Σύντομο συγκριτικό σχόλιο δύο αποφάσεων: η μια του γαλλικού Conseil d’Etat για το μπουρκίνι και η άλλη του ΣτΕ για το τζαμί. Δημοσιεύτηκε στη Revue Méditerrannéenne de droit public, vol VII, Οκτώβριος 2017, σελ. 71 επ. To κείμενο στο pdf.
Author Archives: editor
Η επαναφορά (;) της επεκτατικής μορφής της ισότητας επί ευνοϊκών ρυθμίσεων στη νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας – Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 2252/2017 (ΣΤ’ τμήμα)
Ι. ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
Η σχολιαζόμενη απόφαση κλήθηκε να κρίνει την αγωγή προϊσταμένων των τμημάτων ιατρικής και νοσηλευτικής υπηρεσίας του νοσοκομείου ‘Ευαγγελισμός’ (ΝΠΔΔ) με την οποία ζήτησαν να χορηγηθεί και σε αυτούς το πλήρες επίδομα ευθύνης, ύψους 290 € μηνιαίως, το οποίο λαμβάνουν όλοι οι προϊστάμενοι τμήματος στις οργανικές μονάδες του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των άλλων ΝΠΔΔ και των ΝΠΙΔ του δημοσίου τομέα, αντί των 250 € που λαμβάνουν οι ίδιοι κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 4354/2015.
Με άλλες λέξεις, οι ενάγοντες επισημαίνουν τη δυσμενή μεταχείριση την οποία υφίστανται σε σχέση με τους υπολοίπους προϊσταμένους τμημάτων του δημοσίου κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων περί ισότητας, αξίας του ανθρώπου, προστασίας δικαιωμάτων και αναλογικότητας, καθώς και κατά παράβαση διατάξεων υπέρτερης τυπικής ισχύος ευρωπαϊκών και διεθνών κειμένων, όπως το άρθρο 157 ΣΛΕΕ (πρώην 141 ΣΕΚ), το άρθρο 4 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτού, την υπ’ αριθμ. 111 Διεθνή Σύμβαση Εργασίας και το άρθρο 23 παρ. 2 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του ΟΗΕ.
ΙΙ. Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΙΛΟΤΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ
Η συγκεκριμένη δίκη, αν και βάσει των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 περ. η’ του Ν. 1406/1983 και 71 ΚΔΔ αποτελεί διαφορά ουσίας με προσήκον ένδικο βοήθημα την αγωγή λόγω του χρηματικού της χαρακτήρα, εισήχθη απευθείας ενώπιον του ΣτΕ μέσω της διαδικασίας της πιλοτικής δίκης κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 όπως ισχύει. Μάλιστα, η εν λόγω εισαγωγή έγινε με αίτημα των ίδιων των εναγόντων, κάτι το οποίο αποτελεί, κατά την ως άνω διάταξη, τον έναν εκ των τριών τρόπων με τους οποίους ενεργοποιείται η μοναδική αυτή, από δικονομική άποψη, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα διαδικασία[1][2].
Το αίτημα των διαδίκων εισάγεται και κρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο τριμελή Επιτροπή[3], η οποία και σταθμίζει αν πληρείται η κατά νόμο προϋπόθεση ότι το αντικείμενο του εισαχθέντος ενδίκου βοηθήματος είναι γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων. Το αξιοσημείωτο στην περίπτωση αυτή είναι ότι η επιτροπή, παρά το γεγονός ότι το αίτημα κάθε ενάγοντος ήταν 240 € (40 € η μηνιαία διαφορά επιδόματος για διάστημα έξι μηνών από 01.01.2016 έως 30.06.2016), ήτοι μικρό από άποψη οικονομικού αντικειμένου, έκανε δεκτό το αίτημα για ενεργοποίηση της πιλοτικής δίκης. Τούτο επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά ότι η έννοια του γενικότερου ενδιαφέροντος αφενός είναι αποσυνδεδεμένη από το οικονομικό διακύβευμα της υπόθεσης, αφετέρου προφανώς αλληλοτροφοδοτείται και συμπληρώνεται νοηματικά με την έννοια των συνεπειών για ευρύ κύκλο προσώπων. Δεδομένου λοιπόν ότι σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία της χώρας υπηρετούν προϊστάμενοι ιατρικών και νοσηλευτικών μονάδων, οι οποίοι άσκησαν ή θα ασκούσαν αγωγή για την καταβολή της διαφοράς του κρίσιμου επιδόματος ευθύνης, σε συνδυασμό με τα ζητήματα συνταγματικότητας και συμβατότητας που θέτει η επίδικη διάταξη νόμου, η τριμελής επιτροπή έκρινε υπέρ της ενεργοποίησης της πιλοτικής δίκης.
ΙΙΙ. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΕΚΤΑΤΙΚΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΔΙΝΗΣΗ
Η ίδια η έννοια της επεκτατικής ισότητας (ή επεκτατικής εφαρμογής της αρχής της ισότητας) είναι μια θεωρητική – νομολογιακή κατασκευή η οποία, ενώ δεν έχει ρητή συνταγματική αναφορά, συνδέεται αυτοαναφορικά με την αναλογική ισότητα του άρθρου 4 παρ. 1 η οποία, ως γνωστόν, αποτυπώνει το αριστοτελικής καταγωγής σχήμα ότι «όμοιες περιπτώσεις κρίνονται με όμοιο τρόπο και ανόμοιες με ανόμοιο»[4]. Από νωρίς επίσης έγινε αντιληπτό ότι η ουσιαστική ισότητα δεν είναι μόνο ενώπιον του νόμου (ήτοι δεσμεύει τα δικαστήρια κατά την επίλυση μιας διαφοράς) αλλά και εντός του νόμου (ήτοι δεσμεύει και το νομοθέτη και την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση, ώστε να αποφύγει τις άνισες διακριτικές μεταχειρίσεις)[5]. Εντούτοις, γίνεται δεκτό ότι η επεκτατική ισότητα προχωρά ένα βήμα περαιτέρω και ουσιαστικά παρέχει στο δικαστή τη μέγιστη δυνατή διαπλαστική ευχέρεια, ώστε, αν διαγνώσει κατά το δικαστικό του έλεγχο παραβίαση της αρχής της ουσιαστικής ισότητας, να μπορεί μέσω της επεκτατικής εφαρμογής να την αποκαταστήσει. Υπό αυτή την εκδοχή έχει υποστηριχθεί βάσιμα από τη θεωρία ότι άνευ αυτής η ουσιαστική ισότητα θα καθίστατο κενή περιεχομένου, αφού θα εμφανιζόταν το παράδοξο φαινόμενο να γίνεται μεν η διάγνωση της άνισης (άρα αντισυνταγματικής) ρύθμισης του νομοθέτη, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου του ενδίκου βοηθήματος, αλλά σε απόρριψη του αιτητικού του. Έτσι, όχι μόνο θα υποβαθμιζόταν το κανονιστικό πεδίο της αρχής της ουσιαστικής ισότητας από νομικό κανόνα που δεσμεύει σε απλώς κατευθυντήρια πολιτική αρχή[6], αλλά θα πληττόταν και το ίδιο το δικαίωμα στην (αποτελεσματική) έννομη προστασία[7]. Από την άλλη πλευρά δεν έλειψαν και οι διαμετρικά αντίθετες προσεγγίσεις στη θεωρία, οι οποίες απορρίπτουν ή αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα την επέκταση μέσω δικαστικών αποφάσεων ευνοϊκών νομοθετικών ρυθμίσεων προβάλλοντας τα δογματικά και πρακτικά προβλήματά της: αυτά συνοψίζονται στο ότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών κατ’ άρθρο 26 Συντ. ή στη δημοσιονομική επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού χωρίς νόμο ή τέλος στο ότι δεν υπάρχει ισότητα στην παρανομία[8].
Χρήσιμη στο σημείο αυτό είναι μια κατηγοριοποίηση του τι σημαίνει περιπτωσιολογικά η επεκτατική εφαρμογή (ευνοϊκής) διάταξης νόμου: σε όλες τις περιπτώσεις που αυτή ζητείται από τον διάδικο είτε θα υφίσταται δυνάμει άλλης διάταξης υπαγωγή του τελευταίου σε διαφορετικό νομικό καθεστώς, είτε θα υπάρχει παράλειψη ένταξής του στην ευνοϊκή διάταξη. Σχηματικά λοιπόν οι περιπτώσεις αυτές συνίστανται στα εξής δεδομένα: (i) υπήρχε παλαιότερη ευνοϊκή ρύθμιση που αντικαταστάθηκε με νεότερη δυσμενή και διακριτική (άνιση), (ii) Υπάρχει ισχύουσα γενική ευνοϊκή ρύθμιση και εισάγεται ειδική διακριτική (άνιση) διάταξη, (iii) Υπάρχουν δύο διατάξεις, μία ευνοϊκή και μία δυσμενής, οι οποίες ποσοτικά είναι περίπου ισομερείς (χωρίς κάποια να δύναται να θεωρηθεί εξαίρεση έναντι της άλλης) και τέλος (iv) Υπάρχει μια εξαιρετική ευνοϊκή ρύθμιση και ζητείται η επέκτασή της σε άλλη ειδική (ή ειδικές) με παρόμοια χαρακτηριστικά[9].
Η νομολογία των δικαστηρίων υπήρξε σχετικώς επιφυλακτική στην υιοθέτηση του μοντέλου της επεκτατικής ισότητας κατά τη διενέργεια ελέγχου συνταγματικότητας των επίδικων κάθε φορά νομοθετικών διατάξεων, συμμεριζόμενη τις αναφερθείσες θεωρητικές επιφυλάξεις. Όπως έχει υποστηριχθεί, το «κοινωνικό κράτος δια του δικαστή» οριοθετείται από τον ίδιο τον δικαστή[10]. Τούτο, μάλιστα καθίσταται εντονότερο ιδίως στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει σχέση γενικού προς ειδικό της αιτούμενης ευνοϊκής διάταξης με την επίμαχη, φερόμενη ως άνιση – αντισυνταγματική. Εντούτοις, δεν έλειψαν από πολύ νωρίς κάποια μεμονωμένα νομολογιακά δείγματα που επεξέτειναν ευνοϊκή νομοθετική ρύθμιση σε πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονταν σε αυτήν[11]. Ουσιαστική μεταστροφή της νομολογίας υπέρ της αναγνώρισης της επεκτατικής ισότητας επήλθε τη δεκαετία του 1980 από τον ΑΠ είτε υπό τη μορφή αναβίωσης παλαιότερης ευνοϊκής ρύθμισης μετά τον παραμερισμό της νεότερης που κρίθηκε ανίσχυρη ως αντιβαίνουσα στην αρχή της ισότητας[12], είτε υπό την αναγνώριση ομοιότητας καταστάσεων και άρα εφαρμογής της εξαιρετικής ευνοϊκής ρύθμισης και στους παραλειφθέντες[13]. Έκτοτε ο ΑΠ σχεδόν απαρέγκλιτα επί πολλά χρόνια υιοθετούσε την επεκτατική εφαρμογή ευνοϊκής ρύθμισης ακόμη και αν η τελευταία είχε ειδικό εξαιρετικό χαρακτήρα επί τη βάσει της παραδοχής ότι «το άρθρο 4 παρ. 1 Συντ. καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου, , απέναντι στους Έλληνες, δεσμεύοντας και το όργανο που πρωτογενώς ή κατά νομοθετική εξουσιοδότηση θέτει κανόνες δικαίου το οποίο, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά τρόπον που δημιουργεί διαφορετική μεταξύ τους μεταχείριση, η οποία να περιλαμβάνει εξαιρέσεις ή δυσμενείς διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Επομένως, στο μέτρο που οι εν λόγω διατάξεις εισάγουν την παραπάνω αδικαιολόγητη διάκριση είναι αντισυνταγματικές – ανίσχυρες και για την αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας θα εφαρμοσθεί και για αυτούς, σε βάρος των οποίων εκδηλώθηκε η δυσμένεια, η ρύθμιση που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε»[14]. Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν, έστω και κάπως διστακτικά, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια[15], χωρίς να λείπουν και οι αντίθετες νομολογιακές προσεγγίσεις, ότι δηλαδή η επεκτατική εφαρμογή ευνοϊκής διάταξης θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της ισότητας καθώς θα επρόκειτο για ίση μεταχείριση μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών[16].Το ΣτΕ από την πλευρά του υιοθέτησε αρκετά μεταγενέστερα την επεκτατική εφαρμογή και πάντως με αρκετή φειδώ κυρίως με το προαναφερθέν σχήμα ‘‘κανόνα – εξαίρεσης’’, όταν δηλαδή μια παροχή έχει γενικευμένο χαρακτήρα και παραλείπεται μία ή κάποιες μεμονωμένες κατηγορίες[17]. Παρά τη σχετική φειδώ πάντως η επεκτατική εφαρμογή της ισότητας στο επίπεδο της διεκδίκησης ιδίως των διάφορων επιδομάτων έγινε τάση στη νομολογία. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί με αφορμή το περίφημο, προβλεπόμενο στο άρ. 14 παρ. 2 Ν. 3016/2002 μηνιαίο επίδομα των 176 € σε ειδικές κατηγορίες χαμηλόμισθων υπαλλήλων[18], δημιουργήθηκε σταδιακά μια βιομηχανία προσφυγών και αγωγών από ποικίλες κατηγορίες υπαλλήλων που διεκδικούσαν (και σε μεγάλο βαθμό δικαιώνονταν) με το επιχείρημα ότι έχει μετατραπεί σε εν είδει μισθολογική παροχή[19], μετατρέποντας εν τέλει σε κανόνα μια παροχή που θεσπίστηκε ως εξαίρεση[20]. Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι η νομολογιακή αυτή λύση ακολουθήθηκε και σε πεδία μη οικονομικού χαρακτήρα τα οποία δεν θα εδύναντο να επιβαρύνουν (τουλάχιστον όχι ευθέως) τον κρατικό προϋπολογισμό[21], χωρίς όμως να απουσιάσει και εδώ η αντίθετη εκδοχή κατά της επέκτασης ειδικής ευνοϊκής ρύθμισης[22]. Σε κάθε περίπτωση η δυσχερής δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους δημιούργησε αυτό που σχηματικά έχει αποκληθεί «νομολογία των Μνημονίων» (ή «νομολογία της κρίσης» ή «νομολογία της έκτακτης ανάγκης»), στην οποία βασικό χαρακτηριστικό είναι η μέριμνα του δικαστή για την ορθή δημοσιονομική διαχείριση και ισορροπία[23]. Τούτο συνεπάγεται όχι μόνο μια επαναδιατύπωση της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος, ώστε κατά παρέκκλιση από τη θεμελιώδους σημασίας διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και στο απλώς ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου[24] η προσπόριση εσόδων στα κρατικά ταμεία και η αποκατάσταση των δημοσιονομικών ισορροπιών του Κράτους (περιορισμός των ελλειμμάτων, μη επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταμείων, κοκ) αναδύεται στο προσκήνιο ως μια ειδική διάσταση δημοσίου συμφέροντος και μάλιστα επιτακτικού ή υπέρτερου[25], αλλά και να επανέλθει ακόμα εντονότερος ο νομολογιακός σκεπτικισμός (ιδίως στη νομολογία του ΣτΕ) ως προς την επεκτατική ισότητα[26].Κατά κυριολεξία όμως στις δικαστικές αποφάσεις δεν φάνηκε να εγκαταλείπεται η απαίτηση από τον νομοθέτη για ίση νομοθέτηση και μεταχείριση των προσώπων και καταστάσεων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Απλώς, φαίνεται να διευρύνεται η έννοια της εξαιρετικής ρύθμισης ώστε να αντιμετωπιστούν ως τέτοιες ακόμη και διατάξεις που αφορούν ευρείες κατηγορίες πληθυσμού[27] ή να τίθενται αυστηρά κριτήρια ως προς την ομοιότητα των καταστάσεων, ώστε η διαφορετική κατηγοριοποίηση του νομοθέτη να οδηγεί σε κρίση περί ανισότητας[28]. Με άλλες λέξεις δεν εγκαταλείφθηκε η ουσιαστική ισότητα (και η δυνατότητα επέκτασης ευνοϊκής ρύθμισης) ως δικανικά εργαλεία κατά τον έλεγχο των επίμαχων κάθε φορά ρυθμίσεων, αλλά μάλλον, ελέω της κρίσης, αυστηροποιήθηκαν τα κριτήρια ομοιότητας υπαγωγής στο ρυθμιστικό πεδίο μιας ευνοϊκής διάταξης[29]. Επήλθε ένας αυτοπεριορισμός όχι τελικά ως αποδοκιμασία στις προηγούμενες νομολογιακές προσεγγίσεις όσο περισσότερο προς μια πιο ορθολογική προσέγγιση του πολύ ισχυρού αυτού εργαλείου και προς μια ταυτόχρονη υπόμνηση στο νομοθέτη για ορθολογική νομοθέτηση.
- Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Στη σχολιαζόμενη απόφαση, η οποία αποτελεί και το πιο πρόσφατο νομολογιακό παράδειγμα ενασχόλησης[30]με το ζήτημα της (δυνατότητας) επέκτασης ευνοϊκής ρύθμισης σε αποδέκτες πέρα από τους κατονομαζόμενους σε αυτήν, το Δικαστήριο βρέθηκε αντιμέτωπο με τα ίδια αυτά διλήμματα και προβληματισμούς ως προς την ακολουθητέα λύση. Εκκινεί (σκέψη 7) από το βασικό νομολογιακό κανόνα περί ουσιαστικής ισότητας και το ότι η συμπεριφορά του νομοθέτη και της κανονιστικώς δρώσας διοίκησης τελεί υπό τον έλεγχο τήρησης των συνταγματικών ορίων εκ μέρους του δικαστή.
Εν συνεχεία, μετά από μία εκτενή παράθεση των επίμαχων διατάξεων του Ν. 4354/2015 από τις οποίες προκύπτει η ρητή εξαίρεση των προϊσταμένων νοσηλευτικής υπηρεσίας των Νοσοκομείων που αποτελούν ΝΠΔΔ[31], κρίνει (σκέψη 9) ότι η ρητή εξαίρεση των προϊσταμένων αυτών από το επίδομα ευθύνης αντίκειται ευθέως στην ουσιαστική αρχή της ισότητας του άρ. 4 παρ. 1 Συντ. Μάλιστα, για την κρίση του αυτή αναφέρεται και στην ίδια την αιτιολογική έκθεση του νόμου σύμφωνα με την οποία το θεσπιζόμενο με αυτόν σύστημα αμοιβών υπόκειται στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, λαμβάνοντας υπόψη τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπαλλήλου, καθώς και την προσωπική του αξία σε συνάρτηση με το επίπεδο ευθύνης που κατέχει, τις συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας και την επίτευξη εύρυθμης λειτουργίας της υπηρεσίας του. Επομένως, δεν υπάρχει δικαιολογητικό έρεισμα από το γεγονός ότι οι προϊστάμενοι τμημάτων της νοσηλευτικής υπηρεσίας αποτελούν διακριτή κατηγορία υπαλλήλων, τη στιγμή που οι ανώτεροι αυτών προϊστάμενοι διευθύνσεων των νοσοκομείων λαμβάνουν το ίδιο επίδομα θέσης ευθύνης με τους ομοιόβαθμούς τους των διοικητικών υπηρεσιών των νοσοκομείων, των ΟΤΑ, των λοιπών ΝΠΔΔ και φυσικά του Δημοσίου. Προχωρά ένα βήμα περαιτέρω λέγοντας ότι η ανωτέρω διακριτική μεταχείριση δε μπορεί να αρθεί ούτε από το γεγονός ότι λαμβάνουν επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας αφού το τελευταίο έχει άλλη ratio, τη στιγμή μάλιστα, που το τελευταίο το λαμβάνουν και κατηγορίες υπαλλήλων που εντάσσονται στους δικαιούχους του επιδόματος ευθύνης. Καταλήγει έτσι ότι θα πρέπει κατ’ αποδοχή του αιτήματος των αιτούντων – εναγόντων να επεκταθεί και σε αυτούς η γενική ρύθμιση και να θεωρηθούν και οι ίδιοι δικαιούχοι των 290 € κι όχι 250 € μηνιαίως.
