Author Archives: admin

Η ιδιωτικότητα του προσώπου μέσα από τη συνθετική αντίθεση δημόσιου-ιδιωτικού

Χριστίνα Μ. Ακριβοπούλου Ειδική Επιστήμονας ΔΠΘ, Μεταδιδακτορική Υπότροφος Αριστείας ΑΠΘ

akrivopoulouΣτη θεωρία και τη φιλοσοφία, η προσέγγιση της ιδιωτικότητας ως δικαιώματος με αρνητικό περιεχόμενο είναι εξαιρετικά συνηθισμένη. Στην ανάλυση της Hannah Arendt, η ιδιωτικότητα του οίκου γίνεται κατανοητή ως στέρηση του λόγου, της έκφρασης και των δικαιωμάτων της πόλεως. Στην ίδια συλλογιστική, η ρεαλιστική προσέγγιση του Richard Posner καταγράφει την ιδιωτικότητα ως το παραπέτασμα εκείνο το οποίο επιτρέπει στο άτομο να αποκρύπτει τις αρνητικές και παράνομες δραστηριότητές του. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των αρνητικών προσεγγίσεων είναι η θεμελίωσή τους σε μια αυστηρή, απόλυτη διάκριση δημόσιου-ιδιωτικού. Στο κείμενο που ακολουθεί θα επιχειρηθεί μια αντίστροφη διαδρομή, η οποία περιλαμβάνει την ανάδειξη της σημασίας που έχει η διάκριση δημόσιου-ιδιωτικού για την εννοιολόγηση του περιεχομένου μιας θετικής ιδιωτικότητας του ατόμου. Ειδικότερα, όπως θα υποστηριχθεί, εάν το δημόσιο και το ιδιωτικό κατανοηθούν μέσα από τη λογική όχι της απόλυτης αλλά της συνθετικής αντίθεσής τους, είναι δυνατόν να αποτυπώσουν με τρόπο θετικό το ουσιαστικό νόημα της ιδιωτικότητας. Το επιχείρημα αυτό δομείται μέσα από την ανάλυση των αδιεξόδων της απόλυτης διάκρισης δημόσιου-ιδιωτικού, ενώ η αναζήτηση της ουσιαστικής χρησιμότητας μιας σχετικής και ειδικής διάκρισης, παρουσιάζεται μέσα από τη διαχρονική και κανονιστική ανάλυση τριών παραδειγμάτων ιδιωτικότητας: του οίκου, της οικογένειας και του ανθρώπινου σώματος.

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf. 

Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ενωσιακή έννομη τάξη

Λίνα Παπαδοπούλου

Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ενωσιακή έννομη τάξη

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Δωρεάν, κατά το Σύνταγμα, και η ανώτατη εκπαίδευση; Σχόλια σε τρεις δικαστικές αποφάσεις: ΔΕφΠατρ 705/2010 (δίδακτρα στο ΕΑΠ), ΣτΕ 2714/2010 (Γ΄ Τμ.) & 2411/2012 (Ολομ.) (δίδακτρα σε μεταπτυχιακά)

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, ΑΠΘ
 

Δωρεάν, κατά το Σύνταγμα, και η ανώτατη εκπαίδευση; Σχόλια σε τρεις δικαστικές αποφάσεις: ΔΕφΠατρ 705/2010 (δίδακτρα στο ΕΑΠ), ΣτΕ 2714/2010 (Γ΄ Τμ.) & 2411/2012 (Ολομ.) (δίδακτρα σε μεταπτυχιακά)

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Αναμετάδοση σύντομων αποσπασμάτων γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος: Η στάθμιση της ελευθερίας πληροφόρησης του κοινού έναντι της επιχειρηματικής ελευθερίας του κατόχου αποκλειστικής άδειας μετάδοσης

Γεώργιος Αναγνωσταράς Δικηγόρος, Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου, Ειδικός Επιστήμονας - Νομικός (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης), Επιστημονικός Συνεργάτης (ΤΕΙ Αθήνας).

Αναμετάδοση σύντομων αποσπασμάτων γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος: Η στάθμιση της ελευθερίας πληροφόρησης του κοινού έναντι της επιχειρηματικής ελευθερίας του κατόχου αποκλειστικής άδειας μετάδοσης

Η οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων[1] επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν, ώστε οι τηλεοπτικοί σταθμοί που είναι εγκατεστημένοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση να μπορούν να μεταδίδουν σύντομα αποσπάσματα γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος για το κοινό όταν αυτά αποτελούν αντικείμενο αποκλειστικών δικαιωμάτων τηλεοπτικής μετάδοσης από οργανισμό υπαγόμενο στη δικαιοδοσία τους.[2] Η οδηγία θέτει τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να λάβει χώρα αυτή η αναμετάδοση. Ορίζει μεταξύ άλλων ότι εφόσον προβλέπεται αποζημίωση του κατόχου των αποκλειστικών δικαιωμάτων, αυτή μπορεί να αντιστοιχεί μόνο στα τεχνικά έξοδα που προκύπτουν από την παροχή της πρόσβασης στο σήμα. Δεν επιτρέπεται επομένως να υποχρεώνονται οι τηλεοπτικοί οργανισμοί που επιθυμούν να προβάλουν αυτές τις σύντομες ανταποκρίσεις να συμμετάσχουν στα έξοδα απόκτησης των αποκλειστικών δικαιωμάτων μετάδοσης γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος.[3]

Με σχετικό προδικαστικό του ερώτημα, το αυστριακό ανώτατο συμβούλιο τηλεπικοινωνιών εξέφρασε τις αμφιβολίες του για τη συμβατότητα αυτού του περιορισμού της αποζημίωσης που επιβάλει η οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων με το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης.[4] Θέλησε συγκεκριμένα να πληροφορηθεί αν ο παραπάνω περιορισμός είναι συμβατός με την επιχειρηματική ελευθερία και την προστασία της ιδιοκτησίας του φορέα αποκλειστικών δικαιωμάτων τηλεοπτικής μετάδοσης γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος.[5] Το ερώτημα προέκυψε στο πλαίσιο αντιπαράθεσης για τις προϋποθέσεις αναμετάδοσης σύντομων αποσπασμάτων ποδοσφαιρικών αγώνων των ευρωπαϊκών οργανώσεων, για την αποκλειστική τηλεοπτική προβολή των οποίων στην αυστριακή επικράτεια ο κάτοχος της σχετικής άδειας πλήρωνε σε ετήσια βάση πολλά εκατομμύρια ευρώ.
Όσον αφορά την προστασία της ιδιοκτησίας, η απόφαση έκρινε ότι ο φορέας της αποκλειστικής άδειας μετάδοσης των επίμαχων ποδοσφαιρικών αγώνων δεν μπορούσε να επικαλεστεί επί του προκειμένου το σχετικό άρθρο του Χάρτη.[6] Ο λόγος ήταν ότι η άδεια αυτή είχε αποκτηθεί σε χρόνο που οι κανόνες της οδηγίας είχαν ήδη προβλέψει τον περιορισμό της όποιας αποζημίωσης μόνο στα πρόσθετα έξοδα που τυχόν προκύπτουν από την παροχή της πρόσβασης στο σήμα, έστω και αν δεν είχε ακόμα παρέλθει η προθεσμία εσωτερικής ενσωμάτωσης της νέας αυτής ρύθμισης από τον εθνικό νομοθέτη. Παρότι επομένως τα συμβατικώς αυτά αποκτηθέντα αποκλειστικά δικαιώματα τηλεοπτικής μετάδοσης είχαν αναμφίβολα περιουσιακή αξία, δεν απέρρεε όμως από αυτά μια δεδομένη νομική θέση βάσει της οποίας θα μπορούσαν να ασκηθούν αυτοτελώς από και υπέρ του κατόχου τους σύμφωνα με τις επιταγές της σχετικής ενωσιακής νομολογίας.[7]
Αυτό που κυρίως χαρακτηρίζει την παραπάνω συλλογιστική της απόφασης είναι η χρήση φορμαλιστικών επιχειρημάτων, που κατατείνουν στο νομικό παράδοξο να μην ελέγχεται η συμβατότητα ενός απλού άρθρου μιας οδηγίας με το περιεχόμενο ενός πρωτογενούς ενωσιακού κανόνα απλά και μόνο επειδή αυτό είχε υιοθετηθεί από τον ενωσιακό νομοθέτη όταν συντελούταν μια περιουσιακής φύσεως μεταβολή. Με τον τρόπο αυτό όμως, ο ίδιος ο κανόνας που αποτελεί το αντικείμενο του αιτούμενου ελέγχου συμβατότητας μετατρέπεται στο μηχανισμό βάσει το οποίου επιτυγχάνεται η αποφυγή του ελέγχου αυτού. Πράγματι, η πρόβλεψη του επίμαχου περιορισμού αποζημίωσης στην οδηγία συνιστά κατά την απόφαση και την αιτία για την οποία η θιγόμενη από την επιβολή του τηλεοπτική επιχείρηση αδυνατεί να επικαλεστεί εναντίον του την παρεχόμενη από τον Χάρτη προστασία της ιδιοκτησίας.
Αντιθέτως, πολύ πιο πειστική και νομικά ορθόδοξη είναι η επιχειρηματολογία της απόφασης όσον αφορά στην επιχειρηματική ελευθερία του φορέα της αποκλειστικής άδειας τηλεοπτικής μετάδοσης γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος. Με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία, συμπεραίνεται ότι η νομιμότητα του περιορισμού της αποζημίωσης που προβλέπει η οδηγία εξαρτάται σε τελική ανάλυση από το αν με την εισαγωγή του ο ενωσιακός νομοθέτης στάθμισε σωστά τα εμπλεκόμενα θεμελιώδη δικαιώματα. Η απόφαση αποφαίνεται θετικά επί αυτού, καταλήγοντας ουσιαστικά στο συμπέρασμα ότι η θεμελιώδης ελευθερία λήψης πληροφοριών και η ανάγκη προώθησης του πλουραλισμού και της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης νομιμοποιεί την επιβολή περιορισμών στην επιχειρηματική ελευθερία που πληρούν το αναγκαίο μέτρο της αναλογικότητας.[8]
Η πολυφωνία και η ελευθερία της έκφρασης ως όροι εισαγωγής αποκλίσεων στην άσκηση των οικονομικών ελευθεριών
Δεν είναι ασφαλώς η πρώτη φορά που η ενωσιακή νομολογία αντιμετώπισε ερώτημα που να εγείρει θέμα περιορισμού μιας οικονομικής ελευθερίας χάριν της προστασίας συμφερόντων αναγόμενων ουσιαστικά στην ελευθερία της έκφρασης και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης. Πολύ πριν την υιοθέτηση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης η ελευθερία της έκφρασης και η προστασία του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης αναγνωρίστηκαν νομολογιακά ως αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του ενωσιακού δικαίου, αντλώντας έμπνευση από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και από τις ενδείξεις τις οποίες παρέχουν οι διεθνείς πράξεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[9] Με αυτήν τους ακριβώς την ιδιότητα κρίθηκε ότι συνιστούν επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, οι οποίοι μπορούν να νομιμοποιήσουν εθνικές ρυθμίσεις εισάγουσες αποκλίσεις από τις θεμελιώδεις ενωσιακές αρχές της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.[10] Ταυτόχρονα όμως επισημάνθηκε ότι θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη, όταν τα κράτη μέλη επικαλούνται τους ενωσιακούς κανόνες προκειμένου να εισάγουν εξαιρέσεις από την εφαρμογή των παραπάνω αυτών οικονομικών ελευθεριών.
Ήδη πριν από περισσότερο από τριάντα χρόνια νομολογήθηκε ότι όταν τα κράτη μέλη επικαλούνται τους ενωσιακούς κανόνες για να προασπίσουν μια εθνική ρύθμιση που μπορεί να παρακωλύει την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών μέσω της παραχώρησης του αποκλειστικού προνομίου τηλεοπτικής μετάδοσης σε μία και μόνο τηλεοπτική επιχείρηση, τότε οφείλουν να ερμηνεύουν τους κανόνες αυτούς με γνώμονα τη γενική αρχή της ελευθερίας της εκφράσεως.[11] Δεν μπορούσε επομένως εθνικό μέτρο αντίθετο προς την ελευθερία της εκφράσεως να συνιστά επιτρεπόμενη εξαίρεση γενικού συμφέροντος που να εισάγει αποκλίσεις από την αρχή της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών.
Την ίδια περίπου περίοδο η ενωσιακή νομολογία ασχολήθηκε επανειλημμένα με τη συμβατότητα των περιορισμών που επέβαλλε η ολλανδική νομοθεσία σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς εγκαταστημένους σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι όμως εξέπεμπαν καλωδιακά προγράμματα και εμπορικά μηνύματα απευθυνόμενα κυρίως στο ολλανδικό κοινό. Η ολλανδική κυβέρνηση ισχυρίστηκε τότε ότι οι επίμαχοι περιορισμοί στην ελευθερία παροχής των υπηρεσιών ήταν νόμιμοι, καθώς υπηρετούσαν στόχους γενικού συμφέροντος αναγόμενους στην πολιτιστική πολιτική στον τομέα των οπτικοακουστικών μέσων και αποσκοπούσαν στην προστασία της ελευθερίας έκφρασης των ποικίλλων κοινωνικών και πολιτιστικών τάσεων που υφίσταντο στο ολλανδικό κράτος. Νομολογήθηκε τότε ότι μια πολιτική πολιτιστικής φύσεως που αποσκοπεί στην προάσπιση της ραδιοτηλεοπτικής πολυφωνίας η οποία συνδέεται προς τη θεμελιώδη ελευθερία της έκφρασης μπορεί να αποτελεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος που να νομιμοποιεί την επιβολή νομοθετικών περιορισμών στην ελεύθερη παροχή των οπτικοακουστικών υπηρεσιών, μέσω της προσήκουσας ρύθμισης του καθεστώτος των οργανισμών των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.[12]
Σε μια άλλη περίπτωση, το ερώτημα που τέθηκε ήταν αν είναι συμβατή με τους ενωσιακούς κανόνες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει την πώληση περιοδικών που περιέχουν παιχνίδια με βραβεία και η οποία αποσκοπεί στην προστασία της πολυφωνίας του τύπου και των μικρών εκδοτικών επιχειρήσεων. Κρίθηκε τότε ότι η πολυφωνία του τύπου συμβάλλει στην προάσπιση της ελευθερίας εκφράσεως, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των θεμελιωδών αρχών που προστατεύονται στο πλαίσιο της ενωσιακής έννομης τάξης. Υπογραμμίστηκε και πάλι η υποχρέωση των κρατών μελών να ερμηνεύουν τους ενωσιακούς κανόνες με γνώμονα τα θεμελιώδη δικαιώματα, όταν επιχειρούν να τους επικαλεστούν προκειμένου να υπερασπιστούν εθνική νομοθεσία που μπορεί να παρακωλύσει τις ενωσιακές οικονομικές ελευθερίες. Νομολογήθηκε τελικά ότι έστω και αν ο επίμαχος περιορισμός ήταν αντικειμενικά ικανός να προσβάλει την ελευθερία εκφράσεως, θα μπορούσε πάντως να κριθεί ότι περιορίζει θεμιτώς την ελευθερία κυκλοφορίας των εμπορευμάτων αν η απαγόρευση που έθετε ήταν απαραίτητη για την προστασία της πολυφωνίας του τύπου και με την περαιτέρω προϋπόθεση ότι ο σκοπός αυτός θα ήταν αδύνατο να επιτευχθεί με ηπιότερα μέτρα που να θίγουν σε μικρότερη κλίμακα τόσο το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών όσο και την ελευθερία της έκφρασης.[13]
Αντίστοιχα θέματα ανέκυψαν και πιο πρόσφατα, στο πλαίσιο κάποιων εθνικών ρυθμίσεων για την επιβολή υποχρεώσεων μεταφοράς σήματος σύμφωνα με τους όρους της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία.[14] Οι ρυθμίσεις αυτές υποχρέωναν τις επιχειρήσεις καλωδιακής αναμετάδοσης να αναμεταδίδουν τα προγράμματα ορισμένων ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών υπαγόμενων σε βελγικές κοινότητες και επέβαλλαν την υποχρέωση ενσωμάτωσης στα αναλογικά καλωδιακά δίκτυα όλων των τηλεοπτικών προγραμμάτων που γίνονταν δεκτά για επίγεια μετάδοση στην επικράτεια ενός ομόσπονδου γερμανικού κρατιδίου. Κρίθηκε τότε ότι οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις συνιστούσαν περιορισμό της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών, ο οποίος αποσκοπούσε όμως στην προστασία της πολυφωνίας και στην πρόσβαση των τηλεθεατών σε αυτήν. Υπομιμνήστηκε σχετικά ότι μια πολιτική στον τομέα του πολιτισμού μπορεί να συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, που να εισάγει περιορισμούς στην ελευθερία παροχής των υπηρεσιών. Η ανάγκη εξασφάλισης του πλουραλισμού των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της πολιτιστικής ποικιλομορφίας μπορούσε επομένως να επιτρέψει την επιβολή των επίμαχων υποχρεώσεων χάριν προστασίας της αρχής της ελευθερίας της έκφρασης, τηρούμενης πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας.[15]
Ακόμα πιο πρόσφατα, το θέμα τέθηκε με αφορμή την κατάρτιση εθνικών καταλόγων με τους οποίους κατατάσσονταν όλοι οι αγώνες του παγκόσμιου πρωταθλήματος και του ευρωπαϊκού κυπέλλου ποδοσφαίρου στις εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία.[16] Ο οργανώτριες αρχές των αγώνων ισχυρίστηκαν τότε ότι αυτός ο χαρακτηρισμός συνιστούσε προσβολή των ενωσιακών κανόνων για την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών και την ελευθερία εγκατάστασης, που τους αποστερούσε την εκμετάλλευση της πνευματικής τους ιδιοκτησίας επί των αγώνων αυτών. Αυτά τα επιχειρήματα απορρίφθηκαν όμως, με αναφορά στην ενωσιακή αρχή της ελευθερίας στην ενημέρωσης ως επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος εκπορευόμενου από την αρχή της ελευθερίας της έκφρασης ο οποίος μπορεί να νομιμοποιήσει την επιβολή κατάλληλων και αναλογικών περιορισμών στις θεμελιώδεις ενωσιακές ελευθερίες.[17]
Η στάθμιση της πολυφωνίας και της ελευθερίας πληροφόρησης στο πλαίσιο του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης
Η αναγνώριση της νομικής ισχύος του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης ως ισόκυρου των πρωτογενών ενωσιακών κανόνων έθεσε σε νέο πλαίσιο την παραπάνω προβληματική. Η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης καθώς και η πολυφωνία των μέσων μαζικής ενημέρωσης κατοχυρώνονται πλέον ρητά στον τίτλο του Χάρτη που περιλαμβάνει τις ελευθερίες.[18] Στον ίδιο τίτλο κατοχυρώνεται επίσης η επαγγελματική και η επιχειρηματική ελευθερία, καθώς και η προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας.[19] Ο Χάρτης κάνει περαιτέρω αναφορά στην ελευθερία παροχής των υπηρεσιών, η έκταση και οι προϋποθέσεις προστασίας της οποίας ρυθμίζονται από τους πρωτογενείς κανόνες των ενωσιακών συνθηκών μαζί με τις υπόλοιπες τρεις ενωσιακές οικονομικές ελευθερίες της.[20]
Σε αρκετές περιπτώσεις που ανακύπτουν με ολοένα και αυξανόμενη πλέον συχνότητα, η ενωσιακή νομολογία έχει κληθεί να απαντήσει επί της συμβατότητας παράγωγων ενωσιακών κανόνων με τις ρυθμίσεις του Χάρτη.[21] Μέχρι στιγμής βέβαια, έχουν υπάρξει δύο μόνο περιπτώσεις επιτυχούς επίκλησης του Χάρτη κατά του κύρους παράγωγου ενωσιακού κανόνα.[22] Σε όλες τις υπόλοιπες μέχρι σήμερα αποφάσεις, το τελικό συμπέρασμα ήταν ότι οι ελεγχόμενοι κανόνες ήταν συμβατοί με τις επιταγές του Χάρτη.[23]
Σε αυτήν την τελευταία κατηγορία αποφάσεων ανήκει και η εκδοθείσα για τη νομιμότητα του περιορισμού της αποζημίωσης, που επιτρέπεται να καταβάλλεται για την τηλεοπτική αναμετάδοση σύντομων αποσπασμάτων γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος. Αναμφισβήτητα, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της απόφασης είναι ο τρόπος με τον οποίον αυτή αντιπαρέρχεται το επιχείρημα ότι ο επίμαχος περιορισμός αντίκειται στην προστασία της ιδιοκτησίας και στη θεμελιώδη ελευθερία της επιχειρηματικότητας. Η απόφαση αποφαίνεται συγκεκριμένα ότι ο περιορισμός της οφειλόμενης αποζημίωσης αποσκοπεί στην προστασία μιας άλλης κατοχυρωμένης από το Χάρτη θεμελιώδους ελευθερίας, αυτής της απρόσκοπτης λήψης πληροφοριών και της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης. Αυτό απαιτεί με τη σειρά του στάθμιση των αντικρουόμενων θεμελιωδών ελευθεριών, ώστε να ερευνηθεί αν ο ενωσιακός νομοθέτης καθιέρωσε μια ορθή ισορροπία μεταξύ τους με την εισαγωγή της επίμαχης ρύθμισης της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων.
Αυτή είναι η τέταρτη κατά χρονολογική σειρά περίπτωση στην οποία γίνεται επίκληση μιας άλλης θεμελιώδους ελευθερίας, προκειμένου να κριθεί συμβατός με το Χάρτη ένας παράγωγος ενωσιακός κανόνας που φαίνεται να εισάγει περιορισμούς στις οικονομικές ελευθερίες που αυτός κατοχυρώνει. Κάτι αντίστοιχο συνέβη κατά το παρελθόν με την επίκληση της προστασίας της ιδιωτικής ζωής που υπηρετεί η καθιέρωση του απορρήτου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, έναντι της ανάγκης αποτελεσματικής προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας από την χρήση παράνομου προγράμματος ανταλλαγής αρχείων φωνογραφημάτων μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή.[24] Ομοίως, με την επίκληση της υποχρέωσης προστασίας της υγείας του ανθρώπου ώστε να κριθεί νόμιμη η επιβολή στους παραγωγούς και εμπόρους οίνων κάποιων απαγορεύσεων όσον αφορά τους χαρακτηρισμούς που μπορούν να χρησιμοποιήσουν για τα προϊόντα τους έστω και αν αυτό συνιστά περιορισμό της επαγγελματικής και της επιχειρηματικής τους ελευθερίας.[25] Τέλος, με την επίκληση της ανάγκης παροχής υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών έναντι της επιχειρηματικής ελευθερίας και της προστασίας της ιδιοκτησίας των αερομεταφορέων που θίγονται από την επιβολή της νομοθετικής υποχρέωσης παροχής φροντίδας σε επιβάτες των οποίων οι πτήσεις ματαιώνονται λόγω εκτάκτων περιστάσεων.[26]
Στις παραπάνω περιπτώσεις κρίθηκε τελικά ότι ο ενωσιακός νομοθέτης είχε καταλήξει σε έναν προσεκτικό συγκερασμό των αντικρουόμενων θεμελιωδών ελευθεριών, σταθμίζοντας σωστά τα συμφέροντα που αυτές υπηρετούσαν και εισάγοντας μόνο τους αναγκαίους εκείνους περιορισμούς που πληρούσαν τους όρους της αναλογικότητας. Αντίστοιχο ήταν και το συμπέρασμα που υιοθετήθηκε αναφορικά με τον περιορισμό της οφειλόμενης χρηματικής αποζημίωση για την τηλεοπτική αναμετάδοση σύντομων αποσπασμάτων γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος. Η απόφαση καταλήγει συγκεκριμένα στο ότι η οποιαδήποτε πρόβλεψη αποζημίωσης υπερβαίνουσας τα έξοδα που προκύπτουν άμεσα από την πρόσβαση στο σήμα μέσω του συνυπολογισμού και άλλων κριτηρίων όπως κυρίως του κόστους απόκτησης της άδειας προβολής του επίμαχου γεγονότος θα μπορούσε να αποθαρρύνει κάποιους οικονομικά ασθενείς σταθμούς από το να αιτούνται πρόσβαση στο σήμα, περιορίζοντας σημαντικά την πληροφόρηση του κοινού.[27] Κατά την άποψη μάλιστα του γενικού εισαγγελέα της υπόθεσης, η πρόβλεψη υποχρέωσης προσήκουσας αποζημίωσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε στεγανοποίηση της μετάδοσης πληροφοριών αναλόγως της οικονομικής σημασίας των τηλεοπτικών οργανισμών και να θέσει εμπόδια στην εγκατάσταση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου έκφρασης γνώμης και πληροφοριών.[28]
Προχωρώντας στη συνέχεια στον έλεγχο της υπό στενή έννοια αναλογικότητας του επιβαλλόμενου περιορισμού, η απόφαση συμπεραίνει ότι ο ενωσιακός νομοθέτης μερίμνησε ώστε ο βαθμός παρέμβασης στην επιχειρηματική ελευθερία καθώς και το τυχόν οικονομικό όφελος που μπορούν να αντλήσουν οι τηλεοπτικοί οργανισμοί από την προβολή σύντομων ανταποκρίσεων επικαιρότητας να είναι επαρκώς πλαισιωμένα.[29] Υπενθυμίζει στην κατεύθυνση αυτή ότι τα επίμαχα αποσπάσματα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τα γενικά ειδησεογραφικά προγράμματα, αποκλειομένων επομένως των ψυχαγωγικών προγραμμάτων τα οποία έχουν σημαντικότερο οικονομικό αντίκτυπο.[30] Προσθέτει στη συνέχεια ότι υφίστανται χρονικοί περιορισμοί όσον αφορά την προβολή των σύντομων αυτών ανταποκρίσεων, ενώ παράλληλα θα πρέπει οι τηλεοπτικοί σταθμοί που τις προβάλλουν να αναφέρουν την πηγή τους κάτι το οποίο έχει εμμέσως θετικό οικονομικό αντίκτυπο για τον κάτοχο της αποκλειστικής άδειας μετάδοσης του γεγονότος.[31] Επισημαίνει τέλος ότι ο κάτοχος της άδειας αυτής μπορεί σε κάθε περίπτωση να την εκμεταλλευτεί εμπορικά, ενώ η τυχόν μείωση της εμπορικής της αξίας λόγω της προβολής σύντομων αποσπασμάτων από άλλους τηλεοπτικούς οργανισμούς μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν συμφωνείται το συμβατικό τίμημα απόκτησης αυτής. Ενόψει όλων των παραπάνω αλλά και της σημασίας της ελευθερίας λήψης των πληροφοριών και του πλουραλισμού των μέσων μαζικής ενημέρωσης, θεμιτώς αποφάσισε ο ενωσιακός νομοθέτης να ευνοήσει κατά την απαραίτητη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων την πρόσβαση του κοινού στην πληροφορία σε σχέση με τη συμβατική ελευθερία κρίνοντας ότι τα μειονεκτήματα που απορρέουν από την επιβολή περιορισμού στο ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης υπερκεράζονται από τα πλεονεκτήματα που η ρύθμιση αυτή συνεπάγεται για την επίτευξη των σκοπούμενων στόχων γενικού συμφέροντος.[32]
Η απόφαση επιβεβαιώνει επομένως και στο σύγχρονο πλαίσιο του Χάρτη την κομβική σημασία της ελευθερίας πληροφόρησης και της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης, καθώς και τους περιορισμούς που αυτή μπορεί να επιβάλλει στην άσκηση άλλων θεμελιωδών ελευθεριών συνδεόμενων με οικονομικής φύσης συμφέροντα. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα ότι στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση εκδόθηκε παρά την ύπαρξη αντίθετης επί του θέματος νομολογίας δύο εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων, και συγκεκριμένα του γερμανικού και του αυστριακού. Ελέγχοντας τη συνταγματικότητα εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων αντίστοιχων με αυτών που εισάγει η οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων όσον αφορά τους όρους προβολής σύντομων ανταποκρίσεων επικαιρότητας, τα συνταγματικά αυτά δικαστήρια έκριναν η επιβολή της υποχρέωσης παραχώρησης πρόσβασης στη μετάδοση των αποσπασμάτων αυτών χωρίς την πρόβλεψη ευλόγου χρηματικού ανταλλάγματος αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας και της επαγγελματικής ελευθερίας.[33]
Αν και αναφέρεται ρητά στην παραπάνω συνταγματική νομολογία, η απόφαση παραλείπει πάντως να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους καταλήγει σε αντίθετο συμπέρασμα ερευνώντας το θέμα στο πλαίσιο της ενωσιακής έννομης τάξης. Αντίθετα, ο γενικός εισαγγελέας της υπόθεσης αναφέρει συγκεκριμένα επιχειρήματα που πιθανόν επιτρέπουν τον συγκερασμό των φαινομενικά αντικρουόμενων αυτών απόψεων της ενωσιακής και συνταγματικής νομολογίας. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η στάθμιση των εμπλεκόμενων θεμελιωδών ελευθεριών εντός του ενωσιακού πλαισίου μπορεί συχνά να αφίσταται από την αντίστοιχη στάθμιση που πραγματοποιείται στο στενά εθνικό πλαίσιο. Αυτό οφείλεται στην ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες και οι προτεραιότητες της ενιαίας αγοράς, οι οποίες συνηγορούν επί του προκειμένου υπέρ της εισαγωγής ρυθμίσεων που ευνοούν την ελευθερία πληροφόρησης έναντι της επιχειρηματικής ελευθερίας και της προστασίας της ιδιοκτησίας. Επιπλέον, ο έλεγχος του κατά πόσο η στάθμιση από το νομοθέτη των αντικρουόμενων θεμελιωδών ελευθεριών πληροί τον όρο της αναλογικότητας πραγματοποιείται με βάση την οικονομία του εκάστοτε νομοθετήματος και τα όρια που αυτό θέτει στην πλαισίωση των επιβαλλόμενων περιορισμών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενωσιακός νομοθέτης φρόντισε να εισάγει στην οδηγία επαρκείς εγγυήσεις υπέρ των κατόχων αποκλειστικής άδειας τηλεοπτικής μετάδοσης γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος που να οριοθετούν στενά τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν υπέρ των υπολοίπων τηλεοπτικών σταθμών όσον αφορά την προβολή των σύντομων ανταποκρίσεων επικαιρότητας.[34]
Η έννοια των γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος: Η περίπτωση του ελληνικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου
Η κρίση ότι η επιχειρηματική ελευθερία μπορεί να υπόκειται σε εύλογους περιορισμούς χάριν της προστασίας της ελευθερίας λήψης των πληροφοριών και του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά αποφάσεων της ενωσιακής νομολογίας που κατατείνουν στη σχετικοποίηση της παρεχόμενης από τον Χάρτη προστασίας των οικονομικής φύσεως ελευθεριών, όταν αυτές συγκρούονται με άλλες προστατευόμενες από το Χάρτη θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες υπηρετούν οι παράγωγοι ενωσιακοί κανόνες.[35] Αυτό υπονοεί με τη σειρά του και τον τρόπο με τον οποίον θα αντιμετωπιστούν πιθανόν στο μέλλον αντίστοιχα ερωτήματα που θα ανακύψουν σε σχέση με άλλες ρυθμίσεις της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων και τα οποία θα απαιτούν τη στάθμιση της επιχειρηματικής ελευθερίας έναντι της ανάγκης προστασίας άλλων θεμελιωδών συμφερόντων, όπως για παράδειγμα εκείνων των τηλεθεατών ως καταναλωτών οπτικοακουστικών υπηρεσιών.[36]
Όσον αφορά ειδικότερα το θέμα των σύντομων ανταποκρίσεων επικαιρότητας, είναι πολύ πιθανό ότι αυτό θα αποτελέσει και πάλι στο μέλλον αντικείμενο προδικαστικής παραπομπής. Πράγματι, το πεδίο εφαρμογής της επίμαχης ρύθμισης γεννά ερωτήματα και για μια σειρά άλλων θεμάτων με κυρίαρχο ασφαλώς αυτό του τι συνιστά γεγονός μεγάλου ενδιαφέροντος. Αυτό το θέμα ανέκυψε πρόσφατα και στη χώρα μας, με αφορμή την αναμετάδοση σύντομων αποσπασμάτων των αγώνων της πρώτης εθνικής κατηγορίας ποδοσφαίρου από αθλητικές εκπομπές τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης λήψης. Δεδομένου ότι η αποκλειστική άδεια μετάδοσης των ποδοσφαιρικών αυτών αγώνων ανήκει σε συνδρομητικό τηλεοπτικό σταθμό, τέθηκε επομένως το ερώτημα εάν νομιμοποιείται έτερος τηλεοπτικός σταθμός να προβάλλει αποσπάσματα των αγώνων αυτών χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου της αποκλειστικής αυτής άδειας και χωρίς ιδίως την καταβολή στον τελευταίο του οποιουδήποτε χρηματικού ανταλλάγματος.
Με απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο των ασφαλιστικών μέτρων, απαγορεύτηκε προσωρινά στον εμπλεκόμενο τηλεοπτικό σταθμό ελεύθερης λήψης να προβάλλει στις αθλητικές εκπομπές του στιγμιότυπα των αγώνων στους οποίους συμμετέχουν οι ομάδες του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος της πρώτης εθνικής κατηγορίας που κατατάσσονται από την έκτη μέχρι την τελευταία θέση στη βαθμολογική κατάταξη εκάστης αγωνιστικής. Του επιτράπηκε επομένως μόνο η προβολή σύντομων αποσπασμάτων μέχρι ενάμισι λεπτό για κάθε αγώνα της πρώτης εθνικής κατηγορίας ποδοσφαίρου, στον οποίο συμμετέχουν οι πέντε πρώτες ομάδες που προηγούνται βαθμολογικά κάθε αθλητική αγωνιστική.[37]
Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι ως οργανώσεις μεγάλου ενδιαφέροντος για το κοινό πρέπει να εννοηθούν εκείνες οι οποίες προσελκύουν το ενδιαφέρον σημαντικής μερίδας τηλεθεατών και σε εθνικό επίπεδο. Συμπεραίνεται έπειτα ότι οι αγώνες της πρώτης κατηγορίας ποδοσφαίρου στις οποίες συμμετέχουν οι πέντε προηγούμενες ομάδες του βαθμολογικού πίνακα εκάστης αγωνιστικής συνιστούν οργανώσεις μεγάλου ενδιαφέροντος, καθώς παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος και την ανάδειξη του πρωταθλητή και των ομάδων που θα συμμετέχουν στις ευρωπαϊκές οργανώσεις. Μόνο αυτούς τους συγκεκριμένους αγώνες καλύπτει επομένως η σχετική ενωσιακή ρύθμιση για την προβολή σύντομων ανταποκρίσεων επικαιρότητας χωρίς την υποχρέωση καταβολής χρηματικού ανταλλάγματος στον κάτοχο της αποκλειστικής άδειας μετάδοσης. Για τους υπόλοιπους αγώνες ισχύει μόνο η επιβαλλόμενη από την εθνική νομοθεσία υποχρέωση παραχώρησης μαγνητοσκοπημένων αποσπασμάτων μέχρι τρία το πολύ λεπτά συνολικά, τα οποία μπορούν να προβληθούν αποκλειστικά στα δελτία ειδήσεων των τηλεοπτικών σταθμών.[38]
Αυτό που χαρακτηρίζει την παραπάνω απόφαση είναι καταρχήν η θεώρηση ότι το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα της πρώτης εθνικής κατηγορίας αποτελεί σύνολο αυτοτελών αθλητικών οργανώσεων αντιστοιχούντων στον αριθμό των αγώνων της κάθε αγωνιστικής και όχι ενιαία αθλητική εκδήλωση με τη συμμετοχή περισσοτέρων ομάδων. Μπορεί επομένως κατά την άποψη αυτή να περιλαμβάνει οργανώσεις μεγαλύτερης και μικρότερης σημασίας για το κοινό, πράγμα που απαιτεί με τη σειρά του την εφαρμογή ενός κατάλληλου κριτηρίου για να γίνει ο σχετικός χαρακτηρισμός. Είναι όμως αμφίβολο αν αυτό το συμπέρασμα είναι ακριβές, ιδίως από την στιγμή που η βαθμολογική κατάταξη των ομάδων είναι συνάρτηση όχι μόνο των ατομικών τους αποτελεσμάτων αλλά και των αποτελεσμάτων των υπολοίπων συμμετεχόντων στο πρωτάθλημα από την αρχή μέχρι το τέλος αυτού. Η σημασία και το ενδιαφέρον ενός αγώνα για το κοινό εξαρτάται επομένως όχι μόνο από τη εκάστοτε βαθμολογική θέση και την ταυτότητα των συμμετεχόντων σε αυτόν ομάδων, αλλά επίσης από το γενικότερο επίπεδο ανταγωνισμού με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες και τον βαθμό στον οποίο τα αποτελέσματα των τελευταίων μπορούν να επηρεάσουν συνολικά την κατάσταση της βαθμολογίας.
Ακόμα όμως και αν υποτεθεί ότι ένα ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα μπορεί να θεωρηθεί ως σύνολο μεμονωμένων ποδοσφαιρικών αγώνων, είναι και πάλι πολύ αμφίβολο εάν η θέση μιας ομάδας στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα συνιστά ορθολογικό κριτήριο κατάταξης ενός αγώνα στα γεγονότα μεγάλου ενδιαφέροντος. Είναι βέβαια αλήθεια ότι οι πρώτες πέντε θέσεις της βαθμολογίας καθορίζουν τον πρωταθλητή και τους συμμετέχοντες στις ευρωπαϊκές οργανώσεις, όμως αντίστοιχο και ενίοτε μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μάχη των τελευταίων θέσεων για την αποφυγή του υποβιβασμού. Είναι περαιτέρω πιθανό η απόσταση που χωρίζει τις πέντε προπορευόμενες στη βαθμολογία ομάδες με τις υπόλοιπες που τις ακολουθούν να είναι μικρή και ανατρέψιμη, στην οποία περίπτωση οι αγώνες των τελευταίων αυτών ομάδων ενδιαφέρουν έντονα το κοινό έστω και αν είναι εναντίον ομάδων εκτός της πρώτης πεντάδας. Υπάρχει πάντα τέλος η πιθανότητα μια ιστορική και αγαπητή στο κοινό ομάδα να βρεθεί συγκυριακά μακριά από την κορυφή, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτομάτως απώλεια της ευρείας οπαδικής της βάσης και του έντονου ενδιαφέροντος των φιλάθλων για τα τους αγώνων της.
Υπέρ της παραπάνω επιχειρηματολογίας μπορεί ενδεχομένως να συνηγορήσει και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε η ενωσιακή νομολογία το θέμα των αγώνων του παγκοσμίου πρωταθλήματος και του ευρωπαϊκού κυπέλλου ποδοσφαίρου, όταν αμφισβητήθηκε η καταχώριση αυτών ως συνόλου σε εθνικούς καταλόγους εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία από τις αρμόδιες βρετανικές και βελγικές αρχές.[39] Απαντώντας στο επιχείρημα των οργανωτριών αρχών των αγώνων ότι ως εκδηλώσεις μείζονος σημασίας θα μπορούσαν να θεωρηθούν μόνο συγκεκριμένοι πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος αγώνες του παγκοσμίου πρωταθλήματος και του ευρωπαϊκού κυπέλλου ποδοσφαίρου, επισημάνθηκε ότι αυτές οι οργανώσεις μπορούσαν ευλόγως να θεωρηθούν ως ενιαίες εκδηλώσεις και όχι συμπίλημα μεμονωμένων εκδηλώσεων που χωρίζονται σε αγώνες πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος και σε αγώνες μικρότερου ενδιαφέροντος. Τονίστηκε στην κατεύθυνση αυτή ότι στο πλαίσιο των οργανώσεων αυτών τα αποτελέσματα των αγώνων μικρότερου ενδιαφέροντος καθορίζουν την τύχη των ομάδων σε τέτοιο βαθμό, ώστε η συμμετοχή τους σε αγώνες πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος μπορεί να εξαρτάται από αυτά.[40] Δεδομένου αυτού, η καταχώρηση του συνόλου των αγώνων τους σε εθνικό κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας θα μπορούσε να αμφισβητηθεί μόνο βάσει ειδικών στοιχείων που θα αποδείκνυαν ότι οι αγώνες μικρότερου ενδιαφέροντος θεωρούνται ήσσονος σημασίας για την κοινωνία του συγκεκριμένου κράτους μέλους.[41] Από τα στοιχεία τηλεθέασης των αγώνων του παγκοσμίου πρωταθλήματος και του ευρωπαϊκού κυπέλλου ποδοσφαίρου αποδεικνυόταν όμως ότι οι φερόμενοι ως αγώνες μικρότερου ενδιαφέροντος προσέλκυαν πολύ σημαντικό αριθμό τηλεθεατών, ο οποίος ήταν συγκρίσιμος και συχνά μεγαλύτερος άλλων σημαντικών αθλητικών εκδηλώσεων. Επομένως, θεμιτώς είχαν τύχει συνολικής αντιμετώπισης από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
Ενόψει των παραπάνω, θα φαινόταν ως ορθότερη η καταρχήν συνολική αντιμετώπιση του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος της πρώτης εθνικής κατηγορίας όσον αφορά το θέμα της αναμετάδοσης σύντομων αποσπασμάτων επικαιρότητας των αγώνων του. Διαχωρισμός σε αγώνες μεγάλου και μικρότερου ενδιαφέροντος θα μπορούσε ασφαλώς να επιχειρηθεί, αλλά μόνο στη βάση συγκεκριμένων στοιχείων που να παρέχουν εχέγγυα ορθοκρισίας. Η χρήση ανελαστικών κριτηρίων όπως αυτού της βαθμολογικής κατάταξης των ομάδων και μάλιστα μόνο στην κορυφή του πρωταθλήματος προφανώς πάσχει από την άποψη αυτή και κρίνεται ως μάλλον ατυχής και αυθαίρετη. Αντίστοιχα βέβαια ερωτήματα ανακύπτουν και για άλλες εγχώριες αθλητικές οργανώσεις για τις οποίες υπάρχει άδεια αποκλειστικής μετάδοσης, όπως για παράδειγμα αυτή του ελληνικού κυπέλλου ποδοσφαίρου. Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται πλέον και υπό το πρίσμα του τρόπου στάθμισης από την ενωσιακή νομολογία της επιχειρηματικής ελευθερίας έναντι της ελευθερίας λήψης των πληροφοριών και της πλουραλιστικής ενημέρωσης.
Αντί Επιλόγου
Οι ενωσιακές ρυθμίσεις για την αναμετάδοση σύντομων αποσπασμάτων γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος πρόσφεραν την ευκαιρία να ερευνηθεί για πρώτη φορά η συμβατότητα των κανόνων της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων έναντι των ιεραρχικά υπέρτερων κανόνων του Χάρτη. Ο τρόπος που η ενωσιακή νομολογία αντιμετώπισε το θέμα κατατείνει στην προάσπιση των επιλογών του ενωσιακού νομοθέτη, όταν οι περιορισμοί που αυτός θέτει σε θεμελιώδη οικονομικής φύσεως συμφέροντα υπηρετούν την ελευθερία λήψης πληροφοριών και τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης με σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας. Ταυτόχρονα, υπονοεί όχι μόνο τον τρόπο που αντίστοιχα ερωτήματα θα αντιμετωπιστούν πιθανόν στο μέλλον σε ενωσιακό επίπεδο αλλά και το πνεύμα με το οποίο θα πρέπει να ερευνώνται και να προσεγγίζονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
Είναι πολύ πιθανό ότι θα υπάρξουν στο μέλλον προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία θα αφορούν στη συμβατότητα άλλων κανόνων της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων με τις ρυθμίσεις του Χάρτη. Μπορεί να προβλέψει όμως κανείς ότι συχνότερες θα είναι οι περιπτώσεις, όπου η επίκληση του Χάρτη θα αμφισβητεί τη συμβατότητα με τους ενωσιακούς κανόνες των ρυθμίσεων της εθνικής ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας. Ήδη εκκρεμεί μια τέτοια υπόθεση, στην οποία τίθεται ουσιαστικά το ερώτημα αν η αρχή του πλουραλισμού στην ενημέρωση αντιτίθεται σε ιταλική ρύθμιση με την οποία ορίζονται χαμηλότερα χρονικά όρια προβολής διαφημιστικών μηνυμάτων για τους συνδρομητικούς ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς σε σχέση με τους σταθμούς ελεύθερης λήψης.[42] Το ερώτημα στην περίπτωση αυτή αποσκοπεί στο να ερευνηθεί αν με τον τρόπο αυτό νοθεύεται ο ανταγωνισμός ευνοώντας την ενδεχόμενη δημιουργία δεσποζουσών θέσεων στην αγορά της τηλεοπτικής διαφήμισης.

 


[1] Οδηγία 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10ης Μαρτίου 2010 για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων (ΕΕ 2010 L95/1).
[2] Άρθρο 15 παρ. 1 Οδηγίας 2010/13/ΕΕ. Ενσωμάτωση με το άρθρο 16 παρ. 1 ΠΔ 109/10 (ΦΕΚ Α 190)
[3] Άρθρο 15 παρ. 6 Οδηγίας 2010/13/ΕΕ. Ενσωμάτωση με το άρθρο 16 παρ. 5 ΠΔ 109/10.
[4] Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ 2012 C326/02). Ο διατάξεις του έχουν πλέον νομική δεσμευτικότητα, βάσει του άρθρου 6 παρ. 1 της Συνθήκης ΕΕ.
[5] Όπως αυτά κατοχυρώνονται στα άρθρα 16 και 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
[6] Υπόθεση C-283/11 Sky Österreich GmbHκατά ÖsterreichicherRundfunk, Απόφαση της 22ης Ιανουαρίου 2013.
[7] Sky Österreich, σκέψεις 31-40 της απόφασης.
[8] Sky Österreich, σκέψεις 41-68 της απόφασης.
[9] Βάσει των αρχών της Υπόθεσης 4/73 Noldκατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Συλλογή 1974 σ. 491 σκ. 13.
[10] Άρθρα 45 και 56 Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ.
[11] Υπόθεση C-260/89 Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση κατά Δημοτικής Εταιρείας Πληροφόρησης, Συλλογή 1991 Ι-2951 σκ. 41-45.
[12] Υπόθεση C-288/89 Stichting Collectieve Antennevoorziening Gouda κατά Commissariaat voor de MediaΣυλλογή 1991 Ι-4035 σκ. 22-23. Υπόθεση C-148/91 Vereniging Veronica Omroep Organisatie κατά Commissariaat voor de MediaΣυλλογή 1993 Ι-513 σκ.9-10. Υπόθεση C-23/93 TV 10 SA κατά Commissariaat voor de MediaΣυλλογή 1994 Ι-4824 σκ. 18-19 και 23-25., , ,
[13] Υπόθεση C-368/95 Vereinigte Familiapress Zeitungsverlags- und vertriebs GmbH κατά Heinrich Bauer Verlag, Συλλογή 1997 Ι-3689 σκ. 13-27.
[14] Άρθρο 31 Οδηγίας 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2002 για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ 2002 L108/51).
[15] Υπόθεση C-250/06 United Pan-Europe Communications Belgium SA κατά État BelgeΣυλλογή 2007 Ι-11135 σκ. 40-42. Υπόθεση C-336/07 Kabel Deutschland Vertrieb und Service GmbH & Co KG κατά Niedersächsische Landesmedienanstalt für privaten RundfunkΣυλλογή 2008 Ι-10889 σκ. 32-38. Βλέπε επίσης και Υπόθεση C-134/10 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, Συλλογή 2011 Ι-1053 σκ. 52-53. Σχετική αν και σε άλλο ασφαλώς πλαίσιο είναι και η απόφαση στην Υπόθεση C-213/07 Μηχανική κατά Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και Υπουργού Επικρατείας, Συλλογή 2008 Ι-9999 σκ. 59. Σε αυτήν αναγνωρίστηκε ότι η βούληση ενός κράτους μέλους να αποτρέψει τους κινδύνους επηρεασμού των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων από την εξουσία των μέσων ενημέρωσης συνάδει προς τον σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στη διατήρηση της πολυφωνίας και της ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης. , ,
[16] Άρθρο 3α Οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 3ης Οκτωβρίου 1989 για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L295/12). Βλέπε πλέον άρθρο 14 της Οδηγίας 2010/13/ΕΕ.
[17] Υπόθεση T-68/08 FIFAκατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Συλλογή 2011 ΙΙ-349 σκ. 48-54 και 135-146 (δημοσίευση με σχόλιο στο ΔιΜΕΕ 1/2011 98). Όμοια και η Τ-385/07 FIFAκατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Συλλογή 2011 ΙΙ-205 σκ. 52-58 και 132-143. Ως προς το ευρωπαϊκό κύπελλο ποδοσφαίρου βλέπε την Τ-55/08 UEFA κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Συλλογή 2011 ΙΙ-271 σκ. 44-50 και 173-184.
[18] Συγκεκριμένα, στο άρθρο 11 του Χάρτη.
[19] Άρθρα 15-17 του Χάρτη.
[20] Άρθρο 15 παρ. 2 του Χάρτη και Άρθρα 45-66 Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ.
[21] Με ποιο πρόσφατη περίπτωση την παραπομπή σχετικού ερωτήματος για τον Κανονισμό 2252/2004 στην Υπόθεση C-448/12 Roestκατά BurgemeestervanAmsterdam(ΕΕ 2013 C26/17) Βλέπε επίσης και τις πρόσφατες παραπομπές για την Οδηγία 2006/24/ΕΚ στην Υπόθεση C-293/12 DigitalRightsIrelandLtdκατά MinisterforCommunications(ΕΕ 2012 C258/11) και στην Υπόθεση C-363/12 Ζ κατά AGovernmentDepartmentandtheBoardofaManagementofaCommunitySchool(ΕΕ 2012 C311/5).
[22] Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις C‑92/09 και C‑93/09 VolkerundMarkusScheckeGbR και Eifert κατά Land Hessen, Συλλογή 2010 I-11063 σκ. 43-92. Βλέπε και Υπόθεση C-236/09 Association Belges des Consommateurs Test-Achats ASBL κατά Conseil des MinistresΣυλλογή 2011 Ι-773 σκ. 15-34. ,
[23] Η πλέον χαρακτηριστική είναι ίσως η απόφαση στην Υπόθεση C-399/11 StefanoMelloniκατά MinisterioFiscal, Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013 σκ. 47-54. Με αυτήν κρίθηκε ότι οι ρυθμίσεις της απόφασης πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που απαγορεύουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές να εξαρτούν την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την προϋπόθεση ότι η εκδοθείσα ερήμην καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως είναι συμβατές με τις επιταγές για δίκαιη δίκη και με την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας του κατηγορουμένου (άρθρα 47 και 48 του Χάρτη).
[24] Υπόθεση C-275/06 Productores de Música de España κατά Telefónica de España SAUΣυλλογή 2008 Ι-271 σκ. 61-70. ,
[25] Υπόθεση C-544/10 Deutsches Weintor eG κατά Land Rheinland-PflanzΑπόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012 σκ. 42-60.,
[26] Υπόθεση C-12/11 DeniseMcDonaghκατά RyanairLtd, Απόφασης της 31ης Ιανουαρίου 2013 σκ. 59-65.
[27] Sky Österreich, σκ. 53-57.
[28] Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα της 12ης Ιουνίου 2012, σκ. 54-61.
[29] Sky Österreich, σκ. 58-64.
[30] Άρθρο 15 παρ. 5 Οδηγίας 2010/13/ΕΕ. Ενσωμάτωση με το άρθρο 16 παρ. 1 ΠΔ 109/10
[31] Άρθρο 15 παρ. 3 και 6 Οδηγίας 2010/13/ΕΕ, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 55 αυτού του νομοθετήματος. Ενσωμάτωση με το άρθρο 16 παρ. 4 ΠΔ 109/10, που προέβλεψε ρητά ανώτατο όριο προβολής ενενήντα δευτερολέπτων για κάθε αυτοτελή εκδήλωση / αυτοτελώς μεταδιδόμενο τμήμα
[32] Sky Österreich, σκ. 65-67.
[33] Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1998. Αυστριακό Συνταγματικό Δικαστήριο, Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006.
[34] Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα της 12ης Ιουνίου 2012, σκ. 77-80.
[35] Πολύ ενδιαφέρον θα είναι βέβαια να εξεταστεί και ο τρόπος που η ενωσιακή νομολογία θα αντιμετωπίσει το αντίστροφο ερώτημα, όταν η επίκληση του Χάρτη έναντι μιας προστατευόμενης από αυτόν οικονομικής ελευθερίας κατατείνει στην κατάργηση ενός παράγωγου ενωσιακού κανόνα.
[36] Ήδη φαίνεται στην κατεύθυνση μια τάση να θεωρείται η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως η πιο ουσιώδης πτυχή του στόχου της ισόρροπης προστασίας των ραδιοτηλεοπτικών επιχειρήσεων και των τηλεθεατών, στον οποίον αποσκοπεί ο ενωσιακός νομοθέτης. Βλέπε για παράδειγμα τον τρόπο χειρισμού του θέματος στην Υπόθεση C-281/09 Επιτροπή κατά Ισπανίας, Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2011 (δημοσίευση με σχόλιο στο ΔιΜΕΕ 4/2011 561).
[37] Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά 520/2013 (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων).
[38] Άρθρο 84 παρ. 3 Ν 2725/1999 (ΦΕΚ Α 121). Ενδιαφέρον παρουσιάζει η οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής αυτής της ρύθμισης, σε σχέση με την αντίστοιχη της οδηγίας για την αναμετάδοση σύντομων αποσπασμάτων επικαιρότητας μεγάλου ενδιαφέροντος. Φαίνεται ότι η προγενέστερη αυτή εθνική ρύθμιση εξακολουθεί να ισχύει μόνο όσον αφορά αθλητικά γεγονότα ήσσονος ενδιαφέροντος, επιτρέποντας την προβολή τρίλεπτων μαγνητοσκοπημένων στιγμιοτύπων τους αποκλειστικά και μόνο εντός των δελτίων ειδήσεων και όχι στο πλαίσιο άλλων ειδησεογραφικών εκπομπών συμπεριλαμβανομένων επομένως και των αθλητικών.
[39] Άρθρο 14 Οδηγίας 2010/13/ΕΕ. Ενσωμάτωση με το άρθρο 15 ΠΔ 109/10.
[40] Προμνησθείσα Υπόθεση T-68/08 FIFAκατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 69-70 και 116-134. Αντίστοιχες αναφορές υπάρχουν και στις προμνησθείσες αποφάσεις Τ-385/07 FIFAκατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Τ-55/08 UEFAκατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Κατά των αποφάσεων αυτών έχει ασκηθεί αναίρεση. Επί της αιτήσεως αυτής, υπάρχει απορριπτική εισαγγελική εισήγηση. Βλέπε σχετικά Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις C-201/11 P C-204/11 P και C-205/11 P UEFA και FIFAκατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ 2011 C232/13).
[41] Υποθέσεις T-68/08 και Τ-385/07 FIFAκατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 113 και 95 αντιστοίχως. Όμοια και στην Τ-55/08 UEFAκατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 120.
[42] Υπόθεση C-234/12 SkyItaliaSrl κατά AGCOM (ΕΕ 2012 C 217/11).

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Υπόθεση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, 15/03/2012 (δικαίωμα ψήφου των απόδημων εκλογέων)

Mε σχόλιο Μιχάλη Ιωαννίδη, Δ.Ν.Senior research fellow στο Ινστιτούτο Max Planck Συγκριτικού Δημοσίου και Διεθνούς Δικαίου, Χαϊδελβέργη

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Υπόθεση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, 15/03/2012 (δικαίωμα ψήφου των απόδημων εκλογέων)

Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης
Αρ. προσφυγής 42202/07
Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012
Η παράλειψη της Ελλάδας να εξασφαλίσει στους προσφεύγοντες τη δυνατότητα να ψηφίσουν από τον τόπο κατοικίας τους στο εξωτερικό δεν παραβιάζει το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές)]

Σύνθεση: Nicolas Bratza (Πρόεδρος), Jean-Paul Costa, Françoise Tulkens, Josep Casadevall, Boštjan M. Zupančič, Lech Garlicki, Egbert Myjer, David Thór Björgvinsson, JánŠikuta, Ineta Ziemele, Luis López Guerra, Nona Tsotsoria, Ann Power, Zdravka Kalaydjieva, Vincent A. de Gaetano, Angelika Nußberger(δικαστές), Σπυρίδων Φλογαΐτης (δικαστήςad hoc)
Άρθρο 3 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ – Δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές.
Το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν θεμελιώνει υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών να εξασφαλίσουν στους πολίτες που βρίσκονται εκτός της επικρατείας τους τα μέσα για να ψηφίσουν από το εξωτερικό.
ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
I. Οι περιστάσεις της υπόθεσης [παρ. 10 – 15 σε περίληψη]
Οι προσφεύγοντες, κ. Νικόλαος Σιταρόπουλος και κ. Χρήστος Γιακουμόπουλος, είναι Έλληνες υπήκοοι και διαμένουν μόνιμα στο Στρασβούργο. Και οι δύο εργάζονται στο Συμβούλιο της Ευρώπης.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 2007, οι προσφεύγοντες εξέφρασαν με επιστολή τους προς τον Έλληνα πρέσβη στη Γαλλία την επιθυμία να ψηφίσουν στις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007 από τον τόπο κατοικίας τους, το Στρασβούργο. Στις 12 Σεπτεμβρίου 2007, ο Έλληνας πρέσβης, επικαλούμενος οδηγίες και πληροφορίες του Υπουργείου Εσωτερικών, απάντησε στην επιστολή αυτή ως εξής:
«[Το ελληνικό κράτος] επιβεβαιώνει την επιθυμία του – η οποία έχει συχνά εκφραστεί σε θεσμικό επίπεδο – να εξασφαλίσει τη δυνατότητα στους Έλληνες πολίτες που διαμένουν στο εξωτερικό να ψηφίζουν από τον τόπο κατοικίας τους. Ωστόσο, είναι σαφές ότι αυτό απαιτεί ρύθμιση από τυπικό νόμο, ο οποίος δεν υφίσταται σήμερα. Πράγματι, οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν να εισαχθούν με απλή διοικητική απόφαση, καθώς απαιτούνται ειδικά μέτρα για την εγκατάσταση εκλογικών τμημάτων στις πρεσβείες και τα προξενεία … Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και παρά την επιθυμία που εξέφρασε το κράτος, το αίτημά σας σχετικά με τις επικείμενες εκλογές δεν μπορεί να ικανοποιηθεί για αντικειμενικούς λόγους.»
Τελικά, οι προσφεύγοντες, οι οποίοι δεν ταξίδεψαν στην Ελλάδα την ημέρα των εκλογών, δεν άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα στις εθνικές εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2007, οι κύριοι Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος[1] κατέθεσαν ατομική προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ, υποστήριζοντας ότι η αδυναμία τους να ψηφίσουν από τον τόπο της κατοικίας τους συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του εκλέγειν, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Στις 8 Ιουλίου 2010, ένα σώμα δικαστών του Πρώτου Τμήματος, έκρινε, με πέντε ψήφους έναντι δύο, ότι η προσφυγή ήταν παραδεκτή και ότι η Ελλάδα πράγματι παραβίασε το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης. Στις 22 Νοεμβρίου 2010, ύστερα από αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης, μια επιτροπή του Τμήματος Ευρείας Συνθέσης αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση στο Τμήμα Ευρείας Συνθέσης σύμφωνα με το άρθρο 43 της Σύμβασης.
II. Σχετικό εθνικό και διεθνές δίκαιο και πρακτική
Α. Εθνικό δίκαιο και πρακτική
[…]
Β. Διεθνές δίκαιο και πρακτική
[…]
Γ. Συγκριτικό δίκαιο
[…]
ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ισχυρισμός Παραβίασης του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
46. Οι προσφέυγοντες υποστήριξαν ότι η απουσία δυνατότητας να ψηφίσουν από τον τόπο κατοικίας τους συνιστά δυσανάλογη παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματός τους να ψηφίσουν στις βουλευτικές εκλογές του 2007, κατά παραβίαση του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το οποίο προβλέπει:
«Τα Υψηλά Συμβαλλόμεvα Μέρη αvαλαμβάνoυσι τηv υπoχρέωσιν όπως διενεργώσι, κατά λoγικά διαστήματα, ελευθέρας μυστικάς εκλoγάς, υπό συνθήκας επιτρεπoύσας τηv ελευθέραν έκφρασιν της λαϊκής θελήσεως ως πρoς τηv εκλoγήν τoυ νoμoθετικoύ σώματoς.»[2]Α. Η απόφαση του Τμήματος

47. Στην απόφασή του της 8ης Ιουλίου 2010, το Τμήμα απεφάνθη ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης. Έκρινε ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορούσε την αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου των προσφευγόντων καθαυτή, δικαίωμα που ήδη αναγνώριζε το ελληνικό Σύνταγμα, αλλά τους όρους που διέπουν την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος από τους Έλληνες υπηκόους που ζουν στο εξωτερικό. Στο σημείο αυτό, το Τμήμα επεσήμανε ότι το άρθρο 51 § 4 του ελληνικού Συντάγματος, το οποίο τέθηκε σε ισχύ το 1975 και διευκρίνισθηκε κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, εξουσιοδότησε τη νομοθετική εξουσία να εξειδικεύσει τους εν λόγω όρους. Παρά το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες είχαν σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στην Ελλάδα για να ψηφίσουν, η προϋπόθεση αυτή περιέπλεκε στην πράξη σημαντικά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, καθώς συνεπάγονταν έξοδα και αναστάτωση της επαγγελματικής και οικογενειακής τους ζωής.
48. Το Τμήμα αναγνώρισε ότι το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης δεν επέβαλε υποχρέωση διασφάλισης του δικαιώματος ψήφου σε βουλευτικές εκλογές για τους εκλογείς που ζουν στο εξωτερικό. Ωστόσο, η συνταγματική αυτή διάταξη (άρθρο 51 § 4) δεν θα μπορούσε να παραμείνει ανεφάρμοστη επ’ αόριστον, στερώντας από κάθε κανονιστική αξία το περιεχόμενό της και την πρόθεση των συντακτών της. Τριάντα πέντε χρόνια (κατά το χρόνο της απόφασης), μετά την ψήφιση του άρθρου 51 § 4, ο Έλληνας νομοθέτης δεν είχε ακόμα δώσει πρακτική εφαρμογή στο περιεχόμενό της
49. Το Τμήμα έκρινε, επίσης, ότι η μη θέσπιση νομοθεσίας που να δίνει πρακτική ισχύ στο δικαίωμα ψήφου των απόδημων πιθανόν να συνιστούσε άδικη μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών που ζουν στο εξωτερικό – ιδίως εκείνων που ζουν σε μεγάλη απόσταση – σε σύγκριση με εκείνους που ζουν στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης είχε παροτρύνει τα κράτη-μέλη να επιτρέψουν στους πολίτες τους που ζουν στο εξωτερικό να συμμετέχουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό στην εκλογική διαδικασία. Με βάση συγκριτική μελέτη του εθνικού δικαίου τριάντα τρίων κράτων-μέλων του Συμβουλίου της Ευρώπης, το Τμήμα παρατήρησε ότι η μεγάλη πλειοψηφία τους είχε θέσει σε εφαρμογή διαδικασίες προς το σκοπό αυτό και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στον τομέα αυτό, η Ελλάδα απέκλινε από τον κοινό παρονομαστή μεταξύ των κρατών-μελών.
Β. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
1. Οι προσφεύγοντες
[…]
2. Η Κυβέρνηση
[…]
3. Η τρίτη παρεμβαίνουσα

[…]

