Author Archives: editor

Το διακύβευμα της αμοιβαιοποίησης και η σύγκρουση των δικαστηρίων

Απόστολος Παπατόλιας, Δρ. Συνταγματικού Δικαίου, Σύμβουλος ΑΣΕΠ

Το ισχυρό αίτημα για δράσεις αμοιβαιοποίησης στο επίπεδο της ΕΕ έχει αναδείξει έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό ενωσιακών και εθνικών οργάνων με επίδικο τον προσανατολισμό για την «επόμενη μέρα» της Ένωσης. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η πρόσφατη απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Καρσλρούης (ΟΣΔ) για το Πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της ΕΚΤ της περιόδου 2015-2019. Με την απόφασή του αυτή, το ΟΣΔ έκρινε πρώτον, ότι το Πρόγραμμα αντίκειται στο Γερμανικό Σύνταγμα, δεύτερον, ότι οι σχετικές αποφάσεις της ΕΚΤ και του ΔΕΕ κινήθηκαν καθ’ υπέρβαση των ενωσιακών αρμοδιοτήτων τους («ultra vires») και τρίτον, ότι δεν δεσμεύεται από τις αντίθετες κρίσεις του ΔΕΕ. Η απόφαση, όμως, αυτή δεν αποτελεί «κεραυνό εν αιθρία». Οι «προειδοποιητικές βολές» για το περίφημο «ultra vires» είχαν ήδη εκτοξευθεί πριν από τέσσερα χρόνια στην υπόθεση αντίστοιχου προγράμματος αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, ενώ εγγράφονται και στο νομολογιακό συνεχές των αποφάσεων, με τις οποίες τέθηκαν οι συνταγματικές προϋποθέσεις συμμετοχής της Γερμανίας στην ΕΕ. Κοινό  «δογματικό» θεμέλιο των αποφάσεων είναι τα «συνταγματικά όρια» της «δημοκρατικής αρχής» και της «αρχής της λαϊκής κυριαρχίας» από τις οποίες απορρέουν οι ενωσιακές αρχές της «δοτής αρμοδιότητας» των οργάνων της ΕΕ. Με βάση τη σκέψη αυτή, το  ΟΣΔ προτάσσει σταθερά το δικαίωμά του να ασκεί το ίδιο τον έλεγχο υπέρβασης των ορίων της αρμοδιότητας, σε περίπτωση «προφανούς παραβίασης» των Συνθηκών. Ανήκουν δε τα εύσημα στο δάσκαλό μας Προκόπη Παυλόπουλο, ο οποίος αποτύπωσε κριτικά, στην εμβριθέστερη μελέτη που έχει κατατεθεί μέχρι σήμερα, αυτούς τους περίτεχνους συλλογισμούς του ΟΣΔ.

Το Δικαστήριο έχει την τάση να ερμηνεύει τέτοια προγράμματα ως συνταγματικώς συμβατά, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα διαπιστώνεται «πρόδηλη παραβίαση» της απαγόρευσης των Συνθηκών για τη νομισματική χρηματοδότηση κρατών-μελών. Η στάση του αυτή φανερώνει την έντονη καχυποψία του απέναντι στα ισχυρά παρεμβατικά εργαλεία του ευρωσυστήματος και καθιστά «ουτοπική» την προσδοκία ότι με τόσο αυστηρά οριοθετημένες παρεμβάσεις θα ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί η διογκούμενη κρίση χρέους και οι πολλαπλές αρνητικές προεκτάσεις της πανδημίας.

Σε αυτά τα συμφραζόμενα, το ΟΣΔ υλοποιεί την «απειλή» που προοιωνιζόταν  η νομολογία του, στις 5 Μαΐου, επαναλαμβάνοντας τους ίδιους περίτεχνους συλλογισμούς που εστιάζουν στον πλημμελή έλεγχο αναλογικότητας του και την υπέρβαση της εκχωρημένης εξουσίας («ultra-vires») από μέρους της ΕΚΤ και του ΔΕΕ. Εάν όμως δεν αιφνιδιάζει η συνήθης ρητορική του Δικαστηρίου, εκπλήσσει η για πρώτη φορά ευθεία άρνησή του να εφαρμόσει ενωσιακό δίκαιο στη Γερμανία. Το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο. Η στάση του προδίδει μια διάθεση ευθείας αναμέτρησης με κάθε ερμηνεία ή αντίληψη που θα περιόριζε ουσιωδώς την αποκλειστική εξουσία του Γερμανικού Κράτους στα πεδία που αφορούν τον πυρήνα της οικονομικής κυριαρχίας του. Το ΟΣΔ εξαπολύει ένα μεθοδευμένο «τριπλό κτύπημα»: Πρώτον, εγκαλεί την ΕΚΤ ότι υπερέβη τα όρια της «δοτής της αρμοδιότητας» αντιποιούμενη δημοσιονομικές εξουσίες των εθνικών οργάνων. Δεύτερον, ελέγχει το ΔΕΕ για «ultra vires» ενέργειες και αυθαίρετες ερμηνείες. Τρίτον, απευθύνει προειδοποίηση στα εσωτερικά εθνικά όργανα, Κοινοβούλιο και Καγκελαρία, ότι ούτε με τροποποίηση Συνθηκών δεν θα  μπορούσαν να υπερβούν τη συνταγματική τους υποχρέωση να ενεργούν για την προστασία της κυριαρχίας του Γερμανικού Εθνικού Κράτους. Με όλη αυτή τη δέσμη των επιθετικών ερμηνειών και της αιχμηρής φρασεολογίας που υιοθετεί, το Δικαστήριο θέλει να καταστήσει κατάδηλο ότι λειτουργεί ως ο «φύλακας», τελευταίας καταφυγής μάλιστα, της αρχής του «ηθικού κινδύνου» και του διακυβερνητικού πυρήνα της Ένωσης. Διεκδικεί για τον εαυτό του συγχρόνως το ρόλο του «Φύλακα του Συντάγματος» και του «Κυρίου των Συνθηκών», υποκαθιστώντας, μάλιστα, τα κυρίως αρμόδια όργανα (Κοινοβούλιο, Κυβέρνηση), όταν αυτά αδρανούν να εκπληρώσουν τη συνταγματική τους αποστολή.

Ποια θα είναι όμως η «επόμενη μέρα» της απόφασης αυτής;

Όλοι αντιλαμβάνονται ότι η νομική αντιπαράθεση μεταξύ ΔΕΕ και ΟΣΔ δεν εξαντλείται στο νομικό ή δικαιοδοτικό διακύβευμα των σχέσεων ενωσιακού και εθνικού δικαίου, αλλά έχει πολύ βαθύτερες πολιτικο-θεσμικές ρίζες, που παραπέμπουν σε διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της ΕΕ.

Κατά την άποψη του Π. Παυλόπουλου, η συνοχή του ενωσιακού οικοδομήματος συναρτάται στενά με την ισορροπημένη ενωσιακή διακυβέρνηση και τη συνεργατική λειτουργία ευρωπαϊκών και εθνικών οργάνων. Ίσως σε καθαρά νομικό επίπεδο, η λύση να εντοπίζεται πράγματι στην ερμηνευτική αλληλοεξισορρόπηση ενωσιακού και εθνικού δικαίου και στη θεμελίωση δύο παράλληλων εννόμων τάξεων. Μπορεί, όμως, να ισχύει κάτι ανάλογο και για τις αντιτιθέμενες θεσμικές και πολιτικές επιδιώξεις ως προς την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης; Χωρεί, άραγε, κάποια αλληλοεξισορρόπηση του διακυβερνητικού χαρακτήρα με την ομοσπονδιακή προοπτική;

Εκείνο που αναδεικνύει εμφατικά η απόφαση του ΟΣΔ είναι ότι πολύ δύσκολα μπορεί πλέον να στεγασθεί ένας ποιοτικά νέος προσανατολισμός της ΕΕ στο ασφυκτικά προδιαγεγραμμένο πλαίσιο των Συνθηκών. Τα όρια της υφιστάμενης ενωσιακής νομιμότητας δείχνουν  να έχουν εξαντληθεί και μαζί τους κάθε «έκτακτη ερμηνεία» του γράμματος των Συνθηκών. Το ΟΣΔ και το ΔΕΕ λειτουργούν σήμερα αμφότερα ως προκάλυμμα αμιγώς πολιτικών επιδιώξεων και σχεδιασμών. Όσο  όμως οι πολιτικές λύσεις μετατίθενται στο επίπεδο είτε του δικαιοδοτικού (ΔΕΕ) είτε του δημοσιονομικού ακτιβισμού (ΕΚΤ), τόσο θα βαθαίνει το αδιέξοδο. Αυτή ακριβώς η επίγνωση του αδιεξόδου γεννά την ανάγκη του πολιτικού βολονταρισμού. Όποιος θέλει «περισσότερη Ευρώπη» στην κατεύθυνση της πολιτικής ενοποίησης, πρέπει επομένως να τολμήσει να επιχειρήσει ένα ποιοτικό άλμα εξόδου από την παραλυτική λογική των έντιμων, αλλά ατελέσφορων συμβιβασμών. Άλλως ειπείν, δεν απομένει πια άλλη λύση από τη γενναία αναθεώρηση των Συνθηκών.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 22/05/2020

 

 

 

Απόφαση PSPP του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 05/05/2020

Απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5/5/2020 σχετικά το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων (ποσοτική χαλάρωση) εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (περίληψη και κείμενο στα αγγλικά). Έλεγχος ultra vires και συμβατότητας με τη συνταγματική ταυτότητα της Γερμανίας.

Αρθρογραφία

Λίνα Παπαδοπούλου, Η αντίληψη περί δημοκρατίας Πίσω από την απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 2020, 24.06.2020, “Για μια Ενωμένη Ευρώπη” – 1o επετειακό τεύχος 06/2020, Περιοδική έκδοση του Σπιτιού της Ευρώπης στη Ρόδο (διαθέσιμο εδώ)

Κωνσταντίνος Θ. Γιαννακόπουλος, Οι μεταλλάξεις του απορρυθμισμένου ευρωπαϊκού συνταγματισμού

Κοινή δήλωση ευρωπαίων δημοσιολόγων για την απόφαση του BVerfG της 5/5/2020 (διαθέσιμη εδώ σε ελληνική μετάφραση)

Βασίλειος Σκουρής, Το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο καταλογίζει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρβαση των αρμοδιοτήτων τους, 23.05.2020 (www.constitutionalism.gr)

Κώστας Χρυσόγονος, Η φοβία απέναντι στην πρόοδο, Τα Νέα, 26.5.2020

Γιάννης Α. Τασόπουλος, Μάχη οπισθοφυλακής; ΤΑ ΝΕΑ 25.05.2020 (διαθέσιμο εδώ)

Λίνα Παπαδοπούλου, Η «απόδραση» της Ένωσης και το Δικαστήριο-φύλακας, Τα Νέα, 23/24.5.2020

Απόστολος Παπατόλιας, Το διακύβευμα της αμοιβαιοποίησης και η σύγκρουση των δικαστηρίων, TA NEA 23-24.05.2020 (διαθέσιμο εδώ)

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Η οικονομική πολιτική των Γερμανών συνταγματικών δικαστών, ΤΑ ΝΕΑ 23-24.05.2020 (διαθέσιμο εδώ)

Βασίλειος Σκουρής, Το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο καταλογίζει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρβαση των αρμοδιοτήτων τους, διαθέσιμο εδώ

Κώστας Μποτόπουλος, Η συνταγματική «απειθαρχία» των Γερμανών και το μέλλον της Ευρώπης, Euro2day 19.05.2020

Χάρης Τσιλιώτης, Απόφαση για το QE της ΕΚΤ: Γερμανικός γόρδιος δεσμός, σε: https://www.liberal.gr/apopsi/germanikos-gordios-desmos/302655, 17 Μαϊου 2020

Βασίλειος Σκουρής, Η μεθόδευση των δικαστών και οι χειροκροτητές τους. Πώς το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο επιτίθεται κατά της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Τα Νέα, 16.5.2020

Ευάγγελος Βενιζέλος, Η Ντοβίλ του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, ΤΑ ΝΕΑ 16 Μαΐου 2020

Λίνα Παπαδοπούλου, Μία τέλεια γερμανική καταιγίδα, ΤΑ ΝΕΑ 15.05.2020 (διαθέσιμο εδώ)

Χάρης Τσιλιώτης, Πως το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο τορπιλίζει τους θεσμούς της ΕΕ, σε: 

Κύκλος Ιδεών, Συζήτηση, «Οι επιπτώσεις της απόφασης του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ», youtube

Βασίλης Τζέμος, Η πιο αντιευρωπαϊκή απόφαση της 20ετίας, Καθημερινή, 13.5.2020

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Όταν οι συνταγματικοί δικαστές ξεφεύγουν…, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13.05.2020

Αντώνης Μεταξάς, Η σημασία της απόφασης του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, Το Βήμα, 12.5.2020

Προκόπιος Παυλόπουλος, Έμμεση πλην σαφής αμφισβήτηση της υπεροχής του Ευρωπαϊκού έναντι του εθνικού δικαίου από τη νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, 11.05.2020, dsanet.gr

Χάρης Τσιλιώτης, «Ποιος ενεργεί ultra vires, το ΔΕΕ ή το BVerfG; Η απόφαση PSPP του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου», σε:

Αντώνης Μεταξάς, Η σημασία της απόφασης του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ 10.05.2020

Ευ. Βενιζέλος, «Ultra Vires: Ποιος υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του;» Βήμα της Κυριακής 10.05.2020

Αντώνης Μεταξάς, Συζήτηση στο Face2Face με τον Μάνο Επιτροπάκη (8.5.20)

Αντώνης Καραμπατζός/Δημήτρης Κυριαζής, Το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο τελικός κριτής των πάντων;, Καθημερινή, 7.5.2020

 

 

 

Θα έχει η προστασία της υγείας την ίδια τύχη με την προστασία του περιβάλλοντος;

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Εξαιτίας της πανδημίας του Covid-19, η υγεία έχει δικαιολογημένα αναχθεί «σε απόλυτη κοινωνική και συνταγματική προτεραιότητα». Καθώς, λοιπόν, η προστασία της υγείας γίνεται το νέο… viral και του νομικού κόσμου, ευλόγως μπορεί κανείς να αναρωτηθεί ποιο θα είναι το πραγματικό μέλλον της στη Χώρα μας. Η προστασία αυτή έχει περιβληθεί σταδιακώς με ισχυρές συνταγματικές εγγυήσεις, που φαίνεται πλέον να περιλαμβάνουν τόσο ένα μικτού χαρακτήρα θεμελιώδες δικαίωμα όσο και ένα θεμελιώδες καθήκον αλληλεγγύης. Θα είναι άραγε όλες αυτές οι εγγυήσεις αποτελεσματικές; Θα εμπεδωθεί πράγματι υπέρ της υγείας ένα τεκμήριο συνταγματικής πρωταρχικότητας; Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί να είναι άνευ ετέρου καταφατική, αν ληφθεί υπόψη ότι η υγεία δεν είναι το μόνο συνταγματικό αγαθό που εμφανίζει μία τόσο πολυσύνθετη δομή. Το περιβάλλον, το οποίο συνδέεται και με την υγεία, αποτελεί επίσης ένα τέτοιο αγαθό. Εντούτοις, την ακμή της συνταγματικής προστασίας του ακολούθησε μια περίοδος ύφεσης -αν όχι παρακμής-, που συνδυάστηκε όχι μόνο με την υποβάθμιση των κοινωνικών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών καθηκόντων, αλλά και με την απομείωση της ίδιας της κανονιστικότητας του Συντάγματος. Στο πλαίσιο διαχείρισης της πανδημίας του Covid-19, θα υπάρξουν άραγε ειλικρινείς μεταβολές στο συλλογικό νομικό φαντασιακό ή η προστασία της υγείας θα έχει την ίδια τύχη με την προστασία του περιβάλλοντος, η οποία, αφού περιβλήθηκε με το σύνολο σχεδόν των θεμελιωδών νομικών εγγυήσεων, κατέληξε τελικώς να είναι ένα γενικό μεν, πλην όμως ασαφές αίτημα που λειτουργεί συχνά ως νομιμοποιητικό άλλοθι κάθε κυρίαρχης οικονομικής επιλογής;

