Author Archives: editor

Ιταλία: Πρόεδρος της Δημοκρατίας και συνταγματική πρακτική (το βέτο του Προέδρου Ματαρέλα)

Το βέτο του Ματαρέλα, του Χαράλαμπου Ανθόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ 29/05/2018

Συνταγματικά και πολιτικά διδάγματα από την κίνηση Ματαρέλα, του Γιώργου Σωτηρέλη, Τα Νέα 02/06/2018

Ποιος δικαιούται να προστατεύσει τον λαό από τις επιλογές του; Το ιταλικό παράδειγμα, του Ευάγγελου Βενιζέλου, Το Βήμα 03/06/2018

Ιταλία και Ελλάδα: 2018-1965, του Χαράλαμπου Ανθόπουλου, Εφημερίδα των Συντακτών 04/06/2018

Eίναι εξαγώγιμο το μοντέλο Ματαρέλα; του Νίκου Αλιβιζάτου,
Καθημερινή 5/6/2018

 

Στην Ιταλία δοκιμάστηκαν τα όρια της ευρωπαϊκής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, του Γιώργου Χ. Σωτηρέλη, στην ηλεκτρονική εφημερίδα SLpress.gr στις 6/6/2018

Ο Αντώνης Μανιτάκης επίτιμος Πρόεδρος του Ομίλου “Αριστόβουλος Μάνεσης”

Προς τον Ομότιμο Καθηγητή

Αντώνη Μανιτάκη

Αθήνα, 3/6/2018

Αγαπητέ Αντώνη

Έχω την χαρά και την τιμή να σου ανακοινώσω επίσημα, με την ιδιότητα του νέου προέδρου του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», ότι η Γενική Συνέλευση του Ομίλου αποφάσισε ομόφωνα, στην τελευταία συνεδρίασή της (27.2.2018), να σου απονείμει τον τίτλο του Επίτιμου Πρόεδρου του, αναγνωρίζοντας και τιμώντας την  καθοριστική πράγματι συμβολή σου  τόσο στην δημιουργία του όσο και στην συνολική έως τώρα πορεία του. Εύχομαι και ελπίζω ότι και με την νέα ιδιότητά σου ο Όμιλός μας θα έχει την πλήρη συμπαράσταση και τις πολύτιμες συμβουλές και παροτρύνσεις σου.

Με εγκάρδιους χαιρετισμούς

Γιώργος Σωτηρέλης

Anastasia Poulou, Soziale Grundrechte und europäische Finanzhilfe Anwendbarkeit, Gerichtsschutz, Legitimation, Mohr Siebeck 2017

Soziale Grundrechte und europäische Finanzhilfe

Inwieweit werden soziale Grundrechte durch die Auflagen der europäischen Finanzhilfe bedroht? Anastasia Poulou beleuchtet die Problematik, indem sie über die Geltung und Reichweite der sozialen Grundrechte in der EU aufklärt und eine Konzeption zum gerichtlichen Schutz sozialer Grundrechte in Zeiten der Krise darstellt.

8 Ιουνίου 2018: Ημερίδα Επιστημονικού Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», Θεσσαλονίκη

Συνταγματική Πολιτική:

Η επικαιρότητα της σκέψης του Αριστόβουλου Μάνεση

στον σημερινό διάλογο για την αναθεώρηση του Συντάγματος

 

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018, 5 – 9μμ

Αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου, Δημαρχείο Θεσσαλονίκης

 

 

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΕΝΑΡΞΗ: 17.00:

 

Ενημέρωση για τις δραστηριότητες του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» και Εισαγωγή στην θεματική της Ημερίδας:

Γ. Σωτηρέλης, Πρόεδρος του Επιστημονικού Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ΕΚΠΑ

 

ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 17.30-19.00

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ

 

Προεδρία: Λ. Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια, Νομική ΑΠΘ

 

17.30-17.45: X. Κουρουνδής, ΔΝ, «Η σημερινή πραγματικότητα του αντιπροσωπευτικού συστήματος και το αίτημα διεύρυνσης της δημοκρατικής του νομιμοποίησης»

Σχόλιο: Α. Καϊδατζής, Επικ. Καθηγητής, Νομική ΑΠΘ

Συζήτηση

 

18.15.-18.30: Δ. Ζακαλκάς, ΔΝ, «Η σκοπιμότητα, οι δυνατότητες και τα όρια ανακατανομής των ρόλων μεταξύ των πόλων της εκτελεστικής λειτουργίας»

Σχόλιο: Γ. Καραβοκύρης, Επικ. Καθηγητής, Νομική ΑΠΘ

Συζήτηση

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 19.00-20.30

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Προεδρία: Ι. Καμτσίδου, Αν. Καθηγήτρια, Νομική ΑΠΘ

 

19.00-19.15: Ε. Αναστασιάδου, ΔΝ, Ειδική Επιστήμονας, Νομική ΑΠΘ  «Τα επίμαχα ατομικά δικαιώματα και ο νέος εγγυητισμός»

Σχόλιο: Α. Τάκης, Επικ. Καθηγητής, Νομική ΑΠΘ

Συζήτηση

 

19.45-20.00: Αν. Πούλου, ΔΝ, Ειδική Επιστήμονας, Νομική ΑΠΘ

«Τα βαλλόμενα κοινωνικά δικαιώματα και η σύγχρονη έννοια της κοινωνικής δημοκρατίας»

Σχόλιο: Π. Μαντζούφας, Αν. Καθηγητής, Νομική ΑΠΘ

Συζήτηση

 

20.30: Χ. Ανθόπουλος, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου, ΕΑΠ

Κλείσιμο-Συμπεράσματα Ημερίδας

 

Θεοκρατικός Κατηχητισμός ή Δημοκρατική Πολυφωνία; Το «όπισθεν ολοταχώς» της πρόσφατης απόφασης της «Ολομέλειας» του ΣτΕ

Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ΕΚΠΑ, Πρόεδρος Ομίλου "Αριστόβουλος Μάνεσης"

Όταν πρωτοδιάβασα ορισμένα αποσπάσματα της απόφασης 660/2018 το πρώτο πράγμα που σκέφθηκα, 25 χρόνια μετά την μονογραφία μου περί θρησκευτικής εκπαίδευσης («Θρησκεία και Εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία», εκδ. Σάκκουλας, Αθήνα 1993/1998),  ήταν ότι έγινε λάθος και ότι διάβαζα ένα μαχητικό κείμενο της Εκκλησίας ή της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων. Όταν όμως είδα πλέον το σύνολο της απόφασης κατάλαβα ότι το Συμβούλιο Επικρατείας ανέλαβε επιτέλους να υλοποιήσει, με πάνω από δύο δεκαετίες καθυστέρηση, το «όπισθεν ολοταχώς» του Μακαριστού Χριστόδουλου, υποδυόμενο τον ρόλο των φρουρών  της Επανάστασης  στο μακρινό Ιράν.

Ωστόσο, όταν πρόσεξα τον αριθμό των Συμβούλων της πλειοψηφίας ήρθε η καρδιά μου στη θέση της. Ένας πρόεδρος που μεθόδευσε την σύνθεση (αρκεί να δει κανείς το διαρρεύσαν έγγραφο των 18 διαμαρτυρομένων αντιπροέδρων και συμβούλων για να καταλάβει τι έγινε) και 8 ακόμη δικαστές δεν είναι εν τέλει αρκετοί για να αμαυρώσουν την ιστορία και την παράδοση του Συμβουλίου Επικρατείας. Το πολύ που μπορούν να κάνουν είναι να εκτεθούν ανεπανόρθωτα οι ίδιοι, αποτελώντας ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγήν για το πώς η θρησκοληψία οδηγεί στην θεοκρατία, εκβάλλοντας  την ερμηνεία του Συντάγματος από την κοίτη μιας σύγχρονης –δηλαδή ανοιχτής και δημοκρατικής– ευρωπαϊκής κοινωνίας.

Ίσως αυτά που λέω να φαίνονται υπερβολικά σε ορισμένους. Θα προσπαθήσω να αποδείξω ακριβώς το αντίθετο, αφού όμως προβώ σε μια αναγκαία διευκρίνιση.

Το πρόβλημά μου δεν είναι οι απόψεις της επίσημης Εκκλησίας (όπου και εκεί βέβαια υπάρχουν, ευτυχώς, σοβαρές αποχρώσεις). Μια απλή συγκριτική έρευνα δείχνει ότι όλες οι Εκκλησίες των μονοθεϊστικών θρησκειών χρησιμοποιούν τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα και προπαντός έχουν την ίδια νοοτροπία: πως θα εξασφαλίσουν, μέσω της εκπαίδευσης –δηλαδή με κρατικά δεκανίκια– την «αναπαραγωγή» των θρησκευτικών δοξασιών τους, κατ’επέκτασιν, δε και των όρων διατήρησης της θρησκευτικής εξουσίας τους.

Άρα λοιπόν, η δική μας Εκκλησία δεν έχει καμία ιδιαιτερότητα, αν εξαιρέσουμε ορισμένες γραφικές φιγούρες σαν τον Αμβρόσιο, που μπερδεύει διαρκώς την χούντα με το σημερινό πολίτευμα όπως ακριβώς μπερδεύει και την παλιά με την σημερινή του ιδιότητα.

Η μεγάλη διαφορά, όμως, με τις προηγμένες δημοκρατικά χώρες, είναι το ότι εκεί τόσο το πολιτικό σύστημα όσο και τα Δικαστήρια τόλμησαν από καιρό  να λάβουν τις σωστές αποφάσεις. Εδώ, αντίθετα,  μεν πολιτικό σύστημα είναι στην καλύτερη περίπτωση άτολμο και στην χειρότερη ψοφοδεές τα δε Δικαστήρια κατά κανόνα αισθάνονται την Εκκλησία σαν μια εκδοχή του βαθέος κράτους που δεν πρέπει να θίξουν. Ενίοτε όμως προχωρούν ακόμη περισσότερο, και αναλαμβάνουν τον ρόλο της μακράς χειρός της Εκκλησίας, όπως δείχνουν τα ουκ ολίγα παραδείγματα διασυρμού της χώρας μας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το χειρότερο όμως παράδειγμα, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον το ΣτΕ, είναι αναμφίβολα η συγκεκριμένη απόφαση (φαντάζομαι δε και η επόμενη, που εκκρεμεί).

Ο πρόεδρος –να τον χαίρεται παρεμπιπτόντως  η κυβέρνησή που τον επέλεξε– και 8 ακόμη δικαστές όχι μόνον διαστρέβλωσαν ερμηνευτικά τις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ αλλά και υπεισήλθαν, χωρίς κανένα σχετικό επιστημονικό υπόβαθρο, σε ζητήματα που ανήκουν αποκλειστικά σε ειδικούς θεολόγους. Το ίδιο έκανε, παραδόξως, και η –διαφοροποιημένη ως προς τον κατηχητισμό– μειοψηφία των τριών, με κάτι περίεργα και ακατάληπτα επιχειρήματα περί διδασκαλίας του «ιερού», που ούτε αρμοδιότεροι συνάδελφοι, όπως ο Γιάννης Κονιδάρης και ο Μανώλης Περσελής, δεν ήξεραν να μου απαντήσουν τι μπορεί να σημαίνει…

Δεν σκοπεύω βέβαια, ως προς τα παιδαγωγικά θέματα, να μιμηθώ τους φωτεινούς παντογνώστες της πλειοψηφίας. Πολλώ δε μάλλον όταν έχουμε στο πάνελ τον πλέον ειδικό γι αυτά τα θέματα, τον κ. Περσελή. Δεν αντέχω όμως στον πειρασμό να σχολιάσω την ακόλουθη ανεκδιήγητη πράγματι διατύπωση:

«στην ΘΕ 6 της Γ τάξης του Δημοτικού (με τίτλο «ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός») ο Ιησούς Χριστός παρουσιάζεται ως «ξένος», ως «προσδοκώμενος Μεσσίας», ως «δάσκαλος που όλοι θαυμάζουν», ως «αγαπημένος φίλος», όχι όμως ως Σωτήρας του κόσμου».

Είναι φανερό ότι στην πλειοψηφία δεν αρκεί μόνο η απόφαση. Φλέγεται από την επιθυμία να γράψει και τα βιβλία των θρησκευτικών. Προτείνω λοιπόν ο υπουργός να τους κάνει τη χάρη, αλλά και να τους αναθέσει επιπλέον και τον εκκλησιασμό και την προσευχή, για να ολοκληρωθεί έτσι το καθηκοντολόγιό τους…

Ας σοβαρευτούμε όμως. Το πράγμα θα ήταν αστείο αν δεν ήταν τραγικό. Διότι τραγικό είναι να βλέπει κανείς να επαναλαμβάνονται από ένα Ανώτατο Δικαστήριο μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας –όπως ελπίζω ότι είναι ακόμη η Ελλάδα– απόψεις που αποπνέουν θρησκευτικό ολοκληρωτισμό παλαιάς κοπής, όπως αυτός που επικρατούσε στο πρώην ανατολικό μπλοκ, με την υποχρεωτική αθεϊστική προπαγάνδα, ή στην δική μας χούντα, του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».

Ποιο είναι το βασικό πρόβλημα της απόφασης; Ότι ανατρέπει εντελώς, ετσιθελικά και αυθαίρετα, την φυσιολογική πορεία του ερμηνευτικού συλλογισμού.

Αρχίζουμε από το άρθρο 16 παρ. 2, περί «ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης». Σε ποιο πεδίο ανήκει αυτή η διατύπωση; Στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων. Πως θα ερμηνευθεί λοιπόν;

Ξεκινάμε από την ιστορική ερμηνεία: η διάταξη τέθηκε εκ των υστέρων –αρχικά δεν υπήρχε– και με σαφή αντιδιαστολή, ως προς την ουδέτερη διατύπωσή της, σε σχέση με την αντίστοιχη φορτισμένη μετεμφυλιακή διάταξη του Σ 1952, που έλεγε ότι η θρησκευτική εκπαίδευση βασίζεται στις αρχές του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Ειρήσθω εν παρόδω, όταν διάβασα την απόφαση το πρώτο που σκέφθηκα ήταν ότι η πλειοψηφία της δεν κατάλαβε ότι αυτή η διάταξη άλλαξε…

Ας προχωρήσουμε, όμως, στην συστηματική και τελολογική ερμηνεία; Με ποιες διατάξεις συνδέεται προνομιακά η εν λόγω διάταξη; Προεχόντως αλλά και αναπόσπαστα με την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1, που κατοχυρώνει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Τι σημαίνει όμως, κατ’αρχάς,  θρησκευτική συνείδηση; Σημαίνει –και επικαλούμαι τον αείμνηστο Δάσκαλό μου Αριστόβουλο Μάνεση– το ενδιάθετο φρόνημα για το θείο, είτε θετικό, υπέρ κάποιου δόγματος ή θρησκεύματος, είτε αρνητικό. Με βάση τον ορισμό αυτό, η ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει πρώτον το δικαίωμα, να διαμορφώνω ανεπηρέαστα το ενδιάθετό μου φρόνημα, δεύτερον το δικαίωμα να το αλλάζω κατά το δοκούν και τρίτον το δικαίωμα να το δηλώνω ή να μην το δηλώνω.

Όταν λοιπόν το Σύνταγμα λέει «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» είναι δυνατόν να την εννοεί αποκομμένη από την από την θεσμική της βιόσφαιρα και ενταγμένη σε μια λογική πολλαπλής και βιωματικής χειραγώγησης;

Αλλά και γενικότερα: Είναι δυνατόν να νοηθεί «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» χωρίς καμία αναγωγή στη μήτρα των ατομικών δικαιωμάτων, δηλαδή στην διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περί ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας; Τι είδους ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας μπορεί να φαντασθεί κανείς όταν ένα βασικό στοιχείο της προσωπικότητας, δηλαδή το ενδιάθετο φρόνημα για το θείο, θεωρείται ασφυκτικά και υποχρεωτικά προδιαγραμμένο για όσους έχουν νηπιοβαπτισθεί; Και τι μπορεί να σημαίνει άραγε, σε συνάρτηση με αυτό, η διάταξη του ίδιου του άρθρου 16 παρ. 2, για την «διάπλαση ελεύθερων πολιτών»;…

Η βασική λοιπόν κανονιστική συνέπεια του άρθρου 16 παρ. 2 είναι ότι επιβάλλει οπωσδήποτε, υπό μια μορφή θρησκευτικής εκπαίδευσης, οριοθετώντας  την μεν αυστηρά στο πλαίσιο της συνταγματικής ελευθερίας αλλά και αποκλείοντας συστήματα πλήρους αποκοπής της από το σχολείο (όπως της Γαλλίας ή των ΗΠΑ). Κατά την άποψή μου, δε, πράττει ορθά διότι συμμερίζομαι την άποψη του Ρεζι Ντεμπρέ ότι το θρησκευτικό φαινόμενο είναι πολύ σοβαρό θέμα για να μένει εκτός εκπαίδευσης και ότι, κατ’επέκτασιν, οι μαθητές, χωρίς το αντίβαρο μιας ανοιχτής και  ανεκτικής προσέγγισης, είναι εν δυνάμει εύκολα θύματα των κάθε λογής οικογενειακών και κοινωνικών φονταμενταλισμών…

Αυτό το κρατάμε, προς το παρόν, διότι θα επανέλθουμε, και προχωράμε στον αντεστραμμένο συλλογισμό της πλειοψηφίας της απόφασης.

Από πού ξεκινά αυτός ο συλλογισμός; Από το άρθρο 3, περί «επικρατούσας θρησκείας». Δηλαδή από μια διάταξη που ανήκει στο οργανωτικό μέρος του Συντάγματος και που αποβλέπει, κατά την ιστορική ερμηνεία, στην απλή «διαπίστωση» των θρησκευτικών δεδομένων και στον καθορισμό, με βάση αυτά τα δεδομένα, του εορτολογίου και των αργιών.  Αυτά επί λέξει τόνισε στη συζήτηση για το Σύνταγμα του 1975 ο τότε υπουργός παιδείας Ζέππος, καθησυχάζοντας εκείνους που αντιδρούσαν. Προσωπικά θα προχωρούσα και λίγο περισσότερο, αποδεχόμενος και το “honoris causa” που έλεγε στον 19ο αιώνα ο Παύλος Καλλιγάς, που συνεπάγεται, κατά την άποψή μου, και μια ιδιαίτερη απόδοση τιμής και σεβασμού, λόγω του ότι η Ορθοδοξία πράγματι αποτελεί κρίσιμο  στοιχείο της εθνικής και πολιτισμικής μας παράδοσης.

Και βεβαίως υπάρχει και μια τρίτη διάσταση του άρθρου 3, που αφορά την ρύθμιση των σχέσεων της επικρατούσας θρησκείας με το Πατριαρχείο, που ασφαλώς δεν μπορεί να παραβλεφθεί. Κατά τον Ευάγγελο Βενιζέλο, μάλιστα, που μόνο για αντιεκκλησιαστική στάση δεν μπορεί να κατηγορηθεί, «μόνο για το λόγο αυτό υπάρχει το άρθρο 3 ιστορικά στα Ελληνικά Συντάγματα».

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το άρθρο 3 δεν υπάρχει στο Σύνταγμα σαν περιορισμός της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως το θέλει η πλειοψηφία της απόφασης. Ειδικότερα, δε, κανείς από όσους ασχολήθηκαν επιστημονικά με το θέμα δεν αποδέχεται το ότι «επικρατούσα θρησκεία» σημαίνει θρησκεία που πρέπει πάση θυσία και με κάθε μέσο να επικρατεί μέσω της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Ξεκινώ από τους αείμνηστους Δασκάλους μου Μάνεση και Τσάτσο, συνεχίζω με τους επιγόνους, Μανιτάκη, Αλιβιζάτο, Βενιζέλο και φθάνω σε όλους τους νεότερους που έγραψαν σχετικά κείμενα, μηδενός εξαιρουμένου.

Η πλειοψηφία όμως της απόφασης είναι απτόητη. Το τι λέει σύσσωμη η θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου δεν έχει γι αυτήν καμία σημασία. Όπως δεν έχει σημασία, βέβαια, ούτε η εμβληματική απόφαση 2280/2001 του ΣτΕ για τις ταυτότητες (με διπλάσιους, επισημαίνω, δικαστές) ούτε το ad hoc Πρακτικό Επεξεργασίας 347/2002, που δεν μνημονεύεται καν –όλως τυχαίως– στην απόφαση. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να μηρυκάσει αυτό που λέει η Εκκλησία, ιδίως μετά την εμφανή στροφή που έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, προσεγγίζοντας πλέον όλο και πιο πολύ τις απόψεις του Μακαριστού  Χριστόδουλου.

Τι λέει λοιπόν η Εκκλησία και επαναλαμβάνει άκριτα και αβασάνιστα η πλειοψηφία της απόφασης; Επειδή δεν τολμά πλέον να ισχυρισθεί ότι είναι κρατική θρησκεία, έχει βρει το σόφισμα της «πλειοψηφίας», που οδηγεί σε  πλειοψηφική παραφθορά της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης. Κατά το σόφισμα αυτό, αφού οι ορθόδοξοι γονείς είναι η συντριπτική πλειοψηφία –όρος μεταφερμένος επίτηδες από το πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων, αντί του ορθού πλειονότητα–  έχουν αξίωση να ζητούν θρησκευτική εκπαίδευση σύμφωνα με τα δικά τους πιστεύω. Και ποιός διερμηνεύει αυτά τα πιστεύω; Μα φυσικά η επίσημη Εκκλησία. Άρα αυτή πρέπει να καθορίζει το περιεχόμενο του μαθήματος, το οποίο βεβαίως πρέπει να είναι ακραιφνώς «ελληνοχριστιανικό», δηλαδή να αποβλέπει, όπως επανειλημμένα αποφαίνεται η πλειοψηφία του ΣτΕ, σε έναν μονοφωνικό και υποχρεωτικό κατηχητισμό, συνδυασμένο με βιωματικές μορφές δογματικού διαποτισμού –όπως ο εκκλησιασμός και η προσευχή– μην τύχει και ξεφύγει κανείς από τους νηπιοβαπτισθέντες ορθοδόξους μαθητές από τον ορθό δρόμο και μπει στον πειρασμό του αγνωστικισμού. Ούτε τα μαρκαρισμένα γελάδια στη μακρινό West δεν είχαν τέτοια μεταχείριση.

Ωστόσο η πλειοψηφία είναι μεγαλόψυχη. Αν κάνει κάποιος δήλωση θρησκευτικών ή αθρησκευτικών φρονημάτων –δηλαδή αν  δεχθεί την παραβίαση  της θρησκευτικής του συνείδησης, όπως είδαμε– μπορεί και να αποφύγει την θρησκευτική προπαγάνδα…

Το ίδιο ισχύει και για τους δασκάλους, στο δημοτικό, όχι όμως και για τους θεολόγους, διότι κατά την Εκκλησία και την πλειοψηφία της απόφασης δεν νοείται καν να δηλώσουν κάτι  άλλο εκτός από ορθόδοξοι, παρά τις ad hoc σχετικές αποφάσεις 194/1987 και 1798/1989 του ΣτΕ (εισηγητές οι Κουβελάκης και  Ανεμογιάννης, αντίστοιχα).

Χαρακτήρισα την προσέγγιση αυτή σόφισμα, για δύο λόγους:

Ο πρώτος είναι ότι η αναγόρευση της Ιεραρχίας σε αυθεντικό εκφραστή της βούλησης όλων των ορθοδόξων είναι εντελώς αυθαίρετη και εν τέλει ψευδεπίγραφη. Ζούμε σε μια εποχή που η σχέση με το θείο, όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά, είναι εν πολλοίς ala carte. Πράγματι, στις σχετικές δημοσκοπήσεις, οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι είναι, γενικώς, 80-90%. Με βάση όμως τις ίδιες δημοσκοπήσεις, πόσοι από αυτούς πιστεύουν στην μεταθανάτια ζωή; Ούτε οι μισοί. Πόσοι πιστεύουν ότι οι προγαμιαίες σχέσεις ή η έκτρωση είναι αμαρτία; Ούτε το 1/3. Πόσοι πηγαίνουν Εκκλησία μόνο Χριστούγεννα και Πάσχα; Σχεδόν το 1/3. Πόσοι δεν πηγαίνουν καθόλου; Πάνω από 10%.

Ο κατάλογος είναι μακρύς και το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα. Οι απόψεις της επίσημης Εκκλησίας κάθε άλλο παρά εκπροσωπούν γενικά την λεγόμενη πλειοψηφία, πολλώ δε μάλλον ερήμην οποιασδήποτε δημοκρατικής διαδικασίας στο εσωτερικό της.  Περίτρανη δε απόδειξη γι αυτό ήταν το «γιαλαντζί» δημοψήφισμα για τις ταυτότητες. Παρότι  δεν υπήρχε καμία ουσιαστικά εγγύηση ως προς τον έλεγχο της συμμετοχής, αυτή που ανακοινώθηκε επίσημα από την Εκκλησία ήταν μικρότερη από το 1/3 του εκλογικού σώματος. Για μια υπόθεση δηλαδή που η Εκκλησία έδωσε τον υπέρ πάντων αγώνα και επιστράτευσε όλα τα μέσα, ο τότε Αρχιεπίσκοπος, παρότι χαρισματικός στην επικοινωνία, δεν κατάφερε να πείσει ότι εκπροσωπεί ούτε καν την απλή «πλειοψηφία» των νηπιοβαπτισθέντων ορθοδόξων. Από πού κι ως που λοιπόν η Ιεραρχία έχει την αξίωση να μιλάει εξ ονόματος όλων των πιστών; Και πως προστατεύει το παιδί του από ένα  κατηχητικό μάθημα ένας Ορθόδοξος που διαφωνεί ριζικά ή που δεν θέλει να έχει καμία επαφή με την Ιεραρχία ή που ανήκει, για να χρησιμοποιήσω μια φράση του Θανάση Παπαθανασίου που μου άρεσε, στην πολιτιστική και όχι στην θεολογική Ορθοδοξία;

Το ακόμη χειρότερο, με βάση αυτήν την προσέγγιση, είναι η επίκληση της ΕΣΔΑ και ειδικότερα του άρθρου 2 του πρόσθετου πρωτοκόλου, που λέει ότι οι γονείς έχουν δικαίωμα να ανατρέφουν τα παιδιά τους σύμφωνα με τις δικές τους πεποιθήσεις. Από πού συνήγαγε η πλειοψηφία ότι από το δικαίωμα αυτό προκύπτει αξίωση των γονιών να επιβάλλουν στο σχολείο την θρησκευτική εκπαίδευση που τους αρέσει,  ένας θεός το ξέρει. Πρόκειται, πράγματι, για τον ορισμό της ερμηνευτικής διαστρέβλωσης, για δύο λόγους:

Αφ’ενός μεν διότι το ΕΔΔΑ έχει ρητά κρίνει –σε πανομοιότυπη υπόθεση που αφορούσε τη Σουηδία (40 Mothers v. Sweden)– ότι το δημόσιο σχολείο δεν είναι και δεν μπορεί να είναι προέκταση της θέλησης των γονέων, καθώς σε ένα δημοκρατικό και άρα ουδετερόθρησκο κράτος είναι αδιανόητο η  εκπαιδευτική πολιτική να ασκείται κατά παραγγελίαν.

Αφ’ετέρου δε διότι το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα αποφανθεί, αρχής γενομένης από υπόθεση που αφορούσε τη Δανία (Kjeldsen v. Denmark),  πρώτον ότι η θρησκευτική εκπαίδευση δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται από «δογματική εμφύτευση θρησκευτικών ιδεών (“indoctrination”) και δεύτερον ότι πρέπει να παρέχεται «με κριτικό αντικειμενικό και πλουραλιστικό τρόπο».

Σας φαίνεται ότι με αυτή την νομολογία του ΕΔΔΑ μπορεί κανείς να επικαλείται την ΕΣΔΑ; Όχι λέει η κοινή λογική. Βεβαίως, απαντά έμμεσα η πλειοψηφία. Αρκεί να βαφτίσεις το κρέας ψάρι. Κι αν η νομολογιακή πραγματικότητα του ΕΔΔΑ είναι διαφορετική, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα…

Κλείνω με μια τελευταία κρίσιμη επισήμανση:

Με βάση την ορθή και όχι την θρησκοληπτική ερμηνεία του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ –την οποία διατύπωσε με πληρότητα η μειοψηφία των 5 της απόφασης, σώζοντας την τιμή του ΣτΕ– δύο μόνο είναι τα θεμιτά ευρωπαϊκά μοντέλα εκπαίδευσης που μπορούν να αντικαταστήσουν την θλιβερή μοναδικότητα του δικού μας, που δεν απέχει πολύ από την «πλύση εγκεφάλου» για να θυμηθούμε τον αείμνηστο Γεώργιο Κουμάντο.

Το πρώτο μοντέλο είναι το «προαιρετικό», και εφαρμόζεται ιδίως στις χώρες όπου κυριαρχεί η καθολική εκκλησία (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία), μέσω «κογκορδάτων», δηλαδή συμφωνιών με το Βατικανό. Εκεί το μάθημα είναι μεν ομολογιακό (και όχι κατηχητικό), αλλά με απεριόριστο δικαίωμα εξαίρεσης, με ή χωρίς επιλογή εναλλακτικού προσφερόμενου μαθήματος. Για να γίνει δε αυτό δεν απαιτείται καμία επίκληση –και πολύ περισσότερο αποκάλυψη– της θρησκευτικής ταυτότητας.

Για να καταλάβουν οι σύμβουλοι της πλειοψηφίας τι σημαίνει σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας, διότι φοβούμαι ότι είναι γι αυτούς terra incognita, αρκεί να αναφέρω ότι με βάση σχετική απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου της Πορτογαλίας, δήλωση πρέπει να κάνουν μόνον αυτοί που επιθυμούν και όχι αυτοί που δεν επιθυμούν να μετάσχουν στο μάθημα.

Το δεύτερο μοντέλο είναι το «θρησκειολογικό», και χαρακτηρίζει ιδίως τα κράτη που έχουν μεν, όπως και το δικό μας, μια μορφή επικρατούσας θρησκείας αλλά σέβονται, ταυτόχρονα, και μάλιστα  πλήρως, και την θρησκευτική ελευθερία. Εκεί, ιδίως στην Αγγλία και τα σκανδιναβικά κράτη, το μάθημα είναι θρησκειολογικό, και εστιάζεται στην πλήρη και πλουραλιστική ενημέρωση όλων των μαθητών για το θρησκευτικό φαινόμενο, με κριτήριο την θρησκευτική ανεκτικότητα. Από το μάθημα απουσιάζει πλήρως ο κατηχητισμός αλλά δίδεται, ευλόγως, ποσοτική έμφαση στον χριστιανισμό και στο κατά χώρα επικρατούν δόγμα (το οποίο αποτελεί και εκεί στοιχείο της εθνικής και της πολιτισμικής παράδοσης για να μην έχουμε αυταπάτες περί ελληνικής ιδιαιτερότητας).

Αυτό είναι το μοντέλο που επελέγη και για τη χώρα μας, από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Και ευλόγως. Διότι αλλιώς είναι βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα θα επιβληθεί, με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα,  η άλλη λύση, της πλήρους προαιρετικότητας, η οποία, πέρα από το ότι είναι κατ’οικονομίαν ανεκτή, υπό το πρίσμα της θρησκευτικης ελευθερίας, θα οδηγούσε αναπόφευκτα ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών εκτός θρησκευτικής εκπαίδευσης αλλά και ένα εξ ίσου μεγάλο ποσοστό θεολόγων σε ανεργία.

Εφαρμόσθηκε σωστά το μοντέλο που επελέγη; Δεν έχω πλήρη εικόνα του μεταβατικού αυτού σταδίου, δηλαδή έως ότου ετοιμασθούν τα βιβλία. Έχω την αίσθηση ότι για την δική μου προσέγγιση το μάθημα δεν είναι αρκούντως θρησκειολογικό. Μπορεί επίσης να υπήρξαν και υπερβολές ή αστοχίες. Προτιμώ να ακούσω επ’ αυτού την γνώμη του κ. Περσελή. Ωστόσο, το βέβαιο είναι ότι δεν έχει καμία σχέση με το μοντέλο του οποίου απολογητής εμφανίζεται η πλειοψηφία της απόφασης, κατηγορώντας μάλιστα το νέο πρόγραμμα ακόμη και για προσηλυτισμό, με προφανή άγνοια της νομικής σημασίας του όρου. Ως εκ τούτου, η στάση μας νομίζω ότι πρέπει να είναι κατ’αρχήν θετική, ευχόμενοι να βελτιωθεί και να προσαρμοσθεί πλήρως τόσο στις επιταγές της θρησκευτικής ελευθερίας όσο και στα εγχώρια θρησκευτικά δεδομένα. Τότε και μόνο τότε θα μπορέσει να εφαρμοσθεί για όλους, χωρίς αντιδράσεις, και όχι μόνο για τους ορθόδοξους. Αυτό σημαίνει βέβαια, ότι έτσι το μοντέλο αυτό θα μπορέσει για παράδειγμα να εφαρμοσθεί και στην Θράκη, ώστε να παύσει η ακόμη χειρότερη, εκεί, θρησκευτική προπαγάνδα, που νομιμοποιείται ακριβώς γιατί υπάρχει ο υποχρεωτικός κατηχητισμός υπέρ της επικρατούσας θρησκείας…

Αυτό ως απάντηση στον μητροπολίτη Σεραφείμ, ο οποίος κόπτεται υπέρ της αρχής της ισότητας, αποκρύπτοντας επιτηδείως το γιατί υπάρχουν αυτές οι διατάξεις για την ομολογιακή θρησκευτική εκπαίδευση των μη ορθοδόξων. Το ζήτημα δεν είναι να έχουν οι –νηπιοβαπτισθέντες– ορθόδοξοι μαθητές την ίδια υποχρεωτική κατήχηση με τους μουσουλμάνους αλλά να παύσουν, εν δυνάμει,  όλοι οι μαθητές να υφίστανται δογματική χειραγώγηση των συνειδήσεών τους.  Το ζήτημα, δηλαδή, δεν είναι ισότητα στην υποχρεωτική και δογματική χειραγώγηση αλλά στο απαραβίαστο της θρησκευτικής συνείδησης όλων των μαθητών.

Αυτό σημαίνει ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης, αυτό σημαίνει ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, αυτό σημαίνει διάπλαση ελεύθερων πολιτών. Πολύ φοβούμαι όμως ότι όλα αυτά για την πλειοψηφία της απόφασης είναι στην καλύτερη περίπτωση άγνωστες λέξεις και στην χειρότερη περίπτωση ανεπιθύμητες λέξεις…

 

 

Ομιλία σε εκδήλωση που οργάνωσαν ο Όμιλος “Αριστόβουλος Μάνεσης” και η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου την Τετάρτη 9 Μαΐου 2018 στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών με τίτλο: ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 660/2018 ΟΛΟΜ. ΤΟΥ Σ.τ.Ε

 

 

Συνταγματική και νομοθετική προστασία της ελεύθερης διακίνησης πολιτικών ιδεών – με αφορμή την απόφαση ΔΕφ 123/2017

Χαράλαμπος Κουρουνδής, Διδάκτορας Νομικής, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Η παρούσα ανάπτυξη έχει ως σκοπό, αφού εκθέσει συνοπτικά την ιστορική εξέλιξη του συνταγματικού και του διοικητικού νομοθετικού πλαισίου που αφορά τη διακίνηση πολιτικών ιδεών με τη μορφή της επικόλλησης αφισών (Ι), να παρουσιάσει την υπ’ αριθ. 123/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης που ακύρωσε την επιβολή προστίμου σε πολιτικό κόμμα για επικόλληση αφισών (ΙΙ) και έπειτα να διατυπώσει κάποιες ευρύτερες σκέψεις αναφορικά με τη συνταγματική προστασία της διακίνησης πολιτικών ιδεών (ΙΙΙ).

Διαβάστε το κείμενο σε pdf.

Δημοσιευμένο στη Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου

Μαριάνθη Γ. Καλυβιώτου, Κοινοβουλευτικός Έλεγχος: Συνταγματικό Πλαίσιο και Όρια, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα Α.Ε. 2017

Η μελέτη «Κοινοβουλευτικός έλεγχος: Συνταγματικό πλαίσιο και όρια» (έκτασης 466 σελίδων) πραγματεύεται διεξοδικά και με μεθοδικό τρόπο ζητήματα που αναφέρονται στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, τον οποίο μελετά αποκλειστικά ως συνταγματικό θεσμό. Επιχειρεί, ιδίως, να αναδείξει τη διάστασή του ως θεσμού σύμπραξης Βουλής και Κυβέρνησης, να καταδείξει τον δεσμευτικό χαρακτήρα των κανόνων που τον διέπουν και, εν τέλει, να οριοθετήσει τη σύμφωνη με το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής λειτουργία του θεσμού.

Ποιες λειτουργίες επιτελεί ο θεσμός του κοινοβουλευτικού ελέγχου και ποιο είναι το συνταγματικό θεμέλιό του; Πώς πρέπει να διαπιστώνεται αν ορισμένη υπόθεση εντάσσεται στο αντικείμενό του; Υφίσταται υποχρέωση της Κυβέρνησης να απαντά στον έλεγχο που της ασκείται; Είναι συνταγματικής περιωπής η υποχρέωση αυτή; Περιορίζεται, όταν προσκρούει στη διαφύλαξη άλλων συνταγματικών αγαθών; Αν ναι, ποια είναι τα γενικά και ειδικά όριά της, και βάσει ποιων κριτηρίων ανευρίσκονται κάθε φορά;

Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να απαντήσει η Μαριάνθη Καλυβιώτου στη μελέτη της, η οποία συνιστά ενημερωμένη δημοσίευση της διδακτορικής διατριβής της.

Ειδικότερα, το περιεχόμενο της μελέτης διαρθρώνεται σε δύο Μέρη, κατά τα πρότυπα της γαλλικής νομικής γραφής:

Στο Πρώτο Μέρος, αναζητείται και αναπτύσσεται το ευρύ συνταγματικό θεμέλιο του θεσμού του κοινοβουλευτικού ελέγχου, και μάλιστα με χωριστή ανάλυση για τον κοινοβουλευτικό έλεγχο υπό την έκφανσή του, αφ’ ενός, ως άσκησης κριτικής στην Κυβέρνηση, αφ’ ετέρου, ως πληροφόρησης της  Βουλής. Στο πλαίσιο αυτό, επιχειρείται να δοθεί απάντηση και επί ενός ζητήματος που δεν έχει τύχει εμβριθούς επεξεργασίας στην ελληνική βιβλιογραφία: επί του αν το Σύνταγμα θεμελιώνει, πέραν της αρμοδιότητας της Βουλής να ελέγχει την Κυβέρνηση, και αντίστοιχη υποχρέωση της Κυβέρνησης να απαντά στον ασκούμενο έλεγχο.

Στο Δεύτερο Μέρος διερευνώνται τα όρια του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Αναζητείται κατ’ αρχάς το εύρος του συνταγματικού πεδίου λειτουργίας του θεσμού. Ειδικότερα, αποσαφηνίζεται ποια είναι τα μέρη που συμπράττουν στην άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου, και προτείνονται, διά πρωτότυπης συστηματοποίησης, κριτήρια για την κατά το δυνατόν ακριβέστερη οριοθέτηση του αντικειμένου του θεσμού. Στη συνέχεια, αναζητούνται τα όρια του κοινοβουλευτικού ελέγχου κατά την άσκησή του. Προσεγγίζεται, ιδίως, το ερώτημα, σε ποιες περιπτώσεις και κατά ποιο μέτρο περιορίζεται η υποχρέωση της Κυβέρνησης να συμπράττει στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, όταν η υποχρέωση αυτή προσκρούει στη διαφύλαξη άλλων συνταγματικών αγαθών. Συγκεκριμένα, ερευνώνται και αξιολογούνται τα σημεία διασταύρωσης του κοινοβουλευτικού ελέγχου με την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων (ιδίως, της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα) που δύνανται να τρωθούν από τη δημοσιότητα την οποία συνεπάγεται η άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου. Ερευνάται, επίσης, η οριοθέτηση της άσκησης του θεσμού κατ’ αναφορά προς την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, όπως αυτό εξειδικεύεται στην προστασία της εθνικής κυριαρχίας και την τήρηση της δημόσιας τάξης. Ως όριο, εξ άλλου, του κοινοβουλευτικού ελέγχου προτείνεται και η αρχή της μη καταχρηστικής άσκησης των αρμοδιοτήτων Βουλής και Κυβέρνησης στο πεδίο του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Στο Επίμετρο της μελέτης, τέλος, προτείνονται κοινοβουλευτικοί μηχανισμοί που θα λειτουργούν ως αντίβαρο στην ευχέρεια των μελών της Κυβέρνησης να ερμηνεύουν δικαστικώς ανελέγκτως τους όρους και τα όρια της συμμόρφωσής τους προς τις επιταγές του θεσμού του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Κεντρικός σκοπός της μελέτης είναι να αποτυπώσει με σαφήνεια το συνταγματικό πλαίσιο εντός του οποίου τα ανώτατα πολιτειακά όργανα που συμπράττουν στην άσκηση του θεσμού, μπορούν να αξιοποιούν την ελευθερία δράσης που τους αναγνωρίζει το Σύνταγμα, χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο ούτε τον συνταγματικό στόχο του κοινοβουλευτικού ελέγχου ούτε τη συνταγματική προστασία άλλων συνταγματικών αγαθών.

Παρά τη δημοσίευση αξιόλογων μελετών επί επιμέρους εκφάνσεων του θεσμού του κοινοβουλευτικού ελέγχου, το έργο αυτό αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη προσέγγιση του συνταγματικού θεμελίου, των λειτουργιών και των ορίων του κοινοβουλευτικού ελέγχου στην ελληνική συνταγματική τάξη, και αποτελεί σημαντική εισφορά στο εγχώριο θεωρητικό κεκτημένο.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Συνταγματική προαγωγή ευρωπαϊκού τουριστικού δικαίου

Αντώνιος Μανιάτης, Επιστημονικός Συνεργάτης ΤΕΙ Αθήνας, Δικηγόρος
Η Ιταλία έχει να επιδείξει παγκόσμια πρωτοπορία στην καλλιέργεια του  Τουριστικού Δικαίου. Μέχρι το 2001 υπήρχε ρητά διατυπωμένη θεσμική εγγύηση για τον τουρισμό και την ξενοδοχειακή βιομηχανία στο ιταλικό Σύνταγμα, το οποίο τέθηκε σε ισχύ το 1948. Παρόμοια θεσμική εγγύηση για τον τουρισμό θεσπίστηκε στο ισπανικό Σύνταγμα του 1978. Το ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δίκαιο για τον τουρισμό έχει προαχθεί όχι μόνο με αυτές τις πρωτοβουλίες αλλά και με πολιτικές φιλικές για τα ανθρώπινα δικαιώματα (χορηγία, φιλοξενία με συμβάσεις βραχυχρόνιας μίσθωσης κατοικιών, αποτροπή φορολογικών ή άλλων περιορισμών σε βάρος των τουριστών…).

