Author Archives: editor

H αναθεώρηση του Συντάγματος

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

To Σύνταγμα του 1975 αποδείχθηκε ένα πετυχημένο και πρωτοπόρο, για την εποχή του, Σύνταγμα. Αρκεί μόνο να αναφερθεί η καινοτομία της συνταγματικής κατοχύρωσης της προστασίας του περιβάλλοντος. Ωστόσο, υπάρχουν και συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες αποδείχθηκαν προβληματικές στην εφαρμογή τους και πρέπει να αναθεωρηθούν.  Αυτό ισχύει λ.χ. για την πρόωρη διάλυση της Βουλής λόγω μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά και για τις συνταγματικές διατάξεις που αφορούν την ασυλία των βουλευτών και την ποινική ευθύνη των υπουργών. Όσον αφορά την εποικοδομητική ψήφο δυσπιστίας (να μην «πέφτει» δηλαδή μια Κυβέρνηση χωρίς ταυτόχρονη ανάδειξη νέας από τη Βουλή), πρόκειται για μια θετική πρόταση από θεωρητική άποψη με μικρή όμως πρακτική σημασία, αφού στην πράξη δύσκολα θα εμφανιστεί μια τέτοια περίπτωση. Το ότι το πολιτικό μας σύστημα πρέπει να εκσυγχρονιστεί και ότι το Σύνταγμα μπορεί να συμβάλει προς την κατεύθυνση αυτή, είναι αδιαμφισβήτητο. Το ζητούμενο είναι προς ποια κατεύθυνση. Έτσι, η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό, παρότι δεν απαγορεύεται να θεσπιστεί στο Σύνταγμά μας, ενέχει τον κίνδυνο μιας πολιτειακής «δυαρχίας», η οποία με τη σειρά της μπορεί να οδηγήσει σε μείζονες πολιτειακές κρίσεις. Περισσότερο αποτελεσματική, στο πλαίσιο της δημιουργίας «θεσμικών αντιβάρων», θα ήταν η κατοχύρωση νέων αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, π.χ. ως προς την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης και των μελών των ανεξαρτήτων διοικητικών αρχών. Τέλος, η συνταγματική αναθεώρηση θα πρέπει να προσπαθήσει να θεραπεύσει και άλλα υπαρκτά προβλήματα της πολιτειακής ζωής. Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε λ.χ. να εξετασθεί ο δικαστικός έλεγχος και των οργανωτικών διατάξεων του Συντάγματος (να υπάρχουν λ.χ. κυρώσεις για τις άσχετες διατάξεις στα νομοσχέδια), αλλά και η αναθεώρηση της ίδιας της συνταγματικής διάταξης περί αναθεώρησης του Συντάγματος, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να περιμένει κανείς πέντε τουλάχιστον χρόνια για την έναρξη της διαδικασίας της νέας αναθεώρησης, ακόμα και για τις διατάξεις που δεν τροποποιήθηκαν.

 

Aναδημοσίευση από την “Εφημερίδα των Συντακτών” 31/10/2018

Έλλειψη συνοχής

Κώστας Μποτόπουλος, Συνταγματολόγος, πρ. Ευρωβουλευτής

Αν θα έπρεπε με δυο λέξεις να συνοψίσει και να αποτιμήσει κανείς τη χτεσινή ομιλία του Πρωθυπουργού, με την οποία κηρύσσεται, ουσιαστικά αλλά όχι επίσημα, η έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας, αυτές οι λέξεις θα ήταν, κατά τη γνώμη μου: έλλειψη συνοχής. Εσωτερικής συνοχής και σχέσης με την πολιτική και νομική πραγματικότητα, καθώς και με τις ανάγκες της χώρας και του πολιτεύματος. Παρά την κρισιμότητα της διαδικασίας και κάποιες επιμέρους θετικές προτάσεις, η αίσθηση που αφήνει η κυβερνητική πρωτοβουλία είναι της προχειρότητας και του προκαλύμματος.

Ο Πρωθυπουργός ξόδεψε πολύ χώρο και αντίστοιχη, στα μέτρα του, πνευματική προσπάθεια για να πείσει το κομματικό του αλλά και το εθνικό ακροατήριο ότι η ώρα της αναθεώρησης έχει σημάνει και ότι η πρότασή του είναι όχι μόνο στο ύψος των περιστάσεων αλλά και ρηξικέλευθη. Διαψεύδεται όμως από τις ίδιες του τις εξαγγελίες. Αν η αναθεώρηση ήταν τόσο αναγκαία, γιατί άργησε τρεισήμισι χρόνια να εκκινήσει τη διαδικασία και το κάνει τη στιγμή της μεγαλύτερης χρονικής στενότητας και πολιτικής αντιπαλότητας; Εφόσον γνωρίζει, όπως οφείλει να γνωρίζει, ότι η αναθεωρητική διαδικασία στηρίζεται στην εξεύρεση υπερκομματικών συναινέσεων, τι χώρος για συναινέσεις υπάρχει όταν, ακόμα και τώρα, κομματικοποιεί την πρόταση αναθεώρησης και διχάζει μέσω του ψευδεπίγραφου «εμείς, οι άσπιλοι ανανεωτές της δημοκρατίες» – «εσείς, το παλιό σύστημα που φταίει για όλα τα δεινά της χώρας;» Τα φληναφήματα περί «μεταδημοκρατικής συνθήκης» που δίνει υπόσταση στο κυβερνητικό διάβημα μόνο θυμηδία προκαλούν και μη κατανόηση του τι εστί Σύναγμα προδίδουν: σε ένα πραγματικό δημοκρατικό Κράτος αυτό που έχει σημασία είναι ο σεβασμός των θεσμών και του Κράτους Δικαίου και η παρούσα κυβέρνηση τα καταβαράθρωσε και τα δύο.

Αλλά και στις επιμέρους προτάσεις παρατηρείται το ίδιο μίγμα αλλοπρόσαλλων και επικίνδυνων στοιχείων. Καθιέρωση της απλής αναλογικής ως παγίου εκλογικού συστήματος σε συνδυασμό μάλιστα με την καθιέρωση της λεγόμενης «εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας» όχι μόνο δεν θα ενδυνάμωναν την κοινοβουλευτική Δημοκρατία αλλά αποτελούν ασφαλή συνταγή ακυβερνησίας (η Γερμανία, που έχει τέτοιου είδους ψήφο δυσπιστίας, έχει εντελώς άλλο εκλογικό σύστημα). Θέσπιση υποχρέωσης οι ανεξάρτητες Αρχές να ιδρύονται με τα 3/5 του συνόλου της Βουλής ισοδυναμεί με πλήρη εξουδετέρωση τους, αφού με 3/5 δεν είναι πλέον δυνατή ούτε καν η συμφωνία για τους επικεφαλής τους. Δημοψηφίσματα που θα οδηγούν άνευ ετέρου σε νόμους ισοδυναμούν με οχλοκρατία –ενώ το να δοθεί η δυνατότητα σε έναν αριθμό πολιτών να ζητήσουν από τη Βουλή την εισαγωγή σχεδίου νόμου θα ήταν καταρχήν θετικό. Ακόμα και τις λίγες «ώριμες» αλλαγές η κυβέρνηση τις υπονομεύει, είτε δια του δισταγμού (σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας, όπου συνεχίζει να επαμφοτερίζει), είτε δια νεφελωδών κατευθύνσεων (ναι στη μη διάλυση της Βουλής για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά όχι, όπως αφήνει ανοιχτό, με απευθείας εκλογή του Προέδρου που θα παραφθείρει το κοινοβουλευτικό πολίτευμα), είτε δια της πρακτικής της (φυσικά χρειάζεται αλλαγή διόρθωση ως προς την παραγραφή ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών, αλλά πόσο αξιόπιστη είναι μια κυβέρνηση που ποινικοποίησε σε τέτοιο βαθμό την πολιτική ζωή;).

Θα περιμένουμε βέβαια τη συνέχεια, η αρχή όμως δεν γεμίζει κανέναν με αισιοδοξία.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Τα ΝΕΑ, 31-10-2018

Συνταγματική αναθεώρηση και λαϊκή κυριαρχία

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ, Πρόεδρος ΕΚΔΔΑ
Η αναθεώρηση του Συντάγματος έχει ως αντικείμενο την τροποποίηση των κανόνων που αποτελούν το θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος και στηρίζουν το κράτος δικαίου. Έτσι, καθεμιά αναθεωρητική πρωτοβουλία αξιολογείται με βάση τα αιτήματα που διαμορφώνονται κατά την λειτουργία των θεσμών και αφορούν στην αποκατάσταση, θωράκιση ή εμβάθυνση της δημοκρατίας και στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Διαβάστε στο pdf τη συνέντευξη στην εφημερίδα Εποχή 27/20/2018

Σχόλιο στην απόφαση ΣτΕ Ολ. 1943/2018

Βασιλική Κόκοτα, Δ.Ν. - Δικηγόρος

Ο παρεμπίπτων και συγκεκριμένος χαρακτήρας του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων με αφορμή την απόφαση ΣτΕ Ολ. 1943/2018

 

Ι. Εισαγωγικά

Η σχολιαζόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας παρουσιάζει ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον, όχι τόσο για την κρίση που διατυπώθηκε ως προς την αντισυνταγματικότητα της επίμαχης διάταξης όσο για τις σκέψεις που αποτυπώνονται σε αυτή αναφορικά με την έκταση του ελέγχου που δύναται να διενεργήσει το δικαστήριο, στο πλαίσιο του παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου (αντι)συνταγματικότητας των νόμων.

 

ΙΙ. Η κρίση περί αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διάταξης

Στο μικροσκόπιο του δικαστηρίου τέθηκε η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 2318/1995 (Κώδικας Δικαστικών Επιμελητών), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 15 του άρθρου 59 του ν. 3160/2003, κατά το μέρος που εισήγαγε περιορισμό για τους υποψήφιους δικαστικούς επιμελητές να δηλώσουν προτίμηση διορισμού σε δύο το πολύ περιφέρειες πρωτοδικείων, κατά τη συμμετοχή τους στον εισαγωγικό διαγωνισμό. Αφορμή η αίτηση ακύρωσης που ασκήθηκε από υποψήφιο ο οποίος, μολονότι συγκέντρωσε υψηλότερη συνολική βαθμολογία (κατετάγη τρίτος κατά σειρά βαθμολογίας), παρέμεινε αδιόριστος, έναντι άλλης συνυποψήφιάς του η οποία, αν και τέταρτη στη σειρά, στον ίδιο πίνακα βαθμολογίας (που αφορούσε, δηλαδή, την περιφέρεια του ίδιου συλλόγου δικαστικών επιμελητών), διορίστηκε.

Κρίσιμη, εν προκειμένω, διάταξη συνιστά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 7 του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών, όπως ίσχυε[1], το οποίο περιείχε όχι έναν αλλά δύο περιορισμούς: στην αίτησή τους οι υποψήφιοι υποχρεούνταν να δηλώσουν προτίμηση για την περιφέρεια ενός και μόνο συλλόγου της χώρας (ο οποίος, πάντως, μπορούσε να είναι διαφορετικός από τον σύλλογο στον οποίο είχαν πραγματοποιήσει το στάδιο της άσκησης[2]), δηλώνοντας δύο πρωτοδικεία κατ’ ανώτατο όριο (εντός της ίδιας περιφέρειας συλλόγου).

Ως προς την κρίση περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης, η απόφαση της Ολομέλειας, συντασσόμενη με την ομόφωνη γνώμη του Γ΄ Τμήματος[3], την έκρινε αντισυνταγματική, ακυρώνοντας την παράλειψη διορισμού του αιτούντος. Εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας και επαναλαμβάνοντας την πάγια διατύπωση που χρησιμοποιεί όταν ελέγχει περιορισμούς της επαγγελματικής ελευθερίας, κατεξοχήν εκείνους που αναφέρονται στην πρόσβαση στο επάγγελμα, η Ολομέλεια ομόφωνα κατέληξε ότι δεν διαπιστώθηκε «κατά τρόπο εμφανή η προσφορότητα και αναγκαιότητα της επίδικης ρύθμισης για την εξυπηρέτηση των ως άνω σκοπών δημοσίου συμφέροντος[4]», ήτοι της ορθολογικής κατανομής των δικαστικών επιμελητών σε όλες τις περιφέρειες της χώρας και της στελέχωσης και των πιο απομακρυσμένων περιοχών με δικαστικούς επιμελητές που έχουν σοβαρή πρόθεση να παραμείνουν σε αυτές. Οι σκοποί αυτοί δεν αμφισβητήθηκαν από την Ολομέλεια, αμφισβητήθηκε, ωστόσο, η συνάφεια του επίδικου νομοθετικού μέτρου με τους συγκεκριμένους σκοπούς, καθώς, κατά την κρίση του δικαστηρίου, υπήρχαν άλλα προσφορότερα μέτρα, τα οποία θα μπορούσαν κάλλιστα να τους εξυπηρετήσουν και τα οποία το δικαστήριο δεν δίστασε να κατονομάσει (παροχή κινήτρων στους υποψηφίους για την επιλογή των μικρών και δυσπρόσιτων περιφερειών ή/και θέσπιση αυστηρότερων προϋποθέσεων για την αποδοχή των αιτημάτων μετάθεσης).

Η κρίση της Ολομέλειας στη σχολιαζόμενη απόφαση είναι απολύτως συνεπής με τη νομολογιακή μεταχείριση που επιφύλαξε το δικαστήριο σε αντίστοιχη ρύθμιση που αφορούσε την υποχρέωση των υποψήφιων συμβολαιογράφων να δηλώσουν προτίμηση για μία μόνο ειρηνοδικειακή περιφέρεια της χώρας, κατά τη συμμετοχή τους στον γραπτό εισαγωγικό διαγωνισμό[5]. Η Ολομέλεια, εφαρμόζοντας κατά τον ίδιο τρόπο την αρχή της αναλογικότητας, απαίτησε και τότε να είναι «εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη[6]» η αναγκαιότητα επιβολής του μέτρου, σε σχέση πάντοτε με τον σκοπό που επρόκειτο να εξυπηρετηθεί, κηρύσσοντας τη διάταξη αντισυνταγματική, κάνοντας δεκτή την ασκηθείσα αίτηση ακύρωσης και αναπέμποντας την υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου οι υποψήφιοι να υποβάλουν συμπληρωματική δήλωση προτίμησης.

Δεν προκαλεί, επομένως, καμία έκπληξη η σχολιαζόμενη απόφαση, ως προς την κρίση που διατύπωσε η Ολομέλεια αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα της επίμαχης διάταξης του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών, στον βαθμό που επιβεβαίωσε τη νομολογία του δικαστηρίου, όπως αυτή έχει πλέον παγιωθεί, όταν προβαίνει σε έλεγχο των περιορισμών της επαγγελματικής ελευθερίας, κατεξοχήν εκείνων που αφορούν στην πρόσβαση στο επάγγελμα.

 

ΙΙΙ. Το αυτεπάγγελτο του ελέγχου και οι δικονομικές δεσμεύσεις στην ακυρωτική δίκη

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της σχολιαζόμενης απόφασης έγκειται στον διάλογο που διημείφθη μεταξύ του Γ΄ Τμήματος και της Ολομέλειας αναφορικά με την έκταση που δύναται να έχει ο δικαστικός έλεγχος (αντι)συνταγματικότητας μιας διάταξης, η οποία ελέγχεται από το δικαστήριο στο πλαίσιο του ακυρωτικού του ρόλου.

Το ζήτημα που απασχόλησε, για μια ακόμη φορά[7], ήταν κατά πόσο ο έλεγχος (αντι)συνταγματικότητας, ο αυτεπάγγελτος χαρακτήρας του οποίου δεν αμφισβητείται, δύναται να διενεργηθεί κατά παρέκκλιση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την ακυρωτική δίκη (ή, έστω, στο περιθώριο αυτών), στοιχείο που θα αναιρούσε ή θα αλλοίωνε τον παρεμπίπτοντα χαρακτήρα του ελέγχου.

