Author Archives: editor

Τηλεοπτικές άδειες: Ζητήματα συνταγματικού και ευρωπαϊκού δικαίου

Ευάγγελος Βενιζέλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, Βουλευτής, πρ. Υπουργός και Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης

Ομιλία στην εκδήλωση της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων στο ΔΣΑ (28/09/2016) ** Η ομιλία αναφέρεται στα  μεγάλα θέματα εσωτερικού δημοσίου Δικαίου, πρωτίστως Συνταγματικού Δικαίου αλλά και Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου, που θέτει η αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών και η αναμόρφωση του τηλεοπτικού τοπίου.

____________________________________________________________________________________________

Ευχαριστώ πολύ τον οργανωτή της συζήτησης, τον κ. Τζέμο και την Ένωση Ελλήνων Δημοσιολόγων που μας τίμησε με την πρόσκλησή της. Και χαίρομαι πραγματικά γιατί βρίσκομαι σ’ ένα χώρο οικείο στον οποίο είχα να έρθω αρκετό καιρό συμπτωματικά και γιατί βρίσκομαι μαζί με, όπως βλέπω, πολλούς νέους συναδέλφους και χαίρομαι που θα μοιραστούμε μαζί προβληματισμούς, κατά προτίμηση αυστηρά νομικούς.

Έχω μιλήσει κατ’ επανάληψη για την πολιτική πτυχή του θέματος, μου αρέσει να συζητώ νομικά, επιστημονικά, όχι με μια ψευδή ουδετερότητα, αλλά με μια δογματική ακρίβεια, με μια διανοητική πειθαρχία που είναι το βασικό χαρακτηριστικά της νομικής επιστήμης.

Θα προσπαθήσω λοιπόν ν’ ακολουθήσω το διάγραμμα των συνομιλητών μου και ν’ αναφερθώ στα μεγάλα θέματα εσωτερικού δημοσίου Δικαίου, πρωτίστως Συνταγματικού Δικαίου αλλά και Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου που θέτει η αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών και η αναμόρφωση του τηλεοπτικού τοπίου.

Ξεκινώ λέγοντας ότι κακώς, κάκιστα μια παρόμοια διαδικασία πλήρους αποσαφήνισης και πλήρους νομιμοποίησης του τηλεοπτικού τοπίου δεν έγινε νωρίτερα. Είχα την ευκαιρία πριν από πολλά χρόνια, πριν από 22 χρόνια, να εισηγηθώ ως Υπουργός Τύπου και Μέσων Ενημέρωσης ένα νόμο, τον 2328/1995 που δυστυχώς δεν εφαρμόστηκε ποτέ καθώς αποχώρησα από το Υπουργείο Τύπου λίγες εβδομάδες μετά την ψήφιση του νόμου αυτού.

Τα πράγματα πιστεύω θα ήταν πολύ καλύτερα και πολύ σαφέστερα και ασφαλέστερα, γιατί η ασφάλεια Δικαίου είναι στοιχείο του κράτους Δικαίου, αν είχε εφαρμοστεί η νομοθεσία αυτή.

Αλλά θέλω επίσης να σας θυμίσω ότι αυτό το καθεστώς το οποίο έχει διαμορφωθεί ξεκίνησε σε μια πολιτικά ιδιαίτερα οξεία και προβληματική περίοδο, το 1989 επί ημερών της κυβέρνησης Τζανετάκη, δηλαδή επί ημερών μιας κυβέρνηση ad hoc συνεργασίας της Νέας Δημοκρατίας και του τότε μεγάλου Συνασπισμού και οι άδειες παραχωρήθηκαν τότε νομοθετικά- κατά προτίμηση νομοθετικά δεδηλωμένη- στους εκδότες των ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και αυτό έγινε με τη συμμετοχή ενός ευρύτατου φάσματος ετερόκλητων δυνάμεων που μετείχαν στην κυβέρνηση αυτή με βασικό στόχο να μπορέσουν να ολοκληρώσουν τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες παραπομπής του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο, του άρθρου 86 του Συντάγματος.

Όμως, από τότε μέχρι σήμερα διαμορφώθηκε ένα καθεστώς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λόγω των αλλεπάλληλων νομοθετικών παρατάσεων επειδή το Ελληνικό Δημόσιο απεδέχθη τη λειτουργία και την απεδέχθη και διοικητικά και νομοθετικά και δημοσιονομικά και ασφαλιστικά, καθώς το οικονομικό και δημοσιονομικό αποτέλεσμα αυτής της 27ετούς λειτουργίας αυτού του συστήματος, μετουσιώνεται σε μια σειρά από εισροές στο Δημόσιο Ταμείο που έχουν σχέση με τη φορολόγηση των επιχειρήσεων, με την καταβολή των εισφορών των Ασφαλιστικών Ταμείων, με την καταβολή ειδικών τελών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτός το καθεστώς ήταν ένα καθεστώς συνταγματικά ανεπίληπτο, ένα καθεστώς διαφανές, ένα καθεστώς επαρκές.

Αλλά πάντως παρεισάγεται το στοιχείο της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης το οποίο θα μας φανεί χρήσιμο στη συνέχεια. Αυτό όμως αναμφίβολα σημαίνει ότι ο νομοθέτης όφειλε και οφείλει να οργανώσει σωστά σύμφωνα με το Σύνταγμα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο, μια διαδικασία διαφανή και στέρεη, για την πλήρη νομιμοποίηση του τηλεοπτικού τοπίου με βάση τα δεδομένα του 2016 τα οποία είναι ριζικά διαφορετικά από τα δεδομένα και του 1989 οπότε και ξεκίνησε αυτό το ζήτημα αλλά διαφορετικά και από την περίοδο του 1995 όταν η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε με μεγάλη πλειοψηφία το Ν. 2328. Διαφορετικά και από τη μεγάλη συζήτηση που έγινε στην αναθεωρητική Βουλή το 2001 για την αναδιατύπωση των άρθρων 15 παρ. 2 και 14 παρ. 9 του ισχύοντος Συντάγματος.

 Άρα, δε θα είχα καμία αντίρρηση να υποστηρίξω έναν διαγωνισμό που θα είχε αυτά τα χαρακτηριστικά. Όμως η συγκεκριμένη διαδικασία, όπως οργανώνεται νομοθετικά και στη συνέχεια διοικητικά, δημιουργεί δυο μεγάλα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκαν οι προλαλήσαντες.

 

Η αρμοδιότητα του ΕΣΡ

 

Το πρώτο ζήτημα είναι η αρμοδιότητα του οργάνου. Δεν υπάρχει καμιά μα καμιά αμφιβολία μετά από την αναδιατύπωση, την αναθεώρηση δηλαδή του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος και μετά την εισαγωγή στο Σύνταγμα των Ανεξάρτητων Αρχών σύμφωνα με το άρθρο 101Α ότι η πλήρης αρμοδιότητα άσκησης της κρατικής εποπτείας στο πεδίο της ραδιοτηλεόρασης, ανήκει στο ΕΣΡ.

Αυτό το προβλέπει ρητά και κατηγορηματικά το άρθρο 15 παρ. 2, ο φίλος μου ο Γιάννης Δρόσος έγραψε στη γνωμοδότησή του πως αναφέρω στο βιβλίο μου για το αναθεωρητικό κεκτημένο ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει έναν πυρήνα αρμοδιοτήτων του ΕΣΡ, προφανώς, αυτό δε σημαίνει ότι η Περιφέρεια των αρμοδιοτήτων μπορεί ν’ αφαιρεθεί, σημαίνει ότι το Σύνταγμα ρητά προσδιορίζει τον πυρήνα και ο νόμος ο εκτελεστικός του Συντάγματος, εξειδικεύει τις αρμοδιότητες αυτές και συγκροτεί το όλο σύστημα των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων του ΕΣΡ.

Αναφέρθηκε ήδη ότι το ΣτΕ παρεμπιπτόντως αλλά σε σκέψεις κρίσιμες για την υπόθεση που δίκαζε, κατ’ επανάληψη αναγνώρισε αυτή την αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ για τη χορήγηση των αδειών. Και αναφέρομαι στη νομολογία τη μετά την αναθεώρηση, τη μετά το 2001 νομολογία του ΣτΕ. Αυτό περιλαμβάνεται στη 16η σκέψη της απόφασης 1901/2014 για την ΕΡΤ, στην υπ' αριθμόν 17 σκέψη της μεταγενέστερης 3914/2015 απόφασης πάλι για την ΕΡΤ, αλλά αναφέρεται και στην απόφαση που επικαλέστηκε ο Γιάννης Δρόσος προηγουμένως, την ΣτΕ 3578/2010, η 5η σκέψη της οποίας επαναλαμβάνει τη διατύπωση ότι η αρμοδιότητα ανήκει στο ΕΣΡ.

Πρόκειται για την απόφαση που απεδέχθη τη διακοπή λειτουργίας ενός, θα έλεγα δευτερεύοντος, για να μην πω περιθωριακού τηλεοπτικού σταθμού με απόφαση του ΕΣΡ και με τη σκέψη ότι δε χωρεί περαιτέρω νομοθετική παράταση των προσωρινών αδειών. Αλλά αυτό δεν αφορούσε σταθμό ο οποίος λειτουργούσε σε εθνική εμβέλεια, σταθμό ο οποίος είχε μεγάλη τηλεθέαση, σταθμό που είχε επιχειρηματική οργάνωση και σταθμό που είχε ομαλές συναλλαγές με το Δημόσιο καταβάλλοντας φόρους, τέλη, εισφορές και απασχολώντας προσωπικό  που χρήζει και αυτό μιας συνταγματικής προστασίας.

Αλλά, θα μου επιτρέψετε να πω ότι το κρισιμότερο είναι η νομοθετική ομολογία της αποκλειστικής αρμοδιότητος του ΕΣΡ με το νόμο που ψήφισε η σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, με εισήγηση της σημερινής κυβέρνησης. Διότι στο άρθρο 1 παρ. 2 και στο άρθρο 2 παρ. 6 και στο άρθρο 11 του Ν. 4339/2015, ομολογείται πανηγυρικά και ανατίθεται η αρμοδιότητα διεξαγωγής του διαγωνισμού και παραχώρησης των αδειών στο ΕΣΡ.

Μετά με συμπληρωματική νομοθετική επέμβαση για την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού, μεταφέρεται η αρμοδιότητα στον Υπουργό Επικρατείας και εν τέλει στο Γενικό Γραμματέα, κατ’ εξουσιοδότηση και καταργείται και η γνώμη του ΕΣΡ όπως και της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων για τον αριθμό των αδειών.

Θέλω ν’ αναζητήσουμε στις απαντήσεις μας για το αν είναι δυνατή αυτή η μεταφορά αρμοδιότητος για την πρώτη εφαρμογή του νόμου τελικά στον Υπουργό, μια δογματική θεμελίωση. Τι είναι το ΕΣΡ; Τι είναι οι Ανεξάρτητες Αρχές, οι προβλεπόμενες από το Σύνταγμα; Γιατί εδώ φτάσαμε στο καταπληκτικό αποτέλεσμα οι Ρυθμιστικές Αρχές που θεμελιώνονται σε Κοινοτική ( Ενωσιακή ) Οδηγία ή Κοινοτικό (Ενωσιακό) Κανονισμό όπως είναι η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, να έχουν μεγαλύτερη νομική προστασία απ’ ό,τι έχει η συνταγματικά κατοχυρωμένη Ανεξάρτητη Αρχή που είναι το ΕΣΡ.

Γιατί η περίπτωση μιας Ρυθμιστικής Αρχής η ύπαρξη της οποίας προβλέπεται, με την έννοια της Εθνική Ρυθμιστικής Αρχής, από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γίνεται ασφαλέστερη λόγω των μηχανισμών που κινούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τελικά στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τι είναι το ΕΣΡ και οι άλλες τέσσερις  Ανεξάρτητες Αρχές; Τι μεταβολή έχει επέλθει με την εισαγωγή του θεσμού των Ανεξάρτητων Αρχών στο σύστημα διάκρισης των εξουσιών και στο σύστημα των συνταγματικών οργάνων; Προφανώς αφαιρείται ,εκ του Συντάγματος πλέον, αρμοδιότητα από τη Βουλή και την κυβέρνηση. Από τη Βουλή και την εκτελεστική εξουσία.

Αυτή είναι η συνταγματική ratio της εισαγωγής στο Σύνταγμα του θεσμού της Ανεξάρτητης Αρχής. Είναι σαν να επανέλθει η αρμοδιότητα διορισμού των δημοσίων υπαλλήλων και των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα στον Υπουργό Εσωτερικών ή στον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης, καταργουμένου του ΑΣΕΠ. Είναι σα να πάψουν να υπάρχουν εγγυήσεις για το απόρρητο των ανταποκρίσεων και σα να πάψουν να υπάρχουν οι εγγυήσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Είναι απολύτως το ίδιο.

Άρα λοιπόν, δεν πρόκειται ούτε για χρήση του τεκμηρίου αρμοδιότητας ούτε για χρήση του καταλοίπου εξουσίας. Προσέξτε, η κυπριακή διατύπωση, η διατύπωση που υπάρχει στο Σύνταγμα της Ζυρίχης και του Λονδίνου, το Κυπριακό Σύνταγμα του 1960 είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική για το τεκμήριο αρμοδιότητας. Γιατί το τεκμήριο αρμοδιότητας στην κυπριακή διάλεκτο τη νομική ονομάζεται «κατάλοιπον εξουσίας».

Το κατάλοιπον εξουσίας ανήκει στη Βουλή και δεν ανήκει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, λέει το Σύνταγμά μας. Το κατάλοιπον. Όχι όταν έχεις μια ρύθμιση η οποία είναι ρητή, κατηγορηματική και συνιστά θεμελιώδη αλλαγή στη διαρρύθμιση των πολιτειακών οργάνων. Τι όργανο είναι το ΕΣΡ; Στην τυπολογία των κρατικών οργάνων. Εάν θέλουμε να μιλήσουμε με απόλυτη αυστηρότητα νομική.

Είναι άμεσο όργανο; Είναι. Διότι η συγκρότηση του και οι αρμοδιότητές του προβλέπονται από το Σύνταγμα. Είναι διαρκές όργανο; Είναι διαρκές όργανο, διότι μη διαρκές όργανο που λειτουργεί  περιοδικά  είναι μόνο αυτό που ρητά προβλέπεται ως τέτοιο. Η Βουλή εκτός περιόδων ή εκτός Συνόδων εάν δεν έχει συγκροτηθεί τμήμα διακοπής των εργασιών της Βουλής.

Τα άλλα όργανα και πρωτίστως όργανα τα οποία είναι θεσμικές εγγυήσεις, που περιβάλλουν ατομικά δικαιώματα, είναι από τη φύση τους και εξ ορισμού όργανα διαρκή. Τι σημαίνει ότι έχω ένα όργανο το οποίο περιορίζει εκ του Συντάγματος τις αρμοδιότητες  του νομοθέτη και της εκτελεστικής εξουσίας και  είναι άμεσο και  διαρκές; Ότι δε μπορεί ο νομοθέτης να προβλέψει λήξη της θητείας των μελών του χωρίς ταυτόχρονη και παράλληλη πρόβλεψη για την επιλογή και την εγκατάσταση των νέων μελών.

Εάν ο νόμος έλεγε ότι λήγει η θητεία των μελών του ΕΣΡ τη στιγμή που επιλεγούν τα νέα, δε θα υπήρχε κανένα κενό και κανένα πρόβλημα. αλλά ήρθε ο νομοθέτης σκοπίμως, ad hoc, με δυο παρεμβάσεις, με το άρθρο 55 παρ. 10 του Ν. 4339/2015 και επέβαλλε την αυτοδίκαιη αποχώρηση των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών των οποίων είχε λήξει η αρχική θητεία χωρίς να προβλέπει ότι παρατείνεται μέχρι την επιλογή των νέων μελών και μετά ήρθε με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4357/2016 και αύξησε τα μέλη από 7 σε 9 και κατέστησε αδύνατη τη συγκρότηση ΕΣΡ.

Είναι ο πατροκτόνος ο οποίος μετά λέει «είμαι ορφανός και πρέπει να πάρω εγώ την αρμοδιότητα». Περί αυτού πρόκειται. Δεν υπάρχει κανένα δίκαιο της ανάγκης βεβαίως και δημοσιογραφικά χρησιμοποιείται η έννοια αυτή, δεν την έχει χρησιμοποιήσει ο κ. Δρόσος στη γνωμοδότησή του. Κατάσταση ανάγκης είναι ο πόλεμος, η φυσική καταστροφή, ό,τι προβλέπει ως κατάσταση ανάγκης το Σύνταγμα, είναι τυποποιημένες συνταγματικά οι καταστάσεις ανάγκης.

Και βεβαίως δε νοείται δογματικά, από τη φύση του οργάνου, να έχεις μεταφορά αρμοδιότητος  εκεί από όπου το Σύνταγμα την αφαίρεσε επειδή αυτή ήταν η θεμελιώδης συνταγματική απόφαση. Η αναθεωρητική απόφαση ήταν να αφαιρεθεί η αρμοδιότητα από τον Υπουργό και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Άρα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το ΕΣΡ είχε και έχει την αρμοδιότητα αυτή. Θα μπορούσε να βρει τρόπο η κυβέρνηση αν ήθελε να επιλέξει νέα μέλη όπως βρήκε τρόπο να επιλέξει νέα μέλη του ΑΣΕΠ με συναίνεση, όπως βρήκε τρόπο να επιλέξει νέα μέλη για τις άλλες δυο Αρχές, δηλαδή και την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών και την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, όπως βρήκε και τον τρόπο να επιλέξει και νέο Συνήγορο του Πολίτη, με συναίνεση της αντιπολίτευσης.

Διότι θα μπορούσαν να γίνουν προτάσεις οι οποίες θα άφηναν έκθετη την αντιπολίτευση αν δεν τις έκανες δεκτές, λόγω της εγκυρότητας των προσώπων, της αμεροληψίας τους και της ικανότητάς τους να αίρονται υπεράνω οποιασδήποτε κομματικής αντιδικίας. Αλλά δε γίνεται καμία προσπάθεια τέτοιας ποιότητας κι από ένα σημείο και μετά εγκαταλείφθηκε. Και να σας πω και το άλλο επιχείρημα; Εάν αυτό ισχύει, τότε ο Υπουργός και άρα ο Γενικός Γραμματέας που νομίζω παρίσταται κιόλας και τον ευχαριστώ, γιατί μας τιμά με την παρουσία του, έχει και τις άλλες αρμοδιότητες του ΕΣΡ;

Δηλαδή μπορεί να καλέσει τους σταθμούς σε ακρόαση; Μπορεί να επιβάλλει ποινές, μπορεί να κάνει συστάσεις; Μπορεί να παρακολουθήσει το πρόγραμμα και να κάνει ό,τι έκανε ή ότι πρέπει να κάνει το ΕΣΡ; Προφανώς όχι.

 

Ο αριθμός των αδειών

 

Πάμε τώρα στο δεύτερο ζήτημα: Ο αριθμός των αδειών. Εγώ έχω μεγάλη εκτίμηση στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας και έχω διαβάσει με προσοχή την έκθεση, η οποία έκθεση βεβαίως θεμελιώνεται σε οικονομικά κριτήρια, στη βιωσιμότητα των σταθμών με βάση τα δεδομένα, τα συγκυριακά δεδομένα της διαφημιστικής αγοράς λόγω κρίσης της ελληνικής οικονομίας, καταλήγει όμως και σε μια συγκεκριμένη πρόβλεψη για το εύρος της τιμής εκκίνησης και για το επίπεδο στο οποίο θα έπρεπε λογικά να κινηθούν οι προσφορές.

Λέει λοιπόν, αφού κάνει μια εξέταση των ομολόγων κρατών, ότι θα έπρεπε η τιμή εκκίνησης να είναι 500.000 με 2 εκατομμύρια ευρώ. Άρα πού θα έπρεπε να είναι η πρώτη προσφορά και πού η τελευταία προσφορά σε μια αγορά η οποία είναι τόσο καχεκτική; Εάν το κριτήριο είναι οικονομικό. Εάν το κριτήριο είναι η χωρητικότητα των συχνοτήτων, τότε η ίδια η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών στην τελευταία ακρόασή της ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, δια του νέου Προέδρου της, απαντώντας σε ερώτησή μου είπε «δε μπορώ να πω πάνω από 10 άδειες, δύσκολα θα έλεγα πάνω από 10».

Για ευρυζωνική εκπομπή, για ν’ αξιοποιηθούν οι πολυπλέκτες  που είναι μια αγαπημένη έκφραση των αρμοδίων εκπροσώπων της πολιτείας. Αυτό όμως το στοιχείο του τεχνικού εύρους των συχνοτήτων, της διαθεσιμότητας του εύρους, είναι η είσοδος από την οποία εισέρχεται η Ευρωπαϊκή Ενωσιακή έννομη τάξη στο ζήτημα του διαγωνισμού αυτού. Διότι δεν έχει αρμοδιότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την οργάνωση της διαδικασίας αδειοδότησης των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών. Όμως έχει αρμοδιότητα για τη χρήση του φάσματος. Και στην προειδοποιητική επιστολή της Επιτροπής που υπογράφει ο κ. Έτινγκερ, της 16/4/2016, είναι προφανές ότι αυτό που λέει είναι το εξής: Ότι το φάσμα που έχει στη διάθεσή της κάθε χώρα μέλος, είναι κοινοτικό έννομο αγαθό. Εάν έχετε φάσμα το οποίο αφήνετε αδιάθετο, προσβάλλετε το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο.

Πώς προκύπτει ότι έχετε φάσμα; Έχετε φάσμα γιατί το έχετε διαθέσει. Με την πρόβλεψη που υπάρχει για την πολυπλεξία, υπάρχει φάσμα το οποίο δεν αξιοποιείται με 4 άδειες. Άρα έχουμε προσβολή του Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου και αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την πλευρά αυτή.

