Παραδοσιακά το δίκαιο προβάλλεται και διεκδικείται –κατεξοχήν απ’ τον ανίσχυρο– ως αντίβαρο στη βία, την αυθαιρεσία, την ωμή επιβολή ισχύος. Την ίδια στιγμή το δίκαιο έχει πολλές φορές εξηγηθεί και ελεγχθεί ως ένα φαινόμενο που αντανακλά, όπως και αναπαράγει, σχέσεις ισχύος που ενυπάρχουν μέσα σε σχέσεις εξουσίας. Το ίδιο το δίκαιο άλλωστε ασκεί ισχύ, απαιτεί συμμόρφωση με τις επιταγές του. Αντλώντας μάλιστα την ισχύ του από μια ιδιαίτερη σχέση εξουσίας (την κυριαρχία ως πολιτική σχέση), αξιώνει να είναι η μοναδική αυτοδύναμη και, πάντως, ακαταγώνιστη μορφή εξουσίας στις σύγχρονες κοινωνίες. Και πάλι θα πρέπει να ρωτηθεί: Τι είναι αυτό που κάνει την κανονιστική δύναμη του δικαίου να διαφέρει ουσιωδώς από την άσκηση
αδικαιολόγητης δύναμης ή ισχύος;
Στην έκδοση στεγάζονται συμβολές που διερευνούν τη σχέση αυτή στη σκέψη και το έργο κλασικών, νεώτερων και σύγχρονων φιλοσόφων (βλ. Αριστοτέλης, Σπινόζα, Χομπς, Νίτσε, Καρλ Σμιτ, Μισέλ Φουκώ, Ζιλ Ντελέζ, Κορνήλιος Καστοριάδης κ.ά.). Φιλοξενούνται μελέτες που θίγουν τη συνάρθρωση δικαίου
και ισχύος αναφορικά με θεμελιώδη ζητήματα του δικαίου και της νομικής θεωρίας (βλ. ερμηνεία δικαίου, σύγκρουση και στάθμιση κανόνων, συσχετισμοί κοινωνικο-πολιτικών δυνάμεων και Σύνταγμα, κοσμικό κράτος, κοινωνική δικαιοσύνη κ.ά.). Τέλος, εξετάζονται προβολές της εξεταζόμενης θεματικής σε
ειδικότερα πεδία και αντικείμενα δικαίου (βλ. αστικό δίκαιο, εργατικό δίκαιο, φορολογικό δίκαιο, διεθνείς σχέσεις).
Author Archives: editor
Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Προτάσεις για ένα σύγχρονο δικαστικό σύστημα», εκδ. διαΝΕΟσις 2019
Παρουσίαση σε εκδήλωση που έλαβε χώρα στις 29.10.2019 στο μέγαρο μουσικής Θεσσαλονίκης
Α. Επτά δικαστές από διαφορετικούς δικαιοδοτικούς κλάδους, με πρωτοβουλία της διαΝΕΟσις και του Μ. Πικραμένου, καταθέτουν, στο υπό παρουσίαση βιβλίο, τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις τους για ορισμένες σημαντικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η ελληνική δικαιοσύνη. Η μελέτη περιλαμβάνει ένα κείμενο εν είδει προλόγου που περιγράφει σε αδρές γραμμές τη συνταγματική οργάνωση της δικαιοσύνης και συνοψίζει τις επιμέρους θεματικές, μία εισαγωγή και έξι ενότητες και κάθε κείμενο έχει τον συγγραφέα του που αναλαμβάνει και την ευθύνη της δικής του συμβολής στο συλλογικό αυτό έργο.
Στην εισαγωγή, με τον περιεκτικό τίτλο «το Σύντ. η δικαιοσύνη και ο δικαστής» η Πρόεδρος Κ. Σακελλαροπούλου αναφέρεται στο μείζον θέμα των καθυστερήσεων στη δικαιοσύνη, το οποίο, σε μία εποχή διευρυμένου δικαστικού ελέγχου και παρεμβολής υπερεθνικών δικαιοδοσιών στην επίλυση των διαφορών, αποτελεί ως ένα βαθμό, αναπόφευκτο τίμημα προκειμένου το κράτος δικαίου να συνεχίσει να υφίσταται, υπογραμμίζοντας ότι η αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης εξασφαλίζεται τόσο εκ μέρους του κράτους όσο και εκ μέρους των δικαστών. Προσεγγίζει ειδικότερα το ζήτημα της δικαστικής ανεξαρτησίας που παραμένει πάντοτε επίκαιρο αποτελώντας θεμελιώδη εγγύηση της δίκαιης δίκης, από την πλευρά του δικαστή και δη μέσα από ένα πλαίσιο αρχών δικαστικής δεοντολογίας που οφείλει να τηρεί, καθώς αποτελεί, όπως επισημαίνει, «την ατμόσφαιρα που τον περιβάλλει και μέσα στην οποία αναπνέει», αναφερόμενη εκτενώς στο γνωστό κείμενο των Αρχών της Bangalore για τη δικαστική δεοντολογία, που υιοθετήθηκαν το 2001/2002 και έγιναν αποδεκτές από τα περισσότερα σύγχρονα κράτη δικαίου.
Στην πρώτη και δεύτερη ενότητα, ο Μ. Πικραμένος προβαίνει αρχικά σε μία συνοπτική αλλά περιεκτική παρουσίαση των βασικότερων από τα κείμενα [ηπίου δικαίου] που έχουν εκδοθεί από διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς, κυρίως του Συμβουλίου της Ευρώπης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης (της γνωστής CEPEJ) και του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου των Ευρωπαίων Δικαστών (CCJE) και αποτυπώνουν θεμελιώδεις αρχές οργάνωσης και λειτουργίας της δικαιοσύνης και της δικαστικής ανεξαρτησίας. Ακολούθως, επικεντρώνεται στο ζήτημα της δικαστικής χωροταξίας, με συγχώνευση μονάδων ή επανασχεδιασμό εδαφικών παραμέτρων και αρμοδιοτήτων, η οποία αποβλέπει στην οργάνωση των δικαστηρίων ως δημοσίων υπηρεσιών κατά τρόπο ορθολογικό, με κριτήριο τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος, την καλύτερη εσωτερική του λειτουργία (διαρκής παρουσία δικαστών στο δικαστήριο, εξειδίκευση, ευχερέστερη αξιολόγηση και επιθεώρηση κ.λπ.) και παράλληλα την ελαχιστοποίηση των δαπανών, παρουσιάζοντας την πρότασή του για τη νέα χωροταξία στη διοικητική μας δικαιοσύνη, με βάση τα κριτήρια της CEPEJ, όπως αυτά αναπτύσσονται στις κατευθυντήριες αρχές της CEPEJ για τη δικαστική χωροταξία του 2013 και τον διοικητικό χάρτη της χώρας όπως έχει αποτυπωθεί στον ν. 3852/2010 (πρόγραμμα «Καλλικράτης»). Κατά τον συγγραφέα, η μετάβαση στη νέα χωροταξία απαιτεί βάθος χρόνου και διασφάλιση καλού ψυχολογικού κλίματος και θετική διάθεση προσωπικού, πρέπει δε να ενταχθεί σε μία δέσμη τομεακών δημόσιων πολιτικών για τη δικαιοσύνη, καθώς συνάπτεται στενά με τη δημόσια πολιτική για την ανοιχτή διακυβέρνηση με τη χρήση των νέων τεχνολογιών, με τη δημόσια πολιτική για τις κτιριακές υποδομές των δικαστηρίων και με τη δημόσια πολιτική για τη διοίκηση των δικαστηρίων, υπό τη σύγχρονη εκδοχή του δικαστικού management, όπως έχει αποτυπωθεί σε ευρωπαϊκά κείμενα.
Στην τρίτη ενότητα, ο Λάμπρος Τσόγκας παρουσιάζει αναλυτικά το θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στη δικαιοσύνη, με τις οποίες απελευθερώνονται δυνάμεις και ανοίγονται προοπτικές που μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τους ρυθμούς απονομής της. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων (π.δ. 25/2012, 40/2013), στο «Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων» το οποίο στη διοικητική δικαιοσύνη βρίσκεται σε πλήρη παραγωγική λειτουργία, στις ηλεκτρονικές επιδόσεις, στην τηλεοπτική συνεδρίαση για την εξ αποστάσεως εκδίκαση υποθέσεων (π.δ. 142/2013), στη σημασία του ηλεκτρονικού εγγράφου στις αστικές συναλλαγές, στο ηλεκτρονικό πινάκιο (π.δ. 19/2017), στην ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού σε αστικές υποθέσεις κατά τον Καν. 655/2014 και στο πεδίο του ποινικού δικαίου, στην Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής δικαστικής συνεργασίας (ν. 4489/2017) και στα εργαλεία στο χώρο του ηλεκτρονικού εγκλήματος.
Στην τέταρτη ενότητα, ο Πέτρος Αλικάκος παρουσιάζει το πλαίσιο παροχής δικαστικής εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Αναφέρεται στο κείμενο-διακήρυξη δέκα γενικών αρχών δικαστικής εκπαίδευσης που εξέδωσε το 2017 ο Διεθνής Οργανισμός για τη Δικαστική Εκπαίδευση (IOJT), στις ανταλλαγές δικαστών και τα σεμινάρια επιμόρφωσης του Ευρωπαϊκού Δικτύου Δικαστικής Εκπαίδευσης (EJTN) που αποτελεί μη κερδοσκοπικό οργανισμό με μέλη 37 ινστιτούτα εκπαίδευσης δικαστών και εισαγγελέων από τα 28 κράτη μέλη, στην ειδική διαδικτυακή πύλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κατάρτιση των δικαστών κυρίως στο ενωσιακό δίκαιο, στο πρόγραμμα HELP του Συμβουλίου της Ευρώπης ως προς τη θεματική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Human Rights Education for Legal Professionals) και φυσικά στον ρόλο και τις δραστηριότητες της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. Ακολούθως υπεισέρχεται στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης, η οποία σημειωτέον κατά το CCJE συνιστά δικαίωμα αλλά και υποχρέωση, συνδέοντάς το με την καλλιέργεια πνεύματος ανεξαρτησίας και με τη μετάδοση σύγχρονων αντιλήψεων στους δικαστές και εισαγγελείς. Συναφώς, εκτενείς συγκριτικές αναφορές γίνονται σε άλλες ευρωπαϊκές σχολές δικαστικών λειτουργών, όπου περιεχόμενο διδασκαλίας αποτελούν η δικαστική δεοντολογία, η δικαστική ψυχολογία, η διαχείριση κρίσεων, οι ικανότητες επικοινωνίας, η διαχείριση του δικαστικού χρόνου, η διαχείριση προσωπικού, η διαχείριση στρες, ο χειρισμός βάσεων δεδομένων και ηλεκτρονικών συστημάτων δικαστηρίων, η ξενόγλωσση ορολογία κ.λπ.
Η πέμπτη ενότητα, συγγραφείς της οποίας είναι η Θεοκτή Νικολαϊδου και ο Βασίλειος Ανδρουλάκης, αφορά στους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης σε όλες τις κατηγορίες διαφορών. Στην πολιτική δίκη, ιδίως με τον θεσμό της διαμεσολάβησης κατά τον ν. 4512/2018 που διακρίνει δυνητικά και υποχρεωτικά υπαγόμενες στη διαδικασία αυτή διαφορές, στην ποινική δίκη, με τη διαμεσολάβηση σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας και με την ποινική συνδιαλλαγή σε ορισμένα περιουσιακά εγκλήματα και στη διοικητική δίκη, όπου, ενόψει της έλλειψης εξουσίας διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, η εναλλακτική επίλυση δεν προσφέρεται επί νομικών αλλά επί χρηματικών ή πραγματικών ζητημάτων, μέσω των υποχρεωτικών ενδικοφανών προσφυγών που αναβαθμίζονται τα τελευταία χρόνια σε κρίσιμους τομείς, όπως στις φορολογικές διαφορές, τις δημόσιες συμβάσεις και την παροχή διεθνούς προστασίας, τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών με συμφωνία με τους πιστωτές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το Δημόσιο και οι ΟΚΑ (ν. 4469/2017), την ενδοδικαστική συμβιβαστική επίλυση διαφορών από αγωγές για απαιτήσεις από δημόσιες συμβάσεις και τον θεσμό της διαιτησίας. Το κείμενο επιχειρεί να αναδείξει τη σύγχρονη τάση επίλυσης των διαφορών με διαμεσολάβηση ώστε να μη χρειάζεται να τίθεται σε κίνηση ο κλασικός δικαιοδοτικός μηχανισμός με το κόστος που αυτό συνεπάγεται σε χρόνο και χρήμα.
Στην έκτη ενότητα, ο ομιλών επιχειρεί να αναδείξει το ζήτημα της ελλιπούς στελέχωσης των δικαστηρίων μας με εξειδικευμένο υπαλληλικό προσωπικό, στο οποίο, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ανατίθενται και δικαστικές αρμοδιότητες επί υποθέσεων ήσσονος βαρύτητας, όπως προτρέπει η Σύσταση 12 του 1986 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με μέτρα πρόληψης και μείωσης του υπερβολικού φόρτου των δικαστηρίων. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται το σχέδιο του νέου Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, με την εισαγωγή και κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου. Παρά τις ειδικές εγγυήσεις με τις οποίες ο συνταγματικός νομοθέτης (άρ. 92) περιβάλλει την ιδιαίτερη κατηγορία των δικαστικών υπαλλήλων, ενόψει ακριβώς της αποστολής τους ως βοηθητικών οργάνων της δικαιοσύνης, ο κοινός νομοθέτης, με σειρά παρεμβάσεών του, δεν κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση. Κατήργησε τη διάκριση των οργανικών θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων κατά κατηγορίες τυπικών προσόντων, αναβαθμίζοντας μάλιστα μη πτυχιούχους υπαλλήλους, στην κατηγορία πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ0), όσον αφορά δε τα τυπικά προσόντα διορισμού, αρκείται γενικώς σε πτυχίο ή δίπλωμα τμήματος ή σχολής ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, με αποτέλεσμα, σε σύνολο 1024 οργανικών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια και τη Γενική Επιτροπεία στα δικαστήρια αυτά, να υπηρετούν μόλις 56 υπάλληλοι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής, όταν μάλιστα η επιμόρφωση των δικαστικών υπαλλήλων προβλέπεται μόνο για τον τομέα της πληροφορικής (π.δ. 37/1994). Εξάλλου, καίτοι μία γενναία μετατροπή περίπου 800 οργανικών θέσεων σε κλάδους πλέον χρήσιμους σήμερα, πραγματοποιήθηκε το 2017 (άρ. 35 ν. 4509/2017), πολλές οργανικές θέσεις δικαστικών υπαλλήλων παραμένουν κενές, ενώ η αναλογία των θέσεων με εκείνες των δικαστικών λειτουργών (1:1), οι οποίες έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, υπολείπεται αισθητά του μέσου όρου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3,5:1).
Η μελέτη ολοκληρώνεται με παράθεση, με επιμέλεια του Β. Ανδρουλάκη, ορισμένων στατιστικών δεδομένων που εμφανίζουν ενδιαφέροντα συγκριτικά στοιχεία για την ελληνική δικαιοσύνη.
Β. Είναι νομίζω προφανές ότι το εγχείρημα δεν φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει ένα πρότυπο δικαστικό σύστημα, όπως ίσως αφήνει να εννοηθεί ο τίτλος που κάνει λόγο για προτάσεις για ένα σύγχρονο δικαστικό σύστημα στην Ελλάδα και για τις αναγκαίες τομές ενόψει των μεγάλων πρωτοβουλιών που αναλαμβάνονται και των αλλαγών που συντελούνται σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Στον πρόλογο του βιβλίου επισημαίνεται ότι θίγονται επιλεκτικά ορισμένα μόνον ζητήματα, κάθε δε δικαστικό σύστημα χαρακτηρίζεται από τις δικές του ιδιαιτερότητες και έχει και τα δικά του προτάγματα.
Ούτε η σκέψη όλων μας συνέδεε μονοσήμαντα τα συγκεκριμένα ζητήματα με την καθυστέρηση στη δικαιοσύνη, όπως θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει διαβάζοντας τον τίτλο του δημοσιεύματος στην Καθημερινή (24.2.2019) με αφορμή την έκδοση του βιβλίου, περί βραδυπορούσας δικαιοσύνης και για τις 1.580 ημέρες που απαιτούνται για να εκδικαστεί μία εμπορική διαφορά. Αυτό αποτυπώνει την ανησυχία των πολιτών για ένα διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής δικαιοσύνης το οποίο σταδιακά το αφήσαμε κατά κυριολεξία να λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και από το 2008 αντιμετωπίζεται ως θέμα άμεσης προτεραιότητας, καθώς έχει και σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο [δεν το επισημαίνει μόνον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του περίφημου ετήσιου πίνακα αποτελεσμάτων στον τομέα της δικαιοσύνης – Justice Scoreboard, αλλά πλέον και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (αποφ. 912/2013, 2403/2015)], πλην νομίζω πως έχει καταστεί σαφές ότι δεν αποτελεί τον σωστό τρόπο προσέγγισης να βλέπουμε τα πάντα μόνον υπό το πρίσμα της επιτάχυνσης.
Διότι αυτό θα μας οδηγήσει, όπως και συνέβη, στη λήψη μέτρων εκ των ενόντων για την άμεση αντιμετώπιση μιας παθογένειας, αφήνοντας όμως ανέγγιχτα τα πραγματικά αίτια, εντός και εκτός του δικαστικού συστήματος, που την προκαλούν και θα συνεχίσουν όσο υπάρχουν να την προκαλούν, με μία περιοδικότητα που αποτελεί συνάρτηση διαφόρων παραγόντων. Πράγματι, τα μέτρα που λήφθηκαν στη χώρα μας, ιδίως στον τομέα της διοικητικής δικαιοσύνης που αντιμετώπιζε τις μεγαλύτερες καθυστερήσεις, περιορίστηκαν στη σταδιακή αύξηση των θέσεων των δικαστών όταν βεβαίως ποσοστό άνω του 80% του προϋπολογισμού για τη δικαιοσύνη διατίθεται για τη μισθοδοσία του προσωπικού και σε αλλαγές που επήλθαν σχεδόν αποκλειστικά στο δικονομικό επίπεδο (ΣτΕ 17/2011 σε Ολομ. και συμβ.), στο επίπεδο δηλ. των προϋποθέσεων και του τρόπου παροχής δικαστικής προστασίας. Περιορισμοί στην πρόσβαση, όταν οι διαφορές σε περίοδο οικονομικής κρίσης πολλαπλασιάστηκαν στην ελληνική κοινωνία και σε ευρωπαϊκό επίπεδο η συζήτηση για την πρόσβαση επικεντρώνεται στη νομική βοήθεια (legal aid), περιορισμοί στα ένδικα μέσα, διεύρυνση των μονομελών συνθέσεων, ειδικά δικονομικά καθεστώτα fast track για τις στρατηγικές επενδύσεις ή για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων, σημαντικοί περιορισμοί στην προφορικότητα της διαδικασίας, στο εύρος ελέγχου νομιμότητας που ασκεί ο δικαστής κ.λπ. Μέτρα εύκολα στην εφαρμογή τους που εστίαζαν εμφατικά, ακόμη και όσα εμφάνιζαν έναν βαθμό λειτουργικότητας, στην ποσοτική ανακούφιση του συστήματος και όχι στον εκσυγχρονισμό και τη συνολική βελτίωσή του. Η εισροή μειώθηκε κατά 47% στο Συμβούλιο της Επικρατείας και η εκκρεμότητα περιορίστηκε από τις 35.630 υποθέσεις το 2010, σε 13.500 το 2019 (ΣτΕ 8/2019 σε Ολομ. και συμβ.) και κατά 40% στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια και η εκκρεμότητα περιορίστηκε αντίστοιχα από 463.000 υποθέσεις σε 187.000. Ωστόσο, πολλά από αυτά, φαίνεται να επιδεινώνουν τις αρνητικές συνέπειες που επιφέρει η καθυστέρηση σε ορισμένες θεμελιώδεις αρχές της έννομης τάξης μας, όπως η αρχή της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου, συμπιέζοντας ταυτόχρονα άλλους δείκτες ποιότητας χωρίς ουδέποτε να έχουν αξιολογηθεί ex post και χωρίς να έχουν επιδιωχθεί ηπιότεροι ή εναλλακτικοί τρόποι και σε κάθε περίπτωση χωρίς να διασφαλίζουν οπωσδήποτε μια αποτελεσματική αντιμετώπιση των καθυστερήσεων. Η δραματική αύξηση για παράδειγμα των μονομελών συνθέσεων σε ποσοστό που αγγίζει στον πρώτο βαθμό στη διοικητική δικαιοσύνη το 75%, σε ένα όλο και πιο σύνθετο νομικό περιβάλλον, με δραστικούς περιορισμούς στα ένδικα μέσα, μία οριζόντια αύξηση των χρεώσεων ανά δικαστή και με τοποθετήσεις των νέων δικαστών στα περιφερειακά δικαστήρια, εκ των οποίων αρκετά μονοτμηματικά, όπου αντιμετωπίζουν όλα τα αντικείμενα, εξηγούν νομίζω από μόνα τους γιατί αυξάνει ο αριθμός των δικαστών που καθυστερούν πέραν του έτους.
Μια τέτοια προσέγγιση τελεί όμως και σε πλήρη αναντιστοιχία προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ και τα κείμενα ηπίου δικαίου που μνημονεύονται στο βιβλίο, τα οποία «βλέπουν» τις καθυστερήσεις, αφενός μεν, ως ένα συστημικό πρόβλημα, ως ένα πρόβλημα με δομικό χαρακτήρα, αφετέρου δε, ως μία και μόνον παράμετρο της δίκαιης δίκης, της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας υπό την διαδικαστική της εν προκειμένω εκδοχή. Υπ’ αυτή την οπτική, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται. Το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται μόνον στον πρώτο και βασικό πυλώνα της δικαιοσύνης που είναι ο δικαστής, ο οποίος οφείλει κατά το Σύντ. να διαφυλάττει την ανεξαρτησία του έναντι όλων και του εαυτού του (από ακτιβιστικές τάσεις ή προκαταλήψεις), καθώς και το κύρος της δικαιοσύνης και να λογοδοτεί από απόψεως χρόνου και ποιότητας, που συνάπτεται πρωτίστως με την αιτιολογία, για την απόφαση που εκδίδει. Ούτε επικεντρώνεται σε μία σύλληψη της δικαιοσύνης ως προς τα κρίσιμα πεδία της οργάνωσης και λειτουργίας της υπό το πρίσμα αμιγώς νομικών κριτηρίων, κυρίως στο πλαίσιο των αρχών της διάκρισης των λειτουργιών και του κράτους δικαίου. Εκτείνεται πια και στο σύστημα, την παρεχόμενη από τη δικαιοσύνη δημόσια υπηρεσία και στη συλλογική ευθύνη διαχείρισής του. Ένα σύστημα που έχει εισροές και οφείλει να έχει αντίστοιχες εκροές, οι οποίες όμως πρέπει σε κάθε περίπτωση να υλοποιούνται κατά τον νόμο και με μέσα που δεν θίγουν τις θεμελιώδεις αρχές της δίκαιης δίκης. Πρόκειται για τη «σταδιακή διολίσθηση» κατά τον Benoît Frydman [«L’évolution des critères et des modes de contrôle de la qualité des décisions de justice», in P. Mbongo (dir.), La qualité des décisions de justice, éd. du Conseil de l’Europe, 2007, 18], από μία ουσιαστική, σε μία διαδικαστική και στη συνέχεια διαχειριστική σύλληψη της ποιότητας της δικαιοσύνης που προκαλεί μία επιφυλακτική στάση ή και αντίδραση εκ μέρους των δικαστών. Ωστόσο, πέραν του ότι οι εγγυήσεις της προσωπικής ανεξαρτησίας τίθενται για την εκτέλεση του δικαστικού έργου και όχι για την παραμέλησή του, όπως επισημαίνει το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης (11μελούς συνθ. 3/2013, 25/2016), δεν μπορεί να ελέγχεται μόνον ο δικαστής για υπέρβαση του ευλόγου χρόνου και να μην αναζητούνται τρόποι ελέγχου των λεγόμενων «χρόνων αδράνειας» (ΕΔΔΑ, 6.4.2000, Thlimmenos κ. Ελλάδος, §61) που αφορούν το στάδιο του προσδιορισμού της υπόθεσης, την επί σειρά ετών αδικαιολόγητη ανακύκλωσή της, ή το διάστημα μέχρι να επιδοθεί η απόφαση. Εξάλλου, κάθε μέτρο για την επιτάχυνση ενός δικαστικού συστήματος πρέπει απαραίτητα να συσχετίζεται με όλες τις λοιπές παραμέτρους ποιότητας για την καλύτερη διασφάλιση των στοχεύσεων που καλείται κατά το Σύνταγμα και τα διεθνή κείμενα να εξυπηρετεί η δικαιοσύνη, ώστε σήμερα να τίθεται ως optimum, όχι απλά ο «εύλογος», αλλά ο «βέλτιστος» χρόνος για την απονομή της δικαιοσύνης, καθώς εξίσου προβληματική με την καθυστέρηση είναι και η επικράτηση μιας λογικής απλής διεκπεραίωσης των υποθέσεων.
Η προστιθέμενη αξία αυτού του εγχειρήματος είναι ακριβώς ότι προβάλλει αυτή την άλλη διάσταση, με μία στροφή στην ορθολογική οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης, γενική αρχή συνταγματικού επιπέδου που αξιοποιείται όλο και συχνότερα από τη νομολογία μας και στον εκσυγχρονισμό του συστήματος, στο πλαίσιο των οποίων θα επιδιωχθεί τόσο η ποιοτική αναβάθμιση του έργου και της γενικότερης στάσης του δικαστή απέναντι στην Υπηρεσία και τους πολίτες όσο και η επιτάχυνση και εν τέλει η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό σύστημα την οποία κλονίζει κατά το ΕΔΔΑ (ΕΔΔΑ, 1.10.2013, Τεχνική Ολυμπιακή κ. Ελλάδος, §32) η καθυστέρηση. Τα θέματα που θίγονται δεν επιφέρουν ένα άμεσο αποτέλεσμα, έρχονται αντιμέτωπα με πραγματικές καταστάσεις και κακές πρακτικές πολλών ετών, θέτουν ζητήματα οικονομικής φύσης. Είναι θέματα που έχουν οργανωτικό πρωτίστως χαρακτήρα και αποδέκτη την πολιτική εξουσία. Τελούν δε σε αρμονία με όσα αναφέρονται στο πρακτικό του Συμβουλίου της Επικρατείας 17/2011 (σε Ολομ. και συμβ.) ως προς τις πολλαπλές αιτίες που προκαλούν την καθυστέρηση: υπερβολικά μεγάλος αριθμός ενδίκων βοηθημάτων και μέσων του Δημοσίου, ατέλειες νομοθεσίας και κακή λειτουργία διοίκησης, αλλά και αδυναμίες στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων, λόγω ανορθολογικής χωροταξικής κατανομής και ελλείψεις στις υποδομές και στο προσωπικό της γραμματείας. Τα ανωτέρω δύσκολα προφανώς μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς. Δεν φαίνεται ωστόσο να φωτίζουν επαρκώς όλες τις πτυχές που προκαλούν καθυστερήσεις και έλλειψη παραγωγικότητας, ενώ δίνουν την εντύπωση ότι το πρόβλημα των καθυστερήσεων είναι μόνον πρόβλημα των άλλων και όχι και δικό μας. Τα διεθνή κείμενα μας επισημαίνουν ότι η ευθύνη για την επιτάχυνση και την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος είναι ευθύνη πολιτειακή, άρα και ευθύνη δικαστική και όχι ασφαλώς αποκλειστικά του μεμονωμένου δικαστή.
Θα σταθούμε σε ορισμένα σημαντικά ενδογενή αίτια, που συνιστούν ιδιαιτερότητες του συστήματός μας, τα οποία δεν προκαλούν απλώς καθυστερήσεις, αλλά λειτουργούν αρνητικά ως τροχοπέδη και στη λήψη ή την απόδοση είτε δράσεων όπως αυτές που προαναφέρθηκαν, είτε μέτρων που στοχεύουν στην αντιμετώπιση των καθυστερήσεων και, για διαφορετικούς λόγους, έχουμε μία δυσκολία να τα θίξουμε.
Το πρώτο αφορά τις δομές του συστήματος που παραμένουν αναλλοίωτες εδώ και 45 χρόνια. Οι εκτενείς για παράδειγμα διατάξεις με τις οποίες ο συνταγματικός νομοθέτης του 1975 αναβάθμισε, για προφανείς για την εποχή λόγους, τη διοικητική δικαιοσύνη, απεδείχθησαν άκαμπτες στην πορεία όπως είχε προβλέψει ο Φ. Βεγλερής, προκάλεσαν μία απίστευτη πολυνομία, λόγω της σταδιακής μεταφοράς των υποθέσεων στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια και των ειδικών δικονομικών διατάξεων που τις συνοδεύουν, διευρυμένη ανασφάλεια στην κατανομή της αρμοδιότητας και αυστηρή τυποποίηση των ενδίκων βοηθημάτων, διακριτά δικονομικά καθεστώτα με αποκλίσεις που δεν δικαιολογούνται πλέον και έλλειψη ενός ενιαίου κώδικα διοικητικής δικονομίας (βλ. τη μελέτη μας, Η ανάγκη ενός ενιαίου κώδικα διοικητικής δικονομίας, ΘΠΔΔ 3/2018, 193επ.), τη σύνταξη του οποίου, για όλες τις διοικητικές διαφορές, είχε προβλέψει ήδη ο νομοθέτης με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 1406/1983. Τα χαρακτηριστικά αυτά οδήγησαν στη διάσπαση συναφών μεταξύ τους διαφορών, σε πολλαπλές καθυστερήσεις, καθώς και σε πληθώρα δυσερμήνευτων δικονομικών ζητημάτων. Το σύστημα αυτό, μη ευκόλως προσαρμόσιμο στις εξελίξεις, στις οποίες είναι εν τούτοις επιρρεπές το διοικητικό δίκαιο, δεν μπορεί να υποστηρίξει με επάρκεια τη σύγχρονη προσπάθεια απλοποίησης των διοικητικών διαδικασιών, σε κρίσιμους σήμερα τομείς, όπως η αδειοδοτική διαδικασία μιας επένδυσης, ή το καθεστώς ασύλου και απομάκρυνσης υπηκόων τρίτων χωρών, όπου παρατηρείται κατάτμηση ενδίκων βοηθημάτων και διαφορών.
Το δεύτερο αφορά την επικράτηση προτύπων ως προς ορισμένες τουλάχιστον πτυχές διάρθρωσης και στελέχωσης των δικαστικών υπηρεσιών που παραπέμπουν στην παθογενή οργάνωση και συγκρότηση της ελληνικής δημόσιας διοίκησης κατά παραγνώριση βασικών αρχών του ορθολογικού μοντέλου, κάτι που προκύπτει ευχερώς από επί μέρους μελέτες του βιβλίου. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στο παρελθόν ιδρύθηκαν ταυτόχρονα τρία Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια στην ίδια ευρύτερη περιφέρεια χωρίς καμία απολύτως μελέτη, ότι απέναντι στα υπερμεγέθη δικαστήρια της πρωτεύουσας, έχουμε σήμερα 15 περιφερειακά διοικητικά δικαστήρια σε μισθωμένους από ιδιώτες χώρους εκ των οποίων τα 8 στερούνται ακροατηρίου, ότι παρά τη πρόβλεψη του ΚΟΔΚΔΛ (άρ. 3 ν. 1756/1988) περί κατανομής ανά διετία των οργανικών θέσεων δικαστών και υπαλλήλων με κοινά κριτήρια, ανάλογα με τον αριθμό των υποθέσεων και τη δικαστηριακή κίνηση, η τελευταία (μερική) κατανομή είχε γίνει το έτος 2004, ότι το πληροφοριακό μας σύστημα «στήθηκε» χωρίς προσωπικό πληροφορικής στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια, καίτοι σχετικές οργανικές θέσεις είχαν προβλεφθεί από το 2002 και χωρίς προηγουμένως να έχουμε απλοποιήσει το δικονομικό μας σύστημα το οποίο είχε διογκωθεί από απόψεως διαδικασιών, κατηγοριών υποθέσεων, τηρούμενων βιβλίων κ.λπ., ότι εν έτει 2016, όταν πλέον οι αποφάσεις συντάσσονται ηλεκτρονικά από τους δικαστές, προσλαμβάνουμε δακτυλογράφους από επιτυχόντες του διαγωνισμού του 1998 (άρ. 38 ν. 4369/2016), στους οποίους αναγνωρίζουμε και πλασματικά χρόνια, ότι ενώ υπάρχουν τραγικές καθυστερήσεις στις κοινοποιήσεις, τα αιτήματα μετάταξης των επιμελητών στον κλάδο γραμματέων γίνονται όλα δεκτά κ.ο.κ. Αυτές οι αντιλήψεις και πρακτικές που προωθούνται από διάφορους παράγοντες, εντός και εκτός των τειχών, με στόχο την ικανοποίηση συντεχνιακών καθαρά συμφερόντων, καλά κρατούν και αντιστέκονται και πάντως έχουν αφήσει έντονο το αποτύπωμά τους στη λειτουργία της δικαιοσύνης.