Γ. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

1. Γενικές αρχές
63. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου καθιερώνει μια χαρακτηριστική αρχή μιας πραγματικά δημοκρατικής πολιτείας και είναι κατά συνέπεια κεφαλαιώδους σημασίας για το σύστημα της Σύμβασης (βλ. Mathieu-Mohin και Clerfayt κατά Βελγίου, 2 Μαρτίου 1987, § 47, Σειρά Α αριθ. 113). Το άρθρο αυτό ίσως φαίνεται εκ πρώτης όψεως να διαφέρει από τις άλλες διατάξεις της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων της, καθώς είναι διατυπωμένο σε όρους υποχρέωσης των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών να διεξάγουν εκλογές υπό συνθήκες που διασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση της γνώμης του λαού και όχι σε όρους ενός συγκεκριμένου δικαιώματος ή ελευθερίας. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις προπαρασκευαστικές εργασίες του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και την ερμηνεία της διατάξης αυτής στο πλαίσιο της Σύμβασης συνολικά, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι επίσης συνεπάγεται ατομικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του εκλέγειν και του δικαιώματος του εκλέγεσθαι (βλ. Mathieu-Mohin και Clerfayt, ό.π., § 51). Έχει επίσης κρίνει ότι τα εφαρμοστέα κριτήρια για τη διαπίστωση συμμόρφωσης με το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου πρέπει να θεωρούνται λιγότερο αυστηρά από εκείνα που εφαρμόζονται στο πλαίσιο των άρθρων 8 έως 11 της Σύμβασης (βλ. Ždanoka κατά Λετονίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθ. 58278/00, § 115, CEDH 2006-IV).
64. Η έννοια των «έμμεσων περιορισμών» στο άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου είναι μείζονος σημασίας για τον καθορισμό της συνάφειας των σκοπών που επιδιώκονται από τους περιορισμούς των δικαιώματων που εγγυάται η διάταξη αυτή (βλ. Mathieu-Mohin και Clerfayt, ό.π., § 52). Δεδομένου ότι το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν περιορίζεται από έναν συγκεκριμένο κατάλογο «θεμιτών σκοπών», όπως εκείνοι που απαριθμούνται στα άρθρα 8 έως 11 της Σύμβασης, τα Συμβαλλόμενα Μέρη είναι ελεύθερα να επικαλεστούν έναν σκοπό που δεν περιλαμβάνεται σε κάποιον τέτοιο κατάλογο, προκειμένου να αιτιολογήσουν έναν περιορισμό, υπό την προϋπόθεση ότι η συμβατότητα του σκοπού αυτού ως προς την αρχή του κράτους δικαίου και τους γενικούς σκοπούς της Σύμβασης αποδεικνύεται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Ždanoka, ό.π.). Ωστόσο, εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί σε τελευταίο βαθμό αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. [Το Δικαστήριο] πρέπει να βεβαιωθεί ότι οι όροι στους οποίους υπόκεινται τα δικαίωματα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι δεν περιορίζουν τα εν λόγω δικαιώματα σε τέτοιο βαθμό ώστε να διακυβεύουν την ίδια την ουσία τους και να τα αποστερούν από την αποτελεσματικότητά τους, ότι [οι όροι αυτοί] πληρούν τις απαιτήσεις της νομιμότητας, ότι επιβάλλονται προς επιδίωξη ενός νόμιμου σκοπού και ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται δεν είναι δυσανάλογα (βλ. Tănase κατά Μολδαβίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθ. 7/08, § 162, CEDH 2010 (αποσπάσματα) και Mathieu-Mohin και Clerfayt, ό.π., § 52).
65. Όσον αφορά την επιλογή του εκλογικού συστήματος, ειδικότερα, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Μέρη απολαμβάνουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης στον τομέα αυτό. Συναφώς, το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν απαιτεί κάτι περισσότερο από την διεξαγωγη «ελεύθερων» εκλογών ανά «εύλογα χρονικά διαστήματα», «με μυστική ψηφοφορία» και «υπό όρους που διασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση της γνώμης του λαού». Με την επιφύλαξη αυτή, δεν δημιουργεί καμία «υποχρέωση εισαγωγής ένος συγκεκριμένου σύστηματος», όπως η αναλογική αντιπροσώπευση ή πλειοψηφία σε έναν ή δύο εκλογικούς γύρους (βλ. Mathieu-Mohin και Clerfayt, ό.π., § 54).
66. Υπάρχουν πολλοί τρόποι οργάνωσης και λειτουργίας εκλογικών συστημάτων και πολλές διαφορές, μεταξύ άλλων, στην ιστορική εξέλιξη, στην πολιτιστική ποικιλομορφία και στην πολιτική σκέψη εντός της Ευρώπης, διαφορές τις οποίες εναπόκειται στο κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος πως θα προσαρμόσει στο δικό του όραμα για τη δημοκρατία (βλ. Hirst κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθ. 2) [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθ. 74025/01, § 61, CEDH 2005-IX). Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 3 του [Πρώτου Πρόσθετου] Πρωτοκόλλου, κάθε εκλογική νομοθεσία πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της πολιτικής εξέλιξης της εν λόγω χώρας, έτσι ώστε τα χαρακτηριστικά που μπορεί να μην είναι αποδεκτά στο πλαίσιο ενός συστήματος μπορεί να δικαιολογούνται στο πλαίσιο ενός άλλου, τουλάχιστον καθ’ όσον το επιλεγέν σύστημα πληροί τις προϋποθέσεις που διασφαλίζουν την «ελεύθερη έκφραση της γνώμης του λαού στην επιλογή του νομοθετικού σώματος» (βλ. Yumak και Sadak κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθ. 10226/03, § 111, 8 Ιουλίου 2008). Επιπλέον, δεδομένου ότι η Σύμβαση είναι πρώτα και κύρια ένα σύστημα για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις μεταβαλλόμενες συνθήκες στο εσωτερικό του εναγόμενου Κράτους και εντός των Συμβαλλομένων Κρατών γενικά και να ανταποκρίνεται, για παράδειγμα, σε οποιαδήποτε διαφαινόμενη συναίνεση ως προς τα επιδιωκόμενα πρότυπα. Στο πλαίσιο αυτό, ένας από τους σημαντικούς παράγοντες που καθορίζουν το εύρος του περιθωρίου εκτίμησης των αρχών μπορεί να είναι η ύπαρξη ή μη ενός κοινού παρονομαστή μεταξύ των νομοθεσιών των Συμβαλλομένων Κρατών (βλ. GLOR κατά Ελβετίας, αριθ. 13444/04 , § 75, CEDH 2009).
67. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, η κύρια υποχρέωση δεν είναι υποχρέωση αποχής ή μη-παρέμβασης, όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά υποχρέωση ανάληψης από το Κράτος θετικών μέτρων για τη «διεξαγωγή» δημοκρατικών εκλογών (βλ. Mathieu-Mohin και Clerfayt, ό.π., § 50). Από αυτή την άποψη, το Δικαστήριο λαμβάνει, επίσης, υπόψη το γεγονός ότι το δικαίωμα του εκλέγειν, το «ενεργητικό» στοιχείο των δικαιωμάτων του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, δεν αποτελεί προνόμιο. Στον εικοστό πρώτο αιώνα, το τεκμήριο σε ένα δημοκρατικό κράτος πρέπει να είναι υπέρ της ένταξης (βλ. Hirst (αριθ. 2), ό.π., § 59).
68. Συνεπώς, ο αποκλεισμός από το δικαίωμα ψήφου οποιωνδήποτε ομάδων ή κατηγοριών του γενικού πληθυσμού πρέπει να είναι συμβατός με τους απώτερους σκοπούς του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (βλ. Ždanoka, ό.π., § 105). Το Δικαστήριο έχει κρίνει, μεταξύ άλλων, ότι η εσωτερική νομοθεσία που θέτει το δικαίωμα του εκλέγειν υπό την προϋπόθεση ενός κατώτατου ορίου ηλικίας ή τον τόπο κατοικίας είναι, κατ’ αρχήν, συμβατή με το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (βλ. Hirst (αριθ. 2), ό.π. , § 62 και Hilbe κατά Λίχτενσταϊν, (απ.), αριθ. 31981/96, CEDH 1999-VI). [Το Δικαστήριο] έχει αναγνωρίσει ότι οποιαδήποτε γενική, αυτόματη και χωρίς διακρίσεις απόκλιση από την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας εγείρει κινδύνους υπονόμευσης της δημοκρατικής εγκυρότητας της νομοθετικής εξουσίας που εκλεγέται με τον τρόπο αυτό καθώς και των νόμων που εκδίδει (βλ. Hirst (αριθ. 2), ό.π.).
69. Όσον αφορά τους περιορισμούς στο δικαιώμα ψήφου των απόδημων επί τη βάσει του κριτηρίου της κατοικίας, τα θεσμικά όργανα της Σύμβασης έχουν δεχθεί στο παρελθόν ότι [οι περιορισμοί αυτοί] μπορεί να αιτιολογούνται από διάφορους παράγοντες: πρώτον, το τεκμήριο ότι οι πολίτες που δεν κατοικούν εντός της επικράτειας δεν επηρεάζονται τόσο άμεσα ή διαρκώς από τα καθημερινά προβλήματα της χώρας τους και έχουν λιγότερη πληροφόρηση για αυτά. Δεύτερον, το γεγονός ότι οι πολίτες που δεν κατοικούν εντός της επικρατείας έχουν μικρότερη επιρροή στην επιλογή των υποψηφίων ή τη διαμόρφωση των εκλογικών τους προγραμμάτων. Τρίτον, τη στενή σχέση μεταξύ του δικαιώματος ψήφου στις βουλευτικές εκλογές και του να επηρεάζεται κάποιος άμεσα από τις αποφάσεις των πολιτικών οργάνων που εκλέγονται με αυτό τον τρόπο και, τέταρτον, την εύλογη έγνοια του νομοθέτη να περιορίσει την επιρροή των πολιτών που ζουν στο εξωτερικό στις εκλογές επί ζητημάτων τα οποία, ενώ είναι κατά γενική ομολογία θεμελιώδη, αφορούν κατά κύριο λόγο άτομα που ζουν εντός της χώρας (βλ. Hilbe, ό.π., βλ. επίσης Χ και Association Υ. κατά Ιταλίας, αριθ. προσφυγής 8987/80, απόφαση της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 1981, Αποφάσεις και Εκθέσεις (DR) 24, σελ. 192, και Polacco και Garofalo κατά Ιταλίας, αριθ. 23450/94, απόφαση της Επιτροπής της 15ης Σεπτεμβρίου 1997, DR 90-Α, σελ. 5). Πιο πρόσφατα, το Δικαστήριο έχει υιοθετήσει την άποψη ότι η απαίτηση να πληρούται η προϋπόθεση της κατοικίας ή της διάρκειας διαμονής για την κτήση ή άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν δεν αποτελεί, κατ’ αρχήν, αυθαίρετο περιορισμό του δικαιώματος του εκλέγειν και επομένως δεν είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (βλ. Doyle κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απ.), αρ. 30158/06, 6 Φεβρουαρίου 2007).
2. Εφαρμογή των αρχών αυτών στην παρούσα υπόθεση
70. Το Δικαστήριο παρατηρεί, καταρχάς, ότι οι προσφεύγοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι ο Έλληνας νομοθέτης δεν είχε μέχρι της στιγμής εκείνης προβεί στις αναγκαίες ρυθμίσεις που θα επέτρεπαν στους Έλληνες αποδήμους να ψηφίσουν στις βουλευτικές εκλογές από τον τόπο της σημερινής τους κατοικίας. Κατά συνέπεια, η αιτίαση δεν αφορά καθαυτή την αναγνώριση του δικαιώματος των απόδημων να ψηφίζουν, αρχή η οποία έχει ήδη αναγνωριστεί από το άρθρο 51 § 4 του ελληνικού Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του Προεδρικού Διατάγματος 96/2007, αλλά τους όρους που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Όπως και το Τμήμα, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης είναι επομένως της άποψης ότι το έργο του συνίσταται στην εξέταση του κατά πόσον το ελληνικό εκλογικό σύστημα, παρά την παράλειψη θέσπισης νομοθεσίας σχετικά με τους όρους άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν, επέτρεψε στην παρούσα υπόθεση «την ελεύθερη έκφραση της γνώμης του λαού» και διαφύλαξε «την ίδια την ουσία του … δικαίωματος του εκλέγειν», όπως απαιτείται από το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (βλ. Matthews κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθ. 24833/94, § 65, CEDH 1999-I). [Το Τμήμα Ευρείας Σύνθέσης] θα διεξάγει την εξέτασή του υπό το πρίσμα του ευρύτερου ερωτήματος σχετικά με το αν το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου επιβάλλει στα κράτη να εισάγουν ένα σύστημα που δίνει τη δυνατότητα στους απόδημους πολίτες να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν από το εξωτερικό.
71. Σε γενικές γραμμές, το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, δεν προβλέπει την εφαρμογή από τα Συμβαλλόμενα Κράτη μέτρων που να επιτρέπουν στους αποδήμους να ασκούν το δικαίωμα του εκλέγειν από τον τόπο κατοικίας τους. Ωστόσο, δεδομένου ότι το τεκμήριο σε ένα δημοκρατικό Κράτος πρέπει να είναι υπέρ της ένταξης (βλ. Hirst (αριθ. 2), ό.π., § 59), παρόμοια μέτρα συνάδουν προς τη διάταξη αυτή. Ωστόσο, το ερώτημα είναι αν το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου εκτείνεται έως του σημείου να απαιτεί τη λήψη τους. Προς απάντηση του ερωτήματος αυτού, το άρθρο 3, πρέπει να ερμηνευθεί με αναφορά στο σχετικό διεθνές και συγκριτικό δικαίο (βλ. Yumak και Sadak, ό.π., § 127, και Demir και Baykara κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθ. 34503/97, § § 76 και 85, 12 Νοεμβρίου 2008) καθώς και το εθνικό δίκαιο της χώρας υπό εξέταση.
72. Πρώτον, όσον αφορά το διεθνές δίκαιο, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ούτε οι συναφείς διεθνείς και περιφερειακές συνθήκες – όπως το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η Αμερικανική Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και ο Αφρικανικός Χάρτης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δικαιωμάτων των Λαών – ούτε η ερμηνεία τους από τα αρμόδια διεθνή όργανα επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι το δικαιώμα του εκλέγειν ατόμων που είναι προσωρινά ή μόνιμα απόντα από το κράτος του οποίου είναι υπήκοοι εκτείνεται μέχρι του σημείου να απαιτεί από το εν λόγω Κράτος να προβεί σε ρυθμίσεις για την άσκησή του από το εξωτερικό (βλέπε παραγράφους 26-31 πιο πάνω).
73. Είναι αλήθεια ότι, προκειμένου να καταστεί πιο αποτελεσματικό το δικαίωμα του εκλέγειν στις βουλευτικές εκλογές, τα θεσμικά όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν, μεταξύ άλλων, καλέσει τα κράτη-μέλη να δώσουν τη δυνατότητα στους πολίτες τους που ζουν στο εξωτερικό να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Ως εκ τούτου, το Ψήφισμα 1459 (2005) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (βλ. ανωτέρω παράγραφο 21) αναφέρει ότι τα κράτη-μέλη πρέπει να λάβουν κατάλληλα μέτρα για να διευκολύνουν την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν στο μέγιστο δυνατό βαθμό, ιδίως μέσω της επιστολικής ψήφου. Επιπλέον, στη Σύσταση 1714 (2005), η Κοινοβουλευτική Συνέλευση κάλεσε το Συμβούλιο της Ευρώπης να αναπτύξει τις δραστηριότητές του που στοχεύουν στη βελτίωση των όρων για την αποτελεσματική άσκηση των εκλογικών δικαιωμάτων από ομάδες που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες, συμπεριλαμβανομένων των απόδημων. Η Επιτροπή της Βενετίας, από την πλευρά της, παρατήρησε ότι από τη δεκαετία του 1980, η αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου από το εξωτερικό έχει κερδίσει έδαφος στην Ευρώπη. Αν και επιπλέον συνέστησε στα κράτη μέλη να διευκολύνουν την άσκηση του δικαιώματος ψήφου των απόδημων, δεν θεωρεί ότι [τα κράτη μέλη] είχαν την υποχρέωση να το πράξουν. Αντιθέτως, [η Επιτροπή της Βενετίας] θεώρησε μια τέτοια κίνηση ως μια δυνατότητα που θα έπρεπε να εξετάσει ο νομοθέτης κάθε χώρας, ο οποίος πρέπει να σταθμίσει την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας με την ανάγκη για ασφάλεια της ψηφοφορίας και ζητήματα πρακτικής φύσης (βλ., μεταξύ άλλων, ανωτέρω παράγραφο 25).
74. Επιπλέον, μια συγκριτική έρευνα της νομοθεσίας των κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης στο πεδίο αυτό καταδεικνύει ότι, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία τους επιτρέπει στους υπηκόους τους να ψηφίσουν από το εξωτερικό, ορισμένα [από τα κράτη-μέλη] δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο (βλ. ανωτέρω παράγραφο 38). Ωστόσο, όσον αφορά τα Κράτη εκείνα που επιτρέπουν την ψήφο από το εξωτερικό, μια πιο προσεκτική εξέταση αποκαλύπτει ότι η ρυθμίση της άσκησης του δικαιώματος ψήφου των απόδημων δεν είναι ομοιόμορφη, αλλά γίνεται με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα, ορισμένες χώρες επιτρέπουν την ψήφο σε εκλογικά τμήματα που έχουν συσταθεί στο εξωτερικό, και/ή επιστολική ψήφο, ψήφο μέσω πληρεξουσίου και ηλεκτρονική ψήφο (βλ. ανωτέρω παράγραφο 34). Η διάρκεια διαμονής στο εξωτερικό είναι ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από τα κράτη-μέλη. Ορισμένα [κράτη-μέλη] χορηγούν το δικαίωμα του εκλέγειν μόνο στους υπηκόους τους που διαμένουν προσωρινά εκτός της χώρας, ενώ σε άλλα, οι απόδημοι χάνουν το δικαίωμα του εκλέγειν μετά από κάποιο χρονικό διάστημα (βλ. ανωτέρω παράγραφο 35). Επιπλέον, ορισμένα Συμβαλλόμενα Κράτη ορίζουν ότι οι απόδημοι εκλέγουν τους δικούς τους εκπροσώπους στο εθνικό κοινοβούλιο, σε εκλογικές περιφέρειες που συστήνονται εκτός της επικρατείας (βλ. ανωτέρω σκέψη 37). Τέλος, στην πλειονότητα των κρατών-μελών που επιτρέπουν την ψήφο από το εξωτερικό, τα άτομα που επιθυμούν να κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας πρέπει να εγγραφούν εντός ορισμένης προθεσμίας στους εκλογικούς καταλόγους από τις αρχές της χώρας καταγωγής τους ή τις διπλωματικές ή προξενικές αρχές στο εξωτερικό (βλέπε παραγράφους 39-45 παραπάνω).
75. Εν ολίγοις, κανένα από τα νομικά κείμενα που εξετάσθηκαν παραπάνω δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, υπό το ισχύον δίκαιο, τα Κράτη έχουν υποχρέωση να παρέχουν στους πολίτες τους που ζουν στο εξωτερικό τη δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν. Όσον αφορά τις ρυθμίσεις για την άσκηση του δικαιώματος που έχουν θεσπιστεί από εκείνα τα κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης που επιτρέπουν την ψήφο από το εξωτερικό, υπάρχουν σήμερα πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις.
76. Δεύτερον, όσον αφορά την εθνική νομοθεσία στο εν προκειμένω ζήτημα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το άρθρο 51 § 4 του Συντάγματος προβλέπει ότι «[ν]όμος … μπορεί να ορίζει τα σχετικά με την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος από τους εκλογείς που βρίσκονται έξω από την Επικράτεια». Το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής, από την πλευρά του, ανέφερε στην έκθεσή του της 31ης Μαρτίου 2009 επί του νομοσχεδίου σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν στις βουλευτικές εκλογές από Έλληνες εκλογείς που διαμένουν στο εξωτερικό ότι η παροχή δυνατότητας άσκησης του δικαιώματος ψήφου από το εξωτερικό αποτελούσε περισσότερο επιλογή παρά καθήκον για τον νομοθέτη, τονίζοντας παράλληλα ότι δεν υπάρχει ομοφωνία στη νομική θεωρία επί του θέματος αυτού (βλ. ανωτέρω παράγραφο 19). Εν κατακλείδι, φαίνεται ότι, αν και το άρθρο 51 § 4 του Συντάγματος επιτρέπει στο νομοθέτη να εξασφαλίσει την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν των απόδημων Ελλήνων από τον τόπο κατοικίας τους, δεν τον υποχρεώνει να πράξει κάτι τέτοιο. Κατά συνέπεια, και λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω εκτιμήσεις (βλ. παράγραφο 75), το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι ο ρόλος του να υποδείξει στις εθνικές αρχές σε ποιά χρονική στιγμή και με ποιό τρόπο θα πρέπει να δώσουν πρακτική ισχύ στο άρθρο 51 § 4 του Συντάγματος.
77. Επιπλέον, από το 2000, οι ελληνικές αρχές έχουν καταβάλει αρκετές προσπάθειες για να εφαρμόσουν τις διατάξεις του άρθρου 51 § 4. Κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, για παράδειγμα, το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών αποσαφηνίστηκε, και διευκρινίστηκε ότι η αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών δεν απέκλειε την άσκηση του δικαιωμάτος του εκλέγειν με επιστολική ψήφο ή άλλο πρόσφορο μέσο, ​​υπό την προϋπόθεση ότι η καταμέτρηση των ψήφων και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων θα πραγματοποιούνταν κατά τον ίδιο χρόνο με το εσωτερικό της χώρας (βλ. ανωτέρω παράγραφο 16).
78. Μνεία πρέπει να γίνει επίσης και στην πρωτοβουλία που αναλήφθηκε το 2009 με στόχο την θέσπιση της νομοθεσίας που προβλέπεται από το άρθρο 51 § 4 του Συντάγματος, υπό τη μορφή νομοσχεδίου που εισήχθη στη Βουλή στις 19 Φεβρουαρίου 2009 από τους Υπουργούς Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, και το οποίο ρύθμιζε την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν στις βουλευτικές εκλογές από τους απόδημους Έλληνες εκλογείς. Το νομοσχέδιο απορρίφθηκε, καθώς απέτυχε να εξασφαλίσει την πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών όπως απαιτείται από το άρθρο 51 § 4 του Συντάγματος, μετά την τροποποίησή του κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001.
79. Τέλος, όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση των προσφευγόντων, το Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλλει για τον ισχυρισμό τους ότι διατηρούν στενούς και διαρκείς δεσμούς με την Ελλάδα και παρακολουθούν στενά τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα, με σκοπό να διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στις υποθέσεις της. Επομένως, το τεκμήριο ότι οι πολίτες που δεν κατοικούν εντός της επικράτειας έχουν λιγότερο άμεση ή λιγότερο συνεχή σχέση με τα καθημερινά προβλήματα της χώρας και έχουν πιο περιορισμένη γνώση για αυτά (βλ. ανωτέρω παράγραφο 69) δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Ωστόσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, αυτό δεν αρκεί για να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομική κατάσταση στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να λαμβάνουν υπόψη κάθε μεμονωμένη περίπτωση, προκειμένου να ρυθμίσουν την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν, αλλά πρέπει να θέσουν ένα γενικό κανόνα (βλ. Hilbe, ό.π.).
80. Όσον αφορά τη διατάραξη της οικονομικής, οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής των προσφευγόντων που θα είχε προκληθεί αν έπρεπε να ταξιδέψουν στην Ελλάδα για να ασκήσουν το δικαίωμά τους να ψηφίσουν στις βουλευτικές εκλογές του 2007, το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι [η αναστάτωση] αυτή θα ήταν δυσανάλογη, έως του σημείου να θίγει την ίδια την ουσία του εν λόγω δικαιώματος του εκλέγειν.
3. Συμπέρασμα
81. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω σκέψεις, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι στην προκειμένη υπόθεση εθίγη η ίδια η ουσία των δικαιωμάτων ψήφου των προσφευγόντων, όπως αυτή διασφαλίζεται από το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε παραβίαση της διάταξης αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ
αποφαίνεται ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης.
Παρατηρήσεις
1. Το ερώτημα ενώπιον του Δικαστηρίου και η σημασία του
Στην υπόθεση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) κλήθηκε να εξετάσει ένα ερώτημα ιδιαίτερης συνταγματικής σημασίας: το κατά πόσον η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) απαιτεί από τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να παρέχουν στους απόδημους πολίτες τους τη δυνατότητα να ψηφίζουν από τον τόπο κατοικίας τους στο εξωτερικό.
Όπως σε κάθε ερώτημα που ανακύπτει στα πλαίσια του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλου (άρθρο 3), έτσι και εδώ το ζήτημα αφορά τους όρους συγκρότησης και λειτουργίας του ανώτατου οργάνου μιας δημοκρατικής πολιτείας, του εκλογικού της σώματος. Του οργάνου, δηλαδή, από το οποίο αντλεί τη νομιμοποίησή της η άσκηση δημόσιας εξουσίας σε μια δημοκρατία[3]. Το αν μια χώρα παρέχει αποτελεσματικές δυνατότητες στους απόδημους υπηκόους της να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία ή όχι συνδέεται άμεσα με το αν η εν λόγω χώρα περιλαμβάνει τα άτομα αυτά στο σώμα από το οποίο αντλούν νομιμοποίηση οι αποφάσεις των οργάνων της[4].
Το ερώτημα αυτό έχει μάλιστα ακόμα μεγαλύτερη σημασία όταν αφορά τη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία των απόδημων υπηκόων μιας χώρας με τόσο μακρά παράδοση αποδημίας όσο η Ελλάδα – και μάλιστα σε καιρούς αυξανόμενης διασυνοριακής κινητικότητας, όπως οι σημερινοί. Τυχόν υποχρέωση μιας χώρας όπως η Ελλάδα να εξασφαλίσει στους απόδημους υπηκόους της τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στην εκλογική διαδικασία απο το εξωτερικό μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στο εκλογικό αποτέλεσμα και να επηρεάσει ακόμα και την τελική έκβαση αμφίρροπων αναμετρήσεων. Μια ματιά στις συνέπειες της ψήφου των απόδημων στις ιταλικές εκλογές του 2006 αρκεί για να αναδείξει τις πρακτικές διάστασεις του ζητήματος[5].
Η εφαρμογή του άρθρου 3 γενικά και η υπόθεση Σιταρόπουλος ειδικότερα δοκιμάζουν τα όρια των δυνατοτήτων παρέμβασης ενός διεθνούς δικαστηρίου, όπως το ΕΔΔΑ. Ποιά άτομα και με ποιούς όρους πρέπει να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία είναι ζήτηματα με τόσο σημαντικές θεωρητικές και πρακτικές διαστάσεις που θέτουν με ένταση το ερώτημα του ρόλου που πρέπει να έχει το ΕΔΔΑ στις σχετικές αποφάσεις. Οι έντονες αντιδράσεις που προκάλεσαν παλαιότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου στο πλαίσιο του άρθρου 3[6], αλλά και ο σκεπτικισμός που έχουν εκφράσει σε ανάλογες περιστάσεις δικαστές του ΕΔΔΑ[7], είναι ενδεικτικές των σαφών επιφυλάξων που διατυπώνονται κατά καιρούς σχετικά με την παρέμβαση του Δικαστηρίου στους εκλογικούς κανόνες των κρατών-μελών.
2. Η απάντηση του Δικαστηρίου
Οι επιφυλάξεις αυτές είναι ευδιάκριτες στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Σιταρόπουλος. Σε αντίθεση με τους δικαστές του Πρώτου Τμήματος του ΕΔΔΑ (Πρώτο Τμήμα), το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης έκρινε ομόφωνα ότι το άρθρο 3 δεν επέβαλε στην Ελλάδα να εξασφαλίσει στους προσφεύγοντες τη δυνατότητα να ψηφίσουν από τον τόπο κατοικίας τους. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η απόφαση για την παροχή στους αποδήμους των μέσων εκείνων που θα τους επέτρεπαν να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα από το εξωτερικό εμπίπτει στο περιθώριο εκτίμησης της Ελλάδας. Σε κάθε περίπτωση, έκρινε το ΕΔΔΑ, οι προσφεύγοντες μπορούσαν να είχαν ασκήσει το εκλογικό τους δικαίωμα, εάν είχαν ταξιδέψει για το σκοπό αυτό στην Ελλάδα. Κατά το Δικαστήριο, οι οικονομικές, επαγγελματικές και οικογενειακές επιπτώσεις της υποχρέωσης να ταξιδέψουν στην εκλογική τους περιφέρεια δεν συνιστούν δυσανάλογο εμπόδιο στην άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 3.
Ως προς το συμπέρασμά της, η απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης επαναβεβαιώνει την επιφυλακτική στάση του Δικαστηρίου σχετικά με την παρέμβασή του στην οργάνωση των εκλογικών συστημάτων των κρατών-μελών. Από την άποψη αυτή, οι δικαστές του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, διαφωνώντας με την πρωτόδικη απόφαση, επανέφεραν τη νομολογία του Δικαστηρίου στη γραμμή που θέλει το ΕΔΔΑ να αναγνωρίζει ευρύ περιθώριο εκτίμησης στα κράτη όσον αφορά τους εκλογικούς θεσμούς που επιλέγουν.
Όσον αφορά το σκεπτικό της, η απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης είναι αρκετά πιο προσεκτική από την πρωτόδικη, τα προβληματικά σημεία της οποίας είχαν ήδη γίνει αντικείμενο κριτικής[8]. Ωστόσο, και η απόφαση αυτή δεν είναι απαλλαγμένη από ασάφειες. Σε αρκετά σημεία το ΕΔΔΑ επιλέγει διατυπώσεις που διατηρούν τον προβληματισμό τόσο για το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 3, όσο και για τη συνέπεια του δικανικού συλλογισμού του Δικαστηρίου. Παρά τα επιμέρους προβληματικά της σημεία πάντως, η τελική απόφαση του ΕΔΔΑ καταλήγει σε ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Αναγνωρίζοντας τις διαστάσεις του θέματος και τα όρια της δικαστικής κρίσης στα πλαίσια του άρθρου 3, παραπέμπει ορθά στις εσωτερικές διαδικασίες για την επίλυση του ζητήματος, δίνοντας παράλληλα κατευθυντήριες γραμμές για την προσέγγισή του από τα εθνικά όργανα.
Όσον αφορά τα σημαντικότερα σημεία της απόφασης, μπορούν να επισημανθούν αναλυτικότερα τα ακόλουθα.
2.1. Το άρθρο 3 θεμελιώνει ατομικά δικαιώματα
Καταρχάς, το Δικαστήριο επαναβεβαιώνει στην απόφαση Σιταρόπουλος τη σταθερή νομολογία του, σύμφωνα με την οποία από το άρθρο 3 πηγάζουν ατομικά δικαιώματα[9]. Παρά τη διατύπωση του άρθρου 3, η οποία αναφέρεται σε υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών, και την αρχική διστακτικότητα της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Επιτροπή) να συνάγει από το κείμενο αυτό ατομικά δικαιώματα[10], έχει πλέον παγιωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω διάταξη εγγυάται στους πολίτες των συμβαλλομένων κρατών τα δικαιώματα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι[11].
Επίσης, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει με σαφήνεια ότι, αν και το άρθρο 3 δεν περιλαμβάνει ρητά διατυπωμένους περιορισμούς των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτό, τα εν λόγω δικαιώματα δεν είναι απόλυτα, αλλά υπόκεινται σε έμμεσους περιορισμούς[12]. Επιπλέον, τα κράτη-μέλη απολαμβάνουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς τη συμβατότητα με την ΕΣΔΑ των όρων και των περιορισμών που θέτουν στην άσκηση των εκλογικών δικαιωμάτων. Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι όροι αυτοί πρέπει να πληρούν τρείς προϋποθέσεις: να μην αποστερούν τα δικαιώματα που πηγάζουν από το άρθρο 3 από την ουσία και την αποτελεσματικότητα τους, να επιδιώκουν ένα θεμιτό σκοπό και να μην είναι δυσανάλογα περιοριστικοί ως προς τον σκοπό αυτό [13].
2.2. Ο χαρακτήρας του περιορισμού: «νομική αναγνώριση» και «πρακτικά μεσα»
Αφού επαναδιατύπωνει το γενικό πλαίσιο που θέτει το άρθρο 3, το πρώτο ζήτημα που εξετάζει το Δικαστηρίο στην υπόθεση Σιταρόπουλος αφορά τον χαρακτήρα του περιορισμού που επιβάλλει η Ελλάδα στους απόδημους εκλογείς. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει εδώ τη διάκριση στην οποία είχε προβεί και η πρωτόδικη απόφαση ανάμεσα στη «νομική» αναγνώριση της δυνατότητας ψήφου και τα «πρακτικά μέσα» άσκησης της δυνατότητας αυτής[14]. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η παράλειψη της Ελλάδας να εξασφαλίσει στους προσφεύγοντες τα κατάλληλα μέσα για να ψηφίσουν από το εξωτερικό, όπως για παράδειγμα μέσω επιστολικής ψήφου, εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία. Η Ελλάδα, διαπιστώνει το Δικαστήριο, αναγνωρίζει μεν νομικά το δικαίωμα των απόδημων να ψηφίσουν στις βουλευτικές εκλογές[15], αλλά δεν τους παρέχει τα πρακτικά μέσα για να το ασκήσουν από το εξωτερικό.
Διακρίνοντας ανάμεσα στη «νομική κατοχύρωση» και την «πρακτική άσκηση» του δικαιώματος του εκλεγειν, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης ακολουθεί την πρωτόδικη απόφαση[16]. Η διάκριση αυτή, όμως, είναι αμφίβολο αν εισφέρει στη διευκρίνιση του κανονιστικού περιεχομένου του άρθρου 3, καθώς ούτε από τη διατύπωσή του προκύπτει, ούτε επιβάλλεται λογικά για την εφαρμογή του.
Πράγματι, η υποχρέωση διενέργειας «ελεύθερων εκλογών» που θεσπίζει το άρθρο 3 απαιτεί εξ ορισμού την ανάληψη ορισμένης θετικής ενέργειας από τα κράτη-μέλη. Για την εκπλήρωσή της δεν αρκεί η μη-παρέμβαση του κράτους στη προσωπική σφαίρα του δικαιούχου, όπως συνήθως συμβαίνει με τα ατομικά δικαιώματα. Οι (πάντοτε) θετικές ενέργειες τις οποίες επιβάλλει το εν λόγω άρθρο στα συμβαλλόμενα κράτη θα μπορούσαν έτσι να διαταχθούν σε ένα συνεχές που εκτείνεται από τη θέσπιση περιοδικά εκλεγόμενου κοινοβουλίου, την τήρηση εκλογικών καταλόγων και την εξασφάλιση επαρκών εκλογικών τμημάτων έως την διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης των εκλογέων στη διαδικασία. Η ρύθμιση με νόμο του δικαιώματος ψήφου και η εξασφάλιση επαρκών μέσων για τη συμμετοχή των εκλογέων στη ψηφοφορία αποτελούν εξίσου σημεία αυτού του συνεχούς. Και οι δυο ρυθμίσεις αποτελούν, δηλαδή, θετικά μέτρα απαραίτητα για την πραγμάτωση του κανονιστικού περιεχομένου του άρθρου 3. Ούτε αναγκαία, ούτε χρήσιμη είναι λοιπόν για την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης η διαφοροποίηση αναμεσα στη «νομική αναγνώριση» του δικαιώματος και τις «πρακτικές συνθήκες» που διέπουν την άσκησή του. Αντίθετα, η διάκριση αυτή δημιουργεί την εντύπωση δυο ποιοτικά διαφορετικών υποχρεώσεων των συμβαλλομένων κρατών, υπονοώντας ίσως και διαφορετική μεταχείρισή τους από το Δικαστήριο όσον αφορά το εύρος του περιθωρίου εκτίμησης που είναι διατεθειμένο να αναγνωρίσει σε κάθε μια από αυτές.
2.3. Το κριτήριο του περιορισμού: «κατοικία» και «παρουσία»
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το χαρακτήρα του επίδικου περιορισμού έχει ωστόσο η κατηγορία στην οποία φαίνεται να τον εντάσσει το Δικαστήριο. Αν και η επιχειρηματολογία του ΕΔΔΑ δεν είναι σε αυτό το σημείο απολύτως σαφής, το Δικαστήριο σε αρκετά σημεία φαίνεται να εξετάζει την ελληνική παράλειψη ως περιορισμό που στηρίζεται στην κατοικία του δικαιούχου. Κατά το Δικαστήριο, δηλαδή, ο λόγος στον οποίο η Ελλάδα στηρίζει τον περιορισμό του εκλογικού δικαιώματος των προσφευγόντων είναι το ότι κατοικούν στο εξωτερικό.
Η ένταξη του επίδικου περιορισμού στην κατηγορία της «κατοικίας» έχει σημαντικές πρακτικές συνέπειες. Σύμφωνα με αρκετές αποφάσεις τόσο του ΕΔΔΑ, όσο και της Επιτροπής, η κατοικία στο εξωτερικό είναι ένας από τους δύο βασικούς λόγους, μαζί με τη συμπλήρωση ελάχιστης ηλικίας, που δικαιολογούν περιορισμούς του δικαιώματος του εκλέγειν[17]. Πράγματι, όπως έχει κρίνει παλαιότερα το Δικαστήριο και επαναλαμβάνει στη Σιταρόπουλος, εθνικοί κανόνες που θέτουν το δικαίωμα ψήφου υπό την προϋπόθεση της κατοικίας στη χώρα εθνικότητας είναι, κατ’ αρχήν, θεμιτοί[18]. Στο σημείο αυτό, την παρουσίαση δηλαδή της ελληνικής παράλειψης ως περιορισμού στηριζόμενου στην κατοικία των προσφευγόντων, το σκεπτικό του Δικαστηρίου, αν και εμφανίζεται συνεπές με την προηγούμενη νομολογία του, παραμένει ελλειπτικό.
Στην επίδικη περίπτωση, ο περιορισμός του δικαιώματος των προσφευγόντων δεν στηρίζεται κατ’ ακριβολογία στη διαμονή τους στο εξωτερικό, αλλά στην απουσία τους από τη χώρα την ημέρα των εκλογών. Οι προσφεύγοντες δεν στερήθηκαν τη δυνατότητα να ψηφίσουν επειδή δεν κατοικούν εντός της ελληνικής επικράτειας, όπως πράγματι συμβαίνει σε ορισμένες χώρες οι οποίες αφαιρούν από τους υπηκόους τους το δικαίωμα του εκλέγειν μετά τη συμπλήρωση κάποιου διαστήματος συνεχούς διαμονής στο εξωτερικό[19], αλλά επειδή δεν βρίσκονταν στη χώρα την ημέρα των εκλογών. Εάν είχαν ταξιδέψει στην Ελλάδα, οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να είχαν ψηφίσει, χωρίς να αποτελεί η κατοικία τους (η οποία θα παρέμενε βέβαια το Στρασβούργο) εμπόδιο στην άσκηση του δικαιώματός τους.
Ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δεν διακρίνει ανάμεσα στην κατοικία (residence) και την παρουσία στον τόπο διενέργειας των εκλογών (presence) ως διαφορετικούς όρους επί του δικαιώματος ψήφου πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο ότι η Ελλάδα χρησιμοποίησε (και συνεχίζει να χρησιμοποιεί) την υποχρέωση παρουσίας για να επιλύσει προβλήματα που προκύπτουν σε σχέση με το ζήτημα της κατοικίας στο εξωτερικό.
Πιο συγκεκριμένα, όπως φαίνεται και από τα επιχειρήματα της ελληνικής κυβέρνησης στην επίδικη υπόθεση[20], η Ελλάδα χρησιμοποιεί την υποχρέωση παρουσίας στον τόπο των εκλογών την ημέρα της ψηφοφορίας ως ένα πρακτικό μέσο για τον περιορισμό της συμμετοχής των Ελλήνων με κατοικία στο εξωτερικό στην εκλογική διαδικασία. Όπως υποστηρίζει η ελληνική κυβέρνηση στις θέσεις που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, μια γενική αναγνώριση του δικαιώματος των απόδημων να ψηφίζουν από τον τόπο διαμονής τους θα είχε σημαντικές πολιτικές (και οικονομικές) επιπτώσεις για την Ελλάδα.[21] Προκειμένου να στηρίξει τη θέση της αυτή, η ελληνική κυβέρνηση επικαλείται τρία επιχειρήματα. Πρώτον, ότι οι αποφάσεις του νομοθετικού σώματος που αναδεικνύουν οι εκλογές αφορούν κυρίως τους Έλληνες πολίτες που διαμένουν εντός της επικράτειας,[22] δεύτερον, ότι ο αριθμός των Ελλήνων που διαμένουν στο εξωτερικό είναι ιδιαίτερα μεγάλος αναλογικά με εκείνους που κατοικούν εντός της επικράτειας (3.700.000 προς 11.000.000, σύμφωνα με το ελληνικό υπόμνημα) [23] και τρίτον, ότι είναι αμφίβολο το κατά πόσο οι εκλογείς αυτοί διατηρούν επαρκείς δεσμούς με την χώρα[24]. Από τις σκέψεις αυτές γίνεται προφανές ότι η Ελλάδα χρησιμοποιεί την υποχρέωση παρουσίας ως λειτουργικό υποκατάστατο ενός περιορισμού στη βάση της κατοικίας, περιορισμό που, αν και δεν έχει εισάγει ρητά, φαίνεται να θεωρεί δόκιμο, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις. Τα δύσκολα θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα που σχετίζονται με το θεμιτό της επίδρασης στον τροπο που διοικείται η μητρόπολη ατόμων που δεν κατοικούν στη χώρα καλύπτονται, δηλαδή, στην Ελλάδα με την επιβολή της υποχρέωσης παρουσίας στη χώρα την ημέρα των εκλογών.
Ωστόσο, ανάμεσα στα δυο κριτήρια, αυτό της κατοικίας και εκείνο της παρουσίας, υπάρχει σαφής διαφορά, η οποία θα έπρεπε να έχει επισημανθεί από το Δικαστήριο[25]. Αντ’ αυτού, το Τμημα Ευρείας Σύνθεσης φαίνεται να δέχεται ως ταυτόσημα τα δυο κριτήρια, αναφερόμενο χωρίς διαφοροποίηση και περαιτέρω επεξήγηση στη νομολογία που έχει αναπτύξει σχετικά με το κριτήριο κατοικίας. Αν και, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στη περίπτωση της Ελλάδας φαίνεται να υπάρχει όντως σχέση υποκατατάστασης μεταξύ των δυο κριτηριών, η σχέση αυτή θα έπρεπε να τύχει ειδικότερης εξέτασης και αξιολόγησης από το Δικαστήριο.[26]
2.4. Τα όρια του περιθωρίου εκτίμησης
Το επόμενο βήμα για το Δικαστήριο είναι να εξετάσει εάν ο περιορισμός αυτός εμπόδισε την «ελεύθερη έκφραση της γνώμης του [ελληνικού] λαού»[27] presumptioninfavour ofinclusion“)[28] Aκόμα και στον εικοστό πρώτο αιώνα, μια δημοκρατική πολιτεία έχει ανάγκη από συγκεκριμένα κριτήρια προκειμένου να καθορίσει ποια άτομα συμπεριλαμβάνονται στο εκλογικό σώμα και ποια αποκλείονται από αυτό. Το ουσιώδες ερώτημα που τίθεται λοιπόν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το κατά πόσον ο συγκεκριμένος όρος που θέτει η Ελλάδα στην ψήφο των απόδημων, είτε οριστεί ως όρος κατοικίας είτε ως όρος παρουσίας, είναι θεμιτός από την άποψη της ΕΣΔΑ. Διατυπωμένο με όρους «περιθωρίου εκτίμησης», την έννοια που χρησιμοποιεί το ΕΔΔΑ κατά τη διερεύνηση των κανονιστικών ορίων των διατάξεων της Σύμβασης, το ζήτημα στην υπόθεση Σιταρόπουλος είναι εάν ο εν λόγω περιορισμός εμπίπτει στο περιθώριο εκτίμησης της Ελλάδας.. Η ασαφής αυτή διατύπωση λίγα προσφέρει βέβαια στη οριοθέτηση του κανονιστικού εύρους του άρθρου 3. . Προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα αυτό, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης ακολουθεί την εξής συλλογιστική. Καταρχάς, επαναδιατυπώνει ως βασική αρχή τη θέση ότι στον εικοστό πρώτο αιώνα το τεκμήριο για τη δημοκρατική οργάνωση ενός κράτους πρέπει να είναι υπέρ της ένταξης (“
Προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα αυτό, το Δικαστήριο αναφέρεται σε μια σειρά από κριτήρια τα οποία μπορούν να συστηματικοποιηθούν σε τέσσερις κατηγορίες. Πρώτον, αν από ουσιαστική άποψη δικαιολογείται (ή και επιβάλλεται) να συμμετέχουν οι απόδημοι στις εκλογές του τόπου καταγωγής τους. Δεύτερον, αν κάτι τέτοιο επιβάλλεται από το ελληνικό Σύνταγμα. Τρίτον, αν το σχετικό συγκριτικό και διεθνές δίκαιο και η διεθνής πρακτική δείχνουν μια σαφή εξέλιξη προς την κατεύθυνση παροχής των αντίστοιχων δυνατοτήτων στους απόδημους εκλογείς και, τέταρτον, το αν ο περιορισμός που επιβλήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση των προσφευγόντων είναι δυσανάλογος.
Στο σημείο αυτό, πριν την ειδικότερη παρουσίαση των παραπάνω κριτηρίων, είναι απαραίτητη μια ακόμα διευκρίνιση. Στη απόφασή του το Δικαστήριο δεν διακρίνει ανάμεσα στην ευρύτερη κατηγορία των εκλογέων που βρίσκονται εκτός της επικράτειας την ημέρα των εκλογών και των απόδημων εκλογέων. Στην πρώτη κατηγορία εμπίπτουν και πρόσωπα που βρίσκονται εκτός της χώρας για περιορισμένο χρονικό διάστημα, όπως για παράδειγμα τουρίστες ή όσοι ταξιδεύουν για επαγγελματικούς λόγους, και άρα διατηρούν την κατοικία τους εντός της επικράτειας. Είναι σαφές ότι οι λόγοι που μπορεί να δικαιολογούν περιορισμούς στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος σε όσους διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό δεν έχουν την ίδια ισχύ και για τους εκλογείς που απουσιάζουν για σύντομο διάστημα ή ειδικά την ημέρα των εκλογών. Καθώς στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες είναι απόδημοι, με κατοικία στο εξωτερικό, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των περιορισμών που επιβάλλει η Ελλάδα ειδικά σε σχέση με τα άτομα αυτά.
2.4.1. Λόγοι αναφερόμενοι στην κατοικία
Το πρώτο κριτήριο που εξετάζει το Δικαστήριο σχετίζεται με το αν δικαιολογείται, ή και απαιτείται, απόδημοι πολίτες να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία. Το ΕΔΔΑ παραπέμπει εδώ στους λόγους που δικαιολογούν περιορισμούς του εκλογικού δικαιώματος στη βάση της κατοικίας.
Όπως αναφέρθηκε ήδη παραπάνω, τόσο το Δικαστήριο όσο και παλαιότερα η Επιτροπή έχουν αναγνωρίσει σε σειρά αποφάσεών τους ότι εθνικοί κανόνες που θέτουν ως όρο του δικαιώματος ψήφου την κατοικία στη χώρα εθνικότητας είναι καταρχάς θεμιτοί από την άποψη του άρθρου 3[29] Doyle κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπου έκρινε ότι η αναστολή του δικαιώματος ψήφου που επιβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο στους απόδημους που συμπληρώνουν δεκαπέντε έτη παραμονής στο εξωτερικό είναι συμβατή με το άρθρο 3[30]. Όπως και σε παρόμοιες άλλες περιπτώσεις, στην υπόθεση εκείνη το Δικαστηριο έκρινε ότι η επί μακρόν εγκατάσταση σε άλλη χώρα μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη χαλάρωση των δεσμών των απόδημων με τη χώρα ιθαγένειας και την περιορισμένη μόνο δέσμευσή τους από τους κανόνες που θέτουν τα δημόσια όργανά της[31]. Όπως επαναλαμβάνει το Δικαστήριο στη Σιταρόπουλος, τρεις κυρίως λόγοι δικαιολογούν τη θέσπιση της κατοικίας εντός της χώρας ως προϋπόθεση του δικαιώματος του εκλέγειν: οι πιο περιορισμένες γνώσεις των απόδημων εκλογέων για τα καθημερινά προβλήματα της χώρας, οι λιγότερες δυνατότητές τους να συμμετέχουν στη προεκλογική διαδικασία, καθώς και το γεγονός ότι οι νόμοι που ψηφίζει το κοινοβούλιο αφορούν κατα πρώτο λόγο όσους διαμένουν εντός της επικράτειας[32].. Τη νομολογία αυτή επιβεβαίωσε το Δικαστήριο στην απόφαση
Όπως αναφέρθηκε ήδη, η Ελλάδα εμφανίζεται πράγματι να χρησιμοποιεί τον όρο της παρουσίας στη χώρα την ημέρα τον εκλογών προκειμένου να επιτύχει σκοπούς που συνδέονται με την κατοικία των εκλογέων. Από την άποψη αυτή, η αναφορά του Δικαστηρίου στη νομολογία που έχει αναπτύξει σχετικά με τη συμβατότητα του κριτηρίου της κατοικίας προς την ΕΣΔΑ είναι δόκιμη. Συμβάλλει στη διευκρίνιση του γιατί η διαφορετική μεταχείριση των εκτός και εντός της επικρατείας εκλογέων μπορεί να στηρίζεται σε θεμιτούς, από την άποψη της ΕΣΔΑ, λόγους[33]. Είναι πολύ ενδιαφέρον επίσης το ότι το Δικαστήριο επαναβεβαιώνει εδώ το παλαιότερο σκεπτικό του, σύμφωνα με το οποίο η υπηκοότητα δεν είναι απαραίτητο να συνεπάγεται πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Η συνεκτίμηση και άλλων κριτηρίων, όπως αυτό της κατοικίας, μπορεί να είναι θεμιτή από την άποψη της ΕΣΔΑ.
Παρόλα αυτά, ακριβώς επειδή το Δικαστήριο δεν διευκρινίζει με σαφήνεια το ρόλο της κατοικίας των προσφευγόντων στη υπο κρίση περίπτωση, η αναφορά αυτή παραμένει μετέωρη στο συνολικό συλλογισμό το Δικαστηρίου. Απουσιάζει δηλαδή η σύνδεση των λόγων που μπορούν να αιτιολογήσουν την εξαίρεση των κατοίκων εξωτερικού από την εκλογική διαδικασία με τη συγκεκριμένη περίπτωση των προσφευγόντων. Είναι ενδεικτικό της ελλειπούς αυτής σύνδεσης ότι οι εν λόγω σκέψεις περιλαμβάνονται μόνο στο τμήμα του σκεπτικού της τελικής απόφασης υπό τον τίτλο «Γενικές αρχές» και δεν αναφέρονται ξανά στο τμήμα της υπαγωγής («Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση»).
2.4.2. Το ελληνικό Σύνταγμα
Ίσως η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στη πρωτόδικη και την τελική απόφαση του ΕΔΔΑ είναι ο ρόλος του ελληνικού δικαίου και πιο συγκεκριμένα του άρθρου 51 § 4 Σ. Στην πρωτόδικη απόφαση το Πρώτο Τμήμα είχε προβεί σε μια εξαιρετικά αμφισβητήσιμη αξιολόγηση του κανονιστικού ρόλου του ελληνικού Συντάγματος στο πλαίσιο του άρθρου 3. Αν και το Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει ότι το άρθρο 51 § 4 Σ δεν θεσπίζει υποχρέωση του νομοθέτη να εξασφαλίσει τη δυνατότητα ψήφου από το εξωτερικό αλλά απλώς διασαφηνίζει τη σχετική δυνατότητα, η διάταξη αυτή έλαβε σαφές κανονιστικό περιεχόμενο στη συλλογιστική του και βάρυνε σημαντικά στην απόφαση να καταδικάσει την Ελλάδα. Πράγματι, το Πρώτο Τμήμα έκρινε ότι η εν λόγω διάταξη «δεν μπορεί να μείνει ανεφάρμοστη στο διηνεκές» και ότι το Δικαστήριο έπρεπε να διαφυλάξει ότι δεν «θα περιπέσει σε αχρησία»[34].
Η εξαιρετικά προβληματική αυτή συλλογιστική, που εκ του αποτέλεσματος αποδίδει στο άρθρο 51 § 4 Σ υποχρεωτική ισχύ, δεν επαναλαμβάνεται στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης κάνει μεν αναφορά στο άρθρο 51 § 4 Σ, αλλά δεν συνάγει από αυτό τις κανονιστικές διαστάσεις που είναι προφανείς στη πρωτόδικη απόφαση. Αντίθετα, τονίζει με σαφήνεια ότι η υπόδειξη του χρόνου και του τρόπου εξειδίκευσης της διάταξης αυτής δεν περιλαμβάνεται στο ρόλο του[35].
Η προσεκτικότερη αυτή στάση του Δικαστηρίου σχετικά με την επίδραση του ελληνικού Συντάγματος στην επίδικη περίπτωση είναι ορθή και συμβάλλει στην άρση της ασάφειας που είχε προκαλέσει στο σημείο αυτό η πρωτόδικη απόφαση[36]. Ειδικότερα, αίρει τον προβληματισμό που είχε προκληθεί από την απόδοση, έστω και έμμεσα, κανονιστικής ισχύος σε μια διάταξη που αφενός δεν περιλαμβάνεται στο εφαρμοστέο δίκαιο του ΕΔΔΑ και αφετέρου δεν θεμελιώνει υποχρέωση του Έλληνα νομοθέτη[37]. Σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη ή μη διάταξης εθνικού δικαίου με το περιεχόμενο του άρθρου 51 § 4 Σ δεν θα μπορούσε να αποτελεί λόγο περιορισμού του περιθωρίου εκτίμησης ενός συμβαλλομένου κράτους. Εκτός των άλλων, αυτό θα οδηγούσε στο παράδοξο συμπέρασμα ότι αν η Ελλάδα δεν είχε περιλάβει καθόλου στο Σύνταγμά της πρόνοια για τη ρύθμιση της ψήφου των απόδημων, δεν θα είχε καταδικαστεί για την παραβίαση του άρθρου 3[38].
2.4.3. Συγκριτικό δίκαιο, διεθνές δίκαιο και διεθνής πρακτική
Το επόμενο κριτήριο στο οποίο αναφέρεται το Δικαστήριο διερευνώντας το εύρος του περιθωρίου εκτίμησης της Ελλάδας έχει συγκριτικό χαρακτηρα. Αναφερόμενο σε συγκριτικά δεδομένα, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι αν και η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης επιτρέπει στους εκτός της επικρατείας υπηκόους τους την ψήφο από το εξωτερικό, στον κανόνα αυτό υπάρχουν εξαιρέσεις[39]. Επιπλέον, εντός της κατηγορίας των κρατών που επιτρέπουν την ψήφο από το εξωτερικό υπάρχουν σημαντικές διαφορές ως προς τον τρόπο και τις ειδικότερες προϋποθέσεις πραγμάτωσης της δυνατότητας αυτής. Ανάμεσα στα σημεία όπου διαπιστώνονται οι σημαντικότερες διαφορές, το Δικαστήριο επισημαίνει τον τρόπο ψηφοφορίας (με επιστολική ψήφο ή αυτοπρόσωπη παρουσία στην αντίστοιχη πρεσβεία ή προξενείο), τη θέσπιση ενός μέγιστου χρονικού ορίου διαμονής στο εξωτερικό και τον ορισμό ιδιαίτερων εκλογικών περιφερειών στις οποίες περιλαμβάνονται μόνο απόδημοι[40]. Στα πλαίσια του παρόντος σχολίου δεν είναι βέβαια δυνατή μια ευρύτερη αναφορά στο ρόλο του συγκριτικού δικαίου στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Αυτό που μπορεί όμως να επισημανθεί εδώ είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι οι πολλές διαφορές στο σχετικό δίκαιο των κρατών–μελών δεν του επιτρέπουν να εξάγει ενα κοινό παρονομαστή. Η ανάγκη περαιτέρω εξειδίκευσης του δικαιώματος ψήφου των απόδημων και η ύπαρξη περισσότερων δυνατών εκδοχών προς αυτή τη κατεύθυνση υποδηλώνουν ότι πρόκειται για ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί από το ΕΔΔΑ με ένα «ναι» ή ένα «όχι», αλλά απαιτεί περαιτέρω σταθμίσεις και επιλογές. Ναι μεν τα περισσότερα κράτη της Ευρώπης παρέχουν τη δυνατότητα ψήφου από το εξωτερικό, αλλά οι διαφορές στην εξειδίκευση της δυνατότητας αυτής είναι αρκετά σημαντικές, ώστε να μην επιτρέπουν να εξαχθεί ένας γενικός κανόνας, άμεσα εφαρμόσιμος στην περίπτωση της Ελλάδας.
Το επόμενο κριτήριο στη βάση του οποίου διερευνά το Δικαστήριο αν η ελληνική παράλειψη συνιστά παραβίαση του άρθρου 3 είναι το διεθνές δίκαιο και η πρακτική των διεθνών οργάνων. Ήδη η διάκριση ανάμεσα σε «διεθνές δίκαιο» αφενός και «διεθνή πρακτική» αφετέρου συνιστά μια σημαντική διαφοροποίηση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης από την πρωτόδικη απόφαση. Στην πρώτη απόφασή του, το ΕΔΔΑ είχε περιλάβει υπό τον τίτλο «Διεθνές Δίκαιο» μια σειρά ετερόκλητων κειμένων που περιελάμβαναν Γνώμες και Αναφορές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου (Επιτροπή της Βενετίας) καθώς και Ψηφίσματα και Συστάσεις της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης[41]. Στα τελευταια κείμενα μάλιστα το Πρώτο Τμήμα είχε αναφέρθει ως «εξέλιξη του δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης»[42], μια αναφορά που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αναγνώριση κάποιου είδους δευτερογενούς δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης επί του θέματος. Σε αυτή την έμμεση, και κυρίως ασαφή, πρόσδεση κανονιστικού περιεχομένου σε κείμενα με διαφορετική προέλευση και διαφορετική λειτουργία είχε ήδη εκφράσει αντιρρήσεις η πρόεδρος του Τμήματος, δικαστής Nina Vajić[43].
Προς την κατεύθυνση της δικαστή Vajić κινείται και η απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης. Αν και εξετάζει τα περισσότερα από τα κείμενα που είχε αναφέρει και η πρωτόδικη απόφαση, η τελική απόφαση του Δικαστηρίου διακρίνει ανάμεσα σε «διεθνές δίκαιο» και «πρακτική» και αποφεύγει την αναφορά στην «εξέλιξη του δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης». Περαιτέρω, προσθέτει στη σχετική ενότητα τρεις πιο «κλασικές» πηγές του διεθνούς δικαίου, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, την Αμερικανική Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τον Αφρικανικό Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δικαιωμάτων των Λαών[44].
Συμπερασματικά, και στις δυο αποφάσεις είναι σαφής η ανάγκη του Δικαστηρίου να αντλήσει κατευθύνσεις από το έργο δικαιοδοτικών και άλλων οργάνων, τόσο εντός του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και εκτός αυτού. Ειδικά στη διατύπωση της πρωτόδικης απόφασης στην «εξέλιξη του δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης» είναι σαφής η πρόθεση του Δικαστηρίου να αναζητήσει στήριξη της συλλογιστικής του σε αποφάσεις οργάνων με πιο άμεση νομιμοποίηση, όπως η Κοινοβουλευτική Συνέλευση.
Η ανάγκη αυτή δεν αφορά βέβαια μόνο την υπόθεση Σιταρόπουλος, ή την εφαρμογή του άρθρου 3. Αντίθετα είναι γενικότερο σύμπτωμα της ασύμμετρης ανάπτυξης των δύο διαστάσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης: της διαρκούς ισχυροποίησης του δικαιοδοτικού του οργάνου, που καλείται να κρίνει επί όλο και πιο αμφισβητήσιμων θεμάτων κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, και της απουσίας ενός νομοθετικού οργάνου, κατάλληλου να παρακολουθεί τις κοινωνικές μεταβολές και να θέτει τους ανάλογους κανόνες. Αν και ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο στρέφεται προς τα κείμενα αυτά είναι κατανοητός, η απόδοση στις σχετικές αποφάσεις οιονεί δεσμευτικού περιεχομένου παραμένει προβληματική. Τα σχετικά όργανα δεν έχουν οργανωθεί ως νομοθετικά και οι συγκεκριμένες αποφάσεις πιθανόν να είχαν διαφορετικό περιεχόμενο αν τα μέρη μπορούσαν να προβλέψουν ότι θα αποκτούσαν κανονιστικές διαστάσεις. Από την άποψη αυτή, οι προσεκτικότερες διατυπώσεις του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης συμβάλλουν στη διευκρίνιση ενός ακόμα από τα ασαφή σημεία της απόφασης του Πρώτου Τμήματος.
2.4.4. Δυσαναλογία στην υπο κρίση περίπτωση
Το τελευταίο κριτήριο στη βάση του οποίου εξετάζει το Δικαστήριο τη συμβατότητα της ελληνικής παράλειψης με το άρθρο 3 είναι η επίδρασή της στην ειδικότερη περίπτωση των προσφευγόντων. Δύο σημεία υπογραμμίζει εδώ το ΕΔΔΑ. Το πρώτο είναι ότι στην περίπτωση των προσφευγόντων δεν ισχύει το τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο οι πολίτες που διαμένουν εκτός της επικράτειας είναι λίγοτερο ενημερωμένοι για τα προβλήματα της χώρας τους[45]. Ωστόσο, παρά τη διαπίστωση του Δικαστηρίου οτι δεν «έχει λόγο να αμφιβάλει» περί του ότι οι προσφεύγοντες διατηρούν στενούς δεσμούς με την Ελλάδα και παρακολουθούν τις εξελίξεις εκεί, αυτό δεν κρίνεται επαρκές για να «θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομική κατάσταση στην Ελλάδα»[46].
Με την τελευταία αυτή σκέψη το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τη θέση ότι το άρθρο 3 δεν απαιτεί εξατομικευμένη κρίση για την αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου, αλλά αντίθετα τη θέσπιση γενικών κανόνων[47]. Συνάγεται, άρα, ότι στο πλαίσιο του άρθρου 3 είναι θεμιτή η χρήση τεκμηρίων, όπως αυτό της κατοικίας, και μάλιστα ότι τα τεκμήρια αυτά μπορεί να είναι αμάχητα. Κατά το Δικαστήριο, η σαφήνεια και πρακτικότητα που εξασφαλίζει ένας γενικός κανόνας δικαιολογούν τον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο 3 σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Προς την ορθότητα της σκέψης αυτής συντρέχει ακόμα ένα επιχείρημα το οποίο, αν και δεν αναφέρεται ρητά από το Δικαστήριο, είναι κρίσιμο. Η διαμόρφωση ειδικών κριτηρίων ως προς την πρόσβαση στην εκλογική διαδικασία θα ήταν ιδιαίτερα προβληματική από την άποψη της εφαρμογής τους: είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς μια διοικητική αρχή ή ένα δικαστήριο, διεθνές ή εθνικό, με την αρμοδιότητα να κρίνει σε ποιες ειδικές περιπτώσεις συγκεκριμένοι απόδημοι διατηρούν επαρκείς δεσμούς με τη χώρα και θα έπρεπε να έχουν δυνατότητα ψήφου[48].
Συνοπτικά, το επιχείρημα που αναπτύσσει εδώ το Δικαστήριο είναι το εξής: Αν και οι συγκεκριμένοι προσφεύγοντες διατηρούν επαρκείς δεσμούς με την Ελλάδα, η ανάγκη ύπαρξης ενός γενικού κανόνα δικαιολογεί τον περιορισμό του δικαιώματός τους, ο οποίος συνίσταται στην απαίτηση να είναι παρόντες στη χώρα την ημέρα των εκλογών. Αν και έως εδώ η σκέψη αυτή είναι αρκετά σαφής, στην τελική πρόταση του σκεπτικού του το Δικαστήριο εισάγει μια νέα διάσταση.
Το Δικαστήριο ολοκληρώνει την επιχειρηματολογία του στη Σιταρόπουλος κρίνοντας ότι, αντίθετα με ό,τι είχε αποφασίσει το Πρώτο Τμήμα, ο όρος που θέτει η Ελλάδα στην άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν, δηλαδή, η παρουσία στη χώρα την ημέρα των εκλογών, δεν είναι «δυσανάλογη έως του σημείου να θίγει την ίδια την ουσία» του δικαιώματος του εκλέγειν. Κατά την τελική απόφαση, δηλαδή, ούτε οι οικονομικές, ούτε οι οικογενειακές, ούτε οι επαγγελματικές συνέπειες της μετάβασης στην Ελλάδα είναι αρκετά σημαντικές ώστε να χαρακτηριστούν δυσανάλογος περιορισμός του δικαιώματος του εκλέγειν. Η επιστροφή στην Ελλάδα παρουσιάζεται έτσι ως θεμιτός όρος άσκησης του δικαιώματος ψήφου, όπως είναι, για παράδειγμα, ο όρος παρουσίας των εκλογέων που κατοικούν στην Ελλάδα στην εκλογική περιφέρεια όπου είναι εγγεγραμμένοι, ακόμα και αν δεν κατοικούν πλέον εκεί[49].
Η σκέψη αυτή θέτει υπό νέο πρίσμα τη συλλογιστική του Δικαστηρίου συνολικά. Αν η προϋπόθεση φυσικής παρουσίας στη Ελλάδα είναι καθαυτός ένας θεμιτός όρος άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν, δεν τίθεται θέμα στάθμισης μεταξύ αυτού και της ανάγκης «γενικού κανόνα» ή του δεσμού των προσφευγόντων με την Ελλάδα. Για την ακρίβεια δεν είναι καν προφανές για ποιό λόγο θα έπρεπε να εξεταστεί αν το άρθρο 3 περιέχει ή όχι υποχρέωση θεσμοθέτησης της δυνατότητας ψήφου από το εξωτερικό. Αφού οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να είχαν ταξιδέψει στη Ελλάδα για να ψηφίσουν και εφόσον το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης δέχεται ότι αυτός ο όρος δεν περιορίζει ανεπίτρεπτα το δικαίωμα τους, θα αρκούσε η σκέψη αυτή για να διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχει παραβίαση του άρθρου 3.
3. Συμπερασματικές παρατηρήσεις
Στην υπόθεση Σιταρόπουλος, το Δικαστήριο εξετάζει ένα ζήτημα με σημαντικές θεωρητικές και πρακτικές προεκτάσεις όσον αφορά την οργάνωση μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η απόφαση ότι το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλου δεν υποχρεώνει την Ελλάδα να εξασφαλίσει στους προσφεύγοντες τη δυνατότητα να ψηφίσουν από το εξωτερικό επιβεβαιώνει την ευρεία διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στα κράτη στα πλαίσια του άρθρου 3. Η τάση αυτή, που εκφράζει με σαφήνεια η Σιταρόπουλος και επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Scoppola κατά Ιταλίας[50], συνδέεται άμεσα με τις σοβαρές αντιδράσεις που προκάλεσε η απόφαση Hirst κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθ. 2)[51]. Η απόφαση εκείνη του Δικαστηρίου, που έκρινε ως αντίθετη στο άρθρο 3 τη μακρά παράδοση του Ηνωμένου Βασίλειου να αποκλείει από τη συμμετοχή στις εκλογές τους έγκλειστους σε φυλακές, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις με χαρακτηριστικότερη την ευθεία αμφισβήτηση από τη Βουλή των Κοινοτήτων της νομιμοποίησης του δικαστηρίου να παρεμβαίνει με αυτό τον τρόπο σε ζητήματα εκλογικής οργάνωσης[52].
Στην ειδικότερη περίπτωση της Ελλάδας, η εξασφάλιση της δυνατότητας ψήφου από το εξωτερικό συνδέεται με τα όρια του εκλογικού σώματος. Σε ποιές κατηγορίες εκλογέων που βρίσκονται εκτός της επικρατείας πρέπει να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ψήφου από το εξωτερικό, είναι ένα ερώτημα που η ίδια η ελληνική κυβέρνηση συνέδεσε με την επάρκεια του δεσμού των απόδημων με τη χώρα. Είναι σαφές ότι ως προς το ερωτήμα αυτό υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις, ανάλογα με την οπτική για τη δημοκρατία γενικά και το ελληνικό εκλογικό σύστημα ειδικότερα.[53]. Παρόμοιας σημασίας είναι και η επιλογή των μέσων με τα οποία θα πραγματωθεί η δυνατότητα ψήφου από το εξωτερικό.
Σε κάθε περίπτωση, οι σχετικές αποφάσεις είναι συντακτικής βαρύτητας για την ελληνική πολιτεία. Από την άποψη αυτή, είναι ορθότερο να στηριχθούν σε έναν ευρύ δημόσιο διάλογο σε εθνικό επίπεδο, άρα με τη συμμετοχή και των απόδημων, παρά στη δικαστική εκτίμηση του ΕΔΔΑ – λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τις αδυναμίες της και στην παρούσα υπόθεση. Το ερώτημα πολιτειά ποιων είναι η ελληνική πολιτεία δεν μπορεί να παραπεμφθεί απλώς σε ένα διεθνές δικαστήριο. Αντίθετα, απαιτεί βαθειά πολιτικές εκτιμήσεις και συλλογικές αξολογήσεις των μεγεθών έθνος και λαός.
Από την άλλη πλευρά, και ακριβώς λόγω της σημασίας του, το θέμα δεν μπορεί να μείνει εκκρεμές στο δηινεκές. Η απόφαση Σιταρόπουλος υπογραμμίζει εμφατικά ότι όσον αφορά τη ψήφο των απόδημων υπάρχει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική νομοθεσία. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η σημαντικότερη συνεισφορά του ΕΔΔΑ στη προκείμενη περίπτωση. Στην απόφαση Σιταρόπουλος, το Δικαστήριο επισημαίνει με ένταση το πρόβλημα, υποδεικνύει στις εθνικές αρχές ότι είναι εκείνες υπεύθυνες για την αντιμετώπισή του και διαγράφει τα πλαίσια που χαράσσουν στα εθνικά όργανα η ΕΣΔΑ και η εξέλιξη του ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου γενικότερα.

Από την άποψη αυτή, η απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης δεν ολοκληρώνει τη συζήτηση σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν από τους εκτός της επικρατείας Έλληνες και την αξιοποίηση της δυνατότητας που αναγνωρίζει το άρθρο 51 § 4 Σ. Αντίθετα τονίζει την επιτακτικότητά της και θέτει το ευρωπαϊκό πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να κινηθεί. Είναι βέβαιο πως σε περίπτωση που ευδοκιμήσουν στην Ελλάδα οι προσπάθειες για μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με τη συνταγματική συγκρότηση της χώρας, το θέμα της ψήφου των αποδημων πρέπει να περιληφθεί στις προτεραιότητές της.

 


[1] Αρχικά, η υπόθεση είχε εισαχθεί στο Δικαστήριο με αίτηση τριών ατόμων. Με επιστολή του, όμως, προς το Δικαστήριο στις 5.10.2009 ο δεύτερος εξ αυτών απέσυρε τελικά την προσφυγή του.
[2] Κατά τη γλωσσική απόδοση του ν.δ. 53/1974 – ΦΕΚ 256/Α (ΣτΜ).
[3] Το Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές ότι το μόνο πολίτευμα συμβατό με την ΕΣΔΑ είναι η δημοκρατία, βλ.Ždanoka κατά Λετονίας [ΤΕΣ], αρ. πρ. 58278/00, 16.03.2006,παρ. 98, RefahPartisi (TheWelfareParty) και άλλοι κατά Τουρκίας [ΤΕΣ],αρ. πρ. 41340/98, 41342/98, 41343/98 και 41344/98, 13.2.2003, παρ. 86.
[4] Και σε ένα ακόμα πιο θεμελιώδες επίπεδο: στη βάση του άρθρου 3 βρίσκεται ο ορισμός του «λαού» μιας δημοκρατίας. Καθώς το άρθρο 3 απαιτεί από τα κράτη να εξασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση των «λαών» τους, η ερμηνεία του προϋποθέτει την προσέγγιση του ερωτήματος ποια πρόσωπα περιλαμβάνονται στο λαό μιας δημοκρατίας, ποια είναι, δηλαδή, τα θεμιτά όρια του δήμου ενός κράτους-μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης.
[5] Βλ. Battiston & Mascitelli, “The challenges to democracy and citizenship surrounding the vote to Italians overseas”, Modern Italy 2008, σελ. 261, 265 (“[i]n the tightest vote in the history of postwar Italy, the 2006 elections would depend heavily on the overseas vote to provide the centre-left coalition a majority in the Senate.”).
[6] Βλ. παρακάτω υπ. 52.
[7] Το δίλημμα που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο στα πλάισια της εφαρμογής του άρθρου 3 έχει διατυπωθεί με σαφήνεια από τον δικαστή Levits στην υπόθεση Ždanoka κατά Λετονίας. Εφαρμόζοντας το άρθρο 3, διαπιστώνει ο δικαστής, το ΕΔΔΑ έχει το καθήκον να εγγυηθεί τα εκλογικά δικαιώματα των πολιτών που προσφεύγουν στη δικαιοδοσία του, χωρίς όμως να υπερβεί τα όρια της νομιμοποίησής του, προσπαθώντας να καθορίσει εκείνο τη συνταγματική οργάνωση ενός λαού αντί για τον λαό, τον οποίο η οργάνωση αυτή αφορά, Ždanoka κατά Λετονίας, αρ. πρ. 58278/00, 17.06.2004, μειοψηφούσα γνώμη δικαστή Levits, παρ. 17.
[8] Για κριτική επί της πρωτόδικης απόφασης, βλ. Kapsali, “Le vote des Grecs expatriés depuis leur lieu de résidence. À propos de l’arrêt Sitaropoulos et autres c. Grèce (CEDH 8 juillet 2010)”, Annuaire International des Droits de l’ Homme 2010, σελ. 677-696, Ioannidis, “The ECtHR, National Constitutional Law, and the Limits of Democracy: Sitaropoulos and Others v. Greece”, European Public Law 2011, σελ. 661-671.
[9] Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας [ΤΕΣ], αρ. πρ. 42202/07, 15.03.2012, παρ. 63.
[10] Βλ. Χ κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αρ. πρ. 530/59, 4.1.1960, 3 YB 184, σελ. 190, X και άλλοι κατά Βελγίου, αρ. πρ. 1065/61, 30.5.1961, ΥΒ 260, σελ. 268.
[11] Βλ. χαρακτηριστικά Mathieu-Mohin and Clerfayt κατά Βελγίου, αρ. πρ. 9267/81, 02.03.1987, παρ. 50-51.
[12] Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 9, παρ. 64.
[13] Ibid.
[14] Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 9, παρ. 70.
[15] Άρθρο 51 § 4 Συντάγματος και άρθρο 4 ΠΔ 96/2007.
[16] Σιταρόπουλος και άλλοι κατά Ελλάδας, αρ.πρ.42202/07, 8.07.2010, παρ. 35.
[17] Βλ. Hirst κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθ. 2) [ΤΕΣ], αρ. πρ. 74025/01, 6.10.2005, παρ. 62, Doyle κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ.30158/06, 6.02.2007, σελ. 4.
[18] Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 9, παρ. 68.
[19] Βλ., για παράδειγμα, τις περιπτώσεις της Γερμανίας (25 έτη για διαμονή σε χώρα εκτός του Συμβουλίου της Ευρώπης) και του Ηνωμένου Βασιλείου (15 έτη), Green, Entitlement to Vote, σε: Voting from Abroad.The International IDEA Handbook, επιμ. Ellis κ.ά., 2007, σελ. 93.
[20] Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 9, παρ. 55-57.
[21] Ibid, παρ. 54
[22] Ibid, παρ. 55.
[23] Ibid, παρ. 56.
[24] Ibid, παρ. 57.
[25] Η διαφορά μεταξύ των κριτηρίων γίνεται εμφανής αν αναλογιστεί κανείς ότι οι λόγοι που συνηγορούν υπέρ της θέσπισης ενός κριτηρίου κατοικίας συντρέχουν και στην περίπτωση των απόδημων που τελικά ταξιδεύουν στην πατρίδα τους για να ψηφίσουν.
[26] Ένα κρίσιμο ερώτημα θα ήταν, για παράδειγμα, το κατά πόσον είναι θεμιτό να χρησιμοποιείται ένας έμμεσος, «πρακτικός» περιορισμός αντί ενός άμεσου, και ρητά νομοθετημένου, όπως σε άλλες χώρες. Ακόμα, ο όρος της παρουσίας είναι δυσανάλογα περιοριστικός για ορισμένες κατηγορίες απόδημων εκλογέων σε σχέση με άλλες. Απόδημοι με την οικονομική και επαγγελματική δυνατότητα να ταξιδέψουν στην Ελλάδα περιορίζονται λιγότερο σε σχέση με τους αποδήμους που δεν έχουν τις δυνατότητες αυτές – παρόλο που και οι δυο κατηγορίες εκλογέων καλύπτονται εξίσου από τις δικαιολογητικές βάσεις του όρου της κατοικίας, όπως την επικαλείται η Ελλάδα (επάρκεια δεσμών με τη μητρόπολη, περιορισμένη μόνο υπαγωγή στους ελληνικούς νόμους).
[27] Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 9, παρ. 70.
[28] Ibid, παρ. 67 και 71.
[29] Βλ. Hilbe κατά Λίχτενσταϊν, αρ. πρ. 31981/96, 07.09.1999, Polacco και Garofalo κατά Ιταλίας, αρ. πρ. 23450/94, 15.09.1997 (απόφαση της Επιτροπής) DR 90-A, σελ. 5, X and Association Yκατά Ιταλίας, αρ πρ. 8987/80, 06.05.1981 (απόφαση της Επιτροπής), Lukschκατά Γερμανίας, αρ. πρ. 35385/97, 21/05/1997 (απόφαση της Επιτροπής), X κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. πρ. 7730/76, 28.02.1979 (απόφαση της Επιτροπής) DR 15, σελ. 137.
[30] Doyleκατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π. υπ. 17.
[31] Ibid, σελ. 4-5.
[32] ΣιταρόπουλοςκαιΓιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 9, παρ. 69. Το δικαστήριο παρουσιάζει για την ακρίβεια τέσσερις λόγους που δικαιολογούν την εισαγωγή περιορισμών επί τη βάσει της κατοικίας. Επί της ουσίας όμως, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος συμπίπτουν στο ότι αναφέρονται στη συγκριτικά μεγαλύτερη επίδραση των αποφάσεων της νομοθετικής εξουσίας στους εκλογείς που διαμένουν εντός της επικράτειας.
[33] Το σχετικό σημείο της πρωτόδικης απόφασης δεν επαναλαβάνεται, ωστόσο, στη κρίση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης. Στην απόφαση εκείνη, το Πρώτο Τμήμα είχε αναφερθεί στον κίνδυνο αδικαιολόγητης διάκρισης των Ελλήνων που διαμένουν στο εξωτερικό σε σχέση με εκείνους που ζουν εντός της επικρατείας (Σιταρόπουλος και άλλοι κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 16, παρ. 43). Το Πρώτο Τμήμα είχε επισημάνει εδώ ότι η εξασφάλιση της δυνατότητας ψήφου μόνο στη δεύτερη κατηγορία Ελλήνων υπηκόων μπορεί να συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος της πρώτης. Η αιτίαση αυτή δεν περιλαμβάνεται στη απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης.
[34] Ibid, παρ. 41. Επιπλέον η διάταξη του άρθρου 51 § 4 Σ χρησιμοποιήθηκε στη πρωτόδικη απόφαση ως κριτήριο προκειμένου να διακριθεί η υπόθεση Σιταρόπουλος από την υπόθεση Χ. Association και Υ. κατά Ιταλίας. Στην τελευταία αυτή υπόθεση, η Επιτροπή είχε απορρίψει ως προδήλως αβάσιμη την αιτίαση Ιταλών απόδημων ότι η αδυναμία τους να ψηφίσουν από το εξωτερικό και η συνεπαγόμενη ανάγκη να ταξιδέψουν στην Ιταλία για το σκοπό αυτό συνιστούσαν παραβίαση της ΕΣΔΑ (βλ. Χ. Association και Υ. κατά Ιταλίας ό.π. υπ. 29, σελ. 192). Κατά την απόφαση του Πρώτου Τμήματος, ένα χαρακτηριστικό σημείο στο οποίο διέφερε η ιταλική υπόθεση από την Σιταρόπουλος ήταν ότι στην περίπτωση της Ελλάδας υπάρχει μια συνταγματική διάταξη, το άρθρο 51 § 4 Σ, που δίνει τη δυνατότητα στον Έλληνα νομοθέτη να θεσμοθετήσει τη ψήφο των απόδημων, Σιταρόπουλος και άλλοι κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 16, παρ. 35.
[35] Ibid, παρ. 76.
[36] Βλ. αναλυτικότερα, Ioannidis, EPL, ό.π. υπ. 8, σελ. 669.
[37] Κατά την κρατούσα στην Ελλάδα άποψη, βλ. Μαυρια, Συνταγματικό Δίκαιο, 4η έκδοση, 2005, σελ. 405, Δροσο, Το Δικαίωμα Ψήφου των εκτός Επικρατείας Ελλήνων Εκλογέων, 1990, σελ. 36 επ., Βενιζελο, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, 2η έκδοση, 2008, σελ. 437 και 441. Για την αντίθετη άποψη βλ. Παπαδημητριου, Το Δικαίωμα της Ψήφου των εκτός Επικρατείας Πολιτών, 1980, σελ. 67.
Τσατσο, Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, 2η έκδοση, 1993, σελ. 177.
[38] Kapsali, Annuaire International des Droits de l’ Homme, όπ.π. υπ. 8, σελ. 684.
[39] Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 9, παρ. 32 και 74.
[40] Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 9, παρ. 33-37 και 74.
[41] Σιταρόπουλος και άλλοι κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 16, παρ. 18.
[42] Ibid., παρ. 44 (“évolution du droit du Conseil de l’Europe”).
[43] Σιταρόπουλος και άλλοι κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 16, μειοψηφούσα γνώμη της δικαστή Vajić, παρ. 5.
[44] Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 9, παρ. 26-31 και 72 με σύντομη αναφορά σε αποφάσεις της Διαμερικανικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και της Αφρικανικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και των Λαών.
[45] Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδας, ό.π. υπ. 9, παρ. 79.
[46] Ibid.
[47] Hilbe κατά Λίχτενσταϊν,ό.π. υπ. 29.
[48] Παρά την ορθότητα της απόφασης σχετικά με την εξασφάλιση της δυνατότητας ψήφου στη βάση γενικών κριτηρίων και μόνο, υπάρχει ένα σημείο στη σχετική συλλογιστική του Δικαστηρίου που απαιτεί μια περαιτέρω διευκρίνηση. Αν και το Δικαστήριο αναγνωρίζει την ανάγκη ενός γενικού κανόνα για τη ρύθμιση του δικαιώματος του εκλέγειν από τους αποδήμους, έχει επισημάνει νωρίτερα στην ίδια απόφαση ότι οποιαδήποτε «γενική, αυτόματη και χωρίς διακρίσεις απόκλιση από την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας» διακινδυνεύει τη δημοκρατική νομιμοποίηση της νομοθετικής εξουσίας (παρ. 68). Η ένταση ανάμεσα στις δυο σκέψεις είναι προφανής. Κάθε γενικός κανόνας περιέχει εξ’ορισμού κάποια «αυτόματη» εξαίρεση. Ο μόνος τρόπος συμβιβασμού των δυο αυτών θέσεων του δικαστηρίου είναι να θεωρήσει κανείς ότι κρίσιμο για το δικαστήριο είναι το κριτήριο επί του οποίου στηρίζεται ο «γενικός» κανόνας παρά η ίδια η «γενικότητά» του. Έτσι ο γενικός κανόνας που εξαιρούσε από το δικαίωμα του εκλέγειν όλους τους εγκλείστους στις Βρετανικές φυλακές στην υπόθεση Hirst (αριθ. 2) (κριτήριο εγκλεισμού) κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 3, ο ελληνικός περιορισμός (κατοικίας ή παρουσίας) όμως όχι.
[49] Εφόσον δεν έχουν κάνει βέβαια χρήση της δυνατότητας που παρέχει πλεον ο νόμος στους ετεροδημότες να ψηφίσουν στην πρωτεύουσα του νομού όπου έχουν την κατοικία τους.
[50] Scoppola κατά Ιταλίας (αριθ. 3) [ΤΕΣ], αρ. πρ. 126/05, 22.05.2012 (η αφαίρεση του δικαιώματος ψήφου από ορισμένες κατηγορίες εγκλέιστων για συγκεκριμένα αδικήματα δεν παραβιάζει το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ).
[51] Hirst κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθ. 2), ό.π. υπ. 17.
[52] Βλ. τη σχετική δήλωση σε Βιβλιοθήκη της Βουλής των Κοινοτήτων, Prisoner’s Voting Rights, Standard Note SN/PC/01764, 23 Μαΐου 2011, σελ. 39, διαθέσιμη στη διεύθυνση (“this House… is of the opinion that legislative decisions of this nature should be a matter for democratically-elected lawmakers…”).
[53] Σε άλλο συμπέρασμα οδηγεί μια προσέγγιση της δημοκρατίας ως τρόπος ελέγχου της εξουσίας των ατόμων που υπόκεινται σε αυτή και σε άλλο, μια προσέγγιση στη βάση της συμμετοχής σε ορισμένο έθνος. Για τα σχετικά επιχειρήματα βλ. López-Guerra, Should Expatriates Vote?, Journal of Political Philosophy 2005, σελ. 216, Spiro, Perfecting Political Diaspora, N.Y.U. L. Rev. (2006), σελ. 207.

Συνταγματικός λόγος, πολιτειακή κρίση και Αριστερά

του Γιάννη Ζ. Δρόσου, Καθηγητή στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών
[αναδημοσίευση από The Books’ Journal, τευχ. 30, Απρίλιος 2013, σελ. 26 επ.]

DROSOS_2013_4_15_17_8_33_sΤο κείμενο χαρτογραφεί την σχέση της Αριστεράς στην Ελλάδα με το Σύνταγμα, μία σχέση παραδοσιακά «μάλλον περίεργη και αντιφατική», μας λέει ο συγγραφέας, καθώς και το λόγο της για αυτό, ο οποίος θεμελιώθηκε στην πεποίθηση ότι «η τέχνη του Συντάγματος είναι η τεχνική της πολιτικής ελευθερίας», υιοθέτησε το αίτημα της περιαφής με τον τύπο της συνταγματικής επιταγής κάθε διεκδίκησης, κατοχύρωσης και διεύρυνσης ενός δικαιώματος, μιας ελευθερίας ή μιας κοινωνικής παροχής ή άλλης κατάκτησης και συνδυάσθηκε με μία ομιχλώδη λατρεία προς κάθε τι το κρατικό. Η ουσιαστική συμμετοχή της Αριστεράς στην συνταγματική αναμόρφωση της ελληνικής πολιτειακής τάξης προϋποθέτει, ωστόσο, ορισμένες θεμελιώδεις παραδοχές ως προς το πώς έχουν και γιατί έχουν όπως έχουν τα θεσμικά πράγματα στην χώρα και ως προς το ποια, γιατί και προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αλλάξουν, που κατά τον συγγραφέα είναι οι ακόλουθες: Παραδοχή πρώτη: Η θεσμική υπόσχεση που έδωσε το Σύνταγμα το 1975 με την ψήφισή του, γενικά, τηρήθηκε. Με άλλες λέξεις: οι συνταγματικοί μας θεσμοί απέδωσαν αυτά που μπορεί κανείς να αναμένει από θεσμούς. Παραδοχή δεύτερη: η λειτουργία του πολιτικού συστήματος στάθηκε βασικό εμπόδιο στην εθνική και οικονομική ανάπτυξη, καθώς στην πορεία από το 1975 η δημοκρατία εκτράπηκε σε λαολαγνεία (ο,τιδήποτε θώπευε λαϊκά ώτα ήταν ”δημοκρατικό” -αξιοσέβαστο ιδεολογικά, νομιμοποιημένο πολιτικά και κατοχυρωμένο συνταγματικά) και η έννοια ”δημόσιο συμφέρον” υπονομεύθηκε συστηματικά και αποτελεσματικά τόσο από φιλελεύθερα όσο και από λαϊκιστικά ρεύματα και ανέδειξε το ιδανικό ενός καταναλωτή που υπάρχει για να καταναλώνει διαρκώς περισσότερο, χωρίς να παράγει τα αντίστοιχα. Παραδοχή τρίτη: η μονομέρεια και η ανεπάρκεια του διεκδικητικού και φιλελεύθερου συνταγματικού λόγου της Αριστεράς. Ο λόγος αυτός ανασύρει σήμερα εν πολλοίς τον παραδοσιακό εγγυητικό λόγο της μεταπολεμικής γενεάς των αριστερών θεωρητικών και πρακτικών του Συνταγματικού Δικαίου σε μία προσπάθεια μεταφοράς του στις σημερινές συνθήκες της δημοσιονομικής, οικονομικής και κοινωνικής κρίσης: τι θα πει δεν έχετε χρήματα για τα επιδόματα και το ύψος των μισθών μας; Τα εγγυάται το Σύνταγμα, ποιο παρακράτος είναι αυτό που μας τα αρνείται; Η μεταφορά αυτή, ωστόσο, πάσχει, ισχυρίζεται ο συγγραφέας, σήμερα το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ελευθερίας, δημοκρατίας και συνταγματικής κατοχύρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά η έλλειψη χρημάτων και το αδιέξοδο των ως τώρα τρόπων οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας μας. Και σε αυτό δεν απαντάει ο αριστερός συνταγματικός λόγος. Για τον συγγραφέα, σήμερα στην Ελλάδα το πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο των συνταγματικών αιτημάτων της Αριστεράς δεν μπορεί παρά να είναι μόνον η κοινωνική και υλική δικαίωση των ελευθεριών και της δημοκρατίας, υπό την έννοια της απελευθέρωσης του αναπτυξιακού και παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής χώρας και κοινωνίας και την δίκαιη συμμετοχή όλων στην προσπάθεια και στο αποτέλεσμά της. Το συνταγματικής τάξης αίτημα δημοκρατίας και ελευθεριών δεν μπορεί πλέον παρά να συνδυάζεται με την παράλληλη ανατροπή των πολιτικών και κοινωνικών τρόπων που συνέβαλαν στον να οδηγηθούμε όπου οδηγηθήκαμε.

Τα όρια της υπό συζήτηση συνταγματικής αναθεώρησης.

Η αναθεώρηση ενός Συντάγματος είναι, τελικά, μία πολιτική πράξη που λαμβάνει την μορφή νομικού γεγονότος. Ως νομικό γεγονός μια συνταγματική αναθεώρηση έχει όρια, αναγόμενα τόσο στην φύση του συνταγματικού κανόνα όσο και στις συγκεκριμένες συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή επιτελείται.

Το Σύνταγμα θέτει νομικά πλαίσια. Όποια νομικά πλαίσια και να θέσει όμως,  κάποτε -αυτό διδάσκει η ιστορική εμπειρία- θα έρθει η κοινωνική και πολιτική ύλη να τα διαβρώσει, αλλοιώσει ή και ανατρέψει. Το Σύνταγμα διοχετεύει -«εγκοιτώνει» κατά την εμβληματική διατύπωση του Αλέξανδρου Σβώλου- την ροή των πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων: η αναθεωρημένη συνταγματική μας κατασκευή μπορεί μεν να διευκολύνει μία κατεύθυνση της πολιτικής και της κοινωνίας ή να δυσχεράνει μιαν άλλη, δεν υποκαθιστά όμως ούτε την πολιτική ούτε την κοινωνία. Αυτό είναι ένα πρώτο και  θεμελιώδες όριο ως προς τι μπορεί κανείς να αναμένει από μία συνταγματική αναθεώρηση.

Όριο θέτει επίσης ο διεθνής χαρακτήρας της κρίσης. Στον βαθμό  που η πηγή του ελληνικού προβλήματος δεν είναι εθνική, το εθνικό Σύνταγμα- δεν αρκεί για την αντιμετώπισή του. Και μία άριστη δηλαδή λειτουργία άριστων ελληνικών συνταγματικών θεσμών δεν θα αρκούσε για να κρατήσει την Ελλάδα έξω από μία κρίση διεθνούς χαρακτήρα όπως αυτή.  Αυτό είναι ένα δεύτερο όριο ως προς τι μπορεί να αναμένει κανείς από μία συνταγματική αναθεώρηση στην Ελλάδα σήμερα.

***

Η κρίση αλλάζει και τον λόγο μας. Αν πριν ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως  νήπιος ελογιζόμην η κρίση, ελπίζω, συμβάλλει ώστε να καταργηθούν οι νηπιακοί μας τρόποι, επιτρέπει, ελπίζω, έστω, δι’ εσόπτρου εν αινίγματι[1] να δούμε τι μας γίνεται. Μας αναγκάζει να αντικρύσουμε και αμιγώς ελληνικούς, σκοτεινούς όμως ως τώρα ή παρασιωπούμενους τρόπους και λειτουργίες της ελληνικής πολιτείας, οικονομίας και κοινωνίας. Υποχρεώνοντάς μας να επιχειρήσουμε να επιλύσουμε το αναγόμενο και σε δικά μας ενδότερα αίνιγμα των πηγών της χρεωκοπίας μας, η κρίση επέσπευσε και την συζήτηση για συνταγματική ανασύνταξη της ελληνικής πολιτείας και δημιούργησε την προσδοκία και την ευκαιρία να αξιοποιηθούν για το καλό μας όσα, πειθοί τε και βία προέκυψαν από το οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο.

 

Το άρθρο αυτό έχει γενικό περιεχόμενο. Τούτο όχι επειδή απορρίπτω ως περιττές ή μάταιες τις πιο συγκεκριμένες σκέψεις επί των αναθεωρητέων διατάξεων, κάθε άλλο[2], αλλά επειδή νομίζω αναγκαία την παρεισαγωγή ευρύτερων θεωρήσεων στο όλο εγχείρημα. Σε κρίσιμες όμως στιγμές όπως η τωρινή ευρύτερες θεωρήσεις απαιτούνται, νομίζω, ώστε να κατακτηθεί ένα επίπεδο αυτογνωσίας, να αποκτηθεί η αναγκαία απόσταση από την διαχείριση της καθημερινής τριβής και να διαγραφούν οι αδρότερες γραμμές, δηλαδή  η σύλληψη των χαρακτηριστικών που πρέπει να έχει μία νέα κοίτη, ικανή να συλλάβει πάνω-κάτω την επιθυμητή και την διαμορφωνόμενη πορεία των πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων και να τις εντάξει επ΄ ωφελεία του λαού και του έθνους στην κατάλληλη συνταγματική αρχιτεκτονική.

Καταγγελτικά και εγγυητικά στοιχεία και παραδόσεις στον συνταγματικό λόγο της ελληνικής Αριστεράς.

Η Αριστερά  στην Ελλάδα έχει παραδοσιακά μία μάλλον περίεργη και αντιφατική σχέση με το Σύνταγμα σε μία αστική δημοκρατία. Πολιτική συμμετοχή σε συζήτηση για την  ψήφιση Συντάγματος άρχισε να έχει μόλις την εποχή που ψηφιζόταν το Σύνταγμα του 1952 – δύο χρόνια μετά την λήξη του εμφύλιου, στην χειρότερη στιγμή της ιστορίας της. Με την φωνή του λαμπρότερου πολιτικού και κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της, του Ηλία Ηλιού, η Αριστερά κατάγγειλε ότι «οι παρακμασμένοι εκπρόσωποι των συμφερόντων των μεγαλοαστών (…) με το υπό ψήφιση ‘Σύνταγμα’ συντάσσουν το ‘λίμπρο ντ΄ όρο’ της οικονομικής ολιγαρχίας» και ότι το «κείμενο, που αυτό μεθαύριο θάχει την αξίωση νάναι το Σύνταγμα της Ελλάδας δεν είναι το Σύνταγμα του ελληνικού λαού. Είναι ένα ντικτάτ, μια υπαγόρευση σκληρών όρων κατοχής, που  επεβλήθηκαν ερήμην και εναντίον του ελληνικού λαού»[3].

Δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1965, η ίδια Αριστερά, τα ίδια φυσικά πρόσωπα και οι ίδιοι πολιτικοί και κοινοβουλευτικοί της εκπρόσωποι, πρωτοστάτησαν στο λαϊκό κίνημα που εκδηλώθηκε και με τις μνημειώδεις μαχητικές διαδηλώσεις που αποτυπώθηκαν στην ιστορία ως «114»: Η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων. Η Αριστερά της ΕΔΑ, του Ηλία Ηλιού και του παρανόμου αλλά παρόντος ΚΚΕ ζήτησε, μαχητικά, με όλη τη δύναμη της φωνής της, ακόμη και με αίμα νεκρών συντρόφων στους δρόμους της Αθήνας, την έγερση του πατριωτισμού των Ελλήνων ώστε να τηρηθεί –τι; Το λίμπρο ντ΄ όρο της ολιγαρχίας; Το ντικτάτ που υπαγόρευε σκληρούς όρους κατοχής;

***

Την κατάρρευση της χούντας το 1974, αρχικά, δήλωσαν ότι δεν την δέχονται ως ριζική αλλαγή πολιτεύματος το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ: μόνο μια απλή «αλλαγή νατοϊκής φρουράς», διαπίστωσε ο πολύ Ανδρέας Παπανδρέου. Να ήταν «μπρόκολα» ή μήπως «λάχανα»; αναρωτήθηκε ο θυμόσοφος Χαρίλαος Φλωράκης.  Στη συζήτηση πάντως για το Σύνταγμα η Αριστερά μετέσχε, κατέθεσε μάλιστα και προτάσεις. Κάποιες υιοθετήθηκαν, άλλες όχι, τελικά το Σύνταγμα –το ισχύον Σύνταγμά μας του 1975-  ψηφίσθηκε μόνον από την συνθλιπτική, τότε, κοινοβουλευτική δύναμη με την πολιτική ισχύ της Νέας Δημοκρατίας. Το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ εσωτερικού και το ΚΚΕ το καταψήφισαν. Η αντίθεσή τους πάντως δεν είχε τον οξύ καταγγελτικό χαρακτήρα του 1952. Προβλήθηκε ως έντονη διαφωνία επειδή θεώρησε όχι επαρκή την προστασία δικαιωμάτων και, κυρίως, εξαιρετικά μεγάλες τις αρμοδιότητες –υπερεξουσίες- που το Σύνταγμα επιφύλασσε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Υπήρχε και εκείνη η παγερή και όχι παράλογη δυσπιστία στον μη δοκιμασμένο ακόμη σε ελεύθερο και δημοκρατικό καθεστώς πρωταγωνιστή της Μεταπολίτευσης Κωνσταντίνο Καραμανλή. Και μπόλικος τακτικισμός: κι αν μια θετική ψήφος δώσει την εντύπωση μιας συμβιβασμένης –με τι άραγε;- Αριστεράς; Άλλωστε, αφού δεν ήταν δικό μας μπορεί να ήταν Σύνταγμα της Ελλάδας, αλλά Σύνταγμα του ελληνικού λαού δεν θα ήταν.

Την αναθεώρηση 1986 συνέλαβε το ΠΑΣΟΚ μέσα στις πολύ γνωστές συνθήκες, ψήφισε πάντως και η Αριστερά. Με πολλή αμηχανία ωστόσο, η παραδοσιακή Αριστερά, πολιτική και ακαδημαϊκή, βρέθηκε στην μυστήρια θέση να βλέπει να καταργούνται οι «υπερεξουσίες» και παράλληλα να  της δημιουργούνται αισθήματα καχυποψίας (ίσως όχι εντελώς άδικα, αλλά πάντως όχι σε αρμονία με την ένταση της ανελέητης κριτικής που για ένδεκα χρόνια ασκούσε κατά των καταργούμενων προεδρικών εξουσιών).  Με τα λόγια του μεγαλύτερου σύγχρονου Έλληνα συνταγματολόγου, και πολιτικά εντασσόμενου στην ανανεωτική και σοσιαλιστική Αριστερά, Αριστόβουλου Μάνεση: «… το αναθεωρημένο Σύνταγμα ανανεώνει και αναπαράγει το πολιτικό σύστημα του 1975  προς όφελος της εκτελεστικής και πάλι εξουσίας, αλλά, αυτή τη  φορά,  εξουσίας ειδικότερα του Πρωθυπουργού» […] «”Οι σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές δομές (…) καθιστούν γενικότερα την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας είτε δεδομένη είτε αναπόφευκτη (…) Ένα δημοκρατικό πολίτευμα κινδυνεύει να αναιρεθεί, αν η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας δεν συνδυάζεται με συστηματική μέριμνα γιααυξημένες εγγυήσεις  υπέρ των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών (…) για την θέσπιση νέων μορφών λαϊκού ελέγχου”.»[4] Η μέριμνα για την θέσπιση νέων μορφών λαϊκού ελέγχου ήταν «καίριο πρόβλημα της δημοκρατίας» την εποχή εκείνη, διέγνωσε ο Μάνεσης το 1975 και το επανέλαβε μετά την αναθεώρηση του 1986[5].

***

Και έτσι φθάνουμε στο βασικό μοτίβο της κυρίαρχης στάσης της Αριστεράς, πολιτικής και ακαδημαϊκής, απέναντι στο Σύνταγμα: η τέχνη του Συντάγματος είναι η τεχνική της πολιτικής ελευθερίας. Το Σύνταγμα είναι το θεμέλιο κάθε ελευθερίας, ατομικής ή συλλογικής άρα το έρεισμα για αντίσταση στην πολιτική εξουσία, αφού η άσκηση της πολιτικής εξουσίας εξ ορισμού αναγκαστικά συνεπάγεται την ψήφιση και επιβολή νόμων, δηλαδή περιορισμούς. Σε αυτήν την αντίληψη του Συντάγματος ως ατομική, ιδιωτική καταφυγή (ατομικώς ιδιωτική ή συλλογικώς ιδιωτική) ο κυρίαρχος νομικός και φιλοσοφικός λόγος μιας μεγάλης ακαδημαϊκής παράδοσης (με πρόσωπα και αριστερών καταβολών μεταξύ των πρωταγωνιστών της)  συνάντησε τον ”έρωτα” για την αγγλοσαξωνικής χροιάς λατρεία προς τον φιλελευθερισμό –τον πολιτικό φιλελευθερισμό, κυρίως.[6] Στην πορεία, ο λόγος αυτός συνάντησε το μείζον συνταγματικής περιωπής αίτημα της Αριστεράς κατά τις  τελευταίες αρκετές δεκαετίες, που ήταν η περιαφή με τον τύπο της συνταγματικής επιταγής κάθε διεκδίκησης, κατοχύρωσης και διεύρυνσης ενός δικαιώματος, μιας ελευθερίας ή μιας κοινωνικής παροχής ή άλλης κατάκτησης. Ό,τι θέλαμε δηλαδή να παγιωθεί για πάντα το εμφανίζαμε ως συνταγματική επιταγή. Κι ό,τι δεν θέλαμε το αποκρούαμε και ως αντισυνταγματικό.

Η υλική βάση όμως, η αληθινή κοινωνική ύλη που θα θεμελίωνε την όποια συνταγματική επιταγή ως υλική πραγματικότητα και όχι ως κατανομή αρμοδιοτήτων και προσδιορισμό ορίων δεν απασχόλησε, ως εάν το Σύνταγμα να βρισκόταν πάνω και πέρα από τις πραγματικότητες που του δίνουν κανονιστικό περιεχόμενο, που μεταβάλλουν δηλαδή σε ζωή τις λέξεις με τις οποίες αυτό είναι κατασκευασμένο. Αρκούσε ότι το Σύνταγμα, όπως το ερμηνεύαμε εμείς, συχνά δε και τα δικαστήριά μας, αναγνώριζε δικαιώματα και καταστάσεις, παγιώνοντάς τα ως μόνιμα και ακατάλυτα.

Επίσης, ο συνταγματικός λόγος της Αριστεράς συνδυάσθηκε με μία ομιχλώδη λατρεία προς κάθε τι το κρατικό. Ό,τι το κρατικό το θεωρούσαμε δημόσιο, και ως δημόσιο του λαού, δηλαδή γενικώς Αριστερό. Το ότι η σκληρή Δεξιά έκανε τηνPower ΔΕΗ, την Ούλεν ΕΥΔΑΠ, την Ολυμπιακή του Ωνάση κρατική Ολυμπιακή, την Εμπορική του Ανδρεάδη κρατική Εμπορική –με όλα όσα σήμαιναν οι κρατικοποιήσεις αυτές για την υπαγωγή τους σε συστήματα ιδιωτικών συμφερόντων και για το βαθύ πελατειακό κράτος και τις ακόμη βαθύτερες ρίζες του στο καθεστώς των κοινωνικών φρονημάτων και παλαιότερα- δεν φάνηκε να δημιουργεί ούτε πολιτικά ερωτηματικά ούτε ιδεολογικά ζητήματα. Στα θέματα του σχεδιασμού της εθνικής οικονομίας ο λόγος της Αριστεράς, πάντως από το 1950 και μετά, ήταν και σε μεγάλο βαθμό παραμένει ένας κατά βάση ιδεολογικός λόγος, κάπου ανάμεσα στο discours του παλαιού Καραμανλή και του πάλαι ποτέ Τσαουσέσκου.

***

Είναι δίκαιο πάντως να σημειωθεί ότι ο διεκδικητικός των αστικών και πολιτικών ελευθεριών συνταγματικός λόγος της ελληνικής Αριστεράς βρήκε πλήρη πολιτική νομιμοποίηση ως απάντηση στην χυδαιότητα και την βαρβαρότητα του παρασυνταγματικού καθεστώτος της Δεξιάς ιδίως στην δεκαετία του ’50. Είναι επίσης δίκαιο να επισημανθεί ότι ανάγεται στην  συνέχεια μιας πολύ παλαιότερης παράδοσης που φθάνει στις απαρχές της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας. Είναι η εγγυητική παράδοση στην πρόσληψη του Συντάγματος, την οποία εισήγαγε ήδη από τα μέσα του προ-περασμένου αιώνα ο Ν.Ι. Σαρίπολος.

Σύμφωνα με τον πατέρα του ελληνικού συνταγματικού δικαίου, «εκ της διηνεκούς πάλης του της κοινωνίας συμφέροντος προς συντήρησιν της ελευθερίας και του συμφέροντος των αρχόντων προς αύξησιν και ενίσχυσιν της αυτών εξουσίας και μείωσιν των του έθνους ελευθεριών»[7] εκπηγάζει η ανάγκη μιας εγγύησης –«εγγύης» στη γλώσσα του Σαρίπολου- των λαϊκών ελευθεριών, και αυτή είναι το συνταγματικό πολίτευμα, «ο γλυκύτατος και ιερότατος της ελευθερίας δεσμός».[8] Τα δικαιώματα, τα «δίκαια του πολίτου», μόνο το Σύνταγμα μπορεί να εξασφαλίσει, και αυτά «ουδέν άλλο εισίν ή νόμιμος τις αντίστασις κατά των αντιποιήσεων της εξουσίας.»[9]

Το νήμα αυτό της σκέψης βρήκε την ιστορική του διατύπωση από την εμβληματική μορφή του Αριστόβουλου Μάνεση: «Το Συνταγματικόν Δίκαιον ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας.»[10] Εμβληματικά επίσης συνόψισε ο Μάνεσης και την δημοκρατική αρχή, το θεμέλιο του πολιτεύματος στην συνταγματική μας τάξη: «Ο λαός, ως κυρίαρχος, δύναται να θέλη ο,τιδήποτε, αρκεί ότι το θέλει[11] Όμως η αδυναμία αποπληρωμής του δημόσιου χρέους το 2009 άλλαξε τα πράγματα:  αφού ο λαός, ως κυρίαρχος δύναται να θέλη  ο,τιδήποτε, αρκεί ότι το θέλει, γιατί δεν δύναται και να έχει ο,τιδήποτε, αρκεί ότι το θέλει;

***

Η ουσιαστική συμμετοχή της Αριστεράς στην συνταγματική αναμόρφωση της ελληνικής πολιτειακής τάξης προϋποθέτει ορισμένες θεμελιώδεις παραδοχές ως προς το πώς έχουν και γιατί έχουν όπως έχουν τα  θεσμικά πράγματα στην χώρα και ως προς το ποια, γιατί και προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αλλάξουν. Σε μία σειρά τέτοιες παραδοχές και επιλογές βασίζεται και η συνέχεια των σκέψεων που σας παραθέτω.

Παραδοχή πρώτη: Η θεσμική υπόσχεση που έδωσε το Σύνταγμα το 1975 τελικά τηρήθηκε.

Η θεσμική υπόσχεση που έδωσε το Σύνταγμα το 1975 με την ψήφισή του, γενικά, τηρήθηκε.  Με άλλες λέξεις: οι συνταγματικοί μας θεσμοί απέδωσαν αυτά που μπορεί κανείς να αναμένει από θεσμούς.

Εξηγούμαι: το 1975 -τότε ψηφίσθηκε το Σύνταγμα-  το μείζον συνταγματικό αίτημα ήταν η κατοχύρωση της δημοκρατίας και των ελευθεριών. Το αίτημα αυτό αναδύθηκε ως κύριο κάτω από την βαρειά σκιά 30 χρόνων στέρησης και περιορισμών της δημοκρατίας και των ελευθεριών από τις διάφορες εκδοχές της Δεξιάς, με ωμότερη και βλακωδέστερη εκείνη της χούντας. Στα 37 χρόνια της λειτουργίας του το Σύνταγμα του 1975 διασφάλισε ιδιωτικές και δημοκρατικές ελευθερίες, κατοχύρωσε σημαντικές κοινωνικές κατακτήσεις, απορρόφησε όλες τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις και κρίσεις. Η παρούσα κρίση παρέσυρε πολλά, όμως την θεσμική λειτουργία του πολιτεύματος δεν την παρέσυρε.  

Χαρακτηριστικά και ως παράδειγμα: η βουλή και το εκλογικό σώμα είναι οι βασικοί συνταγματικοί θεσμοί  ενός δημοκρατικού πολιτεύματος που καλούνται να αντιμετωπίζουν κρίσεις του βεληνεκούς της παρούσας μέσα στα πλαίσια του ισχύοντος Συντάγματος. Αυτό και έπραξαν. Την βαρειά, υπαρξιακή ίσως συνέπεια των δύσκολων αποφάσεων υπέστησαν κόμματα (ΠΑΣΟΚ, Νέα Δημοκρατία και ΛΑΟΣ) και πρόσωπα (οι βουλευτές και άλλα στελέχη του πολιτικού προσωπικού) –όχι θεσμοί. Απορημένοι, πικραμένοι, αντιμετωπίζοντας εκρήξεις γνήσιας και εύλογης λαϊκής οργής αλλά και διασυρμούς από κάθε τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική (για να θυμηθώ τον Σαββόπουλο), διαβλέποντας αρκετοί και τον εκλογικό και πολιτικό τους καταποντισμό, οι βουλευτές που συγκροτούσαν τις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες τόσο εκείνη του Σεπτεμβρίου 2009-Νοεμβρίου 2011, όσο (διαφορετική και υπό διαφορετικές συνθήκες) εκείνη του Νοεμβρίου 2011 έλαβαν όλες τις πολιτικές αποφάσεις (νομοθετικά μέτρα και κυβερνητικούς μετασχηματισμούς) που έκριναν εφικτές και απαραίτητες. Η κοινωνία αντέδρασε, η αντιπολίτευση αντιπολιτεύθηκε, ο συνταγματικός θεσμός «βουλή» όμως συγκράτησε την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας μέσα στο συνταγματικό πλαίσιο και την ίδια την χώρα μέσα στο ευρώ. Στο σημείο αυτό έχω μία συναισθηματικού ίσως χαρακτήρα παρατήρηση: ανεξάρτητα από την ορθότητα των αποφάσεων και την λυσιτέλεια της άγριας λιτότητας στην οποία αναγκασθήκαμε να συρθούμε, η πλειοψηφία των βουλευτών από την εκδήλωση της κρίσης μέχρι και σήμερα αναλαμβάνουν το βάρος βαρειών αποφάσεων. Ήδη για μόνο το γεγονός αυτό, ανεξάρτητα από την προσωπικότητα, τα κίνητρα και την αξία του καθενός τους (με εξαίρεση τους εξ αυτών τηλεοπτικούς σταρ, τους άλλους ποιος τους ξέρει άλλωστε;) τους αρμόζει τιμή και σεβασμός, και από εμένα τον έχουν.

Εκτός από τη βουλή λειτούργησε και το εκλογικό σώμα. Αφενός συνήλθε –πράγμα όχι αυτονόητο με βάση την ελληνική ιστορική εμπειρία- και αφετέρου έλαβε τις κρίσιμες αποφάσεις, ώστε να έχει η χώρα και κυβέρνηση και πολιτική με μόνο και μικρό αντίτιμο δύο διαδοχικές εκλογικές μέσα σε 45 μέρες.

Το Σύνταγμα λοιπόν, μπορεί μερικές φορές να τεντώθηκε και να τεντώνεται, άντεξε όμως, και ήδη φιλοξενεί την νέα πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση. Εκείνο που ως προς την λειτουργία του πολιτεύματος κατέρρευσε ήταν το κομματικό σύστημα με την μορφή που κυβέρνησε επί 37 χρόνια, όπως κατέρρευσαν ή βαδίζουν με ταχύτητα στη λήθη και πολλοί από τους άλλοτε γυαλιστερούς πρωταγωνιστές του. Το Σύνταγμα όμως μέσω του οποίου κυβέρνησαν δεν κατέρρευσε. Αν αυτό φαίνεται αυτονόητο υπενθυμίζω: η κρίση του 1965 δεν έγινε εφικτό να διοχετευθεί στις συνταγματικές λειτουργίες. Αντίθετα, παρέσυρε, καταρράκωσε και τελικά κατεδάφισε και το Σύνταγμα και τους θεσμούς του.

Η σκληρή διαπίστωση του πιο επίκαιρου παρά ποτέ Παναγιώτη Κονδύλη ότι η «σημερινή» -προσδιορισμός που ήδη αναφέρεται στο 1991 – «πασιφανής κρίση» εντοπίζεται πάντως και «στο γεγονός ότι η κομματική εκποίηση του κρατικού μηχανισμού, μολονότι πέρασε στο στάδιο της διαρκούς εκποίησης της χώρας, ξεπέρασε πια τα όρια της οικονομικής αντοχής, ότι δηλαδή η πελατειακή πολιτική προχώρησε προς την αυτοκαταστροφή της και είναι υποχρεωμένη να βάλει η ίδια όρια στον εαυτό της προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να συνεχισθεί μελλοντικά»[12] ίσως εξηγεί, αλλά πάντως δεν αναιρεί το γεγονός ότι η «πελατειακή πολιτική», δηλαδή πελάτες και πάτρωνες, -εκούσα ή ακούσια, μοιρολατρικά ή με μανιασμένη αντίσταση- φαίνεται να αντιλαμβάνεται τελικά ότι ξεπεράσθηκαν πολλά όρια, αποδεχόμενη την όποια μεταβολή του συστήματος που μέχρι τότε ανεδείκνυε την σύνθεση και την λειτουργία της.

Παραδοχή δεύτερη: η λειτουργία του πολιτικού συστήματος ως βασικό εμπόδιο στην εθνική και οικονομική ανάπτυξη.

Αν οι συνταγματικοί θεσμοί δεν έφταιξαν, κάτι άλλο θα έφταιξε. Τι άραγε;

Το παρόν κείμενο έχει ως αντικείμενο τους αναγόμενους στην λειτουργία της ελληνικής πολιτείας και κοινωνίας παράγοντες της ελληνικής κρίσης. Κατά κανένα τρόπο δεν αποδίδει την κρίση αυτή, που είναι τμήμα μιας διεθνούς χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, αποκλειστικά και μόνο σε ελληνικές ιδιορρυθμίες. Μετά την διευκρίνιση αυτή ας προσπαθήσουμε λίγο να θυμηθούμε την δημοκρατική μέθη και την εναπόθεση ωραίων ελπίδων στην noblesseτης πολιτικής μας είχε παρασύρει όλους ευχάριστα, εκείνο το καλοκαιράκι του 1974[13]. Η κατάρρευση της δεξιάς δικτατορίας το 1974 έστελνε στα δύσοσμα υπόγεια της ιστορίας και της ντροπής τις πολιτικές δομές και την ιδεολογία του αντικομμουνιστικού αρχικά και ολοκληρωτικά διχαστικού στη συνέχεια μετεμφυλιακού κράτους. Τώρα η δημοκρατία –η Δημοκρατία!- βαθειά, πλατειά, ανόθευτη κι εδραιωμένη θα αντιμετώπιζε τα πάντα, με την γαλανόλευκη να πλαισιώνεται από κόκκινα και πράσινα και πολύχρωμα λάβαρα και, πολύ σύντομα, από την κυανή αστερόεσσα της ΕΟΚ (καλή αστερόεσσα, χρώματος μπλε μαραίν, όχι η άλλη η κακή). Ο χρόνος μας ήταν ευθύγραμμος και προοδευτικός: ό,τι κερδίζαμε ήταν κατάκτηση, και δεν θα γυρνούσε πίσω, νομοτελειακά. Κι ήταν όλος δικός μας.

Στην πορεία από το 1975, ανεπαισθήτως, η τόσο αναγκαία και τόσο περιπόθητη δημοκρατία εκτράπηκε σε λαολαγνεία: ο,τιδήποτε θώπευε λαϊκά ώτα (ή και άλλα μέλη του λαϊκού σώματος) ήταν ”δημοκρατικό” -αξιοσέβαστο ιδεολογικά, νομιμοποιημένο πολιτικά και κατοχυρωμένο συνταγματικά. Η έννοια ”δημόσιο συμφέρον” υπονομεύθηκε συστηματικά και αποτελεσματικά τόσο από φιλελεύθερα ρεύματα (στα οποία προσχώρησαν, συχνά με ενθουσιασμό νεήλυδος, και διανοούμενοι με αριστερή καταβολή) όσο και από λαϊκιστικά ρεύματα: κάθε καπρίτσιο ή κουτσαβάκικη απαίτηση ήταν ανθρώπινο δικαίωμα και λαϊκή επιταγή. Ο πακτωλός δημοσίων χρημάτων –εθνικών και κοινοτικών- εκλήφθηκε ως δικαίωση της καπατσοσύνης του Έλληνα και όχι ως αντίκρισμα της συμμετοχής του σε μία παραγωγική κοινότητα οικουμενικών διαστάσεων. Ανέδειξε το ιδανικό ενός καταναλωτή που υπάρχει για να καταναλώνει διαρκώς περισσότερο, χωρίς να παράγει τα αντίστοιχα.

Το πολιτικό σύστημα εξέφρασε και εκφράσθηκε από την ιδεολογία της λαϊκής απαίτησης για διαρκώς μεγαλύτερη κατανάλωση. Η ιδεολογία αυτή εμφανίσθηκε με την μορφή του αυτονοήτου αιτήματος για ”βελτίωση των συνθηκών ζωής του πολίτη”, όχι όμως στην βάση της παραγωγής και της ανάπτυξης, αλλά της δάνειας και μπαταχτσίδικης ευμάρειας. Το ”αυτονόητο” αυτό ανεπαισθήτως, αλλά με χαλύβδινη αποτελεσματικότητα, εξοβέλισε ως αυτοτροφοδοτούμενος στόχος και αξιωματικά διατυμπανιζόμενο ιδανικό οποιαδήποτε άλλη μορφή νομιμοποίησης πολιτικού στόχου ή αιτήματος και επηρέασε καθοριστικά ατομικές και συλλογικές νοοτροπίες και συμπεριφορές. Δεν συνοδεύθηκε όμως από την συνείδηση ότι αν η ιδεολογία των ”λαϊκών κατακτήσεων” δεν συνοδεύεται από αντίστοιχα ”λαϊκά επιτεύγματα” (κατά το ωραίο κλασικό πολιτικό λεξιλόγιο της Σοβιετικής Ένωσης) αργά ή γρήγορα οδηγεί στο κενό. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν, πρακτικά, η εκποίηση της χώρας στους δανειστές της. Η εκποίηση αυτή μεταβάλλεται σε ιδεολογία και δημοκρατικό αίτημα, αρκεί, κατά φράση ξανά του Παναγιώτη Κονδύλη ”ο ‘λαός’ να ζητά την εκποίηση αυτή’”, πράγμα που και συνέβη, ώστε, τελικώς ”η συγκεκριμένη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος (…) κατάντησε να αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στην εθνική και οικονομική ανάπτυξη –κάτι παραπάνω μάλιστα: έγινε αγωγός εκποίησης της χώρας με αντάλλαγμα την δική της, δηλαδή τη δυνατότητά της να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές ψήφου.[14]

Παραδοχή τρίτη: η μονομέρεια και η ανεπάρκεια του διεκδικητικού και φιλελεύθερου συνταγματικού λόγου της Αριστεράς.

Οι πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής, άγριας λιτότητας και θεσμικών μεταρρυθμίσεων -το αντίτιμο που τελικά καταβλήθηκε για την συνέχιση της δημοσιονομικής και νομισματικής επιβίωσης της χώρας μέσα στο ευρώ-  ανέτρεψαν την βολή μας, δυσαρέστησαν όλους, περιήγαγαν σε κακή κατάσταση ή και σε απόγνωση πάρα πολλούς. Επικαλεσθήκαμε αμέσως το Σύνταγμα, αλλά το Σύνταγμα δεν ήρθε να σώσει κανέναν. Αυτό μας οδήγησε σε μεγάλη αμηχανία. Καλοπροαίρετος ο Έλλην, ευπρεπής, προοδευτικός ή και αριστερός ακόμη, διαπορούσε αμήχανος, διότι –παραφράζω τον Παύλο Καλλιγά- «μεθερμήνευε τα συντάγματα και τα πολιτεύματα και μετά ταύτα δεν ηδύνατο να εννοήσει πως δεν εκτελούντο, ενώ ούτε εις την ορθογραφίαν ούτε εις την φρασεολογίαν δεν υπήρχεν λάθος».[15] Η συνταγματική παγίωση των κοινωνικών, ιδίως, κατακτήσεων εκλαμβάνονταν, αυτόματα, ως η υλοποίησή τους. Όμως δεν ήταν.

Μία αρκετά μαχητική, θορυβώδης και αρκετά διαδεδομένη σε σοβαρά τμήματα του συνταγματικού λόγου της Αριστεράς τάση[16] ανασύρει, με αταβιστικό τρόπο, τον παραδοσιακό εγγυητικό λόγο της μεταπολεμικής γενεάς των αριστερών θεωρητικών και πρακτικών του Συνταγματικού Δικαίου σε μία προσπάθεια μεταφοράς του στις σημερινές συνθήκες της δημοσιονομικής, οικονομικής και κοινωνικής κρίσης: τι θα πει δεν έχετε χρήματα για τα επιδόματα και το ύψος των μισθών μας; Τα εγγυάται το Σύνταγμα, ποιο παρακράτος είναι αυτό που μας τα αρνείται;

Είναι αλήθεια ότι τα μέτρα των μνημονίων  περιέχουν αναντίρρητα νομικές αδεξιότητες και νομικά λάθη ή και συνταγματικές παραβάσεις. Παρ΄ όλ΄ αυτά πάσχει βαρύτατα η μεταφορά αυτή: γιατί αν το κοινωνικό θεμέλιο του εγγυητικού και διεκδικητικού συνταγματικού λόγου είναι η έλλειψη ελευθερίας, ελευθεριών και νομικής κατοχύρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, σήμερα δεν είναι η έλλειψη ελευθερίας, δημοκρατίας και συνταγματικής κατοχύρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων το πρόβλημα, ούτε, βεβαίως, η πλησμονή τους. Η έλλειψη χρημάτων είναι το πρόβλημα, και το αδιέξοδο των ως τώρα τρόπων οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας μας.

Σε κάθε περίπτωση και με οποιαδήποτε εκδοχή η μεταφορά του εγγυητικού λόγου ως κύριου συνταγματικού επιχειρήματος για την αντιμετώπιση των μνημονιακών μέτρων είναι αφελής, σε μερικές μάλιστα εκφάνσεις της και παιδαριώδης. Τα φύλλα και του πλέον αδαμάντινου περί τα δικαιώματα συνταγματικού χάρτη, ακόμη και συμπληρωμένα από τις πλέον βαθυστόχαστες δικαστικές αποφάσεις, δεν αρκούν για να γεμίσουν άδεια ταμεία ούτε δημιουργούν θέσεις εργασίας. Πέραν αυτού, αν γίνει δεκτό ότι για την κρίση δεν φταίει η Ελλάδα, αλλά το διεθνές καπιταλιστικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, τότε τι ακριβώς μπορεί να επιτύχει έναντι αυτού του διεθνούς συστήματος η νομική, και δικαστική ακόμη, διαπίστωση ότι στερούμενοι όσα στερούμαστε παραβιάζονται –αν παραβιάζονται- διατάξεις του αδιάφορου για τους διεθνείς αυτούς γενεσιουργούς παράγοντες της κρίσης Συντάγματός μας;

Η θεμελίωση του ”σήμερα” ως κατάφαση της προοπτικής του ”αύριο”: η παράδοση της ελληνικής Αριστερά και μια ιταλική παρέκβαση.

Βαθύτερα, η Αριστερά, μετά την στρατιωτική της ήττα το 1949, αρνήθηκε να δεχθεί ότι όφειλε να έχει και στο εξής λόγο και ρόλο, και μάλιστα ισχυρό λόγο και μεγάλο ρόλο, σε καθ’  εαυτήν την διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας και πολιτείας. Βαθύτερα ιδεολογικά παρέμεινε με το όπλο παρά πόδα, σε διαρκή και θεμελιώδη αντίθεση και αντιπαραβολή με την ανασυγκροτούμενη ελληνική πολιτεία του 1950. Διεκδικούσε τις υπεσχημένες από τον ιδεολογικό λόγο και την συνταγματική κατασκευή των νικητών του Εμφυλίου ελευθερίες, τις οποίες αυτοί καταπατούσαν απροσχημάτιστα και αναιδώς, δεν επιχειρούσε όμως να διαμορφώσει μια ελληνική κοινωνία που να είναι και δική της. Η στρατηγική πολιτική μας κατεύθυνση εύρισκε την βαθύτερη νομιμοποίησή της στην αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά μέσω θεσμικών και κοινωνικών διεκδικήσεων ανάδειξη των αντιφάσεων ενός οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού συστήματος, το οποίο απορρίπτουμε όχι μόνο ως ιδανικό –πράγμα και θεμιτό και εύλογο- αλλά και ως πραγματικότητα, ως ξεροκέφαλο γεγονός -πράγμα στρατηγικά εσφαλμένο. Απόρροια της άρνησης αυτής ήταν η σιωπηρή, κατά κανόνα, αλλά απολύτως σταθερή, ιδεολογική κατ΄ αρχήν και πρακτική στη συνέχεια απόρριψη, της συμμετοχής της Αριστεράς στην οικοδόμηση της εκάστοτε σημερινής ελληνικής κοινωνίας σαν αυτό να ήταν ανεπίτρεπτος συμβιβασμός και απεμπόληση αρχών.

Ειδικότερα, για την ελληνική Αριστερά μετά το 1949 το θέμα της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, δηλαδή της παραγωγής του προς διανομή πλούτου, δεν ήταν ποτέ στο πραγματικό κέντρο του ενδιαφέροντος. Η παραγωγή του πλούτου σε μία καπιταλιστική κοινωνία γινόταν αντιληπτή ως παραγωγή κέρδους των καπιταλιστών και μόνο, όχι και ως παραγωγική αξιοποίηση –με έναν τρόπο και σε ένα σύστημα που δεν μας άρεσε, αλλά πάντως αξιοποίηση- του υλικού και ανθρώπινου δυναμικού της ελληνικής κοινωνίας. Το πρότυπο, το μοντέλο του αριστερού αγωνιστή ήταν ο εθνικός αγωνιστής και ο δημοκρατικός και κοινωνικός διεκδικητής, ήταν αντάρτης του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ο μακρονησιώτης που υπερασπίστηκε την αξιοπρέπειά του,  ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο Σωτήρης Πέτρουλας, ο αντιμέτωπος με τον ανθρωποφύλακά του στα Γιούρα, στην ταράτσα ή στο ΕΑΤ, ο Διομήδης Κομνηνός. Η μορφή του ήρωα της μεταπολεμικής Αριστεράς στην Ελλάδα όμως δεν περιείχε και –όχι μόνον, αλλά και– το ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο που θα αφιέρωνε τη ζωή του και στο να κάνει πράξη το πώς δενότανε τ’ ατσάλι –δηλαδή πως οικοδομείται η ζώσα κοινωνία και όχι η ακόμη ανύπαρκτη μελλοντική. Δεν περιείχε κανέναν και κανενός είδους Πάβελ Κορτσάγιν, για να σταθώ στον τίτλο και στην πρωταγωνιστική μορφή ενός εμβληματικού μυθιστορήματος του σοβιετικού μεσοπολέμου[17]. Το στυφό γεγονός ότι, π.χ., η κακή πορεία ή η συρρίκνωση και τελικά το κλείσιμο μιας ιδιωτικής βιομηχανικής μονάδας στη χώρα μας βλάπτει πολύ περισσότερο τον εργαζόμενο λαό και τον άπελπι άνεργο και πολύ λιγότερο το χαϊδεμένο μας κρατικοδίαιτο life style ρεμάλι που παριστούσε επί χρόνια και χρόνια τον «επιχειρηματία» δεν βρέθηκε στο κέντρο της ιδεολογικής και πολιτικής σκέψης της μεταπολεμικής Αριστεράς στην Ελλάδα.

Αντίστοιχα διαμορφώθηκε και ο συνταγματικός λόγος της Αριστεράς.

Μία παρέκβαση: ο Παλμίρο Τολιάττι και το ιταλικό Σύνταγμα.

Θα μπορούσε όμως μία Αριστερά άξια του ονόματός της να ενδιαφέρεται για την οικονομική ανασυγκρότηση της ελληνικής αστικής δημοκρατικής καπιταλιστικής πολιτείας μετά την λήξη του πολέμου, ακόμη και του εμφύλιου, χωρίς αυτό να είναι μία ανεπίτρεπτη απεμπόληση αρχών, ιδανικών και εν γένει του καταστατικού λόγου της ύπαρξής της;

Στο σημείο αυτό ας μου δικαιολογηθεί μια παρέκβαση. Όταν, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, έγραφα την διδακτορική μου διατριβή με θέμα την νομική θέση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, ανέτρεξα τα πρακτικά της ιταλικής συντακτικής συνέλευσης που ψήφισε το και σήμερα ισχύον ιταλικό Σύνταγμα του 1948. Έπεσα με βουλιμία ιδιαίτερα πάνω στις παρεμβάσεις των εκπροσώπων της ιταλικής Αριστεράς. Με παρέσυραν γρήγορα οι γοητευτικές, νομικά και πολιτικά, συζητήσεις στη συνέλευση αυτή, οι οποίες, όπως επίσης γρήγορα διαπίστωσα, ανήκαν στις μεγάλες πολιτικές και νομικές μορφές του ιταλικού συνταγματικού λόγου –ενός λόγου που δεν έχει ίσως μελετηθεί και εκτιμηθεί στη χώρα μας όσο δικαιολογεί η υψηλή ποιότητα του επιχειρήματος και η εξαιρετική λεπτότητα και πολιτική ευαισθησία της συνταγματικής σκέψης και της εκφοράς της, αλλά και το επί πάνω από μισό αιώνα αποτέλεσμά του.

Στάθηκα ιδιαίτερα στις παρεμβάσεις του Τολιάτι. Για όσους τυχόν δεν το γνωρίζουν, ο Παλμίρο Τολιάττι δεν ήταν «μόνο» ο Γραμματέας του μεγαλύτερου τότε κομμουνιστικού κόμματος της Ευρώπης (με εξαίρεση το σοβιετικό), αλλά και Γραμματέας της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην εκρηκτική και αιματηρή δεκαετία του ’30. Ανήκε στον στενότατο, τον προσωπικό κύκλο του Στάλιν και κατά τα σκοτεινά χρόνια της μεγαλύτερής του ακμής. Όποιος έχει και μικρή ακόμη γεύση της ιστορίας των γεγονότων της εποχής εκείνης μπορεί να συμπεράνει τα αναγκαία.

Ο Τολιάττι, αντιπρόεδρος της πρώτης μεταπολεμικής ιταλικής κυβέρνησης υπό την πρωθυπουργία του μεγάλου αντιπάλου του και ιδρυτή του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος της  Ιταλίας Αλτσίντε Ντε Γκάσπερι, μίλησε αρκετές φορές στο συντακτικό σώμα που επεξεργαζόταν και τελικά ψήφισε το ιταλικό Σύνταγμα. Γνώριζε, με κάθε βεβαιότητα από πρώτο χέρι, ότι η χώρα του, για καιρό, για πολύ, για πάρα πολύν καιρό, θα παρέμενε γεωπολιτικά αναπόσπαστο κομμάτι της Δύσης, θεσμικά μία αστική δημοκρατία και κοινωνικά μια καπιταλιστική οικονομία της ελεύθερης αγοράς. Θα ήταν δηλαδή ό,τι ακριβώς ο ίδιος και το πανίσχυρό κόμμα του δεν ήθελαν να είναι. Και όμως, ο συνταγματικός λόγος του, διακοσμημένος όσο χρειαζόταν με ιδεολογικά, κάποτε και οραματικά στοιχεία, δεν ήταν ο τυφλός καταγγελτικός λόγος της ελληνικής Αριστεράς. Την εποχή που θεμελιωνόταν η μεταπολεμική ιταλική δημοκρατία και κοινωνία, ο Τολιάττι δεν άφησε την τεράστια κοινωνική, οργανωτική και ηθική ισχύ της πολιτικής δύναμης της οποίας ηγείτο να τον παρασύρει σε τυχοδιωκτισμούς ούτε έτρεξε να χωθεί πίσω από μεγαλοπρεπείς φωνασκίες. Αντίθετα, συνέλαβε ότι η μεγάλη δύναμη που εκπροσωπούσε και καθοδηγούσε είχε και αυτή δικό της μερίδιο συμμετοχής στην δημιουργία της νέας (τότε) ιταλικής κοινωνίας και πολιτείας. Συνέλαβε ότι αν συμμετοχή της δύναμης αυτής στην συνταγματική κατασκευή του πολιτεύματος της χώρας του απέληγε απλώς σε μια αυτιστική καταγγελία του διαμορφωνόμενου πολιτεύματος, τότε η δύναμη αυτή θα είχε σπαταληθεί και ουσιαστικά χαθεί όχι μόνο για την αστική ιταλική δημοκρατία –ποιος νοιάζεται άλλωστε για μια τέτοια δημοκρατία;- αλλά και για την σοσιαλιστική δυναμική που ενυπάρχει και αναπτύσσεται μόνο όταν δημιουργεί κανείς τα μείζονα και γεγονότα κι όχι όταν παραπονιέται επειδή δημιουργούνται χωρίς αυτόν.

 Ήταν μία στάση, νομίζω, βαθύτατα μαρξιστική με την πιο παραδοσιακή χρήση του όρου: ο Τολιάττι δεν αρκέσθηκε απλώς να παρακολουθεί κριτικώς φιλοσοφώντας μια διαμορφωνόμενη από άλλους κοινωνία της χώρας του. Επιχείρησε να μετάσχει στην διαμόρφωση της μεταφασιστικής Ιταλίας, με συνείδηση των ιστορικών, κοινωνικών και πολιτικών ορίων της συμμετοχής του αυτής, αλλά και με συναίσθηση της υποχρέωσής του να εξαντλήσει τις δυνατότητές τους και να μην παγιδεύσει την πολιτική ύπαρξη των ιταλών κομμουνιστών σε μόνο το γεγονός της καταγγελίας ότι οι εχθροί είναι κακοί άνθρωποι. 

Η κοινωνική και υλική δικαίωση των ελευθεριών και της δημοκρατίας ως μείζον πολιτικό και συνταγματικό αίτημα.

Σήμερα στην Ελλάδα μπορώ να αντιληφθώ ως πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο για τα συνταγματικά αιτήματα της Αριστεράς μόνον την κοινωνική και υλική δικαίωση των ελευθεριών και της δημοκρατίας –του πολιτεύματος των φτωχών κατά τον Αριστοτέλη. Και ως κοινωνική και υλική δικαίωση των ελευθεριών και της δημοκρατίας εννοώ την απελευθέρωση, μέσω των ελευθεριών και της δημοκρατίας, του αναπτυξιακού και παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής χώρας και κοινωνίας και την δίκαιη συμμετοχή όλων στην προσπάθεια και στο αποτέλεσμά της. Δεν χάνει τον εγγυητικό των ελευθεριών χαρακτήρα του το Σύνταγμά μας, αλλά, επίσης, δεν είναι μόνο θεμέλιο διεκδικήσεων ή εργαλείο πολιτικής τακτικής σήμερα. Είναι και το θεσμικό έδαφος για την δημιουργία της δικής μας κοινωνίας, τόσο της σημερινής όσο και εκείνης που ονειρευόμαστε –χωρίς καθόλου να είναι βέβαιο ότι βλέπουμε όλοι το ίδιο όνειρο. Το συνταγματικής τάξης αίτημα δημοκρατίας και ελευθεριών δεν μπορεί πλέον παρά να συνδυάζεται με την παράλληλη ανατροπή των πολιτικών και κοινωνικών τρόπων που συνέβαλαν στο να οδηγηθούμε όπου οδηγηθήκαμε.  

Η μεγάλη σημασία των φαινομενικά μικρών θεσμικών τομών.

Η κρίση και οι εξελίξεις που δρομολόγησε καθιστούν μία συνταγματική αναθεώρηση αναγκαία. Ως προς τη μορφή νομίζω ότι πρέπει να είναι πάνω-κάτω όπως εκείνη του 1911: κρίσιμες, αλλά όχι πλήρεις ανατροπές στην συνταγματική κατασκευή του πολιτεύματός μας, συμπληρωνόμενες από ένα ευρύ φάσμα κατάλληλων νομοθετικών θεσμικών παρεμβάσεων. Ως προς το περιεχόμενο, θα ξεχώριζα –χωρίς να αποκλείω άλλες, αλλά και τονίζοντας την αξία που έχει η σημασία στα καίρια- τρείς βασικές κατευθύνσεις: την απελευθέρωση της δημοκρατικής δυναμικής από τον φαύλο κύκλο κομματικής εκποίησης του κράτους και της χώρας έναντι υποσχέσεων παροχών, την αναδιοργάνωση βασικών λειτουργιών του κράτους, όπου θα ενέτασσα και τη σύνδεση της λειτουργίας των ελληνικών κανόνων δημοσιονομικού σχεδιασμού και διαχείρισης με τους αντίστοιχους διαμορφωνόμενους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον προσδιορισμό της εθνικής και πολιτικής μας ταυτότητας στον κόσμο των δεκαετιών που έρχονται.

Η απελευθέρωση της δημοκρατικής δυναμικής με την εξάλειψη, όσο είναι δυνατόν, των θεσμικών διόδων που επέτρεψαν την χάραξη και υλοποίησης πολιτικής με θεμέλιο την υπόσχεση κομματικής εκποίησης του κρατικού μηχανισμού και του αναπτυξιακού δυναμικού της χώρας έναντι παροχών ψήφων είναι, νομίζω, η μεγαλύτερη προτεραιότητα. Την θραύση του φαύλου δεσμού πελάτη-πάτρωνα και ψήφου – αντιπαροχής, την αντιλαμβάνομαι πάντως ως ενίσχυση και όχι αποδυνάμωση των θεσμών πολιτικής. Πρέπει, νομίζω, να απορριφθούν προτάσεις που συγχέουν την απαξίωση του πολιτικού προσωπικού με μία απαξία προς τους θεσμούς της δημοκρατικής πολιτικής. Προτάσεις που επιζητούν, π.χ. μείωση του αριθμού των βουλευτών ή ασυμβίβαστο ανάμεσα στην βουλευτική και την υπουργική ιδιότητα, ακόμη και αν δεν προέρχονται από μία υποχώρηση στον λαϊκισμό της συγκυρίας, παραπλανούν, συσκοτίζουν και δεν έχουν έδαφος. Αν με λιγότερους βουλευτές ή με λιγότερο αποφασιστικό ρόλο τους πάνε καλύτερα τα πράγματα, γιατί να μην πάνε ακόμη καλύτερα χωρίς κανέναν βουλευτή; Αν καλοί υπουργοί εκείνοι που δεν μετρούν και το πολιτικό κόστος, μήπως είναι περιττή ή και επιζήμια η πολιτική/κοινοβουλευτική ευθύνη της κυβέρνησης; Ή ακόμη και η στιγμή της καταβολής του δημοκρατικού αντιτίμου, δηλαδή οι εκλογές;

Μέτρα που θα κατέτειναν στην κατεύθυνση αυτή, ενδεικτικά, θα μπορούσε να είναι

Ø       ένα πάγιο εκλογικό σύστημα που να προβλέπει σχετικά ισότιμη διαμόρφωση των εκλογικών περιφερειών και να επιτρέπει την έντιμη έκφραση των ρευμάτων της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και την δυνατότητα του κοινοβουλευτικά νομιμοποιημένου κυβερνητικού σχήματος να κυβερνά. Υπενθυμίζω, γιατί καμιά φορά λησμονείται, ότι η διακυβέρνηση της χώρας από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαμορφώνεται με βάση το εκλογικό αποτέλεσμα είναι η ουσιαστική και αποφασιστική συνέπεια του δημοκρατικού δικαιώματος που λέγεται «ψήφος».

Ø       η ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, π.χ. με την αρμοδιότητα να συγκαλεί την Κυβέρνηση σε έκτακτες περιπτώσεις ή να απευθύνεται στη βουλή, να προτείνει στη βουλή δημοψήφισμα, να ζητά από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο τον προληπτικό έλεγχο της συνταγματικότητας ψηφισμένων νομοσχεδίων πριν δημοσιευθούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κ.λπ., χωρίς όμως εμπλοκή του στην συγκρότηση, σύνθεση και αποφασιστική λειτουργία των άλλων κρατικών οργάνων.

Ø       ο (κατά συνταγματική παραδοξότητα πλην πολιτικά αναγκαίος) περιορισμός του αριθμού των μελών της κυβέρνησης σε περίπου 25, δηλαδή η και με συνταγματική επιταγή αποσύνδεση του αριθμού των μελών της κυβέρνησης από την άτυπη αλλά πανίσχυρη πρακτική του σχηματισμού κυβέρνησης με βάση την εκπροσώπηση σε αυτήν του συνόλου των εκλογικών περιφερειών.

Ø       η εισαγωγή θεσμικών μέτρων για την αποκατάσταση της γενικότερης αξιοπιστίας όλων των βασικών συνιστωσών του πολιτικού μας συστήματος. Μεταξύ αυτών είναι η επανεξέταση –αλλά όχι εξάλειψη- του ρόλου της βουλής στην ποινική δίωξη του πολιτικού προσωπικού

Ø       η διασφάλιση μηχανισμών και διαδικασιών διαφάνειας των ΜΜΕ, κυρίως των ραδιοτηλεοπτικών. Η συμβολή των ΜΜΕ στην κρίση είναι όχι λιγότερο μοιραία από εκείνη των χειρότερων πλευρών της πολιτικής τάξης, τα ίδια όμως και τα κύρια πρωταγωνιστικά τους πρόσωπα και περσόνες εξακολουθούν να μένουν στο απυρόβλητο. Όμως ούτε ο φαύλος δεσμός πελάτη/ψηφοφόρου – πάτρωνα/πολιτικού ως μέθοδος σχεδιασμού και άσκησης της πολιτικής ούτε η διαπλοκή και διαφθορά ως γενικευμένα φαινόμενα είναι νοητά χωρίς την συμμετοχή των ΜΜΕ. Και όχι μόνον. Πέρα από μία σειρά επί μέρους μέτρων που αφορούν κυρίως την λειτουργία των τηλεοπτικών ΜΜΕ, η υποχρέωση για μία ετήσια δημόσια συζήτηση για την εν γένει οικονομική κατάσταση των εθνικής εμβέλειας τηλεοπτικών σταθμών και για τα περιουσιακά στοιχεία αυτών και των πρωταγωνιστικών στελεχών τους, όπως γίνεται με την ετήσια δημοσίευση του πόθεν έσχες των βουλευτών δεν θα είχε πολιτειακή σημασία;

Όσον αφορά την λειτουργικότητα της δημόσιας διοίκησης και την σύνδεση της χώρας με τις θεσμικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενδεικτικά θα μπορούσαν να εξετασθούν

Ø  η όποια δυνατή θεσμική ενίσχυση και αποκατάσταση της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος και η εισαγωγή (αν χρειασθεί και με κατάλληλες αναδιατυπώσεις των σχετικών συνταγματικών άρθρων) θεσμικών εμποδίων στον παραμορφωτικό εκφυλισμό των συνταγματικών ελευθεριών σε ασυδοσίες ατόμων ή αλληλοϋποβλεπομένων και αλληλοσυγκρουομένων συλλογικών υποκειμένων.  

Ø  η αναδιοργάνωση των κρατικών μηχανισμών με κριτήριο την ενίσχυση της πραγματικής ισχύος και της αποτελεσματικότητας του κράτους (η οποία προϋποθέτει τον αναπτυξιακό εξορθολογισμό της οικονομίας και την οικονομική βιωσιμότητα της εγγύησης των δημοσίων αγαθών και αποκλείει κάθε πλαδαρότητα). Σε αυτήν την προτεραιότητα εντάσσεται  μία λειτουργικότερη διαμόρφωση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, καθώς και μέτρα ώστε η δημόσια ασφάλεια ως αγαθό που ιδιαίτερα στα λαϊκά στρώματα μόνον η δημόσια εξουσία μπορεί να εγγυηθεί.

Ø  η σύνδεση των συνταγματικών διατάξεων με ουσιαστικούς στόχους –ιδίως σχετικά με την διαχείριση των δημοσίων οικονομικών μας και την ανάπτυξη του παραγωγικού δυναμικού της κοινωνίας μας – αλλά και με τους αντίστοιχους στόχους που εντάσσονται στις θεσμικές εξελίξεις ιδίως στην Ευρωζώνη. Η σύνδεση αυτή πάντως δεν εγγυάται την επίτευξη των συνταγματικά τιθέμενων στόχων, διευκολύνει όμως την επίτευξή τους, ή, τουλάχιστον, δυσχεραίνει την ματαίωσή τους.

Ο προσδιορισμός της συλλογικής μας ταυτότητας, εθνικής, πολιτικής και πολιτισμικής, στον κόσμο όπως εκτιμούμε ότι θα διαμορφωθεί στις δεκαετίες που έρχονται δεν έχει ίσως ευθεία σχέση με την οικονομική κρίση, έχει όμως στρατηγική σημασία για το μέλλον της πατρίδας μας. Συνεπάγεται ίσως ελάχιστες μεταβολές στο Σύνταγμα, ή και καμία, αλλά συνεπάγεται επίσης μία  θεμελιώδη απόφαση σχετικά με το πώς  θα οργανώσει η ελληνική κοινωνία το άνοιγμά της στην παγκοσμιοποίηση που μας καταπλημμυρίζει όχι μόνο από τα πάνω –από τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο, την Ουάσινγκτον  ή το Πεκίνο δηλαδή- αλλά πολύ πιο άμεσα από τα κάτω –από τα πέριξ της πλατείας Ομονοίας δηλαδή ή τον Άγιο Παντελεήμονα.

Η μεγάλη δύναμη των πολλών μικρών πράξεων.

Η κύρια ισχύς του λόγου της Αριστεράς βρισκόταν στον οραματικό του χαρακτήρα:  προέτασσε ένα ιδανικό κοινωνίας και ένα ιδεώδες ανθρώπινης ζωής μέσα στην ιδανική κοινωνία, όταν αυτή θα γινόταν πραγματικότητα. Προσφέραμε ένα πολύ ωραίο ταξίδι, αλλά, τουλάχιστον μετά το 1949, αποφεύγαμε κάθε Ιθάκη. Ειδικότερα στην χώρα μας, όσες φορές η Αριστερά συναντήθηκε με την άμεση προοπτική εξουσίας στην καλύτερη περίπτωση απέτυχε, στην χειρότερη παρέσυρε τον εαυτό της –τον εαυτό μας- και άλλους σε πολύ κακούς δρόμους.

***

Η κρίση απελευθερώνει ή και αποχαλινώνει δυνάμεις. Σήμερα, η προοδευτική δυναμική αυτή δεν είναι εκείνη της μεγάλης έκρηξης, αλλά η δυναμική των πολλών καίριων τομών. Αυτό κυρίως προσπάθησα να αναδείξω συνδέοντας τις γενικότερες παρατηρήσεις μου με ενδεικτικές επί μέρους προτάσεις. Το πόσο μεγάλη είναι μία φαινομενικά μικρή τομή το δείχνει το πόσο δύσκολο είναι να πραγματοποιηθεί αυτή η φαινομενικά μικρή τομή. Όσον αφορά την ειδικότερη πτυχή της αρχιτεκτονικής των συνταγματικών θεσμών –στην οποία και περιορίζεται το άρθρο μου αυτό- αν η Αριστερά στην Ελλάδα αποτύχει να οδηγήσει την αναδιοργάνωση των θεσμικών και πολιτικών λειτουργιών της πολιτείας μας σε οδούς που να απελευθερώνουν, με ισότιμο και δίκαιο τρόπο, το πολιτικό δυναμικό της δημοκρατίας και το αναπτυξιακό δυναμικό της κοινωνίας και να την συνδέουν ουσιαστικά με τον παγκόσμιο περίγυρό της (είτε στις ξένες μητροπόλεις βρίσκεται αυτός είτε στις υποβαθμισμένες γειτονιές και επαρχίες της χώρας μας), το καλύτερο που μπορεί να της συμβεί είναι να έχει παραιτηθεί από ένα σημαντικό τμήμα του δικαιολογητικού λόγου της συνέχισης της ύπαρξής της.

 


* Το κείμενό μου αυτό συγχωνεύει σε γραπτή απόδοση ομιλίες μου στις 26.2.2013 σε ημερίδα που διοργάνωσε το ΙΣΤΑΜΕ με θέμα «Η πρόκληση της Αναθεώρησης του Συντάγματος» την συνταγματική αναθεώρηση, στις 9.3.2013 σε ημερίδα που διοργάνωσαν το ΙΝΕΡΠΟΣΤ και το LevyEconomics Institute με θέμα «Έξοδος από την κρίση: Η Πρόκληση της Εναλλακτικής Πορείας» καθώς και σκέψεις που εξέθεσα  στον συνάδελφο και βουλευτή Γιάννη Πανούση ενόψει παρουσίασής τους σε ημερίδα  που προτίθεται να διοργανώσει η Δημοκρατική Αριστερά τον Απρίλιο του 2013 με θέμα την συνταγματική αναθεώρηση. Για τις αντίστοιχες προσκλήσεις ευχαριστώ θερμά τον συνάδελφο κ. Μπάμπη Ανθόπουλο, την συνάδελφο και τ. Υπουργό  κα Λούκα Κατσέλη και τον Φώτη Κουβέλη.

Το παρόν κείμενο εντάσσεται σε μία προσπάθειά μου για πλέον συνθετική επεξεργασία των θεσμικών και πολιτειακών δεδομένων και καταστάσεων μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Τμήματά του προέρχονται από άλλα ήδη δημοσιευμένα κείμενά μου. Είναι λοιπόν, μερικώς, τμήμα μιας ευρύτερης επεξεργασίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αρτιότητά του.

[1] Παύλου, Προς Κορινθίους Α’, 13:11-12.

[2] Έχω ήδη  επιχειρήσει μερικές ειδικότερες σκέψεις για το θέμα αυτό, βλ. Γ.Ζ. ΔρόσουΖητήματα συνταγματικής οργάνωσης, δικαστικής προστασίας και δημοκρατίας στην εποχή της σημερινής κρίσης,  47 Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, Ιούνιος 2012, σελ. 465 επ.

[3] Ηλία ΗλιούΤο λίμπρο ντ’ όρο της ολιγαρχίας, σε ΗλιούΤο Σύνταγμα και η αναθεώρησή του, Αθήνα, 1975, σελ. 55 (αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Δημοκρατική», 22.12.1951).

[4] Αριστόβουλου ΜάνεσηΗ συνταγματική αναθεώρηση του 1986, όπως αναδημοσιεύεται σε ΜάνεσηΣυνταγματική Θεωρία και Πράξη 1980-2000, ΙΙ, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2007 σελ. 475 (υπογράμμιση του συγγραφέα). Θεωρώ ανάξιο λόγου να σταθώ στις αναθεωρήσεις του 2001 και του 2008. Στον πληθωρικό συνταγματικό κονιορτό της  αναθεώρησης 2001, παρά το ότι η Αριστερά μετέσχε με προτάσεις, οι οποίες όμως, πέρα από κάποια γενική τάση για εισαγωγή περισσότερων εγγυήσεων δικαιωμάτων και θετικών κοινωνικών καταστάσεων στο Σύνταγμα δεν φάνηκε να έχει κάποιον ιδιαίτερα διακριτό στρατηγικό στόχο στον επί του Συντάγματος πολιτικό της λόγο. Την αναθεώρηση καταψήφισαν πάντως το ΚΚΕ και ο ΣΥΝ, η δε «Αυγή» στο φύλλο της της 7ης Απριλίου 2001 χαρακτήρισε την ημέρα της ψήφισής της ως την «χειρότερη μέρα της Βουλής (sic!)», συμπίπτοντας σε σημαντικό βαθμό με τον «Ελεύθερο Τύπο», σκληρό λαϊκιστικό έντυπο της Δεξιάς, το οποίο την ίδια ημέρα εκδόθηκε με τον τίτλο «Σύνταγμα στα μέτρα της διαπλοκής». Η αναθεώρηση 2008 -αυτή η ντροπή των αναθεωρήσεων- είναι αξιομνημόνευτη μόνο ως ο έσχατος ευτελισμός της στα λόγια ύπατης νομοθετικής διαδικασίας της πολιτειακής μας τάξης. Εδώ ο λόγος της Αριστεράς ήταν κατά βάση μία σιωπή –με την συνενοχή που την συνόδευε.

[5] Μάνεση, όπ. π.

[6] «Από πότε ερωτευθήκαμε την αστική δημοκρατία;» «την ερωτευθήκαμε από τότε που τη χάσαμε, θα μπορούσε να πει κανείς χαριτολογώντας» παρατήρησε ο Γιώργης ΚατηφόρηςΗ νομοθεσία των βαρβάρων, Αθήνα 1975, σελ. 19 –αναπαραπέμπεται από Δρόσου, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, Αθήνα 1996, σελ. 489. Η εκδίπλωση στιγμών μεγάλου πάθους του έρωτα προς τον αγγλοσαξωνικό πολιτικό φιλελευθερισμό ισχυρής επιρροής ολόκληρου ρεύματος διανοουμένων με αριστερές καταβολές είναι πάντως αρκετά μεταγενέστερη από το παραπάνω κείμενο του Κατηφόρη.  

[7] Ν.Ι. ΣαριπόλουΠραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνησι, 1851, σελ. 105

[8] Σαριπόλου, όπ. π. σελ. 48 σημ. α’

[9] Σαριπόλου, όπ. π. σελ. 108.

[10] Τίτλος του εναρκτήριου μαθήματος που παρέδωσε ο Αριστόβουλος Μάνεσης στις 21 Μαρτίου 1962 στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης, Ιστ’ Αρμενόπουλος (1962), 535 επ και σε ΜάνεσηΣυνταγματική Θεωρία και Πράξη, Ι, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 11 επ.

[11] Αριστόβουλου ΜάνεσηΤο πρόβλημα της ασφαλείας του κράτους και η ελευθερία, σε ΜάνεσηΣυνταγματική Θεωρία και Πράξη, Ι, σελ. 394 ( η υπογράμμιση του συγγραφέα).

[12] Παναγιώτης Κονδύλη, Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία. Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του συγγραφέα «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» (1991), εκδ. σε ξεχωριστό τεύχος υπό τον τίτλο «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας», Αθήνα 2011, σελ. 64 (η υπογράμμιση δική μου).

[13]  Οι αμέσως επόμενες παράγραφοι προέρχονται εν πολλοίς από το άρθρο μου Το Μνημόνιο ως σημείο στροφής του πολιτεύματος, The Book’s Journal, τευχ. 6, Απρίλιος 2011

[14]Παναγιώτης Κονδύλη, όπ. π. σελ. 62

[15] Παύλου ΚαλλιγάΗ εξάντλησις των κομμάτων, ήτοι τα ηθικά γεγονότα της κοινωνίας μας, Αθήναι 1842 [επανέκδοση Αθήνα, 1993] σελ.42

[16] Το βιβλίο του, συνάδελφου Καθηγητή στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης Γιώργου Κατρούγκαλου Η κρίση και η διέξοδος, Αθήνα, 2012, είναι η συστηματικότερη ως τώρα παρουσία αυτής της τάσης, η οποία πάντως εμφανίζεται και με αρκετά άλλα κείμενα, σε πολλά από τα οποία παραπέμπει αυτό του το βιβλίο.

[17] Μυθιστορηματικός ήρωας του εμβληματικού για την εποχή της προσπάθειας για οικοδόμηση της σοβιετικής οικονομίας μυθιστορήματος του Νικολάϊ Οστρόφσκι Πως δενότανε τ’ ατσάλι (πρώτη έκδοση στα ελληνικά, Αθήνα, 1952).  Ο ηρωϊσμός του Κορτσάγιν συνίστατο στο ότι θυσίασε τα πάντα για την οικονομική ανασυγκρότηση της (σοσιαλιστικής πάντως) χώρας του.

Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ύστερα από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας

Βασίλης Χατζόπουλος Αν. Καθηγητής στο ΔΠΘ, Επισκ. Καθηγητής στο Κολλέγιο της Ευρώπης, Μπρυζ, Επί τιμή Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Νόττιγχαμ, Δικηγόρος Αθηνών

XATZOPOULOSΎστερα από περιπέτειες μιας δεκαετίας, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (ο Χάρτης) κατέστη εν τέλει υποχρεωτικός με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, με ισχύ από το 2009. Τίθεται το ερώτημα τι σηματοδοτεί η αίσια αυτή κατάληξη του Χάρτη για την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι α) ο Χάρτης αντανακλά, σε μεγάλο βαθμό, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου – πηγές δικαιωμάτων οι οποίες ήδη δεσμεύουν τόσο τα Όργανα όσο και τα κράτη μέλη – και β) ο ίδιος ο Χάρτης, έστω και ως κείμενο δίχως δεσμευτική ισχύ, αποτελεί ήδη σημείο αναφοράς για την προάσπιση των δικαιωμάτων, ερωτάται ποια μπορεί να είναι η προστιθέμενη αξία της αναγωγής του Χάρτη σε κείμενο δεσμευτικό βάσει της Συνθήκης της Λισσαβόνας. Το ερώτημα αυτό τίθεται σε τρία επίπεδα. Πρώτον, τίθεται το ζήτημα αν η ένταξη του Χάρτη στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ σηματοδοτεί τροποποίηση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ και αν επηρεάζει διαδικαστικά τη λειτουργία των Οργάνων της. Δεύτερον, ερωτάται κατά πόσο ο Χάρτης θα εισφέρει στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων έναντι άλλων ανταγωνιστικών αρχών και πολιτικών της ΕΕ. Τρίτον, ερευνητέο είναι κατά πόσο ο Χάρτης θα μπορέσει να προωθήσει «θετικά» στην προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, μέσω της χάραξης συγκεκριμένων πολιτικών θετικής ενοποίησης. (Το παρόν άρθρο έχει ήδη δημοσιευθεί σε ΔτΑ 2/2011, 365-396 και σε: Το Δημόσιο Δίκαιο σε Εξέλιξη, Σύμμεικτα προς τιμήν του Καθηγητού Πέτρου Ι Παραρά, σελ. 1137-116)

Ύστερα από περιπέτειες μιας δεκαετίας, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (ο Χάρτης) κατέστη εν τέλει υποχρεωτικός με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, με ισχύ από το 2009. Τίθεται το ερώτημα τι σηματοδοτεί η αίσια αυτή κατάληξη του Χάρτη για την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι α) ο Χάρτης αντανακλά, σε μεγάλο βαθμό, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου – πηγές δικαιωμάτων οι οποίες ήδη δεσμεύουν τόσο τα Όργανα όσο και τα κράτη μέλη – και β) ο ίδιος ο Χάρτης, έστω και ως κείμενο δίχως δεσμευτική ισχύ, αποτελεί ήδη σημείο αναφοράς για την προάσπιση των δικαιωμάτων, ερωτάται ποια μπορεί να είναι η προστιθέμενη αξία της αναγωγής του Χάρτη σε κείμενο δεσμευτικό βάσει της Συνθήκης της Λισσαβόνας. Το ερώτημα αυτό τίθεται σε τρία επίπεδα. Πρώτον, τίθεται το ζήτημα αν η ένταξη του Χάρτη στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ σηματοδοτεί τροποποίηση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ και αν επηρεάζει διαδικαστικά τη λειτουργία των Οργάνων της. Δεύτερον, ερωτάται κατά πόσο ο Χάρτης θα εισφέρει στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων έναντι άλλων ανταγωνιστικών αρχών και πολιτικών της ΕΕ. Τρίτον, ερευνητέο είναι κατά πόσο ο Χάρτης θα μπορέσει να προωθήσει «θετικά» στην προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, μέσω της χάραξης συγκεκριμένων πολιτικών θετικής ενοποίησης.

Εισαγωγή

Ι. Αρμοδιότητες – διαδικασίες

Α. Τα Όργανα

Β. Τα κράτη μέλη

ΙΙ. Νομική χρήση του Χάρτη

Α. Τα θεμελιώδη δικαιώματα ως ασπίδα: αντιστάθμισμα άλλων πολιτικών της ΕΕ

Β. Τα θεμελιώδη δικαιώματα ως ξίφος: μέσο εκτατικής εφαρμογής άλλων κοινοτικών ελευθεριών

1. Δικαιώματα απορρέοντα από την ιθαγένεια σε συνδυασμό με τις οικονομικές ελευθερίες

2. Φορητότητα υγειονομικών δικαιωμάτων

3. Αναγνώριση τίτλων σπουδών

ΙΙΙ. Πολιτική αξιοποίηση του Χάρτη

Α. Ευθυγράμμιση (mainstreaming) των άλλων πολιτικών στα θεμελιώδη δικαιώματα

Β. Σημείο αναφοράς για την υβριδική διακυβέρνηση

Επίλογος


Εισαγωγή

Ύστερα από περιπέτειες μιας δεκαετίας, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (ο Χάρτης) καθίσταται εν τέλει υποχρεωτικός με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας. [1] Η πρόταση για την υιοθέτηση ενός Χάρτη δικαιωμάτων για την ΕΕ, ο οποίος θα μπορούσε ενδεχομένως να αποκτήσει δεσμευτική ισχύ, εκφράστηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας, το 1999. Η σύνταξη του Χάρτη ολοκληρώθηκε ύστερα από εννέα μήνες διαβουλεύσεων στα πλαίσια της Διάσκεψης, την οποία συγκροτούσαν εκπρόσωποι κυβερνήσεων, εθνικών κοινοβουλίων, του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, της Επιτροπής, των υπό ένταξη χωρών καθώς και της κοινωνίας των πολιτών.[2]O Χάρτης ανακηρύχθηκε επισήμως από το Συμβούλιο (για λογαριασμό των κρατών μελών) την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη Νίκαια τον Δεκέμβριο του 2000. Παρότι καταρχήν μη δεσμευτικός, Ο Χάρτης, στο τελικό του (έβδομο) Τίτλο περιείχε την ρητή πρόβλεψη (άρθρο 51(2) σύμφωνα με την οποίαν «ο παρών Χάρτης δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και δεν θεσπίζει νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα για την Ένωση, ούτε τροποποιεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα όπως ορίζονται στις Συνθήκες» καθώς και την περίφημη ρύθμιση «πασαρέλλα» (άρθρο 52(3)) σύμφωνα με την οποίαν «[σ]το βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία». Περαιτέρω, τόσο το προοίμιο όσο και το άρθρο 52 του Χάρτη διακρίνουν μεταξύ «δικαιωμάτων» και «αρχών». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς η πρόθεση των συντακτών του Χάρτη να καταστεί αυτός δεσμευτικός.[3] Πράγματι, ο Χάρτης, με κάποιες μικρο-προσαρμογές εντάχθηκε στη Συνταγματική Συνθήκη μετά τις Γενικές Αρχές, ως το μέρος ΙΙ αυτής – στη φυσική θέση ενός χάρτη δικαιωμάτων σε οποιοδήποτε κείμενο συνταγματικής φύσης.[4] Ύστερα από το ναυάγιο της Συνταγματικής Συνθήκης και στα πλαίσια του εξορκισμού κάθε στοιχείου που να παραπέμπει σε αυτήν, ο Χάρτης «περιορίστηκε» σε παράρτημα της Συνθήκης της Λισσαβόνας, το περιεχόμενο του οποίου καθίσταται δεσμευτικό βάσει του άρθρου 6(1) της Συνθήκης για την ΕΕ.[5]

Τίθεται εύλογα το ερώτημα τι σηματοδοτεί η αίσια αυτή κατάληξη του Χάρτη για την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, από 1-12-09. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι α) ο Χάρτης αντανακλά, σε μεγάλο βαθμό, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου – πηγές δικαιωμάτων οι οποίες ήδη δεσμεύουν τόσο τα Όργανα όσο και τα κράτη μέλη[6] – και β) ο ίδιος ο Χάρτης, έστω και ως κείμενο δίχως δεσμευτική ισχύ, αποτελεί ήδη σημείο αναφοράς για την προάσπιση των δικαιωμάτων, ερωτάται ποια μπορεί να είναι η προστιθέμενη αξία της αναγωγής του Χάρτη σε κείμενο δεσμευτικό βάσει της Συνθήκης της Λισσαβόνας.

Το ερώτημα αυτό τίθεται σε τρία επίπεδα. Πρώτον, τίθεται το ζήτημα αν η ένταξη του Χάρτη στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ σηματοδοτεί τροποποίηση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ και αν επηρεάζει διαδικαστικά τη λειτουργία των Οργάνων της. Δεύτερον, ερωτάται κατά πόσο ο Χάρτης θα εισφέρει στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων έναντι άλλων ανταγωνιστικών αρχών και πολιτικών της ΕΕ. Τρίτον, ερευνητέο είναι κατά πόσο ο Χάρτης θα μπορέσει να προωθήσει «θετικά» στην προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, μέσω της χάραξης συγκεκριμένων πολιτικών θετικής ενοποίησης.

Ι. Αρμοδιότητες – διαδικασίες

Το ίδιο το άρθρο 6 ΣυνθΕΕ το οποίο αναγνωρίζει δεσμευτική ισχύ στο Χάρτη, στην παράγραφο 2 προβλέπει ρητά ότι οι διατάξεις του Χάρτη δεν επεκτείνουν τις αρμοδιότητες της ΕΕ πέραν αυτών που προβλέπονται από τις Συνθήκες. Ανάλογη ρύθμιση περιέχεται και στο άρθρο 52(2) του Χάρτη καθώς και στην Δήλωση υπ’ αριθ. 1. Επί της αρχής, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παρέκτασης των αρμοδιοτήτων της ΕΕ ή των Οργάνων της βάσει του Χάρτη. Ωστόσο, είναι ανακριβές να ειπωθεί ότι ο Χάρτης δεν αλλάζει τίποτε στον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ, τόσο αναφορικά με τα Όργανα όσο και σχετικά με τα κράτη μέλη. Σημαντικές, ως προς αυτό το σημείο, είναι οι λεγόμενες «οριζόντιες» διατάξεις του Χάρτη.

Α. Τα Όργανα

Το άρθρο 51 του Χάρτη ορίζει ως αποδέκτες των υποχρεώσεων που θεσπίζει τα Όργανα (Institutions), Οργανισμοί (Agencies), Γραφεία (Offices) κτλ της ΕΕ. Αυτά έχουν την υποχρέωση να σέβονται τα δικαιώματα και τις αρχές και να προωθούν τις αρχές του Χάρτη. Θεσπίζεται έτσι ένας διττός κανόνας. Αφενός ο κανόνας της «εσωτερίκευσης» (mainstreaming) των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών στα πλαίσια όλων των πολιτικών της ΕΕ και αφετέρου η υποχρέωση προώθησης τωναρχών.

Όσον αφορά στην υποχρέωση εσωτερίκευσης, είναι σαφές ότι, όπως έχει ήδη συμβεί με την προστασία του περιβάλλοντος (άρθρο 11 ΣυνθΛΕΕ), την προστασία του καταναλωτή (άρθρο 12 ΣυνθΛΕΕ) και την προστασία της υγείας (άρθρο 168(1) ΣυνθΛΕΕ), τα Όργανα οφείλουν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους να προστατεύουν τα δικαιώματα και να μην παραγνωρίζουν τις αρχές του Χάρτη. Σε αντίθεση με την προστασία του περιβάλλοντος, του καταναλωτή και της υγείας, η οποία συνιστά κατευθυντήρια γραμμή για τη χάραξη Ενωσιακών πολιτικών, τα δικαιώματα του Χάρτη είναι άμεσα απαιτητά (το ίδιο δεν ισχύει για τις αρχές του Χάρτη). Συνεπώς, τόσο οι ιδιώτες (μη προνομιούχοι διάδικοι) όσο η Επιτροπή και οι άλλοι προνομιούχοι διάδικοι, μπορούν πλέον να αξιώνουν δικαστικά, στα πλαίσια της αίτησης ακύρωσης (άρθρο 263 ΣυνθΛΕΕ) και, σπανιότερα, στα πλαίσια προσφυγής κατά παράληψης Οργάνου (άρθρο 265 ΣνθΛΕΕ) την προστασία των δικαιωμάτων αυτών. Η σχετική αρμοδιότητα διευρύνεται μάλιστα βάσει της νέας διατύπωσης του άρθρου 263 ΣυνθΛΕΕ, η οποία διευρύνει το παραδεκτό αιτήσεων ακύρωσης από μη προνομιούχους διαδίκους και σε κανονιστικές πράξεις οι οποίες τους θίγουν άμεσα (αν και όχι ατομικά).

Όσον αφορά στην υποχρέωση προώθησης των αρχών του Χάρτη, αυτή αναλύεται εκτενέστερα στο άρθρο 52(5) του Χάρτη το οποίο προβλέπει ότι «οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη που περιέχουν αρχές μπορούν να εφαρμόζονται με νομοθετικές και εκτελεστικές πράξεις των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης και με πράξεις των κρατών μελών όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους». Βασικός στόχος της διάταξης αυτής είναι να διακρίνει τα «δικαιώματα» τα οποία προστατεύονται άμεσα από τις «αρχές» η προστασία των οποίων απαιτεί τη νομοθετική ρύθμισή τους.[7] Παράλληλα, η διάταξη είναι διατυπωμένη με τέτοιον τρόπο ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ως βάση νέων αρμοδιοτήτων. Παρόλα αυτά, η παραπάνω διάταξη έχει τουλάχιστον τρεις συνέπειες. Πρώτον ανοίγει ένα νέο πεδίο κανονιστικής δράσης στα Όργανα, στα πλαίσια των ήδη υπαρχουσών αρμοδιοτήτων τους: ενώ μέχρι τώρα το περιεχόμενο των υιοθετούμενων νομοθετικών πράξεων είχε πρωταρχικά οικονομικό χαρακτήρα, μετά τη θέση σε ισχύ του Χάρτη, το Όργανα θα μπορούν να νομοθετήσουν και σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεύτερον, για τα ζητήματα αυτά, το άρθρο 52(2) αναγνωρίζει ελεγκτική αρμοδιότητα του ΔΕΚ. Τρίτον, το άρθρο 52(2) θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμεύσει ως συμπληρωματική νομική βάση και, σε κάθε περίπτωση, ως αιτιολόγηση για την ίδρυση Οργανισμών, Γραφείων, κτλ της ΕΕ για την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Είναι γεγονός ότι ο Οργανισμός για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα της ΕΕ συστάθηκε (ως Παρατηρητήριο) και μεταμορφώθηκε σε Οργανισμό (Agency) βάσει του άρθρου 308 ΣυνθΕΚ (νυν 352 ΣυνθΛΕΕ), όμως ενδεχόμενη επέκταση των αρμοδιοτήτων του Οργανισμού ή η σύσταση άλλου παρόμοιου οργάνου μπορεί να «πατήσει» και στην εν λόγω διάταξη.

Β. Τα κράτη μέλη

Το άρθρο 51(1) του Χάρτη προβλέπει ότι αυτός δεσμεύει τα κράτη μέλη μόνον όταν εφαρμόζουν το Ενωσιακό δίκαιο. Ο περιορισμός αυτός υπολείπεται της νομολογίας του ΔΕΚ σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο ότι καταλείπει εκτός του πεδίου εφαρμογής του Χάρτη όλους εκείνους τους τομείς στους οποίους τα κράτη, χωρίς να εφαρμόζουν άμεσα κανόνες της Ενωσιακής έννομης τάξης, δεσμεύονται όμως από αυτήν: υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση, φορολογία είναι μερικά από τα παραδείγματα με σημαντικές επιπτώσεις για τα θεμελιώδη δικαιώματα.[8] Η ως άνω δυσαρμονία, η οποία έχει ήδη εντοπιστεί από την επιστήμη,[9] αποκτά ιδιαίτερη σημασία από τη στιγμή που ο Χάρτης καθίσταται δεσμευτικός. Είναι ασαφές αν η προκύπτουσα ανωμαλία μπορεί να θεραπευθεί από το άρθρο 53 του Χάρτη το οποίο προβλέπει ότι το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων που προκύπτει από τη Συνθήκη δε μπορεί να υποβαθμιστεί συνεπεία των διατάξεων του Χάρτη ή αν το ΔΕΚ θα αναγάγει σε γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου δικαιώματα και αρχές του Χάρτη, ώστε να τους εξασφαλίσει καθολική εφαρμογή έναντι των κρατών μελών.[10]

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, έχει το δικαίωμα να κινεί διαδικασίες κατά των κρατών μελών στο μέτρο που αυτά εφαρμόζοντας το κοινοτικό δίκαιο παραβιάζουν τον Χάρτη.[11] Το ίδιο δικαίωμα έχουν και τα άλλα κράτη μέλη, πράγμα όμως το οποίο, βάσει α) της μέχρι τώρα εμπειρίας της εφαρμογής του άρθρου 259 ΣυνθΛΕΕ και β) του γεγονότος ότι οι παραβιάσεις του οικονομικού δικαίου βλάπτουν άμεσα την οικονομία των άλλων κρατών μελών ενώ αυτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν έχουν συνήθως γενικές οικονομικές επιπτώσεις αλλά αφορούν στο/α θιγόμενο/α άτομο/α, είναι μάλλον απίθανο το δικαίωμα αυτό να εφαρμοστεί. Η δυνατότητα αυτή της Επιτροπής (και των άλλων κρατών μελών) δεν ενέχει τον κίνδυνο να μετατρέψει το ΔΕΚ σε αμιγές δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς α) η αρμοδιότητα του ΔΕΚ δεν είναι γενική αλλά περιορίζεται από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και β) η πιθανότερη χρήση που θα κάνει η Επιτροπή του νέου μέσου ελέγχου της συμμόρφωσης των κρατών είναι σε συνδυασμό με άλλες ουσιαστικές παραβάσεις οικονομικού δικαίου και όχι αυτοτελώς. Παρά τους προαναφερθέντες περιορισμούς πάντως, η δυνατότητα ελέγχου της συμμόρφωσης των κρατών προς τα δικαιώματα του Χάρτη αποκτά ιδιαίτερη σημασία εν’ όψει της κατάργησης των Πυλώνων και της πλήρους υπαγωγής στην αρμοδιότητα του ΔΕΚ των πολιτικών για τη μετανάστευση, το άσυλο και τις θεωρήσεις, καθώς και των πολιτικών για την αστυνομική και δικαστική συνεργασία.[12] Είναι προφανές ότι στα πλαίσια αυτών των νέων τομέων αρμοδιότητας της ΕΕ, πολύ περισσότερο από ότι στο δίκαιο της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού, είναι πιθανό να ανακύψουν ζητήματα απτόμενα του Χάρτη. Επίσης, είναι προφανές ότι, στο μέτρο που στον Χάρτη διασφαλίζονται και κοινωνικά δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται από πολλούς ως το αντιστάθμισμα των οικονομικών πολιτικών της ΕΕ, και οι παραδοσιακοί τομείς αρμοδιοτήτων της ΕΕ αναμένεται να προκαλέσουν την εφαρμογή του Χάρτη. Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο παραπάνω κατηγοριών συνίσταται στο ότι τα ατομικά δικαιώματα είναι διατυπωμένα με τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η δυνατότητα άμεσης επίκλησής τους από τους ιδιώτες, ενώ οι κοινωνικές διατάξεις του Χάρτη είναι κυρίως διατυπωμένες με τη μορφή αρχών.

Πιο κρίσιμη από την προσφυγή της Επιτροπής κατά των κρατών μελών κρίνεται η δυνατότητα διενέργειας προδικαστικής παραπομπής των εθνικών δικαστηρίων ενώπιον του ΔΕΚ για θέματα που άπτονται των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Με τον τρόπο αυτόν, βάσει του Χάρτη, δίδεται στους διαδίκους πρόσθετη δυνατότητα ελέγχου των εθνικών διοικήσεων, κατά τρόπο πιο ευρύ και πιο άμεσο χρονικά απ’ότι βάσει της ΕΣΔΑ: πιο ευρύ διότι τα προστατευόμενα δικαιώματα είναι περισσότερα και πιο άμεσο χρονικά διότι η προδικαστική παραπομπή δεν προϋποθέτει την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων. Το γεγονός ότι οι διάδικοι δεν μπορούν να υποχρεώσουν το εθνικό δικαστήριο για τη διενέργεια προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΚ μπορεί να θεωρηθεί ως αντίστοιχο, στην πράξη, με τους ιδιαίτερα αυστηρούς όρους παραδεκτού που διέπουν τις προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.

