Category Archives: ΜΕΛΕΤΕΣ – ΑΡΘΡΑ

Ο Κωνσταντίνος Δ. Τριανταφυλλόπουλος και η πολιτική. Η μελέτη έχει δημοσιευτεί στον τόμο Κωνσταντίνος Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Ο ανακαινιστής της σύγχρονης ελληνικής νομικής επίστήμης, εκδ. Αντ.Σάκκουλα, 2008, σ. 93-144

Παναγιώτης Γ. Μαντζούφας Επίκουρος Καθηγητής στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ.

Η μελέτη προσπαθεί να αναδείξει μια σχετικά άγνωστη πλευρά του μεγάλου έλληνα νομικού Κ.Τριανταφυλλόπουλου, που είναι η πολιτική του δράση. Μετά από έρευνα σε εφημερίδες της εποχής και σε ειδικές μελέτες για την ιστορία κυρίως του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, παρακολουθούμε την ζωή του Τριανταφυλλόπουλου σε αντιστοιχία με τα μεγάλα γεγονότα της περιόδου στα οποία συμμετείχε. Επίσης παρουσιάζεται και η συμβολή του σε σημαίνουσες δίκες της ίδιας περιόδου καθώς και ο τρόπος που εμπλεκόταν στα γεγονότα μέσα από τα άρθρα του και τα αυτοβιογραφικά του κείμενα.

Ένα περιστατικό βαθέως ελληνικό. (Αναδημοσίευση από το περιοδικό The books journal, τευχ. 24, Οκτώβριος 2012, σελ. 22 επ.)

Γιάννης Ζ. Δρόσος

Στις 17 και 18 Αυγούστου 2012 έλαβε στην Ύδρα χώρα η σύλληψη μιας Υδραίας επιχειρηματία της εστίασης λόγω μη έκδοσης αποδείξεων, η έκρηξη οργής και βίας των Υδραίων και η επαναφορά της τάξης με επέμβαση ισχυρής αστυνομικής δύναμης. Το γεγονός στηλίτευσε και περιέγραψε ο κ. Θεόδωρος Δρίτσας, βουλευτής της Αριστεράς, μέλος της κοινοβουλευτικής ομάδας της αξιωματικής αντιπολίτευσης, εκλεγόμενος στην εκλογική περιφέρεια όπου ανήκει η Ύδρα.Ο συγγραφέας σχολιάζει τα γεγονότα αυτά και τα συνδέει, ως ανάλογα στη βαθύτερη ουσία τους, με την ανατίναξη από τον Μιαούλη δύο ναυαρχίδων του ελληνικού στόλου το 1831, καθώς αμφότερα φανερώνουν μια αξιοθρήνητα οπισθοδρομική ροπή, η οποία ενίοτε ενδύεται το φόρεμα της προόδου.

H κρίση και το ελληνικό κομματικό σύστημα

Νίκος Μαραντζίδης. Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Ο δικομματισμός της μεταπολίτευσης πέτυχε να διατηρήσει ένα επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Τα πρώτα σημάδια της εξασθένισής του φάνηκαν ήδη από τις βουλευτικές εκλογές του 2007, αλλά η κατάρρευσή του έλαβε χώρα κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης. Η τελευταία ήταν ο καταλύτης για τη μετατροπή της κρίσης αντιπροσώπευσης σε κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος. Η δεύτερη υποσκάπτει το σύνολο των προσώπων και των θεσμών που σχετίζονται με το πολιτικό σύστημα, όλες τις πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές ελίτ και εξωτερικεύεται με ψυχολογία όχλου, μηδενιστική φιλοσοφία και βίαιη συμπεριφορά.Οι επιλογές που έχουμε τώρα είναι δύο: είτε να ακολουθήσουμε την οδό μιας ιδεολογικής πόλωσης που σε αυτή τη φάση μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε περιπέτειες είτε να αναζητήσουμε τις μεθόδους για συναινετικές λύσεις με υποχωρήσεις από όλους. Αν επιθυμούμε το δεύτερο, η συζήτηση για τον εκλογικό νόμο πρέπει να ανοίξει σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Επίσης, πρέπει να προχωρήσουμε σε άμεσες αλλαγές τόσο θεσμικού χαρακτήρα όσο και νοοτροπίας, να οικοδομήσουμε, εκ νέου, ένα θεσμικό συνεργατικό πλαίσιο, ένα πλαίσιο συναίνεσης μεταξύ των βασικών πολιτικών παικτών (κομμάτων και ομάδων πίεσης), αυτών τουλάχιστον που δηλώνουν πως ενδιαφέρονται για την επιβίωση και την ανάπτυξη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη χώρα.

