Author Archives: editor

ΑΠΔΠΧ, ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡ. 41/2017 της 29-03-2017

Απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (εισηγητής: Χ. Ανθόπουλος)

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτική συνεδρίαση στην έδρα της την 14-03-2017, σε συνέχεια των από 01-12-2016, 07-12-2016 και 18-01-2017 συνεδριάσεων, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση σχετικά με τη δημοσιοποίηση μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, για την οποία η Αρχή επελήφθη αυτεπαγγέλτως. Εισηγητής: Χαράλαμπος Ανθόπουλος.

Η Αρχή, εξετάζοντας αυτεπάγγελτα τη δημοσιοποίηση των επίμαχων υποκλαπέντων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ανώτατου δικαστικού λειτουργού,

1. Διαπιστώνει ότι η δημοσίευση αυτούσιων αποσπασμάτων ιδιωτικής-εμπιστευτικής επιστολής του σχετιζόμενη με την αισθηματική του και ερωτική του ζωή σε ιστοσελίδα ενημερωτικού χαρακτήρα και η αναπαραγωγή τους σε ιστοσελίδες αλλά και σε έντυπη και ηλεκτρονική εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας, ακόμα και χωρίς την άμεση ταυτοποίηση του υποκειμένου, αντίκειται στις διατάξεις του ν. 2472/1997 για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης.
2. Διαπιστώνει ότι η δημοσιοποίηση του ονόματός του και η αναδημοσίευση αυτούσιων αποσπασμάτων ιδιωτικής-εμπιστευτικής επιστολής του σχετιζόμενη με την αισθηματική του και ερωτική του ζωή σε έντυπη και ηλεκτρονική εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας αντίκειται στις διατάξεις του ν. 2472/1997 για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης.

3. Διαπιστώνει ότι η δημοσιοποίηση του ονόματός του και των πληροφοριών που αναφέρονται στα εν λόγω υποκλαπέντα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ακόμα και χωρίς την αυτούσια παράθεσή τους, αντίκειται στις διατάξεις του ν. 2472/1997 για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης.

4. Απευθύνει στην ιστοσελίδα «www.zougla.gr» σχετικά με τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης αναρτήσεις της 13 και 14-10-2016 (η πρώτη εκ των οποίων αναδημοσιεύτηκε στην ίδια ιστοσελίδα με υπερσύνδεσμο και σε επόμενες σχετικές αναρτήσεις της), στην εφημερίδα «Η Αυγή» σχετικά με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας δημοσιεύματα της 17 και 19-10-2016, και στις ιστοσελίδες ενημερωτικού χαρακτήρα που αναπαρήγαγαν αυτούσια τα επίμαχα υποκλαπέντα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προειδοποίηση για άρση της παράβασης, άμεση αποανάρτηση/αφαίρεση αυτών από το Διαδίκτυο.

5. Απευθύνει στην εφημερίδα «Η Αυγή» σχετικά με το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας δημοσίευμα της 18-10-2016, στην εφημερίδα «kontranews» σχετικά με το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας δημοσίευμα της 18-10-2016, στην ιστοσελίδα «www.parapolitika.gr» σχετικά με την αναφερόμενη στο σκεπτικό της παρούσας ανάρτηση της 17-10-2016, και στην ιστοσελίδα «www.koutipandoras.gr» σχετικά με την αναφερόμενη στο σκεπτικό της παρούσας ανάρτηση της 17-10-2016 και στις ιστοσελίδες ενημερωτικού χαρακτήρα που αναπαρήγαγαν αυτούσια τα παραπάνω δημοσιεύματα προειδοποίηση για άρση της παράβασης, άμεση αποανάρτηση/αφαίρεση αυτών από το Διαδίκτυο.

6. Απαγορεύει στις έντυπες εφημερίδες «Η Αυγή» και «kontranews» την αναδημοσίευση των ως άνω παράνομων δημοσιευμάτων με το αυτό περιεχόμενο.

[Διαβάστε ολόκληρη την απόφαση στο pdf. Πηγή: ιστοσελίδα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα]

 

 

Σ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Θεμελιώδη δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη 2017

Απόστολος Ι. Παπατόλιας, Σύμβουλος ΑΣΕΠ, Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου (Paris X)
Συνεργασία: Α. Αρχοντάκη, Ε. Γαλάνη, Δ. Δαρέλλη, Α. Δερβιτσιώτης, Χ. Δετσαρίδης, Γ. Θεοδόσης, Η. Κουβαράς, Γ. Λαζαράκος, Μ. Νάνου, Θ. Ξηρός, Α. Παπαθωμάς, Κ. Παπανικολάου, Π. Παπαρρηγοπούλου-Πεχλιβανίδη, Παυλάκη Σοφία, Σπ. Τάσσης, Π. Τσαντίλας, Χ. Τσιλιώτης, Α. Τσιρωνάς

«Η ερμηνευτική συνοχή ως συνταγματολογική αρετή»

Δεκαοκτώ διακεκριμένοι νέοι επιστήμονες, του πανεπιστημιακού, δικαστικού και δικηγορικού χώρου, εκπρόσωποι της λεγόμενης «τρίτης γενιάς» της ελληνικής συνταγματικής επιστήμης, έφεραν στο φως υπό την επιμέλεια του καθηγητής τη Νομικής, Σπύρου Βλαχόπουλου, ένα ιδιαίτερα σημαντικό συλλογικό έργο με αντικείμενο τα Θεμελιώδη Δικαιώματα. Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση, δηλαδή για ένα ολοκληρωμένο σύστημα περιγραφής και ανάλυσης της θεωρίας και του επιπέδου προστασίας των ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, που έρχεται να προστεθεί στο –θρυλικό πια στα χρόνια της μεταπολίτευσης– συνοπτικό εγχειρίδιο Ατομικών Ελευθεριών του Α. Μάνεση, στο «βιβλίο αναφοράς» του Δ. Τσάτσου το 1988, καθώς και στα δύο ολοκληρωμένα συγγράμματα του Πρ. Δαγτόγλου και του Κ.  Χρυσόγονου από τις αρχές της δεκαετίας το 2000.

Το σύγγραμμα αυτό βάζει και συμβολικά τέλος στη μνημειώδη κακοδαιμονία των ημιτελών συλλογικών έργων γύρω από την ερμηνεία του Συντάγματος, εγκαινιάζοντας, σε συνδυασμό με ανάλογα πρόσφατα εγχειρήματα συστηματικής συλλογικής ερμηνείας των συνταγματικών διατάξεων, μια νέα περίοδο εξωστρέφειας στη συνταγματική επιστήμη, όπου οι συλλογικοί τόμοι δεν αποτελούν απλώς το άθροισμα των επιμέρους ατομικών επεξεργασιών των συγγραφέων, αλλά απηχούν τη γενικότερη επιστημολογική μέριμνα για ομοιόμορφη επιστημονική προσέγγιση και τήρηση κοινών μεθοδολογικών αρχών και θεωρητικών κατευθύνσεων.

Το σύγγραμμα «Θεμελιώδη Δικαιώματα» αποκτά ξεχωριστή αξία στο μέτρο που θεραπεύει, ούτως ειπείν, το δομικό μειονέκτημα των συλλογικών τόμων, που είναι η απουσία ενιαίας επιστημονικής θεώρησης και κοινής ερμηνευτικής κατεύθυνσης των συνταγματολογικών προσεγγίσεων. Πώς το καταφέρνουν αυτό οι δεκαοκτώ  συγγραφείς; Πρώτον, χάρη στην κοινή μέθοδο παρουσίασης. Ακολουθώντας ένα βασικό κορμό έκθεσης, οι συγγραφείς πραγματεύονται διαδοχικά τις νομικές βάσεις, τους φορείς, τους αποδέκτες, το πεδίο προστασίας και τους περιορισμούς των δικαιωμάτων. Πιστοί σ’ αυτό το κοινό μοτίβο, επιλέγουν συνειδητά λιτές διατυπώσεις και διαρθρώνουν την ανάλυσή τους σε αριθμημένες παραγράφους με έμφαση στις νομολογιακές παραπομπές. Αποδίδουν δε ιδιαίτερη σημασία στη χρηστική διάρθρωση των ενοτήτων, διευκολύνοντας τις αναγκαίες συγκρίσεις των δικαιωμάτων και αποφεύγοντας τις αντιφατικές ερμηνευτικές κρίσεις που προκαλούν συγχύσεις. Έτσι, παρά την ποικιλομορφία ή τη διαφορετικότητα του ύφους της κάθε συμβολής, προκύπτει, ως προϊόν νοηματικού και ιδεολογικού αυτοπεριορισμού, μια αξιοπρόσεκτη αφηγηματική συνοχή, πολλαπλώς ωφέλιμη για το αναγνωστικό κοινό και τους νομικούς της πράξης.

Κατά δεύτερο λόγο, η ομοιογένεια του έργου είναι το αποτέλεσμα της συλλογικής προσχώρησης των συγγραφέων σε μια σειρά θεωρητικών παραδοχών που τίθενται προκαταρκτικά από την επιμελητή της έκδοσης Σπύρο Βλαχόπουλο στη μεθοδική θεωρητική Εισαγωγή του. Κρίσιμη για τη νοηματική συνοχή του Τόμου είναι η πρωτότυπη κατηγοριοποίηση των δικαιωμάτων, που υπερβαίνει τα ταξινομικά στερεότυπα και ξαφνιάζει ευχάριστα, χωρίς να υπονομεύει στο ελάχιστο την αρτιότητα της παρουσίασης (δημιουργική υπέρβαση της κλασικής «τριχοτόμησης» του Jellinek). Με ορολογικά ευρηματικό, αναλυτικά λειτουργικό και διδακτικά εύληπτο τρόπο, οι υποδιαιρέσεις των δικαιωμάτων έχουν ως αφετηρία κάποια πρωταρχικά «μητρικά δικαιώματα», όπως η αξία του ανθρώπου, η αρχή της ισότητας και η ελεύθερη ανάπτυξης της προσωπικότητας, ενώ ακολουθούν τα δικαιώματα φυσικής υπόστασης και ιδιωτικού βίου, τα δικαιώματα πνευματικής έκφρασης και τα οικονομικά δικαιώματα. Στη συνέχεια, αναπτύσσονται τα δικαιώματα συλλογικής δράσης, τα κοινωνικά δικαιώματα, τα εν στενή εννοία πολιτικά δικαιώματα και τέλος τα δικαιώματα έννομης προστασίας ως θεμελιώδης θεσμική εγγύηση προστασίας και ελάχιστος κοινός παρονομαστής πραγμάτωσης των δικαιωμάτων όλων των κατηγοριών.

Η ιδέα της ενοποιημένης παρουσίασης των δικαιωμάτων παραπέμπει υπόρρητα στο καθεστώς της ενοποιημένης προστασίας τους υπό το πρίσμα της συνδυαστικής εφαρμογής των συνταγματικών κανόνων, των κανόνων του Ενωσιακού Δικαίου, αλλά και εκείνων του Διεθνούς Δικαίου, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης  των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Κανείς, άλλωστε, δεν αμφισβητεί σήμερα ότι η θεαματική πρόοδος στην προστασία των δικαιωμάτων την τελευταία εικοσαετία οφείλεται κυρίως στην επεκτατική εφαρμογή των κανόνων της ΕΣΔΑ, μέσω της εξελικτικής νομολογίας του Στρασβούργου μετά την αναγνώριση της ατομικής προσφυγής.  Η ενοποιητική αυτή τάση στο πεδίο της έννομης προστασίας των δικαιωμάτων καταδεικνύει ότι, παρά τις επί μέρους εθνικές, κοινωνικές, πολιτισμικές ή οικονομικές διαφοροποιήσεις, συγκροτείται ένας κοινός δημόσιος χώρος δεσμευτικής ισχύος συγκεκριμένων κανόνων υπό την εγγύηση και επίβλεψη ορισμένων κοινών οργάνων εφαρμογής.

Βεβαίως, η θεσμική πρακτική της καθημερινής ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων περί δικαιωμάτων μαρτυρεί εξίσου τις σχέσεις ιδεολογικής έντασης  που δημιουργούνται, όταν ο δικαστής ή τα εφαρμοστικά όργανα προβαίνουν σε αξιακές διαβαθμίσεις των δικαιωμάτων ή σε στάθμιση και αμοιβαία εξισορρόπηση της κανονιστικής εμβέλειάς τους, όπως πχ. σε περίπτωση σύγκρουσης διαφορετικών δικαιωμάτων ή έννομων αγαθών (η σύγκρουση των δικαιωμάτων με το δημόσιο συμφέρον κατά την κρίση της συνταγματικότητας του Μνημονίου από το ΣτΕ είναι απολύτως χαρακτηριστική). Εκεί, το δίλλημα «πατερναλισμός ή φιλελευθερισμός», ως προερμηνευτική αφετηρία για την κατανόηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που υπαινίσσεται ο Βλαχόπουλος στην Εισαγωγή του, υποχωρεί δραματικά έναντι του αιτήματος για ορθολογική δικαιολόγηση των αναπόφευκτων περιορισμών της προστασίας που συνεπάγεται η αντικειμενική αδυναμία της πολιτικής εξουσίας να συμπράξει στην πλήρη πραγμάτωση ενός δικαιώματος. Υπό την έννοια αυτή, τα ιδεολογήματα περί οικουμενικότητας των δικαιωμάτων παραχωρούν σταδιακά, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης,  τη θέση τους σε περισσότερο τεχνικές ή λειτουργικές εκδοχές της προστασίας των δικαιωμάτων, πάντα σε συνάρτηση με τη δυνατότητα του κράτους να εξισορροπεί τις αντιθετικές επιδιώξεις και να τέμνει τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα.

Η σύγκρουση των φιλόδοξων διακηρύξεων των δικαιωμάτων με τις πραγματικές συνθήκες της άσκησής τους, δεν αναδεικνύει πια έναν ενιαίο χώρο προστασίας σε μια ενοποιητική σύγχρονη κοινωνία ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά ένα ευρύτατο πεδίο αφενός σχετικοποίησης της κανονιστικής αξίας τους, ανάλογα με τις επιταγές της συγκυρίας και αφετέρου επιλεκτικής επίκλησης αξιών, στο πλαίσιο οριοθετημένων κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων.

Ο Τόμος, βεβαίως, αποφεύγει να θέσει τέτοια ζητήματα, δεδομένου του θετικιστικού αυτοπεριορισμού των συγγραφέων, ο οποίος διασώζει εντέλει τον ενιαίο χαρακτήρα της προσέγγισης. Αυτή η θεμελιακή αρετή του Τόμου μας υπενθυμίζει ότι το σύγγραμμα δεν έρχεται απλώς να εμπλουτίσει την υπάρχουσα ελληνική βιβλιογραφία στον τομέα των δικαιωμάτων, αλλά να εγκαινιάσει ένα νέο τρόπο συλλογικής προσέγγισης των συνταγματικών διατάξεων με έμφαση στην αισθητική, μεθοδολογική και θεωρητική συνοχή. Και μόνο γι’ αυτό το λόγο είναι σε θέση να προάγει τη συνταγματική επιστήμη και να δικαιώσει την παρουσία της «τρίτης γενιάς» των Ελλήνων συνταγματολόγων.

 

 

 

Καταχώρηση: 30-03-2017     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Ζητήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου από την ανάρτηση των δασικών χαρτών

Παναγιώτης Καποτάς, Δικηγόρος Πατρών, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου ΕΚΠΑ, ΜΔΕ Δασολογίας ΑΠΘ, ΜΔΕ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Πατρών, υπ. Διδ. Πολυτεχνείου Κρήτης

Στους δασικούς χάρτες θα πρέπει να συμπεριληφθούν οι εκτάσεις γης, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις, ήτοι κατά κύριο λόγο αυτές του άρθρου 3 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 ν. 998/1979, στον οποίο καθορίζονται οι έχουσες δασικό χαρακτήρα εκτάσεις γης. Κατά το άρθρο 23 του νόμου εξαιρούνται της ανάρτησης οι οικισμοί. Αντιρρήσεις κατά της ανάρτησης μπορούν να προβάλλουν, όσον αφορά τις περιληφθείσες στον αναρτηθέντα δασικό χάρτη εκτάσεις, φυσικά και νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, καθώς και το Ελληνικό Δημόσιο και οι οικείοι ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού, εφ΄ όσον επικαλούνται για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους εμπράγματα ή ενοχικά δικαιώματα στις ανωτέρω εκτάσεις. Η απόδειξη του εννόμου συμφέροντος εξειδικεύθηκε στην συνέχεια με Υ.Α. πιθανόν να είναι είναι πέραν της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 21 παρ. 1 εδάφ. γ΄, το οποίο δεν παρέχει καμία τόσο εξειδικευμένη εξουσιοδότηση στον Υπουργό. Πιθανότατα στην συνέχεια  θα ανακύψουν ζητήματα ιδιοκτησίας μετά την κύρωση των δασικών χαρτών. Το ζήτημα που αναφύεται είναι η φύση του κυρωμένου χάρτη ως κανονιστικής διοικητικής πράξης ή γενικής ατομικής διοικητικής πράξης. Σε ανάλογες περιπτώσεις, όταν δηλαδή κηρυσσόταν μια περιοχή αναδασωτέα, η πράξη αυτή παγίως κρίνεται από το ΣτΕ ως έχουσα, γενικό ατομικό χαρακτήρα.

Authoritarian democracy: The new enemies of democracy and human rights in Europe

Nicos C. Alivizatos, Emeritus professor, University of Athens

On the 21st of last January, that is the day after Mr Trump’s inauguration, a meeting, very important symbolically, took place in the German city of Koblenz. Situated at the confluence of the Rhine with the Moselle, Koblenz’s most significant monument is huge statue of Emperor William I on horseback; king of Prussia, the latter was the first Kaizer of unified Germany. Europe’s most prominent rightwing politicians, including Marine Le Pen, her Dutch counterpart Geert Wilders and Matteo Salvini, the leader of the Italian Lega Nord, were invited by Frauke Petry, the chairwoman of the Alternative for Germany party, to what was soon named European counter-summit.

“We are the start of a patriotic spring in Europe”, said Mr Wilders, while Ms Le Pen referred to Donald Trump’s victory and to the Brexit with the following words: “In 2016, the Anglo-Saxon world woke-up. In 2017 I am sure it will be the year of the Continental peoples’ rising up”. At some moment, as reported, the crowd turned on the attending journalists and shouted “Lügenpresse” (“lying press”), a term first used by the Nazis in the 1920s as a means of vilifying independent newspapers.

The above leaders are still far from entering the government of their respective countries. Nevertheless, with almost 25% of the votes at the opinion polls, Marine Le Pen is expected to reach the second round of the forthcoming French presidential election, while Geert Wilders’ party should is expected to come first in the Netherlands’ next March general election. As for the German Alternative party, it is expected to enter for the first time the Bundestag next September; it will be the first extreme right wing party to do so after WW2. In other words, these are no longer marginal movements.

Invigorated by Mr Trump’s election, the participants to the Koblenz gathering share the same ambition: beyond dissolving the European Union, they attack Europe’s constitutional values. However, they do not do so in a straightforward way, as their counterparts so often did in Europe’s 20th century, but by using a more subtle wording, which capitalizes on public disenchantment with Brussels and anger at the influx of thousands of refugees and at the terrorist attacks of the last couple of years.

Which are the main targets of these covered attacks against what until recently was considered to be the unquestionable constitutional acquis of Western Europe? They address both pillars of that acquis, that is parliamentary government on the one hand and human rights on the other.

*****

Let me start with the attacks against parliamentary government. They usually take the form of sharp criticism against the “elites”, whether these are the “bankers”, the “rich” and more often the “Brussels bureaucrats”. Most of the time, though, these attacks comprise political elites as well, i.e. MPs, Ministers and party leaders. The best recent example an attack of such type is the following extract from Mr Trump’s inaugural address:

Politicians prospered, but the jobs left and the factories closed. The establishment protected itself, but not the citizens of our country. Their victories have not been your victories; their trimphs have not been your triumphs; and while they celebrated in our nation’s capital, there was little to celebrate for struggling families all across our land.

In other words, until now, laws were voted in Washington and decisions were taken not to the benefit of the people but in the interest of the happy few. “Today’s ceremony”, went on the new American president,

has a very special meaning, because today we are not merely transferring power from one administration to another or from one party to another, but we are transferring power from Washington D.C. and giving it back to you, the people.

This crude flattery of the people is behind the glorification of referendums as the only means proper to ensure the direct and hence genuine expression of the people’s will. Ιn a recent interview, Marine Le Pen has announced the holding of two of them, a little after her advent to power if she is elected at French presidency. On the other side of the political spectrum, Alexis Tsipras, the Greek prime minister, enumerated last July no less than four different types of referedums that he wanted to introduce in the country’s constitution; because, as he explained, in democracies, decisions must be taken by the people and not by technocrats.

Let me be clear at this point: the referendum, in that line of thought, is not perceived as “the people’s veto” –in the sense given to the term by A.V. Dicey, more than 100 years ago, that is as a means to revoke an unpopular or outdated act of Parliament- but as a process either to initiate or to approve new legislation. In that way, referendums, combined with executive legislation, are supposed not only to complement but if possible substitute the ordinary legislative process in Parliament.

I do not intend to enumerate here the pros and cons of referendums as a means to legislate. Technically, in our days, the questions that may be answered with a simple “yes” or a simple “no” are rather rare. On the other hand, as Bagehot put it as early as in 1872, the problem lies on who is apt to raise each time the “good issues” as opposed to the “bad” ones and ask thereafter the people to answer the right questions. And demagogues are inclined to ask the questions that best fit them, which are, most of the time, the wrong questions

In my opinion, the most important and insurmountable quality of representative government does not lie in its technical advantages. In the digital era, communication problems and the people’s participation from home to open debates may easily be faced through the use of the Internet; it lies in the moral superiority of representation, that is in the fact that it is the only system of government which enhances responsible debate and public deliberation in the way Jürgen Habermas uses word. Debate in Parliament indeed, with the physical presence of the participants and face to face exchange of arguments cannot indeed be substituted by any other means of discussion or communication. Because, as an emblematic conservative, Edmund Burke has put it long ago, in his famous speech to the electors of Bristol, and he was right,

“government and legislation are matters of reason and judgment and not of inclination”,

nor, would I add, of impulse, to which most of us are inclined to yield, under the pressure of passions and the facts of everyday life.

In other words, in spite of new technologies in the field of learning and communication, my profound belief is that parliamentary government is the only form of government that may ensure that the right questions are put on the public forum and that the answers to these questions are debated in a descent and responsible way, in a way that favors consensus and nuances and not dogmatic choices, between black and white. By systematically attacking professional politicians for ignoring the people’s will, the supporters of the “patriotic revolution” are in fact attacking that kind of debate. In doing so, however, they are attacking democracy itself. Because, as shown by the age of the extremes in the previous century, democracy is either representative, deliberative and prone to compromise, or there is no democracy at all.

*****

I come now to the second pillar of modern democracy which is human rights and their respect through the rule of law. Τhe participants of the Koblenz gathering do not openly stand against them; they refuse though their universality and put forward the need for their selective enforcement.

As far as universality is concerned, its call into question is best illustrated through the current refugee crisis. Refusal to admit that the mass influx of refugees raises above all human rights issues is not just a matter of indifference; it is in my opinion a sign of disregard toward the values for which stands the European constitutional acquis.

*****

Let me open here a brief parenthesis on the current refugee crisis, seen from a Greek angle. Until the so-called Balkan route was closed in March 2016, more than 1 million refugees have transited from Greece seeking asylum in Western and Northern Europe. Since then, more than 55,000 refugees, mainly from Syria, Afganistan and Pakistan, have been trapped in Greece; most of them have applied for asylum. Newcomers are kept mainly in the eastern islands of Lesbos, Chios and Samos, while overcrowding and subhuman conditions have led this current winter to a number of deaths. There are reports that the authorities have started transferring individuals with specific needs on the mainland under the “Emergency-One-Off-Assistance Scheme”, but that does not solve the problem, since the numbers of those involved are still very huge.

 With more than 2000 inhabited and non-inhabited islands and a coastline of more than 13,500 kms, Greece stands by far at the top of the relevant EU list, above the UK, Italy, mainland France and Spain. It is obvious therefore that, in the long run, the problem cannot be solved by a single country on its own but only at a European if not at an international level.

I do not intend to enter into the details of the 2016 EU-Turkey agreement, whose aim was to address the mass influx of migrants and asylum seekers travelling across the Aegean from the Turkish coast to the Greek islands. In a context of rising populism in Western Europe, the objective of that agreement was to prevent unchecked arrivals into the European Union by allowing Greece to return to Turkey “all new irregular migrants”, while, in exchange, EU member States would accept resettlement of Syrian refugees trapped in Turkey and in Greece. My purpose is to raise instead the issue of the reform of refugee law, which is highly needed under the present circumstances.

No doubt, the dramatic events we are actually going through do not favor dispassionate approaches. Still the debate should open. The first step would be to recognize that the 1951 Geneva Refugee Convention is no longer apt to face new realities. This is due to the fact that that historic Convention focuses on individual asylum seekers in the cold war era and not on situations of refugee mass influx, such as the ones we arer experiencing today. Some believe that such phenomena should be faced through the construction of cement walls or the installation of barbed wires all along state borders. I leave aside the immoral aspect of that approach which, apart president Trump, is actually shared by some European leaders as well, such as Victor Orban in Hungary and Lech Kacziński in Poland; the latter actually refuse to accept for resettlement of relatively small numbers of refugees that correspond to the population of their countries, under the terms of the EU-Turkey agreement.

I profoundly believe that measures of that kind do not solve the problem; they simply postpone its solution causing more and more innocent deaths. I also believe however that neither the “open borders” approach is an appropriate even less a realistic solution, at least as things stand. Under no circumstances a state, any state, may be obliged in my view to accept for permanent establishment an unlimited number of refugees. Save extreme situations such as genocide or a devastating war, and, save genocide and a devastating war, victims may not, in my opinion, claim the existence of a right to resettle and start a new life in a safe country. Between the two extremes, nevertheless, there exist intermediate solutions:

The option of “safe zones”, at first, as shown by the French precedent on the eve of WW2. I remind you that after the fall of Barcelona, in January 1939, the Daladier coalition government proposed to Franco, the Spanish dictator, that a “neutral zone” is established at the border of France and Spain. Franco refused and the plan failed. It was only then that France opened its borders and received in less than a month almost half a million refugees. Such “zones” could play a humanitarian role in similar situations of population mass displacements, should all stakeholders agree.

At any event a new category has been developing, that of provisional asylum seekers, not for a specific country but for a wider geographic area. Should that be the case, the country of first refuge should ensure the basics: (a) safety and security, (b) shelter, (c) food, (d) religious worship, and (e) education. Who should share the financial burden?

A truly European response should therefore be foreseen. It should aim to the granting of European protection and, subsequently of a European Asylum. Mere coordination between member states is not sufficient for this purpose. As suggested by many, there should be set an EU institution, a European Asylum Agency, competent for tracing and enforcing collectively the obligations that actually fall under the responsibility of individual member states (see Guy S. Goodwin-Gill, IJRL, vol.28/2016, p.686).

The outcome of national elections in Europe, in the next few months, and more specifically the scores that the Koblenz speakers shall obtain thereof will show if there is any chance that a responsible debate is held on the above issues .

*****

I now return to the attacks, covered attacks most of the time, against human rights, which aim at the restriction of their protection. The privileged target of their new enemies is multiculturalism and openness in the name of national purity. The question, in my view, is not devotion to old time behaviors and habits (which, by all means, may be legitimate) but the monolithic perception of the nation as the unique spiritual reference, capable of ensuring that people of different ethnic origins will live together in peace and share a common future within a single state. In other words, the critics of European constitutional values the favor an ethnic as opposed to a civic perception of the nation, in a philosophy based on national aims and traditions rather than on the constitution. The latter is perceived as a mere means destined to serve the nation and not as a set of values that stand for themselves.

Closely linked to the denial of the universality of human rights, that ethnic approach, is having serious repercussions on their protection both at the international and at the national level: at the former, it emphasizes on the concept of margin of appreciation, that is the discretion recognized to member states for the regulation of issues which should normally be considered as being an integral part of the hard core of rights proclaimed by international instruments, such as the European Convention.

That stance is best illustrated in the jurisprudence of the European Court of Strasbourg first on religious freedom –and I have in mind the final judgment rendered by the Court in the Lautsi case- and second on private life under Article 8 of the Eurοpean Convention. It should be said that this particular approach is actually openly favored in particular by judges coming from former communist Eastern European member states; they attempt to justify and perpetuate discriminatory attitudes national specificities in the treatment not only of religious but also of sexual minorities, to the detriment of equal protection and respect. No need to say how devastating are the effects of that approach on the process of building a common European perception of the rule of law.