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ευρωπαϊκό Τουριστικό Δίκαιο με πρωτοπόρο την Ιταλία

  Ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας François Mitterrand το 1986 είχε δηλώσει ότι η Φλωρεντία είναι μία από τις πόλεις, που δεν πρέπει να ξεπερνούν τις δέκα, που έχουν σημαδέψει την ιστορία του πολιτισμού, τους τελευταίους αιώνες[1].  Αυτή η επισήμανση ισχύει γενικότερα για την Ιταλία όσον αφορά το πολιτικό και συνταγματικό γίγνεσθαι. Οι εμβληματικές πόλεις για την ιστορία της χώρας αυτής είναι, πέρα από την προαναφερθείσα πατρίδα του Ανθρωπισμού και της Αναγεννήσεως, η Βενετία και η Ρώμη[2].

  Θα ήταν ενδιαφέρον να επιχειρηθεί μία συνταγματική προσέγγιση του κλάδου του  Τουριστικού Δικαίου, ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό χώρο. Πρώτο σημείο αναφοράς αρμόζει να είναι η πρωτοπόρος Ιταλία, της οποίας ωστόσο η θεωρία ασκεί κριτική ως προς την καταλληλότητα των εγχώριων πολιτικών θεσμών σε σύγκριση με τους θεσμούς  άλλων εννόμων τάξεων[3]. Το άλλο βασικό σημείο αναφοράς έγκειται στην  Ισπανία, η οποία και αυτή διαθέτει σημαντική παράδοση στο Τουριστικό Δίκαιο ενώ στην πρωτεύουσά της εδρεύει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού.

 

Ι. Ιταλική παράδοση στα δικαιώματα στον τουρισμό και στη φιλοξενία

Το Τουριστικό Δίκαιο απασχολεί από πολύ παλιά την επιστήμη της Ιταλίας[4]. Ειδικότερα, το πρώτο εγχείρημα έκθεσης του κλάδου αυτού από τη θεωρία εντοπίζεται στην έκδοση του τόμου «Το Τουριστικό Δίκαιο» του συγγραφέα Bortolo Belotti, το 1919. Αυτό το σύγγραμμα των 660 σελίδων, μέχρι πριν λίγα χρόνια μάλλον ξεχασμένο και δύσκολα ανευρέσιμο στις βιβλιοθήκες, συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων βημάτων για τη δημιουργία του ιταλικού Τουριστικού Δικαίου. Τα άλλα βήματα συνίστανται στην υιοθέτηση του πρώτου νόμου για τον τουρισμό, το 1910, στην ίδρυση του Εθνικού Οργανισμού για την αύξηση των Τουριστικών Βιομηχανιών  (ο οποίος έπειτα ονομάστηκε «Ιταλικός Εθνικός Οργανισμός για τον τουρισμό» και έχει διατηρήσει μέχρι σήμερα τη σχετική συντομογραφία «ENIT») το 1919, και στην ίδρυση του Ιταλικού Περιηγητικού Ομίλου το 1894.

Ο τουρισμός έχει αποτελέσει κατά μάλλον πρωτοποριακό τρόπο το αντικείμενο ενός Κώδικα, από το 2011. Έτσι η Ιταλία έγινε μόλις το δεύτερο Κράτος παγκοσμίως που απέκτησε Κώδικα για το Τουριστικό Δίκαιο, με πρώτη τη Γαλλία το 2006[5]. Ωστόσο, ο ιταλικός Κώδικας δεν αναγνώρισε καθόλου την ύπαρξη ενός «δικαιώματος σε διακοπές»[6]. Παρομοίως, στο ιταλικό Συνταγματικό Δίκαιο δεν υπάρχει ένα αυτοτελές θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου σε διακοπές. Κατά μείζονα λόγο προβληματίζει το γεγονός ότι η θεωρία δεν έχει την τάση να αναρωτιέται ευθέως αν υπάρχει ένα συνταγματικό δικαίωμα στον τουρισμό[7].  Όχι απλώς το δικαίωμα αυτό στερείται ρητής συνταγματικής καθιέρωσης αλλά είναι επίσης μάλλον αποσυνδεδεμένο από το γενικό ανθρώπινο δικαίωμα στην αναψυχή. Η θεωρία αρκείται στο να θέτει το ζήτημα της ύπαρξης ενός ευρύτερου παρόμοιου  δικαιώματος σε διακοπές. Εξάλλου, μερίδα της θεωρίας, συνεπικουρούμενη από τη νομολογία, υπολαμβάνει ένα υποτιθέμενο θεμελιώδες δικαίωμα στην επιδίωξη της ευτυχίας ως «πλήρως φανταστικό»[8].

Μέχρι το 2001 υπήρχε ρητά διατυπωμένη συνταγματική εγγύηση για τον τουρισμό και την ξενοδοχειακή βιομηχανία στο Σύνταγμα, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου  1948. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα στον τουρισμό και στη φιλοξενία παγκοσμίως υπάγονται σε εκείνα της δεύτερης γενεάς, όσον αφορά την ιστορική απαρχή της συνταγματικής τους καθιέρωσης. Ειδικότερα, το άρθρο 117 απένεμε στις Περιφέρειες με τακτικό καθεστώς τη νομοθετική αρμοδιότητα σε πολυάριθμα πεδία, όπως «τουρισμός και ξενοδοχειακή βιομηχανία». Ωστόσο, βάσει του δημοψηφίσματος του 2001, μία μεταβολή, επαναστατική όπως χαρακτηρίζεται από τη θεωρία, έχει συμβεί σε αυτό το άρθρο. Στο πλαίσιο της νέας του διατύπωσης, πρώτα από όλα τα πεδία που υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Πολιτείας έχουν καταγραφεί. Στη συνέχεια υπάρχουν τα πεδία της συντρέχουσας αρμοδιότητας του Κράτους και των Περιφερειών, στα οποία η νομοθετική αρμοδιότητα ανήκει στις Περιφέρειες, με εξαίρεση των καθορισμό θεμελιωδών αρχών, ο οποίος επιφυλάσσεται στο Κράτος. Τέλος, η νομοθετική αρμοδιότητα σε οποιοδήποτε άλλο θέμα που δεν επιφυλάσσεται ρητά στην Πολιτεία ανήκει στις Περιφέρειες. Συμπερασματικά, καθεμία από τις Περιφέρειες είναι εξοπλισμένη με την αποκλειστική αρμοδιότητα νομοθέτησης σε όλους τους τομείς που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο της κρατικής αρμοδιότητας. Για παράδειγμα, αυτή είναι η περίπτωση του συνόλου προς ρύθμιση «τουρισμός και ξενοδοχειακή βιομηχανία», το οποίο έχει πλέον παραλειφθεί.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η ρύθμιση του άρθρου 117 είναι προβληματική σε τεχνικούς όρους και έχει γεννήσει διαφορές ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου[9]. Επιπλέον, αυτό που δεν αναφέρεται από τη θεωρία είναι ότι μπορεί να θεωρηθεί ως  συνταγματική περιθωριοποίηση της ευαίσθητης και εμβληματικής για την Ιταλία περίπτωσης του τουρισμού, καθώς πλέον δεν απομένει καμία ρητή μνεία σε αυτόν. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η διαγραφή της μνείας στον τουρισμό δεν οφείλεται σε πρόθεση να ελαττωθεί η προστασία των σχετικών θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, καθώς ο τουρισμός αποτελεί ένα πολύπτυχο ζήτημα, όχι όλες από τις πτυχές του υπόκεινται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Περιφερειών. Κατά αποτέλεσμα, υπάρχουν μερικά πεδία που συνδέονται με συντρέχουσα ή αποκλειστική αρμοδιότητα της Πολιτείας. Αυτά είναι τα εξής:

  • Οι οικονομικές δραστηριότητες, επομένως η πειθαρχία των επιχειρήσεων και των τουριστικών επαγγελμάτων,
  • Η φορολογική νομοθεσία, η οποία υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Κράτους,
  • Η προστασία των καταναλωτών, υποκείμενη στο Ενιαίο Κείμενο του Κώδικα Κατανάλωσης (Νομοθετικό Διάταγμα 206/2005), αναφορικά με την προστασία του καταναλωτή γενικά, και στο Νομοθετικό Διάταγμα 79/2011, όσον αφορά τον οργανωμένο τουρισμό,
  • Ελευθερία μετακίνησης και αποδημίας,
  • Υγεία και φυσική ευεξία,
  • Προστασία των πολιτιστικών αγαθών και των τοπίων,
  • Προστασία του περιβάλλοντος.

Εξάλλου, επισημαίνεται ότι το άρθρο 2 του Τουριστικού Κώδικα, σχετικό με τη νομοθετική επέμβαση του Κράτους, είναι σε σαφή αντίθεση με το περιεχόμενο του προαναφερθέντος άρθρου 117 του Συντάγματος.  Βάσει της προσφυγής πολυάριθμων Περιφερειών, στις 5 Απριλίου 2012 το Συνταγματικό Δικαστήριο με την απόφασή του υπ’ αριθμόν 80 κήρυξε αντισυνταγματικές αυτές τις διατάξεις, μαζί με τις διατάξεις άλλων 18 άρθρων[10].

 

IΙ. Υπουργείο Πολιτιστικών Αγαθών και Δραστηριοτήτων και Τουρισμού

Στο συνταγματικό και πολιτικό γίγνεσθαι η Ιταλία έχει υπάρξει πρωτοπόρος και στη δημιουργία ενός Υπουργείου ειδικευμένου στον Τουρισμό. Η περίοδος μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως η δεκαετία 1950-1960, χαρακτηρίστηκε από μία ξέφρενη νομοθετική δραστηριότητα που απέφερε, με το νόμο της 31ης Ιουλίου 1959, υπ’ αριθ. 617, την ίδρυση του Υπουργείου Τουρισμού και Θεάματος. Έγινε δηλαδή αντιληπτό ότι ο τουρισμός απαιτούσε μία κατάλληλη κεντρομόλο θεσμική δομή για να αποδοθεί ενότητα σε αυτόν τον τομέα[11].

Κατά τα χρόνια που πέρασαν από τότε που θεσπίστηκε ο νόμος – πλαίσιο για τον τουρισμό, της 17ης Μαΐου 1983, υπ’ αριθ. 217, η απαίτηση για μεγαλύτερες εξουσίες οδήγησε κάποιες Περιφέρειες να ζητήσουν τη διεξαγωγή ενός καταργητικού δημοψηφίσματος του προαναφερθέντος νόμου 617/1959. Η επιτυχία του δημοψηφίσματος οδήγησε στην κατάργηση του κειμένου και το Υπουργείο έπαυσε να υπάρχει για μία εικοσαετία. Στο μεσοδιάστημα, η κυβερνητική αρμοδιότητα για τον τουρισμό απονεμήθηκε κατά καιρούς σε διάφορα σχήματα, με πρώτο το Τμήμα για τον τουρισμό, που δημιουργήθηκε στην Προεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, η οποία απέκτησε ένα ενιαίο Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού μετά την κυβερνητική μεταβολή του Οκτωβρίου 2009 αλλά δεν διατήρησε αυτό το  οργανωτικό σχήμα για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Ιταλία διαθέτει κατά τα τελευταία χρόνια ένα Υπουργείο ενιαίο και για τους δύο τομείς. Πρόκειται για το Υπουργείο Πολιτιστικών Αγαθών και Δραστηριοτήτων και Τουρισμού, το οποίο προέκυψε με το νόμο υπ’ αριθ. 71 της 24ης Ιουνίου 2013. Το Υπουργείο Πολιτιστικών Αγαθών και Δραστηριοτήτων, που αποτέλεσε τον κορμό για το νέο υπουργικό σχήμα, προήλθε αρχικά με αποκοπή από το Υπουργείο Δημόσιας Παιδείας, λαμβάνοντας την  ονομασία του Υπουργείου Πολιτιστικών Αγαθών και  Περιβάλλοντος. Εκείνο το Υπουργείο ιδρύθηκε στο πλαίσιο της Κυβερνήσεως του Άλντο Μόρο IV, το 1974. Πριν την ενοποίηση το 2013, είχε δημιουργηθεί στο πλαίσιο της Κυβερνήσεως Μόντι το Τμήμα για τις περιφερειακές υποθέσεις, τον τουρισμό και τον αθλητισμό στο πλαίσιο της Προεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου. Με τη σύσταση ενός Υπουργείου για τον Τουρισμό στους κόλπους του  παραδοσιακού Υπουργείου για τον Πολιτισμό υποδηλώνεται η  βούληση του Κράτους να συνδυάσει την τουριστική ανάπτυξη με την προστασία, ιδίως με τη μορφή της ανάδειξης, των στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς που μπορεί να αποτελούν σημαντικούς πόλους έλξης για τους τουρίστες.

Προάγγελος αυτής της ιστορικής εξέλιξης θα μπορούσε να θεωρηθεί μία σύμβαση του Υπουργείου Πολιτιστικών Αγαθών, που με αυτή είχε εγκαθιδρυθεί ένα μονοπώλιο στις αποκαταστάσεις των πολιτιστικών αγαθών, όσον αφορά 23 πόλεις. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σύμβαση που υπογράφτηκε το Μάρτιο 2007, ανατέθηκε σε μία ιδιωτική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, της οποίας προσάφθηκε η μομφή ότι δεν είχε σχετική εμπειρία, να εκτελεί τις εργασίες αποκατάστασης σε κάθε τύπο αγάλματος, συντριβανιού ή μνημείου, με μηδενικό κόστος για τους τοπικούς οργανισμούς. Σε αντάλλαγμα, η επιχείρηση θα εκταμίευε προσόδους ενοικιάζοντας τις επιφάνειες των εργοταξίων σε διαφημιστικές εταιρείες. Καθόλου τυχαία, τα μνημεία που επιλέχθηκαν από την ανάδοχο βρίσκονται στις κεντρικές ζώνες των κύριων πόλεων της Ιταλίας, όπως η οδός Μαντσόνι στο Μιλάνο, η Μείζων πλατεία στη Μπολόνια, η γέφυρα του Ριάλτο (στο Μεγάλο Κανάλι)  του κέντρου της Βενετίας, η πλατεία του Κάστρου στο Τορίνο. Πρόκειται για εξαιρετικά θέλγητρα, τουριστικά και εμπορικά[12].

Εξάλλου, είναι ενδεικτικό της πρωτοπορίας γενικότερα του ιταλικού Δημοσίου   Δικαίου, ότι επιχειρήθηκε πρόσφατα μία καινοτομία στο χώρο της διεύθυνσης του πολιτιστικού τομέα. Ειδικότερα, το Υπουργείο Πολιτιστικών Αγαθών και Δραστηριοτήτων και Τουρισμού προέβη, με πρωτοφανή διαδικασία, στην επιλογή διευθυντών των 20 μουσείων με σπουδαίο εθνικό ενδιαφέρον, τα οποία έγιναν διευθυντικά γραφεία σε συνέχεια της μεταρρύθμισης του Υπουργείου η οποία διενεργήθηκε με το διάταγμα της 29ης Αυγούστου 2014, υπ’ αριθ. 171. Στη βάση του προβλεπόμενου στο νομοθετικό διάταγμα υπ’ αριθ. 83 του 2014, το οποίο μετατράπηκε στο νόμο υπ’ αριθ. 196 του 2014, η ανάθεση των αξιωμάτων αυτών έγινε με προσφυγή σε μία διεθνή δημόσια επιλογή, η διακήρυξη της οποίας σημειώθηκε τον Ιανουάριο 2015. Η επιλογή διαρθρώθηκε σε δύο φάσεις: η πρώτη διεξήχθη από μία ανεξάρτητη επιτροπή, που αποτελούνταν από 5 ειδικούς (3 Ιταλούς και 2 αλλοδαπούς) εγνωσμένης φήμης στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς, που κατέληξε σε μία ομάδα υποψηφίων για καθένα από τα 20 μουσεία. Η επόμενη φάση επιφυλάχθηκε στις αξιολογήσεις του Υπουργού, για τα 7 αξιώματα γενικού διευθυντικού επιπέδου, και του Γενικού Διευθυντή Μουσείων, για τα 13 του μη γενικού διευθυντικού επιπέδου. Από τις 20 θέσεις, για τις οποίες υποβλήθηκαν 1.200 αιτήσεις,  7 δόθηκαν σε ξένους, όλους Ευρωπαίους, 4 σε Ιταλούς που επιτελούσαν ανάλογες λειτουργίες στο εξωτερικό, ενώ ένας μόνο προέρχεται από το Υπουργείο. Αυτή η διαδικασία, συνιστάμενη σε μία περιορισμένη πολιτική επιλογή στηριγμένη σε σταθερές βάσεις τεχνικές – επιστημονικές, έχει χαρακτηριστεί από τη θεωρία ως ένα παράδειγμα χρηστής διοικήσεως. Τα οφέλη από αυτή τη διαδικασία μπορεί να μην περιορίζονται στη Δημόσια Διοίκηση δεδομένου ότι αν οι καλύτερες διάνοιες της κοινωνίας έρχονται να εμπλουτίσουν τη διεύθυνση του Δημοσίου, αυτή θα μπορούσε επίσης να αποβεί πιο ευαίσθητη στα αιτήματα τα οποία προέρχονται από την ίδια την κοινωνία. Συνεπώς υπονοείται ότι αυτό το πείραμα μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μοντέλο όχι μόνο για τον τομέα των πολιτιστικών αγαθών αλλά και για την ευρύτερη Δημόσια Διοίκηση[13]. Πρόκειται για τη συνταγματικού επιπέδου αρχή της αξιοκρατίας η οποία προάγεται με τέτοιες πρωτοβουλίες[14].

Τέλος, η πρωτοπορία της Ιταλίας στο Πολιτιστικό Δίκαιο με συνέπειες και για το ζήτημα της προαγωγής του τουρισμού συνεχίζεται. Η οδηγία 24/2014/ΕΕ σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις (πλην των παραχωρήσεων και των συμβάσεων στους τέως «εξαιρούμενους τομείς») δεν περιλαμβάνει κάποια ρύθμιση σχετικά με τις συμβάσεις χορηγίας υπέρ των δημοσίων φορέων. Ωστόσο, η νέα  νομοθεσία της Ιταλίας  για  τις δημόσιες συμβάσεις, δηλαδή το νομοθετικό διάταγμα 50 της 18ης Απριλίου 2016 (νέος «Κώδικας» για τις δημόσιες συμβάσεις), παρά την ευρωπαϊκή παράλειψη, έχει εισαγάγει σημαντικές καινοτομίες σε αυτό το θέμα, μολονότι σε κάθε περίπτωση καταχωρεί τη σύμβαση χορηγίας μεταξύ των συμβάσεων που αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας για τις δημόσιες συμβάσεις[15]. Ο Κώδικας, εμπνευσμένος από μία λογική απλούστευσης και μη επιβάρυνσης της διοικητικής διαδικασίας που επιλέγεται από το χορηγό, εισήγαγε μία ύλη καινοτόμο, απλουστευμένη και ενιαία για τις συμβάσεις χορηγίας προς τους δημόσιους φορείς, τόσο στον τομέα των πολιτιστικών αγαθών όσο και στους υπόλοιπους, όσον αφορά τα έργα, τις υπηρεσίες και τις προμήθειες.

Παρατηρείται λοιπόν μία  ενοποίηση των ρυθμίσεων από το συνήθως συμβαίνον (πολιτισμός) στο ευρύτερο πεδίο των δημοσίων δραστηριοτήτων, λόγου χάρη των σχετικών με τον τουρισμό. Σε κάθε περίπτωση, στο συγκριτικό δίκαιο παρατηρείται μία σημαντική κινητικότητα περαιτέρω νομοθετικής καθιέρωσης του θεσμού της χορηγίας, έτσι ώστε να κερδίζει έδαφος το θεμελιώδες δικαίωμα στη χορηγία, στο πλαίσιο του ουσιαστικού Συντάγματος[16]. Για παράδειγμα, με βάση το Ν.  4276/2014 στην ελληνική έννομη τάξη εισήχθη για πρώτη φορά ο θεσμός της «χορηγίας για την τουριστική ανάπτυξη και προβολή της Ελλάδας» με «αποδέκτη της χορηγίας» το Υπουργείο Τουρισμού και τους εποπτευόμενους από αυτό φορείς. Αυτή είναι η περίπτωση φορέων όπως ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού, ο οποίος με τον ίδιο νόμο έχει αναβαθμιστεί σε οργανισμό προβολής όχι μόνο της τουριστικής δραστηριότητας αλλά και της ίδιας της Ελλάδας, καθώς και του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, οι οποίοι ήδη έχουν ωφεληθεί σημαντικά από την ενεργοποίηση των χορηγιών που προσφέρουν διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις προς αυτούς. Η χορηγία, τουλάχιστον όσον αφορά τον τουριστικό τομέα, αναδύεται ως ένα δυναμικό δικαίωμα στην τρέχουσα περίοδο της τέταρτης γενεάς των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Πρόκειται για ένα καταλυτικό δικαίωμα παρέμβασης τρίτου, το οποίο αποβαίνει αμοιβαία επωφελές, για τους χορηγό και τον αποδέκτη.

 

III. Το δικαίωμα στο καρναβάλι στην ιταλική έννομη τάξη 

  Αμφισβητείται αν υπάρχει ένα δικαίωμα στο καρναβάλι, ιδιαίτερα με την έννοια ενός θεμελιώδους δικαιώματος με συνταγματική τυπική ισχύ. Υποστηρίζεται στην ιταλική συνταγματική επιστήμη η άποψη ότι το Σύνταγμα δεν υπηρετεί σκοπούς παιχνιδιού και ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται ένα «δικαίωμα στην ευτυχία», όπως προαναφέρθηκε, ή στη «γαλήνη», του οποίου εκδοχή θα ήταν και το δικαίωμα σε γαλήνιες διακοπές[17].

Ωστόσο, η Ιταλία αποτελεί το κατ’ εξοχήν παράδειγμα χώρας με μεγάλη καρναβαλική παράδοση. Το κεντρικό καρναβάλι λαμβάνει χώρα στο Βιαρέτζο αλλά το ιδιάζον στη Βενετία, το οποίο απαγορεύθηκε από το Μ. Ναπολέοντα το 1797, από το φόβο επιθέσεων των μασκοφορεμένων καρναβαλιστών εναντίον του γαλλικού στρατού κατοχής της πόλεως[18]. Με αυτήν την απαγόρευση διακόπηκε μία ενετική παράδοση αιώνων, η οποία ανάγεται στον ενδέκατο αιώνα.

Ειδικότερα, λέγεται ότι το Καρναβάλι της Βενετίας ξεκίνησε από μια νίκη της «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας» εναντίον του Πατριάρχη της Ακυληίας Ουλρίκο ντι Τρέβεν το 1162[19]. Σε ανάμνηση αυτής της νίκης, οι άνθρωποι άρχισαν να χορεύουν και να κάνουν συγκεντρώσεις στην πλατεία του Αγίου Μάρκου.

Οι κατασκευαστές των μασκών απολάμβαναν μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία, με τους δικούς τους νόμους και τη δική τους συντεχνία. Αν το καρναβάλι τέθηκε εκτός νόμου και η χρήση των μασκών απαγορεύθηκε αυστηρά με τη ναπολεόντειο κατάκτηση, δεν επανεμφανίστηκε παρά σταδιακά κατά το δέκατο ένατο αιώνα αλλά μόνον για μικρά χρονικά διαστήματα και πάνω από όλα για ιδιωτικές χρήσεις, όταν έγινε μία ευκαιρία για καλλιτεχνικές δημιουργίες.

  Η επίσημη αναβίωσή του έγινε μόλις το 1980, με αποτέλεσμα να θεωρείται πλέον το διασημότερο καρναβάλι στην Ευρώπη και το δεύτερο μετά από εκείνο του Ρίο ντε Τζανέιρο σε παγκόσμια κλίμακα.

  Εξάλλου, συγκρίσιμη περίπτωση αποτελεί το «ιστορικό ποδόσφαιρο» της Φλωρεντίας.   Το «ποδόσφαιρο με κοστούμι» είναι μία αθλητική πειθαρχία η οποία καλλιεργούνταν προ αμνημονεύτων χρόνων[20]. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ανάγεται  στις πρακτικές των παιχνιδιών των αρχαίων Ρωμαίων αλλά τα πρώτα τεκμήρια που βεβαιώνουν την ύπαρξή του είναι μόλις του τέλους του δέκατου πέμπτου αιώνα. Η διάδοση αυτής της δημοφιλούς διασκέδασης διάρκεσε μέχρι το δέκατο έβδομο αιώνα, στιγμή κατά την οποία άρχισε μία βραδεία παρακμή που οδήγησε σε απουσία των επίσημων εκδηλώσεων για σχεδόν δύο αιώνες. Ωστόσο, η συλλογική μνήμη των Φλωρεντινών έκανε να δημιουργηθεί ένα γήπεδο για το παιχνίδι στην Πλατεία Santa Croce, το 1930. Από τότε, αυτή η πρακτική έχει βαθμηδόν επαναβεβαιωθεί και στις 24 Ιουνίου κάθε έτους διοργανώνεται μία μεγάλη αναπόληση με την ευκαιρία της εορτής του πολιούχου της πόλεως, Αγίου Ιωάννη. Οι κανόνες και η διάρκεια των αγώνων, στους οποίους συμμετέχουν δύο ομάδες σχηματισμένες από 27 παίκτες η καθεμία, έχουν μεταβληθεί σε σύγκριση με το παρελθόν, κατ’ αντιδιαστολή προς τον ξέφρενο ενθουσιασμό των Φλωρεντινών, ο οποίος έχει παραμείνει αναλλοίωτος στο πέρασμα των αιώνων.

    Το «ιστορικό ποδόσφαιρο» θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει σημαντικές ομοιότητες με το καρναβάλι της Βενετίας. Πρώτον, και οι δύο θεσμοί περιέπεσαν σε αχρησία σχεδόν δύο αιώνων. Δεύτερον, προσέκρουσαν σε λιγότερο ή περισσότερο σημαντικούς νομικούς περιορισμούς, δεδομένου ότι η διεξαγωγή των αθλητικών αγώνων στη Φλωρεντία συνδυαζόταν με περιορισμούς (για την ευταξία) ή προσέκρουε και σε ματαίωση ενώ το ενετικό καρναβάλι απαγορεύθηκε πλήρως από το Μ. Ναπολέοντα. Τρίτον, σε μία στιγμή της ιστορίας της πόλεως, η οποία βρισκόταν σε κατάσταση πολιορκίας, οι πολιορκούμενοι επιδόθηκαν στο παιχνίδι με αποτέλεσμα αυτό να γίνει σύμβολο της αντίστασης εναντίον των πολιορκητών. Παρόμοια,  σύμβολο της ανεξαρτησίας της Βενετίας από τους αλλοεθνείς κατακτητές έγινε το καρναβάλι της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Τέταρτον, το ιστορικό ποδόσφαιρο της Φλωρεντίας ουσιαστικά έχει αποτελέσει μία πρώιμη μορφή του σύγχρονου αθλήματος του ράγκμπι και επομένως έχει σε απώτερη αναγωγή ελληνικές ρίζες καθώς οι αρχαίοι Έλληνες επιδίδονταν στο άθλημα «αρπαστόν». Ομοίως, απώτερες αρχαιοελληνικές ρίζες έχει και η καρναβαλική κραιπάλη, με τις τελετές λατρείας του θεού Διονύσου.   Πέμπτον, και οι δύο θεσμοί έμελλε να αναβιώσουν επίσημα κατά τον εικοστό αιώνα, με τον φλωρεντινό κατά τη διάρκεια της αυταρχικής διακυβέρνησης της Ιταλίας από το φασιστικό καθεστώς και το βενετσιάνικο μισό αιώνα αργότερα, κατά την Πρώτη Ιταλική Δημοκρατία.

Τέλος, επισημαίνεται ότι παλαιότερα το αναβιωμένο άθλημα των Φλωρεντινών συνυπήρχε με το καρναβάλι, πράγμα που δεν ισχύει σήμερα λόγω μετάθεσης του αγώνα στην κορυφαία πανηγυρική εορτή της πόλης τους. Συνεπώς, αθλητισμός και καρναβάλι συνέπιπταν χρονικά στη Φλωρεντία ενώ στη Βενετία δεν συμπίπτει το καρναβάλι (Φεβρουάριος) με τη διεξαγωγή του σημαντικού αθλητικού φολκλορικού γεγονότος της «regata» (Σεπτέμβριος).

 

  1. IV. Το καρναβάλι της Τενερίφης

  Το καρναβάλι το οποίο διεξάγεται στην Τενερίφη έχει τις ρίζες του στα 1700. Οι Ισπανοί κατακτητές, οι οποίοι έφθασαν στο νησί αυτό περίπου στα μισά του δέκατου πέμπτου αιώνα, έφεραν μαζί τους πολλές εορταστικές παραδόσεις που λάμβαναν χώρα σε όλες τις αποικίες του ισπανικού Στέμματος[21]. Το καρναβαλικό πνεύμα επωφελήθηκε επομένως από το ευνοϊκό έδαφος που βρήκε, για να εγκατασταθεί.

Μόλις το δέκατο όγδοο αιώνα ο λαός άκουσε να γίνεται λόγος για οργανωμένες εορτές από τις πλούσιες οικογένειες της αστικής τάξης της εποχής. Οι οικογένειες αυτές καλούσαν κάποιους διακεκριμένους ταξιδιώτες να λάβουν μέρος στους χορούς  τους και στις εορτές τους. Ο πληθυσμός αποφάσισε να κάνει τα ίδια αλλά  το εγχείρημα αυτό δεν απέβη εύκολο καθώς οι κοσμικές και εκκλησιαστικές αρχές δεν έβλεπαν με καλό μάτι τέτοιου είδους απολαύσεις. Οι χοροί και οι εορτασμοί των Μασκών (που οφείλουν την ονομασία τους στο γεγονός ότι οι γυναίκες προσέρχονταν στις εορτές με καλυμμένη την κεφαλή) για αυτό το λόγο απαγορεύθηκαν στους δρόμους της πόλης.   Εξάλλου, το καρναβάλι αποτέλεσε αντικείμενο απαγόρευσης μετά την πτώση της Δεύτερης Δημοκρατίας και την έναρξη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, έως και τη δεκαετία του 1970. Από το 1945 και μετά, οι κάτοικοι το διοργάνωναν λαθραία, στο καταφύγιο των οικιών τους. Μόλις το 1965, όταν οι χειμερινοί εορτασμοί κηρύχθηκαν ως εθνικού τουριστικού ενδιαφέροντος, το καρναβάλι μπόρεσε να αναβιώσει, υπό το διφορούμενο όνομα των «εορτασμών». Τέλος, το 1976 οι «εορτασμοί» μπόρεσαν να βρουν το αξιοπρεπές όνομα του καρναβαλιού.

Συνεπώς, το καρναβάλι του λαού απαγορεύθηκε από το καθεστώς του Φράνκο, το οποίο όμως ουσιαστικά το νομιμοποίησε αρκετά αργότερα, επειδή εκτιμήθηκε ότι θα ήταν επωφελές για την τουριστική ανάπτυξη. Το αυταρχικό καθεστώς της Ισπανίας αποφάσισε και έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο να βασιστεί η εθνική οικονομία στον τουρισμό, σε συνδυασμό με το μέτρο της υποτίμησης της πεσέτας. Ωστόσο, η μεγάλη εισροή τουριστών, ιδίως από δημοκρατικά κράτη της Βορείου Ευρώπης, εμμέσως πλην σαφώς υπονόμευσε τη σταθερότητα του πολιτικού καθεστώτος, εφόσον οι Ισπανοί έρχονταν σε επαφή με τη φιλελεύθερη κουλτούρα των αλλοδαπών φιλοξενουμένων.

Από το 1980 και μετά, το καρναβάλι της Τενερίφης έχει αποκτήσει διεθνή φήμη σε σημείο να θεωρείται ως το τρίτο σημαντικότερο παγκοσμίως, μετά από τα προαναφερθέντα του Ρίο ντε Τζανέιρο και της Βενετίας. Συνεπώς, ο τουρισμός, ιδιαίτερα ο διεθνής, διαθέτει μία απελευθερωτική και κατ’ επέκταση νομιμοποιητική δύναμη, η οποία εκδημοκρατίζει την αναψυχή και τον πολιτισμό.

  1. V. Η αρχή της αειφορίας έναντι του τουρισμού στην ισπανική έννομη τάξη

Η ισπανική θεωρία σχολιάζει ως παράδοξο το γεγονός ότι ο τουρισμός αναφέρεται κατά ρητό τρόπο στο οικείο Σύνταγμα, του 1978, μόνο σε ένα από τα άρθρα του, τα σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων[22]. Ειδικότερα, το άρθρο 148.1.18 προβλέπει ότι οι Αυτόνομες Κοινότητες μπορούν να αναλαμβάνουν αρμοδιότητες στα θέματα που αφορούν «Την προαγωγή και το σχεδιασμό του τουρισμού στην εδαφική τους περιοχή»[23].  Δεν πρόκειται για μία επιτακτική εντολή αλλά απλώς προσφέρεται αυτή η δυνατότητα, αν και στα 17 Καθεστώτα Αυτονομίας, συλλαμβάνεται αυτή η αρμοδιότητα, με μικρές παραλλαγές στη διατύπωση, ως αποκλειστική αρμοδιότητα. Κατά τα λοιπά, η αρμοδιότητα η σχετική με τον τουρισμό υπήρξε μία από τις πρώτες που ενεργοποιήθηκαν, με τη μεταβίβαση ανθρωπίνων και υλικών πόρων. Ισχύει, επομένως, η συνταγματική αρχή της διαθέσεως ή του εκούσιου χαρακτήρα ως προς τις Αυτόνομες Κοινότητες.

Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να επισημανθεί ότι ο τουρισμός στην Ισπανία καλύφθηκε από ιδιαίτερη συνταγματική εγγύηση, κατά το πρότυπο του πρωτοπόρου σε αυτό το θέμα ιταλικού Συντάγματος, όπως έχει επισημανθεί. Συνεπώς, από τις δύο μεγάλες τουριστικές δυνάμεις της Νοτίου Ευρώπης προέκυψε ένα στοιχειώδες ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δίκαιο για τον τουρισμό, με τη μορφή ρητά διατυπωμένης θεσμικής εγγυήσεως του τουρισμού, ήδη κατά την περίοδο των θεμελιωδών δικαιωμάτων της τρίτης γενεάς.

Εξάλλου, αν στην ισπανική έννομη τάξη τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 2/2011, της 4ης   Μαρτίου, η έννοια της αειφορίας ή της αειφόρου ανάπτυξης βρίσκεται σε τροχιά πρωταγωνιστικής έννοιας από τις αρχές της δεκαετίας του 1990[24]. Πολύ νωρίτερα από τα νέα στρατηγικά σχέδια για την οικονομία, το Σύνταγμα είχε περιλάβει στο άρθρο 45,2 μία διατύπωση σχετική με αυτό που έμελλε μετέπειτα να καθιερωθεί ως αρχή της αειφορίας. Είναι ενσωματωμένη η εντολή προς τις δημόσιες εξουσίες «να επαγρυπνούν για τη λελογισμένη χρήση όλων των φυσικών πόρων,  με σκοπό να προστατεύουν και να βελτιώνουν την ποιότητα ζωής και να υπερασπίζονται και να αποκαθιστούν το περιβάλλον, στηριζόμενες στην απαραίτητη συλλογική αλληλεγγύη[25]». Η αειφορία απορρέει από την έννοια της αλληλεγγύης η οποία χαρακτηρίζεται από τη θεωρία ως  «διαγενεακή». Πρόκειται για την απαίτηση της διαφύλαξης των περιβαλλοντικών πόρων για πάντα, έτσι ώστε οι ανθρώπινες γενεές του μέλλοντος να μπορούν να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες με αυτούς τους πόρους.

Το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος είναι σημαντικό και στην περίπτωση της Ισπανίας.  Επισημαίνεται ότι όσον αφορά τον τουρισμό, τα τελευταία χρόνια θεωρείται ότι η αειφορία αποτελεί μονόδρομο για την ανάπτυξη αυτού του κλάδου της οικονομίας  διεθνώς, και μάλιστα ανεξάρτητα από τις επιμέρους μορφές που μπορεί να προσλαμβάνει το τουριστικό φαινόμενο (μαζικός τουρισμός, ειδικές μορφές τουρισμού, εναλλακτικός τουρισμός).

Με άλλα λόγια, αν το περιβάλλον αποτέλεσε το θεματικό πεδίο ανάδυσης αυτής της μοντέρνας απαίτησης υπό την επήρεια της οικολογικής επιστήμης, ο τουρισμός έχει αποτελέσει το δεύτερο πλέον εμβληματικό πεδίο εφαρμογής της αρχής. Αυτή η παρατήρηση είναι άλλωστε ενδεικτική της στενής, εγγενούς σχέσης που υπάρχει μεταξύ της έννοιας του περιβάλλοντος και του τουρισμού, ο οποίος κατά περίπτωση μπορεί να εκδηλώνεται ως απόλαυση ή προστασία των πολιτιστικών πόρων.

Ωστόσο, εκφράζεται η προβληματική ότι η ισχύς του τουριστικού φαινομένου στην Ισπανία ενδέχεται να μη μακροημερεύσει αν δεν συνεχιστεί με τρόπο σύμφωνο με την αρχή της αειφορίας. Το ζητούμενο συνεπώς είναι να γίνεται μία διαχείριση των εισροών των επισκεπτών κατά τέτοιο τρόπο που να μπορούν αυτοί να συμβιώσουν με τους πολίτες κατά τρόπο αειφόρο. Για παράδειγμα, στην περιοχή Ramblas, δημοφιλής συνοικία της Βαρκελώνης, διαβιούν 100 κάτοικοι τη στιγμή που ο ομώνυμος δρόμος δέχεται όχι λιγότερο από 100 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως. Αυτή η σύγκριση αξιολογείται ως πλήρως δυσανάλογη και αδιαχείριστη[26]. Θα μπορούσε να προστεθεί και το ζήτημα της τρομοκρατικής επίθεσης που έλαβε χώρα στην κεντρική τουριστική λεωφόρο Las Ramblas, σε εποχή αιχμής για το διεθνή τουρισμό, τον Αύγουστο 2017.

Το φαινόμενο του τουρισμού αμφίβολης βιωσιμότητας δεν είναι αποκλειστικά ισπανικό ούτε νέο. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι εδώ και χρόνια οικισμοί σαν τη Βενετία, το Marrakech και τη Σαντορίνη, η οποία δέχθηκε το 2017 2.000.000 επισκέψεις, είναι περιοχές κορεσμένες από τουρίστες, πολύ πριν να κάνει την εμφάνισή της η ψηφιακή πλατφόρμα για βραχυχρόνιες μισθώσεις κατοικιών Airbnb.

Σύμφωνα με το γενικό γραμματέα του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού, είναι αναγκαία η υιοθέτηση ρυθμίσεων αλλά κατά τρόπο περιπτωσιολογικό. Θα πρέπει δηλαδή να βλέπει και να αναλύει κανείς την περίπτωση κάθε πόλεως ξεχωριστά δεδομένου ότι οι καταστάσεις ποικίλλουν πολύ, από έναν τόπο σε άλλο. Υπάρχουν θύλακες οι οποίοι επιθυμούν να δέχονται περισσότερες εισροές τουριστών. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να παρέχεται ακρόαση στους πολίτες κάθε πόλεως πριν τη λήψη οποιασδήποτε σχετικής αποφάσεως.   Παρόμοια, από την πλευρά του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ταξιδιού και Τουρισμού, το οποίο είναι μία δεξαμενή σκέψης του διεθνούς τουρισμού και των ταξιδιών από το 1991, η Πρόεδρός του ποντάρει στο να εργαστεί κανείς με νέες μετρήσεις ως προς το βαθμό ικανοποίησης των πολιτών που ζουν σε θύλακες τουρισμού, και όχι μόνον με τη ψυχρό δεδομένο των αφίξεων επισκεπτών. Συνεπώς, η αρχή της αειφορίας συνδέεται στενά με τα ανθρώπινα δικαιώματα της κοινωνίας υποδοχής.

Εξάλλου, η αντιπρόεδρος της ένωσης εργοδοτών του τουριστικού τομέα Exceltur ζητεί από τις δημόσιες αρχές άλλη διαχείριση των τουριστικών θυλάκων, βελτιώνοντας τις εισροές, προσφέροντας τιμές πιο χαμηλές για τις επισκέψεις των κύριων μνημείων οι οποίες διεξάγονται σε περίοδο εκτός της τουριστικής αιχμής. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, ήδη λειτουργεί αυτό το σύστημα για να επισκεφθεί κανείς τον Πύργο του Άιφελ, όπως επίσης στους αυτοκινητοδρόμους ως προς τα τέλη διοδίων για την  προσέγγιση στο Παρίσι, τα οποία είναι πιο φθηνά σε ώρες εκτός αιχμής.

