Author Archives: editor

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ, τεύχος 3-4/2016, Πίνακας περιεχομένων

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ, ΤΕΥΧΟΣ 3-4/2016

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Σημείωμα Σύνταξης

Α. ΦΑΚΕΛΟΣ – ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Andreas Voßkuhle, «Ολοκλήρωση μέσω του δικαίου». Η συμβολή του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου

Β. ΜΕΛΕΤΕΣ

Βασίλης Βουτσάκης, Ιδιωτικός βίος και ιδιωτικό δίκαιο

Γιώργος Ν. Καραβοκύρης, Η κρίση ως ευκαιρία της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας

Μιχαήλ Χ. Οικονόμου, Η εφαρμογή του δικαίου από την Επιτροπή Ανταγωνισμού υπό το πρίσμα των αρχών του Συντάγματος και της διοικητικής διαδικασίας

Νικηφόρος Παναγής, Η πλήρωση των κορυφαίων θέσεων των ανώτατων δικαστηρίων στην ελληνική συνταγματική θεωρία και πράξη

Μιχαήλ Θ. Παπαγεωργίου, Οι σχέσεις Κράτους-Οικουμενικού Πατριαρχείου ως ιδιαίτερη πτυχή της συνάρτησης Κράτους-Εκκλησίας κατά το ελληνικό Σύνταγμα και το ειδικό καθεστώς των Μητροπόλεων Δωδεκανήσου

Παναγιώτης Σοϊλεντάκης, Ζητήματα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στις φορολογικές διαφορές

Ιφιγένεια Μ. Νικόλα, Οι ανεξάρτητες αρχές μεταξύ ρύθμισης και εγγύησης

Γ. ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Χρήστος Α. Μπαξεβάνης, Η ευρωτουρκική συμφωνία για το προσφυγικό υπό το πρίσμα του εθνικού, ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου

Σπύρος Δημητρίου, Η αναζήτηση ενός προτύπου διοικητικής μεταρρύθμισης και τα όριά του: Το παράδειγμα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων

Δ. ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

ΣτΕ 68/2016 ΕπΑν, ΣτΕ 1466/2016 – Ολομέλεια (Αποχή δικηγόρων/Αναστολή εκτέλεσης/Συνταγματικά όρια), με παρατηρήσεις Γεωργίου Ν. Γεωργόπουλου

ΣτΕ Π.Ε. 152/2016 – Ολομέλεια (Έγκριση Ειδικού Σχεδίου Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίου Ακινήτου (ΕΣΧΑΔΑ) Αστέρα Βουλιαγμένης), με παρατηρήσεις Παντελίτσας Σφηνιαδάκη

Διοικ.Εφ.Αθ. 564/2016 –Τμήμα Θ’ (Μέτρα πρόληψης και αποτροπής φαινομένων βίας στο χώρο του αθλητισμού), με παρατηρήσεις Γιάννη Σ. Αγγέλου

Ε. ΘΕΣΕΙΣ

Θωμάς Σταυρόπουλος, Για μια ευρύτερη αντίληψη περί προστασίας της ελευθερίας του λόγου στην Ελλάδα

Σταύρος Τασιόπουλος, Συνταγματική αναθεώρηση της δικαιοσύνης ως θεσμού της κοινωνίας και του πολιτεύματος

 

ΣΤ. ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

Αλφαβητικά Ευρετήρια

Αριθμητικά Ευρετήρια

Συνταγματική αναθεώρηση και “θελημένες ασάφειες”

Γεράσιμος Θεοδόσης, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαιδελβέργης

Α) Σύμφωνα με το άρθρο 28 της γαλλικής διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1793, «Ένας λαός έχει πάντα το δικαίωμα να επανεξετάζει, να αναθεωρεί και να αλλάζει το Σύνταγμά του. Μια γενιά δεν μπορεί να δεσμεύσει με τους νόμους της τις μελλοντικές γενιές». Έγκειται στη φύση του Συντάγματος, ως εκφραστή και ρυθμιστή της λαϊκής κυριαρχίας, να δικαιοθετεί αναγιγνώσκοντας το παρελθόν. Εντούτοις, προσαρμόζοντας τη γενική βούληση στις ιστορικές εξελίξεις, το Σύνταγμα, βάσει της δικαιοκρατικής, δημοκρατικής, νομιμοποιητικής και ενοποιητικής του λειτουργίας, πολλά «αφήνει ανοικτά» για το μέλλον, ενώ κλείνει στο παρόν «ό,τι δεν μπορεί να μείνει ανοιχτό[1]», αυτονομούμενο συγχρόνως (ως έγγραφο) από τον ιστορικό χρόνο παραγωγής του.

Σε καμία περίπτωση ένα σύγχρονο Σύνταγμα δεν μπορεί να κρύβει πολιτική αμηχανία. Το Σύνταγμα δεν αποτελεί πεδίο δοκιμών ή ευκαιριακών κατακτήσεων. Το Σύνταγμα είναι πάντα το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης ωρίμανσης και μιας ευρύτατης κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης. Πρέπει, δε, να προσαρμόζεται διαρκώς στις αξίες και αρχές που απορρέουν από το νομικό και πολιτικό πολιτισμό της χώρας της οποίας το δίκαιο καθορίζει.

Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο μιας συνταγματικής αναθεώρησης, πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι ένα συνταγματικό κείμενο ως προϊόν του ανθρώπινου λόγου δεν είναι πάντα απαλλαγμένο από αντιφάσεις ή εντάσεις· ποσώς αποτελεί (εξαρχής) μια ολοκληρωμένη και απόλυτα συστηματοποιημένη ενότητα. Εντούτοις ένα Σύνταγμα δεν διαφοροποιεί, δεν διαχωρίζει. Ένα Σύνταγμα ενώνει.

Μολονότι η ενότητα του Συντάγματος δεν αποτελεί, όπως είδαμε, μια ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα, διέπει ως αρχή όλη τη συνταγματική διαδικασία καθιστώντας όλους τους εφαρμοστές του Συντάγματος προστάτες της εσωτερικής συνάφειάς του. Η «συστηματική ερμηνεία» και η «συγκεκριμενοποίηση» του Συντάγματος είναι τα πλέον γνωστά «προσωρινά μέτρα» προστασίας της ενότητας του Συντάγματος, ενώ ανέκαθεν το μονιμότερο και σωστότερο μέτρο ήταν η αναθεώρησή του.

Κατά πρώτο λόγο μια συνταγματική αναθεώρηση οφείλει να ικανοποιήσει την αδήριτη ανάγκη θεραπείας των «κακώς κειμένων». Ασάφειες στο συνταγματικό κείμενο πρέπει να αποσαφηνιστούν και αντιφάσεις να εξαλειφθούν. Ουδέποτε, όμως, ο αναθεωρητικός νομοθέτης έθεσε ως στόχο του μια νομικοτεχνική επεξεργασία των κανόνων του Συντάγματος, με αποτέλεσμα ασαφείς ή αντιφατικές ρυθμίσεις του να διαιωνίζονται υπονομεύοντας την ενότητα του Συντάγματος και τον αυστηρό του χαρακτήρα. Προπάντων μια «θελημένη ασάφεια», όπου αυτή εντοπίζεται σε ένα συνταγματικό κείμενο[2],  και ειδικά η μακροημέρευσή της, όποτε κατά το σύνηθες χαρακτηρίζεται ως αβλαβής, κλονίζει συθέμελα το συνταγματικό οικοδόμημα προκαλώντας ρωγμές στην αρχή της δημοκρατίας όταν αφορά ιδίως στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς.

 

Β) Χαρακτηριστική περίπτωση «θελημένης ασάφειας» αποτελεί το άρθρο 68 παράγραφος  2 εδάφιο 1 του Συντάγματος[3], που ως γνωστό αφορά στη σύσταση των εξεταστικών επιτροπών της Βουλής. Μια μικρή αναδρομή στα Πρακτικά της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής αναδεικνύει τις σκοτεινές διαθέσεις του συνταγματικού νομοθέτη του 1975 όταν κάνει λόγο για μια «πλειοψηφία των δύο πέμπτων του συνόλου των βουλευτών», δηλαδή προβλέπει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που μόνο στο πλαίσιο ενός συνταγματικού  «σουρεαλισμού»  μπορεί να τύχει εφαρμογής.

Η επί σαράντα και πλέον χρόνια διατήρηση της διάταξης του άρθρου 68 παρ. 2 εδάφιο 1 του Συντάγματος στιγματίζει βαθύτατα το συνταγματικό μας πολιτισμό. Δικαιολογημένα η σχετική ρύθμιση έχει επικριθεί επειδή καθιστά δυσχερή, αν όχι ανέφικτη, την λειτουργία ενός σημαντικού μηχανισμού του κοινοβουλευτικού και εν γένει του πολιτικού ελέγχου, ο οποίος θα μπορούσε να προσφέρει τα μάλα στο δημοκρατικό μας  πολίτευμα.

Η δυνατότητα που παρέχει το Σύνταγμα στο άρθρο 68 παράγραφος 2 για τη σύσταση εξεταστικών επιτροπών αποτελεί ένα από τα βασικά έννομα μέσα, βάσει των οποίων η κοινοβουλευτική μειοψηφία (και αντιπολίτευση) επιτελεί την ελεγκτική της λειτουργία. Ως γνωστόν, μια κυβερνητική πλειοψηφία διαθέτει πολλαπλούς θεσμούς και μηχανισμούς που της επιτρέπουν αφενός να προβάλλεται, αφετέρου να επιβάλλεται· αντίθετα η αντιπολίτευση μόνο να αντιδρά μπορεί στις κυβερνητικές αποφάσεις. Δια ταύτα η σύσταση των εξεταστικών επιτροπών της Βουλής με απόφαση της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας τής επιτρέπει να στρέψει τα φώτα της δημοσιότητας προς το μέρος της, ενισχύοντας κατά αυτό τον τρόπο το ελεγκτικό της έργο και προάγοντας τη Δημοκρατία.

Αν θέλουμε να φυσήξει νέος άνεμος στα συνταγματικά μας δρώμενα οφείλουμε να επιτρέψουμε «πρόσφορες δυνατότητες και αναγκαίες εγγυήσεις[4]», ώστε η κοινοβουλευτική μειοψηφία να γίνει (από μειοψηφία) κάποτε πλειοψηφία και συνεπώς δημοκρατικά κυρίαρχη. Επιπρόσθετα θα ήταν ανεπαρκές για τη συνταγματική νομιμότητα εάν η συνταγματική προστασία της αρχής της δημοκρατίας, πέραν της παθητικής της διάστασης («η πλειοψηφία αποφασίζει, η μειοψηφία ελέγχει»), δεν είχε και μια θετική/ενεργητική διάσταση προς όφελος της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας. «Διαφορετικά, η κυριότερη αποστολή της Βουλής αποβαίνει σκιώδης, απονευρώνεται και υποβαθμίζεται με όλες τις συνακόλουθες διαβρωτικές συνέπειες για το κοινοβουλευτικό σύστημα και το δημοκρατικό μας πολίτευμα[5]».

Από τη συστηματική ερμηνεία του άρθρου 68 παράγραφος 2 του Συντάγματος προκύπτει ότι η σύσταση εξεταστικής επιτροπής για γενικά ζητήματα, όπως π.χ. ο έλεγχος καταγγελιών για οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα κοκ, διαμορφώνεται ως το κατεξοχήν δικαίωμα της αντιπολίτευσης· όπου το Σύνταγμα θέλησε να εξαρτήσει την άσκηση της ελεγκτικής λειτουργίας (εκ μέρους της αντιπολίτευσης) από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του συνολικού αριθμού βουλευτών το προέβλεψε, όπως συμβαίνει με την αμέσως επόμενη διάταξή του, τη διάταξη του άρθρου 68 παράγραφος 2 εδάφιο 2[6].

Παρόλα αυτά οι μεθοδεύσεις και αλχημείες της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας να κατοχυρώσει τη σύσταση των εξεταστικών επιτροπών της Βουλής ως λειτουργικό της δικαίωμα οδήγησαν στη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 5 του Κανονισμού της Βουλής[7], η οποία (αυθαίρετα) προκρίνει τη σύσταση των εξεταστικών επιτροπών της Βουλής ως δικαίωμα της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Βέβαια οι επαΐοντες γνωρίζουν ότι ούτε μια Βουλή από μόνη της ούτε ο εκάστοτε Κανονισμός της μπορούν να ερμηνεύουν αυθεντικά το Σύνταγμα. Σε περίπτωση, δε, που το ίδιο το Σύνταγμα ρυθμίζει ρητά κάτι ή επιτρέπει περισσότερες από μια ερμηνείες του, ο Κανονισμός της Βουλής δεν μπορεί να αποκλίνει από τη συνταγματική ρύθμιση (αλλά μόνο να την επαναλαμβάνει). Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 144 παράγραφος 5 του Κανονισμού της Βουλής είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα ως απαράδεκτη αναθεώρησή του. Εωσότου, δε, το άρθρο 68 παράγραφος 2 εδάφιο 1 του Συντάγματος αναθεωρηθεί, σύμφωνα με το Σύνταγμα, η ρύθμιση του Κανονισμού της Βουλής προσβάλλει τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος και περιορίζει την αυξημένη νομική ισχύ του.

 

Γ) Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση «θελημένης ασάφειας» με επιβλαβείς παρενέργειες για το δημοκρατικό μας πολίτευμα, όπως έδειξαν τα πρόσφατα ραδιοτηλεοπτικά πεπραγμένα, αποτελεί η διάταξη του άρθρου 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος[8]. Βέβαια αυτή η «θελημένη ασάφεια» δεν γεννήθηκε με το Σύνταγμα του 1975, αλλά προέκυψε στην πορεία με την αναθεώρησή του  το 2001.

Με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 τροποποιήθηκε εκτενώς η διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 15 του Συντάγματος και μεταξύ άλλων προστέθηκε δεύτερο εδάφιο σε αυτή, σύμφωνα με το οποίο ο προβλεπόμενος στο πρώτο εδάφιο έλεγχος (και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων) υπάγεται «στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει».

Πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, μόνος ο επιθετικός προσδιορισμός «άμεσος», που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 εδάφιο 1 του Συντάγματος για τον έλεγχο του Κράτους στη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, καταρχήν σημαίνει ότι αυτός γίνεται χωρίς μεσολάβηση ή παρέμβαση άλλου και ότι δεν συνδέεται με κάποιον ή κάτι χρονικά ή χωρικά[9]. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι, σύμφωνα με το (πρωταρχικό) άρθρο 15 παράγραφος 2 εδάφιο 1 του Συντάγματος, ο ασκούμενος έλεγχος στη ραδιοφωνία και την τηλεόραση είναι διοικητικά κεντρικός· ασκείται, δε, από την Κυβέρνηση και τον αρμόδιο υπουργό, ο οποίος είναι και πολιτικά υπεύθυνος απέναντι στη Βουλή.

Μετά την «αποκλειστική αρμοδιότητα» που ανατέθηκε στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης με το δεύτερο εδάφιο της (αναθεωρημένης) δεύτερης παραγράφου του άρθρου 15 του Συντάγματος, καταρχάς αποκλείονται τα υπόλοιπα όργανα του Κράτους από τον έλεγχο και τη χορήγηση άδειας λειτουργίας των ραδιοτηλεοπτικών μέσων και κατά δεύτερον αποκλείεται κάθε άλλη διαζευκτική, συντρέχουσα ή κατά υποκατάσταση αρμοδιότητα. Συγχρόνως περιορίζεται σημαντικά, αν δεν αναιρείται, η «αμεσότητα» του ελέγχου του Κράτους στη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, την οποία εξακολουθεί να προβλέπει το πρώτο εδάφιο της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 15 του Συντάγματος.

Με άλλα λόγια, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 στο άρθρο 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος προκύπτει μια ασάφεια που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί δημιουργική, ενώ εύκολα χαρακτηρίζεται ως «θελημένη». Εωσότου, δε, εξαλειφθεί με επερχόμενη συνταγματική αναθεώρηση ο επιθετικός προσδιορισμός «άμεσος» στον προβλεπόμενο (από το άρθρο 15 παράγραφος 2 εδάφιο 1 του Συντάγματος) έλεγχο του Κράτους, κάλλιστα αυτή η δήθεν αβλεψία μπορεί να εξελιχθεί σε θεσμικό εργαλείο που θα προάγει «συμφέρουσες» ερμηνείες του Συντάγματος ταλανίζοντας την ενότητά του και τον αυστηρό του χαρακτήρα.

 

 

Δ) Κάθε συνταγματική αναθεώρηση που «κλείνει το μάτι» σε αντιθέσεις και ασάφειες του υφιστάμενου συνταγματικού κειμένου, αρνούμενη να τις εξαλείψει, επιτρέπει τη μακροημέρευσή τους ή την αναρμόδια άρση τους και την ενίοτε συμφέρουσα ερμηνεία τους, αποκλίνοντας  ουσιωδώς της θεμελιακής για το πολίτευμα λειτουργίας της. Ιδίως οι χαρακτηρισμένες «θελημένες ασάφειες» των συνταγματικών κειμένων προκαλούν επικίνδυνα ρήγματα στο δικαιοκρατικό και δημοκρατικό οικοδόμημα του Συντάγματος. Αποτελούν την «κερκόπορτα» για την υποβάθμιση ενός συνταγματικού κανόνα.

Νομοτελειακά ακυρώνεται η δεσμευτικότητα του Συντάγματος όταν ο ειδικός συνταγματικός νομοθέτης δεν επιλαμβάνεται των «θελημένων ασαφειών», παρέχοντας έμμεσα την εξουσία διαλεύκανσή τους σε άλλο (συντεταγμένο ή μη)  όργανο του κράτους. Για του λόγου το αληθές, διάταξη του Συντάγματος που διαποτίζεται από ασάφεια (θελημένη ή μη) εξακολουθεί να ισχύει χωρίς να παράγει αυξημένη νομική ισχύ. Καθίσταται διάταξη του κοινού δικαίου τροποποιημένη από αντίστοιχες διατάξεις με την ανοχή του συνταγματικού νομοθέτη. Συμπερασματικά θα μπορούσε να ειπωθεί ότι με κάθε «θελημένη ασάφεια» που επιβιώνει μιας συνταγματικής αναθεώρησης συντελείται και μια καταστρατήγηση του Συντάγματος.

[1]  Βλ. Konrad Hesse, Grundzüge des Verfassungsrechts der Bundesrepublik Deutschland, 1993, σελ. 12.

[2] Gerassimos Theodossis, Die griechische Verfassung von 1975/1986 und die Einsetzung von parlamentarischen Untersuchungsausschüssen. Grundsätzliches aus Anlass eines Einzelfalles, στο:Jahrbuch des öffentlichen Rechts N.F. 38, 1989, σελ. 361 επ.

 

 

[3] «Η Βουλή συνιστά από τα μέλη της εξεταστικές επιτροπές με απόφασή της που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των δύο πέμπτων του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση του ενός πέμπτου του όλου αριθμού των βουλευτών».

 

[4] Βλ. Γεράσιμος Θεοδόσης, Μνήμη Γιώργου Παπαδημητρίου, Σύνταγμα, Δημοκρατία και Πολιτειακοί Θεσμοί, Τόμος Ι, σελ. 38.

[5] Γ. Παπαδημητρίου, Συνταγματικές Μελέτες, Τόμος ΙΙΙ, Γνωμοδοτήσεις, σελ. 224.

[6] «Προκειμένου να συσταθούν εξεταστικές επιτροπές για ζητήματα που ανάγονται στην εξωτερική πολιτική και την εθνική άμυνα, απαιτείται απόφαση της Βουλής που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών».

 

[7] «Η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής για τη σύσταση της κατά το άρθρο 68 παρ. 2 εδάφιο  α΄ του Συντάγματος εξεταστικής επιτροπής λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα (2/5) του όλου αριθμού των Βουλευτών».

 

[8] «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας.

Νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα».

 

[9] Βλ. Γεράσιμος Θεοδόσης, Αμεσότητα ή αποκλειστικότητα; Αποκλειστικότητα ή αμεσότητα; Ανάγκη «συγκεκριμενοποίησης» και αναθεώρησης του άρθρου 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος, στο: www.constitutionalism.gr, 20 Οκτωβρίου 2016.

 

 

 

Η βουβή νομιμοποίηση

Τάκης Βιδάλης, Συνταγματολόγος, επιστημονικός συνεργάτης της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής

Ο κοινοβουλευτισμός συνθλίβεται από τη βουβή νομιμοποίηση και τις δύο όψεις της -τεχνοκράτες και δημοψηφίσματα- ανίκανος εντελώς να προβάλει το μεγάλο του πλεονέκτημα: την αξία του διαλόγου.

Οι εποχές της «κανονικής» κοινοβουλευτικής δημοκρατίας φαίνεται να έχουν περάσει. Η ιδέα μιας αντιπροσώπευσης των πολιτών από ένα σώμα επαγγελματιών πολιτικών που εκφράζουν το «γενικό καλό» και έχουν την ικανότητα (και την τόλμη) να αρνούνται ιδιοτελή συμφέροντα, φαντάζει ασύμβατη με τις δραματικές ανατροπές της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, των μεγάλων μετακινήσεων πληθυσμών, της κλιματικής αλλαγής, αλλά και της ραγδαίας τεχνολογικής ανάπτυξης. Η δημοκρατία όπως τη γνωρίσαμε, δυσκολεύεται να προσαρμοσθεί στη βαθιά αντινομία της παγκοσμιοποίησης με την κρατική κυριαρχία.

Αν στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία οι κανόνες δεν λειτουργούν -τουλάχιστον προς το παρόν-, στο πεδίο του κράτους μια εναλλακτική «βουβή» νομιμοποίηση αναπτύσσεται, με γοργούς ρυθμούς. Η νομιμοποίηση αυτή έχει δύο όψεις που συγκρούονται μεταξύ τους, με κοινό ωστόσο χαρακτηριστικό τους τη ριζική αντίθεση στην παραδοσιακή νομιμοποίηση του κοινοβουλευτισμού.

Η πρώτη όψη της βουβής νομιμοποίησης είναι η γοητεία των τεχνοκρατών, των «ειδικών», ιδίως στην οικονομία. Οι ειδικοί διαθέτουν εξ ορισμού και αποκλειστικά τη «γνώση» για τον χειρισμό σύνθετων προβλημάτων, που στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης ανάγονται όσο ποτέ άλλοτε στον οικονομικό παράγοντα. Αποτελούν ένα λίγο-πολύ κλειστό «κλαμπ», ικανό ασφαλώς να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο, πολύ φειδωλό όμως στη διάχυση της «σαμανικής» γνώσης του.

Η άλλη βουβή νομιμοποίηση είναι η γοητεία της άμεσης έκφρασης των πολιτών. Αυτή αμφισβητεί τόσο το σύνθετο χαρακτήρα των μεγάλων προβλημάτων στην οικονομία και στην κοινωνία, όσο και τους «ειδικούς». Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την εξοικείωση όλων μας στην καθημερινή χρήση όλο και πιο «έξυπνων» συσκευών λήψης, δημιουργίας και αποστολής πληροφοριών κάθε είδους, τη νομιμοποίηση αυτή ενισχύει μια διπλή εντύπωση: ότι όλοι είμαστε επαρκώς ενήμεροι και ότι είναι απλό να εκφράσουμε τη γνώμη μας για οποιοδήποτε δημόσιο ζήτημα, χωρίς την ανάγκη κανενός μεσολαβητή.

Η γοητεία των τεχνοκρατών εκφράζεται όλο και συχνότερα με την ανάληψη από αυτούς κρίσιμων δημόσιων αξιωμάτων, κατ’ εξοχήν πολιτικής φύσης. Η παρουσία ιδίως οικονομολόγων (πανεπιστημιακών, τραπεζιτών κ.λπ.), αλλά και επιχειρηματιών που διαθέτουν ένα τεκμήριο πρακτικής τεχνογνωσίας (Μπερλουσκόνι, Τραμπ) σε αμιγώς πολιτικές -και όχι μόνον «υπηρεσιακές» ή «ειδικού σκοπού»- κυβερνήσεις, είναι σήμερα μια απολύτως κυρίαρχη τάση σε όλο τον κόσμο. Από την άλλη μεριά, η γοητεία της λαϊκής αμεσότητας εκφράζεται παντού -ιδίως στην Ευρώπη- με μια «μόδα» δημοψηφισμάτων, για τα πιο σημαντικά προβλήματα, που συγκινεί όλο και περισσότερους.

Και ο κοινοβουλευτισμός; Αυτός συνθλίβεται από τη βουβή νομιμοποίηση, ανίκανος εντελώς να προβάλει το μεγάλο του πλεονέκτημα απέναντι και στις δύο όψεις της: την αξία του διαλόγου και των προερχόμενων από αυτόν έλλογων αποφάσεων. Υφίσταται έτσι καίριες ήττες (Brexit, άνοδος ακροδεξιάς), καθώς η εμπιστοσύνη προς την εντιμότητα και την ικανότητα των εκλεγμένων  αντιπροσώπων εξατμίζεται πλέον πολύ πριν περάσουν οι «πρώτες 100 ημέρες». Κάτι περισσότερο: λιγότεροι πολίτες αισθάνονται ότι χρειάζονται αυτοί οι αντιπρόσωποι ή ακόμη και η ίδια η συμμετοχή στις εκλογές (ο δεύτερος γύρος των γαλλικών βουλευτικών εκλογών έδειξε πολλά…)! Πρόκειται για δείγματα του ότι η πολιτική έγινε περισσότερο επαγγελματική απ’ ό,τι αρμόζει στη δημοκρατία, στρέφοντας το ενδιαφέρον του πολιτικού από την αίσθηση της ευθύνης για τη λήψη αποφάσεων, στην εξασφάλιση της επανεκλογής (συχνά με οποιοδήποτε μέσον).

Το φαινόμενο είναι διεθνές και όχι μόνο χαρακτηριστικό της δικής μας πολιτικής ζωής. Ομως, να που η βουβή νομιμοποίηση εκδηλώνεται στις θεσμικές αναζητήσεις με αφορμή την συνταγματική αναθεώρηση. Από τη μια, η γοητεία των τεχνοκρατών δείχνει να κυριαρχεί στην «πρόταση των 6», που δεν θέλει κυβέρνηση από κοινοβουλευτικά πρόσωπα. Από την άλλη, η δημοψηφισματική λογική είναι διάχυτη στην κυβερνητική πρόταση, όπως κατατέθηκε. Υπό την έννοια αυτή, οι δύο προτάσεις παρακολουθούν πράγματι τα ρεύματα της εποχής, σε αντίθεση με τις προτάσεις των αντιπολιτευόμενων κομμάτων που εμμένουν σε μια παρωχημένη λογική κοινοβουλευτικής αίγλης, σαν να μην έχουν αντιληφθεί τίποτε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο προτάσεις είναι ορθές. Γιατί μένει να μας απαντήσουν στο ερώτημα του χαμένου σήμερα διαλόγου και των έλλογων αποφάσεων για το κοινό καλό. Μένει δηλαδή να βρεθεί το γνήσιο παιδί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που εγκαταλείφθηκε από καιρό, καθώς η επαγγελματική πολιτική δεν αντέχει την ευθύνη του.

Ούτε οι τεχνοκράτες, ούτε τα δημοψηφίσματα μας βοηθούν εδώ…

[Αναδημοσίευση από: http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/i-vouvi-nomimopoiisi-44341430627]

Το δικαίωμα στην επιλογή

Τάκης Βιδάλης, Συνταγματολόγος, επιστημονικός συνεργάτης της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής

Ο θόρυβος που προκάλεσε η απόφαση των αναισθησιολόγων του νοσοκομείου της Σάμου να μη συμμετέχουν στο εξής σε νόμιμες αμβλώσεις (με εξαίρεση, πάντως, αυτές που επιβάλλονται για την προστασία της υγείας ή και της ζωής της γυναίκας), έφερε στην επιφάνεια ένα καίριο ηθικό πρόβλημα: έως πού ελέγχει το σώμα της μια γυναίκα που κυοφορεί;

Όπως συμβαίνει με τα σημαντικότερα ηθικά προβλήματα, ως κοινωνία προτιμάμε να μην το συζητάμε ανοιχτά, αφήνοντας το όμως, έτσι, να κακοφορμίζει μέσα σε μια ριζική σύγκρουση αντίθετων επίσημων απόψεων. Από τη μια, ο Νόμος αποδέχεται σε μεγάλη έκταση ότι μια έγκυος μπορεί να μεταχειρίζεται το σώμα της σύμφωνα με τις επιθυμίες της, έχει δηλαδή αυτονομία επιλογών και για την εξέλιξη της κυοφορίας. Από την άλλη, η Εκκλησία, επισημαίνοντας την ανθρώπινη ιδιότητα του εμβρύου «εξ άκρας συλλήψεως» -δηλαδή από τη στιγμή που γονιμοποιείται το ωάριο-, αρνείται αυτή την αυτονομία, καθώς μπορεί να καταλήξει στην καταστροφή μιας ανθρώπινης ζωής.

Η διατυπωμένη ηθική της Πολιτείας βρίσκεται, λοιπόν, σε διάσταση με εκείνην της Εκκλησίας. Τέτοια διάσταση υπάρχει σε πολλά θέματα που αφορούν «βαθιές» πεποιθήσεις, δεν είναι μάλιστα φαινόμενο της εποχής μας ούτε, βέβαια, ελληνική πρωτοτυπία: από την εμφάνιση του νεωτερικού κράτους, οι ηθικές αντιλήψεις που αυτό υιοθέτησε, ήταν διακριτές (και συχνά ήλθαν σε σύγκρουση) με τις κρατούσες θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Οι ελευθερίες της συνείδησης και της έκφρασης αποτελούν θεμελιώδη συστατικά των δημοκρατικών κοινωνιών. Έστω και αν όλοι δεσμευόμαστε από τους νόμους, καθένας μπορεί να πιστεύει ότι ένας νόμος κάνει λάθος και μάλιστα έχει δικαίωμα να εκφράζει αυτή την άποψη δημόσια. Το ίδιο δικαίωμα έχουν και όσοι βρίσκουν σωστό τον ίδιο νόμο, διεκδικώντας την εφαρμογή των επιλογών που τους παρέχει. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι τόσο η άποψη των αναισθησιολόγων της Σάμου όσο και αυτή μιας γυναίκας που ζει στο νησί και νόμιμα θέλει να διακόψει την εγκυμοσύνη της, είναι απόψεις σεβαστές, αν και αντίθετες. Όμως, εκείνος που κινδυνεύει να βγει χαμένος από την αντίθεση αυτή είναι η γυναίκα. Γιατί, για εκείνην, δεν έχει κανένα νόημα να σεβαστούμε απλώς την άποψή της, όσο το να βρεθεί τρόπος να διακόψει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, ευχέρεια που της παρέχει ο νόμος. Αυτό ακριβώς είναι που επείγει τώρα να εξασφαλισθεί από μια Πολιτεία που σέβεται τους νόμους της, ανεξάρτητα από την ουσία των αντιτιθέμενων απόψεων.

Αλλά, μήπως πρέπει να δούμε κάποτε και αυτή την ουσία; Μήπως να συζητήσουμε ανοιχτά για το αν μια γυναίκα πρέπει ή όχι να ελέγχει απόλυτα το σώμα της υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και όταν μέσα της αναπτύσσεται μια νέα ζωή;

Ίσως είναι χρήσιμο να εξετάσουμε εδώ δύο ζητήματα που δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει η άποψη των αντίπαλων των αμβλώσεων.

Πρώτον, ακόμη και αν δεχθεί κανείς ότι το έμβρυο είναι «πλήρης» άνθρωπος με τα δικαιώματα που απολαμβάνουν όλοι, αυτό δεν σημαίνει ότι η αξία του αποκτά προτεραιότητα απέναντι στην αξία της γυναίκας που το κυοφορεί. Η ανάπτυξή του ακόμη και παρά τη θέληση της τελευταίας, ουσιαστικά τη μετατρέπει σε «μέσον», σε απλή «μηχανή αναπαραγωγής», παραβιάζοντας τη δική της πια ανθρώπινη ιδιότητα.

Δεύτερον, μια συνεπής αντίθεση στην άμβλωση δεν θα δεχόταν εξαιρέσεις, ούτε και στις περιπτώσεις που κινδυνεύει η ζωή ή η υγεία της γυναίκας. Πράγματι, αν το έμβρυο είναι «ίσο» με εκείνην, γιατί να μην προτιμηθεί η δική του επιβίωση από μια βλάβη της υγείας ή και από την ίδια τη ζωή της μελλοντικής του μητέρας; Όταν πρόκειται για τη διακινδύνευση της ανθρώπινης ζωής, δικαιούμαστε να έχουμε «προτιμήσεις»; Πολύ περισσότερο, όταν δεν κινδυνεύει η ζωή, αλλά η υγεία της γυναίκας, μπορούμε να της δίνουμε προτεραιότητα σε σχέση με το σημαντικότερο αγαθό της ζωής του «ίσου» εμβρύου; Ας σημειώσουμε ότι ειδικά η εξαίρεση αυτή ?της αποδεκτής άμβλωσης, όταν υπάρχει κίνδυνος για την υγεία της γυναίκας- μπορεί να υπονομεύσει στην πράξη την αντίρρηση των αναισθησιολόγων. Γιατί, ποιος θα κρίνει τη «σοβαρότητα» του κινδύνου για την υγεία ή ποιος θα ισχυριστεί ότι μια πιθανή βλάβη στην ψυχική υγεία (π.χ. μια κατάθλιψη από τη συνέχιση της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης) δεν δικαιολογεί την άμβλωση;

Τα λογικά αυτά αδιέξοδα δείχνουν, αντίστοιχα, ότι η αντίθετη άποψη που υποστηρίζει την αυτονομία της γυναίκας είναι συνεκτική, ακριβώς επειδή βασίζεται σε μια ισχυρή έννοια της ανθρώπινης αξίας. Η τελευταία δεν είναι δεδομένη «εξ άκρας συλλήψεως», αποκτάται σταδιακά και ολοκληρώνεται με τη βιολογική απεξάρτηση του νεογνού από τον οργανισμό της μητέρας. Από τη στιγμή όμως που θα ολοκληρωθεί, δεν επιδέχεται σχετικοποιήσεις και εξαιρέσεις: είναι η ασπίδα μας απέναντι σε κάθε μορφής κακομεταχείριση, βασανισμό, εργαλειοποίηση ή άλλη εκμετάλλευση. Και πέρα από αυτό: είναι η βάση της αυτονομίας, των επιλογών να σχεδιάζουμε ελεύθερα τη ζωή που εμείς-κι όχι άλλοι- θέλουμε να ζήσουμε.

Εδώ έγκειται, τελικά, το δικαίωμα της επιλογής: ποιος αποφασίζει πώς θα ζούμε!…

[αναδημοσίευση από http://www.amna.gr/home/article/167046/]

 

Το αναθεωρητικό διάβημα στην εποχή της κρίσης – Αναζητώντας τη συνταγματική αλλαγή υπό δυσχερή ιστορική συγκυρία

Μιχάλης Πικραμένος, Σύμβουλος Επικρατείας, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

H επιτροπεία της χώρας και η είσοδος στη βουλή ακραίων πολιτικών δυνάμεων συνιστούν απειλές για το τελικό αποτέλεσμα της συνταγματικής αναθεώρησης- Οι πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου οφείλουν να μεταθέσουν το εγχείρημα της αναθεώρησης σε μεταγενέστερο χρόνο που θα υπάρχουν καλύτερες οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες- Υπό την εκδοχή της επιλογής του αναθεωρητικού διαβήματος στον παρόντα χρόνο η αναθεώρηση πρέπει να προχωρήσει με βάση ένα συνεκτικό σχέδιο συνταγματικής πολιτικής-Η εμπειρία των τεσσάρων δεκαετιών της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας καταδεικνύει ότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα στην ορθολογική οργάνωση και την αποτελεσματική λειτουργία του κράτους, με συνέπεια να καθίσταται προβληματικός  ο μακρόχρονος και σταθερός σχεδιασμός και κατ’ επέκταση η εφαρμογή σε βάθος χρόνου δημόσιων πολιτικών σε κρίσιμους τομείς- Επιβάλλεται να ενισχυθούν οι αρχές της συνέχειας και της αποτελεσματικότητας στην οργάνωση και λειτουργία του κράτους, μέσα από μεταβολές στα κεφάλαια του Συντάγματος για τη βουλή, την κυβέρνηση, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τη δικαιοσύνη-Η συνταγματική αναθεώρηση δεν θα φέρει από μόνη της την άνοιξη στην κοινωνία, στους θεσμούς, στο κράτος και στον κάθε πολίτη χωριστά, αν δεν κατακτηθούν τα αυτονόητα: πολιτικές συναινέσεις, κοινοβουλευτική και κυβερνητική σταθερότητα, σχεδιασμός και εφαρμογή πολιτικών σε βάθος χρόνου με μεταρρυθμιστική προοπτική .

[Εισήγηση στην ημερίδα της Εταιρείας Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες, στις 19.6.2017, με θέμα ¨Συνταγματική Αναθεώρηση και Δικαιοσύνη”]

 

ΤΟ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΔΙΑΒΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ

ΥΠΟ ΔΥΣΧΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

 

Μιχάλης Πικραμένος,

Σύμβουλος Επικρατείας, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

 

[Εισήγηση στην ημερίδα της Εταιρείας Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες, στις 19.6.2017, με θέμα ¨Συνταγματική Αναθεώρηση και Δικαιοσύνη”]

 

 

Με την ευκαιρία της συζήτησης που έχει ανοίξει για τη συνταγματική αναθεώρηση, επιβάλλεται εν πρώτοις να διατυπωθούν ορισμένοι προβληματισμοί για την ανάγκη πραγματοποίησής της κατά την παρούσα ιστορική συγκυρία. Ακολούθως, και υπό την εκδοχή ότι κινείται τελικά η διαδικασία της αναθεώρησης, επισημαίνονται θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση ενός σοβαρού και συνεκτικού σχεδίου αναθεώρησης του καταστατικού χάρτη της χώρας. Τέλος, διατυπώνεται δέσμη προτάσεων στα κεφάλαια για τη βουλή την κυβέρνηση, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τη δικαιοσύνη που αποσκοπούν στην οικοδόμηση μιας καλύτερης Πολιτείας που οργανώνεται και λειτουργεί με ορθολογισμό, αξιοκρατία, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα. Η επιλογή αυτής της δέσμης προτάσεων έγινε γιατί θεωρώ ότι το μείζον στοίχημα της χώρας είναι η απελευθέρωση από τα δεσμά των πελατειακών σχέσεων, της αναξιοκρατίας, της “επαγγελματοποίησης” της πολιτικής, της αποθέωσης του ατομικού συμφέροντος σε βάρος του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου.

 

  1. Ως προς την ανάγκη συνταγματικής αναθεώρησης στην παρούσα ιστορική συγκυρία

 

Η βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση που διέρχεται η χώρα και ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζει ο εξωτερικός παράγοντας στην οικονομική επιβίωσή της λειτουργούν αρνητικά για μια νηφάλια και ορθολογική προσέγγιση του εγχειρήματος της συνταγματικής αναθεώρησης. Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος η συνταγματική αναθεώρηση να εξελιχθεί υπό την ασφυκτική πίεση βραχυπρόθεσμων αναγκών και μιας κοντόφθαλμης αντίληψης για το δημόσιο συμφέρον που ταυτίζεται  με το ταμειακό συμφέρον και με την «ανεμπόδιστη» δράση του νομοθέτη σε κρίσιμα πεδία. Το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται υπό επιτροπεία και η νομοθεσία της υπαγορεύεται εν πολλοίς από τους θεσμούς, εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για το περιεχόμενο της συνταγματικής αναθεώρησης καθώς είναι ενδεχόμενο οι δανειστές να επέμβουν, κυρίως με κινήσεις στο παρασκήνιο αλλά και με έμμεσες προτροπές, στις επιλογές της αναθεωρητικής βουλής και να επιβάλλουν ρυθμίσεις εξυπηρετικές των συμφερόντων τους. Μια τέτοια εξέλιξη μετατρέπει τη συνταγματική αναθεώρηση από έκφραση λαϊκής κυριαρχίας σε έξωθεν επιβολή ιδεών και απόψεων που κυριαρχούνται από την ανάγκη ικανοποίησης συγκεκριμένων στόχων οικονομικής πολιτικής. Θα ήταν πράγματι ολέθριο για τη δημοκρατία και την ιστορία του τόπου να υπάρξει έστω και υπόνοια σύνδεσης συνέχισης της χρηματοδότησης της χώρας με την υιοθέτηση συγκεκριμένων συνταγματικών ρυθμίσεων. Αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος η βουλή που προέρχεται από τις εκλογές δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της πρότασης της προηγούμενης βουλής αλλά μπορεί να κινηθεί προς αντίθετη κατεύθυνση, τότε αντιλαμβάνεται ότι οι κρίσιμες έξωθεν παρεμβάσεις μπορεί να εκδηλωθούν και την τελευταία ώρα σε βάρος της βούλησης του εκλογικού σώματος. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε ότι στα χρόνια της κρίσης φύτρωσαν ακραίες πολιτικές δυνάμεις, γιγαντώθηκε ο λαϊκισμός, γεννήθηκαν νέες διαιρέσεις στην κοινωνία και στην πολιτική θυμίζοντας τα διχαστικά και εμφυλιοπολεμικά πάθη που ταλάνιζαν τη χώρα για πολλές δεκαετίες. Αυτές οι νέες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μπορεί να ευνοήσουν την όχι ευκαταφρόνητη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ακραίων πολιτικών δυνάμεων με αρνητικές συνέπειες στην έκβαση του αναθεωρητικού εγχειρήματος.

Η σωφροσύνη επιτάσσει οι πολιτικές δυνάμεις να μεταθέσουν τη συνταγματική αναθεώρηση σε χρόνο μεταγενέστερο όπου η οικονομικοπολιτική συγκυρία θα είναι ευνοϊκότερη για τα συμφέροντα της χώρας και ταυτόχρονα να επιχειρήσουν, μέσα σε ένα κλίμα συναίνεσης, την εξάντληση των ορίων που παρέχει το ισχύον Σύνταγμα ( τα οποία είναι ευρύτατα) για την ουσιαστική μεταρρύθμιση και την προοδευτική διακυβέρνηση της χώρας. Να σημειωθεί εδώ ότι ο κοινός νομοθέτης δεν έχει αναλάβει, εντός του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου, όλες εκείνες τις πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να μεταβάλουν σε σημαντικό βαθμό την πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση της χώρας. Οι αδράνειες αυτές έχουν κοστίσει ακριβά στην ελληνική κοινωνία και συνεχίζουν να κοστίζουν ιδίως στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα που έχουν υποστεί βαρύτερα τις συνέπειες της κρίσης. Εν κατακλείδι, δεν είναι το Σύνταγμα ο μεγάλος υπαίτιος για την βαθιά και πολύπλευρη κρίση που διέρχεται ο τόπος και επομένως η συνταγματική αναθεώρηση δεν θα φέρει από μόνη της την άνοιξη αν δεν συνοδευτεί από σοβαρές και μακροχρόνιες δημόσιες πολιτικές, από καλές πρακτικές των πολιτικών και πολιτειακών οργάνων και από τις αναγκαίες συναινέσεις των πολιτικών δυνάμεων. Μια συνταγματική αναθεώρηση η οποία δεν συνοδεύεται από τα ανωτέρω συστατικά στοιχεία, κινδυνεύει να απωλέσει σύντομα τη δυναμική της και να προκαλέσει ένα κύμα αμφισβήτησης του ρόλου του Συντάγματος και της αξιοπιστίας των θεσμών. Άλλωστε η συνταγματική και πολιτική ιστορία διδάσκει ότι οι ρυθμίσεις του Συντάγματος εύκολα μπορούν να περιγραφούν ή να τεθούν στο περιθώριο προς δόξα αναχρονιστικών πολιτικών και πρακτικών.

 

  1. Η διαμόρφωση της συνταγματικής πολιτικής για την αναθεώρηση

 

                             Υπό την εκδοχή ότι οι πολιτικές δυνάμεις αποφασίζουν να προχωρήσουν σε κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος, ο σχεδιασμός της συνταγματικής πολιτικής πρέπει να λάβει υπόψη τα κατωτέρω:

α) Η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί κορυφαία στιγμή στη λειτουργία του πολιτεύματος και γι αυτό πρέπει να μην εκλαμβάνεται ως άσκηση επί χάρτου ή ως πεδίο πειραματισμών ή ως επικοινωνιακό τέχνασμα για μετατόπιση της πολιτικής ατζέντας, αλλά ως ζήτημα υψίστης σημασίας που επιβάλλει σοβαρότητα, σχεδιασμό και στοχασμό.

β) Επιβάλλεται η επεξεργασία και διατύπωση συνταγματικής πολιτικής, η οποία συνίσταται στη διατύπωση θέσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος επί τη βάσει της εμπειρίας από την έως σήμερα λειτουργία των θεσμών και της πρακτικής που συνοδεύει την εφαρμογή τους. Στην οπτική αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνταγματική και πολιτική ιστορία της χώρας και τα διδάγματα που αντλούνται από αυτήν, ώστε το αναθεωρητικό διάβημα να γίνεται με αίσθημα ιστορικής ευθύνης.

γ) Η πρόταση για την αναθεώρηση λαμβάνει υπόψη το συνολικό συνταγματικό οικοδόμημα. Οι θεσμοί έχουν διαλεκτική σχέση μεταξύ τους, μοιάζουν με συγκοινωνούντα δοχεία και γι αυτό η πρόταση πρέπει να είναι αρμονικά αρθρωμένη, όχι αποσπασματική, και να εκτείνεται στην ευρύτερη περιοχή των διατάξεων που επηρεάζονται από τις επιχειρούμενες μεταβολές.

δ) Η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί πανάκεια για την αντιμετώπιση της ενδημικής κρίσης των θεσμών. Για το λόγο αυτό πριν την προσφυγή στη διαδικασία της αναθεώρησης, πρέπει να έχουν εξαντληθεί οι λύσεις που προσφέρει το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο με την ενεργοποίηση του κοινού νομοθέτη προς διαμόρφωση του πλέον κατάλληλου νομοθετικού οικοδομήματος. Περαιτέρω, είναι αναγκαίο να γίνεται αποτίμηση των νομοθετικών ρυθμίσεων προς διαπίστωση των αποτελεσμάτων που είχαν οι πρωτοβουλίες του νομοθέτη και να βεβαιώνεται ότι αυτές οι πρωτοβουλίες δεν ήσαν επαρκείς λόγω των ορίων που θέτει το Σύνταγμα. Αν δεν έχει γίνει συστηματική προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων με εξάντληση των περιθωρίων του νομοθέτη, τότε η αναθεώρηση της σχετικής συνταγματικής ρύθμισης δικαιολογείται μόνο αν προσλάβει, έστω εν μέρει, διαφορετικό περιεχόμενο παρέχοντας ακόμα μεγαλύτερα περιθώρια επίλυσης των αναφυομένων προβλημάτων.

ε) Καθοριστική σημασία έχει για το διάβημα της συνταγματικής αναθεώρησης να προσδιορίζονται με ακρίβεια οι δυσλειτουργίες και τα προβλήματα που δημιουργούνται από το υφιστάμενο συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο.

στ) Η πρόταση αναθεώρησης πρέπει να περιλαμβάνει συγκεκριμένες λύσεις, οι οποίες αντιμετωπίζουν τις δυσλειτουργίες και τα προβλήματα που έχουν εντοπισθεί. Τούτο σημαίνει ότι δεν αρκούν γενικόλογες αναφορές αλλά επιβάλλεται η παρουσίαση των προτεινόμενων λύσεων διεξοδικά με επισήμανση όλων των ζητημάτων που είναι δυνατό να ανακύψουν και πάντοτε μέσα στη λογική του συνολικού συνταγματικού οικοδομήματος και των πιθανών επιδράσεων επ’ αυτού από επιμέρους μεταβολές.