Διαβάστε το πλήρες κείμενο στο pdf

Μία τέλεια γερμανική καταιγίδα

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

«Η απόφαση αυτή, με μία πρώτη ματιά, μπορεί να ενοχλήσει» προειδοποίησε ο Πρόεδρος του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (ΓΟΣΔ), Αντρέας Φοσκούλε, κατά την ανακοίνωση της απόφασης της 5ης Μαΐου του ισχυρού αυτού –και με πολιτικούς όρους– οργάνου. Σε αντίθεση με ανάλογες προσφυγές στο παρελθόν κατά διαφόρων χρηματοδοτικών εργαλείων και πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (ΕΕ) για τη στήριξη του ευρώ, αυτή τη φορά το ΓΟΣΔ έκρινε ως αντισυνταγματική την παράλειψη της Κυβέρνησης και της ομοσπονδιακής Βουλής της χώρας να αναλάβουν την «ευθύνη τους αναφορικά με την ενοποίηση» (Integrationsverantwortung) και να ελέγξουν πιο εντατικά το αν και κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), εφαρμόζοντας το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά (PSPP), ξεπέρασε τα όρια των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν οι ευρωπαϊκές Συνθήκες.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο απέρριψε μεν την αιτίαση ότι η αγορά αυτή συνιστά παραβίαση του άρθρου 123 ΣΛΕΕ, δηλαδή απαγορευμένη από το ενωσιακό δίκαιο απευθείας αγορά κρατικών ομολόγων, κατέληξε όμως ότι κείται εκτός των ανατεθεισών στην ΕΚΤ  αρμοδιοτήτων (ultra vires). Πέραν των αρμοδιοτήτων του έπραξε όμως, κατά το ΓΟΣΔ, και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) δεχόμενο (στην απόφαση Weiss, C-493/17 της 11/12/2018) ως σύμφωνο με το ενωσιακό δίκαιο το ίδιο πρόγραμμα, στο πλαίσιο και ενός δικαστικού αυτοπεριορισμού, επιβαλλόμενου όταν πρόκειται για μέτρα τεχνικού και δημοσιονομικού χαρακτήρα. Η συμμετοχή, συνεπώς, της Γερμανίας στο PSPP προσβάλλει, κατά το ΓΟΣΔ, την εθνική συνταγματική ταυτότητα, και συγκεκριμένα το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του γερμανικού λαού, απομειώνοντας την πολιτική ουσία του εκλογικού δικαιώματος κάθε εκλογέα.

Είναι αλήθεια ότι το ΓΟΣΔ (ήδη από την απόφαση Kloppenburg το 1987) με κάθε ευκαιρία διακήρυττε ότι ναι μεν αποδέχεται την «υπεροχή» ή, ορθότερα, «προτεραιότητα εφαρμογής» του ενωσιακού δικαίου έναντι και του Συντάγματος, αλλά μόνον αν μία πράξη εμπίπτει στις ανατεθείσες στην Ένωση αρμοδιότητες, πράγμα που εναπόκειται στο ίδιο να το ελέγξει. Το ίδιο, εξάλλου, έχουν διακηρύξει και άλλα ευρωπαϊκά συνταγματικά ή ανώτατα δικαστήρια, δύο μάλιστα έφτασαν στο σημείο να διενεργήσουν τέτοιο έλεγχο, δεν είχαν όμως τη δύναμη και επιδραστικότητα του Γερμανικού Δικαστηρίου. Αντίθετα, από την πλευρά του το ΔΕΕ θεωρεί εαυτό ως το μόνο αρμόδιο να κηρύξει μια πράξη της Ένωσης ως ultra vires. Η σύγκρουση ως προς το ποιος είναι «ο τελικός κριτής», ή ο ανώτατος «κανόνας αναφοράς» είναι εν πολλοίς εξωνομική, καθώς το ερώτημα είναι εντέλει τι συμφώνησαν τα κράτη ως «κύριοι των Συνθηκών». Είναι, λοιπόν, τουλάχιστον παράλογο, ένα και μόνο εθνικό Δικαστήριο να το κρίνει μονομερώς.

Σε νομικό επίπεδο, η απόφαση του ΓΟΣΔ είναι επιχειρηματολογικά αδύναμη: για να μην δείξει ασυνέπεια προς προηγούμενη νομολογία του, ανασύρει μεν τα κριτήρια που το ίδιο είχε θέσει (απόφαση Honeywell, 2010), απλώς και μόνον για να τα διαστρέψει, διενεργώντας έναν έλεγχο ultra vires, όχι οριακό και για ουσιώδεις συνταγματικά λόγους, αλλά βάσει μίας υπερλεπτομερούς ανάλυσης οικονομοτεχνικών δεδομένων αφενός και της απόφασης του ΔΕΕ αφετέρου, επικαλούμενο τη δυσαναλογία του μέσου (PSPP) προς τον σκοπό της νομισματικής σταθερότητας.

Επιτρέπει, πάντως, εντέλει τη διάσωση του προγράμματος, αν η ΕΚΤ, υποτασσόμενη στην απαίτησή του, πείσει το γερμανικό Κοινοβούλιο ότι τέτοια δυσαναλογία δεν υφίσταται ούτε και εισπήδηση στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής, που παραμένει κρατική αρμοδιότητα. Αν η ΕΚΤ δεν το πράξει, επιμένοντας ότι λογοδοτεί μόνον στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα χρεωθεί εκείνη –τουλάχιστον για κάποιους– το πρόβλημα. Η τέλεια καταιγίδα εν εξελίξει και η πολιτική καλείται να την αντιμετωπίσει.

Aναδημοσίευση από τα ΝΕΑ, Παρασκευή 15/05/2020

Σκέψεις σχετικά με την (αντι)συνταγματικότητα του νομικού πλαισίου για την απευθείας μετάδοση των μαθημάτων με τεχνολογικά μέσα

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Η επαναλειτουργία των σχολικών μονάδων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εν μέσω της πανδημίας του COVID 19 επέβαλε την λήψη μέτρων για την προστασία της υγείας των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας και της δημόσιας υγείας, καθώς και για την διευκόλυνση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις παρούσες, έκτακτες συνθήκες. Έτσι,  με το άρθρο 63 του ν. 4686/2020 προβλέφθηκε, ότι στην εξαιρετική περίπτωση επιδημικών νόσων, είναι δυνατή η ταυτόχρονη διδασκαλία σε μαθητές με φυσική παρουσία στο σχολείο και σε άλλους μαθητές με την απευθείας μετάδοση του μαθήματος σε πραγματικό χρόνο από τους εκπαιδευτικούς με την χρήση κατάλληλων μέσων τεχνολογίας. Ο νομοθέτης όρισε ότι δεν επιτρέπεται η καταγραφή και αποθήκευση του μαθήματος, παρά μόνον η ζωντανή μετάδοση ήχου ή/και εικόνας σε πραγματικό χρόνο και ότι τα μεταδεδομένα που τυχόν παράγονται (!) στο παραπάνω πλαίσιο διατηρούνται για συγκεκριμένο εύλογο χρονικό διάστημα, όπως αυτό προσδιορίζεται στο πλαίσιο επεξεργασίας των συγκεκριμένων δεδομένων, μετά την πάροδο του οποίου καταστρέφονται. Τέλος, προβλέφθηκε ότι η επεξεργασία των εν λόγω μεταδεδομένων επιτρέπεται αποκλειστικά για σκοπούς ερευνητικούς ή στατιστικούς.

Για την ρύθμιση της σχετικής διαδικασίας παρασχέθηκε εξουσιοδότηση στην αρμόδια Υπουργό, με βάση την οποία εκδόθηκε η Υ.Α. με αρ. 57233/Υ1/15-5-2020 και με τίτλο «Σύγχρονη εξ΄ αποστάσεως εκπαίδευση». Σε αυτήν επαναλαμβάνεται η ρύθμιση ότι η εκπαίδευση μπορεί να πραγματοποιείται και με την απευθείας αναμετάδοση του μαθήματος και καθορίζεται η ιδιωτική ηλεκτρονική πλατφόρμα που το Υπουργείο θέτει στην διάθεση των εκπαιδευτικών, στον πάροχο της οποίας θα διαβιβάζονται τα στοιχεία των εκπαιδευτικών και των μαθητών ή/και των γονιών τους. Επιβεβαιώνεται η απαγόρευση καταγραφής και αποθήκευσης του μαθήματος από τους χρήστες και επιφορτίζονται οι διδάσκοντες με την ευθύνη προστασίας των δικαιωμάτων των μαθητών, καθώς αυτοί οφείλουν να μεριμνούν ώστε η αναμετάδοση να μην περιλαμβάνει εικόνα ή ομιλία των μαθητών που συμμετέχουν στην τάξη. Ακόμη, η Υ.Α. μνημονεύει ως σκοπό επεξεργασίας των δεδομένων το δημόσιο αγαθό της παροχής εκπαίδευσης υπό καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπως είναι η πανδημία του COVID-19 και ως νόμιμη βάση επεξεργασίας των εν λόγω δεδομένων το άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. ε του Γ.Κ.Π.Δ. συνδυαστικά με το άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. γ του Γ.Κ.Π.Δ.. Τέλος, η Υ.Α. αναφέρεται στην από 15/5/2020 «εκτίμηση αντικτύπου» την οποία φέρεται ότι διενήργησε το ΥΠΑΙΘ, χωρίς πάντως η οικεία μελέτη να έχει δημοσιοποιηθεί, ώστε να ελεγχθεί η μεθοδολογία της, να αξιολογηθούν τα πορίσματά της και να δειχθεί αν η παράλειψη του Υπουργείου- υπεύθυνου επεξεργασίας να ζητήσει την γνώμη της Αρχής προστασίας ΔΠΧ είναι ανεκτή. Με τον τρόπο αυτό και ενόψει των υψηλών κινδύνων που παρουσιάζει η επεξεργασία των δεδομένων κατά την απευθείας μετάδοση των μαθημάτων, δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί αυτή η παράλειψη και τίθεται υπό αμφισβήτηση η νομιμότητα της Υ.Α.

Πραγματικά, είναι ευνόητο ότι η απευθείας αναμετάδοση της διδασκαλίας συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους για τα δικαιώματα των εκπαιδευτικών και των μαθητών, προδήλως σπουδαιότερους σε σύγκριση με όσους γεννώνται κατά την διδασκαλία στην τάξη. Εξάλλου, η βαρύτητα αυτών των κινδύνων και το καταθλιπτικό συναίσθημα που γεννά η καταγραφή του μαθήματος επηρεάζουν δραστικά την συμπεριφορά διδασκόντων και μαθητών, αναπτύσσοντας αρνητικές συνέπειες και στην εκπαιδευτική διαδικασία, που έτσι αποβάλλει κρίσιμα για την αρτιότητά της χαρακτηριστικά (εντελώς ενδεικτικά εξουθενώνεται ο διαδραστικός χαρακτήρας του μαθήματος, το οποίο εξελίσσεται σε διάλεξη του δασκάλου ή καθηγητή, αντίθετα με όσα διδάσκουν οι παιδαγωγικές επιστήμες).

Η διακινδύνευση αφορά κατεξοχήν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των μαθητών και των εκπαιδευτικών. Το καθεστώς προστασίας των προσωπικών δεδομένων που στηρίζεται στο άρθρο 9Α του Συντάγματος και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλέον στον Γενικό Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (679/2016/ΕΕ, στο εξής ΓΚΠΔ), εγγυάται τον πληροφοριακό και συμπεριφορικό αυτοπροσδιορισμό των προσώπων, που με την σειρά τους θωρακίζουν την ιδιωτικότητα και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μελών του κοινωνικού συνόλου (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.)[1]. Σε αυτό το υπερνομοθετικής ισχύος πλαίσιο, ουδείς μπορεί να υποχρεωθεί να δώσει πρόσβαση στην εικόνα του ή σε άλλα προσωπικά δεδομένα του, παρά μόνον υπό προϋποθέσεις και πάντως σε συνθήκες που εξασφαλίζουν την ασφάλεια αυτών των δεδομένων. Μάλιστα, στο άρθρο 5 του ΓΚΠΔ κατοχυρώνονται οι αρχές της ακεραιότητας και της εμπιστευτικότητας[2], δηλαδή η υποχρέωση λήψης κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας, προκειμένου να  αποφεύγονται προσβάσεις, αλλαγές,  διαρροές προσωπικών δεδομένων και τυχαία απώλεια, καταστροφή ή φθορά τους. Ταυτόχρονα, το Σύνταγμα (άρθρο 16 παρ. 2) ορίζει ότι η παιδεία αποτελεί «βασική αποστολή» του κράτους και ότι όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια, ενώ επίσης καθιερώνει την ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας, η ανάπτυξη και η προαγωγή των οποίων αναγνωρίζεται ως υποχρέωση του Kράτους (Συντ. 16 παρ.1).

 

Η υποχρέωση του κράτους να παρέχει δωρεάν εκπαίδευση καθιστά κατ’ αρχήν νόμιμο τον σκοπό των ρυθμίσεων του άρθρου 63 του ν. 4686/2020 και της Υ.Α. με αρ. 57233/Υ1/15-5-2020, θα πρέπει όμως να εξεταστεί αν με τα παραπάνω νομοθετήματα θεσπίζονται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την σύννομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των διδασκόντων και των μαθητών στο πλαίσιο της ονομαζόμενης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και αν με τις ρυθμίσεις τους εξασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών και των μαθητών[3].

Ο ΓΚΠΔ και ο νόμος 4624/2019 που εισήγαγε τις ρυθμίσεις του στην ελληνική έννομη τάξη, προβλέπουν ότι η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων είναι σύννομη στις εξής περιπτώσεις: α) όταν το υποκείμενο χορηγεί την συναίνεσή του, υπό τους όρους που ο ΓΚΠΔ προβλέπει β) εφόσον η επεξεργασία είναι αναγκαία για την προστασία δικαιωμάτων ή την εξυπηρέτηση ζωτικού δημόσιου συμφέροντος. Ειδικότερα στο πλαίσιο της τελευταίας περίπτωσης ορίζεται (άρθρο 6 παρ. 1 ε’ ΓΚΠΔ) ότι η επεξεργασία είναι νόμιμη στον βαθμό που «…είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας» ή που «είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας» (άρθρο 6 παρ. 1 γ’ ΓΚΠΔ).