 

  1. VI. Τουρισμός και φορολογία στην ισπανική έννομη τάξη

Στην Ισπανία υπάρχει ανησυχία για τη μαζικοποίηση κάποιων προορισμών σε ορισμένες στιγμές και για την «τουριστική φοβία» (στα ισπανικά χρησιμοποιείται ο νεολογισμός «turismofobia») η οποία είναι στο στάδιο της δημιουργίας[27].  Ωστόσο, δεν παύουν να υπάρχουν και αρχές που είναι οπαδοί της φιλοξενίας των τουριστών (στα ισπανικά είναι σε χρήση ο νεολογισμός «turismofilia»), όπως η Αυτόνομη Κοινότητα της Βαλένθια η οποία δεν προτίθεται να επιβάλει κανέναν φόρο στους τουρίστες που την επισκέπτονται[28]. Αντίθετα, η Τενερίφη και γενικότερα τα Κανάρια Νησιά αποτελούν την επόμενη περιοχή της Ισπανίας, μετά την Καταλονία, που επιχειρεί να διαχειριστεί με δραστικά μέτρα το μεγάλο αριθμό τουριστικών εισροών. Το Υπουργείο Τουρισμού της αυτόνομης Κυβέρνησης ανακοίνωσε ως πιθανή την επιβολή τουριστικού φόρου, τα έσοδα από τον οποίο θα επενδύονται για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος των νησιών.

Εξάλλου, το Ανώτατο Δικαστήριο της Μαδρίτης, στην απόφαση 292/2016, έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 17.3 του διατάγματος 79/2014 της Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης, με το οποίο ρυθμίζονται τα τουριστικά διαμερίσματα στην περιοχή αυτή, που προβλέπει το πολύ πενθήμερη διάρκεια των συμβάσεων τουριστικής μίσθωσης κατοικιών είναι ένας περιορισμός που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε στη βάση της προστασίας του χρήστη (τουρίστα) ούτε για την καταπολέμηση της φορολογικής αδιαφάνειας[29]. Επιπλέον, το επιχείρημα που προβλήθηκε από τη Δημόσια Διοίκηση, στο πλαίσιο αυτής της δίκης, ότι η επίδικη ρύθμιση είναι παρόμοια με εκείνες άλλων χωρών και πόλεων του κόσμου, όπως της Νέας Υόρκης και του Σαν Φρανσίσκο, με σκοπό να επιχειρηθεί η εναρμόνιση των δικαιωμάτων των άλλων χρηστών της πολυκατοικίας με την επιχειρηματική ελευθερία, δεν κρίθηκε πειστικό. Είναι σε αυτό το σημείο αξιοσημείωτο ότι από τα ελαττώματα που προσάπτονται στους εκπροσώπους της θεωρίας της επιστήμης του δικαίου είναι η τάση κατάτμησης του νομικού κόσμου[30]. Προκειμένου για την προστασία και την υπεράσπιση του καταναλωτή, είναι ενδεικτική του πολύπλοκου και πολυεδρικού χαρακτήρα του φαινομένου η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ισπανίας 71 της 30ης Νοεμβρίου 1982. Το δικαστήριο κάνει λόγο για το «διακλαδικό ή πολυκλαδικό χαρακτήρα του κανονιστικού συνόλου που, χωρίς ακριβή περιγράμματα, έχει ως αντικείμενο την προστασία του καταναλωτή». Δεδομένου ότι η προστασία του καταναλωτή και του χρήστη είναι ένας από τους κεντρικούς άξονες του Τουριστικού Δικαίου, δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη ο διακλαδικός χαρακτήρας αυτής της πανεπιστημιακής θεματικής.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Συνεπαγωγές για το ευρωπαϊκό Τουριστικό Δίκαιο

Στην Ιταλία αναλογούν τα «πρεσβεία τιμής» για τη συνταγματική εγγύηση στον τουρισμό και στη φιλοξενία, και μάλιστα στο πλαίσιο της αποκέντρωσης. Η Ισπανία ακολούθησε το παράδειγμα της Ιταλίας, υιοθετώντας και αυτή μία θεσμική εγγύηση για τον τουρισμό, αρκετά χρόνια πριν να παραλειφθεί από το ιταλικό Σύνταγμα η αρχετυπική θεσμική εγγύηση για τον τουρισμό και την ξενοδοχειακή βιομηχανία. Από τη δεκαετία του 1960 και μετά, έχει εξελιχθεί σε πρωτοπόρο στην τουριστική ανάπτυξη, με έντονες θεσμικές και νομικές πρωτοβουλίες για την προσέλκυση του διεθνούς τουρισμού.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι το ευρωπαϊκό Τουριστικό Δίκαιο δεν έχει προαχθεί μόνο με πρωτοβουλίες όπως η υιοθέτηση συνταγματικών εγγυήσεων για τον τουρισμό, με τη μορφή θεσμικών εγγυήσεων και συνακόλουθα με την υπονοούμενη καθιέρωση και θεμελιωδών δικαιωμάτων στον τουρισμό και στη φιλοξενία. Κατά την τρέχουσα περίοδο των δικαιωμάτων τέταρτης γενεάς, βρίσκεται σε έντονη φάση προαγωγής με ποικίλες πολιτικές φιλικές για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ειδικότερα, αυτό επιτυγχάνεται αφενός με την καθιέρωση (ή την ιδιαίτερη συσχέτιση με τον τουρισμό) νέων δικαιωμάτων (χορηγία, φιλοξενία από πρόσωπα πέραν των επαγγελματιών του ξενοδοχειακού κλάδου διαμέσου του θεσμού των συμβάσεων βραχυχρόνιας μίσθωσης κατοικιών…). Αφετέρου, δημόσιες  αρχές συνειδητά επιλέγουν να μην υιοθετούν παραδοσιακής μορφής περιορισμούς σε κλασικά θεμελιώδη δικαιώματα (ιδιοκτησία, ελευθερία της μετακίνησης…), ιδίως να μη μετέρχονται περιορισμούς προερχόμενους από το Φορολογικό Δίκαιο. Πολλά  περαιτέρω βήματα ωστόσο θα μπορούσαν να γίνουν, ήδη στο επίπεδο του τυπικού Συντάγματος, όπως η ρητή καθιέρωση της συστοιχίας  δικαιωμάτων στον τουρισμό και στη φιλοξενία…

 

[1] J. Lang, Laurent le Magnifique, Perrin 2005.

[2] Α. Μανιάτης, Συνταγματική επικαιρότητα ευρωπαϊκού τουριστικού δικαίου, Constitutionalism.gr, 24.12.2016.

[3] G. Crainz, C. Fusaro, Aggiornare la Costituzione Storia e ragioni di una riforma, Saggine, Donzelli Editore 2016, p. 132, (Chi lo ha detto che la Costituzione è intoccabile?).

[4]V. Franceschelli, Le origini del diritto del turismo e ‘’Il Diritto Turistico’’ di Bortolo Belotti, Rivista Italiana di Diritto del Turismo 2011-2, pp. 45-48.

[5] G. Castoldi, L’esame di abilitazione alla professione di Guida turistico Manuale di preparazione,  edizione a cura di M. Boiocchi e R. Lavarini, HOEPLI 2016.

[6] G. Ferro, Nuove frontiere della tutela del turista – consumatore nello spazio giuridico europeo e antiche diatribe domestiche: riflettendo sulle c.s. ‘’danno da vacanza rovinata’’, Forum di Quaderni Costituzionali, 2014, p. 16.

[7] A. Maniatis, The Right to Pursuit of Happiness and Italian Tourism Law, Tourism Development Journal Vol. 15, No 1, 2017-1, p. 54.

[8] Contra G. Gemma, Esiste un diritto costituzionale alla felicità?, Anuario da Facultade de Dereito da Universidade da Coruña (AFDUDC), 12, 2008, p. 519 ss.

[9] A. Algostino, Un progetto contro la democrazia, p. 24, in A.  Algostino, L.  Ciotti, T. Montanari, L. Pepino, Io dico No Modifiche costituzionali  e  italicum , Edizioni Gruppo Abele Torino 2016.

 

[10] G. Castoldi, L’esame di abilitazione alla professione di Accompagnatore turistico Manuale di preparazione. Sesta edizione a cura di M. Boiocchi e R. Lavarini, HOEPLI 2016, p. 25.

[11] D. di Majo, Compendio di Legislazione del Turismo e cenni alle Aziende della Ristorazione, Gruppo Editoriale Esselibri – Simone, 2011, p. 7.

[12] G. d’Imporzano, Beni culturali / Il giallo del maxicontratto Restauri in monopolio, L’espresso N. 34 anno LV 27 agosto 2009, pp. 70-71.

[13] A. Blasini, Dirigenza pubblica e beni culturali: un modello per tutta l’amministrazione?, Giornale di diritto amministrativo 6/2015, pp. 845-846.

[14] Πρβλ. Γ. Ασπρίδης, Εισαγωγή στην Πολιτική και Διοικητική Οργάνωση του Ελληνικού κράτους, Εκδόσεις Προπομπός 2013, σ. 176.

[15] G. Spagnuolo, I contratti di sponsorizzazione nella Pubblica Amministrazione, Italiappalti.it, 7-6-2017, pp. 10-12.

[16] Βλ. Α. Μανιάτης, Δικαίωμα / Ψ Χ, Δημόσιο Δίκαιο, 2017, 1, σ. 39.

[17] G. Ferro, Nuove frontiere della tutela del turista – consumatore nello spazio giuridico europeo e antiche diatribe domestiche; riflettendo sul c.d. ‘’danno da vacanza rovinata’’, Forum di Quaderni Costituzionali, 27 giugno 2014, n. 36.

[18] Βλ. Α. Μανιάτης, Συνταγματική μύηση τουριστικού δικαίου στη Βενετία, e-JST 13 (1), 2018, σ. 14 επ.

[19] Ανώνυμος, Το καρναβάλι της Βενετίας και η μοναδική ιστορία του [Εικόνες], THETOC 19 Φεβ. 17, http://www.thetoc.gr/diethni/article/tokarnabalitisbenetiaskaiimonadikiistoriatoueikones.

[20] C. Romig Ciccarelli, Firenze, Marco Polo, EDT, 2016, pp. 21-22.

[21] Ch. Langrand, Le carnaval de Tenerife, 7 février 2003, http://www.routard.com/mag_evenement/114/le_carnaval_de_tenerife.htm.

[22] F. J. Melgosa Arcos, La constitución española y el turismo, en M. Balado Ruiz-Gallegos y J. A. García Regueiro (coord.), La Constitución española en su XXV aniversario, Ed. C.I.E.P.-I.I.C.P. y Bosch, 2003, pág. 1161.

[23] Κ. Μαυριά, Α. Παντελή, Συνταγματικά κείμενα ελληνικά και ξένα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 1990, σ. 745.

[24] F. J. Sanz Larruga, Sostenibilidad ambiental y Derecho Administrativo: ¿nuevo remedio ante la crisis económica o una exigencia constitucional? A propósito de la nueva Ley de Economía Sostenible, Actualidad Jurídica Ambiental, 3 May 2011, pág. 2.

[25]F. J. Sanz Larruga, Sostenibilidad ambiental y Derecho Administrativo: ¿nuevo remedio ante la crisis económica o una exigencia constitucional? A propósito de la nueva Ley de Economía Sostenible, Actualidad Jurídica Ambiental, 3 May 2011, págs. 2-3, διευκρινίζεται ότι η παράθεση της φράσης με πλάγιους χαρακτήρες γίνεται στο έργο αυτό.

[26] M. Nuñez, El sector turístico busca una hoja de ruta para salir indemne de su propio éxito, ABC Empresa Domingo, 21 de enero de 2018, pág. 5.

[27] M. Nuñez, La nueva demanda será la clase media de Asia y el Pacífico, ABC Empresa Domingo, 21 de enero de 2018, pág. 6.

 

[28] M. Nuñez, La nueva demanda será la clase media de Asia y el Pacífico, ABC Empresa Domingo, 21 de enero de 2018, pág. 7.

[29] Poder Judicial España Consejo General del Poder Judicial, El TSJM anula la prohibición de alquilar viviendas turísticas por un período mínimo de cinco días, miércoles, 8 de junio de 2016.

[30] D. Blanquer Criado, Derecho del Turismo, tirant lo Blanch, Valencia, 1999, págs. 21-22.

Ο ακυρωτικός έλεγχος και οι νεώτερες εξελίξεις της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας

Κατερίνα Σακελλαροπούλου, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας

Tα σύγχρονα Συντάγματα του δυτικού κόσμου έχουν τις ρίζες τους στον Διαφωτισμό και τις δύο μεγάλες επαναστάσεις του 18ου αιώνα, την αμερικανική και την γαλλική. Ο James Madison, που θεωρείται ο πατέρας του αμερικανικού Συντάγματος, διατύπωσε την ακόλουθη άποψη: «Εάν άγγελοι κυβερνούσαν τους ανθρώπους, δεν θα μας ήταν απαραίτητοι ούτε οι εσωτερικοί ούτε οι εξωτερικοί έλεγχοι στην Κυβέρνηση. Όταν διαμορφώνεις, όμως, ένα τύπο διακυβέρνησης όπου άνθρωποι θα διοικούν άλλους ανθρώπους, η μεγάλη δυσκολία έγκειται στο εξής: Θα πρέπει πρώτα να δώσεις τη δύναμη στην Κυβέρνηση να ελέγχει αυτούς που κυβερνά, και έπειτα να την υποχρεώσεις να ελέγχει τον εαυτό της» [2].

Με την απόφαση του Supreme Court «Marbury v Madison» (1803), καθιερώθηκε ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, που συνιστά ένα από τα κυριότερα θεσμικά αντίβαρα, δεδομένου ότι σε ενδεχόμενη σύγκρουση δημοκρατικής αρχής και κράτους δικαίου υπερισχύει το δεύτερο (Rule of Law), διότι η τυραννία των αρχόντων δεν θα αντικατασταθεί από την τυραννία της πλειοψηφίας. Το Σύνταγμα προστατεύει τα δικαιώματα, που έχουν τεθεί για όλους και όχι μόνο για την πλειοψηφία. Όπως έγραψε ο Ι. Μανωλεδάκης, ο δικαστής εκφράζει την κυρίαρχη αντίληψη για το τι είναι δίκαιο, αλλά είναι και ο προστάτης των δικαιωμάτων των πολιτών από την κρατική αυθαιρεσία.

Πέραν του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, στα σύγχρονα κράτη δικαίου κεντρική θέση κατέχει και η αρχή της νομιμότητας. Στη χώρα μας, ο έλεγχος των πράξεων της Διοίκησης ανατέθηκε στο ΣτΕ[3], το οποίο, ήδη με την απόφαση 1/1929, δήλωσε ότι «ουδαμώς κωλύεται να εξετάσει παρεμπιπτόντως την αντισυνταγματικότητα του νόμου εις ην εστηρίχθη η [προσβαλλόμενη] απόφασις, τούτο σαφώς συνάγεται και εκ της υπό το άρθρο 5 του Συντάγματος ερμηνευτικής δηλώσεως καθ’ ην «η αληθής έννοια της διατάξεως ταύτης είναι ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μη εφαρμόσωσι νόμον ούτινος το περιεχόμενον αντίκειται εις το Σύνταγμα»»[4].

Με την απόφαση 370/1946, το ΣτΕ αναγνωρίζει στον εαυτό του τον ρόλο του «φρουρού της νομιμότητος».

Στη συνέχεια, το ΣτΕ έθεσε τα όρια του ελέγχου αυτού, κρίνοντας τα εξής: «η νομοθετική εξουσία μόνον νομικόν όριον και φραγμόν έχει, εν τη διακρινούση ταύτην ελευθερίαν δράσεως, τας υπερτέρου τυπικού κύρους συνταγματικάς διατάξεις, συνεπώς και ο δικαστικός έλεγχος του περιεχομένου των νόμων μόνον από της ανωτέρω απόψεως δύναται να χωρήση. Μη ανευρισκομένης αντιθέσεως του νόμου προς συνταγματικήν διάταξιν, η εφαρμογή αυτού είναι υποχρεωτική, του δικαστού μη δικαιουμένου να ερευνήση πέραν τούτου το δίκαιον ή άδικον, ηθικόν ή μη του νομικού κανόνος και του διωκομένου δι’ αυτού σκοπού, καθ’ όσον τα στοιχεία ταύτα ανάγονται εις την ανέλεγκτον εκτίμησιν του νομοθέτου, έλεγχος δ’ αυτών υπό του δικαστού θ’ απετέλει ανεπίτρεπτον επέμβασιν εις την σφαίραν δράσεως της νομοθετικής εξουσίας» (1400/1948).

Την ίδια περίοδο το ΣτΕ αναφέρεται στον σκοπό του ιδίου ως θεσμού και του ενδίκου μέσου της αιτήσεως ακυρώσεως «όστις είναι ο εξ αντικειμένου έλεγχος των διοικητικών πράξεων αποσκοπών εις την αυστηράν τήρησιν εν αυταίς των διατάξεων των νόμων προς εξασφάλισιν της νομιμότητος, και καταστολήν των υπερβασιών της διοικήσεως, ανταποκρίνεται δε και εις το διήκον και διά του εν ισχύι Συντάγματος του 1911 δημοκρατικόν πνεύμα ου μία των ουσιωδεστάτων αρχών είναι και ο έλεγχος της νομιμότητος των πράξεων των διοικητικών αρχών» (478/1945).

Ο δικαστής λοιπόν αναγνωρίζεται κυρίως μέσω του ελέγχου νομιμότητας των διοικητικών πράξεων και του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων ως το κύριο θεσμικό αντίβαρο.

Ο ακυρωτικός έλεγχος εξελίσσεται άλλοτε αργά, άλλοτε αντιφατικά / σπασμωδικά, κάποιες φορές με ενδιαφέροντα τρόπο, σε διάλογο και με τη νομολογία άλλων χωρών, κυρίως της Γαλλίας, καθώς και με τη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΑΔ.

Πρόκειται άραγε για εκσυγχρονισμό, διεύρυνση ή συρρίκνωση του ακυρωτικού ελέγχου;. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις της σχετικής νομολογίας θα αναπτυχθούν στη συνέχεια.

Σημειώνεται ότι η εξέλιξη της νομολογίας επηρεάζεται και από παράγοντες που αφορούν την οργανωτική δομή των δικαστηρίων. Ενδεικτικά, η υποχρεωτική παραπομπή ζητημάτων αντισυνταγματικότητας στην Ολομέλεια, η εξέλιξη των διοικητικών δικαστών στο ΣτΕ, η διενέργεια πιλοτικής δίκης[5], ο ορισμός της σύνθεσης της Ολομελείας και του εισηγητή από τον εκάστοτε πρόεδρο και η εκδίκαση των υποθέσεων της Ολομελείας πριν από την τελευταία νομοθετική μεταβολή[6] από πολυπρόσωπη σύνθεση, ενώ μετά από αυτήν από σύνθεση μόνο 25 μελών.

 

  1. Ο ακυρωτικός έλεγχος σε αντιδιαστολή με τον έλεγχο ουσίας

Η Ολομέλεια του ΣτΕ, μετά τη γνωστή απόφαση Kerafina (1095/1987), επανέλαβε, με την απόφαση 3919/2010, την καίρια θέση του Δικαστηρίου στο σύστημα του κράτους δικαίου που καθιερώνει το Σύνταγμα, η οποία έχει ως συνέπεια τον δικαστικό έλεγχο της μεταφοράς κατηγοριών υποθέσεων προς εκδίκαση στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια από την άποψη της τήρησης των συνταγματικών ορίων[7]. Λόγω της γενικής ακυρωτικής αρμοδιότητας του ΣτΕ, μπορεί να ανατεθεί στα ΤΔΔ, όταν η διαφορά γεννάται από εκτελεστή διοικητική πράξη, μόνο ειδική αρμοδιότητα για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, η φύση και η σπουδαιότητα των οποίων δεν επιβάλλει, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, την εκδίκασή τους από το ΣτΕ. Κρίθηκε περαιτέρω ότι, ενόψει και της αρχής της διακρίσεως των εξουσιών, δεν επιτρέπεται να οργανώνεται η αρμοδιότητα των ΤΔΔ ως εκτεινόμενη σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, εφόσον η άσκηση αυτή σε συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων συνεπάγεται την υπεισέλευση της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική επί θεμάτων, για τα οποία αυτή είναι αποκλειστικώς αρμόδια. Τούτο ιδίως συντρέχει προκειμένου (α) περί κανονιστικών διοικητικών πράξεων και (β) όταν, ενόψει του κατά τον νόμο αντικειμένου της ατομικής διοικητικής πράξεως, των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοσή της και του χαρακτήρα της έρευνας βάσει της οποίας μπορεί να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών και των συνεπειών που θα επέφερε η μεταρρύθμιση της πράξεως, η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας θα παραβίαζε τα όρια που θέτει η αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών. Ακολούθως, με την απόφαση 1056/2012 της 7μελούς συνθέσεως του Ε’ Τμήματος, κρίθηκε ότι οι διαφορές που γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων της ΕΕΤΤ με αντικείμενο τη χορήγηση άδειας εγκατάστασης κεραίας κινητής τηλεφωνίας, δεν είναι δεκτικές ουσιαστικού ελέγχου, δεδομένου ότι η ρυθμιστική αρχή χορηγεί την άδεια βάσει εκτιμήσεων που συνδέονται με τον έλεγχο τηλεπικοινωνιακής σκοπιμότητας, εκτίμηση που ανήκει στο πεδίο δράσης της ενεργού διοίκησης, συναρτώμενη ευθέως με ειδικές επιστημονικές γνώσεις και τεχνικές κρίσεις. Ως εκ τούτου, για τις υποθέσεις αυτές η αίτηση ακυρώσεως αποτελεί αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα που υπάγεται επιτρεπτώς, ενόψει της φύσεως και σπουδαιότητάς τους, στην ακυρωτική αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου[8].

 

  1. Περιορισμός παρεμπίπτοντος ελέγχου κανονιστικών πράξεων

 

Με την απόφαση 3839/2009 της Ολομελείας[9], κρίθηκε ότι ο παρεμπίπτων έλεγχος των κανονιστικών πράξεων, ο οποίος αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου των διοικητικών διαφορών απορρέουσα από το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεν υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό και σε καμιά περίπτωση πάντως δεν μπορεί να περιοριστεί όταν η κανονιστική πράξη αντίκειται στο Σύνταγμα[10]. Ήδη διέλαβε σχετική ρύθμιση το άρθρο 22 του ν. 4274/2014 (βλ. παρακάτω).

 

  1. Θέσπιση διοικητικών πράξεων με νόμο

Είναι γνωστό το φαινόμενο που παρουσιάστηκε σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, με αφορμή την επιθυμία του νομοθέτη να αποφύγει τον ακυρωτικό έλεγχο προκειμένου να επιταχυνθεί η εκτέλεση ορισμένων μεγάλων έργων. Με αποφάσεις των ετών 1996 – 1998 της Ολομελείας, το Δικαστήριο έκρινε τη συνταγματικότητα του ν. 2338/1995 που αφορούσε την έγκριση περιβαλλοντικών όρων συγκεκριμένων μεγάλων έργων[11]. Στη συνέχεια, ακολουθήθηκε η οδός της έκτακτης νομοθετικής διαδικασίας λόγω εξαιρετικών περιστάσεων. Με την απόφαση 1567/2005 του Ε’ Τμήματος[12], παραπεμπτική στην Ολομέλεια, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα της θέσπισης ατομικών ρυθμίσεων πολεοδομικού περιεχομένου με νόμο και από τον συνδυασμό των άρθρων 4, 20, 24, 26 και 28 του Συντάγματος συνήγαγε ότι η κατ’ απόκλιση από τη συνήθη διοικητική διαδικασία θέσπιση ατομικών ρυθμίσεων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού με τυπικό νόμο συνιστά απόκλιση από την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, η οποία δεν αποκλείεται εφόσον δεν θίγονται ατομικά δικαιώματα και άλλες συνταγματικές και ενωσιακές διατάξεις, είναι δε δυνατή σε εξαιρετικές περιστάσεις και εφόσον οι λόγοι που την επιβάλλουν προκύπτουν από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου. Η συνδρομή των περιστάσεων υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο[13]. Στη συγκεκριμένη υπόθεση κρίθηκε τελικώς ότι δεν συνέτρεχαν οι εξαιρετικές περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την προσφυγή στην έκτακτη αυτή διαδικασία. Αντίθετα, στην υπόθεση της διαχείρισης των απορριμμάτων για την περιοχή της Αττικής, το Ε’ Τμήμα έκρινε ότι συνέτρεχαν οι εξαιρετικές περιστάσεις για την ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας και ότι τα ατομικά μέτρα που ελήφθησαν με τον τυπικό νόμο ήταν σύμφωνα με το Σύνταγμα[14].

Στην περίπτωση του Mall όλες οι αναγκαίες διοικητικές πράξεις ενσωματώθηκαν σε κείμενο τυπικού νόμου, κατά του οποίου ασκήθηκαν αιτήσεις ακυρώσεως. Με την 391/2008 παραπεμπτική απόφαση του Ε’ Τμήματος, διατυπώθηκαν τρεις γνώμες. Σύμφωνα με την πρώτη, η αίτηση ακυρώσεως στρέφεται παραδεκτώς κατά διατάξεως τυπικού νόμου, ο οποίος εισάγει ρύθμιση ατομικού περιεχομένου, αμέσως εφαρμοστέα, χωρίς να καταλείπεται στάδιο εκδόσεως διοικητικής πράξης. Κατά τη δεύτερη γνώμη, η αίτηση ακυρώσεως θα πρέπει να θεωρηθεί ότι στρέφεται κατά της σιωπηρής έγκρισης της ατομικής πράξης από τη Διοίκηση, η οποία προκύπτει από την έναρξη των υλικών εργασιών εκτέλεσης της πράξης που περιέχεται στον νόμο. Τέλος, σύμφωνα με την τρίτη γνώμη, πρέπει να απευθυνθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ για την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεδομένου ότι η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο της οδηγίας 85/337. Η Ολομέλεια απέφυγε να αντιμετωπίσει ευθέως το ζήτημα και αναζήτησε έναν άλλο τρόπο παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Στην παρεμφερή υπόθεση του Αχελώου[15], κρίθηκε ότι και έγγραφο προσβάλλεται παραδεκτά, δεδομένου ότι επάγεται μεταβολή στον νομικό κόσμο, και συνεπώς το Δικαστήριο εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης.

 

  1. Διεύρυνση της έννοιας της διοικητικής πράξεως

 α. Έλεγχος παραλείψεων της Διοίκησης – Επιβολή λήψης μέτρων (injonction)

Στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής προστασίας, το Δικαστήριο αναγνώρισε τη δυνατότητα προσβολής παραλείψεων οφειλόμενης εκ μέρους της Διοίκησης ενέργειας, όπως η παράλειψη λήψης των αναγκαίων μέτρων για την προστασία συγκεκριμένου περιβαλλοντικού αγαθού και η παράλειψη επιβολής κυρώσεων σε παραβάτες της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Όπως γίνεται παγίως δεκτό, ενόψει της ιδιαίτερης συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος, η οποία πρέπει να είναι πλήρης και αποτελεσματική καθίσταται υποχρεωτική η λήψη των αναγκαίων προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων είτε κανονιστικών είτε ατομικών, ως εκ τούτου δε η σχετική παράλειψη της Διοίκησης υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως[16]. Με την 3943/2015 απόφαση του Ε’ Τμήματος, κρίθηκε ότι η Διοίκηση οφείλει, το ταχύτερο δυνατόν, να λάβει άμεσα μέτρα προστασίας και αποκατάστασης για την αντιμετώπιση του χρόνιου προβλήματος ουσιώδους διατάραξης του οικοσυστήματος του Ασωπού ποταμού και κλήθηκε, χωρίς καμία περαιτέρω καθυστέρηση, να λάβει τα συγκεκριμένα μέτρα που περιγράφονται στην απόφαση.

Με την 2142/2016 απόφαση της 7μελούς σύνθεσης του Ε’ τμήματος, σχετικής με άρση και επανεπιβολή απαλλοτρίωσης, η αίτηση ακυρώσεως απορρίφθηκε, υποχρεώθηκε όμως ο οικείος δήμος να επισπεύσει τις νόμιμες διαδικασίες, προκειμένου να προβεί στην άμεση καταβολή προς την αιτούσα της σχετικής αποζημίωσης, ορίσθηκε δε ότι, αν εντός έτους από την κοινοποίηση της απόφασης δεν έχει καταβληθεί το σχετικό ποσό, η αιτούσα θα δικαιούται σε υποβολή αιτήματος άρσης της απαλλοτρίωσης.

Με την 303/2017 απόφαση της 7μελούς σύνθεσης του Ε’ τμήματος, ακυρώθηκε η παράλειψη κατάρτισης Ειδικού Προγράμματος Ανάπτυξης μικρών ανεμογεννητριών, η οποία προβλέπεται στον νόμο με βάση ειδική μελέτη. Όπως κρίθηκε, η άσκηση της αρμοδιότητας προς κανονιστική ρύθμιση καθίσταται δέσμια και η παράλειψη της Διοίκησης να την ασκήσει είναι μη νόμιμη, όταν οδηγεί ουσιαστικά στην αδρανοποίηση της σαφώς εκπεφρασμένης στον νόμο βούλησης του νομοθέτη να ρυθμίσει ένα συγκεκριμένο ζήτημα, η ρύθμιση του οποίου μόνο με την έκδοση της εν λόγω κανονιστικής πράξης μπορεί να ολοκληρωθεί, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει το σύστημα, για τη λειτουργία του οποίου δεσμεύθηκε ο νομοθέτης.

 

β. Ανυπόστατες διοικητικές πράξεις

 

Παλαιότερα η νομολογία απέρριπτε τις αιτήσεις ακυρώσεως κατά αδημοσίευτων, άρα ανυπόστατων κανονιστικών πράξεων, ως απαράδεκτες, εκτός αν οι πράξεις αυτές είχαν εφαρμοσθεί από την Διοίκηση, οπότε και ακυρώνονταν. Η νομολογία αυτή εξελίχθηκε με την 87/2011 απόφαση της Ολομελείας, με την οποία κρίθηκε ότι ναι μεν οι κανονιστικές πράξεις που δεν έχουν δημοσιευτεί είναι ανυπόστατες και επομένως δεν παράγουν έννομες συνέπειες, όμως ως εκ της φύσεώς τους και του περιεχομένου τους, αλλά και για λόγους ασφαλείας δικαίου, είναι εν πάση περιπτώσει ακυρωτέες, προς αποφυγή του ενδεχομένου της εφαρμογής τους στο μέλλον[17].

 

γ. Πράξεις αναρμοδίου οργάνου

Η παλαιότερη νομολογία θεωρούσε μη εκτελεστές πράξεις οργάνων που δεν είχαν αρμοδιότητα. Λόγοι συνδεόμενοι με την ασφάλεια δικαίου και τη σταθερότητα των διοικητικών καταστάσεων επέβαλαν την εξέλιξη της νομολογίας αυτής. ‘Ετσι, πράξη κανονιστικού χαρακτήρα νομαρχιακού συμβουλίου ακυρώθηκε, γιατί, όπως κρίθηκε, η νομαρχιακή αυτοδιοίκηση που καθόρισε τον τρόπο άσκησης της αρμοδιότητάς της σχετικά με την περιβαλλοντική αδειοδότηση εγκαταστάσεων κεραιών κινητής τηλεφωνίας, δεν είχε αρμοδιότητα προς τούτο αλλά μόνο αρμοδιότητα έγκρισης ή μη περιβαλλοντικών όρων κατά περίπτωση[18].

Με την 1755/2017 απόφαση του Γ’ Τμήματος, πράξη του ΔΟΑΤΑΠ, η οποία έθετε πρόσθετα κριτήρια για την ακαδημαϊκή αναγνώριση αλλοδαπών τίτλων Νομικής και περιείχε ρύθμιση συνεπαγόμενη την άρνηση ακαδημαϊκής αναγνώρισης τίτλων σπουδών, κρίθηκε ότι έχει κανονιστικό χαρακτήρα και είναι ακυρωτέα, διότι ο ΔΟΑΤΑΠ στερείται κανονιστικής αρμοδιότητας[19].

 

  1. Διεύρυνση αντικειμένου δίκης, άρθρο 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989

Ένα ζήτημα που απασχόλησε έντονα τη νομολογία είναι αυτό της επιρροής της έκδοσης νεώτερων πράξεων στο αντικείμενο της ακυρωτικής δίκης. Υπήρξαν περιπτώσεις, ιδίως σε υποθέσεις σημαντικού ενδιαφέροντος, όπου την παραμονή της δικασίμου εκδίδονταν πράξεις σε τροποποίηση ή αντικατάσταση της προσβαλλόμενης πράξης, με σκοπό την κατάργηση της δίκης. Σε απόφαση του Δ’ Τμήματος για την διακοπή λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού, η μειοψηφία υποστήριξε ότι το άρθρο 32 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, υπό το φως των άρθρων 20 και 95 του Συντάγματος, δεν αποκλείει στον ακυρωτικό δικαστή να θεωρήσει συμπροσβαλλόμενη τη νεώτερη πράξη, όταν τούτο επιβάλλουν λόγοι αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας και της οικονομίας της δίκης. Τούτο δε ιδίως όταν πρόκειται για ταυτόσημη ρύθμιση, και ενόψει του ότι ο δικαστής έχει τη δυνατότητα να αναβάλει την υπόθεση, ώστε οι διάδικοι να προβάλουν σχετικούς ισχυρισμούς[20].

Το θέμα αντιμετωπίσθηκε με την προσθήκη της παρ. 3 στο άρθρο 32 του π.δ. 18/1989[21] προς την κατεύθυνση της πιο πάνω μειοψηφίας. Όπως ερμηνεύτηκε η διάταξη αυτή, στις περιπτώσεις αυτές η δίκη συνεχίζεται με ουσιωδώς διευρυμένο αντικείμενο και αφού τηρηθεί έγγραφη προδικασία[22].

 

  1. Περιορισμός προβολής λόγων ακυρώσεως

Σε σχετικά πρόσφατη νομολογία, διατυπώνεται ο προβληματισμός κατά πόσον προβάλλονται παραδεκτώς λόγοι ακυρώσεως που συνδέονται με ζητήματα, τα οποία δεν εθίγησαν στη δημόσια διαβούλευση που προηγήθηκε[23]. Οι σχετικοί λόγοι πάντως εξετάσθηκαν κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι πρόκειται για ζήτημα που χρειάζεται προσεκτική αντιμετώπιση, ώστε να μην υπάρξει πρόβλημα ενωσιακού δικαίου.

Αντίστοιχο ζήτημα αντιμετωπίζει η απόφαση 530/2003 της Ολομελείας για το απαράδεκτο προβολής τυπικού λόγου (όπως η αναρμοδιότητα) σε περίπτωση δεσμίας αρμοδιότητας κατά την έκδοση της σχετικής πράξης[24].

 

  1. Μετάθεση του ακυρωτικού αποτελέσματος

 Η δυνατότητα του ακυρωτικού δικαστή να περιορίζει τα αναδρομικά αποτελέσματα των ακυρωτικών του αποφάσεων απασχόλησε τη νομολογία των δικαστηρίων ιδίως στις έννομες τάξεις που επηρεάζονται από το γαλλικό μοντέλο διοικητικής δικαιοσύνης. Κλασσική θεωρείται πλέον η απόφαση του Conseil d’Etat στην υπόθεση «Association AC»[25] με την οποία κρίθηκε ότι εναπόκειται στον διοικητικό δικαστή, ύστερα από συνεκτίμηση των παρατηρήσεων των διαδίκων και του συνόλου των λόγων είτε δημόσιας τάξης είτε όσων προβλήθηκαν και μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα της επίμαχης πράξης, να κρίνει αφενός τις επιπτώσεις της αναδρομικότητας της ακυρώσεως στα εμπλεκόμενα ιδιωτικά ή δημόσια συμφέροντα, αφετέρου δε τις συνέπειες που θα είχε ο περιορισμός της αναδρομικότητας του ακυρωτικού αποτελέσματος στην αρχή της νομιμότητας και στο δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία.

Με την 4357/2011 απόφαση του Ε’ Τμήματος[26], κρίθηκε ότι, ενόψει του πρωτεύοντος δημοσίου σκοπού που εξυπηρετείται με το επίμαχο έργο (διαχείριση απορριμμάτων), πλημμέλεια σχετική με ζητήματα που δεν αναφέρονται σε ουσιώδη στοιχεία του έργου, η οποία δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, ακόμη και αν υφίστατο, δεν θα συνιστούσε λόγο ακυρώσεως, πριν παρασχεθεί στη Διοίκηση η δυνατότητα να συμπληρώσει την έλλειψη, προκειμένου να εξασφαλισθεί η τήρηση της αρχής της νομιμότητας, στην οποία αποβλέπει η αίτηση ακυρώσεως, κατά τρόπο όμως εναρμονιζόμενο με την αρχή της αποτελεσματικότητας της διοικητικής δράσης. Στη συνέχεια, με την 1941/2013 απόφαση κρίθηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 20 και 95 του Συντάγματος και η αρχή της νομιμότητας, ερμηνευόμενες σε πρακτική αρμονία προς τις επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και προς την αρχή της αποτελεσματικής δράσης της Διοίκησης, δεν επιβάλλουν την εξαρχής ακύρωση της διοικητικής πράξης που έχει προσβληθεί για νομική πλημμέλεια, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί από τη Διοίκηση, αλλά στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της νομιμότητας χωρίς να διαταραχθεί η αποτελεσματική δράση της Διοίκησης και η σταθερότητα των διοικητικών καταστάσεων, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να αναβάλει την οριστική κρίση και να χορηγήσει προθεσμία στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να άρει την πλημμέλεια με την έκδοση νέας πράξης, με την προϋπόθεση ότι με τον τρόπο αυτό αποκαθίσταται η επιδιωκόμενη από τον αιτούντα νομιμότητα και δεν θίγεται, με οποιοδήποτε τρόπο, το δικαίωμα δικαστικής του προστασίας[27]. Η ίδια λύση είχε δοθεί με την 1422/2013 απόφαση, με την οποία τάχθηκε προθεσμία στη Διοίκηση να συμπληρώσει κανονιστική πράξη, και συγκεκριμένα το ειδικό χωροταξικό των ΑΠΕ, ενόψει και της νομολογίας του ΔΕΕ για τις σημαντικές περιοχές για τα πουλιά[28].

Ακολούθησε ο ν.  4274/2014, με το άρθρο 22 του οποίου[29] διευρύνθηκαν σημαντικά οι εξουσίες του ακυρωτικού δικαστή. Συγκεκριμένα, παρασχέθηκε η ευχέρεια στον ακυρωτικό δικαστή, εκτιμώντας τις περιστάσεις και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, (α) αν άγεται σε ακύρωση ατομικής διοικητικής πράξης ή παράλειψης για πλημμέλεια που μπορεί να καλυφθεί εκ των υστέρων, να εκδώσει προδικαστική απόφαση προκειμένου η Διοίκηση να άρει τη συγκεκριμένη πλημμέλεια, (β) να μεταθέσει τον χρόνο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος, σταθμίζοντας πραγματικές καταστάσεις, ιδίως υπέρ καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον και (γ) να μην ακυρώσει ατομική πράξη για πλημμέλειες κανονιστικής στην οποία αυτή στηρίζεται, για λόγους αναγόμενους στην αρμοδιότητα του εκδόντος οργάνου και σε παράβαση ουσιώδους τύπου, εφόσον έχει παρέλθει μακρό χρονικό διάστημα από την έκδοση της κανονιστικής και υπάρχει κίνδυνος από την ακύρωση για την ασφάλεια δικαίου.

Οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόσθηκαν από το ΣτΕ σε συνδυασμό με τον θεσμό της πιλοτικής δίκης που εισήγαγε ο ν. 3900/2010, δίνοντας έναυσμα σε έντονο επιστημονικό διάλογο[30].

Με την απόφαση 4003/2014, η Ολομέλεια, εφαρμόζοντας για πρώτη φορά τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 4274/2014[31], διαπίστωσε τη συντέλεση της παράλειψης της Διοίκησης να αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων και εξέδωσε προδικαστική απόφαση, με την οποία έταξε εξάμηνη προθεσμία, προκειμένου η Διοίκηση να προβεί στην οφειλόμενη ενέργεια. Στη συνέχεια, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αυτής, με την 4446/2015 απόφαση της Ολομελείας το Δικαστήριο (α) απέρριψε αίτημα του Δημοσίου για χορήγηση παράτασης της προθεσμίας, με τη σκέψη ότι η προβλεπόμενη στην εξαιρετική διάταξη του άρθρου 22 του ν. 4274/2014 χορήγηση προθεσμίας δεν είναι δεκτική παρατάσεως και (β) εκτιμώντας τις συνθήκες της υπόθεσης και σταθμίζοντας τα συμφέροντα των διαδίκων, ιδίως δε την ύπαρξη έντονου δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην κατά το δυνατόν αποφυγή διακύμανσης των φορολογικών εσόδων του κράτους, ακύρωσε μεν την παράλειψη της Διοίκησης να εκδώσει απόφαση αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της χώρας, όρισε όμως ότι η ακύρωση αυτή δεν αναδράμει στον χρόνο συντέλεσης της παράλειψης αλλά στην ημερομηνία λήξης της προθεσμίας που είχε ταχθεί στη Διοίκηση από την προηγούμενη απόφαση.

Με την απόφαση 4741/2014 της Ολομέλειας για τις αποδοχές των μελών ΔΕΠ, το Δικαστήριο επικαλείται το συνταγματικά αναγνωρισμένο ιστορικό ρόλο του ΣτΕ στη διαμόρφωση των γενικών αρχών και κανόνων του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου και επεκτείνει τη διευρυμένη εξουσία του άρθρου 22 στις συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων προκειμένου να περιορίσει τα αποτελέσματα της κρίσης του μόνο μεταξύ των αιτούντων. Το Δικαστήριο στάθμισε και πάλι το δημόσιο συμφέρον αναφερόμενο στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού κράτους[32][33].

Το Β’ Τμήμα του Δικαστηρίου, με αφορμή την προσβολή κανονιστικής ρύθμισης για τον καθορισμό τιμής ζώνης ακινήτων για τον υπολογισμό φόρων περιουσίας, έκρινε ότι από την αναδρομική ακύρωση ανακύπτει κίνδυνος για την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού, η αποτροπή του οποίου, υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες, αποτελεί επιτακτικό δημόσιο συμφέρον και έκρινε ότι η ακύρωση της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως πρέπει να μην ανατρέξει στον χρόνο έναρξης ισχύος της αλλά στον χρόνο συζήτησης της υποθέσεως[34].

