Author Archives: editor

Η λήψη υπόψη εμπειρικών δεδομένων κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεων με τις οποίες επιβάλλεται περικοπή αποδοχών (το ζήτημα της ”αιτιολογίας” του νόμου)

Ιωάννης Σαρμάς, Αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Στην παρούσα μελέτη ο συγγραφέας αναλύει πώς κατά την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης το έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων στη χώρα μας εντατικοποιήθηκε και εξέλαβε καινοφανείς μορφές με εξαιρετική ένταση και βάθος, φτάνοντας μέχρι και τον έλεγχο της «αιτιολογίας» του νόμου. Από την εξέλιξη αυτή μπορεί δε να επέλθουν δυσμενείς συνέπειες στην ποιότητα της δημοκρατίας. Η επάνοδος στο προηγούμενη καθεστώς, όταν η αιτιολογία του νόμου δεν ελεγχόταν, είναι μεν ευκταία, όχι όμως και πιθανή, Συνεπώς, απαιτείται η προσαρμογή των λοιπών συντεταγμένων εξουσιών στα νέα δεδομένα, ώστε κι αυτές να προσαρμοσθούν στις προκλήσεις με τις οποίες είναι πλέον αντιμέτωπες.

[Προδημοσίευση από τον Τόμο προς τιμή του ομότιμου Καθηγητή Αντώνη Μανιτάκη]

Διαβάστε τη μελέτη στο pdf

Η μελαγχολική ελαφρότητα της Αναθεώρησης

Αντώνης Μανιτάκης, ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Στραβά ξεκίνησε, στρεβλά βαδίζει, ανόρεχτα πορεύεται προς άγνωστες κατευθύνσεις. Οι αναθεωρητέες διατάξεις που εγκρίθηκαν στην πρώτη ψηφοφορία της Βουλής, οι περισσότερες δεν προοιωνίζονται αίσια έκβαση, είτε διότι έχουν συγκεντρώσει ισχνή μονοκομματική πλειοψηφία είτε διότι δεν θίγουν, ούτε κατ’ ελάχιστον, τα κακώς συνταγματικά κείμενα και πολύ περισσότερο, τα πολιτικά.

Με το εναρκτήριο λάκτισμα η Αναθεώρηση χάθηκε στη διαδικασία. Αναλώθηκε στη θεωρητική συζήτηση, αν η Αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται ή όχι, ως προς τις κατευθύνσεις, από την κοινή Βουλή. Ζήτημα λυμένο ούτως ή άλλως από τη συνταγματική πρακτική και τη θεωρία, έναν αιώνα τώρα. Χάθηκε σε μια διαδικασία χωρίς ίχνος συνταγματικής ουσίας, βουτηγμένη στη μικροκομματική υστεροβουλία και σε μια φτηνή προεκλογική μονομαχία.

Από την πρώτη αναθεωρητέα διάταξη, φάνηκε εξάλλου ο άτολμος και αμφίρροπος χαρακτήρας της: η πρόταση για τον «χωρισμό» Κράτους και Εκκλησίας, που μετονομάστηκε, επί το ηπιότερο, «διακριτοί ρόλοι», και είχε ως αναθεωρητική «κατεύθυνση» τη «θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους», πέρασε σύρριζα, με το ζόρι στην πρώτη συζήτηση από τη Βουλή. Αλλωστε, η ψηφισθείσα «κατεύθυνση» είχε ήδη καθιερωθεί ερμηνευτικά, προ πολλού, τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία. Δεν ήταν, επομένως, μόνον ανώφελη η ρητή καθιέρωσή της, αλλά και ενδέχεται να λειτουργήσει στην πράξη αντίστροφα, αν όπως όλα δείχνουν, δεν συγκεντρώσει στην Αναθεωρητική Βουλή 180 ψήφους. Η απόρριψή της μπορεί να ερμηνευθεί ως ψήφος υπέρ της επικρατούσης θρησκείας και να ενισχύσει αντί να αποδυναμώσει την ισχύ της Εκκλησίας απέναντι στο Κράτος!

Ως προς την περίφημη αναθεωρητική πρόταση για την αποδέσμευση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής, για την οποία συμφωνούσαν σχεδόν όλα τα κόμματα στη Βουλή, αυτή πνίγηκε κυριολεκτικά στις αντιφατικές κατευθύνσεις της αναθεώρησής της. Η αναθεωρητική κατεύθυνση της κυβερνητικής πλειοψηφίας για εκλογή του ΠτΔ άμεσα από τον λαό με δημοψήφισμα, κάηκε. Η αναθεώρηση του άρθρου 30Σ, που προβλέπει ρητά εκλογή του ΠτΔ από τη Βουλή, σώθηκε, επειδή δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη πλειοψηφία και άρα μένει ως έχει, ενώ πέρασε η τροποποίηση των άρθρων 32 παρ. 4Σ και 41 παρ. 4Σ, που ρυθμίζουν τη διάλυση της Βουλής, σε περίπτωση μη εκλογής Προέδρου.

Τελικά επικράτησε πλήρης σύγχυση ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησής τους. Θα διαλύεται ή όχι, τελικά, η Βουλή, αν δεν καταφέρει να εκλέξει ΠτΔ; Σύγχυση εξαιτίας κυρίως της καινοφανούς, χαοτικής ψηφοφορίας που συμπεριελάμβανε στη ψήφιση των αναθεωρητέων άρθρων και την κατεύθυνση της αναθεώρησής τους.

Στην αποδέσμευση, πάντως, της εκλογής του ΠτΔ από τη διάλυσή της συμφωνούσαν όλοι, κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Ηθελαν όλοι τους να μην προκηρύσσονται πρόωρα εκλογές όχι τόσο για το καλό του τόπου και του πολιτεύματος αλλά για το δικό τους καλό. Για να μη χάνουν οι βουλευτές πρόωρα το βουλευτικό τους αξίωμα και η εκάστοτε κυβέρνηση την εξουσία!

Η πιο αξιοπερίεργη, όμως, αναθεωρητική πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας, που προκαλεί πολλά ερωτήματα, είναι εκείνη που προβλέπει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος κάθε φορά που με διεθνείς συνθήκες εκχωρούνται κυριαρχικές αρμοδιότητες σε διεθνείς οργανισμούς. Προτείνεται να αναθεωρηθεί η πλέον διορατική και δικαιωμένη ιστορικά ρύθμιση του άρθρου 28 παρ. 2 3Σ, η πλέον πρωτοποριακή και φιλική στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτή που επέτρεψε την άνετη και χωρίς δημοψηφισματικές περιπέτειες, είσοδό μας στην ΕΟΚ το 1981, στο ευρώ το 2000, χωρίς να χρειαστεί να γίνει αναθεώρηση του Συντάγματος. Αυτή που διευκόλυνε με απλή κύρωση από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία των ευρωπαϊκών συνθηκών, μεταξύ των άλλων του Μάαστριχτ και της Λισσαβώνας.

Τώρα, προτείνεται, αν ερμηνεύω σωστά την «κατεύθυνσή» της, να παραμεριστεί η Βουλή και να κυρώνονται απευθείας από τον λαό με λαϊκό δημοψήφισμα, με ένα μαζικό ναι ή με ένα όχι (!). Ετσι κάθε φορά που αποφασίζεται ομόφωνα από την Ε.Ε. η τροποποίηση των ευρωπαϊκών συνθηκών, με στόχο την εμβάθυνση της οικονομικής διακυβέρνησης της Ε.Ε. ή την ενίσχυση π.χ. των εξουσιών της ευρωπαϊκής Βουλής, θα γίνεται δημοψήφισμα. Πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την απίστευτη αυτή πρόβλεψη; Εθνοκεντρική, εθνικιστική, αντιευρωπαϊκή ή απλώς λαϊκιστική και τελικά οπισθοδρομική; Η παγκοσμιοποίηση δεν ξορκίζεται με καισαρικά δημοψηφίσματα. Εκδικείται άγρια όταν προκληθεί απερίσκεπτα από αφελείς ή τυχοδιώκτες πολιτικούς.

Και έρχομαι, τέλος, στην πλέον ανώδυνη αναθεωρητική πρόταση, σε εκείνη που προβλέπει να καθιερωθεί συνταγματικά το δικαίωμα στη δημόσια υγεία και στην κοινωνική ασφάλιση. Λες και δεν ήταν συνταγματικά κατοχυρωμένα στο Σύνταγμα από το 1975. Λες και το αγνοούσαν, όλα αυτά τα χρόνια, θεωρία και νομολογία.

Πώς να ερμηνεύσει κανείς αυτήν την ανέξοδη πρόταση; Αθεράπευτο συνταγματικό και πολιτικό βολονταρισμό ή παιδικό κοινωνικό ιδεαλισμό; Τι άλλο να πει κανείς, όταν το ασφαλιστικό σύστημα έχει κυριολεκτικά καταρρεύσει, τα δημόσια κοινωνικά ταμεία έχουν χρεοκοπήσει και δεν προβλέπονται κοινωνικοί πόροι για να συντηρηθεί το ασφαλιστικό τους κεφάλαιο; Οταν, τέλος, είναι γνωστό στη συνταγματική θεωρία και έχει αποδειχθεί περίτρανα στην πράξη ότι τα κοινωνικά δικαιώματα έχουν ατελή ή εξαρτημένη κανονιστική δεσμευτικότητα; Δεν αποτελούν για τον λόγο αυτό οι αναθεωρητικές αυτές προτάσεις, πολιτικό εμπαιγμό προς τους συνταξιούχους και ανασφάλιστους και δεν συνιστούν προκλητική λοιδορία στην κανονιστική αξία του Συντάγματος;

Εν κατακλείδι, μια αναθεώρηση μάταιη, άκαιρη, άτοπη, ανώφελη, πολιτικά παραπλανητική και θεσμικά αλλοπρόσαλλη: ώδινεν συνταγματικό όρος και έτεκεν μικροσκοπικόν μυν.

Αναδημοσίευση από εφημερίδα Καθημερινή, 04.03.2019

Αναθεώρηση του Συντάγματος: συναινέσεις και δεσμεύσεις

Νίκος Ι. Παπασπύρου, Επ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Ι. Στην εξελισσόμενη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος έχει διαμορφωθεί ευρεία συναίνεση για ορισμένα θεσμικής φύσης ζητήματα (εκλογή ΠτΔ, ποινική ευθύνη Υπουργών, βουλευτικές ασυλίες). Από την άλλη πλευρά, οι εμβληματικές προτάσεις των μεγάλων κομμάτων (θρησκευτική ουδετερότητα, ανώτατη εκπαίδευση) δεν έτυχαν αντίστοιχης αμοιβαίας αποδοχής.

Έτσι, καθίσταται εφικτή μία περιορισμένης έκτασης αναθεώρηση για την αλλαγή οργανωτικών διατάξεων που είναι λίαν προβληματικές. Αυτό είχε προτείνει σε αρθρογραφία του ο Νίκος Αλιβιζάτος και, μεταξύ άλλων, είχαμε και εμείς υποστηρίξει (επισημαίνοντας παράλληλα την ανάγκη διαμόρφωσης κοινού τόπου και σε μείζονα ζητήματα ουσίας). Ωστόσο, δεν περιλαμβάνονται διατάξεις για τις οποίες υπήρξε ώριμο αίτημα αναθεώρησης (π.χ. επιλογή προεδρείων ανωτάτων δικαστηρίων). Σε κάθε περίπτωση, η τελική έκβαση είναι άδηλη, καθώς η ολοκλήρωση της αναθεώρησης εμποδίζει την κίνηση νέας διαδικασίας για τα επόμενα πέντε έτη (το άρθρο 110 παρ. 2 επ. δεν κρίθηκε αναθεωρητέο). Έτσι, δεν αποκλείεται η επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία να επιλέξει τη ματαίωση της αναθεώρησης (ιδίως εάν μπορούν να συγκεντρωθούν 180 ψήφοι για την εκλογή ΠτΔ το 2020 υπό την ισχύουσα ρύθμιση).

 

ΙΙ. Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη συναινέσεως στα ουσιαστικά ζητήματα επέτρεψε να αναδειχθεί ο προβληματισμός για τη δέσμευση της αναθεωρητικής Βουλής από τη Βουλή που αποφαίνεται για την ανάγκη της αναθεώρησης («πρώτη Βουλή»). Ο συνάδελφος Κώστας Γιαννακόπουλος υποστήριξε με διεισδυτική αρθρογραφία τη δέσμευση της δεύτερης Βουλής από τυχόν «κατευθύνσεις» που θα ορίσει ρητά η πρώτη σχετικά με την αναθεώρηση των επιμέρους διατάξεων. Η έκβαση της αναθεώρησης, μας λέει, δεν μπορεί να καταστεί παίγνιο των πολιτικών ανταγωνισμών. Η πρώτη Βουλή να εισηγείται την αναθεώρηση του άρθρου 3 π.χ. για την καθιέρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας, και η δεύτερη Βουλή να αναθεωρεί το ίδιο άρθρο προς καθιέρωση επισήμου θρησκείας. Σε αυτό αντιτάσσεται ότι δεν πρόκειται για παίγνιο, αλλά για προσφυγή στην εκλογική ετυμηγορία, η οποία και αξιολογεί τις προτάσεις των κομμάτων. Και, προσθέτει ο Γιώργος Δελλής, το αδέσμευτο της αναθεωρητικής Βουλής έχει λογική: πρώτον, προειδοποιεί τις πολιτικές δυνάμεις να υποστηρίξουν την αναθεωρητική διαδικασία μόνο εάν συντρέχουν όροι συναίνεσης και, δεύτερον, παρέχει αντικίνητρα στην κίνηση θνησιγενών διαδικασιών που αποσκοπούν είτε σε πολιτικό εγκλωβισμό της αντιπολίτευσης, είτε σε εγκλωβισμό της ίδιας της διαδικασίας.

 

ΙΙΙ. Η αντίληψή μου είναι ότι η απόφαση της πρώτης Βουλής δεσμεύει όχι μόνο ως προς τον αριθμητικό προσδιορισμό της προς αναθεώρηση διάταξης, αλλά και ως προς το θεματικό αντικείμενο. Καταρχήν θεωρώ αυτονόητο ότι ο ίδιος ο αριθμητικός προσδιορισμός ενέχει χαρακτήρα θεματικού προσδιορισμού – άλλως θα ήταν άνευ ουσιαστικού αντικειμένου. Πέραν όμως τούτου, η Βουλή μπορεί να προσδιορίσει ειδικότερα το θεματικό αντικείμενο. Εάν π.χ. η πρώτη Βουλή αποφασίσει την προσθήκη νέου άρθρου για ορισμένο θέμα, δεν μπορεί η δεύτερη να ρυθμίσει στο νέο άρθρο ένα άλλο, εντελώς άσχετο ζήτημα. Ομοίως, εάν μία διάταξη ρυθμίζει δύο ζητήματα (π.χ. άρθρο 16 παρ. 8 Σ, ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, ανώτατες σχολές) και αποφασισθεί η αναθεώρηση μόνο για το ένα από τα δύο, δεν μπορεί να αναθεωρηθεί το δεύτερο.

Ωστόσο, δεν δύναμαι να παραδεχθώ δέσμευση και ως προς την κατεύθυνση, δηλαδή ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα σκεφτεί δικαιοπολιτικά η αναθεωρητική Βουλή εντός ενός ρυθμιστέου χώρου (εκτός φυσικά από την αρνητική οριοθέτηση του άρθρου 110 παρ. 1 περί σεβασμού της βάσης και της μορφής του πολιτεύματος). Η επιφύλαξή μου δεν αφορά στη λεγόμενη πολιτική νομιμοποίηση λόγω των εκλογών. Πολιτική νομιμοποίηση έχουν και οι δύο Βουλές και η μεσολάβηση εκλογών δεν καθιστά το εκλογικό σώμα όργανο της διαδικασίας. Το αναθεωρητικό διακύβευμα αποτελεί απλά ένα από τα πολλαπλά αντικείμενα του προεκλογικού διαλόγου.

Η επιφύλαξη μου, αντίθετα, αφορά στην αυτονομία πολιτικής κρίσης κάθε Βουλής εντός του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Κάθε Βουλή έχει τη δική της πολιτική νομιμοποίηση. Το σύνταγμα βεβαίως μπορεί να δεσμεύσει τη Βουλή, η οποία είναι συντεταγμένο όργανο. Ωστόσο, δέσμευση με παραπομπή στη δικαιοπολιτική σκέψη προηγούμενης Βουλής θα συνιστούσε ουσιώδη ανατροπή της πολιτικής αυτονομίας της δεύτερης. Κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε, εκτιμώ, ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 110Σ.

Αυτές οι σκέψεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο θεματικός προσδιορισμός και όχι η κατεύθυνση είναι η κρίσιμη παράμετρος. Προφανώς η διάκριση είναι σχετική και η αναθεωρητική Βουλή θα ερμηνεύσει η ίδια πώς αντιλαμβάνεται το θεματικό πλαίσιο[1]. Αυτή όμως η λύση φαίνεται να σέβεται και την οικονομία της διαδικασίας και την πολιτική αυτονομία έκαστης Βουλής.

