Author Archives: editor

Τριαντάφυλλος Ζολώτας, Η προστατευτική λειτουργία των ατομικών δικαιωμάτων κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2018

Σύντομη περιγραφή

Σκοπός της παρούσας μονογραφίας είναι, να εντοπίσει το θεμέλιο της προστατευτικής λειτουργίας των ατομικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η ΕΣΔΑ, καθώς και τις πηγές και τις μορφές κινδύνου που την ενεργοποιούν.

Περιγραφή

Τα θεμελιώδη δικαιώματα διασφαλίζουν πρωταρχικά μια σφαίρα ιδιωτικής αυτονομίας, στην οποία απαγορεύονται αυθαίρετες επεμβάσεις του κράτους. Εδώ και αρκετές δεκαετίες γίνεται όμως δεκτό, τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό χώρο, πως το κράτος υπέχει, επιπλέον, την υποχρέωση (στην οποία αντιστοιχούν αγώγιμα υποκειμενικά δικαιώματα) να λαμβάνει μέτρα, προκειμένου να προστατεύσει τα πρόσωπα που υπόκεινται στην εξουσία του από κινδύνους τους οποίους προκαλούν, κυρίως, ιδιώτες, αλλά και άλλα κράτη ή φυσικά φαινόμενα. Αυτό φαίνεται καθαρά στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς υπό τη γενική κατηγορία των «θετικών υποχρεώσεων» του κράτους έχει αναπτυχθεί μια πλούσια νομολογία σχετικά με την προστατευτική λειτουργία των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση.

Σκοπός της παρούσας μονογραφίας είναι, αφού παρουσιάσει τη σχετική νομολογία, να εντοπίσει το θεμέλιο της προστατευτικής λειτουργίας των ατομικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η ΕΣΔΑ, καθώς και τις πηγές και τις μορφές κινδύνου που την ενεργοποιούν, να εξειδικεύσει το περιεχόμενο και τους αποδέκτες των προστατευτικών υποχρεώσεων και ιδίως να αναλύσει τη μέθοδο και τα κριτήρια βάσει των οποίων ελέγχονται τυχόν παραβιάσεις τους. Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η έρευνα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, αν και παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την ελληνική θεωρία και πράξη ήδη λόγω της αυθεντίας του ερμηνευτικού δεδικασμένου που απορρέει από τις αποφάσεις του Στρασβούργου, αξιοποιούνται περαιτέρω για να μελετηθεί συνοπτικά, στο επίμετρο του έργου, η θέση της προστατευτικής λειτουργίας των συνταγματικών δικαιωμάτων στην ελληνική έννομη τάξη. Ειδικότερα, εξετάζεται αν η συστηματικότερη επεξεργασία και ευρύτερη χρήση της έννοιας των υποχρεώσεων προστασίας θα μπορούσε να έχει πρακτικό αντίκρισμα και μάλιστα ακόμα και πέραν του πεδίου της νομικής δογματικής.

ΣτΕ (Τμήμα Γ΄) 470/2018 (σχολεία για προσφυγόπουλα)

Το Γ΄τμήμα του ΣτΕ απέρριψε ως απαράδεκτες τις αιτήσεις  γονέων μαθητών και Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων σχολείων, τα οποία υποδέχτηκαν προσφυγόπουλα με σκοπό την εκπαίδευσή τους, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2017, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Δ. Εμμανουηλίδης, Σύμβουλοι, Σ. Καρύδα, Β. Γκέρτσος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 6 Μαρτίου 2017 αίτηση:

των: 1) Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του …Δημοτικού Σχολείου, που εδρεύει στο, 2) Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του Δημοτικού Σχολείου…, που εδρεύει στο … , 3) του …, κατοίκου …, 4) – 139) …,

κατά του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με τη Φωτεινή Δεδούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Στη δίκη παρεμβαίνουν, υπέρ των αιτούντων οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων των: 1) … Δημοτικού Σχολείου …, που εδρεύει στο …, 2) … Δημοτικού Σχολείου …, που εδρεύει στη …, 3) … Γυμνασίου …, που εδρεύει στη …, 4) … Δημοτικού Σχολείου …, που εδρεύει στη …, 5) Νηπιαγωγείου …, με την επωνυμία …που εδρεύει στο …και 6) Δημοτικού  Σχολείου …, που εδρεύει στο …, οι οποίοι δεν παρέστησαν.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. 1400/ΓΔ4/3.1.2017 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, β) η ΚΥΑ με αριθμ. 180647/ΓΔ4 του Υπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ 3502/τ.β/2016), γ) η υπ’ αριθμ. 131024/Δ1/8.8.2016  υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 2687/2016.τ.Β΄), δ) το υπ’ αριθμ. πρωτ. Φ.3α/06/10.1.017 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Π.Ε. και Δ.Ε. Αττικής και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Εμμανουηλίδη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια των αιτούντων που παρέστησαν, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο ν   Ν ό μ ο. …

  1. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση: α) της 1400/ΓΔ4/3.1.2017 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β΄ 6/9.1.2017) με θέμα: “Καθορισμός σχολικών μονάδων των Περιφερειακών Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας, Αττικής και Στερεάς Ελλάδας για το σχολικό έτος 2016-2017 εντός των οποίων θα λειτουργούν οι Δομές Υποδοχής για την Εκπαίδευση των Προσφύγων (Δ.Υ.Ε.Π.)”, β) της 180647/ΓΔ4/27.10.2016 κοινής απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού (Β΄ 3502/31.10.2016) με θέμα: “Ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία, συντονισμός και πρόγραμμα εκπαίδευσης των Δομών Υποδοχής για την Εκπαίδευση των Προσφύγων (Δ.Υ.Ε.Π.), κριτήρια και διαδικασία στελέχωσης των εν λόγω δομών”, γ) της 131024/Δ1/8.8.2016 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β΄ 2687/29.8.2016) με θέμα: “Ρυθμίσεις Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (ΖΕΠ) – Ίδρυση Τάξεων Υποδοχής ΖΕΠ, Ενισχυτικών Φροντιστηριακών Τμημάτων ΖΕΠ και Δομών Υποδοχής για την Εκπαίδευση των Προσφύγων ΖΕΠ (Δ.Υ.Ε.Π. ΖΕΠ) σε σχολικές μονάδες Π.Ε.” και δ) του Φ.3α/02/3.1.2017 εγγράφου του Σχολικού Συμβούλου 50ής Περιφέρειας Δημοτικής Εκπαίδευσης Αττικής με θέμα: “Οδηγίες για τη διαχείριση της διδακτέας ύλης των γνωστικών αντικειμένων που αφορούν στην φοίτηση παιδιών προσφύγων στις Δομές Υποδοχής για την Εκπαίδευση Προσφύγων (ΔΥΕΠ)”.
  2. Επειδή, με το άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ. 361/2001 (Α΄ 244) ορίζεται ότι: “Στο Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας για: α) την οργάνωση και λειτουργία της Διοίκησης, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των ιδρυμάτων ανώτατης και ανώτερης εκπαίδευσης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και τη συγκρότηση, εκλογή, διορισμό και μεταβολές όλων των οργάνων αυτών, β) … ε) τους μαθητές, φοιτητές, σπουδαστές, υποτρόφους και μετεκπαιδευομένους, …”, ενώ με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. δ΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268) ορίζεται ότι: “η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την εφαρμογή της εκπαιδευτικής νομοθεσίας για τους μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές, υποτρόφους και μετεκπαιδευομένους υπάγεται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου”. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, οι αιτήσεις για την ακύρωση ατομικών διοικητικών πράξεων, που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή την εκπαιδευτικής νομοθεσίας περί μαθητών, φοιτητών, σπουδαστών, υποτρόφων και μετεκπαιδευομένων, υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου, εφόσον η ρύθμιση αφορά στην κατάσταση των μαθητών, φοιτητών, σπουδαστών, υποτρόφων και μετεκπαιδευομένων. Αντιθέτως, αν η ρύθμιση αφορά αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην οργάνωση της παρεχόμενης από το Κράτος ή άλλους φορείς εκπαίδευσης, οι σχετικές αιτήσεις ακυρώσεως υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 2861/1985 Ολομ., 1003/1990 7μ., 4437/1986, 397/1984) και ανήκουν, ειδικότερα, στην αρμοδιότητα του Γ΄ Τμήματος, στην οποία υπάγονται οι διαφορές από την οργάνωση και λειτουργία της Διοίκησης, έστω και αν η ρύθμιση αυτή σχετίζεται και έμμεσα επηρεάζει τη κατάσταση μαθητών, εκπαιδευτικών κ.λπ. (πρβλ. ΣτΕ 1003/1990 7μ., 487/2005).
  3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με το άρθρο 38 εδ. α΄ του ν. 4415/2016 “Ρυθμίσεις για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση, τη διαπολιτισμική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις” (Α΄ 159) παρασχέθηκε εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, όπως με κοινή απόφασή τους ιδρύσουν Δομές Υποδοχής για την Εκπαίδευση των Προσφύγων και ρυθμίσουν τα σχετικά με την οργάνωση, λειτουργία και στελέχωσή τους, δηλαδή να ρυθμίσουν θέματα οργάνωσης της παρεχόμενης από το Κράτος εκπαίδευσης προς τους πρόσφυγες και λειτουργίας των σχετικών εκπαιδευτικών δομών. Ειδικότερα, με την κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης εκδοθείσα 180647/ΓΔ4/27.10.2016 κοινή υπουργική απόφαση (κ.υ.α.) ορίσθηκε ότι οι Δ.Υ.Ε.Π. ιδρύονται σε συγκεκριμένες σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, λειτουργούν εντός αυτών και ανήκουν διοικητικώς σε αυτές (άρθρο 1 παρ. 1). Συγκεκριμένα, με την ανωτέρω κ.υ.α. παρασχέθηκε εξουσιοδότηση στον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων να καθορίσει τις σχολικές μονάδες εντός των οποίων πρόκειται να λειτουργήσουν οι Δ.Υ.Ε.Π., κατ’ ουσίαν δηλαδή να καθορίσει την έδρα τους με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (άρθρο 2 παρ. 1). Εξάλλου, η παρεχόμενη από τις Δ.Υ.Ε.Π. εκπαίδευση αφορά στο σύνολο των παιδιών πολιτών τρίτων χωρών που διαμένουν σε κέντρα ή δομές φιλοξενίας του ελληνικού κράτους ή της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. και τα οποία εγγράφονται στις σχολικές μονάδες στις οποίες λειτουργούν Δ.Υ.Ε.Π. (άρθρο 1 παρ. 4). Για την στελέχωση των Δ.Υ.Ε.Π. δύνανται κατόπιν αίτησής τους να διατίθενται μόνιμοι εκπαιδευτικοί που βρίσκονται στην διάθεση των οικείων ΠΥΣΠΕ και ΠΥΣΔΕ ή να αποσπώνται εκπαιδευτικοί στη σχολική μονάδα εντός της οποίας λειτουργεί η Δ.Υ.Ε.Π. (άρθρο 8 παρ. 1), καθώς και να προσλαμβάνονται αναπληρωτές και ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί (άρθρο 9 παρ. 1), εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της κείμενης νομοθεσίας (άρθρα 6 παρ. 1 και 12 παρ. 1). Περαιτέρω, οι Δ.Υ.Ε.Π., οι οποίες πρόκειται να λειτουργούν εντός των υφιστάμενων σχολικών μονάδων, αποτελούν δομές της δημόσιας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ειδικού σκοπού και στις οποίες, κατά τις απογευματινές ώρες, δηλαδή μετά το το πέρας του κανονικού ωραρίου λειτουργίας των σχολικών μονάδων που υπάγονται και, συγκεκριμένα από τις 2 μ.μ. έως τις 6 μ.μ. (άρθρο 3 παρ. 3), πρόκειται να παρέχεται δωρεάν εκπαίδευση στους ανήλικους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι διαμένουν στα κέντρα φιλοξενίας των προσφύγων, ούτως ώστε με την εντατική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας (άρθρο 5 παρ. 2 και 3) τα παιδιά αυτά να ενταχθούν στο μέλλον, εφόσον εξακολουθήσουν να διαμένουν στην ελληνική επικράτεια, στις κανονικές δημόσιες σχολικές μονάδες (άρθρο 10 παρ. 1 περ. Α΄).
  4. Επειδή, ως εκ του περιεχομένου της, η 180647/ΓΔ4/2016 κ.υ.α. (β΄ προσβαλλομένη), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 38 εδ. α΄ του ν. 4415/2016, έχει κανονιστικό χαρακτήρα, διότι θέτει, για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, γενικούς και αφηρημένους κανόνες που διέπουν την οργάνωση και παροχή πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε ανήλικους πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στα κέντρα φιλοξενίας που λειτουργούν στην ελληνική επικράτεια (πρβλ. ΣτΕ 533/2017), αρμοδίως δε εισάγεται προς εκδίκαση στο Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον αφορά σε θέμα αναγόμενο στην οργάνωση δημόσιας υπηρεσίας (πρβλ. ΣτΕ 1215/2016 7μ., 2157/2014 7μ.). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και άρθρο 2 παρ. 1 της ανωτέρω κ.υ.α. προκύπτει, ότι με την απόφαση αυτή ρυθμίστηκε το καθεστώς λειτουργίας των Δ.Υ.Ε.Π., όμως, οι δομές αυτές δεν ιδρύονται παρά μόνο με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ο οποίος, μετά από εισήγηση του Περιφερειακού Διευθυντή πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθορίζει τις σχολικές μονάδες εντός των οποίων λειτουργούν οι Δ.Υ.Ε.Π., λαμβάνοντας υπόψη πρόσφορα κριτήρια, όπως είναι το εύλογο της απόστασης του κέντρου φιλοξενίας από τη σχολική μονάδα και η ύπαρξη διαθέσιμων και κατάλληλων αιθουσών. Η υπουργική αυτή απόφαση έχει ομοίως κανονιστικό χαρακτήρα (πρβλ. ΣτΕ 1215/2016 7μ., 1437/2013 7μ., 4799/2012 7μ.), ως αναγόμενη στην οργάνωση δημόσιας υπηρεσίας (ΣτΕ 436/1977 Ολομ., 315/1975 Ολομ., 3634/1986, 817,2082/2016), αφού ρυθμίζει ζήτημα (ίδρυση και λειτουργία Δ.Υ.Ε.Π. εντός συγκεκριμένων σχολικών μονάδων με βάση συγκεκριμένα κριτήρια) άμεσα σχετιζόμενο με τη λειτουργία των ειδικών για τα παιδιά πολιτών τρίτων χωρών εκπαιδευτικών δομών και με τους όρους άσκησης των σχετικών αρμοδιοτήτων τους σε ατομικές περιπτώσεις (πρβλ. ΣτΕ 1011/2013 Ολομ., 4217/2015) και, συνεπώς, οι αναφυόμενες από την αμφισβήτηση της νομιμότητάς της διαφορές υπάγονται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επίσης, η 131024/Δ1/8.8.2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (γ΄ προσβαλλομένη), με την οποία ορίσθηκαν οι Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (Ζ.Ε.Π.) και ρυθμίσθηκαν, με γενικούς και αφηρημένους κανόνες, τα σχετικά με τις Δομές Υποδοχής για την Εκπαίδευση των Προσφύγων ΖΕΠ, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 26 παρ. 1 του ν. 3879/2010, έχει ομοίως κανονιστικό χαρακτήρα. Η υπουργική αυτή απόφαση καταργήθηκε με το άρθρο 7 της Φ.1/63691/Δ1/17/13.4.2017 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1403/25.4.2017). Με τα δεδομένα αυτά, οι τρεις πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις, με τις οποίες ιδρύονται τάξεις και δομές υποδοχής για την εκπαίδευση των προσφύγων σε Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (γ΄ προσβαλλομένη), καθώς και οι δομές υποδοχής της εκπαίδευσης των προσφύγων (α΄ και β΄ προσβαλλόμενες), ρυθμίζονται δε τα σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία τους, αφορούν οργανωτικά θέματα της παρεχόμενης από το Κράτος πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έμμεσα δε μόνον σχετίζονται προς την εκπαιδευτική νομοθεσία για τους μαθητές (πρβλ. ΣτΕ 2861/1985 Ολομ., 1003/1990 7μ., 4437/1986), και, ως εκ τούτου, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα. Συνεπώς, αρμόδιο για την εκδίκαση των αναφυομένων από την αμφισβήτηση της νομιμότητάς τους διαφορών είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας και ειδικότερα το Γ΄ Τμήμα. Τέλος, το Φ.3α/02/3-1-2017 έγγραφο του Σχολικού Συμβούλου της 50ής Περιφέρειας Δημοτικής Εκπαίδευσης Αττικής, που απευθύνεται στους Διευθυντές, Διευθύντριες, Προϊσταμένους και Εκπαιδευτικούς της Περιφέρειας αυτής με θέμα: “Οδηγίες για τη διαχείριση της διδακτέας ύλης των γνωστικών αντικειμένων που αφορούν στην φοίτηση παιδιών προσφύγων στις Δομές Υποδοχής για την Εκπαίδευση Προσφύγων (ΔΥΕΠ)” (δ΄ προσβαλλόμενη), αποτελεί ατομική διοικητική πράξη και είναι αρμόδιο κατ’ αρχήν για την εκδίκασή της το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Η υπόθεση, όμως, για το ενιαίο της κρίσεως, πρέπει να διακρατηθεί και να εκδικασθεί και κατά το μέρος αυτό από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
  5. Επειδή, οι αιτούντες … (22ος και 59ος), … (96ος και 105ος) και … του Κωνσταντίνου (97η και 106η) αναγράφονται στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ακυρώσεως δύο φορές. Επομένως, οι αιτούντες ιδιώτες είναι 134 και όχι 137, ενώ ο συνολικός αριθμός των αιτούντων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι δύο Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων, είναι 136.
  6. Επειδή, το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης υπογράφεται από δικηγόρο ως πληρεξούσιο όλων των αιτούντων. Κατά τη συζήτηση, όμως, της υπόθεσης στο ακροατήριο οι αιτούντες … δεν παρέστησαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε εμφανίσθηκαν αυτοπροσώπως για να δηλώσουν ότι εγκρίνουν την άσκηση της αίτησης, ούτε, άλλωστε, προσκομίσθηκε μέχρι την ανωτέρω συζήτηση συμβολαιογραφική πράξη για την παροχή πληρεξουσιότητας στην υπογράφουσα την αίτηση δικηγόρο ως προς τους αιτούντες αυτούς. Με τα δεδομενα αυτά, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67) να απορριφθεί, ως προς τους προαναφερόμενους πενήντα οκτώ (58) αιτούντες, ως απαράδεκτη.
  7. Επειδή, οι αιτούντες … αν και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο συμβολαιογραφικές πράξεις για την παροχή πληρεξουσιότητας στην υπογράφουσα την αίτηση δικηγόρο και αναφέρονται στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ως γονείς παιδιών που έχουν την ιδιότητα του μαθητή στα συγκεκριμένα σχολεία …, όμως, δεν αποδεικνύουν την ιδιότητα αυτή των παιδιών τους στα ανωτέρω σχολεία, εφόσον δεν προσκόμισαν σχετικές βεβαιώσεις φοίτησης ή κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο (π.χ. έκθεση ελέγχου προόδου). Επομένως, για το λόγο αυτό, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως προς τους προαναφερόμενους δέκα οκτώ (18) αιτούντες, ως απαράδεκτη.
  8. Επειδή, με κοινό δικόγραφο παρεμβαίνουν υπέρ των αιτούντων και ζητούν την ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων του … Δημοτικού Σχολείου …, του … Δημοτικού Σχολείου …, του … Γυμνασίου …, του … Δημοτικού Σχολείου …, του Νηπιαγωγείου … και του Δημοτικού Σχολείου …, οι οποίοι όμως δεν νομιμοποιήθηκαν κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του π.δ. 18/1989, ούτε προσκομίσθηκε πράξη παροχής πληρεξουσιότητας στην υπογράφουσα δικηγόρο. Επομένως, η παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (ΣτΕ 359, 1085/2017).
  9. Επειδή, στο άρθρο 47 παρ. 1 του πδ. 18/1989 ορίζεται ότι: “Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων τα έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν”. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως τόσο κατά ατομικής όσο και κατά κανονιστικής πράξης απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος και δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον του κάθε πολίτη για την τήρηση των νόμων και την σύννομη άσκηση της διοικητικής εξουσίας ούτε συμφέρον μελλοντικό ή απλώς ενδεχόμενο (ΣτΕ Ολομ. 95, 319/2017, 4391/2011 7μ.), ειδικότερα δε για την προσβολή κανονιστικής πράξης, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον γεννάται, κατ’ αρχήν, από την έναρξη της ισχύος της, από την οποία επέρχεται μεταβολή στην έννομη τάξη (ΣτΕ Ολομ. 95, 319/2017, 1253/2006 7μ.). Εξάλλου, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά (ΣτΕ Ολομ. 95, 319/2017, 880/2016 7μ., 1844/2013 7μ. κ.ά.), το έννομο συμφέρον για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως πρέπει να υφίσταται σωρευτικά σε τρία χρονικά σημεία, δηλαδή κατά το χρόνο α) της έκδοσης ή δημοσίευσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, β) της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος και γ) της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ύπαρξη δε του εννόμου συμφέροντος κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως προς τον αιτούντα δημιουργώντας γι’ αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες (όπως συμβαίνει επί κανονιστικών πράξεων), από τον σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των εννόμων αποτελεσμάτων των επερχομένων από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και του περιεχομένου μιας συγκεκριμένης νομικής κατάστασης ή ιδιότητας, στην οποία βρίσκεται ή την οποία ο αιτών έχει και επικαλείται (ΣτΕ Ολομ. 95, 319/2017, 3317/2014 κ.ά).
  10. Επειδή, οι αιτούντες … , επικαλούμενοι μόνο την ιδιότητά τους ως κατοίκων του Δήμου …, στερούνται του κατ’ άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, εφόσον από την εκτέλεση των προσβαλλομένων πράξεων, οι οποίες αφορούν στην εκπαίδευση των ανηλίκων πολιτών τρίτων χωρών που διαμένουν στα κέντρα φιλοξενίας, δεν υφίστανται οι ίδιοι ευθέως κάποια βλάβη, δηλαδή δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των προσβαλλομένων πράξεων ιδιαίτερος δεσμός λόγω ιδιαίτερης ιδιότητας ή κατάστασης (ΣτΕ 1437/2013 7μ.). Επομένως, για το λόγο αυτό η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως προς τους προαναφερόμενους δέκα έξι (16) αιτούντες, ως απαράδεκτη.
  11. Επειδή, στο έγγραφο των απόψεων της Διοίκησης προς το Συμβούλιο της Επικρατείας (Φ2/77936/Δ1/11.5.2017) αναφέρεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, λαμβάνοντας υπόψη την από Ιουνίου 2016 έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής για την υποβοήθηση του έργου της Επιτροπής Στήριξης των Παιδιών των Προσφύγων, θεώρησε ως βέλτιστη, στην παρούσα φάση, λύση για την εκπαίδευση των τέκνων πολιτών τρίτων χωρών την ίδρυση Δ.Υ.Ε.Π., αποσκοπώντας στην ομαλή ενσωμάτωση των παιδιών των προσφύγων στο ελληνικό σχολείο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Διοίκηση, δεν χρησιμοποιήθηκαν οι υφιστάμενες δομές ΖΕΠ ούτε αποφασίσθηκε η απευθείας ένταξη των παιδιών αυτών στο «κανονικό» σχολείο, όπως προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία, γιατί η συναισθηματική και ψυχολογική κατάστασή τους, ύστερα από την πολύμηνη ταλαιπωρία τους και την εμπειρία του πολέμου, που βίωσαν, δημιούργησε δυσκολίες ως προς την προσαρμογή τους σε ένα νέο “ξένο” κοινωνικό περιβάλλον. Για τους λόγους αυτούς, το καθού Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργείου Παιδείας, ‘Ερευνας και Θρησκευμάτων δημιούργησε δομές εκπαίδευσης που λειτουργούν κατά τις απογευματινές ώρες σε υφιστάμενα σχολεία, δηλαδή σε ώρες κατά τις οποίες δεν λειτουργούν τα σχολεία αυτά στα οποία φοιτούν και τα παιδιά των αιτούντων, προκειμένου τα παιδιά πολιτών τρίτων χωρών να αποκτήσουν όσο το δυνατόν επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, σε περιβάλλον σχολικό και τάξεις που αποπνέουν την παιδικότητα και αναδίδουν το συναίσθημα της ζωής, με απώτερο σκοπό την όσο το δυνατόν ομαλή επανένταξη των παιδιών των προσφύγων στο σχολικό κοινωνικό περιβάλλον, η οποία επιτυγχάνεται καλύτερα σε δομές εκπαίδευσης που λειτουργούν τις απογευματινές ώρες (βλ. σχετικά και το 688/11.10.2016 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στην επιλογή των σχολικών μονάδων που θα φιλοξενήσουν τις τάξεις υποδοχής έχει ληφθεί υπόψη τόσο ο αριθμός των παιδιών, όσο και η διαθεσιμότητα αιθουσών, πρωτίστως, όμως, έχει ληφθεί υπόψη ως απαραίτητη προϋπόθεση, να ακολουθείται η πρόοδος του προγράμματος της εμβολιαστικής κάλυψης των παιδιών αυτών). Περαιτέρω, η Διοίκηση με το ανωτέρω έγγραφο των απόψεών της βεβαιώνει, ότι το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων βρίσκεται σε στενή συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας και τους αρμόδιους φορείς (ΚΕΕΛΠΝΟ, υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας), καθώς και το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής (το οποίο συνεστήθη ως αυτοτελές υπουργείο με το άρθρο 3 του π.δ. 123/2016, Α΄ 208/4.11.2016), η δε έναρξη λειτουργίας των Δ.Υ.Ε.Π. πραγματοποιείται μόνο μετά από έγκριση που λαμβάνει το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων από την αρμόδια ομάδα εργασίας του Υπουργείου Υγείας. Ειδικότερα, το Υπουργείο Υγείας, σε συνεργασία με το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, εκπονεί και συντονίζει εμβολιαστικό πρόγραμμα σε παιδιά που διαμένουν σε κέντρα φιλοξενίας προσφύγων – μεταναστών και άλλους χώρους φιλοξενίας, ο δε εμβολιασμός των παιδιών αυτών, όπως βεβαιώνει η Διοίκηση στο έγγραφο με τις απόψεις της, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη των κέντρων φιλοξενίας στο πρόγραμμα εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας που εφαρμόζεται στα σχολεία της Χώρας (βλ. σχετικά το 688/11.10.2016 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του ΥΠ.Π.Ε.Θ., το από 11.10.2016 δελτίο τύπου του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Υγείας, το οποίο προσκομίζεται και από τους αιτούντες και την από Φεβρουαρίου 2017 έκθεση της ομάδας εργασίας για τον συντονισμό της εμβολιαστικής κάλυψης των προσφύγων). Άλλωστε, οι ίδιοι οι αιτούντες επικαλούνται στην κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως το 130/9-1-2017 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, σύμφωνα με το οποίο όλα τα παιδιά πολιτών τρίτων χωρών πληρούν τις προϋποθέσεις που έθεσε η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού και ότι στις 9.1.2017 όλα τα παιδιά αυτά είχαν ήδη εμβολιασθεί, δεν αμφισβητούν δε ότι ο εμβολιασμός αυτός είχε ήδη ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο άσκησης της κρινομένης αίτησης (8.3.2017). Πέραν δε τούτου, τα προσκομιζόμενα από αυτούς στοιχεία (έγγραφα του Υπουργείου Υγείας σχετικά με τη λήψη μέτρων προστασίας σε χώρους διαμονής προσφύγων – μεταναστών, δημοσιεύματα κ.λπ.), αναφέρονται αφενός σε χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη λειτουργίας των ενδίκων Δ.Υ.Ε.Π., αφετέρου δε στα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων – μεταναστών γενικώς και όχι στις Δ.Υ.Ε.Π., για την έναρξη λειτουργίας των οποίων, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, απαιτούνταν προηγούμενη έγκριση από τους αρμοδίους φορείς του Υπουργείου Υγείας. Επίσης, τα συγκεκριμένα σχολικά κτίρια, στα οποία στεγάζονται οι σχολικές μονάδες που ορίσθηκαν ως δομές υποδοχής για την εκπαίδευση των προσφύγων, είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά, τα οποία χρησιμοποιούν και τα παιδιά των αιτούντων με τις αυτές υποδομές από πλευράς υγιεινής και εγκαταστάσεων, ανεξάρτητα από το ότι η υγειονομική νομοθεσία εντός των σχολικών χώρων δεν αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης εκ μέρους των προσβαλλομένων πράξεων. Εξάλλου, με την 1400/ΓΔ4/3.1.2017 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (α΄ προσβαλλόμενη) απλώς ορίζονται οι σχολικές μονάδες εντός των οποίων ιδρύονται δομές υποδοχής για την εκπαίδευση των προσφύγων, χωρίς ο νόμος να θέτει άλλες προϋποθέσεις. Με τα δεδομένα αυτά, τόσο οι αιτούντες σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων όσο και οι λοιποί αιτούντες, φυσικά πρόσωπα, που επικαλούνται και αποδεικνύουν την ιδιότητά τους ως γονέων και κηδεμόνων των μαθητών που φοιτούν κατά το σχολικό έτος 2016-2017, δηλαδή κατά τον χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, στις σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1ο Δημοτικό Σχολείο Αυλώνα και Δημοτικό Σχολείου Μαλακάσας) και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (1ο Γυμνάσιο Αυλώνα) που είχαν ορισθεί ως δομές υποδοχής για την εκπαίδευση των προσφύγων με την ανωτέρω απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (α΄ προσβαλλόμενη) στερούνται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης. Τούτο δε, διότι ελλείπει ο απαραίτητος σύνδεσμος μεταξύ της ιδιότητάς τους και του αντικειμένου ρύθμισης των προσβαλλομένων πράξεων, με τις οποίες ουδόλως θίγεται το καθεστώς των μαθητών και τέκνων των αιτούντων που φοιτούν ήδη κατά τις πρωϊνές ώρες στις σχολικές μονάδες που ορίσθηκαν ως δομές υποδοχής για την εκπαίδευση των προσφύγων τόσο σε νομικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο. Πράγματι, η ρύθμιση από το νομοθέτη ζητημάτων οργάνωσης της δημόσιας εκπαίδευσης, τότε μόνο δύναται να αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα, όταν επηρεάζεται η προσωπική τους κατάσταση, στην προκειμένη περίπτωση, η μαθητική τους ζωή, με την έκδοση και εφαρμογή των σχετικών κανονιστικών πράξεων, αυτό όμως, εν προκειμένω δεν συμβαίνει, δεδομένου ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν αφορούν άμεσα και προσωπικά τους αιτούντες και τα τέκνα τους. Από τις πράξεις δε αυτές που εκδόθηκαν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του νόμου και υπό το φως των διεθνών ρυθμίσεων για την ομαλή ένταξη των ανηλίκων προσφύγων στις χώρες υποδοχής, που κατ’ εξοχήν επιτυγχάνεται μέσω της εκπαίδευσης, ούτε επηρεάζονται ούτε πολύ περισσότερο θίγονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των αιτούντων και των τέκνων τους, αλλά διατυπώνονται από αυτούς προσωπικές απόψεις και αντιλήψεις, οι οποίες δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, τόσο η αίτηση αυτή, όσο και η ασκηθείσα υπέρ των αιτούντων παρέμβαση πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Δ ι ά   τ α ύ τ α. Απορρίπτει την αίτηση. Απορρίπτει την παρέμβαση. Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. Επιβάλλει, συμμέτρως, σε βάρος των αιτούντων τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2017 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Μαρτίου 2018.

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος, Αικ. Σακελλαροπούλου

Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος, Δ. Τετράδη

 

Ο δικαστικός έλεγχος της συμβατότητας των νόμων με το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο ως μία αυτόνομη μορφή ελέγχου για την άρση της σύγκρουσης των κανόνων δικαίου κατά την εφαρμογή τους

Βαρβάρα Μπουκουβάλα, Πρωτοδίκης Δ.Δ.-Δ.Ν.

Στην παρούσα μελέτη περιγράφονται τα κύρια χαρακτηριστικά του ελληνικού δικαστικού ελέγχου της συμβατότητας των νόμων με το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο και τονίζονται οι κύριες διαφορές του με τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων τόσο στο πλαίσιο του ισχύοντος ελληνικού συστήματος διάχυτου ελέγχου όσο και στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού ή ευρωπαϊκού συστήματος ελέγχου.

Ο έλεγχος της συμβατότητας των νόμων αποτελεί έναν έλεγχο σύγκρουσης των κανόνων δικαίου κατά την εφαρμογή τους, ο οποίος θεμελιώνεται στο άρθρο 28 του Συντάγματος και στην αυξημένη τυπική ισχύ των διεθνών συμβάσεων έναντι των κοινών τυπικών και ουσιαστικών νόμων. Ο έλεγχος αυτός στηρίζεται στο γνωστό μεθοδολογικό κριτήριο ότι ο ιεραρχικά υπέρτερος νόμος υπερισχύει και εφαρμόζεται έναντι του κατώτερου, σε περίπτωση σωρευτικής εφαρμογής τους, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Συνεπώς, ο έλεγχος της συμβατότητας δεν ταυτίζεται ούτε εξομοιώνεται με τον έλεγχο συνταγματικότητας, καθώς οι διεθνείς συμβάσεις δεν έχουν στην ελληνική έννομη τάξη συνταγματική ισχύ, ούτε ο έλεγχος συμβατότητας αποτελεί έναν έλεγχο ισχύος του νόμου, ούτε το Σύνταγμα απονέμοντας αυξημένη τυπική ισχύ στις διεθνείς συμβάσεις θέλησε να διασφαλίσει τον έλεγχό τους στο πλαίσιο του ελέγχου συνταγματικότητας του άρθρου 93 παρ.4 του Συντάγματος.
Η διάκριση μεταξύ ελέγχου συνταγματικότητας και ελέγχου συμβατότητας θεμελιώνεται στη διαφορετικότητα των κανόνων ελέγχου, της δομής του ελέγχου και των εννόμων συνεπειών του.

Michel Troper, «To Σύνταγμα και ο νομικός ρεαλισμός», εκδόσεις Παπαζήση, 2018

Michel Troper, «To Σύνταγμα και ο νομικός ρεαλισμός», Εισαγωγή-μετάφραση: Γιώργος Καραβοκύρης, 10oς τόμος της Σειράς του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου «Σύγχρονοι Στοχαστές για τη Δημοκρατία και το Σύνταγμα», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2018, 174 σελ.

«Στη γαλλική παράδοση του συνταγματικού δικαίου, η θέση του Michel Troper είναι ιδιαίτερη, καθώς συνδέει άρτια τη θεωρία του δικαίου και ειδικότερα τον νομικό ρεαλισμό, μια παραλλαγή και υπέρβαση του ορθόδοξου νομικού θετικισμού, με το συνταγματικό επιχείρημα, υπό τους όρους της κριτικής και δοκιμασίας των βασικών κατηγοριών του δημοσίου δικαίου, όπως της διάκρισης των εξουσιών, της κυριαρχίας, της ερμηνείας, της αντιπροσώπευσης ή, επιγραμματικά, του Κράτους Δικαίου και του συνταγματισμού στην κλασική μεταπολεμική εκδοχή τους. Ο Troper επιχειρεί να απαλλάξει την ανάγνωση του Συντάγματος από την αφαιρετικότητα και τη μεταφυσική των ιδρυτικών μύθων της συνταγματικής θεωρίας και της φιλοσοφίας του δικαίου και να υποβάλει τις νομικές προτάσεις στον αυστηρό επιστημονικό στοχασμό και τη δυνατότητα της ακριβούς επαλήθευσής τους. Έτσι, το πολύπλευρο έργο του συνιστά μια άσκηση υποψίας για το πώς προκύπτει και εφαρμόζεται ο συνταγματικός κανόνας, η οποία εκβάλλει σε μια ανοικτή πρόσληψη της δημοκρατικής αρχής.»