Ο σημαντικός ρόλος που ενδέχεται να διαδραματίσει η διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής εξηγεί το γεγονός ότι κάποια κράτη μέλη, φοβούμενα τη δικαστική διεκδίκηση δικαιωμάτων τα οποία από επιλογή περιορίζουν στην επικράτειά τους, διαπραγματεύτηκαν ειδικά πρωτόκολλα αποκλεισμού της προδικαστικής διαδικασίας. Το Ηνωμένο Βασίλειο φοβούμενο διεκδικήσεις στον τομέα των κοινωνικών δικαιωμάτων και η Πολωνία επιθυμώντας να διασφαλιστεί έναντι του ενδεχομένου δικαστικής αναγνώρισης του γάμου μεταξύ ομοφύλων, διαπραγματεύτηκαν το Πρωτόκολλο Αρ. 30.[13] Αντίστοιχα, η Ιρλανδία διαπραγματεύτηκε το Πρωτόκολλο Αρ. 35 για να εξαιρέσει από τις συνέπειες της Συνθήκης και των συνοδευτικών της (άρα και του Χάρτη) το άρθρο 40.3.3 του Συντάγματός του 1992, το οποίο διασφαλίζει τα δικαιώματα του αγέννητου τέκνου.

Περαιτέρω, σχετικά με τη συμμόρφωση των κρατών μελών προς τον Χάρτη, ασάφεια προκαλεί το άρθρο 53 του Χάρτη, σύμφωνα με το οποίο «καμία διάταξη του παρόντος Χάρτη δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως περιορίζουσα ή θίγουσα τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που αναγνωρίζονται στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής από … τα Συντάγματα των κρατών μελών». Η διάταξη αυτή φαίνεται να υποσκάπτει την υπεροχή του Χάρτη – ως δεσμευτικού δικαίου ισότιμου με τις Συνθήκες – έναντι των Συνταγμάτων των κρατών μελών. Με δεδομένο ότι η εκτατική ερμηνεία και προστασία ενός δικαιώματος συχνά αποβαίνει εις βάρος κάποιου άλλου δικαιώματος (ή του δικαιώματος κάποιου άλλου), γεννάται το ερώτημα κατά πόσο τα κράτη μέλη θα μπορούν να αντιτάξουν – τόσο στα πλαίσια ευθείας εις βάρος τους προσφυγής όσο και στα πλαίσια προδικαστικής διαδικασίας – τις ιδιαίτερες συνταγματικές τους αξίες. Παρότι η απάντηση μοιάζει μάλλον αρνητική,[14] ο κίνδυνος ευθείας αντιπαράθεσης μεταξύ του Χάρτη και των εθνικών Συνταγμάτων δε μπορεί να αποκλειστεί.

ΙΙ. Νομική χρήση του Χάρτη

Μια από τις σημαντικότερες καινοτομίες του Χάρτη είναι ότι απαριθμεί ως προστατευόμενα, δικαιώματα και αρχές πολύ πιο εκτεταμένα απ΄ότι τα προϋπάρχοντα αντίστοιχα κείμενα τα οποία περιορίζονται κυρίως στα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα πρώτης γενιάς. Όσον αφορά στα θεμελιώδη δικαιώματα ο Χάρτης σε μεγάλο βαθμό επαναλαμβάνει προγενέστερα κείμενα και έχει περιορισμένη προστιθέμενη αξία. Αντιθέτως, μπορεί να ειπωθεί ότι ο Χάρτης ενσωματώνει την κοινωνική αρχή η οποία απουσιάζει, ως τέτοια, από τη Συνθήκη της ΕΕ. Όπως έχει παρατηρηθεί «ενώ εκφράζεται με όρους δικαιωμάτων, ο Χάρτης δεν είχε ποτέ στόχο να αντιγράψει παραδοσιακά κείμενα θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά να προβάλλει μια φιλόδοξη νέα προσέγγιση, ενσωματώνοντας ατομικά και πολιτικά δικαιώματα με κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα και αναθέτοντας θετικές υποχρεώσεις δράσης στο κράτος».[15] Σε κάποιο βαθμό ο Χάρτης έρχεται να καλύψει το κοινωνικό έλλειμμα από το οποίο πάσχει η ΕΕ.[16] Το πράττει όμως με τρόπο άνισο, καθώς αντιτάσσει στους υποχρεωτικούς κανόνες οικονομικού δικαίου γενικές υποχρεώσεις και αρχές κοινωνικού περιεχομένου. Σε πολλές περιπτώσεις, άλλωστε, οι γενικές αρχές αυτές αντιστοιχούν σε προηγούμενες αποφάσεις του ΔΕΚ. Έτσι, ενώ σαφώς ενισχύει την ορατότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων, ο Χάρτης μάλλον δεν εισφέρει αποφασιστικά στην προάσπισή τους. Το θέμα τίθεται με διαφορετικούς όρους αναλόγως με τη χρήση που γίνεται των κοινωνικών δικαιωμάτων, αν δηλαδή τα δικαιώματα χρησιμεύουν «ως ασπίδα» για τον περιορισμό, ή «ως ξίφος» για την εκτατική εφαρμογή, άλλων Ενωσιακών ελευθεριών.

 

Α. Τα θεμελιώδη δικαιώματα ως ασπίδα: αντιστάθμισμα άλλων πολιτικών της ΕΕ

Η δυναμική των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως μέσου ανάσχεσης των θεμελιωδών ελευθεριών (κυκλοφορίας κλπ) της ΕΕ διαφάνηκε κατά την τελευταία δεκαετία. Η πρώτη τέτοια περίπτωση προέκυψε στην υπόθεση Schmidberger[17] στην οποίαν τέθηκε το ζήτημα κατά πόσο ήταν νόμιμος, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ο αποκλεισμός ενός αυτοκινητοδρόμου στην Αυστρία από οικολογική οργάνωση προκειμένου να διαδηλώσει αιτήματά της. Στην πλάστιγγα τοποθετήθηκαν αφενός η ελευθερία εμπορίου (θεμελιώδης για την ΕΕ) και αφετέρου τα δικαιώματα ελευθερίας έκφρασης και ειρηνικής συγκέντρωσης (άρθρα 10 και 11 ΕΣΔΑ). Το Δικαστήριο έκρινε τις δύο κατηγορίες δικαιωμάτων εξίσου σημαντικές αλλά και εξίσου επιδεκτικές περιορισμών. Η ισορροπία μεταξύ των δύο εξασφαλίζεται, σύμφωνα με το ΔΕΚ, με βάση την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή της οποίας διακριτική ευχέρεια καταλείπεται στις εθνικές αρχές. Με βάση την παραπάνω λογική το ΔΕΚ αναγνώρισε ως νόμιμο τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Αντίστοιχη λογική ακολούθησε το ΔΕΚ, μερικούς μήνες αργότερα, στην υπόθεσηOmega,[18] στην οποίαν η ελευθερία παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών (leasing) υπόκειτο σε περιορισμό (ακριβέστερα: σε πλήρη αποκλεισμό) βάσει της αρχής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνταγματικά κατοχυρωμένης στην Γερμανία.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το ΔΕΚ αναγνώρισε στα κράτη μέλη την ευχέρεια να προτάξουν και να προστατεύσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα έναντι των θεμελιωδών Ενωσιακών ελευθεριών, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους παραδόσεις (Omegaή, απλούστερα, με τις διοικητικές τους επιλογές (Schmidberger). Στην υπόθεση Omega μάλιστα το ΔΕΚ απέρριψε ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίον προκειμένου να δικαιολογεί παρέκκλιση από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της ΣυνθΕΕ ένα θεμελιώδες δικαίωμα οφείλει να θεωρείται ως τέτοιο από την πλειοψηφία των κρατών μελών. Αντιθέτως έκρινε ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί, στα πλαίσια της νομιμότητας και της αναλογικότητας, να κατοχυρώνει τα δικαιώματα τα οποία κρίνει άξια προστασίας.

Η παραπάνω στάση ανοχής και αυτοπεριορισμού του ΔΕΚ αναφορικά με θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα (πρώτης γενιάς) δεν επιβεβαιώθηκε στις πιο πρόσφατες αποφάσεις του στις υποθέσεις Viking και Laval[19] οι οποίες αφορούν σε κοινωνικά δικαιώματα (δεύτερης γενιάς). Στις υποθέσεις αυτές – για τις οποίες ήδη πολύ μελάνι έχει χυθεί  [20] – τις θεμελιώδεις ελευθερίες εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών αντιμάχονταν το δικαίωμα απεργίας και η γενικότερη συνδικαλιστική ελευθερία με σκοπό την προστασία των κεκτημένων εργασιακών δικαιωμάτων έναντι πιθανού κοινωνικού dumping. Και στις δύο υποθέσεις το ΔΕΚ έκρινε ότι η συνδικαλιστική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο προστατεύεται από κείμενα του διεθνούς δικαίου – και από τον (μη δεσμευτικό τότε) Χάρτη. Η ενάσκηση του σχετικού δικαιώματος «πρέπει να συμβιβάζεται με τις επιταγές που αφορούν τα δικαιώματα τα οποία προστατεύει η εν λόγω Συνθήκη και να είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας».[21] Συναφώς το ΔΕΚ κρίνει ότι «δεδομένου ότι οι σκοποί της Κοινότητας δεν είναι μόνον οικονομικοί αλλά και κοινωνικοί, τα δικαιώματα που απορρέουν από τις διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων πρέπει να σταθμίζονται με τους σκοπούς που επιδιώκει η κοινωνική πολιτική».[22] Στα πλαίσια αυτά, όμως, ο έλεγχος της αναλογικότητας των μέτρων από το ΔΕΚ είναι πολύ πιο αυστηρός απ’ότι για τα δικαιώματα πρώτης γενιάς και το αποτέλεσμα δίνει προβάδισμα στις ελευθερίες της ΣυνθΕΕ έναντι των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων.

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η λύση στις παραπάνω υποθέσεις – ή σε μελλοντικές αντίστοιχες – θα μπορούσε να είναι διαφορετική ύστερα από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας και την αναγνώριση της δεσμευτικότητας του Χάρτη. Είναι προφανές ότι όσον αφορά στην προστασία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων ο Χάρτης θα έχει ελάχιστη – ή και καμία – προστιθέμενη αξία. Τα ατομικά δικαιώματα προστατεύονται ικανοποιητικά από όλα τα Συντάγματα των κρατών μελών (όπως άλλωστε αναγνωρίζεται ρητά και στο Πρωτόκολλο αρ. 24 ΣυνθΕΕ, γνωστό και ως «Πρωτόκολλο Αθνάρ» το οποίο, στα πλαίσια της διαδικασίας χορήγησης ασύλου, αναγνωρίζει όλα τα κράτη μέλη ως «ασφαλείς χώρες προέλευσης»). Επίσης, προστατεύονται από σειρά συνθηκών στα πλαίσια του ΟΗΕ και, βέβαια, από την ΕΣΔΑ από την οποίαν δεσμεύονται όλα τα κράτη μέλη. Στον τομέα των ατομικών δικαιωμάτων, τόσο η επικείμενη προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ όσο και η αναγνώριση δεσμευτικής ισχύος στον Χάρτη έχουν μάλλον αμελητέα προστιθέμενη αξία. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τις αποφάσεις του ΔΕΕ στις αποφάσεις Schmidberger και Omega στις οποίες εξασφαλίστηκε υψηλό επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Η κατάσταση είναι μάλλον διαφορετική για τα κοινωνικά δικαιώματα. Είναι γεγονός ότι στις υποθέσεις Viking και Laval το ΔΕΚ αναγνώρισε ως θεμελιώδες δικαίωμα τη συνδικαλιστική ελευθερία, πριν την αναγνώριση δεσμευτικότητας υπέρ του Χάρτη, βασιζόμενο σε άλλα κείμενα του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου – και μόνον ως εκ περισσού αναφερόμενο στον Χάρτη. Στο επόμενο βήμα του συλλογισμού του, όμως, όταν δηλαδή οδηγήθηκε στην περίφημη «στάθμιση» των οικονομικών με τους κοινωνικούς στόχους της ΕΕ, σχετικά με τους δεύτερους το ΔΕΚ μπορούσε να αντλήσει μόνον από το άρθρο 136 ΣυνθΕΚ (τώρα 151 ΣυνθΛΕΕ). Αντιθέτως, ύστερα από την αναγνώριση δεσμευτικής ισχύος στον Χάρτη όλες οι κοινωνικές διατάξεις του Τίτλου IV θα μπορέσουν ενδεχομένως να στηρίξουν μια λίγο διαφορετική – πιο κοινωνική – στάθμιση.

Το έλλειμμα κοινωνικών στόχων από το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ έχει εντοπιστεί από πολλούς συγγραφείς ως παράγοντας λειτουργικής ανισορροπίας της εσωτερικής αγοράς καθώς οδηγεί σε μια βεβιασμένη υπερίσχυση των οικονομικών έναντι των κοινωνικών στόχων της ΕΕ.[23] Το έλλειμμα αυτό μπορεί ενδεχομένως να καλυφθεί από την αναγνώριση δεσμευτικής ισχύος στον Χάρτη.

Η παραπάνω πρόταση μόνον ως εικασία μπορεί να υποστηριχθεί, καθώς είναι δύσκολο να προβλεφθεί με βεβαιότητα η μελλοντική στάση του ΔΕΚ. Ωστόσο, η θέση αυτή στηρίζεται σε δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, ενώ ο Χάρτης έχει ανακηρυχθεί ήδη από τα 2000 και ενώ έχουν αντλήσει από αυτόν (επικουρικά κυρίως) επιχειρήματα πολυάριθμοι Γενικοί Εισαγγελείς[24] και, σε ορισμένες αποφάσεις του και το ΠΕΚ,[25] το ΔΕΚ για πρώτη φορά αναφέρεται ρητά σε αυτόν στις υποθέσεις Laval και Viking. Στις ίδιες αυτές αποφάσεις το ΔΕΕ για πρώτη φορά αναγνωρίζει κατά τρόπο πανηγυρικό ότι η ΕΕ εκτός από οικονομικούς έχει και κοινωνικούς στόχους[26]! Δεύτερον, η προηγούμενη εμπειρία από την εφαρμογή, από το ΔΕΚ, των κανόνων περί ιθαγένειας και των εκεί αναγνωριζόμενων δικαιωμάτων, στηρίζει την άποψη ότι σταδιακά το Δικαστήριο θα κάνει πλήρη χρήση του Χάρτη προκειμένου να στηρίξει τα δικαιώματα που αυτός προστατεύει: μια συγκριτική ανάγνωση της πρώτης απόφασης του ΔΕΚ σχετικά με την ιθαγένεια, στην υπόθεση Wijsenbeek[27] με τις πιο πρόσφατες αποφάσεις στις υποθέσεις D’Hoop, Zhu & Chen[28] και τόσες άλλες στις οποίες η ιθαγένεια χαρακτηρίζεται ως η «θεμελιώδης ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών»,[29] δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Πράγματι, όπως οι διατάξεις για την ιθαγένεια, ο Χάρτης αναγνωρίζει δικαιώματα τα οποία α) αντιστοιχούν εν πολλοίς με ήδη υπάρχουσες διατάξεις της ΣυνθΕΚ και β) τα οποία είναι διατυπωμένα με τρόπο που να γεννά ερωτηματικά ως προς τη δεσμευτικότητά τους. Η τελευταία αυτή σκέψη, σχετικά με την ενεργό προώθηση των δικαιωμάτων του Χάρτη από το ΔΕΚ, οδηγεί στο ζήτημα της χρήσης του Χάρτη «ως ξίφος».

Β. Τα θεμελιώδη δικαιώματα ως ξίφος: μέσο εκτατικής εφαρμογής άλλων κοινοτικών ελευθεριών

Η χρήση των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως μέσου εκτατικής εφαρμογής των άλλων ελευθεριών της Συνθήκης λαμβάνει δύο μορφές, συναφείς αλλά αντίστροφες. Σε έναν πρώτο χρόνο, και ύστερα από ενδοιασμούς,[30] το ΔΕΚ χρησιμοποίησε τα θεμελιώδη δικαιώματα ως μέσο περιορισμού των εθνικών μέτρων με τα οποία τα κράτη μέλη παρεμποδίζουν την υλοποίηση των κοινοτικών ελευθεριών. Έτσι, στην υπόθεση ΕΡΤ[31] το ΔΕΚ έκρινε ότι η διατήρηση τηλεοπτικού μονοπωλίου, η οποία περιόριζε την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από καμία από τις ρητές εξαιρέσεις της ΣυνθΕΚ (δημόσια τάξη, ασφάλεια και υγεία) αν παράλληλα δεν ήταν σύμφωνη και με τη θεμελιώδη ελευθερία έκφρασης, η οποία κατοχυρώνεται από το άρθρο 10 ΕΣΔΑ. Η ίδια λύση υιοθετήθηκε μερικά χρόνια αργότερα και αναφορικά με την επίκληση, από τα κράτη μέλη, επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος (και όχι εξαίρεσης ρητά προβλεπόμενης από τη ΣυνθΕΚ), προκειμένου να δικαιολογήσουν παρεκκλίσεις από τις κοινοτικές ελευθερίες. Στην υπόθεση Familiapressστην οποίαν κρινόταν η συμβατότητα του Σουηδικού μέτρου απαγόρευσης της διαφήμισης αλκοολούχων ποτών με την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων και με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, το Δικαστήριο ζύγισε τον προστατευτικό σκοπό, της καταπολέμησης του αλκοολισμού, όχι μόνον με τις ως άνω ελευθερίες αλλά και με το άρθρο 10 ΕΣΔΑ.[32]

Στην πιο πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου, τα θεμελιώδη δικαιώματα λειτουργούν πολύ πιο «επιθετικά» καθώς δεν αποκρούουν απλώς τους εθνικούς περιορισμούς στις Ενωσιακές ελευθερίες, αλλά θεμελιώνουν την επέκταση εφαρμογής των ελευθεριών αυτών σε τομείς οι οποίοι, καταρχήν, φαίνεται να μην υπάγονται σε αυτές.

Έχει ήδη αποτυπωθεί με αρκετή λεπτομέρεια ο τρόπος με τον οποίον το ΔΕΚ αναδεικνύοντας την κοινωνική του ευαισθησία διευρύνει το πεδίο εφαρμογής των Ενωσιακών ελευθεριών.[33] Ενδεικτικά υπενθυμίζεται ότι κατά την τελευταία δεκαετία το ΔΕΚ έχει κινηθεί ρηξικέλευθα σε τρεις βασικούς άξονες: διεύρυνση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης, φορητότητα υγειονομικών και ασφαλιστικών παροχών και αναγνώριση τίτλων σπουδών.

1. Δικαιώματα απορρέοντα από την ιθαγένεια σε συνδυασμό με τις οικονομικές ελευθερίες

Στα πλαίσια διασφάλισης των δικαιωμάτων που απορρέουν από την Ευρωπαϊκή ιθαγένεια, η οποία θεσμοθετήθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, το Δικαστήριο, ύστερα από μια πρώτη φάση διστακτικότητας,[34] κινήθηκε προς τρεις βασικές κατευθύνσεις.[35]  Καταρχήν, το ΔΕΚ κινήθηκε προς την κατάργηση των αντίστροφων διακρίσεων εις βάρος πολιτών των κρατών μελών. Με τις αποφάσεις της ίδιας ημέρας στις υποθέσεις Carpenter[36]και D’Hoop[37] το ΔΕΚ κατοχύρωσε τη δυνατότητα επίκλησης, έναντι του κράτους προέλευσης, δικαιωμάτων που απορρέουν άμεσα από το κοινοτικό δίκαιο και τα οποία αναγνωρίζονται ειδικά υπέρ των πολιτών των άλλων κρατών μελών που βρίσκονται στο εν λόγω κράτος μέλος. Η πρώτη υπόθεση αφορούσε στο δικαίωμα Βρετανού, ο οποίος διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου και παρείχε υπηρεσίες (ενίοτε προς αποδέκτες σε άλλα κράτη μέλη), να διεκδικήσει έναντι των αρχών του κράτους του το δικαίωμα να έχει μαζί του την αλλοδαπή σύζυγό του. Στην υπόθεση D’Hoop αναγνωρίστηκε το δικαίωμα Βελγίδας υπηκόου να διεκδικήσει έναντι των αρχών της χώρας της «επίδομα αναμονής» μέχρι την εύρεση πρώτης εργασίας, το οποίο της αρνούνταν επειδή είχε ολοκληρώσει μέρος της εκπαίδευσής της σε άλλο κράτος μέλος: παρότι δεν ήταν ούτε αποδέκτης υπηρεσιών ούτε εργαζόμενη, ως Ευρωπαία υπήκοος δε ήταν επιτρεπτό να υφίσταται δυσμενή διάκριση. Με τις αποφάσεις αυτές το ΔΕΚ διασφάλισε την αρχή της μη διάκρισης και της ίσης μεταχείρισης όλων των πολιτών της Ένωσης (άρθρα 20 και 21 του Χάρτη).

Κατά δεύτερον, στις υποθέσεις CarpernterBaumbast και Jia, το ΔΕΚ αναγνώρισε ευρύ δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης. Και πριν από τις αποφάσεις αυτές το ΔΕΚ έχει επιδείξει ευαισθησία σε θέματα οικογένειας, εκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής των σχετικών προνομίων (δικαίωμα παραμονής, εργασίας, ίσης μεταχείρισης, κοινωνικών προνομίων) σε ευρύ κύκλο δικαιούχων: στη χήρα ενός κοινοτικού εργαζόμενου μετά το θάνατο του συζύγου της,[38] στην αλλοδαπή η οποία τελεί σε διάσταση από τον κοινοτικό σύζυγό της,[39] στον ανύπαντρο σύντροφο υπηκόου κράτους μέλους.[40] Ωστόσο, διανύοντας ακόμη ένα βήμα, το ΔΕΚ στην υπόθεση Baumbast[41] αναγνώρισε τη δυνατότητα επίκλησης της ιθαγένειας, υπέρ των μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, ακόμη κι αν αυτός α) έχει διακόψει τους δεσμούς του με την οικογένεια, β) βρίσκεται εκτός της επικράτειας της Ένωσης ή γ) δεν είναι ούτε έχει υπάρξει εργαζόμενος. Περαιτέρω, στην υπόθεση Zhu & Chen[42] το ΔΕΚ προέβη στην πλήρη απογαλάκτιση της ευρωπαϊκής ιθαγένειας από τις λοιπές διατάξεις της ΣυνθΕΚ σχετικά με τις οικονομικές ελευθερίες, καθώς έκρινε ότι ένα βρέφος, το οποίο κατείχε την Ευρωπαϊκή ιθαγένεια είχε καταρχήν δικαίωμα παραμονής σε άλλο κράτος μέλος, παρά το γεγονός ότι δεν ανήκε (ούτε και θα μπορούσε να ανήκει) σε καμία από τις επί μέρους κατηγορίες δικαιούχων του δικαιώματος εγκατάστασης (εργαζόμενοι, συνταξιούχοι κτλ). Περαιτέρω, η μητέρα του βρέφους, από την οποία αυτό εξαρτάται πρακτικά και συναισθηματικά, αντλεί και εκείνη δικαίωμα παραμονής στο εν λόγω κράτος μέλος. Στις αποφάσεις αυτές το ΔΕΚ αναφέρεται ρητά στο άρθρο 8 ΕΣΔΑ και στην προστασία της οικογενειακής ζωής. Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Jia στην οποία αναγνωρίστηκε κατά τρόπο ιδιαίτερα ευρύ το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης υπέρ της μητέρας Κινέζου συζύγου Γερμανίδας εργαζόμενης στη Σουηδία, το ΔΕΚ περιορίστηκε στην εφαρμογή των κανόνων του δευτερογενούς δικαίου για τους εργαζόμενους, χωρίς καμία αναφορά στην ΕΣΔΑ. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πάντως, το ΔΕΚ διασφαλίζει το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή (το οποίο κατοχυρώνεται πολλαπλά στα άρθρα 7, 9 και 33(1) του Χάρτη).

Τρίτον, το ΔΕΚ σταδιακά αναγνωρίζει στον πολίτη της Ένωσης το δικαίωμα πρόσβασης, υπό όρους, στις παροχές πρόνοιας των άλλων κρατών μελών. Το σχετικό σώμα της νομολογίας είναι ιδιαίτερα πλούσιο: από τις διστακτικές και δυσανάγνωστες αποφάσεις στις υποθέσεις Martinez Sala[43] και Grzelczyk[44]στις διατυπώσεις αρχών στις αποφάσεις D’Hoop[45]Collins[46], Trojani[47] και Bidar[48]. Η νομολογία αυτή η οποία δε δύναται να αναλυθεί στα πλαίσια της παρούσας μελέτης,[49] υλοποιεί στο μέτρο του δυνατού, την αρχή της αλληλεγγύης, σε επίπεδο Ευρωπαϊκό. Με τον τρόπο αυτόν η νομολογία του ΔΕΚ αντιστοιχίζεται, ως προς την γενική της κατεύθυνση, προς τον Τίτλο IV του Χάρτη που φέρει τον τίτλο «αλληλεγγύη».

2. Φορητότητα υγειονομικών δικαιωμάτων

Το σώμα της νομολογίας του ΔΕΚ που αναγνωρίζει τη φορητότητα των υγειονομικών δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης σε άλλα κράτη μέλη ξεκινά με τις αποφάσεις Kohll και Decker[50]συμπληρώνεται με τις αποφάσεις Peerbooms,[51]Vanbraekel ,[52] Müller Fauré[53] και Watts[54]ενώ αποσαφηνίζεται με άλλες αποφάσεις όπως οι Leichte,[55] ΙΚΑ κ. Ιωαννίδης,[56]Van der Duin,[57] Bosch[58] και άλλες. Η σχετική νομολογία, ιδιαίτερα περίπλοκη έχει αποτελέσει το αντικείμενο συστηματικής εξέτασης από τη θεωρία.[59] Για τις ανάγκες της παρούσας μελέτης αρκεί να σημειωθεί ότι το ΔΕΚ βασιζόμενο στην ελευθερία λήψης υπηρεσιών, θεμελιώνει ατομικό δικαίωμα πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη στο σύνολο της επικράτειας της ΕΕ. Το δικαίωμα αυτό μπορεί κατά περίπτωση να περιορίζεται προκειμένου να εξασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον των κρατών μελών, με τη μορφή του προγραμματισμού και της οργάνωσης των υγειονομικών υποδομών, της διατήρησης όλων των ιατρικών ειδικοτήτων και εν γένει την εκλογίκευση των συστημάτων «κοινωνικής» παροχής υγειονομικής περίθαλψης. Οι περιορισμοί αυτοί όμως κάμπτονται και δεν δικαιολογούν άρνηση πρόσβασης σε υγειονομικές υπηρεσίες, κάθε φορά που η κατάσταση της υγείας του ασθενή το απαιτεί και που δεν είναι δυνατό να του παρασχεθεί α) κατάλληλη θεραπεία[60] β) εντός εύλογου χρόνου.[61] Συνεπώς, σε περιπτώσεις απόλυτης διακινδύνευσης το ατομικό δικαίωμα πρόσβασης στην υγεία, όπως αυτό διασφαλίζεται στο άρθρο 35 του Χάρτη, προστατεύεται και υπερέχει.

3. Αναγνώριση τίτλων σπουδών

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία και εγκατάσταση των εργαζομένων στην ΕΕ κρίθηκε απαραίτητο ένα σύστημα αναγνώρισης των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων. Η σχετική αρμοδιότητα προβλεπόταν από την ίδια την ιδρυτική Συνθήκη της Ρώμης (άρθρο 57) και έχει οδηγήσει τον νομοθέτη στην υιοθέτηση σειράς μέτρων, με τη μορφή α) «μεταβατικών» μέτρων αναγνώρισης ήδη από τη δεκαετία του ’60, β) διπλών οδηγιών εναρμόνισης των κύκλων σπουδών και αναγνώρισης των παρεχόμενων τίτλων, κατά τις δεκαετίες ’70-‘80 και γ) Γενικών Συστημάτων αναγνώρισης χωρίς προηγούμενη εναρμόνιση από το 1989 και εντεύθεν. Το σύνολο της σχετικής νομοθεσίας, κωδικοποιημένο, βρίσκεται πλέον στην Οδηγία 2005/36.[62] Το ΔΕΚ, ωστόσο, παράλληλα και πέρα από τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής και ρυθμίζονται από την Οδηγία, έχει αναπτύξει ιδιαίτερα πλούσια νομολογία η οποία διασφαλίζει, σε κάθε περίπτωση, ένα ελάχιστο δικαίωμα αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων των Ευρωπαίων πολιτών. Ύστερα από τις πρώτες «θεμελιώδεις» αποφάσεις,[63] στις οποίες το ΔΕΚ στήριζε την υποχρέωση αναγνώρισης των τίτλων σπουδών και της επαγγελματικής εμπειρίας που είχαν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος στις διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία (άρθρα 39, 41 και 49 ΣυνθΕΚ), η πιο πρόσφατη νομολογία του ακολουθεί δύο κατευθύνσεις: αφενός διευρύνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής και τα έννομα αποτελέσματα των κανόνων του δευτερογενούς δικαίου σχετικά με την αναγνώριση και αφετέρου εμμένει στην παράλληλη και συμπληρωματική εφαρμογή των κανόνων του πρωτογενούς δικαίου.

Όσον αφορά στην πρώτη νομολογιακή τάση, της διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας του Γενικού Συστήματος αναγνώρισης, μπορούν να εντοπιστούν τρεις τάσεις: α) το ΔΕΚ ερμηνεύει ιδιαίτερα διασταλτικά τα στοιχεία που οριοθετούν το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών, όπως λ.χ. την έννοια του «νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος»[64] και του «διπλώματος»[65] β) επεκτείνει την εφαρμογή της οδηγίας στα πλαίσια διαγωνισμών πρόσληψης στο δημόσιο[66] και γ) αναγνωρίζει την δυνατότητα άμεσης εφαρμογής των σχετικών διατάξεων σε περιπτώσεις εσφαλμένης ή καθυστερημένης μεταφοράς τους.[67]

Παράλληλα το ΔΕΚ εξακολουθεί[68] να αναπτύσσει κι ένα πλούσιο σώμα νομολογίας που αφορά στις υποχρεώσεις αναγνώρισης που απορρέουν απευθείας από τις διατάξεις της Συνθήκης για την ελεύθερη κυκλοφορία και εγκατάσταση και για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, προκειμένου να καλύψει τις περιπτώσεις που εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2005/36. Σχετικά το ΔΕΚ κρίνει ότι η «νομολογία αυτή δεν είναι παρά η νομολογιακή έκφραση μιας αρχής συμφυούς προς τις θεμελιώδεις ελευθερίες της Συνθήκης και ότι η αρχή αυτή δεν μπορεί να απολέσει μέρος της νομικής της αξίας λόγω της εκδόσεως οδηγιών σχετικών με την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων».[69]

Η παραπάνω νομολογία στηρίζεται είτε στη διασταλτική ερμηνεία των όρων της οδηγίας 2005/36 (και αυτών τις οποίες κωδικοποιεί) είτε στις διατάξεις της Συνθήκης για τις θεμελιώδεις «προσωπικές» ελευθερίες της ΣυνθΛΕΕ. Τείνει όμως, παράλληλα, και στη διασφάλιση δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη, όπως λ.χ. το δικαίωμα στην εκπαίδευση (άρθρο 14), την ελευθερία επιλογής απασχόλησης και επαγγελματικής δραστηριότητας (άρθρο 15) και την ελευθερία επιχείρησης (άρθρο 16).

Εν όψει όλων των παραπάνω τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η αναγνώριση δεσμευτικής ισχύος στον Χάρτη δύναται να επηρεάσει την ως άνω νομολογία – η οποία εξυπηρετεί θεμελιώδη ατομικά και κοινωνικά (κυρίως) δικαιώματα – και κατά πόσο μπορεί να προκαλέσει νέες νομολογιακές τροπές σε καθέναν από τους τομείς που αναφέρθηκαν παραπάνω. Και σε αυτό το ερώτημα απάντηση δε μπορεί να δοθεί παρά με τη μορφή «ενημερωμένων εικασιών». Ένας τριμερής διαχωρισμός φαίνεται να μπορεί να γίνει:

α) Τομείς όπου το ΔΕΚ έχει ήδη παρέμβει δυναμικά, όπως λ.χ. στην εξάλειψη κάθε μορφής διακρίσεων βάσει της ιθαγένειας ή στη φορητότητα των υγειονομικών δικαιωμάτων. Στους τομείς αυτούς ο Χάρτης θα προσφέρει άλλη μια «νομική βάση» δικαιολογώντας τη δράση του ΔΕΚ. Μια τέτοια πρόσθετη βάση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον περαιτέρω περιορισμό των εξαιρέσεων από τις αναγνωριζόμενες ελευθερίες (λ.χ. φορητότητα υγειονομικών δικαιωμάτων). Επίσης, στο βαθμό που ο Xάρτης εμπλουτίζει παλιές έννοιες με νέο περιεχόμενο, το νέο αυτό περιεχόμενο αναμένεται να δώσει λαβή ανάπτυξης της νομολογίας του ΔΕΚ: το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση ως συστατικό της ιθαγένειας (άρθρο 41 Χάρτη) είναι ένα καλό παράδειγμα.

β) Τομείς οι οποίοι ρυθμίζονται από κανόνες δευτερογενούς δικαίου και όπου το ΔΕΚ έχει παρέμβει τεχνικά (για την εφαρμογή του δευτερογενούς δικαίου) ή δεν έχει ακόμη παρέμβει καθόλου. Στους τομείς αυτούς η μελλοντική δράση του ΔΕΚ αναμένεται να είναι διευρυμένη, λιγότερο τεχνική καθώς θα μπορεί να αντλήσει επιχειρήματα και από τον Χάρτη και περισσότερο προσανατολισμένη στην προστασία: προστασία των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 8 Χάρτη), προστασία καταναλωτή (άρθρο 38 Χάρτη), προστασία περιβάλλοντος (άρθρο 37 Χάρτη) κ.α.

γ) Τομείς όπου το ΔΕΚ δεν έχει ακόμη παρέμβει και στους οποίους δεν υπάρχουν σχετικοί κανόνες δευτερογενούς δικαίου. Ως προς αυτήν την τρίτη κατηγορία ο διαχωρισμός μεταξύ «δικαιωμάτων» και «αρχών» ανακτά όλη του τη σημασία. Με δεδομένο ότι μόνον τα δικαιώματα είναι δικαστικά επιδιώξιμα και ότι ο Χάρτης δε μπορεί να διευρύνει τις αρμοδιότητες της Ένωσης και των Οργάνων της, οι «αρχές», όταν αυτές δεν αντιστοιχούν σε κάποιο τομέα αρμοδιότητας της ΕΕ δεν αναμένεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη νομολογία του ΔΕΕ: ελευθερία τεχνών κι επιστημών (άρθρο 13 Χάρτη) δικαιώματα του παιδιού (άρθρο 24 Χάρτη) και του ενήλικα (άρθρο 25 Χάρτη), ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες (άρθρο 26 Χάρτη).

ΙΙΙ. Πολιτική αξιοποίηση του Χάρτη

Ο Χάρτης ενσωματώνοντας ατομικά δικαιώματα πρώτης γενιάς, κοινωνικά δικαιώματα δεύτερης γενιάς, δικαιώματα τρίτης γενιάς (λ.χ. προστασία των γυναικών, των παιδιών, των ατόμων με ειδικές ανάγκες, των μεταναστών) και δικαιώματα τέταρτης γενιάς (λ.χ. προστασία του περιβάλλοντος, προστασία του καταναλωτή) διαφοροποιείται από τα κλασσικά κείμενα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.[70] Ξεπερνά την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα α) είναι αυστηρά ατομικά, β) επιβάλλουν τον περιορισμό της δράσης του κράτους, γ) διασφαλίζονται διορθωτικά εκ των υστέρων και όχι προληπτικά δ) με κεντρικό όργανο για την επιτήρησή τους τα δικαστήρια. Απεναντίας, προβλέποντας – έστω και με τη μορφή «αρχών» – υποχρεώσεις ενέργειας για τα κράτη (και για την Ένωση), φέρνει τις δημόσιες αρχές στο προσκήνιο για την προάσπιση των δικαιωμάτων που θεσπίζει. Από το ρόλο του παραβάτη, το κράτος (και η ΕΕ) μεταμορφώνεται σε εν δυνάμει προστάτη των δικαιωμάτων.[71] Περαιτέρω, «ο διαχωρισμός μεταξύ σκληρού δικαίου (δικαιώματα) και ήπιας διακυβέρνησης (παρακολούθηση και αξιολόγηση) φαίνεται να εγκαταλείπεται (υπό την έννοια ότι – στα πλαίσια του δικαίου – διάφοροι τρόποι διακυβέρνησης μπορούν να συνδυαστούν σε ‘υβριδικές’ μορφές) και νέα σύνορα ανοίγονται για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων».[72]

Η παραπάνω διάσταση του Χάρτη ενέχει τουλάχιστον δύο συνιστώσες. Αφενός ο Χάρτης δύναται να συμβάλλει στην «ευθυγράμμιση» (mainstreaming) όλων των λοιπών Ενωσιακών πολιτικών με τα θεμελιώδη δικαιώματα. Αφετέρου, μπορεί να χρησιμεύσει ως σημείο εκκίνησης για νεωτερικές, υβριδικές, μορφές διασφάλισης των δικαιωμάτων.

Α. Ευθυγράμμιση (mainstreaming) των άλλων πολιτικών στα θεμελιώδη δικαιώματα

Κάποιες από τις διατάξεις του Χάρτη προβλέπουν ρητά την ευθυγράμμιση των λοιπών πολιτικών της Ένωσης στα δικαιώματα τα οποία αυτές διασφαλίζουν: προστασία της υγείας (άρθρο 35), προστασία του περιβάλλοντος (άρθρο 37), προστασία του καταναλωτή (άρθρο 38). Γεγονός είναι ότι για καθέναν από αυτούς τους τομείς πολιτικής αντίστοιχη υποχρέωση προβλέπεται στις ουσιαστικές διατάξεις της ΣυνθΛΕΕ: άρθρο 168(1) για την υγεία, άρθρο 11 ΣυνθΛΕΕ για το περιβάλλον, άρθρο 12 ΣυνθΛΕΕ για τον καταναλωτή. Ωστόσο, η αναγωγή της σχετικής υποχρέωσης σε θεμελιώδες δικαίωμα – και όχι σε τεχνική υποχρέωση – δημιουργεί ένα πιο πειστικό/πιεστικό πλαίσιο επίτευξης των στόχων αυτών, καθώς την καθιστά εν δυνάμει δικαστικά επιδιώξιμη.

Ωστόσο, η δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν είναι κατ’ανάγκη η πιο σημαντική εισφορά του Χάρτη. Εξίσου σημαντική είναι η «ορατότητα» (visibility) που εξασφαλίζει ο Χάρτης στα δικαιώματα και το γεγονός ότι τα καθιστά πλαίσιο αναφοράς για το σύνολο της νομοθετικής/κανονιστικής δράσης της Ένωσης και των κρατών μελών. Η ύπαρξή και μόνο του Χάρτη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, πλέον, έχει εγκριθεί και έχει αναγνωριστεί ως προς το περιεχόμενό του από το σύνολο των κρατών μελών (πριν δεν είχε μεγάλη διαφορά από τη Συνταγματική Συνθήκη η οποία είχε εγκριθεί από τα Όργανα της Ένωσης αλλά απέτυχε να κερδίσει την υποστήριξη των κρατών), γεννά πίεση για σεβασμό των δικαιωμάτων τα οποία αυτός απαριθμεί. Η ιδέα αυτή εκφράζεται ρητά και στο άρθρο 52(5) του Χάρτη σύμφωνα με το οποίο «οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη που περιέχουν αρχές μπορούν να εφαρμόζονται με νομοθετικές και εκτελεστικές πράξεις των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης και με πράξεις των κρατών μελών όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους. Η επίκληση των διατάξεων αυτών ενώπιον δικαστηρίου είναι παραδεκτή μόνον για την ερμηνεία των εν λόγω πράξεων και τον έλεγχο της νομιμότητάς τους». Συνεπώς, τόσο η Επιτροπή, όσο και τα άλλα νομοθετικά και επικουρικά όργανα θα οφείλουν να διαμορφώνουν και να αιτιολογούν τις προτάσεις τους κατά τρόπο ώστε να διαφαίνεται πως αυτές εξυπηρετούν την επίτευξη των στόχων του Χάρτη – ή τουλάχιστον δεν έρχονται σε αδικαιολόγητη αντίθεση με αυτούς.

Β. Σημείο αναφοράς για την υβριδική διακυβέρνηση

Όπως εξηγήθηκε παραπάνω ο Χάρτης δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενεργής εμπλοκής του κράτους (και της Ένωσης) για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων που απαριθμεί. Έχει υποστηριχθεί στη θεωρία η δυνατότητα προώθησης των στόχων του Χάρτη βάσει της Ανοιχτής Μεθόδου Συντονισμού (ΑΜΣ).[73] Η άποψη αυτή στηρίζεται στην ιδέα ότι σε κάποιο βαθμό είναι απαραίτητη η ενεργή προώθηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς α) ενισχύει την ασφάλεια δικαίου καθώς καθιστά σαφή τα όρια της στάθμισης μεταξύ αντικρουόμενων δικαιωμάτων, β) εξασφαλίζει ενιαία θεώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων απαλείφοντας συγκρούσεις μεταξύ των κρατών μελών και γ) αποτρέπει τον «ανταγωνισμό προς τα κάτω» (race to the bottom) σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[74] Ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις η Ένωση, βάσει της αρχής της ειδικότητας των αρμοδιοτήτων και της επικουρικότητας, δεν έχει τις αντίστοιχες αρμοδιότητες. Το κενό αυτό μπορεί να καλυφθεί από ένα σύστημα συντονισμού τύπου ΑΜΣ, στο οποίο μάλιστα η νεοσυσταθείσα Υπηρεσία για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα (FRA) θα μπορούσε να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο μέσω των εκθέσεών της, της διάχυσης πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών κτλ. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από άλλους συγγραφείς οι οποίοι υποστηρίζουν ότι, στο μέτρο που ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από πρακτικές και όχι μόνον από την ύπαρξη κανόνων, η ΑΜΣ είναι ιδανική για τη διασφάλισή τους.[75]

Είναι γεγονός, περαιτέρω, ότι η ΑΜΣ χρησιμοποιείται ήδη τουλάχιστον μια δεκαετία στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση[76] και της Στρατηγικής για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού[77] – και οι δύο αυτές Στρατηγικές εντάσσονται πλέον ως επί μέρους στόχοι της Στρατηγικής της Λισσαβόνας.[78]

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της ΑΜΣ αμφισβητείται έντονα,[79] όπως επίσης αμφισβητείται η νομιμοποίησή της[80] και η σκοπιμότητα της «εξάπλωσής» της ειδικότερα σε θέματα που άπτονται των θεμελιωδών δικαιωμάτων.[81]Ειδικότερα σε σχέση με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ένας πρώτος λόγος που συνηγορεί κατά της χρήσης της ΑΜΣ είναι ότι τα αποτελέσματα της δεν ελέγχονται δικαστικά – κατάσταση η οποία αντιμάχεται θεμελιωδώς τις ειλημμένες και γενικώς παραδεκτές πρακτικές προστασίας των δικαιωμάτων.[82] Περαιτέρω, σε σχέση με τα τρέχοντα συστήματα παρακολούθησης και αξιολόγησης των κρατών ως προς τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η ΑΜΣ παρουσιάζει διάφορα επί μέρους μειονεκτήματα:[83] α) παίρνει τη διαδικασία από τα χέρια ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων και τη δίνει σε πολιτικούς και τεχνοκράτες των κρατών μελών, β) έχει ως βασικούς παίκτες – και αποδέκτες – τα κράτη, όχι την Ένωση, γ) επιτρέπει ευελιξία ως προς τους προς επίτευξη στόχους, η οποία είναι μάλλον ανεπιθύμητη όταν πρόκειται για την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, δ) ακόμη κι αν επιτρέπει τον εντοπισμό ζητημάτων όπου η ύπαρξη «εξωτερικοτήτων» συνηγορεί στην από κοινού δράση η ίδια η ΑΜΣ αδυνατεί να προσφέρει τον επιθυμητό συντονισμό. Τέλος, η εμπειρία από την ΑΜΣ/απασχόληση καταδεικνύει ότι υπάρχει ο κίνδυνος «υποταγής» της ΑΜΣ στις οικονομικές επιταγές της στιγμής, παραμερίζοντας τους μη μετρήσιμους στόχους της ΑΜΣ, όπως είναι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.[84]

Σε όλες τις παραπάνω αδυναμίες παρέχει μερική απάντηση η αναγνώριση δεσμευτικής ισχύος στον Χάρτη. Στα πλαίσια εφαρμογής υβριδικής διακυβέρνησης «ο Χάρτης επιτελεί έναν βασικό ρόλο στη χάραξη πολιτικής προσφέροντας ουσιαστικό υπόβαθρο σε μια διαδικασία λήψης αποφάσεων που υπό άλλες συνθήκες θα έτεινε προς την υπέρμετρη αβεβαιότητα».[85] Κωδικοποιώντας τα δικαιώματα και τις αξίες που πρέπει σε κάθε περίπτωση να διασφαλίζονται, ο Χάρτης αναιρεί πολλές από τις αδυναμίες της υβριδικής διακυβέρνησης και την καθιστά βιώσιμη λύση για την επιδίωξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Επίλογος

Στο ερώτημα αν η θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας και η αναγνώριση δεσμευτικής ισχύος στον Χάρτη αλλάζει κάτι στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ, η εύκολη απάντηση είναι «όχι». Αφενός, διότι ο Χάρτης έχει ήδη «ανακυρηχθεί» από το 2000 και υπάρχει ήδη εδώ και μια δεκαετία με τη μορφή «ήπιου δικαίου». Αφετέρου, τόσο ο ίδιος ο Χάρτης όσο και το άρθρο 6(1) ΣυνθΕΕ το οποίο του αναγνωρίζει δεσμευτική ισχύ, ορίζουν ρητά ότι αυτός δε μπορεί να στηρίξει νέες αρμοδιότητες υπέρ της ΕΕ. Μια προσεκτικότερη ανάλυση, ωστόσο, καταδεικνύει ότι η εξέλιξη αυτή διανοίγει νέες προοπτικές για την προστασία των δικαιωμάτων, τόσο σε επίπεδο δικαστικό όσο και σε επίπεδο πολιτικό. Η διαπίστωση αυτή μάλιστα, καταλήγει να αναιρεί την αρχική ιδέα, ότι δηλαδή ο Χάρτης δεν επιφέρει καμία τροποποίηση των αρμοδιοτήτων και των διαδικασιών της ΕΕ.

Η ανάλυση που προηγείται καταλήγει στο μάλλον αισιόδοξο συμπέρασμα ότι το επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων αναμένεται να βελτιωθεί με την αναγνώριση δεσμευτικής ισχύος στον Χάρτη. Εσκεμμένα αποσιωπά τον κίνδυνο να συμβεί το αντίθετο: στην υπόθεση Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κ Συμβουλίου σχετικά με την ακύρωση της οδηγίας 2003/86 για την οικογενειακή επανένωση,[86] το ΔΕΚ απέφυγε να ακυρώσει συγκεκριμένες διατάξεις της οδηγίας οι οποίες προφανώς παραβίαζαν το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, επικαλούμενο το γεγονός ότι κατά την μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο τα κράτη μέλη διατηρούν διακριτική ευχέρεια, την οποία οφείλουν να ασκήσουν σύμφωνα με τις γενικές αρχές της οδηγίας (οι οποίες είναι πράγματι προστατευτικές) και τις υποχρεώσεις τους από την ΕΣΔΑ.[87] Ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί ο Χάρτης ως άλλοθι για αντίστοιχες νομοθετικές αστοχίες στο μέλλον δε μπορεί να αποκλειστεί. 

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας αβεβαιότητας σχετικά με τον ρόλο που θα διαδραματίσει ο Χάρτης στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ είναι ο χρόνος και τρόπος προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔΑ. Το θέμα αυτό από μόνο του εμπεριέχει πολλές αστάθμητες παραμέτρους.[88]

Εν όψει όλων των παραπάνω αβεβαιοτήτων, είναι πολύ νωρίς για να εκτιμήσει κανείς το ουσιαστικό αποτέλεσμα που θα έχει στην προστασία των δικαιωμάτων η αναγνώριση δεσμευτικής ισχύος στον Χάρτη. Το αποτέλεσμα αυτό θα είναι συνάρτηση τόσο νομικών διαδικασιών όσο και πολιτικών διεργασιών. Ο ρόλος που θα διαδραματίσουν οι διάφοροι συντελεστές – ιδιώτες, δικαστήρια, εθνικές κυβερνήσεις, το ΔΕΕ, τα λοιπά Όργανα της ΕΕ – είναι ακόμη απροσδιόριστος. Έχουν όμως στα χέρια τους ένα εργαλείο που επιτρέπει, εν δυνάμει, την βελτίωση του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, κυρίως των κοινωνικών, που συνιστούν και τον βασικό τομέα στον οποίον κρίνεται, επί του παρόντος, ή αξιοπιστία του ενοποιητικού εγχειρήματος της ΕΕ.

 


* Αν. Καθηγητής στο ΔΠΘ, Επισκ. Καθηγητής στο Κολλέγιο της Ευρώπης, Μπρυζ, Επί τιμή Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Νόττιγχαμ, Δικηγόρος Αθηνών. Το παρόν άρθρο έχει ήδη δημοσιευθεί σε ΔτΑ 2/2011, 365-396 και Το Δημόσιο Δίκαιο σε Εξέλιξη, Σύμμεικτα προς τιμήν του Καθηγητού Πέτρου Ι Παραρά, 1137-116.

Εν όψει της θέσης σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας όλες οι αναφορές σε άρθρα των Συνθηκών  γίνονται με βάση τη νέα αρίθμηση. Αντιθέτως, παρά την αντικατάσταση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ο όρος ΔΕΚ μιας και η περισσότερες αναφορές στο Όργανο αυτό αφορούν σε παρελθόντα χρόνο – και για την αποφυγή σύγχυσης με τη χρήση διπλής ονομασίας.

 

 

[1] Γενικά για τον Χάρτη βλ. Στ. Περράκης & Ν. Λυμούρης, Ο Χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ (Αθήνα/Κομοτηνή: Σάκκουλας, 2003), Γ. Παπαδημητρίου, Γ. Καριψιάδης & Κ. Παπανικολάου, Ο χάρτης θεμελιωδών δικαιωμάτων, Σταθμός στη θεσμική ωρίμανση της ΕΕ (Αθήνα/Κομοτηνή: Σάκκουλας, 2002), Θ. Κατσούφρος, Ο χάρτης θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Κοινοτική δικαιοσύνη, Εφαρμογές της θεωρίας της ενδικασιμότητας, Σειρά: Διοίκηση και Πολιτεία – Μελέτες (Αθήνα/Κομοτηνή: Σάκκουλας, 2002). Βλ επίσης ανάμεσα στην πλούσια αρθρογραφία (σε αλφαβητική σειρά): Τζ. Ηλιοπούλου-Στράγκα, «Ο Χάρτης  των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: από τη Νίκαια στη Λισσαβόνα» (2008) ΕυρΠολ 91-123, Θ. Κατσούφρος, «Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και ο Κοινοτικός δικαστής» (2003) ΔτΑ 1107-1135, Γ. Καριψιάδης, «Ο Χάρτης των Θμελιωδών Δικαιωμάτων σε προοπτική» (2001) ΤοΣ 1211-1229, Ι. Κουκιάδης, «Η σχεδιαζόμενη υιοθέτηση από την ΕΕ Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και η ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Ιθαγένειας» (2001: μνήμη Κ. Ιωάννου) ΕΕΕυρΔ 241-260, Σ. Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου «Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ανταποκρίνεται στο ευρωπαϊκό κεκτημένο;» (2001) ΔτΑ 203-223, Γ. Παπαδημητρίου, «Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων: προπομπός της συνταγματοποίησης της ΕΕ» (2001) ΤοΣ 1207-1210, του ιδίου, «Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και η  κανονιστική λειτουργία του» (2001) ΕΕΕυρΔ 521-532, του ιδίου, «Δεσμευτική ισχύς του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων» (2002) ΕΕΕυρΔ 213-226, Λ. Παπαδοπούλου, «Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ενωσιακή έννομη τάξη» (2001) ΤοΣ 1267-1326, Ρ-Ε. Παπαδοπούλου, «Από τις γενικές αρχές του δικαίου στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ» (2001) ΔτΑ 1029-1082, Σ. Περράκης, «Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ» (2000) ΔτΑ 19-33, Χ. Ροζάκης, «Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ στο πλέγμα της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Ευρώπη» (2001: μνήμη Κ. Ιωάννου) ΕΕΕυρΔ 427-439, Ν. Φραγκάκης, «Ανθρώπινα δικαιώματα και Ευρωπαϊκή ενοποίηση, Από την ΕΣΔΑ στον Χάρτη Θμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ» (2002) ΝοΒ 1413-1425. Βλ. στα αγγλικά T. Hervey & J. Kenner (eds)Economic and Social Rights under the EU Charter of Fundamental Rights – A Legal Perspective (Portland: Hart, 2003) ; S. Peers & A. Ward, The Charter of Fundamental Rights and the Future of Human Rights Protection in Europe Oxford/Portland: Hart, 2004); K. Lenaerts & E. de Smijter ‘A “Bill of Rights” for the EU’ (2001) 38 CMLRev 273-300; G. de Burca & J.-B. Aschenbrenner, ‘The development of European Constitutionalism and the role of the Charter of Fundamental Rights’ 9 (2002-03) ColumJEurL 355; M. Poiares Maduro, ‘The double constitutional life of the Charter of Fundamental Rights of the EU’ in T. Hervey & J. Kenner (eds) Economic and Social Rights under the EU Charter of Fundamental Rights – A Legal Perspective (Portland: Hart, 2003) 269-299. Βλ επίσης στα Γαλλικά: E. Roger « Les Droits de l’Homme dans l’UE » (2003) ΔτΑ 1053-1068, P. Tavernier « L’insertion de la Charte des droits fondamentaux de l’UE dans le système européen de protection des droits de l’homme et des libertés fondamentales » (2003) ΔτΑ 1069-1080. Για μια πιο πλήρη βιβλιογραφία βλ. την ιστοθέση http://www.arena.uio.no/cidel/cwatch/bibliography.html

 

 

[2] Βλ. σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την υιοθέτηση του Χάρτη, Lord Goldsmith ‘A Charter of Rights, Freedoms and Principles’ 38:5 (2001) CMLRev 1201-1216, G. de Burca, ‘The drafting of the EU Charter of Fundamental Rights’ (2001) 26 ELR 126, F. Deloche-Gaudez ‘The Convention on a Charter of Fundamental Rights: A Method for the Future?’ Notre Europe Research and Policy Paper 15/2001, available at http://74.125.155.132/scholar?q=cache:XlxIe4L-DDUJ:scholar.google.com/+fundamental+rights+Weiler&hl=el&as_sdt=2000,   καθώς και Γ. Παπαδημητρίου, «Ο ΧάρτηςΘεμελιωδών Δικαιωμάτων: προπομπός της συνταγματοποίησης της ΕΕ» ο.π. υποσημ. 1.

 

 

[3] Η παρούσα μελέτη δεν έχει σκοπό να προτείνει άλλη μια ανάλυση του Χάρτη, για την οποία βλ. παραπ. υποσημ. 1. Αντιθέτως, βασιζόμενη στις ως άνω αναλύσεις η μελέτη φιλοδοξεί να εξετάσει αν προκύπτει κάποια προστιθέμενη αξία από την αναγνώριση δεσμευτικής ισχύος στο Χάρτη.

 

 

[4] Βλ. Χ. Kontiadis ‘Social Rights in the Draft Constitutional Treaty’ in I. Pernice/M. Poiares Maduro (eds.), A Constitution for the European Union: First Comments on the 2003 – Draft of the European Convention, (Baden-Baden: Nomos Verlagsgesellschaft, 2004) 59-74, επίσης δημοσιευμένοσε (2003) ΔτΑ 1081-1106.

 

 

[5] Κατά πόσο αυτή η αλλαγή στη δομή των Συνθηκών συνεπάγεται και ουσιαστικές διαφορές για την εφαρμογή και δεσμευτικότητα των κανόνων του Χάρτη έχει εκτενώς συζητηθεί στη θεωρία, βλ. λ.χ. Τζ. Ηλιοπούλου-Στράγκα ο.π. υποσημ. 1, βλ. επίσης I. Pernice ‘The Treaty of Lisbon andFundamental Rights’ in St. Griller & J. Ziller (eds) EU Constitutionalism without a Constitutional Treaty (Wien/New York: Springer, 2008) 235-254 – η υπερισχύουσα απάντηση μοιάζει να είναι αρνητική.

 

 

[6] Για τη σταδιακή αναγνώριση και προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ενωσιακή έννομη τάξη βλ. Σ. Περράκης, ‘Δικαιώματα του ανθρώπου και Ευρωπαϊκή δημόσια τάξη. Σκέψεις πάνω στις διαστάσεις μιας αναδυόμενης νομικής διαδρομής ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ουτοπία (;)’ (2001: μνήμη Κ. Ιωάννου) ΕΕΕυρΔ 383-416, του ιδίου, πιο πρόσφατα, ‘Δημοκρατία και (ατομικά) δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο προασπίζουν τα δικαιώματα του ανθρώπου οι πτυχές δημοκρατίας που εγκλείει το σύστημα της Ένωσης;’ (2009) ΕυρΠολ 405-416.

 

 

[7] Βλ. μεταξύ άλλων T. Tridimas The General Principles of EU Law, 2d ed (Oxford: OUP, 2006) 367.

 

 

[8] Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις το ΔΕΚ έχει κρίνει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα ακόμη κι εκτός του πεδίου εφαρμογής των κανόνων της Ένωσης, βλ. λ.χ. ΔΕΚ, 25 Μαρτίου 2994, Karner, υπ. C-71/02, Συλ Ι-3025.

 

 

[9] Βλ. λ.χ. Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, ο.π. υποσημ. 1 και Tridimas, ο.π υποσημ. 7, 363.

 

 

[10] Tridimas 363-4.

 

 

[11] J. McHale ‘Fundamental rights and health care’ in Ε. Mossialos, G. Permanand, R. Baeten & T. Hervey, (eds) Health Systems Governance in Europe: the role of EU Law and Policy, (Cambridge: CUP, forthcoming 2010) 284-316, 298.

 

 

[12] Για τις νέες αρμοδιότητες του ΔΕΚ στους τομείς αυτούς βλ. V. Hatzopoulos, ‘Casual but smart: The Court’s new clothes in the Area of Freedom, Security and Justice after the Lisbon Treaty’, in J. Monar (ed) The institutional dimension of the EU “Area of Freedom, Security and Justice”(Brussels etc: PIE Peter Lang, forthcoming 2010); paper already available at http://www.coleurop.be/template.asp?pagename=lawpapers

 

 

[13] Ύστερα από την κυβερνητική αλλαγή στην Πολωνία τον Οκτώβριο του 2007, η νέα κυβέρνηση παρότι ήταν καταρχήν πιο ανεκτική έναντι των ομοφυλοφίλων δεν αποσύρθηκε από το σχετικό πρωτόκολλο, καθώς είχε ανάγκη τις ψήφους της συντηρητικής αντιπολίτευσης για την επικύρωση της Συνθήκης της Λισσαβόνας. Συμπλήρωσε όμως τη μονομερή Δήλωση αρ. 62 σύμφωνα με την οποίαν «σέβεται πλήρως τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα» του Τίτλου IV του Χάρτη.

 

 

[14] J.B. Liisberg ‘Does the EU Charter of Fundamental Rights Threaten the Supremacy of Community Law?’ 38:5 (2001) CMLRev 1171-1199.

 

 

[15] S. Fredman ‘Transformation or Dilution: Fundamental Rights in the EU Social Space’ 12:1 (2006) ELJ, 41-60, 49, σε ελεύθερη μετάφραση του γράφοντος.

 

 

[16] Για την ύπαρξη κοινωνικού ελλείμματος βλ, μεταξύ πολλών, T. Faist, Social Citizenship in the EU: Nested Membership (2001) JCMS  37-58, , M. Poiares Maduro, We Still Have Not Found What We Have Been Looking For: The Balance Between Economic Freedom and Social Rights in theEU, Working Paper n. 4/99 του Νέου Πανεπιστημίου της Λισσαβόνας, διαθέσιμο στην ηλ. διεύθυνση www.fd.unl.pt/web/investigacao/wpapers/pdf/1999/wp004-99.pdf, R. Mishra, Beyond the Nation State: Social Policy in an Age of Globalization, (1998) Social Policy and Administration 481-500καθώς και τον Γ. Παπαδημητρίου, Η κοινωνική αρχή στη Συνθήκη του Αμστερνταμ, (2001 – μνήμη Κρατερού Ιωάννου) ΕΕΕυρΔ 355-362 ο οποίος κάνει λόγο για «κοινωνική αναλγησία» ή «κοινωνική αδιαφορία».

 

 

[17] ΔΕΚ, 12 Ιουνίου 2003, Schmidberger, υπ. C-112/00, Συλ Ι-5659.

 

 

[18] ΔΕΚ, 18 Μαρτίου 2004, Omegaυπ. C-36/02, Συλ Ι-9609.

 

 

[19] ΔΕΚ, 18 Δεκεμβρίου 2007, Laval and Partneri, υπ. C-341/05, Συλ Ι-11767, ΔΕΚ, 11 Δεκεμβρίου 2007, Viking υπ. C-438/05, Συλ I-10779 και ΔΕΚ, 3 Απριλίου 2008, ffert, υπ. C-346/06 Συλ. I-1989.

 

 

[20] Βλ. στην Eλληνική θεωρία, για την απόφαση Viking Α. Τσαδήρας (2007) ΕΕΕυρΔ 771-792, Χ. Σταμέλος (2008) ΕυρΠολ 479-487, Μ. Μπουλούκος «Κοινωτικές ελευθερίες κατά κοινωνικής Ευρώπης: Συνδικαλιστική δράση κατά μετανηολόγησης πλοίου ως δικαιολογημένος περιορισμός της ελευθερίας εγκατάστασης» (2008) ΕΕΔ 664-677, για την απόφαση Viking βλ. Α. Μητσολίδου (2008) ΕυρΠολ 470-479, B. Τουντόπουλος (2007) ΕΝΔ 369-383, για τις δύο αποφάσεις μαζί βλ. Ν. Αλιπράντης & Γ. Κατρούγκαλος «Το ΔΕΚ ως απορρυθμιστής του εργατικού δικαίου» (2008) ΕΔΔ 674-681.Στην αλλοδαπή θεωρία βλ., μεταξύ πολλών, J. Cremers, J.-E. Dolvik & G. Bosch, ‘Posting of workers in the single market: attempts to prevent social dumping and regime competition in the EU?’ 38:6 Industrial Relations Journal (2007) 524-541, J. Malmberg, & T. Sigeman, ‘Industrial actions and EU economic freedoms: the autonomous collective bargaining model curtailed by the ECJ’ (2008) 45 CMLRev 1115-1146, M. Ronmar, ‘Free movement of services vs national labour law and industrial relations systems: understanding the Laval case from a Swedish and Nordic perspective’ (2008) 10 CYEL 493-521,  D. Ashiagbor, ‘Collective Labor Rights and the European Social Model’ (2009) 3 Law and Ethics of Human Rights, 222-266, C. Barnard, ‘Viking and Laval: An Introduction’  (2008) 10 CYEL 463-492; A. Dashwood, ‘Viking and Laval: Issues of Horizontal Direct Effect (2008) 10CYEL 525-540; S. Deakin, ‘Regulatory Competition after Laval’ (2008) 10 CYEL 581-609, N. Hös, ‘The principle of proportionality in the Viking and Laval cases: an appropriate standard of judicial review? (2009) 6 EUI Working paper, T. Novitz, ‘A Human Rights Analysis for the Viking andLaval Judgments’ (2008) 10 CYEL 541-562, S. Sciarra, ‘Viking and Laval: Collective Labour Rights and Market Freedoms in the Enlarged EU’ (2008) 10 CYEL 563-580, Ch. Woolfson & J. Sommers, ‘Labour Mobility in Construction: European Implications of the Laval un Partneri Dispute with Swedish Labour’ (2006) 12 European Journal of Industrial Relations 49-68, Ch. Joerges & Fr. Rödl, ‘Informal Politics, Formalised Law and the “Social Deficit” of European Integration: Reflections after the Judgments of the ECJ in Viking and Laval (2009) 15 ELJ 1-19, βλ. επίσης R. Blanpain (ed)The Laval and Viking Cases. Freedom of Services and Establishment v. Industrial Conflict in the European Economic Area and Russia (2009) 69 Bulletin of Comparative Labour Relations, The Netherlands, Kluwer Law International.

 

 

[21] Βλ. Laval σκέψη 94.

 

 

[22] Βλ. Laval σκέψη 105.

 

 

[23] Καταρχήν από τον F. Scharpf, ‘Economic Integration, Democracy and the Welfare State’ (1997) JEPP 18-36 και F. Scharpf, ‘The European Social Model: Coping with the Challenges of Diversity’ (2002) JCMS 645-670. Βλ επίσης, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, V. Hatzopoulos, ‘Current problems of social Europe’ σε J. Baquero-Cruz & C. Closa (eds) European Integration from Rome to Berlin 1957-2007, History, Law and Politics (Brussels etc: PIE Peter Lang, 2009) 147-180 και B. Χατζόπουλος «Το αναδυόμενο κοινωνικό πρόσωπο της Εσωτερικής Αγοράς: εμπνευσμένηπολιτική επιλογή ή νομική αναγκαιότητα;», ΕΕΕυρΔ 3/2005, 529-560.

 

 

[24] Βλ. λ.χ. τον ΓΕ Tizzano στην υπόθεση ΔΕΚ, 26 Ιουνίου 2001, BECTU, υπ. C-173/99, Συλ Ι-4881, τον ΑΓ Léger στην υπόθεση ΔΕΚ, 6 Δεκεμβρίου 2001, Συμβούλιο κ Hautala, υπ. C-353/99 Ρ, Συλ Ι-9565, τον ΓΕ Geelhoeld στην υπόθεση ΔΕΚ, 17 Σεπτεμβρίου 2002, Baumbast, υπ. C-413/99, Συλ. Ι-7091τον ΓΕ Poiares Maduro στην υπόθεση ΔΕΚ, 15 Μαρτίου 2005, Ισπανία κ Eurojust, υπ. C160/03, Συλ Ι-2077, την ΓΕ Stix-Hackl στην υπόθεση Omega παραπ. υποσημ. 18, την ΓΕ Kokkot στην υπόθεση ΔΕΚ, 16 Ιουνίου 2005, Pupino, υπ. C-105/03, Συλ Ι-5285, κ.α.

 

 

[25] Βλ. λ.χ. ΠΕΚ, 30 Ιανουαρίου 2002, max.mobil Telekommunikation [2002] Συλ ΙΙ-313, η οποία αναιρέθηκε με την απόφαση ΔΕΚ, 22 Φεβρουαρίου 2005, Επιτροπή κ Τ-Mobile Austriaυπ C-141/02 Ρ, Συλ Ι-1283. Επίσης, ΠΕΚ, 3 Μαΐου 2002, JégoQuéré κ Επιτροπής υπ. Τ-177/01, Συλ ΙΙ-2365, η οποία αναιρέθηκε με την απόφαση ΔΕΚ, 1 Απριλίου 2004, Επιτροπή κ JégoQuéré, υπ C-263/02 Ρ, Συλ Ι-3425.

 

 

[26] Bλ. παραπ. υποσημείωση 22.

 

 

[27] ΔΕΚ, 21 Σεπτεμβρίου 1999, Wijsenbeek, C-378/97, Συλ Ι-6207.

 

 

[28] ΔΕΚ, 11 Ιουλίου 2002, D’Hoop, aff. C-224/98, Συλ I-6191, ΔΕΚ, 19 Οκτωβρίου 2004, Zhu & Chen, υπ. C-200/02, Συλ Ι-9925, ΔΕΚ, 9 Ιανουαρίου 2007, Jia, υπ. C-1/05, Συλ Ι-1.

 

 

[29] Για τις οποίες βλ. παρακάτω υποσημ. 36-49 και το σχετικό κείμενο.

 

 

[30] Βλ ΔΕΚ, 11 Ιουλίου 1985, Cinéthèque, υπ. 60 & 61/84, Συλ 2605 και ΔΕΚ 30 Σεπτεμβρίου 1987, Demirel, υπ. 12/86, Συλ 3719.

 

 

[31] ΔΕΚ, 18 Ιουνίου 1991, ΕΡΤ, υπ. C-260/89, Συλ Ι-2925.

 

 

[32] ΔΕΚ, 26 Ιουνίου 1997, Familiapress, υπ. C-368/95, Συλ Ι-3689.

 

 

[33] Βλ. Χατζόπουλος ο.π. υποσημ. 23 και V. Hatzopoulos, ‘A (more) social Europe: A political crossroad or a legal one-way? Dialogues between Luxembourg and Lisbon’ (6/2005) CMLRev 1599-1635.

 

 

[34] ΔΕΚ, 21 Σεπτεμβρίου 1999, Wijsenbeek, C-378/97, Συλ Ι-6207 και ΔΕΚ, 11 Απριλίου 2000, Kaba, υπ. C-356/98, Συλ I-2623. Βλ. επίσης στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία, τον λαλίστατο επικριτή της ιθαγένειας J. Weiler, Citizenship and Human Rights, σε J. Winter e.a. (eds). Reforming the TEU: The Legal Debate (Deventer: Kluwer, 1996).

 

 

[35] Για την κοινωνική υπόσταση της έννοιας της ιθαγένειας βλ. Γ. Κραβαρίτου «Κοινωνικά δικαιώματα και κοινωνική ιδιότητα του πολίτη» (2002) ΝοΒ 1426-1430. Βλ. επίσης, για μια πιο νομική – συνταγματική προσέγγιση Π. Στάγκος, «Προς ένα ευρωπαϊκό σύνταγμα: Κράτος δικαίου, θεμελιώδη δικαιώματα, ιδιότητα του ‘πολίτη της Ένωσης’» σε Κ. Στεφάνου, Αρ. Φατούρος & Θ. Χριστοδουλίδης (επιμ) Εισαγωγή στις Ευρωπαϊκές Σπουδές, Τόμος Α’, (Αθήνα: Σιδέρης, 2001) 404-443.

 

 

[36] ΔΕΚ, 11 Ιουλίου 2002, Carpenter, υπ. C-60/00, Συλ I-6279.

 

 

[37] Ο.π. σημ. 28.

 

 

[38] ΔΕΚ, 1975, Cristini κ. SNCF, υπ. 32/75, Συλ 1085.

 

 

[39] ΔΕΚ, 13 Φεβρουαρίου 1985, Diatta, υπ. 267/83, Συλ 567.

 

 

[40] Το ΔΕΚ θεώρησε ότι το δικαίωμα συνοδείας από τον ανύπαντρο σύντροφο, στο βαθμό που το κράτος αναγνωρίζει την ελεύθερη ένωση προσώπων, συνιστά «κοινωνικό προνόμιο» σχετικά με το οποίο απαγορεύεται κάθε είδους διάκριση, βλ. ΔΕΚ 17 Απριλίου 1986, Reed, υπ. 59/85, Συλ 1283.

 

 

[41] ΔΕΚ, 17 Σεπτεμβρίου 2002, Baumbast, υπ. C-413/99, Συλ I-7091.

 

 

[42] ΔΕΚ, 19 Οκτωβρίου 2004, Zhu & Chenυπ. C-200/02, Συλ Ι-9925.

 

 

[43] ΔΕΚ, 12 Μαΐου 1998, Martinez Sala, υπ. C-85/96, Συλ Ι-2691.

 

 

[44] ΔΕΚ, 20 Σεπτεμβρίου 2001, Grzelczyk, υπ. C-184/99, Συλ Ι-6193.

 

 

[45] Ο.π. σημ. 28..

 

 

[46] ΔΕΚ, 23 Μαρτίου 2004, Collins, υπ. C-138/02, Συλ Ι-2703.

 

 

[47] ΔΕΚ, 7 Σεπτεμβρίου 2004, Trojani, υπ. C-456/02, Συλ Ι-7573.

 

 

[48] ΔΕΚ, 15 Μαρτίου 2005, Bidar, υπ. C-209/03, Συλ Ι-2119.

 

 

[49] Βλ. όμως την πιο αναλυτική τους παρουσίαση στα άρθρα τα οποία παραπέμπονται παραπ. υποσημ. 33.

 

 

[50] ΔΕΚ, 28 Απριλίου 1998, Decker, υπ. C-120/95, Συλ I-1831, της ίδιας ημερομηνίας, Kohll, υπ. C-158/96, Συλ Ι-1931. Για τις αποφάσεις αυτές βλ. μεταξύ άλλων Π. Μαυρίδη, «Υγειονομική περίθαλψη χωρίς σύνορα στην Ευρώπη; Μια πρώτη διάγνωση μετά τις αποφάσεις Kohll & Decker» (1999)ΕΔΚΑ 249, του ιδίου (1998) RMUE 145-196 καθώς και S. Van Raepenbusch in (1998) CDE 683-697 and J.-G. Huglo (1998) RTDEur 584-589.

 

 

[51] ΔΕΚ, 12 Ιουλίου 2001, Smits & Peerbooms, υπ. C-157/99, Συλ Ι-5473.

 

 

[52] ΔΕΚ, 12 Ιουλίου 2001, Vanbraekelυπ. C-368/98, Συλ Ι-5363.

 

 

[53] ΔΕΚ, 13 Μαΐου 2003, Müller Fauré, υπ. C-385/99, Συλ Ι-4509.

 

 

[54] ΔΕΚ, 16 Μαΐου 2006, Watts, υπ. C-372/04, Συλ Ι-4325.

 

 

[55] ΔΕΚ, 18 Μαρτίου 2004, Leichte, υπ. C-8/02, Συλ Ι-2641.

 

 

[56] ΔΕΚ, 25 Φεβρουαρίου 2003, ΙΚΑ κ. Ιωαννίδη, υπ. C-326/00, Συλ Ι-1703. Βλ. και τον σχολιασμό της απόφασης αυτής από τον γράφοντα σε CMLRev 5/2003, p. 1251-1268.

 

 

[57] ΔΕΚ, 3 Ιουλίου 2003, Van der Duin, υπ. C-156/01, Συλ Ι-7045.

 

 

[58] ΔΕΚ, 14 Οκτωβρίου 2004, Bosch, υπ. C-193/03, Συλ Ι-9911.

 

 

[59] Βλ. Μεταξύ πολλών, V. Hatzopoulos, ‘Killing national health and insurance systems but healing patients? The European market for health care services after the judgments of the ECJ in Vanbraekel and Peerbooms’ (2002) CMLRev 683-729, και πιο πρόσφατα ‘Health law and policy, the impact of the EU’, in De Burca (ed) EU Law and the Welfare State: In Search of Solidarity (Oxford, OUP/EUI, 2005), 123-160. Βλ. επίσης, G. Davies, ‘Welfare as a service’ (2002) LIEI 27-40, P. Cabral, ‘The Internal Market and the right to cross-border medical care’ (2004) ELRev673-685, και A.P. van der Mei, ‘Cross-border access to health care within the EU: Some reflections on Geraets-Smits and Peerbooms and Vanbraekel’, (2002) Medical Law 289-215 and ‘Cross-border access to medical care: Non-hospital care and waiting lists’ (2004) LIEI 57-67. Πιο πρόσφατα βλ. A. Dawes, ‘Bonjour Herr Doctor: national healthcare systems, the Internal Market and cross-border medical care within the EU’, (2006) LIEI 167-182. Για μια συνολική θεώρηση των σχέσεων μεταξύ της ΕΕ και του δικαίου της υγείας βλ. T. Hervey and J. McHale, Health Law and the European Union, CUP (Cambridge, 2004). Στην ελληνική βιβλιογραφία βλ. μεταξύ πολλών Η. Νικολακοπούλου-Στεφάνου, «Δικιαιώματα του ασθενή και αποτελεσματικές υπηρεσίες υγείας», (1999) ΕΔΚΑ 505, Γ. Κατρούγκαλου, «Η επιρροή του κοινοτικού δικαίου στο δίκαιο κοινωνικής ασφάλειας» (2006) ΕΔΚΑ 241, Σ. Κτιστάκη, ‘Δικαίωμα επιχειρηματικής δραστηριότητας και δικαίωμα στην υγεία – Νέες τάσεις της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας’ ΘΠΔΔ 8-9/09, 913-923, J.-L. Clergerie & Χ. Καραθανάση, «Τα δικαιώματα των ασθενών στην διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη» (2009) ΕΕΕυρΔ 43-48, Π. Μαυρίδη, «Επικουρικά συνταξιοδοτικά συστήματα: κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού ή κοινοτικό κοινωνικό δίκαιο; Μερικές σκέψεις όχι πολύ συμβατικές» (1998) ΕΔΚΑ 769.

 

 

[60] Βλ. λ.χ. Smits & Peerbooms ο.π. υποσημ. 51.

 

 

[61] Βλ. λ.χ. MüllerFauré και Watts, ο.π. υποσημ. 53 και 54, αντίστοιχα.

 

 

[62] Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, ΕΕ L 255/22.

 

 

[63]ΔΕΚ, 28 Απριλίου 1977, Thieffry, υπ. 71/76, Συλ 765, Ελλ. Έκδ. 229, ΔΕΚ, 7 Φεβρουαρίου 1979, Knoors, υπ. 115/78, Συλ 399, Ελλ. Έκδ. 169, ΔΕΚ, 15 Οκτωβρίου 1987, Heylensυπ. 222/86, Συλ 4097, ΔΕΚ, 7 Μαΐου 1991, Βλασοπούλου, υπ. C-340/89, Συλ Ι-2357, ΔΕΚ, 31 Μαρτίου 1993, Krausυπ. 19/92, Συλ Ι-1663, ΔΕΚ 9 Φεβρουαρίου 1994, Haimυπ. C-319/92, Συλ I-425, ΔΕΚ, 1 Φεβρουαρίου 1996, Αρανίτης, υπ. C-164/ 94, Συλ. Ι-135.

 

 

[64] ΔΕΚ, 8 Ιουλίου 1999, Bobadillaυπ. C-234/97, Συλ Ι-4773.

 

 

[65] ΔΕΚ, 9 Σεπτεμβρίου 2003, Burbaud, υπ. C-285/01, Συλ Ι-8219 και ΔΕΚ, 29 Απριλίου 2004, Beuttenmüller κ. Land BadenWürttemberg, υπ. C-102/02, Συλ Ι-5405.

 

 

[66] Burbaud και Beuttenmüllerπροηγούμενη υποσημ.

 

 

[67] Beuttenmüller, ο.π. και ΔΕΚ, 14 Ιουλίου 2005, Πέρος, υπ. 141/04, Συλ Ι-7163.

 

 

[68] Πέραν των «θεμελιωδών» αποφάσεων που αναφέρονται παραπάνω υποσημ. 63.

 

 

[69] ΔΕΚ, 22 Ιανουαρίου 2002, Dreessen, υπ. C-31/00, Συλ Ι-663, σκέψη 25, όπου γίνεται παραπομπή και στην προηγούμενη ΔΕΚ, 14 Σεπτεμβρίου 2000, Hocsman, υπ. C-238/98, Συλ Ι-6623, σκέψεις 24 και 31. Βλ. και ΔΕΚ, 13 Νοεμβρίου 2003, Morgenbesser, υπ. C-313/01, Συλ Ι-13467.

 

 

[70] Βλ. και παραπ. υποσημ. 15.

 

 

[71] Fredman, ο.π. υποσημ. 15, 48-49. Ομοίως και Ο. de Schutter, ‘The Implementation of the EU Charter of Fundamental Rights through the Open Method of Coordination’ Jean Monnet Working Paper 7/04, 16-24.

 

 

[72] K. Armstrong, ‘The Open Method of Co-ordination and Fundamental Rights: A Critical Appraisal’ Draft Paper for Discussion at the ‘Fundamental Rights and Reflexive Governance’, Seminar, Columbia Law School, NY, 4th November 2005 διαθέσιμο στην ιστοθέσηhttp://eucenter.wisc.edu/OMC/Papers/Rights/armstrong.pdf, 2, σε ελεύθερη μετάφραση του γράφοντος.

 

 

[73] Βλ. Ο. de Schutter, ‘The Implementation of the EU Charter of Fundamental Rights through the Open Method of Coordination’ Jean Monnet Working Paper 7/04.

 

 

[74] de Schutter, ο.π. 16-29.

 

 

[75] Βλ. λ.χ. G. de Burca, ‘EU Race Discrimination Law: A Hybrid Model?’ in de Burca & Scott (eds) Law and New Governance in the EU and the US (Oxford/Portland: Hart, 2006) 97-120; S. Smismans, ‘New Governance – The Solution for Active European Citizenship, or the End of Citizenship?’ (2007) 13:3 ColumJEurL 95-622.

 

 

[76] Έχοντας ως νομική βάση το άρθρο 149 ΣυνθΛΕΕ (129 ΣυνθΕΚ).

 

 

[77] Έχοντας ως νομική βάση το άρθρο 153(2) ΣυνθΛΕΕ (137(2) ΣυνθΕΚ).