Ενδιαφέρον είναι ότι υπήρξε και μειοψηφία ενός Αντιπροέδρου και μίας Συμβούλου, η οποία υιοθετώντας τις μνημονευθείσες δικαστικές επιφυλάξεις αποφαίνεται ότι δεν είναι νοητή η εφαρμογή ειδικής διάταξης σε άλλη ειδική κατηγορία συν το γεγονός ότι λόγω του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας αντισταθμίζεται η διακριτή μεταχείριση.
Με μια πρώτη ανάγνωση της απόφασης κάποιος θα σκεφτόταν ότι το Δικαστήριο, έστω και κατά πλειοψηφία, επανέρχεται στην εγκαταλειφθείσα ελέω δημοσιονομικής κρίσης επεκτατική ισότητα. Προσεκτικότερη όμως ανάλυση καταδεικνύει ότι πρώτον το Δικαστήριο (και εν γένει η νομολογία) με βάση την προπαρατεθείσα ανάλυση ουδέποτε[32] εγκατέλειψαν την επεκτατική ισότητα ως δικανικό εργαλείο επίτευξης της ουσιαστικής ισότητας, αλλά αυστηροποίησαν τις προϋποθέσεις, ώστε να περιοριστεί η ανορθολογική ενδεχομένως χρήση της. Δεύτερον, είναι τα πραγματικά και νομικά δεδομένα της επίδικης υπόθεσης που δεν άφηναν ίσως άλλο δρόμο. Επρόκειτο για ένα επίδομα που δυνάμει των ρυθμίσεων του άρ. 16 χορηγούνταν σε όλους όσοι κατέχουν αξίωμα ευθύνης (ακόμη και ανώτερου βαθμού από τους συγκεκριμένους διαδίκους), ανεξαρτήτως της υπηρεσίας ή της οργανικής μονάδας στην οποία υπηρετούν, η δε παράλειψη των προϊσταμένων τμημάτων νοσηλευτικής υπηρεσίας ήταν η εξόχως εξαιρετική ρύθμιση. Επομένως, επί τη βάσει του σχήματος ‘‘κανόνας – εξαίρεση’’, με αυτά μάλιστα τα συντριπτικά χαρακτηριστικά, η λύση την οποία υιοθέτησε το Δικαστήριο κατά πλειοψηφία ήταν σύμφωνη με το Σύνταγμα αλλά και την τελολογική ερμηνεία του νόμου.
Ίσως, κατά μια προσέγγιση σε αυτή τη λύση του Δικαστηρίου να βάρυνε και το μικρό αίτημα των διαδίκων: διαφορά των 40 € για διάστημα έξι μηνών, η οποία, ακόμη και αν γενικευθεί, δεν είναι ικανή να προκαλέσει ανεπανόρθωτη δημοσιονομική επιβάρυνση στον κρατικό προϋπολογισμό τη στιγμή μάλιστα που το εν λόγω επίδομα έχει τόσο γενικευμένη εφαρμογή.
Το ενδιαφέρον από νομική άποψη είναι αν τη θέση αυτή του Τμήματος θα ακολουθήσει και η Ολομέλεια στην οποία και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 100 παρ. 5 Συντ.
- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ
Από τα ανωτέρω καταδεικνύεται με σαφήνεια ότι το ζήτημα της επέκτασης των ευνοϊκών νομοθετικών ρυθμίσεων είναι θεμελιώδους σημασίας για τη συνταγματική πρακτική, αφού η επιλογή της εκάστοτε λύσης φέρνει σε συνάντηση και τομή και τις τρεις κρατικές λειτουργίες: τον νομοθέτη σε επίπεδο θέσπισης, το δικαστή ως προς την οριοθέτηση του διαπλαστικού και δικαιοκρατικού του ρόλου και τη διοίκηση σε επίπεδο εξειδικευμένης εφαρμογής των διατάξεων και τρόπου συμμόρφωσης προς τη δικαστική απόφαση. Το γεγονός μάλιστα, ότι στην κρινόμενη περίπτωση παρά την πλειάδα των δικαστικών αποφάσεων (παλαιότερων και νεότερων)σε επίπεδο ανωτάτων δικαστηρίων για ομοειδείς περιπτώσεις διεκδίκησης επέκτασης καταβολής επιδομάτων ή άλλων ευνοϊκών παροχών (έστω και αν διέφεραν κάθε φορά οι επίδικες διατάξεις), η Επιτροπή του άρ. 1 του Ν. 3900/2010 δέχθηκε να εισαχθεί η υπόθεση στο αρμόδιο τμήμα του ΣτΕ με τη διαδικασία της πιλοτικής δίκης καταδεικνύει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τη νομική αλλά και πραγματική σπουδαιότητα του εν λόγω ζητήματος. Πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο τροφοδοτείται και ανατροφοδοτείται κάθε φορά από τις ποικίλες ρυθμιστικές επιλογές του νομοθέτη στα διάφορα πεδία του δημοσίου βίου. Η νομολογιακή ταλάντευση φανερώνει το δογματικό προβληματισμό γύρω από τα όρια διαπλαστικής επέμβασης του δικαστή στο πεδίο δράσης του νομοθέτη και της κανονιστικώς δρώσας διοίκησης. Η σχετική επιχειρηματολογία κάμπτεται στο βαθμό που ο δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων, όστις αποτελεί θεμέλιο της αρχής του κράτους δικαίου, συνιστά μια ούτως ή άλλως έστω και οριακή επέμβαση στις νομοθετικές επιλογές, τηρουμένων βεβαίως των συνταγματικών ορίων. Το δε επιχείρημα της δημοσιονομικής επιβάρυνσης του προϋπολογισμού του κράτους ή των ΝΠΔΔ από την επέκταση σε περισσότερους αποδέκτες ρυθμίσεων μισθολογικού, επιδοματικού και εν γένει χρηματικού χαρακτήρα, είναι οντολογικής φύσεως για το οποίο σε τελευταία ανάλυση δεν είναι αρμόδια να μεριμνούν τα δικαστήρια, αλλά όργανα της εκτελεστικής εξουσίας όπως το Υπουργείο Οικονομικών. Άλλωστε, καμία δημοσιονομική σκοπιμότητα δε μπορεί να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τη συνταγματική και υπερνομοθετική αρχή της ισότητας[33].
Από την άλλη πλευρά το ζήτημα είναι εξόχως σοβαρό για να επαφίεται εν τέλει αφενός στις ερμηνευτικές διχογνωμίες των θεωρητικών και αφετέρου στον δικαστικό ακτιβισμό ή στις μικρές ή μεγάλες δημοσιονομικές ευαισθησίες εκάστου κατωτέρου, ανωτέρου ή ανωτάτου δικαστικού σχηματισμού μείζονος ή ελάσσονος συνθέσεως, καθώς έτσι επέρχεται ανασφάλεια δικαίου. Ως εκ τούτου, ίσως μετά από όλη αυτή τη θεωρητική και νομολογιακή επεξεργασία της επεκτατικής ισότητας έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για τη λύση του ζητήματος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη. Η αναθεωρητική πρόταση περί μιας γενικευμένης απαγόρευσης επέκτασης με δικαστική απόφαση μισθού, αποδοχών, σύνταξης ή χορηγίας σε πρόσωπα ή κατηγορίες προσώπων πέραν των ρητά προβλεπομένων στο νόμο, η οποία τελικά καταψηφίστηκε στην Ολομέλεια της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής έχει υποστηριχθεί ότι συνιστά μια «πλάγια παραδοχή του αναθεωρητικού νομοθέτη περί του θεμιτού της επεκτατικής εφαρμογής της ισότητας με βάση τα αναλλοίωτα δεδομένα του Συντάγματος του 1975»[34]. Πέραν αυτού, μια τέτοια επιλογή θα δημιουργούσε περισσότερα δογματικά και πρακτικά προβλήματα από όσα ενδεχομένως θα επέλυε, αφού με αυτό τον τρόπο θα καθιστούσε δικαστικά ανέλεγκτο μεγάλο τμήμα της νομοθετικής (και κατ’ επέκταση κανονιστικής) δράσης συρρικνώνοντας το κανονιστικό πεδίο της αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την έννομη προστασία, ενώ ταυτόχρονα θα έπασχε από ασάφεια ως προς το τι τελικά αποκλείεται[35][36]. Επιπλέον, είναι αναμφίβολο ότι θα καταστούσε τη χώρα μας νομικά υπόλογη απέναντι στα δύο ευρωπαϊκά δικαιοδοτικά όργανα, εφόσον η κατ’ αποτέλεσμα ανισότητα που θα υφίστατο στην πράξη προσκρούει ευθέως τόσο στις διατάξεις του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου (άρ. 157 ΣΛΕΕ, άρ. 21 επ. ΧΘΔΕΕ) όσο και στην ΕΣΔΑ (αρ. 14).
Αντιθέτως, ενδεδειγμένη είναι η επέμβαση του αναθεωρητικού νομοθέτη προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι της έστω και υπό όρους παραδοχή της δυνατότητας επεκτατικής εφαρμογής προς αποκατάσταση της ουσιαστικής ισότητας. Έτσι, θα μπορούσε να συμπληρωθεί η παράγραφος 1 του άρθρου 4[37] ή έστω να προστεθεί άρθρο 4Α, του οποίου το περιεχόμενο να αναγράφει ότι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι ίσοι εντός του νόμου, απαγορεύοντας την εισαγωγή νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων με άνισο περιεχόμενο. Σε περίπτωση δε διαπίστωσης αδικαιολόγητης εξαίρεσης ορισμένης κατηγορίας από τα γενικώς ισχύοντα για το σύνολο των ομοειδών κατηγοριών επιβάλλεται η άρση της ανισότητας αυτής[38]. Προς αποφυγή της καταχρηστικής επίκλησης της επεκτατικής ισότητας (η οποία συχνά παρατηρήθηκε κατά τα προηγούμενα ιδίως προ κρίσης έτη) η νέα αυτή διάταξη θα συμπληρωνόταν με την αναφορά ότι δε συνιστά αδικαιολόγητη εξαίρεση κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφίου ευνοϊκή νομοθετική ρύθμιση η οποία έχει εξόχως ειδικό χαρακτήρα επί τη βάσει εξειδικευμένων χαρακτηριστικών σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου. Στην ίδια κατεύθυνση της εξισορρόπησης και περαιτέρω θωράκισης απέναντι σε ενδεχόμενες καταχρήσεις η αναθεωρητική παρέμβαση θα μπορούσε να συμπληρωθεί από τροποποίηση του άρθρου 80 ώστε να καθιερωθεί ένα είδος προληπτικού δικαστικού ελέγχου (λ.χ. από το Ελεγκτικό Συνέδριο ή άλλο δικαστικό σχηματισμό σε ανώτατο επίπεδο), ώστε νομοθετικές ρυθμίσεις παροχικού χαρακτήρα να ελέγχονται για την πιθανή ασυμβατότητά τους προς την αρχή της ισότητας[39]. Μια ακόμη πιο τολμηρή παρέμβαση θα ήταν η τροποποίηση του άρθρου 100 Συντ., ώστε στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου να προστεθεί και η εξέταση, μετά από αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ευνοϊκών νομοθετικών διατάξεων που χωρίς δικαιολογημένο λόγο εισάγουν εξαιρετική ρύθμιση κατά παράλειψη του συνόλου των υπολοίπων προσώπων ή κατηγοριών[40]. Έτσι, θα επέρχεται η ορθή αποκατάσταση της ουσιαστικής ισότητας και προς την αντίθετη κατεύθυνση (της κατάργησης μιας αδικαιολόγητης ευνοϊκής), αφού αυτή θα είναι η μόνη περίπτωση δικονομικής διάγνωσής της δεδομένου ότι από άποψη εννόμου συμφέροντος μόνο το αντίθετο συμβαίνει στην πράξη[41]. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο νομοθέτης θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων νομοθετώντας ορθολογικά κι όχι κατά περίπτωση επί τη βάσει της ισχυρότερης συνδικαλιστικής διεκδίκησης εντός του δημοσίου τομέα ή άλλων παραγόντων.
Πρόκειται αναμφίβολα για ένα ζήτημα το οποίο απαιτεί γενναίες θεσμικές τομές, ώστε η ουσιαστική ισότητα, η οποία αποτελεί πεμπτουσία στο χώρο των δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου εν γένει, να μην καταστεί απλό ευχολόγιο. Μέχρι να συμβεί αυτό απαιτείται ίσως αλλαγή νοοτροπίας από όλους τους εμπλεκόμενους θεσμικούς παράγοντες (νομοθέτη, διοίκηση, δικαστήρια) αλλά και τους (εν δυνάμει) διαδίκους – διεκδικητές παροχών.
[1] Οι άλλοι δύο τρόποι είναι αυτεπαγγέλτως από το αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου ήχθη το ένδικο βοήθημα (ακυρωτικής ή ουσιαστικής αρμοδιότητας ή προσωρινής έννομης προστασίας) ή με αίτημα του Γενικού Επιτρόπου Επικρατείας των διοικητικών δικαστηρίων.
[2]Η μοναδικότητα της εν λόγω διαδικασίας συνίσταται στο ότι αποτελεί έναν ιδιάζοντα μηχανισμό συγκέντρωσης του δικαστικού ελέγχου ως επί το πλείστον συνταγματικότητας των νόμων (αφού στατιστικά η συντριπτική πλειονότητα υποθέσεων πιλοτικής δίκης στην επταετία εφαρμογής του θεσμού αφορά ζητήματα συνταγματικότητας), ο οποίος μηχανισμός παρέχει ευρύτατη εξουσία σχεδόν αυθεντικής ερμηνείας των κρινόμενων διατάξεων. Το δε αποτέλεσμα της απόφασης του ΣτΕ εκδοθείσας κατά τη διαδικασία αυτή, καίτοι αναπτύσσει δεδικασμένο μόνο για τους διαδίκους και τους παρεμβάντες, εν τοις πράγμασι λειτουργεί εντελώς καθοδηγητικά για τα άλλα δικαστήρια, αφού κατά ρητή άλλωστε πρόβλεψη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου όλες οι ομοειδείς υποθέσεις εκδικάζονται με τη συνοπτική εν συμβουλίω διαδικασία. Έτσι, το ΣτΕ διαθέτει αρμοδιότητα αυθεντικής ερμηνείας, ευρύτερη ακόμη και από ευρωπαϊκές έννομες τάξεις με συνταγματικά δικαστήρια, λειτουργώντας ως ένα «υπερ-δικαστήριο που εποπτεύει σε όλη της την έκταση την τήρηση της αρχής της κανονικότητας» Βλ. σχετικάBαρ. Μπουκουβάλα, Ο θεσμός της πιλοτικής δίκης του άρθρου 1 του ν.3900/2010 και το σύστημα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα, διαθέσιμο στο www.academia.edu , σ. 20 (ανακτήθηκε. 01.11.2017).
[3]Η επιτροπή αυτή αποτελείται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο-Πρόεδρο του καθ’ ύλιν αρμοδίου τμήματος στο οποίο πρόκειται να εισαχθεί το ένδικο βοήθημα.
[4]Η ουσιαστική – αναλογική ισότητα, όπως ερμηνεύεται παγίως από τη νομολογία, «αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες και αποκλείει τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια είτε με την μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια». Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 3372/2015 (Ολομ.), 987/2014 (Ολομ.), 1252/2003 (Ολομ.), 3351/2000 (Ολομ.), 2009/2000, 5094/1996, 2886/1995, ΕλΣυν 1506/1985 (Ολομ.).
[5] Συνεπώς, από την αρχή της ουσιαστικής ισότητας δεσμεύονται όλα τα συντεταγμένα πολιτειακά όργανα, ώστε το καθένα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του να οφείλει είτε να αποφεύγει την ανισότητα ή να την αίρει κατά το δυνατόν. Αυτή η καθολική δέσμευση των πολιτειακών οργάνων καταγράφεται και στη σχολιαζόμενη απόφαση (βλ. σκέψη 7).
[6]Βλ. Αν. Τάχο, Η άμεση εφαρμογή του Συντάγματος από τη δημόσια διοίκηση, Αρμ. 1987, σ. 85 επ.
[7] Βλ. αναλυτικότερα για τη σχετική προβληματική: Αριστ. Μάνεση, Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η εφαρμογή της υπό των δικαστηρίων, ΕΕΝ 1958, 444 επ // Αντ. Μανιτάκη, Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η έννοια του γενικού συμφέροντος, ΤοΣ 1978, 444 επ (446) //Ιακ. Μαθιουδάκη, Επέκταση της ευνοϊκής ρύθμισης για λόγους ισότητας – τάσεις δικαστικού αυτοπεριορισμού;, ΔιΔικ 2003, 852 επ (859).
[8]Βλ. Πρ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα, εκδόσεις Σάκκουλα 4η έκδοση, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2012, σ. 1348 επ. //Χ. Δετσαρίδη, Παρατηρήσεις στη ΔΕφΑθ 1891/2011, ΔιΔικ 2013, 65 επ (67).
[9]Βλ. αναλυτικότερα Στ. Κοφίνη, άρθρο 4 in ΣΥΝΤΑΓΜΑ κατ’ άρθρο ερμηνεία, (επιμ. Φ. Σπυρόπουλος, Ξ. Κοντιάδης, Χ. Ανθόπουλος, Γ. Γεραπετρίτης), εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2017, σ. 60 // Του ιδίου, Μια υπεράσπιση της επεκτατικής ισότητας σε καιρό οικονομικής κρίσης και ταυτόχρονα μια αφορμή συζήτησης για το μέλλον της, ΕφημΔΔ 2/2016, 244 – 264 (246-247) // Βασ. Σκουρή – Ευ. Βενιζέλο, Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1985, σ. 112-117.
[10] Βλ. Ιακ. Μαθιουδάκη, Επέκταση της ευνοϊκής ρύθμισης …, ό.π., 853.
[11]ΣτΕ 2080/1950 (Ολομ). Θ 1951, 10 επ. (υπερωριακή αμοιβή δικαστών) και 1016/1963 (Ολομ.) (επέκταση της απαλλαγής από τη στράτευση και σε μη ορθοδόξους μοναχούς), χωρίς όμως να δημιουργηθεί γενικότερη νομολογιακή τάση στην προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ. σχετικό σχόλιο Στ. Κοφίνη, άρθρο 4 …, ό.π., 70.
[12] ΑΠ 206/1981 (Ολομ.), ΤοΣ 1982, 56 επ. (καταβολή αποδοχών εκπαιδευτικής άδειας εξωτερικού σε δικαστικούς λειτουργούς).
[13] ΑΠ 53/1983, ΝοΒ 1983, 1370 επ. (επίδομα σπουδών σε δικαστικούς λειτουργούς κατ’ άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 755/1978 ύψους 20% επί του μισθού του Πρωτοδίκη έναντι του επιδόματος σε υφηγητές κατ’ άρθρο 3 παρ. 2β΄του ίδιου νόμου, καθοριζόμενου επί του μισθού του έκτακτου μόνιμου καθηγητή αυτοτελούς έδρας) Η απόφαση αυτή αποτέλεσε σταθμό στη νομολογία του ΑΠ, αφού έκτοτε ακολουθήθηκε επί πολλά έτη σχεδόν πιστά από το Ανώτατο Δικαστήριο αλλά και τα κατώτερα πολιτικά δικαστήρια. Με αυτήν διακηρύχθηκε μια σαφής παραδοχή της επεκτατικής εφαρμογής της ευνοϊκής νομοθετικής ρύθμισης σε άλλους που παρουσιάζουν ομοειδή χαρακτηριστικά, διότι διαφορετικά υφίσταται ανεπίτρεπτη απόκλιση από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας. Υπήρξε όμως ισχυρή μειοψηφία 11 μελών της Ολομέλειας, η οποία υποστήριξε ότι «δεν δύναται ο δικαστής, προς αποκατάστασιν της θιγείσης ισότητος, να επεκτείνη την ισχύν του νόμου πέραν των τιθεμένων υπ` αυτού ορίων, διότι τούτο θα συνιστούσε θέσπισιν υπό του δικαστού νέας διατάξεως και αντιποίησιν, ούτως, έργου της νομοθετικής εξουσίας». Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αγόρευση του Εισαγγελέα του ΑΠ η οποία κάνει εκτενή αναφορά σε όλη την κλασική ελληνική βιβλιογραφία του Συνταγματικού Δικαίου (Σαρίπολος, Βλάχος – Σβώλος, Μάνεσης, Μανιτάκης) αλλά και σε πλήθος παλιών αποφάσεων του ΣτΕ και του ΑΠ για να καταλήξει βέβαια ότι επί αντισυνταγματικής ρύθμισης προκύπτει νομοθετικό κενό το οποίο δεν δύναται να πληρώσει ο δικαστής, διότι διαφορετικά θα απεφαίνετο ως νομοθέτης.
