Author Archives: editor

Η μίνι αναθεώρηση του 2008 και τα διδάγματά της

Αντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ

«Ματαιοπονούν ή παραπλανούν την κοινή γνώμη όσοι πολιτικοί ισχυρίζονται ότι θα διορθωθούν τα κακώς κείμενα του πολιτικού μας συστήματος ή οι δυσπραγίες της διοίκησης και της δικαιοσύνης με μια νέα συνταγματική αναθεώρηση. Δεν φταίει το Σύνταγμα –γι΄αυτό και δεν  διορθώνονται με το Σύνταγμα- αλλά ούτε και το Πολίτευμα  για ‘τα σκάνδαλα’ και τη ‘διαφθορά’, για την αναξιοπιστία της πολιτικής και των πολιτικών, για τις ανεπάρκειες του πολιτικού μας συστήματος, αλλά οι φορείς της εξουσίας και οι πρακτικές που ακολουθούνται».

Η συνταγματική αναθεώρηση 2008 είχε τελικά άδοξο τέλος. Άρχισε  φιλόδοξα και συναινετικά το 2006, με καλούς σχετικά οιωνούς, αφού με εξαίρεση τη θέση του «Συνασπισμού», όλα τα άλλα τα κόμματα αποδέχτηκαν την αναγκαιότητα και χρησιμότητά της και έσπευσαν υπερθεματίζοντας με δικές τους, πιο ριζοσπαστικές, προτάσεις να υπερκεράσουν την ‘συντηρητική’, όπως έλεγαν, πρόταση της Νέας Δημοκρατίας. Η κατάληξή της δεν ήταν ανάλογη των προσδοκιών που δημιούργησε η εξαγγελία της: αναθεωρήθηκαν τελικά τρείς μόνον συνταγματικές  διατάξεις , όχι και τόσο σημαντικές, μετά από συμφωνία της κυβερνητικής  πλειοψηφίας με τα τρία μικρότερα κόμματα.

Ξεκίνησε με πρόταση του Προέδρου και των 162 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, που κίνησαν την αναθεωρητική διαδικασία στις 25 Μαΐου 2006, προτείνοντας την αναθεώρηση περισσοτέρων από 25 άρθρων και πάνω από 50 συνταγματικών διατάξεων. Ορισμένες, όχι λίγες, αφορούσαν διατάξεις που είχαν ήδη αναθεωρηθεί το 2001. Η πρόταση πάντως του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και των 113 βουλευτών του επανερχόταν σε ορισμένες διατάξεις, που μόλις είχαν αναθεωρηθεί,  με εντυπωσιακά μεγάλες πλειοψηφίες μέσα σε ένα κλίμα πρωτοφανούς αναθεωρητικής συναίνεσης. , που μόλις είχε  αναθεωρηθεί, πανηγυρικά

Το συναινετικό κλίμα και της νέας διαδικασίας έμελλε ωστόσο να διαταραχθεί, λίγους μήνες μετά, στις τελευταίες συνεδριάσεις της Ειδικής Επιτροπής Αναθεώρησης, τον Ιανουάριο του 2007, όταν το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης άλλαξε, ξαφνικά, στάση και αποφάσισε να  μη συμμετάσχει στη διαδικασία της Αναθεώρησης. Στη συζήτηση που επακολούθησε, τον επόμενο μήνα,  στην Ολομέλεια της Βουλής, η οποία κλήθηκε να αποφασίσει επί των προτάσεων των κομμάτων και βουλευτών, ως προς τις διατάξεις που χρειάζεται να αναθεωρηθούν, έδειξε ξεκάθαρα ότι το ζήτημα της Αναθεώρησης είχε ουσιαστικά λήξει.  Η απόλυτη, αλλά όχι αυξημένη πλειοψηφία των βουλευτών, που συγκεντρώθηκε  στις διπλές  κατ΄άρθρο ψηφοφορίες, προδίκαζε την αβέβαιη τύχη της στην επόμενη Βουλή, που θα ήταν Αναθεωρητική.   

Έτσι, στην Η΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, που συγκλήθηκε μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2007 και έπρεπε να αποφασίσει για το περιεχόμενο των διατάξεων, που είχε κρίνει αναθεωρητέες με απλή πλειοψηφία η προηγούμενη Βουλή , δεν στάθηκε δυνατόν, όπως αναμενόταν άλλωστε, να σχηματιστεί η απαιτούμενη,  αυτή τη φορά, αυξημένη πλειοψηφία    των βουλευτών.  Η απουσία ευρείας διακομματικής συναίνεσης, είτε μόνον στην πρώτη Βουλή -όπως είχε συμβεί με την Αναθεώρηση του 1986- είτε τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη -όπως συνέβη με την Αναθεώρηση του 2001- δεν άφηνε περιθώρια για αισιόδοξες προβλέψεις.

Το μόνο που απέμενε στην Η΄Αναθεωρητική Βουλή ήταν να κριθεί το μέλλον της επόμενης αναθεωρητικής διαδικασίας: θα ξεκινούσε αμέσως, όπως επεδίωκε το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ή μετά από πέντε χρόνια, όπως ήθελαν τα περισσότερα κόμματα; Για να μπορεί να ξεκινήσει αμέσως μια νέα αναθεωρητική διαδικασία, θα έπρεπε θα θεωρηθεί ματαιωθείσα και όχι περατωθείσα ή περαιωθείσα η παρούσα, δηλαδή  δεν θα έπρεπε να αναθεωρηθεί ούτε μία διάταξη συνταγματική. Αντίθετα, για να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 110 παρ. 6Σ, που δεν επιτρέπει νέα  αναθεώρηση του Συντάγματος πριν παρέλθει πενταετία από την «περάτωση της προηγούμενης», θα έπρεπε να γίνει δεκτή η αναθεώρηση έστω και μίας από τις προτεινόμενες αναθεωρητέες διατάξεις.

Έτσι και έγινε. Με την σύμπραξη των μικρότερων κομμάτων, του ‘ΣΥΡΙΖΑ’, του ‘ΚΚΕ’ και του ΛΑΟΣ, σχηματίστηκε η απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 και στάθηκε δυνατόν να αναθεωρηθούν τρείς διατάξεις: η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 με την οποία καταργήθηκε το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών, που είχε καθιερωθεί με την Αναθεώρηση του 2001, η διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 στην οποία προστέθηκαν δύο εδάφια σχετικά με τη διαδικασία συζήτησης και ψήφισης του Προϋπολογισμού, και η διάταξη του άρθρου 101 παρ. 4 με την οποία επιβάλλεται  ειδική μέριμνα του κράτους για τις νησιώτικες και ορεινές περιοχές.  

Έτσι περάτωσε το έργο της  με το Ψήφισμα της 27 Μαΐου 2008 η Η΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων.

Χάθηκε μήπως μια ευκαιρία για την ανανέωση του συνταγματικού μας χάρτη; Κατά τη γνώμη μου όχι. Τα συντάγματα δεν έγιναν για να αναθεωρούνται κάθε πέντε χρόνια, και μάλιστα με την προσθήκη  λεπτομερειακών, φλύαρων, «νομογενούς» χαρακτήρα και νομοθετικού περιεχομένου διατάξεων.  Αλλά για να ισχύουν εσαεί, πέρα και ανεξάρτητα από την συγκυρία, διότι δεν είναι, όπως οι νόμοι, συγκυριακά αλλά κείμενα του μακρύ χρόνου. Θεσπίζονται για να εμπνέουν διαρκώς με τις γενικές αρχές και διακηρύξεις τους,  με λιτές και απέριττες και, αναγκαστικά, αόριστες διατυπώσεις τους ∙ για να εγγυώνται σταθερότητα και ασφάλεια, για να εξασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία του Πολιτεύματος και την συνοχή της έννομης τάξης. Περιορίζονται εξ ορισμού στα βασικά και θεμελιώδη του Πολιτεύματος και της έννομης ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων. Η αναγκαία προσαρμογή ή ο εκσυγχρονισμός του νοήματός τους στην διαρκώς εξελισσόμενη πραγματικότητα γίνεται κυρίως μέσα από την συνταγματική πρακτική, νομοθετική και διοικητική, καθώς και μέσα από την ερμηνεία τους.

Ματαιοπονούν ή παραπλανούν την κοινή γνώμη όσοι πολιτικοί ισχυρίζονται ότι θα διορθωθούν τα κακώς κείμενα του πολιτικού μας συστήματος ή οι δυσπραγίες της διοίκησης και της δικαιοσύνης με μια νέα συνταγματική αναθεώρηση. Δεν φταίει το Σύνταγμα –γι΄αυτό και δεν  διορθώνονται με το Σύνταγμα- αλλά ούτε και το Πολίτευμα είναι υπεύθυνο για ‘τα σκάνδαλα’ και τη ‘διαφθορά’, για την αναξιοπιστία της πολιτικής και των πολιτικών, για τις ανεπάρκειες του πολιτικού μας συστήματος, αλλά οι φορείς της εξουσίας και οι πρακτικές που ακολουθούνται.  

Έχει ανάγκη, πράγματι, από αλλαγές το πολιτικό μας σύστημα και μάλιστα ριζικές. Οι αλλαγές όμως αυτές και οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να επιτευχθούν και με νομοθετικά και διοικητικά μέσα, εφ΄όσον  συνοδευτούν τα ίδια με τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στους φορείς τους  και κυρίως με την καλλιέργεια  πολιτικού ήθους  σε άρχοντες και αρχόμενους. Μας χρειάζεται, πριν από όλα, ένας νέος συνταγματικός πατριωτισμός.

Το κείμενο αυτό γράφτηκε στις 1 Σεπτεμβρίου του 2008, αμέσως μετά την μίνι Αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975/1986, με το πέρας της, με αφορμή την δημοσίευση του κειμένου του νέου Συντάγματος σε «μίνι» έκδοση από τις εκδόσεις Σάκκουλα. Αποτέλεσε τον Πρόλογο του συνταγματικού κειμένου. Η ανάρτησή του στον ιστότοπο του Ομίλου Μάνεση δικαιολογείται, κατά την γνώμη μου, από την συνταγματική επικαιρότητα της νέας αναθεωρητικής διαδικασίας καθώς και από την αναλογία που παρουσιάζουν οι δύο αναθεωρητικές συγκυρίες.

Η τύχη της αναθεώρησης

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Υπό το ισχύον αναθεωρητικό σύστημα, το οποίο προβλέπει τη σύμπραξη  δύο διαδοχικών Βουλών στην αναθεωρητική διαδικασία, η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση, εκτός εάν είναι μικρή και ασήμαντη, χωρίς κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα. Και τούτο, ανεξάρτητα αν γίνει δεκτή η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 110 Συντ., σύμφωνα με την οποία στην πρώτη Βουλή ανήκει ο προσδιορισμός του αντικειμένου της αναθεώρησης και στη δεύτερη η διαμόρφωση του περιεχομένου της, ή η «αντιγραμματική» και εν τίνι τρόπω ελευθεριάζουσα ερμηνεία του, σύμφωνα με την οποία οι υποδείξεις ή οι επιθυμίες της πρώτης Βουλής, όσον αφορά το περιεχόμενο της αναθεώρησης, δεσμεύουν την αναθεωρητική απόφαση της δεύτερης. Διότι, υπό την πρώτη εκδοχή, το ενδεχόμενο μεταβολής των συσχετισμών των πολιτικο-κοινοβουλευτικών δυνάμεων στη δεύτερη Βουλή, λειτουργεί ως αντικίνητρο για την ανάληψη σημαντικών αναθεωρητικών πρωτοβουλιών, αν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην πρώτη Βουλή δεν θεωρεί σχεδόν βέβαιη την επικράτησή της στις παρεμβαλλόμενες βουλευτικές εκλογές. Ενώ, υπό τη δεύτερη εκδοχή, δηλαδή αν γίνει δεκτό ότι καθοριστική για την αναθεώρηση είναι η πολιτική βούληση της πρώτης Βουλής, η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία στη δεύτερη Βουλή, εφόσον δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο που έχουν προσλάβει οι αναθεωρητέες διατάξεις, το πιθανότερο είναι ότι θα απορρίψει την πρόταση αναθεώρησης στο σύνολό της, ή δεν θα επιληφθεί καν, αφήνοντας να περάσει άπρακτη η πρώτη σύνοδος της Βουλής, ώστε να ματαιωθεί η αναθεώρηση.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να ξεπεραστούν με έναν τρόπο: αν οι πολιτικές δυνάμεις αποδέχονταν τη θεμελιώδη πολιτική αρχή, που θα πρέπει να βρίσκεται στη βάση κάθε αναθεωρητικού εγχειρήματος, ότι quod omnes tangit ab omnibus comprobari debet: αυτό που αφορά όλους θα πρέπει να εγκρίνεται από όλους.

Κατά βάθος αυτό θέλει και το άρθρο 110 Συντ.: αν όχι την επιδίωξη ομοφωνίας, τουλάχιστον τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Αυτό πρακτικά μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη μέθοδο της αναθεώρησης του 2001, δηλαδή με την ενσωμάτωση στην αναθεωρητική απόφαση της πρώτης Βουλής προτάσεων σχετικά με το αντικείμενο της αναθεώρησης προερχόμενων όχι μόνο από την πλειοψηφία αλλά και τη μειοψηφία (π.χ. όχι μόνο το άρθρο 3 αλλά και το άρθρο 16), με πολιτική συμφωνία για την κατεύθυνση της μεταβολής και καλή πίστη ότι στη δεύτερη Βουλή θα τηρηθούν τα συμφωνηθέντα. Κατά τη γνώμη μου τέτοιες συμφωνίες μπορούν να υπάρξουν σε πολλά θέματα: στο πεδίο των σχέσεων μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, αν αποφασιστεί ότι το ζητούμενο είναι η πληρέστερη προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, στο πεδίο του εκλογικού συστήματος, αν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αρκεστεί στην πρόταση για κατοχύρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος χωρίς την περαιτέρω συνταγματική εξειδίκευσή του, στο ζήτημα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, αν η αποσύνδεσή της από τη διάλυση της Βουλής δεν περιλαμβάνει το ενδεχόμενο της άμεσης εκλογής του από το εκλογικό σώμα, ακόμη και στο άρθρο 16, αν υιοθετηθεί η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για ίδρυση μη κρατικών-μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, ή και σε άλλα θέματα που δεν περιλαμβάνονται μέχρι τώρα στις προτάσεις αναθεώρησης, όπως για παράδειγμα στο ζήτημα της άμυνας της δημοκρατίας απέναντι στα αντιδημοκρατικά πολιτικά κόμματα.

Αλλιώς καμία πρόταση για αναθεώρηση δεν θα συγκεντρώσει ευρεία πλειοψηφία (180 τουλάχιστον βουλευτών), και το πιθανότερο είναι να μην συγκεντρωθεί τέτοια πλειοψηφία ούτε στην επόμενη Βουλή ή ακόμα και να περάσει άπρακτη η προθεσμία για την αναθεωρητική απόφαση.

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ”, 5/6.01.2019

Η χαμένη ευκαιρία της αναθεώρησης

Αντώνης Μανιτάκης, Oμότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Υποστηρίζεται από συνταγματολόγους και πολιτικούς ότι δεν θα πρέπει να πάει χαμένη η αναθεωρητική διαδικασία του Συντάγματος, που μόλις ξεκίνησε. Δεν πρέπει, λένε, να χαθεί και αυτή η ευκαιρία αναθεώρησης, που τόσο την έχει ανάγκη ο τόπος. Αξίζει τον κόπο να γίνει, ακόμη και αν πραγματοποιηθεί μια «μίνι αναθεώρηση» και επικεντρωθεί σε ελάχιστα άρθρα, για τα οποία φαίνεται ότι κυβερνητική πλειοψηφία και αντιπολίτευση συμφωνούν ως προς την αναγκαιότητα της αναθεώρησής τους.

Δεν συμμερίζομαι την αντίληψη αυτή. Διότι πιστεύω, αντίθετα, ότι, και αν ακόμη συμφωνηθεί μια μίνι αναθεώρηση – πράγμα αμφίβολο – η ευκαιρία που θα χαθεί, στο άμεσο μέλλον, για μια ουσιαστική, συναινετική και ευρεία αναθεώρηση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη. Θα πρέπει μετά να περιμένουμε πέντε χρόνια για να ξεκινήσει μια νέα και δέκα περίπου για να συντελεστεί.

Ας ξεκινήσουμε, παραδειγματικά, από την πλέον αισιόδοξη εκδοχή. Τα δύο μεγάλα κόμματα συμφωνούν να ξεκινήσουν τη διαδικασία της αναθεώρησης για τις διατάξεις που αναφέρονται π.χ. στην αλλαγή του τρόπου εκλογής του ΠτΔ και πάντως στην απάλειψη της δυνατότητας διάλυσης της Βουλής εάν δεν επιτευχθεί πλειοψηφία των 180 βουλευτών, σε εκείνη της ποινικής ευθύνης των υπουργών, σε εκείνη που αφορά το ακαταδίωκτο των βουλευτών, κοινώς βουλευτική ασυλία και τέλος σε εκείνη που αφορά τους λόγους πρόωρης διάλυσης της Βουλής και ενδεχομένως και σε μερικές άλλες. Εστω, ότι για τις προκείμενες διατάξεις επιτυγχάνεται στην παρούσα Βουλή πλειοψηφία 180 βουλευτών. Τότε, σύμφωνα με την αριθμητική λογική του άρθρου 110 παρ. 2, 3, και 4, η Αναθεωρητική Βουλή που θα εκλεγεί θα έχει τη δυνατότητα να αναθεωρήσει ορισμένες ή να μην αναθεωρήσει καμία από τις υπό αναθεώρηση διατάξεις, ακόμη και με πλειοψηφία 151 βουλευτών.

Στην περίπτωση αυτή, κυρία της αναθεώρησης γίνεται η κυβερνητική πλειοψηφία που θα προκύψει από τις εκλογές. Θα είναι εξοπλισμένη με τη λαϊκή εντολή να αναθεωρήσει, όπως αυτή κρίνει, όλες ή ορισμένες από τις υπό αναθεώρηση διατάξεις ή και να ματαιώσει την αναθεωρητική διαδικασία. Αν αναθεωρήσει ακόμη και μία διάταξη, τότε η αναθεώρηση θεωρείται ότι περαιώθηκε αισίως και θα αρχίσει να τρέχει η προθεσμία της πενταετίας για μια νέα αναθεώρηση.

Το ενδεχόμενο αυτό είναι για μένα η πλέον δυσμενής αναθεωρητική εξέλιξη. Διότι θα έχει συντελεστεί μια μικρή και πάντως κατώτερη των περιστάσεων αναθεώρηση από κυβερνητική πλειοψηφία διαφορετική από εκείνη που την ξεκίνησε και θα έχει ταυτόχρονα αποκλειστεί για πέντε τουλάχιστον χρόνια το ενδεχόμενο μια νέας ευρύτερης, συναινετικής αναθεωρητικής πρωτοβουλίας.

Το άλλο ενδεχόμενο, το πλέον πιθανόν, είναι οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ να ψηφιστούν όλες, και οι 15 ή 20, με απόλυτη, όχι όμως αυξημένη πλειοψηφία, των βουλευτών, οπότε για να αναθεωρηθούν από την Αναθεωρητική Βουλή θα απαιτηθεί πλειοψηφία 180 βουλευτών. Στην περίπτωση αυτή η νέα κυβερνητική πλειοψηφία θα βρεθεί μπροστά στο εξής δίλημμα: ή να απεμπολήσει ορισμένες δικές της προτάσεις, όπως εκείνη του άρθρου 16Σ και να προχωρήσει στην αναθεώρηση των υπολοίπων, με αναθεωρητική όμως κατεύθυνση αντίθετη ή διαφορετική από εκείνη που πρότεινε η προηγούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ή να προχωρήσει στη ματαίωση της αναθεωρητικής διαδικασίας ώστε να ξεκινήσει με τις δικές της προτάσεις αμέσως μια νέα.

Και τα δύο ενδεχόμενα δείχνουν ότι η παρούσα αναθεωρητική πρωτοβουλία είναι καταδικασμένη είτε να ματαιωθεί είτε να αποτύχει. Η τωρινή πλειοψηφία δεν την πολυπιστεύει, η αυριανή δεν τη θέλει έτσι όπως είναι. Προϊόν της κρίσης αδυνατεί εξ ορισμού να αρθεί πάνω από την ίδια για να την αντιμετωπίσει. Σε κάθε περίπτωση κινδυνεύει να πάει χαμένη.

Αναδημοσίευση από Τα Νέα 29/12/2018

Στρεβλώσεις & ελλείμματα στην προσωρινή δικαστική προστασία: Η πρόδηλη βασιμότητα του κύριου ενδίκου βοηθήματος ως λόγος αναστολής σε περιβάλλον διαρκών νομοθετικών μεταβολών

Ηλίας Κουβαράς, Πρωτοδίκης Δ.Δ., Δ.Ν.

Η προσωρινή προστασία ανέκαθεν αποτελούσε πεδίο πραγματισμού για τη δικαστική πρακτική. Ο συγγραφέας στη μελέτη αυτή προτείνει μία ελαστικότερη ερμηνεία της έννοιας της πρόδηλης βασιμότητας σε περιπτώσεις μη υφιστάμενης νομολογίας στις οποίες η χορήγηση αναστολής δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην ύπαρξη ανεπανόρθωτης βλάβης, προκειμένου κατηγορίες διαδίκων να μην στερούνται, για καθαρά συγκυριακούς λόγους, προσωρινής δικαστικής προστασίας. Εναλλακτικά, και ως πιο τολμηρό βήμα προτείνεται η ανάγνωση της διαζευκτικής διατύπωσης των δικονομικών διατάξεων ως σύστημα, με την εκφορά όχι γραμμικής κρίσης αυτοτελώς και διαδοχικά για κάθε έναν από τους λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν τη χορήγηση αναστολής, αλλά με τη διάστρωση ενός ενιαίου ολιστικού συλλογισμού, στον οποίον θα συνεκτιμάται τόσο η βαρύτητα της βλάβης όσο και η πιθανότητα τελεσφόρησης του κύριου ένδικου βοηθήματος.

Αναδημοσίευση από το ΔιΔικ 4/2018

(διαβάστε το κείμενο σε pdf)

Θητείες Βουλευτών

Γιώργος Ν. Πινακίδης, Δ.Ν., Δικηγόρος

Στην πρόταση για την αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος που κατατέθηκε πρόσφατα από βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, περιλαμβάνεται η προσθήκη νέας παραγράφου στο άρθρο 56 του Συντάγματος, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: «5. Όσοι έχουν διατελέσει βουλευτές σε τρεις διαδοχικές βουλευτικές περιόδους δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές στις αμέσως επόμενες εκλογές. Το κώλυμα της παραγράφου αυτής δεν συντρέχει για βουλευτικές περιόδους με διάρκεια μικρότερη των τριάντα δύο μηνών. Από το κώλυμα εξαιρούνται οι πρόεδροι κοινοβουλευτικών ομάδων και όσοι έχουν διατελέσει πρωθυπουργοί».