 

  1. Βουλή-Κυβέρνηση-Πρόεδρος Δημοκρατίας-Δικαιοσύνη: Αλλαγές για μια καλύτερη Πολιτεία με ορθολογισμό, αξιοκρατία, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα

 

                             Η εμπειρία των τεσσάρων δεκαετιών της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας καταδεικνύει ότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα στην ορθολογική οργάνωση και την αποτελεσματική λειτουργία του κράτους, με συνέπεια να καθίσταται προβληματικός  ο μακρόχρονος και σταθερός σχεδιασμός και κατ’ επέκταση η εφαρμογή σε βάθος χρόνου δημόσιων πολιτικών σε κρίσιμους τομείς, όπως είναι οι επενδύσεις και η ανάπτυξη, η κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια, η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η υγεία, η δικαιοσύνη. Τα αίτια της διαρκούς αστάθειας είναι πολλά και ποικίλα. Στα σημαντικότερα συγκαταλέγεται η έλλειψη στοιχειώδους συναίνεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της χώρας ακόμα και σε εποχές βαθιάς κρίσης, η οποία συνεπάγεται, σε πολλές περιπτώσεις, είτε τη χρησιμοποίηση της δυνατότητας για πρόωρη διάλυση της βουλής από το εκάστοτε κυβερνών κόμμα προς αξιοποίηση ευνοϊκών συγκυριών για την επανεκλογή του είτε την πρόκληση βουλευτικών εκλογών από την αντιπολίτευση με σκοπό την αναρρίχηση στην εξουσία. Παράλληλα η επιβίωση του πελατειακού συστήματος έως τις ημέρες μας, με διάφορες παραλλαγές, δεν επιτρέπει την οριστική και αμετάκλητη εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας στις επιλογές προσώπων για την κατάληψη δημόσιων θέσεων, ενώ ταυτόχρονα υπαγορεύει τη θέσπιση ρυθμίσεων ή και οργανωτικών σχημάτων με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση της πολιτικής και εκλογικής πελατείας. Έτσι, η απουσία συναινέσεων στο πολιτικό πεδίο σε συνδυασμό με τη λειτουργία των κομμάτων ως θυλάκων προώθησης συμφερόντων προσώπων ή ομάδων προσώπων, συνθέτουν ένα σκηνικό ρευστότητας και διαρκών μεταβολών όχι μόνο με την ευκαιρία αλλαγής κυβέρνησης αλλά ακόμα και με την αλλαγή υπουργών στο πλαίσιο της ίδιας κυβέρνησης. Με τις προτάσεις που παρατίθενται στη συνέχεια επιδιώκεται να ενισχυθούν οι αρχές της συνέχειας και της αποτελεσματικότητας στην οργάνωση και λειτουργία του κράτους, μέσα από μεταβολές στα κεφάλαια του Συντάγματος για τη βουλή, την κυβέρνηση, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τη δικαιοσύνη.

 

α) Εξάντληση της τετραετούς θητείας της βουλής

Η συνταγματική ιστορία της χώρας από το 1975 έως σήμερα έχει δεί-

ξει ότι η διενέργεια βουλευτικών εκλογών μετά τη λήξη της τετραετούς θητείας της βουλής είναι η εξαίρεση. Ο κανόνας είναι η πρόωρη διάλυση του κοινοβουλίου και η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία σε χρόνους πολύ ενωρίτερους από τη λήξη της τετραετίας για λόγους που σχετίζονται με τις εκτιμήσεις των πολιτικών κομμάτων ως προς τον καταλληλότερο, για την εκλογική τους επικράτηση, χρόνο. Είναι κοινός τόπος ότι οι δημόσιες πολιτικές τις οποίες διακηρύσσει, κατά τον προεκλογικό αγώνα, το πολιτικό κόμμα που εν τέλει κερδίζει τις βουλευτικές εκλογές και σχηματίζει κυβέρνηση, απαιτούν ικανό χρόνο για να σχεδιαστούν και να αρχίσουν να εφαρμόζονται στην πράξη. Η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες όχι μόνο ανατρέπει το σχεδιασμό και εμποδίζει την ομαλή εφαρμογή των πολιτικών αλλά δημιουργεί διαταραχές που οδηγούν σε οπισθοδρόμηση καθώς η προεκλογική περίοδος κυριαρχείται από συνθήματα και παροχές που αποβλέπουν στην ικανοποίηση αιτημάτων των εκλογέων με σκοπό την επικράτηση στις εκλογές. Οι προεκλογικές παροχές επιφέρουν σοβαρές βλάβες στο κράτος καθώς επιβαρύνουν ποικιλοτρόπως τον προϋπολογισμό οδηγώντας, συχνά, την μετεκλογική κυβέρνηση σε λήψη μέτρων, για να ισοσκελίσει τις προκληθείσες ζημιές, κατά τρόπο αποσπασματικό και με καθαρά ταμιευτικό σκοπό. Για να περιορισθεί το φαινόμενο αυτό θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι αν διαλυθεί η βουλή πριν τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών, η θητεία της νέας βουλής διαρκεί όσο η υπολειπόμενη θητεία της προηγούμενης.

 

β) Μονοεδρικές περιφέρειες

Η δημιουργία πολύ μεγάλων εκλογικών περιφερειών καθιστά αδύνατη για τον μέσο πολίτη την πρόσβαση στην πολιτική και τη θέση υποψηφιότητας στις βουλευτικές εκλογές, διότι το κόστος μιας προεκλογικής εκστρατείας είναι απαγορευτικό. Αυτό έχει ως συνέπεια να εμποδίζεται, εν τοις πράγμασι, η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, οι δε υποψήφιοι στις μεγάλες εκλογικές περιφέρειες είναι συνήθως πρόσωπα είτε με ισχυρή οικονομική επιφάνεια είτε με αναγνωρισιμότητα που έχουν αποκτήσει με διάφορους τρόπους, όπως η προηγούμενη ενασχόληση με επαγγέλματα δημοσιότητας ( π.χ. αθλητές, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες) είτε διαθέτουν τη στήριξη μηχανισμών όπως πχ. των κομμάτων. Είναι αντιληπτό ότι η έλλειψη κινητικότητας στο πολιτικό προσωπικό  οδηγεί σε έναν κακώς νοούμενο “επαγγελματισμό”, με αρνητικές συνέπειες ως προς την ποιότητα της πολιτικής που σχεδιάζεται και εφαρμόζεται από κόμματα και κυβερνήσεις. Επομένως, προτείνεται η ρητή συνταγματική πρόβλεψη για σύσταση  μονοεδρικών περιφερειών σε όλη την επικράτεια και ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα.

 

γ) Κώλυμα υπουργών να ανακηρυχθούν βουλευτές για την επόμενη βουλή

Οι υπουργοί αποτελούν κομβικούς παράγοντες για την ομαλή λειτουργία του κράτους διότι αναλαμβάνουν το εξαιρετικά σοβαρό καθήκον της σχεδίασης και εφαρμογής των δημοσίων πολιτικών για τις οποίες έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση στις προγραμματικές δηλώσεις της και το κυβερνών κόμμα στο προεκλογικό του πρόγραμμα. Τούτο σημαίνει ότι κάθε υπουργός στο πεδίο των αρμοδιοτήτων του έχει την ευθύνη επεξεργασίας νομοσχεδίων,  έκδοσης κανονιστικών και ατομικών διοικητικών πράξεων, προώθησης δράσεων και υλικών ενεργειών, όλα δε τα ανωτέρω πρέπει να διέπονται από τις αρχές της νομιμότητας, του ορθολογισμού, της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας. Δεν χωρούν εκπτώσεις προς χάρη εξυπηρέτησης συμφερόντων προσώπων ή ομάδων ή συντεχνιών. Τέτοιου είδους εκπτώσεις παρατηρούνται όταν υπουργοί εκτίθενται ως υποψήφιοι βουλευτές και επιδιώκουν με τα μέτρα που λαμβάνουν να γίνουν αρεστοί στους ψηφοφόρους με αντάλλαγμα την εκλογή τους. Προτείνεται συνταγματική πρόβλεψη που να απαγορεύει μόνον στους υπουργούς και όχι στον πρωθυπουργό, να συμμετέχουν στις επόμενες εκλογές  ως υποψήφιοι βουλευτές

 

δ) Όριο βουλευτικής θητείας

Σε συνδυασμό με τα ανωτέρω περί μονοεδρικών περιφερειών επιβάλλεται να θεσπιστούν και άλλες ρυθμίσεις οι οποίες θα καθιστούν ευχερέστερη την είσοδο νέων προσώπων στο κοινοβούλιο και θα αμβλύνουν την “επαγγελματοποίηση” της πολιτικής. Ρύθμιση προς αυτή την κατεύθυνση είναι η θέσπιση ορίου συνεχόμενης βουλευτικής θητείας η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα οκτώ έτη. Έτσι, δίδεται η ευκαιρία για ανανέωση του κοινοβουλίου και ταυτόχρονα τίθεται ένα τέλος στο  αδιάκοπο του κοινοβουλευτικού βίου. Η “επαγγελματοποίηση” της πολιτικής αποτελεί συχνά αξεπέραστο εμπόδιο για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας καθώς τα πρόσωπα που εκλέγονται συνεχώς, συνδέονται με κατεστημένες αντιλήψεις και απόψεις που τους διασφαλίζουν ισόβια κοινοβουλευτική παρουσία με αντάλλαγμα την διατήρηση των κάθε είδους κεκτημένων από ομάδες, συντεχνίες, πρόσωπα.

 

ε) Μόνιμοι υπηρεσιακοί υφυπουργοί

Στις κυβερνήσεις της τελευταίας τεσσερακονταετίας διοριζόταν συχνά μεγάλος αριθμός υφυπουργών στους οποίους οι υπουργοί δεν ανέθεταν σοβαρές αρμοδιότητες και ως εκ τούτου υπήρχαν, κυρίως, για λόγους ισορροπίας της πολιτικής γεωγραφίας. Ο εκάστοτε πρωθυπουργός ένοιωθε την ανάγκη να καλύπτει πολλές περιφέρειες της χώρας με υπουργική ή υφυπουργική εκπροσώπηση. Έτσι, ουδέποτε αξιοποιήθηκε η δυνατότητα για διορισμό μόνιμων υπηρεσιακών υφυπουργών που προβλέπει το Σύνταγμα στο άρθρο 81 παρ.1, διότι τούτο θα σήμαινε μείωση των θέσεων υφυπουργών που καταλάμβανε το πολιτικό προσωπικό. Ταυτόχρονα από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 παρατηρείται μεγάλη αύξηση του αριθμού των μετακλητών υπαλλήλων στη δημόσια διοίκηση και συρρίκνωση του ρόλου της μόνιμης δημοσιοϋπαλληλίας, με συνέπεια να αναφύεται πρόβλημα συνέχειας και θεσμικής μνήμης καθώς οι υπουργοί διαμορφώνουν τις πολιτικές σε  στενό κύκλο προσωπικών συμβούλων και μετά την αποχώρησή τους προκαλείται  κενό εφόσον οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν μείνει εκτός του κέντρου λήψης των αποφάσεων και δεν είναι σε θέση να ενημερώσουν τους επόμενους σε βάθος για τις πολιτικές και τις δράσεις που προκρίθηκαν. Προτείνεται η πρόβλεψη ότι οι θέσεις υφυπουργών καταλαμβάνονται από τεχνοκράτες που επιλέγονται με ειδική διαδικασία, διαθέτουν τα κατάλληλα επιστημονικά και διοικητικά προσόντα, ανάλογα με τον τομέα στον οποίο καλούνται να υπηρετήσουν, και παραμένουν με πενταετή θητεία. Με το θεσμό των μόνιμων υπηρεσιακών υφυπουργών η δημόσια διοίκηση αποκτά στο ανώτατο επίπεδο συνέχεια και επιστημονικό κύρος, στοιχεία που επιτρέπουν την ορθολογική επίλυση των προβλημάτων με στοχοθεσία και σε βάθος χρόνου, εντός του ευρύτερου πολιτικού και ιδεολογικού πλαισίου που θέτει η κυβέρνηση η οποία διαθέτει την εμπιστοσύνη της βουλής.

 

στ) Εκλογή και αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας

Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας προτείνεται να παραμείνει στην αρμοδιότητα της βουλής η οποία εν τέλει θα εκλέγει τον υποψήφιο που λαμβάνει τη σχετική πλειοψηφία των ψήφων, χωρίς έτσι να απαιτείται η διάλυση της βουλής και η προκήρυξη βουλευτικών εκλογών. Η προσφυγή σε συχνές εκλογικές αναμετρήσεις δημιουργεί παρατεταμένη αστάθεια όχι μόνο στο πολιτικό σύστημα αλλά και συνολικά στην οικονομία και την κοινωνία, με δυσμενή αποτελέσματα για την ανάπτυξη και την ευημερία του τόπου. Για τους ίδιους λόγους είναι αποκρουστέα και η πρόταση περί άμεσης εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας η οποία θα έχει ως αυτόθροη συνέπεια να εγκατασταθεί ένας ακόμα ισχυρός πόλος εξουσίας, με ευθεία νομιμοποίηση από το εκλογικό σώμα, που προσθέτει πιθανότητες αντιπαραθέσεων με τους άλλους πόλους στο πλαίσιο ενός ήδη συγκρουσιακού πολιτικού σκηνικού λόγω έλλειψης συναινέσεων.

Όπως θα αναφερθεί παρακάτω ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προτείνεται να αναλάβει την αρμοδιότητα επιλογής προσώπων που στελεχώνουν κορυφαίες θέσεις στα ανώτατα δικαστήρια, με σκοπό το κρίσιμο αυτό ζήτημα να μην αποτελεί στο εξής σημείο τριβής λόγω του ότι ανατίθεται υπό το ισχύον Σύνταγμα στο υπουργικό συμβούλιο.

 

ζ) Η μετεξέλιξη του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ως απάντηση στην πρόταση για ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου

  1. Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου αποτελεί πρόταση η οποία διαρκώς προβάλλεται ήδη από τη δεκαετία του ’90 από πολιτικά κόμματα, προσωπικότητες της δημόσιας ζωής, επιστήμονες και διάφορους φορείς, για την αντιμετώπιση προβλημάτων στη δικαιοσύνη και εν γένει στο πολίτευμα. Το πρώτο και βασικό ζήτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι ποια συγκεκριμένα προβλήματα καλείται να επιλύσει το Συνταγματικό Δικαστήριο. Κατά καιρούς έχει προβληθεί η ανάγκη ταχείας επίλυσης των διαφορών, δηλαδή η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην απονομή της δικαιοσύνης. Αν το πρόβλημα εντοπίζεται στην ταχύτητα του δικαιοδοτικού έργου, πρέπει εν πρώτοις να αποτιμηθεί ο θεσμός της πιλοτικής δίκης ο οποίος εισήχθη τα τελευταία χρόνια από τον κοινό νομοθέτη για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Παραλλήλως πρέπει να εξετασθεί αν υπάρχουν κατηγορίες διαφορών για τις οποίες προκλήθηκαν καθυστερήσεις οφειλόμενες στην ύπαρξη διαφορετικών δικαιοδοσιών και στην έκδοση αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ διαφορετικών δικαστηρίων και για τις οποίες ο θεσμός της πιλοτικής δίκης δεν επαρκεί για να τις αντιμετωπίσει. Η καταγραφή πρέπει να είναι συγκεκριμένη και να συνοδεύεται από τεκμηρίωση, η οποία να πείθει ότι το υφιστάμενο συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο δεν επαρκεί. Να σημειωθεί ότι ο κοινός νομοθέτης έχει αφήσει ουσιαστικά αναξιοποίητη τη δυνατότητα που του παρέχει το Σύνταγμα με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 για ανάθεση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια προς επίτευξη της ενιαίας εφαρμογής της αυτής νομοθεσίας.

Αν το Συνταγματικό Δικαστήριο έχει ως σκοπό την επίλυση διαφορών που πηγάζουν από κυβερνητικές πράξεις, οι οποίες σήμερα δεν ελέγχονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το ερώτημα είναι αν είναι επιθυμητή η ανασύνθεση του όλου συνταγματικού οικοδομήματος με την προσθήκη ενός «παίκτη» που θα έχει δικαστικό μανδύα αλλά στην πραγματικότητα θα συμμετέχει στο πολιτικό γίγνεσθαι με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Με άλλα λόγια κατευθυνόμαστε στη δικαστικοποίηση των πολιτικών διαφορών η οποία όχι μόνο δεν θα επιλύσει προβλήματα αλλά θα προκαλέσει νέες αμφισβητήσεις καθώς και το Συνταγματικό Δικαστήριο θα αντιμετωπισθεί ως ένας πολιτικός παράγοντας που διαδραματίζει το δικό του αυτόνομο ρόλο.

Εξίσου σοβαρό ζήτημα, το οποίο ίσως είναι και η καρδιά της πρωτοβουλίας για θέσπιση συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, αποτελεί ο τρόπος συγκρότησης του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Δηλαδή η προέλευση των μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το όργανο που είναι αρμόδιο για την επιλογή τους και η διάρκεια της θητείας τους. Αν τα μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου ή τα περισσότερα εξ αυτών, προέρχονται από ένα ευρύτατο κύκλο προσώπων, εκτός των κλασικών δεξαμενών της δικαιοσύνης και των πανεπιστημίων, και η επιλογή τους γίνεται από πολιτικό όργανο, κυβέρνηση ή κοινοβούλιο, τότε υπάρχει ο κίνδυνος η ίδρυση του Συνταγματικού Δικαστηρίου να θεωρηθεί ως εξυπηρετική της πολιτικής εξουσίας, υπό την έννοια της δημιουργίας ενός φίλτρου προστασίας του νομοθέτη από την κήρυξη διατάξεων ως αντισυνταγματικών, καθώς τα πρόσωπα που θα στελεχώνουν το εν λόγω Δικαστήριο θα επιλέγονται πρωτίστως με πολιτικά κριτήρια και μπορεί να προέρχονται ακόμα και από το χώρο της πολιτικής. Και μπορεί μεν ανάλογες ρυθμίσεις να έχουν λειτουργήσει με επιτυχία σε χώρες της αλλοδαπής, όμως στη χώρα μας τα πολιτικά κόμματα δεν έχουν δημιουργήσει παράδοση στην αξιοκρατική επιλογή προσώπων όσον αφορά στην κατάληψη δημοσίων θέσεων που να εμπνέει εμπιστοσύνη για το μέλλον. Μια τέτοια μεταβολή, επομένως, θα μείωνε στα μάτια της κοινής γνώμης, αλλά και στην πράξη, την εγγυητική λειτουργία του δικαστικού συστήματος για τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των προσώπων και μάλιστα σε μια εποχή βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.

Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου επιφέρει, εκ των πραγμάτων, σοβαρή αναδιάταξη της αρχιτεκτονικής του δικαστικού συστήματος. Το ισχύον δικαστικό σύστημα βασίζεται στην ύπαρξη περισσότερων δικαιοδοτικών κλάδων, τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο), ενός Ανωτάτου Δικαστηρίου με ειδικές αρμοδιότητες (ΑΕΔ), προβλέπεται δε έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων με τα χαρακτηριστικά του διάχυτου, του κατασταλτικού και του παρεμπίπτοντος. Με τα δεδομένα αυτά τίθεται το ζήτημα ποιες αλλαγές θα επιφέρει η ίδρυση του Συνταγματικού Δικαστηρίου στην αρχιτεκτονική της δικαιοσύνης. Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν θα χρειάζεται πλέον το ΑΕΔ. Περαιτέρω, όμως, ανακύπτει το ερώτημα πως διαμορφώνεται η θέση των λοιπών ανωτάτων δικαστηρίων στο δικαστικό σύστημα και ειδικότερα ποιες θα είναι οι αρμοδιότητές τους, ιδίως ως προς τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Αν επιλεγεί η λύση της υποχρεωτικής παραπομπής των ζητημάτων αντισυνταγματικότητας στο Συνταγματικό Δικαστήριο από οποιοδήποτε δικαστήριο, τότε αποδυναμώνεται η θέση των υφισταμένων ανωτάτων δικαστηρίων και κυρίως του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έχει επωμισθεί το κύριο βάρος του ελέγχου αυτού στην πράξη τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο πεδίο των ειδικών του αρμοδιοτήτων. Αν πάλι επιλεγεί η λύση της υποχρεωτικής παραπομπής των κατωτέρων δικαστηρίων στα οικεία ανώτατα δικαστήρια και από τα τελευταία στο Συνταγματικό Δικαστήριο, τότε πέραν της αποδυνάμωσης της θέσης των ανωτάτων δικαστηρίων, προκαλείται και σοβαρή καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια ο αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης πρέπει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη ότι η δημιουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, επηρεάζει καθοριστικά τη θέση των υφισταμένων ανωτάτων δικαστηρίων, τα οποία είναι θεσμικά ανορθόδοξο να υπάρχουν μόνο κατ’ όνομα ως ανώτατα αλλά στην πραγματικότητα να έχουν κύκλο περιορισμένων αρμοδιοτήτων.

  1. Με βάση τα ανωτέρω, μια λύση η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει στο πλαίσιο του ισχύοντος δικαιοδοτικού συστήματος και του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων χωρίς να επιφέρει αναταράξεις και παρενέργειες, είναι η μετεξέλιξη του Α.Ε.Δ. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αυτό διατηρεί τις υφιστάμενες αρμοδιότητες και ταυτόχρονα αναλαμβάνει τον προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας των νομοσχεδίων τόσο ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε εντός του κοινοβουλίου για την ψήφισή τους και για την ένταξη διατάξεων άσχετων με το κύριο αντικείμενό τους όσο και για το ουσιαστικό περιεχόμενό τους. Ο έλεγχος αυτός ασκείται μετά από προσφυγή κομμάτων ή βουλευτών και σε περίπτωση που εντοπιστούν προβλήματα στην κοινοβουλευτική διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται εφόσον η κυβέρνηση επιθυμεί ο νόμος να ψηφιστεί εγκύρως και να δημοσιευτεί. Αν το ΑΕΔ επισημάνει προβλήματα συνταγματικότητας στο περιεχόμενο των διατάξεων του νομοσχεδίου, η κυβέρνηση  οφείλει να αποσύρει τις αντισυνταγματικές διατάξεις ή το νομοσχέδιο στο σύνολό του και να επανέλθει με νέες διατάξεις αν το επιθυμεί. Το ΑΕΔ συγκροτείται από ένδεκα δικαστές πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που εκλέγονται για θητεία έξι ετών. Οι εννέα εξ αυτών είναι δικαστές από τα τρία ανώτατα δικαστήρια και εκλέγονται από τις οικείες ολομέλειες, ενώ οι δύο είναι καθηγητές που προτείνονται από τις νομικές σχολές που συντάσσουν η κάθε μια εξ αυτών κατάλογο με δύο υποψήφιους και τελικώς επιλέγει από τους καταλόγους ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.  Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος του ΑΕΔ επιλέγονται με ψηφοφορία από τα μέλη του.

 

η) Η επιλογή των προεδρείων των ανωτάτων δικαστηρίων

Η επιλογή των προέδρων και των αντιπροέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων καθώς και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το υπουργικό συμβούλιο, αποτελεί τις τελευταίες δεκαετίες σημείο έντονης πολιτικής και επιστημονικής κριτικής. Το ζήτημα έχει αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις λόγω της αύξησης των θέσεων των αντιπροέδρων και στα τρία ανώτατα δικαστήρια, με συνέπεια κάθε χρόνο να διενεργούνται προαγωγές στις θέσεις αυτές, λόγω αποχωρήσεων, και να προκαλούνται διαρκώς αναταράξεις στο εσωτερικό των δικαστηρίων. Παράλληλα η αύξηση των θέσεων δικαστών για την πλήρωση των οποίων είναι αρμόδια η κυβέρνηση έχει αρνητικό αντίκτυπο στη δικαστική ανεξαρτησία για ευνόητους λόγους που δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις. Γι αυτό προτείνεται η κατάργηση του βαθμού του αντιπροέδρου και η πρόβλεψη προέδρων τμημάτων που επιλέγονται για ορισμένη θητεία από τις οικείες ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων.  Ο αρχαιότερος πρόεδρος τμήματος αναπληρώνει τον πρόεδρο του δικαστηρίου. Όσον αφορά τους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων αυτοί επιλέγονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μεταξύ δέκα υποψηφίων που υποδεικνύονται από τις οικείες ολομέλειες. Ο αριθμός των δέκα υποψηφίων αποβλέπει στην, κατά το δυνατό, αποτροπή ομαδοποιήσεων που δεν αρμόζει στη δικαιοσύνη και στην υψηλή αποστολή της.

 

ι) Η άσκηση από τους δικαστές διοικητικών καθηκόντων και η εκλογή σε θέσεις καθηγητών α.ε.ι.

Το Σύνταγμα πριν την αναθεώρηση του 2001 επέτρεπε την άσκηση διοικητικών καθηκόντων από δικαστές, η σχετική δε απαγόρευση τέθηκε, με την αναθεώρηση του 2001, με σκοπό να προφυλάξει τους δικαστές από εμπλοκές τους στις κομματικές αντιπαραθέσεις  συμπολίτευσης-αντιπολίτευσης καθώς τα διοικητικά καθήκοντα ασκούνται στα πλαίσια της κυβερνητικής δράσης και εμπεριέχουν, επομένως, ένα στοιχείο πολιτικής. Όμως, η εμπειρία των δεκαπέντε και πλέον ετών που έχουν παρέλθει από το 2001 καταδεικνύει ότι υπάρχει ανάγκη ανάθεσης διοικητικών καθηκόντων σε δικαστές για ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις. Και τούτο διότι οι γνώσεις και η εμπειρία που αποκτώνται από τους δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, είναι πολύτιμα εφόδια για το χειρισμό σημαντικών ζητημάτων στο πλαίσιο της δράσης των οργάνων της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας. Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές θα μπορούσε να αναθεωρηθεί η σχετική διάταξη προς την κατεύθυνση της παροχής δυνατότητας άσκησης διοικητικών καθηκόντων σε τέσσερις κρίσιμους τομείς του κράτους: α) στην Προεδρία της Δημοκρατίας για τον έλεγχο νομιμότητας των νομοθετικών κειμένων, δεδομένου ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι αρμόδιος για την έκδοση και δημοσίευση των νόμων που έχουν ψηφιστεί από τη βουλή και έχει το δικαίωμα αναπομπής ψηφισμένων νομοσχεδίων εκθέτοντας και τους λόγους της αναπομπής ( άρθρο 42 Συντ) καθώς και για την έκδοση διαταγμάτων που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων ( άρθρο 43 παρ.1 Συντ) και των κανονιστικών διαταγμάτων, μετά από πρόταση του αρμόδιου υπουργού, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου (άρθρο 43 παρ. 2 Συντ), β) στη γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου δεδομένου ότι κατά το άρθρο 82 Συντ. η κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας, η δε αρχή της νομιμότητας αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την κατάστρωση και εφαρμογή των επιμέρους πολιτικών, γ) στη Βουλή στην οποία ανατίθεται το κύριο βάρος της νομοθετικής λειτουργίας και ως εκ τούτου επιβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή τόσο στο ουσιαστικό περιεχόμενο των κανόνων δικαίου όσο και στη νομοτεχνική εμφάνιση των νομοθετικών κειμένων, δ) στο Υπουργείο Δικαιοσύνης το οποίο είναι αρμόδιο για την οργάνωση και λειτουργία του δικαστικού συστήματος και ταυτόχρονα φέρει σημαντικό βάρος του νομοθετικού έργου.

Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστές για ορισμένο χρόνο στις ανωτέρω περιπτώσεις αποτελεί ένα είδος προληπτικής εγγύησης για τήρηση της αρχής της νομιμότητας, υπό την ευρεία της εκδοχή, από τα κορυφαία όργανα της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας.

Ειδική περίπτωση απασχόλησης των δικαστών, εκτός του κύκλου των κυρίων καθηκόντων τους, είναι η εκλογή σε θέσεις καθηγητών α.ε.ι. Η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 89 παρ. 1 Συντ. αποβλέπει στον εμπλουτισμό της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης από επιστήμονες που ασχολούνται με τη δικαστηριακή πράξη και μπορούν να μεταφέρουν την πολύτιμη γνώση και εμπειρία τους στην ακαδημαϊκή κοινότητα καθώς συμβάλλουν, λόγω της θέσης τους, στη διαμόρφωση της νομολογίας των δικαστηρίων.

Είναι κοινός τόπος ότι στην εποχή μας η απασχόληση των δικαστών στα δικαστήρια είναι ιδιαίτερα έντονη και έχει πολλές απαιτήσεις τόσο από πλευράς χρόνου όσο και από πλευράς όγκου δικαστικής ύλης. Κατά συνέπεια ένας δικαστής που εκλέγεται καθηγητής μπορεί μεν να επιτελεί τα διδακτικά του καθήκοντα αλλά είναι ανθρωπίνως αδύνατο να συμμετέχει ουσιαστικά και σε βάθος σε όλες τις εκδηλώσεις της ακαδημαϊκής ζωής που είναι ποικίλες και απαιτούν πολύ χρόνο. Η ορθότερη, γι’ αυτό, λύση είναι η αναθεώρηση της σχετικής διάταξης προς την κατεύθυνση της εκλογής των δικαστών ως επισκεπτών καθηγητών, για ορισμένο χρόνο, μετά από ειδική διαδικασία. Με τη λύση αυτή οι δικαστές δεν καταλαμβάνουν οργανικές θέσεις καθηγητών, ασκούν μόνο διδακτικά καθήκοντα για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, έχουν τη δυνατότητα να μετακινούνται μεταξύ περισσότερων πανεπιστημίων και με τον τρόπο αυτό μεταφέρουν την πολύτιμη γνώση και εμπειρία τους στους φοιτητές και εν γένει στην ακαδημαϊκή κοινότητα.

 

  1. Ανάγκη για πολιτικές συναινέσεις και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις υπό το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο- Η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να περιμένει

 

  1. Από τη δεκαετία του ’80 έως την προηγούμενη δεκαετία έγιναν τρεις αναθεωρήσεις του Συντάγματος. Η πρώτη από αυτές, το 1986, πραγματοποιήθηκε εν θερμώ με επίκεντρο τη σχέση Κ. Καραμανλή-Α.Παπανδρέου, ενόψει του ζητήματος της επανεκλογής του πρώτου ως Προέδρου της Δημοκρατίας, και είχε ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, επιλογή για την οποία τα επόμενα χρόνια εγέρθηκαν πολλές και σοβαρές επιφυλάξεις. Η δεύτερη αναθεώρηση, το 2001, περιέλαβε πολλές τροποποιήσεις, σε περισσότερα κεφάλαια του Συντάγματος, οι οποίες δεν έδωσαν κάποια ιδιαίτερη δυναμική στην πορεία της χώρας, ορισμένες εξ αυτών αποδείχθηκαν λανθασμένες ( άρθρο 14 παρ. 9 για το βασικό μέτοχο), άλλες έμειναν χωρίς αντίκρυσμα ( άρθρο 102 παρ. 5 για τα οικονομικά των ο.τ.α.), άλλες προκάλεσαν δυσλειτουργίες και προβλήματα ( άρθρο 101 Α για την εκλογή των διοικήσεων των ανεξαρτήτων αρχών) άλλες δέχονται διαρκείς αμφισβητήσεις ( άρθρο 103 παρ. 8 για την μονιμοποίηση των συμβασιούχων) και άλλες έμειναν στα ρηχά ( άρθρο 90 για επιλογή προεδρείων ανωτάτων δικαστηρίων και συγκρότηση Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου). Η τρίτη αναθεώρηση του 2008 δεν είχε καμία απολύτως σημασία, ήταν σαν να μην έγινε ποτέ.
  2. Η χώρα έζησε περίοδο επίπλαστης ευμάρειας για πάνω από τρεις δεκαετίες και διανύει ήδη τα τελευταία επτά χρόνια βαθιά, παρατεταμένη και πολύπλευρη κρίση, ενώ παράλληλα οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται στην εξουσία, οι εκλογές είναι στην ημερήσια διάταξη, τα πολιτικά κόμματα κινούνται στη λογική των συγκρούσεων, απουσιάζουν οι συναινέσεις καθώς επίσης και οι πολιτικές των πραγματικών μεταρρυθμίσεων με σχέδιο, σταθερότητα και μακρά προοπτική. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα έχει ανοίξει μια ακόμα συζήτηση για την τέταρτη αναθεώρηση. Έχουν επισημανθεί, στο πρώτο μέρος της ανάλυσης, οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν στην παρούσα ιστορική συγκυρία από την πραγματοποίηση μιας συνταγματικής αναθεώρησης. Αν συνυπολογίσει κανείς ότι και οι τρεις προηγούμενες αναθεωρήσεις δεν είχαν ουσιαστικά αποτελέσματα για τη χώρα, αφού δημιούργησαν προβλήματα και δεν πρόσφεραν λύσεις μακράς πνοής, θα ήταν προτιμότερο τόσο οι πολιτικές δυνάμεις όσο και η επιστημονική κοινότητα να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους στις νομοθετικές πρωτοβουλίες που πρέπει να ληφθούν για την ανάταξη του τόπου. Η συνταγματική αναθεώρηση δεν θα φέρει από μόνη της την άνοιξη στην κοινωνία, στους θεσμούς, στο κράτος και στον κάθε πολίτη χωριστά, αν δεν κατακτηθούν τα αυτονόητα: πολιτικές συναινέσεις, κοινοβουλευτική και κυβερνητική σταθερότητα, σχεδιασμός και εφαρμογή πολιτικών σε βάθος χρόνου με μεταρρυθμιστική προοπτική.

 

 

Η μεγάλη απόφαση για τις τηλεοπτικές άδειες και η μεγαλύτερη δοκιμασία της ερμηνείας του Συντάγματος. Με αφορμή την ΣτΕ Ολ 95/2017

Παναγιώτης Μαντζούφας, Αν. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Α.Π.Θ. / Αναστάσιος Παυλόπουλος, Υπ. Δ.Ν. Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.

[Αναδημοσίευση από το περιοδικό «ΣΥΝήΓΟΡΟΣ», τεύχος 120/2017, σελ. 22-28]

Ι. Εισαγωγή.

Η υπ’ αριθμ. 95/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας τοποθετείται επί του σταυρικού ζητήματος της χορήγησης τηλεοπτικών αδειών, που τόσο απασχόλησε –και ταλαιπώρησε- την πολιτική και νομική επικαιρότητα. Οξεία πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων, δημόσιες δηλώσεις πολιτικών προσώπων που εκλαμβάνονται από ορισμένους ως απόπειρα επηρεασμού του δικαστικού φρονήματος, αλλεπάλληλα τηλεοπτικά σποτ, για την προώθηση των απόψεων των τηλεοπτικών σταθμών, ρεπορτάζ για βοσκοτόπια και «ημέτερους καναλάρχες», ματαίωση της διάσκεψης του δικαστηρίου εξαιτίας της ατμόσφαιρας αυτής, παραίτηση δύο αντιπροέδρων του ΣτΕ από την Ένωση Δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας, εξαιτίας της ματαίωσης αυτής, διαρροή του αποτελέσματος της απόφασης πριν την επίσημη δημοσίευση της και ένα οικονομικό background εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, στο οποίο αφορούσε ο διεξαχθείς διαγωνισμός, είναι λίγα μόνο από τα στοιχεία που συνθέτουν το εξαιρετικά συγκρουσιακό εκείνο πολιτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο οι ανώτατοι δικαστές εκλήθησαν να ασκήσουν τον δικαιοδοτικό τους ρόλο.

Υπό την οπτική αυτή η σχολιαζόμενη απόφαση παρουσιάζει σπάνιο ενδιαφέρον για το ερευνητικό εγχείρημα της επίδρασης των ΜΜΕ επί της δικαστικής κρίσης[1]. Η σημασία της απόφασης αναδεικνύεται, περαιτέρω, καθώς τοποθετείται επί των σημαντικών ζητημάτων που αφορούν την ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, όπως είναι η εξακολουθητική παράταση της θητείας των μελών του Ε.Σ.Ρ., η αδυναμία επίτευξης πολιτικής συναίνεσης για την συγκρότηση του Ε.Σ.Ρ. και η παρατεταμένη λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών, χωρίς να έχει μεσολαβήσει διαγωνιστική διαδικασία αδειοδότησης. Σπάνιο ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει και για το λόγο ότι ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας του Συντάγματος, όπως αυτή, μάλιστα, επικαθορίζεται από την τεχνική του ασκούμενου δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Στην τελευταία αυτή πτυχή του ενδιαφέροντος της απόφασης επικεντρώνεται η παρούσα ανάλυση.

Στις σκέψεις που ακολουθούν, σε ένα πρώτο μέρος προσφέρεται το πανόραμα της βασικής θεματολογίας της απόφασης[2], με ιδιαίτερη έμφαση στο κρίσιμο, από την οπτική του συνταγματικού δικαίου, ζήτημα που απασχόλησε τον δικανικό συλλογισμό. Στο επόμενο μέρος διατυπώνονται ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις, που απηχούν την προσπάθεια συνθετικής αντιμετώπισης της πλειοψηφούσας και μειοψηφούσας γνώμης της απόφασης.

ΙΙ. Οι βασικές θέσεις και η επιχειρηματολογική διελκυστίνδα μεταξύ πλειοψηφίας-μειοψηφίας.

  1. Ως προς το ζήτημα της θητείας των ανεξάρτητων αρχών.

Η απόφαση επαναλαμβάνει και επιρρωνύει την νομολογιακή γραμμή που είχε χαράξει η ΣτΕ 3515/2013, επισημαίνοντας, αναφορικά με τη θητεία των μελών των ανεξαρτήτων αρχών, πως είναι μεν ανεκτή η συνέχιση της λειτουργίας αυτών, μετά τη λήξη της θητείας των μελών τους και μέχρι την επιλογή των νέων, μόνο, όμως, για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο κρίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε επικρατούσες περιστάσεις, ενω, μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου, δεν είναι πλέον ανεκτή η παράταση της θητείας των μελών της ανεξάρτητης αρχής.

  1. Ως προς το ζήτημα της μη συγκρότησης του Ε.Σ.Ρ.

Η πλειοψηφούσα γνώμη επισημαίνει με έμφαση ότι οι εκπροσωπούμενες στη Βουλή πολιτικές δυνάμεις είναι υποχρεωμένες, «με αμοιβαίες, βεβαίως, υποχωρήσεις» και μετά από διαδικασία διαβούλευσης -η οποία δεν αποκλείεται να παρατείνεται για το αναγκαίο χρονικό διάστημα- «να χωρήσουν στην επιτασσόμενη από το Σύνταγμα συγκρότηση της ανεξάρτητης αρχής. Άλλως, το Σύνταγμα εμμέσως παραβιάζεται»[3].

  1. Ως προς το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος.

Το ζήτημα αναφορικά με τη συνδρομή του στοιχείου του εννόμου συμφέροντος στην αιτούσα εταιρία, προέκυψε εξαιτίας του γεγονότος της προσβολής κανονιστικής πράξης που όριζε την ανάθεση επιμέρους αρμοδιοτήτων της διαγωνιστικής διαδικασίας τηλεοπτικών αδειών από τον Υπουργό, στη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, χωρίς, ωστόσο, κατά την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, να είχε συμμετάσχει στη διαγωνιστική διαδικασία, αφού εκείνη δεν είχε εισέτι προκηρυχθεί. Κατά την γνώμη που επικράτησε, η αιτούσα εταιρία είχε άμεσο έννομο συμφέρον για την προσβολή της επίμαχης πράξης, με το σκεπτικό ότι προτίθεται, κατά τους ισχυρισμούς της, να λάβει μέρος στην διαγωνιστική διαδικασία που θα διενεργηθεί, χωρίς αυτό να αναιρείται από το γεγονός ότι τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω πράξης όσο και της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος δεν είχε εκδοθεί η προκήρυξη για την διενέργεια του διαγωνισμού. Και τούτο, όπως επισημαίνεται στην απόφαση, διότι «το έννομο συμφέρον για την προσβολή κάθε κανονιστικής πράξεως εξετάζεται αυτοτελώς και ασχέτως με το ενδεχόμενο εκδόσεως ή μη άλλων συναφών πράξεων».

  1. Ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αρμοδιότητας του Ε.Σ.Ρ.

Το κρισιμότερο ζήτημα που απασχόλησε τη σχολιαζόμενη απόφαση είναι αυτό της, κατά το Σύνταγμα, αρμοδιότητας του Ε.Σ.Ρ. Προσήκει, στο σημείο αυτό, να διευκρινιστούν οι εξής πτυχές του θέματος, για την λυσιτελέστερη παρακολούθηση των όσων ακολουθούν: Η θέσπιση του Ε.Σ.Ρ. μπορεί να διακριθεί σε τρεις επιμέρους χρονικές φάσεις. Η πρώτη εκκινεί με την ίδρυση του με τον Ν. 1866/1989 από τον κοινό νομοθέτη και καταλαμβάνει ένα χρονικό διάστημα μέχρι και την δημοσίευση του Ν. 2328/1995. Στην περίοδο αυτή, ο ρόλος του Ε.Σ.Ρ. στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο είναι ιδιαιτέρως ασθενής· Οι διατάξεις σχετικά με τον εποπτικό του ρόλο δεν συγκεκριμενοποιούνται επαρκώς, ενώ η άσκηση μεγάλου μέρους των αρμοδιοτήτων του εξαρτάται από την έκδοση Προεδρικών Διαταγμάτων, τα οποία, όμως, δεν εκδίδονται ποτέ. Ο Ν. 2328/1995 περιέχει αναλυτικότερες ρυθμίσεις, χωρίς, ωστόσο, αυτό να συνεπάγεται την αναβάθμιση του θεσμικού του ρόλου. Κάθε άλλο, μάλιστα, καθώς παρατηρείται, από εκπρόσωπο της θεωρίας, ότι ο νόμος αυτός «υποβάθμισε το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης στο επίπεδο μιας λίγο ή πολύ συνηθισμένης διοικητικής επιτροπής και συγκέντρωσε τις ουσιώδεις αποφασιστικές αρμοδιότητες στον (νέο και αναβαθμισμένο) υπουργό τύπου και μέσων μαζικής ενημέρωσης»[4]. Η δεύτερη φάση μπορεί να θεωρηθεί ότι εκκινεί με την δημοσίευση του Ν. 2644/1998, με τον οποίο ενισχύεται ο ελεγκτικός και κυρωτικός ρόλος του Ε.Σ.Ρ., καθώς θεσπίζεται η δυνατότητά να επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως περιπτώσεων παραβιάσεως της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας. Επιπλέον, ο Ν. 2863/2000 προβλέπει νέες ρυθμίσεις για το ΕΣΡ, οι οποίες εδραιώνουν ακόμη περισσότερο την εποπτική λειτουργία του (καταργείται ο έλεγχος νομιμότητας εκ μέρους του υπουργού τύπου επί των αποφάσεων του Ε.Σ.Ρ. και ανατίθενται σε αυτό όλες οι αρμοδιότητες που σχετίζονται με ραδιοτηλεοπτικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης αδειών, ενώ η αρμοδιότητα επιλογής των μελών, του προέδρου και του αντιπροέδρου μεταφέρεται στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής)[5]. Η τρίτη και σημαντικότερη φάση αφορά την «συνταγματοποίηση» του Ε.Σ.Ρ., με την συμπερίληψη του στο άρθρο 15 § 2 Συντ. Η κατάστρωση της νέας συνταγματικής διάταξης αποτελεί την πηγή της ερμηνευτικής αντιγνωμίας, που απασχόλησε την σχολιαζόμενη απόφαση.

Αναλυτικότερα, με αφετηρία το άρθρο 15 § 2, που ορίζει ότι «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. O έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. O άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό…», το κρίσιμο ερμηνευτικό ζήτημα μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Η έννοια του «αμέσου ελέγχου» των εδ. α΄ και γ΄ ταυτίζεται με την έννοια του «ελέγχου» του εδ. β΄; Υπό την καταφατική εκδοχή η αρμοδιότητα χορήγησης των τηλεοπτικών αδειών, ανήκουσα στον «άμεσο έλεγχο του κράτους», ανατίθεται εκ του Συντάγματος στο Ε.Σ.Ρ. Υπό την αποφατική εκδοχή, η έννοια του «αμέσου ελέγχου» διαφοροποιείται από την έννοια του «ελέγχου» και η αρμοδιότητα χορήγησης τηλεοπτικών αδειών, μπορεί αλλά όχι κατά συνταγματική υποχρέωση, να ανατίθεται στο Ε.Σ.Ρ.

Περαιτέρω, το αρχικό αυτό και βασικό ερώτημα, διαδέχεται ένα επιπλέον: ακόμα και υπό την εκδοχή ότι η έννοια του ελέγχου είναι ενιαία και ότι η αρμοδιότητα χορήγησης τηλεοπτικών αδειών ανατίθεται εκ του Συντάγματος στο Ε.Σ.Ρ., θα μπορούσε κατ’ εξαίρεση[6] να θεωρηθεί ανεκτή η εφάπαξ ανάθεση της σε άλλα όργανα της διοίκησης, εφόσον για μακρό χρόνο δεν υφίσταται συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων για τη συγκρότηση του Ε.Σ.Ρ. [7];

Καθώς γύρω από το θέμα αυτό αναπτύχθηκε η κρίση περί αντισυνταγματικότητας, τιθέμενο στο επίκεντρο του νομικού και πολιτικού ενδιαφέροντος, αξίζει να παρακολουθήσουμε λεπτομερώς την εκδίπλωση του συλλογισμού τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας, με βάση το σχήμα «λόγος-αντίλογος», προτού ακολουθήσουν, στο επόμενο μέρος, ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις.

α. Η γνώμη της πλειοψηφίας.

Η πλειοψηφούσα γνώμη στην κρινόμενη απόφαση πρεσβεύει ότι η διενέργεια διαγωνισμού χορήγησης αδειών λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών και αυτή η χορήγηση τους, ανατίθεται εκ του Συντάγματος στο Ε.Σ.Ρ., η δε αρμοδιότητα του αυτή δεν μπορεί να καμφθεί ούτε στην περίπτωση που συντρέχει αόριστη αδυναμία συγκρότησης και λειτουργίας του οργάνου αυτού. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει αρθρώνοντας την εξής αιτιακή αλυσίδα επιχειρημάτων: Κατά πρώτο και κύριο λόγο ερευνά την ratio constitutionis του άρθρου 15 § 1 Συντ., με αναδρομή στα Πρακτικά της Αναθεωρητικής Βουλής του 2001. Αξιολογεί, συναφώς, ότι ο σκοπός της συνταγματικής κατοχυρώσεως του Ε.Σ.Ρ., ως ανεξάρτητης αρχής, ήταν, εν όψει της ιδιαίτερης δύναμης επιρροής που διαθέτουν οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί στη διαμόρφωση της γνώμης των πολιτών ως προς τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα και της αναγκαίας για την πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας ποιοτικής στάθμης των ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, η διασφάλιση αφενός μεν του κρατικού ελέγχου στη λειτουργία των ραδιοτηλεοπτικών μέσων και αφετέρου της πολυφωνίας και της αντικειμενικής και με ίσους όρους μεταδόσεως πληροφοριών, ειδήσεων, προϊόντων λόγου και τέχνης, «ώστε να αποτρέπονται κυβερνητικές και κομματικές επιρροές και να επιτυγχάνεται η οργάνωση των ραδιοτηλεοπτικών μέσων με βάση τις αρχές της αντικειμενικότητας, της αμεροληψίας και της πολυφωνίας». Με αυτήν την αφετηρία, προβαίνει στην κρίσιμη διαπίστωση ότι το Ε.Σ.Ρ. δεν είναι αρμόδιο μόνο για τον έλεγχο κατά την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στους τηλεοπτικούς σταθμούς, αλλά είναι «παράλληλα με την νομοθετική εξουσία και τα άλλα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, φορέας του κατά το Σύνταγμα αμέσου ελέγχου των ανωτέρω σταθμών και στο προγενέστερο της ενάρξεως λειτουργίας αυτών στάδιο, δηλαδή στο στάδιο της χορηγήσεως των αδειών λειτουργίας τέτοιων σταθμών». Ακολούθως, διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση επιλογής του συστήματος της, κατόπιν διαγωνισμού, χορηγήσεως των αδειών λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών -επιλογή, η οποία προφανώς γίνεται από τον νομοθέτη- καθίσταται υποχρεωτική η διενέργεια αποκλειστικώς από το Ε.Σ.Ρ. της σχετικής διαγωνιστικής διαδικασίας.