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 Συντ.

Χρήστος Μυλωνόπουλος – Φίλιππος Κ. Σπυρόπουλος, Kαθητές Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Σύμφωνα με την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 86 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως διαμορφώθηκε με συντριπτική πλειοψηφία 268 ψήφων στην Ζ´ Αναθεωρητική Βουλή το 2001: «Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων».

 

Με τη διάταξη αυτή ορίζεται το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 του Συντάγματος και του σχετικού εκτελεστικού νόμου. Η αποκλειστική ποινική αρμοδιότητα  της Βουλής («Μόνο η Βουλή») αφορά (α) τα μέλη της Κυβέρνησης και τους υφυπουργούς και (β) τα ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

 

Με την αναθεώρηση του 2001 το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 δεν μεταβλήθηκε ούτε από πλευράς προσώπων (υποκειμένου) ούτε από πλευράς ποινικών αδικημάτων (αντικειμένου) σε σχέση με την αναθεωρηθείσα διάταξη του αρχικού Συντάγματος του 1975. Απλώς το πεδίο εφαρμογής ορίσθηκε για λόγους συστηματικής ορθότητας στην πρώτη παράγραφο, αντί της δεύτερης. Στις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες δεν έγινε άλλωστε καμία συζήτηση που να αφορά ή να υποδηλώνει  οποιαδήποτε μεταβολή ως προς το πεδίο εφαρμογής[1].

 

Σύμφωνα με την  αυθεντική διατύπωση στην καθαρεύουσα  της παραγράφου 2 του άρθρου 86 Σ.1975: «Δίωξις, ανάκρισις ή προανάκρισις κατά των εν παραγράφω 1 προσώπων διά  πράξεις ή παραλείψεις τελεσθείσας εν τη ασκήσει των καθηκόντων τους, δεν επιτρέπεται άνευ προηγούμενης περί τούτου αποφάσεως της Βουλής». Η διατύπωση «τελεσθείσας εν τη ασκήσει των καθηκόντων τους» μεταφέρθηκε το 1986 στη δημοτική ως «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους». Έτσι η συνολική διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 86 Σ. 1975 στη δημοτική έγινε ως εξής: «Δίωξη, ανάκριση ή προανάκριση κατά των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής».

 

Η ισχύουσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 86 ως προς τα ποινικά αδικήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ακολουθεί συνταγματικές διατυπώσεις και διατυπώσεις των σχετικών εκτελεστικών νόμων περί ευθύνης υπουργών που ανάγονται στις απαρχές του πολιτεύματος της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Οι διατυπώσεις αυτές εξικνούνται έως και το Σύνταγμα του 1975 και την αναθεώρησή του το 2001. Διατηρήθηκαν δε και στα συνταγματικά κείμενα της δικτατορίας και στο ΝΔ ΝΔ 802/1970 που παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1997.[2]  Ειδικότερα: Το σχετικό με την ποινική ευθύνη των υπουργών άρθρο 80 του Συντάγματος του 1864 παραπέμπει σε ειδικό νόμο για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής. Αυτός είναι ο Ν. ΦΠΣΤ´ του 1877 που στα άρθρα 1-3 ορίζει τα αδικήματα που εμπίπτουν στο πεδίο του, ενώ στο άρθρο 4 ορίζει ότι «Τα αδικήματα του Υπουργού τα άσχετα προς τα δημόσια αυτού καθήκοντα  δεν υπάγονται εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου».

 

Εισάγεται με τον τρόπο αυτό μια διάκριση μεταξύ των αδικημάτων των σχετικών και των αδικημάτων των άσχετων με τα δημόσια καθήκοντα του υπουργού που εξακολουθεί να ισχύει στην ελληνική έννομη τάξη[3].

 

Το Σύνταγμα του 1864/1911 στο άρθρο 80 και το Σύνταγμα του 1864/1911/1952 πάλι στο άρθρο 80 επαναλαμβάνουν την αρχική διατύπωση του Συντάγματος του 1864 που συμπληρώνεται από τον ν. ΦΠΣΤ´ του 1877 της εποχής του Χαρίλαου Τρικούπη. Ο νόμος εξακολουθεί, σε όλη αυτή την περίοδο, να ισχύει ως ο εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος περί ευθύνης υπουργών χωρίς τροποποίηση ως προς τις διατάξεις του τις σχετικές με το πεδίο εφαρμογής.

 

Το Σύνταγμα του 1927 που παρεμβάλλεται ορίζει στο άρθρο 93 παρ.1 εδ. β ότι: «Η  Βουλή μόνη έχει το δικαίωμα να κατηγορεί τους Υπουργούς, κατά τους περί ευθύνης Υπουργών νόμους, δια αδικήματα διαπραχθέντα κατά την άσκηση των καθηκόντων αυτών». Ο δε εκτελεστικός νόμος 3398/1927 ορίζει στο άρθρο 1 ότι στο πεδίο του εμπίπτει «Όστις υπέπεσεν εις αδίκημα εκ των εν τοις άρθροις 1-3 του νόμου ΦΠΣΤ´ του 1877 ως ταύτα μετερρυθμίσθησαν και συνεπληρώθησαν δια του νόμου ΧΕ του 1877».

 

Η διατύπωση του Συντάγματος 1864/1911/1952 αναπαράγεται από το «συνταγματικό κείμενο» του 1968 (άρθρο 94) επί τη βάσει του οποίου εκδίδεται ως εκτελεστικός νόμος  το ΝΔ 802/1970. Το «συνταγματικό κείμενο» του 1973 (άρθρο 94) δεν επιφέρει σχετική μεταβολή. Το δε ΝΔ 802/1970 διατηρείται σε ισχύ και μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975 μέχρι και το 1997.

 

Το ΝΔ 802/1970 υιοθετεί τη διάκριση δυο κατηγοριών αδικημάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 5, στο πεδίο του εμπίπτει η «υπό μέλους της Κυβερνήσεως ή Υφυπουργού παραβίασις, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, των κειμένων ποινικών διατάξεων», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6:  «Τα εγκλήματα των μελών της κυβερνήσεως και των υφυπουργών τα άσχετα προς τα δημόσια αυτών καθήκοντα» εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κοινών δικαστηρίων.

 

Υπό την ισχύ του Συντάγματος 1975/1986 με τον εκτελεστικό νόμο  2609/1997 που αντικαθιστά το ΝΔ 802/1970, μετά την εμπειρία της περιόδου 1989-1995, επιβεβαιώνεται και επαναλαμβάνεται η διάκριση σε δυο κατηγορίες αδικημάτων. Σύμφωνα με το άρθρο  2 στο πεδίο του άρθρου 86 εμπίπτουν αδικήματα που τελούνται «κατά την άσκηση των καθηκόντων»  του υπουργού,  ενώ κατά το άρθρο 3 στην κοινή δικαιοσύνη ανήκουν οι «αξιόποινες πράξεις που είναι άσχετες με τα καθήκοντα των υπουργών».

 

Μετά την αναθεώρηση του 2001, που, όπως σημειώθηκε, δεν μετέβαλε τη συνταγματική ρύθμιση ως προς το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 ψηφίζεται ομόφωνα και εκδίδεται ο ν.  3126/2003 που εξακολουθεί να ισχύει ως προς τις διατάξεις του αυτές.  Στο άρθρο 1 επαναλαμβάνει τη διχοτομική διάκριση μεταξύ αδικημάτων που τελέστηκαν «κατά την άσκηση των καθηκόντων»  του υπουργού (παρ.1) και ανήκουν στη δικαιοδοσία της Βουλής και του Ειδικού Δικαστηρίου και αδικημάτων που «δεν τελέσθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων» του υπουργού και ανήκουν στην αρμοδιότητα της κοινής δικαιοσύνης.

 

Ο ν. 3126/2003 επαναλαμβάνει μια διάκριση που στο πρώτο σκέλος της, της αρμοδιότητας της Βουλής, ήταν πάντα με τον ίδιο τρόπο διατυπωμένη («κατά την άσκηση των καθηκόντων»). Το δεύτερο σκέλος της, της αρμοδιότητας της κοινής δικαιοσύνης, περιέχει τα αλλά αδικήματα, αυτά που δεν τελέσθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων, δηλαδή αυτά που πάντα ορίζονταν ως «άσχετα προς τα καθήκοντα».

 

Και πάντως το ζήτημα είναι η ερμηνεία της κρίσιμης συνταγματικής διάταξης του άρθρου 86 που δεν αναθεωρήθηκε ως προς το πεδίο εφαρμογής, και όχι η ερμηνεία του εκτελεστικού νόμου που δεν μπορεί να μεταβάλει τη συνταγματική ρύθμιση και το κανονιστικό της περιεχόμενο. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή οποιαδήποτε μεθοδολογική αντιστροφή της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου που οδηγεί στην σύμφωνη με το νόμο ερμηνεία του Συντάγματος, ενώ το επιβεβλημένο είναι η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του νόμου.

 

Το άρθρο 86 είναι διάταξη του Συντάγματος εντεταγμένη στο κεφάλαιο περί κυβέρνησης, και η ποινική ευθύνη των υπουργών είναι θεσμός που ιστορικά συναρτάται με την πολιτική ευθύνη της Κυβέρνησης. Εξού και του άρθρου 86 προηγείται η γενικότερη διάταξη του άρθρου 85 για κάθε είδους ευθύνη της κυβέρνησης και των μελών της και αυτού προηγείται το άρθρο 84 για την εξάρτηση της Κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της Βουλής[4].

 

Το άρθρο 86 ερμηνεύεται συνεπώς με βάση τους κανόνες ερμηνείας του Συντάγματος, με αφετηρία την γραμματική του διατύπωση που αναπαράγει μια νομική δομή μόνιμη στην ελληνική έννομη τάξη από το 1864/1877, μέσα στο πλαίσιο της συστηματικής του ερμηνείας που το συνδέει με τα άρθρα 84 και 85 και μέσα στο  πλαίσιο της ιστορικής και τελολογική ερμηνείας του που καταδεικνύει ότι ούτε επιδιώχθηκε ούτε επήλθε (ούτε το 1975 ούτε το 2001) οποιαδήποτε μεταβολή ως προς το γνωστό και σταθερό πεδίο εφαρμογής των ειδικών κανόνων περί ποινικής ευθύνης των υπουργών. Ουδείς θέλησε και πρότεινε και ουδέποτε η αναθεωρητική Βουλή ψήφισε μεταβολή της καθαρής  και σταθερής  διάκρισης σε δυο κατηγορίες αδικημάτων, τα σχετικά και τα άσχετα προς τα καθήκοντα του υπουργού.

 

Ορισμένες επιστημονικές απόψεις[5] που θεωρούν ότι το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας, του άρθρου 235 Π.Κ., δεν τελείται «κατά την άσκηση των καθηκόντων» του μέλους της Κυβέρνησης ή υφυπουργού, αλλά «σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του» έχουν διατυπωθεί για να περιορισθεί τεχνητά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 του Συντάγματος λόγω της κριτικής που ασκείται στη συνταγματική αυτή διάταξη και γενικότερα στον θεσμό της ποινικής ευθύνης των υπουργών με το επιχείρημα ότι η σύντομη αποσβεστική προθεσμία της λήξης της δεύτερης τακτικής συνόδου της περιόδου που ακολουθεί την τέλεση της πράξης οδηγεί σε ταχεία εξάλειψη του αξιόποινου και άρα πρέπει να βρεθούν τρόποι διατήρησης του αξιόποινου με τεχνητό περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 86 Συντ. Όποιος όμως επιθυμεί ή θεωρεί πολιτικά σκόπιμη την αναθεώρηση του άρθρου 86 πρέπει να ακολουθήσει τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος κατά το άρθρο 110. Οι επιλογές συνταγματικής πολιτικής είναι ζήτημα διαφορετικό από τους κανόνες ερμηνείας του Συντάγματος και οι ερμηνείες σκοπιμότητας, έστω «ευγενούς», «καλοπροαίρετης» κλπ. αντιβαίνουν στον πυρήνα και  του ποινικού και του συνταγματικού δικαίου.

 

Άλλωστε, όπως σημειώθηκε, η αναθεωρημένη διατύπωση του άρθρου  86 ψηφίσθηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των 268 βουλευτών και επέφερε σημαντικές αλλαγές χωρίς να θίξει το πεδίο εφαρμογής που δεν είχε δημιουργήσει προβλήματα[6]. Με την αναθεώρηση του 2001 διπλασιάστηκε ο χρόνος μέσα στον οποίο η Βουλή μπορεί να ασκήσει τη σχετική ποινική της αρμοδιότητα καθώς αυτό μπορεί πλέον να γίνει μέχρι τη λήξη της δεύτερης και όχι της πρώτης τακτικής συνόδου της περιόδου που ακολουθεί την τέλεση της πράξης. Δεν είχε προταθεί στη σχετική συζήτηση μεγαλύτερη παράταση και έγινε δεκτή η μεγαλύτερη που προτάθηκε. Ρυθμίστηκε με σαφή τρόπο  η τύχη των συμμετοχών. Καταργήθηκαν οι κατήγοροι βουλευτές και προβλέφθηκε η άσκηση εισαγγελικών καθηκόντων από μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Προβλέφθηκε η συμμετοχή στο Ειδικό Δικαστήριο και μελών του ΣτΕ, όπως στο ΑΕΔ του άρθρου 100 του Συντάγματος που υποκαθιστά το Συνταγματικό Δικαστήριο που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι αρμόδιο και για την ποινική ευθύνη των υπουργών. H Βουλή περιορίσθηκε στη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Προβλέφθηκε η συγκρότηση συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου που εκδίδει βούλευμα μετά την ολοκλήρωση της ανάκρισης από ανακριτή μέλος του συμβουλίου.

 

Στη σχετική δημόσια συζήτηση, με κάποιες εξαιρέσεις[7], γίνονται συγκριτικές αναφορές σε δυο ή τρεις ευρωπαϊκές χώρες και δημιουργείται η εσφαλμένη  εντύπωση ότι στην Ελλάδα ισχύει ένα ιδιαιτέρως προνομιακό καθεστώς ποινικής ευθύνης των υπουργών που τους προστατεύει, σε αντίθεση με τα διεθνώς κρατούντα. Το αληθές είναι ότι στην ελληνική έννομη τάξη ισχύει ειδικό καθεστώς ποινικής ευθύνης των υπουργών από τα επαναστατικά συντάγματα, με αφετηρία το Σύνταγμα του 1822 (παράγραφος νβ΄). Όπως δε αναλύθηκε προηγουμένως, από το Σύνταγμα του 1864 και τον νόμο ΦΠΣΤ´ του 1877 ισχύει με ελάχιστες αλλαγές το ίδιο σύστημα. Με την αναθεώρηση του 2001 και τον νόμο του 2003 το νομικό πλαίσιο κατέστη πιο αυστηρό.

 

Είναι βεβαίως ευρύτατα αποδεκτό ότι πρέπει να επέλθουν αλλαγές στην ισχύουσα συνταγματική διάταξη, αυτές όμως πρέπει να επέλθουν μέσω της διαδικασίας αναθεώρησης, και όχι με ερμηνευτικές επινοήσεις.

 

Με βάση αναφοράς την πανευρωπαϊκή συγκριτική μελέτη που έκανε η Επιτροπή Δημοκρατίας μέσω του Δικαίου (Επιτροπή Βενετίας) του Συμβουλίου της Ευρώπης σε 47 χώρες μέλη του ΣτΕ, προκύπτει ότι η Ελλάδα κινείται στο κεντρικό ευρωπαϊκό ρεύμα και μάλιστα ανήκει στην ομάδα των χωρών μελών που δεν προβλέπουν ιδιώνυμα υπουργικά αδικήματα καθώς και στην ομάδα χωρών μελών στις οποίες το αρμόδιο δικαστήριο συγκροτείται αποκλειστικά από τακτικούς δικαστές του ανώτατου βαθμού και όχι από πολιτικά πρόσωπα (π.χ. βουλευτές ή γερουσιαστές) όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες. Παντού όμως προβλέπεται αρμοδιότητα και απόφαση του κοινοβουλίου  για την κίνηση της διαδικασίας[8].

 

Μετά τη παρέκβαση αυτή που αφορά γενικότερα τον θεσμό της ποινικής ευθύνης των υπουργών, επανερχόμαστε στο ζήτημα του πεδίου εφαρμογής και στη σχετική νομολογία και κοινοβουλευτική πρακτική. Με αφετηρία τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975 η Βουλή άσκησε την κατά το άρθρο 86 Συντ. αρμοδιότητα της[9]:

 

– κατά του πρώην αναπληρωτή υπουργού οικονομικών Ν. Α., το 1990, για παραποίηση εγγράφων εισαγωγής και εξαγωγής καλαμποκιού σε χώρες της ΕΕ

 

– κατά του πρώην πρωθυπουργού Α.Π., το 1989, μεταξύ άλλων, για δωροληψία και δόλια αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και το 1992 για παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικών συνδιαλέξεων (παρακολούθηση και υποκλοπή τηλεφωνικών συνομιλιών).

 

– κατά του πρώην αντιπροέδρου της κυβέρνησης και υπουργού δικαιοσύνης Α. Κ., το 1989, για υπόθαλψη εγκληματία, παθητική δωροδοκία και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια

 

– κατά του πρώην αναπληρωτή υπουργού Βιομηχανίας Γ.Π., το 1989, μεταξύ άλλων και για δωροληψία

 

– κατά του πρώην πρωθυπουργού Κ.Μ., το 1994 για υποκλοπή τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και  για παθητική δωροδοκία

 

– κατά των πρώην υπουργών οικονομικών Ι.Π και βιομηχανίας Α.Α., το 1994, μεταξύ άλλων, για παθητική δωροδοκία

 

– κατά του πρώην υπουργού οικονομικών Γ.Π, το 2014, για νόθευση εγγράφου

 

Οι πράξεις απιστίας περί την υπηρεσία ή οι πράξεις παράβασης καθήκοντος δεν αμφισβητείται ότι τελούνται «κατά την άσκηση» των καθηκόντων του μέλους της Κυβέρνησης ή υφυπουργού, αφού προϋποθέτουν την υπουργική ιδιότητα. Τα ανωτέρω όμως αδικήματα (παραποίηση εγγράφων, παραβίαση απορρήτου τηλεφωνικών συνομιλιών κλπ.), που σύμφωνα με την  άποψη που διακρίνει μεταξύ πράξεων που τελούνται «κατά την άσκηση των καθηκόντων» και πράξεων που τελούνται «σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων»  του υπουργού, ανήκουν στην δεύτερη κατηγορία. Άρα σύμφωνα με την άποψη αυτή θα ανήκαν  στη δικαιοδοσία των κοινών  ποινικών δικαστηρίων.  Αυτή όμως είναι μια διάκριση που δεν ανταποκρίνεται στη συνταγματική διάκριση των πράξεων που τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπουργού και των άλλων, που δεν τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων και είναι άσχετες με τα δημόσια καθήκοντα του υπουργού.

 

Με αφορμή το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας διατυπώθηκε στην πρόσφατη πρόταση που υπέβαλαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στις 12.2.2018  για τη σύσταση ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής για την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης κατά το άρθρο 86 παρ.3 Σ., η απολύτως αντίθετη κατασκευή της διάκρισης μεταξύ πράξεων «κατά την άσκηση των καθηκόντων» και πράξεων «σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων». Όμως:  «Η δωροδοκία Υπουργού αναγκαίως συνάπτεται με την εκτέλεση των καθηκόντων του». Ο σχετικός δικανικής συλλογισμός αναπτύσσεται στην πρόταση του  Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ν. Μαύρου που έγινε ομόφωνα δεκτή με το 1/2011 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του άρθρου 86 παρ. 4 του Συντάγματος[10]. Είχε προηγηθεί το  βούλευμα 7/2010 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών[11] που έκανε δεκτή τη πρόταση του Εισαγγελέα Γ. Χατζίκου και η οποία διατυπώνει με ενάργεια τον δικανικό συλλογισμό για το ίδιο ζήτημα (παθητική δωροδοκία – νομιμοποίηση εσόδων): «Οι ίδιοι νόμοι (σ.σ. περί ευθύνης υπουργών) διαχωρίζουν τις άσχετες με την εκτέλεση καθηκόντων των υπουργών πράξεις για τις οποίες ισχύει η κοινή παραγραφή. Η δωροδοκία υπουργού αναγκαίως συνάπτεται με την εκτέλεση των καθηκόντων του…».

 

Περιττεύει να επαναληφθεί  ότι η διατύπωση του κοινού ποινικού νόμου, με την οποία τυποποιείται ένα ποινικό αδίκημα, δεν συνιστά κανόνα ερμηνείας του Συντάγματος μέσω του εσφαλμένου και προδήλως αβάσιμου μεθοδολογικού  σχήματος της σύμφωνης με το νόμο ερμηνείας του Συντάγματος που ανατρέπει την ιεραρχία των κανόνων δικαίου και τους κανόνες και τις μεθόδους ερμηνείας του  Συντάγματος.

 

Το άρθρο 235 παρ. 1 ΠΚ προβλέπει ως στοιχείο της νομοτυπικής υπόστασης του αδικήματος της παθητικής δωροδοκίας το να δέχεται ο υπάλληλος ωφελήματα «για ενέργεια ή παράλειψη του σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του». Ο ποινικός νομοθέτης δεν εννοεί τίποτα διαφορετικό από το «κατά την άσκηση των καθηκόντων του». Μπορεί άραγε να υποστηριχθεί  με βάση τους κανόνες αυστηρής και στενής ερμηνείας μιας γραμματοπαγούς ποινικής διάταξης ότι πληρούται η νομοτυπική υπόσταση της παθητικής δωροδοκίας, όταν η ενέργεια ή παράλειψη συνδέεται  με την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου πιο χαλαρά από τη σύνδεση που  περιγράφει η διατύπωση «κατά την άσκηση των καθηκόντων» του υπαλλήλου; Όχι βεβαίως! Γι’ αυτό  η νομολογία η σχετική με το άρθρο 235 ΠΚ απαιτεί η ενέργεια ή η παράλειψη να περιλαμβάνεται στον κύκλο των αρμοδιοτήτων του υπαλλήλου και να ανάγεται στα καθήκοντά του[12]. Αν συνεπώς η ενέργεια ή η παράλειψη δεν έχει τελεσθεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου, αλλά επ’ ευκαιρία της υπηρεσιακής ιδιότητας ή με τη χρησιμοποίηση της ιδιότητας του, απλώς δεν υπάρχει αδίκημα[13].

 

Ήδη από τη γραμματική διατύπωση των αρθρ. 159, 235 ΠΚ, προκύπτει ευθέως ότι η αντικειμενική υπόσταση των σχετικών εγκλημάτων δεν πληρούται καν αν η λήψη του δώρου δεν σχετίζεται με τα καθήκοντα του υπουργού ή υπαλλήλου. Στην περίπτωση, επομένως, που η δωροληψία δεν τελεί «σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων» του υπαλλήλου και αντίστοιχα δεν «ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων» του υπουργού, δεν υπάρχει περιθώριο για τα κοινά ποινικά δικαστήρια να κρίνουν αν η λήψη του δώρου σχετίζεται ή όχι με τα υπουργικά καθήκοντα και επομένως δεν έχουν αρμοδιότητα να το ελέγξουν, διότι αν μεν η δωροληψία σχετίζεται με τα υπουργικά καθήκοντα αρμόδια για τη δίωξη είναι η Βουλή, ενώ αν δεν σχετίζεται η πράξη είτε είναι ποινικά αδιάφορη είτε συνιστά  παράβαση καθήκοντος η οποία και πάλι σχετίζεται με τα υπουργικά καθήκοντα. Εδώ δηλαδή οι δυνατότητες είναι μόνον οι εξής δύο: είτε έχουμε πράξη σχετιζόμενη με τα υπουργικά καθήκοντα είτε πράξη ποινικά αδιάφορη. Μόνον όταν πρόκειται για έγκλημα που δεν προϋποθέτει στην αντικειμενική του υπόσταση σύνδεση  με τα  υπουργικά/υπαλληλικά καθήκοντα θα μπορούσε να αμφισβητηθεί (και να ελεγχθεί) αν αυτό τελέστηκε “κατά την άσκηση των καθηκόντων” του υπουργού ή όχι και τότε μόνον θα μπορούσε η Βουλή να αποφανθεί ότι πρόκειται για πράξη μη σχετιζόμενη με τα υπουργικά καθήκοντα. Συνελόντι ειπείν: Η προϋπόθεση του άρθρ. 86 παρ. 1 Συντ “κατά την άσκηση των καθηκόντων τους” διαφέρει και έπεται της προϋποθέσεως του άρθρ. 235 παρ. 1 ΠΚ (“σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του”)  και εκείνης του αρθρ. 159 παρ. 1 ΠΚ (“που ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων του”). Αν δεν πληρούται μία εκ των δύο τελευταίων, δηλαδή αν δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του 235 ή 159 ΠΚ δεν υπάρχει έδαφος για να κρίνει κανείς αν πληρούται ο όρος του αρθρ. 86 παρ. 1 Συντ. Κατ’ άλλη διατύπωση: η προϋπόθεση του άρθρ. 86 παρ. 1 Συντ “κατά την άσκηση των καθηκόντων τους” προϋποθέτει λογικώς ότι το εξεταζόμενο έγκλημα δεν περιέχει στην αντικειμενική του υπόσταση τέλεση «κατά την άσκηση των καθηκόντων». Διότι στην περίπτωση αυτή, όπως επί δωροληψίας, το αν η πράξη έχει τελεστεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπουργού ή υπαλλήλου το έχει αποφασίσει αυθεντικώς ο νομοθέτης και ουδέν περιθώριο καταλείπεται σε κανένα να το κρίνει! Κατά συνέπεια προκειμένου περί  δωροληψίας μόνον η Βουλή δικαιούται να ελέγξει αν υπάρχει υπόνοια τέλεσης αυτής διότι αν τελέστηκε, αυτή κατά λογική αναγκαιότητα τελέστηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του ερευνωμένου υπουργού.

 

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τα κρατούντα στην επιστήμη και τη γερμανική νομολογία. Η μόνη διάκριση που έχει νόημα εν προκειμένω, όπως γίνεται δεκτό  στην επιστήμη, είναι η διάκριση μεταξύ «υπηρεσιακών» πράξεων, δηλαδή πράξεων σχετιζομένων με την εκτέλεση των καθηκόντων του υπαλλήλου και «ιδιωτικών», δηλαδή άσχετων με τα υπηρεσιακά καθήκοντα. Ως πράξη περί την υπηρεσία (Diensthandlung) νοείται κάθε πράξη που τελείται προς προώθηση υπηρεσιακού καθήκοντος[14].

 

Σημαντικό είναι να επισημανθεί, ότι κατά πάγια θέση της επιστήμης αλλά και της γερμανικής νομολογίας, το γεγονός ότι η μετά από δωροδοκία επιχειρηθείσα  πράξη είναι παράνομη, ουδόλως αποκλείει τον χαρακτήρα αυτής ως υπηρεσιακής.  Επομένως ακόμη και αξιόποινες πράξεις είναι κάλλιστα δυνατό να συνιστούν εν ταυτώ και υπηρεσιακές πράξεις σχετιζόμενες με τα καθήκοντα του υπαλλήλου, όπως π.χ. ψευδορκία, συνέργεια σε φοροδιαφυγή τρίτου ή σε παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου, ακόμη δε και συνέργεια σε κλοπή και σωματική βλάβη![15]

 

Εδώ υπάγεται εν πρώτοις κάθε πράξη που ανήκει στα υπηρεσιακά καθήκοντα και την οποία επιτελεί ο υπάλληλος υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, όπως η κατά παράβαση των καθηκόντων του έκδοση μιας διοικητικής πράξης από τον αρμόδιο. Περαιτέρω, γίνεται δεκτό, ότι σχετικές με την υπηρεσία πράξεις είναι όχι μόνον εκείνες που δεσμεύουν προς τα έξω αλλά και οι προπαρασκευαστικές καθώς και οι υποστηρικτικές της παράνομης υπηρεσιακής ενέργειας πράξεις[16].

 

Γίνεται, ακόμη, δεκτό ότι πράξη σχετική με την υπηρεσία, βάσει της οποίας στοιχειοθετείται αξιόποινη δωροδοκία, υπάρχει  και όταν ο υπάλληλος στερείται της τοπικής ή καθ’ ύλην αρμοδιότητος καθόσον αποφασιστικό κριτήριο είναι ο λειτουργικός σύνδεσμος  μεταξύ της υπηρεσιακής πράξης και των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί. Αντίθετα ως ιδιωτική πράξη θεωρείται μόνον εκείνη που είναι άσχετη με τα καθήκοντα του υπαλλήλου, όπως π.χ. όταν ένας εισαγγελέας ρωτά αστυνομικό για λογαριασμό του κατηγορουμένου το αποτέλεσμα ιστολογικής εξέτασης[17].

 

Η διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 235 Π.Κ. είναι ακόμη πιο ανάγλυφη: «Αν η ως άνω ενέργεια ή παράλειψη του υπαίτιου αντίκειται στα καθήκοντα του, τιμωρείται με κάθειρξη κ.ο.κ.». Για να αντίκειται στα καθήκοντα πρέπει να έχει τελεσθεί κατά την άσκηση των καθηκόντων. Στο δε άρθρο 159 Π.Κ. η τυποποίηση της δωροληψίας πολιτικού αξιωματούχου,  αφορά ενέργεια ή παράλειψη που «ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων», διατύπωση ταυτόσημη με τη διατύπωση «κατά την άσκηση των καθηκόντων».

 

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις (και αυτή της παρ. 2 του άρθρου 159 Π.Κ. που έπρεπε συστηματικά να ενταχθεί στο ίδιο κεφάλαιο με το άρθρο 235), πρόκειται για εγκλήματα περί την υπηρεσία και το προστατευόμενο έννομο αγαθό συνδέεται με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του υπαλλήλου ή του πολιτικού αξιωματούχου, αλλιώς δεν υπάρχει καν αδίκημα. Από πλευράς προστατευόμενου εννόμου αγαθού η απιστία περί την υπηρεσία και η παράβαση καθήκοντος, ανήκουν στο ίδιο κεφάλαιο με την δωροδοκία υπαλλήλου. Άλλωστε στον πυρήνα των αδικημάτων του κεφαλαίου του Π.Κ. για τα εγκλήματα περί την υπηρεσία βρίσκεται η παράβαση καθήκοντος που προφανέστατα τελείται κατά την άσκηση των καθηκόντων.

 

Συνεπώς η Βουλή καλείται να κρίνει αν έχει τελεσθεί παθητική δωροδοκία ή δωροληψία από Υπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Αν κρίνει ότι έχει τελεσθεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του, συνεχίζει τη διαδικασία κατά το άρθρο 86 Συντ. Αν κρίνει ότι δεν έχει τελεσθεί κατά τη άσκηση των καθηκόντων του, δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα.

 

Η συζήτηση όμως αυτή για την ερμηνεία του όρου «κατά την άσκηση των καθηκόντων» στο άρθρο 86 παρ. 1 Συντ. με αφετηρία τη γραμματική διατύπωση διατάξεων του κοινού νόμου, καθίσταται περιττή λόγω της ρητής και  απερίφραστης διατύπωσης του άρθρου 263Β παρ.4 Π.Κ., όπως ισχύει (αλλά και σε προγενέστερες μορφές του). Σύμφωνα λοιπόν με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 263 Π.Κ.:

«4.α.  Αν κάποιος από τους υπαιτίους των εγκλημάτων των άρθρων 235 έως 261 και 390 ή πράξεων νομιμοποίησης εσόδων που προέρχονται άμεσα από τις συγκεκριμένες εγκληματικές δραστηριότητες, εισφέρει αποδεικτικά στοιχεία για τη συμμετοχή στις πράξεις αυτές προσώπων που διατελούν ή διατέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί, το δικαστικό συμβούλιο, με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης. Την παραπάνω αναστολή μπορεί να διατάξει το δικαστήριο και όταν τα στοιχεία εισφέρονται μέχρι την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό. Με το ίδιο βούλευμα ή απόφαση μπορεί να διαταχθεί και η άρση ή η αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν ταχθεί.

β) Αν η Βουλή κρίνει, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος, ότι τα στοιχεία δεν είναι επαρκή για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού, το βούλευμα ή η απόφαση ανακαλείται και η ανασταλείσα ποινική δίωξη συνεχίζεται. Αν η Βουλή αποφασίσει την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταδίκης από το Ειδικό Δικαστήριο, ο κατά το προηγούμενο εδάφιο συμμέτοχος που εισέφερε τα αποδεικτικά στοιχεία τιμωρείται με ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παρ. 2 εδάφιο πρώτο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2.

  1. Αν η κίνηση της ποινικής διαδικασίας δεν είναι δυνατή λόγω εξάλειψης του αξιόποινου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος, στον κατηγορούμενο επιβάλλεται ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παρ. 2 εδάφιο πρώτο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2».

 

Μάλιστα, στην παρ. 4 του άρθρου 159 Π.Κ.  (όπως τροποποιήθηκε και ισχύει)  στο οποίο τυποποιείται το αδίκημα της δωροληψίας πολιτικού αξιωματούχου, προβλέπεται ρητά  ότι οι παράγραφοι 2 έως 5 του άρθρου 263 Β ΠΚ, ισχύουν και ως προς το αδίκημα αυτό.

 

Από τη ρητή συνεπώς διατύπωση του ίδιου του Ποινικού Κώδικα καθίσταται προφανές ότι  ο ποινικός νομοθέτης και  μάλιστα με διάταξη  ουσιαστικού ποινικού δικαίου, θεωρεί ότι η ποινική δικαιοδοσία επί προσώπων που διατελούν ή διατέλεσαν μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργοί για τα αδικήματα των άρθρων 235 έως 361, 390 και 159 Π.Κ. (επιπλέον μάλιστα και για τη νομιμοποίηση εσόδων κατά τη φάση της άσκησης υπουργικών καθηκόντων) ανήκει στη Βουλή και ασκείται κατά τις προβλέψεις του άρθρου 86 του Συντάγματος. Η επίκληση του άρθρου 263Β παρ. 4 και 5 Π.Κ. αρκεί για να καταστήσει περιττή οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση ως προς το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 Συντ.

 

Όλες οι παρατηρήσεις που προηγήθηκαν και αφορούν την γραμματική διατύπωση και την γραμματική ερμηνεία κοινών διατάξεων ουσιαστικού ποινικού δικαίου, καταγράφονται για να καταδειχθεί το absurdum της άποψης που βλέπει στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 86 παρ. 1 και στη διατύπωση «κατά την άσκηση των καθηκόντων» διακρίσεις  που δεν υπάρχουν. Το absurdum είναι όχι μόνο  πραγματολογικό, αλλά και σχετικό με την τελολογική ερμηνεία του άρθρου 86 του Συντάγματος. Το Σύνταγμα, όπως συμβαίνει σε όλες σχεδόν τις δυτικές δημοκρατίες, προβλέπει ειδική διαδικασία περί ευθύνης υπουργών για να προστατεύσει τη δυνατότητα απρόσκοπτης και αποτελεσματικής άσκησης της κυβερνητικής λειτουργίας  δηλαδή της εκτελεστικής εξουσίας, χωρίς την οποία δεν διασφαλίζεται η λειτουργία του κράτους και του δημοκρατικού και κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Αν με την υποβολή μιας απλής καταγγελίας, κακόβουλης και συκοφαντικής, όχι μόνο για απιστία αλλά και για δωροληψία κατά  του εν ενέργεια πρωθυπουργού, ο κάθε εισαγγελικός λειτουργός ή έστω οι εισαγγελείς εγκλημάτων διαφθοράς επιλαμβάνονται και διενεργούν προκαταρκτική εξέταση, αρχίζουν να συλλέγουν στοιχεία και έτσι να τροφοδοτείται εξ αντικειμένου μια ατέρμονη σκανδαλολογία, η δημοκρατία και ο ομαλός δημόσιος βίος ναρκοθετούνται στο όνομα ενός νομικού ακτιβισμού που θέλει να «διορθώσει» ερμηνευτικά το άρθρο 86 περιορίζοντας, κατά παράβαση των κανόνων ερμηνείας του Συντάγματος και χωρίς επίγνωση των θεσμικών  επιπτώσεων,  το πεδίο εφαρμογής του.