Απαντιέται αυτό το επιχείρημα με άλλα επιχειρήματα του τύπου ναι, αλλά γιατί να διαθέσω τις συχνότητες εάν η αγορά δεν το αντέχει; Εάν η αγορά δεν το αντέχει, πρέπει να διαμορφωθεί η αγορά έτσι ώστε να υπάρχει ο μέγιστος δυνατός αριθμός αδειών.

Διότι αν παρακολουθήσουμε τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου  Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο, πώς εξελίχθηκε από τη δεκαετία του ’70 έως τώρα, έως τη δεκαετία του 2000, θα δείτε ότι ενώ ξεκινά από την αναγνώριση του κρατικού μονοπωλίου και ενώ είναι άρα πολύ διστακτικό το Δικαστήριο στην ύπαρξη δικαιώματος ίδρυσης τηλεοπτικού σταθμού, στη συνέχεια ιδίως από το 1997 και μετά, διαμορφώνει ένα δικαίωμα που απορρέει από το άρθρο 10 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο ν’ αποκτήσω άδεια η οποία ανήκει σ’ ένα πλέγμα αδειών που είναι το μεγαλύτερο δυνατό κατ’ αριθμό με βάση τα τεχνικά δεδομένα.

Άρα, εφ' όσον τα τεχνικά δεδομένα επιτρέπουν να δοθούν ας πούμε 10 άδειες δε μπορείς να στερήσεις στον άλλο το δικαίωμα να διεκδικήσει με μια διαδικασία μία από τις 10 αυτές άδειες. Άρα η τεχνητή στένωση του αριθμού των διαθεσίμων αδειών, συνιστά προσβολή και του Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου από την πλευρά της συχνότητας καθαυτήν ως κοινοτικού αγαθού και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η οποία θεμελιώνει ένα τέτοιο δικαίωμα. Όχι δικαίωμα ίδρυσης τηλεοπτικού σταθμού απεριόριστα, αλλά δικαίωμα πρόσβασης στον τεχνικά μεγαλύτερο εφικτό αριθμό αδειών.

Άρα ανοίγουν δυο μεγάλα πεδία. Ένα πεδίο που είναι το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο κι ένα πεδίο που είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και αυτά προφανώς θα τα λάβει υπ' όψιν το ΣτΕ.

Εγώ δεν επιδίδομαι σε καμία μαντική για τις αποφάσεις, εδώ είναι φίλοι μου δικαστικοί λειτουργοί διάσημοι οι οποίοι έχουν υπηρετήσει στ’ ανώτατα Δικαστήρια και ξέρουν ότι ποτέ δεν έχω κάνει μαντική επί των αποφάσεων, αλλά δικαιούμαι να πω τι πρέπει να πει το Δικαστήριο. Επίσης δικαιούμαι να κατακρίνω επιστημονικά μια απόφαση η οποία δεν είναι θεμελιωμένη.

Δε δικαιούμαι να μαντέψω, αλλά δικαιούμαι να ζητήσω. Διότι αν μη τι άλλο, εγώ δεν είμαι διάδικος, αλλά είμαι amicus curiae ως επιστήμονας και ως δημόσιο πρόσωπο. Και μιλώντας δημόσια, εντός ή εκτός Βουλής, λειτουργώ ως amicus curiae και λέω στο Δικαστήριο ποια είναι τα δεδομένα που κατά τη γνώμη μου πρέπει να λάβει υπ' όψιν.

Το κριτήριο της οικονομικής επάρκειας, το κριτήριο της αντοχής της αγοράς, είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό κριτήριο το οποίο σε συνδυασμό με τις προβλέψεις του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, που εισάγει εγγυήσεις διαφάνειας και μας λέει ότι πρέπει να ελέγχονται τα οικονομικά μέσα των τηλεοπτικών σταθμών, πρέπει να οδηγήσει στη νομοθετική θέσπιση κριτηρίων σε σχέση με την τιμή εκκίνησης, σε σχέση με το νομικά και συνταγματικά ανεκτό ύψους του τιμήματος και σε σχέση με τον τρόπο απόδειξης της απόκτησης των οικονομικών μέσων.

Δηλαδή το γεγονός ότι η αγορά δεν αντέχει, πρέπει να καθιστά παράνομη εν δυνάμει οποιαδήποτε προσφορά είναι οικονομικά παράλογη. Και να την καθιστά αντικείμενο ειδικού ελέγχου διαφάνειας, ειδικού ελέγχου του τρόπου απόκτησης των οικονομικών μέσων. Αυτό αφορά και τον τρόπο οργάνωσης του διαγωνισμού.

 

Η οργάνωση του διαγωνισμού και η Ευρωπαϊκή Ενωσιακή έννομη τάξη

 

Και τα στοιχεία της τυχαιότητας και της εκβιαστικότητας που έχει ο διαγωνισμός. Μπορεί ο νομοθέτης, ο εθνικός νομοθέτης, ελευθέρως να οργανώσει έναν διαγωνισμό παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας, παραχώρησης συνταγματικού αγαθού, όπως είναι η άδεια τηλεοπτικού σταθμού που είναι ο μέγιστος περιορισμός;  Διότι το Σύνταγμα, όπως και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το καθεστώς της άδειας το θεωρεί  δυνατό αλλά έςχατο περιορισμό.

Στο σύστημα των περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων, η προηγούμενη άδεια είναι ο μεγαλύτερος περιορισμός. Θα μπορούσαμε να έχουμε προηγούμενη δήλωση η οποία να ελέγχεται. Θα μπορούσαμε να έχουμε κατασταλτικό έλεγχο παραβίασης των νομοθετικών προδιαγραφών. Θα μπορούσαμε να έχουμε ένα σταθερό τέλος για την απόκτηση άδειας. Θα μπορούσαμε να έχουμε συνδυασμό και ποιοτικών κριτηρίων.

Δεν έχουμε τίποτε απ’ αυτά. Έχουμε ένα διαγωνισμό που έχει στοιχεία τυχαιότητας, τα οποία είναι μη ορθολογικά. Διότι είναι μη ορθολογικό ένας να παίρνει την άδεια με 40 εκατομμύρια και ο άλλος με σχεδόν 80 και να υπάρχει τέτοιο εύρος τιμής. Και να επηρεάζεται ο διαγωνισμός από τη συμμετοχή διεκδικητών οι οποίοι στη συνέχεια αποδεικνύεται  ότι δεν έχουν τις προϋποθέσεις να κατέχουν άδεια. Δεν πληρούν τις προϋποθέσεις.

Εδώ έχει πει και το ΣτΕ ως Επιτροπή Αναστολών εκ του πλαγίου ότι δεν έχουμε σύμβαση παραχώρησης Δημόσιας Υπηρεσίας γιατί όλος ο διαγωνισμός καταλήγει στην έκδοση μονομερούς  διοικητικής άδειας. Και ποιος είπε ότι αν το κράτος μέλος μετατρέψει κάθε σύμβαση σε διοικητική άδεια με πρόσθετους όρους, καταστρατηγούνται οι προϋποθέσεις του Κοινοτικού Δικαίου σε σχέση με τις συμβάσεις παραχώρησης Δημόσιας Υπηρεσίας;

Και γιατί όταν έχουμε σύμβαση τα πράγματα είναι διαφορετικά από την άδεια; Γιατί η κατακύρωση ούτως ή άλλως είναι διοικητική πράξη, η σύμβαση είναι αποδεικτική. Δεν είναι συστατική. Από πού ως πού μπορεί να το κάνει ο εθνικός νομοθέτης  αυτό; Και από πού προκύπτει η διατύπωση της διακήρυξης,  της υπ' αριθμόν 1/2016 απόφασης του κ. Υπουργού Επικρατείας ότι δεν υπάγονται  τα θέματα αυτά στις Κοινοτικές Οδηγίες περί συμβάσεων παραχώρησης στις Δημόσιες Υπηρεσίες; Από πού προκύπτει αυτό;

Από ποια διάταξη ποιας οδηγίας; Πουθενά δεν υπάρχει τέτοια διάταξη οδηγίας που να εξαιρεί τις άδειες τηλεοπτικών σταθμών. Η εξαίρεση που υπάρχει στην τελευταία συγκεφαλαιωτική οδηγία ( άρθρο 10 παρ.8 στοιχείο β της Οδηγίας 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου  σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης )  δεν αφορά τις άδειες τηλεοπτικών σταθμών, αφορά τις συμβάσεις που οι ίδιοι οι τηλεοπτικοί σταθμοί συνάπτουν για την παραγωγή του προγράμματός τους λόγω της φύσης του πράγματος. Δηλαδή όταν κάνεις μια σύμβαση με τον παραγωγό ενός προγράμματος, με το σκηνοθέτη, με τον ηθοποιό, με το σκηνογράφο, δεν υπάγεσαι στις συμβάσεις της Δημόσιας Υπηρεσίας αλλά αυτή καθαυτή η άδεια τηλεοπτικού σταθμού όταν συνιστά παραχώρηση Δημόσιας Υπηρεσίας πώς εξαιρείται; Η τυπολογία των διαγωνισμών, των διαδικασιών παραχώρησης της Δημόσιας Υπηρεσίας είναι δεδομένη κατά το Κοινοτικό Δίκαιο.

Πουθενά δεν υπάρχει η δυνατότητα να θεσπίσεις έναν διαγωνισμό με τυχαία και εκβιαστικά στοιχεία, και μάλιςτα κατά παράβασή του άρθρου 5 του Συντάγματος και έτσι κάνω «καζίνο». Αυτό μπορεί να εφαρμοστεί και για άλλες παραχωρήσεις; Μπορεί να εφαρμοστεί ας πούμε για τους οδικούς άξονες; Για τα έργα της ΔΕΗ; Γιατί να μην εφαρμοστεί τότε;

Αφήστε που, παρισταμένου του Επιτίμου Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναρωτιέμαι, άμα τα χαρακτηρίζεις όλα αυτά μονομερείς διοικητικές πράξεις, τότε εκφεύγουν και του ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου που είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος. Όλα μπορεί να είναι μονομερείς διοικητικές πράξεις με πάρα πολλούς πρόσθετους όρους.

Άρα λοιπόν, πάμε στο μεγάλο θέμα και κλείνω γιατί αντιλαμβάνομαι ότι καθυστέρησα, γιατί έχουν σημασία τα ποιοτικά κριτήρια. Τα ποιοτικά κριτήρια έχουν σημασία όχι ως εγγύηση εξωτερικής πολυφωνίας, γιατί αντελήφθην από το επιχείρημα του κ. Δρόσου ότι εδώ τι λέμε τώρα, ομοιόμορφα είναι τα προγράμματα. Όλοι οι σταθμοί ίδια προγράμματα εκπέμπουν. Είτε είμαστε στο σοβιετικό καθεστώς είτε είμαστε στο μεταμοντέρνο παγκοσμιοποιημένο καθεστώς ενημέρωσης.

Οι σταθμοί όμως έχουν και εσωτερική πολυφωνία, έχουν εγγυήσεις εσωτερικής ανεξαρτησίας. Τα ποιοτικά κριτήρια έχουν σχέση με τη δυνατότητα κάλυψης ενός πολιτικού και όχι μόνο ενός πολιτιστικού πλουραλισμού. Δεν είναι ζήτημα μόνο  αισθητικό. Είναι και ζήτημα αισθητικό και ζήτημα παιδείας και ζήτημα πολιτισμού αλλά είναι και ζήτημα ενημέρωσης και ζήτημα πολιτικού διαλόγου. Τέτοιες εγγυήσεις δεν υπάρχουν εν προκειμένω. Θα έπρεπε να υπάρχουν αλλά δεν έχουν θεσπιστεί.

Και εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να έχουν θεσπιστεί στο προκαταρκτικό στάδιο αν θέλαμε να μπούμε μετά σ’ ένα σκληρό και ανεξέλεγκτο και δυσανάλογο οικονομικό ανταγωνισμό. Υπάρχουν και άλλα θέματα τα οποία τα εξαγγέλλουμε  και τα συζητάμε.

 

Υπέρβαση των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης

 

Καταρχάς, η διακήρυξη, δηλαδή η υπ' αριθμόν 1/2016 εκτενής απόφαση του Υπουργού Επικρατείας παραβιάζει κάθε έννοια νομοθετικής εξουσιοδότησης κατά το άρθρο 43 παρ. 2 εδάφιο β’ του Συντάγματος. Δε συνιστά ρύθμιση ειδικότερου ή τεχνικού ή λεπτομερειακού θέματος, θα έπρεπε τα θέματα να έχουν ρυθμιστεί με Προεδρικό Διάταγμα που υπάγεται στην επεξεργασία του ΣτΕ. Δεν αντιγράφει το νόμο, το μεταβάλει το νόμο. Μεταβάλλει πρωτεύουσα ρύθμιση. Και θέλετε το χαρακτηριστικό της πρωτεύουσας ρύθμισης; Είναι ο έλεγχος του πόθεν έσχες.

Εάν δείτε το άρθρο 6 του Ν. 4339/2015 για το πόθεν έσχες, το άρθρο 8 της διακήρυξης για το πόθεν έσχες και το πρακτικό της Επιτροπής του διαγωνισμού για το πόθεν έσχες, θα δείτε την παραλλαγή και την αλλοίωσή της μείζονος προτάσεως. Αλλοιώνεται ο κανόνας. Η μείζων πρόταση του νομικού συλλογισμού.

Άρα και μόνο απ’ το παράδειγμα αυτό εκφεύγει από το όριο της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Τα παραδείγματά μου είναι πάμπολλα αλλά αυτό είναι το κορυφαίο παράδειγμα. Και βέβαια περιττεύει να σας πω ότι το άρθρο 14 παρ. 9 για τον έλεγχο των οικονομικών μέσων είναι πολύ ευρύτερο του πόθεν έσχες το ποσό που έχεις δώσει ως αντίτιμο.

 

Η ιδιομορφία της προσωρινής δικαστικής προστασίας

 

Τώρα σε σχέση με το δικονομικό πληθωρισμό που εμφάνισε ο Γιάννης Δρόσος, ότι έχουμε 45 δίκες, 29 αποφάσεις, η υπόθεση είναι μία: Οι αποφάσεις αυτές είναι προσωρινής δικαστικής προστασίας. Η προσωρινή δικαστική προστασία έχει οργανωθεί μ’ έναν τρόπο περίπλοκο που δε συνάδει προς το κράτος δικαίου διότι εμπερικλείει μία δικονομική πονηρία.

Λέει: «Δεν είναι μεν αυτές οι συμβάσεις παραχώρησης Δημόσιας Υπηρεσίας αλλά παρ’ ότι έχουμε μονομερή διοικητική πράξη θα ισχύουν ως προς τη νομική προστασία οι διατάξεις περί συμβάσεων παραχώρησης». Και άρα έχουμε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και όχι αίτηση αναστολής εκτελέσεως του νόμου περί ΣτΕ, ενώπιον του ΣτΕ και όχι ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου.

Δε θέλω να συνεχίσω τι σημαίνει αυτό δικονομικά. Σημαίνει μια σειρά από πράγματα. Αλλά όλα αυτά είναι στη φάση της προσωρινής δικαστικής προστασίας, από το δικαστικό σχηματισμό της προσωρινής δικαστικής προστασίας, περίοδο δικαστικών διακοπών και όλα αυτά αφορούν τη διεξαγωγή του διαγωνισμού. Δεν αφορούν τη διοικητική πράξη διακοπής της εκπομπής σήματος από λειτουργούντα σταθμό. Διότι εκεί οι έννοιες του δημοσίου συμφέροντος κλιμακώνονται με τελείως διαφορετικό τρόπο.

Βεβαίως πρέπει να γίνει ο διαγωνισμός, δε θα πει το ΣτΕ στη φάση που διεξάγεται ο διαγωνισμός «μην τον κάνετε». Αλλά είναι τελείως διαφορετικό το ζήτημα να κλείσει ένας σταθμός που λειτουργεί, να καταστραφεί οικονομικά και ν’ απολυθούν οι υπάλληλοι. Αυτό που λέγεται «ανεπανόρθωτη βλάβη» είναι τελείως διαφορετική. Από τη συμμετοχή στο διαγωνισμό δεν έχεις ανεπανόρθωτη βλάβη. Από τη διακοπή λειτουργίας υφίστασαι ανεπανόρθωτη βλάβη.

 

Οι μνημονιακές υποχρεώσεις!

 

Τώρα το δημόσιο συμφέρον : Το δημόσιο συμφέρον λέει είναι πρώτον, ο σεβασμός της συνταγματικής νομιμότητας, αυτό είναι όμως προς απόδειξη, όταν έχεις ισχυρισμούς αντισυνταγματικότητας και για την αντισυνταγματικότητα δε μπορεί ν’ αποφανθεί άλλος σχηματισμός πλην της Ολομέλειας του οικείου ανωτάτου Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση, γιατί αυτό λέει το άρθρο 100 του Συντάγματος ευθέως, δεν έχει ο σχηματισμός της προσωρινής προστασίας δικαιοδοσία επ' αυτού.

Και το πιο ωραίο απ’ όλα με το οποίο και θα τελειώσω γιατί το βρίσκω ότι είναι το πιο ερεθιστικό, είναι ότι είπε, λέει ο κ. Δρόσος, η Επιτροπή Αναστολών ότι ο διαγωνισμός  προβλέπεται από το 3ο Μνημόνιο. Άρα δηλαδή όλα γίνεται  στο όνομα του Μνημονίου. Η Ολομέλεια του ΣτΕ  είπε όμως  ότι ως εδώ οι περικοπές των συντάξεων και δε μπορούμε να έχουμε περικοπή πέραν ενός σημείου. Παρά το τι λέει το Μνημόνιο.  Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου  είπε ότι επειδή το θέμα είναι ευρύτερης σημασίας δεν έχει αρμοδιότητα το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 επί των αποδοχών των δικαστών, αλλά η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και έκρινε ότι  είναι αντισυναγματικές οι περικοπές των αποδοχών των δικαστών παρά την πρόβλεψη του Μνημονίου .

Έχω δει οίστρο νομολογιακό αντιμνημονιακό τη στιγμή που κινδύνευε η χώρα να καταστραφεί. Κι όταν ρωτούσα:  το Συνταγματικό Δίκαιο της ασύντακτης χρεοκοπίας ποιο είναι, «ναι, δεν κόβουμε τις συντάξεις, δεν κόβουμε τους μισθούς δεν κάνουμε τίποτε, χρεοκοπούμε όμως ως πραγματικό γεγονός. Νομοθετικά ο μισθός είναι αλώβητος, η σύνταξη αλώβητη αλλά το Ταμείο δεν έχει λεφτά; ». Διότι είχαμε πρωτογενές πλεόνασμα 36 δισεκατομμυρίων. Πώς αντιμετωπίζεται ως νομικό θέμα η ασύντακτη χρεοκοπία; Τότε δεν υπήρχε νομολογία η οποία να δίνει απάντηση στο όνομα του Μνημονίου. Τώρα για τις τηλεοπτικές άδειες υπήρξε φιλομνημονιακό κρεσέντο ; Και το επικαλείται η κυβέρνηση αυτό.

Λυπάμαι για τις επιθέσεις στους νομικούς παραστάτες. Έλεγε ένας δικηγόρος παλιός στη Θεσσαλονίκη: «Η υπόθεση για το δικηγόρο κερδίζεται όταν ενθυλακώσει την αμοιβή και όταν εκδοθεί η απόφαση και καταδικαστεί ο πελάτης και σε ρωτήσει, και τώρα τι κάνουμε κ. συνήγορε, του λες, αγαπητέ μου, εσείς εις τη φυλακήν  κι εγώ εις το γραφείο μου».

Ο νομικός παραστάτης είναι νομικός παραστάτης. Δε φταίει ούτε πολιτικά ούτε νομικά ούτε ηθικά. Όμως, στον τόπο αυτό, όταν μιλάμε για επιθέσεις, όταν μιλάμε για χυδαιότητα, για δολοφονία  χαρακτήρων, να θυμόμαστε τι έχει γίνει στον τόπο αυτό τα προηγούμενα χρόνια  και να είμαστε συνεσταλμένοι, το λιγότερο. Σας ευχαριστώ.

 

***

 

Δευτερολογία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων στο ΔΣΑ με θέμα «Τηλεοπτικές άδειες: Ζητήματα συνταγματικού και ευρωπαϊκού δικαίου» (28/09/2016)

 

Θα προσπαθήσω ν’ ανταποκριθώ πολύ συνοπτικά στις  προσδοκίες  των ερωτώντων που έθεσαν πολύ συγκεκριμένα θέματα:

 

Η εκκρεμότητα των θεματικών και περιφερειακών σταθμών

 

Ο κ. Φιλιππόπουλος λέει, εύλογα κατά τη γνώμη μου: Γιατί δεν οργανώθηκαν όλοι   οι διαγωνισμοί ( εθνικής εμβέλειας, θεματικοί, περιφερειακοί)  ταυτοχρόνως έτσι ώστε να ξέρουμε ποια είναι η πραγματική κατάσταση στην ενιαία διαφημιστική αγορά; Ποιο είναι το κριτήριο του νομοθέτη για τον περιορισμό των αδειών σε 4; Η αντοχή της αγοράς, το capacity της αγοράς. Οι γενικοί σταθμοί πανελλήνιας εμβέλειας κινούνται στην ίδια διαφημιστική αγορά με τους περιφερειακούς και θεματικούς σταθμούς. Εάν δεν ξέρουμε ποιες προϋποθέσεις υπάρχουν για τους περιφερειακούς και τους θεματικούς, στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε πώς και σε πόσους μοιράζεται η διαφημιστική ύλη. Άρα, ο αποχωρισμός του διαγωνισμού για τους γενικούς σταθμούς πανελλήνιας εμβέλειας στην πραγματικότητα υπονομεύει και ανατρέπει τη βασική αιτιολογία του νόμου την οποία καθιστά αντισυνταγματική εκ του λόγου αυτού.

Αλλά αντισυνταγματική έχει καταστεί η αιτιολογία του νόμου, η οποία ελέγχεται δικαστικά και από τα δυσανάλογα και άνισα μεταξύ τους τιμήματα, των υπερθεματιστών. Πρώτον, διότι δε δικαιολογούνται οι διαφορές αυτές, δεύτερον διότι το συνολικό ύψος είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με την αντοχή της αγοράς χωρίς να ξέρουν οι ενδιαφερόμενοι τι θα γίνει με τους θεματικούς και περιφερειακούς σταθμούς.