Με τις αποφάσεις 557 και 684/2017 της 7μελούς συνθέσεως του Β’ Τμήματος, κρίθηκε ότι η ακύρωση της ως άνω κανονιστικής ρύθμισης, όπως και ο ορισμός του χρονικού σημείου έναρξης του αποτελέσματός της, ισχύει και ενεργεί υπέρ και έναντι όλων, και όσων δηλαδή δεν ήταν διάδικοι στη σχετική δίκη, τούτο δε ενόψει της φύσης του ακυρωτικού αποτελέσματος, καθώς και των επιταγών των συνταγματικών αρχών της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχείρισης των ενδιαφερομένων.

Με την 2333/2016 απόφαση της 7μελούς συνθέσεως του Β’ Τμήματος, κρίθηκε ότι η τρίτη διαδοχική ακύρωση κανονιστικής ρύθμισης για τιμή εκκίνησης σε συγκεκριμένη περιοχή, υποδηλώνει διαρκή αδυναμία της Διοίκησης να καθορίσει νομίμως την τιμή της εν λόγω ζώνηςγια το επίμαχο χρονικό διάστημα που ανάγεται σε παρωχημένο χρόνο, με αποτέλεσμα η Διοίκηση να στερείται πλέον κατά χρόνον αρμοδιότητας κανονιστικής ρύθμισης του ζητήματος. Ενόψει των εξαιρετικών αυτών συνθηκών και της αρχής της ασφάλειας δικαίου που επιτάσσει να μη μείνει αρύθμιστο το ζήτημα, κρίθηκε ότι η Διοίκηση οφείλει, συμμορφούμενη προς την ακυρωτική απόφαση, να θεωρήσει ότι για το επίμαχο χρονικό διάστημα ισχύει στην περιοχή αυτή η τιμή της προϊσχύσασας κανονιστικής ρύθμισης.

Με την 805/2016 απόφαση της 7μελούς συνθέσεως του Ε’ Τμήματος, σχετική με την επίδραση της καθυστέρησης στην κατάρτιση δασικών χαρτών στη διαδικασία του Κτηματολογίου, χορηγήθηκε εξάμηνη προθεσμία στη Διοίκηση για να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις στο Δικαστήριο ως προς την πρόοδο της διαδικασίας ανάρτησης και κύρωσης δασικών χαρτών. Στη συνέχεια, με την 1203/2017 απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να αναβάλει εκ νέου την έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου η Διοίκηση εντός προθεσμίας έξι μηνών να εκθέσει τις απόψεις της για συγκεκριμένα ζητήματα και ενέργειές της που περιγράφονται στην απόφαση.

Με την 950/2017 απόφαση του Γ’ Τμήματος, που αφορούσε κανονιστική ρύθμιση για την ανάθεση του μαθήματος της Φυσικής σε εκπαιδευτικούς συγκεκριμένων κλάδων, το Δικαστήριο, ενόψει των πραγματικών καταστάσεων που είχαν ήδη δημιουργηθεί κατά το τρέχον σχολικό έτος για τους εμπλεκόμενους εκπαιδευτικούς, και της ανάγκης διαφύλαξης της εύρυθμης λειτουργίας της δημόσιας εκπαίδευσης, έκρινε ότι τα αποτελέσματα της ακυρωτικής του απόφασης πρέπει να αρχίσουν την προηγούμενη ημέρα της δημοσίευσης της απόφασης.

Σε πρόσφατες αποφάσεις της 7μελούς σύνθεσης του Γ’ Τμήματος, με τις οποίες παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια υπόθεση σχετική με το σύστημα των πανελληνίων εξετάσεων, διατυπώθηκε η άποψη ότι, σε περίπτωση αποδοχής των αιτήσεων ακυρώσεως, τα αποτελέσματα θα πρέπει να ισχύσουν μόνο για τους αιτούντες  και όχι αναδρομικά, προκειμένου να μη θιγούν καλόπιστοι τρίτοι και το συμφέρον της δημόσιας εκπαίδευσης[35]. Με την απόφαση της Ολομελείας ακυρώθηκε ως μη νόμιμη η παράλειψη εισαγωγής του αιτούντος σε Ιατρική Σχολή ενώ αυτός υπερτερεί στη συνολική βαθμολογία από εισαχθέντα αθλητή, ο οποίος έλαβε αντισυνταγματική προσαύξηση βαθμολογίας, και η υπόθεση αναπέμφθηκε στη Διοίκηση προκειμένου να εγγράψει τον αιτούντα ως υπεράριθμο χωρίς να θιγούν οι εισαχθέντες με την αντισυνταγματική ρύθμιση αθλητές[36].

 

Συμπεράσματα

Η αναδρομικότητα και το erga omnes του ακυρωτικού αποτελέσματος αποτελούν, παραδοσιακά, τα δύο βασικά χαρακτηριστικά του ακυρωτικού ελέγχου. Η αρχή της νομιμότητας ικανοποιείται με ακυρωτικές αποφάσεις που δεν εφαρμόζονται ή είναι προτιμότερο να εξαναγκαστεί η Διοίκηση, με κάποιο τρόπο, σε συνεργασία; Το Δικαστήριο καλείται να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής[37][38], συνδυάζοντας θεσμική μνήμη με την αναγκαία αυτοσυγκράτηση στη χρήση των εργαλείων του ακυρωτικού ελέγχου και κάνοντας τις αναγκαίες σταθμίσεις μεταξύ των αρχών της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, της ασφάλειας δικαίου, του δημοσιονομικού συμφέροντος του κράτους και της νομιμότητας και της αποτελεσματικότητας της διοικητικής δράσης.

Υποστηρίζεται ότι το ΣτΕ, με την πρόσφατη νομολογία του, προσέθεσε το δημοσιονομικό συμφέρον στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος. Είναι πάντοτε κρίσιμο το διακύβευμα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Χαρακτηριστική είναι η σκέψη της αποφάσεως της Ολομελείας 3341/2013 για την αναστολή κατεδάφισης των αυθαιρέτων, σύμφωνα με την οποία «εισπρακτικοί και μόνον σκοποί δεν θα ήταν δυνατόν να δικαιολογήσουν τη θέσπιση ρυθμίσεων με ευρύτατες συνέπειες σε βάρος του περιβάλλοντος»[39]. Αντίθετα, σε υποθέσεις που αφορούν περικοπές μισθών ή συντάξεων, ή σε φορολογικά θέματα, το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου, όπως η δυνατότητα του κράτους να συνεχίσει να καταβάλει μισθούς ή η βιωσιμότητα του φορολογικού και ασφαλιστικού συστήματος, θέματα δηλαδή που ανάγονται στην εν γένει αντοχή των οικονομικών δεδομένων του κράτους, ορθώς λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο του δημοσίου συμφέροντος που μπορεί να δικαιολογήσει την επίμαχη ρύθμιση[40]. Η ακυρωτική απόφαση έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, όχι όμως και μαγικές ικανότητες, που να συνίστανται στην εξεύρεση πόρων ή στη διαμόρφωση οικονομικών συνθηκών. Διάφορο βεβαίως είναι το ζήτημα της τήρησης άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων, όπως της ισότητας στην κατανομή των βαρών κατά τη θέσπιση τέτοιων περιοριστικών ρυθμίσεων, όπως τονίσθηκε από την Ολομέλεια ήδη στην απόφαση 668/2012.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στη νομολογία, και ειδικά αυτές που επιφέρουν περιορισμό του ελέγχου νομιμότητας, αποτελούν επεξεργασία των δογματικών θεμελίων του διοικητικού δικαίου «ανίερη» ή ιστορικά αναγκαία, όχι μόνο λόγω συγκυρίας, αλλά και επειδή επέστη ο χρόνος; Είναι σαφές ότι στο ερώτημα αυτό απάντηση δεν μπορεί να δοθεί τώρα. Η σχετική νομολογία πρέπει να δοκιμασθεί στον χρόνο. Ο μελετητής του μέλλοντος είναι εκείνος που, αφού εκτιμήσει τη συχνότητα εφαρμογής της και τη φύση των περιστάσεων κάθε υπόθεσης, θα κρίνει αν το Δικαστήριο παρέμεινε πιστό στον θεσμικό του ρόλο ελέγχοντας πράγματι τη συνδρομή των εκτάκτων περιστάσεων που δικαιολογούν κατ’ εξαίρεση τον περιορισμό του ακυρωτικού του ρόλου ή αν υποχώρησε στην όλο και αυξανόμενη τάση της Διοίκησης να διαιωνίζει την παρανομία των πράξεών της επικαλούμενο τις σοβαρές συνέπειες της ακύρωσής τους.

 

[1] Εισήγηση Διάλεξη που δόθηκε στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο του Γ’ κύκλου σπουδών στο Δημόσιο Δίκαιο στις 13.03.2018.

[2]If men were angels, no government would be necessary. If angels were to govern men, neither external nor internal controls on government would be necessary. In framing a government, which is to be administered by men over men, the great difficulty lies on this: You must first enable the government to control the governed; and in the next place oblige it to control itself” (Federalist Papers, No 51).

[3] Άρθρο 82 Συντάγματος 1911. Η αίτηση ακυρώσεως διαμορφώθηκε «ως προϊόν και αντίδοτον του δόγματος διάκρισης Διοίκησης και Δικαιοσύνης» (Φ. Βεγλερής).

«Η αίτηση ακυρώσεως θεσμός με κύριο σκοπό την προστασία του αντικειμενικού δικαίου» (Ν. Ν. Σαρίπολος).

[4] Ο Ελ. Βενιζέλος στη συζήτηση για την ψήφιση του ν. 290/1914 περί Συμβουλίου της Επικρατείας ζητεί οι δικαστές του να εμπνευστούν από τη νομολογία του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας «το οποίον κυρίως ειπείν είναι Πραιτωρικόν Δικαστήριον».

[5] Ν. 3900/2010.

[6] Άρθρο 8 παρ. 4 ν. 4205/2013 (Α’ 242).

[7] Για το ζήτημα του τεκμηρίου του ακυρωτικού ελέγχου που ανήκει στο ΣτΕ, βλ. και απόφαση Ολ 189/2007, για τα πειθαρχικά συμβούλια των δικηγόρων.

[8]  Αντίστοιχες σκέψεις περιέχουν οι 3115 και 3191/2015 αποφάσεις της 7μελούς συνθέσεως του Ε΄Τμήματος, σχετικές με την παραχώρηση δάσους και την έγκριση τεχνικών μελετών.

[9] Αντίθετα από την παραπεμπτική απόφαση 808/2006 του Ε’ Τμήματος.

[10] Με αντίστοιχες σκέψεις η Ολ. 2035/2011.

[11] Ολ. 6066/1996, 3824 και 4365/1997, 2157/1998. Στο ζήτημα αυτό, της παρέμβασης δηλαδή του νομοθέτη, είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πώς η γνώμη της μειοψηφίας εξελίχθηκε σε πλειοψηφία σε μεταγενέστερες αποφάσεις, όταν ωρίμασαν οι συνθήκες.

[12] Υπόθεση που αφορούσε το γήπεδο της ΑΕΚ στη Ν. Φιλαδέλφεια.

[13] Οι σκέψεις αυτές υιοθετήθηκαν με την απόφαση 1847/2008 της Ολομελείας.

[14] ΣτΕ 965, 967, 1157, 1952 και 1953/2007.

[15] Ολ. 3053/2009, 26/2014.

[16] ΣτΕ 1603/2016, 976, 4272 και 4352/2015, 3976/2010, 1242/2008, 2680/2003 κ.ά.

[17] Βλ. και ΣτΕ Ολ 4754/2012, 2649/2017 και 3151/2017 για ανυπόγραφη ατομική πράξη.

[18] ΣτΕ 3922/2007.

[19] Το soft law στο ΣτΕ, όπως έγραψε η Ε. Πρεβεδούρου.

[20] ΣτΕ 91/2002. Πανομοιότυπες καταργητικές αποφάσεις της Ολομελείας η 2010/2003 για μονάδα της ΔΕΗ στην Πτολεμαΐδα και η 1659/2009 για τις κάμερες στους δρόμους.

[21] Άρθρο 31 ν. 3779/2009.

[22] ΣτΕ Ολ 800 και 3175/2014.

[23] ΣτΕ 1943/2012, 3080/2014, 551/2015.

[24] Βλ. επίσης ΣτΕ 1941/2013 και 3984/2004.

[25] Νο. 255886, 11.05.2004.

[26] Υπό την προεδρία του Κ. Μενουδάκου, που πρώτος ανέπτυξε τον σχετικό προβληματισμό.

[27] Με την απόφαση 2742/2014, μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας που τάχθηκε στη Διοίκηση, η αίτηση ακυρώσεως έγινε δεκτή.

[28] Με την 807/2014 απόφαση, η σχετική παράλειψη ακυρώθηκε.

[29] Διάταξη που έτυχε επεξεργασίας από την Ολομέλεια σε Συμβούλιο: βλ. πρακτικό 20/2013.

[30] Εκτεταμένη αρθογραφία Ευγ. Πρεβεδούρου, Κ. Γώγου κλπ.

[31] Βλ. και ΣτΕ 3937/2014, Δ’ Τμ.

[32] . Η λύση αυτή ακολουθήθηκε και στις αποφάσεις 2287 -90/2015 της Ολομελείας για τις περικοπές συντάξεων

[33] Βλ. και Ολ 95/2017, στην οποία συγκλίνουσα άποψη υποστήριξε την εφαρμογή της διατάξεως αυτής στο θέμα της συγκρότησης του ΕΣΡ.

[34] ΣτΕ 170 -1 και 2334 – 37/2017.

[35] ΣτΕ 4442, 4443/2017, Γ’ Τμ.

[36] ΣτΕ Ολ 686/2018.

[37] Μοντέλο της δυναμικής απονομής της Δικαιοσύνης, Ν. Αλιβιζάτος: Ο ρόλος των Ανώτατων Δικαστηρίων σε “σύνθετες” Πολιτείες, στον τιμητικό τόμο Κ. Μενουδάκου.

[38] Η πλαστικότητα του θεσμού της αιτήσεως ακυρώσεως, κατά τον Ν. Παπασπύρου.

[39] Πρβλ. C-243/01, Gambelli κ.λπ, σκ. 61-65, και λοιπή πάγια νομολ. του ΔΕΕ.

[40] ΣτΕ 3724/2014, Ολομ, σκ. 23: “… Η αντίθετη νομική εκδοχή στηρίζεται στην παραδοχή ότι το κράτος έχει απόλυτη φερεγγυότητα, ήτοι τη δυνατότητα να εξασφαλίζει πάντοτε τα αναγκαία κεφάλαια για την ικανοποίηση των πιστωτών του, λόγω της διαρκούς υπόστασής του, απεριόριστου πλούτου και ακλόνητης πιστοληπτικής ικανότητας. Η παραδοχή αυτή διαψεύδεται από την πραγματικότητα …”

 

Μεταρρυθμιστικές πολιτικές στη Δημόσια Διοίκηση με τις εγγυήσεις του ΑΣΕΠ. Ο στόχος της «απο-πολιτικοποίησης» και η θέσπιση Μητρώου Επιτελικών Στελεχών

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει τις εναλλακτικές εκδοχές της απο-πολιτικοποίησης αποδίδοντας έμφαση σε εκείνες που συνέχουν –με έναν ομολογημένο ή υπόρρητο τρόπο– το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα της σύστασης Εθνικού Μητρώου Επιτελικών Στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης,
που δρομολογήθηκε με την ψήφιση του ν. 4369/2016 (του λεγόμενου «Νόμου Βερναδάκη» για τη διαφάνεια – αξιοκρατία και αποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης). Ο Νόμος αυτός αποτελεί, από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά, την πιο συστηματική απόπειρα σε νομοθετικό επίπεδο να θεσπιστούν διαδικασίες και εγγυήσεις απο-πολιτικοποίησης σε ολόκληρο
σχεδόν το φάσμα της λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης. Για τον λόγο αυτό, συνιστά προνομιακό πεδίο για την ανίχνευση και την κριτική ανάλυση της σύγχρονης εκδοχής της απο-πολιτικοποίησης στο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας μας.

Πολιτική εξουσία και δικαιοσύνη

Χρήστος Ράμμος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας

Το θέμα «Πολιτική εξουσία και Δικαιοσύνη» μπορεί να το προσεγγίσει κάποιος από πολλές σκοπιές: Δύο είναι οι πιο βασικές κατά τη γνώμη μου.

Η πρώτη είναι η σχέση Δικαίου και Πολιτικής. Δηλαδή η σχέση κανόνα δικαίου και πολιτικής απόφασης. Που σταματάει ο έλεγχος του δικαστή, όταν ελέγχει την συνταγματικότητα μέτρων, που υλοποιούν την κυβερνητική πολιτική. Και αντίστροφα τι περιθώρια έχει η κυβερνητική πολιτική μέσα στα πλαίσια των συνταγματικών άρθρων και συνταγματικών αρχών. Η δεύτερη προσέγγιση, με την οποία θα ασχοληθώ στην παρούσα εισήγησή μου, είναι η θεσμική σχέση των δύο εξουσιών. Κυβερνητικής και Δικαιοδοτικής.

Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να υπομνησθεί κάτι που δεν είναι πρωτότυπο, αλλά που υπάρχει η τάση να λησμονείται: H Δημοκρατία είναι ένα πολύ δύσκολο και εύθραυστο πολίτευμα, που δεν είναι αυτονόητο, ούτε οριστικό, και δεν μπορεί να αφήνεται στον «αυτόματο πιλότο,» αλλά απαιτεί και θα απαιτεί εσαεί συνεχή προσπάθεια και υπέρβαση από όλους μας. Είναι δύσκολο, διότι, σε αντίθεση με τους αυταρχικούς και πατριαρχικούς τρόπους διακυβέρνησης, η δημοκρατία δεν προκύπτει αβίαστα από την φύση των ανθρώπων. Απαιτεί κατάκτηση. Απευθύνεται στον ορθό λόγο και απαιτεί πειθάρχηση των συναισθημάτων, παρορμήσεων και εύκολων συνηθειών. Το γεγονός ότι ύστερα από 43 χρόνια τυπικά δημοκρατικού βίου ζήσαμε πρόσφατα -και ζούμε ακόμη- δύσκολες σχέσεις μεταξύ της πολιτικής εξουσίας (της κορυφής της εκτελεστικής εξουσίας) και της Δικαιοσύνης αποδεικνύει τα όσα προείπα.

Στην χώρα μας η δημοκρατία έχει παρεξηγηθεί ως η αρχή της πλειοψηφίας, της όποιας περιστασιακής πλειοψηφίας, που μπορεί να κάνει ο,τιδήποτε θέλει. Ο δικαιοκρατικός φιλελεύθερος πυλώνας της δημοκρατίας (ατομικά δικαιώματα, διάκριση των εξουσιών, θεσμικά αντίβαρα στην «τυραννία της πλειοψηφίας», ελευθερία του τύπου κλπ) αγνοείται διότι θέτει αντικειμενικά φραγμούς και όρια στην παντοδυναμία, μέθη και ενδεχόμενη αυθαιρεσία της πλειοψηφίας.

Η κύρια αιτία αυτής της παρεξήγησης και της γενικευμένης στην χώρα μας θεσμικής απαιδευσίας είναι πολλές δεκαετίες λαϊκισμού. Οι πολιτικοί δίδαξαν ένα λαό, που ως το 1974 είχε ζήσει στο περιθώριο της εξουσίας, λόγω ανωμάλων καταστάσεων (ευθέως αντιδημοκρατικά ή ημιδημοκρατικά καθεστώτα) ότι εφεξής θα είναι παντοδύναμη η βούλησή του, δηλαδή, η βούλησή τους. Καμία άλλη συνταγματικά κατεστρωμένη εξουσία δεν θα είχε τη νομιμοποίηση να σταματήσει μια τέτοια βούληση. Επειδή μετά το 1974 για πρώτη ίσως φορά απέκτησε η χώρα πραγματικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και σίγουρα για πρώτη φορά η Δικαιοσύνη (και κυρίως το Συμβούλιο Επικρατείας) άρχισε στην αρχή πιο διστακτικά και αργότερα όλο και με περισσότερη αυτοπεποίθηση να ακυρώνει κεντρικές κυβερνητικές επιλογές, να κάνει ουσιαστικό αποτελεσματικό και σε βάθος έλεγχο της συνταγματικότητας (κοινοτικότητας, «εσδαϊκότητας») των νόμων, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζει την παντοδυναμία των εκλεγμένων πλειοψηφιών. Με λίγα λόγια άρχισε να γίνεται για πρώτη φορά ενοχλητική η Δικαιοσύνη, να παίζει με πληρότητα τον θεσμικό της ρόλο ως αντίβαρο εξουσίας. Έτσι άρχισαν σιγά σιγά και με τον χρόνο όλο και πιο δηλητηριώδεις οι επιθέσεις εναντίον της Δικαιοσύνης, τόσο από την πολιτική ηγεσία, όσο και από διάφορους θεωρητικούς ή και παρατηρητές της δημόσιας ζωής (νομικούς ή μη) από τις λεγόμενες πνευματικές ηγεσίες. «Ποιοι είναι αυτοί -και με ποια νομιμοποίηση- που εμποδίζουν την εκλεγμένη κυβέρνηση να υλοποιήσει το πρόγραμμα της;». Αντί να αναρωτηθούν μήπως αυτοί έκαναν κάποιο λάθος, μήπως δηλαδή υποσχέθηκαν ή προσπάθησαν να κάνουν κάτι, που η συνταγματική τάξη δεν επιτρέπει, άρχισαν να φορτώνουν στην κακιά Δικαιοσύνη τις αποτυχίες τους. Σαν το άρθρο 26 του Συντάγματος (διάκριση εξουσιών) και το περί Δικαιοσύνης κεφάλαιο του Συντάγματος να είναι απλές λέξεις και όχι θεμελιώδεις για την ισορροπία του πολιτεύματος διατάξεις.

Είναι γεγονός, ότι αιφνιδιάστηκαν και αυτοί από την αφύπνιση της Δικαιοσύνης, που με όλες της τις ελλείψεις έκανε για πρώτη φορά να λειτουργήσει η χώρα μας στοιχειωδώς σαν δημοκρατικό κράτος. Μέχρι το 1974 -και όχι μόνο επί δικτατορίας, αλλά και πριν από αυτήν η Δικαιοσύνη λειτουργούσε «με πλήρη εξοπλισμό», όταν δεν ενοχλούσε σοβαρά την κρατική εξουσία, δηλ κατά βάση μόνο στις ιδιωτικές διαφορές. Η κρατική εξουσία ουδέποτε ενοχλήθηκε και όταν ενοχλήθηκε, φρόντισε να εξουδετερώσει μέσω της ηγεσίας της Δικαιοσύνης τους ενοχλήσαντες (θυμίζω την περίπτωση Σαρτζετάκη και την επέμβαση εναντίον του του Κ. Κόλλια). Η Δικαιοσύνη γινόταν αντιληπτή σχεδόν από όλους -ακόμη και την πλειοψηφία των λειτουργών της, που είχαν και οι ίδιοι εσωτερικεύσει αυτό το συναίσθημα- ως ένας σιδερένιος κατασταλτικός βραχίονας της εξουσίας, ο φύλακας κέρβερος μιας καθεστωτικής νομιμότητας και όχι ως ο εγγυητής των συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αυτό που λένε οι Γάλλοι Δικαιοσύνη ως puissance και όχι Δικαιοσύνη ως service. Αυτό ίσχυε και για την ποινική δικαιοσύνη, η οποία κυρίως, σε πολύ σοβαρές υποθέσεις, έπαιρνε πολύ συχνά αποφάσεις σκοπιμότητας πολιτικής ή πάντως αποφάσεις που συμβάδιζαν με το λεγόμενο κοινό περί δικαίου αίσθημα, μη σεβόμενη το τεκμήριο της αθωότητας και την υποχρέωσή της για εξατομικευμένη κρίση με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Επικρατούσε ένας ακραίος κρατικισμός, μια Ιακωβίνικη αντίληψη, ότι το κράτος οι αναγκαιότητες και σκοπιμότητές του, το λεγόμενο δημόσιο συμφέρον (όχι το γενικό συμφέρον της Πολιτείας, δηλαδή όλων μας, αλλά το δημόσιο συμφέρον) που κάθε φορά το ορίζει μια κυβερνητική πλειοψηφία είναι υπεράνω όλων, υπεράνω ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο δεν ελέγχονταν, ως προς την συμβατότητά του με το Σύνταγμα, αρκούσε για να απορριφθεί οποιοσδήποτε περί του αντιθέτου ισχυρισμός και να επικυρωθούν επεμβάσεις σε ατομικά δικαιώματα ως δικαιολογημένες ενώ ήταν αυθαίρετες ή δυσανάλογες. Χαρακτηριστικό του ότι η Δικαιοσύνη γινόταν αντιληπτή ως ένας εξουσιαστικός καταπιεστικός βραχίονας του Κράτους που σκοπό είχε την τάξη -και όχι το νόμο και την τάξη- και δεν ενδιαφέρονταν να λειτουργήσει ως εγγυητικός της ελευθερίας μηχανισμός του κρατικού μορφώματος, είναι ότι στην συνείδηση του μέσου Έλληνα η Δικαιοσύνη εξισώνονταν με τον Εισαγγελικό κλάδο («θα σε στείλω στον Εισαγγελέα»).

Αυτή η νοοτροπία (που όπως είπα είχε εσωτερικευθεί και από την μεγάλη πλειοψηφία των δικαστικών λειτουργών- επεμβάσεις σαν αυτές του Κ. Κόλλια είχαν πολύ βοηθήσει σε αυτό) οδήγησε σε μια δημοσιοϋπαλληλική αντίληψη του λειτουργήματος του δικαστικού. Κάνω ευσυνείδητα την δουλειά μου «ξεκοκκαλίζω» σαν ευσυνείδητος γραφειοκράτης τις δικογραφίες, «ξεσκονίζω» τα κανονιστικά κείμενα, αλλά, όταν σοβαρεύουν πολύ τα πράγματα, δεν παίρνω πρωτοβουλίες που μπορεί να ενοχλήσουν, δεν γίνομαι δυσάρεστος στους ανωτέρους μου, δεν ανοίγω τους ορίζοντές μου να ξεφύγω από την πεπατημένη, διότι η έξοδος από την πεπατημένη μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη. Και εφαρμόζω χωρίς ιδιαίτερη εμβάθυνση ή προβληματισμό και με ακραίο νομικισμό το νόμο.

Αυτή η νοοτροπία φυσικά άλλαξε σιγά σιγά μετά το 1974. Όχι όμως όσο θα έπρεπε και όσο θα ανέμενε (θα έλεγα θα απαιτούσε κανείς) από μια χώρα που ανήκει στον πιο προοδευμένο πυρήνα της Ευρώπης. Οι συμπεριφορές της πολιτικής εξουσίας, τις οποίες έγινε αναφορά προηγουμένως, οι επιθέσεις εναντίον της Δικαιοσύνης κάθε φορά που βγαίνει μια απόφαση που δυσαρεστεί τους κρατούντες ή δεν συμβαδίζει με το λεγόμενο κοινό περί δικαίου αίσθημα- το οποίο έχει κυρίως διαμορφωθεί από τα ΜΜΕ ή από παρορμήσεις που δεν έχουν τιθασευτεί από την λογική – συνετέλεσε πολύ σε αυτή την διατήρηση ενός κλίματος, αν όχι φοβίας, πάντως δισταγμού και υπαλληλικής αντίληψης σε μεγάλη μερίδα των δικαστικών λειτουργών. Δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων που προδικάζουν το αποτέλεσμα μιας δικαστικής κρίσης, ενόσω η υπόθεση εκκρεμοδικεί, δηλώσεις των ίδιων ότι η Δικαιοσύνη ταυτίστηκε με αθέμιτα ή σκοτεινά συμφέροντα, απαίτηση πολιτικών παραγόντων να ενημερώνονται από την Δικαιοσύνη για φακέλους, ενόσω αυτοί υπόκεινται ακόμη στην κρίση της, είναι ολοφάνερο, ότι δεν συντελούν στην ενίσχυση του αισθήματος λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών. Δικαστής ο οποίος ζει διαρκώς με το άγχος ότι, αν πει κάτι, θα εξυβρισθεί και μάλιστα θα δυσφημισθούν τα κίνητρά του και θα ενοχοποιηθεί, δεν μπορεί να δικάζει με την άκρα νηφαλιότητα, που απαιτεί το λειτούργημά του. Είναι πολύ δύσκολη άσκηση, η διατήρηση της εσωτερικής ανεξαρτησίας της δικαστικής συνείδησης στις περιπτώσεις αυτές. Δεν μπορούμε να απαιτούμε από ένα δικαστή να ζει και να εργάζεται υπό καθεστώς συνεχούς πίεσης. Σε αυτή την κατάσταση έχει συντελέσει και ο τρόπος με τον οποίο συχνά εφαρμόστηκε η προβλέπουσα την διασταύρωση των εξουσιών διάταξη (άρθρο 90 παρ. 5) του Συντάγματος, που προβλέπει ότι οι ηγεσίες των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας επιλέγονται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Τεράστιες και ακατανόητες βουτιές στην επετηρίδα με αδιαφανή κριτήρια ή με κριτήρια το τι ψήφισε ένας συγκεκριμένος δικαστής σε κάποιες, κρίσιμες για την επιλέγουσα κυβέρνηση, υποθέσεις, αποτελούν απειλή για την ανεξαρτησία και αμεροληψία των δικαστών. Δεν μου επιτρέπεται ως ανώτατος εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός να αναφερθώ σε συγκεκριμένα παραδείγματα.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να προστεθεί, ότι τέτοιες επιθέσεις εμφανίζονται τελευταία και σε άλλες χώρες. Ίσως να πρόκειται για ανησυχητικά σημεία των καιρών, όπου έχουν θεριέψει οι λαϊκισμοί και θεωρίες περί illiberal democracy. Πρόεδρος Trump, εξελίξεις στην Ουγγαρία και Πολωνία κλπ. Αυτό φυσικά δεν μπορεί να αποτελεί παρηγοριά. Και πάντως αυτού του τύπου ο λαϊκισμός είναι περισσότερο από παντού αλλού στην δημοκρατική Ευρώπη στην χώρα μας πιο μακροχρόνιο και πιο αδιάλειπτο φαινόμενο.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι οι δικαστικές αποφάσεις και οι δικαστικοί λειτουργοί δεν πρέπει να υπόκεινται σε κριτική. Κάθε άλλο. Επειδή έχουν γίνει πολύ της μόδας τελευταία φράσεις και μάλιστα από τα πιο επίσημα κρατικά χείλη του τύπου «και οι κρίνοντες κρίνονται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα» πρέπει στο σημείο αυτό να παρατεθούν κάποιες σκέψεις για το θέμα.

Κατ’ αρχάς, οι δικαστικές αποφάσεις σε ένα κράτος δικαίου είναι ένα επιστημονικό έργο. Ένα νομικό επιστημονικό έργο. Οι δικαστές δεν αποφασίζουν ούτε όπως τους «κατέβει», με βάση ένα καπρίτσιο της στιγμής, ούτε όπως τους υποδείξει κάποιος, όπως πολλοί φαντάζονται. Οι δικαστές δεσμεύονται από επιστημονικούς κανόνες ερμηνείας κειμένων. Κειμένων που δεν είναι μόνο ο νόμος αλλά και υπερνομοθετικής τυπικής ισχύος κείμενα (Σύνταγμα, Ενωσιακό Δίκαιο, ΕΣΔΑ και λοιπό διεθνές δίκαιο) και (κάτι που συχνά λησμονείται) οι γενικές αρχές και οι αξίες που απορρέουν από αυτά. Εργαλείο για την διαπίστωση, αν τηρήθηκε η επιστημονική αυτή δέσμευση, είναι η αιτιολογία της απόφασης. Επομένως, η κριτική που μπορεί και πρέπει να γίνεται σε μια δικαστική απόφαση είναι επιστημονική κριτική. Νομική κριτική η οποία μπορεί και να είναι εξοντωτική. Κριτική, όμως η οποία δεν περιορίζεται μόνο στο διατακτικό, αλλά επεκτείνεται και στο σκεπτικό. Το διατακτικό, μόνο του, δεν έχει νόημα. Και κυρίως κριτική που γίνεται με επιστημονικά επιχειρήματα και όχι με ύβρεις ή με προσωποποιημένη κριτική και με προσωπικούς υπαινιγμούς ή και απειλές εις βάρος αυτού που τις εξέδωσε. Τέτοια κριτική, ιδίως όταν προέρχεται από την πολιτική ηγεσία της χώρας, υπονομεύει άμεσα και ανεπανόρθωτα το κύρος του θεσμού της Δικαιοσύνης, το Κράτος Δικαίου δηλαδή την ίδια την Δημοκρατία. Και ειδικά σε μια χώρα σαν την Ελλάδα με τόσο μεγάλη καχυποψία για τους θεσμούς και όπου η Δικαιοσύνη δεν είναι γενικά συμπαθής, διότι επιβάλλει κανόνες και οι Έλληνες, ως γνωστόν, δεν έχουν καλή σχέση με τους κανόνες (εκτός αν αφορούν τους άλλους και όχι τον εαυτό τους). Το ότι κάποιος θεωρεί ότι μια δικαστική απόφαση είναι «κακή» ή «άδικη», διότι δεν του αρέσει και δεν συμβαδίζει με τις συνήθειές του, ή διότι δεν τον ευνόησε, ή, τέλος διότι έχασε μια δίκη, δεν μπορεί, εξ ορισμού, να αποτελεί βάση για κριτική των ενεργειών της Δικαιοσύνης. Και τούτο, διότι οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν βγαίνουν για να αρέσουν, αλλά για να εφαρμόσουν με τον πιο επιστημονικά ορθό και απροκατάληπτο τρόπο το Δίκαιο εν ευρεία εννοία, όπως το παρέθεσα πιο πάνω. Και φυσικά αν συμβεί κάποιο λάθος, γι’ αυτό υπάρχουν τα ένδικα μέσα, οι αγωγές κακοδικίας, ο νομικός σχολιασμός και η αμείλικτη αλλά νομική κριτική. Κριτική η οποία είναι μάλιστα ευπρόσδεκτη, διότι βοηθάει τα Δικαστήρια να βελτιώνουν τη νομολογία τους και αυτή να προχωράει και να μην μένει στάσιμη.

Ύστερα ποιο είναι το «κοινό περί δικαίου αίσθημα»; Ποιος το εκφράζει αυθεντικά; Η κυβέρνηση; Η αντιπολίτευση; Βγαίνει από δημοσκοπήσεις και αν ναι από ποιες; Εκφράζεται από τα τηλεπαράθυρα, από αυτούς που κραυγάζουν πιο δυνατά και προσφέρουν τηλεθέαση; Είναι το συμφέρον μιας συντεχνίας(«νόμος είναι το δίκιο του εργάτη») και αν ναι ποιας από όλες; Είναι ενιαίο και στάσιμο άπαξ δια παντός; Και το ίδιο ανεξάρτητα από μορφωτικό επίπεδο και νομικές γνώσεις; Και σε περίπτωση που το κοινό περί δικαίου αίσθημα έρχεται σε αντίθεση με συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος ή του θετού δικαίου τότε τι γίνεται; Αν ακολουθούνταν το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» θα έπρεπε να εφαρμόζονταν στην Ελλάδα ακόμη η θανατική ποινή σε κάποιες περιπτώσεις βαριάς εγκληματικότητας, να μην αναγνωρίζονταν το τεκμήριο αθωότητας, να μην γινόταν δεκτός κανένας πολιτικός πρόσφυγας, δεν θα έπρεπε να καταβάλλονταν φόροι και να εκπληρωνόντουσαν υποχρεώσεις (πχ να καταβάλλουμε διόδια κλπ) απ’ αυτούς που έχουν οικονομικές δυσκολίες,

Εδώ χρειάζεται να γίνουν κάποιες περαιτέρω κρίσιμες διακρίσεις για να αποσαφηνισθεί το θέμα. Ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας έχει, εκ του Συντάγματος, πλήρες και απεριόριστο το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Μέσα στα πλαίσια αυτά έχει πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα να κρίνει και τις δικαστικές αποφάσεις, όπως και τις λοιπές δικαστικές ενέργειες. Ακόμη και αν η κρίση του δεν είναι τεκμηριωμένη, ακόμη και μιλάει με βάση το πολυθρύλητο κοινό περί δικαίου αίσθημα, όπως αυτός το αντιλαμβάνεται. Η ελευθερία έκφρασης είναι και για τις αβάσιμες, ανόητες, ακαλαίσθητες και υβριστικές ακόμη (μέσα στα συνταγματικώς θεμιτά πλαίσια του ποινικού νόμου) απόψεις.

Τα ίδια σε σχέση με την ελευθερία έκφρασης ισχύουν αυτονοήτως και για τους δημοσιογράφους στα πλαίσια της ειδικότερης συνταγματικά κατοχυρωμένης δημοσιογραφικής τους ελευθερίας. Οι ανεύθυνοι δημοσιογράφοι μπορεί να δηλητηριάζουν το κλίμα και έτσι θελημένα ή αθέλητα να υπονομεύουν το δημοκρατικό κλίμα της χώρας, δεν μπορεί όμως σε καμία περίπτωση (εκτός ορισμένων πολύ ακραίων) να υποστούν κυρώσεις για την ενδεχόμενη ανευθυνότητα ή και κακοβουλία τους ακόμη. Τους κρίνει ή δεν τους κρίνει ανάλογα με το επίπεδό του και την αισθητική του ο αναγνώστης, ο τηλεθεατής ή ο ακροατής.

Τα πράγματα όμως αλλάζουν και μάλιστα πολύ, γίνονται δε πολύ σοβαρά και επικίνδυνα, όταν την κριτική αυτή την ασκούν οι φορείς της εκτελεστικής εξουσίας και ειδικότερα η κορυφή της, δηλαδή τα μέλη της κυβερνήσεως της χώρας. Τα μέλη μιας κυβερνήσεως δεν έχουν δικαίωμα να κρίνουν τις δικαστικές αποφάσεις είτε αυτό γίνεται για να τις κατακρίνουν έστω και ήπια είτε αυτό γίνεται και για να τις επαινέσουν. Αυτό προκύπτει από τα άρθρα 26, 87, 93§4, 89§4. Και 95 §5 του Συντάγματος. Οι φορείς της δημόσιας πολιτικής εξουσίας κατά την ενάσκηση της εξουσίας τους αυτής δεν είναι φορείς (υποκείμενα) ατομικών δικαιωμάτων ή ελευθεριών. Ασκούν κατά το Σύνταγμα και τους συνάδοντες με αυτό νόμους, αυστηρά και μόνο αρμοδιότητες. Αυτό ισχύει φυσικά και για την δικαστική εξουσία (η νομοθετική εξουσία είναι μια ειδικότερη περίπτωση στην οποία δεν επιτρέπει ο χώρος να γίνει επέκταση). Τα ατομικά δικαιώματα είναι αμυντικά δικαιώματα κατά της κρατικής εξουσίας. Αυτό δεν πρέπει ποτέ να λησμονείται. Δεν νοείται άσκησή τους από φορείς εξουσίας, όσο καιρό αυτοί οι φορείς ασκούν αυτή την εξουσία και μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που τους έχουν παρασχεθεί από το Σύνταγμα και τους σύμφωνους με αυτό νόμους.