Γνωμοδότηση επί του ερωτήματος: «από ποιο υποσύνολο των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης των ΑΕΙ (εσωτερικά-εξωτερικά) θα πρέπει να επιλεγεί ο Πρόεδρός του;»

Σαράντης Κ. Ορφανουδάκης Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Ο συγγραφέας της γνωμοδότησης απαντά στο ερώτημα από ποιο υποσύνολο των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης των ΑΕΙ (εσωτερικά-εξωτερικά) θα πρέπει να επιλεγεί ο Πρόεδρός του. Στηριζόμενος σε λογική, συστηματική και σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του ά. 8 § 5 β του ν. 4009/2011, όπως αυτή τροποποιήθηκε από το ά. 2 § 5 του ν. 4076/2012, καταλήγει ότι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου θα πρέπει να αναζητηθεί μεταξύ των εκλεγμένων εσωτερικών μελών του. Η τυχόν εκλογή του Προέδρου από εξωτερικό μέλος, χωρίς τη συμμετοχή των υπολοίπων εξωτερικών μελών (που ακόμα δεν έχουν εκλεγεί), θα ήταν λογικά αδιανόητη, αφού θα παραβίαζε κάθε κανόνα συγκρότησης οργάνου της δημόσιας διοίκησης και ενδεχομένως αντίθετη προς το άρθρο 16 § 5 εδ. α΄ του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται η αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ. Συμπερασματικά: υποψήφιοι για την κατάληψη της θέσης του Προέδρου μπορούν να είναι μόνον καθηγητές του Ιδρύματος, από τον κλειστό κύκλο των εκλεγέντων εσωτερικών μελών.

Τα πρόσωπα του Ιανού: Μορφές πολιτικής αντιπροσώπευσης από την αρχαιότητα ως τη μετανεωτερικότητα

Κώστας Χ.Χρυσόγονος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

Η ταύτιση της πολιτικής αντιπροσώπευσης με τη δημοκρατία δεν είναι αυτονόητο, ίσως μάλιστα ούτε καν ρεαλιστική. Ιδεοτυπικά η πολιτική αντιπροσώπευση θα μπορούσε να νοηθεί κατά δύο διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους τρόπους, δηλ. με φορά είτε από την κοινωνία προς την (πολιτική) εξουσία είτε αντίστροφα, με φορά από την εξουσία προς την κοινωνία. Σήμερα η δεύτερη μορφή της, κυρίαρχη για αρκετούς αιώνες, αναδύεται και πάλι στην επιφάνεια, καθώς, υπό την πίεση των παγκοσμιοποιημένων αγορών, η τάξη των πολιτικών φαίνεται να αντιπροσωπεύει μάλλον τους διεθνείς πιστωτές έναντι των –θεωρητικά μόνο κυρίαρχων- λαών. Η ανανέωση της πολιτικής αντιπροσώπευσης θα μπορούσε να επέλθει, έστω μερικώς, με την περιστολή της επαγγελματοποίησης της πολιτικής τάξης και την αντιμετώπιση της αυτονόμησής της από την κοινωνία. Αυτό θα μπορούσε να γίνει π.χ. με τους ακόλουθους τρόπους: α) μερική υποκατάσταση της κλήρωσης στη θέση της εκλογής και θεσμοθέτηση ενός επιπρόσθετου νομοθετικού σώματος με τρόπο που να εξασφαλίζει την αναλογική αντιπροσώπευση όλων των κοινωνικών τάξεων και μερίδων. β) καθιέρωση ενός ανώτατου ορίου συνολικής βουλευτικής θητείας, γ) σύντμηση των διαστημάτων μεταξύ των εκλογικών αναμετρήσεων, έτσι ώστε να συντμηθούν και τα χρονικά περιθώρια εφαρμογής κυβερνητικών πολιτικών οι οποίες έρχονται τυχόν σε αντίθεση με τη λαϊκή εντολή και δ) ίσως στάθμιση της ψήφου με κριτήριο τα ανήλικα τέκνα.

Υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο;

Ιωάννης Μανωλεδάκης

Ο Ιωάννης Μανωλεδάκης ξεκινά την πραγμάτευση από τον ορισμό της έννοιας του δικαιώματος, το οποίο αποτελεί μία εξουσία την οποία απονέμει η έννομη τάξη σε ένα πρόσωπο προς εξυπηρέτηση κάποιου βιοτικού ή έννομου συμφέροντός του. Μετά από εξέταση του οπλοστασίου του ποινικού δικαίου ο συγγραφέας καταλήγει ότι de lege lata δεν συνάγεται δικαίωμα στο θάνατο, εφόσον η παροχή βοήθειας σε αυτοκτονία τιμωρείται. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και βάσει του Συντάγματος. Το κύριο επιχείρημά του όμως είναι ότι καμιά έννομη τάξη δεν δύναται να αναγνωρίσει ένα δικαίωμα στο θάνατο, καθώς ο θάνατος, δηλαδή η ανυπαρξία του υποκειμένου, και κατά συνέπεια η ανυπαρξία της έννομης τάξης εν τω συνόλω, ούτε αποτελούν ούτε θα μπορούσαν ποτέ να αποτελέσουν «συμφέρον» άξιο προστασίας από την ίδια την έννομη τάξη αφού αυτό θα σήμαινε την αυτοκατάργησή της. Μέσω του ερωτήματος αν υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο ο Ιωάννης Μανωλεδάκης αναδεικνύει παράλληλα την αυτονομία της νομικής επιστήμης, έναντι άλλων κοινωνικών επιστημών και καταγράφει τα όριά της.

Περί του «δικαιώματος» στο θάνατο

Γιώργος Ν. Καραβοκύρης

Είναι προφανές ότι η σύλληψη ενός τέτοιου υποκειμενικού δικαιώματος είναι ασύμβατη με το θεμέλιο της έννομης τάξης, τη διαφύλαξη δηλαδή της ανθρώπινης ζωής, αφού υπονοεί την ανά πάσα στιγμή αυτοκατάργησή της8. Ήδη, λοιπόν, ο συγκεκριμένος όρος αποδεικνύεται ατυχής αφού το γενικό του κανονιστικό περιεχόμενο υπονομεύει βάναυσα την ίδια την έννοια του νομικού κανόνα. Είναι από την άλλη σαφές ότι μια φιλελεύθερη έννομη τάξη δεν μπορεί να καταστήσει τη ζωή νομική υποχρέωση, διότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο επεμβαίνει ανεπίτρεπτα στην κατεξοχήν μύχια επιλογή του ατόμου και καταργεί τον πυρήνα της προσωπικής του αυτονομίας. Στο κείμενο επιχειρείται η θεμελίωση ενός υποκειμενικού δικαιώματος στην ευθανασία (ενεργητική και παθητική) σε μια συγκεκριμένη πρόσληψη της προσωπικής αυτονομίας, απαλλαγμένη από μεταφυσικές προκείμενες, η οποία στηρίζεται στη μοντέρνα πλασματική διάκριση ανάμεσα στο ατομικό και το κοινωνικό και την αυτεξούσια επιλογή του ατόμου να αποτελεί υποκείμενο δικαίου, να επιλέγει δηλαδή τη συμμετοχή του και την αποχώρησή του από την κοινωνία με τον άλλον, καθώς και στην αρχή της ισότητας των υποκειμένων. Η νομική κατοχύρωση της ευθανασίας προϋποθέτει την ένταξή της στον απρόσβλητο από το δίκαιο χώρο της σχέσης που το υποκείμενο διατηρεί με τον εαυτό του, εκεί που δεν νοείται καμία βλάβη στον άλλο.Αντίθετα, η αρχή της αξίας του ανθρώπου απαγορεύει λογικά την αυτοκαταστροφή του υποκειμένου. Έτσι, το επίκαιρο και δημοφιλές αίτημα του «αξιοπρεπούς» θανάτου αποτελεί είτε μια «contradictio in terminis» είτε μια ανώφελη έως και επικίνδυνη κατασκευή.