Με τις παραπάνω σκέψεις δεν αρνούμαι ότι θα εγειρόταν ζήτημα εάν η αναθεωρητική Βουλή προέβαινε σε μείζονες τροποποιήσεις και προς κατεύθυνση απρόβλεπτη και αντίθετη με το πλαίσιο στο οποίο ενήργησε η πρώτη Βουλή. Θα πρέπει όμως να πρόκειται για όλως ακραία περίπτωση, η οποία να ασεβεί εμφανώς στη συνταγματική διαδικασία. Τέτοια περίπτωση μπορεί να αντιμετωπιστεί με άλλη οπτική: Υπέρβαση των ακραίων ορίων από λαθρεπιβάτες της αναθεωρητικής διαδικασίας θα ήγειρε ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας– με τις γνωστές βεβαίως επιφυλάξεις για τη λειτουργικότητα τέτοιων εννοιών στο χώρο της υψηλής πολιτικής, ασκούμενης μάλιστα από το ανώτατο όργανο του Κράτους.

 

ΙV. Τέλος, θεματικός προσδιορισμός προκύπτει και από τις λοιπές διατάξεις του Συντάγματος, που δεν κρίθηκαν αναθεωρητέες (όπως βεβαίως και από τις οριζόμενες στο άρθρο 110 παρ. 1 Σ). Έτσι, οι διατάξεις που δεν επιτρέπεται να αναθεωρηθούν οριοθετούν αρνητικά την εξουσία αναθεώρησης. Το εύρος της οριοθέτησης δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί διότι το σύνταγμα είναι συστηματικό κείμενο και περιέχει γενικές και ειδικές ρυθμίσεις. Ωστόσο, ορισμένα εμφανή όρια μπορούν να διακριθούν.

Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, η Βουλή δεν όρισε αναθεωρητέα τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 (κατά την οποία ο ΠτΔ εκλέγεται από τη Bουλή για περίοδο πέντε ετών, όπως ορίζεται στα άρθρα 32 και 33). Επομένως, τυχόν αναθεώρηση του άρθρου 32 κατά το μέρος που θα θέσπιζε διαδικασία άμεσης εκλογής από το λαό θα έφερνε τις δύο διατάξεις σε ευθεία σύγκρουση[2]. Νομίζουμε ότι σε τέτοια περίπτωση η αναθεωρητική Βουλή θα υπερέβαινε την εξουσία της.

Ωστόσο, η Βουλή επίσης δεν όρισε αναθεωρητέο το άρθρο 41 παρ. 5 που προβλέπει ότι η Βουλή διαλύεται εάν δεν εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά το 32 παρ. 4. Σημαίνει αυτό ότι δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του άρθρου 32 προς την κατεύθυνση της αποσύνδεσης της εκλογής ΠτΔ από τη διάλυση της Βουλής; Νομίζουμε πως όχι, διότι σε τέτοια περίπτωση δεν θα έχουμε ευθεία σύγκρουση διατάξεων (δεν ρυθμίζονται κατά τρόπο αντιφατικό οι έννομες συνέπειες κοινού πραγματικού). Απλά η διάταξη του 41 παρ. 5 θα στερείται δυνατότητας εφαρμογής διότι δεν θα προκύπτει το ρυθμιζόμενο στο άρθρο 32 πραγματικό. Κάτι τέτοιο εξάλλου συνέβη με το άρθρο 34 παρ. 1 (β) το οποίο δεν αναθεωρήθηκε ούτε το 1986 και ακόμη και σήμερα ρυθμίζει θέματα σχετικά με την παύση της Κυβέρνησης. Κανείς δεν διανοείται να ισχυρισθεί ότι μπορεί σήμερα να παυθεί μία Κυβέρνηση επειδή στερείται περίπτωσης εφαρμογής το εν λόγω άρθρο.

 

*Προδημοσίευση από το νομικό περιοδικό De Jure.

[1] Διακριτό είναι το ζήτημα του δικαστικού ελέγχου, το οποίο δεν μπορούμε εδώ να πραγματευθούμε. Το ζητούμενο σε αυτή την προβληματική είναι εάν η κρίση της αναθεωρητικής Βουλής για το ειδικότερο θεματικό πλαίσιο που έχει τυχόν ορίσει η πρώτη Βουλή, είναι κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη.

[2] Για το πόρισμα αυτό είναι αδιάφορη η κατεύθυνση που τυχόν συνοδεύει την απόφαση, όπως επίσης είναι αδιάφοροι οι λόγοι για τους οποίους δεν έγινε δεκτή η οικεία ή άλλη πρόταση αναθεώρησης (π.χ. η πρόταση της Ν.Δ. για το άρθρο 32), ή εάν δεν υποβλήθηκε καν τέτοια πρόταση. Με την άρνηση βουλευτών να προτείνουν ή να υπερψηφίσουν ορισμένη πρόταση (που μπορεί να οφείλεται σε πολλούς λόγους) δεν δηλώνεται πολιτειακή βούληση. Αυτό το οποίο ενδιαφέρει είναι μόνο τί η Βουλή ρητά αποφάνθηκε ότι χρήζει αναθεώρησης. Οι υπόλοιπες διατάξεις οριοθετούν αρνητικά την εξουσία αναθεώρησης.

Αναθεώρηση “χαμηλής πτήσης”

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

 

  1. [Τι σημαίνει σύνταγμα] Μιλούμε για την αναθεώρηση του τυπικού Συντάγματος. Πλέον όμως έχει πρωτόγνωρα διευρυνθεί η ύλη του μη τυπικού, ουσιαστικού συντάγματος, και δη του «εξωγενούς», ορθότερα υπερεθνικού, αυτού δηλαδή που εμπεριέχεται και απορρέει ιδίως από τις συνταγματικού χαρακτήρα διατάξεις του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου καθώς και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ, γνωστού και ως δικαστηρίου του Στρασβούργου) βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η νομολογία του Στρασβούργου -και λιγότερο αλλά παράλληλα και εκείνη του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)- δημιουργεί έναν ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο δικαιωμάτων, ο οποίος τείνει προς τη σύγκλιση και την ομογενοποίηση των διαφορετικών εθνικών εννόμων τάξεων. Και αν το ΕΔΔΑ επηρεάζει κυρίως το σύνταγμα των δικαιωμάτων, το ενωσιακό δίκαιο προσδιορίζει, αποφασιστικά, παρότι ενίοτε αδιαφανώς, τα όρια και τις αρμοδιότητες των κρατικών οργάνων (Κυβέρνησης, Βουλής, δικαστηρίων, εκλογικού σώματος). Συνεπώς, η αναθεώρηση του τυπικού Συντάγματος ενός κράτους μέλους της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν κατέχει πια, πολιτικά και κανονιστικά, το μονοπώλιο της συνταγματικής διαρρύθμισης.

 

  1. [Έλλειψη συναίνεσης για τα σημαντικά] Είναι κοινός τόπος ότι η επιτυχής ολοκλήρωση της αναθεωρητικής διαδικασίας προϋποθέτει πολιτική συναίνεση και κλίμα συνδιαλλαγής μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, το οποίο έχει εδώ και μία οκταετία τορπιλιστεί από τις δυνάμεις του λαϊκισμού. Συνεπώς, η συγκεκριμένη αναθεωρητική πρωτοβουλία είναι καταδικασμένη να πετύχει τα ελάχιστα, όπως φάνηκε από την πρώτη ψηφοφορία στη Βουλή. Δύο διατάξεις που αφορούν τις ‘ελίτ’ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, (ακαταδίωκτο των βουλευτών, άρθρο 62Σ και ποινική δίωξη των υπουργών, άρθρο 86 Σ), ορθώς προτείνονται για αναθεώρηση, αλλά εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο του λαϊκισμού, χωρίς να λύνουν ουσιαστικά προβλήματα. Για τα τελευταία προσπάθησε να μιλήσει η Ν.Δ. διαγιγνώσκοντας την ανάγκη να τεθεί –επιτέλους!- το κράτος στην υπηρεσία των πολιτών, να απελευθερωθούν οι δημιουργικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας από τα κρατικά δεσμά (όπως για παράδειγμα με την κατάργηση του υποκριτικού κρατικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση), να επικαιροποιηθεί η συνταγματική περιβαλλοντική προστασία, να καταργηθεί η δυνατότητα διάλυσης της Βουλής από την Κυβέρνηση για εθνικό θέμα με σταθερούς εκλογικούς κύκλους και να διασφαλιστεί συνταγματικά η δημοσιονομική βιωσιμότητα. Όταν όμως η αναθεωρητική διαδικασία εργαλειοποιείται από την κυβερνητική πλειοψηφία ως προεκλογικός μηχανισμός, κάθε διάλογος είναι προσχηματικός και αποβαίνει άκαρπος.

 

  1. [θρησκεία] Ενόψει και της πρώτης παρατήρησης, κάποιες από τις προτάσεις που υπερψηφίστηκαν τουλάχιστον από την απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής στη τρέχουσα διαδικασία αναθεώρησης έχουν βεβαιωτικό χαρακτήρα των μη-τυπικών μεταβολών που έχουν ήδη επέλθει μέσα από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, όπως για παράδειγμα η συσταλτική ερμηνεία της βουλευτικής ασυλίας στην έκφανσή της ως «ακαταδίωκτου» των βουλευτών (άρθρο 62 Σ, βλ σχετική απόφαση Τσαλκιτζής κ Ελλάδας του 2006). Εξίσου, βεβαιωτικό χαρακτήρα πρέπει να δεχθούμε ότι έχει και η πρόταση για ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 3 Σ και ρητή κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, καθώς η τελευταία απορρέει τόσο από το άρθρο 13 Σ και τη σχετική νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων όσο και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Έτσι, ενώ η θρησκευτική ουδετερότητα του όρκου των βουλευτών είναι ήδη κατοχυρωμένη (βλ και απόφαση Buscarini του ΕΔΔΑ, 1999, βάσει της οποίας έχει επί της ουσίας τροποποιηθεί ήδη το άρθρο 59 Σ), στον θρησκευτικό αποχρωματισμό του κράτους συνεισφέρουν θετικά οι προτάσεις για κατάργηση του θρησκευτικού αποκλειστικά όρκου των βουλευτών και του Προέδρου της Δημοκρατίας (το οποίο πρότεινε και η ΝΔ).

 

  1. [θεσμοί ‘ημι-άμεσης δημοκρατίας’] Το ελληνικό Σύνταγμα υπολείπεται σχεδόν όλων των άλλων των κρατών μελών της Ένωσης σε θεσμούς ‘άμεσης’ (ή ημι-άμεσης) δημοκρατίας. Μιλούμε κυρίως για τη δυνατότητα προκήρυξης δημοψηφίσματος και το πολιτικό δικαίωμα λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας. Η ενίσχυση των δυνατοτήτων αυτών κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος των πολιτών στη διακυβέρνηση της χώρας, με τρόπο συμβατό με το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Ωστόσο, οι σχετικές προτάσεις πρέπει να συνοδεύονται από θεσμούς ελέγχου τυχόν κατάχρησης τέτοιων δυνατοτήτων. Δυστυχώς το αντισυνταγματικό και παράλογο δημοψήφισμα του 2015 αποδυνάμωσε την πειστικότητα των προτάσεων υπέρ των θεσμών αυτών. Απέδειξε, ταυτόχρονα, ότι απαιτείται προληπτικός έλεγχος της προκήρυξης δημοψηφίσματος, από ανεξάρτητο όργανο, για παράδειγμα δικαστικό, προκειμένου να αποτρέπονται και να αποφεύγονται ευθείες παραβιάσεις ή καταστρατηγήσεις, όπως αυτή του 2015. Ειδάλλως, οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί υποσκάπτουν, αντί να ενισχύσουν, τη δημοκρατία.

 

 

  1. [η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας] Αν τελικά αυτή η αναθεώρηση ολοκληρωθεί από την επόμενη Βουλή, θα έχει ως κύριο αντικείμενό της την αποσύνδεση της αδυναμίας της Βουλής να εκλέξει Πρόεδρο Δημοκρατίας από τη διάλυσή της, καθώς προς την κατεύθυνση αυτή συμφώνησαν τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ. Η ανάγκη αυτή της αναθεώρησης του άρθρου 32 Σ θεωρείται πλέον κοινός τόπος –με αξιόλογη πάντως αντιλογία υπέρ της διατήρησης της ισχύουσας συνταγματικής μηχανικής– αφού η κύρωση της διάλυσης είναι υπερβολική για έναν Πρόεδρο χωρίς πολιτικό ρόλο, με συμβολικές και ρυθμιστικές, ρητά εκ του Συντάγματος πάντως προβλεπόμενες αρμοδιότητες. Πέραν της κατεύθυνσης αυτής, για την οποία διαπιστώθηκε συναίνεση, το συγκεκριμένο περιεχόμενο θα αποφασιστεί από την επόμενη Βουλή, αν δηλαδή επιλεγεί, εφόσον δεν επιτευχθεί η αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η άμεση εκλογή από τον λαό ή η εκλογή με απόλυτη πλειοψηφία από τη Βουλή ή και άλλη πρόταση (π.χ. από διευρυμένο σώμα εκλεκτόρων). Η άμεση εκλογή πάντως, παρότι θα μετέτρεπε σε συγκρουσιακή τη σχετική διαδικασία –κάτι που πάντως καμιά από τις άλλες λύσεις δεν αποτρέπει αποτελεσματικά– θα ενίσχυε τη νομιμοποίηση του Προέδρου και θα του επέτρεπε να ασκήσει ουσιωδώς τις αρμοδιότητές του, ως θεσμικό αντίβαρο σε έναν υπερενισχυμένο Πρωθυπουργό.

 

  1. [Μία δυσκίνητη αναθεωρητική διαδικασία] Εντελώς εκτός συζήτησης έμεινε δυστυχώς η ίδια η αναθεωρητική διαδικασία, καθώς η σχετική πρόταση της ΝΔ για απλοποίησή της (απόλυτη πλειοψηφία στην προτείνουσα και 3/5 στην κατεξοχήν αναθεωρητική Βουλή με κατάργηση της πενταετίας αναμονής) δεν έλαβε την απαραίτητη πλειοψηφία. Έτσι, το Σύνταγμά μας παραμένει εξαιρετικά αυστηρό και η αλλαγή του επαφίεται ακόμη περισσότερο στις άδηλες και μη τυπικές μεταβολές (μέσω νομοθεσίας και νομολογίας, και από διεθνείς ή υπερεθνικές συνθήκες, όπως επισημάνθηκε). Συνεπώς, η αναθεώρηση έστω και ελάχιστων διατάξεων καθυστερεί για μία περίπου οκταετία την επόμενη προσπάθεια. Η πενταετία πάντως, με βάση το γράμμα του άρθρου 110 παρ.6 Σ, θα πρέπει να υπολογίζεται από την περάτωση της προηγούμενης και μέχρι την περάτωση, και όχι την έναρξη, χωρίς καν εχέγγυα ολοκλήρωσης, της επόμενης αναθεώρησης. Επειδή, αναθεώρηση χωρίς ολοκλήρωσή της με σχετικό Ψήφισμα της Βουλής και δημοσίευση σε ΦΕΚ του νέου κειμένου του Συντάγματος δεν υφίσταται.

 

Αναδημοσίευση από Εφημερίδα Συντακτών, Νησίδες, 8-10/3/2019

Αξιοκρατία προσώπων και επίδοση υπηρεσιών. Συνδέοντας τις ατομικές ικανότητες με τα οργανωσιακά αποτελέσματα

Θεόδωρος Ν. Τσέκος, Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης και Διευθυντής του Εργαστηρίου Μελέτης Θεσμών Διακυβέρνησης και Οικονομικής Ολοκλήρωσης του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πελοποννήσου

Απόστολος Ι. Παπατόλιας,

Η αξιοκρατία ως αρχή & ως δικαίωμα,

Εκδόσεις Παπαζήση, 2019, σελ. 426

 

Στον Peter Drucker, εκ των «γκουρού» του Μάνατζμεντ, αποδίδεται η ρήση: «Οι οργανώσεις είναι μικρές κοινωνίες. Είναι, σε τελική ανάλυση, οι άνθρωποι που τις στελεχώνουν» . Στην φράση αυτή συμπυκνώνεται η κεφαλαιώδης σχέση μεταξύ ενός οργανωσιακού συνόλου και των φυσικών προσώπων που το απαρτίζουν.  Μια οποιαδήποτε οργάνωση, δημόσια ή ιδιωτική,  κάθε παραγωγικό σύνολο που θέτει στόχους και επιδιώκει την επίτευξή τους,  συγκροτείται από κανόνες, διαδικασίες, υποδομές και φυσικά πρόσωπα. Και είναι ακριβώς τα φυσικά πρόσωπα που καθιστούν τον κάθε οργανισμό ζώντα και δρώντα. Κανόνες, διαδικασίες και υποδομές χωρίς την ανθρώπινη βούληση και κρίση, χωρίς  τις επιλογές και την ενέργεια του έμψυχου δυναμικού, παραμένουν ύλη αδρανής. Είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα που ενεργοποιεί τις λοιπές οργανωσιακές συνιστώσες. Και είναι η ανθρώπινη ικανότητα, η αξιοσύνη του στελεχιακού δυναμικού, που, υπό προϋποθέσεις,  διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του οργανισμού.

