Author Archives: editor

Η φενάκη της άμεσης δημοκρατίας και η φθορά της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας

Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, καθηγητής συνταγματικού δικαίου ΑΠΘ, εισηγητής της πλειοψηφίας στην αναθεωρητική διαδικασία 1995-2001

Είναι πρόκληση το κόμμα που έχει την ευθύνη για τον απόλυτο ευτελισμό του θεσμού του δημοψηφίσματος τον Ιούλιο του 2015, να προτείνει τώρα ως βασική καινοτομία της αναθεώρησης του Συντάγματος τη συχνή και εύκολη πρόσβαση σε δημοψήφισμα!

Το αυτοακυρωμένο δημοψήφισμα του 2015,  που οι εμπνευστές του το αγνόησαν  την επομένη της διεξαγωγής του, προκηρύχθηκε και οργανώθηκε κατά κραυγαλέα  παράβαση των θεμελιωδών προδιαγραφών του Συμβουλίου της Ευρώπης (Επιτροπή Βενετίας) για το αδιάβλητο ενός δημοψηφίσματος: απλό και σαφές ερώτημα και απόσταση τουλάχιστον δεκαπέντε ημερών μεταξύ προκήρυξης και διεξαγωγής. Στις ίδιες εγγυήσεις επιμένει με πρόσφατη έκθεσή της η ελληνική Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Το δημοψήφισμα του 2015 προκηρύχθηκε την Κυριακή 28/6 και διεξήχθη την Κυριακή 5/7, άρα υπήρχε περιθώριο διαλόγου μόλις πέντε ημερών  και το ερώτημα αφορούσε την αποδοχή ή απόρριψη πολυσέλιδων κειμένων στα αγγλικά !

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η εντεινόμενη πια κρίση της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας και η ροπή προς την αυταρχική μη φιλελεύθερη (illiberal) δημοκρατία, συνδέεται σε πολλές χώρες με τη διοργάνωση δημοψηφισμάτων με αφορμή τα οποία επωάζονται διάφορες εκδοχές εθνικολαϊκισμού. Η Ιταλία με το δημοψήφισμα Ρέντσι που οδήγησε στη νίκη των σημερινών κυβερνητικών κομμάτων, η Ουγγαρία και η Πολωνία που  κατηγορούνται για παραβίαση των ευρωπαϊκών αξιών λόγω παρεμβάσεων στην δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης, προσφέρουν τρία πρόσφατα παραδείγματα. Το δημοψήφισμα για το Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο ακόμη δεν έχει αναπτύξει όλη του τη δυναμική.

Η  άμεση έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας έχει μια προφανή νομιμοποιητική αξία, σε συνδυασμό όμως με τη λειτουργία και τον σεβασμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο εικοστός αιώνας μας δίδαξε ότι η δημοκρατία ή είναι αντιπροσωπευτική και φιλελεύθερη ή δεν υπάρχει.

Η «καινοτομία» του ΣΥΡΙΖΑ συνίσταται τώρα στην ιδέα της συλλογής υπογραφών για τη διενέργεια δημοψηφισμάτων είτε για κρίσιμο εθνικό θέμα ( 500 χιλ. υπογραφές) είτε για ψηφισμένο νομοσχέδιο που αφορά κρίσιμο κοινωνικό θέμα ( 1 εκατ. υπογραφές). Ας υποθέσουμε ότι μια τέτοια πρόταση αναθεώρησης γίνεται αποδεκτή: το πολιτικό σύστημα θα κυριαρχείται πλέον από τον ακτιβισμό κομμάτων ή οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών για τη συλλογή υπογραφών, αποσπασματικά και ευκαιριακά, χωρίς αναγωγή σε μια ολοκληρωμένη προγραμματική πρόταση που τίθεται υπόψη του εκλογικού σώματος στις βουλευτικές εκλογές και συνιστά το πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής, υπό τον έλεγχο της Βουλής και τον τελικό έλεγχο του εκλογικού σώματος μέσω των περιοδικών εκλογών που είναι η καρδιά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Θα αρκούσε η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία που δίνει τη δυνατότητα σε έναν αριθμό πολιτών να θέτουν ένα ζήτημα με τη μορφή πρότασης νόμου ενώπιον της Βουλής που υποχρεώνεται να το εξετάσει.

Προφανώς υπάρχουν σημαντικές ιστορικές στιγμές, μεγάλα εθνικά και κοινωνικά διλήμματα που καθίστανται αντικείμενο δημοψηφίσματος, όπως έγινε τον Δεκέμβριο του 1974 στην Ελλάδα για τη μορφή του πολιτεύματος. Είναι όμως άλλο αυτό και άλλο η συνταγματική ενθάρρυνση του δημοψηφισματικού ακτιβισμού. Δηλαδή η πανηγυρική ενσωμάτωση της διλημματικής απλούστευσης και της ρητορικής ευκολίας του λαϊκισμού στο Σύνταγμα.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η πρόταση όλες οι κυρώσεις συνθηκών με τις οποίες μεταφέρονται «κυριαρχικές» αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών ( άρθρο 28 παρ. 2 Συντάγματος), να πρέπει να καταστούν αντικείμενο δημοψηφίσματος. Αντί της αυξημένης πλειοψηφίας των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών θα απαιτείται δημοψήφισμα με απλή προφανώς πλειοψηφία. Το άρθρο 28 παρ. 2 αναφέρεται όμως στην αναγνώριση σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από το Σύνταγμα,  ενώ η παρ. 3 του ίδιου άρθρου σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας. Τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει υποχρεωτικό δημοψήφισμα σε σχέση με την παράγραφο 2. Αυτή δεν αφορά όμως μόνο τις μεγάλες στιγμές στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ή θέματα λυμένα προ πολλού, όπως η ένταξη στον ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ ή τον ΟΑΣΕ. Αφορά πλήθος συμβάσεων, συνθηκών, πρωτοκόλλων με τα οποία μεταφέρεται κάποια  αρμοδιότητα  από τα κράτη  μέλη σε όργανα διεθνών οργανισμών. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ θέλει υποχρεωτικά δημοψήφισμα όταν η αρμοδιότητα είναι «κυριαρχική». Της εξωτερικής ή και της εσωτερικής κυριαρχίας του κράτους; Οι αρμοδιότητες της FRONTEX σε σχέση με τις μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές είναι «κυριαρχικές»; Οι αρμοδιότητες των ελληνικών δικαστηρίων που μπορεί να περιορίζονται υπέρ του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) είναι «κυριαρχικές»; Και το πιο πρακτικό: Η άσκηση νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής είναι «κυριαρχική»; Αν ναι, θα έπρεπε να κυρωθεί με δημοψήφισμα όλη η δέσμη θεσμικών αλλαγών που ήταν αναγκαία για να υπάρξουν τα προγράμματα στήριξης της ελληνικής οικονομίας από την Ευρωζώνη: η τροποποίηση του άρθρου 136 ΣΛΕΕ, η συνθήκη για τον ESM, η Συνθήκη για Συντονισμό, Συνεργασία και Διακυβέρνηση κ.ο.κ. Θα έπρεπε να έχουν διεξαχθεί, μόνο για να λάβει η χώρα τα δάνεια της περιόδου 2010-2018, τουλάχιστον τρία δημοψηφίσματα. Το ίδιο μπορεί να προβλέπεται από τα εθνικά συντάγματα και στις υπόλοιπες χώρες μέλη ( σε ορισμένες προβλέπεται ),  με τους γνωστούς κινδύνους εμπλοκών που έχουν πολλές φορές εμφανιστεί στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Αυτό που συνέβη το 2010-2012 με την ανάγκη για άμεσες και γρήγορες θεσμικές αλλαγές στο  θεσμικό οικοδόμημα της ΕΕ και της Ευρωζώνης δυστυχώς μπορεί να ξανασυμβεί. Συνεπώς, τέτοιου είδους προτάσεις μετά την εμπειρία της περιόδου 2010-2018 δείχνουν, είτε ότι δεν υπάρχει καμία επίγνωση, είτε ότι κάποιοι αντιμετωπίζουν το Σύνταγμα με κυνική ανευθυνότητα. Δεν διστάζουν να προτείνουν ρυθμίσεις που μπορεί στο  μέλλον να στραφούν εις βάρος της χώρας σε βαθμό  καταστροφής ή της οικονομίας ή του κανονιστικού κύρους του Συντάγματος που θα έπρεπε να παραβιασθεί για λόγους ανάγκης.

Η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας είναι η εσωτερική υπονόμευση και η φθορά της δημοκρατίας. Όχι της δημοκρατίας γενικά, όπως τη φαντάζεται ο καθένας, αλλά της αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας που είναι η θεμελιώδης ιστορική και θεσμική κατάκτηση της νεωτερικότητας. Οι θεσμοί της άμεσης ή, όπως συνήθως λέγονται, της «ημι-άμεσης» δημοκρατίας, λειτουργούν συμπληρωματικά και ενισχύουν τη νομιμοποίηση των πολιτικών αποφάσεων όταν εφαρμόζονται με την αναγκαία θεσμική περίσκεψη. Αντιθέτως, όταν ρευστοποιούν την έκφραση της βούλησης του εκλογικού σώματος, παρεμποδίζουν ουσιαστικά τη δημοκρατική – πολιτική σύνθεση των επιμέρους συμφερόντων και απόψεων που υπάρχουν  σε μια πολυφωνική κοινωνία. Βεβαίως και υπάρχουν τα γνωστά παραδείγματα των ελβετικών δημοψηφισμάτων ή των πολλαπλών δημοψηφισμάτων που διεξάγονται στην Καλιφόρνια παράλληλα με τις ομοσπονδιακές ή τις πολιτειακές εκλογές. Στα παραδείγματα όμως αυτά, συχνά τα ερωτήματα αφορούν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το πρόσφατο ιρλανδικό δημοψήφισμα για τη νομιμοποίηση των εκτρώσεων. Ευτυχώς στη δική μας συνταγματική τάξη είναι σαφές ότι ζητήματα σχετικά με την προστασία και την άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορούν να είναι αντικείμενο δημοψηφίσματος με όχημα ψηφισμένο νομοσχέδιο για κρίσιμο κοινωνικό θέμα. Γιατί ευτυχώς τα δικαιώματα κατοχυρώνονται απευθείας στο Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και αλλά δεσμευτικά διεθνή νομικά κείμενα. Αυτό ελπίζω να είναι προφανές για τους συντάκτες της πρότασης αναθεώρησης του ΣΥΡΙΖΑ. –

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 12.11.2018

 

Ενίσχυση ή επίφαση δημοκρατίας;

Γιώργος Γεραπετρίτης, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Το Μουσείο Victoria and Albert του Λονδίνου φιλοξένησε πρόσφατα μια σπουδαία έκθεση με τίτλο Το μέλλον ξεκινά εδώ – 100 έργα που διαμορφώνουν τον κόσμο του αύριο. Ανάμεσα σε άλλα μείζονα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, στα οποία η επιστήμη και η τεχνολογία καλούνται να δώσουν λύσεις, η έκθεση εστίαζε στο ερώτημα «Εξακολουθεί η Δημοκρατία να λειτουργεί;». Για την παρουσίαση του προβλήματος, επελέγησαν δύο τεκμήρια: ένα κατασκευασμένο προπαγανδιστικό φυλλάδιο με την επιγραφή του Βρετανικού Εθνικού Συστήματος Υγείας, που κυκλοφόρησε πριν το δημοψήφισμα για το Brexit, και ένα ψηφοδέλτιο του ελληνικού δημοψηφίσματος του 2015 για το οικονομικό πακέτο διάσωσης, με την επισήμανση ότι  η ελληνική κυβέρνηση που το προκάλεσε και στήριξε το όχι, τελικά αγνόησε τη βούληση του εκλογικού σώματος. Στα δύο τεκμήρια εδράζονται όλα τα προβλήματα των σύγχρονων δημοψηφισμάτων.

 

Πρώτον, δεν είναι όλα τα ζητήματα δεκτικά δημοψηφίσματος: θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορεί να τίθενται στην κρίση της πλειοψηφίας διότι ακριβώς συνιστούν την άμυνα του ενός απέναντι στους πολλούς, όπως και θέματα υψηλής διπλωματίας δεν είναι δεκτικά μονοσήμαντης απάντησης. Σκεφθείτε απλά ένα δημοψήφισμα για την αποδοχή μεταναστών στη χώρα ή για τη διενέργεια πολέμου με γειτονική χώρα. Δεύτερον, είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατυπωθεί με έναν ουδέτερο και ευκρινή τρόπο μια ερώτηση σε ένα σύνθετο ζήτημα, και μάλιστα με τρόπο ναι/όχι. Σκεφθείτε το ερώτημα του ελληνικού δημοψηφίσματος: παρέπεμπε σε άγνωστο και μη ευπρόσιτο πολυσέλιδο κείμενο, περιείχε ξενόγλωσση διατύπωση και δύσκολα πρόκυπτε η γνήσια διακύβευση του αποτελέσματός του. Τρίτον, για την επιτυχία ενός δημοψηφίσματος προϋποτίθεται πλήρης και ακριβής πληροφόρηση, ενόσω η ροή της (ψευδούς) είδησης είναι εξαιρετικά μεγάλη και είναι δύσκολη η αποκάθαρσή της. Τέταρτον, το δημοψήφισμα προϋποθέτει εκτενή χρόνο διαβούλευσης -αναλογιστείτε την απόφαση που κλήθηκε να λάβει ο ελληνικός λαός σε μια εβδομάδα- αλλά και ουσιαστικό διαβουλευτικό πνεύμα. Δηλαδή προϋποθέτει μια αντιλογία επιχειρημάτων βασισμένη στον ορθό λόγο και ετοιμότητα των ψηφοφόρων να αλλάξουν την άποψή τους.

 

Δυστυχώς η ιστορία της τελευταίας εικοσαετίας αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε κανένα δημοψήφισμα το οποίο, ταυτοχρόνως, να ήταν προϊόν μιας γνήσιας και ανόθευτης έκφρασης των πολιτών, να εισακούστηκε από την πολιτική τάξη και να παρήγαγε ωφέλιμο αποτέλεσμα για την κοινωνία. Αντιθέτως, υπήρξε χειραγώγηση και αποπροσωποποίηση της ευθύνης. Η συμμετοχική δημοκρατία δεν είναι ασφαλώς πανάκεια. Αντιθέτως, απαιτείται ενίσχυση των θεσμών του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος και της γνήσιας διαβουλευτικής δημοκρατίας.

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα Καθημερινή, 11/11/2018

 

 

Εμβαθύνουν τα δημοψηφίσματα τη Δημοκρατία;

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Το Κοινοβούλιο δεν αποτελεί πια το «υπερεγώ» ενός αμόρφωτου και απομακρυσμένου από τα κέντρα άσκησης της εξουσίας λαού, αλλά μάλλον τον καθρέφτη του. Οι πολίτες είναι πλέον εξίσου, αν όχι περισσότερο, μορφωμένοι από τα μέλη του αντιπροσωπευτικού σώματος. Οι πολιτικοί στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, εφόσον και καθόσον ομνύουν στην τελευταία, έχουν υποχρέωση να προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες για την ορθότητα των ουσιαστικών τους αποφάσεων, όχι μόνον για τη δική τους ικανότητα να τους αντιπροσωπεύουν, ιδίως σε μια εποχή μιντιακής δημοκρατίας, όπου το φαίνεσθαι (των πολιτικών προσώπων) υπερκεράζει συχνά των είναι (των πολιτικών επιλογών τους).

Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούν όλες οι χώρες να μετατραπούν σε Ελβετία, τόσο λόγω μεγέθους όσο και λόγω οικονομικής επιφάνειας (το πρώτο δεν ισχύει και τόσο για την Ελλάδα, ισχύει όμως το δεύτερο), η δυνατότητα του λαού να εκφράζεται για ορισμένα κρίσιμα θέματα, είτε υψηλής πολιτικής (όπως, πχ, η ένταξη στην ΟΝΕ) ή και χαμηλής πολιτικής (όπως πχ η εγκατάσταση στην περιοχή ανεμογεννητριών) ενδυναμώνει τη δημοκρατία, όχι μόνον επειδή ενεργοποιεί τους πολίτες και στο μεταξύ των εκλογών διάστημα, αλλά και επειδή αναγκάζει τους πολιτικούς να σκεφτούν καλύτερα οι ίδιοι και να πείσουν τους ψηφοφόρους τους, στη βάση επιχειρημάτων για το κοινό αλλά και το ίδιον συμφέρον τους. Η λήψη ή η επιβεβαίωση μιας απόφασης από τους πολίτες ενισχύει τη νομιμοποίησή της· αποτελεί δε ένα ισχυρό αντίδοτο σε μία γενικευμένη κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής και απαξίωσης της δημοκρατίας.

