Author Archives: editor

Julia Iliopoulos-Strangas, Soziale Grundrechte in den ‘neuen’ Mitgliedstaaten der Europäischen Union, Nomos 2019

Παρουσίαση: Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, ΑΠΘ

Zugleich eine Einführung in die mitgliedstaatlichen Allgemeinen Grundrechtslehren

Πρόλογος: Βασίλειος Σκουρής

Επιμέλεια: Καθ. Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα

2019, 1377 σελ., Σκληρό εξώφυλλο, ISBN 978-3-8487-5556-1

Περιεχόμενα και Πρόλογοι (Leseprobe)

 

 

 

Στον πολυσέλιδο (1377 σελ.) συλλογικό αυτό τόμο σε επιμέλεια της καθηγήτριας κ Τζούλιας Ηλιοπούλου-Στράγγα, με πρόλογο του καθ. κ Βασίλειου Σκουρή, πρ. Προέδρου ΔΕΕ, συλλέγονται οι εθνικές εκθέσεις σημαντικών νομικών από τα 13 «νέα» κράτη-μέλη της Ένωσης (όσα προσχώρησαν μετά το 2004) με θέμα τη συνταγματική κατοχύρωση και δικαστική προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Ο τόμος αυτός αποτελεί τη συνέχεια και συμπλήρωση ενός παλαιότερου (2010) που αφορούσε στα «παλαιά» κράτη-μέλη της ΕΕ [βλ. Iliopoulos-Strangas (επιμ.), Soziale Grundrechte in Europa nach Lissabon – Eine rechtsvergleichende Untersuchung der nationalen Rechtsordnungen und des Europäischen Rechts, Νomos 2010]. Το εγχείρημα ήταν τότε καινοφανές και πρωτότυπο, καθώς τίποτε παρόμοιο δεν είχε ακόμη επιχειρηθεί αναφορικά με τα κοινωνικά δικαιώματα. Και αυτό όχι μόνον επειδή εμπεριείχε σημαντικές συμβολές επιφανών δημοσιολόγων από όλα τα «παλιά» κράτη-μέλη της ΕΕ. Ούτε μόνον επειδή η επιμελήτρια είχε φροντίσει να εμπλουτίσει τον τόμο με μία συγκριτική μελέτη εμπεριστατωμένη και διεισδυτική. Αλλά και επειδή η μονογραφική της αυτή μελέτη δεν εξαντλούνταν ούτε στο συγκριτικό δίκαιο ούτε στα κοινωνικά δικαιώματα, αλλά προχωρούσε σε μία πρωτοποριακή, όχι μόνον για την εποχή αλλά και για σήμερα, γενική θεώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ενωσιακό επίπεδο και τη σημασία της πολυεπίπεδης προστασίας των δικαιωμάτων. Η επιστημολογική, εξάλλου, επιλογή της καθηγήτριας Τζούλιας Ηλιοπούλου-Στράγγα, από πολύ νωρίς και σε πολλά γραπτά της, να εξετάζει αδιαχώριστα και να ενοποιεί εννοιολογικά και κανονιστικά την εθνική, ενωσιακή και ευρωπαϊκή-διεθνή (ΕΣΔΑ) διάσταση των δικαιωμάτων είναι τόσο σημαντική που δεν μπορεί να εξαρθεί επαρκώς.

Όπως και εκείνος του 2010, έτσι και ο νέος συλλογικός τόμος από τα νέα κράτη-μέλη της Ένωσης στηρίζεται σε εύστοχα οριοθετημένο και δομημένο ερωτηματολόγιο που η επιμελήτρια του τόμου έθεσε στη διάθεση των συμμετεχόντων σε αυτόν επιφανών νομικών (δικαστών σε ΔΕΕ, ΕΔΔΑ και ανώτερα εθνικά δικαστήρια, Καθηγητών Πανεπιστημίων και άλλων εξειδικευμένων επιστημόνων). Κατ’ αποτέλεσμα της τιτάνιας αυτής προσπάθειας, ο αναγνώστης βρίσκει στις 1000 περίπου σελίδες του βιβλίου μία πλήρη καταγραφή και αξιολόγηση αναφορικά τόσο με τη συνταγματική (ή μη) κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων στις επιμέρους χώρες όσο και με την έκταση της δικαστικής τους προστασίας. Η προσπάθεια και το έργο όμως της επιμελήτριας δεν εξαντλείται όμως στο έτσι κι αλλιώς μεγάλης δυσκολίας εγχείρημα της συλλογής, επιμέλειας και ταξινόμησης των εθνικών εκθέσεων.

Η καθ. κ Ηλιοπούλου-Στράγγα αξιοποιεί τις εθνικές αυτές εκθέσεις με χειρουργική ακρίβεια και λεπτολογία, με βαθιά γνώση βάσει της πλούσιας ερευνητικής της εμπειρίας και πολύχρονης ενασχόλησής της με τα κοινωνικά δικαιώματα, προκειμένου για να συνθέσει το συγκριτικό παζλ της συνταγματικής εικόνας των κοινωνικών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε μία μονογραφικής υφής πραγμάτευση που εκτείνεται στις τελευταίες 300 σελίδες του τόμου. Εδώ η επιμελήτρια-συγγραφέας δεν περιορίζεται μόνον στη συγκριτική επισκόπηση των εθνικών εκθέσεων και στο πολύχρωμο παζλ της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων. Η μελέτη της προχωράει και στη σύνθεση της εικόνας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συνταγματικού δικαίου και συνάγει συμπεράσματα για το ενωσιακό δίκαιο στο πεδίο αυτό. Το θέμα της φύσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, σε σύγκριση με τα πιο αυτονοήτως προστατευόμενα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τίθεται εκ νέου, ενόψει και της διακριτής κατοχύρωσής τους στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, που απέκτησε νομικά δεσμευτική ισχύ με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (τον Δεκέμβριο του 2009).

Η πρωτότυπη αυτή μονογραφία της κ. Ηλιοπούλου-Στράγγα (μέσα στον συλλογικό τόμο, γεγονός εκδοτικά πρωτότυπο και εντυπωσιακό από μόνο του) ολοκληρώνεται με τη συναγωγή και την εμπεριστατωμένη δόμηση μίας ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής θεωρίας των (κοινωνικών) δικαιωμάτων και αναδεικνύει τη συγγραφέα σε αυθεντία πανευρωπαϊκού επιπέδου στον τομέα της θεωρία των (κοινωνικών) δικαιωμάτων.

Ο αναγνώστης δικαιώνεται για τον κόπο της ανάγνωσης των πολυσέλιδων δίδυμων τόμων (του 2010 και 2019). Η συμβολή των τελευταίων είναι τεράστια όσον αφορά τη δόμηση του ευρωπαϊκού συνταγματικού κοινοδικαίου, και ειδικότερα ενός κοινού δόγματος των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα όμως, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Καθηγητής κ Σκουρής, πρ. Πρόεδρος ΔΕΕ, στον επαινετικό του πρόλογο του νεότερου τόμου, η αποτύπωση αυτή συμβάλλει και στην ανάδειξη της σημασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων και την ενίσχυσή τους μέσα από την υπογράμμιση της δικαιοσυγκριτικής τους διάστασης.

Το ζήτημα της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων –και μαζί του οι δύο αυτοί συλλογικοί τόμοι– κατέστη ιδιαίτερα επίκαιρο λόγω της δημοσιονομικής κρίσης χρέους που ενέσκηψε σε κράτη-μέλη της Ένωσης και απασχόλησε και τα όργανα της τελευταίας. Ακόμη πιο επίκαιρο, ωστόσο, καθίσταται ενόψει της πανδημίας COVID-19, η οποία επιβάλλει τη λήψη προστατευτικών μέτρων εκ μέρους του κράτους, και μία ευρεία προστασία κοινωνικών δικαιωμάτων με κορωνίδα την προστασία της (ατομικής και δημόσιας) υγείας μέσα από κρατικά συστήματα παροχής υπηρεσιών υγείας και συστατικά την κατοχύρωση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης, στήριξης των κοινωνικά και οικονομικά επισφαλών και ευάλωτων ομάδων, των ανέργων και των ατόμων σε κλειστές δομές (γηροκομεία, φυλακές, μεταναστευτικές δομές κλπ).

Εν κατακλείδει, τόσο για λόγους συγκυρίας όσο και διαχρονικής επιστημονικής αξίας η δικαιοσυγκριτική διάσταση και η δογματική έρευνα των ιδιαιτεροτήτων των κοινωνικών δικαιωμάτων καθώς εξίσου και η ακριβής και καλοδουλεμένη δόμηση ενός σημαντικού τμήματος του κοινού ευρωπαϊκού συνταγματικού δικαίου είναι τα σημαντικά επιτεύγματα των δύο αυτών τόμων και της άοκνης επιμελήτριάς τους, καθηγήτριας κ Τζούλιας Ηλιοπούλου-Στράγγα.

 

Πανδημία και δικαίωμα στην υγεία

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

  1. Ένα τόσο πελώριο και δραματικό γεγονός όσο η πανδημία του 2020, που προκάλεσε μία παγκόσμια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, δεν μπορεί παρά να αφήσει το αποτύπωμα του και στο νομικό σύστημα και πρωτίστως στο δίκαιο και στη δογματική των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Δεν αναφερόμαστε εδώ στις πρωτόγνωρες απαγορεύσεις και στους αυστηρούς περιορισμούς των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πριν από τον Μάρτιο του 2020. Οι περιοριστικές αυτές ρυθμίσεις έχουν προσωρινό χαρακτήρα και θα διαρκέσουν σταδιακά αποκλιμακούμενες όσο και η πανδημία , για την οποία δεν γνωρίζουμε πότε θα τελειώσει, αλλά μόνο ότι θα τελειώσει όπως και όλες οι προηγούμενες. Ορισμένες, όμως, μεταβολές που αφορούν τη γενικότερη αντίληψη περί θεμελιωδών δικαιωμάτων ή τις ειδικότερες αντιλήψεις περί συγκεκριμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, νομίζω ότι θα αποκτήσουν μία πιο μόνιμη βάση. Τούτο ισχύει κατ’εξοχήν για το δικαίωμα στην υγεία, η προστασία του οποίου αναδείχθηκε κατά την περίοδο που διανύουμε σε απόλυτη κοινωνική και συνταγματική προτεραιότητα.
  2. Με βάση το κείμενο του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος ,το δικαίωμα στην υγεία εμφανίζεται ως ένα κλασικό ατομικό δικαίωμα αρνητικού περιεχομένου, δηλαδή ως δικαίωμα ελευθερίας, και συγχρόνως ως ένα κοινωνικό δικαίωμα, που αντιστοιχεί σε θετική υποχρέωση του Κράτους για την παροχή υπηρεσιών υγείας στο σύνολο των πολιτών. Η υγεία ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ.5 Συντ., το οποίο προστατεύει την ατομική υγεία από προσβολές τρίτων και εγγυάται την ελευθερία αυτοπροσδιορισμού του ατόμου σε θέματα που αφορούν την προσωπική του υγεία. Η νοηματική εξέλιξη της ελευθερίας της υγείας περιλαμβάνει πλέον και το δικαίωμα στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία, όπως αποφάνθηκε το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο στην πρόσφατη, αλλά εκτός εποχής απόφαση του της 26.02.2020.Ως κοινωνικό δικαίωμα η υγεία κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 παρ.3 Συντ., το οποίο από μόνο του δεν θα ήταν ιδιαίτερα νομικά σημαντικό (« Το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών»), αν δεν υπήρχε το Εθνικό Σύστημα Υγείας που ιδρύθηκε με τον ν.1397/1983 και αποτέλεσε την πιο ουσιώδη συνταγματική κατάκτηση για τη ζωή των πολιτών στην μεταπολιτευτική Ελλάδα. Η πανδημία ανέδειξε όμως και την πιο «αρχαϊκή» διάσταση του δικαιώματος στην υγεία, την προστασία του ως συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, ως δημοσίου συλλογικού αγαθού (δημόσια υγεία), στο οποίο αναφέρεται η ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο 5 Συντ. καθώς και τα άρθρα 18 παρ.3 και 22 παρ.4 Συντ. Αυτό το συλλογικό δικαίωμα στην υγεία, η προστασία του οποίου διασφαλίζει και την ατομική υγεία των πολιτών, αποτελεί τον «θεμελιώδη κανόνα» του δικαίου της υγειονομικής κρίσης, την πηγή της νομιμότητας και νομιμοποίησης των αυστηρότατων περιορισμών της ελευθερίας των πολιτών κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
  3. Υπό τις συνθήκες της πανδημίας συντελέστηκε μια δογματική μεταβολή του δικαιώματος στην υγεία, η οποία εκφράζει τη διαλεκτική σύνθεση όλων των μορφών του, ως ατομικού δικαιώματος, ως κοινωνικού δικαιώματος και ως συλλογικού δικαιώματος: η ενσωμάτωση στην εσωτερική δομή του δικαιώματος αυτού, της έννοιας του καθήκοντος στην υγεία. Πράγματι, η εμπειρία της πανδημίας έδειξε ότι σε μία τέτοια κατάσταση, η υγεία του καθενός εξαρτάται από την υγεία του άλλου, δηλαδή ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του, αλλά μόνον όλοι μαζί: η κοινωνία θα πρέπει να σώσει τον εαυτό της. Είναι η στιγμή- αλλά ίσως και η εποχή- όπου το δικαίωμα στην υγεία αποκτά τη γνωστή στο δημόσιο δίκαιο μορφή του «δικαιώματος- καθήκοντος»: καθήκοντος απέναντι στον εαυτό μας, να μην νοσήσουμε, καθήκοντος απέναντι στους άλλους, να μην τους μεταδώσουμε τη νόσο αν ασθενήσουμε, καθήκοντος απέναντι στους γιατρούς και τους νοσηλευτές του Εθνικού Συστήματος Υγείας, να μην τους αναγκάσουμε να βρεθούν μπροστά σε τραγικές επιλογές (triage), επειδή δεν θα χωρούν όλοι οι ασθενείς στις εντατικές. Έτσι νοούμενο το καθήκον στην υγεία, αποτελεί ένα νέο συνταγματικό καθήκον, ταυτόχρονα ηθικό και νομικό, η εκπλήρωση του οποίου αποτελεί στην παρούσα συγκυρία την πιο χαρακτηριστική έκφραση του « χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης» κατά το άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος.

 

Αναδημοσίευση από εφημερίδα Πρώτο Θέμα 26/04/2020

Επιστημονική αφωνία σε ώρα κρίσης;

Ακρίτας Καϊδατζής, Ιφιγένεια Καμτσίδου, Χαράλαμπος Κουρουνδής, Διδάσκουν και ερευνούν Συνταγματικό Δίκαιο στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.

Η πανδημία του Covid-19 αποτελεί πρωτόγνωρο φαινόμενο. Η εξάπλωση του ιού και οι θανάσιμες συνέπειές της έχουν σημάνει συναγερμό σε όλες τις χώρες του κόσμου. Αλλού έχει κηρυχθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλού έχουν επιβληθεί έντονα περιοριστικά μέτρα. Το αντικειμενικό βάρος του πλήγματος στο σύστημα των ελευθεριών και των δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από το αν θεωρηθεί δικαιολογημένο για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, είναι πάντως σημαντικό.

Σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζεται ότι η αναβάθμιση των «τεχνοκρατών» έναντι των «εκλεγμένων» αποτελεί νίκη του ορθολογισμού επί του λαϊκισμού. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια προσέγγιση προσφέρει μέγιστες υπηρεσίες στις πολιτικές ηγεσίες, καθώς τις απαλλάσσει από τις ευθύνες για την ανετοιμότητα των κρατών, όπως αυτή εκφράστηκε με την τραγική έλλειψη πόρων όπως οι μάσκες σε πλούσιες χώρες ή το διαχρονικά υποστελεχωμένο και ελλιπώς εξοπλισμένο ΕΣΥ στη χώρα μας. Εξάλλου, με τεχνοκρατικό μανδύα είχαν εμφανιστεί και οι συνταγές της τρόικας για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ελλάδα, αλλά κάθε άλλο παρά ουδέτερες ή αποτελεσματικές ήταν, όπως απέδειξε η a posteriori ομολογημένη αστοχία των περιβόητων ‘πολλαπλασιαστών’ του ΔΝΤ.