Εξ άλλου από το άρθρο 95§5 του Συντάγματος η εκτελεστική εξουσία έχει υποχρέωση να εφαρμόζει στο ακέραιο τις δικαστικές αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας είτε της είναι αρεστές είτε όχι και δεν έχει αρμοδιότητα ούτε να τις «υπαγορεύει» έμμεσα πριν βγουν, ούτε να τις ματαιώνει αφού βγουν, ούτε να υποκαθιστά την δική της κρίση στην κρίση του αρμοδίου κατά το Σύνταγμα οργάνου, δηλαδή του δικαστή, κατά μείζονα δε λόγο όταν η κριτική γίνεται με απαξιωτικό ή υβριστικό τρόπο. Η εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και η συμμόρφωση προς αυτές είναι τμήμα των συνταγματικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους. Μέσα στα πλαίσια αυτά δεν έχουν ατομικό δικαίωμα, όπως θα είχαν ως απλοί πολίτες όχι να εξυβρίζουν, αλλά ούτε καν να κρίνουν τις δικαστικές αποφάσεις. Είναι λοιπόν contradictio in adiecto αυτό που ακούγεται τελευταία συχνά από κυβερνητικά στελέχη «θα εφαρμόσω μεν την δικαστική απόφαση αλλά έχω το αναφαίρετο δικαίωμα γνώμης να την κρίνω όσο θέλω». Εδώ δεν πρόκειται πια για υποχρέωση επιβαλλόμενη από μια θεσμική courtoisie, που επιτάσσει η μια εξουσία ενός κράτους να μην υβρίζει ή απαξιώνει μιαν άλλη (που και αυτή ευκταίο είναι να τηρείται και από τις τρεις εξουσίες) αλλά για συνταγματική υποχρέωση. Το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση γνώμης το ανακτά το κυβερνητικό στέλεχος σε θέματα που ευρίσκονται εκτός των αρμοδιοτήτων του. Αν ένα κυβερνητικό στέλεχος κατακρίνει μια δικαστική απόφαση, δίνει ουσιαστικά το σύνθημα στις υπηρεσίες, που υπάγονται σε αυτό, ότι η απόφαση αυτή δεν αξίζει τον κόπο να εφαρμοστεί και πρέπει να μείνει στα χαρτιά. Και τούτο ανεξάρτητα από την ευθεία υπονόμευση της Δικαιοσύνης στην κοινή γνώμη, την οποία προτρέπει ευθέως να υιοθετήσει την άποψη ότι αυτή η απόφαση δεν είναι άξια εφαρμογής ή είναι κατάπτυστη κλπ

 

Συμπέρασμα: Ένα κυβερνητικό στέλεχος δεν μπορεί να επικαλείται την ελευθερία λόγου για να υπονομεύει (ή όταν με αυτήν υπονομεύει) την κατά την συνταγματική τάξη αρμοδιότητά του. Δεν μπορεί δε να συναχθεί δικαίωμα ή αρμοδιότητα μιας εκλεγμένης κυβέρνησης να κρίνει δικαστικές αποφάσεις, ούτε από το γεγονός ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται στο όνομα του ελληνικού λαού ή από το ότι θεμέλιο του πολιτεύματος είναι κατά το Σύνταγμα η λαϊκή κυριαρχία. Η λαϊκή κυριαρχία οργανώνεται σύμφωνα τον τρόπο που ορίζει το Σύνταγμα. Δεν αίρεται επομένως υπεράνω της Δικαιοσύνης μια νομιμοποιημένη με εκλογές εξουσία. Τη νομιμοποίηση σε όλες τις εξουσίες την δίνει το Σύνταγμα. Και αυτό προβλέπει ότι η δικαστική εξουσία δεν απαιτείται να νομιμοποιείται μέσω εκλογικής διαδικασίας. Προβλέπει, επίσης, ότι κάθε εξουσία είναι ισότιμη με τις άλλες εν τη ενασκήσει των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων της. Η «άμυνα» που έχει μια κυβέρνηση απέναντι σε μια δικαστική απόφαση που της είναι δυσάρεστη, διότι δημιουργεί εμπόδια στην υλοποίηση της πολιτικής της, είναι να αλλάξει το νόμο, στον οποίο στηρίχθηκε η απόφαση αυτή ψηφίζοντας καινούργιο και προκαλώντας σχετική συζήτηση στην Βουλή, μέσα στα πλαίσια της οποίας μπορεί να γίνει και κριτική στην επίμαχη δικαστική απόφαση. « Άμυνα « σε τελευταία ανάλυση είναι και η κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια ακόμη διευκρίνιση. Εννοείται ότι μπορεί ένα μέλος της κυβερνήσεως να ασκεί κριτική στον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης (πχ καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης, οργανωτικά θέματα της Δικαιοσύνης ) και να δηλώνει ότι θα λάβει μέτρα για να διορθωθεί το πρόβλημα. Και τούτο διότι μια τέτοια αρμοδιότητα την έχει είτε ως αρμόδιος υπουργός είτε ως μέλος ενός συλλογικού οργάνου, του Υπουργικού Συμβουλίου που έχει αρμοδιότητα εκ του Συντάγματος να ασκεί την γενική πολιτική της χώρας και να εισηγείται και να υλοποιεί αλλαγές στον χώρο της Δικαιοσύνης. Η δε δικαστική ανεξαρτησία, και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνούν οι δικαστές, ανάγεται μόνο στην δικαστική κρίση και στα θέματα που συνδέονται στενά με αυτήν. Σύστοιχη υποχρέωση των δικαστών είναι να μην σχολιάζουν το νόμο που καλούνται να εφαρμόσουν σε υπόθεσή τους ή τις κυβερνητικές αποφάσεις και να ομιλούν κυρίως μέσω των αποφάσεών τους. Όταν οι δικαστές εκδίδουν απόφαση που κρίνει νόμο αντισυνταγματικό ή ακυρώνουν μια διοικητική ή κυβερνητική πράξη ασκούν εξουσία, αρμοδιότητα, που τους έχει ρητώς παραχωρήσει το ίδιο το Σύνταγμα και δεν υπονομεύουν το συγκεκριμένο νόμο ούτε την συγκεκριμένη διοικητική πράξη ούτε την νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία γενικότερα.

Στα πλαίσια της ενότητας αυτής πρέπει να προστεθεί ότι όσα ισχύουν όλα τα μέλη μιας κυβερνήσεως ισχύουν πολύ περισσότερο για τον αρμόδιο για την επίβλεψη του τομέα της Δικαιοσύνης υπουργό, τον Υπουργό της Δικαιοσύνης. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει, εκ του Συντάγματος και του νόμου, πρωταρχική υποχρέωση να διασφαλίζει την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και την εφαρμογή των αρχών του Κράτους Δικαίου σε όλη την Επικράτεια. Όταν μετατρέπεται σε απειλητικό τιμωρό των δικαστικών λειτουργών, που εκδίδουν αποφάσεις που δυσαρεστούν την κυβέρνηση στην οποία ανήκει, τότε δεν μπορεί παρά να εκληφθεί η όποια παρέμβασή του, με την οποία θα κατακρίνει μια τέτοια δικαστική απόφαση ως άμεση απειλή για το ανεξάρτητο φρόνημα των συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών και ως προσπάθεια τιθασεύσεως και παραδειγματισμού των υπολοίπων. Μην ξεχνάμε ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης είναι και πειθαρχικός προϊστάμενος των δικαστικών λειτουργών και εκείνος που επιλέγει τελικά την ηγεσία της Δικαιοσύνης (μέσω του Υπουργικού Συμβουλίου στο οποίο εισηγείται σχετικώς.

Και βέβαια δεν πρέπει να παραλειφθεί και μια άλλη παράμετρος, που γίνεται όλο και πιο φανερή στις ημέρες μας. Οι εντελώς ανεύθυνες δηλητηριώδεις επιθέσεις κατά της Δικαιοσύνης εκθέτουν τους δικαστικούς λειτουργούς (πάνω απ’ όλα τους εισαγγελικούς λειτουργούς) στον άμεσο κίνδυνο να γίνουν θύματα εγκληματικών επιθέσεων για αντεκδίκηση ή από διάφορους ιδεοληπτικούς φανατικούς ή από τρομοκράτες.

Βεβαίως η ευθύνη για να υπάρχει καλό κλίμα για την Δικαιοσύνη βαρύνει και τους λειτουργούς της, οι οποίοι οφείλουν να προσέχουν την συμπεριφορά τους, τις ενέργειές τους και τα λεγόμενα τους. Ενέργειες, όπως αυτές μιας πρώην ανώτατης δικαστικής λειτουργού, η οποία ισχυρίζονταν ότι το Σύνταγμα, παρότι ορίζει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία, όταν συμπληρώσουν το 67ο έτος της ηλικίας τους, δεν εμποδίζει την παράταση του εν λόγω ορίου ηλικίας μέχρι το 70ο έτος βλάπτουν το κύρος της Δικαιοσύνης και κλονίζουν. την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτήν.

Πριν τερματισθεί η εισήγηση αυτή θα πρέπει να γίνει αναφορά σε κάποιες από τις πιο σημαντικές δικαστικές αποφάσεις για τις οποίες προκλήθηκε την τελευταία περίοδο ο μεγαλύτερος και κατά την γνώμη του γράφοντος αδικαιολόγητος θόρυβος. Θα αναφερθώ μόνο στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είναι ο χώρος που γνωρίζω πιο καλά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις στον χώρο της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης.

Για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις, πρέπει να τονισθεί, ότι ο σκοπός της παρουσίασης που ακολουθεί, δεν είναι η υπεράσπιση των σχετικών αποφάσεων από νομική πλευρά. Σκοπός της είναι να καταδειχθεί ότι οι ακραίες λαϊκιστικές κραυγές ήταν ή αδικαιολόγητες ή υπερβολικές.

Πρώτη περίπτωση: Είναι γνωστό ότι οι δικαστές κατηγορούνται ότι αποφασίζουν μόνοι τους για τις αποδοχές τους. Χωρίς να είμαι ευτυχής και να μην έχω και επιφυλάξεις για σχετικές παλιότερες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα εκθέσω κάποιες σκέψεις. Κατ’ αρχάς δεν γνωρίζω να υπάρχει άλλη χώρα στον νομικό μας πολιτισμό, που μια ύλη να εξαιρείται από τους φυσικούς της δικαστές και για την ύλη αυτή να μην αποφασίζει κανείς ή να αποφασίζουν ad hoc όργανα. Δεύτερον για τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 δεν αποφασίζουν οι δικαστικοί λειτουργοί, αλλά το λεγόμενο «Μισθοδικείο» (επί το ακριβέστερον το Δικαστήριο του άρθρου 99 του Συντάγματος) στο οποίο οι δικαστικοί λειτουργοί είναι μειοψηφία απέναντι στους δικηγόρους και στους καθηγητές πανεπιστημίων. Τρίτον για τους δικαστικούς λειτουργούς οι σχετικές δικαστικές κρίσεις εξηνέχθησαν όχι εκ του μηδενός, αλλά επί τη βάσει του άρθρου 88 παρ. 2, το οποίο ακόμη και αν δεν ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε σωστά στο παρελθόν, κάποια πρέπει πάντως κανονιστική σημασία να έχει. Τέλος, οι αποφάσεις του «Μισθοδικείου» που βγήκαν σχετικά με τις μειώσεις αποδοχών και συντάξεων των δικαστικών λειτουργών (πχ 89/2013, 1/2018 κ.α.) περιέχουν σκέψεις που έχουν υιοθετηθεί δικαστικά και για άλλες κατηγορίες κρατικών λειτουργών και δεν είναι αποφάσεις που θέλησαν να ευνοήσουν ειδικά τους δικαστικούς λειτουργούς εις βάρος άλλων κατηγοριών εργαζομένων.

 

Δεύτερη περίπτωση: Η απόφαση για την αδειοδότηση των τηλεοπτικών καναλιών του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 95/2017 της Ολομέλειας) που τόσο θόρυβο ξεσήκωσε, στην ουσία ήταν μια απόφαση η οποία απλώς επανέλαβε την κρίση που το Δικαστήριο είχε υιοθετήσει και με προηγούμενη απόφαση του που αφορούσε το κλείσιμο (το μαύρο) της ΕΡΤ πριν από τρία χρόνια (πρόκειται για την απόφαση 1901/2014 και πάλι της Ολομέλειας του ΣτΕ).

Τρίτη περίπτωση: Η απόφαση για την φορολογική παραγραφή (ΣτΕ 1738/2017 Ολομ.) η οποία όμως στηρίχθηκε σε αυτονόητες σε άλλες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις αρχές όπως η αρχή της ασφάλειας δικαίου των φορολογουμένων, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και η διάρκειά της να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον διοικούμενο, μετά δε την λήξη της να μην είναι πλέον δυνατή η επιβολή εις βάρος του διοικουμένου ούτε σχετικής οικονομικής επιβαρύνσεως ούτε οποιασδήποτε σχετικής κυρώσεως. Για να είναι δυνατή δε η (εκ των προτέρων) πρόβλεψη της διαρκείας της παραγραφής, η λήξη της παραγραφής πρέπει να προσδιορίζεται στο νόμο συγκεκριμένα, εν αναφορά με συγκεκριμένο χρονικό σημείο, και να μην εξαρτάται από ενέργειες δημοσίας αρχής. Το δεύτερο βασικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτή είναι ότι η παραγραφή πρέπει να έχει, συνολικά, εύλογη διάρκεια, δηλαδή η διάρκειά της να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας. Είναι ακατανόητη, συνεπώς, η κατακραυγή περί αποφάσεως σωτηρίας των ελίτ (ακούστηκε και αυτό).

Τέταρτη και τελευταία περίπτωση: Η απόφαση για το Πόθεν Έσχες των δικαστικών λειτουργών (ΣτΕ Ολομ 2649/2017). Και για την απόφαση αυτή μπορούν να διατυπωθούν νομικές αντιρρήσεις και ήδη διατυπώθηκαν. Έχει εξ άλλου και ισχυρή μειοψηφία. Ποιος όμως γνωρίζει ή ανέφερε ότι α) οι δικαστές δεν αρνήθηκαν να υποβάλλουν δηλώσεις περιουσιακής καταστάσεως αφού το κάνουν ήδη συνεχώς και αδιαλείπτως από το 1994, και β) ότι επισήμαναν κάποιες ουσιαστικές αντισυνταγματικότητες στο νέο σύστημα οι οποίες ισχύουν όχι μόνο γι’ αυτούς αλλά για όλους τους υποχρέους προς υποβολή τέτοιων δηλώσεων. Continue reading

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ – τεύχος 1/2018 (περιεχόμενα)

ToΣ 1/2018 – Πίνακας Περιεχομένων

Σημείωμα Σύνταξης

  1. ΜΕΛΕΤΕΣ

Χρήστος Ράμμος, Ευθανασία: πορίσματα νομολογίας και συνταγματική οπτική

Μιχάλης Ν. Πικραμένος, Θέληση για Σύνταγμα και κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα στη σύγχρονη ελληνική δημοκρατία

Γιάννης Γεράσιμος, Η αρχή του σεβασμού και της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στην ενωσιακή έννομη τάξη

Νίκος Σπ. Ζέρβας, Από τον πρώιμο συνταγματισμό στον δημοκρατικό καισαρισμό: 190 έτη από την ανάληψη των κυβερνητικών καθηκόντων από τον Ιωάννη Καποδίστρια

Ιωάννης Γ.-Στ. Κούρτης, Η αρχή της χρηστής διοίκησης στην ενωσιακή έννομη τάξη

Μαρία Παρασκευοπούλου-Κόλλια, Αξιολόγηση του lobbying από τη σκοπιά του ενωσιακού, του συνταγματικού και του ποινικού δικαίου

  1. B. ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Θεόδωρος Ψυχογυιός, Καίρια προβλήματα της αναιρετικής προστασίας ενώπιον του ΣτΕ, μετά το ν. 3900/2010 (ή ο επιθανάτιος ρόγχος της αναιρετικής διαδικασίας)

Δημοσθένης Λέντζης, Δοκιμάζοντας τις αντοχές της συμμετοχικής δημοκρατίας. Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Θωμάς Γρ. Παπαδόπουλος, Προσφυγή ακυρώσεως και αγωγή αποζημιώσεως για εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώπιον του ΔΕΕ σχετικά με το «κούρεμα καταθέσεων» στις κυπριακές τράπεζες

Στέργιος Αϊδινλής/Γεώργιος Νικολού, Τι θεμελιώνει το δίκαιο; Μια νομικο-φιλοσοφική ανάγνωση της ΑΠ 1428/2017 για το υποστατό των γάμων των ομοφύλων ζευγαριών υπό το πρίσμα του νομικού ερμηνευτισμού (legal interpretivism)

Εμμανουήλ Ελευθερόγλου/Αναστασία Τσινασλανίδου, Ο μηχανισμός προδικαστικής παραπομπής στο Δ.Ε.Ε. κατ’άρθρο 267 Σ.Λ.Ε.Ε. επί τη βάσει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

Γ. ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

ΑΠ 1428/2017 Α2 Πολιτικό Τμήμα (Γάμος ομοφύλων/Διαφορά φύλου ως προϋπόθεση του υποστατού του γάμου)

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Peter Puškár κατά Finančné riaditeľstvo Slovenskej republiky, Kriminálny úrad finančnej správy, C-73/16, Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2017 (Προσωπικά δεδομένα/Διοικητικές προσφυγές), με παρατ. Παναγιώτας Ξυλάκη

 

Δ. ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

Αλφαβητικά Ευρετήρια

Αριθμητικά Ευρετήρια

 

ΣτΕ (Ολομ) 660/2018 (διδασκαλία θρησκευτικών στο σχολείο)

Το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε 17μελή του Ολομέλεια (με μειοψηφία πέντε μελών), έκρινε ως αντισυνταγματική την απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β΄ 2920/13.9.2016) με την οποία ορίζονται τα σχετικά με τη διδασκαλία των θρησκευτικών σε τάξεις του Δημοτικού και του Γυμνασίου. Σύμφωνα με την πλειοψηφήσασα άποψη η προσβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση α) προς την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι με το πρόγραμμα σπουδών που εισάγει φαλκιδεύεται ο επιβεβλημένος από τη συνταγματική αυτή διάταξη σκοπός της ανάπτυξης ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης των μαθητών που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, β) προς την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει ως απαραβίαστη την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, διότι με τη σύγχυση που προκαλείται από το  πρόγραμμα σπουδών και με τον επιδιωκόμενο δι’ αυτού «αναστοχασμό» των μαθητών (ηλικίας 8 – 15 ετών), η εν λόγω απόφαση κλονίζει την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση, την οποία, ήδη πριν από την έναρξη του σχολικού βίου διαμορφώνουν οι μαθητές αυτοί στο πλαίσιο του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, συνιστά δε προσηλυτισμό, καθώς είναι ικανή να τους εκτρέψει από την ορθόδοξη χριστιανική συνείδησή τους, γ) προς την διάταξη του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, διότι προσβάλλει το δικαίωμα των ανηκόντων στην επικρατούσα θρησκεία ορθόδοξων χριστιανών γονέων να διασφαλίσουν τη μόρφωση και εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις και δ) προς την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Σ) και προς το άρθρο 14 (σε συνδυασμό με το άρθρο 9) της ΕΣΔΑ, διότι στερεί από τους μαθητές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος το δικαίωμα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ενώ η νομοθεσία όπως έχει εκτεθεί προβλέπει για μαθητές ρωμαιοκαθολικούς, εβραίους και μουσουλμάνους τη δυνατότητα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα της πίστης τους, και μάλιστα από δασκάλους προτεινόμενους από την οικεία θρησκευτική κοινότητα.

——————————————————-

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2017 με την εξής σύνθεση: Νικ. Σακελλαρίου, Πρόεδρος, Ι. Γράβαρης, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνης, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Θ. Αραβάνης, Μ. Πικραμένος, Π. Μπραΐμη, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Θ. Τζοβαρίδου, Ελ. Παπαδημητρίου, Κ. Νικολάου, Μ. Σωτηροπούλου, Αγγ. Μίντζια, Σύμβουλοι, Ρ. Γιαννουλάτου, Χρ. Σιταρά, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ελ. Παπαδημητρίου και Αγγ. Μίντζια, καθώς και η Πάρεδρος Αικ. Ρωξάνα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 11ης Νοεμβρίου 2016 αίτηση των: 1. …, ατομικώς και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, 2. Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, 3. Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ Μεντζελόπουλου, κατοίκου Πειραιώς, 4. Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ», που εδρεύει στο Μαρούσι (Βορείου Ηπείρου 47), οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω (υπό 1) δικηγόρο …, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο και 5. … ατομικώς και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων του: α) .. και β) …, ο οποίος παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο …, που τον διόρισε στο ακροατήριο,

κατά του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με τον Σπυρίδωνα Παπαγιαννόπουλο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 1ης Δεκεμβρίου 2016 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α´, 20 και 21 του πδ 18/1989.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 143575/Δ2/7.9.2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β΄ 2920/13.9.2016).

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ε. Αντωνόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πρώτο εκ των αιτούντων ως δικηγόρο και ως πληρεξούσιο των λοιπών αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

  1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (Α΄ 241) του Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την κρινόμενη υπόθεση, λαμβάνει μέρος στην διάσκεψη αντ’ αυτού ως τακτικό μέλος η Σύμβουλος Ε. Παπαδημητρίου (βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου 117 Α/2017).
  2. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. 3719648 – 50 ειδικά έντυπα παραβόλου).
  3. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 143575/Δ2/7.9.2016 αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο» (Β΄ 2920/13.9.2016).
  4. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην Ολομέλεια κατόπιν της από 1-12-2016 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, εδ. α’, 20 και 21 του πδ 18/1989 (Α΄ 8), λόγω σπουδαιότητος.
  5. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1512 και 1516 του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι οι γονείς ασκούν καταρχήν από κοινού τη μέριμνα για το ανήλικο τέκνο τους (γονική μέριμνα), εκτός εάν συντρέχει κατά τον Α.Κ. περίπτωση ασκήσεως της γονικής μέριμνας αποκλειστικά από τον ένα γονέα ή από τρίτον. Η εκ μέρους του ενός γονέα επιχείρηση πράξεων της γονικής μέριμνας, όταν η άσκησή της ανήκει από κοινού και στους δύο γονείς, επιτρέπεται μόνον στις ρητώς προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 1516 του 8Α.Κ. περιπτώσεις, στις οποίες (μεταξύ άλλων) περιλαμβάνονται οι συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, οι πράξεις που αφορούν την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του, καθώς και οι πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Η άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως κατά πράξεων που είτε αφορούν το πρόσωπο του ανήλικου τέκνου είτε βλάπτουν τα έννομα συμφέροντά του, δεν υπάγεται μεν στις συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου ή της τρέχουσας διαχειρίσεως της περιουσίας του, συνιστά, όμως, πράξη που έχει επείγοντα χαρακτήρα, εν όψει του ότι πρέπει να ασκηθεί

εντός ορισμένης προθεσμίας, 60 ημερών, από τη δημοσίευση ή την κοινοποίηση ή τη γνώση της προσβαλλόμενης πράξεως, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 46 του Π.Δ. 18/1989 (Α΄ 8). Κατά συνέπεια, εγκύρως η αίτηση αυτή ασκείται από τον ένα γονέα, εφ’ όσον όμως έως την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ο άλλος γονέας εγκρίνει την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου ή προσκομισθεί απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1512 του Α.Κ. Η έγκριση αυτή γίνεται με δήλωση που κατατίθεται στη γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή προφορικά στο ακροατήριο από τον έτερο γονέα ή από πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο αυτός έχει χορηγήσει γενικό ή ειδικό πληρεξούσιο. Η έγκριση μπορεί επίσης να γίνει και με δήλωση του γονέα αυτού ενώπιον συμβολαιογράφου, αντίγραφο όμως της συμβολαιογραφικής πράξεως πρέπει να περιέλθει στο Συμβούλιο έως την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως (ΣτΕ 5720/1996 Ολομ., βλ. ΣτΕ 4541/2014, 2044/2011 7μ., 2655/2004, 1636/2002, 1198/1999, 2570/1998, 2078/1998).

  1. Επειδή, εν προκειμένω, ο πρώτος αιτών παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, ενώ ο πέμπτος αιτών διόρισε ως δικηγόρο τον πρώτο αιτούντα αυτοπροσώπως στο ακροατήριο. Οι μητέρες των τέκνων τους, όμως, δεν παρέστησαν με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο ούτε περιήλθε στο Δικαστήριο έγκρισή τους για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, με έναν από τους τρόπους που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθ’ ο μέρος ασκείται από τους εν λόγω αιτούντες υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των τέκνων τους, δεν αρκεί δε το γεγονός ότι φέρονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ως «ασκούντες τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια επί των προσώπων των ανήλικων τέκνων τους», εφόσον δεν προσκομίζονται σχετικά στοιχεία.
  2. Επειδή, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έχει κανονιστικό χαρακτήρα, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 13.9.2016 (ΦΕΚ Β 2920/13.9.2016), με ημερομηνία πραγματικής κυκλοφορίας την 14η.9.2016 [βλ. την σχετική ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου (Ε.Τ.) και την υπ’ αρ. Γ 2012/12.1.2017 βεβαίωσή του] και ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση, η οποία κατετέθη στην Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11.11.2016, ασκείται εμπροθέσμως, τούτο δε ανεξαρτήτως της αναστολής της προθεσμίας ασκήσεώς της, μέχρι και 15.9.2016, λόγω των δικαστικών διακοπών.
  3. Επειδή, ο πρώτος και ο πέμπτος από τους αιτούντες ασκούν την κρινόμενη αίτηση ατομικώς, προβάλλοντες, για την θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους, ότι έχουν, κατά το άρθρο 1518 ΑΚ, νόμιμη υποχρέωση και δικαίωμα να μεριμνούν για την εκπαίδευση των τέκνων τους και ότι κατά το άρθρο 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), έχουν δικαίωμα έναντι του Κράτους δια την παροχή εκπαιδεύσεως στα τέκνα τους σύμφωνης με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις (ως ορθοδόξων χριστιανών). Ενόψει τούτων προβάλλουν ότι τα εν λόγω δικαιώματά τους θίγονται με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσκομίζουν δε προς απόδειξη των ισχυρισμών τους μεταξύ άλλων, ο μεν πρώτος αιτών την .. βεβαίωση φοιτήσεως του ανήλικου τέκνου του, … στη …τάξη του ……. για το σχολικό έτος 2016 – 2017, καθώς και το ……….πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του ……. ο δε πέμπτος εξ αυτών τις ……. βεβαιώσεις φοιτήσεως των ανήλικων τέκνων του, …….., στην….τάξη του …….. για το σχολικό έτος 2016 – 2017, καθώς και το ……….. πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του …….. Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον από τους δύο ως άνω αιτούντες ατομικώς (πρβλ. ΣΕ 2176/1998 επταμ.).

 

  1. Επειδή, η δεύτερη των αιτούντων Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς και ο τρίτος εξ αυτών Μητροπολίτης Πειραιώς προβάλλουν προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους ότι έχουν την υποχρέωση να συνεργάζονται με την Πολιτεία επί του θέματος της θρησκευτικής εκπαιδεύσεως και αγωγής των νέων και δη των παιδιών του δημοτικού και του γυμνασίου, ενόψει της διαλαμβανόμενης στις διατάξεις του ν. 590/1977 (περί του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος) βασικής αποστολής των Ιερών Μητροπόλεων και των Ιερών Ναών, των Αρχιερέων Μητροπολιτών και των Ιερέων, και ιδίως αυτής του άρθρου 2 του νόμου αυτού κατά την οποία «Η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, ως τα της χριστιανικής αγωγής της νεότητος, ……..». Εξ άλλου, η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς ισχυρίζεται επί πλέον ότι έχει και την ευθύνη λειτουργίας και την εποπτεία τριών σχολικών μονάδων, διαφορετικού εκπαιδευτικού επιπέδου, (παιδικού σταθμού και νηπιαγωγείου, δημοτικού σχολείου, γυμνασίου και λυκείου) και ότι για τον λόγο αυτόν έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως. Εν όψει τούτων έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχουν τόσο η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, όσο και ο Μητροπολίτης Πειραιώς, ο οποίος προΐσταται αυτής και φέρει την ποιμαντική ευθύνη για τους ορθοδόξους χριστιανούς της Μητροπόλεώς του, δοθέντος ότι, όπως προβάλλουν, θίγονται ηθικώς από τη μεταβολή του περιεχομένου της διδασκαλίας και του εν γένει χαρακτήρος του μαθήματος των θρησκευτικών στα δημοτικά και γυμνάσια. Το έννομο συμφέρον των ανωτέρω προσώπων ενισχύεται και εκ του ότι λόγω της λειτουργίας σχολείων πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου εκπαιδεύσεως, για τα οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας η αιτούσα Ιερά Μητρόπολη υφίσταται υποχρέωση εφαρμογής των σχετικών προγραμμάτων σπουδών που αφορούν το μάθημα των θρησκευτικών.
  2. Επειδή, η τέταρτη αιτούσα, Εστία Πατερικών Μελετών, αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το προσκομισθέν από 25.1.2011 καταστατικό της (καταχωρηθέν στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με γενικό αριθμό 1959/2011), στη μελέτη της ορθόδοξης πατερικής και εκκλησιαστικής γραμματείας, των λειτουργικών κειμένων και των Ιερών Κανόνων και στη διάδοση του ευαγγελικού και πατερικού λόγου, στην έκθεση της ορθόδοξης διδασκαλίας και προάσπιση της ορθόδοξης πίστεως, στη διαλεκτική αντιπαράθεση προς θέσεις, ιδέες και πρακτικές που εναντιώνονται στην ορθόδοξη παράδοση και διδασκαλία (όπως συμβαίνει, κατά τους ισχυρισμούς της, με το επίδικο πρόγραμμα σπουδών), στη διατύπωση γνώμης και προτάσεων προς τους επίσημους κρατικούς φορείς για τη διατήρηση του μαθήματος των θρησκευτικών ως υποχρεωτικού με σκοπό την πραγμάτωση των επιδιώξεων του άρθρου 16 του Συντάγματος και στην προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των Ελλήνων ορθοδόξων πολιτών, όπως αυτά κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ. Με τα δεδομένα αυτά, και η ως άνω αιτούσα εταιρεία έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως (πρβλ. ΣτΕ 1114/2016 7μ., 3492/2015 7μ.).
  3. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, όλοι οι ως άνω αιτούντες μετ’ εννόμου συμφέροντος ασκούν την κρινόμενη αίτηση και παραδεκτώς ομοδικούν προβάλλοντες λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στην ίδια νομική και πραγματική βάση.

Κατά την γνώμη όμως του Συμβούλου Θ. Αραβάνη, οι αιτούντες φυσικά πρόσωπα δεν έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της αιτήσεως διότι δεν προσκόμισαν συναίνεση της συζύγου, από κοινού με την οποία ασκείται κατά νόμο η επιμέλεια του τέκνου, που περιλαμβάνει και την αγωγή τους, ούτε η απαραίτητη κατά τις διατάξεις αυξημένης τυπικής ισχύος που παρατίθενται κατωτέρω συναίνεση του παιδιού, το οποίο είναι το κατ’ εξοχήν υποκείμενο του δικαιώματος εκπαίδευσης κατά τις αυτές διατάξεις. Περαιτέρω, κατά την ίδια γνώμη, οι λοιποί αιτούντες δεν ομοδικούν παραδεκτώς με τα αιτούντα φυσικά πρόσωπα καθ’ ο μέρος αυτά επικαλούνται προσβολή των δικαιωμάτων των γονέων επί της αγωγής των τέκνων τους, διότι οι σχετικοί λόγοι προβάλλονται εκ συμφέροντος τρίτου.

 

  1. Επειδή, στο προοίμιο του ισχύοντος Συντάγματος γίνεται επίκληση της Αγίας Τριάδος («Eις τo όνoμα της Aγίας και Oμooυσίoυ και Aδιαιρέτoυ Tριάδoς»), στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, το οποίο εντάσσεται στο Α Τμήμα του Μέρους Πρώτου αυτού, ορίζεται ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Εν συνεχεία, στο άρθρο 3, το οποίο εντάσσεται στο Τμήμα Β΄ αυτού (με τίτλο: «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας») του Μέρους Πρώτου του Συντάγματος, ορίζεται ότι:

«1. Eπικρατoύσα θρησκεία στην Eλλάδα είναι η θρησκεία της Aνατoλικής Oρθόδoξης Eκκλησίας τoυ Xριστoύ. H Oρθόδoξη Eκκλησία της Eλλάδας, πoυ γνωρίζει κεφαλή της τoν Kύριo ημών Iησoύ Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δoγματικά με τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινoύπoλης και με κάθε άλλη oμόδoξη Eκκλησία τoυ Xριστoύ· τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τoυς ιερoύς απoστoλικoύς και συνoδικoύς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Eίναι αυτoκέφαλη, διoικείται από την Iερά Σύνoδo των εν ενεργεία Aρχιερέων και από τη Διαρκή Iερά Σύνoδo πoυ πρoέρχεται από αυτή και συγκρoτείται όπως oρίζει Kαταστατικός Xάρτης της Eκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων τoυ Πατριαρχικoύ Tόμoυ της κθ΄ (29) Ioυνίoυ 1850 και της Συνoδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίoυ 1928. 2. To εκκλησιαστικό καθεστώς πoυ υπάρχει σε oρισμένες περιoχές τoυ Kράτoυς δεν αντίκειται στις διατάξεις της πρoηγoύμενης παραγράφoυ. 3. To κείμενo της Aγίας Γραφής τηρείται αναλλoίωτo. H επίσημη μετάφρασή τoυ σε άλλo γλωσσικό τύπo απαγoρεύεται χωρίς την έγκριση της Aυτoκέφαλης Eκκλησίας της Eλλάδας και της Mεγάλης τoυ Xριστoύ Eκκλησίας στην Kωνσταντινoύπoλη».

Περαιτέρω, στο Μέρος Δεύτερο του Συντάγματος με τίτλο: «Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα» ορίζεται, στο μεν άρθρο 5 αυτού, ότι: «1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. 2. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο … 3. … 4. … 5. …», στο δε άρθρο 13 αυτού ορίζεται ότι:

«1. H ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. H απόλαυση των ατoμικών και πoλιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεπoιθήσεις καθενός. 2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελoύνται ανεμπόδιστα υπό την πρoστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να πρoσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O πρoσηλυτισμός απαγoρεύεται. 3. … 4. Kανένας δεν μπoρεί, εξαιτίας των θρησκευτικών τoυ πεπoιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υπoχρεώσεων πρoς τo Kράτoς ή να αρνηθεί να συμμoρφωθεί πρoς τoυς νόμoυς.  5. …”.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 3, επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η κατάσχεση εφημερίδων ή άλλων εντύπων, μεταξύ άλλων για προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας. Εξ άλλου, στο άρθρο 16 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι:

«1. … 2. H παιδεία απoτελεί βασική απoστoλή τoυ Kράτoυς και έχει σκoπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τoυς σε ελεύθερoυς και υπεύθυνoυς πoλίτες. 3. Tα έτη υπoχρεωτικής φoίτησης δεν μπoρεί να είναι λιγότερα από εννέα. 4. …. 5. …»,

στο δε άρθρο 21 αυτού ορίζεται ότι: «Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους …. και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. … 3. … 4. … 5. … 6. … 7. …». Σύμφωνα δε με το άρθρο 110 (παρ. 1) δεν υπόκεινται, μεταξύ άλλων, σε αναθεώρηση και οι ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1 αυτού.

  1. Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως “για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών” (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε το πρώτον με τον νόμο 2329/1953 (Α΄ 68) και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) εγγυάται, στην παρ. 1, την ελευθερία της θρησκείας ενώ στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου προβλέπονται οι περιορισμοί του δικαιώματος αυτού. Ειδικότερα το άρθρο 9 ορίζει ότι:

«Πάν πρόσωπο δικαιούται εις την ελευθερία σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. 2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων».

Περαιτέρω στο άρθρο 14 αυτής ορίζεται ότι: «Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα,περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως». Εξ άλλου, το άρθρο 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εκπαίδευση, ορίζει δε ειδικότερα ότι: «Ουδείς δύναται να στερηθή του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Πάν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και την εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις».

  1. Επειδή, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, η περιεχόμενη στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορά ως “επικρατούσης” στην Ελλάδα, της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού αποτελούσε την εναρκτήρια διάταξη όλων των προϊσχυσάντων Συνταγμάτων (1844, 1864, 1911, 1927, 1952) και συνιστά μέχρι σήμερα βασικό στοιχείο της συνταγματικής παραδόσεως της Χώρας. Η αναφορά αυτή -όπως άλλωστε, και η επίκληση στην κεφαλίδα του Συντάγματος, της «Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος»- συναρτάται με τον καίριο ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ιστορική πορεία του Ελληνισμού, ιδίως κατά την προηγηθείσα της εθνικής ανεξαρτησίας χρονική περίοδο της τουρκοκρατίας, αποτελεί δε και διαπίστωση του πραγματικού γεγονότος ότι την θρησκεία αυτήν πρεσβεύει η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ενώ δεν στερείται η αναφορά αυτή και κανονιστικών συνεπειών (όπως π.χ. η καθιέρωση χριστιανικών εορτών ως υποχρεωτικών αργιών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα (παραβ. και Ολομ. ΣΕ 100/2017). Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Σ/τος, η οποία αναγορεύει την παιδεία ως βασική αποστολή του Κράτους, συγκαταλέγει μεταξύ των σκοπών της την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων, για τον λόγο αυτόν δε η ανάπτυξη τόσο της εθνικής όσο και της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων, αποτελεί και μέρος της αποστολής του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (βλ. άρθρο 1 παρ. 1 του Οργανισμού του Υπουργείου αυτού, πδ 114/2014, Α΄ 181). Η έννοια της «εθνικής» και της «θρησκευτικής» συνειδήσεως κατά την εν λόγω συνταγματική διάταξη, είναι, εν όψει και της χρήσεως οριστικού άρθρου, συγκεκριμένη και δεν αφορά σε οποιοδήποτε Έθνος και σε οποιοδήποτε θρήσκευμα. Ειδικότερα, ως ανάπτυξη της «εθνικής» συνειδήσεως νοείται ευλόγως
    εφ’ όσον το ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό Κράτος
    (βλ. Ολομ. ΣΕ 460/2013), η ανάπτυξη της ελληνικής -και όχι άλλης- εθνικής συνειδήσεως, ως ανάπτυξη δε της «θρησκευτικής» συνειδήσεως νοείται η ανάπτυξη ορθοδόξου χριστιανικής συνειδήσεως (βλ. ΣΕ 3356/ 1995, 2176/1998), εν όψει του ότι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χαρακτηριζόμενη ως «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα» αναγνωρίζεται από τον συνταγματικό νομοθέτη, όπως προεξετέθη, ως η θρησκεία της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.
    Στην ανάπτυξη αυτή, άλλωστε, θρησκευτικής συνειδήσεως των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας αποβλέπουν και οι -αποτελούντες την κατά τα άνω πλειοψηφία- γονείς των, αντλώντας από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 13 του Σ/τος, το δικαίωμα, που κατοχυρώνεται ευθέως και από το άρθρο 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (Π.Π.Π.) της Συμβάσεως της ΕΣΔΑ, να «εξασφαλίζουν» την μόρφωση και εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις (βλ. ΣΕ 2176/ 1998, 3356/1995). Περαιτέρω, δοθέντος ότι η θρησκευτική συνείδηση γεννάται και διαμορφώνεται σταδιακά, πριν ακόμη από την έναρξη του σχολικού βίου, στο πλαίσιο της οικογενείας (η οποία, ως «θεμέλιο της συντηρήσεως και προαγωγής του Έθνους» τελεί -όπως και η παιδική ηλικία- υπό την προστασία του Κράτους, κατά το άρθρο 21 του Σ/τος), από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Σ/τος σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 13 αυτού και με τη διάταξη του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι ως «ανάπτυξη» της κατά τα ανωτέρω ορθόδοξης χριστιανικής θρησκευτικής συνειδήσεως νοείται η, δια της διδασκαλίας των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, εμπέδωση και ενίσχυση της συγκεκριμένης αυτής θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών και, ως εκ τούτου, αφορά αποκλειστικώς στους μαθητές, οι οποίοι ανήκοντες στην κατά τα άνω πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, το κυριότερο δε μέσον, δια του οποίου -εκτός άλλων (προσευχή, εκκλησιασμός)- υπηρετείται ο ανωτέρω συνταγματικός σκοπός είναι η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών. Συνεπώς, στις ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις αντίκεινται ρυθμίσεις νόμων ή κανονιστικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες, μέσω, κυρίως, των προγραμμάτων διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών, για τους αποτελούντες την κατά τα άνω πλειοψηφία του ελληνικού λαού μαθητάς δεν υπηρετείται ο ως άνω συνταγματικός σκοπός, η ανάπτυξη δηλαδή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως, αλλά επιχειρείται ο κλονισμός ή και η μεταβολή αυτής. Ειδικότερα, σχολική διδασκαλία που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή ή την αλλοίωση της θρησκευτικής αυτής συνειδήσεως των μαθητών, όπως αυτή διαμορφώνεται στο πλαίσιο της οικογενείας, θα συνιστούσε μορφή ομαδικού προσηλυτισμού ιδιαιτέρως σοβαρή, ως επέμβαση στον ευαίσθητο ψυχικό κόσμο των μαθητών που δεν διαθέτουν την κριτική αντίληψη και ωριμότητα των ενηλίκων κατά παράβαση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 13 του Σ/τος. Περαιτέρω, ως αποστολή της Παιδείας, η, υπό την προεκτεθείσα έννοια «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως» αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του Κράτους, επιτελείται δε κυρίως με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, το οποίο για να υπηρετεί τον εν λόγω σκοπό, πρέπει να διδάσκεται επί ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως (βλ. ΣΕ 2176/1998, 3356/ 1995) και να περιλαμβάνει οπωσδήποτε, με σαφήνεια και πληρότητα, τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χωρίς να καλλιεργεί αμφιβολίες ως προς τα εν λόγω στοιχεία που συγκροτούν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη, ούτε να προκαλεί σύγχυση με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών. Η διδασκαλία των ανωτέρω στοιχείων, η οποία καθιστά το μάθημα των θρησκευτικών «ομολογιακό», είναι απολύτως συμβατή με την, καθιερούμενη στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Σ/τος, απαραβίαστη θρησκευτική ελευθερία, διότι δεν συνιστά επιβολή πίστεως προς την επικρατούσα θρησκεία, αφού το μάθημα αυτό, μέσω του οποίου πραγματώνεται ως σκοπός της παιδείας η «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως» υπό το προεκτεθέν κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του Σ/τος περιεχόμενο (ήτοι η ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως), απευθύνεται αποκλειστικά, ως εκ του ανωτέρω περιεχομένου του, στους μαθητές που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και όχι στους ετεροδόξους, αλλοθρήσκους ή αθέους. Τούτο δε εν όψει και του ότι οι τελευταίοι (ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι, άθεοι), απολαύοντες της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία κατοχυρώνεται ως απαραβίαστη με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Σ/τος, έχουν ευθέως βάσει της συνταγματικής αυτής διατάξεως δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών, χωρίς καμμία δυσμενή συνέπεια, εφ’ όσον οι γονείς τους υποβάλουν αξιόπιστη δήλωση ότι δεν επιθυμούν, για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, ήτοι διότι είναι ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι ή άθεοι, να παρακολουθήσουν τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών που έχει το προεκτεθέν περιεχόμενο, χωρίς η δήλωση αυτή να παραβιάζει τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Σ/τος, εφ’ όσον γίνεται χάριν απαλλαγής (των τέκνων τους) από την, επιβαλλόμενη κατ αρχήν από το Σύνταγμα και το νόμο υποχρέωση παρακολουθήσεως του μαθήματος αυτού (βλ. ΣΕ 2176/1998, 3356/1995, βλ. επίσης ΣΕ Ολομ. 2280/2001, σκ. 9, παραβ. επίσης εν σχέσει προς την ΕΣΔΑ και την απόφαση του ΕΔΑΔ της 26/9/2007 Folgero σκ. 98). Πέραν δε τούτου, μάλιστα, για ετεροδόξους ή αλλοθρήσκους μαθητάς -ιδίως τους μαθητάς του καθολικού δόγματος ή της εβραϊκής θρησκείας ή της μουσουλμανικής μειονότητος της Δυτικής Θράκης- ο νομοθέτης έχει ρητώς προβλέψει δυνατότητα διδασκαλίας του οικείου δόγματος ή θρησκείας από πρόσωπα προτεινόμενα από την οικεία θρησκευτική κοινότητα, προκειμένου δε περί της μουσουλμανικής μειονότητος από μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό (βλ. άρθρα 19 παρ. 1 τουν. 3379/1955, 85 παρ. 4 του ν. 1566/1985, 55 παρ. 5 του ν. 4386/2016 και 7 παρ. 1 του ν. 694/1977). Περαιτέρω, εφόσον διασφαλίζεται η συνταγματική υποχρέωση του Κράτους για την ανάπτυξη, κατά τα άνω, της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως των μαθητών εκείνων, οι οποίοι ανήκοντες στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, δεν εμποδίζεται η πολιτεία να περιλαμβάνει στα σχολικά προγράμματα, στο πλαίσιο άλλων μαθημάτων απευθυνομένων στο σύνολο των μαθητών, (ανεξαρτήτως δηλαδή της θρησκευτικής τους εντάξεως), και εκπαίδευση «θρησκειολογικού» χαρακτήρος με πληροφορίες και γνώσεις και για άλλες, πέραν της Ορθοδοξίας, θρησκείες και δόγματα «κατά τρόπο αντικειμενικό, κριτικό και πλουραλιστικό, χωρίς να επιδιώκει κατηχητικό σκοπό», έτσι ώστε να σέβεται τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονέων τους. (βλ. από ΕΔΑΔ 29/6/2007 Folgero σκ. 84 h, 88, 7/12/1976 Kjeldsen σκ. 53).15. Επειδή, περαιτέρω, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της ισότητος (άρθρο 4 παρ. 1 του Σ/τος) και τις διατάξεις των άρθρων 9 και 14 της ΕΣΔΑ και της παρ. 1 του ΠΠΠ αυτής, το Κράτος δεν μπορεί ρυθμίζοντας το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, να στερήσει από τους μαθητάς που ασπάζονται ορισμένη θρησκεία το δικαίωμα, το οποίο αναγνωρίζει σε μαθητάς που ανήκουν σε άλλες θρησκείες,να διδάσκονται αποκλειστικά τα δόγματα της πίστεώς των (όχι δε και τα δόγματα άλλων θρησκειών).