Από την ανάγνωση των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει, ότι επεξεργασία προσωπικών δεδομένων χωρίς την συναίνεση του υποκειμένου τους και για την εκπλήρωση καθήκοντος που συνδέεται με δημόσιον συμφέρον ή κατ’ενάσκηση δημόσιας εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνον εάν και στον βαθμό που είναι «απαραίτητη»[4], δηλαδή όταν επιβεβαιώνεται πως δεν υπάρχουν άλλες μέθοδοι για την εκπλήρωση του καθήκοντος ή την εξυπηρέτηση του σκοπού. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει, δεδομένου ότι το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει την υποστήριξη των μαθητών που για σοβαρούς λόγους απέχουν από την διδασκαλία και δεν μπορούν να συμμετάσχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία[5]. Ούτε στην αιτιολογική έκθεση του νόμου ούτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο δείχθηκε ότι οι μέθοδοι αυτοί δεν μπορούν να εφαρμοστούν στις παρούσες συνθήκες, ώστε να δικαιολογηθούν οι επίμαχες ρυθμίσεις και ο δραστικός περιορισμός του πληροφοριακού και συμπεριφορικού αυτοπροσδιορισμού των μαθητών και των εκπαιδευτικών χωρίς την συγκατάθεσή τους (πρβλ. ΑΠΔΠΧ 77/2016). Αξίζει δε να υπογραμμιστεί, ότι για την εκτίμηση αντικτύπου των προβλεπόμενων πράξεων επεξεργασίας στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των ενδιαφερόμενων ομάδων, δεν διενεργήθηκε διαβούλευση με αυτές, καθώς το Υπουργείο-υπεύθυνος επεξεργασίας δεν προχώρησε σε διάλογο με τους εκπροσώπους τους (Ομοσπονδίες εκπαιδευτικών και γονέων των μαθητών), παραγνωρίζοντας τις προβλέψεις του Γ.Κ.Π.Δ. (άρθρο 35 παρ.9).

Ιδίως όμως τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση των κινδύνων που γεννά η απευθείας αναμετάδοση του μαθήματος δεν είναι κατάλληλα ούτε καν επαρκή για την προστασία των δεδομένων των υποκειμένων που μετέχουν σε αυτή την διαδικασία. Ενδεικτικά: αν και ορίζεται ότι το Υπουργείο έχει μεριμνήσει ώστε να μην είναι δυνατή η καταγραφή του μαθήματος από τους χρήστες της πλατφόρμας και εισάγεται απαγόρευσή της, το περιβάλλον διενέργειας της εκπαιδευτικής διαδικασίας παραμένει ιδιαίτερα ανασφαλές. Όπως είναι γνωστό, η φωτογράφηση, βιντεοσκόπηση ή ηχογράφηση με τρίτα μέσα (π.χ. κινητό τηλέφωνο, ταμπλέτα), από οποιονδήποτε τρίτο της εικόνας ή/και του ήχου που μεταδίδεται από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του μαθητή που συνδέεται από το σπίτι του είναι απολύτως ανέλεγκτη. Με άλλα λόγια, ευρύς αριθμός προσώπων από το συγγενικό ή φιλικό περιβάλλον των μαθητών αποκτά πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα του εκπαιδευτικού και την ευχέρεια συλλογής και επεξεργασίας τους. Από την άλλη μεριά, ουδεμία πρόνοια λαμβάνεται για την επεξεργασία των μεταδεδομένων που παράγονται από τον πάροχο της πλατφόρμας.

 

Τέλος, η οργάνωση της απευθείας αναμετάδοσης του μαθήματος στο άρθρο 3 της ΥΑ προκαλεί ανεπίτρεπτο κατακερματισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας και επιβάλλει στους εκπαιδευτικούς να χρησιμοποιούν την διάλεξη ως αποκλειστικό μέσο μετάδοσης της γνώσης. Οι ρυθμίσεις αυτές, αν και στοχεύουν στην αποτροπή των κινδύνων που ενέχει η διαδικασία για τους μαθητές, συνιστούν ανεπίτρεπτη επέμβαση στην ελευθερία διδασκαλίας των εκπαιδευτικών. Τούτο επειδή, παρ’ ότι οι εκπαιδευτικοί δεσμεύονται να ακολουθούν τις κρατικές κατευθύνσεις για την άσκηση του έργου τους, διατηρούν το δικαίωμα να επιλέγουν τις παιδαγωγικές μεθόδους που κρίνουν ότι, με την εφαρμογή του πλαισίου που καθορίζει το Υπουργείο, οδηγούν στην επίτευξη των συνταγματικών στόχων της παιδείας[6]. Η ελευθερία των εκπαιδευτικών περιορίζεται αφόρητα, ενώ η  εκπαιδευτική διαδικασία αλλοιώνεται και υποβαθμίζεται ουσιαστικά. Συνακόλουθα, η διάσωση της συνταγματικότητας της ΥΑ ως προς αυτό το ζήτημα επιβάλλει την σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία[7] των διατάξεων του άρθρου 1 και την κατάφαση της διακριτικής ευχέρειας καθενός Συλλόγου διδασκόντων να οργανώσει ή όχι την απευθείας μετάδοση των μαθημάτων, ερμηνεία που διευκολύνεται από την γραμματική διατύπωση της διάταξης («Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση δύναται να πραγματοποιείται»).

Ανακεφαλαιωτικά και χωρίς να εξετασθούν όλα τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας που ανακύπτουν, ιδίως σε σχέση με την δημιουργία συνθηκών που οδηγούν στην παραβίαση της αρχής της ισότητας: α) παρά την υψηλή διακινδύνευση που προκαλούν οι ρυθμίσεις της, η επίμαχη ΥΑ έχει εκδοθεί  χωρίς να ζητηθεί η γνώμη της αρμόδιας ανεξάρτητης αρχής για την εκτίμηση αντικτύπου στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των εμπλεκόμενων υποκειμένων. Τούτο πλήττει το κύρος της απόφασης και την καθιστά ακυρωτέα β) η νομική βάση της επεξεργασίας των δεδομένων των εκπαιδευτικών και των μαθητών είναι έωλη, δεδομένου ότι αυτή η επεξεργασία δεν είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης του κράτους να παρέχει δωρεάν παιδεία, επομένως θα έπρεπε να προβλέπεται η συναίνεση των υποκειμένων που μετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία γ)η ΥΑ δεν σέβεται τις αρχές της ακεραιότητας και τις εμπιστευτικότητας και παραβιάζει την υποχρέωση του κράτους να παρέχει προστασία στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δ) θίγεται δραστικά η ελευθερία της διδασκαλίας των εκπαιδευτικών με την εισαγωγή ανεπίτρεπτων δεσμεύσεων στον τρόπο άσκησης του λειτουργήματος τους. Συνεπώς, το νομοθετικό πλαίσιο για την απευθείας αναμετάδοση των μαθημάτων παραβιάζει τις αρχές που διέπουν την προστασία των προσωπικών δεδομένων και περιορίζει αθέμιτα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας, χωρίς μάλιστα να εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο έχει εισαχθεί. Επείγει, λοιπόν, να αντικατασταθεί.

 

[1] Βλ. Λ. Μήτρου, «Άρθρο 9Α»,  σε Φ. Σπυρόπουλος/Ξ. Κοντιάδης/Χ. Ανθόπουλος/Γ. Γεραπετρίτης, Σύνταγμα, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2017, σ. 214 επ. , Β. Χρήστου, Το δικαίωμα στην προστασία από την επεξεργασία δεδομένων, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2017, σ.17 επ.

[2] Λ. Μήτρου, Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2017, σ. 57-58.

[3] Δεδομένου ότι η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν συνεπάγεται την απαγόρευση πρόσβασης σε αυτά, κρίσιμη σημασία έχουν οι κανόνες που ρυθμίζουν την συλλογή και επεξεργασία τους σε καθεμιά περίπτωση και που πρέπει να σέβονται τις αρχές που συνέχουν την ρύθμιση του πεδίου, βλ. Κ. Χρυσόγονος/ Σπ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σ. 252.

[4] Β. Σωτηρόπουλος, Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2019, σ. 338 επ.

[5] Οι μέθοδοι αυτές δεν περιορίζονται στην ασύγχρονη εκπαίδευση, όπως υποστηρίζει η Φ. Παναγοπούλου-Κουτνατζή, «Βιντεοσκόπηση σχολικών μαθημάτων σε περίοδο πανδημίας»,  ΣΥΝΤΑGMA WATCH, προκειμένου να δείξει την αναγκαιότητα της επεξεργασίας των δεδομένων μαθητών και εκπαιδευτικών με την απευθείας αναμετάδοση των μαθημάτων. Η εκπαιδευτική νομοθεσία παρέχει χρήσιμα εργαλεία, που θα μπορούσαν να βελτιωθούν και να προσαρμοστούν στις έκτακτες συνθήκες χωρίς σημαντικές συνέπειες στα δικαιώματα των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας.

 

[6] Δ. Σαραφιανός, «Άρθρο 16», σε Φ. Σπυρόπουλος/Ξ. Κοντιάδης/Χ. Ανθόπουλος/Γ. Γεραπετρίτης, ό.π., σ. 386 με την υπόμνηση της παρέμβασης του Ε. Παπανούτσου στην Ε’ Αναθεωρητική Βουλή: «μόνον ελεύθεροι δάσκαλοι θα μορφώσουν ελεύθερους πολίτες – οι δούλοι δάσκαλοι μόνον δούλους κάνουν».

[7] Για την σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων, βλ. Β. Μπουκουβάλα, Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2018. Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων ενεργείται καταρχήν στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητάς τους. Ωστόσο,  ιδίως σε περιβάλλον έντονης διακινδύνευσης δικαιωμάτων και ελευθεριών, η αναγνώριση της υποχρέωσης της διοίκησης να προβαίνει σε σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του διοικητικού νόμου, λειτουργεί ως δικαιοκρατική εγγύηση, πρβλ. Π. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2015, σ. 132 επ.

 

Προδημοσίευση από την “Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου” τεύχος 2/2020

 

Το συνταγματικό κράτος σε καραντίνα;

Πάρης Δημήτριος Τσούτσης, προπτυχιακός φοιτητής στη Νομική Σχολή Αθηνών

Η πανδημική κρίση έρχεται να προστεθεί στην οικονομική κρίση και σε εκείνη των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών αποδεικνύοντας περίτρανα την πύκνωση του ιστορικού – και του πολιτικού- χρόνου που έχει συντελεστεί την τελευταία δεκαετία. Η παρούσα κρίση, πέραν του ότι συνιστά μείζον πολιτικό διακύβευμα, καθώς τυχόν μη έγκαιρη αντίδραση στις καλπάζουσες προκλήσεις δύναται να επιφέρει ανεπανόρθωτες συνέπειες, θέτει εν αμφιβόλω και τις πλέον αδιαμφισβήτητες παραδοχές της γενικής θεωρίας των ατομικών δικαιωμάτων.

Την προηγούμενη περίοδο ομολογουμένως τα αντανακλαστικά της ακαδημαϊκής κοινότητας του συνταγματικού δικαίου (και της πολιτικής επιστήμης) ήσαν τα προσήκοντα και ανέδειξαν στον σωστό χρόνο τα ακανθώδη ζητήματα αναφορικά με τη συνταγματικότητα (ή μη) των νομοθετικών μέτρων που ελήφθησαν για την προστασία της δημόσιας υγείας και της ζωής. Παρότι το βλέμμα μας πρέπει να είναι προσανατολισμένο στο μέλλον και στις προκλήσεις που θα υπαγορεύσουν οι ανάγκες της επόμενης περιόδου, ο συγγραφέας προβαίνει σε μια κριτική ανασκόπηση του πρόσφατου παρελθόντος.

Με το παρόν κείμενο ο συγγραφέας επιχειρεί να συμπυκνώσει τη συνταγματική αξιολόγηση των περιοριστικών μέτρων που επεβλήθησαν στο δικαίωμα της ελευθερίας της κίνησης, ενόψει και των ισχυρών (εύλογων) ενστάσεων (αντι)συνταγματικότητας  που δύναται να εγερθούν.

Με την παρούσα ανάλυση (αφού πρώτα προηγηθούν ορισμένες παραδοχές που θα αποτελέσουν τον δέοντα ερμηνευτικό ορίζοντα) ο σ. εστιάζει -εν είδει κριτικής επισκόπησης- (α) στη νομική οδό που ακολούθησε η κυβέρνηση για να επιβάλει τους εν λόγω περιορισμούς, (β) στην εν γένει δυνατότητα επιβολής περιορισμών στο δικαίωμα της ελευθερίας στη κίνηση, (γ) στον θεμιτό δημόσιο σκοπό και στην αναλογικότητα του μέτρου,(δ) στο εάν εθίγη ο πυρήνας και (ε) στον ρόλο της αλληλεγγύης στο εγχείρημα της συνταγματικής αξιολόγησης.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο στο pdf

 

Όταν οι συνταγματικοί δικαστές ξεφεύγουν…

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Oμότ. Kαθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Στη νεωτερικότητα, ελάχιστες είναι οι δικαστικές αποφάσεις που άλλαξαν τον ρουν της Ιστορίας. Γνωστότερη από αυτές, η πολυσχολιασμένη Dred Scott κατά Sanford του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ουάσιγκτον, η οποία, το 1857, κρίνοντας ότι η αμερικανική ιθαγένεια δεν μπορεί να δοθεί στους μαύρους, ακόμη και όταν αυτοί απελευθερώνονται από τα δεσμά της δουλείας, ήταν η αφορμή για τον εμφύλιο πόλεμο Βορείων και Νοτίων, που ξέσπασε λίγα χρόνια αργότερα.

Ανάλογη –θετική όμως αυτή τη φορά– επιρροή στη ροή των εξελίξεων στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού είχαν οι ιστορικές αποφάσεις που εξέδωσε στη δεκαετία του 1960 το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (το σημερινό ΔΕΕ) για την άμεση εφαρμογή (Van Gen en Loos, 1963) και για την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου (Costa κατά Enel, 1964). Χάρη σε αυτές, το δίκαιο της τότε ΕΟΚ απεξαρτήθηκε από τα κράτη-μέλη και απέκτησε τη δική του υπόσταση, αφού το ΔΕΕ το ερμήνευε ομοιόμορφα και δεσμευτικά για όλους.

Τη μείζονα αυτή κατάκτηση απειλεί να ανατρέψει η απόφαση που εξέδωσε την περασμένη εβδομάδα το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (ΓΟΣΔ) για το γνωστό QE, δηλαδή το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Διότι το πραγματικό διακύβευμα της απόφασης αυτής δεν περιορίζεται στη νομισματική πολιτική της Ενωσης και στην άσκησή της, αλλά θίγει τον βασικότερο ίσως πυλώνα του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης: την ισότητα των κρατών-μελών, την οποία μόνον η ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ενωσης μπορεί να διασφαλίσει.