 

 

[78] Για την εφαρμογή της ΑΜΣ στους δύο αυτούς τομείς βλ. J Zeitlin and P Pochet (eds.), The Open Method of Coordination in Action: The European Employment and Social Inclusion Strategies (Brussels e.a.: P.I.E.-Peter Lang, 2005), C. Kilpatrick, New EU Employment Governance and Constitutionalism’ in de Burca & Scott, J. (eds) Law and New Governance in the EU and the US (Oxford/Portland: Hart, 2006) 121-151, K. Jacobsson, ‘Between Deliberation and Discipline: Soft Governance in EU Employment Policy’ in U. Mörth (ed.) Soft Law and Governance and Regulation: An Interdisciplinary Analysis (Cheltenham: Edward Elgar, 2004), D. Ashiagbor, ‘Soft Harmonisation: The OMC in the EES’ (2004) EPL 305-332, C. de la Porte, Ph.  Pochet & G. Room, ‘Social Benchmarking, Policy Making and New Governance in the EU’, JESP (2001) 291-307, G. Pagoulatos & M. Stasinopoulou, ‘Governance in EU Social Employment Policy: A Survey’, (2006) Report for the Study on Social Impact of Globalisation in the EU (SIMGLOBE) European Commission and CEPS (VC/2005/0228).

 

 

[79] K. Featherstone, “‘Soft co-ordination meets ‘hard’ politics: the EU and pension reform in Greece” (2005) JEPP 733-750, M. Lodge, ‘The importance of being modern: international benchmarking and national regulatory innovation’ (2005) JEPP 649-667, του ιδίου ‘Comparing Non-Hierarchical Governance in Action: the Open Method of Co-ordination in Pension and Information Society’ 45:2 (2007) JCMS 343-365.

 

 

[80] Μ. Büchs, ‘How Legitimate is the Open Method of Co-ordination?’ 46:4 (2008) JCMS 765-786.

 

 

[81] V. Hatzopoulos, ‘Why the Open Method of Coordination is bad for you: A letter to the EU’ (2007) 13 ELJ 259-292.

 

 

[82] Ο.π. 291.

 

 

[83] Armstrong, ο.π. υποσημ. 72, 8-14.

 

 

[84] Armstrong o.π. 14, Fredman, ο.π. υποσημ. 15, 59.

 

 

[85] Fredman, ο.π. υποσημ. 15, 59, σε ελεύθερη μετάφραση του γράφοντος.

 

 

[86] ΔΕΚ, 27 Ιουνίου 2007, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κ Συμβουλίου, οικογενειακή επανένωση, υπ. C-540/03, Συλ Ι- 5769.

 

 

[87] Βλ. σχετ. Δ. Παπαγιάννης, «Η Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ανάμεσα στο Λουξεμβούργο και στο Στρασβούργο. Με παράδειγμα την επανένωση» (2008) ΔτΑ 753-787, S. Peers ‘EU Law and Family Reunion: A Human Rights Critique’ (2005) Essays for Civil Liberties and Democracy in Europe n. 16, European Civil Liberties Network, http://www.ecln.org; A. Bailey & P. Boyle ‘Untying and Retying Family Migration in the New Europe’ (2/2004) JEMS, 229-241. Also, F. Kauff-Gazin ‘Quand le juge refuse de reconnaître l’existence d’un véritable droit au régroupement familial’ (2006) Europe, comm. 236, p. 13.

 

 

[88] Βλ. λ.χ. Tridimas ο.π. υποσημ. 7, 353-356.

 

 

Ψήφος αποδήμων και ΕΔΔΑ

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

Ψήφος αποδήμων και ΕΔΔΑ

Με τη χθεσινή (15.03.2012) τελική του απόφαση (Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος εναντίον Ελλάδας), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έκρινε ομόφωνα ότι η παράλειψη του Έλληνα νομοθέτη να θεσπίσει διαδικασίες συμμετοχής των Ελλήνων κατοίκων εξωτερικού στις εθνικές εκλογές δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 3 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο εγγυάται το δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές. Η απόφαση εκδόθηκε βάσει προσφυγής δύο Ελλήνων οι οποίοι, όπως και όλοι οι απόδημοι Έλληνες, δεν μπορούν να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα στον τόπο της κατοικίας τους, καθώς δεν υπάρχει το απαραίτητο νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με τον τρόπο ψηφοφορίας (π.χ. επιστολική ψήφος ή εκλογικά τμήματα σε Προξενεία).

Προηγούμενη απόφαση Τμήματος του ΕΔΔΑ (08.07.2010) είχε δικαιώσει τους προσφεύγοντες, επικρίνοντας της ελληνική Πολιτεία για την έλλειψη του απαραίτητου νομοθετικού πλαισίου. Την απόφαση είχε στηρίξει το Τμήμα σε συγκριτική επισκόπηση της νομοθεσίας, η οποία έδειξε ότι 29 κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν θεσμοθετήσει τη διαδικασία συμμετοχής των εκτός εδαφικής επικράτειας κατοίκων τους στις εθνικές εκλογές. Το Δικαστήριο ανέφερε ότι το Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 δεν επιβάλλει μόνο μια υποχρέωση για τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη να διενεργούν εκλογές υπό όρους που διασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση και γνώμη του λαού, αλλά επίσης κατοχυρώνει το αντίστοιχο ατομικό δικαίωμα του κάθε πολίτη να ψηφίζει.

Αντιθέτως, με τη χθεσινή της απόφαση η δεκαεπταμελής Ευρεία Σύνθεση του Δικαστηρίου κατέληξε ότι ούτε το σχετικό διεθνές και περιφερειακό δίκαιο, ούτε οι διάφορες πρακτικές των κρατών μελών σχετικά με αυτό το θέμα, απηχούν την αναγκαία ομοιογένεια που θα επέβαλε και στα Κράτη που δεν το προβλέπουν να λαμβάνουν μέτρα για την ενάσκηση του δικαιώματος ψήφου των πολιτών που ζουν εκτός εθνικών συνόρων. Επίσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διατάραξη της οικονομικής, οικογενειακής και εργασιακής ζωής των προσφευγόντων που προκαλείται επειδή πρέπει να ταξιδεύσουν στην Ελλάδα για να ψηφίσουν δεν είναι τόσο δυσανάλογη, ώστε να παραβιάζεται το σχετικό δικαίωμά τους. Τέλος, το Δικαστήριο τόνισε το μη υποχρεωτικό χαρακτήρα της σχετικής συνταγματικής διάταξης και παρατηρώντας ότι διάφορες προσπάθειες για ψήφιση νομοθεσίας σχετικά με την ενάσκηση του δικαιώματος ψήφου των Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό απέτυχαν να συγκεντρώσουν πολιτική συμφωνία, έκρινε ότι εκφεύγει της αρμοδιότητάς του να υποδείξει στις εθνικές αρχές πότε και πώς θα ενεργοποιήσουν αυτή τη διάταξη.

Ωστόσο, η δυνητική διατύπωση του ά. 51§4 εδ. β’ του Συντάγματος («Νόμος …μπορεί…) δεν αναιρεί την αντισυνταγματικότητα της παράλειψης του νομοθέτη, η οποία προσκρούει στη θεμελιώδη αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρο 1 §§2-3) και σε εκείνη της καθολικής ψηφοφορίας (άρθρο 51 § 3), καθώς στερεί από ένα σημαντικό τμήμα του Εκλογικού Σώματος την πρακτική δυνατότητα να ασκεί το δικαίωμα της ψήφου (Δ. Θ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Β’, 1993, σ. 177).

Συνεπώς, η χθεσινή απόφαση του ΕΔΔΑ μπορεί να απαλλάσσει την Ελλάδα από τυχόν διεθνή υποχρέωσή της να ρυθμίσει τη διαδικασία ψηφοφορίας των Ελλήνων του εξωτερικού, όχι όμως και τον Έλληνα νομοθέτη από τη συνταγματική υποχρέωσή του.

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 16/03/12

Η ποινική ευθύνη των υπουργών

Σπυρίδων Β. Βλαχόπουλος Αναπληρωτής καθηγητής Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών
(Προδημοσίευση από το συλλογικό τόμο ‘Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος’, ΙΣΤΑΜΕ 2013)

vlahopoulos_2013_3_27_14_22_8_bΗ ισχύουσα ρύθμιση του άρθρου 86 Συντ περί της ποινικής ευθύνης των Υπουργών, συγκεντρώνει τρία κύρια χαρακτηριστικά . Πρώτον , την άσκηση της ποινικής δίωξης από τη Βουλή, δεύτερον, την ειδική και σύντομη αποσβεστική προθεσμία που συνίσταται στο πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου και , τρίτον , την εκδίκαση της υπόθεσης από δικαστικό συμβούλιο αρχικώς και, σε περίπτωση παραπεμπτικού βουλεύματος , από Ειδικό Δικαστήριο στη συνέχεια. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι η σύντομη αποσβεστική προθεσμία θα πρέπει να απαλειφθεί . Από την άλλη , η ορθότητα της ρύθμισης για το Ειδικό Δικαστήριο δεν έχει αμφισβητηθεί με πειστικά επιχειρήματα. Τι θα μπορούσαμε όμως να πούμε για το πρώτο –ίσως και το κύριο χαρακτηριστικό- της ισχύουσας ρύθμισης του άρθρου 86 Συντ , δηλαδή για την ανάθεση της αρμοδιότητας της ποινικής δίωξης στη Βουλή ; Στο κείμενο που ακολουθεί αναπτύσσεται η άποψη ότι η ιστορική, η συγκριτική και η δογματική θεώρηση του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών συνηγορούν σήμερα υπέρ της μεταβίβασης της αρμοδιότητας της ποινικής δίωξης των μελών της Κυβέρνησης από τη Βουλή, στη δικαστική λειτουργία.

Ι. Εισαγωγικά

Η ισχύουσα ρύθμιση του άρθρου 86 Συντ περί της ποινικής ευθύνης των Υπουργών, συγκεντρώνει τρία κύρια χαρακτηριστικά. Πρώτον, την άσκηση της ποινικής δίωξης από τη Βουλή, δεύτερον, την ειδική και σύντομη αποσβεστική προθεσμία που συνίσταται στο πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου[2] και, τρίτον, την εκδίκαση της υπόθεσης από δικαστικό συμβούλιο αρχικώς και, σε περίπτωση παραπεμπτικού βουλεύματος, από Ειδικό Δικαστήριο στη συνέχεια[3]. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι η σύντομη αποσβεστική προθεσμία θα πρέπει να απαλειφθεί. Από την άλλη, η ορθότητα της ρύθμισης για το Ειδικό Δικαστήριο δεν έχει αμφισβητηθεί με πειστικά επιχειρήματα. Τι θα μπορούσαμε όμως να πούμε για το πρώτο –ίσως και το κύριο χαρακτηριστικό- της ισχύουσας ρύθμισης του άρθρου 86 Συντ, δηλαδή για την ανάθεση της αρμοδιότητας της ποινικής δίωξης στη Βουλή;

Το 1880 ο Ιωάννης Αραβαντινός στην κλασσική πραγματεία του «περί ευθύνης των ηγεμόνων και των υπουργών» ανέφερε ότι η ανάθεση της ποινικής κατηγορίας στην εθνική αντιπροσωπεία «δεν είναι εφεύρεσις των νεωτέρων νομοθεσιών, αλλ’ ούτε προϊόν συνταγματικής τινος θεωρίας. Είναι απλούν και ιστορικώς ευεξήγητον φαινόμενον της πολιτικής ιστορίας»[4] και περαιτέρω ότι «δεν πρέπει να επιτραπή εις πάντα πολίτην η ενάσκησις του προς κατηγορίαν των υπουργών δικαιώματος. Ουδεμία νομοθεσία, ουδείς δημοσιολόγος, καθ’ όσον είναι εις ημάς γνωστόν, εξαιρουμένου του Hoffmann, υπεστήριξε το εναντίον»[5]. Αλλά και 114 χρόνια μετά, το 1994, εκπρόσωπος της ποινικής θεωρίας υποστήριζε ότι η «άσκηση της ποινικής διώξεως από τη Βουλή δεν νομίζω ότι χρειάζεται να τεθεί σε συζήτηση, ενόψει του ότι όλες σχεδόν οι συνταγματικές νομοθεσίες ακολουθούν αυτό τον δρόμο»[6], ενώ δύο χρόνια μετά, το 1996, εκπρόσωπος της θεωρίας του συνταγματικού δικαίου παρατηρούσε ότι η ποινική δίωξη κατά υπουργών ασκείται «αποκλειστικά από την ίδια τη λαϊκή αντιπροσωπεία … στη συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων συνταγμάτων»[7]. Χρειάσθηκε να περάσουν μόλις 17 χρόνια και έτσι τον Ιανουάριο του 2013, ύστερα από όσα κωμικοτραγικά συνέβησαν στη ψηφοφορία για τη λίστα Λανγκάρτ, ο Πρόεδρος της Βουλής δήλωνε στους δημοσιογράφους ότι «πρέπει να απεμπλακεί η βουλή στο μέλλον από τη διαδικασία παραπομπής των πολιτικών προσώπων στη Δικαιοσύνη»[8]. Είναι έτσι τα πράγματα ; Τελικά ποιος έχει δίκιο ; Γιατί όταν μιλάμε για συνταγματική αναθεώρηση, είναι λάθος να σκεφτόμαστε με βάση την εφήμερη συγκυρία της στιγμής, αφού οι όποιες αποφάσεις θα καθορίσουν την πολιτειακή ζωή για πολλά χρόνια ή και δεκαετίες ακόμη μέχρι την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση. Τι μας διδάσκει λοιπόν η ιστορική, η συγκριτική και η δογματική θεώρηση του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών ; 

ΙΙ. Η ιστορική θεώρηση 

Καταρχάς, η ίδια η ιστορική καταγωγή του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών[9] μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν πλέον οι ιστορικοί λόγοι που δικαιολογούσαν στο παρελθόν την άσκηση της ποινικής δίωξης από το νομοθετικό σώμα. Ειδικότερα, πρόδρομος της ποινικής ευθύνης των υπουργών υπήρξε ο θεσμός του impeachment στην Αγγλία, σε μια εποχή όπου δεν είχε καθιερωθεί ακόμη η κοινοβουλευτική ευθύνη των υπουργών. Έτσι, η αναζήτηση της υπουργικής ποινικής ευθύνης από τη λαϊκή αντιπροσωπεία λειτουργούσε ως υποκατάστατο της ελλείπουσας κοινοβουλευτικής ευθύνης. Από τη στιγμή όμως που εδραιώθηκε η κοινοβουλευτική ευθύνη, η εμπλοκή της Βουλής των Κοινοτήτων στην αναζήτηση της υπουργικής ποινικής ευθύνης απώλεσε το ιστορικό δικαιολογητικό της θεμέλιο, με αποτέλεσμα να εφαρμοσθεί για τελευταία φορά το 1804[10].

            Παρότι δεν συντρέχουν οι ιστορικές αναγκαιότητες που επέβαλαν την εμπλοκή της Βουλής στην αναζήτηση της ποινικής ευθύνης των υπουργών, ανακύπτει το ερώτημα μήπως , παρόλα ταύτα, η εφαρμογή της στον χρόνο υπήρξε επιτυχής ώστε να δικαιολογείται η διατήρησή της. Αφήνοντας συνειδητά εκτός θεώρησης την «μητέρα των δικών», την υπόθεση «Κοσκωτά», νομίζω ότι μια απλή ανάγνωση της συνταγματικής μας ιστορίας αρκεί για να μας πείσει για το αντίθετο. Συνήθως, η ποινική ευθύνη των υπουργών αποσκοπούσε στη δίωξη του πολιτικού αντιπάλου και τα παραδείγματα που το επιβεβαιώνουν δεν είναι λίγα : Από τη δίωξη του Μιχαήλ Σπυρομίλιου τη δεκαετία του 1850, μέχρι τις διώξεις του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου και του Χαρίλαου Τρικούπη τις δεκαετίες του 1880 και του 1890. Η δίωξη βέβαια του πολιτικού αντιπάλου κορυφώνεται με την κορύφωση του εθνικού διχασμού. Μόλις οι βενιζελικοί ανακτούν την εξουσία το 1917, οι τέως πρωθυπουργοί Στέφανος Σκουλούδης,  Σπυρίδων Λάμπρου και Δημήτριος Γούναρης κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για αντισυνταγματική ανάληψη εξουσίας, για εφαρμογή της πολιτικής του βασιλιά Κωνσταντίνου και για υποστήριξη φιλογερμανικής προπαγάνδας. Το αντίπαλο «στρατόπεδο» δεν ξεχνά, περιμένει την ευκαιρία να ανταποδώσει και έτσι την άνοιξη του 1933 υποβάλλεται πρόταση ποινικής δίωξης του Ελευθερίου Βενιζέλου για υποβοήθηση του αποτυχημένου κινήματος του Νικολάου Πλαστήρα τον Μάρτιο του ίδιου έτους.

Άλλοτε πάλι, η αναζήτηση υπουργικών ποινικών ευθυνών ξεκινάει από την αντιπολίτευση, είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη να αποτύχει και αποτελεί απλά ένα οιονεί μέσο άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου. Αυτό συνέβη τη δεκαετία του 1960 όταν η αντιπολίτευση της Ένωσης Κέντρου και της ΕΔΑ πρότεινε την ποινική δίωξη μελών των Κυβερνήσεων Κωνσταντίνου Δόβα για τις εκλογές του Οκτωβρίου 1961 και Κωνσταντίνου Καραμανλή για την υπόθεση της Πεσινέ αντίστοιχα, παρότι ήταν προφανές ότι οι προτάσεις αυτές δεν είχαν καμία πιθανότητα ευδοκίμησης. Σε άλλες περιπτώσεις η Βουλή ξεκινάει την διαδικασία ποινικής δίωξης του πολιτικού αντιπάλου και στη συνέχεια την αναστέλει με επίκληση της ανάγκης εθνικής ομοψυχίας, για να ενισχύσει την πεποίθηση όσων, με μια ισοπεδωτική αντίληψη, πιστεύουν ότι «όλοι ίδιοι είναι». Έτσι, τη δεκαετία του 1990 η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας αναστέλλει την ποινική δίωξη κατά του Α. Παπανδρέου για τις τηλεφωνικές υποκλοπές και το ίδιο συμβαίνει λίγο αργότερα όταν η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αναστέλει την ποινική δίωξη κατά του Κ. Μητσοτάκη, πάλι για σκάνδαλο τηλεφωνικών υποκλοπών[11]. Ακόμη πιο πρόσφατα, το 2009 δεν συγκεντρώνεται πλειοψηφία για άσκηση ποινικής δίωξης κατά διατελέσαντος υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και καθοριστικός παράγοντας γι’ αυτό υπήρξε – όπως σημειώνουν ψύχραιμοι παρατηρητές[12] – η εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα κινδύνευε σε περίπτωση παραπομπής. Τέλος, το 2010 η Βουλή αποφασίζει τη δίωξη τέως υπουργών για την υπόθεση του Βατοπαιδίου παρότι τα αποδιδόμενα αδικήματα των πολιτικών προσώπων είχαν παραγραφεί, όπως διαπιστώθηκε και με το βούλευμα του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου για οριστική παύση της ποινικής δίωξης.                                  

ΙΙΙ. Η συγκριτική θεώρηση

Η ιστορική επομένως θεώρηση δεν συνηγορεί υπέρ της διατήρησης της αρμοδιότητας της Βουλής να ασκεί την ποινική δίωξη κατά υπουργών. Τι συμβαίνει όμως στα άλλα κράτη ; Σε ποια κατεύθυνση κινούνται οι αλλοδαπές έννομες τάξεις[13];

Όπως ήδη ειπώθηκε και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, στη Μεγάλη Βρετανία η ποινική δίωξη των υπουργών από τη Βουλή των Κοινοτήτων δεν έχει ενεργοποιηθεί από το 1804 και οι υπουργοί δικάζονται κατά τις κοινές διατάξεις. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ιρλανδία. Για να μεταφερθούμε στο πεδίο της ηπειρωτικής Ευρώπης, ο Θεμελιώδης Νόμος της Βόννης δεν περιέχει ειδική διάταξη για την ποινική ευθύνη των υπουργών. Στην Ισπανία οι διατελέσαντες υπουργοί διώκονται κατά τις κοινές διατάξεις, εκτός ορισμένων περιπτώσεων πολιτικών εγκλημάτων. Στη Γαλλία, η ποινική δίωξη χωρεί πλέον χωρίς άδεια της Βουλής, ενώ στην Ιταλία η ποινική δίωξη ασκείται από τη δικαστική εξουσία και ο ρόλος του Κοινοβουλίου περιορίζεται στη δυνατότητα να σταματήσει τη διαδικασία «αν κρίνει ότι ο υπουργός έδρασε για την προστασία ενός συνταγματικού κρίσιμου κρατικού ή δημοσίου συμφέροντος»[14].      

Σε αντίθεση επομένως με μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, η συγκριτική θεώρηση μας αποδεικνύει ότι ο ευρωπαϊκός νομικός πολιτισμός κινείται στην κατεύθυνση της αποσύνδεσης της υπουργικής ευθύνης από τη λαϊκή αντιπροσωπεία.    

ΙΙΙ. Η δογματική θεώρηση

Η ιστορική και συγκριτική θεώρηση δεν είναι όμως αρκετές. Ανακύπτει το ερώτημα εάν υπάρχουν δογματικοί λόγοι, οι οποίοι επιβάλλουν την κίνηση της ποινικής διαδικασίας κατά υπουργών από τη Βουλή.

Το συνηθέστερο επιχείρημα σχετίζεται με τη φύση της ποινικής κατηγορίας, όταν αυτή αφορά υπουργικό αδίκημα. Υποστηρίζεται, δηλαδή, ότι η κατηγορία στην περίπτωση αυτή δεν έχει μόνο νομικό αλλά και πολιτικό χαρακτήρα[15] και, γι’ αυτόν τον λόγο, θα πρέπει να συμμετέχει και ένα πολιτικό όργανο, όπως η Βουλή. Η συλλογιστική αυτή, κατά την άποψή μου, δεν είναι ορθή. Ναι μεν προφανώς η διερεύνηση της διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος από έναν υπουργό και, κυρίως, η άσκηση ποινικής δίωξης κατ’ αυτού, έχουν συνέπειες για την πολιτική ζωή της χώρας, ωστόσο η κρίση για το εάν κάποιος παραβίασε τους ποινικούς νόμους είναι αμιγώς νομική κρίση και δεν μετατρέπεται σε πολιτική επειδή ο φερόμενος ως παραβάτης είναι ή ήταν υπουργός[16]. Σε μια χώρα όμως όπου η ανέξοδη επίκληση αντισυνταγματικοτήτων και οι εξαγγελίες για ποινικές διώξεις πολιτικών αντιπάλων έχουν αντικαταστήσει σε μεγάλο βαθμό τον πολιτικό λόγο[17] και σε μια εποχή όπου ο εσφαλμένος χειρισμός πολιτικών και οικονομικών θεμάτων μετατρέπεται σε ποινικό αδίκημα, είναι λογικό να μην συνειδητοποιούμε ότι ο έλεγχος της συνδρομής των προϋποθέσεων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος από έναν υπουργό, δεν είναι πολιτικό ζήτημα. Απλά γίνεται πολιτικό επειδή εμπλέκεται ένα πολιτικό όργανο, η Βουλή. Όπως παρατηρούσε, με δωρική λιτότητα έκφρασης, ήδη από το 1891 ο Χ. Τρικούπης ενώπιον της Βουλής: «Κατηγορούμενος θα είμαι ενώπιον της δικαστικής αρχής. Ενώπιον υμών είμαι βουλευτής και ως βουλευτής ήλθον, ίνα ελέγξω τα παρ’ υμών τελούμενα και κατηγορήσω τους διέποντας τα καθ’ υμάς»[18].

Λιγότερο δογματικό, αλλά ταυτόχρονα και περισσότερο εύλογο, είναι ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιείται συχνά –και χρησιμοποιούσε και ο Ι. Αραβαντινός ήδη από το 1880- για να δικαιολογηθεί η ποινική αρμοδιότητα της Βουλής : Ένας υπουργός κατά την άσκηση των καθηκόντων του είναι προφανές ότι δυσαρεστεί μεγάλο αριθμό προσώπων, ενίοτε και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι όσο πιο καλός είναι ένας υπουργός, τόσο συνηθέστερα θα παρατηρείται το φαινόμενο αυτό. Επειδή λοιπόν ο υπουργός αντιμετωπίζει μεγαλύτερους κινδύνους και επειδή θα πρέπει να προστατευθεί από πολλές και αβάσιμες ποινικές διώξεις που δεν θα του επιτρέπουν να ασκεί αποτελεσματικά τα καθήκοντά του, γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα πρέπει να υπόκειται στην ίδια διαδικασία ποινικής δίωξης όπως οι υπόλοιποι πολίτες[19]. Το επιχείρημα αυτό έχει μια σωστή αφετηρία. Πράγματι, ο υπουργός υπόκειται στους προαναφερθέντες κινδύνους. Ωστόσο, οι κίνδυνοι αυτοί συντρέχουν και για πολλές άλλες κατηγορίες δημοσίων λειτουργών, όπως των αιρετών οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης, των διοικούντων δημόσιες επιχειρήσεις κ.λπ. Κυρίως όμως οι κίνδυνοι αυτοί μπορούν να αντιμετωπισθούν εάν η άσκηση της ποινικής δίωξης για αδικήματα υπουργών ανατεθεί σε έμπειρους και ανώτερους εισαγγελικούς λειτουργούς ή ακόμη και σε ένα συλλογικό όργανο αποτελούμενο από τέτοιους εισαγγελείς[20].

Τελικά, ο βαθύτερος λόγος για την ανάθεση στη Βουλή της ποινικής δίωξης υπουργών ίσως στηρίζεται σε μια βαθύτατη δυσπιστία έναντι του δικαστή [21]. Φοβούμαστε, δηλαδή, ότι εάν ανατεθεί η σχετική αρμοδιότητα στους εισαγγελείς, τότε θα ασκούνται αφειδώς και απερίσκεπτα ποινικές διώξεις, ενίοτε και με ανομολόγητα πολιτικά κριτήρια, και θα προκληθούν επικίνδυνες εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ πολιτικής και δικαστικής εξουσίας[22]. Και εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα: Δεν εμπιστευόμαστε τον δικαστή και εμπιστευόμαστε τον πολιτικό μας αντίπαλο[23] ; Εάν υπάρχει πρόβλημα λόγω της ενδεχομένως υπερβολικά εύκολης άσκησης ποινικών διώξεων, αντί να επιλύσουμε το πρόβλημα αυτό για όλους, προστατεύουμε μόνο μια συγκεκριμένη κατηγορία, τους υπουργούς ; Μπορεί μια συνταγματική διάταξη να στηρίζεται και να αποπνέει δυσπιστία απέναντι στον θεσμό της δικαιοσύνης ;                                          

ΙV. Συμπέρασμα. Είμαστε έτοιμοι για την αλλαγή;     

Για όλους αυτούς τους λόγους, επιβάλλεται –κατά την άποψή μου- η ανάθεση της αρμοδιότητας της άσκησης της ποινικής δίωξης στη τακτική δικαιοσύνη, σε ανώτερους εισαγγελικούς λειτουργούς ή ακόμη και σε ένα συλλογικό όργανό τους. Η λύση αυτή αποκαθιστά την αρχή της ισότητας και εμπεδώνει το αίσθημα ισονομίας στους πολίτες. Διασφαλίζει όμως και το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη που θίγεται από αδικαιολόγητα προνόμια κρατικών λειτουργών, όπως μας υπενθύμισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις υποθέσεις Τσαλκιτζής και Συγγελίδης κατά Ελλάδας για τη συναφή περίπτωση του ακαταδίωκτου των βουλευτών. Ταυτόχρονα όμως η λύση αυτή προϋποθέτει και ορισμένες άλλες θεμελιώδεις παραδοχές, χωρίς τις οποίες δεν πρόκειται να πετύχει.

Καταρχάς και επειδή υπό το ισχύον Σύνταγμα οι υπουργοί είναι συνήθως και βουλευτές, θα πρέπει να καταργηθεί το ακαταδίωκτο των βουλευτών κατ’ άρθρο 62 Συντ ή, τουλάχιστον, να αντιστραφεί ο κανόνας και να διώκεται κανονικά ο βουλευτής εκτός εάν κατ’ εξαίρεση αποφασίσει διαφορετικά η Βουλή εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Ο βουλευτής κινδυνεύει πολύ λιγότερο από τον υπουργό και το ανεύθυνο για γνώμη ή ψήφο κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων κατ’ άρθρο 61 Συντ είναι επαρκές.

Κυρίως όμως θα πρέπει να συμφωνήσουμε σε τρία, αλληλένδετα μεταξύ τους, προαπαιτούμενα του ευρωπαϊκού νομικού μας πολιτισμού που δυστυχώς δεν είναι πάντοτε αυτονόητα στη χώρα μας. Πρώτον, η άσκηση ποινικής δίωξης δεν σημαίνει και ενοχή του διωκόμενου, ο οποίος τεκμαίρεται αθώος μέχρι την τελεσίδικη καταδίκη του. Η υπενθύμιση αυτή αφορά προεχόντως τους πολιτικούς αντιπάλους του διωκόμενου και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία έχουν ταυτίσει την άσκηση ποινικής δίωξης με ενοχή. Δεύτερον, οι αποφάσεις των δικαστικών αρχών δεν θα πρέπει να γίνονται αντικείμενο αβασάνιστης και περιπτωσιολογικής – «a la carte» κριτικής, ανάλογα με την κομματική ιδιότητα του διωκόμενου. Και, τρίτον, οι δικαστικοί λειτουργοί δεν θα πρέπει να λειτουργούν με γνώμονα την κοινή γνώμη και το κατά πόσο η τελευταία έχει συνδέσει τον εγκαλούμενο με τα «αμαρτήματα» της πολιτικής ζωής.

Είμαστε έτοιμοι για την αλλαγή αυτή νοοτροπίας ;                    

 


[1] Εισήγηση του συγγραφέα στη διημερίδα του ΙΣΤΑΜΕ (Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών Ανδρέας Παπανδρέου) της 25ης-26ης Φεβρουαρίου 2013 με θέμα την αναθεώρηση του Συντάγματος.

[2] Για το ζήτημα αυτό, βλ. τις συμβολές των Κ. Χρυσόγονου, Mala lex, sed lex και Γ. Κατρούγκαλου, Η ποινική ευθύνη των υπουργών και το ζήτημα της αποσβεστικής προθεσμίας, στην Επιθεώρηση Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου ( υπό δημοσίευση ). 

[3] Για περαιτέρω ζητήματα που συνδέονται με τη συνταγματική και νομοθετική ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών, βλ. Β. Βολουδάκη, Ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης, in: Επικαιρικά συνταγματικά ζητήματα ( 1983-1994 ), Τόμος Β’, 1994, σελ. 317 επ. Ν. Καλογήρου – Π. Γαλετσέλλη, Πολιτική και ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης. Μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος και το Ν. 3126/2003, 2009, Λ. Μαργαρίτη, Υπουργοί και υφυπουργοί : παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΔικ 2011, σελ. 490 επ., Γ. Σανιδά, Ποινική ευθύνη υπουργών και υφυπουργών. Σκέψεις και προβλήματα εκ των κειμένων διατάξεων, ΠοινΧρον 1985, σελ. 193 επ., 289 επ., Α. Χαραλαμπάκη, Η ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΧρον 2009, σελ. 769 επ. Για τη διάκριση μεταξύ των αδικημάτων που τελούνται «κατά την άσκηση» των υπουργικών καθηκόντων και των αδικημάτων που διαπράττονται «εκτός άσκησης» των εν λόγω καθηκόντων , βλ. αναλυτικά Α. Δημητρόπουλο, Η ποινική ευθύνη των υπουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στην Επιθεώρηση Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου ( υπό δημοσίευση ). 

 

[4] Ι. Αραβαντινός, Πραγματεία περί ευθύνης των ηγεμόνων και των υπουργών, 1880, σελ. 262.

[5] Ι. Αραβαντινός, Πραγματεία, όπ. παρ., σελ. 258. 

[6] Α. Καρράς, Αναμόρφωση του θεσμού της ασυλίας βουλευτών και του νόμου περί ευθύνης υπουργών, ΠοινΧρον 1994, σελ. 577 [ 581 ].

[7] Γ. Κατρούγκαλος, Η σχέση πολιτικής και ποινικής ευθύνης των υπουργών και ο νέος εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος, Εφαρμογές 1/1996, σελ.  54 [ 59 ].

[8] Βλ. 6μέρες της 19-1-2013. Μάλιστα, σε πρόσφατη δημοσκόπηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος η πρόταση για κατάργηση της αρμοδιότητας της Βουλής «να αποφασίζει για το εάν θα δικάζονται οι πολιτικοί ή όχι» συγκέντρωσε το 82% των ερωτηθέντων, το μεγαλύτερο δηλαδή ποσοστό από οποιαδήποτε άλλη πρόταση. Βλ. Ελευθεροτυπία της 17-2-2013.

[9] Βλ. αναλυτικά Ευ. Μπέσιλα – Βήκα, Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών στο ελληνικό και συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο, 1985, σελ. 11 επ.

[10] Βλ. Α. Λοβέρδο, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, 1995, σελ. 57 επ.  και Ευ. Μπέσιλα – Βήκα, Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών, όπ. παρ., σελ. 40.

[11] Για μια κατατοπιστική ιστορική ανάλυση του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών από τα πρώτα επαναστατικά χρόνια μέχρι τη δεκαετία του 1990, βλ. Ν. Σοϊλεντάκη,Υπουργοί στο Ειδικό Δικαστήριο (1821 – 2000 ), 2005, passim. Πολλά ιστορικά στοιχεία συναντά επίσης κανείς και στη μελέτη του Β. Βολουδάκη, Ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης , όπ. παρ., σελ. 317 επ.

[12] Βλ. Α. Χαραλαμπάκη, Η ποινική ευθύνη των Υπουργών, σελ. 777.

[13] Για μια συγκριτική επισκόπηση του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών, βλ., λ.χ., Γ. Κατρούγκαλο, Η σχέση πολιτικής και ποινικής ευθύνης των υπουργών, όπ. παρ., σελ. 57 επ., Κ. Χρυσόγονο, Συνταγματικές διαστάσεις της ποινικής ευθύνης των μελών της κυβέρνησης και των Υφυπουργών, Υπεράσπιση 1997, σελ. 451 [ 452 επ. ]. 

[14] Χ. Ανθόπουλος, Η αναθεώρηση του άρθρου 86 (ΙΙ), Έθνος της 6-2-2013. 

[15] Βλ., λ.χ., Α. Λοβέρδο, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης, όπ. παρ., σελ. 92, όπου τονίζεται η «πολιτική φύση του θεσμού της ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών» και Ευ. Βενιζέλο, Η ποινική ευθύνη των υπουργών στο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα αρχαϊκά και στα εξελιγμένα χαρακτηριστικά ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, Υπεράσπιση 1993, σελ. 451 επ., όπου γίνεται λόγος για «τον συμφυρμό των πολιτικών και ποινικών στοιχείων που βρισκόντουσαν εξ αρχής στο γενετικό υλικό του θεσμού» ( σελ. 455 ) και για μια «πρόσθετη αναγνώριση του κατά βάθος πολιτικού χαρακτήρα, που ποτέ δεν απέβαλε και εκδηλώνει σ’ όλες τις κρίσιμες φάσεις της διαδικασίας, ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών … Το ισχύον Σύνταγμα αποδέχεται έτσι τον αρχικό και τελικά κοινοβουλευτικό και πολιτικό χαρακτήρα της όλης διαδικασίας» ( σελ. 458 – 459). Βλ. επίσης Γ. Κατρούγκαλο, Η σχέση πολιτικής και ποινικής ευθύνης των υπουργών, όπ. παρ., σελ. 63: «Το ότι δεν μπορεί η υπουργική ευθύνη να αποκαθαρθεί πλήρως από το πολιτικό στοιχείο οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι η ίδια η ύπαρξη του σχετικού μηχανισμού λειτουργεί στο συμβολικό επίπεδο ως κάθαρση και ως νέμεση της πολιτικής ζωής».

[16] Ομολογία του νομικού χαρακτήρα της κρίσης αυτής, συνιστά η τροποποίηση του ισχύοντος νόμου περί ευθύνης υπουργών ( άρθρο 5 παρ. 2 και 3 του ν. 3126/2003 ) με τις διατάξεις του ν. 3961/2011, οι οποίες προέβλεψαν τη δυνατότητα της Βουλής να αναθέτει σε τριμελές εισαγγελικό συμβούλιο ( αποτελούμενο από έναν αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δύο εισαγγελείς εφετών ) τη γνωμοδοτική αρμοδιότητα νομικού ελέγχου των στοιχείων της κατηγορίας και αξιολόγησης της ουσιαστικής βασιμότητάς τους.

[17] Πρβλ. και Ε. Συμεωνίδου – Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, σελ. 496 [ 500 ] : «Αν κανείς σκεφτεί όσα έχουν ακουστεί στο δημόσιο διάλογο κατά τα τελευταία χρόνια, μπορεί να καταλάβει χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία τη χρησιμότητα των συνταγματικών κανόνων. Τα τελευταία χρόνια κάθε σχεδόν σημαντική ή λιγότερο σημαντική ιδιωτικοποίηση μιας δημόσιας επιχείρησης, ανάθεση έργων, ρύθμιση χρεών ή άλλες πράξεις απολύτως αναγκαίες προκειμένου να ασκηθεί η κυβερνητική πολιτική, χαρακτηρίζονται από την εκάστοτε αντιπολίτευση ως πράξεις που έχουν τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος της απιστίας και μάλιστα τις περισσότερες φορές με τη μορφή κακουργήματος».

[18] Όπως παρατίθεται από τον Ν. Σοϊλεντάκη,Υπουργοί στο Ειδικό Δικαστήριο, όπ. παρ., σελ. 108. 

[19] Βλ. Ι. Αραβαντινό, Πραγματεία, όπ. παρ., σελ. 258 : «Τα συμφέροντα της πολιτείας ήθελον πάθη σπουδαίως, αν επετρέπετο εις πάντα πολίτην να προκαλή υπουργικάς δίκας και να σύρη τον υπουργόν επί της έδρας του κατηγορουμένου, παρακωλύων τοιουτοτρόπως την λειτουργίαν της κυβερνητικής μηχανής … Είναι προτιμότερον να μείνωσι παραπτώματά τινα του υπουργού ατιμώρητα, αν υποτεθή ότι δύναται να συμβή τούτο, ή να παραλύση ολόκληρος η κυβερνητική μηχανή». Βλ. και Ευ. Βενιζέλο, Εύκολοι μύθοι και δύσκολες αλήθειες για το άρθρο 86 του Συντάγματος και την ποινική ευθύνη υπουργών, Ελευθεροτυπία της 30-4-2011 : «Γιατί άραγε όλα τα σύγχρονα δυτικά κράτη έχουν ειδικές διατάξεις περί ευθύνης υπουργών ; … μήπως γιατί χωρίς τέτοιου είδους διατάξεις δεν είναι δυνατόν να κυβερνηθεί μια χώρα και να ληφθούν οι αναγκαίες πολιτικές αποφάσεις που διαφορετικά θα μετατρεπόντουσαν όλες σε ποινικές δικογραφίες, τουλάχιστον για παράβαση καθήκοντος;».

[20] Έτσι, λ.χ., οι Ν. Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα και η λίστα Λαγκάρτ, Καθημερινή της 13-1-2013, Ο ίδιος, Ένα ανήθικο προνόμιο. Για την ποινική ευθύνη των υπουργών, Καθημερινή της 10-5-2009, Α. Γεωργιάδης, Υποχρεωτική εναλλαγή των αιρετών προσώπων, Ελευθεροτυπία της 14-2-2013, Γ. Γεραπετρίτης, Η συστημική αποτυχία του θεσμού της υπουργικής ευθύνης, Ελλάδα αύριο της 9-2-2013, Ο ίδιος, Όχι άλλη άσκοπη αναθεώρηση, Ελευθεροτυπία της 5-2-2013, Κ. Μενουδάκος, Πρέπει να καταργηθεί ο βαθμός του προέδρου στα ανώτατα δικαστήρια, Ελευθεροτυπία της 10-2-2013, Γ. Σωτηρέλης, Χρειάζεται αναθεώρηση του Συντάγματος ; Ελευθεροτυπία της 3-2-2010, Α. Χαραλαμπάκης, Η ποινική ευθύνη των Υπουργών, όπ. παρ., σελ. 778. Βλ. και Γ. Κασιμάτη, Έχουμε δημοκρατία χωρίς… δήμο, Ελευθεροτυπία της 3-2-2013 : «… να καταργηθεί πάραυτα το σημερινό προνομιακό σύστημα ποινικής δίωξης των μελών της κυβέρνησης και στη θέση του να θεσπιστεί ότι στο εξής οι υπουργοί θα διώκονται και θα δικάζονται, όπως όλοι οι πολίτες, αλλά με απόλυτη χρονική προτεραιότητα, ώστε να τερματίζεται σύντομα η πολιτική εκκρεμότητα, που βλάπτει τη δημοκρατία». Βλ. και Ν. Ανδρουλάκη, Γύρω από την ποινική ευθύνη των υπουργών. Παραγραφή – Συμμέτοχοι,  1989, σελ. 63-64.  

[21] Βλ., λ.χ., Ευ. Βενιζέλο, Η ποινική ευθύνη των υπουργών, όπ. παρ., σελ. 456 : «Νομίζω ότι η διατήρηση της αρμοδιότητας αυτής της Βουλής στα περισσότερα σύγχρονα συντάγματα, συνιστά εκδήλωση δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας». Βλ. επίσης Ευ. Βενιζέλο, Εισήγηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, 2000, σελ. 39-40 : «Υπάρχει τώρα ένα πολύ οξύ και πιεστικό πολλές φορές πρόβλημα προστασίας του θεσμού αυτού από ενδεχόμενες υπερβολές και καταστρατηγήσεις που … προέρχονται από την ίδια τη δικαστική εξουσία … Διότι πιστεύω ότι η απλή άρση της ασυλίας και η παραπομπή στα κοινά ποινικά δικαστήρια δεν περιβάλλει τους Υπουργούς, τα πολιτικά πρόσωπα, με τις εγγυήσεις που πρέπει ένα σύγχρονο πολίτευμα να έχει, προκειμένου να μη διολισθαίνει σε φαινόμενα βαρβαρότητας η πολιτική ζωή της χώρας». Βλ. επίσης Χ. Ανθόπουλο, Η αναθεώρηση του άρθρου 86 (Ι), έθνος της 23-1-2013 : «Το άρθρο αυτό με διάφορες παραλλαγές αλλά βασικά με την ίδια πολιτική ratio, δηλαδή την προστασία της ανεξαρτησίας της πολιτικής εξουσίας από τη δικαστική εξουσία, έχει πίσω του μια συνταγματική παράδοση … Τυχόν μεταφορά του παραδείγματος αυτού [ της Γερμανίας όπου δεν υφίσταται ειδική συνταγματική ρύθμιση για την ποινική ευθύνη των υπουργών ] θα προκαλούσε ενδεχομένως εντάσεις μεταξύ δικαστικής εξουσίας και πολιτικής εξουσίας». 

[22] Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι οι φόβοι αυτοί εκφράζονται ενίοτε και από ανώτατους εισαγγελικούς λειτουργούς. Βλ. την πρόταση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Δ. Ευθυμιάδη, στην ΑΠ 1579/1992, ΠοινΧρον 1992, σελ. 1066 [ 1067 ] : Οι ρυθμίσεις του άρθρου 86 Συντ «είναι εγγυητικές της αρχής της διάκρισης των εξουσιών … και του κοινοβουλευτικού συστήματος …, με τις οποίες αποκλείεται η επέμβαση των δικαστηρίων στο πεδίο του ποινικού χαρακτήρα των πράξεων … των μελών της κυβέρνησης …, ώστε να μην προκαλείται από τυχόν αυθαίρετες δικαστικές ενέργειες, χωρίς τον έλεγχο της βουλής ( που είναι η έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας … ) αδυναμία λειτουργίας της κυβέρνησης».

[23] Βλ. Κ. Χρυσόγονο, Συνταγματικές διαστάσεις της ποινικής ευθύνης, όπ. παρ., σελ. 459 : «Αν όμως η πολιτική αμεροληψία των δικαστών είναι αμφίβολη ή αμφισβητήσιμη, η πολιτική αμεροληψία των βουλευτών είναι εξ ορισμού ανύπαρκτη».

 

Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος Νομικών για Δημόσιες Συμβάσεις και Κρατικές Ενισχύσεις


Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος Νομικών για Δημόσιες Συμβάσεις και Κρατικές Ενισχύσεις

Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος Νομικών  για Δημόσιες Συμβάσεις και Κρατικές Ενισχύσεις
Στο πλαίσιο εκτέλεσης του συγχρηματοδοτούμενου έργου Τεχνικής Υποστήριξης  με τίτλο «Υποστήριξη της λειτουργίας της Μονάδας Παρακολούθησης
Διαγωνισμών και Συμβάσεων (ΜοΠαΔιΣ) και της Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων  (ΜοΚΕ)» μετά από σχετική έγκριση του ΑΣΕΠ, το ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ  ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ (ΚΔΕΟΔ) προτίθεται να απασχολήσει μέχρι πέντε νέους συνεργάτες, με μορφή σύμβασης μίσθωσης έργου, για το έτος 2013 και με δυνατότητα παράτασης της σύμβασής τους, στο αντικείμενο των δημοσίων συμβάσεων και των κρατικών ενισχύσεων. Η παροχή των υπηρεσιών δεν θα υπερβαίνει τις 120 ώρες μηνιαίως.
Οι υποψήφιοι πρέπει:

να έχουν πτυχίο Τμήματος Νομικής·να έχουν μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης ή διδακτορικό δίπλωμα· ενισχύσεωνειδική εμπειρία στα αντικείμενα των δημοσίων συμβάσεων ή κρατικών και επαρκώς μία δεύτερηνα γνωρίζουν πολύ καλά μία ξένη γλώσσα (αγγλικά ή γαλλικά ή γερμανικά)·
Οι ενδιαφερόμενοι παρακαλούνται να στείλουν αίτηση με σχετικό βιογραφικό σημείωμα στην ηλεκτρονική διεύθυνση του ΚΔΕΟΔ (kdeod@cieel.gr)

ΔΕΥΤΕΡΑ 15 Απριλίου 2013

περισσότερο συναφή με τις προκηρυσσόμενες θέσεις, θα κληθούν σε συνέντευξη.

Η παρούσα πρόσκληση είναι συνέχεια προηγούμενης πρόσκλησης του ΚΔΕΟΔ (Σεπτέμβριος 2011). Όσοι, κατά συνέπεια, είχαν ήδη αποστείλει αίτηση  εκδήλωσης ενδιαφέροντος και εξακολουθούν να ενδιαφέρονται, μπορούν να αποστείλουν είτε απλή ενημέρωση στο ΚΔΕΟΔ είτε επικαιροποιημένο βιογραφικό  τους σημείωμα.να έχουν καλή γνώση Η/Υ.μέχρι την. Όσων υποψηφίων τα προσόντα κρίνονται

Έπαινος για την αναγόρευση του κ. Αntoine Lyon-Caen, καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Paris X, Nanterre la Défense, σε επιτιμο διδάκτορα του Τμήματος Νομικής ΑΠΘ

Από την κ. Χριστίνα Δεληγιάννη Δημητράκου, αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Νομικής ΑΠΘ

Έπαινος για την αναγόρευση του κ. Αntoine Lyon-Caen, καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Paris X, Nanterre la Défense, σε επιτιμο διδάκτορα του Τμήματος Νομικής ΑΠΘ

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Κύριε Πρύτανη,
Kύριε Αναπληρωτά Πρόεδρε του Συμβουλίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Κυρία Σύμβουλε του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Κύριε Κοσμήτορα της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών
Κύριε Πρόεδρε του Τμήματος Νομικής
Κύριε Γενικέ Πρόξενε της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη
Κύριοι εκπρόσωποι των Δικαστικών και Διοικητικών Αρχών
Κύριοι εκπρόσωποι του Δικηγορικού και Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης
Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι από το Πανεπιστήμιο
Αγαπητοί φοιτητές και φοιτήτριες
Κυρίες και κύριοι,
Α.1. Αν η σύγχρονη χρηματοοικονομική κρίση έχει αναδείξει για μια ακόμη φορά την ανισοροπία που εμφανίζουν, στο διεθνή χώρο, οι οργανωτικές δομές κεφαλαίου και εργασίας, η ίδια αυτή κρίση έχει καταστήσει επίσης όσο ποτέ άλλοτε επιτακτική την υπέρβαση αυτής της ανισοροπίας μέσω της διεθνοποίησης των δομών και των σχέσεων εργασίας. Ο καθηγητής Antoine Lyon-Caen, που τιμάται απόψε από το Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έχει αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της επιστημονικής του σταδιοδρομίας στη μελέτη των νομικών προβλημάτων που γεννά η διεθνοποίηση των σχέσεων εργασίας. Αποφασίζοντας να του απονείμει τον τίτλο του Επίτιμου Διδάκτορα Νομικής, το Τμήμα τιμά τον ίδιο και το έργο του για ποικίλους λόγους. Βαρύνουσα ωστόσο θέση έχει, όπως θα εξηγήσω, η ενασχόλησή του με τις διεθνείς διαστάσεις του εργατικού δικαίου που είναι σήμερα τόσο επίκαιρη όσο ποτέ!
***
Β. 2. O καθηγητής Antoine Lyon-Caen ανήκει σε μια από τις μεγαλύτερες οικογένειες νομικών της Γαλλίας. Είναι γιος του καθηγητή Gerard Lyon-Caen, που αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματός μας το Μάρτιο του 1994. Υπήρξε σύζυγος της Florance Perlmann, δικηγόρου, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Και είναι πατέρας τριών παιδιών: της Judith Lyon-Caen, που είναι καθηγήτρια ιστορίας στην Εcole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, του Boris Lyon-Caen, που είναι καθηγητής φιλοσοφίας στη Σορβόνη και του Gilles Lyon-Caen, που είναι κριτικός κινηματογράφου και παραγωγός κινηματογραφικών εκπομπών.
3. O καθηγητής Antoine Lyon-Caen ειδικεύτηκε, όπως και ο πατέρας του, στο εργατικό και το κοινωνικό δίκαιο. Η ανατρεπτική όμως σκέψη του και ο δυναμισμός του, του επέτρεψαν να αποκτήσει τη δική του ακτινοβολία και να διακριθεί από πολύ νωρίς, τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς, στον κλάδο του εργατικού και κοινωνικού δικαίου καθώς και στον ευρύτερο κλάδο των κοινωνικών επιστημών. Μετά από την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών στον κλάδο της οικονομικής επιστήμης, ο Antoine Lyon-Caen στράφηκε στα νομικά. Αναγορεύτηκε Διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Paris I Sorbonne το 1975 και την ίδια χρονιά πέρασε τις εξετάσεις της υφηγεσίας και διορίστηκε καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Caen, όπου δίδαξε επί τέσσερα έτη. Το 1979 εξελέγη καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Paris Ouest – Nanterre La Défense, την oποία υπηρετεί με αφοσίωση μέχρι σήμερα. Από το 1988 είναι Διευθυντής Σπουδών στην Ecole des Hautes Études en Sciences Sociales, ενώ διευθύνει ταυτόχρονα το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Κοινωνικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Nanterre. Το 1992 διορίστηκε πρόεδρος του Διεθνούς Ινστιτούτου Συγκριτικών Σπουδών (Institut International pour les Études Comparatives), το οποίο ιδρύθηκε την ίδια χρονιά για να προάγει τη δημόσια δράση και για να αναπτύξει τις συγκριτικές σπουδές στο δίκαιο, τους θεσμούς και τις δημόσιες πολιτικές. Ο καθηγητής Antoine Lyon-Caen μετέχει σε συντακτικές επιτροπές πολλών νομικών περιοδικών που κυκλοφορούν στη Γαλλία και στο εξωτερικό, ενώ από το 2006 διευθύνει ο ίδιος ένα πολύ σημαντικό νομικό περιοδικό, τη Revue de droit du travail. Eίναι επίσης επίτιμος πρόεδρος της Γαλλικής Εταιρίας Εργατικού Δικαίου και Κοινωνικής Ασφάλισης και έχει διατελέσει: μέλος του Συμβουλίου Έρευνας του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Πανεπιστημίων της Γαλλίας [Conseil National des Universités (1992-1998)], πρόεδρος της Επιτροπής Προβληματισμού για τις Νομικές Σπουδές, που ιδρύθηκε από το Γαλλικό Υπουργείο Παιδείας και Έρευνας το 1999 καθώς και Εμπειρογνώμων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας.
4. O καθηγητής Antoine Lyon Caen διαθέτει πλούσιο συγγραφικό έργο. Έχει εκδόσει πάνω από είκοσι πέντε βιβλία και δύο διδακτικά εγχειρίδια εκ των οποίων το πρώτο στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Δίκαιο και το δεύτερο στο Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο. Έχει συγγράψει επίσης πάνω από 120 άρθρα, που καλύπτουν όλο σχεδόν το φάσμο του ατομικού και του συλλογικού εργατικού δικαίου τα οποία έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους και σε μεγάλα γαλλικά και ξένα νομικά περιοδικά[1]. Έχει συμμετάσχει, τέλος, ως εθνικός ή γενικός εισηγητής σε πολλά διεθνή συνέδρια και έχει συντάξει εκθέσεις για λογαριασμό των Υπουργείων Εργασίας και Παιδείας της Γαλλίας, καθώς και για λογαριασμό μεγάλων διεθνών οργανισμών. Τα έργα του είναι αναγνωρισμένα διεθνώς ενώ το νομικό περιοδικό που διευθύνει, η Revue de droit du Travail, ανήκει στην Διεθνή ΄Ενωση Περιοδικών Εργατικού Δικαίου (International Association of Labour Law Journals)[2] η οποία συντονίζει το έργο των είκοσι σημαντικότερων περιοδικών εργατικού δικαίου στον κόσμο.
5. Δεν είναι δυνατό να αναλύσει κανείς λεπτομερώς απόψε το πλούσιο και πολυποίκιλο αυτό έργο. Στο σύντομο χρόνο επομένως που έχω στη διάθεσή μου θα περιοριστώ να παρουσιάσω τις μεγάλες μόνο στιγμές του, προκειμένου να σκιαγραφήσω τους προβληματισμούς και την προσωπικότητα του τιμώμενου καθηγητή καθώς και για αναδείξω τη συμβολή του στη νομική επιστήμη και τη διδασκαλία που αιτιολογούν άλλωστε την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματός μας.
***
Γ. 6. Ο καθηγητής Αntoine Lyon-Caen ανήκει στη λεγόμενη γαλλική κριτική σχολή του εργατικού δικαίου. Το στοιχείο όμως που τον διακρίνει από τους εργατικολόγους της εποχής του είναι οι βασικές σπουδές του στα οικονομικά οι οποίες του επέτρεψαν να διεισδύει στη βαθύτερη λειτουργία των οικονομικών φαινομένων και να συλλαμβάνει με οξυδέρκεια τις μεταβολές που αυτά επιφέρουν στις σχέσεις εργασίας και στο δίκαιο που τις ρυθμίζει.
7. Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι οι μεταβολές των οργανωτικών επιχειρησιακών δομών και οι επιπτώσεις τους στη νομική έννοια της επιχείρησης αποτελούν κεντρικά ζητήματα που τον απασχόλησαν από τα πρώτα χρόνια της ακαδημαϊκής του καριέρας. Η ενασχόλησή του εξάλλου με τις παραπάνω θεματικές ήταν η αιτία που τον ενέταξε κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1970 στην ερευνητική ομάδα η οποία μελέτησε, υπό τη διεύθυνση δύο μεγάλων καθηγητών, του Φωκίονα Φραντζεσκάκη και του Bertold Goldman, τις νομικές διαστάσεις της πολυεθνικής επιχείρησης. Καρπός της ερευνητικής αυτής προσπάθειας ήταν το σημαντικό συλλογικό έργο, με τίτλο «L’entreprise multinationale face au droit»[3], που κυκλοφόρησε το 1977 από τέσσερις συγγραφείς. Ένας από αυτούς ήταν και ο Antoine Lyon-Caen.
Μια από τις σημαντικότερες συμβολές του στο παραπάνω έργο είναι ότι διερεύνησε τη δυνατότητα των μηχανισμών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου να ρυθμίσουν με αποτελεσματικό τρόπο τα προβλήματα που προκαλούν στις σχέσεις εργασίας, η οργανωτική δομή και η στρατηγική της πολυεθνικής επιχείρησης. Η απάντηση, που έδωσε στο ερώτημα αυτό, ήταν αρνητική. Κατά τη γνώμη του μια ικανοποιητική ρύθμιση των εν λόγω προβλημάτων θα μπορούσε να προκύψει μόνον αν υπήρχε στον τομέα των εργασιακών σχέσεων ένα ουσιαστικό, διεθνικής προέλευσης δίκαιο, όμοιο με τη lex mercatoria των εμπορικών συναλλαγών. Επειδή όμως οι προοπτικές γένεσης ενός τέτοιου δικαίου ήταν ελάχιστες, ο Antoine Lyon-Caen κάλεσε τον κοινοτικό νομοθέτη να ρυθμίσει με κανόνες ουσιαστικού δικαίου τις επιπτώσεις της πολυεθνικής επιχείρησης στην απασχόληση και τις σχέσεις εργασίας.
8. Η συμβολή όμως του Αntoine Lyon-Caen δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι υπέδειξε τα σημεία εκείνα στα οποία θα έπρεπε να επικεντρωθεί ο κοινοτικός νομοθέτης προκειμένου να ρυθμίσει τα εργασιακής φύσεως προβλήματα που γεννά η πολυεθνική επιχείρηση. Βρίσκεται κυρίως στο ότι οι προβληματισμοί του για τη δυνατότητα των μηχανισμών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου να ρυθμίσουν με αποτελεσματικό τρόπο αυτά τα προβλήματα, του επέτρεψαν να συμβάλλει στη συμφιλίωση αυτού του κλάδου με την προστατευτική λειτουργία του εργατικού δικαίου. Το αποτέλεσμα μάλιστα αυτό δεν το πέτυχε μόνο με μελέτες που αφορούσαν στη ρύθμιση των εργασιακών προβλημάτων που ανακύπτουν στους κόλπους της πολυεθνικής επιχείρησης. Το πέτυχε κυρίως μ΄ένα σημαντικό αριθμό δημοσιευμάτων, στα οποία εξέτασε τα ευρύτερα ζητήματα του εφαρμοστέου δικαίου στις ατομικές και τις συλλογικές σχέσεις εργασίας. Οι μελέτες αυτές ανανέωσαν τις ιδιωτικοδιεθνολογικές διαστάσεις του γαλλικού εργατικού δικαίου και συνέβαλαν σημαντικά στη αναβάθμιση του εργατικού διεθνούς δικαίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 το Γαλλικό Ακυρωτικό ενστερνίστηκε τις απόψεις του Antoine Lyon-Caen για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβάσεις εργασίας με στοιχεία αλλοδαπότητας[4] Antoine Lyon-Caen για τις ιδιωτικοδιεθνικές διαστάσεις της απεργίας η οποία δημοσιεύτηκε το 1977 στη Revue critique de droit international privé[5] Με αναφορές στη διεθνή αντιπολεμική απεργία του 1914 καθώς και στον Jacques Thibault, τον ήρωα του ομώνυμου μυθιστορήματος του Roger Martin du Gard, ο οποίος σκοτώνεται στην κινητοποίηση αυτή, ο Antoine Lyon-Caen εισήγαγε, με τη μελέτη αυτή, τις εξής δύο καινοτομίες. Πρώτον, ανέδειξε τον τόπο διεξαγωγής της απεργίας ως τον πλέον κατάλληλο σύνδεσμο για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου που θα πρέπει να διέπει τις αδικοπρακτικές συνέπειές της, υιοθετώντας έτσι μια λύση που καθιερώθηκε τριάντα χρόνια αργότερα από τον Κανονισμό Ρώμη ΙΙ για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές. Και, δεύτερο, χρησιμοποίησε την αρχή της εύνοιας για να αντιμετωπίσει τις αντιθέσεις που μπορεί να προκύψουν, σχετικά με τη νομιμότητα μιας απεργίας, ανάμεσα στο δίκαιο του τόπου διεξαγωγής της, από τη μια μεριά, και τη lex laboris, που διέπει τις συνέπειές της στην ατομική σχέση εργασίας, από την άλλη. Υποστήριξε έτσι ο Antoine Lyon-Caen ότι η lex laboris μπορεί να επέμβει, σε περίπτωση μιας τέτοιας αντίθεσης, μόνον όταν είναι ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο σε σύγκριση με το δίκαιο του τόπου της απεργίας. . . Δέχτηκε, με άλλα λόγια, το εν λόγω Δικαστήριο ότι τα μέρη μιας τέτοιας σύμβασης μπορούν να επιλέξουν το εφαρμοστέο σ’αυτή δίκαιο μόνον όταν αυτό είναι πιο ευνοϊκό για τον εργαζόμενο σε σύγκριση με το δίκαιο της χώρας στην οποία ο τελευταίος εκτελεί συνήθως την εργασία του. Αποδέχτηκε έτσι το γαλλικό Ακυρωτικό λύσεις, οι οποίες ενέπνευσαν στη συνέχεια τους συντάκτες της Σύμβασης της Ρώμης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές η οποία έχει ενσωματωθεί σήμερα στον Κανονισμό Ρώμη Ι. Έντονη ήταν επίσης η ακτινοβολία που άσκησε η μελέτη του καθηγητή
9. Ένα άλλο εξάλλου ζήτημα, που έχει απασχολήσει τον τιμώμενο καθηγητή, είναι η διείσδυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο εργατικό δίκαιο και τις δημόσιες πολιτικές η οποία πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία αργότερα απ΄ότι στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες για λόγους που συνδέονται με τη συνταγματική παράδοση αυτής της χώρας. Παρατηρείται εντούτοις από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μια υφέρπουσα συνταγματικοποίηση του γαλλικού κοινωνικού δικαίου που είδε το φως μέσω της νομολογίας του Συνταγματικού Συμβουλίου, κώς και χάρη στην επέμβαση του Γάλλου νομοθέτη ο οποίος ενσωμάτωσε τα θεμελιώδη δικαιώματα στο γαλλικό κώδικα εργασίας, διευκολύνοντας έτσι τα δικαστήρια να προβαίνουν στην οριζόντια εφαρμογή τους στις εργασιακές σχέσεις. Ο Antoine Lyon-Caen ανέλυσε τις ιδιαιτερότητες αυτής της εξέλιξης και μελέτησε τις διάφορες πτυχές της, δίνοντας έμφαση στη νομολογιακή κατοχύρωση της αρχής της ισότητας αμοιβών για εργασία ίσης αξίας, η οποία άνοιξε το δρόμο στη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης στις εργασιακές σχέσεις στη Γαλλία.
10. H συνταγματοποίηση όμως του γαλλικού κοινωνικού δικαίου συμπίπτει χρονικά με την επίταση των προσπαθειών για τη συνταγματική οικοδόμηση της Ευρώπης που οδήγησαν το Δεκέμβριο του 2000 στην υιοθέτηση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης και στην εκπόνηση, λίγα χρόνια αργότερα, του σχεδίου Συνθήκης για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Ο καθηγητής Αntoine Lyon-Caen συμμετείχε στις εξελίξεις αυτές, συμβάλλοντας στον επιστημονικό διάλογο για την ενσωμάτωση των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων στο Χάρτη και στο Σχέδιο του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Στις μελέτες του δεν ανέδειξε απλώς τους λόγους που καθιστούσαν επιτακτική αυτή την ενσωμάτωση, αλλά ανέλυσε επιπλέον τη φύση, την αποτελεσματικότητα και την ιδιότυπη εκδικασιμότητα αυτών των δικαιωμάτων. Κατά τη γνώμη του, τα κοινωνικά δικαιώματα δεν αποτελούν μόνο θετικές αξιώσεις απέναντι στο κράτος, που απαιτούν από αυτό να προβαίνει σε συγκεκριμένες παροχές. Συνιστούν επίσης αρχές δράσης και αξιολόγησης οι οποίες επιδιώκουν να εναρμονίσουν τις αξιώσεις που προβάλλουν, στο πλαίσιο των πλουραλιστικών κοινωνιών, οι διάφορες ανταγωνιστικές ομάδες καθώς και να ενσωματώσουν τις ομάδες αυτές στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η κατοχύρωση των εν λόγω δικαιωμάτων επιφέρει, επομένως, όπως υποστηρίζει στις μελέτες του ο καθηγητής Αntoine Lyon-Caen, αυτό που ορισμένοι θεωρητικοί αναλυτές αποκαλούν «συγκειμενική διαδικαστικοποίηση του δικαίου»[6]. Μετατρέπει, με άλλα λόγια, το κοινωνικό κράτος, από κράτος παροχών σε σύγχρονο πλουραλιστικό κράτος, καθιστώντας το ικανό να εξασφαλίζει, μέσα από διαδικαστικής φύσεως παρεμβάσεις, την αποτελεσματική συμμετοχή των διάφορων κοινωνικών ομάδων στη διαδικασία της δημόσιας ρύθμισης έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η αναπροσαρμογή του δικαίου στις εκάστοτε ανάγκες της κοινωνίας και η δυνατότητά του να ενσωματώνει τη μεταβαλλόμενη ιδέα της δικαιοσύνης.
11. Ωστόσο, ένας άλλος εξίσου σημαντικός λόγος που επιβάλλει, κατά την άποψη του καθηγητή Αntoine Lyon-Caen, την κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων σε ενωσιακό επίπεδο είναι οι φραγμοί που αυτά θέτουν στους μηχανισμούς της αγοράς. Τα ότι μπορούν δηλαδή να λειτουργήσουν ως ανάχωμα απέναντι σε μια ανεξέλεγκτη εφαρμογή των κοινοτικών οικονομικών ελευθεριών στον τομέα των εργασιακών σχέσεων. Η λειτουργία τους βέβαια αυτή έχει περιοριστεί τελευταία λόγω της οικονομικής κρίσης και της επικράτησης νεοφιλελεύθερων ιδεολογιών. Δεν παύει εντούτοις να κατέχει κυρίαρχη θέση στο συνθετο ερευνητικό έργο που εκπονεί ο τιμώμενος καθηγητής σχετικά με την παγκοσμιοποίηση, τη χρηματικοποίηση της οικονομίας και τις επιπτώσεις τους στο εργατικό δίκαιο και τις σχέσεις εργασίας.
Δεν ήταν βέβαια δυνατό να αναλύσω στο λίγο χρόνο που είχα στη διάθεσή μου το σύνθετο αυτό ερευνητικό έργο. Θα ήθελα απλώς να επισημάνω δύο βασικά χαρατηριστικά του. Πρώτον, τον διεπιστημονικό χαρακτήρα του, το ότι εμπλέκει, δηλαδή, ερευνήτριες και ερευνητές από περισσότερους επιστημονικούς κλάδους. Και, δεύτερο, το ότι δραστηριοποιεί νέες και νέους ως επί το πλείστον επιστήμονες, δίνοντας τους την ευκαιρία να αναπτύξουν τις ιδέες τους και να αναπτυχθούν επιστημονικά.
12. Το δεύτερο μάλιστα αυτό χαρακτηριστικό εκφράζει την αμέριστη φροντίδα και γενναιοδωρία που έχει δείξει στις μαθήτριες και στους μαθητές του ο καθηγητής Αntoine Lyon-Caen. Πράγματι, αν προσφύγει κανείς στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων της νομικής βιβλιοθήκης Cujas, θα διαπιστώσει έναν εντυπωσιακό αριθμό, ογδόντα περίπου διατριβών, που έχει διευθύνει μέχρι σήμερα ο τιμώμενος καθηγητής, καθώς και έναν αριθμό εκατό περίπου μονογραφιών, που έχει προλογήσει. Οι διατριβές και οι μονογραφίες αυτές, όλες τους εξαιρετικής ποιότητας και πρωτοτυπίας, συνδέουν το όνομα του με τη νεώτερη γενιά επιστημόνων και καθηγητών στη Γαλλία και στο εξωτερικό, ορισμένοι μάλιστα από τους οποίους βρίσκονται σήμερα εδώ για να τιμήσουν το δασκαλό τους.
Δ. Κυρίες και κύριοι
13. Ύψιστη προσφορά ενός ακαδημαϊκού δασκάλου είναι να μπορέσει εμπνεύσει τους μαθητές του και να δημιουργήσει, μέσα από τη διδασκαλία και τη στάση του απέναντι στην επιστήμη και τη ζωή, μια στρατιά άξιων επιστημόνων οι οποίοι θα ενστερνιστούν τις ιδέες του, θα συνεχίσουν το έργο του και θα συμβάλλουν στη μετελέλιξή του. Ο καθηγητής Αntoine Lyon-Caen ανήκει στην κατηγορία εκείνη των ακαδημαϊκών διασκάλων που έχουν αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ακαδημαίκής του δραστηριότητας στη δημιουργία νέων επιστημόνων. Η ανεκτίμητη αυτή προσφορά αποτελεί τον πρώτο λόγο για τον οποίο τιμάται απόψε με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα :
14. Ένας άλλος όμως εξίσου σημαντικός λόγος, που δικαιολογεί την παραπάνω τιμητική διάκριση, είναι η ευρύτητα, η επικαιρότητα και η πρωτοτυπία που εμφανίζει το συγγραφικό έργο του τιμώμενου καθηγητή. Μελετώντας κανείς αυτό το έργο διαπιστώνει τη μοναδική οξυδέρκειά του συγγραφέα. Την ικανοτητά του να αφουγκράζεται και να προβλέπει τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις, να εντοπίζει τις επιπτώσεις τους στις σχέσεις εργασίας, να εξετάζει κριτικά τις ρυθμίσεις που έχουν υιοθετηθεί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων καθώς και να προτείνει λύσεις για την πλήρωση των κενών και για την εξάλειψη των αδυναμιών.
15. Ωστόσο, η αναγόρευση του καθηγητή Antoine Lyon-Caen σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματός μας έχει και έναν πρόσθετο σημειολογικό χαρακτήρα. Συνδεεται στενά με τη σύγχρονη κρίση του καπιταλισμού και με την αποδόμηση του εργατικού δικαίου που αποτελεί αποτέλεσμά της. Όπως είχε υπογραμμίσει πριν πολλά χρόνια ένας μεγάλος εργατικολόγος, o Gerard Lyon-Caen[7], το εργατικό δίκαιο δεν έχει μια γραμμική πορεία. Δεν λειτουργεί δηλαδή μόνο σε περιόδους ευημερίας ούτε είναι καταδικασμένο να πεθάνει σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Οι οπισθοδρομήσεις του, αν και αναπόφευκτες, γεννούν νέες διεκδικήσεις και προσαρμογές που μπορεί να οδηγήσουν στην ανανέωσή του. Η διεθνοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης, η επέκτασή της δηλαδή σε πολυεθνικό και σε υπερεθικό επίπεδο αποτελεί σίγουρα μια αναγκαία προσαρμογή. Η αντιμετώπιση επομένως των νομικών προβλημάτων που γεννά η υλοποίηση της, στην οποία αφιέρωσε μεγάλο μέρος του συγγραφικού έργου του ο καθηγητής Antoine Lyon-Caen, δεν αποτελεί μόνο μια πρωτότυπη επιστημονική ενασχόληση στον τομέα του συλλογικού εργατικού δικαίου. Συνιστά κυρίως μια σημαντική συμβολή στη μετεξέλιξη αυτού του κλάδου. Γι’αυτή ακριβώς τη συμβολή τιμάται σήμερα ο καθηγητής κ. Antoine Lyon-Caen σε μια χώρα που έχει δοκιμαστεί όσο καμιά από τη σύγχρονη οικονομική κρίση και η οποία αναζητά όραμα και διέξοδο για την υπέρβασή της.
E. Κύριε καθηγητά, Αγαπητέ κ. Antoine Lyon-Caen
16. Με μεγάλη χαρά σας καλωσορίζουμε στην πόλη μας και σε τούτη εδώ την αίθουσα, στην παλαιά AULA του Αριστοτελείου, στην οποία τιμήθηκε πριν 19 χρόνια ο πατέρας σας και στην οποία θα τιμηθείτε και εσείς, ως άξιος απόγονός του, με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα Νομικής.
17. Είμαι πολύ συγκινημένη γιατί το Τμήμα Νομικής του ΑΠΘ μου ανέθεσε να σας απευθύνω αυτόν τον έπαινο. Ήταν μεγάλη πρόκληση για μένα να διεισδύσω στη σκέψη σας και να κατανοήσω τους στοχασμούς σας. Δεν ξέρω αν και σε ποιο βαθμό το πέτυχα. Προσπάθησα πάντως να παρουσιάσω σε αδρές γραμμές το πλούσιο συγγραφικό έργο σας καθώς και να φωτίσω την πολυδιάστατη προσωπικότητά σας.
18. Επεσήμανα ειδικότερα την καθοριστική συμβολή σας στην αντιμετώπιση των νομικών προβλημάτων που γεννά η επέκταση της συνδικαλιστικής δράσης σε υπερεθνικό και πολυεθνικό επίπεδο, το σημαντικό ρόλο σας στη συμφιλίωση του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου με την προστατευτική λειτουργία του εργατικού δικαίου, τη ακτινοβολία που είχαν οι μελέτες σας για τη συνταγματοποίηση του γαλλικού εργατικού δικαίου και την κατοχύρωση της κοινωνικών δικαιωμάτων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και τις νέες προοπτικές που ανοίγει το ερευνητικό έργο σας για τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στο εργατικό δίκαιο και τις εργασιακές σχέσεις. Σε μια χώρα μάλιστα, όπως η δική μας, της οποίας το εργατικό δίκαιο έχει υποστεί την πιο άγρια απορρύθμιση, που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, οι μελέτες σας είναι πολύτιμες γιατί ανοίγουν νέους δρόμους και δίνουν νέες διεξόδους στον κόσμο της εργασίας και σε όλους εμάς που ασχολούμαστε επιστημονικά μαζί του.
19. Το στοιχείο ωστόσο που εντυπωσιάζει περισσότερο στο έργο σας είναι η γενναιοδωρία σας καθώς και η αμέριστη αφοσίωση που δείξατε στο Πανεπιστήμιο και στους μαθητές σας. Στο πρόσωπό σας δεν τιμάται μόνον ένας μεγάλος νομικός καθώς και ένας σπουδαίος εργατικολόγος με ακτινοβολία έξω από τα σύνορα της χώρας του. Τιμάται κυρίως ένας μεγάλος ακαδημαϊκός δάσκαλος που μετέδωσε τις γνώσεις του σε γενιές επιστημόνων και ο οποίος έχει συνδέσει το όνομά του με τη νεότερη γενιά πανεπιστημιακών δασκάλων στη Γαλλία και το εξωτερικό.
20. Η τιμή που σας αποδίδεται σήμερα, κύριε καθηγητά, είναι ταυτόχρονα μεγάλη τιμή για το Τμήμα μας (Faculté). Σας ευχαριστούμε λοιπόν θερμά και ελπίζουμε ότι με αυτό το χαρμόσυνο γεγονός η γαλλο-ελληνική συνεργασία, που αποτελούσε παλαιά παράδοση των Νομικών Σχολών μας, θα ενισχυθεί και θα συνεχιστεί.
Σας ευχαριστώ πολύ

 


[1] Βλ. Για μια συνολική παρουσίαση του έργου του καθηγητή A. Lyon-Caen, http://fr.wikipedia.org/w/index.php?title=Antoine_Lyon-Caen&oldid=75874953
[2] http://www.labourlawjournals.com/
[3] Βλ. “L’entreprise multinationale face au droit” (sous la dir. MM Goldman et Francescakis et en collaboration avec Cl. Lazarus, Ch. Leben, B. Verdier), Litec, 1977
[4] Bλ. για την επιρροή που άσκησε ο A. Lyon-Caen στη νομολογία του Τμήματος Κοινωνικών Υποθέσεων (Chambre Sociale) της Cour de Cassation, P. Lagarde, Sur le contrat de travail international: analyse rétrospective d’une évolution mal maîtrisée, εις Les transformation du droit du travail, Etudes offertes à Gérard Lyon-Caen, Dalloz, σ. 83 επ.
[5] Βλ. La grève en droit international, Rev Crit. , 1977, σ. 271 επ.
[6] Βλ. J. Lenoble (dir), La procéduralisation du droit, Louvain, 1997
[7] Bλ. Gerard Lyon-Caen, La crise actuelle du droit du travail εις Le Droit Capitaliste du travail ( συλλογικό έργο υπό τη διεύθυνση του de A. Jeammaud, PUG 1980, σ. 255 επ. 266

Ο λόγος που εκφώνησε τη Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013 ο κ. Antoine Lyon-Caen, Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου, Paris Ouest, Nanterre La Défense, αμέσως μετά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Νομικής ΑΠΘ

Antoine Lyon-Caen

Ο λόγος που εκφώνησε τη Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013 ο κ. Antoine Lyon-Caen, Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου, Paris Ouest, Nanterre La Défense, αμέσως μετά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Νομικής ΑΠΘ

Κύριε Πρύτανη,
Κύριε Κοσμήτωρ,
Κύριε Πρόεδρε,
Πολύ αγαπητοί μου συνάδελφοι,

Και, τολμώ να πω, φίλοι μου σε όλους εσάς που βρίσκεστε σήμερα εδώ.
Υπάρχει σε τούτη εδώ την τελετή ένα παράδοξο: απέναντι στην Ελλάδα έχω συνάψει ένα χρέος. Όμως, το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης είναι αυτό που με τιμά. Η πιο κολακευτική εκδοχή θα ήταν για μένα ότι ανάμεσα στο Πανεπιστήμιό σας– ίσως τώρα θα έπρεπε να πω ανάμεσα στο δικό μου Πανεπιστήμιο- και, πέρα από αυτό, ανάμεσα στον Ελληνικό πανεπιστημιακό κόσμο γενικότερα, και σ’ εμένα, υπάρχει μια σύμβαση. Ένα είδος συναλλάγματος. Όχι ωστόσο μια οποιαδήποτε ανταλλακτική σύμβαση, αλλά μια από τις συμβάσεις εκείνες που τις αποκαλούμε «σχεσιακές». Ένα είδος συμβολαίου, με άλλα λόγια, που συνδυάζει την ανταλλαγή με την εμπιστοσύνη. Το περιεχόμενο λοιπόν αυτού του συμβολαίου θα ήθελα να αφουγκραστώ εν συντομία αυτό το βράδυ, εξετάζοντάς το μέσα από ένα τρίπτυχο: την Ελλάδα, την Ευρώπη και την εργασία. Πρόκειται για τρεις χωριστές λέξεις. Στην πραγματικότητα όμως θα ήθελα να σας μιλήσω για τη σχέση που έχουν μεταξύ τους.
Στη διαδρομή, που θα ήθελα να ακολουθήσω, υπάρχει ένας ταξιδιώτης, ένας παρατηρητής. Και αυτός είναι ο άνθρωπος που είναι ευτυχής να βρίσκεται ανάμεσά σας απόψε. Διότι θα πρέπει να ξεκινήσω με κάποιο «θράσος», μιλώντας για αυτήν την ιδιαίτερη σχέση που με συνδέει με την Ελλάδα. Η Ελλάδα ήταν καταρχήν το λίκνο της ευαισθησίας μου. Όχι μόνο η ελληνική γλώσσα, που μελέτησα με την ελπίδα ότι θα μπορούσα μια μέρα να ονειρευτώ στα ελληνικά –διότι όλοι ξέρουμε ότι ονειρευόμαστε καλά σε μια γλώσσα την οποία κατέχουμε. Λίκνο της ευαισθησίας μου επίσης γιατί το πρώτο μου ταξίδι- το έχω ήδη πει στους φίλους- το πραγματοποίησα στην Ελλάδα, μόνος. Και κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού ανακάλυψα ότι η Αλήθεια είναι κόρη του Χρόνου κι όχι της Εξουσίας. Είναι μια αρχή που δεν ξέχασα ποτέ, ως νομικός και ως πανεπιστημιακός.
Η Ελλάδα ήταν επίσης το γόνιμο χώμα για την πνευματική μου ζωή. Δυστυχώς είχα λίγους δασκάλους. Αλλά συνάντησα έναν, τον Φωκίωνα Φραντζεσκάκη. Εκπληκτικό στην τέχνη της μαιευτικής, λεπτό πνεύμα, λίγο μυστικός, αλλά άτομο που αφιέρωνε πολύ προσοχή στους νέους ερευνητές. Ήμουν αποδέκτης της στήριξής του με απαλή ειρωνεία και μεγάλες στιγμές όπου άκουγα. Έμαθα τι σημαίνει «ελληνική καρδιά». Αυτή που ενισχύει αυτά που της απευθύνετε. Και στο τέλος της δεκαετίας του 70, ως νέος καθηγητής, η συνάντησή μου με νέους Έλληνες, φοιτητές με περιέργεια, με θέληση, προορισμένους να ανοίξουν την πύλη της Ευρώπης. Δημιουργείται, ή ξαναδημιουργείται, τότε ένας δεσμός που μου είναι αιώνια πολύτιμος. Η Ελλάδα όμως είναι επίσης για μένα μια γη πειραματισμού της ευρωπαϊκής υπόσχεσης.
Η Ελλάδα μπήκε στην Ευρώπη, όταν το ευρωπαϊκό πρόγραμμα έγινε ο ορίζοντας μιας γενιάς και, ελπίζαμε, ο ορίζοντας των μελλοντικών γεννεών. Η αποστολή, το έργο των νομικών εμπλουτίστηκε σημαντικά με την Ευρώπη. Έπρεπε καταρχήν να γνωρίσουν καλύτερα το Δίκαιο, το δικό τους Δίκαιο. Και αυτό ήταν ένα σημαντικό ερέθισμα για θεωρητική δουλειά. Έπρεπε να συγκρίνουν. Δηλαδή, να φθάσουν σε μια νέα κατανόηση των θεσμών. Έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τη σύγκριση για να σκεφτούν βαθύτερα αυτό που είχαν. Έπρεπε να σχεδιάσουν κοινούς στόχους. Πόσος πλούτος αναπτύχθηκε τότε για να μιλήσουμε για την εναρμόνιση, γι’ αυτήν την τόσο όμορφη λέξη που σήμερα έχει ξεχαστεί. Κι έρχονταν από μακριά, την εποχή εκείνη, για να αφουγκραστούν την Ευρώπη και τους θεσμούς της, τη δυναμική της, την απαράμιλλη πρωτοτυπία της. Η Ελλάδα μπήκε σε αυτήν την πολλά υποσχόμενη Ευρώπη και παρέμεινε σε αυτήν την Ευρώπη. Σε μια Ευρώπη που, σήμερα, δεν επιζητεί πλέον να κατανοήσει την ποικιλομορφία της. Που βλέπει να εμφανίζονται πολύ παράξενες πηγές δικαίου, όπως είναι λ.χ. μια επιστολή του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Και η οποία αναγνωρίζει ως έγκυρες πηγές εξουσίας τους δείκτες που συνθλίβουν τις ποικιλομορφίες και οι οποίοι παρουσιάζουν τις χώρες πάνω σε μια και μοναδική κλίμακα μεγεθών. Πρόκειται για την Ευρώπη των επιδόσεων. Μια Ευρώπη που έχει μια πολύ φτωχή αντίληψη περί αλληλεγγύης. Και θυμηθείτε την πρόβλεψη του Edgar Morin, αυτού το παιδιού Θεσσαλονικέων, που έλεγε ότι η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ήταν ίσως το πρώτο βήμα για τη διάλυση της Ευρώπης. Το σημάδι ενός τέλους, του τέλους μιας φιλοδοξίας στην οποία αυτά που ενώνουν υπερισχύουν αυτών που χωρίζουν.
Ωστόσο, εκείνο που ενώνει ή έστω ένα μέρος εκείνου που ενώνει και το οποίο αποτέλεσε την Ευρώπη, είναι η εργασία. Μια κάποια ιδέα της εργασίας. Ένας δεσμός που σκεφθήκαμε ότι ήταν βαθύς, ανάμεσα στο άτομο και την εργασία. Ανάμεσα σε αυτό που πρέπει να κάνει η συλλογικότητα για να διατηρήσει, να εμπλουτίσει αυτή τη σχέση ανάμεσα στο άτομο και την εργασία. Η πολλά υποσχόμενη είναι η Ευρώπη της εργασίας. Δεν είναι η Ευρώπη του χρηματοπιστωτικού τομέα. Σίγουρα η Ευρώπη δεν έγινε ποτέ αντιληπτή ως αναπαραγωγή, σε ανώτερο επίπεδο, το κράτους πρόνοιας. Όμως η Ευρώπη οικειοποιήθηκε μια κάποια αντίληψη των σχέσεων που συνδέουν το άτομο, την εργασία και την αγορά. Το άτομο βρίσκει την ταυτότητά του μέσα από την εργασία. Πρέπει να έχει πρόσβαση σε αυτήν. Πρέπει να μπορεί να κυκλοφορήσει για να έχει πρόσβαση στην εργασία. Και χρωστούμε πολλές εφευρέσεις στην κυκλοφορία των εργαζομένων. Οι σχέσεις αυτές ανάμεσα στο άτομο, την εργασία και την αγορά καθιστούν το Εργατικό Δίκαιο κεντρικό κομμάτι του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Το Εργατικό Δίκαιο, που γίνεται αντιληπτό ως διαμεσολάβηση ανάμεσα στην εργασία, τους εργαζομένους και την αγορά, εμποδίζει την υπαγωγή του εργαζόμενου στην άμεση αξιολόγηση της αγοράς. Δίνει, με άλλα λόγια, ένα καθεστώς στην εργασία που κρατά τον εργαζόμενο σε απόσταση από την αγορά. Και το καθεστώς αυτό, αν θελήσουμε να το σκεφτούμε καλά, δεν είναι ένα συμβατικό καθεστώς. είναι το καθεστώς του ανθρώπινου προσώπου στην εργασία. Αυτές οι σχέσεις ανάμεσα στο πρόσωπο, την εργασία και την αγορά επεκτείνονται στην ασυλία που αναγνωρίζεται στο Εργατικό Δίκαιο, στο Κοινωνικό Δίκαιο εν γένει, απέναντι στους κανόνες της αγοράς. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι το συνδικάτο δεν είναι συνασπισμός επιχειρήσεων, η συλλογική σύμβαση δεν είναι μια συμφωνία περιοριστική του ανταγωνισμού και η κοινωνική ασφάλεια είναι ένας θεσμός που προστατεύεται από την εμπορευματική κριτική.
Αυτή η Ευρώπη λοιπόν, που δομήθηκε γύρω από την εργασία και τις σχέσεις ανάμεσα στο άτομο και την εργασία, αυτή η Ευρώπη γνωρίζει σήμερα βαθύτατες μεταβολές. Βλέπουμε να ξεπροβάλλει στον ορίζοντα ένας εργαζόμενος που υπόκειται στις απαιτήσεις της αγοράς, ένα Κοινωνικό Δίκαιο που υπόκειται στους νόμους του ανταγωνισμού, κι όλα αυτά μέσα από τις διαδικασίες ενός ανταγωνισμού μεταξύ νομικών ρυθμίσεων που οδηγεί στη βίαιη καταστροφή όλου ή μέρους των νομικών θεσμών που έδιναν αξία στην εργασία. Διότι αυτή η βαθειά αλλαγή οδηγεί στην απαξίωση της εργασίας. Της εργασίας που δεν τη βλέπουμε πια ως πηγή δημιουργίας, ως πηγή προσωπικής εξέλιξης, αλλά την αντιμετωπίζουμε τελικά μόνον ως κόστος το οποίο θα πρέπει να μειώσουμε και, ίσως, μια μέρα, το ιδανικό θα ήταν να μην τη χρειαζόμαστε καθόλου. Έτσι, το έργο που μας περιμένει είναι τεράστιο. Είναι όμως πρώτα απ’ όλα ένα κεφάλαιο που πρέπει να το κάνουμε να καρποφορήσει. Είναι το κεφάλαιο της κοινότητας του κόσμου των σπουδών. Εδώ δημιουργούνται δεσμοί, φιλίες, αλλά προπάντων εδώ σφυρηλατούνται λόγοι, αναλύσεις, νέες κατασκευές. Διότι, μέσα στην κρίση, στην από-ένωση που αρχίζει να γνωρίζει η Ευρώπη, το μερίδιο των ιδεών είναι ουσιαστικό. Κι αν θέλουμε να πεισθούμε γι’ αυτό, αρκεί να θυμηθούμε ότι οι αριθμοί μετρούν λιγότερο από αυτό που επέτρεψε να φτιαχτούν και προπάντων από αυτό που επέτρεψε να τους αποδοθεί κάποια ισχύς. Το έργο που μας περιμένει είναι λοιπόν να προσπαθήσουμε να εμποδίσουμε τον ιμπεριαλισμό της αντίληψης που επικεντρώνεται στο στοιχείο της επίδοσης. Είναι ο αγώνας υπέρ της σκέψης που δείχνει καταρχήν ότι η μοίρα της Ευρώπης δεν έχει χαραχθεί, ότι το έργο των νέων θεωρητικών, των νέων ερευνητών, το έργο των νέων πανεπιστημιακών εξακολουθεί να είναι θεμελιώδες. Αλλά ερχόμενος εδώ και ακούγοντας όλα όσα ειπώθηκαν για τις δραστηριότητες αυτού του Πανεπιστημίου, είμαι πεπεισμένος ότι σε τόπους, όπως αυτός εδώ, μπορούν να αναπτυχθούν οι νέες αυτές ανακατασκευές και να νικηθεί έτσι αυτή η απαισιοδοξία που μας γεμίζει σιγά-σιγά και η οποία δεν έχει κανέναν λόγο να υπάρχει.