Κατά δε την ειδικότερη γνώμη του Αντιπροέδρου Ι. Γράβαρη και των Συμβούλων Μ. Γκορτζολίδου και Μ. Σωτηροπούλου από τους ανωτέρω συνταγματικούς ορισμούς – τις διατάξεις και την εν πρoοιμίω επίκληση και την συνδυασμένη ερμηνεία τους κατά το γράμμα και τον σκοπό τους, τόσο στην ιστορική τους καταγωγή όσο και στην εξέλιξή τους κατά την παρούσα συγκυρία, ενόψει δε της τυπικής τους ισοδυναμίας, καθώς και της αντίληψης του νοήματός τους σε αρμονία και με τις προπαρατεθείσες διατάξεις της ΕΣΔΑ, συνάγονται τα ακόλουθα: απώτερος σκοπός της παιδείας, ως “βασικής αποστολής του Κράτους είναι η “διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών“. Η “αγωγή των Ελλήνων“, η οποία παρέχεται προς τον σκοπό αυτό, οφείλει, μεταξύ των άλλων, να συμβάλλει στην “ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής τους συνείδησης“ Ως ¨συμβάλλουσα “δε στην “Ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων“, νοείται η αγωγή εκείνη που έχει ως αντικείμενο να εισαγάγει τους μαθητές και να τους εξοικειώσει με την έννοια του ιερού ως έγκυρης πρότασης νοηματοδότησης του βίου. Και δη, όπως η πρόταση αυτή έχει διαμορφωθεί από την χριστιανική ορθοδοξία, και αναδειχθεί ιστορικά στην Ελλάδα ως το “επικρατέστερο” τουτέστιν το αμεσότερα ψηλαφητό, συλλογικό θρησκευτικό βίωμα. Κατά την αντίληψη δηλαδή του συνταγματικού νομοθέτη, η κατά τα ανωτέρω θρησκευτική αγωγή, από την μία μεν πλευρά δεν επιτρέπεται να υπερβεί τον χαρακτήρα της ως “έγκυρης” μεν, αλλά, πάντως, “πρότασης” για την συγκρότηση ελεύθερων συνειδήσεων, ικανών για τις δικές τους προσωπικές επιλογές και, επομένως, δεν είναι επιτρεπτό να μεταβάλλεται σε δογματική ομολογία πίστεως ή πολλώ μάλλον σε κατήχηση από την άλλη όμως οφείλει να διατηρεί ως προέχουσα και κύρια μέριμνα όχι την παροχή πληροφοριών ή την επεξεργασία γνώσεων ή την ανάπτυξη προβληματισμών ιστορικής, θρησκευτικής ή κοινωνιολογικής φύσεως (αντικείμενο άλλωστε και άλλων μαθημάτων), αλλά την καλλιέργεια των κατάλληλων προϋποθέσεων ώστε να μπορεί να μεταδοθεί το βίωμα της ιερότητας, όπως αυτό έχει αποτυπωθεί -και είναι, άλλωστε, ως εκ τούτου πρόσφορη η μετάδοσή του- στην λειτουργική ζωή της ορθόδοξης εκκλησίας και την παράδοση της ορθοδοξίας, με τις πολλαπλές εκφάνσεις της στον πολιτισμό της χώρας. Κατά τα λοιπά, είναι ασφαλώς ελεύθερη η Πολιτεία να επιλέγει και να καθορίζει κανονιστικά το περιεχόμενο της σχετικής αγωγής κατά την εκάστοτε εκπαιδευτική πολιτική και τα πορίσματα της παιδαγωγικής επιστήμης, μη ελεγχόμενη δικαστικά στις επιλογές της αυτές παρά μόνον ως προς την τήρηση των πιο πάνω συνταγματικών υποχρεώσεων.

 

[Μειοψηφία] Μειοψήφισαν οι Σύμβουλοι Ι. Μαντζουράνης, Σ. Χρυσικοπούλου, Θ. Αραβάνης, Μ. Πικραμένος και Α. Μ. Παπαδημητρίου, υποστήριξαν την ακόλουθη άποψη: Όπως έχει κριθεί (ΣΕ 194/1987) με την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται και προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως που είναι ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του καθενός να πρεσβεύει το θρήσκευμα ή το δόγμα της εκλογής του ή να μην ακολουθεί κανένα θρήσκευμα ή να είναι άθεος. Το δεύτερο εξ άλλου εδάφιο της συνταγματικής αυτής διατάξεως κατοχυρώνει την θρησκευτική ισότητα, έκφραση της οποίας είναι το δικαίωμα του καθενός να απολαύει ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του το σύνολο των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη και μάλιστα όχι μόνον των ατομικών και πολιτικών αλλά και των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα παιδείας. Περαιτέρω, με τις αποφάσεις 2280 – 5/2001 της πλήρους Ολομελείας, με τις διατάξεις της παραγρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, οι οποίες είναι θεμελιώδεις, ως μη υποκείμενες σε αναθεώρηση, σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 1 αυτού, η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, με την οποία προστατεύεται προεχόντως το ενδιάθετο φρόνημα του ατόμου αναφορικά με το θείο από κάθε κρατική επέμβαση, είναι απαραβίαστη και υπόκειται μόνο στους περιορισμούς της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, περιλαμβάνει δε, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του. Διάφορο δε είναι το ζήτημα της οικειοθελούς προς τις κρατικές αρχές γνωστοποιήσεως του θρησκεύματος του ατόμου, για την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας (π.χ. η μη εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων για λόγους αντιρρήσεων συνειδήσεως, η απαλλαγή από την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών και από συναφείς σχολικές υποχρεώσεις, όπως ο εκκλησιασμός και η ομαδική προσευχή, κ.λπ., σκ. 9 – 10). Περαιτέρω το άρθρο 3 του Συντάγματος, το οποίο υπόκειται σε αναθεώρηση κατ’ άρθρο 110 παρ. 1 αυτού αναφέρεται απλώς στο πραγματικό γεγονός ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού ασπάζεται το θρήσκευμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, περιλαμβανόμενο στα Ελληνικά Συντάγματα από την Επανάσταση του 1821 και εξής, ετέθη δε και στο Σύνταγμα του 1975 κυρίως για λόγους ιστορικούς (βλ. Πρακτ. Ολομ. Συντ. σ. 402). Η διάταξη αυτή έχει περιορισμένο κανονιστικό περιεχόμενο, το οποίο συνάπτεται με τον καθορισμό επίσημων θρησκευτικών αργιών για τη διευκόλυνση της ασκήσεως θρησκευτικών καθηκόντων των ενδιαφερομένων (βλ. ΣΕ 100/2017 Ολομ.). Όπως, όμως, έχει κριθεί με τις προαναφερθείσες αποφάσεις 2280-5/2001 της πλήρους Ολομελείας, η διάταξη αυτή του άρθρου 3, το οποίο άλλωστε εντάσσεται στο Τμήμα Β’ του πρώτου μέρους του Συντάγματος, που αφορά τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, δεν επηρεάζει την άσκηση του κατοχυρούμενου με το άρθρο 13 ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, το οποίο περιλαμβάνεται στο δεύτερο μέρος του Συντάγματος με αντικείμενο τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, ούτε εισάγει προνομιακή μεταχείριση υπέρ των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα αντέβαινε και στην ειδική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 13, που επιβάλλει την ίση μεταχείριση στην απόλαυση και των ατομικών δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από θρησκευτικές πεποιθήσεις
(σκ. 10). Ομοίως δεν επηρεάζει την άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Σύνταγμα η φράση “Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος” στην προμετωπίδα του Συντάγματος, η οποία τέθηκε, ομοίως για ιστορικούς λόγους και έχει περιορισμένη κανονιστική επιρροή, αντίστοιχη με αυτή του άρθρου 3 παρ1
(πρβλ. απόφαση της 26-9-1990 του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Ελβετίας, BGE 116IaS252, 258, σκ. 5, το Σύνταγμα της οποίας περιλαμβάνει αντίστοιχη προμετωπίδα). Εξ άλλου, οι ελευθερίες της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας που κατοχυρώνει το άρθρο 9 παρ1 της ΕΣΔΑ, όπως έχει κρίνει παγίως το ΕΔΔΑ είναι ένα από τα θεμέλια της “δημοκρατικής κοινωνίας” κατά την έννοια της Συμβάσεως. Όσον αφορά την θρησκευτική της διάσταση, είναι ένα από τα ζωτικότερα στοιχεία που συνιστούν την ταυτότητα των πιστών και την αντίληψή τους για την ζωή, αλλά είναι επίσης ένα πολύτιμο στοιχείο για τους άθεους, τους αγνωστικιστές, τους σκεπτικιστές και τους αδιάφορους. Είναι προϊόν του πλουραλισμού, ο οποίος κατακτήθηκε ακριβά ανά τους αιώνες, που δεν μπορεί να διαχωρισθεί από μια τέτοια κοινωνία. Η ελευθερία αυτή συνεπάγεται, ιδίως, την ελευθερία ενός προσώπου που ασπάζεται ή όχι μια θρησκεία και την ελευθερία να ασκεί ή όχι τα θρησκευτικά του καθήκοντα (βλ. “ασκήσεως ή μη αυτής” αποφ. ΕΔΔΑ της 3-10-2010,
πδ κατά Ελλάδος, σκ. 76, της 25-3-1993 Κοκκινάκης κατά Ελλάδος,
σκ. 31, της 18-2-1999, Buscarini κατά Αγίου Μαρίνου, σκ. 34 κ.ά.). Περαιτέρω, κατά την αυτή γνώμη, από τον συνδυασμό των διατάξεων των μη υποκειμένων σε αναθεώρηση άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 16 παρ. 2 αυτού, του άρθρου 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του άρθρου 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΔΠ) που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 (Α΄ 25) και του άρθρου 14 της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού (ΔΣΔΠ), η οποία κυρώθηκε με τον ν. 2101/1992 (Α΄ 192) συνάγεται ότι υποκείμενο του δικαιώματος της παιδείας και της εκπαίδευσης είναι τόσο οι Έλληνες, ήτοι οι κεκτημένοι την ελληνική ιθαγένεια (βλ. ΣΕ 3317/2014 Ολομ.), όσο και όλοι οι νομίμως ευρισκόμενοι στην Ελλάδα, στο πλαίσιο των υπαρχουσών εκπαιδευτικών δομών και των διατιθέμενων μέσων (ΕΔΔΑ 23-7-1968 Affaire linguistique belge, σκ. Β3). Περαιτέρω,κατά το άρθρο 16 παρ2 του Συντάγματος, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται συστηματικά με τις λοιπές συνταγματικές διατάξεις, λαμβανομένων υπόψη τόσο των συνθηκών κατά την θέσπιση του Συντάγματος όσο και των δεδομένων της σύγχρονης πραγματικότητας, ως ανάπτυξη της “εθνικής συνείδησης” νοείται η συνειδητοποίηση της συμμετοχής στην εθνική κοινότητα που προσδιορίζεται διαχρονικά ως ελληνική με πολιτιστικά και γλωσσικά κριτήρια, ενώ, ως “ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως” νοείται η εξοικείωση των μαθητών με το θρησκευτικό φαινόμενο στην ιστορική του πορεία και στη σύγχρονη πραγματικότητα, με έμφαση βεβαίως στην παρουσίαση των διδαγμάτων και των αρχών της Ορθοδοξίας, δηλαδή της “επικρατούσας” θρησκείας με την προεκτεθείσα έννοια. Κατά ταύτα η ανάπτυξη της “εθνικής συνειδήσεως” κατά το Σύνταγμα δεν εξαρτάται από την ανάπτυξη “θρησκευτικής συνειδήσεως” ούτε από την πίστη σε συγκεκριμένο θρήσκευμα, διότι η ελληνική εθνική συνείδηση απολύτως θεμιτώς μπορεί έχουν και όσοι ασπάζονται διαφορετικό ή δεν ασπάζονται κανένα θρήσκευμα. Η κατά τα ανωτέρω “ανάπτυξη θρησκευτικής συνειδήσεως” επιτυγχάνεται μέσω της υποχρεωτικής διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στα δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια βάσει καταλλήλου προγράμματος σπουδών. Για την διαμόρφωση του προγράμματος αυτού και την επιλογή της διδακτέας ύλης, που αποτελούν αμιγώς κρατικές αρμοδιότητες, ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Η ευχέρεια αυτή οριοθετείται από τις προαναφερθείσες αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις που καθορίζουν τους σκοπούς της εκπαίδευσης, μεταξύ των οποίων προέχων είναι “η διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών” και κατοχυρώνουν την ελευθερία σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, φορέας της οποίας είναι αυτοτελώς και το παιδί, καθώς και το δικαίωμα των γονέων να “φροντίζουν“ για την θρησκευτική και ηθική αγωγή των παιδιών τους σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους και να “καθοδηγούν” το παιδί στην άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων του προς τον σκοπό της αναπτύξεως των ικανοτήτων του, δεν παρέχεται όμως στους γονείς δικαίωμα να αξιώσουν από το κράτος την οργάνωση διδασκαλίας συγκεκριμένου περιεχομένου (ΕΔΔΑ 10-1-2017 Osmanoglu, σκ. 92 – 95), σε περίπτωση δε συγκρούσεως των δικαιωμάτων του παιδιού και των γονέων υπερτερεί το δικαίωμα του παιδιού (ibidem σκ. 95, 97, 105, Βαλσάμης, σκ. 37, Johnston 1986, σκ. 63). Από αυτά παρέπεται ότι το Κράτος κατά την παροχή της εκπαίδευσης, περιλαμβανομένου του μαθήματος των θρησκευτικών, που απευθύνεται σε όλους τους μαθητές και όχι μόνον σε ορθοδόξους μαθητές δεν επιτρέπεται να επιβάλλει συγκεκριμένη “κοσμοθεωρία” ως την μόνη αποδεκτή ή αληθινή, αλλά οφείλει τηρώντας την αρχή της ουδετερότητας, να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι μαθητές να διαμορφώσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να επιλέξουν κριτικά την κοσμοαντίληψη της αρεσκείας τους. Ειδικότερα, το πρόγραμμα θρησκευτικής εκπαίδευσης μπορεί μεν να περιλαμβάνει “πληροφορίες ή γνώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα” πλην η μετάδοσή τους πρέπει να είναι “αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική” και να μην επιδιώκει “κατηχητικό σκοπό” (ΕΔΔΑ7.12.1996, Kjeldsen σκ. 53, 29.6.2007 Folgero). Εν όψει τούτων, κατά την γνώμη αυτή, το Σύνταγμα και οι διεθνείς συμβάσεις που προαναφέρθηκαν ουδόλως υποχρεώνουν τον νομοθέτη να προσδώσει στο μάθημα των θρησκευτικών αμιγώς ομολογιακό ή κατηχητικό χαρακτήρα, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε όχι με ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά με “επιβολή θρησκευτικής συνείδησης” συγκεκριμένου περιεχομένου, όπερ αντίκειται στις αρχές της θρησκευτικής ουδετερότητας και της πολυφωνίας που διέπουν την παροχή της εκπαίδευσης από το Κράτος και ματαιώνουν το δικαίωμα του μαθητή να επιλέξει και να διαμορφώσει κριτικά ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητάς του και της αντίληψής του για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Και ναι μεν οι κείμενες διατάξεις παρέχουν την δυνατότητα εξαίρεσης του μαθητή από μάθημα που αντίκειται στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή τις πεποιθήσεις των γονέων του, πλην η άσκηση της δυνατότητας αυτής αποτελεί έσχατο μέσο διότι δημιουργεί στεγανά μεταξύ των μαθητών και ενισχύει το αίσθημα του αποκλεισμού εις βάρος του ομαδικού πνεύματος που πρέπει να καλλιεργεί το σχολείο, της ενσωμάτωσης στο σχολικό περιβάλλον και της κοινωνικοποίησης του παιδιού (ΕΔΔΑ προαναφερθείσα απόφαση Osmanoglu, σκ.103). Ακριβώς αυτόν τον σκοπό εξυπηρετεί ένα μάθημα θρησκευτικών πολυφωνικό και αξιολογικά ουδέτερο κατά τα εκτεθέντα. Οίκοθεν, εξ άλλου, νοείται ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να συμπληρώσουν τις γνώσεις τους και την θρησκευτική αγωγή τους εκτός σχολείου, όπως στην οικογενειακή εστία ή σε άλλους θεσμούς, όπως το κατηχητικό κ.λπ. (βλ. Αποφάσεις ΕΔΔΑ της 29-6-2007 Folgero σκ. 88 – 89, της 7-2-1976 Kjeldsen, σκ. 50 – 53 κ.ά.).

  1. Επειδή, μετά την θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, ο πρώτος βασικός νόμος που ρύθμισε τα θέματα οργανώσεως και διοικήσεως της γενικής εκπαιδεύσεως ήταν ο ν. 309/1976 (Α΄ 100). Tα αναλυτικά προγράμματα που εκδόθηκαν με βάση τον νόμο αυτόν καθιερώνουν ως βασικό περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών τη διδασκαλία της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως

[βλ. ενδεικτικά: τους σκοπούς και τη διδακτέα ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών για το Δημοτικό σχολείο πδ 1034/1977 (Α΄ 347), άρθρο 3 “Αναλυτικό Πρόγραμμα Μαθημάτων Α. Θρησκευτικά 1. Σκοπός: σκοπός της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι η ανάπτυξη του θρησκευτικού συναισθήματος των μαθητών, η εδραίωση της πίστεως στην χριστιανική θρησκεία και η ενίσχυση της ενεργητικής συμμετοχής τους στη θρησκευτική ζωή του λαού μας 2. Διδακτέα Ύλη: Α και Β Τάξεις 1. προσευχές … 2. ποιήματα και τραγούδια θρησκευτικά … 3. διδασκαλίες απλές με την ευκαιρία των μεγάλων Θρησκευτικών εορτών: Γέννηση του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού … 4. ….. Γ Τάξη Α Ιστορίες από την Παλαιά Διαθήκη …. Δ Τάξη Α Ιστορίες από την Καινή Διαθήκη … Ε Τάξη Εκκλησιαστική Ιστορία …. ΣΤ Τάξη Α Λειτουργική … Β Κατήχηση…”, (βλ. σελ. 3191 επ.), πδ 831/1977 (Α) ωρολόγιο πρόγραμμα του ημερησίου Γυμνασίου και αναλυτικά προγράμματα των Α και Β Τάξεων, Θρησκευτικά “Γενικός Σκοπός του μαθήματος. Σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών, που διδάσκεται στα Γυμνάσια και τα Λύκεια είναι η φανέρωση των αληθειών του Χριστού για τον Θεό, για τον κόσμο και για τον άνθρωπο, η μύηση των μαθητών στις σωτήριες αλήθειες του χριστιανισμού με την ορθόδοξη πίστη και ζωή, η επίγνωση της ιστορικής διαδρομής της Εκκλησίας και της προσφοράς της στον κόσμο, η βίωση των αληθειών της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως στις συγκεκριμένες περιστάσεις της καθημερινής ζωής του μαθητή ……..” Τάξη Α σκοπός “Ο λόγος του Θεού” (σελ. 2508), Τάξη Β σκοπός “Ο Λαός του Θεού” (βλ. σελ. 2510, βλ. επίσης το πδ 374/1978 (Α΄ 79) για τη Γ Γυμνασίου “Θρησκευτικά Ορθόδοξος Πίστις και ζωή Σκοπός …. να μυήση τους ανησύχους εφήβους των 15 ετών εις τα βασικά δόγματα της Ορθοδόξου Πίστεως δια να μάθουν, τι πρέπει να πιστεύουν. Να θεμελιώση θεωρητικώς και θεολογικώς την ηθικήν συμπεριφορά του ανθρώπου και ιδιαιτέρως του ορθοδόξου χριστιανού ….” (βλ. άρθρο 1 σελ. 531 και επ.), πδ 91/1984 (Α΄ 35) για τη Μέση Γενική Εκπαίδευση Γ Γυμνασίου, για το μάθημα των Θρησκευτικών (αποσπάσματα κειμένων Ελλήνων Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας) και πδ 438/1985 (Α΄ 158) μάθημα των Θρησκευτικών Α Γυμνασίου. Σκοπός “η προετοιμασία του κόσμου για την αποδοχή του Ευαγγελίου του Χριστού ….. Παλαιά Διαθήκη ….”, Β Γυμνασίου. Η σημασία του προσώπου του Χριστού (θαύματα, παραβολές, ζωή του Χριστού κ.ά) Γ Γυμνασίου χαρακτηριστικά γεγονότα και μεγάλες ηγετικές μορφές της Εκκλησίας, σελ. 2455 και επομ.].

Επακολούθησε ο ν. 1566/1985 (Α΄ 167), με τον οποίο καταργήθηκε ο ως άνω νόμος 309/1976 και θεσπίσθηκαν οι κύριες διατάξεις για τη δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ο νόμος αυτός περιέχει σαφείς αναφορές στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση.

[Βλ. την εισηγητική του έκθεση, στην οποία γίνεται αναφορά στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση … «….Η εκπαίδευση έχει ως κύριο σκοπό τη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου και καθολικού ανθρώπου, σε σχέση με τον εαυτό του …… σε σχέση με το Έθνος (ελληνικός πολιτισμός και παράδοση, ορθόδοξη χριστιανική παράδοση ….»). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: «1. Σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά. Ειδικότερα υποβοηθεί τους μαθητές: α) Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους πεποιθήσεως είναι απαραβίαστη, α) … β) …… ε) ….. 2. Βασικοί συντελεστές για την επίτευξη των παραπάνω σκοπών είναι: α) … β) τα αναλυτικά προγράμματα, τα σχολικά βιβλία και τα λοιπά διδακτικά μέσα, καθώς και η σωστή χρήση τους, γ) … 3. α) Τα αναλυτικά προγράμματα αποτελούν άρτιους οδηγούς του εκπαιδευτικού έργου και περιλαμβάνουν κυρίως: (αα) σαφώς διατυπωμένους, κατά μάθημα, σκοπούς μέσα στα πλαίσια των γενικών και ειδικών, κατά βαθμίδα σκοπών της εκπαίδευσης, (ββ) διδακτέα ύλη επιλεγμένη σύμφωνα με το σκοπό του μαθήματος, σε κάθε επίπεδο, ανάλογη και σύμμετρη προς το ωρολόγιο πρόγραμμα και προς τις αφομοιωτικές δυνατότητες των μαθητών, διαρθρωμένη άρτια σε επιμέρους ενότητες και θέματα, (γγ) ενδεικτικές κατευθύνσεις για τη μέθοδο και τα μέσα διδασκαλίας κάθε ενότητας ή θέματος. β) Τα αναλυτικά προγράμματα καταρτίζονται, δοκιμάζονται πειραματικά, αξιολογούνται και αναθεωρούνται συνεχώς σύμφωνα με τις εξελίξεις στον τομέα των γνώσεων, τις κοινωνικές ανάγκες και την πρόοδο των επιστημών της αγωγής. γ) Τα αναλυτικά προγράμματα της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης ειδικότερα έχουν εσωτερική συνοχή και ενιαία ανάπτυξη των περιεχομένων τους. δ) Τα διδακτικά βιβλία για τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς συγγράφονται σύμφωνα με τα αναλυτικά προγράμματα. 4. …».

Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος ορίζει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 4, ότι:

«1. Σκοπός του δημοτικού σχολείου είναι η πολύπλευρη πνευματική και σωματική ανάπτυξη των μαθητών μέσα στα πλαίσια που ορίζει ο ευρύτερος σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ειδικότερα, το δημοτικό σχολείο βοηθεί τους μαθητές: α) … ε) να εξοικειώνονται βαθμιαία, με τις ηθικές, θρησκευτικές, εθνικές, ανθρωπιστικές και άλλες αξίες και να τις οργανώνουν σε σύστημα αξιών … 2. … 11. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με: α) την οργάνωση και λειτουργία των δημοτικών σχολείων,
β) … ε) τα διδασκόμενα μαθήματα και τα εβδομαδιαία ωρολόγια και αναλυτικά προγράμματα … στ) … 12. …» και στο άρθρο 5, ότι: «1. Σκοπός του γυμνασίου είναι να προωθήσει, μέσα στο πνεύμα του ευρύτερου σκοπού της εκπαίδευσης, την ολόπλευρη ανάπτυξη των μαθητών σε σχέση με τις δυνατότητες που έχουν στην ηλικία αυτή και τις αντίστοιχες απαιτήσεις της ζωής. Ειδικότερα το γυμνάσιο βοηθεί τους μαθητές: α) Να διευρύνουν το σύστημα αξιών τους (ηθικές, θρησκευτικές, εθνικές, ανθρωπιστικές και άλλες αξίες), ώστε να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους σύμφωνα με τις επιταγές του … β) … 2. … 11. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με: α) την οργάνωση και λειτουργία των γυμνασίων κάθε κατεύθυνσης, β) τα διδασκόμενα μαθήματα, γ) τα ωρολόγια και αναλυτικά προγράμματα, δ) …».]

Εν συνεχεία εξεδόθη ο νόμος 2525/1997 (Α΄ 188), στην διάταξη του άρθρου 7 του οποίου ορίζονται τα εξής:

«1. Στους βασικούς συντελεστές της εκπαίδευσης του άρ8ρου 1 παρ. 2 του ν. 1566/1985 προστίθεται η κατάρτιση Ενιαίου Πλαισίου Προγράμματος Σπουδών (Ε.Π.Π.Σ.), το οποίο προσδιορίζει τους στόχους της διδασκαλίας από το δημοτικό σχολείο μέχρι και το λύκειο και προδιαγράφει τα πλαίσια, μέσα στα οποία αναπτύσσεται το περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων. Το Ε.Π.Π.Σ. καταρτίζεται, ύστερα από γνώμη του Π.Ι., με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων».

Περαιτέρω με την παράγραφο 2 του του ίδιου ως άνω άρθρου του ν. 2525/1997 προβλέπεται ότι τα θέματα, μεταξύ άλλων, των άρθρων 4 παρ. 11 (περιπτώσεις ε΄ στ΄ και ζ΄), 5 παρ. 11 (περιπτώσεις β΄, γ΄, ζ΄, και η΄) και 8 παρ. 9 (περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, η΄ και θ΄) του ν. 1566/1985 ρυθμίζονται εφεξής με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από εισήγηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ενώ με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 7 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 60 του ν. 1566/1985 και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα διδακτικά βιβλία γράφονται με βάση τα αναλυτικά προγράμματα και τα προγράμματα σπουδών. Τέλος, με τον ν. 3966/2011 (Α΄ 118) ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) (άρθρο 1) και καταργήθηκε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (άρθρο 21). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου αυτού:

«1. Το Ι.Ε.Π. είναι επιτελικός επιστημονικός φορέας που υποστηρίζει το Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων στα θέματα που αφορούν την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς και τη μετάβαση από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. 2. Σκοπός του Ι.Ε.Π. είναι η επιστημονική έρευνα και μελέτη των θεμάτων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και η διαρκής επιστημονική και τεχνική υποστήριξη του σχεδιασμού και της εφαρμογής της εκπαιδευτικής πολιτικής στα θέματα αυτά. 3. Για την εκπλήρωση του σκοπού του, το Ι.Ε.Π. ασκεί, ιδίως, τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Γνωμοδοτεί ή εισηγείται, ύστερα από σχετικό ερώτημα του Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων ή αυτεπαγγέλτως, αντίστοιχα, για: αα) θέματα σχετικά με τη διαμόρφωση, το διαρκή εκσυγχρονισμό και τη βέλτιστη εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής σε όλους τους τύπους των σχολικών μονάδων, ββ) θέματα που αφορούν τα προγράμματα σπουδών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα σχολικά βιβλία και τα λοιπά διδακτικά μέσα. γγ) …».

  1. Επειδή, με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 11 εδ. ε΄ και 5 παρ. 11 εδ. γ΄ του ν. 1566/1985 και του άρθρου 7 παρ. 1 – 2 του ν. 2525/1997 και κατόπιν της υπ’ αριθμ. 29/21.7.2016 πράξεως του Δ.Σ. του Ι.Ε.Π., καθορίσθηκε το πρόγραμμα σπουδών (ΠΣ) του μαθήματος των θρησκευτικών στο δημοτικό και στο γυμνάσιο. Στο πρώτο μέρος της απόφασης εκτίθενται οι γενικές κατευθύνσεις και οι βασικοί στόχοι του ΠΣ, καθώς και η δομή και οι κύριοι άξονές του, ενώ στο δεύτερο μέρος αυτής παρατίθενται αναλυτικοί πίνακες με το πρόγραμμα σπουδών για κάθε τάξη του δημοτικού και του γυμνασίου. Ειδικότερα, στο πρώτο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«… 1. Οι νέες απαιτήσεις για τη θρησκευτική εκπαίδευση στο ευρωπαϊκό περιβάλλον του μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ).

Από τις αρχές του 21ου αιώνα, οι διεθνείς εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι η θρησκευτική εκπαίδευση (ΘΕ) αναγνωρίζεται πλέον ως απαραίτητος όρος για την πολύπλευρη και ολοκληρωμένη μόρφωση των μαθητών. Στον ανοικτό ευρωπαϊκό διάλογο για τη σχολική θρησκευτική εκπαίδευση, αλλά και στα επίσημα κείμενα της Ευρώπης για την εκπαίδευση, αναγνωρίζεται πλέον ως κοινά αποδεκτό αίτημα το δικαίωμα όλων των παιδιών για θρησκευτική εκπαίδευση, γεγονός που λειτουργεί ως βασικός μοχλός για την αρτιότερη οργάνωσή της. Κατόπιν τούτου, επιδιώκεται ένα σχολικό ΜτΘ, στο οποίο η συμμετοχή όλων των παιδιών χωρίς καμιά διάκριση και ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους θεωρείται αυτονόητη όσο και αναγκαία. Η επίγνωση των κινδύνων που προκύπτουν από τη θρησκευτική απομόνωση αλλά και από τις ποικίλες πολιτικές ή ιδεολογικές χρήσεις της θρησκείας οδηγεί στην ανάγκη, ώστε να αναδειχθούν οι θρησκευτικές αξίες σε πεδία διαλόγου, συνάντησης και ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις ή και τις διαφορές τους … Κατά συνέπεια, ένα ΜτΘ που εξετάζει θέματα όπως η δικαιοσύνη, η ειρήνη, η καταλλαγή, η κοινωνική συνοχή, η ανεξιθρησκεία, η ευθύνη για τον κόσμο, η αναζήτηση προσωπικού νοήματος, συνάντησης και σχέσης με τον Θεό και τον άλλο, η δημιουργικότητα, η ηθική συμπεριφορά, η ευθύνη για τα κοινωνικά προβλήματα -ζητήματα δηλαδή κρίσιμα για την κοινή ζωή των ανθρώπων στην Ευρώπη τουλάχιστον- θεωρείται ότι προσφέρει σπουδαίες ευκαιρίες, ώστε να εξεταστούν ζητήματα αποκλεισμού και προκατάληψης απέναντι στη θρησκευτική διαφορετικότητα και ταυτόχρονα να προταθούν και να αξιοποιηθούν οι βασικές προϋποθέσεις και δυνατότητες για την ειρηνική συνύπαρξη των πολιτών σε συνθήκες ευημερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης … Αν και δεν είναι εφικτές ενιαίες και ομοιόμορφες λύσεις … αναγνωρίζεται από τη διεθνή επιστημονική συζήτηση και τα διεθνή νομικά δεδομένα πως ένα ΜτΘ, το οποίο περιορίζει τη γνώση των μαθητών αποκλειστικά και μόνο στη δική τους θρησκευτική παράδοση έχει πλέον φτάσει στα όριά του. Η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση χρειάζεται να καλύπτει έναν ευρύτατο χώρο ενδιαφερόντων και ερωτημάτων των σημερινών μαθητών, τα οποία ξεκινούν από την τοπική θρησκευτική παράδοση αλλά και ταυτόχρονα την υπερβαίνουν, χωρίς αυτό να σημαίνει την υποτίμηση ή τον εξοστρακισμό της. Βασικές προϋποθέσεις για ουσιαστική ανταπόκριση του ΜτΘ σε αυτή τη σύνθετη ανάγκη είναι: Καταρχάς, η διευρυμένη γνώση «γύρω από τις θρησκείες» αλλά και τις θρησκευτικές και μη θρησκευτικές κοσμοθεωρήσεις που νοηματοδοτούν τον ανθρώπινο βίο. Επιπλέον, οι μαθητές και οι μαθήτριες χρειάζονται μάθηση «μέσα από τη θρησκεία», η οποία θα τους επιτρέψει να συνομιλήσουν με τη ζωντανή πραγματικότητα που αυτή αντιπροσωπεύει σήμερα -και κατεξοχήν της δικής τους θρησκευτικής παράδοσης- και να κατανοήσουν κατά πόσο και με ποιο τρόπο η θρησκεία συνυφαίνεται με τα προβλήματα της καθημερινής ζωής και με τις κοινωνικοπολιτισμικές αντιφάσεις και συγκρούσεις. Οι ομοιότητες που έχουν επισημανθεί στους στόχους των ευρωπαϊκών ΜτΘ εκφράζουν αυτή τη συνθετική κατεύθυνση της ΘΕ. Πιο συγκεκριμένα αναγνωρίζεται ότι το ΜτΘ χρειάζεται: – να προσφέρει γνώση και κατανόηση για τα θρησκευτικά «πιστεύω» και τις θρησκευτικές εμπειρίες, – να προσανατολίσει το ενδιαφέρον των μαθητών στην ποικιλία των θρησκευτικών δυνατοτήτων και ηθικών αντιλήψεων που ανιχνεύονται στις θρησκευτικές εμπειρίες, και – να ενθαρρύνει τους μαθητές, ώστε να ευαισθητοποιηθούν προς τη θρησκεία και προς τις θρησκευτικές διαστάσεις της ζωής. Η προσέγγιση αυτή, αν και υπερβαίνει παρωχημένες πρακτικές ομολογιακής μονοφωνίας, δεν προσδίδει στο ΜτΘ φαινομενολογικό γνωσιολογικό προσανατολισμό ούτε το μετατρέπει σε τυπική θρησκειολογική ενημέρωση, η οποία δεν ανταποκρίνεται στα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά, στα βαθύτερα ερωτήματα και στα πραγματικά ενδιαφέροντα των μαθητών. Απεναντίας, προωθεί την ενεργητική εμπλοκή των μαθητών ως φορέων της δικής τους παράδοσης και ενθαρρύνει τη θέαση του οικουμενικού μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες και στάσεις. Ακόμη, στοχεύει στην εξασφάλιση θρησκευτικής εκπαίδευσης σε όλους τους μαθητές χωρίς εξαιρέσεις. Επιπροσθέτως, θεωρείται πλέον βέβαιο ότι το θρησκευτικό φαινόμενο εξαιτίας της διαχρονικότητάς του επηρεάζει με τον δικό του τρόπο την τοπική και την παγκόσμια ιστορία. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της σύγχρονης ΘΕ, οι θρησκείες εξετάζονται μέσα στο πολιτισμικό τους περιβάλλον χωρίς να διαχωρίζεται η μελέτη της θρησκείας από τον πολιτισμό. Η θρησκεία είναι βασική διήκουσα του πολιτισμού ενός λαού, περιλαμβάνει και νοηματοδοτεί ουσιώδη πολιτιστικά γεγονότα της ζωής του, συγκροτεί και χαρακτηρίζει την πολιτιστική ταυτότητά του. Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι αυτή η «πολιτισμική» έμφαση δεν πρέπει να οδηγεί στον σχετικισμό ή ακόμη χειρότερα στον συγκρητισμό ή και στην παραθεώρηση ζητημάτων που συνδέονται τόσο με τους θεμελιώδεις σκοπούς και τη διδασκαλία κάθε θρησκείας όσο και με τις αντινομίες μεταξύ διαφορετικών θρησκειών… Εν τέλει, στην παρούσα θεώρηση του ΜτΘ προβάλλεται με έμφαση το αίτημα του θρησκευτικού γραμματισμού ως μία καίρια διάσταση της θρησκευτικής αγωγής, η οποία συμβάλλει στη διαμόρφωση πολιτών με θρησκευτική αυτοσυνειδησία και δεκτικότητα στον διάλογο με το διαφορετικό. Ο θρησκευτικός αυτός γραμματισμός βασίζεται στους κανόνες της παιδαγωγικής και επιστημονικής γνώσης και στοχεύει στην κριτική ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών με τις γνώσεις, τις αξίες και τις στάσεις ζωής που παρέχει για τις θρησκείες και από τις θρησκείες, εφαρμόζοντας μια διερευνητική, ερμηνευτική και διαλογική μαθησιακή προσέγγιση. Συνακόλουθα, όλες αυτές οι προϋποθέσεις-προσδοκίες από τη ΘΕ συνοψίζονται στο αίτημα υιοθέτησης κάποιων βασικών κοινών κριτηρίων (standards) για το ΜτΘ των ευρωπαϊκών χωρών. Πιο συγκεκριμένα, αναγνωρίζεται ότι το ΜτΘ: 1. Μπορεί και πρέπει να διδάσκεται σύμφωνα με τους όρους και τα κριτήρια της γενικής εκπαίδευσης στα δημόσια σχολεία. 2. Χρειάζεται να περιλαμβάνει θεωρήσεις διαχριστιανικής και διαθρησκειακής μάθησης, διαλόγου, συνεργασίας και συλλογικότητας. 3. Η διδασκαλία του απαιτεί επαγγελματίες εκπαιδευτικούς, με ισχυρή θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση που έχουν πλήρως κατανοήσει τον ρόλο τους και έχουν αναπτύξει στοχαστικοκριτικές δεξιότητες.