Άρα ανατρέπεται το επιχείρημα της διαφάνεια. Δεν είναι επιχειρηματικά ορθολογική η προσφορά, όταν το Ινστιτούτο της Φλωρεντίας έχει πει ότι η τιμή εκκίνησης πρέπει να είναι το πολύ 2 εκατομμύρια. Πόσο λοιπόν να είναι το τελικό τίμημα; Να είναι το δεκαπλάσιο; 20. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ορθολογική συμπεριφορά επιχειρηματική που να δικαιολογείται από τα δεδομένα της αγοράς σημαίνει ή ότι καταβάλεις τίμημα για να παραμείνεις σε λειτουργία, άρα υπό πίεση ή ότι δεν έχεις κριτήρια τα οποία είναι επιχειρηματικά.

Και τα δύο είναι παράνομα όμως. Και τα δύο είναι αντισυνταγματικά. Και αυτό   συνδέεται και με κάτι άλλο: Συνδέεται με τη νομοθετική πρόβλεψη για την καταβολή του τιμήματος σε δόσεις. Διότι η καταβολή του τιμήματος σε δόσεις βεβαίως προϋποθέτει ότι έχεις μια αγορά η οποία λειτουργεί σύμφωνα με τη νομοθετική υπόσχεση, δηλαδή χωρίς άλλους οι οποίοι δεν έχουν διέλθει από το διαγωνισμό.

Ή λειτουργεί χωρίς να έχει σαφή νομοθετική πρόβλεψη γιατί δεν ξέρεις τι θα γίνει με τους θεματικούς και περιφερειακούς σταθμούς, τους οποίους θα δούμε τώρα πώς θα τους διαχειριστεί η κυβέρνηση γιατί κάποια στιγμή είπε ο κ. Γενικός Γραμματέας, καλό θα είναι να υπάρξει το ΕΣΡ για τους θεματικούς και τους περιφερειακούς. Μετά ανεκλήθη όμως στην τάξη σε σχέση με το θέμα αυτό.

 

Η επιλογή του ΕΣΡ από τη Διάσκεψη των Προέδρων

 

Σε σχέση με την παρατήρηση του κ. Παραρά, συμφωνώ απολύτως. Να προσθέσω σε σχέση με το ΕΣΡ κάτι το οποίο μπορεί να μην είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού: Εάν διαβάσετε τα πρακτικά της Αναθεωρητικής Βουλής του 2001, θα δείτε ότι η πρότασή μου ως γενικού εισηγητού της αναθεώρησης ήταν η επιλογή των Ανεξάρτητων Αρχών να γίνεται από την αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή με πλειοψηφία 2/3 ή 3/5.

Και μετά από παρέμβαση του τότε Προέδρου της Βουλής, επειδή στη διάσκεψη των Προέδρων υπάρχει από τη φύση της Επιτροπής μία συναινετική διάθεση, πήγαμε στην επιλογή των 4/5 στη Διάσκεψη των Προέδρων που  δεν έχει σύνθεση ανάλογη με τη δύναμη των κομμάτων. Αυτό  ήταν μεγάλο λάθος, για δυο λόγους. Είναι λάθος, πρώτον, διότι πρέπει το όργανο να έχει ασφαλή συγκρότηση συνταγματικά διασφαλισμένη και, δεύτερον, γιατί πρέπει να είναι εφικτές οι πλειοψηφίες. Ξέρετε γιατί αντί να πάμε στα 3/5 ή στα 2/3 στην Επιτροπή την Κοινοβουλευτική, την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας για παράδειγμα που έχει την εποπτεία εκ των Ανεξάρτητων Αρχών, πήγαμε στα 4/5 στη Διάσκεψη; Διότι στη Διάσκεψη υπερεκπροσωπείται το κόμμα της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Γιατί έχει τους Αντιπροέδρους, τους Προέδρους των Διαρκών Επιτροπών και ως εκ τούτου δεν υπάρχει αναλογική εκπροσώπηση. Άρα τα 4/5 είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερα από τα 3/5 στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.

Υπάρχει όμως ένα πλεονέκτημα υπέρ της κυβέρνησης με την ανάθεση της αρμοδιότητας στη Διάσκεψη των Προέδρων. Η σύνθεση της Διάσκεψης των Προέδρων δεν προστατεύεται από το Σύνταγμα ώστε να είναι κατ’ αναλογία της δύναμης των κομμάτων. Οπότε εάν κοπτόταν η κυβέρνηση για τη συγκρότηση ΕΣΡ θα μπορούσε με τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής να μεταβάλλει τη σύνθεση της   διάσκεψης των Προέδρων. Ως εκ τούτου θα μπορούσε να λύσει και το πρόβλημα των 4/5 ή να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα συγκρότησης του ΕΣΡ. Αλλά όποιος δε θέλει να ζυμώσει, δέκα  μέρες κοσκινίζει.

 

Το αδιάθετο φάσμα συχνοτήτων και η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

 

Σε σχέση τώρα με την ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Με την  ευρωπαϊκή έννομη τάξη, εφαπτόμεθα μέσω του διαγωνισμού, κατ' αρχάς σ’ ένα σημείο το οποίο είναι προφανές, τεχνικό, που είναι οι συχνότητες, το οποίο είναι ζήτημα  μη φορτισμένο αξιακά. Λέει λοιπόν ο κ. Έτινγκερ στην προειδοποιητική επιστολή, θυμίζω ότι ακολουθεί η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή στο Δικαστήριο: «Στην πραγματικότητα ενώ η Ελλάδα έχει παραχωρήσει 4 πολυπλέκτες για εθνική, ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, έχει επί του παρόντος προσωρινά αδειοδοτήσει μόνον 7 τηλεοπτικά προγράμματα κανονικής ευκρίνειας για εθνική ραδιοτηλεοπτική μετάδοση.  Κι έχει   εκκινήσει τη διαδικασία για την αδειοδότηση στο προσεχές μέλλον μόνο 4 τηλεοπτικών προγραμμάτων γενικού ενδιαφέροντος υψηλής ευκρίνειας. Αντιθέτως, δεν έχει αποκαλύψει απτά σχέδια για την αδειοδότηση επιπρόσθετων τηλεοπτικών προγραμμάτων γενικού ή θεματικού ενδιαφέροντος. Κατά συνέπεια, ο τωρινός εκδοχέας δεν είναι από την αρχή σε θέση να εκπληρώσει αυτή   την υποχρέωση ούτε στο παρόν ούτε στο εγγύς μέλλον».

Άρα λέει: Ακόμη και το ότι έχεις τώρα και εκπέμπουν εν τοις πράγμασι 7 κανάλια και αυτό είναι υποαξιοποίηση του φάσματος, πολύ περισσότερο αν έχεις 4. Δεν υπάρχει σαφέστερη διατύπωση. Στην προειδοποιητική επιστολή σε σχέση με τον αριθμό των αδειών. Θυμίζω ότι ο  Πρόεδρος της Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων που επέλεξε η κυβέρνηση η σημερινή,  είπε   ότι «δε θα έλεγα πάνω από 10 άδειες. Όχι 4». Και βεβαίως όλοι αυτοί έχουν λάβει υπ' όψιν τους πολυπλέκτες που είναι η αγαπημένη έκφραση του κ. Παππά στη Βουλή και τους πολυπλέκτες της Digea και τους πολυπλέκτες της θυγατρικής της ΕΡΤ.

Η οποία θυγατρική της ΕΡΤ, δηλαδή η ERTnet  είναι όλη αντίθετη με το Κοινοτικό Δίκαιο όπως λέει η προειδοποιητική επιστολή. Διαβάστε την προειδοποιητική επιστολή, είναι πάρα πολύ   σαφής και πάρα πολύ   αναλυτική.

 

Η νομολογία του ΕΔΔΑ

 

Τώρα για το τι ισχύει σε άλλες χώρες.  Λέει  ο κ. Παραράς ότι υπάρχει μια θεωρητική προσέγγιση ότι από το άρθρο 10 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει δικαίωμα στη χορήγηση μιας άδειας που ν’ αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο τεχνικά αριθμό αδειών. Δεν είναι απλώς θεωρία. Το έχει πει το ΕΔΔΑ στην τελευταία σχετική απόφαση που είναι η Meltex κατά Αρμενίας του 2007. Και για να το πει αυτό, διέγραψε μια καμπύλη από τις λεγόμενες αυστριακές και ελβετικές αποφάσεις της δεκαετίας του ’70 και του ’80 που δεχόταν το κρατικό μονοπώλιο. Που «κυνηγούσαν» τους δορυφόρους  στο Στρασβούργο, όχι μόνο στην Ελλάδα. Αλλά άλλαξαν τα τεχνικά δεδομένα.  Και άλλαξε και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπους.

Αυτό ισχύει στην Ευρώπη για ν’ απαντήσω εμμέσως και στην ερώτηση που έκανε ο κ. Παπαδάκης. Ο οποίος πολύ σωστά λέει, δώσε 8 άδειες και πάρε από κάθε σταθμό 30 εκατομμύρια και έχεις πάρει και πιο πολλά. Αλλά τα έχεις πάρει;  Ή αυτό εκβιάζει τα δεδομένα της αγοράς; Τα έχεις πάρει ή περιμένουν να τα πάρουν από τη λειτουργία της αγοράς οι σταθμοί;

Και τι σημαίνει μεταφορά πόρων από άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες των ενδιαφερομένων στη ραδιοτηλεοπτική δραστηριότητα; «Υπήρχαν», λέει ο φίλος μου ο Γιάννης Δρόσος, «τα λεφτά αυτά και τα πήραμε». Από ποιον; Κατ' αρχήν οι δύο υπερθεματιστές δεν έχουν σταθμό. Πού υπήρχαν αυτά   τα λεφτά; Στην αγορά; Και έχουν κι άλλοι αλλά δεν τα έδωσαν;  Γιατί δεν πρόσεχαν ή δεν ενδιαφέρθηκαν;

 

Η δορυφορική και διαδικτυακή μετάδοση

 

Και τώρα, επειδή έγινε και μια παρατήρηση ότι στην ανοιχτή τηλεόραση ελεύθερης λήψης, υψηλής ευκρίνειας, προσφεύγει ο καθένας και ότι εν πάση περιπτώσει,   το νεανικό κοινό, το νεότερο κοινό παρακολουθεί το διαδίκτυο, κάποιοι άλλοι παρακολουθούν δορυφορική τηλεόραση η οποία μπορεί να μην είναι κωδικοποιημένη κι έχουμε τον Πρωθυπουργό τον ίδιο ο οποίος με χαρακτηριστική άνεση, προτρέπει τηλεοπτικούς επιχειρηματίες να οργανώσουν τη δορυφορική και τη διαδικτυακή μετάδοση των σταθμών τους.  Δηλαδή τους προτρέπει ν’ ανατρέψουν τα δεδομένα της διαφημιστικής αγοράς πάνω στα οποία έχει οικοδομηθεί ο νόμος. Διότι εάν μοιράσουν δωρεάν αποκωδικοποιητές και από ένα εύρος συχνοτήτων δορυφορικών έχεις πολλές δυνατότητες ελληνικών σταθμών, γενικού περιεχομένου και αυτοί οι αποκωδικοποιητές είναι πάρα πολύ φθηνοί και δημιουργήσουν μια άλλη αγορά, τότε τι έμεινε στην αγορά της ελεύθερης λήψης;

Το οποίο μπορεί να οργανωθεί αν κάποιοι το επιδιώξουν. Και με όρους πολύ φθηνότερους από το τίμημα των υπερθεματιστών.  Τι σημαίνει αυτό; αυτό δεν είναι αντίστοιχο της προτροπής του Υπουργού Εργασίας στους εργαζομένους, κάντε ένα site. Ούτε αντίστοιχο της προτροπής, πάτε να συνεταιριστείτε με κάποιον που έχει άδεια ώστε να μη χαθούν οι θέσεις. Αυτό είναι   αλλοίωση της   αγοράς καθαυτής στη βάση της.

Διότι γενικεύεται η χρήση της δορυφορικής μετάδοσης. Το οποίο σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία λογική στο νόμο. Υπάρχει ο λαϊκισμός, ότι τα πήραμε τα λεφτά και θα τα μοιράσουμε στους φτωχούς. Αυτό όμως όπως σωστά λέει ο κ. Δρόσος, προβλέπεται ως έσοδο στο βασικό μακροοικονομικό μοντέλο του μνημονίου. Το έσοδο αυτό προβλέπεται. Και έχει υπολογιστεί.

Μπορείς να το πάρεις με διαφόρους τρόπους, δε χρειάζεται να το πάρεις μ’ έναν πολύπλοκο διαγωνισμό και με περιορισμό των αδειών. Μπορείς να το πάρεις με πολύ πιο διαφανή και ορθολογικό τρόπο. Και βέβαιο. Και στην αρχή. Και όχι από τη λειτουργία της αγοράς και άρα της επιχείρησης. Που σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία βάση στην αιτιολογία του νόμου. Ότι είναι στη βάση του, στον πυρήνα του, αντισυνταγματικός ο νόμος.

 

Το ζήτημα των αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

Ορθά λέει ο κ. Γεραπετρίτης, ότι πέρα από τα τεχνικά ζητήματα της προειδοποιητικής επιστολής της Commission, υπάρχουν και τα ζητήματα των αξιών. Και θα κλείσω με τις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ένα από τα επιτεύγματα της τελευταίας Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά από επιμονή της τότε αρμοδίας Επιτρόπου, της κας Ρέντινγκ ήταν να ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη στα άρθρα 6 και 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, διαδικασίας επιβολής κυρώσεων σε κράτος μέλος για παράβαση των αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και πράγματι, αυτή η διαδικασία έχει κινηθεί για θέματα που συνδέονται, προσέξτε, με τη Συνταγματική Δικαιοσύνη και τα Μέσα Ενημέρωσης στην Πολωνία. Και επίκειται και το θέμα της Ουγγαρίας. Η Ελλάδα η οποία διαπραγματεύεται με τους εταίρους για διάφορα θέματα, δε θα ήταν καθόλου σκόπιμο να βρεθεί αντιμέτωπη με ζητήματα παραβίασης των αξιών τα οποία μπορούν να τεθούν.

Είναι πάρα πολύ προσεκτική και πάρα πολύ, ας το πούμε έτσι, εθνικά επιφυλακτική η στάση της αντιπολίτευσης και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αλλά υπάρχει θέμα. Διότι τα δεδομένα είναι απολύτως συγκρίσιμα  με την Πολωνία και στην Ουγγαρία.   Άρα  και αυτό πρέπει να το έχουμε υπ' όψιν μας.

 

Οι μνημονιακές υποχρεώσεις και η νομολογία

 

Και για να κλείσω με τις μνημονιακές αποφάσεις του ΣτΕ, πράγματι ο κ. Δρόσος ήταν σταθερός υποστηρικτής του συνταγματικού ορθολογισμού, στα θέματα του μνημονίου. Και αυτό πρέπει να του πιστωθεί.

Πράγματι με εξαίρεση τις συνταξιοδοτικές αποφάσεις και τις αποφάσεις περί στρατιωτικού και άλλων ειδικών μισθολογίων, η νομολογία του ΣτΕ υποστήριξε τη μεγάλη προσπάθεια που έχουμε κάνει και με τη βασική απόφαση της Ολομέλειας για το μνημόνιο καθαυτό, το 1ο μάλιστα και με την απόφαση την πολύ σημαντική, για την παρέμβαση στο χρέος. Γιατί αμφισβητήθηκε η παρέμβαση καθαυτή, δεν προβλήθηκαν αξιώσεις κάποιων που μπορεί να είχαν υποςτεί βλάβη ως φυσικά πρόσωπα.

Και αυτές είναι οι θεμελιώδεις αποφάσεις της ελληνικής νομολογίας. Όμως κάποια στιγμή να ξεκαθαρίσουμε τι πιστεύουμε για όλα αυτά. Πιστεύουμε ότι καλώς έγιναν; Τ’ αποδεχόμεθα; Τ’ αφομοιώνουμε σ’ ένα εθνικό κεκτημένο; Στο όνομα τίνος πράγματος μιλάει ο καθένας και ποια στιγμή;  

Γιατί έχω πει μια φράση και ήταν μια φράση που δεν ήθελα να την πω σε μια συνάντηση νομικών, αλλά είμαστε και πολίτες: Εάν πρόκειται να φτύνουμε και μετά να γλείφουμε εκεί που φτύσαμε, πρέπει να ξέρουμε ότι αυτό έχει ένα κόστος ως συμπεριφορά. Και αυτό   αφορά όλη την ιστορία των τελευταίων 6 ετών. Δεν έχει μέλλον ο τόπος εάν δεν αντιληφθεί το παρελθόν του και αν δε συνομολογήσει την ιστορική αλήθεια.

Και η ιστορία των αδειών είναι μια πάρα πολύ καλή ευκαιρία για να τοποθετηθεί ο καθένας   και σε σχέση με την οικονομική πολιτική αλλά και σε σχέση με την πολιτική θεσμών, σε σχέση με τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου.

Σας ευχαριστώ.

Σύνταγμα, άδειες και δημόσιο συμφέρον

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο​​ρισμένες φορές για να κρίνει κάποιος ένα νόμο, θα πρέπει να τον έχει δει να εφαρμόζεται. Μόνο τότε έχει όλα τα δεδομένα μπροστά του και μπορεί να αξιολογήσει το νομοθετικό κείμενο. Βέβαια, στην περίπτωση της αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών τέθηκαν σοβαρά συνταγματικά ζητήματα ευθύς εξαρχής, με πρώτο απ’ όλα το ζήτημα της αρμοδιότητας: Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, η διαδικασία αδειοδότησης ανήκει στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και όχι σε διαγωνιστικές επιτροπές εκτός αυτού. Αυτό άλλωστε αποφάνθηκε σε δύο πρόσφατες αποφάσεις της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας: «Η χορήγηση των αδειών… ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή, το Eθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης» (ΣτΕ 1901/2014, 3914/2015). Προβληματικό ήταν από την αρχή και το θέμα του αριθμού των αδειών. Oχι μόνο γιατί ο αριθμός των τεσσάρων αδειών επικρίθηκε ως υπερβολικά μικρός και όχι μόνο γιατί θα έπρεπε να προηγηθεί ένας συνολικός σχεδιασμός για τον μέγιστο δυνατό αριθμό εθνικών, περιφερειακών και θεματικών σταθμών.

Εξίσου σημαντικό ήταν και ότι ο αριθμός αυτός καθορίστηκε από τον νομοθέτη, την πολιτική δηλαδή εξουσία,  και  όχι  από  το  Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ή την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών  κατόπιν  εμπεριστατωμένης επιστημονικής έρευνας.

Ας έρθουμε τώρα στα ζητήματα που ανέκυψαν με την ψήφιση και την εφαρμογή του νόμου. Η κοινή γνώμη είδε μια πρωτόγνωρη πλειοδοτική διαδικασία, όπου όποιος πρόσφερε τα περισσότερα χρήματα ανακηρυσσόταν και προσωρινός μειοδότης. Εδώ εντοπίζεται ένα σημαντικό πρόβλημα, το οποίο είναι και συνταγματικό. Γιατί, κατά το Σύνταγμά μας, η ραδιοτηλεόραση δεν μπορεί να εξισωθεί με μια οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα. Το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος κάνει λόγο, μεταξύ άλλων, για «ποιοτική στάθμη των προγραμμάτων», «κοινωνική αποστολή… της τηλεόρασης» και «πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας». Συνεπώς και πέρα από τις γενικές ρυθμίσεις για το περιεχόμενο του εκπεμπόμενου προγράμματος, θα έπρεπε να οριστούν και ποιοτικά κριτήρια στη διαγωνιστική διαδικασία για τη χορήγηση των αδειών. Η τηλεόραση δεν μπορεί να είναι μόνο χρήματα.

Τις τελευταίες ημέρες αναδείχθηκε και το ζήτημα του «πόθεν έσχες» των υπερθεματιστών. Ο έλεγχος αυτός θα έπρεπε να προηγείται της διαγωνιστικής διαδικασίας και όχι να έπεται αυτής. Γιατί εάν υποθέσουμε ότι στον έλεγχο αυτό «κόβεται» κάποιος πλειοδότης, αυτό σημαίνει ότι συμμετείχε στη διαγωνιστική διαδικασία χωρίς να το δικαιούται. Το αποτέλεσμα όμως θα μπορούσε να ήταν εντελώς διαφορετικό χωρίς τη συμμετοχή του, με αποτέλεσμα να πλήττονται η αξιοπιστία και η φερεγγυότητα του διαγωνισμού.

Σε όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να προβληθούν δύο αντεπιχειρήματα: Πρώτον, όπως πολλές φορές έχει τονιστεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, αντίκειται στο Σύνταγμα η επ’ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως επί πολλά χρόνια, χρησιμοποιώντας το δημόσιο αγαθό των τηλεοπτικών σταθμών. Ωστόσο, το αντεπιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, γιατί σε ένα κράτος δικαίου καμία συνταγματική παραβίαση δεν θεραπεύεται με άλλη παραβίαση του Συντάγματος.

Και έρχομαι στο δεύτερο συναφές αντεπιχείρημα: Μήπως στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος (υπό την έννοια της τάξης στο τηλεοπτικό τοπίο) πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε «τυπολάτρες» και να «συγχωρέσουμε» κάποιες αποκλίσεις από την αρχή της νομιμότητας; Ούτε όμως και αυτό το αντεπιχείρημα ευσταθεί. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο περιορισμός του αριθμού των τηλεοπτικών σταθμών μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, η απάντηση είναι μία και την έχει δώσει το Συμβούλιο της Επικρατείας, με μια εμβληματική διατύπωση και μάλιστα σε υπόθεση που αφορούσε ραδιοφωνικούς σταθμούς: Στο δικαιοκρατικό σύστημα που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, το δημόσιο συμφέρον υπηρετείται όπως ορίζει η έννομη τάξη και προεχόντως το Σύνταγμα (ΕΑ ΣτΕ 143/2001).