Στη συνέχεια, η πλειοψηφία τοποθετείται επί του ζητήματος, εάν μπορεί, σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης του Ε.Σ.Ρ., για τον λόγο ότι δεν καθίσταται εφικτή η κατά το Σύνταγμα υποχρεωτική συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων, για την συγκρότηση του, να ανατεθεί σε άλλο κρατικό όργανο η αρμοδιότητα διεξαγωγής του διαγωνισμού και χορήγησης των αδειών. Στο σημείο αυτό διατυπώνεται ίσως η σημαντικότερη σκέψη της απόφασης: Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, από το γεγονός ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης δεν προέβλεψε επικουρικό μηχανισμό για την περίπτωση μή επίτευξης της αναγκαίας συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων για την συγκρότηση του Ε.Σ.Ρ., δεν μπορεί να συναχθεί ότι το Σύνταγμα ανέχεται, οι αρμοδιότητες του Ε.Σ.Ρ., να μεταβιβασθούν από τον κοινό νομοθέτη σε άλλα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ χαρακτηριστικά προσθέτει ότι: «Δεν ασκεί δε επιρροή από την εξεταζόμενη άποψη αν κατά την άσκηση συγκεκριμένης αρμοδιότητας, εν όψει του συγκεκριμένου τρόπου οργανώσεώς της, παρέχεται ή όχι στην ανεξάρτητη αρχή διακριτική ευχέρεια». Με βάση τις σκέψεις αυτές, η πλειοψηφούσα γνώμη κατέληξε σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 2Α § 2 Ν. 4339/2015.

β. Η γνώμη της μειοψηφίας.

Κατά την βασικότερη γνώμη της μειοψηφίας, στην οποία προσχώρησε και ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, υποστηρίχθηκε η άποψη πως ο «άμεσος έλεγχος» του κράτους του εδ. α΄ ασκείται από το σύνολο των κρατικών οργάνων, ήτοι από τα όργανα της νομοθετικής εξουσίας, της εκτελεστικής εξουσίας και από το Ε.Σ.Ρ., ως ανεξάρτητης αρχής, ενώ ο «έλεγχος» του εδ. β΄ που αναφέρεται στην «αποκλειστική» αρμοδιότητα του Ε.Σ.Ρ., είναι στενότερος και ειδικότερος του, κατά τα εδ. α΄ και γ΄ της ιδίας παραγράφου, «αμέσου ελέγχου» του Κράτους. Για να θεμελιώσει την γνώμη αυτή, η μειοψηφούσα γνώμη διαλέγεται με την πλειοψηφία και επικαλείται το γεγονός ότι και αυτή αναγνωρίζει ότι ο άμεσος έλεγχος του κράτους δεν αφορά μόνο το Ε.Σ.Ρ., αλλά και άλλα πολιτειακά όργανα. Πράγματι, η πλειοψηφία αναφέρει την φράση: «το Ε.Σ.Ρ. είναι και αυτό, παράλληλα με την νομοθετική εξουσία και τα άλλα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, φορέας του κατά το Σύνταγμα αμέσου ελέγχου των ανωτέρω σταθμών» προσθέτοντας, όμως, αμέσως ότι αυτή η παράλληλη αρμοδιότητα του Ε.Σ.Ρ. εκτείνεται «και στο προγενέστερο της ενάρξεως λειτουργίας αυτών στάδιο, δηλαδή στο στάδιο της χορηγήσεως των αδειών λειτουργίας τέτοιων σταθμών». Μάλιστα, προσπαθώντας να αντικρούσει την γνώμη της πλειοψηφίας με τα ίδια της τα επιχειρήματα, η μειοψηφία σχολιάζει περαιτέρω: «η χορήγηση, δηλαδή, των ανωτέρω αδειών, αποτελούσα, όπως δέχεται και η πλειοψηφία, αντικείμενο του «αμέσου ελέγχου» των τηλεοπτικών σταθμών, δεν ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ε.Σ.Ρ., αφού αυτό δεν είναι, όπως επίσης αναγνωρίζει και η πλειοψηφία, ο μοναδικός φορέας του εν λόγω ‘αμέσου ελέγχου’». Προς επίρρωση της θέσης αυτής, γίνεται αναδρομή στις προπαρασκευστικές εργασίες της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, στην οποία είχε προταθεί από μέλη αυτής να περιληφθεί στις αρμοδιότητες του Ε.Σ.Ρ. ρητά και η χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών, χωρίς, ωστόσο, οι απόψεις αυτές να υιοθετηθούν.

Περαιτέρω, η μειοψηφούσα γνώμη διαλαμβάνει μία αξιοπρόσεκτη κρίση: συναρθρώνοντας την ερμηνεία του Συντάγματος με την τεχνική του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, χρησιμοποιεί την έννοια της «συνταγματικής ανοχής»[8], προκειμένου να δικαιολογήσει την εξασθένιση της έντασης του δικαστικού ελέγχου. Το επιχείρημα αυτό έχει επικουρική μορφή και συντακτικά εκφέρεται με τη χρήση δευτερεύουσας επιρρηματικής-παραχωρητικής πρότασης: Ακόμα και αν ερμηνεύαμε το Σύνταγμα υπό την έννοια ότι η έννοια του ελέγχου είναι ενιαία και συνεπώς η χορήγηση τηλεοπτικών αδειών ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ε.Σ.Ρ., θα ήταν συνταγματικά ανεκτό να ανατεθεί κατ’ εξαίρεση και μόνο για την πρώτη εφαρμογή του νόμου, η αρμοδιότητα αυτή σε άλλα όργανα της εκτελεστικής λειτουργίας. Οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν την υποχώρηση του δικαστικού ελέγχου είναι πρώτον, η αποκατάσταση της  παραβιασθείσας συνταγματικής νομιμότητας, εξαιτίας της ουδέποτε προκήρυξης διαγωνισμού για τη χορήγηση τηλεοπτικών αδειών, δεύτερον, η αναγκαιότητα κάλυψης της αδυναμίας επίτευξης πολιτικής συναίνεσης για τη συγκρότηση του Ε.Σ.Ρ.[9], τρίτον, η εκπλήρωση σχετικών διεθνών υποχρεώσεων, στο πλαίσιο της τρέχουσας Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης και τέταρτον, το γεγονός ότι δεν καταλείπεται κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας ούτε στον υπουργό ούτε στην επιτροπή διενέργειας του διαγωνισμού. Με τις σκέψεις αυτές η μειοψηφία καταλήγει στην κρίση ότι είναι ανεκτή η κατ’ εξαίρεση ανάθεση της αρμοδιότητας χορήγησης τηλεοπτικών αδειών σε άλλα, πλην του Ε.Σ.Ρ. όργανα της διοίκησης.

ΙΙΙ. Το κρίσιμο ερμηνευτικό ερώτημα περί του quid iuris.

α. Όπως ήδη έχει διαφανεί από την ανάπτυξη, που προηγήθηκε, ο πυρήνας του προβλήματος που εκλήθη να αντιμετωπίσει η σχολιαζόμενη απόφαση αφορά αφενός στην ερμηνεία και τη συσχέτιση των συνταγματικών όρων «άμεσος έλεγχος» (εδ. α΄ και γ΄ ά. 15 § 2 Συντ.) και «έλεγχος» » (εδ. β΄ ά. 15 § 2 Συντ.) και αφετέρου την εφαρμογή της «συνταγματικής ανοχής», ως ιδιαίτερης τεχνικής, υποχώρησης του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 15 Συντ., μετά την αναθεώρηση του 2001 καταστρώνεται με τέτοιο τρόπο, που δικαιολογεί την διατύπωση αφισταμένων απόψεων. Η ερμηνευτική αμφιλογία παράγεται, ειδικότερα, από την αποτομή του νοήματος που φαίνεται να ξεκινά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου: Ενώ η διατύπωση του Συντάγματος, στο πρώτο εδάφιο, ξεκινά με την αναφορά ότι η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους, στο δεύτερο εδάφιο λείπει ο επιθετικός προσδιορισμός «άμεσος», όταν γίνεται αναφορά στον έλεγχο και στην επιβολή των διοικητικών κυρώσεων από το Ε.Σ.Ρ., αλλά επενέρχεται στο τρίτο εδάφιο, προκειμένου να διευκρινιστεί ότι αυτός ο «άμεσος έλεγχος του Κράτους», λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας. Και το πρόβλημα, πλέον, αναδύεται εναργώς: Ηθελημένα ο αναθεωρητικός νομοθέτης παρέλειψε τον προσδιορισμό «άμεσος» για τον κρατικό έλεγχο που αναφέρεται στο Ε.Σ.Ρ. στο δεύτερο εδάφιο και ηθελημένα τον επανέφερε στο τρίτο εδάφιο; Ή με παρεμφερή διατύπωση, από την απουσία του προσδιορισμού «άμεσος», στον κρατικό έλεγχο που ασκεί το Ε.Σ.Ρ. κατά το εδάφιο β΄ και στον οποίο δεν αναφέρεται η αρμοδιότητα χορήγησης τηλεοπτικών αδειών, μπορούμε να συνάγουμε εξ αντιδιαστολής ότι ο έλεγχος αυτός δεν ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ε.Σ.Ρ., όπως σαφώς προκύπτει για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων;

Για την απάντηση στα ερωτήματα αυτά, είναι εν πρώτοις σκόπιμη η διερεύνηση της βούλησης του ιστορικού νομοθέτη. Η σχετική έρευνα δείχνει να ευνοεί την άποψη ότι η παράλειψη του χαρακτηρισμός «άμεσος» από το δεύτερο εδάφιο είναι ηθελημένη και επίσης ότι ηθελημένα ο έλεγχος αυτός αντιδιαστέλλεται από τον «άμεσο έλεγχο» στον οποίο περιλαμβάνεται και το καθεστώς της προηγούμενης άδειας. Τούτο, όχι μόνο διότι, όπως αναφέρει η μειοψηφία, είχε προταθεί να συμπεριληφθεί ρητώς στις αρμοδιότητες του Ε.Σ.Ρ. η χορήγηση των αδειών και η πρόταση αυτή απορρίφθηκε. Αλλά και διότι αυτή, η μη ανάθεση στο Ε.Σ.Ρ. της εν λόγω αρμοδιότητας, φαίνεται να ήταν και η αρχική πρόθεση των βασικών συντελεστών της αναθεωρητικής διαδικασίας, όπως αυτή είχε αποτυπωθεί στις προτάσεις τους: Στην πρόταση αναθεώρησης που είχε καταθέσει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. προτείνεται η αναθεώρηση «της παραγράφου 1 του άρθρου 15 με στόχο την επέκταση των εγγυήσεων που αφορούν τον Τύπο και στη Ραδιοτηλεόραση και στα οπτικοακουστικά προϊόντα με παράλληλη υπαγωγή της ραδιοτηλεόρασης σε καθεστώς προηγουμένων αδειών», χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στο Ε.Σ.Ρ. μέχρι το σημείο αυτό που αφορά το καθεστώς των αδειών. Η αναφορά στο Ε.Σ.Ρ. γίνεται στο επόμενο σημείο, στο οποίο προτείνεται η αναθεώρηση της παραγράφου 2 του άρθρου 15 «για τη συνταγματική κατοχύρωση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης ως ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, διά της οποίας ασκείται ο άμεσος έλεγχος του κράτους στα ραδιοτηλεοπτικά και άλλα συναφή ΜΜΕ»[10]. Δηλαδή, η έννοια του «αμέσου ελέγχου» αφορούσε στην πρόταση και το Ε.Σ.Ρ., χωρίς, όμως, να συνδέεται με την αρμοδιότητα χορήγησης των αδειών. Στην πρόταση αναθεώρησης που είχε υποβάλει η Ν.Δ., επίσης, δεν αποτυπώνεται η πρόθεση να ανατεθεί στο Ε.Σ.Ρ. ρητά η κρίσιμη αρμοδιότητα: προτείνεται η παρ. 2 του άρθρου 15 να διαμορφωθεί ως εξής: «Ο έλεγχος του κράτους στη ραδιοτηλεόραση από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, που αποτελεί ανεξάρτητη διοικητική αρχή, τα μελή της οποίας έχουν ορισμένη θητεία, όπως ορίζει ο νόμος»[11].

Ανεξάρτητα, όμως, από το επιχείρημα της ιστορικής ερμηνείας κρισιμότερη αποβαίνει η αντικειμενική-τελολογική ερμηνεία της διάταξης[12]. Σε αυτή τη μέθοδο, άλλωστε, προσφεύγει η πλειοψηφία της απόφασης η οποία εντοπίζει ορθά τη ratio constitutionis[13] στην εξασφάλιση της πολυφωνίας και της αντικειμενικής και με ίσους όρους μετάδοσης πληροφοριών, ειδήσεων, προϊόντων λόγου και τέχνης, «ώστε να αποτρέπονται κυβερνητικές και κομματικές επιρροές και να επιτυγχάνεται η οργάνωση των ραδιοτηλεοπτικών μέσων με βάση τις αρχές της αντικειμενικότητας, της αμεροληψίας και της πολυφωνίας». Ενόψει της ασαφούς διάκρισης μεταξύ «αμέσου ελέγχου» και «ελέγχου», η μέθοδος αυτή επιχειρεί να υπερβεί το γράμμα της διάταξης: Ο «έλεγχος» της παραγράφου 2 νοηματοδοτείται υπό το φως του σκοπού που αντικειμενικά επιτελεί (της κοινωνικής ανάγκης που καλείται να καλύψει) η συνταγματική κατοχύρωση του Ε.Σ.Ρ.

Η κατοχύρωση του Ε.Σ.Ρ. επιτελεί μία διασφαλιστική λειτουργία: λόγω της αμεροληψίας που τεκμαίρεται ότι έχουν τα μέλη του και της ιδιαίτερης θέσης της αρχής, κατά την προαγωγή της μίας ή της άλλης επιλογής, θα διασφαλίζεται η αντικειμενική μετάδοση των ειδήσεων και η εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων, όπως αναλυτικότερα αναφέρει η διάταξη του άρθρου 15 § 5 εδ. γ΄. Η διασφαλιστική των σκοπών αυτών λειτουργία του Ε.Σ.Ρ. ανακύπτει κατά τον κατασταλτικό διοικητικό έλεγχο, όταν αυτός πραγματοποιείται για την διερεύνηση του ενδεχομένου επιβολής διοικητικών κυρώσεων ή για την επιμέτρηση των προστίμων, όταν, δηλαδή, η αρμοδιότητα του ασκείται κατ’ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας. Και βέβαια, ανακύπτει σε κάθε άλλο ενδεχόμενο ουσιώδους ενάσκησης, κατά διακριτική ευχέρεια, ελέγχου επί της ραδιοτηλεόρασης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο διαγωνισμός για την χορήγηση τηλεοπτικών αδειών διενεργείται επί τη βάσει περιθωρίου εκτίμησης της αναθέτουσας αρχής. Κρίσιμο στοιχείο για την έννοια του ελέγχου είναι η διακριτική ευχέρεια: μόνο τότε ανακύπτει η ανάγκη να επιτελέσει την διασφαλιστική λειτουργία του το Ε.Σ.Ρ., καθώς υπό καθεστώς αντικειμενικών κριτηρίων, όταν απλώς διαπιστώνεται η συνδρομή ορισμένων χαρακτηριστικών, χωρίς περιθώριο αξιολόγησης, δεν τίθεται ζήτημα ευνοϊκής μεταχείρισης του ενός μέρους ή δυσμενούς μεταχείρισης του άλλου, ώστε να ανακύπτει και ζήτημα «αντικειμενικού κριτή»[14].

Μέσα σε αυτά τα όρια οφείλει να κινηθεί και ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας. Κρίσιμο στοιχείο είναι κατά πόσον η εξεταζόμενη διάταξη του νόμου ικανοποιεί την ratio constitutionis: εάν τίθεται νομοθετικά σύστημα κατασταλτικού ελέγχου, τότε αυτό πρέπει εξ ολοκλήρου να ανατεθεί στο Ε.Σ.Ρ., γιατί, άλλωστε, όλο το κυρωτικό σύστημα ρητά ανατίθεται από το Σύνταγμα στο Ε.Σ.Ρ. Εάν τίθεται νομοθετικά σύστημα προληπτικού ελέγχου, με τη μορφή χορήγησης προηγούμενης άδειας, τότε ενόψει της ερμηνευτικής ασάφειας μεταξύ των όρων «άμεσος έλεγχος» και «έλεγχος» και του αντικειμένου αυτών, θα απορριφθεί ως αντισυνταγματική η επιλογή εκείνη που ματαιώνει την ratio constitutionis, δηλ. θα απορριφθεί το σύστημα καθορισμού αδειών κατά διακριτική ευχέρεια[15].

Κατά τον δικαστικό έλεγχο θα εξεταστεί, υπό το φως του σκοπού της συνταγματικής διάταξης, η κρίσιμη διάταξη του νόμου και θα ελεγχθεί κατά πόσο η αρμοδιότητα προς χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών ανατίθεται σε άλλο όργανο κατά δέσμια αρμοδιότητα ή κατά διακριτική ευχέρεια. Αν ανατίθεται κατά διακριτική ευχέρεια, τότε η διάταξη είναι αντίθετη προς τη ratio constitutionis και γι’ αυτό αντισυνταγματική. Αν, όμως, ανατίθεται κατά δέσμια αρμοδιότητα, τότε δεν ανακύπτει ανάγκη ικανοποίησης της ratio constitutionis. Το στοιχείο αυτό επικουρούμενο από τον συνδυασμό της ανάγκης κάλυψης του περιεχομένου άλλης, συνταγματικής περιωπής, επιταγής (π.χ. νομιμότητα ραδιοτηλεοπτικού τοπίου)[16] και ιδίως του χαρακτήρα της εξεταζόμενης διάταξης ως εξαιρετικής και μεταβατικής, μπορεί να υποστηριχθεί πως βάσιμα οδηγεί σε καταφατική περί συνταγματικότητας κρίση, ακόμα και χωρίς την καταφυγή στην μέθοδο της «συνταγματικής ανοχής», η οποία χρησιμοποιείται, προκειμένου να διασωθεί η συνταγματικότητα μίας, κατά τα λοιπά, αντικείμενης στο Σύνταγμα κατάστασης.

Στο σημείο αυτό, όμως, ανακύπτει ανάγλυφα το άλμα της σκέψης στη συλλογιστική της πλειοψηφίας: Ενώ εκκινεί ορθώς αναλύοντας την ratio constitutionis, στη συνέχεια αποφαίνεται πως «δεν ασκεί επιρροή από την εξεταζόμενη άποψη αν κατά την άσκηση συγκεκριμένης αρμοδιότητας, εν όψει του συγκεκριμένου τρόπου οργανώσεώς της, παρέχεται ή όχι στην ανεξάρτητη αρχή διακριτική ευχέρεια». Μεταξύ της θέσης ότι ο σκοπός είναι η διασφάλιση της αντικειμενικότητας και της θέσης ότι δεν έχει σημασία η αρμοδιότητα, διαπιστώνεται ένα λογικό άλμα, καθώς, κατά τα ανωτέρω, μόνο σε περίπτωση διακριτικής ευχέρειας είναι δυνατόν να αναδειχθεί η ανάγκη τήρησης της αντικειμενικότητας, αφού μόνο στην περίπτωση εκείνη, διακυβεύεται.

Μία εξίσου σημαντική, παρά ταύτα, επισήμανση που θα μπορούσε να αφορά την σκέψη της πλειοψηφίας σχετίζεται με την αντίφαση επί της οποίας δομεί το συμπέρασμα της: αφενός καταφεύγει στην αντικειμενική-τελολογική ερμηνεία και αφετέρου αποφαίνεται, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόρριψη της «συνταγματικής ανοχής», πως «δεν είναι νοητή η παράκαμψη της εφαρμογής ρητών συνταγματικών διατάξεων σε περίπτωση δυσχερειών, από την φύση τους μάλιστα παροδικών, κατά την εφαρμογή τους». Όμως, ένα από τα δύο ισχύει: ή μία διάταξη θα είναι ρητή και σαφής, οπότε δεν επιδέχεται ερμηνείας κατά τη θεμελιώδη αρχή in claris non fit interpretatio ή θα είναι ασαφής, οπότε θα καταφύγουμε στην ερμηνεία και στην δυσχερέστερη περίπτωση, στην απαιτητικότερη μορφή της αντικειμενικής-τελολογικής ερμηνείας. Σαφές νόημα από ρητή διάταξη και ανάγκη διαπλαστικής ερμηνείας[17], συνιστούν absurdum!

β. Αποτιμώντας την πλειοψηφούσα γνώμη με βάση τις σκέψεις αυτές, γίνεται φανερό ότι εκκινεί τη συλλογιστική της επί του ασφαλέστερου ερμηνευτικού κριτηρίου της αντικειμενικής-τελολογικής ερμηνείας έναντι της γραμματικής ερμηνείας στην οποία φαίνεται να εμμένει η μειοψηφούσα γνώμη. Με τον τρόπο αυτό φαίνεται να δίνει, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, έμφαση στο στοιχείο της ιστορικότητας του Συντάγματος. Τι είναι, όμως, η ιστορικότητα του Συντάγματος και πώς αυτή επιδρά επί της ερμηνείας του;

Το Σύνταγμα είναι κείμενο ζωντανό. Δεν ερμηνεύεται στατικά, αλλά δυναμικά[18], με γνώμονα την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών που ο συντακτικός ή αναθεωρητικός νομοθέτης είχε κατά νου, αλλά και ο εκάστοτε ερμηνευτής έχει ενώπιον του. Αυτή η ιστορική πρόκληση, την οποία κάθε Σύνταγμα καλείται να αντιμετωπίσει είναι ο προβολέας που θα φωτίσει τον ερμηνευτή του, για να αναζητήσει τη λύση σε ένα ερμηνευτικό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με τα κλασικά ερμηνευτικά εργαλεία, ιδίως διότι, στην περίπτωση του Συντάγματος, δεν υφίσταται ύπατο νομοθέτημα ερμηνευτικής αναγωγής, όπως είναι το ίδιο το Σύνταγμα για τον τυπικό νόμο.

«Με τον όρο ιστορικότητα του Συντάγματος εννοώ ότι το Σύνταγμα, πέραν του καθαρώς κανονιστικού του περιεχομένου εκφράζει μία συνολική συνταγματική στάση της πολιτείας, δηλαδή της κοινωνίας και του κράτους, απέναντι στα ιστορικά δεδομένα και τις ιστορικές προκλήσεις και απέναντι στη σύγκρουση των πολιτικών αξιών και αρχών, είτε υιοθετώντας και ιεραρχώντας τες, είτε εκτοπίζοντας τες από το κανονιστικό του πεδίο. Εννοώ τελικά το πώς ένα Σύνταγμα συναντά την Ιστορία»[19], έγραφε ο Δ. Τσάτσος, αναδεικνύοντας τη σημασία της προερμηνευτικής συνταγματικής θεωρίας -την οποία ακριβώς εντόπιζε στην ιστορικότητα του Συντάγματος- σε περιπτώσεις που ο ερμηνευτής «στέκεται αμήχανος μπροστά σε καίρια ερμηνευτικά σταυροδρόμια»[20].

Έτσι, στο παράδειγμα της προερμηνευτικής συνταγματικής θεωρίας, η ιστορική ερμηνεία συγκεράννυται με την αντικειμενική-τελολογική ερμηνεία, παρέχοντας ένα αυτοτελές ερμηνευτικό εργαλείο που δεν συναντάται στην ερμηνεία της κοινής νομοθεσίας. Σε τέτοιες οριακές ερμηνευτικές περιπτώσεις, όπως αυτή που απασχόλησε την κρινόμενη υπόθεση, ο λυσιτελέστερος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος περί του questio quid juris («ποια αρχή θα επικαλεστώ») έγκειται σε αυτή την σύνδεση της ιστορικής με την τελολογική ερμηνεία, που καταλήγει στη διατύπωση μίας προερμηνευτικής αντίληψης, ως ερμηνευτικού οδοδείκτη[21].

Αυτήν, λοιπόν, την ιστορική πρόκληση, μετά την αναθεώρηση του 2001, εντόπιζε μεταξύ άλλων ο Δ. Τσάτσος, στην «εξάρτηση της πολιτικής συνείδησης και βούλησης του πολίτη από τα ΜΜΕ που συχνά, με την εκχυδαϊστική τους λειτουργία πλήττουν και την πολιτισμική φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας»[22]. Και αυτήν την ίδια ιστορική πρόκληση αναζήτησε στη 19η σκέψη της σχολιαζόμενης απόφασης η πλειοψηφούσα γνώμη («σκοπός της συνταγματικής κατοχυρώσεως του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης ως ανεξάρτητης αρχής ήταν, εν όψει της ιδιαίτερης δύναμης επιρροής που διαθέτουν οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί στη διαμόρφωση της γνώμης των πολιτών…»), προσφέροντας μας μία σπάνια ευκαιρία αναστοχασμού πάνω στη μέθοδο της ερμηνείας του Συντάγματος σε οριακές περιπτώσεις.

Υπό την οπτική αυτή, η σκέψη της πλειοψηφίας, παρά τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν ανωτέρω, αποτιμάται θετικά, καθώς συνιστά συμβολή στη θεματική της μεθοδολογικής προσέγγισης οριακών ζητημάτων της συνταγματικής ερμηνείας!

——————————————————–

[1] Η επίδραση του τύπου και εν γένει των Μ.Μ.Ε. στην απονομή της δικαιοσύνης έχει μελετηθεί ιδίως στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Συνηθέστερα εξετάζεται υπό το πρίσμα του τεκμηρίου αθωότητας με την έννοια ότι η δημοσιογραφική κριτική δεν πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι υπαγορεύει στα δικαστήρια το περιεχόμενο των αποφάσεών τους. Είναι ενδεικτική η απόφαση του ΕΔΔΑ, Κώνστας κατά Ελλάδος, της 11.05.2011 (αριθμ. Προσφυγής 53466/07), στο πλαίσιο της οποίας επισημάνθηκε ότι οι δημόσιες δηλώσεις (εν προκειμένω του υπουργού δικαιοσύνης) δεν μπορούν από την μία πλευρά να κάνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του κατηγορουμένου και από την άλλη, να προδικάσουν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από τους αρμόδιους δικαστές.

Για το ζήτημα ad hoc της επίδρασης των ιδιοκτητών των Μ.Μ.Ε. επί της δίκης της σχολιαζόμενης απόφασης βλ. Α. Καϊδατζή, Μια πολιτική ανάγνωση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, ανάρτηση στο λογαριασμό του ίδιου στον ιστότοπο www.academia.edu (ως προδημοσίευση από ΔτΑ), σελ. 4-7 και σελ. 11.

[2] Βλ. και την αντίστοιχη κατηγοριοποίηση της Ε. Πρεβεδούρου, Αρμοδιότητες ΕΣΡ – Εννομο συμφέρον προσβολής κανονιστικών πράξεων (ΣτΕ Ολ 95/2017)

[3] Βλ ευρύτερα για τη θέση των ανεξάρτητων αρχών, Α. Μανιτάκη, Η διάκριση των εξουσιών ως μηχανισμός ανόρθωσης αντεξουσιών και ως θεμέλιο της νομιμοποίησης των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, σε: Χαριστήριο εις Λουκά Θεοχαρόπουλο και Δήμητρα Κοντόγιωργα Θεοχαροπούλου, Τόμος Ι, Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 385-402 και ιδίως 386.

[4] Βλ. Π. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, τομ. Α’, 2005, σελ. 698 (α.π. 847β). Ας σημειωθεί ότι μεταξύ των δύο αναφερόμενων νόμων είχε εκδοθεί και ο Ν. 2173/1993, ο οποίος κατά βάση συστηματοποιούσε προγενέστερες ρυθμίσεις. Βλ. αναλυτικότερα, Ι. Καράκωστα, Το δίκαιο των ΜΜΕ, 2012, σελ. 51-54.

[5] Βλ. Π. Δαγτόγλου, όπ.π., σελ. 701-702 (α.π. 847η) και Ι. Καράκωστα, όπ.π., σελ. 54-60.

[6] Κατά τις πάγιες διατάξεις του άρθρου 1 του N. 4339/2015 με τίτλο «Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης…», ορίζεται ότι: «Η αδειοδότηση των παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης γίνεται κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας, η οποία διεξάγεται μέσω δημοπρασίας. Η διαδικασία αυτή διενεργείται από το Ε.Σ.Ρ., το οποίο εκδίδει τη σχετική προκήρυξη», ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «Η διαδικασία αδειοδότησης των παρόχων περιεχομένου αρχίζει με τη δημοσίευση της σχετικής προκήρυξης από το Ε.Σ.Ρ.». Επίσης, στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Με απόφαση του Υπουργού στον οποίο ανατίθενται εκάστοτε οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, μετά από αιτιολογημένη γνώμη του Ε.Σ.Ρ. και δημόσια διαβούλευση, καθορίζεται ο αριθμός των δημοπρατούμενων αδειών…». Εξαιρετική και μεταβατική διάταξη εισήγαγε ο Ν. 4367/2016 με τις διατάξεις του οποίου προστέθηκε στον Ν. 4339/2015 άρθρο 2Α -οι κρίσιμες διατάξεις του οποίου ελέγχθηκαν ως προς τη συνταγματικότητα τους- με το οποίο ορίσθηκαν τα ακόλουθα: «1. Ο αριθμός των δημοπρατούμενων αδειών παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης εθνικής εμβέλειας ενημερωτικού προγράμματος γενικού περιεχομένου ορίζεται σε τέσσερις (4) για μετάδοση υψηλής ευκρίνειας (high definition). 2. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η διαγωνιστική διαδικασία για τη χορήγηση των αδειών της προηγούμενης παραγράφου διενεργείται από τον Υπουργό στον οποίο έχουν ανατεθεί οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, ο οποίος εκδίδει τη σχετική προκήρυξη, χορηγεί τις άδειες και προβαίνει σε όλες τις επιμέρους ενέργειες που προβλέπονται από τα άρθρα 3 έως και 15 του παρόντος. Με απόφαση του ίδιου Υπουργού ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και δύνανται να μεταβιβαστούν επιμέρους αρμοδιότητες της διαγωνιστικής διαδικασίας στη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας. 3. Η τιμή εκκίνησης για την ανωτέρω κατηγορία δημοπρατούμενων αδειών καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού στον οποίο έχουν ανατεθεί οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας». Για το αναλυτικό ιστορικό της υπόθεσης βλ. Α. Καϊδατζή, Συνταγματικότητα του άρθρου 2Α του ν. 4339/2015 για την αδειοδότηση τηλεοπτικών παρόχων (γνωμ.), ΔΙΜΕΕ 2016, σελ. 341 επ. Βλ. επίσης και τις συναφείς με το ζήτημα σκέψεις του ίδιου, Γιατί θα αποτύχει (και) ο νέος νόμος για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση;, ΔΙΜΕΕ 2015, σελ. 388 επ.

[7] Σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, ο διορισμός των ανεξάρτητων αρχών διενεργείται από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, με πλειοψηφία τουλάχιστον των 4/5 των μελών αυτής. Στο όργανο αυτό, κατά το άρθρο 13 του Κανονισμού της Βουλής, πλειοψηφεί η εκάστοτε συμπολίτευση, χωρίς, ωστόσο, τα μέλη αυτής να μπορούν να συγκεντρώσουν την πλειοψηφία των 4/5, δίχως τη σύμπραξη της αντιπολίτευσης. Η κατάστρωση της συνταγματικής αυτής διάταξης, που αποτυπώνει την αρχή της συναίνεσης που διέπει το αναθεωρητικό διάβημα του 2001, εγκυμονούσε έναν προβλέψιμο στον αναθεωρητικό νομοθέτη, αλλά πάντως μη ηθελημένο, κίνδυνο: την μη επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των δύο μειζόνων πολιτικών κομμάτων, με συνέπεια την de facto «θέση σε αργία» μίας ανεξάρτητης αρχής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της και τη λειτουργία του κράτους δικαίου. Ο κίνδυνος αυτός, δυστυχώς, πραγματώθηκε: Σε διαδοχικές συνεδριάσεις της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής οργάνου (στις 19.1.2016, 1.2.2016, 9.2.2016, 19.10.2016), επιβεβαιώθηκε η αδυναμία συγκρότησης του Ε.Σ.Ρ, λόγω μη σύμπραξης ιδίως της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με αποτέλεσμα από την αρχή περίπου του 2016 να μην υφίσταται νόμιμα συγκροτημένο Ε.Σ.Ρ., καθώς η θητεία όλων των μελών, πλην ενός, έχει λήξει (βλ. και σκ. 8 της απόφασης). Ας σημειωθεί ότι στις 10.11.2016, λίγες εβδομάδες μετά την διάσκεψη του δικαστηρίου και την διαρροή του αποτελέσματος της απόφασης -αλλά πριν την δημοσίευση της, βέβαια, που έλαβε χώρα στις 13.01.2017- κατέστη εφικτή η συγκρότηση του Ε.Σ.Ρ. ύστερα από συμφωνία που επετεύχθη στη διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής.

Είναι χρήσιμες εν προκειμένω και οι σκέψεις που διατυπώνει ο Γενικός Εισηγητής της Πλειοψηφίας κατά την αναθεώρηση του 2001, Ε. Βενιζέλος, Το αναθεωρητικό κεκτημένο, 2001, σελ. 226: «Οι ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 101Α ως προς τον τρόπο επιλογής των μελών των ανεξάρτητων αρχών είναι προφανές ότι αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο η αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 της Διάσκεψης των Προέδρων να μην συγκεντρωθεί. Στην οριακή αυτή περίπτωση τόσο η πλειοψηφία όσο και η αντιπολίτευση μοιράζονται την πολιτική ευθύνη για τη μη συγκρότηση μιας ανεξάρτητης αρχής». Στις σκέψεις αυτές μπορεί να προστεθεί ο προβληματισμός για τον καταλογισμό της πολιτικής ευθύνης, ιδίως, όταν η άρνηση συναίνεσης δεν προέρχεται από την κυβερνητική πλειοψηφία, η οποία ελέγχεται από την αντιπολίτευση με τα μέσα του κοινοβουλευτικού ελέγχου, αλλά από την ίδια αντιπολίτευση. Με άλλα λόγια, η σχέση ελεγχόμενου (Κυβέρνηση) και ελέγχοντος (αντιπολίτευση) αντιστρέφεται, όταν τη διαδικασία της συναίνεσης παρακωλύει, όχι αυτός που ελέγχεται, αλλά αυτός που θεσμικά ελέγχει. Για τα κρίσιμα ζητήματα που θέτει ο καταλογισμός της πολιτικής ευθύνης, βλ. Π. Μαντζούφα, Η σχέση πολιτικής και ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης, ΕφημΔΔ 2009, σελ. 452-459 και ιδίως 453-454.

[8] …προσφιλές μεθοδολογικό εργαλείο της νομολογίας προκειμένου να κάνει αποδεκτή κατά το παρελθόν την έως ενός χρονικού σημείου, πρώτον, παράταση της θητείας των μελών του Ε.Σ.Ρ. και δεύτερον, απουσία διαδικασίας αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών.

[9] Χαρακτηριστικά αναφέρεται εν προκειμένω: «[Το Σύνταγμα] ανέχεται, προκειμένου, ακριβώς, να αποτραπεί η αδράνεια του εν λόγω σοβαροτάτου τομέως κρατικής δράσεως, τη μεταβίβαση, με ειδικό νόμο («νόμο-μέτρο»), συγκεκριμένων τουλάχιστον, επιτακτικής φύσεως, αρμοδιοτήτων του, σε άλλα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, δεδομένου, άλλωστε, ότι στο άρθρο 101Α του Συντάγματος δεν προβλέπεται, για την περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως των ανεξαρτήτων αρχών από τη ΔτΠ της Βουλής, επικουρικός μηχανισμός επιλογής των μελών των εν λόγω αρχών».

[10] Βλ. Προτάσεις αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος, πρακτικά και έκθεση επιτροπής αναθεώρησης του Συντάγματος, 1998, σελ. 35.

[11] Βλ. Προτάσεις αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος, όπ.π. σελ. 12.

[12] Σύμφωνα με σύγχρονους εκπροσώπους της θεωρίας, η σημασία αυτής της υποκειμενικής βούλησης του νομοθέτη για την αναζήτηση του νοήματος της διάταξης είναι μειωμένη και επικουρική σε σχέση με το νόημα που προκύπτει από την τελολογική ερμηνεία (βλ. για την ανάπτυξη του ζητήματος αντί άλλων, Κ. Σταμάτη, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, 2006, σελ. 223 επ.). Έτσι επισημαίνεται ότι «κανονιστική ισχύ διαθέτει μόνο το κείμενο του νόμου και όχι η βούληση των συντακτών του» (Π. Σούρλας, justi atque injusti scientia, Μία εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου, σελ. 175) και ότι «και αν ακόμη η βούληση του ιστορικού νομοθέτη ήταν διαγνώσιμη πέρα από κάθε ερμηνευτικό δισταγμό και πάλι δε θα ήταν υποχρεωτικό να την ακολουθήσει ο ερμηνευτής άνευ ετέρου» (Κ. Σταμάτης, όπ.π., σελ. 274). Κατά δε τον Αριστόβουλο Μάνεση «η αναζήτηση του νοήματος των κανόνων του Συντάγματος στη μουμιοποιημένη βούληση ενός ανύπαρκτου πλέον συντακτικού νομοθέτη, λειτουργεί σε βάρος του σύγχρονου συντακτικού νομοθέτη και αγνοεί τη βούληση του Λαού ως ζωντανού φορέα της συντακτικής εξουσίας στα δημοκρατικά πολιτεύματα» (Α. Μάνεσης, Συνταγματικό Δίκαιο, 1980, σελ. 196).

[13] Ως αντικειμενική –τελολογική ερμηνεία νοείται εκείνη που αναζητά το αληθές νόημα της διάταξης με κριτήριο το δικαιολογητικό λόγο της ρύθμισης και για την ακρίβεια με κριτήριο τους ηθικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς λόγους που δικαιολογούν αντικειμενικά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη ρύθμιση του νόμου (βλ. Π. Σούρλα, όπ.π., σελ. 175, Κ. Σταμάτη, όπ.π., σελ. 273 και Κ. Παναγόπουλου, Εισαγωγή στο δίκαιο και στο αστικό δίκαιο, 1999, σελ. 39).

[14] Βλ. από τη θεωρία και τις συναφείς παρατηρήσεις του Γ. Δρόσου, Διεξαγωγή διεθνούς ανοικτού διαγωνισμού αδειοδότησης παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης (γνωμ.), ΘΠΔΔ 2016, σελ. 13: «Συνταγματικός σκοπός του άρθρου 15 Συντ. είναι να ασκείται άμεσος έλεγχος του κράτους στην ραδιοτηλεόραση, τούτος δε να «λαμβάνει και την μορφή του καθεστώτος προηγούμενης άδειας», προς καλύτερη δε εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού θεσπίσθηκε το ΕΣΡ και η κατ’ άρθρο 101Α Συντ. διαδικασία συγκρότησής του και όχι το αντίθετο. Δεν είναι δηλαδή αυτοσκοπός η κατ’ άρθρο 101Α διαδικασία συγκρότησης του ΕΣΡ, και πάντως τέτοιας αξίας που να είναι ικανός να ματαιώσει την πραγματοποίηση του ελέγχου της ραδιοτηλεόρασης που προβλέπει το άρθρο 15 Συντ».

[15] Στο στοιχείο αυτό δίνει έμφαση και ο Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2006, σελ. 319, διατυπώνοντας -σε ανύποπτο πολιτικό χρόνο- τις εξής, άξιας μνείας, σκέψεις: «Προκειμένου να τηρηθούν οι επιταγές των άρθρων 14 παρ. 1 αλλά και 4 παρ. 1 Συντ., κατά τη χορήγηση των αδειών στους ιδιωτικούς σταθμούς δεν επιτρέπεται να καταλείπεται ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη διοίκηση. Αντίθετα η χορήγηση αδειών οφείλει να γίνεται με βάση νομοθετημένα πάγια και αντικειμενικά κριτήρια». Η έμφαση είναι του συγγραφέα της παραπεμπόμενης πηγής.

[16] Ο Γ. Δρόσος, όπ.π., σελ. 15, διαβλέπει «ένα ιδιότυπο κενό: ενώ προβλέπεται από τον Ν. 4339/2015 όργανο -το ΕΣΡ- για να διεξαγάγει τις παραπάνω διαγωνιστικές διαδικασίες, αυτό το όργανο δεν είναι συγκροτημένο ούτε αναμένεται να συγκροτηθεί στο σε προβλεπόμενο χρόνο». Και προσθέτει: «Ενόψει όμως των παραπάνω, και ιδίως των σημειομένων στις παραπάνω υπό III, Β, 4 και 5 παραγράφους όπως και στην αμέσως προηγούμενη Παράγραφο, παρίσταται αναγκαίο να ορισθεί ένα κρατικό όργανο το οποίο και θα τις διεξαγάγει […] Το αντίθετο θα σήμαινε την ματαίωση του συνταγματικού σκοπού του άρθρου 15 παρ. 2 Συντ. με την περαιτέρω συνέχιση της κατά τα παραπάνω παραβίασης του Συντάγματος». Αντίκρουση της γνώμης αυτής βλ. από τους Χ. Πολίτη/Γ. Γεραπετρίτη/Γ. Δελλή, Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης, ΘΠΔΔ 2016, σελ. 1101: «Εν τούτοις, η αμέσως ανωτέρω ‘νομική κατασκευή’ της γνωμοδοτήσεως είναι έωλη, και τούτο διότι εν προκειμένω δεν στοιχειοθετείται ‘κενόν του δικαίου’». Το στοιχείο της αναγκαιότητας προς κάλυψη του κενού που προκαλείται από την αδυναμία συγκρότησης του Ε.Σ.Ρ. δίνει έμφαση και ο Α. Καϊδατζής, Μία πολιτική ανάγνωση… όπ.π., σελ. 25-26: «Ανέχεται άραγε το σύνταγμα την αυτοαναίρεσή του; […] Η πραγματική παραβίαση του συντάγματος δεν συνίσταται στη μη συγκρότηση του Ε.Σ.Ρ.[16], αλλά στη μη άσκηση του κρατικού ελέγχου επί της ραδιοτηλεόρασης […]». Εισκομίζει, μάλιστα, το επιχείρημα ότι υφίσταται παραβίαση του Συντάγματος εκ μέρους του νομοθέτη και της κυβέρνησης όσο δεν βρίσκουν τρόπο να αποκατασταθεί η συνταγματική νομιμότητα στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο, προκειμένου να ασκηθεί ο κρατικός έλεγχος, υπογραμμίζοντας ότι «ο τρόπος που βρήκε ο νομοθέτης του ν. 4339/2015 ήταν να αναθέσει στην κυβέρνηση την άσκηση των αρμοδιοτήτων του ελλείποντος Ε.Σ.Ρ.».

[17] Βεβαίως αναφερόμαστε σε περιπτώσεις που υφίσταται ασάφεια ως προς το νόημα μίας διάταξης. Υπό μία ευρύτερη οπτική κάθε εγχείρημα εφαρμογής ενός κανόνα δικαίου, ισοδυναμεί με ερμηνεία του, υπό την έννοια ότι πάντοτε μεσολαβεί μία γλωσσική διάπλαση του κανονιστικού νοήματος. Βλ. επ’ αυτού Ιφ. Καμτσίδου, Η διάκριση και η διασταύρωση των εξουσιών ως εγγύηση τηρήσεως του Συντάγματος, σε: Χαρμόσυνο Α. Μάνεση, Τομ. I, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σελ. 303-311 και ιδίως 310, όπου επισημαίνεται ότι η εφαρμογή του κανόνα δικαίου έχει πάντοτε εν μέρει δικαιοπαραγωγικό, διαπλαστικό χαρακτήρα.

[18] Για την έννοια της δυναμικής ερμηνείας βλ. την ομότιτλη μονογραφία του Σπ. Βλαχόπουλου, Η δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος-Η προσαρμογή του συνταγματικού κειμένου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, 2014 και ιδίως σελ. 17-24.

[19] Δ. Τσάτσος, Συνταγματική αναθεώρηση και ερμηνεία του Συντάγματος. Η ανάγκη μιας προερμηνευτικής συνταγματικής θεωρίας για το Σύνταγμα του 2001 σε: Δ. Τσάτσου/Ε. Βενιζέλου/Ξ. Κοντιάδη (επιμ.), Το Νέο Σύνταγμα, 2001, σελ. 26. Η έμφαση είναι του συγγραφέα της παραπεμπόμενης πηγής.

[20] Δ. Τσάτσος, όπ.π., σελ. 24.

[21] Ερμηνευτικά οριακό θεωρεί το κρίσιμο νομικό ζήτημα της σχολιαζόμενης απόφασης και ο Α. Καϊδατζής, Μία πολιτική ανάγνωση… όπ.π., σελ. 15, παρατηρώντας ότι: «το νομικό ζήτημα που απασχόλησε το δικαστήριο δεν έχει μια προφανή και μονοσήμαντη απάντηση, αλλά ότι είναι ένα οριακό ζήτημα, και η υπόθεση στην οποία αυτό τίθεται είναι μια δύσκολη υπόθεση, μια hard case […]. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει μία και μόνη προφανής λύση του νομικού ζητήματος, στην οποία μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι ή τουλάχιστον οι συντριπτικά περισσότεροι, αλλά μπορούν να υποστηριχθούν περισσότερες, καταρχήν εξίσου υποστηρίξιμες λύσεις». Η έμφαση είναι του συγγραφέα της παραπεμπόμενης πηγής.

[22] Δ. Τσάτσος, όπ.π., σελ. 28. Η έμφαση είναι του συγγραφέα της παραπεμπόμενης πηγής.

Θεσμοί ΄άμεσης΄ δημοκρατίας

[Συλλογή-επιμέλεια: Στυλιανή Χριστοφορίδου, Κρυσταλία Μουτάφη, Κική Φωτίου]

Προτάσεις Κυβέρνησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση 25.7.2016

http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/?p=20077

 

Προτείνεται η υποχρέωση κύρωσης, μόνο με δημοψήφισμα, οποιασδήποτε Συνθήκης μεταβιβάζει κυριαρχικές αρμοδιότητες του Κράτους. Επίσης, η δυνατότητα διενέργειας δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία και συλλογή άνω των 500.000 υπογραφών πολιτών για εθνικά θέματα, καθώς και άνω του 1 εκατομμυρίου υπογραφών, για ψηφισμένο νόμο, με εξαίρεση νόμους που αφορούν τα δημοσιονομικά ζητήματα. Τέλος, προτείνεται η δυνατότητα της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας.