[14]ΑΠ 1411/1984 // ΑΠ 1016/1987, ΕΕΝ 1988, 500 επ. & 5/1988 (Ολομ.) ΤοΣ 1989, 303 επ. (χορήγηση προσωρινού προσωπικού επιδόματος για πλασματικές υπερωρίες) // ΑΠ 881/1989, ΕΕΝ 1990, 269 επ (αντισυνταγματικότητα διάταξης δυνάμει της οποίας το επίδομα οικογενειακών βαρών ήταν μικρότερο από αυτό των λοιπών δημοσίων υπαλλήλων) // ΑΠ 35/1990 (Ολομ.), ΝοΒ 1991, 231 επ. // ΑΠ 13/1991 (Ολομ.) ΕλλΔνη 1991, 1484 επ (ομοίως προσωρινό προσωπικό επίδομα για υπερωριακή απασχόληση) // ΑΠ 938/1991, ΝοΒ 1993, 280 επ (χορήγηση μικρότερης αποζημίωσης σε βαθμολογητές γραπτών εισαγωγικών εξετάσεων προερχόμενους από ΑΕΙ σε σχέση με τους προερχόμενους από τη Σχολή Ευελπίδων) //ΑΠ 12/1992 (Ολομ.), ΕΕΔ 1993, 919 επ. //14/1995 (Ολομ.), ΝοΒ 1996, 408 επ. (προσωρινό προσωπικό επίδομα για υπερωριακή απασχόληση) // ΑΠ 929/2008, ΝοΒ 2008, 2437 επ.
[15] Βλ. ενδεικτικά ΔιοικΠρωτΧαν 114/1990, ΝοΒ 1990, 1407 επ // ΔιοικΠρωτΠατρ 627/1991, ΕΔΚΑ 1991, 780 επ // ΔιοικΕφΑθ 3298/1992, ΔιΔικ 1992, 1129 επ. // ΔιοικΕφΑθ 242/1994, ΔιΔικ 1995, 595 επ. // ΔιοικΠρωτΑθ 1157/1997, ΕλλΔνη 1998, 1197 επ. // ΔιοικΕφΘεσ 435/1998, ΕΔΔ 1998, 925 επ. // ΔιοικΠρωτΑθ 5244/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[16] ΔιοικΕφΑθ 4163/2007, ΔιΔικ 2008, 503 επ.: εδώ επρόκειτο για ειδικό ζήτημα κοινωνικής ασφάλισης όπου ζητήθηκε η προκαταβολή ποσοστού 60% από το εφάπαξ βοήθημα κατ’ ανάλογη εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων για τα Ταμεία Αλληλοβοηθείας Στρατού Ξηράς, Πολεμικού Ναυτικού και Πολεμικής Αεροπορίας. Εδώ το δικαστήριο δέχθηκε ότι, όπως ο νομοθέτης έχει δικαίωμα να προβλέπει πλείονα ασφαλιστικά ταμεία, έχει ευχέρεια να προβλέπει την προκαταβολή του εφάπαξ βοηθήματος μόνο για τους μετόχους των Ταμείων Αλληλοβοηθείας των Ενόπλων Δυνάμεων. Άλλωστε, «επιβάλλεται η ίση μεταχείριση των ασφαλισμένων που τελούν υπό τις αυτές ή όμοιες συνθήκες, στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού φορέα. Προκειμένου, όμως, περί ασφαλισμένων σε διάφορους ασφαλιστικούς οργανισμούς, η τήρηση της αρχής της ισότητας ελέγχεται μόνον όσον αφορά στην εξασφάλιση ελάχιστου καθεστώτος ισοδύναμης ασφαλιστικής προστασίας» (βλ. τις περαιτέρω παραπομπές σε ΣτΕ 1077/2003, 5057/1988, 879/1979).
[17] ΣτΕ 1519/1995, ΤοΣ 1995, 706 επ. (μη χορήγηση σε υπαλλήλους γραμματείας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων της ειδικής μηνιαίας αποζημίωσης την οποία ελάμβαναν όλοι οι λοιποί πολιτικοί υπάλληλοι), έκτοτε: 3582/1996, 3587/1997, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 5182/1997, ΕΔΔ 1999, 636 επ., 653/2000, ΤοΣ 2001, 141 επ. // ΔιοικΠρωτΑθ 5244/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[18] Μέσα σε ενάμιση χρόνο και μέχρι την κατάργησή του με το άρ. 24 του Ν. 3205/2003, επεκτάθηκε με 60 (!) Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων ακόμη και του ευρύτερου δημοσίου τομέα.
[19]Βλ Παν. Μαντζούφα, Οικονομική κρίση και Σύνταγμα. Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2014, σ. 173.
[20] Βλ. Ακρ. Καϊδατζή, Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 95/2013 (Ολομ.), Αρμ. 2013, 573.
[21] Ενδεικτικά ΣτΕ 3216/2003 (Ολομ.), ΤοΣ 6/2003, 1173 επ. (επέκταση της ρύθμισης του ΥΚ για χορήγηση άδειας ανατροφής τέκνου μετ’ αποδοχών εννέα μηνών στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς, η οποία μάλιστα οδήγησε και σε νομοθετική ενσωμάτωση του διαπλασθέντος νομολογιακού κανόνα: με το άρθρο 1 του Ν. 3258/2004 τροποποιήθηκε το άρθρο 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ώστε να χορηγείται στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς η εννεάμηνη άδεια ανατροφής τέκνου. Όμοια η νεότερη ΣτΕ 1810/2013. Συναφής η ΔιοικΕφΑθ 622/2012 με την οποία κρίθηκε ότι δικαίωμα λήψης εννεάμηνης άδειας για ανατροφή παιδιού θεμελιώνουν όχι μόνο οι μητέρες γνήσιων τέκνων, αλλά και οι μητέρες υιοθετημένων παιδιών, οι οποίες υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις. Βλ. επίσης, ΣτΕ 2/2006, 1550/2006, 2357-2358/2006, 569/2010, 3226/2010, ΔιοικΕφΑθ 366/2013, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, οι οποίες, ερμηνεύοντας το άρθρο 44 του ΚΟΔΔΛ υπό την αρχή της ισότητας των φύλων, επέκτειναν το εν λόγω δικαίωμα και σε πατέρες δικαστικούς λειτουργούς. Συναφείς και οι ΔιοικΕφΑθ 679/2014 και 700/2014, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ (επέκταση άδειας ανατροφής σε πατέρες πυροσβεστικούς υπαλλήλους). // Πρβλ. επίσης ΠολΠρωτΑθ 728/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ (κατάταξη πτυχιούχου ωδικής, αρμονίας, ενοργανώσεως πνευστών οργάνων από το Κρατικό Ωδείο, υπαλλήλου του Πολιτιστικού Οργανισμού Ελευσίνας – ΝΠΔΔ – σε κατηγορία ΔΕ αντί ΤΕ με αποστέρηση των αντίστοιχων μισθολογικών διαφορών ανίσχυρη ως αντισυνταγματική).
[22]ΣτΕ 2837/2015, ΤΝΠ ΔΣΑ www.dsanet.gr (επέκταση της απαλλαγής από τη στράτευση προβλεπόμενης για τους μοναχούς του Αγίου Όρους σε μοναχούς άλλων μονών). Εδώ το δικαστήριο ουσιαστικά δέχθηκε κατ’ ουσίαν ότι δεν υπάρχει ισότητα στην παρανομία, αφού πρόκειται για μια εξόχως ειδική ρύθμιση, τυχόν δε αντισυνταγματικότητά της δε θα μπορούσε να επιτρέψει την επέκτασή της σε άλλους μοναχούς. Ενδιαφέρον μάλιστα, παρουσιάζει ότι στη σκέψη αυτή παραπέμπει στην ανωτέρω σειρά των αποφάσεων ΣτΕ 3323-3351/2000 (Ολομ.) για την μετεγγραφή σπουδαστών.
[23] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί εδώ η προαναφερθείσα ευρεία περιπτωσιολογία του επιδόματος των 176 €. Βλ. τις αποφάσεις ΣτΕ 792/2012, ΕΔΔΔ 2012, 400 επ. (η παραπεμπτική του ΣΤ’ Τμήματος) και ΣτΕ 95/2013, Αρμ. 2013, 569 επ (η απόφαση της Ολομέλειας), οι οποίες ουσιαστικά έθεσαν τέρμα στην εκτεταμένη διεκδίκηση του επιδόματος αυτού, φτάνοντας στο σημείο να γίνει λόγος για μια παράνομη πρακτική της διοίκησης η οποία δια της σωρείας των Υπουργικών Αποφάσεων έφτασε να αλλοιώσει την αρχική στόχευση του νόμου (απόφαση Ολομέλειας, σκ. 7). Κατά τον Παν. Μαντζούφα, ό.π., σ. 180,«η συνεκτίμηση από το δικαστήριο των ευρύτερων συνεπειών που θα έχει η απόφασή του στην δημοσιονομική ισορροπία του κράτους βάρυνε στην κρίση του περισσότερο από ότι οι, έτσι και αλλιώς, περιορισμένες απαιτήσεις που είχαν οι συγκεκριμένοι προσφεύγοντες». Όμοια επί του θέματος αυτού είναι και η τοποθέτηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου: ΕλΣυν 1723/2010 (Ολομ.), ΕΔΚΑ 2010, 1033 επ.
[24] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 3651/2002 (παραπομπή στην 7μελή), ΣτΕ 802/2007 (7μελής), ΣτΕ 1663/2009, Αρμ. 2009, 925 επ.,= ΕΔΔΔ 2009, 387 επ., = ΔιΔικ 2010, 507 επ., =ΑρχΝ 2010, 106 επ., 384/2010, 998/2010, 1397/2010, 725/2010, 1240/2010, 3431/2010, 3713/2010.
[25] Βλ. εντελώς ενδεικτικά ΣτΕ 1620/2011 (απόφαση ΕΕΤΗΔΕ), 668/2012 (απόφαση Μνημονίου) 1116/2014 (απόφαση για το PSI), κοκ.
[26]Βλ. Στ. Κοφίνη, Μια υπεράσπιση της επεκτατικής ισότητας …, ό.π., σ. 248, ο οποίος σχηματοποιεί χρονικά ως ‘‘τρίτη περίοδο’’ την εν λόγω νομολογιακή προσέγγιση στην stricto sensu επεκτατική ισότητα.
[27] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1580/2010 (Ολομ.), Αρμ. 2011, 300 επ. – με παρατηρήσεις Ιακ. Μαθιουδάκη, ΔΕφΑθ 1284/2011, 5335/2013, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ (μη επέκταση σε πατέρα ανηλίκων τέκνων ρύθμισης για συνταξιοδότηση σε χαμηλότερο ηλικιακό όριο που ισχύει για τις μητέρες ανηλίκων τέκνων) // ΣτΕ 409/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ (μετάταξη μετακλητών υπαλλήλων της Βουλής σε προσωποπαγείς κενές θέσεις Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και ΝΠΔΔ – μη επέκτασή της σε μετακλητούς υπαλλήλους Υπουργών) // Βλ. contra ΣτΕ 42/2013 (Ολομ.), ΘΠΔΔ 2015, 786 επ. (εφαρμογή διάταξης για χορήγηση μερίσματος του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων σε χήρες με ανήλικα τέκνα και σε χήρους με ανήλικα τέκνα – αντίθετη μειοψηφία).
[28] Τα κριτήρια αυτά (ιδίως σε ό,τι αφορά τη χορήγηση – επέκταση επιδομάτων) αποτέλεσαν το είδος της απασχόλησης, η εμπειρία, η ειδικότητα, η θέση στην ιεραρχία, ο βαθμός ευθύνης, η ομοιότητα καθηκόντων αλλά και συνθηκών εργασίας, κοκ., χωρίς να είναι αρκετά λ.χ. η συνάφεια των καθηκόντων ή η έκθεση στους ίδιους κινδύνους Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 464/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ (μη χορήγηση σε ιατρούς του ΙΚΑ του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας το οποίο ελάμβαναν οι επισκέπτριες αδελφές και οι αδελφές νοσοκόμες που υπηρετούν στο Υπουργείο), 3034/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ (μη χορήγηση σε μεταταχθέντες υπαλλήλους της Περιφέρειας πρόσθετης μηνιαίας αμοιβής που ελάμβαναν οι υπάλληλοι των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων οι οποίοι συνιστούν διακριτή κατηγορία έναντι αυτών), 2398/2013, 253/2016, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, (μη χορήγηση σε χημικούς – βιοχημικούς εργαστηρίων του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης και δαπανών βιβλιοθήκης που λαμβάνουν οι γιατροί λόγω ιδιαίτερων απαιτήσεων όσον αφορά το χρόνο απασχόλησης, την ένταση και την ποιότητα της εργασίας) // ΑΠ 587/2011, 696/2014, 955/2014, 293/2015, 609/2016, 917/2017, ΕφΘεσ 1620/2015, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ (μη προσαύξηση αμοιβών εμμίσθων δικηγόρων σε ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα για τους εμμίσθους σε ΟΤΑ λόγω διαφορετικότητας εργοδότη και κυρίως συνθηκών εργασίας). Ενδιαφέρον όμως είναι ότι ο ΑΠ και το Εφετείο τονίζουν ότι αν το δικαστήριο κατά τον έλεγχό του διαπιστώσει την αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση επιδικάζει την παροχή σε αυτούς που αδικαιολόγητα εξαιρούνται.
[29]Βλ. Στ. Κοφίνη, Μια υπεράσπιση της επεκτατικής ισότητας …, ό.π., σ. 249 και την παραπομπή στην αδημοσίευτη μελέτη του Αντ. Μανιτάκη, Η εντυπωσιακή παρά την κρίση ανθεκτικότητα του ελληνικού Συντάγματος και η μετάλλαξή του μέσω της πραγμάτωσής του από αυστηρό σε ήπιο.
[30]Μαζί ίσως με την υπομνησθείσα στην υποσημ. 28 ΑΠ 917/2017.
[31] Άρθρο 16 παρ. 1 περ. α’ υποπέρ. αζ’ για προϊσταμένους τμημάτων (στους οποίους περιλαμβάνονται και τα διοικητικά τμήματα των Νοσοκομείων) και περ. γ’ (η ρητή εξαίρεση των προϊσταμένων των νοσηλευτικών τμημάτων).
[32]Τουλάχιστον όχι κατά κανόνα.
[33]Είναι χαρακτηριστική η απόφαση του ΔΕΕ 23.06.2009 (C-557/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας), (παράβαση του άρ. 141 ΣΕΚ και ήδη 157 ΣΛΕΕ από την εθνική κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία περί διαφορετικού ορίου συνταξιοδότησης μεταξύ ανδρών και γυναικών). σκ. 79, ειδικά ως προς το αίτημα της Ελληνικής Δημοκρατίας περί περιορισμού του χρονικού πλαισίου ισχύος της απόφασης, διότι κάτι τέτοιο θα κατέληγε σε ουσιαστική μείωση της έννομης προστασίας ιδιωτών από το κοινοτικό δίκαιο. Συναφής και η ΔΕΕ 24.09.1998 (C-35/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας), σκ. 52. Αντίστοιχη είναι η θέση και του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία ενδεχόμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις δε μπορούν να οδηγήσουν σε δυσμενείς διακρίσεις επί τη βάσει κριτηρίων όπως το φύλο ή η εθνικότητα κατά παράβαση του αρ. 14 ΕΣΔΑ. Βλ. σχετικές αναφορές σε νομολογιακά παραδείγματα των δύο ευρωπαϊκών Δικαστηρίων σε Στ. Κοφίνη, Μια υπεράσπιση της επεκτατικής ισότητας …, ό.π., σ. 258-260.
[34]Βλ. Κ.Χ. Χρυσόγονο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, γ’ έκδοση, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2006, σ. 126-127. //Ιακ. Μαθιουδάκη, Επέκταση της ευνοϊκής ρύθμισης …, ό.π., 860. Μια τέτοια παραδοχή βέβαια είναι αμφίβολο αν συνάγεται αναντίρρητα στο βαθμό που η αποδοκιμασία της απαγόρευσης (η οποία δεν ήταν τόσο γενικευμένη αφού η πρόταση απαγόρευσης συγκέντρωσε 158 ψήφους) δε συνεπάγεται άνευ ετέρου την κοινοβουλευτική επιδοκιμασία, καθώς, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θα μπορούσε να καθιερωθεί ρητά το επιτρεπτό αυτής.
[35]i.e. Μόνο η κατά κυριολεξία επεκτατική εφαρμογή ευνοϊκής διάταξης ή και η, σε περίπτωση παραμερισμού της επίμαχης διάταξης ως αντισυνταγματικής, εφαρμογή της παλαιότερης ή σύγχρονης γενικής διάταξης;
[36] Βλ. Στ. Κοφίνη, Μια υπεράσπιση της επεκτατικής ισότητας …, ό.π., σ. 263-264.
[37] Κάτι τέτοιο δε θα προσέκρουε στο αρ. 110 παρ. 1 το οποίο απαριθμεί στις μη αναθεωρήσιμες διατάξεις αυτή του 4 παρ. 1, αφού, κατά την ορθότερη άποψη, οι διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνονται ως αναλλοίωτα λεκτικά σύνολα αλλά για το κανονιστικό τους πεδίο το οποίο δεν επιτρέπεται να συρρικνωθεί. Βλ. Κ.Χ. Χρυσόγονο, Συνταγματικό Δίκαιο, δεύτερη έκδοση με τη συνδρομή Στ. Ιω. Κουτνατζή, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2014, σ. 105-106.
[38]Η άρση της ανισότητας αυτής θα μπορεί να γίνεται είτε με την απευθείας δικαστική επέκταση, είτε, αν πρόκειται για κανονιστική πράξη, με τη διαταγή προς την διοίκηση, στο πλαίσιο της κατ’ άρθρο 95 παρ. 5 Συντ. υποχρέωσης συμμόρφωσης να άρει την ανισότητα είτε, κατά τα πρότυπα του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, με το να τάξει συγκεκριμένη εύλογη προθεσμία προς το νομοθέτη να τροποποιήσει την υφιστάμενη ρύθμιση στην κατεύθυνση της αποκατάστασης της ισότητας, με την πάροδο της οποίας θα γεννάται αστική ευθύνη του δημοσίου.
[39] Βλ. Στ. Κοφίνη, ibid, σ. 264.
[40] Μια τέτοια λύση εκ πρώτης άποψης μπορεί να φαντάζει ξένη ή αντίθετη προς το σύστημα διαχύτου και κυρίως παρεμπίπτοντος ελέγχου αντισυνταγματικότητας που καθιερώνεται στο Σύνταγμά μας. Εντούτοις, μια τέτοια προσέγγιση κάμπτεται από το γεγονός ότι ούτως ή άλλως το ΑΕΔ λειτουργεί ως μηχανισμός συγκέντρωσης του ελέγχου συνταγματικότητας (άρθρο 100 παρ. 1περ. ε’ Συντ.) διεξάγοντας μάλιστα κύριο και συγκεκριμένο έλεγχο με εξουσία κατάργησης της κηρυχθείσας διάταξης ως αντισυνταγματικής, ενώ οι εν λόγω λειτουργοί διαθέτουν, με βάση τα δικονομικά νομοθετήματα, τη συναφή δυνατότητα της αναίρεσης υπέρ του νόμου.
[41]Βλ. Κ.Χ. Χρυσόγονο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, ό.π., σ. 126.