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Καθημερινή", 27.09.2016

Μια πρώτη αποτίμηση για το νέο τηλεοπτικό τοπίο

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας για την αδειοδότηση των νέων τηλεοπτικών σταθμών είμαστε πλέον σε θέση να κάνουμε μια πρώτη ολοκληρωμένη αποτίμηση των σχετικών θεσμικών και πολιτικών επιλογών τόσο της κυβέρνησης όσο και της αντιπολίτευσης.

Ξεκινάμε με μια γενική παρατήρηση: για δεύτερη φορά μέσα σε μικρό διάστημα το κομματικό μας σύστημα αποδείχθηκε εντελώς ανώριμο να αντιμετωπίσει, με την επιβαλλόμενη στοιχειώδη υπευθυνότητα και συνέπεια,  ορισμένα κομβικής σημασίας και εξαιρετικά επείγοντα θεσμικά προβλήματα. Η αρχή έγινε με την ατυχή αντιμετώπιση, όχι μόνον από την κυβέρνηση αλλά και από όλα σχεδόν τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, του εκλογικού συστήματος. Την σκυτάλη πήρε η νέα ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου,  η οποία επίσης υπήρξε πολλαπλά προβληματική,  με ευθύνη όλων των πλευρών. Κοινός παρονομαστής και των δύο αυτών χαμένων ευκαιριών είναι η πλήρης επικράτηση μικροκομματικών σκοπιμοτήτων, που οδήγησαν στον τορπιλισμό κάθε προσπάθειας να εξευρεθεί συναινετικά μια πρόσφορη και πάγια λύση, συμβατή με το Σύνταγμα και την πολιτική μας πραγματικότητα.

Σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, το νέο τηλεοπτικό τοπίο, επισημαίνω τα εξής:

1. Είναι εν πρώτοις αναμφίβολο ότι το τηλεοπτικό τοπίο που ίσχυε έως τώρα στη χώρα μας ήταν εξαιρετικά προβληματικό, με βαρύτατες ευθύνες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Από την μια το ολιγοπώλιο της ιδιωτικής (κατ’ευφημισμόν "ελεύθερης") τηλεόρασης, το οποίο αρχικά διαμορφώθηκε σε συνθήκες που θύμιζαν τους χρυσοθήρες στο μακρινό far west και στην συνέχεια κατέληξε σε μια ιδιότυπη και θεσμικά τραυματική «νομιμοποίηση αυθαιρέτων», χωρίς να τηρούνται, συχνά ούτε καν στοιχειωδώς, οι συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αντικειμενικότητας και της ποιότητας, που οριοθετούν το πλαίσιο λειτουργίας της τηλεόρασης. Από την άλλη η δημόσια τηλεόραση, η οποία σε όλες τις περιόδους της λειτουργίας της δεν έπαυσε, δυστυχώς, να λειτουργεί σαν πολιτική θεραπαινίδα της εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας (παρά τις κάποιες πρόσκαιρες τιμητικές εξαιρέσεις, που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα, αλλά και την εν γένει καλύτερη ποιοτική της στάθμη).

Αποκορύφωμα αυτής της δυσλειτουργίας του τηλεοπτικού τοπίου ήταν η περίοδος του πρόσφατου -θεσμικά τραυματικού- δημοψηφίσματος, όταν καμία από τις δύο εκδοχές της τηλεόρασης δεν κρατούσε ούτε καν τα προσχήματα μιας νηφάλιας και πολυφωνικής ενημέρωσης.

2. Με αυτά τα δεδομένα, κανείς νομίζω δεν μπορεί να αμφισβητήσει σοβαρά ότι ήταν αναγκαία μια πρωτοβουλία της να ρυθμίσει επιτέλους το τηλεοπτικό τοπίο. Ωστόσο, η πρωτοβουλία αυτή, που είναι κατ'αρχήν επαινετή, δυστυχώς δεν κινήθηκε από το ξεκίνημά της στην σωστή κατεύθυνση, ούτε ως προς τις βασικές επιλογές αλλά ούτε και ως προς τις ειδικότερες ρυθμίσεις της.

Το πρώτο που πρέπει να τονισθεί, ως προς την αξιολόγηση αυτής της πρωτοβουλίας, είναι ότι η ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου δεν είμαι ένα ζήτημα αγοράς. Είναι ζήτημα δημοκρατίας. Προϋποθέτει δε και συνεπάγεται, πρώτα και πάνω από όλα, τον επικοινωνιακό πλουραλισμό, όχι μόνον διότι τον επιβάλλει το (αναθεωρημένο) άρθρο 15 του Συντάγματος (επιτάσσοντας την τήρηση των αρχών της ισότητας, της αντικειμενικότητας και την ποιότητας) αλλά και διότι αποτελεί το βασικό αξιολογικό κριτήριο για το αν μια τηλεοπτική πραγματικότητα είναι όντως συμβατή με την ανοιχτή και δημοκρατική κοινωνία,  όπως αυτή έχει διαπλασθεί στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού.

Από αυτήν την άποψη, τόσο οι νομοθετικές επιλογές όσο και η διαδικασία αδειοδότησης που επέλεξε η κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκαν σε καμία περίπτωση στις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί. Το πρόβλημα ξεκίνησε από τον νόμο 4339/2015, ο οποίος αποτέλεσε  μια άκριτη εν πολλοίς συρραφή ατυχών ρυθμίσεων προηγούμενων νόμων και παρέμεινε προσκολλημένος στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις της αναλογικής τηλεόρασης. Αγνοήθηκαν έτσι  πλήρως οι τεράστιες δυνατότητες που παρέχει η νέα ψηφιακή εποχή –λόγω της υπέρβασης του προβλήματος της σπανιότητας των συχνοτήτων– και χάθηκε η ευκαιρία για μια νέα προσέγγιση, προσανατολισμένη σε μια πολυφωνική και πολλαπλά εγγυημένη ως προς τα δικαιώματα, τηλεοπτική πραγματικότητα. Οι ρυθμίσεις του νόμου αυτού, ειδικότερα, έθεσαν υπερβολικές και άκαμπτες προδιαγραφές (οικονομικές, τεχνικές και, ιδίως, προσωπικού), για την λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών και ως εκ τούτου απέτρεψαν  την συμμετοχή στον διαγωνισμό μικρών και ευέλικτων οργανωτικών σχημάτων, που θα μπορούσαν να συμβάλουν, αξιοποιώντας ευρηματικά συνεργατικές πρακτικές δημοσιογράφων, πρωτοβουλίες φορέων της κοινωνίας των πολιτών και ραγδαία αναπτυσσόμενες τεχνολογικές δυνατότητες, στην ποικιλία και πολυχρωμία του νέου τηλεοπτικού τοπίου. Παράλληλα, ο νόμος δεν εξειδίκευσε κρίσιμες συνταγματικές και ευρωπαϊκές προδιαγραφές ως προς την λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών, αρκούμενος σε μια γενικόλογη παραπομπή στην (ανεπαρκή) κείμενη νομοθεσία και σε κώδικες δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Συγκεκριμένα, δεν αξιοποίησε τα σχετικά συγκριτικά δεδομένα -που παρέχουν πολλά παραδείγματα επιτυχούς ρύθμισης- δεν προέβλεψε  πρόσφορους επί τούτω ελέγχους και ιδίως δεν επέβαλε, όπως όφειλε, την υποχρέωση των τηλεοπτικών σταθμών να συμμορφώνονται,  επί ποινή αποκλεισμού ή αφαίρεσης εκ των υστέρων της άδειας, σε συγκεκριμένους –δρακόντειους– κανόνες, που θα αποτρέπουν την διαπλοκή και την χειραγώγηση της κοινής γνώμης, θα διασφαλίζουν τον εσωτερικό και εξωτερικό πλουραλισμό, θα εγγυώνται την ποιοτική στάθμη των εκπομπών και θα υπάγουν την λειτουργία τους σε ένα καθεστώς πλήρους προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των ατομικών δικαιωμάτων.

Όλα αυτά, δυστυχώς, συνδυάσθηκαν  στην συνέχεια με τον αυθαίρετο περιορισμό των αδειών σε τέσσερις, με τον εξοβελισμό, εν τέλει, του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης από την διαδικασία αδειοδότησης -με τεράστια εδώ την ευθύνη και της αντιπολίτευσης, που συμπεριφέρθηκε σαν μακρά χειρ των καναλιών…-  και με τον εστιασμό του διαγωνισμού αποκλειστικά και μόνον στις οικονομικές προσφορές (και μάλιστα χωρίς να διαχωρισθούν οι άδειες μεταξύ λειτουργούντων και μη σταθμών αλλά και χωρίς να τεθούν ούτε κωλύματα συμμετοχής ούτε κριτήρια που να συνδέονται με τις συνταγματικές αρχές που προαναφέρθηκαν). Έτσι φθάσαμε σε ένα θολό νέο τηλεοπτικό τοπίο, το οποίο όχι μόνον δεν περιποιεί τιμήν στην κυβέρνηση -που είναι ανοιχτή στην κριτική για το ότι οργάνωσε τα πάντα με κριτήριο τον έλεγχό του- αλλά και παρατείνει την εκκρεμότητα, διότι  θα κουβαλάει για πολύ καιρό νομικές αιτιάσεις και θεσμικά προβλήματα που θα το καθηλώνουν σε μια διαρκή διελκυστίνδα.  

3. Με βάση τα νέα δεδομένα, η μόνη λύση είναι να αναζητηθεί, έστω και στο και πέντε, μια ευρέως συναινετική διέξοδος, η οποία βέβαια προϋποθέτει, πρώτα και πάνω από όλα, το να σταματήσει η σημερινή τραυματική για τους θεσμούς  και για την αξιοπιστία των κομμάτων, εκκρεμότητα ως προς το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Αφού δε συμφωνήσουν τα κόμματα στα πρόσωπα και συγκροτηθεί το νέο Συμβούλιο, πρέπει πρώτον να επικυρώσει την  σχετική διαδικασία -εφόσον φυσικά δεν διαπιστωθούν νομικά προβλήματα ως προς τον διαγωνισμό- και δεύτερον να γνωμοδοτήσει αφ'ενός μεν ως προς την δυνατότητα νέας προκήρυξης, προκειμένου να αυξηθεί ο αριθμός των αδειών, αφ'ετέρου δε ως προς τις αναγκαίες  πρόσθετες εγγυήσεις που πρέπει να περιβάλλουν εφεξής το νέο τηλεοπτικό τοπίο, προκειμένου να λειτουργεί σύμφωνα με τις προαναφερθείσες συνταγματικές αρχές. Στην συνέχεια, δε, και με βάση την γνωμοδότηση αυτήν, απαιτείται η ριζική επανεξέταση του νομικού πλαισίου της τηλεόρασης, σε συνδυασμό με την αναβάθμιση του ρόλου και των ελεγκτικών δυνατοτήτων του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί με πληρότητα και επάρκεια στις επιταγές του Συντάγματος. Μόνον έτσι μπορεί επιτευχθεί μια ολοκληρωμένη ρύθμιση μακράς πνοής και να καταστεί πράγματι εφικτή η αναμόρφωση της τηλεοπτικής μας πραγματικότητας, με κύριο γνώμονα τόσο την πραγματική καταπολέμηση (και όχι την απλή υποκατάσταση…) της διαπλοκής όσο και την διασφάλιση της εξωτερικής και εσωτερικής πολυφωνίας αλλά και της ποιοτικής στάθμης των τηλεοπτικών σταθμών.

Δημοσιεύθηκε στην διαδικτυακή εφημερίδα «Ανοιχτό Παράθυρο», 7.9.2016

”Κοινωνικό Συμβόλαιο” και Συντάγματα

Γεράσιμος Θεοδόσης, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαιδελβέργης

Α) Ο Σίλερ γράφει: «Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, είναι ελεύθερος, είναι ελεύθερος, ακόμα και αν ήταν γεννημένος με αλυσίδες».  Οι αλυσίδες, τις οποίες υπαινίσσεται ο ποιητής είναι προφανώς οι αδυναμίες και οι φοβίες του ανθρώπου, κυρίως όμως η εσωτερική του ανάγκη να κοινωνεί με τους ομοίους του.

«Άνθρωπος ον κοινωνικόν», για να θυμηθούμε τα λόγια του δικού μας φιλόσοφου, του Αριστοτέλη.

Είτε εξαιτίας της επιτακτικής ανάγκης συναναστροφής (συν ζην), είτε σε αναζήτηση μιας καλύτερης μοίρας (ευ ζην), ο άνθρωπος, κάποια στιγμή, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη φυσική του κατάσταση, την ελευθερία, και να ζήσει με τη θέλησή του σε μια οργανωμένη κοινωνία. Η συμφωνία των ανθρώπων που αποφασίζουν να ζήσουν μαζί αποτελεί το λεγόμενο «κοινωνικό συμβόλαιο».

Σύμφωνα με τον Άγγλο Τζον Λοκ, ο άνθρωπος ήταν σε θέση να αποφασίσει ποια και πόση από τη φυσική ελευθερία του παραχωρεί στον κοινωνικό σχηματισμό που προσχωρεί, ενώ ο Γάλλος Ρουσσώ θεωρούσε ότι ο άνθρωπος είναι σε θέση να εγκαταλείπει τη φυσική ελευθερία του και να την αναπροσδιορίζει αυτοδεσμευμένος μέσω της «γενικής  βουλήσεως».

Το θεωρητικό αυτό οικοδόμημα συμπληρώνει η ευαγγελική ρήση «απόδοτε ουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ», μέσω της οποίας διαχωρίζεται η κοσμική από την πνευματική εξουσία, ενώ ταυτόχρονα εδραιώνεται η ιδέα ενός ορίου της κρατικής εξουσίας. Για τον χριστιανισμό ο άνθρωπος είναι πλασμένος από το Θεό (κατά εικόνα και καθ’ ομοίωσή του) και ο προορισμός του δεν σταματά στη γη. Η αξία του ανθρώπου ενώπιον του Θεού αποτελεί το ύψιστο δόγμα της χριστιανικής σκέψης και πράξης, καθιστώντας κοινώς αποδεκτή την ύπαρξη ενός κοινωνικού πεδίου, στο οποίο η κρατική εξουσία δεν δύναται να εισχωρήσει, ρυθμιστικά τουλάχιστον.

 

Β) Οι θεωρητικές συνιστώσες που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τα συνταγματικά κείμενα των προηγουμένων αιώνων, δηλαδή τις σύγχρονες μορφές του «κοινωνικού συμβολαίου». Είναι, δε, εμφανέστατες στις τρεις «πρώτες» και «μεγαλύτερες» συνταγματικές τάξεις: την αγγλική, την αμερικανική/ΗΠΑ και τη γαλλική,  τις οποίες θα αναλύσουμε λαμβάνοντας υπόψη τις ειδοποιείς διαφορές τους. Ας σημειωθεί ότι αυτές οι διαφορές αποτέλεσαν τη βάση για όλα τα μετέπειτα Ευρωπαϊκά Συντάγματα.

.

Γ) Η συνταγματική εξέλιξη στην Αγγλία χαρακτηρίζεται περισσότερο από την προσπάθεια διαμόρφωσης διαδικασιών και αρμοδιοτήτων και λιγότερο από τη θεσμοθέτηση ελευθεριών και δικαιωμάτων. Η ελευθερία και η ιδιοκτησία προϋπάρχουν της κρατικής εξουσίας στην Αγγλία, σε σημείο μάλιστα να την οριοθετούν περιορίζοντάς την: Ό,τι είναι ελεύθερο και στον βαθμό που είναι ελεύθερο σε σχέση με την κρατική εξουσία, δεν μπορεί να αποτελέσει εκ μέρους της αντικείμενο απαγόρευσης ή υποχρέωσης.

Στην Αγγλία, θεσμοί και κανόνες προσδιορίζουν τη μορφή και την έκταση των επεμβάσεων της κρατικής μηχανής, στο μέτρο που κρίνονται αναγκαίες για τη διατήρηση της αυθυπαρξίας του ατόμου εντός της κοινωνικής του συνύπαρξης. Σε καμία περίπτωση η κρατική εξουσία δεν επιτρέπεται να αφαιρεί ή να περιορίζει τη δυνατότητα αυτοκαθορισμού του ατόμου χωρίς τη συναίνεσή του.

Είναι προφανές ότι οι θεσμοί και κανόνες στην Αγγλία βασίζονται σε μια σχέση συναλλαγής μεταξύ ατόμου και συνόλου, η οποία έχει έντονο αντικειμενικό χαρακτήρα, εφόσον ελευθερία και ιδιοκτησία είναι κάτι αυτονόητο. Η ελευθερία και η ιδιοκτησία δεν χρειάζονται τον κρατικό προσδιορισμό, δεν απονέμονται από το κράτος, αντίθετα αυτές οι δυο ανθρώπινες ιδιότητες οριοθετούν την κρατική δραστηριότητα.

 

Δ) Οι αμερικανικές διακηρύξεις, σε μια προσπάθεια θεωρητικής θεμελίωσης και δικαιολόγησης της αμερικανικής επανάστασης, φέρνουν το θεοκρατικό στοιχείο στο προσκήνιο, τονίζοντας τη θεϊκή προέλευση του ανθρώπου: Οι άνθρωποι είναι ίσοι μεταξύ τους, φτιαγμένοι όλοι από το Θεό, προορισμένοι να ζήσουν ελεύθεροι, αναζητώντας την ευτυχία (Virginia Bill of Rights 1776). Βέβαια στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι στις ΗΠΑ η σκλαβιά απαγορεύτηκε το 1865, ενώ οι έγχρωμοι και μιγάδες πολίτες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα το 1868 και οι ινδιάνοι το 1924.

Εντούτοις στα αμερικανικά συνταγματικά κείμενα προβάλλεται πρωτίστως η πνευματική διάσταση του πολίτη, τη στιγμή που η αντίστοιχη αγγλική θεώρηση αντιλαμβανόταν τη διασφάλιση της ιδιοκτησίας ως διασφάλιση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ενώ ο Λοκ, όπως αργότερα και ο Ρουσσώ, υπέτασσαν ανεπιφύλαχτα (μερικώς ή ολικώς) το άτομο στην πλειοψηφική θέληση της κοινωνίας, τα αμερικανικά συνταγματικά κείμενα θέτουν εξαρχής προϋποθέσεις, βάσει των οποίων το άτομο δεσμεύεται από το «κοινωνικό συμβόλαιο». Αυτές, δε, οι προϋποθέσεις παίρνουν μέσω του δικαίου τη μορφή αξιώσεων, προσδίδοντας στο δίκιο υποκειμενικό και ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα.

Όχι μόνον η διασφάλιση της ανθρώπινης ιδιοκτησίας, αλλά κυρίως η διασφάλιση της ανθρώπινης ζωής πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο και κύριο μέλημα της κρατικής δραστηριότητας κατά το Αμερικανικό Σύνταγμα.

Με αυτόν τον τρόπο, τα αμερικανικά συνταγματικά κείμενα εγγυώνται την ατομικότητα του ανθρώπου και, όταν γίνεται λόγος για αναπαλλοτρίωτα ή απαράγραπτα δικαιώματα, στην ουσία, εννοούνται οι έμφυτες ικανότητες και ιδιότητές του, όπως η ελευθερία και η ισότητα, ανεξαρτήτως αν αυτές, εντός του «κοινωνικού συμβολαίου», πραγματώνονται ή κατά οποιοδήποτε τρόπο αναιρούνται. Το σπουδαίο στην προκείμενη συνταγματική κατοχύρωση είναι ότι τα αμερικανικά συνταγματικά κείμενα, εκ προοιμίου, απαγορεύουν την ολική απορρόφηση του ατόμου από την κοινωνία.

 

Ε) Καίτοι η φυσική υπόσταση και η θεϊκή προέλευση της ανθρώπινης ελευθερίας υπήρξαν αντικείμενο διαλεκτικής αντιπαράθεσης κατά τη διάρκεια της γαλλικής επανάστασης, τελικά δεν αποτέλεσαν ουσιαστικό περιεχόμενο της νέας γαλλικής συνταγματικής τάξης. 

Οι Γάλλοι, πασχίζοντας να δημιουργήσουν πολιτικά αξιώματα αφηρημένου χαρακτήρα, δεν προχώρησαν, με τις συνταγματικές διακηρύξεις τους, στην κατοχύρωση νομικών αξιώσεων. Επηρεασμένοι από τη σκέψη του Ρουσσώ, αναζήτησαν ένα ορθολογικό θεμέλιο για τη νέα τάξη πραγμάτων, υποτάσσοντας αφενός την ατομική βούληση στη λογική της «γενικής  βούλησης (volonté générale)», προσδιορίζοντας αφετέρου την ανθρώπινη ελευθερία ως ελευθερία συμμετοχής στη διαμόρφωση της κρατικής θέλησης.

Η ελευθερία έχει πλέον πολιτική και δημοκρατική υφή, ο περιορισμός της δεν αποτελεί την, κατά το αμερικανικό πρότυπο, εξαίρεση από τον κανόνα, ενώ τα δικαιώματα του πολίτη δεν προστατεύονται απλώς από το δίκαιο, εκτός αυτού παράγονται από αυτό.

Η κρατική εξουσία απονέμει στα «υποκείμενά της» πρόσωπα ορισμένα δικαιώματα για να διεκδικήσουν, εφόσον το επιθυμούν, το ποσοστό ελευθερίας που τους έχει αναγνωρισθεί και αφορά κυρίως στην ικανοποίηση των βιοτικών τους συμφερόντων. Κατά αυτόν τον τρόπο, η ελευθερία εγκαταλείπει βαθμηδόν τη φυσική της διάσταση, μεταλλασσόμενη σε ένα «δικαίωμα σε ελευθερία», εκεί και όπου η έκφραση της γενικής  βούλησης, ο νόμος, της το επιτρέπει.

