Author Archives: editor

Θεσμικά διδάγματα της πανδημίας

Στέλιος Τσεβάς, Δικηγόρος & Υπ. Διδ. Δημοσίου Δικαίου Νομική Σχολή ΕΚΠΑ

Ο 21ος αιώνας αποδεικνύεται πολύ ευφάνταστος. Τελευταίο του δημιούργημα είναι μία πανδημία οφειλόμενη στη ραγδαία διάδοση του θανατηφόρου ιού SARS-COV-2. Εξαιτίας της πανδημίας, στο μεγαλύτερο μέρος του δυτικού κόσμου έχει στηθεί ένα αλλόκοτο σκηνικό μίας ταινίας με πρωταγωνιστές το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που αγωνίζεται να κρατήσει στην ζωή τα θύματα της νόσου. Ωστόσο, το σκηνικό αυτό είναι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για συνταγματική παρατήρηση.

Η υγειονομική κρίση που προκλήθηκε από τη ραγδαία εξάπλωση του κορωνοϊού SARS-COV-2 έφερε την διεθνή κοινότητα σε μία πρωτόγνωρη –άτυπη- κατάσταση ανάγκης. Ειδικά στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αντί αξιόπιστου σχεδίου, η πανδημία συνάντησε μία αδικαιολόγητη πολιτική ατολμία, η οποία επιδείνωσε τον οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο της περίστασης. Η ελληνική Κυβέρνηση, κατ’ επίκληση της προστασίας της δημόσιας υγείας, στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει την γενικευμένη πλέον απειλή, ενεργοποίησε τους προβλεπόμενους μηχανισμούς έκτακτης νομοθέτησης και ρύθμισης της εθνικής οικονομίας. Έτσι, εκδίδοντας πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, η Κυβέρνηση επέβαλε μία σειρά από περιορισμούς στα ατομικά δικαιώματα και έλαβε μέτρα που αφενός μεταβάλλουν σημαντικά τη λειτουργία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και αφετέρου αναγνωρίζουν εμμέσως την ανάληψη της κοινωφελούς υπηρεσίας  προμήθειας και διανομής αγαθών πρώτης ανάγκης από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Μετά τη συνταγματική αξιολόγηση των κυβερνητικών παρεμβάσεων, η παρούσα μελέτη, συνεκτιμώντας τις προκλήσεις του 21ου αιώνα, καταλήγει σε ορισμένες σκέψεις ως προς: (α.) την συνταγματική φύση της δημόσιας υγείας, (β.) την ανάγκη ελέγχου της έκτακτης άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας από την εκτελεστική εξουσία και (γ.) την ανάδυση μίας νέας μορφής δημόσιας υπηρεσίας.

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη στο pdf

Ο Covid-19 και η εποχή των δικαιωμάτων

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου, ΕΑΠ

Πριν από 30 χρόνια ο Norberto Bobbio χαρακτήρισε τη σύγχρονη εποχή ως την «εποχή των δικαιωμάτων» (L’età dei diritti, εκδ. Einaudi,Τορινο, 1990). Στην εποχή αυτή, που άρχισε με τις δύο μεγάλες φιλελεύθερες επαναστάσεις του 18ου αιώνα και προετοιμάστηκε φιλοσοφικά από τη θεωρία του «κοινωνικού συμβολαίου», ιδίως όπως την επεξεργάστηκε ο John Locke, συντελέστηκε, σύμφωνα με τον Bobbio, μία «κοπερνίκειος μεταβολή» στην ηθική, την πολιτική και το δίκαιο: η αποδοχή της αξιολογικής προτεραιότητας των δικαιωμάτων του ατόμου έναντι των δημοσίων ή ιδιωτικών καθηκόντων του. Η σφραγίδα της νέας εποχής τέθηκε με το άρθρο 2 της Διακήρυξης του ’89: Σκοπός κάθε πολιτικής κοινωνίας είναι η διατήρηση των φυσικών και απαραγράπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει μία ενιαία εποχή των δικαιωμάτων αλλά περισσότερες εποχές τους, που αντιστοιχούν στις διαφορετικές «γενιές» τους, ενώ κατά τη διάρκεια της εποχής των ολοκληρωτισμών του 20ου αιώνα υπήρξαν και οι μεγαλύτερες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, μετά τη λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η εποχή των δικαιωμάτων γνώρισε τη μεγαλύτερη άνθησή της με την ανάπτυξη, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, ενός «συνταγματισμού των δικαιωμάτων» που βρήκε στον Ronald Dworkin τον πιο σπουδαίο θεωρητικό εκπρόσωπό του. Έτσι ώστε ένα Κράτος να θεωρείται τόσο πιο αναπτυγμένο από την άποψη της πολιτιστικής του προόδου, όσο περισσότερο σέβεται και προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Το παράδειγμα του «συνταγματισμού των δικαιωμάτων», βασισμένο στην αντίληψη ότι ο πρώτιστος σκοπός του δικαίου συνίσταται στην εξασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, βρέθηκε συχνά στο στόχαστρο της κριτικής. Οι διαφωνίες αφορούσαν, ωστόσο, περισσότερο τον τρόπο της πραγματοποίησής του παρά το θεμιτό της ύπαρξής του. Εάν τα κοινωνικά δικαιώματα είναι δικαστικώς προστατεύσιμα με τον ίδιο τρόπο όπως τα ατομικά δικαιώματα, εάν η αρχή της αναλογικότητας περιορίζει ανεπίτρεπτα την ελευθερία των πολιτικών επιλογών του κοινού νομοθέτη, εάν είναι θεμιτή η εφαρμογή της θεωρίας της κατάχρησης δικαιώματος στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, εάν θα πρέπει η άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων να σταθμίζεται με την αρχή της αλληλεγγύης, αποτελούν κρίσιμα θέματα της σύγχρονης θεωρίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, μπορούν όλα όμως να βρουν τη μία ή την άλλη απάντηση στο πλαίσιο διαφορετικών εκδοχών του ίδιου κατά βάση παραδείγματος.

Αυτά μέχρι χθες. Μετά την εμφάνιση του Covid-19, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν βρισκόμαστε σε μία κρίση της «εποχής των δικαιωμάτων», αλλά αν η εποχή αυτή έχει φθάσει οριστικά στο τέλος της. Όλα τα σύγχρονα δημοκρατικά Συντάγματα μπορούν να επανερμηνευθούν ώστε να υποδεχθούν προσωρινά ακόμη και την πιο ακραία εκδοχή του «Κράτους πρόληψης», αυτήν που ζούμε σήμερα» (για την έννοια του «Κράτους πρόληψης» βλ. Χ. Ανθόπουλου, Κράτος Πρόληψης και δικαίωμα στην ασφάλεια, σε: Χ. Ανθόπουλου – Ξ. Κοντιάδη – Θ. Παπαθεοδώρου, επιμ. Ασφάλεια και δικαιώματα στην κοινωνία της διακινδύνευσης, Αθήνα-Κομοτηνή 2005, σ. 109επ). Μπροστά στον κίνδυνο μιας κοινωνικής καταστροφής, με εκατόμβες νεκρών, δικαιολογείται η λήψη προληπτικών μέτρων, ακόμη και όταν αυτά οδηγούν στην πράξη σε αναστολή βασικών θεμελιωδών δικαιωμάτων. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ελλάδα τα μέτρα αυτά ελήφθησαν με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχόμενου (άρθρο 77 του ιταλικού Συντάγματος, άρθρο 44 παρ.1 του ελληνικού Συντάγματος), έστω και αν τυπικά δεν επιτρέπεται η θέσπιση με τις πράξεις αυτές κανόνων που συνεπάγονται την αναστολή της ισχύος ορισμένων συνταγματικών διατάξεων. Οι έκτακτες περιστάσεις απαιτούν έκτακτες συνταγματικές ερμηνείες. Οι θεμελιώδεις αρχές που συγκροτούν το σύστημα των «περιορισμών των περιορισμών» των θεμελιωδών δικαιωμάτων, δηλαδή η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή της προστασίας του ουσιώδους περιεχομένου τους, βρίσκονται σε κατάσταση standby. Είναι ένα δευτερεύον ζήτημα, και ως τέτοιο γίνεται αντιληπτό από τους πολίτες, η συνταγματικότητα των λαμβανόμενων μέτρων, το πρωτεύον είναι η αποτελεσματικότητα των μέτρων αυτών, η ικανότητά τους να αποτρέψουν την καταστροφή. Στην ουσία δεν υπάρχει κανένα όριο στην κλιμάκωση των περιορισμών όλων των άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων, εν ονόματι του δικαιώματος στην υγεία, νοουμένου στη συλλογική του διάσταση, ως θεμελιώδους συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Και δυστυχώς δεν υπάρχει καμία ιατρική-επιστημονική εγγύηση για την προσωρινότητα των μέτρων αυτών, καθώς το χαρακτηριστικό γνώρισμα του νέου κορωνοϊού είναι η μη προβλεψιμότητα της συμπεριφοράς του. Όμως αργά ή γρήγορα η μάχη κατά του Covid-19 θα κερδηθεί, δεν είναι η χειρότερη πανδημία που γνώρισε η ανθρωπότητα. Αλλά πλέον έχουμε εισέλθει σε μία περίοδο εκθετικής αύξησης των μικροβιολογικών απειλών που καθιστά αναγκαία τη μεγιστοποίηση της αρχής της προφύλαξης, δηλαδή τη λήψη προληπτικών περιοριστικών μέτρων για την αποτροπή των μελλοντικών κινδύνων, όπως ακριβώς συνέβη με την αντιτρομοκρατική νομοθεσία μετά την 11/9. Υπό τις συνθήκες αυτές προβάλλει ήδη στον ορίζοντα ο μετασχηματισμός του συνταγματικού Κράτους δικαίου σε ένα «Κράτος πρόληψης», στο οποίο θα προέχει καταστατικά το σύνολο έναντι του ατόμου. Στο νέο σύστημα δικαίου θα έχουμε μεγαλύτερη ασφάλεια, περισσότερα καθήκοντα και απαγορεύσεις, μαζικές ηλεκτρονικές ιχνηλατήσεις, λιγότερη ελευθερία. Για να θυμηθούμε τον τίτλο της γνωστής ταινίας του μαοϊκού τότε Μάρκο Μπελόκιο, αυτήν την φορά η Κίνα είναι πράγματι κοντά (La Cina è vicina, βραβείο Αργυρού Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας, 1967).

 

Η προστασία προσωπικών δεδομένων σε περίοδο πανδημίας

Φερενίκη Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Επικ. Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου, Δ.Ν. (Humboldt), M.P.H. (Harvard), M.Δ.Ε. (Ε.Κ.Π.Α.)

Περίληψη: Η νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προσφέρει ένα ασφαλές νομικό οπλοστάσιο για την αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων. Εάν στηριχθούμε σε βασικές αρχές επεξεργασίας δεδομένων και σεβαστούμε την αρχή της αναλογικότητας, η προστασία προσωπικών δεδομένων μπορεί να συνυπάρξει αρμονικά με άλλα συγκρουόμενα αγαθά, ακόμα και σε περιόδους κρίσεως.

Κρίνεται, πάντως, ότι η πανδημία μας κάνει να αναστοχασθούμε την ιδέα της επιτηρήσεως, όχι μόνο των κινδύνων που επισείει αλλά και των λύσεων που ενδεχομένως μπορεί να προσφέρει. Στην επιτήρηση αυτή οφείλουμε, ωστόσο, να είμαστε ιδιαιτέρως προσεκτικοί. Η επιδημία μπορεί να αποτελέσει την εφαλτήριο δύναμη για την ανάπτυξη εργαλείων μαζικής επιτηρήσεως των πολιτών, αλλά και να σηματοδοτήσει τη μετάβαση από την επιδερμική στην αέναη και λεπτομερή παρακολούθηση. Εναπόκειται, εν τέλει, σε μας να μην προσδώσουμε στα προσωρινά μέτρα, που δικαιολογούνται απολύτως στη σημερινή περίσταση της παγκόσμιας πανδημίας, το μανδύα της κανονικότητας.

Διαβάστε το κείμενο στο pdf

Προδημοσίευση από το περιοδικό ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Ποια δημοκρατία μετά τον COVID-19;

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Για τους ανθρώπους της γενιάς μου, αυτούς δηλαδή που γεννηθήκαμε λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (τους λεγόμενους baby boomers), η πανδημία του κορωνοϊού ενδέχεται να αποδειχθεί η μεγαλύτερη δοκιμασία της ζωής μας. Γιατί ο COVID-19 δεν πλήττει, όπως οι παλαιότεροι ιοί, τους νέους (τέτοιος ήταν ο ιός της ισπανικής γρίπης, το 1918-1919, ο οποίος, μόνο στη Γαλλία, προκάλεσε 240.000 θανάτους), αλλά προπάντων τους ηλικιωμένους. Δηλαδή, εμάς, τους «άτακτους παππούδες» της γενιάς του ’68. Λες και μας καλεί να πληρώσουμε αναδρομικά για τις «αμαρτίες» μιας ζωής. Τι να πρωτοθυμηθούν οι «επικριτές» μας; Τη σεξουαλική απελευθέρωση, το ροκ εντ ρολ, την αλαζονεία των «επιτυχημένων» ή τον ανάλγητο καταναλωτισμό;

Oμως, δεν είναι μόνον οι αδιόρθωτοι ηθικολόγοι και οι πάσης φύσεως ζηλωτές του «ένδοξου» παρελθόντος που αναζητούν τα αίτια της πανδημίας στον εκσυγχρονισμό και στην παγκοσμιοποίηση. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν πολιτικοί και διανοούμενοι τόσο στο ένα όσο και στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος. Eτσι, ο Ντόναλντ Τραμπ επιμένει να αποκαλεί τον κορωνοϊό «κινεζικό», ο δε Ματέο Σαλβίνι να αποδίδει τη διάδοσή του στην Ιταλία στους Αφρικανούς μετανάστες. Oσο για την άκρα Αριστερά, ο Ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν βλέπει στην πανδημία που πλήττει τη χώρα του την επιβεβαίωση της θεωρίας του για την «κατάσταση εξαίρεσης», στην οποία τάχατες οδηγεί όλες τις σύγχρονες δημοκρατίες ο καπιταλισμός. Είναι τόσο παλαβές οι απόψεις του εξ επαγγέλματος προκλητικού αυτού στοχαστή, ώστε ακόμη και ο Σλαβόι Ζίζεκ, ο γνωστός υποστηρικτής του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, τον αποδοκίμασε δημοσίως. (Ξεχωριστή, βέβαια, κατηγορία από μόνη της αποτελεί η Εκκλησία της Ελλάδος. Δεν μιλώ, ασφαλώς, για την Ορθοδοξία, που την τιμή της έσωσε για μία ακόμη φορά ο Οικουμενικός Πατριάρχης, αλλά για τη ΔΙΣ και τους ελλαδικούς μητροπολίτες. Με αφορμή τη συζήτηση για τη Θεία Κοινωνία, έδωσαν ένα ακόμη δείγμα –μοναδικό παγκοσμίως, θα τολμούσα να πω– αρτηριοσκληρωτικής προσήλωσης στους τύπους εις βάρος της ουσίας, θέτοντας αυτή τη φορά σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή χιλιάδων πιστών.)

Για όσους επιμένουν να σκέπτονται ορθολογικά, δεν είναι βεβαίως της στιγμής να αναζητήσουν τα βαθύτερα αίτια της τρέχουσας πανδημίας. Oταν περάσει η μπόρα, ιατροί, βιολόγοι, περιβαλλοντολόγοι και κοινωνικοί επιστήμονες θα έχουν άπλετο χρόνο να εγκύψουν σε αυτά, με επιστημοσύνη και νηφαλιότητα. Προς το παρόν, δύο είναι τα ερωτήματα που λογικά θα πρέπει να μας απασχολήσουν. Πρώτα πρώτα, αν γίνεται ό,τι είναι δυνατό για να αποτραπεί η εξάπλωση του COVID-19 στη χώρα μας και γενικότερα. Και δεύτερον, ποιοι είναι οι καταλληλότεροι τρόποι για να αποτραπεί μια χειρότερη πανδημία αύριο, χωρίς να διακυβευθούν οι κατακτήσεις της νεοτερικότητας και του σύγχρονου συνταγματικού πολιτισμού.

Στο πρώτο ερώτημα, ως νομικός, δεν μπορώ να κρύψω την ικανοποίησή μου βλέποντας δίπλα όχι μόνον στον Eλληνα πρωθυπουργό, αλλά και στους Ευρωπαίους ομολόγους του, να στέκονται και να έχουν τον πρώτο λόγοι οι ειδικοί. Η «νίκη» του κ. Τσιόδρα δεν ανήκει μόνο στον ίδιο. Είναι νίκη του ορθολογισμού εις βάρος των σαλτιμπάγκων και των κάθε είδους λαϊκιστών. Από εκεί και πέρα, για εμένα τουλάχιστον, ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε η αποφασιστικότητα με την oποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ακολουθώντας τις υποδείξεις των ειδικών, αντέδρασε εγκαίρως και χωρίς να λογαριάζει το πολιτικό κόστος. Διαφοροποιούμενος σε ανύποπτο χρόνο από τον Μπόρις Τζόνσον, έδειξε πόσο αβάσιμες είναι οι επικρίσεις που εκτοξεύονται εναντίον του για νεοφιλελεύθερες τάχα πολιτικές. Τολμώντας εκεί όπου, σε θεωρητικά πιο προηγμένες χώρες, οι ομόλογοί του δίστασαν, φαίνεται να πρόλαβε τη γενίκευση του κακού.

Σε αυτό τον κ. Μητσοτάκη διευκόλυνε και το Σύνταγμα, που του επιτρέπει να νομοθετεί χωρίς χρονοτριβή. Με τη συνετή χρήση τους, παρά τα δρακόντεια μέτρα που επιβάλλουν, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου σήμερα «δικαιώνονται». Πέρα όμως από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, η επιτυχία –εάν και εφόσον επιβεβαιωθεί– θα ανήκει εξίσου και στη γενιά των πενηντάρηδων του στενότερου επιτελείου του, που έδωσαν σοβαρά δείγματα επαγγελματισμού και αυταπάρνησης. Θέλω να πιστεύω ότι ο πραγματισμός που επιδεικνύει αυτή την περίοδο και ο Αλέξης Τσίπρας θα βοηθήσει την Αριστερά να ξεπεράσει την αναχρονιστική προκατάληψή της εναντίον των «τεχνοκρατών».