Δεν είναι της στιγμής να σχολιάσει κανείς τον δαιδαλώδη συλλογισμό με τον οποίο το γερμανικό δικαστήριο κατέληξε στο καταστροφικό του διά ταύτα. Ηδη πολλά γράφηκαν και ακόμη περισσότερα θα γραφούν για τον αυθαίρετο τρόπο με τον οποίο έκρινε ότι η ΕΚΤ υπερέβη τάχα τις αρμοδιότητές της, επειδή παρέλειψε να συνεκτιμήσει τις οικονομικές επιπτώσεις των αποφάσεών της σε ένα πεδίο όπου, παρά ταύτα, σύμφωνα με τις Συνθήκες, η ίδια είναι αποκλειστικά αρμόδια να αποφασίζει: τη νομισματική πολιτική. Το ίδιο και για την αβασάνιστη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, όχι βέβαια στο πεδίο των δικαιωμάτων του ανθρώπου –κάτι που θα ήταν θεμιτό και αναμενόμενο– αλλά σε ένα κατ’ εξοχήν ουδέτερο ηθικοπολιτικά ζήτημα, την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ ενωσιακών και εθνικών οργάνων.

Γιατί, για μένα, το στοιχείο της μοιραίας αυτής απόφασης που προπάντων εξοργίζει είναι η –προσχηματική, κατά τη γνώμη μου– επίκληση από τους Γερμανούς δικαστές μιας αρχής άσχετης με το αντικείμενο της επίδικης διαφοράς, της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Συγκεκριμένα, για το ΓΟΣΔ, το δικαίωμα του εκλέγειν των Γερμανών πολιτών (άρθρο 38 γερμ. Σ.) δεν περιορίζεται στην ανάδειξη των αντιπροσώπων του στην ομοσπονδιακή Βουλή. Αφορά και την παραχώρηση αρμοδιοτήτων στην Ε.Ε., η οποία θα πρέπει τάχα να γίνεται με τρόπο που να «ικανοποιεί τις αρχές της δημοκρατίας». Σε αυτές, προέχουσα θέση κατέχει η ελευθερία της Βουλής να καταρτίζει ετησίως τον κρατικό προϋπολογισμό. Με άλλα λόγια, πάντοτε σύμφωνα με τον ΓΟΣΒ, τα ενωσιακά όργανα δεν μπορούν –στο παρόν τουλάχιστον στάδιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης (Ιntegrationsprogramm)– να διευρύνουν τις αρμοδιότητές τους, αν το κρίνουν αναγκαίο για την αντιμετώπιση, για παράδειγμα, μιας έκτακτης ανάγκης, όπως η πανδημία του κορωνοϊού, ούτε να διαθέσουν τους κατά την κρίση τους αναγκαίους πόρους (επιβαρύνοντας κατ’ αποτέλεσμα τα κράτη-μέλη). Οφείλουν, απεναντίας, να αναζητήσουν τη συναίνεση των κρατών-μελών, εν προκειμένω της Bundestag, του μόνου οργάνου που, κατά την έκφραση του ΓΟΣΔ, είναι «απευθείας υπόλογο στον λαό».

Αν η σκέψη του ΓΟΣΔ σταματούσε σε αυτό το σημείο, το πλήγμα θα ήταν σοβαρό, όχι όμως μοιραίο. Με αυτή την  απόφαση, εντούτοις, το δικαστήριο της Καρλσρούης προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: πραγματοποίησε μια παλιά απειλή του και για πρώτη φορά έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι Βρυξέλλες υπερέβησαν τις αρμοδιότητες που τους αναγνωρίζουν οι Συνθήκες. Θέση που, αν επιβεβαιωθεί, θα οδηγήσει το ελεγχόμενο από τον κ. Ορμπαν Συνταγματικό Δικαστήριο της Βουδαπέστης να εξαιρέσει την Ουγγαρία από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα υποδοχής προσφύγων και μεταναστών ή το αντίστοιχο Δικαστήριο της Βαρσοβίας να θεωρήσει θεμιτή την επιβληθείσα από τη σημερινή πολωνική κυβέρνηση απαγόρευση στους Πολωνούς δικαστές να επικρίνουν ως αντιευρωπαϊκές κάποιες επιλογές της.

Για έμπειρους δικαστές ενός δικαστηρίου που ο ακτιβισμός του, μέχρι σήμερα, δεν ξεπέρασε ποτέ τα θεμιτά όρια, η οικειοποίηση αυτή μιας αρμοδιότητας που το ενωσιακό δίκαιο και τα κράτη-μέλη έχουν αναγνωρίσει, εδώ και πολλές δεκαετίες, αποκλειστικά στους δικαστές του Λουξεμβούργου, είναι ακατανόητη. Δεν αναφέρομαι τόσο στην προκλητική άγνοια των απώτερων συνεπειών της απόφασης, που μακροπρόθεσμα μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση της Ε.Ε. (άγνοια που μυρίζει «καθηγητήλα», σύμφωνα με τη δηλητηριώδη αλλά –δυστυχώς!– ακριβή για τους περισσότερους πανεπιστημιακούς διατύπωση έγκριτου Ελληνα δικαστή). Εννοώ την τερατώδη υποκρισία που υποκρύπτει ο ανωτέρω συλλογισμός. Γιατί τι άλλο από υποκρισία είναι η επίκληση της δημοκρατίας για να πληγεί η μεγαλύτερη κατάκτηση της δημοκρατικής Ευρώπης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;

Πριν από σχεδόν δέκα χρόνια, σε μια ομιλία μου σε αμερικανικό πανεπιστήμιο για τον πολιτικό ρόλο των δικαστών στη σύγχρονη Ευρώπη (https://www.constitutionalism.gr/2160-who-decides-in-last-resort-elected-officials-and-j/), σχολίαζα την ίδια επίκληση της δημοκρατίας και κατ’ επέκταση των δημοσιονομικών εξουσιών της Bundestag από το ίδιο δικαστήριο, με τον ίδιο (σοσιαλδημοκράτη, σημειωτέον) πρόεδρο, στην υπόθεση, τότε, της στήριξης της Ελλάδας από την Ε.Ε. στο πλαίσιο του α΄ μνημονίου. Οπως και τώρα, έτσι και τότε, ακροδεξιοί κυρίως ήταν οι πολιτικοί και οι καθηγητές που είχαν εναντιωθεί στις αποφάσεις των Βρυξελλών. (Εκείνο που ελάχιστοι γνωρίζουν είναι ότι, τότε, τις απόψεις της γερμανικής κυβέρνησης είχε υποστηρίξει ενώπιον του ΓΟΣΔ ο Β. Σόιμπλε, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου.) Τότε, το δικαστήριο απέρριψε τις σχετικές προσφυγές ως αβάσιμες. Και ναι μεν στον σχολιασμό μου επαινούσα την απόφαση ως ορθή, διερωτώμουν ωστόσο έως πού μπορεί να φθάσει η αναγνώριση της δυνατότητας σε κάθε πολίτη να αμφισβητεί τέτοιου είδους αποφάσεις, κατ’ εξοχήν πολιτικές, ενώπιον των δικαστηρίων; Μήπως αυτό εγκυμονεί κινδύνους για τη δημοκρατία;

Η απάντησή μου τότε, όπως και τώρα, είναι η ίδια: προκειμένου να έχουν λόγο στα πάντα, ακόμη δηλαδή και σε ζητήματα για τα οποία, σε μια δημοκρατία, μόνη αρμόδια να κρίνει είναι η εκάστοτε πλειοψηφία, ορισμένοι δικαστές είναι έτοιμοι να ξεχάσουν τα νομικά τους και να βουτήξουν στα βαθιά νερά της πολιτικής. Μήπως όμως αυτό είναι μοιραίο να συμβαίνει όταν υπάρχει κενό ηγεσίας και, κατ’ επέκταση, κενό πολιτικής;

Θέλω να πιστεύω ότι η νεοεκλεγμένη Επιτροπή της Ε.Ε. θα το αντιληφθεί εγκαίρως και θα προσφύγει κατά της Γερμανίας στο ΔΕΕ για κραυγαλέα παράβαση του ενωσιακού δικαίου, αυτή τη φορά από το Συνταγματικό Δικαστήριό της. Το οφείλει και στην Ευρώπη και στους λαούς της.

 

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13 Μάη 2020

H εντυπωσιακή, παρά την κρίση, ανθεκτικότητα του Συντάγματος χάρη στην άδηλη μεταβολή του κανονιστικού νοήματός του

Αντώνης Μανιτάκης, Ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Στη μελέτη αυτή επισημαίνονται τα στοιχεία εκείνα, τόσα τα τυπικά όσο και τα ουσιαστικά, που επέτρεψαν στην ελληνική συνταγματική νομιμότητα να αντέξει στους κραδασμούς, στις πιέσεις και στις εντάσεις της πρωτοφανούς και ατέλειωτης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στην Ελλάδα. Και αυτό παρά την ηθικοπολιτική κατάρρευση του υπάρχοντος πολιτικού και κομματικού συστήματος. Το κύρος και η ισχύς της συνταγματικής νομιμότητας έμειναν άθικτα, και οι συνταγματικοί θεσμοί λειτούργησαν ομαλά και κανονικά. Η δημοκρατική αρχή και η λαϊκή κυριαρχία έγιναν σεβαστές, καθώς και το κοινοβουλευτικό σύστημα, χωρίς να θιγούν σοβαρά το κράτος δικαίου και οι ελευθερίες. Υποστηρίζεται ότι η ανθεκτικότητα του Συντάγματος οφείλεται και στο ίδιο, διότι έδειξε, κατά την εφαρμογή και ερμηνεία του, ότι διαθέτει ρήτρες και μηχανισμούς ή διαδικασίες, που του επιτρέπουν να προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα όχι μόνον της κρίσης αλλά και της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της παγκοσμιοποίησης και να μεταλλάσσεται ανάλογα, το ίδιο, νοηματικά. Η κρίση επηρέασε πράγματι την εφαρμογή και την ερμηνεία του Συντάγματος, αλλά και το Σύνταγμα, και ιδίως η χρήση του, έδρασαν κατευναστικά, εξορθολογιστικά και με η πιότητα πάνω στην κρίση. Η σχέση, τελικά, Συντάγματος και κρίσης ήταν διαδραστική. Δεν ήταν πάντως «αντιστασιακή», ούτε βέβαια «αντιδραστική».

Κράτος πρόληψης και τεχνοκρατία την εποχή της πανδημίας

Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγητής Συνταγματικού δικαίου στην Νομική Σχολή του ΑΠΘ

 

Η υγειονομική κρίση που κυριαρχεί σε όλο τον κόσμο τους τελευταίους τρεις μήνες έθεσε σε μεγάλη δοκιμασία ανάμεσα στα άλλα και τους κρατικούς θεσμούς, οι οποίοι επωμίστηκαν το μεγάλο βάρος της ιατρικής, κοινωνικής και οικονομικής διαχείρισης των συνεπειών της. Ανεξάρτητα αν οι πανδημίες και η αντιμετώπιση των ιών είναι σχετικά σπάνιες με αυτή την μορφή και σε αυτή την έκταση, είναι αναμφίβολο ότι το φαινόμενο παρά τα πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά του -εύκολη διασπορά, θνησιμότητα, άγνοια βασικών παραμέτρων της επιδημικής συμπεριφοράς του, έλλειψη θεραπευτικών μεθόδων σε προληπτικό (εμβόλια) και σε κατασταλτικό (δόκιμες θεραπευτικές μέθοδοι) επίπεδο- εντάσσεται σε ένα περιβάλλον διακινδύνευσης που δεν δικαιολογεί τον αιφνιδιασμό. Το περιβάλλον αυτό είναι παγκοσμιοποιημένο με αποτέλεσμα η διασύνδεση των ανθρώπων και η πυκνότητα του πληθυσμού να συνεπάγεται ευρεία διασπορά των ιών χρονικά και χωρικά δύσκολα ελέγξιμη. Η διαπίστωση, από πολλούς, ότι υπάρχει επιστροφή του κράτους ως κεντρικού θεσμού που αναλαμβάνει την διαχείριση της κατάστασης καταδεικνύει την αδυναμία των διεθνών θεσμών να συντονιστούν και να επεξεργαστούν λύσεις που μόνο ως παγκόσμιες θα είναι αποτελεσματικές. Συνεπώς δεν υπάρχουν μόνιμες επιστροφές, ούτε διαρκείς αποχωρήσεις στο γεωπολιτικό περιβάλλον της πανδημίας καθώς η κατάσταση είναι ρευστή και οι απαντήσεις μοιραία προσωρινές.

Οι σύγχρονες κοινωνίες είναι κοινωνίες διακινδύνευσης εξαιτίας του πολλαπλασιασμού των περιβαλλοντικών και τεχνολογικών παραγόντων που ανατρέπουν τις βεβαιότητες της νεοτερικότητας ως προς την εξέλιξη φαινομένων όπως η εκδήλωση ιογενών επιδημιών που δεν είχαν εμφανιστεί προηγουμένως. Ενώ η ιατρική έχει κάνει σημαντικές προόδους στον τομέα αυτό και έχει εξαφανίσει ασθένειες που εξολόθρευαν εκατομμύρια ανθρώπων( π.χ ελονοσία, πανούκλα)δεν θα μπορούσε να αποτρέψει μεταλλαγές ιών που συνδέονται, σύμφωνα με τους επιστήμονες, με καταστροφές οικοσυστημάτων και με το βιομηχανικό τρόπο εκτροφής των ζώων από τα οποία προέρχονται, κατά κύριο λόγο, οι νέοι αυτοί ιοί.

Από την άλλη, το κράτος οφείλει να παράσχει συγκεκριμένη προστασία σε συνταγματικά προστατευόμενα έννομα αγαθά όπως είναι η υγεία, σε συνθήκες υγειονομικής ανασφάλειας, όπως εν προκειμένω, αναλαμβάνοντας προληπτικές δράσεις που περιλαμβάνουν την δημιουργία θεσμικών(π.χ αναμόρφωση του ΕΣΥ) και υλικών μέσων για την κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των ιατρικών περιστατικών  και περιορισμούς σε θεμελιώδη δικαιώματα λόγω της επιβαλλόμενης κοινωνικής αποστασιοποίησης. Έτσι το φιλελεύθερο κράτος πέραν της μέριμνας για την προστασία των ελευθεριών, οφείλει να μετατραπεί σε προληπτικό κράτος που παρεμβαίνει  για να εγγυηθεί τους όρους της ασφαλούς διαβίωσης και μοιραία να εναρμονίσει την ασφάλεια με την ελευθερία. Στο πλαίσιο του κράτους δικαίου ασφάλεια και ελευθερία είναι συμπληρωματικές, διότι η μία επιβαρύνει το «κόστος» της άλλης. Όσο πιο μεγάλος και εκτεταμένων συνεπειών είναι ο κίνδυνος για την υγεία των πολιτών(ασφάλεια), τόσο πιο έντονο το κρατικό καθήκον αποφυγή του, ενδεχομένως και μέσω περιορισμών των ελευθεριών(π.χ ελευθερία της κίνησης), εφόσον αυτό υποδεικνύεται από τους ειδικούς–επιδημιολόγους ως απολύτως αναγκαίο.