Η επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου έχει σε κάθε περίπτωση το δικό της μερίδιο στη συζήτηση για την πανδημία και φαίνεται να το αναλαμβάνει. Το covid-dem, ένα super-blog για τις επιπτώσεις της πανδημίας στη δημοκρατία, συγκεντρώνει ούτε ένα ούτε δύο αλλά είκοσι οκτώ μπλογκ με αναρτήσεις συναδέλφων από όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, που αναδεικνύουν καθημερινά έναν τεράστιο πλούτο προβληματισμών για τις διαφορετικές αντιμετωπίσεις των κυβερνήσεων και τη συμβατότητά τους με τη συνταγματική νομιμότητα που κάθε κράτος οφείλει να εγγυάται (https://www.democratic-decay.org/blog-posts). Το μερίδιο που μας αντιστοιχεί προσπαθήσαμε να αναλάβουμε και εμείς με τις παρεμβάσεις μας. Όχι με οποιαδήποτε πρόθεση αμφισβήτησης της πρωτοκαθεδρίας των … γιατρών στην αντιμετώπιση της πανδημίας, αλλά με το βλέμμα στραμμένο στις συνέπειες των μέτρων στο νομικό και πολιτικό μας σύστημα. Χωρίς προφανώς να διεκδικούμε δάφνες απόλυτης αλήθειας για τις απόψεις μας, θεωρούμε ότι η συνταγματικότητα της υποβολής της ελευθερίας μετακίνησης σε καθεστώς προηγούμενης δήλωσης, που μετατρέπει σε κανόνα την απαγόρευση στη θέση της ελευθερίας, δεν μπορεί παρά να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού. Και σίγουρα  γεννά εύλογα ερωτηματικά η υιοθέτηση των μέτρων αποκλειστικά με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, παρότι η Βουλή ουδέποτε διέκοψε τη λειτουργία της.

Αντίλογος στις παραπάνω απόψεις έχει εκφραστεί με αξιοπρόσεκτα επιχειρήματα από συναδέλφους όπως ο Γιώργος Σωτηρέλης και ο Ξενοφών Κοντιάδης. Έτσι, έχει ξεκινήσει ο αναγκαίος διάλογος για τις αλλαγές που επέρχονται στην πολιτική θέσμιση των κοινωνιών και που θέτουν σε αμφισβήτηση τα φιλελεύθερα και δημοκρατικά χαρακτηριστικά του πολιτεύματός μας. Προϋπόθεση όμως της δημιουργικής διεξαγωγής του είναι η ευπρέπεια και η ανοχή στη διαφορετική γνώμη. Από αυτήν την άποψη, είναι θλιβερό να αναπτύσσεται αυτήν την περίοδο ένα κυνήγι μαγισσών που δεν τιμά καθόλου την επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου. Οι εκφραστές του επιλέγουν να συκοφαντούν όσους έχουν διαφορετική άποψη παρουσιάζοντάς τους ως ανεύθυνους και πρόθυμους ακόμα και να διακινδυνεύσουν ανθρώπινες ζωές για να κάνουν αντιπολίτευση! Δεν διστάζουν να διαστρεβλώσουν γνώμες συγχέοντας την αδιαμφισβήτητη ανάγκη αποφυγής των άσκοπων μετακινήσεων με την άκριτη αποδοχή της συνολικής πολιτικής της κυβέρνησης για την πανδημία και μάλιστα τόσο ως προς τα μέτρα που έλαβε όσο και ως προς εκείνα που δεν έλαβε.

Δεν θα τους ακολουθήσουμε σε αυτόν το δρόμο. Θα τους καλέσουμε απλώς να θυμηθούν τα λόγια του Αριστόβουλου Μάνεση: «δεν υπάρχει επιστημονική έρευνα, επιστημονική θέση ή επιστημονική παραγωγή –όχι μόνο στις κοινωνικές, αλλά και στις φυσικές επιστήμες– χωρίς πολιτικές επιπτώσεις, δηλαδή χωρίς πολιτική σημασία… [Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος] είναι βέβαιο ότι κάνει πολιτική, και μάλιστα ‘κονφορμιστική’ υπέρ των εκάστοτε κρατούντων, όταν σωπαίνει. Διότι η σιωπή γίνεται τότε –και γι’ αυτόν αλλά και γι’ αυτούς– χρυσός και λίβανος και σμύρνα…».

 

 

 

Μνήμη Δημήτρη Θ. Τσάτσου – 10 χρόνια από τον θάνατό του

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Θ. & Δ. Τσάτσου

Πριν από 10 ακριβώς χρόνια, στις 24 Απριλίου 2010, έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος Έλληνας συνταγματολόγος και πολιτικός Δημήτρης Τσάτσος. Ο Δημήτρης Τσάτσος δεν υπήρξε μόνο πανεπιστημιακός δάσκαλος και ενεργός πολιτικός, αλλά ένας διανοούμενος που παρενέβαινε επίμονα στον δημόσιο διάλογο, συχνά διαμορφώνοντας τη θεματολογία του. Η «Πολιτεία» του καθηγητή Δημήτρη Θ. Τσάτσου είναι γνωστή, όπως και ο βίος του. Υπήρξε δημόσιος άνδρας απαράμιλλης ζωτικότητας, με δημόσιο λόγο, ακαδημαϊκό, θεσμικό και κοινωνικό, που ήταν πάντοτε κλασικός, επίκαιρος και κριτικός. Καταξιώθηκε σε ακαδημαϊκά, εθνικά, αλλοδαπά και υπερεθνικά, fora. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε εδώ ειδικότερες πληροφορίες για την προσωπικότητά του, για την επιστημονική παραγωγή του, για την πολιτειακή, πολιτική και ευρωπαϊκή έκφανσή της, αφού αυτές ανευρίσκονται πληθωρικά σε εγκυκλοπαίδειες και στο διαδίκτυο.

Άλλωστε ο Δ. Τσάτσος είχε τη χαρά να απολαύσει τον δημόσιο ακαδημαϊκό έπαινο πολλαπλώς: τόσο κατά τις τέσσερις αναγορεύσεις του σε επίτιμο διδάκτορα ελληνικών και ξένων Πανεπιστημίων όσο και κατά την επίδοση των δύο ογκωδών τόμων επιστημονικών μελετών που συντάχθηκαν προς τιμήν του, επ’ ευκαιρία των εβδομηκοστών γενεθλίων του, ένα γερμανικό («Festschrift fur Dimitris Th. Tsatsos», 2003) και ένα ελληνικό («Σύνταγμα, Ελληνική Πολιτεία, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, Αφιέρωμα στον Δημήτρη Θ. Τσάτσο», 2004). Είχε επίσης τη χαρά να απολαύσει τον «έπαινο του δήμου» που του αποδόθηκε κατά τη βράβευσή του με το Βραβείο Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και με τον Μεγαλόσταυρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Το Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, που ο Δημήτρης Τσάτσος ίδρυσε το 1995, είχε προγραμματίσει τη διοργάνωση ενός διεθνούς συνεδρίου αυτές τις μέρες για να τιμήσει τη μνήμη του. Η πανδημία ανέβαλε τα σχέδια αυτά. Όμως απευθύνουμε πρόσκληση σε ομότεχνους και φίλους του να μας στείλουν ένα σύντομο κείμενο για την προσωπικότητα ή το έργο του, που θα αναρτηθεί στον διαδικτυακό τόπο του Ιδρύματος και της πλατφόρμας SyntagmaWatch.gr. Ελπίζουμε σύντομα να έχουμε την ευκαιρία να τιμήσουμε αυτή την επέτειο όπως αρμόζει.

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Θ. & Δ. Τσάτσου

 

 

 

 

Στιγμές από τις χρονικότητες της κρίσης του Covid-19

Κωνσταντίνος Θ. Γιαννακόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Το πρωτόγνωρο γεγονός της πανδημίας του Covid-19 και, πάντως, ο πρωτοφανής τρόπος αντίληψης και αντιμετώπισής του δημιουργούν μια νέα, παγκόσμια κρίση, η οποία πυκνώνει δραματικά τον ιστορικό χρόνο, καθώς, πριν απ’ όλα, φέρνει κάθε άνθρωπο αντιμέτωπο με τη θεμελιώδη συνθήκη της ύπαρξής του. Η αρρώστια, που είναι «υπόθεση όλων», δείχνει στον καθένα το παράλογο της ύπαρξής του, τον αναγκάζει «να δεχτεί να ζει μέρα με τη μέρα, και μόνος κάτω από τον ουρανό», του φανερώνει την κοινή μοίρα του με τους άλλους ανθρώπους «στις μόνες βεβαιότητες που έχουν από κοινού και που είναι η αγάπη, ο πόνος και η εξορία» και του προσφέρει ως μόνη δυνατότητα να κερδίσει από τη μάχη της με τη ζωή «τη γνώση και τη μνήμη». Εντούτοις, η γνώση και η μνήμη δεν κερδίζονται πάντοτε. Και ποτέ δεν κερδίζονται εύκολα και βιαστικά, ούτε καν στις πρωτόγνωρες συνθήκες της σημερινής πανδημίας. Πάντοτε απαιτείται κάποιος κόπος και κάποιος χρόνος. Και ο κόπος μπορεί να μην είναι γοητευτικός. Και ο χρόνος μπορεί να φαίνεται πως δεν υπάρχει. Αλλά, ως προς τον κόπο, αν ούτε τώρα, τότε πότε; Ως προς δε τον χρόνο, αν δεν είναι ορατός, πρέπει κανείς να τον ανακαλύψει ή να τον εφεύρει, συνδυάζοντας ή επινοώντας τις χρονικότητες της κρίσης και της ύπαρξής του. Η γνώση και η μνήμη πηγάζουν από το αδιάκοπο και κοπιώδες «πήγαινε-έλα» της σκέψης στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον -και όχι πάντοτε με αυτή τη σειρά- και από τον διάλογο με άλλους συνταξιδιώτες του χρόνου. Να, λοιπόν, κάποιες στιγμές από αυτό το «πήγαινε-έλα» που προκαλεί, μέχρι στιγμής, η κρίση του Covid-19.

 

Το παρελθόν

«Ακόμη και το παρελθόν μπορεί να αλλάξει». Και ίσως «[να μην] είναι πια, αυτό που ήταν κάποτε». Μπροστά στο κομβόι με τα φέρετρα στο Μπέργκαμο, στους ομαδικούς τάφους στη Νέα Υόρκη, στις «business as usual» της Ευρωομάδας και στη δραματική περιγραφή των γεγονότων, στην οποία περιορίστηκε ακόμη μία φορά ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, πόση νομιμοποίηση μπορεί άραγε να απομένει στον υπερ-φιλελευθερισμό που ταύτισε το δίκαιο με το δικαίωμα, απώθησε τα καθήκοντα, διαμόρφωσε μια δημοκρατία χωρίς λαό, αντικατέστησε τον πολίτη από το άτομο και το Κράτος από τις αγορές, απορρύθμισε σε όλα τα επίπεδα τους θεμελιώδεις κανόνες και προώθησε έναν φεουδαρχικό συνταγματισμό, ενώ ευαγγελιζόταν μια κοσμοπολίτικη ευρωπαϊκή -ή και παγκόσμια- τάξη; Πόσο δυνατή είναι άραγε ακόμη η λάμψη αυτής της κυρίαρχης απόκλισης του δυτικού πολιτισμού που διεκδικούσε την οικουμενικότητα των αξιών της, κουνώντας το δάκτυλο στον υπόλοιπο κόσμο;

Τρεις ή τέσσερις εβδομάδες μακριά από το κομμωτήριο ή το κουρείο ήταν αρκετές για να καταλάβει και ο πιο δύσπιστος πόσο ευάλωτοι είναι οι άνθρωποι «που ξοδεύουν αμέτρητες ώρες για να κατασκευάσουν και να καλλωπίσουν έναν τέλειο εαυτό στο διαδίκτυο, […] προσκολλώνται στα δημιουργήματά τους και […] νομίζουν ότι αυτή είναι η αλήθεια για τον εαυτό τους». Τρεις ή τέσσερις εβδομάδες συμβίωσης με τον κίνδυνο της αρρώστιας ήταν αρκετές για να συνειδητοποιήσουμε, άλλωστε, πως ο υπερ-φιλελευθερισμός «έχει μια εντελώς μπερδεμένη αντίληψη για την ‘ελεύθερη βούληση’», πως η ύπαρξη της «ελευθερία[ς] να κάνεις αυτό που επιθυμείς» δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι έχεις πάντοτε την «ελευθερία να επιλέγεις τι επιθυμείς» και, πάντως, πως «δεν ελέγχουμε τον εξωτερικό μας κόσμο» ούτε «τι συμβαίνει μέσα στο σώμα μας». Αν όντως το συνειδητοποιήσουμε αυτό, «μπορεί να πάψουμε να ασχολούμαστε τόσο επίμονα με τις απόψεις και τα συναισθήματά μας και να αρχίσουμε να δίνουμε περισσότερη προσοχή στους άλλους. Μπορεί επίσης να μας βοηθήσει να αναζητήσουμε την αλήθεια για τον εαυτό μας».

Η πανδημία μάς βοήθησε επιπλέον να αντιληφθούμε -με τον πιο στρεβλό ίσως τρόπο, αλλά, πάντως, να αντιληφθούμε κάποτε- αυτό που ο, κατά τα άλλα, προοδευμένος πολιτισμός μας είχε επιτρέψει σε πολλούς από εμάς να παραβλέψουμε: το να έχει κανείς δημιουργήσει –ή να έχει ανεχτεί– «χωματερές περιττών ανθρώπων» εντός ή εκτός της ίδιας του της πόλης ή της ίδιας του της χώρας, εκτός από απάνθρωπο είναι και επικίνδυνο για αυτόν τον ίδιο.

Και άλλες βάσεις αναθεώρησης του παρελθόντος μάς ανέδειξε η κρίση της πανδημίας. Πρώτον, η πολύ πιθανή διασύνδεση της τελευταίας με τις περιβαλλοντικές αλλαγές έκανε φανερό ότι οι, μέχρι στιγμής, προσπάθειες για την προστασία του περιβάλλοντος ίσως δεν είναι τόσο επαρκείς ούτε ειλικρινείς. Δεύτερον, η νέα κρίση μάς βοήθησε να συνειδητοποιήσουμε ότι, εφόσον είχαμε υπονομεύσει τον δημόσιο τομέα, προσφέροντάς τον βορά στα ιδιωτικά συμφέροντα, τόσο μέσω των αδιαφανών ιδιωτικοποιήσεων όσο και μέσω της διαφθοράς, ήταν αναμενόμενο να στερηθούμε τις απαραίτητες υποδομές του σε περίπτωση ανάγκης, μεταβιβάζοντας στην «ατομική ευθύνη» δυσανάλογο βάρος. Τρίτον, η ίδια κρίση μάς ειρωνεύτηκε, δείχνοντας ότι κάποια λεφτά όντως υπάρχουν και, αν δεν υπάρχουν, τυπώνονται. Μολονότι, στο πρόσφατο παρελθόν, οι διάφορες εξουσίες πάσχιζαν να μας πείσουν για το αντίθετο, γίνεται αντιληπτό ότι η οικονομία δεν έχει μόνο αντικειμενική αξία, όπως η ανθρώπινη ζωή, αλλά σε μεγάλο βαθμό είναι σύμβαση, δηλαδή πολιτική απόφαση.

