διάταξις νόμου αντίκειται εις το Σύνταγμα, ως μεταβάλλουσα δι’ απλού νομοθετήματος θεμελιώδη διάταξιν αυτού … δικαιούται το δικαστήριον να μη εφαρμόζη αυτήν εν τω θέματι περί ου δικάζει». Αυτή η κρίσιμη σκέψη της ΑΠ 23/1897 αποτελεί τη γενέθλια σκέψη του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στη πατρίδα μας, τουλάχιστον σε επίπεδο ανωτάτου δικαστηρίου. Είναι σημαντικό ότι η αρμοδιότητα του ελέγχου της αντισυνταγματικότητας αναγνωρίστηκε από την ίδια τη νομολογία, την αναγνώρισε ο ίδιος ο δικαστής υπέρ του εαυτού του και δεν προηγήθηκε ο συντακτικός ή ο αναθεωρητικός νομοθέτης.

            Από την περίοδο εκείνη το σύστημα ελέγχου της αντισυνταγματικότητας παίρνει τα βασικά του χαρακτηριστικά, δηλαδή τον διάχυτο (και όχι συγκεντρωτικό), τον παρεμπίπτοντα (και όχι ευθύ) και τον συγκεκριμένο (και όχι αφηρημένο) χαρακτήρα του. Κυρίως δε, η διάταξη που κρίνεται αντισυνταγματική δεν ακυρώνεται. Απλώς δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση.

            Ακολούθησε το Σύνταγμα του 1927, με την προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 5, κατά την οποία: «Η αληθής έννοια της διατάξεως είναι ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μη εφαρμόζουν νόμον, ούτινος το περιεχόμενον αντίκειται προς το Σύνταγμα» (το άρθρο 5 αναφερόταν στην απονομή της δικαιοσύνης από ανεξάρτητα δικαστήρια που υπόκεινται μόνο στους νόμους). Στην ερμηνευτική αυτή δήλωση στηρίχθηκε η πρώτη απόφαση του Σ.τ.Ε., η 1/1929, με την οποία κρίθηκε αντίθετη προς το Σύνταγμα νομοθετική διάταξη περί ιδρύσεως υπηρεσιακού συμβουλίου που δεν πληρούσε τους όρους που έθετε το άρθρο 114 του τότε ισχύοντος Συντάγματος.

            Το Σύνταγμα του 1975 είναι διεξοδικότερο ως προς το ζήτημα που μας απασχολεί, αφού όχι μόνο στο άρθρο 93 παρ. 4 επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν την ερμηνευτική δήλωση του Συντάγματος του 1927, αλλά περιέχει και τη διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2, σύμφωνα με την οποία οι δικαστές κατά την άσκηση του έργου τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους και σε καμιά περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς διατάξεις που τίθενται κατά κατάλυση του Συντάγματος (διάταξη που συμπληρώνει την προηγούμενη). Επίσης, μέσω της αναθέσεως στο Α.Ε.Δ. της άρσης της αμφισβήτησης ως προς την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα διατάξεων τυπικού νόμου, όταν υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων, ο έλεγχος συνταγματικότητας οργανώνεται πληρέστερα και από δικονομικής πλευράς. Οπότε, από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος 1975 είναι δυνατή η κήρυξη ως ανίσχυρης erga omnes διατάξεως νόμου που κρίνεται αντίθετη προς το Σύνταγμα με απόφαση του Α.Ε.Δ. και για τούτο η σχετική απόφαση δημοσιεύεται στην ΕτΚ. Στην καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, οργάνωση του ελέγχου συνετέλεσε η αναθεώρηση του 2001: Με τη νέα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 100, όταν ένα τμήμα ανωτάτου δικαστηρίου κρίνει ότι διάταξη νόμου είναι αντισυνταγματική οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στην οικεία Ολομέλεια προς οριστική κρίση. Τέλος, σε επίπεδο νόμου (άρθρο 1 του ν. 2479/1997, Α’ 67), προβλέπεται η δυνατότητα παρεμβάσεως τρίτων προσώπων στις ενώπιον του Α.Ε.Δ. και των Ολομελειών των ανωτάτων δικαστηρίων δίκες στις οποίες τίθεται ζήτημα συμφωνίας διατάξεως νόμου προς το Σύνταγμα.

            Εν τω μεταξύ, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στα τέλη του ΧΙΧ αι. και τα πρώτα χρόνια του ΧΧ αι. η Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα όπου ασκείται δικαστικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων. Στη δεκαετία του 1920 ιδρύεται το πρώτο Συνταγματικό Δικαστήριο, το Αυστριακό, υπό την επίδραση, όπως ξέρουμε, των ιδεών του Κέλσεν, ενώ μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, όταν πλέον επικρατεί η αντίληψη ότι ο έλεγχος της αντισυνταγματικότητας αποτελεί στοιχείο του κράτους δικαίου, Συνταγματικά Δικαστήρια ιδρύονται σιγά – σιγά σε πολλές χώρες. Το ίδιο κύμα ιδρύσεως Συνταγματικών Δικαστηρίων, ως στοιχείο εμπέδωσης του κράτους δικαίου, παρατηρείται, υπό την ώθηση του Συμβουλίου της Ευρώπης, μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, στα πρώην σοσιαλιστικά κράτη.

            Έτσι, η Ελλάδα ενώ στα τέλη του ΧΙΧ αι. ήταν η μόνη ευρωπαϊκή χώρα όπου ασκείτο διάχυτος, συγκεκριμένος και παρεμπίπτων δικαστικός έλεγχος αντισυνταγματικότητας των νόμων, αποτελώντας, κατά τη διατύπωση του Α. Καϊδατζή, «παρέκκλιση από τα ευρωπαϊκά πρότυπα», έναν αιώνα μετά, στα τέλη του ΧΧ αι., έχει χάσει τη μοναδικότητά της αυτή, παραμένοντας πλέον από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες όπου ο έλεγχος αυτός δεν ασκείται από Συνταγματικό Δικαστήριο αλλά διατηρεί τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

            2.         Σε προτάσεις αναθεωρήσεως του Συντάγματος, από τη δεκαετία του 1990 έως σήμερα, αλλά και σε κείμενα και παρεμβάσεις πολιτικών και ακαδημαϊκών, υποστηρίζεται η ιδέα δημιουργίας και στην Ελλάδα Συνταγματικού Δικαστηρίου.

            Βασικό επιχείρημα που προβάλλεται υπέρ της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι η ανασφάλεια δικαίου που δημιουργείται από το ισχύον σύστημα ελέγχου της αντισυνταγματικότητας των νόμων, οφειλόμενη στο ότι μπορεί να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις των δικαστηρίων, στο ότι ο νόμος μπορεί να κριθεί αντισυνταγματικός πολλά χρόνια μετά την έναρξη εφαρμογής του και στο ότι, από τη στιγμή που τεθεί το ζήτημα της ασυμφωνίας μιας νομοθετικής διάταξης προς το Σύνταγμα, απαιτείται πολύς χρόνος μέχρι την οριστική επίλυση του θέματος. Υποστηρίζεται ότι το ισχύον σύστημα λειτουργούσε ικανοποιητικά στο παρελθόν όταν η νομοθετική δραστηριότητα δεν ήταν ούτε τόσο λεπτομερής, ούτε τόσο συχνή όσο σήμερα. Με την ταχύτητα που εξελίσσεται η σύγχρονη ζωή, δεν μπορούμε να αναμένουμε να λυθεί οριστικά το όποιο ζήτημα συνταγματικότητας μετά την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος και αφού εκδοθούν αντίθετες δικαστικές αποφάσεις, που θα επιτείνουν τη σύγχυση και την ανασφάλεια. Επιβάλλεται άμεση εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων σχετικά με τη συνταγματικότητα των νόμων. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, στη σύντομη επίλυση θα συντελέσει το Συνταγματικό Δικαστήριο.

            Υπάρχει, όμως, και διαφορετική προσέγγιση, που δεν εστιάζει τόσο στο ζήτημα της (αν)ασφάλειας δικαίου και της ταχύτητας. Σύμφωνα με αυτή, το σύστημά μας είναι μόνο κατ’ όνομα διάχυτου ελέγχου. Στην πράξη και στη δικονομία έχουν αναπτυχθεί ισχυροί μηχανισμοί συγκέντρωσης του ελέγχου, ιδίως στο χώρο της διοικητικής δικαιοσύνης, όπου η συνταγματική κατοχύρωση της αιτήσεως ακυρώσεως, το τεκμήριο του ακυρωτικού ελέγχου υπέρ του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά και η συνταγματική κατοχύρωση της αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κάμπτουν ως ένα σημείο τον διάχυτο έλεγχο συνταγματικότητας και του προσδίδουν στοιχεία συγκεντρωτικού. Με την αντίληψη αυτή, περισσότερο από κάθε άλλη, συνδυάζεται κριτική στη νομολογία. Οπότε, σύμφωνα με τον Ε. Βενιζέλο, «το συνταγματικά κρίσιμο ζήτημα [είναι] … ο τρόπος συγκρότησης του αρμοδίου δικαστηρίου και η σχέση του με τα πολιτικά όργανα του κράτους. Δηλαδή, η θεσμική ισορροπία πολιτικής εξουσίας και δικαστικής εξουσίας». Εδώ αναδεικνύεται ανάγλυφα μια μορφή δυσπιστίας απέναντι στον τακτικό δικαστή, τον επαγγελματία δικαστή, ο οποίος, όπως υπονοείται, δεν έχει την αναγκαία πολιτική ευαισθησία στην προσέγγιση και κατανόηση του κειμένου του νόμου. Για τούτο αναζητείται ένα άλλο όργανο, το Συνταγματικό Δικαστήριο, που θα αναλάβει την ιδιαίτερη αυτή αρμοδιότητα του ελέγχου της συνταγματικότητας, που εξ ορισμού έχει και πολιτικές διαστάσεις, εφ’ όσον ο νόμος αποκρυσταλλώνει την πολιτική ισορροπία που έχει επιτευχθεί στο Κοινοβούλιο. Συμπληρωματικά προβάλλεται, ως επιπλέον επιχείρημα υπέρ του Συνταγματικού Δικαστηρίου, πως όλες σχεδόν οι ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν πλέον τέτοιου τύπου δικαιοδοσίες.

            Σε πρόσφατες προσεγγίσεις, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, επισημαίνεται ιδιαιτέρως το ζήτημα του ελέγχου ζητημάτων λειτουργίας των θεσμών, που με τα κρατούντα δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, αλλά και το ζήτημα του πληρέστερου ελέγχου της εφαρμογής των συνταγματικών κανόνων σε τομείς όπου αυτός είναι ασθενικός (π.χ. interna corporis). Για την επίλυση των εν λόγω αμφισβητήσεων προτείνεται η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Είναι αμφίβολο, βέβαια, αν μπορεί να ιδρυθεί ένα δικαστήριο αρμόδιο αποκλειστικά για τις διαφορές αυτές, χωρίς, δηλαδή, να έχει αρμοδιότητα και για την εξέταση της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας του νόμου.

            3.         Φαίνεται ότι οι προτάσεις για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν επιδιώκουν την πλήρη ανατροπή του ισχύοντος συστήματος, αλλά αποβλέπουν στον συγκερασμό του συγκεντρωτικού με τον υπάρχοντα τρόπο ελέγχου της αντισυνταγματικότητας των νόμων. Έτσι, υπερισχύει η πρόταση σύμφωνα με την οποία, όταν ένα δικαστήριο άγεται σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας οφείλει να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης και να παραπέμψει στην Ολομέλεια του οικείου δικαιοδοτικού κλάδου, η οποία, αν οδηγηθεί και αυτή σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας, οφείλει με τη σειρά της να παραπέμψει στο Συνταγματικό Δικαστήριο προς οριστική κρίση του ζητήματος. Σύστημα που θυμίζει το γαλλικό μετά την αναθεώρηση του 2008. Ίσως εισαχθούν, έχει προταθεί και αυτό, στοιχεία προληπτικού ελέγχου της συμφωνίας του ψηφισθέντος, αλλά μη εισέτι δημοσιευθέντος νόμου, προς τις συνταγματικές επιταγές. Αξίζει, στο σημείο αυτό, να επισημανθεί, ότι ο a priori, συγκεντρωτικός, έλεγχος δεν είναι τόσο δραστικός όσο ο a posteriori και συγκεκριμένος. Παρουσιάζει το μεγάλο μειονέκτημα ότι δεν μπορεί να συλλάβει επακριβώς τις συνέπειες της εφαρμογής του νόμου στην πράξη και για τον λόγο αυτό είναι, κατ’ αρχήν, περισσότερο επιφανειακός. 

            Το πλέον δυσεπίλυτο ζήτημα είναι το σχετικό με τη στελέχωση του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό δεν φαίνεται να έχει διαμορφωθεί κάποια πιο συγκεκριμένη πρόταση. Μάλλον, όμως, η τάση είναι, εκτός από επαγγελματίες δικαστές, να μετέχουν ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και εν γένει νομικοί εγνωσμένου κύρους, όλοι επιλεγόμενοι για σχετικώς μακρά θητεία από τη Βουλή, με αυξημένη πλειοψηφία.   

            4.         Δεν θεωρώ ότι υπάρχουν τέλεια συστήματα. Καθένα έχει πλεονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα, τα οποία, μάλιστα, συνήθως αποτελούν την άλλη όψη των πλεονεκτημάτων. Για παράδειγμα, το ισχύον σύστημα έχει ως πλεονέκτημα το ότι το επίδικο ζήτημα αποτελεί αντικείμενο ευρύτερης συζήτησης μεταξύ των δικαστηρίων της ουσίας και του ανωτάτου, αλλά και μεταξύ δικαστηρίων διαφορετικών δικαιοδοσιών. Έχει έναν πιο δημοκρατικό χαρακτήρα. Αυτό, όμως, μπορεί να είναι και το μειονέκτημά του διότι έτσι καθυστερεί η οριστική επίλυση του ζητήματος.

            Δεν θεωρώ, επίσης, ότι το ισχύον σύστημα αποτελεί μέρος των μη αναθεωρητέων διατάξεων του Συντάγματος, όπως έχει υποστηριχθεί. Ασφαλώς και ο αναθεωρητικός νομοθέτης μπορεί να οργανώσει όπως θεωρεί ορθότερο τον τρόπο ελέγχου της αντισυνταγματικότητας των νόμων.

            Ωστόσο, οποιαδήποτε πρόταση αλλαγής πρέπει να στηρίζεται σε ακριβή αποτύπωση του προβλήματος και, πάντως, πρέπει να προηγηθεί η αναζήτηση άλλων, ηπιότερων λύσεων, πιο κοντά στην μακροχρόνια παράδοση που έχει αναπτυχθεί στη χώρα μας. Για τούτο δεν μπορεί παρά να είναι κανείς επιφυλακτικός στο ζήτημα της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου, που εν πάση περιπτώσει συνεπάγεται μείζονα μεταβολή της συνταγματικής τάξης, με άδηλα αποτελέσματα.

            5.         Το επιχείρημα ότι η ανάγκη ασφάλειας δικαίου επιβάλλει την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, είναι πολύ σοβαρό. Μόνο που είναι παρωχημένο τόσο σε σχέση με τον γενικό προβληματισμό περί ελέγχου αντισυνταγματικότητας, όσο και ειδικότερα σε σχέση με τη διοικητική δικαιοσύνη.

            Είναι παρωχημένο, διότι προϋποθέτει μια έννομη τάξη ενιαία και ιεραρχικά δομημένη, όπου οι κάθε λογής κανόνες δικαίου δεν πρέπει να αντίκεινται στους αμέσως ανωτέρους τους, και όπου, επομένως, ο νόμος δεν πρέπει να είναι αντίθετος με το υπεράνω αυτού ευρισκόμενο Σύνταγμα. Ευτυχώς ή δυστυχώς, όμως, τα πράγματα δεν είναι πλέον τόσο απλά. Η ένταξη της Χώρας σε υπερεθνικούς οργανισμούς έχει υποβαθμίσει, μας αρέσει δεν μας αρέσει, την εσωτερική έννομη τάξη, ακόμα και το ίδιο το Σύνταγμα. Η συνολική έννομη τάξη είναι πολυεπίπεδη, οι δε εσωτερικοί κανόνες πρέπει να συνυπάρξουν, να συναρθρωθούν και να μην έρχονται σε αντίθεση με αυτούς που προκύπτουν από το διεθνές δίκαιο και ειδικά από την ΕΣΔΑ, αλλά και με αυτούς του ενωσιακού δικαίου. Έτσι, η ανάγκη της ασφάλειας δικαίου, η οποία προβάλλεται με το επιχείρημα αυτό, θα επέβαλε το Συνταγματικό Δικαστήριο να είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της μη αντίθεσης του νόμου όχι μόνο με το Σύνταγμα, αλλά και με το δίκαιο της ΕΣΔΑ και το Ενωσιακό, στο οποίο βέβαια περιλαμβάνεται και ο Χάρτης των δικαιωμάτων˙ και μένει πάντα ανοιχτό το ζήτημα της μη αντίθεσης του ίδιου του Συντάγματος με τις δύο αυτές δικαιοταξίες. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν προτείνεται, ούτε θα ήταν δυνατόν να προταθεί, για πολύ πρακτικούς λόγους: Διότι τότε θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε το ενδεχόμενο ιδρύσεως ενός διογκωμένου δικαστηρίου, με πολλούς δικαστές και ακόμα περισσότερους δικαστικούς υπαλλήλους, όπου ο κίνδυνος της ακόμα μεγαλύτερης καθυστέρησης και ανασφάλειας θα ήταν σχεδόν βέβαιος. Ειδικά ως προς το Ενωσιακό δίκαιο, αυτό θα ήταν και αντίθετο με τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Άρα ποιος ο λόγος ίδρυσης μίας ακόμα δικαιοδοσίας, της συνταγματικής, για τον μερικό, κατ’ ουσίαν, έλεγχο του νόμου;

            Ως προς τη διοικητική δικαιοσύνη ειδικότερα, το ζήτημα της ασφάλειας δικαίου, σε όποιο βαθμό υφίσταται, αντιμετωπίζεται επαρκώς με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (Α’ 213) περί πρότυπης/πιλοτικής δίκης. Είναι γνωστές και δεν χρειάζεται ειδικότερη αναφορά σ’ αυτές. Πρόκειται για θεσμό ο οποίος έχει λειτουργήσει ικανοποιητικά στην πράξη, εξασφαλίζοντας την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και την επίκαιρη επίλυση των ζητημάτων συνταγματικότητας. Με βάση τη διαδικασία αυτή εκδόθηκαν αρκετές σημαντικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σε ζητήματα που απασχόλησαν τα δικαστήρια της ουσίας και την κοινή γνώμη, όπως είναι οι αποφάσεις για τις περικοπές στις συντάξεις (Σ.τ.Ε. 2287-2290/2015 Ολομ.), η συνταγματικότητα διατάξεων του ν. 4014/2011 σχετικά με τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών (Σ.τ.Ε. 1118/2014 Ολομ.), ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός μη ληξιπρόθεσμων χρεών προς το δημόσιο (Σ.τ.Ε. 2164/2012 επταμ.), η συνταγματικότητα των διατάξεων του ν. 3843/2010 σχετικά με τη νομιμοποίηση ημιυπαιθρίων χώρων (Σ.τ.Ε. 1971/2012 Ολομ.), η υποχρέωση κατάθεσης του 50% της φορολογικής ή τελωνειακής οφειλής ως όρος παραδεκτού της εφέσεως (Σ.τ.Ε. 1619/2012 Ολομ.) κ.ά.       

            Εξ άλλου, όπως έχει δείξει με πλούσια επιχειρηματολογία ο καθηγητής Γιαννακόπουλος, η στενή διαπλοκή του ελέγχου συνταγματικότητας με τον έλεγχο συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο, μάλλον υπέρ της διατήρησης του διάχυτου συστήματος ελέγχου συνηγορεί, έστω και εξορθολογισμένου με τις προβλέψεις του ν. 3900/2010. 

            6.         Πολλοί σχολιαστές της πρότασης για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, επεσήμαναν ότι αυτή ελαυνόταν από δυσπιστία απέναντι στη νομολογία, ειδικότερα σε ζητήματα σχετικά με τη χωροταξία, το περιβάλλον, τις επενδύσεις, νομολογία που, όπως λέγεται, λόγω της ακαμψίας της, δυσχεραίνει την πραγματοποίηση επενδύσεων, αλλά και απέναντι στη νομολογία τη σχετική με μισθολογική και επιδοματική πολιτική των κυβερνώντων. Επομένως, ο έλεγχος των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων από ένα συνετότερο, λόγω της συγκροτήσεώς του Συνταγματικό Δικαστήριο, θα παρεμβάλλει λιγότερα προσκόμματα στον νομοθέτη και θα διευκολύνει την ανάπτυξη της Χώρας. Η αντίληψη αυτή αναδεικνύει μια σύγχρονη εξέλιξη: Την όλο και μεγαλύτερη εμπλοκή του δικαστή στην πολιτική αντιπαράθεση, η οποία, όμως, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Αλιβιζάτος, «… θεωρείται σήμερα φυσιολογική και εκφράζει μια βαθύτερη τάση της σύγχρονης δημοκρατίας: την όλο και ευρύτερη αποδοχή του Συντάγματος και την εφαρμογή του στην πράξη ως συνόλου κανόνων και αρχών, που διέπουν υποχρεωτικά όχι μόνο τη συγκρότηση και την άσκηση της πολιτικής εξουσίας αλλά και την οργάνωση και λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας των σύγχρονων κρατών».