*****

Let me open, at this point, another short parenthesis on a topic which is not directly linked with the subject of this lecture but is very closely connected with it, that is proportionality. The basic tool for admitting national specificities in that kind of litigation while saving the appearances of a common European background is the thoughtless enforcement of the principle of proportionality in almost all cases brought before the European Court of Human Rights. Originating from the jurisprudence of the German Constitutional Court that concept also reflects a long lasting paternalistic percerption of human rights and their enforcement, dating from the Bismarckian era; it is actually widely recognized by the courts throughout continental Europe as the proper method for adjudicating hard cases, where two or more rights purportedly oppose each other. The widely acclaimed advantage of proportionality lies in that it allows judges to adapt strict rules and hard concepts to the specificities of factual situations, in what one would call a flexible enforcement of the law. No one can deny the civility of that endeavor, especially from a utilitarian standpoint. On the contrary, the disadvantage of that practice lies in that it is often used as a means to avoid an articulate debate on the substance of the protected rights. For sure, everybody agrees that there are indeed some rights, such the prohibition of torture, that may not be restricted under any circumstances and for whatever reason. However, most of the time, the facts in real life are more complex. To what extent the privacy of a a clamorous politician should prevail over the freedom of the press, in a case involving disclosure of the politician’s his hidden life? Is proportionality the proper method for adjudicating such cases, or is it a matter that should be settled at the level of principle? To conclude, while allowing a more supple application of legal rules, proportionality leads often to situations whereby the letter of the law is set aside in very subjective and hence unconvincing ways. In my opinion, that mode of enforcing the law enhances restrictions of the rights involved in the name, at best with the prevailing public feeling and, at worse, with the ruling majority’s perception of public interest. It goes without saying that, at the end of the day, the new enemies of human rights would be rather satisfied with that development.

*****

I am now reaching the last part of my lecture, which is devoted to the attacks addressed by the new enemies of democracy and the rule of law against a very particular target, the judges, who are deemed more than anybody else to protect them. Front page tabloid titles such as “The enemies of the people”, coupled with huge photos of the attacked judges on the eve of an important hearing are not just a matter of free criticism; they amount to an open threat. It is even worse when the chief of the executive of a democratic country qualifies a judgment he dislikes as “ridiculous” and the judge who rendered it “a so-called judge”.

Allow me at this point a short retrospection, from a very continental perspective, of the role of judges in adjudicating politically sensitive issues.

At the aftermath of WW2, two major changes occurred in the constitutional framework of continental European nations: first, the proclamation and inclusion into their national constitutions of bills of rights inspired by the French Declaration of 1789 and the first ten amendments of the American Constitution. And, second, the establishment of Constitutional Courts, with power to settle the relevant disputes and impose the respect of the protected rights in practice.

At this point, it is important to have in mind that, until WW2, contrary to what was the case in the UK and America, the proclamation of rights in continental Europe was more of symbolic than of a binding character. That was due to numerous factors, the most important of which was the widespread distrust toward judges. In France, in particular, under the ancient régime, judges had become notorious for their servility toward the nobility and the monarchs. Not surprisingly, as early as 1790, the French Revolution adopted a Statute (which, by the way, is still formally in force) explicitly forbidding judges from reviewing not only executive action but also legislative acts.

Although it was closely linked to this French originality, the above distrust toward the judiciary spread all over continental Europe; judges were not seen as independent actors but rather as civil servants who were expected to act, as put by an American authority on the civil law tradition, John Henry Merryman, as “mere engineers of a machine designed by the legislator”. In that context, as explicitly proclaimed by the French Declaration of 1789, acts of Parliament were considered as reflecting the people’s will; as such, once they were adopted, they were considered as almost sacred and no one, could touch them.

In light of the above, the well known opposition of the American Supreme Court to labor market regulation at the beginning of the 20th century was perceived in Europe as an extravagance. In a book that subsequently became famous, Edouard Lambert, a French professor of Civil Law, fustigated the gouvernment des juges as an intolerable anomaly. And Hans Kelsen, the famous Austrian legal philosopher who had invented in 1920 the first Constitutional Court in his homeland, vehemently opposed the consitutionalisation of the bill of rights. Should that be the case, he said, judges will necessarily abandon the domain of law and get involved into politics; that is not their role, he concluded.

After the nazi defeat, the discovery of concentration camps and the revelation of the holocaust, such reserves could no longer obstruct the proclamation of human rights: bills of rights could not but be constitutionalized. Moreover, the failure of national Parliaments to avert the rise of fascism and Nazism imposed the creation of special courts with power not only to enforce protected rights but also to efficiently review the constitutionality of acts of Parliament which violated them. This role, though, was not assigned to ordinary judges, who continued to be regarded with condescension, but to Constitutional Courts, whose members, according to the kelsenian model, were not supposed to be career judges but personalities with political and not necessarily legal background, whose nomination was to be confirmed by Parliament, by decision taken preferably with qualified majority. Thus, it was hoped that they would have the legitimacy to adjudicate “hard” cases, i.e cases very sensitive both politically and morally.

In that way, next to Parliament and the Executive, Constitutional Courts claimed for the first time in the Continent to play a political role. Although initially that role was supposed to be limited within the realm of the Bill of Rights, it soon became evident that the respective domains of constitutional judges and legislators could not be clearly traced in advance. In line with the Supreme Court of Washington, European Constitutional Courts got more and more involved into the decision making process in the name not only of the Constitution, but also of the general principles the latter was supposed to contain.

To sum up, throughout continental Europe, there is a growing feeling that in times of peace, the last word belongs more and more to judges. This is for sure the case in the domain of human rights, where judges are now unanimously considered as guardians of the Constitution and of the rule of law. That role precisely is actually openly contested in Eastern Europe. Mr Trump’s recent criticism of the judiciary in the United States is very likely to invigorate that trend in the Western Part of the Old Continent as well.

*****

I now reach my concluding remarks. They have to do with thiw lecture’s implied question, which is the following: do the participants to the Koblenz gathering share a common approach of legal and in particular of constitutional phenomena?

May I remind you that, in the past, the traditional enemies of democracy and human rights, on both sides of the political spectrum, denied the law any self-existence. For Carl Schmitt and the other supporters of the 3rd Reich in the legal community, the grundnorm, the fundamental norm was to be found in the Führerprinzip, i.e. in the will of the leader, whatever that would be; because the Führer was supposed to embody and express the people’s will. For Lenin, likewise, the state and the law reflected nothing more and nothing less than the will of the ruling class. With the advent of communism and the suppression of class conflict, the law would disappear; it wound “languish”, in Lenin’s term. Because it would lose its reason to exist; as he claimed in his well known book State and Revolution, under communism, the law’s unique raison d’ être would be the regulation of technical matters, such as the traffic in big cities. In other words, for both the one and the other overt enemies of open society in the 20th century, the law lacked any autonomy; it was a mere tool used by the rulers and the ruling class, whichever that would be, to impose their will in a covered way; it was a means to conceal crude violence and to transform potestas to auctoritas.

For sure, the new enemies of democracy and of the rule of law do not go as far as that. They claim that they will abide with the Constitution and with the rule of law; they do not hide though their intention to amend the Constitution of their respective countries once they come to power. And that for the purpose of adapting them to their views and to their ideology. Marine Le Pen, for instance, in a recent interview, said that if she is elected she will hold a referendum in which the French people will be invited to approve a constitutional amendment introducing the so-called priorité nationale, and prohibiting any form of communautarianism (Le Monde, 3.2.2017). In the same direction, the other Koblenz leaders have said that they intend to respect the existing constitutional order; they reserve though their right to amend it if they are elected.

Are the existing signs sufficient to anticipate the kind of regime the new critics of democracy will attempt to impose if they come to power? Would that regime be an open dictatorship of the kind Europe has experienced in the 20th century or a sort of authoritarian democracy of the kind Latin American countries have so often gone through in the 1960s and 1970s.

I personally tend to believe that the second of the above options is more likely to be the case. An open dictatorship is in my opinion improbable in today’s Europe not so much because such options are strange to the ideology of the participants to the Koblenz gathering , but because the current economic crisis, at least for the time being, is not so devastating and widespread as to shake the foundations of parliamentary democracy. After all, in spite of the similarities that exist and which are sometimes striking, the context is in our days different from the one which prevailed in Europe in the 1920s and 1930s.

Throughout Europe and America, the word most often used to characterize the movement led by the speakers of the Koblenz meeting and their American counterpart is populism. The term, nevertheless, is in my opinion too vague, because it encompasses under the same heading situations so different as Marine Le Pen’s anti-european positions and Alexis Tsipras’ diatribes against the Brussels’ bureaucrats, or Donald Trump’s attacks against globalization and Victor Orban’s or Vladimir Putin’s criticism against neoliberalism. Therefore, the concept’s analytical value is small. At the same time, I am not at all convinced by the distinction between “good” and “bad” populism recently put forward by Thomas Piketty, the well known French author of the famous book Capital in the 20th century, who suggests that the difference between the two lies only in their attitude, positive or negative, they adopt toward immigration.

Based on the contrary on the preceding analysis, I would instead be tempted to say that the form of regime the above leaders have in mind is characterized by the following common features:

First, the pre-eminence of the referendum as a means of expression of the people’s will, to the detriment of Parliament and of the regular legislative process. In their mind, more and more issues will be regulated through executive orders or through wide and vague legislative habilitations, to be granted to the executive in the name of the people’s will, as the latter was expressed “genuinely” and without intermediaries, through successive referendums.

Second, the executive’s accountability will be more and more before the people at large, through the use in particular of the new social media and not in an organized and institutional way before Parliament; it will be measured through opinion polls and not through more institutionalized methods.

Third, checks and balances will lose much of their previous effectiveness. The judiciary in particular will suffer from this trend, since there will be a systematic denial of the judges jurisdiction to decide on issues that are not strictly limited private matters and common criminality.

Finally, human rights will be officially denied to non-nationals, while for the citizens their protection will be substantially restricted in the name of either the prevailing public feeling or of public interest as defined each time by the Government.

Which is then the right word to qualify these trends?

Illiberal democracies, would be one option. Fareed Zakaria, the well-known Washington Post columnist has invented the expression, to characterize regimes where elections take place, but citizens are cut-off from the decision making process, because of the lack of civil liberties.

A second option would be post-truth democracies, where, according to a widely accepted definition, “debate is framed largely by appeals to emotions”, and “disconnected from the details of policy” and from the real facts. That however would be an excellent definition for a political science textbook; not, at least in my opinion, for a constitutional analysis.

I would rather opt for the term authoritarian democracy, which has the following advantage: democracy is there, since elections are held, but the people’s will is rigged; at the same time, human rights are not effectively protected since the independence of the judiciary is regularly menaced if not abolished.

Whatever word or definition should we agree upon, the fact remains that unless we get ready, as legal scholars and above all as citizens, to efficiently oppose these trends, the next years if not the next months may reserve us painful surprises.

 

_________________

*Lecture given at the Institute of Advanced Legal Studies in London, on 10 February 2017, at a meeting organized by the Britain in Europe think tank and the Law School of Brunel University, London; the meeting was chaired by professor Alexandra Xanthaki of Brunel Law School.

Ανακοίνωση, 05/01/2017

Ο Όμιλος "Αριστόβουλος Μάνεσης" εκφράζει τον αποτροπιασμό του για το τρομοκρατικό χτύπημα που δέχθηκαν χθες το απόγευμα τα γραφεία του  Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου (Ίδρυμα Θεμιστοκλή & Δημήτρη Τσάτσου) στην Αθήνα. Τέτοιες ενέργειες πλήττουν ευθέως την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και την ελευθερία της έκφρασης, χωρίς τις οποίες ο ακαδημαϊκός διάλογος καταργείται και  κανένα θέμα δεν μπορεί  να μελετηθεί σοβαρά. Ο Όμιλος Μάνεσης  εκφράζει την αμέριστη συμπαράστασή του προς του προς τους εργαζόμενους στο Ίδρυμα  και ειδικά προς τον Πρόεδρό του, καθηγητή Ξενοφ. Κοντιάδη,  και τους εύχεται καλή δύναμη, για να ξεπεράσουν αυτή τη δοκιμασία.

ΟΜΙΛΟΣ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΜΑΝΕΣΗΣ, Επιστημονική Εταιρία, Οδός Βαλαωρίτου 12, 10671 Αθήνα

Αθήνα, 5 Ιανουαρίου 2016

Συνταγματική επικαιρότητα ευρωπαϊκού τουριστικού δικαίου

Αντώνιος Μανιάτης, Επιστημονικός Συνεργάτης ΤΕΙ Αθήνας, Δικηγόρος

 Τον Αύγουστο 2016 η γαλλική Δικαιοσύνη ανέστειλε προσωρινά την απαγόρευση της περιβολής με μπουρκίνι, η οποία είχε προκαλέσει αλυσιδωτή αντίδραση με  εκδρομές μουσουλμάνων γυναικών από την Κυανή Ακτή στην ιταλική Ριβιέρα, η οποία πληττόταν από συστηματική παραβατικότητα κατασκήνωσης στις παραλίες. Πάντως, η Γαλλία έχει γίνει το πρώτο Κράτος που απαγορεύει την αμφίεση σε δημόσιους χώρους με ρούχα προορισμένα να αποκρύπτουν το πρόσωπο, σαν την μπούρκα, η χρήση της οποίας ερμηνεύεται ότι κατ’ αρχάς δεν απαγορεύεται στην ιταλική έννομη τάξη. Εξάλλου, στη Γαλλία διχογνωμίες έχει προκαλέσει το σχετικό με την προστασία των προσωπικών δεδομένων ζήτημα της υποχρέωσης των εργοδοτών να παρέχουν αντισταθμίσματα στους μισθωτούς, για το χρόνο ένδυσης και έκδυσης της στολής τους εφόσον αυτός δεν εξομοιώνεται με τον πραγματικό χρόνο εργασίας. Το Τουριστικό Δίκαιο όχι απλώς υπάρχει αλλά το ευρωπαϊκό αποτελεί συνισταμένη νομοθετικών συγκριτικών δεδομένων κυρίως των ευρωπαϊκών χωρών που διαθέτουν μεγάλη παράδοση στην τουριστική ανάπτυξη, όπως η Γαλλία και η Ιταλία.     

Antonios Kouroutakis, The constitutional value of sunset clauses, An historical and normative analysis, Routledge 2017

Βιβλιοκρισία: Ittai Bar-Siman-Tov, Assistant Professor, Bar-Ilan University Faculty of Law

The Constitutional Value of Sunset Clauses: An Historical and Normative Analysis

 

Στη σύγχρονη νομοθετική πρακτική, οι νόμοι περιορισμένης χρονικής ισχύος είτε αγνοούνται είτε λογίζεται ότι χρησιμοποιούνται σποραδικά. Καθώς ο νόμος από τη θέσπισή του, διατηρεί την ισχύ του έως ότου τροποποιηθεί ή αντικατασταθεί, με την εισαγωγή διάταξης που ορίζει την ορισμένη χρονική διάρκεια του νόμου (sunset clause) η ισχύς του περιορίζεται χρονικά και κατά συνέπεια ο νόμος ορίζεται ως προσωρινός. Στο αγγλοσαξονικό δίκαιο οι διατάξεις αυτές ορίζονται ως “sunset clauses” και αναφέρεται στη διάταξη νόμου που θέτει μέρος ή το όλο του  νομοθετήματος σε λήξη με το πέρας της δήλης ημέρας.

 

Εντούτοις, οι προσωρινοί νόμοι επανήλθαν στην επικαιρότητα και προσέλκυσαν τον ενδιαφέρον με την έξαρση του φαινομένου της διεθνούς τρομοκρατίας ιδίως μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη. Τα περισσότερα δυτικά κράτη φερειπείν μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς αναθεώρησαν το νομικά πλαίσιο για τη καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Κοινό χαρακτηριστικό της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας παγκοσμίως είναι η προσωρινή ισχύς των σχετικών νόμων. Μάλιστα η “sunset clause” έγινε αντικείμενο εκτενούς συζήτησης κατά τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία και μετέπειτα από μερίδα της ακαδημαϊκής κοινότητας. Αυτή η εξέλιξη επιβεβαίωσε τη ρήση του Rousseau ότι σε περιόδους έκτακτων αναγκών «η ακαμψία των νόμων, μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να τους καταστήσει ολέθριους».

 

Αντικείμενο της μονογραφίας που φέρει τον τίτλο “Η Συνταγματική αξία των νόμων με περιορισμένη χρονική ισχύ” είναι η συστηματική μελέτη των νόμων προσωρινής ισχύος με επίκεντρο το Ηνωμένο Βασίλειο αν και η μελέτη συμπληρώνεται με συγκριτικά στοιχεία.  Ειδικότερα, η ιστορική ανάλυση της χρήσης των νόμων προσωρινής ισχύος επιβεβαιώνει τις παρατηρήσεις των Montesquieu και Sir Blackstone οι οποίοι είχαν εύστοχα παρατηρήσει ότι το νομοθετικό σώμα στην Αγγλία θεσπίζει νόμους δίνοντας έμφαση ταυτόχρονα και στο μόνιμο και στο προσωρινό τους χαρακτήρα. Και πράγματι, όπως θα παρουσιαστεί στα ιστορικά κεφάλαια, νόμοι περιορισμένης χρονικής ισχύος έχουν χρησιμοποιηθεί εκτενώς σε ένα ευρύ φάσμα της νομοθεσίας.

 

Επιπλέον, η μονογραφία εστιάζει και αξιολογεί τις πιθανές επιπτώσεις που έχουν οι νόμοι περιορισμένης χρονικής ισχύος πρώτον στη διάκριση εξουσιών, και ιδιαίτερα στις σχέσεις του νομοθετικού σώματος με το εκτελεστικό, δεύτερον στο θεσμικό διάλογο μεταξύ του νομοθετικού σώματος και του δικαστικού και τρίτον στο κράτος δικαίου. Το αντικείμενο της μονογραφίας αυτής αποκτά επίκαιρο χαρακτήρα όσον αφορά την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, δεδομένης της δυνατότητας χρήσης προσωρινών νόμων σχετικά με τη fast track  νομοθετική διαδικασία, αλλά και με πρόσκαιρα οικονομικά μέτρα.

 

——————-

 

In recent years, sunset clauses have mostly been associated with emergency legislation introduced in the wake of terrorist attacks. However, as this book demonstrates, they have a long history and a substantial constitutional impact on the separation of powers and the rule of law. In addition, the constitutional value of such clauses is examined from certain neglected normative aspects pertaining to concepts such as deliberative and consensus democracy, parliamentary sovereignty and constitutional dialogue.

 

The work is an amalgam of three perspectives: the historical, the positive and the normative. All three are intertwined and each subsequent part builds upon the findings of the previous one. The historical perspective investigates the historical development of sunset clauses since the first Parliaments in England. The positive perspective examines the legal effect and the contemporary utility of sunset clauses. Finally, the normative perspective analyses their interaction with several models of separation of powers, and their influence on the dialogue between various institutions as it values their impact on the rule of law, formal and substantive.

 

The detailed examination of this topical subject will be a valuable resource for academics, researchers and policy makers.

 

—————

 

Reviews

 

‘Time is a critical and underappreciated lever of legal regulation, and one greatly elucidated by this important account of sunset clauses. At once encyclopedic and theoretically accessible, the book shows that sunsetting is both frequent and in many cases effective. A valuable addition to the literature.’
Tom Ginsburg, Deputy Dean, Leo Spitz Professor of International Law, Ludwig and Hilde Wolf Research Scholar, and Professor of Political Science, University of Chicago.

‘Kouroutakis’ book offers the most comprehensive historical analysis of sunset clauses and temporary laws in the common law literature. By delving into the historical roots of sunset clauses and tracing them back to the Roman Empire and the Medieval times in England, this book explains how this instrument has been used to maintain a balance between legislative and executive powers. Kouroutakis provides a thorough description of how sunset clauses have been employed throughout the times to gather parliamentary consensus and accelerate the lawmaking process during emergencies, two functions which these provisions still perform in modern times. This book is not only a phenomenal historical study of temporary legislation but it is also a fundamental book to understand the principle of separation of powers and the rule of law. ‘

Sofia Ranchordas, Assistant Professor of Constitutional and Administrative Law, Leiden Law School, The Netherlands & Affiliated Fellow, Information Society Project, Yale Law School.
Βιβλιοκρισία: Ittai Bar-Siman-Tov, Assistant Professor, Bar-Ilan University Faculty of Law (full text)

 

 

Χρήστος Μπαξεβάνης, Η μεταπολεμική οικοδόμηση κρατών στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών

Τα Ηνωμένα Έθνη, από τις αρχές του ’90 μέχρι και σήμερα, προσανατολίζουν τη μεγάλη πλειοψηφία των ειρηνευτικών αποστολών στην ανοικοδόμηση κρατών, κατανοώντας πως η εδραίωση της ειρήνης δεν εξαντλείται στην υπογραφή και τήρηση ειρηνευτικών συμφωνιών. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, οι επιχειρήσεις οικοδόμησης της ειρήνης αναλαμβάνουν τη συνολική άσκηση της εξουσίας στα μεταπολεμικά κράτη, υποκαθιστώντας την κυριαρχία του μεταπολεμικού κράτους. Οι εξελίξεις αυτές εγείρουν ερωτήματα και συχνά ενστάσεις σχετικά με τη νομιμότητα/νομιμοποίηση των επιχειρήσεων peacebuilding.Η προβληματική αυτή συνιστά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται το αντικείμενο της παρούσας μελέτης.

Η ανά χείρας μελέτη ολοκληρώνεται με την παρουσίαση ενός νέου «οδικού χάρτη» για την μεταπολεμική οικοδόμηση της ειρήνης υπό το θεωρητικό πρίσμα της Κοσμοπολίτικης Δημοκρατίας (cosmopolitan democracy). Καθίσταται έτσι το έργο του συγγραφέα ιδιαίτερα επίκαιρο, αν λάβει κανείς υπόψη ότι ο περίφημος εκδημοκρατισμός στις ισλαμικές χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής μετά την εκδίωξη των ολοκληρωτικών καθεστώτων, αλλά και μετά τις αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν (2001) και το Ιράκ (2003) δεν οδήγησε παρά σε πενιχρά αποτελέσματα. Με εξαίρεση την Τυνησία, ο απολογισμός της Αραβικής Άνοιξης είναι απογοητευτικός. Αίγυπτος και Μπαχρέιν, οπισθοδρόμησαν σε μια χειρότερη κατάσταση πραγμάτων, Λιβύη και Υεμένη βρίσκονται στο έλεος αλληλοσπαρασσόμενων φατριών, ενώ η Συρία βρίσκεται στο χείλος της διάλυσης. 

Η προβληματική των επιχειρήσεων οικοδόμησης της ειρήνης αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον καθώς αναδεικνύει τη σχέση αλληλεξάρτησης και διαρκούς ανατροφοδότησης ανάμεσα στις επιστήμες του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Σχέσεων.  Στο πνεύμα αυτό, ο Καθηγητής Χρήστος Ροζάκης τονίζει εμφατικά την ανάγκη αμοιβαίας κατανόησης και προσέγγισης των δύο κλάδων σημειώνοντας «το αδιάσπαστο των δύο επιστημών, και την ανάγκη μιας συνεχούς αλληλόδρασής τους τόσο στο διδακτικό, όσο και στο ερευνητικό επίπεδο».

Οικοδομικοί συνεταιρισμοί, οικιστική ανάπτυξη και δάσος με αφορμή την ΣτΕ 3052/2015

Παναγιώτης Καποτάς, Δικηγόρος Πατρών, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου ΕΚΠΑ, ΜΔΕ Δασολογίας ΑΠΘ, ΜΔΕ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Πατρών, υπ. Δρ. Πολυτεχνείου Κρήτης

Τα δύο κυρίαρχα ζητήματα που αναδεικνύονται στη ΣτΕ 3052/2015 είναι αφενός αυτό της απαγόρευσης οικιστικής αξιοποίησης των δασών και αφετέρου της ανταλλαγής των μη δυνάμενων να αξιοποιηθούν οικιστικά εκτάσεων. Η νομολογία του ΣτΕ είναι πάγια και επαναλαμβάνεται για χρόνια, υποστηρίζοντας ότι δεν συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος η οικιστική αξιοποίηση των δασών.

Εν προκειμένω εγείρεται ο προβληματισμός κατά πόσον από το Σύνταγμα προκύπτει κάποια απόλυτη απαγόρευση στην πολιτική εξουσία να μην εισάγει διατάξεις για να μεταβάλει τον χαρακτήρα
μιας δασικής έκτασης με την επίκληση ενός λόγου δημοσίου συμφέροντος, όπως η οικιστική αξιοποίηση. Σχετικά με το ζήτημα της ανταλλαγής των μη δυνάμεων να αξιοποιηθούν οικιστικά εκτάσεων, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η χρονική διαφοροποίηση με ορόσημο το Σύνταγμα του 1975 ή έστω την ισχύ του ν. 998/1979 παραβλέπει ότι και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις, ο νομοθέτης και η διοίκηση θέσπισαν διατάξεις οι οποίες επέτρεπαν την οικιστική αξιοποίηση δασικών εκτάσεων.

(Αναδημοσίευση από Περιβάλλον και Δίκαιο, 2/2016)

Πτυχές της γαλλικής εκπαιδευτικής και τεχνικής νομοθεσίας

Αντώνιος Μανιάτης, Επιστημονικός Συνεργάτης - Επίκουρος Καθηγητής ΑΣΠΑΙΤΕ

Περίληψη

Μία πρωτοπορία της γαλλικού συστήματος εκπαίδευσης είναι ο θεσμός της Εξουσιοδότησης Διεύθυνσης Ερευνών (HDR), ο οποίος συγγενεύει με την Πιστοποίηση των υποψηφίων Λεκτόρων και Καθηγητών Πανεπιστημίου. Το Συνταγματικό Συμβούλιο δήλωσε πως η πρόσβαση στο Διαδίκτυο είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, στο ζήτημα της νομοθετικής προστασίας της δημιουργίας στον κυβερνοχώρο. Η νέα γενιά κανόνων δικαίου θα πρέπει να κινείται γύρω από μοντέρνα νομικά εργαλεία και θεσμούς, κυρίως τα δικαιώματα αλληλεγγύης, με εμβληματικό παράδειγμα εκείνο του γαλλικού Χάρτη του Περιβάλλοντος. Παρόμοια, το κατά το ελληνικό Σύνταγμα καθολικό δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας θεωρείται ως το εμβληματικό παράδειγμα της τέταρτης γενεάς θεμελιωδών δικαιωμάτων, η οποία τελεί υπό αναγνώριση.     

 

—————————

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Συνταγματικά ζητήματα της γαλλικής νομοθεσίας 

  Το γαλλικό δίκαιο αποτελεί σημείο αναφοράς παγκοσμίου ενδιαφέροντος. Θα ήταν ενδιαφέρον να εστιάσουμε σε πτυχές της γαλλικής εκπαιδευτικής και τεχνικής, ιδίως της σχετικής με το Διαδίκτυο, νομοθεσίας, στο ιστορικό γίγνεσθαι, και σε σχετικές πτυχές της γαλλικής λογοτεχνίας. Ειδικότερα το Δίκαιο της Εκπαίδευσης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κλάδος του Πολιτιστικού Δικαίου, στον οποίο μετέχει και το Δίκαιο της Αρχαιολογίας. Στη Γαλλία, η νομοθεσία των αρχαιολογικών ανασκαφών βαρύνεται με χρονική υστέρηση, για παράδειγμα μόλις στις 17 Ιανουαρίου 2001 κυρώθηκε νόμος που διέπει την προληπτική αρχαιολογία, ο οποίος τροποποιήθηκε με το νόμο της 1ης Αυγούστου 2003. Πάντως, και οι δύο νόμοι έχουν αναγνωριστεί ως σύμφωνοι με το Σύνταγμα, από το Συνταγματικό Συμβούλιο. Στο πλαίσιο της ανάλυσης που ακολουθεί σημείο αναφοράς αποτελεί ο συνταγματικός φιλελευθερισμός, με κεντρικό γεγονός τη Γαλλική Επανάσταση.

 

Α. Οι Σχολές και η συνταγματική δυναμική της Γαλλικής Επανάστασης

    Η Σορβόννη είναι το αρχέτυπο Πανεπιστήμιο της Γαλλίας, το οποίο λειτουργεί εδώ και 8 αιώνες. Ωστόσο, αν το Παλαιό Καθεστώς διέθετε Πανεπιστήμια, η Επανάσταση των αστών που ξέσπασε το 1789 και έμελλε να διαρκέσει μέχρι το 1799 καινοτόμησε και σε αυτό το κομβικό ζήτημα. Τα Πανεπιστήμια θεωρήθηκαν σύμβολα της μονοκρατορίας και έτσι αναδύθηκαν οι Σχολές (Écoles). Αυτή η εναλλακτική πρόβαλε ως μία αμφισβήτηση του παραδοσιακού μοντέλου εκπαίδευσης, με έμφαση στην πράξη. Το πείραμα πέτυχε με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχουν και σχολές, όπως η ιδιωτική πολυτεχνική σχολή της Αμιένης, πέρα από τα κατά νομική ακριβολογία Πανεπιστήμια. Πανεπιστήμια και Σχολές αποτελούν ισότιμες μονάδες διδασκαλίας της επιστήμης.