Το τρίτο αναφέρεται στα interna corporis του δικαστικού συστήματος και συνδέεται με μία αμυντική και εσωστρεφή στάση που επιδεικνύει ο δικαστής, που δεν εναρμονίζεται με τα νέα δεδομένα αλλά και τις σύγχρονες προσδοκίες των πολιτών. Η στάση αυτή απορρέει εν πολλοίς από μία παραδοσιακή πρόσληψη της αρχής της ανεξαρτησίας -για στεγανότητα του οργάνου κάνει λόγο το ΔΕΕ-, η οποία στη χώρα μας τείνει να απομονώνεται ως πρόταγμα και να προβάλλεται συχνά με τρόπο μαξιμαλιστικό, αντιτιθέμενη σε κάθε μορφή ελέγχου και σε κάθε προσπάθεια αναδιοργάνωσης, αποδυναμώνοντας τελικώς το αίτημα περί αποτελεσματικότητας, του οποίου ωστόσο συνιστά βασική προϋπόθεση. Αυτό εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως: Με την έλλειψη διάθεσης για συνεργασία με τις άλλες κρατικές λειτουργίες, τις οποίες θεωρούμε ότι οφείλουμε μόνον να ελέγχουμε, καίτοι, αφενός μεν, το Υπουργείο Δικαιοσύνης διατηρεί τον κύριο ρόλο σε θέματα διοικητικής και οικονομικής υποστήριξης, δηλ. σε μία σειρά ζητημάτων υλικοτεχνικών υποδομών, η διασφάλιση των οποίων συγκαταλέγεται, κατά τη Magna Carta των δικαστών του 2010 του CCJE, στις εγγυήσεις της ανεξαρτησίας, αφετέρου δε, ο έλεγχος της εισροής υποθέσεων συναρτάται άμεσα με την καλή λειτουργία των άλλων θεσμικών οργάνων. Με την απουσία προϋποθέσεων επιλογής, δεσμεύσεων ως προς στοχοθεσίες και σχέδια δράσης, αλλά και ειδικών κριτηρίων αξιολόγησης ενόψει των εντελώς διαφορετικών καθηκόντων που ασκούν, των διευθυνόντων τα δικαστήρια, θέσεις-κλειδιά για τη δικαιοσύνη, οι οποίοι, πέραν της ευθύνης τους για τη ροή των υποθέσεων και την ορθή παρακολούθηση του γραμματειακού έργου, οφείλουν να αποφεύγουν φαινόμενα εύνοιας, καθώς καλούνται, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ (ΕΔΔΑ, 22.12.2009, Parlov-Tkalcic κ. Κροατίας, §86, ΕΔΔΑ, 6.10.2011, Agrokompleks κ. Ουκρανίας, §137), πρώτοι αυτοί, να διασφαλίζουν την εσωτερική ανεξαρτησία του δικαστή. Με σημαντικές αδυναμίες στον θεσμό της αξιολόγησης των δικαστών, η οποία δεν είναι ενδελεχής, διενεργείται μόνον με βάση τις αποφάσεις τις οποίες μάλιστα επιλέγουν οι ίδιοι, δεν ακολουθεί σταθερούς κανόνες και κριτήρια και βεβαίως μπορεί να οδηγεί σε αδικίες και τελικώς στην αμφισβήτησή της ως θεσμού που συμβάλλει στην εμπέδωση της αξιοκρατίας εντός του δικαστικού σώματος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την παραγωγικότητα και τη γενικότερη διάθεση προσφοράς στην Υπηρεσία, παρότι η νομολογία αναδεικνύει την αρχή της αξιοκρατίας προς όλες τις λοιπές κατευθύνσεις και η λογοδοσία, μορφή της οποίας αποτελεί η αξιολόγηση του δικαστή (Γνώμη αρ. 17 του CCJE του 2014), συνδέεται σε όλα τα ευρωπαϊκά κείμενα με την ανεξαρτησία. Και βεβαίως με έναν αρνητισμό απέναντι σε ορισμένα θετικά μέτρα επιτάχυνσης που θέσπισε ο νομοθέτης, κάνοντας σωστά τη δουλειά του, όπως οι εν συμβουλίω διαδικασίες, ο θεσμός του εισηγητή δικαστή που θα έπρεπε να επιλαμβάνεται αμέσως μετά την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, η πρόβλεψη για άπαξ αναβολή της υπόθεσης και μόνον για σπουδαίο λόγο κ.ο.κ.
Πέρα όμως από την έγκαιρη έκδοση και ποιότητα της απόφασης και την αποτελεσματικότητα του συστήματος που τη στηρίζει, ένα δικαιοδοτικό σύστημα ακτινογραφείται βάσει δεικτών ποιότητας στο σύνολό του. Στην checklist του 2008 της CEPEJ «για την προώθηση της ποιότητας της δικαιοσύνης» καταγράφονται περισσότεροι από 250 δείκτες ποιότητας, διαφορετικής βαρύτητας, μέσω των οποίων ερευνάται ο βαθμός ανταπόκρισης ενός δικαστικού συστήματος στις βασικές στοχεύσεις με τις οποίες είναι επιφορτισμένo. Τούτο επιβάλλει ένα βήμα παραπάνω. Να απεγκλωβιστούμε από τη λογική ανταπόκρισης σε ένα «χαμηλό όριο» που χωρίζει την παραβίαση του δικαιώματος σε μία δίκαιη δίκη από τη μη παραβίασή του, ώστε να μπορέσουμε να αυξήσουμε τη λειτουργικότητα του συστήματος και να το κάνουμε φιλικότερο για τον πολίτη, επιδιώκοντας την περαιτέρω ενίσχυση της σχέσης του με τη δικαιοσύνη, όλο και περισσότερο άλλωστε αναγκαία όσο η αποστολή της δικαστικής εξουσίας εμφανίζεται θεσμικά και αξιολογικά αναβαθμισμένη κατά τη μεταμοντέρνα εποχή. Σαφήνεια ως προς το αρμόδιο δικαστήριο, πρόβλεψη για ενημέρωση του πολίτη σχετικά με τα ένδικα βοηθήματα, κανόνας στα ευρωπαϊκά νομικά κείμενα, όχι σε εμάς, παροχή πληροφοριών με τη χρήση και των νέων τεχνολογιών και διευκολύνσεις στην πρόσβαση και δη σε άτομα με ειδικές ανάγκες (πρόσφατα έχει αποσταλεί σχετικό ερωτηματολόγιο), απλοποίηση του δικονομικού πλαισίου και ενοποίηση της δικαιοδοτικής ύλης ώστε να μη χρειάζεται να προσφεύγει κανείς σε περισσότερα δικαστήρια για την ίδια υπόθεση όπως συμβαίνει σήμερα, προβλεψιμότητα του δικαστικού χρόνου, ποιότητα σχέσεων ανάμεσα στον δικαστή και τους διαδίκους, οι οποίοι θα πρέπει να αντιλαμβάνονται τη διαδικασία, να μη χάνουν άσκοπα τον χρόνο τους στα δικαστήρια, να κατανοούν την απόφαση, αναζήτηση της γνώμης των χρηστών και συνεχής ανατροφοδότηση και προσαρμογή του συστήματος. Σε αυτά και άλλα πολλά ζητήματα που δεν συνδέονται οπωσδήποτε με την παράμετρο της καθυστέρησης της δικαιοσύνης, ο πολίτης περιμένει απαντήσεις.
Για να αντιμετωπίσουμε τις πιο πάνω προκλήσεις και δεδομένου ότι οι τομεακές πολιτικές για τη δικαιοσύνη είναι, όπως ορθά επισημάνθηκε, αλληλένδετες, βασική προϋπόθεση είναι η δημιουργία μιας οργανωμένης και σταθερής, ολιγομελούς επιτελικής μονάδας, ενόψει και του ότι στη χώρα μας δεν έχουμε υιοθετήσει τον θεσμό των συμβουλίων της δικαιοσύνης, ως οργάνου σχεδιασμού και επεξεργασίας των δημόσιων πολιτικών για τη δικαιοσύνη, η σημασία του οποίου αναδεικνύεται στη σύνοψη των βασικών αρχών και προτάσεων για τη δικαιοσύνη που εξέδωσε το 2016 το Ευρωπαϊκό Δίκτυο των Συμβουλίων για τη Δικαιοσύνη (ENCJ). Η μονάδα αυτή, έχοντας σφαιρική εικόνα της πραγματικότητας, θα μπορεί να χαράξει μία μακροπρόθεσμη στρατηγική ανά κλάδο δικαιοδοσίας και έναν οδικό χάρτη για την επόμενη ημέρα, με τις κατάλληλες πρωτοβουλίες και συνέργειες, καθώς ανάμεσα στον σχεδιασμό ή την πρόβλεψη στον νόμο και την υλοποίηση μεσολαβεί κατά κανόνα ένα χάσμα. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να αποκλείσουμε ανορθολογικές προτάσεις και ευκαιριακές πιέσεις και να προχωρήσουμε στις δύσκολες αποφάσεις για την εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό του δικαστικού μας συστήματος, στο πλαίσιο άλλωστε μιας ευρύτερης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας που έχει ανάγκη η Χώρα, αναπτύσσοντας εξωστρέφεια και επικοινωνία με τους πολίτες και τα ΜΜΕ, στη βάση σημαντικών κειμένων του Συμβουλίου της Ευρώπης που ενισχύουν την αρχή της διαφάνειας, βασικό θεσμικό αντίβαρο για τον έλεγχο της δικαστικής λειτουργίας, όπως μας θυμίζει διαρκώς ο Δ. Τσάτσος (Συνταγματικό δίκαιο, τ. Β, 1992, 462, 488). Σε αυτή την προσπάθεια η διαΝΕΟσις στέκεται αρωγός και δεν έχουμε παρά να την ευχαριστήσουμε και να στηρίξουμε αυτήν της την πρωτοβουλία, δρομολογώντας τα επόμενα βήματα.
Το Σύνταγμα εν εξελίξει – Τιμητικός τόμος για τον Αντώνη Μανιτάκη, εκδ. Σάκκουλα 2019
Η εφαρμογή των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην πράξη. Προκλήσεις για το δικαστή, τη δημόσια διοίκηση, τις ανεξάρτητες αρχές, την κοινωνία των πολιτών
Το κείμενο της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εντυπωσιάζει για την πυκνότητα των νοημάτων του, αλλά και την ακρίβεια αποτύπωσης των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι διαρκώς επίκαιρο, αφού εβδομήντα και πλέον χρόνια μετά την 10η Δεκεμβρίου 1948, οι διακηρύξεις αυτού του διεθνούς εμβέλειας κειμένου δεν έχουν γίνει πράξη σε μεγάλο τμήμα της ανθρωπότητας, αλλά και εκεί που εφαρμόζονται, συχνά αμφισβητούνται, καταφρονούνται ή υπονομεύονται. Το μείζον, όμως, πολιτικό και ηθικό κύρος της Οικουμενικής Διακήρυξης δεν βρίσκει ευθέως την αντίστοιχη νομική δεσμευτικότητά του στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών-μελών του Ο.Η.Ε. Η επίδρασή του υπήρξε ουσιώδης, αλλά έμμεση, με την άσκηση επιρροής μέσω άλλων διεθνών κειμένων, όπως είναι τα δύο σχετικά Σύμφωνα του Ο.Η.Ε. που ακολούθησαν, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κ.ά.
Η μειωμένη ευθεία νομική ισχύς της Οικουμενικής Διακήρυξης στο εσωτερικό δίκαιο αδικεί, ασφαλώς, την ουσιαστική εμβέλεια των κανόνων που διατυπώνονται. Ο εφαρμοστής του δικαίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Ελλάδα καταλαμβανόταν παλαιότερα από αμηχανία αναφορικά με το νομικό κύρος της Οικουμενικής Διακήρυξης, η οποία δεν είχε ενταχθεί, καθεαυτή, σε διεθνή σύμβαση. Βέβαια, για τον νομικό της πράξης, οι περισσότερες ρυθμίσεις της ανευρίσκονταν σε άλλα κείμενα του διεθνούς ή εσωτερικού δικαίου. Έτσι, όταν ο έλληνας δικαστής απέκρουε την ευθεία νομική ισχύ της Οικουμενικής Διακήρυξης στην εσωτερική δικαιοταξία, μπορούσε να εφαρμόζει αντίστοιχες ρυθμίσεις κυρίως του Συντάγματος και των κοινών νόμων. Η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των δύο μεταγενέστερων Συμφώνων του Ο.Η.Ε που υιοθετήθηκαν στις 16.12.1966, του ενός για τα ατομικά και τα πολιτικά και του άλλου για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα, με τους νόμους 2462/1997 και 1532/1985, αντίστοιχα, διευκόλυνε ασφαλώς τον εφαρμοστή του δικαίου και ιδιαίτερα το δικαστή, το δικηγόρο, αλλά και τη διοίκηση ως προς την εξοικείωσή τους με τους ορισμούς της Διακήρυξης. Πλην, ο κυρωτικός νόμος ακόμα και μιας διεθνούς σύμβασης , υπό το καθεστώς του Συντάγματος του 1952, περιείχε ρυθμίσεις που δεν είχαν αυξημένη τυπική ισχύ και μπορούσαν, όπως γινόταν δεκτό, να τροποποιηθούν, αλλά και να καταργηθούν ακόμα με άλλο νεότερο τυπικό νόμο. Η διεθνής, έτσι, δεσμευτικότητα των κανόνων του διεθνούς δικαίου βρισκόταν σε αναντιστοιχία με την ισχύ τους στο εσωτερικό της χώρας μας . Η ίδια η Ε.Σ.Δ.Α. είχε κατά το παρελθόν μειωμένη επίδραση στην εσωτερική έννομη τάξη, παρά το μεγάλο κύρος της και την πρωτότυπη πρόβλεψή της για τη λειτουργία διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου που αποφασίζει για την παραβίαση ή όχι των προβλεπόμενων από αυτήν ρυθμίσεων. Η εφαρμογή έτσι της Ε.Σ.Δ.Α. πριν την υιοθέτηση από την Ελλάδα, το 1985, της ατομικής προσφυγής, κατά το άρθρο 34 αυτής, ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, παρά το γεγονός ότι με το Σύνταγμα του 1975, ορίστηκε ότι η Ελλάδα ακολουθεί τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου (άρθρ. 2 παρ. 3) αλλά και ότι οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο, υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου (άρθρ. 28 παρ. 1). Μεγαλύτερη, έτσι, επιρροή άσκησε, αρχικά, η συνταγματική αναγνώριση του κοινοτικού και ήδη ενωσιακού δικαίου, μέσω της παρ. 2 του ίδιου άρθρου 28, αλλά και της σχετικής ερμηνευτικής δήλωσης που προστέθηκε μεταγενέστερα στο άρθρο αυτό.
Ο έλληνας δικαστής αλλά και ο εν γένει νομικός της πράξης ήταν αρχικά πολύ επιφυλακτικός ως προς την άμεση εφαρμογή των κανόνων δικαίου που προέρχονταν από διεθνή όργανα. Ο δικαστής ειδικότερα απέφευγε να τους επικαλείται αρκούμενος στην εφαρμογή αντίστοιχων ή παρεμφερών κανόνων που είχαν διαμορφωθεί πρωτογενώς στην εσωτερική έννομη τάξη . Το Σύνταγμα του 1975, το οποίο αναφέρθηκε με σχετική επάρκεια σε πολλά θέματα δικαιωμάτων του ανθρώπου, διευκόλυνε την τάση αποφυγής επίκλησης άλλων ρυθμιστικών κανόνων προερχόμενων από διεθνείς πηγές. Άλλωστε, ο μέσος έλληνας νομικός μάλλον αγνοούσε τα διεθνή κείμενα, αλλά και τη διεθνή νομολογία σε θέματα δικαιωμάτων του ανθρώπου, πολύ περισσότερο που η σχετική διδασκαλία για τα θέματα αυτά ήταν εξαιρετικά περιορισμένη στις νομικές σχολές της χώρας. Αγνοούσε επίσης συχνά ξένες γλώσσες που θα του επέτρεπαν την πρόσβαση σε διεθνή κείμενα που δεν είχαν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα. Η κατάσταση όμως αυτή με τα χρόνια άλλαξε ριζικά και σήμερα η πρόσβαση στα διεθνή κείμενα, και, ειδικότερα, στη διεθνή νομολογία είναι ευκολότερη, με τη χρήση μάλιστα και του διαδικτύου που προσφέρει άμεση αλλά και έγκυρη σχετική ενημέρωση.
Η αρνητική ή διστακτική στάση του έλληνα δικαστή απέναντι στα κείμενα που έχουν διεθνή καταγωγή τείνει να εκλείψει. Από καιρό, με την πρωτοπορία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η μνεία από τα δικαστήρια των διεθνών δικαιωματικής φύσης κειμένων και της συναφούς νομολογίας δεν αποτελεί πρωτοτυπία, συχνά μάλιστα γίνεται και αυτεπάγγελτη αναφορά σε αυτά, χωρίς δηλαδή την επίκλησή τους από πληρεξούσιους δικηγόρους. Στον Άρειο Πάγο, η παραδοσιακή αρνητική διάθεση άρχισε να υποχωρεί κυρίως από την εποχή της Προεδρίας του Στέφανου Ματθία. Κάτι περισσότερο: η νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας τείνει πλέον να προσαρμόζεται, όλο και περισσότερο, προς τη νομολογία των διεθνών δικαστηρίων, αρκεί βέβαια η τελευταία να μην αντιβαίνει προς το ελληνικό Σύνταγμα. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι ο δικαστής στην Ελλάδα ορκίζεται να φυλάσσει προεχόντως το Σύνταγμα αυτής της χώρας. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι, όπου είναι εφικτό, η ερμηνεία των νόμων αλλά και του ίδιου του Συντάγματος δεν προσαρμόζεται προς τα οριζόμενα στα διεθνή κείμενα και τη διεθνή νομολογία. Η ασφάλεια του δικαίου αποτελεί σημαντικό στόχο, προκειμένου οι νομολογικές συγκρούσεις να αποφεύγονται κατά το δυνατό και ιδίως εκείνες μεταξύ εθνικών και διεθνών δικαστηρίων. Σ’ αυτό, όμως, πρέπει να συμβάλλουν και οι αποφάσεις των διεθνών δικαστηρίων, οι οποίες , κάποτε, δεν ερμηνεύουν σωστά το ελληνικό δίκαιο ή χαρακτηρίζονται από νομολογιακή αστάθεια που δημιουργεί απορίες και προβληματισμό.
Στο ερώτημα σε ποιο βαθμό τα δικαιώματα του ανθρώπου εφαρμόζονται στις μέρες μας στην Ελλάδα η απάντηση δεν είναι εύκολη . Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 η δημοκρατία λειτουργεί, τα κόμματα εναλλάσσονται στην εξουσία ομαλά, οι πολυκομματικές κυβερνήσεις δοκιμάστηκαν συχνά στην πράξη, σοβαρές παραβιάσεις της εκλογικής διαδικασίας δεν καταγγέλλονται πλέον, ο κομματικός διάλογος είναι ελεύθερος αν και το επίπεδό του δεν είναι συχνά ικανοποιητικό. Η περιουσία, τουλάχιστον η ακίνητη, προστατεύεται μάλλον ικανοποιητικά, αν και οι φορολογικές επιβαρύνσεις της γίνονται οριακά ανεκτές. Οι ελευθερίες της σκέψης, της έκφρασης, της συνείδησης ασκούνται μάλλον απρόσκοπτα, αν και οι προκαταλήψεις κάποτε υπερισχύουν. Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι δεν έχει περιορισμούς καθώς και το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, του οποίου όμως η καταχρηστική άσκηση τείνει συχνά να παραβιάζει τα δικαιώματα των άλλων που είναι συχνά οι περισσότεροι και να διαταράσσει την κοινωνική και οικονομική ζωή. Η δημόσια παιδεία παρέχεται τυπικά δωρεάν, η ανάπτυξη όμως των ιδιωτικών φροντιστηρίων καταδεικνύει την ανεπάρκειά της, καθώς και η επιβολή αντισυνταγματικών διδάκτρων για τις μεταπτυχιακές σπουδές. Το Κράτος μεριμνά μεν, κατά το Σύνταγμα , για την υγεία των πολιτών, αυτή όμως παρέχεται με πολλές, καίριες κάποτε, ελλείψεις, ενώ η κοινωνική ασφάλιση μαζί με την εργασία και την αμοιβή της είχαν σχεδόν καταρρεύσει την εποχή της οικονομικής κρίσης. Λειτουργεί, με πολλές καθυστερήσεις, το Α.Σ.Ε.Π. που εξασφαλίζει την αξιοκρατική πρόσβαση του πολίτη στη δημόσια διοίκηση, πλείστοι όμως διορισμοί παρακάμπτουν την ανεξάρτητη αυτή αρχή. Νόμοι υπάρχουν αφάνταστα πολλοί όπως και άτεχνα διατυπωμένοι. Ποιοι όμως από αυτούς και σε ποια έκταση εφαρμόζονται; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, διακόσια περίπου χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης του 1821, δεν έχει ακόμα πλήρως εμπεδωθεί από την πολιτική εξουσία, τη διοίκηση αλλά και τους ίδιους τους πολίτες αυτής της χώρας.
Η δικαιοσύνη, η πιο ευαίσθητη από τις τρείς λειτουργίες του πολιτεύματος, έχει ταχθεί, εκ προοιμίου, να εφαρμόζει τους νόμους, επιλύοντας διαφορές μεταξύ των πολιτών αλλά και μεταξύ των πολιτών και του Κράτους. Το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας ασκείται αρκετά εύκολα, αλλά η απονομή του δικαίου γίνεται συνήθως πολύ αργά, σχεδόν σε όλους τους κλάδους και τους βαθμούς της δικαστικής λειτουργίας , σε τέτοια ένταση και έκταση που συχνά εκφυλίζεται σε αρνησιδικία, για την οποία δεν ευθύνεται μόνο το αργόσυρτο δικαστικό σύστημα, αρκετοί δικαστές, αλλά και πολλοί δικηγόροι που κωλυσιεργούν εμποδίζοντας την πρόοδο των δικών. Ο δικηγορικός υπερπληθωρισμός έχει σημαντικό μερίδιο της σχετικής ευθύνης . Το μέσο επίπεδο των δικαστικών αποφάσεων δεν είναι πλέον κακό, ο διάδικός ή ο μάρτυρας, όμως , ταλαιπωρείται αφάνταστα από τις διαρκείς αναβολές των δικών, αλλά και από τη βραδεία έκδοση των δικαστικών αποφάσεων. Ειδικά η ποινική δίκη , ενώ , αυτή κυρίως, θα έπρεπε να ολοκληρώνεται σε σύντομο χρόνο, βραδυπορεί απαράδεκτα ενισχύοντας ένα γενικό αίσθημα ατιμωρησίας ή γενικευμένης αδικαιολόγητης επιείκειας έναντι των παρανομούντων . Από την άλλη, η πανίσχυρη εκτελεστική εξουσία, αλλά και πολλά μ.μ.ε., αμφισβητούν, συχνά άδικα, την ορθότητα πολλών δικαστικών αποφάσεων, για λόγους πολιτικής ή οικονομικής σκοπιμότητας ή, ακόμη χειρότερα, καταργούν, στην πράξη, το τεκμήριο νομιμότητας του κατηγορούμενου και περίπου υπαγορεύουν το αποτέλεσμα της ανάκρισης ή αναγορεύουν τους ενόχους ή τους αθώους, κατά βούληση. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, ο δικαστής που καλώς ή κακώς αποφεύγει να απαντά προσωπικά στις επιθέσεις ή και τις ύβρεις που δέχεται ή να καταγγέλλει τις υπαρκτές παρεμβάσεις στο έργο του που προέρχονται από πηγές κείμενες εντός ή εκτός των κόλπων της δικαιοσύνης, πρέπει να εκφέρει νηφάλια, αμερόληπτα και ανεξάρτητα τη δικανική του κρίση. Και βέβαια έχει και αυτός το δικαίωμα στο λάθος. Προβλέπονται άλλωστε τόσα πολλά ένδικα βοηθήματα για τη διόρθωσή του! Καθόλου όμως δεν δικαιολογούνται οι εμφυλιοπολεμικής φύσης ενέργειες κάποιων εισαγγελέων ή οι απαράδεκτες λεκτικές υπερβάσεις ( και όχι μόνο) ορισμένων συνδικαλιστών δικαστών, οι οποίες βλάπτουν το κύρος της δικαιοσύνης. Ας μη ξεχνάμε, όμως, και το σημαντικό ρόλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου στον έλεγχο των δημοσίων δαπανών, ο οποίος δυστυχώς τείνει να περιορισθεί δραστικά. Και βέβαια πρέπει να εξαίρεται ο αποφασιστικός ρόλος που πάντα έπαιζε το Συμβούλιο της Επικρατείας στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, προστατεύοντας τον συνήθως αδύναμο πολίτη απέναντι στην αυθαιρετούσα διοίκηση και ασκώντας, έγκυρα και πειστικά, τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, παρά τα κάποια σημαντικά λάθη που επιμένει, τελευταία, να διαπράττει σε θέματα κυρίως προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας.
Μήπως όμως την εφαρμογή των νόμων που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα του ανθρώπου εξασφαλίζει πάντοτε η κυβέρνηση ή η δημόσια διοίκηση, η οποία υπόκειται ιεραρχικά σ’ εκείνη ; Η εκτελεστική εξουσία επιδεικνύει συχνά μια τάση ενόχλησης από την άσκηση από τους πολίτες ορισμένων δικαιωμάτων του ανθρώπου και, λειτουργώντας αυτάρεσκα, προβάλλει μια συμπεριφορά αυταρχισμού και παντοδυναμίας, αναφορικά ακόμη και με τα αμυντικής φύσης ατομικά δικαιώματα των πολιτών. Ως προς τα παροχικής φύσης κοινωνικά δικαιώματα που από τη φύση τους είναι περισσότερο εύπλαστα , δεν εφαρμόζει , συχνά, ούτε τα υπεσχημένα. Η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των πολιτών προς το Κράτος έχει προ πολλού διαρραγεί, αν ίσχυσε ποτέ ευρέως στην πράξη , λόγω κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Η σχέση Κράτους – πολίτη δεν χαρακτηρίζεται από αμοιβαία εμπιστοσύνη και καλή πίστη όπως θα έπρεπε. Ο πολίτης νοιώθει συχνά απροστάτευτος απέναντι σ ένα Κράτος που όχι μόνο δεν τον υπηρετεί , αλλά και του δείχνει, πολλές φορές ότι τον θεωρεί απλώς υπήκοό του και όχι το αντικείμενο της ιδιαίτερης μέριμνάς του, όπως θα όφειλε. Ιδιαίτερη είναι η διαχρονική ευθύνη των κυβερνώντων για την προβληματική λειτουργία την δημοσίων υπηρεσιών, παρά το γεγονός ότι , κατά περιόδους και παρά τις μεγάλες αντιδράσεις από τους θιγόμενους υπαλλήλους ή τους συνδικαλιστές τους , ψηφίστηκαν αξιόλογες ρυθμίσεις για την εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας στην ανάδειξη των προϊσταμένων των δημοσίων υπηρεσιών ή για την καταπολέμηση της διαφθοράς των παρανομούντων υπαλλήλων μέσω της εφαρμογής ενός αξιόπιστου πειθαρχικού δικαίου. Το ευνοϊκό όμως αποτέλεσμα στην πράξη των μεταρρυθμίσεων αυτών δεν υπήρξε ιδιαιτέρως εμφανές, είτε γιατί η εφαρμογή τους, στην πρώτη περίπτωση, δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί , είτε γιατί το νομοθετικό πλαίσιο αλλοιώθηκε στην πορεία προς τη λανθασμένη κατεύθυνση, στη δεύτερη περίπτωση.
Οι ανεξάρτητες αρχές αποτελούν τη ζωντανή διάψευση της εύρυθμης λειτουργίας του παραδοσιακού σχήματος ορισμένων κρατικών αρχών και δομών . Λόγω της αποτυχίας της κλασσικής κρατικής δραστηριότητας σε ορισμένους ευαίσθητους τομείς κρατικού ενδιαφέροντος, το έδαφος παραχωρήθηκε σε κρατικά μεν μορφώματα , τα οποία, όμως, επιδιώκεται, κατά τον προορισμό τους, να λειτουργούν ανεξάρτητα, μακριά από τις τρέχουσες κομματικές επιθυμίες των κυβερνώντων. Η πολιτική όμως εξουσία δείχνει στην πράξη μάλλον να απεχθάνεται τις ανεξάρτητες αρχές και απλώς να τις ανέχεται όταν δεν τις υπονομεύει. Κάποτε τις αδρανοποιεί όταν φοβάται ότι θα γίνουν πολύ ενοχλητικές. Μερικές φορές κάνει διακρίσεις υπέρ της μιας έναντι των άλλων ανεξάρτητων αρχών ή αδιαφορεί γενικότερα για τα προβλήματά τους. Παρά ταύτα, οι ανεξάρτητες αρχές λειτουργούν λιγότερο ή περισσότερο ικανοποιητικά , υπηρετώντας τα δικαιώματα του ανθρώπου, και παρά το γεγονός ότι ο προβλεπόμενος, κυρίως για όσες προβλέπονται από το Σύνταγμα, μέσω κομματικών συμφωνιών, τρόπος ανάδειξης των μελών τους δεν συμβάλλει στην αύξηση του κύρους τους. Υπηρετούν το κράτος δικαίου κι ας τις κατηγορούν κάποιοι ότι διαθέτουν μειωμένη δημοκρατική νομιμοποίηση. Συμβάλλουν με τον τρόπο τους στη λειτουργία θεσμικών αντίβαρων απέναντι στην παντοκρατορία του κομματικού κράτους.
Πρότυπο ανεξαρτησίας εθνικού θεσμού δικαιωμάτων αποτελεί η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Ε.Δ.Α.), μολονότι τυπικά δεν ορίζεται από το Σύνταγμα ή το νόμο ως ανεξάρτητη αρχή. Συγκροτημένη, σύμφωνα με τις Αρχές του Παρισιού, τις οποίες ενέκρινε η Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε., συγκροτείται από πρόσωπα υποδεικνυόμενα από τις κυριότερες ανεξάρτητες αρχές, τις σημαντικότερες μη κυβερνητικές οργανώσεις, τις δύο μεγάλες εθνικές συνομοσπονδίες εργαζομένων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα, τρία πανεπιστήμια ,που κληρώνονται για κάθε νέα θητεία, την Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών κλπ. Μετέχουν σ αυτήν με αποφασιστική ψήφο από την Κυβέρνηση μόνο δύο πρόσωπα που ορίζει ο Πρωθυπουργός. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και οι εκπρόσωποι υπουργείων που επίσης μετέχουν δεν έχουν δικαίωμα ψήφου. Η Ε.Ε.Δ.Α., της οποίας ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι αναδεικνύεται δημοκρατικά, με εσωτερική ψηφοφορία μεταξύ των μελών της, λειτουργεί περίπου είκοσι χρόνια και έχει παραγάγει σημαντικότατο έργο στον τομέα της προστασίας και προώθησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η εκάστοτε Κυβέρνηση συνήθως δεν βοηθά το έργο της, σε αντίθεση με τη Βουλή που τη συμβουλεύεται, συχνά, σε πολλά θέματα δικαιωματικού περιεχομένου. Η εκτελεστική εξουσία δείχνει απλώς και μόνο ότι την ανέχεται, ίσως γιατί ενοχλείται από κάποιες απόψεις που αυτή ελεύθερα εκφράζει. Τον Απρίλιο του 2019, μάλιστα, προκειμένου να εξυπηρετηθούν, κυρίως, κομματικές σκοπιμότητες, η Κυβέρνηση προχώρησε, χωρίς να ενημερώσει προηγουμένως την Ε.Ε.Δ.Α., σε σημαντική αριθμητικά, ανορθολογική αλλοίωση της σύνθεσής της, δείχνοντας για μια ακόμα φορά την δυσανεξία της σε συλλογικές εκφράσεις που ακολουθούν μια ανεξάρτητη πορεία, δηλαδή δικαιώνουν το θεσμικό τους ρόλο.
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τέλος, στηριζόμενες κατά βάση στον εθελοντισμό, αποτελούν, και αυτές, σημαντικό παράγοντα ανάσχεσης των δυνάμεων υπονόμευσης ή και μη εφαρμογής στην πράξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Παρά τα ερωτηματικά που δημιουργούνται κάποτε για την οικονομική διαχείριση ορισμένων από αυτές, οι περισσότερες από τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών δικαιώνονται καθημερινά μέσα από τη συνεχή δράση τους σε πλείστους τομείς, υποκαθιστώντας κάποτε ακόμα και τις υπολειτουργούσες κρατικές δομές, όπως τούτο συμβαίνει, στις μέρες μας, αναφορικά με την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού-προσφυγικού προβλήματος. Με το φόβο να αδικηθούν κάποιες από αυτές αξίζει να γίνει αναφορά σε δύο από τις παλαιότερες οργανώσεις, στην Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που παρήγαγαν, επί δεκαετίες, σημαντικότατο έργο σε πολλά επίπεδα έρευνας αλλά και δράσης για σημαντικές πλευρές των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι το μεγάλο προσόν των μη κυβερνητικών οργανώσεων είναι η ελεύθερη δράση τους εκτός των αγκυλώσεων που παρατηρούνται συχνά στις κρατικές δομές.