Περί του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας: Σκέψεις προς τον αναθεωρητικό συντακτικό νομοθέτη
Η πρόσφατη εμπειρία από την δυστοκία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας και την προσφυγή σε πρόωρες εκλογές έθεσε επί τάπητος το πρόβλημα μιας «ελλαττωματικής συνταγματικής μηχανικής», η οποία μπορεί να οδηγήσει σε άσκοπα αδιέξοδα. Στο πλαίσιο της παρούσης εισηγήσεως αναζητείται η ανεύρεση προτάσεων προς τον αναθεωρητικό νομοθέτη, προκειμένου να μην οδηγούμαστε σε εργαλειακή χρήση μίας διαδικασίας προς εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων. Προ των τελικών προτάσεων αναλύεται το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, η προβληματική αυτού και συζητούνται οι εναλλακτικές δυνατότητες.
Συνταγματική σοφία
Ο συνταγματικός λόγος που αρθρώνεται στη χώρα μας, κυρίως η πολιτική «σοφία και σωφροσύνη», οι οποίες αποτυπώνονται στις αναθεωρητικές προτάσεις των πολιτικών δυνάμεων, αντανακλούν τη γενικότερη σοβαρότητα, υπευθυνότητα και το αίσθημα ευθύνης που τις χαρακτηρίζει – ή την έλλειψη αυτών των στοιχείων. Ας δούμε πού βρισκόμαστε σήμερα.
Η «συνταγματική σοφία» του ΣΥΡΙΖΑ. Συνδυάζει βερμπαλιστική υπεράσπιση («είμαστε κάθε λέξη του Συντάγματος»), έμπρακτη παραβίαση του κράτους δικαίου και έναν ακραίο αναθεωρητικό ριζοσπαστισμό που λειτουργεί ως μηχανισμός αποπροσανατολισμού της κοινωνίας. Ακόμα και στο αναθεωρητικό διάβημα, η κυβέρνηση αγνοεί τη συνταγματική τάξη: δημιουργεί επιτροπές εκτός Βουλής, «απειλεί» με αναθεωρητικό δημοψήφισμα που απαγορεύεται, προτείνει αλλαγές εντός του πυρήνα των μη αναθεωρητέων διατάξεων, συγχέει τη λαϊκή κυριαρχία με το βοναπαρτισμό και τον μπολιβαρισμό.
Χαρακτηριστική είναι η «ρηξικέλευθη» ιδέα συνταγματικής καθιέρωσης της ολοσχερούς αναλογικής ως παγίου εκλογικού συστήματος – αφού πρώτα η παρούσα κυβέρνηση κέρδισε δύο εκλογές με «ημιπλειοψηφικό» σύστημα.
Μεταπολιτευτικά, μόνον το ΠΑΣΟΚ άλλαξε για κομματικό όφελος τον εκλογικό νόμο προς το αναλογικότερο, το 1989. Με την αναθεώρηση όμως του 2001, πάλι με κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το άτυπο πολιτικό κεκτημένο πήρε συνταγματική μορφή, αφού πλέον κάθε αλλαγή του εκλογικού συστήματος ισχύει για τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός αν λάβει 180 ψήφους – κάτι που δεν συνέβη με τον εκλογικό νόμο που ψήφισε η παρούσα κυβέρνηση.
Κρισιμότερο είναι πως η «απλή» –πλην εξαιρετικά περίπλοκη στην πράξη– αναλογική αποτελεί θεσμική συνταγή ακυβερνησίας: Δυσκολία λήψης αποφάσεων από σχήματα στα οποία συμμετέχουν πολλά και ετερόκλητα κόμματα και κομματίδια. Προσδόκιμο ζωής αναλογικά αναδεικνυόμενων Κοινοβουλίων κατώτερο του μισού εκείνων που αναδεικνύονται με διαφορετικό τρόπο. Πιθανότητα στη θητεία του ιδίου Κοινοβουλίου να προκύψουν κυβερνητικά σχήματα τελείως διαφορετικού πολιτικο-ιδεολογικού προσανατολισμού: περίπτωση εναλλαγής Αντουάν Πινέ, ενός Γάλλου «Στέφανου Μάνου» και Πιερ Μεντές Φρανς, ενός «αριστερού Σημίτη», στη γαλλική Βουλή του 1952. Δυνατότητα πρωθυπουργοποίησης προσώπων μειωμένης λαϊκής νομιμοποίησης: περίπτωση Σπαντολίνι, το κόμμα του οποίου είχε λάβει ποσοστό 2%, στην Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του ’80. Βλαπτική, ακόμα και για χώρες με σοβαρή δημόσια διοίκηση, μεσολάβηση μεγάλου διαστήματος από την «αναλογική λαϊκή ετυμηγορία» μέχρι τη συγκρότηση –πολιτικής, όχι υπηρεσιακής– κυβέρνησης.
Η βασική όμως ανευθυνότητα της πρότασης βρίσκεται στην «παγιοποίηση» της απλής αναλογικής μέσω του Συντάγματος. Τα εκλογικά συστήματα συνιστούν μεθόδους για προσαρμογή των πολιτικών συσχετισμών στα μεταβαλλόμενα δεδομένα της πραγματικότητας. Πρέπει να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής τους, ώστε να μη λειτουργούν ως θεσμική τροχοπέδη στις πολιτικές εξελίξεις. Η επιμονή της κυβέρνησης για «κλείδωμα» του εκλογικού νόμου στο Σύνταγμα είναι, συνεπώς, θεσμικά ύποπτη.
Η «συνταγματική σοφία» της Ν.Δ. Η περίπτωση να καταστεί, κατόπιν συμφωνίας και της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης, αναθεωρήσιμο το σύνολο ουσιαστικά των συνταγματικών διατάξεων μόνον με 151 ψήφους από την επόμενη Βουλή είναι επικίνδυνη. Η ορθή εφαρμογή των περί αναθεώρησης διατάξεων –ιδίως όταν στην εξουσία βρίσκεται κυβέρνηση που δεν διακρίνεται για προσήλωση στο κράτος δικαίου– επιτάσσει οι προς αναθεώρηση διατάξεις να «αποστέλλονται» από την πρώτη Βουλή στη δεύτερη με λιγότερες από 180 ψήφους, ώστε να απαιτείται εκεί αυτή η «πλειοψηφία προστασίας». Η κρίσιμη θεσμικά «στιγμή» είναι εκείνη της διαμόρφωσης του περιεχομένου μιας διάταξης και όχι της επιλογής να αναθεωρηθεί.
Εάν, αντίθετα, διαμορφώνονταν οι νέες διατάξεις με 151 ψήφους, Σύνταγμα της Ελλάδας θα ήταν η βούληση του επόμενου πρωθυπουργού ή της επόμενης κυβέρνησης – όποιοι και να ήταν αυτοί. Εξέλιξη ανεπιθύμητη για σειρά λόγων: Γιατί οι συνταγματικές διαρρυθμίσεις δεν πρέπει να ταυτίζονται με ένα πρόσωπο ή κόμμα. Γιατί δεν απαιτούνται μόνον η στιγμιαία πολιτική συναίνεση ως αποτέλεσμα των εκλογών αλλά και η αποδοχή της αναθεωρητικής κατεύθυνσης με αντοχή στον χρόνο. Και, στη σημερινή συγκυρία, γιατί η επικινδυνότητα των προτάσεων του κυβερνώντος κόμματος απαιτεί ενεργοποίηση θεσμικών αντιβάρων και, άρα, μη διακινδύνευση της έστω μικρής πιθανότητας να τις ψηφίσει μόνη της η σημερινή πλειοψηφία, εφόσον ξανακερδίσει.
Επειδή όμως ορισμένες πολιτικές επιπολαιότητες διαπράττονται ομόφωνα (περίπτωση γενικού κοινοβουλευτικού ενθουσιασμού για τη Μικρασιατική εκστρατεία), ένα κοινό σημείο των συνταγματικών προτάσεων κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης οφείλει επίσης να μας προβληματίσει.
Η κοινή «συνταγματική σοφία» ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. Οι συνταγματικές προτάσεις των δύο κομμάτων συμπίπτουν στην ανάγκη να μεταφέρεται στον λαό η ευθύνη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, εφόσον αποδειχθεί ατελέσφορη η προσπάθεια να αναδειχθεί αυτός από το Κοινοβούλιο. Τι θα σήμαινε αυτό;
Πρώτον, πως θα υπήρχαν δύο ειδών Πρόεδροι, οι άμεσα και οι έμμεσα εκλεγόμενοι, κάτι που θα θόλωνε τη λειτουργία του πολιτεύματος. Δεύτερον, στις περιπτώσεις ύπαρξης Προέδρου λαϊκής εκλογής, θα υπήρχαν δύο εξίσου νομιμοποιημένα κέντρα πολιτικής ισχύος –η κυβέρνηση και ο Πρόεδρος– με πιθανότατη μια σύγκρουσή τους. Τρίτον, θα επερχόταν διαστροφή της ουσίας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που απαιτεί ο αρχηγός του κράτους να λειτουργεί ως ουδέτερος θεσμικός εξισορροπιστής και όχι ως εκλεγμένος φορέας πολιτικού προγράμματος. Τέλος, απευθείας εκλογή του Προέδρου δεν μπορεί παρά να συνδεθεί και με συζήτηση για αλλαγή της φύσης του πολιτεύματος, συζήτηση κατά τη γνώμη μας μη παραγωγική σήμερα.
Η συνταγματική αναθεώρηση του 2001 –η τελευταία σοβαρή– είχε ορισμένες αδυναμίες: υπερβολικά λεπτομερειακή, δεν βελτίωσε τη δικαστική ανεξαρτησία (ιδιαίτερα προβληματικός ο θεσμός του λεγόμενου «Μισθοδικείου»), δεν ρύθμισε το θέμα της παραγραφής ή του ακαταδίωκτου των αδικημάτων των πολιτικών, δεν δημιούργησε Συνταγματικό Δικαστήριο που είναι πια αναγκαίο για λόγους ασφάλειας δικαίου, δεν απάλλαξε τα κρίσιμα άρθρα 28 (για τις διεθνείς συμβάσεις) και 110 (για την αναθεώρηση) από αμφισημίες. Υπήρξε, ωστόσο, μια άξια του ονόματος και της σημασίας της αναθεώρηση: Εκσυγχρόνισε τον τομέα των δικαιωμάτων. Διατήρησε την εσωτερική συνοχή του κοινοβουλευτικού συστήματος. Προφύλαξε την ανάγκη διαχρονικής συναίνεσης για την ολοκλήρωση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Αφαίρεσε από τους κυβερνώντες τη δυνατότητα να διαμορφώνουν ευνοϊκή για τους ίδιους εκλογική νομοθεσία.
Κάθε νέα αναθεωρητική πρωτοβουλία χρειάζεται γνώση, περίσκεψη και κυρίως αυτοσυγκράτηση. Διαφορετικά καλύτερα να μην επιδιωχθούν τυχοδιωκτικά εγχειρήματα.
Αναδημοσίευση από την Καθημερινή, 30/07/2017
Η σταθερή διακυβέρνηση
Στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, η εξασφάλιση σταθερότητας στη διακυβέρνηση έχει απασχολήσει ελάχιστα, μέχρι τώρα. Κι όμως, είναι γνωστό ότι, σε όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, η αδράνεια για τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων και, βέβαια, η αναβολή αναγκαίων μεταρρυθμίσεων από τους κατά καιρούς κυβερνώντες οφείλονταν στο ότι αυτοί δεν αισθάνονταν σταθερή την εξουσία στα χέρια τους.
Το περίφημο «πολιτικό κόστος» δεν θα είχε τη σημασία που μάθαμε να του αποδίδουμε, αν οι κυβερνήσεις είχαν περισσότερο ωφέλιμο χρόνο από τα δύο (το πολύ) χρόνια που διαθέτουν, μετά τις πρώτες ημέρες της ενημέρωσής τους έως τις όποιες επόμενες εκλογές (ευρωεκλογές, δημοτικές, βουλευτικές), στις οποίες θα μετρηθεί -άμεσα ή έμμεσα- η απήχησή τους στους πολίτες. Στην πραγματικότητα, οι κυβερνήσεις ζουν για την επανεκλογή τους, για τη διατήρηση της εξουσίας ως αυτοσκοπού κι όχι για την αξιοποίησή της στην επιδίωξη στόχων δημόσιου ενδιαφέροντος.
Όταν άρχισε να συνειδητοποιείται αυτός ο παραλογισμός, οι λύσεις που αναζητήσαμε περιορίστηκαν σε αλχημείες στον εκλογικό νόμο. Αλχημείες με έντονη ιδεολογική φόρτιση, αλλά με κοινό χαρακτηριστικό έναν παιδιάστικο βολονταρισμό.
Η συντηρητική παράταξη πάντοτε ευνοούσε την επιλογή περισσότερο πλειοψηφικών εκλογικών συστημάτων που αναδεικνύουν κατά κανόνα μονοκομματικές κυβερνήσεις, ελπίζοντας ότι η σταθερότητα εξαρτάται τελικά από κάποια «αρραγή» ενότητα των τελευταίων υπό τον πρωθυπουργό.
Η Κεντροαριστερά ακολουθούσε (ιδίως στα χρόνια του ισχυρού ΠΑΣΟΚ) τον ίδιο δρόμο, αλλάζοντας ωστόσο -ιδίως στα τελευταία χρόνια- προς την κατεύθυνση αναλογικότερων συστημάτων, δείχνοντας να εμπιστεύεται περισσότερο τις κυβερνήσεις συνεργασίας για τη σταθερότητα της διακυβέρνησης.
Η Αριστερά, πάλι, ενδιαφερόταν να προωθήσει την απλή αναλογική, όχι όμως τόσο γιατί την ενδιέφερε η διακυβέρνηση, όσο για να έχει εξασφαλισμένη την εκλογική της επιβίωση. Όταν, πάντως, ανέλαβε η ίδια την εξουσία (ΣΥΡΙΖΑ), οι θέσεις της ως προς το εκλογικό σύστημα έγιναν πολύ πιο μετριοπαθείς.
Παρά το ότι όλες οι παραπάνω εκδοχές δοκιμάστηκαν στη Μεταπολίτευση, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την πρόοδο του τόπου ποτέ δεν ήλθαν. Ούτε οι σχετικά μακρόβιες μονοκομματικές κυβερνήσεις έβαλαν σε δεύτερη μοίρα το πολιτικό κόστος, ούτε βέβαια τα παλιότερα και, ιδίως, τα πιο πρόσφατα παραδείγματα κυβερνήσεων συνεργασίας το αγνόησαν – αν δεν το έκαναν αποκλειστικό γνώμονα ενός κυνικού ενδοκυβερνητικού ανταγωνισμού. Το αποτέλεσμα δεν ήταν άλλο από μια εκνευριστική αδράνεια των κυβερνώντων σε όλα τα μέτωπα, που μας οδήγησε μαθηματικά στην κρίση και τη διαιώνισή της.
Μήπως είναι, λοιπόν, καιρός να ψάξουμε αλλού την αναγκαία σταθερότητα στη διακυβέρνηση, μακριά από ευσεβείς πόθους για την «καλή θέληση» οποιουδήποτε κυβερνά, είτε μόνος είτε σε συνεργασία με άλλους; Μία σχετική επισήμανση του Γιάννη Ραγκούση («Καθημερινή» της 7/9/17), που μακάρι να ευαισθητοποιήσει κι άλλους σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, αξίζει να εξετασθεί περισσότερο.
Γιατί άραγε να μην «κλειδώσουμε» με την αναθεώρηση τον χρόνο παραμονής μιας κυβέρνησης στην εξουσία για μια τετραετία, είτε δυσκολεύοντας την κοινοβουλευτική της πτώση είτε -ακόμη καλύτερα- απεξαρτώντας την οριστικά από την εμπιστοσύνη της Βουλής, άρα από την αβεβαιότητα των εκλογών που βιώνει αυτή η τελευταία;
Αν η δεύτερη εκδοχή θεωρείται ακόμη ξένη προς τις (μάλλον θλιβερές…) κοινοβουλευτικές μας «παραδόσεις» (ως συμβατή μόνο με προεδρικά συστήματα), η πρώτη πάντως δεν είναι. Η απαίτηση, π.χ., για αυξημένη πλειοψηφία (έστω των 3/5 των βουλευτών) προκειμένου να καταψηφισθεί μια κυβέρνηση από τη Βουλή και να «πέσει», ίσως και με την ταυτόχρονη προϋπόθεση η ίδια πλειοψηφία να προτείνει υποχρεωτικά νέα κυβέρνηση, εγγυώμενη έτσι εκ των προτέρων ότι θα τη στηρίξει, δεν είναι έξω από το πλαίσιο της παρούσας αναθεώρησης. Αυτές οι δύο προϋποθέσεις, μάλιστα, δεν αποκλείεται να συνδυασθούν με το ασυμβίβαστο των ιδιοτήτων μέλους της κυβέρνησης και βουλευτή -που ήδη έχει προταθεί από πολλούς-, απελευθερώνοντας ακόμη περισσότερο τη διακυβέρνηση από εκλογικές «δεύτερες σκέψεις».
Το όφελος θα είναι διπλό: σταθερότητα, με περισσότερη άνεση «ωφέλιμου» χρόνου για την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά και λιγότερα «παιχνίδια» με τον εκλογικό νόμο, που -αν μη τι άλλο- εργαλειοποιούν τους ίδιους τους πολίτες – όλους μας!
Aναδημοσίευση από http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/i-statheri-diakyvernisi-44341508148
7th Conference of the Postgraduate and Early Professionals/Academics Network of the Society of International Economic Law (PEPA/SIEL) 2018
Nicosia, Cyprus, 13-14 April 2018
The 7th Conference of the Postgraduate and Early Professionals/ Academics Network of the Society of International Economic Law (PEPA/SIEL) organised by PEPA/SIEL in collaboration with the Law School of the European University of Cyprus, will take place on 13 – 14 April 2018 in Nicosia, Cyprus.
This conference constitutes a unique and established platform which grants early academics (students enrolled in Master or Ph.D. programmes) and early professionals/academics (generally within five years of graduating) studying or working in the field of IEL, the opportunity to demonstrate and receive valuable feedback on their ideas and research about broader issues relating to International Economic Law (IEL). SIEL’s Postgraduate and Early Professionals/Academics Network (PEPA/SIEL) aims to, inter alia, foster collaboration and mentoring opportunities for emerging academics and professionals, by granting to the latter the opportunity to not only present and discuss their research in a supportive and welcoming environment, but most importantly the opportunity to receive fruitful feedback from experienced academics and professionals as well as experts in the field.
The organisers invite submissions on any IEL topic including, but not limited to:
- Law and practice in international economic governance and international organizations;
- International trade, investment, competition, monetary and financial law;
- The interaction of IEL branches with other branches of law governing intellectual property, human rights, environment, sustainable development, food safety;
- Bilateral and regional economic integration and the multilateral trading system;
- Comparative economic law, focusing on how international economic law interacts with laws, institutions and actors at the domestic level;
- International economics, philosophy, sociology, politics.
- International developments and economic law, which may inter alia, refer to Brexit, the OECD-led tax Initiatives international financial regulation, cryptocurrencies and monetary affairs.
Submissions should include a CV (no more than 2 pages) and a research abstract (no more than 400 words) and be sent no later than 3 November 2017 to pepa2018conference@gmail.com. Papers will be selected based on a double-blind review conducted by a senior practitioner or academic and a conference organizer so kindly ensure that your CV will be in a separate file and your abstract will not entail personal details.
Decisions regarding the symposium program will be made no later than November 30, 2017. Selected applicants will be expected to submit their complete paper (not exceeding 5.000 words) by February 28th, 2018.
General inquiries regarding the conference should be directed to the email address above.
A limited number of scholarships to cover travel/accommodation expenses for applicants from developing countries facing financial hardship, is available by the Developing Country Participant Fund. Applicants for such a waiver are kindly invited to add a short letter of no more than 3 paragraphs to their conference application, stating the reason for the scholarship.
Conference Co-Chairs: Freya Baetens, José Caiado, Konstantinos Tsimaras and Venetia Argyropoulou.