Κοντολογίς, η Ελλάδα και –για να είμαστε ακριβοδίκαιοι– η Κεντροδεξιά των σημερινών 40άρηδων και 50άρηδων δείχνει να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων.

Oσο για το αύριο, έχει υποστηριχθεί σοβαρά ότι, όπως έως τώρα μιλούσαμε για την μ.Χ. εποχή (σε αντιδιαστολή προς την π.Χ.), σε λίγο θα διακρίνουμε τη «μετά κορωνοϊό» περίοδο από την «προ κορωνοϊού». Δεν χρειάζεται να συμμερίζεται κανείς την απαισιόδοξη αυτή εκτίμηση για να σημάνει τον συναγερμό για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Τα συστήματα εντοπισμού και παρακολούθησης που χώρες όπως η Νότια Κορέα, η Σιγκαπούρη και το Ισραήλ δοκιμάζουν αυτή την περίοδο για την ανίχνευση πιθανών φορέων, αν χρησιμοποιηθούν ασυλλόγιστα, θα καταφέρουν καίριο πλήγμα στην ιδιωτικότητά μας και άλλα θεμελιώδη δικαιώματα. Τα συστήματα υγείας, εξάλλου, θα πρέπει μοιραία να ξανασχεδιασθούν ενόψει της αρχής της πρόληψης, η οποία θα επιβάλλει δράσεις όπως ο καθολικός εμβολιασμός του πληθυσμού, τα υποχρεωτικά τεστ σε διάφορες φάσεις της ζωής μας και η δημιουργία εξειδικευμένων νοσηλευτικών μονάδων, που κανείς έως χθες δεν μπορούσε να φαντασθεί και που ακόμη και οι πιο ακραιφνείς επικριτές του κρατισμού θα αναγκασθούν να αποδεχθούν.

Σε επίπεδο δημοκρατικών θεσμών, εξάλλου, θα περιορισθούν δίχως άλλο οι συνεδριάσεις πολυμελών συλλογικών σωμάτων σε τοπικό, εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. (Την προσεχή Πέμπτη, θυμίζω, η Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε. θα πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά εξ αποστάσεως, με ηλεκτρονική επικοινωνία των συμμετεχόντων.) Διερωτάται, εντούτοις, κανείς αν το Skype μπορεί να διασφαλίσει την απρόσκοπτη και ειλικρινή διαβούλευση που μόνον η φυσική παρουσία των διαλεγομένων μπορεί να εγγυηθεί. Τέλος, σε επίπεδο καθημερινότητας, δεν είναι μόνο το ηλεκτρονικό εμπόριο που θα γενικευθεί. Είναι η εξ αποστάσεως εργασία, η εξ αποστάσεως διδασκαλία και η εξ αποστάσεως ψηφοφορία.

Πέρα όμως από τα ανωτέρω, στις πολιτικές για την αντιμετώπιση μιας νέας, ακόμη καταστρεπτικότερης πανδημίας ελλοχεύει ο ακόλουθος κίνδυνος, που είναι ακόμη πιο ύπουλος, καθότι δυσδιάκριτος: Με την επιβολή της απομόνωσης είναι πολύ πιθανό να ενισχυθεί η ατομικότητα και η νοοτροπία τού «ο καθένας για την πάρτη του».

Και τούτο εις βάρος της συλλογικότητας, πάνω στην οποία στηρίζεται η καθημερινότητα της δημοκρατίας αλλά και της κοινωνικής συμβίωσης γενικότερα. Διότι, παρά τη μοναξιά που ενδημεί ιδίως στις μεγάλες πόλεις, η ζωή μας έως σήμερα στηριζόταν στη ζεστασιά της φυσικής επικοινωνίας, είτε πρόκειται για τη διασκέδαση και τον αθλητισμό, είτε για τον έρωτα και την αγάπη, είτε ακόμη και για τη θρησκευτική λατρεία. Αν αυτή περιορισθεί, όπως πολλοί προβλέπουν ότι θα συμβεί για να αποτραπούν νέες πανδημίες, τότε πολύ φοβούμαι ότι την κοινωνική συνοχή μας, αν όχι και την ίδια τη δημοκρατία, θα απειλήσουν άλλοι, εξίσου αποτρόπαιοι κίνδυνοι.

Το ερώτημα, συνεπώς, που σήμερα θέτω απλώς για συζήτηση είναι το ακόλουθο: Μήπως θα πρέπει από τώρα να ενισχύσουμε τα υπάρχοντα και να δημιουργήσουμε τα νέα εκείνα εθελοντικά δίκτυα τα οποία, πολύ προτού χρειασθεί να παρέμβει το κράτος και το δημόσιο σύστημα υγείας, θα συνδράμουν τις ευάλωτες προπάντων ομάδες του πληθυσμού –πρώτα πρώτα τους ηλικιωμένους, τους ενδεείς και τους χρόνια νοσούντες– για να ξεπεράσουν τη μοναξιά και να αντιμετωπίσουν εγκαίρως τον επερχόμενο κίνδυνο;

Για να ενθαρρύνει τη δημιουργία τέτοιων δικτύων, το κράτος, εκτός από τους μηχανισμούς του και το ΕΣΥ, διαθέτει ένα «υπερόπλο», δυστυχώς λησμονημένο. Αναφέρομαι στην παράγραφο 4 του άρθρου 25 του Συντάγματος, που του δίνει τη δυνατότητα «να αξιώνει από τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους» όχι μόνον της «εθνικής», μα και της «κοινωνικής αλληλεγγύης».

Ας σκεφτούμε πόσο πολλές ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες μπορούν να στηριχθούν στη σπουδαία αυτή διάταξη. Και ας διερωτηθούμε μήπως και η κοινωνία των πολιτών πρέπει και αυτή να αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν.

 

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/03/2020

Η ελευθερία κίνησης, η διασπορά του Κορωνοϊού και το Σύνταγμα

Γιάννης Α. Τασόπουλος, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
  1. Τέθηκε σε ισχύ η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) «Κατεπείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 […]» (ΦΕΚ Α΄ 68 από 20.3.2020). Αντικείμενο σχολιασμού εδώ είναι μόνο το άρθρο 68 παρ. 3 που θεσπίζει περιορισμούς και απαγορεύσεις στην ελευθερία κίνησης, προβλέποντας μεταξύ άλλων ότι: «Για επιτακτικούς λόγους αντιμετώπισης σοβαρού κινδύνου δημόσιας υγείας που συνίστανται στη μείωση του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, είναι δυνατόν να επιβάλλονται ως μέτρα πρόληψης και για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, περιορισμοί ή απαγόρευση της κυκλοφορίας των πολιτών εν όλω ή εν μέρει στην Επικράτεια. Από τα μέτρα του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται μετακινήσεις των πολιτών για την εξυπηρέτηση ζωτικών, προσωπικών ή επαγγελματικών, αναγκών τους που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν με άλλον τρόπο […]». Όπως ήταν αναμενόμενο, η συνταγματικότητα των διατάξεων αυτών αμφισβητήθηκε.

 

  1. Ας δούμε τι προβλέπει το Σύνταγμα. Η παρ. 3 του άρθρ. 5 Σ. ορίζει ότι: «H προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Kανένας δεν καταδιώκεται […] ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος». Αλλά, το Σύνταγμα δεν περιορίζεται σε αυτή τη γενική προστασία της ελευθερίας κίνησης και εγκατάστασης, η οποία περιλαμβάνεται στην προσωπική ελευθερία. Διευρύνει την προστασία της ελευθερίας αυτής στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία «απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιονδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη Χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ’ αυτήν. Τέτοιου περιεχομένου περιοριστικά μέτρα είναι δυνατόν να επιβληθούν μόνο ως παρεπόμενη ποινή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και μόνο για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων». Προκύπτει λοιπόν ο θεμελιώδης χαρακτήρας και η ευρύτατη προστασία της ελευθερίας κίνησης των πολιτών εντός της ελληνικής επικράτειας. Η ελευθερία κίνησης δεν συμβιβάζεται κατ’ αρχήν με την ανάγκη προηγουμένης διοικητικής άδειας ή δήλωσης προς τη διοίκηση. Τελεί όμως υπό την επιφύλαξη του νόμου, δηλαδή νομοθετική ρύθμιση, η οποία αφενός πρέπει να μην προσβάλλει τον πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος και αφετέρου πρέπει οι περιορισμοί που θέτει στο δικαίωμα να προβλέπονται με γενικές και αφηρημένες διατάξεις και να είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

 

  • Η ως άνω απαγόρευση των ατομικών διοικητικών μέτρων δεν αφορά μόνο τη διοίκηση, αλλά και τον νομοθέτη (ΣτΕ Ολομ. 2313/1976, βλ. και Πρ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, τ. Α΄, 2η έκδ. 2005, σ. 341), στο μέτρο που ο νόμος πρέπει να περιορίζει στενά τη διοίκηση, να μην της αφήνει ευρεία διακριτική ευχέρεια, αλλά να ορίζει ο ίδιος τις πραγματικές προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες η διοίκηση θα δράσει στις ατομικές περιπτώσεις, αναφορικά με την ελευθερία κίνησης των πολιτών. Συγκεκριμένα, ο νόμος πρέπει να περιορίζει στο μέτρο του δυνατού τα περιθώρια επιλογών της διοίκησης ή την ελευθερία κινήσεών της ή τις αόριστες αξιολογικές εκτιμήσεις της (π.χ. για το εύλογο της διάρκειας ενός περιορισμού), επειδή σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει μεγάλος κίνδυνος υψηλού βαθμού διοικητικής αυθαιρεσίας, κατά την επιβολή ατομικών διοικητικών μέτρων. Εξάλλου, οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 5 του Συντάγματος αφορούν και τη σχέση του νομοθέτη, της διοίκησης και της δικαιοσύνης, οργανώνοντας τις συνταγματικές εγγυήσεις της ελευθερίας κίνησης.

 

  • Συνεπώς, υπάρχει πρόδηλη και στενή συστηματική, εννοιολογική και κανονιστική συνάφεια μεταξύ της επιφύλαξης του νόμου, ο οποίος μπορεί να προβλέπει περιορισμούς της ελευθερίας κίνησης (παρ. 3), και της απαγόρευσης επιβολής ατομικών διοικητικών μέτρων που περιορίζουν την ελευθερία κίνησης (παρ. 4) του άρθρου 5 του Συντάγματος.

 

  • Εξαίρεση από την απαγόρευση των ατομικών διοικητικών μέτρων (παρ. 4) εισάγει η Ερμηνευτική Δήλωση του άρθρου 5 αναφορικά με τη «λήψη μέτρων που επιβάλλονται για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της υγείας ασθενών, όπως νόμος ορίζει». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επανερχόμαστε στο καθεστώς της επιφύλαξης του νόμου, για την προστασία της δημόσιας υγείας, χωρίς αυτή τη φορά την επιπρόσθετη προστατευτική ασπίδα της απαγόρευσης των ατομικών διοικητικών μέτρων, της παρ. 4.

 

  • Τα μέτρα που επιβάλλονται για την προστασία της δημόσιας υγείας θα κριθούν με βάση την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη, στο κανονιστικό επίπεδο: αφενός τον θεμελιώδη χαρακτήρα της ελευθερίας κίνησης, την οποία το Σύνταγμα προστατεύει έντονα και κατηγορηματικά, ως περιεχόμενο της προσωπικής ελευθερίας που «είναι απαραβίαστη», και αφετέρου, α) τη συναγόμενη από την Ερμηνευτική Δήλωση του άρθρου 5, στάθμιση του Συντακτικού Νομοθέτη υπέρ της δημόσιας υγείας[1], β) την παρ. 5 του άρθρου 5 του Συντάγματος που θεσπίζει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας, γ) τη θετική υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για τη υγεία των πολιτών, παίρνοντας και μέτρα πρόληψης μιας επιδημίας, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, αλλά και δ) οριακά, την εκπλήρωση από τους πολίτες του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης, κατά το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος.

 

  • Με βάση τα προηγούμενα, δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας η επιβολή των απαγορεύσεων και περιορισμών της ελευθερίας κίνησης, με την ΠΝΠ, για ένα σχετικά περιορισμένο χρονικό διάστημα (σύμφωνα με την εκδοθείσα Υπουργική Απόφαση από 23.03.2020 ώρα 06:00 έως και 6.04.2020 και ώρα 06:00), επειδή υπό τις συνθήκες διαπιστωμένης γεωμετρικής αύξησης των κρουσμάτων και θανάτων εξ αιτίας της επιδημίας του κορωνοϊού, η διασπορά του απειλεί άμεσα και σοβαρά την υγεία του πληθυσμού, δηλαδή τη δημόσια υγεία, όχι ως αφηρημένο αγαθό, αλλά ως κατάσταση καθενός ατομικά, από την οποία εξαρτάται η πραγματική δυνατότητα άσκησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Τα επιβαλλόμενα μέτρα έχουν προσωρινό και επείγοντα χαρακτήρα και αποβλέπουν στην αντιμετώπιση μείζονος προβλήματος της χώρας, που είναι η εξασφάλιση της δημόσιας υγείας (ΣτΕ Ολομ. 4675/1998).

 

  • Βέβαια, δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ένας πολίτης να είναι σε θέση να αποδείξει ότι, παρά τη γενική απαγόρευση, συνέτρεχαν στο πρόσωπό του εξαιρετικοί όροι και λόγοι που καθιστούσαν δικαιολογημένη την κάμψη της απαγόρευσης μετακίνησης και την εξαίρεση από αυτήν. Είναι όμως σαφές ότι ο επικαλούμενος τέτοια εξαίρεση θα φέρει και το βάρος απόδειξης. Ιδιαίτερα ζητήματα θα γεννηθούν όταν συντρέχουν και άλλα συνταγματικά δικαιώματα, τα οποία πρέπει να προστατευθούν, όπως είναι τα συνδικαλιστικά. Στο ενδεχόμενο αυτό, το έργο της στάθμισης γίνεται ακόμη δυσκολότερο, μια και θα πρέπει να εξασφαλισθεί κατά το δυνατόν και η άσκηση αυτών των συνταγματικών δικαιωμάτων, ιδίως στο μέτρο που συνεχίζει να ασκείται έστω και με δυσκολία η οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα στην αγορά. Εκτιμώ πάντως ότι ένα δικαστήριο μετά δυσκολίας θα θεωρούσε αρκετή τη συνδικαλιστική ιδιότητα για να δεχθεί απαλλαγή από τους περιορισμούς της ΠΝΠ. Στην πράξη θα χρειαστεί να δειχθεί με κάποιο τρόπο ότι δεν τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο, από την άσκηση των δικαιωμάτων, ο σκοπός των προσωρινών μέτρων που επιβάλλουν τον περιορισμό της μετακίνησης. Αλλά πρέπει να διαφυλαχθεί η προστασία όλων των συνταγματικών δικαιωμάτων.

 

  1. Το μείζον ζήτημα που τίθεται πάντως από την ΠΝΠ αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις από τις οποίες κρίνεται η χρονική διάρκεια των μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 3 αυτής: «Για επιτακτικούς λόγους αντιμετώπισης σοβαρού κινδύνου δημόσιας υγείας, για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα». Τα μέτρα της ΠΝΠ είναι αδιανόητο να παρατείνονται διαρκώς. Αλλά είναι προφανής η δυσκολία που θα έχει ένα δικαστήριο να ελέγξει την ουσιαστική συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

 

  • Εντέλει, το περιθώριο χρονικής ανανέωσης των περιορισμών για σύντομα διαδοχικά διαστήματα θα εξαρτηθεί τόσο α) από την εξέλιξη της επιδημίας, β) από την αποτελεσματικότητα των περιορισμών, που όμως φαίνεται να έχει δοκιμαστεί επιτυχώς στην Κίνα και να αποδεικνύεται στατιστικά, όσο και γ) από την ανταπόκριση του κράτους στα καθήκοντά του ενίσχυσης του ΕΣΥ και λήψης όλων των εναλλακτικών διαθεσίμων μέτρων που θα είναι πρόσφορα να πετύχουν την αντιμετώπιση της κατάστασης με μικρότερη επιβάρυνση της ελευθερίας κίνησης. Υπάρχει όμως όριο, το οποίο θέτει ο θεμελιώδης χαρακτήρας της ελευθερίας κίνησης και η απαραβίαστη προσωπική ελευθερία. Το απώτατο όριο τίθεται από τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2, παρ. 1 Σ.).

 

  1. Η ΠΝΠ επιβάλλει να συνδυασθεί η λογική με την αναγκαία επαγρύπνηση, για να μην καταλυθούν οι συνταγματικές εγγυήσεις για τα κεκτημένα και τις ελευθερίες μας. Στην πορεία αυτή, θα χρειασθούν πιθανότητα υπερβάσεις από όλους μας. Από τους πολίτες, για να έρθουν αντιμέτωποι με την ατομική τους ευθύνη για το κοινό καλό (την ουσία του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης, του άρθρου 25 παρ. 3 Σ.). Από τα άμεσα όργανα του κράτους, όπως π.χ. η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με την εφαρμογή του Συντάγματος προς την κατεύθυνση ενίσχυσης των θεσμικών αντιβάρων της εξουσίας (αναπομπή νόμου, αν είναι επιβεβλημένη). Από τη δικαιοσύνη, η οποία είναι πιθανό να κληθεί να επανεξετάσει παραδοσιακές αντιλήψεις για τη διάκριση των εξουσιών, προκειμένου να εγγυηθεί αποτελεσματικά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών.

 

  1. Το βιβλίο του Ph. Bobbitt, The Shields of Achilles – War, Peace and the Course of History, Penguin 2003 [Η ασπίδα του Αχιλλέα: Πόλεμος, ειρήνη και η πορεία της ιστορίας], ένα θεμελιώδες έργο, μου έρχεται στο μυαλό, καθώς η Ελλάδα θέσπισε την απαγόρευση κυκλοφορίας εξαιτίας του κορωνοϊού. Ας έχουμε τα μάτια μας στραμμένα στο ευρωπαϊκό πρότυπο. Αυτό έχει διαμορφώσει το πεπρωμένο μας και το φιλελεύθερο και δημοκρατικό συνταγματικό κράτος μας θα ακολουθήσει το ευρωπαϊκό μοντέλο. Αλλά αυτό αυξάνει την εθνική μας ευθύνη για τη δική μας διακριτή συνταγματική ταυτότητα. Ας είμαστε εναργείς και προετοιμασμένοι για το χειρότερο. Το «προηγούμενο» της ΠΝΠ κόβει την ανάσα, ιδίως επειδή είναι εύλογη και δικαιολογημένη, θεσπίζοντας, ας ελπίσουμε, ένα σχετικά μικρής διάρκειας, προσωρινό και τελείως εξαιρετικό μέτρο.