Σωστά, επομένως, γίνεται λόγος στη γαλλική συνταγματική τάξη για «δικαιώματα», η κατοχύρωση των οποίων συνδέεται άμεσα με την επιτακτική αρχή της νομιμότητας της διοικήσεως. Τα ατομικά ή συνταγματικά δικαιώματα αποτελούν την απαραίτητη προστασία ενάντια στα λάθη και τις αυθαιρεσίες των κυβερνώντων, λειτουργώντας ως αντιστάθμισμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και νομοθεσίας. Στην «πρώτη» γαλλική συνταγματική τάξη, η ελευθερία αποτελεί παράγωγο και όχι πλέον προϋπόθεση της κρατικής εξουσίας. Τα, δε, δικαιώματα δεν έχουν μόνο φορέα, αλλά και χορηγό, δηλαδή την ίδια τη συνταγματική έννομη τάξη.

 

 

Είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η ανάθεση στον καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργό της αρμοδιότητας διεξαγωγής ανοικτού διεθνούς διαγωνισμού για την αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης; (Γνωμοδότηση)

Γιάννης Δρόσος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Βλ και συνημμένη τη γνωμοδότηση στο pdf

—————————————————————

  1. Από τον Υπουργό Επικρατείας κ. Νίκο Παππά τέθηκαν υπόψη μου με το υπ΄ αριθμ. 347 από 9.2.2016 έγγραφό του

(α) το εξής ιστορικό:

Με την παρ. Γ 2.1 ν. 4336/2015, Α’94 14/8/2015 ”Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας [κ.λπ.]” αναλήφθηκε από την Ελλάδα η δέσμευση για αναγγελία προκήρυξης δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού [international open tender] υποβολής προσφορών για την απόκτηση τηλεοπτικών αδειών. Η δέσμευση αυτή υλοποιήθηκε με τον ν. 4339/2015, Α΄ 133/29.10.2015 ”Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης”, δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 1 του οποίου η αδειοδότηση των παραπάνω παρόχων διενεργείται από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης [=ΕΣΡ] με διαγωνιστική διαδικασία σε υλοποίηση της σχετικής δέσμευσης της χώρας και σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζει ο νόμος αυτός. 

Όμως από τις 29.10.2015 δυνάμει του άρθρου 55 παρ. 10 του παραπάνω ν. 4339/2015 το ΕΣΡ δεν είναι πλέον συγκροτημένο επειδή έληξε αυτοδικαίως η θητεία τριών από τα εναπομείναντα τέσσερα μέλη του. Η συγκρότησή του ΕΣΡ μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, να λάβει χώρα μόνο με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής με ομοφωνία ή πάντως με την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών αυτής.

Η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής συνεκλήθη επανειλημμένως χωρίς όμως να επιτύχει την συγκρότηση της παραπάνω απαιτούμενης πλειοψηφίας, ενώ μάλιστα, όπως προκύπτει από δηλώσεις προθέσεων κρισίμων παραγόντων, δεν διαφαίνεται ούτε προοπτική συγκρότησής της και

(β) τα εξής έγγραφα:

  1. Πρακτικά της από 19/01/2016 Συνεδρίασης της Διάσκεψης των Προέδρων (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  2. Πρακτικά της 1/02/2016 Συνεδρίασης της Διάσκεψης των Προέδρων (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  3. Απόσπασμα (Μη διορθωμένα) Πρακτικά της από 9/02/2016 Συνεδρίασης της Διάσκεψης των Προέδρων (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  4. Πρακτικό της 2/02/2016 Συνεδρίασης της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  5. Αντίγραφο της από 9 Φεβρουαρίου 2016 γραπτής δήλωσης του κ. Προέδρου της Βουλής.
  1. Ενόψει των παραπάνω μου τέθηκε το εξής ερώτημα:

Είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η ανάθεση, με διάταξη τυπικού νόμου, στον καθ΄ ύλη αρμόδιο Υπουργό της αρμοδιότητας για την διεξαγωγή διεθνούς ανοικτού διαγωνισμού για την αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης;”

  1. Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό πρέπει να ληφθούν υπόψη (Α) η φύση του προς αδειοδότηση αντικειμένου και (Β) το συνταγματικό  πλαίσιο για την απάντηση της ερώτησης.

 

  1. Όσον αφορά στην φύση του προς αδειοδότηση αντικειμένου.
  1. Η αδειοδότηση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα αφορά σε παροχή υπηρεσιών επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρεκπομπής, η οποία, κατά διατύπωση της εισηγητικής έκθεσης αλλά και του άρθρου 1 παρ. 2 του παραπάνω ν. 4339/2015 αποτελεί

”υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 106 παρ. 2 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνίσταται στην παροχή στο κοινό τηλεοπτικών υπηρεσιών βάσει προϋποθέσεων όρων και διαδικασιών που διασφαλίζουν αφενός τη νομιμότητα, τη διαφάνεια, την πολιτική και πολιτισμική πολυμέρεια και πολυφωνία και τον ελεύθερο και ανόθευτο οικονομικό ανταγωνισμό στον ευρύτερο τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, την παροχή στο κοινό υψηλού επιπέδου τηλεοπτικών υπηρεσιών.

 

  1. Η παροχή των παραπάνω υπηρεσιών είναι παροχή δημόσιας υπηρεσίας. Πράγματι, όπως ειδικότερα διαλαμβάνει το Πρακτικό Επεξεργασίας 188/2003 του Συμβουλίου της Επικρατείας ο συνταγματικός νομοθέτης, μετά την αναθεώρηση του 2001, από την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 Σ

προκύπτει η ιδιαίτερη νομική φύση της ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, που αποτελεί περιεχόμενο δημοσίας υπηρεσίας με τη λειτουργική έννοια του όρου. Η δημόσια αυτή υπηρεσία μπορεί να ασκείται είτε από το ίδιο το Κράτος (κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση), είτε από ιδιώτες κατά παραχώρηση (ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση), η άσκησή της δε γίνεται, κατά ρητή συνταγματική πρόβλεψη, υπό τον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος αυτός καθιστά συνταγματικά ανεκτή την παρέμβαση του νομοθέτη στη νομική μορφή και σε εσωτερικά ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας των αναδόχων της δημόσιας υπηρεσίας που συνεπάγεται την επιβολή περιορισμών στην προστατευόμενη από το άρθρο 5 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.

  1. Τούτο άλλωστε γινόταν ήδη παραδεκτό και πριν την έκδοση του παραπάνω Πρακτικού Επεξεργασίας, αλλά και πριν την αναθεώρηση του 2001, η οποία εισήγαγε στα άρθρα 14 και 15 Σ την σημερινή τους μορφή, (βλ. αντί άλλων και Ν. Αλιβιζάτου, Κράτος και Ραδιοτηλεόραση, 1986, σελ. 42 επ.), όπως ενδεικτικά προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση στον νόμο 2644/1998, όπου, παρά το ότι ο νόμος αναφερόταν στην συνδρομητική τηλεόραση, σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι

Από την ίδια την έννοια της δημόσιας λειτουργίας, όπως είναι σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος η ραδιοφωνία και η τηλεόραση, απορρέει η ανάγκη υιοθέτησης ορισμένων κανόνων και αρχών για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται μία δημόσια λειτουργία και παρέχεται στο κοινό η αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία.

  1. Ο διαγωνισμός λοιπόν στον οποίο αναφέρεται το ερώτημα είναι διαγωνισμός για παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας με την λειτουργική έννοια του όρου.
  1. Όσον αφορά στο συνταγματικό πλαίσιο για την απάντηση της ερώτησης.

     

     

     

     

    1. Η απάντηση στο ερώτημα θεμελιώνεται στο άρθρο 15 παρ. 2 Σ, κατά το οποίο

Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. O έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. O άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. […]

  1. Το άρθρο 15 παρ. 2 Σ θεσπίζει άμεσο έλεγχο του κράτους επί της ραδιοτηλεόρασης. Από το γράμμα της διάταξης, και ειδικότερα από τον προσθετικό σύνδεσμο ”και”, προκύπτει ότι ο άμεσος αυτός έλεγχος μπορεί να λάβει περισσότερες μορφές μεταξύ των οποίων ”και την μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας”. Η διάταξη θέτει επίσης τους σκοπούς χάριν των οποίων θεσπίζεται ο έλεγχος αυτός καθώς και τις αποκλειστικές αρμοδιότητες που, συναφώς με την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού ανατίθενται στο ΕΣΡ, το οποίο μάλιστα ορίζεται ως ”ανεξάρτητη αρχή”.
  1. Συναφώς με τον έλεγχο του κράτους, η διάταξη διαφυλάσσει αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ όσον αφορά στον έλεγχο σχετικά με αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας και εν γένει την διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση και κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ. 9 Σ. Κατ΄ αποκλειστικότητα δηλαδή η διάταξη επιφυλάσσει στο ΕΣΡ την αρμοδιότητα να μεριμνά (ασκώντας έλεγχο και επιβάλλοντας κυρώσεις) ώστε να γίνεται σεβαστό το κατά το παραπάνω Πρακτικό Επεξεργασίας

δικαίωμα των πολιτών σε μία πολυφωνική πληροφόρηση υπηρετείται και με τους ειδικούς συνταγματικούς σκοπούς της ραδιοτηλεοπτικής δραστηριότητας που θεσπίζονται στο άρθρο 15 παρ. 2 του” Συντάγματος”,

δηλαδή την αρμοδιότητα συναφώς με την τήρηση των παραπάνω συνταγματικών πλαισίων και την επιβολή κυρώσεων αποκλειστικά στο ΕΣΡ.

  1. Δεν αποκλείει όμως το άρθρο 15 παρ. 2 Σ, αλλά και δεν επιβάλλει την ανάθεση στο ΕΣΡ και αρμοδιοτήτων συναφώς με την εφαρμογή του καθεστώτος προηγούμενης άδειας–πράγμα που άλλωστε σειρά νομοθετημάτων προέβλεπε επί δεκαετίες, έστω και αν ματαίως. Το άρθρο 15 παρ. 2 Σ δηλαδή κατοχυρώνει έναν ”πυρήνα” αποκλειστικών αρμοδιοτήτων του ΕΣΡ [Ευ. Βενιζέλου, Το αναθεωρητικό κεκτημένο, σελ. 216], δεν αναθέτει όμως κατά συνταγματική αναγκαιότητα και το σύνολο των αρμοδιοτήτων που ανάγονται σε κρατικό έλεγχο επί των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών στο ΕΣΡ. Ή, κατ΄ άλλη διατύπωση, ”ο ‘έλεγχος’ που ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του [Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού] Συμβουλίου δεν εξαντλεί το περιεχόμενο του αμέσου ελέγχου του κράτους.” [Αθ. Τσεβά, Ο θεσμικός ρόλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης στο νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, ΘΠΔΔ, 2 (2009), σελ. 790 επ.] Επικουρικώς σημειώνεται ότι και άλλες μορφές άμεσου κρατικού ελέγχου που ασκούνται επί των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, όπως ο έλεγχος της τήρησης των φορολογικών και γενικότερα οικονομικών υποχρεώσεων των παρόχων τηλεοπτικών εκπομπών ή ο έλεγχος για την τήρηση της εργατικής, ασφαλιστικής κ.λπ. νομοθεσίας εκ μέρους τους δεν ασκείται από το ΕΣΡ, ούτε συντρεχόντως, ούτε, πολλώ έλασσον, αποκλειστικώς.
  1. Με άλλες λέξεις: συνταγματικός σκοπός του άρθρου 15 Σ είναι να ασκείται άμεσος έλεγχος του κράτους στην ραδιοτηλεόραση, τούτος δε να ”λαμβάνει και την μορφή του καθεστώτος προηγούμενης άδειας”, προς καλύτερη δε εξυπηρέτηση δε αυτού του σκοπού θεσπίσθηκε το ΕΣΡ και η κατ΄ άρθρο 101Α Σ διαδικασία συγκρότησής του και όχι το αντίθετο. Δεν είναι δηλαδή αυτοσκοπός η κατ΄ άρθρο 101Α διαδικασία συγκρότησης του ΕΣΡ, και πάντως τέτοιας αξίας που να είναι ικανός να ματαιώσει την πραγματοποίηση του ελέγχου της ραδιοτηλεόρασης που προβλέπει το άρθρο 15 Σ.

 

  1. Ο διαγωνισμός στον οποίο αναφέρεται το ερώτημα αφορά σε χορήγηση αδειών σε ”παρόχους περιεχομένου” ”επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης” κατά το περιεχόμενο που δίδει στις έννοιες αυτές το άρθρο 2 παράγραφοι αντιστοίχως 6 και 14 του ν. 3592/2007 (Α΄,161, 19/7/2007), δηλαδή σε επιχειρήσεις ”που διαθέτουν ολοκληρωμένο ραδιοτηλεοπτικό περιεχόμενο προς μετάδοση στο ευρύ κοινό [κ.λπ.]” μέσω ραδιοτηλεοπτικού φάσματος, δηλαδή ”[συνόλου] συχνοτήτων που διατίθεται για ασύρματη μετάδοση ραδιοτηλεοπτικού σήματος”, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 13 του παραπάνω ν. 3592/2007. Το φάσμα των ραδιοσυχνοτήτων όμως, κατά πάγια νομολογία του  ΣτΕ,

αποτελεί σπάνιο πόρο(…), η διαχείριση του οποίου συνιστά κυριαρχικό δικαίωμα του Κράτους (…). Αποτελεί επομένως δημόσιο αγαθό, και μάλιστα με σημαντική οικονομική αξία (…) εφόσον η χορήγηση αδείας χρήσεώς του δίνει στον κάτοχο αυτής τη δυνατότητα να αποκομίσει σημαντικά οικονομικά οφέλη και του παρέχει πλεονεκτήματα έναντι άλλων επιχειρηματιών που θα ήθελαν επίσης να χρησιμοποιούν και να εκμεταλλεύονται τον πόρο αυτόν (…)”

[ΣτΕ 2594/2015, όπου και παραπομπές σε πολλές παρόμοιες]

  1. Η παραπάνω νομολογία, που αναφέρεται σε αναλογικό σήμα, έχει εφαρμογή και στον αναφερόμενο σε ψηφιακό σήμα παρόντα διαγωνισμό. Η διαγωνιστική διαδικασία αναφέρεται στην κατ΄ άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3502/2007 (Α’ 161, 19.7.2007) ”παροχή τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών υπηρεσιών μέσω επίγειας ψηφιακής τεχνολογίας με χρήση ραδιοσυχνοτήτων που έχουν χορηγηθεί για την εκπομπή τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού ψηφιακού σήματος”, απ΄ όπου προκύπτει ότι ανάγεται στον εκεί προσδιοριζόμενο περιορισμένο αριθμό συχνοτήτων. Η σπάνις άλλωστε των συχνοτήτων ψηφιακού επιβεβαιώνεται και από την παρ. 18 της από 13.9.2013 ΥΑ Οικ. 45858/1799/Φ 150, (Β’ 2359 από 20.9.2013), όπου ρητώς μνημονεύεται ότι

το ραδιοφάσμα είναι σπάνιος πόρος και η χορήγησή του για χρήση πρέπει να εξασφαλίζει βιώσιμα δίκτυα και επαρκή ανταγωνισμό.

 

  1. Για την ταυτότητα λοιπόν του νομικού λόγου, το συνταγματικό έρεισμα για την απάντηση στο ερώτημα είναι το ίδιο με εκείνο που αφορά στις μηδέποτε χορηγηθείσες άδειες εκπομπών αναλογικού σήματος. Σχετικά με την περίπτωση εκείνη, η κρίσιμη και για το παρόν ερευνώμενο ζήτημα ΣτΕ 3578/2010 (Ολ.), η οποία, μετά από εξαντλητική παράθεση του ιστορικού της επί δεκαπενταετίας και πλέον –τότε- διαρκούς παραβίασης του Συντάγματος λόγω της μη χορήγησης των απαιτουμένων διοικητικών αδειών, δέχθηκε ότι ”οι αριθμητικά περιορισμένες ραδιοσυχνότητες για την πραγματοποίηση τηλεοπτικών εκπομπών αναλογικού σήματος” –σήμερα και ψηφιακού-

αποτελούν δημόσιο αγαθό” αυτό δε ”προσβάλλεται όταν η χρήση των ραδιοσυχνοτήτων γίνεται χωρίς την απαιτούμενη διοικητική άδεια, δηλαδή αυθαιρέτως και παρανόμως.”

 

  1. Η ίδια εκείνη απόφαση έκρινε ότι η επί περίπου εικοσαετία μη έκδοση των απαιτουμένων διοικητικών αδειών παραβιάζει το Σύνταγμα αφενός κατά το ότι αντιβαίνει στην αρχή του κράτους δικαίου, αφετέρου δε επειδή

αντιβαίνει προς την συνταγματική αρχή της ισότητας. Διότι θέτει τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία, ενώ είχαν την πραγματική δυνατότητα και την βούληση να ιδρύσουν τηλεοπτικό σταθμό, δεν το έπραξαν όμως αυθαιρέτως και δεν παρέβησαν τον νόμο, σε εξόχως μειονεκτική μοίρα σε σχέση με τα πρόσωπα, τα οποία, με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, ίδρυσαν παρανόμως, χωρίς δηλαδή άδεια, τηλεοπτικό σταθμό. Πράγματι, τα τελευταία αυτά πρόσωπα νέμονται τομέα της αγοράς τηλεοπτικών υπηρεσιών, η λειτουργία της οποίας μάλιστα συνδέεται με την, καίριας σημασίας σε μία δημοκρατική πολιτεία, άσκηση των δικαιωμάτων του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι.”

 

  1. Την υποχρέωση της πολιτείας να παρεμβαίνει, μέσω του συνόλου των συνταγματικών της θεσμών, επισημαίνει άλλωστε και επιβεβαιώνει και η ΣτΕ  1901/2014 (Ολ.), δεχόμενη ότι

το κράτος καθίσταται ο ρυθμιστής της λειτουργίας της ραδιοτηλεόρασης και ο εγγυητής του πλουραλισμού των ιδεών και των πληροφοριών που μεταδίδονται”,

και, ειδικότερα

το κράτος (η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία, καθώς και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή) υποχρεούται, απέχοντας από επεμβάσεις στο περιεχόμενο των εκπομπών, να λαμβάνει όλα τα αναγκαία θετικά μέτρα (νομοθετικά, οργανωτικά, διοικητικά και ουσιαστικά) […] ώστε να διασφαλίζεται η καθολική παροχή της ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας στην εθνική επικράτεια με πλήρη σεβασμό των προαναφερομένων συνταγματικών αξιών, με διαφάνεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την οικονομική κατάσταση και τη χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης, καθώς και με την αποτροπή της συγκέντρωσης του ελέγχου των μέσων αυτών.”

 

  1. Πέραν του συνταγματικού λόγου, συντρέχει και πρόσθετος λόγος δημοσίου συμφέροντος, και μάλιστα –ενόψει και της γενικότερης νομολογίας του ΣτΕ όσον αφορά την αναγκαιότητα μέτρων προς αντιμετώπιση της ιδιαιτέρως κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας- ιδιαιτέρως εντόνου δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενος στο να κινηθεί, ως τάχιστα, η διαδικασία της διεξαγωγής του δημοσίου διεθνούς διαγωνισμού, ο οποίος προκηρύχθηκε κατά τα εκτεθέντα και στο ιστορικό της παρούσας με τον ν. 4339/2015, ”Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης”, (Α΄ 133 από 29.10.2015) σε συμμόρφωση προς δέσμευση που ανέλαβε η χώρα κυρώνοντας Σχέδιο Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, δηλαδή το ήδη εφαρμοζόμενο τρίτο Μνημόνιο
  1. Σημειωτέο επίσης ότι η κύρωση του τρίτου Μνημονίου που έλαβε χώρα με τον ν. 4336/2015  υπερψηφίσθηκε με σπάνια για τα ελληνικά κοινοβουλευτικά δεδομένα ευρεία πλειοψηφία, πράγμα που επίσης καταδεικνύει ότι η τήρηση των μέσω του νόμου αυτού κυρωθεισών δεσμεύσεων αποτελεί πράγματι λόγο δημοσίου συμφέροντος, και μάλιστα τόσο μείζονος συμφέροντος, ώστε να συμφωνήσει επ΄ αυτού η συντριπτική πλειοψηφία της βουλής, περιλαμβανομένων της κυβερνητικής πλειοψηφίας, της μείζονος αντιπολίτευσης και αρκετών βουλευτών εκ της ελάσσονος αντιπολίτευσης.
  1. Το άρθρο 1 παρ. 1 του παραπάνω ν. 4339/2015 προβλέπει ότι ”η διαγωνιστική διαδικασία” για την αδειοδότηση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα διενεργείται από το ΕΣΡ μέσω δημοπρασίας σε υλοποίηση της σχετικής δέσμευσης της χώρας και σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζει ο νόμος αυτός. Όμως από τις 29.10.2015 δυνάμει του άρθρου 55 παρ. 10 του παραπάνω ν. 4339/2015 το ΕΣΡ δεν είναι συγκροτημένο επειδή έληξε αυτοδικαίως η θητεία τριών από τα εναπομείναντα τέσσερα μέλη του. Η συγκρότησή του ΕΣΡ μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, να λάβει χώρα με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής με ομοφωνία ή πάντως με την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών αυτής.
  1. Από τα έγγραφα υπό Ι, β 1-3 που έθεσε υπόψη μου ο ερωτών Υπουργός προκύπτει ότι αφενός κινήθηκε η διαδικασία για την συγκρότηση του ΕΣΡ σύμφωνα τα προβλεπόμενα από το άρθρο 101Α Σ και αφετέρου ότι η διαδικασία αυτή απέβη άκαρπη. Άλλωστε, όπως προκύπτει από το παραπάνω υπό Ι, β, 4 έγγραφο που έθεσε υπόψη μου ο ερωτών Υπουργός (Περίοδος ΙΖ’- Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, Σύνοδος Α’ Πρακτικό, Αδιόρθωτα), ο εκπρόσωπος της Μείζονος Αντιπολιτεύσεως βουλευτής κ. Ιωάννης Τραγάκης στην Συνεδρίαση της 2/02/2016 της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας δήλωσε ότι 

Συμμετέχοντας και στη Διάσκεψη των Προέδρων χθες, έγινε για δεύτερη φορά ψηφοφορία για το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, η οποία και αυτή απέβη άκαρπη, όπως όσες ψηφοφορίες κι αν κάνει η κυβέρνηση τα 4/5 δεν πρόκειται να τα «πιάσει»  ποτέ σε καμία από τις Ανεξάρτητες Αρχές απ’ ότι φαίνεται

η δε εκτίμησή του αυτή επιβεβαιώθηκε πλήρως από το ότι ούτε στην επακολουθήσασα στις 9.2.2016 νέα Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής σχηματίσθηκε η απαιτούμενη από το άρθρο 101Α Σ πλειοψηφία ώστε να συγκροτηθεί κατά την συνταγματική πρόβλεψη το ΕΣΡ.