            Η επιχειρηματολογία αυτή, ανεξάρτητα από τον βαθμό ορθότητας της κριτικής που ασκείται στη νομολογία (που είναι διάφορο ζήτημα), μάλλον υπονομεύει την ιδέα ίδρυσης του Συνταγματικού Δικαστηρίου και τούτο διότι με αυτή φαίνεται ότι επιδιώκεται η δημιουργία θεσμού που θα είναι πιο «προσεκτικός» απέναντι στον νομοθέτη, δηλαδή απέναντι στην κυβερνητική πλειοψηφία. Από την άλλη, πώς προεξοφλείται η πιο «ορθή» και «συνετή» αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών; Λησμονείται, επίσης, ότι συχνά, αν όχι πάντα, οι θεσμοί, σε μια δημοκρατική πολιτεία, αποκτούν με το χρόνο δική τους δυναμική που οδηγεί στην απομάκρυνσή τους από τους αρχικούς ευσεβείς πόθους που οδήγησαν στην ίδρυσή τους. Δεν είναι απολύτως κατανοητό, επίσης, το επιχείρημα, ότι απαιτείται εξειδικευμένος δικαστής για τον έλεγχο της αντισυνταγματικότητας. Πάσχει άραγε ο ισχύων τρόπος άσκησης ελέγχου από την έλλειψη κάποιας εξειδίκευσης των ανωτάτων ιδίως δικαστών; Και σε τι άραγε θα συνίσταται αυτή;  

            Αλλά οι αιτιάσεις περί προσκομμάτων στην οικονομική  ανάπτυξη εκ μέρους της νομολογίας, προερχόμενες από εκπροσώπους της πολιτικής, πέραν του ότι φαίνεται να αγνοούν τις νομολογιακές εξελίξεις, διακρίνονται για υψηλό βαθμό υποκρισίας, στο μέτρο που παραβλέπουν, προφανώς εσκεμμένα, ότι η κακή νομοθέτηση, η συχνή και αποσπασματική μεταβολή της φορολογικής νομοθεσίας, η έλλειψη δασολογίου, η διαιώνιση της σύνταξης κτηματολογίου, η ανεπαρκής χωροταξική πολιτική, η αναποτελεσματική διοίκηση, συντελούν πολύ περισσότερο από τη νομολογία στην επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος.

            Είναι, επίσης, πολύ πιθανό η ίδρυση του Συνταγματικού Δικαστηρίου να επιφέρει υποχώρηση της νομολογιακής ενασχόλησης με τις συνταγματικές διατάξεις, για τον απλούστατο λόγο ότι το εφαρμοστέο δίκαιο σε πολλά από τα παραπάνω ζητήματα είναι ενωσιακής προελεύσεως και, επομένως, η επίλυσή τους μπορεί να γίνει χωρίς την επίκληση συνταγματικών ρυθμίσεων. Το ίδιο ισχύει και για ζητήματα ατομικών δικαιωμάτων, που ρυθμίζονται τόσο σε επίπεδο ΕΣΔΑ όσο και σε επίπεδο του Χάρτη.

            7.         Η αντιμετώπιση των οργανωτικών συνταγματικών διαφορών δεν δικαιολογεί, από μόνη της, την δημιουργία νέας δικαιοδοσίας. Ορισμένες από αυτές, και ιδιαίτερα όσες αναφέρονται σε τυπικούς όρους ψήφισης του νόμου (τα περίφημα interna corporis), αλλά και όσες κρίνει σκόπιμο ο συντακτικός νομοθέτης, μπορεί να αντιμετωπισθούν με τη ρητή αναγνώριση σχετικής αρμοδιότητας είτε των δικαστηρίων είτε του Α.Ε.Δ.

            Εγείρονται, όμως, εντονότατες αμφιβολίες για το εάν ο δικαστής πρέπει να είναι αρμόδιος για οποιοδήποτε ζήτημα ερμηνείας και εφαρμογής του Συντάγματος ανακύπτει. Ορισμένα ζητήματα, μπορεί να συζητήσουμε για το ποια είναι αυτά, πρέπει να επιλύονται σε πολιτικό επίπεδο. Δεν μπορεί να δικαστικοποιηθούν τα πάντα. Αντιθέτως, οφείλουμε να ενισχύσουμε τις διαδικασίες λογοδοσίας των πολιτικών και πραγματικού ελέγχου της δραστηριότητάς τους εκ μέρους των πολιτών, έτσι ώστε να αναβαθμιστεί πραγματικά το πολιτικό σύστημά μας, χωρίς να προστεθεί ένας ακόμα παίκτης στο πολιτικό παιχνίδι. 

            8.         Τέλος, η εμπειρία από την εκ μέρους της Βουλής αδυναμία επιλογής των Προέδρων των Ανεξάρτητων Αρχών, δεν μπορεί παρά να προκαλεί σκεπτικισμό για τη δυνατότητα επιλογής των μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου, αν βέβαια επιλεγεί αυτός ο τρόπος υπόδειξης των μελών του, και όχι κάποιος άλλος που να εγείρει ακόμα περισσότερες αμφισβητήσεις.

            9.         Από όσα ήδη αναφέρθηκαν δεν συνάγεται πως όλα λειτουργούν με ιδανικό τρόπο και ότι δεν μπορεί ή δεν πρέπει να μεταβληθεί τίποτα στο ζήτημα του ελέγχου της αντισυνταγματικότητας του νόμου. Παραδείγματος χάριν:

            Δύο από τα κατ’ εξοχήν αρμόδια πρόσωπα για να εκφέρουν γνώμη στο ζήτημα, ο πρόεδρος Σ. Ματθίας και ο πρόεδρος Χ. Γεραρής, οι οποίοι είχαν διατελέσει μέλη και πρόεδροι του ΑΕΔ, έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για τον τρόπο οργάνωσής του. Μάλιστα ο κος Γεραρής έχει διατυπώσει προτάσεις ανασυγκρότησης και αναβάθμισής του, κυρίως με την πρόβλεψη μακρύτερης θητείας των τακτικών και επικούρων μελών του, όσο και με την ανάδειξη των πρώτων από τις Ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων (και όχι με κλήρωση), με στόχο τη βελτίωση στην απονομή συνταγματικής δικαιοσύνης. Θα ήταν σκόπιμο να εμβαθύνει κανείς στις προτάσεις αυτές.

            Στην πρόληψη ενδεχόμενης αντισυνταγματικότητας, αλλά και αντίθεσης του νόμου με τους υπερκείμενους εν γένει κανόνες δικαίου, θα βοηθούσε η πρόβλεψη προληπτικού ελέγχου του σχεδίου νόμου, ο οποίος θα μπορούσε να ανατεθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας, που έχει μακρά εμπειρία στη συναφή επεξεργασία των σχεδίων προεδρικών διαταγμάτων. Μη ξεχνάμε ότι παρόμοια αρμοδιότητα έχουν και άλλα Συμβούλια της Επικρατείας διεθνώς, όπως και ότι η αρμοδιότητα αυτή προβλεπόταν κατά την ίδρυσή του. Δεν πρόκειται δηλαδή για αρμοδιότητα ξένη προς τον θεσμό. Εν πάση δε περιπτώσει, αν θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν πρέπει να αναλάβει το έργο αυτό, τούτο θα μπορούσε να ανατεθεί σε ένα «αναβαθμισμένο», σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αμέσως ανωτέρω, ΑΕΔ.              

            10.       Εν κατακλείδι: η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν αποτελεί αναγκαιότητα, δεν φαίνεται να έχει να προσφέρει πολλά πράγματα για την εμπέδωση, τη διάχυση ή την ενίσχυση του κράτους δικαίου στη πατρίδα μας. Η πρόταση μεταφύτευσης ενός τέτοιου θεσμού, αναγκαίου σε ομοσπονδιακά Κράτη, ώστε να εξασφαλιστεί η σύμφωνη με το Σύνταγμα άσκηση των αρμοδιοτήτων του ομοσπονδιακού Κράτους έναντι των ομοσπόνδων, και ο οποίος ιστορικά, και αυτή η διαπίστωση έχει την αξία της, αναπτύχθηκε συνήθως μετά από τη λαίλαπα αυταρχικών και τυραννικών καθεστώτων, δείχνει, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο καθηγητής Γιαννακόπουλος, ένα είδος «χαμηλής θεσμικής αυτοεκτίμησης» με την αναζήτηση λύσεων για την αντιμετώπιση προβλημάτων σε αλλοδαπές έννομες τάξεις, όπου, πάντως, ποτέ δεν τέθηκε ζήτημα ανατροπής ενός ισχύοντος συστήματος˙ σ’ αυτές επελέγη για συγκεκριμένους λόγους, εξ υπαρχής, σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας, συνήθως με την εγκατάσταση ενός νέου, δημοκρατικού, πολιτεύματος. Εν όψει, μάλιστα, της νεοελληνικής πραγματικότητας, δυστυχώς, οφείλουμε να σκεφτούμε ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος η λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τον τρόπο υποδείξεως των μελών του, που δεν μπορεί παρά να έχει έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά, να εκληφθεί ότι αποβλέπει να το καταστήσει «πολιτικό[ς] κηδεμόνα[ς] της δικαστικής εξουσίας», κατά την έκφραση του καθηγητή Μανιτάκη. Έτσι, σε μια εποχή εντονότατου κλονισμού της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, το Συνταγματικό Δικαστήριο θα στερηθεί εκ προοιμίου από κάθε νομιμοποίηση απέναντι στους πολίτες.  

 

                                                                                    Νοέμβριος 2015

Παραπομπές

* Το παρόν κείμενο αποτελεί γραπτή απόδοση προφορικής εισηγήσεως, σε εκδήλωση που διοργανώθηκε από το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου με τίτλο «Συνταγματικό Δικαστήριο: υπέρ ή κατά;», που διοργανώθηκε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, στις 16 Νοεμβρίου 2015. Το κείμενο δημοσιεύεται στο περιοδικό Το Σύνταγμα 1/2016.

1 Αξίζει να επισημανθεί η πρωτοποριακή διάταξη του άρθρου 96 του Κρητικού Συντάγματος του 1907, σύμφωνα με την οποία: «Τα δικαστήρια οφείλουν να μη εφαρμόζουν νόμον αντισυνταγματικόν».

2 A. Καϊδατζή: Ιστορία του δικαστικού ελέγχου των νόμων στην Ελλάδα 1844-1935, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2015, σελ. 615.

3 Ε. Βενιζέλος: Το Συνταγματικό Δικαστήριο, εφ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 29-1-2006.

4 Αρκεί να θυμηθούμε την περιπέτεια δύο σημαντικών μεταρρυθμίσεων που επιχείρησε να επιφέρει η αναθεώρηση του 2001: Αυτή του βασικού μετόχου και αυτή του επαγγελματικού ασυμβιβάστου των βουλευτών.  

5 Είναι ενδιαφέρον, πάντως, ότι για να υποστηρίξουν την επιχειρηματολογία τους, άλλοι θεωρούν ότι ο δικαστής επιδεικνύει υπερβάλλοντα ζήλο κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας και άλλοι ότι είναι διστακτικός.

6 Ν. Αλιβιζάτος: Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία, 1800-2010, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011, σελ. 33.

7 Σ. Ματθίας: Το γαλλικό «Συνταγματικό Συμβούλιο» και κάποιες σκέψεις για τη συνταγματική δικαιοσύνη στην Ελλάδα, in Tόμος Τιμητικός για τα 75 χρόνια του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 329. 

8 Χ. Γεραρής: Αναβάθμιση ή μετεξέλιξη του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, in To Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, επιμ. Α. Μανιτάκη – Α. Φωτιάδου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 121.

9 Βλ. άρθρο 82 του Συντάγματος του 1911, καθώς και το άρθρο 3 παρ. 1 του από 4-5-1935 α.ν. (Α’ 173).

10 Κ. Γιαννακόπουλος: Η πρόταση ίδρυσης συνταγματικού δικαστηρίου υπό το πρίσμα της εξέλιξης των σχέσεων μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαίου, in Η πρόκληση αναθεώρησης του Συντάγματος, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 163 επ.

11 Α. Μανιτάκης: Το Συνταγματικό Δικαστήριο: ο πολιτικός κηδεμόνας της δικαστικής εξουσίας, περιοδικό Ενώπιον του ΔΣΘ, 2006, σελ. 9 επ.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Ι. Βαρβιτσιώτης: Συνταγματικοί στοχασμοί, σελ. 87 επ., εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2014.

Σ. Βλαχόπουλος: Συνταγματικό Δικαστήριο και έλεγχος των συνταγματικών οργανωτικών διαφορών, in Τιμητικός Τόμος για τα 50 χρόνια των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, σελ. 23 επ., εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2015.

Ε. Βενιζέλος: Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, ΤοΣ 2006, σελ. 35 επ.

Ε. Βενιζέλος: Το Συνταγματικό Δικαστήριο, εφ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 29-1-2006.

Χ. Γεραρής: Αναβάθμιση ή μετεξέλιξη του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, in To Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, σελ. 121 επ., επιμ. Α. Μανιτάκη – Α. Φωτιάδου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008.

Φ. Γεωργακόπουλος: Σκέψεις για τα συστήματα ελέγχου της αντισυνταγματικότητας των νόμων, in Τιμητικός Τόμος για τα 50 χρόνια των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, σελ. 29 επ., εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2015.

Κ. Γιαννακόπουλος: Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013.

Κ. Γιαννακόπουλος: Η πρόταση ίδρυσης συνταγματικού δικαστηρίου υπό το πρίσμα της εξέλιξης των σχέσεων μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαίου, in Η πρόκληση αναθεώρησης του Συντάγματος, σελ. 163 επ., εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013.

Α. Καϊδατζής: Ιστορία του δικαστικού ελέγχου των νόμων στην Ελλάδα 1844-1935, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2015.

Σ. – Ι. Κουτνατζής: Η ανάγκη για Συνταγματικό Δικαστήριο, εφ. Καθημερινή, 3-11-2015.

Κ. Μενουδάκος: Το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, in To Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, σελ. 1 επ., επιμ. Α. Μανιτάκη – Α. Φωτιάδου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008.

Α. Μανιτάκης: Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008.

Α. Μανιτάκης: Το Συνταγματικό Δικαστήριο: ο πολιτικός κηδεμόνας της δικαστικής εξουσίας, περιοδικό Ενώπιον του ΔΣΘ, 2006, σελ. 9 επ.

Σ. Ματθίας: Το γαλλικό «Συνταγματικό Συμβούλιο» και κάποιες σκέψεις για τη συνταγματική δικαιοσύνη στην Ελλάδα, in Tόμος Τιμητικός για τα 75 χρόνια του Συμβουλίου της Επικρατείας, σελ. 329 επ., εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2004 

Π. Παυλόπουλος: Η αναθεώρηση του Συντάγματος, υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής εμπειρίας, σελ. 314 επ., εκδ. Λιβάνη, Αθήνα, 2010.

Μ. Πικραμένος: Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων υπό το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος και το πρόβλημα του Συνταγματικού Δικαστηρίου, in Πέντε χρόνια μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, τ. β’, σελ. 775 επ., εκδ. Α.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006.

Μ. Πικραμένος: Το Συμβούλιο της Επικρατείας μετά τον ν. 3900/2010, in Συμβούλιο της Επικρατείας. Εφαρμογές Διοικητικού, Ουσιαστικού και Δικονομικού Δικαίου, σελ. 1097 επ., επιμ. Χ. Χρυσανθάκη, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2012.

Α. Ράντος: Η αναθεωρητική πρόταση δημιουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα, in To Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, σελ. 13 επ., επιμ. Α. Μανιτάκη – Α. Φωτιάδου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2008.

Β. Σκουρής – Ε. Βενιζέλος: Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, εκδ. Α.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1985.

Κ.Χ. Χρυσόγονος: Η νέα συνταγματική αναθεώρηση και το ζήτημα της συνταγματικής δικαιοσύνης, in To Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, σελ. 47 επ., επιμ. Α. Μανιτάκη – Α. Φωτιάδου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2008.

ΣτΕ 85/2016: Επεξεργασία σχεδίου προεδρικού διατάγματος «Ίδρυση Εισαγωγικής Κατεύθυν­σης Μουσουλμανικών Σπουδών στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολο­γικής Σχολής

Αριθμός 85/2016

Π Ρ Α Κ Τ Ι Κ O   Σ Υ Ν Ε Δ Ρ Ι Α Σ Ε Ω Σ
Κ Α Ι  Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η
ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ Ε΄

________________
Μ Ε Λ Η: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Αντ. Ντέμσιας, Σύμβουλος, Μ.-Ελ. Παπαδημήτρη, Πάρεδρος. Εισηγήτρια, η Πάρεδρος Μ.-Ελ. Παπαδημήτρη.

Α Ν Τ Ι Κ Ε Ι Μ Ε Ν Ο: Επεξεργασία σχεδίου προεδρικού διατάγματος «Ίδρυση Εισαγωγικής Κατεύθυν­σης Μουσουλμανικών Σπουδών στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολο­γικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».

Το Τμήμα συνήλθε με την ανωτέρω σύνθεση στις 11 Απριλίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Κ. Γκιώκα, για να επεξεργασθεί το ανωτέρω σχέδιο προεδρικού διατάγματος, το οποίο διαβιβάσθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας από τη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης με το 498/4.4.2016 έγγραφό της, που πρωτοκολλήθηκε αυθημερόν.
Κατά τη συνεδρίαση έλαβε τον λόγο η εισηγήτρια, η οποία αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του υπό επεξεργασία σχεδίου προεδρικού διατάγματος και ανέπτυξε τη γνώμη της για τα ζητήματα που προκύπτουν.

Ακολούθησε συζήτηση μεταξύ των μελών και το Τμήμα γνωμοδότησε ως εξής:
Γ ν ω μ ο δ ό τ η σ η

  1. Με το υπό επεξεργασία σχέδιο επιδιώκεται η ίδρυση Εισαγωγικής Κατευθύνσεως Μουσουλμανικών Σπουδών στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
  2. Επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τις υπογραφές που έχουν τεθεί στο υποβληθέν στο Συμβούλιο της Επικρατείας σχέδιο π.δ/τος (Εισηγητή, Τμηματάρχη, Διευθυντή, Γενικού Διευθυντή, Γενικού Γραμματέα), η διαδικασία ολοκληρώσεως της συντάξεως του σχεδίου φέρεται να έχει περατωθεί την 26.10.2015. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 3 του υπό επεξεργασία σχεδίου η έναρξη της εκπαιδευτικής λειτουργίας της ανωτέρω κατευθύνσεως ξεκινά από το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017, δηλαδή θα πρέπει η εν λόγω κατεύθυνση να περιληφθεί στο οικείο μηχανογραφικό δελτίο. Εντούτοις το σχέδιο, το οποίο, μάλιστα, φέρει ημερομηνία 17.3.2016 και χαρακτηρίζεται επείγον από το με αριθ. πρωτ. 47420/Ζ1/21.3.2016 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων, περιήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας μόλις την 4.4.2016, όπως προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 498/4.4.2016 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας της Κυβερνήσεως. Το γεγονός αυτό, δηλαδή η εντός ευρύτατων χρονικών περιθωρίων προετοιμασία του σχεδίου διατάγματος (που, άλλωστε, έχει δύο μόνον άρθρα) από τη Διοίκηση και η εν συνεχεία υποβολή του στο Συμβούλιο της Επικρατείας λίγο πριν από την έναρξη εφαρμογής των ρυθμίσεών του, υποβαθμίζει το Δικαστήριο από αρμόδιο κατά το Σύνταγμα όργανο για τον έλεγχο νομιμότητας των σχεδίων προεδρικών διαταγμάτων σε απλό ταχύρρυθμο διεκπεραιωτή της σχετικής αρμοδιότητας. Συνεπώς, η τακτική αυτή δεν πρέπει να επαναληφθεί.
    3. O ν. 4009/2011 (Α΄ 195) ορίζει στο άρθρο 7 παρ. 6, όπως η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 4076/2012 (Α΄ 159) και το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 4132/2013 (Α΄ 59) ότι:

«Με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 3, 4 και 5, με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού μπορούν να συγχωνεύονται, κατατέμνονται, μετονομάζονται και καταργούνται Α.Ε.Ι. και να μεταβάλλεται η έδρα τους, καθώς επίσης και να ιδρύονται, συγχωνεύονται, κατατέμνονται, μετονομάζονται και καταργούνται Σχολές ή και Τμήματα και να μεταβάλλεται η έδρα τους, για τους ακόλουθους λόγους: Όταν είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων κοινωνικών αναγκών για την ανάπτυξη της ανώτατης εκπαίδευσης ή για την καλλιέργεια νέων επιστημονικών και τεχνικών πεδίων ή πεδίων διεπιστημονικού χαρακτήρα που κρίνονται απαραίτητα για την οικονομικοκοινωνική ανάπτυξη της χώρας και δεν καλύπτονται με επάρκεια από τα Α.Ε.Ι ή τις Σχολές ή τα Τμήματα που λειτουργούν β) … γ) … δ) … Ο Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού πριν την υποβολή της ανωτέρω πρότασης υποβάλει ερώτημα, συνοδευόμενο από ειδική τεκμηρίωση, για έκδοση γνώμης από την Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ), καθώς και από το Συμβούλιο των οικείων ιδρυμάτων, μετά από διατύπωση γνώμης της Συγκλήτου αυτών. Στα ιδρύματα που δεν έχει ακόμα συγκροτηθεί Συμβούλιο, η ανωτέρω αρμοδιότητα ασκείται από τη Σύγκλητο. Οι ανωτέρω γνώμες θεωρείται ότι εδόθησαν μετά την άπρακτη παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την περιέλευση του ερωτήματος από τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού σε αυτές. Για εξαιρετικούς λόγους, όπως ενδεικτικά είναι η υποβολή διευκρινιστικών ερωτημάτων από τα γνωμοδοτούντα όργανα, η ανωτέρω προθεσμία μπορεί να παρατείνεται για (7) ημέρες. Περαιτέρω παράταση της προθεσμίας αποκλείεται».