Δεν θα εστιάσουμε στα εμφανή νομοτεχνικά προβλήματα της προτεινόμενης ρύθμισης. Ας σημειωθεί απλώς, ότι η εφαρμογή της και άρα η ισχύς του κωλύματος, προϋποθέτει τη συμμετοχή του βουλευτή σε τρεις διαδοχικές Βουλές διάρκειας τουλάχιστον τριάντα δύο μηνών έκαστη· ενώ η παρεμβολή μίας μόνο Βουλής μικρότερης διάρκειας διακόπτει την ακολουθία, με αποτέλεσμα να απαιτείται η εκ νέου (εξ υπαρχής) πλήρωση της άνω προϋπόθεσης, ώστε να συντρέξει το κώλυμα. Αν η διάταξη αυτή ήταν ισχύον συνταγματικό δίκαιο, ο πρωτοεκλεγείς στις βουλευτικές εκλογές της 9ης Απριλίου 2000 και αδιαλείπτως θητεύων ως σήμερα βουλευτής δεν θα είχε κώλυμα εκλογιμότητας για τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές του 2019! Είναι προφανές ότι η ρύθμιση, ως έχει, δεν μπορεί να υπηρετήσει τη ratio της. Απεναντίας, επιτρέπει, αν δεν προκαλεί, την περιγραφή της.  

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτό καθ’ εαυτό το ζήτημα της επιβολής ορίου βουλευτικών θητειών και το δικαιοπολιτικό του υπόβαθρο.    

Στην αιτιολογική έκθεση της πρότασης αναφέρεται: «…προτείνουμε να αναμετρηθούμε με την αντίληψη που δεν τιμά το πολιτικό σύστημα και τους πολιτικούς, τη διαδεδομένη αντίληψη των πολιτών, δυστυχώς, ότι η πολιτική είναι επάγγελμα και μάλιστα για ορισμένους επικερδές, και όχι προσφορά. Γι’ αυτό και προτείνουμε να προβλεφθεί όριο θητειών για τους βουλευτές, ώστε να μη δημιουργούνται όροι συναλλαγής με το εκλογικό σώμα» (Γενικό Μέρος). Περαιτέρω, όπως σημειώνεται, η ρύθμιση εισάγει «…έναν ήπιο περιορισμό του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, αφού επιτρέπει τη συμμετοχή στις αμέσως επόμενες εκλογές μετά απ’ αυτές για τις οποίες συντρέχει το κώλυμα, ο οποίος δικαιολογείται ως μέτρο που αποτρέπει την επαγγελματοποίηση της πολιτικής και συμβάλλει στην ανανέωση της εθνικής αντιπροσωπείας» (Ειδικό Μέρος).

Αν αυτά ήταν που ώθησαν τους προτείνοντες βουλευτές, τότε το κύριο πρόβλημα φαίνεται να είναι η έκπτωση του ρόλου του βουλευτή από «προσφορά» σε «επάγγελμα», ενώ η λύση για την αποφυγή δημιουργίας όρων συναλλαγής με το εκλογικό σώμα αναζητείται στην επιβολή ορίου θητειών ως μέσου αποτροπής «επαγγελματοποίησης» της πολιτικής και ανανέωσης του κοινοβουλίου.

Η ορθή όμως αιτιολογική βάση μιας τέτοιας πρότασης, για όποιον είχε την πρωτοβουλία, θα έπρεπε να είναι καθαρά και αυστηρά θεσμική: η ανάγκη εναλλαγής των προσώπων στα δημόσια λειτουργήματα. 

Οι κλασικοί δικαιολογητικοί λόγοι θέσπισης των κωλυμάτων εκλογιμότητας είναι η τήρηση της αρχής της ισότητας στον εκλογικό ανταγωνισμό μεταξύ κομμάτων και υποψηφίων, η αποτροπή νόθευσης της βούλησης του εκλογικού σώματος από αθέμιτους επηρεασμούς του φορέα του κωλύματος και η διασφάλιση της πολιτικής ουδετερότητας της δημόσιας διοίκησης. Πυρήνας του προβλήματος είναι ασφαλώς η πιθανή εκμετάλλευση της θέσης ή ιδιότητας που συνιστά το κώλυμα, προκειμένου να αντληθεί ένα εκλογικό πλεονέκτημα.

Η σύνδεση εντούτοις του προτεινόμενου κωλύματος με τους άνω λόγους (με τους δύο πρώτους), αν και υπαρκτή, είναι μάλλον ασθενής. Το καινοφανές στοιχείο είναι εδώ η παραδοχή ότι η επί μακρόν κατοχή της βουλευτικής ιδιότητας (και όχι κάποιας θέσης επιρροής στη διοικητική ιεραρχία, όπως αυτή του αιρετού μονοπρόσωπου οργάνου των Ο.Τ.Α που συνιστά κώλυμα κατά το άρθρο 56 παρ. 1 εδ. α΄ και δ΄ του Συντάγματος), αναγορεύεται σε συνθήκη διακινδύνευσης της ανόθευτης έκφρασης της λαϊκής βούλησης, κυρίως όμως της ορθής και «κατά προορισμό» άσκησης των βουλευτικών καθηκόντων. 

Αυτό ωστόσο που θα έπρεπε να εξυπηρετεί μια παρόμοιας έμπνευσης διάταξη δεν είναι η επιβολή κύρωσης, προσωρινής έστω, σε κάποιον που έχει θητεύσει για μεγάλο χρονικό διάστημα στο κοινοβούλιο. Η επανεκλογή του άλλωστε αποτελεί τεκμήριο, αν και όχι αμάχητο, της πολιτικής του αξιοσύνης. Αποδεικνύει πάντως την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πρόσωπό του. Υπό την αίρεση βεβαίως, ότι τα πολιτικά κόμματα που παρεμβάλλονται μεταξύ της βούλησης του εκλογικού σώματος και της σύνθεσης του κοινοβουλίου κατά την κρίσιμη φάση κατάρτισης των εκλογικών συνδυασμών, έχουν συμπεριλάβει σε αυτούς, μέσα από ουσιαστικές δημοκρατικές διαδικασίες και χωρίς αποκλεισμούς, τους κατά τεκμήριο πιο άξιους – με την ευρύτερη δυνατή πρόσληψη του όρου – για την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος πολίτες.

Από την άλλη πλευρά, η αποτροπή «επαγγελματοποίησης» της πολιτικής δεν εξασφαλίζεται – και τούτο ανεξαρτήτως της θεώρησης των συντακτών της πρότασης – με την άκριτη και εν τέλει απολιτική απαίτηση, «να φύγουν οι παλιοί για να’ ρθουν (οι) νέοι». Η δημοφιλής αυτή δοξασία δεν συνδέεται άλλωστε αναγκαστικά με το άλλο αιτιολογικό βάθρο της προτεινόμενης ρύθμισης, την αποφυγή συναλλαγής με το εκλογικό σώμα. Διότι δεν υπόκειται, παρά μόνο σε πολιτικό και εκ των υστέρων έλεγχο, η προσδοκία ότι το επίδοξο νέο πολιτικό προσωπικό θα αποδειχθεί περισσότερο κατάλληλο, σε σχέση με όσα η εισαγωγή του κωλύματος θέλει να υπηρετήσει, από το ήδη κατεστημένο. Στην αντιπροσώπευση έχουν πάντοτε σημασία οι εξατομικευμένες κρίσεις και τα πρόσωπα με τις ιδιότητές τους.

Ούτε βεβαίως η αναγνωρισιμότητα που εξασφαλίζει η μακρά παραμονή στα κοινοβουλευτικά έδρανα μπορεί να αποτελέσει eo ipso αιτία επιβολής του άνω κωλύματος, με το σκεπτικό ότι αποτελεί δήθεν στοιχείο νόθευσης της πολιτικής ισότητας και του εκλογικού ανταγωνισμού. Γιατί, αν έτσι ήταν τα πράγματα, το κώλυμα θα έπρεπε λογικά να επεκταθεί και σε άλλα απλώς γνωστά πρόσωπα, τα οποία, καίτοι δεν κατέχουν θέση στο διοικητικό μηχανισμό, ασκούν ωστόσο σημαντική επιρροή στην κοινή γνώμη. Είναι όμως προφανές ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος σοβαρά για κάτι τέτοιο.  

Το πυρηνικό ζήτημα που θέτει η προτεινόμενη διάταξη είναι άλλο: αν είναι δημοκρατικά επιβεβλημένη η υπό όρους υποχρεωτική εναλλαγή των προσώπων σε αιρετό πολυπρόσωπο όργανο της Πολιτείας, όπως το κοινοβούλιο. Άπτεται το ζήτημα αυτό ορισμένων κρίσιμων συνταγματικών παραμέτρων.

Το υπό συζήτηση κώλυμα συνιστά περιορισμό του παθητικού εκλογικού δικαιώματος (δικαίωμα του εκλέγεσθαι), εφόσον αποκλείει τον φορέα του από τη δυνατότητα υποβολής υποψηφιότητας. Συνιστά όμως παράλληλα κάμψη και του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος (δικαίωμα του εκλέγειν), στο μέτρο που περιορίζει τις επιλογές των εκλογέων.

Δεν πρόκειται βέβαια εδώ για νομοθετικό, αλλά για συνταγματικό περιορισμό του παθητικού εκλογικού δικαιώματος, αντίστοιχο με αυτούς που τίθενται στα άρθρα 56 και 57 του Συντάγματος (κωλύματα και ασυμβίβαστα των βουλευτών). Δεν τίθεται επομένως ζήτημα τυχόν αντισυνταγματικότητας, εφόσον δε νοείται η ύπαρξη αντισυνταγματικών διατάξεων του Συντάγματος. Ούτε άλλωστε μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση των ουσιαστικών ορίων της αναθεώρησης (άρθρο 110 παρ. 1 του Συντάγματος), από την άποψη ότι η εισαγωγή του συγκεκριμένου κωλύματος θα έθιγε τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος. 

Μια άλλη πτυχή του ζητήματος συνδέεται με το ερώτημα, αν η εισαγωγή του κωλύματος συνάγεται εμμέσως από την αρχή της περιοδικότητας των εκλογών, η οποία ανήκει στον εννοιολογικό πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας. Η αρχή όμως αυτή υπηρετεί την ανάγκη ανανέωσης αφενός μεν της λαϊκής ετυμηγορίας αφετέρου δε της σύνθεσης του αντιπροσωπευτικού σώματος. Το κοινοβούλιο πρέπει να διαθέτει πρόσφατη κατά το δυνατόν δημοκρατική νομιμοποίηση, εφόσον τόσο το ίδιο το εκλογικό σώμα, όσο και η βούλησή του, την οποία εκφράζει, μεταβάλλονται διαρκώς στη διαδρομή του χρόνου. Η ανανέωση της σύνθεσής του έχει συνεπώς θεσμικό χαρακτήρα, αφορά τη συγκρότησή του ως αμέσου οργάνου του Κράτους και δεν αναφέρεται κατ’ αρχήν στην εναλλαγή των προσωπικών φορέων του βουλευτικού αξιώματος.

Η εναλλαγή αυτή θα μπορούσε ίσως να θεμελιωθεί στην πολιτική αρχή αποπροσωποποίησης της εξουσίας, της διάκρισης, δηλαδή, μεταξύ αξιώματος-λειτουργήματος και προσωπικού φορέα του. Αρχή που διαθέτει μάλιστα συνταγματικό έρεισμα, ειδικώς όμως καθ’ όσον αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τα καθήκοντα του οποίου δεν μπορεί να ασκήσει συγκεκριμένο πρόσωπο κατά χρόνο που υπερβαίνει τις δύο, συναπτές ή μη, πενταετείς θητείες (άρθρο 30 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος). Είναι όμως αμφίβολο, αν από τη ρύθμιση αυτή μπορεί να συναχθεί ένας κανόνας με ευρύτερη εμβέλεια. Όχι μόνο γιατί εδώ πρόκειται για αιρετό μεν αλλά μονοπρόσωπο όργανο και δη για τον αρχηγό του Κράτους και επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας. Αλλά κυρίως γιατί η ρύθμιση αυτή παρακολουθεί και επενδύει τη μετάβαση από την προσωποποιημένη εξουσία του ισόβιου και κληρονομικού μονάρχη στο πλαίσιο της βασιλευόμενης δημοκρατίας, στην αποπροσωποποιημένη εξουσία του αιρετού Προέδρου στο πλαίσιο της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Λειτουργεί άρα μέσα σε απολύτως συγκεκριμένα ιστορικά και πολιτικά συμφραζόμενα.

Στηριζόμενη σε ένα αμφιλεγόμενο και όχι απολύτως στέρεο σκεπτικό, η εισαγωγή του προτεινόμενου κωλύματος, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι εντάσσεται σε ένα φάσμα συνταγματικά θεμιτών, από δημοκρατική άποψη, επιλογών, δεν κρίνεται πάντως, εν όψει και των προβληματισμών που διατυπώθηκαν, επιβεβλημένη από την άποψη αυτή.

Γιώργος Ν. Πινακίδης, Δ.Ν., Δικηγόρος

21 Δεκεμβρίου 2018

Οι εξουσίες της Αναθεωρητικής Βουλής

Αντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.

(Η σημασία της παρεμβολής των εκλογών, η αδυναμία δικαστικού ελέγχου της Αναθεώρησης, το αίτημα της συνταγματικής συναίνεσης και οι σχέσεις μειοψηφίας-μειοψηφίας)


Θα ήθελα να παρέμβω στο διάλογο, που άνοιξε, προσθέτοντας ή συμπληρώνοντας ερμηνευτικά επιχειρήματα σε όσα έχουν διατυπωθεί ήδη από συναδέλφους. Θα υπερασπιστώ την άποψη, ότι η Αναθεωρητική Βουλή, αυτή που θα προέλθει από εκλογές, στις οποίες τέθηκε ζήτημα αναθεώρησης συνταγματικών διατάξεων, που η προηγούμενη κοινή Βουλή έκρινε ως «αναθεωρητέες», είναι ελεύθερη να αποφασίσει το κανονιστικό περιεχόμενο των υπό αναθεώρηση διατάξεων χωρίς καμία επ΄ αυτού δέσμευση από την προηγούμενη κοινή Βουλή. Η κοινή Βουλή καθορίζει μόνον το πλαίσιο της αναθεώρησης «και όχι το περιεχόμενον των νέων ρυθμίσεων της υπό αναθεώρησιν συνταγματικής διατάξεως, ο καθορισμός του οποίου ανήκει κατ΄αποκλειστικότητα εις την Αναθεωρητικήν Βουλήν».


Η αναθεωρητική εξουσία της Αναθεωρητικής Βουλής

1, O ιστότοπος του Ομίλου Μάνεση φιλοξενεί αυτές τις μέρες μια πολύ ωραία και προκλητική, τόσο από θεωρητική όσο και από πολιτική σκοπιά, συζήτηση για την διαδικασία της Αναθεώρησης και ειδικά, για τα ζητήματα που θα ανακύψουν από το ενδεχόμενο η μέλλουσα Αναθεωρητική Βουλή να έχει διαφορετική κυβερνητική πλειοψηφία από την παρούσα. Αν και πρωθύστερο το πρόβλημα αυτό, και παρόλο που θα κληθεί ούτως ή άλλως να το λύσει η ίδια η Αναθεωρητική Βουλή στην πράξη, ως κατ΄εξοχήν πολιτικό ζήτημα και όχι ως νομικό ή διαδικαστικό, όπως το αντιμετώπισαν άλλωστε ήδη προηγούμενες Αναθεωρητικές Βουλές, αξίζει πιστεύω τον κόπο να απασχολήσει εκ νέου την κοινότητα των συνταγματολόγων.

Το πρώτο ερώτημα που χρειάζεται να διερευνήσουμε, είναι, αν, πράγματι, αν δεσμεύεται η Αναθεωρητική Βουλή από την προγενέστερή της, κοινή Βουλή, ως προς το «περιεχόμενο» και «την κατεύθυνση» της αναθεώρησης. Ζήτημα που έχει απασχολήσει, ως γνωστόν, αρκετά την ελληνική συνταγματική θεωρία και πρόσφατα και παλαιότερα και έχουν επ΄αυτού γράψει και πήραν θέση, μεταξύ των άλλων -όπως μας υπενθύμισε στην εκτενή παρέμβασή του στον παρόντα ισότοπο, ο Β. Βενιζέλος, αντικρούοντας έμμεσα την θέση του Κ. Γιαννακόπουλου[1]—και οι κλασσικοί, ΝΝ. Σαρίπολος, Αλ. Σβώλος, Αρ. Μάνεσης, Δημ. Τσάτσος και από τους νεότερους Φ. Σπυρόπουλος, Π. Παραράς, και κυρίως ο Ξ. Κοντιάδης[2].

Προσωπικά, πίστευα, μάλιστα, πως το ζήτημα είχε λυθεί από την συνταγματική πρακτική, ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα και δεν καταλάβαινα τον λόγο, για τον οποίο μια μερίδα της πρόσφατης θεωρίας επανερχόταν στο θέμα με απόψεις και προτάσεις, αντίθετες προς την καθιερωμένη και κλασική ερμηνεία και πρακτική. Άλλωστε η αντίθετη άποψη δεν είχε τύχει μιας ενδελεχούς, ειδικής ανάλυσης. Περιοριζόταν σε σύντομα σχόλια με αφορμή συντρέχουσα ή επικείμενη αναθεωρητική πρωτοβουλία. Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι η συνταγματική πραγματικότητα, με τις άπειρες και απρόβλεπτες μορφές της αέναης διαμόρφωσής της, αποδεικνύει κάθε μέρα ότι καμμιά συνταγματική πρακτική και καμιά ερμηνεία δεν είναι και δεν μπορεί να είναι οριστική ούτε είναι σε θέση να καλύψει ή να εξαντλήσει εκ των προτέρων τις ενδεχόμενες δυνατότητες εφαρμογής ή τα πιθανά νοήματα μια συνταγματικής ρύθμισης.

Για τον λόγο αυτό θα ήθελα να παρέμβω στο διάλογο, που άνοιξε, προσθέτοντας ή συμπληρώνοντας ερμηνευτικά επιχειρήματα σε όσα έχουν διατυπωθεί ήδη από συναδέλφους. Θα υπερασπιστώ την άποψη, την ίδια που έχω ήδη υποστηρίξει[3], ακολουθώντας στο σημείο αυτή την κλασική και κρατούσα άποψη, ότι η Αναθεωρητική Βουλή, αυτή που θα προέλθει από εκλογές, στις οποίες τέθηκε ζήτημα αναθεώρησης συνταγματικών διατάξεων, που η προηγούμενη κοινή Βουλή έκρινε ως «αναθεωρητέες», είναι ελεύθερη να αποφασίσει το κανονιστικό περιεχόμενο των υπό αναθεώρηση διατάξεων χωρίς καμία επ΄ αυτού δέσμευση από την προηγούμενη κοινή Βουλή. Η κοινή Βουλή καθορίζει μόνον το πλαίσιο της αναθεώρησης «και όχι το περιεχόμενον των νέων ρυθμίσεων της υπό αναθεώρησιν συνταγματικής διατάξεως, ο καθορισμός του οποίου ανήκει κατ΄αποκλειστικότητα εις την Αναθεωρητικήν Βουλήν»[4].

Η τελευταία έχει αυτή από μόνη της, όλη την αναγκαία εξουσία και νομιμοποίηση να τροποποιήσει, αντικαταστήσει, ερμηνεύσει αυθεντικά, καταργήσει ή συμπληρώσει αναθεωρητέες διατάξεις. Αυτή και μόνον αυτή έχει από το Σύνταγμα την πλήρη εξουσία να αποφασίσει κυριαρχικά για το πώς θα αναθεωρηθούν οι διατάξεις, που ψήφισε η προηγούμενη Βουλή. Δεν νομιμοποιείται βέβαια να αναθεωρήσει διατάξεις, που δεν έχουν υποδειχθεί από την προηγούμενη και δεν έχουν, επί πλέον, τεθεί υπό όψη του λαού στις εκλογές που έχουν μεσολαβήσει. Έχει, πάντως, την δυνατότητα ακόμη και να αρνηθεί να αναθεωρήσει διάταξη που έκρινε αναθεωρήσιμη η τελευταία. Αυτό θα συμβεί, στην περίπτωση που δεν συγκεντρωθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία κατά το Σύνταγμα. Οπότε η Αναθεώρηση ως προς τις συγκεκριμένες διατάξεις ματαιώνεται. Και η ματαίωση θεωρητικά μπορεί να συμβεί για όλες τις διατάξεις[5].

Και εύλογα διερωτάται κανείς, αφού μπορεί να συμβεί το μείζον, η ολική δηλαδή απόρριψη του αναθεωρητικού διαβήματος, πώς είναι δυνατόν να μην είναι δυνατόν να αναγνωρισθεί στην Αναθεωρητική Βουλή να πράξει το έλασσον, δηλαδή να αναθεωρήσει όπως αυτή κρίνει τις αναθεωρητέες διατάξεις[6]; Πως είναι δυνατόν να δεχθούμε ότι δεσμεύεται η Αναθεωρητική Βουλή από την κοινή, ως προς το πώς, προς ποια κατεύθυνση θα αναθεωρήσει, όταν η εξουσία της κοινής Βουλής εξαντλείται, κατά το Σύνταγμα, στην απαρίθμηση των άρθρων που κρίνει είναι αναγκαίο ή επιβεβλημένονα αναθεωρηθούν.

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι οι προτάσεις της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σχετικά με τις διατάξεις που χρήζουν αναθεώρησης συνοδεύονται κατά πάγια συνταγματική πρακτική και από ένα σκεπτικό, από ένα αιτιολογικό που δικαιολογεί όχι μόνον την ανάγκη αλλά και την κατεύθυνση της αναθεώρησης. Στις προτάσεις εξάλλου της πλειοψηφίας αντιπαρατίθενται και αντίστοιχες προτάσεις της μειοψηφίας, οι οποίες μπορεί να διαφοροποιούνται τόσο ως προς τα άρθρα που χρήζουν αναθεώρησης όσο και ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης. Οι προτάσεις άρα των κομμάτων που έχουν κατατεθεί και ειδικά εκείνη της πλειοψηφίας συνοδεύονται, πράγματι, από σύντομη, σχεδόν λακωνική, αιτιολογία, που αφορά όμως κυρίως και πρωταρχικά το γιατί μας χρειάζεται η αναθεώρηση.

 Στην συζήτηση, εξάλλου, που ακολουθεί στην Επιτροπή Αναθεώρησης καθώς και στην Ολομέλεια επί των άρθρων που προτείνει η πλειοψηφία προς αναθεώρηση, διατυπώνονται, σκέψεις ή απόψεις ή προτάσεις ή αντιπροτάσεις και γίνεται συζήτηση για το πώς θα μπορούσε ή πως θα έπρεπε να αναθεωρηθούν η υπό αναθεώρηση συνταγματικές διατάξεις. Αλλά οι σκέψεις ή προτάσεις αυτές, μαζί με την επιχειρηματολογία τους, αποτελούν μέρος της αιτιολογίας και στηρίζουν, οι μεν πρώτες, με την μορφή της αιτιολογικής έκθεσης την πρόταση αναθεώρησης της πλειοψηφίας, ενώ οι δεύτερες την αντίκρουσή της. Η Βουλή ψηφίζοντας την πρόταση της πλειοψηφίας ως προς τα αναθεωρητέα άρθρα εγκρίνει, βέβαια, πολιτικά και την κατεύθυνση της αναθεώρησης. Δεσμευτική όμως για την Αναθεωρητική Βουλή είναι, κατά το Σύνταγμα, μόνον η απαρίθμηση των άρθρων προς αναθεώρηση. Η πρόταση της πλειοψηφίας με το αιτιολογικό της τίθεται στη συνέχεια υπό την κρίση του Λαού, ο οποίος και αποφασίζει κυριαρχικά δια μέσω των κομμάτων και της πλειοψηφίας που θα σχηματιστεί, αν θα συνεχιστεί ή όχι η διαδικασία της Αναθεώρησης ή αν θα απορριφθεί μερικά ή ολοκληρωτικά, αν δηλαδή περαιωθεί ή αν θα ματαιωθεί.