Βεβαίως, προκειμένου να μην καταλυθεί ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος, επιβάλλεται βεβαίως ο ποσοτικός περιορισμός των δημοφισμάτων, που όμως δεν πρέπει να είναι προνόμιο της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Επιπλέον, για να υπηρετούν τα δημοψηφίσματα τη συνταγματική δημοκρατία –και άρα και την προστασία των μειοψηφιών, των μειονοτήτων και των κεκτημένων θεμελιωδών δικαιωμάτων ενός εκάστου- θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου του προϊόντος τους, όπως ελέγχεται εξάλλου και ο νόμος που ψηφίζεται από τη Βουλή. Είναι όμως προτιμότερο, να υπάρχει προληπτικός δικαστικός έλεγχος του ερωτήματος (ως προς τη σαφήνεια και το επιτρεπτό του) και των όρων προκήρυξης (πχ επαρκής χρόνος διαβούλευσης), ο δε κατασταλτικός να αφορά την πραγματική του διεξαγωγή, για να αποτρέπονται δημοψηφίσματα απολύτως παράλογα και αντιδημοκρατικά, όπως αυτό του 2015.

Εφημερίδα Καθημερινή, 10/11/2018, Στη στήλη Αντιπαραθέσεις, Αντιλογία προς τον καθ. Γ. Γεραπετρίτη

Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Στα σύγχρονα δημοκρατικά συστήματα η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας γίνεται είτε με άμεση εκλογή από το εκλογικό σώμα είτε με έμμεση εκλογή από το Κοινοβούλιο, ενίοτε υπό διευρυμένη σύνθεση. Η άμεση εκλογή χαρακτηρίζει τα προεδρικά ή ημι-προεδρικά συστήματα –με εξαίρεση, περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική, την εκλογή «δευτέρου βαθμού» από τους «Μεγάλους Εκλογείς» ανά Πολιτεία, που ισχύει στις ΗΠΑ-, ενώ η έμμεση εκλογή τα κοινοβουλευτικά συστήματα. Ωστόσο η άμεση εκλογή δεν σημαίνει από μόνη της τον μετασχηματισμό ενός κοινοβουλευτικού συστήματος σε ημι-προεδρικό κατά το γαλλικό πρότυπο. Αυτό που έχει σημασία είναι οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας. Έτσι έχουμε αμιγώς κοινοβουλευτικά συστήματα, όπως στην Αυστρία ή τη Φινλανδία, που συνδυάζουν την άμεση εκλογή με περιορισμένες αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, αντίστοιχες με εκείνες του Έλληνα Προέδρου της Δημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση όμως ισχύει ή το ένα ή το άλλο: είτε άμεση εκλογή είτε έμμεση εκλογή. Ο συνδυασμός άμεσης και έμμεσης εκλογής, όπως προτείνεται από τον ΣΥΡΙΖΑ και ήδη από τη Νέα Δημοκρατία, δεν έχει υιοθετηθεί από κανένα κοινοβουλευτικό Σύνταγμα. Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφορές μεταξύ των δύο προτάσεων –ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει άμεση εκλογή μετά από εννέα άκαρπες ψηφοφορίες μέχρι τη συμπλήρωση εξαμήνου από την πρώτη, η Νέα Δημοκρατία αμέσως μετά τις δύο πρώτες- τα δύο κόμματα φαίνεται να συμφωνούν επί της αρχής. Ο συνδυασμός άμεσης και έμμεσης εκλογής θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνον ως μια μορφή πίεσης προκειμένου να μην χρειασθεί η άμεση εκλογή, δηλαδή να υπάρξει συναινετική εκλογή από τη Βουλή. Ωστόσο το πιθανότερο είναι να αξιοποιηθεί η ρύθμιση αυτή ως οιονεί δεύτερος γύρος των βουλευτικών εκλογών προκειμένου να ηττηθεί ο κυβερνητικός υποψήφιος και να απονομιμοποιηθεί η Κυβέρνηση. Το παράδοξο είναι ότι ενώ στις ψηφοφορίες στη Βουλή η εκλογή γίνεται χωρίς πολιτική συζήτηση προκειμένου να μην προσλάβει η εκλογή έντονο κομματικό χαρακτήρα (βλ. άρθρο 140 παρ. 4 του Κανονισμού της Βουλής), αν χρειασθεί τελικά η άμεση εκλογή, όπερ και το πιθανότερο, αυτή θα προσλάβει αμιγώς κομματικό χαρακτήρα, ενώ θα χρειασθεί και ειδική νομοθετική ρύθμιση για τη διασφάλιση της ισότητας των όρων μεταξύ των δύο υποψηφίων, πρόβλεψη ενδεχομένως και τηλεοπτικών αναμετρήσεών τους (debates), διάθεση τηλεοπτικού χρόνου στους υποστηρικτές τους κ.λ.π. Εκτός εάν κανείς πιστεύει πως μπορεί να γίνει άμεση εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας στα βουβά.

Έτσι θα έχουμε κομματικό αναβρασμό σε όλη τη χώρα και στο τέλος της διαδικασίας αυτής θα αποκτήσουμε κομματικό Πρόεδρο σε εθνικό επίπεδο, αφού η κομματική διαπάλη θα έχει ξεπεράσει τα σύνορα του Κοινοβουλίου. Και μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι αν η Κυβέρνηση δεν καταφέρει να εκλέξει τον υποψήφιό της, η αντιπολίτευση θα ζητήσει αμέσως την παραίτησή της…

Από την άλλη πλευρά, το ισχύον σύστημα, που οδηγεί σε αυτόματη διάλυση της Βουλής, σε περίπτωση μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, είναι το χειρότερο από όλα. Όπως έγραψε ένας Ιταλός συνταγματολόγος, είναι ένα παράδειγμα προς αποφυγή (βλ. A. Gratteri, Come non eleggere un Presidente: il caso della Costituzione greca, σε: Forum costituzionale.it, 31.1.2015).

Νομίζω ότι το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι η κατάργηση της ονομαστικής ψηφοφορίας και η επαναφορά της μυστικής ψηφοφορίας, όπως ίσχυε πριν από την αναθεώρηση του 1986. Και τούτο όχι μόνο για να προστατευτεί η ελευθερία της ψήφου του βουλευτή, αλλά κυρίως για να διασφαλισθεί η μη-εξάρτηση του εκλεγέντος Προέδρου από ένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα. Συγχρόνως, θα πρέπει να προβλεφθεί μετά τις τρεις πρώτες ψηφοφορίες, η δυνατότητα εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας με την πλειοψηφία 151 βουλευτών, με αλλεπάλληλες καθημερινές ψηφοφορίες –δύο κάθε μέρα, πρωί και απόγευμα-, μέχρις ότου επιτευχθεί η πλειοψηφία αυτή, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι μεγαλύτερη από εκείνη που χρειάζεται για την ψήφο εμπιστοσύνης. Ένα τέτοιο σύστημα δεν αποτρέπει τον κίνδυνο εκλογής μονοκομματικού Προέδρου, τουλάχιστον όμως στην περίπτωση αυτήν δεν θα υπάρχει διχασμός του εκλογικού σώματος.

Mία παρόμοια εκδοχή του κειμένου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ” 11/11/2018

Αναθεώρηση και πολιτικό σύστημα

Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην Aντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Εισηγητής της πλειοψηφίας στην αναθεωρητική διαδικασία 1995-2001

Το άρθρο 110  παρ. 1 εντάσσει στον σκληρό πυρήνα των μη αναθεωρούμενων στοιχείων, τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Κατά την πρώτη περίοδο της εφαρμογής του  Συντάγματος (1975-1986) κυριαρχούσε στη συζήτηση η δυνατότητα της διπλής ανάγνωσης του Συντάγματος, μιας καθαρότερα κοινοβουλευτικής και μιας εν δυνάμει ημιπροεδρικής ή μάλλον «δικεφαλικής» στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας, λόγω των αρμοδιοτήτων που διέθετε τότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Επρόκειτο για αρμοδιότητες σχετικές κυρίως με τον διορισμό του πρωθυπουργού και τη διάλυση της Βουλής, η άσκηση ή η απειλή άσκησης των οποίων έφερνε τον ΠτΔ εν δυνάμει σε αντίθεση με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όχι για λόγους  συνταγματικότητας αλλά αμιγώς πολιτικούς. Το κοινοβουλευτικό πολίτευμα λειτουργεί μετά την αναθεώρηση του 1986 και την κατάργηση των λεγόμενων ενισχυμένων αρμοδιοτήτων του ΠτΔ, επί τριάντα δύο χρόνια, με ομαλό τρόπο, χωρίς πρόσθετες εντάσεις που οφείλονται σε συνταγματικές ρυθμίσεις. Ανταπεξήλθε στις συνθήκες της περιόδου 1989-1993 και κυρίως στη δεκαετία της οικονομικής κρίσης. Βεβαίως ο θεσμός του ΠτΔ δεν λειτουργεί ως πολιτικό αντίβαρο της κυβέρνησης. Δεν ασκήθηκαν στην πράξη ούτε υφιστάμενες αρμοδιότητες σχετικές με τον έλεγχο της συνταγματικότητας διαδικαστικών προϋποθέσεων π.χ. για την προκήρυξη δημοψηφίσματος.

Αυτό που αναδείχθηκε ως βασικό πρόβλημα σε σχέση με τον ΠτΔ είναι η διαδικασία της εκλογής του και κυρίως η αναγκαστική διάλυση της Βουλής σε περίπτωση που δεν συγκεντρωθεί στην τρίτη ψηφοφορία αυξημένη πλειοψηφία 3/5  του όλου αριθμού των βουλευτών (180/300). Η επόμενη Βουλή εκλέγει όμως τελικά τον ΠτΔ ακόμη και με σχετική πλειοψηφία, ενώ το ζήτημα αυτό είναι παρεμπίπτον διακύβευμα των βουλευτικών εκλογών που μεσολαβούν. Η ρύθμιση αυτή έπρεπε να τροποποιηθεί ήδη από το 1986 ως παρακολούθημα των αλλαγών που επήλθαν στις αρμοδιότητες του ΠτΔ. Αυτό δεν έγινε προφανώς λόγω της έντασης που είχε δημιουργηθεί ως προς τη διαδικασία εκλογής ΠτΔ το 1985 και προκειμένου να μη μειωθεί, έστω έμμεσα,  η νομιμοποίησή του. Το 1995 όμως το θέμα τέθηκε και το 2001, όταν ολοκληρώθηκε η αναθεωρητική διαδικασία, θα μπορούσε να έχει λυθεί. Δυστυχώς η τότε αξιωματική αντιπολίτευση της ΝΔ δεν συνέπραξε και το άρθρο 32 παρέμεινε στην αρχική του μορφή. Αυτό οδήγησε τη χώρα σε αναγκαστικές εκλογές που επέφεραν και αλλαγή του συσχετισμού των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, δυο φορές: το 2009 και τον Ιανουάριο του 2015.

 

Το 1995-2001 προτάθηκαν όλες οι πιθανές λύσεις, αλλεπάλληλες ψηφοφορίες, παράταση θητείας του απερχόμενου ΠτΔ, διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα, μικρότερη πλειοψηφία. Η πιο προβληματική από όλες είναι η μετατροπή μιας διαδικασίας έμμεσης εκλογής από το Κοινοβούλιο σε άμεση εκλογή. Ενώ αναζητείται επίμονα αυξημένη πλειοψηφία και άρα συναίνεση, ξαφνικά, με την προσφυγή σε άμεση εκλογή, αναζητείται εκλογική σύγκρουση και ισχυρή άμεση νομιμοποίηση όχι λόγω συναίνεσης αλλά λόγω εκλογικής νίκης και άρα ήττας των αντιπάλων. Μεταβάλλεται πλήρως η νομιμοποιητική βάση και η θεσμική αντίληψη περί αρχηγού του κράτους. Υπάρχουν πολλά κοινοβουλευτικά συστήματα διακυβέρνησης στην Ευρώπη στους κόλπους των οποίων ο ΠτΔ εκλέγεται εξαρχής  άμεσα. Για διάφορους ιστορικούς λόγους. Για να ενισχύεται η πολιτειακή υπόσταση του συγκεκριμένου κράτους (π.χ. Αυστρία) ή γιατί αυτό έμεινε ως κατάλοιπο ενός προγενέστερου ημιπροεδρικού συστήματος ( π.χ. Πορτογαλία, Φινλανδία). Σε πολλές όμως χώρες με κοινοβουλευτικό σύστημα οι εντάσεις μεταξύ κυβέρνησης και άμεσα εκλεγμένου προέδρου είναι συχνό φαινόμενο ( π.χ. Ρουμανία, Τσεχία ) και η πίεση προς μια ημιπροεδρική προσέγγιση παρούσα.

 

Ο  ΣΥΡΙΖΑ προτείνει, σε πρώτη φάση, μια μακρόσυρτη, εξαμηνιαία, σχεδόν απαξιωτική διαδικασία αναζήτησης συναίνεσης μέσω πολλών ψηφοφοριών για την έμμεση εκλογή ΠτΔ με αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η Νέα Δημοκρατία προτείνει μόνο δυο ψηφοφορίες. Μετά και τα δυο κόμματα προτείνουν ριζική αλλαγή σκηνικού και θεσμικής λογικής,  με άμεση εκλογή του ΠτΔ,  υπό την απειλή της οποίας μπορεί να επιτευχθεί αυξημένη πλειοψηφία στη Βουλή, δεν παύει όμως να ανοίγει ο δρόμος της εκλογικής αντιπαράθεσης μεταξύ κομμάτων που υποστηρίζουν διαφορετικούς  υποψήφιους προέδρους.

 

Μια κυβέρνηση που αποφεύγει τις βουλευτικές εκλογές, αλλά ο δικός της υποψήφιος  χάνει  στις άμεσες προεδρικές εκλογές που διεξάγονται, είναι μια κυβέρνηση με πρόβλημα νομιμοποίησης που  επιπλέον καλείται να συνεργαστεί με έναν ΠτΔ που ήταν  πολιτικός της αντίπαλος.

 

Πρόσθετο «τεχνικό» ερώτημα: αν όσο διαρκεί το εξάμηνο των αλλεπάλληλων κοινοβουλευτικών ψηφοφοριών σε αναζήτηση 180 ψήφων που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ, διαλυθεί η Βουλή ή λήξει η βουλευτική περίοδος και διεξαχθούν εκλογές, η νέα Βουλή θα συνεχίσει να αναζητά πλειοψηφία 180, ενώ με την ισχύουσα ρύθμιση μπορεί να εκλέξει ΠτΔ ακόμη και με σχετική πλειοψηφία στην τρίτη ψηφοφορία;

 

Αξίζει  να αναρωτηθούμε,  εφόσον  σύμφωνα με την ισχύουσα ρύθμιση τελικά ο ΠτΔ εκλέγεται στη δεύτερη Βουλή από τη σχετική πλειοψηφία, και  στις βουλευτικές  εκλογές που μεσολαβούν το ζήτημα του ΠτΔ είναι τελείως δευτερεύον,  γιατί  να μην  εκλέγεται  ήδη από την πρώτη Βουλή ο ΠτΔ με σχετική πλειοψηφία; Άλλη απλή λύση είναι η συγκρότηση διευρυμένου εκλεκτορικού σώματος με τη συμμετοχή των βουλευτών, των περιφερειαρχών και των δημάρχων.