 

Το παρόν

Περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, σε μια κατάσταση ανάγκης, έχουμε την αίσθηση πως «[ο]ύτε παρελθόν υπάρχει, ούτε μέλλον. Μονάχα μια σειρά από διαδοχικά παρόντα, ένα μονοπάτι που ατελεύτητα φθίνει και ατελεύτητα συνεχίζεται και που πάνω του προχωρούμε όλοι.». Πράγματι, παρά την κοινωνική αποστασιοποίηση, σε αυτό το μονοπάτι εξακολουθούν να συνωστίζονται πολλοί χαρακτήρες.

Άλλοι (περι)μένουν στο σπίτι, στηρίζονται σε αυτά που νόμιμα ή παράνομα είχαν αποκτήσει ή στη βοήθεια άλλων, βιώνουν την πρωτόγνωρη εμπειρία της συνεχούς παρουσίας όλων των μελών της οικογένειάς τους ή της εξ αποστάσεως επικοινωνίας τους με αυτά, καταναλώνουν αχόρταγα την τηλεόραση και το διαδίκτυο και χαίρονται ή ταλαιπωρούνται με το απότομο και πρόχειρο πέρασμα στην τηλε-εργασία και στην τηλε-εκπαίδευση. Οι πιο πολλοί από αυτούς νοσταλγούν την πραγματικότητα που υπήρχε πριν από λίγες εβδομάδες.

Άλλοι δεν έχουν σπίτι, περιουσία ή βοήθεια, ούτε, ενδεχομένως, τα μέσα ή τις γνώσεις να επικοινωνήσουν εξ αποστάσεως. Κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη καταλάβει ότι, για ορισμένους, «το μέλλον δεν έρχεται ποτέ, γύρω [τους] πάντα [έχουν] το παρόν».

Άλλοι βρίσκονται σε εντελώς αντίθετη κατάσταση από αυτή των προηγούμενων και προβληματίζονται ήδη για το μέλλον, το δικό τους και της ανθρωπότητας. Κάποιοι αγωνιούν δικαιολογημένα για τη φοβερή οικονομική κρίση που μάλλον θα διαδεχθεί την κρίση της πανδημίας. Μερικοί ανησυχούν μήπως η πανδημία αμφισβητήσει την εξουσία τους και προκαλέσει περισσότερους νεκρούς ακόμη και από τους νεκρούς που έχουν προκαλέσει οι ίδιοι με τους πολέμους τους. Ορισμένοι επιχειρούν να προωθήσουν σχέδια που είχαν αποτύχει σε κανονικές συνθήκες και διερωτώνται, μάλιστα, μήπως θα ήταν καλή ιδέα να στήσουν μια εταιρία στοιχημάτων με αντικείμενο τις καθημερινές μεταβολές των τιμών του worldometers.info. Πολλοί προσπαθούν γενικώς να κάνουν προβλέψεις, παραγνωρίζοντας πως αυτές είναι πολύ δύσκολες, «ιδιαίτερα όταν αφορούν το μέλλον».

Άλλοι ζουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση και δημιουργικότητα το παρόν. Όπως συνήθως, η αρμοδιότητα, το καθήκον, η συνείδηση, ο ηρωισμός, η αδυναμία, η μοίρα, ο πανικός, η ατυχία ή η πλεονεξία τούς έχει οδηγήσει στην πρώτη γραμμή της μάχης με την πανδημία ή της κερδοσκοπίας. Από τους αρμόδιους, κάποιοι δίνουν ό,τι καλύτερο έχουν, κερδίζοντας τον -συνήθως ανομολόγητο- θαυμασμό ακόμη και των πολιτικών τους αντιπάλων. Κάποιοι εγκατέλειψαν γρήγορα «τις ελπίδες [τους] για ένα καλύτερο παρελθόν» και προσπαθούν να φέρουν στα μέτρα τους τους θεσμούς που δέχτηκαν βιαστικά να φορέσουν σαν λάθος νούμερο ρούχου από πανέρι ευκαιρίας.

Άλλοι προσπαθούν απλώς να επιβιώσουν και, αν σταθούν τυχεροί, να κερδίσουν και κάτι. Μερικοί συνεχίζουν, όπως και πριν, «λάθρα βιούντες». Κάποιοι, έχοντας «φιλίες μέ ἀρχηγούς τῶν μισθοφόρων», όντας «μπασμένοι κάμποσο καὶ στὰ διοικητικά» και αναζητώντας «νὰ μπαλοθο[ύν]», θεωρούν ότι όλοι οι άλλοι «[β]λάπτουν […] τὴν Συρία τὸ ἴδιο» και αποδέχονται ό,τι επικρατεί, έχοντας τη «συνείδησί[ν τους] ἥσυχη γιὰ τό ἀψήφιστο τῆς ἐκλογῆς».

Και οι επιστήμονες, διάσπαρτοι σε όλες τις παραπάνω κατηγορίες. Ορισμένοι έχουν σε σημαντικό βαθμό υποκαταστήσει -ενίοτε δικαιολογημένα- τους πολιτικούς. Μερικοί παραμένουν κλεισμένοι στο εργαστήριό τους, αναζητώντας με επιτυχία ή μη το εμβόλιο ή την αλήθεια και ανακοινώνοντας με σύνεση τα εκάστοτε αποτελέσματα της έρευνάς τους. Κάποιοι αδυνατούν να μην συνεχίζουν την υπερ-έκθεσή τους στα μέσα ενημέρωσης, σπεύδοντας εναγωνίως να επιβεβαιώνουν τη συμφωνία ή τη διαφωνία τους με τους κυβερνώντες, τους αντιπολιτευόμενους ή τους φίλους δημοσιογράφους και διεκδικώντας, τις περισσότερες φορές, «ο καθείς με τα όπλα του», την κρατούσα και όχι την ορθότερη γνώμη. Δεν εκπλήσσουν πια όλες οι παραπάνω συμπεριφορές. Ενίοτε θυμίζουν τις συμπεριφορές των ιερέων, ιδίως σε χώρες στις οποίες ο Διαφωτισμός δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση.

Πάντως, για όλους, η κατάσταση ανάγκης που δημιούργησε η πανδημία του Covid-19 έχει διαμορφώσει ένα δύσκολο παρόν. Απ’ τη μια, είτε το θέλουμε είτε όχι, η κατάσταση αυτή δικαιολογεί τη λήψη εκ μέρους του Κράτους πρωτόγνωρων περιορισμών θεμελιωδών δικαιωμάτων για την προστασία της δημόσιας υγείας. Απ’ την άλλη, σε μια τέτοια κατάσταση, «η εκτελεστική εξουσία μπαίνει στον έντονο πειρασμό να ωθεί το Κράτος Δικαίου πέρα από τα όριά του». Πώς θα πρέπει κανείς να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο παρόν; Η απάντηση απαιτεί μέτρο. Η παρούσα κατάσταση ανάγκης, η οποία είναι υπόθεση όλων και όχι κάποιου κυρίαρχου, δεν είναι γενική, ενιαία και απόλυτη. Διαβαθμίζεται και απαιτεί, κατά περίπτωση, ανάλογη εγρήγορση και ευθύνη από όλους. Αυτό σημαίνει ότι, στους τομείς που πραγματικά επικρατούν εξαιρετικά επείγουσες και απρόβλεπτες ανάγκες και για όσον χρόνο όντως απαιτείται, καλό θα ήταν κανείς να αποφεύγει την κριτική -τουλάχιστον δημόσια- και, πάντως, πρέπει να αποδέχεται τις επιλογές των αρμόδιων όπως πρέπει να αποδέχεται το triage εκ μέρους των ιατρών στην πρώτη γραμμή της μάχης. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, πάντοτε υπάρχει το ανάλογο περιθώριο και η ανάλογη υποχρέωση κατάλληλης δημόσιας κριτικής και ελέγχου. Η παρούσα κατάσταση ανάγκης δεν δικαιολογεί την ανάληψη δράσεων που ενέχουν σοβαρούς περιορισμούς δικαιωμάτων χωρίς να τελούν σε σχέση άμεσης συνάφειας και αναγκαιότητας με την προστασία της δημόσιας υγείας. Την ίδια στιγμή, αυτή η κατάσταση επιβάλλει την άμεση λήψη κάθε αναγκαίου θετικού μέτρου για την ουσιαστική και αποτελεσματική στήριξη όλων των κατηγοριών των πολιτών ανάλογα με τις ανάγκες τους.

 

Το μέλλον

Το μέλλον είναι πάντοτε προβληματικό, κυρίως διότι «σύντομα θα είναι ένα πράγμα του παρελθόντος». Το μέλλον δε που ακολουθεί τις πανδημίες είχε πάντοτε και ένα επιπλέον αρνητικό: το έγραψαν αυτοί που επιβίωσαν από την αρρώστια, οι οποίοι, «ένεκα της υπερβολής της παρούσης χαράς των, είχαν ως προς το μέλλον κάποιαν επιπολαίαν ελπίδα ότι δεν θ᾽ απέθνησκαν πλέον ούτε από άλλην ασθένειαν». Και η συμπεριφορά των ανθρώπων που εθελοτυφλούν μπροστά στο γεγονός ότι στο μέλλον συνυπάρχουν ο θάνατος και η αξία της ζωής, των ίδιων και των άλλων, γεννά πολλά ερωτήματα.

Στο εγγύς μέλλον, τα ερωτήματα αφορούν πρωτίστως ποιοι και πότε θα κληθούν, για την αναγκαία επανεκκίνηση της οικονομίας, να προστεθούν πρώτοι, πριν ηττηθεί οριστικά ο ιός, στους κολασμένους της γης τους οποίους καλοπιάνουμε, αποκαλώντας τους «ήρωες», και οι οποίοι ήδη εργάζονται για να μας εξασφαλίζουν τις υπηρεσίες υγείας και τα λοιπά ζωτικά αγαθά που έχουμε ανάγκη. Ωστόσο, για ποια οικονομία θα πρόκειται; Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να πρόκειται για την οικονομία που λειτουργούσε πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας του Covid-19; Και ποιος θα το αποφασίσει αυτό; Το παρελθόν μάς διδάσκει ότι ανάλογες αποφάσεις σχεδόν ποτέ δεν λήφθηκαν από αυτούς που κλήθηκαν να πολεμήσουν, στην πρώτη γραμμή, συνήθως για τα συμφέροντα άλλων.

Το απώτερο μέλλον θέτει και άλλα θεμελιώδη ερωτήματα: Πως θα εξελιχθούν οι κοινωνικές συμπεριφορές; Θα διευρυνθούν οι αποκλεισμοί και οι κοινωνικές ανισότητες; Ποια περιθώρια πολιτικής συγκρότησης θα υπάρχουν στο διαδίκτυο που προβάλλεται ως η «γη της Επαγγελίας» για την ανθρωπότητα; Θα περιθωριοποιηθούν πλήρως τα κοινοβούλια; Θα διευρυνθούν τα αυταρχικά πολιτεύματα κρατικού καπιταλισμού και οι «δημοκρατορίες»; Θα επιβιώσουν οι θετικές κατακτήσεις της νεοτερικότητας και του σύγχρονου συνταγματικού πολιτισμού, ιδίως απέναντι στις νέες τεχνολογίες παρακολούθησης των ατόμων οι οποίες μπορεί να χρησιμοποιούνται πλέον συστηματικά για την προφύλαξη της δημόσιας υγείας; Θα πάρουμε στα σοβαρά τα κοινωνικά δικαιώματα και τις θεμελιώδεις υποχρεώσεις χωρίς να απεμπολήσουμε την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων; Θα υπάρχει η Ευρωπαϊκή Ένωση όπως τη γνωρίζαμε πριν λίγες εβδομάδες; Θα επιταθεί το φαινόμενο της συνταγματικής απορρύθμισης στην Ευρώπη; Ποιο θα είναι το μέλλον της παγκοσμιοποίησης μετά από την παλινόρθωση των εθνικών συνόρων και τις γεωπολιτικές εξελίξεις που ίσως επέλθουν;

Τα πιο σημαντικά, όμως, από τα ερωτήματα που αφορούν το εγγύς και το απώτερο μέλλον είναι εάν, αυτή τη φορά, αντιμετωπίζοντας την πανδημία του Covid-19, θα  κερδίσουμε τη γνώση και τη μνήμη και εάν η επαφή μας με τους άλλους ανθρώπους θα μετουσιωθεί σε ειλικρινή αλληλεγγύη, η οποία ουδεμία σχέση έχει με τις ιδέες του παρελθόντος περί εθελοντισμού ή φιλανθρωπίας.

 

COVID19 – Περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσω αντισυνταγματικών ΠΝΠ ή μέσω του άρθρου 48 Σ;

Γιώργος Νικολόπουλος, Υπ. Διδ. Συνταγματικού Δικαίου, Δικηγόρος

Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, προς το παρόν, η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών είναι σύμφωνοι με τα ληφθέντα μέτρα περιορισμού των δικαιωμάτων μας, πρέπει να επισημανθεί ότι ο τρόπος λήψης των μέτρων αυτών μέσω Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου (εφεξής ΠΝΠ) γεννά προβληματισμούς ως προς το αν θίγει τον πυρήνα των συνταγματικά κατοχυρωμένων θεμελιωδών ελευθεριών.

Ήδη έχει ανοίξει επιστημονικός διάλογος[1] διεθνώς σχετικά με τα όρια και την έκταση των επιβαλλόμενων περιορισμών σε σχέση με τις κατοχυρούμενες Συνταγματικές ελευθερίες[2], και τούτο γιατί σύμφωνα με άλλη άποψη υπερακοντίζονται οι συνέπειες της πανδημίας για τη λήψη δυσανάλογων μέτρων και περιορισμών[3] και  αμφισβητείται η νομιμοποίησή τους[4]. Ειδικότερα, ο επιστημονικός διάλογος στην χώρα εστιάζεται κυρίως στα θέματα αναλογικότητας και προσφορότητας μέσου και επιδιωκόμενου σκοπού[5].

Άλλες χώρες όπως οι ΗΠΑ, Ιταλία, Ισπανία, Βόρεια Μακεδονία, Βουλγαρία,  επέλεξαν τον Συνταγματικά προβλεπόμενο τρόπο περιορισμού των δικαιωμάτων των πολιτών, δηλαδή έθεσαν σε εφαρμογή διατάξεις του Συντάγματος με τις προβλεπόμενες θεσμικές εγγυήσεις και κήρυξαν τις χώρες αυτές σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης». Αντίθετα, η εκτελεστική λειτουργία στην Ελλάδα απέφυγε να ζητήσει από τη Βουλή την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης  (άρθρο 48 του Συντάγματος) και επέλεξε την οδό της έκδοσης ΠΝΠ.

Εύλογα τίθεται το ερώτημα της επιλογής επιβολής των μέτρων είτε α) με εφαρμογή του άρθρου 44 παρ. 1 του Συντάγματος που προβλέπει την έκδοση ΠΝΠ από τον ΠτΔ και την Κυβέρνηση με  αόριστη χρονική διάρκεια σε περίπτωση έγκρισης από τη Βουλή είτε β) μέσω της εφαρμογής του άρθρου 48 του Συντάγματος που προβλέπει δυνατότητα αναστολής μέρους η συνόλου των  εκεί προβλεπομένων διατάξεων πλην όμως αυτά αποφασίζονται από 180 βουλευτές και με μέγιστη διάρκεια τις 15 ημέρες.

Ειδικότερα: Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου (εφεξής ΠΝΠ) είναι τυπικά διοικητικές πράξεις και ουσιαστικά νομοθετικές πράξεις που εμφανίζονται καταρχήν ως προσωρινοί νόμοι και αφού κυρωθούν από την Βουλή εξομοιώνονται πλήρως με τους τυπικούς νόμους (άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος). Ο ΠτΔ και η Κυβέρνηση που εκδίδουν τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου ασκούν εκτάκτως τη νομοθετική λειτουργία αντί για τα κανονικά της όργανα που είναι η Βουλή και ο ΠτΔ (άρθρο 26 του Συντάγματος)[6].