Ως γνωστόν, ο δικαστικός έλεγχος της (αντι)συνταγματικότητας στο σύστημα του διάχυτου ελέγχου δεν έχει τη δική του δικονομία, όπως συμβαίνει στα συστήματα του συγκεντρωτικού και αφηρημένου ελέγχου, αλλά υποτάσσεται κάθε φορά στους δικονομικούς καταναγκασμούς εκάστης δίκης, στο πλαίσιο της οποίας ζητείται η επίλυση μιας διαφοράς. Μεταξύ των καταναγκασμών αυτών συγκαταλέγεται και η δέσμευση να ενεργεί το δικαστήριο μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και να αποφασίζει με βάση τους ισχυρισμούς που προβάλλουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι, εφόσον βεβαίως συντρέχουν και οι προϋποθέσεις κάταρξης της δίκης και συνέχισής της (το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, η νομιμοποίηση του δικογράφου, το έννομο συμφέρον, κ.ο.κ.). Η δέσμευση αυτή, η οποία ισχύει και στην ακυρωτική δίκη, το αντικείμενο της οποίας προσδιορίζεται από τις προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις και το αίτημα που διατυπώνεται στο εισαγωγικό δικόγραφο της αίτησης ακύρωσης, δεν αναιρεί τον αυτεπάγγελτο έλεγχο (αντι)συνταγματικότητας, αλλά οπωσδήποτε τον οριοθετεί, εν όψει του παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου χαρακτήρα του τελευταίου.

Στο παράδειγμα της σχολιαζόμενης απόφασης, η πλειοψηφία στην Ολομέλεια, επικαλούμενη τις αρχές του παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου χαρακτήρα του ελέγχου, αρκέστηκε να αξιολογήσει τον έναν εκ των δύο περιορισμών που περιείχε η επίμαχη διάταξη του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών (την υποχρέωση δήλωσης προτίμησης για τις περιφέρειες δύο πρωτοδικείων), τον οποίο είχε επικαλεστεί ο αιτών στο δικόγραφό του, προβάλλοντας τον συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης και ισχυριζόμενος ότι υπέστη βλάβη. Ενδεχόμενη επέκταση του ελέγχου και στον έτερο περιορισμό που περιείχε η ίδια διάταξη (την υποχρέωση δήλωσης προτίμησης για την περιφέρεια ενός μόνο συλλόγου δικαστικών επιμελητών), τον οποίο δεν επικαλέστηκε ο διάδικος, θα συνιστούσε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στην Ολομέλεια, «ανεπίτρεπτη διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης … κατά παράβαση της αρχής περί παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων…».

Όσο και αν συμφωνούμε, καταρχήν, με τη θέση που διατύπωσε η πλειοψηφία, στην προκειμένη περίπτωση, στην ίδια διάταξη (και στο ίδιο ακριβώς εδάφιο) περιέχονταν δύο περιορισμοί οι οποίοι συνδέονταν αναπόσπαστα μεταξύ τους, συνιστώντας μια ενιαία ρύθμιση. Στο πλαίσιο, επομένως, του ελέγχου (αντι)συνταγματικότητας, θα έπρεπε οι δύο περιορισμοί να κριθούν ως ενιαίο σύνολο, έστω καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, αφού ο ένας προϋπέθετε αναγκαία τον άλλον: Ο περιορισμός να δηλώσουν οι υποψήφιοι δικαστικοί επιμελητές προτίμηση για δύο μόνο πρωτοδικεία έχει νόημα μόνο εφόσον συνδυαστεί με τον περιορισμό της υπαγωγής των πρωτοδικείων αυτών στην περιφέρεια του ίδιου συλλόγου. Ειδάλλως, ο δικαστικός έλεγχος της επίμαχης ρύθμισης καθίσταται ατελής, καθόσον το δικαστήριο περιορίζεται υπερβολικά από τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνεται και προτείνεται ο λόγος ακύρωσης από τον αιτούντα, ο οποίος δεν αναφέρθηκε στο σύνολο της ρύθμισης είτε γιατί δεν το θεώρησε κρίσιμο είτε γιατί έκρινε ότι δεν του προκαλεί (την ίδια) βλάβη.

Αντίθετη εμφανίστηκε η μειοψηφία που τάχθηκε υπέρ ενός διευρυμένου αυτεπάγγελτου ελέγχου, ο οποίος θα έπρεπε να επεκταθεί και στον έτερο περιορισμό της διάταξης, μιας και ο τελευταίος υπαγορευόταν από τον ίδιο δικαιολογητικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, οδηγούσε δε στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι «τον διορισμό υποψηφίων με βαθμολογία χαμηλότερη από εκείνη που έχουν λάβει άλλοι συνυποψήφιοί τους, οι οποίοι παραμένουν αδιόριστοι…[8]». Η γνώμη της μειοψηφίας θεμελιώνεται πειστικότερα, χωρίς να απομακρύνεται από τους εφαρμοστέους δικονομικούς κανόνες αλλά και τις αρχές του συγκεκριμένου και παρεμπίπτοντος ελέγχου (αντι)συνταγματικότητας, αφού, για την οριοθέτηση της εμβέλειας του ακυρωτικού αποτελέσματος, αποβλέπει ακριβώς στο αίτημα που διατυπώθηκε στο εισαγωγικό δικόγραφο του κρινόμενου ενδίκου βοηθήματος.

 

[1] Η παρ. 1 του άρθρου 7 του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών, μέχρι την τροποποίησή της με την παρ. 4 της υποπαρ. Γ.1 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94/14.8.2015), είχε ως εξής: «Ο υποψήφιος μπορεί να συμμετάσχει στο διαγωνισμό για την περιφέρεια οποιουδήποτε πρωτοδικείου της χώρας επιθυμεί, ανεξάρτητα από τον σύλλογο στον οποίο έχει εγγραφεί ως ασκούμενος. Στην αίτησή του συμμετοχής στον διαγωνισμό μπορεί να δηλώσει και δεύτερη προτίμηση για την περιφέρεια μόνο του πρωτοδικείου που υπάγεται στην αρμοδιότητα του ίδιου συλλόγου.». Στις τροποποιημένες, μετά τον ν. 4336/2015, διατάξεις, η λέξη «πρωτοδικείο» έχει αντικατασταθεί από τη λέξη «εφετείο», ωστόσο, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων, ίσχυε ο κανόνας της δήλωσης προτίμησης ανά περιφέρεια πρωτοδικείου, με ανώτατο όριο τις δύο.

[2] Οι Σύλλογοι Δικαστικών Επιμελητών ανέρχονται σε επτά (7) σε όλη τη χώρα: Σύλλογος Εφετείων Αθήνας-Πειραιά-Αιγαίου-Δωδεκανήσου, Σύλλογος Εφετείου Θεσσαλονίκης, Σύλλογος Εφετείου Πατρών, Σύλλογος Εφετείων Λάρισας και Δυτικής Μακεδονίας, Σύλλογος Εφετείου Θράκης, Σύλλογος Εφετείων Ιωαννίνων και Κέρκυρας και Σύλλογος Εφετείων Κρήτης.

[3] Βλ. παραπ. ΣτΕ 1758/2017.

[4] ΣτΕ Ολ. 1943/2018 (σκ. 10).

[5] ΣτΕ Ολ. 959/2015, με μειοψ.

[6] ΣτΕ Ολ. 959/2015 (σκ. 8).

[7] Για το ζήτημα της έκτασης και των ορίων του δικαστικού ελέγχου (αντι)συνταγματικότητας των νόμων, το οποίο έχει απασχολήσει έντονα τόσο τη θεωρία όσο και τη νομολογία, βλ. αντί άλλων Α. Μανιτάκη, «Οι αυτοδεσμεύσεις του δικαστή από τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της αντισυνταγματικότητας των νόμων».

[8] ΣτΕ Ολ. 1943/2018 (σκ. 8). Η άποψη αυτή είχε ήδη διατυπωθεί, με συνοπτικότερο τρόπο, στο Τμήμα, το οποίο, υιοθετώντας περισσότερο τολμηρή θέση, επεξέτεινε τον έλεγχο και στον έτερο περιορισμό, προσλαμβάνοντας αμφότερους ως πτυχές της ίδιας ρύθμισης, με το σκεπτικό ότι τίθενται στην ίδια διάταξη η οποία ελέγχεται ως αντισυνταγματική, έπρεπε δε να κριθούν ως ενιαίο σύνολο «ανεξαρτήτως του περιεχομένου του ανωτέρω προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως και των τυχών εν γένει ισχυρισμών των διαδίκων» (βλ. ΣτΕ 1758/2017, σκ. 14). Continue reading

Πρόεδρος της Δημοκρατίας και κοινοβουλευτικό σύστημα

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Στην ιστορία των κοινοβουλευτικών συστημάτων με αιρετό αρχηγό του Κράτους (Πρόεδρο της Δημοκρατίας), η συνταγματική αντίληψη του προεδρικού θεσμού κινείται μεταξύ δύο ακραίων παραδειγμάτων. Η εμπειρία της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας (1870-1940), προσέφερε το παράδειγμα ενός πλήρως αποδυναμωμένου Προέδρου της Δημοκρατίας, με σχεδόν μηδενικό βαθμό αυτονομίας από το Κοινοβούλιο και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Όπως έλεγαν τότε στη Γαλλία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μία προεδρία έχει, εκείνη των εθνικών πανηγύρεων.

Το άλλο άκρο αντιπροσωπεύεται από το Σύνταγμα της Βαϊμάρης (1919): ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως κέντρο αυτόνομης πολιτικής εξουσίας, ένας «κοιμώμενος λέων», ο οποίος μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξυπνήσει και να καταστεί το κυρίαρχο συνταγματικό όργανο.

Το 1975 ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης κινήθηκε εγγύτερα προς το βαϊμαριανό παράδειγμα, με μια ουσιώδη διαφορά: την έμμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από το Κοινοβούλιο και όχι, όπως προέβλεπε το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, την άμεση εκλογή του από τον λαό, η οποία τον εξόπλιζε με μια πολιτική δύναμη συγκρίσιμη, αν όχι και ανώτερη, από εκείνη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Υπήρχε όμως, όπως και στο Σύνταγμα της Βαϊμάρης, η δυνατότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας να λειτουργεί ως αυτοδύναμος φορέας της εκτελεστικής εξουσίας, κατά τρόπο καίριο και ουσιαστικό, με αρμοδιότητες που επέφεραν ρωγμή στην κοινοβουλευτική βάση του πολιτεύματος: αδέσμευτη παύση της Κυβέρνησης, ευχέρεια διάλυσης της Βουλής ουσιαστικά κατά την ανέλεγκτη πολιτική κρίση του, δικαίωμα προκηρύξεως δημοψηφίσματος, το οποίο αναγνωριζόταν αποκλειστικά σε αυτόν, κ.λ.π.

Το 1986 ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης μετακινήθηκε εγγύτερα προς το άλλο άκρο. Κατήργησε ουσιαστικά κάθε περιθώριο συνταγματικής αυτονομίας του Προέδρου της Δημοκρατίας, καθιστώντας τον έναν απλό διεκπεραιωτή της βούλησης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Δημιουργήθηκαν έτσι οι προϋποθέσεις για έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας «τύπου Ζαΐμη», για να θυμηθούμε τον χαρακτηρισμό του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή κατά τη συζήτηση για τη συνταγματική φυσιογνωμία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο τρόπος εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας παρέμεινε όμως ως είχε. Και έκπληκτη όλη η Ευρώπη διαπίστωσε το 2015 ότι στην Ελλάδα η διάλυση της Βουλής μπορεί να γίνει με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης, αρκεί να διαθέτει 121 βουλευτές για να μπλοκάρει την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Με την επιπλέον «καινοτομία», την οποία εισήγαγε ο αναθεωρητικός νομοθέτης του 1986, της φανερής ψηφοφορίας κατά την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, που αποτελεί ένα παράδειγμα «πολιτιστικής αντισυνταγματικότητας», τουλάχιστον σε σχέση με την ευρωπαϊκή συνταγματική παράδοση.

Σήμερα όλοι σχεδόν συμφωνούν σε μια «λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας». Ο Γιώργος Σωτηρέλης σε ένα πρόσφατο κείμενό του (Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία: η περίπτωση της ελληνικής δημοκρατίας) επεσήμανε τις αναγκαίες αναθεωρητικές παρεμβάσεις: μεγαλύτερη δημιουργική ευχέρεια του Προέδρου της Δημοκρατίας στη διαδικασία σχηματισμού Κυβέρνησης, δυνατότητα απόρριψης της πρότασης της Κυβέρνησης για διάλυση της Βουλής, υπενθύμιση –με κάποιον τρόπο- ότι το δικαίωμα αναπομπής των νόμων στη Βουλή αποτελεί ισχύον δίκαιο, κατάργηση φυσικά της υπουργικής προσυπογραφής των προεδρικών διαγγελμάτων, δυνατότητα σύγκλησης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας του Συμβουλίου των Αρχηγών.

Όσον αφορά τον τρόπο εκλογής, δεν χρειάζονται άλλοι συνταγματικοί πειραματισμοί. Μετά την τρίτη ψηφοφορία, να μπορεί να εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας με 151 ψήφους, αφού και υπό το ισχύον σύστημα μπορεί να γίνει εκλογή, μετά τη διάλυση της Βουλής, και με σχετική ακόμα πλειοψηφία. Η ιδέα την οποία φαίνεται να υιοθετεί ο ΣΥΡΙΖΑ και παλιότερα δεχόταν νομίζω και η Νέα Δημοκρατία, για άμεση εκλογή από τον λαό, αν δεν επιτευχθεί η έμμεση εκλογή του από τη Βουλή στις τρεις πρώτες ψηφοφορίες, αναπαράγει την ανορθολογικότητα της ισχύουσας ρύθμισης. Δηλαδή παρέχει τη δυνατότητα στην αντιπολίτευση να επιδιώξει τη ρεβάνς απέναντι στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, με αφορμή την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Το Σύνταγμα δεν προσφέρεται για μικροπολιτική

Γιώργος Γεραπετρίτης, Καθηγητής Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Στην Ελλάδα, για λόγους μείζονος ιστορικού συμβολισμού, το Σύνταγμα προσέλαβε ιστορικά οιονεί μεταφυσικές διαστάσεις, είτε ως λαϊκό αίτημα είτε ως τελευταίο καταφύγιο έναντι των αυθαιρεσιών της κρατικής εξουσίας. Αρκεί κάποιος να θυμηθεί την 3η Σεπτεμβρίου 1844, το αίτημα για συντακτική Βουλή το 1911, το σύνθημα «114» το 1965-66 και την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 με τη λογική ότι «η δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη». Εντούτοις, η ιδεολογική αυτή σημασία του Συντάγματος έχει υποχωρήσει απέναντι σε πολιτικές σκοπιμότητες. Με τον τρόπο αυτό, η αναθεώρηση ανασύρεται όταν ο πολιτικός χρόνος το επιβάλλει είτε για την αλλαγή της πολιτικής ατζέντας, είτε για τη συσπείρωση των κυβερνώντων, είτε για την πρόκληση τεχνητών διαχωριστικών γραμμών.
Ερμηνεύοντας, με κάποιον βαθμό υποκειμενικότητας, τις αναθεωρητικές θέσεις που έχουν εκφράσει οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου φαίνεται να υπάρχουν τρεις κατηγορίες διατάξεων. Η πρώτη κατηγορία είναι οι ώριμες διατάξεις, στις οποίες φαίνεται να υπάρχει σύγκλιση τόσο για την ανάγκη αναθεώρησης όσο και, σε γενικές γραμμές, για το περιεχόμενό της, όπως για παράδειγμα η ευθύνη των βουλευτών και των υπουργών (με την περιστολή των προνομίων), η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και ο διαχωρισμός της από τις εθνικές εκλογές, ο τρόπος επιλογής των ανώτατων δικαστών και η απεξάρτησή της από τη βούληση της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν διατάξεις στις οποίες υπάρχει σύγκλιση για την ανάγκη αναθεώρησης, αλλά διαφωνία στο περιεχόμενό της, όπως το ασφαλές επενδυτικό περιβάλλον και οι αρμοδιότητες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την κυβερνητική πλειοψηφία να εμφορείται από κρατισμό (π.χ. κρατικό μονοπώλιο ύδρευσης και υδάτων, ενόσω ήδη υπάρχει πρόβλεψη και ενωσιακή υποχρέωση για ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ) και την αντιπολίτευση να διατυπώνει περισσότερο φιλελεύθερες και καινοτόμες προτάσεις. Στην τρίτη κατηγορία ανήκουν διατάξεις στις οποίες δεν υπάρχει σύγκλιση ούτε καν για να τεθούν σε αναθεώρηση από την παρούσα Βουλή, όπως το άρθρο 16 για το μονοπώλιο στην Ανώτατη Παιδεία και το άρθρο 3 για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας.
Δυστυχώς, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υφίστανται σήμερα οι πολιτικές προϋποθέσεις για μια αναθεώρηση διαβουλευτική, ορθολογική και γενναία, όπως η χώρα έχει ανάγκη. Οδεύουμε κατά τούτο σε μια αναθεώρηση που θα κινείται στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή και θα αποτελέσει περισσότερο αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης παρά ουσιαστικής συζήτησης για την αναδιάταξη θεσμών που πλέον έχουν καταστεί αναχρονιστικοί. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι το πολιτικό προσωπικό της χώρας θα πρέπει να παραμερίσει τις συνταγματικές πομφόλυγες περί Συντακτικής Συνέλευσης που θα καταλύσει το Σύνταγμα για να δημιουργήσει ένα νέο, περί συνταγματικού δημοψηφίσματος το οποίο συνιστά ωμή καταστρατήγηση της αναθεωρητικής διαδικασίας και περί ενός Συντάγματος της ευτυχίας που θα διασφαλίζει με τρόπο εικονικό ό,τι η πραγματικότητα έχει στερήσει στον λαό. Απαιτείται ευθυκρισία και αυτοκριτική για ένα νέο μοντέλο που θα απελευθερώνει το δυναμικό της χώρας, με διατάξεις πρακτικές και ωφέλιμες προς την κατεύθυνση της πολιτικής κανονικότητας, της ασφάλειας και σταθερότητας και της αναπτυξιακής προοπτικής. Η ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές από μια αποτυχημένη αναθεωρητική πρωτοβουλία είναι μεγάλη και όλοι, πολιτικό προσωπικό και επιστημονική κοινότητα, θα κριθούμε με αυστηρότητα.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Τα Νέα», 16/10/2018