[1] Προφανώς, δεν χρειάζεται να θεσπίζει η ΠΝΠ «ατομικά διοικητικά μέτρα», για να επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη στη στάθμιση της αναλογικότητας των περιορισμών ενός νόμου (της παρ. 3 του άρθρ. 5), ο οποίος αφορά τη δημόσια υγεία, η στάθμιση του Συντάγματος υπέρ της δημόσιας υγείας στην ερμηνευτική δήλωση του άρθρ. 5.

H επιβολή απαγόρευσης κυκλοφορίας στερείται συνταγματικής νομιμότητας

Χαράλαμπος Κουρουνδής, Διδάκτορας Νομικής ΑΠΘ, μέλος ΔΣ Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, πρόεδρος της Επιτροπής δημοκρατικών θεσμών και λειτουργίας του πολιτεύματος ΔΣΘ

Η επιβολή απαγόρευσης κυκλοφορίας που ανακοινώθηκε σήμερα με το διάγγελμα του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη στερείται συνταγματικού ερείσματος. Το εν λόγω μέτρο φαίνεται ότι θα εμφανιστεί νομικά ως υλοποίηση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που εκδόθηκε για την αντιμετώπιση του κορoνοϊού. Οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου όμως αποτελούν ουσιαστικούς νόμους, οι οποίοι δεν είναι δυνατό να παραβιάσουν το Σύνταγμα ανατρέποντας την ιεραρχία των κανόνων δικαίου. Η ελευθερία κίνησης και εγκατάστασης στην ελληνική επικράτεια, δηλαδή η λεγόμενη stricto sensu προσωπική ελευθερία, κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος.

Ως τέτοια, πρόκειται για μια ελευθερία που δεν είναι δυνατό να ανασταλεί ούτε κατά την κήρυξη πολιορκίας σύμφωνα με το άρθρο 48 του Συντάγματος, η οποία βέβαια προβλέπεται ούτως ή άλλως με την κήρυξή της από τη Βουλή μόνο σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης ή εκδήλωσης ένοπλου κινήματος για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Εάν είχε κηρυχθεί κατάσταση πολιορκίας θα αιρόταν απλώς η απαγόρευση λήψης ατομικών διοικητικών μέτρων περιορισμού της εν λόγω ελευθερίας με βάση το άρθρο 5 παρ. 4. Στο διάγγελμά του, ο πρωθυπουργός αιτιολόγησε το μέτρο με βάση την ανάγκη κρατικής παρέμβασης «όταν η άσκηση της ατομικής ελευθερίας υπερβαίνει τον συνταγματικό της σκοπό και απειλεί την κοινωνία».

Η άποψη αυτή δεν ανταποκρίνεται στις συνταγματικές προβλέψεις, καθώς η συγκεκριμένη ελευθερία δεν έχει ορισμένο συνταγματικό σκοπό όπως άλλα συνταγματικά δικαιώματα, πχ το δικαίωμα της απεργίας. Η φρασεολογία που χρησιμοποίησε ο Κ. Μητσοτάκης παραπέμπει στην καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, η οποία όμως δεν μπορεί σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα να επιβάλλεται μέσω μιας προληπτικής συνολικής απαγόρευσης οποιουδήποτε δικαιώματος.

Σημαίνουν όλα αυτά ότι η ελευθερία κίνησης είναι απεριόριστη; Όχι βέβαια, όπως και κανένα από τα συνταγματικά αναγνωρισμένα δικαιώματα. Οι περιορισμοί τους όμως οφείλουν να μην πλήττουν τον πυρήνα τους. Και τούτο ακριβώς είναι που συμβαίνει στην περίπτωσή μας: ενώ η ελευθερία ήταν ο κανόνας και ο περιορισμός η εξαίρεση, πλέον η ελευθερία γίνεται η εξαίρεση και ο περιορισμός ο κανόνας.

Επιπλέον, μέσω της καθολικής απαγόρευσης κυκλοφορίας θίγονται βεβαίως και άλλα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, όπως η συνδικαλιστική ελευθερία, η ελευθερία της συνάθροισης (που μπορεί να περιοριστεί με συνταγματικά θεμιτό τρόπο με βάση τις προβλέψεις του άρθρου 11 παρ. 2) και πολλά άλλα των οποίων η άσκηση προϋποθέτει την κυκλοφορία των ανθρώπων. Σημειωτέον μάλιστα ότι το άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος ανήκει στον σκληρό πυρήνα των μη αναθεωρήσιμων διατάξεων με βάση το άρθρο 110 του Συντάγματος.

Όλα αυτά ίσως φαίνονται υπερβολικά τυπολατρικά και τετριμμένα απέναντι σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση φονικής πανδημίας. Ίσως αυτό ήθελε να υπογραμμίσει ο πρωθυπουργός επαναλαμβάνοντας σχεδόν αυτολεξεί τη διατύπωση του κοινωνικού δικαιώματος στην υγεία («το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών», αρ. 21 παρ. 3 του Συντάγματος).

Όμως η επίκληση ενός συνταγματικού δικαιώματος δεν αρκεί για να θίξει τον πυρήνα ενός άλλου. Από την άλλη πλευρά, η επίκληση καθ’ εαυτή είναι σημαντική στο επίπεδο της ουσιαστικής νομιμοποίησης αυτού του τόσο δραστικού μέτρου. Σ’ αυτό το σημείο, η επιλογή του Κ. Μητσοτάκη όχι απλώς δεν καλύπτεται αλλά φαίνεται ακόμα πιο έωλη, καθώς οι κυβερνητικές επιλογές ως τώρα δεν δικαιολογούν ένα μέτρο τόσο «ριζοσπαστικό». Εάν είναι πρόσφορο, κατάλληλο και αναγκαίο μέτρο για την καταπολέμηση της πανδημίας η καθολική απαγόρευση κυκλοφορίας, τότε πώς την ίδια στιγμή η κυβέρνηση δεν έχει προχωρήσει στην επίταξη των ιδιωτικών κλινικών, στη διαμόρφωση επιπλέον κλινών ΜΕΘ και σε άμεσες μαζικές προσλήψεις γιατρών και νοσηλευτικού προσωπικού, σε μέτρα δηλαδή που αφορούν άμεσα τη μάχη κατά του κορoνοϊού;

Οι πολίτες καλούνται να παραμείνουν στο σπίτι υποχρεωτικά, αλλά δεν έχει ληφθεί καμία μέριμνα για την αναστολή των λογαριασμών τηλεφώνου, ρεύματος και νερού ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν αξιοπρεπώς οι οικονομικά ασθενέστεροι. Επιπλέον, δεν λαμβάνεται κανένα μέτρο για χώρους όπου δεκάδες και εκατοντάδες άνθρωποι στοιβάζονται χωρίς κανένα μέτρο, όπως τα camps των προσφύγων ή οι φυλακές.

Με αυτά τα δεδομένα, η επιβολή συνολικής απαγόρευσης κυκλοφορίας εκτός από συνταγματικής νομιμότητας στερείται και ουσιαστικής νομιμοποίησης. Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν προφανώς την αναγκαιότητα περιορισμού των μετακινήσεών μας ώστε να καθυστερήσουμε τη διασπορά του ιού. Όμως αυτό, όπως αναφέρθηκε και στο πρωθυπουργικό διάγγελμα, «τηρείται από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών».

Αυτή η συντριπτική πλειοψηφία έχει κάθε δικαίωμα λοιπόν, να ζητά από τον πρωθυπουργό δραστικά μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας και να αντιμετωπίζει με μεγάλη επιφύλαξη τον αντισυνταγματικό περιορισμό των δικαιωμάτων της.

Η υπουργική απόφαση

Η υπουργική απόφαση που εκδόθηκε από τους υπουργούς Προστασίας του Πολίτη, Υγείας και Εσωτερικών (ΦΕΚ 986, τ. Β΄) επιβεβαιώνει τα παραπάνω αναφορικά με την έλλειψη συνταγματικού ερείσματος του μέτρου. Ειδικότερα, η υπουργική απόφαση αναφέρει «το άρθρο 5 του Συντάγματος, ιδίως δε την ερμηνευτική δήλωση αυτού».

Η εν λόγω ερμηνευτική δήλωση εξαιρεί από την απαγόρευση ατομικών διοικητικών μέτρων της παραγράφου 4 τη «λήψη μέτρων που επιβάλλονται για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της υγείας ασθενών, όπως νόμος ορίζει». Η λήψη τέτοιων μέτρων συνίσταται – όπως γράφει ο καθηγητής Π. Δαγτόγλου (Ατομικά δικαιώματα, δ΄ εκδ., 2012, σελ. 293) σε περιορισμούς στην ελευθερία κίνησης προσώπων για τα οποία υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι πάσχουν από λοιμώδη ή μεταδοτική ασθένεια.

Δεν είναι δυνατό να υπαχθεί σε αυτήν την περίπτωση ο γενικός περιορισμός της κυκλοφορίας – δεν είναι ατομικό διοικητικό μέτρο. Ο γενικός περιορισμός αφορά την ελευθερία κίνησης της παρ. 3 για την οποία ο Δαγτόγλου (ό.π., σελ. 296) γράφει κατηγορηματικά ότι «από την ίδια την έννοια της ελευθερίας προκύπτει ότι η άσκησή της δεν εξαρτάται από κρατική άδεια. Το ίδιο ισχύει και για την κίνηση ή εγκατάσταση προσώπου εντός της χώρας.

Αντισυνταγματική θα ήταν και η επιβολή υποχρεώσεως δηλώσεως (αναγγελίας, γνωστοποιήσεως) κάθε κινήσεως, γιατί θα κατέληγε στην πράξη σε τέτοια συρρίκνωση και εξασθένηση του δικαιώματος, ώστε θα έθιγε τον ίδιο τον πυρήνα μιας ελευθερίας που το Σύνταγμα διακηρύσσει ως απαραβίαστη».

Εξίσου κατηγορηματικός ήταν και ο κορυφαίος Ελληνας συνταγματολόγος της μεταπολεμικής περιόδου Αριστόβουλος Μάνεσης (Ατομικές ελευθερίες, δ’ εκδ. 1982, σελ. 134), όταν έγραφε ότι «η εν γένει διακίνηση και κυκλοφορία στο εσωτερικό της χώρας μπορεί να ρυθμισθεί ή και περιορισθεί με νόμο ή βάσει νόμου. Βασικά όμως είναι ελεύθερη: δεν υπόκειται σε απαγορεύσεις ούτε εξαρτάται από σχετική άδεια ούτε απαιτείται, έστω, υποβολή σχετικής δήλωσης (γνωστοποίησης) προς τις αρχές εκ μέρους πολιτών […] τέτοιοι έντονοι και εκτεταμένοι περιορισμοί αναιρούν την ουσία του συγκεκριμένου ατομικού δικαιώματος και αντιβαίνουν προς το άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος».

Αντίστοιχη είναι η άποψη και του καθηγητή Χρυσόγονου (Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, γ΄ εκδ. 2006, σελ. 218) που προσδιορίζει τα ατομικά διοικητικά μέτρα ως έκδοση ατομικών πράξεων περιοριστικών της ελευθερίας κίνησης και υπογραμμίζει ότι «ο νομοθέτης οφείλει να ορίσει ο ίδιος κατά τρόπο γενικό αλλά ορισμένο, σαφή και αντικειμενικό τις προϋποθέσεις, έτσι ώστε η έκδοση των οικείων ατομικών πράξεων επιβολής του περιοριστικού μέτρου να γίνεταιο από το διοικητικό όργανο κατά δέσμια αρμοδιότητα και μετά από πλή διαπίστωση της συνδρομής τους». Με απλά λόγια, τα ατομικά διοικητικά μέτρα δεν είναι δυνατό να εξισωθούν με έναν γενικό και καθολικό περιορισμό που αφορά όλους τους ανθρώπους σε όλη την επικράτεια.

Οι παραπάνω τοποθετήσεις της συνταγματικής επιστήμης έχουν το πλεονέκτημα να μην είναι δυνατό να χαρακτηριστούν «ύποπτες» για φιλοκυβερνητική ή αντικυβερνητική μεροληψία αφού διατυπώθηκαν σε ανύποπτο χρόνο. Περαιτέρω, και τούτο είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, ο γενικός περιορισμός της κυκλοφορίας αναστέλλει στην πράξη και άλλα συνταγματικά δικαιώματα. Παράδειγμα: στις επιχειρήσεις που βρίσκονται σε λειτουργία θα μπορέσει να εισέλθει ένας συνδικαλιστής που θα τον καλέσει εργαζόμενος του χώρου για να καταγγείλει την παραβίαση των υγειονομικών μέτρων ή όποια άλλη εργοδοτική αυθαιρεσία; Πώς θα μετακινηθεί μέχρι εκεί εφόσον δεν υπάρχει το αντίστοιχο «κουτάκι»;

Έχει διατυπωθεί επίσης η άποψη ότι το κρίσιμο στην περίπτωση αυτής της απαγόρευσης κυκλοφορίας είναι ο έλεγχός της σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Σ’ αυτό το επίπεδο, θα συμφωνήσω με την καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Λίνα Παπαδοπούλου: η καταλληλότητα του συγκεκριμένου μέτρου είναι μάλλον μηδενική. Το αστείο (αν δεν ζούσαμε τόσο κρίσιμες στιγμές) θέαμα αστυνομικών να βάζουν ανθρώπους που έβγαζαν βόλτα το σκύλο τους να υπογράφουν επί τόπου υπεύθυνες δηλώσεις δεν έχει καμία σχέση με την αντιμετώπιση της πανδημίας. Προκαλεί ένα γραφειοκρατικό αλαλούμ, ταλαιπωρεί την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών που, όπως τόνισε ο πρωθυπουργός στο διάγγελμά του, δεν προβαίνουν σε άσκοπες μετακινήσεις και δεν θίγει τους ασυνειδήτους αφού τους βάζει απλώς στον κόπο να υπογράψουν μια υπεύθυνη δήλωση ότι πηγαίνουν βόλτα.

Το δημόσιο που χρειάζεται ενίσχυση αυτή τη στιγμή είναι το σύστημα υγείας, με περισσότερους γιατρούς, νοσηλευτές, υγειονομικό υλικό, όχι η Αστυνομία. Όσοι και όσες αποφεύγουμε τις άσκοπες μετακινήσεις θα συνεχίσουμε να το κάνουμε για να προστατεύσουμε την υγεία μας, την υγεία των αγαπημένων μας προσώπων και όλων των συνανθρώπων μας. Όπως θα συνεχίσουμε και να διεκδικούμε από το κράτος και την κυβέρνηση να μετράνε περισσότερους αναπνευστήρες και μάσκες, όχι υπεύθυνες δηλώσεις.

 

Αναδημοσίευση από την “Εφημερίδα των Συντακτών” 23.03.2020

Θρησκευτική ελευθερία και προστασία της υγείας

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Το Σύνταγμά μας στο άρθρο 13 κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία, ορίζοντας εμφατικά ότι κάθε «γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων». Κατά συνέπεια, το Κράτος οφείλει όχι μόνο να σέβεται την άσκηση των λατρευτικών καθηκόντων των πιστών οποιασδήποτε θρησκείας και οποιουδήποτε δόγματος, αλλά και υποχρεούται να προστατεύει και να διευκολύνει τη θρησκευτική λατρεία. Η θρησκευτική ελευθερία δεν είναι όμως το μόνο θεμελιώδες δικαίωμα που διασφαλίζεται στο Σύνταγμά μας. Ομοίως κατοχυρώνεται και το δικαίωμα στη ζωή και στην υγεία σε διάφορες διατάξεις. Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος το «Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών», ενώ το άρθρο 5 παρ. 5 ορίζει ότι καθένας «έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας». Επομένως, η λήψη θετικών μέτρων εκ μέρους της Πολιτείας για την προστασία της υγείας των πολιτών, αποτελεί ρητή συνταγματική επιταγή.

Τι γίνεται λοιπόν όταν συγκρούονται δύο ταυτόχρονες υποχρεώσεις του Κράτους, από τη μια να διασφαλίσει τη θρησκευτική λατρεία και από την άλλη να προστατεύσει τη δημόσια υγεία; Στο συνταγματικό δίκαιο συνηθίζουμε να λέμε ότι δεν υφίσταται μια αφηρημένη σχέση ιεράρχησης μεταξύ των συνταγματικών δικαιωμάτων και ότι, σε περίπτωση μεταξύ τους σύγκρουσης, θα πρέπει να σταθμίζονται με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που κάθε φορά υπάρχουν. Αυτό είναι ορθό. Όταν όμως διακινδυνεύεται όχι απλώς η υγεία αλλά ακόμη και η ίδια η ζωή των πολιτών, είναι προφανές ότι η προστασία της ανθρώπινης ζωής εισέρχεται με αυξημένη βαρύτητα στη διαδικασία της στάθμισης. Γιατί, σε τελική ανάλυση, η ύπαρξη ζωής είναι η προϋπόθεση για την άσκηση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι, σε περιπτώσεις πανδημίας δικαιολογείται συνταγματικά η απαγόρευση των θρησκευτικών συναθροίσεων, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η απαγόρευση αυτή έχει προσωρινό χαρακτήρα (για όσο χρονικό διάστημα συντρέχουν άκρως εξαιρετικοί λόγοι) και καταλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλες τις θρησκείες και όλα τα δόγματα. Στο συμπέρασμα αυτό  δεν μπορεί να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι όποιος συμμετέχει σε θρησκευτική συνάθροιση διακινδυνεύει τη δική του υγεία και ζωή, την οποία μπορεί να διαθέσει ελεύθερα. Το επιχείρημα αυτό (ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του ή μη) δεν μπορεί να αφορά περιπτώσεις μεταδοτικών ασθενειών, στις οποίες τίθεται σε κίνδυνο η ζωή και άλλων ανθρώπων.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρο 9 της οποίας κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία και τις προϋποθέσεις επιβολής περιορισμών σε αυτήν με μια λιτή και υποδειγματική διατύπωση: «Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».