Ευχαριστώ το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Είμαι σίγουρος ότι είναι μια εστία όπου όλες αυτές οι πλούσιες σκέψεις θα ριζώσουν. Σας ευχαριστώ όλους, αγαπητοί μου συνάδελφοι, για την τιμή που μου κάνετε.

«Λιγότερη Βουλή!»: η προοπτική της προεδρικής δημοκρατίας

Τάκης Βιδάλης, Δρ Νομικής

«Λιγότερη Βουλή!»: η προοπτική της προεδρικής δημοκρατίας

Για τη νεότερη ιστορία μας, το Καστελλόριζο σηματοδοτεί μια κομβική στιγμή, ίσως τη σπουδαιότερη. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η χώρα έμπαινε σε καθεστώς διεθνούς οικονομικής επιτήρησης, με ευθείες συνέπειες για την κυριαρχία της. Ήταν όμως η μοναδική φορά που αυτό συνέβη ύστερα από τέσσερις σχεδόν δεκαετίες ομαλής πολιτικής ζωής, μιας περιόδου πρωτόγνωρης, χωρίς πολέμους, πραξικοπήματα, εθνικές καταστροφές ή κοινωνικές κρίσεις. Ο βαθμός της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της οικονομικής ευμάρειας που ζήσαμε στην περίοδο της μεταπολίτευσης δεν έχει προηγούμενο στους δύο σχεδόν αιώνες από την ανεξαρτησία. Είναι απλώς αδύνατη οποιαδήποτε σύγκριση αυτής της περιόδου, ακόμη και με τις «ομαλές» δεκαετίες του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, που συνήθως μνημονεύουν οι ιστορικοί.

Στις τέσσερις αυτές δεκαετίες της μεταπολίτευσης συνηθίσαμε σε μια μεγάλη αφήγηση, που επαναλαμβανόταν συχνά, ιδίως στις εθνικές μας γιορτές: «Οι δημοκρατικοί μας θεσμοί λειτουργούν άψογα, το Σύνταγμα τηρείται και η Δημοκρατία είναι θωρακισμένη». Αυτή η αφήγηση – η μεγάλη ιδέα της γενιάς μας – ιδίως μετά το crash-test του 1981, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά ποτέ. Ακόμη και όσοι αγωνίζονταν για μια άλλη κοινωνία, το έκαναν έχοντας παραδεχθεί την ισχύ της, όχι πια με «το όπλο παρά πόδα».
Πριν από τέσσερα χρόνια, η αποκάλυψη της δημοσιονομικής καταστροφής έθεσε πρώτα απ’ όλα αυτήν ακριβώς την «άψογη λειτουργία των θεσμών» υπό ριζική αμφισβήτηση: αν οι θεσμοί λειτουργούν άψογα μεν, αλλά η χώρα φθάνει στη χρεωκοπία, τότε ή η «άψογη λειτουργία» ήταν μια διαχρονική συλλογική πλάνη ή η ίδια η δημοκρατία δεν συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις της οικονομίας. Ξέροντας ότι το δεύτερο δεν ισχύει βέβαια, με τρόμο διαπιστώνουμε ότι το ιδανικό μας για τη μεταπολίτευση κατέρρευσε!
Πολλοί αγωνίζονται να μην παραδεχθούν ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει βαθύ πρόβλημα θεσμών, επιμένοντας ότι έφταιξαν πρόσωπα. Η διαφθορά, η διαπλοκή και τα σκάνδαλα μας οδήγησαν εδώ, λένε, όχι οι θεσμοί. Με μερικές «έξυπνες κινήσεις» στη σκακιέρα των τελευταίων –κάποιους απλούς νόμους, μαζί και τον εκλογικό, μερικές επεμβάσεις στο Σύνταγμα με νέες προβλέψεις για την ευθύνη υπουργών και βουλευτών, τον έλεγχο του πολιτικού χρήματος, τη συνταγματική δικαιοσύνη- θα βρεθούν οι λύσεις.
Οι υποστηρικτές αυτής της επίμονα βολονταριστικής άποψης πρέπει όμως πρώτα να μας εξηγήσουν α) πώς τόσα πολλά πρόσωπα στη μεταπολίτευση αισθάνονταν άνετα με την παραβατικότητα και β) πώς βρεθήκαμε πρώτοι -και με διαφορά- σε αυτή τη δύσκολη θέση, όταν τα σκάνδαλα και η διαφθορά είναι γνωστά και επαναλαμβανόμενα φαινόμενα και σε άλλες χώρες και κοινωνίες;
Είναι αυτά –και ορισμένα άλλα ερωτήματα- που κάνουν την παραδοσιακή αυτή προσέγγιση ελάχιστα πειστική, ιδίως τώρα που η κρίση έχει ξεσπάσει και δεν μιλάμε με την ψευδαίσθηση της μεγάλης αφήγησης.
Φταίνε λοιπόν οι θεσμοί; Υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που, κατά τη γνώμη μου, επιβεβαιώνουν αυτήν ακριβώς την –ασφαλώς δυσάρεστη- θέση. Τα στοιχεία αυτά συνδέονται στενά μεταξύ τους και αφορούν μια μακροσκοπική ανάλυση που μάλλον είναι αναγκαία σήμερα.
—————–
Αν κάτι χαρακτηρίζει τη διακυβέρνηση σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, αυτό είναι η αδράνεια στη λήψη αποφάσεων. Πραγματικά, έχει κανείς την εντύπωση ότι η περίοδος αυτή είτε απεχθανόταν τις αποφάσεις, ιδίως στους κρισιμότερους κοινωνικά τομείς, είτε δεν τις εννοούσε, ακόμη και αν τις έπαιρνε. Κανένα γενικό χωροταξικό σχέδιο, κανένα κτηματολόγιο, κανένα δασολόγιο, κανένας βιώσιμος ασφαλιστικός νόμος, κανένας σταθερός φορολογικός νόμος. Αυτή ήταν η εικόνα ως προς τα δικαιώματα της οικονομικής ελευθερίας, της ιδιοκτησίας, της εργασίας, της κοινωνικής ασφάλισης και του περιβάλλοντος. Αλλά και οι «λαμπερές» αποφάσεις για την ένταξη στην ΕΟΚ και στην ΟΝΕ, ποτέ δεν συνοδεύθηκαν από μέτρα σύγκλισης της οικονομίας, ιδίως στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, που απαιτούσαν ριζικές αλλαγές. Αν πάλι σκεφθούμε μεγάλους τομείς της υγείας και της παιδείας, ο μεν νόμος Γεννηματά για το ΕΣΥ γρήγορα παρέλυσε, καθώς έλειπαν στοιχειώδεις εγγυήσεις βιωσιμότητας της δημόσιας ασφάλισης, ο δε νόμος 1268/1982 για τα ΑΕΙ αποδείχθηκε μια κοινή διευθέτηση συμφερόντων ομάδων, με τις γνωστές συνέπειες για τα πανεπιστήμιά μας.
Η χαρακτηριστική αυτή αδράνεια δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανέναν άλλο λόγο παρά στον διαχρονικά δεσπόζοντα κοινωνικοπολιτικά ρόλο μιας βασικής προδιαγραφής των σχέσεων εξουσίας στη χώρα μας: του πελατειακού συστήματος. Η ισχύς της δέσμευσης πάτρωνα – πελάτη στη βάση διαπροσωπικών σχέσεων για την εξυπηρέτηση ιδιοτελειών και την παράκαμψη του κοινού καλού, πρώτα απ’ όλα σε μικροκοινωνικό επίπεδο, επιβεβαιώθηκε πλήρως στη μεταπολίτευση. Κάτι περισσότερο: αποδείχθηκε ότι η πελατειακή προδιαγραφή είναι ευέλικτη, μπορεί να ανανεώνεται, να ενσωματώνει δομές που ήλθαν στο προσκήνιο –συνδικάτα ή κόμματα «μαζικού» τύπου, ΜΜΕ- , αλλά και να εξελίσσεται (μέσω τέτοιων δομών) σε σύγχρονο lobbying.
Είναι γνωστή η ιστορία του πελατειακού συστήματος στην Ελλάδα και η καθοριστική λειτουργία του στην ίδια τη συγκρότηση του κράτους. Δεν χρειάζεται να την θυμίσουμε. Αρκεί μόνο να πούμε ότι υπήρξαν ευκαιρίες να απαλλαγούμε, που όμως χάθηκαν (το Γουδί του 1909, η έλευση των προσφύγων το 1922, ιδίως η κατοχή). Η μεταπολίτευση ήταν η καλύτερη από αυτές, κυρίως διότι το φαντασιακό της ήθελε μια ριζικά νέα αρχή αληθινά δημοκρατικής κοινωνίας. Απέτυχε, καθώς δεν έφτανε αυτό. Χρειαζόταν, επί πλέον, μια ισχυρή κοινωνία πολιτών, που θα επέβαλε –ήδη σε μοριακό κοινωνικό επίπεδο- το δημόσιο συμφέρον. Τέτοια ποτέ δεν αναπτύχθηκε, αντίθετα από άλλες χώρες.
Αυτή η καταθλιπτική επικυριαρχία του «μερικού», απέναντι στο «γενικό» βρήκε τη γνήσια θεσμική έκφρασή της κυρίως στη Βουλή, όχι στην εκτελεστική λειτουργία. Στην περίπτωση της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, η αδυναμία των μεγάλων αποφάσεων δεν μπορεί να εξηγηθεί από το στερεότυπο της «ισχυρής» εκτελεστικής λειτουργίας. Αν πράγματι ήταν ισχυρή η τελευταία, θα επέβαλε τέτοιες αποφάσεις, αγνοώντας τις πελατειακές μερικότητες. Δεν ήταν ποτέ! Ο κραταιός πρωθυπουργός ήταν το επιφαινόμενο (που, στ’ αλήθεια, μπορούσε να γίνει πιστευτό από τις χαρισματικές προσωπικότητες των Κ. Καραμανλή και Α. Παπανδρέου), όμως μόνο αυτό. Στα χρόνια μετά το ’90, ο πρωθυπουργός βαθμιαία αποδυναμώνεται: δείχνει όλο και συχνότερα να διαιτητεύει απλώς (να «προεδρεύει»!), να κατευνάζει κρίσεις μεταξύ ισχυρών στελεχών ή υπουργών, να παραπονιέται ότι υπονομεύεται και –τελικά- να καθιερώνει σταδιακά έναν νέο θεσμό (το γραφείο του), εξοπλισμένο με άτυπες υπερεξουσίες, επειδή απλώς δεν έχει εμπιστοσύνη στους υπουργούς του. Δικαιολογημένα άλλωστε: με την κρίση των κομμάτων και των μεγάλων ιδεολογιών, ο συνεκτικός ιστός που εξασφάλιζε την σχεδόν άκριτη αποδοχή της πρωτοκαθεδρίας του ξέφτισε.
Το αποτέλεσμα είναι, η πολιτική επιβίωση και η ανέλιξη των στελεχών πρώτης γραμμής να εξαρτάται πολύ περισσότερο από τους δεσμούς τους με τους βουλευτές, που ανέλπιστα ισχυροποιήθηκαν καθώς διαχειρίζονταν προσδοκίες της «βάσης» για απτά οφέλη και όχι αόριστες ιδεοληψίες («ριζοσπαστικούς» ή σκέτους φιλελευθερισμούς, σοσιαλισμούς, «τρίτους δρόμους» κ.ο.κ.). Αν θέλουμε να ακριβολογούμε, μια ιδιότυπη «επιτακτική εντολή» επιβλήθηκε της, κατά το Σύνταγμα, «ελεύθερης», στη βασική σχέση της αντιπροσώπευσης.
Η Βουλή αναδείχθηκε, έτσι, σε τόπο όπου ξεσπούν απ’ ευθείας τέτοιες ιδιοτελείς προσδοκίες διαπραγμάτευσης, καθώς στην κοινωνία λείπουν τα αναγκαία φίλτρα ενεργών πολιτών για να τις αποτρέψουν και να της επιτρέψουν να «δει το δάσος», όταν θα έπρεπε να πάρει ή να επιμείνει σε αποφάσεις. Είναι μέσω της εξάρτησης της κυβέρνησης –και κατ’ επέκταση της διοίκησης – από την εμπιστοσύνη της, που αυτές οι μερικότητες των πελατειακών συμφερόντων βρίσκουν γόνιμο έδαφος για να εξυπηρετηθούν σε βάρος του γενικού καλού. Η αφόρητη πολυνομία της μεταπολίτευσης –ιδίως στους τομείς που προαναφέρθηκαν- για να καλύψει την αδυναμία των αποφάσεων, ήταν το χαρακτηριστικό σύμπτωμα αυτής της πραγματικότητας.
Το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης αποδείχθηκε, λοιπόν –φοβάμαι- εξαιρετικά «πολυτελές» για εμάς, και τούτο μάλιστα στις καλύτερες δυνατές συνθήκες ομαλής πολιτικοκοινωνικής ζωής. Γιατί, αυτή τη φορά δεν ήταν ούτε ο πρωτογονισμός του 19ου ούτε οι ανώμαλες καταστάσεις του 20ου αιώνα που έφταιγαν. Η Βουλή, μόνη, απλώς δεν αντέχει το βάρος της λαϊκής νομιμοποίησης, καθώς δεν υποστηρίζεται από μια ενεργό κοινωνία πολιτών, ενώ συγχρόνως η κυβέρνηση είναι αδύναμη να επιβάλλει αναγκαίες αποφάσεις, όσο εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της Βουλής.
Υπό τέτοιες συνθήκες, υποστηρίζω ότι η ενίσχυση της διακυβέρνησης και η απελευθέρωση της λήψης αποφάσεων δεν μπορεί να επιδιωχθεί, παρά με τον θεσμικό περιορισμό της Βουλής και την καθιέρωση της μεγαλύτερης δυνατής διάκρισης των λειτουργιών. Η άμεση ανάδειξη από το εκλογικό σώμα ενός δεύτερου πόλου διακυβέρνησης, από τον οποίον θα εξαρτάται αποκλειστικά (το τονίζω!) η κυβέρνηση και η διοίκηση, θα είχε δύο συνέπειες α) την ισότιμη με τη Βουλή νομιμοποίηση ενός κέντρου διακυβέρνησης, κατ’ αρχήν θεσμικά προστατευμένου από την επιρροή πελατειακών συμφερόντων, και γι’ αυτό περισσότερο ευαίσθητου σε αυθεντικές κοινωνικές πρωτοβουλίες υπεράσπισης του δημόσιου συμφέροντος και β) την απαλλαγή της ίδιας της Βουλής από ένα υπέρμετρο βάρος διακυβέρνησης –που οφείλεται στη θεσμική της σύνδεση με την εκτελεστική λειτουργία- μια απαλλαγή που θα της επιτρέψει να αντιμετωπίσει και η ίδια τις πελατειακές πιέσεις, που βέβαια δεν θα πάψουν.
Αυτό θα ήταν ένα μοντέλο προεδρικής δημοκρατίας για την Ελλάδα, με κάποιες πιθανότητες επιτυχίας. Μένουν δύο ερωτήματα.
Α) Μπορεί να επιδιωχθεί θεσμικά, εν όψει του ισχύοντος Συντάγματος; Η απάντηση είναι ασφαλώς ναι, αν επαναλάβουμε το «βελούδινο» παράδειγμα της μετάβασης του 1974. Δεν χρειάζονται ούτε «επαναστάσεις» ούτε «πραξικοπήματα»!
Β) Υπάρχουν δυνάμεις πρόθυμες και ικανές να αναλάβουν ένα τέτοιο εγχείρημα; Πολιτικές δυνάμεις που έχουν νοιώσει τα προβλήματα της διακυβέρνησης, αλλά και έχουν δώσει δείγματα κριτικής στάσης απέναντι στα πράγματα, είναι πιο πιθανόν να το σκεφθούν. Άλλες, ταυτισμένες με το θεσμικό πνεύμα της μεταπολίτευσης (και βέβαια τη μεγάλη της αφήγηση) θα σταθούν απέναντι.
Όπως και αν έχει, το πρόσωπο θα παίξει ρόλο – είναι φυσικό για ένα τέτοιο πολίτευμα. Αν ποτέ γίνει, στις συνθήκες της βαθύτερης κρίσης που ζήσαμε μετά τον πόλεμο, είναι βέβαιο ότι ένας «βοναπάρτης» Ντε Γκωλ δεν θα μας ήταν χρήσιμος, θα ελπίζαμε ασφαλώς σε έναν Ρούζβελτ, όμως εύχομαι να μην χρειασθεί κάποιος σαν αυτόν που εμφανίζεται στα φετινά Όσκαρ. Αν είναι η βία το πρώτιστο θέμα που θα αντιμετωπίσουμε ως κοινωνία τα επόμενα χρόνια, ας μην φθάσουμε στο δικό μας Γκέτισμπουργκ.

Ο «χρυσός» δημοσιονομικός κανόνας στο Σύνταγμα. Λύση του προβλήματος ή ένα ακόμα εμπόδιο στην οικονομική προσαρμογή και στην προστασία των δικαιωμάτων

Παναγιώτης. Μαντζούφας, Επ. Καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ

Ο συγγραφέας εξετάζει το ερώτημα σχετικά με τη συνταγματοποίηση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας και τις δικαιοπολιτικές συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής, τόσο στο επίπεδο της λειτουργίας του πολιτεύματος όσο και στο επίπεδο προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων. Συμπεραίνει δε ότι ο δημοσιονομικός κανόνας με την αυστηρότητα της τήρησης του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού ναι μεν αποτελεί θεσμική απόρροια της οικονομικής κρίσης και της ανάγκης για νομισματική σταθερότητα στην ζώνη του ευρώ αλλά εν τέλει καταλήγει και σε επιβολή ενός συγκεκριμένου μείγματος οικονομικής πολιτικής, με περιοριστικά χαρακτηριστικά, ο οποίος αφενός θα θέτει ισχυρότατες δεσμεύσεις στην άσκηση πολιτικής για τον δημοκρατικά εκλεγμένο νομοθέτη και αφετέρου θα καθιστά συνταγματικά επιτρεπτό κάθε περιορισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων που περιέχουν παροχές. Αντίθετα, αν ο κανόνας της δημοσιονομικής πειθαρχίας θεσπίζονταν με νομοθετική ρύθμιση, τότε οι περιορισμοί που θα απέρρεαν από την ανάγκη τήρησή του, δεν θα είχαν συνταγματικό θεμέλιο και θα σταθμίζονταν σε πιο ισορροπημένη βάση με τα δικαιώματα.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μία από τις θεσμικές λύσεις που προτάθηκαν[1], στο επίπεδο της ΕΕ, για να υπάρξει προληπτική προστασία από τις οικονομικές κρίσεις, είναι η πρόβλεψη αυστηρών κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας που θα πρέπει να ενσωματωθούν στη εθνική νομοθεσία στο ανώτατο νομικό επίπεδο. Υπάρχει μια διεθνής τάση, σε μεγάλο βαθμό απόρροια της οικονομικής κρίσης, που τείνει να δίνει έμφαση σε εξειδικευμένες ρυθμίσεις ιδίως δημοσιονομικού χαρακτήρα που θα πρέπει να μπουν στα συντάγματα, διαμορφώνοντας έναν νέο οικονομικό συνταγματισμό[2].

Το φαινόμενο βέβαια, για προφανής λόγους, εντοπίζεται κυρίως στο επίπεδο της ΕΕ καθώς τόσο οι ρυθμίσεις της Συνθήκης του Μααστριχτ, όσο και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης[3] προβλέπουν συγκεκριμένα όρια στο δημόσιο έλλειμμα και στο δημόσιο χρέος, συνοδεύουν δε την παραβίασή τους με συγκεκριμένες κυρώσεις που ποικίλουν από την απλή σύσταση μέχρι χρηματικές ποινές και αναστολή χρηματοδότησης από τα ευρωπαϊκά ταμεία[4].

Οι βασικές ρυθμίσεις του Συμφώνου έχουν ενσωματωθεί σε διατάξεις της Συνθήκης για την λειτουργίας της ΕΕ(άρθρο 126) καθώς και σε κανονισμούς[5], ενώ στην υλοποίηση του Συμφώνου βασίστηκε ουσιαστικά και ο μηχανισμός χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τόσο η Συνθήκη του Μααστριχτ, όσο και το Σύμφωνο καθιέρωσαν ουσιαστικούς και διαδικαστικούς(π.χ κατάθεση προσχεδίων προϋπολογισμού) περιορισμούς στην διαχείριση της δημοσιονομικής πολιτικής[6] κάθε κράτους μέλους. Βασικός στόχος των ρυθμίσεων, όπως τέθηκαν αρχικά από την Συνθήκη του Μάαστριχτ, ήταν η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και η αποτροπή φαινομένων υψηλού πληθωρισμού. Το πνεύμα της σταθερότητας των τιμών διαπερνά την ΟΝΕ και εντοπίζεται σε αρκετές διατάξεις του πρωτογενούς[7] ενωσιακού δικαίου.

Σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ (άρθρο 126 παρ. 2 ΣΛΕΕ), η σταθερότητα του ενιαίου νομίσματος απαιτεί δημοσιονομική πειθαρχία στην διαχείριση των οικονομικών των κρατών μελών ως αντιστάθμισμα στην διατήρηση της οικονομικής πολιτικής στις εθνική αρμοδιότητα[8]. Τα κράτη υποχρεούνται να αποφεύγουν τα υπερβολικά ελλείμματα τα οποία συνίστανται σε αποκλίσεις από ορισμένες συμφωνημένες τιμές αναφοράς, δηλαδή το 3% όσον αφορά το λόγο του ελλείμματος προς το ΑΕΠ και το 60% όσον αφορά τον λόγο του δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ, οι οποίες καταγράφηκαν σε ένα Πρωτόκολλο  σχετικά με την διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος που προσαρτήθηκε στην συνθήκη του Μάαστριχτ.

Η ελεγκτική και κυρωτική διαδικασία στο πλαίσιο του ελέγχου του υπερβολικού ελλείμματος(άρθρα 126 και καν. 1467/1997) είναι μια αυστηρή νομική διαδικασία, η οποία ωστόσο αφήνει περιθώρια ουσιαστικών εκτιμήσεων από την πλευρά του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το οποίο είναι το κατεξοχήν διακυβερνητικό όργανο όπου κυριαρχούν πολιτικές σταθμίσεις. Έτσι η διαδικασία κινείται μεταξύ της Επιτροπής που γνωμοδοτεί και προετοιμάζει το φάκελο επί την βάση του οποίου το Συμβούλιο αποφασίζει καθώς έχει τη βασική ευθύνη της τήρησης της δημοσιονομικής νομιμότητας[9]. Είναι προφανές ότι αυτή η ενίσχυση του πολιτικού στοιχείου στην διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος είναι απόρροια της αντίληψης ότι μια ιδιαίτερα αυστηρή εφαρμογή των κανόνων της δημοσιονομικής πειθαρχίας θα οδηγούσε τα κράτη σε αδιέξοδα. Στις πολιτικές σταθμίσεις του Συμβουλίου συνεκτιμούνται όλα τα οικονομικά δεδομένα κάθε κράτους και όχι μόνο τα συγκεκριμένα δημοσιονομικά μεγέθη του ελλείμματος και του χρέους, καθώς οι συστάσεις που θα  απευθυνθούν προς το κράτος –παραβάτη πρέπει να προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες οικονομικές αλλά και πολιτικές συνθήκες που επικρατούν[10], χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι η διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου δεν υπόκειται σε νομικές  δεσμεύσεις[11]. Ίσως αυτή η λεπτή ισορροπία μεταξύ πολιτικών σκοπιμοτήτων και αυστηρών νομικών διαδικασιών να είναι αναπόφευκτη στο βαθμό που η νομισματική ενοποίηση δεν συνοδεύτηκε από κοινούς κανόνες οικονομικής πολιτικής την οποία καθορίζουν κυριαρχικά τα κράτη[12].

Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ήδη από την θέσπιση του Συμφώνου[13], οι δύο ισχυρότερες οικονομίες της ευρωζώνης, Γαλλία και Γερμανία αναγκάστηκαν να παραβιάσουν τόσο το ύψος του ελλείμματος όσο και αυτό του χρέους[14], ενώ κινήθηκε εναντίων τους η διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, η οποία διακόπει με απόφαση του Συμβουλίου το Νοέμβριο του 2003 λόγω έλλειψης της απαιτούμενης πλειοψηφίας[15]. Η σχετική χαλαρότητα ως προς την τήρηση των κανόνων του δημοσιονομικής πειθαρχίας και η υπερίσχυση πολιτικών σκοπιμοτήτων ως προς την ενεργοποίηση των μηχανισμών ελέγχου απέβει δυσμενής για ορισμένες αδύναμες οικονομίες των χωρών της Ευρωζώνης, γεγονός που επέτεινε την σφοδρότητα της  οικονομικής κρίσης και οδήγησε τα κράτη σε αδυναμία χρηματοδότησης των ελλειμμάτων τους και εξυπηρέτησης του χρέους τους από τις αγορές κεφαλαίου[16]. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε σημαντικά την τάση, σύμφωνα με τα όργανα της Ευρωζώνης, πέραν της διαδικασίας του υπερβολικού ελλείμματος και την θέσπιση μηχανισμών χρηματοδότησης, να επιβάλλουν σε επίπεδο εθνικού δικαίου δεσμευτικές ρήτρες που προβλέπουν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό. Επιπλέον ήδη από το Νοέμβριο του 2011, πέραν της διαδικασίας για το υπερβολικό έλλειμμα προβλέπεται και η Διαδικασία Μακροικονομικών Ανισορροπιών προκειμένου να αποτρέπονται μελλοντικοί κίνδυνοι εφόσον εντοπιστούν κίνδυνοι μελλοντικής κρίσης π.χ με ανισορροπίες στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ή επισφάλειες στον τραπεζικό τομέα.

Η Γερμανία που πρωτοστάτησε για την θέσπιση συνταγματικής ρήτρας δημοσιονομικής πειθαρχίας για τα κράτη της ευρωζώνης, την κατοχύρωσε στην συνταγματική αναθεώρηση του 2009[17] θέτοντας ως υποχρέωση τόσο για το γερμανικό κράτος όσο και για τα κρατίδια να μην έχουν περισσότερα έξοδα από έσοδα[18]. Ως εξαιρέσεις από την τήρηση του κανόνα της εξισορρόπησης εξόδων με έσοδα, προέβλεψε τις περιπτώσεις όπου παρατηρούνται ελλείμματα στις αναπτυξιακές υποδομές, φυσικές καταστροφές και καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Η ισχύς του κανόνα του «χρεοφρένου» για το γερμανικό κράτος αρχίζει ουσιαστικά από το 2016[19] και ήδη υπάρχει προσφυγή στο Συνταγματικό δικαστήριο για αντισυνταγματικότητα του μέτρου από γερμανικό κρατίδιο με το βασικό επιχείρημα ότι περιορίζονται κατά συνταγματικά ανεπίτρεπτο τρόπο, τα περιθώρια της άσκησης οικονομικής πολιτικής[20].

Επιπλέον είναι ισχυρές οι αντιδράσεις των πλεονασματικών κρατιδίων, όπως η Βαυαρία, για την μεταφορά πόρων στα ελλειμματικά κρατίδια της Γερμανίας, γεγονός που επίσης μπορεί να πάρει την μορφή συνταγματικής αντιδικίας. Το υπόδειγμα του μοντέλου της συνταγματικής ρήτρας του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, έχει υιοθετηθεί ήδη από ορισμένα συντάγματα ευρωπαϊκών κρατών όπως  η Ελβετία, η Πολωνία και η Ισπανία.

Ωστόσο, η μείζων αλλαγή στο επίπεδο των κρατών μελών της ΕΕ, έχει επέλθει με την υπογραφή της διεθνούς Συνθήκης (στις 2-3-2012 και με έναρξη ισχύος την 1-1-2013) για την σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην οικονομική και νομισματική ένωση μεταξύ των 25 κρατών μελών της ΕΕ (δεν υπέγραψαν η Αγγλία και η Τσεχία). Η συγκεκριμένη διεθνής συνθήκη έχει ως βασικό στόχο να διασφαλίσει τη σταθερότητα της ευρωζώνης, δεσμεύοντας τα κράτη μέλη της Ένωσης να διατηρούν τα δημόσια οικονομικά τους σε ένα βιώσιμο επίπεδο που ταυτίζεται, κατά την Συνθήκη, με τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό. Η προώθηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας μέσω ενός δημοσιονομικού συμφώνου δεν είναι, όπως είδαμε, κάτι νέο στο επίπεδο της ΕΕ και ιδιαίτερα της ζώνης του Ευρώ[21]. Ωστόσο, με την παρούσα Συνθήκη ορίζεται ότι η δημοσιονομική θέση της γενικής κυβέρνησης πρέπει να είναι ισοσκελισμένη ή πλεονασματική επί τη βάση του μεσοπρόθεσμου στόχου που έχει ανά χώρα καθοριστεί σε συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Στο βαθμό που εντοπίζονται σημαντικές αποκλίσεις από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή την πορεία προσαρμογής σε αυτόν, τίθεται αυτομάτως σε λειτουργία διορθωτικός μηχανισμός για την αποκατάσταση των αποκλίσεων εντός ορισμένης προθεσμίας. Προσωρινή απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο στόχο δικαιολογείται υπό εξαιρετικές περιστάσεις που αφορούν ασυνήθιστο γεγονός που εκφεύγει του ελέγχου του ενδιαφερόμενου συμβαλλόμενου μέρος με σημαντικές επιπτώσεις στην δημοσιονομική κατάσταση της χώρας ή σε περιόδους έντονης οικονομικής κάμψης[22].

Οι παραπάνω δεσμευτικοί κανόνες, ισχύουν στο εθνικό δίκαιο το αργότερο ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συνθήκης μέσω διατάξεων δεσμευτικού και μόνιμου χαρακτήρα, «…κατά προτίμηση συνταγματικού ή άλλως διατάξεων των οποίων η πλήρης τήρηση και εκπλήρωση κατοχυρώνονται μέσω των διαδικασιών που διέπουν τον εθνικό προϋπολογισμό»[23]. Με την συγκεκριμένη συνθήκη αναγνωρίζονται αρμοδιότητες εποπτείας επί των ετήσιων δημοσιονομικών σχεδίων της κάθε χώρας στο Συμβούλιο της ΕΕ και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή[24]. Ωστόσο, η σημαντικότερη αρμοδιότητα που αναγνωρίζεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και σε κάθε κράτος που υπέγραψε την Συνθήκη, αφορά στη δυνατότητά της να ελέγξει αν τα συμβαλλόμενα κράτη ενέταξαν στο εσωτερικό τους με συνταγματικό κανόνα ή άλλο ισοδύναμης ισχύος, την πρόβλεψη του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού. Αν η έκθεση της Επιτροπής είναι αρνητική, ή αν ακόμα παρά την έκθεση, ένα από τα κράτη της Συνθήκης κρίνει ότι άλλο κράτος παρέλειψε να συμμορφωθεί στην συγκεκριμένη υποχρέωση μπορεί να προσφύγει στο ΔΕΕ. Αν και μετά την απόφαση του δικαστηρίου το υπό έλεγχο κράτος δεν συμμορφωθεί σε αυτήν, τότε τόσο η Επιτροπή όσο και οποιοδήποτε κράτος της Συνθήκης μπορεί να προσφύγει στο ΔΕΕ και να ζητήσει την επιβολή οικονομικών κυρώσεων στο κράτος-παραβάτη[25]. Η σημαντική αυτή αρμοδιότητα, η οποία σημειωτέον δεν προβλεπόταν από το Σύμφωνο Σταθερότητας, ούτε από την Συνθήκη της Λισαββώνας, καθιστά κάθε κράτος θεματοφύλακα της Συνθήκης[26].

Η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες που κύρωσε την Συνθήκη, χωρίς να αναπτυχθεί ούτε στο επίπεδο της βουλής, ούτε στην επιστημονική κοινότητα, ο προβληματισμός για το αν η αναγνώριση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας συνιστά αναγνώριση νέας αρμοδιότητας σε διεθνή συνθήκη που πρέπει να κυρωθεί με νόμο που ψηφίζεται με την αυξημένη πλειοψηφία του άρθρου 28 παρ. 2 Σ.

Πέραν αυτού, δεν αναπτύχθηκε και ειδικότερος προβληματισμός για τον αν η ουσιαστική δέσμευση που αναλάβαμε, κατ’ουσίαν να αναθεωρήσουμε το Σύνταγμά μας, εισάγοντας τον κανόνα του ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού προϋπολογισμού, είναι δέσμευση που κρίνεται ως συνταγματικά ανεκτή. Με άλλα λόγια αν το Σύνταγμά μας επιτρέπει να αναλάβουμε διεθνή δέσμευση για την αναθεώρησή του. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι πρωθύστερη στο βαθμό που η ισχυρότατη διεθνής δέσμευση, θα υλοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος, ιδίως ως προς την επίτευξη του δημοσιονομικού αποτελέσματος στο αναμενόμενου νομικό επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, θα κριθεί, όπως είδαμε, τόσο από την Επιτροπή όσο και από τα κράτη μέλη. Δεν παύει, ωστόσο, να πρέπει να αποτελέσει ένα από τα πρώτιστα και βασικά αντικείμενα της επικείμενης αναθεώρησης, η ένταξη της συγκεκριμένης δέσμευσης στο ελληνικό Σύνταγμα, ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι, δια της Συνθήκης, υπάρχει διακριτική ευχέρεια  των κρατών να επιλέξουν τον τρόπο ενσωμάτωσής της.

Πέραν των νομικών διαστάσεων της Συνθήκης και των δεσμεύσεων που παράγει, γίνεται αντιληπτό, ότι το ζήτημα αυτό δεν είναι ένα τεχνικό θέμα αλλά συνδέεται άρρηκτα με το πρότυπο ανάπτυξης μιας χώρας και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συστήματος δημοσιονομικού και οικονομικού συντονισμού σε επίπεδα που μέχρι σήμερα δεν τα έχουμε προσεγγίσει. Προϋπόθεση για την τήρηση παρόμοιων δεσμεύσεων είναι η δημιουργία ενός ενιαίου φορολογικού συστήματος με πάταξη της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας, μιας ομοιόμορφης οικονομικής πολιτικής στον τομέα του ανταγωνισμού και των κανόνων άσκησης των επαγγελμάτων, ενός ισχυρού κοινοτικού προϋπολογισμού (πεδίο στο οποίο υπάρχουν έντονες διαφωνίες) και ενός μηχανισμού μεταφοράς πόρων από τα πλεονασματικά στα ελλειμματικά κράτη σε περίπτωση που υπάρξει κρίση, με παράλληλη αναγνώριση αρμοδιότητας της ΕΚΤ να αυξάνει την νομισματική κυκλοφορία και να εκδίδει ευρωομόλογα που να καλύπτουν τα χρέη όλων των κρατών-μελών. Τα παραπάνω δεν υπάρχουν σήμερα στο βαθμό που θα ήταν επιθυμητός, ιδίως από τα κράτη που υφίστανται περισσότερο τις συνέπειες της κρίσης, και επιπλέον προϋποθέτουν ουσιαστικά να μην υπάρχουν μείζονες αποκλίσεις στο επίπεδο ανάπτυξης μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης[27]. Ωστόσο, αν υπάρχει ένα στοιχείο που ανέδειξε η οικονομική κρίση είναι ότι, αφενός οι πραγματικές θεσμικές και οικονομικές  αποστάσεις μεταξύ των κρατών της Ευρωζώνης είναι υπαρκτές και μεγάλες και αφετέρου ότι η απειλή των κυρώσεων είναι δύσκολο να λειτουργήσει αποτρεπτικά, στο βαθμό που τα ασθενέστερα κράτη θα επιδιώκουν την πολιτική διευθέτηση των ζητημάτων, παρά την ύπαρξη ισχυρών νομικών δεσμεύσεων.

Όπως επισημάνθηκε, η ενσωμάτωση στα συντάγματα μιας ρήτρας που να απαγορεύει τα ελλείμματα και να προσδιορίζει το ανώτατο επίπεδο του χρέους συνιστά μια σαφή δικαιοπολιτική επιλογή που επιδιώκει να εξοπλίσει με την μέγιστη δυνατή δεσμευτικότητα την τήρηση κανόνων οι οποίοι θα θέσουν την οικονομία σε πολύ ασφυκτικό πλαίσιο. Δεν είναι τυχαίο ότι στις ΗΠΑ, μολονότι το ζήτημα επανέρχεται σταθερά ήδη από το 19ο αιώνα, δεν κατέστη δυνατόν να επιβληθεί ο συγκεκριμένος δημοσιονομικός κανόνας, διότι γίνεται αντιληπτό ότι η τήρησή του θα είναι πολύ δύσκολη όταν θα υπάρχει ανάγκη αναθέρμανσης της οικονομίας κατά την διάρκεια μιας κρίσης[28]. Δεν είναι αδιάφορο επίσης ότι ο δημοσιονομικός κανόνας ως κοινοτική υποχρέωση που προβλέπεται από το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, κατέστη, λόγω των πολλών παραβιάσεων, ατελής κανόνας και ουσιαστικά απέκτησε το χαρακτήρα γενικής πολιτικής υποχρέωσης[29].

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, τα ερωτήματα που αναδεικνύονται δεν αφορούν τόσο τη διαδικασία συνταγματοποίησης των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας, όσο τις δικαιοπολιτικές συνέπειες αυτής της επιλογής, τόσο στο επίπεδο της λειτουργίας του πολιτεύματος όσο και στο επίπεδο προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων.

1. Η λειτουργία της δημοκρατίας υπό την σκιά του δημοσιονομικών δεικτών.

Οι συνέπειες της θέσπισης μιας παρόμοιας δέσμευσης στο Σύνταγμα θα έχει συνέπειες ευρύτερες που θα  αγγίξουν την ίδια την λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος αλλά και την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών, ιδίως αν οι εξαιρέσεις από την απαρέγκλιτη τήρησή του δημοσιονομικού κανόνα, δεν ερμηνεύονται τόσο από την Επιτροπή όσο και από τα κράτη μέλη της Συνθήκης με ένα πνεύμα προσαρμοστικό σε έκτακτες συνθήκες μεγάλης ύφεσης της οικονομίας.                         

Ειδικότερα η επιβολή ενός σαφούς προτύπου οικονομικής πολιτικής στο Σύνταγμα θα έλθει να ανατρέψει την ουδετερότητα του οικονομικού συντάγματος[30] και θα περιορίσει τα περιθώρια οικονομικών επιλογών του νομοθέτη. Ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος νομοθέτης θα έχει περιορισμένες επιλογές αλλαγής του μίγματος της οικονομικής πολιτικής του, ιδίως όταν θα επιβάλλεται να εκτεθεί σε αυξημένο κρατικό δανεισμό για να μην διαρραγεί η κοινωνική συνοχή, εξαιτίας της μεγάλης ανεργίας. Πως είναι δυνατόν να διατηρήσεις σταθερό ένα συγκεκριμένο οικονομικό πρότυπο (χαμηλά ελλείμματα, πληθωρισμός και χρέη) όταν η οικονομία απαιτεί ενίσχυση της ζήτησης και αναπτυξιακή ώθηση με κρατικές δαπάνες; Είναι πολύ πιθανό η αφαίρεση πόρων από την οικονομία να μειώσει έντονα τα δημόσια έσοδα και η αυστηρή τήρηση του δημοσιονομικού κανόνα[31] να επιφέρει μεγάλη ύφεση, όπως αποδείχθηκε τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας και όπως παραδέχθηκαν και παράγοντες του ίδιου του ΔΝΤ. Άλλωστε, όταν απαιτείται να ληφθούν μέτρα για την καταπολέμηση της φτώχειας και οι αναπτυξιακοί και κοινωνικοί δείκτες καταρρέουν, το τελευταίο που θα ενδιαφέρει θα είναι η τήρηση των δημοσιονομικών δεικτών.

Το να περιορίζεται η δυνατότητα παρέμβασης μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης στην οικονομία, που είναι ένα κατεξοχήν ευμετάβλητο και δυναμικό φαινόμενο που συνδέεται με την ψυχολογία των πολιτών, συνιστά νόθευση της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος και πλήγμα στην αντιπροσωπευτική αρχή[32]. Είναι σαφές επίσης ότι η συνταγματική κατοχύρωση θα σημάνει την πανηγυρική αναγνώριση της επικυριαρχίας μιας συγκεκριμένης οικονομικής αντίληψης πάνω στην πολιτική, που θα αποκτά το χαρακτήρα  ποινής επί του πολιτικού συστήματος, όταν αγνοεί τις αρχές της συνετής διαχείρισης. Ωστόσο, αυτή θα είναι μια ποινή με διαρκή χαρακτήρα που θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες στην λειτουργία του πολιτεύματος. Βέβαια, σοβαρός είναι και ο αντίλογος που επισημαίνει ότι η πολιτική των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, των οικονομικών παροχών με δανεικά και της εξυπηρέτησης των αναγκών ενός πελατειακού κράτους εις βάρος της ορθολογικής και συνετούς διαχείρισης, θα συναντήσει ένα σαφή συνταγματικό φραγμό και θα αναγκάσει το πολιτικό σύστημα να αποβάλλει τα παρωχημένα και καταστροφικά, για τα δημόσια οικονομικά, χαρακτηριστικά του[33]. Επιπλέον, θα προφυλάξει τις μελλοντικές κυβερνήσεις από μια δημοσιονομικώς επιπόλαια συμπεριφορά των προκατόχων τους, οι οποίοι θα θυσίαζαν την δημοσιονομική σταθερότητα στο βωμό της επανεκλογής τους μέσω ανεξέλεγκτων δαπανών[34]. Είναι γνωστό ότι όσο πλησιάζουμε στον εκλογικό κύκλο, οι όποια δημοσιονομική πειθαρχία χαλαρώνει[35], ενώ δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο οι κυβερνώντες να επιδίδονται σε ασκήσεις δημιουργικής λογιστικής[36].

Ωστόσο, πιστεύουμε ότι τα πολιτικά συστήματα δεν εξορθολογίζονται, ούτε οι πολιτικοί φορείς ωριμάζουν επί την βάση συνταγματικών δεσμεύσεων, αλλά οικονομικών και πολιτικών αναγκαιοτήτων που τους θέτει η κοινωνική δυναμική. Όπως και το ίδιο το πολιτικό σύστημα παρέμεινε καθηλωμένο, για μεγάλο διάστημα μετά την μεταπολίτευση, σε μια πελατειακή και κομματοκρατούμενη λογική που δεν εξυπηρετούσε πάντα το δημόσιο συμφέρον και σε αυτή του την λειτουργία δεν εμποδίστηκε από ένα σύγχρονο Σύνταγμα, όπως είναι το Σύνταγμα του 1975, έτσι και τώρα ο οικονομικός εκσυγχρονισμός και η αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου της χώρας δεν μπορεί να επιβληθεί με ένα συνταγματικό κανόνα, ακριβώς διότι σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και ευμετάβλητων οικονομικών συνθηκών τα περιθώρια για την άσκηση οικονομικής πολιτικής πρέπει να είναι ευρύτατα. Είναι σαφές ότι η συνταγματική εγγύηση τήρησης των δημοσιονομικών δεικτών «…θα αφαιρέσει από τις πολιτικές δυνάμεις την ευθύνη πολύ σημαντικών δημοσιονομικών επιλογών, θα μειώσει την ευελιξία του πολιτικού συστήματος σε ένα πεδίο όπου η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια κυριαρχούν και θα υπονομεύσει το κύρος του Συντάγματος»[37].

Οι παραπάνω επιφυλάξεις δεν συνεπάγονται την άρνηση να τηρούνται κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας -αυτονόητοι, ως ένα μέτρο, εντός ενιαίου νομίσματος- αλλά εκφράζουν την αμφιβολία αν η συνταγματοποίησή τους θα επιφέρει δημοσιονομική πειθαρχία ή θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η εξισορρόπηση δημοσίων εξόδων και εσόδων είναι ένας απολύτως αναγκαίος στόχος που επηρεάζει την αναδιανομή του πλούτου, την άσκηση κοινωνικής πολιτικής και εν τέλει την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών. Το να μην τίθενται εκτός ελέγχου τα δημοσιονομικά μεγέθη ενός κράτους σημαίνει τη μέριμνα της παρούσας γενεάς να μην φορτώνει με χρέη τις επόμενες[38]. Αυτό είναι σαφές και δεν πρέπει να αμφισβητείται. Εκείνο όμως που τίθεται υπό οικονομική και νομική αμφισβήτηση είναι αν η δημοσιονομική πειθαρχία πρέπει να εφαρμόζεται απαρέγκλιτα ακόμα και με την θυσία των περιθωρίων άσκησης της όποιας εναλλακτικής πολιτικής επιλέξει η εκάστοτε δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Ο τρόπος εφαρμογής του δημοσιονομικού κανόνα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ίδια την διατύπωση της συνταγματικής διάταξης εφόσον ενταχθεί στο Σύνταγμα. Αν η ερμηνεία της συνταγματικής ρύθμισης είναι αυστηρή, τότε κάθε κονδύλι του προϋπολογισμού θα υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο σε σημείο που να παραλύεται κάθε ευχέρεια δημοσιονομικής επιλογής. Αντιθέτως, αν επιλεγεί μια χαλαρότερη ερμηνεία, ως προς την δεσμευτικότητα και την τήρηση των ορίων, τότε θα θιγεί η κανονιστική πυκνότητα του Συντάγματος και η ερμηνεία των δημοσιονομικού κανόνα θα οδηγήσει σε αντιμετώπιση των δημοσιονομικών δεσμεύσεων ως  γενικής κατεύθυνσης πολιτικές επιλογές οι οποίες θα έχουν την τύχη του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο οι ίδιοι οι εμπνευστές του δεν κατόρθωσαν να τηρήσουν[39].

Επιπλέον, είναι φανερό ότι η οικονομική κρίση επηρέασε σε διαφορετικό βαθμό τα μέλη της ευρωζώνης. Οι χώρες του Νότου που κατά τους (αμφισβητούμενους) δημοσιονομικούς τους δείκτες συνέκλιναν (όπως αποδείχθηκε φαινομενικά) με τις χώρες του Βορά, τώρα αποδεικνύεται στην πράξη ότι αποκλίνουν σημαντικά. Επομένως, είναι σφόδρα αμφισβητούμενο πώς θα μπορέσει να εφαρμοστεί ένας ενιαίος κανόνας δημοσιονομικής πειθαρχίας σε χώρες με τόσο μεγάλες διαφορές στα επίπεδα παραγωγικότητας, ανταγωνισμού και αναπτυξιακών προοπτικών. Αυτό το δομικό έλλειμμα στην ίδια την αρχιτεκτονική του ενιαίου νομίσματος, ήταν εγγενές και μάλλον γνωστό στους πρωτεργάτες της ΟΝΕ. Το στοιχείο που υποτιμήθηκε ήταν η έλλειψη πρόβλεψης μηχανισμών αποτροπής κρίσεων και η χαλαρότητα που επέδειξαν τα όργανα της ΕΕ στους ελέγχους των  αποκλίσεων των χωρών από τους συμφωνημένους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας που ήταν μάλλον αναπόφευκτες, ιδίως για τις αδύναμες οικονομίες, στο βαθμό που δεν υπήρχε κοινή δημοσιονομική πολιτική μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης. Είναι επομένως αμφιλεγόμενης δικαιοπολιτικής σκοπιμότητας επιλογή η ένταξη στο Σύνταγμα μιας ρύθμισης που είναι «καταδικασμένη» να παραβιάζεται λόγω εξωγενών οικονομικών και πολιτικών συνθηκών.

Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στην δίνη της οικονομικής κρίσης, οι μεγάλες τομές που επιχειρήθηκαν κυρίως με την πρόβλεψη ενός σταθερού μηχανισμού χρηματοδότησης, μετέβαλλαν ουσιωδώς τις νομικές και πολιτικές συνθήκες στη ζώνη του Ευρώ κατά τρόπο ώστε οι χώρες της ευρωζώνης να κινούνται σε ένα θεσμικό περιβάλλον που διαφέρει σημαντικά από αυτό των απλών μελών της ΕΕ[40]. Είναι επιπλέον σαφές ότι η παράλειψη ένταξης του δημοσιονομικού κανόνα στην εσωτερική έννομη τάξη κατά τρόπο που θα θεωρηθεί σύμφωνος με την Συνθήκη, υπό τις υπάρχουσες δυσμενείς συνθήκες για την χώρα, δυνητικά και εφόσον εφαρμοστούν τα συμφωνηθέντα, μπορεί να οδηγήσει σε άρνηση πολλών χωρών να συνεχίσουν την χρηματοδότηση της χώρας μας, προκαλώντας ενδεχομένως δίκες στο εσωτερικό τους προκειμένου να αποδεσμευτούν από τις υποχρεώσεις έναντί μας. Οι εξελίξεις αυτές δεν μπορούν να αποκλειστούν και αποδεικνύουν τα στενά περιθώρια ελιγμών που έχει η χώρα μας υπό τις παρούσες συνθήκες.

2. Ο δημοσιονομικός κανόνας ως θεμέλιο περιορισμού των δικαιωμάτων

Οι συνέπειες της πρόβλεψης ενός συνταγματικού δημοσιονομικού κανόνα  θα έχει επιπτώσεις και σε ένα άλλο εξίσου κρίσιμο πεδίο όπως είναι αυτό του κράτους δικαίου. Το ζήτημα αυτό είναι ευρύτερο και αφορά στις συνολικές επιπτώσεις του μνημονίου στα θεμελιώδη δικαιώματα και ιδίως στα κοινωνικά δικαιώματα[41].

Στο συγκεκριμένο σημείο της ανάλυσης και σε εντελώς εισαγωγικό επίπεδο θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ύπαρξη ενός συνταγματικού κανόνα που προβλέπει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, θα λειτουργήσει ως μια γενική ρήτρα που αφενός θα θέτει όρια σε κάθε είδους παροχή του κράτους προς τους πολίτες και αφετέρου θα περικόπτει κάθε δαπάνη που αφορά σε μισθούς και συντάξεις ή άλλες παροχές κοινωνικού χαρακτήρα, όταν στην πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού διαφαίνεται ανατροπή του ισοζυγίου εσόδων-εξόδων. Αυτός ο γενικός περιορισμός που ουσιαστικά θα θέτει όρια στον κρατικό δανεισμό (όταν και εφόσον αυτός μπορεί να επιτευχθεί είτε από τις αγορές, είτε από το μηχανισμό χρηματοδότησης) μπορεί δυνητικά να ανατρέψει -όπως και έχει γίνει στη χώρα μας- μεγάλο μέρος από το οικοδόμημα του κράτους πρόνοιας και να απομειώσει την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων σε επίπεδα που να θίγονται κεκτημένες παροχές[42]. Έτσι για να διατηρηθεί σταθερό το ισοζύγιο εσόδων-εξόδων του προϋπολογισμού μπορεί να ανατραπεί το ισοζύγιο προστασίας–περιορισμών των δικαιωμάτων εις βάρος της προστασίας τους. Επομένως, αυτή η συνταγματική ρήτρα περί δημοσιονομικών ορίων μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής των περιορισμών των δικαιωμάτων, περίπου ως μια ρήτρα γενικής επιφύλαξης ανάγκης που θα οδηγεί σε συνταγματικά ανεκτούς περιορισμούς των δικαιωμάτων ακόμα και σε περιπτώσεις που η θεωρία και κυρίως η νομολογία έχει αποδεχθεί ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο επίπεδο προστασίας πέραν του οποίου οποιαδήποτε παρέμβαση θα είναι αντισυνταγματική[43].

Όλοι αποδέχονται ότι η υλοποίηση του περιεχομένου των κοινωνικών δικαιωμάτων συνδέεται με τις οικονομικές δυνατότητες ενός κράτους[44] και ότι κανένα πρόγραμμα παροχών δεν μπορεί να εφαρμοστεί όταν υπάρχει έλλειψη χρημάτων. Επίσης πικρή πείρα μας έχει διδάξει ότι είναι δείγμα άφρονος πολιτικής να προσπαθεί μια κυβέρνηση να ενισχύσει τις παροχές του κοινωνικού κράτους, δανειζόμενη αενάως, και αγνοώντας την τήρηση ενός ισοσκελισμένου προϋπολογισμού. Από την άλλη, η επίκληση δημοσιονομικών δυσχερειών δεν μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη ανατροπή του κοινωνικού κράτους. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις είναι σκόπιμο το κράτος να δανείζεται προσωρινά πέραν των αποδεκτών ορίων, προκειμένου να διατηρήσει συντάξεις και μισθούς σε ένα επίπεδο ελάχιστης αξιοπρεπούς διαβίωσης. Τα όρια διαβίωσης και ορισμένες ελάχιστες παροχές προς τους αναξιοπαθούντες δεν μπορούν να μπαίνουν σε ισοζύγιο με άτεκτους δημοσιονομικούς κανόνες.

Από την άλλη είναι πιθανόν, και προς τα εκεί συγκλίνει η πρόσφατη εμπειρία από την εφαρμογή του μνημονίου, οι εκάστοτε κυβερνήσεις έχοντας στο Σύνταγμα τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, να προσφεύγουν στην εύκολη και άμεση λύση του περιορισμού των κοινωνικών παροχών, χωρίς να εξετάζουν εναλλακτικές μορφές περιορισμού των λειτουργικών δαπανών του κεντρικής διοίκησης, των ΝΠΔΔ και κυρίως των επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Στο σημείο αυτό καθοριστική θα αποβεί για την εφαρμογή των προγραμμάτων δημοσιονομικής σταθερότητας, ειδικά σε σχέση με την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων, η στάση των δικαστηρίων. Είναι προφανές ότι η συνταγματοποίηση του δημοσιονομικού κανόνα θα επηρεάσει καθοριστικά την ένταση του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων. Ανεξαρτήτως των αντιλήψεων που θα επικρατήσουν για την πυκνότητα της κανονιστικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων, κάθε μέτρο δημοσιονομικού περιορισμού που αφορά σε μειώσεις μισθών και συντάξεων κρίνεται με τα εργαλεία και τις τεχνικές που έχει επεξεργαστεί η νομολογία[45]. Στο παράδειγμα των μέτρων του μνημονίου, η πλειοψηφία της απόφασης ΣτΕ 668/2012 έκρινε ότι ο έλεγχος παρόμοιων μέτρων είναι πάντοτε οριακός και ασκείται με το μέτρο της αρχής της αναλογικότητας εφόσον προηγουμένως εντοπιστεί ένα συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον το οποίο θα πρέπει να υπηρετούν τα ειδικότερα μέτρα[46]. Με βάση τις γνωστές αυτές προδιαγραφές του δικαστικού ελέγχου, η συνταγματοποίηση του δημοσιονομικού κανόνα μοιραία θα λειτουργήσει ως ένα υπέρτερο δημόσιο συμφέρον στο οποίο θα πρέπει να υποτάσσονται όλοι οι περιορισμοί των κοινωνικών δικαιωμάτων[47]. Το πραγματικό όριο των περιορισμών θα είναι ο τουλάχιστον ισοσκελισμένος προϋπολογισμός. Αυτό σημαίνει ότι στο βαθμό που ο νομοθέτης αποδεικνύει ότι μια μείωση μισθού ή συντάξεως είναι απολύτως αναγκαία για να διατηρηθεί ισοσκελισμένος ο προϋπολογισμός, τότε παρέλκει περαιτέρω εντατικοποίηση του ελέγχου με την αρχή  της αναλογικότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας θα μετατραπεί σε πρόβλημα ερμηνείας του Συντάγματος[48], καθώς τα οικονομικά επιχειρήματα αναγκαστικά θα πρέπει να «μεταφραστούν» στην νομική γλώσσα.

Στη βάση αυτή, ο δικαστικός έλεγχος θα «συμβιβαστεί» με την οποιουδήποτε μεγέθους μείωση της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων στο όνομα του υπέρτερου δημόσιου σκοπού του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.

Ωστόσο, κατά το Σύνταγμά μας, τα θεμελιώδη δικαιώματα βρίσκονται στην κορυφή της αξιακής πυραμίδας μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας και οι περιορισμοί που τους επιβάλλονται θα πρέπει να είναι γενικά προβλεπόμενοι από το νόμο, αναλογικοί και να μην θίγουν τον πυρήνα τους. Η ένταξη στο Σύνταγμα μιας ρήτρας με τα στοιχεία που προβλέπει η Συνθήκη, θα θίξει την αξιακή προτεραιότητα των δικαιωμάτων χάριν της εξυπηρέτησης συγκεκριμένων οικονομικών αναγκών. Η προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων θα τεθεί υπό την αίρεση της επίτευξης των οικονομικών στόχων του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού. Εδώ όμως βρίσκεται και η θεμελιώδης αντινομία.

Ένα από τα στοιχεία  που διακρίνει τις σύγχρονες δημοκρατίες από τις μοναρχίες των προσυνταγματικών κρατών είναι ότι έχουν κατορθώσει να υποτάξουν όλες τις επιμέρους λειτουργίες ενός νεωτερικού κράτους στην θέληση της λαϊκής κυριαρχίας που μέσω των αντιπροσωπευτικών θεσμών καλούνταν να υπηρετήσει το γενικό δημόσιο συμφέρον. Η οικονομία όφειλε να βρίσκεται υπό την αιγίδα των δημόσιων φορέων που με γνώμονα το γενικό συμφέρον ενέτασσαν τη δράση των ιδιωτών-οικονομικών υποκειμένων σε ένα δημόσιο σχέδιο που, αν δεν υπηρετούσε, τουλάχιστον δεν έβλαπτε την εθνική οικονομία. Η ένταξη στην ΕΕ και στην ζώνη του ευρώ ανέδειξε ευρύτερους οικονομικούς στόχους, όπως η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς και η ενίσχυση του ανταγωνισμού, οι οποίοι θα έπρεπε να εναρμονιστούν με την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών της. Η ισορροπία μεταξύ του πρωτίστως οικονομικού πεδίου και των στόχων της ΕΕ με τους ευρύτερους κοινωνικούς στόχους που πρέπει να υπηρετεί ένα δημοκρατικό και κοινωνικό κράτος δικαίου, όπως κυρίως είναι τα κράτη-μέλη της ΕΕ, αποτελεί το διαρκές διακύβευμα στο ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο στον οποίο εντάσσεται η χώρα μας[49]. Στο πλαίσιο αυτό, οι δημόσιοι φορείς διατηρούσαν την διακριτική ευχέρεια να επιλέγουν τα μέσα άσκησης της οικονομικής πολιτικής, εναρμονισμένοι με τις οικονομικές προτεραιότητες της ΕΕ, και παράλληλα όφειλαν,  κατά το Σύνταγμα, να μεριμνούν, κατά απόλυτη προτεραιότητα, για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ισορροπία που αποδέχθηκε και η ίδια η ΕΕ με την ένταξη του Χάρτη στο σώμα των δεσμευτικών κανόνων της Ένωσης. Αυτή η απαιτητική ισορροπία, σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας σε κρίση, τείνει να καταστεί επισφαλής και να διασαλευτεί.

Συμπεράσματα

Ο δημοσιονομικός κανόνας με την αυστηρότητα της τήρησης του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού αποτελεί θεσμική απόρροια της οικονομικής κρίσης και της ανάγκης για νομισματική σταθερότητα στην ζώνη του ευρώ αλλά συγχρόνως και επιβολή ενός συγκεκριμένου μείγματος οικονομικής πολιτικής, με περιοριστικά χαρακτηριστικά, ο οποίος αφενός θα θέτει ισχυρότατες δεσμεύσεις στην άσκηση πολιτικής για τον δημοκρατικά εκλεγμένο νομοθέτη και αφετέρου θα καθιστά συνταγματικά επιτρεπτό κάθε περιορισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων που περιέχουν παροχές.

Αντίθετα, αν ο κανόνας της δημοσιονομικής πειθαρχίας θεσπίζονταν με νομοθετική ρύθμιση[50], τότε οι περιορισμοί που θα απέρρεαν από την ανάγκη τήρησή του, δεν θα είχαν συνταγματικό θεμέλιο και θα σταθμίζονταν σε πιο ισορροπημένη βάση με τα δικαιώματα. Σε αυτή την περίπτωση και προκειμένου να ανταποκριθούμε στις ευρωπαϊκές μας δεσμεύσεις αλλά και να έχουμε πλήρη εικόνα των δημοσιονομικών μεγεθών, θα ήταν σκόπιμη η συνταγματική πρόβλεψη ενός ανεξάρτητου θεσμού, ενός Συμβουλίου που θα αποτελείται από ειδικούς επιστήμονες με εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας που θα είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να αξιολογεί τους δημοσιονομικούς και μακροοικονομικούς κινδύνους και να γνωμοδοτεί ανάλογα[51]. Σε αυτή τη βάση καμιά κρατική δαπάνη δεν θα πρέπει να εγκρίνεται αν δεν συνοδεύεται από την εκτίμηση του συγκεκριμένου οργάνου για τις επιπτώσεις της στον προϋπολογισμό και στην συνολική δημοσιονομική πορεία της χώρας. Η δημοσιοποίηση των εκθέσεων του Συμβουλίου και η συνεχής επικοινωνία με τα όργανα της ΕΕ θα λειτουργήσει ως μείζων συνταγματική εγγύηση για την αποτροπή καταστροφικών αποκλίσεων από τους συμφωνημένους στόχους. Βέβαια ουδείς πρέπει να έχει την ψευδαίσθηση ότι η άψογη και κυρίως ανεξάρτητη λειτουργία ενός τέτοιου Συμβουλίου θα μπορούσε να υποκαταστήσει τις πολιτικές ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας ή να διορθώσει τις δυσλειτουργίες της δημόσιας διοίκησης. Ωστόσο θα ήταν ένα μέτρο προς την σωστή κατεύθυνση και προσαρμοσμένο στις ευρωπαϊκές συνθήκες.

Αντίθετα η μέγιστη δυνατή δεσμευτικότητα που συνεπάγεται η συνταγματοποίηση του δημοσιονομικού κανόνα στο βαθμό που δεν εξασφαλίζει την αναγκαία ευελιξία και προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, θα οδηγήσει σε παραβιάσεις του και άρα σε μείωση του κύρους του Συντάγματος. Στην βάση αυτή είναι θεμιτό για την Ευρωζώνη να προτρέπει και ως ένα βαθμό να επιβάλλει στα κράτη-μέλη να αυτοπεριορίζονται δημοσιονομικά και να θέτουν στον εαυτό τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας, τους οποίους όμως να μπορούν να μεταβάλλουν οριακά όταν οι συνθήκες απαιτούν αλλαγή του μίγματος της οικονομικής πολιτικής.

 


Το κείμενο αποτελεί επαυξημένη μορφή της προφορικής εισήγησης που παρουσιάστηκε στο ίδρυμα ΙΣΤΑΜΕ ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ και στο πλαίσιο διημερίδας με τίτλο «Η πρόκληση του Συντάγματος» 25-26 Φεβρουαρίου 2013.

[1] Βλ. την απόφαση του εκτάκτου Συμβουλίου των κρατών μελών της Ευρωζώνης σε επίπεδο Αρχηγών κρατών  της 11/3/2011, όπου αποφασίστηκε ότι τα κράτη «δεσμεύονται να μεταφέρουν στην εθνική νομοθεσία τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ ως έχουν στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Τα κράτη μέλη θα διατηρούν την ευχέρεια επιλογής του συγκεκριμένου εθνικού μέσου που θα χρησιμοποιείται, αλλά θα εξασφαλίζουν ότι αυτό έχει επαρκώς ισχυρό δεσμευτικό και μόνιμο χαρακτήρα (π.χ Σύνταγμα ή νόμος πλαίσιο). Η ακριβής διατύπωση του κανόνα θα αποφασίζεται επίσης από κάθε χώρα (π.χ θα μπορούσε να λάβει την μορφή ενός «φρένου χρέους», κανόνα σχετιζόμενου με το πρωτογενές ισοζύγιο ή κανόνα περί δαπανών), αλλά θα πρέπει να εξασφαλίζει δημοσιονομική πειθαρχία τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Η Επιτροπή θα έχει την ευκαιρία, τηρουμένων πλήρως των προνομίων των εθνικών κοινοβουλίων, να δίνει την γνώμη της για τον ακριβή δημοσιονομικό κανόνα πριν από την θέσπισή του, ώστε να εξασφαλίζεται ότι είναι συμβατός με τους ενωσιακούς κανόνες και ότι τους στηρίζει» Βλ. Σε Β. Τζέμο, Δημοκρατικό κράτος δικαίου, δυσχερή οικονομικά δεδομένα και συνταγματική ρήτρα «χρεογράφου» σε www.constitutionalism.gr.

 

 

[2] Για το οικονομικό Σύνταγμα  βλ. Μ.Σταθόπουλος, Οικονομική ελευθερία, οικονομικό σύστημα και Σύνταγμα, ΤοΣ, 1981, σ. σ. 517 επ.,P.Badura, Θεμελιώδη προβλήματα του οικονομικού συνταγματικού δικαίου, ΝοΒ 1976, σ. 833 επ., Α.Μάνεση/Α.Μανιτάκη/Γ.Παπαδημητρίου, Η «υπόθεση Ανδρεάδη και το οικονομικό Σύνταγμα, Τετράδια Συνταγματικού δικαίου, Αντ. Σάκκουλας, 1991, Ε.Τροβά, Οικονομικό Σύνταγμα και Ευρωπαϊκό δίκαιο, στον τόμο Τα εικοσάχρονα του Συντάγματος, Αντ.Σάκκουλας, Το Σύνταγμα (επιστημονικά συνέδρια  Ι), 1998, σ. 463 επ.

 

 

[3] Βλ. Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, 17/6/2007, ΕΕ 1997, C-236/1. Βλ επίσης Π.Θωμόπουλου, Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης-ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής πολιτικής της ΟΝΕ, και Γ.Κατηφόρη, Το ενιαίο νόμισμα. Επιτεύγματα και προοπτικές στον τόμο Δ.Τσάτσου/Ξ.Κοντιάδη(επιμ.)Η ευρωπαϊκή Ένωση μετά την συνθήκη του Άμστερνταμ, 2000, σ. 124 επ. και 112 επ. αντίστοιχα, Κ. Γώγου, Η υποδοχή της νομισματικής Ένωσης  στο συνταγματικό οικοδόμημα ενός κράτους μέλους: το παράδειγμα της Ελλάδας, στον τόμο ΚΔΕΟΔ, Η πορεία προς το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και η πρόσφατη αναθεώρηση του Ελληνικού Συντάγματος, 2002, σ. 69 επ.

 

 

[4] Βλ. Ν.Ι.Μπάρμπας, Η εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης από δημοσιονομική άποψη- Η περίπτωση της Ελλάδος, ΔΦΝ 1338/2006, σ. 87-98 και γενικότερα W.Schroeder, Grundkurs Europarecht, 2009, σ. 407 επ.

 

 

[5] Βλ. τους κανονισμούς 1466/97 και 1467/97, όπως τροποποιήθηκαν από τους κανονισμούς 1055/2005 και 1056/2005. Με τους αρχικούς κανονισμούς τα κράτη δεσμεύτηκαν  στον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ισοσκελισμένων η και πλεονασματικών προϋπολογισμών, ενώ με τους κανονισμούς του 2005, προβλέφθηκε η δυνατότητα διαφοροποίηση του στόχου σε κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών. Βλ. J.Louis. The Review of the Stability and Growth Pact, CMLRev., 2006, σ. 85 επ.

 

 

[6] Βλ. Π.Καζάκου, Αναθεώρηση του Συντάγματος και οικονομία, Παπαζήσης 2007, σ. 95 επ.

 

 

[7] Είναι χαρακτηριστικό ότι στο άρθρο 119 παρ. 2 (ΣΛΕΕ) εξαγγέλλεται ότι βασικός στόχος της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, ενώ το ίδιο στόχο οφείλει να υπηρετεί και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ως επικεφαλής του Ευρωπαϊκού συστήματος Κεντρικών Τραπεζών(127 παρ. 1 ΣΛΕΕ). Βλ. επίσης και άρθρο 3 παρ. 3 της ΣΕΕ.

 

 

[8] Βλ. C.Hillgruber, Disziplinlosigkeit oder Vertragsbruch? JZ 2004, σ. 166 επ.

 

 

[9] Βλ. Κ.Γώγου, «Έγκλημα» και τιμωρία. Η διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση μεταξύ δικαίου και πολιτικής, στον τόμο « Το δημόσιο δίκαιο σε εξέλιξη» σύμμεικτα προς τιμήν του καθηγητή Π.Παραρά, Αντ.Σάκκουλας, 2012, σ. 203 επ(ιδίως σ. 211-212).

[10] Βλ. Κ.Γώγου, «Έγκλημα» και τιμωρία…, ό.π, σ. 213.

[11] Βλ. ΔΕΚ C-27/04  της  13/7/2004, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2004, I-6649, σκ. 80.

[12] Βλ. J.Louis, The Economic and Monetary Union: Law and Institution, CMLRev, 2004, σ.  575

[13] Βλ. Δ.Σκιαδά, Το Σύμφωνο Σταθερότητα και Ανάπτυξης. Η ευρωπαϊκή επιλογή για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, Διοικητική Ενημέρωση, τ. 53, 2010, σ. 28-45.

[14] Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τότε Πρόεδρος της Γαλλίας Ζακ Σιράκ  ζητούσε τη χαλάρωση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας, ενώ ο Καγκελάριος της Γερμανίας Γ.Σρέντερ τόνιζε ότι η εμμονή της Ευρώπης  αποκλειστικά και μόνο στην άσκηση περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής δεν θα βοηθούσε την Ευρώπη να συνεισφέρει στην παγκόσμια ανάπτυξη.

[15] Βλ. την απόφαση της συνόδου του Συμβουλίου(25/11/2003 σε www.consilium.europa.eu) η οποία αγνόησε τις συστάσεις της Επιτροπής για την λήψη των προβλεπόμενων μέτρων κατά των δύο κρατών. Κατά της συγκεκριμένης απόφασης η Επιτροπή προσέφυγε στο ΔΕΚ λόγω παράβασης του άρθρου 104 ΣΕΕ και του κανονισμού 1467/1997. Βλ. την απόφαση ΔΕΚ C-27/04 της 13/7/2004.

[16] Βλ. αντί πολλών μια συνοπτική περιγραφή των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων που οδήγησαν την χώρα μας σε βαθιά οικονομική κρίση και στην ενεργοποίηση των μνημονίων σε Π.Γκλαβίνη, Το μνημόνιο της Ελλάδας, στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη, Σάκκουλας 2010.

[17] Πριν την αναθεώρηση του 2009 υπήρχε στο γερμανικό Σύνταγμα το άρθρο 115 του Θ.Μ που προέβλεπε απαγόρευση ετήσιου κρατικού δανεισμού που να υπερβαίνει το ύψος των εξόδων που προβλέπονταν στο ομοσπονδιακό προϋπολογισμό για δημόσιες επενδύσεις. Ο συγκεκριμένος κανόνας δεν τηρήθηκε αρκετές φορές, χωρίς να κριθεί αντισυνταγματική η παραβίασή του και γι αυτό άλλωστε επικρίθηκε από την επιστημονική κοινότητα βλ. F.Kirchof, Der notwendige Ausstieg aus der Staatsverschuldung, DVBI 2002, σ. 1539 επ. . Με την αναθεώρηση της 1-8-2009 εισήχθησαν αλλαγές στα άρθρα 109, 115, και 143 του Θ.Μ, με την πρόβλεψη του λεγόμενου «χρεόφρενου»

[18] Βλ. B.Τζέμου, Δημοκρατικό κράτος δικαίου, δυσχερή οικονομικά δεδομένα και συνταγματική ρήτρα «χρεογράφου» σε www.constitutionalism.gr, σ. 8.

[19] Βλ. άρθρο 143d παρ. 1 εδ. 5 του Θ.Μ

[20] Βλ. Β. Τζέμου, ό.π,  σ. 15

[21] Πέραν των διατάξεων της ΣΛΕΕ που αναφέρονται στην διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος(άρθρο 126) βλ. και τον κανονισμό 1467/97 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1177/2011.