Άλλωστε και αν ακόμη γινόταν δεκτή η αντίθετη άποψη[7], το ερώτημα που ανακύπτει είναι, ποιο ακριβώς περιεχόμενο ή ποια κατεύθυνση είναι δεσμευτική για την Αναθεωρητική; Πως και από ποιους διατυπώνεται και πως διαπιστώνεται, αφού δεν εμπεριέχεται στην απόφαση της Βουλής για τις αναθεωρητέες διατάξεις πρόταση, συγκεκριμένης κανονιστικής διατύπωσης των υπό αναθεώρηση άρθρων ούτε μπαίνει σε ψηφοφορία κάποια «κανονιστική κατεύθυνση», που να είναι διαγνώσιμη ώστε να είναι και δεσμευτική; Το αιτιολογικό της πρότασης είναι ένα απλό πολιτικό σκεπτικό, μια κρίση πολιτικής σκοπιμότητας, μια πολιτική υπόδειξη που δεν μπορεί από την φύση της να δεσμεύει τη νέα πλειοψηφία που θα προέλθει από τις εκλογές. Σε αυτές τίθεται και κρίνεται από το εκλογικό σώμα το θεσμικό διακύβευμα της αναθεώρησης, ως πολιτικό διακύβευμα.

Δεν πρέπει εξάλλου να παραγνωρίζεται και πολύ περισσότερο να λησμονείται ότι η αναθεωρητική διαδικασία συντελείται σε τρία στάδια και το όργανο που την συντελεί είναι σύνθετο: κοινή Βουλή, εκλογικό σώμα, Αναθεωρητική Βουλή. Ούτε όμως η διαδικασία ούτε το σύνθετο αυτό όργανο είναι δυνατόν να εξομοιωθούν με σύνθετη διοικητική ενέργεια και να υπαχθούν στη λογική του διοικητικού δικαίου όπως κάνουν ορισμένοι συνάδελφοι. Διότι, στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με ανώτατα όργανα του κράτους, που εκφέρουν πολιτική βούληση, που προβαίνουν σε πολιτικές αξιολογήσεις και εκτιμήσεις και αποφασίζουν με ευρύτατη διακριτική ευχέρεια –για να χρησιμοποιήσω, καταχρηστικά, όρο του διοικητικού δικαίου. Τα πολιτικά αυτά όργανα κρίνουν το καθένα ξεχωριστά και αυτόνομα. Αποφασίζουν βέβαια κατά το Σύνταγμα και σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις δεσμεύσεις που προαναφέραμε, με κριτήριο το συμφέρον «του Λαού και του Έθνους» (άρθρο 1 παρ. 3Σ). Έχουν δηλαδή από το ίδιο το Σύνταγμα την εξουσία να αποφασίζουν «πολιτικά» και να κρίνουν και αξιολογούν «πολιτικές καταστάσεις» και να καθορίζουν τις δημόσιες πολιτικές της χώρας, και βέβαια και τη συνταγματική πολιτική της αναθεώρησης του Συντάγματος.

 Θα πρέπει, τέλος, να υπογραμμιστεί ότι η βούληση του Λαού, που εκφράζεται στο πλαίσιο βουλευτικών εκλογών, συμπλέκεται με την κομματική αντιπαράθεση πλειοψηφίας-μειοψηφίας. Επιλέγοντας κόμμα, ο ψηφοφόρος ψηφίζει, κατ’ ανάγκη, και τις προτάσεις συνταγματικής και κυβερνητικής πολιτικής του κόμματος της επιλογής του. Αναπόφευκτα, με την ίδια ψήφο εγκρίνει και τις συνταγματικές προτάσεις του ίδιου κόμματος[8]. Η πρόταση αναθεώρησης της προηγούμενης Βουλής τίθεται με τις βουλευτικές εκλογές σε δημόσια διαβούλευση, σε αντιπαράθεση και αντιπαραβολή με τις αναθεωρητικές προτάσεις των κομμάτων της μειοψηφίας.

Ο διπλασιασμός του Λαού σε πλειοψηφία μειοψηφία αποτελεί, συστατικό στοιχείο της συνταγματικής πραγματικότητας, όπως και τα κόμματα εξάλλου. Δεν είναι δυνατόν επομένως να αγνοούνται οι ζωντανοί αυτοί συντελεστές της λαϊκής κυριαρχίας κατά την ερμηνεία των σχετικών συνταγματικών διατάξεων. Διότι έτσι είναι σαν να αγνοείται η πολιτική σύγκρουση και αντιπαράθεση, την οποία η δημοκρατική αρχή υπονοεί ως συνταγματικό γεγονός και επιδιώκει να τιθασεύσει, να υπαγάγει σε κανόνες και διαδικασίες,

Καθ΄όσον αφορά το πολικό αίτημα του συναινετικού χαρακτήρα της συνταγματικής διαδικασίας, που είναι ένα συνταγματικό ζητούμενο[9], θα πρέπει να ιδωθεί και αυτό μέσα από το πρίσμα των σχέσεων αντιπαλότητας πλειοψηφίας και μειοψηφίας. Η συναίνεση, ως συνταγματικός κανόνας της αναθεώρησης δεν αφορά άλλωστε μόνον τη συναίνεση μεταξύ των «κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών των δύο Βουλών αλλά και την παρεμβαλλόμενη δια των εκλογών λαϊκή συναίνεση στην αναθεώρηση. Η λαϊκή συναίνεση στην πρόταση αναθεώρησης, όπως αυτή αποτυπώνεται στο εκλογικό αποτέλεσμα με την ανάδειξη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είναι καθοριστικής σημασίας για την συνέχιση, περαίωση ή ματαίωση της αναθεώρησης.

Η κυβερνητική πλειοψηφία που θα προκύψει από τις βουλευτικές εκλογές, εξοπλίζεται άρα με την εξουσιοδότηση ή μάλλον, με την λαϊκή εντολή να αναθεωρήσει το Σύνταγμα σύμφωνα με την πολιτική κατεύθυνση που έχει εκθέσει και έχει εγκριθεί από τον Λαό. Αν η κυβερνητική πλειοψηφία συμβεί να είναι διαφορετική από εκείνη της προηγούμενης Βουλής, είναι επόμενο η αναθεωρητική πρόταση της τελευταίας να θεωρηθεί ότι έχει απορριφθεί από τον Λαό και να μην μπορεί να δεσμεύει ούτε πολιτικά ούτε συνταγματικά –και αν ακόμη υποθέταμε ότι μπορούσε να την δεσμεύσει- την Αναθεωρητική Βουλή.

Η παρεμβολή του εκλογικού σώματος στην αναθεωρητική διαδικασία βαραίνει καθοριστικά στη διαδικασία της αναθεώρησης των συνταγματικών διατάξεων και ειδικά στην κατεύθυνσή της. Διότι, συνιστά ενσώματη πραγμάτωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και έμπρακτο σεβασμό της βούλησης του Λαού[10].

Για τον λόγο αυτό είναι, επί πλέον, κατά την γνώμη μου μη αναθεωρήσιμη η ισχύουσα, τώρα και δυο σχεδόν αιώνες, συνταγματική πρόβλεψη της παρεμβολής των βουλευτικών εκλογών. Αποτελεί μια σταθερά του ελληνικού συνταγματισμού και της ελληνικής συνταγματικής παράδοσης σε όλα τα ελληνικά συντάγματα, σε σημείο που μπορούμε βάσιμα να ισχυριστούμε ότι έχει δημιουργηθεί, δια μέσου της μακραίωνης συνεχούς εφαρμογής της, ένας θεμελιώδης συνταγματικός κανόνας του «πραγματικού συντάγματος», που βρίσκεται σε αρμονία με τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν το πολίτευμα και ως τέτοιος δεν μπορεί να αναθεωρηθεί, να καταργηθεί ή να αντικατασταθεί ακόμη και με δημοψήφισμα[11].

Το αμφιλεγόμενο ζήτημα του δικαστικού ελέγχου της αναθεώρησης

 2. Και έρχομαι τώρα σε ένα άλλο ζήτημα που ανέκυψε ως παρεπόμενο της ίδιας συζήτησης. Παλαιό και αυτό και πολυσυζητημένο στην συνταγματική θεωρία, περισσότερο αμφιλεγόμενο ωστόσο από το προηγούμενο. Στο αν είναι συνταγματικά επιτρεπτό να ασκηθεί δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας της αναθεώρησης του Συντάγματος.

 Το ζήτημα το έχει θίξει στην παρέμβασή στον εδώ ιστότοπο ο συνάδελφος Ν. Αλιβιζάτος και το έχει πραγματευτεί εκτενώς ο Ευ. Βελιζέλος, ειδικά σε ό, τι αφορά την θέση της νομολογίας, ΑΕΔ και ΣτΕ. Δεν υπάρχει λόγος να επαναλάβω τα ήδη γραφέντα[12]. Η τοποθέτησή μου είναι ωστόσο πιο κατηγορηματικά επιφυλακτική -για να μην πώ αρνητική- από την δική τους, γι αυτό και αρκούμαι στην παράθεση, συνοπτικά, μερικών μόνονμ πρόσθετων επιχειρημάτων[13].

Είμαι κατηγορηματικά επιφυλακτικός, πρώτον, διότι δεν υπάρχει συνταγματικό έρεισμα για την θεμελίωση και νομιμοποίηση εντός τέτοιου ελέγχου. Κα η αναγνώριση στα δικαστήρια τέτοιας φύσεως εξουσία απαιτεί σαφή συνταγματική και ειδική πρόβλεψη. Δεν αρκεί η γενικόλογη αναφορά στην γενική εξουσία των δικαστηρίων να ελέγχουν την συνταγματικότητα των νόμων, όπως είχε αναγνωριστεί και καθιερωθεί από τα ίδια εθιμικά από τα τέλη του 18ου αιώνα. Ούτε όμως από την ρητή πρόβλεψή της στο άρθρο 93 παρ.3Σ είναι δυνατόν ερμηνευτικά να συναχθεί η δυνατότητα επέκτασή της και στις αποφάσεις ή στα ψηφίσματα της αναθεωρητικής εξουσίας, η οποία ναι μεν είναι και αυτή συντεταγμένη, όπως και η νομοθετική, πρόκειται όμως για «παράγωγη συντακτική εξουσία», που τροποποιεί εν ισχύει συνταγματικές διατάξεις ή θεσπίζει νέες, τυπικά υπέρτερες των νόμων και ουσιαστικά πολύ διαφορετικές. Άλλωστε, όπως σημειώνει ορθά ο Σπυρόπουλος, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων θα μπορούσε να ασκηθεί ακόμη και αν δεν υπήρχε το άρθρο 93 παρ.3Σ. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για τον ίδιο ακριβώς έλεγχο, παρεμπίπτοντα και συγκεκριμένο, που αφορά πάντα διάταξη νόμου και όχι βέβαια συνταγματική διάταξη.

Είναι λάθος να εξομοιώνεται η αναθεωρητική λειτουργία με την νομοθετική, το Σύνταγμα με τον νόμο. Υπάρχει μια τεράστια διαφορά είδους. Η τελευταία θεσπίζει κατά βάση κανόνες δικαίου συμπεριφοράς και ρυθμίζει έννομες σχέσεις. Η πρώτη καθορίζει του γενικούς όρους οργάνωσης και λειτουργίας της δεύτερης. Η αναθεωρητική λειτουργία είναι μια μορφή παράγωγης συντακτικής εξουσίας, ανήκει στην κατηγορία των πράξεων που εκφράζουν συντακτική βούληση, οριοθετημένη, δεσμευμένη, βέβαια, από το ίδιο το Σύνταγμα, που θεσπίστηκε από πρωτογενή συντακτική εξουσία. Η πρόσφατη τάση εκνόμευσης του Συντάγματος, ιδίως μετά την πληθωρική αναθεώρηση του 2001, που «συνταγματοποίησε», καταχρηστικά, ύλη νομοθετική δεν αναιρεί την προηγούμενη ουσιώδη διάκριση και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αντιμετώπιση του Συντάγματος ως κοινού νόμου.

Ο δικαστικός έλεγχος των νόμων αφορά, εξάλλου, διατάξεις ουσιαστικών νόμων που υπόκεινται σε έλεγχο με βάση κανόνες αναφοράς ή ελέγχου συνταγματικούς υπέρτερης ισχύος. Στην υποθετική περίπτωση ενός δικαστικού ελέγχου της αναθεώρησης, ο δικαστής θα έπρεπε να ελέγξει αναθεωρημένες διατάξεις με «κανόνες ελέγχου» διατάξεις, ισότιμες τυπικά με τις ελεγχόμενες! Ο σκόπελος αυτός θα μπορούσε, βέβαια, να υπερπηδηθεί με την αναγωγή στις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος και να εκληφθούν αυτές, ως κανόνες ελέγχου. Μόνο που η αναγωγή αυτή είναι εξαιρετικά επισφαλής, εξ αιτίας της αοριστίας και γενικότητας του νοήματος των γενικών αρχών του δικαίου. Άλλωστε οι θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος δεν είναι εφαρμόσιμες και ερμηνευτικά χρήσιμες χωρίς την παράλληλη εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση και μιας ειδικότερης συνταγματικής διάταξη, η οποία παρεμβάλλεται για να θεμελιωθεί και δικαιολογηθεί κατ΄αρχάς η αναγωγή σε έναν συγκεκριμένο συνταγματικό κανόνα ελέγχου, πού χρειάζεται όμως και αυτός να ερμηνευτεί με αναφορά σε κάποια θεμελιώδη αρχή ώστε να αποσαφηνιστεί ή να διαμορφωθεί το νόημα του συνταγματικού κανόνα ελέγχου που αρμόζει στην συγκεκριμένη διαφορά.

Αυτός είναι πιστεύω και ο λόγος, που έναν αιώνα τώρα δεν έχει διαμορφωθεί κάποια νομολογία σαφής, που να τεκμηριώνει τον δικαστικό έλεγχο της «αντισυνταγματικότητας» των αποφάσεων της Αναθεωρητικής Βουλής. Και αυτό δεν αφορά μόνον τις διαδικαστικές διατάξεις, που ως interna corporis της Βουλής δεν μπορούν ούτως ή άλλως να ελεγχθούν. Αφορά και το περιεχόμενο των υπό δικαστικό έλεγχο διατάξεων που αναθεωρήθηκαν. Η μόνη θεωρητική δυνατότητα που μπορούμε να φανταστούμε είναι ένας έλεγχος των αναθεωρημένων διατάξεων με βάση τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές. Αυτές που συνδέονται με την βάση και την μορφή του πολιτεύματος και καθιερώνουν την συνταγματική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου.

Δικαστικός όμως έλεγχος συνταγματικών διατάξεων με βάση τις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος, μόνον δυνάμει του άρθρου 87 παρ. 2Σ είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί[14] : όταν η αναθεώρηση ισοδυναμεί με κατάλυση του Συντάγματος. Δηλαδή όταν θεμελιώδης συνταγματική αρχή πάψει να ισχύει και να εφαρμόζεται αποτελεσματικά. Στην περίπτωση αυτή θα έχουμε κατάλυση ή αλλοίωση της βάσης ή της μορφής του πολιτεύματος και του κράτους δικαίου. Τότε μόνον νομιμοποιείται η δικαστική εξουσία να αρνηθεί να εφαρμόσει αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων. Η κατάλυση όμως του πολιτεύματος είναι ένα πραγματικό γεγονός, μια ειρηνική επανάσταση, που ούτως ή άλλως δεν ελέγχεται δικαστικά με βάση το Σύνταγμα. Αλλά και αν ακόμη υποθέταμε όταν ήταν εφικτό και συνταγματικά θεμιτό και πάλι ο ενδεχόμενος δικαστικός έλεγχος θα ήταν οριακός ή εξαιρετικός, που θα εξερχόταν των ισχυόντων ορίων της συνταγματικότητας. Διότι θα εισερχόταν ευθέως στα πεδία της πολιτικής και των πραγματικών γεγονότων[15].

 Εν κατακλείδι μπορούμε να πούμε ότι τόσο η θεμελίωση όσο και η ενεργοποίηση της ελεγκτικής εξουσίας του δικαστή στην αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι μόνον υποθετική ή θεωρητικά δυσπρόσιτη, είναι, αν ποτέ εμφανιστεί, και «εξαιρετικά δυσχερής στην πράξη». Κατά την πραγματοποίησή της το «πραγματικό» (ο όρος «κατάλυση» του Συντάγματος) συμπλέκεται τρυφερά με το «νομικό» (με την «παραβίασή» του) και ο δικαστικός έλεγχος της παραβίασης των θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος καταλήγει σε έλεγχο – «υπέρβασις των ακραίων ορίων», γίνεται δηλαδή οριακός.

Το τελευταίο αποδεικνύει ακόμη μία φορά την στενή σχέση του Συντάγματος με την πολιτική. Τα ρευστά και μεταβλητά όρια του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικής νομιμότητας με τον έλεγχο της πολιτικής σκοπιμότητας. Εκείνο που είναι βέβαιο και επιβεβαιώνεται από την μακραίωνη συνταγματική μας παράδοση και πρακτική, είναι ότι η ελληνική συνταγματική τάξη αναγνωρίζει στην πολιτική εξουσία ευρύτατα περιθώρια εκτίμησης πραγματικών καταστάσεων, όταν δρά ως νομοθετική ή αναθεωρητική εξουσία. Ουδέποτε λειτούργησε ούτε πιστεύω ότι μπορεί να ανθήσει ποτέ στην Ελλάδα κράτος των δικαστών. Δεν ταιριάζει στην πολιτική και συνταγματική μας κουλτούρα, γι΄αυτό και είναι μάταιη και ανώφελη η δημιουργία, ενδεχομένως, ενός αληθινού συνταγματικού δικαστηρίου, που θα αντικαταστούσε ή θα παραμέριζε τον ριζωμένο, σχεδόν δύο αιώνες τώρα, διάχυτο παρεμπίπτοντα και συγκεκριμένο δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.


[1]    Πρόκειται για γνωμοδοτικό σημείωμα που υποβλήθηκε στην κυβερνητικά πλειοψηφία και επικαλέστηκε ο Πρωθυπουργός στη Βουλή και το οποίο δημοσιεύτηκε στον παρόντα ιστότοπο με εκτενέστατη βιβλιογραφική τεκμηρίωση αλλά με σύντομες, σχετικά προσωπικές σκέψεις. Αφορμή για την δική μου παρέμβαση αποτέλεσε, πάντως, το εν λόγων γνωμοδοτικό σημείωμα.

[2]    Ξενοφών Κοντιάδης, στο «Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ΄άρθρο, Σχόλιο. 110Σ», όπου και κατατοπιστική σύνοψη των ερμηνευτικών ζητημάτων της συνταγματικής πρόβλεψης για την αναθεώρηση, του ίδιου, Η αναθεώρηση του Συντάγματος, Αντ. Σάκκουλας, 2000, σ. 193 επ., 297 επ., -44.

[3]    Αντ. Μανιτάκης, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Ι., Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 2004, σ. 312—333, όπου ανάλυση των σχετικών ζητημάτων που ανέκυψαν και συζητούμε σήμερα.

[4]    Αρ. Μάνεσησ,Η αναθεώρησις του Συντάγματος, Θεσσαλονίκη, 1966, σ. 43 σημ. 29. Και πιο κάτω, «Εις τον καθορισμόν των αναθεωρητέων διατάξεων περιορίζεται και εξαντλείται η εν προκειμένω αρμοδιότις της κοινής Βουλής. Ο καθορισμός του περιεχομένου της νέας ρυθμίσεως δεν ανήκει εις την αρμοδιότητα αυτής: θα διενεργηθεί κατά το δεύτερο στάδιο της αναθεωρητικής διαδικασίας υπό της επόμενης Βουλής, η οποία πάντως δεν δεσμεύεται από τας εν τη «πράξει» περιληφθείσας τυχόν υποδείξεις της προηγούμενης Βουλής ως προς το μελλοντικό περιεχόμενο των υπό αναθεώρησιν διατάξεων» (σελ. 37 σημ. 14).

[5]    Αντίθετα η διαδικασία της αναθεώρησης θωρείται περαιωθείσα, ακόμη και αν αναθεωρηθεί και μία μόνον διατάξει. Από εκείνη την χρονική στιγμή τρέχει και η πενταετία για να ξεκινήσει μια νέα διαδικασία Αναθεώρησης.

[6]    Βλέπε επ΄αυτού την αντίκρουση του Κ. Γιαννακόπουλου.

[7] Την άποψη αυτή υποστήριξε κυρίως, ο Π. Παραράς,, «Οι περιορισμένες εξουσίες της αναθεωρητικής Βουλής», Το Σ (19),1993, σ. 47 και τώρα σε «Το Κράτος Δικαίου», Συλλογή μελετών, Σάκκουλας, 2014, 441-546.

[8] Ο Μάνεσης έγραφε για το ίδιο θέμα χαρακτηριστικά: «Ναι μεν ο Λαός δεν αποφαίνεται μόνον επί του θέματος της αναθεωρήσεως, το οποίον δεν είναι δυνατόν βεβαίως να απομονωθεί από την περί της αναδείξεως των βουλευτών εκφραζομένην εκλογικήν βούλησιν , εντούτοις όμως, εις την εποχήν μας, είναι βέβαιον ότι ο εκλογεύς ψηφίζει κατά πρώτον λόγον κόμματα, ήτοι περιβάλλει δια της εμπιστοσύνης του τους υπ΄αυτών επδιωκομένους πολιτικούς σκοπούς..». (Η αναθεώρησις του Συντάγματος, σ. 41 σημ. 23)

[9]    βλ. Ξεν. κοντιαδη, Η αρχή της συναίνεσης ως θεμέλιο της αναθεωρητικής λειτουργίας, σε «Αναθεώρηση του Συντάγματος και εκσυγχρονισμός των θεσμών», Αντ. Σάκκουλοας, 2000, σ. 35

[10] Βλ. Αρ. Μάνεση,Η αναθεώρησις του Συντάγματος, σ. 39-40).

[11] Για όλα τα παραπάνω εκτενέστερα το ημέτερο ΕλλΣυντΔικ., σ. 309-333

[12] Οι σκέψεις τους ουσιαστικά αντικρούουν τις απόψεις του Κ. Γιαννακόπουλου.

[13] Θετικός ως προς την δυνατότητα άσκησης δικαστικού ελέγχου της «συνταγματικότητας» της αναθεώρησης του Συντάγματος, ο Φ. Σπυρόπουλοσ, Συνταγματικό Δίκαιο, Αντ. Σάκκουλας, 2006, σ. 154.

[14] Βλ. και Ευ. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού, σ. 67 επ

[15] Για όλα αυτά εκτενέστερα Αντ. Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, τ. 1, σ. 329-333..

     Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα από το βιβλίο μου επειδή είναι επίκαιρο και αφορά το ζήτημα που συζητάμε:

     «Εγγυητής του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος, δηλαδή της μη ανατροπής των οργανωτικών βάσεων του πολιτεύματος, δεν μπορεί να είναι άλλος από την ίδια την Αναθεωρητική Βουλή, η οποία και αποφασίζει την αναθεώρηση. Αυτή κρίνει πρωταρχικά αν μία διάταξη υπόκειται ή όχι σε αναθεώρηση και αν πλήττεται με τη σχεδιαζόμενη αναθεώρησή της καίρια η μορφή του πολιτεύματος ή η δικαιοκρατική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Στη συνταγματική νομιμοφροσύνη της Εθνικής Αντιπροσωπείας ανατίθεται, έτσι, κατά πρώτο λόγο η τήρηση των κανόνων της αναθεώρησης. Σε αυτή ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα η τήρηση των διαδικαστικών ορίων ή κανόνων της αναθεώρησης, ενώ σε ό,τι αφορά τα ουσιαστικά της όρια την ευθύνη της μη παραβίασής τους την μοιράζονται μεταξύ τους η ίδια η Αναθεωρητική Βουλή με τη δικαστική εξουσία. Η εγγύηση, επομένως, της τήρησης των ουσιαστικών και διαδικαστικών ορίων της αναθεώρησης είναι κατ’ αρχήν πολιτική και αφορά κυρίως το ίδιο το όργανο που πραγματοποιεί την αναθεώρηση, το οποίο και αυτοδεσμεύεται ηθικο-πολιτικά να τηρεί το Σύνταγμα και να σέβεται το πολίτευμα, εντός και για χάρη του οποίου ενεργεί.

     Άλλωστε η μη αντίδραση της Αναθεωρητικής Βουλής σε απόπειρες ουσιώδους προσβολής των θεμελιωδών αρχών του πολιτεύματος θα ισοδυναμούσε με αποδοχή ενεργειών κατάλυσής του, δηλαδή με άσκηση συντακτικής εξουσίας, οπότε κάθε δικαστικός έλεγχος πράξεων αναθεώρησης που επιβλήθηκαν και έγιναν αποδεκτές ως «παράγουσες νέον Δίκαιον» είναι αδιανόητος. Διότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι κάθε ουσιώδης προσβολή των οργανωτικών βάσεων του πολιτεύματος πλήττει καίρια τη συνταγματική νομιμότητα και αγγίζει τα όρια της επανάστασης. «Και η μεν επανάστασις δεν ελέγχεται διά νομικών μέσων, αλλά διά να διακριθή ως δικαιοπαραγωγικόν γεγονός πρέπει να είναι έκφρασις αντιστοίχου θελήσεως και επί πλέον να επιβληθή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οσάκις η αναθεώρησις υπερβή τα όρια της κατά το Σύνταγμα εκτάσεώς της και μάλιστα προκειμένου περί σοβαράς πολιτικής σημασίας διατάξεων, θα πρόκειται περί ηθελημένης ρήξεως του Δικαίου, συνιστώσης πρωτογενή πολιτικήν πράξιν και η οποία, αναλόγως της δυνάμεως της δημιουργίας νέου Δικαίου, θα παρασύρη και τας εγγυήσεις του παλαιού. Κανείς φραγμός εκ της αρμοδιότητος οιουδήποτε οργάνου δεν είναι δυνατόν ν’ αντιταχθή εις την περίπτωσιν αυτήν κατά της δικαιοπαραγωγικής δυνάμεως και αν ακόμη υπενοείτο ο φραγμός αυτός υπό του Συντάγματος»: Αλ. Σβώλου, Η αναθεώρησις του Συντάγματος, 112-113).

Η αναθεώρηση του Συντάγματος στην δίνη της παροχολογίας

Παναγιώτης Μαντζούφας, Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Η συζήτηση για την αναθεώρηση αναζωπυρώθηκε με την τελευταία πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ και ενισχύθηκε με την πρόταση της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ενώ υπάρχει ήδη κατατεθειμένη και η πρόταση του ΚΙΝΑΛ από τον Απρίλιο του 2018. Στην διαδικασία συνέβαλαν τόσο το ΠΟΤΑΜΙ όσο και το ΚΚΕ με αντίστοιχες προτάσεις. Στις προτάσεις αυτές, και στην διαδικασία που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στην αρμόδια επιτροπή της βουλής, υπάρχουν αρκετά σημεία όπου σημειώνονται επισφαλείς συναινέσεις τουλάχιστον ως προς τις αλλαγές σε συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος, ενώ διαφοροποιήσεις ως προς τις ειδικότερες ρυθμίσεις είναι δυνατόν να γεφυρωθούν. Η αποδέσμευση της εκλογής του ΠτΔ από την διάλυση της Βουλής (άρθρο 32), οι προτάσεις για τις μεταρρυθμίσεις της ποινικής ευθύνης των Υπουργών (άρθρο 86), η προσπάθεια αναθεώρησης της διατύπωσης για την βουλευτική ασυλία (άρθρο 62), σημειακές τροποποιήσεις στην διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 110) αποτελούν ώριμες αναθεωρητικές προτάσεις που συγκεντρώνουν συγκλίσεις για θεσμικές μεταβολές σε συνταγματικό επίπεδο. Σε άλλα πεδία υπάρχουν περιθώρια -έστω και λίγα- επίτευξης συμφωνίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, όπως η σχέση κράτους και εκκλησίας, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 3 του Συντάγματος, ενώ κοινός τόπος συνεννόησης φαίνεται να μην υπάρχει σε πεδία που αφορούν την σχέση του Συντάγματος με την οικονομία και το αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας, όπως και σε σχέση με την δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων (άρθρο 16). Όλα αυτά είναι πράγματι κρίσιμα ζητήματα και δεν πρέπει να χαθεί η ευκαιρία για την συναινετική απάλειψη αναχρονιστικών ρυθμίσεων που δυσχεραίνουν την λειτουργία του πολιτεύματος, ανεξαρτήτως των εύλογων ενστάσεων για την απουσία, στην παρούσα, εκ των πραγμάτων, μακρά προεκλογική περίοδο, των πολιτικών προϋποθέσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος και του διαλόγου για το κατά πόσο δεσμεύεται η δεύτερη βουλή από τις κατευθύνσεις της πρώτης βουλής ως προς το περιεχόμενο της αναθεώρησης.

Ωστόσο, η συγκυρία ανέδειξε και ένα άλλο μείζον ζήτημα που επανέρχεται συχνά πυκνά μετά την μεταπολίτευση και αφορά στον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων και ειδικότερη στην σχέση του ελέγχου αυτού με την νομοθεσία που αφορά σε μισθούς, συντάξεις και κάθε είδους επιδόματα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το πεδίο στο οποίο τα ελληνικά δικαστήρια επιδεικνύουν ιδιαίτερη σπουδή και ασκούν συστηματικό έλεγχο καταλήγοντας συχνά στην αντισυνταγματικότητα των σχετικών ρυθμίσεων είναι οι περιπτώσεις όπου προβλέπονταν στην νομοθεσία επιδόματα σε ποικίλες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, συνήθως εξαρτημένα από προσχηματικά κριτήρια που στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν συνδέονταν με τις εργασιακές συνθήκες των εργαζομένων, δηλαδή ήταν προσοδοθηρικά και εν πολλοίς αυθαίρετα. Τα δικαστήρια όταν διαπίστωναν την παροχή ενός επιδόματος έσπευδαν να επεκτείνουν την καταβολή του -αποκαθιστώντας έτσι την ισότητα με το σχήμα της επεκτατικής ισότητας- και σε εκείνη την κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων- λειτουργών που δεν προβλέπονταν από το νόμο -τέτοιοι ήταν κατά κύριο λόγο οι δικαστικοί- με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται η μισθολογική κατάσταση ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων και λειτουργών σε σχέση με αυτή που προβλέπονταν στην νομοθεσία.

Με την εφαρμογή των μέτρων που προέβλεπαν τα μνημόνια καταργήθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός των επιδομάτων και προβλέφθηκαν μεγάλες και σχετικώς αναλογικές, μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, ενώ καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και άδειας σε όλο τον δημόσιο τομέα με διαδοχικούς νόμους της περιόδου 2010-2016. Μετά την αρχική απόφαση ΣτΕ 668/2012 που έκρινε τις μειώσεις αυτές ως συνταγματικές, οι επόμενες αποφάσεις του ΣτΕ και αρκετών κατώτερων δικαστηρίων έκριναν ως αντισυνταγματικές τις μειώσεις αυτές στα ειδικά μισθολόγια (δικαστικοί, ένστολοι, πανεπιστημιακοί, γιατροί) και στις συντάξεις, ενώ το ΣτΕ αποφάνθηκε ότι παρανόμως περικόπηκαν τα δώρα στους συνταξιούχους, περιορίζοντας ωστόσο την δεσμευτικότητα των αποφάσεων σε αρκετές περιπτώσεις στο χρόνο έκδοσής τους.

Ουσιαστικά αυτός ο περιορισμός του εύρους της αναδρομικότητας απέβλεπε να περιορίσει χρονικά τις δημοσιονομικές συνέπειες των αποφάσεων, στο βαθμό που αφορούσαν μόνο τους προσφεύγοντες. Με πρόσφατες ρυθμίσεις η κυβέρνηση -με την οποία συμφώνησαν και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις- έσπευσε να αποδώσει και σε όσους πολίτες ανήκουν στα ειδικά μισθολόγια, και δεν καλύπτονταν από τις αποφάσεις, τα «οφειλόμενα» αναδρομικά, αφήνοντας σε εκκρεμότητα, όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες.

Τι διαπιστώνει κανείς από την παραπάνω εντελώς συνοπτική περιγραφή; Ότι μολονότι αριθμητικά το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού χρέους οφείλεται σε δαπάνες για συντάξεις και περίθαλψη (περίπου 200 δις.) τις οποίες έσπευσαν να περικόψουν τα «επάρατα» μνημόνια, έρχονται τα δικαστήρια και κρίνουν ότι οι ορισμένες από αυτές τις μειώσεις είναι αντισυνταγματικές και πρέπει να επιστραφούν τα ποσά στους δικαιούχους. Σε αυτές τις περιπτώσεις η βασική επιχειρηματολογία των αποφάσεων θεμελιώνεται στην ανεπαρκή αιτιολογία των περικοπών από την πλευρά του νομοθέτη, υπό την έννοια ότι το κράτος δεν τεκμηρίωσε με ειδικές επιστημονικές μελέτες το κατά πόσο οι συγκεκριμένες μειώσεις ήταν απολύτως αναγκαίες και δικαιολογημένες ως προς την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος, ενώ επαρκής κρίθηκε η δικαιολόγηση των μειώσεων, κατά πλειοψηφία, για τον περιορισμό του αναδρομικού αποτελέσματος των αποφάσεων.

Με την αντίληψη ότι οι περικοπές μισθών και συντάξεων είναι αδικαιολόγητες συμφωνεί και ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών δυνάμεων που αποδίδουν το δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας και την ουσιαστική της χρεωκοπία σε εξωγενείς παράγοντες. Δεν φταίνε επομένως, οι παρά την παραγωγική ικανότητα της χώρας, αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις και οι προσλήψεις (κυρίως την περίοδο 2004- 2009), δεν φταίει η κακοδιαχείριση στην περίθαλψη, δεν φταίνε τα «ευγενή» ταμεία με τα παράλογα προνόμια, φταίει η αναλγησία των ξένων που επιβουλεύεται την ανεξαρτησία μας και εποφθαλμιά τα πλούτη μας.

Έχουν τα παραπάνω σχέση με την επικείμενη αναθεώρηση; Διαπιστώνει κανείς ότι το μείζων αυτό θέμα δεν έχει απασχολήσει τις τρέχουσες προτάσεις. Μας λείπει η τόλμη να κάνουμε προτάσεις-τομές στην λειτουργία του κράτους με σημαντικές επιπτώσεις στην λειτουργία της οικονομίας αλλά στο ίδιο το πολίτευμα. Καμιά πολιτική δύναμη δεν εισηγείται την κατάργηση του άρθρου 88 παρ. 2 Σ «Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους», διάταξη στην οποία στηρίζεται πρωτίστως η θεμελίωση των αποφάσεων που κρίνουν ως αντισυνταγματικές μειώσεις σε αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών. Δεν είναι άραγε υποβαθμιστικό για το σημαντικό αυτό λειτούργημα να φέρεται ότι η δικαστική ανεξαρτησία εξαρτάται από τις αποδοχές και σαν μην πρέπει και οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι και λειτουργοί να πληρώνονται ανάλογα με τα καθήκοντά τους. Σε ένα κράτος δικαίου τα πραγματικά πολύ σοβαρά δικαστικά καθήκοντα και το απαιτητικό έργο που ασκούν οι δικαστές πρέπει να αμείβεται αντιστοίχως. Αυτό όμως δεν θα πρέπει να το αποφασίζουν δικαστήρια, αλλά η βουλή, απόφαση που προφανώς εξαρτάται από την δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Αν η εκάστοτε κυβέρνηση αποφασίσει να αγνοήσει τα οικονομικά του κράτους δίνοντας αυξήσεις αδιακρίτως, -όπως έκανε στο πρόσφατο παρελθόν ενδίδοντας σε έναν απερίσκεπτο δημόσιο δανεισμό- οφείλει να φέρει και την ευθύνη της επιλογής της και να κριθεί για αυτό. Το ίδιο πρέπει να ισχύει γενικότερα για τους μισθούς και τις συντάξεις και εδώ πρέπει να μπει ένας συνταγματικός φραγμός που να αναθέτει την ευθύνη αυτή στην εκάστοτε κυβέρνηση και στην βουλή, χωρίς περιθώρια ανατροπών -εκτός των περιπτώσεων που τίθεται ζήτημα προσβολής της αρχής της ισότητας- με δικαστικές αποφάσεις.

 Όπως γίνεται αντιληπτό το ζήτημα, ιδίως όταν κρίνεται η αντισυνταγματικότητα μιας οριζόντιας καθολικής και αναλογικής μείωση σε μισθούς και συντάξεις που εξετάζεται στην διαδικασία της πιλοτικής δίκης, δεν αφορά στην αποκατάσταση μιας ατομικής αδικίας, αλλά επηρεάζει την συνολική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, για την οποία ο δικαστής δεν έχει την δικαιοδοσία να εκφέρει συνολική κρίση, ούτε και να απαιτεί εξειδικευμένες αιτιάσεις που εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν να του δοθούν. Η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, όπως με πικρή πείρα αντιληφθήκαμε όλοι τα χρόνια της κρίσης, εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες και από επιλογές και διλήμματα σε ένα ευρύ φάσμα της δημόσιας πολιτικής. Αν μια κυβέρνηση π.χ επιλέξει να ενισχύσει τα επιδόματα προς τους ανέργους αντισταθμίζοντας το κόστος με περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, αυτό αποτελεί πολιτική επιλογή στην οποία η δικαστική παρέμβαση και κρίση δεν μπορεί παρά να είναι οριακή. Ιδίως όταν σε αυτές τις περιπτώσεις απουσιάζει το συγκριτικό στοιχείο (π.χ μειώσεις μόνο για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων έναντι ομοειδών που δεν τις υφίστανται) και δεν υπάρχουν περιθώρια αξιοποίησης της αρχής της αναλογικότητας, τότε η δικαστική κρίση γίνεται επισφαλής και κατ’ αποτέλεσμα συνταγματικά ανομιμοποίητη διότι καταφεύγει σε γενικότερες σταθμίσεις για τις οποίες δεν έχει ούτε τα μέσα ούτε και την δικαιοδοσία να εκφέρει. Σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα η κατανομή των δημόσιων πόρων είναι αντικείμενο της κυβερνητικής πολιτικής που έχει εξ΄ αντικειμένου την εποπτεία τόσο των δημοσιονομικών περιθωρίων, όσο και των ειδικότερων αναγκών.

 Όσο και αν φαντάζει προκλητικό είναι άδικο ο δικαστής να επωμιστεί τις πανθομολογούμενες παθογένειες του πολιτικού συστήματος και να προσπαθήσει να τις ανατρέψει με αποφάσεις οι οποίες θα έχουν τόσο σημαντικές συνέπειες στην δημοσιονομική ισορροπία. Όταν η ακύρωση των περικοπών αποτιμάται σε ένα ποσό που είναι δύσκολο να υπολογιστεί και κινείται μεταξύ 9 και 15 δισ. ευρώ, (ποσό που αντιστοιχεί στην συνολική δαπάνη για υγεία και παιδεία), και όπου όλοι θα σπεύσουν να προσφύγουν στην δικαιοσύνη για να διεκδικήσουν τα οφειλόμενα κατά την νομολογία, τότε ποιος θα μπορέσει να σταθεί εμπόδιο στο άνοιγμα ενός νέου κύκλου χρεοκοπίας[1]. Όταν τα δικαστήρια αποφαίνονται για το αδικαιολόγητο των περικοπών σε μισθούς και συντάξεις του δημοσίου εύλογα αναρωτιέται κανείς αν δικαιούνται να αγνοούν το ένα εκ. ανέργους και ότι ο μέσος όρος μισθού στον ιδιωτικό τομέα είναι κοντά στα 500 ευρώ για εργασία περιορισμένου χρόνου. 

Στο Σύνταγμα προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για τους μισθούς και τις συντάξεις και ισχυρές εγγυήσεις ότι θα υπάρχουν στάδια ελέγχου πριν κατατεθεί ένα συνταξιοδοτικό νομοσχέδιο προς ψήφιση στη βουλή. Ανάμεσα σε αυτές συγκαταλέγονται η υποχρέωση συνταξιοδοτικά νομοσχέδια να υποβάλλονται μόνο από τον Υπουργό των Οικονομικών(άρθρο 73 παρ. 2) χωρίς να γίνονται αντικείμενο εξουσιοδότησης(άρθρο 78 παρ. 4), ούτε βέβαια και τροπολογιών(άρθρο 73 παρ. 3) ενώ απαιτείται προηγούμενη υποχρεωτική γνωμοδότηση από το Ελεγκτικό Συνέδριο(άρθρα 98 παρ. 1 περ. δ’ και 73 παρ. 2) η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται από τα δικαστήρια. Τέλος, μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή δεν εγγράφεται στον προϋπολογισμό και δεν παρέχεται αν δεν προβλέπεται σε ειδικό νόμο (άρθρο 80 παρ. 1). Οι συγκεκριμένες συνταγματικές ρυθμίσεις για το μισθολογικό και συνταξιοδοτικό σύστημα συνεπάγονται έναν δημοσιονομικό σχεδιασμό που απαιτεί προηγούμενο ειδικό νόμο και εγγραφή στον προϋπολογισμό. Αυτή η λογική του Συντάγματος σε συνδυασμό με το σύστημα του διάχυτου, παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων ανατρέπεται όταν ασκείται αφηρημένος έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων, όπως συμβαίνει κατ’ αποτέλεσμα με τις αποφάσεις του μισθοδικείου και του ΣτΕ όταν αποφαίνεται στο πλαίσιο της πιλοτικής δίκης, και όχι μόνο. Σε κάθε περίπτωση το θέμα είναι μεγάλο και σοβαρό και απαιτεί αναλυτικότερη πραγμάτευση από αυτή ενός σημειώματος, ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπετε ότι η εμπλοκή των δικαστηρίων στην δίνη των μνημονιακών περικοπών, επαναφέρει στην επικαιρότητα προβληματισμούς για τα όρια των δικαιοδοτικών καθηκόντων σε σχέση με την διάκριση των λειτουργιών και τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων.

Μήπως πρέπει να βάλουμε ένα συνταγματικό φρένο στα δικαστήρια που με τις αποφάσεις τους μπορεί να ανατρέψουν μια δημοσιονομική ισορροπία που ανακτήθηκε με πόνους και θυσίες όλων; Μήπως τα μισθολογικά και συνταξιοδοτικά ζητήματα πρέπει να αποφασίζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση και με βάση υπέρτερες αναγκαιότητες; Μήπως κανείς δεν επιτρέπεται να μοιράζει χρήματα που δεν υπάρχουν και ότι με τον τρόπο αυτό συμπλέει με τις λαϊκιστικές και παροχικές τάσεις των κυβερνήσεων που διακηρύσσουν υποκριτικά ότι συμμορφώνονται -κατά το δοκούν- με τις δικαστικές αποφάσεις, αποκτώντας έτσι ένα εύκολο άλλοθι για άσκηση προεκλογικής ψηφοθηρίας; Τελειώνοντας θέλω να σημειώσω ότι δεν χρειάζεται να εμπλέκουμε και την δικαστική λειτουργία στον προεκλογική διαμάχη, αναζητώντας στις αποφάσεις της άλλοθι για ανερμάτιστες υποσχέσεις που θα μας ξαναβάλουν στο φαύλο κύκλο της παροχολογίας, όταν γνωρίζουμε ότι αυτή την φορά δεν θα μπορούμε να στηριχθούμε στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, εφόσον δεν τηρήσαμε τα υπεσχημένα


[1] Βλ. άρθρο Μ.Ματσαγγάνη, εφ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 11/11/2018 ��

Παρατηρήσεις στην ΟλΣτΕ 704/2018

Βαρβάρα Μπουκουβάλα, Πρωτοδίκης Δ.Δ., Δ.Ν.