Η αξιοκρατία λοιπόν, είναι ακριβώς το στοιχείο που συνδέει το πρόσωπο με το σύνολο. Η προτίμηση προς ένα πρόσωπο και η προώθηση του έναντι άλλων, δηλαδή η επιλογή του και η προαγωγή του με βάση την προσωπική του αξία -για να αναφερθούμε σε δυο μόνο κρίσιμες λειτουργίες της διοίκησης του ανθρώπινου δυναμικού –  είναι στοιχεία που επηρεάζουν και τον οργανισμό συνολικά και τα στελέχη του ατομικά.

Ως προς τα στελέχη, η αξιοκρατία συνιστά πλαίσιο υποκίνησης και βελτιστοποίησης της εργασιακής προσπάθειας και απόδοσης. Το περί δικαίου αίσθημα , όπως έχει δείξει κυρίως ο Αμερικανός οργανωσιακός ψυχολόγος Stacey Adams με το υπόδειγμά του της Θεωρίας της Δικαιοσύνης  (Equity Theory), παίζει κεντρικό ρόλο στην συμπεριφορά των εργαζομένων. Η συγκριτική στάθμιση της σχέσης προσπάθεια – επιβράβευση (δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του αν η προσπάθεια που καταβάλει ένας εργαζόμενος αναγνωρίζεται και ανταμείβεται κατ’ αξίαν, ήτοι με τρόπο αναλογικό προς εκείνον που ακολουθείται  για τους λοιπούς συναδέλφους του) γεννά συναισθήματα δίκαιης ή άδικης αντιμετώπισης που, με την σειρά τους, ενισχύουν ή αποθαρρύνουν την περαιτέρω εργασιακή προσπάθεια.  Ο προαναφερθείς Peter Drucker άλλωστε έγραψε αλλού πως «Τα μείζονος σημασίας κίνητρα για την αποτελεσματικότητα και την παραγωγικότητα είναι περισσότερο  κοινωνικά και ηθικά παρά οικονομικά» .

Ως προς τον οργανισμό ως σύνολο, η αξιοκρατική επιλογή στελεχών, δηλαδή η τοποθέτηση των κατάλληλων ανθρώπων στις κατάλληλες θέσεις με βάση τις ικανότητές τους, μπορεί –σε συνδυασμό και με άλλες οργανωσιακές προϋποθέσεις- να βελτιστοποιήσει την λειτουργία του οργανισμού αυτού,  άρα να μεγιστοποιήσει την απόδοσή του.

Την πολυδιάστατη αυτή σχέση μεταξύ αξιοκρατίας και οργανωσιακής απόδοσης καθώς και την θέση της μεταξύ ατομικού και συλλογικού διερευνά, μεταξύ άλλων, στο πρόσφατο βιβλίο του ο δημοσιολόγος -Σύμβουλος του ΑΣΕΠ και τ. Νομάρχης Μαγνησίας- Απόστολος Παπατόλιας. Επιλέγοντας να προσεγγίσει το θέμα του όχι μόνο υπό την κανονιστική οπτική  αλλά μέσα από τις πολλαπλές του διαστάσεις, δίνει στο πόνημά του μια σύνθετη αρχιτεκτονική την οποία αποτυπώνει και στον υπότιτλο του βιβλίου: Θεωρητικές καταβολές, Συνταγματική θεμελίωση και Θεσμική πρακτική.

Την δικαιική προσέγγιση της αξιοκρατίας, και ειδικότερα την συνταγματική της διάσταση, πραγματεύεται ο συγγραφέας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου στα κεφάλαια 1, περί του ατομικού δικαιώματος στην αξιοκρατική μεταχείριση (σσ 181-244), και 2 περί της αξιοκρατίας ως συνταγματικής αρχής (σσ 245-287). Πριν ωστόσο επιχειρήσει την κανονιστική θεμελίωση της έννοιας θέτει, στο πρώτο μέρος,  βασικά ερωτήματα από το πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας διερευνώντας την σχέση της αξίας με την δικαιοσύνη και την ισότητα. Συζητά εδώ για παράδειγμα τις αντιλήψεις του Rawls περί ακριβοδίκαιης αντιμετώπισης των μελών  ενός κοινωνικού συνόλου με κριτήριο την συμβολή τους στο κοινό καλό  και την πρόσληψη των ατομικών ικανοτήτων ως μέρους ενός «κοινού κεφαλαίου» που τους προσδίδει αξία όχι αυτοτελώς αλλά «σε συνάρτηση με ένα σύστημα γενικά αποδεκτών κανόνων κοινωνικής συνεργασίας» (σσ 44-45). Συζητά επίσης την διάκριση του Dworkin μεταξύ «επιλογής και τύχης» ή «προσώπου και περιστάσεων» και την άποψή του περί «ελεγχόμενης αξιοκρατίας» όπου θετικά επανορθωτικά μέτρα απαιτούνται για την δίκαιη αντιμετώπιση  όσων η φύση, η κοινωνία ή η τυχαιότητα προίκισαν με λιγότερες ικανότητες ενώ αποκλείονται αντισταθμιστικές παροχές στην μειωμένη αξία που αποτελεί προϊόν προσωπικών επιλογών και υποκειμενικής ηθικής ευθύνης (σσ 50-51).

Από την οπτική της διοικητικής επιστήμης, υπό την οποία επιχειρείται η παρούσα κριτική ανάγνωση, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν  το κεφάλαιο 4 του πρώτου μέρους όπου συζητείται εκτενώς η σχέση μεταξύ αξιοκρατίας και διοικητικής αποτελεσματικότητας (σσ 137-180), όπως και τα κεφάλαια 3 και 4 του δεύτερου μέρους όπου αναλύεται η αξιοκρατία στις μεθόδους επιλογής και διαχείρισης προσωπικού –μεταξύ των οποίων και σχέση μεταξύ αξιοκρατίας και μονιμότητας- (σσ 289-356) αλλά και η «από-πολιτικοποίηση» ως στοιχείο αξιοκρατικής επιλογής στελεχών (σσ 357-390). Στις παραπάνω ενότητες, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν και στις εισαγωγικές παραγράφους του παρόντος σημειώματος, η αξιοκρατία απεκδύεται τα ατομικά της χαρακτηριστικά και γίνεται αντιληπτή  ως συντελεστής «της αποδοτικής επίτευξης ενός δεδομένου σκοπού» (σ. 137). Υπό την οπτική αυτή, σύμφωνα με τον συγγραφέα, η αξιοκρατική αρχή ως σύνθεση «ανάμεσα στην προσωπική αξία ή ικανότητα και την συστημική ή  λειτουργική ικανότητα» εμπεδώνει την Βεμπεριανή σύζευξη αποτελεσματικότητας και νομιμοποίησης (σ. 139).

Εν τέλει, το βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια μιλώντας εκτενώς στις 425 σελίδες του για την αξιοκρατία από φιλοσοφική, κανονιστική και διοικητική οπτική  καλύπτει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία . Θα φανεί δε χρήσιμο όχι μόνο σε όσους μελετούν την διοικητική πράξη στην χώρα μας αλλά και σε εκείνους που ευρύτερα -και πολιτικά- προβληματίζονται για την ατομική και συλλογική ηθική και την εφαρμογή τους στον δημόσιο χώρο.

Συνταγματική Δημοκρατία και Λαϊκισμός

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Ολοένα και πληθαίνουν, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα, τα βιβλία, τα άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, τα σεμινάρια και τα συνέδρια, γύρω από το φαινόμενο του λαϊκισμού. Η πολιτική επιστήμη, με σημαντική και διεθνώς αναγνωρισμένη τη συνεισφορά των θεραπόντων της στην Ελλάδα, έχει εμβαθύνει πολύ στο θέμα αυτό. Αντιθέτως, δεν έχει ακόμα διερευνηθεί επαρκώς η θεσμική όψη του φαινομένου του λαϊκισμού, δηλαδή η σχέση του με τις διαδικασίες και τους θεσμούς της συνταγματικής δημοκρατίας, ένα θέμα που ενδιαφέρει πρωτίστως την επιστήμη του συνταγματικού δικαίου. Αυτή η διπλή όψη του λαϊκισμού, ως πολιτικού φαινομένου και συγχρόνως ως φαινομένου συνταγματικού ενδιαφέροντος βρέθηκε στο επίκεντρο του συνεδρίου που διοργάνωσε ο όμιλος «Αριστόβουλος Μάνεσης» στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων στις 1 και 2 Μαρτίου, υπό τον γενικό τίτλο «Συνταγματική Δημοκρατία και Λαϊκισμός», με τη συμμετοχή εξαίρετων Ελλήνων πολιτικών επιστημόνων και συνταγματολόγων.

Από τη σκοπιά της πολιτικής επιστήμης, οι εισηγήσεις των Χ. Λυριντζή, Γ. Σταυρακάκη, Γ. Αναστασάκου, Γ. Μπαλαμπανίδη και Γ. Μοσχονά, επιβεβαίωσαν την σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί ως προς τον προσδιορισμό των ουσιωδών γνωρισμάτων της έννοιας του λαϊκισμού, έστω και αν ακόμα δεν έχει βρεθεί ένας αξιολογικά ουδέτερος ορισμός της, εάν αυτός είναι δυνατός. Πάντως, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στο συνέδριο πολιτικούς επιστήμονες, φαίνεται να συμφωνούν μαζί με τον Cas Mudde, ότι ο λαϊκισμός είναι «μια ιδεολογία ισχνού πυρήνα, που θεωρεί την κοινωνία ως στην ουσία διαχωρισμένη σε δύο ομοιογενείς και ανταγωνιστικές ομάδες, τον “αγνό λαό” ενάντια στις “διεφθαρμένες ελίτ” και που υποστηρίζει ότι η πολιτική θα πρέπει να αποτελεί έκφραση της volonté générale (γενικής βούλησης) του λαού» (βλ. C. Mudde – Cr. Rovira Kaltwasser, επιμ., Λαϊκισμός στην Ευρώπη και την Αμερική, μετάφραση Π. Ασλανίδη, εκδ. Επίκεντρο, 2013, σελ. 44).

Εκτός από ιδεολογία, ο λαϊκισμός είναι όμως και τεχνική διακυβέρνησης, από τη στιγμή που κατακτά την πολιτική εξουσία. Και τότε αποκτά ενδιαφέρον και από την άποψη του συνταγματικού δικαίου, αφού ο κατά βάση αντιφιλελεύθερος χαρακτήρας του λαϊκισμού αποτελεί μια μόνιμη πηγή έντασης με τις διαδικασίες και τους θεσμούς της συνταγματικής δημοκρατίας. Στις εισηγήσεις των Γ. Σωτηρέλη, Ξ. Κοντιάδη, Σπ. Βλαχόπουλου, Ιφ. Καμτσίδου, Π. Μαντζούφα, Λ. Παπαδοπούλου, Α. Μεταξά, Α. Καϊδατζή και Γ. Καραβοκύρη, επισημαίνεται η αναβίωση της διάκρισης μεταξύ φιλελευθερισμού και δημοκρατίας στο πλαίσιο του λαϊκισμού, με διαφοροποιημένες όμως εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις της διάκρισης αυτής στην ποιότητα της δημοκρατίας. Πάντως, η ακραία εκδήλωση της διάκρισης αυτής, που συνίσταται στον «πλειοψηφισμό», δηλαδή στη δίχως περιορισμούς εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας (πρβλ. N. Urbinati, Maggioranza e maggioritarismo, σε: M. Anselmi, P. Blokker, N. Urbinati, La sfida populista, Fondazione Giangiacomo Feltrinelli, ψηφιακή έκδοση, 2018, σελ. 16 επ.), απορρίπτεται σχεδόν από όλους, ως άρνηση της ουσίας της συνταγματικής δημοκρατίας, ενώ μάλλον απομονωμένη βρέθηκε η άποψη (Α. Καϊδατζής), ότι ο περιορισμός των λειτουργιών «συνταγματικής εγγύησης» (π.χ. του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων), αποτελεί συνεπή εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής, εν όψει του κινδύνου ενός αντι-προοδευτικού δικαστικού ακτιβισμού. Εις επίρρωση της άποψης αυτής, αλλά ίσως και του «πλειοψηφισμού», έγινε αναφορά στο ρεύμα του αμερικανικού πολιτικού ή λαϊκιστικού συνταγματισμού (π.χ. Mark Tushnet, Akhil Amar, Larry Kramer, Richard D. Parker), το οποίο αντιλαμβάνεται το συνταγματικό δίκαιο πρωτίστως ως μέσο για την προώθηση της αρχής της πλειοψηφίας παρά για τον περιορισμό της, αμφισβητώντας τελικά την ίδια την κανονιστικότητα του Συντάγματος. Ωστόσο, ο λαϊκισμός του αμερικανικού πολιτικού ή λαϊκιστικού συνταγματισμού, εντάσσεται μάλλον στο ρεύμα της δημοκρατικής παρά της λαϊκιστικής συνταγματικής σκέψης (βλ. Γ. Καραβοκύρης). Σε κάθε περίπτωση δε, η αντίληψη του συνταγματικού δικαίου ως «πολιτικού δικαίου» (Droit Politique, Derecho Politico) έχει οριστικά ξεπεραστεί στον ευρωπαϊκό χώρο, και το συνταγματικό δίκαιο αντιμετωπίζεται από πολλού χρόνου, τουλάχιστον από τον Kelsen και μετά, απλά ως «δίκαιο», πλάι στους άλλους κλάδους του δικαίου.

Εξάλλου, η ίδια η διάκριση μεταξύ φιλελευθερισμού και δημοκρατίας, δεν βρίσκει ευήκοα ώτα στην Ευρώπη, διότι ανακαλεί στη μνήμη τα ολοκληρωτικά και αυταρχικά κράτη του μεσοπολέμου, τα οποία χαρακτήριζαν εαυτά ως αντιφιλελεύθερα αλλά δημοκρατικά, επειδή είχαν τη συγκατάθεση των μεγάλων λαϊκών μαζών. Η ευρωπαϊκή έννοια της συνταγματικής δημοκρατίας βασίζεται ακριβώς στην ιστορική αυτή επίγνωση, δηλαδή στον κίνδυνο διολίσθησης της λαϊκής κυριαρχίας σε λαϊκή αυθαιρεσία. Όπως ορίζει επιγραμματικά το άρθρο 1 του ελληνικού Συντάγματος, «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ Λαοῦ», ασκούνται όμως «καθ’ ὅν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα».

Ωστόσο, όπως επεσήμανε και ο Γ. Σωτηρέλης, κλείνοντας το συνέδριο, η αρμονική συνύφανση μεταξύ φιλελευθερισμού και δημοκρατίας στο πλαίσιο της συνταγματικής δημοκρατίας, προϋποθέτει επιπλέον την αποκατάσταση της σχέσης μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς κοινωνικής προστασίας, θέτει δηλαδή ξανά στην επικαιρότητα το ζήτημα της πραγμάτωσης της αρχής του κοινωνικού κράτους (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.).

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 12/03/2019

Συνταγματική δημοκρατία και λαϊκισμός

Ο υπερκομματικός ρόλος του ΠτΔ και η αλλαγή του τρόπου εκλογής του από τη Βουλή με απλή πλειοψηφία

Αντώνης Μανιτάκης, Ομ. Καθηγητής ΑΠΘ

Στο άρθρο, που γράφτηκε το 2006, επικρίνεται η πρόταση αναθεώρησης της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας με απλή πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, προκειμένου να αποφεύγεται η αναγκαστική προσφυγή στις κάλπες στην περίπτωση μη επίτευξης πλειοψηφίας των 2/3. Η ενδεχόμενη αποδοχή της πρότασης θα οδηγήσει σε ταύτιση της προεδρικής πλειοψηφίας με την κοινοβουλευτική και σε παραταξιακή και όχι υπερκομματική ή έστω διακομματική εκλογή. Θα πληγεί έτσι ο ρόλος του ΠτΔ ως συμβόλου της πολιτικής ενότητας της κοινωνίας και της ενότητας και συνέχειας του κράτους. Παράλληλα, επαινείται η δεκαετής θητεία του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλου, και τονίζεται ο υπερκομματικός και ενοποιητικός ρόλος του ΠτΔ, φύλακα της συνταγματικής νομιμότητας.