 

 

Προτάσεις Ανεξάρτητων Ελλήνων για τη Συνταγματική Αναθεώρηση 21.6.2016

http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/?p=19887

 

Προτείνεται η τροποποίηση των άρθρων 35 παρ. 3 και 44 παρ. 2 του Συντάγματος, όσον αφορά στις διαδικαστικές προϋποθέσεις για την προκήρυξη δημοψηφίσματος, ώστε ο θεσμός αυτός να αποτελέσει όργανο ελέγχου της κρατικής εξουσίας από το εκλογικό σώμα. Ειδικότερα, τα θέματα για τα οποία απαιτείται η διενέργεια δημοψηφίσματος είναι ενδεικτικά όσα αφορούν: α) στη μορφή του πολιτεύματος, β) στη συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς ή αποχώρηση απ’ αυτούς, γ) στις διεθνείς συμβάσεις με βάση τις οποίες η χώρα δεσμεύεται νομικά, οικονομικά, εθνικά, πολιτιστικά, εκχωρώντας μέρος της εθνικής της κυριαρχίας ή του εθνικού της πλούτου και της ασυλίας επί των περιουσιακών της στοιχείων και δικαιωμάτων, δ) στις διεθνείς συνεργασίες με χώρες για στρατιωτικής και οικονομικής φύσεως ζητήματα που θα καθορίζουν το μέλλον της χώρας μας, και ε) για κάθε άλλο ουσιαστικό ζήτημα της γενικής κυβέρνησης. Προϋπόθεση για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία είναι να το ζητήσει τουλάχιστον το 5% των εχόντων δικαίωμα ψήφου Ελλήνων πολιτών, με αίτησή τους στην οποία θα ορίζεται το θέμα και ο τρόπος υποβολής του στο εκλογικό σώμα. Η αίτηση αυτή θα υποβάλλεται εγγράφως στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από τις κατά τόπους περιφέρειες που είναι αρμόδιες για τη συγκέντρωση των αιτημάτων και τη διαβίβαση στην προεδρεία της δημοκρατίας.

 

 

Πρόταση των Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος 2.12.2014

http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/?p=19876

 

Προτείνεται η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των θεσμών άμεσης δημοκρατίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον θεσμό του δημοψηφίσματος. Συγκεκριμένα, προτείνεται η αναθεώρηση του άρθρου 44 παρ. 2, προς την κατεύθυνση της εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας προκήρυξης δημοψηφίσματος όχι μόνο με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης και της Βουλής αλλά: Πρώτον και με δική του, αποκλειστικώς, πρωτοβουλία μόνον όμως για κρίσιμα εθνικά θέματα, κατά το πρότυπο του αρχικού άρθρου 44 παρ. 2 του Συντάγματος.  Δεύτερον,  υπό τις πρόσφορες προϋποθέσεις, και δια της οδού της λαϊκής πρωτοβουλίας.  Και μάλιστα, τόσο νομοθετικού δημοψηφίσματος όσο και δημοψηφίσματος για κρίσιμα εθνικά θέματα.  Στόχος της πρότασης αυτής είναι ο πολλαπλασιασμός και η ενίσχυση των θεσμών άμεσης δημοκρατίας. Διευκρινίζεται, ότι ο αριθμός των πολιτών που θα μπορούν ν’ αναλάβουν μια τέτοια λαϊκή πρωτοβουλία θα πρέπει να προσδιορίζεται ως ποσοστό, και δη σημαντικό, του Εκλογικού Σώματος,  για να μην συντρέχει κίνδυνος καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος.

Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης, Γ. Γεραπετρίτης et al, Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, Καθημερινή, 2016

 

Προτείνεται η επανεισαγωγή του προεδρικού δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα, το οποίο θα μπορεί να προκηρυχθεί μία μόνο φορά κατά την προεδρική θητεία.

Επίσης, προτείνεται η προκήρυξη δημοψηφίσματος με πρωτοβουλία πολιτών και συγκεκριμένα, με τη συγκέντρωση 50.000 υπογραφών.

 

 

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τα ανυπέρβλητα όρια της συνταγματικής αναθεώρησης, Εφημερίδα των Συντακτών, 20.8.2016

http://www.efsyn.gr/arthro/ta-anypervlita-oria-tis-syntagmatikis-anatheorisis

 

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών,

Παρανοήσεις και στρεβλώσεις για την “άμεση δημοκρατία”

http://www.constitutionalism.gr/2016-sotirelis-amesi-dimokratia/

 

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Τα όρια και οι προοπτικές του δημοκρατικού διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση, ΕφΔΔ 2013, σελ. 586 επ., βλ. και http://www.constitutionalism.gr, επίσης, πρβλ. και

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2013-02-03&s=syntagma

 

Ο συγγραφέας τάσσεται υπέρ «του λελογισμένου εμβολιασμού του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος –υπό όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις– με ορισμένους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας (και συγκεκριμένα με κάποιες μορφές δημοψηφίσματος και λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας), προς την κατεύθυνση  της αναζωογόνησης των κουρασμένων αντανακλαστικών της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της ενίσχυσης της δημοκρατικής βάσης του κράτους, μέσω της ενεργότερης και ουσιαστικότερης πολιτικής συμμετοχής του λαού στις αποφάσεις που τον αφορούν.».

 

 

Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ., Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα σκέψεις για μια άλλη αναθεώρηση, 22.5.2011

http://www.constitutionalism.gr/2056-shediasma-ekdimokratismoy-dwdeka-skeceis-gia-mia-a/ όπως και Fortune Greece, 9.6.2016 http://www.fortunegreece.com/article/chrisogonos-vathia-tomi-sto-sintagma-pros-tin-katefthinsi-tou-ekdimokratismou/

 

«Η όγδοη σκέψη αλλαγής αφορά το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος και τον θεσμό του δημοψηφίσματος. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την προκήρυξη δημοψηφίσματος σύμφωνα με την παραπάνω συνταγματική διάταξη έχουν καταστρωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε πρακτικά σχεδόν να αποκλείεται η διεξαγωγή του, ειδικά μάλιστα μετά την αναθεώρηση του 1986. […] Ο θεσμός μπορεί και πρέπει να αναμορφωθεί έτσι ώστε να αποτελέσει πραγματικό αντίβαρο στην εξουσία αυτή και όργανο ελέγχου της από το εκλογικό σώμα. […]Το «προτέρημα» των νομοθετικών δημοψηφισμάτων, είτε εγγύτερα στη δανική είτε στην ιταλική εκδοχή, είναι ότι το ερώτημα είναι προκαθορισμένο, κατά κάποιο τρόπο, από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία η οποία ψήφισε το νομοσχέδιο ή το νόμο και δεν τίθεται αυθαίρετα από τους βουλευτές (συνήθως της αντιπολίτευσης) ή τους εκλογείς που υπογράφουν την αίτηση. Διασφαλίζεται έτσι μια εύλογη ισορροπία μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, με τελικό κριτή τον κυρίαρχο λαό.»

 

Γ. Γεραπετρίτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής ΕΚΠΑ, Το μετέωρο συνταγματικό βήμα, Η Καθημερινή, 15.8.2016

http://www.kathimerini.gr/871051/opinion/epikairothta/politikh/to-metewro–syntagmatiko-vhma

 

 

Σ. Βλαχόπουλος, Συντακτική ή αναθεωρητική Βουλή; σε: Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση στο σταυροδρόμι κρίσιμων Εξελίξεων, Πολιτικές, Στρατηγικές  Επιλογές και Προοπτικές, ΝοΒ, 2015

 

Ο συγγραφέας τηρεί θετική στάση υπέρ της διεύρυνσης του θεσμού του δημοψηφίσματος και της εισαγωγής μορφών λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας.

 

 

Ι. Καμτσίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Συνέντευξη στην Εποχή, 14.6.2016

http://epohi.gr/synentauxh-me-thn-ifigeneia-kamtsidou-syntagmatologo-kai-proedro-toy-ethnikou-kentrou-dhmosias-dioikhsh-kaii-autodioikhshs/

 

«[Σ]τις μέρες μας οι μορφές άμεσης πολιτικής συμμετοχής υπακούουν αναγκαστικά σε μια ατομικιστική λογική. Ακόμη και η διενέργεια δημοψηφισμάτων, κατά τη γνώμη μου, λίγο μπορεί να συμβάλλει στη διαμόρφωση των ενεργών πολιτών και ιδίως των συλλογικών υποκειμένων, που θα μπορούσαν να διαφυλάξουν το πολιτικό και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση εναλλακτικών πολιτικών.»

 

 

Λ. Παπαδοπούλου, Θεσμοί «άμεσης δημοκρατίας» στο Σύνταγμα, Συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων ουσίας, εκδ. Ευρασία, 2014, βλ και http://www.constitutionalism.gr/papadopoulou-direct-democracy/

 

Η συγγραφέας προτείνει την εισαγωγή του θεσμού της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας. Η διαδικασία εκκινεί με τη συλλογή 500 πιστοποιημένων υπογραφών που κατατίθενται στην ειδική υπηρεσία της Βουλής. Η κατάθεση της νομοθετικής πρότασης πραγματοποιείται με τη συγκέντρωση 50.000 υπογραφών που δε θα πρέπει να προέρχονται από την ίδια αυτοδιοικητική περιφέρεια. Στη συνέχεια, η πρόταση εισάγεται για συζήτηση στη Βουλή. Στην περίπτωση που εντός τριμήνου το Κοινοβούλιο δεν ψηφίσει κανένα νομοθέτημα ή ψηφίσει νόμο που απέχει από την προταθείσα πρόταση, είναι δυνατό να υποβληθεί η πρόταση σε δημοψήφισμα. Για την υποβολή απαιτείται η συγκέντρωση υπογραφών στο ύψος του 1/7 του συνόλου των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Για την πραγματοποίηση της πρότασης απαιτείται η αναθεώρηση του άρθρου 73Σ, ώστε η νομοθετική πρωτοβουλία να ανήκει και στον λαό.

Επίσης, προτείνεται ως μέσο ενίσχυσης της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας η πρόβλεψη της δυνατότητας καταργητικού δημοψηφίσματος με απόφαση της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας.

Τέλος, προτείνεται η αναθεώρηση της διαδικασίας αναθεώρησης όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 110 παρ. 2-6 Σ, με την εισαγωγή του αναθεωρητικού συνταγματικού δημοψηφίσματος προς αντικατάσταση των ενδιάμεσων εκλογών.

Αντίθετα, η επανεισαγωγή προεδρικού δημοψηφίσματος κρίνεται ότι θα ενισχύσει περαιτέρω την εκτελεστική εξουσία.

Ο. Αθανασιάδου, Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία: σύζευξη ή σύγκρουση;

http://www.constitutionalism.gr/2211-oi-amesodimokratikoi-tesmoi-stin-antiproswpeytiki/

 

 

Ανδρέας Γ. Δημητρόπουλος, 1η πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος: το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών, ως κορυφαία πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, ΕΔΔΔ 2013, σελ. 281 επ., βλ. και http://andreasdimitropoulos.blogspot.gr.

 

Ο συγγραφέας προτείνει τη διεύρυνση του θεσμού της λαϊκής νομοθέτησης τόσο με την ανάθεση αποκλειστικής δημοψηφισματικής πρωτοβουλίας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όσο και με την ανάθεση συντρέχουσας πρωτοβουλίας σε περισσότερα υποκείμενα. Συγκεκριμένα, προτείνεται η αναθεώρηση του άρθρου 44 παρ. 2 εδάφιο α΄ του ισχύοντος Συντάγματος, προκειμένου στην ήδη προβλεπόμενη μορφή του κυβερνητικού δημοψηφίσματος να προστεθεί και το προεδρικό δημοψήφισμα όπως επίσης και το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών, με την εξής διατύπωση: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, είτε κατά την κρίση του είτε εφόσον το ζητήσουν τουλάχιστον 500.000 εκλογείς ή 100.000 εκλογείς και συναινέσουν 120 βουλευτές ή ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του υπουργικού συμβουλίου.».

 

 

Γ. Κατρούγκαλος, Η αυτοδυναμία προκύπτει ως ανάγκη λόγω της έλλειψης συμμαχιών, Συνέντευξη στη Βασιλική Σιούτη

http://newpost.gr/synenteyksh/370109/giwrgos-katroygkalos-h-aytodynamia-prokyptei-ws-anagkh-logw-ths-elleipshs-politikwn-symmaxiwn

 

 

Γ. Κασιμάτης, Ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Συνέντευξη στην Β. Φωτοπούλου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 03.02.2013

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2013-02-03&s=syntagma

 

Προτείνεται η «[Θ]έσπιση ολοκληρωμένου συστήματος δημοψηφισμάτων, που θα αντικαταστήσει το ισχύον σήμερα. Το σύστημα αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει όλων των κατηγοριών τα δημοψηφίσματα για ορισμένα βασικά για το λαό ζητήματα: δημοψηφίσματα υποχρεωτικά (ιδίως για παραχωρήσεις δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων και για κάθε περιορισμό εθνικής κυριαρχίας), προαιρετικά, αλλά αποφασιστικά, γνωμοδοτικά (με αυτά ασκείται πίεση στην πολιτική ηγεσία), δημοψηφίσματα στην Τοπική και Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση και δημοψηφίσματα λαϊκής πρωτοβουλίας με συγκέντρωση υπογραφών (πολύ σημαντικός θεσμός). Οι λεπτομέρειες άλλη φορά».

 

 

Γ.Α. Τασόπουλος, Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2007

 

Ο συγγραφέας προτείνει τη συνταγματική και νομοθετική διαμόρφωση αποφασιστικών θεσμών άμεσης δημοκρατίας (δημοψήφισμα και λαϊκή πρωτοβουλία) με την αναγκαία πρόβλεψη αποτελεσματικών μηχανισμών κοινοβουλευτικού και δικαστικού ελέγχου του ερωτήματος, πριν από την διεξαγωγή του, καθώς και με τον περιορισμό να μην τίθενται ζητήματα που συνεπάγονται περιορισμούς θεμελιωδών δικαιωμάτων. Επιπλέον, θα πρέπει να τίθεται αριθμητικό όριο στα δημοψηφίσματα ανά βουλευτική περίοδο ή άλλος τρόπος κατοχύρωσης της νομοθετικής αρμοδιότητας της Βουλής ή, σε κάθε περίπτωση, η Βουλή να έχει την δυνατότητα οποτεδήποτε να καταργεί με νόμο διατάξεις που υιοθετήθηκαν μέσα από διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας.

 

 

 

 

Πολιτικά κόμματα – προτάσεις συνταγματικής αναθεώρησης

[Συλλογή-επιμέλεια: Χαραλαμπος Κουρουνδής, ΔρΝ, Χρυσούλα Τσιάχτα και Θεοδότα Ρήμου]

 

Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης, Γ. Γεραπετρίτης, Κτιστάκις, Σ. Μάνος, Φ. Σπυρόπουλος, «Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα», «Καθημερινή της Κυριακής», 5/6/2016:

Η ρύθμιση που αφορά τα πολιτικά κόμματα εντοπίζεται στο άρθρο 25. Προβλέπει τη δυνατότητα δικαστικής απαγόρευσης συμμετοχής στις εκλογές κομμάτων των οποίων η ηγεσία παροτρύνει συστηματικά ή ανέχεται τη χρήση βίας. Επίσης, αλλάζει τον τρόπο οικονομικής ενίσχυσης των κομμάτων από το κράτος. [βλ. συνημμένο]

Η πρόταση της ΝΔ για την αναθεώρηση του Συντάγματος, Δεκέμβριος 2014

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ επί της πρότασης των Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος, σύμφωνα με τα άρθρα 110 του Συντάγματος και 119 του Κανονισμού της Βουλής

[…]

ΙΙ Γ. Δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία των Πολιτικών Κομμάτων κι εφοδιασμός τους με τ’ απαραίτητα εχέγγυα –αλλά κι επιφόρτισή τους με τις ανάλογες υποχρεώσεις- ώστε να συμβάλλουν πραγματικά στην υπεράσπιση του Δημοκρατικού Πολιτεύματος. Με παράλληλη ενίσχυση της διαφάνειας των οικονομικών τους και των οικονομικών των προσώπων που μετέχουν στον δημόσιο βίο, μελών τους ή μη.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Βασιζόμενοι στις κατά τ’ ανωτέρω θεσμικές και πολιτικές θέσεις, οι υπογράφοντες Βουλευτές προτείνουμε να κινηθεί η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των άρθρων 110 και 119επ. του Κανονισμού της Βουλής και να διαπιστωθεί, συνακόλουθα, η ανάγκη αναθεώρησης των άρθρων 2 (προσθήκη παρ. 3), 14 παρ. 9, 16 παρ. 1, 2, 5, 6, 7, 8 και προσθήκη νέων παρ.  9 και 11,  17 παρ. 1 και προσθήκη νέας παρ. 8, 23 παρ. 1,  24 παρ. 1 και 2 (συμπεριλαμβανομένης της υπ’ αυτήν ερμηνευτικής δήλωσης), 29 παρ. 1 και 2, 30 παρ. 1, εδ. β΄,32 παρ. 1, 3, 4 και 5, 35 παρ. 2 και 3, 37 παρ. 1, 2 και 4,  39, 41 παρ. 2 και 5, 42 παρ. 1, 44 παρ. 2 και 3, 49 παρ. 2 και 3, 51 παρ. 1, 53 παρ. 1 και 2, 54 παρ. 1 και 3, 56 παρ. 1, εδ. α΄, 58, 60 παρ. 2, 62, 63, 68 παρ. 2 και 3, 70 παρ. 6, 73 παρ. 3 και 4, 74 παρ. 1, 2 και 6, 75, 78 (προσθήκη παρ.  6 και 7),  79 (προσθήκη παρ. 9),  81 παρ. 1, 3 και 4, 86,  87 παρ. 3, 88 παρ. 2, εδ. γ΄, δ΄και ε΄, 90 παρ. 5, 95 (προσθήκη παραγράφου), 96 παρ. 5, εδ. α΄, 98 παρ. 1, εδ. β΄, 100, 101 (προσθήκη παρ. 4), 101Α παρ. 2, 102 παρ. 1, 106 παρ. 1, 2 (και προσθήκη νέας παραγράφου), 112 παρ. 1, 113, εδ. α΄, 115 παρ. 1, 117 παρ. 3 και 4, και 118 παρ. 3 και 5, για τους ειδικότερους λόγους που αναφέρονται σε καθεμιά απ’ αυτές τις διατάξεις και προς την κατεύθυνση, η οποία προσδιορίζεται κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα:

ΠΡΟΤΑΣΗ
[…]
6.         Άρθρο 29 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος

Η σύγχρονη βαθειά οικονομική και, επέκεινα, κοινωνική κρίση έχει επηρεάσει ευθέως τον θεσμικό και πολιτικό ρόλο των Πολιτικών Κομμάτων.  Και μάλιστα τόσον ως προς την δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία τους όσον και ως προς τα οικονομικά τους και, ιδίως, τα οικονομικά και το «πόθεν έσχες» των Βουλευτών.  Παρίσταται, λοιπόν, ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 29 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, προς την ακόλουθη κατεύθυνση:

α) Οι ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ καθιερώνουν την αρχή ότι η οργάνωση και η δράση των πολιτικών κομμάτων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, είναι εξαιρετικά αόριστες ως προς τις εγγυήσεις τήρησης της αρχής αυτής στο πεδίο της ίδρυσης και λειτουργίας τους στη συνέχεια.  Για τον λόγο αυτόν προτείνουμε την αναθεώρηση της παρ. 1 του άρθρου 29 του Συντάγματος και την ευθεία σύνδεση των νέων διατάξεών του με τις, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, υπό αναθεώρηση διατάξεις του άρθρου 100 του Συντάγματος περί Συνταγματικού Δικαστηρίου, ώστε, πάντοτε βεβαίως χωρίς να θίγεται το θεμελιώδες πολιτικό δικαίωμα ίδρυσης πολιτικού κόμματος:

α1) Πρώτον, η ως άνω δικαστική αρχή, που θα δέχεται τις αιτήσεις ίδρυσης Πολιτικών  Κομμάτων, να ελέγχει με ουσιαστικό τρόπο το αν και κατά πόσον το καταστατικό τους και τ’ ανάλογα εχέγγυα οδηγούν στην διαπίστωση ότι το υπό ίδρυση κάθε φορά Κόμμα δεσμεύεται επαρκώς να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.  Πολύ δε περισσότερο το αν και κατά πόσον το καταστατικό αυτό αντιτίθεται στην ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.

α2) Δεύτερον, η ίδια ως άνω δικαστική αρχή να έχει την αρμοδιότητα από τη μια πλευρά ελέγχου της, μετά την ίδρυσή του Πολιτικού Κόμματος, δραστηριότητάς του αναφορικά με την πραγματική εξυπηρέτηση της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος.  Και, από την άλλη πλευρά, επιβολής των κατάλληλων κυρώσεων, αν το in concreto  Πολιτικό Κόμμα προδήλως, εμπράκτως και κατ’ εξακολούθηση στρέφεται εναντίον της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος.

β) Το αίτημα για ουσιαστικό έλεγχο των οικονομικών των Πολιτικών Κομμάτων, ώστε να υπάρχει πλήρης διαφάνεια των δραστηριοτήτων τους ειδικώς σ’ ό,τι αφορά τις λειτουργικές και τις εκλογικές τους δαπάνες, εντάσσεται στην γενικότερη προσπάθεια για την ενίσχυση της διαφάνειας στον δημόσιο βίο και για την αποκατάσταση της σχέσης αξιοπιστίας κι εμπιστοσύνης ανάμεσα στην πολιτική κοινωνία και την κοινωνία των πολιτών.  Στο ίδιο πλαίσιο ανήκει η επιδίωξη της εμπέδωσης της διαφάνειας και για τις αντίστοιχες δαπάνες των Βουλευτών και των υποψήφιων Βουλευτών, συμπεριλαμβανομένου και του «πόθεν έσχες» αυτών.  Για τους λόγους αυτούς είναι αναγκαία η πρόβλεψη ότι βασική πηγή χρηματοδότησης των Πολιτικών Κομμάτων είναι ο κρατικός προϋπολογισμός, μ’ αυστηρότερους περιορισμούς ως προς την χρηματοδότηση από ιδιωτικές πηγές, οι οποίες συνιστούν την εξαίρεση.  Η πρόβλεψη αυτή θα πρέπει να συνδυασθεί με την καθιέρωση συστήματος αποτελεσματικού ελέγχου τόσον του τρόπου απόκτησης των περιουσιακών στοιχείων των Βουλευτών μετά την εκλογή τους, όσο και των δαπανών τους.  Αφού, κατά γενική παραδοχή, το σημερινό σύστημα ελέγχου, ουσιαστικώς από την ίδια την Βουλή, αφενός δεν απέδωσε τ’ αναμενόμενα αποτελέσματα. Και, αφετέρου, δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στους πολίτες, λόγω της σύμπτωσης σ’ αυτήν της ιδιότητας του ελέγχοντος και του ελεγχόμενου.  Προτείνεται, συνεπώς, ν’ ανατεθεί η ελεγκτική αυτή αρμοδιότητα σε ειδικό τμήμα του Συνταγματικού Δικαστηρίου που, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, προβλέπεται να συσταθεί κατ’ αναθεώρηση του άρθρου 100 του Συντάγματος.  Στο Δικαστήριο αυτή θ’ ανήκει, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που θα ορίσει εκτελεστικός νόμος, και:

β1) Ο έλεγχος της διαφάνειας των οικονομικών των Πολιτικών Κομμάτων.  Ειδικότερα δε των λειτουργικών κι εκλογικών τους δαπανών, ώστε να περιορίζονται στο πλαίσιο που ορίζει ο νόμος.  Εδώ εντάσσεται και η δυνατότητα απαγόρευσης της χρήσης ραδιοτηλεοπτικού χρόνου πέραν από τον προβλεπόμενο από το νόμο.

β2) Ο έλεγχος των προεκλογικών και λειτουργικών δαπανών των Βουλευτών και των υποψήφιων Βουλευτών.

β3) Ο ετήσιος έλεγχος το «πόθεν έσχες» των Βουλευτών και των μελών της Κυβέρνησης, καθώς και η επιβολή των σχετικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης και της έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα, ανάλογα με την βαρύτητα της παράβασης.  Η τελευταία αυτή αρμοδιότητα του Συνταγματικού Δικαστηρίου θα μπορεί να επεκταθεί, με ειδικό νόμο, στον έλεγχο του «πόθεν έσχες» και άλλων κατηγοριών δημόσιων λειτουργών.

Θ. Ξηρός, «Εμβάθυνση της δημοκρατίας και αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος», ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, 8-9/2011, σελ. 886-891

[…]

  1. 2. Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών τροφοδότησαν με νέα δεδομένα την ανοικτή συζήτηση για το πολιτικό χρήμα στις δύο βασικές διαστάσεις του, αφενός τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών στη διάρκεια του εκλογικού αγώνα και αφετέρου το «πόθεν έσχες» των πολιτικών. Η αναμόρφωση του ισχύοντος νομικού πλαισίου προϋποθέτει και απαιτεί τη διευκρίνιση ενός καθοριστικής σημασίας ερωτήματος: τα εντοπισμένα προβλήματα προκαλούνται από τους ορισμούς της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. ή πρέπει να αποδοθούν στις επιλογές των εκτελεστικών Ν 3023/2002 και 3213/2003 που τους εξειδικεύουν. Και αν ακόμη ήταν δυνατό να ξεκινήσει αύριο η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, η διαφάνεια στην οικονομική διαχείριση των πολιτικών αποτελεί προνομιακό αντικείμενο μέριμνας του κοινού νομοθέτη.

Στην περίπτωση των πολιτικών κομμάτων η διαφάνεια δεν διασφαλίζεται, όπως ορισμένοι υποστηρίζουν, με την κατάργηση της ιδιωτικής χρηματοδότησης ή τη θέσπιση απαγορεύσεων και την απειλή αυστηρών κυρώσεων. Χρειάζονται ασφαλώς και αυτά, αλλά από μόνα τους δεν αρκούν. Η προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην οργάνωση αξιόπιστου, αντικειμενικού και αποτελεσματικού ελέγχου. Η διενέργειά του δεν μπορεί, επίσης, να αφήνεται ουσιαστικά στην ευθύνη ενός κεντρικού οργάνου -το οποίο επιλαμβάνεται σε χρονική απόσταση από την περίοδο που εξετάζει και με την πλειονότητα των μελών του να είναι ταυτόχρονα ελεγκτές και ελεγχόμενοι-, αλλά να είναι επίκαιρη και αποκεντρωμένη. Τούτο απαιτεί την ανασύνθεση της Επιτροπής Ελέγχου και την αναβάθμιση των τοπικών επιτροπών, εξοπλίζοντάς τες, μεταξύ άλλων, με αποφασιστικές αρμοδιότητες και τη δυνατότητα να επιλαμβάνονται αυτεπαγγέλτως.

 

Γ. Σωτηρέλης, «Αναζητώντας τις άμυνες της δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της», http://www.constitutionalism.gr/amunes-dimokratias/ (Το κείμενο αυτό είναι επεξεργασμένη μορφή εισήγησης στην εκδήλωση που διοργάνωσε στις 14.10.2013 η ΔΗΜΑΡ, στο Θέατρο «Γκλόρια», με θέμα: «Η Δημοκρατία δεν απειλείται»):

[…]

Επείγει λοιπόν, πέρα από την ποινική, και μια ευρύτερη θεσμική αντιμετώπιση, με επίκεντρο την δυνατότητα να απαγορευθεί η κάθοδός της στις εκλογές, με οποιαδήποτε παραλλαγή. Μια τέτοια απαγόρευση, κατά την άποψή μου, είναι και πολιτικά αναγκαία, για την άμυνα της ίδιας της Δημοκρατίας, αλλά και συνταγματικά εφικτή, με όλες βέβαια τις αναγκαίες εγγυήσεις που μπορούν και επιβάλλεται να αναζητηθούν και να συζητηθούν ειδικότερα ώστε να αποφευχθούν παράπλευρες απώλειες. Η προσέγγιση αυτή μπορούσε βέβαια να επισφραγισθεί και με μια νέα συνταγματική διάταξη, ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία πλέον θα ρυθμίσει ενιαία την δυνατότητα μη ανακήρυξης κομμάτων με τα χαρακτηριστικά της Χρυσής Αυγής και ταυτόχρονα την δυνατότητα κατάργησής τους, ακόμη και αν έχουν ανακηρυχθεί και βρίσκονται σε λειτουργία, με παράλληλη ή και αυτοτελή, κατά περίπτωση, έκπτωση και των βουλευτών από το αξίωμά τους. Αυτό θα γίνεται, πάντως, μόνον αν τόσο το κόμμα καθεαυτό όσο και οι βουλευτές του ατομικά παραβιάσουν τα ακραία όρια ανοχής της Δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Θα προϋποθέτει, δε, σε κάθε περίπτωση, απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου: είτε του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, ως Εκλογοδικείου, είτε, ακόμη καλύτερα, ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο ούτως ή άλλως πιστεύω ότι πρέπει πλέον να καθιερωθεί. Με άλλα λόγια, η Δημοκρατία πρέπει να αποδείξει έμπρακτα, με καλοζυγισμένες κινήσεις και πρόσφορες ρυθμίσεις, σε όλα τα επίπεδα, ότι είναι σε θέση να αντιμετωπίσει όχι αυτούς που αντιμάχονται εν γένει το καθεστώς ή το σύστημα αλλά αυτούς που θέλουν να ανατρέψουν με συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης και δράσης τα πολύτιμα κεκτημένα της δημοκρατικής μας παράδοσης. Μιας παράδοσης  που με τόσο κόπο οικοδομήσαμε, μετά την μεταπολίτευση, και που πρέπει να διαφυλάξουμε με κάθε θυσία, προτάσσοντας –ελαφρά πλην ουσιωδώς παραλλαγμένο – το γνωστό σύνθημα:

«Όχι ελευθερία στους αποδειγμένα και έμπρακτα εχθρούς της ελευθερίας»…

 

Κριτική στην πρόταση της ΝΔ το 2006 στο Θ. Ξηρός, «Το πολιτικό χρήμα στην τέταρτη Αναθεώρηση του Συντάγματος», ΕφημΔΔ, 2/2007, σ. 395-408

 

Θ. Καράγλου, [βουλευτής ΝΔ, πρώην υπουργός], Ορκίζομαι (στο Σύνταγμα και στους Νόμους), χ.ε., Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 100: πρόταση αναθεώρησης για ετήσιο δικαστικό έλεγχο στα οικονομικά των κομμάτων και μείωση του ορίου των εκλογικών δαπανών. [συνημμένο]

 

Ανθόπουλος Χ., «Πολιτικά κόμματα και Δημοκρατία. Στοιχεία για μια επανερμηνεία του άρθρου 29 παρ. 1 Συντ.», ΕφημΔΔ, 2/2015, σελ. 157-172: στη σελ. 172 συμφωνεί κατά βάση με την πρόταση ΝΔ 2014 για σαφέστερη συνταγματική επιταγή για τη δημοκρατική οργάνωση και δράση των κομμάτων [συνημμένο].

 

Ν. Μαυρίκας, «H νoμική προσωπικότητα των πολιτικών κομμάτων ως στοιχείο άσκησης της δράσης τους», ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, 6/2011, σελ. 577-587

«Η πρόταση για Αναθεώρηση του Συντάγματος απόπειρα παράκαμψης των προβλημάτων», Αυγή, Ενθέματα, Ιούλιος 2011 Η Ιφιγένεια Καμτσίδου μιλάει στον Νίκο Φίλη

για τη συνταγματικότητα του Μνημονίου, τα δημόσια αγαθά, την κρίση του κοινοβουλευτισμού και της πολιτικής, την άμεση και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία

[…]

Σε συνθήκες απαξίωσης των πολιτικών κομμάτων αναπτύσσονται προτάσεις όπως η διακοπή της κρατικής χρηματοδότησής τους ή ο περιορισμός του αριθμού των βουλευτών στους 200. Πιστεύετε ότι τέτοιες αλλαγές ενισχύουν την αυτονομία και την αξιοπιστία των κομμάτων;

Ο μεν περιορισμός της κρατικής χρηματοδότησης οδηγεί, όπως είναι ευνόητο, στην εξάρτηση των πολιτικών κομμάτων από τις ιδιωτικές πηγές οικονομικής ενίσχυσής τους. Αποτελεί, με άλλα λόγια, παράμετρο που βοηθά στη διαπλοκή των ιδιωτικών συμφερόντων με όσους ασκούν ή ελέγχουν την κρατική εξουσία. Επιπλέον, ο περιορισμός των βουλευτών σε 200, ενώ δεν θα προσφέρει κάποια σημαντική ελάφρυνση στις δημόσιες δαπάνες, θα περιορίσει δραστικά την πολιτική εκπροσώπηση των μικρότερων πολιτικών δυνάμεων, θα βοηθήσει τα δύο μεγάλα κόμματα να ξαναβρούν την κυριαρχία τους στο πολιτικό σύστημα.

Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ., «Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα σκέψεις για μια άλλη αναθεώρηση», 22-05-2011, http://www.constitutionalism.gr/2056-shediasma-ekdimokratismoy-dwdeka-skeceis-gia-mia-a/

[…]

Το ελληνικό πρόβλημα ωστόσο δεν εντοπίζεται μόνο στα πρόσωπα, αλλά αφορά και τα κόμματα. Με αρκετή δόση υπεραπλούστευσης μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι στις λεγόμενες «αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες» υφίστανται δύο κύριοι ιδεότυποι πολιτικών, στον άξονα αριστεράς-δεξιάς[13]. Ο ένας, που θα μπορούσε κάπως σχηματικά να ονομασθεί «αριστερή» πολιτική, είναι η επιβολή υψηλών φορολογικών και άλλων βαρών στις πιο εύπορες τάξεις, ώστε να χρηματοδοτηθούν μηχανισμοί κοινωνικής αναδιανομής υπέρ των οικονομικά ασθενέστερων. Το μειονέκτημα είναι ότι έτσι μπορεί να προκληθούν φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, ύφεση και ανεργία. Ο άλλος είναι η «δεξιά» πολιτική, δηλαδή ο ταυτόχρονος περιορισμός φόρων και κοινωνικών παροχών. Το μειονέκτημα εδώ είναι ότι οι οικονομικά ασθενέστεροι είναι πάντα συντριπτικά περισσότεροι και, αν ξεπερασθούν κάποια όρια, η δυσαρέσκειά τους μπορεί να εκδηλωθεί με ανατρεπτικό τρόπο. Τα κόμματα εξουσίας στην Ελλάδα αποδείχθηκαν ανίκανα να εφαρμόσουν με συνέπεια είτε «αριστερές» είτε «δεξιές» πολιτικές, υπό τον φόβο των μειονεκτημάτων αυτών. Έτσι προτιμούσαν έναν τρίτο δρόμο, τον δρόμο της ανευθυνότητας και της μετάθεσης των δύσκολων επιλογών στο μέλλον, μέσω του υπερδανεισμού, τον οποίο καθιστούσε για αρκετά χρόνια βατό η συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη και η μυωπία τότε των κεφαλαι­αγορών. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα η de facto απώλεια της εθνικής οικονομικής κυριαρχίας και η ουσιαστική υποκατάσταση της ελληνικής κυβέρνησης από την περιβόητη «τρόικα».

Η ανάταξη της εθνικής οικονομίας και η ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας είναι εφικτή μόνο εφόσον αφυπνισθεί η ελληνική κοινωνία. Χρειαζόμαστε μια ανανέωση σε βάθος του πολιτικού σκηνικού, ώστε να επιτευχθεί ένας πραγματικός εκδημοκρατισμός της χώρας, πολύ βαθύτερος από την μεταπολίτευση του 1974. Όλα αυτά αποτελούν βέβαια πρώτιστα ζήτημα πολιτικού πολιτισμού. Ωστόσο προς την ίδια κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλει μια ριζική συνταγμα­τική μεταρρύθμιση, μέσω μιας αναθεώρησης του Συντάγματος εντελώς διαφορετικής από τις προηγούμενες (του 1986, 2001 και 2008), η οποία θα αποσκοπούσε στην αναδόμηση της πολιτικής τάξης, των πολιτικών θεσμών και της δικαιοσύνης. Μια τέτοια αναθεώρηση θα έπρεπε να περιλάβει τουλάχιστον δώδεκα αλλαγές στο ισχύον Σύνταγμα.

ΙΙΙ. Έξι αλλαγές για την αναδόμηση της πολιτικής «τάξης»

[…]

Το πέμπτο σημείο μιας συνταγματικής αναθεώρησης με στόχο τη ριζική μεταβολή του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος θα ήταν η καταπολέμηση του φαινομένου της κατ’ ουσία εξαγοράς βουλευτικών εδρών από υποψήφιους που δαπανούν υπέρογκα χρηματικά ποσά στην προεκλογική τους εκστρατεία. Οι σχετικές διατάξεις των εδ. γ΄ και δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. έχουν καταστεί ανενεργές στην πράξη, αφού το προβλεπόμενο ειδικό όργανο, δηλ. η μικτή (από βουλευτές και δικαστές) επιτροπή του άρθρου 11 ν. 3023/2002 δεν ανταποκρίνεται στην αποστολή του[23] και δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτή, για αντικειμενικούς λόγους (πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών μελών, έλλειψη ειδικών γνώσεων και μη αποκλειστική απασχόληση των μελών, ανυπαρξία εξειδικευμένου βοηθητικού – ελεγκτικού προσωπικού). Έστω όμως κι αν η επιτροπή ανασυγκροτηθεί και καταστεί λειτουργικότερη με πρωτοβουλία του κοινού νομοθέτη, δεν αποτελεί επαρκή εγγύηση για τον έλεγχο των εκλογικών δαπανών χιλιάδων υποψηφίων βουλευτών. Θα έπρεπε συνεπώς να προβλεφθεί, με την προσθήκη σχετικής νέας παραγράφου 5 στο άρθρο 57 του Συντάγματος, η δυνατότητα υποβολής ένστασης από όποιον έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου και έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα με απόφαση του τελευταίου, εφόσον ο βουλευτής έχει υπερβεί το νομοθετικά καθοριζόμενο όριο εκλογικών δαπανών.

ΙV. Τρεις αλλαγές για τον εκδημοκρατισμό των πολιτικών θεσμών

Οι έξι παρεμβάσεις στον θεμελιώδη νόμο της χώρας, οι οποίες προτάθηκαν παραπάνω, αναφέρονται κυρίως στο πολιτικό προσωπικό. Ριζική μεταρρύθμιση χρειάζεται όμως και στους πολιτικούς θεσμούς και στο ζήτημα αυτό αναφέρονται οι επόμενες τρεις (συν μία) προτάσεις.

Η έβδομη, από τις συνολικά δώδεκα, προτεινόμενη αλλαγή αφορά την καρδιά του πολιτικού συστήματος, τα πολιτικά κόμματα. Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, τα περισσότερα από αυτά, και ιδίως τα κόμματα εξουσίας, όχι μόνο διακρίνονται για το έλλειμμα εσωκομματικής δημοκρατίας, αλλά και γενικότερα βρίσκονται σε πορεία αποθέσμισης (αφού τα καταστατικά τους εφαρμόζονται επιλεκτικά και πάντως όχι σε ό,τι αφορά τις κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις και έτσι προσλαμβάνουν προσχηματικό χαρακτήρα[27]). Το κομβικό αυτό ζήτημα δεν μπορεί βέβαια να αντιμετωπισθεί ούτε αποκλειστικά ούτε καν κατά κύριο λόγο με συνταγματικές ή νομοθετικές ρυθμίσεις, αφού η οργά­νωση και λειτουργία των κομμάτων αντανακλά προεχόντως τον πολιτικό πολιτισμό μιας χώρας. Εξάλλου η επιβολή «της» εσωκομμα­τικής δημοκρατίας με κανόνες θεσπισμένους από το κράτος προσκρούει στο γεγονός ότι υπάρχουν περισσότερες της μιας θεωρήσεις για την έννοια της δημοκρατίας, ενώ εγγενείς δυσχέρειες υφίστανται και ως προς την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων για την ενδεχόμενη «παρεκβατική» αντίληψη ενός κόμματος περί δημοκρατίας. Παρά ταύτα, ακόμη και σήμερα η εσωκομματική δημοκρατία πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη (στο άρθρο 29 παρ. 1 εδ. α΄ Συντ.) αρχή, παραπληρωματικά προς την αρχή της μη επέμβασης του κράτους στα εσωτερικά των κομμάτων[28]. Ενόψει όμως και του μονόπλευρου προσανατολισμού της ελληνικής νομολογίας προς τη μη-επέμβαση[29], η αρχή της εσωκομματικής δημοκρατίας χρειάζεται σαφέστερη και πληρέστερη κατοχύρωση. Ευκταίο μάλιστα θα ήταν τούτο να συνοδευτεί και με ρητή συνταγματική μνεία για τα καταστατικά των κομμάτων, αφού μέσω εκείνων ακριβώς μπορεί και πρέπει να εκφρασθεί η αντίληψη καθενός κόμματος για τη δημοκρατία και τη λειτουργία της στο εσωτερικό του, με την έννοια και της ανάληψης σχετικής αυτοδέσμευσης. Συνεπώς το εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των οποίων οφείλει να ανταποκρίνεται στις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως εξειδικεύονται στο καταστατικό καθενός από αυτά».

Εξίσου σοβαρό με την έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας και την αποθέσμιση των κομμάτων είναι το θέμα της αδιαφάνειας στην οικονομική τους διαχείριση. Από τους δημοσιευμένους ισολογι­σμούς τους προκύπτει ότι τα κόμματα, και ιδίως τα δύο μεγάλα, συντηρούνται χάρη στην κρατική επιχορήγηση και στα τραπεζικά δάνεια (κυρίως από την υπό κρατικό έλεγχο Αγροτική Τράπεζα) με εγγύηση τις επιχορηγήσεις των επόμενων ετών, ενώ οι φανερές εισφορές των μελών και φίλων τους καλύπτουν ασήμαντο μέρος των δαπανών τους[30]. Πέρα από τα δηλωμένα έσοδα – έξοδα βέβαια είναι κοινό μυστικό ότι υπάρχουν μεγάλου ύψους αφανείς χρηματοδοτήσεις προς τα κόμματα από τον επιχειρηματικό κόσμο και αντίστοιχες αφανείς δαπάνες[31].

Σε μια δημοκρατία κάπως αντάξια του ονόματός της τα κόμματα οφείλουν να είναι οργανισμοί μέσω των οποίων η κοινωνία ελέγχει την εξουσία, πρώτιστα την πολιτική και κατ’ επέκταση και την οικονομική (αφού ο νομοθέτης θεσπίζει το γενικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας). Στην πραγματικότητα όμως στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίστροφο: Τα κόμματα εξουσίας είναι οι μηχανισμοί μέσω των οποίων η «τάξη» των επαγγελματιών πολιτικών και τα διαπλεκόμενα με αυτήν ιδιωτικά συμφέροντα επιβάλλουν τον έλεγχό τους στην κοινωνία. Γι’ αυτό και η χρηματοδότησή τους προέρχεται κατά μικρό μέρος από την κοινωνία, δηλαδή από τις φανερές συνεισφορές φίλων και μελών, και κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος από το κράτος και την ολιγαρχία των «αφανών» χρηματοδοτών. Η προνομιακή πρόσβασή τους στις δύο τελευταίες πηγές χρήματος τους παρέχει τεράστιο οργανωτικό πλεονέκτημα απέναντι σε οποιον­δήποτε νέο σχηματισμό θα μπορούσε να εκφράσει με πιο αυθεντικό τρόπο την κοινωνία.

Ο εκδημοκρατισμός της χώρας προϋποθέτει την επιβολή διαφάνειας στα οικονομικά των κομμάτων, με κατάλληλες ρυθμίσεις στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας (π.χ. απαγόρευση κάθε συναλλαγής σε μετρητά και διοχέτευση όλων των χρηματικών ροών καθενός σε αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό, ονομαστικές μόνο συνεισφορές φίλων και μελών όχι ανώτερες ενός συγκεκριμένου ποσού σε ετήσια βάση κ.ά.). Η κύρωση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης κάποιου κόμματος προς τις ανωτέρω ρυθμίσεις δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι η διάλυσή του ή η απαγόρευση των συνδυασμών του στις βουλευτικές εκλογές, αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αντιδημοκρατικό εξουσιαστικό περιορισμό του πολιτικού πλουραλισμού. Η κύρωση θα μπορούσε όμως να είναι η στέρηση ενός μέρους ή και ολόκληρης της κρατικής χρηματοδότησης του «παραβατικού» κόμματος. Σε συνέχεια συνεπώς της αναθεώρησης της παρ. 1 του άρθρου 29, θα ήταν χρήσιμο[32] να διευκρι­νισθεί στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι δικαίωμα στην κρατική ενίσχυση δεν έχουν όλα τα κόμματα αδιακρίτως. Ειδικότερα το εδ. α΄ της παραγράφου αυτής θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Κόμματα που συμμετέχουν στις βουλευτικές εκλογές έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει, εφόσον ανταποκρίνονται στις εγγυήσεις διαφάνειας του επόμενου εδαφίου». Παράλληλα χρειάζεται να ενισχυθούν οι εγγυήσεις αυτές από διαδικαστική άποψη με την ανάθεση του ελέγχου στο Ελεγκτικό Συνέδριο, αντί της αποδε­δειγμένα αναποτελεσματικής μικτής επιτροπής (βουλευτές – δικαστικοί λειτουργοί) του εδ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. (και του άρθρου 21 ν. 3023/2002). Το εδάφιο αυτό δεν έχει συνεπώς λόγο ύπαρξης και πρέπει να καταργηθεί και αντικατασταθεί με σχετική προσθήκη στο άρθρο 98 Συντ., όπως εκτίθεται παρακάτω (V). Ταυτόχρονα βέβαια πρέπει να απαλειφθούν οι τελευταίες οκτώ λέξεις του προηγούμενου εδαφίου γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 («με πρωτοβουλία του ειδικού οργάνου του επόμενου εδαφίου»).

[23] Πρβλ. Θ. ΞΗΡΟΥ, Η αρχή της διαφάνειας στην περίπτωση των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών, σε Δ. ΤΣΑΤΣΟΥ/ Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ/ Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗ (επιμ.), Το Νέο Σύνταγμα, Αθήνα-Κομοτηνή 2001, σ. 321 επ (334), Α. ΣΥΡΙΓΟΥ, Νόμοι υπάρχουν αλλά δεν εφαρμόζονται: Δύο έρευνες της Διεθνούς Διαφάνειας – Ελλάδος, σε: Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΚΗ / Π. ΣΚΛΙΑ (επιμ.), Διαφθορά και Σκάνδαλα στη Δημόσια Διοίκηση και την Πολιτική, Αθήνα 2005, σ. 335 επ. (341 επ.).

[24] Βλ. Α. ΛΟΒΕΡΔΟΥ, Το Σύνταγμα της Ελλάδας και η αναθεώρησή του, Αθήνα 2006, σ. 53

[25] Βλ. Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Το γερμανικό εκλογικό σύστημα και οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, Αθήνα 2007, σ. 15 επ., 34 επ.

[26] Βλ. Θ. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ο νέος εκλογικός νόμος, Αθήνα 2009.