Η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και εμπιστοσύνη της Βουλής προς την Κυβέρνηση

Χάρης Τσιλιώτης, Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Η διαδικασία κύρωσης μίας διεθνούς συμφωνίας, όπως αυτή των Πρεσπών, διέπεται καταρχήν από το άρθρο 28 παρ. 1 Σ που προβλέπει τις έννομες συνέπειες της κύρωσης στην εσωτερική έννομη τάξη. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παρ. 2 και 3 του ιδίου άρθρου, η κύρωση μίας διεθνούς συνθήκης ή συμφωνίας επέρχεται με την συνήθη δικαιοπαραγωγική διαδικασία, δηλ. ψήφιση από την Βουλή κατά την τακτική κοινοβουλευτική διαδικασία σύμφωνα με τα άρθρα 70 επ. Σ και την συνήθη πλειοψηφία του άρθρου 67 εδ. α΄ Σ, δηλ. την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων στην ψηφοφορία Βουλευτών, καθώς και έκδοση και δημοσίευση του κυρωτικού της συνθήκης σχεδίου νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Εάν η συνθήκη αυτή προβλέπει αναγνώριση αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών τότε εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 28 Σ, που απαιτεί την κύρωση με αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 του όλου αριθμού των Βουλευτών, δηλ. τουλάχιστον 180 Βουλευτές, ενώ εάν με την συνθήκη αυτή επιβάλλονται περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών, δηλ. τουλάχιστον 151.

Δεδομένου ότι η Συνθήκη των Πρεσπών επ’ ουδενί προβλέπει αναγνώριση αρμοδιοτήτων σε διεθνείς οργανισμούς, δεν τίθεται θέμα κύρωσής της με την πλειοψηφία των 3/5. Λόγω της συσταλτικής ερμηνείας που έχει γίνει από την πολιτική πρακτική και μέρος της θεωρίας στην έννοια «περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας» δεν νομίζω ότι η Συνθήκη των Πρεσπών προβλέπει τέτοιους περιορισμούς που να απαιτούν για την κύρωσή της την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών. Παρ’ όλα αυτά κάνω την πολιτική εκτίμηση με βάση τα μέχρι τώρα πολιτικά δεδομένα και τον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων στην Βουλή ότι η Συμφωνία αυτή εάν έρθει στην παρούσα Βουλή θα υπερψηφιστεί με πλειοψηφία άνω των 151 Βουλευτών, ακόμη κι αν ορισμένοι ή και όλοι οι Βουλευτές των ΑΝΕΛ την καταψηφίσουν. Αυτή λοιπόν είναι η μία κοινοβουλευτική πλειοψηφία που αναζητά το κυβερνών κόμμα και ο Πρωθυπουργός και απ’ ό,τι φαίνεται την εξασφαλίζει.

Επειδή, όμως, ο Πρόεδρος των ΑΝΕΛ και Υπουργός Εθνικής Άμυνας Π. Καμμένος έχει δηλώσει ότι σε περίπτωση που έρθει η Συμφωνία προς κύρωση από την Βουλή όχι μόνο θα την καταψηφίσει αλλά θα αποχωρήσει από την Κυβέρνηση, ερωτάται τι θα συμβεί σε αυτήν την περίπτωση με την τύχη της Κυβέρνησης, δεδομένου ότι η Συμφωνία θα έχει υπερψηφιστεί με την ως άνω πλειοψηφία. Η απάντηση είναι ότι η υπερψήφιση της Συμφωνίας είναι καταρχήν άσχετη με την έκφραση της εμπιστοσύνης της Βουλής προς την Κυβέρνηση, διότι οι διαδικασίες κύρωσης μίας διεθνούς συμφωνίας και της παροχής ψήφου εμπιστοσύνης ή της πρότασης δυσπιστίας είναι ξεχωριστές και διακριτές μεταξύ τους. Η πρώτη ρυθμίζεται από τις παραπάνω διατάξεις, η δεύτερη ρυθμίζεται από το άρθρο 84 Σ. Κατά συνέπεια ο Πρωθυπουργός χρειάζεται σε αυτή την περίπτωση μία δεύτερη πλειοψηφία.

Το άρθρο 84 Σ προβλέπει δύο διαδικασίες για την έκφραση ή μη της εμπιστοσύνης της Βουλής προς την Κυβέρνηση. Η μία καθορίζεται από τις παρ. 1 και 6 εδ. α΄ που αφορά την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, την οποία ζητά η ίδια η Κυβέρνηση, κάτι που δεν αναμένεται να κάνει ο Πρωθυπουργός και θεωρώ ότι δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει και η άλλη κατά τις παρ. 2, 3 και 6 εδ. β΄ του ιδίου άρθρου που προβλέπει την υποβολή πρότασης δυσπιστίας εκ μέρους της Βουλής, δηλ. της Αντιπολίτευσης. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων Βουλευτών, αρκεί να μην είναι μικρότερη των 2/5 του όλου αριθμού των Βουλευτών, δηλ. 120, στην δεύτερη περίπτωση η αποδοχή της πρότασης δυσπιστίας απαιτεί την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών, δηλ. 151.

Στην περίπτωση, που οι ΑΝΕΛ αποχωρήσουν από την Κυβέρνηση, θα πρέπει να ξεκαθαρισθεί εάν αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους από την Κυβέρνηση ή εάν απλά αποχωρούν χωρίς, όμως, να αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους. Στην περίπτωση αποχώρησης των ΑΝΕΛ από την Κυβέρνηση αναμένεται ότι θα κατατεθεί πρόταση δυσπιστίας από την Αντιπολίτευση. Στην πρώτη περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να αναζητήσει αλλού «πρόθυμους» Βουλευτές που θα τον στηρίξουν για να διατηρήσει την «δεδηλωμένη» καθότι εάν οι ψήφοι των Βουλευτών των ΑΝΕΛ αθροισθούν στις ψήφους του συνόλου των Βουλευτών της Αντιπολίτευσης καθιστούν την Κυβέρνηση μειοψηφική, οπότε σε περίπτωση υποβολής πρότασης δυσπιστίας εκ μέρους της Αντιπολίτευσης αναμένεται αυτή να γίνει δεκτή και να αποδοκιμασθεί η Κυβέρνηση, οπότε θα πάμε αναγκαστικά σε εκλογές κατά το άρθρο 38 παρ. 1 Σ σε συνδυασμό με το άρθρο 37 παρ. 2-4 Σ. Το ενδεχόμενο αυτό θεωρείται ελάχιστα έως καθόλου πιθανό.

Στην δεύτερη περίπτωση μπορεί οι ΑΝΕΛ να αποχωρήσουν από την Κυβέρνηση αλλά να συνεχίσουν να την στηρίζουν, οπότε αριθμητικά δεν αλλάζει κάτι στον υπάρχοντα συσχετισμό και η μονοκομματική Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πλέον θα συνεχίσει να απολαμβάνει της πλήρους εμπιστοσύνης της Βουλής με πλειοψηφία άνω των 151 Βουλευτών. Υπάρχει και ένα ενδεχόμενο οι Βουλευτές των ΑΝΕΛ ή κάποιοι από αυτούς να παράσχουν ανοχή προς την Κυβέρνηση, απέχοντας από την ψηφοφορία ενδεχόμενης πρότασης δυσπιστίας ή ψηφίζοντας «παρών», οπότε σε αυτήν την  περίπτωση η πρόταση δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι δεν θα έχει συγκεντρώσει τις 151 ψήφους, ακόμη κι αν υπέρ της Κυβέρνησης ψηφίσουν λιγότεροι από 151 Βουλευτές, πάντοτε με βάση τον υπάρχοντα συσχετισμό των κοινοβουλευτικών δυνάμεων και η μονοκομματική Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πλέον θα συνεχίσει να υφίσταται ως Κυβέρνηση μειοψηφίας.

Τα παραπάνω σενάρια δεν τα θεωρώ ιδιαίτερα πιθανά. Πιο πιθανό θεωρώ το ενδεχόμενο ότι στην περίπτωση αυτή, που κατά την γνώμη μου θα είναι αποτέλεσμα συμπαιγνίας με τον σημερινό κυβερνητικό του εταίρο, δεν θα γίνει τίποτε από τα παραπάνω και ο Πρωθυπουργός θα επικαλεστεί εξαιρετικής σημασίας εθνικό θέμα (το Μακεδονικό εν προκειμένω) και θα κάνει χρήση του άρθρου 41 παρ. 2 Σ και θα πάει σε πρόωρες εκλογές, είτε έχει κυρωθεί η Συμφωνία από την παρούσα Βουλή, είτε την αφήσει για την επόμενη και την επόμενη κυβερνητική πλειοψηφία, κάτι που δεν αποκλείω καθόλου.

Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα meaculpa.gr, 04/10/2018

 

Επίκαιρα ζητήματα προστασίας της δημόσιας υγείας

Στέλλα Χριστοφορίδου, Υπ.ΔΝ, Δικηγόρος
  1. Η έννοια της υγείας γενικά

Ως υγεία ορίζεται η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το άτομο κατά την οποία δεν υφίσταται καμία συνθήκη, η οποία χαρακτηρίζεται από την ιατρική επιστήμη ως ασθένεια[2]. Ο ορισμός της υγείας, δε θα μπορούσε παρά να ορίζεται αρνητικά, εφόσον ένα τόσο σύνθετο ζήτημα, θα ήταν αδύνατο να καλυφθεί στη γενικότητά του προσδιοριζόμενο με θετικό τρόπο.

Η έννοια της υγείας εμφανίζεται σε δύο συνταγματικές διατάξεις και συγκεκριμένα, στα άρθρα 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 Συντ. Κατά τη θεωρία, στην πρώτη εξ αυτών κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα στην υγεία, ενώ, στην δεύτερη το κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία, το οποίο συνίσταται επί της αρχής στην υποχρέωση εκ μέρους του κράτους λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων προς προστασία της υγείας, προληπτικά και κατασταλτικά[3]. Από τη νομική -και συγκεκριμένα, από τη συνταγματική- έννοια της υγείας, έχουν αποσπαστεί επιμέρους εκδηλώσεις της, οι οποίες εντάσσονται μεν από βιολογικής ή ιατρικής πλευράς στην έννοια της υγείας, όπως οι σωματικές βλάβες, ή ακόμη και η ίδια η ζωή, προστατεύονται όμως αυτοτελώς ως έννομα αγαθά, βάσει διαφορετικών συνταγματικών -ή και νομοθετικών- διατάξεων. Ζήτημα γεννάται δε, εάν στο προστατευτικό πεδίο της δημόσιας υγείας εμπίπτει και η προστασία της ψυχικής υγείας, ή εάν η προστασία της αναφέρεται μόνο στην οργανική της πλευρά[4]. Πάντως, η έννοια αυτή έχει ευρύ περιεχόμενο, εφόσον στο προστατευτικό της πεδίο δεν εντάσσεται μόνο η πρόκληση βλάβης με τη στενή έννοια, αλλά και κάθε βλάβη που θα μπορούσε να διαταράξει την ομαλή ισορροπία, όπως συμβαίνει με την περίπτωση της διατάραξης της κοινής ησυχίας[5].

Η υγεία αναφέρεται σε μία επί της αρχής ατομική συνθήκη ή κατάσταση. Η ίδια κατάσταση μπορεί να έχει επιπτώσεις και σε τρίτους. Έτσι, η διάρθρωσή της σε ατομικό, διαπροσωπικό και συλλογικό/δημόσιο επίπεδο[6], δημιουργεί ένα ευρύ πλέγμα περιπτώσεων που απαιτούν σύνθετες σταθμίσεις, προκειμένου για την προστασία της σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το βέβαιο είναι ότι η υγεία αποτελεί το ύψιστο αγαθό, την αναγκαία συνθήκη για την ζωή, γεγονός που φαίνεται να βαραίνει τις περισσότερες φορές και στον δικανικό συλλογισμό.

  1. Η προστασία της δημόσιας υγείας έναντι επεμβάσεων

Μέχρι πρόσφατα, τη νομολογία είχε απασχολήσει ιδίως η σύγκρουση της προστασίας της δημόσιας υγείας με την ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας[7] ή της οικονομικής ελευθερίας εν γένει, άλλοτε σε συνδυασμό με την προστασία του περιβάλλοντος[8], και άλλοτε -σπανιότερα- έναντι και αυτής[9]. Η προστασία της δημόσιας υγείας αποτελεί συνήθως λόγο που δικαιολογεί περιορισμούς, απόλυτους ή σχετικούς, ιδίως στην πρόσβαση και άσκηση ενός επαγγέλματος[10]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί σε αυτήν την περίπτωση το πληθυσμιακό κριτήριο για την χορήγηση άδειας ιδρύσεως φαρμακείου[11].

Άλλη περίπτωση σύγκρουσης προστασίας της δημόσιας υγείας αφενός και οικονομικής ελευθερίας αφετέρου αποτελεί ο αναγκαστικός καθορισμός τιμολογίων νοσηλείας σε ιδιωτικά θεραπευτήρια[12]. Από την άλλη, το οικονομικό βάρος, επιρρίπτεται στο δημόσιο, και συγκεκριμένα στους ασφαλιστικούς φορείς, στις περιπτώσεις που η εισαγωγή σε μη συμβεβλημένο ιδιωτικό θεραπευτήριο γίνεται εκτάκτως και για λόγους αδυναμίας κάλυψης των συγκεκριμένων αναγκών από τους δημόσιους φορείς. Στις περιπτώσεις αυτές, το δημόσιο οφείλει να καλύψει το σύνολο της δαπάνης[13]. Η κατανομή του βάρους στα ιδιωτικά θεραπευτήρια επί της αρχής, και κατ’ εξαίρεση στο δημόσιο, στις περιπτώσεις που υπαίτιο για την εισαγωγή σε αυτά είναι το τελευταίο λόγω της αδυναμίας κάλυψης των αναγκών αυτών, επιτυγχάνει την μέγιστη δυνατή προστασία του αγαθού της υγείας, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να προσβληθεί από την στάθμιση. Από την τριμερή σχέση που δημιουργείται, λοιπόν, κράτους – ιδιωτικής επιχείρησης – πολίτη/ασθενούς, ο τελευταίος είναι αυτός που θα πρέπει να προστατευτεί σε κάθε περίπτωση[14].