Οι επιλογές αυτές γίνονται υπό συνθήκες επιστημονικής αβεβαιότητας σε αρκετές από τις παραμέτρους της επιδημίας που με την σειρά τους συνεπάγονται αντίστοιχες πειραματικές πολιτικές επιλογές στο οικονομικό και το κοινωνικό επίπεδο. Η αυξημένη πολυπλοκότητα, η απουσία βεβαιοτήτων ως προς την εξέλιξη της νόσου, ενώ αναβαθμίζει την επιστήμη σε κρίσιμο παράγοντα των πολιτικών επιλογών ταυτόχρονα καταδεικνύει και την αδυναμία της να δώσει ασφαλείς απαντήσεις, καθιστώντας την ευθραυστότητα αυτή σύμφυτη με την λειτουργία των σύγχρονων δημοκρατιών.

Ωστόσο, στα δημοκρατικά καθεστώτα οι σταθμίσεις επί επισφαλών δεδομένων ανατίθενται στο πολιτικό σύστημα και ο ρόλος των ειδικών είναι συμβουλευτικός. Όταν αυτός γίνεται κυρίαρχος και η τεχνοκρατία υποκαθιστά την πολιτική, οδηγούμαστε μοιραία σε κρίση του πολιτικού συστήματος. Όταν το πολιτικό σύστημα διαπιστώσει ότι η μηντιακή προβολή μετατοπίζεται στους ειδικούς, οι πολιτικοί θα αισθανθούν την ανάγκη να επαναφέρουν τα πράγματα στην συνήθη επικοινωνιακή διαχείριση.

Δυστυχώς για την δημοκρατία μας η αμέριστη και απολύτως δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των πολιτών, κατά τις δημοσκοπήσεις, στο πρόσωπο του κ. Τσιόρδα  μπορεί στην συνέχεια να μετατραπεί σε αμφισβήτηση προς το πολιτικό προσωπικό συνολικά όταν το τελευταίο κληθεί να διαχειριστεί τα προβλήματα της επόμενης μέρας υπό δυσμενέστερες συνθήκες σε σχέση με το ήδη επιβαρυμένο πρόσφατο παρελθόν. Η πρόβλεψη αυτή δεν μειώνει βέβαια την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης και την αναμφίβολα πετυχημένη αντιμετώπιση μέχρι σήμερα της υγειονομικής κρίσης.

Σε ένα άλλο επίπεδο επανήλθε επιτακτικά ή έννοια της πειθαρχίας και της ατομικής ευθύνης ως προς την εφαρμογή των μέτρων που αναμφίβολα είναι περιοριστικά στις ελευθερίες των πολιτών. Ατομική ευθύνη και κρατικά μέτρα δεν πρέπει να συγχέονται, παρά το γεγονός ότι η πειστικότητα των δεύτερων ενισχύει την πρώτη. Πειθαρχούμε σε κάτι που μας επιβάλλεται όταν συμμεριζόμαστε την αναγκαιότητα του και το συνδέουμε με την ταυτότητά μας και εν προκειμένου με την υγεία μας. Εδώ η ελληνική κοινωνία μολονότι χαρακτηρίζεται ως κοινωνία με χαμηλό δείκτη εμπιστοσύνης προς τους κρατικούς θεσμούς έδειξε ισχυρή προσήλωση στις επιδημιολογικές οδηγίες και πρωτόγνωρη εμπιστοσύνη στο υγειονομικό  πλάνο. Μήπως ξύπνησε ο αρχαϊκός φόβος έναντι αόρατης απειλής που παραλύει κάθε αντίδραση, μήπως η μαγνητική επιρροή του ειδικού που είναι επιστημονικά ακριβής αλλά και κοινωνικά ευαίσθητος επηρέασε την συμπεριφορά μας; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει στο παρόντα χρόνο με ασφάλεια. Το βέβαιο είναι ότι όσοι θεωρούν ότι τα δεδομένα θα αλλάξουν ριζικά μετά την κρίση σε όλα τα επίπεδα είναι πολύ αισιόδοξοι με την ανθρώπινη φύση, και υποτιμούν την ληθαργική επιρροή της κοινωνικής αμνησίας, όταν τα πράγματα επανέλθουν σε ότι ονομάζουμε κανονικότητα.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” 11/5/2020

 

 

 

Περιορισμοί της θρησκευτικής λατρείας και των συναθροίσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Οι αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας.

Κυριάκος Π. Παπανικολάου, Λέκτωρ Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Ι.

Το βασικό χαρακτηριστικό της ενσκήψασας πανδημίας είναι η ραγδαία εξάπλωσή της λόγω της υψηλής μεταδοτικότητάς της. Η υγειονομική κρίση κατέστη παγκόσμια εντός χρονικού διαστήματος που υπερβαίνει ζοφερά τις παραστάσεις μας για τις ταχύτητες μετάδοσης στο πεδίο της φυσικής ζωής, στο οποίο εθεωρείτο ότι εκ των πραγμάτων υστερεί η δυναμική σε σύγκριση με το ψηφιακό επίπεδο της παγκοσμιοποίησης. Από την άλλη πλευρά, η ακαριαία επικοινωνία και πληροφόρηση, την οποία επιτρέπει η παγκοσμιοποίηση, αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την έγκαιρη αντίδραση κατά της μεταδοτικότητας της νόσου. Η μοιραία πύκνωση του χρόνου[1] συνειδητοποιήθηκε σύντομα και έτσι οι κίνδυνοι κατέστησαν αντικείμενο δημόσιων πολιτικών έκτακτης ανάγκης. Η ενεργοποίησή της αντίδρασης στο επίπεδο των κρατών κρίθηκε αναγκαία βάσει του διακυβεύματος, ελλείψει χρόνου και εν όψει του εξ ορισμού διασυνοριακού χαρακτήρα της κρίσης. Δεν υπήρχε περιθώριο δοκιμών με ηπιότερα μέσα αυτορρύθμισης των κοινωνιών[2].

Οι τάχιστα ενταθείσες κρατικές απαγορεύσεις προφανώς έθεσαν και θέτουν σε δοκιμασία, δηλαδή αναδεικνύουν σε ακραίες συνθήκες, τα όρια των Συνταγμάτων, καθώς η επιβολή των μέτρων σε κάθε έννομη τάξη αξιολογείται τόσο σε σχέση με οργανωτικές συνταγματικές διατάξεις, που αφορούν άμεσα τη λειτουργία των πολιτευμάτων, όσο και –κυρίως– σε σχέση με τις διατάξεις περί θεμελιωδών δικαιωμάτων[3]. Καθώς τα ζητήματα οργανωτικού δικαίου είναι εν πολλοίς συνδεδεμένα με τη θεσμική ιδιοπροσωπία της κάθε έννομης τάξης, π.χ. ομοσπονδιακή δομή, αρχή της επικουρικότητας, επείγουσα εισαγωγή ουσιαστικών νόμων, παρουσιάζει συγκριτικό ενδιαφέρον κυρίως η νομολογιακή αξιολόγηση της συμβατότητας των μέτρων με τις συνταγματικές διατάξεις περί θεμελιωδών δικαιωμάτων[4]. Ιδίως κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες τουλάχιστον, στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων έχει διαμορφωθεί ένα υπερεθνικό κεκτημένο, που βασίζεται στην κανονιστική αλληλεξάρτηση των εννόμων τάξεων στην Ευρώπη[5]. Μέσω νομολογιακών μεταστροφών και προσαρμογών έχουν επέλθει κρίσιμες προσεγγίσεις και εναρμονίσεις των εθνικών συνταγματικών τάξεων, χωρίς βεβαίως να λείπουν αναζωογονητικές στροφές εντάσεων του διασυνταγματικού συντονισμού[6], ιδίως εντός του δικαιοδοτικού διαλόγου μεταξύ των υπερεθνικών και των ανώτατων εθνικών δικαστηρίων. Η ενσκήψασα πανδημία παρέχει ένα προνομιακό πεδίο μείζονος αξιοποίησης των συγκριτικών πορισμάτων, διότι αποτελεί μια ενιαία πρόκληση στην οποία καλούνται να ανταποκριθούν εκ παραλλήλου οι εθνικές συνταγματικές τάξεις[7]. Το πρόβλημα είναι κοινό, οι ευρωπαϊκές έννομες τάξεις τελούν, ούτως ή άλλως, σε διασυνταγματικό συντονισμό και, επομένως, για τους δύο αυτούς λόγους η προσέγγισή μας δεν μπορεί παρά να είναι και δικαιοσυγκριτική, λαμβανομένων βεβαίως σοβαρά υπόψη των υφισταμένων κανονιστικών διαφορών[8].

Υπ’ αυτήν την οπτική, παρουσιάζουν αυξημένο ενδιαφέρον οι εκδοθείσες αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας σχετικά με τη συνταγματικότητα των μέτρων[9]. Μέχρι σήμερα έχουν δημοσιευθεί περίπου είκοσι σχετικές δικαστικές αποφάσεις. Εξ αυτών των αποφάσεων επί αιτήσεων προσωρινής δικαστικής προστασίας δικαιοσυγκριτικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν ιδίως τρεις αποφάσεις, που θα εξετασθούν εδώ κατά τη χρονική σειρά δημοσιεύσεώς τους× η πρώτη και η τρίτη (παρακάτω, υπό ΙΙ και IV αντιστοίχως) αφορούν στην ελευθερία της θρησκευτικής λατρείας, ενώ η δεύτερη (παρακάτω, υπό ΙΙΙ) στην ελευθερία συνάθροισης.

 

 

ΙΙ.

Στην πρώτη περίπτωση[10], ο προσφεύγων προσέβαλε τις διατάξεις διατάγματος του Κρατιδίου της Έσσης που απαγόρευαν τις συγκεντρώσεις σε χώρους λατρείας, δυνάμει των οποίων δεν μπορούσε ως πιστός του καθολικού χριστιανικού δόγματος να λάβει μέρος στην τελετή της θείας ευχαριστίας και στις λειτουργίες των ημερών του Πάσχα. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, η θεία ευχαριστία είναι κεντρικής σημασίας εντός της καθολικής πίστεως και η τέλεσή της δεν μπορεί να υποκατασταθεί με την ατομική προσευχή ή με μετάδοση της τελετής από το διαδίκτυο. Για αυτούς τους λόγους, κατά τον προσφεύγοντα, η απαγόρευσή της αποτελούσε μια υπέρμετρα επαχθή προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 §§1 και 2 του Θεμελιώδους Νόμου (ΘΝ). Αυτή η προσβολή επιτείνεται κατά της ημέρες του Πάσχα, που αποτελούν το επίκεντρο της θρησκευτικής ζωής των χριστιανών[11].

Το Δικαστήριο έκρινε ότι, με αυτό το περιεχόμενο, η συνταγματική προσφυγή δεν ήταν προδήλως αβάσιμη[12] και, συνεπώς, προέβη σε στάθμιση των συνεπειών της συνέχισης της απαγόρευσης και της αναστολής της. Τόνισε ότι αυτή η στάθμιση δεν αφορά μόνο την έννομη σφαίρα του προσφεύγοντος, αλλά ευρύτερου κύκλου προσώπων, που θα επηρεάζονταν από την απόφαση και ότι, για να χορηγήσει προσωρινή προστασία, θα έπρεπε οι υπέρ της αίτησης λόγοι να είναι τόσο σοβαροί ώστε να καθιστούν αναμφιλέκτως αναγκαία την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας[13]. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση με το ακόλουθο σκεπτικό: Η αναστολή της απαγόρευσης θα οδηγούσε προφανώς σε συνάθροιση πολλών ανθρώπων στις εκκλησίες, ιδίως κατά τις ημέρες του Πάσχα, με συνέπεια την αύξηση του κινδύνου εξάπλωσης του ιού και επιβάρυνσης του συστήματος ιατρικής περίθαλψης με πολλά σοβαρά περιστατικά, ορισμένα εκ των οποίων θα ήταν και θανατηφόρα. Αυτή η εκτίμηση κινδύνου προέκυπτε από σχετική έκθεση του Ινστιτούτου Robert Koch, το οποίο είναι ομοσπονδιακός δημόσιος φορέας με σκοπό την προστασία της υγείας. Η διακινδύνευση δεν θα αφορούσε μόνο τους εκουσίως μετέχοντες στις θρησκευτικές λειτουργίες αλλά έναν ευρύτερο κύκλο προσώπων, στα οποία θα μπορούσε να μεταδοθεί ο ιός[14]. Μια τέτοια αυξημένη διακινδύνευση της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας θα έθιγε το οικείο, κατοχυρωμένο στο άρθρο 2 §2 ΘΝ δικαίωμα, το οποίο το κράτος πρέπει να προστατεύει, με συνέπεια την επί του παρόντος υποχώρηση του επίσης συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος της θρησκευτικής λατρείας. Αυτή τη στάθμιση υπέρ του δικαιώματος στη ζωή και στη σωματική ακεραιότητα δικαιολόγησε το Δικαστήριο με ιδιαίτερη αναφορά στην παραπάνω επιστημονική έκθεση εκτίμησης κινδύνου, και ιδίως στη θέση της ότι ήδη στην αρχική φάση της πανδημίας έπρεπε να περιορισθεί η εξάπλωση του ιού με τον περιορισμό των ανθρώπινων επαφών, ώστε να αποφευχθεί μια κατάρρευση του συστήματος υγείας με πολυάριθμους θανάτους. Πάντως, το Δικαστήριο τόνισε ότι κρίσιμος για αυτή τη στάθμιση ήταν και ο χρονικός περιορισμός της απαγόρευσης μέχρι τη 19η Απριλίου 2020 και, επομένως, η επαναξιολόγηση του διατάγματος από τις αρμόδιες αρχές βάσει των εξελισσόμενων δεδομένων σχετικά με την πανδημία. Μια τέτοια επανεκτίμηση της προσήκουσας ρύθμισης πρέπει να βασίζεται σε αυστηρή εξέταση των μέτρων υπό την αρχή της αναλογικότητας, η οποία μπορεί – βάσει των νεώτερων δεδομένων – να επιβάλει χαλάρωση της απαγόρευσης υπό αυστηρούς περιορισμούς και ενδεχομένως με εφαρμογή της μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές[15].

Το παραπάνω σκεπτικό του Δικαστηρίου θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί ως εξής:

α) Η απαγόρευση της συμμετοχής πιστών σε λατρευτικές εκδηλώσεις αποτελεί σοβαρότατη επέμβαση στη θρησκευτική ελευθερία τους.

β) Δεν είναι προδήλως αβάσιμη η έγερση ισχυρισμών περί αντισυνταγματικότητας της απαγόρευσης.

γ) Η συνταγματική ένταση που προκαλείται από τα οικεία μέτρα αφορά στη σύγκρουση μεταξύ δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων: του δικαιώματος στη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα αφ’ ενός, της θρησκευτικής ελευθερίας αφ’ ετέρου.

δ) Ο βαθμός διακινδύνευσης της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας σε περίπτωση συνέχισης των θρησκευτικών συναθροίσεων υπό τις τότε τρέχουσες συνθήκες αποτέλεσε κρίσιμη παράμετρο της στάθμισης μεταξύ των συγκρουόμενων δικαιωμάτων.

ε) Η διακινδύνευση της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας τεκμηριώνεται βάσει επιστημονικών μελετών και συνδέεται με τις συνέπειες της εξάπλωσης της πανδημίας για το σύστημα δημόσιας υγείας[16].