———————

Είχα την τύχη να διαγνώσω έγκαιρα, με αφορμή την πρώτη εκλογή του, τις αρετές του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας. Σε άρθρο που είχε δημοσιευτεί από τούτες εδώ τις στήλες, στις 14 Μαρτίου 1995, είχα επισημάνει, στηριζόμενος στην αντιφώνησή του προς τον Πρόεδρο της Βουλής κ. Κακλαμάνη, ότι «η πολιτική ιστορία, προσωπικότητα και η πείρα του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας παρέχουν αρκετά εχέγγυα ότι ο προεδρικός θεσμός θα εξακολουθήσει να επιτελεί και στο μέλλον με επιτυχία τον ενοποιητικό και υπερκομματικό του ρόλο, αυτόν που καθιέρωσε η εικοσάχρονη προεδρική πρακτική και έχει ανάγκη το πολιτικό μας σύστημα και η ελληνική κοινωνία»(Βλ. αναδημοσίευση στο “Η συνταγματική συγκυρία της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας”, Εξάντας, 1997, σ.192).

Η διατήρηση ανέπαφου του ισχύοντος τρόπου εκλογής του ΠτΔ αποτελεί έμπρακτη αναγνώριση και κατοχύρωση του έργου και της πρακτικής, που τόσο ο νυν Πρόεδρος όσο και ο προκάτοχός, ο Κ. Καραμανλής τίμησαν, κατά κοινή αναγνώριση, το προεδρικό αξίωμα.

Η πενταετής θητεία του Κ. Στεφανόπουλου στο αξίωμα του Προέδρου επιβεβαίωσε την πρόγνωσή μου αυτή, η οποία και αναγνωρίστηκε από το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου. Η πανηγυρική επανεκλογή του το 2010 αποτελούσε αναγνώριση της εναρμονισμένης με το πολίτευμα άσκησης των προεδρικών καθηκόντων του αλλά και της συνετούς και σεμνής προσωπικής του συμπεριφοράς. Κατάφερε να ενσαρκώσει κατά τον καλλίτερο τρόπο την εθνική και κρατική ενότητα και να λειτουργήσει συμβολικά, μέσα από άτυπες ενέργειες και λόγους καίριους, ως βαθμίδα πολιτικής ενοποίησης της κοινωνίας και φορέας εθνικής και πολιτικής ομοψυχίας.

Ο ρόλος αυτός είναι αξιέπαινος και χρειάζεται να επικροτηθεί, όχι διότι αποτελεί, όπως φαίνεται προσωπική αρετή και του νυν Προέδρου, Παπούλια, αλλά κυρίως διότι συμβαίνει να εξυπηρετεί τις ανάγκες του πολιτικού μας συστήματος και να ανταποκρίνεται στις συνταγματικές επιταγές και στη βαθύτερη λογική του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Πρόκειται επομένως για βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του προεδρευόμενης μορφής του πολιτεύματος, που υπερβαίνει τους εκάστοτε φορείς του προεδρικού αξιώματος και επιβάλλεται διαχρονικά ως απαίτηση συνταγματική.

Με αυτή την έννοια, οι έπαινοι προς το πρόσωπο του Προέδρου δεν θα πρέπει να εξαφανίζουν την θεσμική διάσταση του υπερκομματικού του ρόλου ούτε να οδηγούν σε αποσιώπηση μερικών χρήσιμων θεσμικών συμπερασμάτων, που συνάγονται από την συνταγματική πρακτική και τα οποία θα προσπαθήσω να αναδείξω στο σημείωμα αυτό. Τα συμπεράσματα αυτά δεν είναι μόνο διδάγματα για τους φορείς του προεδρικού αξιώματος, αλλά και χρήσιμος οδηγός για τη θεσμική αποτίμηση του θεσμού και κυρίως πολύτιμο και αναντικατάστατο προηγούμενο για την ενδεχόμενη συνταγματική μεταρρύθμισή του. Κάτι που έχει κατά γνώμη μου αγνοηθεί παντελώς από τους πρωταγωνιστές της Αναθεώρησης του Συντάγματος.

Αυτό που θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να υπογραμμιστεί είναι ότι ο κοινά αποδεκτός «ενοποιητικός» και «υπερκομματικός» ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας τελεί σε απόλυτη συνάρτηση με τον τρόπο της εκλογής του. Η διαδικασία της εκλογής του χρειάζεται να εναρμονίζεται και να επιβεβαιώνει την θεμελιώδη αυτή θεσμική αποστολή και να μην την υπονομεύει ούτε να την διακινδυνεύει με διαδικασίες που ευνοούν πλειοψηφικές επιλογές και παραταξιακές αντιπαραθέσεις και αρνούνται στην πράξη την επιδίωξη της ευρύτερης δυνατής συναίνεσης στο πρόσωπο του Προέδρου.

Την απλή αυτή διαπίστωση σχετικά με την διαδικασία εκλογής του ΠτΔ φαίνεται πως αγνοεί και πάντως αντιστρατεύεται η επικείμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος, αφού αποφασίστηκε η αναθεώρηση της σχετικής διάταξης του άρθρου 32Σ προς την κατεύθυνση της αποδέσμευσης της διάλυσης της Βουλής από τη διαδικασία της εκλογής ΠτΔ. Η πρόταση αυτή του ΠΑΣΟΚ οδηγεί πρακτικά σε εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας με απλή ή απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών και θα έχει ως αποτέλεσμα την καθιέρωση μιας καθαρά πλειοψηφικής και παραταξιακής εκλογή του ΠτΔ. Διότι ο πλέον σίγουρος τρόπος για να αποφευχθεί η διάλυση της Βουλής, όταν δεν καθίσταται δυνατή η επίτευξη της αυξημένης πλειοψηφίας των τριών πέμπτων, όπως απαιτείται σήμερα, θα είναι η συνταγματική πρόβλεψη μειωμένης πλειοψηφίας, η οποία θα βρίσκεται κοντά ή θα ταυτίζεται με τη δύναμη της υπάρχουσας τότε κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Με τον τρόπο όμως αυτό η «κυβερνητική» πλειοψηφία θα ταυτίζεται με την «προεδρική» πλειοψηφία και η προεδρική εκλογή θα υποβιβάζεται σε διαδικασία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση. Το χειρότερο όμως από όλα είναι ότι η κυβερνητική πλειοψηφία της στιγμής της εκλογής ΠτΔ θα ενθαρρύνεται από το ίδιο το Σύνταγμα να επιλέξει Πρόεδρο της δικής της αποκλειστικά επιλογής, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις ή αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης. Η εκλογή θα πάρει έτσι αναπόφευκτα παραταξιακό χαρακτήρα και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας που θα έχει εκλεγεί θα φέρει το στίγμα της κομματικής επιλογής. Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν ευνοεί απλώς την παραταξιακή επιλογή του ΠτΔ, προτρέπει, ενθαρρύνει και εξωθεί την κυβερνητική πλειοψηφία σε τέτοιου είδους συμπεριφορά. Ενθαρρύνει και επιβραβεύει την πλειοψηφική αλαζονεία, την οποία επιτρέπει να δοκιμαστεί και κατά την εκλογή φορέα θεσμού, που θα έπρεπε για να εναρμονίζεται με τον υπερκομματικό του ρόλο να έχει υποχρεωτικά χαρακτήρα διακομματικό.

Και το ερώτημα που ανακύπτει κατά την γνώμη μου αμείλικτο είναι: πως θα μπορέσει ένας τέτοιος Πρόεδρος με μειωμένη νομιμοποίηση και στιγματισμένος παραταξιακά να ασκήσει με κύρος και πειθώ τον υπερκομματικό και ενοποιητικό ρόλο που του επιφυλάσσει το Σύνταγμα και έχει ανάγκη το πολίτευμα;

Το πλέον παράδοξο πάντως στην προκειμένη περίπτωση είναι, ότι ενώ η προβλεπόμενη διαδικασία εκλογής Προέδρου έχει δοκιμαστεί στην πράξη και έχει μάλιστα αποδείξει με την πρόσφατη ιδίως εκλογή, πόσο αναγκαία και διδακτική είναι η πρόβλεψη και επιταγή του συντακτικού νομοθέτη του 1995 για συναινετική και διακομματική εκλογή ΠτΔ και πόσο ευεργετικά λειτούργησε για το πολίτευμα η αναζήτηση της ευρύτερης δυνατής προεδρικής πλειοψηφίας, η πρόταση αναθεώρησής της όχι μόνο αγνοεί την θετική αυτή εμπειρία αλλά και την αντιστρατεύεται.

Το ενδεχόμενο διάλυση της Βουλής σε περίπτωση μη επίτευξης της απαιτούμενης πλειοψηφίας λειτούργησε στην περίπτωση της προεδρικής εκλογής του περασμένου Φεβρουαρίου για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης παιδευτικά, διότι το ώθησε σε απόφαση θεσμικά υπεύθυνη και σε απόσειση της πολιτικής ευθύνης διενέργειας πρόωρων εκλογών εξ αιτίας της μη εκλογής ΠτΔ για λόγους μικροκομματικούς. Παρόλα αυτά η Βουλή διαλύθηκε λίγες μέρες αργότερα με ευθύνη της ίδιας της κυβέρνησης, πράγμα που αποδεικνύει ότι η απειλή διάλυσης της Βουλής ως τιμωρία της για τη μη εκλογή ΠτΔ, είχε αντίστροφα αποτελέσματα από αυτά που οι περισσότεροι προέβλεπαν: η προεδρική εκλογή δεν χρησιμοποιήθηκε ως μέσο διάλυση της Βουλής. Αντίθετα μάλιστα η διάλυση της Βουλής αποσυνδέθηκε από την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με ευθύνη και ώριμη απόφαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, διότι δεν ήθελε να αναλάβει την ευθύνη της άρνησης εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας με την ευρύτερη δυνατή πολιτική αποδοχή.

Για ανάλογους λόγους βρίσκω και την πρόσφατη αναθεωρητική πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για άμεση, από το λαό, εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας ατυχή και αντίθετη στον ενοποιητικό και υπερκομματικό ρόλο του, πέρα από τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας που εγείρει και ως προς την διαδικασία και ως προς την ουσία.

Το συμπέρασμα είναι ότι αμέσως μετά από μια επιτυχή και ευτυχή διαδικασία εκλογής νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία αν μη τι άλλο καταξιώνει και επιβεβαιώνει έμπρακτα την αξία της ισχύουσας διαδικασίας εκλογής ΠτΔ, επιχειρείται παραδόξως η ανατροπή της, που σημαίνει ότι επιδιώκεται η κατάργηση του αναντικατάστατου διαδικαστικού ερείσματος εκλογής ενός οργάνου, που πρώτη του αποστολή είναι να συμβολίζει και να ενσαρκώνει την ενότητα και συνέχεια του κράτους και της πολιτικής κοινωνίας.

Η διατήρηση ανέπαφου του ισχύοντος τρόπου εκλογής του ΠτΔ αποτελεί έμπρακτη αναγνώριση και κατοχύρωση του έργου και της πρακτικής, που τόσο ο νυν Πρόεδρος όσο και ο προκάτοχός, ο Κ. Καραμανλής τίμησαν, κατά κοινή αναγνώριση, το προεδρικό αξίωμα.

 

(Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 17 Οκτωβρίου 2007)

Η θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους σε μια πλουραλιστική (και πολυπολιτισμική) κοινωνία

Αντώνης Μανιτάκης, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Στο κείμενο αυτό, με αφετηρία και κύριο άξονα τις σχέσεις  της ελληνο-ορθόδοξης Εκκλησίας με το Κράτος και το ‘Εθνος, εξετάζεται παρεμπιπτόντως και η σχέση της «πνευματικής – κανονικής» δικαιοταξίας με την «κοσμική| ή κρατική. Υποστηρίζεται τέλος ότι η ελληνο-ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση και λατρεία  οφείλει, ως βασική συνιστώσα της ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας, να συνυπάρχει και να επιβεβαιώνεται ειρηνικά μέσα σε μια ανοικτή και πλουραλιστική κοινωνία με άλλες συλλογικές ταυτότητες, σε συνθήκες ισότητας και αμοιβαίου σεβασμού (Ανακοίνωση που έγινε στο Goethe Institut της Θεσσαλονίκης στις 19 Νοεμβρίου 2001).

(Για όλα αυτά εκτενέστερα στη μονογραφία μου, «Οι σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος Έθνος», Νεφέλη, 2000)

 

  1. Επικρατεί η άποψη, τόσο σε Έλληνες μελετητές, όσο και σε ξένους ότι στην Ελληνική Πολιτεία ο χωρισμός κράτους και εκκλησίας δεν είναι θεσμικά και συνταγματικά καθιερωμένος και ότι ο κοσμικός χαρακτήρας του Ελληνικού κράτους δεν προκύπτει με σαφήνεια από το Σύνταγμα. Ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι το Ελληνικό Σύνταγμα επιτρέπει στο κράτος να θρησκεύεται, ως ορθόδοξο, και ότι η εξουσία του οφείλει να ασκείται σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες της Ορθόδοξης πίστης.

Οι απόψεις αυτές βρίσκουν στήριγμα, είναι αλήθεια, σε ορισμένες συνταγματικές διατάξεις, καθώς και στην προνομιακή υπέρ της Ορθόδοξης Εκκλησίας νομοθεσία του ελληνικού κράτους. Από τις συνταγματικές διατάξεις αρκεί να αναφέρουμε ότι το Σύνταγμα, στην προμετωπίδα του επικαλείται το θείο: «εις το Όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος», ότι η ορθόδοξη πίστη αναγνωρίζεται ρητά ως η «κρατούσα στην επικράτεια θρησκεία», ότι οι «ιεροί κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας»(άρθρο 3 παρ.1Σ) είναι συνταγματικά κατοχυρωμένοι, και ότι η εκπαίδευση επιβάλλει τη καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων (άθρο 16 παρ. 2).

Η διατήρηση εξάλλου της μεταξικής νομοθεσίας, της περιόδου 1937-1939, ενισχύει τις αντιλήψεις αυτές, αφού εξαρτά την άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ναών για τους ετεροδόξους από τη συναίνεση των ορθόδοξων εκκλησιαστικών αρχών. Η νομοθεσία δεν προέβλεπε εξάλλου μέχρι πρότινος, την  αποτέφρωση των νεκρών ούτε η πολιτική κηδεία κ.ά.

Πράγματι, όλα αυτά, ανοίγουν ρωγμές στο σύστημα πλήρους χωρισμού κράτους και εκκλησίας, δεν είναι όμως ικανά, από μόνα τους να αναιρέσουν ούτε καν να θίξουν, τόσο το δημοκρατικό-λαϊκό χαρακτήρα του συνταγματικού κράτους στην Ελλάδα καθώς και την σαφή θεσμική διάκριση της πολιτικής από τη εκκλησιαστική εξουσία, όσο και την συνταγματική αρχή της ανεξιθρησκείας και της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, που ρητά απορρέει από το άρθρο 13Σ και που καθιερώνει τη θρησκευτική ελευθερία. Θέση που δέχεται η θεωρία και η νομολογία δύο αιώνες τώρα .

Ας πάρουμε ως παράδειγμα την συνταγματική κατοχύρωση των ιερών κανόνων και ας προσεγίσουμε το πραγματικό νόημα της διάταξης αυτής. Οι ιεροί κανόνες της Ορθόδοξης  Εκκλησίας της Ελλάδος είτε αναφέρονται σε  δογματικά ή λατρευτικά ζητήματα είτε αφορούν τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τη  διοίκησή της  είναι  συνταγματικά κατοχυρωμένοι, αφού στο Σύνταγμα ορίζεται ότι «Η ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος τηρεί απαρασαλεύτως τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις». Παραγνωρίζεται, συχνά, ωστόσο, ότι η υποχρέωση σεβασμού των ιερών κανόνων απευθύνεται και αφορά κατά πρώτον και κύριο λόγο στην  Εκκλησία. Δέκτης άρα της υποχρέωσης είναι η Εκκλησία. Η Πολιτεία οφείλει βέβαια και αυτή να  σέβεται και να περιφρουρεί ή να μη περιφρονεί τους κανόνες που διασφαλίζουν τη δογματική ενότητα της Ορθοδοξίας (Βλ. Αρ. Μάνεση- Κ. Βαβούσκου, Γνωμοδότησις, “Εκκλησία”, 1975, 304 επ., Χ. Παπαστάθη, Στοιχεία Εκκλησιατικού Δικαίου, 1994,  σ. 65 επ., και Σ. Ορφανουδάκη, Οι Ιεροί κανόνες και το Σύνταγμα, Αρμ. 1981. 82-83) καθώς και την “ενότητα διοικήσεώς  της”  και κυρίως τους κανόνες που θεμελιώνουν το αυτοδιοίκητο  της Εκκλησίας της Ελλάδος. Από την υποχρέωση ωστόσο αυτή  σεβασμού  δεν απορρέει κάποια υπέρ συνταγματική ισχύ των ιερών εκκλησιαστικών κανόνων και κατίσχυσή τους απέναντι σε πράξεις κοινές, νόμους ή διατάγματα του κράτους. (Από την εξαιρετικά  πλούσια βιβλιογραφία σχετικά με το αμφιλεγόμενο  ζήτημα της σημασίας της συνταγματικής κατοχύρωσης  των ιερών κανόνων, βλέπε υπέρ της άποψης που υιοθετείται εδώ, αντί άλλων Χ. Παπαστάθη, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας κατά το Σύνταγμα του 1975, Δίκαιο και Πολιτική, 15 (1988) σ. 61-84, [69-77], Ι. Κονιδάρη, Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους, Αντ. Σάκκουλα, 1994, σ. 223 ).