Αν και οι παραπάνω περιπτώσεις αναφέρονται σε οικονομική δραστηριότητα με αντικείμενο που συνδέεται άμεσα με την δημόσια υγεία, η προστασία της υγείας είναι δυνατό να αποτελέσει θεμιτό λόγο περιορισμού και κάθε άλλης οικονομικής δραστηριότητας, όπως συνέβη με την απαγόρευση του καπνίσματος στους κλειστούς δημόσιους χώρους[15].

Περιορισμοί, όμως, κατά μία έννοια μπορεί να τεθούν και στον ίδιο τον κοινό νομοθέτη, κατά την οργάνωση της πρόσβασης και άσκησης ενός επαγγέλματος[16]. Έτσι, με την ΣτΕ Ολ 1804/2017, κρίθηκε ότι ο καθορισμός των προϋποθέσεων, της διαδικασίας και κάθε άλλου θέματος σχετικά με τη χορήγηση άδειας ιδρύσεως φαρμακείου, θα μπορούσε να γίνει με κανονιστικό προεδρικό διάταγμα, ή έστω με υπουργική απόφαση, εφόσον όμως υπήρχε νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα, δηλαδή νομοθετική ρύθμιση που να ρυθμίζει έστω σε γενικό πλαίσιο το θέμα αυτό[17]. «Δεν μπορεί δε, τέλος, να θεωρηθεί ότι αποτελεί επαρκές εξουσιοδοτικό έρεισμα για την έκδοση της υπουργικής αυτής αποφάσεως το άρθρο 3 του ίδιου νόμου 4336/2015, με το οποίο κυρώνεται η Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των δανειστών, όπου προβλέπεται ρητή υποχρέωση της Χώρας να καταργήσει το υπάρχον νομοθετικό καθεστώς αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας φαρμακείων, διότι με την διάταξη αυτή απλώς αναλαμβάνεται υποχρέωση θεσπίσεως των αναγκαίων ρυθμίσεων, οι οποίες όμως πρέπει να είναι σύμφωνες προς τους κανόνες νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που προβλέπει το Σύνταγμα, αφού η ανάληψη διεθνών υποχρεώσεων από την Χώρα δεν αναιρεί και την υποχρέωση τηρήσεως των συνταγματικών κανόνων περί νομοθετήσεως, ούτε μπορεί να καταστεί συγκεκριμένη η εξουσιοδοτική αυτή διάταξη με παραπομπή σε συνοδευτικά του εξουσιοδοτικού νομοθετήματος κείμενα». Έτσι, το δημοσιονομικό συμφέρον[18], το οποίο περιγράφεται στο εν λόγω σκεπτικό, και το οποίο έχει αποτελέσει τον συνήθη δικαιολογητικό λόγο περιορισμού των δικαιωμάτων στην πρόσφατη πενταετία, δεν κατέστη δυνατό να δικαιολογήσει παρέκκλιση κατά τα συνταγματικώς προβλεπόμενα, στον τρόπο και τη διαδικασία νομοθέτησης. Υπογραμμίζεται δε, ότι η τήρηση της διαδικασίας διαφυλάσσει όχι μόνο την διαδικασία αυτήν καθαυτή, αλλά και το ίδιο το δικαίωμα στην υγεία, όπως άλλωστε αναφέρεται και στον δικανικό συλλογισμό, εφόσον η άσκηση του επαγγέλματος αυτού συνάπτεται με την προστασία του άρθρου 21 παρ. 3 Συντ.

Το αποτέλεσμα της στάθμισης διαφοροποιείται στις περιπτώσεις που από τα λαμβανόμενα μέτρα, η προστασία της υγείας δεν βάλλεται άμεσα[19], ακόμη και αν πρόκειται για ζήτημα με αντικείμενο που συνδέεται άμεσα με το πεδίο της υγείας, ή που σε κάθε περίπτωση διασφαλίζεται ένα συγκεκριμένο επίπεδο προστασίας της[20]. Πρόκειται για περιπτώσεις που προέχον στοιχείο είναι αυτό της οικονομικής διάστασης της υγείας, όχι από την πλευρά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, αλλά από την πλευρά των δημοσιονομικών του κράτους.

III.
Η οικονομική διάσταση της υγείας: Οικονομική δραστηριότητα και δημοσιονομική δαπάνη

Το ζήτημα του περιορισμού της φαρμακευτικής, και όχι μόνο, δαπάνης, έχει τεθεί με εμφατικό τρόπο τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο από την πλευρά του νομοθέτη, αλλά και από αυτήν του δικαστή. Τούτη η οικονομικο-κεντρική πλευρά της υγείας έχει έρθει και αυτή αντιμέτωπη με την οικονομική δραστηριότητα των ιδιωτών[21]. Άλλοτε, πάλι, είναι αναγκαίο να σταθμιστεί και με την ίδια την προστασία της υγείας, όπως συνέβη στην περίπτωση των γενόσημων φαρμάκων[22].

Στην δεύτερη αυτή περίπτωση, η στάθμιση αφορά, επί της ουσίας, δύο μεγέθη που και τα δύο αποτελούν λόγους δημοσίου συμφέροντος, το δημοσιονομικό αφενός και αφετέρου την προστασία της δημόσιας υγείας. Ο οικονομικός χαρακτήρας των μέτρων που ελήφθησαν για την οργάνωση του συστήματος φαρμακευτικής περιθάλψεως και συνταγογραφήσεως, έχει ήδη επισημανθεί από τη νομολογία[23], σύμφωνα με την οποία, προέχον θα πρέπει να είναι το κριτήριο της ποιότητας και της καταλληλότητας της παρεχόμενης φαρμακευτικής αγωγής, πράγμα που ση­μαίνει ότι η οικονομική διάσταση της υγείας δε θα πρέπει να βαίνει εις βάρος της προστασίας της υγείας ως (συνταγματικώς προστατευόμενου) αγαθού.

Αντίθετα, στις περιπτώσεις που τα μέτρα που λήφθησαν αφορούσαν και πάλι την οικονομική διάσταση της υγείας, όπως είναι ο περιορισμός της φαρμακευτικής δαπάνης[24], έβαιναν όμως εις βάρος της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας, η στάθμιση έγινε υπέρ του περιορισμού της φαρμακευτικής δαπάνης. Τούτο ιδίως επειδή τα μέτρα αυτά δεν είχαν άμεσες επιπτώσεις στο παρεχόμενο επίπεδο της προστασίας της υγείας. Εξάλλου, ήδη η νομολογία έχει χαρακτηρίσει τις μεθόδους περιορισμού των φαρμακευτικών δαπανών, rebate και clawback, ως περιορισμό των χρηματικών απαιτήσεων των ιδιωτών[25]. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι σε αυτές τις αποφάσεις η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 Συντ. δεν εμφανίζεται στον δικανικό συλλογισμό. Έτσι, αυτό που συμπεραίνεται είναι ότι κρίσιμο στοιχείο για τη στάθμιση αποτελεί το άμεσο της συνέπειας στην υγεία και όχι η σχέση, ή η εγγύτητα, του αντικειμένου της δραστηριότητας με αυτήν. Διαφορετικό, ωστόσο, είναι το ζήτημα, εάν η εγγύτητα μπορεί να δικαιολογήσει την επιβολή ενός τέτοιου οικονομικού βάρους.

Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, ο περιορισμός στην οικονομική ελευθερία επιβάλλεται για λόγους προστασίας και των δύο διαστάσεων της υγείας. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι η αποκλειστική διάθεση φαρμάκων σοβαρών ασθενειών μόνο από τα φαρμακεία των νοσοκομείων και του ΕΟΠΥΥ, δεν παραβιάζει το άρθρο 5 παρ. 1 Συντ., διότι με το μέτρο αυτό «τίθεται περιορισμός στην ελευθερία της οικονομικής δράσης των φαρμακοποιών να διαθέτουν από τα ιδιωτικά φαρμακεία τους το σύνολο των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων τα οποία κρίνονται κατάλληλα για τη θεραπεία των σοβαρών ασθενειών. Ο περιορισμός αυτός αποβλέπει στον έλεγχο της διαθέσεως φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων υψηλού κόστους σε ασθενείς που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες για λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενους αφενός μεν στην προστασία της δημόσιας υγείας, αφετέρου δε στην περιστολή των δαπανών που καλούνται να καταβάλουν το Δημόσιο και οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίοι συμμετέχουν στην καταβολή των ποσών αγοράς των ανωτέρω φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων από τους ασφαλισμένους τους (πρβλ. ΣτΕ 4175/1998, 1014/2011). Ως εκ της φύσεώς του δε και του αντικειμένου του, αφού με αυτόν δεν θεσπίζεται απόλυτη απαγόρευση διαθέσεως από τα ιδιωτικά φαρμακεία των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων που προορίζονται για τη θεραπεία των σοβαρών ασθενειών, τα οποία, άλλωστε, αποτελούν μέρος των φαρμάκων που διατίθενται από τα φαρμακεία αυτά, αλλά επιτρέπεται η διάθεση περιορισμένου αριθμού των ιδιοσκευασμάτων αυτών από τα εν λόγω φαρμακεία, ο επίμαχος περιορισμός, ο οποίος δικαιολογείται από τους ανωτέρω σκοπούς, δεν παρίσταται απρόσφορος ούτε προδήλως δυσανάλογος για την επίτευξη των επιδιωκομένων με τη θέσπισή του σκοπών»[26].

Το φάρμακο[27], όμως, ως επιμέρους προβληματική στο πεδίο της προστασίας της υγείας, δεν συνδέεται μόνο με τη φαρμακευτική δαπάνη, ή γενικότερα με ζητήματα οικονομικής φύσης, αλλά και με την κατανάλωση (ως ατομική συμπεριφορά) και τις επιπτώσεις αυτής στην υγεία του ασθενούς.

  1. Νέες προκλήσεις για την προστασία της υγείας

Η κατανάλωση φαρμάκου, ζήτημα διάφορο από την πρόσβαση στη φαρμακευτική περίθαλψη[28] και το παρεχόμενο επίπεδο αυτής, συνδέεται με ζητήματα όπως αυτό της διάθεσης φαρμάκων σε πολυκαταστήματα καθώς και των διαφημίσεων[29]. Με άλλα λόγια, η κατανάλωση φαρμάκου συνδέεται και με την ατομική συμπεριφορά του ασθενούς/καταναλωτή. Με την ατομική συμπεριφορά, συνδέεται επίσης και η επιλογή του εμβολιασμού, στις περιπτώσεις που δεν είναι υποχρεωτικός. Στα παραπάνω θέματα ανευρίσκεται το στοιχείο της αυτοδιάθεσης και πάντως της προσωπικής επιλογής, χωρίς όμως να αποκλείονται και οι επιπτώσεις των επιλογών αυτών σε τρίτους. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ζητήματα τα οποία αφορούν μεν, έναν εκ των προτέρων άγνωστο και απροσδιόριστο αριθμό προσώπων, διαφοροποιούνται όμως σε σχέση λ.χ. με το ζήτημα της ύδρευσης και της προστασίας της δημόσιας υγείας[30], εφόσον ανάμεσα στον τελικό αποδέκτη και το αντικείμενο μεσολαβεί και κάποια δική του ενέργεια, εν είδει επιλογής/απόφασης.

Σχετικά έχει κριθεί ότι η αποκλειστική διάθεση συμπληρωμάτων διατροφής από τα φαρμακεία δεν παραβιάζει το άρθρο 5 παρ. 1 Συντ., «δεδομένου ότι είναι μέτρο γενικό και αντικειμενικό και αποσκοπεί στην προστασία της ανθρώπινης υγείας, δηλαδή στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, από το ενδεχόμενο υπερβολικής ή ανεξέλεγκτης πρόσληψης ουσιών, όπως οι βιταμίνες και τα ανόργανα στοιχεία, δυνητικά επιβλαβών για την υγεία, για την οποία το κράτος οφείλει να μεριμνά και προληπτικώς, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος» [31]. Εξάλλου, οι επιλογές του νομοθέτη σχετικά με το επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας που επιθυμεί να διασφαλίσει, στο πλαίσιο του άρθρου 21 παρ. 3 Συντ., ελέγχονται μόνο οριακά[32]. Αντίθετα, η συμμετοχή σε κλινικές δοκιμές φαρμάκων, είναι επιτρεπτή -αν και υπό προϋποθέσεις-, γεγονός που δίνει ένα σχετικό προβάδισμα στο στοιχείο της προσωπικής επιλογής[33].

Στο πεδίο αυτό, ωστόσο, είναι αναγκαίες πολύ πιο σύνθετες σταθμίσεις, ή για την ακρίβεια, η λήψη υπόψη περισσότερων κριτηρίων, εφόσον, μάλιστα, η προστασία της υγείας διαρθρώνεται σε περισσότερα επίπεδα, όπως προαναφέρθηκε. Έτσι, πέραν του κριτηρίου της άμεσης συνέπειας, όπως ήδη αναλύθηκε, θα πρέπει να αναζητηθούν και επιπλέον κριτήρια, ώστε να καλυφθεί επαρκώς το σύνολο των νέων αυτών προκλήσεων, οι οποίες εμφανίζονται σταδιακά στο προσκήνιο. Βέβαιο είναι όμως σε κάθε περίπτωση ότι αυτό που προέχει θα πρέπει να είναι η προστασία της υγείας, σε όλα της τα επίπεδα.

[1] Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση. Πρώτη δημοσίευση σε: ΘΠΔΔ 4-5/2018, σελ. 485 επ.

[2]. Κ. Χρυσόγονος, Σ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2017, σελ. 268 επ., 575 επ.

[3]. Βλ. Κ. Χρυσόγονος, Σ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2017, σελ. 268 επ. και 575 επ. αντίστοιχα. Πρβλ. και Σ. Βλαχόπουλος, Θεμελιώδη δικαιώματα, 2016, σελ. 505 επ. Βλ. επίσης και Π. Παπαρρηγοπούλου – Πεχλιβανίδη, Το δημόσιο δίκαιο της υγείας, 2017, σελ. 49 επ. Πρβλ. και ΣτΕ 4171/2012.

[4]. Πάντως, η νομολογία έχει δεχθεί ότι η ψυχική υγεία εμπίπτει στην έννοια της δημόσιας υγείας, βλ. ΣτΕ Ολ 1766/2014.

[5]. Βλ. ΔΕφΑθ 145/2010.

[6]. Βλ. για το συλλογικό επίπεδο, Σ. Βλαχόπουλος, Θεμελιώδη δικαιώματα, 2016, σελ. 506 επ.

[7]. Σ. Κτιστάκη, Δικαίωμα επιχειρηματικής δραστηριότητας και δικαίωμα στην υγεία – Νέες τάσεις της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΘΠΔΔ 2009, 913 επ.

[8]. Πρβλ. ΣτΕ 1943/2017 με παρατηρήσεις Σ. Χριστοφορίδου, ΘΠΔΔ 2017, 969 επ.

[9]. Βλ. Κ. Χρυσόγονος, Σ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2017, σελ. 232, 577 επ. με τις εκεί νομολογιακές αναφορές.

[10]. Κ. Χρυσόγονος, Σ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2017, σελ. 240 επ. Πρβλ. όμως και ΣτΕ 3184/2017 για τα ανώτατα όρια ηλικίας των γιατρών του ΕΣΥ, όπως επίσης και ΣτΕ Ολ 431/2018, για τα μισθολογικά των τελευταίων.

[11]. Βλ. ΣτΕ Ολ 228/2014, όπως επίσης και ΣτΕ 705/2015. Το πληθυσμιακό κριτήριο ίδρυσης φαρμακείων ρυθμίζεται πλέον από το άρθρο 36 παρ. 3 Ν 3918/2011, όπως ισχύει.

[12]. Βλ. ΑΠ Ολ 6/2013.

[13]. ΣτΕ Ολ 1187/2009, ΣτΕ 4/2016.