  Η ανθρωπότητα έχει αλλάξει περισσότερο τους τελευταίους δύο αιώνες και ιδιαίτερα στο ζήτημα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από το ορόσημο της Επανάστασης και μετά, παρά σε ολόκληρη την προηγούμενη ιστορία της. Σε αυτήν την επιτάχυνση και το βάθεμα των κοινωνικοοικονομικών και πολιτιστικών μεταβολών συνέβαλε ιδιαίτερα το ίδιο το γεγονός – μήτρα της Επανάστασης, το οποίο ανέπτυξε μία ιδιαίτερη συνταγματική δυναμική. 

  Η ανατροπή του Παλαιού Καθεστώτος σημαδεύτηκε από ραγδαίες και σε μεγάλο βαθμό βίαιες εξελίξεις, σε αναζήτηση ενός δημοκρατικού και φιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης. Προωθήθηκε  η καθιέρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων περιθωριακών κοινωνικών ομάδων  και, από ένα χρονικό σημείο και μετά, η κατάργηση της δουλείας λόγω της εξέγερσης των μαύρων της Αϊτής.

   Η «Πολυτεχνική Σχολή» του Παρισιού ιδρύθηκε το 1794, αποτελώντας ένα σύμβολο της νέας τάξης πραγμάτων.

  Το Πολυτεχνείο είναι εκείνο το εκπαιδευτικό κέντρο στο οποίο διδάσκονται θετικές και πρακτικές επιστήμες και καλές τέχνες. Εκτός από το Πολυτεχνείο στο Παρίσι, τα πολυτεχνεία των άλλων χωρών ιδρύθηκαν κατά το 19ο και τον 20ο αιώνα. Για παράδειγμα, το Πολυτεχνείο της Αθήνας ιδρύθηκε το 1836 ως σχολείο τεχνιτών, το οποίο άρχισε να λειτουργεί τον επόμενο χρόνο, σε κυριακάτικη βάση. Το 1843 πήρε την ονομασία «Σχολή Τεχνιτών» και διαρκώς συμπληρούμενο πήρε το 1882 την ονομασία «Πολυτεχνείο».  

  Το γαλλικό Πολυτεχνείο, το οποίο σήμερα δεν απονέμει απλώς διπλώματα αλλά και ξίφη στους αποφοίτους, στις επίσημες τελετές αποφοίτησης, ενέπνευσε και το αρχαιότερο τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ελλάδας, τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, η οποία ιδρύθηκε το 1828 και άρχισε να λειτουργεί το 1829. Όταν εκείνη ιδρύθηκε, με την ονομασία «Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο», ακολούθησε τα πρότυπα της Πολυτεχνικής Σχολής της Γαλλίας, όπως σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές στρατιωτικές σχολές της εποχής. Μέχρι την αναδιοργάνωση της Σχολής από τον Τρικούπη, όλοι σχεδόν οι τεχνικοί επιστήμονες της Ελλάδας ήταν απόφοιτοι της Σχολής αυτής. Μάλιστα, για να διακρίνονται οι μηχανικοί, δόθηκε η ονομασία στους μη προερχόμενους από το στράτευμα «πολιτικός μηχανικός».

 

B. O θετικισμός του Κοντ

    Το αρχέτυπο Πολυτεχνείο του Παρισιού πρωτοπόρησε, γεννώντας το θετικισμό. Τηρουμένων των αναλογιών, καινοτόμησε σαν το μη θεολογικό Πανεπιστήμιο της Πάδοβα, το οποίο είχε γεννήσει δύο αιώνες πριν νέες ιδέες και μεθόδους στο χώρο των λεγόμενων «θετικών επιστημών» ή – στα γαλλικά – «ακριβών» (exactes), με παραδείγματα στα πεδία της ανατομίας και της αστρονομίας.    

    Ιδρυτής της φιλοσοφικής κίνησης του θετικισμού υπήρξε ο Γάλλος Αύγουστος Κοντ (1789-1857), ο οποίος σπούδασε στη Σχολή, δίδαξε μαθηματικά για λίγο χρονικό διάστημα και ανέπτυξε τη φιλοσοφία του θετικισμού από το 1826. Κατά τη θεωρία του, πρέπει η φιλοσοφία να εγκαταλείπει τις άγονες συζητήσεις για μεταφυσική ή τις θεωρίες για τη φύση, την ουσία, τις πρώτες αρχές και τα αίτια και να επιδιώξει τη συστηματική και θετική αντίληψη του σύμπαντος. Η γνώση κατά τον Κοντ περιορίζεται σε εκείνο το οποίο γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις και στην εμπειρία που προέρχεται από αυτή και τις χρονικές σχέσεις (διαδοχής ή ταυτόχρονου) μεταξύ των γεγονότων. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να παραδεχθούμε την ύπαρξη αντικειμενικών νόμων και το «πράγμα αυτό καθ’ εαυτό» είναι πέρα από τις ανθρώπινες δυνατότητες. Κατά τον Κοντ, το ανθρώπινο πνεύμα πέρασε από τρία στάδια ανάπτυξης, το θεολογικό ή μυθικό, το μεταφυσικό ή αφηρημένο και το επιστημονικό ή θετικό.

   Ο ίδιος είναι ο πατέρας μίας  νέας επιστήμης, της κοινωνιολογίας, την οποία θεωρεί ως την κορυφαία όλων των επιστημών και τη διαιρεί σε στατική (μελέτη του ατόμου, της οικογένειας και της ομάδας) και δυναμική (μελέτη των νόμων και της ανάπτυξης των κοινωνιών).   

 

Γ. Η Εξουσιοδότηση Διεύθυνσης Ερευνών (HDR)       

  Μία άλλη πρωτοπορία του γαλλικού εκπαιδευτικού δικαίου έγκειται στο θεσμό της Εξουσιοδότησης Διεύθυνσης Ερευνών (Habilitation à Diriger des Recherches, HDR). Πρόκειται για έναν πολυδύναμο θεσμό, ο οποίος δίνει το δικαίωμα στους κατέχοντες αυτό το δίπλωμα να επιβλέπουν («διευθύνουν») επιστημονικές έρευνες, όπως είναι η περίπτωση της επίβλεψης της διδακτορικής διατριβής. Πρόκειται για το ανώτατο δίπλωμα που μπορεί να αποκτήσει ένας επιστήμονας, δεδομένου ότι η «agrégation» αποτελεί ένα διαγωνισμό για να γίνει κάποιος Επίκουρος Καθηγητής, δηλαδή εξέταση γνώσεων και όχι Δίπλωμα της παιδείας. Το ενδιαφέρον είναι ότι η εξουσιοδότηση λειτουργεί ως ένα κομβικό σημείο, δεδομένου ότι για κάποιες επιστημονικές ειδικότητες μπορεί να λειτουργήσει και ως ένα υποκατάστατο του διδακτορικού διπλώματος. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα, όπως στην Αρχιτεκτονική, έχουν εκλεγεί μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού κάποιοι ειδικοί χωρίς να έχουν εκπονήσει διδακτορική διατριβή. Αντίθετα, στη γαλλική έννομη τάξη αυτό δεν ισχύει για επιστήμες όπως η νομική, για την οποία απαιτείται οπωσδήποτε η λήψη διδακτορικού διπλώματος για να εγγραφεί ο ενδιαφερόμενος ως φοιτητής για την εξουσιοδότηση.

  Η βασική πρακτική χρησιμότητα της Εξουσιοδότησης είναι η διεκδίκηση της Πιστοποίησης («Qualification»), για να γίνει κάποιος διδάσκων – ερευνητής, δηλαδή Λέκτορας ή Καθηγητής Πανεπιστημίου, και η σύστοιχη μετέπειτα διεκδίκηση μίας θέσης διδάσκοντος – ερευνητή.  Για παράδειγμα, όσον αφορά τη νομική επιστήμη, η Πιστοποίηση για το σώμα των Λεκτόρων είναι δυνατή και χωρίς την Εξουσιοδότηση. Αντίθετα, τυχόν υποβολή αιτήσεως για Πιστοποίηση ως προς το σώμα των Καθηγητών Πανεπιστημίου χωρίς την Εξουσιοδότηση οδηγεί σε απόρριψη της αιτήσεως λόγω ελλείψεως αυτού του τυπικού προσόντος.

  Η Εξουσιοδότηση αποτελεί ένα είδος Διπλώματος, το οποίο ωστόσο είναι σε μεγάλο βαθμό ανοικτό στη διοικητική πρακτική του εκάστοτε Τμήματος Πανεπιστημίου, το οποίο είναι αρμόδιο να το χορηγεί. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και στο ίδιο Πανεπιστήμιο παρατηρείται το φαινόμενο κάποια ακαδημαϊκά Τμήματα (π.χ. της Κοινωνιολογίας) να ζητούν το ελάχιστο νόμιμο, δηλαδή κυρίως ένα συμπίλημα των ήδη εκπονημένων γραπτών εργασιών του φοιτητή ενώ άλλα Τμήματα να είναι πιο απαιτητικά. Οι απαιτήσεις μπορεί κατά περίπτωση να φθάνουν στη συγγραφή όχι απλώς ενός μνημονίου («mémoire»), ειδικά συντεταγμένου για τις ανάγκες της διαδικασίας αυτής αλλά ενδεχομένως μίας διατριβής («thèse»), ακόμη και αν αυτή επισήμως δεν ονομάζεται με αυτόν τον όρο που παραπέμπει κατ’ αρχάς σε διδακτορική διατριβή.  

  Ωστόσο, η δημιουργία μίας «thèse» μπορεί να σχεδιαστεί και ως όχημα επαγωγό για τη διεκδίκηση των όποιων λογικών πιθανοτήτων επιτυχίας στον ετήσιο διαγωνισμό της «Qualification» του Εθνικού Συμβουλίου Πανεπιστημίων, ο οποίος ιδιαίτερα στη νομική επιστήμη είναι εξαιρετικά δύσκολος. Ενώ φαινομενικά η Εξουσιοδότηση δεν είναι ένα Διδακτορικό Δίπλωμα υπ’ αριθμόν 2 για το Διδάκτορα – φοιτητή της Εξουσιοδότησης, μία διατριβή υψηλότερων ποιοτικά και ποσοτικά προδιαγραφών από εκείνες της διδακτορικής διατριβής μπορεί να βοηθήσει στην αποτροπή μίας αποτυχίας στην παραπλήσια διαδικασία της «Πιστοποίησης». Φυσικά, κάτι τέτοιο συνάδει και με την προαναφερθείσα απαίτηση να έχει ήδη αποκτηθεί διδακτορικό δίπλωμα στο Δίκαιο. Και βέβαια, μία επιτυχής εκπόνηση μίας μεταδιδακτορικής διατριβής αποτελεί από μόνη της σημαντικό επίτευγμα στην επιστημονική σταδιοδρομία των ενδιαφερομένων, πράγμα που σημαίνει ότι η Εξουσιοδότηση αποτελεί ένα σημαντικό επιστημονικό εφόδιο για μία καριέρα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είθισται να ξεκινά κανείς τη διαδικασία αυτή μέσα στην πρώτη διετία από τη λήψη του διδακτορικού διπλώματος, κατά κανόνα στο ίδιο Πανεπιστήμιο και πιθανόν με τον Επιβλέποντα  (διευθυντή έρευνας, κατά την επίσημη ορολογία) της διδακτορικής διατριβής ως «Αναφέροντα» («Référent», από το 2014-2015 η ορολογία έχει μεταβληθεί, σε αντικατάσταση του όρου «parrain»). Διευκρινίζεται ότι ο Επιβλέπων δεν έχει την αρμοδιότητα να γίνει Αναφέρων σε περίπτωση που στο μεταξύ έχει αφυπηρετήσει. Ακόμη και αν έχει εξελιχθεί στο τιμητικό αξίωμα του Ομότιμου Καθηγητή, αδυνατεί να ασκήσει καθήκοντα Αναφέροντα αλλά μπορεί να γίνει μέλος ή και πρόεδρος της κριτικής επιτροπής που θα αξιολογήσει το φάκελο υποψηφιότητας. Αντίθετα, η νομοθεσία επιτρέπει στον Ομότιμο Καθηγητή να συνεχίσει να επιβλέπει την εκπόνηση των διδακτορικών διατριβών που επέβλεπε, μόλις εξήλθε από την ενεργό υπηρεσία. Συνεπώς, σε περίπτωση «καθυστερημένης» ενεργοποίησης της διαδικασίας της Εξουσιοδοτήσεως, ο υποψήφιος ρισκάρει να χάσει την ευκαιρία να έχει τον τέως Επιβλέποντα και στον κομβικό ρόλο του Αναφέροντα. Πρόκειται για σημαντικό διαδικαστικό ζήτημα δεδομένου ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο Επιβλέπων αδυνατεί να γίνει Αναφέρων, είναι πιθανόν να υπάρξει δυστοκία στην εξεύρεση του Αναφέροντα. Χωρίς εξεύρεση, είναι νομικά αδύνατο να ενεργοποιηθεί η διαδικασία αυτή. Το πρόβλημα της εξεύρεσης Αναφέροντα είναι έντονο στο χώρο της νομικής επιστήμης.

 

Δ. Καλλιτεχνική χρήση των ζώων και πνευματικά δικαιώματα    

   Η  Γαλλία διακρίνεται στις καλές τέχνες και έχει μία μακραίωνη παράδοση με τον ανθρωπομορφισμό των ζώων, στη λογοτεχνία. Στον αντίποδα αυτής της εγχώριας παράδοσης βρίσκεται το ποίημα «Κίρκη» ενός σύγχρονου ποιητή, του Alain Hannecart. Αν δόκιμοι συμπατριώτες του είχαν συνθέσει σημαντικά ομότιτλα ποιήματα για τη μάγισσα που μετέτρεψε τους συντρόφους του Οδυσσέα σε ζώα, όπως ο Jean-Baptiste Rousseau και ο Louis Ménard, ο Hannecart πρωτοτυπεί στηλιτεύοντας τις παρενέργειες του καπιταλιστικού συστήματος, με την αποκτήνωση των πολιτών, θυμάτων αυτού του συστήματος. Δεν λείπει και η αναφορά στη σπουδαιότητα της ύπαρξης και τήρησης κανόνων δικαίου. Ειδικότερα, η τελευταία στροφή  της πολιτικής του αλληγορίας αναφέρει ότι «Δίχως νόμους δίχως κανόνες και δίχως ηθική / Η φιλελεύθερη πολιτική / Έχει μετατρέψει τον άνθρωπο σε ζώο». 

   Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η βιομηχανία του Γουώλτ Ντίσνεϋ διέπρεψε με τον ανθρωπομορφισμό, δημιουργώντας δύο αυτοτελείς κόσμους, των παπιών, με κεντρική φιγούρα το Ντόναλντ, και των ποντικιών, με εμβληματική μορφή το Μίκυ Μάους. Καθώς οι δύο κόσμοι είχαν διαφορετικούς σχεδιαστές, η οικογένεια των Ντακ  έζησε περιπέτειες με οικολογικά μηνύματα και πολιτική προβληματική, σε μία κοινωνία ευμάρειας που απολαμβάνει σημαντικά τεχνολογικά επιτεύγματα και τεχνικά έργα.  Αντίθετα, ο κόσμος των Μάους παρέμεινε στο περιθώριο της πολιτικής, πράγμα που δεν εμπόδισε τη δημοφιλία του. Η «απολίτικη» φιγούρα του Μίκυ, που λανσαρίστηκε στη δεκαετία του 1930 στις ΗΠΑ και εμμέσως ανέδειξε το σύγχρονο υλικοτεχνικό πολιτισμό της Δύσης, γαλούχησε γενιές παιδιών και έχει πλέον παγκοσμιοποιηθεί. Αυτός ο ήρωας με τον άτυπο παιδαγωγικό ρόλο δεν μπόρεσε να μείνει ανεπηρέαστος από τη νέα οικονομική κρίση. Στην Ελλάδα, ανεστάλη η κυκλοφορία του περιοδικού αυτού, το 2013, εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων.

   Η πενία στην παιδεία, με τη διττή σημασία του όρου (εκπαίδευση και αγωγή) είναι χειρότερη από την οικονομική πενία. 

  Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο Μίκυ έχει αποφύγει να υπαχθεί σε ένα είδος δημόσιου τομέα (δηλαδή να γίνει προσιτός σε κάθε ενδιαφερόμενο), με ακραίο τρόπο. Η κοινή πολιτιστική κληρονομιά, την οποία υπερασπίζονται κυρίως οι δημόσιες βιβλιοθήκες, δέχεται επίθεση από όλες τις πλευρές. Ειδικότερα, η διάρκεια των δικαιωμάτων έχει επιμηκυνθεί για να φθάσει, σε ολόκληρη τη Δύση, κοντά στα 70 έτη από το θάνατο του δημιουργού του έργου πνευματικής ιδιοκτησίας. Η σχετική συζήτηση δεν είναι καινούρια, ο αναρχικός φιλόσοφος Προυντόν ανησυχούσε το δέκατο ένατο αιώνα για αυτό το θέμα, στο έργο του «Λογοτεχνικά πρωτοτόκια». Ωστόσο, εκείνη την εποχή, μόνοι τους οι δημιουργοί, από τότε και μετά άλαλοι, συζητούσαν μεταξύ τους.

 

Ε. Πτυχές της πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο στη γαλλική έννομη τάξη

  Στο νομοθετικό διάταγμα υπ’ αριθ. 2001-670, της 25ης Ιουλίου 2001, έγινε η προσαρμογή των Κωδίκων των Ταχυδρομείων και των Τηλεπικοινωνιών στο κοινοτικό δίκαιο         και ολοκληρώθηκε η μεταφορά της Οδηγίας 97/66. Μία πενταετία αργότερα,  ενσωματώθηκε στη γαλλική έννομη τάξη και η Οδηγία 2001/29/ΕΚ, με το νόμο 2006-961 της 1ης Αυγούστου 2006, σχετικά με το δικαίωμα του δημιουργού και με τα συγγενικά δικαιώματα στην κοινωνία της πληροφορίας. Ο νόμος αυτός για τα πνευματικά δικαιώματα χαρακτηρίστηκε πολύ αμφιλεγόμενος και προκάλεσε αντιδράσεις από πολλούς οργανισμούς, όπως το Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού, το οποίο διατύπωσε το φόβο ότι περιορίζεται η διάθεση του ελεύθερου λογισμικού.  Ο νόμος αυτός έχει επιτρέψει την υιοθέτηση εξαιρέσεων στο καθεστώς του «δικαιώματος δανείου» και του εισαχθέντος από τη νομολογία σε βάρος των ιδρυμάτων του πολιτισμού «δικαιώματος εκθέσεως», καθεστώς  που επικρίνεται ως ολοένα και περισσότερο δρακόντειο.  Για την προστασία του λογισμικού έχει δημιουργηθεί ένας ηλεκτρονικός χώρος για τη φιλοξενία του. Τον Ιούνιο 2009 το Συνταγματικό Συμβούλιο δήλωσε πως η πρόσβαση στο Διαδίκτυο είναι ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Η απόφαση αυτή ήρθε σε αντιπαράθεση με κάποια τμήματα του νόμου Hadopi, της 12ης Ιουνίου 2009, ο οποίος ευνοούσε τη διάδοση και την προστασία της δημιουργίας στο Διαδίκτυο. Ο νόμος αυτός προέβλεπε παρακολούθηση και αυτόματη διακοπή της πρόσβασης στον κυβερνοχώρο χωρίς δικαστική επανεξέταση, όσων συνέχιζαν να κατεβάζουν ή να διανέμουν παράνομο υλικό μετά από δύο προειδοποιήσεις. Υπεύθυνη για την εφαρμογή του νόμου είναι η ανεξάρτητη υπηρεσία Hadopi, η οποία αναφέρεται στο γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού. Το έργο της παρακολούθησης ανέλαβε ιδιωτική εταιρεία, η οποία παρακολουθεί τους διαδικτυακούς τόπους, στους οποίους ανταλλάσσονται αρχεία και εντοπίζει τις διευθύνσεις IP, των υπολογιστών που κατεβάζουν παράνομα μουσική ή βίντεο. Η εταιρεία στη συνέχεια στέλνει τις διευθύνσεις αυτές στην Hadopi, η οποία με τη σειρά της στέλνει τα στοιχεία στους παρόχους υπηρεσιών Διαδικτύου, οι οποίοι  αναλαμβάνουν να ειδοποιήσουν με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο τους χρήστες που παρανομούν.      

Εξάλλου, πολύ σημαντικός είναι ο νόμος 2015-195, της 20ης Φεβρουαρίου του 2015, ο οποίος μεταγράφει τρεις οδηγίες για την προσαρμογή ορισμένων πτυχών του ευρωπαϊκού δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας.  Κατά την οδηγία 2006/116/ΕΚ για τη διάρκεια προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενικών δικαιωμάτων, ο νόμος προβλέπει την παράταση της διάρκειας των οικονομικών δικαιωμάτων των εκτελεστών και παραγωγών σε εβδομήντα έτη από την πρώτη παρουσίαση-παροχή στο κοινό. Μεταγράφεται επίσης η οδηγία 2012/28/ΕΕ σχετικά με ορισμένες επιτρεπόμενες χρήσεις ορφανών έργων (έργα για τα οποία δεν μπορούσε να ανακτηθεί ο συντάκτης ή οι συντάκτες), συμπεριλαμβάνοντας μια επιλογή για προσιτές στο κοινό ψηφιακές βιβλιοθήκες. Τέλος, ο νόμος αυτός ενσωματώνει και το περιεχόμενο της οδηγίας 2014/60/ΕΕ σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προστατεύοντας το πολιτιστικό περιβάλλον.

 

ΣΤ. Περιορισμοί στο Διαδίκτυο σχετικοί με την ελευθερία της έκφρασης  

     Στη Γαλλία αρμόδια έτσι ώστε οι τεχνολογίες πληροφόρησης να μην  επηρεάζουν την ανθρώπινη ταυτότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα ή την προστασία της ιδιωτικής ζωής και τις ατομικές ελευθερίες είναι η Εθνική Επιτροπή Πληροφορικής και Ελευθεριών. Τα καθήκοντα αυτής της ανεξάρτητης διοικητικής αρχής ορίζονται από το Νόμο 78-17 του 1978.

  Εξάλλου, το γαλλικό κράτος συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών, όπως η Ελλάδα και η Γερμανία, που απαγορεύουν τη ρατσιστική προπαγάνδα. Στη γνωστή υπόθεση της «Yahoo France», τα γαλλικά δικαστήρια στην περίπτωση ιστοσελίδων με ρατσιστικό και αντισημιτικό περιεχόμενο που επιπλέον πωλούσαν και ρατσιστικά σύμβολα, καταδίκασαν τον πάροχο πρόσβασης διότι δεν εμπόδισε την πρόσβαση σε περιεχόμενο αντίθετο προς την έννομη τάξη της χώρας όπου διαμένουν οι χρήστες του Διαδικτύου, θέτοντας ως προϋπόθεση την προηγούμενη δήλωση της γεωγραφικής του προέλευσης. Το αμερικανικό ομοσπονδιακό δικαστήριο αρνήθηκε να εφαρμόσει τη γαλλική δικαστική απόφαση. Διευκρίνισε ότι το φιλτράρισμα ενός διαδικτυακού τόπου ισοδυναμεί με ρύθμιση του περιεχομένου που αντίκειται στην πρώτη τροποποίηση του  Συντάγματος των ΗΠΑ, η οποία κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης. Στην πράξη, η επιχείρηση «Yahoo» μετά τη νομική της νίκη προέβη σε οικειοθελή αφαίρεση των συγκεκριμένων ιστοσελίδων.    

 

Ζ: Θεμελιώδη δικαιώματα καθολικά και αλληλεγγύης: Η «Αδελφότητα» 2 αιώνες μετά την Επανάσταση  

    Υποστηρίζεται η άποψη ότι δεν πρέπει από εδώ και μετά να αντιμάχεται κανείς τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική ιδιοκτησία, αλλά να κάνει χρήση αυτής για την πιο ευρεία δυνατή  διάδοση, προς όφελος της ανθρωπότητας. Το ελεύθερο λογισμικό, οι άδειες οι οποίες ονομάζονται Creative Commons (CC) στη μουσική, η εγκυκλοπαίδεια Wikipedia διαθέσιμη στο Διαδίκτυο είναι τόσο επιτυχή παραδείγματα αυτής της θέσης που κανένας δεν θα ήθελε να τα δει να παύουν να υπάρχουν.  Χωρίς το προαναφερθέν προτεινόμενο σκεπτικό, ο πολιτισμός θα ήταν μακριά από το ανθρωπιστικό τρίγωνο «δημιουργός – εκδότης-παραγωγός – γενικό συμφέρον»,  προσφιλές στη φιλοσοφία του γαλλικού κινήματος του Διαφωτισμού, που τον είδε να γεννιέται. Αυτές οι παρατηρήσεις δεν συνοδεύονται, όπως θα έπρεπε, από την κριτική που αναλογεί στην υπερβολική τάση «φιλτραρίσματος» των αιτήσεων για «Πιστοποίηση» στα σώματα των Λεκτόρων και Καθηγητών Πανεπιστημίου, τουλάχιστον στη νομική επιστήμη.    

  Η νέα γενιά κανόνων δικαίου θα πρέπει να κινείται γύρω από μοντέρνα νομικά εργαλεία και θεσμούς, κυρίως τα θεμελιώδη δικαιώματα αλληλεγγύης.  Ο όρος «δικαιώματα αλληλεγγύης» χρησιμοποιείται με το σκεπτικό ότι ενώ οι δύο πρώτες γενιές δικαιωμάτων (ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, κοινωνικά δικαιώματα) ανάγονται, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην ελευθερία ή την ισότητα, η τρίτη γενιά ανάγεται στην «αδελφότητα» και ειδικότερα την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων (από το γνωστό τρίπτυχο έμβλημα της γαλλικής επανάστασης «ελευθερία – ισότητα – αδελφότητα»). Ως παραδείγματα τέτοιων δικαιωμάτων τρίτης γενιάς αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα στο περιβάλλον, στην ανάπτυξη, στην ειρήνη, στην κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας κ.ά.  Η Γαλλία έχει δημιουργήσει ένα Χάρτη του περιβάλλοντος από το 2004, με το συνταγματικό νόμο υπ’ αριθμόν 2005-205. Ο Χάρτης αυτός όχι απλώς καθιερώνει το καθολικό δικαίωμα διαβίωσης σε ένα περιβάλλον ισορροπημένο που σέβεται την υγεία αλλά προβλέπει και το καθολικό καθήκον συμμετοχής στην προφύλαξη και στη βελτίωση του περιβάλλοντος. Προβλέπεται μεταξύ άλλων, στο άρθρο 8, ότι η εκπαίδευση και η κατάρτιση στο περιβάλλον οφείλουν να συμβάλουν στην άσκηση των δικαιωμάτων και καθηκόντων που καθορίζονται στο Χάρτη. Συνεπώς, έχει αποκτήσει η Γαλλία ένα νομικά δεσμευτικό κείμενο που καθιερώνει τα περιβαλλοντικά δικαιώματα, κυρίως ως δικαιώματα τρίτης γενιάς, ανοίγοντας νέους δρόμους στην προσέγγιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

   Με αφορμή και το γαλλικό συνταγματικό κεκτημένο, συνιστάται στο επίπεδο του συγκριτικού δικαίου να δοθεί έμφαση στην προστασία και προαγωγή των διαφόρων πτυχών των δραστηριοτήτων των – σε ευρεία έννοια – μηχανικών (όπως θεωρούνται και οι γεωπόνοι στη Γαλλία), με κύριο άξονα τα θεμελιώδη δικαιώματα αλληλεγγύης. Για παράδειγμα, ενδείκνυται η ρητή καθιέρωση στα τυπικά Συντάγματα θεμελιωδών  αρχών όπως η προφύλαξη (ρητά καθιερωμένη στο άρθρο 5 του προαναφερθέντα Χάρτη με τον όρο «précaution») που συμπληρώνει την προληπτική δράση (αρχή της πρόληψης), και η ολοκληρωμένη προστασία των γεωργικών καλλιεργειών από βιολογικούς δράστες επίθεσης. Η τελευταία αρχή συνεπάγεται το συγκρητισμό της μεθόδου της αγροτικής χημείας και της μεθόδου της βιοκαλλιέργειας.  Εξάλλου συνιστάται (ήδη στο επίπεδο του τυπικού Συντάγματος) και η ρητή καθιέρωση  θεμελιωδών δικαιωμάτων, σαν το δικαίωμα στη χορηγία, το δικαίωμα στον τουρισμό κ.ο.κ. Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής, είναι σημαντική η ρητή καθιέρωση με την αναθεώρηση του ελληνικού Συντάγματος το 2001, του καθολικού δικαιώματος συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας. Διευκρινίζεται ότι το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας (ή κοινωνία της γνώσης) θεωρείται ως το εμβληματικό παράδειγμα  της υπό αναγνώριση τέταρτης γενεάς θεμελιωδών δικαιωμάτων (π.χ. δικαιώματα σχετικά με τη βιοηθική καθώς και με τον κόσμο των ζώων), στο συγκριτικό Συνταγματικό Δίκαιο. Οι παρατηρήσεις για τα δικαιώματα τρίτης γενεάς ως δικαιώματα αλληλεγγύης ισχύουν κατ’ αρχάς και για δικαιώματα τέταρτης γενεάς, σαν το προαναφερθέν κεντρικό παράδειγμα.   