Επέκταση των περιοριστικών ρυθμίσεων για το συμβατικό τσιγάρο στο ηλεκτρονικό τσιγάρο διά νομοθέτησης κατά παραπομπή: ο παρεμπίπτων χαρακτήρας του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας.
Η με αριθμό 704/2018 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ είναι μία ιδιαίτερα σημαντική απόφαση, διότι με αυτή κρίθηκαν και αποσαφηνίσθηκαν σημαντικά νομικά ζητήματα που σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά του ελληνικού δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
Διαβάστε το πλήρες κείμενο σε pdf

Άλλη μια παρέμβαση για την αναθεωρητική διαδικασία

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Oμ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Νομικής Σχολή ΕΚΠΑ
  1. Τις τελευταίες μέρες διεξάγεται στην ιστοσελίδα του Ομίλου μας μια ζωηρή συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Το ενδιαφέρον της βρίσκεται στο ότι ξεφεύγει από την πεπατημένη της παράθεσης διατάξεων που θα πρέπει (ή δεν θα πρέπει) να αναθεωρηθούν, σύμφωνα με τις απόψεις του εκάστοτε συγγραφέα, αλλά θίγει ένα καίριο στην παρούσα συγκυρία ζήτημα: το αν, σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος, η «προαναθεωρητική» Βουλή, δηλαδή η παρούσα (με την σημερινή της πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ) μπορεί να δεσμεύσει την Αναθεωρητική, δηλαδή την επομένη όπου (σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις) πρώτο κόμμα θα είναι η Νέα Δημοκρατία, όχι μόνον ως προς την έκταση της αναθεώρησης, αλλά και ως προς το περιεχόμενό της.
  2. Αφορμή για τη συζήτηση αυτή στάθηκε μια αναφορά του Αλέξη Τσίπρα στην Ολομέλεια της Βουλής, κατά την έναρξη της συζήτησης για την αναθεώρηση (14.11.2018): κλείνοντας την αγόρευσή του, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε γνωμοδοτικό σημείωμα του συναδέλφου Κώστα Γιαννακόπουλου (βλ. ήδη εκτενέστερη ανάρτηση στις 27.11.2018, στην παρούσα ιστοσελίδα), ο οποίος, στηριζόμενος κυρίως σε μια μάλλον ξεχασμένη απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (την ΑΕΔ 11/2003 ), είχε απαντήσει θετικά στο ανωτέρω ερώτημα. Την αντίθετη άποψη υποστήριξε ο Ευ. Βενιζέλος (ανάρτηση 28.11. 2018), ο οποίος –υπενθυμίζεται– εκτός από εισηγητής της πλειοψηφίας στην αναθεώρηση του 1995-2001, είχε αφιερώσει στο άρθρο 110 του Συντάγματος την υφηγητική διατριβή του, το 1984. Στη συζήτηση παρενέβησαν επίσης και οι συνάδελφοι Γ. Δελλής στα «Νέα» (23.11.2018) και Σπ. Βλαχόπουλος στην «Καθημερινή (24.11.2018) και ανάρτηση εδώ στις 25.11. 2018).
  3. Όντας, κατά κάποιο τρόπο, ο απώτερος «φταίχτης» για το θέμα που δημιουργήθηκε αφού, ως συνήγορος του Αλέξανδρου Λυκουρέζου, είχα θέσει στο ΑΕΔ το ανωτέρω ζήτημα το 2003[1], αποφάσισα να παρέμβω στη συζήτηση, όχι τόσο για να πάρω θέση υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης, όσο για να αναδείξω μερικές πτυχές του ζητήματος, που οι ανωτέρω συνάδελφοι, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, νομίζω ότι παραβλέπουν:
  4. Και πρώτα-πρώτα το αυτονόητο: αν χάρη στον Κώστα Γιαννακόπουλο ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε, μετά από κυοφορία δυο και κάτι ετών, να προχωρήσει στην εξαγγελθείσα αναθεώρηση, τότε χαλάλι του. Διότι, προφανώς τον έπεισε ότι αξίζει τον κόπο να δοκιμάσει να «περάσει» «την δική του» αναθεώρηση, ενόσω είναι πλέον ή βέβαιο ότι στην επόμενη Βουλή κάποιος άλλος θα έχει τον τελευταίο λόγο. Όπως και να ‘χει, άξιζε τον κόπο διότι, αν μη τι άλλο, χάρη σε αυτόν, η κυβερνητική πλευρά έδωσε ένα δείγμα συνταγματικής γραφής πολύ υψηλότερης στάθμης από αυτήν στην οποία μας είχε συνηθίσει. Κάτι αυτό καθ’ εαυτό θετικό για τη δημοκρατία μας.
  1. Το πρώτο ζήτημα που έθεσε η σχολιαζόμενη απόφαση του ΑΕΔ, είναι το αν ελέγχεται δικαστικά η αναθεώρηση του Συντάγματος. Πρόκειται βέβαια για σπουδαίο ζήτημα αρχής, το οποίο, έως τότε, κανένα δικαστήριο δεν είχε αντιμετωπίσει ευθέως στη χώρα μας. Ακολουθώντας τα σημεία των καιρών, το ΑΕΔ απάντησε καταφατικά. Και τούτο, χωρίς επιφυλάξεις, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τον δικαστικό έλεγχο των interna corporis της Βουλής στην αναθεωρητική διαδικασία[2]. Αυτονόητη συνέπεια του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος, ήταν καιρός το ζήτημα αυτό να ξεκαθαρισθεί. Και είναι να απορεί κανείς με τον Ευ. Βενιζέλο, ο οποίος, αντί να χαιρετίσει τη σημαντική αυτή εξέλιξη ως ένα σημαντικό βήμα προς την πραγμάτωση του κράτους δικαίου, επιμένει να διατηρεί τις επιφυλάξεις του. Δεν αντιλαμβάνεται άραγε ότι οι καιροί έχουν αλλάξει; Και ότι, στις προηγμένες συνταγματικά δημοκρατίες, στις οποίες, όπως θέλω να πιστεύω, ανήκει και η Ελλάδα, εκτός από ένα πολύ στενό πεδίο πολιτικών αποφάσεων –που παλαιότερα χαρακτηρίζαμε μάλλον εύκολα ως «πράξεις κυβερνήσεως»– δεν υπάρχουν στεγανά από τα οποία να μπορεί να αποκλεισθεί ο δικαστικός έλεγχος; Καταλαβαίνω βέβαια ότι, όπως και άλλοτε στο παρελθόν, τον παλαιό εν όπλοις συνάδελφο απασχολεί το σκιάχτρο του «κράτους των δικαστών». Θέλω, ωστόσο, να πιστεύω ότι αν αναγνωρισθεί στους δικαστές –σε έμπειρους δικαστές– η κρίσιμη αρμοδιότητα, χωρίς μεμψιμοιρίες, επιφυλάξεις και αστερίσκους, θα την ασκήσουν με περίσκεψη. (Για τον ίδιο λόγο δεν συμμερίζομαι τις επιφυλάξεις του Ευ. Βενιζέλου και για ένα άλλο ζήτημα, φαινομενικά άσχετο, αλλά κατ’ ουσίαν άμεσα συνδεδεμένο με το σχολιαζόμενο: την κατάργηση της παρωχημένης αποκλειστικής αρμοδιότητας της Βουλής να ασκεί ποινική δίωξη κατά υπουργών, σύμφωνα με το άρθρο 86 Σ.).
  2. Θα συμμερισθώ, αντίθετα, τις επιφυλάξεις του Ευ. Βενιζέλου όσον αφορά το έτερο μείζον ζήτημα που έθεσε η απόφαση του ΑΕΔ, το διαδικαστικό, δηλαδή το αν η προαναθεωρητική Βουλή μπορεί να δεσμεύσει την Αναθεωρητική και ως προς το περιεχόμενο της αναθεώρησης. Και τούτο, όχι τόσο γιατί πιστεύω ότι επί της ουσίας ο Ευ. Βενιζέλος έχει δίκαιο (προσωπικά, μάλλον κλείνω προς την αντίθετη άποψη), αλλά κυρίως γιατί η κρίσιμη απόφαση του ΑΕΔ δεν είπε κατά τη γνώμη μου αυτά που ο Κώστας Γιαννακόπουλος της πιστώνει. Πράγματι, αν διαβάσουμε πιο προσεκτικά την κρίσιμη 6η σκέψη της απόφασης θα διαπιστώσουμε ότι το Δικαστήριο θέλησε περισσότερο να αποφύγει παρά να τάμει το επίμαχο ζήτημα: αφού διαπίστωσε ότι την κατεύθυνση προς την οποία έπρεπε να αναθεωρηθεί το άρθρο 57 του Συντάγματος (ώστε να ληφθούν υπ’ όψη τα σύγχρονα δεδομένα «ως προς τις οικονομικές λειτουργίες του κράτους») την αποτύπωσε στην πρότασή της μόνον η Επιτροπή Αναθεωρήσεως της προηγούμενης Βουλής και όχι η Ολομέλειά της στις δυο τελικές ψηφοφορίες της, το ΑΕΔ έκρινε ότι ο κρίσιμος ισχυρισμός του Αλ. Λυκουρέζου ήταν απορριπτέος «ως ερειδόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως». Και τούτο διότι η ανάγκη αναθεωρήσεως του άρθρου 57 προς την ως άνω κατεύθυνση, «διατυπώθηκε μόνον στην εισήγηση της [Επιτροπής Αναθεωρήσεως] και δεν επαναλήφθηκε στην τελική απόφαση της Βουλής». Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο εξήγησε γιατί απορρίπτει τον σχετικό λόγο, χωρίς να ξεκαθαρίσει αυτό που η γνωμοδότηση Γιαννακόπουλου θεωρεί ως δεδομένο, ότι δηλαδή αν η προαναθεωρητική Βουλή είχε προσδιορίσει στη τελική απόφασή της την κατεύθυνση της αναθεώρησης, θα δέσμευε την Αναθεωρητική Βουλή. Κοντολογίς, η ΑΕΔ 11/2003 κάθε άλλο παρά «έταμε» το επίμαχο ζήτημα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Κώστας Γιαννακόπουλος έχει άδικο όταν επί της ουσίας υποστηρίζει τη συγκεκριμένη θέση. Κάθε άλλο μάλιστα! Απλώς δεν ακριβολογεί όταν διατείνεται ότι το ΑΕΔ, με τη συγκεκριμένη απόφαση, είχε υιοθετήσει την εν λόγω θέση.
  3. Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα διακινδυνεύσει να προτείνει μεταξύ των αναθεωρητέων διατάξεων και κάποιες που πολιτικά δεν θεωρεί «ανώδυνες». Και τούτο, με την ελπίδα ότι η άποψη Γιαννακόπουλου θα εισακουσθεί, όχι βέβαια από τη Νέα Δημοκρατία και τους όποιους συμμάχους της στην επόμενη Βουλή (που βέβαια θα αποφασίσουν κατά τα συμφέροντά τους), αλλά από τα δικαστήρια τα οποία θα κληθούν, προφανώς μετά από αρκετό καιρό, να ελέγξουν τη νομιμότητα της αναθεώρησης. Πολύ φοβούμαι ότι, ακόμη και αν τα τελευταία το αποτολμήσουν, θα είναι πολύ αργά: οι αναθεωρημένες διατάξεις, αν προλάβουν βέβαια να ψηφισθούν από 180 τουλάχιστον βουλευτές στην πρώτη σύνοδο της επόμενης Βουλής –υπενθυμίζεται ότι η θητεία του κ. Παυλόπουλου ως Προέδρου της Δημοκρατίας λήγει τον Μάρτιο του 2020– θα ισχύσουν και θα παραγάγουν τα όποια αποτελέσματά τους, χωρίς προφανώς να περιμένουν να αμφισβητηθούν δικαστικώς από κάποιους. Σε κάθε περίπτωση, όταν έρθει η ώρα του όποιου δικαστικού ελέγχου, θα έχουν δημιουργηθεί τόσα τετελεσμένα γεγονότα, που κανένα δικαστήριο δεν θα τολμήσει να θίξει τα «κακώς κείμενα».
  4. Άρα συζητούμε περί όνου σκιάς; Πιστεύω πως όχι, πρωτίστως γιατί το ζήτημα της αναθεώρησης του τρόπου αναθεώρησης του Συντάγματος είναι ανοιχτό και ο επιστημονικός διάλογος βοηθά ούτως ή άλλως. Πρακτικά, ωστόσο, μέτρο για το κατά πόσον ο ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει ειλικρινά ότι θα κερδίσει το «στοίχημα» του άρθρου 110 είναι το αν θα συμπεριλάβει στις αναθεωρητέες διατάξεις και την παράγραφο 2 του άρθρου 16 για τους σκοπούς της εκπαίδευσης. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν θα το αποτολμήσει, και ότι θα ακολουθήσει εν προκειμένω τη συμβουλή του κ. Νίκου Φίλη: «Φύλαγε τα ρούχα σου για να ’χεις τα μισά»!
  5. Φθάνω στο τελικό συμπέρασμά μου: Αναθεώρηση χωρίς ένα minimum συναίνεσης δεν γίνεται. Εν τούτοις, μερικές ρυθμίσεις του Συντάγματός μας είναι τόσο παρωχημένες που θα ήταν ντροπή –και σε κάθε περίπτωση, κατώτερο του επιπέδου της δημοκρατίας μας– να μην προχωρήσει η αλλαγή τους. Εκτός από το άρθρο 86, αναφέρομαι στα άρθρα 62, 32 90,101Α και το ίδιο το άρθρο 110. Μήπως ήρθε η ώρα οι κκ. Τσίπρας και Μητσοτάκης να βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους και να συμφωνήσουν γι’ αυτά, χωρίς εγωισμούς και υστεροβουλίες; Είμαι βέβαιος ότι, αν το αποφάσιζαν, θα κέρδιζαν και οι δύο. Και το κυριότερο, θα έδιναν μια βαθειά ανάσα στη δημοκρατία μας, που ασφυκτιά κάτω από την πίεση και τις κραυγές των παντός είδους λαϊκιστών.

 

[1] Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση αφορούσε την ερμηνεία του επαγγελματικού ασυμβιβάστου των βουλευτών, που είχε εισαγάγει με ισχυρή μειοψηφία, η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, με την αναθεώρηση του 2001: καθώς ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος αρνήθηκε να αναστείλει τη δικηγορία του από 1.1.2003 (όπως προέβλεπε η μεταβατική διάταξη του άρθρου 115§7 Σ.), η πρώτη επιλαχούσα βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στην περιφέρεια που αυτός είχε εκλεγεί, ζήτησε από το ΑΕΔ να τον κηρύξει έκπτωτο. Στο πλαίσιο αυτής της αντιδικίας, ο γνωστός δικηγόρος προέβαλε μεταξύ άλλων ότι το ασυμβίβαστο ήταν ανίσχυρο, διότι είχε εισαχθεί από τη Αναθεωρητική Βουλή, χωρίς να το έχει προβλέψει η «προαναθεωρητική». Ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, μπορεί μεν να έχασε τη μάχη στην Αθήνα (ΑΕΔ 11/2003), την κέρδισε όμως –με άλλο πάντως σκεπτικό– στο Στρασβούργο, όπου προσέφυγε στη συνέχεια (βλ. ΕΔΔΑ, Λυκουρέζος κατά Ελλάδος, 15.6.2006).

[2] Όσον αφορά την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα της αναθεώρησης, την πιθανή αντίθεσή της δηλαδή προς τις αρχές και τα άρθρα που απαριθμεί η παράγραφος 1 του άρθρου 110 Σ., θα μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι η διατύπωση της κρίσιμης σκέψης του ΑΕΔ αφήνει εκκρεμές το ζήτημα (: [ο κρίσιμος ισχυρισμός του Αλ. Λυκουρέζου] παραδεκτώς προβάλλεται από την άποψη των ορίων του δικαστικού ελέγχου της αναθεωρητικής διαδικασίας […]»). Παραδέχομαι, πάντως, ότι θα ήταν σίγουρα υπερβολικό να περιμένει κανείς από το ΑΕΔ να λύσει με την ίδια κατηγορηματικότητα και το ζήτημα αυτό, με αφορμή την «υπόθεση Λυκουρέζου».

Δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή από τις κατευθύνσεις της πρώτης στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος;

Eυάγγελος Βενιζέλος, πρ. Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Στην συνεδρίαση της 14.11.2018 της Ολομέλειας της Βουλής με αντικείμενο την έναρξη της πρώτης φάσης της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 2 – 5 και τη συγκρότηση κοινοβουλευτικής επιτροπής για την επεξεργασία των προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Δημοκρατίας, οι αρχηγοί των δυο παραπάνω κομμάτων διαφώνησαν έντονα ως προς τις δεσμεύσεις της δεύτερης Βουλής. Αυτής που προκύπτει από τις βουλευτικές εκλογές που είναι το δεύτερο στάδιο της αναθεωρητικής διαδικασίας και η οποία στην πρώτη σύνοδό της, δηλαδή με νωπή δημοκρατική εντολή, «αποφασίζει σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις» (άρθρο 110 παρ.3).

 

Ο κ. Αλ. Τσίπρας υποστήριξε ότι η δεύτερη Βουλή δεσμεύεται από την κατεύθυνση της αναθεώρησης που ορίζει η πρώτη Βουλή. Ο κ. Κυρ. Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η δεύτερη Βουλή συντελεί την αναθεώρηση ή την αφήνει ανολοκλήρωτη, χωρίς να δεσμεύεται από την κατεύθυνση που τυχόν προσδιόρισε για κάθε αναθεωρητέα   διάταξη η πρώτη Βουλή.

 

Στην αντιπαράθεση αυτή ο κ. Τσίπρας επικαλέστηκε γνωμοδοτικό σημείωμα του αναπληρωτή καθηγητή Κ. Γιαννακόπουλου[1]  και – παραδόξως- δική μου, υποτίθεται, άποψη που διατύπωσα στη Βουλή κατά την αναθεώρηση του 2001.[2] Δυστυχώς, όπως θα δούμε, τη διέστρεψε πλήρως. Ο κ. Μητσοτάκης επικαλέστηκε τις απόψεις του Δ. Τσάτσου[3] και του Αρ. Μάνεση[4]  που δίδασκαν, ορθά, την κρατούσα άποψη ότι η δεύτερη Βουλή αποφασίζει σχετικά με τις υπό αναθεώρηση διατάξεις χωρίς να δεσμεύεται από τυχόν κατευθύνσεις ως προς το περιεχόμενο που συμπεριέλαβε στην απόφασή της η πρώτη Βουλή.

 

Το ιστορικό βάθος του θέματος

 

Το ζήτημα έχει ενδιαφέρον και μεγάλο ιστορικό βάθος[5]. Μετά το κίνημα στο Γουδί στις 18 Ιανουαρίου 1910, σχηματίζεται η μεταβατική κυβέρνηση Στέφανου Δραγούμη προκειμένου να διαλυθεί η Βουλή και να προκηρυχθούν εκλογές για ανάδειξη απευθείας διπλής αναθεωρητικής Βουλής χωρίς να τηρηθούν οι αυστηρές διαδικαστικές προϋποθέσεις  του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844.  Η υπάρχουσα κοινή Βουλή, πριν τη διάλυσή της, καθορίζει όμως με το ψήφισμα της 18ης Φεβρουαρίου 1910, όχι μόνο τις προς αναθεώρηση διατάξεις αλλά και τον τρόπο της αναθεώρησης. Το άρθρο 107 του Συντάγματος του 1864 προέβλεπε – θυμίζω- ότι η ανάγκη της αναθεώρησης συγκεκριμένων μη θεμελιωδών διατάξεων έπρεπε να διαπιστωθεί από τη Βουλή σε δυο διαφορετικές βουλευτικές περιόδους με αυξημένη πλειοψηφία τριών τετάρτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Όποτε η δεύτερη Βουλή που διαπίστωνε την ανάγκη αναθεώρησης διαλυόταν και αναδεικνυόταν αναθεωρητική Βουλή με διπλάσιο αριθμό βουλευτών που αποφάσιζε σχετικά με την αναθεώρηση. Η Βουλή που ακολουθεί και αναδεικνύεται στις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910 (Α´ Αναθεωρητική Βουλή), μετά από μια μνημειώδη αγόρευση του Ν. Δημητρακόπουλου[6] , θεώρησε ότι δεν δεσμεύεται από την απόφαση της προηγούμενης Βουλής, παρά μόνο από τα ουσιαστικά όρια της αναθεώρησης, δηλαδή από την προβλεπόμενη στο άρθρο 107 του Συντάγματος του 1864, απαγόρευση αναθεώρησης των θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. Η  Α ´ Αναθεωρητική Βουλή διαλύεται στις 12 Οκτωβρίου 1910 χωρίς να ολοκληρώσει την αναθεώρηση.

 

Στην Β´ Διπλή Αναθεωρητική Βουλή που ακολούθησε (εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910) και η οποία συντέλεσε την αναθεώρηση ψηφίζοντας το αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1864/1911, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως πρωθυπουργός λαμβάνει στο τέλος της συζήτησης για το άρθρο που έλαβε τελικά αριθμό 108  (σημερινό 110) το λόγο και προβαίνει στην ερμηνευτική δήλωση ότι «η προς αναθεώρησιν συγκαλουμένη Βουλή, ανεξαρτήτως των άλλων αυτής καθηκόντων, δεν δύναται, εν τη ασκήσει του αναθεωρητικού αυτής έργου, να εξέλθη των ορίων τα οποία έταξεν η την αναθεώρησιν αποφασίσασα Βουλή»[7]. Όπως εξηγεί ο Ν. Ν. Σαρίπολος[8], όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος ομιλεί για όρια εννοεί τις διατάξεις (συγκεκριμένα άρθρα και παράγραφοι) που καθόρισε ως αναθεωρητέες η προηγούμενη Βουλή και όχι τον τρόπο, δηλαδή την κατεύθυνση ή πολύ περισσότερο το περιεχόμενο της αναθεώρησης. Όπως τονίζει ο Ν. Ν. Σαρίπολος[9]: «Τη δήλωσιν ταύτην του πρωθυπουργού απεδέχθη η Βουλή ώστε αναμφισβητήτως τοιαύτη είναι η έννοια του άρθρου 108 του συντάγματος». Τη θέση αυτή του Σαρίπολου που διατυπώθηκε το 1915 δεν αντέκρουσε ποτέ ο Ελευθέριος Βενιζέλος και έτσι κατέστη το κρατούν δόγμα της ελληνικής επιστήμης του Συνταγματικού Δικαίου υπό όλα τα μεταγενέστερα Συντάγματα. Περιλαμβανομένου του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, όπως είχα την ευκαιρία να τονίσω στην επί υφηγεσία πραγματεία μου για τα όρια της αναθεώρησης το 1984 [10].

 

Η ρύθμιση του Συντάγματος του 1975

 

Στα συντάγματα του 1864 (άρθρο 107), του 1911 (άρθρο 108)  και του 1952 (άρθρο 108) προβλεπόταν αυξημένη πλειοψηφία για την πρώτη φάση της διαπίστωσης της ανάγκης της αναθεώρησης, αλλά όχι για τη δεύτερη κατά την οποία η Βουλή αποφάσιζε με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών ( Σ.1911 και Σ.1952) ή χωρίς ειδική πρόβλεψη περί πλειοψηφίας ( η διπλή αναθεωρητική Βουλή του Σ. 1864). Το Σύνταγμα  του  1927 (άρθρο 125)  προέβλεπε τελείως διαφορετική αναθεωρητική διαδικασία από την Εθνική Συνέλευση (Βουλή και  Γερουσία από κοινού) με αυξημένη πλειοψηφία τουλάχιστον τριών πέμπτων, χωρίς να μεσολαβούν εκλογές, αλλά με τη δυνατότητα να υποβληθεί η απόφαση της Εθνικής Συνέλευσης σε δημοψήφισμα.

 

Η βασική συνεπώς καινοτομία που εισάγει ως προς την αναθεωρητική διαδικασία το ισχύον Σύνταγμα του 1975/1986/2001/2008 που ως προς το άρθρο 110 δεν έχει τροποποιηθεί, είναι η εναλλαγή των πλειοψηφιών. Η δυνατότητα η πρώτη Βουλή να αποφασίσει με αυξημένη πλειοψηφία 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών και η επόμενη Βουλή με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών ή το αντίστροφο (άρθρο 110 παρ. 2-4). Οι δυο Βουλές συμπράττουν στην αναθεωρητική διαδικασία – και υπό την έννοια αυτή είναι και οι δυο αναθεωρητικές – οι ειδικότερες όμως αρμοδιότητές τους ως προς την αναθεώρηση είναι απολύτως διακεκριμένες. Η πρώτη Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης μετά από πρόταση πενήντα τουλάχιστον βουλευτών. Όπως ορίζεται ρητά στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 110: «Με την απόφαση αυτή καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν». Η απόφαση αυτή δεν καθορίζει συνεπώς ούτε την κατεύθυνση της αναθεώρησης, ούτε πολύ περισσότερο το περιεχόμενο της αναθεώρησης. Περιορίζεται στον καθορισμό των υπό αναθεώρηση άρθρων ή μόνο παραγράφων ή μόνο εδαφίων κάποιου άρθρου ή υπάρχουσας  ερμηνευτικής δήλωσης κάτω από κάποιο άρθρο ή του σημείου στο οποίο πρέπει να υπάρξει προσθήκη άρθρου, παραγράφου, εδαφίου ή ερμηνευτικής δήλωσης.