Στην ιεραρχία των κανόνων Δικαίου, οι ΠΝΠ είναι ανώτερες των άλλων διοικητικών πράξεων αλλά έχουν υποσυνταγματική ισχύ, όπως και οι τυπικοί νόμοι (με την εγκρισή τους από τη Βουλή, οι ΠΝΠ καθίστανται τυπικοί νόμοι) και απαγορεύεται να θίξουν τον ουσιαστικό πυρήνα των Συνταγματικών διατάξεων που καθιερώνουν τα θεμελιώδη δικαιώματα αλλά μπορούν μόνο να ρυθμίσουν τον τρόπο άσκησης αυτών και αυτό στο βαθμό που δεν πρόκειται για ανεπιφύλακτα θεμελιώδη δικαιώματα.

Εν προκειμένω η ΠΝΠ της 20-03-20 παρέλειψε να αναφέρει την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 του Συντάγματος η οποία επιτρέπει τη λήψη μέτρων που επιβάλλονται για την προστασία της «δημόσιας υγείας ή της υγείας ασθενών όπως νόμος ορίζει». Αυτή η ερμηνευτική δήλωση επιτρέπει κατ΄εξαίρεση τη λήψη ατομικών διοικητικών μέτρων σε έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους Έλληνες στην ελευθερία κίνησής τους στη χώρα. (Αντίστοιχος περιορισμός για λόγους δημόσιας υγείας προβλέπεται και από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδάφιο β΄στοιχείο ε’ της Ευρωπαικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η οποία θεωρεί επιτρεπτή την κράτηση ατόμων που μπορούν να μεταδώσουν «μεταδοτική ασθένια φρενοβλαβούς, αλκοολικού, τοξικομανούς…» όπως επίσης και το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ που περιλαμβάνει περιορισμό ελευθεριών σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι τα ατομικά διοικητικά μέτρα που επιτρέπει η ερμηνευτική αυτή δήλωση μπορούν να περιορίζουν την προσωπική ελευθερία μόνο των συγκεκριμένων ατόμων που είναι φορείς της νόσου CoVid-19. Υπό αυτή την έννοια η καθολική απαγόρευση της ελευθερίας κίνησης όλων αδιακρίτως των πολιτών με ατομικά διοικητικά μέτρα δεν μπορεί να θεσπιστεί. Πράγματι η άσκηση της ελευθερίας δεν μπορεί να εξαρτάται από κρατική άδεια, ούτε έπειτα από γνωστοποίηση ή αναγγελία (π.χ sms ή έντυπο με λίγες επιλογές)[7], σε αντίθετη περίπτωση, όπως συμβαίνει σήμερα, θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος.

Πράγματι η ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 του Συντάγματος που επιτρέπει ατομικά διοικητικά μέτρα για λόγους δημόσιας υγείας αναφέρεται μόνο σε όσους έχουν την μεταδοτική ασθένεια, σε όσους δηλαδή νοσούν. Είναι πρόδηλο ότι οποιοδήποτε διοικητικό μέτρο δεν μπορεί να επιβληθεί στους υγιείς πολίτες (πόσο μάλλον σε όσους έχουν κάνει το τεστ και έχουν βρεθεί αρνητικοί στον ιό) για τους οποίους τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα  δεν μπορούν να περιοριστούν ούτε με τυπικό νόμο ο οποίος θα θίγει τον πυρήνα τους.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.2 του Συντάγματος «….οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής όπως νόμος ορίζει». Από την παραπάνω διατύπωση συνάγεται ότι η απαγόρευση μιας συγκεκριμένης συνάθροισης γίνεται όταν επίκειται σοβαρός κίνδυνος μόνο για λόγους δημόσιας ασφάλειας, και όχι για λόγους δημόσιας υγείας ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Σήμερα με την ισχύουσα ρύθμιση της από 20.3.20 ΠΝΠ στο άρθρο 68 παρ. 2 επιβάλλεται καθολική απαγόρευση συναθροίσεων, σε όλη την Επικράτεια χωρίς επίκληση λόγων ασφάλειας αλλά μόνο για λόγους δημόσιας υγείας.

Εύλογα και εδώ τίθεται το ερώτημα κατά πόσο μπορεί μία ΠΝΠ  ν’ απαγορεύσει καθολικά τις συναθροίσεις οπουδήποτε[8], θίγοντας τον πυρήνα του δικαιώματος της συνάθροισης[9].

Σύμφωνα με τα παραπάνω και λαμβάνοντάς υπόψη την αντισυνταγματικότητα της από 20.3.20 ΠΝΠ στον βαθμό που θίγει τον πυρήνα των άρθρων 5 και 11 του Σ, θα ήταν προτιμητέα η θέση σε εφαρμογή του άρθρο 48 του Συντάγματος (δίκαιο της ανάγκης) που προβλέπει την  αναστολή της ισχύος του συνόλου ή μέρους των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων, μεταξύ άλλων.

Εν προκειμένω, το άρθρο 48 του Συντάγματος προβλέπει 4 περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή. Πρέπει δηλαδή οπωσδήποτε να συντρέχει 1 εκ των 4 περιπτώσεων ώστε να πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις ενεργοποίησης του άρθρου 48 και επακόλουθα του περιορισμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσω της κήρυξης της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας (έκτακτης ανάγκης). Στις ουσιαστικές προϋποθέσεις συγκαταλέγονται , κατά την παρ. 1 του αρθ. 48 Σ, οι εξής περιπτώσεις α) «πολέμου», β) επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων, γ) για λόγους άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας καθώς και δ) εκδήλωσης ένοπλου κινήματος «για την ανατροπή του πολιτεύματος». Όταν συντρέχει μία από τις παραπάνω ουσιαστικές προϋποθέσεις τότε  με απόφαση των 3/5 των μελών της Βουλής αναστέλλεται  η ισχύς του συνόλου ή μέρους των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 4, των άρθρων 6,8,9,11, 12 παρ. 1 έως 4,14,19, 22 παρ. 3, 23, 96 παρ. 4 και 97, με ανώτερη διάρκεια τις 15 ημέρες.

Αν και αναγνωρίζεται η αρνητική φόρτιση του άρθρου 48 του Συντάγματος (στρατιωτικός νόμος- εξαιρετικά δικαστήρια) και των αντιστοίχων προγενεστέρων αυτού (βλ. άρθρο 91 του Συντάγματος 1952) δεν πρέπει να παραγνωρίζονται αντίθετα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στις διαδικαστικές προϋποθέσεις – εχέγγυα εφαρμογής- του άρθου 48 η εφαρμογή του οποίου γίνεται με τις εξής σημαντικές εγγυήσεις για ν΄ αποφευχθεί η αλλοιωτική εφαρμογή: α) απόφαση των 3/5 των μελών της Βουλής (180) και ως εκ τούτου ισχυρής δημοκρατικής νομιμοποίησης και β)διάρκεια αναστολής έως 15 μέρες, σε αντιδιαστολή με τις ΠΝΠ που προβλέπουν περιορισμούς θεμελιωδών δικαιωμάτων και μάλιστα για απροσδιόριστο χρόνο (βλ. άρθρο 68 εδ. α’ της ΠΝΠ 20.3.20 αόριστο χρονικό διάστημα). Αυτές οι δύο προϋποθέσεις αποτελούν πολύ ουσιαστικές πλην όμως υποτιμημένες εγγυήσεις της παραμονής στη συνταγματική νομιμότητα καθώς καθ’ όλη τη διάρκεια της αναστολής των δικαιωμάτων απαιτείται αφενός α) η συμμετοχή πρακτικά όλης της Βουλής λόγω της απαιτούμενης πλειοψηφίας των 3/5 των μελών της και πρακτικά συνδιαμόρφωση αυτών και αφετέρου β)η συνεχής παρακολούθηση της εξέλιξης των περιορισμών ώστε να κρίνει η ίδια αν θα παραταθούν στη λήξη του 15νθημέρου.

Όσον αφορά τις 4 ουσιαστικές προϋποθέσεις κατά τις οποίες μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή το άρθρο 48 του Σ, prima facie δεν φαίνεται να υπάγεται η έννοια της  πανδημίας  λόγω Covid19 σε κάποια από αυτές με μοναδική επιφύλαξη αν μπορεί να υπαχθεί  στην περίπτωση γ) για λόγους άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας η οποία εκτός του ότι αποτελεί αυτοτελή λόγο εφαρμογής[10], μπορεί να προκύπτει από γεγονότα που εμφανίζονται στο εσωτερικό της χώρας[11]. Ως τέτοια εσωτερικά γεγονότα, κατά την άποψή μας, μπορούν να χαρακτηρισθούν η πανδημία και οι συνέπειές του Covid19 στο εσωτερικό της χώρας (βλ. δηλώσεις πρωθυπουργού περί πολέμου με αόρατο εχθρό). Πράγματι, η άποψή μας ενισχύεται από το γεγονός ότι η πανδημία του Κορονοϊού έχει ήδη χαρακτηρισθεί από την Κυβέρνηση  ως «ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΉ /ή ΑΠΕΙΛΗ» (είναι αυτή που εκτείνεται σε περισσότερες από τρεις Περιφέρειες της χώρας)  βάση του άρθρου 4 παρ. 1 της από 14 Μαρτίου 2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 64) έως ότου εκδοθούν οι αναγκαίες κανονιστικές πράξεις για να εφαρμοστούν οι διατάξεις του Ν. 4662/2020.

 

Ο συνταγματικός ρεαλισμός επιβάλλει της τήρηση της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου ώστε η αναγκαστική αναστολή του πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα να επιβάλλεται δημοκρατικά μόνο για 15 ημέρες και με απόφαση των 3/5 της Βουλής η οποία μπορεί να παρατείνεται, μόνο με απόφαση της Βουλής, ανά 15 ημέρες μέχρι την παρέλευση της κρίσης. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο η Βουλή παρακολουθεί και συνδιαμορφώνει με την εκτελεστική λειτουργία τα περιοριστικά μέτρα, ώστε να κρίνει στο τέλος του 15νθημέρου, ποια από αυτά τα μέτρα δύνανται να παραταθούν και ποια να καταργηθούν. Αυτός ο συνταγματικά προβλεπόμενος τρόπος της εφαρμογής του άρθρου 48 με την συνακόλουθη συμμετοχή της Βουλής μπορεί ν’ αποτελέσει μία sui generis ασπίδα προστασίας ειδικά για τα εργασιακά δικαιώματα[12], ενώ με μελλοντικές ΠΝΠ ελλοχεύει ο κίνδυνος αφενός να παραβιαστούν και άλλα συνταγματικά κατοχυρομένα δικαιώματα και αφετέρου να παραταθεί η ισχύς των μέτρων για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα που να επεκτείνεται μετά την παρέλευση της κρίσης.

Είναι αυτονόητο πως τα 3/5 της Βουλής με φειδώ θ΄αποφασίσουν μόνο τα απολύτως απαραίτητα για αναστολή άρθρα του Συντάγματος, σε αντίθεση με τις τωρινές και μελλοντικές ΠΝΠ που μπορούν να θίξουν και άρθρα που δεν έχουν ανασταλεί, όπως συμβαίνει σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, με την εφαρμογή του άρθρου 48 καθίσταται ουσιαστικός ο ρόλος της Βουλής στην συνδιαμορφωση-παρακολούθηση και στον τερματισμό των περιοριστικών μέτρων.

 

[1] Βλ. David B. Rivkin Jr. and Charles Stimson, A Constitutional Guide to Emergency Powers, www.wsj.com/articles/a-constitutional-guide-to-emergency-powers-11584659429, 19/3/20.

[2] Βλ. Pratik A. Shah COVID-19: Emergency Powers And Constitutional Limits, https://www.akingump.com/en/news-insights/covid-19-emergency-powers-and-constitutional-limits.html

[3] Βλ. Κοντιάδης Ξ., Δικαιώματα Kαι Πανδημία, www.dianeosis.org, όπως ορθώς επισημαίνει τον κίνδυνο ότι μετά την πανδημία «.. Όμως για ορισμένα, όπως η προστασία των προσωπικών δεδομένων, η ιδιωτικότητα και το δικαίωμα της εργασίας υπάρχει ο κίνδυνος εγκαθίδρυσης ενός καθεστώτος διαρκούς επιτήρησης εν ονόματι της δημόσιας υγείας και της δημόσιας ασφάλειας…».

[4] Χαρακτηριστικό παράδειγμα το τι επακολούθησε μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στους δίδυμους πύργους.

[5] Βλ. Καμτσίδου Ι. με τίτλο  «Η πανδημία και η αναχώρηση του δικαίου»,  όπου ορθά επισημαίνει «.. Η σπουδαιότητα των αγαθών που τίθενται σε κίνδυνο, ιδίως η υγεία, η ζωή  και η ασφάλεια των προσώπων, φαίνεται να νομιμοποιεί την λήψη των αστυνομικών μέτρων που υιοθετούν οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη και παγκοσμίως..», εφημερίδα Εποχή ,5/4/2020.

[6] Βλ. Ράϊκος Αθ., Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, 5η έκδοση, σελ. 73

[7] Βλ. Δαγτόγλου Π.Δ, Ατομικά Δικαιώματα, Β’ αναθεωρημένη έκδοση, σελ. 347

[8]Κατά τον Ακρίτα Καϊδατζή «..Φυσικά και είναι αντισυνταγματική η απαγόρευση κυκλοφορίας. Αλλά όχι γιατί θίγει δικαιώματα. Είναι αντισυνταγματική γιατί ένας τόσο δραστικός περιορισμός επιβλήθηκε χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση. Είναι ένα  μέτρο που πληγώνει τη δημοκρατία», άρθρο, Το πρόβλημα είναι η δημοκρατία, όχι τα δικαιώματα, 28.3.20, εφσυν.

[9] Βλ. Χαράλαμπος Κουρουνδής, H επιβολή απαγόρευσης κυκλοφορίας στερείται συνταγματικής νομιμότητας, άρθρο, 23/3/20,εφσυν).

[10] (βλ. Παντελής Α,  Εχγειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, γ΄ έκδοση Λιβάνη, σελ. 447, ο ίδιος, Οι συνταγματικές ρυθμίσεις του 1986,1994, ο ίδιος , Τρεις Προεδρικές αρμοδιότητες: O διορισμός του Πρωθυπουργού, η παύση της Κυβέρνησης και η κήρυξη σε κατάσταση πολιορκίας . Βλ. επίσης Αλιβιζάτος Ν., Η συνταγματική θέση των Ενόπλων Δυνάμεων, τ. Ι 1987) βλ. αντίθετη άποψη Κριάρη 1985:342, Βενιζέλος 2008:604 και Κοντιάδης, “Δικαιώματα Kαι Πανδημία”, διανέοσις, αρθρο 1.4.20)

[11] (βλ. Μάνεσης Αρ, Η νομικοπολιτική σημασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης του 1986, Δίκαιο και Πολιτική, 1986)

[12] Βλ. Σωτηρέλης Γ., Η Δημοκρατία απέναντι στην πανδημία, www.constitutionalism.gr, άρθρο, 11/4/2020, όπως εύστοχα αναφέρει «..Ωστόσο η πανδημία είναι ένας καταλύτης, που μας οδηγεί σε μια εντελώς διαφορετική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, στη δίνη της οποίας θα βρεθούν πλέον, ιδίως, τα εργασιακά και τα κοινωνικά δικαιώματα».