Ιστορικές αδικίες και δικαιώματα ομάδων στο δημοκρατικό κράτος δικαίου

Νίκος Γαρυπίδης Δικηγόρος, ΜΔΕ Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής ΑΠΘm LL.M. EALT Βρυξελλών

(Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Το Σύνταγμα»)Μια τεράστια σειρά αξιώσεων για αποκατάσταση των αδικιών του παρελθόντος έχουν εμφανιστεί σε εθνικό και διεθνές επίπεδο στο μεταπολεμικό κόσμο. Παρά την ευρεία συζήτηση που λαμβάνει χώρα σχετικά με τα θεμέλια, την ουσία και τη λειτουργία αυτών των μορφών αποκατάστασης έχει ελάχιστα διερευνηθεί το ζήτημα του ποια μπορεί να είναι η σημασία της ιδέας αυτής για την διαδικασία αναγνώρισης δικαιωμάτων ομαδικής διαφορετικότητας. Όπως είναι γνωστό, τα δικαιώματα αυτά στοχεύουν στο να εξασφαλίσουν ίσους όρους πρόσβασης στην οικονομική και δημόσια ζωή, καθώς και προϋποθέσεις αναπαραγωγής της ιδιαίτερης πολιτιστικής ταυτότητας ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Η δικαιολόγηση των δικαιωμάτων εξάγεται συνήθως στη θεωρία από το δόγμα της αυτονομίας ή από την εγγενή αξία της συλλογικής διαφορετικότητας στις πλουραλιστικές κοινωνίες. Η αναγωγή στην ιδέα της αποκατάστασης δεν επιχειρεί σε καμιά περίπτωση να υποκαταστήσει τέτοιου είδους φιλοσοφικές θεμελιώσεις. Στο κείμενο που θα ακολουθήσει, θα διατυπωθεί η άποψη ότι το επιχείρημα της αποκατάστασης μπορεί να επιστηρίξει πολιτικά τις αξιώσεις για δικαιώματα, των οποίων, σε ορισμένες περιπτώσεις, αποτελεί ένα τόσο κρίσιμο λειτουργικό συμπλήρωμα, ώστε η συνταγματική πολιτική αναγνώρισής τους να πρέπει οπωσδήποτε να ανατρέχει σε μια δημόσια κριτική αξιολόγηση του παρελθόντος.

Persoenlichkeitsschutz beim Kampf gegen Terrorismus

Foteini G. Sarantopoulou (LL.M)