Περαιτέρω, στην παρ. 10α του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου, η οποία προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 4142/2013 (Α΄ 83) ορίζεται ότι:

«για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που προκύπτουν από την ίδρυση, συγχώνευση, κατάτμηση, μετονομασία, κατάργηση και τη μεταβολή της έδρας Α.Ε.Ι., Σχολών και Τμημάτων Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι., σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 4009/2011 (Α΄ 195), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, με την αυτή διαδικασία της ως άνω παραγράφου μπορούν να ιδρύονται, συγχωνεύονται, κατατέμνονται, μετονομάζονται και καταργούνται Εισαγωγικές Κατευθύνσεις, καθώς και Κατευθύνσεις Προχωρημένου Εξαμήνου σε Τμήματα Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι. Για τον ορισμό του αριθμού των εισακτέων και την διαδικασία επιλογής των υποψηφίων για την εισαγωγή σε Εισαγωγικές Κατευθύνσεις των Τμημάτων Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι. εφαρμόζονται αντίστοιχα οι ισχύουσες διατάξεις για την εισαγωγή στα Τμήματα Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι. Στην περίπτωση των Εισαγωγικών Κατευθύνσεων, καθώς και των Κατευθύνσεων Προχωρημένου Εξαμήνου δηλωτικό στοιχείο του παρεχόμενου τίτλου σπουδών αποτελεί ο τίτλος της Κατεύθυνσης».

Οι ανωτέρω διατάξεις παρέχουν εξουσιοδότηση, μεταξύ άλλων, για ίδρυση Εισαγωγικής Κατεύθυνσης, με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν σχετικής, τεκμηριωμένης βάσει των κριτηρίων του νόμου, προτάσεως του αρμόδιου Υπουργού και απλής γνώμης της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ) και του Συμβουλίου του οικείου Ιδρύματος, μετά από διατύπωση γνώμης της Συγκλήτου του, προκειμένου περί Πανεπιστημίων (βλ. Π.Ε. 66/2016, 150/2013, 145-150/2013, ΣτΕ 3603/2015, 2309/2015, 1488/2015 κ.α.). Στην προκειμένη περίπτωση το υπό επεξεργασία σχέδιο προτείνεται αρμοδίως από τους Αναπληρωτές Υπουργούς Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, οι αρμοδιότητες των οποίων στηρίζονται στις κανονιστικές αποφάσεις του Πρωθυπουργού που αναφέρονται στο προοίμιο, βρίσκει δε επαρκές εξουσιοδοτικό έρεισμα στις ανωτέρω διατάξεις. Επομένως, θα πρέπει να διορθωθεί αναλόγως το στοιχείο α της παρ. 1 του προοιμίου, ώστε να αναγραφούν μόνο οι διατάξεις των παρ. 6 και 10α του άρθρου 7 του ν. 4009/2011, όπως ισχύουν μετά τις ανωτέρω τροποποιήσεις, ως οι μόνες εξουσιοδοτικές διατάξεις. Περαιτέρω, θα πρέπει να διαγραφεί και το πδ 113/2010 από στοιχείο γ της παρ. 1 του προοιμίου, ενόψει του ότι δεν περιέχει εξουσιοδοτικές διατάξεις και ακολούθως να γίνει αναρίθμηση των στοιχείων του προοιμίου.

  1. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η ανάγκη ιδρύσεως της Εισαγωγικής Kατευθύνσεως Μουσουλμανικών Σπουδών στο Τμήμα Θεολογίας, η οποία συναρτάται με την διευκόλυνση των αποφοίτων των μουσουλμανικών ιεροσπουδαστηρίων της Θράκης να ολοκληρώσουν τις θεολογικές σπουδές τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και με την ανάπτυξη ενός διαθρησκειακού διαλόγου, καθώς και η κάλυψη των αναγκών της νέας Κατευθύνσεως σε εκπαιδευτικό προσωπικό, εξετάσθηκαν διεξοδικά από την Γενική Συνέλευση της Θεολογικής Σχολής – Τμήμα Θεολογίας κατά την συνεδρίαση υπ’ αριθ. 416Α/7.3.2014, αλλά και από την Σύγκλητο του Πανεπιστημίου κατά τη συνεδρίαση υπ’ αριθ. 2897/7.11.2014, κατά τις οποίες υπερψηφίστηκε η δημιουργία Εισαγωγικής Κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών εντός του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής. Περαιτέρω, η Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ) γνωμοδότησε θετικά ως προς την ίδρυση της εν λόγω Κατευθύνσεως κατόπιν του με αριθ. πρωτ. 100039/Ζ1/24.6.2015 ερωτήματος του Υπουργείου Πολιτισμού Παιδείας και Θρησκευμάτων προς τον Πρόεδρο της Αρχής, με το οποίο εκλήθη η Αρχή να διατυπώσει τη γνώμη της επί της ανωτέρω αποφάσεως της Συγκλήτου που ελήφθη κατόπιν σχετικής προτάσεως της Συνελεύσεως του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής κατά την συνεδρίαση 416/7.8.2014.

Το Συμβούλιο της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση επελήφθη του ως άνω ερωτήματος κατά την υπ’ αριθ. 22/13.7.2015 συνεδρίασή του και διατύπωσε τη γνώμη, ότι η ακαδημαϊκή φυσιογνωμία της υπό ίδρυση Εισαγωγικής Κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών, ο προσανατολισμός του προγράμματος Σπουδών, η δομή και οργάνωση αυτού, τα μαθησιακά αποτελέσματα και τα επιδιωκόμενα προσόντα ανταποκρίνονται στα διεθνώς αποδεκτά ακαδημαϊκά κριτήρια, βασίζονται στα διεθνή ακαδημαϊκά πρότυπα και επικεντρώνονται στην ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας για την επιστημονική προσέγγιση του Ισλάμ και την κάλυψη πρακτικών εκπαιδευτικών αναγκών. Περαιτέρω, το Συμβούλιο της Αρχής διατύπωσε τη γνώμη ότι οι υπάρχουσες υποστηρικτικές δομές του υφιστάμενου Τμήματος Θεολογίας κρίνονται ως επαρκείς, σύμφωνα και με την πρόσφατη εξωτερική αξιολόγηση του Τμήματος και ότι το υπάρχον διδακτικό προσωπικό του Τμήματος Θεολογίας (38 Μέλη ΔΕΠ) θα μπορούσε να συμβάλει στην διδασκαλία μεγάλου μέρους των μαθημάτων, λόγω συνάφειας εκπαιδευτικού και ερευνητικού αντικειμένου. Κατόπιν τούτων η Αρχή διατύπωσε θετική γνώμη για την ίδρυση της Εισαγωγικής Κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστεί το κατάλληλο διδακτικό προσωπικό για τη διδασκαλία των αμιγώς μουσουλμανικών μαθημάτων.

Τέλος, το Συμβούλιο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου δεν γνωμοδότησε ως προς την ίδρυση Εισαγωγικής Κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών εντός της οριζόμενης στην παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 4009/2011 προθεσμίας, όπως βεβαιώνεται στο στοιχ. 8 του προοιμίου, παρά την αποστολή σε αυτό σχετικού ερωτήματος με το με αριθ. πρωτ. 57370/Ζ1/7.4.2015 ερώτημα του Υπουργείου Πολιτισμού Παιδείας και Θρησκευμάτων. Με τα δεδομένα αυτά προκύπτει ότι η προτεινόμενη ρύθμιση ανταποκρίνεται κατ’ αρχήν στα κριτήρια που τίθενται με τις εξουσιοδοτικές διατάξεις και ότι βεβαιώνεται η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για την ίδρυση της εν λόγω Εισαγωγικής Κατευθύνσεως. Επίσης, τηρήθηκε κατ’ αρχήν η προβλεπόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4009/2011 γνωμοδοτική διαδικασία. Εξάλλου, η έλλειψη της γνώμης του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου δεν καθιστά μη νόμιμο το προτεινόμενο σχέδιο, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 4009/2011, όπως η διάταξη αυτή ισχύει, οι προβλεπόμενες από την διάταξη αυτή γνώμες θεωρείται ότι εδόθησαν μετά την άπρακτη παρέλευση τριάντα ημερών και, σε περίπτωση εξαιρετικών λόγων, τριάντα επτά ημερών από την περιέλευση του ερωτήματος από τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων Πολιτισμού και Αθλητισμού και ήδη Υπουργό Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων βάσει του άρθρου 1 του π.δ. 70/2015 (Α΄ 114) (ΠΕ 143/2013 σκέψη 10). Συνεπώς, το σχέδιο προτείνεται από την άποψη αυτή νομίμως. 

  1. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ. 2 του υπό επεξεργασία σχεδίου ορίζεται ότι «Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος Θεολογίας, ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα λειτουργίας της ανωτέρω Κατεύθυνσης». Η ρύθμιση αυτή, έτσι όπως διατυπώνεται, συνιστά ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση και πρέπει να διαγραφεί. Είναι δε διαφορετικό το ζήτημα αν, με βάση τις αρμοδιότητες που η κείμενη νομοθεσία απονέμει στη Γενική Συνέλευση του Τμήματος, το όργανο αυτό έχει ευθέως εκ του νόμου αρμοδιότητα ρυθμίσεως των «ειδικοτέρων ζητημάτων λειτουργίας», στα οποία αναφέρεται η ρύθμιση, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εν λόγω ρύθμιση είναι διαγραπτέα ως περιττή.
    6. Στο στοιχείο 9 του προοιμίου να γραφεί αντί προς «τον Πρόεδρος» προς «τον Πρόεδρο».
    7. Στο στοιχείο 13 του προοιμίου να διορθωθεί το έτος της γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας από 2015 σε 2016.

Η παρούσα γνωμοδότηση εκδόθηκε στις 13 Απριλίου 2016.

Ο Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Αθ. Ράντος. Η Γραμματέας, Κ. Γκιώκα

H αρχή της υπεροχής και οι συνταγματικές αρχές του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου Με αφορμή την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3

Aντώνιος Ε. Κουρουτάκης, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Μεταδιδακτορικός Υπότροφος της Επιτροπής Ερευνών του ΑΠΘ


*[προδημοσίευση από το περιοδικό “Το Σύνταγμα”]

I. Πρόλογος

Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τον Ιανουάριο του 2012 δημοσίευσε ένα κυβερνητικό έγγραφο με το οποίο παρουσίασε επίσημα τη στρατηγική της για τη δημιουργία μιας υπερσύγχρονης γραμμής τρένου, ταχείας κυκλοφορίας (High Speed 2 ή HS2) που θα ενώνει το Λονδίνο με τις κεντρικές επαρχίες της Αγγλίας (West Midlands), ειδικότερα με την πόλη του Μπέρμινγχαμ (αρχικό στάδιο), με προέκταση σε δεύτερο στάδιο στις βόρειες πόλεις της Αγγλίας, Μάντσεστερ και Λιντς με προοπτική να φτάσει πιο βόρεια στις πόλεις της Σκοτίας.[1]

Το Μάιο του 2013 η Κυβέρνηση κατέθεσε στο Κοινοβούλιο το σχετικό νομοσχέδιο το οποίο μετά την ψήφισή του έγινε νόμος του κράτους το Νοέμβριο του 2013.[2]

Στο κυβερνητικό σχέδιο για τη δημιουργία αυτής της ταχείας γραμμής εναντιώθηκε μια σειρά από φορείς που κατέθεσαν προσφυγές (Απρίλιος 2012) με διαφορετικές νομικές βάσεις.[3] Συγκεκριμένα οι δημοτικές αρχές που βρίσκονται κατά μήκος της προτεινόμενης οδού κατά το αρχικό στάδιο του HS2 (Hillingdon London Borough Council και άλλοι), ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός με την επωνυμία “HS2 Action Alliance” που συνεργάζεται με πάνω από 90 συνδεδεμένες ομάδες δράσης και ενώσεις κατοίκων που εναντιώνονται με την κυβερνητική επιλογή της δημιουργίας της ταχείας γραμμής HS2 και τρίτον η εταιρεία “Heathrow Hub Limited”.

Όλες οι υποθέσεις συνεκδικάστηκαν και μετά από την κατάθεση αίτησης αναθεώρησης της απόφασης του Εφετείου (24 Ιουλίου 2013) που απέρριψε όλες τις νομικές βάσεις των προσφυγών, η υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου και απέρριψε τις προσφυγές (22 Ιανουαρίου 2014).

Ειδικότερα, η προσφυγή των δημοτικών αρχών που βρίσκονται κατά μήκος της προτεινόμενης οδού κατά το αρχικό στάδιο του HS2 (Hillingdon London Borough Council και άλλοι) έθεσε μια σειρά από ζητήματα αναφορικά με την υπεροχή του ευρωπαϊκού έναντι του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου ως εθνικού δικαίου, θίγοντας καίρια ζητήματα συνταγματικής φύσης.

 

II. Νομική βάση και απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου

Οι δημοτικές αρχές που βρίσκονται κατά μήκος της προτεινόμενης οδού κατά το αρχικό στάδιο του HS2 (Hillingdon London Borough Council και άλλοι), προσέφυγαν ενάντια στο κυβερνητικό σχέδιο για την υλοποίηση του HS2 δεδομένου ότι η πρόθεση της Κυβέρνησης να υιοθετηθεί η διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων υβριδικής φύσης αντίκειται στην Οδηγία 2011/92/ΕΕ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον.[4]

Ειδικότερα, η πρόθεση της Κυβέρνησης όπως είχε ρητώς αποτυπωθεί στο κυβερνητικό κείμενο ήταν ο σχετικός νόμος να υιοθετηθεί από το βρετανικό Κοινοβούλιο με τη διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων υβριδικής φύσης.[5] Αυτή η διαδικασία είναι πανομοιότυπη με τη συνήθη διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων δημοσίας φύσης (public bill), με τη διαφορά ότι προστίθεται ένα επιπλέον στάδιο μετά τη δεύτερη ανάγνωση, κατά το οποίο οι ενδιαφερόμενοι και όσοι επηρεάζονται άμεσα από το νομοσχέδιο είναι σε θέση να εκφράσουν τις απόψεις τους μέσω μιας ειδικής ακρόασης ενώπιον ειδικής επιτροπής.[6] H εξουσία όμως αυτής της επιτροπής είναι περιορισμένη, δεδομένου ότι δεν μπορεί να εξετάσει τις ενστάσεις των ενδιαφερομένων επί της αρχής του νομοσχεδίου. [7]

Κατά συνέπεια οι προσφεύγοντες και ήδη αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι η διαδικασία ψήφισης του νομοσχεδίου, δεδομένης της περιορισμένης δυνατότητας διαβούλευσης λόγω της υβριδικής φύσης του νόμου, δεν συμμορφώνεται με τις διαδικαστικές απαιτήσεις του άρθρου 1 παρ. 4 της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ.[8]

Σύμφωνα με την ως άνω Οδηγία τα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση να παρέχουν σε κάθε ενδιαφερόμενο “έγκαιρα και πραγματικά δυνατότητες να συμμετάσχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2 και, για τον σκοπό αυτό, έχει το δικαίωμα να διατυπώνει παρατηρήσεις και γνώμες, όταν όλες οι επιλογές είναι ακόμη δυνατές, στην αρμόδια αρχή ή αρχές πριν από τη λήψη της απόφασης για τη συναίνεση ανάπτυξης.”[9] Όμως οι προϋποθέσεις αυτές δεν εφαρμόζονται όταν τα έργα “εγκρίνονται λεπτομερώς με ειδική εθνική νομοθετική πράξη, καθότι οι στόχοι που επιδιώκονται με την παρούσα Οδηγία, συμπεριλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών, επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας.”[10]

Το ΔΕΚ, ερμηνεύοντας την εν λόγω διάταξη, έθεσε δύο προϋποθέσεις, ώστε μια διαδικασία ψήφισης νόμου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 4. Πρώτον, πρέπει η νομοθετική διαδικασία να είναι ουσιαστική και όχι μόνο τυπική και δεύτερον, οι βουλευτές που συμμετέχουν στη νομοθετική διαδικασία να έχουν στη διάθεση τους όλες τις πληροφορίες, ώστε να μπορούν να κατανοήσουν τα σχετικά ζητήματα.[11] Πέραν των ως άνω προϋποθέσεων, οι γενικές εισαγγελείς Kokott[12] και Sharpston[13], ερμηνεύοντας την εν λόγω διάταξη, είχαν ρητώς υποστηρίξει ότι είναι αρμοδιότητα των δικαστηρίων να εξετάσουν κατά πόσον η διαδικασία ψήφισης του νόμου καλύπτει τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

 

Με δεδομένη την ανωτέρω νομολογία του ΔΕΚ, οι αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου δεν ήταν συμβατή με την Οδηγία για τους εξής λόγους.[14] Πρώτον, οι βουλευτές δεν είχαν την ευχέρεια ψήφου, καθώς δεσμεύονται από την κομματική πειθαρχία, δεύτερον, οι πληροφορίες αναφορικά με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον είναι τόσο λεπτομερείς που ήταν απαραίτητη ενδελεχής συζήτηση επί του νομοσχεδίου και τρίτον, στο πρόσθετο στάδιο της διαδικασίας ψήφισης υβριδικών νομοσχεδίων ενώπιον της ειδικής επιτροπής, οι ενδιαφερόμενοι δεν δύνανται να εκφράσουν αντιρρήσεις επί της αρχής του νομοσχεδίου. Επιπροσθέτως, οι αιτούντες υποστήριξαν ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων να εξετάσουν το κατά πόσον η εν γένει διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η Οδηγία.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και αποφάνθηκε υπέρ της κυβέρνησης.[15] Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία ψήφισης του νομοσχεδίου πληροί τους δύο όρους που θέτει το ΔΕΚ καθώς είναι αδιαμφισβήτητα μια ουσιαστική νομοθετική διαδικασία, ουδόλως τυπική, και μάλιστα υπήρχε η δυνατότητα της τροποποίησης του εν λόγω νομοσχέδιου από τους βουλευτές.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν την καταλληλότητα και την επάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας, και επισήμανε ότι ούτε το ΔΕΚ έχει υιοθετήσει αυτήν την άποψη η οποία είχε μόνο εκφραστεί από τις γενικές εισαγγελείς Kokott και Sharpston.[16]

 

Εν κατακλείδι, το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε ότι δεν τίθεται ζήτημα υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου καθότι η ερμηνεία που δίνεται στην εν λόγω διάταξη της Οδηγίας από τους αναιρεσείοντες είναι διασταλτική χωρίς να ανταποκρίνεται στο πραγματικό κανονιστικό περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης. Καθότι δε το ζήτημα αυτό ήταν νομικά σαφές (acte clair), χωρίς να χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεις από το ΔΕΚ, έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητο να υποβάλει παραπεμπτικό ερώτημα.

 

 

ΙΙΙ. Τα όρια της αρχής της υπεροχής έναντι νόμων συνταγματικής αξίας

 

Το δεδικασμένο της απόφασης αυτής εκ πρώτης όψεως έχει περιορισμένο κανονιστικό πεδίο. Όμως, η απόφαση έχει περισσότερη σημασία για τα obiter dicta, τα οποία αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα,[17] θέτουν το πλαίσιο της αλληλεπίδρασης μεταξύ ευρωπαϊκού και εθνικού δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου.

 

Συγκεκριμένα, ο Δικαστής Reed, αποκρούοντας το επιχείρημα ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο έχει υπεροχή, σημείωσε ότι:[18]

 

«Σε αντίθεση με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσειόντες, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να λυθεί απλά με την εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του δικαίου της ΕΕ που αναπτύχθηκε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεδομένου ότι η εφαρμογή της αρχής αυτής στην έννομη τάξη [του Ηνωμένου Βασιλείου] εξαρτάται από το Νόμο του 1972 [European Communities Act 1972]. Αν υπάρχει μια σύγκρουση μεταξύ μιας συνταγματικής αρχής, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων  [Bill of Rights, 1689], με το δίκαιο της ΕΕ, τότε η σύγκρουση πρέπει να επιλυθεί από τα δικαστήρια μας ως ένα ζήτημα που προκύπτει βάσει του συνταγματικού δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου”.

 

Όπως σωστά παρατηρεί ο Craig,[19] αυτές οι σκέψεις ήταν η βάση για τη μεταγενέστερη συζήτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έθεσε τα ζητήματα που αφορούν τη νομική σχέση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ, αλλά και έδωσε μια νέα διάσταση στην αρχή της κυριαρχίας του Κοινοβουλίου.[20]

 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατέστησε σαφές στην υπόθεση Costa ότι το δίκαιο της ΕΕ έχει υπεροχή έναντι του εθνικού δικαίου σε περίπτωση σύγκρουσης,[21] Ωστόσο η αρχή αυτή εξαρτάται από την εφαρμογή της από τα κρατικά δικαστήρια και επομένως εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίζει αν θα δέχεται αυτή την υπεροχή και αν θα την θεμελιώνει στο σκεπτικό της απόφασης του ΔΕΚ ή σε εγχώριους συνταγματικούς κανόνες, ή σε κάποια ανάμιξη των δύο.[22]

 

Η αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου είχε επικυρωθεί με την απόφαση  Factortame του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλέιου (τότε Βουλή των Λόρδων).[23] «Ήταν πάντα σαφές ότι ήταν καθήκον του δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά την τελεσίδικη απόφαση, να παρακάμπτει οποιονδήποτε κανόνα του εθνικού δικαίου που βρίσκεται σε σύγκρουση με κάθε άμεσα εκτελεστό κανόνα του κοινοτικού δικαίου» είχε εμφατικά νομολογήσει ο Δικαστής Bridge.[24]

 

Tο δεδικασμένο αυτό είχε αποκρυσταλλωθεί στην έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου και η νομιμοποιητική βάση είχε δύο ερείσματα, πρώτον, τη συναίνεση του Ηνωμένου Βασιλείου να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεχόμενο δικαιώματα και υποχρεώσεις και δεύτερο, τη λειτουργική προσέγγιση βάσει της οποίας η επίτευξη της κοινής εσωτερικής αγοράς επιτάσσει ομοίoμορφη εφαρμογή κανόνων.[25]

 

Όμως ο Δικαστής Laws στην υπόθεση Thoburn[26] αυτοπροσδιόρισε τη νομιμοποιητική βάση της αρχής της υπεροχής στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου (όπως αντίστοιχα έχει κάνει και το ελληνικό δίκαιο μέσω της διάταξης του άρθρου 28 παράγραφος 2 του Συντάγματος) και έτσι επαναπροσδιόρισε την αλληλεπίδραση μεταξύ ευρωπαϊκού δικαίου και εθνικού. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι ο νόμος με τον οποίο το βρετανικό Κοινοβούλιο επικύρωσε την ένταξή του στις τότε Ευρωπαϊκές Κοινότητες,[27] είναι νόμος συνταγματικής αξίας, όπως και μια σειρά από αντίστοιχης αξίας νόμους του Ηνωμένου Βασιλείου,[28] κατά συνέπεια το ρυθμιστικό του περιεχόμενο υπερισχύει έναντι των μεταγενέστερων νόμων του Κοινοβουλίου μη συνταγματικής αξίαςεφόσον ο τελευταίος δεν εμπεριέχει ρητή διάταξη με την οποία να ορίζει ότι τροποποιεί το νόμο συνταγματικής αξίας (doctrine of implied repeal).[29]

 

Η υπόθεση HS2 του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και ειδικότερα η άποψη των δικαστών Neuberger και Mance (με τους οποίους συμφωνούν και οι υπόλοιποι δικαστές)[30] έρχεται να επιβεβαιώσει με τα obiter dicta τον συλλογισμό του Δικαστή Laws,[31] όσον αφορά την ύπαρξη νόμων του Κοινοβουλίου με υπερνομοθετική ισχύ, οι οποίοι είναι δυνατόν να τροποποιηθούν με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία μεν, αλλά με ρητή διάταξη δε. Στη λίστα των νόμων με την ουσιαστική έννοια με υπερνομοθετική ισχύ, αναφέρουν ενδεικτικά τους εξής: Magna Carta, Petition of Right 1628, Bill of Rights (στη Σκοτία ο σχετικός νόμος Claim of Rights Act 1689), Act of Settlement 1701, Act of Union 1707, European Communities Act 1972, Human Rights Act 1998 και Constitutional Reform Act 2005”.