 

Αναρτήθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της «Καθημερινής» την 21-3-2020

Έσπασε δύο «γυάλινες οροφές»

«Μαμά, μπορεί και ένα κορίτσι να γίνει Πρόεδρος;» με ρώτησε ο πεντάχρονος γιος μου, όταν παρακολουθούσαμε μαζί στην τηλεόραση την εκλογή της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας. Πώς μπαίνει αυτή η αμφιβολία στο μυαλό ενός πεντάχρονου που μεγαλώνει σε ένα σπίτι όπου η ιδέα της έμφυλης ισότητας είναι αδιάσειστη; Από το σχολείο, την τηλεόραση, τους φίλους και τις φίλες που κουβαλούν από τα δικά τους σπίτια άλλες αντιλήψεις; Κι όμως, ακόμη, στην υβριδική μας κοινωνία στο σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, η ισοτιμία μεταξύ ανδρών και γυναικών και η ισότητα ανεξαρτήτως φύλου δεν είναι δεδομένες. Δεν αλλάζει άρδην η κατάσταση αυτή, αλλά η εικόνα της νέας Προέδρου μπήκε σε όλα τα ελληνικά νοικοκυριά, σε όλες τις συνειδήσεις, έγινε πλέον βεβαιότητα και όχι νομική απλώς δυνατότητα. Μπορούμε πλέον  να χρησιμοποιούμε τον θηλυκό τύπο μιλώντας για τις αρμοδιότητες της Προέδρου της Δημοκρατίας, γιατί -όσο και να το αμφισβητούμε- η γλώσσα διαμορφώνει συνειδήσεις, στάσεις, συμπεριφορές.

Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου δεν είναι όμως μόνον η πρώτη Ελληνίδα που έσπασε δύο «γυάλινες οροφές» (που μάλλον είναι ατσάλινες) και κέρδισε με την αξία της δύο Προεδρίες, του Συμβουλίου της Επικρατείας και της Ελληνικής Δημοκρατίας. Είναι, καταρχάς και κυρίως, μία ανώτατη Δικάστρια –με Δ κεφαλαίο- που στάθηκε πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων, που δεν παρασύρθηκε από τον δικαστικό λαϊκισμό, αλλά αντίθετα έμεινε πιστή στις αρχές του κράτους δικαίου και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Από τη θέση της ως Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε τη γενναιότητα να αναλάβει, μαζί με τον επίσης εξαίρετο Δικαστή και πλέον Πρόεδρο της ΑΔΑΕ Χρήστο Ράμμο, την ηθική ευθύνη να σώσει, κυριολεκτικά, την τιμή του Δικαστηρίου που υπηρετούσε όταν αυτή διακυβεύτηκε πριν η ίδια αναλάβει την Προεδρία του. Οι δυο τους είχαν μάλιστα παραιτηθεί από μέλη της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών ΣτΕ, με αφορμή την αναβολή της Ολομέλειας που θα συζητούσε τη συνταγματικότητα του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες. Απέδειξε έτσι, για μία ακόμη φορά, ότι υπηρετούσε σταθερά το Σύνταγμα και τον νόμο, τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις και τα δικαιώματα, και όχι ένα θολό και ενίοτε επικίνδυνο «κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Ο φιλελευθερισμός της και οι κοινωνικές και οικολογικές ευαισθησίες της Κατερίνας Σακελλαροπούλου είχαν εξάλλου ήδη αποτυπωθεί στη νομολογία του ΣτΕ και παλαιότερα, σε σημαντικές αποφάσεις, ενίοτε και σε μειοψηφίες. Χαρακτηριστικά, στην απόφαση για την ανέγερση ευκτηρίων οίκων υποστήριξε τη μειοψηφική υπέρ της ίσης ελευθερίας άποψη υπέρ της άρσης όλων των περιορισμών πλην των αυτονόητων πολεοδομικών. Τη δική της υπογραφή ως Αντιπροέδρου και Προεδρεύουσας φέρει εξάλλου και η απόφαση του 2017 για το άνοιγμα της πόρτας των ελληνικών σχολείων στα προσφυγόπουλα.

Όλη η πορεία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου αποδεικνύει την ακλόνητη πίστη της στην ανοικτότητα της Ελλάδας προς την Ευρώπη και τον Άλλο, αλλά και προς την ίδια την κοινωνία, από την οποία η ίδια ποτέ δεν αποκόπηκε. Παρέμεινε μέχρι σήμερα μία γυναίκα με ανοικτό μυαλό και καρδιά, με θάρρος θεσμικό και προσωπικό, συνδυάζοντας τη στέρεη νομική της παιδεία και βαθιά προσήλωση στο δίκαιο, χωρίς νομικισμούς, ενωτική, με κοινωνική ευαισθησία και υψηλό ήθος. Με τα σπάνια αυτά προσόντα, με την πίστη της στο δημοκρατικό κράτος δικαίου, με το βαθιά πολιτικό αίσθημα ευθύνης απέναντι στο Σύνταγμα και την ιστορία, με τη γνώση και μεθοδικότητά της, με την ανθρωπιά και την αρχοντιά της είναι σίγουρο ότι θα υπηρετήσει και το νέο της αξίωμα της «Ανώτατης Αρχόντισσας» αυτής της χώρας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο, 14-15 Μαρτίου 2020, σελ. 39

Α. Κολλιόπουλος, Η κρίση ως ευκαιρία και ως πρόκληση – Για μια νέα ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, Παπαζήσης 2019

Πρόλογος: Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η ασυδοσία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτέλεσε αναμφισβήτητα μια από τις πλέον προβληματικές πλευρές της παγκοσμιοποίησης. Τα «νομαδικά κεφάλαια»  αυτού του συστήματος κινήθηκαν για πολλά χρόνια σε με γκρίζα ζώνη, έξω και πέρα από εθνικούς ελέγχους, επιτυγχάνοντας τόσο την άλωση των διεθνών οικονομικών οργανισμών, οι οποίοι μετατράπηκαν κατά το μάλλον ή ήττον σε «μακρά χείρα» τους, όσο και τον περιορισμό της πολιτικής αυτονομίας των κρατών. Έτσι κατάφεραν να βρεθούν στο επίκεντρο τεκτονικών οικονομικών ανακατατάξεων και εν τέλει να επιβάλουν μια νέα υπερεθνική  πραγματικότητα, που αποδόθηκε εύστοχα, από ανθρώπους που υπηρέτησαν αυτό το σύστημα, με τους όρους  «φονταμενταλισμός των αγορών» και «αχαλίνωτος καπιταλισμός». Και ήταν ακριβώς αυτή η νέα πραγματικότητα που  οδήγησε στην μεγάλη οικονομική κρίση του 2008, που ταλάνισε ολόκληρη την ανθρωπότητα και εξακολουθεί να έχει δυσμενέστατα κοινωνικά αποτελέσματα.

Μεγάλα και αμείλικτα είναι βεβαίως τα ερωτήματα που ανακύπτουν εύλογα μετά από αυτές τις εξελίξεις, για τους  πολιτικούς ταγούς σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο:

Έχουν αποφασίσουν επιτέλους να αντιμετωπίσουν τις μεγάλες προκλήσεις που θέτει ενώπιόν τους η παγκοσμιοποίηση, αδράχνοντας την ευκαιρία που τους παρέσχε  το χειρότερο αποκύημά της; Με άλλα λόγια, έχουν όντως διδαχθεί από την τραγική εμπειρία που βίωσε η ανθρωπότητα λόγω των αδίστακτων κερδοσκοπικών τάσεων που επικράτησαν στην  λειτουργία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και προκάλεσαν την κρίση; Και εν κατακλείδι: θα αποτελέσει αυτή η κρίση την ευκαιρία για μια εντελώς νέα και πραγματική ρύθμιση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος ή θα αναμασώνται διαρκώς οι ίδιες αποτυχημένες συνταγές της «συναίνεσης της Ουάσιγκτον»;

Η ανά χείρας μελέτη του Θανάση Κολλιόπουλου –η οποία αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής του διατριβής, της οποίας ήμουν επιβλέπων– αποτελεί μια πολύ σημαντική συμβολή στον προβληματισμό γύρω από αυτά τα  δύσκολα, ακανθώδη και επίμαχα ερωτήματα.

Πρόκειται βέβαια, προεχόντως, για επιστημονική συμβολή. Εκείνο που ιδίως καταφέρνει ο συγγραφέας είναι να αναδείξει, μέσω μιας πλούσιας, εμπεριστατωμένης και διεισδυτικής  επιστημονικής ανάλυσης, αφ’ενός μεν την διαχρονική σημασία της ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, σε όλες τις εκφάνσεις του, αφ’ετέρου δε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προσλαμβάνει αυτή η ρύθμιση στις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και της κρίσης. Το κύριο δε προσόν αυτής της ανάλυσης, που πρέπει να εξαρθεί ιδιαίτερα, είναι η διεπιστημονικότητα. Η μελέτη αξιοποιεί και ταυτόχρονα  συνδυάζει εύστοχα  μια ευρεία γκάμα επιστημονικών εργαλείων, τόσο από τους κλάδους της ιστορίας και της πολιτικής οικονομίας όσο και –ιδίως– από τους κλάδους του δημοσίου δικαίου και της πολιτικής επιστήμης.

Ειδικότερα, υπό το συγκεκριμένο αυτό (διεπιστημονικό) πρίσμα εξετάζονται διεξοδικά πρώτον οι ιστορικές καταβολές, η  εξελικτική πορεία και τα επί μέρους χαρακτηριστικά αυτού του συστήματος, δεύτερον ο καθοριστικός ρόλος του στην εθνική και υπερεθνική οικονομική πραγματικότητα, τρίτον οι εκάστοτε θεσμικές μορφές και εκφάνσεις της ρύθμισής του και τέταρτον οι πρόσφατες (ατελέσφορες) προσπάθειες –πριν και μετά από την κρίση– να εξευρεθούν λύσεις που θα υποκαταστήσουν τους καταρρεύσαντες μεταπολεμικούς μηχανισμούς του Bretton Woods, στο πλαίσιο ενός ραγδαία μεταλλασσόμενου και επικίνδυνα υποχωρούντος συνταγματισμού.

Ως προς την ουσία των επιβαλλόμενων ρυθμίσεων, ο συγγραφέας, ευλόγως, δεν έχει έτοιμες λύσεις ούτε προτείνει συγκεκριμένες «συνταγές». Αρκείται αφ’ενός μεν στην εύστοχη επισήμανση των αιτίων της κρίσης, που ανάγονται στην συγκεκριμένη ιστορική διαμόρφωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αφ’ετέρου δε στην ανάδειξη των αδυναμιών και των υστερήσεων που χαρακτηρίζουν όλες τις μετά την κρίση σχετικές πρωτοβουλίες, με πρωταρχική την απουσία στρατηγικά στοχευμένων ρυθμίσεων και αποτελεσματικών ελεγκτικών μηχανισμών.

Μια προσεκτικότερη ματιά, πάντως, δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει, εξ αντιδιαστολής συνήθως, την γενικότερη θέση του συγγραφέα. Η ολόπλευρη και συχνά καταλυτική κριτική των κυρίαρχων έως τώρα αντιλήψεων, που μηρυκάζουν χρεωκοπημένες –και τεχνοκρατικά μεταμφιεσμένες– ιδεολογικοπολιτικές επιλογές,  ναι μεν δεν συνοδεύεται από ad hoc πολιτικές «αντιπροτάσεις» πλην όμως διαμορφώνει ένα ευρέως και πολλαπλά αξιοποιήσιμο θεωρητικό υπόβαθρο, το οποίο παρέχει ασφαλή βάση για την επεξεργασία εναλλακτικών θεσμικών επιλογών. Εκείνων δηλαδή των επιλογών των οποίων η αναγκαιότητα είναι μεγαλύτερη από ποτέ, προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα σημερινά καταθλιπτικά στερεότυπα του κυρίαρχου μονοδρομικού οικονομικού μοντέλου.

Γιώργος Σωτηρέλης

 

Περιεχόμενα

Πρόλογος
Ευχαριστίες
Γενική εισαγωγή
– Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟ BRETON WOODS ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ
ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΕΘΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Η (ΑΠΟΡ)ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ
Η ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΕΠΙΣΤΕΓΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΗΣ
Η ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΑΠΡΟΣΦΟΡΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ: ΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ
– Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΩΣ ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ (ΑΝΑΡ)ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ
Η ΑΝΕΥΡΗ ΚΑΙ ΑΤΟΛΜΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΜΕΙΩΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ: ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΙΙ
ΤΟ “ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ” ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Συμπεράσματα
Βιβλιογραφία

Καταχώρηση: 15-03-2020     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Μένω στο Σπίτι

Χ. Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης, ΕΑΠ

Στις 21 Φεβρουαρίου 2020 είχαν εντοπιστεί 16 κρούσματα του κορονοϊού στην Ιταλία και αργά το βράδυ υπήρξε και ο πρώτος νεκρός. Στις 11 Μαρτίου 2020 τα κρούσματα έφτασαν τα 12.426 και οι νεκροί στους 827: 2076 περισσότερα κρούσματα και 196 περισσότεροι νεκροί από την 10η Μαρτίου. Τα πρώτα μέτρα για την περιστολή της εξάπλωσης της νόσου με απαγορεύσεις μετακινήσεων, συγκεντρώσεων, εκδηλώσεων και εμπορικών δραστηριοτήτων στη Λομβαρδία και σε άλλες εστίες της νόσου, ελήφθησαν με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 23ης Φεβρουαρίου 2020, αλλά θεωρήθηκαν υπερβολικά και δυσανάλογα. Μάλιστα, ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν νόμισε ότι βρήκε ένα άλλο παράδειγμα που επιβεβαίωνε τη θεωρία του για την «κατάσταση εξαίρεσης», χωρίς όμως να μπορεί να μας εξηγήσει ποιος ήταν στην περίπτωση αυτή ο εσωτερικός και ο εξωτερικός εχθρός εναντίον του οποίου η Κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε χρησιμοποιούσε ως πρόσχημα τον κορονοϊό (βλ. το κείμενο του στην εφημερίδα Il Manifesto, 26.2.2020). Η υπόθεση του Αγκάμπεν βασιζόταν στην παραδοχή ότι ο COVID-19 ήταν απλώς μια λίγο πιο βαριά γρίπη, άποψη που μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου υποστήριζαν αρκετοί ειδικοί επιστήμονες  στην Ιταλία (και στην Ελλάδα). Μετά τον Αγκάμπεν τη σκυτάλη πήρε ο οπορτουνιστής ηγέτης της ακροδεξιάς Λέγκας του Βορρά, Ματέο Σαλβίνι, ο οποίος προέτρεψε την Κυβέρνηση Κόντε να «ξανανοίξουν όλα» στις πληγείσες περιοχές: εργοστάσια, καταστήματα, μουσεία, εμπορικά κέντρα, γκαλερί, γυμναστήρια, ντίσκο, μπαρ, εστιατόρια, όλοι να επιστρέψουν στην εργασία και στον κανονικό τρόπο ζωής. Χρειάστηκε η παρέμβαση ενός σπουδαίου Ιταλού αναλυτή δεδομένων, του Λούκα Ρικόλφι, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, για να χτυπήσει ο κώδωνας του κινδύνου. Ο Ρικόλφι, στις αρχές Μαρτίου, προειδοποίησε ότι η αυξητική τάση θνησιμότητας από τον  κορονοϊό στην Ιταλία καθιστούσε πιθανό ένα σενάριο 200-300 χιλιάδων νεκρών μέσα στο 2020. Η Ιταλία έπρεπε να επιλέξει: ή «όλοι στο σπίτι» για δύο τουλάχιστον μήνες, έστω και με τίμημα μία νέα μεγάλη οικονομική κρίση, συγκρίσιμη ή και χειρότερη από εκείνη του 2008, ή μία εκατόμβη νεκρών. Ο Τζουζέπε Κόντε, ο πιο σοβαρός Πρωθυπουργός που θα μπορούσε να έχει η Ιταλία αυτές τις μεγάλες ώρες, πήρε πάνω του την ιστορική ευθύνη. Με ένα πρωτόγνωρο για το ευρωπαϊκό δημόσιο δίκαιο νομοθέτημα, το κυβερνητικό διάταγμα με τίτλο «Μένω στο Σπίτι», έθεσε όλη την Ιταλία σε «καραντίνα»: κανείς δεν επιτρέπεται να βγαίνει από το σπίτι του, εκτός αν υπάρχει αποδεδειγμένη ανάγκη: για να πάει στη δουλειά του, για λόγους υγείας, για την προμήθεια των απαραίτητων αγαθών (συμπεριλαμβανομένων και των εφημερίδων), για ένα μοναχικό περίπατο (αλλά όχι για μια επίσκεψη σε φίλους),  για να πάει τα παιδιά ή τα εγγόνια του στο πάρκο, κ.λπ. (το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται καθορίζεται με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια). Σχολεία και Πανεπιστήμια, όλα κλειστά, αλλά όλες οι δημόσιες υπηρεσίες ανοιχτές, όλα τα εμπορικά καταστήματα κλειστά, εκτός από τα καταστήματα τροφίμων και τα καφέ, μπαρ και εστιατόρια μέχρι τις 6 μ.μ, ανοιχτά, όμως, τα φαρμακεία, τα περίπτερα, τα καπνοπωλεία και τα βενζινάδικα.

Μέτρα αδιανόητα μέχρι χθες, αλλά αναγκαία σήμερα, με βάση την αρχή της προφύλαξης, η οποία στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει προσπάθεια αποτροπής του χειρότερου πιθανού σεναρίου( βλ. Cass R.Sunstein, Laws of Fear, Cambridge University Press, 2005, σ.109 επ.) Αν τα πράγματα δεν πάνε καλά στην Ιταλία, δεν θα πάνε καλά πουθενά.

Γ. Σωτηρέλης / Θ. Ξηρός (επιμ), Σύνταγμα της Ελλάδας και Κανονισμός της Βουλής, 2020

Στον τόμο περιέχονται το Σύνταγμα της Ελλάδας, όπως διαμορφώθηκε από την Θ΄ Αναθεωρητική Βουλή, και ο Κανονισμός της Βουλής, ενημερωμένος και με τις τελευταίες τροποποιήσεις του τον Νοέμβριο του 2019. Σε κάθε κείμενο προτάσσεται εισαγωγή, στην οποία επιχειρείται η συνοπτική σκιαγράφηση της Ελληνικής συνταγματικής ιστορίας, αναδεικνύονται δε οι βασικές επιλογές και τα κύρια χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1975 και των τεσσάρων αναθεωρήσεών του, αντίστοιχα δε του Κανονισμού της Βουλής του Ιουνίου του 1987, όπως ισχύει σήμερα μετά τις τριάντα δύο συνολικά τροποποιήσεις του.