 

Αυτή η πρακτική ακολουθήθηκε την περίοδο από το 1975 έως σήμερα, στις  αναθεωρήσεις του 1986[11], 2001[12] και 2008[13]. Βεβαίως οι προτάσεις αναθεώρησης περιείχαν εκτενείς αιτιολογικές εκθέσεις και βεβαίως στις συζητήσεις στην Επιτροπή Αναθεώρησης και στην Ολομέλεια της πρώτης Βουλής έγιναν διεξοδικές συζητήσεις για την κατεύθυνση και το περιεχόμενο της αναθεώρησης, αλλά οι αποφάσεις των πρώτων Βουλών (Βουλές του 1981, 1996, 2004 αντιστοίχως) διαπίστωναν την ανάγκη αναθεώρησης αριθμητικά προσδιοριζομένων διατάξεων, χωρίς μνεία σε κατεύθυνση ή περιεχόμενο.

 

Άλλωστε, όπως ήδη τονίσθηκε, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 110: «Αφού η αναθεώρηση αποφασιστεί από τη Βουλή, η επόμενη Βουλή, κατά την πρώτη σύνοδο της, αποφασίζει … σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις». Η οριοθέτηση της δεύτερης Βουλής αφορά τις διατάξεις και όχι την κατεύθυνση ή πολύ περισσότερο το περιεχόμενο. Επιπλέον  η δεύτερη Βουλή μπορεί, αν  θέλει, να διατηρήσει αμετάβλητες διατάξεις που κατέστησαν αναθεωρητέες με την απόφαση της πρώτης Βουλής.

 

Υποστηρίχθηκε από τον Γενικό Εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ ενώπιον της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της σημερινής Βουλής[14]  ότι ο τότε βουλευτής της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας Κ. Τρικούπης, ειδικός εισηγητής επί του άρθρου 110 στη λεγόμενη Ε´ Αναθεωρητική Βουλή, τάχθηκε το 1975  υπέρ της άποψης ότι η δεύτερη Βουλή περιορίζεται από την απόφαση της πρώτης ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης. Αυτό δεν είναι ακριβές. Ο τότε ειδικός εισηγητής τάχθηκε υπέρ της δέσμευσης της δεύτερης Βουλής ως προς την καθ´ ύλην αρμοδιότητά της που περιορίζεται από τις ειδικώς καθοριζόμενες διατάξεις και όχι από την κατεύθυνση ή το περιεχόμενο που θέλει η πρώτη Βουλή. Πρότεινε μάλιστα, υιοθετώντας σχετική θέση του Θεμιστοκλή Τσάτσου, να αποφασίζει η πρώτη Βουλή «ορίζουσα ειδικώς τους αναθεωρητέους θεσμούς ή τας αναθεωρητέας διατάξεις ή το θέμα της επιδιωκόμενης προσθήκης». Χωρίς καμία αναφορά σε κατεύθυνση[15] .

 

Η ΑΕΔ 11/2003 και η ΣτΕ (Ολ.) 2512/2016

Στην ελληνική θεωρία μετά το 1993 είχε υποστηριχθεί από ορισμένους συγγραφείς[16] η αποκλίνουσα της κρατούσας άποψη ότι η δεύτερη Βουλή δεσμεύεται από την απόφαση της πρώτης ως προς την κατεύθυνση. Χωρίς να έχει μεσολαβήσει ιδιαίτερη βιβλιογραφική συζήτηση, το ΑΕΔ, δικάζοντας ως εκλογοδικείο (άρθρο 100 παρ. 1 περ. γ) και όχι ως δικαστήριο άρσης της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα (άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε), περιέλαβε στην απόφασή του 11/2003[17] σκέψη με την οποία εξέτασε ισχυρισμό διαδίκου ότι το αναθεωρημένο το 2001 άρθρο 57 (χωρίς προσδιορισμό παραγράφου και εδαφίου) περιέλαβε το ασυμβίβαστο της επαγγελματικής δραστηριότητας του βουλευτή κατά παράβαση του άρθρου 110 (πάλι χωρίς εξειδίκευση διάταξης). Ο ισχυρισμός ήταν ότι η Ζ´ Αναθεωρητική Βουλή του 2000 υπερέβη το εύρος της εντολής της προηγούμενης Βουλής (του 1996) που είχε διαπιστώσει την ανάγκη να επανακαθορισθούν τα ασυμβίβαστα των βουλευτών, προκειμένου, όπως κατά την άποψη του διαδίκου  όριζε η απόφαση της πρώτης Βουλής, να ληφθούν υπόψη «τα σύγχρονα δεδομένα ως προς τις οικονομικές λειτουργίες του κράτους».  Άρα, κατά τον ισχυρισμό αυτό,  η επόμενη Βουλή δεν μπορούσε να καθιερώσει ασυμβίβαστα πέραν εκείνων που είτε άμεσα είτε έμμεσα σχετίζονται με το κράτος και τις οικονομικές λειτουργίες του.

 

Το ΑΕΔ έκρινε, χωρίς καμία αιτιολογία, ότι ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται παραδεκτώς από την άποψη των ορίων του δικαστικού ελέγχου της αναθεωρητικής διαδικασίας. Τέτοιου είδους παρεμπίπτουσες, παντελώς αναιτιολόγητες,  αξιωματικές διαπιστώσεις για  τα όρια του δικαστικού ελέγχου επί της αναθεωρητικής διαδικασίας[18], θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία του δικαστικού ελέγχου και παράγουν ανεπίτρεπτη για κράτος δικαίου αβεβαιότητα. Το ΑΕΔ εκφράστηκε για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα σε μια δευτέρουσα αναφορική πρόταση, προφανώς γιατί θα απέρριπτε στην ίδια φράση τον ισχυρισμό ως ερειδόμενο επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δηλαδή ως ουσιαστικά αβάσιμο. Όμως η δευτερεύουσα αναφορική αυτή πρόταση χρησιμοποιείται τώρα για να θεμελιώσει ισχυρισμούς που μεταβάλλουν το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 110 Σ.

 

Γιατί είναι παραδεκτός ένας ισχυρισμός που προβάλλει παραβίαση της  κοινοβουλευτικής διαδικασίας της αναθεώρησης του Συντάγματος, δηλαδή συνιστά αμφισβήτηση της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας του αναθεωρημένου Συντάγματος; Ένας αντίστοιχος ισχυρισμός για την εσωτερική τυπική συνταγματικότητα τυπικού νόμου, θα προσέκρουε, σύμφωνα με την πάγια σχετική νομολογία (με εξαίρεση την νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την ειδικότητα των συνταξιοδοτικών νόμων και την προηγούμενη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του λόγω της ρητής διάταξης του άρθρου 74 Σ.) στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών και στην εσωτερική αυτονομία της Βουλής που δεν επιτρέπει τον δικαστικό έλεγχο στα interna corporis. Ακόμη και ο σεβασμός των αποκλειστικών νομοθετικών αρμοδιοτήτων της Ολομέλειας της Βουλής κατά το άρθρο 72 παρ.1, δεν ελέγχεται δικαστικά[19] . Επιπλέον το ΑΕΔ ως δικαστήριο άρσης των αμφισβητήσεων ως προς την αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου,  περιορίζεται ρητά (άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε Σ.) μόνο στην ουσιαστική αντισυνταγματικότητα, άρα η τυπική αντισυνταγματικότητα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του διότι δεν εμπίπτει ούτε στην αρμοδιότητα των τριών δικαιοδοτικών κλάδων. Πώς ενώ το ΑΕΔ δεν είναι δικαστήριο της τυπικής συνταγματικότητας του νόμου αναγορεύθηκε ενεργώντας ως εκλογοδικείο σε δικαστήριο της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας του Συντάγματος, δηλαδή της αναθεωρητικής διαδικασίας;

 

Οι ενστάσεις αυτές στη συγκεκριμένη υπόθεση υπερκαλύφθηκαν από την πραγματολογική διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η πρώτη Βουλή δεν είχε περιλάβει στην απόφασή της για την ανάγκη αναθεώρησης και αναφορά στην κατεύθυνση. Όσα είχαν λεχθεί στην εισήγηση της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης του άρθρου 57 δεν περιελήφθησαν στην απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής για την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 57 που δεν αναφερόταν σε κατεύθυνση. Το ΑΕΔ  δέχεται συνεπώς ότι η πρώτη Βουλή δεν έχει την υποχρέωση να ορίσει κατεύθυνση, αλλά μπορεί να αρκεστεί στη διαπίστωση της ανάγκης αναθεώρησης. Αν όμως ορίσει κατεύθυνση, δεσμεύει την επόμενη Βουλή. Πάντοτε και χωρίς άλλες προϋποθέσεις; Ακόμη και αν οι εκλογές που μεσολαβούν οδηγούν σε ριζική μεταβολή συσχετισμών; Ακόμη και αν η πρώτη Βουλή αποφάσισε μόνο με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών και η δεύτερη καλείται να αποφασίσει με την αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού; Μπορεί η δεύτερη Βουλή να αδρανήσει ή να αποφασίσει ρητά να μη προβεί στην αναθεώρηση κάποιας διάταξης που κρίθηκε αναθεωρητέα στην πρώτη Βουλή;

 

Αυτό το τελευταίο ζήτημα κλήθηκε να κρίνει η Ολομέλεια του ΣτΕ με την 2512/2016 απόφασή της, ύστερα από αίτηση ακύρωσης που υπέβαλε Σύμβουλος της Επικρατείας κατά του Προεδρικού Διατάγματος προαγωγής νεωτέρου του Συμβούλου σε θέση Αντιπροέδρου του ΣτΕ. Ο αιτών προέβαλε τον ισχυρισμό, επικαλούμενος τις  προπαρασκευαστικές εργασίες της αναθεώρησης του 2001, ότι η αληθής έννοια του άρθρου 90 παρ. 5 Σ. είναι ότι απαγορεύεται η αδικαιολόγητη ανατροπή της διαμορφωμένης σειράς αρχαιότητας των δικαστικών λειτουργών. Ειδικότερα προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι εφόσον η Βουλή του 1996 έκρινε αναθεωρητέα τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5, η Ζ´ Αναθεωρητική Βουλή (του 2000) δεν μπορούσε να απέχει από την αναθεώρηση της συγκεκριμένης διάταξης. Το ΣτΕ, ακολουθώντας την ΑΕΔ 11/ 2003 θεώρησε παραδεκτό τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε ως αβάσιμο δεδομένου ότι  η επιλογή, σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 5 Σ., δεν γίνεται αυτομάτως και  κατ´ αρχαιότητα αλλά μεταξύ όλων των συμβούλων που έχουν τα νόμιμα προσόντα. Υπό άλλη εκδοχή ο ισχυρισμός θα προσέκρουε άλλωστε στο  απαράδεκτο της παρ. 6 του άρθρου 90. Το ΣτΕ έκρινε στη συνέχεια παραδεκτό, αλλά απέρριψε ως αβάσιμο,  τον ισχυρισμό ότι η δεύτερη Βουλή δεν μπορούσε να απέχει από την αναθεώρηση διάταξης που έκρινε αναθεωρητέα η πρώτη Βουλή γιατί η απόφαση της πρώτης Βουλής συνιστά «πρόταση». Υποθέτω ότι ο όρος πρόταση δεν  χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια που έχει στο Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων, καθώς το άρθρο 110 χρησιμοποιεί τους όρους «απόφαση» και «αποφασίζει» με πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο και για την πρώτη και για τη δεύτερη Βουλή.

 

Τα θετικά πορίσματα της νομολογίας αυτής είναι, πρώτον,  ότι η πρώτη Βουλή δεν έχει υποχρέωση να καθορίσει την κατεύθυνση της αναθεώρησης,  αλλά  αρκεί να διαπιστώσει την ανάγκη αναθεώρησης συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων   και, δεύτερον, ότι η επόμενη Βουλή που προκύπτει από τις εκλογές που μεσολαβούν μπορεί να μη προβεί σε αναθεώρηση διάταξης που έκρινε αναθεωρητέα η πρώτη Βουλή[20]. Αντιθέτως προκύπτουν δυο σοβαρά ζητήματα. Πρώτον, η παντελώς αναιτιολόγητη αποδοχή της αρμοδιότητος άσκησης δικαστικού ελέγχου της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας της αναθεώρησης. Και, δεύτερον, η απουσία έστω και  υπαινικτικής  αναφοράς στην διαφοροποίηση των πλειοψηφιών στην πρώτη Βουλή. Δεν είναι προφανώς ταυτόσημες οι καταστάσεις όταν η πρώτη Βουλή αποφασίζει για την ανάγκη αναθεώρησης και επιπλέον για την κατεύθυνση απλώς με απόλυτη  πλειοψηφία και όταν  αποφασίζει με αυξημένη  πλειοψηφία των  3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών εμπιστευόμενη της απλή (απόλυτη) πλειοψηφία της επόμενης Βουλής.

 

Η ποικιλία των ενδεχομένων και η μόνη εγγύηση

 

Διαμορφώνονται κατά τον τρόπο αυτό πολλές εκδοχές: Η πρώτη Βουλή να αποφαίνεται για την κατεύθυνση με απόλυτη πλειοψηφία και να επιδιώκει να δεσμεύσει την αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων της επόμενης Βουλής. Η πρώτη Βουλή να αποφαίνεται για την κατεύθυνση με αυξημένη πλειοψηφία τριών πέμπτων και να επιδιώκει να δεσμεύσει την επόμενη Βουλή που μπορεί να αποφασίσει με μόνη την απόλυτη πλειοψηφία ή στην οποία διαμορφώνεται νέα  αυξημένη πλειοψηφία τριών πέμπτων με σαφώς διαφορετική αντίληψη από την αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων της πρώτης Βουλής. Είναι συνεπώς προφανές ότι ενόψει της ποικιλίας των ενδεχομένων, υπάρχει μόνο μια απλή,  πρακτική και ασφαλής εγγύηση: η διατήρηση της  υποχρέωσης να συγκροτηθεί αυξημένη πλειοψηφία τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών στην δεύτερη Βουλή.

 

Τα όρια του δικαστικού ελέγχου της αναθεώρησης

 

Το μείζον βεβαίως ζήτημα που  θέτουν οι δυο αποφάσεις που αναφέρθηκαν  είναι αυτή καθεαυτήν η άσκηση δικαστικού ελέγχου της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας της αναθεωρητικής διαδικασίας[21]. Τέτοιος έλεγχος δεν θεμελιώνεται ούτε στο άρθρο 93 παρ. 4 σύμφωνα με το οποίο «Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα», ούτε στο άρθρο 100 παρ.1 το οποίο στην περίπτωση ε´ αναθέτει στο ΑΕΔ την άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διάταξης τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι´ αυτές αντίθετες αποφάσεις του ΣτΕ, του ΑΠ ή του ΕΣ. Άλλωστε, όταν το ΑΕΔ θεώρησε ότι έχει αρμοδιότητα να άρει αμφισβήτηση για την έννοια διάταξης του Συντάγματος και οδηγήθηκε με τον τρόπο αυτό, κατ´αποτελεσμα, σε αυθεντική ερμηνεία του Συντάγματος που είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του αναθεωρητικού νομοθέτη, ασκήθηκε έντονη κριτική[22]  που οδήγησε σε αλλαγή της νομολογίας του ΑΕΔ. Η μη  αποδοχή από  την αναθεωρητική Βουλή της ερμηνείας ότι δεν δεσμεύεται από τις τυχόν κατευθύνσεις που αποφάσισε η πρώτη Βουλή, συνιστά μήπως κατάλυση του Συντάγματος και συνεπώς ενεργοποιεί το άρθρο 87 παρ. 2 Σ., δηλαδή θεμελιώνει μια ειδική μορφή αντίστασης των δικαστικών λειτουργών[23]; Κατά τη γνώμη μου,  όχι. Μια τέτοια θεώρηση θα  μετέτρεπε  ένα όψιμο ερμηνευτικό ζήτημα σε μείζονα πολιτειακή κρίση και θα έφερνε τον δικαστή ευθέως αντιμέτωπο με τη βούληση του εκλογικού σώματος που ανέδειξε την αναθεωρητική Βουλή καθώς και με τις αποφάσεις της ίδιας της αναθεωρητικής Βουλής. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε   αμφισβήτηση περί του κύρους του Συντάγματος. Τέτοιες όμως δικανικές αποφάνσεις πρέπει να διατυπώνονται ρητά και ενσυνειδήτως και όχι με ελλειπτικές διατυπώσεις και παρεμπιπτόντως. Θεωρώ συνεπώς ότι  δεν εμπεριέχονται στις σχετικές σκέψεις των δυο παραπάνω αποφάσεων που έχουν ως στόχο να εκδικάσει  το Δικαστήριο την συγκεκριμένη υπόθεση που έχει ενώπιον του και όχι να απαντήσει σε μείζονα και αφηρημένα δογματικά ζητήματα για τον δικαστικό έλεγχο της αναθεώρησης.

 

Οι συγγραφείς που αποδέχθηκαν τις θέσεις της ΑΕΔ 12/2003 και τις ταξινομήσεις πιθανών στάσεων της πρώτης Βουλής που  απορρέουν από την απόφαση αυτή, δεν έθεσαν, εξ όσων γνωρίζω, ούτε το ζήτημα της αρμοδιότητας και των ορίων του δικαστικού ελέγχου της αναθεωρητικής διαδικασίας, ούτε το ζήτημα της πλειοψηφίας με την οποία ενήργησε η πρώτη και η δεύτερη Βουλή[24].

 

 

Η μόνη ασφαλής λύση

 

Η κρατούσα θέση στην επιστημονική συζήτηση εξακολουθεί να είναι ότι η δεύτερη Βουλή που έχει νωπή εκλογική νομιμοποίηση και την αρμοδιότητα να αποφασίζει σχετικά με τις αναθεωρητές διατάξεις δεσμεύεται ως προς τον κατάλογο των αναθεωρητέων διατάξεων και δεν μπορεί να τον υπερβεί, αλλά δεν δεσμεύεται ως προς την κατεύθυνση και το περιεχόμενο της νέας κατάστρωσης[25] . Όμως έχουν διατυπωθεί αντίθετες επιστημονικές απόψεις που δηλώνει ότι υιοθετεί ο ΣΥΡΙΖΑ, η νομολογία περιλαμβάνει  τις δυο παραπάνω αποφάσεις και σχετικοί ισχυρισμοί μπορούν να προβληθούν ενώπιον δικαστηρίων και μετά από μια μελλοντική αναθεώρηση. Η αναθεώρηση δεν μπορεί να είναι ζήτημα δικανικής αντιπαράθεσης ή δικονομικών συγκρούσεων επί του παραδεκτού της προβολής ορισμένων ισχυρισμών. Είναι μια στιγμή επικοινωνίας του αυστηρού και  γραπτού Συντάγματος με την Ιστορία,  ενώ συντρέχει ο κίνδυνος να επικρατήσουν μυωπικές  σκοπιμότητες της συγκυρίας. Επιπλέον το Σύνταγμα επιβάλλει την υποχρεωτική συναίνεση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων προκειμένου να συντελεσθεί μια αναθεώρηση. Για το λόγο αυτό πρέπει  να γίνονται ουσιαστικά και όχι απλώς τυπικά ή προσχηματικά σεβαστές οι αυξημένες πλειοψηφίες που προβλέπει το άρθρο 110.

 

Η μόνη πραγματική εγγύηση για τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος, την ευρυχωρία και την αντοχή του είναι να μην διατίθεται η αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών παρά μόνο στη δεύτερη Βουλή που αποφασίζει σχετικά με τις υπό αναθεώρηση διατάξεις και καταστρώνει το περιεχόμενό τους. Αν η αυξημένη αυτή πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών διατεθεί επιπόλαια στην πρώτη Βουλή, τότε η δεύτερη μπορεί να συντελέσει την αναθεώρηση με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, δηλαδή με τη συνήθη κυβερνητική πλειοψηφία. Τέτοια αυξημένη πλειοψηφία τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών μπορεί να διαμορφωθεί στην πρώτη Βουλή, μόνο όταν όσοι βουλευτές την συγκροτούν συμφωνούν ρητώς και απολύτως όχι μόνο ως προς την ανάγκη της αναθεώρησης αλλά και ως προς την κατεύθυνση και την αντίληψή της. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι όταν υπάρχουν βουλευτές και κοινοβουλευτικές ομάδες που συμφωνούν και ως προς την ανάγκη  και ως προς την κατεύθυνση της  αναθεώρησης,  μπορούν να ψηφίζουν από κοινού με πιθανότητα σχηματισμού της αυξημένης πλειοψηφίας των τριών πέμπτων του όλου αριθμού. Αναλαμβάνουν βεβαίως τον κίνδυνο η απλή (απόλυτη ) πλειοψηφία της επόμενης Βουλής να αγνοήσει και την βούληση τους  και την αυξημένη πλειοψηφία που συγκρότησαν στην πρώτη Βουλή . Αν κατά μείζονα λίγο  υπάρχει διαφωνία ή κρίσιμη διαφορά ως προς την κατεύθυνση και το μελλοντικό περιεχόμενο της αναθεώρησης, κατά την  ψηφοφορία στην πρώτη Βουλή ως προς την ανάγκη αναθεώρησης δεν πρέπει να ενωθούν και να προσμετρηθούν ενιαία οι ψήφοι. Εκτός και αν κάποιοι θέλουν να παραιτηθούν από την εγγύηση της αυξημένης πλειοψηφίας στη δεύτερη Βουλή, θεωρώντας ανιστόρητα ότι θα ελέγχουν αυτοί την απόλυτη πλειοψηφία της.

Αυτή ήταν η θέση που υποστήριξα το 1995 στην έναρξη των συζητήσεων που οδήγησαν στην αναθεώρηση του 2001. Αυτό τόνισα στην συνεδρίαση της 29ης  Μαΐου 1995 στην τότε Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή Αναθεώρησης του  Συντάγματος[26]. Αυτή είναι και σήμερα η επιστημονική και πολιτική μου θέση, παράκληση και προτροπή προκειμένου να διαφυλαχθεί το κύρος του Συντάγματος και να αποκτήσουν νόημα οι μετά – πλειοψηφικές εγγυήσεις της υποχρεωτικής αναθεωρητικής συναίνεσης.

 

Δυστυχώς ο κ. Τσίπρας επιχείρησε να διαστρέψει την άποψη μου χωρίς – ελπίζω – να έχει διαβάσει την αγόρευση μου του 1995 την οποία επικαλέστηκε νομίζοντας ότι είναι του 2001. Όταν όμως υπάρχει τέτοια διαδικαστική δολιχοδρομία στην έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας, το αντίβαρο είναι ένα: ο σεβασμός της πρακτικής των προηγούμενων αναθεωρητικών διαδικασιών του ισχύοντος Συντάγματος ως προς το περιεχόμενο της απόφασης της πρώτης Βουλής και η διαφύλαξη της αυξημένης πλειοψηφίας των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών για τη δεύτερη Βουλή, την αναθεωρητική, που διαμορφώνει το περιεχόμενο των αναθεωρημένων συνταγματικών διατάξεων.