Τέλος, αξίζει να υπογραμμιστεί ότι η υπόθεση των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν αφορά μόνο την Πολιτεία ή τους συλλογικούς φορείς, κρατικούς ή ιδιωτικούς . Αφορά τον οποιονδήποτε, ο οποίος, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις, πρέπει να απολαμβάνει τα δικαιώματα του ανθρώπου, σε όλες τις μορφές τους , αλλά και να μάχεται για την εφαρμογή τους, όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν, προς όφελος του ίδιου, των άλλων και του κοινωνικού συνόλου, πάντοτε, βέβαια, τηρώντας και τις υποχρεώσεις του, όπως προσδιορίζονται από τους κανόνες δικαίου που η δημοκρατική Πολιτεία θέτει προς όφελος της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης.
Η σημασία του να είσαι Δίκαιος των Εθνών: Η ευθύνη της ηθικής και η ηθική της ευθύνης
Ημέρα Μνήμης Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων
και Ηρώων του Ολοκαυτώματος
– Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά το Δήμαρχο Ιωαννίνων, καθηγητή Μωυσή Ελισάφ, για την πρόσκληση να είμαι ομιλητής στη σημερινή εκδήλωση. Είναι μια εξαιρετικά τιμητική, αλλά και
δύσκολη πρόκληση, καθώς καλούμαι να συνθέσω ένα σύνολο διαφορετικών συναισθημάτων που συνδέονται με τη σημερινή μέρα, και ιδιαίτερα την οδύνη, το όνειδος, τη μνήμη, το θυμό, τη συμφιλίωση όπως και την εγρήγορση απέναντι σε κινδύνους που αναβιώνουν σε ολοένα και περισσότερα μέρη του ανεπτυγμένου, κυρίως, κόσμου.
Η αναφορά της ομιλίας μου στη σημασία του να είναι κανείς Δίκαιος των Εθνών συνδέεται με το γεγονός, ότι ο τιμητικός αυτός τίτλος απονεμήθηκε το Σεπτέμβριο 2018 στον εκλιπόντα πατέρα μου, Κωνσταντίνο Γιαννίτση, για τη βοήθεια που παρέσχε το 1943/44 στην οικογένεια Ασέρ Μωυσή, με την οποία τον συνέδεε στενότατη φιλία. Τις σχετικές ενέργειες προς το Yad Vashem έκανε ο Ραφαήλ Μωυσής, τον οποίο, μια ακόμα φορά, ευχαριστώ βαθύτατα. Αυτά, προφανώς, σημαίνουν, ότι δεν είμαι εγώ το πρόσωπο στο οποίο απονεμήθηκε ο τίτλος του ‘Δίκαιου των Εθνών’ και η θεώρηση που έχω για το θέμα είναι δευτερογενής.
Θα ξεκινήσω σημειώνοντας, ότι στις πράξεις που δικαιολογούν τον τίτλο του Δικαίου των Εθνών, πέρα από το κεντρικό πρόσωπο, κατά κανόνα, συνυπάρχουν, συμπράττουν και εκτίθενται σε κίνδυνο και άλλα πρόσωπα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα ήθελα να αναφέρω ένα τέτοιο πρόσωπο, και, συγκεκριμένα, το διευθυντή χωροφυλακής Κηφισιάς, Μοίραρχο Γιώργο Τάγαρη, η συμβολή του οποίου στη διάσωση της οικογένειας Μωυσή ήταν πολύ σημαντική και τον οποίο αναφέρει με ευγνωμοσύνη ο Ραφαήλ στα κείμενά του.
Οι τιμηθέντες σε τόσες χώρες με τον τίτλο ‘Δίκαιος των Εθνών’ είναι οι τυχεροί. Είναι όσοι πέτυχαν να σώσουν ανθρώπους από το Ολοκαύτωμα και επιβίωσαν. Υπάρχουν όμως και πάρα πολλοί που προσπάθησαν να διασώσουν εβραϊκές οικογένειες ή πρόσωπα, που όμως συλλήφθηκαν και αυτοί και οι προστατευόμενοί τους και εκτελέστηκαν. Τα παραδείγματά τους είναι εξίσου ή ακόμα πιο σημαντικά και γι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, ότι η σημερινή ημέρα είναι όχι μόνο Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων, αλλά και όλων των Ελλήνων Ηρώων του Ολοκαυτώματος.
Ως απόγονος ενός τιμηθέντος με τον τίτλο του Δίκαιου των Εθνών και με κάμποσες δεκαετίες στην πλάτη μου, θα ήθελα να εκφράσω μια ιδιαίτερη αίσθηση: όλοι εμείς, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, ο καθένας μας, έχουμε γνωρίσει διάφορες νίκες και ήττες στη ζωή μας, όπως και την ικανοποίηση, την απογοήτευση ή άλλα συναισθήματα που συνοδεύουν την καθεμιά. Όμως, η γνώση, ότι οι γονείς σου, με κίνδυνο της ζωής τους, κρατήθηκαν σταθερά από τις πιο θεμελιακές ανθρώπινες αξίες, δεν δείλιασαν και στήριξαν ενεργά φίλους τους για να ξεφύγουν από την θανάσιμη απειλή του Ολοκαυτώματος, υποδηλώνει μια επιλογή, που αν και δεν έκανες εσύ προσωπικά, δίνει μια ιδιαίτερη διάσταση στον ψυχικό σου κόσμο. Ταυτόχρονα, βέβαια, παραφράζοντας λίγο τη θέση του Miguel de Unamuno –noblesse oblige- γνωρίζεις, ότι η τιμή αυτή δημιουργεί και υποχρεώσεις. Δημιουργεί την υποχρέωση στους απογόνους των Δίκαιων των Εθνών, να πορεύονται στη ζωή τους χωρίς να προδώσουν την ιστορία του προγόνου τους και τις υποθήκες που τους άφησε.
Υπάρχει ένα ‘όμως’. Και για να το εκφράσω, θα χρησιμοποιήσω τα συγκλονιστικά λόγια του Αλέξανδρου Μωυσή, γιού του Ραφαήλ, γιατί εκφράζουν ένα φόβο που υπάρχει στον καθένα που θέλει να πάει ενάντια στον εκφυλισμό της ανθρώπινης υπόστασης:
Λέει ο Αλέξανδρος Μωυσής στην ομιλία του στην τελετή επίδοσης του μεταλλίου Yad Vashem για τον πατέρα μου, το Φεβρουάριο του 2019: «Το άγχος και η αγωνία μου όταν αναφέρομαι στο Ολοκαύτωμα και αναφωνώ ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ, δεν είναι από φόβο ότι ίσως βρεθώ κι εγώ ανάμεσα στα θύματα. Όχι, ο φόβος μου είναι άλλος. Είναι πως δεν είμαι σίγουρος, αν βρεθώ κι εγώ κάποτε στη θέση όσων μας βοήθησαν, αν θα βρω το κουράγιο να ακολουθήσω το παράδειγμά τους. Ο φόβος, σε περίπτωση που βρεθώ με έναν συνάνθρωπο δίπλα μου σε κίνδυνο, αν θα έχω το θάρρος να κάνω αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο και να τον προστατεύσω, αψηφώντας τον κίνδυνο για μένα και για την οικογένεια μου. Ή αν θα κάνω τα στραβά μάτια όπως έκαναν πολλοί Ευρωπαίοι στην Κατοχή».
Αν σήμερα αναφέρω τα λόγια αυτά είναι γιατί το φόβο αυτό τον έχουν όλοι όσοι έχουν βρεθεί αντιμέτωποι ή σκέφτονται ότι μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με τέτοιες οριακές στιγμές και γιατί, εγώ, ο ίδιος, με φόβο, διαισθάνομαι με ποιο τρόπο μικρά, τυχαία ή και σημαντικά, γεγονότα ή συγκυρίες, μπορεί σε μια κρίσιμη στιγμή να παρεμβληθούν και να επηρεάσουν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση μια απόφαση που ισορροπεί τη ζωή και το θάνατο. Παρ΄ όλα αυτά, τέτοιες αποφάσεις δεν λαμβάνονται εν ψυχρώ, σε ανύποπτο χρόνο. Λαμβάνονται σε κρίσιμες στιγμές και με τεράστια εσωτερική πίεση, στις οποίες φαίνεται, τελικά, η σχέση καθενός με τον εαυτό του, τις αξίες του και τον κόσμο του.
Ωστόσο, τόσο η απονομή του τίτλου «Δίκαιος των Εθνών», όσο και εκδηλώσεις όπως η σημερινή για την επέτειο του Ολοκαυτώματος, δεν γίνονται για να αναφερθούμε σε πρόσωπα, παρά μόνο ως παραδείγματα, και για να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν, όχι ως ιστορικό αφήγημα, αλλά ως πηγή μηνυμάτων για το σήμερα και το αύριο. Τα μηνύματα είναι πολλά και διαφορετικά και δεν είναι σταθερά. Μια τέτοια ετήσια ομιλία έχει την προσωπική σφραγίδα του κάθε ομιλητή, ενώ, επίσης, επηρεάζεται από τις εξελίξεις και το κλίμα που κυριαρχούν στο συγκεκριμένο χρόνο στον οποίο εκφωνείται, όπως και από την εκτίμηση που έχει κανείς για κινδύνους που διαγράφονται, οι οποίοι κάθε χρονιά είναι διαφορετικοί.
Από μια τέτοια σκοπιά, η σημερινή ημέρα έχει δύο σημεία αναφοράς. Το πρώτο αφορά στη Μνήμη όσων μαρτύρησαν και στο ίδιο το Ολοκαύτωμα –τη shoah, για να χρησιμοποιήσω το σωστό όρο. Το δεύτερο αφορά εμάς τους ίδιους και το μέλλον μας, την ανάγκη να προστατέψουμε τη δική μας τιμή, την ανάγκη να μην ξαναζήσει η δική μας ή επόμενες γενιές οποιαδήποτε εκδοχή αυτού του εγκλήματος, οπουδήποτε και απέναντι σε οποιονδήποτε. Το ‘ποτέ ξανά’ δεν μπορεί να αφορά μόνο στο Ολοκαύτωμα που γνωρίζουμε. Αφορά σε κάθε ενέργεια, απόφαση, συμπεριφορά, σε κάθε τόπο και απέναντι σε κάθε ανθρώπινο ον, που εκτρέφουν συνθήκες ευνοϊκές για το παρανοϊκό, τις καταστροφικές εξελίξεις και τον εκμηδενισμό του ανθρώπου.
Στην ιστορία, συχνά, κοινωνικές ή πληθυσμιακές ομάδες συγκρούστηκαν ή αλληλοσκοτώθηκαν με την ιδιότητα του εχθρού, με το κίνητρο της αρπαγής, της κατάκτησης εδαφών ή πλούτου. Στο Ολοκαύτωμα όμως, έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που για πάρα πολύ καιρό συμβίωναν σε οργανωμένες και μορφωμένες κοινωνίες, χωρίς να έχουν παραβιαστεί θεσμοί και νόμοι, γιατί αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο θα ακολουθούσαν για τους παραβάτες σκληρές θεσμικές κυρώσεις. Ο αντισημιτισμός εκδηλώθηκε χωρίς να έχουν σημειωθεί αμφισβητήσεις, αντιστάσεις, επαναστάσεις ή εμφύλιοι διχασμοί στις κοινωνίες όπου εκτράφηκε. Εκδηλώθηκε γιατί δαιμονοποιήθηκε το εβραϊκό στοιχείο ή, κυρίως, γιατί δαιμονίστηκαν άλλοι. Γνωρίζουμε, ότι, ιστορικά, δαιμονοποίηση και μισαλλοδοξία ευθύνονται για τη δολοφονία αναρίθμητων ανθρώπων από συνανθρώπους τους.
Ο αντισημιτισμός έχει ορισμένες μοναδικότητες: καταγράφεται στην ιστορία για αιώνες, εδράζει στην Ευρώπη, εκφράζει το παράλογο, έχει περιοδικές στιγμές κορύφωσης, όπως το 1492 στην Ισπανία και τον 20ο αιώνα στη Γερμανία, έχει και πολλές ακόμα γνωστές ή λιγότερο γνωστές, άσχημες στιγμές. Το Ολοκαύτωμα ήταν το αποτέλεσμα της πιο καταστροφικής μανιακής ανθρώπινης σκέψης και ενέργειας στην πορεία του ανθρώπινου είδους. Ο προάγγελος της τερατογένεσης που θα επακολουθούσε εμφανίστηκε στις 10 Μαΐου 1933, με το κάψιμο βιβλίων λογοτεχνίας, ποίησης, φιλοσοφίας και επιστημονικών συγγραμμάτων του Αϊνστάιν, του Φρόυντ, του Χάινριχ Μαν και πολλών άλλων, όχι μόνο Εβραίων, στην Opernplatz, στο Βερολίνο και σε πολλές άλλες γερμανικές πόλεις, αναπαράγοντας το κάψιμο χειρογράφων και βιβλίων στη Σεβίλλη τον 15ο αιώνα. Φυσικά, και αυτός ο προάγγελος είχε πολλούς άλλους μικρότερους προάγγελους πίσω του, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και σε περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Όμως, ο Μάιος 1933 εξέπεμψε ένα ισχυρό σήμα, μεταξύ πολλών άλλων, για τα επόμενα βήματα. Η ιστορία, τότε, επιβεβαίωσε, ξανά, πως όταν αρχίσουν να καίγονται βιβλία, ακολουθεί το κάψιμο ανθρώπων.
Με την ευκαιρία της σημερινής εκδήλωσης, μπορεί κανείς να περιπλανηθεί σε πολλά, αποσπασματικά ή ατομικά, συγκινητικά ή τραγικά σημεία. Θα αποφύγω να ακολουθήσω την επιλογή αυτή, γιατί πιστεύω ότι κεντρικό ζήτημα μιας τέτοιας ομιλίας είναι η θεμελιακή σύγκρουση Καλού και Κακού και γιατί θεωρώ, ότι η καταπολέμηση του Κακού δεν θα γίνει τόσο με την προσφυγή στο συγκινησιακό στοιχείο, όσο με τον προσδιορισμό κανόνων, αξιών και μηχανισμών αντίστασης σε τέτοια φαινόμενα, με τη συνειδητή και αποφασιστική στάση τη δική μας και των κοινωνιών μας, σήμερα και στο μέλλον. Γι αυτό, θα επικεντρωθώ σε δύο μεγάλα ζητήματα και ερωτήματα: στα θέματα της Ηθικής και της Ευθύνης. Η εντύπωση που μπορεί να δημιουργηθεί από τη λεκτική αντίστιξη ‘Ευθύνη της Ηθικής’ και ‘Ηθική της Ευθύνης’ στον τίτλο της ομιλίας μου είναι ότι ίσως πρόκειται για ένα παιχνίδι λέξεων ή και ότι αποτελούν ταυτολογία. Ας μην το δούμε έτσι. Οι έννοιες αυτές τέμνονται, αλλά δεν επικαλύπτονται. Πολύ απλά, θεωρώ, ότι η ‘Ευθύνη της Ηθικής’ υποδηλώνει την υπαρξιακή ευθύνη ατόμων και συλλογικοτήτων να έχουν και να λειτουργούν με ένα Κώδικα Ηθικής και αξιών, και με το σύστημα αυτό αξιών να κρίνονται για τις επιλογές που έκαναν, αλλά και για τις επιλογές που δεν έκαναν, όταν όφειλαν και μπορούσαν να κάνουν.
Η αποδοχή ενός Κώδικα Ηθικής είναι τόσο παλιά, όσο και η συγκρότηση των πρώτων ανθρώπινων κοινωνιών. Στην ιστορία, οι κανόνες Ηθικής αποτελούν πάντα και παντού κεντρικό στοιχείο. Οι 10 εντολές του Μωυσή, η στάση της Αντιγόνης απέναντι στον Κρέοντα και πολλά άλλα παραδείγματα από τη δική μας ή την παγκόσμια ιστορία είναι χαρακτηριστικά. Μπορεί οι κανόνες αυτοί να διαφέρουν από κοινωνία σε κοινωνία, μπορεί να εξελίσσονται στο χρόνο, όμως συγκροτούν συστήματα Ηθικής και ηθικές κλίμακες αξιών, που εκφράζουν την πιο σημαντική διαφορά του ανθρώπου από οποιοδήποτε άλλο ον του κόσμου. Όμως, δυστυχώς, η διαφορά αυτή εκδηλώνεται και στο άκρως αντίθετο της Ηθικής, καθώς μόνο στον άνθρωπο υπάρχει ο βασανισμός, ο σαδισμός, η οργανωμένη εξολόθρευση άλλου ανθρώπου, άλλων κοινωνιών ή κοινωνικών τμημάτων.
Από την αποδοχή ενός συστήματος αξιών απορρέει το δεύτερο στοιχείο, η ηθική υποχρέωση και ευθύνη που έχουμε στο να υπερασπιστούμε τον Κώδικα Ηθικής, τις αξίες που βρίσκονται στο επίκεντρο της ανθρώπινης λειτουργίας μας. Ανάληψη ευθύνης σημαίνει αντίσταση ή σύγκρουση με ο,τιδήποτε αποτελεί παράλογο, γκροτέσκο, μισαλλόδοξο, επικίνδυνο για την ανθρώπινη υπόστασή μας και τις αξίες που πολλές κοινωνίες έχουν ενστερνισθεί. Η απραξία δεν μας κάνει θεατές, ούτε μας απαλλάσσει από την ευθύνη, όπως δεν απαλλάσσει από την ευθύνη αναρίθμητους περισσότερους απ’ όσους κατηγορήθηκαν και τιμωρήθηκαν για τη συμμετοχή τους στο Ολοκαύτωμα. Ακόμα και αν θεωρούμε ότι είμαστε απλοί θεατές, στην ουσία, επιλέγουμε συνειδητά να αφήσουμε ανοικτό το δρόμο στις επιλογές άλλων, τις οποίες, συχνά, γνωρίζουμε από πριν, και, συνεπώς ταυτιζόμαστε ή συμπράττουμε μαζί τους. Περίπου ογδόντα χρόνια πριν, πάρα πολλοί γνώριζαν τι γίνεται ή υποπτεύονταν τι γίνεται ή τι θα γίνει ή και επωφελούνταν από ό,τι γινόταν.
Η βία οικοδομείται σταδιακά και αργά, μέσα από συνεχείς ενέργειες, αντιλήψεις, συμπεριφορές, που κάποια στιγμή ξεσπάνε μπροστά μας ή παραδίπλα μας με καταστροφική μανία, που μπορεί στην αρχή να μην είναι Ολοκαύτωμα, αλλά που προετοιμάζει ένα Ολοκαύτωμα, γενοκτονίες, και, πάντως, είναι προάγγελος ολέθριων εξελίξεων. Ο δρόμος προς τον Τρόμο στρώνεται καθημερινά, από πολλές μικρές και μεγαλύτερες διαδρομές, με αργό τρόπο, και μέσα από φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους εξελίξεις, που κάποια στιγμή ξεσπούν στο φανατισμό, το μίσος και τη μετατροπή του Ανθρώπου σε εγκληματικό μηχάνημα. Τότε, η βία δεν καταστρέφει μόνο όσους έδωσαν μάχη για να την αποτρέψουν, αλλά και όσους δεν έκαναν τίποτα. Μπορούμε να στοχαστούμε στη δική μας ιστορία, πόσες φορές η βία και η καταστροφή ξεκίνησαν από ρυάκια και έφτασαν να γίνουν ορμητικό ποτάμι, το έπαθλο ή το τίμημα του οποίου ήταν ολέθριες καταστάσεις –ευτυχώς, χωρίς να πάρουν το βάρος που έχει το Ολοκαύτωμα.
Το 1784 ο Εμμάνουελ Καντ δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο ‘sapere aude’ –‘τόλμησε να κατανοήσεις’-, το οποίο θεωρήθηκε ως βάση του Ορθού Λόγου και του Διαφωτισμού. Ασυναίσθητα, ο νους μου πάει στη ρήση του Ευαγγελίου ‘Εν αρχή ην ο Λόγος’. Όμως, όσο και αν προσπαθήσει κανείς, είναι αδύνατο να κατανοήσει το Γιατί έγιναν όσα έγιναν. Ο Λόγος εδώ μένει σιωπηλός. Πώς ήταν δυνατό να συμβεί αυτό που ο Saul Friedländer χαρακτήρισε ως ‘Ανείπωτο’; Αυτή η αδυναμία περιγραφής και λογικής εξήγησης είναι που το κάνει Ανείπωτο. Ανείπωτα, όμως, δεν ήταν μόνο η εξολόθρευση ή ο τρόπος εξολόθρευσης εκατομμυρίων ανθρώπων ή η απουσία κάθε λογικής εξήγησης γι αυτό. Ήταν και ο διχασμός που παρουσιάστηκε σε πολλές κοινωνίες, όπου ένας κόσμος κατέδιδε, άρπαζε ή σιωπούσε, ενώ ένας άλλος κόσμος, στην ίδια κοινωνία, διακινδύνευε τα πάντα για να διασώσει την τιμή του ανθρώπινου γένους και της χώρας του, χωρίς καμιά ιδιοτέλεια.
Μίλησα για Ηθική και Ηθική της Ευθύνης. Είναι προφανές, ότι αναφέρομαι σε στάσεις ζωής και σε αξίες. Γνωρίζω, όμως, και γνωρίζουμε, ότι η αντιμετώπιση του Ανείπωτου δεν μπορεί να επαφίεται στην Ηθική των ατόμων ή των κοινωνιών, στον ουμανισμό ή τη συνείδηση. Στην ιστορία, ούτε η Μνήμη, ούτε η Ηθική, ούτε η Γνώση, ούτε οι Αξίες απέτρεψαν την επανάληψη των μεγάλων εγκλημάτων. Αντίθετα, κάθε φορά, η εξέλιξη της Γνώσης αξιοποιείται για ακόμα πιο καταστροφικές δράσεις και για παράλογους, εγκληματικούς για το ανθρώπινο γένος, στόχους.
Έτσι, δεν αρκεί η Μνήμη για τον Τρόμο και το Έγκλημα από τον Άνθρωπο σε Άνθρωπο προκειμένου να αποτραπούν νέα εγκλήματα. Ούτε αρκεί να αποτίουμε φόρο τιμής στη σημερινή ημέρα, όσο σημαντικό και αν είναι –και είναι. Η θεσμοποίηση της σημερινής Ημέρας είναι απλώς ένας αναγκαίος όρος για να διαφυλάσσεται η συλλογική μνήμη και να αποτραπούν μελλοντικές επαναλήψεις, στις οποίες, ακόμα και άθελά μας, μπορεί να γλιστρήσουμε συλλογικά ή και να συμμετάσχουμε, χωρίς να φανταζόμαστε πού οδηγούν και τι ολέθρια σημασία έχουν. Το ‘άθελά μας’ είναι υποκριτικό. Γιατί, στ’ αλήθεια, αν θέλουμε, μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά πότε γύρω μας εξελίσσονται καταστάσεις που εμπεριέχουν καταστροφικούς κινδύνους. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε να καταλαβαίνουμε και αν θέλουμε να κάνουμε κάτι όταν καταλαβαίνουμε.
Ποια είναι τα όρια μέχρι τα οποία μπορεί κανείς να ενεργήσει, να αποτρέψει, να πολεμήσει; Η αποτροπή του ‘Ανείπωτου’ μπορεί να βοηθηθεί, αν παραμένουμε σε εγρήγορση απέναντι σε ορισμένα προειδοποιητικά σημάδια, όπως:
- Την εκμηδένιση του ατόμου και των ανθρώπινων δικαιωμάτων στο όνομα ενός ανώτερου συλλογικού καλού και διαφόρων ‘ανώτερων μορφών καθαρότητας’,
- Την φονταμενταλιστική απόρριψη της διαφορετικότητας μεταξύ ατόμων και κοινωνικών συνόλων και την ανέγερση άγρια διχαστικών διαχωριστικών γραμμών στο εσωτερικό μιας κοινωνίας, σε συνδυασμό με τη δαιμονοποίηση της διαφωνίας και της διαφοράς και την επίρριψη των ευθυνών της αποτυχίας σε άλλους.
- Την εξουδετέρωση θεσμών, κανόνων, βασικών δικαιωμάτων, λειτουργιών, που οδηγούν στη ποδηγέτηση κοινωνιών και στην ανεξέλεγκτη πολιτική βία.
Θεωρώ, ότι η ανθρώπινη ενσυνείδηση που ως άτομα και ως συλλογικότητα μπορούμε να έχουμε, δηλαδή η κατάσταση ενεργής και ανοικτής συγκέντρωσης και προσοχής σε αυτό που συμβαίνει γύρω μας, αποτελεί ένα φυσικό σύνορο, στο οποίο μπορούν να αναχαιτιστούν ιδεολογίες και πρακτικές που θέλουν να μετατρέψουν το ανθρώπινο σε απάνθρωπο.
Ωστόσο, στο ερώτημα τι μπορεί να αποτρέψει το κάθε νέο Ανείπωτο δεν ξέρω την απάντηση. Σίγουρα δεν υπάρχει μια απάντηση. Τότε τι; Μια μη αφελής απάντηση δεν είναι εύκολη. Αν το Ανείπωτο είναι δημιούργημα ανθρώπων, η καταπολέμησή του δεν μπορεί παρά επίσης να είναι ανθρώπινο δημιούργημα. Ίσως, αν στεκόμαστε απέναντι όταν είναι ανάγκη να σταθούμε απέναντι, δεν χρειαστεί να φτάσουμε ποτέ σε τέτοια όρια.
Η Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος είναι μια αφορμή να σκεφτούμε γενικότερα, τι ανάλογους κινδύνους διατρέχουμε εμείς ως κοινωνία, αν θέλουμε, και τι θέλουμε να αποτρέψουμε, και πώς μπορούμε να το πετύχουμε. Στα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε μια έξαρση του αντισημιτισμού, αλλά, θα προσέθετα, και της βίας γενικότερα, ιδίως στο εσωτερικό περισσότερων, γνωστών σε όλους μας, χωρών. Θεωρώ, ότι τέτοια φαινόμενα δεν πρέπει να μας απασχολούν μόνο από την οπτική της σχέσης της κοινωνίας μας με το εβραϊκό στοιχείο ή, γενικά, με μειονοτικά κοινωνικά σύνολα που στοχοποιούνται. Συχνά, η έξαρση του αντισημιτισμού είναι σημάδι των καιρών, που οδηγεί σε πολύ πιο επικίνδυνες καταστάσεις. Τα φαινόμενα αυτά είναι εκδηλώσεις ενδυνάμωσης ενός γενικότερου κλίματος, που εκτρέφει τη βία, τη μισαλλοδοξία, τον πρωτογονισμό, την απόρριψη του διαφορετικού, τη μετάβαση από το ορθολογικό στο πρωτόγονο, στο δεισιδαιμονικό και στο δαιμονιακό, το φαντασιακό και το παράλογο, σε όλα αυτά μαζί, που ποτέ και πουθενά δεν οδήγησαν μια κοινωνία σε καλύτερη θέση. Ο αντισημιτισμός γίνεται ένα εργαλείο για να επιτευχθούν άλλοι στόχοι, ακόμα και το παράλογο, δηλαδή κανένας λογικός στόχος. Ο αντισημιτισμός υποδηλώνει οπωσδήποτε την ανάδειξη κινδύνων για τους πολίτες με εβραϊκό θρήσκευμα, όμως η εμφάνιση τέτοιων συνθηκών, με όποιο μανδύα και αν εμφανίζονται, πρέπει να αφυπνίζει όλους μας από άλλη σκοπιά. Η εκτροφή της βίας είναι μια υπόγεια, καταστροφική διαδικασία, που αν την αφήσουμε να ενδυναμωθεί, η αντιμετώπισή της θα πάρει διαστάσεις σύγκρουσης και εξόντωσης. Τότε, το τίμημα είναι πάντα σκληρό μέχρι καταστροφικό, εννοώ για όσους κινήθηκαν με τέτοιες αντιλήψεις, αλλά και για τις κοινωνίες που παρασύρθηκαν σε τέτοιες λογικές. Τότε, αντί όπως έγραψε ο Μαρξ να έχουμε την επανάληψη της ιστορίας ως φάρσα, την βλέπουμε να επαναλαμβάνεται μπροστά μας ως εφιαλτική πραγματικότητα.
Εμείς, οι Έλληνες, έχουμε την ιστορία του Προμηθέα Δεσμώτη. Ο Προμηθέας συμβολίζει την αφετηρία του εξανθρωπισμού του ανθρώπινου γένους. Ο Προμηθέας τιμωρήθηκε σκληρά από τους θεούς γιατί έδωσε τη δυνατότητα στο ανθρώπινο γένος να γίνουν άνθρωποι, με βούληση, γνώση, κρίση και ικανότητα εξύψωσης από τα χθόνια όντα. Έχοντας δώσει στον κόσμο όλο τόσα δημιουργήματα του πνεύματος, έχουμε ιδιαίτερη υποχρέωση να μην ξεχνάμε τις ιδέες και τις αξίες που εμείς ως Έλληνες δημιουργήσαμε, να τις υπερασπιζόμαστε σταθερά και να μην ξεπέφτουμε σε συνθήκες ντροπής της ιστορίας.
Πριν ολοκληρώσω την ομιλία μου αυτή θα ήθελα να κάνω μια σύντομη αναφορά στην εκλογή του κ. Μωυσή Ελισάφ στη θέση του Δημάρχου Ιωαννίνων, στο βαθμό που συνδέεται με τις σκέψεις που σας ανέπτυξα. Σε μια ‘κανονική’ κοινωνία η εκλογή ενός Έλληνα πολίτη με εβραϊκό θρήσκευμα δεν θα έπρεπε να αποτελεί σημείο ιδιαίτερου σχολιασμού. Οι προϋποθέσεις ανάληψης δημόσιων θέσεων προβλέπονται στο Σύνταγμα και τους νόμους. Επειδή όμως πολλά βλέπουν τα μάτια μας και επειδή η ιστορική μνήμη είναι πάντα ενεργή μέσα μας, η εκτίμησή μου είναι ότι η εκλογή του Μωυσή Ελισάφ αποτελεί δείγμα, ότι ως κοινωνία μπορεί να φτάσαμε σε μια στιγμή όπου, έστω και αποσπασματικά, οι θεσμικές λειτουργίες έχουν αρχίσει να παραμερίζουν προκαταλήψεις, στερεότυπα και ιδεοληψίες, και όπου τα κριτήρια εκλογής και αξιολόγησης των δημοσίων προσώπων αρχίζουν και παίρνουν στην πράξη τη θέση που προβλέπεται στο Σύνταγμά μας.
Τέλος, θα ήθελα να θυμίσω, και ιδιαίτερα στους νέους που παρακολουθούν την εκδήλωση αυτή, ότι η ιστορία του κόσμου στον οποίο ζούμε, δεν ξεκινάει σήμερα, ούτε από αυτούς, ούτε από εμάς. Είναι αποτέλεσμα δημιουργίας, γνώσης, θυσιών εκατομμυρίων ανθρώπων, οι οποίες έχουν συνδεθεί με μια διαδικασία αέναης σύγκρουσης μεταξύ δημιουργικών και καταστροφικών δυνάμεων. Αντλώντας από την ιστορία και τη μνήμη, αλλά και όσα διαγράφονται σήμερα στον ορίζοντά μας, θα υποστηρίξω, ότι όσα έχουν συμβεί στο παρελθόν και, γενικά, στην ιστορία του homo sapiens, δηλαδή στη δική μας ιστορία, έχουν δείξει, ότι μέσα μας, δεν κυριαρχεί μόνο η Sapienza, η σοφία, αλλά και ισχυρές δυνάμεις καταστροφής και αυτό-καταστροφής. Το εκκρεμές κινείται προς τις δυο πλευρές και δεν θα σταματήσει να κινείται. Όμως, το πού, στη ζωή του, ο καθένας θα κινηθεί ως πολίτης, ώστε καταστάσεις όπως αυτές στις οποίες αναφέρεται η σημερινή εκδήλωση, να σβήσουν σταδιακά στην ιστορία, δεν το καθορίζει η τύχη, αλλά οι προσωπικές του και οι συλλογικές μας επιλογές. Η προσωπική στάση του καθενός είναι το κεντρικό κλειδί για να μην ξαναδούμε πραγματικότητες που εμείς ή επόμενες γενεές θα τις ονομάζουμε Ανείπωτες, και για να μη ζήσουμε, συλλογικά ή ως άτομα, παρέα με τις Μαύρες Ερινύες στην ψυχή μας.