[27] Βλ. ΤΣΑΤΣΟΥ, Εσωκομματική δημοκρατία, ό.π., σ. 159-160 και υποσ. 118, Γ. ΣΩΤΗΡΕΛΗ, Ποιά εσωκομματική δημοκρατία; «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» 3.2.2008

[28] Βλ. πιο αναλυτικά ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, Η ιδιωτική δημοκρατία, ό.π., σ. 108 επ., με περαιτέρω ενδείξεις.

[29] ΣτΕ 2145/1979, ΤοΣ 1979, σ. 600 επ., ΑΠ 590/2009, Εφημερίδα διοικητικού δικαίου 3/2009, σ. 311 επ.

[30] Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» της 1.3.2011, από τους ισολογισμούς του έτους 2010 του ΠΑΣΟΚ και της «Νέας Δημοκρατίας» προκύπτει ότι το κυβερνών κόμμα εμφάνισε έλλειμμα 42 εκατομμυρίων ευρώ και η αξιωματική αντιπολίτευση 25 εκατομμυρίων για το ίδιο έτος. Ειδικότερα το ΠΑΣΟΚ είχε συνολικά έσοδα 22,775 εκατ. ευρώ και δαπάνες 65,068 εκατ. ευρώ. Το 87% των εσόδων του προήλθαν από τον κρατικό προϋπολογισμό και ειδικότερα 18,04 εκατ. ευρώ από την κρατική χρηματοδότηση και άλλα 1,768 εκατ. ευρώ από την «επιμορφωτική χρηματοδότηση». Από τις εισφορές βουλευτών και ευρωβουλευτών εισέπραξε μόλις 1,6 εκατ. ευρώ, από τις οικονομικές εξορμήσεις (άγνωστοι χρηματοδότες) περίπου 753 χιλ. ευρώ και από τις εισφορές μελών και φίλων άλλα 873,7 χιλιάδες ευρώ. Για να καλύψει τα έξοδά του δανείστηκε από τις τράπεζες Αγροτική (17,3 εκατ. ευρώ), Eurobank (5,1 εκατ.ευρώ), Πειραιώς (6 εκατ. ευρώ), Marfin (7,15 εκατ. ευρώ), Αττικής (5 εκατ. ευρώ) και Εθνική (25 χιλιάδες). Δαπάνησε 6,1 εκατ. ευρώ σε αμοιβές προσωπικού και επιμόρφωση στελεχών, άλλα 2,6 εκατ. ευρώ σε λογαριασμούς ΔΕΚΟ και ενοίκια, και 10,9 εκατ. ευρώ για μετακινήσεις στελεχών, προβολή θέσεων και αδιευκρίνιστα «γενικά έξοδα». Πλήρωσε σε τόκους 6,49 εκατ. ευρώ, κατέβαλε άλλα 5,6 εκατ. ευρώ σε άγνωστες «ενισχύσεις» και δαπάνησε 33 εκατ. ευρώ για την εξυπηρέτηση (αναχρηματοδότηση) δανείων. Η Νέα Δημοκρατία είχε έσοδα 18,7 εκατ. ευρώ και λειτουργικές δαπάνες 40 εκατ. ευρώ, τις οποίες για να καλύψει δανείστηκε 25 εκατ. ευρώ. Στο τέλος του 2010 χρωστούσε 127,6 εκατ. ευρώ και είχε στο ταμείο της 2,3 εκατ. ευρώ. Ελαβε επιχορήγηση 15,05 εκατ. ευρώ, οι βουλευτές της συνεισέφεραν 1,2 εκατ. ευρώ και οι φίλοι του κόμματος άλλα 1,5 εκατ. ευρώ. Στον τομέα των εξόδων, πλήρωσε 7,29 εκατ. ευρώ σε δαπάνες προσωπικού, 3,378 εκατ. ευρώ σε ΔΕΚΟ και ενοίκια, 8,2 εκατ. ευρώ σε αδιευκρίνιστα «γενικά έξοδα», 4,5 εκατ. ευρώ σε εκδηλώσεις, άλλα 6,4 εκατ. ευρώ σε τόκους και έξοδα δανείων, και πάνω από 7 εκατ. ευρώ σε «ενισχύσεις». Σημειώνεται ακόμη ότι οι ανωτέρω «ισολογισμοί» είναι στην πραγματικότητα απλές καταγραφές εσόδων–εξόδων, αφού δεν υπάρχει διπλογραφικό σύστημα με αναλυτική καταγραφή των επιμέρους οικονομικών στοιχείων, ούτε συνοδεύονται από έκθεση ορκωτού ελεγκτή.

[31] Βλ. ενδεικτικά τις άκρως αποκαλυπτικές παραδοχές του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, ό.π., υποσ. 7.

[32] Πρβλ. τις επιφυλάξεις ΞΗΡΟΥ, Η αρχή της διαφάνειας, ό.π., σ. 328, υποσ. 22, για το αν μπορεί υπό την ισχύουσα συνταγματική ρύθμιση να επιβληθεί στέρηση της κρατικής οικονομικής ενίσχυσης σε κόμμα, λόγω παραβιάσεων της νομοθεσίας για τα οικονομικά των κομμάτων.

 

Ξηρός Θ., Η ίδρυση, η συμμετοχή στις εκλογές και τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων στο Σύνταγμα, στη νομοθεσία και στη νομολογία, Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014:

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1ο ΚΕΦ.: ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ

  1. Προτάσεις de constitutione ferenda στην τρίτη αναθεώρηση του Συντάγματος

Ζητήματα με αναθεωρητικό ενδιαφέρον

Οι προτάσεις Αναθεώρησης και η Απόφαση της Βουλής

Η νομικοπολιτική αποτίμηση του αναθεωρητικού εγχειρήματος

Προτεινόμενη διατύπωση της παρ.2 του άρθρου 29 Συντ.

[…]

  1. Προτάσεις de constitutione ferenda στην τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος

Οι εκφάνσεις του πολιτικού χρήματος και η αντιμετώπισή τους στην έννομη τάξη μας

Το πολιτικό χρήμα στην πρόταση αναθεώρησης της Νέας Δημοκρατίας

Από το δικαίωμα στην υποχρέωση κρατικής χρηματοδότησης

Ο κρατικός προϋπολογισμός βασική και πρωτεύουσα πηγή χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων και ο περιορισμός της ιδιωτικής χρηματοδότησής τους

Ο έλεγχος του πολιτικού χρήματος

Η επάνοδος στο σχετικό επαγγελματικό ασυμβίβαστο

[…]

  1. Πρόσφατες εξελίξεις και προτάσεις νομοθετικής ή συνταγματικής πολιτικής

 

Χ. Ανθόπουλος, «Πολιτικά κόμματα και άμυνα της δημοκρατίας», Καθημερινή, 3/7/2016:

Το άρθρο 29 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος δεν περιορίζεται απλώς στη συνταγματοποίηση των πολιτικών κομμάτων, δηλαδή στη ρητή συνταγματική αναγνώριση του δικαιώματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα, αλλά εισάγει και κριτήρια συνταγματικότητας των πολιτικών κομμάτων, εξαρτώντας τη συνταγματική προστασία τους από τον δημοκρατικό χαρακτήρα της εσωτερικής οργάνωσης και της εξωτερικής δράσης τους. Οι «Ελληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα», υπό τον όρο ότι «η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος».

Δεν βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα κλασικό ατομικό δικαίωμα αρνητικού χαρακτήρα, αλλά σε ένα πολιτικό δικαίωμα λειτουργικού χαρακτήρα, η συνταγματική εγγύηση του οποίου αποβλέπει στο να καταστήσει δυνατή και να διαφυλάξει τη δημοκρατική πολιτική διαδικασία. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την ένταξη του άρθρου 29 στο μέρος του Συντάγματος που αφορά την οργάνωση του κράτους και όχι στο μέρος του που αφορά τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (για τη γένεση του άρθρου 29 βλ. Χ. Ανθόπουλου, Πολιτικά κόμματα και Δημοκρατία, ΕφημΔΔ 2/2015).

Ωστόσο, στο πολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης, ήταν πολύ δύσκολο να βρει το άρθρο 29 παρ. 1 Συντ. πλήρη εφαρμογή, η οποία προϋποθέτει τη θέσπιση ενός «νόμου περί πολιτικών κομμάτων» που θα εξειδικεύει τις προϋποθέσεις της συνταγματικότητας των πολιτικών κομμάτων, δηλαδή της εσωτερικής και της εξωτερικής δημοκρατικότητάς τους. Ετσι, το άρθρο 29 παρ. 1 Συντ. μετασχηματίσθηκε σε εγγύηση ενός κομματικού πλουραλισμού laissez-faire, που αφήνει ανενόχλητα τα πολιτικά κόμματα να οργανώνονται «ελεύθερα» μεν αλλά όχι «δημοκρατικά», αλλά και να χρησιμοποιούν αντιδημοκρατικές ή και βίαιες μεθόδους πολιτικής δράσης χωρίς συνέπειες για τη νόμιμη ύπαρξή τους. Από την άποψη αυτή, δηλαδή με βάση αυτό που «έγινε» το άρθρο 29 παρ. 1 Συντ. στην πράξη, είναι σκόπιμη και ίσως απαραίτητη μια περαιτέρω εξειδίκευσή του σε συνταγματικό επίπεδο, ώστε να καταστεί ένα είδος «συνταγματικού αδικήματος» η παραβίασή του από τα πολιτικά κόμματα, που θα συνεπάγεται και συγκεκριμένες κυρώσεις.

Οσον αφορά στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, θα ήταν αρκετή η προσθήκη στο άρθρο 29 παρ. 1 της υποχρέωσης των πολιτικών κομμάτων να διαμορφώνουν το καταστατικό τους σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που θα δίνει ο εκδοθησόμενος «νόμος περί πολιτικών κομμάτων» (πρβλ. το άρθρο 6 του γερμανικού Parteiengesetz). Οσον αφορά στην εξωτερική δραστηριότητα των πολιτικών κομμάτων, σκόπιμη θα ήταν η εισαγωγή του νομολογιακού κανόνα του ΕΔΔΑ (βλ. την απόφαση Refah Partisi της 13ης Φεβρουαρίου 2003 καθώς και την απόφαση Herri Batasuna της 30ής Ιουνίου 2009), δηλαδή ότι δεν είναι συνταγματικώς ανεκτά και μπορούν να τεθούν «εκτός νόμου» τα πολιτικά κόμματα που χρησιμοποιούν παράνομα ή αντιδημοκρατικά μέσα για την επιδίωξη των πολιτικών σκοπών τους καθώς και εκείνα που προωθούν πολιτικές, κοινωνικές και συνταγματικές μεταβολές αντίθετες προς τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές.Ο έλεγχος της εσωτερικής και της εξωτερικής δημοκρατικότητας των πολιτικών κομμάτων και η επιβολή των «συνταγματικών» κυρώσεων, που θα μπορούσαν να φθάνουν μέχρι και την απαγόρευση των αντιδημοκρατικών κομμάτων, θα πρέπει να ανατεθεί σε Ανώτατο Δικαστήριο, κατά προτίμηση σε ένα Συνταγματικό Δικαστήριο, στο οποίο θα συγκεντρώνεται η εκδίκαση όλων των συνταγματικών διαφορών.

Η προτεινόμενη εδώ ρύθμιση, που προχωράει περισσότερο από τη μάλλον διστακτική πρόταση των «έξι», οι οποίοι εισηγούνται απλώς τη δυνατότητα απαγόρευσης συμμετοχής στις εκλογές των αντιδημοκρατικών κομμάτων, βασίζεται σε μια θεμελιώδη πολιτειολογική παραδοχή: ότι η πορεία των κομμάτων από την κοινωνία προς το κράτος είναι μια διαδικασία μη αντιστρέψιμη. Πράγματι, στη σημερινή εποχή, η δράση των πολιτικών κομμάτων τείνει να μετατοπισθεί οριστικά στο εσωτερικό της συνταγματικής οργάνωσης του κράτους, εκεί όπου ασκούνται οι θεσμικές-διαδικαστικές τους λειτουργίες, με σπουδαιότερη την οργάνωση της κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου. Αντιθέτως, οι αντιπροσωπευτικές λειτουργίες των πολιτικών κομμάτων βρίσκονται σε βαθιά κρίση: δεν υπάρχουν πια ούτε μαζικά κόμματα ούτε μαζικά εκλογικά σώματα. Με άλλα λόγια, τα κόμματα εμφανίζονται σήμερα περισσότερο ως οιονεί κρατικοί παράγοντες παρά ως κοινωνικοί παράγοντες. Για τον λόγο αυτόν, θα πρέπει να υπαχθούν σε μια συνταγματική και νομοθετική ρύθμιση που θα προσιδιάζει στη νέα αυτή φύση τους.

 

Γιώργος Καραβοκύρης, Ειδικός επιστήμονας στη Νομική Σχολή ΔΠΘ,  «Από την κομματοκρατία στη δημοκρατία των κομμάτων», Καθημερινή, 3/7/2016

Στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η απόσταση που γεννάει ο θεσμός της ελεύθερης εντολής ανάμεσα στους πολίτες και τους αντιπροσώπους τους θεραπεύεται από τη διαμεσολάβηση των κομμάτων που αναλαμβάνουν να δώσουν μορφή στην εξ ορισμού αφηρημένη λαϊκή βούληση. Ωστόσο, είναι σαφές από τη μακρά ιστορία (και) των ελληνικών κομμάτων ότι οι παθογένειες της αντιπροσώπευσης αναπαράγονται, σαν μεταστατική ασθένεια, στο ίδιο τους το σώμα, με αποτέλεσμα, ιδίως στις ανώμαλες περιόδους, αυτά να πληρώνουν το βαρύ –και δίκαιο– τίμημα της πολιτικής ευθύνης. Έτσι, παρότι η οξεία οικονομική κρίση δεν αποσταθεροποίησε την κοινοβουλευτική μας δημοκρατία, το πολιτικό σύστημα και, ιδίως, τα μαζικά κόμματα απαξιώνονται, καθώς τα έντονα συμπτώματα της μεταπολίτευσης, όπως η διαφθορά, η πελατειακή παρακμή του κράτους και, το χειρότερο, η σκληρή ματαίωση των υποσχέσεών του, αποδίδονται στα δικά τους έργα και ημέρες. Η ανάκτηση της πολιτικής αξιοπιστίας των κομμάτων δεν αφορά τόσο τη συνταγματική νομιμότητα, όσο την ουσιαστική τους νομιμοποίηση και τον επαναπροσδιορισμό της αμφίδρομης σχέσης τους με το κράτος και την κοινωνία.Προϋποθέτει ελάχιστες αλλαγές στο κείμενο του Συντάγματος και άμεσες νομοθετικές πρωτοβουλίες, ώστε τα κόμματα να ανταποκρίνονται στον συνταγματικό τους σκοπό (άρθρο 29 Σ.), δηλαδή να εξυπηρετούν «την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Πολύς λόγος και μάλλον δυσανάλογος με τον πρακτικό του αντίκτυπο έχει γίνει για τη δικαστική απαγόρευση των «ανατρεπτικών» κομμάτων, καθώς αυτή δεν συνοδεύεται συνταγματικά από ισχυρές διαδικαστικές προϋποθέσεις (δικαστικό όργανο) και κοινοβουλευτικές κυρώσεις (αυτοδίκαιη έκπτωση των βουλευτών από το αξίωμά τους) που θα μπορούσαν να εγγυηθούν τη λυσιτέλειά της. Άλλωστε, αν ανατρέξουμε στο συγκριτικό παράδειγμα (Γερμανία, Τουρκία), υπό το 12 φως της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. απόφαση Refah Partisi κατά Τουρκίας), θα διαπιστώσουμε ότι η απαγόρευση έχει τελικά περιορισμένη εμβέλεια σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, δεδομένου ότι δεν αποτρέπει την ανασύσταση των κομμάτων. Αντιθέτως, συμβολικά και λειτουργικά σημαντική καθίσταται η έμφαση στην εσωκομματική δημοκρατία, η οποία ενισχύει τον δεσμό εμπιστοσύνης των κομμάτων με τους πολίτες και την ίδια τη δημοκρατική αναπαράσταση του πολιτεύματος. Όμως, και εδώ, η δημοκρατική ρήτρα του Συντάγματος δεν μπορεί να εφαρμόζεται μαξιμαλιστικά, να επιτάσσει δηλαδή τον ανελαστικό έλεγχο των κομμάτων εις βάρος της διακριτικής ευχέρειας και του πλουραλισμού στην οργάνωσή τους, εφόσον, βέβαια, τα τελευταία προβλέπουν στο καταστατικό τους αντιπροσωπευτικά όργανα ανάδειξης των ηγετών τους και λήψης των αποφάσεών τους και δεν εκπίπτουν σε καταφανώς αντιδημοκρατικά μοντέλα. Σε αυτή την περίπτωση, θεμιτή θα μπορούσε να είναι η επιβολή οικονομικής κύρωσης. Την απαξίωση των κομμάτων εντείνει η αδιαφάνεια στις οικονομικές σχέσεις τους με το κράτος και τους ιδιώτες. Η συνταγματική πρόβλεψη της υποχρεωτικής «ενίσχυσής» τους, η οποία προδίδει σημειολογικά τον εναγκαλισμό τους με το κράτος, πρέπει να αναθεωρηθεί ή έστω να ερμηνευθεί νομοθετικά στην κατεύθυνση μιας εύλογης ισορροπίας ανάμεσα στην (μειωμένη) κρατική και την (πιο ελεύθερη) ιδιωτική χρηματοδότηση, υπό τον όρο της ανάλογης έκτασης της διαφάνειάς της, όπως τον αυστηρό έλεγχο των ροών από θεσμικά ανεξάρτητη επιτροπή, με την πλειοψηφία δικαστικών λειτουργών. Επίσης, κρίσιμη για τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος και τον δυναμικό χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος, ως ζωντανού οργανισμού, είναι η εφαρμογή της αρχής της ισότητας στον κατά κανόνα άνισο, οικονομικά και επικοινωνιακά, πολιτικό ανταγωνισμό. Η συνταγματικά αποδεκτή απόκλιση της αναλογικής ισότητας στη χρηματοδότηση των κομμάτων, σύμφωνα με πρόσφορα και αντικειμενικά κριτήρια (όπως η εκλογική τους απήχηση), δεν πρέπει να υπονομεύει την ισότητα των ευκαιριών. Αντιθέτως, οφείλει να αμβλύνει τις ανισότητες ανάμεσα σε παλαιά και νέα κόμματα, με την τροποποίηση των σχετικών ρυθμίσεων (όπως το 1,5% στις τελευταίες εκλογές για τα εκτός Βουλής), σε ευθυγράμμιση με τη θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας που επιβάλλει τη μέριμνα του κράτους για τη διανομή επαρκούς τηλεοπτικού χρόνου (και) στα νεοπαγή κόμματα. Ετσι, προωθείται η ανανέωση και όχι η αδράνεια του πολιτικού συστήματος.

Δημήτρης Χριστόπουλος, Αν. καθηγητής Παντείου, Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, «Απαγόρευση κομμάτων λόγω βίας ως μέσου και σκοπού», Καθημερινή, 3/7/2016

Η περιπέτεια της Χρυσής Αυγής, οργάνωσης που καταστατικά εχθρεύεται τον δημοκρατικό – φιλελεύθερο χαρακτήρα του πολιτεύματος, μας θέτει ενώπιον της αυστηροποίησης της διάταξης που προβλέπει την ίδρυση και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων. Η προβλεπόμενη ρύθμιση έχει  ένα συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με την υφιστάμενη. Δεν αρκείται στη μνεία ότι τα κόμματα πρέπει να υπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία της δημοκρατίας, αλλά κάνει βήμα και στο «διά ταύτα», στο οποίο το Σύνταγμα της Ελλάδας δεν έχει προχωρήσει: προβλέπει και τη «δικονομία» της απαγόρευσης. Αυτό είναι, αν μη τι άλλο, θαρραλέο. Στη μεταπολίτευση, η Ελλάδα διστάζει να σκεφτεί την απαγόρευση κομμάτων, διότι ο ταραγμένος 20ός αιώνας με την «καχεκτική» δημοκρατία του ή τις δικτατορίες του στοιχειώνει την παράδοση. Η Δ΄ Ελληνική Δημοκρατία δεν αποδέχεται τη πρόταση του Saint Just «καμία ελευθερία για τους εχθρούς της ελευθερίας». Αντιθέτως, ανέχεται τους εχθρούς της, διότι ως το 1974, οι απαγορεύσεις στόχευαν αποκλειστικά τη δύναμη που στρεφόταν εναντίον του «κοινωνικού καθεστώτος», την Αριστερά. Η ιστορικά εύλογη αυτή αδράνεια, ωστόσο, άφησε εκτεθειμένη και ανυπεράσπιστη τη Δημοκρατία μας στη ναζιστική απειλή. Μέχρις ότου να φτάσει στο σημείο του φόνου Έλληνα, η Χρυσή Αυγή αλώνιζε σκανδαλωδώς ανενόχλητη: ένας από τους λόγους (όχι ο μόνος, ούτε ο ισχυρότερος, αλλά υπαρκτός) υπήρξε η νομική αλλεργία ενώπιον της απαγόρευσης οποιουδήποτε κόμματος. Οι υπόλοιπες έννομες τάξεις απορούν με την ελληνική γενναιοδωρία απέναντι στη Χρυσή Αυγή: τέτοιο κόμμα δεν θα υπήρχε με την ίδια ευκολία σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Αυτό είναι σίγουρο. Η παρούσα πρόταση λοιπόν προσπαθεί να καλύψει το κενό, εκθέτοντας τους τρόπους με τους οποίους θα μπορεί δυνητικά να απαγορευθεί ένα κόμμα το οποίο είναι βίαιο. Το βάρος εδώ, λοιπόν, πέφτει στον δικαστή, ο οποίος μπορεί να απαγορεύσει τη συμμετοχή στις εκλογές ολόκληρου του συνδυασμού ή υποψηφίων κόμματος η ηγεσία του οποίου «παροτρύνει συστηματικά η ανέχεται τη χρήση βίας». Σταθμίζοντας τα συν και τα πλην της, η εκτίμηση του γράφοντος είναι ότι, πάρα ταύτα, η διάταξη αυτή μπορεί να δημιουργήσει πλείστα προβλήματα από αυτά που επιδιώκει να επιλύσει, καθώς αφήνει δυσανάλογο ερμηνευτικό εύρος στο δικαστήριο να προχωρήσει σε απαγορεύσεις κομμάτων τα οποία εν γένει θα κριθούν «αντικαθεστωτικά». Αλήθεια, ένα κόμμα του οποίου η ηγεσία ασπάζεται τη μαρξιστική ρήση «η βία είναι η μαμή της ιστορίας» δεν μπορεί μάλλον εύκολα να βρεθεί ότι «ανέχεται» τη βία των οπαδών του σε μια άγρια απεργία και έτσι να απαγορευτεί; Το σενάριο δεν είναι διόλου απίθανο. Εδώ έφτασε ο Ρίχτερ στο δικαστήριο με τον αντιρατσιστικό νόμο… Δεν βλέπω κάποια δικλίδα ασφαλείας που θα μπορούσε να μας εγγυηθεί μακροπρόθεσμα ότι οι δικαστές μας θα αποφύγουν ερμηνευτικές ακρότητες. Μια τέτοια κατάσταση θα γίνει όμως η ταφόπλακα της δημοκρατίας μας καθώς θα οδηγήσει στην απαγόρευση της διαφωνίας. Αυτό που, νομίζω, σε τελευταία ανάλυση καθιστά γόνιμη τη συζήτηση για ένα βήμα παραπάνω στην κατεύθυνση της απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων δεν είναι η εστίαση στο άρθρο 1 παρ. 1 του Συντάγματός μας, που αφορά στη φύση του πολιτεύματος, ούτε γενικά και αφηρημένα στην καταδίκη της βίας. Η απάντηση βρίσκεται στο άρθρο 2 παρ. 1 Σ που αφορά στον σεβασμό της «αξίας του ανθρώπου». Η ελληνική συνταγματική τάξη οφείλει να προφυλαχθεί από τα κόμματα εκείνα που εχθρεύονται την οικουμενικότητα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τη βάση του νομικού μας πολιτισμού. Αυτά τα κόμματα έχουν τη βία ως μέσο και σκοπό μαζί, όπως κατεξοχήν ο ναζισμός στη διάρκεια του αιώνα που αιματοκύλισε την ανθρωπότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι η ιδεολογία αυτή, ο φυλετισμός, ουσιαστικά οδηγεί τους ανθρώπους σε μια διαρκή εγκληματική ετοιμότητα έναντι άλλων όχι γι’ αυτό που αυτοί κάνουν, αλλά γι’ αυτό που είναι. Αυτό είναι που την κάνει υπαρξιακά βίαιη. Η καταστατική αποστροφή ενός κόμματος έναντι της αξιοπρέπειας του ανθρώπου είναι, κατά την εκτίμησή μου, το μόνο ασφαλές κριτήριο για την απαγόρευση κόμματος και τη θωράκιση της δημοκρατίας μας. Άλλως, διατρέχουμε τον κίνδυνο, στην προσπάθειά μας να σώσουμε τη δημοκρατία, να την υπονομεύσουμε οι ίδιοι.

Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ, Ευρωβουλευτής ΣΥΡΙΖΑ, «Προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος»,  http://chrysogonos.blogspot.gr/, 24/7/2016

[…]

Άρθρο 29 παρ. 1 αντικαθίσταται ως εξής : «Έλληνες πολίτες μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η εσωτερική οργάνωσή τους οφείλει να μην αντιβαίνει στις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές». Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις αποδεδειγμένες εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες και υπό την προϋπόθεση ότι ανταποκρίνονται στις εγγυήσεις διαφάνειας ως προς την οικονομική τους διαχείριση, όπως νόμος  ορίζει. δ. β’: Με νόμο επιβάλλεται ανώτατο όριο εκλογικών δαπανών, μπορεί να απαγορεύονται ορισμένες μορφές προεκλογικής προβολής και καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η παράβαση των σχετικών διατάξεων συνιστά λόγο έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα ύστερα από ένσταση όποιου έχει έννομο συμφέρον. Το υφιστάμενο εδ. β’ καταργείται, το εδ. γ’ καθίσταται εδάφιο β’ και τροποποιείται ως ανωτέρω. ο υφιστάμενο εδάφιο δ’ καθίσταται εδάφιο γ’ και τροποποιείται ως εξής: «Ο έλεγχος της διαχείρισης των οικονομικών των κομμάτων, των εκλογικών δαπανών και του πόθεν έσχες των βουλευτών διενεργείται από ειδικό όργανο που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει». Αντιστοίχως το εδ. ε’ καθίσταται δ’.

Προκόπης Παυλόπουλος, «Αναθεώρηση Συντάγματος: Είναι αναγκαία, υπό ποιους όρους και προς ποια κατεύθυνση;» Επίκαιρα, 4/12/2014 και

http://www.prokopispavlopoulos.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=641:4-12-2014-&catid=36:2010-05-06-13-06-22&Itemid=61

[…]
II.    Οι κατά τ’ ανωτέρω διαπιστώσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αναγκαιότητα αναθεώρησης του Συντάγματος συμπυκνώνεται, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, στην αντίστοιχη αδήριτη θεσμική και πολιτική ανάγκη θεσμοθέτησης εκείνων των αντιβάρων –κατά το αγγλοσαξωνικό συνταγματικό πρότυπο των checks and balances- τα οποία είναι σε θέση ν’ αποτρέψουν την εμπέδωση της καταλυτικής επιρροής οιασδήποτε των τριών, κατ’ άρθρο 26 του Συντάγματος, εξουσιών σε βάρος των δύο άλλων. Υπό το πρίσμα αυτό καθίσταται επιβεβλημένη η αναθεωρητική παρέμβαση:
[…]
Γ. Και, τρίτον, στο πλαίσιο της Δικαστικής Εξουσίας.  Και τούτο κατά πρώτο λόγο προκειμένου να τονωθεί, όπως προεκτέθηκε, η συνταγματικώς κατοχυρωμένη ανεξαρτησία της, μέσω του περιορισμού της διακριτικής ευχέρειας της Κυβέρνησης –ιδίως δια της οδού του σεβασμού της αρχαιότητας- κατά την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.  Κατά δεύτερο δε λόγο προκειμένου να ιδρυθεί Συνταγματικό Δικαστήριο, με αμιγώς δικαστική σύνθεση και με τις ακόλουθες, τουλάχιστον κατά βάση, αρμοδιότητες, πέραν εκείνων που ασκεί σήμερα το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο:
1. Πρώτον, αρμοδιότητες σχετικές με την δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία των Πολιτικών Κομμάτων καθώς και με τα οικονομικά τους αλλά και τα οικονομικά –π.χ. «πόθεν έσχες»- των εν γένει πολιτικών προσώπων.  Πάντοτε βεβαίως στο πλαίσιο του άρθρου 29 του Συντάγματος, όπως τούτο θ’ αναθεωρηθεί καταλλήλως.  Φυσικά δίχως να θίγεται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ο πυρήνας του θεμελιώδους πολιτικού δικαιώματος ίδρυσης πολιτικού κόμματος.

 

Συνέντευξη της Μ. Μοσχοπούλου με τον καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ κ. Κωνσταντίνο Χρυσόγονο https://curia.gr/sinentefksi-me-ton-kathigiti-sintagmatikou-dikaiou-tis-nomikis-sxolis-apth-k-konstantino-xrisogono/

6)Το 2013 είναι έτος που υπάρχει Δυνατότητα Έναρξης διαδικάσιών για την Αναθεώρηση του Συντάγματος. Θεωρείτε ότι υπάρχουν διατάξεις που χρήζουν τροποποίησης ή και κατάργησης;Ποια η γνώμη σας για το νόμο περι ευθύνης Υπουργών;Ανήκει στις διατάξεις που πρέπει να τροποποιηθούν;

[…]

Κατά τη γνώμη μου όμως, μια ριζική συνταγματική μεταρρύθμιση, προς την κατεύθυνση ενός ουσιαστικού εκδημοκρατισμού, θα έπρεπε να περιλάβει την αναθεώρηση ευρύτερων συνταγματικών ρυθμίσεων:

[…]

4)    Καθιέρωση δυνατότητας υποβολής ένστασης από όποιον έχει έννομο συμφέρον και έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα με δικαστική απόφαση, εφόσον αποδεικνύεται ότι ο βουλευτής έχει υπερβεί το νόμιμο των προεκλογικών δαπανών (άρθρο 29 παρ. 2 εδ. γ’).

6)    Κατοχύρωση με σαφέστερο τρόπο της εσωκομματικής δημοκρατίας και στέρηση της κρατικής χρηματοδότησης από όσα κόμματα δεν ανταποκρίνονται στις εγγυήσεις διαφάνειας στην οικονομική τους διαχείριση (άρθρο 29 παρ. 1 και 2).
7)    Ανάθεση του ελέγχου της διαχείρισης των οικονομικών των κομμάτων και του πόθεν έσχες των πολιτικών στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή πάντως σε ειδικό όργανο με πλειοψηφία μη κομματικών μελών και με την απαραίτητη υποδομή για αποτελεσματική άσκηση ελέγχου (άρθρο 29 παρ. 2, σε συνδυασμό ενδεχομένως προς το άρθρο 98 παρ. 1).

[…]

8)Πολλοί υποστηρίζουν την αναγκαιότητα κήρυξης της Χρυσής Αυγής ως αντισυνταγματικό κόμμα.Χωρίς να υπεισέλθουμε σε πολιτική ανάλυση του επιχειρήματος αυτού και τους λόγους γέννησής του, συνταγματικά είναι βάσιμη μία τέτοια επιδίωξη;

Το ισχύον Σύνταγμα δεν προβλέπει καμία διαδικασία απαγόρευσης «αντιδημοκρατικών» κομμάτων, σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά συνταγματικά κείμενα (π.χ. τον γερμανικό Θεμελιώδη Νόμο, άρθρο 21 παρ. 2). Τέτοια απαγόρευση  δεν μπορεί να θεσμοθετηθεί ούτε με κοινό νόμο, είτε σε βάρος συγκεκριμένου κόμματος (όπως είχε συμβεί στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου με το ΚΚΕ, α.ν. 509/1947) είτε γενικότερα με την καθιέρωση διαδικασίας για δικαστική απαγόρευση ενός οποιουδήποτε κόμματος, εφόσον διαπιστωθεί πως οι αρχές και/ή η πρακτική του αντιστρατεύονται τις βάσεις του πολιτεύματος. Πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι η πραγματική ελευθερία είναι η «ελευθερία εκείνου που σκέφτεται διαφορετικά» (Rosa Luxemburg) και εκεί εντοπίζεται διαφορά μεταξύ ενός δημοκρατικού πολιτεύματος και ενός δικτατορικού καθεστώτος, αφού προφανώς και οι δικτατορίες δεν φιμώνουν τους ομοϊδεάτες τους, αλλά όσους διαφωνούν μαζί τους.

Το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος εξάλλου ορίζει ότι «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πολίτες που δεν απέκτησαν ακόμη το δικαίωμα να εκλέγουν μπορούν να συμμετέχουν στα τμήματα νέων των κομμάτων». Όπως επισήμανε σε ανύποπτο χρόνο ο Δημήτρης Τσάτσος (Συνταγματικό Δίκαιο, τόμ. Β’, 1993, σ.83), «ο συνταγματικός νομοθέτης, έχοντας επίγνωση της εγγενούς ρευστότητας των ρητρών περί υποχρέωσης εξυπηρέτησης ή στήριξης της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος μόνο κατ’ εξαίρεση τις συνόδευσε με κυρώσεις». Τέτοια εξαίρεση συνιστά π.χ. το άρθρο 14 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο επιτρέπει την κατάσχεση εντύπου για δημοσίευμα που έχει σκοπό τη βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος, ενώ αντίθετα κυρώσεις δεν προβλέπονται στο άρθρο 29 παρ. 1. Σε εναρμόνιση προς το Σύνταγμα το άρθρο 29 ν. 3023/2002 απαιτεί απλώς το περιεχόμενο της ιδρυτικής δήλωσης κόμματος (που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) να επαναλαμβάνει τη φρασεολογία του άρθρου 29 παρ. 1 Συντ.

Σημειωτέον ότι το άρθρο 29 παρ. 1 κάνει λόγο και για την «οργάνωση» των κομμάτων, δηλ. επιτάσσει τον σεβασμό στην εσωκομματική δημοκρατία. Αν όμως ο μη-σεβασμός της τελευταίας αποτελούσε επαρκή δικαιολογητικό λόγο για την απαγόρευση του «παραβατικού» κόμματος, τότε και πολλά άλλα ελληνικά πολιτικά κόμματα θα έπρεπε να απαγορευθούν, αφού παραβιάζουν κατά συρροή τις δημοκρατικές διαδικασίες που εξαγγέλονται στα καταστατικά τους και στην πράξη όλες οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται προσωπικά από τους αρχηγούς τους.

Το ζητούμενο συνεπώς δεν είναι η απαγόρευση της «Χρυσής Αυγής», η οποία θα ήταν άλλωστε ατελέσφορη, αφού στη θέση της θα αναφύονταν άλλο νεοναζιστικό κόμμα με διαφορετική ονομασία. Το ζητούμενο είναι να αρθούν τα αίτια της ενίσχυσής της στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Τα αίτια αυτά ανάγονται κυρίως στο ότι το κράτος σε πολλούς τομείς αρχίζει να παραλύει, ως «παράπλευρη απώλεια» των μνημονιακών πολιτικών που ακολουθούνται καθ’ υπαγόρευση των ξένων δανειστών. Η «Χρυσή Αυγή» λειτουργώντας όχι μόνο ως πολιτικό κόμμα, αλλά και ως παρακρατική οργάνωση, έρχεται να υποκαταστήσει, έστω και για λόγους (αυτο)διαφήμισης, το απόν κράτος. Αν το τελευταίο καταφέρει να (επανα)λειτουργήσει στα πλαίσια της νομιμότητας, μέσα στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται ασφαλώς και ο καταλογισμός των ποινικών ευθυνών σε «χρυσαυγίτες» ή άλλους που διαπράττουν αντιποίηση αρχής (άρθρο 175 του Ποινικού Κώδικα), σωματικές βλάβες (άρθρα 308 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα), παράνομη βία (άρθρο 330 του Ποινικού Κώδικα) κλπ., τότε ο  νεοναζισμός θα ξεφουσκώσει με την ίδια ταχύτητα που φουσκώνει σήμερα. Διαφορετικά η ενίσχυσή του θα συνεχισθεί απτόητη από απαγορεύσεις.

http://www.newsbomb.gr/politikh/voylh/story/775476/o-tsipras-paroysiazei-tis-protaseis-toy-gia-ti-syntagmatiki-anatheorisi#ixzz4b34FBpXy

Ένα ακόμη βήμα στην κατεύθυνση της Συνταγματικής Αναθεώρησης πραγματοποιείται σήμερα, Τρίτη (07/03/2017), στις 12.30 το μεσημέρι, με τη συνεδρίαση της ομώνυμης επιτροπής στο κτήριο του Κοινοβουλίου.

Την εισήγηση θα κάνει ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, με πρωτοβουλία του οποίου συγκροτήθηκε και η εν λόγω επιτροπή. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση έχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Την περίοδο αυτή, η βασική πρωτοβουλία της έχει να κάνει με τη συμμετοχή του πολίτη στη διαδικασία, καθώς μέσω της ιστοσελίδας της Επιτροπής (http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/) δίδεται η δυνατότητα να ψηφίσει μεταξύ διαφορετικών επιλογών σε μεγάλο εύρος θεμάτων, που είναι πιθανό να τεθούν προς αναθεώρηση. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι διασφαλίζεται κάθε «ψήφος» να είναι ατομική (δηλαδή να μην μπορεί ένα άτομο να διπλοψηφίσει) και ταυτόχρονα (διασφαλίζεται) το απόρρητο των στοιχείων του πολίτη που συμμετέχει στη διαδικασία. Η συμμετοχή στην ηλεκτρονική διαβούλευση γίνεται, συγκεκριμένα, μέσω της ιστοσελίδας του TAXISnet, με την Επιτροπή να διατηρεί, για στατιστικούς λόγους, το φύλο, την ηλικία και την περιοχή στην οποία διαμένει ο πολίτης, με διασφαλισμένη την ανωνυμία του. Ο συνολικός εκτιμώμενος χρόνος συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου (έξι ενότητες) είναι 20 λεπτά.

Πενήντα τρία ερωτήματα στις έξι θεματικές ενότητες, περιλαμβάνει το ερωτηματολόγιο της δημόσιας διαβούλευσης.

[…]

Στο θέμα της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων, η ερώτηση είναι ναι ή όχι. Στην περίπτωση καταφατικής απάντησης, ο πολίτης καλείται να διευκρινίσει αν η χρηματοδότηση πρέπει να αφορά στο σύνολο των δαπανών τους ή μόνο στις εκλογικές δαπάνες ή σε συγκεκριμένο πρόγραμμα κοινωνικών, πολιτικών και ερευνητικών δράσεων. Επίσης αν η χρηματοδότηση θα πρέπει να είναι ανάλογη της εκλογικής τους δύναμης ή αντιστρόφως ανάλογη ή ισότιμη. Ακόμη, αν η χρηματοδότηση των κομμάτων επιτρέπεται μόνο από επώνυμες και διαφανείς εισφορές χωρίς οικονομικό όριο ή μόνο από επώνυμες και διαφανείς εισφορές με οικονομικό όριο ή από οποιοδήποτε ιδιώτη ή φορέα ανώνυμα και χωρίς οικονομικό όριο. Τέλος, η διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα υπόκειται στον αποκλειστικό έλεγχο των Ανεξαρτήτων Αρχών ή αποτελεί μέριμνα όλων των κρατικών οργάνων (Βουλή, Κυβέρνηση, Ανεξάρτητες Αρχές).

Οι έξι προτάσεις που καταθέτει το «Ποτάμι»

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ , Καθημερινή, 11.05.2014

http://www.kathimerini.gr/766604/article/epikairothta/politikh/oi-e3i-protaseis-poy-kata8etei-to-potami

Από τη στιγμή που ο κ. Στ. Θεοδωράκης ανακοίνωσε την ίδρυση του «Ποταμιού», τόσο αυτός, όσο και οι υποψήφιοι του κόμματος έρχονται αντιμέτωποι με μια σχεδόν μόνιμη κριτική περί απουσίας συγκεκριμένων θέσεων επί σειρά θεμάτων. Η εν λόγω κατηγορία εξοργίζει τους επιτελείς του κόμματος, καθώς επισημαίνουν πως –σε αντίθεση με τα παλαιότερα κόμματα– το «Ποτάμι» παρουσιάζει ποικιλοτρόπως συγκεκριμένες προτάσεις. Όπως, για παράδειγμα, αυτές που αφορούν στην Αναθεώρηση του Συντάγματος. Η «Κ» παρουσιάζει σήμερα τις προτάσεις που έχουν επεξεργαστεί και καταθέτουν προς συζήτηση οι επιτελείς του «Ποταμιού», ενόψει της σχετικής συζήτησης. Το «Ποτάμι» θα καταθέσει έξι προτάσεις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, συνοδευόμενες από επτά νομοθετικές αλλαγές, οι οποίες θα συμπληρώνουν ένα ευρύ φάσμα παρεμβάσεων και στο πολιτικό σύστημα. Συγκεκριμένα, προτείνει:

[…]

  1. Τα κόμματα να επιλέγουν μεταξύ της κρατικής επιχορήγησης ή της διαφανούς χρηματοδότησης από ιδιώτες. Προτείνεται ως πρώτο βήμα η αλλαγή της σύνθεσης του αρμόδιου ελεγκτικού οργάνου (επιτροπή του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος), ώστε να μην κατέχουν την πλειοψηφία οι πολιτικοί. Προτείνεται, επίσης, να περιληφθεί στις αρμοδιότητες της επιτροπής και ο έλεγχος του «πόθεν έσχες» των πολιτικών.

 

Περικλής Βασιλόπουλος, «Πολιτικά κόμματα αλλιώς, προτάσεις άμεσης εφαρμογής προς ένα ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 4/2/2013

http://www.paremvassi.gr/sygrafeis/109-vasilopoulos-periklis/297-vassilopoulos-04022013.html

[…]

Δημιουργία Ανεξάρτητης Αρχής για τον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων και των βουλευτών:

Μεταρρύθμιση της προβλεπόμενης από το Σύνταγμα Επιτροπής Ελέγχου έτσι ώστε να μην αποτελείται από βουλευτές και οι ανώτατοι δικαστικοί να μην αποτελούν την πλειοψηφία. Η επιτροπή θα ελέγχει όλες τις διαδικασίες που σχετίζονται με τα οικονομικά των πολιτικών και των κομμάτων. Αυτό είναι το κύριο και καθοριστικό μέτρο για άμεση, μερική βελτίωση του πολιτικού συστήματος.

Αντίβαρα «εκ των έσω» στα ίδια τα κόμματα. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει:

  • Κάθε τρία χρόνια ανοιχτή εκλογή των Αρχηγών των κομμάτων από τα μέλη, φίλους και κάθε πολίτη που εκφράζει ενδιαφέρον και υπογράφει ένα κείμενο γενικών αρχών. Για κάθε κόμμα που ξεπερνά το όριο του 5% στις εκλογές ή για νέο κόμμα το ίδιο όριο σε 5 απανωτές δημοσκοπήσεις επισήμων εταιρειών για ένα εξάμηνο, παροχή ωριαίας εκπομπής στην ΕΡΤ με συντονιστές που θα ορίζουν η Βουλή, η ΕΡΤ και η ΕΣΗΕΑ (και όχι βεβαίως το ίδιο το κόμμα). Για τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας θα προβλέπονται δύο τηλεμαχίες με την συμμετοχή όλων των υποψηφίων αρχηγών (Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα).
  • Με την ίδια μέθοδο σε τοπικό επίπεδο εκλογή των υποψηφίων βουλευτών ύστερα από μια εσωτερική αξιολόγηση εν ίδει διαγωνισμού με προαπαιτούμενα την καλή γνώση τουλάχιστον τριών τομέων δημόσιας πολιτικής και ει δυνατόν μια ξένη γλώσσα. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία βρίσκεται πλέον παντού γι’ αυτό οπωσδήποτε χρειάζεται και εσωτερική προεπιλογή των υποψηφίων ευρωβουλευτών με διαγωνισμό γνώσεων στις βασικές λειτουργίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δύο ξένες γλώσσες.
  • Ετήσια δυνατότητα για το 20% των βουλευτών να καταθέτουν αιτιολογημένη πρόταση μομφής στον αρχηγό του κόμματος στην Κοινοβουλευτική Ομάδα (Μεγάλη Βρετανία) χωρίς να θεωρείται κάτι τέτοιο διασπαστική ενέργεια με ποινή τις γνωστές διαγραφές των αντιπάλων.

Θα πρέπει να υιοθετηθούν από τα ίδια τα κόμματα-αυτοβούλως ή κάτω απ’ την πίεση της κοινής γνώμης και των πολιτών- και σε συνδυασμό μ ένα νέο νόμο για τη χρηματοδότησή τους και τη δημιουργία μιας Ανεξάρτητης Αρχής που προαναφέραμε, μπορούν αν εφαρμοστούν να οδηγήσουν σε ραγδαία μείωση των παθολογικών φαινομένων της κομματικοκρατίας σε σύντομο χρονικό διάστημα.

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία – αρθρογραφία σχετικά με τη δυνατότητα και προτάσεις αναθεώρησης του άρθρου 110 Σ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ / ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 110 ΣΥΝΤ.

Επιμέλεια συλλογής: Γεώργιος Ν. Γεωργόπουλος

Επιστημονικά άρθρα – αποσπάσματα από συγγράμματα/ εγχειρίδια

  • Γαρυπίδης Ν., Το αναθεωρητικό χρονόμετρο. Η συνταγματική μεταβολή στις κοινωνίες της ταχύτητας, ΤοΣ 2008, 843 επ.
  • Ηλιοπούλου-Στράγγα Τζ., Αναθεώρηση του Συντάγματος από μία Βουλή, ΤοΣ 2006, 769 επ.
  • Κασιμάτης Γ., Η Αναθεώρηση του Συντάγματος, ΤοΣ 2000, 995 επ.
  • Κατρούγκαλος Γ., Η αναθεώρηση της αναθεώρησης σε συλλογικό τόμο (επιμ.) Γ. Παπαδημητρίου, Αναθεώρηση του Συντάγματος και εκσυγχρονισμός των θεσμών, 2000
  • Κοντιάδης Ξ., Κομματικό σύστημα και συνταγματική πολιτική. Παρατηρήσεις για την πολιτική και συνταγματική μηχανική της αναθεωρητικής διαδικασίας, τοΣ 2007, 303, επ.
  • Κοντιάδης Ξ., Πεδία έντασης του Συντάγματος με το ευρωπαϊκό νομικό σύστημα. Δικαιοπολιτική προσέγγιση ενόψει της εν εξελίξει συνταγματικής αναθεώρησης, ΤοΣ 2006, 1071 επ.
  • Κοντιάδης Ξ., Το Ανορθολογικό μας Σύνταγμα. Γιατί απέτυχαν οι πολιτικοί θεσμοί, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2015
  • Κοντιάδης Ξ., Η αναθεωρητική λειτουργία σήμερα και η αναθεώρηση της διαδικασίας αναθεώρησης, Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου 2011, 1 επ.
  • Κοντιάδης Ξ. / Φωτιάδου Αλκ., Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος, ΕφημΔΔ 2015, 394 επ.
  • Κοντιάδης Ξ., άρθρο 110 σε Σύνταγμα – κατ’ άρθρο ερμηνεία, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2017, σ. 1763 – 1775.
  • Κοσμίδης Σ., Πρόταση για τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, ΤοΣ 2007, 703 επ.
  • Παπαδοπούλου Λ., Συνταγματικό Δίκαιο Πανεπιστημιακές παραδόσεις, ηλεκτρονική έκδοση από την www.kallipos.gr σειρά ελληνικών ακαδημαϊκών ηλεκτρονικών συγγραμμάτων και βοηθημάτων, 2015, κεφάλαιο 8ο, Αναθεώρηση, τροποποίηση και εγγυήσεις τήρησης και προστασίας του Συντάγματος
  • Τσιλιώτης Χ., Συνταγματική αναθεώρηση, ΔτΑ 2014, 895 επ.