Από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης, δεδομένων και των νομικών ζητημάτων όπως προέκυψαν από τα πραγματικά περιστατικά, δεν διαφαίνεται πως το Δικαστήριο θα αντιμετωπίσει την ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ νόμων συνταγματικής αξίας κάτι που επισημαίνουν και οι δικαστές Neuberger και Mance.[32] Γίνεται όμως σαφές ότι τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για την κρίση επί του ζητήματος αυτού. [33]

 

IV. Επίλογος

 

Η απόφαση HS2 προσδίδει στον τομέα του δικαίου της ΕΕ άλλη μία οπτική στην πολύπλευρη έννοια της αρχής της υπεροχής. Από τη μία μεριά το ΔΕΚ έθεσε το πλαίσιο της αρχής της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου, όμως και τα δικαστήρια το κρατών μελών διαμορφώνουν το πλαίσιο αυτό θέτοντας όρια και προϋποθέσεις. Η έννοια της υπεροχής διαμορφώνεται διαλεκτικά μέσα από τον νομολογιακό διάλογο μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και ΔΕΚ.

           

Ειδικότερα όσον αφορά την έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου, η υπόθεση HS2 ρίχνει σημαντικό φως για τη φύση της έννομης σχέσης μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ, και πιο συγκεκριμένα για το εννοιολογικό θεμέλιο και τη νομιμοποιητική βάση πάνω στην οποία αναγνωρίζεται υπεροχή στο δίκαιο της ΕΕ σε περίπτωση σύγκρουσης με το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου. Ταυτόχρονα όμως, η υπόθεση αυτή θέτει και όρια στην αρχή της υπεροχής, δεδομένης της σύγκρουσης κανόνα δικαίου της ΕΕ με νόμο συνταγματικής αξίας.

 

Χωρίς αμφιβολία, από την άποψη του συνταγματικού δικαίου, η υπόθεση αυτή επαναπροσδιορίζει το δημόσιο δίκαιο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η ύπαρξη νόμων με αυξημένη τυπική ισχύ θέτει στο επίκεντρο τον έλεγχο συνταγματικότητας των τυπικών νόμων, ισχυροποιεί τη θέση του νεοσύστατου Ανώτατου Δικαστηρίου στη διάκριση των εξουσιών και εν τέλει ενισχύει το κράτος δικαίου.

 

 


 

 

[1] High Speed Rail: Investing in Britain’s Future – Decisions and Next Steps (Cm 8247, 10 January 2012).

 

 

[2] High Speed Rail (Preparation) Act 2013.

 

 

[3] R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [15].

 

 

[4] Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον [2012] ΕΕ L26/1.

 

 

[5] “Ο σκοπός του παρόντος εγγράφου είναι να καθορίσει τις αποφάσεις που ελήφθησαν από την κυβέρνηση, με δεδομένη τη διαβούλευση σχετικά με τα θέματα αυτά. Περιγράφει επίσης το πρόγραμμα για τα αμέσως επόμενα στάδια του έργου, συμπεριλαμβανομένων των διαβουλεύσεων σχετικά με τις απαλλοτριώσεις και τις προτάσεις αλλά και την προώθηση του νομοσχεδίου υβριδικής φύσης για τη γραμμή Λονδίνο – West Midlands”, High Speed Rail: Investing in Britain’s Future – Decisions and Next Steps” (Cm 8247, 10 January 2012), σελ. 8.

 

 

[6] Η διαδικασία της ψήφισης των νομοσχεδίων στο Βρετανικό Κοινοβούλιο εξαρτάται από τη φύση του νόμου και διακρίνεται σε τρεις κατηγορίες, δημόσια νομοσχέδια, ιδιωτικά νομοσχέδια και υβριδικά νομοσχέδια, ήτοι νομοσχέδια με χαρακτηριστικά τόσο δημόσιας όσο και ιδιωτικής φύσης. Για τη διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων υβριδικής φύσης βλ. http://www.parliament.uk/documents/commonsinformationoffice/l05.pdf.

 

 

[7] R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [58].

 

 

[8] Οδηγία 2011/92/ΕΕ, όπ.π.. Το άρθρο 1 παρ. 4 ουσιαστικά θέτει μια εξαίρεση στην υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση, όταν το κυβερνητικό έργο που έχει επίπτωση στο περιβάλλον περάσει από τη νομοθετική διαδικασία του Κοινοβουλίου.

 

 

[9] Οδηγία 2011/92/ΕΕ, όπ.π., άρθρο 6 παρ. 4.

 

 

[10] Οδηγία 2011/92/ΕΕ, όπ.π., άρθρο 1 παρ. 4.

 

 

[11] Υποθέσεις C-128-131, 134-135/09, Boxus και άλλοι v. Région wallonne [2011] ECR I-9711 [37], Υπόθεση C-182/10, Solvay v. Région wallonne, 16 Φεβρουαρίου 2012 [30]-[39], Υπόθεση C-43/10, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας και άλλοι v. Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, 11 Σεπτεμβρίου 2012 [78]-[91].

 

 

[12] Υπόθεση C-43/10, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας , 11 Σεπτεμβρίου 2012 [136]-[137].

 

 

[13] Υποθέσεις C-128-131, 134-135/09, Boxus [2011] ECR I-9711 [84].

 

 

[14] Λεπτομερής αναφορά στα επιχειρήματα των αιτούντων γίνεται στο σώμα της απόφασης, βλ. R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [67] – [74].

 

 

[15] Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα την αίτηση αναιρέσεως. Στο σώμα της απόφασης έχουν εκφραστεί 5 γνώμες από τους 7 Δικαστές. Για το πρώτο ζήτημα ο Δικαστής Carnwath γράφει την απόφαση για την πλειοψηφία εκτός από τη Δικαστή Hale. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα ο Δικαστής Reed γράφει την απόφαση με την οποία τα μέλη του Δικαστηρίου συμφωνούν. Ο Δικαστής Sumption γράφει μια σύμφωνη γνώμη με την οποία συντάσσονται οι Δικαστές Neuberger, Mance, Kerr και Reed και η Δικαστής Hale γράφει μια ατομική σύμφωνη γνώμη. Τέλος οι Δικαστές Neuberger και Mance κατέθεσαν επιπροσθέτως μία σύμφωνη γνώμη, με την οποία οι υπόλοιποι δικαστές συντάσσονται.

 

 

[16] R (on the application of HS2 Action Alliance Ltd) [2014] UKSC 3 [112].

 

 

[17] Αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ ratio decidendi, και obiter dictum, βλ. R. Cross, J. W. Harris, Precedent in English Law (Clarendon Press, 4th ed.) σελ. 40 επ.

 

 

[18] R (on the application of HS2 Action Alliance Ltd) [2014] UKSC 3 [79].

 

 

[19] P. Craig, Constitutionalizing Constitutional Law: HS2, (2014) Public Law 373, σελ. 376.

 

 

[20] Βλ. R (on the application of HS2 Action Alliance Ltd) [2014] UKSC 3 [157] επ.

 

 

[21] Υπόθεση 6/64, Flaminio Costa v. ENEL [1964] ECR 585.

 

 

[22] P. Craig, G. de Burca, EU Law, Text, Cases and Materials (Oxford University Press, 5η εκδ, 2011), Κεφ. 9.

 

 

[23] Factortame Ltd v. Secretary of State for Transport (No 2) [1991] 1 AC 603.

 

 

[24] Factortame Ltd (No 2) [1991] 1 AC 603 σελ. 658.

 

 

[25] Η αιτιολογική βάση της αρχής της υπεροχής προκύπτει από την απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Costa, όπου το δικαστήριο θεμελίωσε την αρχή αυτή με τέσσερα επιχειρήματα, το λειτουργικό, το συναινετικό, το αναλυτικό και τέλος το ζήτημα της ισότητας των Κρατών Μελών. Υπόθεση 6/64, Flaminio Costa v. ENEL [1964] ECR 585. Για περαιτέρω λεπτομέρειες, βλ. P. Craig, Constitutionalizing Constitutional Law: HS2, (2014) Public Law 373, σελ. 376.

 

 

[26] Thoburn v. Sunderland City Council [2003] QB 151.

 

 

[27] European Communities Act 1972.

 

 

[28] Στο σώμα της απόφασης ο Δικαστής Laws αναφέρει ως παραδείγματα νόμων συνταγματικής αξίας τους εξής νόμους: Magna Carta 1297 (25 Edw 1), Bill of Rights 1689 (1 Will & Mary sess 2 c 2), Union with Scotland Act 1706 (6 Anne c 11),  Reform Acts  (Representation of the People Acts 1832 (2 & 3 Will 4 c 45), 1867 (30 & 31 Vict c 102) και 1884 (48 & 49 Vict c 3), Human Rights Act 1998, Scotland Act 1998 και Government of Wales Act 1998. Βλ Thoburn [2003] QB 151 [62].

 

 

[29] Thoburn [2003] QB 151 [63].

 

 

[30] R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [207].

 

 

[31] Ήδη όμως από το 2012 το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση BH v. The Lord Advocate (Scotland) είχε αποδεχτεί την ύπαρξη νόμων υπερνομοθετικής ισχύος που τροποποιούνται μόνο με ρητή διάταξη νόμου. («the Scotland Act can only be expressly repealed; it cannot be impliedly repealed; that is because of its ‘fundamental constitutional nature’»), βλ. BH v. The Lord Advocate (Scotland) [2012] UKSC 24 [30].

 

 

[32] R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [208]. Για τα ερμηνευτικά ζητήματα που τίθενται στην περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ δύο νόμων αυξημένης τυπικής ισχύος, βλ. P. Craig, Constitutionalizing Constitutional Law: HS2, (2014) Public Law 373, σελ. 387.

 

 

[33] R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [79].

 

 

Δημόσια Διοίκηση και Διοικητική Μεταρρύθμιση, εγκλωβισμένες στον ιστό της πολυνομίας και της τυπολατρίας: προτάσεις για την απαγκίστρωσή τους

Αντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ., Πρώην Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης

Στην παρούσα μελέτη του, η οποία παρουσιάστηκε σε μια πρώτη μορφή σε ημερίδα της Εθνικής Σχολής Δικαστών, στις 3 Απριλίου 2015, ο συγγραφέας επιχειρεί, με βάση την σύντομη εμπειρία του ως Υπουργός διοικητικής μεταρρύθμισης, να σκιαγραφήσει τις προαπαιτούμενες ενέργειες που απαιτείται να γίνουν για να απαγκιστρωθεί η δημόσια διοίκηση από τον ιστό της πολυνομίας, της κακονομίας, των μη εφαρμόσιμων ή ανεφάρμοστων νόμων και του νομικισμού. Έχοντας ως βιωμένο παράδειγμα το εγχείρημα της αναδιάρθρωσης των δομών της δημόσιας διοίκησης, μετά από εκθέσεις αξιολόγησής τους και με την κατάστρωση νέων Οργανισμών σε όλα τα υπουργεία, την περίοδο 2012-2013, καταγράφει, συνοπτικά, στο πρώτο μέρος τους λόγους που κρατούν, παρόλες τις αλλεπάλληλες εξαγγελίες για μεταρρύθμιση, τη δημόσια διοίκηση σε κατάσταση ακινησίας και διαιωνίζουν την παράλυσή της: νομοθετικός πληθωρισμός, απερίγραπτος πολιτικός και νομοθετικός βολονταρισμός, παντελής παραγνώριση της τεχνοκρατικής γνώσης και της διοικητικής πρακτικής και εμπειρίας, τυπολατρία, υπέρμετρη εκνόμευση και δικαστικοποίηση της διοικητικής πρακτικής και δράσης, κ.ά.

Για την αντιμετώπιση της παγιωμένης αυτής κατάστασης προτείνεται η αντιστροφή της φοράς των μεταρρυθμιστικών δράσεων με την πρόταξη της διοικητικής και τεχνοκρατικής προεργασίας ή και δοκιμασίας κάθε μεταρρυθμιστικής δράσης πριν από κάθε νομοθετικό σχεδιασμό. Πρώτα η διοικητική προεργασία και πρακτική και μετά, στο τέλος ως επιστέγασμα ο νόμος ή νομοθέτηση.

Αυτό και έγινε στην περίπτωση των νέων Οργανισμών των Υπουργείων: προηγήθηκε ο οδικός χάρτης της μεταρρύθμισης, ακολούθησαν οι εκθέσεις αξιολόγησης των δομών των διοικητικών μονάδων, συντάχθηκαν τα σχέδια στελέχωσης των νέων υπηρεσιών καθώς και τα περιγράμματα «αποστολών» των διευθύνσεων μαζί με τις περιγραφές των εργασιακών καθηκόντων των υπαλλήλων (job description), πριν κληθούν οι νομοπαρασκευαστικές επιτροπές για την σύνταξη των νέων Οργανισμών με τα προεδρικά διατάγματα.

Με την διαδικασία αυτή επιδιώχθηκε, ακόμη, η εκκένωση ενός μέρους του κανονιστικού περιεχομένου των οργανισμών των υπουργείων, που βρισκόταν εγκλωβισμένο στα ΠΔ, και η μετάθεσή του στον εύπλαστο χώρο των περιγραφών των αποστολών και των θέσεων εργασίας των υπαλλήλων.

Καταλήγοντας και έχοντας κατά νού την στενή εξάρτηση της δημόσιας διοίκησης από την διοικητική δικαιοσύνη και προσβλέποντας στη δημιουργία μιας διοίκησης, ευέλικτης, αποδοτικής και αποτελεσματικής, ο συγγραφέας πραγματεύεται εν τάχει ένα άλλο καυτό ζήτημα της δημόσιας δράσης: τη σχέση της τυπικής νομιμότητας με την ουσιαστική. Αναζητά τρόπους ώστε η διάρθρωση και η δράση της δημόσιας διοίκησης να απαγκιστρωθεί από την στατική-δομική αποκλειστικά πρόσληψής της (η διοίκηση ως σύνολο αρμοδιοτήτων και δομών) και να εγκολπωθεί έναν λειτουργικό προσανατολισμό. Η δημόσια διοίκηση ορίζεται κυρίως και πρωταρχικά από το δημόσιο σκοπό που επιδιώκει και από τη δημόσια αποστολή που έχει αναλάβει να εκπληρώνει, δηλαδή ως δημόσια υπηρεσία με την λειτουργική σημασία του όρου. Αυτό συνεπάγεται και μία διαφορετική πρόσληψη της διοικητικής νομιμότητας: η διοικητική δράση κρίνεται και αξιολογείται νόμιμη όχι μόνον όταν είναι τυπικά σύμφωνη με το νόμο αλλά και όταν εξυπηρετεί αποτελεσματικά την δημόσια αποστολή της. Νομιμότητα όχι μόνον ως προς την διαδικασία και τους τύπους, αλλά και ως προς τον δημόσιο σκοπό. Η προσφυγή του διοικητικού δικαστή στις ρήτρες και στις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου και κυρίως στις έννοιες του δημοσίου συμφέροντος και στην αρχή της αναλογικότητας, καθίσταται για τον λόγο αυτό αναγκαία, διότι αναγνωρίζεται έτσι η αναγκαιότητα να δρα η δημόσια διοίκηση με διακριτική ευχέρεια, να μπορεί να εκτιμά και να αξιολογεί, νομικά, πραγματικές καταστάσεις και να κρίνει και αποφασίζει σταθμίζοντας και εκτιμώντας κατά περίπτωση τις ειδικές και εξατομικευμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.

Η Ροτόντα, σύμβολο πολιτισμικής ταυτότητας της Θεσσαλονίκης

Αντώνης Μανιτάκης, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, πρ. Υπουργός

Πρόκειται για μελέτη του συγγραφέα που πρωτο-δημοσιεύτηκε στον συλλογικό τόμο, ‘Η Ροτόντα στον ‘Κύκλο με την Κιμωλία’, University Studio Press/ 1997,σ. 73-93,   μετά τα γεγονότα της Ροτόντα, πριν από είκοσι χρόνια,  και  είχαν οδηγήσει  στον βανδαλισμό της καταστροφής του πιάνου, με το οποίο θα δινόταν ένα  ρεσιτάλ από τον Σάκη Παπαδημητρίου. Το ζήτημα της πολιτιστικής χρήσης του χώρου της Ροτόντας έγινε ξανά επίκαιρο με αφορμή την περάτωση των αρχαιολογικών εργασιών αποκατάστασης του Μνημείου  και την παραχώρησή του και για πολιτιστικές εκδηλώσεις  κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις.  Η αμφισβήτηση σήμερα εντοπίζεται στην τοποθέτηση ή μη πάνω στον τρούλο του μνημείου ενός σταυρού, όπως απαιτεί η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Η αρχαιολογική ωστόσο υπηρεσία δια του ΚΑΣ καθόρισε, με απόφασή της είκοσι χρόνια αργότερα, το 2016, τους όρους της πολιτιστικής χρήσης της Ροτόντας με τρόπο συμβατό προς την μουσειακή χρήση του, την πολυπολιτισμική, διαχρονική λειτουργικότητά ου και την ιερότητα του χώρου.
————————————————

      

1. Εισαγωγή: τι διακυβεύεται

Στη Ροτόντα της Θεσσαλονίκης δεν δοκιμάζεται, τα τελευταία χρόνια,  μόνο το «φυσικό» δικαίωμα του κράτους και των αρχαιολογικών του υπηρεσιών να συντηρούν και να αξιοποιούν τα   «μνημεία» ή τα «αρχαία»,  ως «κτήματα εθνικά όλων των Ελλήνων», ούτε η σχέση απλώς της Εκκλησίας  με την πολιτική εξουσία και τους νόμους του κράτους αλλά και η διαχείριση και αξιοποίηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και σε συμβολικό επίπεδο η πολιτισμική ταυτότητα μιας τοπικής κοινωνίας[1].

Αυτό, δηλαδή, που διακυβεύτηκε, τελικά,   και εξακολουθεί να διακυβεύεται με προπομπό το πολυπαθές αυτό μνημείο,   είναι: α) οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας έτσι όπως εγκαθιδρύθηκαν από το Σύνταγμα του 1975, το οποίο  επιβάλλει την  υποταγή της  Εκκλησίας στις αρχές και στις διαδικασίες  του κράτους δικαίου,  β) οι σχέσεις της εκκλησίας και των πιστών με τον πολιτισμό και τα πολιτιστικά αγαθά, οι σχέσεις, με άλλες λέξεις, της ελευθερίας της λατρείας με το δικαίωμα στον πολιτισμό και με την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος  και γ) η δυνατότητα διαμόρφωση από την ελληνική κοινωνία μέσα από το σεβασμό της πλούσιας και πολυκύμαντης ιστορικής της παράδοσης μιάς σύγχρονης, ακμαίας και ανοικτής πολιτιστικής ταυτότητας.

 

2. Οι όψιμες  διεκδικήσεις της Μητρόπολης και η απόφαση Σηφουνάκη.

Η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, με τις διεκδικήσεις που ήγειρε εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα τον Ιανουάριο του 1995 για το μνημείο της Ροτόντας, περιφρονεί, κατ΄αρχήν, το συνταγματικά κατοχυρωμένο σύστημα της «νόμω κρατούσης Πολιτείας», το οποίο επιτρέπει στο Κράτος να καθορίζει το ίδιο  κυριαρχικά με τη νομοθεσία του την κτήση, την προστασία και τις χρήσεις των αρχαίων κτισμάτων. Αμφισβητεί δηλαδή την ισχύ της αρχαιολογικής νομοθεσίας μας, μιας από τις πιο παλιές του κόσμου, καθώς και τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεσή της.

Περιφρονεί μάλιστα βάναυσα και προκλητικά την ισχύουσα νομιμότητα με τη επίκληση αμφισβητούμενης ισχύος και περιεχομένου «ιερών κανόνων», όπως τον ανύπαρκτο στο κανονικό δίκαιο «κανόνα», «ναός άπαξ καθαγιασθείς εσαεί ναός», που και αν ακόμη γινόταν δεκτό  ότι υπάρχει δεν είναι σε θέση να υπερισχύσει του θετού δικαίου ούτε να κατισχύσει του Συντάγματος και των αποφάσεων μιας δικαιοκρατούμενης πολιτείας.  Διεκδικεί, με άλλα λόγια, η Μητρόπολη την «εγκόσμια» εξουσία χρήσης και διαχείρισης ενός ρωμαϊκού μνημείου στο όνομα «πνευματικών  ή δογματικών κανόνων», τους οποίους μόνο αυτή γνωρίζει και τους οποίους θέτει πιο πάνω από το Σύνταγμα και  τους νόμους.