στ) Η διακινδύνευση της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας τόσο των μετεχόντων στις θρησκευτικές τελετές όσο και ευρύτερου κύκλου προσώπων, με πιθανή μάλιστα την αδυναμία του συστήματος υγείας να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις συνέπειες εκτεταμένης διασποράς του ιού, επιβάλλουν την υποχώρηση της θρησκευτικής ελευθερίας.

ζ)  Η ανωτέρω στάθμιση κρίθηκε προσήκουσα ιδίως εν όψει της βραχείας χρονικής οριοθέτησης της απαγόρευσης της θρησκευτικής λατρείας[17].

η) Η επιμήκυνση της ισχύος των μέτρων θα επέβαλε την εκ νέου αξιολόγηση της στάθμισης βάσει της αρχής της αναλογικότητας εν όψει επίκαιρων δεδομένων[18].

 

 

III.

Στη δεύτερη περίπτωση[19], ο προσφεύγων είχε ενημερώσει εγγράφως τις αρχές σχετικά με επικείμενες τετράωρες συναθροίσεις στις 14, 15, 16 και 17 Απριλίου 2020. Το σύνθημα των συναθροίσεων ήταν «Ενισχύστε την υγεία και μην αποδυναμώνετε τα θεμελιώδη δικαιώματα – Προστασία από τους ιούς, όχι από τους ανθρώπους». Επέκειντο δηλαδή επίκαιρες συναθροίσεις κατά το χρονικό διάστημα των περιοριστικών μέτρων, οι οποίες στρέφονταν ακριβώς κατά των μέτρων αυτών. Κατ’ εκτίμηση, στις συναθροίσεις θα μετείχαν περίπου τριάντα πρόσωπα και θα λαμβάνονταν μέτρα προστασίας κατά της πανδημίας. Ειδικότερα, είχε προβλεφθεί να υπάρχουν πινακίδες με ενδείξεις προς τήρηση αποστάσεων ασφαλείας, καθώς και σήμανση των θέσεων εκκίνησης, οι οποίες θα υπέκειντο σε αποστάσεις δέκα μέτρων έμπροσθεν και όπισθεν και έξι μέτρων εκατέρωθεν εκάστου συναθροιζομένου ή συμμετέχουσας ομάδας συνοικούντων προσώπων. Συναθροιζόμενοι καταφθάνοντες κατά τη διάρκεια της πορείας θα προσετίθεντο όπισθεν της κινούμενης συνάθροισης[20].

Τα επίδικα εν προκειμένω περιοριστικά μέτρα είχαν προβλεφθεί με διάταγμα των αρχών του κρατιδίου της Έσσης, το οποίο, πάντως, κατά την κρίση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, δεν περιείχε γενική απαγόρευση των υπαιθρίων συναθροίσεων περισσοτέρων των δύο μη συνοικούντων προσώπων. Αντιθέτως, η καθ’ ης αρχή είχε υπολάβει, κατά το Δικαστήριο, ότι απαγορεύονται άπασες οι δημόσιες συναθροίσεις[21]. Επ’ αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο (υπό την ίδια, μάλιστα, σύνθεση όπως και στην ανωτέρω, υπό ΙΙ, εκτεθείσα υπόθεση) έκρινε ότι η ούτως ερεισθείσα απαγόρευση των κρίσιμων συναθροίσεων αντέκειτο – όχι απλώς στο διάταγμα, αλλά – ευθέως στο άρθρο 8 §1 ΘΝ, διότι η προβλεπόμενη στο διάταγμα διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων αρχών  σχετικά με τη διεξαγωγή των συναθροίσεων σκοπεί ακριβώς την εκτίμηση κατά περίπτωση – και όχι γενικώς εκ των προτέρων – της σημασίας και του εύρους του δικαιώματος συναθροίσεως. Η συνταγματικώς επιτασσόμενη εκτίμηση κατά περίπτωση πρέπει να βασίζεται στις ειδικότερες περιστάσεις εκάστης συναθροίσεως. Άλλως, θα μπορούσε να γίνει δεκτή υπό ορισμένες γενικές συνθήκες, όπως επί παραδείγματι οι της ενσκήψασας πανδημίας, ότι απαγορεύονται συλλήβδην οι συναθροίσεις καθισταμένου ούτως κενού περιεχομένου του υπό το άρθρο 8 §1 ΘΝ περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας[22]. Βεβαίως, όπως επισημαίνει το Συνταγματικό Δικαστήριο, εν προκειμένω η καθ’ ης αρχή θα μπορούσε να επανέλθει θέτοντας όρους στη διεξαγωγή των συγκεκριμένων συναθροίσεων, ή ακόμη και απαγορεύοντας αυτές, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι σχετικές αποφάσεις της θα λαμβάνονταν κατ’ ενάσκηση της υπό το άρθρο 8 §1 ΘΝ διακριτικής ευχέρειάς της[23].

 

 

IV.

Στην τρίτη περίπτωση[24], προσφεύγουσα ήταν μία ένωση θρησκευτικού σκοπού με περίπου χίλια τριακόσια μέλη, η οποία προσέβαλε διάταγμα του κρατιδίου της Κάτω Σαξωνίας, το οποίο απαγόρευε απολύτως τις συναθροίσεις σε εκκλησίες, τζαμιά, συναγωγές και λοιπούς χώρους θρησκευτικής λατρείας. Η αίτηση προσωρινής προστασίας της προσφεύγουσας είχε απορριφθεί από το Διοικητικό Εφετείο της Κάτω Σαξωνίας, ενώπιον του οποίου είχε ζητηθεί να επιτραπεί η κατ’ εξαίρεση τέλεση της προσευχής της Παρασκευής κατά τον μήνα νηστείας του Ραμαζανίου με τήρηση των όρων προστασίας της δημόσιας υγείας υπό τους οποίους είχε επιτραπεί και η λειτουργία εμπορικών καταστημάτων. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα είχε αιτηθεί την προσωρινή τέλεση των οικείων θρησκευτικών πράξεων με τήρηση, μεταξύ άλλων, των εξής όρων: ελάχιστη απόσταση του ενός και ημίσεως μέτρου μεταξύ των συναθροιζομένων κατά σήμανση των οικείων θέσεων επί του χώρου, μείωση του αριθμού των συμμετεχόντων σε είκοσι τέσσερις (αντί των τριακοσίων που κανονικά χωρούσαν στο συγκεκριμένο τζαμί) προσερχόμενους κατόπιν ατομικών προσκλήσεων σε διαφορετικές ώρες τέλεσης της προσευχής κατά την Παρασκευή, ώστε να μη σχηματίζονται ουρές έξω από το τζαμί, κάλυψη του στόματος και της μύτης των συμμετεχόντων με μάσκες. Επίσης, η προσφεύγουσα τόνισε ότι οι συγκεκριμένες θρησκευτικές πράξεις δεν ενεργούνται με όμοιο τρόπο σε όλα τα τζαμιά και ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν θα υπήρχε από κοινού ψαλμός των συμμετεχόντων αλλά εκφορά της προσευχής από τον ιμάμη[25].

Το Διοικητικό Εφετείο της Κάτω Σαξωνίας είχε απορρίψει τη σχετική αίτηση κρίνοντας ότι ο σοβαρότατος – εν όψει της κεντρικής για τους μουσουλμάνους σημασίας των συγκεκριμένων θρησκευτικών πράξεων κατά τη διάρκεια του Ραμαζανίου – περιορισμός της θρησκευτικής ελευθερίας ήταν αναγκαίος, προκειμένου να μη εξαπλωθεί ο ιός και υπερφορτωθεί το σύστημα δημόσιας υγείας. Είχε δε καταλήξει σε αυτή την κρίση του εκτιμώντας ως μείζονα την ένταση του κινδύνου μετάδοσης του ιού εντός των χώρων λατρείας σε σύγκριση με τον κίνδυνο εντός των εμπορικών καταστημάτων υπό αντίστοιχους όρους. Αυτή τη διάκριση είχε βασίσει κυρίως στην ταυτόχρονη παρουσία των μετεχόντων για μεγάλη χρονική διάρκεια σε θρησκευτικές πράξεις και στο γεγονός ότι ιδίως κατά το Ραμαζάνι δεν θα ήταν εφικτό να τηρηθούν απαρεγκλίτως οι αποστάσεις με τρόπο αποτελεσματικώς ελέγξιμο[26].

Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι η απορριπτική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου της Κάτω Σαξωνίας ήταν μεν ορθή ως προς τη μη τέλεση γενικώς των θρησκευτικών συναθροίσεων υπό όρους αντίστοιχους με αυτούς της λειτουργίας εμπορικών καταστημάτων, έστω και αν η απαγόρευση των οικείων θρησκευτικών πράξεων αποτελεί σοβαρότατο περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας, ιδίως κατά περιόδους προβλεπόμενης τέλεσης θρησκευτικών πράξεων μείζονος σημασίας για τους πιστούς της κάθε θρησκείας[27]. Ωστόσο, παρά την κατ’ αρχήν εύλογη γενική διαφοροποίηση των θρησκευτικών συναθροίσεων από τις συναλλαγές εντός εμπορικών καταστημάτων, το Συνταγματικό Δικαστήριο τόνισε ότι ο κίνδυνος μετάδοσης της ίωσης πρέπει να κρίνεται βάσει των εκάστοτε ειδικών περιστάσεων[28]. Τηρουμένων των αναλογιών, αυτή η κρίσιμη σκέψη του Συνταγματικού Δικαστηρίου βαίνει παραλλήλως του σκεπτικού της προηγουμένως εκτεθείσης, υπό ΙΙΙ, αποφάσεώς του σχετικά με την απαγόρευση των συναθροίσεων. Και στη θρησκευτική λατρεία απαιτείται εξατομικευμένη κρίση, έστω και κατ’ εξαίρεση ενός γενικού κανόνα απαγόρευσης, που μπορεί να ισχύει κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα μετάδοσης της πανδημίας. Η απόλυτη απαγόρευση δεν δικαιολογείται χωρίς την πρόβλεψη ειδικής εξαίρεσης βασιζόμενης κατά περίπτωση στις ειδικές εξεταστέες περιστάσεις που συνδέονται με την κάθε θρησκευτική πράξη και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή δύναται να τελεσθεί. Υπ’ αυτή την οπτική, είναι κρίσιμα τα αντικειμενικά στοιχεία τόσο του μεγέθους και της δομής του χώρου λατρείας όσο και του μεγέθους της οικείας θρησκευτικής κοινότητας. Η εξατομικευμένη κρίση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την επάρκεια των ειδικών μέτρων προστασίας υπό τις ανωτέρω αντικειμενικές συνθήκες, δηλαδή πρέπει η εκάστοτε απόφαση εξαίρεσης ή μη από την απαγόρευση να βασίζεται σε εκτιμήσεις περί αναλογικότητας με πήχυ αναγκαιότητας τον συνδυασμό μέτρων όπως τα εν προκειμένω κρίσιμα (διεξαγωγή περισσότερων θρησκευτικών πράξεων προς κατάτμηση των συνολικώς συναθροιζομένων, χρήση μασκών προσώπου, σήμανση θέσεων κλπ.) και την δι’ αυτών παρεχόμενη εγγύηση μη επαυξήσεως του κινδύνου μετάδοσης του ιού[29]. Πάντως, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι το αδικαιολόγητο του αποκλεισμού εξατομικευμένων εξαιρέσεων από την απαγόρευση συναρτάται και προς την τρέχουσα εκτίμηση του κινδύνου και στρατηγική αντιμετώπισής του[30].

 

 

V.

Είναι βέβαιο ότι οι χρόνοι που διάγουμε είναι ιστορικής σημασίας. Είναι φανερό ότι η ευθύνη όλων μαζί και του καθενός ατομικά είναι ανάλογη των περιστάσεων. Οι κραδασμοί των καιρών ήδη παράγουν την ηχώ τους εντός του οικοδομήματος του συνταγματικού δικαίου. Επιζητούμε έναν συντονισμό που δεν θα οδηγήσει σε κατάρρευση. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν αρκούν σημειακές προσαρμογές ερμηνευτικής κλίμακας. Ωστόσο, προτού να θεωρήσουμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας μεταβολής επιστημονικού παραδείγματος, πρέπει να ψηλαφήσουμε τα τραύματα και να διακρίνουμε τις επείγουσες θεραπείες από τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές. Το Σύνταγμα μόνο ακέραιο μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης του προβλήματος, έστω και αν η ακεραιότητά του χρειάζεται να αναδυθεί ξανά μέσα από ωδίνες. Άλλωστε, η προσέγγιση των ορίων είναι αυτή που πάντα αποκαλύπτει το πρόσωπο του Συντάγματός μας ως αυθεντική έκφραση της συλλογικής πολιτικής ιδιοπροσωπίας μας.

 

[1] Βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, «Στιγμές από τις χρονικότητες της κρίσης του Covid-19», www.constitutionalism.gr.

[2] Βλ. Γ. Καραβοκύρη, «Πανδημία και Δίκαιο: Τα ηθικοπολιτικά μαθήματα της κρίσης» (18/3/2020), www.syntagmawatch.gr.

[3] Θεωρείται ότι η πανδημία δοκιμάζει όχι μόνον ερμηνείες συγκεκριμένων συνταγματικών δικαιωμάτων αλλά την εν γένει πρόσληψη του Συντάγματος σε αναφορά ιδίως προς τον πυλώνα των δικαιωμάτων. Βλ. Αντ. Μανιτάκη, «Η ζωή ως Πάθος συνταγματικό», Καθημερινή 16/4/2020 (=www.constitutionalism.gr), όπου παρατηρείται ότι η κρίση αποτελεί ευκαιρία επανεξέτασης της «δικαιωματοκρατίας»× Χ. Ανθόπουλου, «Ο Covid-19 και η εποχή των δικαιωμάτων», www.constitutionalism.gr, όπου επισημαίνεται η ανάγκη συνολικής επανερμηνείας των Συνταγμάτων, ώστε να «υποδεχθούν προσωρινά ακόμη και την πιο ακραία εκδοχή του “Κράτους Πρόληψης”»× Ιφ. Καμτσίδου, «Η πανδημία και η αναχώρηση του δικαίου», Εποχή 5/4/2020 (=www. constitutionalism.gr), η οποία εντοπίζει στον συνταγματικό λόγο σχετικά με την πανδημία μια αντιστροφή της σχέσης μεταξύ της ελευθερίας και των περιορισμών της.

[4] Πάντως, τα δημοκρατικά και τα φιλελεύθερα όρια των Συνταγμάτων παρουσιάζονται συνυφασμένα εντός των προβληματισμών που προκαλεί η πανδημία× βλ. συναφώς Γ. Σωτηρέλη, «Η Δημοκρατία απέναντι στην πανδημία», Τα Νέα 11/4/2020 (=www.constitutionalism.gr). Βλ., επίσης, Ακρ. Καϊδατζή, «Αντικοινωνικά δικαιώματα σε καιρό πανδημίας», Αυγή 6/4/2020 (=www.constitutionalism.gr), ο οποίος επισημαίνει τη σημασία της τήρησης των διαδικαστικών κανόνων για τη νομιμοποίηση των περιορισμών των δικαιωμάτων.