 

[14]. Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο κατά τον καθορισμό του είδους και της μορφής των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας από ιδιώτες, βλ. ΔΕφΑθ 2883/2017, ΘΠΔΔ 2017, 1221 επ.

[15]. ΣτΕ 4171/2012.

[16]. Αντίθετα, η προστασία της υγείας μπορεί να είναι επαρκής λόγος προκειμένου για την διαφορετική φορολογική μεταχείριση, όπως συνέβη στην περίπτωση των «ενεργειακών» ποτών. Βλ. CC 2014-417 QPC, απόφ. της 19.9.2014.

[17]. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει για τις περιπτώσεις που οι επίμαχες ρυθμίσεις απλώς ασκούν επιρροή στις συνθήκες άσκησης ενός ιατρικού επαγγέλματος. Βλ. ΣτΕ Ολ 3962/2014.

[18]. Βλ. Π. Λαζαράτος, Δημοσιονομικό συμφέρον και δίκαιο της ανάγκης, ΘΠΔΔ 2013, 686 επ., Κ. Γιαννακόπουλος, Τo ελληνικό Σύνταγμα και η επιφύλαξη του εφικτού της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων: «να είστε ρεαλιστές, να ζητάτε το αδύνατο», ΕφΔΔ 2015, 436 επ.

[19]. Βλ. για το άμεσο αποτέλεσμα από τις επεμβάσεις του κράτους και ΣτΕ Ολ 237/2015.

[20]. Πρβλ. ΣτΕ 3802/2014 για τα γενόσημα φάρμακα και το ανώτατο όριο συνταγογράφησης. Βλ. γενικά για τα γενόσημα φάρμακα, Β. Καραγιάννης, Το δίκαιο των γενόσημων φαρμάκων, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, passim.

[21]. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί και η υποχρέωση σύναψης σύμβασης των ιατρών με τον ΕΟΠΥΥ, προκειμένου για την αποζημίωση, βλ. ΣτΕ Ολ 3962/2014, 30/2017.

[22]. Βλ. παραπάνω.

[23]. Βλ. ΣτΕ Ολ 1749/2016 με παρατ. Χ. Χρυσανθάκη, ΘΠΔΔ 2016/1196 επ., σκ. 17.

[24]. Πρβλ. Ξ. Κοντιάδης – Κ. Σουλιώτης, Πολιτική Φαρμάκου στην Ελλάδα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, εκδ. Παπαζήση, 2017.

[25]. Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 3048/2017.

[26]. ΣτΕ 2677/2016, ΘΠΔΔ 2017, 362 επ.

[27]. Βλ. για τον ορισμό του φαρμάκου, άρθρο 2 Ν 1316/1983: «Φάρμακο με την έννοια του παρόντος είναι ουσία ή συνδυασμός ουσιών ή σύνθεση που φέρεται να έχει ιδιότητες θεραπευτικές ή προληπτικές για ασθένειες ανθρώπων ή ζώων, ως επίσης ουσία ή συνδυασμός ουσιών ή σύνθεση που μπορεί να χορηγηθεί σε άνθρωπο ή ζώο για να συμβάλλει σε ιατρική διάγνωση ή να βελτιώσει ή να τροποποιήσει ή αποκαταστήσει ή υποκαταστήσει οργανική λειτουργία στον άνθρωπο ή τα ζώα».

[28]. Εδώ θα μπορούσε να ενταχθεί και η συζήτηση περί της φαρμακευτικής κάνναβης, βλ. Ν 4523/2018.

[29]. Βλ. ΥΑ Υ6α//2002 (ΥΑ Υ6α/οικ.22261 ΦΕΚ Β΄ 284 2002): Διαφήμιση φαρμακευτικών προϊόντων που μπορούν να χορηγούνται χωρίς ιατρική συνταγή.

[30]. Όπως στην περίπτωση της ιδιωτικοποίησης του νερού, η οποία αφορά το σύνολο των πολιτών, βλ. ΣτΕ Ολ 1906/2014.

[31]. ΣτΕ 931/2010. Πρβλ. και Α. Μεταξάς / Θ. Γαλάνης, Συμβατότητα με το ενωσιακό δίκαιο του σχετικού με τη διάθεση και διακίνηση συμπληρωμάτων διατροφής εθνικού νομοθετικού πλαισίου, ΘΠΔΔ 2010, 722.

[32]. ΣτΕ 931/2010.

[33]. Βλ. Σ. Βλαχόπουλος, Η νομική θεώρηση των κλινικών δοκιμών φαρμάκων: Η αμηχανία του νομικού σε διλήμματα μεταξύ ηθικής και δικαίου, ΘΠΔΔ 2008, 947 επ. Βλ. και το άρθρο 4 Ν 4523/2018 για τις μη παρεμβατικές μελέτες, πλην των κλινικών δοκιμών.

 

 

 

[Aναδημοσίευση από: ΘΠΔΔ 4-5/2018, σελ. 485 επ]

Συνταγματική αναθεώρηση και διαχωρισμός εκκλησίας – κράτους

Βαγγέλης Μάλλιος, Διδάκτωρ Νομικής, Δικηγόρος

Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από περιστατικά που σχετίζονται με τον ιδιαίτερο ρόλο που έχει αποκτήσει η ορθόδοξη εκκλησία στο εσωτερικό του Ελληνικού κράτους και ο παραγκωνισμός άλλων θρησκειών επαναφέρει με ακόμα μεγαλύτερη δυναμική το αίτημα για συνταγματικό χωρισμό του κράτους από την εκκλησία.

Παράδειγμα 1ο: Το 2006, η θρησκευτική ηγεσία τελεί αγιασμό στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την έναρξη του δικαστικού έτους. Δώδεκα χρόνια αργότερα, η Ολομέλεια του ίδιου δικαστηρίου αποφασίζει ότι το μάθημα θρησκευτικών δεν μπορεί να είναι θρησκειολογικό με έμφαση στο ορθόδοξο δόγμα, αλλά πρέπει να μεταδίδει μόνο το δόγμα αυτό (ομολογιακό), γιατί διαφορετικά παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία των ορθόδοξων μαθητών και των γονέων τους. Όσο για τους λοιπούς μαθητές, μπορούν να εξαιρούνται από το μάθημα, γνωστοποιώντας στο κράτος τις πεποιθήσεις τους (ΣτΕΟλ 660/2018).

Παράδειγμα 2ο: Η Εκκλησία της Ελλάδος και η πλειοψηφία των ιεραρχών δεν έχουν απλώς αντίθετη άποψη με την λειτουργία τεμένους και αποτεφρωτηρίου για την καύση των νεκρών. Προσπαθούν -και έως σήμερα τουλάχιστον έχουν καταφέρει-, είτε μέσω δικαστικών προσφυγών είτε μέσω επηρεασμού της πολιτικής ηγεσίας και της λαϊκής γνώμης, να εμποδίσουν την ανέγερση και λειτουργία τους. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι εδώ και μερικά χρόνια έχει θεσμοθετηθεί η δυνατότητα ανέγερσής τους.

Παράδειγμα 3ο: Προ ετών ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ προσήλθε σε αστυνομικό τμήμα μαζί με βουλευτές της Χρυσής Αυγής, για να καταθέσει μήνυση κατά των συντελεστών θεατρικού έργου, το οποίο κατά την άποψή του, ήταν προσβλητικό για την ορθόδοξη πίστη. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας και Καλαβρύτων Αμβρόσιος, αναφερόμενος σε ομοφυλόφιλους συμπολίτες μας, προέτρεψε σε πράξεις βίας εναντίον τους («Όταν και όπου τους συναντάτε, φτύστε τους, μη τους αφήνετε να σηκώνουν κεφάλι»).

Δυστυχώς, τα ανωτέρω παραδείγματα δεν είναι ούτε εξαιρέσεις από τον κανόνα ενός θρησκευτικά ουδέτερου κράτους ούτε μπορούν να αντιμετωπίζονται ως γραφικές και περιθωριακές περιπτώσεις. Συνιστούν παραδείγματα του σύγχρονου «ελληνοχριστιανικού» πολιτισμού, της «κρατικοποίησης» της εκκλησίας και της «εκκλησιαστικοποίησης» του κράτους και επιβεβαιώνουν την ανάγκη για διακριτούς ρόλους του κράτους από την εκκλησία.

Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο παράδειγμα αναδεικνύει αφενός μεν το ζήτημα της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών, αφετέρου δε την ιδιαίτερη σημασία της της συνταγματικής κατοχύρωσης της ορθοδοξίας ως «επικρατούσας θρησκείας». Έτσι, αντί δυστυχώς το μάθημα των θρησκευτικών να μετατρέπεται σταδιακά από ομολογιακό σε θρησκειολογικό και να συμπεριλάβει την εισαγωγή στην ιστορία, την κοινωνιολογία και τη δογματική όλων των θρησκειών, το Συμβούλιο Επικρατείας υπερασπίζεται τον ομολογιακό χαρακτήρα του κράτους. Με μια δικαστική απόφαση που θυμίζει άλλες εποχές και θεοκρατικά καθεστώτα, η Ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας προσδιορίζει το περιεχόμενο του μαθήματος υπό το φως του άρθρου 3 του Συντάγματος, το οποίο ανάγει την ορθοδοξία ως «επικρατούσα θρησκεία».

Προφανώς, ένα θρησκειολογικό μάθημα που μελετά το ρόλο τον θρησκευτικών παραδόσεων στον πολιτισμό μπορεί να έχει θέση στο ελληνικό σχολείο. Εντούτοις, ο ομολογιακός χαρακτήρας που προτάσσει τη «μία και μοναδική» αλήθεια δεν μπορεί να συνυπάρξει σε ένα σχολείο που οφείλει να προάγει την κριτική σκέψη, την αναζήτηση και τον εις βάθος διάλογο.

Από την άλλη πλευρά, γίνεται πλέον σαφές ότι η διακηρυσσόμενη θρησκευτική ελευθερία όλων των ανθρώπων δύσκολα μπορεί να συμπορευθεί με την συνταγματική ανακήρυξη της ορθόδοξης θρησκείας ως «επικρατούσας». Και μπορεί εδώ και πολλά χρόνια οι συνταγματολόγοι να ερμηνεύουν τη διάταξη αυτή ως διαπιστωτική της αριθμητικής υπεροχής των ορθοδόξων μεταξύ του πληθυσμού, πλην όμως η ύπαρξη της διάταξης αυτής συμβάλει και αυτή (ιδίως μέσω του δικαστικού ακτιβισμού) στην επέκταση της εκκλησίας σε θέματα κρατικής αρμοδιότητας.

Το δεύτερο παράδειγμα έχει να κάνει με την προνομιούχο θέση της ορθόδοξης εκκλησίας στο εσωτερικό των κρατικών θεσμών και τον διαρκή παραγκωνισμό των άλλων θρησκειών. Βεβαίως, στον τόπο μας δεν γίνονται διωγμοί θρησκευτικών μειονοτήτων. Γίνονται όμως διακρίσεις. Και δείγματα διακρίσεων και μη ανοχής προς τη διαφορετική θρησκευτική πίστη υπάρχουν πολλά: από την παρεμπόδιση ή τις δυσκολίες της ίδρυσης ναών για τη λατρεία άλλων θρησκειών έως την απειλή της δίωξης της διάδοσής τους και τη δυσμενή διάκριση ορισμένων ιδίως θρησκευτικών κοινοτήτων (όπως π.χ. οι Μάρτυρες του Ιεχωβά). Από την ύπαρξη θρησκευτικών συμβόλων στις αίθουσες διδασκαλίας και δικαστηρίων έως τον εκκλησιασμό και την πρωινή προσευχή στα σχολεία. Από τον προνομιούχο χαρακτηρισμό της ορθόδοξης εκκλησίας ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου έως την εξασφάλιση της μισθοδοσίας των ιερέων από το ελληνικό κράτος. Από την αναγραφή του θρησκεύματος στα δημόσια έγγραφα έως την ύπαρξη θρησκευτικών υπηρεσιών στις θρησκευτικές υπηρεσίες των δημόσιων υπηρεσιών και την προνομιακή φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Το τρίτο παράδειγμα μας θυμίζει ότι κάποιοι ανώτατοι αξιωματούχοι της ορθόδοξης εκκλησίας, υπό την ανοχή (ή και επιδοκιμασία) μερίδας του πολιτικού κόσμου, συχνά προβάλλουν την αξίωση να επεμβαίνουν στο δημόσιο βίο. Και τούτο, με τέτοια συχνότητα και επιμονή, σαν να ήταν θεσμοθετημένοι συντελεστές του. Στο πλαίσιο αυτό, μερίδα της ιεραρχίας ανάγει σε δικαίωμά της το να έχει και να εκφράζει δημοσίως απόψεις για τα εθνικά θέματα, ακόμα και αν αυτά αφορούν τις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας (βλ. Μακεδονικό). Στην προσπάθειά τους αυτή να διεκδικήσουν μέρος στο πολιτικό γίγνεσθαι, οι εκπρόσωποι της εκκλησίας επιδεικνύουν την ιδιαίτερη ιστορική σχέση κράτους και εκκλησίας και προσπαθούν να τη μετατρέψουν σε πολιτικό κεφάλαιο. Και τούτο, με διαρκή απειλή εκλογικού κόστους σε όσους πολιτικούς δεν συμπορεύονται με τις απόψεις τους.

Συμπερασματικά: οι συνταγματικές διατάξεις για την επικρατούσα θρησκεία και την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης ως σκοπού της παιδείας, αλλά και η επίκληση στο Σύνταγμα της Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος θα μπορούσαν να μην είναι από μόνες τους προβληματικές. Διότι ακόμα και σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο νομοθέτης και η διοίκηση είχαν και έχουν ευρύ περιεχόμενο ουσιαστικών ρυθμίσεων για την εμπέδωση της ανεξιθρησκείας και της ουσιαστικής ισότητας.

Εντούτοις, τόσο λόγω του δικαστικού ακτιβισμού όσο και λόγω της νομοθετικής ατολμίας, είναι προφανές πλέον ότι οι ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις συνιστούν «αγκάθια» που πρέπει να φύγουν. Διότι κρατούν το κράτος δέσμιο της εκκλησίας, θέτουν σε αμφισβήτηση τη δημοκρατική του συνέπεια και θίγουν τα δικαιώματα των πολιτών. Έτσι, πλέον, πλάι στα αυτονόητα της συνταγματικής αναθεώρησης (π.χ. αλλαγή στην ποινική δίωξη των υπουργών, στη βουλευτική ασυλία, στον τρόπο επιλογής των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, κλπ.) ήρθε και η στιγμή συνταγματικού διαχωρισμού της εκκλησίας από το κράτος και της ρητής κατοχύρωσης της θρησκευτικής ουδετερότητας του τελευταίου.

Αναδημοσίευση από την Αυγή, 25/09/2018

Η ραδιοτηλεοπτική προπαγάνδα, το Σύνταγμα και το ΕΣΡ

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οι τελευταίες αντιδράσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ, απέναντι στον ΣΚΑΙ και την ΕΡΤ αντίστοιχα, θέτουν ξανά επί τάπητος, και μάλιστα επιτακτικά, το ερώτημα: έχουν δικαίωμα τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα να ασκούν προπαγάνδα υπέρ ή κατά των κομμάτων ή και των ποικίλων ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων; Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό ας ξεκινήσουμε από την περιγραφή της σημερινής πραγματικότητας:

 

Η ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΡΤ

Από την μία έχουμε την κρατική ραδιοτηλεόραση, η οποία αποτελεί, δυστυχώς, ακόμα μία χαμένη ευκαιρία για την σημερινή κυβέρνηση. Η  ΕΡΤ έπρεπε να έχει μετασχηματισθεί, μετά την ολική επαναφορά της, σε ένα πρότυπο πολυφωνικής και ποιοτικής ενημέρωσης, το οποίο αφ’ενός μεν θα εξέθετε την ΝΔ για το «μαύρο» και για την ΝΕΡΙΤ αφ’ετέρου δε  θα έθετε ψηλά τον πήχυ και για την ιδιωτική ραδιοτηλεόραση. Αντί αυτού ακολούθησε την πεπατημένη και μάλιστα στη χειρότερη εκδοχή της: διαμορφώθηκε εξ υπαρχής στην λογική ενός κυβερνητικού προπαγανδιστικού μηχανισμού, ο οποίος υπηρετεί διατεταγμένα και συστηματικά –άλλοτε κραυγαλέα και άλλοτε τηρώντας κάποια προσχήματα– τις μικροκομματικές σκοπιμότητες των κομμάτων της πλειοψηφίας (και ιδίως βέβαια του ΣΥΡΙΖΑ). Με άλλα λόγια η σημερινή κυβέρνηση αντιμετώπισε και αυτή την δημόσια ραδιοτηλεόραση σαν κυβερνητική ραδιοτηλεόραση, όπως συνέβαινε εν πολλοίς και στο παρελθόν (με κάποιες, πάντως, φωτεινές εξαιρέσεις, που δεν πρέπει να υποτιμώνται ή να αντιμετωπίζονται με άκριτο ισοπεδωτισμό). Όσον αφορά δε το υπόλοιπο, πλην του «ενημερωτικού», πρόγραμμά της, η ΕΡΤ είναι μεν κατά κανόνα σοβαρότερη και ποιοτικότερη από την ιδιωτική αλλά και εκεί εμφορείται από γενικότερες ιδεολογικές και αισθητικές εμμονές, οι οποίες, σε συνδυασμό με έναν έκδηλο δήθεν προοδευτικό ελιτισμό,  την καθιστούν εν πολλοίς μονομερή και μονοδιάστατη,  συχνά δε πληκτική και απωθητική.