Εκείνο όμως που δεν θέλουν να καταλάβουν οι υπερασπιστές των θεοκρατικών αυτών αντιλήψεων  είναι ότι  οι ιεροί κανόνες και το θρησκευτικό συναίσθημα δεν τίκτουν τίτλους κυριότητας ούτε δημιουργούν  από μόνοι τους δικαίωμα κτήσεως ή χρήσεως δημόσιων ή ιδωτικών πραγμάτων.  Ο, τι έχει σχέση με την κυριότητα ή την κατοχή ή τη χρήση κινητών  ή ακινήτων ρυθμίζεται αποκλειστικά σ’ ένα κράτος δικαίου από το αστικό ή το διοικητικό δίκαιο. Η επίκληση επομένως οποιουδήποτε ιερού κανόνα  δεν είναι σε θέση να δικαιολογήσει ή να νομιμοποιήσει  την κατοχή ή ιδιόχρηση της Ροτόντας από νομικά πρόσωπα, ιδωτικού ή δημοσίου δικαίου, όπως είναι η Μητρόπολη, χωρίς την τήρηση ή με παραμερισμό της κείμενης νομοθεσίας.     

Το γεγονός ότι η Ροτόντα κάποτε καθαγιάστηκε και χρησιμοποιήθηκε ευκαιριακά και περιστασιακά ως χώρος λατρευτικός, δεν μετατρέπει αυτόματα το μνημείο σε χώρο δημόσιας  λατρείας ούτε υποχρεώνει να κράτος να παραχωρήσει το μνημείο στο νομικό πρόσωπο της Μητρόπολης, όταν το ίδιο κρίνει ότι προέχει για λόγους ιστορικούς η πραστασία και συντήρηση του μνημείου, ως αρχαιολογικού κτίσματος μεγάλης αξίας και η διαφύλαξή του ως δείγματος μοναδικού της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Το αν επομένως ένα αρχαίο μνημείο θρησκευτικού χαρακτήρα, όπως η Ροτόντα, που έχει κυρηχθεί με πράξη της πολιτείας «μνημείο» θα έχει μουσειακό, πολιτιστικό, η λατρευτικό προορισμό, αυτό αποφασίζεται κυριαρχικά από την  Πολιτεία, η οποία  αφού σταθμίσει διάφορους παράγοντες, που έχουν σχέση  με την αξία, την κατάσταση, τη συντήρηση και την προστασία του μνημείου καταλήγει  σε απόφαση αιτιολογημένη σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία.

Ετσι έπραξε η Πολιτεία και με την περίφημη απόφαση του τότε Υφυπουργού Σηφουνάκη (ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1 \Φ34\3522\34, 24-1-1995), η οποία καθόρισε τις χρήσεις της Ροτόντας και αποτέλεσε το χρονική  αφετηρία της αντιδικίας. Στην απόφαση εκείνη, η νομιμότητα της οποίας επρόκειτο να  κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας ύστερα από αίτηση ακύρωσης που είχει υποβάλει η Μητρόπολη,  αφού επισημαίνεται ότι «το μνημείο είναι κτίσμα του αρχαίου κόσμου και η σημερινή μορφή του ανάγεται στον αρχαιολογικό αυτό χαρακτήρα του» και ότι το «μνημείο χρησιμοποιήθηκε ως χριστιανικός λατρευτικός χώρος για πολλούς αιώνες», υπογραμμίζεται ότι η αρχαιολογική αξία επιβάλλει την υποχρέωση στην αρχαιολογική υπηρεσία «να ασκεί απόλυτο έλεγχο στις χρήσεις του μνημείου και να απαγορεύει ή κατά περίπτωση να περιορίζει κάθε χρήση βλαπτική ή επιβαρυντική για το μνημειακό του χαρακτήρα.» Με βάση αυτό το σκεπτικό το Υπουργείο Πολιτισμού επέτρεψε τη λατρευτική χρήση του μνημείου χωρίς προηγούμενη άδεια τρείς φορές το χρόνο και μετά από άδεια κάθε άλλη φορά για παρόμοια ή για οποιαδήποτε άλλη χρήση.

Την απόφαση αυτή είχε προσβάλει η Μητρόπολη στο Συμβούλιο Επικρατείας. Δύο χρόνια όμως αργότερα, το Μάϊο του 1997, και ενώ η υπόθεση επρόκειτο να συζητηθεί, παραιτήθηκε ισχυριζόμενη ότι η εν λόγω απόφαση δεν ίσχυε πλέον, επειδή είχε καταργηθεί από μεταγενέστερη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού Βενιζέλου, που ήταν όμως αυτή προσωρινής -τρίμηνης μόνο- ισχύος, και άρα από τη φύση της ανίκανης να καταργήσει την προηγούμενη. Αξίζει πάντως για την ιστορία να σημειωθεί ότι η παραίτηση από τη δίκη έγινε, αφού είχει γίνει γνωστή στους διαδίκους η εμπεριστατωμένη εισήγηση του Συμβούλου κ. Ανεμογιάννη και της βοηθού του κ. Τριπολιτσιώτη, σύμφωνα με την οποία ήταν καθόλα νόμιμη η απόφαση Σηφουνάκη και απορρίπτονταν όλες οι αιτιάσεις της Μητρόπολης. Η παραίτηση από τη δίκη προλάμβανε έτσι πιθανολογούμενη απορριπτική απόφαση της Ολομέλειας και έμμεσα αναγνώριζε τη νομιμότητα και συνταγματικότητα  της απόφασης του Υπουργού.     

 

3. Το νομικό καθεστώς της Ροτόντας: δημόσιο πράγμα με μουσειακή ιδιόχρηση.

Η απόφαση Σηφουνάκη δεν έκανε, άλλωστε  τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνει  αυτό που ο αρχαιολογικός νόμος όριζε και δεκάδες πριν από αυτήν, παρόμοιες αποφάσεις υπουργών, επι ογδόντα χρόνια, καθόριζαν[2].

Η Ροτόντα είχε κηρυχθεί από το 1913 με πράξη του τότε  Γενικού Διοικητού Μακεδονίας  "εθνικό μνημείο" σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα νόμο περί αρχαιοτήτων, τον  ν. ΒΧΜΣΤ/1899 και περιήλθε έκτοτε στην κτήση του κράτους ή στη δημόσια περιουσία του  (dominium publicum). Το δημόσιο απέκτησε την απόλυτη, αποκλειστική,  αναπαλλοτρίωτη και άρα διηνεκή «κυριότητα» των κτίσματος που κατατάχθηκε έτσι, όπως άλλωστε και κάθε κηρυγμένο  αρχαίο μνημείο που βρίσκεται σε δημόσιο (δημοτικό, κοινοτικό ή εκκλησιαστικό)  κτήμα, στα καλούμενα δημόσια ιδιόχρηστα πράγματα.

Στη συνέχεια  σε αντίθεση με άλλα κηρυγμένα «εθνικά μνημεία», όπως η Αγία Σοφία και ο Αγιος Δημήτριος, το κράτος  με απόφαση της προσωρινής κυβερνήσεως το 1917, που υπογράφεται  από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (διάταγμα 2134/1917, Εφημ. Προσωρινής Κυβερνήσεως, φ. 77/24-4-1917), μετά και από σχετικό άιτημα της γαλλικής αρχαιολογικής αποστολής, η οποία διενεργούσε ανασκαφές στη Θεσσαλονίκη, και μετά από συνενόηση και με τον τότε φωτισμένο Μητροπολίτη Γεννάδιο, ο οποίος είχε δώσει τη συγκατάθεσή του, η Ροτόντα μετατράπηκε σε Μακεδονικό Μουσείο και εγκαταστάθηκε εκεί  λίγο αργότερα στο προαύλιό της η ελληνική αρχαιολογική υπηρεσία βυζαντινών αρχαιοτήτων. Δεν αποδόθηκε δηλαδή στη δημόσια λατρεία ούτε παραχωρήθηκε για το σκοπό αυτό στην Εκκλησία.

΄Εκτοτε και μέχρι σήμερα η Ροτόντα αποτελεί για τη Διοίκηση μουσείο που λειτουργεί  συνεχώς και αδιαλείπτως ως δημόσια υπηρεσία. Απόκτησε δηλαδή το μνημείο μουσειακό προορισμό, τον οποίο  και διατηρεί τυπικά μέχρι τις μέρες μας, υπαγόμενο στη δικαιοδοσία της αρχαιολογικής υπηρεσίας. Παράλληλα όμως με αυτόν τον βασικά μουσειακό προορισμό της η Ροτόντα αποδιδόταν μετά από προηγούμενη σχετική άδεια του αρμόδιου Υπουργού και σε άλλες χρήσεις (λατρευτικές ή πολιτιστικές), που είχαν όμως ευκαιριακό και μεμονωμένο χαρακτήρα. Ετσι στη Ροτόντα τελούνταν μετά τον πόλεμο και μετά από προηγούμενη άδεια του υπουργού θείες λειτουργρίες, μία ή δύο φορές το χρόνο, για λογαριασμό βασικά του πανεπιστήμιου με αφορμή την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους ή τη γιορτή των τριών ιεραρχών, διοργανώνονταν θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, εκθέσεις ζωγραφικής, χωροδιακές εκδηλώσεις, κ.ά.  Κάθε μεμονωμένη χρήση της Ροτόντας εξαρτιόταν από τη χορήγηση εκ μέρους του Υπουργού διοικητικής  άδειας.

Το νομικό και διοικητικό αυτό καθεστώς που επιτρέπει  στην πολιτεία να καθορίζει και να ελέγχει τις χρήσεις της Ροτόντας και να απαγορεύει κάθε χρήση βλαπτική ή επιβαρυντική του μνημειακού της χαρακτήρα  ουδέποτε αμφισβήτησε η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, η οποία υπέβαλλε, όλα αυτά τα χρόνια, νομιμόφρονα και αδιαμαρτύρητα  αιτήσεις  στην αρχαιολογική υπηρεσία για χορήγηση άδειας τελέσεως θείας  λειτουργίας. Η τελευταία της αίτηση υποβλήθηκε το Δεκέμβριο του 1994, και όπως αποδείχθηκε ήταν προσχηματική, διότι απέβλεπε στη δόλια κατάληψη του μνημείου με το πρόσχημα της διοργάνωσης έκθεσης βυζαντινών εικόνων και στη μεταφορά εκκλησιαστικών  αντικειμένων ώστε να αποκτήσει το κτίσμα εσωτερικά   όψη ναού .

Τί συνέβη και άλλαξε ξαφνικά στάση η Μητρόπολη  απέναντι στη Ροτόντα και έφθασε, μάλιστα, στο σημείο να διεκδικεί τώρα όχι μόνο το δικαίωμα λατρευτικής χρήσης του μνημείου μερικές φορές το χρόνο αλλά την τακτική δημόσια λατρευτική χρήση του καθώς και κατ’ επέκταση ολόκληρη την εξουσία χρήσης, διοίκησης και διαχείρησής του;  Διότι αυτό που τελικά επιδιώκει  σήμερα η Μητρόπολη από το Υπουργείο Πολιτισμού δεν είναι η αναγνώριση ενός απλού δικαιώματος λατρείας του  Θεού στο αρχαίο αυτό οικοδόμημα, αλλά η εξουσία να αποφασίζει αυτή η ίδια για τη χρήση του  και να μπορεί να το διαχειρίζεται και να το εκμεταλλεύεται, όπως αυτή θέλει, ως πολιτιστικό αγαθό.

 

 4. Η απόπειρα της Μητρόπολης να μετατρέψει τη Ροτόντα σε προσκυνηματικό Ναό και να ιδιωτικοποιήσει τη διαχείρισή της.

 

Οι πραγματικές προθέσεις της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης αποκαλύφθηκαν όταν εισηγήθηκε με έγγραφό της ( 7-1-1995) προς την Ιερά Σύνοδο τον χαρακτηρισμό της Ροτόντας σε «προσκυνηματικό ναό», απόφαση που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [ΦΕΚ, Α’  96/ 30 Μαϊου, 1995, «Κανονισμός 71/1995, «Περι διοικήσεως και διαχειρίσεως του Προσκυνηματικού Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου ( Ροτόντα)] πέντε μήνες αργότερα. Με τον κανονισμκό -η ισχύς του οποίου ανεστάλη από το Συμβούλιο της Επικρατείας-  ιδρύθηκε «νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου», με σκοπό τη διαχείριση της περιουσίας του «ναού» και των εσόδων και εξόδων του. Οι προσκυνηματικοί ναοί ιδρύονται ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται άμεσα στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτη. Ετσι εξηγείται γιατί η Ροτόντα προτάθηκε να γίνει προσκυνηματικός και όχι ενοριακός ναός που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.

Όλα αυτά έγιναν κρυφά χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με το Υπουργείο Πολιτισμού και  χωρίς να  ζητήσει η Μητρόπολη την άδεια από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία,  όπως όφειλε από τον  αρχαιολογικό νόμο και χωρίς τουλάχιστον, να την ενημερώσει, εφόσον πρόκειται για κηρυγμένο εθνικό μνημείο. Συμπεριφέρθηκε  σαν να ήταν ο νόμιμος, θείω δικαίω,  κύριος και νομέας του μνημείου.

Η απειλή υποβάθμισης ή και εξαφάνισης της αρχαιολογικής αξίας του μνημείου από την απόδοσή του σε τακτική δημόσια λατρεία υπό την ευθύνη της Μητρόπολης ήταν  άμεση και συνάμα τραγική, αν και ειρωνική: διότι με τον παράνομο και αντισυνταγματικό «κανονισμό περί προσκυνηματικού ναού»,  η «δημόσια κτήση» μαζί με την «εξουσία χρήσεως» της Ροτόντας θα περιέρχονταν ξαφνικά, έτσι με μια απλή απόφαση της Εκκλησίας, στην «ιδιωτική περιουσία» της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, η οποία ανελάμβανε  μέσω μιας διοικητικής επιτροπής, που διόριζε η ίδια,  να τη διοικεί και να τη διαχειρίζεται (!). Και ενώ το δημόσιο, που συντηρούσε και φρόντιζε  το μνημείο, όλα αυτά τα χρόνια, και είχε  ξοδέψει για το σκοπό αυτό τεράστια ποσά, δεν κατάφερε να εισπράξει δεκάρα, η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, πριν ακόμη καταλάβει το μνημείο, φρόντισε για τον τρόπο είσπραξης  προσόδων και για  την εκμετάλλευση της περιουσίας του. Η Εκκλησία αποδεικνύεται έτσι πιο διορατική και πιο αποτελεσματική διαχειρίστρια της δημόσιας περιουσίας. Συμβαίνει μάλιστα και το εξής νομικό παράδοξο ή τραγελαφικό: με τον επίδικο «κανονισμό», αν ποτέ ισχύσει, η Εκκλησία θα καταφέρει να περιαγάγει στην «ιδιωτική» περιουσία της «αρχαία πράγματα», ιδρύοντας νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Ρυθμίσεις της αρχαιολογικής μας νομοθεσίας, που προστάτευσαν από αρχαιοκάπηλους και άλλους καταπατητές αρχαίων κτισμάτων την πολιτιστική μας κληρονομιά, με τον κανονισμό της Ιεράς Συνόδου εκμηδενίζονται ή παραμερίζονται. Μνημεία που προστατεύτηκαν και συντηρήθηκαν για να κρατήσουν την πολιτιστική τους αυθεντικότητα και να προσδιορίζουν την πολιτιστική μας ταυτότητα, κινδυνεύουν να αλλάξουν  τώρα χρήση και  να εξυπηρετούν τις διαχειριστικές ανάγκες ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου της Εκκλησίας. Βρισκόμαστε έτσι μπροστά σε μια δόλια και επικίνδυνη διαδικασία «ιδιωτικοποίησης» δημόσιας περιουσίας και διαχείρισης των πολιτιστικών μας αγαθών ως περιουσιακών αγαθών.

7. Γιατί η Ροτόντα δεν είναι ναός.

Από τη δημοσίευση του κανονισμού αυτού αποδεικνύονται περίτρανα δύο πράγματα: πρώτον ότι η Ροτόντα δεν είχε αποκήσει ποτέ  κατά τον Καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και τους κανονισμούς της την ιδιότητα του ναού, αφού δεν συγκαταλεγόταν από εκκλησιαστική-διοικητική  άποψη στους ναούς της Εκκλησίας. Με τον επίδικο κανονισμό ομολογείται δηλαδή ότι η Ροτόντα δεν ήταν για την Εκκλησία  ναός εν λειτουργεία και δεν είχε αποδοθεί σε τακτική δημόσια λατρεία, αφού δεν είχε χαρακτηριστεί ούτε ενοριακός ούτε προσκηνυματικός ναός και δεν υπαγόταν άρα στην πνευματική ή διοικητική δικαιοδοσία του επιχώριου  Μητροπολίτη.

Διότι είναι γνωστό και θα πρέπει να γίνει ακόμη σαφέστερο ότι η Ροτόντα: α) δεν λειτουργούσε ούτε χρησιμοποιούνταν όλα αυτά τα χρόνια μετά την απελευθέρωση ως ναός με την έννοια του χώρου του προορισμένου σε τακτική δημόσια λατρεία, β) δεν είχει παραχωρηθεί είτε σιωπηρά είτε ρητά από το κράτος στην Εκκλησία για να χρησιμοποιείται   ως   εκκλησία ή ναός,  με την έννοια που το προβλέπει και το εννοεί ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, δηλαδή οργάνωση πιστών με βάση ένα σταθερό χώρο λατρείας υπό την ευθύνη και εποπτεία του επισκόπου. γ) δεν είχε εκ κατασκευής ούτε έχει άλλωστε σήμερα, είτε εσωτερικά είτε  εξωτερικά, διαρρυθμιστεί ή προσλάβει την αρχιτεκτονική όψη  ναού ή εκκλησίας. Χρησιμοποιούνταν απλώς περιστασιακά σαν να ήταν ναός, δηλαδή ως  χώρος λατρείας, μερικές φορές μόνο το χρόνο με το δανεισμένο από τον παρεκείμενο ναό όνομα « Άγιος Γεώργιος» μετά από άδεια πάντα του αρμόδιου υπουργού.   Η περιστασιακή αυτή χρήση του μνημείου ως χώρου λατρείας δεν αρκεί για να το μετρατρέψει αυτόματα σε ναό κατά το εκκλησιαστικό δίκαιο, με την έννοια του χώρου του προορισμένου στη τακτική δημόσια λατρεία.

  Από τη σχέση πάντως των ιερών κανόνων με το Σύνταγμα καθώς και από τη σχέση της «κανονικής» δικαιοταξίας με την «κρατική» συνάγεται[3] ότι ένας χώρος ακόμη και καθιερωμένος στη λατρεία είναι  δυνατόν δ ι ο ι κ η τ ι κ ά να «αποχαρακτηριστεί»[4] _ και να παύσει πρακτικά να είναι χώρος προορισμένος στη λατρεία για πολλούς και διαφόρους λόγους,  όπως συνέβη άλλωστε και με τον Παρθενώνα αλλά και με άλλες βυζαντινές εκκλησίες που είτε για λόγους συντήρησης είτε για λόγους ασφάλειας δεν ήταν να δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ως ναοί. Ο αποχαρακτηρισμός άλλωστε αυτός δεν αφορά την ιερότητα του χώρου και τις «πνευματικές» σχέσεις των πιστών με το δημόσιο πράγμα  αλλά τη δημόσια χρήση του, τις «ενσώματες» σχέσεις του πράγματος με την πολιτεία και το κοινωνικό σύνολο, τον «χρηστικό»   προορισμό του.

Ενας χώρος μπορεί κάλλιστα να είναι μνημείο και να αποκαλείται ταυτόχρονα ναός, να είναι δηλαδή μνημείο-ναός ή μνημείο θρησκευτικού χαρακτήρα. Το ζητούμενο σχετικά με την Ροτόντα δεν είναι αν είναι μνημείο ή ναός αλλά αν, ενώ είναι κηρυγμένο μνημείο και προστατεύεται ως τέτοιο, μπορεί να ταυτόχρονα να λειτουργεί και ως χώρος δημόσιας λατρείας, αν μπορεί να γίνει ναός εν χρήσει και να περιέλθει στη δικαιοδοσία της Μητρόπολης. Η αντιδικία δεν αφορά άλλωστε την ονομασία του ρωμαϊκού αυτού κτίσματος ή τον χαρακτηρισμό του ως ναού ή μνημείου αλλά την εξουσία χρήσεως: το ποιός πρέπει να έχει την εξουσία χρήσεως της Ροτόντας, το κράτος ή η Εκκλησία. Τον θρησκευτικό χαρακτήρα του μνημείου ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ούτε επιδέχεται αμφισβήτηση το ιστορικό γεγονός ότι την βυζαντινή περίοδο η Ροτόντα ήταν χώρος λατρευτικός των χριαστιανών άρα ναός. Η διαπίστωση όμως αυτή και ο χαρακτηρισμός της Ροτόντας ως μνημείου-ναού δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι πρέπει και σήμερα να χρησιμοποιείτια κυρίως ως ναός, όταν η αρχαιολογική του αξία και η σημερινή του συντήρηση και προστασία ως μνημείου δικαιολογούν και επιβάλλουν τον παραμερισμό της δυνατότητας της λατρευτικής του χρήσης, ενώ  αντίθετα λόγοι πολλοί συνηγορούν υπέρ της αξιοποίησής του κυρίως  ως χώρου μουσειακού και πολιτιστικού.