Προτεινόμενες διαδικασίες επιλογής συνταγματικών δικαστών σε περίπτωση ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα
(Βασίλης Νάιντος, Φοιτητής ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ)
Ι. Η πρόταση Βενιζέλου
Ο Βενιζέλος[1] προτείνει την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου το οποίο θα συγκροτείται από 11 δικαστές, με μία, μη ανανεώσιμη θητεία 7 ετών. Οι δικαστές θα επιλέγονται από την ολομέλεια της Βουλής με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 τουλάχιστον του όλου αριθμού των βουλευτών, μετά από πρόταση ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής και δημόσια ακρόαση των προτεινομένων. Η επιλογή των μελών θα γίνεται από το σύνολο των ανωτέρων και ανωτάτων δικαστικών λειτουργών όλων των κλάδων και των καθηγητών νομικών μαθημάτων των Ανωτάτων Ιδρυμάτων, που είναι δημόσιοι λειτουργοί. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι του Δικαστηρίου θα ορίζονται με την ίδια διαδικασία μεταξύ των μελών του.
ΙΙ. Η πρόταση Βαρβιτσιώτη
Ο Βαρβιτσιώτης[2] προτείνει την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο θα αποτελείται από 11 δικαστές, με μη ανανεώσιμη εννεαετή θητεία. Τα μέλη του Δικαστηρίου θα πρέπει να έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας τους. Δεν κρίνει σκόπιμη όμως ο Βαρβιτσιώτης τη θέσπιση ορίου ηλικίας για την αποχώρηση των συνταγματικών δικαστών, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να στερήσει το Δικαστήριο από έμπειρους και καταξιωμένους δικαστές και επιστήμονες.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την πρόταση αυτή από τα 11 μέλη το Δικαστηρίου τα τέσσερα θα ορίζονται από την Κυβέρνηση, τα τέσσερα με πλειοψηφία των 3/5 του συνολικού αριθμού των βουλευτών, και ανά ένας από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τα τρία μάλιστα μέλη που θα ορίζονται από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων θα πρέπει να είναι εν ενεργεία μέλη του οικείου δικαστηρίου. Ο δε Πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου θα πρέπει να επιλέγεται από την Κυβέρνηση μεταξύ του συνόλου των μελών του.
Τα μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται να έχουν κάποια άλλη επαγγελματική δραστηριότητα. Θα συνεπικουρούνται από δέκα «πάρεδρα μέλη», με ισόχρονη θητεία, τα οποία θα επιλέγονται μεταξύ δικαστών με βαθμό εφέτη ή παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και δικηγόρων που είναι τουλάχιστον διδάκτορες δημοσίου δικαίου.
Τέλος και προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχεια του Συνταγματικού Δικαστηρίου και να αποφευχθεί η αλλαγή όλων των μελών του στο τέλος της θητείας, προτείνει την ανά τριετία ανανέωση των μελών με τη θέσπιση μεταβατικής διάταξης, με βάση την οποία, κατά την πρώτη συνεδρίασή του, ο Πρόεδρος θα κληρώνει τέσσερα εκ των μελών του Δικαστηρίου, τα οποία θα ορίζονται με μειωμένη τριετή θητεία και άλλα τέσσερα μέλη με θητεία έξι ετών. Έτσι θα υπάρχει ανανέωση των μελών του Δικαστηρίου ανά τριετία, με τέσσερα μέλη κάθε φορά.
ΙΙΙ. Η πρόταση Διαμαντόπουλου
Ο Διαμαντόπουλος[3] προτείνει οι συνταγματικοί δικαστές να εκλέγονται με παρεμφερή τρόπο με αυτόν που προτείνει για τη ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων: με πλειοψηφία 2/3 ή 3/4 του συνόλου των μελών από ένα όργανο κατά βάση πολιτικό το οποίο θα επιλέγει μόνο μεταξύ ανώτατων δικαστών με συγκεκριμένο βαθμό αρχαιότητας. Στο εν λόγω όργανο θα πρέπει να αντιπροσωπεύονται κατ’ αναλογία της κοινοβουλευτικής τους δύναμης όλα τα κόμματα, τα οποία θα υπερβαίνουν ένα αξιόλογο εκλογικό ποσοστό κατά την τελευταία εκλογική έκφραση του λαού. Στο εν λόγω όργανο θα πρέπει να συμμετέχουν και οι πρόεδροι των δύο ή τριών μεγαλύτερων δικηγορικών συλλόγων, οι κοσμήτορες των νομικών σχολών ή/και οι πρόεδροι των νομικών τμημάτων των ελληνικών πανεπιστημίων, καθώς και ο απερχόμενος δικαστικός λειτουργός του οποίου επιδιώκεται να εκλεγεί ο διάδοχος.
Εναλλακτικά, εφόσον δεν επιτευχθούν οι απαιτούμενες πλειοψηφίες προτείνει ο Διαμαντόπουλος[4] ένα παρεμφερές σύστημα με αυτό του γαλλικού: ο ΠτΔ, ο Πρόεδρος της Βουλής, ο Πρόεδρος της Γερουσίας (εφόσον συσταθεί), οι αρχηγοί των δύο μεγαλύτερων κοινοβουλευτικών δυνάμεων, οι πρόεδροι του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και οι κοσμήτορες των νομικών σχολών Αθήνας και Θεσσαλονίκης θα επιλέγουν από έναν συνταγματικό δικαστή, ενώ ενδεχομένως μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου θα έπρεπε να είναι και πρώην ΠτΔ. Η δε επιλογή θα γίνεται μεταξύ καθηγητών νομικών σχολών, διδακτόρων δημοσίου δικαίου, ανωτάτων δικαστών εν ενεργεία ή επί τιμή, διδακτόρων πολιτικών επιστημών που θα είναι και πτυχιούχοι νομικής καθώς και πρώην πρωθυπουργών και πρώην υπουργών Δικαιοσύνης ή πρώην προέδρων της Βουλής και οι πρώην ΠτΔ εφόσον δεν είναι αυτοδικαίως μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
ΙV. Η πρόταση Χρυσόγονου
Ο Χρυσόγονος προτείνει[5] με τη σειρά του το Συνταγματικό Δικαστήριο να έχει έναν αριθμό μελών κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δηλαδή να είναι σχετικά ολιγομελές. Επίσης, να έχει σχετικά μακρόχρονη και μη ανανεώσιμη θητεία. Τα μέλη θα πρέπει κατά βάση να εκλέγονται από σχηματισμούς της Βουλής κατά τρόπο που να εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή αποδοχή τους ή τουλάχιστον εξισορρόπηση των απόψεων. Ένας αριθμός θα μπορούσε να εκλέγεται από τα ανώτατα δικαστήρια, με εκλόγιμους στην περίπτωση αυτή όσους υπηρετούν στο αντίστοιχο δικαστήριο, ενώ σε σχέση με τη Βουλή εκλόγιμοι θα μπορούσαν να είναι εκτός από δικαστές των ανωτάτων δικαστηρίων και καθηγητές νομικών σχολών δημόσιων πανεπιστημίων. Κατά τον Χρυσόγονο θα μπορούσε να συζητηθεί το ενδεχόμενο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να ορίζει ένα ή περισσότερα μέλη, εφόσον και εκείνος εκλέγεται με ευρύτερη νομιμοποίηση από τη Βουλή. Επειδή όμως ο τρόπος που θα ψήφιζε ένα μέλος που θα οριζόταν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θα μπορούσε να εμπλέξει και τον ρυθμιστή του πολιτεύματος σε πολιτική διαμάχη, θα πρέπει ένας τέτοιος ορισμός να γίνεται ως έσχατη λύση π.χ. σε περίπτωση θανάτου ή παραίτησης ενός μόνο μέλους του Συνταγματικού Δικαστηρίου, εκλεγμένου από τη Βουλή και αδυναμίας της τελευταίας να εκλέξει τον διάδοχό του με την απαιτούμενη πλειοψηφία.
V. Η πρόταση Ματθία
Ο επίτιμος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στ. Ματθίας έχοντας ως πρότυπό του το γαλλικό σύστημα προτείνει[6] το Συνταγματικό Δικαστήριο να είναι ολιγομελές (7-9 τακτικά και 5 αναπληρωματικά μέλη, με τη βοήθεια εισηγητών και γραμματείας). Τα μέλη του να μην είναι απαραίτητο να είναι όλοι νομομαθείς, αλλά να έχουν γενική παιδεία και κοινωνική πείρα, να διακρίνονται για το ανώτερο ήθος τους και να χαίρουν γενικής εκτίμησης και αναγνώρισης. Στα μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου θα πρέπει να περιλαμβάνονται και δημοσιολόγοι, που θα έχουν γνώσεις ειδικές πάνω στα διάφορα ζητήματα αντισυνταγματικότητας και οι οποίοι θα συντάσσουν και τις αποφάσεις. Το δικαίωμα πρότασης μπορεί να ανατεθεί σε «κορυφαίους πολιτειακούς παράγοντες», ενώ η Βουλή θα έχει το δικαίωμα έγκρισης με αυξημένη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Τέλος η θητεία των δικαστών θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 6ετής και μη ανανεώσιμη, ενώ η σύνθεση του Δικαστηρίου θα πρέπει να ανανεώνεται τμηματικά, προκειμένου οι εναπομείναντες δικαστές να μεταδίδουν την πείρα τους στους νέους.
VI. Η πρόταση από το βιβλίο «Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα»
Οι Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης, Γ. Γεραπετρίτης, Γ. Κτιστάκις, Σ. Μάνος, Φ. Σπυρόπουλος προτείνουν[7] στο βιβλίο τους «Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα» την εισαγωγή του συστήματος της ενιαίας δικαιοδοσίας, με ένα και μόνο Ανώτατο Δικαστήριο, με σκοπό τη διασφάλιση της ενότητας της νομολογίας και κυρίως την εξυπηρέτηση του διαδίκου. Όλα τα προβλεπόμενα σήμερα ανώτατα δικαστήρια πρέπει να καταργηθούν. Το (ένα και μόνο) Ανώτατο Δικαστήριο θα είναι και Συνταγματικό Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο θα συγκροτείται κατά τα δύο τρίτα από ισόβιους δικαστές και κατά το ένα τρίτο από νομικούς εγνωσμένης πείρας, τους οποίους επιλέγει το ίδιο. Η προαγωγή στη θέση του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με επιλογή από κατάλογο τριών υποψηφίων, ο οποίος θα καταρτίζεται από την ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου. Η απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας θα είναι δικαστικώς ανέλεγκτη.
VII. Η πρόταση από την ομάδα εργασίας νομικών και πολιτικών επιστημόνων με συντονιστή τον Κατρούγκαλο
Η ομάδα εργασίας νομικών και πολιτικών επιστημόνων υπό το συντονισμό του Κατρούγκαλου προτείνει[8] το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο να έχει ουσιαστικά θέση Συνταγματικού Δικαστηρίου, έχοντας την αρμοδιότητα μεταξύ άλλων να εκδικάζει ένσταση περί ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας νόμου πριν από τη δημοσίευσή του, η οποία θα υποβάλλεται από 120 βουλευτές ή τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή τον Πρόεδρο της Βουλής καθώς και να κρίνει «με δεσμευτική δύναμη» για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα νόμου, κατόπιν υποχρεωτικής παραπομπής από οποιοδήποτε δικαστήριο που κρίνει ότι η συγκεκριμένη διάταξη νόμου είναι αντισυνταγματική. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο θα συγκροτείται από εννέα μέλη, τα οποία θα έχουν εννεαετή θητεία με δυνατότητα επανεκλογής για μία μόνο φορά. Μέλη του δικαστηρίου μπορεί να είναι εν ενεργεία ή διατελέσαντες ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί ή τακτικοί καθηγητές νομικών μαθημάτων ΑΕΙ της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, εφόσον δεν έχουν υπερβεί το 70ο έτος της ηλικίας τους. Τρία από αυτά θα ορίζονται από τον ΠτΔ, τρία από τη Βουλή με ψηφοφορία κατά την οποία κάθε βουλευτής μπορεί να ψηφίσει μόνον έναν υποψήφιο, και τρία με απλή πλειοψηφία σε ψηφοφορία του συνόλου των δικαστών του Αρείου Πάγου, του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου οι οποίοι θα συγκαλούνται σε κοινή ολομέλεια από τον αρχαιότερο από τους προέδρους των δικαστηρίων αυτών. Ο δε Πρόεδρος του Δικαστηρίου θα ορίζεται από τον ΠτΔ. Το Δικαστήριο θα εκλέγει τον Αντιπρόεδρό του μεταξύ των μελών του.
Τέλος, τα καθήκοντα του μέλους του δικαστηρίου θα είναι ασυμβίβαστα με οποιοδήποτε άλλο αξίωμα, θέση ή έργο.
—————————————————————————-
[1] Ε. Βενιζέλος, Η ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, σε: Ε. Βενιζέλο/ Κ. Χρυσόγονο, Το πρόβλημα της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σελ. 29-30 και ο ίδιος, Το συνταγματικό δικαστήριο, στην ιστοσελίδα: http://www.evenizelos.gr/25-programm-proposals/state/justice/617-2009-04-18-13-19-55.html (τελευταία πρόσβαση 30/5/2017).
[2] Ι. Μ. Βαρβιτσιώτης, Η αναγκαία αναθεώρηση – Για ένα σύγχρονο σύνταγμα, Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σελ. 84-86.
[3] Θ. Διαμαντόπουλος, Θεσμοί – Κρίση και Ρήξη, Αθήνα 2016, σελ. 68, 70-71.
[4] Θ. Διαμαντόπουλος, ό.π. (σημ. 82), σελ. 277-278.
[5] Κ. Χρυσόγονος, Παρόν και μέλλον της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, σε: Ε. Βενιζέλο/ Κ. Χρυσόγονο, Το πρόβλημα της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σελ. 121-122.
[6] Στ. Ματθίας, Το Συνταγματικό Δικαστήριο, σε: Α. Μανιτάκη/ Α. Φωτιάδου, Το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 114.
[7] Ν. Αλιβιζάτος/ Π. Βουρλούμης/ Γ. Γεραπετρίτης/ Γ. Κτιστάκις/ Σ. Μάνος/ Φ. Σπυρόπουλος, Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, Εφημερίδα Η Καθημερινή, Ειδική έκδοση, 5 Ιουνίου 2016, σελ. 9, 46-47, στην ιστοσελίδα: http://s.kathimerini.gr/resources/toolip/doc/2016/06/08/syntagma_20160605.pdf (τελευταία πρόσβαση 30/5/2017).
[8] Γ. Κατρούγκαλος (συντονιστής)/ Χ. Βερναρδάκης/ Α. Δημητρόπουλος/ Κ. Ζώρας/ Η. Νικολόπουλος/ Κ. Χρυσόγονος, Συνοπτική παρουσίαση της πρότασης για μία προοδευτική αναθεώρηση, σελ. 67-68, στην ιστοσελίδα: http://www.iefimerida.gr/sites/default/files/protasi_syntagmatikis_anatheorisis_katrougkalos.pdf (τελευταία πρόσβαση 30/5/2017).
Οι προτάσεις για σταθερή θητεία Βουλής
Οι προτάσεις για σταθερή θητεία Βουλής
(Θωμαή Παπά, Φοιτήτρια ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ)
Το ζήτημα τούτο ήρθε στο φώς της επικαιρότητας κατόπιν δύο ολοκληρωμένων προτάσεων για την αναθεώρηση του ελληνικού συντάγματος. Πιο συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στο «Ένα Καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα»[1] και στη πρόταση για «Μια προοδευτική αναθεώρηση» μιας ομάδας εργασίας νομικών και πολιτικών επιστημόνων[2] που συγκροτήθηκε μετά από πρόσκληση και με το συντονισμό του Γιώργου Κατρούγκαλου. Οι δύο αυτές προτάσεις, στις οποίες, πράγματι, περιλαμβάνονται καινοτόμες ιδέες για την αναθεώρηση του συντάγματός μας, πρέπει να παραδεχτούμε ότι εκκινούν από την ίδια βάση, η οποία δεν είναι άλλη από την κρίση των θεσμών. Μια κρίση, η οποία δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά αν γεννήθηκε ή αν αναδείχθηκε ή αν απλώς εντάθηκε με την οικονομική κρίση που μαστίζει ακόμα και σήμερα την χώρα μας. Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών προτάσεων – η οποία λίγη σημασία έχει για την ανάπτυξη του παρόντος θέματος εργασίας – είναι ότι η μεν πρώτη υποστηρίζει ότι το ισχύον σύνταγμα άντεξε τη δοκιμασία των Μνημονίων. Αλλά για την χρεωκοπία της Χώρας μας, -που έφεραν τα μνημόνια- φταίει και το σύνταγμα[3]. Η δε δεύτερη, υποστηρίζει ότι η σοβούσα κρίση αξιοπιστίας των πολιτικών θεσμών δεν οφείλεται στο Σύνταγμα, αλλά το αντίθετο. Το ίδιο το σύνταγμα ήταν θύμα της κρίσης, με την έννοια ότι οι μνημονιακές επιταγές συνιστούν ένα πραγματικό «παρασύνταγμα», του οποίου η εφαρμογή θέτει σε δοκιμασία πολλές και θεμελιώδεις ρυθμίσεις του οικονομικού -και όχι μόνον- συντάγματος.[4] Και οι δύο προτάσεις, εντούτοις καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: Έχει καταστεί πια ώριμο το αίτημα για μια συνταγματική αναθεώρηση, η οποία με σημαντικές τομές θα είναι ικανή να αντιμετωπίσει την γενικευμένη κρίση αναξιοπιστίας.
Μεταξύ των υπολοίπων διατάξεων που προτείνονται να αναθεωρηθούν, περιλαμβάνονται και οι διατάξεις που αφορούν την πρόωρη διάλυση της Βουλής. Γιατί, όμως, κάτι τέτοιο κρίνεται σκόπιμο; Κατά τον Διαμαντούρο, η σταδιακή ένταξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδίως η, κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης, προϊούσα ενσωμάτωσή της στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που, παρά τους κλυδωνισμούς που αναμφισβήτητα υφίσταται στην τρέχουσα συγκυρία, εξακολουθεί να εκφράζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, είχε ως μείζον αποτέλεσμα την ενίσχυση τόσο του κράτους δικαίου όσο και της λογικής του «αυτοπεριοριζόμενου κράτους[5]» και των θεσμικών αντιβάρων που κατεξοχήν εκφράζει η εμπειρία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θεωρείται ότι πρέπει να προσεγγιστεί και το ερώτημα περί «Βουλής τετραετίας ή συχνών εκλογών». Ο περιορισμός της διακριτικής ευχέρειας για διάλυση της Βουλής, που το ισχύον Σύνταγμα εκφράζοντας τη λογική του διττού υποδείγματος της λαϊκής κυριαρχίας και του «σουλτανικού» κράτους, παρέχει στην εκτελεστική εξουσία, με αποτέλεσμα τη, για λόγους έκδηλα κομματικούς, συστηματική κατάχρηση των σχετικών διατάξεων από όλες τις κυβερνήσεις και την αλόγιστη και προσχηματική προσφυγή σε πρόωρες εκλογές, θα αποτελούσε μείζον βήμα ευθυγράμμισης με ανάλογες, αν και διαφορετικές, πρακτικές περιορισμού ή και απόλυτης κατάργησης της ευχέρειας αυτής, όπως αυτές που ισχύουν στη Νορβηγία, στη Σουηδία και πιο πρόσφατα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μια τέτοια εξέλιξη, προσεκτικά προσαρμοσμένη στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, θα συνέβαλε κατά την άποψη αυτή καταλυτικά στη δημιουργία ενός σταθερού θεσμικού πλαισίου και κλίματος, τα οφέλη από τα οποία σαφώς υπερκεράζουν το όποιο σχετικό κόστος.[6]
Προς αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να κινούνται και οι πρόσφατες προτάσεις. Έτσι, θα επιχειρήσουμε να επικεντρωθούμε σε αυτές και να θίξουμε τα κύρια ζητήματα.