 

Σε κάθε πάντως περίπτωση ο συνδυασμός άμεσης εκλογής και αύξησης αρμοδιοτήτων του ΠτΔ σε πεδία όπως ο διορισμός της κυβέρνησης, η διάλυση της Βουλής και η προκήρυξη δημοψηφίσματος, θα προσέκρουε  στο άρθρο  110 παρ. 1, γιατί θα έθετε υπό αμφισβήτηση την μη υποκείμενη σε αναθεώρηση κοινοβουλευτική μορφή του πολιτεύματος.

 

Οι προτάσεις που διατυπώθηκαν παρεμβαίνουν όμως και στις διαδικασίες διορισμού και παύσης του πρωθυπουργού. Στο ελληνικό Σύνταγμα υπάρχει πλήρης κατοχύρωση της κοινοβουλευτικής αρχής (εξάρτηση της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της Βουλής) και της αρχής της δεδηλωμένης ( υποχρεωτικός διορισμός ως πρωθυπουργού αυτού που διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής ). Η λεγόμενη δημιουργική ψήφος δυσπιστίας, δηλαδή η άρση της εμπιστοσύνης της Βουλής προς την κυβέρνηση μόνο με ταυτόχρονη εκλογή νέου πρωθυπουργού, έχει νόημα σε κοινοβουλευτικά συστήματα που δεν διαθέτουν τις αναλυτικές ρυθμίσεις και τις σύντομες προθεσμίες του άρθρου 37 του ελληνικού Συντάγματος. Στη Γερμανία και την Ισπανία υπάρχει δημιουργική ψήφος δυσπιστίας γιατί δεν υπάρχει αυστηρή τυποποίηση της διαδικασίας διορισμού κυβέρνησης αντίστοιχη της ελληνικής. Και τα δυο μαζί είναι υπερβολική αγκύλωση της πολιτικής διαδικασίας. Δεν χρειάζεται καν να σχολιάσω την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ να είναι υποχρεωτικά βουλευτής ο πρωθυπουργός, ενώ ισχύει αυστηρά η κοινοβουλευτική αρχή και η αρχή της δεδηλωμένης. Άρα απλώς αποκλείονται αναδρομικά πρόσωπα όπως ο Ξ. Ζολώτας και ο Λ. Παπαδήμος παρά τη βούληση της συντριπτικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας!

 

Προβλήματα δημιουργεί όμως και η πρόταση της ΝΔ για σταθερό εκλογικό κύκλο, δηλαδή για ένα κοινοβουλευτικό σύστημα χωρίς τις ιστορικά διαμορφωμένες στο  βρετανικό κοινοβουλευτικό  πολίτευμα ισορροπίες: η κυβέρνηση εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της Βουλής, έχει όμως σε αντιστάθμισμα τη δυνατότητα διάλυσης της Βουλής. Ελπίζω πως θα γίνει αντιληπτό ότι όταν η απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία θέλει διάλυση της Βουλής, αυτό δεν μπορεί να αποτραπεί σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα. Μπορεί απλώς να επιβληθεί ως «ποινή» ο διορισμός «υπηρεσιακής» κυβέρνησης για τη διεξαγωγή των εκλογών.

 

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ συμπληρώνεται με την πρόβλεψη για πάγιο εκλογικό σύστημα πολύ «ελαφρά» ενισχυμένης αναλογικής με απόκλιση μεταξύ ψήφων και εδρών κάθε κόμματος όχι μεγαλύτερη του 10%. Άρα με 40% των ψήφων το πρώτο κόμμα δικαιούται 120 έδρες στις οποίες μπορούν να προστεθούν το πολύ 12, ο  συνολικός  συνεπώς αριθμός των εδρών του δεν μπορεί να ξεπερνά τις 132. Και σε αλλά ευρωπαϊκά Συντάγματα, όπως το γερμανικό, περιορίζονται οι επιλογές του εκλογικού νομοθέτη  και πριμοδοτούνται ουσιαστικά οι κυβερνήσεις συνεργασίας.  Ποιος μπορεί να πιστέψει όμως ότι αυτό γίνεται με  αγαθή  θεσμική  πρόθεση από τον πρώτο εταίρο της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, τώρα που έχουν μεταβληθεί οι πολιτικοί συσχετισμοί και βρισκόμαστε στην τελευταία σύνοδο της παρούσας Βουλής; Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του υποτάσσονται συνεπώς σε μικροκομματικά συγκυριακά  παίγνια.

 

Τέλος, προτείνεται από τον ΣΥΡΙΖΑ  η παράδοξη απαγόρευση περισσότερων των  τριών συνεχόμενων βουλευτικών θητειών. Ο βουλευτής πρέπει να διακόψει την κοινοβουλευτική του παρουσία, αλλά  μπορεί να επανέλθει στις επόμενες εκλογές. Εκτός και αν είναι αρχηγός κόμματος ή πρώην πρωθυπουργός ( υποθέτω και ο πρωθυπουργός που διενεργεί τις εκλογές)! Σε όσες χώρες  υπάρχουν περιορισμένες θητείες, αυτό αφορά συνήθως τα μονοπρόσωπα όργανα που ασκούν την κυβερνητική εξουσία, όπως ο αμερικανός ή ο γάλλος πρόεδρος. Ρύθμιση που να θέτει όριο  στους  απλούς βουλευτές ή έστω στους υπουργούς, αλλά εξαιρεί αυτούς που άσκησαν ή  ασκούν την κορυφαία  κυβερνητική εξουσία ( πρωθυπουργούς και αρχηγούς κομμάτων), μόνο ως εκδήλωση προκλητικής πολιτικής υποκρισίας μπορεί να εκληφθεί.

 

Το άρθρο (10.11.2018) αποτελεί το τρίτο από τη σειρά επτά άρθρων που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος

Τα διαδικαστικά όρια της αναθεώρησης είναι η ουσία του Συντάγματος

Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην Aντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Εισηγητής της πλειοψηφίας στην αναθεωρητική διαδικασία 1995-2001

Η κατάθεση πρότασης των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ για κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος μεταφέρει επιτέλους στη νόμιμη κοίτη της μια παράπλευρη «διεργασία» σχετική με την αναθεώρηση που κινείται επί δυο και πλέον χρόνια εκτός των προδιαγραφών του άρθρου 110 του Συντάγματος. Η κυβέρνηση, χωρίς να έχει αρμοδιότητα και υπό τον έλεγχο επιτροπής που διόρισε η ίδια, οργάνωσε μακροχρόνια κοινωνική διαβούλευση για την αναθεώρηση. Η διαβούλευση αυτή ήταν προφανώς εικονική. Η πρόταση που οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ υπέβαλαν στη Βουλή είναι μια σύνθεση προεκλογικών σκοπιμοτήτων που αλλού επιβάλλει συμβιβασμούς (άρθρο 3), αλλού εκτονώνεται σε ανέξοδες ρητορείες (κοινωνικά δικαιώματα) και αλλού συνιστά ομολογία της επιθυμίας να υπονομευθεί η ομαλή λειτουργία του πολιτικού συστήματος ενόψει εκλογών, αλλαγής των κοινοβουλευτικών συσχετισμών και απώλειας της εξουσίας (συνταγματική καθιέρωση απλής αναλογικής, συνεχής συγκέντρωση υπογραφών για διεξαγωγή δημοψηφισμάτων).

 

Θέλω να ελπίζω – με όλες τις επιφυλάξεις που επιβάλλει το θεσμικό ήθος των κυβερνώντων – ότι εγκαταλείφθηκε οριστικά η ιδέα του δήθεν συμβουλευτικού δημοψηφίσματος για τα μεγάλα θέματα της αναθεώρησης κατά παράβαση του άρθρου 110 που καθορίζει αποκλειστικά την αναθεωρητική διαδικασία και του άρθρου 44 παρ. 2 περί δημοψηφισμάτων. Χαίρομαι που, ήδη από το 2011, συμπίπτουμε με τον σημερινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε αυτή την επιστημονική θέση.

 

Παρόλα αυτά θα ήταν αθεράπευτα αφελές να υποθέσει κάποιος ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπέβαλε μια πρόταση που νομικά αφορά τη διαπίστωση από την παρούσα Βουλή  της ανάγκης αναθεώρησης συγκεκριμένων, αριθμητικά προσδιορισμένων, διατάξεων του Συντάγματος, το περιεχόμενο των οποίων θα διαμορφώσει η επόμενη Βουλή με βάση τους νέους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς που θα υπάρχουν σε  αυτή.  Ακόμη και αν – όπως είναι επιβεβλημένο για την προστασία του Συντάγματος – η παρούσα Βουλή διαπιστώσει την ανάγκη αναθεώρησης με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (151/300), και στην επόμενη Βουλή απαιτείται – όπως είναι ορθό –  αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών (180/300) προκειμένου να καταστρωθούν οι διατάξεις και να συντελεσθεί η αναθεώρηση, και πάλι χωρίς τη συμμετοχή της κυβερνητικής πλειοψηφίας της επόμενης Βουλής, δεν θα μπορεί να ολοκληρωθεί η αναθεωρητική διαδικασία.

 

Πόσο διατεθειμένη είναι πράγματι η σημερινή σχετική κοινοβουλευτική πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ, να αφήσει την αυξημένη πλειοψηφία (180/300) της επόμενης Βουλής – δηλαδή την πλειοψηφία που πρέπει να υπάρχει για να είναι βέβαιη η εκλογή νέου ΠτΔ τον Ιανουάριο του 2020-  να συντελέσει την αναθεώρηση όσων συνταγματικών διατάξεων κριθούν αναθεωρητέες τώρα με περισσότερες των 151, αλλά λιγότερες των 180 ψήφων; Νομίζω κατά βάθος καθόλου.

 

Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για το ενδεχόμενο να διαπιστωθεί η ανάγκη αναθεώρησης κάποιων διατάξεων στην παρούσα Βουλή με 180 ψήφους, οπότε το αναθεωρημένο περιεχόμενο των διατάξεων θα το διαμορφώσει στην επόμενη Βουλή η απλή πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, δηλαδή η πλειοψηφία των 151 βουλευτών. Η άποψη ότι η πρώτη Βουλή δεσμεύει τη δεύτερη ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης ( π.χ. άμεση εκλογή ΠτΔ ) έχει διατυπωθεί σε μια παρεμπίπτουσα σκέψη μιας απόφασης του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και δεν συνιστά νομική εγγύηση.

 

Πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι λογικό να υποθέτει ότι πιθανότατα δεν θα μπορεί να παρεμποδίσει στην επόμενη Βουλή τον σχηματισμό αναθεωρητικής πλειοψηφίας ούτε  151 βουλευτών, ούτε όμως και 180 βουλευτών. Υπό αυτή την πολιτική εκδοχή το δίλημμα υπό το οποίο θέτει τον εαυτό του είναι είτε να αφήσει στην αναθεωρητική ευχέρεια της επόμενης Βουλής θέματα όπως η εκλογή ΠτΔ και η ψήφος των αποδήμων, είτε να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις που θα αναγκάσουν την επόμενη Βουλή να εγκαταλείψει την ανοιγμένη διαδικασία αναθεώρησης (επειδή π.χ. δεν θα περιλαμβάνονται θέματα όπως τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και η διευκόλυνση επενδύσεων ) και να κινήσει νέα διαδικασία εξ υπαρχής.

 

Το επικίνδυνο για τον ίδιο τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος και τη συνταγματική συνοχή του τόπου θα ήταν να διαπιστωθεί για όλες τις διατάξεις η ανάγκη αναθεώρησης με 180 ψήφους και να δοθεί στην επόμενη Βουλή η δυνατότητα συντέλεσης της αναθεώρησης με 151, ακόμη και αν η απλή  πλειοψηφία  της επόμενης Βουλής ( και οποιασδήποτε Βουλής ) έχει τις καλύτερες προθέσεις. Το 1998 η ανάγκη αναθεώρησης όλων των κρίσιμων διατάξεων πλην της εκλογής ΠτΔ διαπιστώθηκε με πλειοψηφία 180 ψήφων. Παρ’ όλ’ αυτά στη Βουλή του 2000 επιδιώχθηκαν συναινέσεις και ευρύτατες πλειοψηφίες πολύ μεγαλύτερες του 180 ακόμη και όπου αρκούσε πλειοψηφία 151. Με μόνες εξαιρέσεις την άρνηση της ΝΔ να συμπράξει στην αλλαγή του άρθρου 32 για την εκλογή ΠτΔ χωρίς αναγκαστική διάλυση της Βουλής και την προσωπική ψήφο που έδωσαν οι βουλευτές όλων των κομμάτων ως προς το επαγγελματικό ασυμβίβαστο. Αυτά όμως που συνέβησαν το 1998-2001 δυστυχώς δεν μπορούν ή πάντως είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμβούν τώρα, γιατί έχουν καταλυθεί οι εγγυήσεις του πολιτικού και συνταγματικού πολιτισμού.

 

Ακόμη σημαντικότερο είναι το ζήτημα της αναθεώρησης του ίδιου του άρθρου 110 που θέτει τα ουσιαστικά και διαδικαστικά όρια της αναθεώρησης. Αυτό δεν περιλαμβάνεται στην τελική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ. Το θέτει όμως η ΝΔ. Το 1985 είχε προταθεί από το ΠΑΣΟΚ αναθεώρηση του άρθρου 110 και η πρόταση αποσύρθηκε μετά από έντονη αντίδραση της επιστημονικής κοινότητας. Έχω διατυπώσει από το 1984 τη θέση ότι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις μπορούν να αναθεωρηθούν, εφόσον όμως διατηρούνται τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ισχύουσας ρύθμισης: η αυξημένη πλειοψηφία, η παρεμβολή του εκλογικού σώματος και η προθεσμία ώριμου χρόνου. Η ταχεία διαδικασία αναθεώρησης σε μια Βουλή έστω με αυξημένη πλειοψηφία, αλλά χωρίς καμία προθεσμία περίσκεψης (ώριμου χρόνου), καθιστά την αναθεώρηση δέσμια της συγκυρίας και του συνταγματικού λαϊκισμού. Υπό την πίεση εντυπώσεων που διογκώνονται επικοινωνιακά είναι πολύ πιθανό κυβέρνηση και αντιπολίτευση να επιδίδονται στο  μέλλον σε συναγωνισμό «προθυμίας» για αλλαγή του Συντάγματος με βάση την ειδησεογραφία. Άλλωστε οι συνταγματικές αλλαγές είναι συχνότατα άτυπες ή προκύπτουν μέσα από την ερμηνεία και εφαρμογή του Συντάγματος σε αρμονία με το δίκαιο της ΕΕ ή την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Μια αναθεώρηση όμως υπό την πίεση της «πλατείας των αγανακτισμένων» θα ήταν  πιθανότατα βήμα προς την απαξίωση των εγγυήσεων και αντιβάρων της ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Άμεση αναθεώρηση σε μια Βουλή σημαίνει ότι το  Σύνταγμα θα αναθεωρείται πιο εύκολα από την άμεση τροποποίηση του εκλογικού νόμου που τώρα απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία 2/3,  εξίσου εύκολα με την εκλογή ΠτΔ στην πρώτη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία 3/5 και εξίσου εύκολα με την κύρωση συνθηκών που μεταφέρουν αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών κατά το άρθρο 28 παρ. 2. Υπάρχουν ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες το Σύνταγμα αναθεωρείται σε μια Βουλή με σχετική ευκολία, έχουν όμως τη δική τους παράδοση και μνήμη. Η δική μας παράδοση και  εμπειρία αναδεικνύει τη σημασία που έχει ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος. «Τεχνικές» προσεγγίσεις που δίνουν την εντύπωση ότι  εκλογικεύουν ή απλοποιούν συνταγματικές διαδικασίες όπως η αναθεώρηση, μπορεί να ανακαλύψουμε στο εγγύς μέλλον ότι ακυρώνουν  θεμελιώδεις εγγυήσεις της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ελπίζω τότε να μην είναι αργά.