Το νέο εκλογικό σύστημα
Το νέο εκλογικό σύστημα που προτείνει η Κυβέρνηση αποτελεί μια παραλλαγή των εκλογικών συστημάτων του 2004 («νόμος Σκανδαλίδη») και του 2008 («νόμος Παυλόπουλου»). Πρόκειται για ένα σύστημα με bonus –είδος υπό εξαφάνιση μεταξύ των ευρωπαϊκών εκλογικών συστημάτων– που αποβλέπει στη διασφάλιση του νικητή των εκλογών κατά του κινδύνου να μην επιτύχει απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Όλα τα εκλογικά συστήματα με bonus είναι εξ ορισμού ύποπτα για αντισυνταγματικότητα, διότι εισάγουν, και μάλιστα ex ante, απόκλιση από την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου, δηλαδή την ισότητα κατ’ αποτέλεσμα της κάθε ψήφου ξεχωριστά, μετά την εξαγωγή της από την κάλπη (βλ. Χ. Ανθόπουλου, Εκλογικά συστήματα και συνταγματικές δεσμεύσεις. Μια συγκριτική ανάλυση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, εκδόσεις Σάκκουλα 2016).
Το γεγονός ότι το δικαστήριο το οποίο είναι επιφορτισμένο στην Ελλάδα με τον έλεγχο του κύρους των βουλευτικών εκλογών –το ΑΕΔ– αντιλαμβάνεται την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου ως μια μεταβλητή του εκάστοτε ισχύοντος εκλογικού συστήματος και όχι ως παράμετρο συνταγματικότητάς του, δεν αναιρεί τη συνταγματική αξία της αρχής αυτής και την υποχρέωση σεβασμού της από τον εκλογικό νομοθέτη, έστω και κατά συνεκτίμηση της αρχής της «κυβερνητικής σταθερότητας», η οποία κατ’ ακριβολογία δεν αποτελεί μια συνταγματική αρχή αλλά απλώς έναν συνταγματικώς θεμιτό πολιτικό στόχο.
Υπάρχει ένα άκρο ανεκτό όριο, πέρα από το οποίο η απόκλιση από την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου καθιστά το εκλογικό σύστημα δημοκρατικά και συνταγματικά ελαττωματικό. Το προτεινόμενο νέο εκλογικό σύστημα ξεπερνάει το όριο αυτό τουλάχιστον σε δύο σημεία:
Πρώτον, όσον αφορά τη χορήγηση του bonus σε προεκλογικό συνασπισμό συνεργαζόμενων κομμάτων. Το εκλογικό νομοσχέδιο, υιοθετώντας αυτούσια τη ρύθμιση του εκλογικού νόμου του 2008, αποκλείει ουσιαστικά τους προεκλογικούς συνασπισμούς από την πρόσβαση στο bonus, αφού θέτει ως προϋπόθεση για τη χορήγησή του, να είναι ο μέσος όρος της δύναμης των συνεργαζόμενων κομμάτων μεγαλύτερος από την εκλογική δύναμη του αυτοτελούς κόμματος που συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων. Δηλαδή, εάν το κόμμα Β και το κόμμα Γ συμπήξουν προεκλογικό συνασπισμό και λάβουν από κοινού 45%, ενώ το αυτοτελές κόμμα Α λάβει 40% το προβλεπόμενο bonus των 50 εδρών θα χορηγηθεί στο κόμμα Α, επειδή ο μέσος όρος της δύναμης των δύο συνεργαζόμενων κομμάτων (22,5%) είναι μικρότερος από το εκλογικό ποσοστό του αυτοτελούς κόμματος. Πίσω από τη ρύθμιση αυτή υφέρπει η αντίληψη ότι η μόνη φυσιολογική εκδοχή του κοινοβουλευτικού συστήματος είναι ο «πλειοψηφικός κοινοβουλευτισμός» και οι μονοκομματικές κυβερνήσεις (πρβλ. και την κριτική του Θ. Χατζηπαντελή στο Syntagma Watch). Είναι προφανές ότι η ρύθμιση αυτή που καθιστά τη μικρότερη σχετική εκλογική πλειοψηφία απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς το άρθρο 52 Συντ. που κατοχυρώνει την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας
Δεύτερον, όσον αφορά το μέγεθος του bonus. Είναι μεν κυμαινόμενο και κλιμακωτό, με ελάχιστο κατώφλι πρόσβασης το 25%, ωστόσο μπορεί να φτάσει μέχρι και τις 50 έδρες, δηλαδή το 16,6% των εδρών της Βουλής, που αποτελεί ένα υπερβολικό «εκλογικό δώρο» στο πρώτο κόμμα, έστω κι αν αυτό κινείται πέριξ του 40% στο οποίο αντιστοιχεί το bonus των 50 εδρών. Μόνο μια ουσιώδης μείωση του μέγιστου αριθμού των εδρών του bonus, για παράδειγμα, από 50 σε 30 έδρες, μπορεί να αποκαταστήσει τη συνταγματική ισορροπία μεταξύ της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου και της επιδίωξης της κυβερνητικής σταθερότητας. Με τον τρόπο αυτόν θα μειωθούν και οι παράπλευρες στρεβλωτικές συνέπειες του συγκεκριμένου εκλογικού συστήματος στο επίπεδο της εδαφικής αντιπροσωπευτικότητας της Βουλής, ιδίως στις τετραεδρικές και πενταεδρικές περιφέρειες, από τις οποίες προέρχονται κυρίως οι έδρες που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη του bonus.
Aναδημοσίευση από την Εφημερίδα “Πρώτο Θέμα”, 19/01/2020
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως ένωση δικαίου
Τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου η γηραιά Ευρώπη υψώνει νέα τείχη, θεσμικά ή πραγματικά. Το Τείχος κατεδαφίστηκε από το κουράγιο των ανθρώπων που ζητούσαν ελευθερία και άνοιξαν το δρόμο για την επανένωση της Γερμανίας και την ενότητα της Ευρώπης, όπως είπε πρόσφατα ο Πρόεδρος Μακρόν. Η πτώση του Τείχους σήμανε την απαρχή διεύρυνσης των ελευθεριών στην Ευρώπη. Ελευθερία έκφρασης, πολιτικού λόγου, κριτικής, ελεύθερη ψήφος. Και πρώτα η ελευθερία της μετακίνησης, η επανένωση οικογενειών.
Από τον άνεμο ελευθερίας που σάρωσε την Ευρώπη, διαπιστώνει κανείς μια μεταβολή προς το χειρότερο: Οι σκεπτικιστές που οδήγησαν στο Brexit, οι οπαδοί της ανελεύθερης δημοκρατίας στην Ουγγαρία και την Πολωνία, οι αυτονομιστές της Καταλονίας στην Ισπανία, όπου οι οπαδοί του ακροδεξιού κόμματος Vox καταγγέλλουν την παράνομη μετανάστευση, το φεμινισμό, την προοδευτική δικτατορία και υιοθετούν τις έννοιες πατριώτης, παραδοσιακή οικογένεια, πνευματική κληρονομιά του καθολικισμού και τάξη, οι οπαδοί της Λέγκας του Βορρά. Παρατηρούνται έντονα φαινόμενα λαϊκισμού των ΜΜΕ, γίνεται λόγος για fake – news, για ηλεκτρονική αλλοίωση εκλογικών αποτελεσμάτων, για επιρροή ξένων δυνάμεων. Άλλοτε αυτά αφορούσαν ανώριμες δημοκρατίες, πώς πέρασαν στη γηραιά ήπειρο;
Η οικονομική κρίση (το τέλος των ανέμελων ημερών) σε συνδυασμό με το οξύτατο πρόβλημα προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών στη Γη της Επαγγελίας – Ευρώπη οδήγησε στην άνοδο λαϊκιστικών κομμάτων, με κλειστοφοβική ατζέντα, τα ακροδεξιά κόμματα βρήκαν ευκαιρία να προωθήσουν τις πιο εσωστρεφείς – μισαλλόδοξες απόψεις, ενοχοποιώντας την ανοιχτή κοινωνία για όλα τα δεινά. Ο σκεπτικισμός για την ανοιχτή κοινωνία ξεκίνησε από τις χώρες που βρέθηκαν στην ΕΕ με την πιο πρόσφατη διεύρυνση, ακριβώς αυτές που γνώρισαν τις ελευθερίες με την πτώση του Τείχους. Έτσι, στην Ουγγαρία και αλλού, υποστηρίχθηκε η θεωρία της ανελεύθερης δημοκρατίας (illiberal democracy), τα κόμματα που κυβερνούν αμφισβητούν κυρίως τα θεσμικά αντίβαρα (ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, ακαδημαϊκή ελευθερία, ελευθεροτυπία, ελεύθερη έκφραση), ανακύπτει το κυρίαρχο ερώτημα: Υπάρχει δημοκρατία χωρίς κράτος – δικαίου, χωρίς θεσμικά αντίβαρα; Με μόνο το γεγονός ότι σε μια χώρα υπάρχει εκλεγμένη κυβέρνηση, νομιμοποιείται η πλειοψηφία και πού βρίσκονται τα όρια; Η Δικαιοσύνη αποτέλεσε τον πρώτο στόχο.
Στην Πολωνία, το κυβερνών ευρωσκεπτικιστικό και συντηρητικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (Droit et Justice/Law and Justice – PiS), με την αιτιολογία ή ίσως το πρόσχημα, της αποκάθαρσης του δικαστικού συστήματος από δικαστές πιστούς στο προηγούμενο καθεστώς, έλαβε σειρά νομοθετικών μέτρων. Μεταξύ άλλων:
-Η επιλογή των μελών του ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου γίνεται, στο σύνολό τους, από το κοινοβούλιο και όχι από τη δικαστική εξουσία. Έτσι η επιλογή των 15 μελών του δικαστικού συμβουλίου λαμβάνει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα, ο οποίος προφανώς θα επηρεάζει και τις περαιτέρω επιλογές του δικαστικού συμβουλίου κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.
-Τον Δεκέμβριο του 2017 ψηφίστηκε νόμος ο οποίος, μειώνοντας το όριο ηλικίας δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υποχρέωνε σε βίαιη διακοπή της θητείας 27 δικαστές, δηλ. το ένα τρίτο των μελών του δικαστηρίου. Είναι βέβαια δυνατόν οι ενδιαφερόμενοι δικαστές να ζητήσουν την παραμονή τους στην υπηρεσία προσκομίζοντας ιατρικό πιστοποιητικό περί της καλής υγείας τους, αλλά αρμόδιος για την αποδοχή ή απόρριψη του αιτήματος είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η απόφασή του αυτή δεν οριοθετείται από κανένα κριτήριο και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Η Πρόεδρος του Ανωτάτου δικαστηρίου, Malgorzata Gersdorf, μεταβλήθηκε σε σύμβολο της δικαστικής ανεξαρτησίας στην Πολωνία όταν αρνήθηκε να αποχωρήσει από την υπηρεσία της ή να υποβάλει αίτημα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να συνεχίσει να υπηρετεί, και προσήλθε την επομένη της ενάρξεως ισχύος του νόμου στο γραφείο της για να εργαστεί. Δήλωσε δε ότι μετέβη στην υπηρεσία της διότι το Σύνταγμα ορίζει τη θητεία της σε έξι χρόνια, και η εξαετία δεν έχει ακόμα παρέλθει. Η πρόεδρος προσήλθε στην εργασία της ενώ πολύς κόσμος την ανέμενε, χειροκροτώντας και επευφημώντας την. Η αντίδραση των δικαστών πήρε τη μορφή της αντίστασης σε ένα αυταρχικό καθεστώς.
Το κύμα μεταρρυθμίσεων που η πολωνική κυβέρνηση εισήγαγε με στόχο κυρίως την οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης προκάλεσε την αντίδραση των ευρωπαϊκών θεσμών: Η Επιτροπή της Βενετίας, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο των Δικαστικών Συμβουλίων που απέβαλε από τις τάξεις του το αντίστοιχο πολωνικό συμβούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που εισηγήθηκε την προσφυγή στη διαδικασία του άρθρου 7 της Συνθήκης για παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου και κυρίως το ΔΕΕ με σειρά αποφάσεών του.
Τον Ιούλιο του 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ένα κείμενο για την ενίσχυση του κράτους δικαίου στην Ένωση, στο οποίο, μεταξύ άλλων, τονίζεται ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζεται σε ένα σύνολο κοινών αξιών, που περιλαμβάνουν τα ατομικά δικαιώματα, την δημοκρατία και το κράτος δικαίου και αποτελούν το θεμέλιο των κοινωνιών μας και την κοινή ταυτότητα. Καμιά δημοκρατία δεν μπορεί να ακμάσει χωρίς ανεξάρτητα δικαστήρια, που εγγυώνται την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών ούτε χωρίς ενεργή κοινωνία των πολιτών και ελεύθερα μέσα ενημέρωσης, που εγγυώνται τον πλουραλισμό. Το κράτος δικαίου είναι μια καλά θεμελιωμένη αρχή, σαφώς προσδιορισμένη στον σκληρό πυρήνα της. Ο πυρήνας αυτός, παρά τις διαφορετικές εθνικές ταυτότητες και νομικά συστήματα και παραδόσεις, που η Ένωση είναι υποχρεωμένη να σέβεται, είναι ο ίδιος σε όλα τα κράτη-μέλη. Στο κράτος δικαίου όλες οι δημόσιες εξουσίες ασκούνται πάντα μέσα στους περιορισμούς που θέτει το δίκαιο, σε συμφωνία με τις αξίες της δημοκρατίας και των ατομικών δικαιωμάτων και υπό τον έλεγχο ανεξάρτητων και αμερόληπτων δικαστηρίων».
Στις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέα Sharpston επί των υποθέσεων Επιτροπής κατά Πολωνίας, Ουγγαρίας και Τσεχίας (C–715, 718, 719/17), στον τομέα ελευθερίας – ασφάλειας και δικαιοσύνης διετύπωσε τις τρεις βασικές πτυχές της έννομης τάξης στο θέμα της διαχείρισης του προσφυγικού εκ μέρους των κρατών μελών (επαναπροώθηση): Κράτος δικαίου, Καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας και η αρχή της αλληλεγγύης, που επιβάλλει την από κοινού επιβάρυνση. Το να παραγνωρίζονται αυτές οι νόμιμες υποχρεώσεις γιατί, σε δεδομένη περίπτωση, δεν είναι ευπρόσδεκτες ή δημοφιλείς είναι ένα επικίνδυνο πρώτο βήμα για την κατάρρευση της κοινωνίας που έχει οργανωθεί με την αρχή του κράτους δικαίου.
Η κριτική στον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, εμπνευστή της illiberal democracy, εστιάζει στο ότι ο όρος είναι εξ ορισμού αντιφατικός. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατατάσσουν πλέον την Ουγγαρία στα μερικώς ελεύθερα κράτη (partly free) μετά από σειρά δυσμενών μέτρων που έλαβε το κυβερνών κόμμα (Fidesz) για τα θεσμικά αντίβαρα: Επέμβαση στον εκλογικό νόμο (με ποσοστό 44% του εκλογικού σώματος έλαβε το 66% των εδρών), έλεγχο των ΜΜΕ με αποτέλεσμα να καταταγεί 87η στην ελευθερία του τύπου, και βέβαια εντονότατη παρέμβαση στη δικαιοσύνη. Σε πρώτη φάση έγινε απόπειρα βίαιης ανανέωσης του δικαστικού προσωπικού μέσω της μείωσης ηλικίας. Από το 70ο έτος το όριο κατήλθε στο 62ο έτος της ηλικίας των δικαστών και η υλοποίηση του νέου νόμου θα γινόταν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το ΔΕΕ με την απόφασή του C – 286/12 έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές προσέκρουαν στο ενωσιακό δίκαιο και ιδίως στις διατάξεις του για την δυσμενή μεταχείριση λόγω ηλικίας. Η νεότερη νομοθεσία αντιμετωπίστηκε θετικά από το ΕΔΔΑ στην απόφασή του J.B. κ.ά. κατά Ουγγαρίας της 27ης -11-2018. Οι προσφεύγοντες επικαλέστηκαν το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ που προστατεύει το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή. Ενόψει όμως του ότι το όριο υποχρεωτικής αποχωρήσεως αυξήθηκε κατά τι, του ότι δόθηκε μεγαλύτερη μεταβατική περίοδος και του ότι, όπως δέχεται το ΕΔΔΑ, οι αιτούντες δεν απέδειξαν ποια ήταν ακριβώς στην περίπτωσή τους η προσβολή στην οικογενειακή τους ζωή, η προσφυγή τους απορρίφθηκε.
Το ίδιο δικαστήριο (ΕΔΔΑ) εκδικάζοντας προσφυγή του προέδρου του ανωτάτου δικαστηρίου, η θητεία του οποίου με συνταγματική διάταξη περιορίστηκε και ενώ θα έληγε το 2015 έληξε το 2012, έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές παραβιάζουν το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ διότι ο αιτών στερήθηκε της δικαστικής προστασίας, μιας και δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την πρόωρη απομάκρυνσή του από την υπηρεσία (υποθ. Baka κατά Ουγγαρίας, 23-6-2016, Grande Chambre).
Το σημαντικότερο ζήτημα εμφανίστηκε πρόσφατα: Ο νομοθέτης επιθυμεί να οργανώσει διοικητική δικαιοσύνη, σε εφαρμογή σχετικής συνταγματικής πρόβλεψης. Ωστόσο, η στελέχωση του νέου αυτού δικαιοδοτικού κλάδου, που θα είναι αρμόδιος για σειρά σοβαρών υποθέσεων, όπως είναι οι εκλογικές διαφορές, δημιουργεί ερωτηματικά. Ένα μέρος των δικαστών θα προέλθει από μετακίνηση σε εθελούσια βάση ήδη υπηρετούντων δικαστών των πολιτικών δικαστηρίων. Ένα άλλο όμως μέρος θα προέλθει από άλλες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων. Η διαγωνιστική διαδικασία θα εμπίπτει στην αρμοδιότητα του δικαστικού σώματος, αλλά η τελική απόφαση θα ληφθεί από τον υπουργό δικαιοσύνης. Ρυθμίσεις που δεν στοιχούν προφανώς με την έννοια του κράτους δικαίου και την δικαστική ανεξαρτησία, η οποία, όπως ξέρουμε, περιβάλλει και την διαδικασία εισόδου στο σώμα και για τούτο πρέπει και αυτή να ανήκει στην αρμοδιότητα σώματος αποτελούμενου από δικαστές, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία.
Τον Σεπτέμβριο του 2018, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε την πρόταση της ολλανδής ευρωβουλευτή των πρασίνων Judith Sargentini και κάλεσε, για πρώτη φορά, το Συμβούλιο της ΕΕ να ενεργήσει εναντίον κράτους μέλους, της Ουγγαρίας, ενεργοποιώντας τη διαδικασία του άρθρου 7, προκειμένου να αποτραπεί συστημική απειλή για τις ιδρυτικές αξίες της Ένωσης. Αυτές οι αξίες, οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την ΕΕ και αναφέρονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, περιλαμβάνουν το σεβασμό στη δημοκρατία, την ισότητα, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Το πιο πρόσφατο βήμα σε μια σειρά επιθέσεων εκ μέρους του κυβερνώντος κόμματος προς τα όργανα της ΕΕ (ιδίως στην φινλανδική Προεδρία), που έθεσαν το ερώτημα αν η Ουγγαρία παραβιάζει τις ιδρυτικές αρχές της Ένωσης στα ζητήματα δικαιοσύνης, ελευθερίας της έκφρασης, θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας ενώπιον του νόμου είναι η προσπάθεια ελέγχου ακόμη και της επιστημονικής έρευνας. Και όλα αυτά με την χρηματοδότηση της ΕΕ.
Θα σταθώ αναλυτικότερα στις σημαντικές αποφάσεις του ΔΕΕ για τις νομοθετικές ρυθμίσεις της πολωνικής κυβέρνησης για την οργάνωση της Δικαιοσύνης. Με τις κρίσιμες σκέψεις αναδεικνύεται η σημασία του ρόλου του Δικαστηρίου και των δικαστών του ΔΕΕ στην προστασία των στοιχείων που χαρακτηρίζουν την ΕΕ ως Ένωση δικαίου.
Με την απόφαση C–619/18, της 24ης Ιουνίου 2019, κρίθηκαν τα ζητήματα της μειώσεως του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας να παρατείνει την ενεργό υπηρεσία ορισμένων εξ αυτών κατά διακριτική ευχέρεια. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι «(…) όπως συνάγεται από το άρθρο 49 ΣΕΕ, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα κάθε ευρωπαϊκού κράτους να ζητήσει να καταστεί μέλος της Ένωσης, η Ένωση απαρτίζεται από κράτη που έχουν αποδεχθεί ελεύθερα και οικειοθελώς τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 2 ΣΕΕ κοινές αξίες, σέβονται τις αξίες αυτές και δεσμεύονται να τις προάγουν, οπότε το δίκαιο της Ένωσης στηρίζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι κάθε κράτος μοιράζεται τις εν λόγω αξίες με όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη και αναγνωρίζει ότι και αυτά τις αποδέχονται όπως το ίδιο. (…) Η παραδοχή αυτή συνεπάγεται και δικαιολογεί την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και, ιδίως, των δικαστηρίων τους ως προς την αναγνώριση των αξιών αυτών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση και μεταξύ των οποίων καταλέγεται η αρχή του κράτους δικαίου και, επομένως, ως προς την τήρηση του δικαίου της Ένωσης που υλοποιεί τις αξίες αυτές. (…) Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, προκειμένου να εξασφαλισθεί η διαφύλαξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της αυτονομίας της έννομης τάξεως της Ένωσης, οι Συνθήκες έχουν καθιερώσει ένα δικαιοδοτικό σύστημα με σκοπό τη διασφάλιση της συνοχής και της ενότητας κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. (…) Ειδικότερα, ακρογωνιαίο λίθο του διαμορφωμένου κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιοδοτικού συστήματος αποτελεί η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία, καθιερώνοντας τον διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων ακριβώς μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών, αποσκοπεί στη διασφάλιση της συνοχής και της ενότητας αυτής της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, καθιστώντας, επομένως, δυνατή τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητάς του και της αυτονομίας του, καθώς και, εν τέλει, του ιδιάζοντος χαρακτήρα του δικαίου που θεσπίζουν οι Συνθήκες. (…) Τέλος, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η Ένωση συνιστά ένωση δικαίου στο πλαίσιο της οποίας οι ιδιώτες έχουν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν δικαστικώς τη νομιμότητα κάθε αποφάσεως ή άλλης εθνικής ρυθμίσεως σχετικής με την έναντί τους εφαρμογή πράξεως της Ένωσης. (…) Στο πλαίσιο αυτό, βάσει του άρθρου 19 ΣΕΕ, το οποίο συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου που μνημονεύεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, στα εθνικά δικαστήρια και στο Δικαστήριο ανατίθεται η διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών και της ένδικης προστασίας των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο αυτό. (…) Στο πλαίσιο αυτό, και όπως προβλέπει το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, τα κράτη μέλη καθιερώνουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται ο σεβασμός του δικαιώματος των ιδιωτών σε αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, στα μέλη κράτη απόκειται να προβλέπουν σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων καθώς και διαδικασιών δυνάμενων να διασφαλίσουν τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο στους εν λόγω τομείς. (…) Η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που παρέχονται στους ιδιώτες βάσει του δικαίου της Ένωσης, την οποία μνημονεύει το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, συνιστά, πράγματι, γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, έχει κατοχυρωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, και είναι σήμερα κατοχυρωμένη με το άρθρο 47 του Χάρτη. (…) Όσον αφορά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, πρέπει να υπομνησθεί, εξάλλου, ότι η διάταξη αυτή αφορά «τους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης», ανεξαρτήτως της περιπτώσεως στην οποία τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 5, παρ. 1 του Χάρτη. (…) Αντιθέτως προς ό,τι, υποστήριξαν συναφώς η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Ουγγαρία, το γεγονός ότι τα εθνικά μέτρα μειώσεως αποδοχών τα οποία αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C–64/16), είχαν ληφθεί λόγω επιτακτικών αναγκών σχετιζόμενων με την εξάλειψη του υπέρμετρου ελλείμματος του προϋπολογισμού του οικείου κράτους μέλους και στο πλαίσιο προγράμματος χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης προς το κράτος μέλος αυτό δεν είχε καμία σημασία, για να προκριθεί η ερμηνεία βάσει της οποίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ ετύγχανε εφαρμογής στην οικεία υπόθεση. Πράγματι, η κρίση αυτή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι το εθνικό δικαστήριο το οποίο αφορούσε η εν λόγω απόφαση, συγκεκριμένα δε το Tribunal de Contas (Ελεγκτικό Συνέδριο, Πορτογαλία), ηδύνατο, υπό την επιφύλαξη διακριβώσεως ανατεθείσας στο αιτούν στο πλαίσιο της υποθέσεως εκείνης δικαστήριο, να αποφαίνεται ως δικαιοδοτικό όργανο, επί ζητημάτων απτομένων της εφαρμογής ή της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης και εμπιπτόντων, επομένως, σε τομείς που διέπονται από το δίκαιο αυτό. (…) Επιπλέον, μολονότι, όπως υπενθυμίζουν η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Ουγγαρία, η οργάνωση της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους, εντούτοις, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, απαιτώντας από τα κράτη μέλη να τηρούν κατ’ αυτόν τον τρόπο τις ως άνω υποχρεώσεις, ουδόλως η Ένωση επιδιώκει να ασκήσει η ίδια την εν λόγω αρμοδιότητα ούτε, επομένως και αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται η Δημοκρατία της Πολωνίας, να την οικειοποιηθεί. (…) Από το σύνολο των προεκτεθέντων, προκύπτει ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο. ΣΕΕ, επιβάλλει σε όλα τα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η αποτελεσματική δικαστική προστασία, κατά την έννοια, ιδίως, του άρθρου 47 του Χάρτη, στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. (…) Ειδικότερα, κάθε κράτος μέλος οφείλει, βάσει του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, να διασφαλίζει ότι τα όργανα τα οποία εντάσσονται, ως «δικαστήρια», υπό την έννοια του δικαίου της Ένωσης, στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης πληρούν τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. (…) Η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας του εν λόγω οργάνου έχει πρωταρχική σημασία, όπως επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, το οποίο ανάγει την πρόσβαση σε «ανεξάρτητο» δικαστήριο σε μια από τις απαιτήσεις που συνδέονται με το θεμελιώδες δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Η απαίτηση συτή περί ανεξαρτησίας των δικαιοδοτικών οργάνων, η οποία είναι άμεσα συνυφασμένη με την αποστολή του δικαστή, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, το οποίο είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προστασίας του συνόλου των δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης και για την προάσπιση των κοινών αξιών των κρατών μελών οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, ιδίως δε της αξίας του κράτους δικαίου. (…) Η απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαστηρίων της οποίας την τήρηση οφείλουν να διασφαλίζουν τα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, και όπως προκύπτει από τις σκέψεις 42 έως 59 της παρούσας αποφάσεως, όσον αφορά τα εθνικά δικαστήρια που, όπως το Sạd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο), καλούνται να αποφαίνονται επί ζητημάτων απτομένων της ερμηνείας και της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει δύο πτυχές. (…) Η πρώτη, εξωτερική, πτυχή προϋποθέτει ότι το σχετικό όργανο ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση υπαγωγής έναντι οποιουδήποτε φορέα και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προελεύσεως και ότι, ως εκ τούτου, προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους. (…) Η δεύτερη πτυχή, εσωτερικής φύσεως, είναι παρεμφερής προς την έννοια της αμεροληψίας και συναρτάται προς την τήρηση ίσων αποστάσεων ως προς τους διαδίκους και τα αντιπαρατιθέμενα συμφέροντά τους σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς. Η πτυχή αυτή επιτάσσει της τήρηση αντικειμενικότητας και την απουσία κάθε συμφέροντος ως προς την επίλυση της διαφοράς πέραν της αυστηρής εφαρμογής των κανόνων δικαίου. (…) Οι εγγυήσεις αυτές περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας απαιτούν την ύπαρξη κανόνων, ιδίως όσον αφορά τη σύνθεση του οργάνου, τον διορισμό των μελών του, τη διάρκεια της θητείας τους και τους λόγους εξαιρέσεως ή παύσεώς τους, ώστε οι πολίτες να μην έχουν καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τη στεγανότητα του εν λόγω οργάνου έναντι των εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων. Η απαραίτητη αυτή ελευθερία των δικαστών επιτάσσει ορισμένες εγγυήσεις για την προστασία των προσώπων, στα οποία έχει ανατεθεί το δικαιοδοτικό έργο, όπως είναι η ισοβιότητα. (…) Η αρχή της ισοβιότητας επιτάσσει, ιδίως, να έχουν οι δικαστές τη δυνατότητα να παραμένουν στη θέση τους ενόσω δεν έχουν συμπληρώσει το υποχρεωτικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ή έως τη λήξη της θητείας τους οσάκις αυτή έχει ορισμένη χρονική διάρκεια. Η εν λόγω αρχή, χωρίς να έχει εντελώς απόλυτο χαρακτήρα, επιδέχεται εξαιρέσεις μόνον εφόσον το δικαιολογούν θεμιτοί και επιτακτικοί λόγοι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, είναι κοινώς παραδεκτό ότι οι δικαστές μπορούν να παυθούν από τα καθήκοντά τους εφόσον κριθεί ότι είναι ακατάλληλοι για την άσκησή τους λόγω αδυναμίας ή σοβαρού παραπτώματος, τηρουμένων των προσηκουσών διαδικασιών. (…) Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, ακριβέστερα, ότι η απαίτηση περί ανεξαρτησίας επιτάσσει οι κανόνες που διέπουν το πειθαρχικό καθεστώς και, ως εκ τούτου, ενδεχόμενη παύση εκείνων στους οποίους έχει ανατεθεί δικαιοδοτικό έργο να περιβάλλονται τις αναγκαίες εγγυήσεις, ώστε να αποτρέπεται κάθε κίνδυνος χρήσεως αυτού του καθεστώτος ως συστήματος πολιτικού ελέγχου του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων. Συνεπώς, η θέσπιση κανόνων, οι οποίοι καθορίζουν, ιδίως, τόσο τις συμπεριφορές που συνιστούν πειθαρχικά αδικήματα όσο και τις εφαρμοστέες επ’ αυτών κυρώσεις, προβλέπουν την παρέμβαση ανεξάρτητου οργάνου βάσει διαδικασίας που εγγυάται πλήρως τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη, ιδίως τα δικαιώματα άμυνας, και παρέχουν τη δυνατότητα προσβολής των αποφάσεων των πειθαρχικών οργάνων ενώπιον των δικαστηρίων αποτελεί σύνολο ουσιωδών εγγυήσεων για τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας. (…) Η πρόωρη παύση της ασκήσεως των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων δύναται να προκαλέσει εύλογες ανησυχίες όσον αφορά την τήρηση της αρχής της ισοβιότητας των δικαστών, όπως είχε επισημάνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη δημοκρατία μέσω της νομοθεσίας (Επιτροπή της Βενετίας). (…) Εθνικές διατάξεις με τις οποίες πραγματοποιείται άμεση και σημαντική μείωση του ορίου ηλικίας υποχρεωτικής αποχωρήσεως από τη θέση δικαστή, χωρίς να προβλέπονται μεταβατικά μέτρα για την προστασία των ενδιαφερομένων δεν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας. Μέτρα όπως αυτά ουδόλως μπορούν να συγκριθούν με μέτρα όπως η μείωση των αποδοχών των δικαστών, με γνώμονα την προστασία της ανεξαρτησίας των δικαστών».
Το Δικαστήριο δεν πείσθηκε από την επιχειρηματολογία της πολωνικής κυβέρνησης, ότι πρόκειται για μεταρρύθμιση στη Δικαιοσύνη και όχι για την προσπάθεια απομάκρυνσης συγκεκριμένων ανωτάτων δικαστών και έκρινε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19 της Συνθήκης.
Με την απόφαση της 5 Νοεμβρίου 2019 (C–192/18), το ΔΕΕ επανέλαβε τις πιο πάνω σκέψεις και έκρινε ότι η Πολωνία, καθορίζοντας διαφορετικό όριο συνταξιοδότησης ανδρών και γυναικών δικαστών, παρέβη τις υποχρεώσεις της και την οδηγία για την εφαρμογή της αρχής ίσων ευκαιριών/ίσης μεταχείρισης ανδρών – γυναικών. Κυρίως όμως δέχθηκε ότι η εξουσία που ο πολωνικός νόμος παρέχει στον Υπουργό Δικαιοσύνης να εγκρίνει την παράταση του χρονικού διαστήματος ενεργού υπηρεσίας δικαστών πέραν του νέου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως παραβιάζει την απορρέουσα από το άρθρο 19 αρχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που διασφαλίζεται με την ανεξαρτησία / ισοβιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων.
Επέλεξα να μιλήσω με τη φωνή των συναδέλφων μου ευρωπαίων δικαστών, γιατί οι αποφάσεις αυτές του ΔΕΕ αποτελούν την κιβωτό των αξιών της Ευρώπης ως Ένωσης Δικαίου. Οι δικαστές σήκωσαν το βάρος να υπερασπισθούν και να αναδείξουν τις αρχές αυτές πέρα από τις πολιτικές σκοπιμότητες.