Τώρα που ο πολιτισμός έγινε πηγή εσόδων και αντικείμενο χρηματοδοτήσεων, τώρα που έχουν περατωθεί οι εργασίες συντήρησης ορισμένων βυζαντινών μνημείων και είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν πολιτιστικά και να αποφέρουν έσοδα σε αυτούς που ορίζουν τη χρήση τους, τώρα η Εκκλησία  θυμήθηκε τη λατρευτική τους χρήση και διεκδικεί τη διαχείρισή τους, αγνοώντας το γεγονός ότι το δημόσιο έχει ξοδέψει τεράστια ποσά για τη συντήρησή τους και διαθέτει για το σκοπό αυτό άξιες,  πεπειραμένες  και αφοσιωμένες στην αποστολή τους αρχαιολογικές υπηρεσίες. Με ποιά γνώση, με τί είδους μέσα και με ποιές υπηρεσίες θα αναλάβει η Εκκλησία τη συντήρηση και αξιοποίηση των βυζαντινών μνημείων; 

Η πρόθεση αυτή της Εκκλησίας μαρτυρεί  ασυγχώρητη άγνοια της αξίας αλλά και του δημόσιου χαρακτήρα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς  και προδικάζει επικίνδυνες και βλαπτικές για το βυζαντινό μνημείο λατρευτικές και άλλες χρήσεις.

Δείχνει μάλιστα  η απόφαση της για την μετατροπή του μνημείου σε  προσκυνηματικό ναό το πώς αντιλαμβάνονται ορισμένοι εκπρόσωποι εκκλησιαστικών αρχών την πολιτισμική μας  ταυτότητα. Ακόμη και τα μνημεία που λειτούργησαν κάποτε ως βυζαντινοί ναοί  δεν αντιμετωπίζονται ως ζωντανές και αυθεντικές μαρτυρίες ενός  παρελθόντος που καταυγάζουν ως τέτοιες το παρόν, αλλά ως χώροι προσοδοφόρας διαχείρισης του παρόντος με την επίκληση ενός κακοποιημένου ιδεολογικά παρελθόντος.

 

8. Η αντίκρουση του επιχειρήματος που βασίζεται στην  ελευθερία της λατρείας.  

Αλλά και το επιχείρημα ότι η Ροτοντα πρέπει να αποδοθεί σε τακτική δημόσια λατρεία επειδή αυτό επιβάλλει η ελευθερία της λατρείας δεν είναι στέρεο. Είναι τουλάχιστον αναχρονιστικό και προκλητικά  υποκριτικό να επικαλείται κανείς για την άρση της προστασίας  των πολιτιστικών αγαθών το συνταγματικό δικαίωμα στη λατρεία. Και αυτό για τους εξής λόγους. Πρώτον  διότι η ελευθερία της λατρείας (άρθρο 13 παρ.2Σ), όπως άλλωστε και η άσκηση κάθε ατομικής ελευθερίας, είναι σχετική, με την έννοια ότι τελεί υπό την επιφύλαξη του νόμου ("υπό την προστασία των νόμων") και  ασκείται, πάντως  εφ΄όσον δεν προσβάλλει τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη. Ο όρος βέβαια «υπό την προστασία των νόμων» δεν επιτρέπει πολλούς περιορισμούς στην άσκηση της λατρείας και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μία κοινή επιφύλαξη του νόμου. Δεν παύει ωστόσο, έστω και λίαν περιορισμένα, να λειτουργεί ως πηγή περιορισμών.  Ετσι, η άσκηση του συνταγματικού δικαιώματος της λατρείας μπορεί να απαγορευτεί ή να εμποδιστεί, όταν ασκείται κατά παράβαση της πολεοδομικής ή αρχαιολογικής ή δασικής νομοθεσίας σε χώρους ή τόπους, που δεν είναι προορισμένοι για τον σκοπό αυτό και  δεν έχει προβλεφτεί κατά την αντίστοιχη  νομοθεσία η ανάλογη  χρήση  γης του πράγαμτος. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται άρα  να αντίκειται σε κανόνες δημόσιας τάξης, όπως είναι και οι κανόνες της αρχαιολογικής νομοθεσίας. 

Η ελευθερία της λατρείας δεν κατοχυρώνει, λοιπόν, για τους πιστούς ένα απόλυτο δικαίωμα να λατρεύουν το Θεό, όπου θέλουν και όποτε θέλουν, χωρίς την τήρηση των νόμων ούτε, βέβαια, κατοχυρώνει  συγκεκριμένο δικαίωμα για άσκηση της λατρείας σε καθορισμένο χώρο, όπως π.χ. στη Ροτόντα, όταν μάλιστα ο χώρος δεν προορίζεται για  τέτοιο σκοπό και δεν έχει αποφασιστεί σχετικά από τα πρόσωπα που εξουσιάζουν το χώρο. Η Ροτόντα δεν αποδόθηκε, άλλωστε,  ποτέ, όπως είδαμε  σε τακτική δημόσια λατρεία, _καθαγιάστηκε μεν όπως λέγεται το 1913 δεν λειτούργησε όμως ως ναός ούτε διαμορφώθηκε ως τέτοιος-, δεν παραχωρήθηκε άρα τυπικά ποτέ από το κράτος στην Εκκλησία για τακτική δημόσια λατρευτική χρήση ούτε η Εκκλησία την κατέταξε ποτέ, όπως είδαμε,  στην κατηγορία των ναών που αναφέρει ο καταστατικός της χάρτης της Εκκλησίας.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν φαίνεται, εξάλλου,  να θίγεται το δικαίωμα της λατρείας, γενικά, των πιστών της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, αφού δεν έχει ληφθεί καμμία απόφαση που να αφορά τη λατρεία, γενικά,  των πιστών της Θεσσαλονίκης, αλλά ούτε και η  ελευθερία της λατρείας των πιστών, που υπάγονται στην ενορία της περιοχής της Ροτόντας, παρεμποδίζεται, ουσιαστικά, αφού στην ίδια περιοχή υπάρχουν πολλοί ναοί, στους οποίους οι πιστοί της περιοχής μπορούν, ανέτως και ακωλύτως, να εκπληρώνουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και ιδίως στον παρακείμενο, από τον οποίο και δανείστηκε η Ροτόντα το όνομά της, ναό του Αγίου Γεωργίου.

6. Η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος και το συνταγματικό δικαίωμα στον πολιτισμό.

Θα πρέπει, τέλος,  να υπογραμμιστεί ότι το Σύνταγμα δεν εγγυάται  μόνο το δικαίωμα των πιστών στη λατρεία, κατοχυρώνοντας στο άρθρο 13 παρ.2 την ελευθερία της λατρείας, αλλά και το δικαίωμα όλων των πολιτών στον πολιτισμό και στη διαρκή φύλαξη και αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς του λαού στον οποίο ανήκουν, προστατεύοντας στο άρθρο 24 παρ.1 και 6 το πολιτιστικό περιβάλλον.

Τα μνημεία ακόμη και αυτά που έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα  δεν παύουν να αποτελούν πολιτιστικά αγαθά, αποκτήματα  της παγκόσμιας και εθνικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς, και σαν τέτοια προστατεύονται από το άρθρο 24 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει τη λήψη θετικών μέτρων προστασίας τους και την αποφυγή πράξεων  που οδηγούν στην αλλοίωση, υποβάθμιση ή επιδείνωση  του πολιτιστικού περιβάλλοντος.   Το συνταγματικό δικαίωμα στο πολιτισμό των πολιτών έχει την ίδια τυπική αξία με την ελευθερία της λατρείας των πιστών. Αυτό σημαίνει ότι η δυνατότητα  λατρευτικής χρήσης ενός μνημείου θρησκευτικού χαρακτήρα μπορεί να υποχωρήσει  όταν η   μετατροπή του σε ναό εν χρήσει, πρόκειται  να αλλοιώσει ή να βλάψει  την αρχαιολογική και ιστορική του αξία και   φυσιογνωμία ή να  αναιρέσει  το μνημειακό του προορισμό.  Το συνταγματικό δικαίωμα στη λατρεία μπορεί να παραμεριστεί  στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο διότι έτσι  αποτρέπεται ένα αναπότρετπο κακό σε ένα πολιτιστικό αγαθό, αλλά και διότι οι πιστοί έχουν ούτως ή άλλως τη δυνατότητα να ασκούν  τα λατρευτικά τους καθήκοντα  άνετα στις  υπάρχουσες και λειτουργούσες γειτονικές εκκλησίες. Ναούς αφιερωμένους στη λατρεία του Θεού διαθέτουμε ή μπορούμε να αποκτήσουμε  πολλούς, μνημεία πολιτισμού έχουμε ορισμένα και από αυτά μερικά είναι μοναδικά. Γιατί θα πρέπει να  θυσιάσουμε  και αυτά τα λίγα και να στερηθούμε την πολιτιστική τους αξιοποίηση, τη στιγμή που δεν βλάπτεται ουσιωδώς από την αξιοποίηση αυτή η ελευθερία της λατρείας των πιστών;   

Επομένως, από το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται, -εφόσον ερμηνευτεί το ίδιο σε συνδυασμό με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος, καθώς και με τις διεθνείς συμβάσεις που  προσδιορίζουν την έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς και καθορίζουν τον τρόπο της προστασίας της.   Από τη συνταγματική αυτή εγγύηση  απορρέει αμέση και ευθεία δέσμευση του νομοθέτη και της  διοίκησης, οι οποίοι υποχρεούνται, αφ΄ενός να λαμβάνουν μέτρα θετικά προστασίας των πολιτιστικών αγαθών, και αφετέρου να απέχουν από τη λήψη μέτρων που οδηγούν σε αλλοίωση, υποβάθμιση ή επιδείνωση του πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Η ενδεχόμενη μετατροπή της Ροτόντας σε προσκυνηματικό ναό, όπως αποδεδειγμένα επιδιώκει η Μητρόπολη θα έχει οδυνηρές συνέπειες στην αρχαιολογική αξία και στην προστασία του μνημείου, πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί ενέργεια που  αντιτίθεται στην αρχαιολογική νομοθεσία και περιφρονεί το Σύνταγμα.

Η πρόσφατη προσωρινής, τρίμηνης ισχύος, απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (Υ.Π. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ34/4863/103/14.2.97) όχι μόνο δεν επιλύει το θέμα αλλά το περιπλέκει ακόμη περισσότερο, διότι δημιουργεί δύο παράλληλες κατηγορίες χρήσεων, τις «λατρευτικές» και τις «κοσμικές», που επιτείνουν τη σύγχυση ως προς τη συντήρηση και την εξουσία χρήσεως του μνημείου και θα δημιουργήσουν σίγουρα αφορμή για εντάσεις και προστριβές μεταξύ φορέων, πολιτείας και Εκκλησίας. Ο εκ των προτέρων εξάλλου καθορισμός από τον Υπουργό -και μάλιστα κανονιστικά- ενός ορισμένου πάγιου αριθμού χρήσεων (λατρευτικών ή πολιτιστικών) είναι αμφίβολο αν συμβιβάζεται με την αρχαιολογική νομοθεσία.

Δεν χρειάζεται αλλαγή του νομικού και διοικητικού καθεστώτος που ισχύει τώρα και ογδόντα χρόνια. Η κύρια χρήση ή ιδιόχρηση του μνημείου είναι μουσειακή. Κάθε άλλη χρήση (πολιτιστική ή λατρευτική) είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτή μετά από άδεια της αρχαιολογικής υπηρεσίας, η οποία εκτιμά κάθε φορά ανάλογα με την αιτούμενη χρήση αν συμβιβάζονται μαζί της  ο χαρακτήρας και ο προορισμός του μνημείου.  

Η Ροτόντας ως κτίσμα του «αρχαίου κόσμου» ανήκει κατά την αρχαιολογική νομοθεσία  στον ελληνικό λαό και στην ελληνική Πολιτεία. Ως αγαθό της «παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς» ανήκει στην οικουμένη και δικαιούνται να το επισκέπτονται και να το θαυμάζουν όλοι οι άνθρωποι. Ως μνημείο μοναδικής αρχαιολογικής αξίας που αποτυπώνει στην αρχιτεκτονική του φυσιογνωμία τρείς διαφορετικούς πολιτισμούς, τον ρωμαϊκό, τον χριστιανικό και τον μουσουλμανικό,  συμβολίζει κατά τρόπο ανάγλυφο την πολυπολιτισμική ιστορική ταυτότητα της Θεσσαλονίκης και για το λόγο αυτό προέχει η διαφύλαξη της αρχαιολογικής αυθεντικότητάς του.

 

Αντώνης Μανιτάκης

Καθηγητής Νομικής

στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

 

 

 


[1] Σχετικά με την ιστορία της Ροτόντας και την αντιδικία μεταξύ Μητρόπολης και Υπουργείου Πολιτισμού βλ. Την κατατοπιστική έκδοση της «Ενωσης Πολιτών Θεσσαλονίκης για το Περιβάλλον και τον Πολιτισμό» «Ροτόντα μνημείο πολιτισμού», Θεσσαλονίκη, 1996.

 

 

[2] Τα ζητήματα αυτά τα έχω αναπτύξει και στη μελετη που δημοσιεύτηκε στην έκδοση της «Ενωσης Πολιτών για το Περιβάλλον και τον Πολιτισμό», «Ροτόντα μνημείο πολιτισμού», Θεσσαλονίκη, 1996, σ. 17-36.

 

 

[3] Σχετικά με τις χρήσεις της Ροτόντας και το νομικό καθεστώς που τη διέπει βλέπει τις μελέτες μου, Η συνταγματική προστασία των πολιτιστικών αγαθών και η ελευθερία της λατρείας με αφορμή τις χρήσεις της Ροτόντας,, (Γνμ), Νόμος και Φύση, 1995. 43-56 (=Αρμ 1995. 10). 

 

 

[4] Ο  «αποχαρακτηρισμός αυτός» δεν πρέπει να συγχέεται με την άρση του καθαγιασμού που είναι καθαρά πνευματική ενέργεια και δεν παράγει από μόνη της έννομες συνέπειες ούτε βέβαια μπορεί να υπερισχύσει νόμων ή αποφάσεων του κράτους. Αν ένας  χώρος είναι «καθιερωμένος» ή όχι κρίνεται κατά το κανονικό δίκαιο και τους κανόνες της Εκκλησίας και αφορά τους αποκλειστικά τους πιστούς,, οι οποίοι τον θεωρούν ως ιερό.  Οπως ακριβώς η Πολιτεία δεν έχει εξουσία καθαγιασμού ή άρσεως του καθαγιασμού ενός χώρου έτσι και η πνευματική ενέργεια του καθαγιασμού δεν μπορεί από μόνη της να αποδυναμώνει ή υπερισχύει κρατικών αποφάσεων. Κανονική και κοσμική δικαιοταξία κινούνται σε δύο διαφορετικά επίπεδα.  Το ποιά είναι όμως η ιδιόχρηση, λατρευτική, πολιτιστική ή μουσειακή, ενός δημόσιου πράγματος κρίνεται αποκλειστικά κατά τους κανόνες του διοικητικού και συνταγματικού δικαίου. Ούτε οι χρήσεις ούτε οι κτήσεις των δημόσιων πραγματων και γενικά των πραγματων είναι δυνατόν να καθορίζονται από τους πνευματικούς κανόνες της Εκκλησίας. Διαφορετικά θα μπορούσε η Εκκλησία με την επίκληση «πνευματικών» αποφάσεων να παρακάμπτει νόμους,, όπως είναι η πολεοδομική  ή περιβαλλονιική νομοθεσία και να κτίζει ναούς ή εκκλησίες, όπου θέλει και όπως θέλει χωρις άδειες και περιορισμούς, π.χ. σε δάση και πάρκα, στο όνομα της ελευθερίας της λατρείας, και της ιερότητας ενός χώρου και να ορίζει μόνη της τι της ανήκει, και ποιές χρήσεις επιβάλλονται κατα τους ιερούς κανόνες στα «ιερά» πράγματα. Το αν ένα πράγμα είναι εξάλλου ιερό ή όχι κρίνεται βέβαια, κατά το κανονικό δίκαιο αλλά η ιερότητά του ως πνευματική αποκλειστικά ιδιότητα αφορά αποκλειστικά τους πιστούς. Ο πολίτες και η πολιτεία οφείλουν απλώς να σέβονται την ιερότητα ενός τέτοιου χώρου. Η ιερότητα όμως ενός χώρου δεν τίκτει τίτλους ιδιοκτησίας ή κατοχής ή χρήσεως  ούτε μετατρέπει ένα μνημείο σε χωρο δημόσιας λατρείας ή ναό, επειδή οι πιστοί ενός δογματος θέλουν να το μετρέψουν και να το χρησιμοποιούν ως ναό ούτε υποχρώνει την πολιτεία να παραχωρήσει το χώρο στην Εκκλησία. Αν θα αποδοθεί ένα μνημείο ή όχι στη δημόσια λετρεία και αν θα παραχωρηθεί στην οικεία εκκλησία για το σκοπο αυτό θα το κρίνει και θα το αποφάσίσει η Πολιτεία σύμφωνα με την ισχύουσα «κοσμική» νομοθεσία αφού προηγουμένως σταθμίσει διάφορα συμφέρονταα ή αγαθά, μεταξύ των οποίων η ιερότητα ενδεχομένως του χώρου και η αρχαιολογική αξία ή η μνημειακή αξία του πράγαμτος.  Η πολιτιστική αξία ενός μνημείου θρησκευτικού χαρακτήρα μπορεί να είναι τέτοια που να απορροφά τη λατρευτική χρηστικότητα του ή και να την αποκλείει για λόγους προστασίας του μνημείου. Το γεγονός βέβαια ότι πρόκειται για μνημείο θρησκευτικού χαρακτήρα και μάλιστα για μνημείο που οι πιστοί το θεωρούν «ιερό’, επιβάλλει στην πολιτεία την υποχρέωση να επιτρέπει τις χρήσεις εκείνες που δεν προσβάλλουν το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών ή δεν απάδουν στον θρησκευτικό του χαρακτήρα.  Το ζήτημα φυσικά είναι μεγαλο χρήζει ιδιάιτερης ανάπτυξης, και  δεν είναι του παρόντος. Βλ. ωστόσο σχετικά με  την άποψη που ασκείται εδω κριτική  τη μελετη του αντιπροέδρου του ΣτΕ Αν. Μαρίνου, Η ανακήρυξη τωνΜετεώρων σε χώρο «ιερό», Αθήνα, 1996, ιδίως  σ. 22-26.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                

 

 

 

Ραδιοτηλεοπτικές άδειες: το χρονικό του παράνομου καθεστώτος

Αθηνά Σχινά, Φοιτήτρια ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου Νομικής Σχολής Αθηνών

Είκοσι πέντε και παραπάνω έτη μετά την έκδοση του νόμου που για πρώτη φορά εισήγαγε ρυθμίσεις σχετικά με την ιδιωτική ραδιοτηλεόραση, το ελληνικό κράτος ηθελημένα ή μη απέτυχε να τηρήσει τις ουσιαστικές εγγυήσεις του άρθρου 15 Συντ. και λειτούργησε σε ένα καθεστώς «ανεκτής παρανομίας». Στο νεφελώδες αυτό τοπίο προσπάθησε να δώσει τέλος η υπό την κοινοβουλευτική πλειοψηφία κυβέρνηση με τον τελευταίο νόμο  4339/2015. Γιατί όμως γίνεται λόγος σήμερα για αποτυχημένες προσπάθειες διαδοχικών κυβερνήσεων να αποσυνδέσουν την ιδιωτική ραδιοτηλεόραση από εξωγενείς ή ενδογενείς οικονομικές στρεβλώσεις; Ο νέος νόμος είναι σε θέση να κερδίσει το στοίχημα κατά της ραδιοτηλεοπτικής διαπλοκής;

 

1.Η ραδιοτηλεόραση ως δημόσιο αγαθό: «σπάνιος πόρος», μέσο κοινωνικού επηρεασμού ή κρατικός δεσποτισμός;

Ήδη από τις πρώτες νομοθετικές διατάξεις, μέσω των οποίων ο νομοθέτης προσπάθησε να σκιαγραφήσει το πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, κατέστη σαφές πως η διαχείριση του φάσματος ραδιοσυχνοτήτων, στο οποίο εκπέμπουν οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί, συνιστά κυριαρχικό δικαίωμα του Κράτους. Η θέση αυτή προέκυπτε αρχικά, χωρίς καμία αμφιβολία από το Σύνταγμα του 1975, που υπήγαγε ευθέως και απερίφραστα την ραδιοφωνία και την τηλεόραση στον κρατικό άμεσο έλεγχο. Η διατύπωση ήταν

 

αυστηρή και δεν άφηνε περιθώρια διαφορετικής ερμηνείας. Ο συνταγματικός νομοθέτης ήθελε να αναχθεί η ραδιοτηλεόραση σε δημόσια υπηρεσία, προκειμένου, κατά την άποψή του, να διασφαλιστεί η τήρηση των αρχών της αντικειμενικότητας, ισοτιμίας και ποιότητας, ως θεσμική εγγύηση. Είτε λόγω του γεγονότος ότι επί τρεις δεκαετίες, το φάσμα ραδιοσυχνοτήτων αποτελούσε σπάνιο πόρο και προσέδιδε στον διαχειριστή-χρήστη σημαντικό οικονομικό πλεονέκτημα, είτε λόγω του κοινωνικού χαρακτήρα της ραδιοτηλεόρασης, σε κάθε περίπτωση θεωρήθηκε ως δημόσιο αγαθό και συνδέθηκε δικαιολογημένα με την καταβολή ανταλλάγματος, αντάλλαγμα το οποίο αποτελούσε και θεμιτό περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας. Με επιχείρημα κατά βάση την γραμματική ερμηνεία του Συντάγματος, η θεωρία τάχθηκε κατά της ερμηνευτικής εκδοχής περί αναγνώρισης εκ του άρθρου 15 Συντ. ατομικού δικαιώματος τηλεοπτικής εκπομπής, προσέγγιση που εξακολουθούσε να διατηρεί για δεκαετίες. Κοινή παραδοχή ήταν πως η ραδιοτηλεόραση έχει διάρθρωση ολιγοπωλιακή ή μονοπωλιακή και πως οποιαδήποτε ιδιωτική πρωτοβουλία με αντικείμενο την εκμετάλλευση της ιδιωτικής ραδιοφωνίας ή τηλεόρασης, θα’ ναι θεμιτή μόνο στο πλαίσιο παραχώρησης δημόσιας εξουσίας. Ωστόσο αξίζει να παρατηρηθεί πως η ελληνική θεωρία αν και επιφυλακτική για την αναγνώριση δικαιώματος, ήταν υποψιασμένη και δεκτική να διαφοροποιήσει τις θέσεις της, χαιρετώντας από μακριά τις νέες δυνατότητες που προσέφερε η τεχνολογική και οικονομική πρόοδος.