 

Aναδημοσίευση από ΤΑ ΝΕΑ, 9.11.2018

Το παρόν άρθρο (9.11.2018) αποτελεί το δεύτερο από τη σειρά επτά άρθρων που δημοσιεύονται καθημερινά στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος

Η αναθεώρηση ή θα είναι συναινετική ή δεν θα υπάρξει

Γιώργος Καραβοκύρης, Επίκουρος Καθ. Νομικής ΑΠΘ

Το Σύνταγμα έχει εξ ορισμού, από τη θέση του στην ιεραρχία των κανόνων, περιεχόμενο ελλειπτικό και λειτουργία συστατική. Δεν επαφίεται σε αυτό να εξορθολογίσει αυστηρά την πολιτική ή να διευθύνει την οικονομία ή, βέβαια, να μεταρρυθμίσει την κοινωνία, αλλά να συντάσσει τις αρχές μας, να εγγυάται τα δικαιώματά μας, να οργανώνει την άσκηση της εξουσίας και να υπηρετεί την πολιτική μας ελευθερία. Η τέχνη της γραφής του είναι απαιτητική και αβέβαιη, καθώς ο αφηρημένος του χαρακτήρας και η επίδραση που δέχεται από την ερμηνεία του, τη δύναμη του πραγματικού και τον επικαθορισμό του οικονομικού, το βάρος των ηθικών μας συναισθημάτων και των εθνικών μας μύθων και αναπαραστάσεων, δημιουργούν μια σειρά αλληλένδετων μεταβλητών του νοήματός του, μια σύνθετη συνταγματική μηχανική που και ο πιο φιλόδοξος συντάκτης του είναι αδύνατον πλήρως και εκ των προτέρων να συλλάβει. Η ανάγνωση του Συντάγματος παραμένει, συνεπώς, πάντα ανοικτή, για να «εγκοιτώνει την κοινωνική ύλη», σύμφωνα με την ωραία έκφραση του Αλ. Σβώλου. Τα συνταγματικά κείμενα ανθίστανται στον χρόνο, αφενός γιατί διαθέτουν πλεόνασμα αξεπέραστων εννοιών και συμβολισμών, αφετέρου γιατί διαβάζονται και εφαρμόζονται διαρκώς, καθημερινά, στις αίθουσες και τους διαδρόμους των Κοινοβουλίων, των Υπουργείων και των Δικαστηρίων.

Το Σύνταγμα του 1975, από τα πιο μοντέρνα της εποχής του, ανταποκρίθηκε και άντεξε σε όλες τις εμβληματικές θεσμικές προκλήσεις της Μεταπολίτευσης, από την «αλλαγή» και τον σκληρό δικομματισμό των δεκαετιών του ‘80 και του ‘90, στον εκσυγχρονισμό και τη δικαιωματοκρατία του αισιόδοξου millenium και τη θλιβερή δημοσιονομική κρίση της τελευταίας οκταετίας, καταβάλλοντας, το ίδιο, συμβολικά και πραγματικά, μάλλον το μικρότερο κόστος, σε αντίθεση με το πολιτικό σύστημα που πλήρωσε, δικαίως, μάλλον το υψηλότερο. Ίσως γι’ αυτό να παραμένει η βασική κανονιστική αναφορά στο νομικό, τον πολιτικό ή ακόμη και τον καθημερινό λόγο. Ίσως, πάλι, γιατί το Σύνταγμα αποτυπώνει τις πιο βαθιές δικαιπολιτικές μας πεποιθήσεις και διαισθήσεις.

Η πολυτάραχη πολιτική μας ιστορία, με την ακανθώδη σχέση Παλατιού και Κυβέρνησης/Κοινοβουλίου, απονομιμοποιεί καθοριστικά την ιδέα της πολιτειακής δυαρχίας, της άμεσης εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό ή της σημαντικής ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του.  Η εμφανής, ήδη από τον 19ο αιώνα, αγάπη των Ελλήνων για τις εκλογές, τη διονυσιακή εκτόνωση για τις πολιτικές μας διαφορές, προδίδει την αντίληψή μας για τη δημοκρατική αρχή, σε βάρος της (όποιας) σταθερότητας των εκλογικών κύκλων. Η δικομανία μας και ο πολιτικός ρεβανσισμός, όπως και η μοιραία έπαρση του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού, κρύβονται πίσω από τις ασυλίες και την προνομιακή μεταχείριση των πολιτικών. Η ουδετερότητα και ευελιξία του οικονομικού Συντάγματος, μεταξύ φιλελευθερισμού και παρεμβατισμού, επέτρεψε τόσο την πρωτοφανή μεταπολιτευτική ανάπτυξη και ευμάρεια, όσο και την ακόμη πιο βαρύγδουπη πτώχευση της χώρας. Ο ελληνικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, με την πλούσια νομολογιακή ιστορία άνω των 100 ετών, εγγυήθηκε, στο μέτρο του δυνατού, τα δικαιώματά μας και έβαλε φρένο στην πολιτική αυθαιρεσία. Η προσήλωσή μας στην αντιπροσωπευτική αρχή, με την κλασική έννοια της έμμεσης, κοινοβουλευτικής και όχι της συμμετοχικής ή αμεσοδημοκρατικής αναπαράστασης του έθνους/λαού, καθησυχάζει τον ενδόμυχο φόβο μας μπροστά στην ίδια τη συγκρουσιακή μας φύση και υποδηλώνει την εμπιστοσύνη μας στο φίλτρο των αντιπροσώπων μας, ενώ εξομαλύνει τους διχασμούς εν τη γενέσει τους.

Το Σύνταγμα το θέλουμε αυστηρό, να αλλάζει -μάλλον υπερβολικά, για τα δεδομένα του σύγχρονου συνταγματισμού- δύσκολα, και κατά συνέπεια λιτό, να εξουσιοδοτεί το νομοθέτη, αυτόν που παράγει πολιτική. Σε αυτόν κυρίως αναθέτουμε τους κανόνες του εκλογικού μας παιχνιδιού, με στόχο την κυβερνησιμότητα. Ο ίδιος αναλαμβάνει την ευθύνη να εκπληρώσει τα κοινωνικά δικαιώματα, να σχεδιάσει, εντός της ρήτρας του εφικτού, την παροχική του πολιτική. Για τις μεγάλες παθολογίες μας, το πελατειακό και κομματικό Κράτος, τη δυσλειτουργική δημόσια διοίκηση, την ασθενή οικονομία και την έλλειψη ενός συνεκτικού και εθνικού αναπτυξιακού μοντέλου δεν ευθύνεται το Σύνταγμα, αλλά οι δημόσιες πολιτικές.

Η αναθεωρητική εξουσία δεν ανήκει στην τρέχουσα μικρο-πολιτική, αλλά στο υψηλό πολιτικό, λειτουργεί χειρουργικά και εντοπισμένα, εντός της μεγάλης συνταγματικής μας αφήγησης, με μικρές τομές που αποκαθιστούν την επικοινωνία των λειτουργιών και τις στρεβλώσεις τους. Και δεν είναι, σίγουρα, οι τελευταίες αμελητέες: η ευθύνη των υπουργών δεν σημαίνει την ανευθυνότητά τους, η ασυλία των βουλευτών δεν γίνεται να εκπίπτει σε μια licence to kill, η αδυναμία εκλογής ενός αποδυναμωμένου θεσμικά Προέδρου δεν μπορεί να απολήγει στη διάλυση της Βουλής, η πολιτική ασυμφωνία των κομμάτων δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνει τη λειτουργία και τη συνέχεια των οργάνων του Κράτους, η διαπλοκή της Εκκλησίας με το Κράτος δεν σχετίζεται σε κανένα σύγχρονο Κράτος Δικαίου με την απόλαυση της θρησκευτικής ελευθερίας, η κανονιστική υπερτροφία της εκτελεστικής εξουσίας δεν μπορεί να υπονομεύει τη λειτουργία του Κοινοβουλίου.

Ας μην παραγνωρίζουμε ότι η εμπειρία του Συντάγματος στη νέα κανονικότητα της κρίσης και της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης συνιστά, θέλοντας και μη, το νέο θεσμικό και νοηματικό πλαίσιο κατανόησης και εμπέδωσης της άτυπης μεταβολής του. Ο αυστηρός δημοσιονομικός έλεγχος και οι υπερεθνικές μας δεσμεύσεις (έλεγχος προϋπολογισμού, ιδιωτικοποιήσεις, μεταρρυθμίσεις δημοσιονομικές και δομικές), όπως και η νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, μεταβάλλουν την ερμηνεία, αλλά και την κανονιστική ισχύ του κειμένου. Για την ακρίβεια, το «αναθεωρημένο» ελληνικό Σύνταγμα έχει ήδη μερικώς προηγηθεί της αναθεωρητικής διαδικασίας και ο εθνικός μας συνταγματισμός απορροφάται ριζικά από τον ευρωπαϊκό, με εξαίρεση τις νησίδες μιας ιδεολογικής και συχνά εσωστρεφούς αυτονομίας (π.χ. με τη διαφύλαξη της συνταγματικής μας ταυτότητας). Το συνταγματικό μας μέλλον είναι ήδη παρόν.

Η αναθεώρηση δεν είναι μια άσκηση σε συνθήκες εργαστηρίου, ούτε μια επαγγελματική και αυτοαναφορική διαστροφή των συνταγματολόγων, πολύ περισσότερο δεν εξαντλείται στην πολιτική εργαλειοποίηση και ρητορική, είναι πράξη κανονιστική και επιτελεστική που αναδιατάσσει τον άξονα της πολιτειακής μας μοίρας και φέρει ενώπιον της πολιτικής τους ευθύνης όλους τους δρώντες. Η αναθεώρηση ή θα είναι συναινετική ή δεν θα υπάρξει. Γι’αυτό προϋποθέτει την πολιτική εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, είναι μια τεχνική συμβιβασμού που υπερβαίνει τη συγκυρία, μια πράξη αυτοπεριορισμού και αναστοχασμού του πολιτικού πάθους, και εκβάλλει στον κοινό μας αξιακό και ιδεολογικό παρονομαστή, αυτόν, εν προκειμένω, της -σχηματικά αποκαλούμενης- Μεταπολίτευσης, που καλούμαστε να επικαιροποιήσουμε και να ανανοηματοδοτήσουμε, όχι να διαγράψουμε. Όχι για λόγους ιστορικούς ή στο όνομα μιας έλλογης και άνευρης μετριοπάθειας, αλλά πάνω από όλα, έχω την αίσθηση, γιατί εκεί είναι ο τόπος της συναίνεσής μας. Κι αυτή, ακόμη και αν μοιάζει να έχει περιορισμένη πρακτική σημασία, όταν ένα Σύνταγμα, όπως το δικό μας, δεν χρειάζεται μείζονες παρεμβάσεις, παραμένει πολιτικά και ψυχολογικά κρίσιμη, γιατί επαναφέρει στο προσκήνιο και ανασύρει στη μνήμη όλων, ειδικών και μη, τη συμβολική δύναμη της συντακτικής εξουσίας.

 

 

 

 

 

 

 

Η δοκιμασία της αναθεώρησης – Το ιστορικό, συνταγματικό και διεθνές πλαίσιο

Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Καθηγητής συνταγματικού δικαίου, εισηγητής της πλειοψηφίας στην αναθεωρητική διαδικασία 1995-2001

Η κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος, θέτει σε δοκιμασία τα δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Συντάγματος. Πρώτον, τον αυστηρό χαρακτήρα του στον οποίο θεμελιώνεται η υπεροχή του σε σχέση με την κοινή νομοθεσία. Και, δεύτερον, τη σχέση του με τον μακρύ ιστορικό χρόνο στον οποίο πρέπει να κινείται.  Αυτό γίνεται μέσω των φιλελεύθερων εγγυήσεων του κράτους δικαίου (ανθρώπινα δικαιώματα και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων) και μέσω της συνταγματικής οργάνωσης των δημοκρατικών διαδικασιών με τρόπο που διασφαλίζει τον έλεγχο της εκάστοτε πλειοψηφίας και τον θεσμικό ρόλο των μειοψηφιών.

 

Για τον λόγο αυτό το ίδιο το Σύνταγμα θέτει όρια στην αναθεώρησή του. Όρια ουσιαστικά που αφορούν τον σκληρό πυρήνα αρχών και κανόνων που περιβάλλονται από μια «ρήτρα αιωνιότητας», όπως συμβαίνει με το άρθρο  110 παρ. 1 του ελληνικού Συντάγματος. Και όρια διαδικαστικά που αφαιρούν την αναθεωρητική αρμοδιότητα από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία και την καθιστούν αντικείμενο αναγκαστικής  «μετά πλειοψηφικής» συναίνεσης.

 

Όλα αυτά διασφαλίζουν την ευρυχωρία, την μακροβιότητα και την αντοχή των Συνταγμάτων που προσπαθούν να «εγκιβωτίσουν» σε ένα νομικό κείμενο –  συνήθως πανηγυρικό, ελλειπτικό και αφηρημένο, σε σύγκριση με τον όγκο και τη σπουδαιότητα των θεμάτων που ρυθμίζει – τη λειτουργία όχι μόνο του κράτους, αλλά και της κοινωνίας και της οικονομίας. Δεν πρέπει να υπάρχει «κομματικό» ή ιδεολογικά μονοσήμαντο Σύνταγμα. Πρέπει να υπάρχει Σύνταγμα που αποτυπώνει το ιστορικό κεκτημένο της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας, του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού και της συνταγματικής ιστορίας της χώρας. Το Σύνταγμα του 1975 ψηφίστηκε από μόνη την τότε πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας μετά από αποχώρηση της αντιπολίτευσης. Η αναθεώρηση του 1986 από την τότε πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ και την τότε κομμουνιστική αριστερά μετά από αποχώρηση της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η αναθεώρηση του 2001 ήταν η συναινετική αναθεώρηση  των ευρύτατων πλειοψηφιών, η αναθεώρηση της συνταγματικής συμφιλίωσης της χώρας. Αυτό είναι ένα τεράστιο κεκτημένο που δεν πρέπει να απολεσθεί. Ακόμη και η άνευ περιεχομένου αναθεώρηση του 2008 διεξήχθη χωρίς τη συμμετοχή της αντιπολίτευσης.

 

Στην εποχή μας βέβαια τα κράτη είναι πια μειωμένης ή διαμοιρασμένης  κυριαρχίας. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση κυριαρχεί ένας νέος τύπος κράτους, το «κράτος μέλος» που μετέχει στη συνεχή διεργασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η σύγκρουση μεταξύ εθνικών συνταγμάτων και έννομης τάξης της ΕΕ για το ζήτημα της υπεροχής, λύνεται με αμοιβαίο σεβασμό και υποχωρήσεις, μέσα από έναν πολύπλοκο και μακρόσυρτο διάλογο μεταξύ του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και των ανώτατων δικαστηρίων των κρατών μελών. Διαμορφώνεται έτσι ένας «ενιαίος ευρωπαϊκός συνταγματικός χώρος». Το ίδιο συμβαίνει στην ευρύτερη Ευρώπη μεταξύ των εθνικών Συνταγμάτων και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), πρακτικά μεταξύ των εθνικών συνταγματικών ή ανώτατων δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στο Στρασβούργο. Σε παγκόσμιο επίπεδο οι δυτικές αντιλήψεις περί δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχουν καταστεί ηγεμονικές, αναδεικνύουν τις αποκλίσεις που υπάρχουν σε πολλά κράτη στα οποία δεν ισχύει το πρότυπο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Τώρα το πρότυπο αυτό αμφισβητείται στην ίδια την ΕΕ με την ανάδυση των φαινομένων της αυταρχικής και μη φιλελεύθερης ( illiberal ) δημοκρατίας. Το βέβαιο, ευτυχώς, είναι ότι ένα κράτος μέλος της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν μπορεί να αναθεωρήσει το εθνικό του Σύνταγμα χωρίς να λάβει υπόψη τις δεσμεύσεις που απορρέουν από την ΕΣΔΑ και την έννομη τάξη της ΕΕ. Το κράτος μέλος υπόκειται σε διεθνή πολιτικό ( διακυβερνητικό και κοινοβουλευτικό ) και δικαστικό έλεγχο για τα θέματα αυτά.