  1. Οι συντεταγμένες του Προγράμματος Σπουδών του ΜτΘ. Η παρούσα πρόταση αφορά ένα μάθημα που διατηρεί μεν τον γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα που είχε ως τώρα, ανοίγεται ωστόσο στις χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και τις άλλες θρησκείες. Δίνοντας τις συντεταγμένες αυτού του μαθήματος, διαμορφώνουμε ένα ΠΣ το οποίο ξεκινά από και έχει επίκεντρο τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, την παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, όπως αυτή σαρκώθηκε στη ζωή και αποτυπώθηκε στα μνημεία του πολιτισμού του. Κάθε μαθητής/τρια, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του/της ιδιοπροσωπίας, είναι αναγκαίο να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου καταγωγής ή μόνιμης διαμονής του/της. Αυτή είναι η πρώτη και βασική συντεταγμένη του μαθήματος. Η δεύτερη συντεταγμένη είναι η βασική γνωριμία με τις μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις που συναντώνται στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο, εκτός της Ορθοδοξίας, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός με τις βασικές του ομολογίες. Η τρίτη συντεταγμένη περιλαμβάνει στοιχεία από τα μεγάλα θρησκεύματα και ιδίως όσα ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία περισσότερο, δηλαδή τις μονοθεϊστικές παραδόσεις του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ, καθώς και άλλες θρησκείες που κατά τόπους ή κατά περίπτωση κρίνεται ότι παρουσιάζουν σήμερα αυξημένο ενδιαφέρον. Συνεπώς, πρόκειται για ένα διευρυμένο και με σαφείς θεολογικές προϋποθέσεις μάθημα, το οποίο εξετάζει με ερευνητικό, κριτικό και διαλεκτικό τρόπο τη συνεισφορά κάθε θρησκευτικής παράδοσης στην ιστορία και στον πολιτισμό, αποβλέποντας στον θρησκευτικό γραμματισμό, αλλά και στην ευαισθητοποίηση και στον αναστοχασμό των μαθητών απέναντι στον δικό τους θρησκευτικό προβληματισμό και το πώς αυτός αντικατοπτρίζεται στη δυναμική των κοινωνικών σχέσεων. Φυσικά δεν είναι δυνατόν στο Ελληνικό σχολείο να μην είναι κεντρικός ο λόγος της Ορθόδοξης θεολογίας και παράδοσης, η οποία μέσα από το ΜτΘ καλείται να προχωρήσει πέρα και από τη νεωτερικότητα αποδεχόμενη τον πλουραλισμό και την ετερότητα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ταυτόχρονα να μην υποτιμά, να μην σχετικοποιεί, πολύ δε περισσότερο να μην εγκαταλείπει την αυτοσυνειδησία της. Στοιχεία μιας τέτοιας θεολογικής θεώρησης της πολυπολιτισμικότητας ως αλληλοσεβασμού, αποδοχής και ειρηνικής συνύπαρξης με τη θρησκευτική ή όποια άλλη ετερότητα, είναι διάσπαρτα μέσα στην Αγία Γραφή, στην κληρονομιά των Πατέρων της Εκκλησίας, σε κείμενα νεότερων και σύγχρονων χριστιανών στοχαστών, καθώς και σε ποικίλα έργα τέχνης. Συμπερασματικά, το νέο ΠΣ προωθεί μια παιδαγωγικά ευαίσθητη, με ρεαλιστικούς μαθησιακούς στόχους, διδακτικά ευέλικτη και πολυεπίπεδη πρόταση θρησκευτικής αγωγής, η οποία βασίζεται στο ισχύον νομικό πλαίσιο και ανταποκρίνεται στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες. Έχει ως επίκεντρο την Ορθόδοξη παράδοση αλλά διαφοροποιείται από την κατήχηση, διασώζει εύλογες και αναγκαίες ισορροπίες ανάμεσα στο οικείο και στο έτερο χωρίς να μετατρέπει το μάθημα σε Θρησκειολογία.
  2. Γενικοί σκοποί και προσανατολισμοί του Μτθ στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. 1. Να οικοδομήσει ένα στιβαρό μορφωτικό πλαίσιο/πεδίο γνώσης και κατανόησης του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας, ως πνευματικής και πολιτισμικής παράδοσης της Ελλάδας και της Ευρώπης αλλά και ως ζωντανής πηγής έμπνευσης, πίστης, ηθικής και νοηματοδότησης: για τον κόσμο και τον άνθρωπο, τη ζωή και την ιστορία. 2. Να παρέχει στους μαθητές, ανεξάρτητα από την προσωπική τους θρησκευτική τοποθέτηση, ικανοποιητική κατάρτιση για τη φύση και τον ρόλο του θρησκευτικού φαινομένου, στο σύνολό του και στις επιμέρους εκφάνσεις του, δηλαδή τις μεγάλες και ζωντανές θρησκείες του κόσμου, εφόσον θεωρούνται πηγές πίστης, πολιτισμού και ηθικού τρόπου ζωής. 3. Να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις και να προσφέρει τις ευκαιρίες, ώστε οι μαθητές να αναπτύξουν ικανότητες και επάρκειες -αλλά και διαθέσεις και στάσεις- που χαρακτηρίζουν τον θρησκευτικά εγγράμματο άνθρωπο, καλλιεργώντας παράλληλα την ηθική και κοινωνική του ευαισθησία. 4. Να συντελέσει στη γνωριμία, στην κριτική κατανόηση, στον σεβασμό και στον διάλογο μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις, αντιλήψεις ή δεσμεύσεις πάνω σε ζητήματα πίστης και ηθικού προσανατολισμού. 5. Να συνεισφέρει δημιουργικά στον ελεύθερο και υπεύθυνο αυτοπροσδιορισμό της προσωπικής ταυτότητας των μαθητών, καθώς και στην ολόπλευρη (θρησκευτική, γνωστική, πνευματική, κοινωνική, ηθική, ψυχολογική, αισθητική και δημιουργική) ανάπτυξή τους, μέσα από την αναζήτηση του νοήματος και την υπαρξιακή αναμέτρηση με την πολυπλοκότητα του μυστηρίου της ζωής. Οι γενικοί αυτοί σκοποί του ΜτΘ μπορούν να εξειδικευτούν στους παρακάτω επιμέρους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς και στόχους/προτεραιότητες που επιδιώκουν: 1. Την κριτική κατανόηση των δογματικών, λατρευτικών, υπαρξιακών και πολιτισμικών εκφράσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, των άλλων μεγάλων χριστιανικών ομολογιών, καθώς και άλλων θρησκευμάτων, 2. την ανάδειξη των οικουμενικών αξιών τόσο του Χριστιανισμού όσο και των άλλων θρησκειών του κόσμου, 3. τη διερεύνηση πτυχών και όψεων της τοπικής θρησκευτικής ιστορίας και παράδοσης, με στόχο τη γνώση, τη διαφύλαξη και την ανανέωση της τοπικής πολιτισμικής κληρονομιάς, 4. την προσέγγιση της θρησκευτικής πίστης γενικότερα και του Χριστιανισμού ιδιαίτερα με πολλαπλά κριτήρια (πολιτισμικά, ηθικά, κοινωνικά, ιστορικά, προσωπικά, θεολογικά), 5. την αποκωδικοποίηση του θρησκευτικού υποβάθρου των πολιτισμικών παραδόσεων και την αναγνώριση των θρησκευτικών διαστάσεων του σύγχρονου πολιτισμού, 6. την κατανόηση των αξιών αλλά και των αρνητικών ή επικίνδυνων εκφράσεων που κάποιες θρησκείες εμπεριέχουν, διατηρούν ή υποβάλλουν, 7. την κατανόηση της εποχής και των αναγκών της και τη μεθερμηνεία του θεολογικού λόγου στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες, 8. τον προβληματισμό και την έμπρακτη ευαισθητοποίηση απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα της εποχής, τα υπαρξιακά ερωτήματα και τα ηθικά διλήμματα του ανθρώπου, 9. τον σεβασμό του δικαιώματος κάθε ανθρώπου στη θρησκευτική ελευθερία, την αναζήτηση και τον θρησκευτικό αυτοπροσδιορισμό, 10. την αναγνώριση και τον σεβασμό στην ιδιαίτερη θρησκευτική και πολιτιστική προέλευση και συνάφεια κάθε μαθητή, 11. την ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης και τη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος, 12. την ανθρωπιστική προσέγγιση της θρησκευτικής μάθησης, με την παράλληλη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία, 13. την ανάδειξη του ολιστικού και μεταμορφωτικού για τον άνθρωπο χαρακτήρα της θρησκευτικής εκπαίδευσης, 14. τη θεμελίωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης σε στέρεες παιδαγωγικές θεωρήσεις και στη συνεχή ενημέρωση για τις σύγχρονες φιλοσοφικές αντιλήψεις περί γνώσης και τον διάλογο μαζί τους, 15. τη συνεισφορά του ΜτΘ στη διαμόρφωση μαθητών που αναπτύσσουν θετική γνώμη και στάση προς τη μάθηση, εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και ευθύνη για τον κόσμο.
  3. Δομή και διάρθρωση των περιεχομένων του ΠΣ. … Με βάση την προοπτική αυτή και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη την ηλικιακή ιδιαιτερότητα των μαθητών, προτείνουμε μια σταδιακή μετάβαση στον τρόπο προσέγγισης των θεματικών αξόνων του ΜτΘ, ως εξής: Δημοτικό – Ο κόσμος της θρησκείας. Εδώ προσεγγίζεται η θρησκεία αυτή καθεαυτή˙ δηλαδή, πρόκειται για μια σταδιακή χαρτογράφηση και αναγνώριση των βασικών εξωτερικών χαρακτηριστικών της. Στη βαθμίδα αυτή παρέχονται αφηγηματικά στοιχεία γύρω από τα πρόσωπα, τα έθιμα, τα σύμβολα, τις παραδόσεις, την ιστορία, τα μνημεία, την κοινωνική και πολιτιστική ζωή των θρησκευτικών παραδόσεων. Η πορεία αυτή έχει ως αφετηρία την Ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση, δηλαδή, την παράδοση του τόπου μας και κατόπιν προσανατολίζεται στον θρησκευτικό ορίζοντα των εγγύτερων μονοθεϊστικών θρησκειών και εν συνεχεία ορισμένων στοιχείων από τις ανατολικές θρησκείες … Γυμνάσιο – Θρησκεία και ιστορία ως έκφραση πολιτισμού. Πρόκειται για μελέτη της θρησκείας και του πολιτισμού που αυτή παρήγαγε ιστορικά μέσα από μια αμφίδρομη διαδικασία: αφενός έκφρασης, μαρτυρίας και ερμηνείας του εσωτερικού της βιώματος σε μορφές επικοινωνίας και, αφετέρου, αναμέτρησης και διαλόγου με την εκάστοτε εποχή και τα συστήματα-παραδείγματα νοηματοδότησης του ανθρώπινου βίου. Έτσι, δίνεται έμφαση στη ζωή, στην ιστορία, στην τέχνη και στον πολιτισμό που σάρκωσαν ο Χριστιανισμός, ιδιαίτερα η Ορθοδοξία, και οι μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις, ενώ γίνεται και μια κριτική παρουσίασή τους μέσα από θεμελιώδεις άξονες, όπως Θεός, κόσμος, άνθρωπος, ηθική, κοινωνία, πολιτισμός, σύγχρονη ζωή …
  4. Διδακτικές προσεγγίσεις και μαθησιακές διαδικασίες στο ΜτΘ. Στο ΜτΘ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις διαδικασίες μάθησης με βάση τις σύγχρονες γνωσιολογικές, παιδαγωγικές και διδακτικές θεωρίες, που μπορούν να υποστηρίξουν τόσο την προαγωγή του θρησκευτικού γραμματισμού των μαθητών όσο και την προετοιμασία ελεύθερων, ενεργών και υπεύθυνων πολιτών. Βασικοί άξονες στη διδασκαλία του ΜτΘ είναι: … .
  5. Η δομή και η λειτουργικότητα των ενοτήτων του ΠΣ. α. Βασικός σκοπός κάθε κύκλου. Παρουσιάζεται η βασική επιλογή του ΠΣ ως προς τη θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών σε κάθε βαθμίδα, οι οποίοι καλούνται να συνομιλήσουν με τα ζητήματα των Θεματικών Ενοτήτων και να οικοδομήσουν τη θρησκευτική τους γνώση … β. Βασικοί άξονες τάξης (για το Γυμνάσιο). Αναδεικνύονται οι ιδέες – κλειδιά πάνω στις οποίες αναπτύσσονται οι βασικοί και κατευθυντήριοι άξονες κάθε τάξης και διασαφηνίζονται η κατεύθυνση και η λογική οργάνωσης των Θεματικών Ενοτήτων της τάξης … γ. Γενικοί στόχοι τάξης. Περιγράφονται αδρομερώς οι επιδιώξεις της θρησκευτικής μάθησης σε κάθε τάξη … δ. Οι Θεματικές Ενότητες (ΘΕ). Πρόκειται για ένα πλαίσιο διευρυμένης έρευνας και εμβριθούς ανάλυσης των προτεινόμενων θεμάτων … ε. Οι 3 οριζόντιες στήλες κάθε Θεματικής Ενότητας. Α. Προσδοκώμενα Μαθησιακά Αποτελέσματα (ΠΜΑ). Τα ΠΜΑ δεν εξειδικεύουν ούτε μετασχηματίζουν διδακτικά τους γενικούς στόχους της τάξης αλλά περιορίζονται στην περιγραφή των αποτελεσμάτων της διδασκαλίας (στο ΤΙ, δηλαδή, μπορούν να κάνουν οι μαθητές μετά την πραγματοποίησή της) … Β. Βασικά Θέματα (ΒΘ) της Θεματικής Ενότητας. Καταγράφουν τις πλευρές του θέματος, τις οποίες θα επεξεργαστούν οι μαθητές, καθώς και το βασικό corpus γνώσεων γύρω από το θέμα που χρειάζεται να οικοδομήσουν … Γ. Ενδεικτικές Δραστηριότητες. Πρόκειται για στοχευμένες και προσεκτικά προετοιμασμένες από τον εκπαιδευτικό δράσεις … Δ. Εκπαιδευτικό Υλικό (ΕΥ). Η εφαρμογή του παρόντος ΠΣ απαιτεί την παραγωγή νέου, πρωτότυπου και συμβατού εκπαιδευτικού υλικού, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης φιλοσοφίας και μεθοδολογίας του … Ε. Οι επάρκειες (Ε). Οι Ε καταγράφουν τις ικανότητες, δεξιότητες, στάσεις, αξίες και διαθέσεις που αναμένεται να αναπτύξουν οι μαθητές σε κάθε κύκλο ή τάξη, καθώς εξελίσσεται η θρησκευτική τους εκπαίδευση … ΣΤ. Αξιολόγηση. Όπως είναι φυσικό, στο ΠΣ διαδικασίας η αξιολόγηση των μαθητών υπερβαίνει την ποσοτικού χαρακτήρα αθροιστική (τελική) αξιολόγηση των επιδόσεών τους και προσανατολίζεται στον έλεγχο ποιοτικότερων χαρακτηριστικών που προϋποθέτουν την ολιστική προσέγγιση του μαθητή …» (βλ. σχετικώς και το 159005/Δ2/27.9.2016 έγγραφο του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με θέμα «Οδηγίες εφαρμογής των νέων Προγραμμάτων Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο», καθώς και τον οικείο οδηγό εκπαιδευτικών για το μάθημα των θρησκευτικών, που έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Ι.Ε.Π.).

Περαιτέρω, το δεύτερο μέρος της προσβαλλομένης απόφασης περιλαμβάνει α) το πρόγραμμα σπουδών του Δημοτικού, το οποίο διακρίνεται σε Α Κύκλο (Γ και Δ Δημοτικού) και Β Κύκλο (Δ και Ε Δημοτικού) και β) το πρόγραμμα σπουδών του Γυμνασίου. Στο Μέρος αυτό, για κάθε τάξη αναφέρονται αφ’ ενός οι γενικοί στόχοι, αφ’ ετέρου δε παρατίθεται αριθμός θεωρητικών ενοτήτων (8 για την Γ Δημοτικού, 7 για κάθε μια από τις Δ – ΣΤ Τάξεις του Δημοτικού, 6 για την Α και Β Γυμνασίου και 7 για την Γ Γυμνασίου). Σε κάθε μία δε από αυτές περιγράφονται σε 3 στήλες α) «τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα» β) «τα βασικά θέματα» και γ) «οι ενδεικτικές δραστηριότητες.

Ειδικότερα οι ανωτέρω θεματικές ενότητες είναι οι εξής: α) για την Γ Δημοτικού (“Ανακαλύπτουμε εικόνες, πρόσωπα και ιστορίες”) 1. “Ζούμε μαζί”, 2. “Η χαρά της γιορτής”, 3. “Κυριακή: Μια σημαντική ημέρα της εβδομάδας”, 4. “Τα Χριστούγεννα. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος”, 5. “Τα παιδιά: Η χαρά και η ελπίδα του κόσμου”, 6. “Ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός;”, 7. “Γιορτάζοντας το Πάσχα”, 8. “Ο κόσμος μας, ένα στολίδι”, β) για τη Δ’ Δημοτικού (“Ανακαλύπτουμε εικόνες, πρόσωπα και ιστορίες”) 1. “Όταν οι άνθρωποι προσεύχονται”, 2. “Η Μητέρα του Χριστού”, 3. “Σπουδαία “παιδιά””, 4. “Όλοι ίσοι, όλοι διαφορετικοί”, 5. “Ιεροί τόποι και ιερές πορείες”, 6. “Χριστιανοί άγιοι και ιερά πρόσωπα άλλων θρησκειών”, 7. “Ιερά βιβλία”, γ) για την Ε’ Δημοτικού (“Ανακαλύπτουμε κείμενα, μνημεία, τόπους και γεγονότα”) 1. “Μαθητές και δάσκαλοι”, 2. “Συμπόρευση με όρια και κανόνες”, 3. “Προχωράμε αλλάζοντας”, 4. “Προφήτες της Βίβλου: Κλήση για μετάνοια και αναγγελία του ερχομού του Μεσσία”, 5. “Η Εκκλησία του Χριστού μπαίνει στην ιστορία”, 6. “Αποστολές για την “καλή είδηση””, 7. “Ανακαλύπτοντας τα κείμενα της Καινής Διαθήκης”, δ) για τη ΣΤ’ Δημοτικού (“Ανακαλύπτουμε κείμενα, μνημεία, τόπους και γεγονότα”) 1. “Οι πρώτοι Χριστιανοί: Δυσκολίες και περιπέτειες”, 2. “Διωγμοί και εξάπλωση του Χριστιανισμού. Πρόσωπα και μαρτυρίες”, 3. “Η Αγία Γραφή, ένα ιστορικό και διαχρονικό βιβλίο”, 4. “Η Θεία Ευχαριστία: Πηγή και κορύφωση της ζωής της Εκκλησίας”, 5. “Από τους Χριστιανούς της χώρας μας στους Χριστιανούς του κόσμου”, 6. “Θρησκείες στη χώρα μας”, 7. “Μνημεία και τόποι χριστιανικής λατρείας: Αποτυπώσεις της πίστης”. Για το Γυμνάσιο οι θεματικές ενότητες είναι οι εξής: α) για την Α’ Γυμνασίου (“Πορεία και ανάπτυξη”): 1. “Μεγαλώνουμε και αλλάζουμε”, 2. “Η συνάντηση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό”, 3. “Πως ζουν οι Χριστιανοί; Η νέα ζωή της Εκκλησίας”, 4. “Πως παίρνονται οι αποφάσεις”, 5. “Μονοθεϊστικές θρησκείες: Ιουδαϊσμός και Ισλάμ”, 6. “Θρησκευτικές αναζητήσεις της μακρινής Ανατολής”, β) για τη Β’ Γυμνασίου (“Πορεία μέσα από αντιθέσεις”): 1. “Μπορούν οι άνθρωποι να εικονίζουν τον Θεό;”, 2. “Ποιος είναι ο Θεός των Χριστιανών; “Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;” 3. “Ποιος είναι ο άνθρωπος;”, 4. “Εμείς και οι “άλλοι””, 5. “Διάσπαση και αντιπαλότητα στις θρησκείες”, 6. “Ορθοδοξία και νέος Ελληνισμός”, γ) για τη Γ’ Γυμνασίου (“Από το τοπικό στο οικουμενικό”): 1. “Η Χριστιανοσύνη στον σύγχρονο κόσμο”, 2. “Το ζήτημα της θρησκείας στη σύγχρονη Ευρώπη”, 3. “Σύγχρονες θρησκευτικές μορφές στην Ορθοδοξία και στον κόσμο”, 4. “Που είναι ο Θεός;”: Η οδύνη του σύγχρονου κόσμου και το αίτημα της σωτηρίας από το κακό”, 5. “Ελπίδα και αγώνας για τη μεταμόρφωση του κόσμου”, 6. “Από την αρχή έως το τέλος του κόσμου”, 7. “Διευρύνοντας τις εμπειρίες μας/Χτίζοντας τον κόσμο μας (Project)”.

  1. Επειδή, όπως έχει εκτεθεί, με την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών επιδιώκεται, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος, η ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως και, ως εκ τούτου, εν όψει και της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 13 του αυτού περί θρησκευτικής ελευθερίας, η διδασκαλία του μαθήματος αυτού δεν μπορεί παρά να απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές. Η προσβαλλόμενη, όμως, υπουργική απόφαση ρητώς εξαγγέλλει, ήδη στην αρχή της παρ. 1 του άρθρου μόνου αυτής, ότι με το περιεχόμενο σε αυτήν Πρόγραμμα Σπουδών για τις Γ – ΣΤ τάξεις του Δημοτικού και για το Γυμνάσιο «επιδιώκεται ένα σχολικό ΜτΘ, στο οποίο η συμμετοχή όλων των παιδιών χωρίς καμιά διάκριση και ανεξάρτητα από θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους, θεωρείται αυτονόητη όσο και αναγκαία» (βλ. και παρ 2 «κάθε μαθητής ή μαθήτρια ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του/της ιδιοπροσωπίας, είναι αναγκαίο να γνωρίζει …»). Στο πλαίσιο της εξυπηρετήσεως του ως άνω σκοπού, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, στην παρ, 2 αυτής αναφέρει ότι το Πρόγραμμα Σπουδών «ξεκινά από και έχει ως επίκεντρο τη θρησκευτική παράδοση του τόπου,την παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας», η οποία χαρακτηρίζεται ως «η πρώτη και βασική συντεταγμένη του μαθήματος» ως «δεύτερη συντεταγμένη» του μαθήματος των θρησκευτικών, η προσβαλλομένη αναφέρει την «βασική γνωριμία με τις μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις που συναντώνται στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο, εκτός της Ορθοδοξίας, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός με τις βασικές τους ομολογίες», ενώ ως «τρίτη συντεταγμένη» αναφέρει η προσβαλλομένη «στοιχεία από τα μεγάλα θρησκεύματα και ιδίως όσα ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία περισσότερο, δηλαδή τις μονοθεϊστικές παραδόσεις του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ, καθώς και άλλες θρησκείες που κατά τόπους ή κατά περίπτωση κρίνεται ότι παρουσιάζουν σήμερα αυξημένο ενδιαφέρον». Εν όψει τούτων η προσβαλλόμενη -επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, “τη διεθνή επιστημονική συζήτηση και τα διεθνή νομικά δεδομένα” καθώς και “τους στόχους των ευρωπαϊκών ΜτΘ”- προσδιορίζει το μάθημα των θρησκευτικών ως «ένα διευρυμένο και με σαφείς θεολογικές προϋποθέσεις μάθημα,το οποίο εξετάζει με ερευνητικό, κριτικό αλλά και διαλεκτικό τρόπο τη συνεισφορά κάθε θρησκευτικής παράδοσης στην ιστορία και στον πολιτισμό,αποβλέποντας στον θρησκευτικό γραμματισμό, αλλά και στην ευαισθητοποίηση και στον αναστοχασμό των μαθητών απέναντι στον δικό τους θρησκευτικό προβληματισμό». Με τον σκοπό, όμως, αυτό που πραγματώνεται με το περιεχόμενο του εν λόγω προγράμματος σπουδών, το οποίο, όπως περιγράφεται στις επιμέρους θεματικές ενότητες (ΘΕ) για κάθε τάξη, περιλαμβάνει σε ικανό βαθμό διδασκαλία και δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων διαφόρων, πέραν της Ορθοδοξίας, θρησκειών, η πληττόμενη υπουργική απόφαση προσβάλλει την θρησκευτική ελευθερία (άρθρο 13 παρ. 1) των ορθοδόξων χριστιανών μαθητών, για την ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως των οποίων ενδιαφέρονται οι ήδη αιτούντες, αλλά και εκείνων εκ των ετεροδόξων ή αλλοθρήσκων μαθητών, για τους οποίους παρέχεται, όπως έχει εκτεθεί, η δυνατότητα διδασκαλίας αποκλειστικώς της οικείας θρησκευτικής πίστεως. Πέραν των ανωτέρω, από την περιγραφή των «γενικών στόχων» κάθε τάξης και το περιεχόμενο των επιμέρους θεματικών ενοτήτων (τόσο από τα «βασικά θέματα» καθεμιάς όσο και από τα «προδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα» και τις «ενδεικτικές δραστηριότητες») προκύπτει επίσης ότι με την διδασκαλία του εν λόγω μαθήματος επιδιώκονται και στόχοι οι οποίοι,πέραν των ως άνω τριών «συντεταγμένων», εκφεύγουν ακόμη και από ένα αμιγώς «θρησκειολογικό» πρότυπο μαθήματος, αναγόμενοι σε άλλα διδακτικά αντικείμενα (όπως η κοινωνιολογία, φιλοσοφία, κοινωνική και πολιτική αγωγή, οικολογία, τέχνες κ.ά.). Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ανωτέρω στοχοθεσίας, η διδασκαλία στοιχείων της ορθοδόξης χριστιανικής πίστεως καταλαμβάνει μεν σημαντικό μέρος του προγράμματος σπουδών που εισάγεται με την προσβαλλομένη απόφαση, η διδασκαλία, όμως, αυτή δεν είναι ικανή να αναπτύξει, ήτοι να εμπεδώσει και να ενισχύσει, όπως επιβάλλεται από την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος, την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση των μαθητών, διότι, όπως εκτίθεται κατωτέρω, η διδασκαλία αυτή α) είναι ελλιπής κατά περιεχόμενο, β) δεν είναι αυτοτελής, αμιγής και διακριτή σε σχέση με την διδασκαλία στοιχείων αναφερομένων σε άλλα δόγματα ή θρησκείες, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στους μαθητές ως προς το περιεχόμενο της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας, και γ) δεν είναι επαρκής από την άποψη του χρόνου που διατίθεται για αυτήν. Ειδικότερα, το πρόγραμμα σπουδών που εισάγεται με την προσβαλλομένη απόφαση παρουσιάζει -όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο προηγουμένων προγραμμάτων που αναφέρονται αποκλειστικώς στην ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία (π.χ. πδ 91/1984, πδ 374/1078, πδ 831/1977, πδ 1034/1977)- σοβαρές ελλείψεις ως προς το περιεχόμενο της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας. [Όλως ενδεικτικώς: δεν γίνεται αναφορά στην Αγία Ομοούσιο και Αδιαίρετο Τριάδα (την οποία επικαλούνται στην κεφαλίδα τους όλα τα ελληνικά Συντάγματα που ίσχυσαν μέχρι σήμερα) και δη σύμφωνα με το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, ενώ στην ΘΕ 6 της Γ τάξης του Δημοτικού (με τίτλο «ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός») ο Ιησούς Χριστός παρουσιάζεται ως «ξένος», ως «προσδοκώμενος Μεσσίας», ως «δάσκαλος που όλοι θαυμάζουν», ως «αγαπημένος φίλος», όχι όμως ως Σωτήρας του κόσμου].

Στις εν λόγω ελλείψεις εντάσσεται και η μη οριοθέτηση της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας με επισήμανση των χαρακτηριστικών της στοιχείων που την διακρίνουν από άλλα χριστιανικά δόγματα και άλλες θρησκείες. Αντιθέτως, στο επίμαχο πρόγραμμα σπουδών δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην προβολή στοιχείων κοινών στην διδασκαλία τόσο της ορθόδοξης εκκλησίας όσο και άλλων χριστιανικών δογμάτων και άλλων θρησκειών. Δεύτερος παράγοντας που καθιστά το επίμαχο πρόγραμμα σπουδών απρόσφορο για την ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως είναι το γεγονός ότι η διδασκαλία στοιχείων της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως δεν γίνεται αυτοτελώς και διακριτώς, αλλά εκ παραλλήλου -πολλές φορές στο πλαίσιο της ίδιας ώρας διδασκαλίας- και ισοτίμως με τη διδασκαλία στοιχείων, συχνά υπερβολικά λεπτομερειακών, άλλων θρησκειών ή χριστιανικών ομολογιών [π.χ. στην Γ τάξη του Δημοτικού από τις οκτώ θεματικές ενότητες (ΘΕ) μόνο οι ΘΕ 4, 6 και 7 έχουν αμιγώς ή κυρίως χριστιανική, όχι αποκλειστικώς ορθόδοξη, θεματολογία, ενώ οι ΘΕ 1, 4, 5, 6 και 7 έχουν εκτενείς αναφορές και σε άλλες θρησκείες/, στην Ε τάξη του Δημοτικού από τις επτά ΘΕ αμιγώς χριστιανική, όχι αποκλειστικώς ορθόδοξη, θεματολογία έχουν οι ΘΕ 4, 5, 6 και 7, ενώ οι υπόλοιπες τρεις έχουν εκτενείς αναφορές και σε άλλες θρησκείες/στην ΣΤ τάξη του Δημοτικού από τις επτά ΘΕ μόνο η ΘΕ 4 έχει αμιγώς ορθόδοξη θεματολογία, οι ΘΕ 1, 2, 3 και 7 έχουν χριστιανική,όχι αποκλειστικά ορθόδοξη, θεματολογία, η ΘΕ 5 αναφέρεται στις διάφορες χριστιανικές ομολογίες, ενώ η ΘΕ 6 αποκλειστικά σε άλλες θρησκείες. Στην Α Τάξη του Γυμνασίου από τις έξι ΘΕ οι ΘΕ 1 – 4 έχουν χριστιανική, όχι αποκλειστικά ορθόδοξη, θεματολογία, ενώ οι ΘΕ 5 και 6 έχουν ως αποκλειστικά αντικείμενα τον Ιουδαϊσμό, το Ισλάμ και τις «θρησκείες της μακρινής Ανατολής»/στην Β τάξη του Γυμνασίου από τις έξι ΘΕ στην ορθοδοξία αποκλειστικά αναφέρεται μόνο η ΘΕ 6, η ΘΕ 2 αναφέρεται κυρίως σε χριστιανική, όχι αποκλειστικά ορθόδοξη,θεματολογία, ενώ οι ΘΕ 1, 3, 4 και 5 περιέχουν θεματολογία που αφορά σε όλες τις θρησκευτικές παραδόσεις/στην Γ τάξη του Γυμνασίου από τις έξι ΘΕ οι ΘΕ 1, 3, 5 και 6 έχουν θεματολογία εν γένει χριστιανική, όχι αποκλειστικά ορθόδοξη, ενώ οι ΘΕ 2 και 4 αφορούν σε όλες τις θρησκείες του κόσμου]. Η αναφορά, εξ άλλου, στις διδασκαλίες άλλων θρησκειών δεν είναι μόνο εκτενής, παράλληλη και ταυτόχρονη (στο πλαίσιο δηλαδή της ίδιας ΘΕ) με την χριστιανική εν γένει, σπανίως δε αποκλειστικά ορθόδοξη, διδασκαλία, αλλά περιλαμβάνει πλήθος υπερβολικά λεπτομερειακών στοιχείων [όλως ενδεικτικώς: αναφορά σε εβραϊκές εορτές και τελετές (Ρος Ασανά, Πέσαχ, Σαβουώτ, Σουκώτ, Χανουκά κ.ά.), στις ΘΕ 2 της Γ Δημοτικού, ΘΕ 4 της Δ Δημοτικού και ΘΕ 5 της Α Γυμνασίου/αναφορά σε μουσουλμανικές εορτές («Ιντ αλ-φίτρ») στην ΘΕ 2 της Γ Δημοτικού/αναφορά στα 99 ονόματα του Αλλάχ και σε σύμβολα του Θεού (όπως η ινδουιστική σβάστικα, το γιν και το γιάνγκ κ.ά.) στη ΘΕ 2 της Γ Δημοτικού/αναφορά σε όρους και έννοιες του Ισλάμ (Σαχάντα, Χαντίθ, Ούμμα) και του Ιουδαϊσμού (σεμά, τεφιλίν, μεζουζά), στην ΘΕ 5 της Α Γυμνασίου/αναφορά στις «φαντασμαγορικές εορτές» (Diwali, Pongal, Holi) του ινδουισμού και σε λατρευτικές συνήθειες (γιάντρας, μάντρα, μάνταλα) του ινδουισμού και του βουδισμού στη ΘΕ 6 της Α Γυμνασίου]. Επίσης στις ΘΕ κάθε τάξης περιέχονται,όπως έχει εκτεθεί, και «ενδεικτικές δραστηριότητες» στις οποίες περιλαμβάνονται, στο πλαίσιο του μαθήματος των θρησκευτικών, η εκμάθηση χορών από άλλες χώρες και η οργάνωση διαγωνισμού χορού (ΘΕ 5 της Γ Δημοτικού), η δημιουργία χορογραφίας (ΘΕ 5 της Γ Γυμνασίου), μουσική κλασική και κινέζικη (ΘΕ 5 και 8 της Γ Δημοτικού, ΘΕ 6 της Α Γυμνασίου), ελαφρά και «λαϊκά» τραγούδια (ΘΕ 2 της Δ Δημοτικού, ΘΕ 4 και 5 της Γ Γυμνασίου). Από τα ανωτέρω στοιχεία του εισαγόμενου με την προσβαλλόμενη απόφαση προγράμματος σπουδών καθίσταται σαφές ότι με αυτό δεν παρέχεται μία αμιγώς ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, αλλά προκαλείται σύγχυση στη θρησκευτική συνείδηση των ορθοδόξων χριστιανών μαθητών, στους οποίους αποκλειστικά, όπως έχει εκτεθεί, μπορεί να απευθύνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 2 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος, το μάθημα των θρησκευτικών, μέσω του οποίου επιτυγχάνεται, κατά την πρώτη από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις, ως σκοπός της παιδείας, η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκευτικής συνειδήσεως. Τέλος, εν όψει αφ’ ενός μεν του αριθμού των ωρών διδασκαλίας που προβλέπονται από την προσβαλλόμενη απόφαση για το μάθημα των θρησκευτικών (56 – 58 ώρες διδασκαλίας για κάθε μία από τις Γ – ΣΤ τάξεις του Δημοτικού και 46 – 48 για τις Α – Γ τάξεις του Γυμνασίου) εντός του, οκτάμηνης περίπου διαρκείας, σχολικού έτους, αφ’ ετέρου δε της συνυπάρξεως σε εκτενή βαθμό, στο πλαίσιο του μαθήματος αυτού, στοιχείων αναφερομένων σε άλλα δόγματα και σε άλλες θρησκείες, παρίσταται ανεπαρκής για την επίτευξη του προπεριγραφέντος συνταγματικού σκοπού (της αναπτύξεως δηλαδή ορθόδοξης χριστιανικής θρησκευτικής συνειδήσεως) ο χρόνος ο οποίος διατίθεται για την διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού.

  1. Επειδή, από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση α) προς την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος (η οποία αποτελεί το βασικό νομικό θεμέλιο για τη ρύθμιση του επίμαχου ζητήματος), διότι, με το πρόγραμμα σπουδών που εισάγει για τις Γ – ΣΤ τάξεις του Δημοτικού και για το Γυμνάσιο, φαλκιδεύεται ο επιβεβλημένος από τη συνταγματική αυτή διάταξη σκοπός, η ανάπτυξη δηλαδή της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως των μαθητών που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, β) προς την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει ως απαραβίαστη την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, διότι -ενώ, κατά τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές και να κατατείνει στην εμπέδωση και ενίσχυση της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεώς τους- με τη σύγχυση που προκαλείται, όπως έχει εκτεθεί από το προπεριγραφέν πρόγραμμα σπουδών και με τον επιδιωκόμενο δι’ αυτού «αναστοχασμό» των μαθητών (ηλικίας 8 – 15 ετών), η εν λόγω απόφαση κλονίζει την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση, την οποία, ήδη πριν από την έναρξη του σχολικού βίου διαμορφώνουν οι μαθητές αυτοί στο πλαίσιο του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, είναι δε ικανή η εισαγόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση διδασκαλία ως επέμβαση στον ευαίσθητο ψυχικό κόσμο των μαθητών αυτών που δεν διαθέτουν την ωριμότητα και την κριτική αντίληψη των ενηλίκων, να τους εκτρέψει από την ορθόδοξη χριστιανική συνείδησή τους, γ) προς την διάταξη του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, διότι προσβάλλει το ευθέως καθιερούμενο από την διάταξη αυτή δικαίωμα των ανηκόντων στην επικρατούσα θρησκεία ορθόδοξων χριστιανών γονέων να διασφαλίσουν τη μόρφωση και εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις και δ) προς την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητος (άρθρο 4 παρ. 1 του Σ) και προς το άρθρο 14 (σε συνδυασμό με το άρθρο 9) της ΕΣΔΑ, διότι στερεί από τους μαθητές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος το δικαίωμα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ενώ η νομοθεσία όπως έχει εκτεθεί προβλέπει για μαθητές ρωμαιοκαθολικούς, εβραίους και μουσουλμάνους τη δυνατότητα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα της πίστεώς τους (όχι δε και τα δόγματα άλλων θρησκειών), μάλιστα δε από δασκάλους προτεινόμενους από την οικεία θρησκευτική κοινότητα.

Κατά δε την ειδικότερη και συγκλίνουσα ως προς το αποτέλεσμα γνώμη του Αντιπροέδρου Ι. Γράβαρη και των Συμβούλων Μ. Γκορτζολίδου, και Μ. Σωτηροπούλου οι ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης κανονιστικής απόφασης είναι ανίσχυρες, διότι από το περιεχόμενό τους, όπως έχει περιγραφεί, προκύπτει ότι η σχετική διδακτέα ύλη, απευθυνόμενη σε όλους εν γένει τους μαθητές, είναι τέτοια κατά το είδος και την έκτασή της, ώστε να κυριαρχεί η παροχή και επεξεργασία πληροφοριών και γνώσεων αναφορικά με το περιεχόμενο της θρησκείας εν γένει, των επί μέρους εκφάνσεών του στα διάφορα θρησκεύματα και των σχετικών συγκριτικών και γενικότερων προβληματισμών, σε τρόπο που να παραβιάζεται η, σύμφωνα με την γνώμη αυτή, συνταγματική υποχρέωση της διαμόρφωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης των Ελλήνων έτσι, ώστε να αποβλέπει προεχόντως στην μετάδοση του βιώματος του ιερού, αντλούμενου, κατά πρόσφορο τρόπο, από την χριστιανική ορθοδοξία.

Αντιθέτως, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε κατόπιν γνωμοδοτήσεως των αρμόδιων επιστημονικών οργάνων και φορέων της εκπαιδευτικής κοινότητας, ακούσθηκαν δε και οι απόψεις της Εκκλησίας, υπηρετεί τους σκοπούς της παροχής από το Κράτος θρησκευτικής εκπαίδευσης πολυφωνικής και αξιολογικά ουδέτερης, παρουσιάζει επαρκώς την διδασκαλία της Ορθοδοξίας, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και οι διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που παρατέθηκαν σε προηγούμενη σκέψη, κινείται δε εντός των ορίων των εξουσιοδοτικών διατάξεων, που είναι ερμηνευτέες σύμφωνα με τις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις. Επομένως, κατά την μειοψηφούσα αυτή γνώμη, οι αντίθετοι λόγοι, οι οποίοι ερείδονται σε εσφαλμένη ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

  1. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει,στο σύνολό της δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα.

Δ ι ά τ α ύ τ α. Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.

Ακυρώνει την υπ’ αρ. 14375/Δ2/7.9.2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με τίτλο «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο» (Β΄ 2920/13.9.2016).

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου και

Επιβάλλει συμμέτρως στο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη των αιτούντων που ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2017

Ο Πρόεδρος, Νικ. Σακελλαρίου – Η Γραμματέας (και μετά την αποχώρησή της), Ελ. Γκίκα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ής Μαρτίου 2018.
Ο Πρόεδρος                                                            Η Γραμματέας

Νικ. Σακελλαρίου                                                    Ελ. Γκίκα

Ευθανασία- πορίσματα νομολογίας και συνταγματική οπτική

Χρήστος Ράμμος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας

Στην εισήγησή του ο Αντιπρόεδρος του ΣτΕ κ Χρήστος Ράμμος καταλήγει στη θέση ότι το δικαίωμα στην ενεργητική ευθανασία βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 παρ. 1, όχι όμως γενικώς και σε κάθε περίπτωση που ένας ασθενής θα την ζητήσει, αλλά όταν πρόκειται για συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις.

Ότι δηλαδή η ζωή έχει μετατραπεί ανεπίστρεπτα σε απλό βιολογικό γεγονός, ο δε πάσχων επιθυμεί να τερματισθεί αυτή η κατάσταση. Στην ειδική αυτή περίπτωση το Κράτος δεν κωλύεται πλέον από το άρθρο 5 παρ. 2 να επιτρέψει την επικουρία στον τερματισμό μιας τέτοιας ζωής και να αποποινικοποιήσει την θανάτωση του ασθενούς από τον γιατρό.

Θρησκευτική ελευθερία στην εκπαίδευση στην Μεσογειακή Ευρώπη

Παναγιώτης Μαντζούφας, Αν. Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

 

  1. Εισαγωγή

 

Στον ευρωπαϊκό χώρο, οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας αποτυπώθηκαν στα συνταγματικά κείμενα του 19ου και 20ου αιώνα με διαφορετικό τρόπο.[1] Αντίστοιχη πορεία ακολούθησαν και οι ρυθμίσεις περί θρησκευτικής ελευθερίας που έχουν ως βασική αναφορά τις απόψεις του J.Locke περί θρησκευτικής ανεκτικότητας και ανεξιθρησκείας[2] που διατυπώθηκαν ως απάντηση στις μεγάλες θρησκευτικές συγκρούσεις μεταξύ καθολικών και προτεσταντών και οδήγησαν τελικά στην αναγνώριση της θρησκευτικής ελευθερίας που από τότε αποτέλεσε θεμελιώδες δικαίωμα και ουσιαστικά μήτρα και των υπολοίπων δικαιωμάτων.

Οι δύο φορείς δημόσιας εξουσίας, εκκλησία και πολιτεία, όφειλαν έκτοτε, με βάση το θεσμικό πλαίσιο, να έχουν διακριτές αρμοδιότητες και ξεχωριστά πεδία δραστηριότητας, συνθήκη η οποία ωστόσο δεν τηρήθηκε με ακρίβεια στην πράξη[3]. Ουσιαστικά, εδώ πρόκειται για την εφαρμογή της αρχής της πολιτειοκρατίας που υιοθετήθηκε, με αποχρώσεις, από όλα τα συνταγματικά πολιτεύματα στον Ευρωπαϊκό χώρο[4]. Άλλωστε, μη ξεχνάμε ότι το συνταγματικό έθνος-κράτος δομήθηκε, ως ένα βαθμό, σε αντιπαράθεση με το θεοκρατικό κράτος, ως ανεξίθρησκο πολιτειακό μόρφωμα που δεν θεμελιώνει την εξουσία του, τουλάχιστον ρητά, σε υπερβατικές αρχές θρησκευτικού τύπου[5]. Πάνω σε αυτή την καταστατική αρχή οργανώθηκε η εκκοσμίκευση του κράτους, δηλαδή ο χωρισμός του θρησκευτικού από το πολιτικό στοιχείο στις χώρες της χριστιανοσύνης, η διάκριση του δημόσιου από τον ιδιωτικό χώρο και η αποσύνδεση της ιδιότητας του πιστού από αυτή του πολίτη. Ωστόσο, η διαδικασία της εκκοσμίκευσης σε καμιά περίπτωση δεν σήμαινε ότι η συγκρότηση της πολιτικής ταυτότητας των πολιτών ήταν απαλλαγμένη από θρησκευτικές αναφορές. Το στοιχείο αυτό είναι εμφανές στην επιρροή που ασκεί τόσο ο προτεσταντισμός στην Βόρεια Ευρώπη, όσο και ο καθολικισμός στις χώρες του νότου, ενώ δεν θα πρέπει να θεωρηθεί αδιάφορο ότι αρκετά κόμματα στην δυτική Ευρώπη αποκαλούνται χριστιανοδημοκρατικά.