Για αρχή, λοιπόν, αναφέρουμε ότι οι δύο προτάσεις έχουν αρκετά κοινά στοιχεία, όσον αφορά την διάλυση της Βουλής, και τα οποία επιχειρούμε να διατυπώσουμε σχηματικά αμέσως κατωτέρω:
- Διατηρούν και οι δύο το κοινοβουλευτικό στοιχείο, αφού εξακολουθεί η Κυβέρνηση να εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της Βουλής, εντούτοις εισάγεται ένα καινοτόμο στοιχείο στο σύνταγμά μας, που ονομάζεται «εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας». Με τον όρο αυτόν αποδίδεται η δυνατότητα της Βουλής να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την Κυβέρνηση, αλλά ταυτοχρόνως και η υποχρέωση της να προτείνει νέο Πρωθυπουργό.
- Προκρίνουν ως θεμιτή λύση -σε περίπτωση πρόωρης διάλυσης της Βουλής-, να εκλέγεται η επόμενη για θητεία ίση προς την θητεία της Βουλής που έληξε πρόωρα[7].
- Συμφωνούν στην μη διάλυση της Βουλής σε περίπτωση αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Αφού, αφενός σύμφωνα με το καινοτόμο σύνταγμα, η εκλογή του Προέδρου γίνεται από ένα ειδικό σώμα εκλεκτόρων[8], όπου αν δεν επιτευχθεί στην πρώτη ψηφοφορία η πλειοψηφία των δύο τρίτων, ακολουθούν άλλες τρεις διαδοχικές ψηφοφορίες με κλιμακούμενες προς τα κάτω πλειοψηφίες. Δηλαδή, η δεύτερη στην οποία Πρόεδρος εκλέγεται με πλειοψηφία τριών πέμπτων του ειδικού σώματος εκλεκτόρων, – η οποία αν δεν επιτευχθεί – ακολουθεί η τρίτη ψηφοφορία, στην οποία πρέπει να εκλεγεί με απόλυτη πλειοψηφία και η τελευταία, όπου προϋποθέτει φυσικά την αποτυχία όλων των προηγούμενων να αναδείξουν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και που σ’ αυτή την περίπτωση Πρόεδρος εκλέγεται ο υποψήφιος που συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους του ειδικού σώματος εκλεκτόρων. Αφετέρου, στην πρόταση της ομάδας επιστημόνων υπό των συντονισμό Κατρούγκαλου, η εκλογή Προέδρου γίνεται άμεσα από τον Λαό, στην περίπτωση που προηγήθηκαν δύο άκαρπες ψηφοφορίες, στις οποίες έπρεπε να επιτευχθεί η πλειοψηφία των δύο τρίτων. Ο Λαός τότε θα κληθεί να λύσει το αδιέξοδο ψηφίζοντας μεταξύ των δύο σχετικώς πλειοψηφησάντων υποψηφίων της δεύτερης ψηφοφορίας.[9]
Εντούτοις, οι δύο προτάσεις αν και έχουν κοινό στόχο – την αποτροπή της συχνής προσφυγής σε πρόωρες εκλογές- προσεγγίζουν διαφορετικά το ζήτημα. Έτσι, θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε τις σημαντικότερες διαφορές τους:
- Η πρόταση της ομάδας του «Προοδευτικού Συντάγματος» διατηρεί την «προεδρική διάλυση» του άρθρου 41 παρ. 1 ως έχει, ενώ επιλέγει να αμβλύνει την «αδυναμία» της διάταξης του άρθρου 41 παρ. 2, γνωστή ως αιτιώδη κυβερνητική διάλυση ή άλλως δημοψηφισματική διάλυση. Τούτο προσπαθεί να το επιτύχει θέτοντας ως πρόσθετη προϋπόθεση να προηγείται της διάλυσης της Βουλής όχι απλώς πρόταση της Κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, αλλά και απόφαση της Βουλής που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου της. Υπενθυμίζουμε, σ’ αυτό το σημείο, ότι η διάλυση της Βουλής επέρχεται προς ανανέωση της λαϊκής εντολής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, ενώ αποκλείεται η διάλυση της νέας Βουλής για το ίδιο θέμα.
- Αντιθέτως, η πρόταση του «Καινοτόμου Συντάγματος» επιχειρεί μια εκ βάθρων αλλαγή, επαναφέροντας την πολυσυζητημένη στο παρελθόν αντιπλειοψηφική – προεδρική διάλυση της Βουλής. Τούτη μπορεί να λάβει χώρα μία μόνο φορά κατά την διάρκεια της θητείας του Προέδρου, αν κατά την κρίση του συντρέχουν οι εξής δύο λόγοι: α) η σύνθεση της Βουλής βρίσκεται σε προφανή δυσαρμονία προς το λαϊκό αίσθημα ή β) δεν εξασφαλίζει την κυβερνητική σταθερότητα.[10]
- Περαιτέρω, μένοντας στις προτάσεις του καινοτόμου συντάγματος, διαπιστώνουμε ότι εισάγεται και ο θεσμός της αυτοδιάλυσης της Βουλής. Σύμφωνα με τον οποίο η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών, αυτοδιαλύεται.[11]
Από την συνοπτική επισκόπηση των ανωτέρω προτάσεων εύκολα κανείς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στόχος των εμπνευστών τους ήταν να εισάγουν εκείνους τους όρους στο Σύνταγμά μας, οι οποίοι θα αποτρέψουν τη συχνή προσφυγή στις κάλπες, αλλά και να θεραπεύσουν τις «αδυναμίες» του, καθώς πολλές φορές έχει «κατηγορηθεί» ότι το ίδιο δημιουργεί τις συνθήκες καταστρατήγησής του[12]. Έτσι, υποστηρίζουν ότι αποτελεσματική λύση είναι η υιοθέτηση στο ελληνικό σύνταγμα του θεσμού της προκαθορισμένης θητείας της Βουλής, μεταβάλλοντας ριζικά τον θεσμό της (πρόωρης) διάλυσης της, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.
[1] Οι συγγραφείς του Καινοτόμου Συντάγματος είναι: Ο Νίκος Αλιβιζάτος, ο Παναγής Βουρλούμης, ο Γιώργος Γεραπετρίτης, ο Γιάννης Κτιστάκης, ο Στέφανος Μάνος, και ο Φίλιππος Σπυρόπουλος.
[2] Η πρόταση για μια «προοδευτική αναθεώρηση» αποτελεί έργο μιας ομάδας εργασίας νομικών και πολιτικών επιστημόνων που συγκροτήθηκε μετά από πρόσκληση και με το συντονισμό του Γιώργου Κατρούγκαλου και στην οποία συμμετείχαν συστηματικά οι καθηγητές Χριστόφορος Βερναρδάκης, Ανδρέας Δημητρόπουλος, Κώστας Ζώρας, Ηλίας Νικολόπουλος, και Κώστας Χρυσόγονος. Ενώ κατά την διάρκεια των εργασιών της ομάδας αυτής, προτάσεις εισέφεραν και άλλοι συνταγματολόγοι.
[3] «Καινοτόμο Σύνταγμα», Ιούνιος 2016, (προοίμιο), http://s.kathimerini.gr/resources/toolip/doc/2016/06/08/syntagma_20160605.pdf , σελ. 5
[4] «Μια προοδευτική Αναθεώρηση», Μάρτιος 2017, http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/wp-content/uploads/protasi_syntagmatikis_anatheorisis_katrougkalos.pdf , σελ. 1
[5] Η πολιτειακή αυτή πρόσληψη θέτει στο επίκεντρο την έμφαση που έδωσε ο Μοντεσκιέ στην κρίσιμη σημασία των «ενδιάμεσων σωμάτων», που περιορίζουν τη δυνατότητα για αδιαμεσολάβητη άσκηση της εξουσίας και, κατά συνέπεια, για αυθαιρεσία, η οποία και αποτέλεσε τη βάση για τη σταδιακή διατύπωση θεωρητικών σχημάτων που, είτε με τη μορφή εγγυήσεων ευθέως εγγεγραμμένων σε συντάγματα είτε, πιο πρόσφατα, νομοθετικών ρυθμίσεων, συγκροτούν ένα πλέγμα μηχανισμών ελέγχου και εξισορρόπησης της εξουσίας ή, πιο απλά, λογοδοσίας, το οποίο αποτελεί πλέον κυρίαρχο χαρακτηριστικό του υποδείγματος που διέπει τη λειτουργία της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά από την εποχή του Μοντεσκιέ μέχρι σήμερα. Η ενασχόληση, λοιπόν, με την έννοια του «αυτοελεγχόμενου» ή «αυτοπεριοριζόμενου κράτους» έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα τόσο για τη σύγχρονη θεωρία της δημοκρατίας όσο και για την πολιτική πράξη. Κατά την άποψη βέβαια αυτή επισημαίνεται ότι κρίσιμη πρόσθετη παράμετρος της έννοιας του «αυτοπεριοριζόμενου κράτους» αποτελεί η ύπαρξη ενός εμπεδωμένου κράτους δικαίου, μέσω του οποίου οι διάφοροι μηχανισμοί λογοδοσίας αποκτούν ισχύ, λειτουργικότητα και αποτελεσματικότητα. Βλ. αναλυτικά, Ν. Διαμαντούρος, «Αυτοπεριοριζόμενο» Κράτος και ποιότητα της δημοκρατίας, http://www.kathimerini.gr/867763/article/epikairothta/politikh/aytoperiorizomeno-kratos-kai-poiothta-ths-dhmokratias
2016
[6] Ν. Διαμαντούρος, ό.π.
[7] Άρθρο 47 «Καινοτόμο Σύνταγμα» και 41 παρ. 5 «Μια προοδευτική αναθεώρηση»
[8] Άρθρο 28 «Καινοτόμο Σύνταγμα»
[9] Άρθρο 32 παρ. 3 «Μια προοδευτική αναθεώρηση»
[10] Άρθρο 37 «Καινοτόμο Σύνταγμα»
[11] Άρθρο 47 παρ. 1 «Καινοτόμο Σύνταγμα»
[12] Αναφερόμαστε κυρίως στις περιπτώσεις διάλυσης της Βουλής για αντιμετώπιση εθνικού ζητήματος εξαιρετικής σημασίας (άρ. 41 παρ. 2) και στην διάλυση λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας (άρ. 32 παρ. 4).
Konrad Hesse: Το Σύνταγμα της πολιτικής ενότητας και της πρακτικής εναρμόνισης (Μετάφραση-Εισαγωγή: Στυλιανός-Ιωάννης Γ. Κουτνατζής)
(Εκδοτική σειρά Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου: Σύγχρονοι Στοχαστές για τη Δημοκρατία και το Σύνταγμα», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2017, 264 σελ.)
Μόλις κυκλοφόρησε ο ένατος τόμος της εκδοτικής σειράς «Σύγχρονοι Στοχαστές για τη Δημοκρατία και το Σύνταγμα» του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου που είναι αφιερωμένος στο έργο του κορυφαίου Γερμανού συνταγματολόγου και συνταγματικού δικαστή Konrad Hesse (1919-2005). Ο τόμος περιλαμβάνει σε ελληνική μετάφραση τέσσερις κεφαλαιώδεις συμβολές του Hesse: Για την κανονιστική δύναμη του Συντάγματος, τη συνταγματική θέση των πολιτικών κομμάτων στο σύγχρονο κράτος, τα όρια της συνταγματικής μεταβολής και τα λειτουργικά όρια της συνταγματικής δικαιοσύνης. Ο τόμος περιλαμβάνει επίσης μια εκτεταμένη εισαγωγή που παρουσιάζει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό και αποτιμά τα βασικά σημεία της διδασκαλίας του Hesse.
Όπως αναλύεται στην Εισαγωγή, αν φανταζόμασταν τη σύγχρονη ευρωπαϊκή συνταγματική σκέψη χωρίς την επιρροή του Konrad Hesse, το αποτέλεσμα θα ήταν τελείως διαφορετικό σε σχέση με παραδοχές που θεωρούμε σήμερα δεδομένες. Η μελέτη της διδασκαλίας του Hesse συμβάλλει στην αντιμετώπιση πολλών κλασικών και σύγχρονων προβλημάτων και του ελληνικού συνταγματικού δικαίου, όπως ιδίως συνταγματικών συγκρούσεων μεταξύ θεμελιωδών δικαιωμάτων και άλλων συνταγματικών αγαθών, της σχέσης μεταξύ δικαστικής και πολιτικής εξουσίας, καθώς και της ερμηνείας του Συντάγματος. Στο πλαίσιο της συζήτησης για μια συνταγματική αναθεώρηση, γεννά επίσης εναύσματα συνταγματικής πολιτικής. Διαμορφώνονται έτσι οι προϋποθέσεις ουσιαστικότερης διασφάλισης της κανονιστικής δύναμης του Συντάγματος, μέσα από την αφαίρεση από το συνταγματικό χάρτη των πολυάριθμων σήμερα συνταγματικών μαξιμαλισμών και αναχρονισμών και την ενίσχυση της τήρησης του Συντάγματος με ένα ολοκληρωμένο σύστημα συνταγματικής δικαιοσύνης.
Βιβλιοπαρουσίαση: Αναστάσιος Παυλόπουλος, σε: Το Σύνταγμα τ.3/2017, σελ. 911-922
ΑΠΔΠΧ Απόφαση 126/2017: Εσωκομματικές προκριματικές εκλογές και προστασία προσωπικών δεδομένων
Απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Για την διεξαγωγή της εκλογικής διαδικασίας επιλογής του επικεφαλής ενός υπό ίδρυση νέου πολιτικού φορέα –ο οποίος δεν έχει ακόμη μετασχηματισθεί σε πολιτικό κόμμα και δεν έχει εγγεγραμμένα μέλη– μπορεί να καταρτιστεί αρχείο ψηφισάντων, προκειμένου αφενός να αποδεικνύεται η συμμετοχή στην ψηφοφορία και αφετέρου να προκύπτει, διά της υπογραφής των ψηφιζόντων, η συγκατάθεσή τους ως προς την επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών τους δεδομένων. Το εν λόγω αρχείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τον έλεγχο του αδιάβλητου της ψηφοφορίας και για τον λόγο αυτόν η τήρηση και η λειτουργία του πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα για τη διενέργεια των απαιτούμενων εξακριβώσεων, το οποίο κατά την κρίση της ΑΠΔΠΧ, δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο μήνες μετά την ολοκλήρωση του δεύτερου γύρου των προκριματικών εκλογών.
Περαιτέρω, επιτρέπεται η δημιουργία ιδιαίτερου αρχείου μελών του νέου πολιτικού φορέα, στο οποίο θα καταχωρίζονται τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας όσων από τους ψηφίζοντες δηλώσουν ότι επιθυμούν τη συμμετοχή τους στις περαιτέρω διεργασίες για τη συγκρότηση του νέου πολιτικού φορέα. Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο εν λόγω αρχείο μπορούν να τηρηθούν επ’ αόριστον, δεδομένου ότι ο σκοπός του συγκεκριμένου αρχείου είναι η συγκρότηση του πρώτου πυρήνα των μελών και των εκλογέων του νέου πολιτικού φορέα και υπάρχει ειδική συγκατάθεση των προσώπων αυτών για τον συγκεκριμένο σκοπό επεξεργασίας. Απαγορεύεται η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διάδοση των προσωπικών δεδομένων που περιέχονται στο αρχείο αυτό και κυρίως η διάδοσή τους μέσω διαδικτύου.
Τέλος, όσον αφορά το αρχείο εθελοντών επιτρέπεται η τήρηση και η λειτουργία του, αλλά μόνο για χρονικό διάστημα δύο μηνών μετά την ολοκλήρωσή του δεύτερου γύρου των προκριματικών εκλογών, ενώ και στην περίπτωση αυτήν απαγορεύεται η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διάδοση των προσωπικών δεδομένων που περιέχονται στο αρχείο αυτό.
Σύνθεση:
Κ. Μενουδάκος (Πρόεδρος), Χ. Ανθόπουλος (Εισηγητής), Κ. Χριστοδούλου, Α. Συμβώνης, Σ. Βλαχόπουλος, Κ. Λαμπρινουδάκης και Ε. Μαρτσούκου (τακτικά μέλη), Κ. Καρβέλη, Ε.Ε.Π.- Δικηγόρος (βοηθός εισηγητή), Ε. Παπαγεωργοπούλου (γραμματέας).
Νομικές διατάξεις: Άρθρα 29 παρ. 1 Συντ., 7 παρ. 1, 2 και 3, 7Α παρ. 1 στοιχ. γ΄ ν. 2472/1997, 8 παρ. 1 και 2 στ. δ΄ Οδηγίας 95/46/ΕΚ.
Μια κατάσταση εξαίρεσης καθόλου εξαιρετική. Η κρίση του δημόσιου χρέους και το λυκόφως του Συντάγματος
Η ενσωμάτωση των εξαιρετικών περιστάσεων στο νομικό σύστημα δεν έχει μόνο περιορίσει την έκταση του δικαστικού ελέγχου των νόμων, η οποία εδώ και εκατόν είκοσι χρόνια αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Επηρέασε επίσης την πρόσληψη του Συντάγματος, καθώς η παράστασή του ως συστήματος των θεμελιωδέστερων κανόνων της έννομης τάξης έχει αποδυναμωθεί: φαίνεται ότι η εφαρμογή των διατάξεων του είτε αυτές αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών είτε οριοθετούν τις πράξεις των κυβερνώντων εξαρτάται από την ανεύρεση ενός ανώτατου κανόνα που δικαιολογεί την αναγωγή σε αυτές. Με την στάση της αυτή, η ελληνική νομολογία χαράσσει μια κοινή πορεία με ευρωπαίους ομολόγους της, για παράδειγμα με το Γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας που ανέχεται την παράταση της κατάστασης ανάγκης σχεδόν για μια τριετία, με αποτέλεσμα σημαντικές ελευθερίες να βρίσκονται σε αναστολή και να νομιμοποιείται η υιοθέτηση νομοθετημάτων που κλονίζουν το κράτος δικαίου.
Συνταγματική αναθεώρηση και εξισορρόπηση του συστήματος διακυβέρνησης
Με ποιο τρόπο οι αντιλήψεις του πρώιμου συνταγματισμού περί θεσμικών αντιβάρων (checks and balances) νοηματοδοτούν μια σειρά προτάσεων αναθεωρητικής πολιτικής που έχουν κατατεθεί στο δημόσιο διάλογο; Η μελέτη καταδεικνύει ότι υπό συνθήκες εντυπωσιακής σύγκλισης στους κόλπους της θεωρίας για την εισαγωγή αντιβάρων στη λειτουργία των θεσμών μας, φαντάζει αδικαιολόγητη τόσο η αρνητική τοποθέτηση απέναντι στην εξαγγελθείσα αναθεώρηση όσο και η μινιμαλιστική εκδοχή της, με τη διατύπωση μιας λιτής πρότασης ελαχίστων αλλαγών μόνο για “τα στοιχειώδη”. Υποστηρίζεται ότι ο αναθεωρητικός κοινός τόπος δείχνει πια τόσο ώριμος και τόσο μεγάλος, που υποδεικνύει και το μέτρο της ευθύνης της επιστημονικής κοινότητας έναντι των κομμάτων, καθώς και το πλαίσιο όπου αυτή οφείλει να κινηθεί, προκειμένου να λειτουργήσει ως καταλύτης της αναθεωρητικής πολιτικής συναίνεσης για την επανεκκίνηση των θεσμών μας.