 

Το ζήτημα άλλωστε δεν είναι μόνο οι πραγματικές παθητικές δωροδοκίες και δωροληψίες πολιτικών αξιωματούχων, αλλά και οι ψευδείς, συκοφαντικές ή  «στημένες» καταγγελίες που υπηρετούν  μια πολιτική σκοπιμότητα. Αυτές πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά το άρθρο 86 Συντ., όσο εξακολουθεί να ισχύει. Υπάρχει άλλωστε αρκούντως ευρύ  πεδίο ελέγχου, από την τακτική δικαιοσύνη, των πολιτικών προσώπων που έχουν υποπέσει σε ατιμωτικά αδικήματα, μέσω της διερεύνησης της τέλεσης του εγκλήματος της συνεχιζόμενης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Η παραβίαση του άρθρου 86 Σ. μέσω τεχνητών ερμηνευτικών κατασκευών, δεν προσφέρει τίποτα άλλο παρά μόνο την καλλιέργεια ενός κλίματος έντονης αμφισβήτησης του κράτους δικαίου.  –

[1] Βλ. παρουσίαση και ανάλυση των αλλαγών που επέφερε η αναθεώρηση του 2001 στο άρθρο 86 Σ. από τον γενικό Εισηγητή της πλειοψηφίας Ευάγγελο Βενιζέλο, Το Αναθεωρητικό Κεκτημένο. Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, 2002, σελ. 285 επ. Οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες καταγράφονται στο μεν επίπεδο της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, στον τόμο Πρακτικά των συνεδριάσεων και Έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, 2001, σελ. 610 επ. στο δε επίπεδο της Ολομέλειας, σε: Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΡΚ΄[21.2.2001 πρωί] σελ. 5137 επ.

[2] Μια παρόμοια επισκόπηση παρουσιάζει στην διδακτορική της διατριβή η Ευρ. Μπέσιλα – Βήκα, Ο θεσμός της Ποινικής Ευθύνης των υπουργών στο ελληνικό και συγκριτικό συνταγματικό Δίκαιο, 1985, σελ. 85 επ., 94 επ., 100 επ., 103 επ. Νεότερη η διδακτορική διατριβή της Hélène Fotiadou, La responsabilité pénale des membres du gouvernement sous la IIème République hellénique (1975-1996), 1997 (Université Paris II).

[3] Είναι χαρακτηριστική η διατύπωση της 67/1992 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 86 Συντ. «….. η απόφαση της Βουλής με την οποία παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 παρ. 1 του Συντάγματος κάποιος Υπουργός ή Υφυπουργός, για να δικασθεί για αξιόποινες πράξεις σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων του, καίτοι δεν είναι αυτή καθ΄εαυτή, παραπεμπτικό βούλευμα με την έννοια του άρθρου 313 ΚΠΔ, επέχει από άποψη αποτελέσματος, θέση τέτοια βουλεύματος» (Δημοσιεύεται και σε Νικ. Καλογήρου – Παν. Γαλετσέλη, Πολιτική και Ποινική Ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης, Μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος και το ν. 3126/2004, 2009, σελ. 121). Κατά την ίδια λογική στην 8/30.6.1980 γνωμοδότηση του Αντεισαγγελέα του Α.Π. Κ. Τζαβούλη (σε: Καλογήρου/ Γαλατσέλλη, ο.π., σελ. 203), σημειώνεται τα εξής: «Δια τας αξιόποινας πράξεις των διατελούντων ή διατελεσάντων μελών της Κυβέρνησης και Υφυπουργών τους άσχετους προς τα δημόσια καθήκοντα αυτών, ισχύουν οι διατάξεις του ΚΠΔ».

[4] Βλ. Ευάγγελου Βενιζέλου, Η ποινική ευθύνη των υπουργών στο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα αρχαϊκά και εξελιγμένα χαρακτηριστικά ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, σε: Ι. Μανωλεδάκη/ Ευ. Βενιζέλου, Η ποινική ευθύνη των υπουργών. Μειονεκτήματα της ισχύουσας ρύθμισης. Προτάσεις για την τροποποίηση της, 1993, σελ. 31 επ., Ανδρέα Λοβέρδου, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, 1995, σελ. 41 επ.

[5] Τον ερμηνευτικό περιορισμό της έννοιας «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους» στο άρθρο 86 Σ. πρότεινε η  Ελισ. Συμεωνίδου – Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, Ποινική Δικαιοσύνη, 4/2011, σελ. 496 επ. Η συγγραφέας τονίζει εισαγωγικά ότι  «αφορμή για τις σκέψεις που ακολουθούν αποτέλεσε η πρόσφατη συζήτηση σχετικά με το δικαίωμα της πιθανής εξάλειψης των αξιόποινων εγκλημάτων δωροληψίας (άρθρο 235 Π.Κ.) που φέρεται να τελέστηκαν από υπουργούς κατά τη διάρκεια της υπουργικής τους θητείας», η δε ανάλυση της εκκινεί από τον ν. 3126/2003, και όχι από το ίδιο το άρθρο 86 Συντ. Παραπέμπει δε στη νομολογία την προγενέστερη της αναθεώρησης του 2001, η οποία όμως δεν μετέβαλε σε τίποτα το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 Σ. και αφήνει αλώβητη τη διατύπωση «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους». Η συμμετοχή των μελών του ΣτΕ στη σύνθεση του Ειδικού Δικαστηρίου είχε περιορισθεί κατά τη διάρκεια της σχετικής συζήτησης στην Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή με επάλληλα επιχειρήματα και δεν συνδέθηκε με περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 86 ως προς το αντικείμενο του. (βλ. παραπάνω υποσ. 1). Πολύ πιο διστακτική η προσέγγιση του Λάμπρου Μαργαρίτη, Υπουργοί και Υφυπουργοί: Παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, Ποινική δικαιοσύνη, 4/2011, σελ. 490 επ. Ο συγγραφέας παρουσιάζει με ευκρίνεια τις απόψεις που είχαν διατυπωθεί επί του θέματος σε χρόνο ανύποπτο, αναφερόμενος στον Κ. Φελουτζή, Προβλήματα αρμοδιότητας μεταξύ κοινών και ειδικών ποινικών δικαστηρίων (σε περιπτώσεις συναφών εγκλημάτων και συμμετοχής στο έγκλημα), 2005, σελ. 455. Η άποψη Φελουτζή στοιχίζεται με την γενόμενη δεκτή πρόταση του τότε Εισαγγελέα Εφετών Γ. Χατζίκου στο βούλευμα Συμβ ΕφΑθ 14402010, Ποιν. Δικ. 2010, σελ. 825 επ. Η πρόταση Χατζίκου επιβεβαιώθηκε πλήρως από το βούλευμα 1/2001 του Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 86 Συντ. 1/2011 με πρόταση του Αντιεισαγγελέα του Α.Π. Ν. Μαύρου, σε: Ποινικά Χρονικά  ΞΑ/2011, σελ. 576 επ. Βλ. και σχόλιο Ηλ. Αναγνωστόπουλου, Ζητήματα της ποινικής δίωξης υπουργών και συμμετόχων (με αφορμή την υπ΄αριθμ. 1/2011 απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου του άρθρου 86 παρ. 4 του Συντάγματος), Ποινικά Χρονικά ΞΑ/2011, σελ. 565 επ. ιδίως σελ. 575 επ. με αναφορά στη σχετική βιβλιογραφία και νομολογία. Ο συγγραφέας αντικρούει την άποψη της Ελ. Συμεωνίδου – Καστανίδου που αποδίδει στην προσπάθεια εκτόνωσης της διογκούμενης δυσφορίας για τον σύντομο χρόνο μετά την πάροδο του οποίου εξαλείφεται το αξιόποινο. Κατά τη συζήτηση στη Βουλή του ν. 3961/2011 «Τροποποίηση του ν. 3126/2003 για την ποινική ευθύνη των Υπουργών και άλλες διατάξεις», ο τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας Προκ. Παυλόπουλος, έθεσε γενικά και χωρίς συγκεκριμένες αναφορές σε παραδείγματα αδικημάτων, το ζήτημα της ερμηνευτικής συστολής της έννοιας «κατά την άσκηση των καθηκόντων» του υπουργού. Όμως το ζήτημα αυτό δεν συνδεόταν με το περιεχόμενο των διατάξεων του συζητούμενου σχεδίου νόμου που κατέστη ο ν. 3964/2011. Βλ. Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΡΙΘ, 12 Απριλίου 2011, σελ. 8967. Ακολούθησε, το 2014, η τροποποίηση του άρθρου 263Β Π.Κ. που κατέστησε ακόμη σαφέστερη την αρμοδιότητα της Βουλής κατά το άρθρο 86 Σ. για το αδίκημα του άρθρου 235 Π.Κ.

[6] Βλ. υποσ. 1.

[7] Εκτεταμένες συγκριτικές αναφορές περιέχονται στη διατριβή της Ευρ. Μπέσιλα – Βήκα, ο.π., υποσ. 2

[8] Βλ. σχετικά European Commission For Democracy Through Law (Venice Commission), Report on the Relationship Between Political and Criminal Ministerial Responsibility, Report on the relationship between political and criminal ministerial responsibility adopted by the Venice Commission at its 94th Plenary Session (Venice, 8-9 March 2013), Study No. 682 / 2012, CDL-AD(2013)001 και συγκριτική καταγραφή των ισχύοντων σε 47 χώρες – μέλη του ΣτΕ, σε: European Commission For Democracy Through Law (Venice Commission/ Commission Européenne pour la démocratie par le droit (Commission de Venise), Keeping Political and Criminal Responsibility Separate/ Séparer la responsabilité politique de la responsabilité pénale, Constitutionel (Legislative) Provisions/ Dispositions Constitutionelles (Legislatives), /  Study/Etude No. 682 / 2012 CDL-AD(2013)001

 

[9] Βλ. Νικ. Σοϊλεντάκη, Υπουργοί στο Ειδικό Δικαστήριο, (1821-2000), Αθήνα, 2005, σελ. 210 επ. και του ιδίου, σε: Φ. Σπυρόπουλο/Ξ. Κοντιάδη/Χ. Ανθόπουλο/Γ. Γεραπετρίτη, Σύνταγμα. Κατ΄ άρθρο ερμηνεία, 2017, σελ. 1319-13120. Με την 71/1992 απόφαση του Ειδικού δικαστηρίου του άρθρου 86 Συντ. αθωώθηκε ο πρώην Πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου, μεταξύ άλλων, για δωροληψία και δόλια αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Το Ειδικό Δικαστήριο έκρινε προφανώς ότι το αδίκημα εμπίπτει στη δικαιοδοσία του  (βλ. την απόφαση σε Νικ. Καλογήρου – Παν. Γαλετσέλη, ο.π. υποσ. 3, σελ. 132 επ.).

[10] Ποινικά Χρονικά, ΞΑ/2011, σελ. 576 επ.

[11] Ποινική Δικαιοσύνη, 7/2010, σελ. 825 επ.

[12] Βλ. ενδεικτικά τις Α.Π. 1143/2017, 18/2015, 417/2013, 125/2013. Θεμελιώδης θεωρείται η Ολ ΑΠ 857/1978.

[13] Βλ. χαρακτηριστικά Ν. Μπιτζιλέκη, Yπηρεσιακά εγκλήματα, Άρθρα 235-263 Α Π.Κ., Β΄ Έκδοση, 2001, σελ. 161 επ., 217 επ. Μιχ. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, 2014, σελ. 691 επ., Α. Στοΐλα, σε: Α. Χαραλαμπάκη, Ποινικός κώδικας, Ερμηνεία κατ΄ άρθρο, τόμος δεύτερος (άρθρα 207-473), σελ. 223 επ.

[14] Kuhlen, Nomos Kommentar, StGB, Bd. 2. 2. Aufl., § 331 Rdn. 59, Schönke-Schröder-Cramer, StGB § 331 Rdn. 8, Tröndle-Fischer Kommentar, § 331 Rdn. 6.

[15] RG GA 54, 293, (ως προς τη συνέργεια σε κλοπή), BGH St 14, 123, BGH NJW 1983, 462 (ως προς τη σωματική βλάβη), Kuhlen, Nomos Kommentar, op.cit. Rdn. 67.

[16] BGHSt 31, 264, BGH St 3, 143, BGH St 47, 261, OLG Hamburg Strafverteidiger 2001, 277, Jescheck, Leipziger Kommentar § 331 Rdn 11, Rudolphi-Stein, Systematischer Kommentar zum StGB, § 331 Rdn. 10b.

 

[17] Kuhlen, Nomos Kommentar, op.cit. Rdn. 63.

 

Το Σύνταγμα, τεύχος 3/2017, περιεχόμενα

Πίνακας περιεχομένων

Σημείωμα σύνταξης

Α. ΜΕΛΕΤΕΣ

Μιχαήλ Βηλαράς, Η επίδραση της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην εθνική συνταγματική τάξη: Σύγκρουση ή συνεργασία;

 

Χριστίνα Μ. Ακριβοπούλου, Τα δικαιώματα στην εθνική και υπερεθνική έννομη τάξη: Ο πλουραλισμός των σύγχρονων δικαιωμάτων και η πολλαπλή τους λειτουργία

 

Κωνσταντίνα Α. Μιχοπούλου, Η εφαρμογή της αρχής της δίκαιης ισορροπίας, κατά τη σύγκρουση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής με την ελευθερία έκφρασης, ως θεμελιώδης κρατική υποχρέωση

 

Χρήστος Α. Μπαξεβάνης, Το ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου υπό το πρίσμα της αρχής της αλληλεγγύης (άρθρο 80 ΣΛΕΕ)

 

  1. B. ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Η αποχώρηση Κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης: το ζήτημα της ανάκλησης της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης ή μπορεί το υπό αποχώρηση Κράτος-μέλος «να αλλάξει γνώμη»;

 

Αντώνης Γ. Καραμπατζός, Υποκατάστατες/εναλλάξιμες υπηρεσίες μεταφορών και εμπόδια εισόδου στην αγορά – Η περίπτωση της Uber. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση του United States Court of Appeals for the Seventh Circuit, Ilinois Transportation Trade Association et al. v. City of Chicago and Dan Burgess et al. (7.10.2016)

 

Βασίλειος Ανδρουλάκης, Επτά επισημάνσεις από την αναδιάταξη του δικαστικού χάρτη στη Γαλλία

 

Ιωάννης Δημητρακόπουλος, Η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

Νικολέττα Δ. Κοττά, Η δικονομική Οδηγία 89/665/ΕΟΚ και η ΑΕΠΠ (Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών. Η ζητούμενη εναρμόνιση με το δίκαιο της ΕΕ)

 

Γ. ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

ΣτΕ 2252/2017 – Τμήμα ΣΤ’ (Αρχή ισότητας/Επέκταση ευνοϊκής ρύθμισης), με παρατ. Γεωργίου Ν. Γεωργόπουλου

 

ΣτΕ 2350/2017 – Ολομέλεια (Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης – Νομική φύση, αρμοδιότητες, θητεία), με παρατ. Βασίλη Θ. Κονδύλη

 

Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017, 2 BvR 483/17 (Μη κατοχύρωση υποκειμενικού δημόσιου δικαιώματος εισόδου αρχηγών κρατών σε αλλοδαπή επικράτεια/Δικαστικός έλεγχος πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής), με παρατ. Τηλέμαχου Σφακιανάκη

 

Δ. ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΧΡΟΝΙΚΟ

Αντώνιος Κουρουτάκης, Δημοψήφισμα στην Καταλονία: Ένα συνταγματικό χρονικό

 

Ε. ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ

Konrad Hesse, Το Σύνταγμα της πολιτικής ενότητας και της πρακτικής εναρμόνισης (Εισαγωγή-μετάφραση Στ.-Ι. Κουτνατζή), Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2017 (Α. Παυλόπουλος)

 

ΣΤ. ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

Αλφαβητικά Ευρετήρια

Αριθμητικά Ευρετήρια

 

 

 

 

Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου 67/2018 (αλλαγή ονόματος μη δυαδικού ατόμου)

Το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου απέρριψε, ελλείψει σχετικού θεσμικού πλαισίου κατοχύρωσης των “non binary” (μη δυαδικών ως προς το φύλο) ατόμων ως κατατασσομένων σε μια διακριτή περίπτωση “ταυτότητας φύλου” (επιλογή τρίτης καταχώρισης φύλου), ως νόμω αβάσιμο, το αίτημα κενής καταχώρησης φύλου του αιτούντος στην οικεία ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς του, έκανε όμως δεκτό ως ουσία βάσιμο το αίτημα διόρθωσης ως προς το κύριο όνομά του, από το αναγραφόμενο “Ιάσων” στο ζητούμενο “Ιάσων – Αντιγόνη”.

Οι διαδικασίες προπαρασκευής, ψήφισης και παρακολούθησης της υλοποίησης των νόμων κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής. Βασικά χαρακτηριστικά και ελλείμματα

Σπύρος Βλαχόπουλος Καθηγητής Νομικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Παρότι το Σύνταγμα δεν κάνει ρητή αναφορά στην «καλή νομοθέτηση», είναι προφανές ότι η ορθολογική νομοπαραγωγική διαδικασία αποτελεί σκοπό συνταγματικού επιπέδου. Συνδέεται  με την αρχή του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ) υπό την ειδικότερη έκφανση της ασφάλειας του δικαίου, όπως επίσης και με τη συνταγματική αρχή της διαφάνειας[1]. Πέραν δε τούτου, μια σειρά από συνταγματικές διατάξεις κατοχυρώνουν συγκεκριμένα μέσα καλής νομοθέτησης, τα οποία θα αναπτυχθούν στη συνέχεια.

Ι. Εργαλεία καλής νομοθέτησης.

Α. Κατά την προπαρασκευή των νόμων.

Το Σύνταγμα (όπως εξειδικεύεται στον Κανονισμό της Βουλής) προβλέπει μια σειρά από αιτιολογικές εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις, οι οποίες πρέπει να συνοδεύουν την κατάθεση του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου στη Βουλή. Πρόκειται για την αιτιολογική έκθεση (άρθρο 74 παρ. 1 Συντ), την έκθεση με τις τροποποιούμενες διατάξεις (άρθρο 74 παρ. 4 Συντ),  την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους σχετικά με την επιβάρυνση του προϋπολογισμού (άρθρο 75 παρ. 1 και 2 Συντ) , την έκθεση του Υπουργού Οικονομικών και του εκάστοτε αρμόδιου Υπουργού για την κάλυψη των δαπανών (άρθρο 75 παρ. 3 Συντ) και τη γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου στα συνταξιοδοτικά νομοσχέδια (άρθρο 73 παρ. 2 Συντ)[2]. Επίσης, ο ν. 4048/2012 (άρθρο 7) προβλέπει ότι κάθε «σχέδιο νόμου, προσθήκη ή τροπολογία, καθώς και κανονιστική απόφαση μείζονος οικονομικής ή κοινωνικής σημασίας συνοδεύεται από ανάλυση συνεπειών ρυθμίσεων, στην οποία περιλαμβάνονται και η τεκμηρίωση της τήρησης των αρχών του άρθρου 2 [περί καλής νομοθέτησης]». Η υποχρέωση αιτιολόγησης των νομοσχεδίων δεν αποτελεί κάτι το νέο. Ήδη το άρθρο 56 του Συντάγματος του Ρήγα Βελεστινλή αναφέρει: «Όταν είναι χρεία να γίνη κανένας νόμος εις την δημοκρατίαν, πρώτον γίνεται εγγράφως με αναφοράν, όπου να ημπορούν να εξετάσουν το όφελος και την βλάβην ήτις ημπορεί να έλθη απ’ αυτόν».                Στην καλή νομοθέτηση αποσκοπεί και η –παγίως παραβιαζόμενη- διάταξη του άρθρου 74 παρ. 5 Συντ[3] που απαγορεύει την κατάθεση νομοσχεδίων που περιέχουν διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους. Σημαντική επίσης επεξεργασία, τουλάχιστον σε νομοτεχνικό επίπεδο,  πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή συντελείται και από την Κεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή[4], τις παρατηρήσεις της οποίας τα Υπουργεία πρέπει να λάβουν υπόψη τους πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή.

Περαιτέρω και παρά το γεγονός ότι την περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης οξύνθηκε το φαινόμενο της παραβίασης των διατάξεων που σχετίζονται με την καλή νομοθέτηση[5], η νομολογία προσέθεσε μια ακόμη απαίτηση που σχετίζεται με την ποιότητα της νομοπαραγωγικής διαδικασίας. Πρόκειται για την απαίτηση της τεκμηρίωσης των νομοθετικών επιλογών, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και με τη σύνταξη ειδικής μελέτης, προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ). Η νομολογία αυτή αποτελεί απόκλιση από την πάγια θέση των δικαστηρίων περί «οριακού» ελέγχου τήρησης της αρχής της αναλογικότητας[6]. Εισάγει επίσης εξαίρεση και από το «αξίωμα» του δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με το οποίο δεν ελέγχεται η τεκμηρίωση των νομοθετικών επιλογών ως προϋπόθεση της συνταγματικότητάς τους[7]. Στο πλαίσιο της πρόσφατης αυτής νομολογιακής εξέλιξης, τεκμηρίωση των νομοθετικών επιλογών απαίτησαν η υπ’ αρ. 88/2013 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 Συντ για τη μείωση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, οι υπ’ αρ. 2194/2014 και 4741/2014 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις αποδοχές των ενστόλων και των πανεπιστημιακών λειτουργών αντίστοιχα, όπως επίσης η υπ’ αρ. 2287/2015 απόφαση της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου σχετικά με τις περικοπές στις συντάξεις. Στην ίδια νομολογιακή εξέλιξη εντάσσεται και η Ολομ ΣτΕ 100/2017 για την κυριακάτικη αργία, σύμφωνα με την οποία η συνδρομή των αναγκαίων προϋποθέσεων για θέσπιση αποκλίσεων από το δικαίωμα στην κυριακάτικη αργία «πρέπει να τυγχάνει πλήρους τεκμηριώσεως κατά την νομοθέτηση των εξαιρέσεων, ώστε, πλην των άλλων, να καθίσταται εφικτός και ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητάς τους». Αντίστοιχη νομολογία υιοθέτησε και το Ελεγκτικό Συνέδριο για τα ειδικά μισθολόγια, όπως στην Ολομ ΕΣ 4723/2014. Αλλά και σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, το ΕΔΔΑ στην απόφαση της 31.5.2011 (υπόθεση Maggio και λοιποί κατά Ιταλίας) έκρινε, για λόγους διασφάλισης της αποτελεσματικότητας του δικαστικού ελέγχου,  ότι είναι αναγκαία η αιτιολόγηση της δημόσιας ωφέλειας που επιβάλλει τη μείωση των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών[8].

 

Β. Κατά την ψήφιση των νόμων.

Στο στάδιο ψήφισης των νόμων, μετά δηλαδή την κατάθεση των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμων, το Σύνταγμα (όπως εξειδικεύεται από τον Κανονισμό της Βουλής) περιέχει μια σειρά από ρυθμίσεις που στοχεύουν στην καλή νομοθέτηση. Ενδεικτικά αναφέρονται η νομοτεχνική επεξεργασία τους από την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής (άρθρο 74 παρ. 1 Συντ)[9], η επεξεργασία τους από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή (άρθρο 74 παρ. 2), η υποβολή των τροπολογιών τρεις ημέρες πριν από την έναρξη της συζήτησης και η απαγόρευση κατάθεσης όσων εξ αυτών δεν σχετίζονται με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου (άρθρο 74 παρ. 5 Συντ)[10] και, τέλος, η συζήτηση και ψήφιση των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμων σε τρία στάδια, δηλαδή κατ’ αρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο (άρθρο 76 παρ. 1 Συντ).

Επίσης, ο Κανονισμός της Βουλής θέτει μια σειρά από ασφαλιστικές δικλίδες προκειμένου να μην είναι βιαστική και πρόχειρη η παραγωγή των νόμων: Έτσι λ.χ. το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην κατάθεση των νομοσχεδίων/προτάσεων νόμων και στη συζήτησή τους στη διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή δεν μπορεί να είναι μικρότερο από μια εβδομάδα[11]. Εξάλλου, οι συζητήσεις στις διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές πραγματοποιούνται σε δύο στάδια και σε τέσσερις συνεδριάσεις, μεταξύ δε των δύο σταδίων μεσολαβεί διάστημα επτά πλήρων ημερών εντός του οποίου οι βουλευτές έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν βελτιωτικές προτάσεις[12]. Τέλος, μεταξύ της υποβολής της έκθεσης των διαρκών κοινοβουλευτικών επιτροπών και της έναρξης της συζήτησης στην Ολομέλεια ή το Τμήμα, μεσολαβούν τρεις τουλάχιστον ημέρες[13].

 

Γ. Κατά την παρακολούθηση της υλοποίησης των νόμων.

               Η παρακολούθηση της υλοποίησης των νόμων προβλέπεται στο άρθρο 9 του ν. 4048/2012, σύμφωνα με το οποίο μετά «την πάροδο τριών ετών και πάντως πριν από την παρέλευση πενταετίας από τη θέση του νόμου σε ισχύ, αξιολογείται η ρύθμιση με βάση τα δεδομένα που ανακύπτουν από την εφαρμογή της. Κατά την αξιολόγηση αποτιμώνται το κόστος που απαίτησε η εφαρμογή της ρύθμισης, οι επιπτώσεις ή παρεπόμενες συνέπειες που προέκυψαν από αυτήν, το όφελος και τα εν γένει θετικά αποτελέσματα που προήλθαν από την εφαρμογή της, καθώς και τα πορίσματα της νομολογίας» (παρ. 1)[14]. Όπως θα τονισθεί και στη συνέχεια, η παρακολούθηση της υλοποίησης των νόμων αποτελεί μια πολύ σημαντική καινοτομία, η οποία όμως δεν τηρείται.

ΙΙ. Η εφαρμογή στην πράξη

Δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, παρά τις όποιες προσπάθειες, πολλές από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής δεν τηρούνται ή τηρούνται «τυπικά». Γενικότερα, η κατάσταση στον τομέα της «καλής» νομοθέτησης κάθε άλλο παρά «καλή» μπορεί να χαρακτηρισθεί. Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα[15] αρκούν για να επιβεβαιώσουν το συμπέρασμα αυτό:

Μεταξύ των ετών 2001 και 2015, ψηφίσθηκαν 1.478 νόμοι και εκδόθηκαν 3452 π.δ. Οι 1.478 νόμοι αντιστοιχούν σε περίπου 60.000 σελίδες ΦΕΚ και σε περίπου 22.800 άρθρα. Την ίδια περίπου περίοδο (2002-2015) οι νόμοι που είναι γνωστοί ως «πολυνομοσχέδια» ή «νομοσχέδια-σκούπα» ανέρχονται στους 90 περίπου, ενώ συνολικά οι νόμοι της περιόδου αυτής παρέχουν περίπου 17.000 εξουσιοδοτήσεις για έκδοση κανονιστικών διοικητικών πράξεων κάθε μορφής. Κατά τα λοιπά, «άγνοια νόμου δεν συγχωρείται» !

Περαιτέρω, στο πεδίο της φορολογικής νομοθεσίας όπου είναι πρόδηλη η αναγκαιότητα ασφάλειας του δικαίου, την περίοδο 2013-2015 ψηφίστηκαν 12 νόμοι και εκδόθηκαν 3 πράξεις νομοθετικού περιεχομένου με φορολογικές ρυθμίσεις. Περαιτέρω, ο ν. 4174/2013 «Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις» τροποποιήθηκε μέσα σε διάστημα δύο περίπου ετών δεκατρείς φορές. Επίσης, εντός του 2013 το Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε περίπου 1.100 εγκυκλίους για φορολογικά θέματα.

Το πιο χαρακτηριστικό από όλα τα παραδείγματα αποτελεί η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της 9-11-2012 με τίτλο «Επιμέρους ρυθμίσεις επί των επειγόντων μέτρων εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», η οποία τροποποίησε σειρά διατάξεων του ν. 4093/2012 («Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016»). Το εντυπωσιακό στην περίπτωση αυτή είναι ότι η εν λόγω πράξη νομοθετικού περιεχομένου εκδόθηκε την ίδια ημέρα που ψηφίσθηκαν και οι τροποποιηθείσες νομοθετικές διατάξεις του ν. 4093/2012 (9-11-2012).

 

ΙΙΙ. Μέσα βελτίωσης της υφιστάμενης κατάστασης.

Α. Η τήρηση των βασικών ρυθμίσεων.

Συχνά γίνεται λόγος για νέες, καινοτόμες διατάξεις. Χωρίς να αμφισβητείται η χρησιμότητα και νέων εργαλείων καλής νομοθέτησης, το σημαντικό δεν είναι η θέσπιση νέων διαδικασιών αλλά η τήρηση των ήδη υφιστάμενων.  Ισχύει και στην προκείμενη περίπτωση η ρήση του Εμμανουήλ Ροΐδη: «Είς νόμος απαιτείται εις αυτήν την χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων».

  1. B. Η αναγκαιότητα του δικαστικού ελέγχου.

Η παραβίαση των διατάξεων που αφορούν την καλή νομοθέτηση δεν ελέγχεται δικαστικά, ακόμη και εάν η παραβίαση αφορά συνταγματικές διατάξεις[16]. Το κύριο επιχείρημα της άρνησης δικαστικού ελέγχου επικεντρώνεται στη σκέψη ότι οι ρυθμίσεις περί καλής νομοθέτησης εμπίπτουν στο πεδίο των interna corporis της Βουλής. Σε αυτήν την επιχειρηματολογία, μπορούν να διατυπωθούν δύο αντιρρήσεις: Πρώτον, δεν εμπίπτουν όλα τα θέματα καλής νομοθέτησης στα interna corporis του νομοθετικού σώματος. Το πιο προφανές παράδειγμα αποτελεί η ψήφιση διατάξεων που ουδόλως σχετίζονται με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου, κατά παράβαση του άρθρου 74 παρ. 5 Συντ. Το εάν ένας νόμος περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό του, αποτελεί σαφώς θέμα περιεχομένου του νόμου και ουδόλως σχετίζεται με τη διαδικασία ψήφισης του νόμου[17]. Δεύτερον, υπάρχει μια σειρά από ακραίες (θα μπορούσε να πει κανείς ακόμη και «κραυγαλέες») περιπτώσεις παραβίασης συνταγματικών διατάξεων που δεν μπορούν να μένουν χωρίς κύρωση, εάν επιθυμούμε το Σύνταγμα να διατηρήσει μια στοιχειώδη κανονιστικότητα και στο οργανωτικό του μέρος[18].

Μια χαρακτηριστική περίπτωση απαντάται στον ν. 2538/1997 που φέρει τον τίτλο «Τροποποίηση της κείμενης νομοθεσίας για τα γεωργικά και κτηνιατρικά φάρμακα, ρύθμιση χρεών συνεταιριστικών οργανώσεων και άλλες διατάξεις». Στην αρμόδια Διαρκή Κοινοβουλευτική Επιτροπή επισημάνθηκε ότι από τα 74 άρθρα του νομοσχεδίου, τα 55 (δηλαδή τα ¾ των άρθρων του νομοσχεδίου) αναφέρονταν στις άλλες διατάξεις. Μέχρι την ψήφιση του νομοσχεδίου κατατέθηκαν περί τις 100 τροπολογίες, αρκετές από τις οποίες ομοίου περιεχομένου, προϋπολογιζόμενης δαπάνης 41 δισεκατομμυρίων δραχμών. Παρόλα ταύτα, στην Ολομ ΣτΕ 3086/2011 μόνον ένα μέλος του Δικαστηρίου δέχθηκε ότι συντρέχει «σοβαρός λόγος να εισαχθεί εξαίρεση στην εν λόγω πάγια νομολογιακή θέση [περί της αδυναμίας δικαστικού ελέγχου των φερόμενων ως interna corporis της Βουλής] σε εξόφθαλμες παραβιάσεις του Συντάγματος».

Χαρακτηριστική της νομολογιακής στάσης είναι και μια περίπτωση, η οποία δεν αφορά τους τυπικούς νόμους αλλά τις κανονιστικές διοικητικές πράξεις: Σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 1 του π.δ. 63/2005, στις κανονιστικές πράξεις πρέπει να αναγράφεται υποχρεωτικά το μέγεθος της δαπάνης που προκαλείται, η κατανομή της σε οικονομικά έτη,  ο τρόπος αντιμετώπισής της, ο ΚΑΕ (Κωδικός Αριθμός Εξόδου) κλπ. Στο πλαίσιο του «Σχεδίου Αθηνά» το 2013 για τη συγχώνευση των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, η συγχώνευση δύο Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και η μεταφορά ενός Τμήματος από μια πόλη σε άλλη, στο σχετικό δε π.δ. αναγραφόταν ως προκαλούμενη δαπάνη το ποσό των 950 ευρώ. Με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, προβλήθηκε με στοιχεία ότι η μεταφορά αυτή είχε κόστος πάνω από 500.000 ευρώ, αφού απαιτούνταν οικοδομικές εργασίες, κατασκευή θερμοκηπίων, εγκατάσταση μηχανολογικού εξοπλισμού κλπ.  Η διοίκηση με το έγγραφο απόψεων στο ΣτΕ απάντησε ότι το ποσό των 950 ευρώ αφορούσε αλλαγή πινακίδων και σφραγίδων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ( ΣτΕ 1268/2016) απέρριψε την αίτηση ακύρωσης, με το σκεπτικό ότι «η αναγραφόμενη στο προοίμιο του προσβαλλόμενου διατάγματος δαπάνη των 950 ευρώ προορίζεται μόνο για την κάλυψη των αλλαγών στις σφραγίδες και πινακίδες του νέου ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας, οι δε λοιπές δαπάνες καλύπτονται από τις επιχορηγήσεις προς τα συγχωνευθέντα ΤΕΙ …». Εάν δεν θέλουμε λοιπόν οι διατάξεις περί καλής νομοθέτησης να παραμείνουν μια απλή «σφραγίδα» χωρίς πρακτικά αποτελέσματα, θα πρέπει να υπάρξει ουσιαστικός δικαστικός έλεγχος της τήρησής τους.

Δεν μπορεί βέβαια να παραγνωρίσει κανείς ότι ίσως υφίσταται ένας σημαντικός λόγος, ο οποίος ενδέχεται να συνηγορεί υπέρ της αυτοσυγκράτησης του δικαστή. Πρόκειται για την προσπάθειά του να σεβαστεί την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 Συντ) και να μην υπεισέλθει σε πολιτικά ζητήματα. Η προσέγγιση όμως αυτή στηρίζεται σε μια απόλυτη διάκριση μεταξύ δικαιοσύνης και πολιτικής, σαν να αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικά μεγέθη που δεν επιτρέπεται ποτέ να «συναντηθούν». Πρόκειται για μια προσέγγιση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και η οποία (ορθώς) δεν εμπόδισε την πρόσφατη νομολογία να τάμει κατεξοχήν ζητήματα ουσιαστικής συνταγματικότητας με προφανείς πολιτικές διαστάσεις, όπως λ.χ. συνέβη με το «πρώτο Μνημόνιο» (Ολομ ΣτΕ 668/2012) και τον νόμο για την αδειοδότηση των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών (Ολομ ΣτΕ 95/2017). Συγκριτικά με τις αποφάσεις αυτές, θα αποτελούσε λ.χ. εντονότερη επέμβαση στην πολιτική ζωή η μη εφαρμογή μιας οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ως προφανώς άσχετης με το κύριο αντικείμενο του νόμου; Αλλά και πέρα από την πρόσφατη νομολογία, παγίως το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο κρίνει τη συνταγματικότητα του εκλογικού νόμου, του «πολιτικότερου των πολιτικών» νόμου. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι συνιστά μια αντίφαση η εμμονή στην απόλυτη θέση της αδυναμίας ελέγχου των «διαδικαστικών» διατάξεων του οργανωτικού μέρους του Συντάγματος, όταν λ.χ. η νομολογία ελέγχει τη  τήρηση της απαιτούμενης πλειοψηφίας στη Βουλή (άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Συντ) για την ψήφιση του «πρώτου Μνημονίου» (Ολομ ΣτΕ 668/2012) ή, επιπλέον, όταν διακηρύσσει ότι ελέγχεται και η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος (ΑΕΔ 11/2003).