2.Οι πρώτες «ελπιδοφόρες» προσπάθειες για ένα «υγιές» νομοθετικό καθεστώς.

Η πρώτη δειλή και υπαινικτική προσπάθεια που θα άνοιγε σταδιακά τον δρόμο στην ιδιωτική ραδιοτηλεόραση, έγινε με τον ν. 1730/1987, ο οποίος επέτρεψε για πρώτη φορά την ίδρυση και λειτουργία, από ιδιώτες, ραδιοφωνικών σταθμών κατόπιν άδειας. Ακόμα και αν θεωρηθεί πως ο νόμος αυτός διαμόρφωσε ένα ραδιοτηλεοπτικό νομοθετικό κεκτημένο από το οποίο δύσκολα μπορούσε ο μεταγενέστερος νομοθέτης να οπισθοχωρήσει, ωστόσο την ίδια περίοδο

 

σημειώθηκαν σοβαρές παλινδρομήσεις στη νομολογία, επαναφέροντας πάλι στην επιφάνεια το ραδιοτηλεοπτικό μονοπώλιο του Κράτους. Το ΣτΕ και ο ΑΠ επιβεβαίωναν τακτικά την ισχύ κρατικού μονοπωλίου, με χαρακτηριστικότερη απόφαση την ΟλΣτΕ 5040/1987, κατά την οποία το Ακυρωτικό τότε αντιλαμβανόταν τον «άμεσο έλεγχο» ως «έννοια-πλαίσιο», που επέτρεπε πολλές επιλογές στον νομοθέτη. Ο νομοθέτης δηλαδή, σύμφωνα μ’ αυτήν είναι ελεύθερος να επιλέγει το καθεστώς οργάνωσης και λειτουργίας, λαμβάνοντας τη μορφή είτε κρατικού μονοπωλίου είτε ιδιωτικής ραδιοφωνίας. Ωστόσο, αυτή η ερμηνευτική παραδοχή, κυρίως μετά την σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Informationsverein Lentia και λοιποί κατά Αυστρίας(1993), καθίσταται πλέον παρωχημένη. Το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ κατά τέτοιο τρόπο καταλήγοντας πως το ραδιοτηλεοπτικό μονοπώλιο αποτελεί αυστηρό περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και πως από τη στιγμή που δεν υφίσταται εξαιρετικός τεχνικός λόγος ή κάποια πιεστική ανάγκη της κοινωνίας, παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης ,το δικαίωμα της αναλογικότητας και το δικαίωμα της παθητικής πληροφόρησης του κοινού, που ικανοποιείται με την κατοχύρωση του πλουραλισμού και των πηγών πληροφόρησης. Ο πρώτος νόμος που αφορούσε κατεξοχήν την ιδιωτική τηλεόραση ήταν ο ν. 1866/1989, που ψηφίσθηκε με πρωτοβουλία της υπό κοινοβουλευτική πλειοψηφία ΝΔ και του τότε ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου κυβέρνησης (γνωστής και ως «Κυβέρνηση Τζαννετάκη»). Η καινοτομία εισήχθη με την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου τηλεοπτικών εκπομπών και την χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικού ραδιοτηλεοπτικού σταθμού σε ανώνυμες εταιρείες και ΟΤΑ για την πραγματοποίηση απευθείας τηλεοπτικών εκπομπών ανάλογα με τον Χάρτη Συχνοτήτων. Ανάμεσα στις προϋποθέσεις οριζόταν πως για την απόκτηση άδειας απαιτείται η εμπειρία και η παράδοση των μετοχών της εταιρείας στα ΜΜΕ. Αυτό οδήγησε πολλούς επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνταν ήδη στον τύπο να ιδρύσουν τα δύο από τα πιο μεγάλα κανάλια σήμερα- Mega και Antenna. Το πρόβλημα όμως εντοπιζόταν στο εξής «ανακόλουθο» σχήμα: ο νόμος προέβλεπε την σύναψη σύμβασης παραχώρησης μη κρατικής τηλεόρασης εκ μέρους του Δημοσίου με την εταιρεία στην οποία χορηγείται άδεια, ενώ με την ίδια σύμβαση θα καθοριζόταν το ποσό του οικονομικού ανταλλάγματος. Συνεπώς εκδίδονταν και εκχωρούνταν με υπουργικές αποφάσεις άδειες υπό την διαλυτική αίρεση υπογραφής της σύμβασης, συμβάσεις όμως που δεν υπογράφηκαν ποτέ, άρα δεν καταβλήθηκε και το αντίτιμο. Η δεύτερη καινοτομία αφορούσε τη σύσταση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) ως ανεξάρτητη αρχή με αρμοδιότητα τον έλεγχο και την εποπτεία της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης-τόσο ιδιωτικής όσο και κρατικής. Ακολούθησε ο ν. 2328/1995, τον οποίο εισηγήθηκε η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με τότε Υπουργό Τύπου και ΜΜΕ τον Ευαγ. Βενιζέλο, με στόχο όπως προέκυπτε και από την εισηγητική του έκθεση, την θέσπιση ενός λεπτομερέστερου συστήματος ρυθμίσεων, που θα ανταποκρινόταν με περισσότερη διορατικότητα στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό βάρος της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης. Συνοπτικά, ο νόμος προέβλεπε διαδικασία χορήγησης αδειών, έπειτα από σχετική προκήρυξη, τα κριτήρια χορήγησης των οποίων καθορίζονταν στον νόμο. Ο αριθμός των αδειών όμως για άλλη μια φορά δεν οριζόταν στον νόμο, ενώ στις προϋποθέσεις χορήγησης των αδειών υποκρυπτόταν ένα εξόφθαλμο ευνοϊκό καθεστώς για τους ήδη παρανόμως λειτουργούντες σταθμούς μέσω επιπλέον μοριοδότησης. Ενδεικτικά οριζόταν πως οι υποψήφιοι θα λάμβαναν ως 4 μόρια κατ’ έτος λειτουργίας, συνεπώς οι ήδη λειτουργούντες πριμοδοτούνταν ex oficcio με 4 μόρια. Προς επίρρωση της αποτυχίας εξορθολογισμού, ο νέος νόμος ανέφερε στις μεταβατικές του διατάξεις ότι οι άδειες που είχαν δοθεί βάσει του ν. 1866/1989, εξακολουθούν να ισχύουν για 1 έτος από την έναρξη ισχύος του υπό κρίση νόμου, μετά το πέρας του οποίου θα ακολουθούσε η διαδικασία ανανέωσης. Έθετε δηλαδή στο απυρόβλητο, χωρίς καμία κρίση, τους παράνομους σταθμούς για 1 έτος ακόμα. Το ΣτΕ τότε καταδίκασε ευθέως για 1η φορά την πρακτική αυτή με την απόφαση ΣτΕ 3839/1997 λέγοντας πως «η εν τοις πράγμασι ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού χωρίς άδεια δεν αποτελεί νόμιμο λόγο χορήγησης αυτής σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου, έστω και αν η Διοίκηση με την πρακτική αυτή είχε ανεχτεί ή και υποβοηθήσει την λειτουργία σταθμών χωρίς άδεια.» Αξίζει να σημειωθεί πως λίγα χρόνια πριν είχε προηγηθεί η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ, 718/1993, με την οποία χορηγήθηκε αναστολή στη διακοπή λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών που λειτουργούσαν χωρίς άδεια μετά από πρωτοβουλία της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Εποπτείας ΜΜΕ, ισχυριζόμενο το Δικαστήριο πως η πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε πρέπει να προστατευτεί, με αφορμή την τρέχουσα τότε προεκλογική περίοδο.

3.Η εν κρυπτώ(;) νομιμοποίηση των παράνομων σταθμών

Το μόνο που τηρήθηκε από τον ν. 2328/1995 ήταν η παράταση της  παράνομης λειτουργίας των σταθμών, καθώς η προκήρυξη που προβλεπόταν σ’ αυτόν δεν εκδόθηκε ποτέ. Το κενό αυτό προσπάθησαν να καλύψουν μεταβατικές διατάξεις νόμων, το περιεχόμενο των οποίων ως επί το πλείστον ήταν άσχετο με το περιεχόμενο των ρυθμίσεων του νόμου που ανήκαν. Έτσι με τον ν. 2438/1996, με αντάλλαγμα υπέρ του Δημοσίου, παρατάθηκε η ισχύς των αδειών για 9 μήνες και μάλιστα αναδρομικά(αφού η διάταξη θεσπίστηκε μετά την λήξη ισχύος αυτών). Το Κράτος δηλαδή επέλεξε να θυσιάσει στον βωμό των οικονομικών οφέλων την τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας . Και αν μέχρι τώρα το άξιο μομφής ήταν οι παρατάσεις λειτουργίας των παράνομων σταθμών με νόμο, τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα με τον ν. 2644/1998 , που ψηφίσθηκε με πρωτοβουλία της υπό τον Κ. Σημίτη Κυβέρνησης και με κοινοβουλευτική πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ που έδινε για πρώτη φορά το «πράσινο φως» στον νομοθέτη για νομιμοποίηση των παράνομων σταθμών. Με τον νόμο αυτό ορίστηκε ότι θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες, μέχρι την ολοκλήρωση(;) της αδειοδοτικής διαδικασίας, όσοι σταθμοί λειτουργούσαν την υπό κρίση περίοδο και είχαν υποβάλει εμπροθέσμως αίτηση για χορήγηση άδειας. Το 2001 ακολούθησε η συνταγματική αναθεώρηση και προστέθηκε στο άρθρο 14 η παρ 9, η οποία στόχευε στην διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση μέσω του ελέγχου του ιδιοκτησιακού και οικονομικού καθεστώτος των ΜΜΕ. Επρόκειτο κατά την γνώμη μου για μια τραγική ειρωνεία καθώς το άρθρο 14 παρ 9 Συντ. διακήρυττε την διαφάνεια στα ΜΜΕ και ο «εκτελεστικός» του ν. 3021/2002 που ψηφίσθηκε με πρωτοβουλία της ίδιας παραπάνω κυβέρνησης, ανάμεσα στα άλλα, παρέτεινε επ’ αόριστον τις άδειες των παράνομων σταθμών μέχρι την έκδοση αδειών λειτουργίας. Την ίδια περίοδο, με τον εκτελεστικό νόμο, τον ν. 3051/2002 μια άλλης νέας συνταγματικής διάταξης, της 101Α Συντ. που κατοχύρωνε τις Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές (ΑΔΑ), εισήχθησαν τα εξής: 1) όσοι σταθμοί είχαν θεωρηθεί ως νομίμως λειτουργούντες βάσει προηγούμενων νομοθετικών διατάξεων, εξακολουθούν να θεωρούνται μέχρι την ολοκλήρωση των αδειοδοτικών διαδικασιών 2) όσες διαγωνιστικές διαδικασίες με αντικείμενο τη χορήγηση αδειών για τη λειτουργία σταθμών δεν είχαν ολοκληρωθεί κατά των έναρξη ισχύος του υπό κρίση νόμου-δηλαδή καμία-, καταργούνταν. Μέχρι το 2001 ουσιαστικά, φάκελοι υποψηφιότητας για τη χορήγηση άδειας παρέμεναν στον γραφείο του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ ,ενώ μετά την συνταγματική πρόβλεψη του ΕΣΡ, στάλθηκαν οι φάκελοι στο τελευταίο, το οποίο και διαπίστωσε ότι κανείς από τους αιτούντες, ανάμεσα στους οποίους και οι έως τότε δικαιούχοι των αδειών, δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις. Έτσι το ΕΣΡ με απόφαση του το 2002, απέρριψε τις αιτήσεις για την χορήγηση αδειών σε μερικούς από τους μεγαλύτερους σήμερα τηλεοπτικούς σταθμούς, όπως τους Alpha,Alter,Antenna,Mega,Star. Το ΕΣΡ όμως αποδείχτηκε πως μόνο κατ’ επίφαση διέθετε θεσμική κατοχύρωση γιατί το νομοθετικό πλαίσιο τότε μπορεί να υπήγαγε στην αρμοδιότητα της Ανεξάρτητης Αρχής τον άμεσο έλεγχο των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών μέσω της έκδοσης των σχετικών αδειών, διατηρούσε όμως την αρμοδιότητα του Υπουργού σχετικά με τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων του ΕΣΡ. Αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι προκηρύχθηκαν νέοι διαγωνισμοί που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, για άγνωστους λόγους, για τους οποίους η πιθανότερη εξήγηση μπορεί να είναι πολιτικές πιέσεις.

4. Οι διαδοχικές παρατάσεις…

Τα χρόνια που ακολούθησαν πρωταγωνιστικό ρόλο κατείχαν περισσότερο οι διαδοχικές νομοθετικές παρατάσεις παρά η απουσία διαγωνιστικών διαδικασιών. Με πρώτο τον ν. 3444/2006 που ψηφίσθηκε με πρωτοβουλία της υπό τον Κ. Καραμανλή κυβέρνησης με κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ΝΔ ορίστηκε ότι οι προκηρύξεις για τη χορήγηση ραδιοτηλεοπτικών αδειών θα εκδοθούν μέχρι τις 30.06.2006, ακολούθησε ο 3548/2007 που «χάριζε» παράταση για έναν ακόμα έτος. Ο ν. 3592/2007, γνωστός και ως «νόμος Ρουσσόπουλου» από το όνομα του αρμόδιου Υπουργού της παραπάνω κυβέρνησης  πέραν του γεγονότος ότι παρέτεινε την προθεσμία για την έκδοση των προκηρύξεων για τη χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών ως τις 31.12.2007, σε μια ανάγκη δικαιολόγησης, επανέλαβε κατά τα γνωστά, ότι θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες οι σταθμοί που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας κατά τις διαδικασίες των προηγούμενων νόμων. Αξίζει επίσης, να σημειωθεί ότι υπονόμευε ουσιαστικά τον θεσμικό ρόλο του ΕΣΡ καθώς διατηρούσε σημαντικές αρμοδιότητες του Υπουργού, όπως εκείνη του καθορισμού του αριθμού των αδειών, και μάλιστα χωρίς ούτε απλή γνώμη του ΕΣΡ, του είδους των προγραμμάτων και του θεματικού περιεχομένου αυτών. Την ίδια περίοδο δημοσιεύτηκε η ΣτΕ Δ’ 2784/2007 με την οποία το Ανώτατο Ακυρωτικό αντέδρασε σθεναρά στο χρόνιο παράνομο καθεστώς κρίνοντας αντισυνταγματική την παράταση που έδινε ο ν. 3051/2002 για τον λόγο ότι έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές του κράτους δικαίου, της αξίας του ανθρώπου και της ισότητας γιατί αφενός κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην έννομη τάξη και καλλιεργεί την πεποίθηση ότι το κράτος δεν είναι σε θέσει να διαφυλάξει τα έννομα αγαθά, ενώ επίσης, αναγνωρίζοντας πλεονεκτήματα σε όσους σταθμούς λειτουργούσαν ως τότε με βάση τις αέναες παράνομες ή πάντως παράδοξες «παρατάσεις», θέτει σε μειονεκτική θέση όσους θα είχαν ίσως την δυνατότητα και την θέληση να λειτουργήσουν τηλεοπτικό σταθμό αλλά δεν εκμεταλλεύθηκαν την παρανομία και δεν εισήλθαν, και αυτοί, παράνομα στην αγορά, αλλά ανέμειναν την χορήγηση αδειών. Οι αποφάσεις του Ακυρωτικού που ακολούθησαν, χωρίς να αποκλίνουν ιδιαίτερα από τη συλλογιστική της παραπάνω απόφασης, αποτέλεσαν ένα ακόμη παράδειγμα ώριμης νομολογίας. Ανάμεσά τους οι ΣτΕ 3578/2010 και 560/2012, οι οποίες επανέλαβαν την αντίθεση των διαδοχικών παρατάσεων προς τις ως άνω συνταγματικές αρχές. Από τις σκέψεις άξια αναφοράς είναι η εξής: από την αρχή του κράτους δικαίου προκύπτει η υποχρέωση του Κράτους να προασπίζει τα δημόσια αγαθά, που τέτοια αποτελούν και οι αριθμητικά περιορισμένες ραδιοσυχνότητες για την πραγματοποίηση τηλεοπτικών εκπομπών. Αυτά τα δημόσια αγαθά προσβάλλονται όταν η χρήση τους γίνεται χωρίς την απαιτούμενη διοικητική άδεια, δηλαδή αυθαίρετα και παράνομα. Από την τελευταία παράταση με τον νόμο του 2007, τίποτα δεν άλλαξε μέχρι και το 2012, όπου τότε εκδίδεται ο ν.4038/2012, και ενώ έχουν μεσολαβήσει κατά τη διάρκεια του ως άνω χρονικού διαστήματος πέντε νόμοι καθένας από τους οποίους συνέβαλε ουσιαστικά στην θεσμική εκτροπή του ραδιοτηλεοπτικού καθεστώτος.

 

5.Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της υπό κοινοβουλευτική πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κυβέρνησης: συντήρηση του πάγιου παράνομου καθεστώτος ή το τέλος της θεσμικής απορρύθμισης;

Η τελευταία νομοθετική προσπάθεια ρύθμισης της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης, ήταν με τον ν. 4339/2015, κατόπιν πρωτοβουλίας της υπό κοινοβουλευτική πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κυβέρνησης. Στις βασικές ρυθμίσεις του νέου νόμου ανήκουν τα εξής: 1)ο αριθμός των δημοπρατούμενων αδειών και το είδος του περιεχομένου τους σε περίπτωση ενημερωτικού προγράμματος, θα γίνεται με απόφαση του οικείου Υπουργού μετά από γνώμη του ΕΣΡ 2) η τιμή εκκίνησης της άδειας στη δημοπρασία θα καθορίζεται με Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Οικονομικών και Ενημέρωσης και Επικοινωνίας μετά από σύμφωνη γνώμη του ΕΣΡ 3) η διαδικασία της αδειοδότησης μέσω της δημοπρασίας θα διεξάγεται μέσω της έκδοσης προκήρυξης από το ΕΣΡ. Ωστόσο πολλοί υποστήριξαν την ανάδειξη κρίσιμων συνταγματικών θεμάτων που αφορούσαν το ποιος μπορεί να καθορίζει τον αριθμό των αδειών και ποιος μπορεί να τις χορηγεί. Ας δούμε τις δύο αντιτιθέμενες απόψεις: 1) μερίδα της θεωρίας υποστήριξε πως δεν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας προς τα άρθρα 15 και 14 παρ 9 Συντ. στηριζόμενη στον χαρακτήρα της παροχής ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών ως δημόσια υπηρεσία, στις κυριαρχικές αρμοδιότητες του ΕΣΡ αλλά και στην έλλειψη νόμιμης συγκρότησης του τελευταίου. Πιο συγκεκριμένα υποστηρίχθηκε πως η παροχή ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών συνιστά δημόσια υπηρεσία, ενώ η άσκηση της αυτής από ιδιώτη υπόκειται στον άμεσο έλεγχο του κράτους. Ο άμεσος αυτός έλεγχος, όπως φάνηκε από τις πρώτες νομοθετικές προσπάθειες καθιστά συνταγματικά ανεκτή την παρέμβαση του νομοθέτη στα ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών αυτών. Όπως προκύπτει από το άρθρο 15 παρ 2 Συντ. ο άμεσος έλεγχος δεν περιορίζεται μόνο στη χορήγηση άδειας λειτουργίας, αλλά έχει πολλές μορφές- γραμματική ερμηνεία που προκύπτει από τον σύνδεσμο «και». Στο δε ΕΣΡ, όπως αυτό κατοχυρώθηκε συνταγματικά και ανατέθηκε ο άμεσος έλεγχος, ανήκει η αρμοδιότητα εξασφάλισης ποιοτικής στάθμης προγραμμάτων, η επιβολή κυρώσεων και άλλα. Απ’αυτα προκύπτει πως είναι δυνατόν να ανατεθεί στο ΕΣΡ η αρμοδιότητα χορήγησης άδειας αλλά δεν είναι αναγκαίο κιόλας. Εν ολίγοις δηλαδή κατά αυτήν την άποψη ο άμεσος έλεγχος του Κράτους είναι ευρύτερος από την αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ. Αφού σήμερα δεν υπάρχει νόμιμα συγκροτημένο ΕΣΡ, η αρχή του κράτους δικαίου δεν επιτρέπει την διατήρηση πλέον της ματαίωσης του συνταγματικού σκοπού, ο οποίος συνίσταται στη χρήση δημόσιου αγαθού αυθαίρετα και παράνομα. Η νόμιμη συγκρότηση του ΕΣΡ δεν μπορεί να καθίσταται αυτοσκοπός συνεπώς βαραίνει λιγότερο. Ελλείποντος άλλου οργάνου, η Βουλή μπορεί με απόφασή της να αναθέσει, κατ΄εξαίρεση την αρμοδιότητα αυτή στον Υπουργό. 2) Η μερίδα υπέρ της αντισυνταγματικότητας υποστήριξε τα εξης: ο άμεσος κρατικός έλεγχος συνίσταται στη παροχή αδειών για τη λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών με βάση συγκεκριμένα νομοθετικά καθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια, στην επίβλεψη τήρησης των αρχών της αντικειμενικότητας και της ισότητας, της ανθρώπινης αξίας και της ποιοτικής στάθμης προγραμμάτων- προσδιορισμός που προκύπτει από την απόφαση ΣτΕ 1901/2014 (Σκέψη 16). Η αδειοδότηση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του άμεσου κρατικού ελέγχου, όπως προκύπτει εκ της γραμματικής ερμηνείας του Συντάγματος, 15παρ 2 εδ β, από πάγια νομολογία του ΣτΕ, αλλά και από την αιτιολογική έκθεση του υπό κρίση νόμου που ορίζει: σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ 2 Συντ. η ραδιοτηλεόραση υπόκειται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους που περιλαμβάνει και την υποβολή επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής σε καθεστώς αδειοδότησης από το ΕΣΡ. Το ΕΣΡ όμως δεν είναι ΝΠΔΔ αλλά εντάσσεται στη κρατική δομή. Και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί κατόπιν μιας πιο ελαστικής ερμηνείας ότι ο καθορισμός του αριθμού των αδειών από τον Υπουργό, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, δεν είναι αυτός καθ΄ εαυτόν αντισυνταγματικός, καθώς αποτελεί τμήμα της κανονιστικής ρύθμισης του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, η αδειοδότηση παραμένει στο αποκλειστικά αρμόδιο ΕΣΡ. Επίσης σύμφωνα  με αυτήν την άποψη, το επίθετο «άμεσος» διατρέχει ερμηνευτικά όλο το 15 παρ 2  και δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε «απλό» έλεγχο του ΕΣΡ και έλεγχο που μπορεί να ασκεί το Κράτος. Το Κράτος μπορεί να έχει και άλλες ελεγκτικές αρμοδιότητες επι της ραδιοτηλεόρασης, όμως η χορήγηση και η ανάκληση των αδειών που συνδέεται άμεσα με την δημοκρατική αρχή, τον πλουραλισμό και το δικαίωμα πληροφορείν και πληροφορείσθαι δεν νοείται να αποξενωθεί από το ΕΣΡ.