 

  1. Επιπροσθέτως, από το παραπάνω υπό Ι, β, 5 έγγραφο που έθεσε υπόψη μου ο ερωτών Υπουργός προκύπτει ότι και ο κ. Πρόεδρος της Βουλής συμμερίζεται την εκτίμηση του κ. εκπροσώπου της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι, τουλάχιστον το γε νυν έχον, δεν είναι εφικτή η συγκρότηση της απαιτούμενης κατά το άρθρο 101Α πλειοψηφίας ώστε να συγκροτηθεί ΕΣΡ, το οποίο και στην συνέχεια να διεξαγάγει τις προβλεπόμενες για την αδειοδότηση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα διαδικασίες.
  1. Τούτο όμως οδηγεί σε αδυναμία να πραγματοποιηθεί, για μία ακόμη φορά, ο συνταγματικός σκοπός του άρθρου 15 παρ. 2 Σ, ο συνιστάμενος στον δια της εισαγωγής καθεστώτος προηγούμενης άδειας άμεσος έλεγχος του κράτους επί της τηλεόρασης (κατά την έκταση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα), άρα και την συνέχιση, προϊούσης ήδη της τρίτης δεκαετίας της συνεχιζόμενης επί του θέματος των αδειοδοτήσεων των τηλεοπτικών σταθμών παραβίασης του Συντάγματος, αλλά και της σοβαρής διακινδύνευσης, αν όχι και ματαίωσης, της εξυπηρέτησης του μείζονος δημοσίου συμφέροντος, το οποίο συνίσταται στην αποκόμιση του αναμενόμενου οικονομικού οφέλους από την τελική παραχώρηση των αδειών αυτών.

 

  1. Η παραπάνω περιγραφείσα κατάσταση οδηγεί σε ένα ιδιότυπο κενό: ενώ προβλέπεται από τον νόμο 4339/2015 όργανο –το ΕΣΡ- για να διεξαγάγει τις παραπάνω διαγωνιστικές διαδικασίες, αυτό το όργανο δεν είναι συγκροτημένο ούτε αναμένεται να συγκροτηθεί στο σε προβλεπόμενο χρόνο. Ενόψει όμως των παραπάνω, και ιδίως των σημειουμένων στις παραπάνω υπό ΙΙΙ, Β, 4 και 5 παραγράφους όπως και στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, παρίσταται αναγκαίο να ορισθεί ένα κρατικό όργανο το οποίο και θα τις διεξαγάγει.

 

  1. Το αντίθετο θα σήμαινε την ματαίωση  του συνταγματικού σκοπού του άρθρου 15 παρ. 2 Σ με την περαιτέρω συνέχιση της κατά τα παραπάνω παραβίασης του Συντάγματος. Όμως η περαιτέρω συνέχιση της κατά τα παραπάνω παραβίασης του Συντάγματος, η οποία επιπροσθέτως συνεπάγεται και την για αόριστο χρόνο μη εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού επείγοντος μείζονος δημοσιονομικού συμφέροντος, προς τις οποίες τείνει η κατά τα ανωτέρω διαφαινόμενη αδυναμία συγκρότησης του ΕΣΡ δεν είναι συνταγματικά ανεκτές. Το αντίθετο, το να περιμείνει δηλαδή η διεξαγωγή των διαγωνιστικών διαδικασιών μέχρις ότου είτε σχηματισθεί (σε αυτήν την βουλευτική περίοδο ή σε μία επόμενη ή άχρι καιρού) η προβλεπόμενη από το άρθρο 101Α Σ πλειοψηφία συγκρότησης του ΕΣΡ ή και το να αναθεωρηθεί η διάταξη αυτή θα σήμαινε ότι η διαδικασία συγκρότησης του ΕΣΡ αποτελεί συνταγματικό σκοπό μείζονα της άσκησης του αμέσου κρατικού ελέγχου στην τηλεόραση που συνιστά η ρητώς προβλεπόμενη από το άρθρο 15 παρ. 2 Σ καθεστώτος προηγούμενης άδειας, ικανή να ματαιώσει την συνταγματική υποχρέωση πραγματικής εφαρμογής καθεστώτος προηγούμενης άδειας, αλλά και το ότι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, όπως και η τελική συμμόρφωση στην σχετική δέσμευση που ανελήφθη κατά τα παραπάνω με το τρίτο Μνημόνιο έχει ήσσονα αξία από την διαδικασία συγκρότησης του ΕΣΡ. Τούτο όμως θα ήταν συνταγματικώς άτοπο, δεδομένου ότι τόσο το γράμμα του άρθρου 15 παρ. 2 Σ, όσο και η ορθή και συνεπής προς την σχετική και προπαρατεθείσα σταθερή νομολογία ερμηνεία του, επιτρέπουν την εξεύρεση λύσης συμβατικής προς το γράμμα του Συντάγματος, εναρμονισμένης προς την ως τώρα τάση της νομολογίας, σύμφωνης προς το πνεύμα του Συντάγματος –τελικά δηλαδή σύμφωνης προς το Σύνταγμα- η οποία δεν θα ματαιώνει ούτε τον συνταγματικό σκοπό του αμέσου ελέγχου της τηλεόρασης μέσω και της πλήρους εισαγωγής του καθεστώτος προηγούμενης άδειας, ούτε την συμμόρφωση προς την παραπάνω σχετική δέσμευση της χώρας, αλλά ούτε και την εξυπηρέτηση του δημοσίου σκοπού του συνιστάμενου σε καθ΄ εαυτή την αποκόμιση του προσδοκώμενου από το Δημόσιο οικονομικού οφέλους.

 

  1. Υπό το πρίσμα των παραπάνω γεννάται ζήτημα ποιο κρατικό όργανο έχει την αρμοδιότητα να προβεί στα αναγκαία για την κατά Σύνταγμα και προς το δημόσιο συμφέρον διεξαγωγή των διαγωνιστικών διαδικασιών στις οποίες αναφέρεται το ερώτημα.

 

  1. Κρατικό όργανο το οποίο να θεωρηθεί ότι δύναται να ασκήσει την αρμοδιότητα που ο νόμος ανέθεσε στο μη συγκροτούμενο ΕΣΡ, ενόψει ιδίως και του ότι το ΕΣΡ είναι μία προβλεπόμενη από το Σύνταγμα ανεξάρτητη αρχή δεν υπάρχει. Κατά συνέπεια, το μόνο όργανο το οποίο είναι συνταγματικώς επιτρεπτό να αποφασίσει σχετικά με το ποιο κρατικό όργανο ή αρχή θα διεξαγάγει τις παραπάνω συνταγματικά αναγκαίες και από άποψη δημοσίου συμφέροντος επιβαλλόμενες διαγωνιστικές διαδικασίες είναι η βουλή, ως έχουσα την γενική αρμοδιότητα να παράγει οποιουσδήποτε κανόνες δικαίου δεν προσκρούουν στο Σύνταγμα ή σε άλλες δεσμεύσεις με ισχύ υπέρτερη του τυπικού νόμου. Περαιτέρω συνέπεια αυτού είναι ότι η βουλή έχει την αρμοδιότητα να ορίσει με νομοθετική διάταξη το κρατικό όργανο –κατά το ερώτημα τον καθ΄ ύλη αρμόδιο Υπουργό- το οποίο και θα διεξαγάγει τις παραπάνω διαγωνιστικές διαδικασίες.

 

  1. Με βάση τα παραπάνω στο ερώτημά που μου τέθηκε η απάντησή μου είναι:

Η ανάθεση, με διάταξη τυπικού νόμου, στον καθ΄ ύλη αρμόδιο Υπουργό της αρμοδιότητας για την διεξαγωγή διεθνούς ανοικτού διαγωνισμού για την αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης δεν προσκρούει σε καμία συνταγματική διάταξη.

 

Αθήνα, 11.2.2016

 

 

Αμεσότητα ή αποκλειστικότητα; Αποκλειστικότητα ή αμεσότητα; Ανάγκη «συγκεκριμενοποίησης» και αναθεώρησης του άρθρου 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος

Γεράσιμος Θεοδόσης, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαιδελβέργης

Α) Ο επιθετικός προσδιορισμός «άμεσος», που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 εδάφιο 1 του Συντάγματος για τον έλεγχο του Κράτους στη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, καταρχήν σημαίνει ότι αυτός γίνεται χωρίς μεσολάβηση ή παρέμβαση άλλου και δεν συνδέεται με κάποιον ή κάτι χρονικά ή χωρικά. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι, σύμφωνα με το (πρωταρχικό) άρθρο 15 παράγραφος 2 εδάφιο 1 του Συντάγματος, ο ασκούμενος έλεγχος στη ραδιοφωνία και την τηλεόραση είναι διοικητικά κεντρικός· ασκείται, δε, από την Κυβέρνηση και τον αρμόδιο υπουργό, ο οποίος είναι και πολιτικά υπεύθυνος απέναντι στη Βουλή.

Με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 τροποποιήθηκε εκτενώς η διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 15 του Συντάγματος και μεταξύ άλλων προστέθηκε δεύτερο εδάφιο σε αυτή, σύμφωνα με το οποίο ο προβλεπόμενος στο πρώτο εδάφιο έλεγχος (και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων) υπάγεται «στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει». Με το τρίτο, δε, νέο εδάφιο στη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 15 του Συντάγματος συγκεκριμενοποιήθηκε ως ένα βαθμό το περιεχόμενο του άμεσου ελέγχου του Κράτους με «τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας», καθιστώντας πλέον την αδειοδότηση συνταγματική επιταγή, ενώ επαναλήφθηκαν οι αναφερόμενοι στο πρωταρχικό άρθρο 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος σκοποί αυτού του ελέγχου, προστιθεμένων και δυο νέων.

Οι λόγοι που οδήγησαν στη θεσμοθέτηση αυτής της νέας και καινοτόμου αρμοδιότητας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, σε γενικές γραμμές και κατά κοινή αποδοχή, αφορούν στην καλύτερη και αποτελεσματικότερη εκπλήρωση των ανωτέρω αναφερόμενων σκοπών του ελέγχου. Εντούτοις, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ως Ανεξάρτητη Αρχή του άρθρου 101Α του Συντάγματος, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, απαλλάσσεται της άμεσης πολιτικής ευθύνης (που ίσχυε για την Κυβέρνηση και τον αρμόδιο υπουργό απέναντι στη Βουλή) και οργανωτικά τίθεται εκτός της διοικητικής πυραμίδας. Δεδομένου ότι η «αποκλειστική αρμοδιότητα», όπως αυτή ανατέθηκε στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, με το δεύτερο εδάφιο της (αναθεωρημένης) δεύτερης παραγράφου του άρθρου 15 του Συντάγματος, και η οποία, καταρχάς, σημαίνει ότι από τον έλεγχο και τη χορήγηση άδειας λειτουργίας των ραδιοτηλεοπτικών μέσων αποκλείονται τα υπόλοιπα όργανα του Κράτους, και, κατά δεύτερον, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται άλλη διαζευκτική, συντρέχουσα ή κατά υποκατάσταση αρμοδιότητα, καταλήγουμε στο εξής συμπέρασμα: Με το δεύτερο εδάφιο της εν λόγω συνταγματικής διάταξης, με την εισαγωγή, δηλαδή, της «αποκλειστικότητας» του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης περιορίζεται σημαντικά, αν δεν αναιρείται, η «αμεσότητα» του ελέγχου του Κράτους στη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, την οποία θεσπίζει και συνταγματικά κατοχυρώνει το πρώτο εδάφιό της. Προκύπτει, δηλαδή, μια ασάφεια που (σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί δημιουργική και μάλλον) αγγίζει τα όρια της αντίφασης.

Είναι προφανές ότι το αναθεωρημένο δεύτερο εδάφιο της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 15 του Συντάγματος προστέθηκε στις διατάξεις της, χωρίς προηγουμένως να έχει εναρμονισθεί, ως όφειλε, με το πρώτο εδάφιό της.  Έτσι στις μέρες μας έχει αναχθεί σε μείζον ζήτημα του δημόσιου βίου της χώρας μας αν μπορεί, σύμφωνα με το Σύνταγμά μας, να διεξαχθεί, βάσει νόμου, διεθνής ανοικτός διαγωνισμός για την αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης, κάτι που σε τελική ανάλυση σημαίνει τον εξοβελισμό του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης από τη διαδικασία αδειοδότησης, παρά την αποκλειστική του αρμοδιότητα, εξαιτίας της αδυναμίας συγκρότησης και λειτουργίας του.

 

Β) Δικαίως μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν, στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 και συγκεκριμένα στην αναθεώρηση του άρθρου 15 παράγραφος 2 Συντάγματος συντρέχει περίπτωση «θελημένης ασάφειας», όταν στην εν λόγω διάταξη δεν εξαλείφθηκε ο επιθετικός προσδιορισμός «άμεσος» (στον προβλεπόμενο έλεγχο του Κράτους) του πρώτου εδαφίου μετά την τροποποίηση του δεύτερου. Μήπως δεν πρόκειται για μια αβλεψία, αλλά για ένα θεσμικό «εργαλείο», ώστε να μπορούν να αντιμετωπιστούν με νομοθετικές παρεμβάσεις αφόρητες καταστάσεις για ένα ευνομούμενο κράτος, όπως είναι η (πρακτική) αδυναμία του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης να ασκήσει τα καθήκοντά του διαρκούσης της «ανομίας» στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο;  Γιατί να είναι συνταγματικά ανεπίτρεπτο η Βουλή, που ούτως ή άλλως έχει τη γενική αρμοδιότητα να παράγει οποιουσδήποτε κανόνες δικαίου, προασπίζοντας το δημόσιο συμφέρον, να χρήσει τον καθ’ ύλη αρμόδιο υπουργό «άμεσο» ελεγκτή του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, παραμερίζοντας την (πρακτικά) ανύπαρκτη «αποκλειστική» αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης;

 

Γ) Μπορεί η ανωτέρω εικαζόμενη «θελημένη ασάφεια» να ανοίγει το δρόμο σε «συμφέρουσες» ερμηνείες, δεν συγχωρείται όμως σε ένα σύγχρονο Σύνταγμα, ταλανίζοντας την ενότητά του, δεδομένου ότι μεταξύ των συνταγματικών κανόνων δεν υπάρχει, και δεν μπορεί να υπάρξει, μια σχέση ιεράρχησης.

Το Σύνταγμα δεν μπορεί να εμφανίζεται ότι εκφράζει δυο αντιφατικές ή ασυμβίβαστες μεταξύ τους βουλήσεις, επειδή κατά αυτό τον τρόπο θα υποβαθμιζόταν η ποιότητά του και ο αυστηρός του χαρακτήρας. Όμως ως προϊόν του ανθρώπινου πνεύματος ένα συνταγματικό κείμενο δεν είναι πάντα απαλλαγμένο από αντιφάσεις ή εντάσεις· σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη και απόλυτα συστηματοποιημένη ενότητα. Παρόλα αυτά, ένα Σύνταγμα δεν μπορεί να διαφοροποιεί, δεν μπορεί να διαχωρίζει. Ένα Σύνταγμα οφείλει να ενώνει. Έτσι ακολουθώντας την ερμηνευτική επιταγή του Συντάγματος κάθε εφαρμοστής του οφείλει να προφυλάσσει, σε κάθε βήμα του, την εσωτερική συνάφεια και δεσμευτικότητα του συνταγματικού κειμένου.

Συνήθης πρακτική θεραπείας των κακώς κειμένων αποτελεί η «συγκεκριμενοποίηση» του Συντάγματος, η οποία, βάσει της μεθόδου της «πρακτικής εναρμόνισης», υποβάλλει συγκρουόμενες συνταγματικές ρυθμίσεις  σε αμοιβαίους περιορισμούς, έτσι ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή πρακτική εφαρμογή του Συντάγματος ως συνόλου. Τα κριτήρια της δικαιοπαραγωγικής διαδικασίας της «συγκεκριμενοποίησης» του άρθρου 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος, με τα οποία πρέπει να επιτευχθεί η «πρακτική εναρμόνιση» των αντιφατικών και μεταξύ τους συγκρουόμενων ρυθμίσεων, εντοπίζονται πρωταρχικά στην ίδια τη διάταξη και είναι οι κατοχυρωμένοι συνταγματικά σκοποί του άμεσου ελέγχου του Κράτους που ασκείται κατά την αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης.

Εν κατακλείδι ας ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη ότι η «συγκεκριμενοποίηση» του Συντάγματος αποτελεί «προσωρινό μέτρο» προστασίας της ενότητας και της εσωτερικής συνάφειάς του, ενώ το μονιμότερο και σωστότερο ανέκαθεν ήταν η αναθεώρησή του.

1. Βλ. Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, Τόμος 1, Ακαδημία Αθηνών· Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.

 

2. «…έχουν σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης· πρέπει πάντως να εξασφαλίζεται η ποιοτική στάθμη των εκπομπών που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή τους και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας».

 

3. «…καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας». Επίσης προστέθηκε και τέταρτο νέο εδάφιο στη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 15 του Συντάγματος: «Νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα».

 

4. Βλ. Αλ. Οικονόμου, Η συνταγματική κατοχύρωση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και η αναθεώρηση του άρθρου 15 του Συντάγματος, στο:  Αναθεώρηση του Συντάγματος και εκσυγχρονισμός των θεσμών, 2000, σελ. 118.

 

5. Βλ. Μ. Σταθόπουλος, Ασαφές το εάν η αδειοδότηση των καναλιών είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ,  στο: «ΑΘΗΝΑ 9.84» και τη Νόνη Καραγιάννη.

 

6. Γ. Σωτηρέλης,  Μια πρώτη αποτίμηση για το νέο τηλεοπτικό τοπίο, στο: www. constitutionalism.gr

 

7. Γ. Δρόσος, Είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η ανάθεση στον καθύλην αρμόδιο υπουργό της αρμοδιότητας διεξαγωγής ανοικτού διεθνούς διαγωνισμού για την αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης; (Γνωμοδότηση), στο: www.constitutionalism.gr

 

 

 

Θεσμοί διακυβέρνησης και θεσμοί εγγύησης

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Αναπληρωτής καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης, ΕΑΠ

Μια πραγματικά βελτιωτική -σε σχέση με την ισχύουσα συνταγματική τάξη- πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να έχει ως αφετηρία τη διάκριση ανάμεσα σε θεσμούς διακυβέρνησης και θεσμούς εγγύησης και ως στόχο τον εμπλουτισμό και την ενδυνάμωση των δεύτερων έναντι των πρώτων.

Η διάκριση ανάμεσα σε θεσμούς διακυβέρνησης και θεσμούς εγγύησης είναι περιγραφικά πιο σωστή από την παραδοσιακή τριμερή διάκριση των δημόσιων εξουσιών ανάμεσα σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία, η οποία δεν ανταποκρίνεται πλέον στην πραγματικότητα των σύγχρονων δημοκρατικών πολιτικών συστημάτων, ιδίως δε των κοινοβουλευτικών συστημάτων. Στα συστήματα αυτά υπάρχει μια πλήρης σχεδόν ομοιογένεια μεταξύ των πολιτικών οργάνων του κράτους, δηλαδή του Κοινοβουλίου και της κυβέρνησης, με ενοποιητικό άξονα την κυβερνητική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Από την άλλη πλευρά, τα όργανα εγγύησης δεν εξαντλούνται στα όργανα της δικαστικής εξουσίας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των ανεξάρτητων Αρχών, οι οποίες αποτελούν όργανα υλοποίησης και εγγύησης συνταγματικώς προστατευόμενων αρχών, δικαιωμάτων και συμφερόντων.

Εξάλλου, σε ένα εξισορροπημένο συνταγματικό σύστημα ως όργανο εγγύησης λειτουργεί και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, π.χ. μέσω του δικαιώματος αναπομπής, το οποίο κατοχυρώνεται και στο ελληνικό Σύνταγμα (άρθρο 42 Συντ.), αλλά έχει περιπέσει σε αχρησία, ενώ υπάρχει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες -όχι όμως στην Ελλάδα- ένα όργανο που βρίσκεται στην κορυφή της συνταγματικής οργάνωσης του κράτους, το Συνταγματικό Δικαστήριο, στο οποίο επιφυλάσσεται η «τελευταία λέξη» στα θέματα της ερμηνείας του Συντάγματος και υπό την έννοια αυτή είναι το όργανο που «κλειδώνει» το συνταγματικό σύστημα.

Το μεγάλο θεσμικό θέμα στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι η προάσπιση του Συντάγματος από τις καταχρήσεις της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, στο πεδίο αυτό θα πρέπει να στραφεί κυρίως η αναθεωρητική παρέμβαση, δηλαδή στην αναδιαμόρφωση των συνταγματικών σχέσεων μεταξύ πολιτικών οργάνων και οργάνων εγγύησης.

Δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό θέμα (άρθρ. 44 παρ. 2 του Σ): το ενιαίο και αδιαίρετο της ασκούμενης από το λαό εξουσίας ως απαραίτητη προϋπόθεση διεξαγωγής του

Γεώργιος Τσαούσης, Δικηγόρος, Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου Πανεπιστημίου Βουργουνδίας

Δημοψήφισμα είναι ο συνταγματικά κατοχυρωμένος θεσμός που απορρέει από τη λαϊκή κυριαρχία και επιτρέπει στο σύνολο των Ελλήνων πολιτών να αποφασίσει (ή να εκφράσει τη γνώμη του) μέσω άμεσης ψηφοφορίας για: α) σημαντικό εθνικό θέμα ή β) σοβαρό κοινωνικό ζήτημα. Είναι αυτονόητο ότι η λαϊκή ετυμηγορία, ως έκφανση της λαϊκής κυριαρχίας που αποτελεί και θεμέλιο του πολιτεύματος, δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο νομικού σχολιασμού. Για τον λόγο αυτό η παρούσα μελέτη περιορίζεται αυστηρά στη νομική φύση του δημοψηφίσματος (στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα), καθώς και στα απαιτούμενα χαρακτηριστικά του ερωτήματος. Επιχειρεί επίσης να αναδείξει τις ατέλειες του υφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου, το οποίο επί της ουσίας καθιστά αδύνατο τον a priori συνταγματικό έλεγχο νομιμότητας του ερωτήματος που τίθεται στη κρίση του λαού, παρά την κεφαλαιώδη σημασία του δικαστικού ελέγχου λόγω της άμεσης σύνδεσης του τελευταίου με την ποιότητα της δημοκρατίας.

Παρανοήσεις και στρεβλώσεις για την “άμεση δημοκρατία”

Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Όπως είναι γνωστό, η πρόσφατη εξαγγελία του πρωθυπουργού για συνταγματική αναθεώρηση περιλαμβάνει ειδικό κεφάλαιο για την "ενίσχυση των θεσμών άμεσης δημοκρατίας". Οι συγκεκριμένες προτάσεις έχουν αρκετά θετικά στοιχεία αλλά η όλη προσέγγιση του θέματος είναι προδήλως προβληματική, τόσο ως προς την χρησιμοποιούμενη ορολογία, η οποία οδηγεί αναπόφευκτα σε παρανοήσεις, όσο και ως προς την ουσία, η οποία αφήνει πολλά περιθώρια για πολιτικές και συνταγματικές στρεβλώσεις. Ειδικότερα:

Α. Η χρήση του όρου "θεσμοί άμεσης δημοκρατίας" είναι στην καλύτερη περίπτωση εσφαλμένη και στην χειρότερη παραπλανητική, όταν κινούμαστε στο πλαίσιο των σύγχρονων δημοκρατικών  πολιτευμάτων, δεδομένου ότι αυτά βασίζονται, με ρητές συνταγματικές επιταγές, στο αντιπροσωπευτικό σύστημα (το οποίο μάλιστα, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, συνδέεται άρρηκτα με το κοινοβουλευτικό σύστημα, που απαιτεί εξάρτηση της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη του ή των αντιπροσωπευτικών σωμάτων).

Ως εκ τούτου, οι ισχύοντες θεσμοί δεν νοείται να υποκατασταθούν από "θεσμούς άμεσης δημοκρατίας", όχι μόνον γιατί αυτοί παραπέμπουν σε άλλον τύπο πολιτεύματος (σαν αυτόν που ίσχυσε στην αρχαιότητα και εξακολουθεί εν μέρει να ισχύει στην Ελβετία) αλλά και γιατί  καλλιεργούν την λογική της παντοδυναμίας του λαού ερήμην των συνταγματικών δεσμεύσεων των άρθρων 1 και 110 του ελληνικού Συντάγματος, που ορίζουν ως θεμελιώδη και μη αναθεωρήσιμη αρχή του πολιτεύματος την "προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία".

Το ζητούμενο, λοιπόν, με βάση τα ανωτέρω, δεν είναι η συνεχής επίκληση της "άμεσης δημοκρατίας" -πολλώ δε μάλλον όταν συνδέεται με την πολλαπλά τραυματική, για το Σύνταγμα και τους θεσμούς, εμπειρία του τελευταίου δημοψηφίσματος-  αλλά η αντιμετώπιση της υπαρκτής κρίσης πολιτικοποίησης και αντιπροσώπευσης, μέσω του λελογισμένου εμπλουτισμού των δημοκρατικών στοιχείων του πολιτεύματός μας με θεσμούς άμεσης λαϊκής συμμετοχής (και όχι "άμεσης δημοκρατίας"). Ένας τέτοιος εμπλουτισμός, μακριά από λαϊκιστικά στερεότυπα και λογικές αλλοίωσης του πολιτεύματος, αποτελεί την καλύτερη απάντηση στην λογική των "τεχνικών της εξουσίας", που αποστρέφονται, με πρόσχημα τον λαϊκισμό, κάθε ιδέα αναβάθμισης του πολιτικού ρόλου του εκλογικού σώματος.

Β. Όσον αφορά την ουσία των σχετικών προτάσεων του πρωθυπουργού, επισημαίνονται τα εξής:

α. Οι προτάσεις για λαϊκή πρωτοβουλία ως προς την διεξαγωγή δημοψηφίσματος και την ψήφιση νόμου  κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση (δεδομένου και του μεγάλου αριθμού υπογραφών που απαιτούνται) αλλά είναι ελλιπείς και μονομερείς, διότι δεν αντιμετωπίζουν αυτούς τους θεσμούς στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης και πολλαπλά εγγυημένης δημοκρατικής παρέμβασης.

β. Η πρόταση για "υποχρέωση κύρωσης με δημοψήφισμα, οποιασδήποτε συνθήκης μεταβιβάζει κυριαρχικές αρμοδιότητες του Κράτους", όπως διατυπώνεται, είναι απόλυτη, υπερβολική και εν τέλει εξαιρετικά προβληματική.

γ. Σε όλες τις παραπάνω προτάσεις απουσιάζει παντελώς κάθε αναφορά σε συνταγματικές εγγυήσεις που θα διασφαλίζουν την δημοκρατικότητα και γνησιότητα των προτεινόμενων θεσμών (ώστε να μην είναι δυνατόν να επαναληφθούν θεσμικές αλχημείες σαν αυτές που σφράγισαν την διεξαγωγή του τελευταίου δημοψηφίσματος).

Η δική μου άποψη, όπως την είχα διατυπώσει ιδίως στην μελέτη μου "Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης" (Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα 2000), είναι η ακόλουθη:

Δυνατότητα πρότασης για δημοψήφισμα που αφορά σοβαρό εθνικό θέμα πρέπει να έχουν όλοι οι φορείς του πολιτεύματος και συγκεκριμένα α) ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως υπό το Σύνταγμα του 1975, β) η κυβέρνηση, όπως υπό το ισχύον Σύνταγμα του 1975/1986, γ) η Βουλή, με 120 τουλάχιστον μέλη της και δ) οι πολίτες, με συγκεκριμένο αριθμό υπογραφών (όπως στην πρόταση του πρωθυπουργού). Ωστόσο, θα πρέπει να προβλέπεται όχι μόνον χρονικός περιορισμός (ένα κατά τετραετία, για την κάθε πλευρά) αλλά και ρητή εξαίρεση των θεμάτων που άπτονται των ατομικών δικαιωμάτων (τα οποία είναι συστατικά στοιχεία του κράτους δικαίου και δεν νοείται να βρίσκονται, ανά πάσα στιγμή, υπό την δαμόκλειο σπάθη μιας συγκυριακής πλειοψηφίας). Παράλληλα, πρέπει να καθιερώνονται σαφείς εγγυήσεις, τόσο για την διατύπωση των ερωτημάτων όσο και για τους όρους διεξαγωγής, με προληπτικό δικαστικό έλεγχο από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ή από ένα, καθιερωτέο κατά την άποψή μου, Συνταγματικό Δικαστήριο), μετά από  σχετικό αίτημα είτε του Προέδρου είτε της Κυβέρνησης είτε της Βουλής (120 τουλάχιστον βουλευτές).

Η δυνατότητα πρότασης για "καταργητικό" δημοψήφισμα από τους πολίτες δεν πρέπει να αφορά μόνο "ψηφισμένο νόμο", όπως στην πρόταση του πρωθυπουργού, αλλά και "ψηφισμένο νομοσχέδιο", όπως ισχύει σήμερα για την Βουλή (με πρόταση 120 και απόφαση 180 τουλάχιστον μελών της).

Η άμεση λαϊκή συμμετοχή θα μπορούσε να επεκταθεί και στην αναθεωρητική διαδικασία, με την καθιέρωση λαϊκής συνταγματικής πρωτοβουλίας ή/και συνταγματικού δημοψηφίσματος, σύμφωνα με όσα υποστήριξα στο προηγούμενο άρθρο μου.

Τέλος, ως προς την παραχώρηση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων, θεωρώ ότι η βασική μέριμνα του αναθεωρητικού νομοθέτη πρέπει να είναι η επέκταση της αυξημένης πλειοψηφίας των 3/5 σε όλα τα ζητήματα που ρυθμίζει το άρθρο 28 Σ (παραχώρηση κρατικών αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικά όργανα και εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας), με ρητή εξαίρεση ως προς την ενίσχυση των δημοκρατικά εκλεγμένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως το Ευρωκοινοβούλιο (για την οποία θα αρκούν 151). Παράλληλα, όμως, θα μπορούσε να προβλεφθεί και ειδικό δημοψήφισμα, αφ'ενός μεν αν το ζητήσει ο Πρόεδρος ή μεγάλος αριθμός πολιτών (πχ 2.000.000), για επικύρωση των σχετικών αποφάσεων της Βουλής, αφ'ετέρου δε αν το ζητήσει η Κυβέρνηση, σε περίπτωση απόρριψης σχετικής πρότασής της από τη Βουλή.

   

Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών,3.9.2016

 

Κοινωνικό κράτος: από την επικουρική, στη ρυθμιστική λειτουργία

Μαρία Μπαφαλούκου, Υπ.Διδ., Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η λειτουργία του κοινωνικού κράτους αποδεικνύεται ουσιώδης, καθώς οι επιπτώσεις της πρόσφατης αποδυνάμωσής του επηρεάζουν την οικονομική ανάπτυξη. Δημιουργείται το ενδιαφέρον να εξετασθεί η σχέση της οικονομίας με το κοινωνικό κράτος σε ένα πιο ισότιμο επίπεδο, μέσω της «αυτονόμησης» της αρχής του κοινωνικού κράτους, προκειμένου αυτή να απαλλαχθεί από την επικουρική της διάσταση.

Η νομικοπολιτικοκοινωνική σημασία του Συντάγματος

Γεράσιμος Θεοδόσης, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαιδελβέργης

Α) Στις μέρες μας παρατηρείται μια τάση ενίσχυσης των ιδιωτικών κέντρων εξουσίας καθώς και μια ορατή σύγχυση των ορίων της δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας. Συγχρόνως το εύρος του αυτοκαθορισμού του πολίτη επηρεάζεται από τη διαρκή διαμόρφωση και εξέλιξη νέων τεχνολογικών, οικονομικών και πολιτισμικών δεδομένων, ενώ ευλόγως διαπιστώνεται μια κατάσταση ρευστότητας στην πραγματική και ισότιμη απόλαυση της (συνταγματικά κατοχυρωμένης) αυτονομίας του. Κατά κύριο λόγο, εξ αφορμής  των τεχνολογικών εξελίξεων παρουσιάζονται ολοένα νέες δυνατότητες αυτοκαθορισμού του πολίτη, αλλά και νέες πηγές διακινδύνευσης των δικαιωμάτων του. Ως εκ τούτου καθίσταται επιτακτική μια νέα διορθωτική παρέμβαση τόσο του κοινού όσο και του συνταγματικού νομοθέτη. Άλλως ενισχύεται ένας νομολογιακός ακτιβισμός, ο οποίος αφενός μεν αποδεικνύεται στις περισσότερες περιπτώσεις χρονοβόρος και ανεπαρκής, αφετέρου εμπεριέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης και περιορισμού της εγγενούς αρμοδιότητας του συνταγματικού νομοθέτη να δικαιοδοτεί προβαίνοντας σε προγνώσεις και σταθμίσεις.

 

Β) Η κλασσική διάκριση μεταξύ αμυντικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων δεν αντιστοιχεί πλέον στη σύγχρονη νομική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Δικαίως γίνεται λόγος για την αναγκαιότητα μιας πρόσθετης θεσμικής θωράκισης της προσωπικής αυτονομίας του πολίτη, αλλά και για συνταγματικά δικαιώματα δεύτερης ή τρίτης γενιάς. Ο λόγος είναι ότι η δυνατότητα  εκμετάλλευσης των νέων τεχνολογικών, οικονομικών και πολιτισμικών δυνατοτήτων από ισχυρούς ιδιωτικούς φορείς ευδοκιμεί περισσότερο σε ένα συνταγματικά ουδέτερο περιβάλλον. Αντίθετα, ο συνταγματικός νομοθέτης, που επιδιώκει την  προάσπιση της αυτονομίας των πολλών έναντι των λίγων ισχυρών, οφείλει να προχωρήσει σε ποιοτικά και ποσοτικά μέτρα ενίσχυσης της προσωπικής αυτονομίας, έτσι ώστε οι κλασικές ελευθερίες να μην κινδυνεύουν να απονευρωθούν από τις νέες συνθήκες, χάνοντας τη δεσμευτική νομική τους ισχύ. Με άλλα λόγια, ο χώρος ελευθερίας που καθιερώνει μια συνταγματική διάταξη δεν μπορεί να πραγματωθεί εάν το σύνολο των εξουσιαστικών κρατικών και ιδιωτικών θεσμών δεν υποχρεώνεται επαρκώς να τη σεβαστεί.

 

Γ) Σε κάθε περίπτωση, για μια πραγματική και ισότιμη απόλαυση των συνταγματικών δικαιωμάτων του πολίτη δεν αρκεί απλώς η αποχή του κράτους. Η κρατική μηχανή δεν μπορεί -με την έννοια ότι δεν είναι αρκετό- να περιορίζεται στην υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων του πολίτη, αλλά είναι επιπλέον υπόχρεη να διασφαλίζει την απρόσκοπτη άσκησή τους, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα του κινδύνου που τα απειλεί. Είτε η απειλή προκύπτει από την κρατική δραστηριότητα είτε από τις σύγχρονες μορφές των ιδιωτικών εξουσιών που δραστηριοποιούνται στους διάφορους επιχειρηματικούς τομείς, το Σύνταγμα καλείται να διασφαλίσει την αυτονομία των πολιτών του ως αναγκαίο όρο ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους. Εντούτοις, το Σύνταγμα δεν μπορεί να εμπεριέχει ειδικότερες και λεπτομερέστερες ρυθμίσεις από τους κοινούς νόμους ή τις δικαστικές αποφάσεις. Όμως, εκτός από τον αμυντικό χαρακτήρα που ένα συνταγματικό κείμενο σε κάθε περίπτωση διαθέτει, το Σύνταγμα λειτουργεί και «παιδαγωγικά»/ «εκπαιδευτικά», στέλνοντας αυθεντικά ερμηνευτικά μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Αποδεχόμενος κανείς τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα του Συντάγματος, νομοθετώντας για το Σύνταγμα, οφείλει να βλέπει πέρα από μικροπολιτικές αντιπαλότητες και πρόσκαιρους συμβιβασμούς. Να διακατέχεται από τη θέληση ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και να αποστασιοποιείται εγκαίρως από  ευκαιριακές εντυπώσεις που μόνο να βλάψουν τους πολίτες του μπορούν στο απώτερο μέλλον.

Δ) Το Σύνταγμα δεν αποτελεί, ως γνωστό, ένα άθροισμα τυχαίων μεταξύ τους κανόνων. Οι ρυθμίσεις του αποσκοπούν στη δημιουργία και διατήρηση της κοινωνικής συναίνεσης. Το Σύνταγμα δεν περιθωριοποιεί, δεν διαχωρίζει, αλλά ενώνει. Απαραίτητη, συνεπώς, προϋπόθεση για τη διατήρηση της δικαιοκρατικής, νομιμοποιητικής και ενοποιητικής λειτουργίας του Συντάγματος είναι η προσαρμογή των ρυθμίσεών του στις ιστορικές εξελίξεις, υπό το καθεστώς των ευρύτερων νομικοπολιτικών εγγυήσεων που του παρέχει η διαδικασία αναθεώρησής του. Εν κατακλείδι, το Σύνταγμα δεν ασχολείται αποκλειστικά με το παρόν αναγιγνώσκοντας το παρελθόν, αλλά πολύ περισσότερο στρέφεται προς το μέλλον. Περιβαλλόμενο των πολλαπλών θεσμικών του εχεγγύων, το συνταγματικό κείμενο επιταχύνει τις δικαιοθετικές εξελίξεις και προωθεί λύσεις που ξεπερνούν τη χρονική στιγμή της λήψης της απόφασής τους, ακόμα και αν αποτελούν, στην ουσία, το αποκρυστάλλωμα  δοκιμασμένων νομοθετικά και δικαστικά λύσεων.

Τα ανυπέρβλητα όρια της συνταγματικής αναθεώρησης

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το πρώτο ζήτημα που πρέπει νομίζω να συζητηθεί, εν όψει της προοπτικής για συνταγματική αναθεώρηση, είναι το ποιες διατάξεις αναθεωρούνται και ποιες όχι. Και τούτο διότι, παρά την σαφήνεια του άρθρου 110 του Συντάγματος, διατυπώνεται  συχνά, από διάφορες πλευρές και με ποικίλες αφετηρίες ή/και σκοπιμότητες, η άποψη ότι υπάρχει δυνατότητα αλλαγής όχι μόνον της διαδικασίας αναθεώρησης -που είναι νομίζω συνταγματικά επιτρεπτή υπό προϋποθέσεις- αλλά και των διατάξεων που ορίζονται ρητά ως μη αναθεωρήσιμες.  Ας τα δούμε όμως συγκεκριμένα:

 

Α. Ως προς την διαδικασία αναθεώρησης, παρότι υπάρχουν και σεβαστές αντίθετες απόψεις, νομίζω ότι ερμηνευτικά οδηγούμαστε στο ότι το Σύνταγμα επιτρέπει την τροποποίησή της, δεδομένου μάλιστα ότι οι παράγραφοι 2 επ. του άρθρου 110 Σ δεν αναφέρονται ρητά μεταξύ των  μη αναθεωρήσιμων διατάξεις της παρ. 1. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι μια τέτοια τροποποίηση μπορεί να ξεφύγει από την λογική του "αυστηρού Συντάγματος", που σημαίνει ότι, σε κάθε περίπτωση, η αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να είναι δυσχερέστερη, τόσο ως προς την διαδικασία όσο και ως προς την πλειοψηφία,  σε σχέση με την ψήφιση των νόμων.

Στην πρόταση του πρωθυπουργού δεν υπάρχει, κακώς κατά την άποψή μου, καμία σχετική αναφορά. Στην πρόταση των έξι (Αλιβιζάτος κλπ) "για ένα καινοτόμο Σύνταγμα", προβλέπεται πρόταση 50 βουλευτών και υπερψήφισή της σε δύο ψηφοφορίες, διεξαγόμενες στην ίδια Βουλή ή κατ'εξαίρεσιν σε δύο Βουλές, με πλειοψηφία 3/5.  Ωστόσο θεωρώ ότι  θα μπορούσαν να εξετασθούν και άλλες, προσφορότερες ίσως, εναλλακτικές λύσεις, όπως πχ το να ανέλθουν οι πλειοψηφίες στα 2/3 (κάτι που ισχύει ήδη για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος και την συμμετοχή στις εκλογές των εκτός επικρατείας πολιτών), ή/και να προβλεφθεί και η συμμετοχή του εκλογικού σώματος. Θα μπορούσαν δηλαδή να υιοθετηθούν εν προκειμένω (διαζευκτικά ή σωρευτικά) και θεσμοί που ισχύουν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η ανάληψη συνταγματικής πρωτοβουλίας και από τους πολίτες, με μεγάλο αριθμό υπογραφών, αλλά και το συνταγματικό δημοψήφισμα (με την ιδέα του οποίου ο ΣΥΡΙΖΑ φλέρταρε έντονα στην τρέχουσα διαδικασία, παρά το ότι δεν προβλέπεται στο ισχύον Σύνταγμα, αλλά παραδόξως δεν το συμπεριέλαβε στην πρότασή του).

 

Β. Ως προς την παρ. 1 του άρθρου 110, περί μη αναθεωρήσιμων διατάξεων, η απαγόρευση κατά την άποψή μου είναι πλήρης και απόλυτη και δεν καταλείπει περιθώρια οποιασδήποτε τροποποίησης, τόσο ως προς την μορφή του πολιτεύματος ως "προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας" όσο και ως προς τις εκεί αναφερόμενες επί μέρους αρχές και ελευθερίες (στο σημείο αυτό πάσχει σοβαρά η προαναφερθείσα πρόταση των έξι, διότι αποδεχόμενη αλλαγές σε αυτές τις  τελευταίες, έστω και επί τα βελτίω,  ανοίγει την  κερκόπορτα και για μια συνολική αχρήστευση του άρθρου 110 Σ).

 

Ιδίως δε πρέπει να υπογραμμισθεί, σε όλους τους τόνους, ότι επιτρέπονται μεν αλλαγές εντός του πλαισίου της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας -όπως για παράδειγμα μια συμβατή με το κοινοβουλευτικό σύστημα ενίσχυση των προεδρικών αρμοδιοτήτων, συνδυαζόμενη, ενδεχομένως, και με άμεση εκλογή του Προέδρου, όπως θα δούμε σε ειδικότερο άρθρο- αλλά δεν επιτρέπεται, σε καμία περίπτωση, αλλαγή του πολιτεύματος, είτε προς την κατεύθυνση της βασιλευόμενης είτε προς την κατεύθυνση της προεδρικής δημοκρατίας. Και τούτο για δύο λόγους:

 

Πρώτον, διότι ο όρος "προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία" δεν είναι ένας όρος λάστιχο, που τανύζεται κατά το δοκούν από τον οποιοδήποτε "ερμηνευτή". Έχει συγκεκριμένο συνταγματικό περιεχόμενο, καθώς προϋποθέτει αλλά και συνεπάγεται πρώτον ότι ο ανώτατος άρχων θα είναι αιρετός (άμεσα ή έμμεσα) και όχι κληρονομικός και δεύτερον ότι η κυβέρνηση θα έχει επικεφαλής πρωθυπουργό και θα εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της Βουλής και όχι του Προέδρου της Δημοκρατίας (που θα την διορίζει κατά το δοκούν και θα προΐσταται αυτής, όπως συμβαίνει με το προεδρικό σύστημα). 