Σε όλη την Ευρώπη, η κοινωνία των πολιτών αρχίζει να αντιδρά και να αντιστέκεται στις αυταρχικές κυβερνήσεις. Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξη, πάντως πρόκειται για έναν διαρκή αγώνα. Η υπεράσπιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ένωσης δικαίου είναι καθήκον όλων μας.
[1] Το κείμενο αυτό αποτέλεσε εισήγηση στην εκδήλωση με αφορμή την έκδοση του συλλογικού τόμου «Η κρίση του Κράτους Δικαίου στην Ε.Ε.» (επιμέλεια Α. Μεταξά), στις 27.11.2019, στην Αίθουσα Λόγου της Στοάς του Βιβλίου στην Αθήνα.
Tελετή επίδοσης τόμου μελετών προς τιμήν του ομότιμου καθηγητή κ. Αντώνη Μανιτάκη
|
||
|
|
|
|
H ανεξαρτησία της δικαιοσύνης μέσα από τις πρόσφατες αποφάσεις του ΔΕΕ
Εισαγωγή
- Αναφερόμενη στις πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ένωσης σχετικά με τις παρεμβάσεις της ενιαίας, κατ’ουσία, εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας στην οργάνωση της πολωνικής δικαιοσύνης, η Ππρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας έκανε λόγο για την «κιβωτό των αξιών της Ευρώπης ως Ένωσης Δικαίου»[1]. Στο ίδιο πνεύμα, ο ε.τ. Αντιπρόεδρος του ως άνω Δικαστηρίου επισημαίνει την εγγυητική των αρχών του κράτους δικαίου λειτουργία της Ένωσης και του Δικαστηρίου της, η οποία αποτυπώνεται στις εν λόγω πολωνικού ενδιαφέροντος αποφάσεις[2]. Στις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο ανέδειξε, αφενός, τη σημασία των εθνικών δικαστηρίων για τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του Δικαίου της Ένωσης και της προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούνται από αυτό και, αφετέρου, την ανάγκη της ανεξαρτησίας των δικαστών για την επιτέλεση της παραπάνω αποστολής. Προς τούτο, το Δικαστήριο αξιοποίησε τη διάταξη του άρθρου 19 ΣΕΕ, την οποία ερμήνευσε υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη[3]. Δέχθηκε, δηλαδή, ότι στο δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, που κατοχυρώνει για κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης το άρθρο 47 του Χάρτη, αντιστοιχεί η υποχρέωση την οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης[4]. Στις νέες αποφάσεις του, το Δικαστήριο τόνισε ότι με τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών και της ένδικης προστασίας των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο αυτό, το άρθρο 19 ΣΕΕ συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου που μνημονεύεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ.
- Προορισμένο, αρχικά, για τη συμπλήρωση των ενδίκων βοηθημάτων και την κάλυψη των κενών έννομης προστασίας (Ι), το άρθρο 19 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ αποκτά νέα δυναμική, δεδομένου ότι το ΔΕΕ του προσέδωσε πρόσφατα και άλλη πτυχή, καθόσον το ανήγαγε σε έρεισμα της ανεξαρτησίας των μελών των εθνικών δικαστηρίων. Τούτο έγινε με την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, με την οποία το ΔΕΕ αποφάνθηκε επί προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με το αν τα γενικά μέτρα μείωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων της Πορτογαλίας συνιστούσαν προσβολή της ανεξαρτησίας των δικαστών (ΙΙ). Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αξιοποίησε τη νομολογία αυτή στο πλαίσιο τριών αποφάσεων που αφορούν νομοθετικές επεμβάσεις στην οργάνωση της δικαστικής εξουσίας στην Πολωνία, για να στηρίξει στην εφαρμογή του άρθρου αυτού την ενίσχυση της προστασίας του κράτους δικαίου και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών (ΙΙΙ).
Ι. Κάλυψη των κενών δικαστικής προστασίας
- Η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ, κατά την οποία τα κράτη μέλη «προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης», αποσκοπεί στην κάλυψη κενών δικαστικής προστασίας για τους μη προνομιούχους διαδίκους, λόγω των αυστηρών προϋποθέσεων του παραδεκτού της προσφυγής ακύρωσης που τάσσει το ίδιο το πρωτογενές δίκαιο[5]. Όπως επισήμανε η J. Kokott, «οι δυνατότητες των ιδιωτών να τύχουν δικαστικής προστασίας από πράξεις της Ένωσης με γενική ισχύ αποτελούν από μακρού ένα από τα πλέον διαφιλονικούμενα ζητήματα του ευρωπαϊκού δικαίου»[6]. Με αφετηρία την απόφαση Plaumann[7], το Δικαστήριο προέβη, με πάγια νομολογία του, κατ’ αρχάς επί του άρθρου 173 της Συνθήκης Ε(Ο)Κ και εν συνεχεία επί του άρθρου 230 ΕΚ, σε συσταλτική ερμηνεία του δικαιώματος άσκησης ευθείας προσφυγής από φυσικά και νομικά πρόσωπα. Επιστέγασμα της νομολογίας αυτής είναι οι δύο αποφάσεις Jégo-Quéré[8]και Union de Pequeños Agricultores[9]. Μολονότι οι αυστηρές προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής ακύρωσης κατά πράξεων γενικής ισχύος θεωρήθηκαν από το ίδιο το Πρωτοδικείο (νυν Γενικό Δικαστήριο της Ένωσης) ως παραβίαση της γενικής αρχής της πραγματικής δικαστικής προστασίας, με συνέπεια την ανάγκη αναθεώρησής τους[10], το Δικαστήριο, στο πλαίσιο των αναιρέσεων κατά των σχετικών αποφάσεων, έκρινε ότι η κατάργηση των προϋποθέσεων αυτών από τον δικαστή θα ισοδυναμούσε με υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του[11]. Ακριβέστερα, το Δικαστήριο αναγνώρισε μεν ότι η προϋπόθεση ότι ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά κανονισμού παρά μόνον εάν ο κανονισμός αυτός το αφορά όχι μόνον άμεσα αλλά και ατομικά πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, τόνισε όμως ότι η ερμηνεία αυτή όμως δεν μπορεί να καταλήξει στην κατάργηση της εν λόγω προϋπόθεσης, την οποία προβλέπει ρητώς η Συνθήκη[12]. Σε αντίθεση, μάλιστα, με το Πρωτοδικείο, διαπίστωσε ότι «η Συνθήκη, με τα άρθρα της 230 ΕΚ και 241 ΕΚ, αφενός, και με το άρθρο της 234 ΕΚ, αφετέρου, καθιέρωσε πλήρες σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων, αναθέτοντας τον έλεγχο αυτόν στον κοινοτικό δικαστή. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω των προϋποθέσεων του παραδεκτού που θέτει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, να προσβάλλουν απ’ ευθείας τις κοινοτικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, έχουν τη δυνατότητα, αναλόγως της περιπτώσεως, να προβάλλουν την ακυρότητα των πράξεων αυτών, είτε παρεμπιπτόντως δυνάμει του άρθρου 241 ΕΚ ενώπιον του κοινοτικού δικαστή είτε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, και να ζητούν από αυτά να υποβάλλουν προς τούτο προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο»[13]. Το Δικαστήριο συνήγαγε από την αρχή της αγαστής συνεργασίας του (πρώην) άρθρου 10 ΕΚ ότι τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν τους εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες κατά τρόπον ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα φυσικά και νομικά πρόσωπα να αμφισβητούν ενώπιον των δικαστηρίων τη νομιμότητα οποιασδήποτε αποφάσεως ή εθνικού μέτρου σχετικά με την εφαρμογή επ’ αυτών κοινοτικής πράξεως κανονιστικού χαρακτήρα, προβάλλοντας την ακυρότητά της[14].
- Επιβάλλεται να τονιστεί ότι, ακόμη και μετά την τροποποίηση του άρθρου 263 τέταρτο εδ. ΣΛΕΕ[15]με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, ο μη προνομιούχος διάδικος δεν μπορεί να προσβάλει νομοθετικές πράξεις γενικής και άμεσης ισχύος ενώπιον του ΔΕΕ ούτε ευθέως[16], λόγω των περιορισμών του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ούτε παρεμπιπτόντως μέσω προσβολής εθνικών εκτελεστικών μέτρων, αφού τέτοια μέτρα δεν προβλέπονται. Δεδομένου ότι, αφενός μεν, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί να στερήσει έναν ρητώς προβλεπόμενο στη Συνθήκη περιορισμό από την πρακτική αποτελεσματικότητά του[17], αφετέρου δε, οι επεξηγήσεις για το άρθρο 47 του Χάρτη ορίζουν ότι η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων, το κενό ως προς την πραγματική έννομη προστασία κατά νομοθετικών πράξεων της Ένωσης άμεσης ισχύος θα πρέπει να καλυφθεί σε επίπεδο κρατών μελών, δηλαδή αποκεντρωμένης δικαστικής προστασίας[18]. Με άλλα λόγια, η ρητή κατοχύρωση της υποχρέωσης των κρατών μελών δια του άρθρου 19 ΣΕΕ, η οποία ανέκυπτε ήδη από το σύνολο του ενωσιακού δικαίου και, ειδικότερα, από το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας του (πρώην) άρθρου 10 ΕΚ (νυν άρθρου 4 παρ. 3 ΣΕΕ), αποτελεί ευθεία αντίδραση στις παραπάνω αποφάσεις Jégo-Quéré και Union de Pequeños Agricultores[19]. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση Inuit, η υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέψουν σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών για να εξασφαλίσουν το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας «επιβεβαιώθηκε εκ νέου» στο άρθρο 19 παρ 1 δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ[20]. Με άλλα λόγια, η Συνθήκη της Λισσαβώνας «ενέταξε συμβολικά τα εθνικά δικαστήρια στο δικαιοδοτικό σύστημα»[21]. Λόγω της ευρείας διατύπωσης, η διάταξη δεν απευθύνεται στον εθνικό δικαστή αλλά στη νομοθετική εξουσία, η οποία θα πρέπει να προβλέψει τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα[22]. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη φέρουν την ευθύνη να προβλέπουν σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ικανών να διασφαλίσουν αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο των πράξεων των οργάνων της Ένωσης. Προφανώς οι πράξεις αυτές δεν θα αποτελέσουν άμεσο αντικείμενο προσβολής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αλλά θα πρέπει να διευκολυνθεί η προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο. Πάντως, πέρα από τα εθνικά δικαστήρια, που αποτελούν, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 ΣΕΕ τον ένα από τους δύο πυλώνες του συστήματος δικαστικής προστασίας των Συνθηκών, το Δικαστήριο εμμένει στην κρίση ότι δεν υπάρχει κάποιο κενό στις δυνατότητες δικαστικής προστασίας των ιδιωτών κατά νομοθετικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: το νομικό σύστημα των Συνθηκών δημιούργησε ένα πλήρες σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών, το οποίο παρέχει στους ιδιώτες αποτελεσματική δικαστική προστασία έναντι νομοθετικών πράξεων, ακόμη και πέραν των δυνατοτήτων ασκήσεως ευθείας προσφυγής κατ’ αυτών μέσω της προβολής της έλλειψης νομιμότηταςκατά τρόπο παρεμπίπτοντα[23]. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, δηλαδή, τη συντηρητική προσέγγιση που είχε υιοθετήσει στο παρελθόν όσον αφορά το locus standi των ιδιωτών[24].
- ΄Οπως επισημαίνει ο ε.τ. Πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βασίλειος Σκουρής[25], πάντως, από την παραπάνω νομολογία συνάγεται ότι η αναβάθμιση της εθνικής έννομης προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ είναι τελικώς αυτή που θα καλύψει τις ανάγκες των φυσικών και νομικών προσώπων να επιτύχουν έμμεσα, μέσω της προδικαστικής παραπομπής[26], τον έλεγχο κύρους των πράξεων εκείνων, των οποίων την ακύρωση δεν μπορούν να διεκδικήσουν με άμεσο τρόπο λόγω των αυστηρών προϋποθέσεων του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
ΙΙ. Έρεισμα της ανεξαρτησίας των μελών των εθνικών δικαστηρίων
- Εκτός από τη συμπλήρωση των ενδίκων βοηθημάτων και την κάλυψη των κενών έννομης προστασίας, το ΔΕΕ προσέδωσε πρόσφατα στο άρθρο 19 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ και άλλη διάσταση, καθόσον το ανήγαγε σε έρεισμα της ανεξαρτησίας των μελών των εθνικών δικαστηρίων. Με την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (Συνδικαλιστική Ένωση Πορτογάλων Δικαστών)[27], το ΔΕΕ απάντησε στο ερώτημα που υπέβαλε το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της Πορτογαλίας αν τα γενικά μέτρα μείωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων ενόψει περιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας συνιστούσαν προσβολή της ανεξαρτησίας των δικαστών. Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 19 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ, που επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίσουν πραγματική δικαστική προστασία, συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου που μνημονεύεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ. Για τη διασφάλιση λοιπόν της, κατά το άρθρο 19 ΣΕΕ, «πραγματικής δικαστικής προστασίας», πρωταρχική σημασία έχει η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας των οργάνων που την παρέχουν, όπως επιβεβαιώνει το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο του Χάρτη, το οποίο ανάγει την πρόσβαση σε ανεξάρτητο δικαστήριο σε μια από τις απαιτήσεις του θεμελιώδους δικαιώματος σε «πραγματική προσφυγή». Εν προκειμένω, δηλαδή, γίνεται επίκληση του Χάρτη ως στοιχείου ερμηνείας του άρθρου 19 ΣΕΕ. Πρόκειται για την ερμηνευτική εξειδίκευση μίας αφηρημένης ρύθμισης ενόψει μίας συγκεκριμένης: το άρθρο 19 ΣΕΕ επιβάλλει την υποχρέωση πραγματικής δικαστικής προστασίας και το άρθρο 47 του Χάρτη διευκρινίζει σε τι συνίσταται η πραγματική δικαστική προστασία. Σημειώνεται ότι το άρθρο 19 ΣΕΕ καλύπτει όλους «τους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης», οπότε έχει πεδίο εφαρμογής ευρύτερο από αυτό του άρθρου 47 του Χάρτη, το οποίο απευθύνεται στα κράτη μέλη μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης[28]. Πράγματι, το ΔΕΕ στηρίζει απευθείας τη λύση που προέκρινε στο άρθρο 19 ΣΕΕ, χωρίς να αναφερθεί στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και στον Χάρτη. Κρίνει ότι το άρθρο 19 ΣΕΕ έχει μεγαλύτερη εμβέλεια και μπορεί να ισχύσει για όλα τα εθνικά δικαστήρια, εφόσον αυτά «είναι δυνατόν»/«ενδέχεται» να κληθούν να αποφανθούν επί ζητημάτων που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, όπως το Ελεγκτικό Συνέδριο της Πορτογαλίας, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση που υποβλήθηκε στην κρίση του ΔΕΕ, το εθνικό δικαστήριο δεν θέτει σε εφαρμογή το δίκαιο αυτό. Το ΔΕΕ αποφαίνεται, λοιπόν, υπό το πρίσμα του άρθρου 19 ΣΕΕ, χωρίς να εξετάσει τη συμβατότητα των προσβαλλόμενων μέτρων με τον Χάρτη, εξουδετερώνοντας έτσι τα όρια που απορρέουν από το πεδίο εφαρμογής του (άρθρο 51 παρ. 1). Τελικώς, η υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίσουν πραγματική δικαστική προστασία μέσω της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων τους είναι οριζόντια, αφού ελάχιστα είναι τα εθνικά δικαστήρια που δεν θα κληθούν να επιληφθούν υποθέσεων οι οποίες άπτονται του ενωσιακού δικαίου. Η ανεξαρτησία συνιστά προαπαιτούμενο της συνεργασίας μεταξύ του ΔΕΕ και των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, διότι διαφορετικά θα διακυβευόταν σοβαρά η αμοιβαία εμπιστοσύνη, την οποία το ΔΕΕ χαρακτήρισε, με τη γνωμοδότηση 2/13, ως αρχή συνταγματικής περιωπής. Ως βασικές συνιστώσες της ανεξαρτησίας, το ΔΕΕ αναφέρει την άσκηση των καθηκόντων του οργάνου χωρίς υπαγωγή σε οδηγίες, εντολές, παρεμβάσεις ή πιέσεις[29], την ισοβιότητα των μελών εντός τέτοιου οργάνου[30] και την καταβολή στα μέλη αυτά αποδοχών των οποίων το επίπεδο τελεί σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων τους. Καταλήγει ότι η καταβολή στους δικαστές αποδοχών των οποίων το επίπεδο τελεί σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που ασκούν αποτελεί εγγύηση σύμφυτη με την ανεξαρτησία του[31].
- Σημειώνεται ότι η σχετική προσέγγιση παγιώνεται και εφαρμόζεται και σε άλλα πεδία, όπως η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης[32]. Λίγους μήνες μετά την απόφαση στην υπόθεση της Συνδικαλιστικής Ένωσης των Πορτογάλων Δικαστών, τo ΔΕΕ χρειάστηκε να αποφανθεί επί προδικαστικής παραπομπής ιρλανδικού δικαστηρίου το οποίο εκτιμούσε ότι οι «ευρείες και ανεξέλεγκτες» εξουσίες του δικαστικού συστήματος στη Δημοκρατία της Πολωνίας δεν συνάδουν προς εκείνες που προβλέπονται σε ένα δημοκρατικό κράτος διεπόμενο από την αρχή του κράτους δικαίου και, επομένως, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος ο εκζητούμενος κατά του οποίου εκδόθηκαν ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης από πολωνικά δικαστήρια να υποστεί αυθαιρεσίες κατά τη διάρκεια της δίκης του στο εν λόγω κράτος μέλος. Το ΔΕΕ έκρινε ότι η απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαστών αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, το οποίο είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προστασίας του συνόλου των δικαιωμάτων που οι πολίτες απολαύουν βάσει του δικαίου της Ένωσης και για την προάσπιση των κοινών αξιών των κρατών μελών που μνημονεύονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, ιδίως δε της αξίας του κράτους δικαίου.
- Επιβάλλεται, εν προκειμένω, η επισήμανση ότι η αυστηρή προϋπόθεση της εφαρμογής του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όπως αυτή ρυθμίζεται στο άρθρο 51 αυτού[33], εμπόδισε τον έλεγχο και την οριοθέτηση των μέτρων που ελήφθησαν κατά κρατών μελών για την τιθάσσευση της οικονομικής και μεταναστευτικής κρίσης μέσω της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων[34]. Ειδικότερα, το Δικαστήριο ενέκρινε τη μη εφαρμογή του Χάρτη όταν τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, στην περίπτωση που ιδρύουν μηχανισμό σταθερότητας όπως ο ΕΜΣ, για τη θέσπιση του οποίου οι ΣΕΕ και ΣΛΕΕ δεν αναθέτουν ειδική αρμοδιότητα στην Ένωση[35].
ΙΙΙ. Ενίσχυση του κράτους δικαίου
- Από την παραπάνω απόφαση Συνδικαλιστική Ένωση των Πορτογάλων Δικαστώνσυνάγεται ότι, όταν δεν διασφαλίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, το κράτος μέλος δεν παραβιάζει μόνο τις αξίες του άρθρου 2 ΣΕΕ, πράγμα που το εκθέτει στην πολιτικής υφής διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ και στην αναστολή δικαιωμάτων που απορρέουν από την εφαρμογή των Συνθηκών, αλλά και συγκεκριμένες διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, πράγμα που δικαιολογεί την άσκηση από την Επιτροπή προσφυγής λόγω παράβασης κατά το άρθρο 258 ΣΛΕΕ. Πράγματι, η Επιτροπή αξιοποίησε την ως άνω απόφαση, με την προσφυγή που άσκησε στις 2 Οκτωβρίου 2018, ζητώντας από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, μειώνοντας το όριο της ηλικίας συνταξιοδότησης των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), εφαρμόζοντας την τροποποίηση αυτή στους δικαστές που έχουν διορισθεί στο εν λόγω δικαστήριο πριν από τις 3 Απριλίου 2018 και παρέχοντας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 δεύτερο εδ. ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Σημειώνεται ότι αντίστοιχη προσπάθεια της Ουγγρικής Κυβέρνησης να αλλοιώσει τη σύνθεση του δικαστικού σώματος μέσω της αιφνιδιαστικής μείωσης ορίου ηλικίας για την παύση της της επαγγελματικής δραστηριότητας των δικαστών, εισαγγελέων και συμβολαιογράφων από τα 70 στα 62 έτη αντιμετωπίσθηκε από την Επιτροπή ως διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας που συνιστά παράβαση της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Το Δικαστήριο αναγνώρισε την παράβαση αυτή με την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας[36], κρίνοντας ότι οι επίδικες διατάξεις δεν ήσαν αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού της ενοποίησης των ηλιακών ορίων ούτε πρόσφορες για την επίτευξη του σκοπού της δημιουργίας περισσότερο ισορροπημένης «ηλιακής διάρθρωσης». Ευστόχως επισημάνθηκε ότι το Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, δεν περιορίσθηκε σε έλεγχο άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του εθνικού νομοθέτη, αλλά συνδύασε ευρύτερες εκτιμήσεις και άλλες γενικές αρχές, ιδίως της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης[37]. Με την «αυστηρή και δημιουργική εφαρμογή του δευτερογενούς δικαίου της Ένωσης», το Δικαστήριο προστάτευσε την ισοβιότητα και την ανεξαρτησία των δικαστών, υποχρεώνοντας τον εθνικό νομοθέτη να λαμβάνει υπόψη τη σχετική νομολογία κάθε φορά που προβαίνει σε μεταβολή του καθεστώτος και της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστών[38].
- Οι νομοθετικές παρεμβάσεις στη πολωνική δικαιοσύνη αντιμετωπίσθηκαν από την Επιτροπή ως παράβαση του ίδιου του πρωτογενούς δικαίου. Εκτός της προσφυγής της ζήτησε και προσωρινή δικαστική προστασία, η οποία κατέληξε σε τρεις διατάξεις του Δικαστηρίου πριν την οριστική λύση της υπόθεσης. Με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 2018, η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε, βάσει του άρθρου 160 παρ. 7 του Κανονισμού Διαδικασίας, τη λήψη των προσωρινών μέτρων που είχε ζητήσει η Επιτροπή, τα οποία παράγουν τα αποτελέσματά τους μέχρι να εκδοθεί η διάταξη με την οποία θα περατώνεται η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων[39]. Περαιτέρω, με διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 2018, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε την υπαγωγή της υπόθεσης στην ταχεία διαδικασία του άρθρου 23α του Οργανισμού του ΔΕΕ και του άρθρου 133 του Κανονισμού Διαδικασίας[40]. Τέλος, με διάταξη της μείζονος σύνθεσης του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 2018, το Δικαστήριο διέταξε τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων που ζήτησε η Επιτροπή[41]. Και εν προκειμένω, το ΔΕΕ τόνισε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολωνίας μπορεί να κληθεί να αποφανθεί επί ζητημάτων που συνδέονται με την ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, επομένως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 § 1 δεύτερο εδ. ΣΕΕ.
- Με την απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας[42], το Δικαστήριο ανέπτυξε περαιτέρω την έννοια της δικαστικής ανεξαρτησίας ως βασικής συνιστώσας της υποχρέωσης διασφάλισης πραγματικής έννομης προστασίας του άρθρου 19 ΣΕΕ, η οποία πρέπει, με τη σειρά της, να πληροί τις επιταγές του άρθρου 47 του Χάρτη. Συστηματοποιώντας την πρόσφατη νομολογία του (Συνδικαλιστική Ένωση των Πορτογάλων Δικαστών [C-64/16] και Minister for Justice and Equality [Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος, C-216/18 PPU]), υπενθύμισεότι η απαίτηση περί ανεξαρτησίας περιλαμβάνει, αφενός, μια εξωτερική πτυχή, η οποία συνίσταται στην πλήρη αυτονομία του δικαστικού οργάνου και στη μη υπαγωγή σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση, εξωτερική παρέμβαση ή πίεση που θα μπορούσε να θίξει την ανεξάρτητη κρίση του και να επηρεάσει την απόφασή του και, αφετέρου, μια εσωτερική πτυχή, παρεμφερή προς την έννοια της αμεροληψίας, που συναρτάται προς την τήρηση ίσων αποστάσεων ως προς τους διαδίκους και επιτάσσει την επίδειξη αντικειμενικότητας και την απουσία κάθε συμφέροντος ως προς την επίλυση της διαφοράς. Το νέο στοιχείο που εισφέρει η απόφαση στη σχετική συλλογιστική αφορά, ιδίως, την ανάδειξη της σημασίας της αρχής της ισοβιότητας –βασικής πτυχής της προσωπικής ανεξαρτησίας του δικαστικού λειτουργού– για την προστασία των δικαστών από εξωτερικές παρεμβάσεις και πιέσεις[43]. Αξιοποιώντας τα πορίσματα της «επιτροπής της Βενετίας»[44], το Δικαστήριο αναλύει διεξοδικά τον νέο πολωνικό νόμο περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να καταλήξει ότι οι σχετικές με τα όρια ηλικίας των δικαστών μεταρρυθμίσεις και η άμεση εφαρμογή τους προκαλούν εύλογες ανησυχίες ως προς την τήρηση της αρχής της ισοβιότητας και δεν δικαιολογούνται από θεμιτό σκοπό, όπως θα ήταν η εναρμόνιση των ορίων ηλικίας υποχρεωτικής αποχώρησης από την υπηρεσία στο πλαίσιο των επαγγελμάτων που σχετίζονται με τη δημόσια διοίκηση ή η εγκαθίδρυση πιο ισορροπημένης ηλικιακής σύνθεσης του δικαστικού σώματος. Δεν είναι τόσο η μείωση των ορίων αλλά ο μηχανισμός που επιτρέπει την παραμονή τους στην ενεργό υπηρεσία πέρα από τη συμπλήρωση του νέου ορίου. Κατά συνέπεια, συνιστούν παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 19 παρ.1 δεύτερο εδ. ΣΕΕ. Δεν ευδοκίμησε η προσπάθεια της Πολωνικής Κυβέρνησης να συσχετίσει τον επίδικο μηχανισμό με τη διαδικασία εκλογής και ανανέωσης της θητείας των μελών του Δικαστηρίου (κυβερνητική επιλογή κάθε κράτους μέλους και κοινή συμφωνία των ΚΜ κατόπιν γνωμοδότησης της επιτροπής του άρθρου 255 ΣΛΕΕ)[45].
- Ιδιαίτερης μνείας χρήζει εν προκειμένω η συλλογιστική του Δικαστηρίου σχετικά με τη θεμελιώδη σημασία της υποχρέωσης του άρθρου 19 ΣΕΕ, δηλαδή της διασφάλισης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που παρέχει στους ιδιώτες το ενωσιακό δίκαιο, για τη διαφύλαξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της αυτονομίας της έννομης τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ένωσης δικαίου. Η σημασία ακριβώς αυτή επιτρέπει τον έλεγχο των εθνικών κανόνων οργάνωσης της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών με γνώμονα τις επιταγές της ως άνω διάταξης, χωρίς τούτο να συνεπάγεται οικειοποίηση της σχετικής κρατικής αρμοδιότητας από την Ένωση[46]. Με άλλα λόγια, οι αντίστοιχες οργανωτικές ρυθμίσεις των κρατών μελών δεν μπορούν, κατά καταστρατήγηση της αρχής της δικονομικής και θεσμικής αυτονομίας, να λειτουργούν ως«δούρειος ίππος για την άλωση του οχυρού της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης»[47].
- Η παραπάνω νομολογία εμπλουτίζεται με την απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας[48] η οποία εκδόθηκε επί άλλης προσφυγής της Επιτροπής κατά του εν λόγω κράτους μέλους (που είχε ασκηθεί προηγουμένως αλλά συζητήθηκε αργότερα) και αφορά δύο παραβάσεις: πρώτον, των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 157 ΣΛΕΕ, καθώς και από την οδηγία 2006/54/ΕΚ για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης με τον τροποποιητικό νόμο για την οργάνωση των τακτικών δικαστηρίων, της 12ης Ιουλίου 2017, που προβλέπει διαφορετικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και για τις γυναίκες που υπηρετούν ως δικαστές στα πολωνικά τακτικά δικαστήρια και στο Ανώτατο Δικαστήριο, ή ως εισαγγελικοί λειτουργοί. Δεύτερον, των υποχρεώσεων που υπέχει η Πολωνία από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη λόγω της μείωσης του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών που υπηρετούν στα πολωνικά τακτικά δικαστήρια και της εξουσιοδότησης προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης να εγκρίνει την παράταση του χρονικού διαστήματος ενεργού δικαστικής υπηρεσίας. Η πρώτη αιτίαση έγινε δεκτή με λίαν εμπεριστατωμένη αιτιολογία του ΔΕΕ[49]. Η δεύτερη έγινε ομοίως δεκτή και επαναλαμβάνει τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, προσαρμόζοντας την ελάσσονα πρόταση και την υπαγωγή στα θέματα της υπό κρίση υπόθεσης (δικαστές τακτικών δικαστηρίων, διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Δικαιοσύνης να εγκρίνει ή να απορρίπτει την παράταση της ενεργού υπηρεσίας των δικαστών των τακτικών δικαστηρίων βάσει αορίστων και μη επαληθεύσιμων κριτηρίων, έλλειψη απαίτησης αιτιολογίας και έλλειψη δικαστικής προστασίας κατά της απόφασης). Ούτε στην υπόθεση αυτή ευδοκίμησε η προσπάθεια της Πολωνίας να συσχετίσει τον επίδικο εθνικό μηχανισμό προς τη διαδικασία επιλογής μελών του ΔΕΕ από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών.
- Η τρίτη απόφαση, αντίθετα, περιλαμβάνει νέες πτυχές. Πρόκειται για την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου)[50], η οποία εκδόθηκε επί προδικαστικών προσφυγών του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολωνίας. Ειδικότερα, τρεις Πολωνοί δικαστές προέβαλαν παραβιάσεις της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας στον τομέα της απασχόλησης, εξαιτίας της πρόωρης συνταξιοδότησής τους, σύμφωνα με τον νέο νόμο της 8ης Δεκεμβρίου 2017 περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου [που κρίθηκε ότι παραβιάζει την αρχή της ισοβιότητας και της ανεξαρτησίας]. Μολονότι, κατόπιν πρόσφατης τροποποίησης, ο νόμος αυτός δεν αφορά πλέον τους δικαστές οι οποίοι υπηρετούσαν ήδη στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά τον χρόνο θέσης σε ισχύ του εν λόγω νόμου και, κατά συνέπεια, οι ως άνω ασκήσαντες ένδικα βοηθήματα εξακολούθησαν να ασκούν τα καθήκοντά τους ή επέστρεψαν σε αυτά, το αιτούν δικαστήριο εκτίμησε ότι εξακολουθούσε να πρέπει να επιλύσει ζήτημα δικονομικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, ενώ το επίμαχο είδος ένδικης διαφοράς υπαγόταν κανονικά στην αρμοδιότητα του νεοσυσταθέντος στο Ανώτατο Δικαστήριο πειθαρχικού τμήματος, το αιτούν δικαστήριο διερωτήθηκε αν, λόγω αμφιβολιών ως προς την ανεξαρτησία του οργάνου αυτού, όφειλε να μην εφαρμόσει τους εθνικούς κανόνες περί κατανομής δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να επιληφθεί το ίδιο των διαφορών αυτών επί της ουσίας. Σημειώνεται ότι, στο πλαίσιο της απάντησης στα προδικαστικά ερωτήματα, το Δικαστήριο διατύπωσε ενδιαφέρουσες σκέψεις, αφενός, για το δικονομικό ζήτημα της δυνατότητας των ενδιαφερομένων να διατυπώνουν παρατηρήσεις σε απάντηση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα[51]και, αφετέρου, για τη σχέση μεταξύ της σύμφωνης ερμηνείας του εσωτερικού δικαίου προς το δίκαιο της Ένωσης και της αρχής της υπεροχής, που μπορεί να οδηγήσει στην αυτεπάγγελτη εκ μέρους του εθνικού δικαστή μη εφαρμογή των αντίθετων προς το ενωσιακό δίκαιο εθνικών διατάξεων[52].
- Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο αναγνώρισε τη δική του αρμοδιότητα, υπενθυμίζοντας τη νομολογία του σχετικά με την έννοια του άρθρου 19 ΣΕΕ και επισημαίνοντας, ειδικότερα, ότι, εν προκειμένω, οι διαφορές των κύριων δικών αφορούν προβαλλόμενες παραβάσεις κανόνων του δικαίου της Ένωσης, οπότε το όργανο που καλείται να τις επιλύσει (νεοσυσταθέν πειθαρχικό τμήμα του ανώτατου δικαστηρίου) θα κληθεί να αποφανθεί επί ζητημάτων απτομένων της εφαρμογής ή της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης και εμπιπτόντων, επομένως, σε τομείς που διέπονται από το δίκαιο αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ[53].