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Το συνταγματικό αγαθό της ασφάλειας 

   Ο όρος «μυστηριώδες» είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται στη γαλλική θεωρία για την αξιολόγηση επιστημονικών έργων, πράγμα ενδεικτικό των προβλημάτων που ενυπάρχουν σε μερικές από αυτές τις διαδικασίες. Εκτιμάται ότι ενδείκνυται ταυτόχρονα μία εμβάθυνση και διεύρυνση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, με σεβασμό στον επιστημονικό λόγο και στη διεκδίκηση σπουδαστικών και διδακτικών τίτλων, και μία αποδοτική πολιτική προστασίας του συνταγματικού αγαθού της δημόσιας ασφάλειας για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος.     

   Εξάλλου, η γαλλική ποίηση έχει διαχρονικά χρησιμοποιήσει το θέμα της Κίρκης από το πεδίο της προσωπικότητας και των ανθρώπινων συναισθημάτων μέχρι και το πολιτικό πεδίο της κριτικής των δυσλειτουργιών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, με επιτυχία. Είναι σημαντική η περαιτέρω λογοτεχνική ενασχόληση με την τρέχουσα κοινωνική συμβίωση. «Στη Γαλλία, σήμερα, υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι οι οποίοι συγγράφουν από αυτούς που διαβάζουν». Αυτή η φράση δεν θεωρείται απλώς προκλητική ίντριγκας και ανεπίδεκτη συζήτησης αλλά ρεαλιστική και επιβεβαιωμένη από μελέτες σχετικές με την εξέλιξη της ανάγνωσης. Σε κάθε περίπτωση, τα θέματα της ασφάλειας και της αδελφότητας ως δυνητικές πηγές έμπνευσης είναι πολύ επίκαιρα…      

C. Saujot, Le droit français de l’Archéologie, 2e édition, Éditions Cujas 2007, σσ. 17-18 και υποσ. 10.

 

Α. Μανιάτης, Προσέγγιση της γαλλικής ναυτικής και τεχνικής νομοθεσίας και λογοτεχνίας, Νόμος + Φύση Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015. 

 

Βλ. Φάρος Μεγάλη Γενική Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος Όγδοος Ημιπληγία – Καλυμμαύχι, Αθήνα 1979, σ. 108.

 

Βλ. Ε.Ε.Ο., Φάρος Μεγάλη Γενική Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος Δέκατος Τρίτος Πεύκη – Σπάρτακος, Αθήνα 1979, Λήμμα «πολυτεχνείο», σσ. 73-74, ιδίως σ. 73. 

 

 

Α. Μανιάτης, Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Στρατιωτικοί Διεθνείς Οργανισμοί, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2010, σσ. 123-124.

 

Γ. Μυλωνάς, Α. Καστάνης, Ο Εύελπις, Εκδόσεις Ι. Φλώρος Αθήνα σ. 9.

 

Βλ. Α. Ζ., Φάρος Μεγάλη Γενική Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος ‘Ενατος Κάλυμνος – Κρυπτογραφία, Αθήνα 1979, Λήμμα «Κοντ», σσ. 243-244.

 

Α. Μανιάτης,  Πτυχές της γαλλικής τουριστικής νομοθεσίας και λογοτεχνίας, Νόμος + Φύση 9 Απριλίου 2015.

 

 

Α. Μανιάτης, Πτυχές της γαλλικής τουριστικής νομοθεσίας και λογοτεχνίας, Νόμος + Φύση 9 Απριλίου 2015.

 

Emm. Pierrat, Antimanuel de Droit, Éditions Bréal 2007, σ. 368.

 

Α. Μιχαηλίδου, Πτυχές της γαλλικής τεχνικής νομοθεσίας με έμφαση στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο 2015, σσ. 80-81.

 

Π. Μαντζούφας, Νομικά ζητήματα από την χρήση του Διαδικτύου Η ελευθερία της έκφρασης στα ιστολόγια, Constitutionalism, 05-03-2016, σ. 12 και υποσ. 42.

 

Emm. Pierrat, Antimanuel de Droit, Éditions Bréal 2007, σ. 369.

 

 

Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη ‘Εκδοση 2006, σσ. 43-44.

 

A. Maniatis, PPP and the constitutional right to the environment, Constitutionalism, 20-11-2015, σσ. 1-2.

 

F. del Giudice, Compendio di Diritto Costituzionale, XX Edizione, Edizioni Giuridiche Simone, 2016, σ. 102. 

  

 

Ch. Ferniot, Comment se faire éditer, Lire, Mars 2016, σ. 33.

 

 

Γερουσία: εγγύηση ή επιβάρυνση

Αλέξανδρος Δοξαστάκης, Προπτυχιακός Φοιτητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Πριν από λίγους μήνες η εξαγγελλία εκ μέρους του Πρωθυπουργού της πρόθεσης της Κυβέρνησης να δρομολογήσει
τις απαιτούμενες διαδικασίες για την αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος οδήγησε στην ανάπτυξη ενός διαλόγου με τη συμμετοχή νομικών, πολιτικών και όχι μόνο σχετικά με τις διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν, εκείνες που πρέπει να παραμείνουν ως έχουν και τους νέους θεσμούς και μηχανισμούς που πρέπει να εισαχθούν στον θεμελιώδη νόμο του κράτους. Το ενδιαφέρον κεντρίζουν, κυρίως, η υιοθέτηση περισσότερων θεσμών άμεσης δημοκρατίας, η ρύθμιση του άρθρου 86 περί ευθύνης Υπουργών, η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό και το ασυμβίβαστο βουλευτικής και υπουργική ιδιότητας.
Ωστόσο, ένα από τα ζητήματα που δεν θίγονται σχεδόν καθόλου και ως προς το οποίο δεν υπάρχει ενεργός διάλογος είναι αυτό της θεσμοθέτησης ενός δεύτερου νομοθετικού σώματος, παράλληλα προς τη Βουλή, η ίδρυση δηλαδή μιας Γερουσίας.
Η παρούσα μελέτη εξετάζει και παρουσιάζει κατά τρόπο συνοπτικό τον συγκεκριμένο θεσμό, με σκοπό να επαναφέρει στη συζήτηση το ερώτημα περί της σκοπιμότητας σύστασής του και να καταδείξει ότι η απόρριψή του δεν θα πρέπει να είναι βιαστική και χωρίς ενδελεχή έρευνα των πολλαπλών παραμέτρων που παρουσιάζει και των πορισμάτων που έχει να προσφέρει η συγκριτική επισκόπηση.

Η ασφάλεια του κράτους ως ανασφάλεια των πολιτών

Παναγιώτης Μαντζούφας, Αν.Καθηγητής της Νομικής Σχολής στο ΑΠΘ

(Αναδημοσίευση από το περιοδικό Books Journal, τεύχος Σεπτεμβρίου 2016)*
Αν η ασφάλεια αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις της δημοκρατίας και αναγκαίο όρο της πολιτειακής ομαλότητας, και αν ένας από τους σκοπούς ενός σύγχρονου κράτους δικαίου είναι να αποφεύγει την μετατροπή των ζητημάτων της ασφάλειας του σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, οδηγώντας αναπόφευκτα τα δικαιώματα σε αναστολή ή σε σοβαρούς περιορισμούς, τότε η εποχή που ζούμε, θέτει τους παραπάνω όρους υπό έντονη αμφισβήτηση. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή οι σύγχρονες διακινδυνεύσεις είναι πολυποίκιλες (κλιματολογικές αλλαγές που οφείλονται σε ανθρώπινη δραστηριότητα, διατροφικές και ενεργειακές επισφάλειες, οργανωμένο έγκλημα, έξαρση της διεθνούς τρομοκρατίας, εμφύλιες διαμάχες, πολεμικές συγκρούσεις κρατών) συχνά με απροσδιόριστη προέλευση και με αστάθμητες συνέπειες, αλλά κυρίως επειδή ο πολίτης, υπό το κλίμα της μαζικής υστερίας και του φόβου στον οποίο υποβάλλεται και από τα ΜΜΕ, είναι έτοιμος να δεχθεί την συρρίκνωση των ελευθεριών του, χάριν της ασφάλειας του.

Έτσι σταδιακά το «ξεχασμένο» ζήτημα της εσωτερικής ασφάλειας τοποθετείται στο κέντρο του θεωρητικού προβληματισμού αλλά και των νομοθετικών μέτρων σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, μετατοπίζοντας, συχνά, το κεντρικό διακύβευμα από το δίπολο ελευθερία-ισότητα στο ζεύγμα ασφάλεια-ελευθερία, με την ελευθερία να είναι μάλλον ο αδύναμος όρος. Τα αιτήματα των πολιτών προς το κράτος για ασφάλεια αντιστοιχούν ιστορικά, στους έντονους μετασχηματισμούς των κινδύνων που τους απειλούν. Αν την περίοδο του απολυταρχικού κράτους ένας βασικός κίνδυνος ήταν αυτός που προκαλούσαν οι ανεξέλεγκτες συγκρούσεις για κυριαρχία με επίκεντρο τις θρησκευτικές διαμάχες, στο κράτος δικαίου είναι οι κίνδυνοι από την κρατική αυθαιρεσία, ενώ στο κοινωνικό κράτος οι ανασφάλειες από τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες και την ανεργία. Σε αυτούς του διαρκείς κινδύνους προστίθεται ένας νέος τύπος απειλών που χαρακτηρίζει το σύγχρονο μεταβιομηχανικό κράτος: πρόκειται για τις αβεβαιότητες που προκαλούνται τόσο από την εφαρμογή των τεχνολογικών καινοτομιών στην διατροφή, στο περιβάλλον, στο ανθρώπινο σώμα (π.χ κλωνοποίηση), όσο και από τις νέες μορφές τρομοκρατίας.

Ο προβληματισμός που αναπτύσσει στο βιβλίο του ο Frédéric Groc,(εφεξής F.G), Γάλλος φιλόσοφος και μελετητής του Μ.Φουκώ, αναμετριέται με την έννοια της ασφάλειας, όχι μόνο ως μια αντικειμενική κατάσταση κινδυνογόνων παραγόντων που θέτουν την ύπαρξη σε δεινή δοκιμασία, δηλαδή την ασφάλεια ως εξάλειψη των απειλών και των κινδύνων, αλλά και την ασφάλεια ως ψυχική διάθεση που στηρίζεται στην πνευματική ισορροπία και ηρεμία.

Στη βάση αυτή ο μελετητής διακρίνει τέσσερεις διαστάσεις της ασφάλειας, τέσσερεις νοητικούς άξονες με τις οποίους θα ασχοληθεί στα τέσσερα κεφάλαια του δοκιμίου του: «την ασφάλεια ως πνευματική κατάσταση, ως διάθεση του υποκειμένου. Την ασφάλεια ως αντικειμενική κατάσταση, ως ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από την απουσία κινδύνων, την εξάλειψη των απειλών. Την ασφάλεια ως κατοχύρωση από το κράτος των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της διαφύλαξης των αγαθών και των προσώπων, της δημόσιας τάξης, της εδαφικής ακεραιότητας. Την ασφάλεια, τέλος, ως έλεγχο των ροών. Αυτές οι τέσσερεις διαστάσεις διέπουν την έννοια της ασφάλειας. Καθορίζουν την σύστασή της και τα σημεία έντασης»(σ. 10-11)      

 

Η αταραξία ως πνευματική ασφάλεια στους φιλοσόφους της ελληνιστικής περιόδου

 

Κατά τον F.G, η ιστορικά πρώτη σημασία της ασφάλειας, όπως αναπτύχθηκε από τους φιλοσόφους της ελληνιστικής περιόδου, είναι η ασφάλεια ως ψυχική κατάσταση που ταυτίζεται με την σιγουριά, την ηρεμία και την πραότητα. Θεωρούμε ότι η επιλογή του συγγραφέα να συνδέσει την ασφάλεια  με την υποκειμενική αντίληψη του ατόμου και τις ψυχικές τεχνικές και στάσεις ζωής που οφείλει να καλλιεργήσει  προκειμένου να φτάσει στην αταραξία(ελληνικά στο γαλλικό κείμενο)- η αταραξία αποτελεί βασική έννοια στους στωικούς, στους επικούριους και στους σκεπτικούς- έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι δίνει φιλοσοφικό βάθος σε μια κυρίαρχη, πλην επιπόλαια, τάση της εποχής που είναι η ατομικιστική αναζήτηση της ευδαιμονίας μέσω πρακτικών συνταγών αυτοβοήθειας(τα γνωστά παγκόσμια best seller). Ο F.G, μακριά από την λογική των ευπόλητων σχετικών βιβλίων, παρουσιάζει μεθοδικά με στρωτή και γλαφυρή γραφή, τις απαντήσεις των φιλοσοφικών σχολών της ελληνιστικής περιόδου ως προς τις τεχνικές μεθόδους που πρέπει να υιοθετήσει το άτομο για να φτάσει στην ψυχική ισορροπία και την πνευματική ασφάλεια.

Για τους Στωικούς η συγκρότηση ενός αυτοκυριαρχούμενου εαυτού, εσωτερικά πειθαρχημένου και ικανού να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες της ζωής, προϋποθέτει μια ηθική του θάρρους, της δράσης και της επιμονής και  την υιοθέτηση των αντίστοιχων τρόπων για την επίτευξή τους. Ο πρώτος τρόπος αφορά στην αντιμετώπιση μιας θλιβερής παράστασης που έρχεται από έξω(αναγγελία μιας απώλειας προσφιλούς προσώπου, μια φυσική καταστροφή) και αναστατώνει το άτομο(ασφάλεια της παράστασης). Ο Επίκτητος συνιστά, εφόσον η  απειλή ανήκει στην κατηγορία των γεγονότων που δεν εξαρτώνται αυστηρά και απόλυτα από το άτομο, να επιδεικνύεται αλληλεγγύη, και όχι οίκτος, στα δεινά των τρίτων  και κουράγιο, και όχι απόγνωση, στα οικεία δεινά. Αν η ανησυχία και η θλίψη απορρέει από την παράσταση της ευτυχίας των άλλων, προτείνει την αποδόμηση της εικόνας του ευτυχούς γείτονα και την ένταξή της στο υλικό κύκλο της φθοράς και της παρακμής των αντικειμένων και των προσώπων με την πάροδο του χρόνου. Με τον τρόπο αυτό το άτομο αποκαθάρει τις παραστάσεις από το φορτίο των συγκινήσεων και τις μετατρέπει σε ελεγχόμενα συμβάντα που παύουν να το αναστατώνουν.

 Παρόμοιες ασκήσεις, προτείνουν οι στωικοί, για την εκλογίκευση των επιθυμιών που συνεγείρουν το άτομο. Η αναδίπλωση της επιθυμίας είναι μια εκλεπτυσμένη ψυχική στάση που μετριάζει την ένταση των επιθυμιών με αντάλλαγμα την συνειδητοποίηση ότι η φυσική πορεία των πραγμάτων είναι αναπόφευκτα δεμένη με τις ματαιώσεις των επιθυμιών, και συνεπώς το άτομο δεν θα πρέπει να επηρεάζεται. Το άτομο οφείλει να προετοιμάζεται για την αβέβαιη εκπλήρωση των επιθυμιών του, ενώ δεν πρέπει να ξεχνά ότι παίζει πάντα ένα ρόλο, που του τον επιβάλλουν οι συνθήκες της ζωής, και  στον οποίο οφείλει να ανταποκριθεί ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Αυτή η στάση, του ελέγχου των αβέβαιων επιθυμιών, απαλλάσσει το άτομο από τις ψυχικές επιβαρύνσεις ακόμα και απέναντι στο θάνατο. Η βεβαιότητα και το αμετάκλητο του θανάτου, κατά την Στωική αντίληψη, όπως την μεθερμηνεύει ο F.G, ταυτίζεται με την ασφάλεια, με το έσχατο καταφύγιο, όπου το υποκείμενο αισθάνεται « μια ασφάλεια ενάντια στην ίδια τη ζωή»(σ. 32) επιλέγοντας να εγκαταλείψει το θέατρο του κόσμου, αυτοκτονώντας. Έτσι ο θάνατος δεν είναι η απόλυτη απειλή, αλλά μια οδός διαφυγής, ένα καταφύγιο, μια οριστική ασφαλής γαλήνη.

Στην επικούρια φιλοσοφία ο συγγραφέας βρίσκει μια νέα μορφή πνευματικής ασφάλειας- αταραξίας που συνδέεται με την ικανοποίηση των ηδονών. Ως ηδονή ο Επίκουρος εννοεί το αίσθημα μιας πληρότητας, μια ανάπαυλα της ψυχής όταν απαλλάσσεται από τις εντάσεις του σώματος. Το αίσθημα αυτό δεν έχει να κάνει με την συνεχή κίνηση και την υπερδιέγερση των αισθήσεων και των ψευτοηδονών(σαρκικές ηδονές, κοινωνικές ικανοποιήσεις, ματαιοδοξίες), αλλά με την βαθύτερη χαρά, την αληθινή πληρότητα  που συνδέεται με την ύπαρξη καθεαυτήν. Όλο το έργο της φιλοσοφίας, κατά τους επικούρειους, «έγκειται στο πέρασμα από την ηδονή στην ασφάλεια(από την ηδονή στην αταραξία), ως προσπάθεια αποκρυστάλλωσης, συμπύκνωσης, σταθεροποίησης της φευγαλέας ηδονής της ύπαρξης»(σ. 36-37). Οι τρόποι για να επιτευχθεί ο συγκεκριμένος στόχος είναι τέσσερεις: ο αναστοχασμός των αρχών, δηλαδή η διαρκής διερώτηση που αποσκοπεί στο να διακρίνει το άτομο τις φυσικές και αναγκαίες επιθυμίες από εκείνες που γεννιούνται από κενοδοξία, οι φίλοι που επιτρέπουν με το παράδειγμά τους να διατηρεί το άτομο την πληρότητα της ύπαρξης του που αποκτά άλλο βάρος καθώς τη μοιράζεται μαζί τους, οι θεοί, διότι το άτομο αισθάνεται ευγνώμον ως αποδέκτης της χάριτος του θεού καθώς και οι στιγμές ευτυχίας που το άτομο έζησε στο παρελθόν, η ανάμνηση των οποίων το βοηθά να πορευτεί και να αντιμετωπίσει τα βάσανα του παρόντος.

Περνώντας στους σκεπτικούς, ο συγγραφέας βρίσκει σε αυτούς μια αντίληψη περί πνευματικής ασφάλειας που βασίζεται στην συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια σταθερή και οριστική που να μπορεί να αντιληφθεί ο ανθρώπινος νους, και συνεπώς  η παραίτηση από την επιδίωξη της  αλήθειας, η αναστολή των απόλυτων κρίσεων οδηγεί το άτομο στην ηρεμία και την ασφάλεια μέσω της αμφιβολίας. Οι σκεπτικοί πίστευαν ότι επειδή ο δογματισμός συνοδεύεται πάντα από την υποψία της πιθανής ανατροπής των θέσεων πάνω στις οποίες στηρίζεται, το άτομο που πιστεύει σε αυτές τις θέσεις θα οδηγηθεί μοιραία σε ψυχικές διαταραχές και για αυτό πρέπει να επιλέγεται μια επιφυλακτική στάση. Η μετριοπάθεια στις κρίσεις και η παραίτηση από την αναζήτηση της αλήθειας, αφού δεν είναι δυνατή η διαμόρφωση μιας σταθερής άποψης για τα πράγματα τα οποία είναι εκ φύσεως ασταθή και αμφίβολα, εξασφαλίζει στο άτομο πνευματική ασφάλεια.

 

Η ουτοπία των θρησκευτικών αιρέσεων του μεσαίωνα και η ασφάλεια της επίγειας ευτυχίας

 

Στο δεύτερο κεφάλαιο η συζήτηση μετατοπίζεται σε εκείνες τις θεωρίες που αντιλαμβάνονται την ασφάλεια ως μια αντικειμενική κατάσταση  που χαρακτηρίζεται από την απουσία κινδύνων και από την μέριμνα για την επεξεργασία ενός ουτοπικού σχεδίου για την απάλειψη κάθε είδους απειλών από την εγκόσμια σφαίρα. Εδώ το πρότυπο ενός τέλειου κόσμου είναι κυρίαρχο, καθώς διατρέχει πλήθος αιρέσεων του χριστιανισμού κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα. Ο F.G ομαδοποιεί στο κεφάλαιο αυτό εκείνες τις ουτοπίες -θρησκευτικής κυρίως προέλευσης- που επεξεργάσθηκαν το όραμα μιας αρμονικής ανθρωπότητας απαλλαγμένης από βία, επιθετικότητα και μίσος. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια μεταφυσική της ασφάλειας, η οποία αρχικά στην εκδοχή του χιλιασμού αντιμετώπισε την σφοδρή αντίδραση της εκκλησίας, διότι η υπόσχεση των χιλιαστών για πληρότητα, ευτυχία και ασφάλεια θα πραγματοποιούνταν εντός του κόσμου και όχι στην μεταθάνατο ζωή. Ο συγγραφέας, υποστηρίζει ότι από παρόμοιες μεσαιωνικές αντιλήψεις περί επίγειας ευτυχίας ελαύνονταν και πολλά κινήματα εντός των σταυροφόρων που έπειθαν τους πιστούς να κατευθυνθούν προς την Ιερουσαλήμ για να φτάσουν στην ιερή πόλη της ευτυχίας και της ασφάλειας. Ο F.G πιστεύει ότι αρκετά από τα ριζοσπαστικά θρησκευτικά ρεύματα(Χουσίτες, Τ.Μύνστερ, Τζοακίνο ντα Φιόρε) της εποχής, υπέμεναν τόσο το πόλεμο της επίσημης εκκλησίας και την Ιερά Εξέταση όσο και κάθε λογής κακουχίες και δοκιμασίες διότι ένιωθαν την πλήρη ασφάλεια ότι αποτελούν τους πρώτους εκλεκτούς του νέου κόσμου. Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι σε αυτά τα μεσαιωνικά κινήματα βρίσκουμε μορφές πρώιμου κομμουνισμού καθώς πέραν από την εξύμνηση της απόλυτης φτώχειας ως εκούσιας επιλογής(Φραγκισκανοί μοναχοί) υπάρχει η απάρνηση κάθε μορφής ιδιοκτησίας, και η ιδέα της κοινοκτημοσύνης όλων των επίγειων αγαθών, ενώ καταγγέλλεται ο διεφθαρμένος κλήρος που έχει παραδοθεί στην τρυφηλή ζωή. Οι οπαδοί του εξισωτικού χιλιασμού θεωρούσαν ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία φέρνει βία και αντιπαλότητα, ενώ αντίθετα η ακριβοδίκαιη διανομή των αγαθών και της εξουσίας θα φέρει ευτυχία και ασφάλεια. Αντιστοίχως, εξυμνείται η προσωπική σχέση με το θεό χωρίς μεσολαβητές και γραφές ως μια στάση ελευθερίας και πνευματικής ασφάλειας που αμφισβητεί την αυθεντία της εκκλησίας και την υποταγή σε θρησκευτικές ιεραρχίες.

 

Το κράτος ως εγγυητής της ασφάλειας του ατόμου στους πρώιμους φιλελεύθερους στοχαστές αλλά και οι απειλές κατά του ατόμου στο κράτος δικαίου

 

Μια πρώιμη μορφή εμφάνισης της ασφάλειας ως κοινωνικό αίτημα μπορεί να καταγραφεί στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Στην προβληματική που συνδέεται με την ασφάλεια μπορεί να εντοπίσουμε τρις βασικές θεωρητικές παραδόσεις: την συζήτηση για την θεμελίωση και τα όρια της μοναρχικής εξουσίας, το δικαίωμα στην προσωπική αυτονομία και την ατομική ασφάλεια  και το εξ’ αυτών συναγόμενο δικαίωμα αντίστασης στην τυραννική εξουσία. Ο πολίτης αντιλαμβανόταν την ασφάλεια ως εγγύηση ελευθερίας, όσο περισσότερο διευρύνονταν τα πολιτικά του δικαιώματα, και στο μέτρο που ολοκληρώνονταν οι θεσμοί και τα διαθέσιμα μέσα πρόσβασης στην δικαιοσύνης. Οι υλικές  και άμεσες εγγυήσεις της  προσωπικής  ασφαλείας του πολίτη, αποτυπώνονταν στις πρώτες υποτυπώδεις μορφές αυτοπεριορισμού της απολυταρχικής εξουσίας του Μονάρχη.  

Στο σύγχρονο κράτος, που έχει εδαφική έκταση, νομοθεσία και ένα λαό που κατοικεί το έδαφος, ο F.G, αναγνωρίζει τον βασικό εγγυητή της ασφάλειας. Το πρώτιστο καθήκον κάθε  κρατικής οντότητας, όπως περιγράφεται από τους θεωρητικούς του πρώιμου φιλελευθερισμού,  ήταν η εξασφάλιση της  προστασίας του πολίτη, ως φυσικής ύπαρξης, όχι τόσο από κινδύνους που προέρχονται από στοιχεία της φύσης και θα χαρακτηρίζονταν πρωτογενείς κίνδυνοι, αλλά από τους δευτερογενείς φυσικούς κινδύνους που προέρχονται από την ανθρώπινη συμπεριφορά. Βασική λειτουργία του δικαίου, υπό την εκδοχή του κοινωνικού συμβολαίου, ήταν η παροχή ασφάλειας, έναντι απειλών προερχόμενων από ανθρώπους,  εξαιτίας έντονων κοινωνικών συγκρούσεων. Η πρωταρχική αυτή έννοια της ασφάλειας, ως προϋπόθεση της ύπαρξης κράτους, αποτέλεσε ταυτόχρονα και την νομιμοποίηση του νεότερου κράτους. Η νομιμοποιητική αυτή αρχή αναπτύχθηκε από το Hobbes και είχε ως πρότυπο το απολυταρχικό κράτος του 16ου αιώνα, το οποίο αναγνωρίζεται ως ο αποκλειστικός φορέας άσκησης φυσικής βίας και καταναγκασμού. Κοινή συνισταμένη των αντιλήψεων των Hobbes και Locke -και παράλληλα αντικείμενο έντονων επικρίσεων- είναι ότι εξιδανίκευσαν το άτομο και τα εγωιστικά του χαρακτηριστικά, αναγνωρίζοντας ότι το μόνο στοιχείο που τον συνδέει με τους συμπολίτες του είναι η συμφωνία για την κρατική οργάνωση της κοινωνικής συμβίωση προκειμένου να δημιουργηθούν συνθήκες ασφάλειας για την ικανοποίηση των ατομικών του συμφερόντων. Το βασικό στοιχείο -κατά την αντίληψη αυτή- που συνέχει τα άτομα είναι η αμοιβαιότητα των συμφερόντων, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε ηθική υποχρέωση αλληλεγγύης, συμμετοχής και συλλογικής παρουσίας. 

Η φιλελεύθερη αντίληψη περί ελευθερίας του Locke, δεν αμφισβήτησε την φιλοσοφική θεμελίωση της ασφάλειας στο έργο του Hobbes. Αντιθέτως, οικοδόμησε πάνω σε αυτήν και την διεύρυνε προσφέροντας μια νέα νομιμοποιητική βάση. Η θέση του Locke εκτόπισε την έννοια της ασφάλειας από την θέση του ακαταγώνιστου θεμελίου της κρατικής εξουσίας και την έβαλε να συνυπάρχει με την ελευθερία. Επομένως, δεν είναι το απολυταρχικό αλλά το νομικά δεσμευμένο και εξουσιαστικά περιορισμένο κράτος που εγγυάται την κοινωνική ειρήνη. Από εδώ και στο εξής, η αστική ασφάλεια και η αστική ελευθερία οφείλουν να εναρμονίζονται.