Υπάρχουν βέβαια και κάποιες ενημερωτικές εκπομπές που τηρούν, με νύχια και με δόντια, τη δημοκρατική δεοντολογία, αλλά αυτές επιβεβαιώνουν απλώς τον κανόνα. Από την άλλη, όμως, υπάρχουν και εκπομπές που υπερβαίνουν κάθε όριο προπαγανδιστικής λογικής, τόσο στο ραδιόφωνο όσο και στην τηλεόραση. Προέχουσα δε θέση μεταξύ αυτών καταλαμβάνει η απογευματινή εκπομπή στην οποία εμφανίζεται, σαν ινστρούχτορας παλαιάς κοπής αλλά κα σαν «φωτεινός παντογνώστης» του ΣΥΡΙΖΑ,  ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος που προκάλεσε, χάνοντας πλέον κάθε μέτρο, την απολύτως δικαιολογημένη αντίδραση της ΝΔ (αλλά και το αδικαιολόγητο εμπάργκο της ΕΡΤ, που απλώς επιτείνει το πρόβλημα).

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι τα εκπληκτικά χαμηλά ποσοστά θεαματικότητας και ακροαματικότητας (αντίστοιχα ή και χειρότερα της ΝΕΡΙΤ και πόρρω απέχοντα από αυτά των ιδιωτικών ΜΜΕ), που καθιστούν την ΕΡΤ αμελητέα τόσο από την άποψη της πολιτικής ενημέρωσης, διότι είναι φανερό ότι έχει καταντήσει θεραπαινίδα μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων, όσο και από την άποψη της διαμόρφωσης ποιοτικών ψυχαγωγικών και αισθητικών προτύπων που θα αγγίζουν το ευρύτερο κοινό.

 

ΟΙ ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΠΑΡΕΚΤΡΟΠΕΣ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΜΜΕ

Αλλά και στα ιδιωτικά ραδιοφωνικά και –ιδίως– τηλεοπτικά μέσα η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Τα περισσότερα από αυτά λειτουργούν πλέον, ολοένα και πιο κραυγαλέα και προκλητικά, σαν προέκταση των οικονομικών συμφερόντων των ιδιοκτητών τους αλλά και σαν φερέφωνα των κομμάτων της αντιπολίτευσης και ιδίως της Νέας Δημοκρατίας. Στα μέσα αυτά η έννοια της είδησης έχει χάσει το νόημά της, καθώς οι παρουσιαστές κατά κανόνα προτάσσουν, με ύφος τιμητή ή με ειρωνικά σχόλια και εξυπναδισμούς, τον αντικυβερνητικό σχολιασμό της «είδησης» που ακολουθεί, προκαταλαμβάνοντας εξ αρχής την πολιτική της αντιμετώπιση και απαξιώνοντας συστηματικά κάθε κυβερνητική πρωτοβουλία, πριν καν την εξαγγείλουν. Στην συνέχεια, και αφού τελειώσει το κυρίως «ειδησεογραφικό» μέρος του δελτίου, αρχίζει μια ατελείωτη παρουσίαση πανομοιότυπων επιτηδευμένων ρεπορτάζ, στα οποία η στόχευση δεν είναι η ενημέρωση για τα κοινωνικά προβλήματα –τα οποία βεβαίως είναι υπαρκτά και οι ευθύνες γι αυτά  πρέπει να καταλογίζονται– αλλά το να καταδειχθεί, σε όλους τους προπαγανδιστικούς τόνους η απέραντη μιζέρια και δυστυχία στην οποία μας έχει οδηγήσει η σημερινή (και μόνο…) κυβέρνηση.

Ακόμη χειρότερα βέβαια είναι τα πράγματα με ορισμένες ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, ιδίως του ΣΚΑΪ, στις οποίες απουσιάζει κάθε έννοια δημοσιογραφικής δεοντολογίας, ενώ περισσεύουν οι υστερικές –και ενίοτε παραληρηματικές– κραυγές κατά της κυβέρνησης αλλά και γενικότερα κατά της Αριστεράς, υπό την όποια εκδοχή της (εξ ού και οι δικαιολογημένες επίσης αντιδράσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το επίσης αδικαιολόγητο εμπάργκο, αντί της ανάληψης ευρύτερων συναινετικών –και σε κάθε περίπτωση πειστικών– πρωτοβουλιών).

Όσο δε για το ψυχαγωγικό πρόγραμμα των ιδιωτικών σταθμών (όταν δεν καλύπτεται από συνεχείς επαναλήψεις…), η ποιότητα των νέων εκπομπών είναι η εξαίρεση. Κατά κανόνα πρυτανεύει  μια αβάσταχτη ελαφρότητα, σε συνδυασμό με φτηνό κουτσομπολιό και με απείρου κάλλους γλωσσικούς και αισθητικούς βαρβαρισμούς…

Με βάση αυτά τα δεδομένα, αν κανείς παρακολουθεί τα δημόσια ραδιοτηλεοπτικά μέσα νομίζει ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι σε λίγο όλα τα προβλήματά μας θα είναι παρελθόν. Αντίθετα, αν παρακολουθεί ιδιωτικά μέσα, στο τέλος έχει μια έντονη διάθεση αυτοκτονίας, διότι όλα του φαίνονται τόσο μαύρα και άραχνα, που ούτε να περιμένει την σωτηρία από την Νέα Δημοκρατία δεν έχει κουράγιο…

Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. Υπάρχουν και ορισμένα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα, για παράδειγμα, που κρατούν κάποιες ισορροπίες, ενώ από την άλλη υφίστανται και κάποια ελάχιστα  φιλοκυβερνητικά (που κινούνται μεταξύ της μετριοπάθειας και του κραυγαλέου προπαγανδισμού). Αλλά και εντός των προπαγανδιστικών ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων (όπως και εντός των «κυβερνητικών», όπως προαναφέραμε), υπάρχουν εκπομπές που καταφέρνουν να ανθίστανται στην γενική γραμμή και να σέβονται –λιγότερο ή περισσότερο– τις βασικές αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Κάποιες, μάλιστα, σε πείσμα των καιρών, είναι σχεδόν υποδειγματικές.

Ωστόσο, όλα αυτά είναι απλώς η εξαίρεση που επιβεβαιώνει και εδώ τον κανόνα. Και ο κανόνας, δυστυχώς, δεν είναι μόνον η μεροληπτική και συχνά προπαγανδιστική ενημέρωση ή η απουσία έστω και στοιχειωδών ποιοτικών προδιαγραφών. Ακόμη χειρότερο είναι ότι η πλειονότητα των δημοσιογράφων –δεδομένης και της οικονομικής κρίσης– υποτάσσεται ολοένα και περισσότερο στο κυρίαρχο μοντέλο. Κάποιοι από αυτούς αποδέχονται, περίπου σαν νομοτέλεια, την μικρότερη ή μεγαλύτερη παραβίαση των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας ενώ άλλοι προχωρούν και ένα βήμα παραπάνω και μετατρέπονται σε «πιστόλια» των εργοδοτών τους.

 

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΣΡ

Πρόκειται, συνολικότερα, για μια σαφή οπισθοδρόμηση στο πεδίο της λειτουργίας των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, τα οποία, όπως λειτουργούν, θέτουν ένα μείζον ζήτημα ως προς την συμβατότητα της ενημέρωσης που παρέχουν με το ευρωπαϊκό κεκτημένο της ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας. Πέρα από αυτό, όμως, παραβιάζουν ειδικότερα και το ελληνικό Σύνταγμα, και μάλιστα κατάφωρα.

Κι αυτό βέβαια δεν ισχύει μόνον ως προς την λειτουργία της ΕΡΤ, όπως ακούγεται συχνά (με το επιχείρημα ότι «την πληρώνει ο ελληνικός λαός». Η σημερινή λειτουργία της ΕΡΤ είναι όντως αντισυνταγματική, διότι δεν ανταποκρίνεται ούτε καν στοιχειωδώς στον ρόλο του δημόσιου προτύπου ως προς την ενημέρωση και την ψυχαγωγία. Εξ ίσου αντισυνταγματική, όμως, είναι και η λειτουργία των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ, διότι το συνταγματικό καθεστώς που τα διέπει δεν είναι το ίδιο με αυτό των εφημερίδων και μάλιστα με ρητή και κατηγορηματική επιλογή του αναθεωρητικού νομοθέτη του 2001, που αντιστάθηκε στις σειρήνες που επέμεναν στην πλήρη εξομοίωση. Και η επιλογή αυτή ήταν απολύτως δικαιολογημένη, διότι τα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα έχουν μετατραπεί στην εποχή μας, τόσο σε υπερεθνικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, σε επίφοβες ιδιωτικές εξουσίες με τεράστια εμβέλεια, ελεγχόμενες από στυγνά ιδιωτικά συμφέροντα, που κάθε άλλο παρά την «ελεύθερη ενημέρωση» υπηρετούν. Ως εκ τούτου κάθε άλλο παρά παράδοξο είναι να μιλάμε πλέον όχι μόνον για την ελευθερία των ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ αλλά και για την ελευθερία απέναντι σε αυτά τα ΜΜΕ. Και μια τέτοια ελευθερία προϋποθέτει τον δημόσιο έλεγχό τους, που είναι μάλιστα απολύτως θεμιτός, δεδομένου ότι όχι μόνον χρησιμοποιούν συχνότητα που αποτελεί δημόσια περιουσία αλλά και  ασκούν, όπως γίνεται ευρύτατα αποδεκτό στη θεωρία και την νομολογία,, «κατά παραχώρηση δημόσια υπηρεσία».

Αυτή λοιπόν ήταν εν τέλει, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, η ρυθμιστική οδός που ακολούθησε το Σύνταγμα του 2001, διακρίνοντας σαφώς τις εφημερίδες από την ραδιοτηλεόραση. Και για να γίνει πιο συγκεκριμένο:

Οι εφημερίδες υπάγονται στην προστασία του άρθρου 14, που δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρέμβασης οποιουδήποτε κρατικού θεσμού ως προς τον ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό και τις ενημερωτικές επιλογές τους. Ο μόνος φραγμός, πέρα από την προστασία των θιγομένων από δημοσιεύματα, είναι οι κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, που  επιβάλλονται όμως από την ΕΣΗΕΑ (κανόνες «αυτορρύθμισης»).

Αντίθετα, το καθεστώς των ραδιοτηλεοπτικών μέσων είναι εντελώς διαφορετικό. Σύμφωνα με το άρθρο 15 όχι μόνον δεν απολαμβάνουν της προστασίας του άρθρου 14 για τις εφημερίδες αλλά και   υπάγονται ρητά στον άμεσο έλεγχο του κράτους. Όχι βέβαια, πλέον, υπό την έννοια της κρατικής ιδιοκτησίας ή ενός γενικού και αόριστου ελέγχου αλλά υπό την έννοια της εποπτείας, που ασκείται για λογαριασμό του κράτους από Ανεξάρτητη Αρχή (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης), προκειμένου να διασφαλισθούν τρεις βασικές και ρητά αναφερόμενες συνταγματικές αρχές: η ισότητα, η αντικειμενικότητα και η ποιότητα.

Με άλλα λόγια, για να το κάνουμε πιο σαφές, είναι άλλο η «Καθημερινή», που μπορεί ελεύθερα –τόσο στο κύριο άρθρο όσο και με ποικίλα δημοσιεύματα– να ασκεί προπαγάνδα υπέρ οποιουδήποτε κόμματος ή υπέρ οποιασδήποτε ιδεολογικοπολιτικής προσέγγισης, και άλλο ο ΣΚΑΪ, που υπόκειται στον έλεγχο του ΕΣΡ αν ασκεί την ίδια προπαγάνδα, διότι δεσμεύεται από το Σύνταγμα ως προς την τήρηση των παραπάνω συνταγματικών αρχών.

Για να επιτύχει στον σκοπό αυτόν, το ΕΣΡ αφ’ενός μεν θέτει αυστηρές προδιαγραφές και κανόνες ως προς την αδειοδότηση αλλά και την λειτουργία των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών –που αποβλέπουν, ιδίως,  στον δημοκρατικό πλουραλισμό, ως σύνθεση των ανωτέρω αρχών– αφ’ετέρου δε επιβλέπει τα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα, ως προς την τήρηση των εν λόγω προδιαγραφών και κανόνων, και επιβάλλει τις αναγκαίες κυρώσεις.

Στο σημείο αυτό, λοιπόν,  βρισκόμαστε σήμερα. Τόσο οι προδιαγραφές όσο και οι κανόνες για την λειτουργία της ραδιοτηλεόρασης –δημόσιας και ιδιωτικής– παραβιάζονται κατάφωρα, με αποτέλεσμα τα δημόσια  και τα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα να βλάπτουν την Δημοκρατία ομοίως, για να παραφράσουμε τον ποιητή. Τα κόμματα, και ιδίως τα δύο μεγαλύτερα,  οχυρώνονται πίσω από τα φίλια προπαγανδιστικά μέσα και αρκούνται σε ένα προσχηματικό «blame game”, χωρίς να παίρνουν καμία πρωτοβουλία για την αποκατάσταση ενός κλίματος πολυφωνίας και ανοιχτού δημοκρατικού διαλόγου.  Και τα μάτια όλα στρέφονται πλέον, αναπόφευκτα, προς το ΕΣΡ:

Θα επιτρέψει να συνεχισθεί αυτή η παρεκτροπή και να καταλήξει στον πλήρη συνταγματικό εκτροχιασμό της ενημέρωσης, που φαίνεται πλέον ή βέβαιος εν όψει της –μακράς–  προεκλογικής περιόδου; Ή θα πει –και θα επιβάλει με πειστικό τρόπο…– ένα «ως εδώ και μη παρέκει» σε όσους απεργάζονται την ραδιοτηλεοπτική επιβολή της ιδεολογικοπολιτικής μονομέρειας και του κομματικού φατριασμού;

Η ανεξαρτησία της φορολογικής διοίκησης: Δοκιμάζοντας τα όρια της κοινοβουλευτικής αρχής

Στυλιανού-Ιωάννη Γ. Κουτνατζή Λέκτορα Νομικής Σχολής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Δικηγόρου Δ.Ν. (FU-Berlin), LL.M. (Harvard)

Στην εποχή της οικονομικής κρίσης και των «μνημονίων», ζητήματα φορολογίας συχνά κυριάρχησαν στην ελληνική πολιτική και νομική πραγματικότητα. Το κέντρο βάρους της σχετικής συζήτησης επικεντρώθηκε όμως από μεν πολιτική σκοπιά στην έκταση και το μείγμα των φορολογικών επιβαρύνσεων, από δε νομική σκοπιά στα ζητήματα συνταγματικότητας που αυτές οι επιβαρύνσεις εγείρουν με έμφαση ιδίως στη συνταγματικότητα αφενός έκτακτων φορολογικών μέτρων, αφετέρου της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας. Στο περιθώριο της πολιτικής και νομικής συζήτησης παρέμεινε αντίθετα μια σημαντική θεσμική αλλαγή που επιχειρήθηκε τα τελευταία χρόνια, η καθιέρωση μιας θεμελιώδους διαχωριστικής γραμμής μεταξύ φορολογικής πολιτικής και φορολογικής διοίκησης. Σε αυτό το πλαίσιο, μετά από μια σύντομη συγκριτική επισκόπηση (Ι.), η παρούσα μελέτη παρουσιάζει κριτικά τις νομοθετικές εξελίξεις των τελευταίων ετών για την ανεξαρτησία της φορολογικής διοίκησης στην αρχή υπό τη μορφή της ημιαυτόνομης Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (ν. 4093/2012) (ΙΙ.), στη συνέχεια υπό τη μορφή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ν. 4389/2016) (IIΙ.). Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι εξελίξεις αυτές δοκιμάζουν τα συνταγματικά όρια, σε σχέση με μια σειρά από ζητήματα, όπως ιδίως οι έννοιες του κοινοβουλευτικού ελέγχου και της κοινοβουλευτικής ευθύνης (IV.). Yπό την έννοια αυτή η ανεξαρτητοποίηση της φορολογικής διοίκησης αντιμετωπίζεται ως αφορμή λειτουργικού επαναπροσδιορισμού της έννοιας και της εμβέλειας της κοινοβουλευτικής αρχής (V.).