 

Δεύτερον, διότι η αντίληψη ότι όταν το θέλει ο λαός οι τα συνταγματικά όρια καταρρίπτονται, με "συντακτικές συνελεύσεις" και μη προβλεπόμενα "συνταγματικά δημοψηφίσματα", δεν αποτελεί απλώς την  κορυφαία εκδήλωση του συνταγματικού λαϊκισμού. Ταυτόχρονα δεν είναι συμβατή και με την συνταγματική ομαλότητα, διότι προϋποθέτει εκτροπή από την ισχύουσα συνταγματική τάξη, είτε επαναστατικής είτε πραξικοπηματικής μορφής. Και μια τέτοια εκτροπή,  πέραν του ότι θα ήταν γενικώς καταστροφική ως προς το κύρος του Συντάγματος και την ασφάλεια δικαίου που αυτό παρέχει, θα αποτελούσε και μια σοβαρή θεσμική οπισθοδρόμηση σε σχέση με το δημοκρατικό κεκτημένο της μεταπολιτευτικής περιόδου, αν αναλογισθούμε ότι η περίοδος αυτή είναι η μόνη της συνταγματικής μας ιστορίας κατά την οποία έγιναν τρεις αναθεωρήσεις χωρίς καμία παρέκκλιση από τις συνταγματικά προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

 

Τον πειστικότερο πάντως αντίλογο, απέναντι σε αυτές τις λαϊκιστικές (και ειδικότερα "δημοκρατικιστικές")  παρερμηνείες,  παρέχει νομίζω η ίδια η διατύπωση του  άρθρου 1 του Συντάγματος, το οποίο δεν ορίζει μόνον ότι "όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό" αλλά και ότι "ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα". Και το Σύνταγμα ορίζει, στην παρ. 1 του άρθρου 110, ρητά και αναμφίλεκτα, ότι τόσο η μορφή του πολιτεύματος όσο και οι συγκεκριμένες διατάξεις που περιλαμβάνονται σε αυτό δεν μπορούν να αναθεωρηθούν. Και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει ούτε με την επίκληση της "παντοδυναμίας του λαού" ούτε με την διατύπωση οποιασδήποτε άλλης δημοκρατικοφανούς ερμηνείας.

 

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 20.8.2016

 

 

Τα συν και τα πλην της πρότασης για συνταγματική αναθεώρηση

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης,Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η πρόσφατη ανακοίνωση του πρωθυπουργού για την συνταγματική αναθεώρηση προβάλλεται από την κυβερνητική πλευρά σαν μείζων πολιτική κίνηση, η οποία συνδυάζει αφ'ενός μεν μια καινοτόμα πρόταση, που θέτει το γενικό περίγραμμα ριζοσπαστικών τροποποιήσεων, αφ'ετέρου δε μια πρωτόγνωρη πρωτοβουλία δημοκρατικού διαλόγου και άμεσης λαϊκής συμμετοχής, που φέρνει τον πολίτη στο επίκεντρο της συζήτησης για τα μείζονα προβλήματα της λειτουργίας του πολιτεύματος.

Δυστυχώς όμως η εικόνα αυτή απέχει πολύ από την πραγματικότητα, τόσο επί της διαδικασίας όσο και επί της ουσίας. Ειδικότερα:

Α. Το ότι ξεκινάει η διαδικασία της αναθεώρησης είναι κατ'αρχήν θετικό και θα έπρεπε να γίνει δεκτό χωρίς μεμψιμοιρίες από τα κόμματα (τα περισσότερα από τα οποία άλλωστε την είχαν επανειλημμένα και πομπωδώς αναγγείλει σαν πρώτη προτεραιότητα…). Η κριτική δε για πολιτική επιλογή του χρόνου είναι μεν θεμιτή αλλά πρέπει να έχουμε υπ'όψιν μας ότι η συνταγματική πολιτική δεν ασκείται σε συνθήκες θερμοκηπίου αλλά μέσα στη ζώσα πολιτική πραγματικότητα, στοιχείο της οποίας είναι αναπόφευκτα και οι μικροκομματικές σκοπιμότητες, όπως έδειξαν άλλωστε και άλλες αναθεωρήσεις. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι να αρκούμαστε απλώς στην επισήμανση αυτών των σκοπιμοτήτων αλλά να κρίνουμε αν, ανεξαρτήτως αυτών, μπορεί να προκύψει κάτι θετικό για τη χώρα και το πολιτικό της σύστημα.   

 

Εκεί όμως που υπάρχει πραγματικό πρόβλημα είναι η ίδια η διαδικασία που εξαγγέλθηκε, διότι είναι φανερό ότι ο όλος σχεδιασμός της έχει γίνει ερήμην του αρμοδίου οργάνου για την συνταγματική αναθεώρηση, που είναι αποκλειστικά και μόνον η Βουλή. Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι η ανακοίνωση του όλου εγχειρήματος από τον πρωθυπουργό, διότι αυτό δεν είναι πρωτοφανές στην πρόσφατη συνταγματική μας ιστορία. Ωστόσο, το ότι στήθηκε ένα φαραωνικό σκηνικό στο Ζάππειο, με υψηλό συμβολισμό, για να εξαγγείλει ο πρωθυπουργός μια διαδικασία η οποία, ουσιαστικά, θα αρχίσει την άνοιξη του 2017 και αφού θα έχουν προηγηθεί ποικίλες διαβουλεύσεις, λαϊκές συνελεύσεις και -ενδεχομένως- δημοψηφίσματα, δείχνει ότι η κυβερνητική πλευρά αντιμετωπίζει την Βουλή σαν τον τελευταίο τροχό της αμάξης, ως προς την συνταγματική αναθεώρηση. Πράγματι, αντί να υποβληθεί ως τάχιστα -ή, έστω, μετά από σύντομη ηλεκτρονική διαβούλευση- η πρόταση 50 τουλάχιστον βουλευτών, προκειμένου να αρχίσει η συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία, επιλέχθηκε εν τέλει μια σχοινοτενής, πλαδαρή και ελαφρώς γκροτέσκα διαδικασία, που όχι μόνον θα σέρνεται στον χρόνο, χάνοντας το ενδιαφέρον της,  αλλά και θα κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να παραπεμφθεί -για μια ακόμη φορά- στις καλένδες, αν μεσολαβήσουν απρόοπτες εξελίξεις.

 

Όσο δε για τα δημοψηφίσματα που ενδέχεται να προηγηθούν της αναθεώρησης, δύο βασικές παρατηρήσεις. Πρώτον, αυτά μπορούν να διεξαχθούν μόνο για σοβαρά εθνικά θέματα (όπως πχ οι σχέσεις κράτους – εκκλησίας ή η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων), στα οποία όμως δεν περιλαμβάνονται αλλαγές που άπτονται του πολιτεύματος (πχ εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας), που είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του αναθεωρητικού νομοθέτη. Δεύτερον, το αποτέλεσμα αυτών των δημοψηφισμάτων δεν θα είναι νομικά δεσμευτικό αλλά καθαρά "συμβουλευτικό" για τα μέλη της αναθεωρητικής Βουλής, διότι κατά το Σύνταγμα αυτά έχουν απεριόριστο δικαίωμα γνώμης και ψήφου κατά συνείδησιν…   

 

Β. Ως προς την ουσία της πρότασης του πρωθυπουργού, υπάρχουν αναμφίβολα αρκετά θετικά σημεία, όπως θα επιχειρήσω να δείξω σε επόμενα άρθρα, τα οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν τις βερμπαλιστικές εξαγγελίες περί "νέας μεταπολίτευσης". Κατ'αρχάς, διότι τίποτα από τα προτεινόμενα δεν διατυπώνεται για πρώτη φορά. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι οι ίδιες ή παρόμοιες προτάσεις έχουν περιληφθεί, εδώ και πολλά χρόνια, σε προτάσεις  καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου, πολιτικών στελεχών αλλά και κομμάτων. Πέρα από αυτό, όμως, το περίεργο είναι ότι δεν υιοθετούνται καν οι ριζοσπαστικότερες εκδοχές αυτών των προτάσεων, όπως θα περίμενε κανείς από ένα κόμμα που αυτοτοποθετείται στον χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Θα αρκεσθώ προς το παρόν σε ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα:

– Η θωράκιση των δημόσιων αγαθών, όπως εξαγγέλθηκε, είναι μερική και ανεπαρκής, ενώ η συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν αντιμετωπίζεται διόλου, καθώς απουσιάζει οποιαδήποτε πρόταση για την ενίσχυση της συνταγματικής δεσμευτικότητάς τους (που σημαίνει, έμμεσα, και επιταγή για αναδιανομή εισοδήματος…).

– Δεν υιοθετείται η καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου, που αποτελεί την μόνη λύση όχι μόνον για την ριζική βελτίωση του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων (τόσο προληπτικά όσο και κατασταλτικά) αλλά και για την αντιμετώπιση άλλων συνταγματικών προβλημάτων, όπως ο δικαστικός έλεγχος αφ'ενός μεν των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και του δημοψηφίσματος αφ'ετέρου δε των κομμάτων που αποσκοπούν έμπρακτα στην ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος (είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, ότι για τα προβλήματα αυτά -παρότι ταλάνισαν την πολιτική μας ζωή- η πρόταση του πρωθυπουργού δεν διαλαμβάνει το παραμικρό…).  

– Οι σχέσεις κράτους-εκκλησίας, όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω αναλυτικότερα στις στήλες αυτής της εφημερίδας, αντιμετωπίζονται υπό ένα υπέρμετρα συμβιβαστικό και μάλλον συντηρητικό πρίσμα, που προοιωνίζεται, δυστυχώς, το ότι θα χαθεί ακόμη μια ευκαιρία για καθαρές λύσεις ανάλογες με αυτές των άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Συμπερασματικά, η πρόταση της κυβέρνησης στο μεν διαδικαστικό επίπεδο είναι εντόνως προβληματική, καθώς εκφυλίζεται σε έναν έκδηλο και παραλυτικό "δημοκρατικισμό" (που είναι μια ιδιαίτερη εκδοχή του θεσμικού λαϊκισμού), στο δε ουσιαστικό επίπεδο περιέχει μεν ενδιαφέροντα σημεία, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν βάση συζήτησης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί πολιτικές και θεσμικές μεγαλοστομίες. 

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6.8.2016

Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Αναπληρωτής καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης, ΕΑΠ

Το άρθρο 32 παρ. 4 του Συντάγματος που δίνει ουσιαστικά στην αντιπολίτευση το δικαίωμα να προκαλέσει πρόωρη διάλυση της Βουλής, ματαιώνοντας την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «ανορθόδοξου» συνταγματικού κανόνα -αφού στο κοινοβουλευτικό σύστημα δεν νοείται αντιπλειοψηφική διάλυση της Βουλής με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης-, ο οποίος έχει ήδη κάνει πολύ μεγάλη ζημιά στη χώρα. Φαίνεται όμως πως είναι δύσκολο να απαλλαγούμε από το άρθρο 32 παρ. 4 του Συντάγματος χωρίς να το αντικαταστήσουμε με ένα εξίσου κακό άρθρο ή και χειρότερο ίσως.

Ετσι, έχοντας μια ροπή προς sui generis αναθεωρητικές προτάσεις, η κυβέρνηση προτείνει τον μετασχηματισμό της έμμεσης εκλογής ΠτΔ από τη Βουλή σε άμεση εκλογή από τον λαό, αν κανείς υποψήφιος δεν συγκεντρώσει στην πρώτη ή στη δεύτερη ψηφοφορία στη Βουλή 200 ψήφους. Ο πρωθυπουργός θα μπορούσε να κάνει την πρόταση αυτή λιγότερο παράδοξη, αν την τεκμηρίωνε με το σκεπτικό ότι ο τελικός σκοπός είναι να υπάρξει συναινετική εκλογή με 200 ψήφους, δηλαδή το ενδεχόμενο της άμεσης εκλογής να λειτουργεί ως κίνητρο για την επίτευξη συναίνεσης στις δύο πρώτες ψηφοφορίες.

Ομως, όπως έχει δείξει και η εμπειρία της εφαρμογής του άρθρου 32 παρ. 4 του Συντάγματος, τέτοια κίνητρα δεν λειτουργούν στην ελληνική πολιτική -στο τέλος θα έχουμε πάντοτε άμεση εκλογή. Αρα και η πρόταση αυτή δεν διαφέρει ουσιωδώς κατ' αποτέλεσμα από την ισχύουσα ρύθμιση, αφού θα οδηγεί σε μια γενική πολιτική αναμέτρηση, από την οποία αν βγει χαμένη η κυβέρνηση, θα έχουμε σχεδόν αναγκαστικά πρόωρες εκλογές. Για τους ρέκτες της ευρωπαϊκής συνταγματικής ιστορίας ας αναφέρουμε ότι αντίστοιχη πρόταση απορρίφθηκε χωρίς δεύτερη συζήτηση από την ιταλική Συντακτική Συνέλευση του 1947.

Νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα για μια απλή και καθαρή λύση, απολύτως συμβατή με τις αρμοδιότητες που έχει σήμερα ο ΠτΔ ή και με κάποια περιορισμένη διεύρυνσή τους: έξι συνεχόμενες ψηφοφορίες και στην τελευταία, εκλογή με σχετική πλειοψηφία μεταξύ των δύο πλειοψηφησάντων στην προτελευταία. Η έκτη ψηφοφορία με σχετική πλειοψηφία προβλέπεται και από το ισχύον άρθρο 32 του Συντάγματος, μετά όμως την παρεμβολή βουλευτικών εκλογών, στις οποίες κανείς δεν ενδιαφέρεται για τις προεδρικές υποψηφιότητες.

 

 

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 03/08/2016, http://www.ethnos.gr/xaralampos_anthopoulos/arthro/h_eklogi_tou_proedrou_tis_dimokratias-64431270/

Τα δημοψηφίσματα του κ. Τσίπρα

Ν.Κ. Αλιβιζάτος, Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Α​​πό τις προτάσεις που διατύπωσε προ ημερών ο πρωθυπουργός για την αναθεώρηση του Συντάγματος, αποκαλυπτικότερες για τις βαθύτερες αντιλήψεις του είναι, κατά τη γνώμη μου, αυτές που αναφέρονται στον θεσμό του δημοψηφίσματος.

Ο κ. Τσίπρας πρότεινε την καθιέρωση, ούτε λίγο ούτε πολύ, τεσσάρων τύπων δημοψηφίσματος:

Πρώτα απ’ όλα, για την κύρωση «οποιασδήποτε συνθήκης μεταβιβάζει κυριαρχικές αρμοδιότητες του κράτους», σε διεθνείς (προφανώς) οργανισμούς. Δηλαδή, για κάθε περαιτέρω ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή ακόμη και του Δικαστηρίου της Ε.Ε. θα χρειάζεται το «ναι» του λαού σε δημοψήφισμα.

Δεύτερον, για την επίλυση «εθνικών θεμάτων», με πρωτοβουλία 500.000 πολιτών.

Τρίτον, για την κατάργηση ψηφισμένου νόμου (εξαιρουμένων των δημοσιονομικών), με πρωτοβουλία αυτή τη φορά ενός εκατομμυρίου πολιτών.

Τέταρτον, για την υιοθέτηση νέου νόμου, για οποιοδήποτε (;) θέμα, χωρίς μεσολάβηση της Βουλής, επίσης με πρωτοβουλία ενός εκατομμυρίου πολιτών.

Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό των ανωτέρω προτάσεων; Η ενίσχυση –όπως λέγεται– της άμεσης δημοκρατίας. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, «είναι καιρός να αφήσουμε στην άκρη τον φόβο απέναντι στη λαϊκή κρίση και να εμπιστευτούμε τη δημοκρατία […], να εμπιστευτούμε πραγματικά τον λαό».

Η θέση αυτή παίρνει τις πραγματικές της διαστάσεις αν τη δει κανείς με φόντο την κριτική που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Στα μνημόνια, όπως υποστηρίζεται, φθάσαμε διότι στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων επικράτησαν οι τεχνοκράτες και η «αποστειρωμένη» αντίληψη της πολιτικής που αυτοί εξέφραζαν. Ετσι αποξενώθηκαν οι λαοί από την πολιτική και εξεγέρθηκαν (και όχι γιατί εξέλεξαν και εμπιστεύθηκαν κακούς ηγέτες). Οπως υπογράμμιζε προ ημερών από τις στήλες της «Αυγής» συνάδελφος πανεπιστημιακός, η επίκληση του παραδείγματος του Τάσου Γιαννίτση, «ενός “τεχνοκράτη” που διείδε την ορθή κατεύθυνση, αλλά προσέκρουσε σε αδιαπέραστα τείχη συμφερόντων», απεικονίζει γλαφυρά την καταδικαστέα αυτή αντίληψη.

Πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους που το 1986 κατηγορούσαν ως προδότη τον Λεωνίδα Κύρκο για υποστολή των κομμουνιστικών συμβόλων, και το 1996 εναντιώνονταν λυσσαλέα στον «εκσυγχρονισμό» του Κώστα Σημίτη, υποστηρίζοντας τον Ακη Τσοχατζόπουλο. Και όλα αυτά στο όνομα της γνήσιας «λαϊκής ψυχής» και των αληθινών «λαϊκών συμφερόντων».

Να πρόκειται άραγε για μιαν ακόμη εκδήλωση του τόσο δημοφιλούς στη χώρα μας –και ψηφοθηρικά αποδοτικού– αντιελιτισμού; Δεν το πιστεύω. Δεν έχουμε απλώς να κάνουμε με μια σύγχρονη εκδοχή του δηλιγιαννισμού, αλλά για αμφισβήτηση της πεμπτουσίας των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Τους τελευταίους, από «αντικαπιταλιστική» ιδεοληψία, πνευματική νωχέλεια ή και αδυναμία να ξεκολλήσουν από τα συνθήματα των νιάτων τους, πολλοί στον ΣΥΡΙΖΑ συστηματικά απαξιώνουν, ταυτίζοντάς τους με τη φαυλότητα και τη διαφθορά.

Λησμονούν εν τούτοις ότι, ως «τέκνο» της νεωτερικότητας, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός δεν είναι απλώς μια τεχνική, που ο διαφωτισμός ανακάλυψε ως απάντηση στην απόλυτη μοναρχία και τον αυταρχισμό. Εκλέγοντας τους αντιπροσώπους μας, δεν ψηφίζουμε μόνον κόμματα. Εκφράζουμε και την εμπιστοσύνη μας προς συγκεκριμένα άτομα, προς τις ικανότητες και την ηθική τους υπόσταση, για να διαβουλευθούν με εκείνους με τους οποίους διαφωνούμε. Και τούτο, με την ελπίδα ότι θα βρεθεί στο κοινοβούλιο η βέλτιστη δυνατή λύση σε προβλήματα που, όταν ψηφίζαμε, πολύ συχνά δεν φανταζόμασταν καν ότι θα προκύψουν.

Το μεγαλείο, με άλλα λόγια, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν είναι ότι αποτελεί εναλλακτική λύση σε μιαν ουτοπική στις μέρες μας Εκκλησία του Δήμου, όπου όλοι οι πολίτες θα συζητούσαν και θα αποφάσιζαν τάχα σε καθημερινή βάση για τα κοινά. Βρίσκεται, αντίθετα, στο ότι είναι η μόνη που μπορεί να εξασφαλίσει τη λήψη αποφάσεων χωρίς παρορμήσεις, ύστερα από διαβούλευση, σε δυσεπίλυτα προβλήματα, ελάχιστα από τα οποία μπορούν να αντιμετωπισθούν στη λογική του μαύρου και του άσπρου.

Το αμείλικτο μάθημα της Ιστορίας είναι ότι η εναλλακτική λύση στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν είναι η άμεση. Είναι η άβυσσος και ο ζόφος της χειρότερης δικτατορίας. Ας το καταλάβουν επιτέλους κάποιοι αμετανόητοι ρομαντικοί της επανάστασης και στον τόπο μας.

Πιστεύει, αλήθεια, ο κ. Τσίπρας, ότι στη σημερινή Ελλάδα, θα μπορούσε ποτέ με δημοψήφισμα να καταργηθεί η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες ή να καθιερωθεί το σύμφωνο συμβίωσης; Θα μπορούσαν να λυθούν με ένα «ναι» ή ένα «όχι» ζητήματα όπως η προστασία των δασών ή η αναθεώρηση του άρθρου 16;

Στις μέρες μας, όπως έδειξε τον περασμένο Ιούνιο το Brexit και επιβεβαιώνει καθημερινά η συνεχιζόμενη δημοφιλία του Ντόναλντ Τραμπ, της Μαρίν Λεπέν και του Μπόρις Τζόνσον, ακόμη και οι ωριμότεροι λαοί είναι έτοιμοι να ενδώσουν στα απλοϊκά συνθήματα του λαϊκισμού. Δεν είναι λύση το να μιμηθούμε τέτοιου είδους πολιτικούς, προβάλλοντας τα «ορθά» συνθήματα αντί για τα ψεύτικα. Γιατί παίζοντας στο γήπεδό τους είναι βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα θα χάσουμε τη μάχη.

Η λύση, απεναντίας, βρίσκεται στο να εντοπίσουμε τα πραγματικά προβλήματα και να συμφωνήσουμε εκ των προτέρων, όχι βέβαια για τις λύσεις που πρέπει να δοθούν (αυτές κάθε άλλο παρά είναι δεδομένες), αλλά στον προσφορότερο τρόπο για να τις βρούμε: με διαβούλευση «μέχρις εσχάτων» ώστε, στο τέλος, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, να καταλήξουμε στην ορθότερη.

Με δημοψηφίσματα αυτό δεν επιτυγχάνεται.

 

Καθημερινή 31.07.2016