Η παρούσα εργασία αναμετράται με το περίπλοκο ζήτημα της προστασίας του δικαιώματος στην προσωπικότητα στα πλαίσια της μάχης κατά της τρομοκρατίας υπό το πρίσμα του γερμανικού δικαίου και πρακτικής και με οδηγό τις αποφάσεις του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η φράση του D.Roosvelt κατά την ανάληψη των καθηκόντων του: « (…)Το μόνο πράγμα που πραγματικά πρέπει να φοβόμαστε , είναι ο ίδιος ο φόβος- ο ανώνυμος, αλόγιστος, αδικαιολόγητος τρόμος (…)» διατρέχει ως ιδέα ολόκληρη την εργασία. Η θεματική αναπτύσσεται υπό το πλέγμα της σκέψης ότι είναι πολύ πιθανή η πολιτική εκμετάλλευση του φόβου του τρομοκρατικού χτυπήματος με στόχο τον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων.Εισαγωγικά επιχειρείται μια εννοιολογική προσέγγιση του δικαιώματος στην προσωπικότητα, ενώ στη συνέχει αναζητείται ο ορισμός του φαινομένου της τρομοκρατίας. Το δεύτερο κεφάλαιο παρακολουθεί τα πρώτα τρομοκρατικά κρούσματα στη Γερμανία μέσω της δράσης της Φράξιας Κόκκινος Στρατός –RAF, αλλιώς γνωστής ως ομάδα Μπάαντερ- Μάινχοφ. Επίκεντρο του κεφαλαίου αυτού αποτελεί η συνταγματική ανάλυση εν όψει του δικαιώματος στην προσωπικότητα της πρώτης αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας που παρήχθη κατά της RAF, με έμφαση στο νόμο για την απαγόρευση της επικοινωνίας („Kontaktsperregesetz“).Το κυρίως μέρος της εργασίας, αφιερώνεται στην αντιτρομοκρατική νομοθεσία που ακολούθησε το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους. Επιλέγονται τρία από τα χαρακτηριστικότερα γερμανικά αντιτρομοκρατικά μέτρα, που αξιολογούνται συνταγματικά από τη σκοπιά του δικαιώματος στην προσωπικότητα, με γνώμονα τις αντίστοιχες αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας.Στο τελευταίο κεφάλαιο αντί επιλόγου συνοψίζονται τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την προηγηθείσα ανάλυση. Ακολουθεί μία προσπάθεια γενίκευσης και επιβεβαίωσης των συμπερασμάτων αυτών στο επίπεδο της τεταμένης σχέσης ασφάλειας και ελευθερίας από συνταγματική και κρατικοθεωρητική άποψη. Η συγγραφέας ανάγεται στο αφηρημένο επίπεδο του διπόλου ασφάλειας και ελευθερίας, αναζητώντας τη χρυσή τομή ανάμεσά τους, εκτιμώντας ότι τα συμπεράσματα αυτής της ευρύτερης θεώρησης μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη συνταγματική αξιολόγηση κάθε μεμονωμένου αντιτρομοκρατικού μέτρου. Το διακύβευμα κατά τη συγγραφέα βρίσκεται στο να αντιμετωπιστεί η ανασφάλεια προκαλεί η τρομοκρατία όχι μέσω μιας συμβολικής, επιδερμικής και στείρα περιοριστικής νομοθεσίας, αλλά να επιχειρηθούν οι αναγκαίοι μόνο περιορισμοί του δικαιώματος στην προσωπικότητα μέσω μιας ουσιαστικής, αποτελεσματικής αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας ευαίσθητης στις ατομικές ελευθερίες.

Ο Ινδικός Πολιτικός Συνταγματισμός

Παναγιώτης Γ. Φλέσσας

(Προδημοσίευση από το περιοδικό Δικαιώματα του Ανθρώπου) Εντός μίας εξαιρετικά πολύμορφης και πολυπληθούς πολιτείας, της ινδικής, η ισότητα μπορεί, υπό όρους αλλά μόνον μέχρις ενός ορισμένου, αξιοζήλευτου παρόλα αυτά, σημείου, να αποτελέσει συμβολική κορωνίδα αλλά και τεχνολογία ενσωμάτωσης (μέσω της πολιτικής συμμετοχής) διαφόρων ιστορικών μειονοτικών κοινοτήτων στον διάλογο της χώρας, και στο κτίσιμο ενός νέου Δήμου, εναρμονίζοντας την διαδικαστική και την αναδιανεμητική ισότητα με την ελευθερία συμμετοχής, που απορρέει από την σύλληψη της ελευθερίας ως μη-κυριαρχίας, κατά τον ορισμό του Πολιτικού Συνταγματισμού, εναντίον διαφόρων μορφών αυθαίρετης εξουσίας, δημόσιας και ιδιωτικής.

H ελευθερία της συνένωσης και η συνδικαλιστική ελευθερία

Σαράντη Κ. Ορφανουδάκη Αναπληρωτή Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης

Σχόλιο στην απόφαση 3/2012 Αρείου Πάγου (Ολομ.)Προδημοσίευση από το περιοδικό «ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ»

Η αναλογικότητα ως διάμεσος της εθνικής και της ενωσιακής έννομης τάξης – Σκέψεις με αφορμή την (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011