Τον τόμο συμπληρώνει παράρτημα, με τους σταθμούς της συνταγματικής μας ιστορίας, πίνακες -όπου παρατίθενται, κατά τη σειρά και την περίοδο άσκησης των καθηκόντων τους, οι Πρόεδροι της Ελληνικής Δημοκρατίας, οι Πρόεδροι της Βουλής των Ελλήνων και οι Πρωθυπουργοί της χώρας, καθώς επίσης η ημερομηνία διεξαγωγής και ο νικητής των γενικών βουλευτικών εκλογών μετά το 1974- και αναλυτικό θεματικό ευρετήριο των διατάξεων του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής. Έτσι, η έκδοση γίνεται περισσότερο χρηστική.

Καταχώρηση: 13-03-2020     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Πρόλογος Γ. Σωτηρέλη στο βιβλίο του Αθ. Κολλιόπουλου, Η κρίση ως ευκαιρία, Παπαζήσης 2019

Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

ΠΡΟΛΟΓΟΣ στο βιβλίο του Αθ. Κολλιόπουλου, Η κρίση ως ευκαιρία, Παπαζήσης 2019

Η ασυδοσία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτέλεσε αναμφισβήτητα μια από τις πλέον προβληματικές πλευρές της παγκοσμιοποίησης. Τα «νομαδικά κεφάλαια»  αυτού του συστήματος κινήθηκαν για πολλά χρόνια σε με γκρίζα ζώνη, έξω και πέρα από εθνικούς ελέγχους, επιτυγχάνοντας τόσο την άλωση των διεθνών οικονομικών οργανισμών, οι οποίοι μετατράπηκαν κατά το μάλλον ή ήττον σε «μακρά χείρα» τους, όσο και τον περιορισμό της πολιτικής αυτονομίας των κρατών. Έτσι κατάφεραν να βρεθούν στο επίκεντρο τεκτονικών οικονομικών ανακατατάξεων και εν τέλει να επιβάλουν μια νέα υπερεθνική  πραγματικότητα, που αποδόθηκε εύστοχα, από ανθρώπους που υπηρέτησαν αυτό το σύστημα, με τους όρους  «φονταμενταλισμός των αγορών» και «αχαλίνωτος καπιταλισμός». Και ήταν ακριβώς αυτή η νέα πραγματικότητα που  οδήγησε στην μεγάλη οικονομική κρίση του 2008, που ταλάνισε ολόκληρη την ανθρωπότητα και εξακολουθεί να έχει δυσμενέστατα κοινωνικά αποτελέσματα.

Μεγάλα και αμείλικτα είναι βεβαίως τα ερωτήματα που ανακύπτουν εύλογα μετά από αυτές τις εξελίξεις, για τους  πολιτικούς ταγούς σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο:

Έχουν αποφασίσουν επιτέλους να αντιμετωπίσουν τις μεγάλες προκλήσεις που θέτει ενώπιόν τους η παγκοσμιοποίηση, αδράχνοντας την ευκαιρία που τους παρέσχε  το χειρότερο αποκύημά της; Με άλλα λόγια, έχουν όντως διδαχθεί από την τραγική εμπειρία που βίωσε η ανθρωπότητα λόγω των αδίστακτων κερδοσκοπικών τάσεων που επικράτησαν στην  λειτουργία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και προκάλεσαν την κρίση; Και εν κατακλείδι: θα αποτελέσει αυτή η κρίση την ευκαιρία για μια εντελώς νέα και πραγματική ρύθμιση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος ή θα αναμασώνται διαρκώς οι ίδιες αποτυχημένες συνταγές της «συναίνεσης της Ουάσιγκτον»;

Η ανά χείρας μελέτη του Θανάση Κολλιόπουλου –η οποία αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής του διατριβής, της οποίας ήμουν επιβλέπων– αποτελεί μια πολύ σημαντική συμβολή στον προβληματισμό γύρω από αυτά τα  δύσκολα, ακανθώδη και επίμαχα ερωτήματα.

Πρόκειται βέβαια, προεχόντως, για επιστημονική συμβολή. Εκείνο που ιδίως καταφέρνει ο συγγραφέας είναι να αναδείξει, μέσω μιας πλούσιας, εμπεριστατωμένης και διεισδυτικής  επιστημονικής ανάλυσης, αφ’ενός μεν την διαχρονική σημασία της ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, σε όλες τις εκφάνσεις του, αφ’ετέρου δε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προσλαμβάνει αυτή η ρύθμιση στις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και της κρίσης. Το κύριο δε προσόν αυτής της ανάλυσης, που πρέπει να εξαρθεί ιδιαίτερα, είναι η διεπιστημονικότητα. Η μελέτη αξιοποιεί και ταυτόχρονα  συνδυάζει εύστοχα  μια ευρεία γκάμα επιστημονικών εργαλείων, τόσο από τους κλάδους της ιστορίας και της πολιτικής οικονομίας όσο και –ιδίως– από τους κλάδους του δημοσίου δικαίου και της πολιτικής επιστήμης.

Ειδικότερα, υπό το συγκεκριμένο αυτό (διεπιστημονικό) πρίσμα εξετάζονται διεξοδικά πρώτον οι ιστορικές καταβολές, η  εξελικτική πορεία και τα επί μέρους χαρακτηριστικά αυτού του συστήματος, δεύτερον ο καθοριστικός ρόλος του στην εθνική και υπερεθνική οικονομική πραγματικότητα, τρίτον οι εκάστοτε θεσμικές μορφές και εκφάνσεις της ρύθμισής του και τέταρτον οι πρόσφατες (ατελέσφορες) προσπάθειες –πριν και μετά από την κρίση– να εξευρεθούν λύσεις που θα υποκαταστήσουν τους καταρρεύσαντες μεταπολεμικούς μηχανισμούς του Bretton Woods, στο πλαίσιο ενός ραγδαία μεταλλασσόμενου και επικίνδυνα υποχωρούντος συνταγματισμού.

Ως προς την ουσία των επιβαλλόμενων ρυθμίσεων, ο συγγραφέας, ευλόγως, δεν έχει έτοιμες λύσεις ούτε προτείνει συγκεκριμένες «συνταγές». Αρκείται αφ’ενός μεν στην εύστοχη επισήμανση των αιτίων της κρίσης, που ανάγονται στην συγκεκριμένη ιστορική διαμόρφωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αφ’ετέρου δε στην ανάδειξη των αδυναμιών και των υστερήσεων που χαρακτηρίζουν όλες τις μετά την κρίση σχετικές πρωτοβουλίες, με πρωταρχική την απουσία στρατηγικά στοχευμένων ρυθμίσεων και αποτελεσματικών ελεγκτικών μηχανισμών.

Μια προσεκτικότερη ματιά, πάντως, δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει, εξ αντιδιαστολής συνήθως, την γενικότερη θέση του συγγραφέα. Η ολόπλευρη και συχνά καταλυτική κριτική των κυρίαρχων έως τώρα αντιλήψεων, που μηρυκάζουν χρεωκοπημένες –και τεχνοκρατικά μεταμφιεσμένες– ιδεολογικοπολιτικές επιλογές,  ναι μεν δεν συνοδεύεται από ad hoc πολιτικές «αντιπροτάσεις» πλην όμως διαμορφώνει ένα ευρέως και πολλαπλά αξιοποιήσιμο θεωρητικό υπόβαθρο, το οποίο παρέχει ασφαλή βάση για την επεξεργασία εναλλακτικών θεσμικών επιλογών. Εκείνων δηλαδή των επιλογών των οποίων η αναγκαιότητα είναι μεγαλύτερη από ποτέ, προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα σημερινά καταθλιπτικά στερεότυπα του κυρίαρχου μονοδρομικού οικονομικού μοντέλου.

 

 

Καταχώρηση: 12-03-2020     Κατηγορία: ΑΡΧΙΚΗ    

Η εκ των υστέρων νομοθετική αλλοίωση του αντιπροσωπευτικού συστήματος των ΟΤΑ υπό το πρίσμα του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του “Eυρωπαϊκού Χάρτη Tοπικής Αυτονομίας”

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Α. Με τον ν. 4555/2018 καθιερώθηκε, για πρώτη φορά στην περίοδο της μεταπολίτευσης, καθεστώς γνησίως αναλογικής αντιπροσώπευσης στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και μάλιστα χωρίς κατώφλι για την συμμετοχή των συνδυασμών στην κατανομή των εδρών. Η σημαντική αυτή θεσμική αλλαγή δημιούργησε νέα δεδομένα, χωρίς όμως να αποτελέσει συνολικά «αλλαγή παραδείγματος» σε σχέση με τα έως τότε ισχύσαντα. Πράγματι, το νέο σύστημα, που είναι γνωστό και ως σύστημα «απλής αναλογικής των υπολοίπων», ναι μεν εναρμονίσθηκε πλήρως με την συνταγματική αρχή της ισότητας-ισοδυναμίας της ψήφου, ως προς την ανάδειξη των Συμβουλίων, πλην όμως συνυπολόγισε, σε κάποιον βαθμό, και τον έντονο προβληματισμό που αναπτύχθηκε ως προς τις συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής στο πεδίο της «διοικητικής αποτελεσματικότητας» (η οποία μπορεί, κατά την –όχι πάντοτε επιτυχή– νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας,  να θεωρηθεί  συνταγματικά θεμιτός λόγος για την μέχρις ενός ορίου σχετικοποίηση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου).

Απόρροια αυτού του συνυπολογισμού, και της συνακόλουθης στάθμισης, ήταν ένας ιδιότυπος θεσμικός εκλεκτικισμός στην οριστική κατάστρωση του νέου συστήματος. Ο ν. 4555/2018 απέφυγε τελικά μια δογματική εφαρμογή της «απλής αναλογικής» σε όλες τις πτυχές του αντιπροσωπευτικού συστήματος των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, υιοθετώντας την διατήρηση σημαντικών στοιχείων από το προηγούμενο καθεστώς. Το κρισιμότερο, βέβαια, ήταν η επιλογή  να μην απομακρυνθεί, με την επίκληση της «θεσμικής παράδοσης», από την άμεση εκλογή των ανώτατων μονοπρόσωπων οργάνων της (Δημάρχου και Περιφερειάρχη), ενώ θα ήταν εύλογο να υιοθετήσει την έμμεση εκλογή, που ασφαλώς προσιδιάζει πολύ περισσότερο σε ένα αμιγώς αναλογικό σύστημα. Αλλά και στο πεδίο των συλλογικών οργάνων έγιναν κάποιοι σημαντικοί συμβιβασμοί,  όσον αφορά την διαμόρφωση συσχετισμών υπέρ της παράταξης του Δημάρχου ή του Περιφερειάρχη. Αυτό αφορά τόσο τα Συμβούλια, με την διευκόλυνση της συνεννόησης περισσοτέρων παρατάξεων,  όσο και τις Επιτροπές, με την διευκόλυνση της επίτευξης απόλυτης πλειοψηφίας για το μέγιστο μέρος των παρατάξεων που πλειοψήφησαν στον δεύτερο γύρο (με την εξαίρεση μόνον εκείνων που έλαβαν πολύ μικρό ποσοστό στον πρώτο γύρο).

Είναι προφανές, βέβαια, ότι το εν λόγω σύστημα του ν. 4555/2018 είναι απολύτως συμβατό με το Σύνταγμα, τόσο ως προς την ίδια την επιλογή της απλής αναλογικής για την ανάδειξη των (δημοτικών και περιφερειακών) Συμβουλίων –που βρίσκεται σε πλήρη αντιστοίχηση με την αρχή της ισότητας-ισοδυναμίας της ψήφου– όσο και ως προς την μερική αποστασιοποίηση από ορισμένες θεσμικές επιπτώσεις της στο πεδίο της αντιπροσώπευσης, που αποτέλεσαν συστατικό μέρος του επιλεγέντος εκλογικού συστήματος, με κριτήριο την υπηρέτηση της «διοικητικής αποτελεσματικότητας».

Από εκεί και πέρα, πάντως, το νέο σύστημα ήταν ανοιχτό σε πολιτική κριτική, σε ό,τι αφορά ιδίως το κατά πόσον οι επιλεγείσες αποκλίσεις από μια αυστηρά αναλογική λογική  ήταν όντως αρκετές για να διασφαλίσουν την «διοικητική αποτελεσματικότητα», δεδομένων των δυσχερειών της επίτευξης μονοπαραταξιακής αυτοδυναμίας (οι οποίες επιβάλλουν εκ των πραγμάτων στον νικητή των εκλογών –κατά κανόνα τουλάχιστον– να αναζητήσει συμμάχους, προκειμένου να επιτύχει την αναγκαία πλειοψηφία). Το μεγάλο λοιπόν ερωτηματικό της επόμενης ημέρας των αυτοδιοικητικών εκλογών ήταν αν όντως υπήρχαν περιθώρια για την αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων και συγκλίσεων, μέσω της διαμόρφωσης μιας «κουλτούρας συνεργασίας», στην οποία «επένδυσε» ιδιαίτερα ο νόμος αυτός.

Β. Ωστόσο, τα περιθώρια αυτά δεν έμελλε να δοκιμασθούν στην πράξη. Η νέα κυβέρνηση, έχοντάς τα προεξοφλήσει εξ υπαρχής σαν ανεπαρκή και πάντως αναποτελεσματικά, προέβη μέσω της κοινοβουλευτικής της πλειοψηφίας, λίγες ημέρες πριν από την εγκατάσταση των αυτοδιοικητικών αρχών, σε στοχευμένες νομοθετικές παρεμβάσεις που είχαν στο επίκεντρό τους την πάση θυσία ενίσχυση των παρατάξεων των Δημάρχων και των Περιφερειαρχών, ανεξαρτήτως μάλιστα των ποσοστών που έλαβαν στον πρώτο γύρο.

Τα βασικά σημεία στα οποία επικεντρώθηκαν αυτές οι  αιφνιδιαστικές νομοθετικές παρεμβάσεις ήταν πρώτον η μονομερής αναρρύθμιση των μετεκλογικών συμπράξεων, με επίκεντρο την υποχρεωτική συμμετοχή της παράταξης του νικητή των εκλογών και τις υπέρμετρες δεσμεύσεις των συμμετεχόντων σε αυτές, δεύτερον η μερική υποκατάσταση του δημοτικού ή του περιφερειακού Συμβουλίου από έμμεσα συλλογικά όργανα με επιτηδευμένη ανασύνθεση και πρόσθετες αρμοδιότητες, τρίτον ο μονοπαραταξιακός έλεγχος των νομικών προσώπων και τέταρτον η κατάργηση της έμμεσης ανάδειξης του προέδρου σε Συμβούλια Κοινότητας με μόνιμο πληθυσμό μεγαλύτερο των τριακοσίων (300) κατοίκων.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των παρεμβάσεων είναι η προσπάθεια ανατροπής σημαντικών πτυχών του συστήματος που εισήγαγε ο ν. 4555/2018, με μόνο ουσιαστικά επιχείρημα το ότι αυτές ευρίσκονται σε αναντιστοιχία με τις απόψεις των πολιτικών δυνάμεων –κομματικών και αυτοδιοικητικών– που τάχθηκαν απέναντί του, αμφισβητώντας ιδίως τα περιθώρια που αφήνει για την επίτευξη μονοπαραταξιακής αυτοδυναμίας (η οποία, σύμφωνα με την αντίληψή τους, ταυτίζεται με την «διοικητική αποτελεσματικότητα»).

Γ. Η επί της ουσίας κριτική στο σύστημα που εγκαθίδρυσε ο νόμος αυτός ήταν βέβαια απολύτως θεμιτή. Κατά την προσωπική μου δε άποψη ήταν και εν πολλοίς βάσιμη, ιδίως σε ό,τι αφορά την αφελή και μάλλον ανεδαφική εμπιστοσύνη που δείχνει στην προοπτική ευρύτερων συνθέσεων και συγκλίσεων των αυτοδιοικητικών παρατάξεων, με παράλληλη αγνόηση μιας σημαντικότατης παραμέτρου: της συναλλαγής και της τοπικής διαπλοκής. Ωστόσο, όλα αυτά εντάσσονται στο πεδίο μιας ευρύτερης πολιτικής προσέγγισης του θέματος και δεν νοείται να αποτελούν κριτήριο για την νομική αποτίμηση των ως άνω νομοθετικών παρεμβάσεων της σημερινής κυβέρνησης. Και τούτο διότι, όποια και αν είναι η πολιτική αιτιολόγησή τους, είναι φανερό ότι οι παρεμβάσεις αυτές προσκρούουν, ως εκ του χρόνου και του τρόπου της εκδήλωσής τους, σε θεμελιώδεις αρχές, οι οποίες κατοχυρώνονται τόσο στο Σύνταγμα όσο και στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας.

Πράγματι, με βάση την ισχύουσα έννομη τάξη, όπως αυτή εξειδικεύεται με σαφήνεια και πληρότητα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[1], δεν νοείται μια αιφνιδιαστική εκ των υστέρων ανατροπή των όρων πολιτικής αντιπροσώπευσης[2] –πολλώ δε μάλλον λίγες ημέρες πριν από την εγκατάσταση των αυτοδιοικητικών αρχών– διότι αυτό συνιστά προφανή παραβίαση της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής βούλησης, την οποία επιτάσσουν, με παρεμφερείς διατάξεις, το άρθρο 52 του Συντάγματος και το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επιπλέον δε, όταν οι εν λόγω παρεμβάσεις αλλάζουν τόσο απροκάλυπτα, όπως εν προκειμένω, τα δεδομένα που είχαν υπ’όψιν τους  οι εκλογείς και οι εκλεγέντες, τότε προσβάλλεται συνακόλουθα, εκτός από την θεμελιώδη αρχή της ελευθερίας των εκλογών, και η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, για όλους τους ασκούντες τα πολιτικά τους δικαιώματα (εκλέγειν και εκλέγεσθαι) στις συγκεκριμένες εκλογές[3].

Μοναδική περίπτωση για να καταστούν θεμιτές κάποιες παρεμβάσεις, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι να «συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι για την δημοκρατική τάξη». Ωστόσο, για να διαπιστωθεί κάτι τέτοιο πρέπει να αξιολογηθούν οι όποιοι εκ των υστέρων περιορισμοί υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Αυτό όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση ουδόλως ήταν εφικτό, δεδομένου ότι το σύστημα του ν. 4555/2018 δεν αφέθηκε καν να λειτουργήσει ολοκληρωμένα, ώστε να αναδειχθούν στην πράξη τα προβλήματα που τυχόν θα μπορούσαν να ανακύψουν ως προς την προστασία της «δημοκρατικής τάξης» (πρόκειται βεβαίως για υπόθεση του μη πραγματικού…). Ως εκ τούτου, οι κρίσιμες νομοθετικές παρεμβάσεις παραβιάζουν εν τέλει και την αρχή της αναλογικότητας, καθώς δεν άφησαν καν περιθώριο για την εφαρμογή της.