Μεταπτυχιακή εργασία:

  • Παπιδά Μαρία, Η δυνατότητα αναθεώρησης του άρθρου 110 του Συντάγματος 1975-1986-2001, Νομική ΕΚΠΑ, ακαδημαϊκό έτος 2003-2004.

Άρθρα στον τύπο – θέσεις πολιτικών κομμάτων

  • Βενιζέλος Ευ., Δεν υπάρχει πλέον κανένας θεσμικός φραγμός, www.iefimerida.gr (26.07.2016)
  • Κοντιάδης Ξ., Εξορθολογισμός της διαδικασίας αναθεώρησης, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 07.08.2016
  • Λαζαράτος Π., συνταγματική αναθεώρηση και δημοψήφισμα, www.capital.gr 06.2016
  • Παυλόπουλος Πρ., Αναθεώρηση του Συντάγματος μέσω δημοψηφίσματος;, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 29.6.2011
  • Παραράς Π., Συνταγματική αναθεώρηση τώρα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15.01.2014
  • Τσέμπελης Γ., Η συνταγματική αναθεώρηση ξεκινά από το άρθρο 110, Το Βήμα 05.10.2014.
  • Τσίπρας Α., εισήγηση στην Επιτροπή διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση, επίσημη ιστοσελίδα Πρωθυπουργού της Ελλάδας, 07.03.2017
  • Χρυσόγονος Κ., αναθεώρηση και δημοψήφισμα, ΈΘΝΟΣ 23.06.2016.
  • Το Κίνημα (Δημοκρατών – Σοσιαλιστών) – θέσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση
  • Το Ποτάμι (πολιτικό κόμμα) – αναθεώρηση Συντάγματος (θέσεις)

 

Β. Οι προτάσεις αναθεώρησης του άρ. 110 του Συντάγματος
(Επιμέλεια: Xριστίνα Γιασίν, Φοιτήτρια ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ)

Β.1. Πρόταση για την αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος του ΠΑΣΟΚ (9 Μαρτίου 1985)

            Το κόμμα του ΠΑΣΟΚ, το 1985, στο πλαίσιο της πρότασής του για αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων, συμπεριέλαβε και μια πρόταση αναθεώρησης του άρ. 110 του Συντάγματος. Στόχοι της πρότασης αυτής ήταν, μεταξύ άλλων, η ενδυνάμωση του κοινοβουλευτισμού, η ανάπτυξη και η ισχυροποίηση του ρόλου του Κοινοβουλίου και η ενίσχυση του ρόλου της Κυβέρνησης.[1]

Έτσι, όσον αφορά στο άρ. 110 του Συντάγματος, το ΠΑΣΟΚ υποστήριξε ότι η δυσκολία αναθεώρησης του Συντάγματος που θεσπίζεται με το άρ. 110 αυτού είναι φαινόμενο πρωτοφανές στην Ευρώπη. Συγκεκριμένα, απέδωσε τη δυσχέρεια αυτή στην εποχή των συνταγματικών μοναρχιών και τόνισε πως, με τον τρόπο αυτό, παρεμποδίζεται η εξέλιξη των συνταγματικών θεσμών και η συνταγματική ολοκλήρωση της δημοκρατίας.[2]

Προτάθηκε, λοιπόν, η αναθεώρηση των διατάξεων του Συντάγματος σε μία μόνο Βουλή, χωρίς να θίγονται ούτε οι μη αναθεωρητέες διατάξεις ούτε η αυξημένη πλειοψηφία που απαιτείται. Συγχρόνως, προτάθηκε η κατάργηση του εμποδίου της δεύτερης αναθεώρησης, πριν την πάροδο πενταετίας, ως αναχρονιστικός θεσμός. Συνοπτικά, η παρ. 2 του άρ. 110 αντικαθίστατο ως εξής: “Δι’ αναθεώρησιν του Συντάγματος απαιτείται πρότασις 50 τουλάχιστον Βουλευτών, εις την οποίαν καθορίζονται ειδικώς αι προς αναθεώρησιν προτεινόμεναι διατάξεις. Η πρότασις αναθεωρήσεως εισάγεται προς συζήτησιν και ψήφισιν εις την Ολομέλειαν της Βουλής κατά τα δια του κανονισμού αυτής ειδικώτερον οριζόμενα”. Περαιτέρω, ακολουθούσε παράγραφος που θα όριζε τα εξής: “Η πρότασις αναθεωρήσεως συζητείται και ψηφίζεται κατ’ αρχήν, κατ’ άρθρον και εις το σύνολον δια πλειοψηφίας των 3/5 του όλου αριθμού των Βουλευτών και εις δύο συνεδριάσεις, αι οποίαι αφίστανται μεταξύ των κατά ένα τουλάχιστον μήνα. Υποβολή των τροπολογιών και προσθηκών είναι δυνατή μόνον προ της ενάρξεως της πρώτης συζητήσεως”. Τέλος, προτάθηκε η κατάργηση των διατάξεων των παρ. 3, 4 και 6.[3]

 

Β2. Η πρόταση στο “ΚΑΙΝΟΤΟΜΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ”

            Η πρόταση του Καινοτόμου Συντάγματος είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς αφορά τόσο στα ουσιαστικά, όσο και στα διαδικαστικά όρια της αναθεώρησης. Στο άρ. 90, λοιπόν, του Καινοτόμου Συντάγματος, όπως παρουσιάζεται από τους Νίκο Αλιβιζάτο, Παναγή Βουρλούμη, Γιώργο Γεραπετρίτη, Γιάννη Κτιστάκι, Στέφανο Μάνο και Φίλιππο Σπυρόπουλο, προτείνεται μια μορφή αναθεώρησης που διευκολύνει τη διαδικασία.

Αρχικά κι ενδεικτικά, όσον αφορά στα ουσιαστικά όρια αναθεώρησης, το άρ. 90 παρ. 1 του Καινοτόμου Συντάγματος διαμορφώνεται ως εξής: “Οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός από εκείνες που καθορίζουν το πολίτευμα ως προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία, στηριζόμενη στη διάκριση των εξουσιών, στις αρχές του κράτους δικαίου, του κοινωνικού κράτους, του πολυκομματισμού και του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας”. Με μια πρώτη ματιά φαίνεται πως προτείνεται η πρόσθεση στην παρ. 1 των αρχών του κράτους δικαίου, του κοινωνικού κράτους και του πολυκομματισμού, και ταυτόχρονα η αφαίρεση από αυτό της αρχής της ισότητας και της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης.

Όσον αφορά στα διαδικαστικά όρια, προτείνεται η διευκόλυνση της αναθεώρησης, με την πρόβλεψη ότι μπορεί να ολοκληρωθεί από την ίδια Βουλή, με αυξημένες πλειοψηφίες. Πιο συγκεκριμένα, διατηρείται η πρόταση των πενήντα (50) βουλευτών και η πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) των βουλευτών για να αποφασιστεί η αναθεώρηση. Το καινοτόμο στοιχείο βρίσκεται στο υπόλοιπο της διάταξης του άρ. 90 παρ. 2 του Καινοτόμου Συντάγματος, όπου προβλέπεται πως η ίδια Βουλή που αποφάσισε την αναθεώρηση, στην επόμενη σύνοδό της, τακτική, έκτακτη ή ειδική, της ίδιας ή της επόμενης βουλευτικής περιόδου (στην πρώτη τακτική σύνοδό της) ψηφίζει με πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) τις αναθεωρητέες διατάξεις. Με τον τρόπο αυτό, δίνεται η δυνατότητα στην ίδια Βουλή, αν πρόκειται να επακολουθήσει επόμενη σύνοδός της, να ψηφίσει η ίδια τις διατάξεις προς αναθεώρηση, χωρίς να είναι απαραίτητη η παρεμβολή εκλογών. Το αντίβαρο στην περίπτωση αυτή είναι η προβλεπόμενη αυξημένη πλειοψηφία, η οποία από απόλυτη (151) γίνεται πλειοψηφία τριών πέμπτων (3/5), είτε διεξαχθεί στην ίδια, είτε στην επόμενη Βουλή. Τέλος, προκύπτει η κατάργηση της προθεσμίας των πέντε (5) ετών για την επόμενη αναθεώρηση, η οποία δεν προβλέπεται καθόλου στο άρ. 90 του Καινοτόμου Συντάγματος. [4]

Σχετική με την παραπάνω πρόταση του Καινοτόμου Συντάγματος είναι και η πρόταση της Τζούλιας Ηλιοπούλου – Στράγγα, η οποία προτείνει την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναθεώρησης σε μία μόνο Βουλή, με την πρόβλεψη αφενός δύο διαδοχικών ψηφοφοριών, μεταξύ των οποίων να μεσολαβεί ένα εύλογο χρονικό διάστημα και, αφετέρου, την πρόβλεψη πιο αυξημένων πλειοψηφιών, τόσο για την απόφαση περί των διατάξεων αναθεώρησης όσο και για το ίδιο το περιεχόμενο της τελευταίας. Όσον αφορά στις πλειοψηφίες, προτείνεται η πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) ή των δύο τρίτων (2/3) του όλου αριθμού των Βουλευτών και για τις δύο αποφάσεις. Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που θα διαμεσολαβεί μεταξύ των δύο ψηφοφοριών, προτείνεται το εύλογο διάστημα των τριών (3) μηνών. Τέλος, ριζοσπαστικά προτείνεται η πρόβλεψη κυρωτικού δημοψηφίσματος, δυνητικού ή υποχρεωτικού, το οποίο, όπως υποστηρίζεται, θα εμπλουτίσει το πολίτευμα με στοιχεία άμεσης δημοκρατίας, κατά τρόπο συνταγματικά ανεκτό.[5]

 

Β3. Πρόταση για μια προοδευτική συνταγματική αναθεώρηση των Χρ. Βερναρδάκη, Αν. Δημητρόπουλου, Κ. Ζώρα, Γ. Κατρούγκαλου (συντονισμός), Ηλ. Νικολόπουλου, Κ. Χρυσόγονου

            Αυτό το σχέδιο αναθεώρησης του Συντάγματος αποτελεί έργο μιας ομάδας εργασίας νομικών και πολιτικών επιστημόνων που συγκροτήθηκε μετά από πρόσκληση και με το συντονισμό του Γιώργου Κατρούγκαλου και στην οποία συμμετείχαν συστηματικά οι καθηγητές Χριστόφορος Βερναρδάκης, Ανδρέας Δημητρόπουλος, Κώστας Ζώρας, Ηλίας Νικολόπουλος, και Κώστας Χρυσόγονος. Κατά την διάρκεια των εργασιών της πρότασης εισέφεραν και άλλοι συνταγματολόγοι.[6]

Συγκεκριμένα, το άρ. 110 του Συντάγματος , όπως προτείνεται στην παραπάνω προοδευτική αναθεωρητική πρόταση, εισάγει το θεσμό του αναθεωρητικού δημοψηφίσματος ως απαραίτητο και δεσμευτικό στοιχείο για την ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης. Στη διάταξη, δηλαδή, του άρ. 110 προστίθεται μία παράγραφος, η οποία έχει ως εξής:

“Η σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους αναθεωρητική πρόταση τίθεται σε ισχύ μετά την έγκρισή της από το Εκλογικό Σώμα, μετά από δημοψήφισμα που προκηρύσσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας”.

Στο ίδιο πλαίσιο, αναθεωρείται και η επόμενη παράγραφος ως εξής:

“Η εγκρινόμενη από το Εκλογικό Σώμα αναθεώρηση του Συντάγματος δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μέσα σε δέκα μέρες από τη διεξαγωγή Δημοψηφίσματος και τίθεται αμέσως σε ισχύ”.

            Η συγκεκριμένη πρόταση εμπεριέχεται στον τρίτο άξονα των προτεινόμενων αναθεωρήσεων, δηλαδή στον άξονα της καθιέρωσης θεσμών άμεσης δημοκρατίας. Με τις αλλαγές αυτές επιδιώκεται η ενδυνάμωση του ρόλου του πολίτη και η ενίσχυση των θεσμών ελέγχου της εξουσίας, με την εισαγωγή της λαϊκής πρωτοβουλίας επί δημοψηφισμάτων και προτάσεων νόμων αλλά και προωθημένες μορφές λογοδοσίας.[7]

[1] Γ. Παπαδημητρίου, “ Η αναθεώρηση του Συντάγματος – εισαγωγή, προτάσεις, ευρετήρια”, εκδ. “ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ”, 1995, σελ. 135.

[2] Γ. Παπαδημητρίου, ό.π., σελ. 142.

[3] Γ. Παπαδημητρίου, ό.π., σελ. 148.

[4] Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης, Γ. Γεραπετρίτης, Γ. Κτιστάκις, Σ. Μάνος, Φ. Σπυρόπουλος, “Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα”, εκδόσεις “ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ”, 2016, σελ. 57-58, άρ. 90.

[5] Τζ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, “Η αναθεώρηση του Συντάγματος στο πλαίσιο μιας Βουλής. Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία της τρέχουσας αναθεώρησης”, Το Σύνταγμα, 2000, σελ. 1090.

[6] http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/ κείμενο διαβούλευσης της 27.03.2017.

[7] Κείμενο διαβούλευσης ό.π., σελ. 5.

Δικαιώματα

Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα

Επιμέλεια: Δημήτρης Χ. Πατσίκας, Ευαγγελία Δ. Ράπτη

(βλ pdf)

Βουλευτική ασυλία

Η βουλευτική ασυλία στις προτάσεις αναθεώρησης 2006-2017

Επιμέλεια: Aναστάσιος Παυλόπουλος, Υπ.Διδ. Νομική Σχολή ΑΠΘ, Ασπασία Θεοχάρη, ΜΔΕ Νομική Σχολή ΑΠΘ

 

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Η κατοχύρωση και λειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος, ως σύγχρονης πολιτειακής μορφής, στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες: στον αντιπροσωπευόμενο (= λαός), που στο πολίτευμα της σύγχρονης Δημοκρατίας είναι και ο φορέας της κρατικής κυριαρχίας και στον αντιπρόσωπο (= βουλευτής), ο οποίος ασκεί την κρατική εξουσία. Η σχέση μεταξύ των δύο αυτών πόλων του αντιπροσωπευτικού συστήματος εκφράζεται μέσα από τις δύο βασικές θεωρητικές εκδοχές, που εξειδικεύουν το περιεχόμενο του: την ελεύθερη και την επιτακτική εντολή. Ο πυρήνας της ελεύθερης εντολής, η οποία νοηματοδοτεί την αντιπροσωπευτική αρχή στα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη, συνίσταται στην άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων με πλήρη ελευθερία γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση. Ο βουλευτής, εν αντιθέσει με το καθεστώς της επιτακτικής εντολής, δεν δεσμεύεται από υποδείξεις των ψηφοφόρων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ούτε μπορεί να παυθεί από αυτούς κατά τη διάρκεια της βουλευτικής θητείας. Καθώς, όμως, η άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων πραγματοποιείται σε ένα συγκρουσιακό, κοινωνικά και πολιτικά, περιβάλλον, εντός του οποίου αναπτύσσονται κάθε είδους πιέσεις προς τους βουλευτές, ώστε να δράσουν ευνοϊκά ή εχθρικά προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση, παρίσταται αναγκαία η περαιτέρω διασφάλιση του βουλευτή, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η ελεύθερη εντολή να μην καταστεί «γράμμα κενό περιεχομένου».

Την λειτουργία αυτή επιτελεί ο θεσμός της βουλευτικής ασυλίας, ο οποίος έχει ως σκοπό την διασφάλιση του βουλευτή ως θεσμού και όχι ως προσώπου, προκειμένου να μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα του ανεπηρέαστος από οποιασδήποτε φύσεως περισπασμούς, που θα απέβλεπαν στην χειραγώγηση του φρονήματός του.

Ο θεσμός της βουλευτικής ασυλίας εμφανίζεται ιστορικά στα συνταγματικά κείμενα του ύστερου μεσαίωνα και ιδίως κατά τον δέκατο ένατο αιώνα και το πρώτο μισό του εικοστού, όταν επικρατούσαν καθεστώτα αστυνομικού κράτους, μοναρχιών και δικτατοριών. Έκδηλη ήταν τότε η δυσπιστία απέναντι στους δικαστές, οι οποίοι διορίζονταν από τον μονάρχη, χωρίς δικαιοκρατικές διαδικασίες. Έτσι η ασυλία του ανεύθυνου για πρώτη φορά απαντάται στο Bill of Rights του 1968 (άρθρο 9: «That the freedom of speech and debates or proceedings in Parliament ought not to be impeached or questioned in any court or place out of Parliament»), ενώ ακολούθως κατοχυρώνεται στο αμερικανικό Σύνταγμα του 1787 (άρθρο 6 § 2: «for any Speech or Debate in either House, they shall not be questioned in any other Place») και στο γαλλικό Σύνταγμα του 1791 (: άρθρο 7, τμ.V: «Les représentants de la Nation sont inviolables : ils ne pourront être recherchés, accusés ni jugés en aucun temps pour ce qu’ils auront dit, écrit ou fait dans l’exercice de leurs fonctions de représentants»). Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι η ασυλία του ακαταδίωκτου είναι χρονικά μεταγενέστερη και απαντάται για πρώτη φορά στο άρθρο 8 τμ.V του γαλλικού συντάγματος του 1791 (: «Ils pourront, pour faits criminels, être saisis en flagrant délit, ou en vertu d’un mandat d’arrêt ; mais il en sera donné avis, sans délai, au Corps législatif ; et la poursuite ne pourra être continuée qu’après que le Corps législatif aura décidé qu’il y a lieu à accusation»).

Κατά τη διαλεκτική πορεία της ιστορικής διαδικασίας, η ιστορική ratio της συνταγματικής κατοχύρωσης της ασυλίας έχει εν μέρει αλλοιωθεί, καθώς δεν δικαιολογείται εισέτι η δυσπιστία του συντακτικού νομοθέτη απέναντι στους δικαστές, μήπως δεν παραμείνουν ουδέτεροι σε περιπτώσεις ακραίας πολιτικής αντιδικίας. Στα σύγχρονα δημοκρατικά πολιτεύματα, τα οποία διαπνέονται από την θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου, η δικαστική λειτουργία αποτελούσα ιδιαίτερη κρατική λειτουργία, απολαμβάνει εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, τόσο ως προς την επιλογή και το διορισμό των δικαστικών λειτουργών όσο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτοί ασκούν τα καθήκοντα τους. Και περαιτέρω -και τούτο αρμόζει να επιτονιστεί για τις ανάγκες της παρουσίασης που ακολουθεί- καθώς οι διαδικαστικοί τύποι του πολιτεύματος τηρούνται, οι βουλευτές όχι μόνο δεν κινδυνεύουν από μεθοδευμένες διώξεις, αλλά απεναντίας συχνά καταχρώνται τη θεσμική εγγύηση της βουλευτικής ασυλίας, ώστε να διαφύγουν των ευθυνών τους έναντι της τηρήσεως του νόμου.

Το φαινόμενο αυτό, μάλιστα, φαίνεται να είναι τόσο γενικευμένο, που έχει ανοίξει και τον επιστημονικό διάλογο για την αναθεώρηση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων, ώστε οι περί βουλευτικής ασυλίας διατάξεις να μην γίνονται, πλέον, αντικείμενο κατάχρησης. Με άλλα λόγια, αναδύεται η ανάγκη προσαρμογής του κειμένου του Συντάγματος στις νέες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, μέσω της οδού της συνταγματικής αναθεώρησης.

Η κατεύθυνση της αναθεώρησης που προτείνεται, όπως στη συνέχεια γίνεται φανερό, αφορά, πρώτον, τον περιορισμό του πεδίου αναφοράς της ασυλίας του ακαταδίωκτου: Οι προτάσεις προάγουν την ιδέα να καλύπτονται ρητά από την ασυλία, μόνο οι πράξεις που σχετίζονται με την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων. Δεύτερον, αφορά τους διαδικαστικούς τύπους της παρεχόμενης προστασίας: προτείνεται, κατά το πρότυπο άλλων ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων, να ενεργοποιείται με απόφαση της βουλής, όχι η άρση της προστασίας (μέσω της παροχής άδειας από τη βουλή για την εξακολούθηση της δίωξης), αλλά η χορήγηση της προστασίας. Με διαφορετική διατύπωση, προτείνεται η αντιστροφή του σχήματος κανόνα-εξαίρεσης: ενώ ο κανόνας σήμερα είναι να καλύπτεται από την ασυλία ο βουλευτής και αυτή κατ’ εξαίρεση να αίρεται από την βουλή, προτείνεται ο κανόνας να είναι η υπαγωγή του βουλευτή στο ισχύον καθεστώς της ποινικής διαδικασίας, ενώ κατ’ εξαίρεση να εξαιρείται από αυτήν, με απόφαση της βουλής.

Ας σημειωθεί, τέλος, ότι ήδη είχε συντελεστεί μία ερμηνευτική προσαρμογή του Συντάγματος, προς την κατεύθυνση του περιορισμού του πεδίου αναφοράς της ασυλίας, διά της ερμηνευτικής οδού, λόγω της συναφούς νομολογίας του ΕΔΔΑ: Το δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι η παράσταση πολιτικής αγωγής του προσφεύγοντα για να υπερασπιστεί την τιμή του συνιστά άσκηση δικαιώματος αστικής φύσης, κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ και ότι το δικαίωμα αυτό τότε μόνο επιτρέπεται να περιορίζεται, όταν ο περιορισμός υπηρετεί θεμιτό σκοπό και σέβεται την αρχή της αναλογικότητας, κάτι που, πράγματι συντρέχει στις περιπτώσεις που το συνταγματικό εμπόδιο προσφυγής στα δικαστήρια υπηρετεί τον θεμιτό και υπέρτερο σκοπό της ελεύθερης κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης και της διάκρισης των εξουσιών. Έτσι σε μία απόφαση αρχής χαρακτηριστικά νομολόγησε ότι «δεν δικαιολογείται η άρνηση πρόσβασης σε δικαστήριο, με μοναδική δικαιολογία το ενδεχόμενο ότι αυτή η διαμάχη θα μπορούσε να είναι πολιτικής φύσεως ή να συνδέεται με πολιτική δραστηριότητα […]. Σε αντίθετη περίπτωση, θα περιοριζόταν ανεπίτρεπτα, και κατα παράβαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο των ιδιωτών, οι οποίοι συκοφαντήθηκαν από μέλη του Κοινοβουλίου» [Υπόθεση Cordova, απόφαση της 30 Ιανουαρίου 2003].

 

ΙΙ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Προτάσεις ΠΑΣΟΚ (08.06.2006)

Δεν περιλαμβάνεται σχετική πρόταση Προτείνεται μόνο η μείωση του ορίου του εκλέγεσθαι στα 21 έτη.

Προτάσεις Ν.Δ. (11.05.2006)

Η βουλή μπορεί να αρνηθεί την άρση της βουλευτικής ασυλίας, μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι αυτή ζητείται για πολιτικούς λόγους, ώστε να μην υποθάλπεται η ατιμωρησία των βουλευτών ούτε να προσφέρεται η αυλία ως ασπίδα για την συλλήβδην αποφυγή της δικαστικής του δίωξης

Προτάσεις Ν.Δ. (02.12.2014)

β) Κατά δεύτερο λόγο των εξής άρθρων, τα οποία αφορούν τα καθήκοντα και δικαιώματα των Βουλευτών, καθώς και την οργάνωση και λειτουργία της Βουλής κατά την άσκηση των νομοθετικών της αρμοδιοτήτων και του κοινοβουλευτικού ελέγχου:

β1) Του άρθρου 62, το οποίο καθιερώνει τον θεσμό της βουλευτικής ασυλίας. Η διάταξη αυτή συνδέεται στενά με την διάταξη του άρθρου 61, η οποία θεσπίζει το ανεύθυνο των Βουλευτών για γνώμη ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων. Οι δύο αυτές διατάξεις δημιουργούν ένα πλέγμα προστασίας του Βουλευτή, ώστε ν’ ασκεί ελεύθερα κι ανεμπόδιστα το λειτούργημά του, ανεπηρέαστος από καταχρηστικές απειλές και διώξεις, οι οποίες συχνά υποκρύπτουν πολιτικά κίνητρα ή γίνονται αβασάνιστα ή είναι προφανώς αστήρικτες.  Ενώ, όμως, η διάταξη του άρθρου 61 είναι πλήρως δικαιολογημένη, καθώς είναι συνυφασμένη με την άσκηση των καθηκόντων του Βουλευτή, το άρθρο 62 εισάγει μια προνομιακή, σε σχέση με τους λοιπούς πολίτες, αντιμετώπιση του Βουλευτή, και μάλιστα για αδικήματα που δεν συνδέονται ευθέως με την βουλευτική ιδιότητα.  Το γεγονός αυτό διαμορφώνει ένα υπέρμετρα ευρύ κι αδικαιολόγητα ευνοϊκό καθεστώς ασυλίας για τους Βουλευτές κατά την διάρκεια της θητείας τους –ακόμη και προκειμένου για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου- η οποία δεν συνάδει με το κοινό περί δικαίου αίσθημα ούτε με την αρχή της ίσης μεταχείρισης των ουσιωδώς όμοιων περιπτώσεων. Παράλληλα, απαξιώνει το βουλευτικό αξίωμα στα μάτια των πολιτών, δημιουργώντας σκιές κι εντυπώσεις εξυπηρέτησης συντεχνιακών συμφερόντων.  Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνουμε την αναθεώρηση του άρθρου 62, προκειμένου να προβλεφθεί ρητώς ότι η Βουλή μπορεί ν’ αρνηθεί την άρση της βουλευτικής ασυλίας μόνον εφόσον διαπιστωθεί ότι αυτή ζητείται για πολιτικούς λόγους, ιδίως δε για λόγους σχετικούς με την εν γένει κοινοβουλευτική δράση του Βουλευτή.  Ώστε να μην υποθάλπεται η ατιμωρησία των Βουλευτών ούτε να προσφέρεται η ασυλία ως ασπίδα για την συλλήβδην αποφυγή της δικαστικής τους δίωξης.  Αυτή, άλλωστε, η αντιμετώπιση επιβάλλεται και στο πλαίσιο σεβασμού του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται τόσο στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 20 του Συντάγματος, όσο και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Το γεγονός, δηλαδή, ότι ο πολίτης που θεωρεί ότι θίγεται από την συμπεριφορά ενός Βουλευτή και ζητά δικαστική προστασία προσκρούει στην άρνηση της Βουλής να χορηγήσει την σχετική άδεια, προσβάλλει τον πυρήνα του δικαιώματός του γι’ αποτελεσματική δικαστική προστασία.  Επισημαίνεται και η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο, σε παρόμοια περίπτωση, έχει καταδικάσει κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων δυστυχώς και την Ελλάδα.  Μια πιο ριζοσπαστική –και, μάλλον, περισσότερο σύμφωνη με το πνεύμα των αρχών που προεκτέθηκαν ως προς το βουλευτικό αξίωμα- αναθεωρητική παρέμβαση στο άρθρο 62 είναι εκείνη, κατά την οποίαν η Βουλή επιλαμβάνεται του θέματος της άρσης ή μη της ασυλίας Βουλευτή μόνον εφόσον εκείνος το ζητήσει –με σχετική αίτηση στη Βουλή για χορήγηση ασυλίας- μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία.  Ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση η δίωξη του Βουλευτή εξελίσσεται χωρίς καμία, απολύτως, παρέμβαση της Βουλής.  Διευκρινίζεται ότι η πρότασή μας προκρίνει αυτήν ακριβώς την μορφή αναθεώρησης του άρθρου 62.

Προτάσεις Νέας Δημοκρατίας (02.06.2016)

  1. Η δραστική περιστολή της δικαστικής προστασίας πολιτικών προσώπων με την αφαίρεση δικαστικών αρμοδιοτήτων από τη Βουλή και την κατάργηση του άρθρου 86 περί ευθύνης Υπουργών. Επίσης, η βουλευτική ασυλία καλύπτει μόνο πολιτική δραστηριότητα των βουλευτών.

Προτάσεις Ανεξαρτήτων Ελλήνων (21.06.2016)

Δε περιλαμβάνεται πρόταση για την ασυλία, παρά μόνο για την καθιέρωση ανωτάτου ορίου βουλευτικής θητείας.

Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας (απόσπασμα ομιλίας στις 25.07.2016)

«Ενίσχυση, όμως, του Κράτους Δικαίου σημαίνει και απαρέγκλιτη τήρηση της αρχής της ισότητας μεταξύ των πολιτών.

Σημαίνει ότι δεν μπορούμε να επιτρέψουμε ρυθμίσεις που έχουν μετατρέψει Υπουργούς και Βουλευτές σε κάστα που απολαμβάνει ειδικά προνόμια και λειτουργεί ανεξέλεγκτα.

Είναι λοιπόν κάτι περισσότερο από αναγκαίο να καταργηθεί το ακατανόητο προνόμιο της ασυλίας και οι Βουλευτές να αντιμετωπίζονται ποινικά, όπως κάθε πολίτης, με την πιθανή, ενδεχομένως, εξαίρεση για αδικήματα που σχετίζονται άμεσα με την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως μελών της εθνικής αντιπροσωπείας».

Προτάσεις της Περιφέρειας Αττικής ( 02.11.2016 )

Δεν περιλαμβάνεται ιδιαίτερη πρόταση για τη βουλευτική ασυλία. Αφορά ιδίως θέματα αποκέντρωσης και τοπικής αυτοδιοίκησης.

Επίσης, στο ερωτηματολόγιο που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της Επιτροπής Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, η σχετική ερώτηση που καλείται να απαντήσει ο πολίτης που συμμετέχει στη διαδικασία, είναι η εξής:

7) Οι βουλευτές θα πρέπει να διώκονται ποινικά: άρθρο 62

α. Μόνο με την άδεια της Βουλής για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη

β. Με την άδεια της Βουλής μόνο για πολιτικά εγκλήματα

γ. Χωρίς την άδεια της Βουλής για όλες τις αξιόποινες πράξεις τους

δ. Δεν γνωρίζω/Δεν απαντώ

 

III. ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Περίοδος: ΙΒ, Σύνοδος: Α΄, Συνεδρίαση: Ε΄ 27/02/2008

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΙΒ’ – ΣΥΝΟΔΟΣ Α’ – ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ Ε΄  -* Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008

Ο γενικός εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας κ. Παναγιωτόπουλος

Τώρα, επειδή ο χρόνος δεν επαρκεί, θα πω και δυο-τρία λόγια για το άρθρο 62, για το οποίο επίσης γίνεται αρκετός λόγος. Γιατί χρειάζεται η βουλευτική ασυλία; Ακούγονται πολλά, ότι οι Βουλευτές έχουν το ακαταδίωκτο κ.λπ.. Και ξέρετε, κάπου κάπου βολεύει και τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Ποιος φταίει για όλα; Οι Βουλευτές, οι τρισκατάρατοι Βουλευτές φταίνε για όλα.

Κάποια στιγμή πρέπει να συζητήσουμε και για το ρόλο του Βουλευτή στο ελληνικό πολιτικό σύστημα σήμερα. Ποια είναι η πραγματική εξουσία της Βουλής; Πώς πρέπει να ισορροπεί ο Βουλευτής μεταξύ του δικαιώματος να εκφράζει την άποψή του κατά συνείδηση, που του το κατοχυρώνει το Σύνταγμα, και της ανάγκης βεβαίως –γιατί πρέπει να ισορροπεί- να συναποτελεί μέρος του συνεκτικού ιστού ενός πολιτικού κόμματος, διότι μέσω των πολιτικών κομμάτων πραγματώνεται η λαϊκή κυριαρχία; Πώς, λοιπόν, πρέπει να ισορροπεί ο Βουλευτής;

Ο Βουλευτής έχει υποχρεώσεις. Βεβαίως έχει υποχρεώσεις, βαρύτατες. Δεν έχει όμως και δικαιώματα; Πώς θα μπορεί ο Βουλευτής να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις του, όταν δεν μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του με αποτελεσματικότητα και όταν δεν του αναγνωρίζονται τα δικαιώματα που πρέπει να έχει;

Δεν θέλω να μιλήσω από κυβέρνηση σε κυβέρνηση για την ανάγκη αρκετών συναδέλφων να περιμένουν στον προθάλαμο όχι Υπουργών, γιατί οι Υπουργοί έχουν την ευαισθησία, γιατί προέρχονται από το Εθνικό Κοινοβούλιο, υφίστανται την βάσανο της ψήφου του ελληνικού λαού και της κριτικής.

Πόσες φορές όμως δεν έχω ακούσει για συναδέλφους, οι οποίοι υποχρεούνται να περιμένουν στον προθάλαμο ή στο γραφείο της γραμματέως του οποιουδήποτε ημιμαθούς ή ανεγκέφαλου κρατικού αξιωματούχου, ο οποίος δεν βγαίνει με την ψήφο και είναι διορισθείς στη θέση του και στο αξίωμά του;

Λοιπόν, η βουλευτική ασυλία, εάν υπάρχει ως θεσμός –να το ξεκαθαρίσουμε- υπάρχει όχι για να είναι επ’ ωφελεία του Βουλευτού, υπάρχει για να είναι επ’ ωφελεία του πολίτη, τον οποίο εκπροσωπεί ο Βουλευτής, για να μπορεί ο Βουλευτής να εκπροσωπεί τον πολίτη με τέτοιο τρόπο, ώστε να φτάνουν τα αιτήματά του στην Αίθουσα του Εθνικού Κοινοβουλίου. Η βουλευτική ασυλία είναι υπέρ του πολίτη, είναι υπέρ του συστήματος αντιπροσώπευσης και όχι προνόμιο του Βουλευτή. Αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό προς κάθε κατεύθυνση.

Είναι αλήθεια όμως ότι τα τελευταία χρόνια η κοινή γνώμη εισέπραξε από διάφορες εκδηλώσεις του Εθνικού Κοινοβουλίου μια αρνητική εικόνα. Δηλαδή, για αρκετά χρόνια είχε εμπεδωθεί μία κακή πρακτική, ότι δεν αίρεται η βουλευτική ασυλία για τον οιονδήποτε και για οποιαδήποτε κατηγορία. Αυτή η εικόνα ήταν απαράδεκτη και πρέπει να έχουμε το θάρρος να το παραδεχτούμε. Και είναι σημαντικό ότι σε επίπεδο πρακτικής τα τελευταία χρόνια αυτή η εικόνα άλλαξε και άλλαξε άρδην.

Τι λέμε, λοιπόν, εμείς εδώ; Ότι δεν μπορεί να νοείται βουλευτική ασυλία, εάν η πράξη για την οποία κατηγορείσαι δεν έχει καμμία σχέση με την άσκηση της πολιτικής σου δραστηριότητας. Τελεία και παύλα. Εάν όμως έχει σχέση με την άσκηση της πολιτικής σου δραστηριότητας, η βουλευτική ασυλία πρέπει να παρέχεται.

Προτείνουμε και μία διαδικασία, για την οποία ξέρω ότι θα υπάρχουν συζητήσεις και θα τις ακούσω. Ξέρετε ότι συμμετέχω κι εγώ στον σχετικό προβληματισμό, αλλά δεν παύω να στηρίζω την πρότασή μας, γιατί θεωρώ υπό τις παρούσες συνθήκες ότι είναι μία πρόταση, που προωθεί την κοινή υπόθεση του πολιτικού κόσμου της χώρας, δηλαδή την αναβάθμιση της εικόνας της πολιτικής στην Ελλάδα την προωθεί προς τα εμπρός.

 

Α. Κανταρτζής εκ μέρους του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Για την αναθεώρηση του άρθρου 62, για τη βουλευτική ασυλία. Δεν θέλω να κάνω ιστορική αναφορά στο παρελθόν. Είναι γνωστό για ποιους λόγους καθιερώθηκε η βουλευτική ασυλία. Καθιερώθηκε, για να προστατευθεί η ελεύθερη πολιτική δραστηριότητα, η ελεύθερη άσκηση των καθηκόντων των Βουλευτών και των κομμάτων. Έγινε πολύ συζήτηση τα προηγούμενα χρόνια, όσον αφορά την ασυλία με πολλές και διάφορες αφορμές. Και καταλήξαμε στη γνωστή ομόφωνη τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής, πριν από μία πενταετία, όπου δόθηκε και η ερμηνεία για ποιες πολιτικές δραστηριότητες μιλάμε. Νομίζω ότι αυτή η διάταξη είναι επαρκής. Δεν χρειάζεται αναθεώρηση, στο σχετικό άρθρο του Συντάγματος. Ο θεσμός της ασυλίας, επαναλαμβάνω, δόθηκε για να προστατευθεί η πολιτική δραστηριότητα του Βουλευτή και του κάθε κόμματος και είναι γνωστό και από προηγούμενες δεκαετίες, πως χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι τρόποι, για να παρεμποδιστεί αυτή η δραστηριότητα. Για παράδειγμα, το κόμμα μας σε προηγούμενες δεκαετίες που υπήρχε καθεστώς διώξεων, αναγκαζόταν για να προστατεύσει κεντρικά στελέχη την ελεύθερη έκδοση εφημερίδας ή άλλων εντύπων, τους επικεφαλείς αυτών των τμημάτων, να τους στέλνει στη Βουλή να εκλέγονται Βουλευτές, για να μπορεί, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, να συνεχίζεται απρόσκοπτα η ελεύθερη δραστηριότητα του κόμματος.

Αν πάμε τώρα να περιορίσουμε το ποια είναι η «πολιτική δραστηριότητα», η διατύπωση η οποία προτείνεται περιορίζει κατά πολύ το τι εννοούμε ως «πολιτική δραστηριότητα». Πολλές φορές δεν φαίνεται πίσω από τη δίωξη, αν υποκρύπτεται η πολιτική δίωξη για πολιτική δράση, ή όχι. Εγώ να σας θυμίσω μερικά απλά παραδείγματα. Όταν για παράδειγμα οι συνδικαλιστές παραπέμπονταν για τη συμμετοχή τους στα αγροτικά μπλόκα, δεν παραπέμπονταν με κάποιο άρθρο, για να φαίνεται η πολιτική δίωξη. Για παρεμπόδιση κυκλοφορίας παραπέμπονταν. Ή όταν εν πάση περιπτώσει μπορεί να ασκούνται συστηματικά μηνύσεις και δεν αναφέρομαι μόνο στις μηνύσεις σε βάρος ενός Βουλευτή, που αρχίζει το όριο της πολιτικής δραστηριότητας και που μπορεί να υποκρύπτονται άλλου είδους επιδιώξεις.

Νομίζω ότι η αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής είναι επαρκής. Δεν πρέπει να πάμε σε ερμηνείες οι οποίες μπορεί να στενέψουν αυτές τις έννοιες και συνεπώς να περιορίσουν ακόμη περισσότερο ή με άλλα λόγια να ανοίξουν το δρόμο, να διευκολύνουν διώξεις Βουλευτών, παρ’ όλο ότι οι διώξεις αυτές συνδέονται με την ευρύτερη πολιτική τους δραστηριότητα. Είμαστε αντίθετοι στην αναθεώρηση του άρθρου 62, όπως επίσης και στο εκλογοδικείο, για το λόγο ότι είμαστε αντίθετοι στο συνταγματικό δικαστήριο. Ας παραμείνει η εκδίκαση του κύρους στο εκλογοδικείο, όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

 

Φ. Κουβέλης εκ μέρους του Συνασπισμού

Σε ό,τι αφορά το άρθρο 62, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επίσης δεν χρειάζεται, αναφορικά με τη βουλευτική ασυλία, καμιά αναθεώρηση της σχετικής διάταξης. Έχει επάρκεια η διάταξη. Απλώς, το ζήτημα της ορθής εφαρμογής της τίθεται. Και είναι ακριβές αυτό το οποίο ακούστηκε, ότι τα τελευταία χρόνια, πράγματι, η Βουλή έχει περιορίσει τη μη άρση μόνο για πράξεις οι οποίες αφορούν την πολιτική δραστηριότητα του Βουλευτή, για τον οποίο ζητείται η άρση της ασυλίας του ή και για περιπτώσεις που υπάρχει επιλογή προσβολής της βουλευτικής ιδιότητας του Βουλευτή.

Νομίζω ότι μπορεί να μείνει ως έχει. Δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Θα σας έλεγα, όμως, συναφώς ότι υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο έχει προκύψει με ένταση ιδιαίτερα την τελευταία τετραετία. Πράξεις οι οποίες καλύπτονται από τη βουλευτική ασυλία οδηγούνται να κριθούν στα δικαστήρια, όχι στα ποινικά, αλλά στα πολιτικά δικαστήρια, τα λεγόμενα αστικά, όπως τα λέει ο κόσμος, με τη γνωστή μέθοδο και διαδικασία της αστικής αδικοπραξίας. Και εδώ νομίζω, κυρία Πρόεδρε, ότι υπάρχει ένα ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί, διότι σχετικοποιείται η ασυλία του Βουλευτή, όταν συντρέχουν λόγοι να υπάρχει ασυλία, από την ώρα που υπάρχει η δυνατότητα να προσφύγει κάποιος εναντίον του Βουλευτή για πράξη η οποία εκρίθη ότι καλύπτεται, επαναλαμβάνω, από τη βουλευτική ασυλία, στα πολιτικά δικαστήρια και να ζητήσει την καταδίκη του σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, το οποίο και πολλές φορές δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο. Αλλά και αυτό νομίζω ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας και δεν χρειάζεται καμμιά αναθεώρηση του άρθρου 62.

 

Α. Πλεύρης εκ μέρους ΛΑΟΣ

Τέλος, θα αναφερθώ στην ασυλία. Η ασυλία αυτήν τη στιγμή –ειπώθηκε και από τις άλλες πλευρές- δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προνόμιο του Βουλευτή. Είναι ουσιαστικά μία βασική προϋπόθεση, ώστε το Κοινοβούλιο να λειτουργεί ορθώς, ο Βουλευτής να μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά του ως Βουλευτού και αντίστοιχα το Κοινοβούλιο, να έχει μία εύρυθμη λειτουργία και να μην υπάρχουν προβλήματα από συνεχείς διώξεις Βουλευτών.

Υπ’ αυτήν την έννοια, εμείς πιστεύουμε ότι θα έπρεπε να υπήρχε η σύνδεση του Βουλευτή με τη δραστηριότητά του ως Βουλευτού και παράλληλα και με τυχόν άλλες ατυχείς σκόπιμες πολιτικές διώξεις, δηλαδή μηνύσεις που γίνονται και έχουν ως μοναδικό στόχο να πλήξουν το Βουλευτή.

Ο Κανονισμός της Βουλής, πράγματι, έχει δώσει μία τέτοια ερμηνεία, σαν αυτή που ήρθε σήμερα στην αναθεωρητέα αυτή διάταξη. Θα μπορούσε όμως κάποιος να πει σε θεωρητικό επίπεδο το εξής: Μήπως αυτήν τη στιγμή, όπως είναι ο Κανονισμός, δεν ερμηνεύει απόλυτα το Σύνταγμα; Κατά την άποψή μου, αυτό θα μπορούσε να υποστηριχθεί, γιατί αν κάποιος διαβάσει το άρθρο 62, θα πει «για ποιο λόγο εγώ πρέπει να πάρω απόφαση μέσα στο Κοινοβούλιο, με το αν μία δίωξη είναι πολιτικής φύσεως ή δεν είναι;».

Συνεπώς νομίζουμε ότι χρήζει συνταγματικής αναθεώρησης η συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου, πράγματι, η άρνηση άρσης ασυλίας σε Βουλευτές, να είναι μόνο σε περιπτώσεις που είναι άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων ή προφανώς πρόκειται για διώξεις, που έχουν ως σκοπό να εξοντώσουν πολιτικά το Βουλευτή.

Εμείς ελέγχουμε και μία άλλη παράμετρο, την οποία θα ήθελα να δει με προσοχή ειδικά η Πλειοψηφία, που ουσιαστικά αυτή προκαλεί τη συγκεκριμένη αναθεώρηση. Μήπως είμαστε πλέον σε μια εποχή, που θα έπρεπε να μην αναφερόμαστε στις ποινικές διώξεις που έχουν ασκηθεί, πριν κάποιος ανακηρυχθεί Βουλευτής;

Για ποιο λόγο πρέπει να προστατεύουμε κάποιον –δεν σας λέω για μήνυση που έχει υποβληθεί ή έκκληση- όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη πριν αποκτήσει τη βουλευτική ιδιότητα; Για ποιο λόγο πρέπει η Βουλή, να προστατεύει το συγκεκριμένο πρόσωπο; Διότι προφανώς, από τη στιγμή που η ποινική δίωξη ασκήθηκε πριν αποκτήσει τη βουλευτική ιδιότητα, είχε τα ίδια ακριβώς δικαιώματα με τον απλό πολίτη.

Δεν υπήρχε κάποιος λόγος προστασίας της δραστηριότητας του Βουλευτή και οπωσδήποτε δεν τίθεται θέμα και εύρυθμης λειτουργίας του Κοινοβουλίου. Είναι προφανώς για πράξεις, που τελέστηκαν πριν ανακηρυχθεί Βουλευτής.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι θα έπρεπε να το δούμε με μια προσοχή. Πραγματικά για τις περιπτώσεις που έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις σε κάποιον, πριν γίνει Βουλευτής, δεν θα έπρεπε να υπήρχε αυτή η ευεργετική διάταξη δημοσίας φύσεως, διότι δεν είναι προς το συμφέρον του Βουλευτή, αλλά προς το συμφέρον του Κοινοβουλίου και της λειτουργίας του.

 

Ν.-Γ. Δένδιας εκ μέρους της Ν.Δ.

Ας πάμε τώρα στο άρθρο 62. Πάλι θα μου πει ο κ. Κανταρτζής, «άφησέ το τώρα, δεν πειράζει, έχει εκδοθεί απόφαση». Θα συμφωνήσω σε μεγάλο βαθμό, κατ’ αρχάς με το σκεπτικό όσων προηγουμένως μίλησαν και σαφέστατα τοποθετήθηκαν υπέρ της βουλευτικής ασυλίας ως θεσμού, ο οποίος δεν προστατεύει το Βουλευτή ως φυσικό πρόσωπο, αλλά τη λαϊκή κυριαρχία. Άλλωστε η ιστορία της βουλευτικής ασυλίας, είναι γνωστή πως ξεκίνησε, γιατί υπάρχει. Υπάρχει για να προασπίσει τους εκπροσώπους του λαού από την αυθαιρεσία του μονάρχη. Αυτή είναι η ιστορία, πίσω από αυτό το συγκεκριμένο άρθρο.

Θα μου επιτρέψετε πάντως να πω, ότι κι εδώ η προσπάθεια που γίνεται από τη Νέα Δημοκρατία, γίνεται για να αντιμετωπιστεί ένα αίτημα της κοινωνίας, να αντιμετωπιστεί η αντίληψη ότι οι Βουλευτές ως φορείς εξουσίας, δικαιούνται και να αυθαιρετούν. Βεβαίως, εμείς ξέρουμε εδώ –και όσοι ασχολούνται, το ξέρουν- ότι αυτό δεν είναι πραγματικό πρόβλημα.