[22] Άρθρο 3 παρ. 3 περ. β

[23] Άρθρο 3 παρ. 2

[24] Άρθρο 5 παρ. 2

[25] Άρθρο 8 παρ. 1 και 2.

[26] Βλ. Π. Στάγκου, Σύνταγμα και «χρυσός κανόνας», εφ. «ΤΑΝΕΑ» 19-2-2013.

[27] Βλ. Π.Μαντζούφας, Οικονομική κρίση και Σύνταγμα, περ. «The books’ Journal,(Φεβρουάριος 2012)  σ. 24 και στο περ. ΤοΣ 1/2012, σ. 223 επ

[28] Βλ. Ε. Βενιζέλου, Εθνικό Σύνταγμα και εθνική κυριαρχία υπό συνθήκες διεθνούς οικονομικής κρίσης-Το πρόβλημα ήταν και παραμένει πολιτικό και όχι συνταγματικό, ΕφημΔΔ 1/2011, σ. 8

[29] Βλ. Α. Μανιτάκη, Τα συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου ενόψει μοιρασμένης κρατικής κυριαρχίας και επιτηρούμενης δημοσιονομικής πολιτικής, σε www.constitutionalism.gr,  σ. 14.

[30] Βλ. Κ. Χρυσόγονου, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, Νομική βιβλιοθήκη, 2006, σ. 192

[31] Βλ. Β.Ράπανο / Γ.Καπλάνογλου, Ανεξάρτητα Δημοσιονομικά Συμβούλια  και ο πιθανός ρόλος τους στην Ελλάδα, Οικονομικό Δελτίο Τράπεζας της Ελλάδος, τ. 33, 2010, σ. 7 επ.

[32] Βλ. B.Τζέμου, ό.π, σ. 9 επ.

[33] Βλ. Β.Τζέμου , ο.π, σ. 11.

[34] Βλ. Δ.Σκιαδά, Σύνταγμα και δημοσιονομικοί κανόνες μια δύσκολη σχέση, ΕφημΔΔ, 1/2011, σ. 11 επ. (ιδίως σ. 14)

[35] Βλ. τις απόψεις του πρώην  υπουργού των οικονομικών Γ.Παπακωνσταντίνου που έβλεπε θετικά την ένταξη ενός δημοσιονομικού κανόνα στο εθνικό δίκαιο σε συνέντευξη ΤΑ ΝΕΑ 31/1/2011.

[36] Βλ. Π.Καζάκου, ό.π, σ. 98-101

[37] Βλ Π. Μαντζούφα ό.π, σ. 24-25.

[38] Βλ. Β.Τζέμου, ό.π, σ. 14.

[39] Βλ. Δ.Σκιαδάς, Σύνταγμα και δημοσιονομικοί κανόνες…,ό.π, σ. 18.

[40] Βλ. Π.Γκλαβίνη, Τα όρια του συνταγματικού πατριωτισμού και η διεθνής ανάγνωση του Μνημονίου, ΝοΒ τ. 60, 2012, σ. 2784 επ (ιδίως σ. 2790)

[41] Βλ. Β.Ανδρουλάκη, Μνημόνιο και κοινωνικά δικαιώματα, σε www.constitutionalism.gr, Ξ.Κοντιάδης/Α.Φωτιάδου, Κοινωνικά δικαιώματα, αναλογικότητα και δημοσιονομική κρίση, θεωρητικές επισημάνσεις επ’ ευκαιρία της ΟλΣΕ 668/2012, ΔτΑ 53/2012, σ. 27-51, Σ.Kτιστάκη, Η επίδραση της οικονομικής κρίσης στα κοινωνικά δικαιώματα, ΕΔΚΑ 2012, σ. 274 επ.

[42] Βλ. Κ.Χρυσόγονου/Ακρ.Καιδατζή, Συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και Σύνταγμα. Μια πρώτη αποτίμηση, ενόψει και της απόφασης ΣτΕ(ολ.) 668/2012, σε www.constitutionalism.gr

[43] Βλ. την ΣτΕ 668/2012, σε  www.constitutionalism.gr, όπου προκύπτει ότι μειώσεις μισθών και συντάξεων πέραν ενός ορίου δεν θα είναι συνταγματικά ανεκτές.

[44] Βλ. Ξ.Κοντιάδη, Κράτος πρόνοιας και κοινωνικά δικαιώματα, Αντ.Σάκκουλας, 1997.

[45] Βλ. Γ. Κατρούγκαλου, Αρχή της αναλογικότητας και κοινωνικά δικαιώματα, ΔτΑ ΤεΣ IV/2006, σ. 141 επ.

[46] Βλ. Ξ. Κοντιάδης/Α.Φωτιάδου, ό.π, σ. 42 επ.

[47] Γενικότερα για την λειτουργία του δημοσίου συμφέροντος βλ. Ε.Βενιζέλου, Το γενικό συμφέρον και οι περιορισμοί των συνταγματικών δικαιωμάτων, Παρατηρητής, 1990 ,σ. 29 επ.

[48] Βλ. Δ. Σκιαδά, Σύνταγμα και δημοσιονομικοί κανόνες, ό.π, σ. 17.

[49] Βλ. ενδεικτικά Γ.Δελλή, Κοινή ωφέλεια και αγορά, Τόμος Α’, Αντ.Σάκκουλας, 2008, σ. 139 επ.

[50] Έτσι Β. Τζέμος ό.π, σ. 13

[51] Βλ. την πρόταση των Α.Παπαδόπουλου/Χρ.Σαρδέλη/Γ.Σωτηρέλη, «Θεσμός έγκαιρης οικονομικής προειδοποίησης» εφ «ΤΟ ΒΗΜΑ», 21/4/2013.

 

 

Το εκλογικό σύστημα de constitutione ferenda. Σχεδίασμα συνταγματικής πολιτικής σε περιβάλλον συναινετικού κοινοβουλευτισμού*

Θανάσης Γ. Ξηρός ΔΝ-Δικηγόρος

*Εμπλουτισμένη εισήγηση στο συνέδριο με τον τίτλο: «Η πρόκληση της αναθεώρηση του Συντάγματος που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών Ανδρέας Παπανδρέου το διήμερο 25 και 26 Φεβρουαρίου 2013 στο Αμφιθέατρο Μεγάρου Καρατζά. Προδημοσίευση από τον τόμο που θα περιληφθούν τα πρακτικά των εργασιών του συνεδρίου και πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Σάκκουλα.

XHROSΗ αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία θα εκδηλωθεί, κατά πάσα βεβαιότητα θα εξελιχθεί και, πιθανότατα, θα ολοκληρωθεί σε πρωτόγνωρες, πολιτικά και κοινοβουλευτικά, συνθήκες. Η επικράτηση του συναινετικού κοινοβουλευτισμού θα καθορίσει το εύρος, την κατεύθυνση και την ποιότητα, με δύο λόγια την τύχη του αναθεωρητικού εγχειρήματος. Στις επικρατούσες συνθήκες η αναζήτηση της συναίνεσης θα αποτελέσει υπαρξιακή, κυριολεκτικά, ανάγκη. Στην περιοχή του εκλογικού συστήματος τη συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να απασχολήσουν η «απεξάρτηση» του καθορισμού των βουλευτών κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας από το κριτήριο του νόμιμου πληθυσμού, η αντιμετώπιση των προβλημάτων που δεν επέτρεψαν ακόμη την προώθηση του εκτελεστικού νόμου για την οργάνωση της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος από τους πολίτες που βρίσκονται εκτός των ορίων της επικράτειας, το δίλημμα κατάργηση της υποχρεωτικής ψηφοφορίας ή αναγόρευση του δικαιώματος της ψήφου αποκλειστικά σε δημόσιο λειτούργημα και, τέλος, η αντιμετώπιση των λευκών ψηφοδελτίων κατά τον υπολογισμό του εκλογικού μέτρου για την κατανομή των βουλευτικών εδρών. Αντιθέτως, η κατοχύρωση συγκεκριμένης μορφής εκλογικού συστήματος, η συνταγματική τυποποίηση της διάκρισης σε μείζονες και ελάσσονες βασικές εκλογικές περιφέρειες και η εισαγωγή του «συστήματος των δεσμευμένων συνδυασμών» (λίστα) ως μοναδικού μέσου για την έκφραση της βούλησης του εκλογικού σώματος ανήκουν στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη.

Ι. Δεδομένα, ζητούμενα και όροι

Σε μερικές εβδομάδες συμπληρώνονται πέντε έτη από την τελευταία, την αποκληθείσα και τέταρτη,[1] αναθεώρηση του Συντάγματος. Έτσι, στις αρχές του προσεχούς Ιουνίου[2] μπορεί να εκκινήσει νέα διαδικασία[3] σε μία ιδιαίτερη δύσκολη συγκυρία για τη χώρα μας. Με αφορμή τα πρωτόγνωρα σε μέγεθος και ένταση προβλήματα της οικονομίας, αποκαλύφθηκε σε όλη της την έκταση η σοβούσα προ πολλού κρίση του πολιτικού μας σύστημα. Τα σημάδιά της είναι ήδη ορατά σε κάθε πτυχή της λειτουργίας του και προβάλλει απειλητικά ο κίνδυνος να καταστεί, εντέλει, κρίση θεσμών.

Οι πολιτικές δυνάμεις αλλά και μερίδα της κοινωνίας φαίνεται να επενδύουν πολλά στη συνταγματική αναθεώρηση. Πρόκειται ασφαλώς για θεσμική δυνατότητα, ικανή να συμβάλει καθοριστικά στην αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, η θεώρηση που τη συνδέει με υψηλές αποδόσεις, από μόνο το γεγονός ότι παρεμβαίνει στην «καρδιά» κάθε δημοκρατικής πολιτείας, κινδυνεύει να αποδειχθεί αιχμάλωτη των προσδοκιών της. Πρέπει, γι’ αυτό, να τεθούν εξαρχής σαφείς στόχοι και να διαμορφωθούν εγκαίρως οι όροι για την επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος.

Προς τούτο, η αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία επιβάλλεται να οργανωθεί με πολιτικό ρεαλισμό. Να λάβει υπόψη της τις επικρατούσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Να επιχειρήσει εντοπισμένες και ιεραρχημένες παρεμβάσεις, αποφεύγοντας να επεκταθεί, όπως το 2001, σε όλο το εύρος της συνταγματικής ύλης. Σε κάθε περίπτωση, να διαθέτει σαφές και ευδιάκριτο θεσμικό στίγμα, σηματοδοτώντας την αφετηρία μιας μακράς πορείας, η οποία δεν μπορεί, αλλά και δεν πρέπει, να ολοκληρωθεί με την υπερψήφιση των νέων συνταγματικών διατάξεων.  

ΙΙ. Ο συναινετικός κοινοβουλευτισμός

Η αναθεώρηση του Συντάγματος θα συζητηθεί, όχι μόνο στη φάση της προτείνουσας Βουλής, σε πολιτικές συνθήκες που απαντώνται για πρώτη φορά τουλάχιστον στην πρόσφατη συνταγματική μας ιστορία. Η λαϊκή ετυμηγορία στην εκλογική αναμέτρηση της 17ης Ιουνίου 2012 δεν έδωσε σε κανένα συνδυασμό κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Υπό τη σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης,[4] η αποτροπή τρίτης, κατά σειρά, προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία και, ιδίως, οι ανειλημμένες υποχρεώσεις έναντι των δανειστών επέβαλαν την ανάδειξη βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος. Οι πολιτικές διεργασίες κατέληξαν στο σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας τριών κομμάτων και στην επικράτηση, για δεύτερη φορά μεταπολιτευτικά,[5] του  συναινετικού[6] κοινοβουλευτισμού.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001 αποκλήθηκε και συναινετική.[7] Η συντριπτική πλειονότητα των ευάριθμων νέων διατάξεων συγκέντρωσε στις δύο φάσεις της μακράς επεξεργασίας τους την, κατά κανόνα, ευρεία και, σπανιότερα, την ευρύτατη προτίμηση των βουλευτών, [8] παρά το γεγονός ότι θα ήταν αρκετή η απόλυτη και, στη συνέχεια, η αυξημένη, ή αντίστροφα, πλειοψηφία του συνόλου τους. Η σύμπτωση περισσοτέρων δυνάμεων στην υπερψήφιση των προτεινόμενων ρυθμίσεων συνιστούσε τότε πολιτική επιλογή.

Συναινετική θα είναι πάντως και η διαδικασία που αναμένεται σύντομα να εκκινήσει. Ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων θα καθορίσει το εύρος, την κατεύθυνση και την ποιότητα, με δύο λόγια, την τύχη της αναθεωρητικής πρωτοβουλίας. Σε περιβάλλον συναινετικού κοινοβουλευτισμού, η έλλειψη μονοκομματικής αυτοδυναμίας αποκλείει, ήδη στη φάση της προτείνουσας Βουλής, την υπερψήφιση πρότασης από μία μόνο κοινοβουλευτική ομάδα.[9] Απαιτεί ευρύτερες συγκλίσεις και δεν φαίνεται πιθανόν να εξαντληθούν στο δίπολο συμπολίτευση-αντιπολίτευση ούτε, βέβαια, να προκαλέσουν αναγκαστικά την ανατροπή της κυβέρνησης συνεργασίας.

Η εξασφάλιση της συναίνεσης θα αποδειχθεί, λοιπόν, υπαρξιακή, κυριολεκτικά, ανάγκη. Η αναζήτησή της δεν είναι όμως αυτοσκοπός. Δεν πρέπει, γι’ αυτό, να προκύψει με όρους επιβολής ή υφαρπαγής, αλλά να αποτελέσει συνειδητή πολιτική απόφαση. Να θεμελιωθεί σε σχέσεις εμπιστοσύνης στο πλαίσιο ανοικτού και απροκατάληπτου διαλόγου όσων δυνάμεων συστρατευθούν, αδιαφορώντας για το κόστος και παραμερίζοντας τις μικροκομματικές σκοπιμότητες, προκειμένου η χώρα να προχωρήσει μπροστά. Με λίγα λόγια, να επικρατήσει ως κατάκτηση του πολιτικού μας συστήματος.

Η αναθεωρητική πρωτοβουλία, όταν δεν είναι αποτέλεσμα πολιτικής συμφωνίας, θα διευκολύνει ή θα επιβάλλει, τουλάχιστον για να υπερψηφιστούν ορισμένες προτάσεις της, την αναδιάταξη του γνωστού συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων. Το ενδεχόμενο φαίνεται πιθανότερο σε περιοχές της συνταγματικής ύλης που διαθέτουν έντονο το πολιτικό πρόσημο ή καθοριστική επενέργεια στη λειτουργία του πολιτεύματος. Το εκλογικό σύστημα συγκεκριμενοποιεί μία από αυτές, ίσως μάλιστα την πιο αντιπροσωπευτική. 

ΙΙΙ. Ζητήματα με αναθεωρητικό ενδιαφέρον

1. Το εκλογικό σύστημα ορίζεται, εν πρώτοις, ως η μέθοδος για το μετασχηματισμό της λαϊκής βούλησης σε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και την κατανομή των εδρών της Βουλής, με βάση την εκλογική δύναμη,[10] δηλαδή τον αριθμό των εγκύρων ψηφοδελτίων που έλαβαν στις γενικές εκλογές οι συνδυασμοί κομμάτων, συνασπισμών κομμάτων και ανεξαρτήτων, καθώς επίσης οι μεμονωμένοι υποψήφιοι, κατά περίπτωση, στις βασικές εκλογικές περιφέρειες και την επικράτεια.[11] Η συγκεκριμένη κάθε φορά μορφή του αποτελεί διακριτό κεφάλαιο της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών. Υπό μία άλλη, λιγότερο στενή, προσέγγιση, το εκλογικό σύστημα ταυτίζεται με τον εκλογικό νόμο, δηλαδή το σύνολο των ρυθμίσεων που διέπουν την, εν γένει, εκλογική διαδικασία.[12] , [13]

Η διαμόρφωση πρότασης συνταγματικής πολιτικής στην περιοχή του εκλογικού συστήματος, υπό την ευρεία έννοια του όρου, επιβάλλει την ανάδειξη πτυχών του που συγκέντρωσαν τα φώτα της επικαιρότητας, τροφοδοτώντας την πολιτική και, συμπληρωματικά, την επιστημονική συζήτηση ή το ενδιαφέρον της νομολογίας. Έτσι, εντοπίζονται ζητήματα που θα μπορούσαν, καταρχήν, να συζητηθούν. Το συντακτικό νομοθέτη δεν θα τον απασχολήσουν όμως όλα, αλλά μόνον εκείνα η ρύθμιση των οποίων διαθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και πληροί καθορισμένες προδιαγραφές

2. Στον περιβάλλον του συναινετικού κοινοβουλευτισμού αρχίζει να προβάλλει, όχι πάντως ακόμη με ιδιαίτερη ένταση, το πολιτικό αίτημα να κατοχυρωθεί συνταγματικά συγκεκριμένη μορφή εκλογικού συστήματος (IV). Εξάλλου, ηεπαναχάραξη των βασικών εκλογικών περιφερειών, αυτοτελώς αλλά και με αναγωγή στα οικονομικά του εκλογικού αγώνα, φαίνεται ότι θα συγκεντρώσει, ενδεχομένως προνομιακά, το ενδιαφέρον (V). Θα ήταν, επίσης, σκόπιμο να διερευνηθεί το ενδεχόμενο αντικατάστασης του κριτηρίου για τον καθορισμό των βουλευτών κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας, με μετακίνηση από το «παραδοσιακό» του νόμιμου πληθυσμού και τα αποτελέσματα της γενικής απογραφής του (VI). Δεν μπορεί πάντως να μην τεθεί στη συζήτηση η συνταγματική αντιμετώπιση των προβλημάτων που αναδείχθηκαν κατά την πρώτη απόπειρα για την οργάνωση του εκλογικού δικαιώματος των εκτός επικρατείας πολιτών, αυτοτελώς ή και σε συνδυασμό με την «επιβίωση» του θεσμού των βουλευτών Επικρατείας (VII). Δεν πρέπει, τέλος, να ξεφύγει της προσοχής η διατήρηση στις σύγχρονες συνθήκες της υποχρεωτικής ψηφοφορίας ως θεμελιώδους εκλογικής αρχής (VIII) και, βέβαια, η αντιμετώπισητων λευκών ψηφοδελτίων κατά την εξαγωγή του εκλογικού μέτρου και την κατανομή των βουλευτικών εδρών (IX). [14][15]

Ο εντοπισμός των ζητημάτων με αναθεωρητικό ενδιαφέρον, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, συνιστά πάντως την πρώτη πράξη μιας σύνθετης νομικοπολιτικής διεργασίας. Στο τέλος της, το οποίο συμπίπτει χρονικά με την οριστικοποίηση της πρότασης αναθεώρησης, θα φθάσουν μόνον όσα πρέπει να την απασχολήσουν. Τέτοια θεωρούνται εκείνα που αντιμετωπίζουν πραγματική ανάγκη, υπηρετούν συνταγματικό σκοπό και η ρύθμισή τους, με κανόνα αυξημένης τυπικής ισχύος, εισφέρει προστιθέμενη (συνταγματική) αξία με απτές κανονιστικές επενέργειες. Η υπαγωγή τους στις εν λόγω προδιαγραφές θα καθορίσει, εντέλει, την ύλη της αναθεωρητικής πρωτοβουλίας στην περιοχή του εκλογικού συστήματος.

IV. Η συνταγματική κατοχύρωση εκλογικού συστήματος

1. Το Σύνταγμά μας δεν κατοχυρώνει ρητά συγκεκριμένη μορφή εκλογικού συστήματος.[16] Για τον καθορισμό του ο συντακτικός εξουσιοδοτεί παγίως τον κοινό νομοθέτη.[17] Ο τελευταίος φαίνεται να διαθέτει, καταρχήν, ευρεία περιθώρια επιλογών.  Ωστόσο, από όλες τις διαθέσιμες όποια προκρίνει τελικά πρέπει να συνάδει προς τους συνταγματικούς καθορισμούς του.[18] Δηλαδή, την αρχή της ισότητας-ισοδυναμίας της ψήφου,[19] με θεμέλια τη γενική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντ.),[20] την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας (άρθρο 51 παρ. 3 Συντ.),[21] τη δημοκρατική αρχή, με τη μορφή της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρα 1 παρ. 2-3 και 110 παρ. 1 Συντ.),[22] και το αντιπροσωπευτικό σύστημα.[23]Η προκρινόμενη επιλογή πρέπει, επίσης, να εγγυάται αφενός την ελεύθερη και, ιδίως, τη γνήσια έκφραση της λαϊκής θέλησης (άρθρο 52 Συντ.),[24] αφετέρου δε τη, χωρίς δυσανάλογους περιορισμούς, συμμετοχή στην πολιτική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.).[25] Επιβάλλεται, τέλος, να διασφαλίζει τη λειτουργική εξισορρόπηση μεταξύ της αναλογικής εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης και της κυβερνητικής σταθερότητας.[26][27]

Στην τυπολογία των εκλογικών συστημάτων εντοπίζονται, καταρχήν, δύο γενικές κατηγορίες, τα πλειοψηφικά[28] και τα αναλογικά.[29] Στα πρώτα τις έδρες καταλαμβάνει ο συνδυασμός που συγκεντρώνει τη σχετική ή την απόλυτη πλειοψηφία των εγκύρων ψηφοδελτίων. Η εφαρμογή τους διευκολύνει τη δημιουργία ομοιογενών πλειοψηφιών και, δι’ αυτών, την κυβερνητική σταθερότητα, στρεβλώνει όμως την αντιπροσώπευση και νοθεύει τη γνήσια εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, αποκλείοντας την κοινοβουλευτική παρουσία συνδυασμών με αξιόλογη απήχηση στις τάξεις του εκλογικού σώματος. Αντιθέτως, στα αναλογικά εκλογικά συστήματα οι έδρες κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών που συγκέντρωσαν τουλάχιστον το καθορισμένο ποσοστό εγκύρων ψηφοδελτίων. Έτσι, διευκολύνεται η αντιπροσώπευση, αφού η εφαρμογή τους επιτρέπει την εκπροσώπηση περισσότερων, κατ’ αναλογία της εκλογικής τους δύναμης. Η κυβερνητική πλειοψηφία όμως διαμορφώνεται «συναινετικά» με την αναζήτηση μετεκλογικής συνεργασίας στη βάση προγραμματικών συμφωνιών.

Γνωρίσματα των πλειοψηφικών και των αναλογικών εκλογικών συστημάτων διαθέτουν τα λεγόμενα μεικτά. Με αυτά επιδιώκεται ο συνδυασμός όσων πλεονεκτημάτων εξασφαλίζει η εφαρμογή καθενός, δηλαδή η ανάδειξη, κατά το δυνατόν, μονοκομματικών πλειοψηφιών, δίχως να στρεβλώνεται υπέρμετρα η αντιπροσώπευση. Γνωστότερη μορφή μεικτού εκλογικού συστήματος αποτελεί η ενισχυμένη αναλογική, παραλλαγές της οποίας εφαρμόστηκαν σε όλες τις γενικές βουλευτικές εκλογές στη χώρα μας από το 1958, με μοναδική εξαίρεση τη βραχεία περίοδο 1989-1990.[30] Η διάθεση των βουλευτικών εδρών σε περισσότερες κατανομές και η καθιέρωση «εκλογικού κατωφλίου», δηλαδή ελάχιστου ποσοστού εγκύρων ψήφων στην επικράτεια, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκπροσώπηση στη Βουλή, συγκεκριμενοποιούν τα σταθερά χαρακτηριστικά της. Η συνταγματικότητα των επιμέρους παραλλαγών της ενισχυμένης αναλογικής αμφισβητήθηκε κατ’ επανάληψη στο παρελθόν, στην πάγια νομολογία του Εκλογοδικείου [31] πριν από τη δικτατορία του 1967 ή στις πρώτες εκλογές της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και, στη συνέχεια έως σήμερα, του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου,[32] γίνεται δεκτό ότι δεν παραβιάζονται οι αρχές που διέπουν την ψήφο και την ψηφοφορία.

2. Η καθιέρωση με διάταξη συνταγματικής περιωπής της απλής, της λεγόμενης και άδολης, αναλογικής προβάλλει, είναι αλήθεια ακόμη διστακτικά, στην πολιτική συζήτηση ενόψει και της αναμενόμενης αναθεωρητικής πρωτοβουλίας. Δεν πρόκειται πάντως για, κατά κυριολεξία, μορφή εκλογικού συστήματος, αλλά για πάγιο αίτημα της Αριστεράς καθόλη τη μεταπολεμική περίοδο.[33] Η επικράτηση του συναινετικού κοινοβουλευτισμού διαφοροποιεί σημαντικά το πολιτικό περιβάλλον της συζήτησης και δεν φαίνεται να προδιαγράφει, με τη βεβαιότητα του παρελθόντος, την τύχη του αιτήματος.

Εάν η εκτίμηση είναι ορθή, η όποια πρόταση για να διαθέτει περισσότερες πιθανότητες υπερψήφισής της πρέπει να δίνει πειστικές απαντήσεις σε δύο ειδικότερα ζητήματα που και αποτελούν ουσιαστικά προαπαιτούμενό της. Εν πρώτοις, επιβάλλεται να εντοπιστεί το, δυνατό συνταγματικά, περιεχόμενο της διάταξης.[34] Προς την κατεύθυνση αυτή, χρήσιμα μπορεί να αποδειχθούν τυχόν συνταγματικά προηγούμενα και, βέβαια, τα συγκριτικά δεδομένα. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που εξευρεθεί η πρόσφορη διατύπωση, η εισαγωγή της στο συνταγματικό κείμενο πρέπει να ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη, να υπηρετεί συνταγματικό σκοπό και, βέβαια, να εισφέρει προστιθέμενη συνταγματική αξία με απτή κανονιστική επενέργεια. Τούτο μπορεί να συμβεί, μόνον όταν η πάγια νομολογία και οι παραδοχές της θα έχουν εξαντλήσει την  ισχύ τους και θα απαιτείται, γι’ αυτό, η κατοχύρωση συγκεκριμένης μορφής εκλογικού συστήματος με κανόνα αυξημένης τυπικής ισχύος.

3. Οι ορισμοί του Συντάγματος από τη φύση του διακρίνονται για τη λιτή και περιεκτική διατύπωσή τους.[35] Έτσι, εξασφαλίζεται, καταρχήν, η αντιμετώπιση νέων αναγκών και η προσαρμογή τους στις επικρατούσες συνθήκες, δίχως να απαιτείται αναθεώρηση. Στις ίδιες ακριβώς προδιαγραφές υπόκειται και η αναζητούμενη διάταξη. Διαφορετικά, ο συντακτικός θα υποκαταστήσει τον κοινό νομοθέτη. Όσες φορές το επιχείρησε, εισάγοντας στο συνταγματικό κείμενο φλύαρες και, χωρίς ουσιαστικό λόγο, αναλυτικές διατυπώσεις,[36] η εφαρμογή τους συνάντησε προβλήματα και η αντιμετώπισή τους αφέθηκε στη δικαστική κρίση ή στην επόμενη αναθεώρηση.

Η, τότε, κυβερνητική πλειοψηφία είχε προτείνει το 1995 να περιληφθεί στο Σύνταγμα ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία ο «εκλογικός νόμος θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση να σέβεται τα βασικά χαρακτηριστικά του αναλογικού εκλογικού συστήματος».[37] Η πρότασή της υιοθετήθηκε, κατά πλειοψηφία και αυτολεξεί, από την Επιτροπή Αναθεώρησης,[38] αλλά η προκήρυξη των γενικών βουλευτικών εκλογών της 22ας Σεπτεμβρίου 1996 διέκοψε πρόωρα την εν εξελίξει διαδικασία. Παραπλήσια διατύπωση[39] περιλήφθηκε στην πρόταση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος της 4ης Ιουνίου 1997[40] και έγινε δεκτή, με ευρεία πλειοψηφία, από την οικεία Επιτροπή.[41] Όταν όμως οι κατευθύνσεις της προτείνουσας Βουλής εξειδικεύθηκαν με τη μορφή συγκεκριμένης διάταξης, το εκλογικό σύστημα δεν ήταν μεταξύ εκείνων που θα απασχολούσαν την Ζ΄ Αναθεωρητική.[42]

Αλλά και στην περίπτωση που προτείνονταν σχετικός ορισμός, το περιεχόμενό του δεν θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί σημαντικά εκείνου που συναντάται σε συνταγματικά κείμενα στη χώρα μας ή και αλλού. Ο συντακτικός νομοθέτης αποφεύγει, κατά κανόνα, να καθορίσει με διάταξη αυξημένης τυπικής ισχύος συγκεκριμένη μορφή εκλογικού συστήματος. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί στο Σύνταγμα του 1925, όπου προβλέφθηκε ότι οι βουλευτές εκλέγονται «επί τη βάσει της αναλογικής αντιπροσωπείας».[43][44] Εξάλλου, η συγκριτική έρευνα σε ευρωπαϊκές χώρες επιβεβαιώνει τον κανόνα. Όπου συναντώνται τέτοιες ρυθμίσεις, αυτές περιορίζονται να περιλάβουν τη γενικόλογη αναφορά στην αναλογική αντιπροσώπευση.[45],[46]

Εάν, λοιπόν, γινόταν δεκτό ότι υφίσταται πραγματικά ανάγκη να περιληφθεί στο Σύνταγμά μας τέτοια διάταξη, η διατύπωσή της δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από όσα είχαν προταθεί στην αναθεώρηση του 2001, προβλέφθηκαν στο συνταγματικό κείμενο του 1925 ή περιέχονται σε εκείνα άλλων κρατών. Δηλαδή, θα διατυπώνονταν με αναφορά στα, εν γένει, χαρακτηριστικά του αναλογικού εκλογικού συστήματος ή στην επιδίωξη αναλογικής αντιπροσώπευσης ή, εντέλει, σε συνδυασμό τους. Και τούτο, επειδή η προκρινόμενη επιλογή πρέπει να πληροί τα θεμελιώδη γνωρίσματα κάθε συνταγματικού κανόνα, δηλαδή να διαθέτει λιτό και περιεκτικό περιεχόμενο. Απομένει, λοιπόν, να διευκρινιστεί, εάν η τυχόν υιοθέτηση ρύθμισης, με τη συγκεκριμένη ή παραπλήσια διατύπωση, υπηρετεί συνταγματικό σκοπό και εισφέρει προστιθέμενη (συνταγματική) αξία με κανονιστικές επενέργειες, τέτοιες και τόσες που υπερβαίνουν όσα δέχεται παγίως η επιστήμη και, ιδίως, η νομολογία.

4. Η αναλογική αντιπροσώπευση έχει αναγορευτεί νομολογιακά σε κατευθυντήρια αρχή για τη διαμόρφωση κάθε εκλογικού συστήματος και σε βασικό κριτήριο για τον έλεγχο της συμβατότητά του προς το Σύνταγμα. Αν και δεν προβλέπεται ρητά, συνάγεται ερμηνευτικά με αναγωγή στις εκλογικές αρχές[47] και στα χαρακτηριστικά[48] του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αποτελεί τη μία, η άλλη είναι η κυβερνητική σταθερότητα, από τις σταθμιζόμενες επιδιώξεις του κοινού νομοθέτη, όταν καταστρώνει τη μέθοδο μετασχηματισμού της λαϊκής θέλησης σε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, δηλαδή κατά την επεξεργασία του εκλογικού συστήματος.

Η αναλογική αντιπροσώπευση συνιστά, επίσης, σταθερή επιδίωξη, υπό τους όρους που τίθενται κάθε φορά στη νομοθεσία, των μεικτών εκλογικών συστημάτων, δηλαδή και των παραλλαγών της ενισχυμένης αναλογικής, που ίσχυσαν στη χώρα μας τουλάχιστον μετά τη μεταπολίτευση. Τούτο αναγνωρίζει η πάγια νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Γι’ αυτό, έχουν απορριφθεί όλες οι ενστάσεις με τις οποίες αμφισβητήθηκε, κατά καιρούς, η συνταγματικότητά τους.[49]

5. Τυχόν αναγόρευση της αναλογικής αντιπροσώπευσης ή της δέσμευσης του κοινού νομοθέτη από τα βασικά χαρακτηριστικά του αναλογικού εκλογικού συστήματος σε συνταγματικό κανόνα θα είχε πάντως απλώς διαπιστωτικό χαρακτήρα με αμιγώς πανηγυρικό και, εντέλει, συμβολικό περιεχόμενο. Δεν φαίνεται, λοιπόν, να υπηρετεί συνταγματικό σκοπό και δεν θεωρείται ικανή να εισφέρει προστιθέμενη συνταγματική αξία με απτή κανονιστική επενέργεια σε ένα θεσμικό περιβάλλον, όπου ο εκλογικός δικαστής αντιμετωπίζει από μακρού την αναλογική αντιπροσώπευση ως κατευθυντήρια αρχή και, αντίστοιχα, ο κοινός νομοθέτης υιοθετεί, κατά βάση και σταθερά, τις παραδοχές της νομολογίας. Η διαπίστωση ισχύει, καταρχήν, υπό το επικρατούν σύστημα αμφισβήτησης του κύρους των εκλογών.[50] Ωστόσο, σε περίπτωση καθιέρωσης συγκεντρωτικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από ειδικό σχηματισμό, με τη μορφή μάλλον Συνταγματικού Δικαστηρίου, τα δεδομένα θα διαφοροποιηθούν σημαντικά.[51]

Ανεξάρτητα πάντως της σημασίας που θα είχε ενδεχόμενη πρωτοβουλία για την καθιέρωση συνταγματικά συγκεκριμένης μορφής εκλογικού συστήματος, η τύχη μιας τέτοιας πρότασης πολιτικά εξακολουθεί να διαγράφεται αμφίβολη. Ο καθορισμένος ελάχιστος αριθμός βουλευτών για την υποβολή της θα μπορούσε, εύκολα ή δύσκολα, να συμπέσει σε μια, ίσως γενικόλογη, αλλά προς την κατεύθυνση που, εναλλακτικά, επισημάνθηκε προηγουμένως, διατύπωση. Ωστόσο, για την υπερψήφισή της απαιτείται, καταρχήν, η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Ακόμη και στην εξαιρετική περίπτωση που θα εξασφαλιζόταν, πιθανολογείται αδύνατη η συγκέντρωση της αυξημένης πλειοψηφίας των τριών πέμπτων για την υιοθέτηση προσθήκης στο σώμα του συνταγματικού κειμένου.         

        

 

V. Οι εκλογικές περιφέρειες

 

 

1. Οι βουλευτικές έδρες κατανέμονται στις βασικές[52] εκλογικές περιφέρειες. Ο αριθμός των τελευταίων καθορίζεται με νόμο, ο οποίος ισχύει στις μεθεπόμενες μετά την ψήφισή του εκλογές. Μπορεί όμως να προβλεφθεί ρητά η άμεση εφαρμογή του, εάν τούτο αποφασιστεί με την αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων των βουλευτών, δηλαδή τουλάχιστον διακοσίων.[53]

Η επικράτεια διαιρείται σε πενήντα έξι βασικές εκλογικές περιφέρειες, στις οποίες διατίθενται οι διακόσιες ογδόντα οκτώ από τις συνολικά τριακόσιες έδρες του Κοινοβουλίου.[54] Τα εδαφικά τους όρια συμπίπτουν με εκείνα του νομού,[55] εξαιρουμένων της Αττικής[56] και της Θεσσαλονίκης.[57] Εξάλλου, δώδεκα βουλευτές εκλέγονται, με «το σύστημα των δεσμευμένων συνδυασμών» (λίστα), σε συνάρτηση προς την εκλογική δύναμη στην επικράτεια, η οποία αποτελεί στην περίπτωση αυτή μία ενιαία εκλογική περιφέρεια.[58] Πρόκειται για του βουλευτές Επικρατείας.[59]

2. Η αρχή της ισότηταςισοδυναμίας της ψήφου επιβάλλει, όπως γίνεται από μακρού δεκτό στην επιστήμη[60], ο αριθμός των ψήφων που απαιτούνται για την εκλογή βουλευτή να είναι, κατά κανόνα, ο ίδιος σε όλες τις βασικές εκλογικές περιφέρειες της χώρας. Τούτο θα μπορούσε να επιτευχθεί, όταν οι βουλευτικές έδρες κατανέμονται σε ευρύτερες χωρικά ενότητες, χωρίς να εντοπίζονται μεταξύ τους σημαντικές διαφοροποιήσεις, πέραν εκείνων που επιβάλλουν οι γεωγραφικές και διοικητικές  ιδιαιτερότητες της χώρας. Υπό την προσέγγιση αυτή, οι πέντε βασικές εκλογικές περιφέρειες της Αττικής και οι δύο της Θεσσαλονίκης θα έπρεπε να είχαν, προ πολλού, «σπάσει» σε περισσότερες.[61]

Προς την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή την άρση, κατά το δυνατόν, των ακραίων διαφοροποιήσεων στον αριθμό των ψήφων για την εκλογή βουλευτή, κινείται και η διάκριση των βασικών εκλογικών περιφερειών σε ελάσσονες και μείζονες. Η εισαγωγή της στην έννομη τάξη μας, συνταγματικά ή νομοθετικά, προϋποθέτει, όπως καταδείχθηκε από τις αποτυχημένες απόπειρες του πρόσφατου παρελθόντος, πολιτική συμφωνία.[62] Στην περίπτωση που εξασφαλιστεί, προφανώς με απτούς εκ των προτέρων και επαληθεύσιμους όρους, απομένει να διευκρινιστεί η συγκεκριμένη μορφή που θα λάβει η πρωτοβουλία. Με άλλα λόγια, εάν μπορεί να εκδηλωθεί από τον κοινό νομοθέτη ή πρέπει να προηγηθεί αναθεώρηση του Συντάγματος.

3. Ο συντακτικός εξουσιοδοτεί τον κοινό νομοθέτη να καθορίσει τις βασικές εκλογικές περιφέρειες. Για την εξειδίκευση της συνταγματικής επιλογής δεν διαθέτει απόλυτη ελευθερία. Έτσι, η επικράτεια δεν επιτρέπεται να αποτελέσει μία, ενιαία, βασική εκλογική περιφέρεια,[63] μπορεί όμως να διαιρεθεί σε περισσότερες και σε αριθμό που ποικίλει ανάλογα με τα προκρινόμενα κριτήρια για τη χάραξή τους. [64]

Συνεπώς, η ισχύουσα συνταγματική τάξη δεν φαίνεται, καταρχήν, να αποκλείει τη διάκριση των εκλογικών περιφερειών σε μείζονες και ελάσσονες. Άλλωστε, είχε ήδη  προβλεφθεί σε διάφορες παραλλαγές του εκλογικού συστήματος της ενισχυμένης αναλογικής που ίσχυσαν στη χώρα μας κατά το παρελθόν. Συγκεκριμένα, σε ελάσσονες (βασικές) εκλογικές περιφέρειες διατίθεντο οι βουλευτικές έδρες στην πρώτη κατανομή, ενώ όσες παρέμεναν αδιάθετες κατανέμονταν σε μείζονες (εφετειακές) εκλογικές περιφέρειες, στην πλειονότητα των περιπτώσεων σε όσους συνδυασμούς είχαν συγκεντρώσει το καθορισμένο ελάχιστο ποσοστό εγκύρων ψηφοδελτίων στην επικράτεια.[65]

4. Η διάκριση των εκλογικών περιφερειών σε μείζονες και ελάσσονες απασχόλησε την αναθεώρηση του 2001. Την αφορμή έδωσε η συζήτηση για την καθιέρωση παραλλαγής του γερμανικού εκλογικού συστήματος, προσαρμοσμένου στην ελληνική πραγματικότητα. Στην οικεία Επιτροπή της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ο Γενικός Εισηγητής της πλειοψηφίας πρότεινε προσθήκη νέου εδαφίου στην παρ. 1 του άρθρου 54 σύμφωνα με το οποίο: «Οι εκλογικές περιφέρειες μπορεί να διακρίνονται σε ελάσσονες και μείζονες, όπως νόμος ορίζει».[66]

Η πρωτοβουλία του αιφνιδίασε, αφού ουδέποτε είχε συζητηθεί στην προτείνουσα Βουλή. Έσπευσε, γι’ αυτό, να διευκρινίσει το περιεχόμενό της, επισημαίνοντας ότι με την υπερψήφισή της η κατανομή των βουλευτικών εδρών «μπορεί να γίνεται είτε διαδοχικά, αρχικά σε ελάσσονες και μετά στην αντίστοιχη μείζονα, είτε εξαρχής σε ελάσσονες και μείζονες».[67] Η πρόταση αντιμετωπίστηκε όμως με δυσπιστία, συνάντησε τη διακομματική αντίδραση[68] και τελικά εγκαταλείφθηκε.[69]

Ο σκοπός της υπήρξε διττός.[70] Επιχειρήθηκε, εν πρώτοις, να τυποποιηθεί συνταγματικά η γνωστή, σε επιμέρους παραλλαγές της ενισχυμένης αναλογικής, διάκριση των εκλογικών περιφερειών σε βασικές (ελάσσονες) και σε μείζονες (εφετειακές). Έως τότε ουδέποτε είχε αμφισβητηθεί δικαστικά, αλλά και εάν τυχόν επιχειρούνταν, οι όποιες αιτιάσεις εύκολα θα μπορούσαν να απαντηθούν πειστικά και να απορριφθούν. Συνεπώς, η συνταγματική τυποποίηση θα είχε, εντέλει, αμιγώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα.

Μοναδική ουσιαστική συμβολή της πρωτοβουλίας έπρεπε, γι’ αυτό, να θεωρηθεί η καθιέρωση με διάταξη συνταγματικής περιωπής της, άγνωστης στα εκλογικά μας δεδομένα, διάκρισης των βασικών εκλογικών περιφερειών σε ελάσσονες και μείζονες. Η εισαγωγή της θα μπορούσε να εκληφθεί πάντως και ως αναγνώριση της αδυναμίας του κοινού νομοθέτη να τη θεσπίσει. Με άλλα λόγια, ως ομολογία ότι η συνταγματική μας τάξη δεν επιτρέπει την καθιέρωσή τους και, σε απώτερη αναγωγή, την εισαγωγή παραλλαγής του γερμανικού εκλογικού συστήματος με αυτά τα χαρακτηριστικά.

5. Ο κοινός νομοθέτης διαθέτει ευρύτατα περιθώρια επιλογών κατά τον καθορισμό των βασικών εκλογικών περιφερειών. Βέβαια, οφείλει να προβλέψει περισσότερες, δεν δεσμεύεται όμως κατά την οροθέτησή τους στο συνολικό αριθμό και τη συγκεκριμένη μορφή. Αρκεί η χάραξή τους αφενός να λαμβάνει υπόψη τις γεωγραφικές ή διοικητικές ιδιαιτερότητες της χώρας, αφετέρου δε να εναρμονίζεται προς το κανονιστικό περιεχόμενο των συνταγματικών αρχών που διέπουν την ψήφο και την ψηφοφορία.

Η επικράτεια μπορεί, λοιπόν, να διαιρείται σε ελάσσονες[71] και σε μείζονες[72] βασικές εκλογικές περιφέρειες,[73] χωρίς να εγείρονται βάσιμα αμφισβητήσεις.[74] Γι’ αυτό, η συνταγματική κατοχύρωσή τους δεν ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη, δεν φαίνεται να υπηρετεί συνταγματικό σκοπό και, σε κάθε περίπτωση, δεν εισφέρει προστιθέμενη (συνταγματική) αξία με απτή κανονιστική επενέργεια. Έτσι, ενδεχόμενη εισαγωγή της στο σώμα του Καταστατικού Χάρτη θα είχε επιβεβαιωτικό περιεχόμενο, περικλείοντας πάντως σημαντικό πολιτικό συμβολισμό, καθώς θα εξουδετέρωνε, εν τη γενέσει τους, τις αναμενόμενες αντιδράσεις για την καθιέρωση παραλλαγής του γερμανικού εκλογικού συστήματος, προσαρμοσμένου στην ελληνική εκλογική πραγματικότητα.  

6. Η αναδιάταξη των βασικών εκλογικών περιφερειών αποτελεί τα τελευταία χρόνια προσφιλές θέμα σε κάθε πολιτική συζήτηση. Σε αυτήν προσβλέπουν πολλοί για  να μειωθεί το κόστος των εκλογών. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η διεκδίκηση της προτίμησης του εκλογικού σώματος σε χωρικές ενότητες μικρότερης έκτασης, περιορίζει δραστικά τις απαιτήσεις του εκλογικού αγώνα, τις ανάγκες των υποψηφίων και, εντέλει, την εξάρτησή τους από οικονομικά συμφέροντα.

Η διαφάνεια στη διαχείριση του πολιτικού χρήματος πρέπει να αποτελεί, ιδίως σε περιόδους κρίσης του πολιτικού συστήματος και διάχυτης αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του πολιτικού προσωπικού, πρωταρχική μέριμνα αλλά και βασική υποχρέωση κάθε δημοκρατικής πολιτείας. Προς αυτήν την κατεύθυνση, όποια πρωτοβουλία μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση και την εμβάθυνσή της δεν είναι μόνον ευπρόσδεκτη αλλά και επιβεβλημένη. Τέτοια ασφαλώς θεωρείται η συμπίεση των χρηματικών απαιτήσεων της εκλογικής αναμέτρησης.

Για να επικρατήσει η διαφάνεια στα οικονομικά της πολιτικής δεν αρκούν όμως μόνον ο περιορισμός του κόστους του εκλογικού αγώνα ή, όπως συνηθίζεται στη χώρα μας, η, χωρίς ρεαλισμό και μέτρο, θέσπιση απαγορεύσεων. Απαιτείται, προεχόντως, αποτελεσματικός έλεγχος της διαχείρισής τους. Η διενέργειά του υπό τους όρους αυτούς εξασφαλίζεται με την οργάνωση συστήματος που θα τον καθιστά επίκαιροαποκεντρωμένο και αξιόπιστο.[75] Η ευθύνη ανήκει πρωταρχικά, αν όχι αποκλειστικά, στον κοινό νομοθέτη. Συνεπώς, η αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία, εάν το ζήτημα έπρεπε να την απασχολήσει, ελάχιστα θα μπορούσε να εισφέρει.        

 

 

 

VΙ. Ο αριθμός των βουλευτών στις βασικές εκλογικές περιφέρειες

 

 

1. Καθόλη τη διάρκεια της μακράς εκλογικής μας ιστορίας ουδέποτε καθορίστηκε συνταγματικά ο αριθμός των βουλευτών που αναδεικνύονται σε κάθε βασική εκλογική περιφέρεια. Προς τούτο, ο συντακτικός εξουσιοδότησε αρχικά τον κοινό[76] και, στη συνέχεια, τον κανονιστικό νομοθέτη[77], χωρίς ποτέ να τους αφήσει απολύτως ελεύθερους. Σε εκδήλωση δυσπιστίας στο πρόσωπό τους ή, υπό μία άλλη περισσότερο «πατερναλιστική» οπτική, επιδιώκοντας να εξουδετερώσει, εκ των προτέρων, την όποια εις βάρος τους κριτική, οροθέτησε με στενότητα την άσκηση της κρίσιμης για την εκλογική διαδικασία αρμοδιότητας. Έτσι, απαίτησε οι επιλογές τους να διαμορφώνονται με γνώμονα τον πληθυσμό κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας[78] και να εκπροσωπούνται αναλόγως του μέγεθός του.[79]

Η έννοια του πληθυσμού εμφανίζεται στην πράξη υπό τρεις διακριτές παραλλαγές.[80] Το σύνολο των πολιτών που κατοικούν σε κάθε βασική εκλογική περιφέρεια αποτελεί τον πραγματικό πληθυσμό της. Εξάλλου, το νόμιμο απαρτίζουν οι εγγεγραμμένοι στα οικεία δημοτολόγια. Τέλος, ο εκλογικός πληθυσμός διακρίνεται στο θέσει, δηλαδή τους εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους,[81] και το δυνάμει, αποτελούμενο από το σύνολο των πολιτών που τελικά ψηφίζουν.[82][83]

Σε πρώτη φάση, ο κοινός νομοθέτης αφέθηκε να προκρίνει, μεταξύ των τριών παραλλαγών. Για τον καθορισμό των βουλευτών κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας επιλέγει, κατά κανόνα, το νόμιμο πληθυσμό, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της τελευταίας δημοσιευμένης πριν από τις εκλογές γενικής απογραφής.[84][85] Πρόκειται για επιλογή, η οποία θα τυποποιηθεί στο Σύνταγμα του 1975.[86] Εξάλλου, στην αναθεώρησή του το  2001 ο συντακτικός νομοθέτης θα προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα και, υπό την πίεση των βουλευτών της αντιπολίτευσης, [87]οροθέτησε εννοιολογικά το νόμιμο πληθυσμό.[88]

2. Η γενική απογραφή διενεργείται στη χώρα μας κάθε δέκα χρόνια, τους πρώτους μήνες του δεύτερου έτους της νέας δεκαετίας. [89] Ως προς το νόμιμο πληθυσμό αποτυπώνει «φωτογραφικά» την εικόνα των δημοτολογίων συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αν και έως τη νέα απογραφή σημειώνονται, σε πολλές δε περιπτώσεις σημαντικές, διαφοροποιήσεις, το αποτέλεσμά της εξακολουθεί να καθορίσει τον αριθμό των βουλευτών σε κάθε βασική εκλογική περιφέρεια. Έτσι, για περίοδο που, υπό τα επικρατούντα στη χώρα μας, αφορά τουλάχιστον τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, ο αριθμός τους παραμένει αμετάβλητος, παρά τις σημειούμενες διαρκώς αλλαγές.

Η αρχή της ισότητας-ισοδυναμίας επιτάσσει, μεταξύ άλλων, η ψήφος κάθε πολίτη να επιδρά, κατά το δυνατόν, ισότιμα στη διαμόρφωση των επιλογών του εκλογικού σώματος και, με τον τρόπο αυτόν, διασφαλίζεται η ελεύθερη, ιδιαίτερα δε η ανόθευτη, με άλλα λόγια η γνήσια, εκδήλωση της λαϊκής θέλησης ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Η συμμόρφωση προς το κανονιστικό τους περιεχόμενο στην εξεταζόμενη περιοχή, επιβάλλει σε κάθε βασική εκλογική περιφέρεια ναεκλέγεται αριθμός βουλευτών ανάλογος προς τον πληθυσμό της. Προς τούτο, το μέγεθός του πρέπει να είναι εξακριβωμένο και ενεστώς[90] Δηλαδή, να προκύπτει στο πλαίσιο διαδικασίας, που τον καταγράφει αυθεντικά και με ακρίβεια, ενώ το αποτέλεσμά της αφενός να γνωρίζει ευρύτατη δημοσιότητα, αφετέρου δε να περιέχει πραγματικά και αληθή, όχι πλασματικά, αριθμητικά δεδομένα. 

Η γενική απογραφή του πληθυσμού αποτελεί μέθοδο για τη εξακρίβωση του μεγέθους του.[91] Η σύνδεσή της με την εκλογική διαδικασία και τον καθορισμό των βουλευτών σε κάθε βασική εκλογική περιφέρεια συνυφαίνεται άρρηκτα με την εκλογική μας παράδοσης και αποτελεί προ πολλού περιεχόμενο του Συντάγματός μας. Ωστόσο, αποτυπώνει στιγμιαία την εικόνα των δημοτολογίων, καταγράφοντας αριθμητικά δεδομένα, τα οποία, αν και μεταβάλλονται στην πορεία του χρόνου, δεσμεύουν για διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας την κατανομή των βουλευτικών εδρών. Συνεπώς, ο νόμιμος πληθυσμός, όπως προκύπτει από τη γενική απογραφή, είναι μεν εξακριβωμένος όχι όμως και ενεστώς, τουλάχιστον υπό τους όρους που επιβάλλουν οι θεμελιώδεις εκλογικές αρχές της ισότητας ισοδυναμίας της ψήφου και της γνήσιας εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης.

Μέθοδο εξακρίβωσης του πληθυσμού και μάλιστα σε παραλλαγή του που ανήκει συστηματικά στο σκληρό πυρήνα της εκλογικής διαδικασίας συνιστά η προσφυγή στα δεδομένα του εκλογικού καταλόγου. Καταρτίζεται ενιαία, δηλαδή χωρίς τη διάκριση ανδρών και γυναικών, με βάση τα δημοτολόγια του οικείου δήμου, και η εγγραφή τους είναι υποχρεωτική[92]. Εξάλλου, το περιεχόμενό του επικαιροποιείται, με ευθύνη του οικείου δημάρχου, σε τακτά χρονικά διαστήματα[93]και κάθε έτος ελέγχεται δικαστικά.[94] Στον κατάλογο αποτυπώνεται με ακρίβεια το σύνολο των πολιτών που διαθέτουν το δικαίωμα του εκλέγειν και, γι’ αυτό, μπορεί να συμμετέχουν στην ψηφοφορία.[95] Συνεπώς, πρόκειται για καταγραφή, ενδεχομένως η μοναδική, που ανταποκρίνεται πληρέστερα στη συνταγματική απαίτηση το μέγεθος του πληθυσμού για την κατανομή των βουλευτικών εδρών σε κάθε βασική εκλογική περιφέρεια να είναι εξακριβωμένο και ενεστώς, δηλαδή ακριβές και αυθεντικό, πραγματικό και αληθές.[96]

Στον εκλογικό κατάλογο περιέχεται ο θέσει, σύμφωνα με την κρατούσα στην επιστήμη διάκριση, εκλογικός πληθυσμός, δηλαδή το σύνολο των ενεργών πολιτών που είναι φορείς του δικαιώματος της ψήφου. Ο καθορισμός του αριθμού των βουλευτών κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας με βάση το περιεχόμενό του ανταποκρίνεται πληρέστερα στο κανονιστικό περιεχόμενο των αρχών της ισότητας-ισοδυναμίας της ψήφου και, ιδίως, της γνήσιας εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας. Η πρότ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 54 Συντ. δεν μπορεί, γι’ αυτό, να μην απασχολήσει την αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία. Το κριτήριο των εγγεγραμμένων στα οικεία δημοτολόγια, δηλαδή του νόμιμου πληθυσμού, φαίνεται σκόπιμο να δώσει τη θέση του σε εκείνο των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους[97][98] και, ταυτόχρονα, ο καθορισμός των βουλευτών κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας να «απεξαρτηθεί» από τα αποτελέσματα της γενικής απογραφής.

3. Ο αρμόδιος Υφυπουργός Εσωτερικών  είχε παραλείψει να επισπεύσει την έκδοση της κοινής απόφασης, με την οποία κυρώνονταν τα αποτελέσματα της γενικής απογραφής πληθυσμού του 1991.[99] Έτσι, οι βουλευτικές έδρες στις βασικές εκλογικές περιφέρειας κατά την αναμέτρηση της 10ης Οκτωβρίου 1993 κατανεμήθηκαν με βάση εκείνα του 1981. Το γεγονός προκάλεσε την αμφισβήτηση του κύρους της συγκεκριμένης εκλογής με την υποβολή ενστάσεων, όχι πάντως για το σύνολο της επικράτειας.[100][101] Προκειμένου να αποκλείσει την επανάληψη, ο συντακτικός νομοθέτης συμπλήρωσε το 2001 την παρ. 2 του άρθρου 54 Συντ. με νέο εδάφιο.

Η εισαγωγή του κατοχυρώνει αμάχητο, κατά την ορθότερη άποψη, τεκμήριο[102] δημοσίευσης των αποτελεσμάτων της γενικής απογραφής. Έτσι, τα στοιχεία της αρμόδιας υπηρεσίας, εν προκειμένω της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, θεωρούνται δημοσιευμένα[103] μετά την πάροδο ενός έτους από την τελευταία ημέρα διεξαγωγής της. Η διάταξη δοκιμάστηκε για πρώτη φορά στην πράξη ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης της 17ης Ιουνίου 2012, προσθέτοντας μία ακόμη εστία θεωρητικής αμφισβήτησης και έντασης σε κρίσιμη για τη χώρα μας πολιτική συγκυρία.

Η διενέργεια της τελευταίας γενικής απογραφής πληθυσμού ολοκληρώθηκε την 24η Μαΐου 2011[104] και τα αποτελέσματά της θεωρούνταν, σύμφωνα με τη νέα συνταγματική διάταξη, δημοσιευμένα ένα έτος μετά, δηλαδή σε χρονική στιγμή μεταξύ της προκήρυξης των γενικών βουλευτικών εκλογών και της διεξαγωγής της ψηφοφορίας.[105][106] Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής είχε ενημερώσει[107] μερικές ημέρες πριν από τη συμπλήρωση της συνταγματικής προθεσμίας ότι η επεξεργασία των ερωτηματολογίων προβλέπεται να ολοκληρωθεί το νωρίτερο στα μέσα Ιουλίου. Δίχως, λοιπόν, να υπάρχουν αποτελέσματα της αρμόδιας υπηρεσίας, μοναδική συνταγματική προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του τεκμηρίου δημοσίευσης,[108] ορισμένοι έσπευσαν πρόωρα και πρόχειρα, με δύο λόγια ανεύθυνα, να αμφισβητήσουν το κύρος των επικείμενων εκλογών,[109] επικαλούμενοι ρύθμιση που υπό τις επικρατούσες, τότε, συνθήκες είχε καταστεί πρακτικά ανεφάρμοστη.[110] 

4. Η συνταγματική κατοχύρωση του τεκμηρίου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα επιλογής, η οποία σπεύδει να απαντήσει κανονιστικά σε μεμονωμένη, «ατομική», περίπτωση, δίχως να προηγηθεί η εξέταση, σε όλες τις επιμέρους παραμέτρους του, του ζητήματος, και με διατύπωση που δεν μπορεί να εγγυηθεί την εφαρμογή της. Εκλαμβάνοντας το προηγούμενο του 1993 ως το μοναδικό προς ρύθμιση, ο συντακτικός νομοθέτης παρέλειψε να αντιμετωπίσει την εξίσου πιθανή, ίσως μάλιστα στις ημέρες μας και πιθανότερη, περίπτωση κατά την οποία παρέρχεται η συνταγματική προθεσμία, προκηρύσσονται εκλογές και δεν υπάρχουν ακόμη τα επεξεργασμένα αποτελέσματα της γενικής απογραφής από την αρμόδια υπηρεσία. Εν προκειμένω, κανένα τεκμήριο δεν μπορεί, αντικειμενικά, να διεκδικήσει δεσμευτική ισχύ και, ιδίως, να επιφέρει συγκεκριμένες έννομες συνέπειες. Έτσι, η επίκλησή του καταλήγει απλουστευτικό κανονιστικό άτοπο.

Για όλους αυτούς τους λόγους, το εδάφιο β΄ της παρ. 2 του άρθρου 54 Συντ. επιβάλλεται να απασχολήσει την αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία. Η συγκεκριμένη κατεύθυνση που θα κινηθεί συναρτάται ευθέως με την τύχη του νόμιμου πληθυσμού. Εάν προκριθεί η διατήρησή του ως κριτηρίου, τούτο σημαίνει ότι οι βουλευτές κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας θα εξακολουθήσουν να καθορίζονται ανάλογα με τον αριθμό των εγγεγραμμένων στα οικεία δημοτολόγια, η συνταγματική διάταξη χρήζει αναδιατύπωσης. Με το νέο περιεχόμενό της πρέπει πάντως να εξασφαλίζεται ότι μπορεί να υποδειχθεί όχι μόνον το ειδικό ζήτημα, δηλαδή την παράλειψη δημοσίευσης του αποτελέσματος της γενικής απογραφής, αλλά, ιδίως, το γενικό, της μη ολοκλήρωσης της επεξεργασίας των στοιχείων της.[111]

Από τη στιγμή όμως που η συνολική αντιμετώπιση του ζητήματος προβάλλει εξαιρετικά δυσχερής, η επιβίωση της διάταξης, με τη γνωστή διατύπωσή της, πρέπει να θεωρείται αδύνατη. Επιβάλλεται, γι’ αυτό, η απάλειψη του τεκμηρίου από το σώμα του συνταγματικού κειμένου. Την ίδια τύχη θα έχει υποχρεωτικά, εάν προκριθεί η αντικατάσταση του νόμιμου πληθυσμού από το θέσει εκλογικό ως κριτηρίου για τον καθορισμό των βουλευτών κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας.

 

VΙΙ. Η ψήφος των εκτός επικρατείας πολιτών και οι βουλευτές Επικρατείας

 

 

1. Σαράντα σχεδόν χρόνια μετά την παροχή εξουσιοδότησης από το συντακτικό στον κοινό νομοθέτη να οργανώσει την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων πολιτών που βρίσκονται εκτός των ορίων της επικράτειας,[112] ο εκτελεστικός νόμος δεν έχει ακόμη εκδοθεί.[113] Η σχετική πρόβλεψη περιλήφθηκε το 1975 στην παρ. 4 του άρθρου 51 Συντ. και οι ορισμοί της εμπλουτίστηκαν στην αναθεώρηση του 2001, εναρμονιζόμενοι και στις παρατηρήσεις της επιστήμης.[114] Συγκεκριμένα, η ψηφοφορία αποσυνδέεται από την αρχή της ταυτόχρονης διενέργειας των εκλογών[115], ενώ ως μέσο για την έκφραση της εκλογικής θέλησης προβλέπεται η επιστολική ψήφος ή κάθε άλλο πρόσφορο, υπό τον όρο ότι η καταμέτρηση των ψηφοδελτίων και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων θα γίνεται ταυτόχρονα με εκείνη των εκλογικών τμημάτων της επικράτειας. Για την υπερψήφιση του σχεδίου νόμου απαιτείται, τέλος, η αυξημένη  πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών[116].

Αμέσως μετά την εκλογική αναμέτρηση της 16ης Σεπτεμβρίου 2007, η κυβέρνηση παρέδωσε τις προτάσεις της στα πολιτικά κόμματα. Η πρωτοβουλία αντιμετωπίστηκε όμως με δυσπιστία. Η κριτική επικεντρώθηκε αφενός στην επιλογή μεταξύ των συνδυασμών της βασικής εκλογικής περιφέρειας, αφετέρου δε στην επίδραση της ψήφου των εκτός επικρατείας πολιτών κατά την κατανομή των βουλευτικών εδρών. Η πλειονότητα ζήτησε τη σύσταση διακριτής βασικής εκλογικής περιφέρειας, όπου θα ψηφίζουν όλοι οι ψηφοφόροι αυτής της κατηγορίας και θα αναδεικνύονται οι εκπρόσωποί τους.[117]

Το σχέδιο νόμου κατατέθηκε τελικά στη Βουλή την 19η Φεβρουαρίου 2009, χωρίς σημαντικές αλλαγές. Με τις ρυθμίσεις του οργανώνονταν η άσκηση του δικαιώματος της ψήφου των αποδήμων[118] αλλά και όσων ελλήνων πολιτών την ημέρα των γενικών εκλογών βρίσκονται εκτός της επικράτειας.[119] Όλοι τους θα εγγράφονταν σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους[120] και θα εξέφραζαν την προτίμησή τους μεταξύ των συνδυασμών που είχαν καταρτίσει ψηφοδέλτιο Επικρατείας.[121] Η άρνηση της αντιπολίτευσης και, ιδίως, της αξιωματικής να συμφωνήσει στις βασικές επιλογές του νομοσχεδίου απέκλεισε, εκ των προτέρων, τη συγκέντρωση της αυξημένης πλειοψηφίας.[122] Έτσι, η επεξεργασία του τερματίστηκε πρόωρα, ήδη από τη φάση της επί της αρχής συζήτησης.[123]

2. Η συνταγματική απαίτηση ο εκτελεστικός νόμος να ψηφίζεται από τουλάχιστον διακοσίους βουλευτές αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της πολιτικής επιλογής κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001 οι νέες διατάξεις να εξασφαλίζουν ευρύτερες συγκλίσεις για να διαθέτουν συναινετικό πρόσημο. Αν και δηλωτική μιας γενικότερης αντίληψης που διέτρεξε όλες τις επιμέρους φάσεις της, στο συγκεκριμένο σημείο πρέπει να θεωρηθεί, εν πολλοίς, αμφιλεγόμενη καθώς καθιστά τη συνταγματική ρύθμιση στην πράξη πρακτικά ανεφάρμοστη. Σε αντίθεση με το σχέδιο νόμου για το εκλογικό σύστημα, υπό τη στενή έννοια του όρου,[124] η προώθηση του οποίου απαιτεί συναίνεση και αποτροπή κάθε αιφνιδιασμού, ο εκτελεστικός νόμος για τους εκτός επικρατείας πολίτες εντοπίζεται στην οργάνωση της άσκησης του εκλογικού τους δικαιώματος. Πρόκειται για, καταρχήν, ευάριθμη ομάδα ψηφοφόρων, όχι όμως συγκριτικά τόσο μεγάλη ποσοτικά, ώστε με την ψήφο τους να καθορίζουν το αποτέλεσμα της λαϊκής ετυμηγορίας.

Η αποτυχημένη πρώτη απόπειρα για τη θέσπισή του προδιαγράφει με ασφαλή βεβαιότητα, τουλάχιστον κατά τη συνήθη και γνωστή εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων, την τύχη κάθε ανάλογης πρωτοβουλίας στο μέλλον. Η ευθεία σύνδεση με την απαίτηση της αυξημένης πλειοψηφίας για την υπερψήφισή της, «απεξαρτά» μεν τον εκτελεστικό νόμο από τις διαθέσεις της συμπολίτευσης, αλλά τον καθιστά, εντέλει, όμηρο της αντιπολίτευσης, προκειμένου να συγκεντρωθούν οι απαιτούμενοι συνταγματικά διακόσιοι βουλευτές. Υπό τον επικρατούντα συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων, ο οποίος δεν αναμένεται σύντομα να μεταβληθεί σημαντικά, η ευδοκίμηση του αυτονόητου και θεσμικά επιβεβλημένου εγχειρήματος για την εξειδίκευση των συνταγματικών ορισμών πιθανολογείται βάσιμα ότι θα παραμείνει τουλάχιστον  εξαιρετικά δύσκολη.

3. Η αναθεωρητική πρωτοβουλία θα κληθεί να άρει τα εμπόδια και οι προς τούτο επιλογές διαγράφονται υποχρεωτικά δύο. Ο συντακτικός νομοθέτης θα μπορούσε, εν πρώτοις, να εστιάσει την προσοχή του στην καρδιά του προβλήματος, δηλαδή στην απαίτηση της αυξημένης πλειοψηφίας. Η εν λόγω επιλογή θα ερμηνεύονταν όμως ως ομολογία λάθους. Η διόρθωσή του, εάν μπορούσαν να υπερπηδηθούν τα πολιτικά αναχώματα που ορθώνονται, επιβάλλει την επιστροφή στον κανόνα της άσκησης του νομοθετικού έργου, δηλαδή στην υπερψήφιση από τη συνήθη,[125] ή, σε μία αυστηρότερη παραλλαγή της στην προκειμένη περίπτωση, την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.[126]

Στις επικρατούσες συνθήκες απουσίας μονοκομματικής κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας και επικράτησης του συναινετικού κοινοβουλευτισμού, δεν φαίνεται να καταλείπεται πάντως κανένα ουσιαστικά περιθώριο για να αποκτήσει επικαιρότητα το ενδεχόμενο. Ακόμη και στην περίπτωση που εξασφαλίζονταν ο απαιτούμενος συνταγματικά αριθμός βουλευτών για να ζητήσει την αναθεώρηση, πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η πρότασή τους δεν πρόκειται να συγκεντρώσει την προβλεπόμενη ελάχιστη πλειοψηφία, προκειμένου να εγκριθεί η διαγραφόμενη κατεύθυνσή της. Ποιος άραγε θα παραχωρούσε το προνόμιο της, ουσιαστικά από θέση ισχύος, συμμετοχής στη διαμόρφωση των όρων για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των εκτός επικρατείας πολιτών, εν επιγνώσει του κινδύνου να διαταραχθούν, επ’ ωφελεία των πολιτικών αντιπάλων, οι εύθραυστες ισορροπίες στην κοινοβουλευτική  εκπροσώπηση;

4. Την αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία δεν φαίνεται, λοιπόν, ενδεχόμενο να απασχολήσει η πλειοψηφία για την υπερψήφιση του εκτελεστικού νόμου. Έτσι, το ενδιαφέρον απομένει αποκλειστικά στις αιτιάσεις που προβλήθηκαν κατά την πρώτη και μοναδική έως σήμερα απόπειρα για την έκδοσή του.[127] Δηλαδή, στα ζητήματα της επιλογής μεταξύ των συνδυασμών κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας και, στη συνέχεια, μεταξύ των συνδυασμών που καταρτίζουν ψηφοδέλτιο Επικρατείας.

Στην πρώτη περίπτωση οι εκτός επικρατείας θα ψήφιζαν όπως και οι ετεροδημότες. Ακόμη και εάν αγνοούνταν οι ενδεχόμενες αλλοιώσεις στη γνήσια αντιπροσώπευση που συνεπάγεται η προσθήκη στο τοπικό εκλογικό σώμα ψηφοφόρων, οι οποίοι είχαν στην πλειονότητά τους προ πολλού διακόψει τις σχέσεις τους με τις οικείες βασικές εκλογικές περιφέρειας, η οργάνωση της διαδικασίας θα συναντούσε πολλά, τεχνικά κατά βάση, προβλήματα, συνεπεία της απόστασης και της διασποράς των πολιτών αυτής της κατηγορίας.[128] Έτσι, θα δυσχεραίνονταν υπέρμετρα η ομαλή εξέλιξη της προπαρασκευής της ψηφοφορίας και θα καθυστερούσε σημαντικά η οριστικοποίηση του αποτελέσματος της λαϊκής ετυμηγορίας.

Εξάλλου, η προσμέτρηση της ψήφου τους στη συνολική δύναμη των συνδυασμών για την εκλογή των βουλευτών Επικρατείας, χωρίς μάλιστα να λαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια σχετικά με την κατάταξη υποψηφίων αυτής της κατηγορίας σε εκλόγιμη θέση, δεν είναι, επίσης, άμοιρη κριτικής και προβλημάτων. Συνιστά μια αμιγώς «μηχανιστική» προσέγγιση στο πλαίσιο μιας «διεκπεραιωτικής», κατά βάση, λογικής που παραγνωρίζει αδικαιολόγητα τόσο το διακριτό περιεχόμενο της ψήφου των πολιτών αυτής της κατηγορίας όσο και τη συνταγματική υποχρέωση να αποτιμάται με όρους γνήσιας αντιπροσώπευσης. Τους όρους αυτούς σαφώς υπηρετεί η σύσταση μιας ή και περισσότερων εκλογικών περιφερειώνεκτός της επικρατείας με εκλογείς εγγεγραμμένους στους καταλόγους της και υποψηφίους που εκλέγονται για να τους εκπροσωπούν.[129]

Πρόκειται για προσέγγιση η κατοχύρωση της οποίας προϋποθέτει και απαιτεί αναθεώρηση. Το Σύνταγμά μας οργανώνει, ως γνωστόν, την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος με αναφορά μόνο στην επικράτεια και οι βασικές εκλογικές περιφέρειες κατανέμονται αποκλειστικά εντός των ορίων της. Η απουσία ρύθμισης για τη σύσταση διακριτών χωρικών ενοτήτων εκτός των ορίων της χώρας για τη διάθεση βουλευτικών εδρών ή η έλλειψη σχετικής εξουσιοδότησης στον κοινό νομοθέτη για τη χάραξή τους συγκεκριμενοποιούν, εναλλακτικά, τα βασικά εμπόδια. Οι συνθήκες για την υπέρβασή τους, με όποια επιλογή προκριθεί τελικά, διαγράφονται πάντως ώριμες και πρέπει να απασχολήσει την αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία.

5. Η κατανομή των βουλευτικών εδρών και σε άλλες βασικές εκλογικές περιφέρειες εκτός της επικράτειας δεν επιτρέπεται να οδηγήσει στην αύξηση των βουλευτικών εδρών. Η αναδιάταξη του εκλογικού χάρτη και η επέκταση των εδαφικών του ορίων σε περιοχές μακριά από τη χώρα, όπου διαμένουν ή βρίσκονται Έλληνες πολίτες, δεν πρέπει να αυξήσει τον αριθμό τους. Τουναντίον, σε μια εποχή που η πατρίδα μας δοκιμάζεται οικονομικά είναι όχι μόνο σκόπιμο αλλά και επιβεβλημένο να μειωθεί και μάλιστα να καθοριστεί συνταγματικά κατά τρόπο συγκεκριμένο.[130] Προς την κατεύθυνση αυτή, με αφορμή ή και ανεξαρτήτως της σύστασης βασικών εκλογικών περιφερειών εκτός των εδαφικών ορίων της επικράτειας, προβάλλει η ανάγκη να εξεταστεί το ενδεχόμενο κατάργησης των βουλευτών Επικρατείας.

Σαράντα σχεδόν χρόνια μετά την κατοχύρωσή τους, ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η ειδική συνταγματική ρύθμιση φαίνεται προ πολλού να έχει εξαντληθεί.[131] Το ψηφοδέλτιο επικρατείας κατ’ εξαίρεση μόνο χρησίμευσε για τηνανανέωση του πολιτικού προσωπικού και την προσέλκυση υποψηφίων που δεν θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν και να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό για τη διεκδίκηση της προτίμησης του εκλογικού σώματος. Από τους συνδυασμούς επικρατείας τα πολλά προηγούμενα χρόνια «παρέλασαν» πρόσωπα με βασικό ή μοναδικό τους προσόν τη στενή σχέση με τον αρχηγό. Βέβαια, η συζήτηση για την κατάργηση των βουλευτών Επικρατείας αναμένεται να συναντήσει την αντίθεση της σχετικής πλειοψηφίας στη θητεύουσα Βουλή.[132] Τα επιχειρήματα όμως υπέρ της διατήρησής τους εμφανίζονται σαφώς περιορισμένα και σε συνθήκες συναινετικού κοινοβουλευτισμού όλα τελούν υπό επανεξέταση. Τίποτε πια δεν θεωρείται, εκ των προτέρων, δεδομένο και, γι’ αυτό, αδιαπραγμάτευτο.   

VΙΙΙ. Η υποχρεωτική ψηφοφορία

1. Στην επιστήμη είναι γνωστή η συζήτηση για τη διττή νομική φύση της ψήφου ως δικαιώματος του πολίτη και, ταυτόχρονα, δημόσιου λειτουργήματος.[133] Μέσω αυτής, ο εκλογέας εκφράζει τη βούλησή του, πραγματώνοντας έτσι δικαίωμα με πολιτικό περιεχόμενο και συμμετοχικό πρόσημο. Η εκφρασμένη όμως θέλησή του αναγνωρίζεται, επίσης, ως κρατική, συνέχεται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας και επιφέρει έννομες συνέπειες.

Στην πορεία του χρόνου η συζήτηση έχει προ πολλού ξεπεραστεί, αφού το ενδιαφέρον της επιστήμης επικεντρώθηκε στις αρχές που διέπουν την ψήφο και την ψηφοφορία. Πριν από την κατοχύρωσή τους με διάταξη συνταγματικής περιωπής, ο σχετικός προβληματισμός χρησίμευσε ως ερμηνευτικό έρεισμα για τη θεμελίωση της καθολικής και της υποχρεωτικής ψηφοφορίας.[134] Η πρώτη συνδέθηκε με το εκλογικό δικαίωμα και η δεύτερη με το δημόσιο λειτούργημα, δηλαδή τις δύο εκφάνσεις της διττής φύσης της ψήφου, ενώ η αδικαιολόγητη αποχή από τις εκλογές συνεπάγονταν, καταρχήν, την επιβολή, διοικητικών και ποινικών, κυρώσεων.

2. Η υποχρεωτικότητα της ψήφου κατοχυρώθηκε, κατά πρώτον, στο Σύνταγμα του 1952. Με ερμηνευτική δήλωση που τέθηκε κάτω από το άρθρο 66 ο συντακτικός εξόπλισε τον κοινό νομοθέτη με τη διακριτική ευχέρεια να καταστήσει την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος υποχρεωτική.[135] Υιοθετώντας, αυτολεξεί, τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 56 του «συνταγματικού» κειμένου του 1973, στο Σύνταγμα του 1975 αναγορεύθηκε με ρητό ορισμό σε εκλογική αρχή. Συγκεκριμένα, η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος προβλέφθηκε υποχρεωτική και η παράλειψή της συνοδεύεται από ποινικές κυρώσεις.[136] Τέλος, στην αναθεώρηση του 2001 απαλείφθηκαν οι έννομες συνέπειες της αποχής, με αποτέλεσμα η συνταγματική ρύθμιση να είναι πλέον ατελής.[137]

Η διατύπωση της συνταγματικής διάταξης κατά το μέρος της που αφορά την υποχρεωτική ψηφοφορία, ίδια στην αρχική και στην αναθεωρημένη μορφή της, αποκαλύπτει την εμμονή του συντακτικού νομοθέτη στη διττή νομική φύση της ψήφου. Πρόκειται όμως για επιλογή που περικλείει μια εγγενή αντίφαση,[138] παρούσα σε όλο το εύρος της συνταγματικής της πορείας από την κατάστρωση έως, ιδίως, την εφαρμογή της. Η ψήφος αναγνωρίζεται μεν ως εκλογικό δικαίωμα, συνιστά όμως και δημόσιο λειτούργημα, αφού η άσκησή του ορίζεται υποχρεωτική, ενώ η αδικαιολόγητη αποχή διαθέτει, καταρχήν, ποινικό ενδιαφέρον και επισύρει κυρώσεις. Η κατάργησή τους το 2001 είναι αποκαλυπτική της προσπάθειας να αμβλυνθεί η αντίφαση και να αποκατασταθεί συστηματικά η θεωρητική τάξη. Το εύλογο ερώτημα, πως ο φορέας ενός δικαιώματος υποχρεούται στην άσκησή του παρέμεινε όμως πρακτικά αναπάντητο.

3. Η απάλειψη του κυρωτικού μηχανισμού αποστέρησε το δημόσιο λειτούργημα από τη μοναδική εγγύησή του, καθιστώντας την υποχρεωτικότητα γράμμα κενό. Το γεγονός δεν πέρασε απαρατήρητο από τη συζήτηση στην οικεία Επιτροπή της προτείνουσας αλλά και της Η΄ Αναθεωρητικής Βουλής, αναγκάζοντας ορισμένους να ζητήσουν, εύλογα, την κατάργηση της διάταξης στο σύνολό της, δηλαδή και την τυπική εξαφάνιση από το συνταγματικό κείμενο της αρχής της υποχρεωτικής ψηφοφορίας.[139] Η επίκληση της παιδαγωγικής της λειτουργίας του Συντάγματος προβλήθηκε από την πλειοψηφία για να δικαιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος.[140] Οι εξελίξεις που ακολούθησαν κατέδειξαν όμως ότι ούτε και αυτή υφίσταται πραγματικά.

Το εκλογικό σώμα και, γενικότερα, η κοινωνία αντιμετωπίζουν με αυξανόμενη δυσπιστία την πολιτική και αμφισβητούν την αξιοπιστία του πολιτικού προσωπικού. Η αποχή από αναμέτρηση σε αναμέτρηση βαίνει διαρκώς αυξανόμενη και παραμένει σημαντικά υψηλή, υπονομεύοντας το πολιτικό σύστημα και απονομιμοποιώντας τις επιλογές του. Η κρίση της πολιτικής, μεταλλάσσεται αργά αλλά σταθερά σε κρίση των θεσμών με τον υπαρκτό και απειλητικό κίνδυνο να καταλήξει σε κρίση δημοκρατίας.

Στη αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία ο συντακτικός νομοθέτης οφείλει να απαντήσει πειστικά σε ένα, κυριολεκτικά υπαρξιακό, δίλημμα. Να απαλείψει από το σώμα του συνταγματικού κειμένου την αρχή της υποχρεωτικής ψηφοφορίας, ομολογώντας ευθέως ότι στερείται πια κάθε κανονιστικής ισχύος, και   ανταποκρινόμενος στις επιταγές των καιρών να αναγνωρίσει ότι δεν έχει πλέον κανένα λόγο συνταγματικής ύπαρξης. Ή να καταστήσει την ψήφο, προεχόντως αν όχι αποκλειστικά, δημόσιο λειτούργημα, στο πλαίσιο μιας γενικότερης προσπάθειας για την αποκατάσταση της διαφάνειας στην πολιτική και τη θωράκιση της δημοκρατίας. Η τελική επιλογή δεν θα είναι ασφαλώς εύκολη, αλλά θα καθορίσει την τύχη μιας, κατεξοχήν πολιτικής, λειτουργίας.