 

Γ. Η απλούστευση των υφιστάμενων διατάξεων και η κατάργηση των ανεφάρμοστων ή δυσεφάρμοστων ρυθμίσεων.

Οι διατάξεις περί καλής νομοθέτησης δεν είναι πάντοτε και οι ίδιες αποτέλεσμα καλής νομοθέτησης, σε πολλές δε περιπτώσεις χαρακτηρίζονται από έναν «μαξιμαλισμό» μη ρεαλιστικών στόχων. Συνεπώς, η προσπάθεια στο πεδίο της καλής νομοθέτησης θα πρέπει να επικεντρωθεί στην εφαρμογή των βασικών διατάξεων που αποτελούν conditio sine qua non για την ασφάλεια δικαίου. Αντιθέτως, ανεφάρμοστες ή δυσεφάρμοστες διατάξεις θα πρέπει να καταργηθούν. Τούτο ισχύει λ.χ. για το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 4048/2012, σύμφωνα με το οποίο οι «Υπουργοί, στην αρχή της τακτικής συνόδου της Βουλής και στο πλαίσιο του νομοθετικού προγραμματισμού του Υπουργείου τους, υποχρεούνται να ενημερώνουν το Γραφείο Καλής Νομοθέτησης σχετικά με τον αριθμό και το αντικείμενο των νομοσχεδίων που προτίθενται να εισαγάγουν για ψήφιση στη Βουλή», ενώ η υπέρβαση του προγραμματισμένου αριθμού των νομοσχεδίων επιτρέπεται μόνον «εφόσον αυτό δικαιολογείται επαρκώς από τις επικρατούσες συνθήκες με την προϋπόθεση της έγκρισης του Υπουργικού Συμβουλίου, ή αν πρόκειται για νομοσχέδια με τα οποία γίνεται εναρμόνιση Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το εθνικό δίκαιο, για νομοσχέδια που κυρώνουν πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και διεθνείς συνθήκες ή συμβάσεις, καθώς και για νομοσχέδια που χαρακτηρίζονται από την Κυβέρνηση ως κατεπείγοντα ή που έχουν επείγοντα χαρακτήρα».

Επίσης, ορισμένες από τις διαδικασίες που συνδέονται με την καλή νομοθέτηση θα πρέπει να απλοποιηθούν. Αναρωτιέται λ.χ. κανείς για ποιον λόγο προβλέπονται όλες οι προαναφερθείσες ξεχωριστές εκθέσεις που συνοδεύουν ένα νομοσχέδιο ή μια πρόταση νόμου και γιατί δεν μπορεί να ενοποιηθούν όλες σε μία έκθεση, με συνολική εκτίμηση των λόγων θέσπισης και των αναμενόμενων συνεπειών του νόμου[19].  Πραγματικά, δεν έχει σχεδόν κανένα νόημα η διατήρηση της σημερινής κατάστασης με την πληθώρα των ετερόκλητων εκθέσεων, ιδίως μάλιστα όταν στην μεν έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους συχνά αναγράφεται ότι «Για την εν λόγω δαπάνη δεν εστάλησαν στοιχεία από το επισπεύδον Υπουργείο», η δε έκθεση ανάλυσης συνεπειών ρύθμισης συχνά επαναλαμβάνει την αιτιολογική έκθεση, η οποία με τη σειρά της αναπαράγει το κείμενο του νομοσχεδίου.

Δ. Η μη προσφυγή σε μεθόδους καταστρατήγησης.

Στην κοινοβουλευτική πρακτική χρησιμοποιείται η μέθοδος των «νομοτεχνικών βελτιώσεων», προκειμένου να εισάγονται αιφνιδιαστικά νέες ρυθμίσεις χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων των τροπολογιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το άρθρου 22 του ν. 4257/2014, το οποίο στην αρχική του μορφή καταργούσε την αυτοδίκαιη αργία των αιρετών οργάνων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης λόγω παραπομπής σε ποινική δίκη και προέβλεπε τη θέση σε αυτοδίκαιη αργία τους μόνο σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης σε πρώτο βαθμό για κακουργήματα. Το νομοσχέδιο ψηφίσθηκε κατ’ άρθρον με τη διατύπωση αυτή που προϋπέθετε την έκδοση καταδικαστικής απόφασης για τη θέση σε αυτοδίκαιη αργία[20].  Ωστόσο και πριν ξεκινήσει η ψήφιση του νομοσχεδίου στο σύνολό του, προστέθηκε ως «νομοτεχνική βελτίωση» η θέση σε αυτοδίκαιη αργία των αιρετών οργάνων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στην περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής σε κακούργημα εάν έχουν επιβληθεί περιοριστικοί όροι ή προσωρινή κράτηση[21]. Είναι σαφές ότι η ως άνω προσθήκη δεν συνιστούσε «νομοτεχνική βελτίωση», αλλά ουσιώδη τροποποίηση διάταξης που είχε ψηφιστεί με εντελώς διαφορετική μορφή στην κατ’ άρθρο συζήτηση, κατά προφανή παραβίαση του άρθρου 76 παρ. 1 Συντ που προβλέπει την ψήφιση των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμων στο σύνολό τους, όπως προφανώς έχουν διαμορφωθεί μετά την κατ’ άρθρο συζήτηση και ψήφισή τους[22].

Επίσης, μια άλλη μέθοδος καταστρατήγησης των συνταγματικών προνοιών περί καλής νομοθέτησης αλλά και ανεπίτρεπτου περιορισμού της ελευθερίας του βουλευτή (άρθρα 60 και 61 Συντ), συνιστούν τα νομοσχέδια που αποτελούνται ουσιαστικά από ένα μόνο, αχανές σε έκταση άρθρο με συρραφή πολύ μεγάλου αριθμού ετερόκλητων ρυθμίσεων, κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί συζήτησης και ψήφισης των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμων σε τρία στάδια, δηλαδή κατ’ αρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο[23].

  1. E. Μεγαλύτερη έμφαση στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων ήδη ψηφισθέντων νόμων.

Η νομοθεσία δεν αποτελεί μια «στιγμιαία», αλλά αντιθέτως μια «διαρκή» διαδικασία, αφού σημαντική δεν είναι μόνον η θέσπιση του κανόνα δικαίου αλλά και η αξιολόγησή του στο πέρασμα του χρόνου, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είχε θετικές ή αρνητικές συνέπειες και ποιες ήταν αυτές, εάν πρέπει να τροποποιηθεί ή όχι, εάν πρέπει να αντικατασταθεί κ.ο.κ. Συνεπώς, πρέπει να ενεργοποιηθεί η αδρανής μέχρι σήμερα διάταξη του άρθρου 9 του ν. 4048/2012 που προβλέπει την αξιολόγηση των νέων διατάξεων σε χρονικό διάστημα μεταξύ τριών και πέντε ετών από τη θέση τους σε ισχύ.  

Η διάσταση του χρόνου είναι πολύ σημαντική στο πεδίο της καλής νομοθέτησης και από μια άλλη άποψη: Στην Ελλάδα επικρατεί η άποψη ότι κάθε νέα Κυβέρνηση και κάθε νέος Υπουργός πρέπει να παράξει αμέσως νέο και πλούσιο νομοθετικό έργο, αλλιώς θεωρείται αποτυχημένος. Πρόκειται για μια εσφαλμένη αντίληψη, η οποία επιτείνει την υφιστάμενη πολυνομία και κακονομία.

 

Στ. Υιοθέτηση του δόγματος «ένα αντικείμενο-ένας νόμος».

Πραγματική ασφάλεια δικαίου θα επέλθει μόνον εάν υιοθετηθεί η παράδοση, η οποία ισχύει σε άλλες έννομες τάξεις (όπως στη γερμανική) και σύμφωνα με την οποία σε κάθε ρυθμιστικό αντικείμενο αντιστοιχεί ένας μόνο νόμος. Δηλαδή, ένας και μόνο νόμος για την ανώτατη εκπαίδευση, ένας νόμος για τη φορολογία, τη βιομηχανία κ.λπ. Εάν υιοθετηθεί και στη χώρα μας η αντίληψη αυτή, θα γνωρίζει ο πολίτης που πρέπει να ανατρέξει προκειμένου να πληροφορηθεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και μόνον τότε θα αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο και νομιμοποίηση η αρχή «άγνοια νόμου δεν συγχωρείται».

ΙV. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Η πολυνομία και η συστηματική παραβίαση των διατάξεων που σχετίζονται με την καλή νομοθέτηση, δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Εντάσσεται στις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής έννομης τάξης. Αρκεί να θυμηθούμε την αγόρευση του Ν. Ι. Σαρίπολου, ως βουλευτή του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον Οκτώβριο του 1864: «όταν έρχονται οι νόμοι ριπτόμενοι ως πρότασις παρά του μεν και του δε, και έκαστος προσθέτη τι, άλλος δε τροπολογή ή αφαιρή τι … δεν θέλετε καταστήσει ποτέ εναρμόνιον την πολιείαν, αλλά καταδικάζετε την Ελλάδα εις το διηνεκές να έχη νομοκέντρωνας δια νομοθεσίαν και ρακιοσυρραπτάδες αντί νομοθετών»[24]. Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα να κάνουμε την τομή[25];

 

[1] Βλ., αντί άλλων, Παναγιώτη Τσούκα, Γνωρίσματα και πρακτικές του κακού (Έλληνα) Νομοθέτη, σε: Κίνηση Πολιτών για μια Ανοιχτή Κοινωνία: Πολυνομία. Κακονομία. Ανομία. Εισηγήσεις-Συζήτηση-Συμπερασματικές Προτάσεις, Αθήνα, 2011, σελ. 45 επ. και  Spyridon Vlachopoulos, Die Gesetzesqualität als Faktor der Rechts(un)sicherheit insbesondere in Krisenzeiten, in: G. Dimitropoulos/A. Gromitsaris/M. Schulte (Hrsg.), Staatsreform für ein besseres Europa, Duncker und Humblot, 2016, σελ. 161 επ.

[2] Για τις εκθέσεις που υποβάλλονται με την κατάθεση του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου, βλ. άρθρο 85 παρ. 3 επ. ΚτΒ, όπου προβλέπεται και η υποβολή έκθεσης επί της τυχόν προηγηθείσας δημόσιας διαβούλευσης. Σύμφωνα επίσης με την παρ. 5 του άρθρου 85 παρ. 5 ΚτΒ, για «το περιεχόμενο των νομοσχεδίων που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις, την κοινωνική ασφάλιση, τα φορολογικά μέτρα,  καθώς και τη γενικότερη κοινωνικοοικονομική πολιτική, ιδίως σε θέματα περιφερειακής ανάπτυξης, επενδύσεων, εξαγωγών, προστασίας καταναλωτή και ανταγωνισμού, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (Ο.Κ.Ε.) διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2232/1994 (ΦΕΚ 140 Α΄), όπως ισχύει κάθε φορά, η οποία υποβάλλεται στον Πρόεδρο της Βουλής το αργότερο μέχρι την έναρξη της συζήτησής τους στην Ολομέλεια ή στο Τμήμα Διακοπής των Εργασιών της Βουλής».  Τέλος, σύντομη αιτιολογική έκθεση απαιτείται και για τις τροπολογίες, ενώ όταν αυτές υποβάλλονται από Υπουργούς προβλέπεται και συνοπτική έκθεση αξιολόγησης των συνεπειών της σκοπούμενης ρύθμισης (άρθρο 88 παρ. 2 ΚτΒ).

[3] Βλ. και τη συναφή διάταξη του άρθρου 85 παρ. 2 ΚτΒ.

[4] Βλ. άρθρο 76 του π.δ. 63/2005 περί Κυβέρνησης και κυβερνητικών οργάνων. Η Κεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή ιδρύθηκε αρχικώς ως «Κεντρική Επιτροπή Νομοθετικής Εργασίας» (ν.δ. 78/1974), στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε «Κεντρική Νομοπαρασκευαστική-Νομοτεχνική Επιτροπή» (ν. 255/1976) και σε «Ενιαία Νομοτεχνική και Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή» (ΥΑ 5257/1982), για να λάβει τη σημερινή της ονομασία με το άρθρο 11 του ν. 1299/1982.

[5] Βλ. Γιώργο Γεραπετρίτη, Η οικονομική κρίση ως στοιχείο απορρύθμισης της ιεραρχίας των πηγών του δικαίου: Νομοτέλεια ή άλλοθι; ΝοΒ 2012, σελ. 2754 επ.

[6] Βλ., αντί άλλων, Νικόλαο Μηλιώνη, Η Οικονομική Ανάλυση του Δικαίου ως εργαλείο διάπλασης και αναζήτησης της πλέον αποτελεσματικής λύσης, ΕΔΚΑ 2016, σελ. 2 [8].

[7] Έτσι λ.χ. κανονιστική ρύθμιση δεν μπορεί να ακυρωθεί λόγω έλλειψης αιτιολογίας, παρά μόνο λόγω μη τήρησης των όρων και των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Βλ. λ.χ. ΣτΕ 1115/2016.

[8] Βλ. και Νικόλαο Μηλιώνη, Η Οικονομική Ανάλυση του Δικαίου, όπ. παρ., σελ. 7 επ.

 

[9] Βλ. και άρθρο 92 ΚτΒ.

[10] Βλ. και άρθρο 88 παρ. 3 ΚτΒ.

[11] Άρθρο 89 παρ. 7 ΚτΒ.

[12] Άρθρο 90 ΚτΒ.

[13] Άρθρο 93 παρ. 2 ΚτΒ.

               [14] Περαιτέρω και σύμφωνα με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου, η «αξιολόγηση διενεργείται από το Γραφείο Νομοθετικής Πρωτοβουλίας του οικείου Υπουργείου, το οποίο, αφού λάβει υπόψη τα αποτελέσματα της εφαρμογής της ρύθμισης από τις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες και τις απόψεις αυτών, διατυπώνει τις προτάσεις βελτίωσης, τροποποίησης ή αναθεώρησης των διατάξεων του νόμου που κρίνονται αναγκαίες, αφού προηγουμένως απευθυνθεί στους καθ’ ύλην αρμόδιους κοινωνικούς εταίρους, πανεπιστημιακά ή ερευνητικά ιδρύματα, επιστημονικούς φορείς, καθώς και στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Αξιολόγηση μπορεί να διενεργεί και η Βουλή από όργανο και με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Κανονισμό της».

[15] Τα παραδείγματα αυτά προέρχονται από την μελέτη των Δημήτρη Σωτηρόπουλου και Λεωνίδα Χριστόπουλου με τίτλο «Πολυνομία, Κακονομία και Γραφειοκρατία στην Ελλάδα. Ανάλυση Αποτυχιών του Παρελθόντος και Προτάσεις Βελτιωτικών Παρεμβάσεων» (Ιούλιος 2016, Οργανισμός Έρευνας και Ανάλυσης ‘διαΝΕΟσις’), ιδίως σελ. 54 επ., όπως επίσης και από τις μελέτες των Βασίλη Ανδρουλάκη, Η επίκαιρη παροχή δικαστικής προστασίας στη διοικητική δικαιοσύνη: Μια συνεχής αναζήτηση, ΘΠΔΔ 2015, σελ. 1 [4 επ.] και Γιώργου Γεραπετρίτη, Η οικονομική κρίση ως στοιχείο απορρύθμισης, όπ. παρ., σελ. 2754 επ.

[16] Βλ. λ.χ. ΣτΕ 1721/1991, 1686/2003, 2927/2004, 309/2010, 3086/2011 και αναλυτικά Γιώργο Γεραπετρίτη, Σύνταγμα και Βουλή. Αυτονομία και ανέλεγκτο των εσωτερικών του σώματος, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012, passim, όπου και κριτική αποτίμηση της υφιστάμενης νομολογίας.

[17] Η αδυναμία δικαστικού ελέγχου των άσχετων διατάξεων δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη διάταξη του άρθρο 74 παρ. 5 Συντ, σύμφωνα με την οποία «Σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή». Και τούτο διότι η διάταξη αυτή δεν κάνει λόγο για έλεγχο μόνον από τη Βουλή κατ΄ αποκλεισμό του δικαστικού ελέγχου.

[18] Προς την κατεύθυνση του δικαστικού ελέγχου και ο Παναγιώτης Τσούκας, Γνωρίσματα και πρακτικές του κακού (Έλληνα) Νομοθέτη, όπ. παρ., σελ. 85: «Επιβάλλεται να γίνουν τα ακόλουθα: … 1. Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων να επεκταθεί σε (όσες είναι δεκτικές δικαστικής κρίσεως) εκδηλώσεις κακής νομοθέτησης … 2. Στην επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, η διάταξη του άρθρου 74 παρ. 5 αυτού να καταργηθεί ή να διατυπωθεί εκ νέου κατά τρόπο επιτρέποντα ρητώς ή, πάντως, μη αποτρέποντα τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεων που περιλαμβάνονται (ή, μάλλον, είναι κρυμμένες) σε νόμο άσχετο προς το θέμα τους».

[19] Έτσι και η μελέτη των Δημήτρη Σωτηρόπουλου και Λεωνίδα Χριστόπουλου με τίτλο «Πολυνομία, Κακονομία και Γραφειοκρατία στην Ελλάδα. Ανάλυση Αποτυχιών του Παρελθόντος και Προτάσεις Βελτιωτικών Παρεμβάσεων», όπ. παρ., σελ. 111 επ.

[20] Βλ. Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, Συνεδρίαση ΡΚΓ’ της 8-4-2014, σελ. 10162-10163, όπου τονίζεται ότι το εν λόγω άρθρο ψηφίζεται με τη μορφή αυτή και, για όσους έχουν αντιρρήσεις, διατυπώνεται η σκέψη «να επανέλθει από τον Υπουργό αναδιατυπωμένο σε επόμενο νομοσχέδιο».

[21] Αναφέρεται ειδικότερα στα Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση ΡΚΕ της 10-4-2014 , σελ. 10453: «Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών … Θα ήθελα να καταθέσω δύο νομοτεχνικές βελτιώσεις … Η μία αφορά το άρθρο 22 –πρώην άρθρο 24- και λέει το εξής: ‘Η αυτοδίκαιη θέση σε αργία επιβάλλεται με την ίδια διαδικασία και σε περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής για κακούργημα, εάν έχουν επιβληθεί περιοριστικοί όροι ή προσωρινή κράτηση’».

[22] Βλ. και τη ρητή διάταξη του άρθρου 104 παρ. 5 ΚτΒ: «Kατά την ψήφιση στo σύνoλo τoυ συναρμoλoγημένoυ κειμένoυ τoυ νομοσχεδίoυ ή της πρότασης νόμoυ δεν είναι επιτρεπτή καμία μεταβoλή τoυ, εκτός εάν αφoρά απoκλειστικά είτε τη διόρθωση φραστικών ή νoμoτεχνικών λαθών και αβλεψιών είτε την αρίθμηση των άρθρων και των διατάξεων και τις παραπoμπές σε άλλες διατάξεις είτε βελτιώσεις γλωσσικές, γραμματικές, συντακτικές. Oι διoρθώσεις ή βελτιώσεις αυτoύ τoυ κειμένoυ δεν πρέπει να μεταβάλλoυν την έννoιά τoυ».

               [23] Άρθρα 76 παρ. 1 Συντ και 94 ΚτΒ. «Εμβληματικό» παράδειγμα έως σήμερα αποτελεί ο ν. 4093/2012 (Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα). Ο νόμος αυτός αποτελείται από τρία άρθρα. Το πρώτο από αυτά αριθμεί περίπου εκατό σελίδες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και περιλαμβάνει ρυθμίσεις για όλα σχεδόν τα πεδία της κυβερνητικής δράσης. Ακολουθεί ένα δεύτερο άρθρο δύο μόλις σελίδων για τη ρύθμιση θεμάτων του Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου και ένα τρίτο άρθρο για την έναρξη ισχύος του νόμου. Ο αχανής χαρακτήρας του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012 έχει ως συνέπεια πολυάριθμες και ευφάνταστες εσωτερικές υποδιαιρέσεις του, με αποτέλεσμα να καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε προσπάθεια παραπομπής στις ρυθμίσεις του. Βλ. λ.χ. το άρθρο 1 της πράξης νομοθετικού περιεχομένου της 9-11-2012 (ΦΕΚ Α’, 224), που τροποποίησε διατάξεις του ν. 4093/2012 με την ακόλουθη διατύπωση: «1. Το εδάφιο γ) της εσωτερικής παραγράφου 1 της περίπτωσης 1 της Υποπαραγράφου Ζ.3. της παραγράφου Ζ. του ν. 4093/2012 [sic]… αντικαθίσταται ως εξής: …».

 

[24] Όπως παρατίθεται από τον Βασίλη Ανδρουλάκη, Η επίκαιρη παροχή δικαστικής προστασίας στη διοικητική δικαιοσύνη, όπ. παρ., σελ. 4-υποσ. 15.

[25] Τομή, τουλάχιστον στο επίπεδο της νομικής παιδείας, θα αποτελούσε και η εισαγωγή ενός μαθήματος νομοπαραγωγικής διαδικασίας στις Νομικές Σχολές της Χώρας. Έτσι και ο Παναγιώτης Τσούκας, Γνωρίσματα και πρακτικές του κακού (Έλληνα) Νομοθέτη, όπ. παρ., σελ. 86-87.

 

[Aναδημοσίευση από: Πρακτικά συνεδρίου με θέμα «Καλή νομοθέτηση» της 2829-04-2017. Τα πρακτικά του Συνεδρίου βρίσκονται αναρτημένα στην ιστοσελίδα του Εργαστηρίου Μελέτης για τη Διαφάνεια τη Διαφθορά και το Οικονομικό Έγκλημα της Νομικής Σχολής, το οποίο συνδιοργάνωσε το συνέδριο «Η καλή νομοθέτηση ως αναγκαία προϋπόθεση μιας δίκαιης και αποτελεσματικής λειτουργίας της Πολιτείας», μαζί με την Βουλή των Ελλήνων και το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (28 – 29 Απριλίου 2017, Αίθουσα Γερουσίας της Βουλής, Αθήνα).

Ο λειτουργικός προορισμός του εισοδήματος – Σκέψεις με αφορμή τη νομολογία της αξιοπρεπούς διαβίωσης

Στέλλα Χριστοφορίδου, Δικηγόρος, Υπ. ΔΝ

*Δημοσιευμένο σε ΘΠΔΔ 2017/1276 επ.

  1. Εισαγωγή

Ο όρος της αξιοπρεπούς διαβίωσης έχει αναπτύξει δυναμική παρουσία στη νομολογία τα τελευταία χρόνια, ιδίως σε υποθέσεις που σχετίζονται με περικοπές μισθών και συντάξεων και γενικότερα, σε υποθέσεις που έχουν κατ’ ουσία οικονομικό αντικείμενο σχετιζόμενο με το εισόδημα. Οι αποδοχές και συγκεκριμένα, το ποσό που θα πρέπει να λαμβάνεται ή το ποσό που περικόπτεται ή που απομένει μετά τη μείωση, αποτελούν, σε γενικές γραμμές, το μέσον που θα εξασφαλίσει την αξιοπρεπή διαβίωση στους δικαιούχους τους. Έτσι, η αξιοπρεπής διαβίωση αξιοποιείται ως κριτήριο[1] ελέγχου των νομοθετικών επεμβάσεων σε ένα –οικονομικό- μέγεθος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρακολούθηση του τρόπου, με τον οποίο διαπλάθεται σταδιακά από τη νομολογία η έννοια της αξιοπρεπούς διαβίωσης, αλλά και η προστατευτική λειτουργία που είναι δυνατόν αυτή να αναπτύξει

2. Η αξιοπρεπής διαβίωση στις μισθολογικές υποθέσεις

Η αξιοπρεπής διαβίωση εμφανίζεται στην πρώτη μεγάλη απόφαση του «μνημονίου», την ΣτΕ Ολ 668/2012. Στην εν λόγω απόφαση, η αξιοπρεπής διαβίωση συνδέεται με το άρθρο 2 παρ. 1 Συντ. και αναπτύσσει χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε αυτά ενός ατομικού δικαιώματος[2], εφόσον η συνδρομή του όρου της διακινδύνευσης[3], υποδηλώνει επέμβαση από την οποία και προκύπτει ο κίνδυνος. Η πρώτη αυτή προσέγγιση -η οποία ανατρέπεται με την ανθρωποκεντρική προσέγγιση της ΣτΕ Ολ 2287/2015[4], όπως θα αναλυθεί παρακάτω-, είναι επηρεασμένη από τη νομολογία του ΕΔΔΑ[5]. Το ΕΔΔΑ κινούμενο με αρνητικό τρόπο, εντοπίζει την βλάβη στην διακινδύνευση της διαβίωσης, αποδίδοντάς της παράλληλα περιεχόμενο που βρίσκεται εγγύτερα στην προστασία της φυσικής υπόστασης[6], σε αντίθεση προς τη νεότερη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, η οποία επικεντρώνεται (θετικά) στη διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Η αξιοπρεπής διαβίωση, στην πρώτη αυτή απόφαση, αναπτύσσει προνοιακή λειτουργία[7], στηριζόμενη, όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της απόφασης, και στη γερμανική θεωρία και νομολογία του existenzminimum[8]. Πρόκειται για μία θεώρηση η οποία συνδέεται με τη θεωρία του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος[9], ενός εισοδήματος το οποίο θα πρέπει να λαμβάνεται ανεξαρτήτως εργασίας[10]. Έτσι, και παρά το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση είχε ως αντικείμενο τις περικοπές μισθολογικών επιδομάτων, μία πρώτη παρατήρηση που μπορεί να γίνει είναι ότι όταν το ποσό των αποδοχών που πρέπει να προσδιοριστεί αφορά εισόδημα από εργασία, και όχι προνοιακή παροχή, η αξιοπρεπής διαβίωση είναι αυτή που θα καθορίσει το μέτρο, και όχι το ελάχιστο όριο αυτής.

Στις αποφάσεις που ακολουθούν, οι οποίες αφορούν τα ειδικά μισθολόγια, η αξιοπρεπής διαβίωση λαμβάνεται ως κριτήριο προσδιορισμού των αποδοχών, σε συνδυασμό με άλλα κριτήρια, τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μισθολογικά, εφόσον διαφοροποιούνται ανάλογα με την κατηγορία, τόσο ως προς τη φύση του επαγγέλματος, όσο και ως προς το συνταγματικό τους έρεισμα (όπως η αποστολή με την οποία είναι επιφορτισμένη αυτή η κατηγορία)[11]. Έτσι, λ.χ. στην ΣτΕ Ολ 2193/2014 υιοθετούνται, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια των ιδιαίτερων συνθηκών του επαγγέλματος και της επικινδυνότητας[12]. Εντός της ευρύτερης αυτής οικογένειας δικαστικών αποφάσεων, η αξιοπρεπής διαβίωση διαβαθμίζεται ποσοτικά (λ.χ. επαρκείς αποδοχές για την εξασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης[13], «τα ελάχιστα όρια»[14] ή «το ελάχιστο επίπεδο»[15] της αξιοπρεπούς διαβίωσης), και, κατά συνέπεια, μεταβάλλεται διακατηγοριακά[16].

Αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι στις αποφάσεις των ειδικών μισθολογίων, παρόλο που εμφανίζεται η έννοια της αξιοπρεπούς διαβίωσης, σε αντίθεση με την ΣτΕ Ολ 668/2012, δεν ενεργοποιείται η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 Συντ. Ωστόσο, τούτο δε θα πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι μόνο το ελάχιστο όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης βρίσκει έρεισμα στη συνταγματική αυτή διάταξη, αλλά ότι όταν συντρέχουν άλλα κριτήρια, όπως τα μισθολογικά, τότε ενεργοποιούνται οι ειδικότερες αυτές διατάξεις[17]. Αντίθετα, στις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη μισθολογικά κριτήρια ή στις περιπτώσεις που η λήψη υπόψη τέτοιων κριτηρίων δεν οδηγεί σε αυξημένη προστασία έναντι του κριτηρίου της αξιοπρεπούς διαβίωσης, το άρθρο 2 παρ. 1 Συντ. εμφανίζεται στον δικανικό συλλογισμό[18].

Περαιτέρω, μία ακόμη παρατήρηση που μπορεί να γίνει σχετικά, είναι ότι προκειμένου για την επίτευξη της μισθολογικής διαφοροποίησης, ή αλλιώς για την ποσοτική διαβάθμιση, τούτο μπορεί να επιτευχθεί μέσω της εφαρμογής των μισθολογικών κριτηρίων και όχι του κριτηρίου της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Όταν πρόκειται για αποδοχές από εργασία, το σύνολο του εισοδήματος, και όχι μέρος αυτού, θα πρέπει να εξασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση[19]. Συνεπώς, ο όρος της αξιοπρεπούς διαβίωσης είτε θα πληρούται είτε δεν θα πληρούται, αλλά πάντως δεν θα μπορεί να διαστέλλεται ή να συστέλλεται ποσοτικά. Εξάλλου, και η νομολογία σε υποθέσεις διαφορετικής φύσης, αντιμετωπίζει την αξιοπρεπή διαβίωση αντικειμενικά και χωρίς διαβαθμίσεις, όπως στην περίπτωση της διακοπής της ηλεκτροδότησης[20]. Στις πρώτες αυτές αποφάσεις, η έννοια της αξιοπρεπούς διαβίωσης φαίνεται να συνδέθηκε και να επιχείρησε να ακολουθήσει την πορεία ενός οικονομικού μεγέθους, του εισοδήματος, αποκτώντας τα χαρακτηριστικά του, δηλαδή την σχετικότητα όπως αυτή προκύπτει μέσα από την ποσοτική διαβάθμιση. Ωστόσο, σε νεότερες αποφάσεις[21], όπως θα αναλυθεί παρακάτω, μοιάζει μάλλον να κερδίζει έδαφος μία αυτοτελής και λιγότερο επηρεασμένη από τις οικονομικές επιστήμες, προσέγγιση αυτής της έννοιας.

Άλλο κοινό χαρακτηριστικό που εντοπίζεται μεταξύ των αποφάσεων με αντικείμενο τις περικοπές μισθών και συντάξεων, αποτελεί η υπαγωγή των μειώσεων στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 Συντ.[22]. Οι μειώσεις των αποδοχών των μισθών και των συντάξεων θεωρούνται μέρος του βάρους της δημοσιονομικής προσαρμογής[23], το οποίο θα πρέπει να κατανέμεται ισότιμα μεταξύ των πολιτών. Έτσι, το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής εντάσσεται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 5 Συντ. έννοια του δημοσίου βάρους.

Στο σημείο αυτό των δικαστικών αποφάσεων[24], πραγματοποιείται μία αφαίρεση από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επιμέρους μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, προκειμένου να εντοπιστεί ένα κοινό σημείο αναφοράς, ο αντίκτυπος στον κρατικό προϋπολογισμό, και παράλληλα, να επιτευχθεί μία συνολική θεώρηση, μία σφαιρική ματιά στο σύνολο των συναφών λαμβανόμενων μέτρων. Με τον τρόπο αυτό, τίθεται ένα γενικό όριο προς τον δημοσιονομικό νομοθέτη: μεταξύ των εσόδων και των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού, θα πρέπει να τηρείται μία δίκαιη ισορροπία, έτσι ώστε τα μέτρα που μειώνουν τις δαπάνες να μην υπερτερούν σε υπερβολικό βαθμό έναντι των μέτρων που αυξάνουν τα έσοδα, προκειμένου να επιτυγχάνεται η ίση κατανομή των δημοσίων βαρών και να μην πλήττονται οι ίδιες κοινωνικές ομάδες.

Πέραν όμως αυτού του ορίου, η περιστολή κάθε δαπάνης του κρατικού προϋπολογισμού έχει ως όριο τον σκοπό που αυτή εξυπηρετεί, εφόσον αυτός υπαγορεύεται από το Σύνταγμα, ανεξαρτήτως εάν δικαιοπολιτικά[25] κάθε περιστολή μπορεί να δικαιολογηθεί από δημοσιονομικούς λόγους[26]. Συνεπώς, η αναγωγή κάθε μέτρου στον οικονομικό του χαρακτήρα, και άρα, ο έλεγχος της επέμβασης του νομοθέτη υπό αυτό το πρίσμα, θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν τούτο οδηγεί σε μεγαλύτερη προστασία. Αντίθετα, εάν το όριο της ίσης κατανομής των δημόσιων βαρών διευρύνει τα όρια επέμβασης του νομοθέτη, τότε αυτό που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η ικανοποίηση του σκοπού που θα πρέπει να επιτελείται από την συγκεκριμένη δαπάνη.

Σε κάθε περίπτωση, η οικονομικοκεντρική, κατά μία έννοια, αυτή θεώρηση, των μισθολογικών αναπροσαρμογών και συγκεκριμένα, κατά την προσέγγιση της νομολογίας, των μειώσεων των αποδοχών ως δημοσίων βαρών, γεννά και το ερώτημα εάν κάθε μέτρο με αναφορά στον κρατικό προϋπολογισμό, ή, με άλλα λόγια, κάθε δαπάνη, συνιστά και δημόσιο βάρος κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 5 Συντ[27].

Στο παράδειγμα των περικοπών μισθών και συντάξεων που χρηματοδοτούνται από το δημόσιο ταμείο, ναι μεν οι αποδοχές αυτές αποτελούν δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, η περιστολή των δαπανών αυτών, ωστόσο, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι δεν συνιστά δημόσιο βάρος, εφόσον, ανεξαρτήτως του λόγου που συντελείται, η κύρια σχέση που υφίσταται είναι αυτή της παροχής – αντιπαροχής (εργασία-μισθός) [28], και όχι αυτή της μονομερούς παροχής προς το κράτος[29]. Η υπαγωγή στην έννοια του δημόσιου βάρους κάθε μορφής παροχής, ακόμη και αυτών που δεν αποτελούν μονομερείς παροχές, δημιουργεί τον κίνδυνο οποιαδήποτε παροχή να κριθεί ότι συνιστά δημόσιο βάρος[30].

Περαιτέρω, και εάν ακόμη γίνει δεκτό ότι οι μειώσεις των αποδοχών εμπίπτουν στο εννοιολογικό περιεχόμενο των δημοσίων βαρών του άρθρου 4 παρ. 5 Συντ., τούτο συνεπάγεται ότι ο έλεγχος θα πρέπει να γίνεται με κριτήρια που είναι προσδιοριστικά των οικονομικών δυνάμεων[31], κατά την διάταξη αυτή[32]. Τα δε μισθολογικά κριτήρια δεν είναι προσδιοριστικά των δυνάμεων αυτών, εφόσον εξάλλου, προορίζονται για σκοπό τελείως διαφορετικό, δηλαδή τον προσδιορισμό του ύψους των αποδοχών. Μέχρις ενός σημείου, αντίθετα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί και ότι τα αντιμάχονται, εφόσον η εφαρμογή τους μπορεί να οδηγήσει σε αντιστρόφως προοδευτικά αποτελέσματα[33], κατ’ αντιστροφή του κανόνα της ισοκατανομής της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης. Η δε τεχνητή διάσπαση μεταξύ του ποσού που μειώνεται, ο έλεγχος του οποίου πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, με την εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 5 Συντ., και του ποσού που απομένει, με την εφαρμογή μισθολογικών κριτηρίων ή του κριτηρίου της αξιοπρεπούς διαβίωσης[34], δεν συνιστά την ασφαλέστερη δίοδο, εφόσον πρόκειται κατ’ ουσίαν για το ίδιο μέγεθος, δηλαδή το εισόδημα. Προτιμότερο θα ήταν ο έλεγχος των μισθολογικών αναπροσαρμογών, και άρα, των αποδοχών που απομένουν, να επικεντρωνόταν στον σκοπό που αυτές εξυπηρετούν και στην ικανοποίηση των επιμέρους μισθολογικών κριτηρίων ανάλογα, εάν τούτο είναι απαραίτητο, με την επαγγελματική κατηγορία.