 

Το σημαντικότερο είναι το όριο που θέτει σε κάθε πρωτοβουλία αναθεώρησης του Συντάγματος η ιστορική εμπειρία, απώτερη και ιδίως πρόσφατη. Η Ελλάδα έχει βιώσει την εμπειρία της οικονομικής κρίσης τα τελευταία σχεδόν δέκα χρόνια με αίτια που ανάγονται πολύ πριν. Το ισχύον Σύνταγμα άντεξε σε τεράστιες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις. Μεταβλήθηκε η κοινωνική διαστρωμάτωση, άλλαξε το πολιτικό σύστημα, τέθηκαν οξύτατα ζητήματα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας, εκδηλώθηκαν και διαψεύστηκαν στην πράξη μεγάλα κύματα ανευθυνότητας και εθνικολαϊκισμού. Ο ελληνικός λαός γνωρίζει πολύ καλύτερα τώρα τα όρια της πολιτικής αλλά και της συνταγματικής ρητορείας. Γνωρίζει τη σημασία των ευρωπαϊκών και διεθνών συσχετισμών, την πραγματική σχέση κρατών και αγορών, τη σημασία της δημοσιονομικής υπευθυνότητας, της ανταγωνιστικότητας, των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Ξέρει πόσο εύθραυστο είναι το ασφαλιστικό σύστημα,  η μακροχρόνια βιωσιμότητα του οποίου δεν διασφαλίζεται ούτε με δικαστικές αποφάσεις ούτε με προεκλογικές δημαγωγίες.  Το πρόβλημα της χώρας είναι δημοσιονομικό,  αναπτυξιακό, πολιτικό και κυρίως κοινωνικό και νοοτροπιακό. Είναι βεβαίως και πρόβλημα θεσμικό, σχετικό με τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, της διοίκησης και της δικαιοσύνης, αλλά δεν είναι το Σύνταγμα αυτό που εμποδίζει τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές και κυρίως την εφαρμογή των νομοθετημένων αλλαγών. Προφανώς είναι χρήσιμο οι θεσμικές αλλαγές να επιβεβαιώνονται με ρητές συνταγματικές αλλαγές, για να συμβεί όμως αυτό  χωρίς τον κίνδυνο η αναθεώρηση  να λειτουργήσει αντίστροφα ως πηγή νέων εντάσεων και προβλημάτων, πρέπει να υπάρχουν οι προϋποθέσεις της γνήσιας αναθεωρητικής συναίνεσης και να υψωθούν τείχη στον συνταγματικό λαϊκισμό που είναι η πιο επικίνδυνη μορφή λαϊκισμού γιατί παίζει εν ου παικτοίς: με τον πυρήνα των δημοκρατικών θεσμών και των εγγυήσεων του κράτους δικαίου.

 

Την περίοδο 2009 – 2018 η χώρα είδε να σχηματίζονται πολλές κυβερνήσεις, να αλλάζουν ριζικά οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί, να εξελίσσεται το θρίλερ του πρώτου εξαμήνου του 2015,  να επιβάλλεται τραπεζική αργία και έλεγχος κίνησης  κεφαλαίων, να οργανώνεται δημοψήφισμα μέσα σε πέντε ημέρες και το αποτέλεσμά του να ξεχνιέται μέσα σε λίγες ώρες. Το γεγονός ότι η χώρα υφίσταται οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο Σύνταγμά της. Το Σύνταγμα συνέβαλε αρνητικά  μόνο στις αναγκαστικές εκλογές του Ιανουαρίου 2015 λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας με αυξημένη πλειοψηφία 3/5. Πρόκειται για τη μόνη διάταξη που, παρότι είχε προταθεί, δεν αναθεωρήθηκε το 2001 λόγω της σθεναρής άρνησης της Νέας Δημοκρατίας να συμπράξει ώστε να συγκεντρωθεί η αναγκαία πλειοψηφία. Όμως και πάλι η αλλαγή των συσχετισμών και η δυναμική της είχε καταγραφεί στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014, ασχέτως των συνταγματικών προβλέψεων περί εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας.

 

Η αλλαγή του Συντάγματος δεν επέρχεται άλλωστε μόνο με την αναθεώρησή του, αλλά με σωρεία άτυπων μεταβολών κυρίως μέσω της δικαστικής ερμηνείας και εφαρμογής του και ιδίως μέσω της σύμφωνης με την ΕΣΔΑ και με το ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του Συντάγματος. Το άρθρο 14 παρ. 9 για τον λεγόμενο βασικό μέτοχο που ερμηνεύθηκε περιοριστικά σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο, αλλά και το άρθρο 16 παρ.5 για τα ΑΕΙ αποκλειστικά ως ΝΠΔΔ,  ενώ λειτουργούν νόμιμα  ιδιωτικά  παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων και αναγνωρίζονται τα επαγγελματικά δικαιώματα των τίτλων τους, είναι δυο χαρακτηριστικά  παραδείγματα τέτοιας ερμηνείας.

 

Η κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης ως επικοινωνιακός και πολιτικός αντιπερισπασμός, σε συνδυασμό με τα υπαρξιακά προβλήματα της οικονομίας, την διάχυτη δυσαρέσκεια της κοινωνίας, τα μέτωπα που ανοίγουν στην εξωτερική πολιτική και τη βίαιη θεσμική κρίση που προκαλεί η συνεχής προσπάθεια της κυβέρνησης να χειραγωγήσει τη δικαιοσύνη και να την καταστήσει πολιτικό της εργαλείο, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα στην τελική φάση της παρούσας Βουλής και ενόψει εκλογών. Η αναθεώρηση αντί για πεδίο συναινέσεων λειτουργεί ως πρόσχημα για την κατασκευή τεχνητών διλημμάτων και «πνίγεται» μέσα στο κλίμα της ακραίας πολιτικής και κοινωνικής έντασης. Η χώρα υπό τις παρούσες συνθήκες χρειάζεται θεσμική ασφάλεια και σταθερότητα. Χρειάζεται Σύνταγμα που γίνεται σεβαστό και σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο να κινηθεί η  αναθεωρητική διαδικασία χρειάζεται γνήσια συναίνεση. Κάτι που προφανώς δεν υπάρχει. Μόνο υπό το πρίσμα των παραπάνω παρατηρήσεων μπορούν συνεπώς να αξιολογηθούν   ουσιαστικά οι επιμέρους προτάσεις αναθεώρησης.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Τα ΝΕΑ, 8/11/2018

Αναθεώρηση κατά λαϊκισμού

Κώστας Μποτόπουλος, Συνταγματολόγος, πρ. Ευρωβουλευτής

Με τη χτεσινή τοποθέτηση του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας, και εν αναμονή της στάσης και των προτάσεων του Κινήματος Αλλαγής, η δημοκρατική αντιπολίτευση φαίνεται να συγκροτεί σιγά-σιγά τον πυρήνα της λογικής με την οποία σκοπεύει να αντιμετωπίσει την πρόταση του κυβερνώντος κόμματος: της δίνεται μια πολύ καλή ευκαιρία να κάνει το Σύνταγμα και τους θεσμούς σημαία στη μάχη κατά του πολιτικού και αναθεωρητικού λαϊκισμού.

Η κριτική που άσκησε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στον τρόπο που κινείται η κυβέρνηση και στις αντιφάσεις της αναθεωρητική της πρόταση φανερώνουν ωριμότητα και έλλειψη φανατισμού. Ναι, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι προσχηματική και έρχεται σε αντίφαση με τα κυβερνητικά πεπραγμένα του: «ενίσχυση» δημοψηφισμάτων παρά την κωλοτούμπα του δημοψηφίσματος-παρωδία του 2015, «μέριμνα» για αγαθά όπως η ενέργεια που έχουν ήδη εκποιηθεί για πολλά χρόνια, «αγωνία» για τη Δημοκρατία και το Κράτος Δικαίου αφού πρώτα καταβαραθρώθηκαν από την παρούσα κυβέρνηση. Ναι, αντί για την αναγκαία συναίνεση η κυβέρνηση προήγαγε και συνεχίζει να προάγει το διχασμό (η λέξη «πογκρόμ» που χρησιμοποίησε ο αρχηγός της ΝΔ είναι μάλλον υπερβολική). Και ναι, οι κυβερνητικές προτάσεις είναι αποσπασματικές και δεν αγγίζουν μια σειρά κρίσιμα πεδία, στα οποία απαιτούνται πράγματι τομές (δημόσια διοίκηση, δημοσιονομικός χώρος, δικαιοσύνη).

Καλοδεχούμενη είναι και η απόφαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης να «συμμετάσχει κανονικά» στην αναθεωρητική διαδικασία, μη αφήνοντας το παραμικρό περιθώριο μονοπώλησης του «συνταγματικού πατριωτισμού» σε ένα κόμμα και μια κυβέρνηση που ανοιχτά τον περιφρονούν. Ωστόσο, από τις γενικές αναφορές και τις επιμέρους ιδέες, μού γεννήθηκαν τρία ερωτήματα/σχόλια. Πρώτον, μήπως η «λιτή» αλλά συγχρόνως «γενναία» και μαζί «δημιουργός καινοτόμων θεσμών» πρόταση της ΝΔ σημαίνει ότι θα ανοίξουν, όπως το 2001, πάρα πολλά άρθρα του Συντάγματος και θα πειραχτεί η συνολική αρχιτεκτονική του; Αν κάτι τέτοιο υπονοείται, νομίζω ότι είναι λάθος κι ότι η αντιπολίτευση πέφτει στην παγίδα της κυβέρνησης. Δεύτερον, η πρόσκληση, επίσημη μάλιστα, υπερψήφισης των διατάξεων με μεγάλη πλειοψηφία από την πρώτη, τη σημερινή, Βουλή, ώστε να έχει την ευχέρεια η μετά τις εκλογές κυβέρνηση να τους προσδώσει το περιεχόμενο που εκείνη επιθυμεί, έρχεται σε αντίθεση τόσο με το πνεύμα της συνταγματικής διάταξης περί αναθεώρησης όσο και με την πολιτική ανάγκη οι συναινέσεις να συγκροτηθούν μετά το γύρισμα της σελίδας μέσω της λαϊκής ετυμηγορίας. Και τρίτον, από τις προτάσεις του Προέδρου της ΝΔ δεν έλειψαν ορισμένες γενικολογίες που δεν ταιριάζουν σε αναθεωρητικό εγχείρημα: «συνταγματική κατοχύρωση καλής νομοθέτησης» είναι σχεδόν αδύνατη, το ίδιο και της «κοινωνικής κινητικότητας», το περιβάλλον προστατεύεται ήδη με πλήρη τρόπο, η ανάπτυξη, όσο απαραίτητη κι αν είναι, δεν έρχεται μέσω Συντάγματος, η αξιολόγηση, από τη στιγμή που το ΑΣΕΠ μπήκε στο Σύνταγμα, αποτελεί συνταγματική αρχή.

Σε τελική ανάλυση, η τύχη της πρότασης της ΝΔ φαίνεται ότι θα περιστραφεί γύρω από μια μεγάλη άρνηση, στο χωρισμό Κράτους- Εκκλησίας, και μια μεγάλη κατάφαση, στην ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων «υπό δημόσια εποπτεία ανεξάρτητης αρχής». Κατά την ταπεινή μου άποψη, στο πρώτο έχει άδικο και στο δεύτερο δίκιο. Αλλά και τα δύο, όπως και όλη της τη λειτουργία κατά την αναθεωρητική διαδικασία, σκόπιμο θα ήταν να τα σφυρηλατήσει μαζί με όλες τις αντι-λαϊκιστικές δυνάμεις του τόπου.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Τα Νέα 07/11/2018

Η συμβολή της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου(ΕΕΔΑ) στην προστασία και προώθηση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Γεώργιος Σταυρόπουλος, Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας

Η προστασία και η προαγωγή των δικαιωμάτων του ανθρώπου αποτελεί αυτονόητο καθήκον για όλους όσοι υπηρετούν τους θεσμούς μιας δημοκρατικής πολιτείας αλλά και υποχρέωση του κάθε πολίτη. Τα δικαιώματα του ανθρώπου υπηρετούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και αποτελούν το εμπόδιο στην τυραννία και την καταπίεση.

Τα συντρίμμια που άφησε πίσω του ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσαν την αφορμή για την ανάπτυξη μιας μεγάλης συζήτησης γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη σύσταση ειδικών μηχανισμών για την προώθησή τους. Ένας μεγάλος ανθρωπιστής και φιλέλληνας, ο Réné Cassin, Βραβείο Νόμπελ για την Ειρήνη, Πρόεδρος, στην πράξη, του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας, συνέβαλε αποφασιστικά, όχι μόνο στην σύσταση της γαλλικής επιτροπής δικαιωμάτων του ανθρώπου, που ιδρύθηκε πρώτη από τις ομόλογές της εθνικές επιτροπές, το έτος 1947, αλλά και στη διαμόρφωση της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 10ης Δεκεμβρίου 1948. Ακολούθησε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και η σύσταση με αυτήν του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στις 4.1.1950, που έδωσαν ιδιαίτερη ώθηση, στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, μέσα μάλιστα από τη λειτουργία διεθνούς δικαστικού οργάνου που ελέγχει την εφαρμογή της ΕΣΔΑ από τα κράτη-μέρη της Σύμβασης. Αργότερα, στα πλαίσια του ΟΗΕ υιοθετήθηκαν, στις 16.12.1966, δύο Σύμφωνα, το ένα για τα ατομικά και πολιτικά και το άλλο για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα. Τέλος, ο πλέον πρόσφατος Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1.12.2009) αποτελεί ασφαλώς το πλέον εξελιγμένο κείμενο αποτύπωσης των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Στη δεκαετία του 1990 αναλήφθηκαν ειδικότερες πρωτοβουλίες για τη σύσταση διεθνών και εσωτερικών οργάνων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στη Διάσκεψη του Παρισιού το 1991 διατυπώθηκαν αρχές για τη λειτουργία των εθνικών επιτροπών των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Οι αρχές αυτές εγκρίθηκαν, στη συνέχεια, από τη Διεθνή Διάσκεψη της Βιέννης τον Ιούνιο του 1993 και υιοθετήθηκαν με το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης 48/134/20.12.1993 του Ο.Η.Ε.

Επιδίωξη των «Αρχών του Παρισιού» ήταν να συσταθεί σε κάθε κράτος-μέλος του ΟΗΕ, με βάση ειδικό συνταγματικό ή νομοθετικό κείμενο, ένας εθνικός θεσμός επιφορτισμένος με την προστασία και την προώθηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ο θεσμός αυτός θα πρέπει να έχει ευρύτατη κοινωνική αντιπροσώπευση. Πρόσωπα προερχόμενα από συνδικαλιστικούς φορείς, μη κυβερνητικές οργανώσεις, το Κοινοβούλιο, τα πανεπιστήμια κλπ συγκροτούν το συλλογικό αυτό όργανο ορισμένης θητείας, στο οποίο μπορούν να μετέχουν και εκπρόσωποι κρατικών υπηρεσιών, οι τελευταίοι χωρίς δικαίωμα ψήφου. Ο εθνικός θεσμός εξετάζει κάθε ζήτημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά του, συλλέγει πληροφορίες και έγγραφα, διατυπώνει γνωμοδοτήσεις και συστάσεις, τις οποίες και δημοσιοποιεί και συνεργάζεται με άλλα διοικητικά, αλλά και δικαστικά όργανα για την προστασία και προώθηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Σύμφωνα με τις «Αρχές του Παρισιού», κάθε εθνικός θεσμός πρέπει να διαθέτει την κατάλληλη υποδομή για την ομαλή άσκηση των δραστηριοτήτων του και επαρκή χρηματοδότηση. Η επαρκής χρηματοδότηση αποβλέπει στην πρόσληψη του δικού του προσωπικού και την απόκτηση επαρκών χώρων, με σκοπό να είναι ανεξάρτητος από την Κυβέρνηση και να μην υπόκειται σε οικονομικό έλεγχο από αυτήν που θα μπορούσε να επηρεάσει την ανεξαρτησία του.