[Αναδημοσίευση από: Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου, Τόμος 61, Τεύχος 3, Ιούλιος- Σεπτέμβριος 2017, σελ. 587-618]
Η εφαρμογή των υπερνομοθετικής ισχύος αρχών του ποινικού δίκαιου στην πειθαρχική διαδικασία
Θεσμοί άμεσης δημοκρατίας (επίλογος στο βιβλιο Β. Τσεβρένη)
Επιλογικό σημείωμα στο βιβλίο του Βασίλειου Τσεβρένη «Θεσμοί άμεσης δημοκρατίας στον ευρωπαϊκό χώρο- Προβλήματα και Προοπτικές»
Η στόχευση της μελέτης
Ο Δρ.Ν. κ Βασίλειος Τσεβρένης επιχειρεί στην ανά χείρας μελέτη του να συνδέσει δύο πολύ ενδιαφέροντα φαινόμενα: την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με τον, όπως τον ονομάζει «δημοψηφισματικό οίστρο» στον ευρωπαϊκό χώρο και συγκεκριμένα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως σε θέματα που άπτονται της ίδιας της ενοποιητικής διαδικασίας. Ο συγγραφέας αναλύει αρχικά την άρρηκτη σχέση μεταξύ δημοψηφίσματος και αντιπροσώπευσης, δεδομένου ότι το πρώτο, στη σύγχρονη εκδοχή του, νοείται μόνον εντός του πλαισίου της δεύτερης και αποτελεί μέσο αναζωογόνησής της. Και αυτό επειδή, όπως σημειώνει ο συγγραφέα, «[δ]ημοκρατία χωρίς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς δεν νοείται, εφ’ όσον οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί συνιστούν ένα sine qua non στοιχείο αυτής». Συνεπώς, ο συγγραφέας προσυπογράφει την κρατούσα μάλλον θέση ότι οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, με προεξάρχοντα το δημοψήφισμα, δεν συνιστούν μία κανονιστική εναλλακτική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά συνθετικό της στοιχείο. Το αρχαιοελληνικό ιδεώδες της άμεσης δημοκρατίας –με την εξαίρεση πάντως γυναικών, δούλων και μετοίκων- που καταργεί την ανάγκη για αντιπροσώπους είναι πράγματι ανέφικτο στα σύγχρονα εκτεταμένα κράτη.
Ο σκοπός της μελέτης είναι έτσι διττός: η διερεύνηση του θεσμικού αντίκτυπου της χρήσης των δημοψηφισμάτων στην ίδια τη διαδικασία της ενοποίησης αλλά και στην αντιμετώπιση της κρίσης που διέρχεται η ίδια η αντιπροσωπευτική δημοκρατία σε εθνικό επίπεδο. Η σύνδεση δεν είναι τυχαία: αφορά την αμφισβήτηση της παντοδυναμίας των εθνικών πολιτικών ελίτ, αφενός από μία υπερεθνική δομή εξουσίας αφετέρου από τους πολίτες του καθέκαστου κράτους.
Παράλληλα, ο συγγραφέας θέτει «τον δάκτυλον επί των τύπον των ήλων», καθώς αναζητά απτές αποδείξεις ως προς τη θέση ότι η ενεργοποίηση της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στη λήψη πολιτικών αποφάσεων ουσίας απαντά στο αίτημα για περισσότερη δημοκρατία και ευρύτερη νομιμοποίηση των θεσμών, κυρίως δε της ευρωπαϊκής ενοποίησης, λαμβάνοντας υπόψη την επικυριαρχία εσχάτως, ιδίως δε στο δημοψήφισμα για το BREXIT στη Μεγάλη Βρετανία, του ευρωσκεπτικισμού και του εθνολαϊκισμού.
Δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς κράτος δικαίου και θεμελιώδη δικαιώματα
Με αυτά τα θεμελιώδη στο νου, ο συγγραφέας ενστερνίζεται, ως ερμηνευτική προαποδοχή, την πεποίθηση ότι η πολιτική ελευθερία «συνθέτει μια πραγματική μήτρα εξειδικευμένης δημοκρατικής νομιμοποίησης και όλων των λοιπών θεμελιωδών δικαιωμάτων» και ως εκ τούτου τα τελευταία, ως εξειδίκευση της θεμελιώδους σημασίας αξίας του ανθρώπου, βρίσκονται σε αδιάρρηκτη σχέση, και όχι σε ένταση ή αντίθεση, με τη δημοκρατία. Χαρακτηριστικό αντι-παράδειγμα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί το τουρκικό δημοψήφισμα του 2017, με αφορμή το οποίο ασκήθηκε έντονη κριτική στο θεσμό του δημοψηφίσματος εν γένει.
Συγκεκριμένα, στις 16 Απριλίου 2017, οι πολίτες της Τουρκίας ενέκριναν δημοψηφισματικά ένα πιο συγκεντρωτικό από το προηγούμενο σύστημα διακυβέρνησης, απομειώνοντας περαιτέρω τις ήδη ελλειμματικές θεσμικές εγγυήσεις. Το δημοψήφισμα όμως δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να πλήξει τις αρχές του κράτους δικαίου, της διάκρισης των εξουσιών και της προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων. Παρότι το ανώτατο όργανο του κράτους, ο λαός παραμένει ένα όργανο που δεσμεύεται από τον συνταγματικό χάρτη αλλά και τον κεκτημένο συνταγματικό πολιτισμό. Κάθε υποχώρηση από αυτό το πολιτισμικό κεκτημένο συνεπάγεται υποχώρηση του ίδιου του συνταγματισμού και άρα το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι ένα ψευδο-σύνταγμα.
Ωστόσο, το πρόβλημα με την Τουρκία αφορά πλέον την ποιότητα της δημοκρατίας, είτε αυτή εκφράζεται μέσω εκλογών είτε μέσω δημοψηφισμάτων. Και δεν είναι μόνον οι σοβαρές καταγγελίες για συντελεσθείσα νοθεία κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος. Είναι κυρίως και πρωτίστως το γενικότερο κλίμα τρομοκρατίας και φίμωσης των αντιπάλων που κυριάρχησε, ιδίως μετά και με πρόσχημα την απόπειρα πραξικοπήματος του καλοκαιριού του 2016. Δεν υπάρχει δημοκρατία, σε καμία της έκφραση, ούτε αντιπροσωπευτική ούτε άμεση, όταν οι πολιτικοί αντίπαλοι στην καλύτερη μεν περίπτωση προειδοποιούνται να αυτολογοκριθούν, στη χειρότερη δε βρίσκονται χωρίς δίκαιη δίκη σε κάποιο κελί με την υπαρκτή πιθανότητα βασανιστηρίων και άλλης βάρβαρης μεταχείρισης.
Η καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που συνοδεύει την κατάλυση του κράτους δικαίου είναι απολύτως ασύμβατη με τη δημοκρατία, υπό την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας. Με άλλα λόγια, η τελευταία, μέσο αποτύπωσης της οποίας θεωρείται το δημοψήφισμα, δεν έχει κανένα νόημα αν δεν γίνεται σεβαστή η αξία του ανθρώπου, ως συμπύκνωση του πυρήνα των δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων, χωρίς τις βασικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο ελληνικό Σύνταγμα η αξία του ανθρώπου τυποποιείται στο άρθρο 2, ενταγμένο στο Α΄ τμήμα του πρώτου μέρους, που αφορά το ίδιο το πολίτευμα. Η βάση του πολιτεύματός μας, η συνταγματική δημοκρατία (άρθρο 1 παρ 3Σ), στηρίζεται σε δύο θεμελιακούς πυλώνες, τη λαϊκή κυριαρχία (άρθρο 1 παρ 2 Σ) και την αξία του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ 1 Σ), άρρηκτα συνδεδεμένη με το κράτος δικαίου. Χωρίς τον δεύτερο δεν έχει καμία αξία ο πρώτος. Ο λαός νοείται μόνον ως σύνολο προσώπων με αναφαίρετα θεμελιώδη δικαιώματα. Εξού και δεν έχει νόημα η ύπαρξη Συντάγματος χωρίς τα τελευταία. Στο βαθμό που τα προηγούμενα δεν ισχύουν, κανένα δημοψήφισμα ούτε όμως και οι εκλογές μπορούν να νοηθούν ως δημοκρατικά εργαλεία.
Με βάση τα παραπάνω, ο συγγραφέας καταλήγει, πάντως, στο συμπέρασμα ότι ενδείκνυται λελογισμένη χρήση του δημοψηφίσματος, με την παράλληλη πρόβλεψη κατάλληλων εγγυήσεων κατά τη διεξαγωγή του, ιδίως των αρχών της ισότητας και της ελεύθερης πληροφόρησης, αλλά, θα προσθέταμε, και του εκ των προτέρων δικαστικού ελέγχου της τήρησής αυτών και άλλων προϋποθέσεων, όπως η παροχή ευλόγου χρόνου για γνήσια και επαρκή διαβούλευση και η σαφήνεια και αμεροληψία στη διατύπωση του ερωτήματος, έτσι ώστε το δημοψήφισμα να μην μετατραπεί από referendum σε plebiscite, σε μία δηλαδή προαποφασισμένη απόφαση της κυβέρνησης εκφρασμένης απλώς από το στόμα του λαού. Συγκεκριμένα, τα δημοψηφίσματα, για να είναι συμβατά με την ιδιοσυστασία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, πρέπει να έχουν τον χαρακτήρα δημοψηφισμάτων έκφρασης γνώμης επί συγκεκριμένων πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών ζητημάτων (referendum) και όχι βέβαια για πρόσωπα ούτε τιθέμενα με τρόπο που να προκαταλαμβάνουν την έκφραση της λαϊκής βούλησης. Η έλλειψη θεσμικών αντιβάρων, εγγυήσεων και μηχανισμών ελέγχου θα καθιστούσε το δημοψήφισμα «δούρειο ίππο» που θα επέτρεπε την άλωση της δημοκρατικής πολιτείας από δημαγωγούς χειρίστου είδους.
Την καταστρατήγηση του θεσμού την βιώσαμε στη χώρα μας με το ψευδο-δημοψήφισμα του 2015. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, εντός έξι ημερολογιακών και πέντε εργασίμων ημερών από την προκήρυξή του με το ΠΔ 38/2015, που δεν επαρκούσε ούτε για την στοιχειώδη ενημέρωση, με διακύβευμα κείμενα αγγλόφωνα που μεταφράστηκαν κακήν κακώς τελευταία στιγμή και που κανείς, ούτε και ειδικός, κατανοούσε και που μάλιστα δεν αποτελούσαν καν σημείο συζήτησης πλέον κατά την ημέρα της ψηφοφορίας, με το ΟΧΙ να υπέρκειται του ΝΑΙ πάνω στο ψηφοδέλτιο ο ελληνικός λαός σύρθηκε στην κάλπη να αποφασίσει για ό,τι ο κάθε πολίτης ήθελε να υποθέσει: τη διαγραφή των χρεών του, το σκίσιμο του μνημονίου, την ευρωπαϊκή ενοποίηση, το ευρώ ή τη δραχμή, την ανάκτηση της θεωρούμενης ως χαμένης εθνικής κυριαρχίας, τη διατήρηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας ή τον εθνικό απομονωτισμό, την προσκόλληση στη Ρωσία ή ακόμη και την τιμωρία ή την επιβίωση της κυβέρνησης.
Θα συμφωνήσουμε, λοιπόν, με τον συγγραφέα, ότι οι ενστάσεις που διατυπώνονται κατά των αμεσοδημοκρατικών θεσμών, και του δημοψηφίσματος ειδικότερα, παρότι αναφέρονται στη στρεβλή φύση του ως θεσμού καθεαυτόν, κατά κανόνα αφορούν συγκεκριμένες μόνο μορφές και τρόπους εμφάνισής του. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει εκκρεμές: ακόμη και αν αποφύγουμε ασαφή και παραπλανητικά ερωτήματα, όπως εκείνο του Ιουλίου του 2015 στην Ελλάδα, κατά πόσο μπορούν σοβαρά ζητήματα, όπως π.χ. η είσοδος ή έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση (όπως στην περίπτωση του βρετανικού δημοψηφίσματος) ή τη ζώνη του ευρώ ή η αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να αποφασισθεί άμεσα από τον λαό, και μάλιστα με μια απλή πλειοψηφία, ιδίως μάλιστα όταν για την αρχική απόφαση ή την αντίστοιχη κοινοβουλευτική απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία;
Τα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος δημοψηφίσματα, με έμφαση στο BREXIT
Ο συγγραφέας παρατηρεί ότι την τελευταία 30ετία το 25% των συνολικά διεξαχθέντων δημοψηφισμάτων σε ευρωπαϊκές χώρες αφορούσε την ενοποιητική διαδικασία. Το πλεονέκτημα της πύκνωσης αυτής είναι ότι οι πολίτες αποκτούν ή νιώθουν να αποκτούν την κυριότητα επί αυτής της διαδικασίας. Από την άλλη, η Ένωση είναι ο εύκολος στόχος για τους πολιτικούς, όταν αυτοί θέλουν να αποσείσουν τις ευθύνες τους: όλα τα θετικά τα πιστώνουν στο έθνος-κράτος, όπου εκλέγονται, και όλα τα αρνητικά τα χρεώνουν στην ΕΕ, όπου δρουν σχεδόν ανέλεγκτα. Αν, πάντως, ο S.E. Finer είχε δίκαιο όταν υποστήριξε ότι οι πολιτικοί είναι απίθανο να προκαλέσουν δημοψήφισμα, ιδίως συνταγματικό, εκτός και αν θεωρούν ότι πρόκειται να το κερδίσουν, τότε ο θεσμός δεν εισφέρει στη δημοκρατική συμμετοχή και νομιμοποίηση. Ωστόσο, τα δύο δημοψηφίσματα για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα στη Γαλλία και Ολλανδία το 2005 καθώς και εκείνο στην Ιρλανδία για τη Συνθήκη της Λισαβόνας το 2008 δεν επιβεβαιώνουν αυτή την πρόβλεψη.
Όλα τα σχετικά με την Ευρώπη και τα δημοψηφίσματα ερωτήματα τέθηκαν με δραματικό τρόπο στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2016, όταν ο βρετανικός λαός κλήθηκε να αποφασίσει για την παραμονή ή αποχώρηση από την ΕΕ και προτίμησε το BREXIT. Υπενθυμίζεται ότι με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (τέθηκε σε ισχύ το 2009) προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης ρητά, στο άρθρο 50 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), το νομικό δικαίωμα ενός κράτους-μέλους να αποχωρήσει από την Ένωση. Πρόκειται για επιβεβαίωση της κυρίαρχης θέσης των κρατών και αποδεικνύει τη δημοκρατική ποιότητα της ίδιας της Ένωσης.
Η προσχώρηση ή αποχώρηση από μία υπερεθνική ένωση μπορεί πράγματι να αποτελέσει ερώτημα σε ένα δημοψήφισμα, παρά τη συνθετότητά του, ιδίως δε εφόσον δόθηκε επαρκής χρόνος διαβούλευση και συζήτησης. Και παρά την αναπόδραστη δημαγωγία, ψευδολογία, εκφοβισμό, και εν τέλει αποπροσανατολισμό των ψηφοφόρων – εξάλλου αυτά δεν αποφεύγονται ούτε σε μία προεκλογική εκστρατεία εκλογής αντιπροσώπων.
Θα μπορούσε, βέβαια, να σκεφτεί κανείς δικαιοπολιτικά ότι τέτοιου είδους θεμελιώδεις και μακροπρόθεσμες αλλαγές δεν θα έπρεπε να αποφασίζονται με απλή ψηφοφορία και χωρίς ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής ούτε με μία μόνον ψηφοφορία, αλλά με δύο απέχουσες χρονικά μεταξύ τους. Παρότι αυτό θα επέτεινε την αβεβαιότητα, θα επέτρεπε όμως ένα διάστημα περίσκεψης, που από ό,τι φαίνεται από τις μετά το δημοψήφισμα έρευνες χρειάζονταν οι Βρετανοί ψηφοφόροι. Ωστόσο, από την άλλη πρέπει να είναι σαφές ότι οι δημοκρατικές επιλογές έχουν σοβαρές συνέπειες.
Πρέπει, πάντως, να γίνει σαφές ότι η αποχώρηση μπορεί να αποφασιστεί από το ενδιαφερόμενο να αποχωρήσει κράτος με βάση τους δικούς του εσωτερικούς συνταγματικούς κανόνες, όπως εξάλλου συμβαίνει και με την αίτηση προσχώρησης. Υπό αυτή την έννοια, η κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας, βάσει της θεμελιώδους αρχής της «κυριαρχίας του Κοινοβουλίου» ήταν αναγκασμένη, όπως επιβεβαίωσε το Supreme Court στην απόφαση Miller τον Δεκέμβριο του 2016, να λάβει από το Κοινοβούλιο την επικύρωση της λαϊκής ετυμηγορίας προκειμένου να προχωρήσει στην ενεργοποίηση του άρθρου 50 Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτό γιατί, ναι μεν υπάρχουν τα λεγόμενα «βασιλικά προνόμια» (royal prerogatives) στις εξωτερικές υποθέσεις, αλλά και σε αυτά έχουν τεθεί από τη νομολογία συνταγματικά όρια. Ειδικότερα, στην υπόθεση Proclamations (του 1611!) κατοχυρώθηκε νομολογιακά ότι ο βασιλιάς, και εν συνεχεία η εκτελεστική εξουσία εν γένει, δεν διαθέτουν μία γενική οικονομική κανονιστική εξουσία ούτε μπορούν, όπως επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση De Keyser (1920) να αλλάξουν νόμο του Κοινοβουλίου. Εν προκειμένω κρίθηκε ότι η ενεργοποίηση του άρθρου 50 ΣΕΕ θα είχε ως συνέπεια την κατάργηση του νόμου του 1972 (European Communities Act) περί προσχώρησης του Η.Β. στην (τότε) ΕΟΚ.
Νομικά μιλώντας είναι αμφίβολο αν πράγματι η νομολογία Proclamations και De Keyser αφορούσε πράγματι το ίδιο νομικό ζήτημα με την υπόθεση Miller, καθώς στην τελευταία υπήρχε ένας «ελέφαντας» στο βρετανικό συνταγματικό δώμα, η ψήφος του λαού, που το Δικαστήριο δεν συμπεριέλαβε μάλλον επαρκώς ως παράγοντα στην εξίσωση που κλήθηκε να λύσει. Αυτή η σκέψη δεν δικαιολογεί, πάντως, σε καμία περίπτωση τον ακραίο λαϊκισμό που εκδηλώθηκε κατά του δικαστηρίου, με κορύφωση τον διαβόητο χαρακτηρισμό των δικαστών ως «Εχθρών του λαού» «που κήρυξαν πόλεμο στη δημοκρατία», στο πρωτοσέλιδο της Daily Mail ή το «Δικαστές κατά του λαού» στο πρωτοσέλιδο της The Daily Telegraph.
Από την άλλη, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς ότι, ακόμη και αν νομικά το δικαστήριο έδωσε πίσω στο Κοινοβούλιο την κυριαρχία του, πολιτικά, δεν θα ήταν ποτέ δυνατό, αυτό να αποστεί από την απόφαση του λαού. Παρά την περιφρούρηση της κοινοβουλευτικής έναντι της λαϊκής κυριαρχίας εκ μέρους του Ανώτατου Δικαστηρίου, θα ήταν αδιανόητη μία διαφορετική απόφαση των αντιπροσώπων του λαού, μετά τη ρητή έκφραση του τελευταίου αυτοπροσώπως επί του ίδιου ζητήματος, μέσω ενός συμβουλευτικού έστω δημοψηφίσματος. Είναι χαρακτηριστική ιδίως η περίπτωση πολλών βουλευτών του Εργατικού Κόμματος που ενώ οι ίδιοι ήταν υπέρ της παραμονής ψήφισαν στη Βουλή υπέρ της εξόδου, ακολουθώντας την πλειοψηφία στην περιφέρεια όπου εκλέγονται.