Στο σημείο αυτό πρέπει να εντοπίσουμε μια βασική διαφορά ανάμεσα στην γαλλική και την αγγλοσαξωνική παράδοση, που δεν επισημαίνεται από τον συγγραφέα. Στη γαλλική παράδοση το δικαίωμα στην ασφάλεια  συνδέθηκε εξαρχής  με τις εγγυήσεις για την αποφυγή της προσωπικής κράτησης και της φυλάκισης χωρίς νόμο. Αντίθετα, στην αγγλοσαξωνική παράδοση, όπου η προσωπική ασφάλεια ήταν, ήδη,  κατακτημένη λόγω επικράτησης του κοινοβουλευτισμού, η ασφάλεια συνδέθηκε με την ιδέα της εγγύησης των αναγκαίων υλικών μέσων για την ζωή. Αυτή η ιδέα είναι απολύτως ξένη προς τις απόψεις της γαλλικής εθνοσυνέλευσης την περίοδο της Επανάστασης, όπου καταρχήν η ασφάλεια ταυτίζεται με την νομιμότητα δηλαδή με την λεγόμενη ασφάλεια δικαίου, υπό την εκδοχή της εγγύησης ότι για κάθε δικαίωμα υπάρχει νόμος που προστατεύει το άτομο από αυθαίρετες κρατικές παρεμβάσεις στο πεδίο της προσωπικής του ελευθερίας. Το δικαίωμα στην ασφάλεια απευθύνεται στο κράτος, το οποίο οφείλει να επεξεργαστεί νομικούς θεσμούς, προκειμένου να φροντίσει για την προστασία του ιδιώτη έναντι κρατικών και ιδιωτικών παραβιάσεων.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο πρώϊμος συνταγματισμός, ως θεσμική έκφραση των πρώτων φιλελεύθερων καθεστώτων,  είχε ως βασικό εγγυητικό στόχο την παροχή ασφάλειας μέσω του περιορισμού της κρατικής αυθαιρεσίας αλλά και την αναγνώριση ότι η άσκηση της ελευθερίας συνεπάγεται υπακοή στο νόμο. Στο πλαίσιο αυτό, η κρατική ασφάλεια εμφανίζει δύο βασικές όψεις: η μία αποτυπώνει την αποτελεσματική αντιμετώπιση των πολυποίκιλων διακινδυνεύσεων, ενώ η άλλη την εγγύηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Στην πρώτη μπορούμε να εντάξουμε και την ασφάλεια της ίδιας της πολιτείας, ως δημόσια ασφάλεια, δηλαδή ως προστασία των θεσμών και της κυριαρχίας μιας πολιτείας από εσωτερικές υπονομεύσεις(εσωτερική ασφάλεια) και εξωτερικές αμφισβητήσεις(εξωτερική ασφάλεια). Στην εξέλιξη της έννοιας της ασφάλειας μπορούμε να διακρίνουμε δύο στάδια. Σε ένα πρώτο στάδιο που θα το ονομάζαμε χομπσιανό -που αντιστοιχεί στο πολίτευμα της, ελέω θεού, Μοναρχίας-, κυριαρχεί ο φόβος για την αυξανόμενη βιαιότητα και η ένταση που προκύπτει απ’ την σύγκρουση, την σχεδόν πολεμική σύρραξη, μεταξύ των πολιτών την περίοδο των θρησκευτικών πολέμων. Η αντιμετώπιση της ανασφάλεια που προκαλείται ανατίθεται στο σύγχρονο κράτος, το οποίο με το μονοπώλιο της βίας που του αναγνωρίζεται μέσω κοινωνικού συμβολαίου, διασφαλίζει την ειρήνη. Ο φόβος εγκαταλείπει τους πολίτες, μόνο με την παρέμβαση του κράτους, που διαθέτει τα υλικά μέσα για αποτελεσματική προστασία.

Στο δεύτερο στάδιο, το φιλελεύθερο, η ασφάλεια του πολίτη συνδέεται με κινδύνους από κρατικές παρεμβάσεις και διασφαλίζεται με την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του. Στο μέτρο που το φιλελεύθερο αίτημα για δέσμευση της κρατικής εξουσίας τόσο από το νόμο όσο και από ένα σύστημα δικαστικών εγγυήσεων γίνεται θεσμικά δυνατό, το αυταρχικό χομπσιανό κράτος μετατρέπεται σταδιακά σε κράτος δικαίου.

 Σε αυτό το δεύτερο στάδιο η  δημόσια ασφάλεια προσβλέπει στην εξασφάλιση της συμμόρφωσης του πολίτη προς τις επιταγές της δημόσιας τάξης μέσω της οποίας το κράτος συντηρεί και διαφυλάσσει την ίδια του την ύπαρξη. Με αυτή την έννοια, η δημόσια ασφάλεια ως κρατική ασφάλεια, βρίσκεται σε εγγενή αντιπαράθεση με τις ελευθερίες των πολιτών, αντιπαράθεση η οποία εντείνεται, όταν, υπό την απειλή τρομοκρατικών χτυπημάτων (όπως αυτό της 11ης Σεπτεμβρίου), το κράτος λαμβάνει έκτακτα μέτρα ποινικής καταστολής. Σε αυτή άλλωστε την αντιπαράθεση, η ελληνική συνταγματική θεωρία βάσισε μεγάλο μέρος της  κριτική της στο μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος.

Θεωρούμε ότι στο σημείο αυτό μπορούμε θεμιτά να επεκτείνουμε το συλλογισμό του συγγραφέα, εντοπίζονται ένα θεμελιώδες δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι κρατικοί θεσμοί ασφάλειας και τα νομικά συστήματα. Πράγματι εδώ  ελλοχεύει μια εγγενής αντίφαση: ο πολίτης εγείρει προς τη δημόσια διοίκηση αιτήματα για ασφάλεια και προστασία και εκφράζει δυσπιστία ως προς την δυνατότητα του κράτους να είναι αποτελεσματικό στην προστασία των  θεμελιωδών εννόμων αγαθών του, δηλαδή της ζωής και της ασφάλειάς του. Το κράτος προκειμένου να είναι αποτελεσματικό οδηγείται συχνά στο να υιοθετεί μέτρα που σχετικοποιούν  την προστασία των δικαιωμάτων και κατά περίπτωση νοθεύει την νομιμότητα. Αυτή η σχετικοποίηση της συνταγματικής νομιμότητας, νομιμοποιείται στην συνείδηση του πολίτη ως δικαιολογημένο μέτρο, προκειμένου να του παρασχεθεί ασφάλεια. Έχει λοιπόν συντελεσθεί μια βασική επαναϊεράρχηση των προτεραιοτήτων του πολίτη σε σχέση με το κράτος που δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια και ωθεί το κράτος στο να υιοθετήσει νέες μορφές. Σήμερα γίνεται λόγος για προληπτική λειτουργία του κράτους, για παιδαγωγικό κράτος, για κράτος προστασίας, για κράτος ασφάλειας, μορφές οι οποίες αλλάζουν την σχέση κράτους πολίτη και την φωτίζουν από μια νέα οπτική γωνία. Επίκαιρο παράδειγμα αυτής της αλλαγής είναι ότι η Γαλλία, μετά τα πρόσφατα τρομοκρατικά χτυπήματα, βρίσκεται ακόμα υπό καθεστώς εκτάκτων μέτρων, ενώ τα μέτρα δημόσιας τάξης που προβλέπονται για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου στην χώρα είναι πρωτοφανή.

Στο βαθμό που οι απειλές και οι κίνδυνοι για τον πολίτη προέρχονται είτε από τον ίδιο, είτε από τρίτους, είτε από την ίδια την φύση, το άτομο οδηγείται σε έναν περιορισμό των αξιώσεων για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του. Εδώ όμως υπάρχει το παράδοξο, όσο περισσότερο προχωράει η προστασία έναντι των πιθανών κινδύνων, τόσο απροστάτευτος αισθάνεται ο προστατευόμενος έναντι του προστάτη του.

Περνώντας στο ζήτημα της συλλογικής ασφάλειας στη σχέση μεταξύ των ανεξάρτητων κρατών, ο F.G αναγνωρίζει ότι η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου δεν υφίσταται καθώς οι διεθνείς δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν μεταξύ τους τα κράτη καθώς και οι υποχρεώσεις που συνεπάγεται η συμμετοχή τους σε διεθνείς οργανισμούς αποτελούν ασθενείς μορφές ηθικής αναγνώρισης παρά νομικές υποχρεώσεις, στο βαθμό που οι κυρώσεις που προβλέπονται, όταν παραβιάζονται οι διεθνείς κανόνες,  δεν μπορούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επιβληθούν. Καταλήγει ότι «η παγκόσμια κοινότητα δικαίου και το παγκόσμιο σύστημα συλλογικής ασφάλειας είναι μια πραγματικότητα που ακόμη βρίσκεται εν πολλοίς στα σπάργανα»(σ. 129) Οι μόνοι εγγυητές της εξωτερικής ασφάλειας των κρατών, πέραν της ισχύος που διαθέτει το ίδιο το κράτος, είναι η ένταξη σε ενιαίους στρατιωτικούς συνασπισμούς και η ανάπτυξη πυρηνικών οπλοστασίων που καθιστούσε, ιδιαίτερα την περίοδο του ψυχρού πολέμου, τον πόλεμο αδύναμο, λόγω αμοιβαίας και αναπότρεπτης ολικής καταστροφής.

 

Η κατάσταση εξαίρεσης και ο κινηματικός χαρακτήρας των ολοκληρωτικών καθεστώτων

 

Τα σημεία στα οποία αξίζει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση και στα οποία ο συγγραφέας αφιερώνει ένα ειδικό τίτλο είναι εκείνα που αφορούν στην τήρηση της δημόσιας τάξης με αστυνομικά ή άλλα μέτρα. Η δημόσια τάξη δεν αφορά εδώ στην προστασία των δικαιωμάτων και στην ασφάλεια των πολιτών, αλλά στην προστασία του κράτους από κάθε επιβουλή και αποσταθεροποίηση. Το πρωτείο της ασφάλειας του κράτους έναντι της νομικής ασφάλειας των πολιτών έχει αντιμετωπιστεί μέσα στο εικοστό αιώνα, ανάμεσα σε άλλες θεωρίες, και μέσα από την κατασκευή της «κατάστασης εξαίρεσης»,  έννοια στην οποία έδωσε θεωρητικό βάθος ο Καρλ Σμιτ στα έργα του, Περί δικτατορίας και Πολιτική Θεολογία, όπου τίθεται η σχέση της ισχύος με το δίκαιο και της βίας με το κράτος. Με την κατάσταση εξαίρεσης το κράτος, εφόσον καλείται να αντιμετωπίσει ένα σοβαρό κίνδυνο που απειλεί την ίδια την υπόστασή του, αναγνωρίζει στον εαυτό του την δυνατότητα να αναστείλει την ισχύ των συνταγματικών διατάξεων και των ατομικών ελευθεριών, ενισχύοντας παράλληλα την εκτελεστική λειτουργία και παραμερίζοντας την νομοθετική και την δικαστική λειτουργία. Η αναστολή της νομιμότητας συχνά είναι συνταγματικά προβλεπόμενη υπό αυστηρές προϋποθέσεις(π.χ άρθρο 48 ελληνικού Συντάγματος), ωστόσο, σύμφωνα με το Καρλ Σμιτ, το κράτος στην κατάσταση εξαίρεσης υπερβαίνει την νομική του διάσταση και επιβεβαιώνει το πολιτικό του χαρακτήρα που δεν είναι, σε αυτές τις συνθήκες, αναγώγιμος στο νομικό πλαίσιο. Έτσι αποκαλύπτεται γυμνή η ουσία του πολιτικού ως καθαρή απόφαση, ως μια βία που παράγει νέους θεσμούς.(σ. 160-161) Ο F.G γράφει χαρακτηριστικά: «το κράτος εκμεταλλεύεται εργαλειακά το επιχείρημα της ασφάλειας για να θεσπίσει την κατάσταση εξαίρεσης και, έτσι, να ενισχύσει άμετρα τις εξουσίες του, να παραβιάσει τις θεμελιώδεις ελευθερίες, να επιβάλλει την διαρκή επιτήρηση στους υπηκόους του -να γίνει, συνεπώς, ολοκληρωτικό»(σ. 163)

Τα παραπάνω γνωρίσματα ριζοσπαστικοποιούνται στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, διότι σε αυτά δεν  υφίστανται οριακές περιστάσεις που επιβάλλουν έκτακτα μέτρα αναστολής των δικαιωμάτων, παρά μόνο όταν αποκτούν την εξουσία. Στην πραγματικότητα, κατά τον συγγραφέα,  η πολιτική αστυνομία αυτών των καθεστώτων( π.χ Γκεστάπο στη ναζιστική Γερμανία και Σεκουριτάτε στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου) δεν επιδιώκει τον έλεγχο των ελευθεριών, με λεπτομερείς ρυθμίσεις, επειδή, δήθεν, διακυβεύεται η σωτηρία του κράτους. Σε παρόμοιες λύσεις προσφεύγουν οι δικτατορίες και εν γένει τα απολυταρχικά καθεστώτα.

Αντίθετα, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα που θέτουν ως βασικό σκοπό του κράτους την εκπλήρωση μιας ανώτερης αποστολής που έχει τεθεί από την Ιστορία, αποβλέπουν στην κινητοποίηση των πολιτών προς επίτευξή της. Στη λογική αυτή, οι θεσμοί του κράτους δικαίου και τα δικαιώματα παραμερίζονται οριστικά και δεν αναστέλλονται απλώς. Αποτελούν  εμπόδια στην εκτέλεση ενός ιστορικού σχεδίου, στο οποίο οφείλει να συστρατευτεί το σύνολο των πολιτών, υπό την καθοδήγηση του ηγέτη και με την επιμέλεια των οργάνων δημόσιας τάξης. Γι’ αυτό το λόγο το ναζιστικό καθεστώς δεν ενδιαφέρθηκε να καταργήσει επισήμως το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, καθώς δεν επεδίωκε να αντικαταστήσει την συνταγματική νομιμότητα με μια νέα νομιμότητα, υπό την έννοια ότι το ζήτημα της νομικού θεμελίου των θεσμών ήταν αδιάφορο για το καθεστώς. Στην περίπτωση αυτή το κόμμα και το κίνημα θεωρούνται ότι κείνται πέρα και πάνω από τους κρατικούς θεσμούς, ενώ η νομιμότητα κρίνεται ως ένα απαρχαιωμένο στοιχείο ενός παρηκμασμένου καθεστώτος που πρέπει να σαρωθεί. Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ιδεολογίας των ολοκληρωτικών καθεστώτων, κατά τον F.G, είναι ότι οι άνθρωποι οφείλουν να  επιστρατεύουν όλες τις δυνάμεις τους προκειμένου να υλοποιήσουν το πρόγραμμα και την ιδεολογία που έχει επεξεργαστεί το κόμμα. Στη βάση αυτή καταργείται η θεμελιώδης για το κράτος δικαίου διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου ως παρωχημένη.(σ. 17 0-174)

Τα πάντα στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, βρίσκονται σε διαρκή κίνηση -το κράτος δικαίου προϋποθέτει σταθερότητα- συχνά υποταγμένα στις χαοτικές εμπνεύσεις του ηγέτη με μια διαρκή διάθεση φυγής προς τα εμπρός, ενώ οι πάντες κρίνονται από την προσήλωση τους στο βασικό σχέδιο που είναι ο βασικός σκοπός του κινήματος. Στις περίφημες δίκες της Μόσχας, το βασικό στοιχείο δεν ήταν τόσο η διάπραξη μιας συγκεκριμένης πράξης, αλλά πρωτίστως η αδυναμία της βούλησης του κατηγορουμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του κόμματος που λογίζονταν ως ο μοναδικός κριτής της αυθεντικότητας της αφοσίωσης του καθενός σε αυτό. Μέσω των δικών, το καθεστώς δεν επεδίωκε την φυσική εξόντωση των κατηγορουμένων -θα μπορούσε να το είχε πετύχει με λιγότερο δημόσια μέσα- αλλά την πανηγυρική επιβεβαίωση του αλάθητου του κόμματος και την προσήλωσή του σε ένα ανώτερο σκοπό, τον οποίο οι εγκαλούμενοι δεν ενστερνίζονταν πια ή/και αντικειμενικά υπονόμευαν. Ο τρόπος διεξαγωγής των δικών, με την φαινομενική τήρηση της δικονομίας, έδινε στα θύματα την αίσθηση ότι ίσως αντικειμενικά να είχαν βλάψει το κίνημα, εσωτερικεύοντας την ενοχή τους -η έννοια του «αντικειμενικά ενόχου»-  και ομολογώντας πράξεις που ερμηνεύονταν, κατά το δοκούν, από τους δικαστές, με κριτήριο του κατά πόσο οι πράξεις αυτές έβλαπταν ή όχι την υπόθεση του σοσιαλισμού.

 

Βιοασφάλεια, το ανθρώπινο σώμα ως πεδίο προστασίας, ελέγχου και ρύθμισης

 

Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο του δοκιμίου του, ο F.G μετατοπίζει το νοηματικό άξονα της ασφάλειας από το δημόσιο χώρο και τα δικαιώματα στον ίδιο τον πυρήνα του ανθρώπινου σώματος. Τόσο η προστασία, ο έλεγχος όσο και η ρύθμιση είναι έννοιες που συμπυκνώνουν αυτό που στη θεωρία του Φουκώ ορίζεται ως βιοπολιτική και εν προκειμένω ως βιοασφάλεια. Αυτή ορίζεται «ως το σύνολο των συστημάτων προστασίας, ελέγχου και ρύθμισης του ατόμου όπως νοείται από την σκοπιά του βιολογικού του πεπερασμένου»(σ. 186)

Εδώ η ασφάλεια νοείται ως προστασία της εύθραστης ζωής, καθώς η τελευταία αναζητά μονίμως μια κατάσταση ισορροπίας, επειδή είναι ευάλωτη από απειλές του εξωτερικού περιβάλλοντος που προσλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά αέναων ροών(εικόνων, πληροφοριών, ενέργειας, εμπορευμάτων) που απειλούν να ανατρέψουν την εσωτερική ισορροπία του ατόμου και την ίδια του την ταυτότητα.

Ο ευπαθής οργανισμός, το εύθραυστο παιδί και οι ευάλωτοι πληθυσμοί είναι τρία πεδία όπου ο συγγραφέας επιλέγει να θέσει το ζήτημα της προστασίας. Κάθε ζων οργανισμός είναι διαπερατός από μολυσματικούς παράγοντες που συνδέονται με τα τρόφιμα, τα φάρμακα και την ατμόσφαιρα, κινδυνογόνοι παράγοντες οι οποίοι εντός ενός παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος καθίστανται τόσο περισσότερο απειλητικοί, όσο δρουν χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από το γυμνό μάτι. Το εύθραυστο παιδί, απαιτεί φροντίδα και προστασία από τα εχθρικά περιβάλλοντα, ενώ οι ευάλωτοι πληθυσμοί, που είναι τα πρώτα θύματα των ανθρωπιστικών κρίσεων, και των πολέμων, απαιτούν την συμπαράσταση και την βοήθειά μας. Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής κάθε εκδοχή αυτού που ονομάζουμε ανθρώπινη ανάπτυξη μετεγγράφεται στο πεδίο της ασφάλειας ως ανθρώπινη ασφάλεια διότι η φτώχεια, η ασθένεια, ο υποσιτισμός, η έλλειψη εκπαίδευσης, οι πολιτικές απειλές(τρομοκρατία, εμφύλιοι) οι περιβαλλοντικές μεταβολές(κλιματική αλλαγή, φαινόμενο θερμοκηπίου) ακόμα και τα ζητήματα ταυτότητας(διακρίσεις εις βάρος ευάλωτων ομάδων, κοινωνικός στιγματισμός) αγγίζουν το ίδιο το σώμα στην κοινωνική, πολιτική και υπαρξιακή του υπόσταση. Ορθά ο F.G  ισχυρίζεται ότι τα δικαιώματα που εκλαμβάνουν το υποκείμενο ως μια αφηρημένη νομική οντότητα είναι απολύτως αναγκαία για την ασφάλεια του ατόμου(νομική ασφάλεια) ωστόσο αποτελούν ανεπαρκή εργαλεία για την ανθρώπινη ασφάλειά του, δηλαδή για την προστασία από τις απειλές και τους καταναγκασμούς, που αναφέραμε παραπάνω, οι οποίοι καθιστούν το άτομο ευάλωτο σε μια σωρεία δεινών.

Η λειτουργία του ελέγχου στο περιβάλλον της βιοασφάλειας διαφέρει ουσιωδώς από την επιτήρηση. Εδώ, ο έλεγχος δεν είναι συγκεντρωτικός και ιεραρχημένος, όπως στο πανοπτικόν του Μπένθαμ, το πρότυπο της απόλυτης επιτήρησης, αλλά λιγότερο συγκεντρωτικός, περισσότερο δημοκρατικός και αμοιβαίος, αλλά εξίσου ανησυχητικός. Προϋπόθεση της βιοασφάλειας αποτελούν οι τεχνικές παρακολούθησης και ταυτοποίησης του ανθρώπινου σώματος. Το άτομο αναγνωρίζεται μέσω βιομετρικών διαβατηρίων, οι μολυσματικές ασθένειες ταυτοποιούνται μέσω ανιχνευτικών συστημάτων, τα τρόφιμα αποθεματοποιούνται και εντάσσονται σε δίκτυα διανομής όπου καταγράφονται τα στοιχεία τους με ηλεκτρονικό τρόπο, τα ψηφιακά δεδομένα διασταυρώνονται ώστε ανά πάσα στιγμή να γνωρίζουμε που βρίσκεται ο καθένας, τι κάνει και πως το κάνει. Τα ίχνη που το άτομο αφήνει στο διαδίκτυο, διαμορφώνουν το καταναλωτικό, πολιτικό, κοινωνικό και ιατρικό του προφίλ, διαθέσιμο σε μηδενικό χρόνο προς εμπορική ή άλλη εκμετάλλευση, καθώς όλα τα δεδομένα  καταχωρούνται σε μια άφθαρτη μνήμη σκληρού δίσκου.

Καθώς η ασφάλεια στο ψηφιακό κόσμο ταυτίζεται με την διευκόλυνση των ροών και την πλήρη διαφάνεια ο F.G καταλήγει στο εξής: «την ασφάλεια δεν την συμβολίζει πια ο εγκλεισμός, αλλά η ανιχνευσιμότητα. Δεν επιδιώκουμε πλέον την χάραξη συνόρων, την ύψωση τειχών και το κτίσιμο οχυρών, αλλά την παρακολούθηση μιας πορείας, την πρόσβαση στο ψηφιακό εαυτό μας, την καταγραφή των μετακινήσεων, των λόγων, των πράξεων του καθενός από εμάς. Ασφάλεια δεν είναι πλέον οι μπάρες στα σύνορα, αλλά οι διάστικτες γραμμές στο χάρτη, δεν είναι οι πόρτες, αλλά οι άυλοι φάκελοι.»(σ. 214)

Οι πειθαρχικοί θεσμοί της πανοπτικής επιτήρησης, όπως τους περιγράφει ο Μ.Φουκώ, επηρέαζαν την συμπεριφορά του επιτηρούμενου διότι υπήρχε συνείδηση αυτής της λειτουργίας. Ήταν μια πράξη επιβολής που βασιζόταν στην μη αμοιβαιότητα μεταξύ επιτηρητή και επιτηρούμενου. Σήμερα, μολονότι υπάρχουν συγκεντρωτικά και ιεραρχικά συστήματα επιτήρησης, -όπως το αμερικάνικο πρόγραμμα Echelon που καταγράφει και αξιολογεί όλες τις επικοινωνίες με βάση κωδικοποιημένες λέξεις- οι μορφές ελέγχου είναι «…δικτυακές, συμμετοχικές και ιδιωτικοποιημένες»(σ. 218). Μια απλή πρόσβαση στα κοινωνικά δίκτυα, χωρίς να υπάρχει ανάγκη μυστικής παρακολούθησης, εξασφαλίζει πλήθος πληροφοριών που οι χρήστες διαθέτουν στο κοινό, καθώς οι τελευταίοι δεν έχουν συνείδηση ότι παρέχουν στοιχεία για την διαμόρφωση του προφίλ τους από τρίτους ενδιαφερόμενους.

Με βάση τα παραπάνω, διαμορφώνονται τρία παράλληλα και συνυπάρχοντα περιβάλλοντα, όπου η ασφάλεια οφείλει να επεξεργαστεί διαφοροποιημένες στρατηγικές αντιμετώπισης των προβλημάτων: το «καθολικό» που είναι ο νόμος που ισχύει για όλα τα μέλη μιας κοινότητας και ο καθένας μπορεί να  επικαλεστεί ένα δικαίωμα και να διεκδικήσει την εφαρμογή του, το «ολικό» το οποίο ανταποκρίνεται στην βούληση για επιβολή ενός κανόνα που θα παράγει μαζικές συμπεριφορές σε ένα δεδομένο πληθυσμό, «ώστε κάθε άτομο που ανήκει στον πληθυσμό αυτό να παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά, τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντιδράσεις»(σ. 221) και το «παγκόσμιο», όπου το  υπόδειγμα της πληροφορικής με την απεριόριστη συνδεσιμότητα του διαδικτύου δημιουργεί ένα περιβάλλον γενικευμένης αλληλεξάρτησης, συνεχούς επέκτασης, ποικιλομορφίας και μεταβλητότητας.

Ο F.G εκτιμά ότι το καθολικό δημιουργεί την προσδοκία της ασφάλειας ως εγγύησης και σεβασμού των δικαιωμάτων του ατόμου από κράτος και ιδιώτες. Το ολικό προκαλεί το αίσθημα της απόλυτης επιτήρησης, του φόβου και της εσωτερίκευσης των κανόνων πειθάρχησης με την επικράτηση του προτύπου μιας ομοιόμορφης συμπεριφοράς εντός ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Τέλος το ολικό «οδηγεί στην ανάπτυξη της ασφάλειας ως ελέγχου»(σ. 225), όπου όμως ο έλεγχος δεν είναι συγκεντρωτικός, αλλά διάχυτος καθώς απορρέει από την εντατικοποίηση των ροών του διαδικτύου, όπου οι πάντες είναι διάφανοι σε όλους.

Η τελευταία έννοια που επεξεργάζεται ο F.G ως διάσταση της βιοασφάλειας είναι αυτή της ρύθμισης. Η ρύθμιση εδώ δεν νοείται με την νομική της έννοια, αλλά ως διαδικασία μέσω της οποίας ένας ζωντανός οργανισμός διατηρεί την εσωτερική του ισορροπία, κυρίως ασκώντας έλεγχο στις ροές. Η ρύθμιση με την έννοια αυτή δεν ανήκει στο ρεπερτόριο των μηχανισμών που χρησιμοποιεί η εξουσία να υποτάξει μια βούληση. Η ρύθμιση δεν αφορά ούτε στην φυσική υποταγή, ούτε στον σεβασμό των απαγορεύσεων, ούτε στην πειθαρχική συμμόρφωση, δηλαδή σε τεχνικές που απευθύνονται στα υποκείμενα προκειμένου να τα ελέγξουν. Η ρύθμιση αφορά σε φυσικά δεδομένα, δηλαδή σε πραγματικότητες που δεν μπορούμε να διευθύνουμε, όπως η ζωή ως βιολογικό δεδομένο, αλλά επιδιώκουμε να επηρεάσουμε δίνοντας κίνητρα(π.χ ο έλεγχος την γεννήσεων). Στο πεδίο της ρύθμισης η ασφάλεια επιτυγχάνεται με την ενθάρρυνση  συμπεριφορών προκειμένου  να στραφεί μια φυσική διαδικασία προς μια κατεύθυνση που είναι επιθυμητή μέσω προτροπών, παρακινήσεων, προκλήσεων.

Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας επιχειρεί έναν παραλληλισμό με την φιλελεύθερη αντίληψη περί αυτορρύθμισης της αγοράς και της ασφάλειας. Η αγορά παρουσιάζεται από τους φιλελεύθερους οικονομολόγους ως κάτι το φυσικό που πρέπει να διαφυλαχθεί, ενώ πρέπει να εξαλειφθεί οτιδήποτε θέτει περιορισμούς στην ροή προσώπων και πραγμάτων και στην αυθόρμητη οργάνωσή τους. Αυτή η ουτοπία των αυτορρυθμιζόμενων αγορών όπου η ασφάλεια δημιουργείται όταν απουσιάζει η κρατική ρύθμιση, προβάλλεται στο πεδίο του διαδικτύου, ως αυτορρυθμιζόμενη και ασφαλής λειτουργία των δράσεων, χωρίς την συνειδητή ανθρώπινη παρέμβαση, δηλαδή  μια γενικευμένη αλληλεπίδραση ανάμεσα στα αντικείμενα και στο περιβάλλον τους(π.χ το ψυγείο θα ειδοποιεί τους προμηθευτές για ελλείψεις, το αυτοκίνητο θα αρνείται να παρκάρει σε απαγορευμένη θέση). Με βάση την αντίληψη αυτή η ασφάλεια απορρέει από την απουσία του ανθρώπινου παράγοντα του οποίου η παρουσία συνεπάγεται τυχαιότητα, αυθαιρεσία και ανασφάλεια. Εδώ το πρότυπο της ασφάλειας είναι η αυτορρυθμιζόμενη αγορά στην οποία θα πρέπει να ενταχθούν όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες δημόσια και ιδιωτικά( όπως η εκπαίδευση και η υγεία). Το κράτος σε αυτή την περίπτωση δεν διαχειρίζεται τα δημόσια αγαθά, τα οποία καθίστανται ασφαλή μόνο ως αγοραία, αλλά περιορίζεται να επιβάλλει κυρώσεις μόνο σε όσους παραβιάζουν την λειτουργία του αυτορρυθμιζόμενου συστήματος.