Ακόμη, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη ο νομοθέτης αντιμετώπισε τις μειώσεις μισθών και συντάξεων ως δημόσια βάρη, υπάγοντάς τα στον κανόνα της ισοκατανομής των δημοσίων βαρών του άρθρου 4 παρ. 5 Συντ.[35], με αποτέλεσμα το ύψος των μισθών και των συντάξεων να αντιμετωπιστεί ως οικονομική δύναμη, επί της οποίας θα εφαρμοστούν αναλόγως οι μειώσεις, αντί να αναζητηθούν μισθολογικά κριτήρια, πρόσφορα για την αναπροσαρμογή των αποδοχών. Τούτο είχε και ως περαιτέρω συνέπεια, τελικά να μην καταστεί δυνατό οι δημόσιοι υπάλληλοι και λειτουργοί να απολαύσουν πλήρως την παρεχόμενη προστασία, ούτε από πλευράς προσδιορισμού των μισθολογικών παροχών, εφόσον παρεισφρήσανε φορολογικά κριτήρια στον προσδιορισμό, ούτε από πλευράς προσδιορισμού των πραγματικών οικονομικών δυνάμεων κατά το άρθρο 4 παρ. 5 Συντ., εφόσον δεν λήφθηκε υπόψη η πραγματική οικονομική κατάσταση εξατομικευμένα.

3. Η αξιοπρεπής διαβίωση στις φορολογικές υποθέσεις

Μεταξύ των αποφάσεων με αντικείμενο την επιβολή φόρου εισοδήματος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας με αριθμό 1087/2017. Στην απόφαση αυτή εξετάζεται η κατάργηση του αφορολόγητου ποσού εισοδήματος. Μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αφορολόγητο όριο συνιστά μία μορφή φορολογικής απαλλαγής, μεταξύ αυτών που εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέψει ή όχι[36]. Η δε σύνδεση του αφορολογήτου ορίου με την αξιοπρεπή διαβίωση, πραγματοποιείται μέσω της συνδυαστικής ερμηνείας των άρθρων 2 παρ. 1 Συντ. και 4 παρ. 5 Συντ.

Το αφορολόγητο μέρος του εισοδήματος παγίως προβλέπεται μόνο για τα φυσικά πρόσωπα και ποτέ για τα νομικά, γεγονός που το συνδέει αναπόφευκτα με το άρθρο 2 παρ. 1 Συντ. Από τούτο, συνάγεται ότι υπάρχει ένα μέρος του εισοδήματος το οποίο προορίζεται να καλύψει ανάγκες σύμφυτες με την έννοια της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι η αξιοπρεπής διαβίωση στα φορολογικά ζητήματα, δεν αναφέρεται στο ποσό που θα πρέπει να απομένει μετά την αφαίρεση ενός ποσού εισοδήματος (δηλαδή του ποσού του φόρου που επιβάλλεται), όπως συμβαίνει στα μισθολογικά, αλλά στο ποσό που θα πρέπει να αφαιρείται, προκειμένου να ανευρεθεί το φορολογητέο ποσό επί του οποίου θα εφαρμοστεί ο συντελεστής του φόρου. Και τούτο, διότι για το μέρος αυτό του εισοδήματος που προορίζεται για την εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών, δεν υφίσταται φοροδοτική ικανότητα[37]. Με άλλα λόγια, στις φορολογικές υποθέσεις, η αξιοπρεπής διαβίωση αναπτύσσει την λειτουργία του κριτηρίου ανεύρεσης των πραγματικών δυνάμεων του φορολογουμένου.

Λογικά και εμπειρικά, το πρώτο μέρος του εισοδήματος που αποκτάται, δαπανάται για τη διασφάλιση της διαβίωσης, και μέχρι την κάλυψη της ανάγκης αυτής, δεν υφίστανται πραγματικές δυνάμεις, προκειμένου να επιβληθεί φόρος[38]. Πράγματι, η θέσπιση είτε μηδενικού φορολογικού συντελεστή είτε πίστωσης φόρου οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην πρόβλεψη αφορολόγητου ποσού εισοδήματος. Στόχος είναι σε κάθε περίπτωση, το μέρος του εισοδήματος αυτού να μην αποσπαστεί, διότι προορίζεται για την εξυπηρέτηση σκοπού που σχετίζεται με την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Η δε προστασία αυτή, θα πρέπει να εκτείνεται σε κάθε φυσικό πρόσωπο.

Από την άλλη, η θέσπιση άλλων φορολογικών απαλλαγών, προϋποθέτει την ύπαρξη οικονομικών δυνάμεων, οι οποίες απαλλάσσονται από την επιβολή φόρου για λόγους που δικαιολογούνται από άλλες συνταγματικές διατάξεις[39], λ.χ. οικογένεια. Έτσι, μπορεί να θεωρηθεί ότι δύο άτομα με το ίδιο εισόδημα, αλλά σε διαφορετική οικογενειακή κατάσταση, δεν έχουν τις ίδιες πραγματικές οικονομικές δυνάμεις. Η διαφοροποίηση αυτή στηρίζεται στην αποδοχή ότι η ονομαστική και η πραγματική αξία του ποσού εισοδήματος βάσει του οποίου θα γίνει ο προσδιορισμός, διαφέρουν λόγω των προσωπικών συνθηκών, όπως είναι η οικογενειακή κατάσταση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η υλοποίηση των συνταγματικών επιταγών, εν προκειμένω του άρθρου 21 παρ. 2 Συντ., μπορεί να λάβει χώρα είτε με τη μορφή φορολογικών μέτρων (δηλαδή, φορολογικών απαλλαγών) είτε με τη μορφή παροχών (λ.χ. επιδομάτων) είτε με τον συνδυασμό των ανωτέρω[40]. Από τούτο, συνάγεται ότι είναι δυνατό η πολιτική εξουσία να εφαρμόσει κοινωνική πολιτική είτε μέσω της φορολογίας[41] είτε μέσω της επιδοματικής πολιτικής είτε με συνδυασμό και των δύο.

Η διαζευκτική αυτή εμφάνιση των δύο τρόπων υλοποίησης των συνταγματικών υποχρεώσεων, κάμπτει τα στεγανά μεταξύ διαφόρων μορφών προστασίας που έχουν τεθεί προκειμένου να εξυπηρετήσουν διαφορετικούς σκοπούς. Η κάμψη δε αυτή, επέρχεται πιθανότατα, διότι τα μέτρα αυτά προσλαμβάνονται ως οικονομικά μέτρα με παρόμοιο, μάλλον, οικονομικό αποτέλεσμα, χάνοντας όμως τον ιδιαίτερο ρόλο που αυτά επιτελούν κάθε φορά. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό ότι ο τρόπος εκπλήρωσης των συνταγματικών υποχρεώσεων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη. Ωστόσο, η λειτουργία του άρθρου 21 παρ. 2 Συντ., όπως και άλλων συνταγματικών διατάξεων, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 5 Συντ., είναι το να αποτελούν κριτήριο προσδιορισμού των πραγματικών δυνάμεων, κριτήριο δηλαδή που οδηγεί στην εξεύρεση του ποσού εισοδήματος επί του οποίου θα επιβληθεί ο φόρος.

Μπορεί δικαιοπολιτικά η εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 2 Συντ. στη φορολογία εισοδήματος να συνιστά μορφή κοινωνικής πολιτικής, δεν παύει όμως να συνιστά συνταγματική δέσμευση η εξατομίκευση του φόρου, για την οποία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του φορολογουμένου, ανεξαρτήτως εάν η ίδια κατάσταση συνιστά ταυτόχρονα και λόγο απόλαυσης άλλων παροχών. Εξάλλου, η συνταγματική αρχιτεκτονική του φόρου, όπως αυτή τίθεται από το άρθρο 4 παρ. 5 Συντ. για το ουσιαστικό του σκέλος και το άρθρο 78 Συντ. για το διαδικαστικό, θέτει ένα ευρύ μεν αλλά συγκεκριμένο πλαίσιο στον φορολογικό νομοθέτη, από το οποίο δεν μπορεί να εκφύγει υιοθετώντας άλλες ρυθμίσεις πλην αυτές με φορολογικό περιεχόμενο.

 

4. Το περιεχόμενο της αξιοπρεπούς διαβίωσης

Ένα ακόμη ζήτημα που τίθεται από τη νομολογία της αξιοπρεπούς διαβίωσης είναι ο τρόπος προσδιορισμού της. Η πρόσληψή του ως ενός σχετικού μεγέθους εμφανίζεται, πέραν των ανωτέρω, στη μειοψηφία της ΣτΕ Ολ 4741/2014, σύμφωνα με την οποία το επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης «δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές κάθε συγκεκριμένης κατηγορίας δημοσίων λειτουργών ή υπαλλήλων, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης των υπολοίπων δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, καθώς και του πληθυσμού της χώρας εν γένει».

Η αναζήτηση κριτηρίων για τον προσδιορισμό της αξιοπρεπούς διαβίωσης, τα οποία οδηγούν στη σχετικοποίηση του περιεχομένου της, ενδεχομένως να μπορούσε να αποφευχθεί, εάν αντί για την εφαρμογή αυτών, αξιοποιούνταν τα διδάγματα της κοινής πείρας[42], προκειμένου ο δικαστής να σχηματίσει κρίση ως προς το εάν ικανοποιείται ο όρος της αξιοπρεπούς διαβίωσης ή όχι. Μεταξύ, πάντως, των κριτηρίων αυτών, δικαιοπολιτικά ορθότερη φαίνεται να είναι η οδός που επιλέγεται από την ΣτΕ Ολ 2287/2015[43], η οποία εντοπίζει το συγκρίσιμο μέγεθος στο ίδιο το υποκείμενο, χωρίς όμως τούτο να σημαίνει ότι η προσέγγιση αυτή αποβάλλει τα σχετικά χαρακτηριστικά ενός ποσοτικού μεγέθους.

Γενικότερα, η ΣτΕ Ολ 2287/2015 έχει ιδιαίτερη αξία, μεταξύ των αποφάσεων της αξιοπρεπούς διαβίωσης, για δύο κυρίους λόγους. Ο πρώτος είναι ότι εκφράζεται πλέον ρητώς ότι η αξιοπρεπής διαβίωση συνιστά συνταγματικό σκοπό[44]. Μπορεί μεν, η εν λόγω απόφαση να αφορά την κοινωνική ασφάλιση, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, αναγνωρίζεται η στενή σύνδεση του εισοδήματος με την αξιοπρεπή διαβίωση. Κατά συνέπεια, γίνεται πλέον φανερό ότι οι μειώσεις οριοθετούνται από την εξυπηρέτηση του σκοπού της αξιοπρεπούς διαβίωσης, ο οποίος και θα πρέπει να ικανοποιείται και μετά την πραγματοποίησή τους.

Περαιτέρω, σε σύγκριση με τις προγενέστερες αποφάσεις[45], η αξιοπρεπής διαβίωση εμφανίζεται να έχει διαφορετικό περιεχόμενο στην απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 2287/2015. Συγκεκριμένα, στην ΣτΕ Ολ 2287/2015, αποβάλλει τα ποσοτικά χαρακτηριστικά και πλέον, περιγράφεται με όρους δηλωτικούς του περιεχομένου της. Στην εν λόγω απόφαση, η αξιοπρεπής διαβίωση αναφέρεται σε αποδοχές οι οποίες δε θα εξασφαλίζουν μόνο τους όρους της φυσικής υπόστασης (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή και ιατρική περίθαλψη όλων των βαθμίδων), αλλά και την συμμετοχή στην κοινωνική ζωή[46]. Με την προσέγγιση αυτή, το Δικαστήριο ξεπερνά την επιρροή των οικονομικών επιστημών, και θέτει τις κατ’ επιταγή του Συντάγματος «ανελαστικές δαπάνες», οι οποίες θα πρέπει να καλύπτονται από το εισόδημα, ακόμη και αν δεν θεωρούνται ως τέτοιες από την οικονομική επιστήμη, όπως είναι ο όρος της κοινωνικής συμμετοχής. Στον κατάλογο αυτόν, θα μπορούσαν να προστεθούν και άλλα μεγέθη, εφόσον βρίσκουν προστατευτικό έρεισμα στο Σύνταγμα.

Το περιεχόμενο της αξιοπρεπούς διαβίωσης όπως αρχίζει πια να διαγράφεται με περισσότερη πληρότητα στην ΣτΕ Ολ 2287/2015, απηχεί μία γνήσια φιλελεύθερη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία, το κράτος δεν μπορεί να επεμβαίνει με τρόπο που να ανατρέπει δημιουργημένες καταστάσεις του ατόμου[47], ή πάντως όταν επεμβαίνει αυτό θα πρέπει να είναι προς βελτίωση και όχι προς χειροτέρευση της θέσης του. Εξάλλου, θα ήταν αντίθετο στη λογική αρχή της οικονομίας των δυνάμεων, εάν γινόταν δεκτό ότι ο άνθρωπος μπορεί να περιέλθει μέσω των επεμβάσεων του κράτους σε μια κατάσταση για την οποία το ίδιο το κράτος αργότερα θα πρέπει να μεριμνήσει. Την φιλελεύθερη αυτή αντίληψη απηχεί και η ΣτΕ Ολ 2411/2012[48], η οποία δείχνει να προσλαμβάνει την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση ως το μέσο επίτευξης της κοινωνικής κινητικότητας –εφόσον απαλλάσσει την πρόσβαση από οικονομικά/εισοδηματικά κριτήρια-, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα του φιλελευθερισμού, και άρα, ως την αναγκαία αναπτυξιακή συνθήκη για την πραγμάτωση του περιεχομένου του άρθρου 5 παρ. 1 Συντ.

Παρόλο που το άρθρο 5 παρ. 1 Συντ. [49] δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των συνταγματικών διατάξεων στον δικανικό συλλογισμό των αποφάσεων που αποδίδουν το περιεχόμενο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, ο όρος, ή αλλιώς η προϋπόθεση, της δυνατότητας της συμμετοχής στην κοινωνική ζωή, δημιουργεί την εντύπωση ότι η συνταγματική αυτή διάταξη είναι παρούσα, συνδέοντας το εισόδημα με την λειτουργία του, αυτήν της ανάπτυξης της προσωπικότητας, αλλά και γεφυρώνοντας τις δύο ιδιότητες του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου. Στον όρο της δυνατότητας της κοινωνικής συμμετοχής συναντιούνται οι δύο ιδιότητες, οι δύο διατάξεις (άρθρο 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 Συντ.), κάμπτοντας την παραδοσιακή διάκριση μεταξύ ατομικού και κοινωνικού[50]. Η προϋπόθεση αυτή, να παραμείνει το άτομο μέλος της κοινωνίας, λειτουργεί και ως εγγύηση, εφόσον αυτό που πρέπει να αποφευχθεί είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός. Το άτομο δεν μπορεί να αποκλειστεί από το κοινωνικό σύνολο, όπως ακριβώς γίνεται παγίως δεκτό ότι δεν μπορεί και να απορροφηθεί από αυτό[51]. Οι αναγκαίες δε αποστάσεις προς τη μία και την άλλη κατεύθυνση τηρούνται μέσω της ιδιότητας του μέλους του κοινωνικού συνόλου, μέσω δηλαδή της δυνατότητας της κοινωνικής συμμετοχής, μέσα από την οποία αναγνωρίζεται το πραγματικό γεγονός της αλληλεξάρτησης και της αλληλοτροφοδότησης μεταξύ όλων των μελών του κοινωνικού συνόλου. Το περιεχόμενο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, όπως αυτό εμφανίζεται στις ανωτέρω αποφάσεις, μπορεί να βρει εφαρμογή σε κάθε υπόθεση με αντικείμενο το εισόδημα που προορίζεται για την κάλυψή της.

5. Προς μια συνολική θεώρηση του εισοδήματος

Εν κατακλείδι, εάν μπορεί να εξαχθεί ένα γενικό συμπέρασμα από την προαναφερθείσα νομολογία είναι ότι η αξιοπρεπής διαβίωση αποκτά σταδιακά τη δυναμική να λειτουργήσει ως προστατευτική ομπρέλα κατά των επεμβάσεων που έχουν ως αποτέλεσμα την απόσπαση οικονομικών δυνάμεων από τους πολίτες προς το κράτος.

Παρ’ όλ’ αυτά, η αξιοπρεπής διαβίωση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποκτά αμιγώς χρηματικού χαρακτήρα περιεχόμενο. Πέρα από το γεγονός ότι η ίδια η ατομική αξιοπρεπής διαβίωση δεν διασφαλίζεται μόνο με οικονομικά μέσα, το εξωστρεφές της στοιχείο, η δυνατότητα της κοινωνικής συμμετοχής, συνιστά και το μέσο για τη διασφάλιση της αξιοπρεπούς και ειρηνικής κοινωνικής συμβίωσης μεταξύ των μελών του κοινωνικού συνόλου. Η αύξηση των δεικτών της εγκληματικότητας, της ανεργίας, της εγκατάλειψης των βαθμίδων εκπαίδευσης από τους νέους -συνέπεια των επεμβάσεων για δημοσιονομικούς λόγους[52]– και εν τέλει, της συνολικής διάρρηξης της κοινωνικής συνοχής ως απαραίτητης προϋπόθεσης της κοινωνικής ειρήνης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη συνθήκη της ατομικής αναπτυξιακής ελευθερίας, είναι δυνατό να κλονίσουν την συνθήκη της αξιοπρεπούς διαβίωσης, ακόμη και εάν αυτή σε επιμέρους περιπτώσεις εξασφαλίζεται ατομικά μέσω του εισοδήματος.

 

* Ένα μεγάλο ευχαριστώ οφείλω στους Χ. Κουρουνδή, Δρ. Ν ΑΠΘ, και Ε. Καλαμπάκου, Δρ. Ν. ΑΠΘ, οι οποίοι με βοήθησαν ιδιαίτερα με τις παρατηρήσεις τους και τις συζητήσεις μας.

[1]. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι λειτουργεί και ως όριο.

[2]. Έτσι και Κ. Χρυσόγονος, Σ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2017, σελ. 84. Πρβλ. και Π. Μαντζούφας, Οικονομική κρίση και Σύνταγμα, 2014, σελ. 153 επ.

[3]. Βλ. σκ. 35. Για διακινδύνευση κάνει λόγο και η μειοψηφία στην ΣτΕ Ολ 4741/2014, σκ. 24.

[4]. Η ανθρωποκεντρική στροφή γενικότερα του δικαστηρίου επιβεβαιώνεται πια πανηγυρικά στην ΣτΕ Ολ 100/2017, βλ. με παρατηρήσεις Σ. Βλαχόπουλος, Π. Λαζαράτος, ΘΠΔΔ 2017/302 επ.

[5]. Πρβλ. γενικότερα Κ. Γιαννακόπουλος, Η μετάλλαξη του υποκειμένου των συνταγματικών δικαιωμάτων, ΕφΔΔ 2012/146 επ.

[6]. «Il a, en outre, observé que les requérantes devant lui n’avaient pas prétendu de manière concrète que leur situation s’était dégradée à un point tel que leur subsistance serait mise en danger», ΕΔΔΑ Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, 7.5.2013.

[7]. Βλ. σκ. 36, Γ). Η σύνδεση της στοιχειώδους αξιοπρεπούς διαβίωσης με την κοινωνική πρόνοια διατυπώνεται πλέον ρητά στην ΣτΕ Ολ 2287/2015, σκ. 7. Πρβλ. και Σ. Βλαχόπουλος, Η δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος, η προσαρμογή του συνταγματικού κειμένου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, 2014, σελ. 62.

[8]. Βλ. αναλ. και Στ. Κτιστάκη, Όψεις δικαστικού ελέγχου της δημοσιονομικής πολιτικής σε εποχή κρίσης, ΘΠΔΔ 2013/577 επ., σελ. 584 επ.

[9]. Βλ. Γ. Αμίτσης, Η θεσμική κατοχύρωση των ελάχιστων ορίων διαβίωσης στην ελληνική και διεθνή έννομη τάξη, 2001, passim, όπως επίσης και Σ. Μήτας, Η αλληλεγγύη ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου, 2013, σελ. 205 επ.

[10]. Έτσι περίπου και ΣτΕ Ολ 2287/2015, σκ. 7: «Οι ανωτέρω καταστάσεις (γήρας, ασθένεια, αναπηρία) -ασυνδέτως, όμως, προς την παροχή εργασίας και την καταβολή εισφοράς- αποτελούν, μεταξύ άλλων, και περιπτώσεις που, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2, 3 και 6 του Συντάγματος, επιβάλλουν στο κράτος την παροχή διακεκριμένης μορφής κοινωνικής προστασίας, υπό μορφήν παροχών εις χρήμα ή εις είδος, προς συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού, με σκοπό την εξασφάλιση στοιχειώδους επιπέδου αξιοπρεπούς, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, διαβιώσεως («κοινωνική πρόνοια»)».

[11]. Βλ. ενδ. Ειδ. Δικ. άρθρου 88 Συντ. 88/2013, ΣτΕ Ολ 4741/2014, ΣτΕ Ολ 2193/2014 «[…] επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης τους και ανάλογες της αποστολής τους».

[12]. Βλ. σκ. 11.

[13]. Βλ. αμέσως ανωτέρω.

[14]. ΣτΕ Ολ 668/2012, σκ. 33.

[15]. ΣτΕ Ολ 668/2012, σκ. 35.

[16]. Βλ. ενδ. ΣτΕ Ολ 668/2012, σκ. 33, για τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις, αλλά και μεταξύ των αποφάσεων με αντικείμενο τις αποδοχές που αφορούν τα ειδικά μισθολόγια, ΣτΕ Ολ 4741/2014, ΣτΕ Ολ 2193/2014.

[17]. Βλ. ενδ. ΣτΕ Ολ 668/2012 ΘΠΔΔ 2013/604 επ. με παρατηρήσεις Ε. Λεκέα, ΣτΕ Ολ 2193/2014.

[18]. Βλ. ΣτΕ Ολ 2287/2015, με παρατηρήσεις Π. Παπαρρηγοπούλου – Πεχλιβανίδη, ΘΠΔΔ 2015/668 επ., Α. Καϊδατζή, Αρμ 2015/1385 επ.

[19]. Βλ. και άρθρο 4 παρ. 1 ΕΚΧ. Πρβλ. και Χ. Κουρουνδής, Το «Μνημόνιο» ως έκφανση συνταγματικής αλλοίωσης (fraude à la Constitution), δημοσιευμένο σε: www.constitutionalism.gr, τελευταία πρόσβαση: 20.10.2017.

[20]. ΣτΕ Ολ 1972/2012, ΘΠΔΔ 2012/579 επ.

[21]. Βλ. ΣτΕ Ολ 2287/2015ΣτΕ Ολ 734/2016.

[22]. Βλ. ενδ. ΣτΕ Ολ 2193/2014, σκ. 17-18, ΣτΕ Ολ 2287/2015ΣτΕ Ολ 734/2016. Ετσι, και ΕλΣυν Ολ 7412/2015 για τους γιατρούς του ΕΣΥ.

[23]. Πρβλ. Κ. Χρυσόγονος, Σ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2017, σελ. 189.

[24]. Πρβλ. ενδ. ΣτΕ Ολ 668/2012, σκ, 93, ΣτΕ Ολ 2193/2014, σκ. 17-18, ΣτΕ Ολ 2287/2015ΣτΕ Ολ 734/2016.

[25]. Βλ. όμως και Γ. Καραβοκύρης, Το Σύνταγμα και η κρίσης, από το δίκαιο της ανάγκης στην αναγκαιότητα του δικαίου, 2014, σελ. 42 επ.

[26]. Πρβλ. S. Holmes, C. Sunstein, Te cost of rights, why liberty depends on taxes, 2000, σελ. 21.

[27]. Βλ. για την έννοια του δημόσιου βάρους ΕλΣυν Ολ 244/2017.

[28]. Βλ. για την έννοια της σύνταξης, ΕλΣυν Ολ 244/2017. Επίσης, βλ. και ΣτΕ Ολ 2287/2015 «οι οποίοι [συνταξιούχοι] διά της εργασίας τους συνέβαλαν στην δημιουργία του δημοσίου πλούτου».

[29]. Βλ. Κ. Φινοκαλιώτης, Φορολογικό Δίκαιο, 2014, σελ. 12 επ.

[30]. Βλ. και Κ. Χρυσόγονος, Σ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2017, σελ. 187.

[31]. Βλ. για τον προσδιορισμό της φοροδοτικής ικανότητας, Κ. Φινοκαλιώτης, Φορολογικό Δίκαιο, 2014, σελ. 135 επ. Επίσης, για την έννοια της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας, βλ. και Κ. Χρυσόγονος, Σ. Βλαχόπουλος, Ατομική και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2017, σελ. 193 επ.

[32]. Βλ. ΕλΣυν Ολ 244/2017.

[33]. Για την έννοια της προοδευτικότητας του φόρου, βλ. Δ. Π. Καράγιωργας, Δημόσια Οικονομική Ι, Οι οικονομικές λειτουργίες του κράτους, 1981, σελ. 262 επ. Επίσης, βλ. και Φινοκαλιώτης, ό.π., σελ. 139 επ.

[34]. Βλ. για παράδειγμα, ΣτΕ Ολ 2193/2014, σκ. 11 «οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση», ενώ, σκ. 20 «οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών… υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της εκτάσεώς τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη».

[35]. Ειδ. Δικ. άρθρου 88 Συντ. 88/2013 «[Ο] νομοθέτης… προέβη σε μείωση αυτών, αποδίδοντας σημασία, για τον καθορισμό του ύψους της μείωσης σε κάθε μισθολόγιο και σε κάθε βαθμό εντός του αυτού μισθολογίου, στο μαθηματικό ύψος των έως τότε χορηγούμενων αποδοχών. Με βάση το κριτήριο αυτό συνάγεται ότι ο νομοθέτης θέσπισε μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης (άνω δηλαδή του 10%, το οποίο εξελήφθη ως μέσος όρος για τις μειώσεις σε όλα τα μισθολόγια) στα μισθολόγια, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν γενικώς μαθηματικώς υψηλότερο, και μικρότερο σε εκείνα, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν μαθηματικώς μικρότερο, εντός δε του ίδιου μισθολογίου μείωσε κατά μεγαλύτερο ποσοστό τις αποδοχές των κατεχόντων τους ανώτερους και ανώτατους βαθμούς λειτουργούς και υπαλλήλους». Η ίδια προσέγγιση επαναλαμβάνεται και στην ΣτΕ Ολ 2193/2014, ΕλΣυν Ολ 7412/2015.

[36]. Σκ. 8.

[37]. Πρβλ. και Δ.Π. Καράγιωργας, Δημόσια Οικονομική ΙΙ, Οι δημοσιονομικοί θεσμοί, 1981, σελ. 326 επ.

[38]. Έτσι και η μειοψηφία, σκ. 16. Πρβλ. και ΣτΕ Ολ 2527/2013, σκ. 14, μειοψ., σύμφωνα με την οποία απαραίτητη προϋπόθεση για την φορολογική επιβολή είναι η ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας.

[39]. Πρβλ. Κ. Φινοκαλιώτης, Φορολογικό Δίκαιο, 2014, σελ. 142 επ. Βλ. και Κ. Χρυσόγονος, Σ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2017, σελ. 188 επ. Επίσης, πρβλ. και Η. Κουβαράς, Η αρχή της ισότητας, σε: Σ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Θεμελιώδη δικαιώματα, 2016, σελ. 64 επ.

[40]. Σκ. 10.

[41]. Βλ. και ΣτΕ 1222/2017 Τμ. Β΄, σκ. 9.

[42]. Όπως και ΣτΕ Ολ 2565/2015.

[43]. «Ικανοποιητικό επίπεδο διαβιώσεως, όσο το δυνατόν εγγύτερο προς εκείνο που είχε κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου». Έτσι περίπου και ΣτΕ Ολ 734/2016.

[44]. Βλ. σκ. 7.

[45]. Βλ. ενδ. Ειδ. Δικ. άρθρου 88 Συντ. 88/2013, ΣτΕ Ολ 4741/2014, με παρατηρήσεις Ι. Μαθιουδάκη, Αρμ. 2015/487 επ.

[46]. Έτσι περίπου και η ΣτΕ Ολ 734/2016.

[47]. «Ικανοποιητικό επίπεδο διαβιώσεως, όσο το δυνατόν εγγύτερο προς εκείνο που είχε κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου». Έτσι περίπου και ΣτΕ Ολ 734/2016.

[48]. «Περιεχόμενο της δωρεάν παιδείας στην ανώτατη εκπαίδευση είναι η ανεξάρτητα από εισοδηματικά κριτήρια μη συμμετοχή των φοιτητών στο κόστος λειτουργίας και παροχής του εκπαιδευτικού έργου διά της καταβολής διδάκτρων καθώς και η δωρεάν προμήθεια και παροχή των αναγκαίων διδακτικών μέσων (βιβλία κ.λπ.)». Πρβλ. και Γ. Γεραπετρίτης, Δίδακτρα στα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών: Το Σύνταγμα απέναντι στην πραγματικότητα, Συνήγορος 94/2012, Α. Καϊδατζής, Το δικαίωμα δωρεάν παιδείας μεταξύ (συνταγματικού) δικαίου και (νομοθετικής) πολιτικής, ΘΠΔΔ 2012/1046 επ., Λ. Παπαδοπούλου, Δωρεάν κατά το Σύνταγμα και η ανώτατη εκπαίδευση;, ΔτΑ 2013/169 επ.

[49]. Πρβλ. και Κ. Γιαννακόπουλος, Τo ελληνικό Σύνταγμα και η επιφύλαξη του εφικτού της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων: «να είστε ρεαλιστές, να ζητάτε το αδύνατο», ΕφΔΔ 2015/417 επ., σελ. 427 επ.

[50]. Βλ. γενικότερα, Α. Μανιτάκης, Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων, κατά το άρθρο 25 παρ 1 του Συντάγματος, 1981, σελ. 28 επ.

[51]. Πρβλ. P. Haberle, Έννοια και περιεχόμενο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά το Γερμανικό και το Ελληνικό Σύνταγμα, ΤοΣ 201/1982, σελ 214 επ. Πρβλ. και ΣτΕ Ολ 1972/2012.

[52]. Βλ. για το δημοσιονομικό συμφέρον, Π. Λαζαράτος, Δημοσιονομικό συμφέρον και δίκαιο της ανάγκης, ΘΠΔΔ 2013/686 επ. Πρβλ. και Ι. Καμτσίδου, Μια κατάσταση εξαίρεσης καθόλου εξαιρετική. Η κρίση του δημόσιου χρέους και το λυκόφως του Συντάγματος, δημοσιευμένη σε: www.constitutionalism.gr, τελευταία πρόσβαση: 20.10.2017.

 

 

 

 

Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης: 30 χρόνια μετά.

Βασίλειος Σκουρής, πρ. Πρόεδρος Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Είναι ασφαλώς λυπηρό το γεγονός ότι παρά την πάροδο 30 ετών από την πρώτη δημόσια εκδήλωση της ΕΝΟΒΕ το θέμα που είχε επιλεγεί το 1987 παραμένει δυστυχώς επίκαιρο. Τότε την αφορμή για τον ορισμό του είχαν δώσει προβλήματα μάλλον τοπικά, καθώς είχαν παρατηρηθεί φαινόμενα που έθεταν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στην πόλη μας. Σήμερα η κατάσταση έχει επιδεινωθεί δραματικά και συνολικά, οι επιθέσεις κατά της δικαιοσύνης βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και οι δικαστές έχουν την αίσθηση – αν όχι τη βεβαιότητα – ότι στοχοποιούνται. Η δε ανεξαρτησία της δικαιοσύνης απασχολεί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σχεδόν καθημερινά και αποτελεί σημείο σφοδρών πολιτικών συγκρούσεων. Παράγοντες του δημόσιου βίου διακηρύσσουν σε υψηλούς τόνους είτε ότι έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη, είτε καταγγέλλουν πολιτικές παρεμβάσεις στη λειτουργία της, ανάλογα με το υπό συζήτηση θέμα, τη θέση, την οποία κατέχουν, ή την παράταξη, στην οποία ανήκουν..

Ο έντονος αυτός δημόσιος διάλογος, και αν ακόμη δεχθούμε ότι δεν υπαγορεύεται από γνήσιο ενδιαφέρον για βελτίωση της σημερινής κατάστασης, αποδεικνύει πάντως ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης διέρχεται σοβαρή κρίση αξιοπιστίας και τελεί υπό συνεχή αμφισβήτηση, με αποτέλεσμα η δικαιοσύνη ως κρατική λειτουργία να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από τους πολίτες και η ίδια να αισθάνεται ότι απειλείται από τις ενέργειες της πολιτικής εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως φαίνεται να επικρατεί η πεποίθης η στην κοινή γνώμη ότι η κρίση αυτή είναι προεχόντως θεσμική, ότι δηλαδή οφείλεται στην ανεπάρκεια των θεσμικών εγγυήσεων που προορίζονται να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να αντιμετωπισθεί είναι μέσω νομοθετικών πρωτοβουλιών και μεταρρυθμίσεων του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου.

Ποια είναι όμως τα αίτια για την κρίση αξιοπιστίας που περιβάλλει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και μέσω αυτής το δικαιοδοτικό σύστημα ενγένει? Υπάρχει πράγματι έλλειμμα επαρκούς και κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου? Συνιστούν η κρίση αξιοπιστίας και οι αλλοιώσεις της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν με θεσμικές παρεμβάσεις?

Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά χρειάζεται να υπενθυμίσουμε τα θεωρητικά θεμέλια της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και τα βασικά εννοιολογικά της χαρακτηριστικά. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι στενά συνυφασμένη με τις αλληλένδετες αρχές του κράτους δικαίου και της διάκρισης των εξουσιών. Αφενός, η κρατική εξουσία στο σύνολό της πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους, αλλά και να υπόκειται σε πλήρη και αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο. Αφετέρου, η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική λειτουργία οφείλουν να είναι διακριτές και να ασκούνται από διαφορετικά όργανα της πολιτείας.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ήδη και μόνο με την καθιέρωση διακεκριμένης δικαστικής λειτουργίας στο άρθρο 26 του Συντάγματος σηματοδοτείται και η ανεξαρτησία  της. Σύμφωνα με το άρθρο 26 η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια και οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού. Ωστόσο η απλή, τυπική και γενική διάκριση των εξουσιών δεν τακτοποιεί, ούτε οριοθετεί τις μεταξύ τους σχέσεις. Το πλέγμα των έννομων σχέσεων μεταξύ των τριών κλασικών κρατικών λειτουργιών με τις τριβές, τις διασταυρώσεις, τις επικαλύψεις και τις αλληλεπιδράσεις τους είναι στο σύγχρονο κράτος τόσο πολυσχιδές και πολύπλοκο, ώστε οι λιτοί κανόνες του άρθρου 26 του Συντάγματος να μην αποτελούν παρά μια αφετηρία.

Επιπλέον, η ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας δεν εξαντλείται στη γενική και αφηρημένη έννοια της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης ως συστήματος δικαιοδοτικών μηχανισμών. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι όρος άγνωστος στο Σύνταγμα. Οι διατάξεις του Συντάγματος αναγνωρίζουν, θεσπίζουν και επιχειρούν να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ανεξαρτησία των δικαστηρίων. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν αναφέρεται, ούτε κατοχυρώνεται σε συγκεκριμένη διάταξη, οπότε και υπό την προσωπική και υπό τη λειτουργική της μορφή η ανεξαρτησία ανήκει λοιπόν κατά το Σύνταγμα στους δικαστές και όχι στη δικαιοσύνη.