Δημήτρης Σ. Νικηφόρος

(Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ελαφρά τροποποιημένη εκδοχή της ομότιτλης μελέτης που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΤοΣ 3/2011)Στην παρούσα μελέτη αποτιμάται η επιλογή του ΣτΕ να κλείσει την υπόθεση του «βασικού μετόχου» με την υιοθέτηση της κεφαλαιώδους σημασίας θέσης για συνεργασία και αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ Συντάγματος και ενωσιακού δικαίου, μέσω των κοινών αρχών του ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ειδικότερα, η (Ολ.) ΣτΕ 3470/2011, βαδίζοντας στα χνάρια της προδικαστικής απόφασης «Μηχανική» του ΔΕΕ, χρησιμοποίησε την κοινή (στην ελληνική και την ενωσιακή έννομη τάξη) αρχή της αναλογικότητας, προκειμένου να επιτύχει την, κατά την κρίση της, συνταγματικώς επιβεβλημένη (με βάση την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 και το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ.) εναρμόνιση του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. με τους κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου. Προϊόν της εναρμόνισης αυτής αποτέλεσε η ανάδειξη – αποκάλυψη της «ρήτρας αναλογικότητας» που ενυπήρχε στο τελευταίο εδάφιο της προαναφερθείσας συνταγματικής διάταξης, ήδη από τη θέσπισή της το 2001, μέσω της οποίας η Ολομέλεια οδηγήθηκε στη διαπίστωση ότι το ασυμβίβαστο του πέμπτου εδαφίου του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. συνιστά ένα (μη αντιβαίνον στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο) είδος «ασυμβιβάστου των πράξεων». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της χώρας ολοκλήρωσε επιτυχημένα τον θεσμικό διάλογο που το ίδιο είχε ανοίξει – μέσω του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής – με το Δικαστήριο της Ένωσης, διασφαλίζοντας τόσο την αποκατάσταση της ενωσιακής νομιμότητας, όσο και τη διαφύλαξη του κύρους του ελληνικού Συντάγματος.

Τα θεμελιώδη δικαιώματα του αιτούντα πολιτικό άσυλο κατά την ΕΣΔΑ και το «μαχητό» τεκμήριο της «ασφαλούς» χώρας (Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ)

Χ. Μ. Ακριβοπούλου & Μ. Παπανδρέου

Με αφορμή τις αποφάσεις ΕΔΔΑ, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (Νο. 30696/09, 21 Ιανουαρίου 2011) και ΔΕΕ C-411/10 και C-493/10 (21 Δεκεμβρίου 2011)(Προδημοσίευση από το περιοδικό ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ)Στο παρόν κείμενο, εξετάζεται η επιχειρηματολογία του ΕΔΔΑ στην περίφημη υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας, υπό το πρίσμα του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ και ιδίως με στόχο τη διασάφηση του τεκμηρίου της «ασφαλούς» χώρας που συνιστά τη βάση του σχετικής ενωσιακής ρύθμισης αναφορικά με την πολιτική της ΕΕ στα ζητήματα χορήγησης ασύλου. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύεται το τεστ στο οποίο υποβάλει την έννοια της «ασφαλούς» χώρας το Δικαστήριο του Στρασβούργου από τη σκοπιά του διεθνούς, αλλά και του ενωσιακού δικαίου. Ειδικότερα, εξετάζεται το διεθνές προστατευτικό για τους αιτούντες άσυλο καθεστώς όπως αυτό απορρέει από τη Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων (1951) ιδίως όσον αφορά την επίμαχη, υποβόσκουσα στην υπόθεση M. S. S. προσβλητική πρακτική της άμεσης και έμμεσης refoulement. Τέλος, κριτική ασκείται στην απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου ως προς την άρνησή του να προβεί σε ειδικότερες σκέψεις όσον αφορά την ανισότητα των όρων που ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ επιβάλλει μεταξύ των κρατών μελών του ευρωπαϊκού νότου, κατεξοχήν χωρών εισόδου αιτούντων άσυλο, όπως η Ελλάδα και του ευρωπαϊκού βορρά, οι οποίες καταλήγουν να θεωρούνται ‘ανεύθυνες’ και χώρες ‘επαναπροώθησης’ αιτήσεων ασύλου με βάση το ενωσιακό δίκαιο. Παράλληλα σε ένα παρόμοιο και τεμνόμενο πλαίσιο τα προβλήματα αυτά του ενωσιακού δικαίου, όπως τίθενται στην εφαρμογή του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ θα εξεταστούν και με αφορμή τις αποφάσεις (C-411/10) και (C-493/10) του ΔΕΕ. Πρόκειται για αποφάσεις οι οποίες απηχούν τον προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα του ενωσιακού συστήματος χορήγησης ασύλου στο εσωτερικό της ΕΕ, αναστέλλοντας ουσιαστικά και de facto τη λειτουργία του σχετικού ενωσιακού κανονιστικού πλαισίου.