Ο F.G δικαίως θεωρεί ότι το μοντέλο της ασφάλειας της αγοράς μοιραία οδηγεί στην υπονόμευση του κοινωνικού κράτους και στην σταδιακή εξάρθρωση του κράτους πρόνοιας, καθώς δεν θα υπάρχει δίκτυ προστασίας για τους αδυνάτους, πολιτικές μείωσης των οικονομικών ανισοτήτων και προγράμματα ενίσχυσης της δημόσιας υγείας και της δημόσιας εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα η ασφάλεια που απορρέει από την ρύθμιση να συγκρούεται με την ασφάλεια ως κοινωνική προστασία.

Ομοίως η βιοασφάλεια που, όπως είδαμε, προϋποθέτει την ακατάπαυστη κινητικότητα, έρχεται σε αντίθεση με το αρχαίο ιδανικό των ελληνιστικών χρόνων περί εσωτερικής ισορροπίας και γαλήνης.

Κατά παρόμοιο τρόπο η κρατική εγγύηση  της ασφάλειας των πολιτών ως δημόσιο αγαθό έρχεται σε πιθανή σύγκρουση με την σύγχρονη τάση περί ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών ασφάλειας. Όταν το άτομο αντιλαμβάνεται την ασφάλεια ως στοιχείο της αυτοπραγμάτωσή του και της ατομικής του αυτονομίας, μοιραία οι αξιώσεις του προς το κράτος για μεγαλύτερη ασφάλεια, θα υπολείπονται του υποκειμενικού αισθήματος της ανασφάλειας, το οποίο σε μια κοινωνία που παράγει συνεχείς διακινδυνεύσεις θα ενισχύεται συνεχώς. Άμεση συνέπεια αυτού θα είναι το άτομο να καθορίζει μόνο του, ποιες συνθήκες του εξασφαλίζουν ασφάλεια, αναπληρώνοντας με ιδιωτικά μέσα, την πιθανή κρατική ολιγωρία στην παροχή της, με αποτέλεσμα την ιδιωτικοποίηση της  ασφάλειας. Έτσι όμως η ασφάλεια από ένα συλλογικό αγαθό και μια δημόσια υπόθεση, μετατρέπεται σε ιδιωτικό ζήτημα, για το οποίο ο καθένας είναι υπεύθυνος, πρωτίστως, για τον εαυτό του. Από εκεί και πέρα ο δρόμος είναι ανοιχτός για την δημιουργία οικιστικών γκέτο πλουσίων, -όπου αποκλείονται όλοι οι υπόλοιποι-, για την συχνή χρήση όπλων για αυτοπροστασία, για ιδιωτικές περιπολίες  σε χώρους όπου κυκλοφορούν μετανάστες και γενικά για αναπαραγωγή όλων των φοβικών στερεοτύπων μιας ανασφαλούς κοινωνίας.

Με άλλα λόγια, ο F.G διακρίνει ότι οι υποσχέσεις για ασφάλεια στα επιμέρους πεδία με τα οποία ασχολήθηκε εμπεριέχουν στοιχεία υπονόμευσης και αμφισβήτησης αυτών των υποσχέσων, στο μέτρο που η ασφάλεια αποτελεί διαρκή στόχο που αναπόφευκτα θα μένει ιστορικά εκκρεμής και μοιραία ανεκπλήρωτος.

 

Διακινδύνευση και ασφάλεια στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες

 

Στο πολύ πλούσιο σε προβληματισμούς και επιμέρους αναπτύξεις δοκίμιό του ο F.G φαίνεται να μη  αξιοποιεί τους προβληματισμούς που ανέπτυξε ο U.Beck στην κοινωνία της διακινδύνευσης. Είναι σαφές ότι οι αναπτύξεις του εμπνέονται από την παράδοση που διαπνέεται από τις θεωρίες του Φουκώ περί βιοπολιτικής, ωστόσο θεωρούμε ότι το έργο του Beck θα διεύρυνε τον σχετικό προβληματισμό. Ειδικότερα,  χρήσιμη θα ήταν η διάκρισή που εισάγει μεταξύ «αυτοπαθών» ρίσκων και «ετεροπαθών» κινδύνων. Τα «αυτοπαθή» ρίσκα τα αναλαμβάνει όποιος παίρνει μια απόφαση, που περικλείει το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημίας, έναντι της προσδοκίας ενός σημαντικού οφέλους. Αντίθετα, στους «ετεροπαθής» κινδύνους εκτίθεται κανείς απρόσμενα, διότι ενώ δεν είναι αποτέλεσμα δικών του επιλογών, υφίσταται παροντικές βλάβες ή απειλές μελλοντικών ζημιών ως αποτέλεσμα αποφάσεων και ενεργειών τρίτων.  Είναι σαφές ότι κάθε απόφαση για την επίλυση ενός προβλήματος περικλείει πάντα ένα ποσοστό ρίσκου. Επομένως δεν είναι αποδοτικό να αντιπαραβάλουμε τις βεβαιότητες με τα ρίσκα αλλά να συνειδητοποιήσουμε ότι σε πραγματικές συνθήκες, υπάρχουν λιγότερο ή περισσότερες καταστάσεις διακινδύνευσης. Αφού είμαστε καταδικασμένοι να διαχειριζόμαστε πάντοτε  καταστάσεις ελεγχόμενης ή μη επικινδυνότητας, είναι ανέφικτο να επιζητούμε απόλυτες βεβαιότητες, οι οποίες μπορεί και να μας στερούν από ευκαιρίες δημιουργικής δράσης.

Αν αυτή η προβληματική μεταφερθεί στον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, θα διαπιστώσουμε ότι οι πολιτικές αποφάσεις που ενέχουν διακινδυνεύσεις αν και παρουσιάζονται ως διαδικαστικά θεμελιωμένες, -εφόσον σέβονται τους κανόνες της συνταγματικά προβλεπόμενης δημοκρατικής λειτουργίας-, ωστόσο δεν μπορούν να νομιμοποιηθούν ως προς τις συνέπειες τους. Είναι προφανές ότι πολύ σημαντικοί οικολογικοί κίνδυνοι -όπως η τρύπα του όζοντος, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, οι απρόβλεπτες κλιματολογικές μεταβολές κλπ- συνδέονται μακροπρόθεσμα με πολιτικές αποφάσεις που αφορούν στον πολιτικό σχεδιασμό της βιομηχανικής παραγωγής. Οι δυσμενείς οικολογικές συνέπειες της μη λήψης συγκεκριμένων μέτρων περιορισμού της βιομηχανικής παραγωγής δεν τεκμηριώνονται πάντα επιστημονικά, καθώς εκτείνονται χρονικά στο απροσδιόριστο μέλλον, ενώ αντίθετα η ανεργία από την συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας ή της αλλαγής του παραγωγικού προτύπου θα είναι η άμεση και προφανής συνέπεια, διότι θα αγγίξει το βοιωτικό επίπεδο των πολιτών.

Αυτή η σύγκρουση μεταξύ βραχυπρόθεσμων και συγκεκριμένων οικονομικών συνεπειών και μακροπρόθεσμων απροσδιόριστων, πλην εξίσου υπαρκτών, αρνητικών επιπτώσεων, δίνει το στίγμα της πολυπλοκότητας του πολιτικού προβλήματος, κατά το μέτρο που ο πολίτης αδυνατεί να προσδιορίσει και να καταλογίσει τις ευθύνες των περιβαλλοντικών κινδύνων στις πολιτικές ηγεσίες. Κατά τον Beck, τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει συντελεσθεί μια θεμελιώδης αλλαγή του κοινωνικού υποδείγματος: oι συγκρούσεις για την κατανομή του πλούτου -που κυριαρχούσαν σε όλα τα στάδια της εξέλιξης του καπιταλισμού- έχουν επικαλυφθεί από τις συγκρούσεις για την κατανομή των κινδύνων που προκαλούνται από την επιστημονικοτεχνική ανάπτυξη. Για τους κινδύνους αυτούς, που παράγονται από μια ακατάπαυστη διαδικασία τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, κυρίως υπεύθυνα είναι τα βιομηχανικά κράτη της δύσης, τα οποία ζουν με την ψευδαίσθηση, ότι μπορούν αενάως να μετακυλίουν τις βλαπτικές παρενέργειες της κινδυνογόνου παραγωγής στις χώρες του τρίτου κόσμου. Ωστόσο οι αρνητικές παρενέργειες άρχισαν εδώ και αρκετά χρόνια να γίνονται ορατές και στην αναπτυγμένη δύση, ενώ αγγίζουν το σύνολο του πληθυσμού του πλανήτη.

Η κοινωνία της διακινδύνευσης εδράζεται στην διαπίστωση, ότι σήμερα δεν μπορούν να υπολογιστούν οι ζημιές και να κατανεμηθούν οι ευθύνες σε απευθείας αναγωγή στις πηγές που τις προκάλεσαν -όπως συνέβαινε με τις βιομηχανικές κοινωνίες- διότι τα συστήματα κοινωνικών κανόνων αποτυγχάνουν να παρέχουν την υπεσχημένη ασφάλεια ενόψει των κινδύνων που δημιουργούν οι αποφάσεις. Η αδυναμία αυτή δημιουργεί μια έντονη κρίση νομιμοποίησης των πολιτικών συστημάτων αλλά και του ίδιου του δικαίου, διότι ενώ στις βιομηχανικές κοινωνίες τόσο το δίκαιο της ευθύνης, όσο και η ασφάλιση ανταποκρίνονταν σε γενικές γραμμές στο αίτημα για κοινωνική σταθερότητα και ασφάλεια, σήμερα η προσδοκία αυτή διαψεύδεται. Η υπόσχεση για ορθολογικό έλεγχο των συνεπειών των κινδύνων που παρείχε η ασφάλιση, προσκρούει στην  σύγχρονη αδυναμία υπολογισμού των κινδύνων οι οποίοι επιπροσθέτως είναι παγκοσμιοποιημένοι, καθώς ξεπερνούν τα όρια των εθνικών κρατών, όσο και το χρόνο μιας γενιάς.

Θεωρούμε ότι προβληματισμοί όπως οι παραπάνω συνεπάγονταν την ανάγνωση της ασφάλειας, με όλους τους επιμέρους νοηματικούς της άξονες, ως ένα σύγχρονο πολιτικό πρόβλημα που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο τα πολιτικά συστήματα αποφασίζουν πάνω στα σύγχρονα παγκόσμια ερωτήματα της γενικευμένης ανασφάλειας. Σε αυτό το στόχο τόσο το δοκίμιο του F.G, όσο και το έργο του U.Beck συμβάλλουν καθοριστικά.

Το πολύ ενδιαφέρον δοκίμιο του F.G ευτύχησε στα χέρια του έμπειρου μεταφραστή και πανεπιστημιακού δασκάλου Α.Κιουπκιολή, καθώς μετέφερε τους πλούσιους προβληματισμούς του γαλλικού κειμένου σε ακριβή  ελληνικά με ρέοντα λόγο και στιλπνότητα ύφους.

                                                                                               

    

1. Σχόλιο στο βιβλίο του Frédéric Groc, Η αρχή της ασφάλειας, εκδ. ΠΟΛΙΣ, μετ. Α.Κιουπκιολής, 2016, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Book’s Journal(τεύχος Σεπτεμβρίου 2016).

 

 

 

2. Βλ. Ι. Μανωλεδάκη, Κοινωνία της διακινδύνευσης: μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας στον τόμο Χ.Ανθόπουλου/Ξ.Κοντιάδη/Θ.Παπαθεοδώρου, Ασφάλεια και δικαιώματα στην κοινωνία της διακινδύνευσης, Αντ. Σάκκουλα, 2005, σ. 184 επ.

 

 

3. βλ. W.v.Leyden, Hobbes and Locke, The politics of  freedom and obligation, The Macmillan Press, 1987.

 

 

4. Για την κριτική στις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου βλ. Π.Σούρλα, Πρόσωπα και πολίτες: όψεις του φιλελευθερισμού και του κοινωνικού συμβολαίου, Ισοπολιτεία, 1997, σ.101 επ. ιδιαίτερα 124.

 

 

5. Βλ. Π.Μαντζούφα, Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης, υγεία-ιδιωτικότητα-περιβάλλον, εκδ. Σάκκουλα, 2006, σ. 48 επ.

 

 

6. Το συναίσθημα της γενικευμένης ανασφάλειας και ο φόβος της παγκόσμιας και αόρατης απειλής, ενέταξαν την έννοια της ασφάλειας σε μια λογική έκτακτης ανάγκης που συνεπάγεται την επιστράτευση στρατιωτικών μέσων αντίδρασης κατά της τρομοκρατίας, διαταράσσοντας έτσι την ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Βλ. J.Derrida-J.Habermas, Le “consept” du 11 Septembre. Dialogues a NewYork avec G.Borradori, Galile, 2003, σ. 57 επ, 87 επ.

 

 

7. Βλ. την θεμελιώδη μελέτη του Α.Μάνεση, Το πρόβλημα της ασφάλειας του κράτους και η ελευθερία, Συνταγματική θεωρία και πράξη, Σάκκουλας, 1980, σ. 390 επ.  

 

 

8. Βλ. Z.Bauman, Le gout humain de la mondialisation, Hachette, 1998, σ. 179.

 

 

9. Βλ. H.A.Hesse, Der Schutzstaat, Nomos, Baden-Baden, 1994, σ. 234

 

 

10. Βλ.G.Gusy, Rechtzguterschutz als Staatsaufgabe- Verfassungsfragen der “Staatsaufgabe Sicherheit”, DoV, 1996, σ. 573 επ.

 

 

11. Βλ. U.Beck, Risikogesellschaft. Auf dem Weg in eine andere Moderne, Suhrkamb, 1986

 

 

12. Βλ. Β.Γεωργιάδου, Οι διακινδυνεύσεις στην ύστερη νεωτερικότητα, Μια πολιτική-κοινωνιολογική ανάλυση, στο τόμο Λ.Λουλούδη/Β.Γεωργιάδου/Γ.Σταυρακάκη, Φύση, κοινωνία ,επιστήμη, στην εποχή των «τρελών αγελάδων», διακινδύνευση και αβεβαιότητα, Νεφέλη, 1999,  σ. 72.

 

 

13. Βλ. Beck, Risikogesellschaft, ό.π, σ. 25.

 

 

Frédéric Groc, Η αρχή της ασφάλειας (μετ. Α.Κιουπκιολής) εκδ. ΠΟΛΙΣ 2016

Βιβλιοκρισία: Παναγιώτης Μαντζούφας, Aν, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

 

Η ασφάλεια του κράτους ως ανασφάλεια των πολιτών

                                                                        Παναγιώτη Μαντζούφα

                                                            Αν.Καθηγητή της Νομικής Σχολής στο ΑΠΘ

 

Αν η ασφάλεια αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις της δημοκρατίας και αναγκαίο όρο της πολιτειακής ομαλότητας, και αν ένας από τους σκοπούς ενός σύγχρονου κράτους δικαίου είναι να αποφεύγει την μετατροπή των ζητημάτων της ασφάλειας του σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, οδηγώντας αναπόφευκτα τα δικαιώματα σε αναστολή ή σε σοβαρούς περιορισμούς, τότε η εποχή που ζούμε, θέτει τους παραπάνω όρους υπό έντονη αμφισβήτηση. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή οι σύγχρονες διακινδυνεύσεις είναι πολυποίκιλες (κλιματολογικές αλλαγές που οφείλονται σε ανθρώπινη δραστηριότητα, διατροφικές και ενεργειακές επισφάλειες, οργανωμένο έγκλημα, έξαρση της διεθνούς τρομοκρατίας, εμφύλιες διαμάχες, πολεμικές συγκρούσεις κρατών) συχνά με απροσδιόριστη προέλευση και με αστάθμητες συνέπειες, αλλά κυρίως επειδή ο πολίτης, υπό το κλίμα της μαζικής υστερίας και του φόβου στον οποίο υποβάλλεται και από τα ΜΜΕ, είναι έτοιμος να δεχθεί την συρρίκνωση των ελευθεριών του, χάριν της ασφάλειας του.

Έτσι σταδιακά το «ξεχασμένο» ζήτημα της εσωτερικής ασφάλειας τοποθετείται στο κέντρο του θεωρητικού προβληματισμού αλλά και των νομοθετικών μέτρων σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, μετατοπίζοντας, συχνά, το κεντρικό διακύβευμα από το δίπολο ελευθερία-ισότητα στο ζεύγμα ασφάλεια-ελευθερία, με την ελευθερία να είναι μάλλον ο αδύναμος όρος. Τα αιτήματα των πολιτών προς το κράτος για ασφάλεια αντιστοιχούν ιστορικά, στους έντονους μετασχηματισμούς των κινδύνων που τους απειλούν. Αν την περίοδο του απολυταρχικού κράτους ένας βασικός κίνδυνος ήταν αυτός που προκαλούσαν οι ανεξέλεγκτες συγκρούσεις για κυριαρχία με επίκεντρο τις θρησκευτικές διαμάχες, στο κράτος δικαίου είναι οι κίνδυνοι από την κρατική αυθαιρεσία, ενώ στο κοινωνικό κράτος οι ανασφάλειες από τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες και την ανεργία. Σε αυτούς του διαρκείς κινδύνους προστίθεται ένας νέος τύπος απειλών που χαρακτηρίζει το σύγχρονο μεταβιομηχανικό κράτος: πρόκειται για τις αβεβαιότητες που προκαλούνται τόσο από την εφαρμογή των τεχνολογικών καινοτομιών στην διατροφή, στο περιβάλλον, στο ανθρώπινο σώμα (π.χ κλωνοποίηση), όσο και από τις νέες μορφές τρομοκρατίας.

Ο προβληματισμός που αναπτύσσει στο βιβλίο του ο Frédéric Groc,(εφεξής F.G), Γάλλος φιλόσοφος και μελετητής του Μ.Φουκώ, αναμετριέται με την έννοια της ασφάλειας, όχι μόνο ως μια αντικειμενική κατάσταση κινδυνογόνων παραγόντων που θέτουν την ύπαρξη σε δεινή δοκιμασία, δηλαδή την ασφάλεια ως εξάλειψη των απειλών και των κινδύνων, αλλά και την ασφάλεια ως ψυχική διάθεση που στηρίζεται στην πνευματική ισορροπία και ηρεμία.

Στη βάση αυτή ο μελετητής διακρίνει τέσσερεις διαστάσεις της ασφάλειας, τέσσερεις νοητικούς άξονες με τις οποίους θα ασχοληθεί στα τέσσερα κεφάλαια του δοκιμίου του: «την ασφάλεια ως πνευματική κατάσταση, ως διάθεση του υποκειμένου. Την ασφάλεια ως αντικειμενική κατάσταση, ως ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από την απουσία κινδύνων, την εξάλειψη των απειλών. Την ασφάλεια ως κατοχύρωση από το κράτος των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της διαφύλαξης των αγαθών και των προσώπων, της δημόσιας τάξης, της εδαφικής ακεραιότητας. Την ασφάλεια, τέλος, ως έλεγχο των ροών. Αυτές οι τέσσερεις διαστάσεις διέπουν την έννοια της ασφάλειας. Καθορίζουν την σύστασή της και τα σημεία έντασης»(σ. 10-11)      

 

Η αταραξία ως πνευματική ασφάλεια στους φιλοσόφους της ελληνιστικής περιόδου

 

Κατά τον F.G, η ιστορικά πρώτη σημασία της ασφάλειας, όπως αναπτύχθηκε από τους φιλοσόφους της ελληνιστικής περιόδου, είναι η ασφάλεια ως ψυχική κατάσταση που ταυτίζεται με την σιγουριά, την ηρεμία και την πραότητα. Θεωρούμε ότι η επιλογή του συγγραφέα να συνδέσει την ασφάλεια  με την υποκειμενική αντίληψη του ατόμου και τις ψυχικές τεχνικές και στάσεις ζωής που οφείλει να καλλιεργήσει  προκειμένου να φτάσει στην αταραξία(ελληνικά στο γαλλικό κείμενο)- η αταραξία αποτελεί βασική έννοια στους στωικούς, στους επικούριους και στους σκεπτικούς- έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι δίνει φιλοσοφικό βάθος σε μια κυρίαρχη, πλην επιπόλαια, τάση της εποχής που είναι η ατομικιστική αναζήτηση της ευδαιμονίας μέσω πρακτικών συνταγών αυτοβοήθειας(τα γνωστά παγκόσμια best seller). Ο F.G, μακριά από την λογική των ευπόλητων σχετικών βιβλίων, παρουσιάζει μεθοδικά με στρωτή και γλαφυρή γραφή, τις απαντήσεις των φιλοσοφικών σχολών της ελληνιστικής περιόδου ως προς τις τεχνικές μεθόδους που πρέπει να υιοθετήσει το άτομο για να φτάσει στην ψυχική ισορροπία και την πνευματική ασφάλεια.

Για τους Στωικούς η συγκρότηση ενός αυτοκυριαρχούμενου εαυτού, εσωτερικά πειθαρχημένου και ικανού να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες της ζωής, προϋποθέτει μια ηθική του θάρρους, της δράσης και της επιμονής και  την υιοθέτηση των αντίστοιχων τρόπων για την επίτευξή τους. Ο πρώτος τρόπος αφορά στην αντιμετώπιση μιας θλιβερής παράστασης που έρχεται από έξω(αναγγελία μιας απώλειας προσφιλούς προσώπου, μια φυσική καταστροφή) και αναστατώνει το άτομο(ασφάλεια της παράστασης). Ο Επίκτητος συνιστά, εφόσον η  απειλή ανήκει στην κατηγορία των γεγονότων που δεν εξαρτώνται αυστηρά και απόλυτα από το άτομο, να επιδεικνύεται αλληλεγγύη, και όχι οίκτος, στα δεινά των τρίτων  και κουράγιο, και όχι απόγνωση, στα οικεία δεινά. Αν η ανησυχία και η θλίψη απορρέει από την παράσταση της ευτυχίας των άλλων, προτείνει την αποδόμηση της εικόνας του ευτυχούς γείτονα και την ένταξή της στο υλικό κύκλο της φθοράς και της παρακμής των αντικειμένων και των προσώπων με την πάροδο του χρόνου. Με τον τρόπο αυτό το άτομο αποκαθάρει τις παραστάσεις από το φορτίο των συγκινήσεων και τις μετατρέπει σε ελεγχόμενα συμβάντα που παύουν να το αναστατώνουν.

 Παρόμοιες ασκήσεις, προτείνουν οι στωικοί, για την εκλογίκευση των επιθυμιών που συνεγείρουν το άτομο. Η αναδίπλωση της επιθυμίας είναι μια εκλεπτυσμένη ψυχική στάση που μετριάζει την ένταση των επιθυμιών με αντάλλαγμα την συνειδητοποίηση ότι η φυσική πορεία των πραγμάτων είναι αναπόφευκτα δεμένη με τις ματαιώσεις των επιθυμιών, και συνεπώς το άτομο δεν θα πρέπει να επηρεάζεται. Το άτομο οφείλει να προετοιμάζεται για την αβέβαιη εκπλήρωση των επιθυμιών του, ενώ δεν πρέπει να ξεχνά ότι παίζει πάντα ένα ρόλο, που του τον επιβάλλουν οι συνθήκες της ζωής, και  στον οποίο οφείλει να ανταποκριθεί ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Αυτή η στάση, του ελέγχου των αβέβαιων επιθυμιών, απαλλάσσει το άτομο από τις ψυχικές επιβαρύνσεις ακόμα και απέναντι στο θάνατο. Η βεβαιότητα και το αμετάκλητο του θανάτου, κατά την Στωική αντίληψη, όπως την μεθερμηνεύει ο F.G, ταυτίζεται με την ασφάλεια, με το έσχατο καταφύγιο, όπου το υποκείμενο αισθάνεται « μια ασφάλεια ενάντια στην ίδια τη ζωή»(σ. 32) επιλέγοντας να εγκαταλείψει το θέατρο του κόσμου, αυτοκτονώντας. Έτσι ο θάνατος δεν είναι η απόλυτη απειλή, αλλά μια οδός διαφυγής, ένα καταφύγιο, μια οριστική ασφαλής γαλήνη.

Στην επικούρια φιλοσοφία ο συγγραφέας βρίσκει μια νέα μορφή πνευματικής ασφάλειας- αταραξίας που συνδέεται με την ικανοποίηση των ηδονών. Ως ηδονή ο Επίκουρος εννοεί το αίσθημα μιας πληρότητας, μια ανάπαυλα της ψυχής όταν απαλλάσσεται από τις εντάσεις του σώματος. Το αίσθημα αυτό δεν έχει να κάνει με την συνεχή κίνηση και την υπερδιέγερση των αισθήσεων και των ψευτοηδονών(σαρκικές ηδονές, κοινωνικές ικανοποιήσεις, ματαιοδοξίες), αλλά με την βαθύτερη χαρά, την αληθινή πληρότητα  που συνδέεται με την ύπαρξη καθεαυτήν. Όλο το έργο της φιλοσοφίας, κατά τους επικούρειους, «έγκειται στο πέρασμα από την ηδονή στην ασφάλεια(από την ηδονή στην αταραξία), ως προσπάθεια αποκρυστάλλωσης, συμπύκνωσης, σταθεροποίησης της φευγαλέας ηδονής της ύπαρξης»(σ. 36-37). Οι τρόποι για να επιτευχθεί ο συγκεκριμένος στόχος είναι τέσσερεις: ο αναστοχασμός των αρχών, δηλαδή η διαρκής διερώτηση που αποσκοπεί στο να διακρίνει το άτομο τις φυσικές και αναγκαίες επιθυμίες από εκείνες που γεννιούνται από κενοδοξία, οι φίλοι που επιτρέπουν με το παράδειγμά τους να διατηρεί το άτομο την πληρότητα της ύπαρξης του που αποκτά άλλο βάρος καθώς τη μοιράζεται μαζί τους, οι θεοί, διότι το άτομο αισθάνεται ευγνώμον ως αποδέκτης της χάριτος του θεού καθώς και οι στιγμές ευτυχίας που το άτομο έζησε στο παρελθόν, η ανάμνηση των οποίων το βοηθά να πορευτεί και να αντιμετωπίσει τα βάσανα του παρόντος.

Περνώντας στους σκεπτικούς, ο συγγραφέας βρίσκει σε αυτούς μια αντίληψη περί πνευματικής ασφάλειας που βασίζεται στην συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια σταθερή και οριστική που να μπορεί να αντιληφθεί ο ανθρώπινος νους, και συνεπώς  η παραίτηση από την επιδίωξη της  αλήθειας, η αναστολή των απόλυτων κρίσεων οδηγεί το άτομο στην ηρεμία και την ασφάλεια μέσω της αμφιβολίας. Οι σκεπτικοί πίστευαν ότι επειδή ο δογματισμός συνοδεύεται πάντα από την υποψία της πιθανής ανατροπής των θέσεων πάνω στις οποίες στηρίζεται, το άτομο που πιστεύει σε αυτές τις θέσεις θα οδηγηθεί μοιραία σε ψυχικές διαταραχές και για αυτό πρέπει να επιλέγεται μια επιφυλακτική στάση. Η μετριοπάθεια στις κρίσεις και η παραίτηση από την αναζήτηση της αλήθειας, αφού δεν είναι δυνατή η διαμόρφωση μιας σταθερής άποψης για τα πράγματα τα οποία είναι εκ φύσεως ασταθή και αμφίβολα, εξασφαλίζει στο άτομο πνευματική ασφάλεια.