Η λειτουργική ανεξαρτησία σχετίζεται με τον τρόπο, με τον οποίο οι δικαστές καλούνται να επιτελέσουν τα δικαστικά τους καθήκοντα. Πυλώνες της ανεξαρτησίας υπό τη λειτουργική της εκδοχή είναι αφενός η υποχρέωση των δικαστών να μην εφαρμόζουν νόμους, οι οποίοι αντίκεινται στο Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 4 Σ) και αφετέρου η πρόβλεψη ότι οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους (άρθρο 87 παρ. 2 Σ).  Ο δικαστής πρέπει να απονέμει δικαιοσύνη, βασιζόμενος αποκλειστικά στο Σύνταγμα, τους νόμους και τη συνείδησή του, χωρίς να υποκύπτει σε πιέσεις ή να δέχεται οδηγίες από άλλα κρατικά όργανα ή ιεραρχικώς ανώτερα δικαστήρια. Ακόμη ο δικαστής οφείλει να αγνοεί υποδείξεις που προέρχονται από άλλες πηγές, όπως είναι διάφοροι πολιτικοί οργανισμοί και πολιτικές δυνάμεις, κοινωνικές ομάδες, μη κυβερνητικές οργανώσεις, μέσα μαζικής ενημέρωσης, σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης.

Με τον όρο προσωπική ανεξαρτησία αναφερόμαστε στον ίδιο τον δικαστικό λειτουργό και εξετάζουμε την προσωπική του κατάσταση και εξέλιξη. Η προσωπική ανεξαρτησία εξασφαλίζεται μέσω εγγυήσεων σχετικών με τις διαδικασίες επιλογής και διορισμού των δικαστών, τη διάρκεια της θητείας τους, τα ασυμβίβαστα, τις προαγωγές και μεταθέσεις, την επιθεώρηση των δικαστών, την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων, τη μισθολογική κατάσταση κ.ο.κ. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι συνταγματικές εγγυήσεις είναι πολλαπλές. Προέχουν ο αδιάβλητος, βάσει προσόντων και μετά από διαγωνισμό και τη φοίτηση στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, διορισμός των δικαστών, η ισοβιότητά τους, η ανάθεση της επιθεώρησης των δικαστών αποκλειστικά σε συναδέλφους τους ανώτερου βαθμού, η επιφύλαξη στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του εκάστοτε δικαιοδοτικού κλάδου κάθε απόφασης σχετικής με την υπηρεσιακή εξέλιξη των δικαστών καθώς και η ανάθεση του πειθαρχικού ελέγχου των δικαστών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια που αποτελούνται μόνο από δικαστές. Ήδη τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι αυτό που χαρακτηρίζει το καθεστώς προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών είναι η ευρύτατη αυτοδιοίκηση της δικαιοσύνης, δηλαδή η ρύθμιση της προσωπικής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών από όργανα αμιγώς δικαστικά χωρίς την παρεμβολή φορέων της νομοθετικής και ιδίως της εκτελεστικής εξουσίας.

Από τη συνοπτική αυτή αναφορά των συνταγματικών εγγυήσεων της δικαστικής ανεξαρτησίας προκύπτει ότι το θεσμικό πλαίσιο είναι πυκνό και επαρκές. Οι προβλέψεις του Συντάγματος είναι διεξοδικές και σαφείς και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική Δημοκρατία διαθέτει ένα από τα πλέον ολοκληρωμένα συστήματα αυτοδιοίκησης της δικαιοσύνης. Γιατί τότε είναι διάχυτη η αντίληψη ότι η δικαστική ανεξαρτησία βρίσκεται σε διαρκή κρίση?

Εδώ είναι αλήθεια ότι ορισμένες συνταγματικές επιλογές έχουν υποστεί σκληρή κριτική και η ρύθμιση που αποτελεί εξαρχής αντικείμενο έντονου προβληματισμού είναι το ά. 90 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει ότι η επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων πραγματοποιείται με π.δ. μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, μεταξύ όμως των δικαστικών λειτουργών που υπηρετούν ήδη στα δικαστήρια αυτά, όπου έχουν προαχθεί από τους συναδέλφους τους. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι τον αποφασιστικό λόγο έχει εδώ η Κυβέρνηση, πράγμα που έχει προκαλέσει σειρά προτάσεων με στόχο τον περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως η ανάδειξη των προεδρείων κατ΄ αρχαιότητα ή με κλήρωση μεταξύ των ανώτατων δικαστικών, η εκλογή με μυστική ψηφοφορία από την ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, η σύσταση ειδικού εκλεκτορικού σώματος με πλειοψηφία δικαστών, αλλά και με τη συμμετοχή πανεπιστημιακών και δικηγόρων. Πριν μερικά χρόνια προβλέφθηκε η σύνταξη καταλόγου εκλόγιμων ή εκλέξιμων δικαστών από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και η αποστολή του στη Βουλή για γνωμοδότηση.

Στο σημείο αυτό θέλω να κάνω δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη είναι ότι φαίνεται δύσκολο να καταργηθεί κάθε ανάμιξη της Κυβέρνησης ή της Βουλής στην ανάδειξη της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, διότι τότε θα εξέλιπε και ο τελευταίος κρίκος που συνδέει τη δικαστική λειτουργία με τη λαϊκή κυριαρχία. Ας μη λησμονούμε ότι κατά το θεμελιώδες άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος «όλες οι εξουσίες – άρα και η δικαστική –  πηγάζουν από το Λαό… και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Συνεπώς επιβάλλεται μία – έστω και χαλαρή – δημοκρατική νομιμοποίηση της δικαστικής εξουσίας που παρέχεται σήμερα μέσω της διαδικασίας  διορισμού της ηγεσίας της.  Κατά δεύτερο λόγο είναι υπερβολικός και υποτιμητικός ο ισχυρισμός ότι ο υφιστάμενος τρόπος επιλογής στην κορυφή της δικαιοσύνης προκαλεί από μόνος του τέτοιο βαθμό εξάρτησης από την Κυβέρνηση, ώστε να θίγεται το κύρος και να επηρεάζεται η αξιοπιστία της δικαιοσύνης συνολικά. Αν οι θεσμικές εγγυήσεις δεν επαρκούν και εφόσον – όπως βασίμως υποστηρίζεται – οι επιλογές της ηγεσίας της δικαιοσύνης συχνά δεν γίνονται με αξιοκρατικά, αλλά με πολιτικά κριτήρια, τότε δεν έχουν αποτύχει οι θεσμοί, αλλά αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων οι επιλέγοντες και οι επιλεγόμενοι. Και επιλέγοντες εδώ δεν είναι μόνο τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, αλλά και τα μέλη των ανώτατων δικαστικών συμβουλίων που έχουν προηγουμένως προαγάγει μέτριους λειτουργούς της δικαιοσύνης στο ΣτΕ, τον ΑΠ ή το ΕΣ.

Πρόσφατα μία νέα φρασεολογία εισήλθε στον δημόσιο διάλογο, καθώς από επίσημα κυβερνητικά χείλη προβάλλεται η επιθυμία ή απαίτηση οι δικαστικές αποφάσεις να αντανακλούν το λεγόμενο κοινό περί δικαίου αίσθημα. Τι σημαίνει ακριβώς αυτό? Ποιος εκφράζει αυτό το αίσθημα και τι συμβαίνει αν υπάρχουν υπόνοιες ή ακόμη και βάσιμες ενδείξεις δυσαρμονίας μεταξύ του αισθήματος και της απόφασης? Θα επικρατήσει το αίσθημα ή θα κατισχύσει η απόφαση? Στην πραγματικότητα η απάντηση είναι απλή. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα δεν έχει καμία θέση στη συζήτηση για τη δικαιοσύνη, η επίκλησή του γίνεται εκ του πονηρού και με σκοπό να μετριάσει ή και να εξουδετερώσει τις συνέπειες της δικαστικής απόφασης, η δε ενδεχόμενη επικράτησή του απειλεί καίρια την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, καθώς την καλεί να αφουγκράζεται την κοινωνία και να συντονίζει τις ενέργειές της με την εικαζόμενη βούληση μίας θολής πλειοψηφίας. Η ορθή δικανική κρίση δεν συμβαδίζει αναγκαστικά με τις όποιες πλειοψηφίες διαμορφώνονται στην κοινή γνώμη, αλλά οφείλει να προστατεύει και τα δικαιώματα των ολίγων έναντι των πολλών. Οι δικαστές δεν ακολουθούν τις ευμετάβλητες πλειοψηφίες της κοινής γνώμης, αλλά το Σύνταγμα και τους νόμους.

Στην ίδια παραπλανητική κατεύθυνση κινείται το απλοϊκό ερώτημα αν οι δικαστικές αποφάσεις επιδέχονται κριτική και, εφόσον η απάντηση είναι – και δεν μπορεί παρά να είναι – θετική, να ασκείται κριτική από κυβερνητικά στελέχη, που επικαλούνται ένα αναφαίρετο – προφανώς ατομικό – δικαίωμά τους. Όσοι προβάλλουν τέτοιου είδους επιχειρήματα, έχοντας την ιδιότητα των φορέων εκτελεστικής εξουσίας, αγνοούν ότι οφείλουν σεβασμό στη θεμελιώδη για το πολίτευμά μας διάκριση των εξουσιών και συνεπώς δεν δικαιούνται να σχολιάζουν δικαστικές αποφάσεις. Το συνταγματικό καθήκον τους είναι να σιωπούν, να συμμορφώνονται σ΄αυτές και να τις εκτελούν. Άλλωστε η δεσμευτικότητα, με άλλες λέξεις το δεδικασμένο που παράγουν οι δικαστικές αποφάσεις αναδεικνύεται στην ορθή του διάσταση, κυρίως όταν οι δεσμευόμενοι φορείς δεν συμφωνούν με τη δικανική κρίση, την οποία καλούνται να εφαρμόσουν. Επομένως, η διαρκώς επαναλαμβανόμενη φράση ότι οι αποφάσεις της δικαιοσύνης είναι σεβαστές, αλλά δεν είναι υπεράνω κριτικής, είναι περιττή και ανακριβής, διότι οι δικαστικές αποφάσεις είναι υπεράνω κυβερνητικής ή άλλης κρατικής κριτικής. Η δε παραπομπή στον καθόλα θεμιτό επιστημονικό σχολιασμό δεν έχει εδώ καμία θέση, συγκρίνει εντελώς ανόμοια πράγματα και ασφαλώς δεν δικαιολογεί χαρακτηρισμούς περί δικαστικού πραξικοπήματος, που συντελέσθηκε δήθεν με την απόφαση του ΣτΕ  για την αντισυνταγματικότητα του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες.

Υπάρχει όμως δυστυχώς και η άλλη πλευρά, δηλαδή η υπονόμευση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης που οφείλεται σε ενέργειες των δικών της οργάνων. Έτσι η πρόταση για αύξηση του ορίου ηλικίας των ανώτατων δικαστών, και μάλιστα με το πρόσχημα της δήθεν επιβαλλόμενης από το ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο απόλυτης απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, και μάλιστα κατά προφανή παραβίαση του Συντάγματος, και μάλιστα με την επίσημη εισαγωγή της προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μόνο θλίψη μπορεί να προκαλέσει. Και ας μην αρκεσθούμε εδώ στο κατά πλειοψηφία απορριπτικό αποτέλεσμα της σχετικής πρότασης στην Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου – το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι τα κατεξοχήν επιφορτισμένα με την πιστή τήρηση του Συντάγματος όργανα έθεσαν το ζήτημα, προκαλώντας κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Χρειάζεται λοιπόν αυτοσυγκράτηση από τα όργανα της πολιτείας, όταν σχολιάζουν δικαστικές αποφάσεις, η έκφραση οποιασδήποτε διαφωνίας δεν ανήκει στις αρμοδιότητές τους, αλλά χρειάζεται και απόλυτη προσήλωση των φορέων της δικαστικής εξουσίας στην κρίσιμη για τους πολίτες αποστολή τους με τον απόλυτο σεβασμό του Συντάγματος και των νόμων χωρίς παρεκκλίσεις και εκπτώσεις. Πρώτοι οι δικαστές έχουν το ύψιστο καθήκον να διαφυλάξουν το κύρος της δικαιοσύνης. Αλλά και όλοι εμείς οφείλουμε να τους στηρίξουμε  στο δύσκολο έργο που επιτελούν υπό άκρως δυσμενείς συνθήκες, στηλιτεύοντας τις άδικες επιθέσεις που δέχονται από την πολιτική εξουσία.

ΕΝΟΒΕ, 13 Οκτωβρίου 2017

 

Partenariats Public – Privé et autorités indépendantes

Antoine Maniatis, Dr en Droit Public, Université Paris X-Nanterre

Les Partenariats Public – Privé constituent un type alternatif et moderne des marchés publics, qui est encore plutôt marginal en Grèce. Une autre mode au sein de l’Administration publique consiste en l’institutionnalisation et la mise en marche d’autorités administratives indépendantes. À titre d’exemple, le droit des marchés publics est doté d’une triade opérationnelle regroupant deux autorités indépendantes, l’Autorité Indépendante Unie de Marchés Publics et le Conseil National de Radiotélévision, ainsi que la Cour des Comptes, dans l’ordre juridique hellénique.

Η συνταγματική διάσταση των δικαστικών ενώσεων

Κατερίνα Σακελλαροπούλου, Αντιπρόεδρος ΣτΕ

Μέχρι το Σύνταγμα 1975[1]

Τον Ιανουάριο του 1958 ιδρύθηκε δικαστικό σωματείο με την επωνυμία «Ένωσις Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων» από δικαστές που υπηρετούσαν στο Εφετείο και την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Καταστατικοί σκοποί του η διασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, η εξύψωση της θέσης των δικαστών, η βελτίωση της δικαστηριακής οργάνωσης για την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης, η επιστημονική συμβολή στην βελτίωση της νομολογίας και η επικοινωνία και συνεργασία με ομοειδείς οργανώσεις δικαστικών λειτουργών της αλλοδαπής. Η Ένωση δεν είχε πολιτικό ή συνδικαλιστικό χαρακτήρα. Την ίδια χρονιά η Ένωση έγινε δεκτή στο ΔΣ της Διεθνούς Ενώσεως Δικαστών[2].

Τον Ιανουάριο του 1960 εκλέχθηκε νέο ΔΣ, με πρόεδρο τον αρεοπαγίτη Αντώνιο Φλώρο. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε το επιστημονικό περιοδικό της Ένωσης «Ελληνική Δικαιοσύνη». Την περίοδο εκείνη νομοθετική ρύθμιση για την αντιμετώπιση ελλείψεων στη στελέχωση της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης[3] προκάλεσε αντιδράσεις από την Ένωση, που έθεσε θέμα παραβίασης του Συντάγματος. Τα πράγματα οξύνθηκαν και, ενόψει της σύγκλησης έκτακτης ΓΣ της Ένωσης, η Ολομέλεια του ΑΠ αποφάσισε ότι η Ένωση πρέπει να περιορισθεί στην ανάπτυξη καθαρώς επιστημονικών θεμάτων και απηύθηνε σύσταση στα μέλη του ΑΠ να μην μετέχουν σε αυτή.  Μετά την απόφαση αυτή της Ολομέλειας του ΑΠ, η έκτακτη ΓΣ της Ένωσης ματαιώθηκε. Κριτική στην απόφαση του ΑΠ διατύπωσε, με άρθρο του στην «Ελληνική Δικαιοσύνη»  λίγες μέρες μετά, ο Α. Φλώρος[4]. Το άρθρο αυτό προκάλεσε τη θετική παρέμβαση πέντε πρώην Υπουργών Δικαιοσύνης, καθώς και ανακοίνωση του αρχηγού της Ένωσης Κέντρου Γ. Παπανδρέου, στην οποία τονίζεται ότι «όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες της ελληνικής δημοκρατίας, εις τους οποίους περιλαμβάνονται και οι δικασταί, έχουν το δικαίωμα και της οργανώσεως και της ελευθέρας διαδηλώσεως της γνώμης των».

Με εγκύκλιο του τότε εισαγγελέα ΑΠ Κ. Κόλλια, η Ένωση καταγγέλθηκε ότι εκτέθηκε σε συνδικαλιστικούς σκοπούς και, μετά από αδιέξοδες διαδικασίες ανάδειξης ΔΣ, οδηγήθηκε σε αδρανοποίηση.

Με την ΚΔ’ Συντακτική Πράξη της 28.5.1968 «Περί εξυγιάνσεως της τακτικής δικαιοσύνης» ανεστάλη για τρεις ημέρες η ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών και η μονιμότητα εισαγγελέων και ειρηνοδικών. Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και εν ενεργεία αρεοπαγίτη Κ. Καλαμποκιά, αποφάσισε την απόλυση τριάντα δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, πέντε από τους οποίους απολύθηκαν, εκτός των άλλων, και για τον διακεκριμένο λόγο της συνδικαλιστικής δράσης τους. Το ΣτΕ, στο οποίο προσέφυγαν οι απολυθέντες, αρχικά μεν, δικάζοντας την αίτηση ακυρώσεως του Α. Φλώρου, την απέρριψε, με τη σκέψη ότι η σχετική πράξη δεν έφερε τον χαρακτήρα πειθαρχικής ποινής αλλά διοικητικού μέτρου[5]. Στη συνέχεια όμως, ενόψει και της άρνησης του Υπουργού Δικαιοσύνης να διορίσει απολυθέντα δικαστή ως δικηγόρο, το ΣτΕ μετέβαλε τη νομολογία του και δέχθηκε ότι οι πράξεις απόλυσης ήταν μη νόμιμες και έπρεπε να ακυρωθούν, για τον λόγο ότι οι απολυθέντες δεν είχαν κληθεί σε προηγούμενη ακρόαση[6]. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν υπήρξαν δραματικές και ιδιαίτερα σημαντικές για την ιστορία της ελληνικής Δικαιοσύνης. Ένας από τους αιτούντες, ο εισαγγελέας Αλ. Φλώρος, καθώς και οι δικηγόροι του Γ. Μαγκάκης, Θ. Ζούκας και Ε. Γιαννόπουλος, εκτοπίσθηκαν. Δύο μέρες μετά τη δημοσίευση των ακυρωτικών αποφάσεων, δημοσιεύθηκε το διάταγμα αποδοχής της παραίτησης του προέδρου του ΣτΕ Μιχαήλ Στασινοπούλου που ποτέ δεν είχε υποβληθεί και στη συνέχεια παραιτήθηκαν ένας αντιπρόεδρος και επτά σύμβουλοι σε ένδειξη συμπαράστασης στον πρόεδρο του Δικαστηρίου.

Αξίζει να μνημονευθεί απόφαση του πρωτοδίκη Χανίων Νικ. Γεωργίλη, με την οποία κρίθηκε, με αφορμή τροχαία παράβαση του απολυθέντος δικαστή Γ. Ξενάκη, ότι η ειδική δωσιδικία αφορά στην ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, ανεξαρτήτως αν αυτός ασκεί πράγματι τα καθήκοντά του, και αυτό παρά το ότι με το ν.δ. 228/1969 οι πιο πάνω αποφάσεις του ΣτΕ είχαν καταστεί ανυπόστατες[7]. Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να μην εφαρμόσει το ως άνω διάταγμα, με το οποίο κηρύσσονται ανυπόστατες αποφάσεις οργάνων της δικαστικής εξουσίας καταλύοντας το δεδικασμένο που απορρέει από αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, για τον λόγο ότι αυτό δεν ευρίσκεται σε αρμονία με τις συνταγματικές αρχές της διακρίσεως των εξουσιών και της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας.

Σύνταγμα 1975

Στις συζητήσεις που προηγήθηκαν της ψήφισης του Συντάγματος του 1975 υποστηρίχθηκε ότι επιβάλλεται η ανασυγκρότηση της ένωσης για το συμφέρον της Δικαιοσύνης: «… Πρόταση της Συνταγματικής Επιτροπής να οργανούνται οι δικασταί εις σωματεία άνευ περιορισμού … έγινε δεκτόν να οργανωθούν εις ένα σωματείον, διά να αναβιώση η παλαιά Ένωσις Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία υπήρξε στόχος της Δικαστικής Χούντας … Ανασυγκρότησις της ενώσεως, διά να υπάρξη υπεύθυνη επαφή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης με το Σώμα των δικαστικών λειτουργών για τα θέματα του Δικαστικού Σώματος, για οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα γενικωτέρου ενδιαφέροντος, για το οποίο πρέπει να υπάρξη και η γνώμη και η θέσις του Δικαστικού Σώματος …» (Απ. Κακλαμάνης)[8].

«… Όχι καθαρά επαγγελματικό αλλά ένα επιστημονικό σωματείο που θα επιδιώξει βελτίωση της θέσεως του κλάδου του για να αυξηθεί και το κύρος του και να κατοχυρωθεί, αλλά ταυτοχρόνως θα εξυψώσει και τα πνευματικά και επιστημονικά του ενδιαφέροντα μέσα σε νόμιμα όρια. Έχουμε την ασφαλιστική δικλείδα του νόμου …» (Γ.Α. Μαγκάκης)[9].

«… Πολλαπλά ωφέλησε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων τη Δικαιοσύνη, όχι όμως αυτούς οι οποίοι την αποτελούσαν, διότι αυτούς οι οποίοι ανήκαν εις αυτήν τους κατέστρεψε. Το πλείστον των απολυθέντων με την ΚΔ’ Συντακτική Πράξη ήσαν μέλη της διοικήσεως της Ενώσεως. Θέλω μίαν Ένωσιν διά να έχη σοβαρότητα ...» (Γ.Β. Μαγκάκης)[10].

«… μίαν ένωσιν κατά κλάδον …» (Γ. Σταμάτης)[11].

«Επιβάλλεται να επιτρέψωμεν την σωματειακήν οργάνωσιν εις τους δικαστάςνα είναι ανάλογη με τους Δικηγορικούς Συλλόγους, να ασκή και πειθαρχικήν εξουσίαν επί των δικαστών … Η σωματειακή οργάνωσις θα βοηθήση το κύρος και το γόητρον, την ανεξαρτησία του δικαστού …» (Ν. Αλαβάνος)[12].

Κατόπιν τούτων, ψηφίσθηκε η διάταξη του άρθρου 89 παρ. 5 του Συντάγματος, στην οποία ορίζεται ότι «Επιτρέπεται η συγκρότηση ένωσης δικαστικών λειτουργών, όπως νόμος ορίζει».

Στις αρχές του 1976 αναβίωσε η «Ένωσις Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων», η οποία αποφάσισε να ξεκινήσει τις προσπάθειες για την ψήφιση ειδικού μισθολογίου των δικαστικών λειτουργών, σύμφωνα με τη σχετική πρόβλεψη του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος. Το 1982 το σωματείο μετονομάσθηκε σε «Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων» και στο τροποποιημένο καταστατικό τονίσθηκε ότι η ένωση παραμένει αδέσμευτη από τη Διοίκηση και από κάθε πολιτική επιρροή, ενώ απαλείφθηκε ο μη συνδικαλιστικός χαρακτήρας του σωματείου.

Τον Νοέμβριο του 1976 ιδρύθηκε η «Ένωση Διοικητικών Δικαστών» και το 1979 η «Ένωση Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας». Ακολούθησε η ίδρυση και άλλων δικαστικών ενώσεων.

Σήμερα δεν αμφισβητείται ο συνδικαλιστικός χαρακτήρας των δικαστικών ενώσεων αλλά διαφοροποιείται το εύρος της δράσης τους ανάλογα με τους θεσμικούς περιορισμούς. Η εξέλιξη του ρόλου των δικαστικών ενώσεων συνδέεται στενά με τον ρόλο των ίδιων των δικαστικών λειτουργών σε κάθε χώρα. Σε περιόδους αυταρχικών καθεστώτων ο ρόλος των δικαστικών λειτουργών υποβαθμίζεται, ενώ όταν ενισχύεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης οι δικαστικές ενώσεις δραστηριοποιούνται παράλληλα με τον εκδημοκρατισμό της λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Από την περίοδο της ανόδου του ναζισμού στη Γερμανία μέχρι το σημερινό καθεστώς στην Τουρκία εμφανίζονται φαινόμενα διώξεως δικαστικών λειτουργών, προεχόντως όσων έχουν δημόσιο ρόλο ή δραστηριοποιούνται σε οργανώσεις.

Διεθνές τοπίο

Σε διεθνές επίπεδο, λειτουργεί από το 1953 η «Διεθνής Ένωση Δικαστών», επαγγελματική οργάνωση με βασικό καταστατικό σκοπό την προάσπιση της δικαστικής ανεξαρτησίας, και από το 1987 η «MEDEL», ευρωπαϊκή οργάνωση δικαστών για τη δημοκρατία και τις ελευθερίες.

Το 7ο συνέδριο του ΟΗΕ για την Πρόληψη του Εγκλήματος και την Μεταχείριση των Εγκληματιών, που πραγματοποιήθηκε στο Μιλάνο το 1985, υιοθέτησε τις θεμελιώδεις αρχές για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Το κείμενο αυτό ορίζει ότι οι δικαστές είναι ελεύθεροι να ιδρύουν ενώσεις ή άλλες οργανώσεις και να προσχωρούν σε αυτές προκειμένου να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους, να προάγουν την επαγγελματική τους κατάρτιση και να προστατεύουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης[13].

Στη Γερμανία ο νόμος επιτρέπει στους δικαστές να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή και να εκφράζουν πολιτικές απόψεις, εφόσον δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η ανεξαρτησία και αμεροληψία τους.

Στη Γαλλία, μετά τα γεγονότα του Μαΐου του 1968, ιδρύεται το «Syndicat de la Magistrature» για να αναδείξει τη νέα ταυτότητα του δικαστικού σώματος σε ένα κράτος δικαίου, με άνοιγμα της Δικαιοσύνης στην κοινωνία και συνεργασία με άλλους φορείς και τον τύπο. Τα σωματεία δικαστών συνδέονται ευθέως με πολιτικούς χώρους, ο δικαστικός συνδικαλισμός είναι αποδεκτός από το κοινωνικό σύνολο και οι αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών είναι υψηλότερες από τα ανώτερα στελέχη της δημόσιας Διοίκησης. Ο Χάρτης Δεοντολογίας των μελών της διοικητικής δικαιοσύνης, που συνέταξε το Conseil d’Etat, προβλέπει ότι τα μέλη της, που έχουν το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι, έχουν καθήκον αυτοσυγκράτησης και στη δημόσια έκφραση γνώμης δεν πρέπει να χρησιμοποιούν τη δικαστική τους ιδιότητα. Στον Κώδικα Δεοντολογίας, που συνέταξε το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ορίζεται ότι ο δικαστής, όταν εκφράζεται δημόσια, προσέχει ώστε να μην τεθεί σε αμφιβολία η εικόνα της αμερόληπτης δικαιοσύνης, η οποία είναι αναγκαία ώστε να διατηρείται η εμπιστοσύνη της κοινωνίας σε αυτή. Ορίζεται επίσης ότι ο δικαστής, που κάνει χρήση του συνδικαλιστικού δικαιώματος, εκφράζεται ελεύθερα στα πλαίσια αυτά.

Στην Αγγλία, ο Οδηγός Δικαστικής Συμπεριφοράς ορίζει ότι ο δικαστής, όπως κάθε άλλος πολίτης, έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη και τις πεποιθήσεις του και να μετέχει σε ενώσεις, πρέπει όμως να εξασκεί τα δικαιώματα αυτά με τρόπο ώστε να διατηρεί το κύρος του δικαστικού λειτουργήματος και την αμεροληψία και ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Πρόσφατα, το βραβείο Βάσλαβ Χάβελ για τα ανθρώπινα δικαιώματα απονεμήθηκε στον Μουράτ Αρσλάν, πρόεδρο της Ανεξάρτητης Ένωσης Τούρκων Δικαστών, ο οποίος είναι στη φυλακή από τον Οκτώβριο του 2016.

 

 

Ρόλος των ενώσεων

Η θέση και ο ρόλος των δικαστικών ενώσεων συνδέονται με το επίπεδο θεσμικών εγγυήσεων της Δικαιοσύνης. Προτεραιότητά τους πρέπει να είναι η διασφάλιση του κύρους του λειτουργήματος και της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών. Στη χώρα μας οι θεσμικές εγγυήσεις βρίσκονται σε επαρκές πανευρωπαϊκά επίπεδο. Εκτός από την συνταγματική διάταξη για την κατοχύρωση των δικαστικών ενώσεων, κρίσιμες είναι οι διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 2, σύμφωνα με την οποία «Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς» και του άρθρου 29 παρ 3, σύμφωνα με την οποία «Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς». Εξάλλου, από τον «Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών»[14] συνάγονται υποχρεώσεις των δικαστικών λειτουργών, ενώ προβλέπεται ρητά ότι δεν αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα (α) η δημόσια έκφραση γνώμης, εκτός αν γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της Δικαιοσύνης ή υπέρ ή κατά ορισμένου κόμματος ή άλλης πολιτικής οργάνωσης και (β) η συμμετοχή και ανάπτυξη δραστηριότητας στις αναγνωρισμένες ενώσεις δικαστών ή άλλα σωματεία και η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στα πλαίσια της συμμετοχής σε ένωση δικαστικών λειτουργών[15].

Προνομιακό πεδίο δράσης των δικαστικών ενώσεων αποτελούν η υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης ως θεσμού και της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών.

Η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα δυνατότητα των δικαστών να μετέχουν σε ενώσεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντά τους πρέπει να αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο του συνόλου των εγγυήσεων και περιορισμών που ισχύουν για τους δικαστικούς λειτουργούς, ώστε να μην υπονομεύεται το κύρος του λειτουργήματός τους.

H έγκαιρη και αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης αποτελεί συστατικό στοιχείο κάθε σύγχρονου κράτους δικαίου. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος κάθε επιμέρους δικαστικού λειτουργού, καθώς και της συλλογικής του εκπροσώπησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι Ενώσεις διαδραματίζουν ενεργό ρόλο, μετέχοντας στον διάλογο με τις άλλες εξουσίες έτσι ώστε οι νομοθετικές ρυθμίσεις και γενικότερα τα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία να αποσκοπούν στην όσο το δυνατόν ορθολογική λειτουργία της Δικαιοσύνης, έννοια που είναι πολύ ευρύτερη από την απλή αύξηση των οργανικών θέσεων των δικαστών.

Η οικονομική ανεξαρτησία στον χώρο της Δικαιοσύνης αποτελεί ουσιώδες έρεισμα της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών και ενισχυτικό στοιχείο του ελεύθερου φρονήματός τους[16]. Η Ευρωπαϊκή Χάρτα για το Νομικό Καθεστώς των Δικαστών, η οποία εγκρίθηκε στο Στρασβούργο το 1998, ορίζει ότι «Οι δικαστές που ασκούν δικαστικά καθήκοντα με επαγγελματική ιδιότητα δικαιούνται αποδοχές, το επίπεδο των οποίων καθορίζεται σε ύψος που τους προστατεύει από πιέσεις που έχουν στόχο να επηρεάζουν τις αποφάσεις τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, εξασθενίζοντας με αυτό τον τρόπο την ανεξαρτησία και την αμεροληψία τους. … Ο νόμος διασφαλίζει ιδιαίτερα ότι οι δικαστές που έχουν φτάσει το νόμιμο όριο ηλικίας αποχώρησης από την δικαστική υπηρεσία, έχοντας επιτελέσει τα καθήκοντά τους για μια καθορισμένη περίοδο, λαμβάνουν σύνταξη αποχώρησης, το επίπεδο της οποίας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο επίπεδο των τελευταίων τους αποδοχών ως δικαστών».

Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, οι διατάξεις του Συντάγματος για τις αποδοχές των δικαστών έχουν τεθεί για να ευνοήσουν όχι τους δικαστές ως άτομα αλλά το δημόσιο συμφέρον για μια ικανή και ανεξάρτητη δικαστική εξουσία[17].

Γίνεται πολύς λόγος για την ενασχόληση των δικαστικών ενώσεων στη χώρα μας με μισθολογικά ζητήματα. Αυτό είναι αληθές, οφείλεται όμως στο ότι στις περισσότερες χώρες το ζήτημα αυτό έχει λυθεί από την Πολιτεία συναινετικά, με τρόπο ικανοποιητικό για το κύρος της δικαστικής εξουσίας.

Ως προς το ζήτημα των αποδοχών, διεθνώς υπάρχουν διαφορετικά συστήματα, λ.χ. εξατομίκευση των δικαστικών αποδοχών μέσω της αξιολόγησης του δικαστικού έργου. Πάγιο αίτημα των δικαστικών ενώσεων αποτελεί η πλήρης οικονομική αυτοδιαχείριση της Δικαιοσύνης.

Συχνά αμφισβητείται η κοινωνική νομιμοποίηση του δικαστικού σώματος, ιδίως ενόψει συγκεκριμένων αποφάσεων με μεγάλο κοινωνικό αντίκτυπο. Στον τομέα αυτό, μεγάλη σημασία έχουν η πειθώ και ο δημόσιος χαρακτήρας των δικαστικών αποφάσεων. Ο δικαστής αποτελεί μέρος του κοινωνικού συνόλου. Το κοινωνικό περιβάλλον, τα ΜΜΕ, η προσωπικότητα και οι πεποιθήσεις του, όπως και οι συνθήκες υπό τις οποίες ασκεί το λειτούργημά του, επηρεάζουν αναπόφευκτα το περιεχόμενο της δικαστικής κρίσης. Σε καμία όμως περίπτωση οι παράγοντες αυτοί δεν πρέπει να περιορίζουν την αμεροληψία του και τη δυνατότητά του να εκφέρει δίκαιη κρίση, κρίση δηλαδή σύμφωνη με τους ισχύοντες κανόνες δικαίου και όχι με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα.

Γίνεται επίσης λόγος για τη σύγκρουση συγκεκριμένων δικαστικών αποφάσεων με το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Πέραν των αυτονόητων κοινών αξιακών κωδίκων που επικρατούν σε κάθε κοινωνία σε δεδομένη ιστορική στιγμή, η σημερινή εποχή, όπου διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον, απαιτεί ευελιξία και ποικιλότητα των απόψεων. Άλλωστε τα δικαιώματα ανήκουν και στις μειοψηφίες. Το «κοινό περί δικαίου αίσθημα», που μπορεί να είναι και αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιρροών, είναι επικίνδυνη έννοια για να καθορίσει την έκβαση συγκεκριμένης δίκης, αφού μπορεί στην πραγματικότητα να δηλώνει επικράτηση των απόψεων της πλειοψηφίας  σε θέματα, στα οποία όμως το δίκαιο έχει τεθεί για να προστατεύσει την διαφορετική έκφραση.

Ο δικαστής εκφράζει την κυρίαρχη αντίληψη περί του τι είναι δίκαιο, λειτουργώντας όμως ταυτόχρονα ως προστάτης και εγγυητής των δικαιωμάτων των πολιτών. Η δικαστική εξουσία, πέρα από τον εσωτερικό έλεγχο μέσω των ενδίκων μέσων, ελέγχεται κοινωνικά και πολιτικά με την κριτική των δικαστικών αποφάσεων. Η κριτική αυτή, η οποία μπορεί να είναι επιστημονική ή και πολιτική, αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό του δημοκρατικού πολιτεύματος και συμβάλλει στην βελτίωση της απονομής της Δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να γίνεται αποδεκτή τόσο από τους δικαστές όσο και από τις ενώσεις τους, οι οποίες, ελλείψει γραφείων τύπου των δικαστηρίων, είναι υποχρεωμένες σε κάποιες περιπτώσεις να καλύπτουν και τον ρόλο αυτό. Διαφορετική είναι η περίπτωση που υπό το ένδυμα της κριτικής υποκρύπτεται επίθεση κατά των δικαστών που εξέδωσαν μία μη αρεστή απόφαση. Το ζήτημα πάντως αυτό είναι εξαιρετικά λεπτό και η αντιμετώπισή του από τις ενώσεις πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, και πάντα στα πλαίσια της  θεσμικής ψυχραιμίας και νηφαλιότητας που πρέπει να διέπουν κάθε αντίδραση των δικαστών.