Είναι προφανές ότι η ιδέα του καλού πολίτη σε πολλές περιπτώσεις είναι συνδεδεμένη με ένα συγκεκριμένο τύπο ηθικής στάσης και με μια συγκεκριμένη μορφή πίστης. Στον ευρωπαϊκό χώρο παρατηρούνται τρία πρότυπα συνταγματικής διαρρύθμισης των σχέσεων κράτους και εκκλησίας, από τα οποία απορρέει και μια διαφοροποιημένη πορεία εκκοσμίκευσης σε συνάρτηση με συγκεκριμένους κοινωνικούς και θρησκευτικούς παράγοντες: κράτη με επίσημη εκκλησία, κράτη με καθεστώς σχετικού χωρισμού από την εκκλησία και τέλος κράτη με απόλυτο χωρισμό κράτους και εκκλησίας. Από τις χώρες του μεσογειακού ευρωπαϊκού νότου (εξαιρουμένης της Ελλάδας) η Ιταλία εντάσσεται στις χώρες του σχετικού χωρισμού κράτους και εκκλησίας καθώς στο Σύνταγμα του 1948 κατοχυρώνεται η αμοιβαία ανεξαρτησία των δύο θεσμών, ενώ διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση όλων των θρησκευμάτων. Κατά βάση, το ίδιο σύστημα υιοθετεί και η Ισπανία καθώς το Σύνταγμα του 1978 ορίζει ότι δεν υπάρχει επίσημο θρήσκευμα.

Η Γαλλία και η Πορτογαλία εντάσσονται στην κατηγορία των κρατών με καθεστώς απόλυτου χωρισμού του κράτους από την εκκλησία. Ειδικότερα η Γαλλία αποτελεί την κοιτίδα του λαϊκού κράτους και η εχθρική στάση μιας μεγάλης μερίδας των Γάλλων απέναντι στον κλήρο την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης προσδιόρισε το συνταγματικό πλαίσιο (laique) και την νομοθεσία μην παραγνωρίζοντας ωστόσο ότι στην Γαλλία υπάρχει ισχυρότατο ρεύμα υπέρ της καθολικής εκκλησία με την προτροπή της οποίας πραγματοποιήθηκαν, στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, ογκώδεις συγκεντρώσεις κατά της αναγνώρισης του συμφώνου συμβίωσης.[6]

Η Πορτογαλία επίσης, είναι χώρα με παράδοση στην επιρροή της καθολικής εκκλησίας, παρά το γεγονός ότι υφίσταται και ένα ισχυρό αντικληρικανικό κοινωνικό ρεύμα. Το Πορτογαλικό Σύνταγμα του 1976 θεσπίζει ρητά το χωρισμό κράτους και εκκλησίας, πλην όμως η θέση της καθολικής εκκλησίας παραμένει προνομιακή σε σχέση με τα άλλα δόγματα και θρησκείες, καθώς της αναγνωρίζεται νομική προσωπικότητα.[7]

Η Κύπρος αν και δεν υιοθετεί το πολειτιοκρατικό σύστημα της Ελλάδας (επικρατούσα θρησκεία) παρουσιάζει αρκετές κοινές επιλογές στην θρησκευτική εκπαίδευση στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια βαθμίδα, ενώ σημαντικός είναι και ο ρόλος των θρησκευτικών τελετών που είναι ενσωματωμένες στην λειτουργία της δημόσιας διοίκησης.[8]

 

  1. Θρησκευτική ελευθερία και κρατική ουδετερότητα

 

Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο και κάνουμε μια ευρύτερη θεωρητική αναφορά. Όπως γίνεται αντιληπτό η εκπαίδευση γενικότερα και η θρησκευτική εκπαίδευση πιο ειδικά βρίσκονται εντός ενός πεδίου που διασταυρώνονται κρατικά καθήκοντα με συνταγματικές ελευθερίες. Το μεν κρατικό καθήκον παροχής θρησκευτικής εκπαίδευσης καθορίζεται τόσο από τις ρυθμίσεις των Συνταγμάτων και της εκπαιδευτικής νομοθεσίας, όσο και από την παράδοση και του δεσμούς που έχει αναπτύξει η εκκλησία με το εκπαιδευτικό σύστημα[9] και τις έξεις που έχουν διαμορφωθεί, η δε θρησκευτική ελευθερία, ιστορικά εξεταζόμενη, είναι τέκνο των θρησκευτικών πολέμων στην Ευρώπη και πηγάζει από το κίνημα της θρησκευτικής ανεκτικότητας που είναι πρόδρομος του φιλελευθερισμού. Στην Ευρώπη, η πάλη για την ελευθερία ταυτιζόταν στις απαρχές του φιλελευθερισμού με την πάλη κατά του κλήρου.

Το κίνημα της θρησκευτικής ανεκτικότητας, όπως υποστηρίχθηκε θεωρητικά από τον J.Locke, πρέσβευε ότι επειδή η θρησκεία είναι πεδίο βαθιών και έντονα διχαστικών συγκρούσεων, πρέπει αφενός το κράτος να μην παρεμβαίνει καταναγκαστικά για να επιβάλλει την θρησκευτική του θέση στους διαφωνούντες και αφετέρου οι ιδιώτες να είναι ελεύθεροι στην διαμόρφωση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων ως στενά προσωπική συνειδησιακή επιλογή. Ουσιαστικά αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι η βασική εισφορά της μεταρρύθμισης και του προτεσταντικού κινήματος στην σχέση του πιστού με τον Θεό. Η θεωρία της ανεκτικότητας στα συνταγματικά κράτη, σε ένα μεγάλο ποσοστό, αποτυπώθηκε στην έννοια της ουδετερότητας του κράτους, όπου το κράτος αποσυνδέεται μεν από θρησκευτικές νομιμοποιητικές βάσεις, οφείλει δε να σέβεται εξίσου όλες τις θρησκευτικές παραδόσεις.

Στο επίπεδο της κοινωνίας και των δικαιωμάτων συντελείται μια δεύτερου επιπέδου εκκοσμίκευση η ένταση και το βάθος της οποίας παραλλάσει ανά περιόδους και ειδικότερες συνθήκες. Τα άτομα, στις νεωτερικές κοινωνίες, διαμορφώνουν την συμπεριφορά τους στο πλαίσιο μιας αυτονομίας που δεν περιλαμβάνει, όπως στις παραδοσιακές κοινωνίες, θρησκευτικές αναφορές. Το θρησκευτικό στοιχείο, τουλάχιστον στην δύση, δεν δεσμεύει τις ατομικές και συλλογικές πρακτικές, όπως στο παρελθόν, ενώ η επιλογή θρησκευτικής πίστης εντάσσεται στην χειραφετημένη επιλογή τρόπων ζωής και ενός βιογραφικού επί τη βάσει εξατομικευμένων αξιών.

Ωστόσο, η επιστροφή της θρησκείας, όπως είθισται να λέγεται, είτε με την μορφή φονταμενταλισμών χριστιανικής[10], μουσουλμανικής ή άλλης μορφής, είτε ως αύξηση του αριθμού των πιστών, δεν είναι αντίθετη με την εκκοσμίκευση του κράτους και της κοινωνίας τα οποία καθεαυτά δεν είναι αντιθρησκευτικά στο βαθμό που γίνεται σεβαστή η θρησκευτική ελευθερία των πολιτών.

Με άλλα λόγια, η ένταξη θρησκευτικών πρακτικών στα κρατικά καθήκοντα είναι συμβατή με ένα φιλελεύθερο καθεστώς, αρκεί αυτή η ένταξη να μην ισοδυναμεί με αναγνώριση της θρησκείας ως παράγοντα που καθορίζει τις αρχές του πολιτεύματος και τις δημόσιες πολιτικές. Υπό αυτούς τους όρους, δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές ως εκπαιδευτικές πολιτικές, μορφές θρησκευτικής εκπαίδευσης που αντιμετωπίζουν την θρησκεία ως ιδεολογία που καλλιεργεί την μισαλλοδοξία, τον εθνικιστικό σοβινισμό και την ανωτερότητα ενός συγκεκριμένου δόγματος σε σχέση με άλλα. Κατά τούτο, και μιλώντας σε επίπεδο αρχών, η εν λόγω εκπαιδευτική πολιτική δεν θα μπορούσε να έχει αυστηρά ομολογιακό χαρακτήρα, ούτε κατηχητική κατεύθυνση, διότι έτσι θα αναιρούνταν η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ επιστημονικής γνώσης και πίστης.[11]

 

  1. Συστήματα θρησκευτικής εκπαίδευσης στο όριο κρατικών καθηκόντων και ελευθεριών

 

Ωστόσο, η σχέση κράτους-εκκλησίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στα συντάγματα των χωρών, δεν προσδιορίζει πάντα τη θέση και τον χαρακτήρα που κατέχει η θρησκευτική εκπαίδευση στο σχολείο. Άλλωστε, μια σειρά εκπαιδευτικών πρακτικών, όπως η συλλογική λατρεία, η προσευχή, οι σχολικές εορτές, εξακολουθούν να υπογραμμίζουν την καθοριστική παρουσία της θρησκείας στην εκπαίδευση, και σε πολλές περιπτώσεις δεν διέπονται από ρητούς κανόνες. Στην μελέτη δεν θα ασχοληθούμε με το σύστημα θρησκευτικής εκπαίδευσης που υιοθετεί η Ελλάδα, καθώς θα περιοριστούμε σε αναφορές κυρίως στις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού μεσογειακού νότου.

Η Σύσταση 1720/2005 της Kοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης[12] με τίτλο «θρησκεία και εκπαίδευση» πρότεινε ορισμένα κριτήρια επί την βάση των οποίων θα πρέπει διαμορφωθεί η θρησκευτική εκπαίδευση από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών: α) Να ενθαρρύνονται οι μαθητές να ανακαλύπτουν και τις θρησκείες των άλλων χωρών, β) να αντιμετωπίζεται με αμεροληψία η ιστορία των σημαντικότερων θρησκειών καθώς και του αθεϊσμού, γ) να εξοπλίζονται οι μαθητές με τις απαραίτητες εκπαιδευτικές ικανότητες ώστε να μπορούν να αντιπαρατεθούν με αυτοπεποίθηση στις απόψεις του θρησκευτικού φανατισμού, δ) οι διδάσκοντες τα θρησκευτικά μαθήματα να έχουν ειδική κατάρτιση[13].

Στο ίδιο πνεύμα και η Σύσταση 1804/2007 στην οποία τονίζεται ότι το κράτος δεν πρέπει να επιτρέπει την διάδοση θρησκευτικών αντιλήψεων οι οποίες αν εφαρμοστούν στην πράξη παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επιπλέον, στην ίδια Σύσταση επισημαίνεται ότι άλλο η γνώση των θρησκειών και άλλο η πίστη και η πρακτική εφαρμογή των τρόπων λατρείας μιας θρησκείας.

Προς την ίδια κατεύθυνση συνέβαλλαν και οι κατευθυντήριες γραμμές του Τολέδο (2007)[14] όπου ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη προτρέπει τα κράτη της Ευρώπης να αναπτύξουν πολιτικές που να σέβονται την πολιτιστική διαφορά και να βοηθήσουν στην πρόληψη των διακρίσεων κατά των χριστιανών, Εβραίων, Μουσουλμάνων και τα μέλη των άλλων θρησκειών. Στο πλαίσιο αυτό η γνώση των θρησκειών και των θρησκευτικών πεποιθήσεων αποτελούν ουσιαστικό μέρος της ποιοτικής εκπαίδευσης που είναι απαραίτητη για την κατανόηση της ιστορίας, της λογοτεχνίας και του πολιτισμού. Με βάση τις κατευθύνσεις αυτές η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜΘ), πρέπει να είναι ακριβής και ισορροπημένη και να βασίζεται σε αξιόπιστη μάθηση και να περιέχει δέσμευση για αμοιβαίο σεβασμό των θρησκειών[15].

Σε κάθε περίπτωση, επί τη βάσει των παραπάνω νεωτερικών αρχών στον ευρωπαϊκό χώρο[16] και στις ΗΠΑ, διαμορφώθηκαν σε αδρές γραμμές, τέσσερα συστήματα θρησκευτικής εκπαίδευσης[17]: Ένα σύστημα πλήρους αποκοπής της θρησκείας από την εκπαίδευση που συνεπάγεται την απουσία ειδικού μαθήματος θρησκευτικών (Γαλλία, Αμερική[18]). Στο πρόγραμμα αυτό όλες οι αναφορές που αφορούν στο ρόλο της θρησκείας στην εξέλιξη του πολιτισμού περιλαμβάνονται στην ιστορία και σε άλλα συναφή μαθήματα (π.χ πολιτισμός των θρησκειών)[19]. Ωστόσο, στην Γαλλία, στη χώρα όπου ο κοσμικός (laique) χαρακτήρας της κράτους είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος, υπάρχει η δυνατότητα ιδρύσεως επιχορηγούμενων σχολείων από θρησκευτικές κοινότητες με εκπαίδευση κατηχητικού χαρακτήρα για όσους το επιθυμούν.

Το δεύτερο σύστημα υιοθετεί το λεγόμενο θρησκειολογικό πρότυπο, το οποίο εφαρμόζεται στις σκανδιναβικές χώρες, στην Αγγλία και εν μέρει στην Ολλανδία. Σύμφωνα με το συγκεκριμένο πρότυπο, το μάθημα των θρησκευτικών προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά μιας ουδέτερης κοσμοθεωρητικής ενημέρωσης και είναι υποχρεωτικό ή μη, ενώ δίνεται μέριμνα στις ποσοτικά πολυπληθέστερες θρησκευτικές κοινότητες. Σημειωτέον δε ότι η Αγγλία, που υιοθετεί το μορφή αυτή εκπαίδευσης, είναι κράτος με επίσημη θρησκεία την αγγλικανική εκκλησία στην κεφαλή της οποίας βρίσκεται η Βασίλισσα της Αγγλίας. Το γεγονός όμως αυτό δεν επηρεάζει καθόλου τα ουδετερόθρησκα χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης.

Το τρίτο σύστημα είναι αυτό της προαιρετικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, το οποίο υιοθετούν όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, πλην Ιρλανδίας, Ελλάδας και αρκετών χωρών της ανατολικής Ευρώπης (Βουλγαρία, Πoλωνία, Ουγγαρία, Λιθουανία). Το σύστημα αυτό έχει στοιχεία ομολογιακής διδασκαλίας, ενώ οι μαθητές μπορούν να απαλλαγούν ή να επιλέξουν άλλα συναφή μαθήματα χωρίς να απαιτείται να κάνουν οποιαδήποτε δήλωση πίστης η άλλης μορφής δικαιολόγησης της επιλογής τους. Η πλήρης προαιρετικότητα π.χ στο Ιταλικό σύστημα, συνιστά συνταγματική απαίτηση, καθώς το περιεχόμενο του μαθήματος διαμορφώνεται κατόπιν συμφωνίας κράτους και καθολικής εκκλησίας. Σε πολλές από τις ευρωπαϊκές χώρες η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών γίνεται σε ομολογιακή βάση[20], στις πληθυσμιακά ευάριθμες θρησκευτικές κοινότητες και εφόσον υπάρχει ένας επαρκής αριθμός μαθητών, από αντίστοιχους δασκάλους που υποδεικνύονται από τις θρησκευτικές κοινοτήτων, ενώ συχνά το μάθημα δεν βαθμολογείται, ούτε εξετάζεται.

Η Ισπανία και η Πορτογαλία υιοθετούν ένα σύστημα όπου το μάθημα είναι ομολογιακό και ταυτόχρονα προαιρετικό και με εναλλακτικό μάθημα δηλ. όποιος δεν θέλει να παρακολουθήσει το ομολογιακό μάθημα, οπωσδήποτε πρέπει να παρακολουθήσει ένα άλλο μάθημα ανθρωπιστικής επιστήμης.

Στην Ιταλία και στην Μάλτα το μάθημα είναι ομολογιακό και προαιρετικό χωρίς να υπάρχει εναλλακτικό μάθημα. Τα αναλυτικά προγράμματα στις χώρες αυτές του καθολικισμού είναι ευθύνη της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας κατόπιν συμφωνίας με το Υπουργείο Παιδείας, ενώ οι στόχοι του μαθήματος είναι απόλυτα προσανατολισμένοι στους εκπαιδευτικούς στόχους του σχολείου.

Στο τέταρτο σύστημα το μάθημα είναι ομολογιακό και ταυτόχρονα υποχρεωτικό με δυνατότητα απαλλαγής. Από τις χώρες του Νότου, η Ελλάδα και η Κύπρος υιοθετεί αυτό το σύστημα.

Στη κατάταξη των ευρωπαϊκών χωρών ως προς την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών διαπιστώνεται πως οι 22 από τις 29 ευρωπαϊκές χώρες, σύμφωνα με μια έρευνα που έχει γίνει[21], προσφέρουν ομολογιακό ΜΘ, ενώ μόνον 7 μη ομολογιακό. Ωστόσο, στις περισσότερες απ’ αυτές, το ομολογιακό μάθημα θρησκευτικών προσφέρεται όχι αποκλειστικά σε μία θρησκεία/ομολογία, αλλά στις περισσότερες από τις επίσημα αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες και, συνήθως, την ευθύνη του μαθήματος την έχουν οι ίδιες οι θρησκευτικές κοινότητες. Συνολικά λοιπόν, οι 14 από τις 22 χώρες προσφέρουν περισσότερα του ενός ομολογιακά μαθήματα, όπως η Γερμανία που προσφέρει πέντε ομολογιακά μαθήματα διαφορετικών θρησκειών/δογμάτων.

Από την άλλη μεριά, οι 8 χώρες που παρέχουν μόνο ένα ομολογιακό μάθημα (όπως η Ελλάδα) είναι χώρες όπου οι άλλες θρησκείες εκπροσωπούνται από μικρά τμήματα του πληθυσμού και η κρατούσα θρησκεία ασκεί σημαντική επιρροή στα δημόσια πράγματα. Ομολογιακό μάθημα με την αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας έχουν μόνο η Ελλάδα, η Κύπρος και η Βουλγαρία. Ωστόσο, ακόμα και εκεί που διδάσκουν ομολογιακό μάθημα παρατηρείται ένα πραγματικό άνοιγμα στην γνωριμία και την διδασκαλία των παγκόσμιων θρησκειών και στο διάλογο. Το σίγουρο είναι ότι σε κανένα από τα 22 ομολογιακά μαθήματα δεν αναγνωρίζεται απόλυτη υποχρεωτικότητα, καθώς προτείνονται διάφορες μορφές προαιρετικότητας, όπως είναι η εξαίρεση από το μάθημα, η απαλλαγή από αυτό και η δυνατότητα παρακολούθησης ενός εναλλακτικού μαθήματος[22].

Σε κάθε περίπτωση στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης το μάθημα των θρησκευτικών, είτε υπακούει στις αρχές μιας ομολογίας, είτε έχει γενικότερο θρησκειολογικό προσανατολισμό, εκπληρώνει παιδαγωγικούς και όχι εκκλησιαστικούς, κατηχητικούς στόχους[23].

 

  1. Η νομολογία του ΕΔΔΑ για την θρησκευτική εκπαίδευση

 

Ειδικά για το μάθημα των θρησκευτικών, το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει ότι το κράτος έχει ένα ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο να επιλέξει μέσω της εκπαίδευσης ακόμα και την προώθηση ενός συγκεκριμένου θρησκευτικού δόγματος, λόγω της θέσης που κατέχει στην εθνική ιστορία και παράδοση μιας χώρας, αρκεί να παρέχονται δυνατότητες εναλλακτικών λύσεων (προαιρετικό μάθημα, εξαίρεση από την παρακολούθηση) για όσους μαθητές το επιθυμούν, χωρίς μάλιστα να υποχρεούνται να αποκαλύψουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις[24].

Όλα βέβαια αυτά, κρίνονται υπό τις ειδικότερες νομικές και κοινωνικές συνθήκες της κάθε περίπτωσης, καθώς από την νομολογία του ΕΔΔΑ δεν προκύπτουν ενιαία κριτήρια γενικής εφαρμογής.

Είναι χαρακτηριστική η νομολογία του δικαστηρίου του Στρασβούργου πάνω σε θέματα που δεν αφορούν άμεσα την θρησκευτική εκπαίδευση, αλλά συνδέονται με θρησκευτικές πρακτικές εντός του εκπαιδευτικού χώρου όπως είναι η περίπτωση της χρήσης της μαντίλας από μαθήτριες και καθηγήτριες στα σχολεία και τα πανεπιστήμια[25]. Στο παράδειγμα αυτό, το δικαστήριο προσαρμόζει τη στάση του απέναντι στην χρήση της μαντίλας, ανάλογα με το αν την φέρουν καθηγήτριες ή μαθήτριες, την εκπαιδευτική βαθμίδα στην οποία μετέχει αυτή που φέρει μαντίλα (ανώτατη εκπαίδευση, υποχρεωτική εκπαίδευση) και τον ιδιαίτερο συμβολισμό και τις θρησκευτικές και κοινωνικές συμπαραδηλώσεις που αυτή έχει σε διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα ( π.χ Τουρκία, Γαλλία).

Έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις έκρινε ότι είναι θεμιτή η απαγόρευση της μαντίλας[26], όταν η πλειοψηφία του πληθυσμού (Τουρκία)[27] τη θεωρεί ως υποχρεωτικό θρησκευτικό σύμβολο, επομένως, μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης για όσες κοπέλες δεν την φορούν ή όταν η χρήση της παραβιάζει τους γενικούς κανόνες υγιεινής και ασφάλειας στο σχολείο (π.χ το να φέρεις την μαντίλα στο μάθημα της γυμναστικής). Από την άλλη, η χρήση της μαντίλας από τις μαθήτριες αποτελεί εκδήλωση της θρησκευτικής τους ελευθερίας και ως τέτοια δεν παραβιάζει τα κοσμικά χαρακτηριστικά και την θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους, αντιθέτως η απαγόρευσή της θα συνιστούσε δυσμενή διάκριση εις βάρος των μαθητριών που φέρουν μαντίλα, σε σχέση με τους μαθητές που οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις δεν περιλαμβάνουν συγκεκριμένη ένδυση. Στη Γερμανία υπάρχει ομοφωνία σε θεωρία και νομολογία ότι οι μαθήτριες, εν προκειμένω, μπορούν να φέρουν μαντίλα διότι είναι φορείς δικαιωμάτων και όχι υπόχρεοι εκπλήρωσης κρατικών υποχρεώσεων[28].

Περισσότερο δικαιολογημένη, διότι συνιστά μορφή έμμεσης κατήχησης και θίγει την αρχή της εκπαιδευτικής ουδετερότητας, θα ήταν η απαγόρευση της όταν την φορούν οι διδάσκουσες σε ένα σχολείο. Ωστόσο, και ως προς αυτό θα μπορούσε να εγερθεί ένα σοβαρός αντίλογος που συνδέεται με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του δασκάλου, στο βαθμό που εκπληρώνει, κατά τα άλλα, τα εκπαιδευτικά του καθήκοντα. Ως προς την γαλλικό νόμο της απαγόρευσης της μαντίλας, θα σχολιάζαμε, χωρίς πρόθεση να εμβαθύνουμε στο θέμα, ότι αποδίδει μια ιδιαίτερα φοβική και αμυντική ερμηνεία της Republique, διότι τέτοιοι ενδυματολογικοί περιορισμοί δυσχεραίνουν την ενσωμάτωση των γυναικών στην κοινωνία, ενσωμάτωση η οποία συνιστά βασική αρχή της σύγχρονης δημοκρατίας. Όπως έχει επισημανθεί ορθά «…η ουδετεροθρησκεία σημαίνει δέσμευση να εγγυηθούμε στον καθένα τη δυνατότητα να χειραφετηθεί από την όποια ένταξή του και από την καταγωγή του. Το σχολείο μπορεί να οδηγήσει το παιδί σε αυτή την απελευθέρωση και όχι να την απαιτεί εξαρχής»[29].

Στο δεύτερο συναφές και σχετικά πρόσφατο θέμα που αφορά στην ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων εντός των σχολικών αιθουσών (υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας)[30], το ΕΔΔΑ στην πρώτη του απόφαση του τμήματος, έκρινε ότι η ανάρτηση του εσταυρωμένου στους σχολικούς τοίχους δεν συμβαδίζει με την κρατική δέσμευση για μια θρησκευτικά ουδέτερη δημόσια εκπαίδευση διότι είναι ένα σύμβολο που συνδέεται με μια συγκεκριμένη θρησκεία, και όχι απλώς ένα πολιτιστικό στοιχείο της εθνικής παράδοσης όπως ισχυρίστηκε η Ιταλία, και κατά τούτο συνιστά έμμεση επιβολή πεποιθήσεων που θίγει την θρησκευτική ελευθερία των μαθητών σε ηλικίες που δεν μπορούν να πάρουν αποστάσεις από μια έκδηλη κρατική προτίμηση σε μια θρησκεία. Στην συνέχεια στην ολομέλειά του, το Δικαστήριο αποδέχθηκε την θέση της Ιταλίας περί πολιτιστικού στοιχείου και όχι στενά περί θρησκευτικού συμβόλου.

Στην περίπτωση της Νορβηγίας το ΕΔΔΑ ασχολήθηκε με τις αλλαγές του μαθήματος των θρησκευτικών στην μέση εκπαίδευση[31] στο εκπαιδευτικό σύστημα της Νορβηγίας[32]. Ειδικότερα, με την εισαγωγή νέων βιβλίων με έμφαση στο Λουθηριανισμό, χωρίς να παραμελείται και η διδασκαλία άλλων θρησκευμάτων, ορισμένοι πολίτες προσέφυγαν στην δικαιοσύνη θεωρώντας ότι η εφαρμογή του συστήματος της μερικής απαλλαγής από το μάθημα -κυρίως στα σημεία που αφορά την αποστήθιση και απαγγελία συμβόλων της πίστης και προσευχών- θίγει την θρησκευτική ελευθερία των μαθητών διότι τους αναγκάζει να αποκαλύπτουν τις θρησκευτικές τους απόψεις. Οι προσφεύγοντες θεώρησαν ότι το μάθημα δεν μπορεί να έχει ομολογιακά στοιχεία και παράλληλα να μην προβλέπεται η δυνατότητα της πλήρους απαλλαγής. Επίσης πρότειναν ότι ορθότερη και συμβατή με την θρησκευτική ελευθερία θα ήταν η εισαγωγή ενός μη ομολογιακού μαθήματος που θα βασιζόταν στην κοινή κληρονομιά και μια γενική ιστορία των θρησκειών και της ηθικής τους[33].

Το ΕΔΔΑ ισχυρίσθηκε ότι ενώ το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) κατοχυρώνει την υποχρέωση του κράτους να σέβεται το δικαίωμα των γονέων στην θρησκευτική και φιλοσοφική εκπαίδευση των παιδιών τους, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι γονείς έχουν δικαίωμα να κρατούν το παιδί τους σε άγνοια σχετικά με την θρησκεία και την φιλοσοφία κατά την εκπαίδευσή του. Το δικαστήριο διευκρινίζει ότι το άρθρο 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ δεν εμποδίζει τα κράτη από την διδασκαλία της θρησκείας, αλλά η διδασκαλία θα πρέπει να μεταδίδεται κατά τρόπο κριτικό και πλουραλιστικό σε ένα πλαίσιο αντικειμενικότητας.

Μολονότι, ως θέση αρχής, το δικαστήριο απεφάνθη ότι το κράτος απαγορεύεται να επιδιώκει το κατηχητικό τρόπο διδασκαλίας, ωστόσο έκρινε ότι το Νορβηγικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν υπερέβη, ως προς αυτό το σημείο, τα όρια εκείνα που θα συνεπάγονταν παραβίαση του δικαιώματος παρά την έμφαση στον Λουθηρανισμό. Ωστόσο, η μη αναγνώριση δικαιώματος πλήρους απαλλαγής συνιστά παραβίαση του άρθρου 2 ΠΠΠ, δηλαδή του δικαιώματος των γονιών στην θρησκευτική εκπαίδευση των παιδιών τους. Μετά από αυτό η Νορβηγική κυβέρνηση έσπευσε να συμμορφωθεί προβλέποντας το δικαίωμα της πλήρους απαλλαγής.

Με βάση τις αρχές του Τολέδο[34], όταν τα υποχρεωτικά μαθήματα που αφορούν την διδασκαλία σχετικά με τις θρησκείες είναι επαρκώς ουδέτερα και αντικειμενικά, η υποχρεωτική συμμετοχή των μαθητών καθεαυτή δεν παραβιάζει την ελευθερία της θρησκείας και των πεποιθήσεων. Όταν δεν ισχύει αυτή η προϋπόθεση, τότε η εξαίρεση μπορεί να αποτελεί μια ικανοποιητική λύση υπό την επιφύλαξη ότι σε αυτή την περίπτωση ο μαθητής δεν πρέπει να στιγματιστεί και να περιθωριοποιηθεί με την πρόβλεψη εναλλακτικών δυνατοτήτων μάθησης και εφόσον εξασφαλιστεί η αποφυγή δημοσιοποίησης των θρησκευτικών πεποιθήσεων μαθητών και γονέων.

 

Με βάση τα παραπάνω και ως τελικό συμπέρασμα προκύπτει ότι η θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους δεν συνεπάγεται τον αποκλεισμό της θρησκείας από την εκπαίδευση. Το κράτος οφείλει να ενσωματώνει τη θρησκευτική αγωγή στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα χωρίς να υιοθετεί μια ειδική θρησκευτική κατεύθυνση στις περισσότερες περιπτώσεις, και χωρίς να εξαναγκάζει τους μαθητές να συμμετέχουν παρά τη θέληση των γονιών τους και την δικιά τους. Σε γενικές γραμμές η θρησκευτική καλλιέργεια στα περισσότερα συστήματα αντιμετωπίζεται ως παράμετρος μιας ευρύτερης κοσμοθεωρητικής ενημέρωσης που εξοικειώνει τους μαθητές με τις αρχές μιας ανοιχτής και πλουραλιστικής κοινωνίας.

 

Το κείμενο αποτελεί γραπτή απόδοση της προφορικής εισήγησής μου «Συστήματα θρησκευτικής εκπαίδευσης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Μεσογείου» στην ημερίδα Δίκαιο και Θρησκεία στην Μεσόγειο, που διοργάνωσε το Ινστιτούτο για την Μεσόγειο (Αθήνα 26/5/2016).

———————————————————————–
Ευχαριστώ τον φίλο καθηγητή Ν. Μαγγιώρο για τις υποδείξεις του και τον σχετικό διάλογο που είχαμε για το περιεχόμενο του άρθρου.

[1] G. Robbers, State and Church in the European Union στο G. Robbers, (ed), State and Church in the European Union, Nomos Bade-Baden 20052, σ. 578-580.

[2] Βλ. J.Locke, δοκίμιο περί ανεκτικότητας, επιστολή για την ανεξιθρησκεία εκδ. Printa, 2013

[3] Βλ. Π.Μαντζούφα, Θρησκεία και εκπαίδευση, περ. Book’s Journal, Μάϊος/2011, σ. 36-41

[4] Βλ. Χ.Παπαστάθη, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Σάκκουλας, 2003, σ. 9 επ.

[5] Βλ. Α.Μανιτάκη, Οι σχέσεις της εκκλησίας με το κράτος-έθνος, Νεφέλη, 2000, σ. 38 επ., 57 επ., Σ.Ορφανουδάκη, Ο χωρισμός κράτους –εκκλησίας. Αναγκαιότητα ή Παλιλλογία;, ΕΝΟΒΕ, Σχέσεις κράτους-εκκλησίας ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος, Σάκκουλας, 2008, σ. 7 επ.

[6] B. Basdevant-Gaudemet, State and Church in France στο G. Robbers (ed), State and Church in the European Union, σ. 158-160.

[7]  V. Canas, State and Church in Portugal, στο G. Robbers (ed), State and Church in the European Union, σ. 443-445.

[8] A. Emilianides, State and Church in Cyprus, στο G. Robbers (ed), State and Church in the European Union, σ. 237-240.

[9]  Βλ. Γ.Σωτηρέλλη, Θρησκεία και εκπαίδευση, Αντ. Σάκκουλας, 1993, σ. 213 επ.

[10]  Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αμερική, με την άνοδο της θρησκευόμενης συντηρητικής πτέρυγας των Ρεπουμπλικάνων, επανέρχονται προνεωτερικές μορφές πολιτικής συμπεριφοράς, όπου θρησκευτικές πεποιθήσεις και πολιτικές αρχές ταυτίζονται και οι άνθρωποι οφείλουν να δοξάζουν δημόσια το Θεό όχι ως πιστοί αλλά ως πολίτες. Βλ. R.Dworkin, Η Αμερικάνικη δημοκρατία σε κίνδυνο, Πόλις 2010, σ. 95 επ.

[11] Βλ. Ν. Μαγγιώρου. Η ευρωπαϊκή θρησκευτική εκπαίδευση υπό το πρίσμα της απόφασης Folgerø και των Κατευθυντήριων Αρχών του Τολέδο, στο Αγωγή Αγάπης και Ελευθεριας, Τιμητικό αφιέρωμα στον ομότιμο καθηγητή Χρήστο Κ. Βασιλόπουλο, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2012, σ. 200-202.

[12]  Recommentation n. 1804, 29/6/2007, State, religion, secularity and human rights. Το κείμενο της σύστασης σε Ε.Περσελή, Θρησκεία και σχολική Εκπαίδευση στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Σχέσεις και προοπτικές στον τόμο Η θρησκευτική αγωγή στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση: Προβληματισμοί και προοπτικές, Αθήνα 2008, σ. 29

[13]  Βλ. το σχόλιο του Σ.Γιαγκάζογλου, Το Συμβούλιο της Ευρώπης και η διδασκαλία του Θρησκευτικού μαθήματος στην εκπαίδευση, Σχόλιο σε μια Σύσταση, Αναλόγιον 7/2005, σ. 194

[14]  http://www.osce.org/odihr/29154?download=true

[15]  Βλ. τις κατευθυντήριες γραμμές του Τολέδο για την διδασκαλία σχετικά με θρησκείες και τις πεποιθήσεις στο δημόσιο σχολείο σε παράρτημα που συνοδεύει την μελέτη του Ν.Μαγγιώρου, Η ευρωπαϊκή θρησκευτική εκπαίδευση υπό το πρίσμα της απόφασης Folgero και των Κατευθυντήριων Αρχών του Τολέδο, ό.π, σ. 213 επ.

[16]  Βλ. γενικότερα Γ.Κρίππα, Η συνταγματική κατοχύρωση του μαθήματος των θρησκευτικών παρ’ ημίν και εν τη αλλοδαπή, Θεολογία, 2001, σ. 311 επ., Ο.Γκριζοπούλου, Η θρησκευτική εκπαίδευση (ΘΕ) και το μάθημα των θρησκευτικών (ΜΘ) στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ιστοσελίδα του μαθήματος των θρησκευτικών στο παιδαγωγικό ινστιτούτο(www. pischouls.gr/lessons/religious). J. de Sousa e Brito, General aspects of religion and education in the secular state, στο G. Robbers (ed), Religion in Public Education, 2011, σ. 9-16. Επίσης. Π. Στράντζαλη, Το καθεστώς του ΜτΘ στα κράτη – μέλη της ΕΕ, στο Ιερά Μητρόπολις Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, Το Μάθημα των Θρησκευτικών σε Ελλάδα και Ευρώπη: Διαπιστώσεις – Προοπτικές, Νεάπολη Θεσσαλονίκης 2009, σ. 69-109. https://www.slideshare.net/PolybiosStrantzalis/ss-39340998. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι υπάρχουν 6 τύποι θρησκευτικής εκπαίδευσης στον Ευρωπαϊκό σύστημα. Πολλά στοιχεία για την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στην ευρωπαϊκή μεσόγειο έχουν αντληθεί από την συγκεκριμένη μελέτη.

[17]  Η κατηγοριοποίηση είναι κατ’ ανάγκην σχηματική καθώς υπάρχει μια μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ των μορφών θρησκευτικής εκπαίδευσης από χώρα σε χώρα, ακόμα και στο εσωτερικό της ίδιας χώρας, όταν αυτή έχει ομοσπονδιακή δομή και δεν επικρατεί ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα. Βλ. Ν-Κ.Χλέπα, Π.Δημητρόπουλου, Ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας στο χώρο της εκπαίδευσης, Αντ.Σάκκουλας, 1993, Κ.Χρυσόγονου, Θρησκευτική εκπαίδευση και επικρατούσα θρησκεία, ΕΝΟΒΕ, ό.π, σ. 89-96.

[18]  Σε πολλές Πολιτείες των ΗΠΑ, μολονότι δεν διδάσκεται το μάθημα των θρησκευτικών, προωθούν τη διδασκαλία της βιβλικής εκδοχής της προέλευσης του ανθρώπου και της θεωρίας του ευφυούς σχεδιασμού στο πλαίσιο του μαθήματος της βιολογίας, ως εναλλακτική προσέγγιση στην εξελικτική θεωρία.

[19]  Ίσως στην Γαλλία υπάρχει έντονη ανάγκη στο όνομα του πλουραλισμού να ξανασκεφτούν την έννοια της laicite, διότι αφενός το σύγχρονο άτομο αρνείται να αποσιωπήσει την ιδιαιτερότητά του για να ενταχθεί στα κοινωνικά στεγανά και αφετέρου οι Γάλλοι οφείλουν να επαναορίσουν την συλλογική τους ταυτότητα προκειμένου να επιτρέψουν στους μετανάστες να βρουν την θέση τους στην κοινωνία και να συμμετέχουν στη δημοκρατική της οργάνωση. Βλ. το έργο του Ρεζίς Ντεμπρέ, Η διδασκαλία της θρησκείας στο ουδετερόθρησκο σχολείο, εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004.

[20]                 Δεν υπάρχει ομοφωνία για το πλήρες περιεχόμενο του όρου ομολογιακό μάθημα στα διάφορα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα. Σε ορισμένες χώρες ως ομολογιακό νοείται η μαρτυρία της πίστης, ενώ σε άλλες στην έννοια ομολογιακό δίνεται εκπαιδευτική χροιά, δηλαδή ότι η διδασκαλία εστιάζεται σε μια συγκεκριμένη ομολογία. Σε κάθε περίπτωση μόνο από την μελέτη των αναλυτικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων και των αντίστοιχων βιβλίων μπορεί να σχηματίσει κανείς άποψη για το φύση και τους εκπαιδευτικούς στόχους του μαθήματος.

[21] Βλ. Ο.Γκιζοπούλου, Μερικές διευκρινίσεις για τα ομολογιακά μαθήματα των θρησκευτικών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε (www. pischouls.gr/lessons/religious), η οποία έχει καταστρώσει πίνακες που διαφοροποιούν τα κράτη της Ευρώπης ως προς την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών με κριτήρια τον χαρακτήρα του θρησκευτικής εκπαίδευσης (ομολογιακό- θρησκειολογικό πρότυπο), τις ώρες διδασκαλίας και την υποχρεωτικότητα-προαιρετικότητα του μαθήματος καθώς και την παρεχόμενη δυνατότητα εναλλακτικών μαθημάτων σε περίπτωση που ισχύει η υποχρεωτική διδασκαλία.

[22] Για τη φύση και τους σκοπούς της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα με βάση τα αναλυτικά προγράμματα και την δικαίωμα της απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών βλ. Ν. Maghioros, Religion in public education – Report on Greece, στο G. Robbers (ed), Religion in Public Education, 2011, σ. 208-215.

[23] Βλ. Ε.Βενιζέλου, το συνταγματικό και διεθνές νομικό πλαίσιο της διδασκαλίας των θρησκευτικών και το δικαίωμα εξαίρεσης από αυτή, Ομιλία στην ημερίδα που διοργάνωσε στην Θεσσαλονίκη ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ- για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα» αναρτημένη στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου (www.kairosnet.gr)

[24] Βλ. γενικότερα Γ.Κτιστάκη, Θρησκευτική ελευθερία και Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Αντ.Σάκκουλας, 2004, Η.Καστανά, Άρθρο 9-Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας σε Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμηνεία κατ’άρθρον (επιμ. Λ.Σισιλιάνος), Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, Κ.Χρυσόγονου, Ατομικά και Κοινωνικά δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σ. 275 επ.

[25] Βλ. Χ.Δεληγιάννη-Δημητράκου, Η περιβολή της ισλαμικής μαντίλας στο δημόσιο σχολείο: μια δικαιοπολιτική προσέγγιση, περιοδικό Θεωρία και πράξη διοικητικού δικαίου, 7/2009, σ. 798 επ.

[26] Βλ. ΕΔΔΑ, Leyla Sahin κ. Τουρκίας, 10-11-2005, σκ. 136-137. Στην πράξη η συγκεκριμένη απαγόρευση έχει ατονήσει στον χώρο των τουρκικών πανεπιστημίων.

[27] Το ότι η Τουρκία είναι επισήμως ένα κοσμικό κράτος δεν συνεπάγεται ότι σέβεται και προστατεύει την θρησκευτική ελευθερία των θρησκευτικών κοινοτήτων που ζουν στο εσωτερικό της.

[28] Βλ. Α.Τράντα, Η ισλαμική μαντίλα, ΔτΑ , 30/2006, σ. 565 επ.

[29] Σε Σ.Ζουμπουλάκη, Χριστιανοί στο δημόσιο χώρο. Πίστη ή πολιτιστική ταυτότητα;, ΕΣΤΙΑ, 2010, σ. 149.

[30] ΕΔΔΑ, Προσφυγή Νο 30814, Υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας, απόφαση 18-3-2011, καθώς και το σχόλιο της Ε.Καλαμπάκου, Τα σύμβολα στην νομολογία του ΕΔΔΑ, ΔτΑ 49/2011, σ. 231 επ.

[31] Βλ. και την σχετική ΕΔΔΑ Zengin κατά Τουρκίας, απόφαση 9-10-2007.

[32] Βλ. για την περιγραφή της θέσης του μαθήματος των θρησκευτικών στο Νορβηγικό εκπαιδευτικό σύστημα τις απόψεις του Ν.Μαγγιώρου, Η ευρωπαϊκή θρησκευτική εκπαίδευση…, ό.π, σ. 203 επ. καθώς και ΕΔΔΑ Folgero κατά Νορβηγίας, απόφαση 29/6/2007.

[33] Βλ. Ν.Μαγγιώρου, ό.π, σ. 206.

[34] Βλ. Ν.Μαγγιώρου, ό.π, σ. 209 επ.