Η χώρα μας υπήρξε μια από τις πρώτες χώρες που συνέστησε εθνικό όργανο σε εκτέλεση των επιταγών των «Αρχών του Παρισιού», την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), περί της οποίας προέβλεψε αρχικά ο ν. 2667/1998. Με το νόμο αυτό διακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της ΕΕΔΑ και προσδιορίστηκε η αποστολή της, κυρίως, ως συμβουλευτικού οργάνου της Πολιτείας, στο πλαίσιο των κατευθύνσεων των ως άνω «Αρχών». Ιδιαίτερα πρέπει να επισημανθεί η πλουραλιστική σύνθεση της Εθνικής Επιτροπής. Μέλη της είναι πρόσωπα οριζόμενα από τις μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις, τις σημαντικότερες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, τις περισσότερες από τις συνταγματικά κατοχυρωμένες Ανεξάρτητες Αρχές, τρία Πανεπιστήμια, την Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, το Συνήγορο του Καταναλωτή, το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, αλλά και πρόσωπα οριζόμενα από όλα τα πολιτικά κόμματα που αναγνωρίζονται από τον Κανονισμό της Βουλής. Δεν πρέπει ακόμα να παραλειφθεί η αναφορά στην Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ελλήνων Ρομ. Μετέχουν, ακόμη, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, αλλά και εκπρόσωποι ορισμένων Υπουργείων. Ο Πρωθυπουργός ορίζει μόνο δύο πρόσωπα, εγνωσμένου κύρους, δικής του επιλογής, τα οποία έχουν εξειδικευθεί σε θέματα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η μεγάλη συμμετοχή προσώπων που υποδεικνύονται από πλείστους θεσμικούς και κοινωνικούς φορείς αποκλείει τη χειραγώγηση της ΕΕΔΑ από οποιοδήποτε πρόσωπο, κόμμα ή οργάνωση. Από τη λειτουργία, άλλωστε, της Εθνικής Επιτροπής, στην πράξη, αποδείχθηκε ότι τα μέλη της, ανεξάρτητα από το φορέα που τα υπέδειξε, έδειξαν, διαχρονικά, πλήρη ανεξαρτησία γνώμης. Η ανεξαρτησία της ΕΕΔΑ ενισχύεται και από τον τρόπο ανάδειξης του Προέδρου και των δύο Αντιπροέδρων της. Αυτοί δεν υποδεικνύονται, αλλά εκλέγονται, για θητεία τριών ετών, από το σύνολο των μελών της ΕΕΔΑ που έχουν δικαίωμα ψήφου. Σε αυτό το κλίμα προσαρμόστηκαν, στο μέτρο του εφικτού, τα χρόνια της λειτουργίας της ΕΕΔΑ ακόμα και οι εκπρόσωποι της Βουλής και της Κυβέρνησης, οι οποίοι, συχνά, ήταν οι αποδέκτες των προτάσεων της, αναφορικά με τα δικαιωματικής φύσης προβλήματα που ανέκυπταν, ενώ σε προηγούμενο χρόνο έδιναν χρήσιμες πληροφορίες για την αντιμετώπισή τους.

Η Εθνική Επιτροπή συστάθηκε, τυπικά, στον Πρωθυπουργό, στον οποίο, κατά το νόμο, «υπάγεται», χωρίς όμως να υπόκειται σε κανένα ιεραρχικό έλεγχο ή υπόδειξη. Τυπικά, πάλι, υποστηρίζεται, σύμφωνα με το νόμο, ως προς τη στελέχωση και υποδομή της από τη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης. Οι τελευταίες, όμως, αυτές νομοθετικές επιλογές υπήρξαν, παρά τις καλές προθέσεις των εμπνευστών τους, μάλλον ατυχείς. Πέρα από τη σύγχυση που δημιουργεί στην εσωτερική κοινή γνώμη, αλλά και στο εξωτερικό, η φράση «υπάγεται στον Πρωθυπουργό», ο εκάστοτε Πρωθυπουργός μάλλον αδιαφορεί για την ίδια την ύπαρξη και τη λειτουργία της ΕΕΔΑ, αλλά και η Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης συχνά δεν δείχνει το οφειλόμενο ενδιαφέρον για τη στελέχωση και την υποδομή της Εθνικής Επιτροπής, παρά τις επιταγές του νόμου. Η πολιτική εξουσία δίνει, γενικά, την εντύπωση ότι μάλλον αδιαφορεί για ένα συλλογικό όργανο που πολιτικά δεν ελέγχει και αυτό καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι η ΕΕΔΑ ασφυκτιά στεγαστικά σε ελάχιστα τετραγωνικά ακατάλληλων γραφείων. Το προσωπικό της είναι εξαιρετικά ολιγάριθμο και ο προϋπολογισμός της συνήθως δεν επαρκεί για την εκτέλεση της αποστολής της.

Παρά ταύτα, το έργο της ΕΕΔΑ, τα είκοσι περίπου χρόνια που λειτουργεί, είναι εντυπωσιακό σε έκταση, σε ποικιλία θεμάτων αλλά και ποιότητα. Διαμορφώθηκε, κάτω από συνθήκες πλήρους ελευθερίας γνώμης, κυρίως από ορισμένα πρόσωπα που διαχρονικά υπήρξαν μέλη της, αλλά και από τους αξιόλογους επιστημονικούς συνεργάτες της και τη μοναδική της διοικητική υπάλληλο. Τα πρώτα δύσκολα χρόνια για τη λειτουργία του νέου τότε θεσμού, η Εθνική Επιτροπή είχε την τύχη να έχει ως Πρόεδρο της τη μεγάλη αγωνίστρια για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου Αλίκη Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, που μετείχε στην ΕΕΔΑ ως Πρόεδρος του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΙΜΔΑ). Σημειωτέον ότι το ΙΜΔΑ μετέχει στη σύνθεση της Εθνικής Επιτροπής με βάση ρητή πρόβλεψη του ίδιου του ιδρυτικού της νόμου. Η Αλίκη Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου μετέφερε στην Εθνική Επιτροπή το πάθος της για την προστασία και προώθηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τη στέρεη, αλλά και προοδευτική επιστημονική της σκέψη και το διαρκές ενδιαφέρον για σε βάθος έρευνα όλων των σχετικών ζητημάτων, χωρίς καμία αναστολή ή σκοπιμότητα. Διετέλεσε Πρόεδρος της ΕΕΔΑ από το έτος 2000 έως το έτος 2006. Αποτέλεσε πρότυπο ανιδιοτέλειας και αγωνιστικότητας άξιο μίμησης για τους επιγόνους της.

Το έργο που παρήχθη τα χρόνια της λειτουργίας της Εθνικής Επιτροπής αποτυπώνεται στις Ετήσιες Εκθέσεις της. Η Ολομέλειά της ενέκρινε σημαντικότατο αριθμό κειμένων που έθιγαν θέματα ποικίλου ενδιαφέροντος. Διατύπωσε, μεταξύ άλλων, προτάσεις και θέσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος (2001 και 2007), εκθέσεις για τη διευκόλυνση της άσκησης του δικαιώματος ψήφου από τους εκτός Επικρατείας έλληνες πολίτες (2017), για τις αρχές καλής διενέργειας των Δημοψηφισμάτων (2018), προτάσεις και αποφάσεις για τις σχέσεις Πολιτείας- Εκκλησίας (2001, 2006), θέσεις και προτάσεις για τη βελτίωση της εφαρμογής της ΕΣΔΑ στην εσωτερική έννομη τάξη (2004 και 2011). Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με ζητήματα λειτουργίας των Ανεξάρτητων Αρχών (2007, 2008), με θέματα δίκαιης δίκης και, ειδικότερα, με τη δημοσιοποίηση δεδομένων σχετικά με ποινικές διώξεις και καταδίκες (2008), με τη συμμόρφωση της διοίκησης προς εθνικές δικαστικές αποφάσεις (2009), με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία (2015) και με την αναζήτηση της αναγκαίας ισορροπίας ανάμεσα στην ελευθερία πληροφορίας και το τεκμήριο αθωότητας (2016). Ασχολήθηκε ακόμα με τις συνθήκες κράτησης και τα δικαιώματα των κρατουμένων (2003, 2008, 2010, 2011), με θέματα υγείας (2011, 2014) και συνέταξε μια σημαντική έκθεση αναφορικά με τους κύριους άξονες της κοινωνικής ασφάλισης (2016). Η οικονομική κρίση επέφερε δυσμενέστατες συνέπειες στα δικαιώματα του ανθρώπου στην Ελλάδα και εύλογα η Εθνική Επιτροπή εξέδωσε αρκετές σχετικές αποφάσεις, συστάσεις και δηλώσεις (2010, 2011, 2013, 2015, 2017). Η ΕΔΔΑ ασχολήθηκε ακόμα με θέματα ρατσιστικής βίας (2011), ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης (2014, 2016, 2017), με θέματα περιβάλλοντος (2008), αλλά και με θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου (2004, 2015). Τέλος, η ΕΕΔΑ ασχολήθηκε με τα προβλήματα των ηλικιωμένων ατόμων, των Ρομά και ιδιαιτέρως με τα εκείνα των προσφύγων-μεταναστών, τα οποία εξακολουθούν πάντοτε να διακρίνονται για την ένταση, αλλά και τη διάρκειά τους (2001, 2007, 2008, 2009, 2014, 2016,2017 και 2018).

Η μείζων δραστηριότητα της ΕΕΔΑ οφείλεται, όπως σημειώθηκε, κυρίως στην αφοσίωση στα δικαιώματα του ανθρώπου και την εθελοντική δράση ορισμένων μελών της και στην εργατικότητα του προσωπικού της. Η μέριμνα, όμως, για την εύρυθμη λειτουργία ενός εθνικού θεσμού δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην καλή διάθεση, στο μεράκι ή την αφοσίωση κάποιων λίγων προσώπων. Όπως επανειλημμένα έχει επισημάνει η Υποεπιτροπή Διαπίστευσης του Παγκόσμιου Συντονιστικού Οργάνου των Εθνικών Θεσμών δικαιωμάτων του ανθρώπου (GANHRI), οι εθνικοί θεσμοί οφείλουν να τηρούν συγκεκριμένες αρχές οργάνωσης και λειτουργίας, οι οποίες είναι απαραίτητες για την αποτελεσματικότητα της δράσης τους. Οι εθνικοί θεσμοί δεν είναι σωματεία συγκεκριμένου ιδεολογικού περιεχομένου, είναι κρατικοί θεσμοί που οφείλουν να διακρίνονται όχι μόνο για τη δικαιωματική ευαισθησία τους, αλλά και για τον απαραίτητο επαγγελματισμό στη λειτουργία τους. Άλλωστε, η πιο πάνω Υποεπιτροπή Διαπίστευσης έχει, πολλές φορές, τονίσει αυτή την ανάγκη για τις αλλοδαπές, αλλά και για την ελληνική Εθνική Επιτροπή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική Πολιτεία θα πρέπει να δείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα το Ανθρώπου (ΕΕΔΑ). Σε ύψιστο θεσμικό επίπεδο, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να προβλεφθεί, συνταγματικά, η ΕΕΔΑ ως Ανεξάρτητη Αρχή, με τροποποίηση των άρθρων 25 και 101Α του Συντάγματος, σύμφωνα με τις προβλέψεις των «Αρχών του Παρισιού». Είναι σημαντικό, προς τούτο, να προβλεφθεί ρητά ότι, για να τηρηθεί το πνεύμα των «Αρχών του Παρισιού» και να διατηρηθεί ο τωρινός τρόπος δημοκρατικής ανάδειξης των μελών και του Προεδρείου της, δεν πρέπει να αναδεικνύονται τα μέλη της και το Προεδρείο μέσω της «Διάσκεψης των Προέδρων» της Βουλής, οργάνου του οποίου η λειτουργία είναι μάλλον προβληματική και πάντως εξαρτώμενη από μια ευρεία (και συνήθως ανέφικτη) συνεννόηση μεταξύ των κομμάτων. Σε επίπεδο κοινού νόμου, θεωρώ ότι είναι αναγκαίες οι παρακάτω ρυθμίσεις:

α) Όλα τα νομοσχέδια των οποίων το περιεχόμενο επιφέρει επιπτώσεις στα δικαιώματα του ανθρώπου πρέπει να αποστέλλονται υποχρεωτικά στην ΕΕΔΑ για γνωμοδότηση μέσα σε εύλογο χρόνο πριν την κατάθεσή τους στη Βουλή. Η αποσπασματική αποστολή στην ΕΕΔΑ ολίγων νομοσχεδίων για γνωμοδότηση, όπως σήμερα συμβαίνει, δεν εξυπηρετεί αποτελεσματικά τον κατά το νόμο γνωμοδοτικό ρόλο της.

β) Τα μέλη του Προεδρείου της ΕΕΔΑ (ήτοι ο Πρόεδρος και οι δύο Αντιπρόεδροι) ή έστω ένα από αυτά πρέπει να έχουν πλήρη επαγγελματική απασχόληση σε αυτήν, προκειμένου, απερίσπαστοι από άλλες δραστηριότητες, να υπηρετούν αποτελεσματικότερα τους στόχους της Εθνικής Επιτροπής.

γ) Πρέπει να συσταθεί Δ/νση στην ΕΕΔΑ, με επικεφαλής Δ/ντή, ως προϊστάμενο του συνόλου του προσωπικού (ειδικού επιστημονικού και διοικητικού). Η Δ/νση αυτή πρέπει να αποτελείται από δυο Τμήματα, σε κάθε ένα από τα οποία θα υπάγεται το αντίστοιχο προσωπικό της (ειδικό επιστημονικό και διοικητικό). Επίσης, ο εν γένει αριθμός των οργανικών θέσεων του προσωπικού πρέπει να αυξηθεί για να μπορεί να ανταποκριθεί στα αυξημένα καθήκοντά του.

δ) Στο Προεδρείο της ΕΕΔΑ και στα Τμήματα πρέπει να ανατεθούν και άλλες αρμοδιότητες για ελάσσονος σημασίας θέματα για τα οποία δεν είναι απαραίτητο να ασχολείται ένα μάλλον δυσκίνητο όργανο, όπως είναι η Ολομέλεια.

Τέλος, προϋπόθεση όχι μόνο για την εφαρμογή των πιο πάνω μεταρρυθμίσεων, αλλά και για τη συνέχιση, υπό αξιοπρεπείς συνθήκες, της λειτουργίας της ΕΕΔΑ, είναι η άμεση επίλυση του χρονίζοντος στεγαστικού προβλήματος της. Οι σημερινές ασφυκτικές συνθήκες στέγασης δυσχεραίνουν ουσιωδώς το παραγόμενο έργο της και απάδουν προς τα standards που διεθνώς απαιτούνται για την αρμόζουσα στέγαση ενός εθνικού θεσμού δικαιωμάτων.

Η λειτουργία της ΕΕΔΑ αποτελεί ένα ξεχωριστό θεσμικό εγχείρημα στην ελληνική έννομη τάξη. Ο διαρκής διάλογος μεταξύ εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών, προσώπων υποδεικνυόμενων από τις Ανεξάρτητες Αρχές και άλλων εξειδικευμένων επιστημόνων, με τους εκπροσώπους της εκτελεστικής εξουσίας όχι μόνο δεν δυσχέρανε, αλλά αντιθέτως διευκόλυνε την επιτυχή δράση της Εθνικής Επιτροπής υπέρ της προστασίας και προώθησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η Αλίκη Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, ως πρώτη Πρόεδρος της ΕΕΔΑ, προσέδωσε στο θεσμό κύρος, αλλά και την αγωνιστική διάθεσή της για ανιδιοτελείς αγώνες, που επί πολλά χρόνια επιδείκνυε ως Πρόεδρος του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Και μετά την αποχώρησή της από την Προεδρία, πάντα ενδιαφερόταν για την εύρυθμη λειτουργία της ΕΕΔΑ και εξέφραζε συχνά την απογοήτευσή της για το γεγονός ότι το κρατικό ενδιαφέρον προς την Εθνική Επιτροπή δεν ήταν συχνά το προσήκον.

 

Συνταγματική αναθεώρηση, παγίδα ή ευκαιρία;

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πυροτέχνημα για αφελείς ή τομή για ένα νέο ξεκίνημα; Η αναθεωρητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι και τα δύο και θα προσπαθήσω να δείξω γιατί η αντιπολίτευση δεν πρέπει να την αγνοήσει, παρά το διχαστικό κλίμα που η κυβέρνηση έντεχνα καλλιεργεί τελευταία, (Αυτά, βέβαια, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι ο αναμενόμενος κατάλογος με τις αναθεωρητέες διατάξεις και το αντίστοιχο σκεπτικό θα είναι στοιχειωδώς επεξεργασμένα και δεν θα ανατρέπουν τη συνολική εικόνα).