 

  1. Οι κανόνες της Εκκλησίας είτε έχουν τεθεί από εκκλησιαστικές αρχές κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως είτε βρίσκονται σε κείμενα ιερά και σε αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, θα πρέπει να θεωρηθούν ότι αποτελούν, όλοι μαζί, μια ξεχωριστή “δικαιοταξία” εντός της κρατικής έννομης τάξης, η οποία διαθέτει το δικό της πεδίο εφαρμογής και ονομάζεται “κανονικότητα“.  Ισχύουν, επομένως, και εφαρμόζονται  στο εσωτερικό της δικαιοταξίας αυτής και δεσμεύουν άμεσα  και παράγουν υποχρεώσεις μόνο όσους  υπάγονται σε αυτήν.

Αυτό  σημαίνει ότι οι εν λόγω κανόνες κατοχυρώνονται, κυρίως, “υπέρ της Εκκλησίας” και για την Εκκλησία  (Αν. Μαρίνου, Σχέσεις… σ. 133 επ.), και ισχύουν μεν “έναντι πάντων”, (ΣΕ 1028/1993, ΤοΣ 1993. 547 [548-551]),  με την έννοια ότι όλοι βαρύνονται  με την υποχρέωση σεβασμού τους: Πολιτεία, πολίτες και πιστοί. Αυτό όμως δεν τους εξομοιώνει με τους  νόμους του κράτους και δεν τους προσδίδει καθολική ισχύ ούτε τους εξοπλίζει με δύναμη παραμερισμού κανόνων δικαίου και αποφάσεων της πολιτείας και κατίσχυσης απέναντί τους.

Ο ιερός, π.χ. κανόνας της Εκκλησίας «ναός άπαξ καθαγιασθείς παραμένει εσαεί ναός», ανήκει, εφ’ όσον αποτελεί κανόνα πνευματικό ή δογματικό, στην «πνευματική δικαιοταξία» της Εκκλησίας,  και ως τέτοιος, δηλαδή ως κανόνας πνευματικού περιεχομένου,  δεν μπορεί ούτε να θιγεί ή να τροποποιηθεί από πολιτειακή πράξη,  ούτε όμως κατ’ αντίστροφο τρόπο έχει τη νομική δύναμη να ακυρώσει ή να αποδυναμώσει πράξη πολιτειακή (νόμο ή διοικητική πράξη). Ο αρχαιολογικός νόμος με τις διατάξεις του και ο δογματικός κανόνας που αναφέραμε προηγουμένως ανήκουν σε δύο διαφορετικά επίπεδα που δεν διασταυρώνονται μεταξύ τους, διαθέτουν, δηλαδή,  διαφορετικά πεδία  εφαρμογής και ισχύ.

 

  1. Όσοι υποστηρίζουν τα αντίθετα, αγνοούν την ελληνική συνταγματική και εκκλησιαστική ιστορία, επιδίδονται σε τυπολατρική ερμηνεία του Συντάγματος, χωρίς να εξετάζουν το πολιτικό σύστημα και την πραγματική θέση της Εκκλησίας σε αυτό, συγχέουν το κράτος με την κοινωνία, δεν διακρίνουν την Εκκλησία από την θρησκεία, δεν βλέπουν την διάκριση της  πολιτικής από  την εκκλησιαστική εξουσία.

Στην Ελλάδα από τότε που ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος και διακηρύχθηκε η εθνική ανεξαρτησία από τα επαναστατικά συντάγματα, το κράτος που σχεδιάστηκε και τελικά  οικοδομήθηκε βασίστηκε στην λαϊκή κυριαρχία, στην αρχή ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και από αυτόν αποκλειστικά αντλούν την ισχύ και την νομιμοποίησή τους και όχι από το Θεό ή από κάποια άλλη δύναμη. Η πολιτική εξουσία θεμελιώθηκε  στην πολιτική ισότητα των πολιτών, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν όλοι φορείς  ίσων δικαιωμάτων, ενώ κατοχυρώθηκε η θρησκευτική ελευθερία και η ίση προστασία από τους νόμους όλων των θρησκειών. Η αναγνώριση της Ορθοδοξίας ως «επικρατούσης θρησκείας» δεν σημαίνει και ουδέποτε ερμηνεύτηκε ως ως  επίσημη θρησκεία του κράτους αλλά ως  θρησκεία της πλειοψηφίας του πληθυσμού σε όλη την επικράτεια.

Το πιο εντυπωσιακό όμως στην ελληνική περίπτωση, το οποίο  αγνοούν ή υποτιμούν ορισμένοι ερμηνευτές του Συντάγματος, είναι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, ιδρύθηκε διοικητικά και οργανώθηκε αυτόνομα και αυτοκέφαλα σε σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο με απόφαση και πράξη μονομερή  του ελληνικού κράτους. Η πράξη εκείνη –πρόκειται για το β.δ.                                                    23/7- 4/8, 1833– είχε τεράστια συμβολική και πολιτική σημασία, διότι δήλωνε την «κοσμική» προέλευση του αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησία της Ελλάδος και σηματοδοτούσε τη διοικητική εξάρτησή της από κράτος και την πολιτική εξουσία. Έκτοτε και μέχρι πρόσφατα η Εκκλησία της Ελλάδος ήταν οργανωτικά  εξαρτημένη από το κράτος, το οποίο κατάρτιζε και ψήφιζε τον καταστατικό χάρτη της  και ήταν πλήρως υποταγμένη στις αποφάσεις και στους εθνικούς στόχους της πολιτικής εξουσίας.

Αυτό που δεν τονίζεται ακόμη, όσο θα έπρεπε, είναι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος δεν οργανώθηκε  μόνο ως θεσμός του κράτους, δεν εξοπλίστηκε μόνο με προνόμια δημόσιας εξουσίας ανέλαβε παράλληλα να συνδράμει το κράτος στους εθνικούς στόχους, να το εμψυχώνει συμβολικά και αυτό την ανάγκασε να συμπεριφέρεται εκτός από Εκκλησία του κράτους και  ως Εκκλησία του έθνους.  Την εποχή της Μεγάλης Ιδέας η Εκκλησία της Ελλάδος ενστερνίστηκε τους εθνικούς στόχους του κράτος, τους έκανε δικούς της  και τους ενσωμάτωσε στην θρησκευτική της ιδεολογία. Τα θρησκευτικά της πιστεύω διασταυρώθηκαν με τα εθνικά. Το ελληνικό έθνος ιεροποιήθηκε ή αγιοποιήθηκε και η Ορθόδοξη Εκκλησία ελληνο-ποιήθηκε ή εθνικοποιήθηκε. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος βρέθηκε έτσι περιβεβλημένη με δύο «εγκόσμιες» ιδιότητες, μια κρατική και μία εθνική, αναγνωρίστηκε ως εκκλησία κρατική και  εθνική, μαζί.

Οι δύο αυτές ιδιότητες επέτειναν την εγκόσμια φυσιογνωμία της, εκκοσμίκευσαν το δημόσιο λόγο της και την υπέταξαν ακόμη πιο πολύ σε αυτήν, την έκαναν δουλική απέναντί της.  Σε σημείο που η πολιτική εξουσία με τον αέρα της νόμω κρατούσης Πολιτείας, αγνοούσε συχνά το «αυτοδιοίκητο» της Εκκλησίας και παρενέβαινε στα της διοικήσεώς της και στα εσωτερικά της.

Η σχέση υποταγής της εκκλησιαστικής εξουσίας στην πολιτική και η καθιέρωση του συστήματος της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» είναι πιστεύω το ιδιάζον των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ελλάδα και το αποφασιστικό κριτήριο για να κατανοήσουμε την ουσία τους. Ο χωρισμός τους θα πρέπει, επομένως, να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα αυτό. Σε ό,τι αφορά την σχέση της με  τη πολιτική εξουσία, ενώ τυπικά ήταν πλήρως χωρισμένη, στην ουσία ήταν θεσμικά υποταγμένη στο Νόμο και στις αποφάσεις της και υπηρετούσε πιστά τις επιδιώξεις και δικαιολογούσε τις πολιτικές της. Οι κληρικοί δεν είχαν δικαίωμα να πολιτεύονται ούτε να αναμειγνύονται στην πολιτική. Η Εκκλησία ήταν τυπικά ακομμάτιστη, στην πραγματικότητα όμως ήταν προσδεδεμένη στα κόμματα της δεξιάς καθώς και στις φιλοβασιλικές παρατάξεις.

Το αποτέλεσμα της παράδοξης αυτής σχέσης λειτούργησε προς όφελος της κρατικής ή πολικής   εξουσίας, η οποία απεκόμιζε πολλαπλά πολιτικά και ιδεολογικά οφέλη κάνοντας ορισμένες παραχωρήσεις  στο συμβολικό κυρίως χαρακτήρα, περιβάλλοντας π.χ. τις δημόσιες τελετές με τελετουργικό-θρησκευτικό χαρακτήρα και διατηρώντας ορισμένα προνόμια, μισθολογικού, δημοσιονομικού, εκπαιδευτικού, αστικού  και εκκλησιαστικού χαρακτήρα στην Εκκλησία. Το ουσιώδες όμως είναι ότι η πολιτική εξουσία και γενικά η πολιτεία χρησιμοποιούσε την Εκκλησία ως θεσμό κρατικό για τους δικούς της λόγους, χωρίς η Εκκλησία να μπορεί να παρεμβαίνει αντίστοιχα με το ίδιο βάρος και με δική της άποψη στην κυβερνητική πολιτική, σε τομείς που θα την ενδιέφεραν όπως παιδεία, κοινωνική πρόνοια ή ποινική καταστολή κ.ά. Η Εκκλησία δέχτηκε να ενεργεί εντός του Συντάγματος, εντός των ορίων του Νόμου και επέδειξε γενικά όλα αυτά τα χρόνια μια συμπεριφορά νομιμόφρονα.

Η θεσμική αυτή  σχέση εμφάνισε τους πρώτους τριγμούς με την άνοδο στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του νέου αρχιεπισκόπου, Χριστόδουλου, ο οποίος διεκδίκησε να έχει λόγο για τα δημόσια πράγματα και το δικαίωμα να παρεμβαίνει στα θέματα που η Ιεραρχία έκρινε ότι αφορούν τους ορθόδοξους πιστούς, την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους, την εξωτερική πολιτική και γενικά την  πορεία του έθνους.

Η Εκκλησία επιχείρησε έτσι να αντισταθεί στη θέσπιση ενός νόμου, που η πολιτική εξουσία έκρινε ότι αναγόταν στην αποκλειστική  της δικαιοδοσία, αφού αφορούσε την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες. Έδωσε μια μάχη δημόσια, με κινητοποιήσεις και πιέσεις στην κοινή γνώμη. Με τη συλλογή εκατομμυρίων υπογραφών. Την μάχη την έχασε και στο συμβολικό και στο νομικό επίπεδο. Η προσφυγή της στη δικαιοσύνη απορρίφθηκε. Το Συμβούλιο της Επικρατείας υπήρξε καταπέλτης για την ίδια.

Βρισκόμαστε έτσι στην εξής αντιφατική κατάσταση. Η πρόσφατη κρίση στις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας και η έκβαση αυτής της κρίσης δείχνει ότι  η μεν πολιτική εξουσία είναι έτοιμη και διατεθειμένη  να προχωρήσει σε εκσυγχρονισμό των σχέσεών τους, με την απαγκίστρωσή του ίδιου του κράτους από έναν ρόλο επιτροπείας που είχε αναλάβει από την εποχή του αντιβασιλείας του 1833, η Εκκλησία όμως εμφανίζεται απρόθυμη και ανίκανη να  εκσυγχρονίσει την συμπεριφορά της.  Αρνείται να απαρνηθεί τον εθνικό και εθνικιστικό πλέον σήμερα εαυτό της, αρνείται να δεί την αποστολή της ως  κοινωνική και ηθική και όχι ως εθνική. Δεν αντιλαμβάνεται την νέα αποστολή των θρησκειών και τα των εκκλησιών σε μια κοινωνία ανοικτή και πλουραλιστική και σε μια Ενωμένη Ευρώπη πολυεθνική.

Η Πολιτεία διστάζει, από τη μεριά της παρόλο που το θέλει, να προχωρήσει και να καταργήσει την νομοθεσία που αναγνωρίζει μια προνομιακή θέση στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος και την εκθέτει διεθνώς και στο Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τις δυσμενή και διακριτική μεταχείριση που επιφυλάσσουν οι δημόσιες  αρχές, υπό την πίεση της Εκκλησίας, στα δόγματα και στις άλλες θρησκείες.  Διστάζει να πάρει όλα εκείνα τα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα, που θα την καθιστούσαν εξουσία ουδέτερη  θρησκευτικά.

  1. Είναι αλήθεια ότι σε μια κοινωνία με τέτοια συντριπτική πλειοψηφία ορθόδοξου πληθυσμού, το Κράτος είναι δύσκολο ίσως και αδύνατο να συμπεριφέρεται αδιάφορα και ουδέτερα απέναντι στο θρησκευτικό φαινόμενο. Αν το έκανε θα ερχόταν σε αντίθεση με την ίδια την κοινωνία, με τον πληθυσμό του. Στην θρησκευτική ομοιογένεια του ελληνικού πληθυσμού οφείλεται αυτή η εύνοια και αυτός ο σεβασμός προς την ορθόδοξη Εκκλησία και  όχι σε κάποια αντίληψη θρησκευτική ή εκκλησιαστική, που έχει διαβρώσει τάχα τον κοσμικό και λαϊκό χαρακτήρα του ελληνικού κράτους. Αν ορισμένα κράτη στην Ευρώπη μπορούν σήμερα να κόπτονται και να περηφανεύονται  για το πολύ-πολιτισμικό τους χαρακτήρα και για την θρησκευτική τους ουδετερότητα,  είναι γιατί η θρησκευτική τους κοινωνία δεν υπήρξε ομοιογενής, γνώρισε θρησκευτικούς πολέμους και εξασφάλισε την εθνική της συνοχή με αναγωγές σε άλλες ιδιότητες, εκτός της θρησκευτικής.

Το αντίθετο συμβαίνει με την ορθόδοξη κοινωνία της Ελλάδος. Η προνομιακή μεταχείριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν είναι απόρροια του τρόπου οργάνωσης της συνταγματικής εξουσίας, αλλά μοιραίο αποτέλεσμα του γεγονότος ότι στην ελληνική επικράτεια  η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η θρησκεία που επικρατεί πληθυσμιακά.

Για να απαλειφθούν κάθε είδους διακρίσεις σε βάρος άλλων θρησκειών δεν χρειάζεται για το λόγο αυτό  να γίνει αναθεώρηση του Συντάγματος. Αρκεί μια σύγχρονη με βάση τις θεμελιώδεις αρχές του ερμηνεία του. Τα ελληνικά συντάγματα και η συνταγματική οργάνωση του κράτους δεν υστερεί θεσμικά σε σχέση με τα άλλα  συντάγματα της Ευρώπης. Η κοινή νομοθεσία χρειάζεται να αλλάξει και να ληφθούν μερικά συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα, που να απαλείφουν  εντελώς τις διακρίσεις σε βάρος άλλων εκκλησιών και βεβαίως απαιτείται να αλλάξει η διοικητική και δικαστική πρακτική, καθώς και η συμπεριφορά των δημοσίων υπηρεσιών και των υπαλλήλων τους.

Εκείνη όμως που χρειάζεται αλλαγή στάσης ριζική είναι η Εκκλησία. Θα χρειαστεί, πρώτα, να πάψει να συμπεριφέρεται ως εθνική ή κρατική εκκλησία και να ζητά προνόμια ή προστασία από το κράτος. Χρειάζεται, δηλαδή, να απογαλακτιστεί εθνικά και να αποκρατικοποιηθεί. Να πάψει ο λόγος της να είναι κυρίως εθνικός και κρατικός. Μόνο ως εκπρόσωπος της πολυπληθέστερης θρησκευτικής κοινότητας νομιμοποιείται να ομιλεί σε μια πλουραλιστική κοινωνία και να υπερασπίζεται την θρησκευτική ταυτότητα των πιστών της, ως μελών μιας εκούσιας και εθελούσιας θρησκευτικής κοινότητας και όχι ως εθνικός εκπρόσωπος των πολιτών ενός εθνικού κράτους.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψει τα κρατικά και δημόσια δώματα στα οποία κατοικοεδρεύει και να ενδημήσει στην κοινωνία των πολιτών, στην ιδιωτική-αστική κοινωνία.