   Οι αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν δεν είναι ανάξιες σχολιασμού, καθώς θίγουν εύλογα ζητήματα που ανακύπτουν. Ο ρόλος και οι αρμοδιότητες του ΕΣΡ έχουν σκιαγραφηθεί καθ’ όλο το διάστημα από την έναρξη ισχύος της ραδιοτηλεόρασης. Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 15 παρ 2 Συντ. ως προς αυτό το ζήτημα δεν είναι ανοιχτό ερμηνείας, καθώς και αν ακόμα θεωρήσουμε πως ο άμεσος κρατικός έλεγχος δεν εξαντλείται στην αρμοδιότητα του ΕΣΡ, η συνταγματική διάταξη πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως της δημοκρατικής αρχής, η οποία επιτάσσει η κρατική δράση να εκκινεί από την λαϊκή βούληση και να καταλήγει σ’ αυτήν και όχι να φτάνει στο σημείο χειραγώγησης. Υπό την έννοια αυτή, ο «άμεσος κρατικός έλεγχος» δεν μπορεί να είναι κυβερνητικός-πολιτικός,αλλά έλεγχος κρατικός-ασκούμενος από μια Ανεξάρτητη Αρχή και συνοδευόμενος από τα απαραίτητα εχέγγυα ανεξαρτησίας εις βάθος. Έτσι η κρατική επέμβαση στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο γίνεται δεκτή μέσα από μια άκρως αυστηρή συσταλτική ερμηνεία, καθώς λειτουργεί αντίρροπα προς την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Ωστόσο τα συμπεράσματα αυτά μπορούν εύκολα να αποτελέσουν αντικείμενο ενός επιστημονικού διαλόγου. Στην πράξη όμως που τίθεται το ζήτημα της αδυναμίας συγκρότησης της Ανεξάρτητης Αρχής, πέρα από αόριστες συστάσεις για πολιτική συναίνεση, μήπως είναι αναγκαίο να ξεπεράσουμε τους τύπους και να καταφύγουμε, προκειμένου να καλυφθεί το θεσμικό κενό, στην λύση ενός οργάνου «ανάγκης», το οποίο θα δώσει τέλος στη πολυετή συνεχιζόμενη συνταγματική παρανομία και θα αναλάβει την διεξαγωγή του  πολυπόθητου και συνταγματικά αναγκαίου διαγωνισμού;

Συμπερασματικά, η ρύθμιση του ραδιολεοπτικού τοπίου στην Ελλάδα,μετά από 25 έτη λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης, όχι μόνο επιτυχημένη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί αλλά χωρίς καμία αμφιβολία υπονόμευσε μείζουσες δικαιοκρατικές αρχές. Πολυνομία χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και χωρίς θεσμικά αντίβαρα υπό την ανοχή της Διοίκησης. Το παράδειγμα της ραδιοτηλεοπτικής διαπλοκής είναι χαρακτηριστικό για να αναδείξει την γνωστή ρήση, κατά την οποία «Όπου υπάρχουν πολλοί νόμοι, εκεί υπάρχει και μεγάλη αδικία». Σήμερα πλέον που η ανάγκη καθορισμού ενός θεσμικού πλαισίου με σταθερούς κανόνες που θα εγγυάται αλλά και θα πραγματώνει την τήρηση των αρχών της νομιμότητας και της διαφάνειας, είναι πιο αδήριτη από ποτέ, ο νέος νόμος είναι πολλά υποσχώμενος. Μένει να είμαστε θεατές για το αν η υπόσχεση που θα εκπληρωθεί θα αφορά όντως την πάταξη της διαπλοκής ή θα είναι μια αδιάψευστη συνέχεια του μελανού παρελθόντος.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ιωάννα Κίκη, Δίκαιο της Πληροφόρησης (1998) και (2013)
  2. Πρόδρομος Δ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο-Ατομικά Δικαιώματα (1991) και (2012)
  3. Ευάγγελος Βενιζέλος, Η ραδιοτηλεοπτική Έκρηξη (1989)
  4. Νίκος Αλιβιζάτος, (1986)
  5. Ιωάννης Καράκωστας, Το Δίκαιο των ΜΜΕ (2012)
  6. Κώστας Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα (2006)
  7. Γιάννης Δρόσος, Διεξαγωγή διεθνούς ανοικτού διαγωνισμού αδειοδότησης παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης (γνωμ.) ΘΠΔΔ, Τεύχος 1/2016,σελ 11 επ.
  8. Το Σ (1996), Informationsverein Lentia και λοιποί κατά Αυστρίας, με παρατηρήσεις Ν. Αλιβιζάτου, Τεύχος 1/1996, σελ 200 επ.
  9. ΣτΕ 2784/2007 με παρατηρήσεις Π. Δημητρόπουλου, ΔιΜΜΕ, Τεύχος 3/2007
  10. Γιώργος Σωτηρέλης, «Συνταγματικές Παρεκτροπές και Πολιτικές Ευθύνες», όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Βήμα της Κυριακής 21.1.2016»
  11. Χαράλαμπος Ανθόπουλος/ Ξενοφών Κοντιάδης / Φίλιππος Σπυρόπουλος, Η τηλεόραση υπό κυβερνητικό έλεγχο, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή της 12-2-2016»
  12. Πάνος Λαζαράτος, Χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή της 17-2-2016».
  13. Αθανάσιος Τσεβάς, Ο θεσμικός ρόλος του ΕΣΡ στο νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, ΘΠΔΔ Τεύχος 7/2009
  14. ΣτΕ ΕΑ 236/2013 με παρατηρήσεις Σπ. Βλαχόπουλου, Αικ. Ηλιάδου, ΘΠΔΔ,Τεύχος 6/2013
  15. Νίκος Αδρουτσόπουλος, Σκέψεις για την κοινωνική αποστολή της τηλεόρασης, ΘΠΔΔ, Τεύχος 6/2012
  16. ΣτΕ Ολ 1901/2014 με παρατηρήσεις Ακρίτα Καϊδατζή, ΔιΜΜΕ 2014, σελ 260 επ.

 

  1. Ρύθμιση ή έλεγχος της τηλεόρασης; Συνταγματικά προβλήματα και πολιτικές ευθύνες,Γιώργος  Σωτηρέλης, Kαθηγητής  Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπως δημοσιεύτηκε στην επιστημονική ιστοσελίδα www.constitutionalism.gr, 29-02-2016

 

 

 

ΑΘΗΝΑ Ε. ΣΧΙΝΑ

ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ ΠΜΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΣτΕ ΕΑ 236/2013 [παρατ. Σπ. Βλαχόπουλος, Αικ. Ηλιάδου]: Με αφορμή τη φράση του Σπ. Βλαχόπουλου στις παρατηρήσεις για την απόφαση της Επιτροπής Αναστολών

 

Ν. 4339/2015 «Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης – Ιδρυση συνδεδεμένης με την E.P.Τ. Α.Ε. ανώνυμης εταιρίας για την ανάπτυξη δικτύου επίγειας ψηφιακής ευρυεκπομπής – Ρύθμιση θεμάτων Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ. Τ.) – Εθνική Επικοινωνιακή Πολιτική, Οργάνωση της Επικοινωνιακής Διπλωματίας – Σύσταση Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας και Μητρώου Επιχειρήσεων Ηλεκτρονικών Μέσων Ενημέρωσης – Τροποποίηση διατάξεων του Ν. 4070/2012 (Α' 82) και άλλες διατάξεις.», ( Α΄133/29.10.2015),

 

Ενδεικτικά ν.230/1975

 

Στο άρθρο 15 υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση για τη τηλεόραση και τη ραδιοφωνία. Στη παρ 1 εξαιρεί την τηλεόραση από τις προστατευτικές του τύπου διατάξεις, ενώ στη παρ 2 αναφέρει: «Η ραδιοφωνία και η τηλεόρασις τελούν υπό τον άμεσον έλεγχον του Κράτους, σκοπούν δε εις την αντικειμενικήν και επί ίσοις όροις μετάδοσιν πληροφοριών και ειδήσεων, ως και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, διασφαλιζομένης πάντως της εκ της κοινωνικής αποστολής αυτών και εκ της πολιτιστικής αναπτύξεως της Χώρας επιβαλλομένης ποιοτικής στάθμης των εκπομπών.»

 

Για το θέμα αυτό βλ. σχετ. την εμπεριστατωμένη μελέτη του Ν. Αλιβιζάτου, Κράτος και Ραδιοτηλεόραση, σελ 42 επ.

 

Βλ. σχετ. Ευ. Βενιζέλο, Η ραδιοτηλεοπτική έκρηξη, ό.π., σελ 61

 

Όπως αναφέρονται οι απόψεις των Δαγτόγλου, Αλιβιζάτου, Κόρσου, Βενιζέλου, Κουμάντου, Σκουρή, βλ. αναλυτικά Ι.Κίκη, Δίκαιο της πληροφόρησης (1998,2013), «Η εκδοχή του δημοσίου εξ υποκειμένου δικαιώματος» σελ. 273 επ.

 

Βλ. σχετ. Αλιβιζάτο, Εφαρμογές (368), ενδεικτικά ο ίδιος παρατηρούσε πως η τεχνολογική και η οικονομική πρόοδος θα ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε αναθεώρηση της άποψης περί μη αποδοχής συνταγματικού δικαιώματος.

 

Ν. 1730/1987 «Ελληνική Ραδοφωνία-Τηλεόραση,Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ-ΑΕ)» (Α’ 145/18.08.1987)

 

Βλ. σχετ. Ευ. Βενιζέλο, Η Ραδιοτηλεοπτική Έκρηξη, σελ. 41 επ.

 

Βλ. την ΑΠ 752/1988 (ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα) ΝοΒ, 1988, ΣΕΛ 598 επ.

 

Η απόφαση αυτή ανέκοψε σημαντικά την πορεία προς την παραδοχή ατομικού δικαιώματος ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, καθώς η τελευταία είναι δυνατόν να αναπτύσσεται, κατά νομολογία, μόνο στο πλαίσιο παραχώρησης δημόσιας εξουσίας. Δεν τίθεται ζήτημα δικαιώματος λοιπόν. Την άποψη αυτή επικύρωσε το ΑΕΔ με ακόμα πιο ακραίο τρόπο, υποστηρίζοντας πως ο κοινός νομοθέτης δεν έχει περιθώρια επιλογής διαφορετικού καθεστώτος πέραν του κρατικού μονοπωλίου.

 

Απόφαση της 24.11.1993, βλ. σχετ. ΤοΣ 1996,σελ 200 «Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οπωσδήποτε οι περιορισμοί που υφίστανται οι προσφεύγοντες, ενέχουν τον χαρακτήρα «επέμβασης» στην άσκηση της ελευθερίας πληροφόρησης τους. Επομένως απέμεινε μόνο να εξεταστεί αν μια τέτοια επέμβαση κρίνεται ως δικαιολογημένη…το κρατικό μονοπώλιο της αυστριακής ραδιοτηλεόρασης αποτελεί τον πλέον αυστηρό περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και κρίνεται ως υπερβολικό μέτρο. Δεν εξυπηρετεί κάποια πιεστική ανάγκη της κοινωνίας ούτε επιβάλλεται για τεχνικούς λόγους, αφού η πρόοδος της τεχνολογίας καθιστά δυνατή την εγκατάσταση πολλών σταθμών σε διαφορετικές συχνότητες. Τέλος το Δικαστήριο τόνισε πως υπάρχουν μέτρα περισσότερο πρόσφορα και λιγότερο περιοριστικά όπως λ.χ  χορήγηση αδειών υπό ορισμένες προϋποθέσεις ή η συμμετοχή ιδιωτών στις δραστηριότητες των κρατικών καναλιών.

 

Σήμερα, μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι υφίσταται συνταγματικά κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, κυρίως λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων, οι οποίες συνέβαλαν στον περιορισμό της σπανιότητας συχνοτήτων. Αυτή η παραδοχή στηρίζεται και από το γεγονός ότι έχει πλέον διαμορφωθεί ένα καθεστώς ελεύθερης αγοράς γύρω από το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, προς τη διατήρηση του οποίου έχει συνηγορήσει κατά καιρούς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαγορεύοντας τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση, αλλά και η γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, του ελεύθερου ανταγωνισμού. Παρ’ όλα αυτά σημαντικός περιορισμός του δικαιώματος προκύπτει τόσο εκ του Συντάγματος, τόσο από τις απαιτήσεις της ίδιας της αγοράς. Εγγύηση του αρθρ 15 Συντ. είναι ανάμεσα στα άλλα, η διασφάλιση της ποιοτικής στάθμης προγραμμάτων, η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί αν ο υποψήφιος φορέας δεν διαθέτει οικονομικά εχέγγυα, εμπειρία κλπ. Τα παραπάνω δεν μπορούν να αποτελέσουν χαρακτηριστικό όλων όσων επιθυμούν να ενταχθούν στην οικογένεια των παρόχων ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής. Ωστόσο ακόμα και σήμερα πρόσφατη νομολογία εξακολουθεί να τονίζει πως το φάσμα ραδιοσυχνοτήτων αποτελεί σπάνιο πόρο, η διαχείριση του οποίου συνιστά κυριαρχικό δικαίωμα του Κράτους, βλ. ενδεικτικά την  ΣτΕ 2594/2015

 

Ν. 1866/1989 «Ίδρυση Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως και παροχή αδειών για την ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών» (Α΄ 222/ 6.10.1989)

 

η πρώτη πραγματική «independent  authority»

 

Ν.2328/1995  «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας, ρύθμιση θεμάτων της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και άλλες διατάξεις», (Α΄ 159 /3.8.1995)

 

Ν. 2438/1996  «Περί κυρώσεως της από 7ης Μαϊου 1996 Συμβάσεως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εταιρείας ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ – ΓΕΩΡΓΙΚΗ – ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ Α.Ε. για την τροποποίηση και συμπλήρωση της από 4ης Νοεμβρίου 1968 Συμβάσεως μεταξύ των αυτών Συμβαλλομένων, όπως τροποποιήθηκε και άλλες διατάξεις.», (Α΄211 /29.8.1996)

 

Ν.2644/1998  «Για την παροχή συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών και συναφείς διατάξεις.», (Α΄ 233/13.10.1998)

 

Ν. 3021/2002, «Περιορισμοί στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων με πρόσωπα που δραστηριοποιούνται ή συμμετέχουν σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης και άλλες διατάξεις.», (Α΄ 143/19.6.2002)

 

  Μέχρι την 1η εφαρμογή του ν. 2328/1995

 

Ν. 3051/2002, «Συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και συναφείς ρυθμίσεις», (Α’ 220/20.9.2002)

 

Βάσει του ν. 2644/1998

 

  195/157/28.3.2002

 

Ν. 2863/2000 και 3051/2002

 

Ν. 3444/2006, «Σύσταση «Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου» – Ρύθμιση θεμάτων Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας, Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και άλλες διατάξεις», (Α’. 46/2.3.2006)

 

Ν. 3548/2007, «Καταχώριση δημοσιεύσεων των φορέων του Δημοσίου στο νομαρχιακό και τοπικό Τύπο και άλλες διατάξεις.»,  (Α’68/20.3.2007)

 

Ν. 3592/2007, «Συγκέντρωση και αδειοδότηση Επιχειρήσεων Μέσων Ενημέρωσης και άλλες διατάξεις.», (Α΄161/19.7.2007)

 

Ν. 4038/2012, «Επείγουσες ρυθμίσεις που αφορούν την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015», (Α’14/2.2.2012)

 

Ν. 3640/2008  «Κύρωση Συμφωνίας Στρατηγικής Συνεργασίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Εταιρειών Microsoft Corporation, Microsoft Ireland Operation Limited και Μάικροσοφτ Ελλάς Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και άλλες διατάξεις.»,  (Α’22/ 14.2.2008) ως τις 31.10.2008, ν. 3723/2008  «Ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και άλλες διατάξεις.», (Α’250 από 9.12.2008)  ως τις 30.06.2009,  ν. 3775/2009 «Κανόνες Τεκμηρίωσης Ενδοομιλικών Συναλλαγών, Κανόνες Υποκεφαλαιοδότησης Επιχειρήσεων, Διαδικασία Ταχείας Αδειοδότησης και άλλες διατάξεις», (Α’122/ 21.7.2009) ως τις 31.12.2009,  ν. 3838/2010 «Σύγχρονες διατάξεις για την Ελληνική Ιθαγένεια και την πολιτική συμμετοχή ομογενών και νομίμως διαμενόντων μεταναστών και άλλες ρυθμίσεις», (Α’49/24.3.2010)  ως τις 31.12.2010, ν.3905/2010 «Ενίσχυση και ανάπτυξη της κινηματογραφικής τέχνης και άλλες διατάξεις.», (Α΄219/23.12.2010) ως τις 31.12.2011

 

Βλ. υποσημείωση 2. Σημειώνεται πως η ρύθμιση σχετικά με την απονομή αρμοδιότητας στον αντίστοιχο Υπουργό για την διεξαγωγή του αδειοδοτικού διαγωνισμού, εισήχθη με τροπολογία επί του ν.4339/2015, η οποία και υπερψηφίστηκε οδηγώντας στον τελευταίο και πιο πρόσφατο ν.4367/2016 «Kύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας για τις διεθνές οδικές επιβατικές και εμπορευματικές μεταφορές και άλλες διατάξεις.» (Α’ 19/ 15.02.2016), άρθρο 2Α

 

Βλ. σχετ. Γ. Δρόσο, Διεξαγωγή διεθνούς ανοικτού διαγωνισμού αδειοδότησης παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης (γνωμ.) ΘΠΔΔ, Τεύχος 1/2016,σελ 11 επ. και Αθ.Τσεβά, Ο θεσμικός ρόλος του ΕΣΡ στο νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, ΘΠΔΔ Τεύχος 7/2009, σελ 790 επ.

 

Βλ. σχετ. ΣτΕ 553/2003,2951/2004,1901/2014

 

Με αφορμή τη σχετική αναφορά του Γ.Σωτηρέλη στο άρθρο «Συνταγματικές Παρεκτροπές και Πολιτικές Ευθύνες», όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Βήμα της Κυριακής 21.1.2016»

 

Βλ σχετ. ΟλΣτΕ 1901/2014 με παρατηρήσεις  Σπ.Βλαχόπουλου, ΘΠΔΔ Τεύχος 1/2016, σελ 22

 

Όπως αναφέρει η αιτιολογική έκθεση του ν.4173/2013 «Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία, Ίντερνετ και Τηλεόραση», Βλ. ειδικότερα απόσπασμα: «Ζητούμενο στη δημόσια ραδιοτηλεόραση στην Ελλάδα ήταν και είναι η μετατροπή της από κυβερνητική/κρατική σε δημόσια και η δημιουργία ενός σύγχρονου μοντέλου διοίκησης…χρειάζεται ανεξάρτητος φορέας που να υπηρετεί τη δημοκρατική αρχή, η οποία επιτάσσει η κρατική δράση να είναι απόρροια και όχι χειραγωγός της λαϊκής βούλησης»

 

Βλ σχετ. Π.Δ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα, σελ 465, παραγρ. 791 επ.

 

Βλ σχετ. Αθ.Τσεβά, Ο θεσμικός ρόλος του ΕΣΡ στο νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, ΘΠΔΔ Τεύχος 7/2009, σελ 790 επ.

 

κατά παραπομπή στο «δίκαιο της ανάγκης» που με μεγάλη επιτυχία διέπλασε η νομολογία του ΣτΕ

 

Έχοντας υπόψη το συνταγματικό πλαίσιο προστασίας της ραδιοτηλεόρασης αλλά και το σαφές και ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο διεξαγωγής του διαγωνισμού, εσωτερικό και ενωσιακό, μπορεί να υποστηριχθεί μια ερμηνεία, που εν αμφιβολία, η διεξαγωγή του αδειοδοτικού διαγωνισμού επιβάλλεται χάριν της συνταγματικής προστασίας. Ο πλουραλισμός, η ποιοτική στάθμη προγραμμάτων και η τήρηση της πολυφωνίας μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσα από διαδικασίες που θα καταλήγουν στην ανάδειξη φορέων που θα διαθέτουν τα απαραίτητα εχέγγυα. Η έλλειψη προς στιγμήν οργάνου, δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει από την παραπάνω διαπίστωση.

 

Η παρούσα εισήγηση παρουσιάστηκε στο 8ο Κοινό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου στο πλαίσιο των Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών Δημοσίου Δικαίου των Νομικών Σχολών Αθήνας και Θεσσαλονίκης, 15-16 Απριλίου 2016, Πορταριά Πηλίου