ΙΧ. Λευκή ψήφος και εκλογικό μέτρο

1. Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν ορίζονταν ρητά στην εκλογική μας νομοθεσία η αντιμετώπιση των λευκών ψηφοδελτίων κατά την εξαγωγή του εκλογικού μέτρου. Γίνονταν όμως παγίως δεκτό ότι για τον υπολογισμό του λαμβάνονται υπόψη μόνον τα έγκυρα. Η εν λόγω μακρά, ομοιόμορφη και, γι’ αυτό, εδραιωμένη εκλογική πρακτική ανατράπηκε αιφνιδιαστικά και βίαια στην απόφαση 12/2005 του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου. Με οριακή πλειοψηφία κρίθηκε ότι τα λευκά πρέπει να συνυπολογίζονται για την κατανομή των βουλευτικών εδρών, επειδή εκφράζουν έγκυρη βούληση. Έτσι, συντελέστηκε μία θεαματική όσο και απροσδόκητη στροφή, μεταβάλλοντας σε τρεις βασικές εκλογικές περιφέρειες της μείζονος Κεντρικής Μακεδονίας υπέρ της, τότε, κυβερνητικής πλειοψηφίας το αποτέλεσμα της λαϊκής ετυμηγορίας στην αναμέτρηση της 7ης Μαρτίου 2004.[141]

Ελάχιστους μόλις μήνες μετά την έκδοση της απόφασης ο κοινός νομοθέτης έσπευσε να προσδώσει, αναδρομικά, ισχύ τυπικού νόμου στην ανατραπείσα νομολογιακά αντιμετώπιση των λευκών ψηφοδελτίων[142]. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 του ν. 3434/2006[143] προβλέφθηκε ότι -κατά την αληθή έννοια των ορισμών που διέπουν τη σύνταξη των πινάκων αποτελεσμάτων στις βασικές εκλογικές περιφέρειες, την εξαγωγή του εκλογικού μέτρου και την κατανομή των βουλευτικών εδρών- δεν προσμετρούνται στα έγκυρα ψηφοδέλτια[144]. Έτσι, τα πράγματα φαίνεται να επανήλθαν νομοθετικά στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της απόφασης 12/2005 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. 

2. Με την όψιμη πρωτοβουλία του, η οποία εκδηλώθηκε υπό την πίεση των αντιδράσεων της αντιπολίτευσης, απέβλεψε να προλάβει την επικράτηση των νομολογιακών προσεγγίσεων. Η θέσπιση της νέας ρύθμισης, αν και οφειλόμενη, δεν λύνει οριστικά το πρόβλημα, καθώς δεν αποκλείεται στο μέλλον, παρά την εκφρασμένη ρητή βούληση του κοινού νομοθέτη, νέα δικαστική κρίση με το ίδιο περιεχόμενο. Θα ήταν, γι’ αυτό, σκόπιμο, αλλά στην πράξη και επιβεβλημένο η αντιμετώπιση των λευκών ψηφοδελτίων κατά τον υπολογισμό του εκλογικού μέτρου να απασχολήσει την αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία.

Η εισαγωγή συνταγματικής διάταξης,[145] ενδεχομένως με το περιεχόμενο του νόμου, δεν θα κατέλειπε πλέον κανένα ουσιαστικό περιθώριο σε δικαστική αμφισβήτηση και, πολύ περισσότερο, θα απέκλειε την, εκ των υστέρων, ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος. Οι κανονιστικές επενέργειες της πρωτοβουλίας θα ήταν όμως ευρύτερες. Η επιλογή του λευκού θα κατοχυρώνονταν, έστω και ερμηνευτικά, με ρύθμιση αυξημένης τυπικής ισχύος ως ισότιμη εκδήλωση προτίμησης που εκφράζει συνειδητή, δηλαδή έγκυρηπολιτική στάση με περιεχόμενο την αποδοκιμασία όλων των διαθέσιμων εκλογικά προτάσεων. Έτσι, θα ικανοποιούνταν με καθυστέρηση χρόνων  βασικό αίτημα της επιστήμης για τη συνταγματική κατοχύρωση της λευκής ψήφου.[146]   

Χ. Συμπεράσματα

1. Οι πολιτικές δυνάμεις και σημαντική μερίδα της κοινωνίας επενδύουν πολλά στην αναθεώρηση του Συντάγματος για την αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος και, γενικότερα, την υπέρβαση της κρίσης. Δεν μπορεί όμως να εκλαμβάνεται ως πανάκεια, αφού οι υψηλές προσδοκίες μπορεί να αποδειχθούν γρήγορα ατελέσφορες και τα ήδη μεγάλα προβλήματα να επιταθούν. Το αναθεωρητικό εγχείρημα, για να έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, πρέπει να οργανωθεί με ρεαλισμό, να επιχειρήσει εντοπισμένες και ιεραρχημένες παρεμβάσεις, να μην αγνοήσει τις επικρατούσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και, βέβαια, να διαθέτει σαφές θεσμικό στίγμα.  

Η αναθεωρητική πρωτοβουλία θα εκδηλωθεί, κατά πάσα βεβαιότητα θα εξελιχθεί και, πιθανότατα, θα ολοκληρωθεί σε πρωτόγνωρες, πολιτικά και κοινοβουλευτικά, συνθήκες. Ο συσχετισμός των δυνάμεων, στη θητεύουσα Βουλή αλλά και στα αντιπροσωπευτικά σώματα που θα αναδειχθούν καθόλη τη διάρκεια του «αναθεωρητικού κύκλου», δεν αναμένεται να μεταβληθεί σημαντικά. Συνεπώς, η επιβίωση της σχετικά πλειοψηφικής εκδοχής της δεδηλωμένης και η επικράτηση του συναινετικού κοινοβουλευτισμού θα καθορίσουν το εύρος, την κατεύθυνση και την ποιότητα, με δύο λόγια την τύχη του αναθεωρητικού εγχειρήματος.

Σε αυτό το περιβάλλον, η αναζήτηση της συναίνεσης δεν θα αποτελέσει, όπως συνέβη το 2001, απλώς πολιτική επιλογή, αλλά θα αποδειχθεί υπαρξιακή, κυριολεκτικά, ανάγκη. Και μπορεί μεν να μην συνιστά προϋπόθεση για την εκκίνηση της αναθεωρητικής διαδικασίας, δίχως όμως αυτήν δεν θα είναι δυνατή η έγκριση της κατεύθυνσης και, πολύ περισσότερο, η υπερψήφιση των νέων συνταγματικών διατάξεων. Η εξασφάλιση της συναίνεσης δεν πρέπει πάντως να θεωρείται αυτοσκοπός, αλλά αποτέλεσμα ανοικτού και απροκατάληπτου διαλόγου, θεμελιωμένου σε σχέσεις εμπιστοσύνης, και, εντέλει, κατάκτηση του πολιτικού μας πολιτισμού.

2. Ακόμη και αν δεν προκύψει στο πλαίσιο πολιτικής συμφωνίας, η συναίνεση θα αναζητηθεί για να υπερψηφιστούν συγκεκριμένες επιλογές της αναθεωρητικής πρωτοβουλίας. Έτσι, δεν αποκλείεται να επιβάλλει ή να διευκολύνει την αναδιάταξη του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων και την υπέρβαση του δίπολου συμπολίτευση-αντιπολίτευση. Το ενδεχόμενο εντοπίζεται προνομιακά σε περιοχές της συνταγματικής ύλης που διαθέτουν έντονο το πολιτικό πρόσημο ή επενεργούν καθοριστικά στη λειτουργία του πολιτεύματος.

Το εκλογικό σύστημα συγκεκριμενοποιεί αναμφίβολα μία από αυτές, ίσως την πιο αντιπροσωπευτική. Για τη διαμόρφωση πρότασης συνταγματικής πολιτικής στην περιοχή του πρέπει, καταρχήν, να αναζητηθούν όσες πτυχές του έχουν τα τελευταία χρόνια απασχολήσει την πολιτική και, συμπληρωματικά, την επιστημονική συζήτηση ή συγκεντρώσει το ενδιαφέρον της νομολογίας. Ο εντοπισμός τους βρίσκεται πάντως στην αφετηρία μιας σύνθετης νομικοπολιτικής διεργασίας. Στην τελευταία χρονικά πράξη της, την οριστικοποίηση της πρότασης αναθεώρησης, θα φθάσουν μόνον τα ζητήματα των οποίων η ρύθμιση με διάταξη αυξημένης τυπικής ισχύος αντιμετωπίζει πραγματική ανάγκη, υπηρετεί συνταγματικό σκοπό και εισφέρει προστιθέμενη (συνταγματική) αξία με απτές κανονιστικές επενέργειες

3. Με αυτά τα δεδομένα, την αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία δεν κρίνεται αναγκαίο να απασχολήσει η κατοχύρωση του «συστήματος των δεσμευμένων συνδυασμών» (λίστα) ως μοναδικού μέσου για την έκφραση της βούλησης του εκλογικού σώματος. Άλλωστε, η επιλογή της ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη. Επισημαίνεται πάντως ότι η σειρά εγγραφής προϋποθέτει την εγκατάλειψη των εδραιωμένων από μακρού αρχηγικών υπερεξουσιών και την καθιέρωση εσωκομματικών δημοκρατικών διαδικασιών. Ακόμη και εάν οι τελευταίες εισάγονταν αύριο, για να διαμορφωθεί ανάλογη κουλτούρα απαιτείται ικανός χρόνος ωρίμανσης, ο οποίος ξεπερνά κατά πολύ το συνήθη «αναθεωρητικό κύκλο».

Ούτε όμως η συνταγματική κατοχύρωση συγκεκριμένης μεθόδου για το μετασχηματισμό της εκλογικής βούλησης σε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, δηλαδή εκλογικού συστήματος υπό τη στενή έννοια του όρου, πρέπει να απασχολήσει την αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία. Η εισαγωγή σχετικής πρόβλεψης θα ικανοποιούσε πάγιο πολιτικό αίτημα των κομμάτων της Αριστεράς, όχι όμως και πραγματική ανάγκη. Άλλωστε, η διατύπωσή της πρέπει να είναι λιτή και περιεκτική, γι’ αυτό ως μόνη δυνατή προβάλλει εκείνη που θα περιορίζονταν στην απλή αναφορά της αναλογικής αντιπροσώπευσης. Πρόκειται όμως για κατευθυντήρια αρχή, η οποία έχει από μακρού επικρατήσει νομολογιακά, αποτελώντας μαζί με την κυβερνητική σταθερότητα, βασικό συνταγματικό καθορισμό των επιλογών του κοινού νομοθέτη. Συνεπώς, δεν υπηρετείται ούτε συνταγματικός σκοπός.

Αλλά και η διάκριση των βασικών εκλογικών περιφερειών σε ελάσσονες και μείζονες δεν φαίνεται σκόπιμο να περιληφθεί στις προτάσεις αναθεώρησης. Η εισαγωγή της στη συνταγματική μας τάξη θα είχε αμιγώς επιβεβαιωτικό περιεχόμενο, αποστερώντας όμως τον κοινό νομοθέτη από μία βασική του αρμοδιότητα, την οποία ασκεί στο πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας με ευρεία περιθώρια επιλογών. Σταθμίζοντας τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα και το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων, θα μπορούσε να εντάξει τη διάκριση σε μια συνολική μεταρρυθμιστική πρόταση για τον εκσυγχρονισμό της εκλογικής διαδικασίας και, σε απώτερη αναγωγή, του πολιτικού συστήματος.

4. Προς την ίδια κατεύθυνση, αυτή όμως τη φορά με προαπαιτούμενο τη συνταγματική αναθεώρηση, κινείται η «απεξάρτηση» του καθορισμού των βουλευτών κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας από το κριτήριο του νόμιμου πληθυσμού, όπως αποτυπώνεται στην τελευταία γενική απογραφή. Η ισότητα-ισοδυναμία της ψήφου και η γνήσια εκδήλωση της λαϊκής θέλησης επιβάλλουν την αντικατάστασή του από το θέσει, σύμφωνα με την κρατούσα στην επιστήμη άποψη, εκλογικό πληθυσμό, δηλαδή τους εγγεγραμμένους στους οικείους εκλογικούς καταλόγους. Η υιοθέτηση της πρότασης θα συμπαρασύρει σε κατάργηση το τεκμήριο δημοσίευσης των αποτελεσμάτων της απογραφής, ενώ τυχόν καταψήφισή της επιβάλλει την αναδιατύπωση της συνταγματικής ρύθμισης, προκειμένου αφενός να εναρμονιστεί προς τα νέα νομοθετικά δεδομένα ως προς το αρμόδιο όργανο και αφετέρου να εξασφαλιστεί η εφαρμογή της, εγχείρημα και στις δύο περιπτώσεις ιδιαίτερα δύσκολο.

Η οργάνωση της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος από τους πολίτες που βρίσκονται εκτός των ορίων της επικράτειας φαίνεται μία ακόμη φορά να απαιτεί συνταγματική αναθεώρηση. Προς τούτο δύο είναι οι δυνατές επιλογές. Η αποδέσμευση του εκτελεστικού νόμου από την αποδοχή των δύο τρίτων των βουλευτών, ακόμη και εάν προτείνονταν, δεν αναμένεται να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία για την υπερψήφισή της. Απομένει, λοιπόν, η αντιμετώπιση των αιτιάσεων όσων καταψήφισαν στην πρώτη απόπειρα έκδοσής του, με την κατοχύρωση, ευθέως ή κατόπιν εξουσιοδοτήσεως, της σύστασης βασικών εκλογικών περιφερειών εκτός των ορίων της χώρας. Ανεξαρτήτως της τύχης που θα έχει η πρόταση με αυτό το περιεχόμενο, επιβάλλεται να εξεταστεί από μηδενική βάση ο θεσμός των βουλευτών Επικρατείας, αφού σπανίως πληρούνται οι λόγοι που οδήγησαν στην εισαγωγή του και επιτρέποντας έτσι την περιγραφή του δηλωμένου συνταγματικού σκοπού.

Την αναμενόμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία πρέπει, επίσης, να απασχολήσουν δύο ακόμη ειδικά ζητήματα. Η υποχρεωτική ψηφοφορία ως εκλογική αρχή, κατοχυρωμένη με διάταξη συνταγματικής περιωπής αλλά χωρίς την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση αποχής, φαίνεται να έχει προ πολλού απολέσει τη δεσμευτικότητα και την κανονιστική της υπεροχή. Στις επικρατούσες συνθήκες κρίσης του πολιτικού συστήματος και με τις συνέπειές της στο επίπεδο της συμμετοχής προφανείς, ο συντακτικός νομοθέτης οφείλει να δώσει πειστική απάντηση, επιλέγοντας μεταξύ της κατάργησης ή της αναγόρευσης του δικαιώματος της ψήφου αποκλειστικά σε δημόσιο λειτούργημα. Τέλος, είναι σκόπιμο να ρυθμιστεί συνταγματικά η αντιμετώπιση των λευκών ψηφοδελτίων κατά τον υπολογισμό του εκλογικού μέτρου για την κατανομή των βουλευτικών εδρών, προκειμένου αφενός να αποτραπεί στο μέλλον νέα νομολογιακή αμφισβήτηση των νομοθετικών επιλογών και, συνακόλουθα, η ανατροπή της εκφρασμένης λαϊκής βούλησης, αφετέρου δε, εμμέσως ή ευθέως, να αναγνωριστεί η λευκή ψήφος ως ισότιμη εκδήλωση προτίμησης που εκφράζει συνειδητή, δηλαδή έγκυρηπολιτική στάση, με περιεχόμενο την αποδοκιμασία όλων των διαθέσιμων εκλογικά προτάσεων.        

 

 

 


* Εμπλουτισμένη εισήγηση στο συνέδριο με τον τίτλο: «Η πρόκληση της αναθεώρηση του Συντάγματος που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών Ανδρέας Παπανδρέου το διήμερο 25 και 26 Φεβρουαρίου 2013 στο Αμφιθέατρο Μεγάρου Καρατζά. Προδημοσίευση από τον τόμο που θα περιληφθούν τα πρακτικά των εργασιών του συνεδρίου και πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Σάκκουλα.  

 

[1] Βλ. ΓΠαπαδημητρίου, Η τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος, Αθήνα-Κομοτηνή 2006.

 

[2] Συγκεκριμένα, την 2α Ιουνίου 2013, οπότε και συμπληρώνεται πενταετία από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Ψηφίσματος της 27ης Μαΐου 2008 της Η΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων «Ψήφιση, δημοσίευση και θέση σε ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος» (ΕτΚ Α΄, φ. 102 της 2ας Ιουνίου 2008).

 

[3] Όχι απαραίτητα με το γνωστό σήμερα συσχετισμό δυνάμεων στη Βουλή. Οι δεσμεύσεις έναντι των δανειστών και τα μέτρα που ενδέχεται να επιβληθούν, συνεπεία της μη ή της μερικής τήρησης των υποχρεώσεων έναντι τους ή και οποιοδήποτε άλλο ζήτημα θέση σε δοκιμασία την κυβερνητική συνεργασία, δεν αποκλείεται να προκαλέσουν την απώλεια της εμπιστοσύνης της Βουλής και την παραίτηση της κυβέρνησης. Γι’ αυτό, προκρίνεται η αναθεωρητική πρωτοβουλία να προσδιορίζεται ως αναμενόμενη και όχι ως επικείμενη, όπως προφανώς θα επέβαλε η ομαλή εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων.

 

[4] Βλ. ΘΞηρού, Κηδεμονευόμενος και προκρούστειος κοινοβουλευτισμός. Από το Σύνταγμα του 1952 στη δικτατορία των συνταγματαρχών, Πρόλογος: Γιώργος Παπαδημητρίου, Αθήνα 2008, σ. 43 επ. και 68 επ. 

 

[5] Πρώτη βραχεία περίοδο 1989-1990. Βλ., ιδίως, Γ Αναστασιάδη, Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδας (1974-1992), Αθήνα 1993, σ. 116 επ.

 

[6] Ή συμβιβαστικού κατά τον ΑντΜανιτάκη (Συνταγματική οργάνωση του κράτους. Με στοιχεία πολιτειολογίας, Γ΄ Έκδοση-Επαυξημένη, Αθήνα-Κομοτηνή 2009, σ. 218 επ.).

 

[7] Βλ ΘΞηρού, Τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών στο αναθεωρημένο Σύνταγμα, στον τόμο: του ιδίου, Ζητήματα Δικαίου των πολιτικών κομμάτων, Δεύτερη Έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2010, σ. 286.

 

[8] Βλ. ΕυάγΒενιζέλου, Το αναθεωρητικό κεκτημένο. Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 38 επ.

 

[9] Ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων στη θητεύουσα Βουλή επιτρέπει την υποβολή, αυτοτελώς, δύο προτάσεων για την αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος, από τις κοινοβουλευτικές ομάδες της Νέας Δημοκρατίας και του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς-Ενιαίο Κοινωνικό Μέτωπο. Δεν αποκλείεται πάντως η σύμπραξη σχηματισμών της συμπολίτευσης ή/και της ελάσσονος αντιπολίτευσης να επιτρέψει την υποβολή και άλλων, όχι πάντως περισσότερων των δύο.

 

[10] Βλ., ιδίως, ΓΠαπαδημητρίου, Συνταγματικό Δίκαιο. Τα όργανα του κράτους, τεύχος α΄, Το εκλογικό σώμα, Αθήνα-Κομοτηνή 1981, σ. 65.

 

[11] Ο ορισμός καταλαμβάνει, με τις αναγκαίες βέβαια προσαρμογές, τις εκλογές για την ανάδειξη αφενός των εκπροσώπων της χώρας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και αφετέρου των αρχών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης τόσο του πρώτου, Δήμοι, όσο και του δεύτερου βαθμού, Περιφέρειες. 

 

[12] Δηλαδή, όσων αναφέρονται στις εκλογικές περιφέρειες και τις βουλευτικές έδρες, στην προκήρυξη και τη διενέργεια των εκλογών, στις πειθαρχικές, ποινικές και δικονομικές διατάξεις και, βέβαια, τις ενστάσεις κατά του κύρους τους.

 

[13] Για τις δύο εννοιολογικές προσεγγίσεις, τη στενή και την ευρύτερη, του εκλογικού συστήματος βλ. αντί άλλων, ΗλΝικολακόπουλου, Εισαγωγή στη θεωρία και την πρακτική των εκλογικών συστημάτων, Αθήνα-Κομοτηνή 1989, σ. 13 επ. και ΕυάγΒενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αναθεωρημένη Έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2008, σ. 477.

 

[14] Η κατοχύρωση του «συστήματος των δεσμευμένων συνδυασμών» (λίστα), ως αποκλειστικού μέσου για την έκφραση της βούλησης του εκλογικού σώματος, αν και αποτελεί βασική πτυχή του εκλογικού συστήματος, δεν κρίνεται σκόπιμο να περιληφθεί στα ζητήματα με αναθεωρητικό ενδιαφέρον. Υπενθυμίζεται ότι με λίστα αναδεικνύονται, κατ’ εξαίρεση, οι βουλευτές στην περίπτωση που η προηγούμενη από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση απέχουν χρονικά διάστημα μικρότερο των δέκα οκτώ μηνών (άρθρο 72 παρ. 11 του π.δ. 26/2012 «Κωδικοποίηση σ’ ενιαίο κείμενο των διατάξεων της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών» (ΕτΚ Α΄, φ. 57 της 15ης Μαρτίου 2012). Με λίστα διενεργήθηκαν, για πρώτη φορά μετά το 1985, οι εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012. Η εισαγωγή του «συστήματος των δεσμευμένων συνδυασμών» στην έννομη τάξη μας, αντί του σταυρού προτίμησης, ανήκει πάντως στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη, ο οποίος μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα, να σταθμίσει και να προκρίνει σχετικά. Εξάλλου, η εκλογή βουλευτών με βάση τη σειρά εγγραφής τους στη λίστα προϋποθέτει την εγκατάλειψη των εδραιωμένων από μακρού αρχηγικών υπερεξουσιών και την οργάνωση εσωκομματικών δημοκρατικών διαδικασιών για την ανάδειξη των υποψηφίων. Ο χρόνος ωρίμανσης ακόμη και στις περιπτώσεις που ήδη προβλέπονται καταστατικά ξεπερνά, κατά πολύ το συνήθη «αναθεωρητικό κύκλο».

 

[15] Συστηματικά δεν ανήκει στη θεματική του εκλογικού συστήματος, όπως οροθετήθηκε προηγουμένως, και, γι’ αυτό, δεν περιλαμβάνεται στη γενική κατηγορία των ζητημάτων με αναθεωρητικό ενδιαφέρον, η ένταξη στη σύνθεση του τοπικού εκλογικού σώματος των αλλοδαπών, με την αντικατάσταση της ελληνικής ιθαγένειας από τη «δημοτικότητα» ως θετικού προσόντος για την απόκτηση, καταρχήν, του δικαιώματος της ψήφου στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Η σχετική ρύθμιση θα μπορούσε να εισαχθεί ως ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο 102 Συντ. Το ζήτημα απέκτησε πρόσφατα επικαιρότητα μετά την έκδοση της παραπεμπτικής απόφασης 350/2011 του Δ΄ Τμήματος και, στη συνέχεια, της απόφασης 460/2013 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η ετυμηγορία τους έκρινε τη συνταγματικότητα των ρυθμίσεων του ν. 3838/2010 [«Σύγχρονες διατάξεις για την Ελληνική Ιθαγένεια και την πολιτική συμμετοχή ομογενών και νόμιμα διαμενόντων μεταναστών και άλλες διατάξεις» (ΕτΚ Α΄, φ. 49 της 24ης Μαρτίου 2010)], με τις οποίες δόθηκε το δικαίωμα του εκλέγειν και, μερικώς, του εκλέγεσθαι σε αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών στις εκλογές των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του πρώτου βαθμού. Για τις αποφάσεις βλ. ΘΠΔΔ 1 (2011), σ. 29 επ., με παρατηρήσεις του ΚΧρυσόγονου (Το «δίκαιο του αίματος» και η πολιτική συμμετοχή των αλλοδαπών στην τοπική αυτοδιοίκηση, σ. 103 επ.), και, αντίστοιχα, ΘΠΔΔ 1 (2013), σ. 20 επ., με παρατηρήσεις του ΓΚατρούγκαλου (Έθνος, λαός και δικαιώματα στην απόφαση ΣτΕ Ολ 460/2013, σ. 11 επ.).    

 

[16] Εξαίρεση από τον κανόνα θα μπορούσε πάντως να θεωρηθεί η πρόβλεψη του εδ. α΄ του άρθρου 35 του Συντάγματος του 1925. Για το ζήτημα βλ. αμέσως παρακάτω 3.

 

[17] Οι σχετικές ρυθμίσεις περιλαμβάνονται στα άρθρα 59/1844, 66/1864 και 1911, 36/1927, 66/1952 και 54 παρ. 1/1975 Συντ. Πρβλ., αντί άλλων, ΚΧρυσόγονου, Εκλογικό σύστημα και Σύνταγμα, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, σ. 36 επ.

 

[18] Βλ. ΘΞηρού, Αρχηγός ή πρόεδρος κόμματος και πρώην πρωθυπουργός ως υποψήφιοι βουλευτές, ΘΠΔΔ 1 (2009), σ. 13 επ.

 

[19] Βλ. ΑρΜάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, ΙΙ, Θεσσαλονίκη 1961-1965, στην έκδοση: Κλασική Νομική Βιβλιοθήκη -21, Αθήνα-Κομοτηνή 1991, σ. 248 επ.· ΧρΣγουρίτσα, Συνταγματικόν Δίκαιον, Τόμος Α΄, Έκδοσις Τρίτη, Αθήναι 1965, σ. 222 επ· ΓΚασιμάτη, Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, Οι λειτουργίες του κράτους. Πανεπιστημιακές παραδόσεις, τεύχος α΄, Αθήνα-Κομοτηνή 1980, σ. 130 επ.· ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 10), σ. 54 επ. και, ιδίως, 64 επ.· ΑθΡάϊκου, Δικονομικόν Εκλογικόν Δίκαιον, Έκδοσις Ενδεκάτη, Αθήναι 1982, σ. 376 επ.· ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 17), σ. 191 επ.· του ιδίου, Συνταγματικό Δίκαιο, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 421 επ.· ΦΣπυρόπουλου, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σ. 173 και ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 485 επ.

 

[20] Βλ. ΚΧρυσόγονου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Τρίτη αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα 2006, σ. 119 επ. και ΠρΔαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο. Ατομικά Δικαιώματα, Τρίτη αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2010, σ. 1209 επ.

 

[21] Βλ. ΑλΣβώλου, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, Αθήνα 1928, στην έκδοση: Κλασική Νομική Βιβλιοθήκη -46, Εισαγωγή ΓΚασιμάτη, Αθήνα 2008, σ. 211 επ. και, ιδίως, 246 επ.· ΑρΜάνεση, όπ.π. (σημ. 19), σ. 236 επ.· ΧρΣγουρίτσα, όπ.π. (σημ. 19), σ. 220 επ.· ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 10), σ. 48 επ.· ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 420 επ. και ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 463 επ.

 

[22] Βλ. ΧρΣγουρίτσα, όπ.π., σ. 183 επ.· ΓΚασιμάτη, όπ.π. (σημ. 19), σ. 80 επ.· ΔΘΤσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Β΄. Οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σ. 48 επ. και 190 επ.· ΚΜαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, Δεύτερη Έκδοση κατά το αναθεωρημένο Σύνταγμα, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 325 επ· ΦΣπυρόπουλου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 53 επ.· ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. σ. 344 επ. και ΑθΡάϊκου, Γενική Πολιτειολογία και Συνταγματικό Δίκαιο. Γενική Πολιτειολογία-Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο και Οργανωτικό Μέρος Ι, 4η Έκδοση, Αθήνα 2011, σ. 430 επ.

 

[23] Βλ  ΑρΜάνεση, όπ.π. (σημ. 19), σ. 173 επ.· ΧρΣγουρίτσα, όπ.π., σ. 190 επ.· ΔΘΤσάτσου, όπ.π., σ. 84 επ.· ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 17), σ. 161 επ.· ΚΜαυριά, όπ.π., σ. 318 επ.· ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 427 επ. και ΦΣπυρόπουλου, όπ.π., σ. 55 επ.

 

[24] Βλ. ΓΚασιμάτη, όπ.π. (σημ. 19), σ. 175-176· ΜΠικραμένου, Η αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, Αθήνα-Κομοτηνή 1993· ΚΧρυσόγονου, όπ.π., σ. 208 επ. Φ. Σπυρόπουλου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 177 επ.

 

[25] Βλ. ΓΚασιμάτη, όπ.π., σ. 143 επ.· ΑρΜάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, α΄, Ατομικές Ελευθερίες, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, Δ΄ Έκδοση, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 114 επ.· ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 20), σ. 175 επ. και ΠρΔαγτόγλου, όπ.π. (σημ. 20), σ. 1349 επ. 

 

[26] Για τις έννοιες και τη σχέση τους βλ., αντί άλλων, ΘΞηρού, Οι συνασπισμοί κομμάτων στο νέο εκλογικό σύστημα, ΘΠΔΔ 1 (2008), σ. 24 επ. και τις εκεί βιβλιογραφικές αναφορές.

 

[27] Για την κυβερνητική σταθερότητα ως συνταγματική αρχή κατά τη διαμόρφωση του εκλογικού συστήματος βλ., ιδίως, ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 440 και ΓΠαπαδημητρίου, Εκλογικό σύστημα, δημοκρατικό πολίτευμα και Σύνταγμα στον τόμο: του ιδίου, Συνταγματικές Μελέτες, Τόμος Ι, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, σ. 360 επ.    

 

[28] Πρβλ., αντί πολλών, ΗλΝικολακόπουλου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 26 επ.· ΘΔιαμαντόπουλου, Εκλογικά συστήματα: θεωρία και πρακτικές εφαρμογές. Ανάδειξη Κοινοβουλίων και Προέδρων Δημοκρατίας, Πρόλογος: ΓΡάλλη, Αθήνα 2001, σ. 231 επ. και ΑθΡάϊκου, όπ.π. (σημ. 22) , σ. 588 επ. 

 

[29] Πρβλ., αντί πολλών, ΓΜυλωνά, Εκλογικά συστήματα. Τα εκλογικά συστήματα μέσα στην ιστορία και η αναλογική εκλογή, Αθήνα 1946, σ. 84 επ.· ΗλΝικολακόπουλου, όπ.π., σ. 44 επ.· ΘΔιαμαντόπουλου, σ. 119 επ. και ΑθΡάϊκου, όπ.π., σ. 588 επ. 

 

[30] Βλ. ΗλΝικολακόπουλου, όπ.π, σ. 69 επ.· ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 17), σ. 62 επ.· του ιδίου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 442 επ. και ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 27), σ. 360 επ.

 

[31] Για το ζήτημα με αναφορές και στη νομολογία πρβλ., ιδίως, ΑλΒαμβέτσου, Το κύρος των βουλευτικών εκλογών, Νέον Δίκαιον 8-9 (1956), σ. 481 επ., Νέον Δίκαιον 1-2 (1959), σ. 3 επ. και Νέον Δίκαιον 9-10 (1962), σ. 443 επ.· ΑθΡάϊκου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 405 επ.· ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 17), σ. 80 επ. και ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 488.

 

[32] Με τις αποφάσεις 48/1978 (σε ΑθΡάϊκου, Ο έλεγχος του κύρους των εκλογών της 20ής Νοεμβρίου 1977, Α΄ Συμπλήρωμα Δικονομικού Εκλογικού Δικαίου, Έκδοσις Έκτη, Αθήναι 1983, σ. 60 επ.), 8, 36 και 39/1990 (σε ΑθΡάϊκου, Ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών και ευρωβουλευτικών εκλογών, Δ΄ Συμπλήρωμα Δικονομικού Εκλογικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σ. 125 επ.), 11, 12 και 13/1994 (σε ΑθΡάϊκου, Ο έλεγχος του κύρους βουλευτικών και των ευρωβουλευτικών εκλογών, Ε΄ Συμπλήρωμα Δικονομικού Εκλογικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, σ. 153 επ.), καθώς επίσης 23, 24, 25, 51 και 74/1997 (σε ΑθΡάϊκου, Ο έλεγχος του κύρους των εκλογών της 22ας Σεπτεμβρίου 1996, Στ΄ Συμπλήρωμα Δικονομικού Εκλογικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 1999, σ. 250 επ.). Βλ., επίσης, ΚΧρυσόγονου, όπ.π., σ. 332 επ.

 

[33] Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος στις «Προτάσεις του για δημοκρατική και προοδευτική αναθεώρηση του Συντάγματος» της 7ης Απριλίου 1995 είχε μάλιστα ζητήσει την «κατοχύρωση ως πάγιου εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής» (Α, 5). Το σχετικό κείμενο δεν κατατέθηκε στη Βουλή, αφού η κοινοβουλευτική του ομάδα δεν διέθετε τον απαιτούμενο συνταγματικά αριθμό βουλευτών. Για τις Προτάσεις βλ. ΓΠαπαδημητρίου, Η αναθεώρηση του Συντάγματος. Εισαγωγή-Προτάσεις-Ευρετήρια, Αθήνα-Κομοτηνή 1995, σ. 111 επ. Εξάλλου, σε όλες τις φάσεις της αναθεώρησης του 2001 ο Γενικός Εισηγητής του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου ΦΚουβέλης ζητούσε επίμονα να καθιερωθεί «ένα πάγιο εκλογικό σύστημα και αυτό είναι το σύστημα της απλής αναλογικής» [βλ., ιδίως, Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, Περίοδος Γ΄-Σύνοδος Α΄, Πρακτικά των Συνεδριάσεων και Έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, Αθήνα 2000, σ. 360 και Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος Γ΄-Σύνοδος Α΄, Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής επί των αναθεωρητέων διατάξεων του Συντάγματος, Αθήνα 2002, Συνεδρίαση ΡΚΑ΄, Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2001 (απόγευμα), σ. 446]. Το αίτημα επανέφερε στην αγόρευσή του στην Ολομέλεια ο Πρόεδρος του κόμματος ΝΚωνσταντόπουλος (όπ.π., σ. 452-453). Την απλή αναλογική ως πάγιο εκλογικό σύστημα ζήτησαν, αλλά με μικρότερη ένταση, ο Γενικός Εισηγητής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος ΑντΣκυλλάκος (όπ.π., σ. 443) και η Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής ΑλΠαπαρήγα (όπ.π., σ. 46).      

 

[34] Παρά το γεγονός ότι η διαπίστωση της ανάγκης προηγείται χρονικά της διατύπωσης.

 

[35] Για το, εν γένει, περιεχόμενο του Συντάγματος πρβλ., αντί άλλων, ΑρΜάνεση, Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 152 επ. 

 

[36] Όπως συμβαίνει στην παρ. 9 του άρθρου 14 και, δευτερευόντως, στο άρθρο 86 Συντ.

 

[37] Βλ. την Πρόταση αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος της 28ης Μαρτίου 1995 σε ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 33), σ. 32.

 

[38] Βλ. την εισήγηση της Επιτροπής προς την Ολομέλεια στον τόμο: Βουλή των Ελλήνων, Περίοδος Η΄-Σύνοδος Γ΄, Κοινοβουλευτικές Επιτροπές, Έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα-Ιούνιος 1996, σ. 111. 

 

[39] Με το σεβασμό να δίνει τη θέση του στο γνώμονα, ως προσδιορισμό στα βασικά χαρακτηριστικά του αναλογικού εκλογικού συστήματος.

 

[40] Για το κείμενό της βλ. Βουλή των Ελλήνων, Περίοδος Θ΄-Σύνοδος Β΄, Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος επί των προτάσεων αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος, Αθήνα 1998, σ. 9.

 

[41] Για την εισήγησή της στην Ολομέλεια βλ. όπ.π., σ. 525.

 

[42] Με την έναρξη της συνεδρίασης στην ομώνυμη Επιτροπή της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής στην οποία συζητήθηκε και το εκλογικό σύστημα, ο Γενικός Εισηγητής της πλειοψηφίας ΕυάγΒενιζέλος κατέθεσε σημείωμα με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτό οποιαδήποτε αναφορά στη μορφή του εκλογικού συστήματος. Βλ. Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, Επιτροπή, όπ.π. (σημ. 33), σ. 346.

 

[43] Η ρύθμιση περιλήφθηκε στο εδ. α΄ του άρθρου 35. Βλ. ΑθΡάϊκου, όπ.π. (σημ. 22), σ. 601 τη σημ. 29.

 

[44] Αντιθέτως, ο συντακτικός νομοθέτης, παρά το γεγονός ότι οι συνθήκες στην Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή διαγράφονταν πρόσφορες, «απέφυγε ηθελημένα να καθιερώση το σύστημα της αναλογικής εκλογής», όπως σημειώνει ο ΑρΜάνεσης [όπ.π. (σημ. 19), σ. 266 και τις εκεί βιβλιογραφικές αναφορές]. Εξάλλου, στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή η μειοψηφία είχε προβάλλει ότι: «. . .Ένα ελάχιστο όριο αναλογικότητος είναι προϋπόθεση για τη διασφάλιση της λαϊκής κυριαρχίας» και είχε ζητήσει «. . .το Σύνταγμα να περιλάβει σχετική διάταξη και για να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο όριο αναλογικής εκπροσωπήσεως των πολιτικών δυνάμεων στη Βουλή και για να παύσει στον τόπο μας η εκλογική νομοθεσία να μεταβάλλεται ανάλογα με τις προεκλογικής προβλέψεις της τελευταίας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας» [σε ΔΘΤσάτσου, όπ.π. (σημ. 22), σ. 189-190]. 

 

[45] Στο άρθρο 48 του βελγικού Συντάγματος ορίζεται ότι: «Οι εκλογές διενεργούνται «με το σύστημα της αναλογικής αντιπροσώπευσης που καθορίζει ο νόμος». Για την ιστορική διαμόρφωση της διάταξης βλ. ΣτΚουτσουμπίνα, Η εξέλιξη των εκλογικών συστημάτων σε επτά χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Μια συγκριτική μελέτη), Αθήνα-Κομοτηνή 1996, σ. 43 επ.

 

[46] Στην παρ. 3 του άρθρου 68 του ισπανικού Συντάγματος προβλέπεται ότι: «Οι εκλογές σε κάθε εκλογική περιφέρεια θα διεξάγονται με βάση την αναλογική αντιπροσώπευση».

 

[47] Βλ. αμέσως παραπάνω 1.

 

[48] Ή στις «γενικές αρχές του πολιτεύματός μας», όπως δέχθηκε ο Γενικός Εισηγητής της πλειοψηφίας. Βλ. Βουλή των Ελλήνων, Περίοδος Θ΄-Σύνοδος Β΄, Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος και της Ολομέλειας της Βουλής επί των προτάσεων αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος, Αθήνα 1998, Συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 1998, σ. 237.

 

[49] Το ίδιο έγινε δεκτό και για ορισμένες ρήτρες, όπως της εξομάλυνσης ή του εκλογικού κατωφλίου, που μπορεί μεν να στρεβλώνουν, καταρχήν, την αναλογική αντιπροσώπευση, θεσπίστηκαν όμως χάριν της κυβερνητικής σταθερότητας. Βλ. τις αποφάσεις του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου 8, 36 και 39/1990 [σε ΑθΡάϊκου, όπ.π. (σημ. 32), Δ΄ Συμπλήρωμα, σ. 125 επ.], 11, 12 και 13/1994 (όπ.π., Ε΄ Συμπλήρωμα, σ. 136 επ.), 23, 24, 25,51 και 74/1997 (όπ.π.,  Στ΄ Συμπλήρωμα, σ. 250 επ.), 2/2001 (σε ΑθΡάϊκου, Ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών της 9ης Απριλίου 2000, Ζ΄ Συμπλήρωμα του Δικονομικού Εκλογικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 2003, σ. 164 επ.) και 4/2005 (σε ΑθΡάϊκου, Ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών της 7ης Μαρτίου 2004, Η΄ Συμπλήρωμα του Δικονομικού Εκλογικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 2007, σ. 110 επ.). Βλ., επίσης, ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 17), σ. 339 επ. και ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 489 επ.      

 

[50] Με την υποβολή ένστασης ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (άρθρο 58, σε συνδυασμό με το άρθρο 100 Συντ.). Βλ., αντί άλλων, ΑθΡάϊκου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 150 επ.· ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 17), σ. 301 επ.· ΦΣπυρόπουλου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 410 επ. και ΑθΡάϊκου, όπ.π. (σημ. 22), σ. 622 επ.  Στην προκειμένη περίπτωση, η λαϊκή θέληση έχει εκφραστεί και η σύνθεση της Βουλής είναι ήδη διαμορφωμένη. Έτσι, ο εκλογικός δικαστής δεν φαίνεται πιθανόν, όπως έχει αποδειχθεί όλα αυτά τα χρόνια, να ανατρέψει, εκ των υστέρων, το αποτέλεσμα της νωπής λαϊκής ετυμηγορίας, οδηγώντας τη χώρα σε νέες εκλογές με εκλογικό σύστημα που αναβιώνει δικαστικά.   

 

[51] Εν προκειμένω, η συμβατότητα του εκλογικού συστήματος προς τους συνταγματικούς καθορισμούς του θα ελέγχεται πριν από τη διεξαγωγή των εκλογών.

 

[52] Ο επιθετικός προσδιορισμός δεν συναντάται στην εκλογική νομοθεσία. Ωστόσο, η χρήση του θεωρείται απαραίτητη, προκειμένου να αποφευχθεί η σύγχυση που θα προκαλούσε η προσφυγή στη γνωστή  διάκριση ελάσσονες εκλογικές περιφέρειες, σε αντιδιαστολή προς τις μείζονες. Η τελευταία συναντάται σε διάφορες παραλλαγές της ενισχυμένης αναλογικής, όταν οι βουλευτικές έδρες διατίθεντο σε περισσότερες κατανομές, αλλά προτάθηκε να κατοχυρωθεί και συνταγματικά στην αναθεώρηση του 2001. Βλ. αμέσως παρακάτω 3-5 και τις εκεί παραπομπές.

 

[53] Οι σχετικές ρυθμίσεις περιέχονται στην παρ. 1 του αναθεωρημένου, το 2001, άρθρου 54 Συντ. Βλ., αντί πολλών, ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 244 επ.· ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 435 επ.· ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 478 επ. και ΑθΡάϊκου, όπ.π. (σημ. 22), σ. 601 επ. 

 

[54] Άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 26/2012.

 

[55] Άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 26/2012.

 

[56]  Η οποία διαιρείται σε πέντε βασικές εκλογικές περιφέρειες, την Α΄ και τη Β΄ Εκλογική Περιφέρεια Αθηνών, την Α΄ και τη Β΄ Εκλογική Περιφέρεια Πειραιώς και την Εκλογική Περιφέρεια Νομού Αττικής (άρθρο 1 παρ. 2α του π.δ. 26/2012).

 

[57] Η οποία διαιρείται σε δύο βασικές εκλογικές περιφέρειες, την Α΄ και τη Β΄ Εκλογική Περιφέρεια Θεσσαλονίκης (άρθρο 1 παρ. 2β του π.δ. 26/2012).

 

[58] Άρθρο 3 του π.δ. 26/2012. Μία εκλογική περιφέρεια αποτελεί, επίσης, η επικράτεια για την εκλογή των είκοσι δύο (22), και από το 2014 είκοσι ενός (21), Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο [άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1180/1981 «Περί εκλογής αντιπροσώπων εις την Συνέλευσιν των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Ευρωπαϊκόν Κοινοβούλιον) και άλλων τινών διατάξεων» (ΕτΚ Α΄, φ. 188 της 20ής Ιουλίου 1981)].

 

[59] Βλ., αντί άλλων, ΣΜηναΐδη, Ο θεσμός των Βουλευτών Επικρατείας, η ένταξή του στο σύστημα της άνευ σταυροδοσίας εκλογής βουλευτών και η αρχή της άμεσης ψηφοφορίας (άρθρ. 54 παρ. 3, 51 παρ. 3 Συντ.), Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012.

 

[60] Βλ. ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 10), σ. 60 επ. και τις εκεί βιβλιογραφικές αναφορές.

 

[61] Όπως προβάλλεται κάθε φορά που ανακινείται το ζήτημα του εκσυγχρονισμού του εκλογικού συστήματος και, γενικότερα, της εκλογικής διαδικασίας. Τούτο επαναλήφθηκε αμέσως μετά την εκλογική αναμέτρηση της 4ης Οκτωβρίου 2009 με αφορμή τις συζητήσεις που πυροδότησε η ανακοίνωση της συγκρότησης Επιτροπής για την επεξεργασία παραλλαγής του γερμανικού εκλογικού συστήματος προσαρμοσμένου στην ελληνική πραγματικότητα. Βλ. ΜΝταλιάνη, Βουλευτής . . . Αγίας Παρασκευής και Βριλησσίων, εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 24-25 Οκτωβρίου 2009, σ. 13.

 

[62] Καταρχήν, των μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας που διαθέτει την πλειοψηφία της Βουλής. Στις επικρατούσες συνθήκες συναινετικού κοινοβουλευτισμού, η εξασφάλισή της φαίνεται ακόμα περισσότερο δυσχερής. Για το ζήτημα βλ. ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 1), σ. 21-22.

 

[63] Βλ. ΔΘΤσάτσου, όπ.π. (σημ. 22), σ. 194 και ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 478.

 

[64] Ο νομοθέτης, όπως γίνεται  δεκτό [βλ. ΑρΜάνεση, όπ.π. (σημ. 19), σ. 259 σημ. 34 και ΑθΡάϊκου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 422], οφείλει να λαμβάνει υπόψη του τη διοικητική διαίρεση της χώρας.  

 

[65] Βλ. ΕυάγΒενιζέλου, Το μέγεθος των εκλογικών περιφερειών: Ένα παραγνωρισμένο πρόβλημα. Η συνταγματική διάσταση, στον τόμο: του ιδίου, Μελέτες Συνταγματικού Δικαίου 1980-1987, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 187 επ. και ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 445 επ. 

 

[66] Βλ. παραπάνω τη σημ. 42.

 

[67] Όπ.π. (σημ. 33), Επιτροπή, σ. 350, για να συμπληρώσει μάλιστα ότι: «. . .το Σύνταγμα είναι έτσι έτοιμο να υποδεχθεί, χωρίς ερμηνευτικές αμφισβητήσεις, μια ενδεχόμενη μελλοντική επιλογή του κοινού εκλογικού νομοθέτη να υποδεχθεί και να οργανώσει και στη χώρα μας ένα εκλογικό σύστημα, ανάλογο με αυτό που ισχύει στη Γερμανία» (όπ.π., Συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, σ. 382-383).

 

[68] Βλ., αντί πολλών, τις αγορεύσεις του Γενικού Εισηγητή της μειοψηφίας ΙωάνΒαρβιτσιώτη [Ζ΄ Αναθεωρητική, όπ.π. (σημ. 33), Επιτροπή, σ. 356] του Γενικού Εισηγητή του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου (όπ.π., σ. 360 και Συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, σ. 390) και του πρώην Πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη [όπ.π., Επιτροπή, σ. 363], καθώς επίσης του Γενική Εισηγητή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (όπ.π., Συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, σ. 376-377) και των βουλευτών της συμπολίτευσης Π. Κρητικού (σ. 374) και ΧΚαστανίδη (σ. 377).

 

[69] Μετά τη ρητή διαφωνία του Γενικού Εισηγητή της μειοψηφίας κατά την κατάστρωση της διάταξης. Βλ. όπ.π. (σημ. 33), Επιτροπή, Συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, σ. 397. Την ίδια τύχη θα έχει πέντε σχεδόν χρόνια αργότερα κατά τη διαμόρφωση της πρότασης του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος στην τέταρτης αναθεώρησης του Συντάγματος. Βλ. ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 1), σ. 22.

 

[70] Όπως διευκρινίστηκε από τον Γενικό Εισηγητή της πλειοψηφίας, βλ. όπ.π. (σημ. 33), Επιτροπή, σ. 350. 

 

[71] Ολιγοεδρικές ή μονοεδρικές.

 

[72] Πολυεδρικές.

 

[73] Την εκλογική διαίρεση της χώρας σε μονοεδρικές και μείζονες (επικαθήμενες) βασικές εκλογικές περιφέρειες φαίνεται να πρότεινε στον, τότε, Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης η Επιτροπή, στην οποία ανατέθηκε να διαμορφώσει παραλλαγή του γερμανικού εκλογικού συστήματος προσαρμοσμένου στην ελληνική πραγματικότητα. Βλ. ΘΔιαμαντόπουλου, Ο νέος εκλογικός νόμος. Προβλήματα και διλήμματα, Αθήνα 2009.

 

[74] υπό το ισχύον Σύνταγμα, όπως δέχθηκε ο ΕυάγΒενιζέλος [όπ.π. (σημ. 13), σ. 479].

 

[75] Βλ. Θ. Ξηρού, Τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών στο αναθεωρημένο Σύνταγμα και του ιδίου, Το πολιτικό χρήμα στην τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος, στον τόμο: του ιδίου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 302 επ. και, αντίστοιχα, σ. 399 επ.  

 

[76] Άρθρα 61/1844, 68/1864, 68/1911, 35/1925, 36/1927 και 68/1952 Συντ. Βλ. ΝΝΣαρίπολου, Ελληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιον, Εν Αθήναις 1915 στη σειρά: Κλασική Νομική Βιβλιοθήκη -9, Πρόλογος Γιώργου Κασιμάτη, Αθήνα-Κομοτηνή 1987, σ. 320-321· ΗλΚυριακόπουλου, Ελληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιον (Πανεπιστημιακαί Παραδόσεις), Θεσσαλονίκη 1959, σ. 272 και ΧρΣγουρίτσα, όπ.π. (σημ. 19), σ. 183 επ.

 

[77] Στο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 54 παρ. 2), επαναλαμβάνοντας, αυτολεξεί, τη διατύπωση του άρθρου 57 των «συνταγματικών» κειμένων του 1968 και του 1973 (βλ. ΝΑντωνόπουλου, Συνταγματικόν Δίκαιον, Τόμος Β΄, τεύχος α΄, Πανεπιστημιακαί Παραδόσεις, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 122 επ. και Κ.Γεωργόπουλου, Επίτομον Συνταγματικόν Δίκαιον, Αθήναι 1973, σ. 279 επ.), η σχετική αρμοδιότητα ανατέθηκε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Κριτήριο για τον καθορισμό του αριθμού των βουλευτών κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας ορίστηκε ο νόμιμος πληθυσμός, όπως προκύπτει από την τελευταία απογραφή.

 

[78] Δηλαδή, ένα, καταρχήν, αντικειμενικό κριτήριο, το μέγεθος του οποίου μπορεί να ποσοτικοποιείται κατά τρόπο που δεν επιτρέπει, εύκολα, αμφισβητήσεις. 

 

[79] Για την αντιμετώπιση της ρύθμισης από το Εκλογοδικείο υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1952 βλ. ΑλΒαμβέτσου, Το κύρος των βουλευτικών εκλογών, Νέον Δίκαιον 11-12 (1956), σ. 669 επ. και Νέον Δίκαιον 9-10 (1962), σ. 444 επ.

 

[80] Βλ. ΑρΜάνεση, όπ.π. (σημ. 19), σ. 261 σημ. 37, ο οποίος διακρίνει τις δύο κατηγορίες του εκλογικού πληθυσμού, χωρίς όμως να τις «ονοματίζει»,· ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 10), σ. 62· ΔΘΤσάτσου, όπ.π. (σημ. 22), σ. 194 και ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 481-482.

 

[81] Ο ΑθΡάϊκος, [όπ.π. (σημ. 19), σ. 405 επ.] και ο ΦΣπυρόπουλος [όπ.π. (σημ. 19), σ. 180] αυτόν θεωρούν γενικά εκλογικό πληθυσμό.

 

[82] Η διάκριση του εκλογικού πληθυσμού σε θέσει και δυνάμει ως προς τα στοιχεία που, αντίστοιχα, τον προσδιορίζουν είναι, μάλλον, ορθότερο να αντιστραφεί και πάντως να επανεξεταστεί, αφού όσοι μπορεί να ψηφίσουν φαίνεται να ανήκουν στους δυνάμει, ενώ όσοι ψηφίζουν καθίσταται, εντέλει, θέσει εκλογείς.

 

[83] Ο δυνάμει εκλογικός πληθυσμός μπορούσε να αποτελέσει το κριτήριο για τον καθορισμό των εδρών κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας με την ερμηνευτική δήλωση που τέθηκε κάτω από το άρθρο 36 στο Σύνταγμα του 1927. Πρόκειται για ευχέρεια του κοινού νομοθέτη που ουδέποτε αξιοποιήθηκε.   

 

[84] Στη σχετική ρύθμιση δεν συναντάται, καταρχήν, ρητή αναφορά στο νόμιμο πληθυσμό, αλλά στους δημότες, δηλαδή στους εγγεγραμμένους στα οικεία δημοτολόγια. Βλ. τα άρθρα 2 παρ. 1 του ν. 3824/1929, καθώς επίσης των β.δ. της 9ης Αυγούστου 1951 και της 15ης-16ης Οκτωβρίου 1952, καθώς επίσης 2 παρ. 2 των β.δ. της 13ης-14ης Ιανουαρίου 1956, της 10ης-12ης Απριλίου 1958 και 531/1961. Για πρώτη φορά αναφέρεται ρητά ο νόμιμος πληθυσμός στην παρ. 2 του άρθρου 2 του β.δ. 592/1963 και η ρύθμιση, με το  ίδιο περιεχόμενο, επαναλαμβάνεται σε όλες τις κωδικοποιήσεις της εκλογικής νομοθεσίας μετά τη μεταπολίτευση. Βλ. ΕυάγΒολουδάκη, Τα νομικά εκλογικά κείμενα 1822-1984, Β΄, Οι κωδικοποιήσεις της εκλογικής νομοθεσίας, Αθήνα-Κομοτηνή 1984.  

 

[85] Εξαίρεση συναντάται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. της 10ης-12ης Ιανουαρίου 1935, όπου προκρίνεται ο πραγματικός πληθυσμός σε ΕυάγΒολουδάκη, όπ.π., σ. 40.

 

[86] Εντασσόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 54 Συντ. Σχετική ρύθμιση περιέχεται και στην εκλογική νομοθεσία (άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 26/2012). Βλ. ΑθΡάϊκου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 405 επ. και ΕυάγΒενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου Ι, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 369 επ. 

 

[87] Βλ., αντί πολλών, τις αγορεύσεις του Γενικού Εισηγητή της μειοψηφίας [Ζ΄Ανθεωρητική, όπ.π. (σημ. 33), Επιτροπή, σ. 356], του Γενικού Εισηγητή του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου (όπ.π., σ. 360) και του πρώην Πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη, όπ.π., σ. 363.

 

[88] Έτσι, η σχετική πρόβλεψη της εκλογικής νομοθεσίας, καθόλη την προδικτατορική περίοδο, κατοχυρώνεται πλέον με διάταξη συνταγματικής περιωπής. Η νέα ρύθμιση αποτελεί το άρθρο 54 παρ. 1 πρότ. 1 Συντ. Βλ. ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 246 επ. και του ιδίου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 480 επ.

 

[89] Σκοπός της, όπως ορίζεται στην απόφαση (αριθ. πρωτ.: 1524/Γ5-473/14.02.2011) των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας [«Προκήρυξη διενέργειας των Γενικών Απογραφών Κτιρίων και Πληθυσμού Κατοικιών, κατά τα έτη 2010-2011» (ΕτΚ Β΄, φ. 425 της 17ης Μαρτίου 2011)], είναι, μεταξύ άλλων, η «καταμέτρηση του Νόμιμου Πληθυσμού της Χώρας, δηλαδή του αριθμού των δημοτών κάθε δήμου, ανά δημοτική ενότητα, εκλογικό διαμέρισμα και απογραφικό τομέα μόνιμης κατοικίας, βάσει του οποίου γίνεται η κατανομή των βουλευτικών εδρών στις επιμέρους εκλογικές περιφέρειες κατά τις βουλευτικές εκλογές» (παρ. Α, ΙΙ, 3γ).  

 

[90] Βλ. Αρ. Μάνεση, όπ.π. (σημ. 19), σ. 259 επ. και τη σημ. 40.

 

[91] Του νόμιμου, καθώς επίσης του μόνιμου, δηλαδή των κατοίκων που διαμένουν μόνιμα σε κάθε επίπεδο διοικητικής διαίρεσης της χώρας, και του πραγματικού, δηλαδή του αριθμού των ατόμων που βρέθηκαν παρόντα κατά την ημερομηνία αναφοράς της απογραφής σε κάθε επίπεδο διοικητικής διαίρεσης της χώρας.

 

[92] Άρθρο 8 παρ. 1-3 του π.δ. 26/2012.

 

[93] Κάθε δύο μήνες με βάση ιδιαίτερες καταστάσεις που συντάσσει ο οικείος δήμαρχος, στις οποίες περιέχονται όλες οι μεταβολές στα δημοτολόγια λόγω θανάτου, μεταδημότευσης, διόρθωσης στοιχείων εγγραφής και απόκτησης ή απώλειας της Ελληνικής ιθαγένειας. Οι καταστάσεις υποβάλλονται το πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα στο Υπουργείο Εσωτερικών, προκειμένου να ενταχθούν στο τηρούμενο αρχείο εκλογικών καταλόγων. Εξάλλου, τα Γραφεία Ποινικού Μητρώου, τα Στρατολογικά Γραφεία των Ενόπλων Δυνάμεων και τα Πρωτοδικεία αποστέλλουν στο Υπουργείο Εσωτερικών στις αρχές κάθε διμήνου καταστάσεις με όσους εκλογείς στερήθηκαν το εκλογικό τους δικαίωμα, συνεπεία αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για κάποιο από τα εγκλήματα που ορίζονται στον Ποινικό ή στο Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση, προκειμένου να σημειωθεί στον εκλογικό κατάλογο σχετική ένδειξη (άρθρα 12 και 13 του π.δ. 26/2012).

 

[94] Με την υποβολή ένστασης (άρθρα 17, 18, 19, 20 και 21 του π.δ. 26/2012).

 

[95] Στους καταλόγους δεν περιλαμβάνονται, επειδή τούτο προβλέπεται ρητά στον εκλογικό νόμο, οι μεταβολές που συντελούνται στα δημοτολόγια ένα μήνα πριν από την προκήρυξη των εκλογών, καταχωρούνται όμως μετά τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας (άρθρο 15 του π.δ. 26/2012). 

 

[96] Με μια λέξη επίκαιρο. Η επισημοποίηση του περιεχομένου των εκλογικών καταλόγων, η οποία συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο του εξακριβωμένου πληθυσμού, εξασφαλίζεται με τη δωρεάν διάθεση πλήρους σειράς τους σε μαγνητικό μέσο στα πολιτικά κόμματα που εκπροσωπούνται στη Βουλή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή έχουν καταρτίσει συνδυασμούς στα δύο τρίτα (2/3) των βασικών εκλογικών περιφερειών της χώρας (άρθρο 23 του π.δ. 26/2012).   

 

[97] Δηλαδή, του θέσει, σύμφωνα με την κρατούσα στην επιστήμη διάκριση, εκλογικού πληθυσμού. Βλ. παραπάνω τις σημ. 80 και 82.

 

[98] Στο παρελθόν είχε προταθεί από τον ΓΠαπαδημητρίου, [όπ.π. (σημ. 10), σ. 63 επ.] η αντικατάσταση σε μελλοντική αναθεώρηση του Συντάγματος του νόμιμου πληθυσμού από το δυνάμει, σύμφωνα με την κρατούσα στην επιστήμη διάκριση, εκλογικό πληθυσμό, δηλαδή το σύνολο των πολιτών που ψηφίζουν κάθε φορά.

 

[99] Αν και είχε στη διάθεσή του από τα μέσα Αυγούστου τη γνωμοδότηση του αρμοδίου συμβουλίου ότι τα αποτελέσματά της είναι «ακριβή, αξιόπιστα και απεικονίζουν την πραγματικότητα και γι’ αυτό πρέπει να κυρωθούν από τους αρμόδιους Υπουργούς και να δημοσιευθούν». Τελικά κυρώθηκαν μετά τις εκλογές με την απόφαση (αριθ. πρωτ.: 24198/Γ 3811/24.11.1993) των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εσωτερικών [«Κύρωση των αποτελεσμάτων του νόμιμου πληθυσμού της γενικής απογραφής πληθυσμού της 17ης Μαρτίου 1991» (ΕτΚ Β΄, φ. 883 της 6ης Δεκεμβρίου 1993)].

 

[100] Για τα κρίσιμα κείμενα και τη δικαστική εξέλιξη της διαφοράς, με αναφορές και στο κριθέν πραγματικό της, βλ. την ad hoc μελέτη του ΓΠαπαδημητρίου, Η απογραφή του πληθυσμού και ο καθορισμός των βουλευτικών εδρών, Αθήνα-Κομοτηνή 2003. Πρβλ., επίσης, ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 17), σ. 345 επ.

 

[101] Όμοια αμφισβήτηση εγέρθηκε στις εκλογές του 1956, οι οποίες διενεργήθηκαν με βάση την απογραφή του 1940 και όχι εκείνη του 1951, (βλ. ΚΧρυσόγονου, όπ.π., σ. 86 επ.). Το ίδιο συνέβη και στις εκλογές του 1958, χωρίς και πάλι να εγερθούν αμφισβητήσεις [βλ. ΑρΜάνεση, όπ.π. (σημ. 19), σ. 263 τη σημ. 40].

 

[102] Ο, τότε, Υπουργός Δικαιοσύνης, με προσλαμβάνουσες Αστικού Δικαίου, το αποκάλεσε πλάσμα δικαίου [βλ. Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, όπ.π. (σημ. 33), Επιτροπή, σ. 363].

 

[103] Τα αποτελέσματα δημοσιεύονται, πλέον, με απόφαση του Προέδρου της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, δυνάμει της παρ. 1ε του άρθρου 14 του ν. 3832/2010 [«Ελληνικό Στατιστικό Σύστημα (ΕΛ.Σ.Σ.). Σύσταση Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ως Ανεξάρτητης Αρχής» (ΕτΚ Α΄, φ.  38, της 9ης Σεπτεμβρίου 2010)]. Έτσι, δημοσιεύθηκαν με απόφασή του (αριθ. πρωτ.: 6519/31.07.2012) την τελευταία ημέρα του Ιουλίου του 2012 τα αποτελέσματα του νόμιμου πληθυσμού [«Αποτελέσματα της Απογραφής Πληθυσμού-Κατοικιών 2011 που αφορούν στο Νόμιμο Πληθυσμό (δημότες) της Χώρας» (ΕτΚ Β΄, φ. 2230 της 31ης Ιουλίου 2012)] και με βάση αυτά εκδόθηκε, στη συνέχεια, το π.δ. 4/2013 [«Καθορισμός των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας για τις γενικές βουλευτικές εκλογές» (ΕτΚ Α΄, φ. 10 της 14ης Ιανουαρίου 2013)]. Η δημοσίευση των στοιχείων του νόμιμου πληθυσμού σαράντα και πλέον ημέρες μετά την τελευταία εκλογική αναμέτρηση στερούσε ουσιαστικά, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι το τεκμήριο μπορούσε να εφαρμοστεί και στην περίπτωση προκήρυξής τους πριν τη συμπλήρωση έτους από τη διενέργεια της απογραφής, τη δυνατότητα σε όσους αμφισβητούσαν το κύρος της νωπής λαϊκής ετυμηγορίας να υποβάλουν εμπρόθεσμα, δηλαδή παραδεκτά, ένσταση με βάση γνωστά αποτελέσματα της. Για το ζήτημα βλ. ΗλΝικολακόπουλου, Η απογραφή που δεν δημοσιεύτηκε, εφημ. Τα Νέα, Σάββατο 16 Ιουνίου 2012, σ. 17.     

 

[104] Στην παρ. 1 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 9ης Μαΐου 2011, η οποία κυρώθηκε με το ν. 3995/2011 [«Κύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Διενέργεια Απογραφής Πληθυσμού-Κατοικιών» (ΕτΚ Α΄, φ. 166 της 25ης Ιουλίου 2011)], ορίστηκε: «Η Γενική Απογραφή Πληθυσμού-Κατοικιών από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) να διεξαχθεί από 10.5.2011 έως 24.5.2011, με ημερομηνία αναφοράς των στοιχείων την 9η Μαΐου 2011».

 

[105] Με το π.δ. 72/2012 [«Διάλυση της Βουλής, προκήρυξη εκλογής Βουλευτών και σύγκληση της νέας Βουλής (ΕτΚ Α΄, φ. 125 της 19ης Μαΐου 2012] η Βουλή της ΙΔ΄ Περιόδου Προεδρευόμενης Δημοκρατίας, δηλαδή εκείνη που αναδείχθηκε από την εκλογική αναμέτρηση της 6ης Μαΐου 2012, διαλύθηκε αυθημερόν και οι εκλογές ορίστηκε να διεξαχθούν την 17η Ιουνίου 2012. 

 

[106] Επειδή μάλιστα η εκλογική αναμέτρηση της 17ης Ιουνίου 2012 προκηρύχθηκε σε χρονική στιγμή που προηγείται της συμπλήρωσης του έτους από τη διενέργεια της απογραφής, θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί ότι δεν πληρούνται οι πραγματικοί όροι για την εφαρμογή του τεκμηρίου.

 

[107] Με έγγραφό του (αριθ. πρωτ.: ΓΠ-180/09.05.2012) στον Υπουργό Εσωτερικών, προφανώς ως αρμόδιου για τη διεξαγωγή των εκλογών.

 

[108] Όπως εύστοχα επισήμανε ο Υπουργός Δικαιοσύνης ΜΚ. Σταθόπουλος: «. . .δυσχερώς θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι εάν περάσει κάποιος χρόνος -νομίζω είναι έτος που προβλέπεται εδώ- ότι αυτά τα αποτελέσματα θα θεωρούνται δημοσιευμένα. Τεχνικά, νομίζω ότι μπορεί να μην εφαρμόζεται η πρόβλεψη. Αν τα αποτελέσματα δεν έχουν θεωρηθεί, δεν έχουν ελεγχθεί, δεν έχουν υπογραφεί, τι θα ισχύσει τότε. . . Ίσως αποτελεσματικότερο θα ήταν να προβλεφθεί υποχρέωση με αυστηρές κυρώσεις στα όργανα τα οποία επεξεργάζονται τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων» [βλ. Ζ΄Αναθεωρητική Βουλή, όπ.π. (σημ. 33), Επιτροπή, σ. 363]. Αντιθέτως, ο Γενικός Εισηγητής της πλειοψηφίας υποστήριξε ότι: «. . . διότι τώρα πλέον μετά από ένα χρόνο, σε όποιο στάδιο και εάν η επεξεργασία των αποτελεσμάτων, εκ του Συντάγματος θα ισχύουν τα αποτελέσματα της τελευταίας απογραφής» (όπ.π., σ. 350). Εάν όμως δεν έχει ολοκληρωθεί η επεξεργασία των στοιχείων της απογραφής, πώς μπορεί να γίνει λόγος για το αποτέλεσμά της! 

 

[109] Όπως ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (σε Βήμα του Δικηγόρου, Μάιος 2012, σ. 6).

 

[110] Παρά ταύτα, υποβλήθηκαν ενστάσεις κατά του κύρους των εκλογών, χωρίς όμως οι ενιστάμενοι να έχουν σε γνώση τους τα δεδομένα του νόμιμου πληθυσμού, προκειμένου να θεμελιώσουν τις αιτιάσεις τους. Η ετυμηγορία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου τη στιγμή που ολοκληρώνονταν η μελέτη δεν είχε ακόμη δημοσιευθεί.

 

[111] Στην τελευταία περίπτωση και με δεδομένο ότι αρμόδιος πλέον για τη δημοσίευση είναι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Στατιστικής (βλ. παραπάνω τη σημ. 103), το εγχείρημα θα βρεθεί αντιμέτωπο με πολλά και ενδεχομένως ανυπέρβλητα εμπόδια, ικανά να καταστήσουν, εκ των πραγμάτων, απρόσφορη την οποιαδήποτε απόπειρα αναθεώρησης.

 

[112] Σε αυτούς περιλαμβάνονται, προεχόντως, οι απόδημοι, δηλαδή οι συμπολίτες μας που ζουν μόνιμα στο εξωτερικό, αλλά και όσοι, για λόγους επαγγελματικούς, σπουδών, υγείας ή και αναψυχής, αδυνατούν να προσέλθουν αυτοπροσώπως στο εκλογικό τμήμα στους καταλόγους του οποίου είναι εγγεγραμμένοι.

 

[113] Το γεγονός προκάλεσε την καταδίκη της χώρας μας για παράβαση του άρθρου 3 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από το Δικαστήριο του Στρασβούργου στην απόφασή του της 8ης Ιουλίου 2010 (υπόθεση Σιταρόπουλος και άλλοι κατά Ελλάδος). Βλ. ΘΠΔΔ 11 (2010), σ. 1209 επ. (επιμέλεια και μετάφραση ΑλΜαντζούτσου).

 

[114] Βλ. ΓΠαπαδημητρίου, Το δικαίωμα της ψήφου των εκτός Επικρατείας πολιτών, Αθήνα-Κομοτηνή 1980, σ. 83 επ.· ΓΔρόσου, Το δικαίωμα της ψήφου των εκτός Επικρατείας Ελλήνων εκλογέων. Η δυνατότητα μιας νομοθετικής ρύθμισης, Αθήνα-Κομοτηνή 1990 και ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 86), σ. 332 επ.

 

[115] Ακριβέστερα, της ταυτόχρονης διεξαγωγής της ψηφοφορίας. Βλ. ΘΞηρού, Ετεροδημότες και ταυτόχρονη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών, στον τόμο: του ιδίου, Ζητήματα Εκλογικού Δικαίου, Διοίκηση και Πολιτεία, Μελέτες -38, Αθήνα-Κομοτηνή 2007, σ. 73 επ.   

 

[116] Για την αναθεωρημένη συνταγματική ρύθμιση, βλ., αντί άλλων, ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 249 επ. και του ιδίου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 436 επ.

 

[117] Τις αντιρρήσεις τους είχαν ήδη εκφράσει πριν από την αποστολή των προτάσεων. Βλ. ΜΜάνη, Βουλευτές με ψήφους της αλλοδαπής, εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 13 Μαΐου 2007, σ. 12

 

[118] Δηλαδή, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες που διαμένουν σε οποιοδήποτε κράτους του εξωτερικού (άρθρο 1 παρ. 1 του σχεδίου νόμου).

 

[119] Πρωταρχικά όσοι υπηρετούν σε Ελληνική αρχή του εξωτερικού και, βέβαια, οι ναυτικοί (άρθρο 1 παρ. 1, σε συνδυασμό με την παρ. 3 του άρθρου 2 του σχεδίου νόμου).

 

[120] Εξαίρεση προβλέφθηκε για τους ναυτικούς, οι οποίοι μπορούσαν να ψηφίσουν με βάση το ναυτικό τους φυλλάδιο (άρθρο 1 παρ. 3 του σχεδίου νόμου).

 

[121] Άρθρο 2 παρ. 6α του σχεδίου νόμου. Γι’ αυτό,  στη σύνθεσή τους θα περιλαμβάνονταν υποχρεωτικά ως υποψήφιοι, δίχως πάντως να καθορίζεται η σειρά αναγραφής τους, τρεις απόδημοι. Ως θετικό προσόν εκλογιμότητας προβλέφθηκε η διαμονή στο εξωτερικό επί μία δεκαετία πριν από την ανακήρυξη (άρθρο 2 παρ. 6β του σχεδίου νόμου).

 

[122] Για την επεξεργασία του σχεδίου νόμου στην Ολομέλεια της Βουλής βλ. Βουλή των Ελλήνων, Πρακτικά Βουλής, ΙΒ΄ Περίοδος-Σύνοδος Β΄, Συνεδρίαση ΡΙΕ΄, Τετάρτη 1 Απριλίου 2009 (απόγευμα), σ. 7664 επ. και Συνεδρίαση ΡΙΣΤ΄, Πέμπτη 2 Απριλίου 2009, σ. 7733 επ.

 

[123] Για την απόπειρα προώθησης του εκτελεστικού νόμου και την πορεία του στη Βουλή βλ. ΘΞηρού, Από τη Siemens στο Βατοπέδιο. Το χρονικό των εργασιών της ΙΒ΄ Περιόδου της Βουλής, Διοίκηση και Πολιτεία, Μελέτες -43, Αθήνα-Κομοτηνή 2010, σ. 104 επ. και τις εκεί βιβλιογραφικές αναφορές.

 

[124] Δηλαδή, ως μεθόδου για το μετασχηματισμό της εκλογικής δύναμης σε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση Βλ. παραπάνω ΙΙΙ, 1.

 

[125] Όπως καθορίζεται στο άρθρο 67 Συντ., δηλαδή η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ένα τέταρτο του όλου αριθμού των βουλευτών, ήτοι εβδομήντα πέντε.

 

[126] Εν προκειμένω, θα ήταν αρκετή η θέσπιση νέας ρύθμισης με αυτό το περιεχόμενο. 

 

[127] Τόσο με τη μορφή της αρχικής πρότασης όσο και στο σχέδιο νόμου.

 

[128] Ιδίως, εάν προκριθεί, όπως στο σχέδιο νόμου, η ψηφοφορία σε καταστήματα εντός πρεσβευτικών και προξενικών αρχών, άλλων ελληνικών υπηρεσιών της αλλοδαπής, γραφείων ιερών ναών ή καταστημάτων ελληνικών κοινοτήτων, συλλόγων ή οργανώσεων (άρθρο 3) και η διαλογή των ψηφοδελτίων από την  Κεντρική Εφορευτική Επιτροπή που εδρεύει στο Εφετείο Αθηνών (άρθρο 12).  

 

[129] Στο τέλος της εισαγωγής της αιτιολογικής έκθεσης του νομοσχεδίου ο κοινός νομοθέτης ομολογεί, αμήχανα, ότι με τις ρυθμίσεις του «καθιερώνει ένα είδος μεταβατικής περιόδου εφαρμογής για την προώθηση του όλου θεσμού. Μεταβατικής περιόδου κατά την οποία θα τεθούν οι βάσεις για την περαιτέρω εξέλιξή του κυρίως προς δύο κατευθύνσεις:

1 Προς την κατεύθυνση της διερεύνησης της μελλοντικής καθιέρωσης δυνατότητας εκλογής αντιπροσώπων των Αποδήμων ανά περιφέρεια εξωτερικού.

2. Και, δεύτερον, προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης της μεθόδου άσκησης του εκλογικού δικαιώματος από τους αποδήμους με επιστολική ψήφο» (σ. 2).

Με την επιστολή ψήφο, την εισαγωγή της οποίας επιτρέπει η ισχύουσα συνταγματική ρύθμιση, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν όλα τα προβλήματα που αναφέρθηκαν προηγουμένως και προκαλούν καθυστερήσεις στην ομαλή εξέλιξη της εκλογικής διαδικασίας. Εξάλλου, η καθιέρωση βασικών εκλογικών περιφερειών εξωτερικού προϋποθέτει, κατά την ορθότερη άποψη, συνταγματική αναθεώρηση. Εν προκειμένω, εάν ο αριθμός των υποψηφίων εξακολουθεί να καθορίζεται με βάση το νόμιμο πληθυσμό, θα απαιτηθεί, επιπλέον, η απογραφή όσων κατοικούν σε κάθε τέτοια περιφέρεια. Εάν τελικά προκριθεί ως κριτήριο ο εκλογικός πληθυσμός, ο θέσει υπό την κρατούσα στην επιστήμη άποψη, τότε θα αρκούσε η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους.  

 

[130] Δηλαδή, να μην καταλείπεται στον κοινό νομοθέτη διακριτική ευχέρεια να καθορίσει εκείνος τον αριθμό των βουλευτών. Πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι σε όλα τα προϊσχύσαντα Συντάγματα το ζήτημα ουδέποτε ρυθμίστηκε με διάταξη αυξημένης τυπικής ισχύος. Σε πρώτη φάση, καθορίστηκε ο ελάχιστος αριθμός τους (άρθρα 61/1844, 68/1864 και 68/1911), ο οποίος μπορούσε όμως να αυξηθεί νομοθετικά, και, στη συνέχεια, το εύρος, μέγιστο και ελάχιστο, εντός του οποίου μπορούσε να επιλέξει (άρθρα 35 εδ. α΄/1925, 36 εδ. β΄/1927, 68 εδ. α΄/1952 και 51/1975). Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε το «συνταγματικό» κείμενο του 1973, όπου στην παρ. 1 του άρθρου 56 προβλέφθηκε ότι οι βουλευτές είναι διακόσιοι.  

 

[131] Βλ. ΦΣπυρόπουλου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 179. Γι’ αυτό και στη Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή ορισμένοι βουλευτές, περιλαμβανομένων και εκείνων της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπως ο ΑπΑνδρεουλάκος [όπ.π. (σημ. 33), Επιτροπή, Συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, σ. 379], ζήτησαν την κατάργησή της, παρά το γεγονός ότι δεν είχε περιληφθεί μεταξύ των αναθεωρήσιμων.

 

[132] Στην αναθεώρηση του 2001 βουλευτές της είχαν προτείνει την αύξηση του αριθμό τους σε τριάντα [βλ. Βουλή των Ελλήνων, όπ.π. (σημ. 39), σ. 18], πρόταση η οποία επαναλήφθηκε και στην αναθεώρηση του 2008 [βλ. ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 1), σ. 54]. Για το ζήτημα πρβλ., επίσης, Σ.Μηναΐδη, όπ.π. (σημ. 59), σ. 107 επ.

 

[133] Για το θεωρητικό προβληματισμό βλ. ΑλΣβώλου, Επιτομή Συνταγματικού Δικαίου, Αθήναι 1945, σ. 172-173· ΧρΣγουρίτσα, όπ.π. (σημ 19), σ. 228 επ.· ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 10), σ. 112 επ.· ΔΘΤσάτσου, όπ.π. (σημ. 22), σ. 180 επ.· ΚΧρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 19), σ. 425-426 και Αθ.Ράϊκου, όπ.π. (σημ. 22), σ. 465 επ. 

 

[134] Βλ. ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π., σ. 114.

 

[135] Βλ., ιδίως, ΑρΜάνεση, όπ.π. (σημ. 19), σ. 245 επ. και ΧρΣγουρίτσα, όπ.π. (σημ. 19), σ. 228.

 

[136] Βλ. ΓΠαπαδημητρίου, όπ.π. (σημ. 10), σ. 98 επ.

 

[137] Βλ. ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 469· ΚΜαυριά, όπ.π. (σημ. 22), σ. 379 επ. και ΑθΡάϊκου, όπ.π. (σημ. 22), σ. 468 επ.

 

[138] Την οποία επιχείρησε να αναδείξει και ο ΠρΠαυλόπουλος [βλ. Ζ΄ Αναθεωρητική, όπ.π. (σημ. 33), Επιτροπή, σ. 366].

 

[139] Ο Πρ. Παυλόπουλος [(όπ.π.), Συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, σ. 394-395] και ο ΣτΜάνος [όπ.π. (σημ. 33), Ολομέλεια, σ. 461]. 

 

[140] Βλ. την αγόρευση του Γενικού Εισηγητή της πλειοψηφίας (όπ.π., σ. 382).

 

[141] Για την απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, το σχετικό συνταγματικό προβληματισμό,  το νομοθετικό πλαίσιο και την αντιμετώπισή της από το Δικαστήριο του Στρασβούργου βλ. ΘΞηρού, Λευκή ψήφος και εκλογικό μέτρο. Οι τελευταίες νομολογιακές και νομοθετικές εξελίξεις, Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου ΙΙΙ (2008), σ. 1111 επ. Πρβλ., επίσης, ΕυάγΒενιζέλου, όπ.π. (σημ. 13), σ. 469 επ. και ΑθΡάϊκου, όπ.π. (σημ. 22), σ. 616 επ. 

 

[142] Η εμπλοκή της Βουλής προβλήθηκε από τον ΕυάγΒενιζέλο (βλ. Η Βουλή να αποφασίσει για τις λευκές ψήφους. Μετά την ανατροπή της πάγιας και σχεδόν ομόφωνης νομολογίας, εφημ. Τα Νέα, Παρασκευή 20 Μαΐου 2005, σ. 10) ως η μοναδική θεσμική απάντηση στην απόφαση 12/2005.

 

[143] «Ρύθμιση θεμάτων εθνικών, νομαρχιακών και δημοτικών εκλογών και διευθέτηση ειδικών θεμάτων» (ΕτΚ Α΄, φ. 21 της 7ης Φεβρουαρίου 2006). Η διάταξη ενσωματώθηκε ως παρ. 8 στο άρθρο 98 του εκλογικού νόμου, ο οποίος είναι κωδικοποιημένος στο π.δ. 26/2012.

 

[144] Στην αιτιολογική έκθεση καθορίστηκε μάλιστα το πεδίο εφαρμογής του. Η νέα ρύθμιση  καταλαμβάνει τις γενικές βουλευτικές εκλογές, καθώς επίσης τις εκλογές τόσο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και για την ανάδειξη των αρχών στην τοπική αυτοδιοίκηση των δύο βαθμών.

 

[145] Ή, εναλλακτικά, ερμηνευτικής δήλωσης κάτω από άρθρο 54 Συντ.

 

[146] Βλ. την ad hoc μελέτη του ΓΣωτηρέλη, Το δικαίωμα της λευκή ψήφου κατά το Σύνταγμα και την εκλογική νομοθεσία, Αθήνα-Κομοτηνή 1988, καθώς  επίσης  ΔΘΤσάτσου, όπ.π. (σημ. 22), σ. 181 επ.