Αντίο, Σταύρο Τσακυράκη…

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» εκφράζει τη βαθύτατη οδύνη του για την απώλεια του ιδρυτικού του μέλους, καθηγητή Σταύρου Τσακυράκη. Ο Σταύρος Τσακυράκης υπήρξε θαρραλέος και μαχητικός αγωνιστής του αντιδικτατορικού κινήματος. Κριτικός και ασυμβίβαστος, υπηρέτησε και υπερασπίσθηκε με συνέπεια τη Δημοκρατία, το Σύνταγμα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Τίμησε την επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου με το έργο και το ήθος του και υπήρξε αγαπητός συνάδελφος και αφοσιωμένος δάσκαλος. Ο Όμιλος εκφράζει τα πιο θερμά του συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικείους του.

Αθήνα, 21 Ιουλίου 2018

Ποιο εκλογικό σύστημα για την τοπική αυτοδιοίκηση;

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το νομοσχέδιο με τον βαρύγδουπο τίτλο «Κλεισθένης» επιβεβαίωσε αυτό που ήταν εδώ και πολύ καιρό φανερό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Αυτή η κυβέρνηση δεν έχει ούτε άποψη ούτε συγκροτημένο σχέδιο για την αντιμετώπιση του μεγάλου ασθενή, δηλαδή του ελληνικού κράτους. Έτσι, αντί να επεξεργασθεί μια ολοκληρωμένη μεταρρυθμιστική πρόταση για την καθιέρωση επιτελικών υπουργείων –με μόνες αρμοδιότητες τον σχεδιασμό, την νομοθετική πρωτοβουλία και την παρακολούθηση και με ταυτόχρονη γενναία αποκέντρωση, καθ’ύλην ή κατά τόπον, των υπολοίπων– το μόνο που την ενδιαφέρει στην παρούσα συγκυρία είναι αφ’ενός μεν κάποιες αποσπασματικές διευθετήσεις (συνήθως βάσει έξωθεν «οδηγιών») αφ’ετέρου δε η ευκαιριακή και συχνά κυνική υπηρέτηση μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.

Το αποκορύφωμα είναι η πρόταση για «απλή αναλογική» στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, που είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει, τόσο καθεαυτήν όσο και λόγω της κάκιστης νομοτεχνικής της επεξεργασίας, στην παράλυση του θεσμού, και μάλιστα σε μια περίοδο που καλείται να διαδραματίσει  ενεργότερο πολιτικοδιοικητικό ρόλο.

Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σχετική συζήτηση είναι έγκλημα καθοσιώσεως, όπως περίπου υποστηρίζει ο (μακράν χειρότερος στην σύγχρονη ιστορία της) πρόεδρος της ΚΕΔΕ. Άλλο να υποστηρίζει κανείς το ισχύον σύστημα (το οποίο έχει τα πλεονεκτήματά του) και άλλο να αρνείται πεισματικά έναν ευρύτερο διάλογο με εναλλακτικές προτάσεις.

Μια τέτοια πρόταση καταθέτω σήμερα στο τραπέζι του διαλόγου, προσπαθώντας να συμβάλω στην αναζήτηση εποικοδομητικών συναινέσεων προς δύο κατευθύνσεις: αφ’ενός μεν τον συνδυασμό της  συνταγματικής αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου με την αναγκαία «κυβερνησιμότητα» αφ’ετέρου δε την επιτακτική κατά την άποψή μου αναδιάρθρωση του πολιτικοδιοικητικού συστήματος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Η πρόταση αυτή (την οποία είχα υποστηρίξει παλαιότερα στο Ινστιτούτο Τοπικής Αυτοδιοίκησης) εκκινεί από τον διαχωρισμό του πολιτικού προσωπικού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε «εκτελεστικό» (περιφερειάρχες/αντιπεριφερειάρχες – δήμαρχοι/αντιδήμαρχοι) και «βουλευτικό» (περιφερειακοί/δημοτικοί σύμβουλοι). Ειδικότερα:

Α. Το «εκτελεστικό» θα εκλέγεται με ενιαία λίστα, εφ’όσον αυτή συγκεντρώσει, στον πρώτο ή τον δεύτερο γύρο, την απόλυτη πλειοψηφία (50% συν 1). Ο αριθμός των περιλαμβανομένων στην λίστα στις μεν Περιφέρειες θα είναι διπλάσιος των προβλεπόμενων θεματικών αντιπεριφερειαρχών (με παράλληλη αύξησή τους στις δύο μεγάλες Περιφέρειες, Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας) στους δε Δήμους διπλάσιος των προβλεπόμενων αντιδημάρχων, ώστε να υπάρχει ευχέρεια κατάρτισης της Εκτελεστικής Επιτροπής (από τον περιφερειάρχη ή τον δήμαρχο) με κάποια ευελιξία, τόσο ως προς τα κριτήρια επιλογής όσο και ως προς τον χρόνο άσκησης της εξουσίας των επιλεγομένων.

Όλοι οι εκλεγόμενοι με τη λίστα, πλην περιφερειαρχών, χωρικών αντιπεριφερειαρχών και δημάρχων, θα είναι μέλη του αντίστοιχου (Περιφερειακού/Δημοτικού) Συμβουλίου.

Β. Το «βουλευτικό» στις περιφερειακές εκλογές και στις εκλογές των  μεγάλων δήμων (πάνω από 50.000 εκλογείς) θα εκλέγεται με απλή αναλογική και σταυρό προτίμησης, κατά περιφερειακή ή δημοτική ενότητα.  Αναγκαίο κρίνεται, επίσης, ένα εκλογικό κατώφλι, ανάλογο με αυτό των βουλευτικών εκλογών (3%), προκειμένου να αποφευχθεί ο κατακερματισμός των δυνάμεων.

Αντίθετα, στους υπόλοιπους δήμους θα μπορούσε να υιοθετηθεί ενιαία λίστα υποψηφίων, με ελεύθερη σταυροδοσία. Δίπλα από το όνομα καθενός υποψηφίου θα υπάρχει σε παρένθεση ο συνδυασμός στον οποίο ανήκει, ενώ μπορούν να κατέρχονται και ανεξάρτητοι. Οι έδρες θα κατανέμονται και πάλι με απλή αναλογική, τόσο στους συνδυασμούς όσο και στους ανεξάρτητους, ανάλογα με την δύναμή τους (την πρώτη Κυριακή).

Τα πλεονεκτήματα του προτεινόμενου συστήματος είναι τα ακόλουθα:

Εν πρώτοις επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό η «κυβερνησιμότητα» της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας Αυτοδιοίκησης, χωρίς υπέρμετρη σχετικοποίηση της ισοδυναμίας της ψήφου –δεδομένου ότι οι εκλεγόμενοι με λίστα αποτελούν ένα λελογισμένο bonus για την διαμόρφωση πλειοψηφίας– αλλά και με βάση ευρύτερα λειτουργικά κριτήρια. Στην πραγματικότητα, με τον προτεινόμενο τρόπο εκλογής το (Περιφερειακό/Δημοτικό) Συμβούλιο μετατρέπεται σε ένα σύνθετο «βουλευόμενο» όργανο, το οποίο ασκεί, ως σύνολο, μόνο προγραμματικές, αποφασιστικές και κανονιστικές αρμοδιότητες, ενώ κατά τα άλλα οι μεν εκλεγόμενοι με λίστα θα ασκούν –πλην των εν δυνάμει αναπληρωματικών– εκτελεστικές αρμοδιότητες οι δε εκλεγόμενοι με σταυρό θα ασκούν ελεγκτικές αρμοδιότητες.

Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι η  μετατόπιση του κέντρου βάρους του αυτοδιοικητικού συστήματος από το πρόσωπο του επικεφαλής σε μια νέα μορφή συνδυασμού, ο οποίος θα κατέρχεται πλέον στις εκλογές με συγκεκριμένη και εκ των προτέρων γνωστή πρόταση τόσο σε επίπεδο προγράμματος όσο και σε επίπεδο στελεχών που θα κληθούν να το εφαρμόσουν (χωρίς να προϋποτίθεται η εκλογή τους με σταυρό, ο οποίος, ως γνωστόν, συχνά λειτουργεί αποτρεπτικά για την συμμετοχή στις εκλογές).

Κατ’αυτόν τον τρόπο μπορεί  να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά αφ’ενός μεν η παρατηρούμενη συχνά έλλειψη Συμβούλων με πολιτικοδιοικητικές ικανότητες –ιδίως λόγω της πρυτάνευσης κριτηρίων απλής αναγνωρισιμότητας ή επαγγελματικής δημοφιλίας– αφ’ετέρου δε το σύνηθες άλλοθι που προβάλλουν οι επικεφαλής των συνδυασμών, προκειμένου να δικαιολογήσουν  διάσταση λόγων και έργων.  Επιπλέον, δε, τα πρόσωπα που θα προορίζονται για να καταλάβουν κρίσιμες πολιτικοδιοικητικές θέσεις θα είναι και λιγότερο εκτεθειμένα τόσο στην άκριτη υποσχεσιολογία όσο και –ιδίως– στην τοπική διαπλοκή.

Παράλληλα, ένας τέτοιος συνδυασμός θα αποτελεί φυτώριο αυτοδιοικητικών στελεχών, διότι αφ’ενός μεν θα απαλλάξει τους ενδιαφερομένους από το άγχος του σταυρού αφ’ετέρου δε θα προσδώσει μεγαλύτερο πολιτικοδιοικητικό βάρος στον θεσμό της Αυτοδιοίκησης, ο οποίος έως τώρα, παρά τις ολοένα αυξανόμενες αρμοδιότητες, δεν έχει καταφέρει να προσελκύσει στελέχη που να μπορούν να αντιστοιχηθούν πλήρως στις προκλήσεις των καιρών.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» το Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Συνταγματικά και πολιτικά διδάγματα από την κίνηση Ματαρέλα

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η κίνηση Ματαρέλα να αρνηθεί τον διορισμό υπουργού που του πρότεινε ο εντολοδόχος πρωθυπουργός προκάλεσε τεράστια πολιτική αναταραχή στην Ιταλία –που ευτυχώς καταλαγιάζει…–, έκδηλη ανησυχία σε ολόκληρη την Ευρώπη αλλά και έντονη συζήτηση στην χώρα μας. Και είναι εύλογο, διότι πρόκειται για κίνηση υψηλού συμβολισμού: σηματοδοτεί με τον ευκρινέστερο τρόπο το πόσο προβληματική και επιπόλαια εξακολουθεί να είναι η αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων και εν πολλοίς αρνητικών πολιτικών φαινομένων που ανέδειξε τα τελευταία χρόνια η οικονομική κρίση και η έξαρση των μεταναστευτικών ροών. Ειδικότερα:

Α. Από συνταγματική σκοπιά η άποψή μου είναι ότι ο Ιταλός Πρόεδρος υπερέβη σαφώς τα όρια του ρόλου του ανώτατου άρχοντα, στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής (προεδρευόμενης ή βασιλευόμενης) δημοκρατίας, που κυριαρχεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν νοείται η λογική της διπλής εμπιστοσύνης –τόσο από τον ανώτατο άρχοντα όσο και από την Βουλή– που πρυτάνευσε στον πρώιμο («ορλεανικό» ή «δυαδικό») κοινοβουλευτισμό και εξακολουθεί να ισχύει μόνο στο προεδρικό σύστημα (ΗΠΑ, Κύπρος) καθώς και στο ιδιόμορφο ημιπροεδρικό της Γαλλίας (το οποίο ο Πρόεδρος Μακρόν φαίνεται να συγχέει, ανεπίτρεπτα, με το σύστημα της Ιταλίας…). Ως εκ τούτου, ο Πρόεδρος στην προεδρευόμενη δημοκρατία είναι εξ ορισμού ο ασθενέστερος πόλος της εκτελεστικής λειτουργίας, με ρυθμιστικές μόνο αρμοδιότητες και με οριακή διακριτική ευχέρεια τόσο όταν διορίζει τον πρωθυπουργό –δεδομένου ότι δεσμεύεται από την αρχή της δεδηλωμένης– όσο και όταν διορίζει, με πρόταση και ευθύνη αυτού, τους υπουργούς. Το μόνο που μπορεί να κάνει –πέρα από το να νουθετεί αφανώς– είναι να ασκεί μια μορφή ελέγχου νομιμότητας (όπως έγινε στο παρελθόν από τον Σκάλφαρο με τον προταθέντα για υπουργό δικαιοσύνης δικηγόρο του Μπερλουσκόνι). Σε καμία όμως περίπτωση δεν δικαιούται να ασκεί έλεγχο πολιτικής σκοπιμότητας, όπως έπραξε, ατυχέστατα, ο Ματαρέλα (αλλά και ο βασιλιάς στην Ελλάδα το 1965…), διότι έτσι παραβιάζει όχι μόνον το κοινοβουλευτικό σύστημα, που συνεπάγεται εξ ορισμού τον καθοριστικό ρόλο του πρωθυπουργού, αλλά και την ίδια την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.  Ο πρωθυπουργός δεν είναι πρώτος μεταξύ ίσων αλλά ο κυρίαρχος του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού. Κι αυτό ισχύει ακόμη και όταν ο Πρόεδρος εκλέγεται άμεσα από τον λαό (πχ Πορτογαλία, Αυστρία, Φιλανδία). Η αμφισβήτηση λοιπόν από τον Πρόεδρο κορυφαίων πολιτικών επιλογών του μόλις αναδειχθέντος πρωθυπουργού –εφόσον βέβαια αυτές δεν παραβιάζουν το Σύνταγμα– σημαίνει και αμφισβήτηση του ίδιου του πυρήνα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Β. Είναι φανερό, αν κρίνουμε και από τις ανεκδιήγητες δηλώσεις του Επιτρόπου Έτιγκερ –που έπρεπε να έχει ήδη παραιτηθεί…– ότι οι ιθύνουσες ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να  εθελοτυφλούν. Προτιμούν να κάνουν εκπτώσεις στην Δημοκρατία παρά να καταπολεμήσουν τις δομικές παθογένειές της Ευρωπαϊκής Ένωσης: τον ιδιόμορφο «καθεστωτισμό», τον θεσμικό ελιτισμό, τον πολιτικό ολιγαρχισμό, τις πολλαπλές  οικονομικές ανισότητες και, βεβαίως, τον ολοένα και πιο απροκάλυπτο «γερμανοκεντρικό» προσανατολισμό της.

Με αυτήν όμως την συμπεριφορά, που είναι υποταγμένη σε κοντόφθαλμες και μονοδιάστατες οικονομικές επιλογές, έχουν ακέραιη την ευθύνη για την  άνοδο του ακραίου, ισοπεδωτικού  και συχνά  αλλοπρόσαλλου –όπως στην Ιταλία– «λαϊκισμού» αλλά και της γενικευμένης πλέον αμφισβήτησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης (δηλαδή της μεγαλύτερης κατάκτησης του προηγούμενου αιώνα).