Η ζωή ως Πάθος συνταγματικό

Αντώνης Μανιτάκης, Oμότιμος καθηγητής του ΑΠΘ, Kοσμήτωρ Νομικής του πανεπιστημίου «Νεάπολις» Πάφου

Η κρίση της πανδημίας συμπίπτει με την Εβδομάδα των Παθών του Ανθρώπου και βιώνεται από την ανθρωπότητα ως πάθος πανανθρώπινο. Ευκαιρία μοναδική να εγκύψουμε στα ανθρώπινα πάθη μας, μαθαίνοντας από τα παθήματά μας, μήπως και εξαγνιστούμε.

Η κρίση είναι πάντα μια ευκαιρία. Για εμάς τους συνταγματολόγους, ευκαιρία να ξανασκεφτούμε, να αναστοχαστούμε τις συνταγματικές αμαρτίες μας, τα ημαρτημένα λάθη του συνταγματικού μας λόγου, αν θέλουμε να εξαγνιστούμε από τον στείρο, τυπολατρικό νομικισμό, αφού προηγουμένως αποτινάξουμε τον άγονο και α-ηθικό κανονοκρατικό θετικισμό μας, καθώς και από την άκρατη δικαιωματοκρατία που μας δέρνει.

Να ξανασκεφτούμε το Σύνταγμα, αρχίζοντας από το πλέον θεμελιώδες αγαθό, από την προστασία της ζωής. Τη μελετούσαμε όλα αυτά τα χρόνια ως ένα δικαίωμα ατομικό, εγωκεντρικό. Δικαίωμα στην ευθανασία, στην άμβλωση, στη γενετική τεχνολογία και έρευνα, ακόμη και στην αναπαραγωγή του ανθρώπου με κλωνοποίηση.

Και όταν ενέσκηψε η επιδημία και λήφθηκαν τα πρώτα προληπτικά μέτρα από την πολιτεία, ορισμένοι συνταγματολόγοι ή διάφοροι συνταγματολογούντες έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν καταγγέλλοντάς τα, επειδή περιόριζαν, τάχα, ανεπίτρεπτα θεμελιώδεις συνταγματικές ελευθερίες τους. Την ελευθερία διακίνησης και διαμονής, εργασίας, συνάθροισης, το δικαίωμα του καθενός να αναπτύσσει και να διαθέτει ακόμη, όπως και όπου θέλει, την προσωπικότητά του, κυκλοφορώντας ελεύθερα, περπατώντας στους δρόμους, στις πλατείες, στις παραλίες, στα πάρκα και γενικά στους δημόσιους χώρους κ.ά., χωρίς να νοιάζεται για τους άλλους, για τους δημόσιους κινδύνους που συνεπάγεται η αλόγιστη έκθεση του εαυτού του στον ιό.

Ισχυρίζονται ακόμη ότι τα μέτρα δεν ήταν αναγκαία, ούτε πρόσφορα, ούτε κατάλληλα και ότι είναι πάντως υπερβολικά και ότι η καθιέρωσή τους εγκυμονεί κινδύνους εγκαθίδρυσης αστυνομικού κράτους. Προσπερνούν ωστόσο τον λόγο, τον σκοπό για τον οποίο λήφθηκαν. Καθώς και από ποιους προτάθηκαν, τεκμηριωμένα, και κρίθηκαν, μετά συνεχείς διαβουλεύσεις με εθνικές επιτροπές και διεθνείς οργανισμούς και με διαφανείς διαδικασίες, αναγκαία, κατάλληλα και ανάλογα για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Και ποιος άλλος νομιμοποιείται να το κρίνει εάν δεν ήταν οι ειδικοί; Οι νομικοί ή οι συνταγματολόγοι; Παραγνωρίζουν ακόμη ότι όλα αυτά τα μέτρα λήφθηκαν χωρίς να χρειαστεί να κηρυχθεί η χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ή εξαίρεσης, χωρίς να ανασταλούν συνταγματικές ελευθερίες, χωρίς να αναγκαστεί η εκτελεστική εξουσία να εξοπλιστεί με πρόσθετες έκτακτες εξουσίας, όπως συνέβη σε αρκετά κράτη. Ολα έγιναν με σεβασμό στη συνταγματική νομιμότητα, στην κοινοβουλευτική λειτουργία του πολιτεύματος και του κράτους δικαίου. Από μια δημοκρατικά και κοινοβουλευτικά νομιμοποιημένη εξουσία, όπως ορίζει και προβλέπει ρητά το Σύνταγμα.

Το Σύνταγμα δεν είναι απλώς ένα θετό κείμενο δικαιωμάτων, αλλά και ένα κείμενο στο οποίο εγκιβωτίζονται οι θεμελιώδεις αρχές και αξίες της έννομης κοινωνικής μας συμβίωσης.

Η ζωή του ανθρώπου αποτελεί πρωταρχική φροντίδα του Συντάγματος. Οχι μόνον ως ατομικό δικαίωμα, όπως είναι το δικαίωμα να ζει καθένας τη ζωή του όπως θέλει, να ζει «ως βούλεταί τις», αλλά και η ζωή ως αξία, που ο σεβασμός της «αποτελεί την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας» (άρθρο 2 παρ.1 Σ). Τη φροντίδα αυτή της ζωής τη συναντάμε στα επαναστατικά Συντάγματά μας, όπως εκείνο του 1827: «Η ζωή, η τιμή και τα κτήματα εκάστου είναι υπό την προστασίαν των νόμων». Το ίδιο επαναλήφθηκε και στο Σύνταγμα του 1927 και έκτοτε σε όλα τα μεταγενέστερα Συντάγματα, όπως στο ισχύον, στο άρθρο 5 παρ. 2 Σ, όπου η ζωή προστατεύεται ως συνταγματικό αγαθό και αξία, με τρόπο κατηγορηματικό και απόλυτο: «Ολοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους χωρίς διάκριση…»

Ο σεβασμός της ζωής δεν αξιώνεται όμως μόνον από το κράτος, αλλά και από τους ιδιώτες, τους τρίτους και όλους τους φορείς ελευθερίας. Οπως αξιώνεις από τους άλλους να σε σέβονται, έτσι οφείλεις και εσύ να σέβεσαι τη ζωή και τα δικαιώματα των άλλων και να μην τα βλάπτεις. Βέβαια, ο καθένας «δικαιούται να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του, εφόσον όμως δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων» (άρθρο 5 παρ. 1 Σ).

Μένω σπίτι όχι μόνο για να προστατεύσω τον εαυτό μου από τους άλλους, αλλά και για να μη βλάψω άθελά μου τους άλλους. Και αυτό δεν είναι απλώς μια ηθική επιταγή, είναι και μια συνταγματική υποχρέωση, ένα θεμελιώδες συνταγματικό καθήκον, όπως είναι η φορολογική υποχρέωση ή η στράτευση. Κάθε δικαίωμα συνεπάγεται και μια αντίστοιχη υποχρέωση ή καλύτερα μια ατομική ευθύνη τήρησής του. Ως έλλογο, ενσυνείδητο και αυτόνομο ον, λογίζομαι ότι έχω πλήρη συναίσθηση των ευθυνών μου, τόσο «ως άτομο όσο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου», άρθρο 25 παρ. 1 Σ. Νομιμοποιείται επομένως η πολιτεία, φροντίζοντας για την υγεία και τη ζωή μας, να αξιώνει από τους πολίτες της την «εκπλήρωση του χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης», όπως ορίζει το άρθρο 25 παρ. 4 Σ.

Και εμείς οι πολίτες να ευχηθούμε, χρονιάρες μέρες που έρχονται, να δούμε επιτέλους την πολύπαθη χώρα μας να ανασταίνεται, εξαγνισμένη από τα πολιτικά πάθη της, και να πρωτοπορεί στην Ευρώπη, όπως τότε πριν από διακόσια χρόνια, που ήταν από τις πρώτες που θέσπισε Σύνταγμα. Να δούμε την πανδημία ως ευκαιρία της πολιτικής μας αναγέννησης, ενωμένοι υπό την Πρόεδρο της Δημοκρατίας μας και με έναν πρωθυπουργό που ανταποκρίνεται στην κρισιμότητα των περιστάσεων.

 

Aναδημοσίευσ από την εφημερίδα Καθημερινή, 16/04/2020

Η Δημοκρατία απέναντι στην πανδημία

Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το φάντασμα του κορωνοϊού,  που πλανάται πάνω από τον κόσμο, για να παραφράσουμε την γνωστή ρήση του Μαρξ,  αποτελεί αναμφισβήτητα μια άνευ προηγουμένου δοκιμασία για τις σύγχρονες κοινωνίες. Ακόμη μεγαλύτερη, όμως, είναι η δοκιμασία για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, όχι μόνον διότι είχαν τα περισσότερα έως τώρα θύματα αλλά και διότι οι αντιδράσεις τους εκ των πραγμάτων εντάσσονται σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, που ορίζεται από την δημοκρατική συνταγματική τους τάξη αλλά και από το ευρύτερο περιβάλλον του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού.  Ως εκ τούτου βρέθηκαν από την αρχή αντιμέτωπες με το ακόλουθο ερώτημα:

Μπορεί μια Δημοκρατία να αποδειχθεί αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της πανδημίας και των επιπτώσεών της χωρίς εκπτώσεις στην κοινοβουλευτική λειτουργία του Πολιτεύματος αλλά και χωρίς  υπέρμετρους περιορισμούς των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο, αφ’ενός μεν διότι αφορά καινοφανή και ζέοντα προβλήματα αφ’ετέρου δε διότι συνδέεται με ιστορικές παθογένειες και υπαρξιακές αναζητήσεις που ταλανίζουν από καιρό τα ευρωπαϊκά κράτη. Άρα ακλόνητες και αυτάρεσκες βεβαιότητες δεν είναι νοητές. Ωστόσο, τώρα που η νέα πραγματικότητα της πανδημίας άρχισε να κατασταλάζει και με δεδομένο ήδη έναν πλούσιο σχετικό πιολιτικοεπιστημονικό προβληματισμό, μπορούμε νομίζω να αποτολμήσουμε μια πρώτη απάντηση. Και η απάντηση αυτή, κατά την άποψή μου, δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική. Απόδειξη δε  είναι, όσο και αν μας φαίνεται παράξενο, η ελληνική εμπειρία, η οποία απέδειξε ότι η Δημοκρατία μπορεί όντως να συνδυάσει την αποτελεσματικότητα με τον σεβασμό των συνταγματικών δεδομένων. Ειδικότερα:

Α. Είναι πανθομολογούμενο, εν πρώτοις, ότι η αντίδραση της ελληνικής πολιτείας στην πανδημία, παρά τις όποιες αρχικές αμφιταλαντεύσεις και αδράνειες (ιδίως απέναντι στην επίσημη Εκκλησία),  υπήρξε κατά βάσιν γρήγορη και αποτελεσματική. Αυτό συνέβη, κυρίως, διότι η κυβέρνηση δεν άκουσε τις σειρήνες της μικροπολιτικής αλλά βασίσθηκε στις γνώμες των ειδικών, οι οποίοι, αξιοποιώντας και τα συμπεράσματα από την θλιβερή ιταλική εμπειρία, επέβαλαν τελικά την άποψη για λήψη άμεσων και δραστικών μέτρων. Η επιλογή αυτή, σε συνδυασμό με τις ηρωικές προσπάθειες του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, συνέβαλε καθοριστικά στο να έχει η χώρα μας, συγκριτικά, πολύ μικρό αριθμό κρουσμάτων και, ιδίως, θανάτων.

Β. Αλλά και από θεσμική άποψη τα σχετικά μέτρα δεν νομίζω ότι ξεπέρασαν το αναγκαίο μέτρο. Θα μπορούσαμε να πούμε, γενικώς, ότι η κυβέρνηση αξιοποίησε στο έπακρο τις δυνατότητες που παρέχει το Σύνταγμα (αλλά και η ΕΣΔΑ) για την αντιμετώπιση τέτοιων έκτακτων και απρόβλεπτων συνθηκών, «παίζοντας» μεν με τα ακραία όριά τους πλην όμως χωρίς κατά κανόνα να τα υπερβαίνει.

Εν πρώτοις, η επιβολή των μέτρων με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (δηλαδή με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται μετά από πρόταση της κυβέρνησης και κυρώνονται εκ των υστέρων από την Βουλή)  ανταποκρίνεται πλήρως στον σκοπό που υπηρετεί αυτός ο θεσμός («έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης»). Είναι γνωστό, βέβαια, ότι  στην περίοδο των Μνημονίων οι ΠΝΠ  χρησιμοποιήθηκαν συχνά καταχρηστικά αλλά και ότι, γενικότερα, τους καταλογίζεται  δικαιολογημένα ότι «ανοίγουν την όρεξη» για πλήρη παράκαμψη της Βουλής (όπως έγινε στην Γερμανία του Μεσοπολέμου αλλά και –πρόσφατα– στην Ουγγαρία του Όρμπαν). Παρά ταύτα, στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ασφαλώς το πλέον πρόσφορο «νομοθετικό» μέτρο, δεδομένων μάλιστα και των πρακτικών δυσχερειών –λόγω κορωνοϊού– ως προς την άμεση σύγκληση της Βουλής. Εξ άλλου η κύρωσή τους δεν άργησε (ν. 4682/3.4.2020), έστω και αν η Βουλή  λειτούργησε με μια κατ’οικονομίαν σύνθεση, αντί να αναζητηθούν πρόσφορες μορφές τηλε-συνεδρίασης.

Αλλά και οι ίδιοι οι περιορισμοί που εισήχθησαν, ευθέως ή εξ αντανακλάσεως, σε πλείστες όσες ελευθερίες (προσωπική,  οικονομική, συναθροίσεων, λατρείας), δύσκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο. Ναι μεν επιβλήθηκαν, κακώς, με Κοινή Υπουργική Απόφαση (αντί με ΠΝΠ, που κυρώνεται από την Βουλή,  ή έστω με Προεδρικό Διάταγμα, που ελέγχεται από το ΣτΕ) πλην όμως, επί της ουσίας, βρίσκουν αναμφισβήτητα νομικό έρεισμα στο Σύνταγμά μας, διότι είναι απόρροια προσεκτικής στάθμισης των περιοριζόμενων ελευθεριών  με την προστασία  της ζωής και της υγείας, τόσο ως δικαιωμάτων όσο και ως εκφάνσεων του γενικότερου συμφέροντος. Όλα αυτά, όμως, υπό μια απαρέγκλιτη προϋπόθεση: τα επιβαλλόμενα μέτρα δεν μπορούν κατά το Σύνταγμα, να θεωρηθούν απαγορεύσεις αλλά περιορισμοί. Παρότι λοιπόν ορισμένες προβληματικές διατυπώσεις της ΚΥΑ δίνουν αντίθετη εντύπωση, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε μια Δημοκρατία ο κανόνας είναι η ελευθερία ενώ τα όποια περιοριστικά μέτρα η (προσωρινή) εξαίρεση. Με άλλα λόγια, τα μέτρα αυτά δεν μπορούν  επ’ουδενί να νοηθούν σαν μια νέα «κανονικότητα», η οποία θα υποκαταστήσει την ισχύουσα συνταγματική τάξη.

Γ. Η επίδραση όμως της πανδημίας, στο πεδίο των δικαιωμάτων, δεν περιορίζεται μόνο στους προαναφερθέντες περιορισμούς. Ήδη βιώνουμε μια πρωτόγνωρη εμπειρία τηλε-εργασίας και τηλε-εκπαίδευσης, ενώ παράλληλα είναι ήδη φανερό ότι επίκειται «τσουνάμι» οικονομικών επιπτώσεων, που θα συνταράξουν την ήδη εύθραυστη και ασταθή οικονομία μας.