Οι προτάσεις που διατύπωσε ο κ. Τσίπρας την περασμένη Τρίτη ανέρχονται σε 15-20. Είναι σημαντικά λιγότερες και προπάντων αρκετά πιο μετριοπαθείς από εκείνες που ο ίδιος είχε εξαγγείλει πανηγυρικά στο προαύλιο της Βουλής, πριν από δύο χρόνια. Για παράδειγμα, ενώ τότε πρότεινε πέντε διαφορετικά δημοψηφίσματα, τώρα τα περιόρισε σε δύο. Η στροφή αυτή προς ιδεολογικά λιγότερο χρωματισμένες θέσεις είναι θετική και θα πρέπει να χαιρετισθεί. Και αυτό, παρ’ ότι ο πρωθυπουργός, με άγνοια κινδύνου, εξακολουθεί να χαϊδεύει τον λαό, χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα ως το «ισχυρότερο θεσμικό [!] αντίβαρο». Να ξέχασε άραγε πόσο γρήγορα ο μακαριστός Χριστόδουλος κατάφερε να μαζέψει πάνω από τρία εκατομμύρια υπογραφές το 2000; Και πως μόνο χάρη στον Κωστή Στεφανόπουλο απετράπη το εγκληματικό δημοψήφισμα που εκείνος ονειρευόταν;

Οι αναθεωρητικές προτάσεις του κ. Τσίπρα κατατάσσονται σε τρεις ευδιάκριτες κατηγορίες:

• Σε αυτές που έχουν ωριμάσει και που θα πρέπει κανονικά να υποστηριχθούν από όλους. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται η μη διάλυση της Βουλής αν δεν εκλέγει Πρόεδρο της Δημοκρατίας (άρθρο 32), η ποινική ευθύνη των υπουργών (άρθρο 86) και η βουλευτική ασυλία (άρθρο 62). Στις προτάσεις αυτές, είναι κρίμα που ο κ. Τσίπρας δεν συμπεριέλαβε και δύο ακόμη θέματα, για τα οποία το αίτημα της αναθεώρησης έχει επίσης ωριμάσει: την επιλογή των προεδρείων των ανωτάτων δικαστηρίων (άρθρο 90), καθώς και των επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών (άρθρο 101Α). Γιατί οι πολύ επιτυχημένες επιλογές του κ. Αθ. Κουτρουμάνου στο ΕΣΡ και της κ. Αικ. Σακελλαροπούλου στο ΣτΕ δεν ήταν ο κανόνας. Για το ζήτημα αυτό είναι αδιανόητο να αποφασίζει η εκάστοτε κυβέρνηση από μόνη της.

• Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι προτάσεις εκείνες που ανταποκρίνονται σε πάγιες ιδεολογικές θέσεις της Αριστεράς. Προτάσσεται βέβαια η συνταγματική κατοχύρωση της αναλογικής (έστω και σε συνδυασμό με την καθιέρωση της εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας). Στο σημείο αυτό, εκτός από τη θλιβερή παράδοση της απλής αναλογικής στη χώρα μας, θα άξιζε κανείς να υπενθυμίσει στον κ. Τσίπρα το δραματικό προηγούμενο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που το Σύνταγμά της επέβαλε την αναλογική ως σταθερό εκλογικό σύστημα. Τη νομότυπη άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, το 1933, είναι αμφίβολο αν θα εμπόδιζε η όποια «εποικοδομητική δυσπιστία». Εκτός και αν ο πρωθυπουργός πιστεύει ότι η σύμπραξη του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ ήταν τόσο πετυχημένη ώστε να λειτουργεί ως υπόδειγμα για άλλες συμμαχικές κυβερνήσεις στο μέλλον! Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και η προτεινόμενη ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων, με ταυτόχρονη καθιέρωση μονοπωλίων (αμφίβολης, σημειωτέον, συμφωνίας με το ενωσιακό δίκαιο) για το νερό και το ηλεκτρικό. Ηταν αναμενόμενο οι προτάσεις αυτές να προέλθουν από ένα αριστερό κόμμα. Η διατύπωσή τους δεν είναι λόγος αποχής από τη σχετική συζήτηση.

• Στην τελευταία κατηγορία περιλαμβάνονται οι τέσσερις πιο αμφιλεγόμενες προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν εντάσσονται ούτε στην κοινοβουλευτική λογική ούτε στην παράδοση της Αριστεράς. Πρόκειται για την άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό (έστω και ως έσχατη δικλίδα ασφαλείας, όπως προτείνεται), για την καθιέρωση ανώτατου ορίου στις θητείες των βουλευτών, για την υποχρεωτική βουλευτική ιδιότητα του πρωθυπουργού και, προπάντων, για την επέκταση (έστω και περιορισμένη) του δημοψηφίσματος. Και γι’ αυτά τα ζητήματα ο κ. Τσίπρας χρησιμοποίησε το ίδιο επιχείρημα: την άμεση τάχα συμμετοχή του λαού στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων και το σπάσιμο της «κάστας» των επαγγελματιών της πολιτικής. Και αυτά, όπως είπε, «για τη δημοκρατία», σε αντιδιαστολή προς τη «σύγχρονη αριστοκρατία», που δεν είναι άλλη από την επέλαση των τεχνοκρατών. «Είναι καιρός, έλεγε το 2016, να αφήσουμε στην άκρη τον φόβο απέναντι στη λαϊκή κρίση […] και να εμπιστευθούμε πραγματικά τον λαό, ακόμη και αν γνωρίζουμε ότι δεν είναι αλάνθαστος».

Στην Ευρώπη, εντούτοις, η Αριστερά έχει από μακρού εγκαταλείψει τέτοιου είδους εμμονές. Αν εξαιρέσει κανείς μερικούς δημοκόπους της λαϊκιστικής άκρας Δεξιάς, όπως η κ. Λεπέν στη Γαλλία, ο κ. Φάρατζ στη Μεγάλη Βρετανία ή ο κ. Σαλβίνι στην Ιταλία –και τους μιμητές τους στην Ανατολική Ευρώπη– κανένας σοβαρός ηγέτης, κανένα από τα κόμματα με τα οποία ο κ. Τσίπρας επιδιώκει σήμερα να συνεργαστεί, δεν υποστηρίζουν παρόμοιες θέσεις. Διότι έχουν αντιληφθεί ότι η δημοκρατία είτε θα είναι αντιπροσωπευτική είτε δεν θα είναι δημοκρατία.

Δεν είναι θέμα έλλειψης εμπιστοσύνης προς τον λαό, αλλά ασφαλιστικής δικλίδας απέναντι στους κάθε είδους δημοκόπους. Στον ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει επιτέλους να αντιληφθούν ότι η Βουλή δεν έχει τυχαία χαρακτηριστεί «καρδιά της δημοκρατίας». Αυτό οφείλεται στο ότι είναι ο μόνος χώρος όπου μπορεί να υπάρξει ανεμπόδιστη συζήτηση, ουσιαστική διαβούλευση. Μόνον εκεί, με αντιπαράθεση επιχειρημάτων και όχι συνθημάτων, μπορεί να βρεθούν λύσεις όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, χωρίς τις οποίες η χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει. Γι’ αυτό, στη Βουλή δεν εκλέγουμε κομματικούς υπαλλήλους, αλλά πρόσωπα που εμπιστευόμαστε για το ήθος, την κρίση και τις ικανότητές τους.

Δεν ξέχασα την πρόταση του κ. Τσίπρα για καθιέρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους (άρθρο 3), ούτε την πρόταση της Ν.Δ. και άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης για αναθεώρηση του άρθρου 16. Και οι δύο, όπως πιστεύω, έχουν ωριμάσει στη συνείδηση των περισσοτέρων. Την αποδοχή της πρώτης θα μπορούσε να διευκολύνει η αναγνώριση του ιστορικού προβαδίσματος της Ορθοδοξίας. Οσο για τη δεύτερη, μετά την ίδρυση (αναγνωρισμένων) ελληνόφωνων ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Κύπρο, η απόλυτη άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ισοδυναμεί με καταστροφική εθελοτυφλία.

Το καθυστερημένο άνοιγμα της συζήτησης για την αναθεώρηση στην τελευταία σύνοδο της παρούσας Βουλής, δεν αφήνει χρονικά περιθώρια για ουσιαστικές συγκλίσεις. Θα ήταν πάντως ολέθριο να χαθεί η ευκαιρία. Αν όχι για να γίνουν οι όποιες «τομές», τουλάχιστον για να αντιμετωπιστούν οι επείγουσες εκκρεμότητες.

Στις τελευταίες ανήκει ασφαλώς και ο απαρχαιωμένος τρόπος αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 110). Αντί για άλλες αλλαγές, διερωτώμαι μήπως, αν τον απλοποιήσουμε, κάνουμε τελικά το πιο ρηξικέλευθο μεταρρυθμιστικό βήμα;

Οι αναθεωρητέες διατάξεις

Είχε παραδοθεί το παρόν άρθρο για δημοσίευση όταν δόθηκε στη δημοσιότητα ο πίνακας των διατάξεων που ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει να αναθεωρηθούν. Συνολικά, προτείνονται μία ή περισσότερες προσθήκες ή αλλαγές σε 23 άρθρα του Συντάγματος, στο πλαίσιο, βασικά, όσων εξήγγειλε την περασμένη Τρίτη ο κ. Τσίπρας. Επισημαίνονται πάντως μερικά σημεία που έως τώρα δεν ήταν ξεκάθαρα: απαγορεύεται η πολιτική επιστράτευση απεργών (άρθρο 22), προβλέπεται νέο είδος δημοψηφίσματος, κάθε φορά (;) που εκχωρούνται κυριαρχικά δικαιώματα σε διεθνείς οργανισμούς (συμπεριλαμβανομένης και της Ε.Ε.; βλ. προσθήκη στο άρθρο 28). Η προβλεπόμενη αναλογική, εξάλλου, επιτρέπει αποκλίσεις μέχρι 10% από το εκλογικό αποτέλεσμα (άρθρο 54) και, τέλος, καταργείται ο θρησκευτικός όρκος για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους βουλευτές (άρθρα 33 και 59). Παραδόξως ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται εξαιρετικά άτολμος για τη βουλευτική ασυλία (άρθρο 62) και για ποινική ευθύνη των υπουργών αφού, καταργεί μεν τη σύντομη παραγραφή, αλλά διατηρεί την αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής για την άσκηση της ποινικής δίωξης των υπουργικών αδικημάτων (άρθρο 86). Για όλα αυτά, πάντως, περισσότερα σχόλια εν καιρώ.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 05/11/2018

Μία πρώτη αξιολόγηση της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για την αναθεώρηση του Συντάγματος

Χάρης Τσιλιώτης, Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Η πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος που κατέθεσαν οι Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ για να εκκινήσει η διαδικασία αναθεώρησης κατά το άρθρο 110 αυτού χαρακτηρίζεται κατά την γνώμη μου από αδυναμίες που αφορούν τόσο το περιεχόμενο των διατάξεων που προτείνεται να αναθεωρηθούν όσο και διατάξεων που δεν προτείνεται να αναθεωρηθούν αλλά κατά την γνώμη μου επιβάλλεται η αναθεώρησή τους. Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσω να αναδείξω κάποιες αδυναμίες της πρότασης σε πέντε βασικά σημεία.

Συγκεκριμένα, προτείνεται η αναθεώρηση του άρθρου 84 παρ. 2 Σ ως προς την καθιέρωση της λεγόμενης δημιουργικής πρότασης δυσπιστίας κατά το γερμανικό και ισπανικό πρότυπο ως λόγος αποτροπής της συχνής πρόωρης διάλυσης της Βουλής, όταν είναι γνωστό ότι ποτέ στην μεταδικτατορική ιστορία δεν αποδοκιμάστηκε από την Βουλή μία Κυβέρνηση ούτε βέβαια διαλύθηκε ποτέ η Βουλή πρόωρα λόγω απώλειας της εμπιστοσύνης της Βουλής προς την Κυβέρνηση • από την άλλη δεν προτείνεται η αναθεώρηση του άρθρου 41 παρ. 2 Σ που προβλέπει την κυβερνητική διάλυση για την αντιμετώπιση εξαιρετικής σημασίας εθνικού θέματος, όταν επίσης είναι γνωστό ότι όλες σχεδόν οι μεταδικτατορικές Κυβερνήσεις έκαναν προσχηματική χρήση της διάταξης αυτής για να πετύχουν την πρόωρη διάλυση της Βουλής είτε κυρίως για να εξυπηρετήσουν σκοπιμότητες του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος είτε για να αποφύγουν την καταψήφιση στην Βουλή (περίπτωση Κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη το 1993).

Η πρόταση περιέχει τροποποίηση του άρθρου 37 Σ για την απαγόρευση διορισμού εξωκοινοβουλευτικού Πρωθυπουργού κοινοβουλευτικής Κυβέρνησης για να «νομιμοποιήσει» συνταγματικά την αποστροφή του κυβερνώντος κόμματος προς την Κυβέρνηση Παπαδήμου, την Κυβέρνηση που πέτυχε το μεγαλύτερο «κούρεμα» χρέους στην διεθνή ιστορία, και δεν προτείνει την εκ βάθρων αναθεώρηση του άρθρου αυτού που προβλέπει για την ανάδειξη Κυβέρνησης σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας του πρώτου κόμματος μία ανελαστική και ανορθολογική διαδικασία «δικονομικού» χαρακτήρα.

Η πρόταση περιορίζεται στην εκλογή του ΠτΔ με μία επίσης ανορθολογική διαδικασία εξάμηνων αλλεπάλληλων ψηφοφοριών σε περίπτωση που μετά την τρίτη ψηφοφορία δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία των 3/5 του όλου αριθμού των Βουλευτών και τελικά την άμεση εκλογή από τον λαό, αντί να προτείνει είτε απευθείας την άμεση εκλογή είτε την άμεση εκλογή μετά την τρίτη άκαρπη ψηφοφορία. Επίσης, δεν θίγει το θέμα των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ όταν το μέχρι τώρα «πρωθυπουργικό» σύστημα φαίνεται να έχει εξαντλήσει τα όριά του.

Προτείνεται η αναθεώρηση των άρθρων 21 και 22 Σ που μαζί με το άρθρο 23 Σ αποτελούν το λεγόμενο «κοινωνικό» Σύνταγμα με την καθιέρωση κοινωνικών υποκειμενικών δικαιωμάτων, η ικανοποίηση των οποίων όμως εξαρτάται από την οικονομική και δημοσιονομική ευρωστία του κράτους, όταν υπάρχοντα «κοινωνικά δικαιώματα» μέχρι τώρα για τους ίδιους λόγους δεν μπορούν να ικανοποιηθούν με αυτόν τον τρόπο και αφήνονται απέξω από την πρόταση τα άρθρα 16, 24 και 106 Σ για τα μη κρατικά Πανεπιστήμια, την ευλυγισία και εξορθολογισμό της προστασίας του περιβάλλοντος και την οικονομική ανάπτυξη που αποτελούν τις κατεξοχήν αναπτυξιακές συνταγματικές μεταρρυθμίσεις.

Τέλος, δεν θίγεται το εν πολλοίς και διαχρονικά προβληματικό σύστημα επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων και της Εισαγγελίας του ΑΠ, δεν διερευνάται η καθιέρωση συγκεντρωτικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων για τον εξορθολογισμό και την επιτάχυνσή του ούτε αποσυνδέεται η διαδικασία έρευνας και δίωξης Υπουργών ή πρώην Υπουργών για αδικήματα κατά την τέλεση των καθηκόντων τους από την Βουλή.

Εάν αποτιμήσουμε συνολικά την πρόταση διαβλέπουμε τα εξής: 1. Δεν δίνει ουσιαστικές ή ικανοποιητικές απαντήσεις σε καυτά ζητήματα που απασχόλησαν την πολιτική και κοινωνική ζωή τις τελευταίες δεκαετίες. 2. Η προσπάθεια «ιδεολογικοποίησης» της πρότασης με θέσεις του κυβερνώντος κόμματος την περίοδο 2012 μέχρι και το πρώτο εξάμηνο του 2015 είναι εμφανής. 3. Το παράδοξο είναι ότι τις θέσεις αυτές (π.χ.  δημοψήφισμα, κοινωνικά δικαιώματα) εγκατέλειψε το κυβερνούν κόμμα από τον Ιούλιο του 2015 και εντεύθεν και επιχειρεί να τις επαναφέρει διά της συνταγματικής αναθεώρησης. Τέλος, με ενδιαφέρον περιμένουμε την περαιτέρω αποσαφήνιση της έννοιας της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους και την συσχέτισή της με την έννοια της επικρατούσης θρησκείας.