 

Η ουτοπία των θρησκευτικών αιρέσεων του μεσαίωνα και η ασφάλεια της επίγειας ευτυχίας

 

Στο δεύτερο κεφάλαιο η συζήτηση μετατοπίζεται σε εκείνες τις θεωρίες που αντιλαμβάνονται την ασφάλεια ως μια αντικειμενική κατάσταση  που χαρακτηρίζεται από την απουσία κινδύνων και από την μέριμνα για την επεξεργασία ενός ουτοπικού σχεδίου για την απάλειψη κάθε είδους απειλών από την εγκόσμια σφαίρα. Εδώ το πρότυπο ενός τέλειου κόσμου είναι κυρίαρχο, καθώς διατρέχει πλήθος αιρέσεων του χριστιανισμού κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα. Ο F.G ομαδοποιεί στο κεφάλαιο αυτό εκείνες τις ουτοπίες -θρησκευτικής κυρίως προέλευσης- που επεξεργάσθηκαν το όραμα μιας αρμονικής ανθρωπότητας απαλλαγμένης από βία, επιθετικότητα και μίσος. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια μεταφυσική της ασφάλειας, η οποία αρχικά στην εκδοχή του χιλιασμού αντιμετώπισε την σφοδρή αντίδραση της εκκλησίας, διότι η υπόσχεση των χιλιαστών για πληρότητα, ευτυχία και ασφάλεια θα πραγματοποιούνταν εντός του κόσμου και όχι στην μεταθάνατο ζωή. Ο συγγραφέας, υποστηρίζει ότι από παρόμοιες μεσαιωνικές αντιλήψεις περί επίγειας ευτυχίας ελαύνονταν και πολλά κινήματα εντός των σταυροφόρων που έπειθαν τους πιστούς να κατευθυνθούν προς την Ιερουσαλήμ για να φτάσουν στην ιερή πόλη της ευτυχίας και της ασφάλειας. Ο F.G πιστεύει ότι αρκετά από τα ριζοσπαστικά θρησκευτικά ρεύματα(Χουσίτες, Τ.Μύνστερ, Τζοακίνο ντα Φιόρε) της εποχής, υπέμεναν τόσο το πόλεμο της επίσημης εκκλησίας και την Ιερά Εξέταση όσο και κάθε λογής κακουχίες και δοκιμασίες διότι ένιωθαν την πλήρη ασφάλεια ότι αποτελούν τους πρώτους εκλεκτούς του νέου κόσμου. Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι σε αυτά τα μεσαιωνικά κινήματα βρίσκουμε μορφές πρώιμου κομμουνισμού καθώς πέραν από την εξύμνηση της απόλυτης φτώχειας ως εκούσιας επιλογής(Φραγκισκανοί μοναχοί) υπάρχει η απάρνηση κάθε μορφής ιδιοκτησίας, και η ιδέα της κοινοκτημοσύνης όλων των επίγειων αγαθών, ενώ καταγγέλλεται ο διεφθαρμένος κλήρος που έχει παραδοθεί στην τρυφηλή ζωή. Οι οπαδοί του εξισωτικού χιλιασμού θεωρούσαν ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία φέρνει βία και αντιπαλότητα, ενώ αντίθετα η ακριβοδίκαιη διανομή των αγαθών και της εξουσίας θα φέρει ευτυχία και ασφάλεια. Αντιστοίχως, εξυμνείται η προσωπική σχέση με το θεό χωρίς μεσολαβητές και γραφές ως μια στάση ελευθερίας και πνευματικής ασφάλειας που αμφισβητεί την αυθεντία της εκκλησίας και την υποταγή σε θρησκευτικές ιεραρχίες.

 

Το κράτος ως εγγυητής της ασφάλειας του ατόμου στους πρώιμους φιλελεύθερους στοχαστές αλλά και οι απειλές κατά του ατόμου στο κράτος δικαίου

 

Μια πρώιμη μορφή εμφάνισης της ασφάλειας ως κοινωνικό αίτημα μπορεί να καταγραφεί στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Στην προβληματική που συνδέεται με την ασφάλεια μπορεί να εντοπίσουμε τρις βασικές θεωρητικές παραδόσεις: την συζήτηση για την θεμελίωση και τα όρια της μοναρχικής εξουσίας, το δικαίωμα στην προσωπική αυτονομία και την ατομική ασφάλεια  και το εξ’ αυτών συναγόμενο δικαίωμα αντίστασης στην τυραννική εξουσία. Ο πολίτης αντιλαμβανόταν την ασφάλεια ως εγγύηση ελευθερίας, όσο περισσότερο διευρύνονταν τα πολιτικά του δικαιώματα, και στο μέτρο που ολοκληρώνονταν οι θεσμοί και τα διαθέσιμα μέσα πρόσβασης στην δικαιοσύνης. Οι υλικές  και άμεσες εγγυήσεις της  προσωπικής  ασφαλείας του πολίτη, αποτυπώνονταν στις πρώτες υποτυπώδεις μορφές αυτοπεριορισμού της απολυταρχικής εξουσίας του Μονάρχη.  

Στο σύγχρονο κράτος, που έχει εδαφική έκταση, νομοθεσία και ένα λαό που κατοικεί το έδαφος, ο F.G, αναγνωρίζει τον βασικό εγγυητή της ασφάλειας. Το πρώτιστο καθήκον κάθε  κρατικής οντότητας, όπως περιγράφεται από τους θεωρητικούς του πρώιμου φιλελευθερισμού,  ήταν η εξασφάλιση της  προστασίας του πολίτη, ως φυσικής ύπαρξης, όχι τόσο από κινδύνους που προέρχονται από στοιχεία της φύσης και θα χαρακτηρίζονταν πρωτογενείς κίνδυνοι, αλλά από τους δευτερογενείς φυσικούς κινδύνους που προέρχονται από την ανθρώπινη συμπεριφορά. Βασική λειτουργία του δικαίου, υπό την εκδοχή του κοινωνικού συμβολαίου, ήταν η παροχή ασφάλειας, έναντι απειλών προερχόμενων από ανθρώπους,  εξαιτίας έντονων κοινωνικών συγκρούσεων. Η πρωταρχική αυτή έννοια της ασφάλειας, ως προϋπόθεση της ύπαρξης κράτους, αποτέλεσε ταυτόχρονα και την νομιμοποίηση του νεότερου κράτους. Η νομιμοποιητική αυτή αρχή αναπτύχθηκε από το Hobbes και είχε ως πρότυπο το απολυταρχικό κράτος του 16ου αιώνα, το οποίο αναγνωρίζεται ως ο αποκλειστικός φορέας άσκησης φυσικής βίας και καταναγκασμού. Κοινή συνισταμένη των αντιλήψεων των Hobbes και Locke -και παράλληλα αντικείμενο έντονων επικρίσεων- είναι ότι εξιδανίκευσαν το άτομο και τα εγωιστικά του χαρακτηριστικά, αναγνωρίζοντας ότι το μόνο στοιχείο που τον συνδέει με τους συμπολίτες του είναι η συμφωνία για την κρατική οργάνωση της κοινωνικής συμβίωση προκειμένου να δημιουργηθούν συνθήκες ασφάλειας για την ικανοποίηση των ατομικών του συμφερόντων. Το βασικό στοιχείο -κατά την αντίληψη αυτή- που συνέχει τα άτομα είναι η αμοιβαιότητα των συμφερόντων, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε ηθική υποχρέωση αλληλεγγύης, συμμετοχής και συλλογικής παρουσίας. 

Η φιλελεύθερη αντίληψη περί ελευθερίας του Locke, δεν αμφισβήτησε την φιλοσοφική θεμελίωση της ασφάλειας στο έργο του Hobbes. Αντιθέτως, οικοδόμησε πάνω σε αυτήν και την διεύρυνε προσφέροντας μια νέα νομιμοποιητική βάση. Η θέση του Locke εκτόπισε την έννοια της ασφάλειας από την θέση του ακαταγώνιστου θεμελίου της κρατικής εξουσίας και την έβαλε να συνυπάρχει με την ελευθερία. Επομένως, δεν είναι το απολυταρχικό αλλά το νομικά δεσμευμένο και εξουσιαστικά περιορισμένο κράτος που εγγυάται την κοινωνική ειρήνη. Από εδώ και στο εξής, η αστική ασφάλεια και η αστική ελευθερία οφείλουν να εναρμονίζονται.

Στο σημείο αυτό πρέπει να εντοπίσουμε μια βασική διαφορά ανάμεσα στην γαλλική και την αγγλοσαξωνική παράδοση, που δεν επισημαίνεται από τον συγγραφέα. Στη γαλλική παράδοση το δικαίωμα στην ασφάλεια  συνδέθηκε εξαρχής  με τις εγγυήσεις για την αποφυγή της προσωπικής κράτησης και της φυλάκισης χωρίς νόμο. Αντίθετα, στην αγγλοσαξωνική παράδοση, όπου η προσωπική ασφάλεια ήταν, ήδη,  κατακτημένη λόγω επικράτησης του κοινοβουλευτισμού, η ασφάλεια συνδέθηκε με την ιδέα της εγγύησης των αναγκαίων υλικών μέσων για την ζωή. Αυτή η ιδέα είναι απολύτως ξένη προς τις απόψεις της γαλλικής εθνοσυνέλευσης την περίοδο της Επανάστασης, όπου καταρχήν η ασφάλεια ταυτίζεται με την νομιμότητα δηλαδή με την λεγόμενη ασφάλεια δικαίου, υπό την εκδοχή της εγγύησης ότι για κάθε δικαίωμα υπάρχει νόμος που προστατεύει το άτομο από αυθαίρετες κρατικές παρεμβάσεις στο πεδίο της προσωπικής του ελευθερίας. Το δικαίωμα στην ασφάλεια απευθύνεται στο κράτος, το οποίο οφείλει να επεξεργαστεί νομικούς θεσμούς, προκειμένου να φροντίσει για την προστασία του ιδιώτη έναντι κρατικών και ιδιωτικών παραβιάσεων.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο πρώϊμος συνταγματισμός, ως θεσμική έκφραση των πρώτων φιλελεύθερων καθεστώτων,  είχε ως βασικό εγγυητικό στόχο την παροχή ασφάλειας μέσω του περιορισμού της κρατικής αυθαιρεσίας αλλά και την αναγνώριση ότι η άσκηση της ελευθερίας συνεπάγεται υπακοή στο νόμο. Στο πλαίσιο αυτό, η κρατική ασφάλεια εμφανίζει δύο βασικές όψεις: η μία αποτυπώνει την αποτελεσματική αντιμετώπιση των πολυποίκιλων διακινδυνεύσεων, ενώ η άλλη την εγγύηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Στην πρώτη μπορούμε να εντάξουμε και την ασφάλεια της ίδιας της πολιτείας, ως δημόσια ασφάλεια, δηλαδή ως προστασία των θεσμών και της κυριαρχίας μιας πολιτείας από εσωτερικές υπονομεύσεις(εσωτερική ασφάλεια) και εξωτερικές αμφισβητήσεις(εξωτερική ασφάλεια). Στην εξέλιξη της έννοιας της ασφάλειας μπορούμε να διακρίνουμε δύο στάδια. Σε ένα πρώτο στάδιο που θα το ονομάζαμε χομπσιανό -που αντιστοιχεί στο πολίτευμα της, ελέω θεού, Μοναρχίας-, κυριαρχεί ο φόβος για την αυξανόμενη βιαιότητα και η ένταση που προκύπτει απ’ την σύγκρουση, την σχεδόν πολεμική σύρραξη, μεταξύ των πολιτών την περίοδο των θρησκευτικών πολέμων. Η αντιμετώπιση της ανασφάλεια που προκαλείται ανατίθεται στο σύγχρονο κράτος, το οποίο με το μονοπώλιο της βίας που του αναγνωρίζεται μέσω κοινωνικού συμβολαίου, διασφαλίζει την ειρήνη. Ο φόβος εγκαταλείπει τους πολίτες, μόνο με την παρέμβαση του κράτους, που διαθέτει τα υλικά μέσα για αποτελεσματική προστασία.

Στο δεύτερο στάδιο, το φιλελεύθερο, η ασφάλεια του πολίτη συνδέεται με κινδύνους από κρατικές παρεμβάσεις και διασφαλίζεται με την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του. Στο μέτρο που το φιλελεύθερο αίτημα για δέσμευση της κρατικής εξουσίας τόσο από το νόμο όσο και από ένα σύστημα δικαστικών εγγυήσεων γίνεται θεσμικά δυνατό, το αυταρχικό χομπσιανό κράτος μετατρέπεται σταδιακά σε κράτος δικαίου.

 Σε αυτό το δεύτερο στάδιο η  δημόσια ασφάλεια προσβλέπει στην εξασφάλιση της συμμόρφωσης του πολίτη προς τις επιταγές της δημόσιας τάξης μέσω της οποίας το κράτος συντηρεί και διαφυλάσσει την ίδια του την ύπαρξη. Με αυτή την έννοια, η δημόσια ασφάλεια ως κρατική ασφάλεια, βρίσκεται σε εγγενή αντιπαράθεση με τις ελευθερίες των πολιτών, αντιπαράθεση η οποία εντείνεται, όταν, υπό την απειλή τρομοκρατικών χτυπημάτων (όπως αυτό της 11ης Σεπτεμβρίου), το κράτος λαμβάνει έκτακτα μέτρα ποινικής καταστολής. Σε αυτή άλλωστε την αντιπαράθεση, η ελληνική συνταγματική θεωρία βάσισε μεγάλο μέρος της  κριτική της στο μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος.

Θεωρούμε ότι στο σημείο αυτό μπορούμε θεμιτά να επεκτείνουμε το συλλογισμό του συγγραφέα, εντοπίζονται ένα θεμελιώδες δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι κρατικοί θεσμοί ασφάλειας και τα νομικά συστήματα. Πράγματι εδώ  ελλοχεύει μια εγγενής αντίφαση: ο πολίτης εγείρει προς τη δημόσια διοίκηση αιτήματα για ασφάλεια και προστασία και εκφράζει δυσπιστία ως προς την δυνατότητα του κράτους να είναι αποτελεσματικό στην προστασία των  θεμελιωδών εννόμων αγαθών του, δηλαδή της ζωής και της ασφάλειάς του. Το κράτος προκειμένου να είναι αποτελεσματικό οδηγείται συχνά στο να υιοθετεί μέτρα που σχετικοποιούν  την προστασία των δικαιωμάτων και κατά περίπτωση νοθεύει την νομιμότητα. Αυτή η σχετικοποίηση της συνταγματικής νομιμότητας, νομιμοποιείται στην συνείδηση του πολίτη ως δικαιολογημένο μέτρο, προκειμένου να του παρασχεθεί ασφάλεια. Έχει λοιπόν συντελεσθεί μια βασική επαναϊεράρχηση των προτεραιοτήτων του πολίτη σε σχέση με το κράτος που δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια και ωθεί το κράτος στο να υιοθετήσει νέες μορφές. Σήμερα γίνεται λόγος για προληπτική λειτουργία του κράτους, για παιδαγωγικό κράτος, για κράτος προστασίας, για κράτος ασφάλειας, μορφές οι οποίες αλλάζουν την σχέση κράτους πολίτη και την φωτίζουν από μια νέα οπτική γωνία. Επίκαιρο παράδειγμα αυτής της αλλαγής είναι ότι η Γαλλία, μετά τα πρόσφατα τρομοκρατικά χτυπήματα, βρίσκεται ακόμα υπό καθεστώς εκτάκτων μέτρων, ενώ τα μέτρα δημόσιας τάξης που προβλέπονται για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου στην χώρα είναι πρωτοφανή.

Στο βαθμό που οι απειλές και οι κίνδυνοι για τον πολίτη προέρχονται είτε από τον ίδιο, είτε από τρίτους, είτε από την ίδια την φύση, το άτομο οδηγείται σε έναν περιορισμό των αξιώσεων για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του. Εδώ όμως υπάρχει το παράδοξο, όσο περισσότερο προχωράει η προστασία έναντι των πιθανών κινδύνων, τόσο απροστάτευτος αισθάνεται ο προστατευόμενος έναντι του προστάτη του.

Περνώντας στο ζήτημα της συλλογικής ασφάλειας στη σχέση μεταξύ των ανεξάρτητων κρατών, ο F.G αναγνωρίζει ότι η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου δεν υφίσταται καθώς οι διεθνείς δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν μεταξύ τους τα κράτη καθώς και οι υποχρεώσεις που συνεπάγεται η συμμετοχή τους σε διεθνείς οργανισμούς αποτελούν ασθενείς μορφές ηθικής αναγνώρισης παρά νομικές υποχρεώσεις, στο βαθμό που οι κυρώσεις που προβλέπονται, όταν παραβιάζονται οι διεθνείς κανόνες,  δεν μπορούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επιβληθούν. Καταλήγει ότι «η παγκόσμια κοινότητα δικαίου και το παγκόσμιο σύστημα συλλογικής ασφάλειας είναι μια πραγματικότητα που ακόμη βρίσκεται εν πολλοίς στα σπάργανα»(σ. 129) Οι μόνοι εγγυητές της εξωτερικής ασφάλειας των κρατών, πέραν της ισχύος που διαθέτει το ίδιο το κράτος, είναι η ένταξη σε ενιαίους στρατιωτικούς συνασπισμούς και η ανάπτυξη πυρηνικών οπλοστασίων που καθιστούσε, ιδιαίτερα την περίοδο του ψυχρού πολέμου, τον πόλεμο αδύναμο, λόγω αμοιβαίας και αναπότρεπτης ολικής καταστροφής.

 

Η κατάσταση εξαίρεσης και ο κινηματικός χαρακτήρας των ολοκληρωτικών καθεστώτων

 

Τα σημεία στα οποία αξίζει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση και στα οποία ο συγγραφέας αφιερώνει ένα ειδικό τίτλο είναι εκείνα που αφορούν στην τήρηση της δημόσιας τάξης με αστυνομικά ή άλλα μέτρα. Η δημόσια τάξη δεν αφορά εδώ στην προστασία των δικαιωμάτων και στην ασφάλεια των πολιτών, αλλά στην προστασία του κράτους από κάθε επιβουλή και αποσταθεροποίηση. Το πρωτείο της ασφάλειας του κράτους έναντι της νομικής ασφάλειας των πολιτών έχει αντιμετωπιστεί μέσα στο εικοστό αιώνα, ανάμεσα σε άλλες θεωρίες, και μέσα από την κατασκευή της «κατάστασης εξαίρεσης»,  έννοια στην οποία έδωσε θεωρητικό βάθος ο Καρλ Σμιτ στα έργα του, Περί δικτατορίας και Πολιτική Θεολογία, όπου τίθεται η σχέση της ισχύος με το δίκαιο και της βίας με το κράτος. Με την κατάσταση εξαίρεσης το κράτος, εφόσον καλείται να αντιμετωπίσει ένα σοβαρό κίνδυνο που απειλεί την ίδια την υπόστασή του, αναγνωρίζει στον εαυτό του την δυνατότητα να αναστείλει την ισχύ των συνταγματικών διατάξεων και των ατομικών ελευθεριών, ενισχύοντας παράλληλα την εκτελεστική λειτουργία και παραμερίζοντας την νομοθετική και την δικαστική λειτουργία. Η αναστολή της νομιμότητας συχνά είναι συνταγματικά προβλεπόμενη υπό αυστηρές προϋποθέσεις(π.χ άρθρο 48 ελληνικού Συντάγματος), ωστόσο, σύμφωνα με το Καρλ Σμιτ, το κράτος στην κατάσταση εξαίρεσης υπερβαίνει την νομική του διάσταση και επιβεβαιώνει το πολιτικό του χαρακτήρα που δεν είναι, σε αυτές τις συνθήκες, αναγώγιμος στο νομικό πλαίσιο. Έτσι αποκαλύπτεται γυμνή η ουσία του πολιτικού ως καθαρή απόφαση, ως μια βία που παράγει νέους θεσμούς.(σ. 160-161) Ο F.G γράφει χαρακτηριστικά: «το κράτος εκμεταλλεύεται εργαλειακά το επιχείρημα της ασφάλειας για να θεσπίσει την κατάσταση εξαίρεσης και, έτσι, να ενισχύσει άμετρα τις εξουσίες του, να παραβιάσει τις θεμελιώδεις ελευθερίες, να επιβάλλει την διαρκή επιτήρηση στους υπηκόους του -να γίνει, συνεπώς, ολοκληρωτικό»(σ. 163)

Τα παραπάνω γνωρίσματα ριζοσπαστικοποιούνται στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, διότι σε αυτά δεν  υφίστανται οριακές περιστάσεις που επιβάλλουν έκτακτα μέτρα αναστολής των δικαιωμάτων, παρά μόνο όταν αποκτούν την εξουσία. Στην πραγματικότητα, κατά τον συγγραφέα,  η πολιτική αστυνομία αυτών των καθεστώτων( π.χ Γκεστάπο στη ναζιστική Γερμανία και Σεκουριτάτε στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου) δεν επιδιώκει τον έλεγχο των ελευθεριών, με λεπτομερείς ρυθμίσεις, επειδή, δήθεν, διακυβεύεται η σωτηρία του κράτους. Σε παρόμοιες λύσεις προσφεύγουν οι δικτατορίες και εν γένει τα απολυταρχικά καθεστώτα.

Αντίθετα, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα που θέτουν ως βασικό σκοπό του κράτους την εκπλήρωση μιας ανώτερης αποστολής που έχει τεθεί από την Ιστορία, αποβλέπουν στην κινητοποίηση των πολιτών προς επίτευξή της. Στη λογική αυτή, οι θεσμοί του κράτους δικαίου και τα δικαιώματα παραμερίζονται οριστικά και δεν αναστέλλονται απλώς. Αποτελούν  εμπόδια στην εκτέλεση ενός ιστορικού σχεδίου, στο οποίο οφείλει να συστρατευτεί το σύνολο των πολιτών, υπό την καθοδήγηση του ηγέτη και με την επιμέλεια των οργάνων δημόσιας τάξης. Γι’ αυτό το λόγο το ναζιστικό καθεστώς δεν ενδιαφέρθηκε να καταργήσει επισήμως το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, καθώς δεν επεδίωκε να αντικαταστήσει την συνταγματική νομιμότητα με μια νέα νομιμότητα, υπό την έννοια ότι το ζήτημα της νομικού θεμελίου των θεσμών ήταν αδιάφορο για το καθεστώς. Στην περίπτωση αυτή το κόμμα και το κίνημα θεωρούνται ότι κείνται πέρα και πάνω από τους κρατικούς θεσμούς, ενώ η νομιμότητα κρίνεται ως ένα απαρχαιωμένο στοιχείο ενός παρηκμασμένου καθεστώτος που πρέπει να σαρωθεί. Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ιδεολογίας των ολοκληρωτικών καθεστώτων, κατά τον F.G, είναι ότι οι άνθρωποι οφείλουν να  επιστρατεύουν όλες τις δυνάμεις τους προκειμένου να υλοποιήσουν το πρόγραμμα και την ιδεολογία που έχει επεξεργαστεί το κόμμα. Στη βάση αυτή καταργείται η θεμελιώδης για το κράτος δικαίου διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου ως παρωχημένη.(σ. 17 0-174)

Τα πάντα στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, βρίσκονται σε διαρκή κίνηση -το κράτος δικαίου προϋποθέτει σταθερότητα- συχνά υποταγμένα στις χαοτικές εμπνεύσεις του ηγέτη με μια διαρκή διάθεση φυγής προς τα εμπρός, ενώ οι πάντες κρίνονται από την προσήλωση τους στο βασικό σχέδιο που είναι ο βασικός σκοπός του κινήματος. Στις περίφημες δίκες της Μόσχας, το βασικό στοιχείο δεν ήταν τόσο η διάπραξη μιας συγκεκριμένης πράξης, αλλά πρωτίστως η αδυναμία της βούλησης του κατηγορουμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του κόμματος που λογίζονταν ως ο μοναδικός κριτής της αυθεντικότητας της αφοσίωσης του καθενός σε αυτό. Μέσω των δικών, το καθεστώς δεν επεδίωκε την φυσική εξόντωση των κατηγορουμένων -θα μπορούσε να το είχε πετύχει με λιγότερο δημόσια μέσα- αλλά την πανηγυρική επιβεβαίωση του αλάθητου του κόμματος και την προσήλωσή του σε ένα ανώτερο σκοπό, τον οποίο οι εγκαλούμενοι δεν ενστερνίζονταν πια ή/και αντικειμενικά υπονόμευαν. Ο τρόπος διεξαγωγής των δικών, με την φαινομενική τήρηση της δικονομίας, έδινε στα θύματα την αίσθηση ότι ίσως αντικειμενικά να είχαν βλάψει το κίνημα, εσωτερικεύοντας την ενοχή τους -η έννοια του «αντικειμενικά ενόχου»-  και ομολογώντας πράξεις που ερμηνεύονταν, κατά το δοκούν, από τους δικαστές, με κριτήριο του κατά πόσο οι πράξεις αυτές έβλαπταν ή όχι την υπόθεση του σοσιαλισμού.

 

Βιοασφάλεια, το ανθρώπινο σώμα ως πεδίο προστασίας, ελέγχου και ρύθμισης

 

Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο του δοκιμίου του, ο F.G μετατοπίζει το νοηματικό άξονα της ασφάλειας από το δημόσιο χώρο και τα δικαιώματα στον ίδιο τον πυρήνα του ανθρώπινου σώματος. Τόσο η προστασία, ο έλεγχος όσο και η ρύθμιση είναι έννοιες που συμπυκνώνουν αυτό που στη θεωρία του Φουκώ ορίζεται ως βιοπολιτική και εν προκειμένω ως βιοασφάλεια. Αυτή ορίζεται «ως το σύνολο των συστημάτων προστασίας, ελέγχου και ρύθμισης του ατόμου όπως νοείται από την σκοπιά του βιολογικού του πεπερασμένου»(σ. 186)

Εδώ η ασφάλεια νοείται ως προστασία της εύθραστης ζωής, καθώς η τελευταία αναζητά μονίμως μια κατάσταση ισορροπίας, επειδή είναι ευάλωτη από απειλές του εξωτερικού περιβάλλοντος που προσλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά αέναων ροών(εικόνων, πληροφοριών, ενέργειας, εμπορευμάτων) που απειλούν να ανατρέψουν την εσωτερική ισορροπία του ατόμου και την ίδια του την ταυτότητα.

Ο ευπαθής οργανισμός, το εύθραυστο παιδί και οι ευάλωτοι πληθυσμοί είναι τρία πεδία όπου ο συγγραφέας επιλέγει να θέσει το ζήτημα της προστασίας. Κάθε ζων οργανισμός είναι διαπερατός από μολυσματικούς παράγοντες που συνδέονται με τα τρόφιμα, τα φάρμακα και την ατμόσφαιρα, κινδυνογόνοι παράγοντες οι οποίοι εντός ενός παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος καθίστανται τόσο περισσότερο απειλητικοί, όσο δρουν χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από το γυμνό μάτι. Το εύθραυστο παιδί, απαιτεί φροντίδα και προστασία από τα εχθρικά περιβάλλοντα, ενώ οι ευάλωτοι πληθυσμοί, που είναι τα πρώτα θύματα των ανθρωπιστικών κρίσεων, και των πολέμων, απαιτούν την συμπαράσταση και την βοήθειά μας. Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής κάθε εκδοχή αυτού που ονομάζουμε ανθρώπινη ανάπτυξη μετεγγράφεται στο πεδίο της ασφάλειας ως ανθρώπινη ασφάλεια διότι η φτώχεια, η ασθένεια, ο υποσιτισμός, η έλλειψη εκπαίδευσης, οι πολιτικές απειλές(τρομοκρατία, εμφύλιοι) οι περιβαλλοντικές μεταβολές(κλιματική αλλαγή, φαινόμενο θερμοκηπίου) ακόμα και τα ζητήματα ταυτότητας(διακρίσεις εις βάρος ευάλωτων ομάδων, κοινωνικός στιγματισμός) αγγίζουν το ίδιο το σώμα στην κοινωνική, πολιτική και υπαρξιακή του υπόσταση. Ορθά ο F.G  ισχυρίζεται ότι τα δικαιώματα που εκλαμβάνουν το υποκείμενο ως μια αφηρημένη νομική οντότητα είναι απολύτως αναγκαία για την ασφάλεια του ατόμου(νομική ασφάλεια) ωστόσο αποτελούν ανεπαρκή εργαλεία για την ανθρώπινη ασφάλειά του, δηλαδή για την προστασία από τις απειλές και τους καταναγκασμούς, που αναφέραμε παραπάνω, οι οποίοι καθιστούν το άτομο ευάλωτο σε μια σωρεία δεινών.