Με άλλα λόγια, αν αυτές οι δυνάμεις δεν αναστοχαστούν – κριτικά αλλά και αυτοκριτικά– το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι πραγματικά αμφίβολο αν θα υπάρξει τέτοιο μέλλον…

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» το Σάββατο 2/6/2018

 

Το μάθημα των θρησκευτικών υπό το φως της πρόσφατης απόφασης 660/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας

Γιώργος Σταυρόπουλος, Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας

1. Κατ’ επίκληση του προοιμίου του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται στην Αγία και Ομοούσια και Αδιαίρετη Τριάδα, του άρθρου 3 και κυρίως του άρθρου 16 παρ.1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις εσωτερικού και διεθνούς δικαίου, η  Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε ελάσσονα σύνθεση, εξέδωσε πρόσφατα την 660/2018 απόφασή της. Στην απόφαση παρατηρείται, εξαρχής, ότι παροράται το γεγονός ότι η επίκληση της Τριαδικής Θεότητας στο προοίμιο του Συντάγματος γίνεται για λόγους ιστορικούς, αλλά και για να τιμηθεί η συμβολή της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας  του Χριστού στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας και δίδεται λανθασμένη ερμηνεία στο άρθρο 3 του Συντάγματος, με το οποίο απλώς αναγνωρίζεται ότι οι περισσότεροι Έλληνες ασπάζονται την εν λόγω θρησκεία, ενώ, κατά τα λοιπά, ρυθμίζονται  κυρίως τα θέματα των σχέσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος με τη «Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης». Στη συνέχεια επιχειρείται μια ατυχής ερμηνεία κυρίως των άρθρων 2,5,13,16 παρ.1 του Συντάγματος, των άρθρων 9 και 14 της ΕΣΔΑ, καθώς και του άρθρου 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής.

Το ανθρωποκεντρικό Σύνταγμα του 1975 ορίζει  ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας  του κάθε ανθρώπου αποτελεί την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας (άρθρο 2 παρ.1), κατοχυρώνει την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου (άρθρο 4), αναγνωρίζει  στον καθένα το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του, με ρητά προβλεπόμενους περιορισμούς, ενώ διακηρύσσει ότι όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διακρίσεις, μεταξύ άλλων και λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεών τους, και κυρίως δέχεται στο μη επιδεχόμενο αναθεώρησης (κατά το άρθρο 110) άρθρο 13 του Συντάγματος ότι είναι ελεύθερη η θρησκευτική συνείδηση και η λατρεία κάθε «γνωστής θρησκείας», αλλά και ότι κανένας δε μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του προς το Κράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους (άρθρο 13). Εξάλλου και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 9) κατοχυρώνει την ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και  της θρησκείας, η οποία περιλαμβάνει και την ελευθερία αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ενώ δέχεται ότι περιοριστικά μέτρα για την ελευθερία αυτή  μπορεί να υπάρχουν σε μια δημοκρατική κοινωνία, μεταξύ άλλων, για την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του Πρώτου  Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ , αναγνωρίζεται μεν το δικαίωμα  των γονέων να εξασφαλίζουν  στα παιδιά τους  «μόρφωση και εκπαίδευση… συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις», τούτο όμως δε σημαίνει ότι παρέχεται  δικαίωμα στους γονείς να αξιώνουν από το Κράτος την οργάνωση διδασκαλίας συγκεκριμένου θρησκευτικού περιεχομένου (ΕΔΔΑ, 10/01/2017, Osmanoglu, σκέψη 22-25).

Τέλος, σύμφωνα με την 2280/2001 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του ΣτΕ, η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα που ακολουθεί ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του. Κανένας, σημειώνει η ως άνω απόφαση της πλήρους Ολομέλειας, δε μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο, να εξαναγκασθεί να αποκαλύψει, είτε αμέσως είτε εμμέσως, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, υποχρεούμενος σε πράξεις ή παραλείψεις από τις οποίες τεκμαίρεται η ύπαρξη ή ανυπαρξία τους. Και καμιά κρατική αρχή ή κρατικό όργανο δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει  στον απαραβίαστο, κατά το Σύνταγμα, χώρο της συνείδησης του ατόμου  και να αναζητά το θρησκευτικό του φρόνημα, πολύ   περισσότερο να επιβάλλει την εξωτερίκευση των όποιων πεποιθήσεων του ατόμου  αναφορικά με τη σχέση του με το Θείο.

Προς την αντίθετη, ακριβώς, κατεύθυνση κινείται η πρόσφατη ως άνω απόφαση του ΣτΕ. Ερμηνεύοντας, αντίθετα με τις παραπάνω αρχές, τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, αλλά και τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, το ΣτΕ θεωρεί ότι η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο σε ορθόδοξους  χριστιανούς μαθητές, για τους οποίους τα θρησκευτικά αποτελούν μάθημα «ομολογιακό», δεχόμενο ότι μια διαφορετική διδασκαλία αυτού του μαθήματος,  περισσότερο αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική, που δε θα έχει κατηχητικό σκοπό, θα συνιστούσε «μορφή ομαδικού προσηλυτισμού», αν μια τέτοιου είδους διδασκαλία θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή ή την αλλοίωση της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών! Πόσο μεγάλος, αλήθεια, είναι ο φόβος μπροστά στην ελευθερία!

Η πλειοψηφία της απόφασης ταυτίζει εσφαλμένα το Κράτος και την Θρησκεία, όπως εσφαλμένα ταυτίζει την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης, στην οποία προεχόντως αποβλέπει η πιο πάνω συνταγματική διάταξη, με την  θρησκευτική συνείδηση, στην οποία αποδίδει εξαιρετικά περιορισμένο περιεχόμενο. Εξάλλου, τελικός σκοπός της παιδείας είναι, όπως το ίδιο άρθρο 16 παρ.2 του Συντάγματος  ρητά ορίζει, η διάπλαση των Ελλήνων σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες, τούτο δε αφορά και τη διαμόρφωση της θρησκευτικής τους συνείδησης. Η ίδια, άλλωστε γνώμη της πλειοψηφίας της Ολομέλειας αναγκάζεται, στη συνέχεια, να σημειώσει, αντιφάσκοντας  πλήρως προς τα περί ομαδικού προσηλυτισμού σημειούμενα, ότι δεν εμποδίζεται η Πολιτεία να περιλαμβάνει στα σχετικά προγράμματα σπουδών, στο πλαίσιο άλλων μαθημάτων, απευθυνόμενων στο σύνολο των μαθητών, και εκπαίδευση «θρησκειολογικού» χαρακτήρα, με πληροφορίες και γνώσεις και για άλλες, πλην της Ορθοδοξίας, θρησκείες και δόγματα, κατά τρόπο αντικειμενικό, κριτικό και πλουραλιστικό  χωρίς να επιδιώκει κατηχητικό σκοπό.

Το Κράτος, όμως, δε θρησκεύεται και δεν πρέπει να επιβάλλει την ανάπτυξη, από τους πολίτες του, συγκεκριμένης θρησκευτικής συνείδησης. Ούτε η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού έχει ανάγκη τον τόσο έντονο εναγκαλισμό από το Κράτος . Το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία της στοιχειώδους και της μέσης εκπαίδευσης πρέπει να είναι υποχρεωτικό, να δίνει έμφαση στην παρουσίαση των διδαγμάτων και αρχών της Ορθοδοξίας, δηλαδή της «επικρατούσας» θρησκείας, πλην, απευθυνόμενο σε όλους τους μαθητές και όχι μόνο στους ορθόδοξους μαθητές, δεν επιτρέπεται, όπως σημειώνει η μειοψηφία της ως άνω απόφασης, να επιβάλλει συγκεκριμένη «κοσμοθεωρία», ως τη μόνο αποδεκτή ή αληθινή, αλλά οφείλει, τηρώντας ουδέτερη στάση, να δημιουργεί τις προϋποθέσεις, ώστε οι μαθητές να διαμορφώνουν, ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να επιλέγουν κριτικά τη σχέση τους με το Θείο. Όπως τονίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (απόφαση της 7/12/1996, Kjeldsen, σκέψη 53, και απόφαση 29/6/2007 Folgero) το πρόγραμμα θρησκευτικής εκπαίδευσης μπορεί να περιλαμβάνει «πληροφορίες ή γνώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα», πλην η μετάδοσή τους πρέπει να είναι «αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική» και να μην επιδιώκει «κατηχητικό σκοπό».

Προς την ως άνω κατεύθυνση κινούνται ,επίσης, το άρθρο 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα αλλά και το άρθρο 14 της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού.

  • 2 Θα ήθελα, περαιτέρω, με την ιδιότητά του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), η οποία συνιστά τον εθνικό θεσμό προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αποτελεί το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας αναφορικά με τα σχετικά θέματα, να αναφερθώ και σε ορισμένα κείμενα της ΕΕΔΑ, άμεσα σχετιζόμενα με το ερευνώμενο αντικείμενο.

α) Στις 19/1/2006, η ΕΕΔΑ, σε Ολομέλεια, διατύπωσε πρόταση νόμου με τίτλο «Ρύθμιση σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, θρησκευτικές ενώσεις και κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας». Με αυτή την πρόταση νόμου, προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα για τη ρύθμιση των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, μεταξύ των οποίων και η διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία. Με το άρθρο 6 αυτού του σχεδίου νόμου, προτείνεται, μεταξύ άλλων, να ορισθούν τα εξής: «2. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Παιδείας επανακαθορίζεται το αναλυτικό πρόγραμμα του μαθήματος των θρησκευτικών, έτσι όπως αυτό διδάσκεται στη στοιχειώδη και τη μέση εκπαίδευση, ώστε η διδασκαλία του να παύσει να έχει ομολογιακό χαρακτήρα και η ύλη του να περιλάβει εισαγωγή στην ιστορία, την κοινωνιολογία και τη δογματική των θρησκειών.  Ειδικά στο λύκειο το μάθημα των θρησκευτικών μετονομάζεται σε θρησκειολογία.»

β) Στις 5/12/2013 διατυπώθηκαν από την ΕΕΔΑ Παρατηρήσεις επί του σχεδίου της Δεύτερης  Περιοδικής Αξιολόγησης της Ελληνικής Δημοκρατίας  για το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ). Αναφορικά με το άρθρο 18 (δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας), η ΕΕΔΑ επισήμανε, σε σχέση με οριζόμενα σε Εγκύκλιο του Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ότι «ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών δεν φαίνεται να είναι συμβατός με τη δυνατότητα γενικευμένης απαλλαγής από τη διδασκαλία του». Κι αυτό γιατί «μια τέτοιου είδους ρύθμιση καθιστά αυτόματα ένα μάθημα που ανήκει στον κορμό των μαθημάτων γενικής παιδείας, προαιρετικό». Και συνεχίζουν οι παρατηρήσεις της ΕΕΔΑ: «Υιοθετώντας μια εναλλακτική προσέγγιση, η ΕΕΔΑ θεωρεί ότι, σ’ ένα πλουραλιστικό και δημοκρατικό σχολείο, το οποίο σέβεται τη θρησκευτική ετερότητα, ένα μάθημα με κατηχητικό και ομολογιακό χαρακτήρα που διδάσκει υποχρεωτικά, έστω και διευρυμένα και με ανοιχτούς ορίζοντες, την ορθόδοξη παράδοση, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των μαθητών. Αντίθετα, προκρίνεται ένα θρησκειολογικού  χαρακτήρα  μάθημα, που δεν θα προβαίνει σε δογματική εμφύτευση θρησκευτικών πεποιθήσεων, αλλά θα προτείνει μια εισαγωγή στην ιστορία και τη δογματική των θρησκειών, ως περισσότερο συμβατό, τόσο με τις συνταγματικές επιταγές, όσο και με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτιστική πραγματικότητα.

γ) Με την από 10/10/2016 Δήλωση της, η Ολομέλεια της ΕΕΔΑ σημειώνει, αναφορικά με τα επίμαχα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία, τα παρακάτω, με αφετηρία, πάντα, το σεβασμό για το έργο και την αποφασιστική συμβολή της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας, όπως αυτός αποτυπώνεται στο άρθρο 3 του Συντάγματος:

«…Λαμβάνοντας υπόψη τη συνθετότητα του σύγχρονου κοινωνικού και πολιτιστικού ιστού και τις εκπαιδευτικές ανάγκες που προκύπτουν από αυτή, η θρησκευτική αυτοσυνειδησία των πολιτών οφείλει να επιδεικνύει δεκτικότητα στο διάλογο με τον Άλλο και σεβασμό στις υπάρχουσες διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Επιπλέον, η ΕΕΔΑ θεωρεί ότι, σ’ ένα πλουραλιστικό και δημοκρατικό σχολείο, το οποίο σέβεται τη θρησκευτική ετερότητα, ένα μάθημα, με κατηχητικό και ομολογιακό χαρακτήρα, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των μαθητών. Αντίθετα, με γνώμονα την κριτική ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών, προκρίνεται  μια σύγχρονη γνωσιολογικού χαρακτήρα θρησκειοπαιδαγωγική προσέγγιση, που δε θα προβαίνει σε δογματική εμφύτευση συγκεκριμένων θρησκευτικών πεποιθήσεων. Η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με την έννοια της «θρησκευτικής συνείδησης», ερμηνευόμενης ως ελεύθερης διαμόρφωσης της θρησκευτικής συνείδησης για όλους τους μαθητές, όπως άλλωστε επιτάσσουν τα άρθρα 5 παρ.1 και 13 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, αντίστοιχα, όσο και το άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο συμπεριλαμβάνει μεταξύ των σκοπών της παιδείας, εκτός από την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» και τη «διάπλαση ελεύθερων πολιτών». Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση είναι συμβατή, όχι μόνο με τις συνταγματικές  επιταγές, αλλά και με την ευρωπαϊκή πολιτιστική πραγματικότητα». Στο σημείο αυτό η ΕΕΔΑ παραπέμπει σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) που αποδοκιμάζουν πλήρως το «δογματικό διαποτισμό» (indoctrination) της συνείδησης των μαθητών μέσω της επιβολής συγκεκριμένων θρησκευτικών δοξασιών (όπως π.χ. οι αποφάσεις Folgero και άλλοι κατά Νορβηγίας και Zengin και άλλοι κατά Τουρκίας).

Με τη Δήλωσή της αυτή, η ΕΕΔΑ, ως εθνικός θεσμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και ως τμήμα του διεθνούς θεσμικού πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, εφιστά, περαιτέρω, την προσοχή των αρμόδιων Αρχών  στην επιτακτική ανάγκη διασφάλισης της πλήρους εφαρμογής των δικαιωμάτων του παιδιού και δη του δικαιώματος για την ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας (βλ. άρθρο 14 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του παιδιού), αλλά και συμμόρφωσης προς τις καταληκτικές Παρατηρήσεις και Συστάσεις των διεθνών ελεγκτικών οργάνων για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ως προς το τελευταίο  αυτό θέμα, η ΕΕΔΑ, αναφέρεται, ενδεικτικά, στις από 13/9/2012 Συστάσεις, κατά το μέρος που αφορούν την Ελλάδα, της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, όπου επαναλαμβάνεται προηγούμενη Σύστασή της προς την Ελληνική Πολιτεία για τη διασφάλιση του σεβασμού των θρησκευτικών πεποιθήσεων του παιδιού – ή της έλλειψης τους- και για τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την πρόληψη και εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων λόγω θρησκείας και πεποιθήσεων και την προώθηση της θρησκευτικής ανοχής και διαλόγου στην κοινωνία.

Ενόψει  όλων όσων αναπτύχθηκαν προηγουμένως  αναμένεται ότι μία νέα απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του ΣτΕ, αυτή τη φορά, θα θέσει το θέμα της θρησκευτικής εκπαίδευσης των μαθητών στις σωστές του διαστάσεις.

*Παρέμβαση σε δημόσια συζήτηση που οργανώθηκε στις 09.05.2018 στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών από την Εταιρεία Εκκλησιαστικού  και Κανονικού Δικαίου και τον Όμιλο «Αριστόβουλος Μάνεσης»