Aναδημοσίευση από το liberal.gr

 

Προς ένα συμβολικό Σύνταγμα;

Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης, Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και Στυλιανός-Ιωάννης Γ. Κουτνατζής, Λέκτορας στην ίδια Σχολή

Μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα άνω των δύο ετών εξωθεσμικής «διαβούλευσης» για μια αναθεώρηση του Συντάγματος, η συζήτηση φαίνεται να περνά σε νέα φάση με την κατάθεση στη Βουλή της πρότασης αναθεώρησης της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Ως συνδετικό κρίκο των επιμέρους τροποποιήσεων, η αιτιολογική έκθεση της πρότασης επικαλείται την ανάγκη ενίσχυσης των λειτουργιών, η εξουσία των οποίων πηγάζει από το λαό, «με σκοπό την πλήρη επαναθεμελίωση του πολιτεύματος σε δημοκρατικότερη και προοδευτική βάση». Μέσα από την ειδικότερη μελέτη των επιμέρους σημείων της πρότασης αναδεικνύεται, ωστόσο, η αντιμετώπιση του Συντάγματος προεχόντως ως συμβόλου, παρά ως του ανώτατου νόμου της πολιτείας, ο οποίος εμπεριέχει την αξίωση δεσμευτικού καθορισμού των θεμελίων της κοινωνικής συμβίωσης.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, η συμβολική θεώρηση του Συντάγματος αναδεικνύεται μέσω διατάξεων που φαίνεται να διευρύνουν τη δημοκρατία, στην πραγματικότητα όμως δυνητικά την περιορίζουν. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται η συνταγματική κατοχύρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος – τόσο στις βουλευτικές όσο και στις αυτοδιοικητικές εκλογές – και μάλιστα χωρίς να υπάρχει επαρκής δοκιμασία του τρόπου εφαρμογής του σε νομοθετικό επίπεδο, όπως επίσης ο περιορισμός της θητείας των βουλευτών και η καθιέρωση της υποχρεωτικής βουλευτικής ιδιότητας για τον πρωθυπουργό, που αποκλείει τη δυνατότητα ακόμη και κυβερνήσεων «ειδικού σκοπού» υπό εξωκοινοβουλευτικό πρωθυπουργό, ακόμη και αν αυτός απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Εδώ εντάσσεται επίσης η περιττή, εκ νέου τροποποίηση της διάταξης ως προς το εκλογικό δικαίωμα των εκτός επικρατείας ευρισκομένων εκλογέων που θέτει ζητήματα ως προς τη συμβατότητά της με την (ανεπίδεκτη αναθεώρησης) αρχή της ισότητας της ψήφου. Ο περιορισμός του ακαταδίωκτου των βουλευτών σε «αδικήματα που σχετίζονται άμεσα με την άσκηση των καθηκόντων τους» όπως επίσης η διάκριση ποινικών αδικημάτων που τέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί «κατά την άσκηση» και «επ’ευκαιρία της άσκησης» υπουργικών καθηκόντων φαίνεται να συνάδει προς το αίτημα ισότητας ως προς την ποινική αντιμετώπιση πολιτικών προσώπων και πολιτών, επί της ουσίας όμως εισάγει λεπτές διακρίσεις, η εφαρμογή των οποίων είναι αβέβαιη.

Την ίδια συμβολική προσέγγιση εκφράζουν διατάξεις που εμπεριέχουν τόσο έντονα το στοιχείο της αντίφασης, ώστε οι κανονιστικές τους συνέπειες να αλληλοαναιρούνται. Η περίπτωση της ταυτόχρονης πρόβλεψης επικρατούσας θρησκείας και θρησκευτικής ουδετερότητας είναι χαρακτηριστική, όπως επίσης η καθιέρωση θεσμών άμεσης λαϊκής συμμετοχής, η ενεργοποίηση των οποίων φαίνεται να τελεί στη διακριτική ευχέρεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η υποτίμηση της αξίωσης εφαρμογής των συνταγματικών διατάξεων, ως υπέρτατων κανόνων δικαίου, επιβεβαιώνεται άλλωστε από τη γενναιόδωρη αναδιατύπωση σειράς κοινωνικών δικαιωμάτων, που δύσκολα μπορεί να έχει την οποιαδήποτε συγκεκριμένη νομική σημασία. Ο τρόπος αποσύνδεσης της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής φαίνεται να προκρίνει επίσης τους συμβολισμούς έναντι της ουσίας, μέσω της καθιέρωσης έως και επτά ψηφοφοριών για την εκλογή με αυξημένη πλειοψηφία και της προσφυγής στη συνέχεια στη λαϊκή ετυμηγορία. Όχι μόνο παρατείνεται έτσι επί πολλούς μήνες η εκκρεμότητα, αλλά ιδίως συμπλέκονται, κατά τρόπο που μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλώσεις, η διαδικασία της άμεσης και της έμμεσης εκλογής. Η δοκιμασμένη σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη λύση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα θα επετύγχανε την αποσύνδεσή της από τη διάλυση της Βουλής κατά τρόπο απλούστερο. Αντίστοιχη έμφαση σε μια συμβολική έναντι μιας κανονιστικής θεώρησης υποδηλώνει η αυστηροποίηση των προϋποθέσεων αποδοχής πρότασης δυσπιστίας για τη διασφάλιση πολιτικής σταθερότητας. Ουδεμία πρόταση δυσπιστίας έχει υπερψηφισθεί όμως στη μεταπολιτευτική ελληνική συνταγματική ιστορία. Αν το ζητούμενο είναι η πολιτική σταθερότητα, λύσεις όπως η εκλογή νέας Βουλής, μετά από τη διάλυση της προηγούμενης, μόνο για το υπολειπόμενο της βουλευτικής περιόδου, επίσης κατά το πρότυπο άλλων ευρωπαϊκών συνταγμάτων, θα συνέβαλαν πολύ ουσιαστικότερα στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.  

Πέραν του περιεχομένου της πρότασης αναθεώρησης είναι οι παραλείψεις της εκείνες που επιβεβαιώνουν τη διαφαινόμενη επικράτηση μιας συμβολικής προσέγγισης του συνταγματικού κειμένου. Λείπει η οποιαδήποτε ενίσχυση των εγγυήσεων τήρησης του Συντάγματος, υπό την έννοια ενός προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νομοσχεδίων, παρεμβάσεων στο σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας ή καθιέρωσης δικαστικού ελέγχου των οργανωτικών συνταγματικών διατάξεων. Παρά την καθιέρωση μιας διαδικασίας εκλογής πολυτελέστερης ακόμη και της σημερινής, λείπει η οποιαδήποτε λελογισμένη ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας ακόμη και σε ζητήματα που φαινόταν να συγκεντρώνουν ευρύτερη συναίνεση, όπως η επιλογή των προέδρων και των αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων ή των μελών των ανεξαρτήτων αρχών. Λείπει ακόμη η οποιαδήποτε προσπάθεια αποκάθαρσης του συνταγματικού κειμένου από αναχρονιστικές ή μαξιμαλιστικές διατυπώσεις που δεν ταιριάζουν στο θεμελιώδη νόμο μιας σύγχρονης πολιτείας.

Μέσω της κατατεθείσας πρότασης αναθεώρησης, αποτυπώνεται έτσι η μετάλλαξη του κανονιστικού Συντάγματος σε ένα προεχόντως συμβολικό κείμενο. Με τον τρόπο αυτό, όμως, ανεξαρτήτως των επιδιωκόμενων προθέσεων, δυσχεραίνεται, αν δεν υπονομεύεται, η αποτελεσματική λειτουργία τόσο της δημοκρατίας όσο και του κράτους δικαίου.

Αναδημοσίευση από το liberal.gr

Πρόταση δυσπιστίας-εκλογικό σύστημα-προσόντα Πρωθυπουργού

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Ο θεσμός της εποικοδομητικής (ή δημιουργικής) ψήφου δυσπιστίας εισήχθη για πρώτη φορά από το άρθρο 67 του γερμανικού Συντάγματος του 1949 και στη συνέχεια υιοθετήθηκε και από το άρθρο 113 του Ισπανικού Συντάγματος του 1978. Πρόκειται στην ουσία για μηχανισμό αντικατάστασης του Πρωθυπουργού κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου. Η διαφορά της από την κλασική έκφραση δυσπιστίας συνίσταται στο ότι η υποβολή της είναι δυνατή μόνον όταν συνοδεύεται από την υπόδειξη νέου Πρωθυπουργού. Έτσι στην περίπτωση υπερψήφισης εποικοδομητικής πρότασης δυσπιστίας ο αρχηγός του Κράτους οφείλει να διορίσει Πρωθυπουργό τον υποδειχθέντα από τη νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί η ύπαρξη στη Βουλή μιας αρνητικής πλειοψηφίας κατά της Κυβέρνησης, αλλά χρειάζεται μια θετική πλειοψηφία, που θα συμφωνήσει στο πρόσωπο του νέου Πρωθυπουργού. Αν δεν μπορεί να σχηματισθεί μια τέτοια θετική πλειοψηφία, τότε η Κυβέρνηση, ακόμη και αν έχει απωλέσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, παραμένει στη θέση της. Τυχόν υιοθέτηση του θεσμού αυτού στην Ελλάδα θα έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω ενίσχυση του «πρωθυπουργοκεντρικού» χαρακτήρα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, κατά το πρότυπο της «δημοκρατίας του Καγκελαρίου».

Εκτός τούτου, δεν θα είναι δυνατή εφεξής η πρόταση δυσπιστίας κατά μεμονωμένου Υπουργού, αφού δεν είναι νοητή η υπόδειξη του διαδόχου του από τη Βουλή. Όπως δείχνει και η συγκριτική εμπειρία, η ατομική πρόταση δυσπιστίας είναι ασυμβίβαστη με το νόημα της εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας. Συνεπώς, θα ανατραπεί ολόκληρο το ισχύον σύστημα καταλογισμού της πολιτικής ευθύνης της Κυβέρνησης από τη Βουλή. Και μάλιστα, χωρίς αποχρώντα λόγο, αφού στην Ελλάδα, ουδέποτε έχει υπερψηφισθεί πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης ή μεμονωμένου Υπουργού, με βάση την ισχύουσα κλασική ρύθμιση.

Στην κυβερνητική πρόταση η εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας, που οδηγεί, όπως είδαμε, σε περαιτέρω ενίσχυση της συνταγματικής θέσης του Πρωθυπουργού, έχει ως αντίβαρο τη συνταγματική καθιέρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος. Όμως, μια τέτοια ρύθμιση, δεν μπορεί να προχωράει παραπέρα από την κατοχύρωση της αρχής της αναλογικής αντιπροσώπευσης (βλ. για τα συγκριτικά δεδομένα, Χ. Ανθόπουλος, Εκλογικά συστήματα και συνταγματικές δεσμεύσεις, 2016, σελ. 39 επ.). Συνεπώς, ο εκλογικός νομοθέτης θα έχει πάντοτε τη δυνατότητα να θεσπίσει «διορθωμένα» αναλογικά συστήματα. Το πρόβλημα του εκλογικού συστήματος στην Ελλάδα είναι η ανεπάρκεια του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητάς του. Αλλά ως προς το ζήτημα αυτό, που συνδέεται με το γενικότερο πρόβλημα του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα, δεν φαίνεται να υπάρχει αναθεωρητικό ενδιαφέρον.

Όσον αφορά την πρόταση για την κατάργηση της δυνατότητας διορισμού εξωκοινοβουλευτικών Πρωθυπουργών, νομίζω ότι εισάγει ένα ανελαστικό στοιχείο που δεν προσιδιάζει στη φύση του κοινοβουλευτικού συστήματος. Αν ίσχυε μια τέτοια ρύθμιση, δεν θα μπορούσε να γίνει Πρωθυπουργός ούτε ο Ματέο Ρέντζι ούτε ο Πέδρο Σάντσεθ.

Θρησκευτική ουδετερότητα στο Σύνταγμα;

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος οι προτάσεις μπορούν, grosso modo, να υπαχθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Από τη μία, σε αυτές που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση υπαρκτών πολιτειακών προβλημάτων και, από την άλλη, σε αυτές που έχουν περισσότερο θεωρητικό και συμβολικό περιεχόμενο. Η πρόταση για την κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Κανείς βέβαια δεν μπορεί να αρνηθεί ότι στο παρελθόν (και υπό το καθεστώς του Συντάγματος του 1975) παρουσιάστηκαν προβλήματα στην άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας για κάποιους συμπολίτες μας. Είτε επρόκειτο για Καθολικούς που δεν μπορούσαν να προσφύγουν στα δικαστήρια, είτε για Μάρτυρες του Ιεχωβά που διώκονταν ποινικά με βάση τις διατάξεις περί προσηλυτισμού, είτε για μουσουλμάνους που δεν μπορούσαν να ασκήσουν με αξιοπρέπεια τα λατρευτικά τους καθήκοντα, είτε τέλος για γονείς που έπρεπε να αποκαλύψουν τα θρησκευτικά τους πιστεύω για να απαλλάξουν τα παιδιά τους από το μάθημα των θρησκευτικών, τα προβλήματα αυτά ήταν υπαρκτά. Μόνο που τα περισσότερα από τα προβλήματα αυτά ξεπεράστηκαν στην πράξη με διατάξεις της κοινής νομοθεσίας και χωρίς να χρειαστεί να τροποποιηθεί στο παραμικρό το άρθρο 3 του Συντάγματος περί επικρατούσας θρησκείας. Η επικρατούσα θρησκεία δεν στάθηκε εμπόδιο ούτε για την ανέγερση του τζαμιού στο Βοτανικό με κρατική μέριμνα και χρηματοδότηση, ούτε για τη νομοθετική θεσμοθέτηση των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων που διευκόλυνε την άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας από όλους. Πριν από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες, είχαν προηγηθεί σημαντικές αποφάσεις των δικαστηρίων και ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες δέχθηκαν την αντισυνταγματικότητα διατάξεων, όπως λ.χ. του αναγκαστικού νόμου του 1939 που επέβαλε την άδεια του επιχώριου Μητροπολίτη για την ανέγερση ναού ή ευκτήριου οίκου άλλης θρησκείας ή άλλου δόγματος.

Έχει ειπωθεί πολλές φορές, αλλά αξίζει να σημειωθεί και τώρα που το ζήτημα επανέρχεται στο προσκήνιο: Η διάταξη περί επικρατούσας θρησκείας αποτελεί μια σταθερά όλων των ελληνικών Συνταγμάτων, από το πρώτο Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822 μέχρι τις ημέρες μας. Ακόμη και στα Συντάγματα των Ιονίων Νήσων του 1803 και του 1817 η Ορθοδοξία αναφέρεται ως επικρατούσα θρησκεία. Κατά συνέπεια, το άρθρο 3 του Συντάγματος δεν εκφράζει τίποτα άλλο από την ιστορικότητα και τη διαχρονικότητα του συνταγματικού κειμένου που συνδέεται ασφαλώς και με την εθνική μας ιστορία. Η διατήρηση των χαρακτηριστικών αυτών δεν είναι επιζήμια και αποτελεί την πολύτιμη συλλογική μας μνήμη.

Σε κάθε περίπτωση, η θρησκευτική ελευθερία του κάθε πολίτη δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από το ισχύον Σύνταγμα με τη σημερινή του διατύπωση: Το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος (διάταξη που μάλιστα δεν αναθεωρείται) ορίζει με απόλυτη σαφήνεια: «Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός». Συμπέρασμα; Η θρησκευτική ελευθερία για όλους μπορεί κάλλιστα να υπάρξει και να ασκηθεί αποτελεσματικά και χωρίς πανηγυρικές διακηρύξεις περί θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους.

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή, 31/10/2018