Ο κ Τσεβρένης ορθώς τονίζει την επιρροή που η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα έχει, μάλλον έχει ήδη, στην περαιτέρω ευρωπαϊκή ενοποίηση. Και μάλλον έχει δίκαιο ότι το βρετανικό δημοψήφισμα φαίνεται προς το παρόν μάλλον να κλείνει παρά να ανοίγει τον ασκό του Αιόλου στο πεδίο αυτό, αν κρίνει κανείς από τα φιλοευρωπαϊκά αποτελέσματα των αυστριακών και γαλλικών εκλογών, αν και κανείς πρέπει να παραμένει επιφυλακτικός, καθόσον τα ακροδεξιά και όχι μόνον ευρωσκεπτικιστικά κόμματα απολαύουν ακόμη της εμπιστοσύνης υψηλού ποσοστού πολιτών σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Το γεγονός αυτό κάνει εύλογα τον συγγραφέα να διερωτηθεί τι συνέπειες μπορεί να έχει η πύκνωση του φαινομένου των δημοψηφισμάτων για τους θεσμούς μιας πολυεπίπεδης πολιτείας όπως αυτή της Ένωσης. Θα είναι ανώδυνη, καθώς οι πολιτικές ελίτ της Ε.Ε, ίσως αποφύγουν να θέτουν υπό την κρίση του λαού δύσκολα και καυτά ζητήματα, ή, αντιθέτως, θα επηρεάσει είτε θετικά είτε αρνητικά την ενοποίηση; Θετικά, αν πυροδοτούσαν μία διαδικασία ενσυναίσθησης των πολιτικών ελίτ, οι οποίες θα τροχοδρομούσαν μία διαδικασία ενδυνάμωσης των πολιτών, με αποτέλεσμα να φέρουν τους τελευταίους πιο κοντά στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι πολιτικοποιώντας το τελευταίο. Αρνητικά, αν επερχόταν έτσι μια θεσμική παράλυση. Πάντως, φαίνεται η τάση για τη διενέργεια δημοψηφισμάτων να ενισχύεται όσο πολιτική νομιμοποίηση της αντιπροσώπευσης υποχωρεί, συνεπικουρεί δε αυτή την τάση και η τεχνολογία που επιτρέπει την πληρέστερη ενημέρωση ή, πάντως, δίνει την επίφαση τέτοιας.
Τα συνταγματικά δημοψηφίσματα αλλού και… εδώ
Το συνταγματικό δημοψήφισμα[1] αφορά είτε τη θέση σε ισχύ ενός (νέου) Συντάγματος (συντακτικό) είτε την τροποποίηση του ισχύοντος ολικώς ή μερικώς (αναθεωρητικό). Το πρώτο κείται ουσιαστικά εκτός δικαίου, ή πάντως βρίσκεται στην κόψη μεταξύ πολιτικού και νομικού, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ή δεν τηρείται το προηγούμενο Σύνταγμα. Με το αναθεωρητικό δημοψήφισμα θεσπίζονται νέοι συνταγματικοί κανόνες, τροποποιούνται ή καταργούνται παλιοί, κατά τα ήδη προβλεπόμενα στο Σύνταγμα.
Ιδεοτυπικά, ως απόρροια και δραστηριότητα συναφής προς τη συντακτική, και δεδομένου ότι η συντακτική εξουσία στο δημοκρατικό συνταγματικό κράτος ανάγεται στο λαό, η αναθεωρητική λειτουργία συνέχεται με τη λαϊκή κυριαρχία, περισσότερο από ό,τι η άσκηση των υπόλοιπων συντεταγμένων λειτουργιών, και δη της νομοθετικής. Ομοίως, αναθεώρηση και δημοψήφισμα αποτελούν διαδικασίες που αφορούν θεμελιώδη και σπουδαία ζητήματα και εμφανίζονται σπανιότερα και με πιο πανηγυρικό τρόπο, σε σύγκριση με την κοινή νομοθεσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα δημοψηφίσματα πρέπει να αφορούν μόνο την αναθεωρητική διαδικασία, μια και τότε θα ήταν πολύ περιορισμένα θεματικά και ποσοτικά, αλλά ότι την αφορούν κατεξοχήν.
Τα συνταγματικά δημοψηφίσματα είναι κατά κανόνα αποφασιστικά, αν και δεν αποκλείεται κάποια να είναι και συμβουλευτικά. Επίσης, μπορεί να προβλέπονται ρητά, είτε ως υποχρεωτικά εκ του Συντάγματος είτε ως προαιρετικά, δηλαδή βάσει διακριτικής ευχέρειες κάποιου κρατικού οργάνου. Δεν αποκλείεται ακόμη ως συνταγματικό το δημοψήφισμα να μην προβλέπεται μεν ειδικά, αλλά να εμπίπτει στη γενική διάταξη περί προκήρυξής του· σπανιότερα δε, αποκλείεται ρητά εκ του Συντάγματος (πχ στο άρθρο 118§3 πορτογαλικού Συντάγματος). Πάντως παρά τις επιμέρους διαφορές, η αντίληψη ότι είναι δημοκρατικά ορθό το νέο Σύνταγμα να διέλθει ανάμεσα από τις συμπληγάδες της λαϊκής ετυμηγορίας είναι διαδεδομένη και μάλλον κυρίαρχη στον ενωσιακό χώρο.
Η ρύθμιση του αναθεωρητικού (συνταγματικού) δημοψηφίσματος ποικίλει μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα: Υποχρεωτικά εκ του Συντάγματος προκηρύσσεται δημοψήφισμα για έγκριση της ψηφισμένης από τη Βουλή αναθεώρησης στη Δανία και τη Ρουμανία. Επίσης, τα συνταγματικά δημοψηφίσματα έχουν μακρά παράδοση στη Γαλλία, είναι δε χαρακτηριστικό ότι και το ισχύον Σύνταγμα του 1958 εγκρίθηκε με αυτό τον τρόπο. Στις χώρες όπου ο θεσμός του δημοψηφίσματος χρησιμοποιείται σχετικά συχνά εντάσσεται και η Ιρλανδία, καθώς το εγκεκριμένο με δημοψήφισμα Σύνταγμά της προβλέπει και συνταγματικό δημοψήφισμα (περιλαμβάνει και την κύρωση των ευρωπαϊκών συνθηκών).
Στην Αυστρία, την Ισπανία και την Εσθονία προβλέπεται υποχρεωτικό δημοψήφισμα μόνον για ‘ολική αναθεώρηση’ (στις δύο πρώτες), ή αναφορικά με θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος (στις δύο τελευταίες), και προαιρετικό για μερική αναθεώρηση, μόνο εφόσον το ζητήσει ένα ποσοστό των μελών των κοινοβουλευτικών τους σωμάτων. Παρομοίως, υποχρεωτικό είναι το συνταγματικό δημοψήφισμα για την αναθεώρηση συγκεκριμένων, ή θεμελιωδών διατάξεων στη Λετονία, τη Λιθουανία και τη Μάλτα. Στην Ιταλία, όπου ο θεσμός του δημοψηφίσματος διαμορφώθηκε ως θεσμικό αντίβαρο στην εξουσία της Βουλής, το συνταγματικό δημοψήφισμα είναι υποχρεωτικό μόνο σε όταν δεν επιτευχθεί η απαραίτητη αυξημένη πλειοψηφία υπέρ της αναθεώρησης στα δύο κοινοβουλευτικά σώματα, ειδάλλως είναι προαιρετικό.
Τέλος, προαιρετικά, αναθεωρητικό δημοψήφισμα προβλέπεται στην Κροατία είτε με πρωτοβουλία της Βουλής ή πολιτών είτε μετά από πρόταση της Κυβέρνησης και απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Στο Λουξεμβούργο προβλέπεται προαιρετικό δημοψήφισμα, με πρωτοβουλία πολιτών, και με νομικά δεσμευτικό αποτέλεσμα.
Στη Σουηδία για να ολοκληρωθεί μία συνταγματική αναθεώρηση, η νέα διάταξη πρέπει να υπερψηφισθεί με την ίδια διατύπωση σε δύο διαδοχικές βουλευτικές περιόδους. Εντός 15 ημερών από την πρώτη ψηφοφορία το ένα δέκατο τουλάχιστον των βουλευτών μπορεί να προτείνει και το ένα τρίτο να αποφασίσει τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Αυτό διενεργείται την ίδια μέρα με τις εθνικές εκλογές και το αποτέλεσμά του είναι δεσμευτικό. Παρομοίως, από την απόφαση της Βουλής εξαρτάται η προκήρυξη αναθεωρητικού δημοψηφίσματος στην Πολωνία και στη Σλοβενία, όπου νομικά δεσμευτικό δημοψήφισμα μπορεί να προκηρυχθεί για την έγκριση συνταγματικής αναθεώρησης, εφόσον αυτό ζητηθεί από τουλάχιστον 30 βουλευτές.
Αξίζει πάντως να αναφερθεί ότι το αναθεωρητικό δημοψήφισμα απαγορεύεται ρητά από το πορτογαλικό Σύνταγμα. Στο ελληνικό Σύνταγμα δεν προβλέπεται συνταγματικό, και δη αναθεωρητικό, δημοψήφισμα. Θα μπορούσε, όμως, να βρει κανείς αρκετά δικαιοπολιτικά επιχειρήματα υπέρ της εισαγωγής του μέσω αναθεώρησης, σε συνδυασμό με την απλοποίηση και βράχυνση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Ιδίως η απεξάρτηση της ολοκλήρωσης της αναθεωρητικής διαδικασίας από τη διάλυση της Βουλής θα απελευθέρωνε την τελευταία από την ανάγκη ομαδοποίησης πολλών και διαφορετικών αναθεωρητέων συνταγματικών διατάξεων και θα καθιστούσε δυνατή την άμεση εμπλοκή του λαού στην αναθεώρηση κάθε συγκεκριμένη διάταξης ή ενός συστήματος σχετικών μεταξύ τους διατάξεων. Αν και θα μπορούσε να συζητήσει κανείς δικαιοπολιτικά τη θέση ότι ο λαός πρέπει να είναι ο τελικός κριτής κάθε αναθεώρησης, δεν μπορεί, πάντως, κάτι τέτοιο να λάβει χώρα de constitutione lata, χωρίς δηλαδή συνταγματική αναθεώρηση.
Στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα η αναθεωρητική διαδικασία αρχίζει και ολοκληρώνεται από την (αναθεωρητική) Βουλή, ενώ η συμμετοχή του λαού διασφαλίζεται ιδεοτυπικά και εξαντλείται στις ενδιάμεσες εκλογές. Κατά την σχεδόν απολύτως κρατούσα άποψη, η αξιοποίηση του θεσμού του δημοψηφίσματος στο πλαίσιο της αναθεωρητικής διαδικασίας δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτή. Η διαδικασία αυτή είναι ειδική και αποκλειστική και προβλέπεται ρητά και συγκεκριμένα στο άρθρο 110§§2-6Σ, προσδίδοντας στο Σύνταγμα τον αυστηρό του χαρακτήρα. Συνεπώς το δημοψήφισμα δεν μπορεί να συστήσει μια δεύτερη διαδικασία αναθεώρησης, παράλληλη προς αυτή του ά 110§§2-6Σ, η οποία ασκείται από ειδικό όργανο, με ειδικούς χρονικούς φραγμούς και σε διακριτές φάσεις.
Το επιχείρημα αυτό σε συνδυασμό με το δεσμευτικό χαρακτήρα του «νομοθετικού» δημοψηφίσματος (44§2Σ) είναι επαρκές για να αποκλείσει τη σύνδεση του τελευταίου με την αναθεώρηση. Μήπως όμως θα μπορούσε να αξιοποιηθεί το (“κυβερνητικό”) δημοψήφισμα για εθνικό θέμα;
Ήδη υπό το Σύνταγμα του 1975 κρατούσε η άποψη ότι από το εύρος των κρίσιμων εθνικών θεμάτων που μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο (του μόνου τότε προβλεπόμενου) τύπου δημοψηφίσματος εξαιρούνται όλα τα σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος θέματα. Το κυριότερο επιχείρημα που στηρίζει την αρνητική απάντηση δεν είναι ο αποκλειστικός χαρακτήρας της αναθεωρητικής διαδικασίας του άρθρου 110 (ιδίως όταν κανείς αποδέχεται την άτυπη και σιωπηρή αναθεωρητική επενέργεια άλλων πηγών, ιδίως των διεθνών συνθηκών), αλλά το γεγονός ότι η αναθεώρηση είναι αρμοδιότητα της Βουλής και όχι της Κυβέρνησης. Έτσι, η Κυβέρνηση μπορεί μεν να σχετικοποιεί τη δική της εξουσία, δίνοντας τη δυνατότητα στο λαό να παρέμβει στον καθορισμό κατεύθυνσης για εθνικό θέμα μέσω ενός συμβουλευτικού δημοψηφίσματος, όχι όμως και την αναθεωρητική εξουσία της Βουλής. Ωστόσο, κατά την εδώ υποστηριζόμενη, μειοψηφική, πάντως, άποψη, το προαναφερθέν πειστικό συμπέρασμα δεν αποκλείει την αξιοποίηση του δημοψηφίσματος για ‘κρίσιμο εθνικό θέμα’ που εμπίπτει στην κυβερνητική λειτουργία, ακόμη και αν η ρύθμισή του προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση, και άρα εμμέσως συνδέεται με αυτήν.
Αν υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι το άρθρο 80§2Σ (“Nόμος ορίζει τα σχετικά με την κοπή ή την έκδοση νομίσματος”) είχε θεωρηθεί (πριν την προσθήκη της ερμηνευτικής δήλωσης το 2001) ως απαγορευτικό για τη συμμετοχή στην ΟΝΕ, η Κυβέρνηση θα μπορούσε θεωρητικά να έχει ζητήσει τη λαϊκή ετυμηγορία για “ναι” ή “όχι” στο ευρώ, ακόμη και αν αυτό συνδεόταν με την αναθεώρηση του κρίσιμου άρθρου, για την ολοκλήρωση της οποίας θα έπρεπε πάντως να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη (110§§2-6Σ) διαδικασία. Παρομοίως, αν η Κυβέρνηση αύριο θέσει ως εθνικό στόχο τις ιδιωτικές επενδύσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, μπορεί να θέσει την απόφαση αυτή σε δημοψήφισμα, παρότι για να την εκτελέσει προϋποτίθεται αναθεώρηση του άρθρου 16§5&8βΣ. Αναμενόμενα βέβαια το αποτέλεσμα του μη δεσμευτικού αυτού δημοψηφίσματος θα επηρέαζε ηθικο-πολιτικά τη ρότα της κυβερνητικής πολιτικής, και άρα την αναθεωρητική (ή μη) πρόταση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σε καμία όμως περίπτωση δεν θα δέσμευε την απόφαση της πρώτης, πολλώ δε μάλλον της δεύτερης Βουλής που θα καλούνταν να αποφασίσει σχετικά. Ένα άλλο παράδειγμα που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς είναι ο χωρισμός κράτους εκκλησίας, που θα συνδεόταν με την αναθεώρηση του άρθρου 3 Σ.
Περιττό να λεχθεί ότι εφόσον και καθόσον η αναθεώρηση ενός άρθρου του Συντάγματος δεν συνδέεται με συγκεκριμένη κυβερνητική πολιτική και δη σχετική με εθνικό θέμα δεν μπορεί να προκηρυχθεί δημοψήφισμα αναφορικά με αυτό. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να συνδεθεί με κυβερνητική απόφαση επί εθνικού ζητήματος η αναθεώρηση του άρθρου 44 παρ 2 Σ σχετικά με τις προϋποθέσεις προκήρυξης δημοψηφίσματος ή η αναθεώρηση του άρθρου 32 Σ σχετικά με τη διάλυση της Βουλής σε περίπτωση μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Ούτε βέβαια μπορεί να τεθεί είτε στη Βουλή είτε στον λαό αναθεωρητική πρόταση που να προσκρούει στον σκληρό πυρήνα του Συντάγματος. Σε καμία περίπτωση, τέλος, δεν μπορεί να τεθεί στην κρίση του λαού μέσω δημοψηφίσματος η πρόταση αναθεώρησης της κοινοβουλευτική πλειοψηφίας εν τω συνόλω, εφόσον περιλαμβάνει πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους θέματα.
Η άποψη αυτή έχει πράγματι ένα σημαντικό μειονέκτημα: άπαξ και δεχτεί κανείς με αυτό το σκεπτικό ότι μπορεί να συνδεθεί ένα δημοψήφισμα, έστω και εμμέσως, με την αναθεωρητική διαδικασία είναι σαν να επιβάλλει στη Βουλή μία απόφαση, με τον ίδιο τρόπο που το βρετανικό δημοψήφισμα επέβαλε ατύπως και ηθικο-πολιτικά στο κυρίαρχο Κοινοβούλιο την υπερψήφιση της ενεργοποίησης του άρθρου 50 ΣΕΕ για αποχώρηση από την ΕΕ. Επίσης ανοίγει τον ασκό του Αιόλου και για θέματα που δεν υπακούν σε αυτή τη λογική, καθώς δεν υπάρχει αρμόδιο όργανο να κρίνει εκ των προτέρων τη συνταγματικότητα της προκήρυξης ενός δημοψηφίσματος. Το τελευταίο αυτό επιχείρημα ισχύει πάντως και αν κανείς ακολουθήσει την κρατούσα ερμηνεία, όπως φάνηκε από την προκήρυξη του αντισυνταγματικού δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου του 2015. Κυρίως, όμως, κάνει φανερό το σοβαρό έλλειμμα συνταγματικού ελέγχου, εκ των προτέρων, του δημοψηφίσματος (όπως και του εκλογικού νόμου), ένα έλλειμμα που, με βάση την κρατούσα νομολογία (βλ ΟλΣτΕ 2787/2015), μόνον με αναθεώρηση μπορεί να αρθεί.
Επίλογος του επιλόγου
Ο συγγραφέας του βιβλίου φαίνεται να έχει υπόψη του όλα τα σημαντικά επιχειρήματα υπέρ και κατά της ενεργοποίησης των δημοψηφισμάτων και να τα συνυπολογίζει όταν συνάγει τα συμπεράσματά του. Η Ελλάδα έχει πράγματι μείνει πίσω στο πεδίο αυτό, σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με τις λίγες εξαιρέσεις εκείνων των κρατών, όπως η Γερμανία και η Κύπρος, όπου δεν προβλέπεται καθόλου συνταγματικά ο θεσμός του δημοψηφίσματος. Είναι μάλιστα ακόμη πιο αρνητικός ο ελληνικός απολογισμός αν σκεφτεί κανείς ότι η μόνη φορά που ενεργοποιήθηκε ο θεσμός ήταν με το αντισυνταγματικό και παράλογο δημοψήφισμα του 2015.
Η εμπειρία αυτή δικαιολογεί νομίζω ένα συνδυαστικό συμπέρασμα: με την αναθεώρηση του θεσμού, αν τελικά αυτή τελεστεί, θα πρέπει αφενός να διευκολύνεται η προκήρυξη, έτσι ώστε να μην πρόκειται απλώς για plebiscite, υπό την έννοια της κυβερνητικής χειραγώγησης, αλλά πάντως με φειδώ (πχ συγκεκριμένο αριθμό δημοψηφισμάτων ανά κοινοβουλευτική περίοδο) χωρίς να τίθεται σε αμφισβήτηση ο κοινοβουλευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος, αφετέρου να κατοχυρώνεται a priori δικαστικός έλεγχος των όρων (χρόνου, ερωτήματος, ψηφοδελτίου, διαδικασίας κλπ) του δημοψηφίσματος, ώστε να αποτρέπονται καταχρήσεις εκ μέρους της κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Το ανά χείρας βιβλίο μπορεί να βοηθήσει τον αναγνώστη του να σχηματίσει γνώμη πάνω στο ζήτημα αυτό που ανάγεται πλέον σε σημαντικό σε ολόκληρη την Ευρώπη και όχι μόνον σε αυτή, αν σκεφτεί κανείς και το σχεδιαζόμενο δημοψήφισμα των Κούρδων του Ιράκ για ανεξαρτητοποίησή τους ή εκείνο για ανεξαρτητοποίηση της Καταλονίας (παρά τις πιέσεις που ασκούνται από πολλές πλευρές για μη διεξαγωγή τους). Στα σημαντικά πλεονεκτήματα του βιβλίου συγκαταλέγονται αφενός η σφαιρική σκέψη του συγγραφέα, που δεν τάσσεται μονομερώς και δογματικά υπέρ μίας άποψης, αφετέρου η τοποθέτηση του ζητήματος στο πολιτικό και ιστορικό του συγκείμενο. Και αυτό το καθιστά χρήσιμο εργαλείο για όποιον θέλει να προβληματιστεί και να σκεφθεί βαθύτερα.
[1] Βλ. αναλυτικότερα, Λίνα Παπαδοπούλου, Θεσμοί ‘άμεσης δημοκρατίας’ στο Σύνταγμα, Αθήνα: Ευρασία 2014.
ΑΠΔΠΧ Γνωμοδότηση με αρ. 3 /2017: Δικηγόροι και POS
Επισυνάπτεται το κείμενο της Γνωμοδότησης
Πηγή: http://www.dpa.gr/