Αυτό σημαίνει ότι η απάντηση που δώσαμε προηγουμένως έχει εκ των πραγμάτων χαρακτήρα προσωρινότητας. Η σημερινή κυβέρνηση πιστώνεται αναμφισβήτητα τα θετικά της έως τώρα πορείας και αυτό πρέπει να της το αναγνωρίσουμε. Χωρίς μεν απολογητισμό αλλά και χωρίς μεμψιμοιρίες, μικροψυχίες και στείρο καταγγελτισμό. Ωστόσο η πανδημία είναι ένας καταλύτης, που μας οδηγεί σε μια εντελώς διαφορετική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, στη δίνη της οποίας θα βρεθούν πλέον, ιδίως, τα εργασιακά και τα κοινωνικά δικαιώματα. Επομένως, η στάση απέναντι στα δικαιώματα αυτά, που συνδέονται άρρηκτα με την διασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης των πολιτών,  θα αποτελέσει το τελικό πεδίο αξιολόγησης. Ως εκ τούτου, αν η κυβέρνηση μείνει περιχαρακωμένη στο κατά φαντασίαν «επιτελικό κράτος» της  και δεν εγκαταλείψει τις ιδεοληψίες ως προς την συρρίκνωση του  οικονομικού και κοινωνικού ρόλου του δημόσιου χώρου,  δεν θα χάσει απλώς τα έως τώρα κεκτημένα πολιτικά οφέλη αλλά και κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Και η  αξιωματική αντιπολίτευση, όμως,  αν δεν απεμπλακεί από παρωχημένα συντεχνιακά και μαξιμαλιστικά στερεότυπα, ως προς το κοινωνικό κράτος, και δεν υιοθετήσει μια σαφή και ρηξικέλευθη μεταρρυθμιστική ατζέντα ως προς το πολιτικοδιοικητικό σύστημα, δεν θα έχει καλύτερη τύχη. Θα γίνει το κόμμα που έβλεπε τα τραίνα να περνούν…

Άρθρο στα Νέα Σαββατοκύριακο, 11.4.2020

Δημοκρατικός διάλογος και ραδιοτηλεοπτική μεροληψία

Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης

Θεμελιώδεις αρχές κάθε φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αποτελούν ο πολυκομματισμός και ο πολιτικός πλουραλισμός. Από τις αρχές αυτές προκύπτει η υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει ένα πλαίσιο στοιχειωδώς υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Βασικές προϋποθέσεις για τη διαπάλη των πολιτικών ιδεών συνιστούν η χρηματοδότηση των κομμάτων από το Κράτος και η δυνατότητά τους να προβάλλουν τις πολιτικές τους θέσεις μέσω της ραδιοτηλεόρασης. Αυτός είναι ο βασικός λόγος, άλλωστε, που το Σύνταγμα θέτει τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση υπό τον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο ρητά αναφερόμενος στο άρθρο 15§2 σκοπός του ελέγχου αυτού είναι ακριβώς η διασφάλιση μιας αντικειμενικής και με ίσους όρους μετάδοσης πληροφοριών και ειδήσεων.

Δυστυχώς, ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του συνταγματικού σκοπού πάσχει ήδη από την εποχή του κρατικού μονοπωλίου στη ραδιοτηλεόραση, αλλά και της μετέπειτα άναρχης λειτουργίας των ιδιωτικών σταθμών. Παρ’ ότι το άναρχο τηλεοπτικό τοπίο ρυθμίσθηκε σε κάποιο βαθμό μέσω της πρόσφατης διαδικασίας αδειοδότησης των ιδιωτικών σταθμών, η επιταγή της αντικειμενικής και με ίσους όρους μετάδοσης των ειδήσεων δεν φαίνεται να ανακτά στην πράξη ένα μέρος έστω της κανονιστικής της ισχύος. Αντιθέτως, το χάσμα μεταξύ του εν λόγω συνταγματικού κανόνα και της σύγχρονης συνταγματικής πραγματικότητας μοιάζει να διευρύνεται συνεχώς, από τη στιγμή που οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί διαμορφώνουν την ατζέντα τους χωρίς στην πραγματικότητα να λογοδοτούν πουθενά. Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να υποστηρίξει κάποιος ότι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης δυσκολεύεται να εκπληρώσει μία από τις βασικές πτυχές της θεσμικής του αποστολής, η οποία συνίσταται στη διασφάλιση της πολιτικής και πολιτιστικής πολυμέρειας και πολυφωνίας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (άρθρο 4§1 στοιχ. γ΄ του ν. 2863/2000) . Οι μόνες περίοδοι κατά τις οποίες πραγματικά τηρούνται τόσο οι νομικοί κανόνες όσο και η δημοσιογραφική δεοντολογία είναι οι προεκλογικές. Δηλαδή, κατά μέσο όρο, ένα χρονικό διάστημα ενός μήνα κάθε τριετία ή τετραετία.

Παρ’ ότι τόσο η κοινωνία όσο και η συνταγματική επιστήμη έχουν πλέον εθιστεί σε αυτή την (αντι)θεσμική πραγματικότητα, κάποιες στιγμές η μεροληψία των ραδιοτηλεοπτικών μέσων λαμβάνει τέτοιες διαστάσεις που μας καλεί να αναθεωρήσουμε την παθητική αποδοχή αυτού του φαινομένου. Μία τέτοια περίπτωση καταγράφηκε στη δημόσια σφαίρα πριν από λίγες ημέρες. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης οργάνωσε διακαναλική συνέντευξη τύπου με σκοπό να παρουσιάσει στους πολίτες τις θέσεις και τις προτάσεις του αναφορικά με την αντιμετώπιση της βαθιάς οικονομικής κρίσης στην οποία κατά κοινή ομολογία εισέρχεται η χώρα. Η συνέντευξη τύπου διήρκεσε μιάμιση ώρα, κατά την οποία αρχικά παρουσιάσθηκε το πρόγραμμα και στη συνέχεια απαντήθηκαν ερωτήσεις δημοσιογράφων. Από αυτή τη διαδικασία, οι μεν ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί πανελλαδικής εμβέλειας δεν προέβαλαν απολύτως τίποτε σε ζωντανή μετάδοση, ενώ η δημόσια τηλεόραση διέκοψε τη σύνδεσή της μετά από είκοσι λεπτά. Μια τέτοια συντονισμένη πρακτική φέρει προφανώς τα συστατικά στοιχεία του αποκλεισμού της διαφορετικής άποψης. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί και το ακόλουθο παράδοξο της συνέντευξης τύπου. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης απαντούσε ερωτήσεις δημοσιογράφων που εργάζονται σε τηλεοπτικούς σταθμούς, οι σταθμοί αυτοί, όμως, είχαν επιλέξει να μην καλύψουν ζωντανά το συγκεκριμένο πολιτικό γεγονός. Κατά συνέπεια, στέρησαν από τους πολίτες τη δυνατότητα της πρωτογενούς ενημέρωσης, η οποία υποκαταστάθηκε από την προβολή σύντομων ρεπορτάζ που μάλιστα προβλήθηκαν στα τελευταία λεπτά των δελτίων ειδήσεων.

Αν εστιάσουμε την προσοχή μας στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πολιτικής σκηνής, όπως αυτή λειτουργεί υπό τις δεδομένες συνθήκες της υγειονομικής κρίσης, θα παρατηρήσουμε ότι η πολιτική συνεννόηση πορεύεται αναγκαστικά χέρι-χέρι με τον πολιτικό ανταγωνισμό. Ειδικότερα, τα κόμματα ομονοούν μεν στην ανάγκη πιστής εφαρμογής των έκτακτων μέτρων που έχει προτείνει η επιτροπή των εμπειρογνωμόνων ιατρών και έχει επιβάλει η κυβέρνηση, δεν παύουν, όμως, να υποστηρίζουν διαφορετικές θέσεις ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των προκλήσεων της επόμενης μέρας. Το τελευταίο εξάλλου είναι και το λογικό. Δεν θα μπορούσε να περιμένει κάποιος ότι θα κατέθεταν παρόμοιες προτάσεις η Δεξιά και η Αριστερά είτε ως προς τον ρόλο του κράτους σε συνθήκες ύφεσης είτε ως προς τα ενδεδειγμένα μέτρα για την προστασία της εργασίας. Για τον λόγο αυτό, λοιπόν, οι πολίτες πρέπει να είσαι σε θέση να πληροφορούνται τις προγραμματικές θέσεις κάθε πολιτικής δύναμης, ούτως ώστε να μπορούν να σχηματίσουν άποψη για τα εναλλακτικά σχέδια ενίσχυσης της οικονομίας και διατήρησης της κοινωνικής συνοχής στη συγκυρία της κρίσης.

Στο σημείο αυτό αξίζει να γίνει μια αφαίρεση από τη σημερινή πραγματικότητα, προκειμένου να εξετασθεί λίγο πιο θεωρητικά το όλο θέμα. Όσοι ασχολούμαστε με το Συνταγματικό Δίκαιο, υποστηρίζουμε, διδάσκουμε, γράφουμε ότι η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα διαδικαστικό και ανοιχτό. Αυτό σημαίνει ότι το Σύνταγμα θεσμοθετεί τις διαδικασίες εκείνες που ρυθμίζουν τη διαπάλη τόσο των πολιτικών ιδεών όσο και των κοινωνικών συμφερόντων. Από τη διαρκή αυτή διαπάλη, άλλωστε, προκύπτει η εκάστοτε διαμόρφωση της λαϊκής βούλησης, η οποία, όμως, δεν είναι αμετάκλητη, αλλά προσωρινή. Εδώ ακριβώς έγκειται ο ανοιχτός χαρακτήρας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ο νικητής της προηγούμενης εκλογικής αναμέτρησης πρέπει να εγγυάται στους πολιτικούς αντιπάλους τη δυνατότητα όχι απλώς να ασκούν κριτική στην κυβέρνηση, αλλά και να διεκδικούν επί ίσοις όροις την πολιτική εξουσία.

Όλα τα παραπάνω είναι θεμελιώδη, καθώς αποτελούν την αλφαβήτα για τη λειτουργία μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας. Εάν, λοιπόν, αυτά τα θεμελιώδη αρχίσουν να τίθενται στην πράξη υπό αμφισβήτηση, τότε ο δρόμος είναι πιθανό να γίνει πολύ ολισθηρός. Πιο συγκεκριμένα, η παραβίαση των διαδικαστικών κανόνων της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι σε θέση να πληγώσει τον πυρήνα του πολιτεύματος, καθώς ενδέχεται να σηματοδοτήσει τη σταδιακή υποχώρηση του πολιτικού πλουραλισμού. Μια φιλελεύθερη δημοκρατία, όμως, εκεί ακριβώς στηρίζεται. Στον πολιτικό πλουραλισμό και την παροχή ίσων ευκαιριών στον αντίπαλο, όχι στην αναμφισβήτητη ηγεμονία της μίας και μοναδικής άποψης.

Επιστήμη και πολιτική στην κρίση του κορωνοϊού

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής ΕΑΠ

Στην κρίση του κορωνοϊού, η πολιτική πήρε από τη μία πλευρά το πάνω χέρι στη σχέση της με την οικονομία, από την άλλη πλευρά όμως υποκλίθηκε μπροστά στην επιστήμη. Έτσι, φαίνεται να επιβεβαιώνεται η διαπίστωση του αείμνηστου Δημήτρη Τσάτσου στο τελευταίο του βιβλίο, ότι «ζούμε στην εποχή όπου η ειδική γνώση  διεκδικεί αρκετές φορές τον ρόλο πολιτικής υπερδύναμης» (Πολιτεία,  εκδ. Γαβριηλίδης, 2010, σελ.375). Ο Τσάτσος αναρωτιόταν στο βιβλίο του αυτό, ποιος λόγος είναι ο πρωταρχικός στη δημοκρατία, ο πολιτικός λόγος ή ο επιστημονικός λόγος, δηλαδή τελικά, μέχρι ποιο βαθμό η πολιτική απόφαση πρέπει να εξαρτάται από την ειδική επιστημονική γνώση. Νομίζω ότι η απάντηση που έδωσε στο ερώτημα αυτό, που τον απασχολούσε μία ολόκληρη ζωή, εξακολουθεί να είναι έγκυρη και στην εποχή του κορωνοϊού: «…η πολιτική παραμένει μεν στην αρμοδιότητα του πολιτικού φορέα, διατηρείται η πρωταρχικότητα του πολιτικού λόγου, αυτός που τον εκφέρει όμως εκ των πραγμάτων και λόγω της πολιτικής του ευθύνης, αδυνατεί να αγνοήσει τους όρους και τα όρια, κυρίως βέβαια τους κινδύνους που επισημαίνει ο επιστημονικός λόγος» (Πολιτεία, ό.π., σελ,382)

Είναι αντικείμενο μελλοντικής ιστορικής έρευνας, εάν οι ειδικοί επιστήμονες στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ προειδοποίησαν έγκαιρα για τους κινδύνους του Sars-Cov-2, κάτι που θα έπρεπε να γίνει ήδη από τις αρχές του Φεβρουαρίου 2020 και όχι ένα μήνα αργότερα. Ενώ μάλλον καθυστερημένη υπήρξε και η κήρυξη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας της εξάπλωσης της νόσου Covid-19  ως πανδημίας ( 11 Μαρτίου 2020), Ωστόσο, μετά τις αμφιταλαντεύσεις του Φεβρουαρίου 2020, υπήρξε καθοριστική, πρώτα στην Ιταλία και στην Ελλάδα, και στη συνέχεια  και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ, αλλά με καθυστερήσεις που είχαν τραγικές συνέπειες, η συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων πολιτικών φορέων ( εν προκειμένω, των Κυβερνήσεων)  και των ειδικών επιστημόνων.  Η συνεργασία αυτή είχε ως βάση τη μόνη μέχρι σήμερα επιστημονική βεβαιότητα στον αγώνα κατά του νέου κορωνοϊού: την αποδοχή της αναγκαιότητας της συλλογικής καραντίνας, το «μένουμε σπίτι» , με όποιο κόστος και αν έχει αυτό για την οικονομία. Η Ελλάδα, μάλιστα, κέρδισε πολύ χρόνο και ανθρώπινες ζωές, χάρη στη σύσταση του επιστημονικού-τεχνικού επιτελείου υπό τον Σωτήρη Τσιόδρα και την προτροπή του Ηλία Μόσιαλου, για το έγκαιρο κλείσιμο των σχολείων και των Πανεπιστημίων ( 10 Μαρτίου 2020), ενώ σε άλλες χώρες διατυπώνονταν επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα του μέτρου αυτού.

Ωστόσο, θα πρέπει ήδη από τώρα, μέσα στη φάση 1, με την ελπίδα ότι σε μερικές εβδομάδες θα φτάσουμε σε μικρό αριθμό καθημερινών κρουσμάτων, κάτι που μπορούμε να το πετύχουμε στην Ελλάδα πιο εύκολα ίσως από άλλες χώρες, επειδή πήραμε νωρίτερα τα αυστηρά προληπτικά μέτρα, να προετοιμάζουμε τη φάση 2, δηλαδή την επιστροφή σε μία μερική ,έστω, κανονικότητα, ώστε η βλάβη στην οικονομία να μην γίνει ανεπανόρθωτη. Στο πλαίσιο αυτό, η συμβολή της ιατρικής επιστήμης θα εξακολουθήσει να είναι αναντικατάστατη, το επιστημονικό-τεχνικό επιτελείο της Κυβέρνησης θα πρέπει όμως να διευρυνθεί με τη συμμετοχή και άλλων ειδικών, οικονομολόγων, διοικητικών επιστημόνων, νομικών, κοινωνικών επιστημόνων, καθώς και εκπροσώπων των κοινωνικών δυνάμεων της χώρας, με σκοπό τον σχεδιασμό της οικονομικής ανόρθωσης της Ελλάδας, σαν να έχουμε βγει από έναν πόλεμο. Στη φάση 2 η πολιτική απόφαση, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση η στάθμιση των εναλλακτικών εκδοχών και των κινδύνων που πρέπει να αντιμετωπιστούν, υγειονομικών, οικονομικών, κοινωνικών, θα έχει μεγαλύτερο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα διακυβευόμενα συμφέροντα.