[5] Για την έννοια της «κανονιστικής αλληλεξάρτησης» και τη διάκρισή της από αυτήν της «λειτουργικής αλληλεξάρτησης» βλ. Κ. Παπανικολάου, «Συνταγματισμός και Κυριαρχία. Αναζητώντας τη συνταγματική εγκυρότητα του Ευρωπαϊκού Δικαίου. H ερμηνεία του άρθρου 28 ΕλλΣ», ΤοΣ 25 (2001), σελ. 275 επ. (301 και 304 επ.).

[6] Για την έννοια και τη λειτουργία του «διασυνταγματικού συντονισμού» βλ. Κ. Παπανικολάου, «Οι διασυνταγματικές σχέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση», ΤοΣ 2007 (Ειδ. Τεύχ.), σελ. 93 επ. (ιδίως 150 επ., όπου αναλύονται μονιστικά και πλουραλιστικά μοντέλα διασυνταγματικού συντονισμού).

[7] Βλ. Ξ. Κοντιάδη, «Δικαιώματα και Πανδημία», www.dianeosis.org (Απρίλιος 2020), όπου οι συνέπειες της πανδημίας για τα συνταγματικά δικαιώματα αξιολογούνται ως αφορώσες εν γένει τις «δημοκρατίες του δυτικού κόσμου», και μάλιστα χαρακτηρίζονται ως η «ευρύτερη υποχώρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο».

[8] Βλ. Ευ. Βενιζέλου, «Πανδημία, Θεμελιώδη Δικαιώματα και Δημοκρατία» (Συμπληρωμένη έκδοση, 4/4/2020), www.evenizelos.gr, §8, όπου τονίζεται η ανάγκη αξιολόγησης των περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων εντός του πολυεπίπεδου συνταγματισμού. – Συγκριτικά πορίσματα είναι κρίσιμα και στο πραγματολογικό επίπεδο των συνεπειών των ληφθέντων από κάθε κράτος μέτρων, καθώς μπορούν να αξιοποιηθούν στις κρίσεις σχετικά με την αρχή της αναλογικότητας× βλ. συναφώς Χ. Τσιλιώτη, «Πανδημία και περιοριστικά μέτρα (Μέρος ΙΙ): Οι αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης παραβίασης του πυρήνα του δικαιώματος» (9/4/2020), www.syntagmawatch.gr.

[9] Βλ., πάντως, Π. Μαντζούφα/Αν. Παυλόπουλου, «Κορωνοϊός και ελευθερία της κίνησης: Διατηρώντας το Σύνταγμα “ζωντανό” εν μέσω πανδημίας», The BooksJournal, Μάιος 2020 (=www.constitutionalism.gr), όπου επισημαίνεται ότι σε τέτοιες συνθήκες κρίσεως εντείνεται ο δικαστικός αυτοπεριορισμός, καθώς καθίστανται πρωταρχικές οι συνταγματικές αξιολογήσεις της πολιτικής εξουσίας (Βουλής και Κυβέρνησης).

[10] Βλ. BVerfG – Απόφαση της 10.4.2020 – 1 BvQ 28/20.

[11] Βλ. BVerfG (op. ult. cit.), Rn. 11.

[12] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 9), Rn. 9.

[13] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 9), Rn. 10.

[14] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 9), Rn. 13.

[15] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 9), Rn. 14.

[16] Για την αποδοχή της ισχύος της επιστήμης από την πολιτική εξουσία κατά την αντιμετώπιση της πανδημίας βλ. Ν. Αλιβιζάτου, «Οι επιστημονικές διαφωνίες σε ώρα κρίσης», Καθημερινή 13/4/2020 (=www.constitutionalism.gr)× Χ. Ανθόπουλου, «Επιστήμη και πολιτική στην κρίση του κορωνοϊού», Πρώτο Θέμα 12/4/2020 (=www.constitutionalism.gr).

[17] Βλ. Σπ. Βλαχόπουλου, «Θρησκευτική ελευθερία και προστασία της υγείας», Καθημερινή (ηλεκτρονική έκδοση) 21/3/2020 (=www.constitutionalism.gr), όπου τονίζεται ο προσωρινός χαρακτήρας της απαγόρευσης της θρησκευτικής λατρείας ως κρίσιμη παράμετρος της συνταγματικής στάθμισης. Η προσωρινότητα των περιορισμών θεωρείται κρίσιμη για όλες τις σχετικές σταθμίσεις× βλ. συναφώς Γ. Τασόπουλου, «Η ελευθερία κίνησης, η διασπορά του Κορωνοϊού και το Σύνταγμα», www.constitutionalism.gr.

[18] Για τις συνταγματικώς κρίσιμες πραγματολογικές προϋποθέσεις διαδοχικών ανανεώσεων των περιορισμών βλ. Γ. Τασόπουλου (op. ult. cit.). Πρβλ. Δ. Φιλίππου, «Και όμως, στη Δημοκρατία υπάρχουν αδιέξοδα», Documento 27/4/2020, κατά τον οποίο οι συνεχείς παρατάσεις των μέτρων κλονίζουν την πεποίθηση της καταλληλότητάς τους και, συνεπώς, εγείρουν ζήτημα τήρησης της αρχής της αναλογικότητας.

[19] Βλ. BVerfG, Απόφαση της 15.4.2020 – 1 BvR 828/20.

[20] Βλ. BVerfG (op. ult.cit.), Rn. 2.

[21] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 18), Rn. 12.

[22] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 18), Rn. 13-14.

[23] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 18), Rn. 15.

[24] Βλ. BVerfG, Απόφαση της 29.4.2020 – 1 BvQ 44/20.

[25] Βλ. BVerfG (op. ult.cit.), Rn. 2-5.

[26] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 23), Rn. 10-11.

[27] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 23), Rn. 13.

[28] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 23), Rn. 14.

[29] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 23), Rn. 15.

[30] Βλ. BVerfG (όπ. π., σημ. 23), Rn. 14.

Κορωνοϊός και ελευθερία της κίνησης: Διατηρώντας το Σύνταγμα «ζωντανό» εν μέσω πανδημίας

Παναγιώτης Μαντζούφας Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Α.Π.Θ. - Αναστάσιος Παυλόπουλος, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Α.Π.Θ.

Το Σύνταγμα διαρθρώνει τη συνταγματική προστασία της προσωπικής ελευθερίας αφενός σε ατομικό και αφετέρου σε συλλογικό επίπεδο. Τα μέτρα που τέθηκαν σε ατομική βάση, δηλαδή σε όσους νοσούν ή ενδέχεται να νοσήσουν, βρίσκουν έρεισμα στην ερμην. δήλωση του ά. 5 Συντ. και πληρούν τις εγγυήσεις προστασίας του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, καθόσον προβλέπεται η προσφυγή σε δικαστική κρίση σε όσους έχουν τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό, ο οποίος ισοδυναμεί με στέρηση της προσωπικής ελευθερίας. Τα μέτρα που τέθηκαν στο συλλογικό επίπεδο και αφορούν τον γενικό πληθυσμό, που δεν έχει αποδεδειγμένη επαφή με τη νόσο, λαμβάνονται καθ’ υλοποίηση άλλων συνταγματικών διατάξεων και ιδίως διατάξεων του διεθνούς δικαίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που προβλέπουν θετικές υποχρεώσεις των κρατών για τον περιορισμό της εξάπλωσης επιδημιών. Η συνταγματικότητα των περιορισμών στην ελεύθερη κίνηση χάριν προστασίας της δημόσιας υγείας γινόταν ανέκαθεν δεκτή στη συνταγματική θεωρία, ακόμα και υπό το προϊσχύσαν Σύνταγμα. Τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν σε πρώτη φάση για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού είναι συνταγματικά ανεκτά. Σε περιόδους έκτακτης ανάγκης, όπως η υγειονομική κρίση της τρέχουσας περιόδου, δεν νοείται υποκατάσταση της πολιτικής εξουσίας από τη δικαστική, τουλάχιστον σε πρώτο χρόνο. Η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι η συνταγματικότητα των μέτρων τεκμαίρεται στο διηνεκές. Είναι αναγκαίο τα μέτρα να προσαρμόζονται στις περιστάσεις, ώστε να επάγονται όσο το δυνατόν λιγότερες συνέπειες. Η ερμηνεία του Συντάγματος πρέπει να είναι τέτοια, ώστε το Σύνταγμα να μπορεί να διαρρυθμίσει αποτελεσματικά την κοινωνική και πολιτική ζωή. Υπό την έννοια αυτή, το Σύνταγμα διατηρεί τον πρωτεύοντα κανονιστικό του ρόλο και παραμένει «ζωντανό» μέσα σε συνθήκες έκτακτης υγειονομικής ανάγκης.

Αναδημοσίευση από το The book’s journal, τεύχος Μάη 2020

Η επιστήμη, η πανδημία και οι προκλήσεις μπροστά μας

Βασιλική Χρήστου, Επίκ. καθ. Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ποιος θα μπορούσε να είναι ένας προσωρινός απολογισμός από τη μέχρι τώρα πορεία της πανδημίας; Παρά τις τεράστιες απώλειες, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την αδιαμφισβήτητη πρόοδο της ανθρωπότητας. Ανάλογες πανδημίες στο παρελθόν, σε συνθήκες πολύ λιγότερο έντονης παγκοσμιοποίησης, είχαν οδηγήσει σε συντριπτικά μεγαλύτερο αριθμό θανάτων, παρά το ότι τις εικόνες από την Ιταλία και τη Νέα Υόρκη εξακολουθεί να μην τις χωρά ο νους μας. Επίσης, εάν σε άλλες εποχές μια μερίδα του πληθυσμού με λιτανείες προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τη χολέρα ή τον τύφο, σήμερα η σύμπλευση με την επιστήμη είναι σχεδόν καθολική. Είναι κατάκτηση της νεωτερικότητας το ότι διακρίνουμε πλέον ανάμεσα στη δημόσια σφαίρα ορθολογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων και στην ιδιωτική σφαίρα μεταφυσικής αναζήτησης. Η σφαίρα αυτή διατήρησε την πνευματικότητά της κι έτσι ουδείς ανέγνωσε την πανδημία ως μορφή τιμωρίας των απίστων, ούτε τη θεραπεία ως μορφή σωτηρίας. Στον περιορισμό των θανάτων σε σχέση με άλλες εποχές και στην ορθολογική αντιμετώπιση της πανδημίας συνέβαλε αποφασιστικά το μεταπολεμικό κράτος προνοίας και η ανάπτυξη της επιστήμης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Διαφωτισμός, η χειραφέτηση του ανθρώπου, συνδυάστηκε με την ανάπτυξη των επιστημών.

Μέσα από το κράτος προνοίας οι πολλοί, οι φτωχοί, μπόρεσαν να επωφεληθούν από τα επιτεύγματα της επιστήμης. Έτσι, μετά τον πόλεμο οι ευρωπαϊκές χώρες οργάνωσαν τα δημόσια συστήματα υγείας. Ακόμη η ανάπτυξη και η προαγωγή της έρευνας και της επιστήμης αποτέλεσαν  υποχρέωση του κράτους. Άλλωστε, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις είναι εκείνες οι οποίες κατεξοχήν έχουν λόγους να εμπιστεύονται την επιστήμη και την έρευνα και να μην συγκαλύπτουν τα επιστημονικά δεδομένα για να επιτύχουν τους σκοπούς τους. Βεβαίως, η επιστήμη (π.χ. η πυρηνική φυσική) μπορεί να αξιοποιηθεί για ανήθικους ή μη δημοκρατικούς σκοπούς, αλλά στην περίπτωση της πανδημίας δεν νομίζω ότι συζητάμε για κάτι τέτοιο. Φοβούμαι, βέβαια, ότι η σημερινή πανδημία είναι η πρόβα αυτού που θα ζήσουν τα παιδιά μας σε πενήντα χρόνια από σήμερα υπό την επίδραση της κλιματικής αλλαγής, την οποία λαϊκιστές, όπως ο Πρόεδρος Τραμπ, αρνούνται, αγνοώντας επιδεικτικά τους επιστήμονες, στο όνομα μιας στρεβλά εννοούμενης ανάπτυξης ως άνισης συσσώρευσης πλούτου.

Ως προς τα συνταγματικά ζητήματα, ύστερα από ενάμιση μήνα περίπου περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας, δύο καίρια ζητήματα έχουν απασχολήσει τον επιστημονικό διάλογο: ο γενικός περιορισμός της κυκλοφορίας και η έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. Νομίζω ότι ορισμένες τουλάχιστον θέσεις είναι πολύ δύσκολο να κλονιστούν, και ότι, στο τέλος, παρά τις αρχικές διαφωνίες, οι θέσεις αυτές αναγνωρίστηκαν. Ποιες είναι, λοιπόν, αυτές; Πρώτον, ο γενικός περιορισμός της κυκλοφορίας δικαιολογείται για την προστασία της δημόσιας υγείας και της ζωής, δεν ήταν δηλαδή συνταγματικά μετέωρος (άλλο ζήτημα η διαφωνία ως προς το εάν ήταν σε όλη την έκτασή του αναγκαίος). Δεύτερον, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου προβλέπονται από το Σύνταγμα ακριβώς για τέτοιες απρόβλεπτες κι επείγουσες καταστάσεις (θεομηνίες, πανδημίες, πυρκαγιές, σεισμούς κλπ), στις οποίες, δηλαδή, η καθυστέρηση ακόμη και μίας μέρας μπορεί να έχει τραγικές συνέπειες. Από την άλλη, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου είναι εξαιρετικά μέτρα νομοθέτησης και πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ. Η χρησιμοποίησή τους, λοιπόν, είναι εύλογο κι επιβεβλημένο να υπόκειται σε στενό συνταγματικό έλεγχο. Πάντως, η Βουλή δεν διέκοψε τη λειτουργία της, όπως, αντίθετα, συνέβη στην Ουγγαρία του Όρμπαν. Ούτε, όμως, το Σύνταγμα εκλαμβάνει ότι η Βουλή πρέπει να είναι απούσα για να εκδοθούν πράξεις νομοθετικού περιεχομένου.

Τα παραπάνω είναι, ας πούμε, οι μάλλον στοιχειώδεις αφετηρίες. Ένα πιο σύνθετο ερώτημα είναι το εξής: Μήπως θα μπορούσαν οι περιορισμοί της κυκλοφορίας να είναι πιο χαλαροί και να γίνει έτσι πλήρης χρήση των δυνατοτήτων δημοσίων και ιδιωτικών ΜΕΘ ή εν γένει των δυνατοτήτων του δημόσιου και ιδιωτικού συστήματος υγείας (πράγμα το οποίο λόγω των αυστηρών περιορισμών δεν συνέβη); Γιατί δηλαδή δεν αξιοποιήσαμε το απόθεμα της ατομικής ελευθερίας που οι θετικές υποχρεώσεις του κράτους θα μας επέτρεπαν να απολαύσουμε; Κατά τη γνώμη μου, δεν τίθεται ένα δίλημμα με αυτούς τους όρους, γιατί τα μεγαλύτερα ποσοστά νοσηλείας (πράγμα το οποίο θα προϋπέθετε την πλήρη αξιοποίηση του συστήματος υγείας, δημοσίου και ιδιωτικού) οδηγούν κατά κανόνα σε μεγαλύτερα ποσοστά θανάτων. Αν μπορούμε δηλαδή όλοι, για ένα χρονικά περιορισμένο διάστημα μένοντας στο σπίτι, περιοριζόμενοι αυστηρά, να βελτιώσουμε τις πιθανότητες επιβίωσης των λεγόμενων «ευπαθών» ομάδων, δεν είναι προφανές για ποιο λόγο δεν οφείλουμε στις δεδομένες συνθήκες να το πράξουμε ή για ποιο λόγο δεν οφείλουμε να αναλάβουμε αυτό το κοινωνικό χρέος. Κατά κάποιον τρόπο, μοιραζόμαστε όλοι το βάρος της πανδημίας κι όχι μόνο οι ευπαθείς. Διακριτό κι αναμφισβήτητο είναι το ζήτημα της αναγκαίας ενίσχυσης του δημόσιου συστήματος υγείας και στήριξής του και από το ιδιωτικό σύστημα υγείας.