Αν μου επιτρέπετε, θα ήθελα να πω το εξής: Ας κοιτάξει κάποιος με ψυχραιμία τις τρεις εξουσίες, τη θεωρητικά κορυφαία νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική. Και ανοίγω παρένθεση, για να πω ότι η ύπαρξη τριών εξουσιών, δεν σημαίνει με κανένα τρόπο ότι αυτές οι τρεις εξουσίες είναι και ισότιμες. Με κανένα τρόπο. Είναι διακεκριμένες, αλλά όχι ισότιμες. Είναι προφανές ότι η νομοθετική εξουσία είναι στην κορυφή. Αυτό βεβαίως ξέρουμε καλά όλοι σ’ αυτήν την Αίθουσα ότι στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Έχουμε οδηγηθεί, πέρα από κυβερνήσεις και κόμματα, σε μία συνολική αλλαγή του τρόπου λειτουργίας του πολιτεύματος.

Αυτό το οποίο, λοιπόν, έχει έννοια -και δεδομένου ότι εσείς δηλώσατε ότι δεν θα ψηφίσετε οποιαδήποτε τροποποίηση του άρθρου 62 και άρα θεωρώ ότι δεν υπάρχει έννοια συζητήσεως επί του συγκεκριμένου κειμένου επί μακρόν- και ίσως θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμο, είναι να δούμε με καθαρό μάτι, το πως έχουν αλλάξει οι συνθήκες λειτουργίας του πολιτεύματος, το πως δεν επιτυγχάνεται πλέον η διάκριση των εξουσιών, πως δεν επιτυγχάνεται πλέον ο έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας από τη νομοθετική.

Στο πλαίσιο αυτό, νομίζω ότι η πρόταση την οποία κατέθεσε ο συνάδελφος κ. Κεφαλογιάννης, είναι μία πρόταση, η οποία εκφράζει βαθύτατα αυτήν την αγωνία. Η σύμμειξη αυτή, η οποία υπάρχει αυτήν τη στιγμή, λειτουργεί, δυστυχώς, σαν αστοχία, σαν αδυναμία ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας από τη νομοθετική. Αυτό είναι κάτι, το οποίο πρέπει να το δούμε ξεκάθαρα και να κρίνουμε αν πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ή όχι.

 

Κ. Γκιουλέκας εκ μέρους της Ν.Δ.

Και κλείνω, κυρία Πρόεδρε, γρήγορα με το άρθρο 62, για τη βουλευτική ασυλία. Επαναλαμβάνοντας ότι ζούμε σε μια εποχή που θέλει το Βουλευτή και να είναι, αλλά και να αποδεικνύει καθημερινά ότι είναι έντιμος, μ’ αυτήν την έννοια, θεωρώ ότι δεν έχει καμμία θέση η βουλευτική ασυλία για ζητήματα, τα οποία δεν σχετίζονται με δραστηριότητα ενός Βουλευτή.

Ένας Βουλευτής, κυρία Πρόεδρε –και θα μιλήσω με παραδείγματα- ο οποίος εκδίδει ακάλυπτες επιταγές, ένας Βουλευτής ο οποίος οδηγεί το αυτοκίνητό του με εκατόν ογδόντα χιλιόμετρα την ώρα μεθυσμένος, ναι, βεβαίως θα πρέπει να υπόκειται στον έλεγχο του κοινού νόμου, όπως υπόκειται ο κάθε Έλληνας πολίτης. Δεν έχει καμμία σχέση αυτό με την κοινοβουλευτική του δραστηριότητα.

Ούτε μπορεί να δίδεται η εντύπωση μιας συντεχνιακής νοοτροπίας, όταν ζητείται η άρση της ασυλίας των Βουλευτών, για παντελώς άσχετα με τη δραστηριότητά του θέματα και δυστυχώς πολλές φορές, οφείλουμε να το ομολογήσουμε εδώ μέσα, το Κοινοβούλιο έχει οδηγηθεί σε αρνητική απόφαση, ως προς την άρση της ασυλίας του, με αποτέλεσμα αυτό το γεγονός πολλές φορές να είναι και το πρώτο θέμα στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, όπου εκεί για άλλη μια φορά, δέχεται ένα ισχυρότατο πλήγμα το κύρος του πολιτικού κόσμου.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι πρέπει να ισχύει η βουλευτική ασυλία, μόνον κατ’ εξαίρεση και όχι κατά κανόνα. Και, βεβαίως, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Κοινοβουλίου στις περιπτώσεις, όπου είναι αμφισβητούμενο αν τελικά το συγκεκριμένο θέμα -που αποτελεί αδίκημα και για το οποίο ζητείται η άρση της ασυλίας ενός συγκεκριμένου Βουλευτού- σχετίζεται ή όχι με τη δραστηριότητά του, να αποφασίζει το ελληνικό Κοινοβούλιο, οι τριακόσιοι δηλαδή σε κάθε κοινοβουλευτική θητεία αντιπρόσωποι του έθνους, εάν πράγματι πρέπει ή όχι να επιτρέψουν την άρση της ασυλίας του.

Άλλως κατά κανόνα, θεωρώ ότι δεν πρέπει να ισχύει κανενός είδους ασυλία. Και τα επαναλαμβάνω όλα αυτά, διότι ζούμε στην εποχή, που θα πρέπει πέρα από το να είμαστε, να αποδεικνύουμε καθημερινά και την εντιμότητά μας.

 

Γ. Τρυφωνίδης

Έρχομαι στο άρθρο 62, που αναφέρεται στην ασυλία των Βουλευτών. Θα ήθελα να παρατηρήσω από την εμπειρία μου στο Κοινοβούλιο ότι υπάρχει μια υπευθυνότητα των συναδέλφων, όταν χειρίζονται θέματα αιτήσεων άρσης ασυλίας συναδέλφων. Η εμπειρία έχει δείξει ότι υπάρχει μια ευαισθησία και απέναντι στο κοινωνικό σύνολο και απέναντι στους εαυτούς μας και μέχρι τώρα, έχουμε κάνει μία σωστή χρήση αυτών των διατάξεων, που υπάρχουν στο άρθρο 62. Πιστεύω, λοιπόν, ότι το άρθρο 62- και εκφράζω την προσωπική μου άποψη- όπως υπάρχει σήμερα, είναι επαρκές και δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να αναθεωρηθεί.

Αυτά ήθελα να πω και να συνηγορήσω σ’ αυτό που είπε η κυρία Πρόεδρος, ότι εδώ πρέπει να εκφράζουμε υπεύθυνα, σοβαρά και ολοκληρωμένα τις απόψεις μας, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της διαδικασίας, εάν θα τύχει δηλαδή του σεβαστού αριθμού ψήφων, για να μπορέσει να καθιερωθεί η τροποποίηση του Συντάγματος.

Να σας πω και κάτι ακόμη; Ίσως και αυτός ο μη εξασφαλισμένος αριθμός ψήφων στο τέλος, λόγω της αποχωρήσεως του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που είναι μια άρνηση ασκήσεως δημοκρατικού δικαιώματος εκ μέρους του, που δεν ξέρω πόσο δημοκρατική είναι κυρίως όταν αφορά στην διαδικασία τροποποίησης του Συντάγματος, δίνει σ’ εμάς τους υπόλοιπους την ευκαιρία, να εκφραζόμαστε ίσως πιο ελεύθερα στις θέσεις τις οποίες έχουμε για τα συζητούμενα άρθρα.

 

 

Ι. Μπούγας

Το άρθρο 62. Εδώ υπάρχει ένας προβληματισμός. Η προσωπική μου θέση, κυρία Πρόεδρε, και για το άρθρο 61 και για το άρθρο 62, όπου από τη μη απόφαση ή την άρνηση απόφασης της Βουλής, συνάγονται έννομες συνέπειες σε βάρος των Βουλευτών, θεωρώ ότι δεν μπορούμε, η σιωπή ή η μη απόφαση της Βουλής σε ένα συγκεκριμένο προσδιορισμένο στο Σύνταγμα χρόνο, να έχει έννομες συνέπειες για τους Βουλευτές. Θα πρότεινα, για να μπορέσουμε να είμαστε και εντάξει, απέναντι στις αποφάσεις στις οποίες αναφερθήκατε του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, να μην προβλέψουμε τις συνέπειες, από τη μη απόφαση της Βουλής, αλλά συγκεκριμένα να αναφέρουμε, ότι η Βουλή οφείλει να αποφασίζει -και αυτό το «οφείλει» σημαίνει συνταγματική επιταγή προς τη Βουλή- σε συγκεκριμένο χρόνο.

Βεβαίως είναι ένα ζήτημα, το τι γίνεται με τις αστικές αξιώσεις τρίτων σε βάρος του Βουλευτή. Δεν νομίζω ότι μπορεί να διατυπωθεί ευπρόσωπα η πρόταση και είναι και ξένη προς το πνεύμα του Συντάγματος και της θέσπισης της ασυλίας, το να προστατεύουμε το Βουλευτή και από διοικητικές κυρώσεις ενδεχομένως, ή από αστικής φύσεως αξιώσεις, οι οποίες εγείρονται ενώπιον των αστικών δικαστηρίων, από τρίτους, οι οποίοι θεωρούν ότι ο Βουλευτής τους, έχει βλάψει και διεκδικούν αποζημίωση ή μ’ άλλον τρόπο αποκατάσταση από το Βουλευτή. Ο σκοπός της ασυλίας, είναι για να διαφυλάξει το κύρος, όχι μόνο των Βουλευτών, αλλά κυρίως του λειτουργήματος, το οποίο ασκούν και θεωρώ πως με μία βελτίωση στο πνεύμα της πρότασης, την οποία έκανα, αυτή η διάταξη μπορεί να είναι πλήρης και να εναρμονίζεται και προς τις αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί από το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και οι οποίες υπενθυμίζω, καταδίκασαν τη χώρα μας, αλλά και την Ιταλία, λόγω των συνεχών και μη δικαιολογημένων αρνήσεων των Κοινοβουλίων, να δώσουν άδεια προς δίωξη. Και βέβαια, ένα στοιχείο, μια παράμετρος, είναι ο χρόνος. Γι’ αυτό εναπόκειται και στους Βουλευτές, όταν καλούμεθα να ψηφίσουμε για την άρση ή μη άρση μιας ασυλίας συναδέλφου, με πολύ μεγάλη σοβαρότητα, να ελέγχουμε τα πραγματικά περιστατικά και να βλέπουμε, εάν η πρόταση, το αίτημα για άρση, εξυπηρετεί τους συνταγματικούς σκοπούς, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 62. Διότι από μία κακώς νοούμενη καμμία φορά συναδελφική αλληλεγγύη, οδηγούμεθα στο να ψηφίσουμε αρνητικά, για την άρση ασυλίας Βουλευτών, όταν πρόκειται για προφανείς περιπτώσεις, που δεν χρειάζεται να οχυρωθούν πίσω από το προνόμιο της ασυλίας και θα πρέπει, όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, να λογοδοτήσουν ενώπιον της ποινικής δικαιοσύνης.

Τελειώνοντας, κυρία Πρόεδρε, θα ήθελα να αναφερθώ πολύ σύντομα στην πρόταση, την οποία έχει διανείμει ο συνάδελφος κ. Κεφαλογιάννης. Θεωρώ ότι αυτή η πρόταση, μπορεί να αποτελέσει ένα έναυσμα μιας ουσιαστικής συζήτησης για την καθιέρωση ενός ασυμβιβάστου, μεταξύ μέλους της Κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου, δηλαδή, δεν μπορεί να συμπίπτει η ιδιότητα του μέλους της Κυβέρνησης, μ’ αυτή του Βουλευτή.

Τα επιχειρήματα αναφέρθηκαν και νομίζω ότι είναι σαφή σε όλους μας. Εγώ θα ήθελα να προσθέσω στα επιχειρήματα αυτά, ότι χρειάζεται να ωριμάσει και στην κοινή γνώμη η ιδέα, ότι όποιος εκλέγει Βουλευτές, δεν σημαίνει ότι εκλέγει ταυτόχρονα και Υπουργούς. Άλλη είναι η δουλειά του Βουλευτή, άλλα καθήκοντα καλείται να εκπληρώσει στην Εθνική Αντιπροσωπεία ο Βουλευτής και άλλα ο Υπουργός.

Κατά συνέπεια, θα πρέπει σιγά-σιγά να αρχίζει να ωριμάζει στην κοινή γνώμη, επαναλαμβάνω, η ιδέα ότι μπορεί να είναι διακεκριμένες οι ιδιότητες του μέλους της Κυβέρνησης και του Βουλευτή κι αυτό θα εξυπηρετήσει το δημοκρατικό μας πολίτευμα, θα εξυπηρετήσει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.

 

Ν. Τσούκαλης

Τελειώνω με το θέμα της ασυλίας, κυρία Πρόεδρε. Ξέρουμε και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, γνωρίζουμε και τις στρεβλώσεις όσον αφορά την εφαρμογή της συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης και αν θέλετε, και του ίδιου του νόμου. Όμως, η διατύπωση έτσι όπως αναφέρεται, όσον αφορά την ασυλία, μπορεί να οδηγήσει σε αποτελέσματα τα οποία δεν είναι επιθυμητά για εμάς. Θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα και θα τελειώσω μ’ αυτό. Εκτός από τις πράξεις τις κακουργηματικές ή τα αδικήματα που μπορεί να διαπράξει ένας Βουλευτής μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, υπάρχουν δυστυχώς περιπτώσεις σκόπιμων διώξεων που τείνουν να πλήξουν την εικόνα του Βουλευτή και εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται ότι ασκούνται στα πλαίσια αυτών των αρμοδιοτήτων.
Ξέρω περιπτώσεις –φαντάζομαι ότι γνωρίζετε και εσείς- σκόπιμων διώξεων μέσα στα πλαίσια οικογενειακού δίκαιου, ενοχικών σχέσεων, κληρονομικού δικαίου, ποινικοποίηση αστικών υποθέσεων, ασκούνται επίτηδες μόνο και μόνο για να πλήξουν το Βουλευτή. Γι’ αυτό, στη συγκεκριμένη περίπτωση η μόνη λύση είναι η εξέταση κατά περίπτωση, η οποία βεβαίως νομίζω ότι καλύπτεται και από τη νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, με την έννοια ότι εξετάζεται η συγκεκριμένη περίπτωση και όχι η συμβατότητα της συνταγματικής διάταξης με τις γενικές αρχές που διέπουν την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς συνθήκες.
Κατόπιν αυτών πιστεύω ότι θα ήταν καλό για τη Βουλή, θα ήταν αναβάθμιση του ρόλου της Βουλής, εάν συμφωνούσαμε ότι στα τρία από τα τέσσερα άρθρα που συζητάμε σήμερα, δεν χρειάζεται αναθεώρηση και να αναγνωρίσουμε τις ευθύνες και τις ανεπάρκειες όλων των υπολοίπων μηχανισμών, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου.

 

Ε. Κεφαλογιάννης

Θέλω, κυρία Πρόεδρε, να αναφερθώ και στο άρθρο 62. Είναι σαν να ναρκοθετούμε το πολιτικό μας σύστημα. Είναι ως να ευνουχίζουμε τους Βουλευτές. Αυτή η παράγραφος 2 είναι εκτός τόπου και χρόνου έτσι όπως έχει διατυπωθεί. Κάποιος, δηλαδή, είδε ότι το προηγούμενο Σύνταγμα έλεγε ότι αν παρέλθει τρίμηνο από την πρόταση για άρση της ασυλίας και δεν έρθει προς ψήφιση στη Βουλή, δεν παραπέμπεται ο Βουλευτής και έβγαλε το «δεν». Αυτό είναι αστείο. Δηλαδή θα έχουμε το Βουλευτή υπό την πίεση ή την καταπίεση της οποιασδήποτε ομάδας ή του αντιπάλου κόμματος ή μέσα στο ίδιο κόμμα. Δηλαδή κάποιοι θα έχουν το διαβατήριο της ασυλίας διότι παραβούλιο αποφάσισε έτσι και κάποιοι άλλοι θα στέλνονται βορά στα δικαστήρια για οποιοδήποτε θέμα. Αυτό δεν έχει λογική.

Εγώ, κυρία Πρόεδρε, προτείνω να διαγραφεί η παράγραφος 2 τελείως και στη Βουλή να έρχονται όλες οι αιτήσεις άρσης ασυλίας, και να ψηφίζονται από τη Βουλή. Νομίζω ότι και εκεί έχουμε κάνει πολλά και σημαντικά βήματα. Πάρα πολλές φορές έχει γίνει άρση ασυλίας. Γίνεται συζήτηση, έχει τη δυνατότητα ο Βουλευτής να εκθέσει τις απόψεις του. Εγώ με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπιστώνω ότι πολλοί Βουλευτές, ζητούν οι ίδιοι την άρση της ασυλίας τους. Άρα νομίζω ότι δεν τίθεται θέμα. Αν είναι για λόγους μόνο εντυπωσιασμού, να δηλώσουν όλα τα κόμματα τη θέλησή τους, ότι πρέπει προς την κατεύθυνση της άρσης της ασυλίας για όλα τα άλλα θέματα, πέρα απ’ αυτά που σχετίζονται με την πολιτική, άλλως να κάνουμε αυτό που γίνεται σε άλλες χώρες, όπως στις Η.Π.Α., να καταργήσουμε απολύτως την ασυλία. Ασυλία έχει ο Βουλευτής μόνο όταν πηγαίνει στο Κοινοβούλιο να ψηφίσει. Γι’ αυτό πολλές φορές βλέπετε στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, Βουλευτές από τις Η.Π.Α., περνούν τη γραμμή της διαδήλωσης, τους βάζουν τις χειροπέδες, τους πιάνουν το κεφάλι, τους βάζουν στο περιπολικό και τους πηγαίνουν στο τμήμα. Ή παπάς, παπάς, ή ζευγάς, ζευγάς. Δεν μπορεί να είναι μισό ασυλία και το άλλο μισό κατά βούληση. Ή θα καταργήσουμε τελείως την ασυλία ή θα αποφασίζει η Βουλή.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα): Κύριε Κεφαλογιάννη για να καταλάβω. Δεν θέλατε να υπάρχει προθεσμία ώστε εντός προθεσμίας να αποφασίζει η Βουλή; Ή να αποφασίζει όποτε θέλει;

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Να αποφασίζει η Βουλή…

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΗΣ: Αν δεν αποφασίσει, να παραπέμπεται.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα): Αυτό είναι η πρόταση.

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Να αποφασίζει η Βουλή. Να μην αποφασίζει ο Πρόεδρος αν θα παραπεμφθεί.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα): Δεν αποφασίζει ο Πρόεδρος. Η Βουλή αποφασίζει.

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Κυρία Πρόεδρε, αν μου επιτρέπετε, να λέμε τα πράγματα όπως είναι.

Ο Σουΐφτ έλεγε -1600 τόσο- «πίσω από κάθε Κοινοβούλιο κρύβεται ένα συμβούλιο και πίσω από κάθε συμβούλιο κρύβεται μια γυναίκα ελευθέρων ηθών».

Εγώ λέω το εξής. Αυτό το συμβούλιο –το συμβούλιο που κρύβεται πίσω από το Κοινοβούλιο- δεν μπορεί να αποφασίζει τη μια φορά ότι θα φέρει την ασυλία στην Ολομέλεια για ψήφιση και την άλλη φορά θα το βάλει στο συρτάρι να περάσει το τρίμηνο για να πάει βορά ο Βουλευτής στη δικαιοσύνη. Να πάει, αλλά να πάει έχοντας γίνει όμως μια συζήτηση στη Βουλή, έχοντας αποφασίσει η Βουλή. Όχι κάποιος, γιατί το έβαλε στο συρτάρι, παραπέμπει το Βουλευτή στη δικαιοσύνη. Να υπάρχουν ίσοι κανόνες για όλους τους Βουλευτές.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα): Θα το δούμε, κύριε Κεφαλογιάννη, αλλά δεν μπορούμε να διαχωρίζουμε τον Πρόεδρο από τους υπόλοιπους Βουλευτές. Ένας primus inter pares είναι ο Πρόεδρος. Και δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι αυθαιρετεί ένας Πρόεδρος έναντι άλλων Βουλευτών. Αυτά δεν πρέπει να λέγονται καν, ότι υπάρχει τέτοια υπόνοια κατά οποιουδήποτε Προέδρου Βουλής τον οποίο εκλέγουμε μόνοι μας και μόνοι μας ελέγχουμε.

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Να υπάρχει ένας κανόνας για όλους.

 

  1. IV. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΛΟΓΩΝ

Νίκος Αλιβιζάτος, Παναγής Βουρλούμης, Γιώργος Γεραπετρίτης, Γιάννης Κτιστάκις, Στέφανος Μάνος, Φίλιππος Σπυρόπουλος, Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, έκδ. Εφημερίδας «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»

Άρθρο 55 1. Βουλευτική ασυλία παρέχεται από τη Βουλή μόνο μετά από αίτηση του βουλευτή που διώκεται και μόνο για πράξεις ή παραλείψεις που συνδέονται άμεσα με την πολιτική δράση του. Η ως άνω αίτηση εισάγεται για συζήτηση στην αρμόδια διαρκή επιτροπή και η επ’ αυτής απόφαση λαμβάνεται εντός τριάντα ημερών από την υποβολή της αίτησης στον Πρόεδρο της Βουλής. Ο βουλευτής μπορεί να ζητήσει η συζήτηση να διεξαχθεί στην ολομέλεια, η οποία αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Σε περίπτωση απουσίας της Βουλής, η ως άνω προθεσμία αναστέλλεται και συνεχίζεται με την έναρξη της αμέσως επόμενης συνόδου της, μέχρι τη συμπλήρωσή της, οπότε αναστέλλεται ισόχρονα ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος. Η ασυλία θεωρείται ότι δεν χορηγήθηκε, εάν η Βουλή δεν αποφανθεί εντός της ως άνω προθεσμίας.

  1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση υποθέσεων κατά βουλευτών είναι το Εφετείο.

Σχόλιο. Για τη βουλευτική ασυλία προκρίνεται το βρετανικό μοντέλο, δηλαδή εισάγεται το αντίστροφο τεκμήριο από το ισχύον: οι βουλευτές θα μπορούν να διωχθούν για τις αξιόποινες πράξεις που διαπράττουν, όπως όλοι οι πολίτες. Μόνον οι ίδιοι, αν φρονούν ότι διώκονται για πολιτικούς λόγους, θα μπορούν να ζητήσουν από τη Βουλή τη χορήγηση βουλευτικής ασυλίας.

 

Κ. Χρυσόγονος

Άρθρο 62: «Ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια της Βουλής για πολιτικά και μικτά εγκλήματα κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής, εκτός από τα αυτόφωρα».

Τζοβάνι Σαρτόρι (1924-2017)

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Kαθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Κλασικός συγγραφέας μπορεί να γίνει κανείς και μόνο με ένα βιβλίο. Ο Τζοβάνι Σαρτόρι, ο οποίος απεβίωσε την Τρίτη 4 Απριλίου 2017, λίγο πριν συμπληρώσει τα 93 του χρόνια, έγραψε τέσσερα μεγάλα βιβλία, με τα οποία αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους σε παγκόσμια κλίμακα πολιτικούς επιστήμονες της εποχής μας, σίγουρα εκείνος που απέκτησε τη μεγαλύτερη φήμη από όλους και επηρέασε περισσότερο από κάθε άλλον τις νεότερες γενιές των πολιτικών επιστημόνων σε όλο τον κόσμο.

Το βιβλίο του «Δημοκρατία και ορισμοί» (1957) αποτελεί 60 χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του υποχρεωτικό σημείο αναφοράς για την κατανόηση της λειτουργίας της πλουραλιστικής δημοκρατίας (μια εκλαϊκευμένη συμπύκνωσή του αποτελεί το «Η δημοκρατία σε 30 μαθήματα, μετάφραση Σ. Τριανταφύλλου, εκδ. Μελάνι, 2015). Δεν είναι τυχαίο ότι το λήμμα «Δημοκρατία» στην International Encyclopedia of the Social Sciences έχει την υπογραφή του (1968).

Αξεπέραστο παραμένει και το βιβλίο του για τη μέθοδο της συγκρότησης των εννοιών στην πολιτική επιστήμη (βλ. Σημασιολογία, έννοιες, συγκριτική μέθοδος, επιμ. Σ. Σεφεριάδη, εκδόσεις Παπαζήση, 2004). Κανείς δεν μπορεί να κάνει ανάλυση των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων χωρίς να λάβει υπόψη το «Parties and party systems» (πρώτη έκδοση, 1976), δυστυχώς αμετάφραστο ακόμη στα ελληνικά.

Το τελευταίο κλασικό έργο του Σαρτόρι ήταν η «Συγκριτική συνταγματική μηχανική» (επιμ. Θ. Πελαγίδη, μετάφραση Τ. Πλυτά, εκδόσεις Παπαζήση, 2007), το οποίο, μπορεί, μεταξύ άλλων, να βοηθήσει στην κατανόηση των κατασκευαστικών αστοχιών του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος και στη μη επανάληψή τους (βλ. Ξ. Κοντιάδη, Το ανορθολογικό μας Σύνταγμα, εκδόσεις Παπαζήση, 2015).

Ο Σαρτόρι ήταν ένας τυπικός φλωρεντίνος: αλαζών, σαρκαστικός, χιουμορίστας, είρων, ορθολογικός και αντικληρικαλιστής. Επιπροσθέτως, και αντικομμουνιστής, όσο υπήρχε ο κομμουνισμός. Εγκατέλειψε τη Φλωρεντία το 1976 και έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια στη Νέα Υόρκη, επειδή πίστευε ότι οι κομμουνιστές βρίσκονταν ante portas. Ακόμη και οι μεγάλοι πολιτικοί επιστήμονες κάνουν λάθος πολιτικές εκτιμήσεις.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 12-4-2017

Ημερίδα Ομίλου στο Καρπενήσι, Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Ημερίδα Επιστημονικού Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης»
και κοινό σεμινάριο των
Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών Δημοσίου Δικαίου
των Τμημάτων Νομικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης

Καρπενήσι, Παρασκευή 5 και Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

Κοινό Μεταπτυχιακό Σεμινάριο, πρόγραμμα

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Ημερίδα

«Η κατάσταση της συνταγματικής επιστήμης σήμερα»

 

Η ημερίδα θα διεξαχθεί στην αίθουσα του Σχολείου (Μουσείου) στο παλαιό Μικρό Χωριό

 

9.30-9.40: Χαιρετισμός, Ν.Κ. Αλιβιζάτος, Ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΕΚΠΑ

9.40-10.00: Εισαγωγική ομιλία, Π. Μαντζούφας, Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΑΠΘ, Ο λόγος περί Συντάγματος στην μεταπολίτευση: Οικονομική κρίση και συνταγματικός πληθωρισμός

 

Πρώτη συνεδρία: 10.00-11.45, Διεθνής περίπλους
(Προεδρία Ν. Κ. Αλιβιζάτος, Ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΕΚΠΑ)

10.00: Ν. Παπασπύρου, Λέκτορας Δημοσίου Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΕΚΠΑ, Η πόλωση στο Supreme Court και ο ρόλος του δικαστή Kennedy

10.15: Σ.-I. Κουτνατζής, Λέκτορας Δημοσίου Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΔΠΘ, Μεταξύ δόγματος και θεωρίας: Σύγχρονες τάσεις της γερμανικής συνταγματικής επιστήμης

10.30: Α. Βλαχογιάννης,  ΔΝ, Πανεπιστήμιο Paris II (Panthéon-Assas), Η μετάβαση σε ένα σύγχρονο μοντέλο συνταγματικής δικαιοσύνης: Διαδρομές της γαλλικής συνταγματικής επιστήμης

10.45-11.00 Σχόλια: Σ. Τσακυράκης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΕΚΠΑ

11.00-11.45: Συζήτηση

 

Δεύτερη συνεδρία 12.00-13.30: Ζητήματα μεθοδολογίας του Συντάγματος
(Προεδρία Ι. Καμτσίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΑΠΘ)

12.00: Ν. Κ. Αλιβιζάτος, Ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΕΚΠΑ, H ερμηνεία του Συντάγματος μεταξύ παράδοσης και ανανέωσης

12.15: Α. Τάκης, Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΑΠΘ, Από τα checks στο balancing: η μεταφυσική παγίδα των συνταγματικών αγαθών

12.30: Γ. Γεραπετρίτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΕΚΠΑ, Η λειτουργική αναχώρηση του αντιπροσωπευτικού συστήματος

12.45-13.30: Συζήτηση

13.45-15.00: Διάλειμμα- ελαφρύ γεύμα στον χώρο του συνεδρίου

Τρίτη συνεδρία 15.15-16.15:  Ηθικά και πολιτικά όρια του Συντάγματος
(Προεδρία Α. Τάκης, Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΑΠΘ)

15.15: Δ. Κυρίτσης, Αναπληρωτής Καθηγητής, School of Law, University of Reading, Ηθικές αξίες και συνταγματική επιστήμη

15.30: Γ. Τασόπουλος, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ, Το οικονομικό Σύνταγμα μετά την κρίση

15.45-16.15: Συζήτηση

16.15-16.30: Κλείσιμο των εργασιών της ημερίδας, Γ. Δρόσος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής ΕΚΠΑ

 

ΔΙΑΜΟΝΗ

Προτεινόμενα ξενοδοχεία στην πόλη του Καρπενησίου:

 

(Τιμές με πρωινό)

 

Ξενοδοχείο Ελβετία,  http://elvetiahotel.gr, τηλ. 22370 80111, 22465, Μονόκλινο 35 ευρώ, δίκλινο 40 ευρώ και τρίκλινο 50 ευρώ

 

Ξενοδοχείο Selestina, http://www.selestina.gr, τηλ. 22370 89008-9,

Μονόκλινο 63 ευρώ, δίκλινο 77 ευρώ

 

Ξενοδοχείο Απολλώνιον, http://www.hotelapollonion.gr, τηλ. 22370 25001-2, Μονόκλινο 30 ευρώ, δίκλινο 35 ευρώ και τρίκλινο 45 ευρώ

 

Ξενοδοχείο Άνεσις, http://www.anesis.gr, τηλ. 22370 22846, Μονόκλινο 35 ευρώ, δίκλινο 40 ευρώ και τρίκλινο 50 ευρώ

Υπέρ της εκλογής Προέδρου από τον λαό και υπέρ του Συνταγματικού Δικαστηρίου

Απόστολος Παπατόλιας, ΔρΝ, Μέλος ΑΣΕΠ

Η συνέντευξη του δρ Απόστολου Παπατόλια στον Σωτήρη Σιδέρη για το Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων έχει ως εξής:

ΕΡ: Πολλοί υποστηρίζουν ότι σε αυτά τα χρόνια της κρίσης, το Σύνταγμα δοκιμάστηκε σοβαρά για να υπηρετηθούν κάποιοι πολιτικοί και οικονομικοί στόχοι. Η συζήτηση για την αναθεώρηση έχει ανοίξει και ο διάλογος εξελίσσεται. Εκτιμάτε ότι είναι ώριμες οι συνθήκες για μια ουσιαστική συνταγματική αναθεώρηση;

 ΑΠ: Εκείνο που δοκιμάστηκε σοβαρά στα χρόνια της κρίσης και ουσιαστικά οδηγήθηκε σε χρεοκοπία είναι το πολιτικό σύστημα που εγκαινίασε η Μεταπολίτευση, καθώς και το συναφές κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο της δανεικής ευημερίας και της παρασιτικής ευμάρειας. Ούτε όμως η κρίση είναι δημιούργημα του Συντάγματος, ούτε βεβαίως αρκούν κάποιες συνταγματικές διευθετήσεις για να την ξεπεράσουμε οριστικά. Θεωρώ δε άστοχη και παραπλανητική την εγχώρια τάση των συνταγματολόγων να ανάγουν τα στρατηγικά πολιτικά ζητήματα της χώρας σε θέματα ερμηνείας ή πιστής εφαρμογής του Συντάγματος. Είναι εξίσου αλήθεια ότι οι δεσμεύσεις των Μνημονίων διαμορφώνουν -παράλληλα με τις επίσημες συνταγματικές προβλέψεις- ένα νέο πλαίσιο κανόνων και καταναγκασμών για τη διαμόρφωση των εσωτερικών πολιτικών επιλογών, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί από τα όργανα της συντεταγμένης Πολιτείας. Εάν λοιπόν θέλουμε να πάρουμε στα σοβαρά την υπόθεση της συνταγματικής αναθεώρησης, απαιτείται προηγουμένως μια έγκυρη διάγνωση για το πώς ορισμένες μεταβολές στον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματος είναι σε θέση να συμβάλλουν στην αλλαγή «κοινωνικο-οικονομικού» παραδείγματος για τη χώρα και να εξυπηρετήσουν τον στόχο της εθνικής και κοινωνικής ανασυγκρότησής μας. Οι συνθήκες είναι ώριμες στο μέτρο που οι κοινωνικο-πολιτικές δυνάμεις συνομολογήσουν ότι το Σύνταγμα μπορεί να γίνει μέρος του εθνικού σχεδιασμού για την υπέρβαση της κρίσης μέσα από μια πορεία ανάταξης του πολιτικού συστήματος, ασφαλέστερης λειτουργίας των θεσμών και μεγαλύτερης διαφάνειας στην παραγωγή των πολιτικών αποφάσεων. Απαράκαμπτες, ωστόσο, προϋποθέσεις για μια καλή και χρήσιμη αναθεώρηση συναρτάται πάντοτε: α) μια συνεκτική και ισορροπημένη συνταγματική πολιτική και β) ένα πλειοψηφικό μπλοκ κοινωνικο-πολιτικών δυνάμεων ικανό να την επιβάλλει.

ΕΡ: Αν λάβουμε υπόψη μας την ένταση της συζήτησης για την συνταγματική αναθεώρηση, θα υποστηρίζατε ότι η αναθεώρηση του 2001 απέτυχε;

ΑΠ: Η αναθεώρηση του 2001 ήταν πολυεπίπεδη και πληθωρική, ενώ συνέβαλε ουσιωδώς στη διεύρυνση του πεδίου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Δυστυχώς, όμως, δεν είχε κάποια κεντρική στόχευση και δεν διακρινόταν για τη συνεκτική συνταγματική πολιτική που καθιστούσε επιτακτική την αναθεωρητική πρωτοβουλία. Σήμερα, που έχει καθίσει η επικοινωνιακή σκόνη των παρελθουσών κομματικών εντάσεων και αντιπαραθέσεων, κανείς δεν έχει πλήρη εικόνα για τους λόγους που υπαγόρευσαν το αναθεωρητικό εγχείρημα… Κι αυτό καμιά φορά είναι χειρότερο από την αποτυχία…

ΕΡ: Η πρόταση της υπό τον κ. Κατρούγκαλο επιτροπής προβλέπει πλήθος αλλαγών. Ειδικότερα, τάσσεται υπέρ των διακριτών ρόλων Κράτους -Εκκλησίας, υπέρ της καθιέρωσης της απλής αναλογικής, των δημοψηφισμάτων με λαϊκή πρωτοβουλία, μέγιστο αριθμός θητειών για βουλευτές κ.λπ. Θέματα στα οποία η αντιπολίτευση είναι επιφυλακτική ή αρνητική. Μπορεί να υπάρξει σύγκλιση και τελικά συμφωνία ως προς το περιεχόμενο της αναθεώρησης;

ΑΠ: Η «πρόταση των 6» αποσαφηνίζει σε μεγάλο βαθμό το στίγμα της συνταγματικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ και εξειδικεύει πλήρως το πλαίσιο των 5 αξόνων που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός. Ως πολυθεματική και πολυεπίπεδη παρέμβαση εντάσσεται στη λεγόμενη «ριζοσπαστική αντίληψη» για τη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία αντιδιαστέλλεται προς τη «συντηρητική», με κριτήριο το εύρος των προτεινόμενων αλλαγών (από την αρχιτεκτονική του πολιτεύματος έως την εξαγγελία των θεμελιωδών δικαιωμάτων). Η βασική αρχή που διέπει την «πρόταση των 6» συνοψίζεται: α) στην αναγκαιότητα της θέσπισης αντιβάρων στο πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα (αναβάθμιση ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, θεσμοί εξορθολογισμού του Κοινοβουλίου, θέσπιση Συνταγματικού Δικαστηρίου και β) στην υπέρβαση της κρίσης αντιπροσώπευσης του πολιτικού συστήματος μέσα από τη λελογισμένη διεύρυνση των θεσμών λαϊκής συμμετοχής (δημοψηφίσματα) ή τη θέσπιση των γενικών αρχών ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος. Κεντρικός άξονας του αναθεωρητικού διαβήματος είναι, για την πρόταση αυτή, ο ανασχεδιασμός των σχέσεων δημοκρατίας και αποτελεσματικότητας, δηλαδή η αναζήτηση ενός νέου σημείου ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη για ταχεία και αποτελεσματική διακυβέρνηση και το αίτημα για συμπόρευση με την έκφραση των λαϊκών προτιμήσεων. Στους ανακοινωμένους άξονες (προσχέδιο 9 σημείων) της αναθεωρητικής πρότασης της ΝΔ δε διακρίνει κανείς αντίστοιχο μέλημα για την εξισορρόπηση των θεσμών, παρά μόνον μια γενική μέριμνα για τον εξορθολογισμό του πολιτεύματος. Υπό την έννοια αυτή, δεν διακρίνω παρά ελάχιστα σημεία σύγκλισης μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων ως προς την οριοθέτηση των αναθεωρητέων διατάξεων από την παρούσα Βουλή. Σε ζητήματα που έχουν μια ακόμη εντονότερη ιδεολογική φόρτιση, όπως το ζήτημα του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους, οι συγκλίσεις φαντάζουν δε αδιανόητες, ιδίως αν αναλογιστούμε ότι μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου, ακόμη και σήμερα, πορεύεται με βάση το ιδεολόγημα «Ελλάς, Ελλήνων χριστιανών»…

ΕΡ: Πρόσφατα έγινε μεγάλη και έντονη συζήτηση σχετικά με τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ έχει διατυπωθεί και η πρόταση για την εκλογή από τον λαό. Συμφωνείτε με αυτή την άποψη;

ΑΠ: Στο πλαίσιο της γενικότερης αντίληψης για την ανάγκη θέσπισης αντιβάρων στον πρωθυπουργοκεντρισμό, υποστηρίζεται από πολλές πλευρές η αύξηση των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ενίσχυση άλλοτε λελογισμένη, άλλοτε θεαματική, μέχρι του σημείου που να εγκαθιδρύεται μια αληθινή «δυαρχία» στη διακυβέρνηση της χώρας. Ανεξάρτητα, ωστόσο, από τη δοσολογία και το εύρος της ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του Προέδρου και πέρα από την αδιέξοδη σχολαστικιστική συζήτηση του κατά πόσον αλλοιώνονται οι «βάσεις του Πολιτεύματος» της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, διακρίνονται στον δημόσιο διάλογο τα πρώτα σημεία μιας θεμελιώδους πολιτικής σύγκλισης σε σχέση με το υπαρκτό συνταγματικό διακύβευμα. Αυτό συμπυκνώνεται στο αίτημα ενίσχυσης της θέσης του Προέδρου, ώστε να καταστεί βασικός πόλος της εκτελεστικής εξουσίας, εξισορροπητικός της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού. Εάν, ωστόσο, εννοούμε σοβαρά την εγκατάσταση ενός πολυκεντρικού συστήματος ισχύος στην εκτελεστική εξουσία, είναι λογικά και λειτουργικά αναγκαίο να προσδώσουμε και πολιτική ισχύ στον Πρόεδρο, προβλέποντας την άμεση εκλογή του από τον λαό. Δεν έχουμε κανένα λόγο να φοβόμαστε ούτε την ευθεία «πολιτικοποίηση» του Προέδρου ούτε την πολιτική αναμέτρηση που θα προκαλέσει η ανάδειξή του. Η εμπειρία ευρωπαϊκών κρατών με αντίστοιχους θεσμούς (Πορτογαλία, Αυστρία, Φινλανδία) είναι πολλαπλώς διδακτική για την ισορροπημένη λειτουργία του πολιτεύματος. Για τον λόγο αυτό, προτείνω να αποσυνδέσουμε πλήρως την άμεση εκλογή του Προέδρου από την αδυναμία επίτευξης των αυξημένων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών που απαιτεί σήμερα το Σύνταγμα για την ανάδειξή του. Η πρόταση αυτή είναι συνεπέστερη με τη θεσμική κατοχύρωση του εξισορροπητικού ρόλου του μέσω της αναγωγής στη δημοκρατική αρχή.

ΕΡ: Οι τεχνολογίες αλλάζουν με ταχύτητα φωτός και αλλάζουν και τον τρόπο ζωής μας που χρειάζεται δικλείδες προστασίας. Μια συζήτηση για την συνταγματική αναθεώρηση δεν θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τέτοια ζητήματα καθώς δεν επηρεάζουν μόνο την προσωπική ζωή και την εργασία, αλλά και την κοινωνική ζωή;

ΑΠ: Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει θέσει τα θεμελιώδη δικαιώματα σε εξαιρετικά μεγάλη «πίεση», αναδεικνύοντας πηγές διακινδύνευσης και προοπτικές προστασίας τους που δεν μπορούσαμε να υποπτευθούμε πριν από λίγο καιρό. Η γενική συνταγματική εξαγγελία του Συντάγματος για την «κοινωνία της πληροφορίας» που εισήχθη με την αναθεώρηση του 2001, είναι φανερό ότι δεν αρκεί πια για να θωρακίσει έναν ενιαίο χώρο προστασίας ούτε να προσφέρει τα απαραίτητα μεθοδολογικά εργαλεία στη δικαστική λειτουργία για να διαχειριστεί ολοένα και πιο σύνθετες υποθέσεις παραβίασης δικαιωμάτων. Εάν ισχύει η παραδοχή ότι τα δικαιώματα είναι πλέον ιδιαίτερα ευάλωτα, στην πραγματικότητα αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την παραδοσιακή προσέγγιση που συναρτά το επίπεδο προστασίας με τις φιλόδοξες και λεπτομερείς εξαγγελίες στο συνταγματικό κείμενο και να αναδείξουμε ένα νέο πεδίο λειτουργικής προστασίας των δικαιωμάτων πάντοτε σε συνάρτηση με τη σύμπραξη του κράτους και τη διαμόρφωση ικανών συνθηκών για την πρόσφορη άσκησή τους. Από την άποψη αυτή, ο «ακτιβισμός» του Δικαστηρίου του Στρασβούργου είναι ίσως πιο χρήσιμος από οποιαδήποτε νέα συνταγματική εξαγγελία που θα ενσωμάτωνε τις τεχνολογικές εξελίξεις. Η γενική ρήτρα που προβλέπει η «πρόταση των 6» για συντονισμό των εθνικών δικαστηρίων με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, μέσω της σύμφωνης ερμηνείας του Συντάγματος με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι ίσως η ισχυρότερη δικλείδα προστασίας που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς στις σύγχρονες διακινδυνεύσεις.

ΕΡ: Προφανώς η αναθεώρηση είναι ένα σοβαρό θέμα. Εξίσου σοβαρό θεωρείται και η τήρηση του Συντάγματος. Είστε υπέρ ή κατά δημιουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου;

ΑΠ: Επαναλαμβάνω ότι η κρίση και τα Μνημόνια δεν προέκυψαν ως αποτέλεσμα της μη τήρησης του Συντάγματος. Δεν είναι επίσης η πιστή εφαρμογή του Συντάγματος που θα έλυνε το πρόβλημα της κρίσης χρέους ή του στρεβλού οικονομικού μοντέλου της χώρας μας… Άλλωστε, για πολλούς σύγχρονους μελετητές, ιδίως πολιτικούς επιστήμονες, το ζήτημα της εφαρμογής ενός Συντάγματος δεν συνδέεται τόσο με την υπακοή σε έναν προδεδομένο κανόνα, που προκύπτει ερμηνευτικά από ένα γλωσσικό κείμενο, ούτε βεβαίως με την αγαθή προαίρεση του εφαρμοστικού οργάνου, αλλά με ουσιαστικές εγγυήσεις που δεσμεύουν αποτελεσματικά τη βούληση των δρώντων υποκειμένων της πολιτειακής σφαίρας. Υπό την έννοια αυτή, η εισαγωγή ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, είτε αυτοτελώς είτε ως μετεξέλιξη του ΑΕΔ, έχει μεγαλύτερη σημασία ως εργαλείο ανάσχεσης των εξουσιών του πρωθυπουργού και του ελέγχου του επί της Βουλής, παρά ως μια δήθεν ύστατη δικλείδα «ορθής τήρησης» του Συντάγματος. Δεν πρέπει να τρέφουμε την επικίνδυνη αυταπάτη ότι ένα τέτοιο Δικαστήριο θα λειτουργήσει ως ένας αντικειμενικός «φύλακας» του Συντάγματος, στο πλαίσιο ενός μονοσήμαντου ελέγχου συνταγματικότητας, έξω από το πολιτικό παίγνιο και υπεράνω πάσης αμφισβήτησης. Πρέπει αντιθέτως να έχουμε τη ρεαλιστική εικόνα ότι ένα τέτοιο Δικαστήριο θα λειτουργήσει ως «συννομοθέτης», άρα εξ αντικειμένου ως ουσιαστικό αντίβαρο στα υπόλοιπα κέντρα διακυβέρνησης, με τα οποία θα συνδιαμορφώνει τις θεσμικές και πολιτικές εξελίξεις. Εκτιμώντας ότι το θεσμικό μας σύστημα χρήζει πολλαπλών αλληλοελέγχων, ώστε να παράγεται, στο πλαίσιο μιας αιτιακής αλληλουχίας, η κάμψη των καθεστωτικών τάσεων και της φεουδαρχικής νοοτροπίας των κομμάτων εξουσίας, τάσσομαι ανεπιφύλακτα υπέρ της μετεξέλιξης του ΑΕΔ σε Συνταγματικό Δικαστήριο κατά την πρόβλεψη της «πρότασης των 6».

La Cour de justice de l’Union européenne et la crise de la zone Euro: «La Trahison des images»

Constantin Yannakopoulos, Professeur associé de la Faculté de Droit de l’Université d’Athènes, Professeur invité à l’Université Jean Moulin Lyon 3, Ancien référendaire à la Cour de justice des communautés européennes

La Cour de justice de l’Union européenne et la crise

 de la zone Euro: «La Trahison des images» *

 

PLAN

Introduction

I. La redéfinition flexible du droit de l’Union

  • L’attribution furtive de pouvoirs nouveaux
  • L’encadrement souple des nouveaux pouvoirs

II. La communication inflexible du droit de l’Union 

  • Le manque d’empathie institutionnelle à l’égard des juges nationaux
  • La prise de distance à l’égard des citoyens de l’Europe

Conclusions

 

 

Introduction

 

La Cour de justice de l’Union européenne, qui a vocation à assurer « le respect du droit dans l’interprétation et l’application des traités », a toujours joué un rôle clef dans la création et l’évolution de l’édifice européen. En suivant une méthode téléologique exploitant parfois à l’extrême la théorie de l’« effet utile » et en mettant en place un dialogue continu avec les juges nationaux, les juges de Luxembourg ont établi une superstructure juridique allant souvent bien au-delà de tous consensus économique, politique ou social. Ils ont ainsi consacré la communauté économique européenne comme un ordre juridique autonome, régi par les principes « de primauté » et d’« effet direct » et imprégné de l’idéal d’un État de droit. Cet idéal a été expressément proclamé dans l’arrêt Les Verts, dans lequel la Cour de justice a jugé « que la Communauté économique européenne est une communauté de droit en ce que ni ses États membres ni ses institutions n'échappent au contrôle de la conformité de leurs actes à la charte constitutionnelle de base qu'est le traité. ».