Κοινός νους και κενά σημεία στην «απόφαση του Μνημονίου»

του Κώστα Μποτόπουλου Διδάκτορα Συνταγματικού Δικαίου, Προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Με την απόφαση 668/2012, το Συμβούλιο της Επικρατείας επέλεξε την κοπή του γόρδιου δεσμού του ευρύτερου ζητήματος (της συνταγματικότητας του Μνημονίου) σε βάρος της ενδελεχούς διερεύνησης των επιμέρους ζητημάτων. Προέκρινε ως πυξίδα έναν, υπό νομική έννοια, κοινό νου, προσανατολισμένο στις ευρύτερες εκ του Μνημονίου, ή της ενδεχόμενης ακύρωσης του Μνημονίου, συνέπειες για την οικονομική, κοινωνική, πολιτική ζωή της χώρας αλλά και για τον ιδιωτικό βίο καθενός από τους πολίτες της. Διαβάζοντας την απόφαση, ο νομικός έχει την αίσθηση ότι γίνεται προσπάθεια απλοποίησης και όχι εμβάθυνσης, γενικών απαντήσεων στα τιθέμενα ζητήματα και όχι εξάντλησης του πυρήνα τους, δημιουργίας κλίματος ασφάλειας και όχι «μαθήματος» διοικητικού και συνταγματικού δικαίου, «απόκρουσης» μάλλον παρά αντιμετώπισης του «φαινομένου Μνημόνιο». Οι νομικές αποφάνσεις έχουν σαφήνεια αλλά όχι μεγάλη αναλυτικότητα, έτσι ώστε τελικά να μοιάζουν πιο απλές και μονοσήμαντες από όσο θα ανέμενε κανείς λόγω του θέματος να είναι.

Το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης. Προς έναν νέο συνταγματισμό;

Γιώργος Σωτηρέλης

Το κρισιμότερο διακύβευμα των κοινωνικοοικονομικών ανατροπών που συντελούνται γύρω μας είναι η κρίση της πολιτικής αυτονομίας του σύγχρονου εθνικού κράτους, δηλαδή του στοιχείου εκείνου που κατ’εξοχήν συνδέθηκε με την σταδιακή δημοκρατική ολοκλήρωσή του. Κατά συνέπεια, το συνταγματικό κράτος διέρχεται εδώ και πολλά χρόνια μια βαθιά κρίση, δομικού χαρακτήρα, η οποία αφ’ενός μεν συνέβαλε στην πρόσφατη κατάρρευση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αφ’ετέρου δε επιδεινώθηκε ραγδαία από αυτήν. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το συνταγματικό κράτος που διαμορφώθηκε τους δύο προηγούμενους αιώνες μπορεί να αντέξει στην σημερινή συγκυρία του 21ου αιώνα. Στο πλαίσιο αυτό, εκείνο που προέχει, υποστηρίζει ο συγγραφέας, είναι η θεωρητική επεξεργασία ενός νέου συνταγματισμού, τόσο ως προς την φυσιογνωμία όσο και ως προς το περιεχόμενο, μια επεξεργασία που δεν θα σημαίνει ρήξη με τον παραδοσιακό συνταγματισμό, ούτε, πολύ περισσότερο, ανατροπή του, αλλά θα συνίσταται σε μια τομή μέσα στη συνέχεια και θα αναδεικνύει ένα νέο συνταγματισμό, που θα είναι ταυτόχρονα αμυντικός και επιθετικός. Ο συνταγματισμός αυτός θα είναι υπερεθνικός και δεν θα έρθει «καταλύσαι αλλά πληρώσαι» τον συνταγματισμό που διαπλάσθηκε στο πλαίσιο των εθνικών κρατών.Η μεγάλη πρόκληση του νέου συνταγματισμού είναι συνεπώς να συναρθρώσει, με συγκεκριμένες προτάσεις, το εθνικό με το υπερεθνικό και το εγγυητικό με το διεκδικητικό, προκειμένου να επιτύχει, υπό την δαμόκλειο σπάθη της σημερινής ζοφερής οικονομικής πραγματικότητας, ένα νέο μείγμα συνταγματικού πατριωτισμού και συνταγματικού κοσμοπολιτισμού.