- Περαιτέρω, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, ακόμη και αν οι κύριες δίκες ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου καταργηθούν, επειδή ο νόμος της 21ης Νοεμβρίου 2018, χωρίς να καταργεί αναδρομικά τις επίμαχες εθνικές διατάξεις ούτε τα έννομα αποτελέσματά τους, επανεντάσσει μετά τη συνταξιοδότησή τους τους δικαστές που έχουν ασκήσει ένδικα βοηθήματα στις υποθέσεις των κύριων δικών στις θέσεις τους, η προδικαστική παραπομπή διατηρεί τη λυσιτέλειά της. Εν προκειμένω, με τα προδικαστικά ερωτήματά του, το εθνικό δικαστήριο δεν ζητά διευκρινίσεις επί της ουσίας των διαφορών των οποίων έχει επιληφθεί – όχι διότι ο νέος νόμος μπορεί να καταλήξει στην κατάργησή τους, αφού λύνει ευνοϊκά για τους αιτούντες δικαστές το ζήτημα της συνταξιοδότησής τους, αλλά επειδή οι αρχικές διατάξεις στις οποίες υπήγοντο κατά την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων τους οι προσφεύγοντες έχουν ήδη κριθεί αντίθετες προς το άρθρο 19 ΣΕΕ – αλλά επί ζητήματος δικονομικής φύσης, το οποίο πρέπει να επιλύσει ως πρόκριμα κατά την έναρξη της δίκης και αφορά την ίδια την αρμοδιότητά του να εκδικάσει τις εν λόγω διαφορές[54], αντί του νεοσυσταθέντος πειθαρχικού τμήματος, η ανεξαρτησία του οποίου αμφισβητείται[55].
- Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, για να απαντήσει στα ερωτήματα περί του αρμοδίου δικαστηρίου, αναφέρθηκε στη νομολογία του σχετικά με την εξωτερική και εσωτερική πτυχή της απαίτησης της ανεξαρτησίας[56] και επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι, σύμφωνα με την «αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που χαρακτηρίζει τη λειτουργία ενός κράτους δικαίου», η ανεξαρτησία των δικαστηρίων πρέπει να διασφαλίζεται έναντι της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας. Είναι η τρίτη φορά που το Δικαστήριο αναφέρεται προσφάτως στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών ως έκφανση της λειτουργίας του κράτους δικαίου[57], πράγμα που σημαίνει ότι αναγνωρίζει την εξουσία του να ελέγχει και την τήρηση της συνταγματικής αυτής αρχής εντός των κρατών μελών, και η πρώτη φορά που αναφέρεται σε διασφάλιση της δικαστικής εξουσίας έναντι και της νομοθετικής. Στις προηγούμενες αποφάσεις του τόνιζε την ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας έναντι της εκτελεστικής.
- Περαιτέρω, το Δικαστήριο ανέδειξε τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το πειθαρχικό τμήμα, ειδικότερα το γεγονός ότι στο τμήμα αυτό ανατέθηκε αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται διαφορών σχετικών με τη, βάσει του νέου νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνταξιοδότηση των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι το τμήμα αυτό πρέπει να απαρτίζεται αποκλειστικώς από νεοδιορισθέντες δικαστές ή, ακόμη, ότι φαίνεται να απολαύει ιδιαίτερου βαθμού αυτονομίας στο πλαίσιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο διευκρίνισε επανειλημμένα ότι, μολονότι καθένα από τα εξεταζόμενα στοιχεία, θεωρούμενο μεμονωμένα, δεν θέτει κατ’ ανάγκη εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία του οργάνου αυτού, η εξέταση του συνδυασμού των στοιχείων αυτών μπορεί, αντιθέτως, να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα[58].
- Το Δικαστήριο έκρινε, εν τέλει, ότι το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής αποκλείει να εμπίπτουν διαφορές σχετικές με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στην αποκλειστική αρμοδιότητα οργάνου που δεν αποτελεί ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Κατά το Δικαστήριο, τούτο συμβαίνει οσάκις οι αντικειμενικές συνθήκες της σύστασης του οικείου οργάνου και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, καθώς και ο τρόπος διορισμού των μελών του[59], δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς τη στεγανότητα του οργάνου αυτού έναντι της άμεσης ή έμμεσης άσκησης επιρροής εκ μέρους της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων και να κλονίσουν την εμπιστοσύνη την οποία πρέπει να εμπνέει η δικαιοσύνη στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Σε τέτοια περίπτωση, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης επιβάλλει στο αιτούν δικαστήριο να μην εφαρμόσει τη διάταξη του εθνικού δικαίου βάσει της οποίας αποκλειστικώς αρμόδιο να επιληφθεί διαφορών σχετικών με τη συνταξιοδότηση των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι το εν λόγω πειθαρχικό τμήμα. Με την προσέγγιση αυτή, οι διαφορές αυτές να μπορούν να εξετασθούν από δικαιοδοτικό όργανο το οποίο πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και το οποίο θα ήταν αρμόδιο στον οικείο τομέα εάν η αρμοδιότητά του δεν αποκλειόταν βάσει της εν λόγω διατάξεως[60]. Ενώ όμως το Δικαστήριο διατύπωσε μια εξαιρετική μείζονα, συνδυάζοντας με μαεστρία τις συνταγματικής φύσης διατάξεις των άρθρων 2 και 4 παρ. 3 ΣΕΕ με τις επιταγές των άρθρων 19 ΣΕΕ και 47 του Χάρτη, αναδιπλώνεται ουσιωδώς στην υπαγωγή, επιδεικνύοντας αδικαιολόγητη αυτοσυγκράτηση. Παρόλο που διαθέτει πληρέστατα στοιχεία για τη νομική και πραγματική κατάσταση η οποία επικρατεί στην Πολωνία, αφήνει την απόφαση στο αιτούν δικαστήριο, στο οποίο απόκειται να καθορίσει, αν όντως κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην αμεροληψία και ανεξαρτησία του νέου πειθαρχικού τμήματος του πολωνικού Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αντίθετα, κατηγορηματικός ως προς την παράβαση των επιταγών του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 19 ΣΕΕ λόγω των χαρακτηριστικών του νεοσύστατου πειθαρχικού τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολωνίας είναι ο γενικός εισαγγελέας[61].
Επίλογος
- 20. Τρία συμπεράσματα θα μπορούσαν να συναχθούν από τις πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με τις επεμβάσεις της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας στην πολωνική δικαιοσύνη.
– Παρά την κρίση που αναμφίβολα διέρχεται όσον αφορά την αποδοχή των αξιών της από τους πολίτες της, η ΄Ενωση fluctuat nec mergitur (κλυδωνίζεται αλλά δεν βυθίζεται)![62] Η λύση της κρίσης θα πρέπει να αναζητηθεί στην κανονιστική ενδυνάμωση της Ένωσης και στην ενεργοποίηση των θεσμών του δικαίου της, δηλαδή σε περισσότερη Ευρώπη! Προβλήματα δημιουργεί η ανεπαρκής θεσμοθέτηση, όπως η «θεσμική αφάνεια του Eurogroup»[63], δηλαδή η απουσία νομικής καθιέρωσης των αρμοδιοτήτων του, με συνέπεια τα σοβαρά ελλείμματα στην έννομη προστασία και, συνακολούθως, την αποδυνάμωση του κράτους δικαίου[64].
– Το Δικαστήριο, με τις πρόσφατες, πολωνικού ενδιαφέροντος, αποφάσεις του, απαντά δυναμικά στους Ευρωσκεπτικιστές. Οι αποφάσεις του κλονίζουν το βάσιμο όχι μόνο των κλασικών επιχειρημάτων περί «ελλείμματος δημοκρατικής νομιμοποίησης της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών»[65], αλλά και των πιο πρόσφατων και διεισδυτικών που επικαλούνται, αφενός, τον πρωταγωνιστικό ρόλο των οίκων αξιολόγησης, οι οποίοι βαθμολογούν θετικά τα κράτη μέλη με υπερφιλελεύθερες οικονομικές προσεγγίσεις[66] και, αφετέρου, την αντίληψη ότι η αγορακεντρική προσέγγιση έχει προκαλέσει «αποσυνταγματοποίηση» στα κράτη μέλη, δηλαδή αποδυνάμωση της κανονιστικότητας των συνταγματικών διατάξεων[67].
– Οι πρόσφατες εξελίξεις καθιστούν σαφές πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του δικαστή στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Με τις αποφάσεις Costa/ENEL και Van Gend en loos, το Δικαστήριο διατύπωσε τις αρχές της υπεροχής και του αμέσου αποτελέσματος. Με την απόφαση Francovich του 1990 έθεσε τις βάσεις της ευθύνης των κρατών μελών για παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από το οποίο οι ιδιώτες αντλούν δικαιώματα. Με τη γνωμοδότηση 2/13, ματαίωσε την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ, προκειμένου να διασώσει την ιδιαιτερότητα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Με την πρόσφατη αξιοποίηση του άρθρου 19 παρ. 1 ΣΕΕ, το Δικαστήριο θωρακίζει την ανεξαρτησία των εθνικών δικαστών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής μπορεί να καταλήξει στην άσκηση προσφυγής λόγω παράβασης και στην καταδίκη του οικείου κράτους μέλους. Για τη διασφάλιση της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, η ένδικη διαδικασία της προσφυγής λόγω παράβασης του άρθρου 258 ΣΛΕΕ είναι προφανώς ευχερέστερη στην εφαρμογή της και, συνακολούθως, αποτελεσματικότερη από την πολιτική διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ, η οποία απαιτεί την ομοφωνία των κρατών μελών. Ο δικαστής φαίνεται να διαθέτει αποτελεσματικότερα μέσα για την αντιμετώπιση της κρίσης του κράτους δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση[68] από τα πολιτικά θεσμικά όργανα της Ένωσης. Αυτό, σε καμία περίπτωση, δεν σημαίνει ότι η δραστική, πλην, αποσπασματική, κατ’ ανάγκη, επέμβαση του δικαστή μπορεί να επιλύσει συνολικά το βαθύ πολιτικό πρόβλημα της απειλής της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Είναι σαν να καλούνται οι επιστήμονες να κατασκευάσουν ένα φράγμα για να προστατεύσουν τον πλανήτη από τους πάγους του Βόρειου Πόλου, οι οποίοι λιώνουν, λόγω ακριβώς επικίνδυνων συμπεριφορών των ίδιων των κατοίκων του πλανήτη.
[1] Κ. Σακελλαροπούλου, Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως ένωση δικαίου, www.constitutionalism.gr (Το κείμενο αυτό αποτέλεσε εισήγηση στην εκδήλωση με αφορμή την έκδοση του συλλογικού τόμου «Η κρίση του Κράτους Δικαίου στην Ε.Ε.» (επιμέλεια Α. Μεταξά), στις 27.11.2019, στην Αίθουσα Λόγου της Στοάς του Βιβλίου στην Αθήνα).
[2] Χρ. Ράμμου, Η Ευρώπη ως κοινότητα δικαίου, www.constitutionalism.gr (Το κείμενο αυτό αποτέλεσε εισήγηση στην εκδήλωση με αφορμή την έκδοση του συλλογικού τόμου «Η κρίση του Κράτους Δικαίου στην Ε.Ε.» (επιμέλεια Α. Μεταξά), στις 27.11.2019, στην Αίθουσα Λόγου της Στοάς του Βιβλίου στην Αθήνα).
[3] Βλ. Ε. Πρεβεδούρου, Η σχέση των άρθρων 19 ΣΕΕ και 47
του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ υπό το πρίσμα της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας, ΔιΔικ 6/2019, σ. 956.
[4] ΔΕΕ της 16.5.2017, C-682/15, Berlioz Investment Fund SA, EU:C:2017:373, σκέψη 44.
[5] Πέραν της προσφυγής ακυρώσεως, υφίστανται δύο άλλα ένδικα βοηθήματα τα οποία παρέχουν σε ιδιώτη τη δυνατότητα να προσφύγει ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, μόνου εν προκειμένω αρμόδιου, για να ζητήσει τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα κοινοτικής πράξεως, ήτοι η προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου με προδικαστική παραπομπή ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ και η αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Οι διαδικασίες οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 234 ΕΚ, αφενός, και 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, αφετέρου, δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται, υπό το φως των άρθρων 6 και 13 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ως διασφαλίζουσες στους ιδιώτες ένα δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής που τους επιτρέπει να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα κοινοτικών διατάξεων γενικής ισχύος οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τη νομική τους κατάσταση.
[6] Προτάσεις J. Kokott, C-583/11 P, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ., EU:C:2013:21, σημ. 1.
[7] ΔΕΚ της 15.7.1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, EU:C:1963:17.
[8] ΔΕΚ της 1.4.2004, C-263/02 P, Επιτροπή κατά Jégo-Quéré & Cie SA, EU:C:2004:210.
[9] ΔΕΚ της 25.7.2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, EU:C:2002:462.
[10] ΠΕΚ της 3.5.2002, Τ-177/01, Jégo-Quéré, EU:T:2002:112, σκέψη 50. Βλ.. και διάταξη ΠΕΚ της 23.11.1999, Τ-177/99, Union de Pequeños Agricultores, EU:T:1999:296, σκέψεις 44 επ.
[11] Βλ. προτάσεις Fr. Jacobs στην υπόθεση C-50/00, Unión de Pequeños Agricultores, EU:C:2002:197, σημεία 71 επ., υπέρ της αναθεώρησης της αυστηρής νομολογίας περί ενεργητικής νομιμοποίησης ως αντίβαρο στην αύξηση των εξουσιών των θεσμικών οργάνων. Βλ. κριτική του δικονομικού συστήματος σε Ν. Simantiras, NetzwerkeimeuropäischenVerwaltungsverbund, MohrSiebeck, 2016, σ. 167 επ.
[12] Απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 44 και απόφαση Επιτροπή κατά Jégo-Quéré & Cie SA, σκέψη 36
[13] Απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 40 και Jégo-Quéré & Cie SA, σκέψη 30. Βλ. συναφώς και
[14] Απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 42 και Jégo-Quéré & Cie SA, σκέψη 30
[15] Το άρθρο 263 τέταρτο εδ. ΣΛΕΕ προβλέπει τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής κατά των ατομικών αποφάσεων, κατά των αποφάσεων γενικής ισχύος που αφορούν φυσικό ή νομικό πρόσωπο άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα, χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα. Από τη συνήθη έννοια του όρου “κανονιστική” προκύπτει ότι οι πράξεις στις οποίες αναφέρεται η τελευταία αυτή δυνατότητα είναι επίσης γενικής ισχύος. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να παράσχει τη δυνατότητα σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να ασκήσει προσφυγή κατά πράξεων γενικής ισχύος που δεν είναι νομοθετικές πράξεις, οι οποίες το αφορούν άμεσα, χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα, αποφεύγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο περιπτώσεις όπου το πρόσωπο αυτό θα έπρεπε να ενεργήσει παρανόμως προκειμένου να έχει πρόσβαση σε δικαστή. Το γράμμα του άρθρου 263 τέταρτο εδ. ΣΛΕΕ δεν επιτρέπει την άσκηση προσφυγής κατά όλων των πράξεων που πληρούν τις προϋποθέσεις άμεσου επηρεασμού και απουσίας εκτελεστικών μέτρων ούτε κατά όλων των πράξεων γενικής ισχύος που πληρούν τις εν λόγω προϋποθέσεις, αλλά αποκλειστικώς κατά συγκεκριμένης κατηγορίας των τελευταίων αυτών πράξεων, ήτοι κατά των κανονιστικών πράξεων, όχι όμως και κατά των νομοθετικών πράξεων. Βλ. ανάλυση του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ιδίως της έννοιας της κανονιστικής πράξης, στην απόφαση ΔΕΕ της 3.10.2013, C‑583/11 P, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, EU:C:2013:625, σκέψεις 52-60.
[16] Θετική αποτίμηση της τροποποίησης που επέφερε η Συνθήκη της Λισσαβώνας από Π. Κανελλόπουλο, Η αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ασκούμενη από ιδιώτες με βάση τη Συνθήκη της Λισσαβόνας (Locus Standi), εις Τιμητικός Τόμος Νικολάου Κ. Κλαμαρή, Εκδ. Σάκκουλα, 2016, σ. 197 (211).
[17] Απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 44 και απόφαση Επιτροπή κατά Jégo-Quéré & Cie SA, σκέψη 36.
[18] Ε. Πρεβεδούρου, Η σχέση των άρθρων 19 ΣΕΕ και 47
του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ υπό το πρίσμα της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας, όπ.π., σ. 90· Ι. Μιχάλη, L’Intérêt à agir dans le contentieux de l’annulation des actes administratifs. Étude comparée des droits français et allemand (Université Panthéon I, Panthéon-Sorbonne), σ. 436 επ., με σχετική βιβλιογραφία.
[19] Προτάσεις J. Kokott, C-583/11 P, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ., EU:C:2013:21, σημ. 2
[20] ΔΕΕ της 3.10.2013, C‑583/11 P, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, EU:C:2013:625, σκέψη 101.
[21] Ι. Μιχάλη, L’Intérêt à agir dans le contentieux de l’annulation des actes administratifs. Étude comparée des droits français et allemand, όπ. π., σ. 437, με παραπομπή σε J. Rideau, Droit institutionnel de l’Union européenne, 6e éd., LGDJ, 2010, p. 560.
[22] ΔΕΕ της 3.10.2013, C‑583/11 P, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, EU:C:2013:625, σκέψη 100: «Στα κράτη μέλη εναπόκειται να προβλέψουν ένα σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών προκειμένου να εξασφαλίσουν τον σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος στην παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασία (προπαρατεθείσες αποφάσεις Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 41, και Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, σκέψη 31)».
[23] Βλ. προτάσεις J. Kokott, C-583/11 P, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ., EU:C:2013:21, σημ. 115, με παραπομπή στις αποφάσεις Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 40, Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, σκέψη 30, ΔΕΚ C-167/02 P, Rothley κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, EU:C:2004:193, σκέψη 46, και C-461/03, Gaston Schul Douane-expediteur , EU:C:2005:742, σκέψη 22.
[24] Β. Σκουρής, Ενεργητική νομιμοποίηση ιδιωτών για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως μετά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Inuit Tapiriit Kanatami (C-583/11P) και Telefónica (C-274/12P), εις Τιμητικός Τόμος Νικολάου Κ. Κλαμαρή, Εκδ. Σάκκουλα, 2016, σ. 1051 (1061).
[25] Β. Σκουρής, Ενεργητική νομιμοποίηση ιδιωτών για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως μετά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Inuit Tapiriit Kanatami (C-583/11P) και Telefónica (C-274/12P), όπ.π., σ. 1062.
[26] Πάντως, ούτε η ΣΛΕΕ ούτε το άρθρο 19 ΣΕΕ σκοπούν στη δημιουργία, στο επίπεδο των εθνικών δικαστηρίων και προς διασφάλιση της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, άλλων μέσων παροχής ένδικης προστασίας πλην αυτών που προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική μόνον εάν από την οικονομία της επίμαχης εθνικής έννομης τάξης προέκυπτε ότι δεν υφίσταται κανένα ένδικο μέσο που να επιτρέπει, έστω και παρεμπιπτόντως, τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το ενωσιακό δίκαιο ή ακόμη αν το μόνο μέσο πρόσβασης στη δικαιοσύνη ήταν να αναγκαστούν οι πολίτες να παραβιάσουν το δίκαιο ( Σκέψεις 103 και 104 της απόφασης Inuit). Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η δυνατότητα δικαστικής προστασίας δεν είναι αποτελεσματική όταν ο μοναδικός τρόπος προκειμένου οι ιδιώτες να αποκτήσουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι να διαπράξουν παράβαση, ώστε να μπορούν να αμυνθούν στη συνέχεια έναντι της επιβολής κυρώσεων (προτάσεις J. Kokott, C-663/17 P, C-665/17 P και C-669/17 P, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) κ.λπ. κατά Trasta Komercbanka AS κ.λπ., EU:C:2019:323, σημείο 59.
[27] C-64/16, EU:C:2018:117.
[28] Άρθρο 51 παρ. 1 του Χάρτη: «Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης».
[29] ΔΕΚ C-506/04, Wilson, EU:C:2006:587, σκέψη 51, ΔΕΕ C-503/15, Margarit Panicello, EU:C:2017:126, σκέψη 37.
[30] ΔΕΚ C-506/04, Wilson, EU:C:2006:587, σκέψη 51
[31] Τη σημασία αποδοχών υψηλού επιπέδου επισήμανε το ΔΕΕ και στην μεταγενέστερη απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2019, C-49/18, Carlos Escribano Vindel EU:C:2019:106, σκέψη 66.
[32] ΔΕΕ της 25.7.2018, C-216/18 PPU, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), EU:C:2018:586, ιδίως σκέψεις 48-54.
[33] Το ΔΕΕ έκρινε ότι «η έννοια της «εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης» του άρθρου 51 του Χάρτη επιβάλλει την ύπαρξη συνδέσμου ορισμένου βαθμού, που να υπερβαίνει την εγγύτητα των σχετικών τομέων ή τις έμμεσες επιπτώσεις του ενός τομέα στον άλλο (διάταξη της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Demarchi Gino Sas, C-177/17 και C-178/17, EU:C:2017:656, σκέψη 19, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2016, Paoletti κ.λπ., C-218/15, EU:C:2016:748, σκέψη 14). Για να καθοριστεί αν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51 του Χάρτη, πρέπει να εξετάζεται, μεταξύ άλλων στοιχείων, αν αυτή σκοπεί στην εφαρμογή διάταξης του δικαίου της Ένωσης, ο χαρακτήρας της ρύθμισης αυτής, αν αυτή επιδιώκει σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους του δικαίου της Ένωσης, έστω και αν ενδέχεται να επηρεάζει εμμέσως το δίκαιο αυτό, καθώς και αν υφίσταται ειδική ρύθμιση του δικαίου της Ένωσης στον σχετικό τομέα ή δυνάμενη να τον επηρεάσει (διάταξη της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Demarchi Gino Sas, C-177/17 και C-178/17, EU:C:2017:656, σκέψη 20, αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2014, Siragusa, C-206/13, EU:C:2014:126, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 10ης Ιουλίου 2014, Julián Hernández κ.λπ., C-198/13, EU:C:2014:2055, σκέψη 37).
[34] Τη σχετική νομολογία συνοψίζει ο γενικός εισαγγελέας M. Wathelet, στις προτάσεις στην υπόθεση C-284/16, Slowakische Republik κατά Achmea BV, EU:C:2017:699, υποσημ. 138: «Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ακόμη και αν τα ειδικά μέτρα που επιβάλλονται στα κράτη μέλη και τα οποία αποτελούν προϋπόθεση της χρηματοπιστωτικής συνδρομής που ζήτησαν στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΜΣ πρέπει να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, δεν εμπίπτουν στο δίκαιο αυτό. Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2012, Pringle (C-370/12, EU:C:2012:756, σκέψεις 151, 164, 179 και 180), καθώς και της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Μαλλής κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ (C-105/15 P έως C-109/15 P, EU:C:2016:702, ιδίως σκέψεις 59 και 61). Συγκεκριμένα, το μνημόνιο κατανόησης που υπογράφηκε εξ ονόματος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (EMΣ) από την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) είναι πράξη του ΕΜΣ και ως τέτοια δεν είναι δεκτική ελέγχου νομιμότητας από τα δικαστήρια της Ένωσης. Πάντως, η διαπίστωση ότι τα μέτρα αυτά δεν εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης δεν επηρεάζεται από τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως κατά της Ένωσης, καθόσον η Επιτροπή και η ΕΚΤ υπέγραψαν το εν λόγω μνημόνιο κατανόησης, πράγμα που θα μπορούσε να αποτελέσει κατάφωρη παραβίαση εκ μέρους τους του δικαίου της Ένωσης, η οποία προκάλεσε ζημία. Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ (C-8/15 P έως C-10/15 P, EU:C:2016:701, σκέψεις 52 έως 55». Πράγματι, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το γεγονός ότι οι πράξεις του ΕΜΣ βρίσκονται εκτός της έννομης τάξης της Ένωσης (παρά το γεγονός ότι ένα ή περισσότερα θεσμικά όργανα της Ένωσης ενδέχεται να έχουν ορισμένο ρόλο στο πλαίσιο του ΕΜΣ) δύναται μεν να επηρεάσει το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, αλλά δεν εμποδίζει την επίκληση κατά της Επιτροπής και της ΕΚΤ, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως δυνάμει του άρθρου 268 και του άρθρου 340, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, παράνομων συμπεριφορών οι οποίες συνδέονται, ενδεχομένως, με την υπογραφή μνημονίου κατανόησης εξ ονόματος του ΕΜΣ.
[35] ΔΕΕ της 27ης Νοεμβρίου 2012, Thomas Pringle, C-370/12, EU:C:2012:756, σκέψη 180. Βλ. ανάλυση και κριτική της προσέγγισης αυτής σε D. Simon, Mécanisme européen de stabilité, Europe, n° 11, Novembre 2016, comm. 431· C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, Sakkoulas Publications, Athènes – Salonique, 2019, σ. 118, 119, 135.
[36] C‑286/12, EU:C:2012:687.
[37] Δ. Τριανταφύλλου, Independence of justice: Η προσωπική ανεξαρτησία των δικαιοδοτικών οργάνων και το Δικαστήριο της ΕΕ, Τιμητικός Τόμος για τον Καθηγητή Νικόλαο Κλαμαρή, Εκδ. Σάκκουλα, 2016, σ. 1175 (1179).
[38] Δ. Τριανταφύλλου, Independence of justice: Η προσωπική ανεξαρτησία των δικαιοδοτικών οργάνων και το Δικαστήριο της ΕΕ, όπ. π. σ. 1180.
[39] Διάταξη της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 19.10.2018, C-619/18 R, Επιτροπή κατά Πολωνίας, EU:C:2018:852.
[40] Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15.11.2018, C-619/18, Επιτροπή κατά Πολωνίας, EU:C:2018:910.
[41] Διάταξη του Δικαστηρίου της 17.12.2018, C-619/18 R, Επιτροπή κατά Πολωνίας EU:C:2018:1021.
[42] C-619/18, EU:C:2019:531. Βλ. συναφώς Δ. Λέντζη/Δ. Γαμπά, Το ΔΕΕ ως προστάτης των κοινών ευρωπαϊκών αξιών: Η υπόθεση της ανεξαρτησίας του ανώτατου δικαστηρίου της Πολωνίας (παρατηρήσεις σε ΔΕΕ C-619/18, απόφ. της 24.6.2019, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας, ΘΠΔΔ 11/2019, σ. 1059.
[43] Βλ. συναφώς Δ. Λέντζη/Δ. Γαμπά, Το ΔΕΕ ως προστάτης των κοινών ευρωπαϊκών αξιών: Η υπόθεση της ανεξαρτησίας του ανώτατου δικαστηρίου της Πολωνίας όπ.π., σ. 1062, με παραπομπές σε Δ. Τριανταφύλλου, Independence of justice: Η προσωπική ανεξαρτησία των δικαιοδοτικών οργάνων και το Δικαστήριο της ΕΕ, Τιμητικός Τόμος για τον Καθηγητή Νικόλαο Κλαμαρή, Εκδ. Σάκκουλα, 2016, σ. 1176, και Α. Γέροντα, Το όριο ηλικίας των δικαστών, ΕφημΔΔ 2016, σ. 692.
[44] Βλ. σημεία 33 και 47 της αριθ. 904/2017 γνώμης [CDL-AD(2017)031] της ευρωπαϊκής επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη δημοκρατία μέσω της νομοθεσίας.
[45] Σκέψεις 119-121 της απόφασης C-619/18, EU:C:2019:531.
[46] Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη οφείλουν, και κατά την άσκηση αποκλειστικώς εθνικών αρμοδιοτήτων, να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης (ΔΕΕ C-619/18, Επιτροπή κατά Πολωνίας, EU:C:2019:531, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ. και περαιτέρω νομολογιακές παραπομπές σε Δ. Λέντζη/Δ. Γαμπά, Το ΔΕΕ ως προστάτης των κοινών ευρωπαϊκών αξιών: Η υπόθεση της ανεξαρτησίας του ανώτατου δικαστηρίου της Πολωνίας όπ.π., σ. 1060, υποσημ. 13. Ιδιαίτερης μνείας χρήζει και η νομολογία σχετικά με την οργάνωση των εθνικών ενόπλων δυνάμεων (ιδίως, ΔΕΚ της 11.1.2000, C-285/98, Tanja Kreil, EU:C:2000:2, σκέψη 15, της 11.3.2003, C-186/01, Alexander Dory, EU:C:2003:146, σκέψη 35). Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αποφάσεις των κρατών μελών για την οργάνωση των ενόπλων δυνάμεών τους δεν εξαιρούνται πλήρως από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όταν μάλιστα πρόκειται για την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών ως προς τις εργασιακές σχέσεις, για παράδειγμα ως προς την πρόσβαση στα στρατιωτικά επαγγέλματα».
[47] Μ. Βηλαρά, Δικαστική Ανεξαρτησία και Αρχές της Αμοιβαίας Εμπιστοσύνης και Αναγνώρισης στην Πρόσφατη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Ευρωπαϊκό Δίκαιο, 2/2019, σ. 128 (139).
[48] C-192/18, EU:C:2019:924.
[49] Σκέψεις 47-84.
[50] C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982.
[51] Σκέψεις 60 έως 64 της απόφασης. Βλ. και ΔΕΕ 22.6.2017, Federatie Nederlandse Vakvereniging κ.λπ., C-126/16, EU:C:2017:489, σκέψη 30, ΔΕΕ 25.10.2017, Polbud – Wykonawstwo, C-106/16, EU:C:2017:804, σκέψη 24, ΔΕΕ 6.3. 2018, Achmea, C‑284/16, EU:C:2018:158, σκέψη 26.
[52] Σκέψεις 155 έως 161 της απόφασης A. K. κ.λπ., C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982.
[53] Ανάλυση στις σκέψεις 73-85 της απόφασης A. K. κ.λπ., C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982.
[54] Σκέψη 99 της απόφασης A. K. κ.λπ., C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982.
[55] Σκέψεις 101-105 της απόφασης A. K. κ.λπ., C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982.
[56] Σκέψεις 121, 122 της απόφασης A. K. κ.λπ., C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982.
[57] Πρόκειται για υποθέσεις που αφορούν το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης: ΔΕΕ C-452/16 PPU, Openbaar Ministerie κατά Krzysztof Marek Poltorak, EU:C:2016:858, σκέψη 35, ΔΕΕ C-477/16 PPU, Openbaar Ministerie κατά Ruslanas Kovalkovas, EU:C:2016:861, σκέψη 36.
[58] Σκέψη 152 της απόφασης A. K. κ.λπ., C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982.
[59] Καθορισμός των δικαστών που στελεχώνουν το πειθαρχικό τμήμα από το Ειδικό Δικαστικό Συμβούλιο (ΕΔΣ),του οποίου η ανεξαρτησία έχει επίσης τεθεί υπό αμφισβήτηση λόγω της τροποποίησης της πολωνικής νομοθεσίας που διέπει τον τρόπο διορισμού των δικαστικών μελών του. Η σύνθεσή του καθορίζεται πλέον κατά κύριο λόγο από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία.
[60] Σκέψη 166 της απόφασης A. K. κ.λπ., C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982.
[61] «Οι απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης που προβλέπονται στο άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι το νεοσύστατο τμήμα ανωτάτου δικαστηρίου κράτους μέλους το οποίο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση ένδικου βοηθήματος εθνικού δικαστή και το οποίο απαρτίζεται αποκλειστικώς από δικαστές που εκλέγονται από εθνικό όργανο επιφορτισμένο με τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων, ήτοι από το Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο), του οποίου η ανεξαρτησία από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία δεν διασφαλίζεται, λόγω του τρόπου στελέχωσής του και του τρόπου εργασίας του, δεν πληροί τις απαιτήσεις αυτές. Η ίδια απαγόρευση συνάγεται από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ» (προτάσεις E. Tanchev, C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:551, σημ. 157).
[62] Χρ. Ράμμου, Η Ευρώπη ως κοινότητα δικαίου, www.constitutionalism.gr, όπ.π.
[63] Π. Παυλόπουλος, Κρίση του Κράτους Δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εις Α. Μεταξάς (επιμ.) Η κρίση του κράτους δικαίου στην ΕΕ, Ευρασία, 2018, σ. 21 (32).