Σε κάθε περίπτωση, η συναδελφική αλληλεγγύη δεν σημαίνει συγκάλυψη  ακραία προβληματικών φαινομένων και συμπεριφορών, όπως μεγάλες καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, δικαστές που δεν ανταποκρίνονται στον ρόλο τους ή προκλητικές αποφάσεις. Η δημόσια τοποθέτηση των δικαστικών ενώσεων σε τέτοιου είδους θέματα και η υπεράσπιση των εμπλεκομένων δικαστικών λειτουργών όχι μόνο δεν προστατεύει το κύρος της Δικαιοσύνης αλλά το βλάπτει, αφού  δίνει την εντύπωση όχι ότι η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη αλλά ότι είναι ανεξέλεγκτη.

Γενικότερα, στο ζήτημα της δημόσιας έκφρασης των δικαστικών ενώσεων, είναι αυτονόητο ότι τα θέματα που απασχολούν την κοινωνία απασχολούν και τους δικαστικούς λειτουργούς ως μέλη του κοινωνικού συνόλου. Παρεμβάσεις όμως που ξεφεύγουν από τον κύκλο των ζητημάτων που αφορούν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και των δικαστικών λειτουργών, ενόψει και των συνταγματικών περιορισμών για τους δικαστικούς λειτουργούς, πρέπει να γίνονται με την μεγαλύτερη δυνατή φειδώ. Οι δικαστικές ενώσεις πρέπει να εκφράζονται δημόσια όχι για να πουν κάτι αλλά γιατί αυτό που θα πουν έχει ειδική σημασία για τη Δικαιοσύνη και επομένως πρέπει να ακουσθεί. Αν, αντίθετα, οι δικαστικές ενώσεις θεωρούν καθήκον τους να εκφράζουν τη γνώμη τους για κάθε είδους θέμα που απασχολεί την κοινωνία, σταδιακά ο συνταγματικός τους ρόλος και η πειθώ που πρέπει να έχουν οι παρεμβάσεις τους θα εξασθενίσουν και, στα μάτια του κοινωνικού συνόλου, θα καταλήξουν να αποτελούν μία ακόμη συνδικαλιστική οργάνωση από τις τόσες που λειτουργούν στη χώρα μας.

Αποτίμηση έργου δικαστικών ενώσεων (1958-2017)

Έχουν ήδη περάσει σχεδόν 60 χρόνια από την ίδρυση της πρώτης δικαστικής ένωσης στη χώρα μας. Από την πρώτη εκείνη δύσκολη περίοδο, με τους ηρωικούς συναδέλφους που πήραν την πρωτοβουλία ίδρυσης σωματείου δικαστών, με αποτέλεσμα να υποστούν διώξεις και να απολυθούν από το Σώμα, μέχρι σήμερα, τα πράγματα, ευτυχώς, έχουν αλλάξει, ο ρόλος των ενώσεων ως διαύλων επικοινωνίας της Δικαιοσύνης όχι μόνο με τις άλλες δύο εξουσίες αλλά και με τους πολίτες  είναι θεσμικά και κοινωνικά αναγνωρισμένος, οι ενώσεις διαθέτουν ισχυρή φωνή και η συμμετοχή των δικαστών σε αυτές δεν εγκυμονεί κινδύνους για την καριέρα τους. Στη σημερινή εποχή των μεγάλων συγκρούσεων όπου σε διεθνές επίπεδο έχει αναβαθμισθεί η σημασία της Δικαιοσύνης και των παρεμβάσεων που αυτή, ενόψει του ρόλου της, ασκεί στην κοινωνία, εμφανίζεται, παράλληλα, αμφισβήτηση της δικαστικής λειτουργίας (Αμερική, Γαλλία, Ουγγαρία, Πολωνία, Τουρκία) αλλά και των ατομικών ελευθεριών. Στη συγκυρία αυτή αναδεικνύεται η αυξανόμενη σημασία του ρόλου και της παρέμβασης των δικαστικών ενώσεων, προκειμένου αυτές να διαφυλάξουν το κύρος της Δικαιοσύνης και την ανεξαρτησία των λειτουργών της, προς όφελος, πάντα, του κοινωνικού συνόλου.

 

[1] Ομιλία που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Ένωση Διοικητικών Δικαστών, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 40 χρόνων από την ίδρυσή της, στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, στις 9.12.2017.

[2] Πληροφορίες από την ιστοσελίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων   Ιστορικό που επιμελήθηκε η δικηγόρος Θεοδώρα Ντάλλη.

[3] Ν. 4126/1960, με τον οποίον μειώνονται τα προσόντα εισαγωγής και διπλασιάζεται ο χρόνος παραμονής σε καθεστώς δοκίμου.

[4] Για το δημοσίευμα αυτό επιβλήθηκε στον Α. Φλώρο ποινή 15νθήμερης προσωρινής παύσης για ανάρμοστη συμπεριφορά. Αίτηση ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε με την   1966/1962 απόφαση Ολ. ΣτΕ.

[5] ΣτΕ Ολ 503/1969.

[6] ΣτΕ Ολ 1811-31/1969.

[7] Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων 2566/1970. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με τις 489 και 496/1970 αποφάσεις ΑΠ.

[8] Επίσημα πρακτικά Ολομέλειας Βουλής ΠΑ’ 10.5.1975, σελ. 653.

[9] ο.π. σελ. 655.

[10] ο.π. σελ. 660.

[11] ο.π. σελ. 660.

[12] ο.π. σελ. 660.

[13] Εταιρεία Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες: Θεσμικές και άλλες δυσχέρειες για τη διαμόρφωση του ελεύθερου φρονήματος του δικαστικού λειτουργού, εκδ. Νέα Σύνορα.

[14] Ν. 1756/1988, Α’ 35.

[15] Άρθρο 91 παρ. 4.

[16] Η οικονομική εξάρτηση των δικαστών, αλλά και η εν μέρει υπηρεσιακή εξάρτηση από την εκτελεστική εξουσία αποτελούν ευνοϊκούς όρους για ενδεχόμενη πολιτική τους εξάρτηση (Ι. Μανωλεδάκης, 7 θέσεις για το Δίκαιο και τη Δικαιοσύνη).

[17] Κ. Κουσούλης, Οι Αποδοχές των Δικαστών ως Εγγύηση της Δικαστικής Ανεξαρτησίας και της Ποιότητας του Δικαιοδοτικού Έργου, εκδ. Α. Σάκκουλα.

Το μετέωρο βήμα του δικαστικού ακτιβισμού: η περίπτωση της ΣτΕ (Ολ) 2649/2017

Χαράλαμπος Κουρουνδής, Διδάκτορας Νομικής, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
  1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Κατά την περίοδο της σοβούσας οικονομικής κρίσης, η περιουσιακή κατάσταση των ασκούντων δημόσια εξουσία βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα. Η ratio των σχετικών νομοθετικών προβλέψεων εντάσσεται διαχρονικά στην εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και των δημόσιων λειτουργών[1], αλλά και της καταπολέμησης ενδεχόμενων κρουσμάτων διαφθοράς και φοροδιαφυγής.

Η ισχύουσα νομοθεσία[2] ορίζει τον τρόπο, τον χρόνο και τη διαδικασία υποβολής και ελέγχου της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης (ΔΠΚ) και της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων (ΔΟΣ) από τους οριζόμενους υπόχρεους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι Δικαστικοί και οι Εισαγγελικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Κατ’ επίκληση του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3213/2003 εκδόθηκε η 1846οικ./13-10-2016 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών. Την εν λόγω ΚΥΑ προσέβαλλαν με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ η «Ένωση Δικαστικών Λειτουργών Συμβουλίου της Επικρατείας», η «Ένωση Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου», η «Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος», η «Ένωση Διοικητικών Δικαστών» και η «Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων» και εισήχθη λόγω της σπουδαιότητάς της στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν πράξης του Προέδρου του.

  1. ii. Η ακύρωση της ΚΥΑ ως ανυπόστατης και ο δικονομικός χειρισμός του δικαστηρίου

Ο πρώτος λόγος για τον οποίο ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη ΚΥΑ, και μάλιστα κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας του Δικαστηρίου[3], είναι η μη πλήρης δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΕτΚ). Ειδικότερα, η συγκεκριμένη κανονιστική πράξη κρίθηκε ακυρωτέα ως ανυπόστατη διότι καλούσε τους υπόχρεους υποβολής ΔΠΚ και ΔΟΣ να επιλέξουν μεταξύ παραμετρικών τιμών οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ ως αναπόσπαστο τμήμα της ΚΥΑ[4]. Με την ακύρωση της ΚΥΑ για το συγκεκριμένο λόγο, η Ολομέλεια του ΣτΕ έμεινε σταθερή στη νομολογία που έχει διαμορφώσει, τόσο ως προς το ότι μόνο η δημοσίευση, κατά το πλήρες περιεχόμενο, των κανονιστικών αποφάσεων τους προσδίδει νόμιμη υπόσταση[5], όσο και ως προς το ότι οι ανυπόστατες κανονιστικές πράξεις είναι ακυρωτέες λόγω της φύσης και του περιεχομένου τους, καθώς και για λόγους ασφαλείας του δικαίου προς αποφυγή ενδεχόμενης εφαρμογής τους στο μέλλον[6]. Αυτή η παγιωμένη νομολογιακή τάση αποτελεί βέβαια εξαίρεση στον κανόνα της απόρριψης του ενδίκου βοηθήματος που στρέφεται κατά ανυπόστατης διοικητικής πράξης ως απαράδεκτου και βρίσκει εφαρμογή, κατά κύριο λόγο, στο πεδίο των κανονιστικών πράξεων[7].

Με την αμέσως επόμενη σκέψη του, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης λόγω της σπουδαιότητας των ζητημάτων που θέτουν και τα οποία άπτονται της νομιμότητας της ΚΥΑ, παρά την ακύρωση της πράξης ως ανυπόστατης[8]. Η επιλογή αυτή δεν απηχεί την κρατούσα νομολογιακή τάση, εφόσον, κατά τη συνήθη διατύπωση των δικαστικών αποφάσεων, σε περίπτωση που γίνει αποδεκτός λόγος ακύρωσης «παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως». Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο προχώρησε σ’ έναν διαφορετικό δικονομικό χειρισμό, ο οποίος έχει πάντως εμφανιστεί ξανά στην πρόσφατη νομολογία του[9]. Η επιλογή αυτή δεν είναι δικονομικά ανεπίτρεπτη. Σε ένα πρώτο επίπεδο, το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ως προς την σειρά εξέτασης των λόγων ακύρωσης[10] ακόμη και αν είθισται να προτάσσονται των λόγων που αναφέρονται στην εσωτερική νομιμότητα αυτοί που ανάγονται στην εξωτερική[11]. Έτσι, ο ακυρωτικός δικαστής θα μπορούσε να παρακάμψει, σε πρώτη φάση, το ζήτημα της υπόστασης της προσβαλλόμενης πράξης, να προτάξει τους ουσιαστικούς λόγους ακύρωσης και να περιλάβει, έστω και ως επάλληλη αιτιολογία, την κρίση του περί του ανυπόστατου της προσβαλλόμενης ΚΥΑ. Κατά δεύτερο λόγο, η συνολική εξέταση της υπόθεσης οδηγεί σε πληρέστερη δικαστική προστασία και διευκολύνει τη διοίκηση στο, συχνά εξαιρετικά περίπλοκο, έργο της συμμόρφωσής της στις επιταγές της δικαστικής απόφασης. Μ’ αυτήν την έννοια, η σχολιαζόμενη απόφαση θα μπορούσε να εγγραφεί στην διογκούμενη κατά τα τελευταία χρόνια τάση του ΣτΕ να «κατευθύνει» μέσω του σκεπτικού των αποφάσεών του τη διοίκηση υποδεικνύοντας βέλτιστους τρόπους συμμόρφωσης με αυτές[12].

iii. Η τελική ασυμφωνία του δικονομικού χειρισμού του ΣτΕ με το άρθρο 93 παρ. 4 Συντάγματος

Ο ως άνω δικονομικός χειρισμός του Δικαστηρίου αποκτά, στη συνέχεια της απόφασης, μία προβληματική προοπτική:

Το Δικαστήριο διακηρύσσει ότι θα προχωρήσει σε έλεγχο συνταγματικότητας των νομοθετικών διατάξεων που αφορούν την υποβολή των επίμαχων δηλώσεων, με την αιτιολογία ότι τυχόν ανίσχυρο του συστήματος υποβολής ΔΠΚ και ΔΟΣ που εισάγεται με τις ρυθμίσεις των ως άνω νόμων συνεπάγεται την ακύρωση και της προσβαλλόμενης πράξης η νομιμότητα της οποίας προϋποθέτει ότι το σύστημα αυτό είναι συνταγματικά έγκυρο[13]. Το Δικαστήριο καθιστά έτσι σαφές εξαρχής ότι θα προχωρήσει σε έλεγχο συνταγματικότητας όχι της ίδιας της ανυπόστατης πράξης αλλά του εξουσιοδοτικού της νόμου. Κατά την άσκηση του ελέγχου μάλιστα, δεν περιορίστηκε στον έλεγχο συνταγματικότητας της διάταξης που παρείχε την εξουσιοδότηση στην ΚΥΑ, αλλά επεκτάθηκε στον έλεγχο πολλών άλλων οι οποίες ούτε επαναλαμβάνονταν στην ΚΥΑ ούτε περιελάμβαναν πρόβλεψη για νομοθετική εξουσιοδότηση. Μ’ αυτόν τον τρόπο, αφού το Δικαστήριο παρέβλεψε τον παρεμπίπτοντα και συγκεκριμένο χαρακτήρα του ελέγχου συνταγματικότητας στο ελληνικό σύστημα, κατέστησε, ανεπίτρεπτα, τη συνταγματικότητα του νόμου κύριο αντικείμενο της δίκης.

Ο προβληματικός χαρακτήρας αυτής της εξέλιξης δεν φαίνεται να μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε εάν γίνει αποδεκτή η πειστική άποψη μέρους της θεωρίας ότι όταν αντικείμενο προσβολής της αίτησης ακύρωσης είναι κανονιστική πράξη, ο έλεγχος συνταγματικότητας μοιραία μετατρέπεται σε αφηρημένο[14]. Και τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο αξιοποίησε ως όχημα για τη συνολική αξιολόγηση της συνταγματικότητας του επίμαχου νόμου μία ανυπόστατη κανονιστική πράξη. Μ’ αυτήν την έννοια, εξάλλου, ο έλεγχος συνταγματικότητας τον οποίο άσκησε δεν ήταν ούτε συγκεκριμένος[15], αφού δεν περιορίστηκε στις κρίσιμες για τη διαφορά διατάξεις[16].

Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο φαίνεται να επεκτάθηκε σ’ έναν αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του εξουσιοδοτικού νόμου υπερβαίνοντας τα όρια που χαράσσει το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος.

  1. iv. Η ακύρωση της ΚΥΑ για λόγους που αφορούν τη (συνταγματική) νομιμότητά της

Η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε την προσβαλλόμενη ΚΥΑ ακυρωτέα για περισσότερους λόγους ασυμφωνίας νομοθετικών διατάξεων με το Σύνταγμα[17]. Οι κρισιμότερες, ίσως, σκέψεις του[18] αφορούν (α) στην παραβίαση της δικαστικής ανεξαρτησίας, (β) στην παραβίαση της ισότητας και (γ) στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

(α) Η παραβίαση της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας

Το πρώτο πρόβλημα που εντοπίστηκε αφορά στη συγκρότηση της διοικητικής Αρχής που έχει επιφορτιστεί με τον έλεγχο ΔΠΚ και ΔΟΣ (μεταξύ άλλων και) των δικαστικών λειτουργών[19]. Η Αρχή απαρτίζεται από πέντε μέλη, εκ των οποίων μόνο ο πρόεδρος προέρχεται από τη δικαστική εξουσία, ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός ων, οι δε υπόλοιποι είναι στελέχη της Διοίκησης[20].

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάθεση του ελέγχου των ΔΠΚ και ΔΟΣ των δικαστικών λειτουργών σε όργανο που δεν συγκροτείται κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές και δη μέλη των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, δεν διαθέτει τις απαραίτητες για την αποστολή του θεσμικές εγγυήσεις και ως εκ τούτου αντίκειται στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26 Συντάγματος) και την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (άρθρο 87 παρ. 1 Συντάγματος), κάνοντας δεκτό τον σχετικό λόγο ακύρωσης[21]. Αξιοσημείωτη είναι η μειοψηφία που διατυπώθηκε επί του θέματος, η οποία υποστήριξε αφενός ότι δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της δικαστικής ανεξαρτησίας, καθόσον ο έλεγχος ουδόλως αφορά στην άσκηση δικαστικών καθηκόντων, αφετέρου ότι η στελέχωση της αρχής από πρόσωπα με εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές γνώσεις είναι επιβεβλημένη για την αποτελεσματική λειτουργία της.

Είναι σαφές ότι η άποψη της μειοψηφίας είναι πλησιέστερη προς τον κρατούντα διεθνώς ορισμό της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας[22], σύμφωνα με τον οποίο η εν λόγω αρχή κατοχυρώνει την ελευθερία του δικαστή να καταστρώσει τον νομικό συλλογισμό σύμφωνα με τις δικές του πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις δίχως να επηρεάζεται, υποκινείται ή πιέζεται, άμεσα ή έμμεσα, από οποιοδήποτε μέρος και για οποιαδήποτε αιτία[23]. Στο ελληνικό Σύνταγμα, η μεν λειτουργική ανεξαρτησία συνίσταται στο ότι οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους (αρ. 87 παρ. 2), η δε προσωπική ανεξαρτησία εξειδικεύεται λεπτομερειακά με διατάξεις που προβλέπουν την επιθεώρηση των δικαστών (αρ. 87 παρ. 3), την υπηρεσιακή τους κατάσταση (αρ. 88-90) και την πειθαρχική εξουσία (αρ. 91). Κατά συνέπεια, η λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή αφορά την άσκηση του δικαιοδοτικού του λειτουργήματος κατά την οποία απαγορεύεται κάθε προσπάθεια ετεροκαθορισμού της δικανικής πεποίθησης και επιβάλλεται η αποκλειστική υπαγωγή της στο δίκαιο και στη συνείδηση του δικαστή, ενώ η προσωπική ανεξαρτησία αφορά την εγγύηση του προσωπικού υπηρεσιακού καθεστώτος του δικαστή με κανόνες που τον προφυλάσσουν από οποιεσδήποτε επεμβάσεις άλλων φορέων εξουσίας[24]. Με αυτά τα δεδομένα, ο έλεγχος των ΔΠΚ και ΔΟΣ, εφόσον αφορά αποκλειστικά την περιουσιακή κατάσταση και τις οικονομικές συναλλαγές των δικαστικών λειτουργών, δεν φαίνεται να συνδέεται με την συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Σημειωτέον ότι η εν λόγω κρίση αποτελεί, κατά τα προαναφερθέντα, περίπτωση αφηρημένου ελέγχου συνταγματικότητας, καθώς αφορά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α΄, υποπερ. αα΄ του ν. 3213/2003 και των άρθρων 7 παρ. 1 εδ. β΄ και 7Α παρ. 3 περ. γ΄ υποπερ. δδ΄ του ν. 3691/2008 οι οποίες δεν αναφέρονταν στην ΚΥΑ ούτε περιελάμβαναν πρόβλεψη για νομοθετική εξουσιοδότηση[25].

(β) Η παραβίαση της αρχής της ισότητας

Πέρα από την δικαστική ανεξαρτησία στο προσκήνιο της αντιδικίας βρέθηκε η αρχή της ισότητας.

Έτσι, η αίτηση ακύρωσης έγινε δεκτή για τον λόγο ότι ο υποχρεωτικός έλεγχος των ΔΠΚ των δικαστικών λειτουργών των Ανωτάτων Δικαστηρίων και η υποχρέωση των τελευταίων να επισυνάψουν σ’ αυτές όλα τα απαραίτητα έγγραφα αντίκειται στην αρχή της ισότητας, καθώς για τις λοιπές κατηγορίες δικαστικών λειτουργών προβλέπεται «δειγματοληπτικός» ή «στοχευμένος» έλεγχος[26]. Σύμφωνα επίσης με τον συγκεκριμένο προβαλλόμενο λόγο, η αρχή της ισότητας παραβιάζεται και από την πρόβλεψη υποχρεωτικού ελέγχου των δικαστών που υπηρετούν στα Ανώτατα Δικαστήρια ανεξαρτήτως βαθμού, δηλαδή αφορά και τους εισηγητές και παρέδρους του ΣτΕ που δεν διαθέτουν αποφασιστική ψήφο.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο του φακέλου η αναγκαιότητα θεσμοθέτησης του υποχρεωτικού ελέγχου των δικαστών των Ανωτάτων Δικαστηρίων, μέτρο το οποίο έκρινε ως απρόσφορο για τη θεραπεία του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού. Προς τούτο επικαλέστηκε μάλιστα τις αναφορές της έκθεσης της GRECO για την Ελλάδα στην αυξημένη αξιοπιστία του δικαστικού σώματος και στον κίνδυνο άσκησης πιέσεων σε βάρος των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών. Επί του θέματος εκφράστηκε μειοψηφούσα γνώμη ενός αντιπροέδρου του Δικαστηρίου και εννέα συμβούλων, σύμφωνα με τους οποίους η ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού ως μέλους Ανώτατου Δικαστηρίου αποτελεί πρόσφορο κριτήριο για τη θεσμοθέτηση του υποχρεωτικού ελέγχου των ΔΠΚ διότι αφενός μεν οι ανώτατοι δικαστές έχουν θεσμικά μεγαλύτερη εξουσία από τους λοιπούς και αφετέρου αφορά και άλλες κατηγορίες προσώπων με θεσμικά μεγαλύτερη εξουσία. Η άποψη της μειοψηφίας φαίνεται να ανταποκρίνεται περισσότερο στο νόημα της κατοχύρωσης της αρχής της ισότητας στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς αυτή δεν συνεπάγεται την υποχρέωση του νομοθέτη να ρυθμίζει καθ’ όμοιο τρόπο καταστάσεις ανόμοιες μεταξύ τους αλλά εκλαμβάνεται ως επιταγή για όμοια μεταχείριση των ομοίων και ανόμοια των ανομοίων[27]. Από την άλλη πλευρά, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, φαίνεται ορθή η άποψη της πλειοψηφίας στο μέτρο που αφορά την πρόβλεψη υποχρεωτικού ελέγχου των εισηγητών και παρέδρων του ΣτΕ, οι οποίοι υπηρετούν μεν στα Ανώτατα Δικαστήρια αλλά δεν διαθέτουν αποφασιστική ψήφο.

(γ) Η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας

Το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι οι προβλέψεις σύμφωνα με τις οποίες στη ΔΠΚ περιλαμβάνονται ως περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ άλλων, μετρητά χρήματα άνω των 15.000 Ευρώ, καθώς και άλλα κινητά τα οποία φυλάσσονται σε θυρίδες τραπεζών ή στην οικία των υπόχρεων και η αξία τους υπερβαίνει τα 30.000 Ευρώ, παραβιάζουν τα άρθρα 5 παρ. 1, 9 παρ. 1 και 9Α του Συντάγματος και υπερβαίνουν τα όρια της κατοχυρωμένης κατ’ άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας διότι προσβάλλουν υπέρμετρα και απρόσφορα το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, του ιδιωτικού βίου και της ασφάλειας των υπόχρεων και των οικογενειών τους[28].

Η αιτιολογία της εν λόγω κρίσης διαλαμβάνει ότι δεν προκύπτει από τους σκοπούς του νομοθέτη η κατάρτιση περιουσιολογίου, οι δε προαναφερθείσες υποχρεώσεις επιβάλλουν στους υπόχρεους την αποκάλυψη στοιχείων που ανάγονται στην προσωπικότητά τους και στην ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή. Ακόμα, το Δικαστήριο έκρινε ότι αφενός μεν είναι απρόσφορη η δήλωση μετρητών χρημάτων αφού δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί η ακρίβειά της, ενδεχόμενη δε κατ’ οίκον έρευνα για τη διαπίστωση της ακρίβειάς της θα παραβίαζε το συνταγματικά κατοχυρωμένο άσυλο της κατοικίας, και αφετέρου οι συγκεκριμένες προβλέψεις δεν είναι πρόσφορες για τον έλεγχο της περιουσιακής κατάσταση των υπόχρεων. Η μειοψηφία που διατυπώθηκε επ’ αυτής της σκέψης  υποστήριξε ότι η υποχρέωση δήλωσης των ως άνω στοιχείων αποτελεί κατ’ αρχήν πρόσφορο μέτρο τόσο για τον κατασταλτικό όσο και για τον αποτρεπτικό έλεγχο ενδεχόμενης αδικαιολόγητης περιουσιακής μεταβολής. Επίσης, υποστήριξε ότι η εν λόγω υποχρέωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπέρμετρος περιορισμός του ιδιωτικού βίου διότι είναι εναρμονισμένη με την υπ’ αριθ. 6/2016 γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, κατά την οποία η συλλογή των συγκεκριμένων προσωπικών δεδομένων είναι νόμιμη εφόσον υπάρχει αποδεικτικό της αξίας τους. Η ίδια η ύπαρξη αυτής της ισχυρής μειοψηφίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου, αποδεικνύει eo ipso ότι η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν ορθό να θεωρηθεί ως πρόδηλη. Επιπλέον, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η «μεθοδολογία» του Δικαστηρίου συμβαδίζει με την πάγια νομολογία του, που αρκείται σε έναν οριακό έλεγχο της αρχής της αναλογικότητας[29]. Το ίδιο πρόβλημα μπορεί να εντοπίσει κανείς στις σκέψεις που είναι αφιερωμένες στην παραβίαση της αρχής της ισότητας. Είναι, μάλλον, αμφισβητήσιμο ότι τα πορίσματα της συγκεκριμένης απόφασης θα αξιοποιηθούν σε άλλες παρεμφερείς υποθέσεις που αφορούν άλλες κατηγορίες προσώπων.

  1. v. Αντί συμπεράσματος

Συνολικά, η εν λόγω απόφαση, κάνοντας δεκτή μια αίτηση ακύρωσης την οποία υπέβαλλε (μεταξύ άλλων) η «Ένωση Δικαστικών Λειτουργών Συμβουλίου της Επικρατείας» και την οποία έκρινε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι εύλογο να εγείρει ζητήματα δικαστικής αμεροληψίας. Κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η δικαστική αμεροληψία είναι η έλλειψη εκ μέρους του δικαστή οποιουδήποτε ενδιαφέροντος για την έκβαση της υπόθεσης που δικάζει ή τυχόν προκατάληψης ή προδιάθεσης αυτού[30]. Στην προκειμένη περίπτωση, το «ενδιαφέρον» και η «προδιάθεση» είναι μάλλον δεδομένα, καθώς κατά το μάλλον ή το ήττον τα συμφέροντα των αιτούντων συνέβαινε να συμπίπτουν με τα συμφέροντα των κρινόντων. Από την άλλη πλευρά, είναι βέβαιο de constitutione lata ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας ήταν το αρμόδιο να κρίνει την υπόθεση, καθώς και ότι δεν θα μπορούσε να αρνηθεί να παρέχει τη δικαιοδοτική κρίση του ακόμα και εάν το επιθυμούσε. Και από δικαιοπολιτική σκοπιά όμως, θα ήταν ανεπίτρεπτο να στερηθούν οι δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας του δικαιώματος έννομης προστασίας τους. Ανάμεσα στη Σκύλλα της υπόνοιας μεροληψίας και τη Χάρυβδη της στέρησης δικαστικής προστασίας, ίσως χρειάζεται να συζητηθεί μια de constitutione ferenda λύση στην κατεύθυνση της αλλαγής του φυσικού δικαστή παρόμοιων υποθέσεων…

[1] Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρώτος σχετικός νόμος, ο ν. 4351/1964, έφερε τον τίτλο «περί προστασίας της τιμής του πολιτικού κόσμου της χώρας».

[2] Πρόκειται για τον ν. 3213/2003, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τους ν. 4281/2014, 4389/2016, 4396/2016, 4425/2016 και 4427/2016.

[3] Για την προβληματική του αυτεπάγγελτου ελέγχου του συγκεκριμένου λόγου βλ. Κ. Γώγου, Η ανυπόστατη διοικητική πράξη, 2012, σ. 240 επ.

[4] Βλ. σκ. 12 της σχολιαζόμενης Απόφασης.

[5] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 33/2009, 256/2007, 3/2006, 1788/2004, 2200/2003, 3195/2000, 187/1998, ΣτΕ Ολ 3136/1989.

[6] ΣτΕ Ολ 87/2011, 1609/2012, 1080/2013.

[7] Βλ. Κ. Γώγου, ό.π., σ. 231-232.

[8] Βλ. σκ. 13 της σχολιαζόμενης Απόφασης.

[9] Βλ. τις ΟλΣτΕ 2353/2016 και ΣτΕ 776/2017 στις οποίες παραπέμπει η σχολιαζόμενη.

[10] Βλ. ενδεικτικά Π. Λαζαράτου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, 2013, σ. 600.

[11] Για τις έννοιες «εξωτερική» και «εσωτερική νομιμότητα» βλ. Κ. Γώγου, Διαδικαστικά σφάλματα και ακύρωση των διοικητικών πράξεων, 2017, σ. 36-37.

[12] Πρβλ. Ε. Πρεβεδούρου, Ευελιξία στην εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων-Διαταγή του ακυρωτικου δικαστή προς τη διοίκηση ενόψει συμμόρφωσής της στην απόφασή του, σε www.prevedourou.gr, ανάρτηση 27.11.2016.

[13] Βλ. σκ. 14 της σχολιαζόμενης απόφασης και την εκεί επικαλούμενη νομολογία του Δικαστηρίου.

[14] Βλ. Α. Καϊδατζή, Έλεγχος συνταγματικότητας ισχυρού και ασθενούς τύπου. Η διάκριση του Mark Tushnet και το ελληνικό σύστημα, σε Μ. Τushnet, O έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων. Η συγκριτική άποψη, 2013, σ. 41-42. Πρβλ. Β. Τσιγαρίδα, Ο συγκεκριμένος έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων στο ελληνικό σύστημα, Διπλωματική Εργασία (αδημ.), σ. 69 επ.

[15] Την άποψη ότι στην εποχή της κρίσης ο έλεγχος συνταγματικότητας διολισθαίνει από συγκεκριμένο σε αφηρημένο έχει υποστηρίξει ο Π. Μαντζούφας, Οικονομική κρίση και Σύνταγμα, 2014, σ. 144 επ.

[16] Για την έννοια του συγκεκριμένου ελέγχου και τη διάκρισή του από τον παρεμπίπτοντα βλ. αντί πολλών Β. Μπουκουβάλα, Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία και ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας, Διδακτορική Διατριβή, 2012, σ. 47-68. Πρβλ. Β. Τσιγαρίδα, Η έννοια του «νομικού ζητήματος» και της «υφιστάμενης νομολογίας» κατά το άρθρο 53 παρ. 3 του ΠΔ 18/1989 (με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 266/2014), ΘΠΔΔ 2014, σ. 771, υποσημ. 19 με παραπομπές στο σύνολο της ελληνικής θεωρίας.

[17] Για λόγους έκτασης του σχολίου δεν παρουσιάζονται οι λόγοι ακύρωσης που απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο.

[18] Η ΚΥΑ ακυρώθηκε επίσης επειδή θεωρήθηκε ότι η παράλειψη του νομοθέτη να καθορίσει εύλογο χρόνο για τη διενέργεια και ολοκλήρωση του ελέγχου και για τη διατήρηση των προσωπικών δεδομένων των υπόχρεων αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ασφάλειας δικαίου και στη δυνατότητα διατήρησης των προσωπικών δεδομένων μόνο για όσο χρονικό διάστημα είναι απαραίτητο για τις ανάγκες της επεξεργασίας τους (βλ. σκ. 33 της σχολιαζόμενης απόφασης). Επιπλέον, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η πρόβλεψη του αρ. 2 παρ. 3 της ΚΥΑ που επέβαλλε να περιλαμβάνονται σε κάθε ετήσια ΔΠΚ το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του υπόχρεου ανεξάρτητα απ’ το εάν επήλθε μεταβολή σε αυτά κατά το προηγούμενο έτος κείται εκτός της εξουσιοδότησης του άρθρου 2 παρ. 2 του νόμου (βλ. σκ. 35 της σχολιαζόμενης απόφασης).

[19] Πρόκειται για τη Γ΄ Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης

[20] Η Αρχή ως διοικητικό όργανο έχει τη δυνατότητα συνεδρίασης υπό τριμελή σύνθεση, απαρτιζόμενη από τον πρόεδρο και δύο μέλη, και στην περίπτωση αυτή όμως υπάρχει προφανώς η δυνατότητα λήψης απόφασης με πλειοψηφία σχηματιζόμενη από τα προερχόμενα από τη Διοίκηση μέλη.

[21] Βλ. σκ. 16-18 της σχολιαζόμενης απόφασης.

[22] Βλ. Siracusa Draft Principles, CIJL Bulletin 8.

[23] Βλ. Δ. Ράικου, Πτυχές της λειτουργικής ανεξαρτησίας του διοικητικού δικαστή (με αφορμή την υπ’ αριθ. 2077-551 CD της 1ης Μαρτίου 2007 απόφαση του Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας), ΕφΔΔ 2007, σ. 516, υποσημ. 15.

[24] Βλ. ενδεικτικά Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Β’, 1993, σ. 550.

[25] Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε η επιχειρηματολογία πλειοψηφίας και μειοψηφίας αναφορικά με τον συναφή δεύτερο λόγο ακύρωσης, που έγινε επίσης δεκτός, κατά τον οποίο η ΚΥΑ τυγχάνει ακυρωτέα λόγω του διπλού ελέγχου, και μάλιστα από διαφορετικά όργανα, των δικαστικών λειτουργών που είναι σύζυγοι αυτοτελώς υπόχρεου μη δικαστικού λειτουργού (βλ. σκ. 20 της απόφασης). Και σε αυτήν την περίπτωση ασκήθηκε αφηρημένος έλεγχος από το Δικαστήριο.

[26] Βλ. σκ. 22 της σχολιαζόμενης απόφασης.

[27] Βλ. αντί πολλών Κ. Χρυσόγονου, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2007, σ. 120. Πρβλ. Σ. Κοφίνη, Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων, 2016, σ. 42-51.

[28] Βλ. σκ. 24-27 της σχολιαζόμενης απόφασης.

[29] Βλ. γενικά Ν. Παπασπύρου, Το ζήτημα της έντασης του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας σε Τιμητικό Τόμο του ΣτΕ-75 χρόνια, 2004, σ. 402 επ. και ιδίως σ. 403, 405-406.

[30] Βλ. Δ. Ράικου, Η αμεροληψία κατά την απονομή της δικαιοσύνης, ΔιΔικ 2014, σ. 588.

[αναδημοσίευση από το περιοδικό Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, τχ 10/2017, σελ. 945-950]

Η επίδραση της ΕΣΔΑ στην ελληνική έννομη τάξη

Γιώργος Σταυρόπουλος, Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας

(Εισήγηση στο 16ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Εταιρίας Δικαστικών Μελετών)

  • 1. Η κατάσταση ευφορίας για το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και ελπίδας για ένα ειρηνικό δημοκρατικό μέλλον ευνόησαν όχι μόνο τη σύσταση διεθνών οργανισμών, όπως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και το Συμβούλιο της Ευρώπης, αλλά και τη διατύπωση κειμένων, όπως η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η τελευταία, που κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και, μετά την αποχώρηση της Ελλάδα από το Συμβούλιο της Ευρώπης, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, επανεπικυρώθηκε με το ν. 53/1974, προέβλεπε τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την ερμηνεία και εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Επρόκειτο για εξαιρετική πρωτοβουλία που οδήγησε στην παραγωγή μεγάλης σημασίας νομολογιακού υλικού, το οποίο διαμόρφωσε την επιδιωχθείσα ενιαία ερμηνεία κανόνων που αφορούν τα δικαιώματα του ανθρώπου, όχι μόνο σε διεθνές, αλλά και σε εθνικό επίπεδο.

Σε σχέση με τη χώρα μας, η επίδραση των διακρατικών προσφυγών προηγήθηκε. Οι προσφυγές των σκανδιναβικών κρατών και της Ολλανδίας κατά της Ελλάδας, την εποχή της δικτατορίας, οδήγησε την τελευταία να αποχωρήσει από το Συμβούλιο της Ευρώπης προκειμένου να μην εκδιωχθεί από αυτό, ως συνέπεια της βέβαιης αποδοχής, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), των πιο πάνω προσφυγών.