Από την άλλη, καθώς περνάμε στη λεγόμενη δεύτερη φάση της πανδημίας, οι προκλήσεις που είναι  μπροστά μας από την άποψη του συνταγματικού δικαίου είναι πολύ πιο απαιτητικές και απαιτούν λεπτότερες σταθμίσεις. Μπροστά μας έχουμε λιγότερο προφανή διλήμματα από ό,τι στην πρώτη φάση: διότι σε λίγο καιρό, όπως ήταν αναμενόμενο και αναγκαίο, τα μέτρα θα αρθούν σταδιακά, δεν θα είναι γενικά, άρα και ίσα για όλους, αλλά μπορεί να διακρίνουν ανάλογα με το ευάλωτο του πληθυσμού. Εκεί, λοιπόν, θα πρέπει οι ευπαθείς ομάδες ή οι φορείς του ιού ή οι σχετιζόμενοι με αυτούς να προστατευθούν από τις αθέμιτες διακρίσεις, τον στιγματισμό και την παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους μέσα από τεχνικές ψηφιακής παρακολούθησης. Η συναίνεση των ατόμων και τα περιθώρια αυτοδιάθεσής τους, στον βαθμό που δεν εκθέτουν άλλους σε κίνδυνο, θα πρέπει να λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη. Η δεύτερη φάση της πανδημίας θα εγείρει, υπό μια έννοια, πιο σύνθετα συνταγματικά διλήμματα, καθώς θα υποχωρεί η επιτακτικότητα που διέκρινε την πρώτη φάση, αλλά θα παραμένουν οι κίνδυνοι επανεμφάνισης του ιού.

 

Επανεπίσκεψη της αδύναμης κανονιστικής δεσμευτικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων διά μέσου του σταθμιστικού συλλογισμού. Υπό καθεστώς μιας ευρωπαϊκής και παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς

Αντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Α.Π.Θ.

Ο συγγραφέας επανεπισκέπτεται και ξανασκέφτεται το κλασσικό και πάντα επίκαιρο ζήτημα της κανονιστικής δεσμευτικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων και ειδικά της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου. Επανεξετάζει την επικρατήσασα άποψη ότι τα κοινωνικά δικαιώματα δεν γεννούν (υποκειμενικές) αξιώσεις και ότι η κανονιστικότητά τους είναι ελλιπής και εξαρτημένη. Εξαρτημένη από τη βούληση του νομοθέτη και από τη δημιουργία εύρωστων κοινωνικών υπηρεσιών και Ταμείων. Τέλος, η προστασία τους συναρτάται με τις δικαιο-κρατικές εγγυήσεις της προστασίας των οικονομικών ελευθεριών μαζί με μια άκρως ανταγωνιστική, ευρωπαϊκή και εθνική, οικονομία της αγοράς.

Η συναρτώμενη από πολλούς παράγοντες αυτή κανονστικότητά τους, δεν εκμηδενίζει ωστόσο τον δυναμικό κα ευέλικτο χαρακτήρα της. Αντίθετα τον ενισχύει. Η προστασία τους ως συνταγματικά αγαθά γενικότερου συμφέροντος, (όπως είναι η εργασία-απασχόληση, η δημόσια υγεία, η ζωή η κοινωνική ασφάλιση και η παιδεία) -και όχι μόνον η προστασία τους ως δικαίωματα- τα επιτρέπει να αναμετριούνται και να αντισταθμίζονται κάθε φορά, ανάλογα και με τις περιστάσεις, με άλλα συνταγματικά αγαθά ή δικαιώματα. Από τη ζυγοστάθμιση αποκαλύπτεται συχνά η τεράστια σημασία και ενίοτε η ανάγκη μιας κατά προτεραιότητα προστασίας τους, ακόμη και έναντι των ατομικών ελευθεριών, όπως συνέβη τον καιρό της πανδημίας που ζούμε. Η πανδημία μαζί με τον θανατηφόρο ιό και τον πάνδημο φόβο, που ενέσπειρε, μας έδειξε και την ανάγκη κοινωνικής προστασίας της υγείας και της ζωής μας, ως πανανθρώπινα αγαθά. Επανάκαμψη του κοινωνικού κράτους; Ίδωμεν πάντως όχι το ίδιο με το προηγούμενο.

 

[Διαβάστε το κείμενο στο pdf]

Η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στην πανδημία

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Έχει γίνει με πολλούς τρόπους φανερό,  ήδη από το ξέσπασμά της,  ότι η δοκιμασία της πανδημίας στον ευρωπαϊκό χώρο δεν αφορά μόνο τα εθνικά κράτη. Αφορά εξ ίσου και την Ευρωπαϊκή Ένωση, (ΕΕ) η οποία για δεύτερη φορά, μέσα σε 10 χρόνια, βρίσκεται αντιμέτωπη με προβλήματα που απειλούν την ίδια την ύπαρξη και την προοπτική της. Το χειρότερο δε είναι ότι αυτήν την φορά η ΕΕ δεν έχει πλέον την λάμψη του παρελθόντος. Οι έκδηλες αδυναμίες, τα καθυστερημένα αντανακλαστικά και οι προβληματικοί χειρισμοί της στην οικονομική κρίση και το μεταναστευτικό (με μεγαλύτερο θύμα την χώρα μας) έχουν προκαλέσει μια  πρωτοφανή κρίση πολιτικής νομιμοποίησης, που εκδηλώθηκε ήδη  με την άνοδο ευρωσκεπτικιστικών ή και αντιευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων.

 

Αλλά και απέναντι στον κορωνοϊό οι πρώτες αντιδράσεις της ΕΕ μόνον επιτυχείς δεν ήταν. Καθυστέρησαν πολύ και αδικαιολόγητα, ήταν ανεπαρκείς ή/και απρόσφορες και εν τέλει αναβίωσαν ξανά, με την επανάληψη συγκεκριμένων νοοτροπιών και πρακτικών, την τραυματική αντίθεση βορρά-νότου. Ως εκ τούτου, είναι εύλογο να εκδηλώνονται έντονες αμφισβητήσεις για την στάση της. Ωστόσο, στο σημείο αυτό απαιτούνται ορισμένες κρίσιμες επισημάνσεις:

 

Α. Υπάρχει μια κριτική την οποία εύκολα θα χαρακτήριζε κανείς κακόπιστη και ισοπεδωτική. Αυτή εκπορεύεται κατά κανόνα από την «εθνολαϊκιστική» Ακροδεξιά, συνεπικουρούντων,  όμως, εκ του αποτελέσματος, και ορισμένων παλαιοημερολογιτών της Αριστεράς. Επιδιώκει δε, κατά βάσιν, την πλήρη πολιτική απαξίωση της ΕΕ, προκειμένου να δικαιολογηθεί η πάση θυσία επιστροφή στο εθνικό κράτος, το οποίο προβάλλει –παρά την εμφανή αδυναμία του– σαν το μόνο καταφύγιο απέναντι στους διαβρωτικούς ανέμους της σύγχρονης οικονομικοπολιτικής πραγματικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, η ΕΕ εμφανίζεται σαν μια γερμανοκρατούμενη και νεοφιλελεύθερη υπερεθνική οντότητα, με γραφειοκρατική και ανίκανη ηγεσία, που μεροληπτεί υπέρ των άπληστων και κυνικών κρατών του βορρά.  Σε κάθε δε περίπτωση, επικρίνεται δριμύτατα ότι άφησε τα μέλη της έρμαια στην πανδημία αλλά και ότι αδιαφόρησε πλήρως για τις οικονομικές συνέπειές της.

Ωστόσο, η  αντίφαση αυτής της κριτικής είναι έκδηλη: η ΕΕ εγκαλείται μεν για την μη άσκηση συγκεκριμένων παρεμβατικών πολιτικών, πλην όμως κάθε φορά που η συζήτηση στρέφεται προς την αναγκαιότητα καθιέρωσης θεσμών που θα καθιστούν δυνατή την άσκηση αυτών των πολιτικών, η απάντηση είναι πεισματικά  αρνητική.

Η σχετική επιχειρηματολογία, βέβαια, που εστιάζει στην υπεράσπιση της «εθνικής κυριαρχίας» και στην καταγγελία του «υπερκράτους των Βρυξελλών», είναι σαθρή και άκρως υποκριτική. Η πανδημία είναι απλώς το πρόσχημα για να δαιμονοποιηθεί η ΕΕ και να καταγγελθεί η αδυναμία της να αντιμετωπίσει  οποιασδήποτε πολιτική ή οικονομική πρόκληση.

 

Β. Υπάρχει όμως και μια άλλη κριτική, καλόπιστη και εποικοδομητική, που προέρχεται  από ένα ευρύ φάσμα φιλοευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων, που καλύπτουν όλον τον χώρο μεταξύ ακροδεξιάς και ακροαριστεράς (συνυπολογιζομένου πλέον και του μεγαλύτερου μέρους της «ριζοσπαστικής Αριστεράς», που αναδύθηκε από την πρόσφατη οικονομική κρίση). Οι ασκούντες αυτήν την κριτική είναι κατ’αρχήν πεπεισμένοι  –ο καθένας για τους δικούς τους λόγους– ως προς την αναγκαιότητα της ΕΕ. Ωστόσο ανησυχούν –και ευλόγως– για την ικανότητά της να αντιμετωπίσει τις ολοένα πολλαπλασιαζόμενες προκλήσεις των καιρών, τόσο σε σχέση με την πολλαπλή αμφισβήτηση των θεμελιωδών αρχών και κατακτήσεων του ευρωπαϊκού μοντέλου όσο και σε σχέση με την επαπειλούμενη «ολιγαρχία των αγορών» και  τον διαρκώς αυξανόμενο διεθνή οικονομικό ανταγωνισμό.

Μια τέτοια κριτική απέναντι στην ΕΕ, ακόμη και έντονη,  είναι απολύτως θεμιτή και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται από την πολιτική ηγεσία της ΕΕ (ιδίως δε από το «βαθύ κράτος» των Βρυξελλών, το οποίο πρέπει, ως τάχιστα, να εγκαταλείψει την αλαζονεία, την έντονη δυσανεξία στην άλλη άποψη και την περισσή αυταρέσκεια…).

Από την άλλη, όμως, μια τέτοια κριτική πρέπει να είναι ακριβοδίκαιη. Ναι μεν τα πρώτα δείγματα γραφής της ΕΕ απέναντι στην πανδημία δεν προκάλεσαν ρίγη ενθουσιασμού, όπως είπαμε, πλην όμως δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το ότι στη συνέχεια τα αντανακλαστικά της βελτιώθηκαν αισθητά, όχι μόνον στο πεδίο της αντιμετώπισης της ίδιας της πανδημίας –με ανάληψη σημαντικών πρωτοβουλιών συντονισμού, αλληλεγγύης, και οικονομικής ενίσχυσης, που δεν πρέπει να υποτιμώνται– αλλά και  στο πεδίο της αντιμετώπισης των οικονομικών επιπτώσεών της. Πράγματι, τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ο ESM όσο και τα Κεντρικά Όργανα της ΕΕ (Συμβούλιο και Επιτροπή) κινήθηκαν, από ένα σημείο και μετά, με αξιοσημείωτη ευελιξία και αποτελεσματικότητα, εγκαταλείποντας ιδεοληψίες και αγκυλώσεις και επιδεικνύοντας πνεύμα αλληλεγγύης και εποικοδομητικής συνεργασίας.

Είναι γεγονός, βέβαια, ότι δεν φθάσαμε στην καθιέρωση ευρωομολόγου, που όντως θα αποτελούσε ένα ριζικότερο μέτρο. Ωστόσο, στο σημείο αυτό το ζήτημα της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ πρέπει να τεθεί στις σωστές του διαστάσεις:

Το κρίσιμο ερώτημα, που ταλανίζει σήμερα τον ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο, είναι το ακόλουθο: θα υιοθετήσει η ΕΕ μέτρα που αντιστοιχούν σε μια ομοσπονδιακή δομή –όπως των ΗΠΑ– ή θα τανύσει στο έπακρο τα υπάρχοντα πολιτικά και οικονομικά μέσα, ώστε να επιτύχει την μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα και κοινωνική συνοχή;

Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για ψευδοδίλημμα. Όπως εύστοχα επιχειρηματολόγησε ο Αλέκος Παπαδόπουλος στα Νέα της 4.4.2020, τόσο το ευρωομόλογο όσο και, γενικότερα, η άσκηση προωθημένα παρεμβατικής οικονομικής πολιτικής προϋποθέτουν έναν ευρύτερο μετασχηματισμό της ΕΕ, προς την κατεύθυνση της πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης. Αυτήν την στιγμή, όμως, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται –δυστυχώς– στον ορίζοντα. Άρα, η μόνη επί της ουσίας ρεαλιστική πολιτική πρόταση, που απομένει, είναι η εξάντληση όλου του υπάρχοντος θεσμικού οπλοστασίου, με τις αναγκαίες πολιτικοθεσμικές υπερβάσεις που αυτό συνεπάγεται αλλά και χωρίς εκπτώσεις σε αυτά που συγκροτούν τον πυρήνα του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού.

 

Γ. Με αυτά τα δεδομένα, η εναγώνια αναζήτηση αμοιβαίων υποχωρήσεων, λεπτών εξισορροπήσεων και γενικά αποδεκτών συμβιβασμών, στην προχθεσινή Σύνοδο Κορυφής, ήταν  λίγο-πολύ αναμενόμενη. Από εκεί και πέρα, όμως, η τραγική πλην καταλυτική εμπειρία της πανδημίας έχει ήδη καταδείξει το προφανές:

Ο συγκεκριμένος τρόπος εξεύρεσης λύσεων έχει αγγίξει προ πολλού τα όριά του. Η ΕΕ δεν μπορεί πλέον να κρύβει το υπαρξιακό της πρόβλημα κάτω από το χαλί, καταφεύγοντας διαρκώς σε αντανακλαστικές, αποσπασματικές και ευκαιριακές λύσεις. Είτε θα αναληφθούν γενναίες πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με όσους το επιθυμούν, είτε θα συνεχίσει να παραπαίει, να κλυδωνίζεται και να αυτοσχεδιάζει, κάθε φορά που έρχεται αντιμέτωπη με τα μείζονα προβλήματα της εποχής μας.

 

Δημοσιεύθηκε στα «Νέα Σαββατοκύριακο», 25.4.2020