[1] Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου, Επί της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης (άρθρο 110 του Συντάγματος): η δυνατότητα δέσμευσης της Αναθεωρητικής Βουλής από τις ουσιαστικές κατευθύνσεις της προτείνουσας Βουλής. Σημείωμα, 31.8.2017 (κατατέθηκε από τον Πρωθυπουργό και Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ στην συνεδρίαση της 14.11.2018 της Ολομέλειας της Βουλής). Ήδη, ο συγγραφέας δημοσίευσε εκτενέστερη παρουσίαση των απόψεων του: Κ. Γιαννακόπουλος, «η δυνατότητα δέσμευσης της Αναθεωρητικής Βουλής από τις ουσιαστικές κατευθύνσεις της προτείνουσας Βουλής»,  constitutionalism.gr, 27.11.2018

[2] Στην Ολομέλεια της Βουλής (χωρίς να είμαι παρών) ο κ. Τσίπρας επικαλέστηκε το εξής απόσπασμα από αγόρευση μου κατά τη διάρκεια της αναθεωρητικής διαδικασίας που οδήγησε στην αναθεώρηση του 2001: «Το 1985 το ΠΑΣΟΚ πρότεινε την αναθεώρηση του κεφαλαίου περί Προέδρου της Δημοκρατίας, προς την κατεύθυνση της συρρίκνωσης των αρμοδιοτήτων. Εάν υποτεθεί ότι το ΠΑΣΟΚ έχανε τις εκλογές του 1985 και αναδεικνυόταν μια άλλη Βουλή με άλλη πλειοψηφία, της Νέας Δημοκρατίας, θα μπορούσαμε να έχουμε αναθεώρηση του Συντάγματος προς την κατεύθυνση της αύξησης των αρμοδιοτήτων; Ασφαλώς όχι». Κατέθεσε τη σελίδα 90 του τόμου: Βουλή των Ελλήνων, Περίοδος Η ´, Προτάσεις Αναθεώρησης Διατάξεων του Συντάγματος – Πρακτικά και έκθεση Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, 1996. Πρόκειται για απόσπασμα αγόρευσης μου στην συνεδρίαση της 29ης Μαΐου 1995 της Επιτροπής Αναθεώρησης. Με δυο αγορεύσεις μου στη συνεδρίαση εκείνη εξήγησα γιατί λόγω των προβλημάτων που ενδέχεται να προκύψουν ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης, στην πρώτη Βουλή δεν πρέπει να αθροίζονται υπέρ της ανάγκης αναθεώρησης μιας διάταξης του Συντάγματος οι ψήφοι βουλευτών που συμφωνούν μεν ως προς την ανάγκη αναθεώρησης, διαφωνούν όμως ως προς την κατεύθυνση. Θα διαμορφώνεται έτσι αυξημένη  πλειοψηφία των τριών πέμπτων του  όλου αριθμού των βουλευτών ως προς την ανάγκη αναθεώρησης μόνο όταν υπάρχει συναίνεση και ως προς την κατεύθυνση. Διαφορετικά η ανάγκη αναθεώρησης είτε δεν θα αποφασίζεται είτε θα αποφασίζεται μόνο με την απόλυτη πλειοψηφία ώστε να παραμένει η εγγύηση της αυξημένης πλειοψηφίας των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών στην δεύτερη Βουλή που αποφασίζει για το περιεχόμενο των αναθεωρημένων διατάξεων. Αυτή ακριβώς είναι και σήμερα η θέση μου. Παρατίθενται στο Παράρτημα  οι δυο παρεμβάσεις μου της 29ης Μαΐου 1996.

[3] Βλ. Δ.Θ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος Α ´, σελ. 218.

[4] Βλ. Αρ. Μάνεσης, Η αναθεώρησις του Συντάγματος. Συμβολή εις την ερμηνείαν του άρθρου 108,1966, σελ. 33 επ.  Η ίδια μελέτη επαναδημοσιεύεται στην συλλογή μελετών, Αρ. Μάνεσης, Συνταγματική θεωρία και πράξη, 1980, σελ.142 επ., ιδίως σελ. 153 και την εκεί  υποσημείωση 29 όπου, μεταξύ άλλων, και αντιδιαστολή με τη ρύθμιση του νορβηγικού Συντάγματος.

[5] Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική Ιστορία, Τεύχος Α’ 1821-1941, 1981, σελ. 16επ. 103 επ.

[6] Βλ.  Α ´ Αναθεωρητική Βουλή, Εφημερίς των συζητήσεων της Βουλής, Συνεδρίασης 1, Σεπτεμβρίου 3 1910, σελ. 7 επ.

[7] Βλ. Πρακτικά των συνεδριάσεων της Β ´Διπλής Αναθεωρητικής Βουλής, τ.Ι , 1911, σελ. 1357.

[8] Ελληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιον – Ερμηνεία του αναθεωρηθέντος Ελληνικού Συντάγματος εν συγκρίσει προς τα των ξένων κρατών, τόμος Α’, Τρίτη έκδοσις επηυξημένη,1915, επανέκδοση του 1987 από τις εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ.117-119 με τον αντίστοιχο υπομνηματισμό.

[9] Ο.π, σελ. 118 και την εκεί  υποσημείωση 2.

[10] Βλ. Ευάγγελος Βενιζέλος, Τα όρια της αναθεώρησης του Συντάγματος 1975, 1984, σελ. 218 και την εκεί υποσημείωση 24.

[11] Οι αποφάσεις για την ανάγκη αναθεώρησης συγκεκριμένων, αριθμητικά προσδιοριζόμενων   διατάξεων του Συντάγματος, αλλά χωρίς αναφορά σε κατεύθυνση,  ελήφθησαν στις συνεδριάσεις  ΡΚ της 6ης Απριλίου 1985 και ΡΛ της 6ης Μαΐου 1985 της Ολομέλειας της Βουλής (Γ´ Περίοδος Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, Δ´ Σύνοδος).

[12] Οι αποφάσεις για την ανάγκη αναθεώρησης συγκεκριμένων, αριθμητικά προσδιοριζόμενων διατάξεων του Συντάγματος, αλλά χωρίς αναφορά σε κατεύθυνση, ελήφθησαν στις συνεδριάσεις  ΡΛΕ της 20 ης Μαΐου 1998 και ΡΞ  της 24ης Ιουνίου 1998 της Ολομέλειας της Βουλής (Θ´ Περίοδος Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, Β´ Σύνοδος).

[13] Οι αποφάσεις για την ανάγκη αναθεώρησης συγκεκριμένων, αριθμητικά προσδιοριζόμενων διατάξεων του Συντάγματος, αλλά χωρίς αναφορά σε κατεύθυνση, ελήφθησαν στις συνεδριάσεις ΠΔ της 22ας Φεβρουαρίου 2007 και ΡΖ της 28ης Μαρτίου 2007 της Ολομέλειας της Βουλής (ΙΑ Περίοδος Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, Γ ´Σύνοδος).

[14] Παρέμβαση του γενικού εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργου Κατρούγκαλου στην συνεδρίαση της 22ας Νοεμβρίου 2018 της Επιτροπής Αναθεώρησης που συγκροτήθηκε με την από 14.11.2018 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής

[15] Η τοποθέτηση του τότε ειδικού εισηγητή της πλειοψηφίας (Νέα Δημοκρατία) Κ. Τρικούπη για το άρθρο 110 περιλαμβάνεται στα Επίσημα Πρακτικά της Ολομέλειας της Ε ´ Αναθεωρητικής Βουλής, σελ.  872 επ., ιδίως σελ. 875-876. Η άποψη του Θεμ. Τσάτσου έχει διατυπωθεί στο πλαίσιο κοινοβουλευτικής εισήγησής του για το άρθρο 108 του Σ.1952 και δημοσιεύεται στο: Θ. Τσάτσος, Μελέται Συνταγματικού Δικαίου  1958, σελ. 151 επ., ιδίως σελ.166- 167. Ως προς τις δεσμεύσεις της αναθεωρητικής Βουλής ο Θ. Τσάτσος τονίζει (σελ. 165) ότι αυτή περιορίζεται «εις τα θέματα εκείνα ως προς τα οποία η διαλυθείσα Βουλή διεπίστωσε την ανάγκη της αναθεωρήσεως». Δεν αναφέρεται σε «κατευθύνσεις» της πρώτης Βουλής.

[16] Βλ. Π. Παραράς, Οι περιορισμένες εξουσίες της αναθεωρητικής Βουλής, ΤοΣ 19 (1993), σελ. 311-328, Κ. Μπακογιάννης, Η αναθεώρηση του Συντάγματος: αποτέλεσμα σταθερού προσανατολισμού δυο διαδοχικών Βουλών, ΤοΣ, 1995, σελ. 3-30, Ξ. Κοντιάδης, Δεσμεύσεις και αυτοπεριορισμός της δεύτερης αναθεωρητικής Βουλής, ΤοΣ,1999, σελ. 1064 επ. Επίσης, Φ. Βασιλόγιαννης – Β. Βουτσάκης, «Προκαταρκτικά ζητήματα της αναθεώρησης του Συντάγματος», σε: Γ. Παπαδημητρίου (επ.), Αναθεώρηση του Συντάγματος και Εκσυγχρονισμός των  Θεσμών, 2000,  σελ 3 επι. Γ. Κατρούγκαλος, Η αναθεώρηση της αναθεώρησης. Μερικές σκέψεις για τα ουσιαστικά και διαδικαστικά όρια της αναθεωρητικής λειτουργίας, σε Γ. Παπαδημητρίου (επ.), Αναθεώρηση του Συντάγματος και εκσυγχρονισμός των θεσμών, ό.π., σ. 23 επ., ιδίως σ. 32∙ Χ. Χατζή, Κωλύματα, ασυμβίβαστα και εκσυγχρονιστικά διλήμματα, ΝοΒ 2002, σ. 58 επ. , Γ. Σωτηρέλης, Κωλύματα εκλογιμότητας και ασυμβίβαστα βουλευτών, στο μεταίχμιο δύο συνταγματικών αναθεωρήσεων, 2006, σελ 174. Βλ. τώρα τη σύνοψη της σχετικής επιστημονικής συζήτησης που κάνει ο Ξ. Κοντιάδης, Σχόλιο στο άρθρο 110, σε: Φ. Σπυρόπουλος/ Ξ. Κοντιάδης/ Χ. Ανθόπουλος/ Γ. Γεραπετρίτης, Σύνταγμα. Κατ´ άρθρο ερμηνεία, 2017, σελ. 1769 επ. και τον σχετικό υπομνηματισμό.

[17] Δημοσιεύεται σε ΔτΑ Νο 42/2009, σελ. 553 επ.

[18] Για μια ευρύτερη παρουσίαση του ζητήματος του δικαστικού ελέγχου της αναθεώρησης του Συντάγματος βλ. Ευάγγελος Βενιζέλος, ο.π. (υποσημ. 10) σελ. 251 επ. Από την πρόσφατη διεθνή βιβλιογραφία βλ. Kemal Gözler, Judicial Review of constitutional Amendments: A comparative Study, 2008.

[19] Βλ. Γ. Γεραπετρίτης, Σχόλια στα άρθρα 72 και 74 στο: Φ. Σπυρόπουλος / Ξ. Κοντιάδης / Χ. Ανθόπουλος /Γ. Γεραπετρίτης, ο.π. (υποσημ. 16) σελ. 1155 επ. και  1173 επ., με παρουσίαση  της σχετικής νομολογίας και της σχετικής επιστημονικής συζήτησης.  Πιο αναλυτικά στη μονογραφία του ίδιου, Σύνταγμα και Βουλή. Αυτονομία και ανέλεγκτο των εσωτερικών του Σώματος, 2012.

[20] Βλ. Ν. Ι. Σαρίπολος, (υπ. 8), σελ 119 και την εκεί υποσημείωση 2: « Η Βουλή δύναται και oφείλει να λάβη τοιαύτην ή τοιαύτην απόφαση, δυναμένη μεν να απορρίψη προτεινομένην διατάξεων τινός αναθεώρηση, αλλ’ ουχί να μη αποφανθή παντάπασι, του άρθρου 108 λέγοντος επιτακτικώς ότι ‘‘η Βουλή αποφασίζει επί των αναθεωρητέων διατάξεων’’»

[21] Για τη διάκριση μεταξύ ουσιαστικής και τυπικής συνταγματικότητας και για την περαιτέρω διάκριση της τυπικής συνταγματικότητας σε εσωτερική  και εξωτερική βλ. ενδεικτικά  Β. Σκουρή – Ευ. Βενιζέλου, Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, 1985, σελ. 83 επ., Ευάγγελος Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αναθεωρημένη έκδοση, 2008  σελ. 234-235, σελ 255.

[22] Βλ. Ευάγγελος Βενιζέλος,  Το ΑΕΔ και η αυθεντική ερμηνεία του Συντάγματος, ΕΔΔΔ, 1988.3, σελ. 225-235, τώρα σε: Ευάγγελος Βενιζέλος, Η ερμηνεία του Συντάγματος και τα όρια του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων,1994, σελ. 139-150.  Επρόκειτο για την ΑΕΔ 161/1983, ΕΕΝ 1984, σελ 149 επ. Ακολούθησε, προς την ορθή κατεύθυνση, η ΑΕΔ 38/1989, Δι Δικ, 1990, σελ 274 επ.

[23] Για τα στοιχεία που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να υφίσταται κατάλυση του Συντάγματος βλ. Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, 1987, σελ. 51 επ. Επίσης, Αντώνης Μανιτάκης, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, τομ.1 ,2004, σελ. 478 επ., Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, 2η έκδοση, 2014 (συνδρομή Σ. Κουτνατζή), σελ. 67 επ.

[24] Βλ. Α. Παντελής, Εγχειρίδιο  Συνταγματικού Δικαίου, γ ´ έκδοση, 2016, σελ.427, Κ. Χρυσόγονος, ο.π (υποσημ. 21), σελ. 108, Λίνα Παπαδοπούλου, Συνταγματικό Δίκαιο- Πανεπιστημιακές παραδόσεις, www. kalipos.gr, 2015, σελ.193-194.

[25] Μνημονεύθηκαν ήδη στις υποσημειώσεις που προηγήθηκαν οι Ν.Ν. Σαρίπολος, Θεμ. Τσάτσος,  Αρ. Μάνεσης, Δ.Θ. Τσάτσος. Μνημονεύθηκε επίσης η θέση που διατύπωσα στην επί υφηγεσία πραγματεία μου για τα όρια της αναθεώρησης, το 1984, όπου και γίνεται αναφορά (σελ. 218)  στην κρατούσα αυτή θέση της επιστήμης υπό το καθεστώς όλων των προϊσχυσάντων συνταγμάτων. Επίσης, Ευάγγελος Βενιζέλος, Μαθήματα, ο.π. (υποσημ. 19) σελ. 86. Υπό το ισχύον Σύνταγμα πρέπει να αναφερθεί επίσης η μελέτη του Γ. Κασιμάτη, Η αναθεώρηση του Συντάγματος. Σκέψεις και παρατηρήσεις, ΤοΣ, 6/2000, σελ. 998 επ. Ο Αντώνης Μανιτάκης, ο.π (υποσημ. 21) καταλήγει σε συμπέρασμα ανάλογο με το υποστηριζόμενο στην παρούσα μελέτη. Ο Φ. Σπυρόπουλος, Συνταγματικό Δίκαιο, 2018, σελ. 96, τονίζει ότι η συζήτηση στην πρώτη Βουλή αφορά την ανάγκη της αναθεώρησης και τις αναθεωρητέες διατάξεις χωρίς να αναφέρεται σε κατεύθυνση της αναθεώρησης. Τη σχετική επιστημονική συζήτηση συνοψίζει εξαιρετικά, όπως ήδη σημειώθηκε,  ο Ξ. Κοντιάδης, ο.π. (υποσημ. 15). Με την κρατούσα αυτή θέση συντάσσονται ο Χαρ. Ανθόπουλος, Οι δυσκολίες της συνταγματικής αναθεώρησης, Τα Νέα 18.10.2018 και στην ιστοσελίδα constitutionalism.gr, και ο Σπύρος Βλαχόπουλος, Η σημερινή Βουλή και η συνταγματική αναθεώρηση, Καθημερινή, 24.11.2018. Στο βιβλίο μου του 1984, ο.π., περιλαμβάνεται  αναφορά  στον  Αλ. Σβώλο αλλά και στους Χ. Σγουρίτσα, Η. Κυριακόπουλο και Κ. Γεωργόπουλο (που παραθέτει όλη την μέχρι το 1965 συζήτηση).

[26] Βλ. υποσημείωση 2.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ευκαιρία για την αποκατάσταση των εγγυήσεων του Συντάγματος

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Aναπληρώτρα καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ

Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι η διαδικασία μέσα από την οποία αναδιατάσσεται το πολίτευμα, αίρονται τυχόν δυσλειτουργίες και ενισχύονται τα δημοκρατικά και δικαιοκρατικά χαρακτηριστικά του. Η πολιτικοθεσμική σημασία της, λοιπόν, συναρτάται με την κατεύθυνση των προτάσεων που διατυπώνονται, αν δηλαδή αυτές σχεδιάζουν νέες συνταγματικές ρυθμίσεις ικανές να υποστηρίξουν την πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.

Η πρακτική του πολιτεύματος την τελευταία δεκαετία ανέδειξε τις τάσεις που υπονομεύουν την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, ευνοώντας ταυτόχρονα την άνοδο της Ακροδεξιάς και στη χώρα μας.

Πρώτα από όλα, η οικονομική κρίση «νομιμοποίησε» τη δυσπιστία προς την πολιτική και τους πολιτικούς με την εξής έννοια: η συνθετότητα των προβλημάτων, καθώς και το γεγονός ότι η επίλυσή τους προϋπέθετε διαπραγματεύσεις με διεθνείς οργανισμούς και μηχανισμούς, έδωσαν άλλοθι στην ανάδειξη πρωθυπουργού χωρίς την ουσιαστική μεσολάβηση της λαϊκής αντιπροσωπείας.

Ετσι, σημαντικές αποφάσεις για τα δικαιώματα και γενικά για την κατάσταση των μελών του κοινωνικού συνόλου (για παράδειγμα το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων) και για τη διακυβέρνηση της χώρας λήφθηκαν υπό την καθοδήγηση ενός πρωθυπουργού που δεν είχε οργανική σχέση με το Κοινοβούλιο και στην πράξη δεν λογοδοτούσε, δεν ελεγχόταν από τη Βουλή, ούτε βέβαια από τον λαό.

Παράλληλα, σημαντικό τμήμα του πολιτικού προσωπικού φάνηκε απρόθυμο να αναλάβει την ευθύνη για τη διαχείριση των έκτακτων και εν πολλοίς δραματικών περιστάσεων. Η αμηχανία του αυτή έδειξε ότι η μακρόχρονη παραμονή στο βουλευτικό αξίωμα δημιουργεί απόσταση από τα αιτήματα και τις αγωνίες του εκλογικού σώματος και συμβάλλει στην καθυποταγή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στο κυβερνητικό επιτελείο.

Σε αυτές τις υπαρξιακές απορίες των αντιπροσωπευτικών θεσμών φιλοδοξεί να απαντήσει η παρούσα πρόταση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, με δυο ρυθμίσεις που στοχεύουν στην αποκατάσταση του πολιτικού νοήματος τόσο του διορισμού του πρωθυπουργού όσο και της εκλογής των βουλευτών.

Ειδικότερα, η πρόταση για τροποποίηση του άρθρου 37 Συντ., ώστε πρωθυπουργός να διορίζεται μόνον μέλος της Βουλής, εξαλείφει τον κανόνα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως θεμέλιο για την εγκατάσταση της «τεχνοδημοκρατίας» και έμμεσα αποκρούει την αντίληψη ότι οι πολιτικές αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται από τους επαΐοντες της οικονομίας, των διεθνών σχέσεων και της επικοινωνίας.

Ακόμη, η πρόβλεψη ανώτατου ορίου βουλευτικών θητειών αναμένεται να αποτελέσει συνθήκη που ευνοεί τη στελέχωση της λαϊκής αντιπροσωπείας όχι με βάση το βιογραφικό των υποψηφίων, αλλά μέσα από την αντιπαράθεση των διαφορετικών πολιτικών προγραμμάτων. Η δυνατότητα εκλογικής επιρροής που διαθέτουν τα «αναγνωρίσιμα» στελέχη περιορίζεται και δίνεται η ευκαιρία σε νέα πρόσωπα, κατά τεκμήριο λιγότερο συνδεδεμένα με την υπουργική ή κομματική εξουσία, να ασκήσουν το βουλευτικό αξίωμα.

Η πολιτική ισότητα θα ενισχυθεί και οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες ενδέχεται να ουσιαστικοποιηθούν: εφόσον και καθόσον το σχετικό κώλυμα συμβάλλει στην ενίσχυση του πολιτικού στοιχείου κατά την επιλογή των μελών της λαϊκής αντιπροσωπείας, ο έλεγχος των κυβερνώντων θα γίνει αποτελεσματικότερος και η πολιτική τους ευθύνη πιο ουσιαστική.

Με αυτή την οπτική, η προτεινόμενη αναθεώρηση μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία για την αποκατάσταση της εγγυητικής λειτουργίας του Συντάγματος και να δικαιώσει την πίστη του ελληνικού λαού ότι ο καταστατικός χάρτης αποτελεί το έσχατο ανάχωμα της πολιτικής του αυτονομίας.

 

Αναδημοσίευση από την “Η Εφημερίδα των Συντακτών”, 31/10/2018

Ζητείται αναθεωρητική τόλμη για Εκκλησία και Πανεπιστήμιο

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Είναι φανερό ότι τα δύο πλέον επίμαχα ζητήματα που έχουν αναδειχθεί στην τρέχουσα διαδικασία της αναθεώρησης είναι αυτά που αφορούν την σχέση του κράτους με την Εκκλησία και το Πανεπιστήμιο. Ωστόσο και στα ζητήματα αυτά, κατά την άποψή μου, υπάρχουν περιθώρια συγκλίσεων, αν τα δύο μεγάλα κόμματα τολμήσουν, επιτέλους, να ξεφύγουν από δογματικές εμμονές και μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Ειδικότερα:

 

  1. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας περιλαμβάνει τρία σκέλη. Πρώτον την ρητή κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, δεύτερον την προσθήκη μιας ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 3, που θα αποκλείει την ερμηνευτική αξιοποίηση του άρθρου αυτού για τον περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων και τρίτον τον θρησκευτικό αποχρωματισμό του όρκου του Προέδρου της Δημοκρατίας και των Βουλευτών.

Πρόκειται αναμφισβήτητα για πρόταση συμβιβαστική –και συμβιβασμένη– που δεν έχει καμία σχέση με τις παλαιότερες (και θεωρητικά ορθότερες) διακηρύξεις του. Στο σημείο αυτό, θα έλεγα ότι θυμίζει την αντίστοιχη αναθεωρητική πρόταση του Ανδρέα Παπανδρέου, το 1995, η οποία όμως εγκαταλείφθηκε ελαφρά τη καρδία στην συνέχεια (παρότι υπήρχε άνετη πλειοψηφία…) από τους Κ. Σημίτη, ως πρωθυπουργό, και Ευ. Βενιζέλο, ως εισηγητή της πλειοψηφίας, με αποτέλεσμα να χαθεί μια μεγάλη ευκαιρία για οριστική διευθέτηση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας (τελικά βέβαια ο Κ. Σημίτης  βρήκε μπροστά του το πρόβλημα αργότερα,  όταν αναγκάσθηκε εκών άκων –και με πολέμιο, πλέον, τον Ευ. Βενιζέλο– να δώσει την υποδεέστερης σημασίας «μάχη των ταυτοτήτων»).