[64] Βλ. συναφώς την απόφαση ΔΕΕ 27.11.2012, Pringle, C-370/12, EU:C:2012:756 και τις μεταγενέστερες της 20.9.2016, C-8/15 P έως C-10/15, Ledra Advertising Ltd κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, EU:C:2016:701, σκ. 54 («το γεγονός ότι ένα ή περισσότερα θεσμικά όργανα της Ένωσης ενδέχεται να έχουν ορισμένο ρόλο στο πλαίσιο του ΕΜΣ δεν μεταβάλλει τη φύση των πράξεων του ΕΜΣ, οι οποίες βρίσκονται εκτός της έννομης τάξης της Ένωσης») και της 20.9.2016, C-105/15 P έως C-109/15 P, Κωνσταντίνος Μαλλής κατά κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, EU:C:2016:702 , (το γεγονός ότι η Επιτροπή και η ΕΚΤ συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της Ευρωομάδας δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα των δηλώσεων της τελευταίας και ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι, λόγω αυτού, η επίδικη δήλωση αποτελεί έκφραση της εξουσίας λήψεως αποφάσεων των δύο αυτών θεσμικών οργάνων της Ένωσης).
[65] Χ. Ράμμου, Κρίση του κράτους δικαίου στην Ευρώπη. Μια ακόμη ευρωπαϊκή κρίση ή βαθύτερη και υπαρξιακή κρίση; εις Α. Μεταξάς (επιμ.) Η κρίση του κράτους δικαίου στην ΕΕ, Ευρασία, 2018, σ. 49 (51).
[66] C. Yannakopoulos, Un Etat devant la faillite : Entre droit et non – droit, in La fin du droit ? Acte du colloque des 5 et 6 Décembre 2013, mare & martin, 2013 175 (179).
[67] C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, Sakkoulas Publications, 2019, σ. 159 επ.
[68] Βλ. επιφυλάξεις Χ. Ράμμου, Κρίση του κράτους δικαίου στην Ευρώπη. Μια ακόμη ευρωπαϊκή κρίση ή βαθύτερη και υπαρξιακή κρίση; όπ.π., σ. 56, κατά τον οποίο δεν πρέπει να υπερτιμώνται οι διαρθρωτικές δυνατότητες της ΕΕ και ούτε το ΔΕΕ μπορεί να είναι απόλυτα αποτελεσματικό.
Λ. Παπαδοπούλου / Δ. Αναγνωστοπούλου (επιμ.), Προς μια συμπεριληπτική ευρωπαϊκή πολιτότητα, Αθήνα: εκδ. Παπαζήση 2019
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ:
Κράτος δικαίου, δημοκρατία και δράσεις για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής πολιτότητας
- Η ενίσχυση των δικαιωμάτων των Ευρωπαίων Πολιτών – Προς μία συμπεριληπτική Ευρωπαϊκή πολιτότητα;, Δέσποινα Αναγνωστοπούλου
- Ενωσιακοί μηχανισμοί για την αποτελεσματική αντιμετώπιση “κρίσεων του Κράτους Δικαίου” στα κράτη μέλη της ΕΕ, Μιχαήλ Χρυσομάλλης
- Η Πρωτοβουλία Ευρωπαίων Πολιτών: Ένα νέο εργαλείο συμμετοχικής δημοκρατίας στην Ε.Ε., Ιωάννης Παπαδόπουλος
- Κοινωνική ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μετα-μαρσαλιανά δικαιώματα και υποχρεώσεις, Θεοδώρα Κωστακοπούλου
- Νέα οικονομική διακυβέρνηση κατά ιθαγένειας εθνικής και ευρωπαϊκής, Βασίλης Χατζόπουλος
- Social Exclusion during the Eurozone Crisis, Alexandros Kyriakidis
- The Cross-border Continuity of Civil Status as a means of enhancing the Rights of the European Citizen, Miguel Gardeñes Santiago
- Ιδιότητα του πολίτη και «δικαίωμα στη φροντίδα» στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Άννα-Μαρία Κώνστα
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ:
Η αντιμετώπιση του ‘Άλλου’: καταπολεμώντας τις αρνητικές διακρίσεις και τον ρατσισμό
- O ρατσισμός και η ξενοφοβία στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ροζάκης Χρήστος
- Ποινική καταστολή των εκφάνσεων του ρατσισμού, Μαρία Καϊάφα – Γκμπάντι
- Θεσμικές διακρίσεις: ο αθέατος ρατσισμός των θεσμικών δομών, Στέργιος Κοφίνης
- Ρατσιστικός λόγος και ελευθερία της έκφρασης, Αναστάσιος Παυλόπουλος
- Ρητορική μίσους και αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων, Λίνα Παπαδοπούλου
- Cultural diversity and the European Court of Human Rights: Dealing with difference, groups and identities, Nikos Gaitenidis
- “Je suis Achbita!”, Joseph H.H. Weiler
- Διακρίσεις κατά ατόμων λόγω ταυτότητας φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού στον Ευρωπαϊκό χώρο, Κωνσταντίνος Κουρούπης
- Policies and practices for fighting social exclusion of persons with disabilities in European Union: Focus on educational inclusion, Ioannis Agaliotis
- Violence against Women: Persisting Discrimination in Europe?, Kalliopi Chainoglou
Προλογικό σημείωμα επιμελήτριας της σειράς- Ασπασία Ι. Τσαούση
Αποτελεί για μένα ιδιαίτερη χαρά και τιμή να φιλοξενείται ο συλλογικός τόμος Προς μια Συμπεριληπτική Ιδιότητα του Πολίτη στην Ελλάδα και την Ευρώπη στη σειρά «Δίκαιο και Κοινωνικές Επιστήμες» την οποία επιμελούμαι για τις εκδόσεις Παπαζήση. Την συλλογή και την επεξεργασία των κειμένων έχουν επιμεληθεί με φροντίδα και υψηλό βαθμό επιστημονικότητας οι αγαπητές συναδέλφισσές μου, κα. Λίνα Παπαδοπούλου (Αν. Καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) και κα. Δέσποινα Αναγνωστοπούλου (Αν. Καθηγήτρια στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας).
Το αντικείμενο του συλλογικού αυτού τόμου καλύπτει θεματικά μια ευρύτατη περιοχή συγγραφής και έρευνας, που έχει απασχολήσει έντονα κατά την τελευταία εικοσαετία κορυφαίους νομικούς όσο και πολλούς άλλους κοινωνικούς επιστήμονες, ιδίως από τον χώρο της πολιτικής επιστήμης και της πολιτικής κοινωνιολογίας. Το ερευνητικό τοπίο που έχει μέχρι σήμερα σκιαγραφηθεί είναι ιδιαίτερα πλούσιο και πολυσχιδές κι έχει ήδη αναδείξει κάποιες κύριες κατευθύνσεις, στις οποίες κινούνται και οι συγγραφείς του παρόντος τόμου. Ο κεντρικός άξονας είναι σαφέστατα η έννοια της «συμπερίληψης» (inclusiveness) και ο πρωταρχικός στόχος που συνάγεται από τα συμπεράσματα των επιμέρους μελετών είναι να επεκταθούν τα όρια της πολιτότητας, έτσι όπως είχε γίνει αντιληπτή κατά την περίοδο της ύστερης νεωτερικότητας.
Φιλοδοξία κοινή όσων ασχολούνται με το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο φαίνεται πως είναι «να φανταστούμε μια διευρυμένη πολιτότητα», όπως θα μας συμβούλευε ο Roberto Mangabeira Unger. Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Harvard και ηγετική μορφή της Σχολής των Κριτικών Νομικών Σπουδών, ο Unger ήταν ένας από τους ελάχιστους θεωρητικούς που μπόρεσε, από τη θέση του Υπουργού Στρατηγικών Σχέσεων, να υλοποιήσει το όραμά του σε μια σειρά από ρηξικέλευθα πολιτικά μέτρα στη χώρα καταγωγής του, τη Βραζιλία. Δεν είναι τυχαίο πως στον πυρήνα της πρότασής του για μια «ενδυναμωμένη δημοκρατία» (empowered democracy) βρίσκεται μια «ενδυναμωμένη», θα λέγαμε, «πολιτότητα», που ενισχύεται από μια δέσμη συλλογικών δικαιωμάτων, όπως είναι τα δικαιώματα αλληλεγγύης και αποδυνάμωσης των ελίτ. Οι ραγδαίες αλλαγές που έφερε μαζί της η παγκοσμιοποίηση στην αυγή της τρίτης χιλιετίας εντατικοποίησε τις προσπάθειες να ρυθμιστούν με επιστημονικά κριτήρια τα νεοεμφανιζόμενα πολύπλοκα φαινόμενα και να αντιμετωπιστούν τα νέας κοπής ηθικοπολιτικά και νομικά διλήμματα. Κάθε νέα θεωρητική πρόταση για την ποιοτική αναβάθμιση της σύγχρονης δημοκρατίας επικεντρώθηκε, σχεδόν αναγκαστικά, στην ιδιότητα του πολίτη (βλ. και το πρώτο βιβλίο της σειράς, Ασπ. Τσαούση, Δίκαιο και Συνεργατικότητα: Μια Νέα Προσέγγιση στην Κοινωνιολογία του Δικαίου, Εκδ. Παπαζήση 2013, Κεφάλαια 4 και 5).
Καθώς τεράστιες μάζες πληθυσμού διαφορετικής εθνικότητας και θρησκευτικών πεποιθήσεων είχαν μεταναστεύσει εσωτερικά και εξωτερικά σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, τα νομικά συστήματα των δυτικών δημοκρατιών προχώρησαν στις απαραίτητες συνταγματικές αναθεωρήσεις ώστε να κατοχυρωθούν, έστω βαθμηδόν και έστω εν μέρει, τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα αρκετών μειονοτήτων. Βέβαια, η κοινωνική επίγνωση ότι στις μειονότητες ανήκουν και μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες, όπως οι γυναίκες, που παραδοσιακά στερήθηκαν την ιδιότητα του πολίτη, ενσταλάχτηκε στις δυτικές κοινωνίες με αρκετή βραδύτητα, αδικαιολόγητη και εσκεμμένη.
Η δεκαετία του 1960, γνωστή στην Κοινωνιολογία και ως «η δεκαετία των κοινωνικών κινημάτων», κατέδειξε αυτήν τουλάχιστον την αλήθεια: ότι τα μέλη των μειονοτήτων παραμένουν αόρατα αν δεν διεκδικήσουν μαζικά, δημόσια και αγωνιστικά τα δικαιώματά τους. Η κυρίαρχη σε κάθε κοινωνία πολιτισμική ομάδα δεν αναγνωρίζει την ύπαρξή τους, δεν ασχολείται με τα προβλήματά τους, δεν συμμερίζεται το όραμά τους για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη. Γιατί; Διότι συνήθως δεν έχει κανένα συμφέρον να “αλλάξουν τα πράγματα”, εφόσον οποιαδήποτε κοινωνική αλλαγή και ενδεχόμενη ανατροπή του status quo ενέχει και τον κίνδυνο να αναδιανεμηθεί ο πλούτος. Αυτό θα σήμαινε για τα μέλη της κυρίαρχης ομάδας να χαθούν τα παγιωμένα κοινωνικά και πολιτικά τους προνόμια και να μοιραστούν με έναν διευρυμένο κύκλο προσώπων όλα όσα ποτέ τους δεν μοιράστηκαν: δικαιώματα και ελευθερίες.
Επομένως, δεν θα έπρεπε καθόλου να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι δυτικές κοινωνίες εισήλθαν πολύ διστακτικά, και με διαφορετικό ρυθμό η καθεμία, στην εποχή της μετανεωτερικότητας. Είναι επίπονες, μακροχρόνιες και όχι πάντοτε παρατηρήσιμες οι εσωτερικές διεργασίες που απαιτούνται για να μεταμορφωθεί μια κοινωνία σε γνήσια πολυσυλλεκτική και πολυπολιτισμική. Μια τέτοια κοινωνία σέβεται κατ’ ουσίαν την ετερότητα, τον διαφορετικό άλλο, τον πρόσφυγα, τον μουσουλμάνο, τον ομοφυλόφιλο. Δεν τον ανέχεται. Τον αποδέχεται πλήρως. Τον σέβεται. Του αναγνωρίζει τα ίδια ακριβώς (και όχι παρόμοια) δικαιώματα. Αυτού του είδους οι μεταβολές σε μια πρώτη φάση επιβάλλονται άνωθεν, από τον εθνικό ή υπερεθνικό νομοθέτη, ή από δικαστήρια (όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) που με την συχνά πρωτοποριακή ερμηνεία τους πρωτοστατούν στη θεμελίωση ενός πανευρωπαϊκού κράτους δικαίου. Ωστόσο, η μετάβαση σε μια κοινωνία «ισότητας για όλους» προϋποθέτει ότι ο πολίτης θα μεταμορφωθεί πρώτα ο ίδιος/η ίδια, εσωτερικά, προκειμένου να μεταμορφωθεί ριζικά η κοινωνία του. Αυτή είναι η δεύτερη, κρίσιμη φάση, της πρακτικής υλοποίησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την οποία πρέπει να μετέλθουν οι ώριμες πολιτικά δημοκρατίες.
Εμπειρικές έρευνες που έχουν διενεργηθεί από δημόσια, ιδιωτικά και πανεπιστημιακά κέντρα κοινωνικών ερευνών καταδεικνύουν ότι έχουμε ακόμη πολύ δρόμο να διανύσουμε για να επιτευχθεί η πολυπόθητη «συμπερίληψη». Τόσο η «παλιά» Ευρώπη, που γέννησε πολλά έθνη-κράτη, όσο και νεότερα ομοσπονδιακά κράτη όπως οι ΗΠΑ και η Αυστραλία, μαστίζονται από σοβαρά κοινωνικά προβλήματα, όπως ο θεσμικός ρατσισμός, η ξενοφοβία και η μισαλλοδοξία. Τα προβλήματα αυτά εκδηλώνονται ολοένα και περισσότερο μέσα από εξάρσεις βίας, εγκλήματα μίσους και στοχευμένες επιθέσεις εις βάρος μεταναστών. Επιπρόσθετα, ο φόβος και το μίσος για «τον διαφορετικό άλλο» διαχέονται μέσα από θεσμούς, όπως η οικογένεια, το σχολείο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εμπεδώνοντας αρνητικά στερεότυπα και παγιώνοντας προκαταλήψεις. Ταυτόχρονα, η διαγενεακή μεταβίβαση της φτώχειας και η χρόνια ανεργία κρατούν εγκλωβισμένα στο κοινωνικό περιθώριο μεγάλα τμήματα του πληθυσμού που θα μπορούσαν να συμμετέχουν στην οικονομία και στον πολιτισμό σαν ενεργοί πολίτες.
Παρά τη δυσοίωνη αυτή κατάσταση, που μας αναγκάζει η ρεαλιστική ματιά του κοινωνικού επιστήμονα να λάβουμε υπόψη μας, υπάρχει χώρος για ελπίδα και πολλοί επιμέρους λόγοι για αισιοδοξία. Αξιόλογες και σοβαρές είναι οι πρωτοβουλίες των πολιτών, συντονισμένες μέσα από Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις ή αυθόρμητες, εκφρασμένες μέσα από εθελοντική ή φιλανθρωπική δράση σε επίπεδο γειτονιάς, κοινότητας και δήμου. Σημαντικές είναι οι μεταβολές οι οποίες αποτυπώνονται στις δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες δείχνουν την αυξημένη κοινωνική νοημοσύνη των ερμηνευτών του Δικαίου που συμμετέχουν σε εθνικά και διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Τα νομοθετικά σώματα έχουν αντιληφθεί ότι το τεράστιας δικαιοπολιτικής και ηθικής σημασίας διακύβευμα της πρόσβασης στη Δικαιοσύνη «ολοένα και περισσότερων πολιτών» απαιτεί ένα νέο, διευρυμένο και συμπεριληπτικό νομικό πλαίσιο για την ιθαγένεια. Οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, όπως καθίσταται φανερό από την εξαιρετική συλλογή μελετών που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο, έχουν εμβαθύνει τον προβληματισμό τους, αναλύοντας με οξυδέρκεια αθέατες μέχρι σήμερα πτυχές του φαινομένου και δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη διεπιστημονική προσέγγιση.
Περισσότερο εμφανής από ποτέ είναι η κοινωνική ευαισθησία των μελών επαγγελματικών σωματείων, συλλόγων και οργανώσεων. Στηρίζουν πιο συμμετοχικές διαδικασίες επίλυσης των διαφορών όπως είναι η Διαμεσολάβηση και προσπαθούν να συνεργαστούν για την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων, διευκολύνοντας την πρόσβαση μελών διαφορετικών μειονοτήτων σε τυπικές και άτυπες θεσμικές δομές. Τέλος, και αυτό πιστεύω πως είναι το πιο ελπιδοφόρο σημάδι προόδου, συγκινητική και κοινωνικά ορατή είναι η συνειδητοποίηση της νέας γενιάς νομικών πως το μέλλον μας πρέπει να είναι συμπεριληπτικό, πολύφωνο και πολυποίκιλο. Η προσήλωση των νέων αυτών ανθρώπων στα δημοκρατικά ιδεώδη εκφράζεται και μέσα από την επίδειξη μηδενικής ανοχής σε περιστατικά εκφοβισμού, σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας (λεκτικής ή ψυχολογικής) στον χώρο του Πανεπιστημίου.
Κάτι έχει αλλάξει. Αργοχαράζει ένας νέος κόσμος όπου η διαφορετικότητα έχει νομικό έρεισμα και κοινωνικό νόημα. Έχει ήδη σημειωθεί μια ποιοτική στροφή προς έναν νομικό πολιτισμό με επίκεντρο τον άνθρωπο και την αναλλοίωτη αξία του. Με την συμπερίληψη περισσότερων και εν τέλει όλων των «διαφορετικών άλλων» πολιτών, θα ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή και θα βαθύνει η δημοκρατία. Με την ολοκλήρωση της συμπερίληψης, θα εξασφαλιστεί η πλήρης κοινωνική, οικονομική, πολιτική και πολιτισμική συμμετοχή όλων των πολιτών στους θεσμούς, ανεξάρτητα από φύλο, φυλή, εθνική ή εθνοτική καταγωγή, σεξουαλικό προσανατολισμό, θρησκεία, ηλικία, αναπηρία ή άλλη κοινωνική θέση που είχε ιστορικά αποτελέσει πηγή για μεροληπτικές εις βάρος τους διακρίσεις και άνιση μεταχείριση.
Οι κοινωνίες θα είναι πιο ελεύθερες και ανοιχτές, μέσα από την ουσιαστική κατανόηση της θέσης και της κατάστασης του άλλου, δηλαδή μέσα από την βεμπεριανή «ενσυναίσθηση». Την ανάγκη να αναδομήσουμε πρακτικές και αντιλήψεις για να διαμορφώσουμε περισσότερο «συμπεριληπτικές κοινωνίες» την είχε εντοπίσει ήδη από το 1933 ο Franklin D. Roosevelt, o oποίος χρησιμοποίησε τον όρο “inclusive society” σε έναν λόγο του που ανακοίνωνε τα μέτρα του New Deal. Ήρθε η ώρα να υλοποιηθεί το μέλλον που οι λαβωμένοι από τον καταστροφικό δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο λαοί οραματίστηκαν και να βαδίσουμε προς κοινωνίες στις οποίες, κατά τη ρήση του Roosevelt, «κανείς δεν θα μείνει εκτός».
Ασπασία Ι. Τσαούση, Αν. Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας του Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ
Προλογικό σημείωμα – Λίνα Παπαδοπούλου και Δέσποινα Αναγνωστοπούλου
Το νέο πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών και η αναζήτηση της συνταγματικώς προσήκουσας θρησκευτικής εκπαίδευσης ενώπιον της νομικής ερμηνείας (ΣτΕ ολομ. 1749/2019)
Ο παρών σχολιασμός έρχεται να σκιαγραφήσει την υπ’ αριθμ. 1749/2019 ολομ. ΣτΕ με την οποία κρίθηκε ότι το νέο πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών αντιβαίνει προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, το δικαστήριο διέγνωσε ότι η εισαγωγή στοιχείων θρησκειολογίας στο σχετικό μάθημα είναι ασυμβίβαστη με τον χαρακτήρα της θρησκευτικής εκπαίδευσης, όπως αυτός διαμορφώνεται νομικά στην εγχώρια δικαιοταξία. Αρχικά, επιχειρείται η εισαγωγή στον προβληματισμό με την παράθεση του σχετικού ιστορικού και νομικού πλαισίου. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι νομικοί συλλογισμοί που διέλαβαν τόσο η πλειοψηφία όσο και η μειοψηφία της απόφασης, ενώ λαμβάνει χώρα μια συγκριτική αποτίμησή τους σε διάθλαση με τα διαχρονικά πορίσματα της θεωρίας. Καταληκτικά, ο γράφων προτείνει μια εναλλακτική αξιολόγηση της συγκεκριμένης δικαστικής κρίσης, εμπνεόμενος από βασικές παραδοχές της Μεθοδολογίας του Δικαίου
“Οι ερμηνευτικές διαφωνίες των δικαζόντων είναι θεμιτές, εφόσον αναφέρονται στις αρχές και τις διατάξεις που διέπουν την έννομη τάξη. Μπορεί να υφίστανται, εν τέλει, δύο ασυμβίβαστες μεταξύ τους λύσεις, πλην όμως με ισοβαρή επιχειρήματα, που θεμελιώνονται εξίσου στο ισχύον δίκαιο. Ο δικαστής, όμως, στην περίπτωση αυτή οφείλει «να προβεί σε κατά το δυνατόν πλήρη έκθεση των λόγων που συνηγορούν υπέρ της λύσης που εντάσσεται αρμονικότερα στην τελολογική –και αξιακά φορτισμένη– ακεραιότητα της έννομης τάξης». Κατά τον γράφοντα, την παραπάνω αντίληψη επιβεβαιώνει το παράδειγμα του ΜτΘ. Και αυτό διότι μια συγκριτική έποψη των θέσεων περί του ομολογιακού ή θρησκειολογικού χαρακτήρα του ΜτΘ αναδεικνύει σε αμφότερες συμπαγείς και συνεκτικούς συλλογισμούς, χωρίς, ωστόσο, να ελλείπουν λογικά σφάλματα και ορισμένες τρωτές νομικές κατασκευές. Συναφώς, η ανάγκη λήψης απόφασης με ορισμένο διατακτικό αναγκαία επιστεγάζεται στην έξαρση μιας από τις εξ ίσου υποστηρίξιμες λύσεις, έστω και αν ο νομικός της «μανδύας» προβάλλει συντηρητικός σε κοινωνικούς ή πολιτικούς φορείς.”
Σχολιασμός ΣτΕΟΛ. 1749-2019 ΣτΕ (μάθημα θρησκευτικών)
«Κοινό περί δικαίου αίσθημα»; Ανασκευή και εποικοδομητική αντιπρόταση
Αμέτρητο πλήθος νομικών, πολιτευτών, διαμορφωτών κοινής γνώμης και απλών ανθρώπων συνεχίζουν στον 21ο αιώνα να ομνύουν σε ό,τι αποκαλούν με ευκολία και δίχως αναστοχασμό «κοινό περί δικαίου αίσθημα». Ας προσπαθήσουμε να βάλουμε σε μια εύλογη σειρά τις σκέψεις μας γύρω από αυτό το τόσο προσφιλές επινόημα, ιδιαίτερα μάλιστα στη χώρα μας.
Πριν απ’ όλα, προσήκει να αναλογιστούμε με ποια συνήθη αφορμή το επικαλούνται οι υποστηρικτές του. Το επικαλούνται κυρίως, μόλις εκδοθεί κάποια δικαστική απόφαση, η οποία φέρεται να έρχεται σε έντονη δυσαρμονία με ό,τι λογίζεται ως «κοινό περί δικαίου αίσθημα», όπως βεβαίως καθένας και καθεμία το προσλαμβάνει.
Ωστόσο, οι δικαστικές αποφάσεις, όπως είναι γνωστό, εκφέρουν νομικές κρίσεις, προκειμένου να επιλυθούν έννομες διαφορές μεταξύ των προσώπων. Άρα το θέμα που ξεπροβάλλει εν προκειμένω είναι η αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων (άρθ. 93§3 Συντ.). Θέμα που σχετίζεται βεβαίως με τη θεμελίωση των νομικών μας κρίσεων γενικότερα.
Ανακοίνωση της ΑΔΑΕ για τις αλλαγές στη διαδικασία άρσης του απορρήτου (άρθρο 43 Ν.4640/2019)
Το πρόσφατα ψηφισθέν από το Κοινοβούλιο άρθρο 43 του νόμου 4640/2019 προβλέπει ότι η πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου (ν. 2225/1994) επιτρέπεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, στη διάρκεια ανακριτικών πράξεων ενώπιον των οικονομικών εισαγγελέων του άρθρου 33 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αποτυπώνεται και τεκμηριώνεται η αντικειμενική υπόσταση κακουργήματος. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη εγείρει ζητήματα σε σχέση με το άρθρο 19 του Συντάγματος, όπου ορίζεται ότι το απόρρητο των επικοινωνιών είναι απόλυτα απαραβίαστο. Στον δε εκτελεστικό τού άρθρου 19 νόμο (ν. 2225/1994), καθένα από τα επιμέρους αδικήματα για τη διακρίβωση των οποίων και μόνο επιτρέπεται η άρση του απορρήτου, προσδιορίζεται με τρόπο ειδικό και εξατομικευμένο. Στο πλαίσιο του προσφάτως ψηφισθέντος άρθρου 43 του ν. 4640/2019 ωστόσο, ο νομοθέτης εγκαταλείπει την πάγια πρακτική της εξατομικευμένης απαρίθμησης, ομιλεί δε γενικά και συλλήβδην περί κακουργημάτων. Επισημαίνουμε ότι η εξέλιξη αυτή είναι πιθανό να προκαλέσει ζητήματα συμβατότητας της διάταξης με το Σύνταγμα, καθώς και με την ΕΣΔΑ.
Η Ολομέλεια της ΑΔΑΕ συνήλθε την 9η Δεκεμβρίου 2019 και εξέδωσε την παρακάτω ανακοίνωση:
Στον πρόσφατο νόμο 4640/2019 «Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Περαιτέρω εναρμόνιση της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008 και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 190/30.11.2019) εισήχθη με τροπολογία ως άρθρο 43 διάταξη με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Στο άρθρο 34 παράγραφος 1 ΚΠΔ προτείνονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:
1. Η φράση «και τηλεπικοινωνιακού (ν. 225/1994)» του άρθρου 34 παράγραφος 1 ΚΠΔ αφαιρείται. 2. Στο τέλος του άρθρου 34 παράγραφος 1 ΚΠΔ προστίθεται η φράση «ειδικώς η πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου (ν. 2225/1994) επιτρέπεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποτυπώνεται και τεκμηριώνεται η αντικειμενική υπόσταση κακουργήματος.».
Τούτο σημαίνει ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας διαμορφώνεται εφεξής ως ακολούθως:
«Άρθρο 34. – Εξουσίες εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος.
1. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί της παρ. 1 του άρθρου 33 έχουν, εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου απορρήτου, με την εξαίρεση του δικηγορικού (άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 4194/2013), καθώς και σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με ισχύοντες κανόνες ιχνηλασιμότητας. Ειδικώς η πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου (ν. 2225/1994) επιτρέπεται
στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποτυπώνεται και τεκμηριώνεται η αντικειμενική υπόσταση κακουργήματος».
Σχετικά με την εξέλιξη αυτή παρατηρούνται τα ακόλουθα.
1. Στο άρθρο 19 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής:
«1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 2… 3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α».
Παρατηρείται, κατ’ αρχάς, ότι στην διάταξη αυτή δεν περιέχεται η, συνήθης σε άλλες συνταγματικές διατάξεις που θεσπίζουν ατομικά δικαιώματα, επιφύλαξη, ότι το δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνει, ασκείται ως ο νόμος ορίζει, αλλά αντίθετα ρητώς ορίζεται ότι είναι απόλυτα απαραβίαστο. Η μόνη περίπτωση για την οποία επιτρέπει το Σύνταγμα την άρση του απορρήτου, άρση η οποία έχει αυτονόητες και σοβαρότατες συνέπειες για την άσκηση των ατομικών ελευθεριών των πολιτών (προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών τους, του ιδιωτικού τους βίου, της ανάπτυξης ελευθέρου φρονήματος και της προσωπικότητας τους κ.ά.) είναι, σε ό,τι αφορά ειδικότερα τις άρσεις για την καταπολέμηση των ποινικών αδικημάτων, «η διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών αδικημάτων».
Ενόψει των αυστηρών και εμφατικών αυτών διατυπώσεων του συνταγματικού κειμένου ο νομοθέτης επιτρέπεται να προβλέψει τη δυνατότητα της δικαστικής εξουσίας να διατάξει την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών μόνο για την διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Για να μπορεί δε να ελεγχθεί από την δικαστική εξουσία αν το αδίκημα για το οποίο επιχειρείται η άρση του απορρήτου είναι όντως «ιδιαιτέρως σοβαρό» καθώς και αν τηρείται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο), απαιτείται στην διάταξη, με την οποία προβλέπονται οι περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η άρση, να προσδιορίζονται επακριβώς και εξατομικευμένα τα επιμέρους αδικήματα, για τα οποία επιτρέπεται να επιχειρηθεί αυτή η τόσο σημαντική επέμβαση στον ιδιωτικό βίο του θιγόμενου προσώπου. Γενικές περιγραφές, ή περιγραφές με βάση οικογένειες» αδικημάτων δεν πληρούν τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
2. Προς την πιο πάνω κατεύθυνση στοιχεί και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ)
σχετικά με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) «Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής». Σύμβαση η οποία, ως γνωστόν, έχει υπέρτερη τυπική ισχύ εκείνης του τυπικού νόμου. Όπως έχει πολλάκις κριθεί [ενδεικτικά α)IORDACHI AND OTHERS v. MOLDOVA, απόφαση της 10.02.2009- παράγραφος 44, β) SZABÓ AND VISSY v. HUNGARY, απόφαση της 12.01.2016-παράγραφος 17, γ) ROMAN ZAKHAROV v. RUSSIA, απόφαση της 04.12.2015- παράγραφοι 231, 243, 244, δ)KENNEDY v. THE UNITED KINGDOM, απόφαση της 18.05.2010- παράγραφος 159] ο νόμος ο οποίος προβλέπει την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών πρέπει να είναι εξειδικευμένος και σαφής σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό των αδικημάτων για τα οποία χορηγείται η δυνατότητα της άρσης αυτής. Αν ο νόμος είναι γενικόλογος σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις άρσης του απορρήτου, τότε δεν έχει την απαιτούμενη σαφήνεια και προβλεψιμότητα
που επιβάλλεται να έχει ένας κανόνας δικαίου για να θεωρηθεί ως νόμος θεμιτά περιορίζων δικαίωμα κατοχυρούμενο από την Σύμβαση, σύμφωνα με την πιο πάνω αλλά και την γενικότερη νομολογία του ΕΔΔΑ την σχετική με την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω, ένας τέτοιος νόμος δεν είναι συμβατός με την αρχή της ασφαλείας του δικαίου, που αποτελεί βασική αρχή του εννοίας του κράτους δικαίου.
3. Με βάση τις αρχές αυτές πορεύτηκε, εξ άλλου, μέχρι σήμερα και ο έλληνας νομοθέτης. Συγκεκριμένα με τον εκτελεστικό του άρθρου 19 του Συντάγματος νόμο, ήτοι το νόμο 2225/1994 «Για την προστασία της ελευθερίας και ανταπόκρισης και επικοινωνίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 121Α) προβλέφθηκε αναλυτικός κατάλογος συγκεκριμένων αδικημάτων, με παραπομπή μάλιστα σε συγκεκριμένες διατάξεις των νομοθετημάτων, με τα οποία θεσμοθετήθηκαν τα αδικήματα αυτά για τα οποία επιτρέπεται να προβούν οι οικείες εισαγγελικές αρχές στην άρση του απορρήτου (άρθρο 4). Μάλιστα ο κατάλογος αυτός ενημερώνεται συνεχώς με νέα αδικήματα, πάντοτε όμως προσδιοριζόμενα με τρόπο εξατομικευμένο. Σε αυτά δε περιλαμβάνονται και πολλά για τα οποία θα είχαν ενδεχομένως αρμοδιότητα οι οικονομικοί εισαγγελείς του άρθρου 33 παρ. 1 του Κώδικα της Ποινικής Δικονομίας.
4. Με βάση τα προεκτεθέντα η επίμαχη διάταξη του άρθρου 43 του
νόμου 4640/2019, η οποία χορηγεί στους οικονομικούς εισαγγελείς την αρμοδιότητα να ζητήσουν, σύμφωνα με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις του ως άνω νόμου 2225/1994, την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για «κακουργήματα» τα οποία δεν προσδιορίζονται ούτε εξειδικεύονται περαιτέρω είναι πιθανό να προκαλέσει ζητήματα συμβατότητας της διάταξης με το Σύνταγμα, το οποίο περιέχει πολύ αυστηρές ρυθμίσεις σε σχέση με το επίμαχο θέμα καθώς και με την ΕΣΔΑ. Το πρόβλημα παραμένει ακέραιο, ακόμη και αν γίνει ερμηνευτικά δεκτό ότι με την διάταξη αυτή υπονοούνται μόνο κακουργήματα για τα οποία έχουν ανακριτικές ή διωκτικές αρμοδιότητες οι οικονομικοί εισαγγελείς.