Πριν από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος του 1975 η επίδραση της ΕΣΔΑ στην ελληνική έννομη τάξη υπήρξε περιορισμένη. Η Σύμβαση ομοίαζε με «…νησίδα ακατοίκητη μέσα σ’ ένα αρχιπέλαγος νόμων επίμονα, συστηματικά και μόνιμα ασυμβίβαστων προς το γράμμα και το πνεύμα της» (Φ. Βεγλερή, Η Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σελ. 54-55). Η κατάσταση άλλαξε μετά την υιοθέτηση, το 1985, από την Ελλάδα, κατ’ άρθρο 34 της ΕΣΔΑ, της ατομικής προσφυγής, ένδικου βοηθήματος επικουρικού μεν χαρακτήρα, που μπορεί όμως να αποτελέσει αποφασιστικό μέσο για την πλήρη ικανοποίηση των τρωθέντων δικαιωμάτων του προσφεύγοντος (restitutio in integrum, βλ. π.χ. την απόφαση Παπαμιχαλόπουλος της 31.10.1995) στην ελληνική έννομη τάξη. Ακολούθησε πλήθος καταδικαστικών για την Ελλάδα αποφάσεων του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, εκ των οποίων οι περισσότερες αφορούσαν τη μεγάλη διάρκεια των δικών (παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που αναφέρεται στις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης). Εν τω μεταξύ, με βάση το 11ο Πρωτόκολλο της Σύμβασης (που κυρώθηκε από τη χώρα μας με το ν. 2400/1996), καταργήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και με το 14ο Πρωτόκολλο (που κυρώθηκε με το ν. 3344/2005) επιταχύνθηκαν οι δικαιοδοτικές διαδικασίες του ΕΔΔΑ.

Σημαντικό εργαλείο, για την αναγνώριση της υπερνομοθετικής φύσης των ρυθμίσεων της ΕΣΔΑ και των Πρωτοκόλλων της και της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, αποτέλεσε το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος του 1975. Αντίθετα, η προ του Συντάγματος του 1975 ελληνική συνταγματική τάξη προκαλούσε στον έλληνα δικαστή αβεβαιότητα ως προς το κύρος, στην εσωτερική έννομη τάξη, των διεθνών συμβάσεων και των αποφάσεων των οργάνων τους, αφού η απλή κύρωσή τους με νόμο δεν δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την αδιατάρακτη εφαρμογή τους στην εσωτερική έννομη τάξη, αφού οι ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου θα μπορούσαν να τροποποιηθούν ή να καταργηθούν ελευθέρως στο μέλλον από άλλο τυπικό νόμο.

Ήδη στη χώρα μας αποτελεί μάλλον παρελθόν η άγνοια για τις ρυθμίσεις της ΕΣΔΑ. Ο έλληνας νομικός, ο φοιτητής, αλλά και οι ίδιοι οι πολίτες γνωρίζουν όλο και περισσότερο τις δυνατότητες που τους παρέχει η Σύμβαση και το Δικαστήριο του Στρασβούργου για την προστασία των δικαιωμάτων τους. Βέβαια, αντιθέσεις ανάμεσα σε κάποιες αποφάσεις του ΕΔΔΑ υπάρχουν ακόμη και δεν είναι πάντοτε δικαιολογημένες.

Η συμβολή του ΕΔΔΑ στην ομογενοποίηση της ερμηνείας της Σύμβασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπήρξε αποφασιστική, οι αποφάσεις του όμως δεν ακολούθησαν πάντοτε ευθύγραμμη πορεία. Κάποτε ήσαν απρόβλεπτες, επηρεασμένες από την αγγλοσαξονική νομική παράδοση ή διέπραξαν λάθη κατά την ερμηνεία διατάξεων του εθνικού δικαίου. Η συνεισφορά όμως της ΕΣΔΑ και του ΕΔΔΑ στις εθνικές έννομες τάξεις υπήρξε, κατά βάση, θετική. Μολονότι η Σύμβαση περιορίζεται να ρυθμίσει, προεχόντως, τα ατομικά και κάποια πολιτικά δικαιώματα, απέχοντας, κατά βάση, από την προστασία κοινωνικών ή άλλων δικαιωμάτων, η επιρροή της ερμηνείας της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ υπήρξε κεφαλαιώδης. Επηρεάσθηκαν, σε εθνικό επίπεδο, διοικητικές πρακτικές, τροποποιήθηκαν νομοθετικές ρυθμίσεις, προσαρμόστηκαν νομολογιακές επιλογές ανωτάτων δικαστηρίων, ακόμα και συνταγματικές διατάξεις τροποποιήθηκαν, προκειμένου να υπάρξει προσαρμογή στη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Είναι γνωστή π.χ. η επίδραση της απόφασης Procola κατά Λουξεμβούργου της 28.9.1995 που οδήγησε σε συνταγματική τροποποίηση, αναφορικά με τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας του Μεγάλου Δουκάτου.

Η υποχρεωτική ισχύς των αποφάσεων του Δικαστηρίου επιβάλλεται από το άρθρο 46 της Σύμβασης, ενώ η δίκαιη ικανοποίηση/αποζημίωση του προσφεύγοντος προβλέπεται στο άρθρο 41 αυτής. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου επιφέρουν όχι μόνο δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων, αλλά και το λεγόμενο «ερμηνευτικό δεδικασμένο» σε σχέση με την ερμηνεία των διατάξεων της Σύμβασης. Το τελευταίο δεν διακρίνεται όμως πάντοτε από σταθερότητα, καθώς η νομολογία του ΕΔΔΑ εξελίσσεται διαρκώς (βλ. π.χ. την διαφοροποίηση της ερμηνείας του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αναφορικά με τις υπαλληλικές διαφορές που εμπίπτουν στο εύρος αυτού του άρθρου, μεταξύ της απόφασης Pellegrin κατά Γαλλίας της 8.12.1999 και της απόφασης Eskelinen κατά Φινλανδίας της 8.8.2006, με επικρατούσα τελικώς την τάση το σύνολο σχεδόν των υπαλληλικών διαφορών να εμπίπτει στην έννοια των «αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικής φύσεως»).

 

  • 2. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αρνείται συνήθως την εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, καθυστερεί όμως να τις εκτελέσει, για λόγους, συχνά, οικονομικούς. Πολλές, άλλωστε, από τις παραβιάσεις της ΕΣΔΑ οφείλονται σε οικονομικές δυσχέρειες (π.χ. μη καταβολή αποζημίωσης για δέσμευση ιδιοκτησιών, κακή κατάσταση διαβίωσης στις φυλακές λόγω ελλείψεως χρημάτων για την ανέγερση νέων φυλακών κλπ.). Ο νομοθέτης, πάντως, ήδη με το ν. 1846/1989 (άρθρο 6 παρ. 2) όρισε ότι θα «εγγράφεται ειδικό κονδύλιο στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών για την κάλυψη των απαιτούμενων ποσών σε περίπτωση φιλικών διακανονισμών ή καταδίκης», ενώ με το ν. 2515/1997 (άρθρο 29) διευκολύνθηκε ακόμη περισσότερο η ταχεία εξόφληση «χρηματικής φύσης υποχρεώσεων του ελληνικού δημοσίου προς τρίτους που προέρχονται από αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων». Εξάλλου, για τις περιπτώσεις που η συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου επιβάλλει επανάληψη της διαδικασίας ενώπιον ελληνικού δικαστικού σχηματισμού, έχουν προβλέψει το άρθρο 12 του ν. 2865/2000 (για τα ποινικά δικαστήρια), το άρθρο 23 του ν. 3900/2010 (για τα διοικητικά δικαστήρια πλην του ΣτΕ) και το άρθρο 16 του ν. 4446/2016 (για το ΣτΕ). Σε σχέση με τις αστικής φύσεις υποθέσεις υπήρχε μέχρι πρόσφατα πλήρες νομοθετικό κενό (βλ. ήδη άρθρο 29 ν. 4491/2017). Φαίνεται ότι η αμηχανία από το νομοθέτη και το δικαστή να δεχτούν επανάληψη της διαδικασίας γι αυτής της φύσης τις υποθέσεις οφειλόταν στην καταδίκη της Ελλάδας με την απόφαση Τουρκική Ένωση Ξάνθης της 27.3.2008. Η υπόθεση αφορούσε τη διάλυση σωματείου υφιστάμενου από το 1927, κατ’ αποδοχή αίτησης του νομάρχη, που οδήγησε στη διαπίστωση της παραβίασης του άρθρου 11 της Σύμβασης (δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι). Έχει πάντως υποστηριχθεί ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ συνιστά μεταβολή των συνθηκών κατά το άρθρο 758 ΚΠολΔικ. Νομοθετικές ρυθμίσεις προβλέφθηκαν και μετά τις αποφάσεις Αθανασίου της 9.2.2006 (για τα διοικητικά δικαστήρια εν γένει), Μιχελιουδάκη της 3.4.2012 (για τα ποινικά δικαστήρια) και Γλύκαντζη της 30.10.2012 (για τα πολιτικά δικαστήρια και το Ελεγκτικό Συνέδριο), αναφορικά με το μέγα πρόβλημα της ελληνικής δικαιοσύνης, την υπερβολική διάρκεια των δικών. Προβλέφθηκε, έτσι, ειδικός εθνικός δικαστικός μηχανισμός μονομελούς σύνθεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στα διοικητικά, αλλά και στα πολιτικά δικαστήρια (ν. 4055/2012 και ν. 4239/2014) για τη διαπίστωση της τυχόν υπέρβασης της εύλογης διάρκειας μιας δίκης και την επιδίκαση ποσού δίκαιης ικανοποίησης. Ελπίζεται ότι αυτές οι νομοθετικές πρωτοβουλίες θα επιφέρουν όχι μόνο ελάφρυνση των υποθέσεων στο Δικαστήριο του Στρασβούργου, αλλά και ικανοποίηση, κατά το δυνατόν, των διαδίκων που συνήθως ταλαιπωρούνται στη χώρα μας από τη μακρά διάρκεια των δικών.

Αξίζει, περαιτέρω, να επισημανθεί η ειδικότερη επίδραση που άσκησε στην ελληνική έννομη τάξη το ΕΔΔΑ, με ενδεικτική μνεία ορισμένων αποφάσεών του. Αποδοκιμάσθηκε έτσι ο υπερπληθυσμός στις φυλακές με την απόφαση Ταγκατίδης και λοιποί της 11.10.2011 (αντί 80 ατόμων υπήρχε εγκλεισμός 220 ατόμων – αναλογία 3 τ.μ. ανά κρατούμενο) και στους χώρους κράτησης αστυνομικής υπηρεσίας (3 μήνες κράτηση), κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Για να αντιμετωπίζει όμως το πρόβλημα του υπερπληθυσμού στις φυλακές η Ελλάδα, αντί να ανεγείρει νέες φυλακές, συνήθως νομοθετεί μέτρα πρόωρης αποφυλάκισης καταδίκων! Με την πρόσφατη απόφαση που αφορά τις συνθήκες εργασίας των εργατών γης που συλλέγουν τη φράουλα στη Μανωλάδα (Chowdury και λοιποί κατά Ελλάδας της 30.3.2017), η Ελλάδα θεωρήθηκε ότι παρέβη το άρθρο 4 της Σύμβασης που αφορά απαγόρευση αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας. Οι συνθήκες στα φραουλοχώραφα δεν έχουν όμως έκτοτε αλλάξει, ως προς τις συνθήκες εργασίας και διαμονής των εργατών γης. Ενδιαφέρουσα ήταν και η καταδίκη της Ελλάδας στην υπόθεση Τσιρλής και Κουλούμπας της 29.05.1997. Θρησκευτικοί λειτουργοί μαρτύρων του Ιεχωβά, ήτοι γνωστής θρησκείας, κατά τη νομολογία του ΣτΕ, είχαν καταδικασθεί για ανυποταξία. Η ποινική αυτή καταδίκη τους θεωρήθηκε ότι δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 5 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Καίριας σημασίας υπήρξε η διατύπωση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και η επ’ αυτού σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ. Η μη τήρηση της «εύλογης προθεσμίας» για την περαίωση των δικών (βλ., μεταξύ άλλων, τις Eduart Kola της 2.4.2009, Δ. Βερβεσός της 14.5.2009, για ποινικές υποθέσεις) οδήγησε σε πολλές νομοθετικές αλλαγές για την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης χωρίς όμως συχνά σημαντικά αποτελέσματα. Αντίθετα, μεγάλη σημασία για τη διοικητική δικαιοσύνη είχε ο ν. 3900/2010, με τον οποίο επιχειρήθηκε η αποσυμφόρηση των υποθέσεων που κατακλύζουν το ΣτΕ, στο φως της πιλοτικής δίκης Αθανασίου της 21.12.2010, με ρυθμίσεις άλλοτε επιτυχείς (μεταφορά πολλών υποθέσεων στα κατώτερα του ΣτΕ διοικητικά δικαστήρια, μεταβολή του περιεχομένου της εισήγησης) και άλλοτε όχι (υπερβολικός περιορισμός της αναίρεσης και της ακυρωτικής έφεσης με βάση την εκάστοτε υφιστάμενη ή όχι νομολογία). Αποδοκιμασία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου υπήρξε και ως προς ορισμένες δικονομικής φύσης προϋποθέσεις πρόσβασης στον Άρειο Πάγο (Α.Π.) και το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ). Με τις υποθέσεις, Perlale της 22.2.2007 και Καραβελατζής της 16.4.2009 θεωρήθηκε ότι η ερμηνεία του Α.Π., ως προς το άρθρο 510 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., και συγκεκριμένα η θέση του ότι δεν συνιστά αυτοτελή λόγο αναιρέσεως η παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ ήταν εσφαλμένη και έτεινε προς σόφισμα! Στη συνέχεια, μετά την 14/2010 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Α.Π. φαίνεται ότι ακολουθήθηκε μια πιο ήπια νομολογιακή θέση. Ως προς το ΣτΕ, μετά την απόφαση Σωτήρης και Νίκος Κούτρας ΑΤΤΕΕ της 16.11.2000 κρίθηκε ότι αντιβαίνει στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ η αυστηρή νομολογιακή θέση του (π.χ. ΣτΕ 1850/1989) περί του απαραδέκτου των κατατιθέμενων σε άλλες αρχές, πλην του ΣτΕ, ενδίκων βοηθημάτων που απευθύνονταν σ’ αυτό, όταν η σχετική πράξη κατάθεσης δεν περιείχε ορισμένα τυπικά στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν από αλλού να συνάγονται. Η νομολογία του ΣτΕ στη συνέχεια συμμορφώθηκε πλήρως με τα κριθέντα από το ΕΔΔΑ.

Ενδιαφέρουσα ήταν, επίσης, η απόφαση Φίλης της 27.8.1991 που αφορούσε την ατομική πρόσβαση σε δικαστήριο μηχανικού, μέλους του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, η απόφαση Καμπάνης της 13.7.1995 που αφορούσε τη δυνατότητα του δικαστικού συμβουλίου να καλέσει τον προσωρινώς κρατούμενο να εμφανιστεί ενώπιον του, καθώς και η υπόθεση των Ιερών Μονών της 9.12.1994 που αφορούσε την παραχώρηση στο Κράτος μεγάλου μέρους της αγροτικής και δασικής περιουσίας μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, ακόμα και αν αυτές δεν είχαν περιληφθεί στη σχετική σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Σημειωτέον ότι και στις τρεις αυτές περιπτώσεις η Ελλάδα συμμορφώθηκε με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ με νεότερες νομοθετικές ή κανονιστικές ρυθμίσεις. Σημαντικές και οι αποφάσεις Βαλσάμης της 18.12.1996 και Ευστρατίου της 18.12.1996. Με τις αποφάσεις αυτές ανατράπηκε η νομολογία του ΣτΕ που έκρινε απαράδεκτη την αίτηση ακυρώσεως που αφορούσε πειθαρχικές ποινές πενθήμερης αποβολής σε μαθητές, γιατί κρίθηκε ότι το απαράδεκτο του ακυρωτικού ελέγχου από το Συμβούλιο της Επικρατείας επί προσβολής πράξεων εσωτερικής τάξης στα σχολεία ήταν αντίθετο με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, που αφορά το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής.

Σε άλλες περιπτώσεις, η εθνική νομολογία εμπνέεται απλώς από τις ρυθμίσεις της ΕΣΔΑ. Έτσι, με την ΣτΕ 1117/2000 (Ολ.) κρίθηκε ότι, κατά την έννοια του νόμου, ο πρύτανης ΑΕΙ που άσκησε πειθαρχική δίωξη κατά καθηγητή δεν επιτρέπεται να συμμετάσχει στο πειθαρχικό συμβούλιο που επιλαμβάνεται στη συνέχεια της πειθαρχικής δίκης. Επίσης, με τις ΣτΕ 2152-3/2000 (Ολ.) κρίθηκε ότι από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ πηγάζει το δικαίωμα του εγκαλούμενου να ζητήσει, κατά την διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων, τη συμπαράσταση πληρεξούσιου δικηγόρου, ακόμα και αν η ειδική νομοθεσία δεν το προβλέπει και μάλιστα όταν αφορά υπαλλήλους στρατιωτικά οργανωμένου σώματος ασφαλείας.

Στην υπόθεση Κοκκινάκης (μάρτυρας του Ιεχωβά) της 25.5.1993 καθώς και στην υπόθεση Λαρίσης (οπαδός της Πεντηκοστιανής Εκκλησίας) της 24.2.1998, κρίθηκε ότι δεν δικαιολογήθηκε από τα ελληνικά δικαστήρια γιατί ήταν αναγκαίες, στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας, οι συγκεκριμένες ποινικές καταδίκες για προσηλυτισμό και άρα παραβιάστηκε το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ (ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας), μολονότι δεν αποδοκιμάσθηκαν ευθέως οι σχετικές ποινικές διατάξεις. Η συνέχεια ήταν ότι δεν υπήρξαν, έκτοτε, ποινικές καταδίκες γι αυτό το λόγο. Στην υπόθεση Μανουσάκης (ποινική καταδίκη μαρτύρων του Ιεχωβά) της 26.9.1996, η αποδοκιμασία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου δεν αφορούσε, επίσης, την ίδια την πρόβλεψη της από το νόμο χορήγησης άδειας ευκτήριου οίκου, αλλά τη συμπεριφορά της Διοίκησης να καθυστερεί επί μακρόν να ανταποκριθεί σε αίτημα για χορήγηση άδειας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αποτελεσματική προστασία, κατά το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ. Έκτοτε η Διοίκηση χορηγεί τις άδειες κατά δέσμια αρμοδιότητα (ΣτΕ 4202/2012 (Ολ.)), αφού διαπιστωθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι θα τελέσουν θρησκευτική λατρεία υπό τους όρους του Συντάγματος. Στην περίπτωση του Σερίφ της 14.12.1999 η καταδίκη της Ελλάδος για παράβαση του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ στηρίχθηκε στο γεγονός ότι δεν υπήρξε ανεκτικότητα από την Πολιτεία στην άσκηση εκ μέρους του προσφεύγοντος καθηκόντων θρησκευτικού αρχηγού μιας ομάδας που τον ακολουθούσε οικειοθελώς. Έγινε δεκτό ότι ο Σερίφ δεν επιχείρησε να ασκήσει τις δικαστικές και διοικητικές αρμοδιότητές του μουφτή. Επίσης, η μη αναγνώριση από τον Άρειο Πάγο νομικής προσωπικότητας στην Καθολική Εκκλησία Χανίων δεν θεωρήθηκε παράβαση του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, αλλά γιατί ήταν αδύνατη η δικαστική προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων της εν λόγω Εκκλησίας, αφού αυτή δεν είχε πρόσβαση σε δικαστήριο, ενώ παράλληλα υπήρξε παραβίαση της αρχής απαγόρευσης διακρίσεων, από τη στιγμή που αναγνωριζόταν νομική προσωπικότητα στην Εκκλησία της Ελλάδος και την Ισραηλιτική Κοινότητα. Τελικά, αναγνωρίστηκε η νομική της προσωπικότητα με το ν. 2731/1999. Αμφισβήτηση ενώπιον του ΕΔΔΑ υπήρξε και για το εάν η απαγόρευση αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες αντιβαίνει ή όχι στο άρθρο 9 της Σύμβασης: Το Δικαστήριο στην απόφαση Σοφιανόπουλος της 12.12.2002 θεώρησε προφανώς απαράδεκτη τη σχετική προσφυγή, σημειώνοντας ότι δεν μπορούν να υπεισέλθουν υποχρεωτικά ή προαιρετικά οι θρησκευτικές πεποιθήσεις στις αστυνομικές ταυτότητες. Από τη μεταγενέστερη όμως απόφαση Wasmuth κατά Γερμανίας της 17.2.2011 προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχτηκε την αναφορά σε κάρτα μισθοδοσίας/φορολογική κάρτα σημείωσης ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ανήκει σε θρησκευτική κοινότητα, έτσι ώστε να μην του παρακρατείται θρησκευτικός φόρος από τον εργοδότη του. Η περίπτωση αυτή αποκαλύπτει ότι κάποτε η αρνητική θρησκευτική ελευθερία υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς. Στην παραπάνω περίπτωση επεδιώκετο η απαλλαγή από φόρο και η αναφορά στην κάρτα αφορούσε μόνο τη σχέση φορολογουμένου, εργοδότη και φορολογικών αρχών.

Σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης που κατοχυρώνει το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, η νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου δεν αγνοεί την ανάγκη εξισορρόπησης της προστασίας αυτού του δικαιώματος και του σεβασμού του κύρους των δικαστών. Στην υπόθεση Αλφαντάκης της 11.2.2010 η πλάστιγγα έγειρε υπέρ της πρώτης, όταν ο προσφεύγων καταδικάσθηκε από τα ελληνικά δικαστήρια σε καταβολή αποζημίωσης λόγω της προσβολής της προσωπικότητας εισαγγελέα, για τον οποίον είχε εκφρασθεί ειρωνικά σε δελτίο ειδήσεων ευρείας ακροαματικότητας, στο πλαίσιο όμως υπεράσπισης του πελάτη του. Επίσης, στην υπόθεση Ρίζος και Ντάσκας της 27.5.2004 το συμφέρον του εμπλεκομένου εισαγγελέα να διαφυλάξει τη φήμη του έναντι των προσφευγόντων δεν υπερίσχυσε του γενικού ενδιαφέροντος για υπόθεση σχετική με την άσκηση της δικαστικής εξουσίας. Αντιθέτως, απορριπτική υπήρξε η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Καρπέτας της 30.10.2012 επί καταδίκης του προσφεύγοντος δικηγόρου για συκοφαντική δυσφήμηση εισαγγελέα και δικαστή. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ήταν και η απόφαση Σιδηρόπουλος της 10.7.1998 που αφορούσε κυρίως τα άρθρα 9, 10 και 11 της ΕΣΔΑ. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι δεν ζητήθηκαν από την Επιτροπή Υπουργών, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γενικότερα μέτρα συμμόρφωσης προς την απόφαση αυτή. Θεωρήθηκε επαρκής η διάδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στους έλληνες δικαστές και η δημοσίευση του κειμένου της, μεταφρασμένου στα ελληνικά και σχολιασμένου επιστημονικά σε ευρείας κυκλοφορίας νομικά περιοδικά.

Αποφασιστική ήταν, επίσης, η επίδραση στην ελληνική νομολογία του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης σχετικά με την προστασία της «ιδιοκτησίας», δηλαδή της περιουσίας εν γένει (biens, possessions), κατά την έννοια αυτής της διάταξης. Ενισχύθηκε, έτσι, προεχόντως η προστασία των ενοχικής φύσης δικαιωμάτων, στα οποία δεν αναγνωριζόταν από τη νομολογία συνταγματική περιωπή. Ακόμα, με την ευκαιρία της ερμηνείας της εν λόγω διάταξης, διαμορφώθηκε ως κριτήριο η δίκαιη ισορροπία μεταξύ δημοσίου συμφέροντος και ατομικού δικαιώματος. Από τις πολλές αποφάσεις ελληνικού ενδιαφέροντος αξίζει να σημειωθούν εκείνες που αποδοκιμάζουν την μακροχρόνια δέσμευση απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών χωρίς την καταβολή σχετικής αποζημίωσης. Σημειωτέες δύο ακόμη αποφάσεις: Η πρώτη είναι η απόφαση Αποστολάκης της 22.10.2009, στην οποία αποδοκιμάζεται η μετά από ποινική καταδίκη αυτόματη στέρηση κάθε συνταξιοδοτικής παροχής που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια του μέσου επιβίωσης προσώπου που έχει συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδότησης. Η άλλη είναι η απόφαση του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου της 23.11.2000, στην οποία κρίθηκε ότι η καταβολή αποζημίωσης, για στέρηση περιουσίας, μικρότερης από την πλήρη μπορεί να δικαιολογείται στην περίπτωση που η αφαίρεση της περιουσίας γίνεται με σκοπό να υλοποιηθούν «θεμελειακές πολιτειακές αλλαγές στο συνταγματικό σύστημα μιας χώρας». Γίνεται γενικότερα δεκτό ότι είναι ανεκτά κάποια μέτρα επέμβασης στην περιουσία που λαμβάνονται στο πλαίσιο αλλαγής του πολιτικού καθεστώτος και του οικονομικού συστήματος, ιδιαίτερα κατά την αρχική μεταβατική περίοδο (Λ.-Α. Σισιλιάνου, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2η Έκδοση, σελ. 800). Μπορεί, βέβαια, η άποψη αυτή να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής.

Ενδιαφέρουσες είναι ορισμένες αποφάσεις του ΕΔΔΑ ελληνικού ενδιαφέροντος που αναφέρονται σε αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Α.Ε.Δ.), λειτουργούντος ως Εκλογοδικείου, σε σχέση με διατυπωθέντα παράπονα για παράβαση του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το οποίο αφορά το δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές. Στην υπόθεση Γείτονας της 1.7.1997 κρίθηκε καταφατικά η συμβατότητα των κωλυμάτων/ασυμβίβαστων, που ορίζονται από το Σύνταγμα για την εκλογή βουλευτών, προς τους ορισμούς της ΕΣΔΑ. Πολύ ενδιαφέρουσες είναι επίσης δύο άλλες αποφάσεις του ΕΔΔΑ, η απόφαση Λυκουρέζος της 15.6.2006, καθώς και η απόφαση Πασχαλίδης, Κουτμερίδης και Ζαχαράκης κατά Ελλάδος, της 10.4.2008. Και στις δύο αυτές υποθέσεις διαπιστώθηκε παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Στην απόφαση Λυκουρέζος σημειώνεται ότι «…η γενική απαγόρευση του άρθρου 57 του Συντάγματος καθιερώνει επαγγελματικό ασυμβίβαστο που απαντάται σπανίως στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Το καθοριστικό, όμως, στοιχείο, το οποίο κατέστησε ελαττωματική την εκλογή που είχε διεξαχθεί υπό άψογες συνθήκες (δεν υπήρχε τότε επαγγελματικό ασυμβίβαστο), ήταν το αιφνιδιαστικό του μέτρου κατά τρόπο που ούτε ο προσφεύγων ως υποψήφιος, ούτε οι ψηφοφόροι μπορούσαν να είχαν προβλέψει. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι με την άμεσο εφαρμογή του άρθρου 57 του Συντάγματος, σε μια εκλογή που είχε ήδη λάβει χώρα με απόλυτη νομιμότητα, παραγνώρισε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, χωρίς να υφίσταται κάποιος επιτακτικός λόγος προς τούτο για τη δημοκρατική τάξη και παραβίασε την ίδια τη φύση του άρθρου 3 του Πρώτου Πρωτοκόλλου» (δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές). Για τον ίδιο λόγο (παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης) αποδοκιμάσθηκε με την απόφαση Πασχαλίδης, Κουτμερίδης και Ζαχαράκης η απώλεια βουλευτικής έδρας, επισυμβάσα με απόφαση του Α.Ε.Δ, το οποίο μετέβαλε αιφνιδίως τη νομολογία του σχετικά με τον υπολογισμό των λευκών ψηφοδελτίων στο εκλογικό μέτρο.

Οι τελευταίες πιο κάτω νομολογιακές επισημάνσεις αφορούν το άρθρο 4 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου που αφορά το αξίωμα  «ne bis in idem». Η γενικότερα αποδεκτή αυτή αρχή του ποινικού δικαίου ερμηνεύθηκε με έναν απροσδόκητο και αμφιλεγόμενο τρόπο. Έχει γίνει δεκτό ότι μπορεί να αποτελεί «ποινική» κύρωση, κατά την έννοια της ΕΣΔΑ, και μια σημαντική διοικητική κύρωση και συνεπώς μια καταδίκη ή μια αθώωση σε μια ποινική δικαιοδοσία δεν μπορεί να ακολουθείται από μια νέα δίκη σε ένα διοικητικό δικαστήριο που να δικάζει τη διοικητική κύρωση, και αντίστροφα. Το πρόβλημα ανέκυψε με έντονο τρόπο στις περιπτώσεις ποινικής τιμωρίας ή αθώωσης, αλλά και επιβολής, παράλληλα, πολλαπλών τελών από την Διοίκηση σε περιπτώσεις λαθρεμπορίας. Το ΣτΕ, ήδη με την 2067/2011 (Ολ.) απόφαση του, δέχτηκε ότι «το άρθρο 4 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύτηκε από το ΕΔΔΑ, δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής, εν προκειμένω, γιατί θα αντέβαινε προς τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος. Πράγματι, εφόσον το διοικητικό δικαστήριο που διαπιστώνει ότι έχει υπάρξει αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου υποχρεούται εκ τούτου και μόνο να ακυρώσει το πολλαπλό τέλος που επιβλήθηκε από τις τελωνειακές αρχές, το δε ποινικό δικαστήριο, σε ανάλογη περίπτωση, να παύσει εκ τούτου την ποινική δίωξη, η διάταξη αυτή του Έβδομου Πρωτοκόλλου, έτσι εφαρμοζόμενη, καταλήγει κατ’ ουσίαν να στερεί το δικαστήριο, διοικητικό ή ποινικό της υποχρεώσεως του να κρίνει την διαφορά». Η απόφαση αυτή του ΣτΕ επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με τη ΣτΕ 1741/2015 (Ολ.), ενώ η αντίθετη νομολογία του ΕΔΔΑ επιβεβαιώθηκε με την πρόσφατη απόφαση Καπετάνιος της 30.4.2015. Το αδιέξοδο θα μπορούσε να λυθεί με δύο τρόπους. Είτε με την πλήρη αποποινικοποίηση της λαθρεμπορίας και τη διατήρηση μόνο της πρόβλεψης επιβολής πολλαπλού τέλους από τη Διοίκηση, το οποίο συχνά περισσότερο ανησυχεί τους συγκεκριμένους παραβάτες, είτε τον ορισμό αποκλειστικής αρμοδιότητας του διοικητικού δικαστηρίου μέχρι ενός ποσού πολλαπλών τελών και αποκλειστικής, επίσης, αρμοδιότητας του ποινικού δικαστή για παραβάσεις πέραν του ποσού αυτού. Και τα δύο εναλλακτικά σενάρια προτάθηκαν από νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό την προεδρία μου, αλλά απορρίφθηκαν από τον αρμόδιο Υπουργό. Έτσι το πρόβλημα παραμένει. Αντίθετα φαίνεται ότι μάλλον εξομαλύνεται, στην πράξη, η διαφορετική ποινική και πειθαρχική μεταχείριση υπαλλήλων που διαπράττουν τόσο ποινικά όσο και πειθαρχικά αδικήματα. Η διαφοροποίηση και εδώ της νομολογίας του ΣτΕ (βλ. ΣτΕ 4662/2012 (Ολ.)) δεν θα οδηγεί σε σύγκρουση με τις νομολογιακές αρχές ΕΔΔΑ, όταν η πειθαρχική τιμωρία του υπαλλήλου στηρίζεται σε παράβαση διάταξης του πειθαρχικού δικαίου του υπαλλήλου που δεν αντιστοιχεί ευθέως σε διάταξη του ποινικού νόμου. Και τούτο, γιατί οι περισσότερες απολύσεις παραβατών δημοσίων υπαλλήλων χωρούν για «αναξιοπρεπή συμπεριφορά», ανεξάρτητα από την ποινική διάσταση κάποιων πραγματικών περιστατικών που τη διαμορφώνουν.

 

  • 3. Συμπερασματικά θα μπορούσε κανείς να σημειώσει ότι η επίδραση της ΕΣΔΑ και της νομολογίας του ΕΔΔΑ στη νομοθεσία, τη νομολογία και τη διοικητική πρακτική στην Ελλάδα υπήρξε αποφασιστική. Ο Νομοθέτης και η Διοίκηση περισσότερο αργά, ο Δικαστής, με ταχύτερους ρυθμούς, προσαρμόστηκαν στις ρυθμίσεις της Σύμβασης, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν από το Δικαστήριο του Στρασβούργου. Και η επίδραση αυτή ακολούθησε, τις περισσότερες φορές, σωστή πορεία. Τούτο, βέβαια διευκολύνθηκε και από το γεγονός ότι οι αντίστοιχες ελληνικές συνταγματικές διατάξεις έβαιναν, συνήθως, προς την ίδια νοηματική κατεύθυνση.

Σοβαρό μειονέκτημα εξακολουθεί να είναι η μη μετάφραση όλων των αποφάσεων του ΕΔΔΑ στην ελληνική γλώσσα. Αυτό το μειονέκτημα για τη διάδοση του συνόλου της νομολογίας του ΕΔΔΑ, έχει αντιμετωπίσει, μερικώς, από καιρό, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο, σε συνεργασία με το ΥΠ.ΕΞ, έχει προβεί σε μεταφράσεις όλων των αποφάσεων που αφορούν την Ελλάδα. Ως προς τις υπόλοιπες αποφάσεις που δεν αφορούν τη χώρα μας, πρέπει να σημειωθεί η πρόσφατη πρωτοβουλία της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου να μεταφράζει και να εμφανίζει, θεματολογικά, τις περιλήψεις αποφάσεων του Δικαστηρίου που έχουν μείζονα σημασία. Οι μεταφράσεις αυτές εμφανίζονται ήδη στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθώς και στην ιστοσελίδα της Εθνικής Επιτροπής.

Ο διάλογος του εθνικού δικαστή και του δικαστή του ΕΔΔΑ προβλέπεται ότι θα ενταθεί στο μέλλον, όταν μετά την ισχύ του 16ου Πρωτοκόλλου θα μπορούν τα ανώτατα εθνικά δικαστήρια να απευθύνουν στο ΕΔΔΑ αιτήματα γνωμοδοτήσεων σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των δικαιωμάτων και ελευθεριών που περιλαμβάνει η Σύμβαση ή τα Πρωτόκολλα αυτής, στο πλαίσιο υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον τους. Το βήμα, βέβαια, αυτό είναι μάλλον δειλό στο βαθμό που τα αιτήματα των εθνικών δικαστηρίων δεν θα οδηγούν σε αποφάσεις του ΕΔΔΑ, αλλά μόνο σε απλές γνωμοδοτήσεις, που δεν θα έχουν, υποχρεωτικό χαρακτήρα. Ελπίζεται ότι τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης θα επιδείξουν στο μέλλον περισσότερο θάρρος. Θάρρος, επίσης, χρειάζεται για την επίλυση του δισεπίλυτου προβλήματος της συνάρθρωσης του δικαίου της ΕΣΔΑ και του ενωσιακού δικαίου παρά τις ρητές προβλέψεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά, μάλιστα, την έναρξη ισχύος του νεότερου και πληρέστερου κειμένου θεμελιωδών δικαιωμάτων, τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Όπως έλεγε ο Πλούταρχος «Αρχή γαρ του νικάν, το θαρρείν».

21.10.2017
(δημοσιευμένο σε ΘΠΔΔ 10/2017 σελ. 929 επ.)