Δεν χρειάζεται βέβαια για να γίνει αυτό να απαρνηθεί την θρησκευτική και εκκλησιαστική της ιδιοπροσωπία,  την ελληνο-ορθόδοξη ταυτότητά της. Χρειάζεται απλώς να δει την ορθόδοξη παράδοση και λατρεία  ως μια βασική θρησκευτικο-πολιτισμική  συνιστώσα  της ελληνικής κοινωνίας. Ως μια από τις πολιτισμικές  συνιστώσες  του νεοελληνικού πολιτισμού. Μόνον έτσι μπορεί κατά την γνώμη μου να συνυπάρξει με άλλες  θρησκευτικές κοινότητες και να συμβάλει στην ανανέωση της θρησκευτικής ταυτότητας των ορθόδοξων πιστών. Διαφορετικά θα βρίσκεται αντιμέτωπη διαρκώς με την Πολιτεία, η οποία είναι αναγκασμένη λόγω της πολύ-πολιτισμικής σύνθεσης του πληθυσμού να επιβεβαιώνει  την ανεξιθρησκία της και την θρησκευτική της ουδετερότητα.

Το δίλημμα  της Ιεραρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος είναι ιστορικής σημασίας: η εκκλησιαστική της ταυτότητα ταυτίστηκε με την εθνική. Σε μια εποχή υποχώρησης των εθνικών ταυτοτήτων και επαναπροσδιορισμού τους, ενόψει  της προοπτικής της Ενωμένης Ευρώπης η Ιεραρχία  έμμεινε μόνη να υπερασπίζεται μια συλλογική ταυτότητα, την εθνική, την οποία άλλοτε ταυτίζει με το εθνικό κράτος και άλλοτε με το Γένος των Ελλήνων, εκδοχή που υπερβαίνει το κράτος και το παραμερίζει.

Το ισχύον Σύνταγμα δεν είναι ιδεολογικά ή θρησκευτικά χρωματισμένο, όπως υποστηρίζουν μερικοί, όχι μόνον διότι αναγνωρίζει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης   και της ελεύθερης και ίσης ανάπτυξης της προσωπικότητας του καθένα, αλλά και διότι δεν τάσσει στο κράτος καθήκοντα εκπλήρωσης σκοπών ιδεολογικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα, όπως συμβαίνει με τα θεοκρατικά καθεστώτα, με εξαίρεση την διάταξη του άρθρου 16παρ2Σ, που αναθέτει στο κράτος την «ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων.  Το Σύνταγμα είναι θρησκευτικά και ιδεολογικά ουδέτερο και αυτό απορρέει τόσο από την δημοκρατική αρχή και την αρχή της πολιτικής ισότητας, όσο και από την θρησκευτική ελευθερία, άρθρο 13 Σ, σε συνάρτηση με την ελευθερία της συνείδησης του καθένα, 5 παρ. 1Σ, και τέλος και από την αρχή της ίσης κοινωνικής και πνευματικής αξιοπρέπειας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 παρ.1Σ, που αποτελούν θεμελιώδεις  και μη αναθεωρήσιμες συνταγματικές αρχές.

Η πλουραλιστική  όμως αρχή, ως συνταγματική αρχή, καθιερώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1Συντάγματος, η οποία αναγνωρίζει και εγγυάται τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου  και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου. Η διάταξη αυτή υπονοεί ότι τα δικαιώματα τα έχει κάποιος και όλοι όσοι κατοικούν στην ελληνική επικράτεια είτε ως άτομα είτε ως μέλη μιας θρησκευτικής ή πολιτισμικής ή ιδεολογικής  ή κοινωνικής συλλογικότητας, μιας κοινότητας ατόμων, στην οποία ανήκουν  και θέλουν να  ανήκουν. Δικαιούνται εξ αυτού του λόγου  να διεκδικούν προστασία για αυτό τους το συλλογικό συνανήκειν. Δικαιούται άρα να επιδιώκουν τη δημόσια αναγνώριση της  συλλογικής τους ταυτότητας. Το Σύνταγμα επομένως εγγυάται ρητά τον ιδεολογικό, κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό πλουραλισμό, όπως συμβαίνει και με μια παρόμοια συνταγματική διάταξη στην Ιταλία.

  1. Η ελληνική Πολιτεία δεν υστερεί, επομένως, ως προς τον συνταγματικό της εξοπλισμό και μπορεί να ατενίζει τις προκλήσεις του πλουραλισμού με αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς. Διότι ξεχωρίζει και οφείλει να ξεχωρίζει τον πιστό από τον πολίτη. Η ιδιότητα του πολίτη ενώνει τα άτομα σε μια πολιτική αποκλειστικά βάση. Η ιδιότητα του πιστού, τα επιτρέπει να διαφοροποιούνται ανάλογα με την πίστη τους και να συμβιώνουν ειρηνικά, επειδή ασπάζονται τις ίδιες πολιτικές αξίες και είναι πολίτες του ίδιου κράτους. Στις πλουραλιστικές κοινωνίες, όπως πρέπει να αντιμετωπίζουμε πλέον τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι κοινωνικές ή θρησκευτικές ομαδώσεις, όπως είναι οι θρησκευτικές κοινότητες, μπορούν να διεκδικούν  τη δημόσια αναγνώρισή τους και τον σεβασμό τους, ως τέτοιων από τις δημόσιες αρχές αλλά και από τις  άλλες κοινότητες, εφόσον οργανωθούν και εμφανιστούν στη δημόσια σφαίρα ως κοινότητες θρησκευτικές, ιδεολογικές ή κοινωνικές με μια ξεχωριστή η κάθε μια συλλογική  ταυτότητα.

Την ιδιαίτερη συλλογική, θρησκευτική της, ταυτότητα η ορθόδοξη εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να την αναδείξει μέσα από τη πλούσια παράδοση και τη εντυπωσιακή   λατρευτική πρακτική που διαθέτει.

Η διάπλαση της λατρευτικής της ταυτότητας είναι βέβαια δική της υπόθεση και όχι του κράτους. Δεν χρειάζεται την επίσημη αναγνώριση του κράτους. Η ταυτότητά της δεν πιστοποιείται με νόμους και διατάγματα ούτε με κρατικές προσταγές. Πλάθεται και ξαναπλάθεται διαρκώς και αενάως. Δεν είναι δεδομένη. Η ελληνο-ορθόδοξη θρησκευτική ταυτότητα, οφείλει ως «πολιτισμική» ταυτότητα  να συνυπάρχει και να επιβεβαιώνεται ειρηνικά μέσα σε μια ανοικτή και πλουραλιστική κοινωνία με άλλες συλλογικές ταυτότητες, σε συνθήκες ισότητας και αμοιβαίου σεβασμού..

Εκείνο που μπορώ να διατρανώσω, ως ειδικός, είναι ότι το ισχύον, αλλά και όλα τα προγενέστερα ελληνικά συντάγματα, παρέχει όλες τις τυπικές εγγυήσεις, θρησκευτικής ανεξιθρησκείας  και ουδετερότητας, για ίση προστασία ενώπιον του νόμου και μέσα από το νόμο όλων των θρησκευτικών  κοινοτήτων και ταυτοτήτων.

Οι Έλληνες πολίτες φαίνεται πως έμαθαν μέσα από την μακρόχρονη συνταγματική εμπειρία τους να σέβονται τις συνταγματικές αξίες και να τις υπερασπίζονται μέσα από έναν δημοκρατικό συνταγματικό πατριωτισμό. Και η δημοκρατική συνταγματική τους συνείδηση τους υπαγορεύει να θεωρούν την μεν θρησκευτική συνείδηση ιδιωτική ή προσωπική υπόθεση του καθένα, την δε θρησκευτική τους ταυτότητα  ως συλλογική ταυτότητα μιας θρησκευτικής κοινότητας. Ως κοινή ή δημόσια υπόθεση  που ενδιαφέρει την κοινωνία και όλα  τα μέλη της, ως μέλη του κοινωνικού συνόλου, που ζητούν δημόσια  αναγνώριση και ίσο σεβασμό από όλους, ως σύνολο και ως συλλογικότητα. Γι’ αυτό και προσβλέπω με δημοκρατική αισιοδοξία στο συνταγματικό πλουραλιστικό  μέλλον της  ελληνικής  κοινωνίας.

 

 

 

Συνέδριο: “Συνταγματική δημοκρατία και λαϊκισμός”, Αθήνα 1-2 Μαρτίου 2019

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Δ.Σ. του Επιστημονικού Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης»
έχει την τιμή να σας προσκαλέσει στην εναρκτήρια συνεδρίαση του Συνεδρίου του, με θέμα:
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ
που θα λάβει χώρα την Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019,
ώρα 16:00
στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, Αμφιθέατρο «Αντώνης Τρίτσης» (Ακαδημίας 50)
Το Συνέδριο τελεί υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων
Χορηγός: Βουλή των Ελλήνων
ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ
Παρασκευή 1 Mαρτίου 2019

(16.00-16.30) Προσέλευση συνέδρων
(16.30-17.00) Χαιρετισμοί
Καλωσόρισμα: Γιώργος Σωτηρέλης
Πρόεδρος Επιστημονικού Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης»
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

1η Συνεδρίαση

(17.00-18.15) ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Ο ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ;
Προεδρία: Δημήτρης Χαραλάμπης
Καθηγητής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Εισηγητής: Χρήστος Λυριντζής, Καθηγητής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Θέμα: Όψεις και μεταλλαγές του λαϊκισμού
Εισηγητής: Γιάννης Σταυρακάκης, Καθηγητής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Θέμα: Αντιλαϊκισμός: Ανατομία ενός αντιδημοκρατικού μύθου
Εισηγητής: Γιάννης Αναστασάκος, Πολιτικός Επιστήμονας
Θέμα: Διευκρινίζοντας τον λαϊκισμό. Μια εμπειρική προσέγγιση
(17.45-18.15) Συζήτηση
(18.15-18.45) Διάλειμμα
2η Συνεδρίαση
(18.45-20.00) ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ:
ΜΙΑ ΑΣΥΜΠΤΩΤΗ ΣΧΕΣΗ;
Προεδρία: Νίκος Αλιβιζάτος
Ομ. Καθηγητής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Εισηγητής: Παναγιώτης Μαντζούφας, Αναπλ. Καθηγητής,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Θέμα: Τα συνταγματικά και πολιτικά συμφραζόμενα
του λαϊκισμού
Εισηγητής: Ακρίτας Καϊδατζής, Επίκ. Καθηγητής,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Θέμα: Λαϊκιστικός συνταγματισμός (populist constitutionalism)
Εισηγητής: Γιώργος Καραβοκύρης, Επίκ. Καθηγητής,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Θέμα: Συνταγματικός λαϊκισμός: η ρητορική δύναμη
και η συνταγματική απορία
(19.30-20.00) Συζήτηση
ΔΕΥΤΕΡΗ ΗΜΕΡΑ
Σάββατο 2 Μαρτίου 2019
3η Συνεδρίαση
(11.00-12.15) ΌΨΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ
Προεδρία: Γιάννης Τασόπουλος
Καθηγητής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Εισηγητής: Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Θέμα: Το απατηλό καλειδοσκόπιο του λαϊκισμού: χρήσεις
και καταχρήσεις μιας έννοιας σε συγκριτική προοπτική
Εισηγήτρια: Λίνα Παπαδοπούλου, Αναπλ. Καθηγήτρια,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Θέμα: Aπό την ισλαμοφοβία στον αντιευρωπαϊσμό:
συνταγματικές εκφάνσεις του λαϊκισμού στην Ευρώπη
Εισηγητής: Aντώνης Mεταξάς, Επίκ. Καθηγητής,
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Θέμα: H Eυρωπαϊκή Ένωση απέναντι στο φαινόμενο
του λαϊκισμού: η φενάκη της «μη θνητότητας»
(11.45-12.15) Συζήτηση
(12.15-12.45) Διάλειμμα
(12.45-15.00) ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ
Συζήτηση Στρογγυλής Τράπεζας
Σύνοψη-Συντονισμός: Χ. Ανθόπουλος, Καθηγητής, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Συμμετέχουν:
Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αναπλ. Καθηγήτρια, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Γεράσιμος Μοσχονάς, Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Αναθεωρητική Βουλή και λαϊκή κυριαρχία

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Κατά τη παρεμπίπτουσα συζήτηση στη Βουλή για το νόημα του άρθρου 110 Συντ. επαληθεύθηκε η νομική ματαιότητα οποιουδήποτε περιορισμού της εξουσίας της Αναθεωρητικής Βουλής ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου των αναθεωρητέων διατάξεων. Όλοι οι αγορητές της αντιπολίτευσης, αλλά και ο πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης της Κυβέρνησης, κ. Σταύρος Κοντονής, στην εμπεριστατωμένη τοποθέτησή του το βράδυ της Τρίτης, και νομίζω εμμέσως πλην σαφώς, και ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Νίκος Βούτσης, στο τέλος της παρεμπίπτουσας συζήτησης, επεσήμαναν τον κυριαρχικό ρόλο της Αναθεωρητικής Βουλής κατά τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, όπως ρυθμίζεται από το άρθρο 110 Συντ., είναι σαφής η διάκριση ανάμεσα στο αντικείμενο της αναθεώρησης, δηλαδή στη διαπίστωση της ανάγκης της αναθεώρησης ορισμένων διατάξεων, αρμοδιότητα που ανήκει στην προτείνουσα Βουλή, και στο περιεχόμενο της αναθεώρησης, δηλαδή τον τρόπο αναθεώρησης των διατάξεων αυτών, αρμοδιότητα που ανήκει στη δεύτερη Βουλή, η οποία, ακριβώς για τον λόγο αυτόν, ονομάζεται Αναθεωρητική Βουλή.

Εξάλλου, όπως δείχνει και η συγκριτική συνταγματική εμπειρία (βλ. Χ. Ανθόπουλου,  Η ελευθερία της Αναθεωρητικής Βουλής, σε: Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 5/2018, διαθέσιμο και σε: www.constitutionalism.gr), στα Συντάγματα που υιοθετούν συστήματα αναθεώρησης από δύο διαδοχικές Βουλές, η τυχόν δέσμευση της δεύτερης Βουλής, από τις επιλογές της πρώτης ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων, θεσπίζεται ρητά, εκ των προτέρων και παντού με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με απαγόρευση τροποποίησης του κειμένου των αναθεωρητέων διατάξεων που ψήφισε η πρώτη Βουλή.

Μια τέτοια διάταξη ουδέποτε διανοήθηκε ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης να εισαγάγει, ούτε στο Σύνταγμα του 1911, ούτε στο Σύνταγμα του 1952, ούτε στο Σύνταγμα του 1975. Και τούτο όχι τυχαία, διότι δεν ήθελε να περιορίσει την πολιτική επιρροή του εκλογικού σώματος στην αναθεώρηση του Συντάγματος, δηλαδή από σεβασμό στην λαϊκή παρέμβαση στην αναθεωρητική διαδικασία, που εκφράζεται δια των εκλογών που μεσολαβούν μεταξύ πρώτης και δεύτερης Βουλής.

Αυτό είναι το θεμελιώδες γνώρισμα του αναθεωρητικού συστήματος στην Ελλάδα: η δυνατότητα του εκλογικού σώματος να καθορίσει και να επανακαθορίσει εμμέσως με την ψήφο του στις παρεμβαλλόμενες εκλογές, το νέο περιεχόμενο του Συντάγματος.

Η αναθεωρητική απόφαση της πρώτης Βουλής αφορά αποκλειστικά το εάν πρέπει να γίνει αναθεώρηση και ποιες συνταγματικές διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν. Οτιδήποτε επιπλέον, που αφορά την κατεύθυνση ή και το ειδικότερο περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων, αποτελεί απλώς διακήρυξη πολιτικών προθέσεων για το μελλοντικό περιεχόμενο του Συντάγματος, που έχει ως αποδέκτη το εκλογικό σώμα, και πάντως, δεν δεσμεύει την Αναθεωρητική Βουλή, η οποία διατηρεί ακέραιο το δικαίωμά της να προσδιορίσει εξ υπαρχής το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων. Από την άποψη αυτήν, η χθεσινή συζήτηση στη Βουλή για την κατανομή του αναθεωρητικού έργου μεταξύ των δύο Βουλών ήταν ιδιαιτέρως διδακτική διότι ανέδειξε την κεντρική νομική και πολιτική σημασία της λαϊκής παρέμβασης στην αναθεώρηση του Συντάγματος.