Η λειτουργία του ελέγχου στο περιβάλλον της βιοασφάλειας διαφέρει ουσιωδώς από την επιτήρηση. Εδώ, ο έλεγχος δεν είναι συγκεντρωτικός και ιεραρχημένος, όπως στο πανοπτικόν του Μπένθαμ, το πρότυπο της απόλυτης επιτήρησης, αλλά λιγότερο συγκεντρωτικός, περισσότερο δημοκρατικός και αμοιβαίος, αλλά εξίσου ανησυχητικός. Προϋπόθεση της βιοασφάλειας αποτελούν οι τεχνικές παρακολούθησης και ταυτοποίησης του ανθρώπινου σώματος. Το άτομο αναγνωρίζεται μέσω βιομετρικών διαβατηρίων, οι μολυσματικές ασθένειες ταυτοποιούνται μέσω ανιχνευτικών συστημάτων, τα τρόφιμα αποθεματοποιούνται και εντάσσονται σε δίκτυα διανομής όπου καταγράφονται τα στοιχεία τους με ηλεκτρονικό τρόπο, τα ψηφιακά δεδομένα διασταυρώνονται ώστε ανά πάσα στιγμή να γνωρίζουμε που βρίσκεται ο καθένας, τι κάνει και πως το κάνει. Τα ίχνη που το άτομο αφήνει στο διαδίκτυο, διαμορφώνουν το καταναλωτικό, πολιτικό, κοινωνικό και ιατρικό του προφίλ, διαθέσιμο σε μηδενικό χρόνο προς εμπορική ή άλλη εκμετάλλευση, καθώς όλα τα δεδομένα  καταχωρούνται σε μια άφθαρτη μνήμη σκληρού δίσκου.

Καθώς η ασφάλεια στο ψηφιακό κόσμο ταυτίζεται με την διευκόλυνση των ροών και την πλήρη διαφάνεια ο F.G καταλήγει στο εξής: «την ασφάλεια δεν την συμβολίζει πια ο εγκλεισμός, αλλά η ανιχνευσιμότητα. Δεν επιδιώκουμε πλέον την χάραξη συνόρων, την ύψωση τειχών και το κτίσιμο οχυρών, αλλά την παρακολούθηση μιας πορείας, την πρόσβαση στο ψηφιακό εαυτό μας, την καταγραφή των μετακινήσεων, των λόγων, των πράξεων του καθενός από εμάς. Ασφάλεια δεν είναι πλέον οι μπάρες στα σύνορα, αλλά οι διάστικτες γραμμές στο χάρτη, δεν είναι οι πόρτες, αλλά οι άυλοι φάκελοι.»(σ. 214)

Οι πειθαρχικοί θεσμοί της πανοπτικής επιτήρησης, όπως τους περιγράφει ο Μ.Φουκώ, επηρέαζαν την συμπεριφορά του επιτηρούμενου διότι υπήρχε συνείδηση αυτής της λειτουργίας. Ήταν μια πράξη επιβολής που βασιζόταν στην μη αμοιβαιότητα μεταξύ επιτηρητή και επιτηρούμενου. Σήμερα, μολονότι υπάρχουν συγκεντρωτικά και ιεραρχικά συστήματα επιτήρησης, -όπως το αμερικάνικο πρόγραμμα Echelon που καταγράφει και αξιολογεί όλες τις επικοινωνίες με βάση κωδικοποιημένες λέξεις- οι μορφές ελέγχου είναι «…δικτυακές, συμμετοχικές και ιδιωτικοποιημένες»(σ. 218). Μια απλή πρόσβαση στα κοινωνικά δίκτυα, χωρίς να υπάρχει ανάγκη μυστικής παρακολούθησης, εξασφαλίζει πλήθος πληροφοριών που οι χρήστες διαθέτουν στο κοινό, καθώς οι τελευταίοι δεν έχουν συνείδηση ότι παρέχουν στοιχεία για την διαμόρφωση του προφίλ τους από τρίτους ενδιαφερόμενους.

Με βάση τα παραπάνω, διαμορφώνονται τρία παράλληλα και συνυπάρχοντα περιβάλλοντα, όπου η ασφάλεια οφείλει να επεξεργαστεί διαφοροποιημένες στρατηγικές αντιμετώπισης των προβλημάτων: το «καθολικό» που είναι ο νόμος που ισχύει για όλα τα μέλη μιας κοινότητας και ο καθένας μπορεί να  επικαλεστεί ένα δικαίωμα και να διεκδικήσει την εφαρμογή του, το «ολικό» το οποίο ανταποκρίνεται στην βούληση για επιβολή ενός κανόνα που θα παράγει μαζικές συμπεριφορές σε ένα δεδομένο πληθυσμό, «ώστε κάθε άτομο που ανήκει στον πληθυσμό αυτό να παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά, τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντιδράσεις»(σ. 221) και το «παγκόσμιο», όπου το  υπόδειγμα της πληροφορικής με την απεριόριστη συνδεσιμότητα του διαδικτύου δημιουργεί ένα περιβάλλον γενικευμένης αλληλεξάρτησης, συνεχούς επέκτασης, ποικιλομορφίας και μεταβλητότητας.

Ο F.G εκτιμά ότι το καθολικό δημιουργεί την προσδοκία της ασφάλειας ως εγγύησης και σεβασμού των δικαιωμάτων του ατόμου από κράτος και ιδιώτες. Το ολικό προκαλεί το αίσθημα της απόλυτης επιτήρησης, του φόβου και της εσωτερίκευσης των κανόνων πειθάρχησης με την επικράτηση του προτύπου μιας ομοιόμορφης συμπεριφοράς εντός ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Τέλος το ολικό «οδηγεί στην ανάπτυξη της ασφάλειας ως ελέγχου»(σ. 225), όπου όμως ο έλεγχος δεν είναι συγκεντρωτικός, αλλά διάχυτος καθώς απορρέει από την εντατικοποίηση των ροών του διαδικτύου, όπου οι πάντες είναι διάφανοι σε όλους.

Η τελευταία έννοια που επεξεργάζεται ο F.G ως διάσταση της βιοασφάλειας είναι αυτή της ρύθμισης. Η ρύθμιση εδώ δεν νοείται με την νομική της έννοια, αλλά ως διαδικασία μέσω της οποίας ένας ζωντανός οργανισμός διατηρεί την εσωτερική του ισορροπία, κυρίως ασκώντας έλεγχο στις ροές. Η ρύθμιση με την έννοια αυτή δεν ανήκει στο ρεπερτόριο των μηχανισμών που χρησιμοποιεί η εξουσία να υποτάξει μια βούληση. Η ρύθμιση δεν αφορά ούτε στην φυσική υποταγή, ούτε στον σεβασμό των απαγορεύσεων, ούτε στην πειθαρχική συμμόρφωση, δηλαδή σε τεχνικές που απευθύνονται στα υποκείμενα προκειμένου να τα ελέγξουν. Η ρύθμιση αφορά σε φυσικά δεδομένα, δηλαδή σε πραγματικότητες που δεν μπορούμε να διευθύνουμε, όπως η ζωή ως βιολογικό δεδομένο, αλλά επιδιώκουμε να επηρεάσουμε δίνοντας κίνητρα(π.χ ο έλεγχος την γεννήσεων). Στο πεδίο της ρύθμισης η ασφάλεια επιτυγχάνεται με την ενθάρρυνση  συμπεριφορών προκειμένου  να στραφεί μια φυσική διαδικασία προς μια κατεύθυνση που είναι επιθυμητή μέσω προτροπών, παρακινήσεων, προκλήσεων.

Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας επιχειρεί έναν παραλληλισμό με την φιλελεύθερη αντίληψη περί αυτορρύθμισης της αγοράς και της ασφάλειας. Η αγορά παρουσιάζεται από τους φιλελεύθερους οικονομολόγους ως κάτι το φυσικό που πρέπει να διαφυλαχθεί, ενώ πρέπει να εξαλειφθεί οτιδήποτε θέτει περιορισμούς στην ροή προσώπων και πραγμάτων και στην αυθόρμητη οργάνωσή τους. Αυτή η ουτοπία των αυτορρυθμιζόμενων αγορών όπου η ασφάλεια δημιουργείται όταν απουσιάζει η κρατική ρύθμιση, προβάλλεται στο πεδίο του διαδικτύου, ως αυτορρυθμιζόμενη και ασφαλής λειτουργία των δράσεων, χωρίς την συνειδητή ανθρώπινη παρέμβαση, δηλαδή  μια γενικευμένη αλληλεπίδραση ανάμεσα στα αντικείμενα και στο περιβάλλον τους(π.χ το ψυγείο θα ειδοποιεί τους προμηθευτές για ελλείψεις, το αυτοκίνητο θα αρνείται να παρκάρει σε απαγορευμένη θέση). Με βάση την αντίληψη αυτή η ασφάλεια απορρέει από την απουσία του ανθρώπινου παράγοντα του οποίου η παρουσία συνεπάγεται τυχαιότητα, αυθαιρεσία και ανασφάλεια. Εδώ το πρότυπο της ασφάλειας είναι η αυτορρυθμιζόμενη αγορά στην οποία θα πρέπει να ενταχθούν όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες δημόσια και ιδιωτικά( όπως η εκπαίδευση και η υγεία). Το κράτος σε αυτή την περίπτωση δεν διαχειρίζεται τα δημόσια αγαθά, τα οποία καθίστανται ασφαλή μόνο ως αγοραία, αλλά περιορίζεται να επιβάλλει κυρώσεις μόνο σε όσους παραβιάζουν την λειτουργία του αυτορρυθμιζόμενου συστήματος.

Ο F.G δικαίως θεωρεί ότι το μοντέλο της ασφάλειας της αγοράς μοιραία οδηγεί στην υπονόμευση του κοινωνικού κράτους και στην σταδιακή εξάρθρωση του κράτους πρόνοιας, καθώς δεν θα υπάρχει δίκτυ προστασίας για τους αδυνάτους, πολιτικές μείωσης των οικονομικών ανισοτήτων και προγράμματα ενίσχυσης της δημόσιας υγείας και της δημόσιας εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα η ασφάλεια που απορρέει από την ρύθμιση να συγκρούεται με την ασφάλεια ως κοινωνική προστασία.

Ομοίως η βιοασφάλεια που, όπως είδαμε, προϋποθέτει την ακατάπαυστη κινητικότητα, έρχεται σε αντίθεση με το αρχαίο ιδανικό των ελληνιστικών χρόνων περί εσωτερικής ισορροπίας και γαλήνης.

Κατά παρόμοιο τρόπο η κρατική εγγύηση  της ασφάλειας των πολιτών ως δημόσιο αγαθό έρχεται σε πιθανή σύγκρουση με την σύγχρονη τάση περί ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών ασφάλειας. Όταν το άτομο αντιλαμβάνεται την ασφάλεια ως στοιχείο της αυτοπραγμάτωσή του και της ατομικής του αυτονομίας, μοιραία οι αξιώσεις του προς το κράτος για μεγαλύτερη ασφάλεια, θα υπολείπονται του υποκειμενικού αισθήματος της ανασφάλειας, το οποίο σε μια κοινωνία που παράγει συνεχείς διακινδυνεύσεις θα ενισχύεται συνεχώς. Άμεση συνέπεια αυτού θα είναι το άτομο να καθορίζει μόνο του, ποιες συνθήκες του εξασφαλίζουν ασφάλεια, αναπληρώνοντας με ιδιωτικά μέσα, την πιθανή κρατική ολιγωρία στην παροχή της, με αποτέλεσμα την ιδιωτικοποίηση της  ασφάλειας. Έτσι όμως η ασφάλεια από ένα συλλογικό αγαθό και μια δημόσια υπόθεση, μετατρέπεται σε ιδιωτικό ζήτημα, για το οποίο ο καθένας είναι υπεύθυνος, πρωτίστως, για τον εαυτό του. Από εκεί και πέρα ο δρόμος είναι ανοιχτός για την δημιουργία οικιστικών γκέτο πλουσίων, -όπου αποκλείονται όλοι οι υπόλοιποι-, για την συχνή χρήση όπλων για αυτοπροστασία, για ιδιωτικές περιπολίες  σε χώρους όπου κυκλοφορούν μετανάστες και γενικά για αναπαραγωγή όλων των φοβικών στερεοτύπων μιας ανασφαλούς κοινωνίας.

Με άλλα λόγια, ο F.G διακρίνει ότι οι υποσχέσεις για ασφάλεια στα επιμέρους πεδία με τα οποία ασχολήθηκε εμπεριέχουν στοιχεία υπονόμευσης και αμφισβήτησης αυτών των υποσχέσων, στο μέτρο που η ασφάλεια αποτελεί διαρκή στόχο που αναπόφευκτα θα μένει ιστορικά εκκρεμής και μοιραία ανεκπλήρωτος.

 

Διακινδύνευση και ασφάλεια στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες

 

Στο πολύ πλούσιο σε προβληματισμούς και επιμέρους αναπτύξεις δοκίμιό του ο F.G φαίνεται να μη  αξιοποιεί τους προβληματισμούς που ανέπτυξε ο U.Beck στην κοινωνία της διακινδύνευσης. Είναι σαφές ότι οι αναπτύξεις του εμπνέονται από την παράδοση που διαπνέεται από τις θεωρίες του Φουκώ περί βιοπολιτικής, ωστόσο θεωρούμε ότι το έργο του Beck θα διεύρυνε τον σχετικό προβληματισμό. Ειδικότερα,  χρήσιμη θα ήταν η διάκρισή που εισάγει μεταξύ «αυτοπαθών» ρίσκων και «ετεροπαθών» κινδύνων. Τα «αυτοπαθή» ρίσκα τα αναλαμβάνει όποιος παίρνει μια απόφαση, που περικλείει το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημίας, έναντι της προσδοκίας ενός σημαντικού οφέλους. Αντίθετα, στους «ετεροπαθής» κινδύνους εκτίθεται κανείς απρόσμενα, διότι ενώ δεν είναι αποτέλεσμα δικών του επιλογών, υφίσταται παροντικές βλάβες ή απειλές μελλοντικών ζημιών ως αποτέλεσμα αποφάσεων και ενεργειών τρίτων.  Είναι σαφές ότι κάθε απόφαση για την επίλυση ενός προβλήματος περικλείει πάντα ένα ποσοστό ρίσκου. Επομένως δεν είναι αποδοτικό να αντιπαραβάλουμε τις βεβαιότητες με τα ρίσκα αλλά να συνειδητοποιήσουμε ότι σε πραγματικές συνθήκες, υπάρχουν λιγότερο ή περισσότερες καταστάσεις διακινδύνευσης. Αφού είμαστε καταδικασμένοι να διαχειριζόμαστε πάντοτε  καταστάσεις ελεγχόμενης ή μη επικινδυνότητας, είναι ανέφικτο να επιζητούμε απόλυτες βεβαιότητες, οι οποίες μπορεί και να μας στερούν από ευκαιρίες δημιουργικής δράσης.

Αν αυτή η προβληματική μεταφερθεί στον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, θα διαπιστώσουμε ότι οι πολιτικές αποφάσεις που ενέχουν διακινδυνεύσεις αν και παρουσιάζονται ως διαδικαστικά θεμελιωμένες, -εφόσον σέβονται τους κανόνες της συνταγματικά προβλεπόμενης δημοκρατικής λειτουργίας-, ωστόσο δεν μπορούν να νομιμοποιηθούν ως προς τις συνέπειες τους. Είναι προφανές ότι πολύ σημαντικοί οικολογικοί κίνδυνοι -όπως η τρύπα του όζοντος, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, οι απρόβλεπτες κλιματολογικές μεταβολές κλπ- συνδέονται μακροπρόθεσμα με πολιτικές αποφάσεις που αφορούν στον πολιτικό σχεδιασμό της βιομηχανικής παραγωγής. Οι δυσμενείς οικολογικές συνέπειες της μη λήψης συγκεκριμένων μέτρων περιορισμού της βιομηχανικής παραγωγής δεν τεκμηριώνονται πάντα επιστημονικά, καθώς εκτείνονται χρονικά στο απροσδιόριστο μέλλον, ενώ αντίθετα η ανεργία από την συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας ή της αλλαγής του παραγωγικού προτύπου θα είναι η άμεση και προφανής συνέπεια, διότι θα αγγίξει το βοιωτικό επίπεδο των πολιτών.

Αυτή η σύγκρουση μεταξύ βραχυπρόθεσμων και συγκεκριμένων οικονομικών συνεπειών και μακροπρόθεσμων απροσδιόριστων, πλην εξίσου υπαρκτών, αρνητικών επιπτώσεων, δίνει το στίγμα της πολυπλοκότητας του πολιτικού προβλήματος, κατά το μέτρο που ο πολίτης αδυνατεί να προσδιορίσει και να καταλογίσει τις ευθύνες των περιβαλλοντικών κινδύνων στις πολιτικές ηγεσίες. Κατά τον Beck, τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει συντελεσθεί μια θεμελιώδης αλλαγή του κοινωνικού υποδείγματος: oι συγκρούσεις για την κατανομή του πλούτου -που κυριαρχούσαν σε όλα τα στάδια της εξέλιξης του καπιταλισμού- έχουν επικαλυφθεί από τις συγκρούσεις για την κατανομή των κινδύνων που προκαλούνται από την επιστημονικοτεχνική ανάπτυξη. Για τους κινδύνους αυτούς, που παράγονται από μια ακατάπαυστη διαδικασία τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, κυρίως υπεύθυνα είναι τα βιομηχανικά κράτη της δύσης, τα οποία ζουν με την ψευδαίσθηση, ότι μπορούν αενάως να μετακυλίουν τις βλαπτικές παρενέργειες της κινδυνογόνου παραγωγής στις χώρες του τρίτου κόσμου. Ωστόσο οι αρνητικές παρενέργειες άρχισαν εδώ και αρκετά χρόνια να γίνονται ορατές και στην αναπτυγμένη δύση, ενώ αγγίζουν το σύνολο του πληθυσμού του πλανήτη.

Η κοινωνία της διακινδύνευσης εδράζεται στην διαπίστωση, ότι σήμερα δεν μπορούν να υπολογιστούν οι ζημιές και να κατανεμηθούν οι ευθύνες σε απευθείας αναγωγή στις πηγές που τις προκάλεσαν -όπως συνέβαινε με τις βιομηχανικές κοινωνίες- διότι τα συστήματα κοινωνικών κανόνων αποτυγχάνουν να παρέχουν την υπεσχημένη ασφάλεια ενόψει των κινδύνων που δημιουργούν οι αποφάσεις. Η αδυναμία αυτή δημιουργεί μια έντονη κρίση νομιμοποίησης των πολιτικών συστημάτων αλλά και του ίδιου του δικαίου, διότι ενώ στις βιομηχανικές κοινωνίες τόσο το δίκαιο της ευθύνης, όσο και η ασφάλιση ανταποκρίνονταν σε γενικές γραμμές στο αίτημα για κοινωνική σταθερότητα και ασφάλεια, σήμερα η προσδοκία αυτή διαψεύδεται. Η υπόσχεση για ορθολογικό έλεγχο των συνεπειών των κινδύνων που παρείχε η ασφάλιση, προσκρούει στην  σύγχρονη αδυναμία υπολογισμού των κινδύνων οι οποίοι επιπροσθέτως είναι παγκοσμιοποιημένοι, καθώς ξεπερνούν τα όρια των εθνικών κρατών, όσο και το χρόνο μιας γενιάς.

Θεωρούμε ότι προβληματισμοί όπως οι παραπάνω συνεπάγονταν την ανάγνωση της ασφάλειας, με όλους τους επιμέρους νοηματικούς της άξονες, ως ένα σύγχρονο πολιτικό πρόβλημα που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο τα πολιτικά συστήματα αποφασίζουν πάνω στα σύγχρονα παγκόσμια ερωτήματα της γενικευμένης ανασφάλειας. Σε αυτό το στόχο τόσο το δοκίμιο του F.G, όσο και το έργο του U.Beck συμβάλλουν καθοριστικά.

Το πολύ ενδιαφέρον δοκίμιο του F.G ευτύχησε στα χέρια του έμπειρου μεταφραστή και πανεπιστημιακού δασκάλου Α.Κιουπκιολή, καθώς μετέφερε τους πλούσιους προβληματισμούς του γαλλικού κειμένου σε ακριβή  ελληνικά με ρέοντα λόγο και στιλπνότητα ύφους.

                                                                                               

       

          

 

           

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                  

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλιο στο βιβλίο του Frédéric Groc, Η αρχή της ασφάλειας, εκδ. ΠΟΛΙΣ, μετ. Α.Κιουπκιολής, 2016, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Book’s Journal(τεύχος Σεπτεμβρίου 2016)

 

 

Βλ. Ι. Μανωλεδάκη, Κοινωνία της διακινδύνευσης: μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας στον τόμο Χ.Ανθόπουλου/Ξ.Κοντιάδη/Θ.Παπαθεοδώρου, Ασφάλεια και δικαιώματα στην κοινωνία της διακινδύνευσης, Αντ. Σάκκουλα, 2005, σ. 184 επ.

 

βλ. W.v.Leyden, Hobbes and Locke, The politics of  freedom and obligation, The Macmillan Press, 1987.

 

Για την κριτική στις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου βλ. Π.Σούρλα, Πρόσωπα και πολίτες: όψεις του φιλελευθερισμού και του κοινωνικού συμβολαίου, Ισοπολιτεία, 1997, σ.101 επ. ιδιαίτερα 124.

 

Βλ. Π.Μαντζούφα, Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης, υγεία-ιδιωτικότητα-περιβάλλον, εκδ. Σάκκουλα, 2006, σ. 48 επ.

 

Το συναίσθημα της γενικευμένης ανασφάλειας και ο φόβος της παγκόσμιας και αόρατης απειλής, ενέταξαν την έννοια της ασφάλειας σε μια λογική έκτακτης ανάγκης που συνεπάγεται την επιστράτευση στρατιωτικών μέσων αντίδρασης κατά της τρομοκρατίας, διαταράσσοντας έτσι την ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Βλ. J.Derrida-J.Habermas, Le “consept” du 11 Septembre. Dialogues a NewYork avec G.Borradori, Galile, 2003, σ. 57 επ, 87 επ.

 

Βλ. την θεμελιώδη μελέτη του Α.Μάνεση, Το πρόβλημα της ασφάλειας του κράτους και η ελευθερία, Συνταγματική θεωρία και πράξη, Σάκκουλας, 1980, σ. 390 επ.  

 

Βλ. Z.Bauman, Le gout humain de la mondialisation, Hachette, 1998, σ. 179.

 

Βλ. H.A.Hesse, Der Schutzstaat, Nomos, Baden-Baden, 1994, σ. 234

 

Βλ.G.Gusy, Rechtzguterschutz als Staatsaufgabe- Verfassungsfragen der “Staatsaufgabe Sicherheit”, DoV, 1996, σ. 573 επ.

 

Βλ. U.Beck, Risikogesellschaft. Auf dem Weg in eine andere Moderne, Suhrkamb, 1986

 

Βλ. Β.Γεωργιάδου, Οι διακινδυνεύσεις στην ύστερη νεωτερικότητα, Μια πολιτική-κοινωνιολογική ανάλυση, στο τόμο Λ.Λουλούδη/Β.Γεωργιάδου/Γ.Σταυρακάκη, Φύση, κοινωνία ,επιστήμη, στην εποχή των «τρελών αγελάδων», διακινδύνευση και αβεβαιότητα, Νεφέλη, 1999,  σ. 72.

 

Βλ. Beck, Risikogesellschaft, ό.π, σ. 25.

 

Καταχώρηση: 18-11-2016     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Εκλογικά συστήματα και συνταγματικές δεσμεύσεις

Εκλογικά συστήματα και συνταγματικές δεσμεύσεις

Μία συγκριτική ανάλυση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας.

 

Διεύθυνση Σειράς: Ξενοφών Κοντιάδης – Χαράλαμπος Ανθόπουλος. [Σειρά: Συγκριτικό Συνταγματικό Δίκαιο – τ. 2]

Συγγραφέας: Ανθόπουλος Χαράλαμπος

 

Τα εκλογικά συστήματα με παραχώρηση bonus επιπλέον εδρών στο πρώτο κόμμα αποτελούν μία ιδιαίτερη υποκατηγορία των μικτών εκλογικών συστημάτων, στην οποία εντάσσεται το ισχύον ελληνικό εκλογικό σύστημα (ν. 3636/2008). Ο μηχανισμός του bonus είναι μία τεχνική επινόηση που ανάγεται στον ιταλικό εκλογικό νόμο του 1923 και αναπαρήχθη στη συνέχεια στον περιβόητο «νόμο απάτη» της Κυβέρνησης Αλτσίντε Ντε Γκασπέρι (1953) καθώς και στον εκλογικό νόμο του 2005 της Κυβέρνησης του Σίλβιο Μπερλουσκόνι.
Σε μία ιστορική του απόφαση (1/2014), το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε ως αντισυνταγματικό τον μηχανισμό του bonus στο εκλογικό σύστημα του 2005, λόγω της απουσίας ενός ελάχιστου, πλην ευλόγου, εκλογικού κατωφλίου για την ενεργοποίησή του. Με βάση αυτό το συγκριτικό «νομολογιακό» προηγούμενο, ο αναπληρωτής Καθηγητής Χαράλαμπος Ανθόπουλος επιχειρεί στη μονογραφία του αυτή μία εξαντλητική ανάλυση, αφιερωμένη στον ισχύοντα νόμο και στα προβλήματα της συνταγματικότητάς του, χωρίς να παραλείπει και μια αναφορά στον νέο εκλογικό νόμο (ν. 4406/2016), που θα ισχύσει από τις μεθεπόμενες εκλογές.

Ευαγγελία Μπάλτα, Ο θεσμός του δημοσίου υπολόγου στο ελληνικό δημοσιονομικό σύστημα

Πρόλογος: Νικόλαος Αλ. Μηλιώνης, Μέλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Ελεγκτικού Συνεδρίου και Επίκουρος Καθηγητής Δημοσιονομικού Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου

Συγγραφέας: Μπάλτα Ευαγγελία Γ.

Στο πλαίσιο της παρούσας μονογραφίας προσεγγίζεται κατά τρόπο συστηματικό ο θεσμός του δημοσίου υπολόγου στο ελληνικό δημοσιονομικό δίκαιο, ο οποίος αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της δομής και της λειτουργίας κάθε εθνικής δημοσιονομικής τάξης. Διερευνάται με πληρότητα αφενός η έννοια και η ευθύνη του δημοσίου υπολόγου και αφετέρου ο κατασταλτικός έλεγχος επί των λογαριασμών του, ενώ για την καλύτερα τεκμηριωμένη αντιμετώπιση του όλου θέματος αξιοποιείται σημαντικά η πλούσια νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Δεδομένων των συνεχών νομοθετικών εξελίξεων, η παρούσα έκδοση είναι ενημερωμένη με τον νόμο 4129/2013 περί του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τον νόμο 4254/2014, τον νόμο 4270/2014 περί του δημοσίου λογιστικού, ο οποίος κατήργησε τον ν. 2362/1995, όπως αυτός ίσχυε μετά τις τροποποιήσεις του νόμου 3871/2010, αναθεωρώντας έτσι εκ βάθρων και εκσυγχρονίζοντας το δημόσιο λογιστικό, αλλά και τον νόμο 4337/2015.

Η ύλη δε διαρθρώνεται σε δύο βασικά μέρη: στο πρώτο μέρος, αναλύεται πολύπλευρα η έννοια του δημοσίου υπολόγου, με έμφαση ιδίως στο οργανικό και λειτουργικό κριτήριο βάσει των οποίων οριοθετείται η ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου, στην έκταση της ευθύνης, η οποία αναγνωρίζεται ως προσωπική και περιουσιακή και διακρίνεται από την αστική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων, στις ειδικές κατηγορίες δημοσίων υπολόγων, στους περιορισμούς και στις υποχρεώσεις των υπολόγων, καθώς και στην αρχή του ασυμβίβαστου υπολόγου-διατάκτη.

Στο δεύτερο μέρος, εξετάζεται αναλυτικά ο κατασταλτικός έλεγχος, διοικητικός και δικαστικός, στον οποίο υπόκεινται οι λογαριασμοί των δημοσίων υπολόγων, ένα πεδίο υψηλής σημασίας τόσο για την οριοθέτηση της ευρύτερης έννοιας της διαχείρισης των δημοσίων οικονομικών όσο και για τη χάραξη της εν γένει δημοσιονομικής πολιτικής. Πέραν των βασικών (εισαγωγικών) εννοιών του δημοσίου λογαριασμού, του ελλείμματος και της καταλογιστικής πράξης, έμφαση αποδίδεται ιδίως στον κατασταλτικό έλεγχο που ασκεί το Ελεγκτικό Συνέδριο, υπό το πρίσμα της ανάλυσης του αντικειμένου, της μεθοδολογίας, της διαδικασίας, των ειδικών περιπτώσεων του κατασταλτικού ελέγχου, αλλά και της ένδικης προστασίας που παρέχεται ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο πλαίσιο εκδίκασης διαφορών εκ των λογαριασμών δημοσίων υπολόγων.

Το έργο αυτό απευθύνεται πρωτίστως στους ίδιους τους υπολόγους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ για να γνωρίζουν εμπεριστατωμένα το αυστηρό πλαίσιο ευθύνης και ελέγχου στον οποίο υπόκεινται, στους προϊσταμένους και τους υπαλλήλους όλων των δημοσίων φορέων και οργανισμών που υπόκεινται στον κατασταλτικό έλεγχο, αλλά και στους ερευνητές και στους εφαρμοστές εν γένει του δημοσιονομικού δικαίου.