 

Le pouvoir créateur de la Cour de justice ne lui a pas valu que des amis. On a pu, par exemple, mettre en exergue qu’elle exerce un pouvoir presque constituant lui permettant de faire naître une communauté politique nouvelle par la puissance du droit et en dépit de l’adhésion des peuples. On lui a même reproché d’être mis au service d'une intégration européenne furtive et d’un ordre concurrentiel, dans le cadre duquel les droits sociaux et syndicaux seraient subordonnés aux libertés économiques.

 

Depuis 2010, la crise dans la zone Euro a déstabilisé l’ensemble de l’édifice européen, d’autant plus qu’elle a succédé à l’échec de la constitutionnalisation formelle de l’Union, laquelle, avant le traité de Lisbonne, n’avait pas réussi à acquérir une Constitution proprement dite. Pour juguler cette crise, l’union européenne imparfaite au déficit démocratique incontestable n’a pas su défendre même la méthode communautaire. Il y a eu une réduction de la vision de la constitutionnalisation de l’Europe à une architecture intergouvernementale d’assistance et de supervision des États membres. Bien que cette architecture se situe en dehors du champ d’application des traités, elle implique le partenariat des organes de l’Union qui débouche sur des actes hybrides dont la nature juridique n’est pas du tout claire. Ce manque de clarté a aggravé le sentiment de dépossession des citoyens de l’Europe, notamment des ressortissants des États membres débiteurs, tandis que les institutions européennes sont progressivement devenues «un parangon d’autocratie post-démocratique». Ainsi, ces dernières années, la vie quotidienne des grecs et d’autres citoyens de l’Europe a fondamentalement changé du fait des déclarations de l’Eurogroupe, que les textes juridiques qualifient pourtant de simple forum de discussion dont les actes ne sont pas destinés à produire des effets juridiques à l’égard des tiers. Pour paraphraser la fameuse citation de W. Shakespeare en son célèbre Hamlet, il y a sans doute quelque chose de pourri dans la communauté de droit à laquelle aspire l’Union européenne.

 

A cet égard, on a de nouveau critiqué le rôle de la Cour de justice comme organe de politique économique, en lui reprochant d’être devenu « un véritable instrument de validation tous azimuts des politiques économiques retenues dans l’Union: politique monétaire, réformes structurelles, austérité ». Certes, on pourrait rétorquer que la Cour de justice a sincèrement cherché à concilier les conceptions divergentes de la solidarité au sein de l’Union. Or, plus intéressant que l’analyse de son rôle politico-économique est le fait que la Cour de justice semble avoir eu du mal à défendre certains de pierres angulaires de la superstructure juridique qu’elle a, elle-même, créée. Tout d’abord, il paraît qu’elle n’a pu ni éviter ni efficacement encadrer la dérive intergouvernementale de l’Union ayant remis en cause tant la méthode communautaire que l’équilibre des pouvoirs au sein de l’Union. Ensuite, en évitant d’intervenir en temps utile et en faisant comme si aucun événement exceptionnel ne menaçait l’acquis communautaire, elle a semblé avoir sous-estimé l’importance de sauvegarder la sûreté de droit et laissé cet acquis à la merci des compromis intergouvernementaux. Enfin, elle n’a pas su gérer le dialogue avec les juges nationaux pour mieux assurer l’application uniforme du droit de l’Union dans le contexte du pluralisme constitutionnel existant et empêcher la transformation de l’Union en un édifice à plusieurs vitesses, qui distingue notamment entre les États débiteurs et les États créanciers.            

 

L’objet de ma conférence est de montrer que la jurisprudence de la Cour de justice qui porte, de près ou de loin, sur la crise de la zone Euro ne constitue pas un exemple typique d’autolimitation du juge à l’égard de la priorité des choix que le pouvoir politique adopte pour faire face à une crise grave. Elle évoque plutôt la difficulté de la Cour de justice de jouer le rôle d’une véritable cour constitutionnelle qui, tout en cédant au pouvoir politique l’initiative de gérer la crise et en admettant l’adaptation temporaire de l’Union aux exigences de la conjoncture, saurait encadrer les choix politiques et ne pas les laisser atomiser la confiance des citoyens à la survie des caractéristiques fondamentales de la communauté de droit à laquelle aspire l’Union. Cette difficulté constitue un symptôme de plus –sans doute le plus grave– du phénomène de la déconstitutionnalisation de l’Union, qui paraît –du moins ces dernières années– institutionnellement affaiblie et dépassée.     

 

Je vais développer mon propos en deux parties, qui correspondent aux deux principales fonctions de la jurisprudence de la Cour de justice durant la période de la crise de la zone Euro : d’une part, je vais analyser la redéfinition flexible du droit de l’Union, à laquelle la Cour de justice a procédé, en optant pour un encadrement souple des nouveaux pouvoirs qu’elle a furtivement reconnus aux États membres et aux organes de l’Union (I) ; d’autre part, je vais aborder la communication inflexible du droit de l’Union à ses destinataires, pour laquelle la Cour de justice a opté en ne montrant pas l’empathie institutionnelle requise à l’égard des juges nationaux et en gardant à distance les citoyens européens (II).    

 

  • La redéfinition flexible du droit de l’Union

 

En faisant semblant de ne pas toucher à la lettre ou à l’esprit des traités, la Cour de justice a légitimé les nouveaux pouvoirs dont les États membres et les organes de l’Union se sont dotés pour faire face à la crise de la zone Euro (A). Par ailleurs, en évitant un encadrement rigide de ces pouvoirs (B), les juges de Luxembourg ont en réalité procédé à une redéfinition flexible du droit de l’Union, qui en ressortirait capable d’absorber tout nouveau rapport de force.

 

  • L’attribution furtive de pouvoirs nouveaux

 

Au lieu d’utiliser les traités pour encadrer les choix des États membres et des organes de l’Union, la Cour de justice a opté pour l’interprétation des traités conformément aux compromis politiques auxquels les différents faiseurs du système sont parvenus. Ainsi, sans déployer si ce n’est que discrètement un quelconque droit d’urgence, elle a considéré comme relevant de la normalité que les États membres et les organes de l’Union se soient dotés de nouveaux pouvoirs excédant l’acquis communautaire.  

 

Le fameux arrêt Pringle en est paradigmatique, car il a juridiquement légitimé ex post la politique d’assistance financière à un membre de la zone Euro, en admettant sa compatibilité fort douteuse avec la clause de non-renflouement établit par l’article 125 TFUE. Sur ce plan, en jugeant que « la modification de l’article 136 TFUE (…) ne crée aucune base juridique en vue de permettre à l’Union d’engager une action qui n’était pas possible avant l’entrée en vigueur de la modification du traité FUE », la Cour de justice a en effet approuvé qu’en l’occurrence le recours des États membres aux instruments du droit international pouvait l’empiéter sur la méthode communautaire. De même, derrière sa considération que la stricte conditionnalité à la laquelle est soumise l’assistance financière fournie à un État membre du Mécanisme Européen de Stabilité (MES) ne vise qu’à assurer la compatibilité des activités de ce Mécanisme avec l’article 125 TFUE et les mesures de coordination prises par l’Union, se cache l’acceptation implicite de ce que la Cour de justice a, elle-même, explicitement réfuté, à savoir que la dérive intergouvernementale que constitue le MES était, en réalité, le seul instrument capable d’assurer la coordination des politiques économiques des États membres en cas d’urgence.

 

Par ailleurs, dans l’arrêt Royaume-Uni / Parlement et Conseil, qui porte sur la validité de l’article 28 du Règlement n° 236/2012 visant à harmoniser la vente à découvert dans le contexte de la crise financière, bien que l’Avocat Général N. Jääskinen ait signalé que seul l’article 352 TFUE aurait fourni une base juridique appropriée pour cet article 28, la Cour de justice a approuvé l’usage d’une base juridique ordinaire telle l’article 114 TFUE pour investir l’Autorité européenne des marchés financiers de la possibilité de prendre des mesures qui relèvent en principe des autorités nationales.

 

En outre, dans l’arrêt Banco Privado Português et Massa Insolvente do Banco Privado Português, s’agissant de l’appréciation, à l’aune de l’article 107, par. 3, sous b), TFUE, de garanties de l’État octroyées aux établissements financiers dans le contexte de la crise financière mondiale, la Cour de justice a approuvé la possibilité pour la Commission européenne de circonscrire elle-même l’exercice de son propre pouvoir d’appréciation en adoptant la Communication bancaire qui pose la conditionnalité de l’octroi d’une garantie de l’État en cas d’urgence. Autrement dit, la Cour de justice a validé la création par la Commission européenne de son propre droit d’urgence qui pourrait même faire écran à l’application du droit primaire de l’Union en la matière.

 

Qui plus est, dans l’arrêt Dowling e.a., la Cour de justice a jugé que la « deuxième directive » (77/91/CEE) ne s’oppose pas à une mesure adoptée dans une situation de perturbation grave de l’économie et du système financier d’un État membre qui menace la stabilité financière de l’Union et ayant pour effet d’augmenter le capital d’une société anonyme, sans l’accord de l’assemblée générale de celle-ci. Il s’agissait de la recapitalisation des banques nationales par voie d’une ordonnance d’injonction judiciaire dans le cadre de l’assistance financière fournie par l’Union à l’Irlande conformément au Règlement n° 407/2010 établissant le Mécanisme Européen de Stabilisation Financière.

 

Enfin, par son arrêt Gauweiler, la Cour de justice a de nouveau légitimé ex post le volontarisme schmittien des organes de l’Union, cette fois celui de la Banque Centrale Européenne (BCE), laquelle, pour faire face à la spéculation qui se développa au printemps 2012 contre l’Espagne et l’Italie, a remis en question l’interdiction du financement des budgets des États établie par l’article 123 TFUE, en annonçant la mise en œuvre de sa politique sur les opérations monétaires sur titres. Plus précisément, la Cour de justice a jugé que les articles 119 TFUE, 123, par. 1, TFUE et 127, par. 1 et 2, TFUE, ainsi que les articles 17 à 24 du protocole (nº 4) sur les statuts du Système Européen de Banques Centrales (SEBC) et de la BCE, autorisent le SEBC à adopter un programme d’achat d’obligations souveraines sur les marchés secondaires tel que celui avait été annoncé dans le communiqué de presse de la réunion du conseil des gouverneurs de la BCE des 5 et 6 septembre 2012.

 

Une fois la nature exceptionnelle des nouveaux pouvoirs des États membres et des organes de l’Union ayant été dissimulé dans une interprétation triviale des traités, il n’est pas surprenant que la Cour de justice ait opté pour un souple encadrement de ces pouvoirs.

 

B. L’encadrement souple des nouveaux pouvoirs  

 

En approuvant leur recours aux instruments du droit international, la Cour de justice a laissé les États membres échapper à l’application stricte du droit de l’Union. En même temps, l’activité des organes de l’Union a été encadrée par un droit parfois mou, dans le cadre duquel au lieu des compétences proprement dites ces organes sont souvent tributaires de simples « tâches » qui ne sont pas moins importantes, ce qui n’est pas strictement conforme au principe d’attribution.

 

Ainsi, dans l’arrêt Pringle précité, toute assistance financière assurée par un mécanisme tel que le MES a beau être conditionnée par une stricte conditionnalité, la Cour de justice a approuvé l’inapplicabilité de la Charte des droits fondamentaux de l’Union lorsque les États optent pour un tel mécanisme.

 

Par ailleurs, la Cour de justice a confirmé le jugement du Tribunal selon lequel les fonctions confiées à la Commission européenne et à la BCE au moyen du traité MES ne comportent aucun pouvoir décisionnel propre.

 

Certes, par son arrêt Ledra Advertising / Commission et BCE, la Cour de justice a fait un pas important en admettant non seulement la possibilité mais l’obligation de la Commission européenne de veiller à la compatibilité avec le droit de l’Union des protocoles d’accord conclus par le MES. Or, en faisant prévaloir l’intérêt général d’assurer la stabilité du système bancaire de la zone Euro dans son ensemble et le risque imminent de pertes financières, la Cour de justice a évité, dans cet arrêt, de soumettre à un contrôle exhaustif de proportionnalité les restrictions apportées à l’usage du droit de propriété, d’autant plus qu’un tel contrôle n’était pas compatible avec l’application de sa jurisprudence constante sur les conditions d’engagement de la responsabilité non contractuelle de l’Union.

 

Enfin, dans son arrêt Mallis et Malli / Commission et BCE, la Cour de justice a confirmé le jugement du Tribunal que l’Eurogroupe est un forum de discussion et non un organe décisionnel, une déclaration de ce forum ne pouvant pas être considérée comme un acte destiné à produire des effets juridiques à l’égard des tiers. 

 

Comme l’a signalé D. Simon, « Les arrêts de la Cour, comme l'étaient les ordonnances du Tribunal faisant l'objet des pourvois, sont évidemment incontestables d'un point de vue juridique. On regrettera néanmoins que les dispositions relatives au MES et à l'Eurogroupe garantissent aux mécanismes de régulation du secteur bancaire, qui peuvent avoir des incidences considérables sur la situation financière des déposants, une forme d'immunité juridictionnelle, tant sur le terrain du contrôle de légalité que sur celui de la responsabilité ».

 

On devrait pourtant également regretter que la Cour de justice semble avoir abandonné, en l’occurrence, la méthode téléologique et ses raisonnements finalistes. En effet, quant à l’applicabilité de la Charte, il avait pourtant été admis que cette dernière peut être applicable même « dans une situation dans laquelle l’action des États membres n’est pas entièrement déterminée par le droit de l’Union ». Quant aux déclarations de l’Eurogroupe, il convient de rappeler que, dans l’arrêt Les Verts précité, les juges de Luxembourg avaient signalé quand même, certes à propos des actes émanant du Parlement, que « le système du traité est d'ouvrir un recours direct contre toutes dispositions prises par les institutions et visant à produire un effet juridique ». D’ailleurs, dans ses conclusions dans l’affaire Gauweiler précité, présentées le 14 janvier 2015, l’Avocat Général P. Cruz Villalón avait souligné, à propos du communiqué de presse de la BCE en cause, que « la politique de communication publique des banques centrales est devenue l’un des axes essentiels de la politique monétaire contemporaine. », qu’ « il est indubitable que la BCE a intégré la communication parmi ses instruments centraux de politique monétaire » et que, « si une mesure ne nécessite pas d’être publiée officiellement sous sa forme habituelle pour exercer ses effets, dès lors qu’il suffit de la diffuser lors d’une conférence de presse ou par la voie d’un communiqué de presse pour qu’elle produise toute son incidence à l’extérieur, le système d’actes et de contrôle juridictionnel prévu dans les traités serait gravement compromis s’il n’était pas possible de contrôler la légalité de cette mesure. ». Il y a donc lieu de regretter que des considérations analogues n’aient pas conduit à la conclusion qu’une déclaration de l’Eurogroupe constitue également un acte destiné à produire des effets juridiques à l’égard des tiers.

 

Il s’ensuit qu’il n’est guère garanti que les mécanismes financiers développés, ces dernières années, à la marge de l’architecture de l’Union, soient encadrés par l’acquis communautaire. Ainsi, si certaines règles protectrices ont été affichées dans le two-pack comportant les Règlements n° 472/2013 et 473/2013, les institutions européennes ne paraissent pas toujours s’être suffisamment préoccupées –ni effectivement contrôlées à ce propos– de la sauvegarde procédurale et substantielle des droits fondamentaux. Or, ces institutions ne sont pas censées pouvoir échapper de quiconque manière au respect du droit primaire de l’Union et, notamment, de la Charte.

 

A cet égard, la Cour de justice aurait dû assurer un encadrement juridique effectif des nouveaux pouvoirs reconnus aux États membres et aux organes de l’Union, ainsi que des mesures d’austérité adoptées pour juguler la crise. En tous cas, elle aurait dû ne pas consentir à l’amollissement normatif des traités, mais adopter un point de vue plus constitutionnel et mettre en exergue le caractère exceptionnel de ces pouvoirs et mesures, ainsi que la nécessité que leurs répercussions sur les droits fondamentaux des citoyens européens soient temporaires. Toutefois, la Cour de justice a fait preuve d’une autolimitation inconditionnée à l’égard des choix intergouvernementaux, de sorte qu’on doute de sa capacité d’agir en tant qu’une cour constitutionnelle chargée de la tâche de préserver la survivance de la communauté de droit que sa propre jurisprudence avait souhaitée. Il s’agit sans doute d’une attitude institutionnelle perplexe dont l’autre côté est la rigueur du comportement de la Cour de justice à l’égard des juges nationaux et des citoyens européens.

 

  • La communication inflexible du droit de l’Union

 

Dans le cadre du pluralisme constitutionnel qui domine actuellement l’édifice européen, une gestion jurisprudentielle de la crise de la zone Euro à tendance sincèrement constitutionnelle devrait assurer avant tout le bon fonctionnement du dialogue des juges. Par ailleurs, une telle approche suggérait d’offrir aux sujets de droit une protection juridictionnelle substantielle et d’éviter le rejet systématique des voies de droit comme irrecevables. Toutefois, d’une part, la Cour de justice n’a pas fait preuve d’empathie envers les juges nationaux (A). D’autre part, elle a pris une certaine distance à l’égard des citoyens européens (B).

 

  • Le manque d’empathie institutionnelle à l’égard des juges nationaux

 

Dans le cadre du renvoi préjudiciel prévu par l’art. 267 TFUE, la Cour de justice n’a pas cherché à s’exprimer en temps utile sur la compatibilité des mesures adoptées pour juguler la crise, du moins lorsque les questions préjudicielles en cause provenaient des États membres débiteurs et concernaient les mécanismes intergouvernementaux. Ainsi, elle ne s’est montrée aucunement disposée à passer outre l’irrecevabilité d’une série de questions préjudicielles provenant du Tribunal do Trabalho do Porto et du Juzgado de lo Social n° 23 de Madrid pour solliciter le contrôle de la compatibilité des mesures d’austérité avec les exigences du droit de l’Union et, notamment, de la Charte.

 

Certes, d’un point de vue formaliste, ces arrêts de la Cour de justice ne sauraient être contestés, étant donné qu’il n’était guère établi que les affaires au principal entrent vraiment dans le champ d’application du droit de l’Union. Or, si l’on étudie la jurisprudence de la Cour de justice, on peut constater que l’opportunité d’éclairer l’interprétation demandée des règles et principes du droit de l’Union l’a, à plusieurs reprises, empiété sur l’approche formaliste centrée sur la recevabilité des questions préjudicielles. D’ailleurs, dans l’affaire Gauweiler précitée, la Cour a consciemment passé outre les questions d’irrecevabilité soulevées à l’égard du renvoi préjudiciel provenant de la Cour constitutionnelle fédérale de l’Allemagne. D’un côté, elle a jugé que ce renvoi était recevable, bien que la question préjudicielle n’ait pas visé à provoquer un contrôle d’unionité proprement dit dans le cadre de l’article 267 TFUE, mais se soit inscrit dans le cadre d’une jurisprudence nationale (dite Honeywell) dont la conformité avec le droit de l’Union n’est guère évidente, car elle préconise le contrôle de constitutionnalité de l’action des organes de l’Union ayant transgressé les traités européens (ultra vires). Dans le cadre de cette jurisprudence, au lieu de s’incliner devant l’autorité de la chose interprétée de l’arrêt de la Cour de justice, le juge national, avant de se prononcer sur la constitutionnalité de l’action d’un organe de l’Union, offre simplement à la Cour de justice la possibilité de s’exprimer sur cette action. De l’autre côté, dans l’affaire Gauweiler précitée, le renvoi préjudiciel concernait un communiqué de presse de la BCE, cette dernière n’ayant pas adopté, jusqu’à ce moment là, la moindre mesure susceptible d’influencer directement les droits conférés par le droit de l’Union aux requérants au principal.

 

Par ailleurs, le récent arrêt Gutiérrez Naranjo a montré la persistance du manque d’empathie institutionnelle de la Cour de justice à l’égard des juridictions des États membres débiteurs. Dans cette affaire, qui portait sur la compatibilité avec le droit de l’Union de la jurisprudence du Tribunal Supremo (Cour suprême) d’Espagne, la Cour de justice a jugé que l’article 6, par. 1, de la directive 93/13/CEE concernant les clauses abusives dans les contrats conclus avec les consommateurs, doit être interprété en ce sens qu’il s’oppose à une jurisprudence nationale qui limite dans le temps les effets restitutoires, liés à la déclaration judiciaire du caractère abusif d’une clause contenue dans un contrat conclu entre un professionnel et un consommateur, aux seules sommes indûment versées en application d’une telle clause postérieurement au prononcé de la décision ayant judiciairement constaté ce caractère abusif. Or, la cour suprême nationale avait, en l’occurrence, fondé la limitation dans le temps des effets de son arrêt sur les enjeux macroéconomiques pour le système bancaire d’Espagne déjà fragilisé.

 

Cette attitude de la Cour de justice à l’égard des juges nationaux a rendu moins attrayant le recours au dialogue des juges, du moins pour les juges provenant des États membres débiteurs. Ainsi, en Grèce, le Conseil d’État n’a pas voulu renvoyer devant la Cour de justice la question de la validité de la décision n° 2010/320/UE du Conseil européen dictant les mesures du MoU I. Dans ce cas, la préoccupation majeure de la haute juridiction administrative de ne mettre aucunement en question la validité du mécanisme d’aide financier au pays l’a emporté sur ses obligations découlant du droit de l’Union. En effet, le Conseil d’État de Grèce, sans poser une question préjudicielle auprès de la Cour de justice, a procédé, par voie d’exception, au contrôle de constitutionnalité des mesures adoptées par la loi n° 3485/2010, bien que celles-ci aient déjà été prévues dans la décision n° 2010/320/UE du Conseil, postérieure à la mise en vigueur de la loi susmentionnée mais bien antérieure aux actes de son application attaqués sur recours pour excès de pouvoir. Ceci étant, le juge national a passé outre les exigences de la jurisprudence de la Cour de justice selon laquelle, avant que le contrôle incident de constitutionnalité d’une disposition nationale dont le contenu se limite à transposer les dispositions impératives d’un acte de droit dérivé de l’Union puisse s’effectuer par rapport aux mêmes motifs mettant en cause la validité de cet acte, les juridictions nationales, dont les décisions ne sont pas susceptibles d’un recours juridictionnel de droit interne, sont, en principe, tenues, en vertu de l’article 267, troisième alinéa, TFUE, d’interroger la Cour de justice sur la validité dudit acte et, par la suite, de tirer les conséquences qui découlent de l’arrêt rendu par la Cour à titre préjudiciel. Or, plus récemment, dans le cadre de l’affaire de la restructuration de la dette privée grecque en 2012, le Conseil d’État grec a également évité de renvoyer devant la Cour de justice la question de savoir si la conversion « obligatoirement volontaire » des obligations par lesquelles l’État grec avait payé certains de ses fournisseurs était compatible avec la directive 2000/35/CE concernant la lutte contre le retard de paiement dans les transactions commerciales. A l’instar du Conseil d’État grec, le Tribunal constitutionnel du Portugal et d’autres juges nationaux ont aussi préféré se borner au seul contrôle de la constitutionnalité des mesures adoptées pour juguler la crise, bien que ce contrôle ne puisse pas être efficacement invoqué à l’égard de la troïka, instance qui impose, en réalité, ces mesures aux parlements et aux pouvoirs exécutifs nationaux. En effet, le découragement du juge national à assumer pleinement et en temps utile son rôle de juge de droit commun du droit de l’Union a contribué à ce que cette crise de la zone Euro, une crise essentiellement européenne, ait été, paradoxalement, encadrée a minima par le droit de l’Union.

 

Cette conclusion n’est pas remise en question du fait que, dans le cadre de l’affaire pendante C-258/14, Florescu, l’Avocat Général Y. Bot a considéré, dans ses conclusions du 21 décembre 2016, que sont recevables les nombreuses questions préjudicielles portant sur la conformité avec le droit de l’Union et notamment avec la Charte des mesures adoptées en 2009 pour la Roumanie au titre de l’article 143 TFUE. Cette affaire, sur laquelle la Cour de justice ne s’est pas encore prononcée, ne concerne pas la zone Euro, car l’article 143 TFUE s’applique en cas de difficultés ou de menace grave de difficultés dans la balance des paiements d’un État membre faisant l’objet d’une dérogation. Qui plus est, l’arrêt de la Cour de justice interviendra dans une époque où tant sa propre jurisprudence que les jurisprudences nationales garantissent que les mécanismes formés pour faire face à la crise ne peuvent plus être remis en cause.

 

  • La prise de distance à l’égard des citoyens de l’Europe

 

Aux temps de crise de la zone Euro, l’accès efficace des citoyens européens à la Cour de justice est devenu très difficile. Tout d’abord, le dysfonctionnement du dialogue des juges a limité la perspective d’un renvoi préjudiciel par le juge national, d’autant plus qu’eu égard à la redéfinition flexible du droit de l’Union toute argumentation fondée sur le droit de l’Union a progressivement perdu son prestige auprès des juridictions nationales. En même temps, le dépôt d’une plainte auprès de la Commission européenne n’est pas non plus efficace, du moment où la participation de cette dernière à la troϊka l’a familiarisée plutôt au contournement qu’au respect du droit de l’Union et, en tout état de cause, a minimisé les probabilités que la Commission européenne considère finalement incompatibles avec le droit de l’Union les différents programmes d’assistance financière que la Commission européenne, elle-même, prépare. Enfin, les citoyens de l’Europe n’ont qu’à envisager de former un recours direct auprès du Tribunal de l’Union européenne, mais cette voie n’est pas non plus sans obstacles.

 

Le Tribunal, saisi par des requérants non privilégiés, a jugé irrecevables les deux recours en annulation à l’encontre des décisions 2010/320/UE et 2011/57/UE du Conseil adressées à la Grèce en vue de remédier à une situation de déficit excessif, un recours en annulation du règlement n° 407/2010 du Conseil établissant le Mécanisme Européen de Stabilisation Financière, ainsi qu’un recours en annulation à l’encontre de la décision 2012/153/UE de la BCE relative à l’éligibilité des titres de créance négociables émis ou totalement garantis par la Grèce dans le cadre de l’offre d’échange d’obligations par cet État. Dans tous ces cas, le Tribunal a jugé avant tout que les requérants ne satisfaisaient pas à l’une des conditions de recevabilité posées par l’article 263, quatrième alinéa, TFUE, à savoir celle relative à l’affectation directe. Pour appréhender à quel point cette condition a été strictement appliquée, il est à noter que le Tribunal a considéré comme élément crucial que l’article 2, par. 1, sous f), de la décision 2010/320/UE, qui imposait pourtant à la République hellénique l’obligation d’atteindre un objectif budgétaire, à savoir économiser 1.500 millions d’euros par année (1.100 millions d’euros en 2010) par le biais de réduction des primes versées aux fonctionnaires, ne déterminait ni les modalités de cette réduction ni les catégories de fonctionnaires concernées, précisions qui étaient laissées à l’appréciation de la République hellénique.

 

Par ailleurs, tant le Tribunal, notamment dans les affaires Accorinti e.a. / BCE et Nausicaa Anadyomène et Banque d'escompte / BCE, que la Cour de justice, dans l’affaire Ledra Advertising / Commission et BCE, ont rejeté des recours en indemnisation formés à l’encontre des organes de l’Union, tels la BCE ou la Commission européenne, au motif que ces recours ne satisfaisaient pas aux conditions du bien-fondé de la responsabilité non contractuelle de l’Union, au sens de l’article 340, deuxième alinéa, TFUE, pour comportement illicite de ses institutions ou de ses organes. Plus particulièrement, lesdits recours ne satisfaisaient pas à la condition relative à l’existence d’une violation suffisamment caractérisée d’une règle de droit ayant pour objet de conférer des droits aux particuliers. A cet égard, il est à rappeler que la Cour de justice a jugé que, compte tenu de l’objectif consistant à assurer la stabilité du système bancaire dans la zone euro, et eu égard au risque imminent de pertes financières auquel les déposants auprès des deux banques concernées auraient été exposés en cas de faillite de ces dernières, les mesures litigieuses ne constituait pas une intervention démesurée et intolérable portant atteinte à la substance même du droit de propriété des requérants. Elles ne sauraient, par conséquent, être considérées comme des restrictions injustifiées de ce droit. Qui plus est, le Tribunal a admis que les requérants ne pouvaient pas non plus prétendre avoir subi un préjudice anormal et spécial susceptible de justifier une responsabilité sans faute dans l’hypothèse où une telle responsabilité devrait néanmoins être reconnue. Ceci étant, il n’y a pas lieu d’attendre le succès des requérants grecs dans l’affaire pendante T-531/14, Sotiropoulou e.a. / Conseil, qui comporte une demande d’indemnisation, fondée sur l’article 268 TFUE, du préjudice causé du fait de la forte réduction de leurs pensions principales en application des mesures et interventions dans le système grec de retraites prévues par les dispositions d’une série de décisions du Conseil de l’Union européenne, à commencer par la décision 2010/320/UE jusqu’à la décision 2013/6/UE.

 

D’ailleurs, il convient de rappeler que les citoyens des États membres débiteurs n’ont pas à attendre un traitement différent de la part de la Cour de justice la Cour européenne des droits de l’homme. Celle-ci à reconnu une ample latitude aux États pour prendre des mesures d’ordre général en matière économique notamment dans les temps de crise. Qui plus est, dans l’arrêt Koufaki et Adedy c. Grèce, les juges de Strasbourg sont allés même jusqu’à développer un raisonnement qui, à travers l’invocation du critère imprécis de l’exposition à des difficultés de subsistance incompatibles avec l’article 1 du Protocole no 1, rend l’examen du caractère nécessaire des mesures litigieuses superflu et ainsi anéantit, en réalité, le contrôle de proportionnalité.

 

Il s’ensuit que l’autolimitation des deux cours européennes à l’égard de la gestion politique de la crise dans la zone Euro ne facilite pas la protection juridictionnelle des citoyens de l’Europe touchés par cette crise. Qui plus est, cette autolimitation –qui parfois fonctionne comme un activisme à rebours– semble avoir contribué à la démystification progressive de l’européanisation du droit interne, européanisation qui avait été à l’origine considérée comme un facteur d’approfondissement de l’État de droit dans les différents ordres juridiques nationaux.

 

Conclusions

 

En répondant à la question de savoir si la Cour de justice est une institution d’avant-garde, son actuel Président, le professeur Koen Lenaerts, avait noté en 2014 que « La Cour ne fuit pas ses responsabilités pour prendre des décisions qui ont un impact sociétal crucial dans des conditions d’évolution des sociétés. Mais elle ne le fera uniquement à condition de trouver un soutien suffisant dans les traditions constitutionnelles communes aux États membres, les sources fondamentales du droit de l’Union et les considérations législatives. Ce qu’elle ne fera pas, c’est, seule et de sa propre initiative, en l’absence d’un consensus apparent au niveau de l’UE, de "sortir du bois" pour dire qu’il faudrait se diriger dans telle ou telle direction ». Ces propos précisent bien l’autolimitation requise de la Cour de justice. Cette dernière, en tant que tribunal international, comme, d’ailleurs, la Cour européenne des droits de l’homme, ne peut dire le droit que sur la base d’un consensus existant entre les États membres de l’organisation internationale en cause. Or, les mêmes propos ne disent rien de la charge qui pèse sur la Cour de justice de jouer le rôle de juge constitutionnel de l’Union. Ce rôle présuppose que la jurisprudence de la Cour, tout en faisant preuve d’une autolimitation nécessaire aux temps de crise, fasse sentir à tous les autres faiseurs du système, du moins à travers certains obiter dicta, que les juges de Luxembourg sont, à tout moment, prêts à défendre le « bois », si les États membres ou les organes de l’Union décident d’en sortir et d’y mettre le feu. Et ce « bois » n’est rien d’autre que la communauté de droit autonome qu’aspire devenir l’Union.

 

Le manque de puissance ou de volonté de la Cour de justice de jouer son rôle de juge constitutionnel de l’Union durant la crise de la zone Euro reproduit le sentiment d’une déréglementation constitutionnelle qui résulte de la combinaison du caractère indolore du contrôle de constitutionnalité des mesures adoptées afin de juguler la crise avec l’absence de contrôle systématique de la compatibilité desdites mesures avec le droit primaire de l’Union qui apparaît, à travers la jurisprudence de la Cour de justice, susceptible à intégrer quasiment tout compromis politique. Dans la mesure même où cet amollissement normatif des règles fondamentales n’est pas conçu comme exceptionnel et temporaire, le phénomène de déréglementation constitutionnelle dépasse la crise de la zone Euro, touche l’évolution et la perspective de l’unification européenne dans son ensemble et nourrit toute sorte d’euroscepticisme. 

 

Certes, il a été déjà signalé, par son arrêt Ledra Advertising / Commission et BCE, la Cour de justice a fait un pas important, bien que tardif, en admettant l’obligation de la Commission européenne de veiller à la compatibilité avec le droit de l’Union des protocoles d’accord conclus par le MES. Or, on est loin d’être optimiste, car à propos d’une autre crise grave, la crise migratoire, par trois arrêts récents du 28 février 2017 qui concernent la « Déclaration UE-Turquie, 18 mars 2016 », le Tribunal, en invoquant une jurisprudence formée à l’occasion de l’octroi d’une aide spéciale au Bangladesh en 1991, a jugé que « nonobstant les termes regrettablement ambigus de la déclaration UE-Turquie telle que diffusée au moyen du communiqué de presse n° 144/16, c’est en leur qualité de chefs d’État ou de gouvernement desdits États membres que les représentants de ces États membres ont rencontré le Premier ministre turc le 18 mars 2016 dans l’enceinte des locaux partagés par le Conseil européen et le Conseil, à savoir dans le bâtiment Justus Lipsius. À cet égard, la circonstance que le président du Conseil européen et celui de la Commission, non formellement conviés, aient été également présents lors de cette rencontre ne saurait permettre de considérer que, en raison de la présence de tous ces membres du Conseil européen, la réunion du 18 mars 2016 aurait eu lieu entre le Conseil européen et le Premier ministre turc. ». Ainsi, pour une fois encore, en considérant que ceci n’est pas l’Union, les juges de Luxembourg ont évité à s’immiscer –du moins en temps utile– à l’évolution d’une autre crise existentielle de l’Union. Ils l’ont fait de nouveau dans un arrêt encore plus récent de la Cour de justice, l’arrêt X et X c. Belgique, dans lequel ils ont refusé l’applicabilité du droit de l’Union, bien que l’Avocat Général P. Mengozzi ait signalé qu’en l’occurrence la consécration de la voie légale d’accès à la protection internationale qui résulte de l’article 25, par. 1, sous a), du code des visas n’était dictée par l’émotion mais elle était commandée par le droit de l’Union lui même. C’est sans doute… « La Trahison des images » ou, pour paraphraser René Magritte, « Ceci n’est pas une Cour de justice. ».

* Version rédigée d’une conférence de spécialité prononcée par l’auteur et organisée par l’Ecole Doctoral de Droit de l’Université Jean Moulin Lyon 3, le mardi 28 mars 2017, à l’Amphithéâtre Huvelin (Palais de l’université – 15 quai Claude Bernard –  Lyon 7e).

 

 

 

Voir l’art. 19, par. 1, TUE.

 

 

 

Voir l’arrêt du 23 avril 1986, C-294/83, pt 23.

 

 

 

Voir F. Farah, « La Cour de justice de l'Union européenne : agent d'un ‘fédéralisme furtif’ et alliée de l'austérité », lundi 11 avril 2016, http://l-arene-nue.blogspot.gr/2016/04/la-cour-de-justice-de-lunion-europeenne.html.

 

 

 

Voir C. Yannakopoulos, « Un Etat devant la faillite : entre droit et non-droit », www.constitutionalism.gr, 10.12.2013.

 

 

 

Voir P. Graig, « Economic Governance and the Euro Crisis : Constitutional Architecture and Constitutional Implications », in M. Adams, F. Fabbrini and P. Larouche (Eds.), The Constitutionalization of European Budgetary Constraints, Oxford, Hart, 2014, p. 19 s..

 

 

 

Voir J. Habermas, La constitution de l’Europe, Paris, Gallimard, 2012, p. 14.

 

 

 

Voir l’arrêt de la Cour de justice, du 20 septembre 2016, C-105 à C-109/15 P, Mallis et Malli / Commission et BCE.

 

 

 

« Something is rotten in the state of Denmark », traduit par « Il y a quelque chose de pourri dans l’empire du Danemark » (Œuvres complètes de Shakespeare, Pagnerre, 1865. Traduction de François-Victor Hugo).

 

 

 

Voir F. Farah, op.cit.

 

 

 

Voir sur le rôle de la Cour de justice dans la défense des valeurs européennes face aux changements sociétaux, qui a été détaillé par son vice-président à l’époque et actuel président, le professeur Koen Lenaerts, lors du Bridge Forum Dialogue, 16.1.2014, http://www.europaforum.public.lu/fr/actualites/2014/01/cjue-bridge-forum/index.html.

 

 

 

Voir, à titre indicatif, F. Costamagna, « The Court of Justice and the Demise of the Rule of Law in the EU Economic Governance: The Case of Social Rights », Carlo Alberto Notebooks n° 487, December 2016, http://www.carloalberto.org/assets/working-papers/no.487.pdf.

 

 

 

Voir C. Yannakopoulos, « Le droit public face à la crise de dette souveraine dans la zone Euro », in Mélanges en l’honneur de G. Marcou (à paraître).

 

 

 

Cf. Pablo Martin Rodriguez, « A missing piece of European emergency law: legal certainty and individuals' expectations in the EU response to the crisis », European Constitutional Law Review 2016, https://doi.org/10.1017/S1574019616000158, Published online: 18 August 2016.

 

 

 

Voir l’arrêt de la Cour, du 27 novembre 2012, C-370/12, not. pts 129-147.

 

 

 

Voir le pt 73 de l’arrêt.

 

 

 

Voir not. le pt 111 de l’arrêt.

 

 

 

Voir l’arrêt du 21 janvier 2014, C-270/12.

 

 

 

Voir l’arrêt du 5 mars 2015, C-667/13.

 

 

 

Pour une différente approche restituant l’applicabilité directe du droit primaire de l’Union, voir les conclusions de l’Avocat Général N. Wahl, du 18 février 2016, dans l’affaire C-526/14, Kotnik e.a., et l’arrêt de la Cour de justice, du 19 juillet 2016, dans la même affaire. Voir aussi l’arrêt de la Cour de justice, du 8 mars 2016, C-431/14 P, Grèce / Commission, pts 70 s..

 

 

 

Voir l’arrêt du 8 novembre 2016, C-41/15.

 

 

 

Voir l’arrêt du 16 juin 2015, C-62/14.

 

 

 

Voir le pt 180 de l’arrêt.

 

 

 

Voir l’arrêt du 20 septembre 2016, C-8 à C-10/15 P, pts 50-55.

 

 

 

Voir l’ordonnance du Tribunal, du 10 novembre 2014, T-289/13, Ledra Advertising / Commission et BCE. Voir aussi les ordonnances du Tribunal rendues également le 10 novembre 2014 dans les affaires Τ-290-294/13.

 

 

 

Il avait déjà été jugé que « les tâches attribuées à la Commission par le traité MES lui permettent… de veiller à la compatibilité avec le droit de l’Union des protocoles d’accord conclus par le MES ». Voir le pt 164 de l’arrêt Pringle précité.

 

 

 

Voir l’arrêt du 20 septembre 2016, C-8 à C-10/15 P, pts 58, 59 et 67.

 

 

 

Voir les pts 64-76 de l’arrêt.

 

 

 

Voir l’arrêt du 20 septembre 2016, C-105 à C-109/15 P.

 

 

 

Voir l’ordonnance du Tribunal, du 16 octobre 2014, T-332/13, Christodoulou et Stavrinou / Commission et BCE. Voir aussi les ordonnances du Tribunal rendues également le 16 octobre 2014 dans les affaires T-327-331/13.

 

 

 

Voir D. Simon, « Mécanisme européen de stabilité », Europe n° 11, Novembre 2016,  comm. 431.

 

 

 

Voir l’arrêt du 26.2.2013, C-617/10, Åkerberg Fransson, pt 29.

 

 

 

Pt 24.

 

 

 

Pt 87.

 

 

 

Pt 88.

 

 

 

P 89.

 

 

 

Voir les références à l’art. 28 de la Charte, dans les Règlements n° 472/2013 et 473/2013 du two-pack, datant du 21 mai 2013.

 

 

 

Voir F. Fines, « L’atteinte aux droits fondamentaux était-elle le prix du sauvetage de la zone Euro ? », in R. Tinière et Cl. Vial (sld.), La protection des droits fondamentaux dans l’Union européenne. Entre évolution et permanence, Bruylant, Bruxelles, 2015, p. 195 s., not. pp. 208-211.

 

 

 

Voir les ordonnances de la Cour, du 7 mars 2013, C-128/12, Sindicato dos Bancários do Norte e.a., et du 26 juin 2014, C-264/12, Sindicato Nacional dos Profissionais de Seguros e Afins.

 

 

 

Voir l’arrêt de la Cour de justice, du 5 février 2015, C-117/14, Nisttahuz Poclava.

 

 

 

Cf. l’ordonnance de la Cour de justice, du 15 novembre 2012, C-369/12, Corpul Naţional al Poliţiştilor.

 

 

 

Voir, à cet égard, les conclusions, du 14 janvier 2015, de l’Avocat Général P. Cruz Villalón, pts 30 s.

 

 

 

Voir l’arrêt du 21 décembre 2016, C-154/15.

 

 

 

Sur les vicissitudes que présente ce dialogue depuis quelque temps, voir C. Yannakopoulos, « Un ‘dialogue vivant’ des juges hante le droit européen ! », (Symvoulio tis Epikrateias [Conseil d’État de Grèce], 19 octobre 2016, n° 1992/2016 et n° 1993/2016 [2ème section du contentieux], www.ste.gr), in E. Saulnier-Cassia (sld.), Jurisprudences nationales intéressant le droit de l’Union européenne, RTDEur 1/2017  (à paraître).

 

 

 

Voir C. Yannakopoulos, « Le juge national, le droit de l’Union européenne et la crise financière » (Symvoulio tis Epikrateias [Conseil d’État de Grèce], 4 novembre 2011, n° 3470/2011[Ass.] et 20 février 2012, n° 668/2012 [Ass.]), in E. Saulnier-Cassia (sld.), Jurisprudences nationales intéressant le droit de l’Union européenne, RTDeur 1/2013, p. 147 s..

 

 

 

Voir l’arrêt du 22 juin 2010, C-188/10 et C‑189/10, Melki et Abdeli, pt 56.

 

 

 

Voir C. Yannakopoulos, « Éviter le dialogue des juges ou le prix à payer pour le sauvetage de l’euro » (Symvoulio tis Epikrateias [Conseil d’État de Grèce], 28 janv. 2015, n° 238/2015 [Assemblée], www.ste.gr), in E. Saulnier-Cassia (sld.), Jurisprudences nationales intéressant le droit de l’Union européenne, RTDEur 1/2016, p. 146 s..

 

 

 

Voir les arrêts n° 353/2012, 187/2013 et 413/2014 dudit Tribunal.

 

 

 

Voir les ordonnances, du 27 novembre 2012, T-215/11, ADEDY e.a. / Conseil, et du 27 novembre 2012, T-541/10, ADEDY e.a. / Conseil.

 

 

 

Voir l’ordonnance du Tribunal, du 15 juin 2011, T-259/10, Ax / Conseil.

 

 

 

Voir l’ordonnance du 25 juin 2014, Τ-224/12, Accorinti e.a. / BCE.

 

 

 

Voir l’arrêt du 27 novembre 2012, T-541/10, ADEDY e.a. / Conseil, pts 69-72.

 

 

 

Voir l’arrêt du Tribunal, du 7 octobre 2015, T-79/13, Accorinti e.a. / BCE. Voir aussi l’ordonnance du Tribunal, du 5 octobre 2015, T-413/14, Grigoriadis e.a. / Parlement e.a., et  l’arrêt du Tribunal, du 24 janvier 2017, T-749/15, Nausicaa Anadyomène et Banque d'escompte / BCE.

 

 

 

Voir l’arrêt du 20 septembre 2016, C-8 à C-10/15 P, Ledra Advertising / Commission et BCE.

 

 

 

Voir l’arrêt du 20 septembre 2016, C-8 à C-10/15 P, Ledra Advertising / Commission et BCE, pts 64-76, not. pt 74.

 

 

 

Voir l’arrêt du Tribunal, du 7 octobre 2015, T-79/13, Accorinti, pt 120.

 

 

 

Voir les décisions 2010/320/UE du 8 juin 2010, 2010/486/UE du 7 septembre 2010, 2011/57/UE du 20 décembre 2010, 2011/257/UE du 7 mars 2011, 2011/734/UE du 12 juillet 2011, 2011/791/UE du 8 novembre 2011, 2012/211/UE du 13 mars 2012 et 2013/6/UE du 4 décembre 2012.

 

 

 

Voir notamment les arrêts du 7 mai 2013, Koufaki et Adedy c. Grèce, du 8 octobre 2013, Da Conceição Mateus et Santos Januário c. Portugal, du 1er septembre 2015, da Silva Carvalho Rico c. Portugal, et du 21 juillet 2016, Mamatas et autres c. Grèce.

 

 

 

Voir les par. 46-49 de l’arrêt.

 

 

 

Voir Koen Lenaerts, lors du Bridge Forum Dialogue, 16.1.2014, op.cit.

 

 

 

Voir les arrêts dans les affaires T-192/16, NF / Conseil européen, T-193/16, NG / Conseil européen, et T-257/16, NM / Conseil européen.

 

 

 

Voir l’arrêt de la Cour de justice, du 30 juin 1993, C-181/91 et C-248/91, Parlement/Conseil et Commission.

 

 

 

Voir les pts 66-67 de l’arrêt dans l’affaire T-192/16, NF / Conseil européen, précité.

 

 

 

Voir l’arrêt du 7 mars 2017, C-638/16 PPU.

 

 

 

Voir les conclusions du 7 février 2017, pt 175.

 

 

 

En 1929, René Magritte a peint le tableau « La Trahison des images » (1928–29, huile sur toile, 59 × 65 cm ; Los Angeles County Museum of Art) qui représente une pipe, accompagnée de la légende suivante : «Ceci n’est pas une pipe».

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

O συγγραφέας υποστηρίζει ότι η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την κρίση της Ευρωζώνης δεν αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα αυτοπεριορισμού του δικαστή απέναντι στην προτεραιότητα των επιλογών της πολιτικής εξουσίας για την αντιμετώπιση μιας σοβαρής κρίσης. Περισσότερο απηχεί τη δυσκολία του Δικαστηρίου να παίξει τον ρόλο ενός πραγματικού συνταγματικού δικαστηρίου που, καίτοι θα άφηνε στην πολιτική εξουσία την πρωτοβουλία διαχείρισης της κρίσης και θα αποδεχόταν την προσωρινή προσαρμογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης  στις απαιτήσεις της συγκυρίας, θα κατόρθωνε να οριοθετήσει τις πολιτικές επιλογές και να μην αφήσει να εξανεμιστεί η εμπιστοσύνη των πολιτών ως προς την επιβίωση των θεμελιωδών χαρακτηριστικών της κοινότητας δικαίου που φιλοδοξεί να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η παραπάνω δυσκολία αποτελεί ένα επιπλέον σύμπτωμα –ίσως το πιο σoβαρό– του φαινομένου της αποσυνταγματοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία –τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια– εμφανίζεται θεσμικά εξασθενημένη και ξεπερασμένη.