Αναδημοσίευση από τα ΝΕΑ στις 15-2-2019

Η προβλεψιμότητα της συνταγματικής αναθεώρησης

Κωνσταντίνος Θ. Γιαννακόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Μετά την αναγνώριση από την Ελλάδα, στις 20 Νοεμβρίου 1985, του δικαιώματος ατομικής προσφυγής, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) επικαθόρισε σταδιακά, και στη Χώρα μας, την ερμηνεία όλων των εθνικών κανόνων δικαίου, ακόμη και των συνταγματικών.

Στο πλαίσιο της παραπάνω νομολογίας, γίνεται δεκτό ότι το Κράτος Δικαίου επιβάλλει, εκτός των άλλων, οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς, προσβάσιμοι και προβλέψιμοι. Η προβλεψιμότητα αφορά τόσο τη θέσπισή τους, υπό την έννοια ότι πρέπει να μην αιφνιδιάζουν τους αποδέκτες τους, αλλά να σέβονται την τυχόν διαμορφωθείσα στην πράξη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, όσο και την εφαρμογή τους, υπό την έννοια ότι πρέπει να έχουν προβλέψιμες συνέπειες και να μην καταλείπουν υπέρμετρη ευχέρεια στις εθνικές αρχές.

Οι απαιτήσεις αυτές μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να διέπουν ακόμη και τη συνταγματική αναθεώρηση και, μάλιστα, όχι μόνον τους κανόνες που θεσπίζονται με αυτήν, αλλά και τους κανόνες που τη ρυθμίζουν, όπως συμβαίνει με το άρθρο 110 του ελληνικού Συντάγματος του 1975, το οποίο ακολουθεί ένα σύστημα δύο Βουλών.

Συναφώς, με την απόφαση του ΕΔΔΑ, της 15ης Ιουνίου 2006, η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίασητου άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγω της θέσπισης απόλυτου επαγγελματικού ασυμβίβαστου μέσω της αναθεώρησης, το 2001, του άρθρου 57 του Συντάγματος. Το ΕΔΔΑ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η άμεση -χωρίς μεταβατικές διατάξεις- εφαρμογή της εν λόγω αναθεώρησης αιφνιδίασε τόσο τους ενδιαφερόμενους βουλευτές όσο και τους ψηφοφόρους στις εκλογές που μεσολάβησαν μεταξύ πρώτης και δεύτερης Βουλής, δεδομένου ιδίως ότι «ούτε η έκθεση της κοινοβουλευτικής επιτροπής της 30 Μαρτίου 1998 ούτε, πολύ λιγότερο, εκείνη της 23 Οκτωβρίου 2000 δεν ανέφεραν την εισαγωγή απόλυτου επαγγελµατικού ασυµβίβαστου» (σκέψη 55).

Στην παραπάνω υπόθεση, το ΕΔΔΑ διέψευσε την αντίληψη ότι το περιεχόμενο της αναθεώρησης καθορίζεται, σε κάθε περίπτωση, ελευθέρως από τη δεύτερη Βουλή. Αντιθέτως, κατέδειξε ότι, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ο σεβασμός στην πράξη της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ενδέχεται να καταστήσει αθέμιτη την απόκλιση από ουσιαστικές κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής που προκύπτουν ακόμη και από προπαρασκευαστικές πράξεις της τελευταίας. Δικαίωσε δε κατ’ουσίαν τους βουλευτές που είχαν επισημάνει ενώπιον της δεύτερης Βουλής ότι η παραπάνω απόκλιση συνιστούσε, εν προκειμένω, «πλήρη ανατροπή της λογικής της αναθεώρησης του άρθρου 57» (βλ. Πρακτικά της Βουλής, Ολομέλεια, συνεδρίαση ΡΚΕ΄, 28.2.2001, απόγευμα).

Στο παράδειγμα συνταγματισμού εντός του οποίου εξελίσσεται η εφαρμογή του Συντάγματος του 1975, η πολυδιάστατη απαίτηση προβλεψιμότητας αποτελεί μία θετική πτυχή του εξευρωπαϊσμού του εθνικού δικαίου. Αυτή η πτυχή δεν απορρυθμίζει το εθνικό δίκαιο, αλλά διευκολύνει τον ερμηνευτικό εξορθολογισμό ορισμένων διατάξεων προς τον σκοπό της ασφάλειας δικαίου. Στο πλαίσιο αυτού του εξορθολογισμού μπορεί να ενταχθεί και η ερμηνεία ότι, κατά την έννοια του άρθρου 110, η δεύτερη Βουλή δεσμεύεται από τις ουσιαστικές κατευθύνσεις που μπορεί να προσδιορίζει η πρώτη Βουλή (βλ., αναλυτικότερα, τα άρθρα μου, «Η δυνατότητα δέσμευσης της Αναθεωρητικής Βουλής από τις ουσιαστικές κατευθύνσεις της προτείνουσας Βουλής», www.constitutionalism.gr, 27.11.2018, και «Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι πολιτικό στοίχημα», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 2.1.2019). Βεβαίως, ως τέτοια, η αλλαγή παραδείγματος που προώθησε ο εξευρωπαϊσμός του εθνικού δικαίου δεν ήταν εξ αντικειμένου νοητή ούτε υπό το καθεστώς ισχύος των συνταγμάτων που προηγήθηκαν του Συντάγματος του 1975, ούτε καν κατά τη θέσπιση του τελευταίου. Ωστόσο, σήμερα, δεν δικαιολογείται η συνταγματική ερμηνεία να παραγνωρίζει αυτήν την αλλαγή.

Καταρχάς, το δικαιοκρατικό αίτημα η συνταγματική αναθεώρηση να είναι, από ουσιαστική και διαδικαστική άποψη, προβλέψιμη δεν συνάδει με την αντίληψη ότι μία Βουλή, ως υπεύθυνο κρατικό όργανο, μπορεί να πάρει την πρωτοβουλία να προτείνει μια μείζονα θεσμική αλλαγή, όπως είναι η συνταγματική αναθεώρηση, αποδεχόμενη ότι η επόμενη Βουλή μπορεί όχι μόνον να αρνηθεί την πρότασή της, αλλά και να αποφασίσει τελικώς σε πλήρη αντίθεση προς την κατεύθυνση της πρότασης αυτής. Μια τέτοια αντίληψη μετατρέπει την αναθεώρηση σε πολιτικό στοίχημα που προωθεί ανορθολογικές και ανειλικρινείς πολιτικές συμπεριφορές που ενδέχεται να  αιφνιδιάσουν τους πολίτες και τους αντιπροσώπους τους. Αντιθέτως, το αίτημα προβλεψιμότητας της συνταγματικής αναθεώρησης υποστηρίζει την ανάδειξη της λογικής του άρθρου 110, η οποία απαιτεί συναίνεση που θα παραμείνει σταθερή σε δύο διαδοχικές, ισοδύναμες Βουλές, τόσο ως προς την ανάγκη όσο και ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης.

Εξάλλου, η αναγνώριση της δεσμευτικότητας των κατευθύνσεων που μπορεί να προσδιορίσει η πρώτη Βουλή δεν υποτιμά την παρεμβολή εκλογών μεταξύ των δύο Βουλών. Αντισταθμίζει, μάλιστα, το γεγονός ότι, ενόψει και της ελεύθερης εντολής, η συμβολή της βούλησης του εκλογικού σώματος στη διαμόρφωση του τελικού περιεχομένου της αναθεώρησης είναι ασαφής, δυσδιάκριτη και απρόβλεπτη. Υπό το πρίσμα του ευρωπαϊκού δικαίου, οι κανονιστικές απαιτήσεις δεν πρέπει να είναι θεωρητικές ή απατηλές, αλλά συγκεκριμένες και πραγματικές. Κατά τούτο, δεν έχει σημασία μόνον τι ενδέχεται να ήθελε ο συντακτικός νομοθέτης θεσπίζοντας το άρθρο 110, αλλά και τι συμβαίνει στη θεσμική πραγματικότητα. Και, βάσει του ευρύτερου θεσμικού πλαισίου, η προτεινόμενη αναθεώρηση δεν συνιστά κρίσιμο διακύβευμα των εκλογών που παρεμβάλλονται μεταξύ των δύο Βουλών.

Τέλος, η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων να ελέγχουν την τήρηση του εύρους της εντολής που η πρώτη Βουλή δίνει στη δεύτερη αποτελεί σπουδαία εγγύηση της προβλεψιμότητας της συνταγματικής αναθεώρησης. Η δε υποτίμηση της παραπάνω αρμοδιότητας και των σχετικών κρίσεων στις οποίες έχουν ήδη προβεί το ΑΕΔ (11/2003) και το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ολ. 2512/2016) δύσκολα εξηγείται, εάν ληφθεί υπόψη και η ένταση του ελέγχου που μπορεί να ασκηθεί σε μία συνταγματική αναθεώρηση τόσο από το ΕΔΔΑ όσο και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ας μη λησμονείται δε ότι και το τελευταίο, στην υπόθεση«C-213/07, Μηχανική», επικαθόρισε ερμηνευτικώς την αναθεώρηση, το 2001, του άρθρου 14 του ελληνικού Συντάγματος.

Ο εξευρωπαϊσμός της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης συντονίζεται με το γεγονός ότι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, κερδίζει συνεχώς έδαφος, στη θεωρία και στη νομολογία, ως πλέον πειστική, η άποψη ότι η δεύτερη Βουλή δεσμεύεται από κατευθύνσεις που μπορεί να συνοδεύουν την πρόταση αναθεώρησης που ψηφίζει η πρώτη Βουλή. Η προσπάθεια υπεράσπισης της ελευθερίας της δεύτερης Βουλής, πέραν των διαπιστωμένων επιμέρους μεθοδολογικών της αδυναμιών, απηχεί μια παρωχημένη εκδοχή συνταγματισμού στο πλαίσιο της οποίας τα πολιτικά «παίγνια» φαίνεται να υπερέχουν του Κράτους Δικαίου και τα «δόγματα» να υπερτερούν των δικαστικών αποφάσεων.

Αλλοίωση του κοινοβουλευτικού συστήματος

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Το κοινοβουλευτικό σύστημα, δηλαδή κυρίως η ανάδειξη της Κυβέρνησης και η λειτουργία της Βουλής, στηρίζεται στη λεγόμενη “αρχή της δεδηλωμένης”. Πρόκειται για ένα (μαχητό) τεκμήριο που προϋποθέτει τη λειτουργία οργανωμένων κομμάτων και την -καταρχήν- πειθαρχία των μελών της κοινοβουλευτικής τους ομάδας (Κ.Ο.) και επιτρέπει να «προβλέψουμε» ευλόγως και θεμιτά την πολιτική συμπεριφορά των βουλευτών, με κριτήριο τη στήριξη ή μη της Κυβέρνησης από το κόμμα στο οποίο ανήκουν. Η κοινοβουλευτική αρχή λειτούργησε στη μεταπολίτευση υποδειγματικά, ανεξάρτητα από επιμέρους πολιτικές απρέπειες. Το βασικό θεμέλιό της, σε όλες τις λογικο-χρονικές εκφάνσεις της, δηλαδή, τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής προς την Κυβέρνηση, δεν το υπέσκαψε κανείς. Κανείς μέχρι προχθές.

Προχθές, έξι βουλευτές, προερχόμενοι από κόμματα της αντιπολίτευσης, δεσμεύτηκαν, με επιστολές τους, να υπερψηφίζουν όλα τα νομοσχέδια που προτείνει η Κυβέρνηση κατά τη διάρκεια του βίου της, χωρίς πάντως να ενταχθούν στην Κ.Ο. του κυβερνώντος κόμματος, κατ’ άρθρο 16§5 Κανονισμού της Βουλής (ΚτΒ). Αυτό, παρότι κοινοβουλευτικά ασύνηθες, δεν θα ήταν συνταγματικά προβληματικό, αν δύο εξ αυτών (οι κκ Ζουράρις και Παπαχριστόπουλος) δεν ανήκαν στην Κ.Ο. του αντιπολιτευόμενου, πλέον, κόμματος, των ΑΝΕΛ. Οι δηλωσίες αλλά και το Προεδρείο, που απεδέχθη τις δηλώσεις αυτές, απέβλεπαν, αφενός, στην αποφυγή ονομαστικών ψηφοφοριών, απαραίτητων πλέον, ελλείψει δεδηλωμένης με βάση τη σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, για να αποδεικνύεται η υπερψήφιση ενός νομοσχεδίου, αφετέρου στη διατήρηση εκ μέρους των ΑΝΕΛ και του αρχηγού τους του στάτους Κ.Ο., και της προνομιακής μεταχείρισης που αυτό συνεπάγεται.

Και δεν τίθενται απλώς ερωτήματα λειτουργικής φύσης, όπως, πχ. από ποιον θα εκπροσωπούνται οι δύο αυτοί βουλευτές, από τον Πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής τους Ομάδας (όπως ορίζει το άρθρο 17 ΚτΒ) ή από τον Πρόεδρο της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ με την οποία θα υπερψηφίζουν τα νομοσχέδια, ωσεί παρόντες. Κυρίως τίθενται ερωτήματα συνταγματικής τάξης, καθώς σχηματίζεται έτσι μία νέα, άγνωστη για το Σύνταγμα έννοια, κάτι σαν «οι συνεργαζόμενοι δηλωσίες βουλευτές». Η αριθμητική του κοινοβουλευτισμού και της δεδηλωμένης αλλοιώνεται, εφόσον οι δύο βουλευτές προσμετρώνται διπλά, και στη συμπολίτευση και στην αντιπολίτευση. Ωσάν η Βουλή να έχει 302 αντί για 300 βουλευτές. Οι έννοιες “κοινοβουλευτική ομάδα” και “κοινοβουλευτική δύναμη” του κόμματος, ωστόσο, στις οποίες στηρίζεται το Σύνταγμα και ο ΚτΒ, είναι έννοιες συνταγματικές, όχι απλώς ηθικοπολιτικές. Γι αυτό και η παράκαμψή τους κατά τη λειτουργία της Βουλής δεν συνιστά απλώς έναν ακόμη ευτελισμό των θεσμών εκ μέρους της κυβερνητικής πλειοψηφίας, αλλά, διαφορετικής τάξης και υφής, καταδολίευση του ίδιου του Συντάγματος, μία συνεχή δηλαδή και επαναλαμβανόμενη παραβίαση της λογικής του, και εντέλει αλλοίωση του ίδιου του κοινοβουλευτικού συστήματος.

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 06/02/2019

Θεσμική διολίσθηση χωρίς τέλος

Γιώργος Γεραπετρίτης, Καθηγητής ΕΚΠΑ

Η επιστολή προς τον Πρόεδρο της Βουλής των έξι βουλευτών που υπερψήφισαν την πρόταση εμπιστοσύνης της Κυβέρνησης, χωρίς να ανήκουν στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με την οποία καθένας δηλώνει «επιθυμώ εφεξής σε κάθε νομοσχέδιο που ψηφίζεται χωρίς ονομαστική ψηφοφορία η ψήφος μου να προσμετράται μαζί με αυτή των βουλευτών της συμπολίτευσης» δημιουργεί ένα τεράστιο ρήγμα στον παραδοσιακό κοινοβουλευτισμό και πλέον άγει σε μια επικίνδυνη θεσμική διολίσθηση. Είναι προφανές ότι σκοπός των επιστολών αυτών είναι να μη δημιουργούνται επιπλοκές στις διαδικασίες ψηφοφορίας των νομοσχεδίων, ώστε τελικά να διευκολύνεται η υπερψήφισή τους. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται το παγκόσμιο κοινοβουλευτικό παράδοξο να υπάρχουν δύο διαφορετικές κυβερνητικές συνθέσεις στο κοινοβούλιο: η «τυπική» κοινοβουλευτική ομάδα των 145 βουλευτών, βάσει της οποίας συγκροτούνται οι κοινοβουλευτικές επιτροπές και το τμήμα διακοπής των εργασιών της Βουλής, και η «νομοθετική» κοινοβουλευτική ομάδα ειδικού σκοπού των 151 βουλευτών που δηλώνει ενιαίο σχήμα μόνο στο πλαίσιο του νομοθετικού έργου της Βουλής. Μάλιστα δε, δύο μέλη της δεύτερης ομάδας ανήκουν σε άλλη, πλην του ΣΥΡΙΖΑ, κοινοβουλευτική ομάδα, οπότε τα μέλη αυτά «τυπικά» στελεχώνουν την κοινοβουλευτική ομάδα των ΑΝΕΛ (ώστε να μην χαθούν τα οικεία κοινοβουλευτικά προνόμια), και «νομοθετικά» στελεχώνουν το νέο άτυπο σχηματισμό που θα υπερψηφίζει τα νομοσχέδια.