5. Σημειώνεται ότι η ΑΔΑΕ, η οποία είναι η κατά το Σύνταγμα αρμόδια για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών Ανεξάρτητη Αρχή, ουδέποτε ενημερώθηκε σχετικά με την διάταξη αυτή. Η Ολομέλεια της Αρχής διατυπώνει την ευχή, εφεξής να ενημερώνεται όταν πρόκειται να θεσπιστούν διατάξεις σχετικές με το απόρρητο των επικοινωνιών, έτσι ώστε να της δίνεται η δυνατότητα να ενημερώνει την Πολιτεία πληρέστερα και σφαιρικά, πριν η τελευταία επιλέξει κυριαρχικά τι τελικώς θα αποφασίσει.
http://www.adae.gr/nomothetiko-plaisio/leptomereies/article/anakoinosi-tis-olomeleias-tis-adae-gia-to-arthro-43-toy-n/
Η θρησκεία στα σχολεία: Τα συνταγματικά και διεθνή όρια
I.
Τα σημεία επαφής του ελληνικού κράτους και της ορθόδοξης εκκλησίας είναι πολλαπλά και διαφορετικής έντασης και ποιότητας. Ένα από τα κρίσιμα πεδία τέτοιας επαφής είναι το σχολείο. Στον χώρο του σχολείου και στην εκπαιδευτική διαδικασία μπορεί κανείς να διαπιστώσει τις εξής περιπτώσεις που το θρησκευτικό φαινόμενο γίνεται ορατό: πρωινή προσευχή, εκκλησιασμός, μάθημα των θρησκευτικών, απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών, ανάρτηση θρησκευτικής εικόνας στην τάξη[1], αναγραφή της θρησκείας στα σχολικά πιστοποιητικά. Εκτός από το τελευταίο ζήτημα που φαίνεται ότι λύθηκε οριστικά στην κατεύθυνση της μη αναγραφής του θρησκεύματος,[2] η γενική τάση είναι η αντίθετη: Η επιβολή, δηλαδή, του ορθόδοξου τύπου ή πρακτικής που ακολουθεί και επιβάλλει το σχολείο. Ως εξαίρεση μόνο μπορεί να αποφευχθεί η έκθεση του μαθητή που δεν το επιθυμεί (αλλά και του δάσκαλου-καθηγητή) στην ορθόδοξη εκδοχή του θρησκευτικού φαινομένου. Η κατοχυρωμένη θρησκευτική ελευθερία έχει συμπιεστεί, λοιπόν, στην δεδομένη αμυντική γραμμή της «μη έκθεσης» με σύνηθες κόστος την πρόσκαιρη απομόνωση από τη σχολική διαδικασία, αν όχι τον στιγματισμό του μαθητή που θα πρέπει να ακολουθήσει μια ειδική διαδικασία για την εξαίρεσή του από τον κανόνα που προτάσσει η σχολική διαδικασία και επιβάλλεται στον σχολικό χώρο. Το πρόβλημα που μπορεί να διαπιστώσει κανείς εκ πρώτης όψεως είναι η μη πλουραλιστική μεθοδολογική προσέγγιση του ελληνικού σχολείου και η μη συμπεριληπτική διαδικασία, αφήνοντας τους μη-ορθόδοξους μαθητές χωρίς ισότιμη και ίσου κύρους εναλλακτική αντιμετώπιση.
II.
Από τα ζητήματα αυτά, θα συζητηθεί εδώ παρακάτω η θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών και τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του κράτους να επιβάλει το περιεχόμενό της. Ποια είναι, δηλαδή, τα κανονιστικά όρια του δικαιώματος των μαθητών να μην υποβάλλονται σε μία συγκεκριμένη θρησκευτική πρακτική και κατήχηση και η υποχρέωση του κράτους να σέβεται τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των μαθητών, συμπεριλαμβανομένης της κάθε μορφής άρνησης του θρησκευτικού φαινομένου ή της μη απόκρυψης των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Η απάντηση θα μπορούσε να είναι εκ πρώτης όψεως εύκολη: Ότι, δηλαδή, τα όρια τίθενται από το Σύνταγμα και το σχετικό διεθνές δίκαιο, και ειδικότερα την ΕΣΔΑ και την νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Επίσης από τους νόμους, τις υπουργικές αποφάσεις και τις εγκυκλίους και βέβαια από την νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων όπως αρθρώνονται στην ελληνική έννομη τάξη.
Το άρθρο 16 (παράγραφοι 2 και 4) του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σχετικά με την αποστολή του κράτους για την εκπαίδευση των παιδιών και τα δικαιώματα των γονέων, όπως και το δικαίωμα στην θρησκευτική ελευθερία (άρ. 13 Σ και 9 ΕΣΔΑ) αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του πλαισίου αυτού. Θα πρέπει να λαμβάνεται επίσης υπόψη το δικαίωμα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας (5.1 Σ), ενώ ίσως η σημαντικότερη παράμετρος για την περίπτωση που συζητάμε αποτελεί το «βέλτιστο συμφέρον του παιδιού» (Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, άρθρο 3.1.), αρχή η οποία καθορίζει την εφαρμογή κάθε δικαιώματος του παιδιού, και άρα και του δικαιώματος στην εκπαίδευση.
Θα μπορούσε να οριοθετήσει κανείς, λοιπόν, τις υποχρεώσεις του κράτους ως εξής:
- Να αναπτύσσει την θρησκευτική συνείδηση των μαθητών (16.2 Σ)
- Να διαπλάθει ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες (16.2. Σ)
- Να λαμβάνει υπόψη τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονέων τους (2, 1ο Πρ, ΕΣΔΑ)
- Να μην ασκεί διακρίσεις (5.2 Σ, 14 ΕΣΔΑ)
- Να προτάσσει το «βέλτιστο ή απόλυτο συμφέρον» των μαθητών κατά την εφαρμογή του δικαιώματος στην εκπαίδευση (3.1, 28 και 29, Σύμβαση Δικ. Παιδιού).
Από την πλευρά τους οι μαθητές έχουν το δικαίωμα:
- Να αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους (5.1 Σ)
- Να επιλέγουν ελεύθερα την θρησκεία τους ή καμία θρησκεία (13 Σ, 9 ΕΣΔΑ)
Δεν θα πρέπει να συνυπολογίζεται στη συζήτηση που αφορά τον πυρήνα των δικαιωμάτων το άρθρο 3 Σ (ότι δηλαδή «επικρατούσα θρησκεία» είναι η ορθόδοξη χριστιανική), καθώς είναι διαπιστωτικού και όχι κανονιστικού χαρακτήρα. Ότι δηλαδή η πλειοψηφία των μαθητών είναι ορθόδοξοι, αλλά όχι ότι δικαιώματα των μειοψηφικών μαθητών δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ισότιμα. Νομολογιακά, τα κανονιστικά όρια των δικαιωμάτων που συνδέονται με την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών και την θρησκευτική ελευθερία όπως τα έχει επεξεργαστεί το Ευρ. Δικαστήριο ΔΑ, αναδεικνύονται κυρίως μέσα από τις αποφάσεις Kjelsen Busk Madsen and Pedersen v Denmark (1976), Campbell and Cosans v UK (1982), Zengin v Turkey (2007), Folgerø and Others v Norway (ΕΣ 2007), Lautsi v Italy (ΕΣ 2011), Osmanoğlu and Kocabaş v. Switzerland (2017), Papageorgiou v Greece (2019). Με βάση την νομολογία αυτή θα μπορούσε κανείς να κωδικοποιήσει τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του κράτους ως εξής:
- Το κράτος οφείλει να προσφέρει εκπαίδευση ουδέτερη, κριτική, και πλουραλιστική.
- Το κράτος δεν πρέπει να παράσχει υποχρεωτικά κατηχητικό μάθημα θρησκευτικών, και η απαλλαγή για όσους δεν το επιθυμούν είναι υποχρέωση του κράτους. Ωστόσο η λύση αυτή δεν διασφαλίζει την αρχή του πλουραλισμού.
- Η εξαίρεση δεν μπορεί να προϋποθέτει αποκάλυψη των πεποιθήσεων του μαθητή
- Οι γονείς δεν μπορούν να ζητούν από το κράτος να μην παρέχει στα παιδιά τους καμία απολύτως πληροφορία σχετικά με το θρησκευτικό φαινόμενο και την φιλοσοφία
- Το κράτος έχει υποχρέωση ουδετερότητας και αμεροληψίας
- Το κράτος οφείλει να παράσχει εκπαίδευση με συμπεριληπτικούς όρους ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή κοινωνική και δημοκρατική ένταξη των μαθητών
III.
Η μεταβολή των σχολικών εγχειριδίων του μαθήματος των θρησκευτικών, ύστερα από πολυετή διάλογο και δουλειά ομάδων εργασίας, και μάλιστα με την συναίνεση της Εκκλησίας της Ελλάδος επέφερε ορισμένες αντιδράσεις. Τόσο από την πλευρά εκείνων που δεν θα ήθελαν καθόλου θρησκευτική εκπαίδευση όσο και κυρίως από εκείνους που θα ήθελαν θρησκευτικά ομολογιακού τύπου. Μεγαλύτερη αναταραχή προκάλεσαν ωστόσο οι σχετικές αποφάσεις του ΣτΕ.
Οι αποφάσεις 660 και 926/2018 (Ολ.), όπως και οι 1749-1750/2019 (Ολ.) του ΣτΕ δημιούργησαν μια νέα νομολογιακή κατάσταση πραγμάτων αναφορικά με το μάθημα των θρησκευτικών, ταράσσοντας τη δημόσια συζήτηση. Οι αποφάσεις τοποθετούνται σε μια ευρύτερη προστατευτική γραμμή που υπερασπίζεται τα κεκτημένα της Εκκλησίας, όπως αυτά νοούνται από ορισμένους δικαστές και από ορισμένους εκκλησιαστικούς κύκλους. Από δικαστές κάθε βαθμίδας που ενεργούν ως όργανα μιας αυτόκλητης εθνοθρησκευτικής ορθότητας που παρακάμπτει, αν δεν διεμβολίζει, τη νομιμότητα και το πλέγμα κανόνων δικαίου που ρυθμίζει τα βασικά της έννομης τάξης μας, η οποία για το συγκεκριμένο ζήτημα οριοθετείται από τις διατάξεις και τη νομολογία που προαναφέρθηκαν.
Οι αποφάσεις του ΣτΕ έκριναν κατά πλειοψηφία ότι δεν είναι σύννομες προς το Σύνταγμα οι αποφάσεις του υπουργού Παιδείας που αναθεώρησε το περιεχόμενο των βιβλίων του μαθήματος των Θρησκευτικών. Η πλειοψηφία των δικαστών ερμήνευσε τους σχετικούς κανόνες δικαίου περισσότερο με εθνοθρησκευτικά παρά με δικαιικά κριτήρια και διατύπωσε αποφάσεις στα μέτρα των αιτούντων την ακύρωση: του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ και την Εστία Πατερικών Μελετών, μεταξύ άλλων. Μειοψήφησαν διαφορετικές ομάδες συμβούλων που με διαφορετική ένταση στην αιτιολογία τους δεν δέχτηκαν ότι το μάθημα των θρησκευτικών μπορεί να γίνει κατηχητικού, ορθόδοξου, χαρακτήρα.
Οι αποφάσεις αποτελούν μνημείο για τις ανακολουθίες, τον θρησκευτικό δογματισμό, τις αντιφάσεις και τα λάθη. Γιατί αποτελεί κείμενο απολογητικό μιας άλλης εποχής, ωσάν να υπαγορεύτηκε από τους αιτούντες και σαν να μη συντάχθηκαν από έγκριτους νομικούς, δικαστές ανώτατου δικαστηρίου. Το ΣτΕ αναφέρεται στην «επικρατούσα θρησκεία» ως συνταγματική διατύπωση με κανονιστικές συνέπειες: «η αναφορά ως επικρατούσης θρησκείας … αποτελούσε εναρκτήρια διάταξη όλων των προϊσχυσάντων συνταγμάτων … και συνιστά βασικό στοιχείο της συνταγματικής παραδόσεως της χώρας» [παρ. 14]. Η άποψη αυτή είναι πρωτοφανής, καθώς η θεώρηση της «επικρατούσας θρησκείας» ως στοιχείου της συνταγματικής παράδοσης με κανονιστικές συνέπειες είναι αβάσιμη, καθώς στα πρακτικά της αναθεωρητικής Βουλής του 1975 είναι φανερό ότι όλοι συμφωνούν πως η αναφορά γίνεται μόνο για ιστορικούς λόγους. Διαφορετικά θα είχε εγκαθιδρυθεί μιας μορφής θεοκρατικό κράτος.
Κατά την πλειοψηφία, το άρθρο 16 παρ.2 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο μέριμνα του κράτους είναι η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των πολιτών, «η έννοια της θρησκευτικής συνειδήσεως είναι, εν όψει της χρήσεως οριστικού άρθρου, συγκεκριμένη και δεν αφορά οποιοδήποτε θρήσκευμα … ως ανάπτυξη νοείται η εμπέδωση και ενίσχυση της συγκεκριμένης αυτής θρησκευτικής συνειδήσεως», δηλαδή αυτής που υπαγορεύει η ορθόδοξη πίστη. Εδώ έχουμε μια ακόμα πρωτοφανή κρίση, ότι η θρησκευτική συνείδηση των ελλήνων πολιτών περιορίζεται σε ένα και μόνο δόγμα και θρησκεία. Σύμφωνα με την πλειοψηφία το άρθρο 16 παρ. 2 απευθύνεται αποκλειστικά στους μαθητές που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και όχι στους ετεροδόξους, αλλοθρήσκους ή άθεους.
Στην ίδια γραμμή, το ΣτΕ κρίνει ότι «το κράτος δεν μπορεί να στερήσει από τους μαθητάς [sic] που ασπάζονται ορισμένη θρησκεία το δικαίωμα … να διδάσκονται αποκλειστικά τα δόγματα της πίστεώς των». Η θέση αυτή είναι απολύτως αστήρικτη. Το δικαίωμα στη θρησκευτική εκπαίδευση δεν περιλαμβάνει αξίωση αποκλειστικότητας και αποκλεισμού της γνωριμίας άλλων δογμάτων/θρησκειών.
IV.
Το ΣτΕ, εξάλλου, διερευνά και το περιεχόμενο του μαθήματος στον μονόδρομο που έχει επιλέξει, αναλαμβάνοντας με πατρική στοργή να προστατεύει τους αβοήθητους μαθητές από τις κακοτοπιές και την αμφιβολία: Κοινός παρανομαστής των αποφάσεων αποτελεί η προστασία των μαθητών από «σύγχυση». Το ΣτΕ εφευρίσκει μια δικής του έμπνευσης παραδοχή ότι η ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση στηρίζεται στην απαγόρευση του αναστοχασμού: «με τη σύγχυση που προκαλείται και με τον επιδιωκόμενο αναστοχασμό των μαθητών … κλονίζει την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση». Και αλλού: «χωρίς να καλλιεργεί αμφιβολίες … ούτε να προκαλεί σύγχυση με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών … δεν εμποδίζεται η πολιτεία να περιλαμβάνει, στο πλαίσιο άλλων μαθημάτων, εκπαίδευση θρησκειολογικού χαρακτήρος». Το ΣτΕ επίσης έκτινε ότι με τα συγκεκριμένα βιβλία –τα οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους είναι κατηχητικού ορθόδοξου χαρακτήρα- «οι μαθητές καθοδηγούνται προς ένα συγκεκριμένο τρόπο σκέψης και ζωής που είναι αποσυνδεδεμένο από την διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και είναι προς ένα σύστημα αξιών που νοθεύει τη διδασκαλία αυτή». Και αυτό επειδή οι μαθητές μαθαίνουν, κατά μικρό ποσοστό της διδακτέας ύλης, πληροφορίες για άλλες θρησκείες. Μια εντελώς στρεβλή κρίση πέρα από κάθε όριο υπερβολής και με τεράστιο κόστος για τον δημοκρατικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας.
Σύμφωνα με το ΣτΕ, λοιπόν, το μάθημα των θρησκευτικών δεν πρέπει να καλλιεργεί αμφιβολίες ούτε να περιλαμβάνει συγκριτικά στοιχεία, τα οποία επιτρέπεται να διδάσκονται μόνο στο πλαίσιο άλλων μαθημάτων. Όχι όμως στα «ιερά» θρησκευτικά, τα οποία πρέπει βέβαια να έχουν ομολογιακό χαρακτήρα, μονοδιάστατο και αποκλειστικά ορθόδοξο. Η θέση αυτή όχι μόνο είναι παρωχημένη, αλλά αντίκειται και την ΕΣΔΑ και την νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου (την οποία εργαλειακά, προσχηματικά και στρεβλά επικαλείται η πλειοψηφία). Σύμφωνα με αυτή, η καλλιέργεια του δημοκρατικού πλουραλισμού είναι υποχρέωση του κράτος, όπως και η ανάπτυξη της γνώσης και της συνείδησης όλων των ανθρώπων. Καμία υποχρέωση δεν υπάρχει για κανέναν άνθρωπο να ακολουθήσει μία και μόνη υπόδειξη ως προς την θρησκευτική πίστη ή την έλλειψή της. Σε σειρά αποφάσεών του το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει υποστηρίξει ότι η αρχή του πλουραλισμού είναι θεμελιώδης για τη λειτουργία της εκπαίδευσης και της διδασκαλίας, ότι δεν επιτρέπεται στο κράτος να ακολουθεί οποιοδήποτε πρόγραμμα κατήχησης, και ότι εάν γίνεται διδασκαλία βασισμένη και μόνο στην επικρατούσα θρησκεία, η απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών δεν διασφαλίζει την αρχή του πλουραλισμού (αποφάσεις που προαναφέρθηκαν).
Το ΣτΕ έρχεται να προστατεύσει το έθνος και το κράτος από το παραστράτισμα, και δεν είναι η πρώτη φορά. Σύμφωνα με την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του ανθρώπου: «[Η] ανώτατη δικαιοσύνη της χώρας μας κρίνει ότι δικαιούται να τέμνει δογματικά ζητήματα συμπεριφερόμενη ως οικουμενική σύνοδος… Το ΣτΕ αναγορεύει εαυτόν σε παιδοψυχολογική αυθεντία ελέγχοντας το κατά πόσο και από ποιά ηλικία παρίσταται ακίνδυνη η γνωριμία με το διαφορετικό. Συμπτωματικά ίσως, η τελευταία αυτή απόφαση έχει τον ίδιο εισηγητή με [εκείνη] που έκρινε ότι η απονομή της ελληνικής ιθαγένειας στη δεύτερη γενιά μεταναστών έθετε τάχα σε κίνδυνο την επιβίωση του έθνους».
Με λίγα λόγια, το ΣτΕ διολίσθησε από αυτό που είναι η δουλειά του. Ενώ καταστατικά οφείλει να κάνει έλεγχο νομιμότητας, αναλαμβάνει –για το καλό των Ορθοδόξων βλαστών του ελληνικού λαού- να κάνει ένα μεγάλο άλμα, μάλλον προς στο κενό. Να διατυπώσει ουσιαστικές εκτιμήσεις ως προς το επιτρεπτό της ανάμειξης διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων καθώς και για την ορθότητα και την πληρότητα της αναφοράς στο ένα ή το άλλο δόγμα.
Μάλιστα, αντί για κανόνες δικαίου ερμηνεύει κατά βούληση και τις Γραφές. Λέει, λοιπόν, η πλειοψηφία, ότι το μάθημα των θρησκευτικών (όπως έχει σήμερα): «περιλαμβάνει διδασκαλία δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων διαφόρων, πέραν της Ορθοδοξίας, θρησκειών … προσβάλλει τη θρησκευτική ελευθερία των ορθοδόξων μαθητών … με τη διδασκαλία του εν λόγω μαθήματος επιδιώκονται στόχοι αναγόμενοι σε άλλα διδακτικά αντικείμενα, όπως κοινωνιολογία, φιλοσοφία, πολιτική αγωγή, οικολογία, τέχνες κ.ά. … η διδασκαλία στοιχείων της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως είναι ελλιπής κατά το περιεχόμενο, δεν είναι αυτοτελής, αμιγής και διακριτή με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στους μαθητές … δεν γίνεται αναφορά στην Αγία Ομοούσιο και Αδιαίρετο Τριάδα την οποία επικαλούνται στην κεφαλίδα τους όλα τα ελληνικά Συντάγματα, ο Ιησούς Χριστός παρουσιάζεται ως αγαπημένος φίλος, όχι όμως ως Σωτήρας του κόσμου … δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην προβολή στοιχείων κοινών στη διδασκαλία της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας και των άλλων δογμάτων … η αναφορά στις διδασκαλίες άλλων θρησκειών περιλαμβάνει πλήθος υπερβολικά λεπτομερειακών στοιχείων».
Η μυωπική πλειοψηφία που προσυπογράφει τις αποφάσεις θέτει ένα αρχικά ενδιαφέρον, αλλά «ύπουλο» ζήτημα ως προς την ισότητα των Ορθοδόξων με τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες: Το επιχείρημα λέει, ότι αφού οι υπόλοιπες κοινότητες (καθολικοί χριστιανοί, μουσουλμάνοι, εβραίοι) όντως λαμβάνουν θρησκευτική εκπαίδευση με ομολογιακό χαρακτήρα, γιατί όχι και οι «δικοί μας» ορθόδοξοι; Οι αποφάσεις παραγνωρίζουν τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγνωρίστηκε το δικαίωμα διδασκαλίας ομολογιακών θρησκευτικών στα σχολεία αυτά, στα οποία κακώς δεν παρέχεται πληροφόρηση για τις άλλες θρησκείες ούτε για την επικρατούσα στην Ελλάδα. Η πρόταση του ΣτΕ είναι να αναπαραχθεί αυτό το μοντέλο και κάθε θρησκευτική κοινότητα να διδάσκεται τα δικά της θρησκευτικά, χωρίς να μπαίνει στον κόπο να αναλογιστεί τις πρακτικές δυσκολίες και κυρίως να πάρει θέση απέναντι στο κοινοτικό μοντέλο οθωμανικού τύπου που θα προκύψει για όλους, στο πρότυπο του οποίου σχεδιάστηκε η θρησκευτική εκπαίδευση μουσουλμάνων και εβραίων στην Ελλάδα. Ο εξισωτισμός προς τα έξω (ως προς το δημοκρατικό πλουραλιστικό μοντέλο που προτάσσει το Σύνταγμά μας και η ΕΣΔΑ) είναι ασφαλώς εύπεπτος για τους οπαδούς των θρησκειών αλλά εντελώς ολισθηρός για το κοινωνικό σύνολο.
V.
Την καταρρακωμένη τιμή του ΣτΕ έσωσαν οι Σύμβουλοι που μειοψήφισαν (Ι. Μαντζουράνης, Σ. Χρυσικοπούλου, Θ. Αραβάνης, Μ. Πικραμένος, Α. Μ. Παπαδημητρίου, Μαρκάτης, Κ. Κουσούλης, Α. Χλαμπέα, Χ. Ντουχάνης, Ι. Σύμπλης), οι οποίοι με στέρεο σκεπτικό, συνεπή αναφορά στις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, αλλά και τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου έδειξαν ότι η μη επιβολή μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής κοσμοθεωρίας δεν αντίκειται στην συνταγματικής μας τάξη. Αφού ορθά προέταξαν την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης που αποτελεί ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5.1 Σ), έκριναν ότι «το πρόγραμμα θρησκευτικής εκπαίδευσης μπορεί μεν να περιλαμβάνει “πληροφορίες ή γνώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα” πλην η μετάδοσή τους πρέπει να είναι “αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική” και να μην επιδιώκει “κατηχητικό σκοπό”. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η οποία είναι και η επικρατούσα σήμερα, το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ δεν υποχρεώνουν τον νομοθέτη να προσδώσει στο μάθημα των θρησκευτικών αμιγώς ομολογιακό ή κατηχητικό χαρακτήρα, «διότι τούτο θα ισοδυναμούσε όχι με ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης, αλλά με “επιβολή θρησκευτικής συνείδησης” συγκεκριμένου περιεχομένου, η οποία αντίκειται στις αρχές της θρησκευτικής ουδετερότητας και της πολυφωνίας που διέπουν την παροχή της εκπαίδευσης από το Κράτος». Αποτέλεσμα θα ήταν να ματαιωθεί «το δικαίωμα του μαθητή να επιλέξει και να διαμορφώσει κριτικά ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητάς του και της αντίληψής του για τον κόσμο και τον άνθρωπο». Αυτό ακριβώς, δηλαδή, που απεύχεται η πλειοψηφία του ΣτΕ.
Ειδικά η απόφαση 660 στηρίζεται σε αναλυτική αναφορά των σχολικών βιβλίων τεκμηριώνοντας κατά πόσο μη ορθόδοξα είναι όλα αυτά τα οποία διδάσκονται οι νέες γενεές των Ελλήνων. Είναι τόσο αναλυτική η παράθεση που δύσκολα κανείς θα μπορούσε να ελέγξει τη βασιμότητα των αναφορών. Εξάλλου, θα μπορούσε να εικάσει κανείς ότι η έρευνα έγινε από κάποιον από τους αιτούντες οι οποίοι προσέφεραν την τεκμηρίωση στο δικαστήριο. Έγινε έλεγχος σε δύο από τις πολλές αναφορές. Μας λέει η απόφαση ότι στην «ΘΕ 6 της Γ’ τάξης του Δημοτικού (με τίτλο «ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός») ο Ιησούς Χριστός παρουσιάζεται ως «ξένος», όχι όμως ως Σωτήρας του κόσμου». Ωστόσο, η αναφορά του Χριστού ως «ξένου» προέρχεται από τα κείμενα: Στον Επιτάφιο Θρήνο της Μεγάλης Παρασκευής, «…. ο Ιωσήφ θεασάμενος / προσήλθε των Πιλάτω και καθικετεύει λέγων: Δός μοι τούτον τον ξένον, Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσω./ Δος μοι τούτον τον ξένον, /ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον/. Μήπως και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν έχει αναφερθεί στον Χριστό ως «πρόσφυγα»; Ως προς το δεύτερο: είναι ψευδές ότι ο Χριστός δεν αναφέρεται ως Σωτήρας, υπάρχει σαφής αναφορά στη σελ. 91 του βιβλίου με απόσπασμα του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου (12, 47). Η απόφαση εκτός από την ποιοτική, παραπλανητική και με αυστηρά δογματικά κριτήρια όπως φαίνεται, αποτίμηση των βιβλίων εκτιμά ότι και ποσοτικά δεν είναι επαρκής ο χρόνος που αφιερώνεται στην διδαχή της Ορθόδοξης πίστης, εάν αφαιρέσει κανείς την «σκάρτη» ύλη που αναφέρεται σε άλλα δόγματα και θρησκείες.
Την συμβατότητα της απόφασης με την ΕΣΔΑ κλήθηκε να εξετάσει το Δικαστήριο του Στρασβούργου στην υπόθεση Παπαγεωργίου και λοιποί κατά Ελλάδας (προσφυγές αριθ. 4762/18 και 6140/18). Στην απόφαση της 31-10-2019, το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι η υποχρεωτική συμμετοχή στο μάθημα των θρησκευτικών στα ελληνικά σχολεία είναι αντίθετη με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (δικαίωμα στην εκπαίδευση) της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 (θρησκευτική ελευθερία, της σκέψης και της συνείδησης). Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι ελληνικές αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να υποχρεώνουν τους ιδιώτες να φανερώνουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους μέσα από την αίτηση εξαίρεσης, δηλαδή την προσκόμιση υπεύθυνης δήλωσης με την οποία βεβαιώνεται ότι τα παιδιά τους δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Αυτή η υποχρέωση συνιστά δυσανάλογο βάρος για τους γονείς αναφορικά με τη γνωστοποίηση πληροφοριών από την οποία μπορεί να εξαχθεί ότι οι ίδιοι και τα παιδιά τους έχουν, ή δεν έχουν, συγκεκριμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ωστόσο, το Δικαστήριο παρέκαμψε εντελώς το ερώτημα που του τέθηκε ως προς το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών και το οποίο ήταν και το κρίσιμο.
VI.
Οι αποφάσεις του ΣτΕ παραγνωρίζουν την συνταγματική επιταγή για την δημιουργία των προϋποθέσεων που θα οδηγήσουν στη συγκρότηση ελεύθερων συνειδήσεων των μαθητών, ικανών για τις ανάπτυξη δικών τους προσωπικών επιλογών μεταξύ των οποίων και ως προς την θρησκευτική συνείδηση. Το κράτος οφείλει να απέχει από μονομερή δογματική κατήχηση. Εάν το πράξει, θα πρέπει να παράσχει σε κάθε ομάδα τη δική της θρησκευτική κατήχηση, επιφέροντας έτσι έναν θεσμικό θρησκευτικό κοινοτισμό, επιτείνοντας τον κοινωνικό κατακερματισμό με βάση την θρησκεία. Αντίστροφα, για την διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, ο ενδεδειγμένος δρόμος είναι η πλουραλιστική πληροφόρηση των μαθητών για το δικό τους θρήσκευμα αλλά και των άλλων, προάγοντας τον πλουραλισμό, και άρα την δημοκρατία μέσα από τον αμοιβαίο σεβασμό. Στην εκδοχή αυτή, το κράτος αναπτύσσει την θρησκευτική συνείδηση ή την απόρριψή της, αφού πρώτα έχει ενδυναμώσει κάθε δυνατότητα ωρίμασης των μαθητών και ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους. Πόσο μάλλον όταν σκοπός της εκπαίδευσης είναι να καλλιεργεί την κριτική σκέψη απέναντι σε όσα διδάσκει το σχολείο. Στο σημείο αυτό μπορεί να διατυπωθεί μια πρόταση: εάν το κράτος πρόσφερε μια γνωσιακού τύπου μάθηση για τις θρησκείες στην Ελλάδα και τον κόσμο, οι γονείς που ενδιαφέρονται για κατηχητική θρησκευτική διδασκαλία θα μπορούσαν να συμπληρώσουν τις γνώσεις και την θρησκευτική αγωγή των παιδιών τους εκτός σχολείου με όποιον τρόπο θέλουν (βλ. κατηχητικό κλπ). Το σχολείο, δηλαδή, δεν θα πρόσφερε κατήχηση στα μέλη των θρησκευτικών κοινοτήτων, αλλά την κατήχηση θα αναλάμβαναν οι θρησκευτικές κοινότητες εκτός σχολείου στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής του κάθε μαθητή, εφόσον το επιθυμούσε.
Εν τέλει, οι αποφάσεις του ΣτΕ αυτές επαναφέρουν το ερώτημα που μας ταλαιπωρεί δεκαετίες τώρα: Τι πάει στραβά στις σχέσεις κράτους-θρησκείας, και δη τις σχέσεις ελληνικού κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας; Γιατί ο νομοθέτης και ο δικαστής αναβάλλουν επιμελώς, αν δεν υπονομεύουν, την σαφή διάκριση των ρόλων μεταξύ των δύο; Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να αναζητηθεί στην διατήρηση του νεφελώδους συμπλέγματος ελληνικού κράτους και ελληνικού έθνους, στοιχείο του οποίο είναι η άρρητη ενσωμάτωση της ελληνοχριστιανικής ταυτότητας στην ιδιότητα του πολίτη. Εάν δεν γίνει ένας σαφής προσδιορισμός της «εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης», ενδεχομένως με την επαναδιατύπωση του άρθρου 16 Σ θα είναι πολύ δύσκολο να δούμε την πλήρη ευθυγράμμιση της ελληνικής με την ευρωπαϊκή έννομη τάξη στο ζήτημα αυτό.
Βιβλιογραφία
Τίνα Σταυρινάκη, «Πρώτο Πρωτόκολλο, Άρθρο 2», Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (επιμ. Λ-Αλ. Σισιλιάνος), Νομική Βιβλιοθήκη, 2013
Γιώργος Σωτηρέλης, “Θρησκεία και Εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία”, Αντ. Σάκκουλας, 1993
Effie Fokas, “Stuck in the middle with Papageorgiou: Missed or new opportunities?”, <www.strasbourgobservers.com>, 27.11.2019
Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Δελτίο τύπου, «Η Οικουμενική Σύνοδος του ΣτΕ απεφάνθη», <www.hlhr.gr>, 23.3.2018,
[1] Βλ. απόφαση 71/2019 ΣτΕ η οποία έκρινε σύννομη την ανάρτηση των εικόνων στις σχολικές αίθουσες.
[2] Βλ. απόφαση 1759/2019 ΣτΕ και απόφαση 28/2019 της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.
(εμπλουτισμένο κείμενο εισήγησης που έγινε στην εκδήλωση «’Κατάργηση’ του ασύλου και κατήχηση στην εκπαίδευση: Το Σύνταγμα σε δοκιμασία;», Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης και ΔΣΑ, 27 Νοεμβρίου 2019, Αθήνα)
Οι μεταμορφώσεις της αξιοκρατίας. Από τον πρώιμο φιλελευθερισμό στη ρωλσιανή σύνθεση
Για να διαβάσετε το κείμενο, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, τεύχος 4/2019, πατήστε στο pdf