Δ. Τα όσα προεκτέθηκαν, πάντως, δεν σημαίνουν ότι ο νομοθέτης δεν έχει ευρέα περιθώρια θεσμικών επιλογών ως προς την ρύθμιση του εν γένει αντιπροσωπευτικού συστήματος των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.  Ωστόσο, σύμφωνα με τα κρατούντα στη θεωρία και τη νομολογία, οι επιλογές αυτές πρέπει να γίνουν κατά την κατάστρωση και ψήφιση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων και αφού προηγηθούν οι απαραίτητες σταθμίσεις της «διοικητικής αποτελεσματικότητας» με την αρχή της ισότητας-ισοδυναμίας της ψήφου και με τις άλλες αρχές της –υπερνομοθετικής– έννομης τάξης, που την πλαισιώνουν. Αντίθετα, νομοθετικές παρεμβάσεις εκ των υστέρων, και μάλιστα λίγο πριν από την εγκατάσταση των νέων αυτοδιοικητικών αρχών, δεν νοούνται υπό το ισχύον καθεστώς προστασίας της ελευθερίας των εκλογών. Πρώτον μεν διότι προδήλως υπηρετούν, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, κυβερνητικές σκοπιμότητες, επιδιώκοντας να  αλλοιώσουν τα αποτελέσματα των εκλογών. Δεύτερον δε διότι η ασφάλεια δικαίου και η δημοκρατική τάξη επιβάλλουν το αντιπροσωπευτικό σύστημα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης να θεωρείται δεδομένο, έως ότου αλλάξει συνολικά, πριν από τις επόμενες εκλογές, αποκλείοντας σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, παρεμβάσεις των οποίων το μόνο μέλημα είναι να ανατρέψουν μετά την οριστικοποίηση του εκλογικού αποτελέσματος, επιλεκτικά και μονομερώς, τον θεσμικό αντίκτυπο της εκφρασμένης λαϊκής θέλησης στις πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές. Πολλώ δε μάλλον όταν οι παρεμβάσεις αυτές είτε γίνονται παράνομα και με ψευδοερμηνευτικές εγκυκλίους, όπως στην περίπτωση της επιδίωξης μονοπαραταξιακού ελέγχου των αυτοδιοικητικών νομικών προσώπων, είτε δεν έχουν καμία σχέση με την «διοικητική αποτελεσματικότητα», όπως η αυθαίρετη αλλαγή του τρόπου ανάδειξης προέδρου σε Κοινότητες με μόνιμο πληθυσμό άνω των τριακοσίων (300) κατοίκων (με την εκ των υστέρων νομοθετική επιβολή αυτού που έλαβε τις περισσότερες ψήφους, από την παράταξη του Δημάρχου, αντί της προβλεπόμενης έμμεσης εκλογής μεταξύ των επικεφαλής των δύο πρώτων τοπικών συνδυασμών).

Ε. Με βάση τα ανωτέρω, η σημερινή κυβέρνηση παρέλαβε ένα σύστημα αντιπροσώπευσης που είχε την δική του εσωτερική λογική και συνοχή και πριν καν αυτό δοκιμασθεί το αποδόμησε σε κρίσιμες πτυχές του, επικαλούμενη απλώς μια έντονα αρνητική προκατάληψη, η οποία πολιτικά μεν ήταν θεμιτή πλην όμως από νομική άποψη βρισκόταν σε προφανή αντίθεση με το ισχύον υπερνομοθετικό πλαίσιο και τις θεμελιώδεις αρχές που το εξειδικεύουν.

Η αντίθεση δε αυτή καθίσταται ακόμη εντονότερη, αν αναλογισθεί κανείς το ότι οι συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης σηματοδοτούν, εν τέλει, μια συνολική ανατροπή, που βάλλει ευθέως κατά του σκληρού πυρήνα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως την ορίζει ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Τοπικής Αυτονομίας (που είναι επίσης υπερνομοθετικής ισχύος). Πράγματι αυτό που αποτελεί, σύμφωνα με τον Χάρτη, την πεμπτουσία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι η αρχή σύμφωνα με την οποία «το δικαίωμα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης να διαχειρίζονται τις τοπικές υποθέσεις ασκείται από συμβούλια ή συνελεύσεις που  αποτελούνται από μέλη εκλεγόμενα με ελεύθερη, μυστική, ίση, άμεση και  καθολική ψηφοφορία και που μπορούν να έχουν υπεύθυνα ενώπιόν τους  εκτελεστικά όργανα». Όταν λοιπόν όλες οι κινήσεις που έγιναν αποβλέπουν, άμεσα ή έμμεσα, στο να αναδείξουν τον προέχοντα ρόλο των Δημάρχων και των Περιφερειαρχών έναντι των Συμβουλίων –και μάλιστα ανεξαρτήτως της πραγματικής επιρροής των παρατάξεών τους– και όταν αυτό συνοδεύεται από θεσμικές επιλογές που αποδυναμώνουν πολλαπλώς αυτά τα Συμβούλια, είτε ευθέως είτε με αθέμιτες υποκαταστάσεις, τότε δεν πρόκειται απλώς για υφαρπαγή αρμοδιοτήτων. Πρόκειται για νομικά διάτρητες νομοθετικές παρεμβάσεις, που στοιχειοθετούν γενικότερα μεν μια αντιδημοκρατική στρέβλωση και υποβάθμιση του θεσμού ειδικότερα δε μια εμφανή παρεκτροπή από το ευρωπαϊκό αυτοδιοικητικό κεκτημένο.

[1] Και μάλιστα στις υποθέσεις ελληνικού ενδιαφέροντος Λυκουρέζος κατά Ελλάδος (15 Ιουνίου 2006) και Γ. Πασχαλίδης κ.λπ. κατά Ελλάδος (10 Απριλίου 2008), σύμφωνα με όσα εκτίθενται αναλυτικά στο αδημοσίευτο κείμενο της ως άνω γνωμοδότησης, με την εκεί παρατιθέμενη βιβλιογραφία.
[2] Ειδικότερα, σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές: « …το ∆ικαστήριο είναι αρµόδιο να αποφανθεί σε τελευταίο βαθµό επί της τήρησης των απαιτήσεων του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1. Πρέπει να βεβαιωθεί ότι οι προϋποθέσεις στις οποίες υπάγονται τα δικαιώµατα ψήφου ή της θέσης υποψηφιότητος σε εκλογές δεν περιορίζουν τα εν λόγω δικαιώµατα σε βαθµό που να τα προσβάλει στην ίδια την ουσία τους και να τους στερήσει την αποτελεσµατικότητά τους, ότι οι προϋποθέσεις αυτές επιδιώκουν έναν νόµιµο σκοπό και ότι τα χρησιµοποιούµενα µέσα δεν αποδεικνύονται δυσανάλογα (πιο πάνω αναφερόµενη απόφαση Mathieu-Mohin, σελ. 23, § 52). Ειδικότερα, καµία από τις επιβαλλόµενες σε κάθε περίπτωση προϋποθέσεις δεν πρέπει να παρεµποδίζει την ελεύθερη έκφραση του λαού στην επιλογή του νοµοθετικού σώµατος – µε άλλα λόγια, αυτές πρέπει να αντανακλούν ή να µην αντιτάσσονται στην µέριµνα της διατήρησης της ακεραιότητος και της αποτελεσµατικότητος µιας εκλογικής διαδικασίας που στοχεύει στον καθορισµό της βούλησης του λαού µέσω των εκλογών (πιο πάνω αναφερόµενη απόφαση Hirst, § 62). Επίσης, µόλις εκφραστεί ελεύθερα και δηµοκρατικά η εκλογή του λαού, καµία µεταγενέστερη τροποποίηση του εκλογικού συστήµατος δεν µπορεί να αµφισβητήσει την επιλογή αυτή, εκτός αν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι για την δηµοκρατική τάξη».
[3] Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Γ. Σταυρόπουλος (επί χρόνια πρόεδρος του αρμόδιου για της αυτοδιοικητικές εκλογές Γ΄ Τμήματος του ΣτΕ και τέως πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου): «Το καθοριστικό, όμως, στοιχείο, το οποίο κατέστησε ελαττωματική την εκλογή που είχε διεξαχθεί υπό άψογες συνθήκες [αναφέρεται στην εκλογή Λυκουρέζου], ήταν το αιφνιδιαστικό του μέτρου κατά τρόπο που ούτε ο προσφεύγων ως υποψήφιος, ούτε οι ψηφοφόροι μπορούσαν να είχαν προβλέψει. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι με την άμεσο εφαρμογή του άρθρου 57 του Συντάγματος, σε μια εκλογή που είχε ήδη λάβει χώρα με απόλυτη νομιμότητα, παραγνώρισε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, χωρίς να υφίσταται κάποιος επιτακτικός λόγος προς τούτο για τη δημοκρατική τάξη και παραβίασε την ίδια τη φύση του άρθρου 3 του Πρώτου Πρωτοκόλλου» (δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές). Για τον ίδιο λόγο (παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης) αποδοκιμάσθηκε με την απόφαση Πασχαλίδης, Κουτμερίδης και Ζαχαράκης η απώλεια βουλευτικής έδρας, επισυμβάσα με απόφαση του Α.Ε.Δ, το οποίο μετέβαλε αιφνιδίως τη νομολογία του σχετικά με τον υπολογισμό των λευκών ψηφοδελτίων στο εκλογικό μέτρο»

* Το κείμενο αυτό αποδίδει κατά βάσιν τα συμπεράσματα σχετικής γνωμοδότησης που εκπονήθηκε τον Νοέμβριο του 2019.

Ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Υπό το καθεστώς του Συντάγματος του 1952, ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου έπρεπε υποχρεωτικά να είναι χριστιανός ορθόδοξος (άρθρο 47). Σε περίπτωση διαδοχής, ο νέος Βασιλιάς προτού ανέβει στον θρόνο και προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα εξάσκησης της βασιλικής εξουσίας, έπρεπε να δώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 43 παρ. 2 Συντ. χριστιανικό όρκο: «Ομνύω εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος να προστατεύω την επικρατούσαν θρησκείαν των Ελλήνων, να φυλάττω το Σύνταγμα και τους νόμους του Ελληνικού Έθνους και να υπερασπίζω την εθνικήν ανεξαρτησίαν και ακεραιότητα του Ελληνικού Κράτους». Η ρητή διατύπωση του άρθρου 47 καθώς και το συγκεκριμένο περιεχόμενο του όρκου του άρθρου 43 παρ. 2 Συντ., στο οποίο γινόταν αναφορά στο καθήκον του αρχηγού του Κράτους να προστατεύει την επικρατούσα θρησκεία, δεν άφηναν περιθώρια ανόδου στον ελληνικό θρόνο ούτε ετερόδοξων χριστιανών, έστω κι αν το δόγμα της Αγίας Τριάδας γίνεται δεκτό και από άλλες χριστιανικές εκκλησίες, πέρα από την ορθόδοξη. Σημειωτέον ότι ο νέος Βασιλιάς έδιδε τον νενομισμένο όρκο ενώπιον της Βουλής, επί τη παρουσία και της Ιεράς Συνόδου.

Υπό το ισχύον Σύνταγμα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν απαιτείται να πρεσβεύει συγκεκριμένη θρησκεία, δηλαδή μπορεί να είναι χριστιανός ορθόδοξος ή ετερόδοξος, αλλόθρησκος ή άθεος (βλ. άρθρο 31 Συντ.). Παρ’ όλα αυτά, ο τύπος του όρκου που καλείται να δώσει, πριν αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων του, δεν διαφέρει από εκείνον που προέβλεπε το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος του 1952, χωρίς αναφορά όμως στην προστασία της επικρατούσας θρησκείας: «Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού» (άρθρο 33 παρ. 2 Συντ.). Το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση είναι όμως το άρθρο 31 Συντ.. Από τη στιγμή που το άρθρο αυτό δεν προβλέπει σαν  συνταγματικώς αναγκαίο προσόν του Προέδρου της Δημοκρατίας την ιδιότητα του πιστού της επικρατούσας θρησκείας, εφαρμόζεται πλέον σε όλη του την έκταση το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. β΄ Συντ., που αποσυνδέει την απόλαυση των πολιτικών δικαιωμάτων από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. Άλλωστε, η υποχρέωση δόσης όρκου στηρίζεται στο αμάχητο τεκμήριο της ανταπόκρισης μεταξύ της πανηγυρικής δήλωσης και της βούλησης του ορκιζομένου. Αν είναι γνωστή εκ των προτέρων η μη ειλικρίνεια της δήλωσης, ο όρκος είναι ανώφελος, ένας τύπος χωρίς ηθική αξία. Γι’ αυτό δεν θα είχε νόημα να υποχρεωθεί ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος, αν είναι ετερόδοξος, αλλόθρησκος ή άθεος, να δώσει θρησκευτικό όρκο ορθόδοξου τύπου, εναντίον της συνείδησής του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν θα λειτουργούσε η ηθική πίεση που ασκεί η δόση του όρκου στον ορκιζόμενο όσον αφορά στην ευσυνείδητη εκπλήρωση των συνταγματικών του καθηκόντων. Έτσι, κατά την ορθότερη γνώμη και τη μόνη συμβατή με την ελευθερία της συνείδησης (όχι μόνο της θρησκευτικής) (βλ. Χ. Ανθόπουλου, Το συνταγματικό δικαίωμα στην ελευθερία της συνείδησης, 1992), το άρθρο 33 παρ. 2 Συντ. περιλαμβάνει έναν μη γραπτό συνταγματικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται ο θρησκευτικός όρκος των ετερόδοξων ή αλλόθρησκων σύμφωνα με τον τύπο του δόγματός τους ή της θρησκείας τους, αλλά και ο λαϊκός όρκος (διαβεβαίωση) των αθέων, χωρίς θρησκευτικό περιεχόμενο. (βλ. την αναλυτική τεκμηρίωση του Ευ. Βενιζέλου, στο βιβλίο του Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, 2000, σελ. 141-143). Ο κανόνας αυτός ισχύει σε όλη του την έκταση και για τον κοινοβουλευτικό όρκο, κατά την κρατούσα ερμηνεία του άρθρου 59 παρ. 1 Συντ. και θεσπίζεται ρητά για τον όρκο του Πρωθυπουργού και των Υπουργών (βλ. άρθρο 10 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 4622/2019).

 

Εφημερίδα Πρώτο Θέμα 16/02/2020

Σκέψεις για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της λειτουργικότητας του δικαστικού μας συστήματος

Ιωάννης Συμεωνίδης, Επίτροπος της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ.

*Παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο «Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ». Προτάσεις για ένα σύγχρονο δικαστικό σύστημα, εκδ. διαΝΕΟσις, 2019, σε εκδήλωση που έλαβε χώρα στις 29.10.2019 στο μέγαρο μουσικής Θεσσαλονίκης.

—–

Α. Επτά δικαστές από διαφορετικούς δικαιοδοτικούς κλάδους, με πρωτοβουλία της διανέοσις και του Μ. Πικραμένου, καταθέτουν, στο υπό παρουσίαση βιβλίο, τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις τους για ορισμένες σημαντικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η ελληνική δικαιοσύνη. Η μελέτη περιλαμβάνει ένα κείμενο εν είδει προλόγου που περιγράφει σε αδρές γραμμές τη συνταγματική οργάνωση της δικαιοσύνης και συνοψίζει τις επιμέρους θεματικές, μία εισαγωγή και έξι ενότητες και κάθε κείμενο έχει τον συγγραφέα του που αναλαμβάνει και την ευθύνη της δικής του συμβολής στο συλλογικό αυτό έργο.

 

Στην εισαγωγή, με τον περιεκτικό τίτλο «το Σύνταγμα, η Δικαιοσύνη και ο Δικαστής» η Πρόεδρος Κ. Σακελλαροπούλου αναφέρεται στο μείζον θέμα των καθυστερήσεων στη δικαιοσύνη, το οποίο, σε μία εποχή διευρυμένου δικαστικού ελέγχου και παρεμβολής υπερεθνικών δικαιοδοσιών στην επίλυση των διαφορών, αποτελεί ως ένα βαθμό, αναπόφευκτο τίμημα προκειμένου το κράτος δικαίου να συνεχίσει να υφίσταται, υπογραμμίζοντας ότι η αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης εξασφαλίζεται τόσο εκ μέρους του κράτους όσο και εκ μέρους των δικαστών. Προσεγγίζει ειδικότερα το ζήτημα της δικαστικής ανεξαρτησίας που παραμένει πάντοτε επίκαιρο αποτελώντας θεμελιώδη εγγύηση της δίκαιης δίκης, από την πλευρά του δικαστή και δη μέσα από ένα πλαίσιο αρχών δικαστικής δεοντολογίας που οφείλει να τηρεί, καθώς αποτελεί, όπως επισημαίνει, «την ατμόσφαιρα που τον περιβάλλει και μέσα στην οποία αναπνέει», αναφερόμενη εκτενώς στο γνωστό κείμενο των Αρχών της Bangalore για τη δικαστική δεοντολογία, που υιοθετήθηκαν το 2001/2002 και έγιναν αποδεκτές από τα περισσότερα σύγχρονα κράτη δικαίου.

 

Στην πρώτη και δεύτερη ενότητα, ο Μ. Πικραμένος προβαίνει αρχικά σε μία συνοπτική αλλά περιεκτική παρουσίαση των βασικότερων από τα κείμενα [ηπίου δικαίου] που έχουν εκδοθεί από διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς, κυρίως του Συμβουλίου της Ευρώπης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης (της γνωστής CEPEJ) και του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου των Ευρωπαίων Δικαστών (CCJE) και αποτυπώνουν θεμελιώδεις αρχές οργάνωσης και λειτουργίας της δικαιοσύνης και της δικαστικής ανεξαρτησίας. Ακολούθως, επικεντρώνεται στο ζήτημα της δικαστικής χωροταξίας, με συγχώνευση μονάδων ή επανασχεδιασμό εδαφικών παραμέτρων και αρμοδιοτήτων, η οποία αποβλέπει στην οργάνωση των δικαστηρίων ως δημοσίων υπηρεσιών κατά τρόπο ορθολογικό, με κριτήριο τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος, την καλύτερη εσωτερική του λειτουργία (διαρκής παρουσία δικαστών στο δικαστήριο, εξειδίκευση, ευχερέστερη αξιολόγηση και επιθεώρηση κ.λπ.) και παράλληλα την ελαχιστοποίηση των δαπανών, παρουσιάζοντας την πρότασή του για τη νέα χωροταξία στη διοικητική μας δικαιοσύνη, με βάση τα κριτήρια της CEPEJ, όπως αυτά αναπτύσσονται στις κατευθυντήριες αρχές της CEPEJ για τη δικαστική χωροταξία του 2013 και τον διοικητικό χάρτη της χώρας όπως έχει αποτυπωθεί στον ν. 3852/2010 (πρόγραμμα «Καλλικράτης»). Κατά τον συγγραφέα, η μετάβαση στη νέα χωροταξία απαιτεί βάθος χρόνου και διασφάλιση καλού ψυχολογικού κλίματος και θετική διάθεση προσωπικού, πρέπει δε να ενταχθεί σε μία δέσμη τομεακών δημόσιων πολιτικών για τη δικαιοσύνη, καθώς συνάπτεται στενά με τη δημόσια πολιτική για την ανοιχτή διακυβέρνηση με τη χρήση των νέων τεχνολογιών, με τη δημόσια πολιτική για τις κτιριακές υποδομές των δικαστηρίων και με τη δημόσια πολιτική για τη διοίκηση των δικαστηρίων, υπό τη σύγχρονη εκδοχή του δικαστικού management, όπως έχει αποτυπωθεί σε ευρωπαϊκά κείμενα.