Το σκηνικό αυτό δημιουργεί διπλό ζήτημα δημοκρατίας. Πρώτον, καταργείται εν τοις πράγμασι η λογική της κοινοβουλευτικής ομάδας πάνω στην οποία το Σύνταγμα έχει οικοδομήσει τη δημοκρατία των κομμάτων ως θεμελιώδη επιλογή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (άρθρα 37 και 38 του Συντάγματος και 15β έως 20 του Κανονισμού της Βουλής). Δεύτερον, και πιο σημαντικό, καταργεί στην ουσία την ελεύθερη εντολή των βουλευτών, που αποτελεί ακρογωνιαία λίθο της δημοκρατίας μας. Το Σύνταγμα μας, με τρόπο πανηγυρικό, διασφαλίζει ότι οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση (άρθρο 60) και ότι αντιπροσωπεύουν το έθνος (άρθρο 51 παρ. 2). Η ελεύθερη αυτή εντολή αποτελεί συνθήκη για την απρόσκοπτη λειτουργία του πολιτεύματος και εξοπλίζει τον βουλευτή με θεσμική ισχύ να αποφασίζει με μόνο γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, αποξενωμένος από κομματικές ή άλλες δεσμεύσεις. Πρόκειται για ένα λειτουργικό δικαίωμα του Βουλευτή –την ίδια στιγμή δικαίωμα και υποχρέωση-, από το οποίο δεν μπορεί να παραιτηθεί. Δεν νοείται βουλευτής να υπογράφει υπεύθυνη δήλωση μελλοντικής δέσμευσης στην άσκηση των καθηκόντων του. Ούτε καν υπέρ της δικής του κοινοβουλευτικής ομάδας, πολλώ δε μάλλον υπέρ κοινοβουλευτικής ομάδας στην οποία δεν ανήκει. Συνιστά ευτελισμό των βασικών συνταγματικών αξιών και βαριά προσβολή στον θεσμό που υπηρετεί και στο εκλογικό σώμα που τον ανέδειξε.

Η πληγή που έχει ανοίξει για την αξιοπιστία των θεσμών είναι μεγάλη. Οι πολίτες δικαιολογημένα χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία και στο βασικό της όχημα που είναι το Κοινοβούλιο. Και, δυστυχώς, όταν επέλθει ο δημοκρατικός εκφυλισμός απαιτούνται μεγάλες θυσίες για να αποκατασταθεί ό,τι σε αιώνες συνταγματισμού κατακτήθηκε.

Αναδημοσίευση από ΤΑ ΝΕΑ, 05/02/2019

Η συναινετική καταδολίευση της αναθεωρητικής διαδικασίας και η αντιμετώπιση του Συντάγματος σαν έναν κοινό νόμο

Αντώνης Μανιτάκης, Ομ. Καθηγητής ΑΠΘ

Ξαναδιαβάζοντας το άρθρο αυτό (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 29/05/2006) κατέληξα στο συμπέρασμα ότι στο τόπο μας φαίνεται ότι όλα αλλάζουν ή μιλάμε για  αλλαγή των πάντων και όμως κατά βάθος όλα τα ίδια μένουν. Δώδεκα χρόνια μετά ,από τότε που γράφτηκε, και δεν έχει χάσει νομίζω πολλά από την επικαιρότητά του σήμερα.

 

 

Ας μιλήσουμε και λίγο για τη διαδικασία της αναθεώρησης και ας αφήσουμε κατά μέρος, προς στιγμήν, το περιεχόμενό της. Διότι, το περιεχόμενο της αναθεώρησης εξαρτάται τελικά από τη διαδικασία, από το ποιος, πώς και πότε αποφασίζει.

Και μαζί με τη διαδικασία, ας σταθούμε και πάλι λίγο στην αξιοπιστία των φορέων της αναθεωρητικής διαδικασίας, αυτών που έχουν ή είχαν την πρωτοβουλία και αυτών που θα καθορίσουν το περιεχόμενό της.

Διότι, φοβάμαι ότι το Σύνταγμα κατάντησε τα τελευταία χρόνια ακριβώς το αντίθετο από αυτό που σπεύδει να ξορκίσει με τη γνωστή ευφράδειά του ο συνάδελφος Ευ. Βενιζέλος σε άρθρο του στην «Ελευθεροτυπία» 15/05/2006: «Το Σύνταγμα, γράφει, δεν είναι ούτε πρόσχημα, πίσω από ο οποίο κρύβεται η πολιτική αμηχανία, ούτε πεδίο ασκήσεων ερασιτεχνισμού και δημαγωγίας».

Κι όμως, τόσο οι απόπειρες αναθεωρήσεων όσο και οι συντελεσμένες αναθεωρήσεις της μεταπολίτευσης, αποδεικνύουν το αντίθετο: ενώ σεβάστηκαν το τυπικό πλαίσιο της αναθεωρητικής διαδικασίας, χρησιμοποίησαν το Σύνταγμα είτε ως μέσο άσκησης κυβερνητικής πολιτικής και αντιμετώπισης αδιεξόδων της πολιτικής συγκυρίας (βλέπε αναθεώρηση του 1986, που αποφασίστηκε την τελευταία στιγμή και χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για τη δικαιολόγηση της μη επιλογής του Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας) είτε ως μέσο άσκησης μικροκομματικής πολιτικής,  και κάλυψης ιδεολογικών κενών.

Αλήθεια, τι άλλο από πολιτική αμηχανία εκφράζει η παρούσα αναθεωρητική πρόταση, που αφορά την αναδιατύπωση -με αιτιολογία τη «διόρθωση άστοχων ρυθμίσεων», που παρεισέφρησαν στην αναθεωρημένη διατύπωση- των άρθρων 14 παρ. 9Σ σχετικά με τον «βασικό μέτοχο», 57Σ σχετικά με τα επαγγελματικά ασυμβίβαστα της βουλευτικής ιδιότητας, 29Σ για τον έλεγχο των εκλογικών δαπανών, 103Σ για την πρόσληψη ειδικών κατηγοριών υπαλλήλων στο Δημόσιο καθώς και της διάταξης του άρθρου 24Σ για τα δάση;

Και τι άλλο από ιδεολογική αμηχανία εκφράζει η πρόταση, που σπεύδει να πραγματοποιήσει αυτό που παρέλειψε να κάνει η προηγούμενη αναθεώρηση, επιτρέποντας την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων «μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα»;

 

Τέλος, πώς αλλιώς παρά ως εκδικητική και πολιτικά καιροσκοπική μπορεί να χαρακτηριστεί, σήμερα, η πρόταση για την ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου, η οποία ενώ εμφανίζεται ως πρόταση εξορθολογισμού του διάχυτου δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, στην πραγματικότητα στρέφεται ευθέως κατά της δικαστικής εξουσίας, την οποία επιδιώκει να θέσει υπό δικαστική αντίληψη, με την ίδρυση ενός «πολιτικού δικαστηρίου» πάνω από τα δικαστήρια και την πλήρη αποδυνάμωση της εξουσίας που έχει από μόνος του κάθε δικαστής να ελέγχει παρεμπιπτόντως τη συνταγματικότητα της διάταξης νόμου που καλείται να εφαρμόσει.

Και για να έρθουμε και στην Αντιπολίτευση, δηλώνει ή δεν δηλώνει ιδεολογική και πολιτική πενία η πρόταση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό σε περίπτωση αποτυχίας εκλογής του από τη Βουλή; Αλήθεια, αυτό είναι το μείζον πρόβλημα του πολιτεύματός μας; Αντιλαμβάνονται οι εισηγητές της πρότασης τα θεσμικά προβλήματα που δημιουργούνται από αυτήν; Αλλά και κάτι ακόμη, είναι ή δεν είναι δημαγωγική η πρόταση που θέλει την καθιέρωση ελάχιστου εισοδήματος; Και γιατί η πρόταση αυτή ξεχάστηκε όταν η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση έκανε, πριν από πέντε χρόνια την αναθεώρηση;

Δεν συντείνουν, πάντως, στην ενίσχυση της αξιοπιστίας των πολιτικών και στην αναβάθμιση της πολιτικής τέτοιου είδους «ανέξοδα» συνταγματικά πυροτεχνήματα, διότι καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι το κοινωνικό κράτος δεν έγινε διότι έλειπε η συνταγματική κατοχύρωσή του και ότι θα γίνει, τάχα, αν αναγνωριστεί (!) συνταγματικά.

Αλλά και γενικότερα, πόση πίστη μπορούμε να δώσουμε στη συνέπεια και στην αποτελεσματικότητα μιας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας όταν, πριν περάσουν καλά-καλά πέντε χρόνια, κυβέρνηση και αντιπολίτευση ομολογούν ότι χρειάζεται να ξανα-αναθεωρηθούν τα αναθεωρημένα και να αναθεωρηθούν τώρα όσα παραλείφθηκαν στην προηγούμενη αναθεώρηση, που έγινε με τη συμφωνία και συναίνεση των δύο μεγάλων κομμάτων;

Πώς μπορεί κανείς να μην απορεί και να μην υποψιάζεται «συναινετικές ανταποδώσεις», όταν διαβάζει συνταγματικές δηλώσεις, εκπροσώπων του ΠΑΣΟΚ, που δεν αποκλείουν την ανάγκη νέας αναθεώρησης και δεν υπερασπίζονται αυτά που αναθεωρήθηκαν ή αρνήθηκαν να αναθεωρήσουν; Αρκεί κανείς να διαβάσει το άρθρο του πρώην πρωθυπουργού κ. Σημίτη στα «Νέα» στις 12/05/2006, για να διερωτηθεί αν, όταν έγινε η αναθεώρηση του 2001, κυβερνούσε ο ίδιος την Ελλάδα και αν ήταν, πράγματι, ο αρχηγός της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που την έκανε.

Αλλά το πιο ανησυχητικό γεγονός βρίσκεται αλλού, στη διαδικασία: η αποκαλούμενη συναινετική αναθεώρηση οδηγεί, όπως απέδειξε η πράξη, σε «κυβερνητική» αναθεώρηση. Διότι, αν η Βουλή αποφασίσει στην παρούσα φάση τις αναθεωρητέες διατάξεις με αυξημένη πλειοψηφία, τουτέστιν με ευρεία συναίνεση των 180 βουλευτών, τότε η επόμενη Βουλή, που θα είναι αναθεωρητική, θα μπορεί να αποφασίσει και να προσδιορίσει το περιεχόμενο των αναθεωρήσιμων διατάξεων με απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Κύριος της αναθεωρητικής διαδικασίας θα γίνει έτσι η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία της αναθεωρητικής Βουλής. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της συναινετικής εκκίνησης της διαδικασίας αναθεώρησης. Εκεί καταλήγει η «συναίνεση» ως προς την αναγκαιότητα της αναθεώρησης: να μετατρέπεται η κυβερνητική πλειοψηφία σε αναθεωρητική εξουσία, με τη σύμπραξη ή συναίνεση της εκάστοτε αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Και επειδή η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται τυπικά αλλά μόνον ηθικο-πολιτικά από τις γενικές κατευθύνσεις της αναθεωρητικής πρότασης, μπορεί κανείς να μαντέψει τον «δόλιο μηχανισμό», ή τη συμπαιγνία, με βάση την οποία μια κυβερνητική πλειοψηφία μπορεί να σφετεριστεί με συνταγματικά νομότυπες διαδικασίες αναθεωρητική εξουσία και να αποφασίζει κυριαρχικά για το περιεχόμενο της αναθεώρησης.

Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το μείζον διακύβευμα της τωρινής αναθεώρησης του Συντάγματος: με πρόσχημα την αναγκαιότητα και σκοπιμότητα αναθεώρησης ορισμένων διατάξεων, η αναθεωρητική διαδικασία από αυστηρή και δύσκολη γίνεται εύκολη, εξομοιώνεται -με εξαίρεση τη χρονική διάρκεια της ψήφισής τους- με εκείνη ενός κοινού νόμου. Το Σύνταγμα καταλήγει να μπορεί να τροποποιηθεί, όπως ένας κοινός νόμος, με απλή πλειοψηφία από την Αναθεωρητική Βουλή.

Με τον τρόπο αυτό ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος, θεμελιώδης εγγύηση προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και των συνταγματικών ελευθεριών, καταστρατηγείται. Το Σύνταγμα υποβιβάζεται στο επίπεδο του νόμου, και ενώ πρέπει να βρίσκεται πάνω από τις συγκυριακές κυβερνητικές πλειοψηφίες, γίνεται υποχείριό τους. Παράλληλα, όλες οι συνταγματικές εγγυήσεις προστασίας ατομικών και συλλογικών αγαθών, όπως π.χ. το περιβάλλον ή τα δάση, τίθενται υπό διακινδύνευση και θα μπορεί με σχετικά εύκολη διαδικασία το προστατευτικό τους καθεστώς να χειροτερεύει. Σήμερα τα δάση και η δικαστική εξουσία, αύριο οι συλλογικές ελευθερίες, τα κοινωνικά δικαιώματα, η μονιμότητα των δημοσίων υπάλληλων, η απώλεια της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας υπέρ υπερεθνικών αρχών και πάει λέγοντας.

Η σχετικοποίηση της διάκρισης νόμου και Συντάγματος, ο υποβιβασμός του Συντάγματος σε απλό νόμο είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε ένα συνταγματικό πολίτευμα, διότι υποσκάπτει ευθέως το κύρος και την αυθεντία του Συντάγματος, αφήνει χωρίς εγγυήσεις τις ελευθερίες και τη λαϊκή κυριαρχία, δημιουργεί τεράστια ανασφάλεια δικαίου σε άρχοντες και αρχόμενους και πριονίζει, τελικά. το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται μακαρίως οι πλειοψηφίες, που εναλλάσσονται συναινετικά στην εξουσία.

Ο πλειοψηφικός κοινοβουλευτισμός, που καθιερώθηκε και τυπικά στη χώρα μας με την αναθεώρηση του 1986, πανίσχυρος σήμερα και σίγουρος για τον εαυτό του, εφορμά να αλώσει τώρα, αφού οικειοποιήθηκε την αναθεωρητική διαδικασία, και την έσχατη αντίσταση κατά της παντοδυναμίας μιας κυβερνητικής πλειοψηφίας, τη δικαστική εξουσία.

Η ενδεχόμενη ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου αυτόν το σκοπό έχει, να απαλλάξει την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία από ενοχλητικούς ελέγχους συνταγματικότητας των νόμων. Σήμερα, τα δύο μεγάλα κόμματα συμφωνούν ότι πρέπει αυτή η εγγύηση να αντιστραφεί -αρκετά κράτησε, λένε, ενάμιση αιώνα τώρα- και αποφασίζουν να δημιουργήσουν μηχανισμό προστασίας της κυβερνητικής πλειοψηφίας από τις ενοχλητικές αποφάσεις της δικαστικής εξουσίας. Η ουσία και το νόημα του συνταγματισμού, που συνίσταται στον περιορισμό και στον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, ανατρέπονται και ταυτόχρονα περιφρονείται μια εθνική και παγκόσμια παράδοση πολλών αιώνων.

Πιστεύουν πως έτσι θα κερδίσουν σε αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα. Αδυνατούν ωστόσο να καταλάβουν ότι η υποβάθμιση του κύρους του Συντάγματος συντελείται σε ένα κλίμα γενικευμένης πολιτικής απάθειας και αδιαφορίας, μέσα σε ένα κλίμα αντικομματικό και αντιπολιτικό. Η κοινή γνώμη αδιαφορεί για το περιεχόμενο της αναθεώρησης και το αγνοεί επιδεικτικά, όπως αγνόησε και την προηγούμενη.

Όμως η υπεροψία και η αλαζονεία από τις οποίες ξεχειλίζει ο πλειοψηφικός κοινοβουλευτισμός εμποδίζουν τους κυβερνώντες να ερμηνεύσουν τη λαϊκή αδιαφορία και απάθεια ως σύμπτωμα παθογένειας του πολιτικού συστήματος, που αργά ή γρήγορα θα μεταγγιστεί και στον ίδιο τον κοινοβουλευτισμό. Προτιμούν να τις βλέπουν ως ευκαιρία προσωπικής ανέλιξης ή κομματικής εκμετάλλευσης για την κατάκτηση ή διατήρηση της εξουσίας. Ως πότε όμως; Δεν έχουν και οι καιροί γυρίσματα;

(ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 29/05/2006)

Η ελευθερία της Αναθεωρητικής Βουλής

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Το ζήτημα της κατανομής των αναθεωρητικών αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο διαδοχικών Βουλών που συμπράττουν στην αναθεώρηση του Συντάγματος κατά το άρθρο 110 Συντ., αποτελεί αντικείμενο ενός εν εξελίξει θεωρητικού, νομικού και πολιτικού διαλόγου. Στη μελέτη του αυτή ο Καθηγητής Χαράλαμπος Ανθόπουλος επιχειρεί μια πολύπλευρη συγκριτική, ιστορική και δογματική έρευνα του εριζόμενου αυτού ζητήματος, υπογραμμίζοντας ειδικότερα τη συνέχεια της συνταγματικής μας παράδοσης από τα Συντάγματα του 1911 και του 1952 στο Σύνταγμα του 1975.