 

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα Πρώτο Θέμα, Κυριακή 12/04/2020

Ο Covid-19 και το «χρέος κοινωνικής αλληλεγγύης» του ελληνικού Συντάγματος (άρθρο 25§4)

Στέργιος Μήτας, Λέκτορας, Νομική Σχολή, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Ο Covid-19 και το «χρέος κοινωνικής αλληλεγγύης» του ελληνικού Συντάγματος (άρθρο 25§4)

Η παρούσα υγειονομική κρίση έκανε αρκετούς συνταγματολόγους και νομικούς να φυσήξουν τη σκόνη πάνω από ένα συγκεκριμένο άρθρο του ελληνικού Συντάγματος. Ο λόγος για το άρθρο 25 παράγραφος 4, σύμφωνα με το οποίο «το κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Οι περισσότεροι τείνουν να σχολιάζουν ότι το άρθρο είναι αδίκως παραμελημένο στη συνταγματική θεωρία ή τη νομική πράξη. Και ταυτόχρονα νιώθουν ότι, κάπως αντίστροφα ανάλογα, η νομική του σημασία είναι πολύ μεγάλη κι ίσως επίκαιρη. Είναι σχετικώς ενδιαφέρον α. να προσπαθήσουμε να ομαδοποιήσουμε τις τρέχουσες αναφορές στο άρθρο αυτό· β. να αποπειραθούμε μια υπενθύμιση για το νόημά του και τη θέση του μέσα στο συνταγματικό κείμενο· και γ. να οδηγηθούμε στη συνέχεια –συσχετίζοντας το α με το β– σε κάποιες σκέψεις για τις θεμιτές και μη, εύστοχες ή πλανερές, ενδεχομένως δε κι επικίνδυνες, ερμηνείες και χρήσεις του άρθρου.

Μια πρώτη προσέγγιση επικαλείται τη διάταξη ως συνταγματική πλαισίωση για μια σειρά από επιλογές και δράσεις, που έχουν ως άξονα την αυτοπροσφορά, τον εθελοντισμό. Όταν φερεπείν οι κυβερνώντες μάς προτρέπουν να συμβάλουμε χρηματικά σε ειδικούς λογαριασμούς αλληλεγγύης που έχουν ανοίξει. Όταν η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών αναπτύσσει ή αγκαλιάζει διάφορες δράσεις, από συγκέντρωση ειδών ανάγκης έως τη συγκρότηση –εξωεμπορευματικών– δικτύων παροχής κι ανταλλαγής υπηρεσιών. Η συνταγματική απορία όμως είναι εμφανής: Το άρθρο μιλάει ρητά για ένα «χρέος»· και δη «εκ μέρους όλων». Είναι νοητό ένα χρέος να παραπέμπει σε κάτι αυτοπροαίρετο, εθελοντικό; Και πώς «αξιώνεται η εκπλήρωσή του», τότε, από πλευράς του κράτους;

Μια δεύτερη προσέγγιση τείνει, αντίθετα, να αντιλαμβάνεται το συζητούμενο καθήκον ως μια στιβαρή, έννομη επιταγή. Το διαβάζει ωστόσο στον αντίποδα ή ως αντίστιξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Έχει ειπωθεί ότι η αλληλεγγύη, τρόπον τινά, διαγράφει τα όρια άσκησης ή τον «σκοπό» των συνταγματικών δικαιωμάτων. Όμως τα συνταγματικά δικαιώματα δεν έχουν άλλο σκοπό ή ratio, πέραν από τον ίδιο τον αυτοκαθορισμό του φορέα τους. Εάν ήθελε τυχόν συναρτηθεί η επιτρεπτή άσκηση των δικαιωμάτων με κάποια αόριστη –ή μάλλον κρατικά οριζόμενη– «εκπλήρωση αλληλεγγύης», πραγματικά τότε ανοίγει ο δρόμος για την κρατική (απ)αλλοτρίωσή τους: κάτι ανυπόφορο για τις φιλελεύθερες νομικές μας αρχές. Βεβαίως τα δικαιώματα τίθενται σε εύλογους περιορισμούς, σε ένα πλαίσιο συνάσκησης και αμοιβαίας προαγωγής της έννομης ίσης ελευθερίας. Όμως ο λόγος ή το μέτρο περιορισμού ενός δικαιώματος (π.χ. η πολυσυζητημένη τις μέρες τούτες φυσική ελευθερία της κίνησης) δεν μπορεί να εντοπίζεται στο ότι η άσκησή του υπερέβη τον υποτιθέμενο «σκοπό» ή τα «λειτουργικά όρια» άσκησής του.

Μια τρίτη, πάλι, προσέγγιση –η σχετικώς ορθότερη– βλέπει στο άρθρο αυτό το κανονιστικό θεμέλιο για την εκπλήρωση των συνταγματικών οφειλών: όσων ρητώς ορίζονται σε οικεία άρθρα του Συντάγματος (βλ. λ.χ. τη συμβολή στα κοινά βάρη, άρθρο 4§5). Η αρχή της αλληλεγγύης ορίζει εν ολίγοις τα εν λόγω καθήκοντα ως όρους – εχέγγυα της κοινωνικής συνοχής και αναπαραγωγής· ενώ ταυτόχρονα καθοδηγεί ερμηνευτικά την επιβολή και εκπλήρωσή τους (βλ. λ.χ. την κλιμάκωση της εισφοράς στα κοινά βάρη με άξονα τις πραγματικές δυνάμεις εκάστου). Η προσέγγιση αυτή είναι σωστή –και αληθινά καίρια για την κατάσταση που βιώνουμε–, αρκεί να αναδειχθεί στην πλήρη της διάσταση: Εάν διαβάσουμε τη διάταξη αυτή στο ευρύτερο κανονιστικό της πλαίσιο, θα δούμε ότι δεν αφορά μονομερώς και περιοριστικά την τέλεση συνταγματικών καθηκόντων από πλευράς του πολίτη. Μόλις δύο διατάξεις παραπάνω, στο ίδιο συνταγματικό άρθρο, προηγούνται οι αναφορές στο «κοινωνικό κράτος» και στην «κοινωνική πρόοδο», ως θεμελιώδεις αποστολές και αρχές της πολιτείας (§1-2 του άρθρου 25). Μπορούμε να δούμε έτσι ότι η επιταγή κοινωνικής δικαιοσύνης αποτελεί τον δέοντα ερμηνευτικό ορίζοντα της οφειλής αλληλεγγύης· και η τελευταία, με τη σειρά της, συνιστά τον κανονιστικό όρο εκπλήρωσης της πρώτης.

Από εδώ εκπηγάζει μια οφειλή συμβολής στην αλληλεγγύη από πλευράς του πολίτη, όπως και το χρέος εκπλήρωσης της αλληλεγγύης από πλευράς πολιτείας. Σχηματοποιώντας κάπως, η αλληλεγγύη ως αρχή έχει δύο πτυχές: η πρώτη αφορά τη θετική της διάσταση, που ισοδυναμεί με κατάφαση στην απαίτηση του κάθε ανθρώπου να ζητάει από την οργανωμένη πολιτεία κατοχύρωση της βιοτικής του υπόστασης (τις εκφάνσεις της οποίας, μπορούμε να πούμε: δικαιώματα αλληλεγγύης)· κι η δεύτερη την αποφατική διάσταση, με την έννοια ότι καθένας αναγκάζεται να αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης του, «στο μέτρο των δυνατοτήτων του», για την εδραίωση της βιοτικής υπόστασης όλων (τις εκφάνσεις της οποίας είναι  δυνατό να ονομάσουμε: καθήκοντα αλληλεγγύης). Σε σχέση με την πρώτη ενέχουν νόημα τα λεγόμενα κοινωνικά, οικονομικά –και περιβαλλοντικά– δικαιώματα. Ενώ στο φως της δεύτερης, αξιοδοτούνται η αναλογική φορολογία, η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, η ευρύτερη συμβολή στη lato sensu άμυνα της χώρας, η υφ’ όρους επίταξη προσωπικών εργασιών, κι η «κοινωνική δέσμευση» της ιδιοκτησίας και την οικονομικής ελευθερίας.

Εν κατακλείδι, είναι ιδιαίτερα καλοδεχούμενη η επιστροφή της αλληλεγγύης και δη με το συνταγματικό της πρόσωπο. Ενίοτε όμως επιστρέφει με κάπως χλωμή όψη (βλ. αλληλεγγύη-εθελοντισμός)· άλλοτε με μια μάλλον αποκρουστική (βλ. αλληλεγγύη-λειτουργικό όριο των δικαιωμάτων)· και κάποτε με μια όψη μισοκρυμμένη (βλ. αλληλεγγύη-μονομερής οφειλή του πολίτη). Ζωτικό θα ήταν, στη συγκυρία αυτή, να θυμηθούμε την αλληλεγγύη στην ατόφια της όψη (βλ. χρέος αλληλεγγύης του πολίτη/χρέος κοινωνικού κράτους της πολιτείας). Και αυτό μεταφράζεται στη ζωτική επιταγή –ισότιμης– κατανομής του κρίσιμου εδώ κοινωνικού αγαθού (δημόσια υγεία), καθώς και την –αναλογική– κατανομή των οικείων βαρών για τη διαχείριση της κρίσης.

 

 

Αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

Νικόλαος Μαυροβουνιώτης, Αντιπλοίαρχος Πολεμικού Ναυτικού

Η αρχή της δικαιολογημένης ή προστατευόμενης εμπιστοσύνης ανήκει στις γενικές αρχές του Δημοσίου Δικαίου, με κύρια χαρακτηριστικά της αφενός ότι στοχεύει στην αποτροπή του αιφνιδιασμού των πολιτών από την επέλευση απρόσμενης ανατροπής μιας ήδη διαμορφωμένης έννομης κατάστασης, αφετέρου ότι αποσκοπεί στην κατά το δυνατόν ανάσχεση της ζημίας, που η ανατροπή αυτή πρόκειται να προκαλέσει στα έννομα συμφέροντά τους.  Αντικείμενο της παρούσης εργασίας περί της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης αποτελεί η εννοιολογική της προσέγγιση, η θεσμική της θεμελίωση, το πεδίο εφαρμογής της, καθώς και το νομολογιακό της αποτύπωμα.

Δείτε όλο το κείμενο στο pdf

Η πανδημία και η αναχώρηση του δικαίου

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αν. Καθηγήτρια, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Η πανδημία του Covid-19 αναδεικνύεται σε κριτική στιγμή για την συνταγματική δημοκρατία. Επιφέρει σοβαρά πλήγματα στο σύστημα των ελευθεριών και των δικαιωμάτων, εξελίσσεται σε απειλή για τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και μπορεί να αποβεί μοιραία για το δίκαιο καθώς, με αφορμή  την ανάγκη αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης, οι κανόνες του χάνουν την πρωτοκαθεδρία στην ρύθμιση των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων. Η σπουδαιότητα των αγαθών που τίθενται σε κίνδυνο, ιδίως η υγεία, η ζωή  και η ασφάλεια των προσώπων, φαίνεται να νομιμοποιεί την λήψη των αστυνομικών μέτρων που υιοθετούν οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη και παγκοσμίως. Έτσι, στην χώρα μας, η άσκηση σημαντικών συνταγματικών δικαιωμάτων, π.χ. της συνάθροισης, της οικονομικής ελευθερίας κ.α., απαγορεύτηκε, ενώ το θεσμικό θεμέλιο του οικονομικοκοινωνικού συστήματος, η προσωπική ελευθερία, βρίσκεται σε καθεστώς που προσομοιάζει με αυτό της προηγούμενης διοικητικής άδειας: τα κοινωνικά υποκείμενα δεν έχουν την ευχέρεια να προσδιορίζουν την παρουσία τους στον χώρο ούτε να κινούνται με βάση τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους, ώστε να πραγματώνουν το βιοτικό τους σχέδιο. Οι μετακινήσεις συνδέονται με κρατικά προσδιορισμένο σκοπό, για την εξυπηρέτηση του οποίου χορηγείται έγκριση από αρμόδια υπηρεσία, διαφορετικά ο απείθαρχος τιμωρείται.

Απαγορεύονται όσα δεν επιτρέπονται

Τούτο σημαίνει, πως ο βασικός κανόνας θέσμισης των πολιτευμάτων της νεωτερικότητας, δηλαδή το αξίωμα «ό,τι δεν απαγορεύεται, επιτρέπεται» αναστέλλεται και απαγορεύονται όσα δεν επιτρέπονται. Με άλλα λόγια, η σχέση ελευθερίας- περιορισμών της αντιστράφηκε: Ο περιορισμός αποτελεί τον κανόνα και η ελευθερία την εξαίρεση, εξέλιξη που κάμπτει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Σε επίπεδο δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών, τα στερητικά ή περιοριστικά των ελευθεριών μέτρα λήφθηκαν με κανονιστικές αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, παρ’ ότι η ευχέρεια της κυβέρνησης να καταστέλλει με Π.Ν.Π. τις εγγυήσεις της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας αμφισβητείται. Εδώ, η παρέκκλιση από τα συνταγματικά πρότυπα είναι λιγότερο εμφανής, παραμένει πάντως όμως ορατή.  Ωστόσο, η αντισυνταγματικότητα των κυβερνητικών μέτρων δεν προβάλλεται από τα πολιτικά κόμματα ή από άλλες κοινωνικές ομάδες, δεν απασχολεί την πλειοψηφία των πολιτών, ενώ αξίζει να προσεχθεί η αντιμετώπισή των προβλημάτων από τους ειδικούς.

Είναι αλήθεια, ότι δεν λείπουν οι φωνές που επισημαίνουν την πρωτόγνωρη έκταση των περιορισμών των δικαιωμάτων και τον κίνδυνο εμπέδωσης ενός «συνταγματικού μιθριδατισμού»[1], ο οποίος θα μας εξοικειώσει με την συρρίκνωση του κράτους δικαίου και την υποβάθμιση της δημοκρατίας. Ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζουν οι απόψεις που είτε προσπαθούν να δείξουν ότι η διαχείριση της κρίσης δεν εκφεύγει από το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο είτε ότι το Σύνταγμα πρέπει να ερμηνεύεται ενόψει των νέων συνθηκών, προκειμένου το κράτος να επιτελεί αποτελεσματικά τον ρόλο του εγγυητή της ασφάλειας στην κοινωνία της διακινδύνευσης.  Με τον τρόπο της, καθεμιά υπονομεύει το Σύνταγμα και ευνοεί την μετάβαση σε μια διακυβέρνηση, όπου το δίκαιο θα πάψει να αποτελεί την κύρια αναφορά για την οργάνωση των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων.

Συγκεκριμένα, προτείνεται μια «ευρύχωρη» ερμηνεία του συνόλου των διατάξεων του άρθρου 5 Συντ. στην οποία εντάσσονται οι κρίσιμες ρυθμίσεις, δεδομένου ότι αυτές θα αξιολογηθούν τελικά με βάση την αρχή της αναλογικότητας: οι περιορισμοί στην προσωπική ελευθερία θα αποτιμηθούν σε σχέση με την υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για την προστασία της υγείας και της ζωής των πολιτών και η παραπάνω στάθμιση θα καθορίσει την συνταγματικότητά τους. Το μειονέκτημα αυτής της άποψης είναι ότι παραγνωρίζει μια κρίσιμη πραγματική παράμετρο: τα μέτρα αποφασίζονται από την κυβέρνηση σύμφωνα με τα πορίσματα μιας ομάδας ειδικών,  οι κρίσεις της οποίας δεν μπορούν να ελεγχθούν ούτε με τους κανόνες της λογικής ούτε με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ελλείπουν δηλαδή οι προϋποθέσεις για την άσκηση του ελέγχου της αναλογικότητας. Έτσι, όμως, νομιμοποιείται μια αφηρημένη στάθμιση, η οποία υποβαθμίζει επικίνδυνα τόσο την προσωπική[2], όσο και την πολιτική αυτονομία. Οι κανόνες οριοθέτησης της εξουσίας υποχωρούν και την ρυθμιστική λειτουργία  τους αναλαμβάνουν οι εκθέσεις των ειδικών ή/και οι ηθικές αξιολογήσεις των δικαστών.