 

Στην τρίτη ενότητα, ο Λάμπρος Τσόγκας παρουσιάζει αναλυτικά το θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στη δικαιοσύνη, με τις οποίες απελευθερώνονται δυνάμεις και ανοίγονται προοπτικές που μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τους ρυθμούς απονομής της. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων (π.δ. 25/2012, 40/2013), στο «Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων» το οποίο στη διοικητική δικαιοσύνη βρίσκεται σε πλήρη παραγωγική λειτουργία, στις ηλεκτρονικές επιδόσεις, στην τηλεοπτική συνεδρίαση για την εξ αποστάσεως εκδίκαση υποθέσεων (π.δ. 142/2013), στη σημασία του ηλεκτρονικού εγγράφου στις αστικές συναλλαγές, στο ηλεκτρονικό πινάκιο (π.δ. 19/2017), στην ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού σε αστικές υποθέσεις κατά τον Καν. 655/2014 και στο πεδίο του ποινικού δικαίου, στην Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής δικαστικής συνεργασίας (ν. 4489/2017) και στα εργαλεία στο χώρο του ηλεκτρονικού εγκλήματος.

 

Στην τέταρτη ενότητα, ο Πέτρος Αλικάκος παρουσιάζει το πλαίσιο παροχής δικαστικής εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Αναφέρεται στο κείμενο-διακήρυξη δέκα γενικών αρχών δικαστικής εκπαίδευσης που εξέδωσε το 2017 ο Διεθνής Οργανισμός για τη Δικαστική Εκπαίδευση (IOJT), στις ανταλλαγές δικαστών και τα σεμινάρια επιμόρφωσης του Ευρωπαϊκού Δικτύου Δικαστικής Εκπαίδευσης (EJTN) που αποτελεί μη κερδοσκοπικό οργανισμό με μέλη 37 ινστιτούτα εκπαίδευσης δικαστών και εισαγγελέων από τα 28 κράτη μέλη, στην ειδική διαδικτυακή πύλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κατάρτιση των δικαστών κυρίως στο ενωσιακό δίκαιο, στο πρόγραμμα HELP του Συμβουλίου της Ευρώπης ως προς τη θεματική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Human Rights Education for Legal Professionals) και φυσικά στον ρόλο και τις δραστηριότητες της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. Ακολούθως υπεισέρχεται στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης, η οποία σημειωτέον κατά το CCJE συνιστά δικαίωμα αλλά και υποχρέωση, συνδέοντάς το με την καλλιέργεια πνεύματος ανεξαρτησίας και με τη μετάδοση σύγχρονων αντιλήψεων στους δικαστές και εισαγγελείς. Συναφώς, εκτενείς συγκριτικές αναφορές γίνονται σε άλλες ευρωπαϊκές σχολές δικαστικών λειτουργών, όπου περιεχόμενο διδασκαλίας αποτελούν η δικαστική δεοντολογία, η δικαστική ψυχολογία, η διαχείριση κρίσεων, οι ικανότητες επικοινωνίας, η διαχείριση του δικαστικού χρόνου, η διαχείριση προσωπικού, η διαχείριση στρες, ο χειρισμός βάσεων δεδομένων και ηλεκτρονικών συστημάτων δικαστηρίων, η ξενόγλωσση ορολογία κ.λπ.

 

Η πέμπτη ενότητα, συγγραφείς της οποίας είναι η Θεοκτή Νικολαϊδου και ο Βασίλειος Ανδρουλάκης, αφορά στους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης σε όλες τις κατηγορίες διαφορών. Στην πολιτική δίκη, ιδίως με τον θεσμό της διαμεσολάβησης κατά τον ν. 4512/2018 που διακρίνει δυνητικά και υποχρεωτικά υπαγόμενες στη διαδικασία αυτή διαφορές, στην ποινική δίκη, με τη διαμεσολάβηση σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας και με την ποινική συνδιαλλαγή σε ορισμένα περιουσιακά εγκλήματα και στη διοικητική δίκη, όπου, ενόψει της έλλειψης εξουσίας διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, η εναλλακτική επίλυση δεν προσφέρεται επί νομικών αλλά επί χρηματικών ή πραγματικών ζητημάτων, μέσω των υποχρεωτικών ενδικοφανών προσφυγών που αναβαθμίζονται τα τελευταία χρόνια σε κρίσιμους τομείς, όπως στις φορολογικές διαφορές, τις δημόσιες συμβάσεις και την παροχή διεθνούς προστασίας, τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών με συμφωνία με τους πιστωτές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το Δημόσιο και οι ΟΚΑ (ν. 4469/2017), την ενδοδικαστική συμβιβαστική επίλυση διαφορών από αγωγές για απαιτήσεις από δημόσιες συμβάσεις και τον θεσμό της διαιτησίας. Το κείμενο επιχειρεί να αναδείξει τη σύγχρονη τάση επίλυσης των διαφορών με διαμεσολάβηση ώστε να μη χρειάζεται να τίθεται σε κίνηση ο κλασικός δικαιοδοτικός μηχανισμός με το κόστος που αυτό συνεπάγεται σε χρόνο και χρήμα.

 

Στην έκτη ενότητα, ο ομιλών επιχειρεί να αναδείξει το ζήτημα της ελλιπούς στελέχωσης των δικαστηρίων μας με εξειδικευμένο υπαλληλικό προσωπικό, στο οποίο, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ανατίθενται και δικαστικές αρμοδιότητες επί υποθέσεων ήσσονος βαρύτητας, όπως προτρέπει η Σύσταση 12 του 1986 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με μέτρα πρόληψης και μείωσης του υπερβολικού φόρτου των δικαστηρίων. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται το σχέδιο του νέου Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, με την εισαγωγή και κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου. Παρά τις ειδικές εγγυήσεις με τις οποίες ο συνταγματικός νομοθέτης (άρ. 92) περιβάλλει την ιδιαίτερη κατηγορία των δικαστικών υπαλλήλων, ενόψει ακριβώς της αποστολής τους ως βοηθητικών οργάνων της δικαιοσύνης, ο κοινός νομοθέτης, με σειρά παρεμβάσεών του, δεν κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση. Κατήργησε τη διάκριση των οργανικών θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων κατά κατηγορίες τυπικών προσόντων, αναβαθμίζοντας μάλιστα μη πτυχιούχους υπαλλήλους, στην κατηγορία πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ0), όσον αφορά δε τα τυπικά προσόντα διορισμού, αρκείται γενικώς σε πτυχίο ή δίπλωμα τμήματος ή σχολής ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, με αποτέλεσμα, σε σύνολο 1024 οργανικών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια και τη Γενική Επιτροπεία στα δικαστήρια αυτά, να υπηρετούν μόλις 56 υπάλληλοι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής, όταν μάλιστα η επιμόρφωση των δικαστικών υπαλλήλων προβλέπεται μόνο για τον τομέα της πληροφορικής (π.δ. 37/1994). Εξάλλου, καίτοι μία γενναία μετατροπή περίπου 800 οργανικών θέσεων σε κλάδους πλέον χρήσιμους σήμερα, πραγματοποιήθηκε το 2017 (άρ. 35 ν. 4509/2017), πολλές οργανικές θέσεις δικαστικών υπαλλήλων παραμένουν κενές, ενώ η αναλογία των θέσεων με εκείνες των δικαστικών λειτουργών (1:1), οι οποίες έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, υπολείπεται αισθητά του μέσου όρου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3,5:1).

 

Η μελέτη ολοκληρώνεται με παράθεση, με επιμέλεια του Β. Ανδρουλάκη, ορισμένων στατιστικών δεδομένων που εμφανίζουν ενδιαφέροντα συγκριτικά στοιχεία για την ελληνική δικαιοσύνη.

 

Β. Είναι νομίζω προφανές ότι το εγχείρημα δεν φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει ένα πρότυπο δικαστικό σύστημα, όπως ίσως αφήνει να εννοηθεί ο τίτλος που κάνει λόγο για προτάσεις για ένα σύγχρονο δικαστικό σύστημα στην Ελλάδα και για τις αναγκαίες τομές ενόψει των μεγάλων πρωτοβουλιών που αναλαμβάνονται και των αλλαγών που συντελούνται σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Στον πρόλογο του βιβλίου επισημαίνεται ότι θίγονται επιλεκτικά ορισμένα μόνον ζητήματα, κάθε δε δικαστικό σύστημα χαρακτηρίζεται από τις δικές του ιδιαιτερότητες και έχει και τα δικά του προτάγματα.

 

Ούτε η σκέψη όλων μας συνέδεε μονοσήμαντα τα συγκεκριμένα ζητήματα με την καθυστέρηση στη δικαιοσύνη, όπως θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει διαβάζοντας τον τίτλο του δημοσιεύματος στην Καθημερινή (24.2.2019) με αφορμή την έκδοση του βιβλίου, περί βραδυπορούσας δικαιοσύνης και για τις 1.580 ημέρες που απαιτούνται για να εκδικαστεί μία εμπορική διαφορά. Αυτό αποτυπώνει την ανησυχία των πολιτών για ένα διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής δικαιοσύνης το οποίο σταδιακά το αφήσαμε κατά κυριολεξία να λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και από το 2008 αντιμετωπίζεται ως θέμα άμεσης προτεραιότητας, καθώς έχει και σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο [δεν το επισημαίνει μόνον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του περίφημου ετήσιου πίνακα αποτελεσμάτων στον τομέα της δικαιοσύνης – Justice Scoreboard, αλλά πλέον και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (αποφ. 912/2013, 2403/2015)], πλην νομίζω πως έχει καταστεί σαφές ότι δεν αποτελεί τον σωστό τρόπο προσέγγισης να βλέπουμε τα πάντα μόνον υπό το πρίσμα της επιτάχυνσης.

 

Διότι αυτό θα μας οδηγήσει, όπως και συνέβη, στη λήψη μέτρων εκ των ενόντων για την άμεση αντιμετώπιση μιας παθογένειας, αφήνοντας όμως ανέγγιχτα τα πραγματικά αίτια, εντός και εκτός του δικαστικού συστήματος, που την προκαλούν και θα συνεχίσουν όσο υπάρχουν να την προκαλούν, με μία περιοδικότητα που αποτελεί συνάρτηση διαφόρων παραγόντων. Πράγματι, τα μέτρα που λήφθηκαν στη χώρα μας, ιδίως στον τομέα της διοικητικής δικαιοσύνης που αντιμετώπιζε τις μεγαλύτερες καθυστερήσεις, περιορίστηκαν στη σταδιακή αύξηση των θέσεων των δικαστών όταν βεβαίως ποσοστό άνω του 80% του προϋπολογισμού για τη δικαιοσύνη διατίθεται για τη μισθοδοσία του προσωπικού και σε αλλαγές που επήλθαν σχεδόν αποκλειστικά στο δικονομικό επίπεδο (ΣτΕ 17/2011 σε Ολομ. και συμβ.), στο επίπεδο δηλ. των προϋποθέσεων και του τρόπου παροχής δικαστικής προστασίας. Περιορισμοί στην πρόσβαση, όταν οι διαφορές σε περίοδο οικονομικής κρίσης πολλαπλασιάστηκαν στην ελληνική κοινωνία και σε ευρωπαϊκό επίπεδο η συζήτηση για την πρόσβαση επικεντρώνεται στη νομική βοήθεια (legal aid), περιορισμοί στα ένδικα μέσα, διεύρυνση των μονομελών συνθέσεων, ειδικά δικονομικά καθεστώτα fast track για τις στρατηγικές επενδύσεις ή για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων, σημαντικοί περιορισμοί στην προφορικότητα της διαδικασίας, στο εύρος ελέγχου νομιμότητας που ασκεί ο δικαστής κ.λπ. Μέτρα εύκολα στην εφαρμογή τους που εστίαζαν εμφατικά, ακόμη και όσα εμφάνιζαν έναν βαθμό λειτουργικότητας, στην ποσοτική ανακούφιση του συστήματος και όχι στον εκσυγχρονισμό και τη συνολική βελτίωσή του. Η εισροή μειώθηκε κατά 47% στο Συμβούλιο της Επικρατείας και η εκκρεμότητα περιορίστηκε από τις 35.630 υποθέσεις το 2010, σε 13.500 το 2019 (ΣτΕ 8/2019 σε Ολομ. και συμβ.) και κατά 40% στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια και η εκκρεμότητα περιορίστηκε αντίστοιχα από 463.000 υποθέσεις σε 187.000. Ωστόσο, πολλά από αυτά, φαίνεται να επιδεινώνουν τις αρνητικές συνέπειες που επιφέρει η καθυστέρηση σε ορισμένες θεμελιώδεις αρχές της έννομης τάξης μας, όπως η αρχή της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου, συμπιέζοντας ταυτόχρονα άλλους δείκτες ποιότητας χωρίς ουδέποτε να έχουν αξιολογηθεί ex post και χωρίς να έχουν επιδιωχθεί ηπιώτεροι ή εναλλακτικοί τρόποι και σε κάθε περίπτωση χωρίς να διασφαλίζουν οπωσδήποτε μια αποτελεσματική αντιμετώπιση των καθυστερήσεων. Η δραματική αύξηση για παράδειγμα των μονομελών συνθέσεων σε ποσοστό που αγγίζει στον πρώτο βαθμό στη διοικητική δικαιοσύνη το 75%, σε ένα όλο και πιο σύνθετο νομικό περιβάλλον, με δραστικούς περιορισμούς στα ένδικα μέσα, μία οριζόντια αύξηση των χρεώσεων ανά δικαστή και με τοποθετήσεις των νέων δικαστών στα περιφερειακά δικαστήρια, εκ των οποίων αρκετά μονοτμηματικά, όπου αντιμετωπίζουν όλα τα αντικείμενα, εξηγούν νομίζω από μόνα τους γιατί αυξάνει ο αριθμός των δικαστών που καθυστερούν πέραν του έτους.

 

Μια τέτοια προσέγγιση τελεί όμως και σε πλήρη αναντιστοιχία προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ και τα κείμενα ηπίου δικαίου που μνημονεύονται στο βιβλίο, τα οποία «βλέπουν» τις καθυστερήσεις, αφενός μεν, ως ένα συστημικό πρόβλημα, ως ένα πρόβλημα με δομικό χαρακτήρα, αφετέρου δε, ως μία και μόνον παράμετρο της δίκαιης δίκης, της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας υπό την διαδικαστική της εν προκειμένω εκδοχή. Υπ’ αυτή την οπτική, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται. Το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται μόνον στον πρώτο και βασικό πυλώνα της δικαιοσύνης που είναι ο δικαστής, ο οποίος οφείλει κατά το Σύντ. να διαφυλάττει την ανεξαρτησία του έναντι όλων και του εαυτού του (από ακτιβιστικές τάσεις ή προκαταλήψεις), καθώς και το κύρος της δικαιοσύνης και να λογοδοτεί από απόψεως χρόνου και ποιότητας, που συνάπτεται πρωτίστως με την αιτιολογία, για την απόφαση που εκδίδει. Ούτε επικεντρώνεται σε μία σύλληψη της δικαιοσύνης ως προς τα κρίσιμα πεδία της οργάνωσης και λειτουργίας της υπό το πρίσμα αμιγώς νομικών κριτηρίων, κυρίως στο πλαίσιο των αρχών της διάκρισης των λειτουργιών και του κράτους δικαίου. Εκτείνεται πια και στο σύστημα, την παρεχόμενη από τη δικαιοσύνη δημόσια υπηρεσία και στη συλλογική ευθύνη διαχείρισής του. Ένα σύστημα που έχει εισροές και οφείλει να έχει αντίστοιχες εκροές, οι οποίες όμως πρέπει σε κάθε περίπτωση να υλοποιούνται κατά τον νόμο και με μέσα που δεν θίγουν τις θεμελιώδεις αρχές της δίκαιης δίκης. Πρόκειται για τη «σταδιακή διολίσθηση» κατά τον Benoît Frydman [«L’évolution des critères et des modes de contrôle de la qualité des décisions de justice», in P. Mbongo (dir.), La qualité des décisions de justice, éd. du Conseil de l’Europe, 2007, 18], από μία ουσιαστική, σε μία διαδικαστική και στη συνέχεια διαχειριστική σύλληψη της ποιότητας της δικαιοσύνης που προκαλεί μία επιφυλακτική στάση ή και αντίδραση εκ μέρους των δικαστών. Ωστόσο, πέραν του ότι οι εγγυήσεις της προσωπικής ανεξαρτησίας τίθενται για την εκτέλεση του δικαστικού έργου και όχι για την παραμέλησή του, όπως επισημαίνει το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης (11/μελούς συνθ. 3/2013, 25/2016), δεν μπορεί να ελέγχεται μόνον ο δικαστής για υπέρβαση του ευλόγου χρόνου και να μην αναζητούνται τρόποι ελέγχου των λεγόμενων «χρόνων αδράνειας» (ΕΔΔΑ, 6.4.2000, Thlimmenos κ. Ελλάδος, §61) που αφορούν το στάδιο του προσδιορισμού της υπόθεσης, την επί σειρά ετών αδικαιολόγητη ανακύκλωσή της, ή το διάστημα μέχρι να επιδοθεί η απόφαση. Εξάλλου, κάθε μέτρο για την επιτάχυνση ενός δικαστικού συστήματος πρέπει απαραίτητα να συσχετίζεται με όλες τις λοιπές παραμέτρους ποιότητας για την καλύτερη διασφάλιση των στοχεύσεων που καλείται κατά το Σύνταγμα και τα διεθνή κείμενα να εξυπηρετεί η δικαιοσύνη, ώστε σήμερα να τίθεται ως optimum, όχι απλά ο «εύλογος», αλλά ο «βέλτιστος» χρόνος για την απονομή της δικαιοσύνης, καθώς εξίσου προβληματική με την καθυστέρηση είναι και η επικράτηση μιας λογικής απλής διεκπεραίωσης των υποθέσεων.