 

Ωστόσο, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ούτε συμβολική ούτε αδιάφορη, όπως έχει λεχθεί άκριτα και απλουστευτικά. Τόσο η κατάργηση της συγκεκριμένης θρησκευτικής ορκωμοσίας, που θυμίζει  θεοκρατικά καθεστώτα, όσο και ο συνδυασμός των προαναφερθεισών τροποποιήσεων στο άρθρο 3, δημιουργούν ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο, για τι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, το οποίο θα είναι πολύ δύσκολο να αγνοηθεί από οποιοδήποτε δικαστήριο, όταν ερμηνεύει τις σχετικές με την θρησκευτική ελευθερία διατάξεις του Συντάγματος.

 

Με αυτά τα δεδομένα, είναι απορίας άξιον γιατί ο  πρόεδρος της ΝΔ είναι τόσο απορριπτικός, ιδίως δε αν συνυπολογισθεί πρώτον μεν το ότι οι απόψεις που διατύπωνε παλαιότερα στα ζητήματα αυτά ήταν σαφώς πιο ανοιχτόμυαλες –και πάντως δεν είχαν σχέση με τις θεοκρατικές υστερίες που εκπέμπονται από το κόμμα του– δεύτερον δε (και σημαντικότερον) το ότι και ο Αρχιεπίσκοπος δεν φαίνεται να έχει αντιρρήσεις, αρκεί να μην φύγει το προοίμιο του Συντάγματος και να υπάρξει, ευλόγως, καθεστώς «ευμενούς» και όχι «αυστηρής» ουδετερότητας (όπως συμβαίνει, άλλωστε, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες).

 

Κατανοώ βέβαια τις αντιδράσεις του για την άτσαλη προσπάθεια της κυβέρνησης να αποκομίσει –μέσω της υπόσχεσης για διορισμό 10.000 δημόσιων υπαλλήλων– εκλογικά οφέλη από μια ενδεχόμενη συμφωνία για την περιουσία (η οποία πάντως έχει καθεαυτήν αρκετά θετικά σημεία, που θα μπορούσαν να ενισχυθούν με την προ πολλού προταθείσα καθιέρωση ιδιότυπων εκκλησιαστικών προσώπων, τα οποία  δεν θα είναι ούτε δημόσιου ούτε ιδιωτικού δικαίου αλλά θα διασφαλίζουν, με πολλαπλές εγγυήσεις αλλά και με όρους αυτονομίας της Εκκλησίας, την τήρηση των αναγκαίων αμοιβαίων οικονομικών δεσμεύσεων). Εκείνο όμως που δεν κατανοώ είναι η άποψη ότι δεν χρειάζεται συνταγματική αλλαγή διότι όλα μπορούν να λυθούν νομοθετικά. Το επιχείρημα αυτό είναι κατά κανόνα βαθύτατα προσχηματικό. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι εντελώς ανερμάτιστο, διότι αγνοεί πλήρως το ότι καμία σχετική νομοθετική μεταρρύθμιση δεν έγινε έως τώρα με ομαλή ωρίμανση των συνθηκών (όπως συνέβη στις άλλες χώρες που αναγνωρίζουν μια μορφή «επικρατούσας» θρησκείας).  Όλες οι μείζονες αλλαγές είτε συνάντησαν λυσσώδεις αντιδράσεις (πολιτικός γάμος, ταυτότητες) είτε προέκυψαν από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που ουσιαστικά τερμάτισε εκείνο –και όχι ο νομοθέτης– επανειλημμένες και ντροπιαστικές παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, ιδίως σε θέματα προσηλυτισμού, ευκτηρίων οίκων και αντιρρησιών συνείδησης…

 

Εν όψει λοιπόν όλων αυτών –και ιδίως εν όψει της πρόσφατης καταγέλαστης απόφασης του ΣτΕ για τα θρησκευτικά, που αποτελεί  κραυγαλέα οπισθοδρόμηση στο «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών»– δεν είναι ώρα, άραγε, για τον κ. Μητσοτάκη, να αποδείξει ότι ο φιλελευθερισμός του δεν εξαντλείται στην οικονομία, αποστασιοποιούμενος επιτέλους από την έως τώρα ταύτιση του κόμματός του με τους πλέον σκοταδιστικούς εκκλησιαστικούς κύκλους και συμβάλλοντας  στην άρση μιας ιστορικής εκκρεμότητας, που έχει τόσο πολύ ταλανίσει και εκθέσει την χώρα μας;

 

  1. Το δεύτερο ζήτημα, δηλαδή η τροποποίηση του άρθρου 16, απαιτεί επίσης πολιτική τόλμη και ευελιξία, αλλά με αντιστροφή του πολιτικού βάρους. Και εξηγούμαι:

 

Η χώρα μας είναι η μόνη στην Ευρώπη με συνταγματική δέσμευση ως προς τον δημόσιο χαρακτήρα των Πανεπιστημίων. Η δέσμευση αυτή ίσως είχε κάποιο νόημα όταν πρωτοκαθιερώθηκε αλλά σήμερα μοιάζει πλέον με τροχοπέδη. Όχι μόνον διότι απομακρύνει από την χώρα μας πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό (διδάσκοντες και διδασκομένους) αλλά ιδίως διότι της στερεί τη  δυνατότητα να αποκτήσει, μέσω της Ανώτατης Παιδείας, ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα σε συγκεκριμένους επιστημονικούς τομείς (ιδίως  τουρισμός,  γεωργία, ναυτιλία, πληροφορική, υγεία και κλασικές σπουδές), διαδραματίζοντας έτσι κρίσιμο και εν δυνάμει πρωτοποριακό  ρόλο στον εκπαιδευτικό χάρτη της Ευρώπης και της ανατολικής Μεσογείου.

 

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πλήρη και άνευ όρων προσχώρηση στην λογική των ιδιωτικών κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων, που ενστερνίζεται  –πλέον– η ΝΔ. Πέρα από το ότι στην ηπειρωτική Ευρώπη δεν υπάρχει ισχυρή παράδοση τέτοιων Πανεπιστημίων, το παράδειγμα της Αγγλίας, της Κύπρου και χωρών του πρώην Ανατολικού Μπλοκ είναι εξόχως αποτρεπτικό: τα περισσότερα δεν είναι τίποτε άλλο από χαμηλού επιπέδου μεταλλαγμένα ΙΕΚ, υποταγμένα πλήρως στην λογική του κέρδους.

 

Το ζητούμενο λοιπόν είναι να επιτραπούν –υπό το ίδιο καθεστώς εποπτείας με τα δημόσια– αφ’ενός μεν Πανεπιστήμια που ανήκουν σε αξιόπιστα ιδρύματα ή σε άλλους παρεμφερείς φορείς αφ’ετέρου δε παραρτήματα μη κρατικών και μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων του εξωτερικού, στους τομείς, ιδίως, που προαναφέρθηκαν.

 

Με αυτά τα δεδομένα, η πρόκληση αφορά αυτή τη φορά προεχόντως τον πρωθυπουργό:  Θα τολμήσει να υπερβεί τις ιδεολογικές αγκυλώσεις του κόμματός του, το οποίο στα θέματα του Πανεπιστημίου εξακολουθεί να ρέπει, αποκαρδιωτικά θα έλεγα, προς την γνωστή παιδική ασθένεια της Αριστεράς; Με άλλα λόγια θα τολμήσει να κάνει το μεγάλο βήμα τώρα, που ελέγχει τις εξελίξεις, ώστε να επιτευχθεί μια πολλαπλά εγγυημένη μετάβαση προς ένα νέο πιο ανοιχτό πλαίσιο, που θα σέβεται τον χαρακτήρα και τον ρόλο του Πανεπιστημίου, ή θα εμμείνει σε μάχες οπισθοφυλακής, που μπορούν να οδηγήσουν σε στρατηγική ήττα, δηλαδή σε μελλοντική επιβολή μιας ασύντακτης και ανέλεγκτης ιδιωτικοποίησης, όπως έγινε με την ραδιοτηλεόραση;;

 

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «Τα Νέα», 24.11.2018

Αναθεώρηση και εκλογικό σύστημα

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα περισσότερα εθνικά Συντάγματα κατοχυρώνουν το αναλογικό εκλογικό σύστημα, συνήθως με μια γενική αναφορά στις «αρχές της αναλογικής αντιπροσώπευσης». Αυτή ήταν η κυρίαρχη τάση στην Ευρώπη, ήδη από την περίοδο του μεσοπολέμου. Κανένα ευρωπαϊκό Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει ρητά το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, ενώ ορισμένα Συντάγματα, μεταξύ των οποίων και το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, δεν κατοχυρώνουν ένα συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα. Η συνταγματική κατοχύρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος συνεπάγεται κατά λογική ανάγκη την απαγόρευση θέσπισης του μονοεδρικού πλειοψηφικού συστήματος ενός γύρου, όπως ισχύει στη Μεγάλη Βρετανία, ή του μονοεδρικού πλειοψηφικού συστήματος των δύο γύρων, όπως ισχύει στη Γαλλία, και κατά μείζονα λόγο του πολυεδρικού πλειοψηφικού συστήματος, όπως εφαρμόστηκε στην Ελλάδα στις εκλογές του 1935 και εν μέρει στις εκλογές του 1952. Η τυχόν συνταγματική κατοχύρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος, έστω με απλή αναφορά στις «αρχές της αναλογικής αντιπροσώπευσης», θα καθιστούσε, κατά τη γνώμη μου, αντισυνταγματική τη θέσπιση ενός μικτού πλειοψηφικού-αναλογικού συστήματος με υπερμέγεθες και απροϋπόθετο bonus 50 εδρών στο πρώτο κόμμα, όπως το ισχύον ακόμη –μέχρι και τις επόμενες εκλογές– ελληνικό εκλογικό σύστημα. Βέβαια, το εν λόγω εκλογικό σύστημα θα μπορούσε να κηρυχθεί αντισυνταγματικό και υπό το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, ωστόσο η «σιωπή» του συνταγματικού νομοθέτη ερμηνεύεται εσφαλμένα από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) ως σχεδόν εν λευκώ εξουσιοδότηση προς τον εκλογικό νομοθέτη να θεσπίσει ακόμη και πολύ μεγάλες αποκλίσεις από την αρχή της ουσιαστικής ισότητας της ψήφου (βλ. Χ. Ανθόπουλου, Εκλογικά συστήματα και συνταγματικές δεσμεύσεις, 2016, σ. 128 επ.). Έτσι το ΑΕΔ στην απόφασή του 18/2017 δέχθηκε ότι ο εκλογικός νομοθέτης μπορεί να θεσπίσει ακόμη και ένα τέτοιο εκλογικό σύστημα που δίνει «δώρο» 50 έδρες στο πρώτο κόμμα, με μια ψήφο παραπάνω.

Υπό τα δεδομένα αυτά είναι ευπρόσδεκτη η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τη συνταγματική κατοχύρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος, αφού μια τέτοια ρητή συνταγματική διατύπωση δεν θα καθιστά δυνατή πλέον τη θέσπιση προφανώς μη-αναλογικών συστημάτων όπως το ισχύον εκλογικό σύστημα.

Στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει και μια ερμηνευτική δήλωση σύμφωνα με την οποία ένα εκλογικό σύστημα θεωρείται αναλογικό «εφόσον το τελικό ποσοστό κατανομής των βουλευτικών εδρών δεν αποκλίνει περισσότερο από 10% από το αντίστοιχο ποσοστό ψήφων που έλαβε κάθε συνδυασμός στο σύνολο της Επικράτειας».

Αν οι συντάκτες αυτής της ερμηνευτικής δήλωσης έχουν ως πρότυπο τη γνωστή πρόταση του Δημήτρη Τσάτσου στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, τότε υπάρχει περιθώριο ευρύτερης συμφωνίας. Να θυμίσουμε εδώ ότι ο Δημήτρης Τσάτσος εννοούσε με την πρόταση αυτή, ότι ένα κόμμα, που λαμβάνει π.χ. 30% σε ψήφους, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 40% των εδρών στη Βουλή (Πρακτικά της Ολομέλειας της επιτροπής του Συντάγματος του 1975, σ. 103). Δηλαδή, αναλογικό σύστημα με κάποια εύλογη διόρθωση. Με ένα τέτοιο σύστημα για τη διασφάλιση της απόλυτης πλειοψηφίας των εδρών στη Βουλή απαιτείται ένα ποσοστό γύρω στο 41 %.

Αν όμως εννοούν ότι ένα κόμμα με 30% των ψήφων, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 33% των εδρών στη Βουλή, τότε θα πρόκειται για ένα σχεδόν «καθαρό» αναλογικό σύστημα, απλώς με φραγμό εισόδου στη Βουλή 3%, δηλαδή στην ουσία για μια «συνταγματοποίηση» του εκλογικού συστήματος που εισήχθη με τον ν. 4406/2016. Υπό την εκδοχή αυτή, η συγκεκριμένη ερμηνευτική δήλωση είναι πολύ δύσκολο να αποτελέσει σημείο ευρύτερης συναίνεσης.

 

 

Η σχέση των δύο Βουλών στη συνταγματική αναθεώρηση

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Η ισχύουσα ρύθμιση περί συνταγματικής αναθεώρησης από δύο Βουλές, σε δύο δηλαδή φάσεις με την παρεμβολή εκλογών, δημιουργεί ένα θεμελιώδες ζήτημα που ήδη έχει αρχίσει να απασχολεί την επικαιρότητα: Σε ποιο βαθμό δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή από την πρώτη Βουλή; Το άρθρο 110 του Συντάγματος προβλέπει σχετικά ότι με την απόφαση της πρώτης Βουλής «καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν» και ότι η επόμενη Βουλή αποφασίζει «σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις».

Μέχρι το 2003 γινόταν γενικώς δεκτό ότι η πρώτη Βουλή αποφασίζει μόνο για το ποιες συνταγματικές διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν και ότι το περιεχόμενο των νέων διατάξεων το διαμορφώνει η δεύτερη Βουλή, χωρίς να περιορίζεται ως προς τη διατύπωση των νέων διατάξεων από τη βούληση της πρώτης Βουλής. Τότε όμως εκδόθηκε η 11/2003 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ), επί τη βάσει της οποίας υποστηρίζεται σήμερα ότι η δεύτερη Βουλή δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής. Με βάση το σκεπτικό αυτό, εάν λ.χ. η πρώτη Βουλή αποφασίσει την αναθεώρηση του άρθρου 101Α προς την κατεύθυνση της μείωσης της απαιτούμενης πλειοψηφίας στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής για την επιλογή των μελών των Ανεξαρτήτων Διοικητικών Αρχών, τότε δεν θα μπορεί η δεύτερη Βουλή να αναθεωρήσει το ίδιο άρθρο αναθέτοντας την επιλογή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Η άποψη αυτή περί δέσμευσης της δεύτερης από την πρώτη Βουλή δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει δεκτή. Καταρχάς, μία τέτοια δέσμευση δεν προκύπτει ούτε από το συνταγματικό κείμενο, αλλά ούτε και από την ΑΕΔ 11/2003. Η απόφαση αυτή απλώς δέχθηκε, παρεμπιπτόντως και χωρίς ιδιαίτερη ανάλυση, ότι γενικώς τα δικαστήρια ελέγχουν την  τήρηση της κατά το Σύνταγμα αναθεωρητικής διαδικασίας. Απέρριψε όμως τον ισχυρισμό ότι η δεύτερη Βουλή (του 2000) δεν τήρησε τις κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής (του 1996) ως προς το θέμα του επαγγελματικού ασυμβιβάστου των βουλευτών «προεχόντως» επειδή στην απόφαση της πρώτης Βουλής οι αναθεωρητέες διατάξεις καθορίστηκαν «μόνον αριθμητικά χωρίς οποιοδήποτε λεκτικό περιορισμό». Η λέξη «προεχόντως» σημαίνει ότι ο ίδιος ισχυρισμός θα μπορούσε ενδεχομένως να απορριφθεί από το ΑΕΔ και για άλλο λόγο. Έτσι, το Δικαστήριο δεν έλαβε σαφή θέση ως προς το εάν η δεύτερη Βουλή θα δεσμευόταν εάν υπήρχαν λεκτικές διατυπώσεις της πρώτης Βουλής του τύπου «να αναθεωρηθεί το άρθρο τάδε προς την κατεύθυνση τάδε».

Η  άποψη ότι η πρώτη Βουλή δεσμεύει με τις κατευθύνσεις της τη δεύτερη Βουλή και ότι στις ψηφοφορίες στην πρώτη Βουλή θα πρέπει να έχουμε λεκτικές διατυπώσεις, αντιμετωπίζει πολύ σημαντικές πρακτικές δυσχέρειες. Με δεδομένο ότι απαιτείται στην πρώτη Βουλή πλειοψηφία τουλάχιστον 151 βουλευτών, ανακύπτει το ερώτημα τι θα συμβεί λ.χ. στην περίπτωση που 120 βουλευτές ψηφίσουν για την αναθεώρηση μιας συνταγματικής διάταξης προς μια κατεύθυνση και 130 βουλευτές ψηφίσουν την αναθεώρηση της ίδιας διάταξης αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Θα μπορούμε τότε να προχωρήσουμε στη δεύτερη φάση της διαδικασίας αναθεώρησης ή όχι;

Άλλος όμως είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο η δεύτερη Βουλή δεν μπορεί να δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής. Ο λόγος αυτός δεν είναι άλλος από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης Βουλής μεσολαβούν εκλογές, δηλαδή ο λαός, και κανένας δεν μπορεί να στερήσει από τον λαό τη δυνατότητα να επιδοκιμάσει ή να αποδοκιμάσει τις συγκεκριμένες προτάσεις της πρώτης Βουλής. Αυτό είναι άλλωστε και το νόημα της παρεμβολής του εκλογικού σώματος μεταξύ των δύο Βουλών.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 24-11-2018

Μονομερείς και κατώτερες των περιστάσεων οι προτάσεις Μητσοτάκη

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οι καθυστερημένες αναθεωρητικές προτάσεις του προέδρου της ΝΔ περιέχουν αναμφίβολα ενδιαφέροντα σημεία. Ωστόσο, η συνολική εικόνα είναι μάλλον απογοητευτική και πάντως αναντίστοιχη  με τις προκλήσεις των καιρών. Πέρα από το ότι επανέλαβε άκριτα την αποκαρδιωτική θέση του για μια αναθεώρηση «πάρτα όλα», αναλώθηκε εν πολλοίς σε τροποποιήσεις είτε ατυχείς είτε εμφανώς μονομερείς είτε συνταγματικά ανούσιες και εν τέλει περιττές. Ειδικότερα:

  1. Θετική είναι η πρόταση για αλλαγή της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος, με κατάργηση της προβλεπόμενης πενταετίας για να εκκινήσει η επόμενη, αν και κατά την άποψή μου προτιμότερη είναι η ριζικότερη λύση, δηλαδή η ολοκλήρωσή της σε μία μόνο Βουλή.
  2. Θετικές κατ’αρχήν –αλλά επιφυλάσσομαι να δω την εξειδίκευσή τους– είναι και οι προτάσεις για περιορισμό των λόγων πρόωρης διάλυσης της Βουλής και για την απεμπλοκή της Βουλής από δικαστικές λειτουργίες (ασυλία βουλευτών και ευθύνη υπουργών). Επίσης θετική είναι και η πρόταση η τοπική αυτοδιοίκηση να αναλάβει νέες αρμοδιότητες και «δικούς της αυτοτελείς πόρους», η οποία βέβαια ηχεί και σαν καθυστερημένη αυτοκριτική για την –αντίθετη με το ισχύον Σύνταγμα– πρόσφατη εξαγγελία του να μεταφερθεί «η αρμοδιότητα για τον ΕΝΦΙΑ από το κεντρικό Κράτος στους Δήμους»…
  3. Ατυχής, αντίθετα, είναι η πρόταση για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τόσο ως προς την μη αναβάθμισή του με επαναφορά ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων (πλην της σύγκλησης του Συμβουλίου Αρχηγών) όσο και ως προς την άμεση εκλογή του, αν δεν συγκεντρωθούν τα 3/5 (βλ. αναλυτικότερα Νέα 3/11).
  4. Εμφανώς μονομερής είναι η πρόταση για «ιδιωτικά» –και όχι «μη κρατικά και μη κερδοσκοπικά»–  Πανεπιστήμια, τα οποία μάλιστα δεν θα υπάγονται στην ίδια εποπτεία με τα δημόσια αλλά σε μια Ανεξάρτητη Αρχή, με ορατό τον φόβο για επανάληψη του φαινομένου της ασύδοτης ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης (την οποία δεν απέτρεψε δυστυχώς στο παρελθόν –αλλά ούτε και σήμερα αποτρέπει, ως προς την ραδιοτηλεοπτική προπαγάνδα– το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης…).
  1. Ακόμη πιο προβληματική είναι η διαφωνία ακόμη και με την συμβιβαστική (και συμβιβασμένη…) πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας, παρότι η πραγματικότητα βοά (με πιο πρόσφατο παράδειγμα την εκτρωματική απόφαση του ΣτΕ για τα θρησκευτικά) ότι οι ισχύουσες διατάξεις ερμηνεύονται υπό θεοκρατικό πρίσμα και άρα πρέπει επιτέλους να αναθεωρηθούν. Πρόκειται για μια ψοφοδεή και «θρησκόληπτη» στάση –αντίστοιχη με αυτήν όλων των προκατόχων του– η οποία αδικεί τον κ. Μητσοτάκη και αποδεικνύει ότι η ΝΔ εξακολουθεί να είναι, με εξαίρεση τα οικονομικά, ένα «γιαλαντζί» φιλελεύθερο κόμμα…
  2. Όλες οι άλλες προτάσεις είναι μια ζωντανή διάψευση της αρχικής εξαγγελίας του για «λιτό Σύνταγμα». Πρόκειται για μια σειρά τροποποιήσεων διακηρυκτικού χαρακτήρα, οι οποίες είναι προφανές ότι προσφέρονται μόνο για προεκλογική χρήση, διότι στην πραγματικότητα αφορούν τον κοινό νομοθέτη και όχι το Σύνταγμα. Επιπλέον, δε, για πολλές από αυτές ο πρόεδρος της ΝΔ νομίζει –όπως και ο πρωθυπουργός άλλωστε– ότι απευθύνεται σε χώρα λωτοφάγων. Τι αξιοπιστία έχει, για παράδειγμα, η τόση έμφαση στην αξιοκρατία και την αξιολόγηση, όταν βαρύνεται με τόσο φατριαστικές επιλογές διευθυντών στο τελευταίο υπουργείο του και όταν στο κόμμα του συνδυάζει τόσο απροκάλυπτα τον νεποτισμό (ως προς τον ανηψιό του) και την συναλλαγή, ως προς τον Πατούλη, που βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα όσων διεκήρυττε για τα αναγκαία προσόντα των υποψηφίων;

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα Σαββατοκύριακο», 10.11.2018 με (δικό τους) τίτλο «ΣΕ ΧΩΡΑ ΛΩΤΟΦΑΓΩΝ»