Σύμφωνα με άλλη άποψη, που προβάλλει το πιο «ισχυρό» επιχείρημα, η συνταγματικότητα των μέτρων δεν θα πρέπει να αμφισβητηθεί, δεδομένου ότι το κράτος της μετανεωτερικότητας καλείται να αντιμετωπίσει ποικίλους και απρόβλεπτους κινδύνους, με  δραματικές επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα των πολιτών.  Ειδικότερα, στην εποχή της επιστροφής των επιδημιών, η αρχή της προφύλαξης ανάγεται σε ύπατη αρχή, επιβάλλοντας στους κυβερνώντες να διαχειρίζονται την εξουσία με βάση τις στατιστικές και τις εκτιμήσεις των ειδικών και στους πολίτες να προσαρμόζουν τα δικαιώματα τους στις πολιτικές προστασίας των πρωτευόντων αγαθών της ζωής και της υγείας. Εδώ, η εγκατάσταση της «διακυβέρνησης διά των αριθμών» στηρίζει την νομιμοποίηση της βιοπολιτικής, που τάχιστα μπορεί να επιφέρει την αλλαγή παραδείγματος πολιτειακής θέσμισης.

Η υπεράσπιση του Συντάγματος

Η υπεράσπιση του Συντάγματος, λοιπόν, δεν αποτελεί νομικισμό ούτε μαρτυρά έλλειψη πολιτικής υπευθυνότητας. Το δίκαιο έχει εργαλεία για την αντιμετώπιση των εξαιρετικών περιστάσεων, ώστε οι έκτακτες ρυθμίσεις που υιοθετούνται στο πλαίσιο τους να μην μπολιάζονται στην έννομη τάξη και να αποφεύγεται η αλλοίωση του πολιτεύματος. Η ελληνική νομολογία μας έχει κληροδοτήσει το εργαλείο της κατάστασης ανάγκης, που επιτρέπει την βραχεία παρέκκλιση από τις συνταγματικές επιταγές, χωρίς να μεταβάλλει  το θεμέλιο της πολιτικής εξουσίας ή να απομειώνει τους περιορισμούς που το δίκαιο επιβάλλει στους φορείς της. Η αναγωγή σε αυτήν μπορεί να εξασφαλίσει την ταχεία επιστροφή στην συνταγματική κανονικότητα και την διαχείριση της μέλλοντος της κρίσης με όρους που ταιριάζουν σε μια συντεταγμένη πολιτεία.

 

[1] Σπ. Βλαχόπουλος, «Όχι» στον συνταγματικό μιθριδατισμό, Καθημερινή 29/3/2020

 

[2] Έτσι, η πρόταξη του «δικαιώματος στην ζωή» μπορεί εύκολα να παρακάμψει το δικαίωμα στην άμβλωση.

 

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα Εποχή 5/4/2020

Tα «Μνημόνια», ο κορωνοϊός και ο έλεγχος συνταγματικότητας – Σύγκριση των δύο έκτακτων περιόδων και η αντιμετώπισή τους από το Συμβούλιο της Επικρατείας

Δημήτριος-Γεώργιος Πατσίκας, Δικηγόρος, υποψήφιος διδάκτορας Δημοσίου Δικαίου ΑΠΘ, υπότροφος ΙΚΥ

Έπειτα από τη δημοσιονομική κρίση και την κοινώς αποκαλούμενη «μνημονιακή» περίοδο, η χώρα μας εισήλθε (σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα) σε μια νέα έκτακτη συνθήκη· αυτήν που προκαλεί η πανδημία του κορωνοϊού. Η διαφορά βεβαίως των δύο περιπτώσεων είναι σαφής και έγκειται στο γεγονός ότι ο εν λόγω επικίνδυνος ιός συνιστά μια παγκόσμια απειλή, σε αντίθεση με τα «μνημόνια» που έπληξαν κατά κύριο λόγο τα οικονομικά αδύναμα κράτη του ευρωπαϊκού νότου. Οι δε ομοιότητές τους συνίστανται αφενός στο άδηλο της ολοκλήρωσης του κύκλου τους, αφετέρου στο αν οι ακολουθούμενοι τρόποι αντιμετώπισής τους είναι οι ενδεδειγμένοι, τόσο από την ουσιαστική όσο και από τη νομική-συνταγματική τους πλευρά.

Ειδικότερα, για τις ανάγκες συμμόρφωσης με τις δανειακές συμβάσεις του ελληνικού κράτους ελήφθησαν μέτρα που επηρέασαν σημαντικά την άσκηση πληθώρας δικαιωμάτων και ελευθεριών: από την περιουσία και την κοινωνική ασφάλιση μέχρι τη δικαστική προστασία και τη δημοσιοϋπαλληλία. Η πολιτική εξουσία θέσπισε περιοριστικές διατάξεις εκτεινόμενες σε κάθε μήκος και πλάτος της καθημερινότητάς μας, με επίκληση πάντα την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος και ιδίως την αντιμετώπιση των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Προς αυτήν την κατεύθυνση χρησιμοποιήθηκαν όλοι οι προβλεπόμενοι στο Σύνταγμα τρόποι νομοθέτησης (πλην της κήρυξης σε κατάσταση πολιορκίας), δηλ. πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, επείγοντες και κατεπείγοντες –ογκωδέστατοι– νόμοι, ακόμη και συμβουλευτικό δημοψήφισμα.

Από την πλευρά τους τα δικαστήρια, με προεξάρχον το Συμβούλιο της Επικρατείας, έκριναν με φειδώ την ουσία των περιοριστικών «μνημονιακών» μέτρων αναγνωρίζοντας την πρωταρχική θέση της κυβέρνησης και της Βουλής στις επιλογές και στις μεθόδους διαχείρισης αυτής της μείζονος κρίσης. Ο δικαστικός έλεγχος που ασκήθηκε ήταν γενικά μειωμένης έντασης λόγω των έκτακτων οικονομικών συνθηκών και κατέληξε στη διαπίστωση της συνταγματικότητας των συντριπτικά περισσότερων νομοθετημάτων, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που μάλλον επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Η δε συμφωνία του «τύπου» της νομοθέτησης (π.ν.π., επείγουσες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, πολυνομοσχέδια κ.λπ.) με το Σύνταγμα παρέμεινε στο απυρόβλητο.

Η ιστορία δείχνει εν μέρει να επαναλαμβάνεται με τον κορωνοϊό, καθώς και πάλι –όπως και στην περίπτωση των «μνημονίων»– η πολιτική εξουσία θέτει σε εφαρμογή ρυθμίσεις που επιδρούν στην ενάσκηση ποικίλων συνταγματικών δικαιωμάτων, απλώς στη θέση του σκοπού δημοσίου συμφέροντος επικαλείται πλέον την υγεία. Έτσι, για την προστασία τόσο της δημόσιας όσο και της ατομικής υγείας πλήττονται –λιγότερο ή περισσότερο– η ελεύθερη κυκλοφορία και η ελευθερία της συνάθροισης, η οικονομική και επιχειρηματική ελευθερία, η συνδικαλιστική ελευθερία, η θρησκευτική λατρεία, αλλά και το δικαίωμα στην εργασία και την εκπαίδευση. Σημειωτέον ότι τα μέχρι σήμερα ληφθέντα περιοριστικά μέτρα έχουν προβλεφθεί σε πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και έχουν εξειδικευθεί με επιμέρους υπουργικές αποφάσεις, δηλ. στο σύνολό τους από την εκτελεστική εξουσία. Γεγονός είναι πάντως ότι, σε γενικές γραμμές, ίδιοι περιορισμοί εφαρμόζονται από την πλειονότητα των κρατών για την αποφυγή εξάπλωσης του κορωνοϊού εντός της επικράτειάς τους.

Σύμφωνα με τη στρατηγική που έχει επιλέξει η ελληνική κυβέρνηση από τη σκοπιά του Συντάγματος, η υγεία των πολιτών έχει αναχθεί κατά την τρέχουσα περίοδο σε ένα υπέρτερο έννομο αγαθό, για τη διαφύλαξη του οποίου κατέστη αναγκαία η προσωρινή περιστολή έτερων –επίσης όμως συνταγματικά προστατευόμενων– δικαιωμάτων. Αντιλαμβανόμαστε ότι οι εν λόγω επιλογές δεν φαίνονται εκ πρώτης όψεως αυθαίρετες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, καθώς υποστηρίζεται ότι κινούνται εντός του πλαισίου που έχει θέσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και βασίζονται στις εξειδικευμένες απόψεις της ιατρικής κοινότητας.

Με αυτά τα δεδομένα, θα αποτελούσε τρομερή έκπληξη ενδεχόμενη δικαστική απόφαση περί αντισυνταγματικότητας των βασικών περιοριστικών μέτρων (λ.χ. της απαγόρευσης μετακινήσεων ή του εμπορικού lockdown) που έχουν ληφθεί για την πρόληψη της διασποράς του κορωνοϊού. Τούτο διότι συντρέχουν και στην περίπτωση αυτή, όπως συνέβη και με τη δημοσιονομική κρίση, ορισμένες από τις προϋποθέσεις άσκησης οριακού ή ασθενούς ελέγχου συνταγματικότητας: Πρώτον, το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με μια έκτακτη, επείγουσα και όλως ασυνήθιστη συνθήκη, οπότε ευλόγως αναγνωρίζονται τα πρωτεία της πολιτικής εξουσίας κατά την οριοθέτηση του δημοσίου συμφέροντος και την υλοποίηση των μέτρων που θεωρεί ότι το προασπίζουν. Δεύτερον, ότι πρόκειται για μέτρα που παρίστανται καταρχήν ορθολογικά τεκμηριωμένα και σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης (legeartis). Τρίτον, η προσωρινότητα των περιορισμών και η επιβολή τους χωρίς εμφανείς και προδήλως αδικαιολόγητες διακρίσεις σε όλη την επικράτεια και σε βάρος σχεδόν του συνόλου του πληθυσμού.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση λειτουργεί ανεξέλεγκτα και μπορεί να παρατείνει επ’ αόριστον την εφαρμογή των περιορισμών μέσω πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. Αν και δεν αναμένεται να εξεταστούν δικαστικά οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των π.ν.π., καθώς αυτές κατά πάγια νομολογία ανάγονται στην πολιτική ευθύνη των νομοθετούντων οργάνων, εντούτοις πρέπει να επισημάνουμε ότι σημαντική χρονική παράταση των μέτρων θα προκαλέσει πιθανότατα αυστηροποίηση του δικαστικού ελέγχου. Άλλωστε, η χρονική διάρκεια των περιορισμών συνιστά παράγοντα που επηρεάζει τον έλεγχο συνταγματικότητας που ασκείται –ιδίως από το ΣτΕ1. Μολονότι η υγεία αποτελεί την πραγματική προϋπόθεση για την απόλαυση όλων των υπολοίπων ελευθεριών, ας ελπίσουμε να μην εφαρμοστεί στην πράξη το σενάριο των διαρκώς παρατεινόμενων μέτρων για να μην βρεθούμε ενώπιον της δικαστικοποίησης μιας ακόμη μείζονος κρίσης.

1. Σε υποθέσεις παρατεταμένης αποχής των δικηγόρων έχει κριθεί ότι η χρονική διάρκειά τους υπερέβη κατά πολύ τον επιτρεπόμενο από τα συνταγματικά πλαίσια χρόνο (ΣτΕ Ολ. 1466/2016 και 2512/1997).

 

 

Αναδημοσίευση από Huffpost

O κίνδυνος του «συνταγματικού μιθριδατισμού»

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Τα πρόσφατα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού περιόρισαν σε πρωτόγνωρο βαθμό μια σειρά από συνταγματικά δικαιώματα. Οι ελευθερίες της οικονομικής δραστηριότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.), της κίνησης (άρθρο 5 παρ. 4 Συντ.), της συνάθροισης (άρθρο 11 Συντ.) και της θρησκευτικής λατρείας (άρθρο 13 Συντ.) υπέστησαν τους εντονότερους περιορισμούς. Οι εν λόγω περιορισμοί  δικαιολογούνται πάντως από συνταγματική άποψη, αφού επιβλήθηκαν προσωρινά, για την αντιμετώπιση μιας φονικής πανδημίας και με την εκπεφρασμένη άποψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των επιστημόνων για την αναγκαιότητά τους.

Εδώ όμως έγκειται και ο μεγάλος κίνδυνος της σταδιακής εμπέδωσης ενός  «συνταγματικού μιθριδατισμού», ο οποίος θα μας εθίσει στην ιδέα της απώλειας θεμελιωδών δικαιωμάτων μας για λόγους προστασίας υπέρτερων εννόμων αγαθών. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να τονιστούν δύο σημεία: Πρώτον, τα πρόσφατα μέτρα δικαιολογούνται μεν για την προστασία της υγείας ενός μεγάλου αριθμού συμπολιτών μας, αποτελούν ωστόσο μια όλως εξαιρετική περίπτωση που δεν επιτρέπεται να επαναληφθεί για την αντιμετώπιση κανενός άλλου «εχθρού». Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι με την επίκληση του «πολιτικού εχθρού», η σύγχρονη Ελλάδα βίωσε για πολλά χρόνια αντισυνταγματικούς περιορισμούς πολλών θεμελιωδών δικαιωμάτων. Και, δεύτερον, ακόμη και για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού, το κράτος δικαίου θέτει απαράβατα όρια. Θα ήταν λ.χ. προφανώς αντισυνταγματικό να τοποθετήσουμε κάμερες σε δημόσιους χώρους και να δημιουργήσουμε έναν νέο «Big Brother», προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα κυκλοφορούν όσοι βρίσκονται σε καραντίνα.

Η προβληματική μοιάζει (χωρίς βεβαίως να είναι ίδια) με αυτήν  που προέκυψε από την αύξηση της εγκληματικότητας και τη σύγχρονη τρομοκρατία, ιδίως μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Τότε δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πλειοδοτούσαν υπέρ ενός «υπερδικαιώματος» στην ασφάλεια και υπέρ της πλήρους κατάργησης μιας σειράς ατομικών δικαιωμάτων (π.χ. απαγόρευση βασανιστηρίων, ανθρώπινη αξία, απόρρητο της επικοινωνίας, δικαίωμα στη δίκαιη δίκη), προκειμένου να προστατευθεί η ανθρωπότητα από την τρομοκρατία και την εγκληματικότητα. Η ευρωπαϊκή έννομη τάξη αντιστάθηκε όμως. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων δέχθηκε ότι τα βασανιστήρια δεν δικαιολογούνται ούτε ακόμη και για την αποκάλυψη των πλέον ειδεχθών εγκληματικών πράξεων, ενώ το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ως αντισυνταγματική (αντίθετη στην ανθρώπινη αξία) διάταξη που επέτρεπε την κατάρριψη αεροσκάφους με πλήρωμα και επιβάτες που είχε καταλειφθεί από αεροπειρατές και κατευθυνόταν σε κατοικημένη περιοχή.

Ας γίνει λοιπόν η σημερινή δοκιμασία αφορμή για να συνειδητοποιήσουμε την αξία του νομικού μας πολιτισμού. Τα συνταγματικά μας δικαιώματα είναι πράγματι πολύτιμα. Εάν αυτή τη στιγμή δεχόμαστε τον πρόσκαιρο περιορισμό τους για να συνεχίσουμε να τα έχουμε, αυτό δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται να εθιστούμε στην απώλειά τους.

 

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» την 29-3-2020