 

Η προστιθέμενη αξία αυτού του εγχειρήματος είναι ακριβώς ότι προβάλλει αυτή την άλλη διάσταση, με μία στροφή στην ορθολογική οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης, γενική αρχή συνταγματικού επιπέδου που αξιοποιείται όλο και συχνότερα από τη νομολογία μας και στον εκσυγχρονισμό του συστήματος, στο πλαίσιο των οποίων θα επιδιωχθεί τόσο η ποιοτική αναβάθμιση του έργου και της γενικότερης στάσης του δικαστή απέναντι στην Υπηρεσία και τους πολίτες όσο και η επιτάχυνση και εν τέλει η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό σύστημα την οποία κλονίζει κατά το ΕΔΔΑ (ΕΔΔΑ, 1.10.2013, Τεχνική Ολυμπιακή κ. Ελλάδος, §32) η καθυστέρηση. Τα θέματα που θίγονται δεν επιφέρουν ένα άμεσο αποτέλεσμα, έρχονται αντιμέτωπα με πραγματικές καταστάσεις και κακές πρακτικές πολλών ετών, θέτουν ζητήματα οικονομικής φύσης. Είναι θέματα που έχουν οργανωτικό πρωτίστως χαρακτήρα και αποδέκτη την πολιτική εξουσία. Τελούν δε σε αρμονία με όσα αναφέρονται στο πρακτικό του Συμβουλίου της Επικρατείας 17/2011 (σε Ολομ. και συμβ.) ως προς τις πολλαπλές αιτίες που προκαλούν την καθυστέρηση: υπερβολικά μεγάλος αριθμός ενδίκων βοηθημάτων και μέσων του Δημοσίου, ατέλειες νομοθεσίας και κακή λειτουργία διοίκησης, αλλά και αδυναμίες στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων, λόγω ανορθολογικής χωροταξικής κατανομής και ελλείψεις στις υποδομές και στο προσωπικό της γραμματείας. Τα ανωτέρω δύσκολα προφανώς μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς. Δεν φαίνεται ωστόσο να φωτίζουν επαρκώς όλες τις πτυχές που προκαλούν καθυστερήσεις και έλλειψη παραγωγικότητας, ενώ δίνουν την εντύπωση ότι το πρόβλημα των καθυστερήσεων είναι μόνον πρόβλημα των άλλων και όχι και δικό μας. Τα διεθνή κείμενα μας επισημαίνουν ότι η ευθύνη για την επιτάχυνση και την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος είναι ευθύνη πολιτειακή, άρα και ευθύνη δικαστική και όχι ασφαλώς αποκλειστικά του μεμονωμένου δικαστή.

 

Θα σταθούμε σε ορισμένα σημαντικά ενδογενή αίτια, που συνιστούν ιδιαιτερότητες του συστήματός μας, τα οποία δεν προκαλούν απλώς καθυστερήσεις, αλλά λειτουργούν αρνητικά ως τροχοπέδη και στη λήψη ή την απόδοση είτε δράσεων όπως αυτές που προαναφέρθηκαν, είτε μέτρων που στοχεύουν στην αντιμετώπιση των καθυστερήσεων και, για διαφορετικούς λόγους, έχουμε μία δυσκολία να τα θίξουμε.

 

Το πρώτο αφορά τις δομές του συστήματος που παραμένουν αναλλοίωτες εδώ και 45 χρόνια. Οι εκτενείς για παράδειγμα διατάξεις με τις οποίες ο συνταγματικός νομοθέτης του 1975 αναβάθμισε, για προφανείς για την εποχή λόγους, τη διοικητική δικαιοσύνη, απεδείχθησαν άκαμπτες στην πορεία όπως είχε προβλέψει ο Φ. Βεγλερής, προκάλεσαν μία απίστευτη πολυνομία, λόγω της σταδιακής μεταφοράς των υποθέσεων στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια και των ειδικών δικονομικών διατάξεων που τις συνοδεύουν, διευρυμένη ανασφάλεια στην κατανομή της αρμοδιότητας και αυστηρή τυποποίηση των ενδίκων βοηθημάτων, διακριτά δικονομικά καθεστώτα με αποκλίσεις που δεν δικαιολογούνται πλέον και έλλειψη ενός ενιαίου κώδικα διοικητικής δικονομίας (βλ. τη μελέτη μας, Η ανάγκη ενός ενιαίου κώδικα διοικητικής δικονομίας, ΘΠΔΔ 3/2018, 193επ.), τη σύνταξη του οποίου, για όλες τις διοικητικές διαφορές, είχε προβλέψει ήδη ο νομοθέτης με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 1406/1983. Τα χαρακτηριστικά αυτά οδήγησαν στη διάσπαση συναφών μεταξύ τους διαφορών, σε πολλαπλές καθυστερήσεις, καθώς και σε πληθώρα δυσερμήνευτων δικονομικών ζητημάτων. Το σύστημα αυτό, μη ευκόλως προσαρμόσιμο στις εξελίξεις, στις οποίες είναι εν τούτοις επιρρεπές το διοικητικό δίκαιο, δεν μπορεί να υποστηρίξει με επάρκεια τη σύγχρονη προσπάθεια απλοποίησης των διοικητικών διαδικασιών, σε κρίσιμους σήμερα τομείς, όπως η αδειοδοτική διαδικασία μιας επένδυσης, ή το καθεστώς ασύλου και απομάκρυνσης υπηκόων τρίτων χωρών, όπου παρατηρείται κατάτμηση ενδίκων βοηθημάτων και διαφορών.

 

Το δεύτερο αφορά την επικράτηση προτύπων ως προς ορισμένες τουλάχιστον πτυχές διάρθρωσης και στελέχωσης των δικαστικών υπηρεσιών που παραπέμπουν στην παθογενή οργάνωση και συγκρότηση της ελληνικής δημόσιας διοίκησης κατά παραγνώριση βασικών αρχών του ορθολογικού μοντέλου, κάτι που προκύπτει ευχερώς από επί μέρους μελέτες του βιβλίου. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στο παρελθόν ιδρύθηκαν ταυτόχρονα τρία Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια στην ίδια ευρύτερη περιφέρεια χωρίς καμία απολύτως μελέτη, ότι απέναντι στα υπερμεγέθη δικαστήρια της πρωτεύουσας, έχουμε σήμερα 15 περιφερειακά διοικητικά δικαστήρια σε μισθωμένους από ιδιώτες χώρους εκ των οποίων τα 8 στερούνται ακροατηρίου, ότι παρά τη πρόβλεψη του ΚΟΔΚΔΛ (άρ. 3 ν. 1756/1988) περί κατανομής ανά διετία των οργανικών θέσεων δικαστών και υπαλλήλων με κοινά κριτήρια, ανάλογα με τον αριθμό των υποθέσεων και τη δικαστηριακή κίνηση, η τελευταία (μερική) κατανομή είχε γίνει το έτος 2004, ότι το πληροφοριακό μας σύστημα «στήθηκε» χωρίς προσωπικό πληροφορικής στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια, καίτοι σχετικές οργανικές θέσεις είχαν προβλεφθεί από το 2002 και χωρίς προηγουμένως να έχουμε απλοποιήσει το δικονομικό μας σύστημα το οποίο είχε διογκωθεί από απόψεως διαδικασιών, κατηγοριών υποθέσεων, τηρούμενων βιβλίων κ.λπ., ότι εν έτει 2016, όταν πλέον οι αποφάσεις συντάσσονται ηλεκτρονικά από τους δικαστές, προσλαμβάνουμε δακτυλογράφους από επιτυχόντες του διαγωνισμού του 1998 (άρ. 38 ν. 4369/2016), στους οποίους αναγνωρίζουμε και πλασματικά χρόνια, ότι ενώ υπάρχουν τραγικές καθυστερήσεις στις κοινοποιήσεις, τα αιτήματα μετάταξης των επιμελητών στον κλάδο γραμματέων γίνονται όλα δεκτά κ.ο.κ. Αυτές οι αντιλήψεις και πρακτικές που προωθούνται από διάφορους παράγοντες, εντός και εκτός των τειχών, με στόχο την ικανοποίηση συντεχνιακών καθαρά συμφερόντων, καλά κρατούν και αντιστέκονται και πάντως έχουν αφήσει έντονο το αποτύπωμά τους στη λειτουργία της δικαιοσύνης.

 

Το τρίτο αναφέρεται στα interna corporis του δικαστικού συστήματος και συνδέεται με μία αμυντική και εσωστρεφή στάση που επιδεικνύει ο δικαστής, που δεν εναρμονίζεται με τα νέα δεδομένα αλλά και τις σύγχρονες προσδοκίες των πολιτών. Η στάση αυτή απορρέει εν πολλοίς από μία παραδοσιακή πρόσληψη της αρχής της ανεξαρτησίας -για στεγανότητα του οργάνου κάνει λόγο το ΔΕΕ (βλ. υποθ. C‑216/18, C-619/18, C-585/18, 624, 625/18, C‑192/18)- η οποία στη χώρα μας τείνει να απομονώνεται ως πρόταγμα και να προβάλλεται συχνά με τρόπο μαξιμαλιστικό, αντιτιθέμενη σε κάθε μορφή ελέγχου και σε κάθε προσπάθεια αναδιοργάνωσης, αποδυναμώνοντας τελικώς το αίτημα περί αποτελεσματικότητας, του οποίου ωστόσο συνιστά βασική προϋπόθεση. Αυτό εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως: Με την έλλειψη διάθεσης για συνεργασία με τις άλλες κρατικές λειτουργίες, τις οποίες θεωρούμε ότι οφείλουμε μόνον να ελέγχουμε, καίτοι, αφενός μεν, το Υπουργείο Δικαιοσύνης διατηρεί τον κύριο ρόλο σε θέματα διοικητικής και οικονομικής υποστήριξης, δηλ. σε μία σειρά ζητημάτων υλικοτεχνικών υποδομών, η διασφάλιση των οποίων συγκαταλέγεται, κατά τη Magna Carta των δικαστών του 2010 του CCJE, στις εγγυήσεις της ανεξαρτησίας, αφετέρου δε, ο έλεγχος της εισροής υποθέσεων συναρτάται άμεσα με την καλή λειτουργία των άλλων θεσμικών οργάνων. Με την απουσία προϋποθέσεων επιλογής, δεσμεύσεων ως προς στοχοθεσίες και σχέδια δράσης, αλλά και ειδικών κριτηρίων αξιολόγησης ενόψει των εντελώς διαφορετικών καθηκόντων που ασκούν, των διευθυνόντων τα δικαστήρια, θέσεις-κλειδιά για τη δικαιοσύνη, οι οποίοι, πέραν της ευθύνης τους για τη ροή των υποθέσεων και την ορθή παρακολούθηση του γραμματειακού έργου, οφείλουν να αποφεύγουν φαινόμενα εύνοιας, καθώς καλούνται, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ (ΕΔΔΑ, 22.12.2009, Parlov-Tkalcic κ. Κροατίας, §86, ΕΔΔΑ, 6.10.2011, Agrokompleks κ. Ουκρανίας, §137), πρώτοι αυτοί, να διασφαλίζουν την εσωτερική ανεξαρτησία του δικαστή. Με σημαντικές αδυναμίες στον θεσμό της αξιολόγησης των δικαστών, η οποία δεν είναι ενδελεχής, διενεργείται μόνον με βάση τις αποφάσεις τις οποίες μάλιστα επιλέγουν οι ίδιοι, δεν ακολουθεί σταθερούς κανόνες και κριτήρια και βεβαίως μπορεί να οδηγεί σε αδικίες και τελικώς στην αμφισβήτησή της ως θεσμού που συμβάλλει στην εμπέδωση της αξιοκρατίας εντός του δικαστικού σώματος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την παραγωγικότητα και τη γενικότερη διάθεση προσφοράς στην Υπηρεσία, παρότι η νομολογία αναδεικνύει την αρχή της αξιοκρατίας προς όλες τις λοιπές κατευθύνσεις και η λογοδοσία, μορφή της οποίας αποτελεί η αξιολόγηση του δικαστή (Γνώμη αρ. 17 του CCJE του 2014), συνδέεται σε όλα τα ευρωπαϊκά κείμενα με την ανεξαρτησία. Και βεβαίως με έναν αρνητισμό απέναντι σε ορισμένα θετικά μέτρα επιτάχυνσης που θέσπισε ο νομοθέτης, κάνοντας σωστά τη δουλειά του, όπως οι εν συμβουλίω διαδικασίες, ο θεσμός του εισηγητή δικαστή που θάπρεπε να επιλαμβάνεται αμέσως μετά την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, η πρόβλεψη για άπαξ αναβολή της υπόθεσης και μόνον για σπουδαίο λόγο κ.ο.κ.

 

Πέρα όμως από την έγκαιρη έκδοση και ποιότητα της απόφασης και την αποτελεσματικότητα του συστήματος που τη στηρίζει, ένα δικαιοδοτικό σύστημα ακτινογραφείται βάσει δεικτών ποιότητας στο σύνολό του. Στην checklist του 2008 της CEPEJ «για την προώθηση της ποιότητας της δικαιοσύνης» καταγράφονται περισσότεροι από 250 δείκτες ποιότητας, διαφορετικής βαρύτητας, μέσω των οποίων ερευνάται ο βαθμός ανταπόκρισης ενός δικαστικού συστήματος στις βασικές στοχεύσεις με τις οποίες είναι επιφορτισμένo. Τούτο επιβάλλει ένα βήμα παραπάνω. Να απεγκλωβιστούμε από τη λογική ανταπόκρισης σε ένα «χαμηλό όριο» που χωρίζει την παραβίαση του δικαιώματος σε μία δίκαιη δίκη από τη μη παραβίασή του, ώστε να μπορέσουμε να αυξήσουμε τη λειτουργικότητα του συστήματος και να το κάνουμε φιλικότερο για τον πολίτη, επιδιώκοντας την περαιτέρω ενίσχυση της σχέσης του με τη δικαιοσύνη, όλο και περισσότερο άλλωστε αναγκαία όσο η αποστολή της δικαστικής εξουσίας εμφανίζεται θεσμικά και αξιολογικά αναβαθμισμένη κατά τη μεταμοντέρνα εποχή. Σαφήνεια ως προς το αρμόδιο δικαστήριο, πρόβλεψη για ενημέρωση του πολίτη σχετικά με τα ένδικα βοηθήματα, κανόνας στα ευρωπαϊκά νομικά κείμενα, όχι σε εμάς, παροχή πληροφοριών με τη χρήση και των νέων τεχνολογιών και διευκολύνσεις στην πρόσβαση και δη σε άτομα με ειδικές ανάγκες (πρόσφατα έχει αποσταλεί σχετικό ερωτηματολόγιο), απλοποίηση του δικονομικού πλαισίου και ενοποίηση της δικαιοδοτικής ύλης ώστε να μη χρειάζεται να προσφεύγει κανείς σε περισσότερα δικαστήρια για την ίδια υπόθεση όπως συμβαίνει σήμερα, προβλεψιμότητα του δικαστικού χρόνου, ποιότητα σχέσεων ανάμεσα στον δικαστή και τους διαδίκους, οι οποίοι θα πρέπει να αντιλαμβάνονται τη διαδικασία, να μη χάνουν άσκοπα τον χρόνο τους στα δικαστήρια, να κατανοούν την απόφαση, αναζήτηση της γνώμης των χρηστών και συνεχής ανατροφοδότηση και προσαρμογή του συστήματος. Σε αυτά και άλλα πολλά ζητήματα που δεν συνδέονται οπωσδήποτε με την παράμετρο της καθυστέρησης της δικαιοσύνης, ο πολίτης περιμένει απαντήσεις.

 

Για να αντιμετωπίσουμε τις πιο πάνω προκλήσεις και δεδομένου ότι οι τομεακές πολιτικές για τη δικαιοσύνη είναι, όπως ορθά επισημάνθηκε, αλληλένδετες, βασική προϋπόθεση είναι η δημιουργία μιας οργανωμένης και σταθερής, ολιγομελούς επιτελικής μονάδας, ενόψει και του ότι στη χώρα μας δεν έχουμε υιοθετήσει τον θεσμό των συμβουλίων της δικαιοσύνης, ως οργάνου σχεδιασμού και επεξεργασίας των δημόσιων πολιτικών για τη δικαιοσύνη, η σημασία του οποίου αναδεικνύεται στη σύνοψη των βασικών αρχών και προτάσεων για τη δικαιοσύνη που εξέδωσε το 2016 το Ευρωπαϊκό Δίκτυο των Συμβουλίων για τη Δικαιοσύνη (ENCJ). Η μονάδα αυτή, έχοντας σφαιρική εικόνα της πραγματικότητας, θα μπορεί να χαράξει μία μακροπρόθεσμη στρατηγική ανά κλάδο δικαιοδοσίας και έναν οδικό χάρτη για την επόμενη ημέρα, με τις κατάλληλες πρωτοβουλίες και συνέργειες, καθώς ανάμεσα στον σχεδιασμό ή την πρόβλεψη στον νόμο και την υλοποίηση μεσολαβεί κατά κανόνα ένα χάσμα. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να αποκλείσουμε ανορθολογικές προτάσεις και ευκαιριακές πιέσεις και να προχωρήσουμε στις δύσκολες αποφάσεις για την εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό του δικαστικού μας συστήματος, στο πλαίσιο άλλωστε μιας ευρύτερης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας που έχει ανάγκη η Χώρα, αναπτύσσοντας εξωστρέφεια και επικοινωνία με τους πολίτες και τα ΜΜΕ, στη βάση σημαντικών κειμένων του Συμβουλίου της Ευρώπης που ενισχύουν την αρχή της διαφάνειας, βασικό θεσμικό αντίβαρο για τον έλεγχο της δικαστικής λειτουργίας, όπως μας θυμίζει διαρκώς ο Δ. Τσάτσος (Συνταγματικό δίκαιο, τ. Β, 1992, 462, 488). Σε αυτή την προσπάθεια η διανέοσις στέκεται αρωγός και δεν έχουμε παρά να την ευχαριστήσουμε και να στηρίξουμε αυτήν της την πρωτοβουλία, δρομολογώντας τα επόμενα βήματα.